Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΡΟΔΩΠΙΣ

ΡΟΔΩΠΙΣ
(πηγή)
 
Η Ροδώπις εμφανίζεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στην οργή δύο θεαινών, της Άρτεμης και της Αφροδίτης. Η δεύτερη οργίστηκε, γιατί η κόρη δεν την τιμούσε, αρνούμενη τον έρωτα· η πρώτη οργίστηκε με τη θνητή κόρη, τη συνοδό της στο κυνήγι και ορκισμένη παρθένα, όταν εκείνη υπέκυψε στον έρωτα, τιμώντας την Αφροδίτη και πατώντας τον όρκο της στην Άρτεμη -οι άνθρωποι μοιάζουν εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις δικαιοδοσίες των θεών, εκ προοιμίου, επομένως, καταδικασμένοι σε πτώση και τιμωρία.
 
Η Ροδώπις ανήκε στον κύκλο της Άρτεμης και, όπως άλλες νύμφες της συνοδείας της θεάς, είχε ορκιστεί να διαφυλάξει την παρθενία της. Όπως και στην περίπτωση του Ιππόλυτου, η προσβεβλημένη από την απάρνηση του έρωτα θεά Αφροδίτη προκάλεσε έρωτα που θα οδηγούσε σε τιμωρία. Εμφύσησε στην κόρη έρωτα για τον εξίσου ανυπότακτο νεαρό κυνηγό Ευθύνικο.
 
Η συνάντησή τους στο βουνό προκάλεσε την απώλεια της παρθενίας και των δύο νέων. Θυμωμένη η Άρτεμη με την εκλεκτή ακόλουθό της Ροδώπι τη μεταμόρφωσε σε πηγή που πήρε το όνομα Στύγα και ανέβλυζε στη σπηλιά όπου η κόρη είχε χάσει την παρθενία της. Στην πηγή αυτή δοκιμαζόταν η ειλικρίνεια του όρκου των κοριτσιών ότι είναι παρθένες. Έγραφαν τον όρκο σε πινακίδα, την κρεμούσαν στον λαιμό τους και κατέβαιναν στην πηγή. Ρηχά τα νερά της πηγής, έφταναν κανονικά μέχρι τα γόνατά τους. Αν όμως ο όρκος ήταν ψευδής, τα νερά φούσκωναν, έφταναν μέχρι τον λαιμό και κάλυπταν την πινακίδα που διαβεβαίωνε ψευδώς την παρθενία τους.
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ο μύθος αυτός παραδίδεται από μεταγενέστερους μυθιστοριογράφους, τον Αχιλλέα Τάτιο (5ος ή 6ος ή 2ος αι. μ.Χ.) και τον Νικήτα Ευγενειανό (12ος αι. μ.Χ.), στα μυθιστορήματά τους Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα* και Τα κατά Δρόσιλλαν και Χαρικλέα (αντίστοιχα).
----------------------------

*Ροδώπις και Ευθύνικος στο μυθιστόρημα του Αχιλλέα Τάτιου «Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα»

 
Τὸ δὲ τῆς Στυγὸς ὕδωρ εἶχεν οὕτως. παρθένος ἦν εὐειδής, ὄνομα Ῥοδῶπις, κυνηγίων ἐρῶσα καὶ θήρας· πόδες ταχεῖς, εὔστοχοι χεῖρες, ζώνη καὶ μίτρα καὶ ἀνεζωσμένος εἰς γόνυ χιτὼν καὶ κατὰ ἄνδρας κουρὰ τριχῶν. ὁρᾷ ταύτην Ἄρτεμις καὶ ἐπῄνει καὶ ἐκάλει καὶ σύνθηρον ἐποιήσατο, καὶ τὰ πλεῖστα κοινὰ ἦν αὐταῖς θηράματα. ἀλλὰ καὶ ὤμοσεν ἀεὶ παραμένειν καὶ τὴν πρὸς ἄνδρας ὁμιλίαν φυγεῖν καὶ τὴν ἐξ Ἀφροδίτης ὕβριν μὴ παθεῖν. ὤμοσεν ἡ Ῥοδῶπις, καὶ ἤκουσεν ἡ Ἀφροδίτη καὶ ὀργίζεται καὶ ἀμύνασθαι θέλει τὴν κόρην τῆς ὑπεροψίας. νεανίσκος ἦν Ἐφέσιος, καλὸς ἐν μειρακίοις ὅσον Ῥοδῶπις ἐν παρθένοις· Εὐθύνικον αὐτὸν ἐκάλουν· ἐθήρα δὲ καὶ αὐτὸς ὡς Ῥοδῶπις, καὶ τὴν Ἀφροδίτην ὁμοίως οὐκ ἤθελεν εἰδέναι. ἐπ᾽ ἀμφοτέρους οὖν ἡ θεὸς ἔρχεται καὶ τὰς θήρας αὐτῶν εἰς ἓν συνάγει· τέως γὰρ ἦσαν κεχωρισμένοι· ἡ δὲ Ἄρτεμις τηνικαῦτα οὐ παρῆν. παραστησαμένη δὲ τὸν υἱὸν τὸν τοξότην ἡ Ἀφροδίτη εἶπε· "Τέκνον, ζεῦγος τοῦτο ὁρᾷς ἀναφρόδιτον καὶ ἐχθρὸν ἡμῶν καὶ τῶν ἡμετέρων μυστηρίων; ἡ δὲ παρθένος καὶ θρασύτερον ὤμοσε κατ᾽ ἐμοῦ. ὁρᾷς δὲ αὐτοὺς ἐπὶ τὴν ἔλαφον συντρέχοντας. ἄρξαι καὶ σὺ τῆς θήρας ἀπὸ πρώτης τῆς τολμηρᾶς κόρης· καὶ πάντως γε τὸ σὸν βέλος εὐστοχώτερόν ἐστιν." ἐντείνουσιν ἀμφότεροι τὰ τόξα, ἡ μὲν ἐπὶ τὴν ἔλαφον, ὁ δὲ Ἔρως ἐπὶ τὴν παρθένον· καὶ ἀμφότεροι τυγχάνουσι, καὶ ἡ κυνηγέτις μετὰ τὴν θήραν ἦν τεθηραμένη. καὶ εἶχεν ἡ μὲν ἔλαφος εἰς τὰ νῶτα τὸ βέλος, ἡ δὲ παρθένος εἰς τὴν καρδίαν· τὸ δὲ βέλος, Εὐθύνικον φιλεῖν. δεύτερον δὲ καὶ ἐπὶ τοῦτον ὀϊστὸν ἀφίησι. καὶ εἶδον ἀλλήλους Εὐθύνικος καὶ ἡ Ῥοδῶπις. καὶ ἔστησαν μὲν τὸ πρῶτον τοὺς ὀφθαλμοὺς ἑκάτεροι, μηδέτερος ἐκκλῖναι θέλων ἐπὶ θάτερα· κατὰ μικρὸν δὲ τὰ τραύματα ἀμφοῖν ἐξάπτεται, καὶ αὐτοὺς ὁ Ἔρως ἐλαύνει κατὰ τουτὶ τὸ ἄντρον, οὗ νῦν ἐστιν ἡ πηγή, καὶ ἐνταῦθα τὸν ὅρκον ψεύδονται. ἡ Ἄρτεμις ὁρᾷ τὴν Ἀφροδίτην γελῶσαν καὶ τὸ πραχθὲν συνίησι, καὶ εἰς ὕδωρ λύει τὴν κόρην, ἔνθα τὴν παρθενίαν ἔλυσε. καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν τις αἰτίαν ἔχῃ Ἀφροδισίων, εἰς τὴν πηγὴν εἰσβᾶσα ἀπολούεται· ἡ δέ ἐστιν ὀλίγη καὶ μέχρι κνήμης μέσης. ἡ δὲ κρίσις· ἐγγράψασα τὸν ὅρκον γραμματείῳ μηρίνθῳ δεδεμένον περιεθήκατο τῇ δέρῃ. κἂν μὲν ἀψευδῇ τὸν ὅρκον, μένει κατὰ χώραν ἡ πηγή· ἂν δὲ ψεύδηται, τὸ ὕδωρ ὀργίζεται καὶ ἀναβαίνει μέχρι τῆς δέρης καὶ τὸ γραμματεῖον ἐκάλυψε. ταῦτα εἰπόντες καὶ τοῦ καιροῦ προελθόντος εἰς ἑσπέραν ἀπῄειμεν κοιμηθησόμενοι, χωρὶς ἕκαστος.
(Αχιλλεύς Τάτιος, Τα περί Λευκίππην και Κλειτοφώντα, 8.12.1.1-6.3)

ΛΙΒΑΝΙΟΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΛΙΒΑΝΙΟΣΟ Έλληνας Λιβάνιος υπήρξε ο πολυγραφότερος συγγραφέας της αρχαιότητας και ίσως όλων των εποχών. Σώζονται 1560 επιστολές του και δεκάδες λόγοι του αλλά μην περιμένετε να τα βρείτε εύκολα στα Ελληνικά. Ο Λιβάνιος δεν είναι καλοδεχούμενος από τους σημερινούς ρωμιούς. Στο έργο του «Υπέρ των Ελληνικών Ναών», που ο Λιβάνιος απευθύνει το 386 μΧ στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ικετεύει σπαρακτικά για τη διάσωση του Ελληνικού πολιτισμού.

1. Βιογραφικά

Ο Λιβάνιος ήταν ένας από τους σημαντικότερους ρήτορες της Ύστερης Αρχαιότητας, για τον οποίο έχουμε –παραδόξως– πλούσιες πληροφορίες, που οφείλονται τόσο στο ίδιο το συγγραφικό του έργο, που περιλαμβάνει και μια αυτοβιογραφία του, όσο και σε πληθώρα επιστολών που είχε ανταλλάξει με σημαντικούς ανθρώπους της εποχής του, για ζητήματα πολιτικά, για τις προσωπικές περιουσιακές υποθέσεις, αλλά και για τις θρησκευτικές του απόψεις.1

Ο Λιβάνιος γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 314 μ.Χ. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια της πόλης, η οποία είχε παράδοση στην ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων. Ο πατέρας του, του οποίου το όνομα δε γνωρίζουμε, πέθανε όταν ο Λιβάνιος ήταν ακόμη μικρός, αφήνοντάς του σημαντική περιουσία. Οι δύο θείοι του, Πανόλβιος και Φασγάνιος, ήταν βουλευτές. Άσκησαν κηδεμονευτικό ρόλο μετά το θάνατο του πατέρα του, αυτή όμως που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαπαιδαγώγησή του ήταν η μητέρα του. Σε ηλικία είκοσι χρόνων χτυπήθηκε από κεραυνό, πράγμα που επιδείνωσε την υγεία του διά βίου, κάνοντάς τον να υποφέρει από ημικρανίες. Η προοπτική του να παντρευτεί την εξαδέλφη του ανατράπηκε όταν εκείνη πέθανε ξαφνικά σε νεαρή ηλικία, και ο Λιβάνιος πήρε μια παλλακίδα, από την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Αράβιο, που αργότερα μετονόμασε Κίμωνα, εξαιτίας του θαυμασμού του προς τον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό. Στο διάστημα 381-388 κύριο μέλημα του Λιβάνιου ήταν η διασφάλιση των συμφερόντων του γιου του, έτσι ώστε ο τελευταίος να μπορέσει να κληρονομήσει την περιουσία του, αλλά και το επάγγελμά του, αφού τον προόριζε επίσης για δάσκαλο. Ο Κίμων προτίμησε μια καριέρα ως δικηγόρος, ενάντια στην πατρική επιθυμία, έχοντας μάλιστα βλέψεις και για μια θέση στην αυτοκρατορική αυλή, ως συγκλητικός. Η ταπεινή καταγωγή της μητέρας του όμως αποτελούσε εμπόδιο στις φιλοδοξίες του. Το 391, λίγο μετά το θάνατο της μητέρας του, ο Κίμων, επιστρέφοντας από την Κωνσταντινούπολη στην Αντιόχεια, έπεσε από το άρμα του και τραυματίστηκε θανάσιμα. Ο Λιβάνιος έζησε το υπόλοιπο της ζωής του μέσα σε πένθος για το χαμό των δικών του. Το χρονικό αυτό διάστημα όμως ήταν σύντομο, αφού ο ρήτορας πέθανε το 392 ή το 393.

2. Δράση

2.1. Εκπαίδευση

Ο Λιβάνιος είχε εκδηλώσει από μικρός την κλίση του στα κλασικά γράμματα και προετοιμαζόταν για μια καριέρα στη ρητορική και τη φιλοσοφία. Είχε δασκάλους του σημαντικούς πνευματικούς άνδρες της εποχής του, όπως ο Ουλπιανός από την Ασκάλωνα και ο Ζηνόβιος από την Ελούσα. Σε ηλικία εικοσιδύο χρόνων, δηλαδή το 336 μ.Χ., έφυγε για την Αθήνα, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του, με σκοπό να τελειοποιήσει εκεί τις σπουδές της φιλοσοφίας και της ρητορικής που είχε επιτυχώς ξεκινήσει στην Αντιόχεια. Αργότερα, στα χρόνια της ακμής του πια, διακήρυσσε ότι αυτό που τον έκανε μεγάλο δεν ήταν οι δάσκαλοί του, αλλά η προσωπική του προσήλωση στα γνωστικά αντικείμενα που αγαπούσε.

2.2. Η καριέρα του ως σοφιστή και ρήτορα

Στην Αθήνα ο Λιβάνιος διακρίθηκε και άρχισε μάλιστα να διδάσκει μετά την αποπεράτωση των σπουδών του. Το 340 όμως, ίσως εξαιτίας της αντιζηλίας των συμμαθητών του που ανταγωνίζονταν για την ανάληψη της εκεί έδρας, έφυγε και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, που είχε μόλις αρχίσει να μεταμορφώνεται σε οικονομικό και πνευματικό κέντρο της αυτοκρατορίας, και άρχισε να παραδίδει μαθήματα ιδιωτικά. Γνώρισε μεγάλη επιτυχία, αλλά το 342 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη, εξαιτίας -και πάλι- του αθέμιτου ανταγωνισμού. Για ένα μικρό διάστημα εργάστηκε στη Νίκαια, αλλά το 344 πήρε την έδρα της φιλοσοφίας στη Νικομήδεια, όπου και δίδαξε μέχρι το 348. Εκεί είχε την ευκαιρία να σχετιστεί με το Μέγα Βασίλειο, γνωριμία που κατέληξε σε μια γόνιμη αλληλογραφία. Επίσης οι σημειώσεις από τα μαθήματά του έφταναν στα χέρια του νεαρού Ιουλιανού, που ζούσε φυγαδευμένος από την αυλή στη Νικομήδεια, και συντέλεσαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του αρχαιολατρικού πνεύματος του μετέπειτα αυτοκράτορα.

Η εξαιρετική επιτυχία του στη Νικομήδεια ώθησε τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο Β΄ να τον επαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη, όπου διορίστηκε αυτοκρατορικός δάσκαλος φιλοσοφίας και ρητορικής. Η ατμόσφαιρα της αυλής όμως έκανε το Λιβάνιο να πλήττει. Έτσι, το 353, πήρε άδεια από τον αυτοκράτορα να επισκεφθεί και πάλι τη γενέτειρά του. Σύντομα η θέση του δασκάλου της ρητορικής στη σχολή της Αντιόχειας έμεινε κενή, κι έτσι τον επόμενο χρόνο ο Λιβάνιος εγκαταστάθηκε μόνιμα στην πόλη που αγαπούσε ιδιαίτερα. Εκτός από τα διδακτικά του καθήκοντα ανέλαβε και τη διαχείριση της πατρικής περιουσίας. Παρά το γεγονός ότι ανήκε στην ανώτερη τάξη της πόλης, απέφυγε την ανάληψη δημοσίων αξιωμάτων, αλλά με τους λόγους του προσπάθησε συχνά να μεσολαβήσει προς την ανώτατη αρχή για να μειωθούν οι σημαντικές οικονομικές πιέσεις που δεχόταν η βουλευτική τάξη την περίοδο αυτή.2

2.3. Ο ρόλος του ως μεσολαβητή

Η απουσία του από την ενεργό πολιτική ζωή ωστόσο δεν εμπόδισε το Λιβάνιο να συμμετέχει στα κοινά και να συντρέχει σε βοήθεια της πατρίδας του κάθε φορά που αυτή τον είχε ανάγκη. Χάρη στη ρητορική του δεινότητα αλλά και τη μετριοπαθή συμπεριφορά του και τη θέση του ως πνευματικού ανθρώπου της εποχής του, είχε τη δυνατότητα να συνδιαλέγεται άμεσα με τον εκάστοτε αυτοκράτορα ή με υψηλούς αξιωματούχους, μεταφέροντας τα παράπονα ή τις επιθυμίες των συμπολιτών του, αλλά και τις θέσεις και παραινέσεις της ηγεσίας προς τους πολίτες.

Ο ρόλος του αυτός του μεσολαβητή καθιερώθηκε κυρίως κατά τη σύντομη περίοδο της βασιλείας του Ιουλιανού.3 Ο Λιβάνιος είδε στο νέο αυτοκράτορα έναν ομοϊδεάτη του, νοσταλγό του κλασικού παρελθόντος και υπέρμαχο των παραδοσιακών θρησκειών. Το χειμώνα του 361-362 ο αυτοκράτορας παραχείμασε στην Αντιόχεια προετοιμάζοντας την περσική του εκστρατεία. Οι Αντιοχείς, είτε εξαιτίας της χριστιανικής τους πίστης είτε εξαιτίας της προσκόλλησής τους σε έναν τρυφηλό τρόπο ζωής που ο ασκητικός αυτοκράτορας καταδίκαζε, τον αντιμετώπισαν με συγκαλυμμένη εχθρότητα. Ο Ιουλιανός αντέδρασε επιβάλλοντας βαριές οικονομικές κυρώσεις στην άρχουσα τάξη.4

O Λιβάνιος την περίοδο αυτή συνδέθηκε προσωπικά με τον αυτοκράτορα, ο οποίος του έδωσε το αξίωμα του κυαίστωρος και νομιμοποίησε το νόθο γιο του. Αντίστοιχα ο ρήτορας πήρε το μέρος του αυτοκράτορα έναντι των Αντιοχέων, αλλά παράλληλα προσπάθησε να κατευνάσει την οργή του και να μετριάσει τις ποινές που επιβλήθηκαν στην πόλη. Ο άκαιρος θάνατος του Ιουλιανού κατά τη διάρκεια της εκστρατείας το 363 και η ατιμωτική συνθήκη την οποία επέβαλαν οι Σασσανίδες στους Ρωμαίους, που έχαναν πια οριστικά σημαντικές περιοχές της αυτοκρατορίας κοντά στον Ευφράτη, βύθισαν το Λιβάνιο σε κατάθλιψη.5 Μαζί με τον Ιουλιανό έβλεπε να πεθαίνουν και οι τελευταίες του ελπίδες για την ανάσχεση του εκχριστιανισμού της αυτοκρατορίας, τον οποίο θεωρούσε βλαβερό. Εκτός από παθολογικά και ιδεολογικά αίτια, η θλίψη του Λιβάνιου οφειλόταν και σε πραγματικά γεγονότα, αφού μετά το θάνατο του αυτοκράτορα οι αντίπαλοί του τον ενέπλεξαν σε μια σειρά από δίκες, κατηγορώντας τον κυρίως για το ότι ήταν εθνικός.6

Οι μηχανορραφίες εναντίον του, η θρησκευτική μονομέρεια και η γενικότερη στενότητα πνεύματος του Βάλεντα (364-378), που διαδέχθηκε τον Ιουλιανό, έκαναν το Λιβάνιο να ζήσει σε σχετική αφάνεια για περισσότερο από μία δεκαετία. Όταν όμως ανέβηκε στο θρόνο ο Θεοδόσιος Α΄ το 378 μ.Χ., ο Λιβάνιος άρχισε και πάλι να εκφράζει ανοιχτά τις πεποιθήσεις του για την πολιτική, τη θρησκεία και την εκπαίδευση, παρά τις χριστιανικές θρησκευτικές αρχές του αυτοκράτορα. Η αυστηρότητα της διακυβέρνησης του Θεοδοσίου ωστόσο και η συνεχιζόμενη τρυφηλότητα της ζωής των Αντιοχέων δημιούργησαν νέες τριβές μεταξύ της πόλης και του μονάρχη.

Συγκεκριμένα, το 387, έπειτα από ένα βαρύ χειμώνα που έπληξε την πόλη με λιμό, οι κάτοικοι ζήτησαν ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση και ελαφρύνσεις, παρακινημένοι από τα μέλη της βουλευτικής τάξης, που θα έπρεπε να πληρώσουν τους συλλογικούς φόρους της πόλης και από τις προσωπικές τους περιουσίες. Μπροστά στην άρνηση του αυτοκράτορα, οι πολίτες εξεγέρθηκαν και ανέτρεψαν όλα τα αγάλματα του αυτοκράτορα και μελών της οικογενείας του. Τα οργισμένα στρατεύματα που στάλθηκαν για να καταστείλουν τη «στάση των αγαλμάτων» κατάφερε να σταματήσει ο Λιβάνιος, ο οποίος προσπάθησε επίσης επιτυχώς να κατευνάσει τον αυτοκράτορα και να εξομαλύνει την κατάσταση, περιορίζοντας την τιμωρία των Αντιοχέων σε διοικητικά κυρίως μέτρα.7

 3. Έργο

Στην πολύχρονη καριέρα του ο Λιβάνιος έγραψε πολυάριθμα έργα, κυρίως λόγους, αρκετοί από τους οποίους απευθύνονταν στους εκάστοτε αυτοκράτορες ή σε ανώτατους αξιωματούχους με σκοπό να τους επηρεάσουν για ζητήματα της πόλης ή απλώς να τους υμνήσουν, αλλά και πραγματείες, ενώ πλούσια ήταν και η αλληλογραφία του με ανθρώπους της πολιτικής και του πνεύματος. Πολλά από τα έργα αυτά αποτελούν ανεκτίμητη πηγή για την εποχή του, ενώ προσφέρουν και μια άλλη οπτική από αυτή που εκφράζουν αντίστοιχα έργα που όμως ήταν γραμμένα από χριστιανούς.8

Τα έργα του χωρίζονται στις εξής κατηγορίες:

α) αυτοβιογραφικά (Αυτοβιογραφία)

β) επιστολές (μεταξύ άλλων προς το φιλόσοφο Θεμίστιο, τον ιστορικό Αμμιανό Μαρκελλίνο , το Μέγα Βασίλειο, τον Ιουλιανό, αξιωματούχους όπως τον έπαρχο του πραιτορίου Ιλλυρίας Ανατόλιο κ.ά.)9

γ) επαινετικούς και θρηνητικούς λόγους (στην πρώτη κατηγορία, μεταξύ άλλων, ανήκουν ο Βασιλικός, προς τους αυτοκράτορες Κωνστάντιο και Κώνσταντα, και ο Αντιοχικός, προς τη γενέτειρά του Αντιόχεια, ενώ στη δεύτερη κατηγορία οι τρεις θρηνητικοί λόγοι για τον Ιουλιανό)10

δ) Φιλοσοφικά (Απολογία Σωκράτους)

ε) Παραινετικοί και πολιτικοί λόγοι (Προς Αντιοχέας περί της του βασιλέως οργής, Περί προστασιών, Εις Ιουλιανόν Αυτοκράτορα Ύπατον, Πρεσβευτικός προς Ιουλιανόν, Προς τον βασιλέα περί των δεσμωτών, Υπέρ των γεωργών περί των αγγαρειών, Προς Θεοδόσιον τον βασιλέα περί της στάσεως κτλ.)

Λόγω των ιστορικών πληροφοριών που παρέχει, ανεκτίμητος είναι ο επαινετικός λόγος που συνέταξε για τη γενέτειρα πόλη του, Αντιόχεια, το 360 μ.Χ., ο οποίος είναι σήμερα γνωστός ως Αντιοχικός.11 Επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αυτοβιογραφία του, καθώς μας δίνει πληροφορίες όχι μόνο για τη ζωή του αλλά και για τον κοινωνικό του περίγυρο. Σημαντικός είναι και ο Βασιλικός,λόγος που συνέταξε προς τιμήν του Κωνσταντίου και του Κώνσταντα, γιατί αποκαλύπτει το ύφος και τη λειτουργία των πανηγυρικών λόγων τον 4ο αιώνα. Τέλος, σημαντικότατη πηγή για την πνευματική ιστορία του 4ου αιώνα αποτελούν οι επιστολές του, οι οποίες αποκαλύπτουν πτυχές των προσωπικών σχέσεων μεταξύ πνευματικών και πολιτικών ανδρών της εποχής, αποτελώντας ταυτόχρονα και παραδείγματα επιστολογραφίας που έχουν μελετηθεί ιδιαίτερα για το ύφος τους.

Εκτός από το συγγραφικό του έργο αξιόλογο ήταν και το διδακτικό του έργο. Στη μακρόχρονη σταδιοδρομία του ο Λιβάνιος παρέμεινε προσκολλημένος στην ακαδημαϊκή προσέγγιση της ζωής και της γνώσης, τις οποίες κατανοούσε μόνο μέσα στους κλασικούς κανόνες. Παρά το γεγονός αυτό όμως, παραμέρισε την ανιαρή επανάληψη κλασικιστικών τύπων της εποχής του, που σκοπό είχαν την επιφανειακή μόρφωση ανθρώπων που θα ήταν στη συνέχεια κατάλληλοι να επανδρώσουν τη διοικητική ιεραρχία, και καινοτόμησε δημιουργώντας έργα με αυστηρή συγκρότηση, ρητορικότητα αλλά και περιεχόμενο καίριο, που απασχολούσε και συγκινούσε το ακροατήριό του.

Τις αρχές του αυτές τις μετέδωσε και στους πολυάριθμους μαθητές του. Εξαιτίας των μετακινήσεών του ο Λιβάνιος απέκτησε δύο κυρίως κύκλους μαθητών, αυτόν της Νικομήδειας, στους οποίους –εμμέσως– συγκαταλέγεται και ο Ιουλιανός, και αυτόν της Αντιόχειας, που ήταν πολυαριθμότερος και περιλάμβανε επίσης σημαντικούς άνδρες της εποχής, όπως ο συνεχιστής του Ακάκιος, και ο επίσκοπος και εκκλησιαστικός πατέρας Ιωάννης ο Χρυσόστομος, του οποίου το εξαιρετικό ταλέντο είχε αναγνωρίσει ο ίδιος ο Λιβάνιος, χωρίς να κρύβει όμως τη θλίψη του για το γεγονός ότι ο μαθητής του είχε επιλέξει να χρησιμοποιήσει το ταλέντο του για την ενίσχυση της χριστιανικής πίστης, προς την οποία ο Λιβάνιος ήταν σθεναρά αντίθετος.12

4. Ιδεολογία

Όλα σχεδόν τα έργα του Λιβάνιου εκφράζουν την αγάπη του για την ελληνική παιδεία και το θαυμασμό του για το ελληνικό ιδεώδες της «πόλεως» και των αξιών που αυτή αντιπροσώπευε: συμμετοχή στα κοινά, εκλέπτυνση του πνεύματος, εκγύμναση του σώματος, λατρεία των θεών. Γράφοντας σε μια ταραγμένη ιδεολογικά εποχή, που χαρακτηριζόταν από τη διαμάχη μεταξύ των παλαιών θρησκειών και του γοργά εξαπλωνόμενου χριστιανισμού, ο Λιβάνιος έγινε ο εκφραστής μιας ολόκληρης κατηγορίας ανθρώπων, των εύπορων αστών και αριστοκρατών που ένιωθαν να υποβαθμίζεται η κοινωνική και οικονομική τους θέση εξαιτίας της ανάπτυξης μιας κρατικής γραφειοκρατίας στην κορυφή της οποίας βρισκόταν ένας χριστιανός αυτοκράτορας. Ενώ αρκετοί από τους ομοίους τους επέλεξαν τον εκχριστιανισμό και την άνοδο στα δημόσια αξιώματα, η κατηγορία αυτή, στην οποία ανήκε και ο Λιβάνιος, προτίμησε να παραμείνει πιστή στην ειδωλολατρία, συνδυασμένη φυσικά με μια ιδιαίτερη αγάπη για τα κλασικά γράμματα και ό,τι το εκλεπτυσμένο είχε να δώσει ακόμη ο κόσμος που έφευγε.

Η ιδεολογία αυτή του Λιβάνιου εκφράστηκε με τον καλύτερο τρόπο κατά το σύντομο διάστημα της βασιλείας του ομοϊδεάτη του Ιουλιανού. Παρ’ όλα αυτά, η θέση και το λειτούργημα που ασκούσε ο Λιβάνιος δεν του επέτρεπαν να είναι ιδιαίτερα αυστηρός με την εξουσία. Εξάλλου το έναυσμα για την καριέρα του είχε δοθεί όταν εκφώνησε στην Κωνσταντινούπολη τον Τριακονταετή λόγο για τον Κωνστάντιο Β΄. Παρατηρούμε όμως ότι ακόμη και όταν στο θρόνο βρισκόταν ο Θεοδόσιος Α΄, που έδωσε το τελικό χτύπημα στον κόσμο των παραδοσιακών λατρειών και αξιών, ο λόγος του Λιβάνιου ήταν πάντοτε παρακλητικός και ποτέ σκληρός, όπως αντίστοιχα μπορούσε να είναι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Στο λόγο Προς αυτοκράτορα Θεοδόσιον υπέρ των ιερών, ο Λιβάνιος προσπαθεί να σώσει τα ειδωλολατρικά ιερά της υπαίθρου από την καταστροφική μανία των χριστιανών ιερέων και μοναχών, ενώ στον Προς Αντιοχείς διά την του βασιλέως οργήν προσπαθεί να μεσολαβήσει μεταξύ του αυτοκράτορα και των εξεγερμένων, το 387, πολιτών της Αντιόχειας, προκειμένου να κάμψει την αντίσταση των δεύτερων και να δικαιολογήσει την οργή του πρώτου.

5. Κρίση και αποτιμήσεις

Ο Λιβάνιος αναμφίβολα αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους πνευματικούς αθρώπους της Ύστερης Αρχαιότητας. Καλλιέργησε ένα λόγο ρητορικό, με ζωντανή τη μνήμη μεγάλων κλασικών ρητόρων όπως ο Ισοκράτης, τον οποίο θαύμαζε ιδιαίτερα για το ύφος του. Η ποσότητα των σωζόμενων έργων του, αλλά και η καλλιέργεια ενός κλασικίζοντος, αλλά πρωτότυπου και ζωντανού λόγου επιβεβαιώνουν το χαρακτηρισμό του ως «τελευταίου σοφιστή». Ο κύκλος των μαθητών του διατήρησε τα διδάγματά του για μερικά ακόμη χρόνια μετά το θάνατό του, ενώ κάποιοι ανάμεσά τους αργότερα μεταστράφηκαν στο χριστιανισμό και μεταλαμπάδευσαν ρητορικά και παιδευτικά στοιχεία στο λόγο της θεολογικής σχολής της Αντιόχειας. Ωστόσο, η συχνή εμπλοκή του σε δίκες καθώς και οι αντιζηλίες που προξενούσε έχουν δημιουργήσει την εντύπωση ότι στην προσωπική του ζωή ήταν ένας άνθρωπος με πολλές εμμονές και ότι η προσκόλλησή του στο κλασικό παρελθόν αποτελούσε προέκταση του λεπτολόγου και συντηρητικού χαρακτήρα του.
----------------------------
1. Για την αυτοβιογραφία του βλ. Norman, A.F. (επιμ.), Libanius’ autobiography (Oration 1) (Oxford 1965) και Norman, A.F. (επιμ.), Libanius: Autobiography and selected letters (London 1992). Από τη γερμανική βιβλιογραφία βλ. Wolf, P. (επιμ.), Libanios, Autobiographische Schriften (Zürich-Stuttgart 1967), καθώς και το παλιό αλλά κλασικό έργο του Seeck, O., Die Briefe des Libanios (Leipzig 1906). Βιογραφικές πληροφορίες για το Λιβάνιο βρίσκουμε επίσης στον Ευνάπιο, ΒΣοφ. Για σύγχρονες βιογραφίες του Λιβάνιου βλ. Metzler Lexikon Antiker Autoren (Stuttgart & Weimar 1997), βλ. λ. “Libanios” (Krischer, T.)• N Pauly, VII (Stuttgart & Weimar 1999), σελ. 129-132, βλ. λ. “Libanios”(Weißenberger, M.).

2. Η σχέση του Λιβάνιου με την πολιτική καθοριζόταν από δύο κυρίως άξονες: αφενός την κληρονομική του θέση μεταξύ των αριστοκρατών της Αντιοχείας και της επίγνωσης της θέσης του αυτής και αφετέρου την προσήλωσή του σε έναν ακαδημαϊκό τρόπο ζωής, ο οποίος θα καταστρεφόταν αν ο ρήτορας εμπλεκόταν στη δίνη των πολιτικών γεγονότων της εποχής του. Βλ. σχετικά: Banchich, T.M., “Eunapius on Libanius' refusal of a prefecture”, Phoenix 39 (1985), σελ. 384-386• Carrié, J.-M., “Patronage et propriété militaires au IVe s.Objet rhétorique et objet réel du discours sur les patronages de Libanios”, BCH 100 (1976), σελ. 159-176.

3. Η σχέση του Λιβάνιου με τον Ιουλιανό και τα σπαράγματα της εθνικής κουλτούρας που αργοπέθαινε σε ένα χριστιανικό περιβάλλον έχουν αποτελέσει το αντικείμενο αρκετών μελετών. Βλ. π.χ. Criscuolo, U., “Libanio e Giuliano”, Vichiana 11 (1982), σελ. 70-87• Wiemer, H.-U, Libanios und Julian, Studien zum Verhältnıs von Rhetorık und Politik im Vierten Jahrhundert n. Chr. (Munich 1995)• Bouffartigue, J. – Scholl, R., Historische Beiträge zu den julianischen Reden des Libanios (Stuttgart 1994). Το όλο κείμενο της πρεσβείας του Λιβάνιου προς τον Ιουλιανό έχει διασωθεί στον αντίστοιχο λόγο, Πρεσβεία προς Ιουλιανόν, στο Norman, A.F. (επιμ.), Libanius: selected works I, The Julianic orations (London 1969). Βλ. επίσης και τον παραινετικό λόγο Προς Αντιοχέας περί της του βασιλέως οργής, με τον οποίο προσπαθούσε να μετριάσει τις αντιδράσεις των συμπολιτών του.

4. Η παραμονή του Ιουλιανού στην Αντιόχεια και η αντιπαράθεσή του με τους Αντιοχείς σκιαγραφείται εξαιρετικά στο λόγο του Αντιοχικός ή Μισοπώγων. Βλ. Wright, W., The Works of the emperor Julian (London 1913), τόμ. 2, σελ. 421-511.

5. Η θλίψη του Λιβάνιου για το θάνατο του Ιουλιανού διαφαίνεται σε τρεις λόγους που εκφώνησε για τον αυτοκράτορα το 363 : Μονωδία προς Ιουλιανόν, Επιτάφιος προς Ιουλιανόν, Περί της Ιουλιανού τιμωρίας. Βλ. Norman, A.F. (επιμ.), Libanius: selected works I, The Julianic orations (London 1969).

6. Cracco-Ruggini, L., “Libanio e il camaleonte: politica e magia ad Antiochia sul finire del IV e secolo, in Italia sul Baetis”, στο Gabba, E. – Desideri, S. – Roda, I., Florilegi 7 (Torino 1996), σελ. 159-166.

7. Βλ. το λόγο του Προς Θεοδόσιον τον βασιλέα περί της στάσεως. Συνέπεια της «στάσης των αγαλμάτων» ήταν να χάσει η επισκοπική έδρα της Αντιοχείας τα πρωτεία της για κάποια χρόνια, προς όφελος της επισκοπής Λαοδικείας, που γίνεται έδρα μητροπολιτικού πλέον επισκόπου.

8. Είναι γεγονός ότι οι σύγχρονοι ιστορικοί μπόρεσαν να ανασυνθέσουν την ιστορία της Αντιόχειας αλλά και της Συρίας του 4ου αιώνα κυρίως χάρη στο Λιβάνιο. Βλ. ενδεικτικά: Festugière, A., Antioche paienne et chrétienne, Libanius, Chrysostome et les moines de Syrie (Paris 1959)• Downey, G., A History of Antioch in Syria from Seleucus to the Arab Conquest (Princeton 1961)• Liebeschuetz, J.H.G.W, Antioch, city and imperial administration in the Later Roman Empire (Oxford 1972).

9. Για τις επιστολές του Λιβάνιου βλ. κυρίως Norman, A.F. (επιμ.), Libanius: Aytobiography and selected letters ( London 1992), και Seeck, O., Die Briefe des Libanios (Leipzig 1906).

10. Για τις σχέσεις του Λιβάνιου με τον Κωνστάντιο βλ. Seiler, E.-M., Konstantios II. bei Libanios. Eine kritische Untersuchung des überlieferten Herrscherbildes (Hannover, Univ., Diss., 1997). Frankfurt am Main [u.a.]: Lang, 1998. - 257 S. - (Europäische Hochschulschriften / 3;798).

11. Σχετικά με τον Αντιοχικό και τη σημασία του, αλλά και τις αντιλήψεις του Λιβάνιου για την πόλη και τον πολιτισμό γενικότερα βλ. καταρχήν τα σχόλια στις εκδόσεις του κειμένου: Downey, G., “Libanius' oration in praise of Antioch”, Proceedings of the American Philosophical Society 103 (1959), σελ. 652-686• Λιβανίου, Αντιοχικός, Καμάρα, Α. (επιμ.) (Αθήνα 1999)• Hugi, L. (επιμ.), Der Antiochikos des Libanios (Solothourn “Union” 1919)• Norman, A.F., Antioch as a center for Hellenic Culture as observed by Libanius (Liverpool 2000). Επίσης βλ. σχετικές μελέτες που βασίστηκαν στο Λιβάνιο για την αποκατάσταση της όψης της Αντιόχειας: Müller, O., Antiquitates Antiochenae (Göttingen 1839), και τα σχόλια του Bowersock, G., “The search for Antioch: Karl Ottfried’s Müller’s Antiquitates Antiochenae”, στο Bowersock, G. (επιμ.), Studies on the Eastern Roman Empire: social, economic and administrative history, religion, historiography, Biblioteca Eruditorum 9 (Goldbach 1994), σελ. 411-427• Hebert, B.D., Spätantike Beschreibung von Kunstwerken. Archäologischer Kommentar zu den Ekphraseis des Libanios und Nikolaos (Diss. Techn. Uni Graz 1983)• Downey, G., A History of Antioch in Syria from Alexander to the Arab conquest (Princeton 1961)• Downey, G., “Polis and civitas in Libanius and Saint Augustine. A contrast between East and West in the Late Roman Empire”, Bull. de la Classe de Lettres de l'Acad. Royale de Belgique 52 (1966), σελ. 351-366.

12. Για τον κύκλο των μαθητών και συντρόφων του Λιβάνιου βλ. το κλασικό έργο του Marrou, H.I., Les étudiants de Libanios. Επίσης Νpauly, (1996), “Akakios, Rhetor und Dichter aus Caesarea, Zeitgenosse des Libanios” (Weißenberger, M.). Ειδικά για τη σχέση του με τον Ιωάννη Χρυσόστομο βλ. Hunter, D., “Libanius and John Chrysostom: New Thoughts on an old Problem”, Studia Patristica 22 (1989), σελ. 129-135. Επίσης για την αλληλογραφία του με τον Καππαδόκη εκκλησιαστικό πατέρα Γρηγόριο το Ναζιανζηνό βλ. Gallay, P. (επιμ.), Gregor von Nazianz: Briefe (Berlin: Akademie-Verlag, 1969).

Όσο ο φόβος για την αλλαγή ελέγχει τη σκέψη σου, το μυαλό θα σκέφτεται αρνητικά

Υπάρχουν στιγμές που νιώθουμε πως οι συνθήκες που ζούμε μας καταπίνουν, πως δεν μπορούμε να βρούμε την άκρη στο τούνελ και να ξαναβγούμε στην επιφάνεια- εκεί που υπάρχει η αισιοδοξία και η γαλήνη. Σε τέτοιες στιγμές φαίνεται πως ο έλεγχος έχει χαθεί και πως δεν έχουμε τη δύναμη να επανακτήσουμε την ασφάλεια στη ζωή μας, επειδή όσα μας συμβαίνουν μοιάζουν να υπερβαίνουν τις δυνάμεις μας.

Σε αυτές τις περιπτώσεις το μυαλό μας έρχεται να παίξει ένα «άσχημο» παιχνίδι μαζί μας. Για την ακρίβεια απλώς φέρνει εις πέρας το ρόλο του, δηλαδή να μας προστατεύει από τις δυσκολίες. Πώς το κάνει αυτό; Με το να χρωματίζει μία τόσο απογοητευτική εικόνα για τις καταστάσεις γύρω μας ώστε να αποκοπούμε από αυτές και από τις (αρνητικές) επιπτώσεις που θα έχουν σε εμάς, όπως το μυαλό μάς λέει. Το μυαλό συνεργάζεται με τον εγκέφαλο και τις αισθήσεις προκειμένου να πάρει πληροφορίες για την εκάστοτε περίπτωση, να βγάλει ένα άμεσο συμπέρασμα: είναι καλό αυτό που γίνεται ή όχι; Παίρνω τη χαρά που θέλω ή όχι; Στην πρώτη περίπτωση νιώθουμε ευχαρίστηση και ευφορία καθώς οι ενδορφίνες (οι οποίες παράγονται κάθε φορά που κάποιος ασχολείται με κάτι ευχάριστο) διοχετεύονται από τον εγκέφαλο στο αίμα. Στην περίπτωση όμως που το μυαλό μεταφράσει κάτι ως «κακό» ή «επικίνδυνο» μπαίνει στη διαδικασία αποφυγής του πόνου με όποιον τρόπο μπορεί. Όσο εξακολουθεί να μεταφράζει τα γεγονότα γύρω του ως «αρνητικά» τότε το άτομο θα νιώθει όλο και πιο αβοήθητο στη ζωή του και ότι οι συνθήκες γύρω του δημουργούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να το βλάψουν.

Οι σκέψεις μας εγκλωβίζονται ανάμεσα στη συνήθεια και το φόβο


Εκείνο που χρειάζεται να καταλάβουμε είναι πως το μυαλό (όχι ο εγκέφαλος) είναι ένα ον που τρέφεται από τη συνήθεια και το φόβο. Η συνήθεια του δίνει την αίσθηση της ασφάλειας και της ύπαρξης, έτσι μεταφράζει την όποια συνήθεια (καλή ή κακή) ως σημείο αναφοράς, ένα είδος ταυτότητας. Λέμε αρκετές φορές «είμαι με αυτό το άτομο από συνήθεια, κάνω αυτά τα πράγματα από συνήθεια» και ουσιαστικά εννοούμε πως αυτό το άτομο ή αυτή η συμπεριφορά δίνουν μία υπόσταση στην ύπαρξη μας επειδή νιώθουμε πως είναι κάτι σταθερό, κάτι που δεν επηρεάζεται από το χρόνο. Και ό,τι είναι σταθερό το μεταφράζουμε ως ασφαλές, και άρα κάτι καλό για εμάς.

Από την άλλη ο φόβος κάνει το μυαλό να είναι σε εγρήγορση ώστε να μην επαναληφθούν παλιότερες καταστάσεις. Και αυτό επειδή το μυαλό δεν ζει ποτέ στο τώρα, δυσκολεύεται να παραμείνει σταθερό στις παρούσες συνθήκες επειδή αυτές του φαίνονται στάσιμες (και ίσως λίγο «βαρετές»). Ο φόβος το αναγκάζει να βρει τρόπους αντίδρασης και προστασίας απέναντι σε οτιδήποτε πάει να βλάψει τις ισορροπίες που θεωρεί ότι έχουν δημιουργηθεί.

Εδώ όμως είναι το σημαντικό κομμάτι ολόκληρης της ιστορίας: το μυαλό δεν υφίσταται από μόνο του, δεν είναι κάτι ξέχωρο από εμάς. Το μυαλό υπάρχει και επιβιώνει από τη δύναμη που του δίνουμε εμείς οι ίδιοι. Άρα πίσω από κάθε νοητική λειτουργία κρύβεται μία ανθρώπινη εμπειρία που ίσως δεν ήταν η καλύτερη και που ενθάρρυνε την προστατευτική λειτουργία του νου σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό. Έτσι όσο περισσότερο το μυαλό φοβάται να μην υπάρξει άλλη παρόμοια εμπειρία τόσο πιο πολύ μεταφράζει την κάθε κατάσταση ως κάτι επικίνδυνο, συνεχίζοντας έναν φαύλο κύκλο.

Πώς να βλέπω τα πράγματα ως «καλά» όταν δεν είναι έτσι;


Είναι σημαντικό να θυμόμαστε μία αλήθεια: ποτέ τα πράγματα δεν είναι απολύτως καλά ή απολύτως δυσάρεστα. Σίγουρα υπάρχουν στιγμές απόλυτης ευτυχίας και το αντίστροφο, δεν υπάρχει όμως άνθρωπος που να ζει μία ατέρμονη ευτυχία ή μία ατέρμονη δυστυχία χωρίς να υπάρχουν εναλλαγές. Υπάρχουν άνθρωποι που βιώνουν μία όμορφη σχέση αλλά μαραζώνουν επειδή φοβούνται ότι θα χάσουν αυτό που ζουν, και άλλοι που έχουν βιώσει την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου και βρίσκουν τη δύναμη να συνεχίσουν τη ζωή τους και να φροντίσουν τον εαυτό τους. Ποιά είναι η διαφορά; Η εκπαίδευση που έχουν κάνει στο μυαλό τους. Στη μεν πρώτη περίπτωση η εστίαση βρίσκεται στον φόβο μήπως χαθεί κάτι- αντίθετα στη δεύτερη περίπτωση η εστίαση είναι στο τί μπορεί να γίνει, πώς να προχωρήσει η ζωή. Στο πρώτο παράδειγμα χάνεται η ομορφιά της σχέσης, στο δεύτερο υπάρχει η ελπίδα μέσα από την απώλεια. Σε ποιά περίπτωση υπάρχει, λοιπόν, ευτυχία;

Όταν κατανοήσουμε πως το μυαλό μας είμαστε εμείς, με τις πληγές και τους φόβους που έχουμε, τότε το επόμενο βήμα είναι να αποδεχτούμε αυτό που έχουμε υπάρξει και βιώσει και να θεραπεύσουμε τον εαυτό και τα πιστεύω μας. Όσο αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι εμείς είμαστε υπεύθυνοι για την αλλαγή μας, τότε θα δούμε πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως τα φανταζόμασταν πριν. Η δική μας εσωτερική αλλαγή καθρεφτίζεται στο περιβάλλον μας, φέρνοντας καταστάσεις που θα μας βοηθήσουν να εξελιχθούμε συναισθηματικά και νοητικά. Η ψυχολογική μας ανάπτυξη είναι στο χέρι μας και αυτό από μόνο του μπορεί να είναι το πιο ενδυναμωτικό πράγμα που υπάρχει- και αυτό επειδή κανείς και τίποτα δεν έχει τη δύναμη να επιδράσει αποφασιστικά επάνω μας εάν δεν του το επιτρέψουμε εμείς.

Έμπνευση, εφαρμογή και διάδοση της τεχνολογίας στην κοινωνία

Η τεχνολογία αυτοτροφοδοτείται. Η τεχνολογία δημιουργεί πιο προωθημένη τεχνολογία, κι αυτό το διαπιστώνουμε αν ρίξουμε μια ματιά στην εξέλιξη των μεταρρυθμίσεων. Οι τεχνολογικές μεταρρυθμίσεις συντελούνται σε τρία στάδια, αλληλοσυνδεόμενα μέσα σε έναν αυτο-ενισχυόμενο κύκλο. Πρώτα έρχεται η δημιουργική, εφικτή έμπνευση. Δεύτερη, η πρακτική εφαρμογή της. Τρίτο, είναι το στάδιο της διάδοσής της στην κοινωνία.

Η διαδικασία ολοκληρώνεται, ο κύκλος κλείνει, όταν η εξάπλωση της τεχνολογίας που ενσωματώνει τη νέα ιδέα, με τη σειρά της, συμβάλλει στην παραγωγή νέων, δημιουργικών ιδεών. Σήμερα, υπάρχουν ασφαλείς ενδείξεις ότι ο χρόνος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα στάδια αυτού του κύκλου έχει συντομευτεί.

Συνεπώς, δεν είναι μια απλή αλήθεια ότι, όπως συχνά αναφέρεται, το 90% όλων των επιστημόνων που έζησαν στο παρελθόν είναι ακόμα ζωντανοί και νέες επιστημονικές εφευρέσεις επιτυγχάνονται καθημερινά. Αυτές οι νέες ιδέες υλοποιούνται πολύ ταχύτερα σήμερα απ’ ό,τι στο παρελθόν, καθώς ο χρόνος ανάμεσα στην αρχική σύλληψη και στην πρακτική χρήση έχει μειωθεί δραστικά. Πρόκειται για μια χτυπητή διαφορά ανάμεσα σε μας και τους προγόνους μας. Ο Απολλώνιος εκ Πέργης ανακάλυψε τις κωνικές τομές, αλλά χρειάστηκαν 2.000 χρόνια για να εφαρμοστούν στα προβλήματα μηχανικής. Πέρασαν, κυριολεκτικά, αιώνες, από την εποχή που ο Παράκελσος ανακάλυψε ότι ο αιθέρας μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν αναισθητικό, μέχρι την εποχή που άρχισε να χρησιμοποιείται γι’ αυτό το σκοπό.

Ακόμα και πιο πρόσφατα, υπάρχουν τα ίδια δείγματα καθυστέρησης. Το 1836 εφευρέθηκε μία μηχανή, που θέριζε, αλώνιζε, έδενε το άχυρο σε δεμάτια και έριχνε σπόρο σε σάκους. Αυτή η μηχανή βασιζόταν σε τεχνολογία τουλάχιστον είκοσι χρόνων παλαιότερη από εκείνης της εποχής. Εν τούτοις, αυτή η αλωνιστική μηχανή δε διοχετεύτηκε στην αγορά, παρά μόνο έναν αιώνα αργότερα, στη δεκαετία του ’30. Η πρώτη Αγγλική πατέντα γραφομηχανής κυκλοφόρησε το 1714, αλλά πέρασαν άλλα 150 χρόνια μέχρι οι γραφομηχανές να διατεθούν στο εμπόριο. Ένας ολόκληρος αιώνας μεσολάβησε από εποχή που ο Νίκολας Άπερτ ανακάλυψε τον τρόπο κονσερβοποίησης της τροφής, μέχρι η κονσερβοποίηση να καταστεί απαραίτητη στη βιομηχανία τροφίμων.

Σήμερα, τέτοιες καθυστερήσεις από την ιδέα μέχρι την υλοποίησή της είναι αδιανόητες. Κι αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε πιο ανυπόμονοι ή λιγότερο νωθροί απ’ τους προγόνους μας, αλλά ότι με την πάροδο του χρόνου έχουμε επινοήσει όλων των ειδών τα κοινωνικά εργαλεία για να επισπεύδουμε τις εξελίξεις. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι ο χρόνος ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο στάδιο του μεταποιητικού κύκλου —ανάμεσα στην ιδέα και την εφαρμογή- έχει μειωθεί δραστικά. Ο Φρανκ Λυν, για παράδειγμα, μελετώντας είκοσι, μείζονος σημασίας, μεταρρυθμίσεις, όπως την ψύξη των τροφών, τα αντιβιοτικά, τα κλειστά κυκλώματα και το συνθετικό δέρμα, ανακάλυψε ότι από την αρχή αυτού του αιώνα, ο μέσος χρόνος που απαιτείται ώστε μια πολύ σημαντική εφεύρεση να πάρει χρήσιμη τεχνολογική μορφή, έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 60%. Σήμερα, μια μεγάλη και επεκτεινόμενη βιομηχανία έρευνας και ανάπτυξης στοχεύει στην περαιτέρω μείωση αυτής της καθυστέρησης.

Αλλά αν απαιτείται λιγότερος χρόνος για να πλασαριστεί μια νέα ιδέα στην αγορά, απαιτείται επίσης λιγότερος χρόνος για να κατακτήσει την κοινωνία. Έτσι το μεσοδιάστημα ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο στάδιο του κύκλου —ανάμεσα στην εφαρμογή και την εξάπλωση έχει, με τον ίδιο τρόπο, μειωθεί, και ο ρυθμός εξάπλωσης αυξάνεται με φανταστική ταχύτητα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την ιστορία άφθονων συσκευών οικιακής χρήσης. Ο Ρόμπερτ Γιανγκ, στο Ερευνητικό Ινστιτούτο του Στράτφορντ, μελέτησε το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την πρώτη εμπορική εμφάνιση μιας νέας -ηλεκτρικής συσκευής, μέχρι η κατασκευαστική εταιρεία να αγγίξει το ανώτερο σημείο παραγωγικότητας ως προς το συγκεκριμένο προϊόν.

Ο Γιανγκ. διαπίστωσε ότι για ένα σύνολο συσκευών που παρουσιάστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από το 1920 – συμπεριλαμβανομένης και της ηλεκτρικής σκούπας, της ηλεκτρικής κουζίνας και του ψυγείου— το μέσο χρονικό διάστημα από την παρουσίαση μέχρι τη μέγιστη παραγωγή ήταν τριάντα τέσσερα χρόνια. Αλλά για ένα άλλο σύνολο, αποτελούμενο από την ηλεκτρική φριτέζα, την τηλεόραση και τον συνδυασμό πλυντηρίου-στεγνωτηρίου, που παρουσιάστηκε κατά την περίοδο 1939-1959, το χρονικό διάστημα ήταν μόνο οκτώ χρόνια. Η καθυστέρηση είχε μειωθεί περισσότερο από 76%. «Το μεταπολεμικό σύνολο συσκευών», δήλωσε ο Γιανγκ, «κατέδειξε χαρακτηριστικά τη ραγδαία επιταχυνόμενη φύση των σταδίων του σύγχρονου κύκλου».

Ο αυξανόμενος ρυθμός της εφεύρεσης, αξιοποίησης και εξάπλωσης με τη σειρά του, επιταχύνει το σύνολο του κύκλο , ακόμη περισσότερο. Διότι οι νέες μηχανές ή τεχνικές δεν απλώς ένα προϊόν, αλλά μια πηγή νέων, δημιουργικών ιδεών.

Κάθε καινούρια μηχανή ή τεχνική μεταβάλλει, κατά μία έννοια όλες τις υπάρχουσες μηχανές και τεχνικές, επιτρέποντάς μας να τις ενοποιήσουμε μέσα από νέους συνδυασμούς. Ο αριθμός των πιθανών συνδυασμών αυξάνεται γεωμετρικά καθώς ο αριθμός των νέων μηχανών ή μεθόδων αυξάνεται αριθμητικά. Πράγματι, ο κάθε νέος συνδυασμός μπορεί να θεωρηθεί σαν μία νέα υπερ-μηχανή.

Ο υπολογιστής, για παράδειγμα, συνέβαλε στην επιτυχία μιας υψηλού επιπέδου προσπάθειας σε σχέση με το διάστημα. Συνδεδεμένος με συσκευές αντίληψης, με εξοπλισμό επικοινωνιών και πηγές ενέργειας, ο υπολογιστής έγινε τμήμα ενός σχηματισμού που σαν συλλογική μορφή απετέλεσε μια μοναδική νέα υπερ-μηχανή —μια μηχανή που εισβάλλει στο πέραν του ηλιακού συστήματος διάστημα και το εξερευνά. Αλλά μηχανές ή μέθοδοι που προορίζονται να συνδυαστούν με νέους τρόπους, πρέπει να τροποποιηθούν, να προσαρμοστούν, να βελτιωθούν ή, διαφορετικά, να αντικατασταθούν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αυτή ακριβώς η προσπάθεια να ενσωματώσουμε τις μηχανές σε υπερ-μηχανές, μας υποχρεώνει να προχωρήσουμε σε ακόμη πιο προωθημένες τεχνολογικές μεταρρυθμίσεις.

Επιπλέον, έχει ζωτική σημασία να κατανοήσουμε ότι η τεχνολογική μεταρρύθμιση δε συνδυάζει και δεν ανασυνθέτει απλώς μηχανές και τεχνικές. Σημαντικές νέες μηχανές —κάνουν πολύ περισσότερα από το να προτείνουν ή να επιβάλλουν αλλαγές σε άλλες μηχανές— προβάλλουν πρωτότυπες λύσεις στα κοινωνικά, φιλοσοφικά, ακόμη και προσωπικά προβλήματα. Μεταλλάσσουν το συνολικό πνευματικό περιβάλλον του ανθρώπου —τον τρόπο που σκέφτεται και αντικρίζει τον κόσμο.

Όλοι διδασκόμαστε από το περιβάλλον μας, ανιχνεύοντάς το συνεχώς —αν και κάπως ασυνείδητα— προκειμένου να υιοθετήσουμε κάποια πρότυποι. Αυτά τα πρότυπα δεν είναι μόνο οι άλλοι άνθρωποι. Είναι, ολοένα και περισσότερο, οι μηχανές. Με την παρουσία τους, ο άνθρωπος υπόκειται διακριτικά σε παράλληλες θεωρήσεις συγκεκριμένων κατευθύνσεων. Έχει παρατηρηθεί, για παράδειγμα, ότι το σύμπαν εμφανίστηκε πριν τη Νευτωνική κοσμική εικόνα, σαν ένας μεγάλος, ομοιάζων με ρολόι μηχανισμός, μια φιλοσοφική αντίληψη που είχε τον απώτατο αντίκτυπο της στην πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Από αυτήν την εικόνα του σύμπαντος σαν ένα μεγάλο ρολόι, εμφανίστηκαν και οι ιδέες για την αιτία και το αποτέλεσμα, καθώς και για τη σπουδαιότητα των εξωτερικών έναντι των εσωτερικών ερεθισμάτων, τα οποία διαμορφώνουν την καθημερινή συμπεριφορά όλων μας σήμερα. Το ρολόι επηρέασε επίσης και την αντίληψή μας για το χρόνο, έτσι ώστε η θεώρηση ότι η ημέρα υποδιαιρείται σε είκοσι τέσσερα ίσα μέρη των εξήντα λεπτών το καθένα, έχει γίνει, στην κυριολεξία, ένα κομμάτι από μας.

Πρόσφατα, ο κομπιούτερ συνέτεινε σ’ έναν καταιγισμό ανανεωμένων ιδεών για τον άνθρωπο, σαν ένα τμήμα σε αλληλεπίδραση με μεγαλύτερα συστήματα, για την ψυχολογία του, τον τρόπο που μαθαίνει, που θυμάται, που αποφασίζει. Στην ουσία, κάθε πνευματική διεργασία, από την πολιτική επιστήμη μέχρι την ψυχολογία τη; οικογένειας, έχει κατακλυστεί από ένα κύμα υποθέσεων, που διακρίνονται από φαντασία και που ενεργοποιούνται απ’ την εφεύρεση και εξάπλωση του υπολογιστή, του οποίου η επίδραση ακόμη δεν έχει φανεί. Κι έτσι, ο μεταρρυθμιστικός κύκλος, αυτοτροφοδοτούμενος, επιταχύνεται.

Ωστόσο, εάν η τεχνολογία πρόκειται να θεωρηθεί σαν μία κινητήρια δύναμη, ένας ισχυρός επιταχυντής, τότε η γνώση πρέπει να θεωρηθεί σαν το καύσιμό του. Οπότε φτάνουμε στην ουσία της επιταχυντικής διαδικασίας στην κοινωνία, καθώς ο κινητήρας τροφοδοτείται καθημερινά με ολοένα και πιο πλούσια καύσιμα.

ΕΠΙΓΕΝΕΣΗ: Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

Επιγένεση είναι η διαδικασία μέσω της οποίας πραγματοποιείται η ανάπτυξη σαν διαφοροποίηση και διάκριση ενός αρχικά αδιαφοροποίητου συνόλου. Ο Έρικ Λίνεμπεργκ την περιγράφει ως εξής: Η ωρίμανση μπορεί να χαρακτηριστεί σαν μια αλληλουχία καταστάσεων. Σε κάθε κατάσταση, ο αναπτυσσόμενος οργανισμός έχει την ικανότητα να δεχτεί ορισμένα δεδομένα προς επεξεργασία- διαλύεται και ανασυντίθεται με τέτοιο τρόπο, που εξελίσσεται σε μια νέα κατάσταση. Η νέα αυτή κατάσταση ευαισθητοποιεί τον οργανισμό σε καινούργια και διαφορετικού είδους δεδομένα, η αποδοχή των οποίων τον μετατρέπει σε ακόμα μία περαιτέρω κατάσταση, που ανοίγει το δρόμο σε διαφορετικά δεδομένα κ.ο.κ. Είναι η ιστορία της εμβρυολογικής εξέλιξης, παρατηρήσιμης στη μορφοποίηση του σώματος, όπως επίσης και σε ορισμένες πλευρές της συμπεριφοράς. Κάθε φάση της ωρίμανσης είναι ασταθής. Είναι επιρρεπής σε αλλαγή προς δεδομένες κατευθύνσεις, αλλά απαιτεί ένα έναυσμα από το περιβάλλον.

Ο ψυχολόγος Έρικ Έρικσον έχει καθορίσει τις βασικές συγκρούσεις και τους μετασχηματισμούς στην εξέλιξη της ανθρώπινης προσωπικότητας από τη βρεφική ηλικία μέχρι τα γεράματα, χρησιμοποιώντας αυτή τη θεωρία. Διατύπωσε μια επιγενετική θεωρία ανάπτυξης της προσωπικότητας. Παρατήρησε ότι υπήρχε μια γενική βάση για την εξέλιξη της προσωπικότητας και πως από αυτή αναδύονται τμήματα, “έχοντας κάθε τμήμα μια χρονική περίοδο ιδιαίτερης κυριαρχίας, μέχρι ν’ αναδυθούν όλα τα τμήματα για να σχηματίσουν το λειτουργικό σύνολο”. Περιέγραψε αυτά τα τμήματα ως γενικές φάσεις, όπου κατά τη διάρκεια κρίσιμων περιόδων της εξέλιξης εμφανίζονται ορισμένα γνωρίσματα του “εγώ”. Ο Έρικσον αισθάνθηκε ότι όλες οι φάσεις υπήρχαν σε κάποια μορφή από την αρχή, αλλά κάθε μία είχε την κρίσιμη περίοδο ανάπτυξής της μέσα από μια σειρά περιόδων αλληλοσχετιζόμενης ανάπτυξης.

Ο Αβραάμ Μάσλοου, ήταν ο πρωτοπόρος της μελέτης της ανάπτυξης στην αυτοπραγμάτωση και στο ολοκληρωμένο ανθρώπινο ον. Απομόνωσε και μελέτησε ένα είδος παρόρμησης σ’ ολόκληρη τη ζωή που φαινόταν να σπρώχνει το άτομο προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης σε ολοκληρωμένο άνθρωπο. Βρήκε ότι μέσα απ’ όλες τις φάσεις της ζωής μια ισχυρή δύναμη προωθεί τα ανθρώπινα όντα προς την ενότητα της προσωπικότητας, για να γίνουν πιο ολοκληρωμένα όντα.

Συμπέρανε ότι, ο άνθρωπος επιδεικνύει με το δικό του τρόπο μια πίεση προς όλο και μια πιο ολοκληρωμένη Ύπαρξη, όλο και μεγαλύτερη τέλεια πραγμάτωση του ανθρωπισμού του, ακριβώς με την ίδια φυσική, επιστημονική έννοια που μπορούμε να πούμε ότι μια βελανιδιά “πιέζει προς την κατεύθυνση” του να γίνει δρυς, ή ότι μια τίγρις μπορεί να παρατηρηθεί ότι “πιέζει προς” το να είναι τιγρίσια, ή ένα άλογο προς το να είναι αλογίσιο. Σε τελευταία ανάλυση ο άνθρωπος δεν έχει διαμορφωθεί μέσα στον ανθρωπισμό, ούτε έχει διδαχθεί να είναι ανθρώπινος. Ο ρόλος του περιβάλλοντος είναι τελικά να του επιτρέψει ή να τον βοηθήσει να πραγματώσει τις ανθρώπινές του δυνατότητες, και όχι τις περιβαλλοντικές δυνατότητες. Το περιβάλλον δεν του δίνει δυνατότητες και ικανότητες· τις έχει σε στοιχειώδη ή εμβρυακή μορφή, όπως ακριβώς έχει εμβρυακά χέρια και πόδια. Και η δημιουργικότητα, ο αυθορμητισμός, η ατομικότητα, η αυθεντικότητα, η φροντίδα για τους άλλους, η ικανότητα ν’ αγαπάει, η επιδίωξη της αλήθειας είναι εμβρυακές δυνατότητες που ανήκουν στο βιολογικό του είδος, ακριβώς τόσο, όσο και τα χέρια, τα πόδια, ο εγκέφαλος και τα μάτια του.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του Μάσλοου ήταν η εξερεύνηση και ανάπτυξη του μοναδικού, ολοκληρωμένα κατανοητού ανθρώπινου όντος. Τα αντικείμενα που επέλεξε για μελέτη ήταν γενικά ηλικιωμένοι άνθρωποι, που είχαν ήδη περάσει τις περισσότερες φάσεις της ζωής και είχαν πετύχει φανερά στη διαδικασία της ζωής ως ώριμα πρόσωπα. Μελέτησε την αυτοπραγμάτωση, κύρια, ως μια τελική φάση. Φυσικά υπάρχει θαυμασμός στην παρατήρηση και τη μελέτη προσώπων που έχουν φτάσει σε μεγάλη ηλικία έχοντας, σε μεγάλο βαθμό, κατανοήσει την υπόστασή τους. Όλοι έχουμε γνωρίσει τέτοιους ανθρώπους, άτομα που ζουν, όπως περιγράφει ο Μάσλοου, με ικανότερη αίσθηση της πραγματικότητας, μεγαλύτερη ευρύτητα αντιλήψεων, αυθορμητισμό, πιο στέρεη ταυτότητα, μεγαλύτερη αντικειμενικότητα, δημιουργικότητα, πιο δημοκρατική νοοτροπία, όπως επίσης και μεγαλύτερη ικανότητα ν’ αγαπούν.

Για μένα, το να ζει κανείς ολοκληρωμένα σε κάθε φάση είναι η πραγματική πρόκληση. Βρίσκεται στη δυνατότητα να ζούμε τη ζωή μας και να πραγματώνουμε τον εαυτό μας κάθε στιγμή, ζώντας την κάθε στιγμή και κατανοώντας την ολότητά της. Ο κόσμος έχει μια διαφορετική όψη, και γι’ αυτό ένα διαφορετικό νόημα και σκοπό σε κάθε στιγμή της ζωής. Είναι φανερό, για παράδειγμα, ότι η αγάπη που μαθαίνει κάποιος στην παιδική ηλικία είναι ριζικά διαφορετική και έχει μικρή σχέση με αυτή που βιώνει ο ώριμος άνθρωπος. Το ίδιο συμβαίνει με την εξάρτηση, την πίστη, την ηθική και την υπευθυνότητα.

Κάθε Φάση εμπεριέχει τις δικές της μοναδικές σημασίες, απαιτήσεις και δυνατότητες. Μπορούν να πραγματωθούν μόνον, αν κάθε φάση βιώνεται και κατανοείται πλήρως.

Το ζήτημα λοιπόν είναι, όχι μόνο τι σημαίνει να είσαι ένας ολοκληρωμένος ενήλικας, αλλά πιο ειδικά, τι συνιστά ένα ολοκληρωμένο παιδί, έφηβο, ενήλικα, εραστή και υπερήλικα.

Στωικισμός: Τι σημαίνει ελευθερία;

Η στωική φιλοσοφία ξεκίνησε στην Ελλάδα στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. Οι ιδρυτές της ήταν μετανάστες από την ανατολική Μεσόγειο στην Αθήνα, η οποία δεν ήταν πλέον μία ακμαία δημοκρατία, αλλά ένα κράτος υποτελές στο βασίλειο της Μακεδονίας. Η απώλεια της πολιτικής αυτονομίας εκφραζόταν στη φιλοσοφία στην Αθήνα μέσω μίας εσωστρέφειας στην εστίαση επί των ηθικών ζητημάτων. Ούτε ο στωικισμός ούτε ο επικουρισμός, η άλλη εξέχουσα ελληνιστική σχολή, συνδεόταν στενά με την πολιτική θεωρία όπως είχαν κάνει οι προκάτοχοί τους Πλάτων και Αριστοτέλης. Επίκεντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος των νεαρότερων φιλοσόφων δεν ήταν η πολιτική και η νομοθεσία, αλλά η προσωπική ευημερία και αυτοβελτίωση. Αυτή η στροφή προς την ενδοσκόπηση καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής από τον τρόπο που η στωική σκέψη αντιμετώπισε εξαρχής την ελευθερία και τη δουλεία ως κυρίαρχους ηθικούς και ψυχολογικούς παρονομαστές παρά ως δείκτες κοινωνικής θέσης.

Σύμφωνα με τον Ζήνωνα, τον πρωταρχικό επικεφαλής της στωικής σχολής, η ελευθερία είναι αποκλειστικό προνόμιο όσων είναι σοφοί, ενώ οι κατώτεροι άνθρωποι, που αποτελούν και την πλειονότητα, δεν είναι μόνο ανόητοι αλλά και δούλοι.

Μία πρώτη αντίδραση σε αυτόν τον ισχυρισμό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την έκπληξη απέναντι στον πνευματικό ελιτισμό του και στην αναισθησία του όσον αφορά τη δεινή κατάσταση ανθρώπων που υπήρξαν αρκετά άτυχοι ώστε να υποδουλωθούν με την κυριολεκτική έννοια. Αλλά τώρα σκεφθείτε με πόσο ριζοσπαστικό τρόπο ο ισχυρισμός του Ζήνωνα, σε μια οικονομία που βασιζόταν στη δουλεία, θέτει υπό αμφισβήτηση την αξιολόγηση των ανθρώπων με κριτήριο τον συμβατικό διαχωρισμό δουλεία/ ελευθερία.

Αν η σοφία είναι το αληθινό κριτήριο της ελευθερίας, τότε το κύριο βάρος της δουλείας μετατοπίζεται από έξω προς τα μέσα, από το σωματικό στο πνευματικό επίπεδο, και πηγή ελευθερίας είναι η φιλοσοφία και όχι η χειραφέτηση. Σύμφωνα με αυτή την αδιάλλακτη διδασκαλία, είμαστε υποδουλωμένοι αν αφεθούμε σε οτιδήποτε μπορεί να σταθεί εμπόδιο, είτε επειδή το σώμα μας μας απογοητεύει, είτε επειδή τα πάθη και τα συναισθήματά μας μάς έχουν κυριεύσει είτε επειδή συνδέουμε την ευημερία μας με πράγματα που εξαρτώνται από άλλους – ανθρώπους, περιουσία, δημοτικότητα ή απλώς τύχη.

Στο περίφημο δοκίμιό του “Δύο έννοιες της ελευθερίας”, ο Αϊζάια Μπερλίν διέκρινε μεταξύ της “αρνητικής” έννοιας της ελευθερίας από τον εξαναγκασμό (όπου δεν εμπλέκονται άλλοι) και της “θετικής” έννοιας της ελευθερίας να είμαστε ή να ζούμε όπως επιλέγουμε (αυτοέλεγχος ή αυτοδιάθεση).

Για τον Επίκτητο αυτές οι δύο έννοιες προσεγγίζουν τόσο πολύ η μία την άλλη, ώστε η μία συνεπάγεται την άλλη, όπως μπορούμε να δούμε στο ακόλουθο απόσπασμα:

Κύριος κάποιου είναι όποιος έχει την εξουσία να παρέχει ή να στερεί όσα θέλει ή δεν θέλει ο άλλος. Όποιος λοιπόν θέλει να είναι ελεύθερος, να μην επιθυμεί ή να μην αποφεύγει, ό,τι εξαρτάται από τους άλλους.
Διαφορετικά, θα είναι εξ ανάγκης δούλος.

(Εγχειρίδιον 14)

Θα μπορούσαμε να ξαναγράψουμε τη δεύτερη πρόταση κάπως έτσι: “Όποιος επιθυμεί να είναι ελεύθερος από εξαναγκασμό, θα πρέπει να περιορίσει τις επιθυμίες και τις απέχθειές του σε πράγματα στα οποία έχει τον απόλυτο έλεγχο”.

Πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι αυτή η επιλογή είναι καλή για εμάς και για εκείνους τους οποίους συναναστρεφόμαστε; Γιατί να είμαστε αυτόνομοι αντί να ακολουθούμε κάποιο σύστημα πανάρχαιων αρχών; Πώς μπορούμε να ξέρουμε τι θα επιλέξουμε;

Η απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις μας επαναφέρει στη “σοφία” του Ζήνωνα ως την ουσία της ελευθερίας.

Η λέξη σοφία, στη συνήθη χρήση της, μπορεί να καλύπτει οποιοδήποτε είδος γνώσης, που κυμαίνεται από την πρακτική δεξιοτεχνία όπως η ξυλουργική ως την αφηρημένη γνώση όπως η γεωμετρία. Σε όλες τις περιπτώσεις, η σοφία σημαίνει την επιτυχή άσκηση μιας δεξιότητας, και η δεξιότητα που απασχολούσε τον Ζήνωνα και τους στωικούς φιλοσόφους είναι η τέχνη της ζωής.

Μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή την τέχνη ως τη γνώση να ζούμε με αρμονία – αρμονία με την ανθρώπινη φύση μας και αρμονία με το κοινωνικό και υλικό περιβάλλον μας.

Το να επιτύχουμε ή να προσπαθήσουμε να επιτύχουμε την κατανόηση είναι έργο της λογικής, και η λογική, σύμφωνα με τον στωικισμό, είναι εκείνο που διακρίνει τους ανθρώπους από τα άλλα ζώα.
(Διατριβαί 7,8).

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Σε κάποια στιγμή της ζωής – μερικές φορές στα πρώτα μας χρόνια, άλλοτε όψιμα – είναι βέβαιο ότι όλοι μας θα ξυπνήσουμε και θα αντιληφθούμε τη θνητότητά μας. Είναι τόσο πολλά αυτά που την πυροδοτούν: μια ματιά στον καθρέφτη που δείχνει το σαγόνι μας να κρεμάει, τα μαλλιά μας ν’ ασπρίζουν, τους ώμους να καμπουριάζουν.

Η παρέλαση των γενεθλίων, ιδίως όσων αφορούν στρογγυλές δεκαετίες – πενήντα, εξήντα, εβδομήντα.

Η συνάντηση μ’ ένα φίλο που έχεις καιρό να τον δεις και σε σοκάρει το πόσο έχει γεράσει.

Όταν βλέπεις παλιές φωτογραφίες του εαυτού σου και των ανθρώπων που γέμιζαν την παιδική σου ηλικία κι είναι πια από καιρό νεκροί.

Μια συνάντηση με τον Κύριο Θάνατο σ’ ένα όνειρο.

Τι νιώθει κανείς, όταν έχει μια τέτοια εμπειρία; Και τι κάνει γι’ αυτό;

Βυθίζεται σε μια φρενιτιώδη δραστηριότητα, για να εξαντλήσει το άγχος και ν’ αποφύγει το θέμα;

Προσπαθεί ν’ απομακρύνει τις ρυτίδες με αισθητική χειρουργική ή να βάψει τα μαλλιά του;

Αποφασίζει να παραμείνει για μερικά χρόνια στην ηλικία των τριανταεννέα ετών;

Περισπά πολύ γρήγορα τον εαυτό του με τη δουλειά και τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής;

Σβήνει από τη μνήμη του κάθε τέτοια εμπειρία;

Αγνοεί τα όνειρά του;

Σας προτρέπω να μη περισπάτε τον εαυτό σας.

Το αντίθετο, γευτείτε την αφύπνισή σας. Εκμεταλλευτείτε την.

Κάντε ένα σταμάτημα, καθώς κοιτάζετε τη φωτογραφία του νεότερου εαυτού σας. Αφήστε την έντονη στιγμή να σας κατακλύσει και παρατείνετέ τη λιγάκι. Γευτείτε και τη γλυκύτητά της μαζί με την πικρή της γεύση.

Μην ξεχνάτε το πλεονέκτημα που προσφέρει το να παραμείνετε εν επίγνωση του θανάτου, το ν’ αγκαλιάσετε τη σκιά του.

Μια τέτοια επίγνωση μπορεί ν’ αφομοιώσει το σκοτάδι με τη σπίθα σας για ζωή και να βελτιώσει τη ζωή σας, όσο ακόμα την έχετε.

Ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσουμε τη ζωή, για ν’ αγαπήσουμε οτιδήποτε πολύ βαθιά, είναι να έχουμε επίγνωση ότι οι εμπειρίες αυτές είναι προορισμένες να χαθούν.

Έχω πολλές φορές εκπλαγεί ευχάριστα βλέποντας έναν ασθενή να κάνει ουσιαστικές θετικές αλλαγές πολύ αργά στη ζωή του, ακόμα και κοντά στον θάνατο.

Ποτέ δεν είναι πολύ αργά. Ποτέ δεν είμαστε πολύ γέροι για κάτι τέτοιο.

Ηράκλειτος: ο Λόγος και η ὕβρις του μαζικού

Ηράκλειτος: 544-484 π.Χ.

Καθολικός Λόγος: πόλεμος για το άριστο

§1

Η σημασία του Ηρακλείτειου στοχασμού συμπυκνώνεται στο θείο κεραυνό που κρύβει μέσα του: «τὰ δὲ πάντα οἰακίζει Κεραυνός» [=όλα τα κυβερνά ο Κεραυνός] (απ. 64). Ο Κεραυνός δεν είναι ο κεραυνός του Δία ούτε ο Δίας, δηλαδή ο θεός ως τέτοιος. Απεναντίας μας παραπέμπει στο αείζωον πυρ, στον κόσμο, που δεν τον έφτιαξε κανένας θεός ή άνθρωπος, αλλά αποτελεί έναν περιδινούμενο κύκλο και μοιάζει με το πυρ, που ανάβει και σβήνει σε τακτά χρονικά διαστήματα (απ. 30). Αυτός ο Κεραυνός είναι η εκρηκτική δύναμη του πυρός και φωτός εν ταυτώ, που κατευθύνει, κυβερνά ό,τι συμβαίνει ως επαναλαμβανόμενη δράση ανθρώπων και πραγμάτων μέσα στο χρόνο. Πώς νοείται όμως ο κυβερνητικός ρόλος του Κεραυνού; Πρωτίστως ως ένας μεταφορικός λόγος, για να δηλωθεί η πρωταρχική αιτία των συμβαινόντων κάθε φορά και δεύτερον, με την ίδια ποιοτική διαβάθμιση, για να τονιστεί η ενύπαρξη του διαλεκτικού Λόγου μέσα στην κοσμική κίνηση. Ετούτος ο Λόγος είναι η αφανής αρμονία, δηλαδή η σύμφυτη με τούτη την κίνηση τάξη, ο αλάθητος ρυθμός, που κατευθύνει και καθοδηγεί τα πάντα. Εύλογα εδώ μπορεί να διερωτηθεί κανείς; Εάν υπάρχει ένας τέτοιος αλάθητος ρυθμός που κυβερνά τα πάντα, τότε σε τι διαφέρει από κάποια εξωτερική θεότητα, που οι άνθρωποι τη φαντάζονται ακριβώς ως το αλάθητο κέντρο της ζωής τους και ως εκ τούτου εξαρτούν μοιρολατρικά, δεισιδαιμονικά τη μοίρα τους από τούτο το κέντρο; Όχι, λέει ο Ηράκλειτος. Το αλάθητο του ρυθμικού Λόγου δεν προκύπτει φαταλιστικά, αλλά από την εγγενή Έριδα των αντίρροπων δυνάμεωνˑ μια Έριδα που διασφαλίζει την ισορροπία και την ισοζυγία τους.

§2

Εδώ ακριβώς έγκειται όλη η σαγηνευτική έλξη της Ηρακλείτειας σκέψης: ο Κεραυνός είναι η τάξη του Είναι, η ανα-λογική τάξη των ποικίλων στοιχείων που συνθέτουν τον κόσμο και τα όντα. Ως τέτοια τάξη δεν αποτελεί κάποια δύναμη, που επιβάλλεται έξωθεν και πλανάται πάνω από τον κόσμο ως γενετική του αρχή. Ο κόσμος δεν έχει καμιά εξωτερική αρχή, γιατί υπήρχε και υπάρχει πάντα: ενιαία δυναμικός και αρμονικόςˑ έχει όμως την εσωτερική του αρχή, την κατά Λόγο τάξη. Και ο άνθρωπος; Ανάλογα με το βαθμό, που ανακαλύπτει μέσα του και εντός του κόσμου αυτή την κατά Λόγο αρχή ή τάξη κατηγοριοποιείται σε κοιμώμενο, ασύνετο ον ή σε άριστο. Ο Ηράκλειτος δεν διαφοροποιεί τους ανθρώπους σε αρίστους και κοιμωμένους με ποσοτικά κριτήρια: καταγωγή, οικονομική ή πολιτική επιφάνεια, αξίωμα και παρόμοια, όπως νομίζουν ή πράττουν κάποιοι, κάτω του μετρίου, απ’ αυτούς που αμπελοφιλοσοφούν εντός των μορφωτικών ιδρυμάτων ή τους απαράλλακτους καφενόβιους του βουλευτηρίου, αλλά με ποιοτικά: ως ποιο βαθμό οι άνθρωποι διαγιγνώσκουν και εναρμονίζονται με τον εσωτερικό ρυθμό-Λόγο του κόσμου, πόσο κατανοούν την ενότητα και το αδημιούργητο αυτού του κόσμου κ.λπ. Ό,τι Ηρακλείτειο δεν καταλαβαίνουν οι θρασύτατοι και θορυβώδεις γελωτοποιοί παντός καθεστωτικού στερεώματος, το γελοιοποιούν κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους: αναγορεύουν το μέτριο σε άριστο και εξαφανίζουν το τελευταίοˑ έτσι αντλούν ex officio το δικαίωμα να ανυψώνουν σε αρχή του δημόσιου βίου τον εγωκεντρικό πομφόλυγα. Πομφόλυγας στις σκονισμένες αίθουσες της φιλοσοφίαςˑ πομφόλυγας στην οικονομία, πομφόλυγας στην πολιτική, πομφόλυγας στην κοινωνία του θεάματος. Τι μένει, μετά από όλα τούτα; Η μομφή ότι ο Ηράκλειτος περιφρονεί του πολλούς ή ό,τι ο διαλεκτικός Λόγος σκοτώνει τη «δημοκρατία».

§3

Το μέτριο και το άριστο, για τον Ηράκλειτο, εναρμονίζονται με τη δυναμική του πολέμου των αντίρροπων δυνάμεων και δεν εξαρτώνται από την κρίση της ασύνετης υποκειμενικότητας. Γι’ αυτό και ο ίδιος δεν τοποθετεί εαυτόν στους αρίστους ετσιθελικά, σαν τους πολλούς κάθε φορά ετσιθελικούς κυβερνήτες ή ομογάλακτους κυβερνώμενους –που τους βδελύσσεται ως τις αίσχιστες ασημαντότητες– αλλά αγωνίζεται/πολεμά να φωτίσει, με παραδειγματική σαφήνεια, το αντικειμενικό νόημα του υποκειμενικού [του] λόγου και να διαχωρίζει τον τελευταίο από τον κοσμικό Λόγο. Αναφέρει σχετικά στο απ. 50: «οὐκ ἐμοῦ ἀλλὰ τοῦ λόγου ἀκούσαντας ὁμολογεῖν σοφόν ἐστιν ἕν πάντα εἶναι». Αν και ο φιλόσοφος κατανοεί σωστά τον κοσμικό Λόγο και εξίσου σωστά τον διερμηνεύει, εν τούτοις απεκδύεται το ρόλο του θείου Κεραυνού, του θεόσταλτου σωτήρα: ομολογεί πως ο άνθρωπος δεν μπορεί και δεν πρέπει να καθοδηγείται, να κυβερνιέται από τους ιδιωτικούς λόγους των λογής υποκειμένων, αλλά από τον Έναν κοσμικό Λόγο. Γιατί μόνο απ’ αυτόν τον Ένα; Επειδή ενσαρκώνει το αιώνιο γίγνεσθαι του κόσμου και το καθιστά προσιτό, το εισάγει στη ζωή, με την ευρυθμία και την κανονικότητα, την αναλογικότητα, των πολύτροπων στοιχείων και μεταστοιχειώσεων αυτού του κόσμου. Και ο ρόλος του ανθρώπινου υποκειμένου; Μέσα σε τούτο το αιώνιο γίγνεσθαι, το δημιουργικό έργο του ανθρώπου είναι να ακολουθεί τον κοινόν Λόγον: «δεῖ ἕπεσθαι τῷ ξυνῷ λόγῳ». Ετούτος ο Λόγος είναι κοινός με την έννοια του καθολικού, συμπαντικού, καθολικώς φρόνιμου Λόγου και όχι με εκείνη της μαζικής αερο-λογίας. Αυτή εδώ αφορά τον ιδιωτικό λόγο, εκφράζει ιδιοτελή ή κάποτε και ανόητη προσωπική στάση. Ο κοινός Λόγος, απεναντίας, συνιστά την Ουσία, τον θείο Κεραυνό της οικουμενικής ανθρωπότητας, άρα είναι η περι-Ουσία της. Η τελευταία όμως προβάλλει στη ζωή μας μόνο ως δυνατότητα κτήσης τηςˑ δεν είναι ποτέ κεκτημένη. Επομένως, για όλους τους ανθρώπους ισχύει ως κριτήριο του μέτριου ή του άριστου όχι το τι νομοθετεί ο εκάστοτε νάνος των αξιωματικών θώκων, αλλά η ενεργοποίηση των δυνατοτήτων των ανθρώπων να σκέπτονται σωστά (απ. Β 113) και η προϋπόθεση, για να σκέπτονται σωστά, να γνωρίσουν τον εαυτό τους (απ. Β116). Όσοι δεν μετέχουν σε τούτη τη δια-Λογική διεργασία αυτοπροσδιορισμού ανήκουν, κατά τον Ηράκλειτο, στους κοιμωμένους. Σε τούτους συγκαταλέγονται πρωτίστως, τότε και τώρα και πάντα, η οχλοκρατική πληθύς των φουσκωμένων χαοτικών των «θεσμών» και των ακροατών τους. Αχ, αυτός ο οχλολοίδωρος Ηράκλειτος! Γιατί γκρεμίζει την πολιτεία των αποστεωμένων ειδώλων, παλαιόφυτων και νεόφυτων, και δεν τ’ αφήνει να μας «σώσουν» από την «ανθρωπιστική» κρίση; Δηλαδή, να μας βουλιάξουν μέσα σε έναν καινούριο και όχι λιγότερο επώδυνο Πίθο των Δαναΐδων!

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1459a-1459b)

3. Λόγος για την επική ποίηση

[XXIII] Περὶ δὲ τῆς διηγηματικῆς καὶ ἐν μέτρῳ μιμητικῆς, ὅτι δεῖ τοὺς μύθους καθάπερ ἐν ταῖς τραγῳδίαις συνιστάναι δραματικοὺς καὶ περὶ μίαν πρᾶξιν ὅλην καὶ τελείαν ἔχουσαν ἀρχὴν καὶ μέσα καὶ τέλος, ἵν᾽ ὥσπερ ζῷον ἓν ὅλον ποιῇ τὴν οἰκείαν ἡδονήν, δῆλον, καὶ μὴ ὁμοίας ἱστορίαις τὰς συνθέσεις εἶναι, ἐν αἷς ἀνάγκη οὐχὶ μιᾶς πράξεως ποιεῖσθαι δήλωσιν ἀλλ᾽ ἑνὸς χρόνου, ὅσα ἐν τούτῳ συνέβη περὶ ἕνα ἢ πλείους, ὧν ἕκαστον ὡς ἔτυχεν ἔχει πρὸς ἄλληλα. ὥσπερ γὰρ κατὰ τοὺς αὐτοὺς χρόνους ἥ τ᾽ ἐν Σαλαμῖνι ἐγένετο ναυμαχία καὶ ἡ ἐν Σικελίᾳ Καρχηδονίων μάχη οὐδὲν πρὸς τὸ αὐτὸ συντείνουσαι τέλος, οὕτω καὶ ἐν τοῖς ἐφεξῆς χρόνοις ἐνίοτε γίνεται θάτερον μετὰ θάτερον, ἐξ ὧν ἓν οὐδὲν γίνεται τέλος. σχεδὸν δὲ οἱ πολλοὶ τῶν ποιητῶν τοῦτο δρῶσι. διὸ ὥσπερ εἴπομεν ἤδη καὶ ταύτῃ θεσπέσιος ἂν φανείη Ὅμηρος παρὰ τοὺς ἄλλους, τῷ μηδὲ τὸν πόλεμον καίπερ ἔχοντα ἀρχὴν καὶ τέλος ἐπιχειρῆσαι ποιεῖν ὅλον· λίαν γὰρ ἂν μέγας καὶ οὐκ εὐσύνοπτος ἔμελλεν ἔσεσθαι ὁ μῦθος, ἢ τῷ μεγέθει μετριάζοντα καταπεπλεγμένον τῇ ποικιλίᾳ. νῦν δ᾽ ἓν μέρος ἀπολαβὼν ἐπεισοδίοις κέχρηται αὐτῶν πολλοῖς, οἷον νεῶν καταλόγῳ καὶ ἄλλοις ἐπεισοδίοις [δὶς] διαλαμβάνει τὴν ποίησιν. οἱ δ᾽ ἄλλοι περὶ ἕνα ποιοῦσι [

1459b] καὶ περὶ ἕνα χρόνον καὶ μίαν πρᾶξιν πολυμερῆ, οἷον ὁ τὰ Κύπρια ποιήσας καὶ τὴν μικρὰν Ἰλιάδα. τοιγαροῦν ἐκ μὲν Ἰλιάδος καὶ Ὀδυσσείας μία τραγῳδία ποιεῖται ἑκατέρας ἢ δύο μόναι, ἐκ δὲ Κυπρίων πολλαὶ καὶ τῆς μικρᾶς Ἰλιάδος [[πλέον] ὀκτώ, οἷον ὅπλων κρίσις, Φιλοκτήτης, Νεοπτόλεμος, Εὐρύπυλος, πτωχεία, Λάκαιναι, Ἰλίου πέρσις καὶ ἀπόπλους [καὶ Σίνων καὶ Τρῳάδες]].

***
[23] Ο λόγος μας τώρα για την ποίηση που απλώς αφηγείται και κάνει τη μίμησή της σε εξάμετρους στίχους:

Είναι φανερό ότι οι μύθοι πρέπει να συγκροτούνται και εδώ, όπως στην τραγωδία, δραματικά, να πλέκονται γύρω από μία μόνο πράξη, η οποία να αποτελεί ένα όλον και να είναι ολοκληρωμένη, μια πράξη που να έχει αρχή, μέση και τέλος, έτσι ώστε έχοντας όλη την οργανική ενότητα ενός ζωντανού οργανισμού να προκαλεί τη δική της ηδονή. Οι συνθέσεις των επικών μύθων δεν πρέπει να είναι όμοιες με τις συνθέσεις της ιστορίας, οι οποίες υποχρεωτικά δεν περιγράφουν μια πράξη αλλά ένα διάστημα χρόνου, όσα δηλαδή συνέβησαν μέσα σ᾽ αυτό σε έναν ή σε περισσότερους ανθρώπους και που το καθένα τους έχει μια συμπτωματική σχέση με τα άλλα. Όπως δηλαδή η ναυμαχία της Σαλαμίνας και η μάχη εναντίον των Καρχηδονίων στη Σικελία έγιναν την ίδια εποχή, δίχως όμως καθόλου να έχουν και οι δυο τους τον ίδιο στόχο, έτσι ακριβώς και στο πέρασμα του χρόνου ένα γεγονός συμβαίνει μερικές φορές ύστερα από ένα άλλο χωρίς να έχουν κανένα κοινό σκοπό. Οι περισσότεροι σχεδόν επικοί ποιητές αυτό κάνουν. Γι᾽ αυτό, όπως το είπαμε και παραπάνω, o Όμηρος αποδεικνύεται και από αυτή την άποψη θεσπέσιος όταν τον συγκρίνουμε με όλους τους άλλους επικούς ποιητές. Επιχείρησε ο Όμηρος να κάνει θέμα της ποίησής του τον Τρωικό πόλεμο στο σύνολό του, κι ας ήταν ένα θέμα με αρχή και τέλος; Όχι· γιατί ο μύθος θα είχε τότε υπερβολικό μέγεθος και δεν θα ήταν ευσύνοπτος· αν, πάλι, το μέγεθός του ήταν μικρότερο, υποχρεωτικά θα ήταν υπερβολικά περίπλοκος λόγω του πλήθους των γεγονότων. Πήρε λοιπόν ένα μέρος και χρησιμοποίησε πολλά από τα υπόλοιπα ως επεισόδια, όπως επιπαραδείγματι τον Κατάλογο των πλοίων και άλλα επεισόδια, με τα οποία διανθίζει το ποιητικό του έργο. Αντίθετα, οι άλλοι επικοί ποιητές κάνουν ποιήματα για ένα πρόσωπο

[1459b] ή για μία χρονική περίοδο — για μία, επίσης, πράξη, με πολλά όμως μέρη, όπως επιπαραδείγματι ο ποιητής των Κυπρίων αλλά και της Μικρής Ιλιάδας. Αποτέλεσμα: Από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια μπορούν να γίνουν, από την καθεμιά τους, μία ή, έστω, δύο μόνο τραγωδίες, ενώ από τα Κύπρια πολλές και από τη Μικρή Ιλιάδα οχτώ, π.χ.: Η κρίση των όπλων, Φιλοκτήτης, Νεοπτόλεμος, Ευρύπυλος, Ο Οδυσσέας ζητιάνος, Γυναίκες της Σπάρτης, Άλωση της Τροίας και Απόπλους [και Σίνων και Τρωαδίτισσες].

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (802-840)

ΤΡΟΦΟΣ
ὦ φίλταται γυναῖκες, ὡς κακὸν κακῷ
διάδοχον ἐν τῇδ᾽ ἡμέρᾳ πορσύνεται.
δέσποινα γὰρ κατ᾽ οἶκον, Ἑρμιόνην λέγω,
805 πατρός τ᾽ ἐρημωθεῖσα συννοίᾳ θ᾽ ἅμα
οἷον δέδρακεν ἔργον Ἀνδρομάχην κτανεῖν
καὶ παῖδα βουλεύσασα, κατθανεῖν θέλει,
πόσιν τρέμουσα, μὴ ἀντὶ τῶν δεδραμένων
ἐκ τῶνδ᾽ ἀτίμως δωμάτων ἀποσταλῇ,
810 ἢ κατθάνῃ κτείνουσα τοὺς οὐ χρὴ κτανεῖν.
μόλις δέ νιν θέλουσαν ἀρτῆσαι δέρην
εἴργουσι φύλακες δμῶες ἔκ τε δεξιᾶς
ξίφη καθαρπάζουσιν ἐξαιρούμενοι.
οὕτω μεταλγεῖ καὶ τὰ πρὶν δεδραμένα
815 ἔγνωκε πράξασ᾽ οὐ καλῶς. ἐγὼ μὲν οὖν
δέσποιναν εἴργουσ᾽ ἀγχόνης κάμνω, φίλαι·
ὑμεῖς δὲ βᾶσαι τῶνδε δωμάτων ἔσω
θανάτου νιν ἐκλύσασθε· τῶν γὰρ ἠθάδων
φίλων νέοι μολόντες εὐπιθέστεροι.
820 ΧΟ. καὶ μὴν ἐν οἴκοις προσπόλων ἀκούομεν
βοὴν ἐφ᾽ οἷσιν ἦλθες ἀγγέλλουσα σύ.
δείξειν δ᾽ ἔοικεν ἡ τάλαιν᾽ ὅσον στένει
πράξασα δεινά· δωμάτων γὰρ ἐκπερᾷ
φεύγουσα χεῖρας προσπόλων πόθῳ θανεῖν.

825 ΕΡ. ἰώ μοί μοι· [στρ. α]
σπάραγμα κόμας ὀνύχων τε δάϊ᾽ ἀ-
μύγματα θήσομαι.
ΤΡ. ὦ παῖ, τί δράσεις; σῶμα σὸν καταικιῇ;

ΕΡ. αἰαῖ αἰαῖ· [ἀντ. α]
839 ἔρρ᾽ αἰθέριον πλοκαμῶν ἐμῶν ἄπο
λεπτόμιτον φάρος.
ΤΡ. τέκνον, κάλυπτε στέρνα, σύνδησον πέπλους.

ΕΡ. τί δέ με δεῖ καλύ- [στρ. β]
πτειν πέπλοις στέρνα; δῆλα καὶ
ἀμφιφανῆ καὶ ἄκρυπτα δε-
835 δράκαμεν πόσιν.
ΤΡ. ἀλγεῖς φόνον ῥάψασα συγγάμῳ σέθεν;

ΕΡ. κατὰ μὲν οὖν στένω [ἀντ. β]
δαΐαν τόλμαν, ἃν ἔρέξ᾽·
ὢ κατάρατος ἐγὼ κατά-
ρατος ἀνθρώποις.
840 ΤΡ. συγγνώσεταί σοι τήνδ᾽ ἁμαρτίαν πόσις

***
(Βγαίνει από το παλάτι μια γερόντισσα. Κρατάει σπαθί.)ΠΑΡΑΜΑΝΑ
Καλές μου γυναίκες, πώς μας έρχονται σήμερα
οι συμφορές η μια πάνω στην άλλη.
Μέσα στο σπίτι, η κυρά μου η Ερμιόνη,
αφού ο πατέρας της την παράτησε κι έφυγε,
αναλογίζεται το έργο που έχει πράξει
όταν εσκέφτηκε την Ανδρομάχη να σκοτώσει
και το παιδί της· και θέλει να πεθάνει.
Τρέμει τον άντρα της, μήπως, για κείνα που έκαμε,
τηνε προσβάλει και τη διώξει από το σπίτι,
ή μήπως τη σκοτώσει αφού κι εκείνη θέλησε
810 να σφάξει ανθρώπους που έπρεπε να σεβαστεί.
Μόλις που την κρατάνε οι σκλάβοι φύλακες, που θέλει
να κρεμαστεί, κι απ᾽ το δεξί της χέρι
της παίρνουν με το ζόρι τα σπαθιά.
Τόσο πικρά έχει μετανιώσει, αφού κατάλαβε
ότι δεν ήτανε σωστά τα όσα γενήκαν.
Εγώ, λοιπόν, απόκαμα, καλές μου,
παλεύοντας για να την εμποδίσω
να κρεμαστεί. Μπείτε τώρα κι εσείς
στο παλάτι, μήπως και τη γλιτώσετε
από τον θάνατο· οι καινούργιοι φίλοι
τα καταφέρνουν πιο καλά από τους παλιούς.
ΧΟΡΟΣ
820 Ακούμε, ακούμε απ᾽ το παλάτι τις κραυγές των δούλων
για όσα μας λες. Η δύστυχη δείχνει, όπως φαίνεται, πόσο έχει μετανιώσει για το έργο που σοφίστηκε το φοβερό. Και νά την που από τα δώματα έρχεται αφού ξέφυγε απ᾽ τα χέρια των δούλων με μόνη επιθυμιά να δώσει τέλος στη ζωή της.
(Μπαίνει η Ερμιόνη τραβώντας τα μαλλιά της. Θρηνεί.)
ΕΡΜΙΟΝΗ
Ω, αλίμονό μου,
αφήστε τα μαλλιά μου να μαδήσω·
σκληρά τα μάγουλά μου να ξεσκίσω
με τα νύχια μου.
ΠΑΡΑΜΑΝΑ
Τί κάνεις, κόρη μου; Λαβώνεις το κορμί σου;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Τί έπαθα η δόλια!
830 Πήγαινε να χαθείς στον άνεμο,
πέπλο λεπτό των μαλλιών μου.
ΠΑΡΑΜΑΝΑ
Σκέπασε τα στήθια, μάζεψε τα πέπλα σου, παιδί μου.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Γιατί να σκεπάσω
το στήθος με πέπλα;
Αφού όλα έχουνε γίνει φανερά
όσα έκαμα στον άντρα μου;
ΠΑΡΑΜΑΝΑ
Πονείς, που σκέφτηκες να σκοτώσεις την άλλη;
ΕΡΜΙΟΝΗ
Μαύρη να ᾽ταν η ώρα που τόλμησα
μια τέτοια πράξη, πώς να μη στενάζω
εγώ η καταραμένη ανάμεσα
στων ανθρώπων το γένος;
ΠΑΡΑΜΑΝΑ
840 Θα σου το συχωρέσει ο άντρας σου το φταίξιμό σου.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΡΟΔΟΠΗ

ΡΟΔΟΠΗ
(όρος, Αίμος)
 
Η ιστορία της Ροδόπης είναι συνδεδεμένη με της Θράκης. Θεωρούνταν κόρη του θεού ποταμού Στρυμόνα, σύζυγος του Αίμου, μητέρα του Έβρου, επώνυμου ήρωα του ομώνυμου ποταμού. Από τον Απόλλωνα λεγόταν ότι απέκτησε ένα γιο, τον Κίκονα, επώνυμο ήρωα των Κικόνων, φυλής των Θρακών, που το όνομά τους επιβιώνει και στα ιστορικά χρόνια.
 
Οι θεοί μεταμόρφωσαν τη Ροδόπη και τον σύζυγό της στα ομώνυμα βουνά της Θράκης εξαιτίας της αλαζονικής τους συμπεριφοράς· θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ήρα και Δία, αυτοαποκαλούνταν με τα ονόματα του θεϊκού ζεύγους και επέβαλλαν σχετική λατρεία.
 
Ο Ψευδο-Πλούταρχος προσθέτει και μια ακόμη σημαντική λεπτομέρεια: ότι ο Αίμος και η Ροδόπη ήταν αδέλφια, ωστόσο ένιωσαν ερωτικά αισθήματα ο ένας για τον άλλον, γι' αυτό και έφτασαν στο σημείο να αποκαλούνται με τα ονόματα Δίας και Ήρα που, αν και αδέλφια, έγιναν ζευγάρι, και μάλιστα το υπέρτατο.
 
Παράκεινται δ᾽ αὐτῷ ὄρη Ῥοδόπη καὶ Αἷμος. Οὗτοι ἀδελφοὶ τυγχάνοντες καὶ εἰς ἐπιθυμίαν ἀλλήλων ἐμπεσόντες, ὁ μὲν αὐτὴν ῞Ηραν προσηγόρευσεν, ἡ δὲ τὸν ἀγαπώμενον Δία. Οἱ δ᾽ ἀτιμούμενοι θεοὶ τὴν πρᾶξιν μισοπονήρως ἐνεγκόντες, εἰς ὁμώνυμα ὄρη μετέβαλον ἀμφοτέρους. (Ψευδο-Πλούταρχος, περί ποταμών 11.3.1-6)

Γιατί πιστεύουμε ό,τι πιστεύουμε

Η πίστη είναι καθοριστική όχι μόνο για τη θρησκεία αλλά και για την επιστήμη. Σπάνια όμως σκεφτόμαστε πόσο παράξενη είναι. Διαβάστε επάνω σε τι είναι πραγματικά χτισμένες οι βασικές αξίες σας

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η λογική είναι βασίλισσα. Νομίζουμε ενδεχομένως ότι όλα τα πιστεύω μας έχουν δομηθεί μέσα από ασφαλείς λογικές διεργασίες και οι ακλόνητες πεποιθήσεις μας υπογραμμίζουν το ποιοι είμαστε και το πόσο δίκιο έχουμε να εμπιστευόμαστε το μυαλό μας. Οι νευροεπιστήμονες έχουν όμως άλλη άποψη. Μας λένε ότι οι πεποιθήσεις μας σμιλεύονται από την παιδική μας ηλικία με υλικά που δεν μας ανήκουν. Με τις σκέψεις και τα πιστεύω της αγέλης μας, των ανθρώπων που βρίσκονται κοντά μας και τους εμπιστευόμαστε όσο είμαστε μικροί και άγουροι. Και πως στη συνέχεια το μόνο που κάνουμε είναι να «κουμπώνουμε» τα εισερχόμενα δεδομένα της ζωής μας στις προκατασκευασμένες αυτές πεποιθήσεις. Και, αν το σκεφθείτε, είναι μάλλον λογικό: άνθρωποι με αντιδιαμετρικά αντίθετα πιστεύω θεωρούνται εξίσου λογικοί... 'Αρα από τι είναι φτιαγμένες οι πεποιθήσεις μας;

Την ημέρα που κάθισα να γράψω αυτό το άρθρο οι ειδήσεις ήταν σχεδόν όπως όλες τις ημέρες. 'Ενας νεαρός είχε κριθεί ένοχος συνωμοσίας για τον αποκεφαλισμό ενός βρετανού στρατιώτη. Μάχες είχαν ξεσπάσει ξανά στην Ουκρανία. Η Ελλάδα κατηγορούσε τους δανειστές της ότι ενεργούσαν με βάση την ιδεολογία και όχι την οικονομική πραγματικότητα. Κάποιοι Άγγλοι οπαδοί ποδοσφαιρικής ομάδας είχαν βιντεοσκοπηθεί να καθυβρίζουν ρατσιστικά έναν άνδρα στο μετρό του Παρισιού. Όλα τα νέα της ημέρας ήταν αυτά καθαυτά μοναδικά. Στη ρίζα τους όμως αφορούσαν το ίδιο πράγμα: την ισχυρή και πολύ ανθρώπινη στάση που αποκαλούμε πίστη.

Τα πιστεύω καθορίζουν το πώς βλέπουμε τον κόσμο και πώς ενεργούμε μέσα σε αυτόν. Χωρίς αυτά δεν θα υπήρχαν συνωμοσίες για τον αποκεφαλισμό στρατιωτών, δεν θα υπήρχαν πόλεμος, οικονομικές κρίσεις και ρατσισμός. Επίσης δεν θα υπήρχαν εκκλησίες και προστατευόμενες φυσικές περιοχές, δεν θα υπήρχαν επιστήμη και τέχνη. 'Οποια πιστεύω και αν έχετε, είναι δύσκολο να φανταστείτε μια ζωή χωρίς αυτά. Τα πιστεύω, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι αυτά που μας κάνουν ανθρώπους. Επίσης έρχονται τόσο φυσικά ώστε σπάνια καθόμαστε να σκεφθούμε πόσο παράξενη είναι η πίστη.

Υλη και πίστη

Το 1921 ο φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ έθεσε το ζήτημα λακωνικά περιγράφοντας την πίστη ως «το κεντρικό πρόβλημα στην ανάλυση του νου». Το να πιστεύουμε, είπε, είναι «το πιο "νοητικό" πράγμα που κάνουμε» - εννοώντας το πιο μακρινό από την «απλή ύλη» από την οποία είναι φτιαγμένος ο εγκέφαλός μας. Πώς μπορεί ένα φυσικό αντικείμενο όπως ο ανθρώπινος εγκέφαλος να πιστεύει πράγματα; Η φιλοσοφία έχει κάνει ελάχιστη πρόοδο σε αυτό το κεντρικό πρόβλημα του Ράσελ. Ολοένα και περισσότερο όμως οι επιστήμονες έρχονται να βοηθήσουν.

«Κάποτε πιστεύαμε ότι οι ανθρώπινες πεποιθήσεις είναι υπερβολικά σύνθετες ώστε να αναλυθούν από την επιστήμη» λέει ο Φρανκ Κρούγκερ, νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ Μέισον στο Φέαρφαξ της Βιρτζίνια στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Αυτή η εποχή έχει όμως παρέλθει». Εκείνο το οποίο αναδεικνύεται είναι μια εικόνα της πίστης η οποία είναι διαφορετική από εκείνη στην οποία έχουν καταλήξει τα συμπεράσματα της κοινής λογικής - μια εικόνα που μπορεί να αλλάξει ορισμένες από τις ευρέως αποδεκτές πεποιθήσεις μας σχετικά με τον εαυτό μας. Τα πιστεύω είναι θεμελιώδη στη ζωή μας, όσον αφορά όμως το τι πιστεύουμε και γιατί αποδεικνύεται ότι έχουμε πολύ λιγότερο έλεγχο από ό,τι νομίζαμε.

Πεποιθήσεις σε διάφορα μεγέθη

Οι πεποιθήσεις μας «κυκλοφορούν» σε διάφορες μορφές και διάφορα μεγέθη, από τις επουσιώδεις και τις εύκολα επαληθεύσιμες - πιστεύω ότι θα βρέξει σήμερα - ως τη βαθιά, μη στηριζόμενη σε αποδείξεις, πίστη - πιστεύω στον Θεό. 'Ολες μαζί συγκροτούν έναν προσωπικό οδηγό για την πραγματικότητα λέγοντάς μας όχι μόνο τι είναι ορθό με βάση τα γεγονότα αλλά και τι είναι σωστό και καλό και επομένως πώς να συμπεριφερόμαστε απέναντι στους άλλους και απέναντι στον φυσικό κόσμο. Αυτό τις καθιστά εύλογα όχι μόνο το πιο νοητικό πράγμα που κάνει ο εγκέφαλός μας αλλά και το πιο σημαντικό. «Το κύριο κατευθυντήριο σύστημα του εγκεφάλου είναι το να εξάγει νόημα. 'Ολα τα άλλα είναι δουλικά συστήματα» λέει ο ψυχολόγος Πίτερ Χάλιγκαν από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ στη Βρετανία.

Ωστόσο, παρά το ότι είναι τόσο σημαντικές, ένα από τα μακροχρόνια προβλήματα για τη μελέτη των πεποιθήσεων είναι να προσδιορίσει κάποιος επακριβώς τι είναι αυτό που προσπαθεί να κατανοήσει. «Ολοι ξέρουν τι είναι πίστη ώσπου να τους ζητήσεις να την ορίσουν» λέει ο κ. Χάλιγκαν. Αυτό στο οποίο υπάρχει γενική συμφωνία είναι ότι η πίστη είναι κάτι παρόμοιο με τη γνώση αλλά πιο προσωπικό. Το να γνωρίζουμε ότι κάτι είναι αληθές είναι διαφορετικό από το να πιστεύουμε ότι είναι αληθές. Η γνώση είναι αντικειμενική ενώ η πίστη είναι υποκειμενική. Αυτή η μη στηριζόμενη στη λογική πλευρά είναι που δίνει στην πίστη τον μοναδικό, και προβληματικό, χαρακτήρα της.

Πιστεύω ή ξε-πιστεύω;

Οι φιλόσοφοι έχουν από παλιά συζητήσει τη σχέση ανάμεσα στο να γνωρίζουμε και να πιστεύουμε. Τον 17ο αιώνα ο Ρενέ Ντεκάρτ και ο Μπαρούχ Σπινόζα συγκρούστηκαν γι' αυτό το ζήτημα ενώ προσπαθούσαν να εξηγήσουν πώς καταλήγουμε στις πεποιθήσεις μας. Ο Ντεκάρτ πίστευε ότι η κατανόηση πρέπει να έρχεται πρώτη: μόνο αφού έχεις κατανοήσει κάτι μπορείς να το ζυγίσεις και να αποφασίσεις αν θα το πιστέψεις ή όχι. Ο Σπινόζα δεν συμφωνούσε. Υποστήριζε ότι το να γνωρίζεις κάτι σημαίνει αυτόματα ότι το πιστεύεις: μόνο αφότου έχεις πιστέψει κάτι μπορείς να το ξεπιστέψεις. Η διαφορά μπορεί να φαίνεται επουσιώδης αλλά έχει τεράστια σημασία για το πώς λειτουργεί η πίστη.

Αν σχεδιάζατε ένα σύστημα απόκτησης της πίστης από την αρχή προφανώς θα έμοιαζε με το καρτεσιανό. Η άποψη του Σπινόζα δεν φαίνεται πειστική. Αν η προκαθορισμένη ρύθμιση του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι να δέχεται χωρίς σκέψη αυτά που μαθαίνουμε ως αληθινά, τότε αυτό που μας λέει η κοινή λογική μας, ότι οι πεποιθήσεις μας είναι κάτι στο οποίο φθάνουμε μέσω της λογικής, φεύγει από το παράθυρο. Ωστόσο, παραδόξως, τα στοιχεία φαίνονται να υποστηρίζουν τον Σπινόζα. Για παράδειγμα, τα μικρά παιδιά είναι υπερβολικά εύπιστα, κάτι το οποίο υποδηλώνει ότι η ικανότητα να αμφιβάλλουμε και να απορρίπτουμε απαιτεί περισσότερους νοητικούς πόρους από ό,τι η αποδοχή. Κατά ανάλογο τρόπο τα κουρασμένα ή αφηρημένα άτομα είναι περισσότερο επιρρεπή στην πειθώ. Οταν μάλιστα μπήκαν στον χορό και οι νευροεπιστήμονες, τα ευρήματά τους προσέθεσαν περισσότερο βάρος στην άποψη του Σπινόζα.

Ο εύπιστος εγκέφαλός σας

Η νευροεπιστημονική διερεύνηση της πίστης ξεκίνησε το 2008, όταν ο Σαμ Χάρις από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες έβαλε ανθρώπους στον εγκεφαλικό τομογράφο και τους ρώτησε αν πίστευαν ή όχι σε διάφορες γραπτές δηλώσεις. Ορισμένες ήταν απλές προτάσεις που αφορούσαν γεγονότα όπως «η Καλιφόρνια είναι μεγαλύτερη από το Ρόουντ Αϊλαντ». Αλλες αφορούσαν ζητήματα προσωπικής πίστης όπως «μάλλον δεν υπάρχει Θεός». Ο κ. Χάρις διαπίστωσε ότι οι δηλώσεις που οι εθελοντές πίστευαν ότι είναι αληθείς παρήγαν ελάχιστη εγκεφαλική δραστηριότητα - μόλις μερικές σύντομες αναλαμπές σε περιοχές που σχετίζονται με τη συλλογιστική και τη συναισθηματική ανταμοιβή. Αντιθέτως, η δυσπιστία παρήγε μακρότερη και ισχυρότερη ενεργοποίηση περιοχών οι οποίες σχετίζονται με την προσεκτική εξέταση και τη λήψη αποφάσεων, σαν ο εγκέφαλος να έπρεπε να δουλέψει πιο σκληρά για να φθάσει σε μια κατάσταση δυσπιστίας. Οι δηλώσεις που οι εθελοντές δεν πίστευαν ενεργοποιούσαν και αυτές περιοχές που εμπλέκονται στο συναίσθημα, αλλά στην προκειμένη περίπτωση σχετιζόμενες όχι με την ανταμοιβή αλλά με τον πόνο ή την αηδία.

Τα αποτελέσματα του κ. Χάρις ερμηνεύθηκαν ευρέως ως περαιτέρω επιβεβαίωση του ότι η προκαθορισμένη ρύθμιση του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι να αποδέχεται. Η πίστη έρχεται εύκολα, η αμφιβολία θέλει προσπάθεια. Αν και αυτή δεν φαίνεται μια έξυπνη στρατηγική για να βρει κάποιος την πορεία του μέσα στον κόσμο, έχει νόημα αν τη δούμε υπό το πρίσμα της εξέλιξης. Αν τα εξελιγμένα γνωσιακά συστήματα που στηρίζουν την πίστη εξελίχθηκαν από πιο πρωτόγονα αντιληπτικά συστήματα, θα πρέπει να διατηρούν πολλά από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των απλούστερων συστημάτων. Ένα από αυτά είναι η μη κριτική αποδοχή των εισερχόμενων πληροφοριών. Αυτός είναι ένας καλός κανόνας όταν πρόκειται για αισθητηριακές αντιλήψεις αφού οι αισθήσεις μας συνήθως παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες. Μας φόρτωσε όμως ένα μη βέλτιστο σύστημα για την αξιολόγηση πιο αφηρημένων ερεθισμάτων όπως οι ιδέες.

Σε λάθος δρόμο

Περισσότερες ενδείξεις υπέρ του ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει ήρθαν από τη μελέτη του πώς και γιατί η πίστη παίρνει λάθος δρόμο. «Αν σκεφθείτε τις εγκεφαλικές βλάβες ή τις ψυχικές διαταραχές που προκαλούν αυταπάτες και παραισθήσεις, μπορείτε να αρχίσετε να κατανοείτε πού ξεκινάει η πίστη» λέει ο κ. Χάλιγκαν. Οι αυταπάτες αυτές περιλαμβάνουν πεποιθήσεις οι οποίες φαίνονται παράξενες στους «απ' έξω» αλλά απολύτως φυσικές στο ίδιο το άτομο. Για παράδειγμα, τα άτομα μερικές φορές πιστεύουν ότι έχουν πεθάνει, ότι τα αγαπημένα τους πρόσωπα έχουν αντικατασταθεί από απατεώνες ή ότι οι σκέψεις και οι ενέργειές τους ελέγχονται από εξωγήινους. Και - κάτι που λέει πολλά - αυτού του είδους οι αυταπάτες συχνά συνοδεύονται από διαταραχές της αντίληψης, της επεξεργασίας των συναισθημάτων ή της «εσωτερικής παρακολούθησης» - του να γνωρίζει π.χ. κάποιος αν έχει ξεκινήσει μια συγκεκριμένη σκέψη ή ενέργεια.

Τα ελαττώματα αυτά είναι το σημείο από όπου ξεκινούν οι αυταπάτες, υποστηρίζει η Ρόμπιν Λάνγκντον από το Πανεπιστήμιο Μακουάρι στο Σίντνεϊ της Αυστραλίας. Τα άτομα με αυταπάτες περί ελέγχου τους από εξωγήινους, για παράδειγμα, συχνά έχουν ελαττωματική κινητική παρακολούθηση, οπότε δεν καταγράφουν ενέργειες τις οποίες έχουν τα ίδια ξεκινήσει ως δικές τους. Κατά τον ίδιο τρόπο, τα άτομα με την αυταπάτη που είναι γνωστή ως «μη αυτοταυτοποίηση στον καθρέφτη», τα οποία δεν αναγνωρίζουν το ίδιο το είδωλό τους, έχουν επίσης συχνά ένα αισθητηριακό ελάττωμα που λέγεται αγνωσία καθρέφτη: δεν «συλλαμβάνουν» τις ανακλαστικές επιφάνειες. 'Ενας καθρέφτης τούς φαίνεται σαν ένα παράθυρο και αν τους ζητηθεί να πιάσουν ένα αντικείμενο που αντανακλάται στην επιφάνειά του θα προσπαθήσουν να το φθάσουν μέσα στον καθρέφτη ή πίσω από αυτόν. Οι αισθήσεις τους τούς λένε ότι το άτομο στον καθρέφτη δεν είναι οι ίδιοι και έτσι πιστεύουν ότι αυτό είναι αλήθεια. Και πάλι, εμπιστευόμαστε τα δεδομένα των αισθήσεών μας και, αν αυτά μας λένε ότι το μαύρο είναι άσπρο, σε γενικές γραμμές καλά κάνουμε και τις πιστεύουμε.

Ίσως νομίζετε ότι δεν θα ξεγελιόσασταν ποτέ κατ' αυτόν τον τρόπο, όμως, όπως λέει η κυρία Λάνγκντον, «όλοι είμαστε προγραμματισμένοι για αυτού του είδους την πίστη, τουλάχιστον αρχικά». Σκεφθείτε την εμπειρία όταν παρακολουθείτε ένα ταχυδακτυλουργικό σόου. Παρότι ξέρετε ότι όλα σε αυτό είναι ψευδαίσθηση, η ενστικτώδης αντίδρασή σας είναι να θεωρήσετε ότι ο μάγος έχει αλλάξει τους νόμους της φυσικής.

Οι λανθασμένες αντιλήψεις δεν είναι αυταπάτες φυσικά. Το να βλέπουμε να πριονίζουν κάποιον στα δύο και μετά να τον ενώνουν ξανά δεν σημαίνει ότι πιστεύουμε πως οι άνθρωποι μπορούν με ασφάλεια να πριονιστούν στα δύο. Επιπροσθέτως τα αισθητηριακά ελαττώματα δεν οδηγούν πάντα σε αυταπάτες. Τι άλλο χρειάζεται, λοιπόν; Απεικονιστικές μελέτες του εγκεφάλου από τον κ. Χάρις έχουν προσφέρει ένα σημαντικό στοιχείο: η πίστη αφορά τόσο τη συλλογιστική όσο και το συναίσθημα.

Το αίσθημα του σωστού

Ο σχηματισμός μιας αυταπάτης μάλλον απαιτεί επίσης κάποια βλάβη στη διαδικασία του συναισθηματικού ζυγίσματος. Είναι πιθανόν ένας τραυματισμός στον εγκέφαλο να την έχει καταστρέψει ολοσχερώς κάνοντας τα άτομα απλώς να αποδέχονται τα στοιχεία που παρέχουν οι αισθήσεις τους. Ή μπορεί απλώς να την έχει αποδυναμώσει «κατεβάζοντας» το κατώφλι των στοιχείων που απαιτούνται ώστε να γίνει αποδεκτή μια αυταπάτη.

Για παράδειγμα, κάποιος με ένα εγκεφαλικό τραύμα το οποίο έχει προκαλέσει βλάβη στη συναισθηματική επεξεργασία των προσώπων μπορεί να σκεφθεί «αυτή που ήρθε χθες να με δει έμοιαζε με τη γυναίκα μου αλλά δεν την αισθανόμουν σαν εκείνη, ίσως να ήταν μια απατεώνισσα. Θα αποφύγω να καταλήξω σε μια τελική κρίση ώσπου να ξανάρθει». Η επόμενη συνάντηση προκαλεί τα ίδια συναισθήματα, οπότε η υπόθεση επιβεβαιώνεται και η αυταπάτη αρχίζει να αναπτύσσεται.

Σύμφωνα με την κυρία Λάνγκντον και άλλους ειδικούς, τα όσα περιγράφονται πιο πάνω είναι παρόμοια με τα όσα συμβαίνουν στη φυσιολογική διαδικασία του σχηματισμού των πεποιθήσεων. Και τα δύο αφορούν εισερχόμενες πληροφορίες που συνδυάζονται με ασυνείδητη σκέψη επάνω σε αυτές τις πληροφορίες ώσπου να φθάσει ένα «αίσθημα του σωστού» και να σχηματιστεί μια πίστη.

Αυτή η διαδικασία των δύο σταδίων θα μπορούσε να βοηθήσει να εξηγήσουμε γιατί άτομα χωρίς εγκεφαλική βλάβη είναι επίσης εκπληκτικά επιρρεπή σε παράξενες πεποιθήσεις. Η φυσική ευπιστία μας είναι το ένα πρόβλημα και είναι ιδιαίτερα πιθανόν να μας οδηγήσει σε λάθος μονοπάτια όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ισχυρισμούς που βασίζονται σε ιδέες οι οποίες είναι δύσκολο να επαληθευτούν με τις αισθήσεις μας - «η 11η Σεπτεμβρίου ήταν δουλειά από μέσα» για παράδειγμα. Το δεύτερο πρόβλημα έχει να κάνει με το «αίσθημα του σωστού» το οποίο φαίνεται ότι είναι εξαιρετικά επιρρεπές στα λάθη.

Εξέλιξη, βιολογία και παρέες

Από πού λοιπόν έρχεται το αίσθημα του σωστού; Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι έχει τρεις κύριες πηγές: την εξελιγμένη ψυχολογία μας, τις προσωπικές βιολογικές διαφορές μας και τις παρέες που κάνουμε.

Η σημασία της εξελιγμένης ψυχολογίας υπογραμμίζεται από το πιο σημαντικό ίσως από όλα τα συστήματα πεποιθήσεων: τη θρησκεία. Αν και οι κοινωνίες ποικίλλουν σημαντικά, η θρησκευτική πίστη αυτή καθαυτή είναι αξιοσημείωτα όμοια παντού. Οι περισσότερες θρησκείες παρουσιάζουν ένα οικείο σύνολο πρωταγωνιστών: υπερφυσικοί παράγοντες, μετά θάνατον ζωή, ηθικοί κανόνες και απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα. Γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι τα πιστεύουν τόσο αβίαστα;

Σύμφωνα με τη θεωρία της θρησκείας ως γνωσιακού υπο-προϊόντος, η ενστικτώδης ορθότητά τους απορρέει από βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης γνωσιακής λειτουργίας που εξελίχθηκαν για άλλους λόγους. Ιδιαίτερα τείνουμε να θεωρούμε ότι τα γεγονότα προκαλούνται από ενεργούς παράγοντες. Ένα θρόισμα στο χορτάρι μπορεί να είναι ένας θηρευτής αλλά μπορεί να είναι και απλώς ο άνεμος, ωστόσο έχουμε περισσότερο όφελος αν κάνουμε λάθος ρέποντας προς την πλευρά της προφύλαξης: οι πρόγονοί μας που έτειναν υπέρ της διαμεσολάβησης ενός ενεργού παράγοντα θα επιβίωναν περισσότερο και θα είχαν περισσότερους απογόνους. Κατά τον ίδιο τρόπο η ψυχολογία μας έχει εξελιχθεί για να αναζητεί μοτίβα επειδή αυτή ήταν μια χρήσιμη στρατηγική επιβίωσης. Κατά τη διάρκεια της εποχής της ξηρασίας, για παράδειγμα, τα ζώα είναι πιθανότερο να συγκεντρώνονται γύρω από μια λιμνούλα με νερό, επομένως εκεί θα πρέπει να πάει κάποιος να κυνηγήσει. Και πάλι έχουμε όφελος όταν αυτό το σύστημα είναι υπερενεργό.

Αυτός ο ισχυρός συνδυασμός υπερευαισθησίας υπέρ της «παραγοντοποίησης» και της «μοτιβοποίησης» παρήγαγε έναν ανθρώπινο εγκέφαλο ο οποίος είναι προγραμματισμένος να βλέπει τη μεσολάβηση παραγόντων και τον σκοπό παντού. Και η μεσολάβηση παραγόντων μαζί με τον σκοπό αποτελούν δύο από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της θρησκείας - ιδιαίτερα η ιδέα ενός παντοδύναμου παράγοντα ο οποίος κάνει τα πράγματα να συμβαίνουν και δίνει νόημα σε κατά τα άλλα τυχαία γεγονότα. Κατ' αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως δεκτικοί στους θρησκευτικούς ισχυρισμούς και όταν τους συναντάμε για πρώτη φορά - τυπικά ως παιδιά - τους αποδεχόμαστε χωρίς αμφισβήτηση. Υπάρχει σε αυτούς ένα «αίσθημα του σωστού» το οποίο πηγάζει από τα βάθη της γνωσιακής αρχιτεκτονικής μας.

Η ομάδα μου είναι η καλύτερη

Σύμφωνα με τον κ. Κρούγκερ, όλες οι πεποιθήσεις αποκτώνται με παρόμοιο τρόπο. «Τα πιστεύω εμπίπτουν σε ένα ολόκληρο φάσμα αλλά έχουν όλα την ίδια ιδιότητα. Μια πεποίθηση είναι μια πεποίθηση».

Ο εγκέφαλός μας που αναζητεί παράγοντες και μοτίβα συνήθως μας υπηρετεί σωστά αλλά ταυτοχρόνως μας κάνει επιρρεπείς σε μια ευρεία κλίμακα αλλόκοτων και παράλογων πεποιθήσεων, από την πίστη στο παραφυσικό και στο υπερφυσικό ως τις θεωρίες συνωμοσίας, τις προκαταλήψεις, τον εξτρεμισμό και την πίστη στη μαγεία. Παράλληλα η εξελιγμένη ψυχολογία μας στηρίζει επίσης κάποιες άλλες πεποιθήσεις όπως ο δυϊσμός - το να βλέπουμε δηλαδή το πνεύμα και το σώμα ως διαφορετικές οντότητες - ή μια φυσική τάση να πιστεύουμε ότι η ομάδα στην οποία ανήκουμε είναι ανώτερη από τις άλλες.

Μια δεύτερη πηγή του «αισθήματος του σωστού» είναι πιο προσωπική. Οταν πρόκειται για κάτι σαν τις πολιτικές πεποιθήσεις, το συμπέρασμα ήταν ανέκαθεν ότι βρίσκουμε τον δρόμο μας προς μια συγκεκριμένη στάση μέσω της λογικής. Περίπου όμως μέσα στην τελευταία δεκαετία έγινε εμφανές ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις έχουν τις ρίζες τους στη βασική βιολογία μας. Οι συντηρητικοί, για παράδειγμα, γενικώς αντιδρούν με περισσότερο φόβο από ό,τι οι προοδευτικοί στις απειλητικές εικόνες, έχουν υψηλότερα σκορ στις μετρήσεις που σχετίζονται με τη διέγερση, όπως αυτές που αφορούν την αγωγιμότητα του δέρματος και τον ρυθμό με τον οποίο ανοιγοκλείνει κάποιος τα μάτια του. Αυτό υποδηλώνει ότι αντιλαμβάνονται τον κόσμο ως ένα πιο επικίνδυνο μέρος και ενδεχομένως εξηγεί σε έναν βαθμό τη στάση τους σε ζητήματα όπως η έννομη τάξη και η εθνική ασφάλεια.

Μια άλλη βιολογική αντίδραση που έχει θεωρηθεί ότι εμπλέκεται στις πολιτικές πεποιθήσεις είναι η αηδία. Σε γενικές γραμμές οι συντηρητικοί αηδιάζουν πιο εύκολα από ερεθίσματα όπως η οσμή των σωματικών αερίων και των σκουπιδιών. Και η αηδία τείνει να κάνει τα άτομα όλων των πολιτικών πεποιθήσεων να αποστρέφονται περισσότερο τις ηθικά ύποπτες συμπεριφορές, αν και η αντίδραση αυτή είναι πιο έντονη στους συντηρητικούς. Αυτό έχει προταθεί ως μια ερμηνεία για τις διαφορές απόψεων σε σημαντικά ζητήματα όπως ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών ή η παράνομη μετανάστευση. Οι συντηρητικοί συχνά αισθάνονται ισχυρή αποστροφή απέναντι σε αυτές τις παραβιάσεις του status quo και έτσι τις κρίνουν ηθικά απαράδεκτες. Οι προοδευτικοί αηδιάζουν λιγότερο εύκολα και έχουν λιγότερες πιθανότητες να τις κρίνουν τόσο σκληρά.

Διαφορετικές πραγματικότητες

Αυτές οι ενστικτώδεις αντιδράσεις έχουν τόσο ισχυρή επιρροή ώστε άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις κυριολεκτικά φθάνουν να κατοικούν σε διαφορετικές πραγματικότητες. Πολλές μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι οι πεποιθήσεις των ατόμων σχετικά με αμφιλεγόμενα ζητήματα ευθυγραμμίζονται με την ηθική στάση που έχουν απέναντι σε αυτά. Οι υπέρμαχοι της θανατικής ποινής, για παράδειγμα, συχνά ισχυρίζονται ότι αυτή αποτρέπει το έγκλημα και σπάνια οδηγεί στην εκτέλεση αθώων, οι αντιτιθέμενοι σε αυτήν λένε ακριβώς το αντίθετο.

Αυτό μπορεί να συμβαίνει απλώς επειδή οδηγούμαστε στις ηθικές μας θέσεις μέσω της λογικής, ζυγίζοντας τα γεγονότα που έχουμε στη διάθεσή μας προτού καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα. Υπάρχει όμως ένας μεγάλος και αυξανόμενος αριθμός στοιχείων που υποδηλώνουν ότι τα πιστεύω λειτουργούν αντίστροφα. Πρώτα παίρνουμε την ηθική μας θέση και ύστερα πλάθουμε τα δεδομένα ώστε να ταιριάζουν σε αυτήν.

Αν λοιπόν οι ηθικές μας θέσεις καθοδηγούν τις στηριζόμενες σε δεδομένα πεποιθήσεις μας, από πού πηγάζουν οι ηθικές μας θέσεις; Η σύντομη απάντηση; Οχι από τον εγκέφαλό μας.

Η ηθική είναι ένστικτο

Σύμφωνα με τον Τζόναθαν Χέιτ από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, οι ηθικές κρίσεις μας συνήθως είναι γρήγορες και ενστικτώδεις: οι άνθρωποι σπεύδουν να βγάλουν συμπεράσματα και μόνον αργότερα επινοούν αιτίες για να δικαιολογήσουν την απόφασή τους. Για να το δείτε στην πράξη, προσπαθήστε να αντιπαρατεθείτε με κάποιον επάνω σε ένα θέμα το οποίο είναι προσβλητικό αλλά ανώδυνο, όπως το να χρησιμοποιήσει τη σημαία της πατρίδας του για να καθαρίσει μια τουαλέτα. Οι περισσότεροι θα επιμείνουν ότι αυτό είναι κακό αλλά δεν θα βρουν μια συλλογιστική για να το στηρίξουν και θα καταφύγουν σε δηλώσεις του τύπου «Δεν μπορώ να το εξηγήσω, απλώς ξέρω ότι είναι κακό».

Αυτό γίνεται ξεκάθαρο αν θέσετε σε ανθρώπους ερωτήματα τα οποία περιλαμβάνουν ταυτόχρονα ένα ηθικό στοιχείο και ένα στοιχείο το οποίο στηρίζεται σε δεδομένα όπως: «Είναι η καταναγκαστική ανάκριση υπόπτων για τρομοκρατία ηθικά κακή ακόμη και όταν παράγει χρήσιμες πληροφορίες;» ή «Είναι η διανομή προφυλακτικών στο πλαίσιο ενός προγράμματος σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης ηθικά κακή ακόμη και όταν μειώνει τα ποσοστά της εγκυμοσύνης στην εφηβεία και των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων;». Οι άνθρωποι που απαντούν «ναι» σε ένα τέτοιου είδους ερώτημα έχουν επίσης περισσότερες πιθανότητες να αμφισβητήσουν τα δεδομένα ή να παρουσιάσουν τα δικά τους, εναλλακτικά δεδομένα για να υποστηρίξουν την πεποίθησή τους. Οι αντιτιθέμενοι στη διανομή προφυλακτικών, για παράδειγμα, συχνά δηλώνουν ότι τα προφυλακτικά δεν λειτουργούν, οπότε η διανομή τους δεν ωφελεί έτσι κι αλλιώς.

«Σήμα» κουλτούρας

Εκείνα που μας κάνουν να αισθανόμαστε ότι είναι σωστά για να τα πιστέψουμε διαμορφώνονται επίσης σε τεράστιο βαθμό από την κουλτούρα μέσα στην οποία μεγαλώνουμε. Πολλές από τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις μας σχηματίζονται κατά την παιδική ηλικία. Σύμφωνα με τον κ. Κρούγκερ, η διαδικασία ξεκινάει από τη στιγμή που γεννιόμαστε, βασισμένη αρχικά σε αισθητηριακές αντιλήψεις - ότι τα αντικείμενα πέφτουν προς τα κάτω, π.χ. - και αργότερα επεκτείνεται σε πιο αφηρημένες ιδέες και προτάσεις. Δεν είναι άξιο απορίας ότι το αποτέλεσμα εξαρτάται από τις πεποιθήσεις που συναντάμε στον δρόμο μας. «Είμαστε κοινωνικά όντα. Οι πεποιθήσεις μεταδίδονται από τους ανθρώπους στους οποίους βρισκόμαστε πιο κοντά» λέει ο επιστήμονας. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Αν όλοι έπρεπε να κατασκευάσουμε ένα σύστημα πίστης εξαρχής με βάση την άμεση εμπειρία μας, δεν θα πηγαίναμε πολύ μακριά.

Αυτό δεν σχετίζεται μόνο με την εγγύτητα, σχετίζεται επίσης και με την αίσθηση του ότι ανήκουμε κάπου. Η κοινωνική φύση μας σημαίνει ότι υιοθετούμε τις πεποιθήσεις σαν σήματα πολιτισμικής ταυτότητας. Το βλέπουμε συχνά σε ζητήματα που αποτελούν «καυτή πατάτα», στα οποία το να ανήκει κάποιος στη σωστή φυλή μπορεί να είναι πιο σημαντικό από το να είναι υπέρ της πλευράς των σωστών στοιχείων. Η αποδοχή της κλιματικής αλλαγής, για παράδειγμα, έχει εξελιχθεί σε «ταμπέλα» (shibboleth) στις Ηνωμένες Πολιτείες - οι συντηρητικοί βρίσκονται από τη μια πλευρά, οι προοδευτικοί από την άλλη. Η εξέλιξη, ο εμβολιασμός και άλλα σχετικά αποτελούν ανάλογα διχαστικά ζητήματα.

Μαζί μας από την εφηβεία

Το τι λοιπόν καταλήγουμε τελικά να πιστεύουμε διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από την κουλτούρα, τη βιολογία και την ψυχολογία μας. Μόλις φθάσουμε στην εφηβεία τείνουμε να έχουμε ένα σχετικά συνεκτικό και ανθεκτικό σύνολο πεποιθήσεων οι οποίες μένουν μαζί μας για το υπόλοιπο της ζωής μας. Αυτές σχηματίζουν ένα διασυνδεδεμένο σύστημα πίστης με ένα σχετικά υψηλό επίπεδο εσωτερικής συνέπειας. Η ιδέα όμως ότι αυτό αποτελεί προϊόν ορθολογικών, συνειδητών επιλογών είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμη. «Αν θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής, δεν έχω πραγματικά επιλέξει τις πεποιθήσεις μου. Ανακαλύπτω ότι τις έχω» λέει ο κ. Χάλιγκαν. «Μερικές φορές τις σκέφτομαι, μου είναι όμως δύσκολο να κοιτάξω προς τα πίσω και να πω ποια ήταν η γένεση αυτής της πεποίθησης».

Ξεχάστε τα δεδομένα

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι ο προσωπικός μας οδηγός πεποιθήσεων είναι χτισμένος στην άμμο αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά ανθεκτικός στην αλλαγή. «Αν ακούσετε κάτι καινούργιο, προσπαθείτε να το ταιριάξετε στις υπάρχουσες πεποιθήσεις σας» λέει ο κ. Χάλιγκαν. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να καταβάλουμε κάθε προσπάθεια για να απορρίψουμε κάτι το οποίο αντιβαίνει στη θέση μας ή να αναζητήσουμε περισσότερες πληροφορίες προκειμένου να επιβεβαιώσουμε κάτι το οποίο ήδη πιστεύουμε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πεποιθήσεις των ανθρώπων δεν μπορούν να αλλάξουν. Αν μας παρουσιαστούν αρκετές αντιφατικές πληροφορίες, μπορούμε να αλλάξουμε γνώμη και το κάνουμε. Πολλοί άθεοι, για παράδειγμα. βρίσκουν με λογικά επιχειρήματα τον δρόμο τους προς τη θρησκεία. Συχνά ωστόσο ο ορθολογισμός δεν θριαμβεύει εδώ. Αντίθετα, είναι πιο πιθανό να αλλάξουμε τις πεποιθήσεις μας ανταποκρινόμενοι σε ένα πολύ ισχυρό ηθικό επιχείρημα - και όταν το κάνουμε αναπλάθουμε τα γεγονότα ώστε να ταιριάξουν στη νέα πεποίθησή μας. Τις περισσότερες φορές ωστόσο απλώς εμμένουμε στα πιστεύω μας.

Κατόπιν όλων αυτών το δυσάρεστο συμπέρασμα είναι ότι κάποια, αν όχι όλα, από τα θεμελιώδη πιστεύω μας για τον κόσμο βασίζονται όχι στα γεγονότα και στη λογική - ή έστω στην παραπληροφόρηση - αλλά σε ενστικτώδη αισθήματα τα οποία πηγάζουν από την εξελιγμένη ψυχολογία, τη βασική βιολογία και την κουλτούρα μας. Τα αποτελέσματα είναι ορατά παντού: πολιτικά αδιέξοδα, θρησκευτικές αντιπαλότητες, χάραξη πολιτικών χωρίς στοιχεία και ένα απύθμενο πηγάδι μπερδεμένης γλώσσας, ασυναρτησίας και προκατάληψης. Ακόμη χειρότερα, οι βαθιές ρίζες των προβλημάτων μας είναι ως επί το πλείστον αόρατες σε εμάς. «Αν έχετε μια πεποίθηση, εξ ορισμού τη θεωρείτε αληθινή» λέει ο κ. Χάλιγκαν. «Μπορείτε να βγείτε έξω από τις πεποιθήσεις σας; Δεν νομίζω ότι θα ήσασταν ικανός».

Ο κόσμος θα ήταν βαρετός αν όλοι πιστεύαμε τα ίδια πράγματα. Θα ήταν όμως οπωσδήποτε καλύτερος αν όλοι παύαμε να πιστεύουμε τόσο έντονα στις πεποιθήσεις μας.

Τα παράξενα που πιστεύουμε

Θεωρούμε ότι οι πεποιθήσεις μας βασίζονται σε μια αλήθεια. Όταν όμως το 90% των ανθρώπων διατηρεί πεποιθήσεις οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν αυταπάτες, ίσως είναι καιρός να αναθεωρήσουμε την πραγματικότητα.

Οι φυσιολογικοί άνθρωποι πιστεύουν στα πιο παράξενα πράγματα. Σχεδόν οι μισοί ενήλικοι στις Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν τουλάχιστον μία θεωρία συνωμοσίας. Η πίστη σε παραφυσικά ή υπερφυσικά φαινόμενα είναι ευρέως διαδεδομένη, ενώ οι προκαταλήψεις και η πίστη στη μαγεία είναι σχεδόν οικουμενικές.

Εκπληκτικά μεγάλος αριθμός ατόμων διατηρεί επίσης πεποιθήσεις τις οποίες ένας ψυχίατρος θα χαρακτήριζε αυταπάτες. Το 2011 ο ψυχολόγος Πίτερ Χάλιγκαν από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ εξέτασε πόσο συνηθισμένες είναι οι πεποιθήσεις του είδους στη Βρετανία (δείτε το Top 10 της αυταπάτης). Διαπίστωσε ότι περισσότεροι από το 90% είχαν σε κάποιον βαθμό τουλάχιστον μία. Στις πεποιθήσεις αυτές περιλαμβάνονται το να πιστεύει κάποιος/α ότι μια διασημότητα είναι κρυφά ερωτευμένη μαζί του/της, ότι δεν ελέγχει κάποιες πράξεις του/της και ότι ο κόσμος λέει ή κάνει πράγματα τα οποία εμπεριέχουν ένα ειδικό μήνυμα για εκείνον/η. Κανένα από τα άτομα που εξέτασε ο κ. Χάλιγκαν δεν προβληματιζόταν για τις παράξενες πεποιθήσεις του. Παρ' όλα αυτά, το γεγονός ότι είναι τόσο διαδεδομένες υποδηλώνει πως το «αίσθημα του σωστού» που συνοδεύει την πίστη δεν αποτελεί πάντα αξιόπιστο οδηγό για την πραγματικότητα.

Τα βασικά «πιστεύω» μας

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα σχετικά με την πίστη είναι ότι διαφέρει υπερβολικά από άτομο σε άτομο, ιδιαίτερα σε ζητήματα που έχουν πραγματικά σημασία, όπως η πολιτική και η θρησκεία. Σύμφωνα με έρευνες του Τζέραρντ Σόσιερ από το Πανεπιστήμιο του 'Ορεγκον, αυτές οι μυριάδες διαφορές μπορούν να ταξινομηθούν σε πέντε βασικές «διαστάσεις». Στον πυρήνα τους, υποστηρίζει, αυτές αφορούν το τι θεωρούμε ότι αποτελεί αξιόλογη πηγή αξίας και καλοσύνης στη ζωή, είτε πρόκειται για μια έννοια, ένα αντικείμενο, ένα υπερφυσικό ον ή ένα ιστορικό πρόσωπο. Το σύστημα πίστης μας είναι το σύνολο που προκύπτει από τη θέση μας σε καθεμιά από αυτές τις πέντε διαστάσεις, οι οποίες είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη.

1. Παραδοσιακή θρησκευτικότητα: το επίπεδο πίστης στα επικρατούντα (mainstream) θεολογικά συστήματα όπως ο Χριστιανισμός ή το Ισλάμ.

2. Υποκειμενική πνευματικότητα: το επίπεδο πίστης σε μη υλικά φαινόμενα, όπως τα πνεύματα, η αστρολογία και το παραφυσικό.

3. Απόλυτο προσωπικό συμφέρον: η πίστη ότι ο ηδονισμός αποτελεί πηγή αξίας και καλοσύνης στη ζωή.

4. Κοινοτικός ορθολογισμός: η πίστη στη σημασία των κοινών θεσμών και στην άσκηση της λογικής.

5. Αποστροφή στην ανισότητα: το επίπεδο ανοχής της ανισότητας στην κοινωνία, ένα υποκατάστατο της παραδοσιακής πολιτικής διαίρεσης Αριστεράς - Δεξιάς.