Σάββατο 13 Ιουλίου 2019

Ο σεξουαλικός πόθος είναι πόθος για ολοκληρωτική κυριαρχία πάνω στο πνεύμα και το σώμα του άλλου

-Πρέπει να είσαι έτοιμος να καείς στην ίδια σου τη φλόγα: πώς να ξαναγεννηθείς αν δεν γίνεις πρώτα στάχτη; (Τάδε έφη Ζαρατούστρα)

-Αν μια γυναίκα χαίρεται τη συντροφιά ενός άντρα, γιατί να μην τον πάρει από το μπράτσο και να μην του ζητήσει να τον συνοδέψει; Αυτή η γυναίκα ανήκει σε άλλο είδος. Αυτή η γυναίκα ήταν ελεύθερη!

-«για μένα η λέξη «καθήκον» είναι βαριά και καταπιεστική. Έχω συνοψίσει τα καθήκοντά μου σε ένα μόνο – να διαιωνίσω την ελευθερία μου. Ο γάμος και η κατοχή και η ζήλια που τον περιβάλλουν, υποδουλώνουν το πνεύμα. Δεν θα με εξουσιάσουν ποτέ. Ελπίζω γιατρέ, να έρθει μια εποχή όπου άντρες και γυναίκες δεν θα τυραννιούνται ο καθένας απ΄ τις αδυναμίες του άλλου.»

-Ο άνθρωπος αναπτύσσει τα φυσικά του χαρίσματα μόνο μέσα από το συναγωνισμό.

–Κανείς δεν επιθυμεί, πιστεύει, να βοηθήσει τον άλλον: αντίθετα, οι άνθρωποι 'θελαν μόνο να κυριαρχούν και να αυξάνουν την εξουσία τους.

-«Ναι, το ξέρω πως ο κόσμος δεν χαμογελάει σε μια γυναίκα και δυο άντρες που ζουν αγνά μαζί «...» Αλλά είμαστε ιδεαλιστές με ελεύθερη σκέψη, που απορρίπτουν τους κοινωνικά επιβεβλημένους περιορισμούς. Πιστεύουμε στην ικανότητα να δημιουργούμε οι ίδιοι τις ηθικές δομές μας».

-Να ανακαλύψεις χαραυγές και χρυσές ευκαιρίες, ν΄ αγαπήσεις μια πλούσια γενναία ψυχή: όλοι τα έχουμε ανάγκη αυτά σκέφτηκε, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας.

-«Λοιπόν, ανακαλύψαμε ότι όταν επιστρέφει στην ίδια την πηγή ενός συμπτώματος και μου περιέγραφε τα πάντα, τότε το σύμπτωμα εξαφανιζόταν από μόνο του – χωρίς να χρειάζεται καμία υπνωτική υποβολή-»

-Η χαρά να σε παρατηρούν ήταν τόσο βαθιά που ο Μπρόϊερ πίστευε ότι ο αληθινός πόνος των γηρατιών, του πένθους, του να ζεις αφού οι φίλοι σου έχουν πεθάνει, ήταν η απουσία εξονυχιστικής παρατήρησης – η φρίκη του να ζεις μια ζωή που δεν την παρατηρεί κανείς.

-«Ίσως η εμπιστοσύνη στον Θεό να είναι η δική του επιλογή!» «Αυτό δεν αποτελεί επιλογή ενός άντρα. Δεν είναι η ανθρώπινη επιλογή, αλλά μια προσπάθεια ν΄ αδράξουμε μια ψευδαίσθηση έξω απ΄ τον εαυτό σου. Μια τέτοια επιλογή, η επιλογή του άλλου, του υπερφυσικού, πάντοτε σε αποδυναμώνει. Πάντα κάνει τον άνθρωπο μικρότερο απ΄ αυτό που είμαστε!»

-Δεν είναι η αλήθεια ιερή, ιερή είναι η αναζήτηση της αλήθειας του καθενός μας! Μπορεί να υπάρχει πιο ιερή πράξη από την αυτοαναζήτηση;

-Πάντα ένιωθα ότι η τελική ανταμοιβή των νεκρών είναι ότι δεν θα ξαναπεθάνουν!- Νίτσε

-Ο θάνατός μας μας ανήκει. Κι ο καθένας μας θα ‘πρεπε να τον εκπληρώνει με τον δικό του τρόπο. -Νίτσε

-Η αποκάλυψη του εαυτού σου σε κάποιον άλλο είναι προανάκρουσμα της προδοσίας σε κάνει ν΄ αρρωσταίνεις, έτσι δεν είναι;

-Η γεύση του θανάτου στο στόμα μου μου έδινε προοπτική και θάρρος. Το θάρρος να είμαι ο εαυτός μου, αυτό είναι σημαντικό.

-Ίσως εγώ και το σώμα μου να έχουν οργανώσει μια συνωμοσία πίσω απ΄ την πλάτη του ίδιου μου του νου.

-Οι μεγάλοι διανοητές πάντα επιλέγουν τη συντροφιά του εαυτού τους και σκέφτονται τις δικές τους σκέψεις, ανενόχλητοι από τον όχλο.

-Θ’ ανακαλύψετε ότι κανείς ποτέ δεν έχει ως αποδέκτη τον εαυτό μας κάθε προσφορά είναι αντιπροσφορά, κάθε αγάπη είναι αγάπη του εαυτού μας.

-Όλοι βαριούνται το ίδιο φαΐ συνέχεια. Νομίζω, Γιόζεφ, ότι για κάθε όμορφη γυναίκα που υπάρχει, υπάρχει και κάποιος ταλαίπωρος που έχει κουραστεί να την κουτουπώνει!

-Πως να ομολογήσει ότι στοιχημάτισε ολόκληρη τη ζωή του, μόνο για να ανακαλύψει ότι το τελικό κέρδος δεν ήταν εντέλει του γούστου του;

-«Ίσως» είπε ο Νίτσε, «ο άντρας μόνο όντας άντρας ελευθερώνει τη γυναίκα μέσα σε μια γυναίκα»

–Ευτελείς σκέψεις διηθούν το μυαλό του σαν μύκητες. Στο τέλος θα σαπίσουν το σώμα του. Καθώς έφευγε σήμερα, τον ρώτησα τί θα έβλεπε, αν δεν τον τύφλωναν τα ασήμαντα.

-φόβοι δεν γεννιούνται στο σκοτάδι. Αντίθετα, είναι μάλλον σαν τ΄ αστέρια – βρίσκονται πάντα εκεί, αλλά τους κρύβει η λάμψη της ημέρας.

-Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που αντιπαθούν τον εαυτό τους και προσπαθούν να το διορθώσουν πείθοντας πρώτα άλλους να έχουν καλή γνώμη για αυτούς. Μόλις γίνει αυτό, τότε αρχίζουν να έχουν κι οι ίδιοι καλή γνώμη για τον εαυτό τους. Αλλά αυτή είναι ψεύτικη λύση, είναι υποταγή στην αυθεντία των άλλων. Το καθήκον σας είναι να αποδεχτείτε τον εαυτό σας– όχι να βρείτε τρόπους να κερδίσετε τη δική μου αποδοχή.

-Ο σεξουαλικός πόθος είναι, κατά βάθος, πόθος για ολοκληρωτική κυριαρχία πάνω στο πνεύμα και το σώμα του άλλου.

-Δεν οφείλουμε να δημιουργήσουμε– δεν οφείλουμε να γίνουμε- πριν αναπαραχθούμε ; Η ευθύνη μας στη ζωή είναι να δημιουργήσουμε το ανώτερο. Τίποτα δεν πρέπει να εμποδίσει την ανάπτυξη του ήρωα μέσα μας. Κι αν παρεμβάλλεται ο πόθος, τότε κι αυτός πρέπει να υπερπηδηθεί.

-Ο πόθος , ο ερεθισμός, η λαγνεία – αυτά μας υποδουλώνουν. Οι μάζες περνούν τη ζωή τους σαν γουρούνια που τρώνε μέσα στην ταΐστρα της ηδονής.

-Πρέπει να επιλέξετε ανάμεσα στην άνεση και στην αληθινή αναζήτηση!

-Συχνά νιώθω σαν η ζωή μου να άγγιζε πια το ψηλότερο σημείο της... έχω φτάσει στην κορυφή κι όταν κοιτάζω πέρα να δω τι υπάρχει μπροστά μου, βλέπω μόνο φθορά- μια κατάβαση...Όχι, όμως αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό. Δεν με ανησυχεί η κατάβαση- αλλά η μη ανάβαση.

–Κανένας μας δεν άρχισε να επιλέγει εσκεμμένα στόχους , οι στόχοι απλώς υπήρχαν, ήταν φυσικά επακόλουθα της εποχής μου του κόσμου, της οικογένειάς μου...Δεν ήταν αρκετά στέρεα για να στηρίξουν μια ολόκληρη ζωή... Εσύ κι εγώ , όμως, έχουμε πολύ καλή όραση. Εσύ κοίταξες πολύ πέρα μέσα στη ζωή. Είδες πως ήταν το ίδιο μάταιο να εκπληρώνεις λανθασμένα στόχους , όσο και το να θέτεις νέους λανθασμένους στόχους. Το πολλαπλάσιο του μηδενός είναι πάντα μηδέν!

–Αν δεν γίνεις ο κύριος της πορείας της ζωής σου, σημαίνει ότι επιτρέπεις στην ύπαρξή σου να αποτελεί ατύχημα.

-ο χρόνος δεν διακόπτεται, ότι η βούληση δεν μπορεί να πάει προς τα πίσω. Μόνο οι προνομιούχοι κατορθώνουν να έχουν τέτοια ενόραση!

-Το γεγονός ότι η βούληση δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, δεν σημαίνει ότι είναι αδύναμη! Επειδή, δόξα το Θεό, ο Θεός είναι νεκρός– αυτό δεν σημαίνει ότι η ύπαρξη δεν έχει σκοπό. Επειδή έρχεται ο θάνατος– αυτό δεν σημαίνει πως η ζωή δεν έχει αξία.

-ν΄ αποσχιστούμε από τους γονείς και την κουλτούρα μας προς αναζήτηση της τελειότητας...

-Έχω άραγε την ικανότητα να τον διδάξω να μετατρέψει το «έτσι συνέβη» σε «έτσι το θέλησα»;

-Ποτέ δεν κατάλαβε ότι το καθήκον του ήταν να τελειοποιήσει τη φύση, να ξεπεράσει τον εαυτό του, την κουλτούρα του, την οικογένεια, τον σαρκικό πόθο του, την ωμή κτηνώδη του φύση, να γίνει αυτός που είναι, να γίνει ό,τι είναι.

-Φυσικά υποφέρεις, αυτό είναι το κόστος της καθαρής όρασης. Φυσικά φοβάσαι να ζεις σημαίνει να βρίσκεσαι σε κίνδυνο. Πρέπει να σκληραγωγηθείς!

-Πρέπει ν΄ αντιμετωπίσεις τα σημαντικά υπαρξιακά θέματα επέμενε ο Νίτσε, και τότε η εμμονή σου με τη Βέρθα θα ξεθωριάσει.

-Ήταν πάρα πολύ ευχάριστο να ξεφυτρώνει όσα είχε μέσα του, να μοιράζεται τα χειρότερα μυστικά του, να έχει την αμέριστη προσοχή κάποιου που, κατά κανόνα, τον καταλαβαίνει, τον αποδεχόταν κι έμοιαζε ακόμα και να τον συγχωρεί.

-Όλη μου τη ζωή με προειδοποιούν γι΄ αυτά τα ρίσκα. Κι όμως ως τώρα δεν έχω απογοητευτεί ποτέ – ούτε μια φορά.

-«Όλοι οι σοβαρά σκεπτόμενοι άνθρωποι σκέφτονται την αυτοκτονία, παρατήρησε ο Νίτσε». «Είναι μια ανακουφιστική σκέψη που μας βοηθάει να περάσουμε τη νύχτα».

-Αυτές οι καημένες φαντασιώσεις δεν είναι μέρος μιας υπέρτατης πραγματικότητας. Όλα όσα βλέπουμε είναι σχετικά, όπως και όλα όσα γνωρίζουμε. Εμείς επινοούμε αυτά που βιώνουμε. Κι ότι επινοήσαμε, μπορούμε και να το καταστρέψουμε.

-Παρόλο που εμείς επινοούμε την πραγματικότητα, το μυαλό μας είναι φτιαγμένο έτσι που να μας το κρύβει.

-Παρουσιάζει τον εαυτό του ως καλό – δεν βλάπτει κανένα- εκτός απ΄ τον εαυτό του και την φύση! Φοβάται τόσο πολύ ότι κάποιος θα τον πληγώσει; Μήπως γι΄ αυτό δεν τολμάει να το λέει αρετή. Το αληθινό του όνομα είναι δειλία! Είναι πολιτισμένος, ευγενής, άνθρωπος με τρόπους. Έχει εξημερώσει την άγρια φύση του, έκανε το λύκο του σκυλάκι. Κι αυτό το λέει μέτρο. Το αληθινό του όνομα είναι δειλία!

-έχω ανάγκη την μαγεία, δεν μπορώ να ζω ασπρόμαυρα.

-με δελεάζει η απόδραση όχι απ΄ τον κίνδυνο αλλά απ΄ την ασφάλεια. Ίσως έχω ζήσει με υπερβολική ασφάλεια!

-Άλλοι το ξέρω, ζηλεύουν αυτή τη ζωή – εμένα όμως με τρομάζει. Με τρομάζει η ομοιομορφία και η πρόβλεψιμότητά της. Με τρομάζει τόσο που μερικές φορές σκέφτομαι τη ζωή μου σαν καταδίκη σε θάνατο!

-Η μαγεία απαιτεί σκοτάδι και μυστήριο.

-Κι αφού οι εικόνες των ονείρων δεν πεθαίνουν, ήταν ένα μέρος όπου θα ήμουν αιώνιος!

-Η πολυπλοκότητα της διπλής ζωής, της μυστικής ζωής, δεν είναι του γούστου μου. Κι όμως τη λαχταράω. Η επιφανειακή αστική ζωή είναι θανάσιμα ανιαρή- παραείναι ορατή, βλέπεις πάρα πολύ καθαρά το τέλος και όλες τις πράξεις που οδηγούν στο τέλος. Ξέρω πως ακούγεται τρελό, αλλά η διπλή ζωή είναι μια επιπλέον ζωή. Υπόσχεται την προέκταση της ζωής μας. Ο Νίτσε συμφώνησε. «Νιώθεις ότι ο χρόνος καταβροχθίζει τις δυνατότητες της επιφανειακής ζωής, ενώ η κρυφή ζωή είναι αστείρευτη;»

-αντιπαθώ τους άλλους που μου κλέβουν την μοναχικότητά μου χωρίς να μου προσφέρουν αληθινή συντροφιά.

-Είναι επικίνδυνο να ζεις με ασφάλεια.

–Ερωτευόμαστε περισσότερο τον ίδιο τον πόθο από το αντικείμενό του.

-Θα ΄ρθει μια εποχή που οι άνθρωποι θα πάψουν να φοβούνται την γνώση, που δεν θα μεταμφιέζουν την αδυναμία σε «ηθικό νόμο», που θα βρουν το θάρρος να σπάσουν τα δεσμά του «πρέπει».

-η φλόγα της πίστης τροφοδοτείται αδιάκοπα από το φόβο του θανάτου, της λήθης και της έλλειψης νοήματος.

–Ο εραστής πρέπει να ακυρώσει τα μάτια του, να θυσιάσει την αλήθεια. Και, για μένα μια ζωή χωρίς αλήθεια είναι ένας ζωντανός θάνατος!

-Περισσότερο απ΄ όλα, νομίζω ότι μου λείπει η προσοχή του...Όσο περισσότερο ξεθωριάζει η εικόνα του τόσο παλεύω με το αίσθημα ότι οι δραστηριότητές μου και οι επιτυχίες μου είναι όλες εφήμερες ότι δεν έχουν πραγματική σημασία.

-πιο εύκολα αντιμετωπίζεις μια κακή φήμη παρά μια κακή συνείδηση.

-όλα τα κίνητρα και τα δικά μου και του Νίτσε γεννιούνται από μια και μόνη πηγή- το ένστικτο της απόδρασης από τη λήθη του θανάτου.

-υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να αναζητάς την έγκριση ενός γονιού και στο να πασχίζεις να ανυψώσεις εκείνους που θα έρθουν στο μέλλον.

-«Να πεθαίνεις τη σωστή στιγμή!»... Ζήσε όταν ζεις! Ο θάνατος χάνει τη φρίκη του αν κάποιος πεθαίνει έχοντας εξαντλήσει την ζωή του!...Έζησες τη ζωή σου; Ή σε έζησε εκείνη; Την επέλεξες; Ή σε επέλεξε εκείνη; Την αγάπησες; Ή μετάνιωσες γι΄ αυτήν. Την κατανάλωσες; Όχι, δεν επέλεξα! Όχι, δεν επέλεξα! Όχι, δεν έζησα την ζωή που ήθελα! Έζησα την ζωή που μου ανατέθηκε. Ο πραγματικός μου εαυτός εγκλωβίστηκε μέσα στη ζωή μου«.

-Ναι η αιώνια επανάληψη σημαίνει ότι κάθε φορά που επιλέγεις μια πράξη θα την επιλέγεις αιώνια. Και ισχύει ίδιο για κάθε πράξη που δεν κάνεις, κάθε εμποδισμένη σκέψη, κάθε επιλογή που αποφεύγεις. Και όλη η αβίωτη ζωή θα μένει να φουσκώνει μέσα σου, αβίωτη για όλη την αιωνιότητα. Κι η αδιόρατη φωνή της συνείδησής σου θα σου διαμαρτύρεται αιώνια.

-Αυτή η στιγμή υπάρχει για πάντα κι εσύ, μονάχος σου, είσαι το μόνο σου ακροατήριο.

-Αυτό – απελευθέρωση σημαίνει ένα ιερό όχι, ακόμη και στο καθήκον. Η καλοσύνη σου, το καθήκον σου, η αφοσίωσή σου- αυτά είναι τα κάγκελα της φυλακής σου. Θα αφανιστείς από τέτοιες μικρές αρετές...Το καθήκον σου σαν γονιός δεν είναι να αναπαράγεις άλλον έναν εαυτό, άλλον έναν Γιόζεφ, αλλά κάτι υψηλότερο. Είναι να παραγάγεις ένα δημιουργό... Ο γάμος δεν θα ‘πρεπε να ΄ναι φυλακή αλλά περιβόλι όπου μπορεί να καλλιεργηθεί κάτι υψηλότερο. Ίσως ο μόνος τρόπος να σώσεις το γάμο σου είναι να τον εγκαταλείψεις, καλύτερα να σπάσεις το δεσμό του γάμου παρά να σε σπάσει εκείνος!

-Σήμερα κατάλαβα ότι ο καλύτερος δάσκαλος είναι αυτός που μαθαίνει από το μαθητή του.

-Ο αληθινός εχθρός ήταν πάντα, η μοίρα κι όχι η Ματίλντε. Ο αληθινός εχθρός ήταν το γέρασμα, ο θάνατος και ο φόβος μου για την ελευθερία.

-η σχέση του γάμου είναι ιδανική μόνο όταν δεν είναι απαραίτητη για την επιβίωση του κάθε συντρόφου.

-το κλειδί για να ζεις καλά, είναι πρώτα να βουληθείς αυτό που είναι απαραίτητο και μετά ν΄ αγαπήσεις αυτό που βουλήθηκες «αγάπα την μοίρα σου»

-να μετατρέπεις το «ήταν να γίνει έτσι» σε «έτσι το θέλησα»

-ίσως η πιο σπουδαία ανακάλυψη ήταν ότι δεν είχα σχετιστεί με τη Βέρθα, αλλά αντίθετα, με όλες τις ιδιωτικές σημασίες που της είχα προσάψει– σημασίες που δεν είχαν καμία απολύτως σχέση μαζί της...Ίσως όλοι να είμαστε σύντροφοι στον πόνο, ανίκανοι να δούμε την αλήθεια του άλλου.

-οι επιστήμονες πρέπει να καταλάβουν πως και η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι ψευδαίσθηση– αλλά μια ψευδαίσθηση που χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να ζήσουμε.

-Είναι δύσκολο ν΄ αφήνεις να μιλάνε οι σκέψεις σου- έρχεσαι σε δύσκολη θέση!

-Θα μείνω πάντα μόνος, αλλά τί διαφορά, τί υπέροχη διαφορά, να επιλέγω τι κάνω. Amon fati-διάλεξε τη μοίρα σου, αγάπα τη μοίρα σου.
 
Irvin Yalom, Όταν έκλαψε ο Νίτσε

Η αγάπη δεν είναι τυφλή. Απλά παραβλέπει αυτά που βλέπει για να δει αυτά που θέλει

Τι δεν είναι “αγάπη”
Για τις μέρες που δεν μπορείς να είσαι σίγουρος.

Η αγάπη δεν είναι φυλακή.
Η αγάπη δεν είναι οι πεταλούδες να νιώθεις να πεταλουδίζουν στο στομάχι σου. Αυτό είναι η χημεία που έχεις με τον άλλο.

Η αγάπη δεν είναι τυφλή απλά παραβλέπει αυτά που βλέπει για να δει αυτά που θέλει.
Η αγάπη δεν είναι βολική. Δεν βολεύεσαι μ’ αυτήν ούτε απ’ αυτήν.

H αγάπη δεν είναι υποχρέωση ούτε απάτη.
Η αγάπη δεν είναι ασφυχτική.

Η αγάπη δεν είναι επιλεκτική ούτε χρονικά ούτε τοπικά. Είναι κάθε μέρα, κάθε λεπτό όπου κι αν βρίσκεσαι.
Η αγάπη δεν μισεί τον εαυτό της.

Η αγάπη δεν ρωτά “Τι μπορείς να κάνεις για μένα;”
Η αγάπη δε σου κλέβει τη χαρά ή την ηρεμία του μυαλού σου.

Η αγάπη δεν είναι να έχεις πάντα τον τελευταίο λόγο. Δεν είναι εγωισμός.
Όταν έχεις ανάγκη, η αγάπη είναι εκεί. Δεν στρέφει το βλέμμα της αλλού.

Η αγάπη δε σε συγχύζει. Δε σου κρύβει πράγματα. Δε λέει ψέματα. Δε σε βαριέται.
Η αγάπη δεν είναι παιχνίδι.

Η αγάπη σε κρατάει όταν έχεις άσχημες μέρες. Δεν απομακρύνεται.
Η αγάπη δε βρίσκει δικαιολογίες. Δέχεται τα λάθη της και ζητάει συγνώμη.

Η αγάπη Δεν σε χτυπάει. Δεν σε βρίζει.
Η αγάπη Δεν σε σκοτώνει.

Πολλοί δεν γίνονται ποτέ άνθρωποι, παραμένοντας βατράχια, σαύρες, μυρμήγκια

Σήμερα, λιγότερο από κάθε άλλη φορά ξέρουμε τι είναι πραγματικά ένας ζωντανός άνθρωπος. Έτσι, φτάνουμε στο σημείο να εξοντώνουμε μαζικά τους ανθρώπους, που ο καθένας τους αποτελεί μια πολύτιμη και μοναδική προσπάθεια της φύσης. Αν δεν ήμασταν άνθρωποι, με ανεπανάληπτη προσωπικότητα, τότε θα αρκούσε μια σφαίρα να μας εξαφανίσει από τη γη, χωρίς να υπάρχει κανένα νόημα να διηγείται κανείς ιστορίες. Κάθε άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα άτομο, αλλά κάτι το ανεπανάληπτο, το ιδιαίτερο πέρα για πέρα, το πάντοτε σπουδαίο και αξιοσημείωτο κέντρο, όπου διασταυρώνονται τα φαινόμενα του κόσμου, με έναν μοναδικό και ανεπανάληπτο χαρακτήρα. Γι’ αυτό ακριβώς η ιστορία του κάθε ανθρώπου είναι σπουδαία, αιώνια, θεία- γι’ αυτό ο κάθε άνθρωπος, όσο ζει και εκπληρώνει τη θέληση της φύσης, είναι άξιος θαυμασμού και προσοχής. Στον καθένα μορφοποιείται το πνεύμα, στον καθένα πάσχει η δημιουργία, στον καθένα σταυρώνεται κι ένας λυτρωτής.

Λίγοι ξέρουν σήμερα τι είναι ο άνθρωπος. Πολλοί όμως το νιώθουν και πεθαίνουν πιο εύκολα, όπως κι εγώ πιο εύκολα θα πεθάνω, στην ώρα μου, αφού τελειώσω την ιστορία αυτή.

Δεν μπορώ να ονομάσω τον εαυτό μου πολύξερο. Ήμουν ερευνητής και εξακολουθώ να είμαι, αλλά δεν ψάχνω την αλήθεια στα αστέρια και τα βιβλία- αρχίζω να αφουγκράζομαι το αίμα που κυλά μουρμουριστά μέσα στο σώμα μου. Η δική μου ιστορία δεν είναι ευχάριστη ούτε γλυκιά και αρμονική, όπως είναι οι κατασκευασμένες ιστορίες· φαίνεται να γεύεται το άλογο στοιχείο και τη σύγχυση, την τρέλα και το όνειρο, όπως είναι η ζωή όλων των ανθρώπων που δε θέλουν να πουν ψέματα.

Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι ένας δικός του δρόμος, η προσπάθεια για την εύρεση ενός δρόμου, η διαίσθηση πως κάπου υπάρχει ένα μονοπάτι. Κανένας άνθρωπος δεν μπόρεσε να γίνει αυτό που ήθελε ο ίδιος- όλοι προσπαθούν να γίνουν κάτι, άλλος στα τυφλά, άλλος στα φανερά, ο καθένας όπως μπορεί. Ο καθένας φέρει μαζί του ως το τέλος τα υπολείμματα από τη γέννησή του, τις μεμβράνες και το κέλυφος του αυγού ενός αρχέτυπου κόσμου. Πολλοί δε γίνονται ποτέ άνθρωποι, παραμένοντας βατράχια, σαύρες, μυρμήγκια. Άλλοι πάλι στο πάνω μέρος είναι άνθρωποι και στο κάτω είναι ψάρια. Αλλά ο καθένας είναι η πορεία της φύσης για τη μορφοποίηση του ανθρώπου. Σε όλους μας είναι κοινές οι ρίζες και οι μάνες- προερχόμαστε από την ίδια άβυσσο. Αλλά ο καθένας επιδιώκει τον δικό του σκοπό, βγαίνοντας μέσ’ από τα βάθη της με προσπάθεια και ορμή. Μπορούμε να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον, αλλά ο καθένας ξέρει μόνος του να εξηγήσει τον εαυτό του.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, ΝΤΕΜΙΑΝ

NASA: Αυτή η τεράστια μαύρη τρύπα κανονικά «δεν θα έπρεπε να υπάρχει»

Μια υπερμεγέθη μαύρη τρύπα σε απόσταση 130 εκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη ανακάλυψε το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble της NASA μόνο που αυτή – σύμφωνα με όσα αναφέρουν οι επιστήμονες – δεν θα έπρεπε να υπάρχει εκεί με δεδομένο ότι ισχύει η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν.

Σύμφωνα με την NASA η αινιγματική μαύρη τρύπα έχει έναν λεπτό δίσκο που περιστρέφεται ξέφρενα γύρω από αυτήν. Το περίεργο, εξηγεί ο διαστημικός οργανισμός, είναι ότι σύμφωνα με τις τρέχουσες αστρονομικές θεωρίες, ο δίσκος δεν πρέπει να είναι εκεί.
«Δεν έχουμε δει ποτέ άλλοτε με τόση σαφήνεια τα αποτελέσματα της γενικής και της ειδικής σχετικότητας σε ορατό φως», δήλωσε ο Μάρκο Τσιαμπέρτζε, μέλος της ομάδας που διενήργησε τη μελέτη με το Hubble.
Η μαύρη τρύπα βρίσκεται στην καρδιά ενός σπειροειδούς γαλαξία που ονομάζεται NGC 3147. Μαύρες τρύπες όπως αυτή περιγράφονται ως «υποσιτισμένες» λόγω της έλλειψης υλικού που να αιχμαλωτίζεται από τη βαρύτητα, ώστε να τις «τροφοδοτήσει» και το περιβάλλον υλικό συνήθως εξαπλώνεται σε μια ομίχλη σε σχήμα ντόνατ.

Ωστόσο, ο δίσκος που περικλείει αυτή την «πεινασμένη» μαύρη τρύπα κινείται σε ταχύτητα 10% μεγαλύτερη από αυτήν του φωτός και μοιάζει με εκείνους που βρίσκονται σε εξαιρετικά ενεργούς γαλαξίες με «γεμάτες, μαύρες τερατώδεις τρύπες», δήλωσε η NASA.

Αιδώς & Πειθώ

Αιδώς: Το σέβας των γενναίων ανθρώπων
 
Στην ελληνική αρχαιότητα εννοούσαν την αιδώ ως προσωποποιημένη θεότητα, αλλά και ως συναίσθημα, προσωποποίηση της συστολής και της ντροπής. Η αιδώς είναι για τους αρχαίους μια έννοια σύνθετη, της οποίας το σημασιολογικό περιεχόμενο δεν μπορεί να αποδοθεί στα νέα ελληνικά με μια λέξη, είναι η ηθικότητα, η ηθική συνείδηση, ο σεβασμός στους άγραφους νόμους, το φιλότιμο, ο αυτοσεβασμός.
 
Γενικά εκφράζει το συναίσθημα της ντροπής την οποία νιώθει ο άνθρωπος για κάθε πράξη του που αντιβαίνει στον καθιερωμένο ηθικό κώδικα του κοινωνικού του περιβάλλοντος. Αυτή η ντροπή πλησιάζει περισσότερο προς την έννοια του σεβασμού και της σεμνότητας και δεν έχει σχέση με τις ενοχές και τις τύψεις.
 
Η θετική ανταπόκριση στις κρίσεις των άλλων εκφράζεται με τη λέξη αιδώς, στην οποία αντιστοιχεί η νεοελληνική ντροπή, ενώ η πράξη που απορρέει από την αιδώ δηλώνεται με το ρήμα αἰδέομαι: «ντρέπομαι, τιμώ κάποιον, τον σέβομαι ευλαβούμαι, δείχνω θρησκευτικό σεβασμό για θεούς, τάφους, όρκους, νεκρούς για ασθενείς ομάδες πληθυσμού, νεαρές παρθένες, γέροντες, ικέτες» ή κατά μία άλλη ερμηνεία προέρχεται από το ρήμα «αίθω», «καίω», είναι δηλαδή μια εσωτερική φλόγα που κάποτε φανερώνεται και στο πρόσωπο σαν κοκκίνισμα.
 
Η αιδώς έχει αποτρεπτικό κατά βάση χαρακτήρα. Ωστόσο, η λειτουργία της αιδούς δεν είναι μόνο αποτρεπτική αλλά και έμμεσα προτρεπτική, υποδεικνύοντας την εκτέλεση μιας εναλλακτικής πράξης που είναι κοινωνικά αποδεκτή.
 
Κατά τον Αριστοτέλη η αιδώς δεν ανήκει στις αρετές, αλλά στα πάθη. Η Αρετή κατ’ αυτόν, είναι ενεργητική ιδιότης της ψυχής. Η Αιδώς όμως είναι παθητική διάθεση της ψυχής, αξία επαίνου, κατέχει θέση ντροπαλότητας, όταν ο άνθρωπος τρέμει μη παρεξηγηθεί και ο Πλάτωνας στο έργο του αναφέρει δύο σχετικούς με την αιδώ μύθους. Στον Πρωταγόρα αναφέρει ότι ο Ζευς, όταν θέλησε να προλάβει την εξόντωση του ανθρωπίνου γένους, η οποία επέκειτο να γίνει, έστειλε τον Ερμή να εμφυτεύσει στις ψυχές των ανθρώπων την Αιδώ και την Δίκη. Στους Νόμους γράφει, πως ο Κρόνος κατά την περίοδο του χρυσού γένους των ανθρώπων έβαλε επόπτες των ανθρώπων τους Δαίμονες, για να εξασφαλίσει την «ειρήνη, αιδώ, ευνομίαν κι αφθονίαν δίκης».
 
Η Αιδώς λατρευόταν σ’ ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο.
 
Στον Όμηρο και τον Ησίοδο παρουσιάζεται ως Θεότητα. Ήταν μια από τις Ώρες και μητέρα της ήταν η Θέμις και αδερφές της η Ευνομία, η Δίκη, η Ειρήνη και η Νέμεση. Ήταν μητέρα της Σωφροσύνης, τροφός της Αθηνάς και σύνεδρος του Δία.
 
Στην Αθήνα, στην αγορά της Ακρόπολης, υπήρχε βωμός της και έξω από τη Σπάρτη βρισκόταν το άγαλμά της. Σύμφωνα με τη μυθολογία το έστησε εκεί ο Ικάριος, ο πατέρας της Πηνελόπης, γιατί η κόρη του σκέπασε σ’ εκείνο το σημείο το πρόσωπό της από ντροπή, επειδή προτίμησε να φύγει από κοντά του, ακολουθώντας τον άνδρα της Οδυσσέα. Μετά τον γάμο του ζεύγους, ο Ικάριος ικέτευε την κόρη του να μείνει με τον άντρα της στη Σπάρτη, αλλά ο τελευταίος της ζήτησε να διαλέξει ανάμεσα στον πατέρα της και σε εκείνον, που θα έφευγε για την Ιθάκη. Η αιδώς ήταν η προσωποποίηση του αισθήματος που ένιωσε η Πηνελόπη.
 
Η έκφραση αυτή εντοπίζεται σε παραινετικά κυρίως συμφραζόμενα της Ιλιάδας και διατυπώνεται με σκοπό να δημιουργήσει στους πολεμιστές το αίσθημα ότι θα μπορούσαν να στιγματιστούν δημόσια, αν υποχωρήσουν και δεν παραμείνουν πολεμώντας στο πεδίο της μάχης. Επειδή οι ήρωες είναι πάνω απ᾽ όλα άνθρωποι, που προτιμούν τα αγαθά της ειρήνης από τον πόλεμο, χρειάζονται στις κρίσιμες στιγμές την αιδώ, ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της μάχιμης περίστασης.
 
Στην Ιλιάδα του Ομήρου συναντούμε τους ήρωες και των δύο στρατοπέδων, να κυριαρχείται η όλη τους μέριμνα από την αποφυγή της Ντροπής, να μην πράξουν κάτι για το οποίο θα ντρέπονται. «Γιατί τους κρατούσε η ντροπή και ο φόβος και φωνάζοντας ψύχωναν ο ένας τον άλλο, και προ παντός ο Νέστωρ ο Γερήνιος πάλι, ο φύλακας των Αχαιών… είπε: Φίλοι μου, φανείτε γενναίοι και ντραπείτε τους άλλους» (Ιλιάδα Ραψ. Ο. 657).
 
Σε άλλο σημείο της Ιλιάδας (Θ’ 146) ο Νέστωρ υποδεικνύει στον Διομήδη ν’ αποφύγει εκείνη τη στιγμή τον Έκτορα, γιατί όλα έδειχναν την θεϊκή υποστήριξη προς αυτόν και ο γενναίος Διομήδης μόνο στην ιδέα να χαρακτηρισθεί δειλός, τον λούζει ο κρύος ιδρώτας της Αιδούς! [Καλύτερα να με σκεπάσει η γη παρά να δώσω το δικαίωμα στον Έκτορα να πει πως τον φοβήθηκα κι έφυγα].
 
Έτσι, στην όγδοη ραψωδία της Ιλιάδας, καθώς οι Τρώες έχουν εισορμήσει απειλητικά στο στρατόπεδο των πανικοβλημένων Αχαιών και ο Έκτορας απειλεί να κάψει τα καράβια τους, ο Αγαμέμνονας επιχειρεί να αναπτερώσει το ηθικό των στρατιωτών του επικρίνοντάς τους (Θ 228-235): Αιδώς Αργείοι, ρεζίληδες, ομορφονιοί! Πού πήγαν οι καυχησιές σας, όταν λέγαμε πως είμαστε πολύ γενναίοι, αυτές που διαλαλούσατε στη Λήμνο, καυχησιάρηδες, την ώρα που τρώγατε κρέατα πολλά βοδιών που έχουν κέρατα ολόρθα, και πίνατε κρατήρες γεμάτους ως επάνω από κρασί, πως ο καθένας σας στον πόλεμο θα σταθεί αντίκρυ σε εκατό και διακόσιους Τρώες. Τώρα δεν μπορούμε να τα βάλουμε ούτε με έναν, τον Έκτορα, που γρήγορα θα κάψει τα καράβια μας με καυτερή φωτιά.
 
Ο Αίας ο Τελαμώνιος απευθυνόμενος στους Αχαιούς λέει: «Αγαπητοί μου, φανείτε άνδρες και βάλτε την ντροπή μέσα σας, κι ας ντρέπεστε ο ένας τον άλλον στις σκληρές μάχες. Και μεταξύ των ανδρών που νοιώθουν ντροπή, οι περισσότεροι είναι ζωντανοί παρά σκοτωμένοι, όταν όμως φεύγουν, ούτε δόξα ξεφυτρώνει γι’ αυτούς ούτε καμία προστασία».
 
Το αντίο του Έκτορα στην Ανδρομάχη
 
“Στην Ιλιάδα η Ανδρομάχη εμφανίζεται ψηλή, μελαχρινή, αυστηρή, τρυφερή μητέρα. Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλεί η συναντησή της με τον άνδρα της, παρουσία του παιδιού τους, καθώς ο αναγνώστης – ακροατής της ραψωδίας Ζ ξέρει ότι είναι η τελευταία φορά που το ζευγάρι και το παιδί συναντιούνται: ο Έκτορας θα πεθάνει σε λίγο, με την άλωση της Τροίας θα πεθάνει και ο τελευταίος γόνος της βασιλικής οικογένειας, ενώ στην Ανδρομάχη επιφυλάσσεται η τύχη που προλέγει ο Έκτορας στη συναντησή τους: θα γίνει σκλάβα και θα κάνει τις δουλειές που αρμόζουν σε μια σκλάβα προκαλώντας τη χλεύη ή τον οίκτο ή τον φθόνο.
 
Η μορφή της Ανδρομάχης ενέπνευσε δραματουργικά τον Ευριπίδη στις Τρωάδες (415 π.κ.ε.) και στην ομώνυμη τραγωδία (426 π.κ.ε.). Στην πρώτη και καθώς στην αθηναϊκή κοινωνία η θέση και η αποστολή της γυναίκας ήταν σημαντικό ζήτημα, εμφανίζεται σαν το πρότυπο της γυναίκας της αθηναϊκής δημοκρατίας, σε αντίθεση με τη Φαίδρα στην τραγωδία Ιππόλυτος (428 π.κ.ε.) πάλι του ίδιου ποιητή.
 
Στην Ανδρομάχη, φαίνεται ότι ο Ευριπίδης αξιοποίησε την προφητική ρήση του Έκτορα για την τύχη της γυναίκας του μετά την άλωση της Τροίας. Και στις δύο τραγωδίες η Ανδρομάχη εμφανίζεται ως η μάνα που κινδυνεύει να χάσει το παιδί της ή το χάνει. Και δεν είναι, βέβαια, τυχαίο ότι στην Ανδρομάχη, σε μια τραγωδία που γράφεται κοντά στην αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου, το παιδί της σώζεται, το ίδιο και η ίδια που δικαιώνεται· αντίθετα, στις Τρωάδες, τραγωδία γραμμένη στην καρδιά του πολέμου μεταξύ Ελλήνων, είναι η μάνα που χωρίς επιστροφή και ελπίδα χάνει το παιδί της και η ίδια σέρνεται στη σκλαβιά”.

Ο πόλεμος ο Τρωικός ως αιτία είχε και αφορμή την Αιδώ όλων των Αχαιών λόγω της προσβλητικής συμπεριφοράς του Τρώα πρίγκηπα Πάρη. Στην έκτη ραψωδία της Ιλιάδας ο Έκτορας, υποκινούμενος από το αίσθημα της αιδούς, αρνείται να υπακούσει στις φρόνιμες συμβουλές της γυναίκας του Ανδρομάχης, που τον προτρέπει (Ζ 407-439), στο όνομα του παιδιού τους και της συζυγικής τους σχέσης, να μην αντιμετωπίσει τους Αχαιούς και τον Αχιλλέα έξω από τα τείχη της Τροίας αλλά μέσα, πάνω στις επάλξεις του κάστρου μαζί με τους συμπολεμιστές του.
 
Όμως, για τον Έκτορα η υπεράσπιση της πόλης του σημαίνει να θυσιαστεί πολεμώντας γενναία στην εμπροσθοφυλακή της μάχης, έξω από τα τείχη της Τροίας, γιατί μόνον έτσι θα κερδίσει μεγάλη δόξα. Όμως ο Έκτορας κατανοώντας τον πόνο της γυναίκας του υποστηρίζει κατ’ αρχάς ότι το συναίσθημα της αιδούς απέναντι στον λαό του, ο οποίος θα μπορούσε να τον θεωρήσει δειλό (κακόν) τον υποχρεώνει να μην υπακούσει στα λόγια της. Όλα τ᾽ άλλα, λέει στη γυναίκα του, είναι για τους κακούς (Ζ 441-446): “Κι εγώ, γυναίκα, τα συλλογίζομαι όλα τούτα, μα ντρέπομαι [αἰδέομαι] φοβερά τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες με τα συρτά φορέματα, να γυρέψω να φύγω μακριά από τον πόλεμο σαν δειλός, ούτε η ψυχή μου το λέει, γιατί έμαθα να είμαι γενναίος και να πολεμώ πάντα μέσα στους πρώτους ανάμεσα στους Τρώες, κερδίζοντας μεγάλη δόξα για τον πατέρα μου και για μένα τον ίδιο” Το αντίο του Έκτορα στην Ανδρομάχη
 
Η απουσία της αιδούς συνεπάγεται τη δικαιολογημένη αποδοκιμασία των άλλων, που παίρνει συχνά τη μορφή του θυμού ή της αγανάκτησης και δηλώνεται ως Νέμεσις. Η ρηματική ενέργεια της Νεμέσεως δηλώνεται με το ρήμα νεμεσσάω< οργίζομαι, θυμώνω>. Ενώ η αιδώς αποτρέπει κατά κύριο λόγο κάποιον από το να ενεργήσει ανάρμοστα σε μια συγκεκριμένη περίσταση, η Νέμεσις τον παροτρύνει να προσβάλει όσους στερούνται την αιδώ. Όταν αντίθετα, κάποιος αισθάνεται ότι με τις ανάρμοστες πράξεις του ενδέχεται να υποκινήσει την οργή (τη Νέμεσιν) των άλλων προς το πρόσωπό του, τότε διαθέτει αξιοπρέπεια, φιλότιμο, αιδώ. Έτσι, η Νέμεσις των άλλων προκαλεί την αιδώ.
 
Η σχέση αιδούς και νεμέσεως είναι συμπληρωματική, γι’ αυτό και συχνά στο έπος εμφανίζονται μαζί.
 
Ο Ποσειδώνας, όπως προηγουμένως ο Αγαμέμνονας, επιχειρεί να δώσει κουράγιο στους πανικοβλημένους Αχαιούς, καλώντας τους να συναισθανθούν αιδώ και νέμεση (Ν 121-124): [Μόνο βάλτε καθένας σας ντροπή [αιδώ] και φιλότιμο [νέμεση] μέσα σας, γιατί μεγάλη μάχη έχει σηκωθεί κιόλας. Ο βροντόφωνος Έκτορας πολεμά τώρα πια κοντά στα καράβια μας, όλος δύναμη, και έσπασε πόρτες και το μεγάλο σύρτη.]
 
Το νεοελληνικό «φιλότιμο» στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει ότι οι πολεμιστές οφείλουν στις κρίσιμες στιγμές να συναισθάνονται ότι θα κατηγορηθούν δειλοί, αν δεν ανταποκριθούν στις επιταγές της μάχης. Εξάλλου, τη νέμεση των συμπολεμιστών του φοβάται σε μια στιγμή αδυναμίας ο Μενέλαος, όταν, πάνω από το σώμα του νεκρού Πάτροκλου και υπό την άμεση απειλή του Έκτορα, διχάζεται ανάμεσα σε δύο επιλογές (Ρ 91-95): [Αλίμονο σε μένα, αν αφήσω τα όμορφα όπλα και τον Πάτροκλο, που κείτεται εδώ για τη δική μου την τιμή, φοβούμαι μήπως κανένας από τους Δαναούς, αν τύχει και με δει, θυμώσει [νεμεσήσεται] μαζί μου· αν όμως πάλι, έτσι μόνος που είμαι, πολεμήσω με τον Έκτορα και με τους Τρώες από ντροπή [αἰδεσθείς], μήπως με περικυκλώσουν εμένα τον ένα πολλοί]
 
Ο ήρωας καλείται στην προκειμένη περίπτωση να διαλέξει ένα από τα δύο, ή να εγκαταλείψει τα όπλα και το σώμα του Πάτροκλου κινδυνεύοντας να δεχθεί την οργή των συμπολεμιστών του (τη νέμεση)· ή από ντροπή προς τους Αχαιούς (αἰδεσθείς) να μείνει στο πεδίο της μάχης, με κίνδυνο όμως να χάσει τη ζωή του. Η αιδώς κατά κάποιον τρόπο επιδιώκει να ματαιώσει τη νέμεση, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να είναι απόλυτα δικαιολογημένη, εφόσον ο νεκρός Πάτροκλος θυσιάστηκε για την τιμή του Μενελάου. Επομένως, η αιδώς δεν αποτελεί μόνο κίνητρο για να εμπλακεί ο πολεμιστής στη μάχη, αλλά είναι και αφορμή υπεράσπισης της τιμής των φίλων του.
 
Νέμεσις
 
Επειδή η αιδώς μέσω της νεμέσεως λειτουργεί ανασταλτικά στην ανεξέλεγκτη δράση, συνδυάζεται συχνά με αισθήματα, όπως είναι: η έκπληξη, ο θαυμασμός, ο σεβασμός που εμπνέει τον φόβο προς κάποιον ανώτερο, η συμπάθεια ή ο οίκτος και το έλεος, κυρίως προς τους «ξένους» και τους ικέτες, που βρίσκονται σε ανίσχυρη θέση και χρειάζονται βοήθεια. Η αιδώς αποτρέπει τον ισχυρό (οικοδεσπότη ή ικετευόμενο) από το να βλάψει τον ανυπεράσπιστο (ξένο ή ικέτη του)· διαφορετικά ενδέχεται η αφιλόξενη ή ανελέητη συμπεριφορά του να αποκαλυφθεί δημόσια, υποκινώντας την εκδίκηση των Θεών. Ο ικέτης από την άλλη μεριά, προκαλεί τον δυνατό να θεωρήσει, συνειδητοποιώντας την αξιοθρήνητη κατάσταση του άλλου (ξένου ή ικέτη) ότι τα ξένα βάσανα θα μπορούσαν να αφορούν και δικούς του, ή να γίνουν και δικά του.
 
Έτσι, αιδώς και έλεος, στα συμφραζόμενα της ξενίας ή/και της ικεσίας, συνιστούν αφορμές για συναισθητική σύγκλιση ανάμεσα στον ξένο/ικέτη και στον ξενιστή/ικετευόμενο – σχέση που, με τα παρεπόμενα ενδεχόμενα της προσφοράς φαγητού, των δώρων/λύτρων και του ύπνου, αποτελεί μια μορφή φιλότητος.
 
Στον πόλεμο της Ιλιάδας όλες οι ικετευτικές εκκλήσεις για αιδώ και έλεος των ανυπεράσπιστων ικετών αντιπάλων (που ανήκουν όλοι στην παράταξη των Τρώων) απορρίπτονται, μαζί με τα προσφερόμενα άποινα, από τους ικετευόμενους, οι οποίοι εξοντώνουν τα ανυπεράσπιστα θύματά τους με ανελέητο τρόπο. Στην αρχή του έπους, ενώ όλοι οι Αχαιοί ζητούν από τον Αγαμέμνονα να σεβαστεί (αἰδεῖσθαι, Α 23) τον γέροντα ιερέα Χρύση και τα αμέτρητα λύτρα που προσφέρει για να πάρει πίσω την κόρη του, ο βασιλιάς των Αχαιών διώχνει τον σεβάσμιο γέροντα ικέτη απειλώντας τον με θάνατο.
 
Στον επίλογο της Ιλιάδας το προηγούμενο αρνητικό σκηνικό αντιστρέφεται. Εξάλλου, η απώλεια της αιδούς και του ελέους εκ μέρους του Αχιλλέα υποκινεί τη λύτρωση του ατιμασμένου νεκρού Έκτορα. Πρώτα ο Απόλλωνας, διαμαρτυρόμενος στους Ολυμπίους, κατηγορεί τον Αχιλλέα για τον «αναιδή» και ανελέητο τρόπο με τον οποίο προσβάλλει το σώμα του αντιπάλου του, λέγοντας (Ω 44-45): [Έτσι ο Αχιλλέας την έχασε τη συμπόνια [ἔλεον] μέσα του και ούτε νιώθει ντροπή [αἰδώς], που πολύ ζημιώνει ή ωφελεί τους ανθρώπους.] Λίγο μετά, όταν ο Πρίαμος ικετεύει τον Αχιλλέα να του επιστρέψει τον μονάκριβο, νεκρό του γιο, τον καλεί να σεβαστεί τους Θεούς αλλά και, φέρνοντας στη θύμησή του τον δικό του πατέρα Πηλέα, να λυπηθεί τον γέροντα βασιλιά (Ω 503-506): [Όμως σεβάσου [αἰδεῖο] τους θεούς, Αχιλλέα· θυμήσου τον πατέρα σου και λυπήσου [ἐλέησον] εμένα· εγώ είμαι πιο αξιολύπητος [ἐλεεινότερος]· βάσταξα πράγματα, που κανένας άλλος θνητός πάνω στη γη δεν τα βάσταξε ως τώρα, να φέρω στο στόμα μου τα χέρια του ανθρώπου που σκότωσε τα παιδιά μου]

Γενικότερα, η αιδώς συντηρεί κάθε είδους φιλότητα κοινωνική κι ερωτική.
 
Η έλλειψη της αιδούς οδηγεί κάποιο πρόσωπο στην ύβρη αλαζονική συμπεριφορά, που, καθώς υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια, προσβάλλει την τιμή των άλλων. Η αιδώς είναι μια πολύπλευρη ηθική έννοια που νοείται ως αίσθημα ντροπής, ως αίσθημα προφύλαξης της τιμής του ατόμου μέσα από τον σεβασμό για τον εαυτό του, και ως σεβασμός προς τους άλλους ανθρώπους. Η αιδώς ήταν ένας εσωτερικός μηχανισμός σεβασμού που συγκρατούσε τον άνθρωπο ώστε να μην κάνει το κακό, προκαλούσε συναισθήματα ντροπής μπροστά στην προοπτική να κάνει κάτι σε βάρος των άλλων.
 
Το άτομο συναισθανόμενο ντροπή για τις πράξεις του, που παρεκκλίνουν από τα κοινωνικώς αποδεκτά πρότυπα, διαφυλάττει την τιμή και την αξιοπρέπειά του, ενώ παράλληλα εκφράζει μέσω αυτού του αισθήματος και το σεβασμό για τους συνανθρώπους του. Ο σεβασμός προς τους άλλους σημαίνει τόσο την εκτίμηση για τη γνώμη που σχηματίζει ο άλλος άνθρωπος, όσο και την αποφυγή προσβολής ή ενόχλησης του άλλου.
 
Αιδώς είναι η ηθική συνείδηση και το ηθικό συναίσθημα, είναι η κυρίαρχη τιμωρός δύναμη όλων των γενναίων ανδρών. Ένας πανάρχαιος άγραφος Νόμος των Ελλήνων, στον οποίον πειθαρχούσαν αγογγύστως όλοι εκείνοι που ένοιωθαν υπεύθυνα άτομα, υπεύθυνοι ηγέτες, άξιοι προς μίμηση.
 
Θεά Πειθώ: Η πολύπλευρη δύναμη του ανθρώπινου λόγου
 
Η Πειθώ ήταν η Θεά που προσωποποιούσε την πειθώ, τη μεγάλη και πολύπλευρη δύναμη του ανθρώπινου λόγου. Η Πειθώ ωστόσο εμφανίζεται αρχικώς ως Θεότητα όχι του λόγου, αλλά της ερωτικής δράσεως, δηλαδή του έρωτα και του γάμου. Αναφέρεται κάπως συγκεχυμένα, ως κόρη της Αφροδίτης και του Ερμή. Η Πειθώ λατρευόταν άλλοτε ως αυτόνομη Θεότητα και άλλοτε ως βοηθός άλλων Θεοτήτων, όπως της Αφροδίτης, του Πόθου, του Ίμερου, των Ωρών και των Χαρίτων.
 
Ο Ησίοδος στο έργο του Θεογονία αναφέρει την Πειθώ, την οποία εντοπίζει μόνο μία από τις τρεις χιλιάδες κόρες του Ωκεανού και της Τηθύος. Αυτή η Πειθώ είναι διαφορετική. Εκπροσωπεί την ιδέα της διασκέδασης, της ευγλωττίας και τη δύναμης της ρητορικής, η οποία Ρητορική στηρίζεται στην “τέχνη της Πειθούς”. Ο ελεγειακός ποιητής Ερμησιάναξ διαφωνεί με τους προκατόχους του, αφού καθιστά και την Πειθώ μια από τις Χάριτες.
 
Δεδομένου ότι οι εκστρατείες είναι ουσιαστικά αποτέλεσμα της Πειθούς του εκάστοτε πολιτικού, έτσι με τη διαδικασία της αποπλάνησης, ο υποψήφιος προσπαθεί να σαγηνεύσει τους ψηφοφόρους μέσα από τις λέξεις και τις εικόνες για να του χορηγηθεί η ψήφος τους. Οι πληροφορίες που μας έχουν μείνει είναι ασαφείς και αόριστες για την ακριβή ταυτότητά της. Αναφέρεται επίσης ως Θεά ή πνεύμα με γοητευτική ομιλία, με στόχο την αποπλάνηση, απαγωγή και τον βιασμό, μαζί με την δύναμη -BIA. Σπανιότερα το κύριο όνομα «Πειθώ» απαντάται ως επίθετο και θρησκευτική επίκληση της Θεάς Αφροδίτης και της Θεάς Αρτέμιδος.
 
Η Πειθώ της Ανδρομάχης και η Αιδώς του Εκτωρα
 
Η Ανδρομάχη κόρη του γενναίου Αετίωνος, που κάτωθεν της δενδρωμένης Πλάκου της Θήβης εβασίλευε και των Κιλίκων όλων (Ζ 395-397), «πολύδωρη» σύζυγος του Έκτορα της Τροίας, τρυφερή μητέρα του Αστυάνακτα:
 
Ο Έκτορας και οι σύντροφοι τη γλυκομάτα φέρνουν
από τη Θήβα την ιερή κι απ’ την Πλακία, τις βρύσες
οπόχει τις αστείρευτες, την τρυφερή Ανδρομάχη,
πάν’ απ’ τα πέλαα τ’ αρμυρά με τα γοργά
καράβια κι ολόχρυσα πολλά μαζί στριφτά βραχιόλια φέρνουν
και πορφυρά φορέματα με κεντητά λουλούδια,
και φέρνουν πλουμοσκάλιστα στολίδια κι απ’ ασήμι
ποτήρι· αντάμ’ αμέτρητα κι ελεφαντόδοντο άσπρο.
Σαπφώ, απ. 44 Ρ
 
Το ξεκλήρισμα της οικογένειάς της από τον Αχιλλέα τον ένατο χρόνο του πολέμου τον περιγράφει η ίδια στον Έκτορα, σε μια προσπάθεια να πείσει τον άνδρα της να λυπηθεί την ερημιά της. Μέσα από την αφήγησή της αντλούμε τις εξής πληροφορίες που αφενός φανερώνουν το ήθος του Αχιλλέα, αφετέρου προοικονομούν τον θάνατο του Έκτορα αλλά και την τύχη της ίδιας μέσα από την αφήγηση για τη μητέρα της.
 
Λέει λοιπόν: Ο Αχιλλέας 1) σκότωσε τον πατέρα της· 2) σκότωσε όλα της τα αδέλφια· 3) αφάνισε τα κοπάδια τους· 4) κατέλαβε την πόλη της Θήβας· 5) άρπαξε πολλά λάφυρα· 6) σεβάστηκε τον νεκρό πατέρα της και τον έθαψε με τα όπλα του και με τις πρέπουσες τιμές· 7) αιχμαλώτισε τη μητέρα της, την ελευθέρωσε όμως έναντι λύτρων, και εκείνη πέθανε τελικά στο σπίτι του άνδρα της. (Ζ 414-427) Η αναφορά στα δεινά και την ερημιά της αιτιολογούν τα αισθήματα που τρέφει για τον άνδρα της. Με τον «αγώνα λόγων» που δίνει προσπαθεί να επηρεάσει συναισθηματικά τον Έκτορα, ώστε να εφαρμόσει μια πιο αμυντική τακτική και να μη μονομαχήσει με τον Αχιλλέα.

Η αφήγηση της Ανδρομάχης για το πώς ο Αχιλλέας φέρθηκε στον νεκρό πατέρα της συνειρμικά φέρνει στον νου τον τρόπο με τον οποίο ο μοιραίος για τη ζωή τη δική της και των μελών της οικογένειάς της Έλληνας πολεμιστής αντιμετώπισε το νεκρό σώμα του Έκτορα -το γύμνωσε από το όπλα, το τραυμάτισε ακόμη και νεκρό, το κακοποίησε σέρνοντάς το πίσω από το άρμα του και γύρω από τον τάφο του Πατρόκλου ή από τα τείχη της Τροίας. Γνωρίζουμε ότι η Αιδώς του Εκτωρα υπερίσχυσε της Πειθούς της Ανδρομάχης.
 
Στην περίπτωση του αρχαιοελληνικού γάμου, η σχέση της Πειθούς ήταν βαθύτερη, επειδή ο γαμπρός έπρεπε να διαπραγματευθεί με τον πατέρα της υποψήφιας νύφης και να τον πείσει, ως προς τα οικονομικά του προκειμένου να την παντρευτεί. Οι πιο επιθυμητές γυναίκες προσέλκυαν πολλούς υποψήφιους μνηστήρες και ο πειστικός λόγος καθόριζε συχνά τον βαθμό επιτυχίας τους. Η Πειθώ συνήθως εκπροσωπείται ως μια γυναίκα με τα χέρια της υψωμένα να εγκαταλείπει την σκηνή ενός βιασμού, συνοδευόμενη μερικές φορές από ένα λευκό περιστέρι και μια μπάλα νήματος ως ένδειξη δέσμευσης.
 
Σε λίγες διάσπαρτες λογοτεχνικές αναφορές, καθώς και μια σειρά από διαζώματα και ελληνικά αγγεία, η Πειθώ περιγράφεται ως συνοδός του Έρωτα και της Αφροδίτης.  Ανάμεσα σε αυτά που έχουν διασωθεί είναι και η μαρμάρινη στήλη που απεικονίζει την Πειθώ να συμμετέχει έμμεσα στο γοητευτικό σκηνικό της αποπλάνησης της ωραίας Ελένης μαζί και η Αφροδίτη με τον Έρωτα και τον Πάρη.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (643-677)

νῆ᾽ ὀλίγην αἰνεῖν, μεγάλῃ δ᾽ ἐνὶ φορτία θέσθαι·
μείζων μὲν φόρτος, μεῖζον δ᾽ ἐπὶ κέρδει κέρδος
645 ἔσσεται, εἴ κ᾽ ἄνεμοί γε κακὰς ἀπέχωσιν ἀήτας.
Εὖτ᾽ ἂν ἐπ᾽ ἐμπορίην τρέψας ἀεσίφρονα θυμὸν
βούληαι χρέα τε προφυγεῖν καὶ λιμὸν ἀτερπέα,
δείξω δή τοι μέτρα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης,
οὔτε τι ναυτιλίης σεσοφισμένος οὔτε τι νηῶν.
650 οὐ γάρ πώ ποτε νηὶ γ᾽ ἐπέπλων εὐρέα πόντον,
εἰ μὴ ἐς Εὔβοιαν ἐξ Αὐλίδος, ᾗ ποτ᾽ Ἀχαιοὶ
μείναντες χειμῶνα πολὺν σὺν λαὸν ἄγειραν
Ἑλλάδος ἐξ ἱερῆς Τροίην ἐς καλλιγύναικα.
ἔνθα δ᾽ ἐγὼν ἐπ᾽ ἄεθλα δαΐφρονος Ἀμφιδάμαντος
655 Χαλκίδα τ᾽ εἲς ἐπέρησα· τὰ δὲ προπεφραδμένα πολλὰ
ἄεθλ᾽ ἔθεσαν παῖδες μεγαλήτορες· ἔνθα μέ φημι
ὕμνῳ νικήσαντα φέρειν τρίποδ᾽ ὠτώεντα.
τὸν μὲν ἐγὼ Μούσῃσ᾽ Ἑλικωνιάδεσσ᾽ ἀνέθηκα
ἔνθά με τὸ πρῶτον λιγυρῆς ἐπέβησαν ἀοιδῆς.
660 τόσσον τοι νηῶν γε πεπείρημαι πολυγόμφων·
ἀλλὰ καὶ ὣς ἐρέω Ζηνὸς νόον αἰγιόχοιο·
Μοῦσαι γάρ μ᾽ ἐδίδαξαν ἀθέσφατον ὕμνον ἀείδειν.
Ἤματα πεντήκοντα μετὰ τροπὰς ἠελίοιο,
ἐς τέλος ἐλθόντος θέρεος, καματώδεος ὥρης,
665 ὡραῖος πέλεται θνητοῖς πλόος· οὔτε κε νῆα
καυάξαις οὔτ᾽ ἄνδρας ἀποφθείσειε θάλασσα,
εἰ δὴ μὴ πρόφρων γε Ποσειδάων ἐνοσίχθων
ἢ Ζεὺς ἀθανάτων βασιλεὺς ἐθέλῃσιν ὀλέσσαι·
ἐν τοῖς γὰρ τέλος ἐστὶν ὁμῶς ἀγαθῶν τε κακῶν τε.
670 τῆμος δ᾽ εὐκρινέες τ᾽ αὖραι καὶ πόντος ἀπήμων·
εὔκηλος τότε νῆα θοὴν ἀνέμοισι πιθήσας
ἑλκέμεν ἐς πόντον φόρτον τ᾽ ἐς πάντα τίθεσθαι·
σπεύδειν δ᾽ ὅττι τάχιστα πάλιν οἶκόνδε νέεσθαι
μηδὲ μένειν οἶνόν τε νέον καὶ ὀπωρινὸν ὄμβρον
675 καὶ χειμῶν᾽ ἐπιόντα Νότοιό τε δεινὰς ἀήτας,
ὅς τ᾽ ὤρινε θάλασσαν ὁμαρτήσας Διὸς ὄμβρῳ
πολλῷ ὀπωρινῷ, χαλεπὸν δέ τε πόντον ἔθηκεν.

***
Το μικρό το πλοίο να επαινείς, στο μεγάλο όμως τα φορτία σου να βάζεις.
Πιο μεγάλο το φορτίο, πιο μεγάλο και το κέρδος πάνω στο κέρδος
θα ᾽ναι, αν οι αέρηδες κρατήσουν μακριά τα κακά φυσήματά τους.
Κι αν στο εμπόριο στρέφεις τη μωρή ψυχή σου
και θέλεις τα χρέη να ξεφύγεις και το λιμό τον άχαρο,
τα μέτρα θα σου δείξω εγώ της θάλασσας της πολυτάραχης,
δίχως πεπειραμένος να ᾽μαι ούτε στη ναυτιλία ούτε στα πλοία.
650 Γιατί ποτέ ως τώρα σε πλοίο επάνω δεν έπλευσα τον πόντο τον πλατύ,
παρά μονάχα στην Εύβοια απ᾽ την Αυλίδα, όπου οι Αχαιοί
υπομένοντας το βαρύ χειμώνα συγκέντρωσαν στρατό
από την ιερή Ελλάδα για την Τροία με τις ωραίες γυναίκες.
Από εκεί εγώ για τους αγώνες του φιλοπόλεμου Αμφιδάμαντα
πέρασα στη Χαλκίδα. Πολλά τα έπαθλα όρισαν με προκήρυξη
οι γιοι του γενναιόκαρδου. Εκεί, το βεβαιώνω,
κέρδισα τρίποδα με λαβές νικώντας μ᾽ έναν ύμνο.
Κι αυτόν εγώ αφιέρωσα στις Μούσες του Ελικώνα,
εκεί που πρώτη φορά με βάλανε στου καθαρού του τραγουδιού το δρόμο.
660 Τόση είναι η πείρα μου από τα πλοία τα καλοκάρφωτα.
Μα κι έτσι το θέλημα θα πω του Δία που βαστάει αιγίδα.
Αφού οι Μούσες μού διδάξανε να ψάλλω ύμνο μ᾽ ανέκφραστη ομορφιά.
Για μέρες πενήντα μετά το ηλιοστάσιο,
σαν φτάσει το κορύφωμα του θέρους, της κοπιαστικής τής εποχής,
είναι ο καιρός του πλου για τους θνητούς. Ούτε το πλοίο σου
τότε θα τσάκιζες, ούτε τους άντρες σου θ᾽ αφάνιζε η θάλασσα,
εκτός κι αν πρόθυμα ο Ποσειδώνας που σείει τη γη
ή και ο Δίας, ο βασιλιάς των αθανάτων, θελήσει να σε καταστρέψει.
Γιατί σ᾽ αυτούς η εκπλήρωση ανήκει και των καλών και των κακών εξίσου.
670 Τότε οι αύρες ευδιάκριτες φυσούν κι ο πόντος είναι άβλαβος.
Τότε το πλοίο το γοργό σύρε στον πόντο δίχως φόβο,
με πίστη στους ανέμους, και μέσα βάλε όλο το φορτίο.
Και σπεύδε όσο πιο γρήγορα πίσω στο σπίτι να γυρίσεις,
μήτε να περιμένεις το νέο κρασί, τη φθινοπωρινή βροχή,
την καταιγίδα που έρχεται, και του νοτιά τις θύελλες τις φοβερές:
αυτός τη θάλασσα ξεσηκώνει, έτσι που συνοδεύει τη φθινοπωρινή
και άφθονη βροχή του Δία, και κάνει άγριο τον πόντο.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1067-1104)

ΔΙ. καὶ τὴν Θέτιν γ᾽ ἔγημε διὰ τὸ σωφρονεῖν ὁ Πηλεύς.
ΑΔ. κᾆτ᾽ ἀπολιποῦσά γ᾽ αὐτὸν ᾤχετ᾽· οὐ γὰρ ἦν ὑβριστὴς
οὐδ᾽ ἡδὺς ἐν τοῖς στρώμασιν τὴν νύκτα παννυχίζειν·
1070 γυνὴ δὲ σιναμωρουμένη χαίρει· σὺ δ᾽ εἶ κρόνιππος.
σκέψαι γάρ, ὦ μειράκιον, ἐν τῷ σωφρονεῖν ἅπαντα
ἅνεστιν, ἡδονῶν θ᾽ ὅσων μέλλεις ἀποστερεῖσθαι,
παίδων, γυναικῶν, κοττάβων, ὄψων, πότων, κιχλισμῶν.
καίτοι τί σοι ζῆν ἄξιον, τούτων ἐὰν στερηθῇς;
1075 εἶἑν. πάρειμ᾽ ἐντεῦθεν εἰς τὰς τῆς φύσεως ἀνάγκας.
ἥμαρτες, ἠράσθης, ἐμοίχευσάς τι, κᾆτ᾽ ἐλήφθης·
ἀπόλωλας· ἀδύνατος γὰρ εἶ λέγειν. ἐμοὶ δ᾽ ὁμιλῶν
χρῶ τῇ φύσει, σκίρτα, γέλα, νόμιζε μηδὲν αἰσχρόν.
μοιχὸς γὰρ ἢν τύχῃς ἁλούς, τάδ᾽ ἀντερεῖς πρὸς αὐτόν,
1080 ὡς οὐδὲν ἠδίκηκας· εἶτ᾽ εἰς τὸν Δί᾽ ἐπανενεγκεῖν,
κἀκεῖνος ὡς ἥττων ἔρωτός ἐστι καὶ γυναικῶν·
καίτοι σὺ θνητὸς ὢν θεοῦ πῶς μεῖζον ἂν δύναιο;
ΔΙ. τί δ᾽, ἢν ῥαφανιδωθῇ πιθόμενός σοι τέφρᾳ τε τιλθῇ;
ἕξει τινὰ γνώμην λέγειν τὸ μὴ εὐρύπρωκτος εἶναι;
1085 ΑΔ. ἢν δ᾽ εὐρύπρωκτος ᾖ, τί πείσεται κακόν;
ΔΙ. τί μὲν οὖν ἂν ἔτι μεῖζον πάθοι τούτου ποτέ;
ΑΔ. τί δῆτ᾽ ἐρεῖς, ἢν τοῦτο νικηθῇς ἐμοῦ;
ΔΙ. σιγήσομαι. τί δ᾽ ἄλλο; ΑΔ. φέρε δή μοι φράσον·
συνηγοροῦσιν ἐκ τίνων;
1090 ΔΙ. ἐξ εὐρυπρώκτων. ΑΔ. πείθομαι.
τί δαί; τραγῳδοῦσ᾽ ἐκ τίνων;
ΔΙ. ἐξ εὐρυπρώκτων. ΑΔ. εὖ λέγεις.
δημηγοροῦσι δ᾽ ἐκ τίνων;
ΔΙ. ἐξ εὐρυπρώκτων. ΑΔ. ἆρα δῆτ᾽
1095 ἔγνωκας ὡς οὐδὲν λέγεις;
καὶ τῶν θεατῶν ὁπότεροι
πλείους σκόπει. ΔΙ. καὶ δὴ σκοπῶ.
ΑΔ. τί δῆθ᾽ ὁρᾷς;
ΔΙ. πολὺ πλείονας, νὴ τοὺς θεούς,
τοὺς εὐρυπρώκτους· τουτονὶ
1100 γοῦν οἶδ᾽ ἐγὼ κἀκεινονὶ
καὶ τὸν κομήτην τουτονί.
ΑΔ. τί δῆτ᾽ ἐρεῖς;
ΔΙ. ἡττήμεθ᾽, ὦ κινούμενοι.
πρὸς τῶν θεῶν δέξασθέ μου
θοἰμάτιον, ὡς
ἐξαυτομολῶ πρὸς ὑμᾶς.

***
ΔΙΚ. Και ως ηθικός, γυναίκα του πήρε ο Πηλέας τη Θέτη.
ΑΔΙ. Και εκείνη τον παράτησε· δεν ήταν, βλέπεις, μάγκας·
ολονυχτίες δεν ήξερε και γλύκες στο κρεβάτι·
1070 θέλει η γυναίκα δούλεμα γερό, μωρέ ξεκούτη.
Στο Φειδιππίδη.
Σκέψου τί φέρνει η ηθική, νεαρέ μου, σκέψου πόσες
χαρές θα στερηθείς, αν πας μ᾽ αυτή, παιδιά, γυναίκες,
γέλια σκαστά και λιχουδιές και κότταβους και γλέντια.
Αλλ᾽ αν σου λείψουν όλ᾽ αυτά τί αξίζει πια να ζήσεις;
Σε κάποια στραβοτιμονιά σ᾽ έσπρωξε, ας πούμε, η φύση·
ξένη γυναίκα αγάπησες, πήγες μ᾽ αυτή, σε πιάσαν·
χαμένος πας, αν ρήτορας δεν είσαι· ενώ, μαζί μου…
γέλα και πήδα, όπου σε παν οι ορμές σου, βούτα σε όλα.
Με παντρεμένη αν σ᾽ έπιασαν, «και τί κακό έχω κάμει;»
1080 στον άντρες της θα πεις, κι ευθύς θ᾽ αναφερθείς στο Δία·
γυναίκες κι έρωτας, θα πεις, κι εκείνον τον νικούνε·
εσύ ο θνητός, πιο δυνατός απ᾽ το θεό θα γίνεις;
ΔΙΚ. Μα αν κάνοντας αυτά που λες, του χώσουνε ρεπάνι
στον πισινό και με καυτή του τη μαδήσουν στάχτη,
ξεπατωμένο θα το λεν κι αντίλογο δε θα ᾽χει.
ΑΔΙ. Και τί σπουδαίο κακό σαν είναι τέτοιος;
ΔΙΚ. Χειρότερο κακό στον κόσμο υπάρχει;
ΑΔΙ. Κι αν σου αποδείξω πως γελιέσαι; Τότε;
ΔΙΚ. Μα θα σωπάσω, τί άλλο; ΑΔΙ. Εμπρός απάντα:
Ποιοί βλέπεις να δικηγορούν;
1090 ΔΙΚ. Οι κουνιστοί. ΑΔΙ. Πολύ σωστά.
Και τραγωδίες ποιοί παίζουνε;
ΔΙΚ. Οι κουνιστοί. ΑΔΙ. Καλά το λες.
Ποιοί μπαίνουν στην πολιτική;
ΔΙΚ. Οι κουνιστοί. ΑΔΙ. Κατάλαβες
λοιπόν πως έχεις άδικο;
Κι απ᾽ τους θεατές οι πιο πολλοί
τί να ᾽ναι λες; Γιά κοίτα τους.
ΔΙΚ. Κοιτάω. ΑΔΙ. Τί βλέπεις το λοιπόν;
ΔΙΚ. Οι κουνιστοί, μά τους θεούς,
πολύ απ᾽ τους άλλους πιο πολλοί·
νά, αυτόν τον ξέρω εγώ καλά
1100 κι αυτόν με τα μακριά μαλλιά.
ΑΔΙ. Και το συμπέρασμα λοιπόν;
ΔΙΚ. Τη φάγαμε. Ω γυναικωτοί,
κι εγώ σ᾽ εσάς αυτομολώ,
δεχτείτε με, παρακαλώ,
νά, πάρτε το παλτό μου.
Ρίχνει το ιμάτιό του στα εδώλια των θεατών και χάνεται ανάμεσά τους, ενώ έρχεται πίσω ο Στρεψιάδης.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΜΑΛΘΕΙΑ

ΑΜΑΛΘΕΙΑ
(αστερισμός)
 
Στον αστερισμό του Ηνιόχου* (Εριχθόνιος), στους ώμους του οδηγού της άμαξας υπάρχουν δύο λαμπρά αστέρια, η Αἶγα δεξιά και Ἔριφοι (αριστερά). Ο Ερατοσθένης μεταφέρει την πληροφορία του Μουσαίου ότι η κατσίκα αυτή είναι καταστερισμένη μία από τις τροφούς στις οποίες παρέδωσε η Θέμιδα τον μικρό Δία· της τον είχε εμπιστευτεί η Ρέα, για να σώσει το παιδί από τις βουλιμικές τάσεις του πατέρα του Κρόνου. Το όνομα της τροφού ήταν Αμάλθεια, Νύμφη, που μαζί με τις αδελφές της Ίδη και Αδράστεια μεγάλωσαν τον μικρό Δία με μέλι και γάλα κατσίκας.
 
Για να προφυλάξει τον μικρό Δία η Νύμφη Αμάλθεια τον κρέμασε σε ένα δέντρο, για να μην τον βρει ο πατέρας του ούτε στη γη, ούτε στον ουρανό, ούτε στη θάλασσα. Γύρω του μάζεψε τους Κουρήτες, ώστε με τα τραγούδια, τους χορούς, τα χτυπήματα των ασπίδων τους να καλύπτουν το κλάμα ή τις φωνές του παιδιού. Και έθρεφε το παιδί με το γάλα μιας κατσίκας που ονομαζόταν Αἲξ.
Αυτή ήταν κόρη του Ήλιου, που και η όψη της μόνο προκαλούσε τρόμο ακόμη και στους Τιτάνες, τόσο που ζήτησαν από τη Γη να κρύψει το ζώο σε μια σπηλιά στην Κρήτη. Όταν ο Δίας έφτασε σε ηλικία να πολεμήσει τον πατέρα του και τους άλλους Τιτάνες, όντας άοπλος, έφτιαξε από το δέρμα της κατσίκας που τον είχε θρέψει μια πανοπλία που ονομάστηκε αἰγίδα από την αἶγα του, άτρωτη και φοβερή, πόσο μάλλον που στο κέντρο της τοποθέτησε ένα γοργόνειο, δηλαδή το πρόσωπο μιας Γοργόνας που είχε αντί για μαλλιά φίδια, στο στόμα χοντρούς χαυλιόδοντες, μάτια σπινθηροβόλα και βλέμμα τόσο διαπεραστικό που όποιος παρασυρόταν από αυτό και την κοιτούσε μεταμορφωνόταν σε πέτρα -πέτρωνε από τον φόβο του. Ύστερα ο Δίας κάλυψε τα οστά της κατσίκας του με άλλο δέρμα, της έδωσε ξανά ζωή και την έκανε αθάνατη τοποθετώντας την, τιμής ένεκεν, στον ουρανό.
 
Διηγούνταν ότι ο Δίας, παίζοντας μια μέρα με την κατσίκα, άθελά του έσπασε ένα κέρατό της και το χάρισε στην Αμάλθεια λέγοντάς της ότι από αυτό θα βγαίνουν θαυμαστά όλοι οι καρποί της γης που η Νύμφη θα ζητούσε. Αυτό ήταν το κέρας της Αμαλθείας ή της Αφθονίας.
 
Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις Αμάλθεια ήταν το όνομα της κατσίκας που έθρεψε με το γάλα της τον μικρό Δία (Καλλίμ., Ύμνος εις Δία 46).
 
Ο Παλαίφατος (3ος αι. π.Χ.) αφηγείται ότι η Αμάλθεια ήταν μια ωραία ξενοδόχος στις Θεσπιές με την οποία περνούσε χρόνο πολύ ο Ηρακλής και μαζί με τον Ιόλαο της έτρωγαν τα κέρδη που έβαζε σε ένα κέρατο (περί απίστων 45).
--------------------------
*Αστερισμός του Ηνιόχου
 
Τοῦτον λέγουσιν ὅτι ὁ Ζεὺς ἰδὼν πρῶτον ἐν ἀνθρώποις ἅρμα ζεύξαντα [ἵππων], ὅς ἐστιν Ἐριχθόνιος ἐξ Ἡφαίστου καὶ Γῆς γενόμενος, καὶ θαυμάσας ὅτι τῇ τοῦ Ἡλίου ἀντίμιμον ἐποιήσατο διφρείαν ὑποζεύξας ἵππους λευκοὺς <ἀνήγαγεν εἰς τὰ ἄστρα>· πρῶτόν τε ᾿Αθηνᾷ πομπὴν ἤγαγεν ἐν ἀκροπόλει καὶ ἐποιήσατο πρὸς τούτοις ἐπιφανῆ τὴν θυσίαν αὐτῆς <τὸ ξόανον> σεμνύνων. λέγει δὲ καὶ Εὐριπίδης περὶ τῆς γενέσεως αὐτοῦ τὸν τρόπον τοῦτον· Ἣφαιστον ἐρασθέντα Ἀθηνᾶς βούλεσθαι αὐτῇ μιγῆναι, τῆς δὲ ἀποστρεφομένης καὶ τὴν παρθενίαν μᾶλλον αἱρουμένης ἔν τινι τόπῳ τῆς Ἀττικῆς κρύπτεσθαι, ὃν λέγουσι καὶ ἀπ' ἐκείνου προσαγορευθῆναι Ἡφαιστεῖον· ὃς δόξας αὐτὴν κρατήσειν καὶ ἐπιθέμενος πληγεὶς ὑπ' αὐτῆς τῷ δόρατι ἀφῆκε τὴν ἐπιθυμίαν, φερομένης εἰς τὴν γῆν τῆς σπορᾶς· ἐξ ἧς γεγενῆσθαι λέγουσι παῖδα, ὃς ἐκ τούτου Ἐριχθόνιος ἐκλήθη, καὶ αὐξηθεὶς τοῦθ' εὗρε καὶ ἐθαυμάσθη ἀγωνιστὴς γενόμενος· ἤγαγε δ' ἐπιμελῶς τὰ Παναθήναια καὶ ἅρμα ἡνιόχει ἔχων παραβάτην ἀσπίδιον ἔχοντα καὶ τριλοφίαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς· ἀπ' ἐκείνου δὲ κατὰ μίμησιν ὁ καλούμενος ἀποβάτης.
 
Ἐσχημάτισται δ' ἐν τούτῳ ἡ Αἲξ καὶ οἱ Ἒριφοι. Μουσαῖος γάρ φησι Δία γεννώμενον ἐγχειρισθῆναι ὑπὸ Ῥέας Θέμιδι, Θέμιν δὲ Ἀμαλθείᾳ δοῦναι τὸ βρέφος, τὴν δὲ ἔχουσαν αἶγα ὑποθεῖναι, τὴν δ' ἐκθρέψαι Δία· τὴν δὲ Αἶγα εἶναι Ἡλίου θυγατέρα φοβερὰν οὕτως ὥστε τοὺς κατὰ Κρόνον Θεούς, βδελυττομένους τὴν μορφὴν τῆς παιδός, ἀξιῶσαι <τὴν> Γῆν κρύψαι αὐτὴν ἔν τινι τῶν κατὰ Κρήτην ἄντρων· καὶ ἀποκρυψαμένην ἐπιμέλειαν αὐτῆς τῇ Ἀμαλθείᾳ ἐγχειρίσαι, τὴν δὲ τῷ ἐκείνης γάλακτι τὸν Δία ἐκθρέψαι· ἐλθόντος δὲ τοῦ παιδὸς εἰς ἡλικίαν καὶ μέλλοντος Τιτᾶσι πολεμεῖν, οὐκ ἔχοντος δὲ ὅπλα, θεσπισθῆναι αὐτῷ τῆς αἰγὸς τῇ δορᾷ ὅπλῳ χρήσασθαι διά τε τὸ ἄτρωτον αὐτῆς καὶ φοβερὸν καὶ διὰ τὸ εἰς μέσην τὴν ῥάχιν Γοργόνος πρόσωπον ἔχειν· ποιήσαντος δὲ ταῦτα τοῦ Διὸς καὶ τῇ τέχνῃ φανέντος διπλασίονος, τὰ ὀστᾶ δὲ τῆς αἰγὸς καλύψαντος ἄλλῃ δορᾷ καὶ ἔμψυχον αὐτὴν καὶ ἀθάνατον κατασκευάσαντος, αὐτὴν μέν φασιν ἄστρον οὐράνιον [κατασκευάσαι]
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,13

Να ζεις στιγμές, να μετράς χαμόγελα και να κυνηγάς το παρακάτω της ζωής

Κι αυτές οι στιγμές… Άτιμο πράγμα, έρχονται και φεύγουν.
Τις ζεις, τις απολαμβάνεις αλλά μες τον πυρετό τους, δεν τις καταλαβαίνεις.

Περνά ο χρόνος, περνούν κι αυτές. Κι εσύ απομένεις να συνειδητοποιείς τι στ’ αλήθεια έγινε.
Τι ήταν αυτό που έζησες; Τι ομορφιά έκρυβε μέσα του; Πόσο γρήγορα πέρασε;
Κυρίως αυτή είναι η αίσθηση… Του πόσο γρήγορα πέρασε η στιγμή. Ήρθε και χάθηκε.
Έμεινε η ανάμνηση.

Μια ακόμη ανάμνηση τοποθετημένη σε προθήκη για να έχεις να την καμαρώνεις. Να θυμάσαι και να λες: όμορφα πράγματα έζησα.

Κι όντως έζησες.
Κι εκτιμάς και σέβεσαι.
Γιατί το κάθε χαμόγελο που σου σκάει η ζωή πρέπει να το σέβεσαι και να το υπολογίζεις. Είναι που δεν ξέρεις αν και πότε θα υπάρξει επόμενο.

Μόνο ελπίζεις.
Και μπορεί η ελπίδα να πεθαίνει τελευταία, αλλά και η ζωή τις εκπλήξεις της τις κάνει.
Όπως και να’ χει οι στιγμές που ήρθαν και πέρασαν είναι η δύναμή σου να προχωράς παρακάτω.

Είναι η αναζήτηση νέων που σου δίνει κίνητρο. Είναι η μνήμη που θέλει να δημιουργήσει κι άλλη μνήμη.

Συλλέκτης στιγμών ο άνθρωπος, το ξέρεις δα καλά.
Και κάνεις ό,τι μπορείς κι εσύ να πλουτίσεις τη συλλογή σου.
Ζεις τη ζωή σου όπως ξέρεις και μπορείς. Κι όταν δεν μπορείς, προσπαθείς. Παλεύεις για εκείνο το παραπάνω που θα σου χαρίσει μερικά χαμόγελα ευτυχίας.
Εκείνα τα χαμόγελα των γεμάτων στιγμών, της πληρότητας μέσα σου.

Μεγάλο πράγμα να’ σαι γεμάτος μέσα σου. Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να το αντικαταστήσει.
Γι’ αυτό παλεύεις, γι’ αυτό όλα.
Και το χρόνο που περνά δεν τον πολυσυμπαθείς, είναι η αλήθεια. Αλλά αυτός γεννήθηκε για να τρέχει κι εσύ για να τον κυνηγάς. Απλό είναι.
Τρέχετε και οι δυο, ο ένας μπροστά κι ο άλλος πίσω.
Ξέρεις ότι δε θα του παραβγείς ποτέ. Έτσι είναι δα φτιαγμένο το σύμπαν.
Αλλά δε σε πειράζει. Αυτό που σε νοιάζει είναι στο ατέλειωτο κυνηγητό σας, εκείνου να του πέφτουν στιγμές κι εσύ να τις μαζεύεις.

Να ευτυχείς για όσο κρατούν κι ύστερα, με αυτές για κινητήριο δύναμη, να κυνηγάς άλλες.
Κι έτσι να κυλά η ζωή. Κι έτσι να μην τη σπαταλάς.
Κι έτσι να είσαι πλήρης.

Αυτό δε θέλει ο καθένας άλλωστε;
Στιγμές να ζει κι ύστερα να θυμάται, χαμόγελα να μετρά κι ένα παρακάτω να έχει να το κυνηγά και να ελπίζει…

Οι προκαταλήψεις που μας κρατούν μακριά από την ευτυχία

Όλοι επιζητούν την ευτυχία, αλλά η επίτευξή της μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ακόμα κι όταν πάρετε ακριβώς αυτό που θέλετε, συχνά καταλήγετε να είστε λιγότερο ευτυχισμένοι από όσο πιστεύατε ότι θα ήσασταν. Η ευτυχία μας ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια. Γιατί όμως;

Ο καθηγητής ψυχολογίας του Yale, Laurie Santos, εξηγεί τις ενοχλητικές προκαταλήψεις που όλοι έχουμε και εμποδίζουμε την ίδια την ευτυχία μας. Στη συνέχεια, εξηγεί πώς μπορούμε να τις ξεπεράσουμε.

Οι 4 προκαταλήψεις που εμποδίζουν την ευτυχία μας

1. Η διαίσθηση μας απογοητεύει

Έχετε ορισμένα πράγματα τα οποία θέλετε στη ζωή σας και είναι λογικό να υποθέτετε ότι όταν τα αποκτήσετε, θα γίνετε ευτυχισμένοι. Κι όμως, εδώ πέφτουμε έξω. Το 2000, οι ερευνητές Tim Wilson και Dan Gilbert εφηύραν και μια λέξη γι’ αυτό: miswanting. Όλοι το έχουμε νιώσει αυτό• μπορεί να νομίζουμε ότι μια γιορτή θα μας κάνει χαρούμενους, αλλά τελικά μας κάνει να βαριόμαστε. Μπορεί να νομίζουμε ότι ένα πτυχίο ή μια αλλαγή καριέρας θα μας ικανοποιήσει, αλλά δεν το κάνει.

Πολλές φορές συμβαίνει το αντίθετο: το πάρτι που αποφεύγαμε, μας διασκεδάζει, ένας χωρισμός που προσπαθούσαμε να αποφύγουμε, μας ανακουφίζει τελικά. Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αποτυγχάνουν να προβλέψουν πώς θα τους επηρεάσουν τα γεγονότα και καταλήγουν έκπληκτοι όταν η πραγματικότητα δεν ταιριάζει με τις προσδοκίες τους.

2. Σκεφτόμαστε με σχετικούς όρους

Αν κερδίζατε ένα μετάλλιο στους Ολυμπιακούς, μάλλον θα σκέφτεστε ότι αν κερδίζατε το χρυσό θα ήσασταν περισσότερο ευτυχισμένοι από το να κερδίζατε το ασημένιο ή το αργυρό. Αλλά οι έρευνες υποστηρίζουν ότι τα πράγματα δεν συμβαίνουν έτσι.

Ο εγκέφαλός μας ζυγίζει την αξία των εμπειριών μας σε σχέση με άλλα πράγματα, είτε είναι άλλοι άνθρωποι, είτε απλά ο παρελθοντικός μας εαυτός. Οι μισοί συμμετέχοντες σε μια έρευνα είπαν ότι θα δέχονταν πρόθυμα $50,000 λιγότερο το χρόνο, αν αυτό σήμαινε ότι θα έπαιρναν περισσότερα από τους συνομηλίκους τους, και μια άλλη μελέτη βρήκε ότι οι άνεργοι ένιωθαν πιο ευτυχισμένοι σε περιοχές με υψηλά ποσοστά ανεργίας. Όμως, αυτό διαστρεβλώνει πλήρως το τι θέλουμε πραγματικά εμείς, καθώς βρισκόμαστε συνεχώς να συγκρινόμαστε με άλλους.

3. Συνηθίζουμε καταστάσεις και πράγματα

Σκεφτείτε την τελευταία φορά που ήσασταν πραγματικά ευτυχισμένοι. Ίσως όταν ξεκινούσατε μια νέα εργασία, όταν αγοράσατε το τελευταίο κινητό σας, όταν βγήκατε τα πρώτα ραντεβού με τον άνθρωπο των ονείρων σας. Ακόμα κι αν νιώσατε ευτυχία εκείνες τις φορές, το πιθανότερο είναι ότι δεν διήρκεσαν πολύ, σωστά;

Αυτό οφείλεται σε ένα φαινόμενο που ονομάζεται ηδονική προσαρμογή. Βασικά, ο εγκέφαλός σας δεν παραμένει σε απόλυτη ευτυχία για πάντα – σταδιακά μειώνει τα επίπεδα και τα συναισθήματα επαναφέρονται στο συνηθισμένο. Αυτό συμβαίνει με πολλά πράγματα: με τις σπουδές, με τα αντικείμενα, με τις σχέσεις, με όλες τις χαρές της ζωής. Είναι λίγο θλιβερό, αν σκεφτεί κανείς πόσο θέλουμε να διατηρήσουμε το συναίσθημα εκείνων των στιγμών.

4. Δεν συνειδητοποιούμε ότι συνηθίζουμε

Είναι θλιβερό το ότι τα καλά πράγματα γρήγορα μετατρέπονται σε ουδέτερα και βαρετά. Αλλά αυτό που είναι ακόμα θλιβερότερο είναι το γεγονός ότι εκπλησσόμαστε γι’ αυτό. Οι περισσότερες αλλαγές στη ζωή μας έχουν γίνει το «νέο φυσιολογικό», κι όμως εμείς πιστεύουμε ότι την επόμενη φορά θα είναι διαφορετικά. Αυτό ονομάζεται προκατάληψη επίδρασης και συμβαίνει όταν υπερεκτιμάμε την επίδραση των μελλοντικών εμπειριών με δύο τρόπους: το πόσο έντονα σκεφτόμαστε γι’ αυτό και πόσο πολύ θα διαρκέσει το συναίσθημα.

Όλες οι σχέσεις με τους ανθρώπους που αγαπάμε απαιτούν προσπάθεια, αλλά η ανταμοιβή είναι ανεκτίμητη

Η ευτυχία ανέκαθεν εξαρτιόταν από τις προσωπικές σχέσεις. Η αγάπη μπορεί να μην είναι το μόνο πράγμα που «θέτει τον κόσμο σε κίνηση», αλλά αναμφίβολα είναι ένα από τα πιο σημαντικά. Ποιον να αγαπήσουμε και πώς να τον αγαπήσουμε, είναι αποφάσεις με τις οποίες όλοι ερχόμαστε αντιμέτωποι κάποια στιγμή στη ζωή μας.

Αν και μέχρι να ενηλικιωθούμε έχουμε λίγες επιλογές στο ποιοι είναι τα μέλη του άμεσου οικογενειακού κύκλου μας, ακόμα και τα σχολιαρόπαιδα επιλέγουν μεταξύ των συμμαθητών τους ποιους θα κάνουν φίλους στην αίθουσα ή στο προαύλιο. Οι στενοί φίλοι γίνονται εξαιρετικά σημαντικοί στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, καθώς μαθαίνουμε να συνάπτουμε προσωπικούς δεσμούς εκτός σπιτιού. Έπειτα ακολουθεί ο ενθουσιασμός της ανακάλυψης της σεξουαλικότητας και του ειδυλλίου και οι πρώτες «ερωτικές» σχέσεις.

Αλλά η δημιουργία σχέσεων αγάπης είναι ένα μόνο μέρος της ιστορίας⋅ το να γνωρίζουμε πότε να λήξουμε μια στενή φιλία ή τουλάχιστον να την υποβιβάσουμε από προσωπική σε απλώς κοινωνική σχέση, αργά ή γρήγορα αφορά όλους μας. Λίγοι από εμάς φτάνουμε στη μέση ηλικία χωρίς να έχουμε αποχωριστεί κάποιον που αγαπάμε, ακόμα και γονιό, παιδί ή αδελφό.

Οι παντοτινοί φίλοι μπορεί ξαφνικά να αποδειχτούν άπιστοι ή εκμεταλλευτές. Ένα μεγάλο ποσοστό γάμων και συμβιώσεων καταλήγουν σε διαζύγιο ή στο αντίστοιχό του. Άρα πώς θα μεγιστοποιήσουμε τις ευκαιρίες μας να κατακτήσουμε την ευτυχία μέσα από τις στενές σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας;

Αν και ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει τη δύναμη της ερωτικής πράξης, η εκτενής και λεπτομερής ανάλυσή του περί αγάπης (φιλία) και σχέσεων μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη γιατί δεν αντιμετωπίζει τις σεξουαλικές σχέσεις ως εγγενώς ιδιάζουσες ή ποιοτικά διαφορετικές από άλλους δεσμούς αγάπης. Οι σχέσεις που εμπεριέχουν ερωτική πράξη είναι απλώς ένα υποσύνολο της κατηγορίας φίλοι, που συχνά μεταφράζεται υπερβολικά απλοϊκά ως «φίλοι». Οι ίδιες βασικές αρχές αφορούν τόσο τις σεξουαλικές (δηλαδή τον γάμο ή παρόμοια σύμφωνα συμβίωσης) όσο και τις μη σεξουαλικές φιλίες. Όλες οι σχέσεις με τους ανθρώπους που αγαπάμε απαιτούν προσπάθεια, αλλά η ανταμοιβή είναι ανεκτίμητη.

Ο Αριστοτέλης θεωρούσε την αγάπη θεμελιώδη για τη ζωή του ανθρώπου. Πολλοί από εμάς φανταζόμαστε ότι η αγάπη κάθε είδους συμβαίνει μυστικά και αυθόρμητα, αλλά ο Αριστοτέλης ήξερε ότι είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Αρχίζει την περιγραφή της ανθρώπινης κοινωνίας με την αρχέγονη και, καθώς λέει, «φυσικότατη» σχέση – τη γαμήλια μονάδα.

Αυτή είναι μια εξαιρετικά έντονη μορφή φιλίας. Υπάρχει ανάμεσα σε εσάς και το ξεχωριστό πρόσωπο που παντρεύεστε ή επιλέγετε να ζήσετε μόνιμα μαζί του. Οραματίζεται ένα ετεροφυλόφιλο ζεύγος άντρα και γυναίκας, που ενώνεται με στόχο την αμοιβαία υποστήριξη, με συμπληρωματικές σφαίρες αρμοδιότητας.

Γιατί ο έρωτας ξεθωριάζει;

Όταν ερωτευόμαστε, η αλήθεια είναι πως βάζουμε τον οργανισμό μας στη διαδικασία τρελής παραγωγής ορμονών και βιοχημικών αντιδράσεων. Η παραγωγή ορμονών βρίσκεται στο ζενίθ, διότι στον εγκέφαλό μας εκκρίνεται η ορμόνη της αγάπης, οξυτοκίνη. Επιπροσθέτως, οι ενδορφίνες πλημμυρίζουν τον οργανισμό μας, για αυτό τον πρώτο ειδικά καιρό, ο ερωτευμένος αισθάνεται υπερβολική ευφορία και χαρά, ειδικότερα όταν αντικρίζει το αγαπημένο και προσφιλές πρόσωπο.

Δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε με απόλυτη βεβαιότητα το λόγο που υπάρχει αυτό το συναίσθημα που λέγεται έρωτας. Αυτό που έχουν υποστηρίξει μερικοί βιολόγοι, είναι πως στην ουσία δεν υπάρχει έρωτας, αλλά ένα ένστικτο το οποίο καλεί ανθρώπους και ζώα να αφήσουν απογόνους και να διαιωνίσουν το είδος. Άλλοι υποστηρίζουν πως τους πρώτους έξι μήνες το ερωτικό συναίσθημα βρίσκεται στο ζενίθ, σε μία προσπάθεια να προστατευθεί το πρωτόγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Πάντως, όποια και αν είναι η πηγή προέλευσης, αναμφίβολα, πρόκειται για ένα δυνατό συναίσθημα που καταλύει τη λογική και ενισχύει περισσότερο την παράλογη δράση του ανθρώπου. Ο κάθε άνθρωπος έχει να θυμάται έστω και μία φορά στη ζωή του, μία περίοδο στην οποία είχε κυριευτεί από έρωτα και δεν είχε απόλυτη επίγνωση των πράξεών του.

Είναι όμως μία απορία πολλών: Γιατί ο έρωτας δεν κρατάει αλλά ξεθωριάζει τις περισσότερες φορές; Είναι βέβαιο πως και ο έρωτας δεν ζει για πάντα, κάποια στιγμή αποδυναμώνεται ή λιγοστεύει.

Στον έρωτα – και αυτό εξηγεί το γιατί τις περισσότερες φορές έχει ημερομηνία λήξης – δεν αγαπάς τον άλλον για αυτό που είναι πραγματικά. Δεν έχεις προλάβει να ζυγίσεις τα θετικά και τα αρνητικά του, να τον δεις ως μία ολότητα που εμπεριέχει τόσο προτερήματα όσο και ελαττώματα. Ο έρωτας δεν έχει τη λογική του να σε βάλει στη διαδικασία να γνωρίσεις τον άλλο άνθρωπο; Τις περισσότερες φορές καταλήγεις να τον εξιδανικεύεις.

Αν το σκεφτούμε πιο αναλυτικά, θα διαπιστώσουμε πως στον έρωτα, εκφράζουμε στην ουσία τις δικές μας ανάγκες πάνω σε ένα άλλο πρόσωπο. Σε αντίθεση με την αγάπη, ο έρωτας είναι σκληρός, κτητικός και δεν χαρακτηρίζεται από ηθικούς φραγμούς. Παραμένει όμως ένα πολύ δυνατό συναίσθημα που σίγουρα ενδυναμώνει τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου και του χαρίζει και αυτός σημαντικά βιώματα ζωής.

Ανθρωπογονία

Ήταν κάποτε χρόνοι, όταν θεοί βέβαια ήταν, θνητά όμως γένη δεν ήταν. Σαν ήρθε λοιπόν και για τούτα ο προορισμένος χρόνος της γένεσης, έπλασαν αυτά οι θεοί μέσα στη γη από γη και φωτιά, σμίγοντας και όσα με τη φωτιά και με τη γη γίνονται κράμα. Και σαν έμελλαν να τα φέρουν αυτά στο φως, πρόσταξαν τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να τα στολίσουν και να τους μοιράσουν δυνάμεις στο καθένα όπως πρέπει. Του Προμηθέα όμως του ζήτησε ο Επιμηθέας να κάνει αυτός τη διανομή, και σαν εγώ κάνω τη διανομή, είπε, επιθεώρησέ τα· και έτσι τον έπεισε και έκανε τη διανομή. Κάνοντας λοιπόν τη διανομή, σε άλλα κολλούσε δύναμη χωρίς ταχύτητα, ενώ τα ασθενέστερα τα στόλιζε με ταχύτητα· άλλα όπλιζε, σ’ άλλα δίνοντας άοπλη φύση, κάποιαν άλλη γι’ αυτά μηχανευόταν δύναμη για σωτηρία. Όσα από αυτά έντυνε με μικρό σώμα, τους έδινε το πέταγμα φυγή ή υπόγεια κατοικία· όσα πάλι τα αύξαινε σε μέγεθος, με αυτό το ίδιο τα έσωζε· και τα άλλα έτσι τα εξίσωνε, κάνοντας τη διανομή. Και τούτα τα μηχανευόταν, έχοντας φόβο, μήπως κάποιο γένος αφανιστεί· και αφού βρήκε γι’ αυτά αρκετούς τρόπους διαφυγής από την αλληλο-εξόντωση, μηχανευόταν κάποια ευμάρεια για τις εποχές του χρόνου, ντύνοντας αυτά με πυκνές τρίχες και με στερεά δέρματα, ικανά να αμύνονται στο χειμώνα, δυνατά όμως και στα καύματα, και στον ύπνο για να υπάρχουν τα ίδια αυτά στρωμνή κατάλληλη και αυτόφυτη στο καθένα· και κάτω από τα πόδια άλλα με οπλές, άλλα με νύχια και δέρματα στερεά και άναιμα.

Από εδώ και πέρα τροφή άλλη στο καθένα πόριζε, σε άλλα από τη γη βότανα, σε άλλα των δέντρων τους καρπούς, σε άλλα ρίζες· ήταν και άλλα που τους έδωκε τροφή το φάγωμα άλλων ζώων και σ’ αυτά βέβαια κόλλησε την ολιγογονία, ενώ σ’ εκείνα που αναλώνονταν από τούτα έδωκε την πολυγονία, σωτηρία στο γένος πορίζοντας. Καθώς όμως δεν ήταν και πολύ σοφός ο Επιμηθέας, ξεχάστηκε και ξόδεψε τις δυνάμεις· του υπολειπόταν λοιπόν αστόλιστο των ανθρώπων το γένος, και απορούσε τι να κάνει. Όπως αυτός απορούσε, έρχεται ο Προμηθέας να επιθεωρήσει τη διανομή, και βλέπει τα άλλα ζώα, βέβαια, να έχουν τα πάντα όπως έπρεπε, τον άνθρωπο όμως γυμνό και ανυπόδητο και άοπλο· ήδη ήταν παρούσα και η προορισμένη μέρα, που έπρεπε και ο άνθρωπος να βγει από τη γη στο φως· Από απορία λοιπόν κατεχόμενος ο Προμηθέας, ποια σωτηρία για τον άνθρωπο να βρει, κλέβει του Ήφαιστου και της Αθηνάς την έντεχνη σοφία μαζί με τη φωτιά — γιατί ήταν ακατόρθωτο χωρίς φωτιά αυτή να γίνει αποκτήσιμη ή χρήσιμη σε κάποιον — και έτσι λοιπόν τη χαρίζει στον άνθρωπο. Τη σοφία βέβαια τη σχετική με το βίο ο άνθρωπος έτσι την απόχτησε, την πολιτική όμως δεν την είχε- αυτή ήταν κοντά στον Δία- και στον Προμηθέα δεν επιτρεπόταν πια να μπει στην ακρόπολη, στου Δία την κατοικία- και πάνω σ’ αυτά και οι φύλακες του Δία ήταν φοβεροί- στης Αθηνάς όμως και του Ήφαιστου το οίκημα το κοινό, όπου φιλοτεχνούσαν τα έργα τους, μπαίνει κρυφά, κλέβει την τέχνη με τη φωτιά, την τέχνη του Ηφαίστου και την άλλη της Αθηνάς, και τη δίνει στον άνθρωπο, και από τούτο έγινε για τον άνθρωπο τρόπος του βίου, όπως λένε, για την κλοπή πέρασε από δίκη.

Πάνω σ’ αυτά, όπως είδαμε μιλώντας για τον Προμηθέα, έλεγαν ακόμα πως αυτός, για να βοηθήσει τους ανθρώπους, όχι μόνο τη φωτιά τούς προμήθεψε, αλλά και το γένος τους υπερασπίστηκε, με το να αντιταχθεί στον Δία, που, σαν έγινε βασιλιάς, έδειξε φανερή αδιαφορία για την τύχη των ανθρώπων, λέγοντας πως, άμα αφανιζόταν, αυτός θα έφτιαχνε άλλο γένος- και, αυτός ο ίδιος ο Προμηθέας, έβαλε τότε μέσα στο νου των ανθρώπων ελπίδες πολλές και έκανε με αυτές να μη βλέπουν πια οι άνθρωποι σε κάθε βήμα το χαμό τους- και έκατσε ο ίδιος και τους δίδαξε τις τέχνες και τις επιστήμες όλες- ακόμα έλεγαν πως ο ίδιος ο Προμηθέας, μόνος ή με τη συνεργασία της Αθηνάς, ήταν ο πλάστης και πως ζευγαρώθηκε με την Πανδώρα, την πρώτη γυναίκα, που ήταν δημιούργημά τους, και γέννησε τον Δευκαλίωνα, τον γενάρχη των ανθρώπων.

Κάποτε όμως οι άνθρωποι είχαν γίνει τόσο κακοί, που ο Δίας αποφάσισε να τους εξαφανίσει με κατακλυσμό. Τότε ο Προμηθέας συμβούλεψε το γιο του, τον Δευκαλίωνα, να κατασκευάσει μια κιβωτό για να σωθεί. Ο Δευκαλίων κατασκεύασε την κιβωτό όπως τον συμβούλεψε ο πατέρας του και έβαλε μέσα τα απαραίτητα εφόδια. Όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα, κλείστηκε μέσα μαζί με τη γυναίκα του, την Πύρρα, την κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας. Ο Δίας έριξε πολλή βροχή χωρίς διακοπή. Το νερό γέμισε τα ποτάμια, αυτά φούσκωσαν, ξεχείλισαν και παρέσυραν ό,τι βρήκαν μπροστά τους, αγαθά και ψυχές· οι πεδιάδες έγιναν λίμνες και οι πολιτείες βούλιαξαν και χάθηκαν κάτω από τα νερά. Στο τέλος μόνο μερικές βουνοκορφές φαίνονταν πάνω σε μια απέραντη θάλασσα. Η κιβωτός με τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα έπλεε πάνω στα νερά εννιά μερόνυχτα· ύστερα κάθισε στην κορφή του Παρνασσού ή, όπως άλλοι έλεγαν, στην Όθρη ή στον Άθω ή στη Δωδώνη. Όταν η βροχή επιτέλους σταμάτησε και τα νερά αποτραβήχτηκαν, ο Δευκαλίων και η Πύρρα βγήκαν από την κιβωτό και, αφού ξαναπάτησαν τη γη, χωρίς να έχουν πάθει τίποτα, έκαναν θυσία στον Δία να τον ευχαριστήσουν για τη σωτηρία τους. Ο θεός δέχτηκε καλόκαρδα την προσφορά τους και τους είπε να του ζητήσουν όποια χάρη θέλουν. Τότε ο Δευκαλίων και η Πύρρα ζήτησαν από το θεό ανθρώπους. Ο θεός δεν αρνήθηκε και, σύμφωνα με τις οδηγίες του, ο Δευκαλίων και η Πύρρα σκέπασαν τα πρόσωπά τους, προχωρούσαν, έπαιρναν λιθάρια από τη γη και τα έριχναν πίσω τους, χωρίς να γυρίσουν να κοιτάξουν: Όπου έπεφταν τα λιθάρια του Δευκαλίωνα, η γη έβγαζε άντρες· όπου έπεφταν τα λιθάρια της Πύρρας, η γη έβγαζε γυναίκες. Έτσι έγινε ένας νέος λαός από τα λιθάρια της γης.

Ο Δευκαλίων και η Πύρρα απόκτησαν και δικά τους παιδιά: τον Έλληνα, τον Αμφικτύονα, την Πρωτογένεια, τη Μελάνθεια, τη Θυία και την Πανδώρα, που πήρε το όνομα της γιαγιάς της, της πρώτης γυναίκας. Για τον πρωτότοκο γιο τους, τον Έλληνα, το γενάρχη των Ελλήνων, είπαν πως στην πραγματικότητα δεν ήταν γιος του Δευκαλίωνα, αλλά του ίδιου του Δία. Για τον Αμφικτύονα είπαν πως κυβέρνησε την Αθήνα μετά τον Κραναό. Για την Πρωτογένεια πως ενώθηκε με τον Δία και γέννησε τον Αέθλιο. Για την Πανδώρα, πως ενώθηκε και αυτή με τον Δία και έφερε στον κόσμο τον Γραικό. Και για τη Θυία πως έκανε, πάλι από το σπέρμα του Δία, τον Μάγνητα και τον Μακεδόνα. Για τον ίδιο τον Δευκαλίωνα έλεγαν πως πρώτος έχτισε βωμούς στους θεούς, ίδρυσε πολιτείες και βασίλεψε ανάμεσα στους ανθρώπους- και ότι το βασίλειό του ήταν στη Θεσσαλία, στην περιοχή της Φθίας.

Υβρις και Νέμεσις

Η ύβρις ήταν βασική αντίληψη της κοσμοθεωρίας των αρχαίων Ελλήνων. Όταν κάποιος, υπερεκτιμώντας τις ικανότητες και τη δύναμή του (σωματική, αλλά κυρίως πολιτική, στρατιωτική και οικονομική), συμπεριφερόταν με βίαιο, αλαζονικό και προσβλητικό τρόπο απέναντι στους άλλους, στους νόμους της πολιτείας και κυρίως απέναντι στον άγραφο θεϊκό νόμο -που επέβαλλαν όρια στην ανθρώπινη δράση-, θεωρούνταν ότι διέπραττε «ὓβριν», δηλ. παρουσίαζε συμπεριφορά με την οποία επιχειρούσε να υπερβεί τη θνητή φύση του και να εξομοιωθεί με τους θεούς, με συνέπεια την προσβολή και τον εξοργισμό τους.
 
Η βίαια, αυθάδης και αλαζονική αυτή στάση/συμπεριφορά, που αποτελούσε για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο παραβίαση της ηθικής τάξης και απόπειρα ανατροπής της κοινωνικής ισορροπίας και γενικότερα της τάξης του κόσμου, πιστευόταν ότι (επαναλαμβανόμενη, και μάλιστα μετά από προειδοποιήσεις των ίδιων των θεών) οδηγούσε τελικά στην πτώση και καταστροφή του «ὑβριστοῦ» (ὓβρις > ὑβρίζω > ὑβριστής).
 
Αποδίδοντας την αντίληψη σχετικά με την ύβρη και τις συνέπειές της, όπως τουλάχιστον παρουσιάζεται στην αρχαιότερή της μορφή, με το σχήμα ὓβρις→ἂτη→νέμεσις→τίσις μπορούμε να πούμε ότι οι αρχαίοι πίστευαν πως μια «ὓβρις»συνήθως προκαλούσε την επέμβαση των θεών, και κυρίως του Δία, που έστελνε στον υβριστή την «ἂτην», δηλαδή το θόλωμα, την τύφλωση του νου. Αυτή με τη σειρά της οδηγούσε τον υβριστή σε νέες ύβρεις, ώσπου να διαπράξει μια πολύ μεγάλη α-νοησία, να υποπέσει σε ένα πολύ σοβαρό σφάλμα, το οποίο προκαλούσε την «νέμεσιν», την οργή και εκδίκηση δηλαδή των θεών, που επέφερε την «τίσιν» δηλ. την τιμωρία και τη συντριβή/καταστροφή του.
 
Από την κλασική εποχή και μετά, σε πολλές περιπτώσεις οι έννοιες Άτη, Δίκη και Νέμεσις φαίνεται να αποκτούν στη συνείδηση των ανθρώπων ισοδύναμη σημασία, αυτήν της θείας τιμωρίας.
 
Η λέξη ύβρις πέρα από τη λόγια νεοελληνική χρήση της με τις σημασίες «βρισιά» (κυρίως στον πληθυντικό αριθμό «ύβρεις») και συνακόλουθα «κάτι που θίγει την τιμή και την αξιοπρέπεια κάποιου» -οι οποίες είναι φυσιολογικές εξελίξεις της αρχαίας σημασίας-, αρκετές φορές χρησιμοποιείται και στην εποχή μας, σε πιο προσεγμένο επίπεδο λόγου, με την αρχαιοελληνική σημασία της για να χαρακτηρίσει ανάλογες αλαζονικές συμπεριφορές των ανθρώπων.
  1. ἄνασσα, τοῖς ἄλλοισιν Ἀργείων πέλας ἵστω, καθ᾽ ἡμᾶς δ᾽ οὔποτ᾽ ἐκρήξει μάχη. Σοφοκλής, Αίας, 774-775
  2. οὒ τοῦ κρατοῦντος ἡ πόλις νομίζεται; Σοφοκλής, Αντιγόνη, 738
  3. εἰ δέ κε μὴ δώωσιν ἐγὼ δέ κεν αὐτὸς ἕλωμαι ἢ τεὸν ἢ Αἴαντος ἰὼν γέρας, ἢ Ὀδυσῆος ἄξω ἑλών·· ὃ δέ κεν κεχολώσεται ὅν κεν ἵκωμαι.Ομήρου Ιλιάς, Oxford University Press, Α 137-139
  4. Ηρόδοτος, Ιστοριών α΄(Κλειώ), 30, 34.1
  5. ὅστις ἀνθρώπου φύσιν βλαστὼν ἔπειτα μὴ κατ᾽ ἄνθρωπον φρονῇ. Σοφοκλής, Αίας, 760-761
  6. ἐπεὶ πρό οἱ εἴπομεν ἡμεῖς, Ἑρμείαν πέμψαντες. Ομήρου Οδύσσεια, Oxford University Press, α 37-38
  7. ἐκ γὰρ Ὀρέσταο τίσις ἔσσεται Ἀτρεΐδαο, ὁππότ᾽ ἂν ἡβήσῃ τε καὶ ἧς ἱμείρεται αἴης. ὣς ἔφαθ᾽ Ἑρμείας, ἀλλ᾽ οὐ φρένας Αἰγίσθοιο πεῖθ᾽ ἀγαθὰ φρονέων· νῦν δ᾽ ἁθρόα πάντ᾽ ἀπέτισεν. Ομήρου Οδύσσεια, Oxford University Press, α 40-43
  8. ὓβρις γὰρ ἐξανθοῦσ’ ἐκάρπωσε στάχυν ἂτης, Αισχύλος, Πέρσαι, 821-822
  9. Αισχύλος, Επτά επί Θήβας, έκδ. Herbert Weir Smyth, 423-446
  10. πρέσβα Διὸς θυγάτηρ Ἄτη, ἣ πάντας ἀᾶται, οὐλομένη· τῇ μέν θ᾽ ἁπαλοὶ πόδες· οὐ γὰρ ἐπ᾽ οὔδει πίλναται, ἀλλ᾽ ἄρα ἥ γε κατ᾽ ἀνδρῶν κράατα βαίνει βλάπτουσ᾽ ἀνθρώπους. Ομήρου Ιλιάς, Oxford University Press, Τ 91-94
  11. τοιοῖσδέ τοι λόγοισιν ἀστεργῆ θεᾶς ἐκτήσατ᾽ ὀργήν, οὐ κατ᾽ ἄνθρωπον φρονῶν. Σοφοκλής, Αίας, 776-777
  12. Ζεῦ πάτερ, ἦ ῥα ἔτ᾽ ἔστε θεοὶ κατὰ μακρὸν Ὄλυμπον, εἰ ἐτεὸν μνηστῆρες ἀτάσθαλον ὕβριν ἔτισαν. Ομήρου Οδύσσεια, Oxford University Press, ω 351-352
Νέμεσις
 
Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη Νέμεσι, αυτή την αρχαιότατη θεότητα, που προσδιορίζεται άλλοτε ως Ιχναίη, άλλοτε ως Αδράστεια ή Ραμνουσία. Η ετυμολογία, η ρίζα του ονόματος «νέμω», δήλωνε αρχικά τη δίκαιη διανομή, τη μοιρασιά που γίνεται βάσει νόμιμης εξουσίας. Με τον καιρό απέκτησε τη σημασία της ανάληψης δικαστικής δράσης εκ μέρους της εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ως λέξη η «Νέμεσις» έχει αντικειμενική αξία και όχι υποκειμενική. Αναφέρεται στο φορέα της εξουσίας που την ασκεί.
 
Μεταφορικά λέγοντας «Νέμεσι» εννοούμε τη θεία δίκη.
 
Ήταν η Νύχτα σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησίοδου και τον Παυσανία, που δίχως σύντροφο αρσενικό γέννησε την Νέμεσι, για να κρατά σε ισορροπία τις ανθρώπινες υποθέσεις. Στα Διονυσιακά του Νόννου έχουμε μια διαφορετική άποψη, που θέλει την Νέμεσι κόρη του Ωκεανού, ενώ ο Υγίνος την περιγράφει ως δημιούργημα του Ερέβους και της Νύχτας.
 
Ονομαζόταν, επίσης, Ραμνουσία, εξαιτίας ενός αγάλματος και ενός ναού της στον Ραμνούντα, χωριό της βόρειας Αττικής. Το επίθετο Αδράστεια που της αποδόθηκε, «εκείνη από την οποία κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει», ανήκε μάλλον αρχικά στη φρυγική θεότητα Κυβέλη και της αποδόθηκε μεταγενέστερα. Η Νέμεσις ως θεότητα προσωποποιούσε μαζί με άλλες (Θέμιδα, Ειμαρμένη κ.ο.κ.) την έννοια της δικαιοσύνης και αποκαθιστούσε την τάξη (της φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας, του κόσμου), όταν αυτή διασαλευόταν. Τότε τιμωρούσε την υπεροψία και την αλαζονεία των ανθρώπων (την ύβριν). Αν κάποιος αδικεί τους άλλους συνεχώς, και κάποια στιγμή η ίδια η ζωή του θέσει οδυνηρό φρένο στη στρεβλή πορεία του, τότε μιλάμε για «θεία δίκη».

Το μυθολογικό πλαίσιο στο οποίο κινείται η Νέμεσις
 
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι υπήρχε ναός αφιερωμένος στη θεά στη Σμύρνη. Ορισμένοι συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Απολλόδωρος, γράφουν πως η Νέμεσις όταν ενώθηκε με τον Δία, γέννησε την Ελένη. Παρόλο που η Νέμεσις υπέστη μεγάλη καταδίωξη για να αποφύγει τον πόθο του Δία, ενώθηκε μαζί του με τη μορφή χήνας, όταν ο Δίας είχε τη μορφή κύκνου. Κατά την καταδίωξή της πέρασε η Νέμεσις χώρες και ηπείρους, θάλασσες όπου μεταμορφώνονταν σε ψάρι, και γενικά άλλαζε εκείνη συνέχεια μορφή. Η Νέμεσις γέννησε ένα αυγό το οποίο βρήκε στο δάσος ένας βοσκός και το έδωσε στη Λήδα.
 
Η Λήδα το έκλεισε σε ένα ερμάρι και όταν γεννήθηκε η Ελένη, την ανέθρεψε σαν κόρη της. Υπάρχουν άλλες δύο εκδοχές για το αυγό αυτό:
 
*ότι ο Ερμής το έριξε στον κόρφο της Λήδας
* ότι έπεσε από τον ουρανό.
 
Υπάρχει και μια άλλη άποψη της μυθολογικής διαδρομής της Νέμεσης. Λεγόταν πως από την ένωση του Ταρτάρου και της Νέμεσης γεννήθηκαν οι Τελχίνες. Τα ονόματά τους ήταν Χρυσός, Άργυρος και Χαλκός, από τα μέταλλα που είχαν ανακαλύψει ή κατά τον Βακχυλίδη Ακταίος, Μεγαλήσιος, Ορμενός και Λύκος. Οι Τελχίνες ήταν μάγοι και προκαλούσαν βροχή, χαλάζι, χιόνι και κεραυνούς. Ήταν πνεύματα της φωτιάς-ηφαιστειακά, από ρίζες έφτιαχναν φίλτρα θαυματουργά και κατείχαν τρομερές δεξιότητες. Περιγράφονται ενίοτε δίχως χέρια ή πόδια. Ήταν όντα αμφίβια και είχαν κάτι από άνθρωπο και κάτι από ψάρι, σαν τον Όανες της σουμερο-βαβυλωνιακής μυθολογίας. Τους περιέγραφαν με μεμβράνη στα δάχτυλα και φημισμένες οικογένειες ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από τη γενιά τους.
 
Αξιοσημείωτο είναι ότι σύμφωνα με κάποιες μυθολογικές εκδοχές, η Νέμεσις, και όχι η Λήδα, ήταν η βιολογική μητέρα της Ωραίας Ελένης. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να αναλυθεί ο Τρωϊκός πόλεμος υπό αυτό το πρίσμα, αν και δεν είναι της παρούσης. Ωστόσο, αξίζει να ειπωθεί εδώ ότι το τετράπτυχο της Αρχαίας Ελληνικής Κοσμοθέασης – ´Υβρις, Άτις, Νέμεσις, Τίσις-διαχωρίζει την έννοια της Θείας Δίκης (Νέμεσις) από αυτήν της Τιμωρίας (Τίσις).
 
Αυτός μπορεί να είναι για πολλούς ένας άνευ σημασίας διαχωρισμός εφόσον η Τίσις φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα της δράσεως της Νεμέσεως ωστόσο παραμένει μια αισθητή διαφοροποίηση η οποία υποδηλώνει ότι οι έννοιες δεν ήταν ταυτόσημες. Ακόμα και ο κοινούς νους μπορεί να το επιβεβαιώσει: η επέλαση της Νεμέσεως δεν φέρνει πάντα την τιμωρία.
 
Πέρα από αυτό, η Νέμεσις μπορεί να φέρει και την επιβράβευση, αν αυτό επιτάσσει η Κοσμική Τάξη της οποίας και είναι εκπρόσωπος.
 
Σε μία κοινωνία Υψηλής Συνειδητότητας, ο πολίτης όχι μόνο δεν θα φοβόταν την Νέμεσις αλλά θα την αποζητούσε κιόλας καθημερινά στις επικλίσεις του.
 
Σύμβολα της θεάς είναι ο πήχυς και το χαλινάρι
Τα σύμβολα αυτά είναι ενδεικτικότατα της λειτουργίας της να προσμετρά τις ανθρώπινες σκέψεις, συναισθήματα, δράσεις και να θέτει ένα όριο στην αχαλίνωτη ασυδοσία του εγωισμού των ανθρώπων. Έτσι η έπαρση των θνητών έναντι των Κοσμικών Νόμων (ύβρις) και η κατάφωρη αδιαφορία για το Κοινό Καλό, σαρώνονται με τη δράση της Νέμεσης και εδώ μοιάζει με Συμπαντική Ζυγαριά που απονέμει αέναα Δικαιοσύνη.

Ορφικός Ύμνος 61 στην Νέμεσι

Εσένα τη Νέμεση καλώ,
τη βασίλισσα την πανίσχυρη,
μέσω της οποίας αποκαλύπτονται οι πράξεις των θνητών ανθρώπων,
την αιώνια, την αξιοσέβαστη, με την απεριόριστη όραση,
εκείνη που αγαλιάζει με το ορθό και το δίκαιο
σε κάθε θνητό είναι γνωστή η επιρροή σου

και οι άνθρωποι βογγούν πίσω από τα δίκαια δεσμά σου,
γιατί κάθε σκέψη καλά κρυμμένη στο μυαλό,
ξεκάθαρα αποκαλύπτεται στη θέα σου.

Έλα ευλογημένη και ιερή Θεά, εισάκουσε την προσευχή μου,
και βάλε στη φροντίδα σου τη ζωή του πιστού σου,
την αγαθοεργή σου βοήθεια δώσε στην ώρα της ανάγκης,
και άφθονη ισχύ στη δύναμη της λογικής,
τις σκέψεις τις ασεβείς, τις αλαζονικές και τις χαμερπείς διώξε μακριά.

Οι Θεοί φεύγουν

«Οι Θεοί φεύγουν!» Αυτό ήταν το επιφώνημα του Γάλλου περιηγητή και εκδότη Joseph François Michaud (1809-1864) όταν έβλεπε τo 1830 στον Πειραιά τα πλοία, τα οποία αποκαλούσε πειρατικά καράβια, να μπαρκάρουν γεμάτα αρχαίους θησαυρούς, κάτω από τα βλέμματα και τις οδηγίες των «παραγγελιοδόχων της επιστήμης», όπως ονομάτιζε τους εμπόρους.

Οι λεηλασίες που υπέστησαν οι αρχαίοι θησαυροί των Αθηνών έχουν συζητηθεί και αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικών εργασιών, δημοσιεύσεων αλλά και προβληματισμών σε διεθνές επίπεδο. Μπορεί να είναι ευρέως γνωστή η περίπτωση του άρπαγα Έλγιν, αλλά δεν ήταν παρά μόνον ένας από τους χιλιάδες βέβηλους που άπλωσαν τα χέρια τους για να αρπάξουν θησαυρούς από τα σπλάχνα της αττικής γης.

Η περιγραφή του Michaud για την Αθήνα, όταν την επισκέφθηκε, είναι συγκλονιστική. Έγραφε πως δεν υπήρχε ούτε δρόμος ούτε πλατεία ούτε μοναστήρι ούτε εκκλησία. Περπατώντας κάποιος ανάμεσα στα ερείπια έπρεπε να βάζει σημάδια, όπως στην έρημο, για να ξαναβρεί τον δρόμο. Το πουλί των Αθηνών, η κουκουβάγια, η οποία συχνά ξεπετιόταν μέσα από τα ερείπια ενός τζαμιού ή μιας εκκλησίας, είχε μετατραπεί σε σύμβολο της άφωνης και ερημικής εγκατάλειψης. Συμπλήρωνε όμως ότι η ερήμωση της «πόλης μητέρας των Τεχνών» δεν ήταν έργο μόνον του πολέμου και της πυρκαγιάς.

Οι δύο αυτές μάστιγες βρήκαν πολυάριθμους συνεργάτες, οι οποίοι δεν έπρεπε να αναζητηθούν μεταξύ των βαρβάρων. Πολλοί ήταν εκείνοι που έμαθαν ότι οι «πέτρες» είχαν αξία και ότι μπορούσαν να τις πουλήσουν. Από τότε άρχισε η εξαγωγή αναρίθμητων γλυπτών και μαρμάρων. Μόλις κυριευόταν μια πόλη, η λεηλασία και οι αρπαγές διαρκούσαν από λίγες ώρες μέχρι μερικές ημέρες.

Αλλά η διαρπαγή και ο όλεθρος στην Αθήνα συνεχίστηκαν επί χρόνια. Στόλοι στάλθηκαν στην Ανατολή για να σταματήσουν την πειρατεία και οι πειρατές τιμωρήθηκαν. Αλλά οι πειρατές των αρχαιοτήτων εξακολούθησαν ήσυχοι την αρπαγή τους χωρίς να ακουστεί καμιά διαμαρτυρία από το βήμα των ευρωπαϊκών Κοινοβουλίων, τις ακαδημίες ή τα φιλελληνικά κομιτάτα.

Η Σμύρνη και όλες οι παραθαλάσσιες πόλεις της Ανατολής γέμισαν από «συντρίμμια των Αθηνών». Πουλιoύνταν στην αγορά, όπως τα τόπια υφάσματος ή η ξερή σταφίδα. Όλοι γύρευαν να αποκτήσουν τα λείψανα της πόλης του Θησέα. Υπήρχαν δίκες και καταγγελίες στους Καδήδες για Ερμές, τμήματα γλυπτών από το Γυμνάσιο ή επιγραφές που έφεραν το όνομα ενός Θεού ή ενός σοφού της Ελλάδας.

Ο περιηγητής αυτός υπήρξε μάρτυρας των αρπαγών στα διάφορα λιμάνια της Ανατολής. Φαίνεται, δε, ότι η Σμύρνη ήταν το μεγαλύτερο κέντρο του ληστρικού αυτού εμπορίου. Η αιτία μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί στην παρουσία εκεί του περίφημου Φωβέλ, για τον οποίο πρέπει να ανοίξει ιδιαίτερος φάκελος έρευνας ώστε να αποκαλυφθεί ο ρόλος του ως αρχαιοκάπηλου. Η παρουσία του στην Αθήνα, τα προηγούμενα χρόνια, τα τελευταία της Τουρκοκρατίας, είναι γνωστή. Κατά την Επανάσταση, μετακινήθηκε στη Σμύρνη, απ’ όπου εξακολούθησε το ανθελληνικό έργο του. Εξάλλου έγραφε στον «Ανατολικό Παρατηρητή», ένα μισελληνικό γαλλικό φύλλο, το οποίο με τις ψευδολογίες του έκανε μεγάλο κακό στον αγώνα των Ελλήνων.
 

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (618-642)

Η ναυσιπλοΐα

Εἰ δέ σε ναυτιλίης δυσπεμφέλου ἵμερος αἱρεῖ·
εὖτ᾽ ἂν Πληιάδες σθένος ὄβριμον Ὠρίωνος
620 φεύγουσαι πίπτωσιν ἐς ἠεροειδέα πόντον,
δὴ τότε παντοίων ἀνέμων θυίουσιν ἀῆται·
καὶ τότε μηκέτι νῆα ἔχειν ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ,
γῆν δ᾽ ἐργάζεσθαι μεμνημένος, ὥς σε κελεύω·
νῆα δ᾽ ἐπ᾽ ἠπείρου ἐρύσαι πυκάσαι τε λίθοισι
625 πάντοθεν, ὄφρ᾽ ἴσχωσ᾽ ἀνέμων μένος ὑγρὸν ἀέντων,
χείμαρον ἐξερύσας, ἵνα μὴ πύθῃ Διὸς ὄμβρος.
ὅπλα δ᾽ ἐπάρμενα πάντα τεῷ ἐγκάτθεο οἴκῳ,
εὐκόσμως στολίσας νηὸς πτερὰ ποντοπόροιο·
πηδάλιον δ᾽ εὐεργὲς ὑπὲρ καπνοῦ κρεμάσασθαι.
630 αὐτὸς δ᾽ ὡραῖον μίμνειν πλόον εἰς ὅ κεν ἔλθῃ·
καὶ τότε νῆα θοὴν ἅλαδ᾽ ἑλκέμεν, ἐν δέ τε φόρτον
ἄρμενον ἐντύνασθαι, ἵν᾽ οἴκαδε κέρδος ἄρηαι,
ὥς περ ἐμός τε πατὴρ καὶ σός, μέγα νήπιε Πέρση,
πλωίζεσκ᾽ ἐν νηυσί, βίου κεχρημένος ἐσθλοῦ·
635 ὅς ποτε καὶ τύιδ᾽ ἦλθε πολὺν διὰ πόντον ἀνύσσας,
Κύμην Αἰολίδα προλιπὼν ἐν νηὶ μελαίνῃ,
οὐκ ἄφενος φεύγων οὐδὲ πλοῦτόν τε καὶ ὄλβον,
ἀλλὰ κακὴν πενίην, τὴν Ζεὺς ἄνδρεσσι δίδωσιν.
νάσσατο δ᾽ ἄγχ᾽ Ἑλικῶνος ὀιζυρῇ ἐνὶ κώμῃ,
640 Ἄσκρῃ, χεῖμα κακῇ, θέρει ἀργαλέῃ, οὐδέ ποτ᾽ ἐσθλῇ.
τύνη δ᾽, ὦ Πέρση, ἔργων μεμνημένος εἶναι
ὡραίων πάντων, περὶ ναυτιλίης δὲ μάλιστα.

***
Αν τώρα σε πιάσει ο πόθος για την τρικυμιώδη ναυτιλία:
όταν οι Πλειάδες, τον ισχυρό και δυνατό Ωρίωνα
620 για να ξεφύγουν, στο νεφελώδη πόντο πέφτουν,
τότε μανιάζουνε πνοές ανέμων κάθε είδους.
Μην έχεις τότε πια το πλοίο σου στο κρασάτο πέλαγος,
μα δούλευε τη γη κι έχε στο νου σου όσα σου παραγγέλλω.
Τράβα το πλοίο στη στεριά κι ασφάλισέ το με λιθάρια
ολόγυρα, να συγκρατούν αυτά το μένος των ανέμων που υγρά φυσούν,
αφού τον πίρο βγάλεις, για να μη σαπίσει η βροχή του Δία το πλοίο.
Κι όλα τα ξάρτια τακτοποιημένα στο σπίτι σου μέσα απόθεσε,
αφού μαζέψεις μ᾽ ευκοσμία τα φτερά του ποντοπόρου πλοίου.
Και το καλοφτιαγμένο το πηδάλιο κρέμασ᾽ το πάνω απ᾽ τον καπνό.
630 Κι εσύ ο ίδιος περίμενε την εποχή του πλου, ωσότου να ᾽ρθει.
Τότε το πλοίο το γοργό σύρε στη θάλασσα και μέσα του
φορτίο να ετοιμάσεις όσο πρέπει, ώστε στο σπίτι σου να φέρεις κέρδος,
όπως, πολύ ανόητε Πέρση, ο πατέρας ο δικός μου και δικός σου
έπλεε στα καράβια, γιατί ᾽χε ανάγκη για ένα βιος καλό.
Αυτός μια μέρα έφτασε κι εδώ αφού διέσχισε θάλασσα πολλή,
αφού την Κύμη την αιολική άφησε πίσω του σε μαύρο πλοίο μέσα,
όχι την αφθονία προσπαθώντας να ξεφύγει, τον πλούτο και την ευτυχία,
μα την κακή τη φτώχεια, που ο Δίας στους ανθρώπους δίνει.
Και πλάι στον Ελικώνα, σε κώμη ελεεινή κατοίκησε,
640 στην Άσκρα, κακή το χειμώνα, το θέρος ανυπόφορη, ποτέ καλή.
Εσύ να θυμάσαι, Πέρση, όλα τα έργα στον καιρό τους,
και μάλιστα όταν αφορούν τη ναυτιλία.