Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

1. Απόπειρα ενός χαρακτηρισμού 
 
Ένας από τους εξέχοντες γλωσσολόγους της εποχής μας, ο Wil­helm Schulze, παραδέχτηκε ότι αισθανόταν την ελληνική γλώσσα ως «την υψηλότερη έκφραση του γλωσσικού πνεύματος του ανθρώπου» (Kleine Schriften, 1933, 47). Παρόμοια ήταν και η κρίση που είχε διατυπώσει ήδη ο Wilhelm von Humboldt. Ο Theodor Benfey αποκάλεσε την ελληνική «ομολογουμένως την τελειότερη όλων των γλωσσών» (Geschichte der Sprachwissenscbaft, 1869, 640). Δεν πρόκειται για κρίσεις ειδικευμένων ελληνιστών, αλλά ερευνητών που κατέχουν πολλές γλώσσες· είναι επομένως απόσταγμα πλούσιων γλωσσικών εμπειριών. Παρόλα αυτά δεν πιστεύω ότι π.χ. ένας Κινέζος με υψηλή μόρφωση, γνώστης και των δικών μας κλασικών γλωσσών, θα έκρινε τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Είναι ασύλληπτα δύσκολο[1] να αξιολογήσει κανείς γλώσσες, αντιπαραβάλλοντας τη μια προς την άλλη, αφού δεν έχουν διαμορφωθεί ακόμη επιστημονικές μέθοδοι για κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό ο Wilhelm Schulze, ο οποίος είχε ακριβή γνώση του πράγματος και φρόντιζε να ακριβολογεί, προσθέτει στην παραδοχή του και έναν περιορισμό: «δεν εξετάζω αν αυτό συμβαίνει δίκαια ή άδικα».
 
Τα ελληνικά μάς φαίνονται ιδιαίτερα εύηχα. Είναι πραγματικά πολύ πλούσια σε φωνήεντα. Εντούτοις, τα αρχαία ελληνικά που ομιλούνται σε μας, στο μάθημα και περιστασιακά σε απαγγελίες και στη σκηνή του θεάτρου, είναι ένα προϊόν της καθέδρας. Πώς πραγματικά ηχούσε η ελληνική όταν απήγγειλε ο Όμηρος, δεν μπορούμε να το φανταστούμε. Επομένως δεν μπορούμε να αποφανθούμε ούτε και για τον εύηχο χαρακτήρα της. Όσο για την εκφραστική ικανότητα της ελληνικής γλώσσας, οι απαραίτητες για την περίπτωση συγκριτικές έρευνες μόλις έχουν ξεκινήσει. Οι έρευνες αυτές δείχνουν ότι η ελληνική ανέπτυξε ήδη στο καθαρά νοητικό πεδίο νέα, άγνωστα έως τότε μέσα έκφρασης (π.χ. την παρεμβαλλόμενη επεξήγηση· τη δομή «όχι μόνον - αλλά και»· την «διαβάθμιση επιπέδων του ευκταίου»: «κατά προτίμηση... αν όμως αυτό δεν γίνεται, τότε τουλάχιστον...»)· καθώς φαίνεται λοιπόν, οι Έλληνες έχουν και εδώ να επιδείξουν ανακαλύψεις παρόμοιες με εκείνες που έκαναν σε άλλους τομείς. Αδιαμφισβήτητο είναι επίσης ότι η ελληνική έχει στη διάθεσή της έναν ιδιαίτερο μορφολογικό πλούτο (π.χ. τον δυικό αριθμό, τη μέση φωνή) και ένα τεράστιο λεξιλόγιο. Για να συνταχθεί όμως ένας πραγματικός ισολογισμός αυτού του πλούτου θα έπρεπε να διαπιστωθούν τα κενά που μπορεί να παρατηρηθούν αντισταθμιστικά σε κάποια άλλα σημεία (π.χ. μικρότερος αριθμός πτώσεων από ό, τι στα λατινικά· έλλειψη μιας ορολογίας της βούλησης, κ.τ.λ.). Εκτός αυτού, ο μορφολογικός πλούτος μιας γλώσσας δεν συνιστά από μόνος του αξία ούτε είναι ένδειξη υψηλού επιπέδου ανάπτυξης· σε ορισμένους τομείς οι πρωτόγονες γλώσσες παρουσιάζουν έναν απροσδόκητο πλούτο μορφών. Με όλες αυτές τις μεμονωμένες κρίσεις κινούμαστε σε πεδίο αβεβαιότητας· για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητη μια βασική διευκρίνηση.
 
Η γλώσσα είναι δεδομένη απ’ αρχής μαζί με τον άνθρωπο εν γένει, η δημιουργία της γλώσσας είναι ταυτόσημη με την ανθρωποποίηση. Το επίτευγμα του ανθρώπου, το οποίο συνιστά την αληθινή του ουσία, είναι ο πολιτισμός· και η γλώσσα ως το θεμελιώδες αυτών των επιτευγμάτων είναι το πρότυπο κάθε πολιτισμού. Για τον λόγο αυτόν η γλώσσα είναι η ενότητα των θεμελιωδών ανθρώπινων αντιθέσεων διαμορφώνει μέσα της πολωτικά και συνάμα αίρει τις ακόλουθες αντιθέσεις: α) σώμα και πνεύμα, β) άτομο και κοινότητα, γ) παρόν και παρελθόν, α) Η γλώσσα είναι αισθητός ήχος, μια ηχητική χειρονομία του σώματος· συνάμα είναι έκφραση και όργανο του πνευματικού στοιχείου, ενώ και η ίδια συνιστά ένα πνευματικό μόρφωμα, β) Ό, τι λέω είναι η πιο προσωπική μου ιδιοκτησία και αντανάκλαση των μύχιων ορμών μου· συνάμα όμως το λέγειν αποτελεί μια πράξη κοινότητας, υπηρετεί την επικοινωνία, και η γλώσσα η ίδια δεν είναι ιδιωτική μου επινόηση, αλλά ένα κοινωνικό μόρφωμα, γ) Το λεγόμενο λέγεται αυτή τη στιγμή, είναι παρόν στην πληρότητά του· συνάμα όμως περιέχει ένα στοιχείο διάρκειας, λέγεται συνεχώς με τον ίδιο τρόπο και λεγόταν ήδη ανέκαθεν με τον ίδιο τρόπο. Η γλώσσα είναι το πιο σημαντικό όργανο κάθε παράδοσης από γενιά σε γενιά (σε αναπτυγμένες συνθήκες χρησιμοποιεί επιπλέον και ένα ιδιαίτερο βοηθητικό όργανο, την ίδια της την παγιωμένη μορφή, δηλαδή τη γραφή). Συνάμα αποτελεί και αυτή η ίδια ένα ιστορικό μόρφωμα, εμπεριέχει το αποτύπωμα της δικής της ιστορίας.
 
Η υποβολή των γλωσσών σε μιαν εντελώς απόλυτη αξιολόγηση και η κατάταξή τους σε μια κλίμακα τελειότητας είναι φυσικά κάτι άτοπο. Αν ο κάθε λαός βρίσκεται σε άμεση σχέση προς το Θεό, πρέπει κατά κάποιο τρόπο να συμβαίνει το ίδιο και με την κάθε γλώσσα. Ωστόσο: ο Θεός μπορεί κάλλιστα να παραβλέπει το τέλειο και το ατελές· για την ανθρώπινη θεώρηση των πραγμάτων όμως υπάρχει το κριτήριο της ικανότητας, τόσο στο μεμονωμένο άτομο όσο και στους λαούς. Και πρόδηλα οι λαοί χειρίστηκαν το όργανο της γλώσσας με διαφορετική ικανότητα και το καλλιέργησαν με διαφορετική αγάπη, ακριβώς όπως έκαναν και με άλλα όργανα έκφρασης, τη γλυπτική, τη μουσική ή τη θεολογία. Μια γλώσσα όμως θα έχει αναπτύξει έναν εξαιρετικό πλούτο τύπων και θα έχει φτάσει σε ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο εξέλιξης τότε, όταν έχει διαμορφώσει με ιδιαίτερη καθαρότητα τη λειτουργία που περιγράφτηκε μόλις προηγουμένως, όταν δηλαδή οι θεμελιώδεις ανθρώπινες αντιθέσεις εκδηλώνονται σε όλο τους το εύρος μέσα της. Αυτό φαίνεται να ισχύει πράγματι στην περίπτωση της ελληνικής.
 
α) Σώμα και πνεύμα
 
Εδώ και πολύν καιρό έχει παρατηρηθεί ότι η ελληνική γλώσσα παρουσιάζει μια ιδιαίτερα πνευματική δομή. Ο λαός που επινόησε τη φιλοσοφία είχε στη γλώσσα του ένα θαυμαστό εργαλείο του φιλοσοφείν.[2] Η ελληνική γλώσσα εμπεριέχει, θα λέγαμε, μέσα της τη φιλοσοφία ήδη ως δυνατότητα. Το ουδέτερο των επιθέτων (τό δί­καιον), το απαρέμφατο που ουσιαστικοποιείται με το άρθρο (τό εἶναι) είναι λ.χ. λαμπρές δυνατότητες έκφρασης του αφηρημένου, ή ακριβέστερα: η ίδια ροπή προς την αφαίρεση, η οποία εκδηλώνεται κατόπιν συνειδητά στη φιλοσοφία, είναι ήδη εναποτεθειμένη στη γλώσσα. Ο ένας πόλος της αντίθεσης διαμορφώνεται επομένως στα ελληνικά με ιδιαίτερα καθαρό τρόπο.
 
Ο έτερος πόλος είναι η ευδιάκριτη, ιδιαίτερη δύναμη και πληρότητα της ελληνικής γλώσσας στην αισθητή διάσταση. Ελλείψει της αυθεντικής ηχητικής μορφής, μπορούμε μόνο να τη φανταστούμε. Βλέπουμε, όμως, π.χ. στην τραγωδία, με πόσο άμεσα αισθητό τρόπο περνά ο θρήνος, ο πόνος, η ταραχή στη γλωσσική έκφραση. Ο σωματικός πόνος του Φιλοκτήτη αποδίδεται λεκτικά από τον Σοφοκλή με μια γυμνότητα και οξύτητα που για άλλους, ευρωπαϊκούς τουλάχιστον, λαούς θα ήταν αφόρητη. Όταν η υψηλή ποίηση των Ελλήνων επιτρέπει τέτοιου είδους εκτονώσεις, οι οποίες αλλού εξωθούνται από τη λογοκρισία της σύμβασης στο περιθώριο ή στη μοναξιά, τότε στο φαινόμενο αυτό εκδηλώνεται μια ανήκουστη δύναμη της γλώσσας στη διάσταση της αίσθησης. Η γλώσσα βρίσκεται εδώ κατά κάποιον τρόπο στο κατώτερο όριό της, είναι ακόμη κατά το ήμισυ κραυγή. Αλλού η κραυγή, την οποία η γραμματική τόσο υποτονικά σε σχέση με το πράγμα ονομάζει «επιφώνημα», αγνοείται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό από την υψηλή γλώσσα. Στους Έλληνες η κραυγή, το αυθόρμητο επιφώνημα, η ασυναίσθητη κίνηση των χειλιών, της γλώσσας και του λάρυγγα είναι ένα μέσο που έχει γίνει σε τέτοιον βαθμό αποδεκτό στο ανώτατο γλωσσικό επίπεδο όσο σε κανέναν άλλο λαό. Ιδιαίτερα στην τραγωδία, όμως εν μέρει και στο έπος, ακούμε επανειλημμένα τέτοια αρχέγονα μορφώματα: τον αναστεναγμό των απλών φωνηέντων (α, η, ω, οι), το πρωτόγονο αναδιπλασιασμένο και συνδυασμένο ούρλιαγμά τους (αἴαἴ, ἰοῦ, ὠή και τα παρόμοια),[3] το ξεφύσημα και την απόπτυσή τους (ὤ, πόποι, φεῦ), την τραυλίζουσα, αλυσιδωτή έκρηξη (ὀτοτοτοτοτοῖ, ἀτταταῖ, βαβαί- Σοφοκλής, Φιλοκτήτης 745 κ.ε., 754: παπαῖ, ἀπαππαπαῖ, παπά, παππαπαππαπαῖ).
 
Αυτές είναι μερικές μόνον απτές και μετρήσιμες ενδείξεις για μια καθολική πραγματικότητα: για τη δύναμη της αισθητής, σωματικής διάστασης αυτής της γλώσσας, της ίδιας ακριβώς που μπορεί ταυτόχρονα να είναι τόσο αφηρημένη και τόσο διαποτισμένη από πνεύμα.
 
β) Άτομο και κοινότητα
 
Το άτομο, που στην Ελλάδα ανασκιρτά για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία πιο συνειδητά, διαπλάθει και τη δική του ιδιαίτερη γλώσσα. Ευδιάκριτα ατομικός είναι κάθε στίχος της Σαπφώς, του Αισχύλου ή του Θεόκριτου. Σε ορισμένα σημεία το ατομικό επιτείνεται ως την εκκεντρικότητα, όπως στον ύστερο Πλάτωνα, τον Ευριπίδη, τον Θουκυδίδη, ή ως την εκζήτηση, όπως στον Γοργία ή τον Λυκόφρονα. Η γλωσσική κοινότητα απαντά σε τέτοιες προκλήσεις με την παρωδία: έτσι η κωμωδία παρωδεί το υπερβολικά ατομικό στον Ευριπίδη, ο Πλάτων τους σοφιστές.
 
Στον σύγχρονο παρατηρητή που έχει συνηθίσει τη λογοτεχνική ατομικότητα δεν προκαλεί ως επί το πλείστον εντύπωση τούτη η μεγάλη διαφοροποίηση της ελληνικής. Πολύ περισσότερο τον εντυπωσιάζει ο αντίθετος πόλος, ο ομαδικός χαρακτήρας των έργων της τέχνης του λόγου στην ελληνική. Η γλώσσα των εγγράφων και του εμπορίου είναι παντού χαρακτηριστική συλλογική γλώσσα. Όμως και η ποιητική γλώσσα είναι σε αρχαϊκές συνθήκες ένα υπερατομικό μόρφωμα, μια ειδική γλώσσα που μπορεί κανείς να τη μάθει και την οποία διαχειρίζεται η συντεχνία. Τούτο έχει διατηρηθεί στην ελληνική σε πολλές περιπτώσεις από πολύ παλαιότερες εποχές, π.χ. στο έπος, αλλά και σε νεότερα φαινόμενα, όπως την τραγωδία, σχηματίζεται διαρκώς από την αρχή. Υπάρχει μια επική ή τραγική «γλώσσα», η οποία σε ό, τι αφορά στο γλωσσικό μέρος εμπεριέχει και το τεχνικό μέρος της ποίησης. Ο αριστοτέχνης φαίνεται από την κατοχή και την ευχέρεια στη χρήση του «ύφους» που προσιδιάζει στο εκάστοτε «είδος», και αριστοτέχνης είναι εκείνος που το καταφέρνει «καλύτερα από όλους». Σταδιακά μόνο, και από τον Όμηρο και εξής όλο και πιο έντονα, εκδηλώνεται το ατομικό στοιχείο, όπου αριστοτέχνης είναι εκείνος, ο οποίος μπορεί να το πει «με τον δικό του τρόπο». Το ίδιο ισχύει και για τη χορική ποίηση, το επίγραμμα, τη ρητορική. Φυσικά σε αυτές τις γλωσσικές σχέσεις στην ουσία αποτυπώνεται απλώς η ιδιαίτερη ελληνική διαλεκτική μεταξύ ατόμου και κοινωνίας: εδώ τα ισχυρά άτομα αναφύονται στο έδαφος μιας ισχυρής κοινότητας.
 
γ) Παράδοση και παρόν
 
Η αντίθεση αυτή επικαλύπτεται με εκείνη μεταξύ ατόμου και ομάδας· αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η κοινότητα περιέχει, με αναγκαιότητα που απορρέει από την ουσία της, το στοιχείο της μονιμότητας, ήδη επειδή αποτελεί σύνθεση διαφόρων ηλικιακών βαθμίδων. Έτσι συνηθίζεται να διαφοροποιούνται υποομάδες: κάποιες είναι πιο συντηρητικές γλωσσικά, όπως οι γυναίκες (και συνακόλουθα και τα παιδιά), άλλες πιο προοδευτικές. Η γλωσσική ανανέωση είναι μάλλον ατομική υπόθεση, ενώ η συντήρηση περισσότερο συλλογική.
 
Όπως παντού, οι Έλληνες είναι φυσικά και στη γλώσσα οι μεγάλοι ανανεωτές, όπως άλλωστε οφείλουν να είναι οι ευρετές. Εμείς οι Γερμανοί εκτιμούμε τη γλωσσική καινοτομία τις περισσότερες φορές ανεπιφύλακτα ως κάτι θετικό, ενώ οι Γάλλοι είναι στο σημείο αυτό πιο ευαίσθητοι, όπως οι Έλληνες. Το λεπτό γλωσσικό αίσθημα, η ζωντανή προφορικότητα της γλώσσας τους κάνει τους Έλληνες προσεκτικούς σε ό, τι αφορά στην ανανέωση και τονώνει τους δεσμούς τους με την παράδοση. Η θεωρία της τέχνης αποτρέπει π.χ. από κάθε υπερβολή κατά τον σχηματισμό νέων λέξεων.
 
Στα γλωσσικά έργα τέχνης των Ελλήνων διασώζονται στοιχεία αξιοθαύμαστης παλαιότητας. Το έπος περιέχει μια σημαντική κληρονομιά της δεύτερης χιλιετηρίδας -μεμονωμένοι σχηματισμοί και λογότυποι έχουν μάλιστα διατηρηθεί από την κοινή ινδοευρωπαϊκή περίοδο. Αυτοί οι φερτοί λίθοι δεν αποτελούν μεμονωμένα μουσειακά εκθέματα, αλλά συμπλέουν με το ρεύμα της ζωντανής γλώσσας, η οποία τροφοδοτείται από το σύγχρονο γλωσσικό αίσθημα. Η ίδια αυτή εξέλιξη επαναλαμβάνεται για μιαν ακόμη φορά στην ιστορία της πρόσληψης του έπους. Ένα μόρφωμα όπως το ομηρικό έπος, με την πολλαπλά διαστρωματωμένη τεχνητή του γλώσσα, θα έπρεπε να απαρχαιωθεί γρήγορα. Η γλωσσική δύναμη των Ελλήνων κατόρθωσε να το διατηρεί συνεχώς ζωντανό, ξεκινώντας κάθε φορά από την αρχή στην παραγωγική μίμηση και εξέλιξή του σε άλλα ποιητικά έργα, στη διαρκή δημόσια απαγγελία, στην καθημερινή ζωντανή χρήση και ήδη από παλιά και στη σχολική διδασκαλία. Έτσι παλαιά, παμπάλαια στοιχεία μετασχηματίζονταν εκ νέου σε γλωσσικό παρόν.
 
Στον άλλο πόλο βρίσκεται η επίκαιρη δύναμη κρούσεως της ελληνικής γλώσσας. Από τον Τυρταίο μέχρι τον Δημοσθένη οι μεγάλοι ρήτορες του έθνους ήξεραν να αδράχνουν τη στιγμή και να συνεγείρουν τους ακροατές, με όλη τη δύναμη της αισθητής παρουσίας, όλη τη σωματική αμεσότητα της εύστοχης επιχειρηματολογίας. Απολύτως προσαρμοσμένες στο παρόν και στον συνομιλητή είναι οι επίμονα διεισδυτικές ερωτήσεις του Σωκράτη. Εδώ εναρμονίζονται παντού οι τρεις πολώσεις μας και επιβεβαιώνουν το φαινόμενο που προσπαθούμε να συλλάβουμε: η ελληνική γλώσσα προφανώς δεν αντιμετωπίστηκε χωρίς λόγο ως μια ιδιαίτερη και εξέχουσα περίπτωση της ανθρώπινης γλωσσικής λειτουργίας, καθώς επεξεργάζεται και αναπτύσσει σε ασυνήθιστο εύρος τις πολώσεις του ανθρώπινου είναι.
 
2. Το γλωσσικό επίτευγμα
 
Η γλώσσα είναι ένα κτήμα που κληρονομείται διαρκώς και κάθε φορά από την αρχή στις επόμενες γενεές. Η κατοχή της ωστόσο δεν συντελείται χωρίς μόχθο· φαινομενικά μόνο «φύεται» κάποιος «μέσα» σε μια γλωσσική κοινότητα· στην πραγματικότητα την κατακτά κανείς τη γλώσσα μέσω της μίμησης. Τούτο μπορεί να συμβεί με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Κάθε άνθρωπος και κάθε λαός έχει εντελώς διαφορετική σχέση προς τη γλώσσα «του», καθώς την έχει και την χειρίζεται με διαφορετικό τρόπο.
 
Για τους Έλληνες η γλώσσα είναι αποτέλεσμα της δραστηριότητας του ανθρώπου. Ο λόγος είναι «φτερωτός», δηλαδή σαν το βέλος που πετά προς τον στόχο. Ο άνθρωπος εκσφενδονίζει τον λόγο από μέσα του.[4] Χειρίζεται τούτο το όπλο με την ευφρόσυνη αίσθηση του δεξιοτέχνη. Ένας άνθρωπος που υπό την πίεση μιας κατάστασης προσπαθεί να βρει λέξεις, - κάτι τέτοιο είναι για μας ένα θέαμα που προκαλεί συμπάθεια· για τους Έλληνες είναι η με ειρωνεία ειδωμένη εικόνα ενός βαρβάρου που δεν τα καταφέρνει με τη γλώσσα (Ευ­ριπίδης, Εκάβη 1120-21 [Ἑκάβη με σύν γυναιξίν αἰχμαλωτίσιν ἀπώλεσ’ – οὐκ ἀπώλεσ’, ἀλλά μειζόνως], Ευριπίδης, Ιφιγένεια εν Ταύροις 1321 [ὦ θαῦμα -πώς σε μεῖζον ὀνομάσας τόχω;]).
 
Στη μάθηση της γλώσσας δεν ακολουθούν τον εύκολο δρόμο. Άλλοι πιο ολιγόλογοι, πιο αδύναμοι στον λόγο λαοί είναι εδώ γλωσσικά πιο αδρανείς· ο τελευταίος αιώνας (τουλάχιστον στη Γερμανία, γιατί στην Αγγλία είναι καλύτερα τα πράγματα) δεν ανέχτηκε ούτε καν το μεταφρασμένο από τον Λούθηρο κείμενο της Βίβλου, αλλά έπρεπε να το κάνει πιο εύπεπτο, προσαρμόζοντάς το στο δικό του ιδίωμα. Η απόσταση του Ομήρου από την γλώσσα, ας πούμε, της κλασικής Αθήνας ήταν πολύ μεγαλύτερη. Παρόλα αυτά καθένας μάθαινε στην παιδική του ηλικία με αυτονόητο τρόπο να κινείται μέσα στο δύσκολο και αρχαϊκό αυτό κείμενο. Ο Πίνδαρος και η Σαπφώ ήταν επίσης κοινό ανάγνωσμα. Σε ακροατήριο σαν αυτό που σύχναζε στο αθηναϊκό θέατρο (και που δεν ήταν ένα «μορφωμένο» προνομιούχο κοινωνικό στρώμα, αφού την παράσταση την παρακολουθούσαν απαξάπαντες), μπορούσε κανείς να παρουσιάζει πολύ απαιτητικά γλωσσικά κείμενα -πράγμα το οποίο και έκανε. Και μάλιστα όχι μόνον οι τραγικοί (κατά την ακρόαση των οποίων θα πρέπει να υπολογίζει κανείς ότι ορισμένα σημεία τους παρέμεναν ανεπαρκώς κατανοητά), αλλά και η κωμωδία: το αστείο στοιχείο της έγκειται σε μεγάλο βαθμό στη γλώσσα και προϋποθέτει μιαν αξιοθαύμαστη γλωσσική ετοιμότητα του κοινού, όπως π.χ. να ακούει σε έναν στίχο ότι σε ορισμένα λεπτά σημεία του μέτρου και του ύφους παρωδεί την τραγωδία. Γι’ αυτό το κοινό τούτο το έτρεμαν οι ηθοποιοί και οι ρήτορες: ένα ανεπαίσθητο σφάλμα στην προφορά ή στο μέτρο του στίχου αρκούσε για να ξεσπάσει θεατρικό σκάνδαλο.
 
Με την υπερτροφική ανάπτυξη της γραφής η Νεωτερικότητα έχασε την άμεση σχέση της με τον προφορικό λόγο, με αποτέλεσμα να μην διαθέτει πλέον το κατάλληλο αισθητήριο για τούτες τις επιδόσεις των Ελλήνων. Διορατικότεροι στο σημείο αυτό ήταν οι Ρωμαίοι· μεταξύ των επιτευγμάτων των Ελλήνων που άφησαν εποχή συγκατέλεγαν πρωτίστως τη γλωσσική δεινότητα. Για τη Ρώμη οι Έλληνες ήταν οι μεγάλοι δάσκαλοι της ευφράδειας, όπως, κατά περιόδους, και για την Αγγλία και τη Γαλλία.
 
Δεινοί στον λόγο είναι οι Έλληνες όσο προφανώς κανένας άλλος λαός. Οι μεγάλοι τους ποιητές είναι ομιλητές, και ο λόγος τους απευθύνεται στην κοινότητα. Όταν περνά στο προσκήνιο η δύναμη και η ικανότητα του λόγου να θέτει σκοπούς και αιτήματα και να καθορίζει την κοινότητα, τότε ο ομιλητής μεταβάλλεται σε ρήτορα. Η ρητορική δεν είναι όψιμο προϊόν παρακμής, αλλά ενυπάρχει ήδη στις αρχές της ελληνικής τέχνης του λόγου. Οι αρχαίοι είχαν δίκιο, όταν αποκαλούσαν τον Όμηρο τον πρώτο ρήτορα. Η γλώσσα είναι μια δύναμη που συγκινεί την ψυχή, οι ρήτορες αποκαλύπτουν αυτή τη δύναμη· και η δύναμη αυτή δεν έγκειται μόνο στην τέχνη να επιλέγει και να συνδέει κανείς τις λέξεις σε προτάσεις, αλλά στο βασικό διάγραμμα του λόγου, στην επιλογή και διάταξη του υλικού, και στη στάση του ίδιου του ρήτορα, στις χειρονομίες του, στη «ρητορική του σώματος»[5] - μέρος μόνο της οποίας αποτελεί ο λόγος. Το έδαφος της ρητορικής είναι η γλωσσική κοινότητα με μιαν επακριβώς προσδιορισμένη σημασία: ο δημόσιος χαρακτήρας, δηλαδή, του λόγου και η καθολική ισχύς του, η αποδοχή του από την κοινότητα. Στους προθαλάμους των ανακτόρων, κοντά στο αυτί του δεσπότη δεν μπορεί να αναπτυχθεί μια ρητορική με ισχύ καθολική.
 
3. Θεωρία της γλώσσας
 
Η ομιλία προϋποθέτει ακρόαση. Ο ομίλων ακούει τους άλλους και ομιλώντας ακούει και τον εαυτό του. Στην ομιλία είναι σιωπηρά διαρκώς παρόν ένα όργανο, με το οποίο η ίδια η γλώσσα παρατηρεί και απολαμβάνει τον εαυτό της. Τούτη η ενστικτώδης, ημισυνείδητη παρατήρηση της γλώσσας που τελικά διασαφηνίζεται επακριβώς, μετατρέπεται στα νομοθετικά χέρια των Ελλήνων σε θεωρία, σε μεθοδολογία. Η διδασκαλία της ποίησης εμφανίζεται ήδη από πολύ πρώιμα, το έπος προϋποθέτει τη σχολή των ραψωδών· το αργότερο στον 5ο αιώνα εμφανίζεται και η διδασκαλία της ρητορικής. Η εκμάθηση μιας ποίησης αρχαϊκής και γραμμένης σε μη οικεία διάλεκτο σε πρώιμη νεανική ηλικία προϋποθέτει επίσης μια διδασκαλία, μιαν εξήγηση των μορφών και των νοημάτων. Απ’ όλα τούτα αναπτύσσεται πρώιμα η ρητορική θεωρία και η γραμματική. Το
 
Κλεοβούλου μέν ἔγωγ’ ἐρέω,
Κλεοβούλω δ’ ἐπιμαίνομαι,
Κλεόβουλον δέ διοσκέω-
 
δεν είναι ένα έμμετρο χωρίο που αποστηθίζεται για την εκμάθηση της κλίσης του ονόματος, αλλά ένα ερωτικό ποίημα του Ανακρέοντα (απόσπ. 3 Diehl [=14 PMG= 303 LGS]). Εδώ η ποίηση παίζει με τη γλώσσα, με τον μηχανισμό της μορφοπλαστικής της δύναμης. Ο Έλληνας ποιητής αποκαλύπτει χωρίς ενδοιασμούς αυτό τον μηχανισμό, μετατρέποντάς τον σε γοητευτικό παιχνίδι -άλλη μια ένδειξη για το πόσο προορισμένοι ήταν οι Έλληνες να επινοήσουν τη γραμματική.
 
Η ελληνική γραμματική είναι η προβολή της ελληνικής ζωής στη γλώσσα, της προσεκτικής ακρόασης και παρατήρησης. Αλλά περιέχει ένα ακόμη στοιχείο: τοποθετείται σε απόσταση, βλέπει τη γλώσσα από μακριά, είναι ένα επίτευγμα αφαίρεσης.
 
Θεμελιώδεις έννοιες της γραμματικής όπως η “αναλογία” και η “ανωμαλία” προέρχονται από τη γεωμετρία. Μαθηματικό χαρακτήρα έχει το ολοκληρωμένο οικοδόμημα της γραμματικής - όχι ιστορικό. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, εκτός από τους ερμηνευτές κειμένων, στην επεξεργασία της γραμματικής συμμετέχουν και οι φιλόσοφοι.
 
Ως επίτευγμα ριζικής ανάλυσης η ελληνική γραμματική κατάκτησε τον δυτικό κόσμο. Ταυτόχρονα όμως παρουσιάζει και ιδιάζουσες ελληνικές αδυναμίες. Αξιοσημείωτο είναι ήδη το γεγονός ότι οι Έλληνες, αυτοί οι ακαταπόνητοι παρατηρητές του ξένου, δεν συνέκριναν τη γλώσσα τους με τις πολλές γλώσσες του περιβάλλοντος τους -όπως άλλωστε και στην εκμάθηση ξένων γλωσσών ήταν τόσο απρόθυμου όσο και οι Άγγλοι (η ενασχόληση με τις ξένες γλώσσες περιορίζεται στους ειδικούς της πρακτικής πλευράς του ζητήματος, στους διερμηνείς): οι σημαντικές λογοτεχνίες του περιβάλλοντος τους, η βαβυλωνιακή και η εβραϊκή, δεν υπέπεσαν στην αντίληψή τους. Προφανώς τους αρκούσε η εσωτερική πολυγλωσσία των δικών τους διαλέκτων. Έτσι σημαντικά επιτεύγματα της ελληνικής γραμματικής οφείλονται σε ξένους, στους φοίνικες Στωικούς.[6]
 
Μια βασική αδυναμία της ελληνικής γραμματικής έγκειται στη ανάλυση των λέξεων. Όσο γόνιμη αποδείχθηκε η αναλυτική μέθοδος σε σχέση με την πρόταση, δηλαδή στη σύνταξη, τόσο άστοχα χρησιμοποιήθηκε σε σχέση με τη μεμονωμένη λέξη.[7] Οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν να κατανοήσουν τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ θέματος και κατάληξης. Τούτο οφείλεται σ’ εκείνη την υπερβολική σχηματοποίηση που διαπιστώνουμε και σε άλλες δραστηριότητές τους. Έτσι η γλωσσολογία του 19ου αιώνα γνώρισε την χωρίς προηγούμενο ανάπτυξή της, ακριβώς επειδή απελευθερώθηκε από την ελληνική παράδοση της γραμματικής, και αντ’ αυτής, υπό την ευεργετική επίδραση της ινδικής εθνικής γραμματικής, χάραξε νέους, ιστορικούς κατά βάση δρόμους. Τα επιτεύγματα όμως των Ελλήνων, προπαντός η σύνταξη ως ο στοιχειώδης διασαφητικός μηχανισμός που αφορά σε έναν τομέα της γλώσσας εξακολουθούν να διατηρούν την αξία τους, όπως τα ευκλείδεια μαθηματικά στο πλαίσιο των μη ευκλείδειων μαθηματικών.
---------------------- 
[1] Πρβ. λ.χ. W. Havers, Handbucb der erklarenden Syntax, [Χαϊδελβέργη] 1931, 12 
[2] J. Burckhardt, Griecbische Kulturgeschichte τόμ. 3, Βασιλεία/Στουτγάρδη 1957, 277-279. J. Stenzel, Kleine Schriften zur griechiscken Philosopbie, [Darmstadt] 1956, 72 κ.ε. E. Hoffmann, Die Sprache und die archaische Logik, [Tubingen] 1925- K. v. Fritz, Philosophic und sprachlicher Ausdruck bei Demokrit, Plato und Aristoteles, Νέα Υόρκη 1938. Br. Snell, “Die naturwissenschaftliche Begriffsbildung im Griechischen” στο: Die Entdeckung des Geistes, [Αμβούργο] 3η έκδ. 1955, 299 κ.ε. J. Lohmann, “Das Verhaltnis des abendlandischen Menschen zur Sprache”, στο: Lexis 3 [1953], 5 κ.ε
[3] Το μιμείται ο Goethe, Pandora στ. 406: “Ai! Ai! Weh! Weh mir! Weh! Weh! Weh! Ai! Ai mir! Weh!” 
[4] Από εδώ προκύπτουν τα ομηρικά σύνθετα ἐξονομάζω, ἐκφάσθαι
[5] Κικέρων, Orator 5, 5. 
[6] Μ. Pohlenz, Die Stoa, [Gottingen] 1948, 37 κ.ε.
[7] W. Schulze, Kleine Schriften, [Gottingen] 1933, 1-7.

Aπό τον έρωτα στην αδιαφορία

Το πραγματικό πρόσωπο του έρωτα θα βρίσκεται πάντα κάτω απ’ την επιφάνεια μιας ιδανικά πλασμένης πραγματικότητας που έχουμε φτιάξει για τους εαυτούς μας, με μοναδικό σκοπό την επιρροή που πιστεύουμε πως θα ‘χει στον δρόμο μας για ένα καλύτερο αύριο.

Εθελοτυφλούμε κι εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στις προσδοκίες που δημιούργησε η ιδέα της ύπαρξής του κι όχι η ύπαρξη του η ίδια, γεγονός που μας έχει οδηγήσει σε μια παρεξηγημένη εκδοχή του. Γι’ αυτό και δε θα καταφέρει ποτέ να μας προσφέρει όλα αυτά που χρειαζόμαστε για να γευτούμε την πολυπόθητη πλευρά της ευτυχίας και να ξεφύγουμε απ’ το συνειδητό συμβιβασμό μας στην ψευδαίσθησή της.

Ο έρωτας, ο παράφορος, που έχουμε κόψει και ράψει στα μέτρα μας μόνο και μόνο για να ευχαριστήσουμε την επιπολαιότητα που ξύπνησε μέσα μας η άπιαστη επιθυμία του «μαζί», που αντιπροσωπεύει και μετατρέπεται στον χειρότερο εφιάλτη μας. Συνειδητοποιούμε σιγά-σιγά την αδυναμία του να εκπληρώσει τις ουτοπικές, θα’ λεγε κανείς, προσδοκίες μας. Γίνεται αδιάφορος και βαλτώνει σε μια πραγματικότητα που πλήττει εξαιτίας της αμέλειάς μας και βυθίζεται σ’ έναν ωκεανό αμφιβολίας κι αστάθειας, χωρίς καμία πιθανότητα διαφυγής.

Η υπερτιμημένη αξία του ονείρου που μας οδήγησε σε μια αγάπη που δημιουργήσαμε απ’ το μηδέν, αρχίζει να φθείρεται γιατί δεν κατάφερε, τελικά, να εκπληρώσει τις υψηλές προσδοκίες μας. Περιφρονούμε την κάθε εκδοχή της που δε χρειάστηκε να ψάξουμε, πιστεύοντας πως μας αξίζει κάτι καλύτερο, για το οποίο θα χρειαστεί να παλέψουμε. Κι υποβάλλουμε τους εαυτούς μας σε μια διαδικασία αυταπάρνησης, που προέρχεται απ’ τον ανυπέρβλητο εγωισμό της κάθε απόφασής μας και δε θα σταματήσει ποτέ να επαναλαμβάνεται. Σαν φαύλος κύκλος, χωρίς αρχή και τέλος, που χαρακτηρίζεται απ’ την αξιοσημείωτη απουσία ηθικής κι αυτογνωσίας.

Φτάνει ο πήχης στα σύννεφα κι η επικείμενη πτώση μας απ’ τα ουράνια αιφνιδιάζει το μέσα μας κι αποκαλύπτει το ψέμα που κρύβεται κάτω απ’ το αστραφτερό και ζηλευτό, ίσως, περιτύλιγμα του. Ακόμη και τα καλύτερα πράγματα, λοιπόν, δεν είναι αντάξια της φήμης τους όταν τ’ απομυθοποιήσουμε και χάσουν το νόημά τους, γιατί δεν υπήρξαν ποτέ όπως τα είχαμε φανταστεί. Χτίζουμε τοίχους για να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας απ’ την αλήθεια της ύπαρξής τους και γκρεμίζουμε καθετί που τα θυμίζει, γιατί διαφέρουν απ’ την αντίληψη που είχαμε γι’ αυτά.

Γιατί, πολλές φορές, η φαντασία μας ευθύνεται για τον έρωτα κι όχι ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί μας, ακόμη κι αν προσπαθούμε επανειλημμένα να πείσουμε τους εαυτούς μας για το αντίθετο. Εξιδανικεύουμε τη μορφή του για να ταιριάξει στις προσδοκίες μας κι επιμένουμε σ’ αυτές, με σκοπό την ικανοποίησή τους, ακόμη κι όταν δεν είναι ρεαλιστικά εφικτή. Διαστρεβλώνουμε, έτσι, τις αξίες του και ρίχνουμε μαύρη πέτρα στην παράφορη επιθυμία μας να τον ζήσουμε. Δεν εξυπηρετεί πλέον καμία ανάγκη μας για την κατάκτηση του αύριο που έμεινε στο παρελθόν και δεν αποσκοπεί στην απόλαυση του παρόντος, γιατί το αναζητούμε απεγνωσμένα στο χθες.

Ό,τι κι αν ψάχνουμε στη ζωή, δε θα βρεθεί ποτέ μπροστά μας με τον τρόπο που περιμένουμε. Δε μας ευνοούν οι συνθήκες και δε θα το επιτρέψουν ποτέ καταστάσεις που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Γι’ αυτό κι ερωτευόμαστε τα «θέλω» μας, περισσότερο απ’ την πραγματικότητα στην οποία έχουμε την τύχη να ζούμε κι αποδίδουμε σ’ άλλους τις ευθύνες για την αποτυχία μας να προσαρμοστούμε σε αυτή. Ξενερώνουμε περισσότερο όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με την προσωποποιημένη μορφή τους και την προσεγμένη ένταξή της, σε μια καθημερινότητα που ‘χει βυθιστεί στη ρουτίνα του οικείου και προσπαθεί με νύχια και με δόντια να ξεριζώσει απ’ τον πυρήνα της το διαφορετικό κι ό,τι προϋποθέτει η ύπαρξή του.

Έχουμε πλάσει μια ιδανική πραγματικότητα ηδονής κι ευτυχίας πάνω στα συντρίμμια της αποτυχίας μας να τη ζήσουμε έτσι ακριβώς όπως επιθυμούμε. Γι’ αυτό κι ερωτευτήκαμε περισσότερο κι απ’ τους ίδιους μας τους εαυτού ανθρώπους που δεν είδαμε ποτέ γι’ αυτό που είναι, αλλά γι’ αυτό που πάντα ονειρευόμασταν πως θα ‘πρεπε να είναι για να εκπληρώσουν τις προσδοκίες μας.

Ξεκινάει, λοιπόν, απ’ την αρχή η ιστορία, μόνο που αυτή τη φορά αποτελείται από διαφορετικούς κομπάρσους κι ακολουθεί το ίδιο ακριβώς μονοπάτι. Τελικός προορισμός; Η αδιαφορία που θα γεννηθεί μέσα από έναν έρωτα παράφορο, γιατί δε θα καταφέρει, τελικά, να ξεχωρίσει με την αυθεντικότητά του. Πώς μπορεί να υπάρξει άραγε το αυθεντικό, όταν έχουμε ήδη προκαθορίσει τη ροή του στη ζωή μας αναθέτοντάς του τον ρόλο που θα παίξει σε κάθε κομμάτι της;

Η οικογένεια καθορίζει τις σχέσεις μας

Η οικογένεια αποτελεί το περιβάλλον μέσα στον οποίο τα μέλη της έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με συμπεριφορές και στάσεις που διαμορφώνουν, σύμφωνα με έρευνες, τον τρόπο με τον οποίο θα συνδεθούν αργότερα στη ζωή τους με άλλους ανθρώπους αλλά και την εικόνα και ιδέα που θα έχουν για την οικογένεια.

Οι συμπεριφορές μέσα σε μια οικογένεια μεταφέρονται από γενιά σε γενιά

Όσα ισχύουν μέσα σε μία οικογένεια, μεταφέρονται από τα μέλη της στις δικές τους οικογένειες σαν αντίγραφα οικογενειακών σεναρίων. Αν οι γονείς, έχουν μία ήρεμη σταθερή και ασφαλή σχέση, χωρίς σκαμπανεβάσματα και χωρίς έντονες συγκρούσεις, αν έχουν μάθει να επιλύουν τις διαφορές μεταξύ τους αλλά και με τα παιδιά τους με δημοκρατικό και ελαστικό τρόπο, τότε τα παιδιά όταν θα κάνουν τις δικές τους οικογένειες θα πάρουν ως κληροδότημα μαζί τους, αυτές τις συμπεριφορές.

Όταν η οικογένεια παρέχει μία ασφαλή οικογενειακή βάση και ένα αξιόπιστο δίκτυο σχέσεων πρόσδεσης και επιτρέπει στα μέλη της από τα πιο μικρά έως τα πιο μεγάλα, να αισθάνονται ασφάλεια για να διερευνήσουν τόσο τις μεταξύ τους σχέσεις όσο και τις σχέσεις τους με άλλους ανθρώπους, τότε αυτά δε θα επιχειρήσουν να αλλάξουν κάτι στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τις σχέσεις αλλά θα προσπαθήσουν να μεταφέρουν όλες αυτές τις επιθυμητές ποιότητες και συμπεριφορές σε όσες κάνουν στο εξής στη ζωή τους αλλά και να αναπαράξουν το ίδιο μοντέλο οικογένειας.

Οι προβληματικές συμπεριφορές οδηγούν σε προβληματικές σχέσεις

Υπάρχουν όμως πολλές περιπτώσεις, όπου οι συνθήκες λειτουργίας της οικογένειας δεν ήταν ιδανικές και ο τρόπος που σχετίζονται τα μέλη της ήταν προβληματικός. Εφόσον ένα παιδί συνδέθηκε με το φροντιστή - γονέα του με μη ασφαλή δεσμό πρόσδεσης, μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα να εσωτερικεύσει αρνητικά μοντέλα πρόσδεσης. Για παράδειγμα, αν ο γονιός είναι αδιάφορος κι απόμακρος, είναι δυνατόν να οδηγήσει το παιδί στο συμπέρασμα ότι όλοι οι άνθρωποι δεν αξίζουν την εμπιστοσύνη του και είναι αδιάφοροι απέναντι του. Είναι δυνατόν επίσης, να αντιληφθεί τον εαυτό του ως ανάξιο υποστήριξης και φροντίδας. Όλες αυτές οι δυσκολίες, όπως τις βιώνει μέσα του το παιδί λόγω της κακής γονεικής σχέσης, είναι δυνατόν να το επηρεάσουν στην επικοινωνία και τη σύνδεσή του με τους άλλους ανθρώπους καθόλη τη διάρκεια της ζωής του.

Η αντίληψη της πηγής του προβλήματος

Όμως πολλές φορές, και συνήθως με τη βοήθεια της ψυχοθεραπείας, ένα άτομο μπορεί να αντιληφθεί ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην ενήλικη ζωή του είναι αποτέλεσμα κακών οικογενειακών σεναρίων ή αλλιώς μοντέλων συμπεριφοράς μέσα στην δική του οικογένεια. Όταν λοιπόν αντιληφθεί το κόστος που πληρώνει στο παρόν, έχοντας δυσκολίες και ματαιώσεις στη σύναψη συναισθηματικών σχέσεων, όταν συνειδητοποιήσει ότι τα θέματα που το προβληματίζουν σήμερα οφείλονται σε προβληματικούς συναισθηματικούς δεσμούς του με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του στο παρελθόν, είναι δυνατόν να επιχειρήσει να αλλάξει τα οικογενειακά σενάρια που του κληροδοτήθηκαν με άλλα πιο υγιή και λειτουργικά.

Τα επανορθωτικά σενάρια ανατροφής παιδιών

Αυτά, σύμφωνα με τους Byng-Hall (1995), λέγονται επανορθωτικά σενάρια ανατροφής των παιδιών. Έτσι αν, για παράδειγμα, μια γυναίκα έχει βιώσει σαν παιδί την υπερβολική αυστηρότητα από τους γονείς της με την απαγόρευση να βγαίνει το Σαββατόβραδο από το σπίτι για βόλτα με τους φίλους της, μπορεί να αναθεωρήσει αυτήν την σκληρή και άδικη στάση των γονιών της και να μην την εφαρμόσει στη δική της κόρη, αναγνωρίζοντας την ως υπερβολική και λανθασμένη.

Σε ένα άλλο παράδειγμα, ένας άνδρας που μεγάλωσε σε μια οικογένεια όπου η συναισθηματική έκφραση ήταν περιορισμένη ή και απαγορευμένη και δεν του επιτρεπόταν να εκδηλώσει τη στεναχώρια του με κλάμα, μπορεί να συνδέσει την προβληματική αυτή συνθήκη με τη δυσκολία του στη σύναψη φιλικών αλλά κι ερωτικών σχέσεων και να αποφασίσει να μην την υιοθετήσει όταν κάνει την δική του οικογένεια. Μπορεί λοιπόν να μεγαλώσει τον δικό του γιο, ενθαρρύνοντας τη συναισθηματική του έκφραση και δημιουργώντας έτσι ένα επανορθωτικό σενάριο ανατροφής.

Μη κοιτάζεις το Δρόμο… ακολούθησε τον

Μη κοιτάζεις το Δρόμο….ακολούθησέ τον! Ναι, αλλά ποιο δρόμο; Πως να τον ακολουθήσω και μέχρι που να πάω;

Ποιο δρόμο να πάρω και γιατί να αλλάξω μιας και ζω ευχαριστημένος, χωρίς άσχημες αναμνήσεις, χωρίς στενοχώριες για το παρόν ή αβεβαιότητα για το μέλλον;
Ζω ευχαριστημένος με όσα έχω καταφέρει. Ζω ευχαριστημένος με τους φίλους που έχω. Ζω ευχαριστημένος με την καθημερινότητα που κυλάει. Ζω ευχαριστημένος με...

Χαρούμενος όμως; Είμαι χαρούμενος; Ζω ευχαριστημένος ή χαρούμενος;

Ζω στο μονοπάτι που χάραξε η ζωή, χωρίς να προσπαθώ να αλλάξω κάτι. Χωρίς να προσπαθώ να ονειρευτώ και να αγγίξω το όνειρό μου. Βλέπω τη ζωή να περνάει χωρίς να τη σκέφτομαι, διασκεδάζω όπως οι αφελείς, περισσότερο με την όψη των πραγμάτων παρά με το νόημά τους.

Γέμισε η ζωή μου σκόνη, σκόνη ευημερίας και μονοτονίας………και γω; Εγώ δεν έκανα τίποτα για τινάξω από πάνω μου τη σκόνη αυτή που απειλούσε σιγά - σιγά να σκεπάσει τη ζωή μου.

Μέχρι που η ανησυχία δεν μπορούσε άλλο να παραμείνει υπόκωφη. Οι νύχτες άρχισαν να γίνονται αγωνιώδεις και πολλές φορές εφιαλτικές. Ξυπνούσα ιδρωμένος, με την καρδιά να χτυπά δυνατά, χωρίς να ξέρω γιατί. Αισθανόμουν το μυστήριο, το ανεκπλήρωτο να έρχεται να με συναντήσει μέσα στη σκιά……να ανεβαίνει σιγά σιγά στην πλάτη μου σαν μια υπόκωφη παλίρροια, που ερχόταν όμως ορμητικά από την άλλη μεριά της θάλασσας.

Ποτέ πια δεν ένιωσα ηρεμία και γαλήνη. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή μου έγινε χλωμή. Και γω που είχα τα πάντα, ένιωθα να μου λείπουν όλα. Προσπαθούσα μέσα στα όνειρά μου να σκεφτώ μια ικανοποίηση, μια απόλαυση που θα με γαλήνευε, αλλά τίποτα.

Ξαφνικά ένιωσα να αισθάνομαι διαφορετικά απέναντι στους δικούς μου ανθρώπους, στην οικογένειά μου, στους φίλους μου, σε ότι περιέκλειε ευχαρίστηση μέχρι τότε. Άρχισε να μη με ενδιαφέρει η ζωή μου, ακόμη και αν ήταν ευχάριστη, να μη με ενδιαφέρει η ψυχή μου, ακόμη και αν ήταν δική μου.

Αυτό που ένιωθα δεν ήταν πόνος, ούτε ανησυχία. Δεν είχε τη φλόγα της επιθυμίας, ήταν η πραγματική επιθυμία. Δεν είχε σχέση ούτε με τα πρόσωπα, ούτε με τα πράγματα, αλλά με μένα τον ίδιο.

Αγαπούσα, μισούσα αυτό το συναίσθημα…..δεν ξέρω. Το ένιωθα αλλά έμοιαζε τόσο να μην είναι μέσα στην ψυχή μου. Το μόνο που αποζητούσα ήταν η μοναξιά, η απομόνωση από όλους και από όλα. Αυτό το συναίσθημα, αυτό το ακαθόριστο τίποτα, είχε προκαλέσει αλλαγή στη ψυχή μου και κατέληξε να είναι η ουσία του είναι μου. Με κυρίευε νύχτα και μέρα. Εντρυφούσε μέσα στις σκέψεις μου και τις σκόρπιζε με μια μοναδική μανία.

Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια, που συνήθιζα να διαλογίζομαι όταν στη θέση του ύπνου πρόβαλε το μυστήριο της ζωής, σαν κάποιος να προχωρά ανεπαίσθητα, με άγνωστο βήμα στο σκοτεινό διάδρομο και τελικά δεν μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Απλά προσπερνά. Έτσι ένιωσα και τη ζωή μου τότε….απλά να προσπερνά και μάλιστα με βήμα γοργό.

Μη κοιτάζεις το Δρόμο… ακολούθησε τον!

Και έρχεται το μήνυμα, «Μη κοιτάζεις το Δρόμο, ακολούθησέ τον». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή αποφάσισα να φύγω. Να ακολουθήσω το δρόμο μέχρι εκεί που ήθελε το πεπρωμένο. Αυτό και μόνο αυτό. Δεν ήξερα τίποτα περισσότερο. Δεν είχα καμία απάντηση, μια και δεν είχα καμία ερώτηση. Απλά έπαψα να κοιτάζω το Δρόμο και βάλθηκα να τον ακολουθήσω. Δεν θα ήμουν απλός παρατηρητής της ζωής μου. Θα γινόμουν ο Οδοιπόρος της. Δεν ήξερα που θα έφτανα. Δεν ήξερα ούτε καν πως θα έφτανα. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι ήθελα τα σκοτεινά βήματα της ψυχής μου να μπουν στο δωμάτιο και να μην με προσπεράσουν.

Ούτε τα δάκρυα, ούτε η θλίψη των δικών μου μπορούσαν να με κρατήσουν. Ήταν η βουβή και πειστική δύναμη μιας απόφασης που την επιθυμούσα με όλο μου το είναι, με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, με όλη την εμμονή μιας έντονης επιθυμίας που επέτρεπε τη θέλησή μου να θριαμβεύσει. Έπρεπε να ακολουθήσω το δρόμο, να σκέφτομαι μόνο να τον ακολουθήσω, να επιθυμώ μόνο να μην τον εγκαταλείψω. Αυτή ήταν η βαθιά μου επιθυμία, να μην εγκαταλείψω το δρόμο, να μην τα παρατήσω και να συνεχίζω να αναζητώ. Τι άραγε; Τη ζωή, την ίδια τη ζωή, τη δική μου ζωή και όχι την άλλη.

Άρχισα να νιώθω το βάσανο της ελπίδας, όταν ξέρεις ότι ελπίδα είναι να μην έχεις ακόμη επιτύχει αυτό που θέλεις.

Στο βάθος της ψυχής μου, σαν μια λεπτή σταγόνα δροσιάς, κοιμόταν μια ακαθόριστη χαρά μιας απέραντης απελευθέρωσης!

Μην κοιτάζεις το Δρόμο. Ακολούθησέ τον!

Φταίνε τελικά οι γονείς για τα ψυχολογικά μας προβλήματα;

Αν θέλουμε να ξεπεράσουμε το βάρος από το παρελθόν μας και να εξελιχθούμε, χρειάζεται να σταματήσουμε να κατηγορούμε τους γονείς μας και το παρελθόν μας και αντ’ αυτού να εστιάσουμε στο παρόν μας και να πάρουμε τον έλεγχο της ζωής μας.   

Ως γνωστόν, ο Sigmund Freud πίστευε ότι η προσωπική μας ανάπτυξη λίγο-πολύ, καθορίζεται από γεγονότα στην πρώιμη παιδική ηλικία. Ενώ πολλές από τις ιδέες του θεωρούνται πλέον παρωχημένες, κάποιες νέες ψυχολογικές θεωρίες δηλώνουν ότι οι παιδικές εμπειρίες παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ζωής μας.

Όμως, υπάρχουν πραγματικές αποδείξεις ότι οι δύσκολες παιδικές εμπειρίες μπορούν να προκαλέσουν κοινά ψυχολογικά προβλήματα όπως άγχος ή κατάθλιψη αργότερα στη ζωή; Και αν είναι έτσι, το να κατηγορούμε τους γονείς μας, θα μας βοηθήσει να θεραπευτούμε;

Αναμφίβολα οι γονείς και οι βασικοί φροντιστές, είναι κρίσιμα πρότυπα στην ανάπτυξη του παιδιού. Γνωρίζουμε ότι οι πρώιμες εμπειρίες που σχετίζονται με την οικογένεια έχουν βαθύ αντίκτυπο με μεγάλη διάρκεια στα παιδιά και πολλές από αυτές είναι θετικές. Όμως, οι αρνητικές παιδικές εμπειρίες μπορούν να προκαλέσουν ζημιά ή θλίψη και μπορεί να αναστατώσουν την σωματική και/ή ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού σε κάποιο βαθμό. Παραδείγματα τέτοιων εμπειριών περιλαμβάνουν την φτώχεια, την κακοποίηση, το διαζύγιο ή τον θάνατο γονιού.

Αυτές οι εμπειρίες είναι εξαιρετικά κοινές σε όλο τον κόσμο. Στην Αγγλία, περίπου οι μισοί ενήλικες έχουν βιώσει τουλάχιστον μία τέτοια εμπειρία. Σχεδόν ένας στους δέκα, έχει βιώσει τέσσερις ή περισσότερες τέτοιες αρνητικές εμπειρίες στην παιδική ηλικία. Έρευνες ανακάλυψαν συνδέσεις μεταξύ συγκεκριμένων εμπειριών και διάφορων αρνητικών αποτελεσμάτων, με τις συνέπειες να συνεχίζονται και στην ενηλικίωση. Για παράδειγμα, το διαζύγιο των γονιών, ο αποχωρισμός ή η απώλεια ή η συμβίωση με έναν φροντιστή ψυχικά ασθενή, αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης ψυχικών προβλημάτων καθ΄ όλη την διάρκεια της ζωής.

Πρόσφατα, μία ερευνητική ομάδα διεξήγαγε μία μελέτη που έδειξε ότι το διαζύγιο των γονιών οδηγεί σε αυξημένο, διά βίου κίνδυνο κατάθλιψης στο παιδί. Για αυτή την έρευνα, συνδυάστηκαν δεδομένα από 18 μελέτες που δημοσιεύθηκαν τα τελευταία 35 χρόνια, με πάνω από 24.000 συμμετέχοντες συνολικά. Τα ευρήματα δείχνουν ότι όσοι βίωσαν το διαζύγιο των γονιών τους κατά την παιδική τους ηλικία είχαν 56% περισσότερες πιθανότητες να πάθουν κατάθλιψη ως ενήλικες από εκείνους που δεν είχαν παρόμοια εμπειρία διαζυγίου.

Επίσης είναι γνωστό ότι, οι παιδικές δυσκολίες συχνά σχετίζονται μεταξύ τους. Για παράδειγμα, το διαζύγιο των γονιών μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγή στην κοινωνικο-οικονομική κατάσταση για πολλές οικογένειες. Μελέτες έδειξαν ότι η συσσώρευση δυσμενών συνθηκών αυξάνει τον κίνδυνο διάφορων ψυχικών προβλημάτων, μέχρι και αυτοκτονίας.

Ευαισθησία έναντι ανθεκτικότητας

Όμως, πώς μπορούν λίγες τραυματικές παιδικές εμπειρίες να έχουν ένα διά βίου αντίκτυπο; Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι η έκθεση σε τέτοια γεγονότα, αυξάνουν την ευαισθησία του ανθρώπου στα αποτελέσματα στρεσογόνων γεγονότων αργότερα στη ζωή. Για παράδειγμα, το διαζύγιο είναι δύσκολη εμπειρία για τους περισσότερους ενήλικες καθώς συνδέεται με συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης. Όμως οι άνθρωποι που έχουν βιώσει πρώιμες δυσκολίες επιβαρύνονται με ακόμη υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης τέτοιων ασθενειών, σαν αποτέλεσμα του διαζυγίου.

Παρ’ όλα αυτά, μια παιδική ηλικία με δυσκολίες δεν κάνει απαραίτητα τους ανθρώπους πιο ευάλωτους. Πράγματι, κάποια παιδιά ποτέ δεν υποφέρουν από αρνητικές συνέπειες ακόμη και μπροστά σε σοβαρές, πολλαπλές δυσκολίες, ένα χαρακτηριστικό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν ψυχική ανθεκτικότητα. Σε αυτές τις συνθήκες, η αρνητική εμπειρία δυναμώνει την αντίσταση σε μελλοντικό στρες. Οι ανθεκτικοί άνθρωποι γνωρίζουν τον εαυτό τους όταν περνούν δύσκολες περιόδους, μαθαίνουν πώς να διαχειρίζονται την συμπεριφορά τους και αντιμετωπίζουν με επιτυχία το στρες στο μέλλον.

Η ακριβής αντίδραση του παιδιού σε στρεσογόνες εμπειρίες φαίνεται ότι εξαρτάται από ένα πολύπλοκο συνδυασμό παραγόντων που διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένων και των γονιδίων τους, την ιδιοσυγκρασία και την γνωστική τους ικανότητα. Οι ερευνητές εξετάζουν τώρα σε ποιο βαθμό κάθε ένας από αυτούς τους παράγοντες καθορίζει αν κάποιος θα αναπτύξει ανθεκτικότητα και μπορεί να έχουμε σύντομα αποτελέσματα. Με τις συνεχείς προόδους στην γενετική επιστήμη του ανθρώπινου γονιδιώματος, η περίπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων αρχίζει να αποκαλύπτεται.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι δεν είναι αναπόφευκτες οι αρνητικές συνέπειες των παιδικών τραυμάτων. Ακόμη και σαν ενήλικες δεν είναι πολύ αργά να προλάβουμε ή να αναστρέψουμε τις συνέπειες, ακόμη και από πολύ σοβαρά παιδικά τραύματα όπως η σωματική ή η συναισθηματική κακοποίηση και παραμέληση.

Παιχνίδι επίρριψης ευθυνών

Παρ’ όλα αυτά, πολλοί άνθρωποι το βρίσκουν ευκολότερο απλά να κατηγορούν τους γονείς τους για τα προβλήματά τους. Μπορεί να φαίνεται ότι το να βρούμε τη ρίζα του πόνου μας θα βοηθήσει και σίγουρα είναι καλύτερο να κατηγορούμε τους γονείς μας, από το να κατηγορούμε τον εαυτό μας. Όμως, μια μεγάλη μελέτη σε πάνω από 30.000 συμμετέχοντες από 72 χώρες έδειξε ότι το να κατηγορούν τους γονείς δεν βοηθάει τους ανθρώπους να απομακρυνθούν από τις αρνητικές συνέπειες δύσκολων εμπειριών.

Η μελέτη βρήκε ότι όσοι κολλούσαν σε αρνητικές εμπειρίες όπως η κακοποίηση, κατηγορώντας τους άλλους ή τον εαυτό τους, διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο να υποφέρουν από κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας από όσους δεν συμπεριφέρονταν έτσι. Το συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι οι ψυχολογικές διαδικασίες όπως η επίρριψη ευθυνών στους γονείς μπορεί να είναι περισσότερο επικίνδυνες για την ψυχική υγεία από ό,τι οι παλιές εμπειρίες αυτές καθ’ αυτές.

Αν θέλουμε να ξεπεράσουμε το βάρος από το παρελθόν μας και να προοδεύσουμε, χρειάζεται να σταματήσουμε να κατηγορούμε τους γονείς μας και το παρελθόν μας και αντ’ αυτού να εστιάσουμε στο παρόν μας και να πάρουμε τον έλεγχο της ζωής μας. Οι θετικές εμπειρίες της ενήλικης ζωής, όπως η τακτική σωματική άσκηση, η ανώτερη εκπαίδευση και η κοινωνική υποστήριξη έχει αποδειχθεί ότι έχουν καλύτερες ψυχολογικές συνέπειες που περιλαμβάνουν την γνωστική λειτουργία, την ψυχική υγεία και την ευεξία. Και για τα έντονα και επίμονα προβλήματα ψυχικής υγείας, η αναζήτηση βοήθειας, από την ψυχοθεραπεία μέχρι και τη φαρμακευτική αγωγή- μπορεί επίσης να είναι τρόπος προόδου.

Συμπερασματικά, όποιο και αν είναι το υπόβαθρό σας, μην ξεχνάτε ότι ποτέ δεν είναι αργά να τονώσετε την ζωή σας με θετικές εμπειρίες, απομακρυνόμενοι από την μεγάλη σκιά των παιδικών αντιξοοτήτων. Λίγη δουλειά μπορεί να σας βοηθήσει να ξεκλειδώσετε την εσωτερική σας ανθεκτικότητα.

Τα παιδιά διψούν για αλληλεπίδραση

Θα ήταν αφελές να πούμε ότι τα παι­διά μαγεύονται από την ευκολία μιας δραστηριότητας όπως η τηλεόραση ή ενός τρισδιάστατου παιχνιδιού οθό­νης, που εμπεριέχουν τη μοναχικότητα. Η αλήθεια είναι ότι διψούν για αλληλε­πίδραση.

Διψούν να χρησιμοποιήσουν όσο περισσότερες ικανότητες (φυσικές και πνευματικές) έχουν ανακαλύψει ότι έχουν και αδημονούν να ανακαλύψουν και άλλες.

Ενθουσιάζονται με την ιδέα ό­τι ο σημαντικότερος άνθρωπος στη ζωή τους (ο γονιός) μπορεί να έχει αντίστοι­χες ανάγκες με αυτά.

Είναι απίστευτη η αίσθηση για το παιδί να αντι­λαμβάνεται ότι ο πατέρας ή η μητέρα του πραγματικά χαίρε­ται (και δεν προσποιείται) παίρνοντας μέρος σε μια δρα­στηριότητα μαζί του.

Τελικά, η αλληλεπίδραση αυτή, εκτός α­πό δημιουργική για το παιδί και τη διαπαιδαγώγηση του, γίνεται θεμέλιος λίθος της σχέσης και πολλές φορές αγχολυτική για τον υπερδραστήριο γο­νέα.

Κύριος γνώμονας της συμπεριφοράς του παιδιού είναι σχεδόν πάντοτε η συμπεριφορά του γονέα. Από πολύ μικρή ηλικία το παιδί απευθύ­νεται ακόμα και στις εκφράσεις του προ­σώπου του γονέα για να αποφασίσει αν του αρέσει κάτι ή όχι.

'Οσο πιο συχνή η αλληλεπίδραση λοιπόν, τόσο καλύτερη και η αίσθηση που έχει το παιδί για την πραγματικότητα.

Φανταστείτε ένα παιδί που στηρίζει την αντίληψη του για την πραγματικότητα στην εικονική πραγμα­τικότητα ενός κινουμένου σχεδίου (κολ­λημένο μπροστά σε μια οθόνη) και ένα παιδί που κινείται μέσα στην πραγματικότητα (της πόλης του, της γειτονιάς του, της μουσικής, της τέχνης, της Ιστορίας) και μπορεί να ελέγχει την αντίληψη του γι' αυτήν μέσα από τις εκάστοτε αντιδρά­σεις του γονιού.

Το δεύτερο αισθάνεται σιγουριά και σταθερότητα μέσα από τον γονιό για την πραγματικότητα του, ενώ το πρώτο αναρωτιέται γιατί εδώ που ζει όλα είναι τόσο δύσκολα και απαιτούν τόση προσπάθεια.

Το παραπάνω δεν αποτελεί και το μονα­δικό πλεονέκτημα.

Σκεφτείτε πώς δημιουργείται, πώς αναπτύσσεται και πώς εδραιώνεται μια οποι­αδήποτε σχέση στη ζωή ενός ανθρώπου.

Πρέπει να ανακα­λύψουμε τα κοινά ενδιαφέρο­ντα.

Πρέπει να δούμε τον τρό­πο που τα δύο μέλη της σχέσης διαχειρίζονται καταστάσεις. Και βέβαια έχουμε ανάγκη να παρατηρήσουμε αν μπορούμε να συνεργαστούμε.

Για να τα καταφέρου­με όλα αυτά αρκεί να δραστηριοποιού­μαστε μαζί. Πόσο μάλλον στη σχέση που έχει ένας γονιός με το παιδί του.

Αρκεί να ανακαλύψουμε τα κοινά μας ενδιαφέ­ροντα, να διαχειριστούμε μαζί καταστά­σεις και να συνεργαστούμε.

Να βγούμε έξω και να δείξουμε στο παιδί τι μας αρέ­σει, δίνοντας του έτσι την ευκαιρία να μας δείξει και αυτό τι του αρέσει.

Να καλλιεργήσουμε μαζί τις δεξιότητές μας, επιβραβεύοντας ο ένας τον άλλον.

Όσο ο γονιός μένει άπραγος τόσο μένει και το παιδί.

Όσο ο γονιός μένει άπραγος τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες στην εφηβεία να δημιουργηθεί ένα κοινωνικά δυσλει­τουργικό και μόνιμα ανικανοποίητο παι­δί.

Κάνοντας κάτι διαφορετικό από τα τε­τριμμένα με το παιδί, ο γονιός σίγουρα θα νιώσει σημαντικός και σωστός στον ρόλο του, μια και το παιδί του θα έχει αυ­τόματα την ευκαιρία να γνωρίσει πράγ­ματα που χωρίς τη δική του παρότρυνση θα ήταν απλά ανύπαρκτα.

Αυτή η αίσθη­ση γίνεται αυτόματα αγχολυτική σε μια ζωή που η ρουτίνα αποτελεί το κέντρο της καθημερινότητας.

Έτσι, η κοινή δρα­στηριότητα δεν ωφελεί μόνο τη ζωή και την ανάπτυξη του παιδιού αλλά και την ψυχική υγεία του γονιού.

Είναι αλήθεια λοιπόν ότι πρέπει γονείς και παιδιά να ζουν την πραγματικότητα μαζί όπως είναι, γεμάτοι ενδιαφέρον και άγνωστους κόσμους και όχι έτσι όπως τη ζουν, φυλακισμένοι μέσα σε ένα εύκολο και φαινομενικά ασφαλές περιβάλλον.

Όλοι θέλουν να ανεβούν στο θρόνο, αυτό είναι η τρέλα τους –λες και η ευτυχία κάθεται στο θρόνο

Υπάρχουν κάπου ακόμη λαοί και αγέλες, όχι όμως σε μας, αδελφοί: σε μας υπάρχουν κράτη.

Κράτος; Τι είναι αυτό; Εντάξει λοιπόν! Ανοίξτε τώρα τα αφτιά σας, γιατί θα σας πω ό,τι έχω να σας πω για τον θάνατο των λαών.

Κράτος λέγεται το πιο ψυχρό απ' όλα τα ψυχρά τέρατα. Και ψυχρά επίσης ψεύδεται και τούτο το ψέμα βγαίνει σερνόμενο από το στόμα του: 'εγώ, το κράτος, είμαι ο λαός'.

Ψέμα είναι αυτό! Δημιουργοί ήταν εκείνοι που δημιούργησαν τους λαούς και που κρέμασαν μια πίστη και μια αγάπη πάνω απ' αυτούς: έτσι υπηρέτησαν τη ζωή.

Καταστροφείς είναι εκείνοι που στήνουν παγίδες για τους πολλούς και ονομάζονται κράτος: κρεμούν από πάνω τους ένα σπαθί κι εκατό ορέξεις.

Όπου υπάρχει ακόμη λαός, δεν καταλαβαίνει το κράτος και το μισεί σαν κακό μάτι και σαν αμαρτία απέναντι στα ήθη και τα δικαιώματα.

Αυτό το σημάδι σας δίνω: κάθε λαός μιλά τη γλώσσα του σχετικά με το καλό και το κακό: ο γείτονάς του δεν την καταλαβαίνει. Η γλώσσα του, επινοήθηκε μέσα στα ήθη και στα δικαιώματα.

Αλλά το κράτος ψεύδεται σε όλες τις γλώσσες του καλού και του κακού· και ό,τι και να πει, ψεύδεται -και επίσης ό,τι έχει, το έχει κλέψει.

Όλα είναι ψεύτικα στο κράτος· με κλεμμένα δόντια δαγκώνει, το δαγκανιάρικο. Ψεύτικα είναι και τα σπλάχνα του. Σύγχυση των γλωσσών του καλού και του κακού: αυτό το σημάδι σάς δίνω ως σημάδι του κράτους. Αληθινά, τη θέληση για θάνατο δείχνει αυτό το σημάδι! Αληθινά, γνέφει στους κήρυκες του θανάτου!

Γεννιούνται υπερβολικά πολλοί άνθρωποι: για τους περιττούς εφευρέθηκε το κράτος!

Δείτε λοιπόν πώς τους προσελκύει, αυτούς τους υπερβολικά πολλούς! Πώς τους καταβροχθίζει και τους μασά και τους ξαναμασά!

Πάνω στη γη δεν υπάρχει τίποτε μεγαλύτερο από μένα: εγώ είμαι το δάχτυλο του θεού, αυτό που βάζει τάξη' -έτσι ουρλιάζει το τέρας. Και δεν πέφτουν στα γόνατα μόνον εκείνοι που έχουν μακριά αφτιά και κοντή όραση!

Αχ, και σε σας επίσης, μεγάλες ψυχές, ψιθυρίζει τα ζοφερά ψέματά του! Αχ, μαντεύει τις πλούσιες καρδιές, που πρόθυμα σπαταλιούνται!

Ναι, ακόμη και σας σάς μαντεύει, νικητές του παλιού θεού! Κουραστήκατε στον αγώνα και τώρα η κούραση σας υπηρετεί το νέο είδωλο!

Ήρωες και αξιοσέβαστους ανθρώπους θα ήθελε να έχει γύρω του το νέο είδωλο! Αρέσκεται να λιάζεται στο ηλιόφως των καλών συνειδήσεων -το ψυχρό τέρας!

Θέλει να σας τα δώσει όλα, αν εσείς το λατρέψετε, το νέο είδωλο: επίσης αγοράζει τη λάμψη της αρετής σας και το βλέμμα των περήφανων ματιών σας.

Θέλει να σας βάλει δόλωμα στους υπεράριθμους! Ναι, ένα διαβολικό τέχνασμα εφευρέθηκε εδώ, ένα άλογο του θανάτου, που βροντά κάτω από τα φανταχτερά στολίδια των θεϊκών τιμών.

Ναι, ένας θάνατος για τους πολλούς εφευρέθηκε εδώ, που καυχιέται πως είναι ζωή: αληθινά, μια εγκάρδια υπηρεσία στους κήρυκες του θανάτου!

Κράτος ονομάζω αυτό, όπου όλοι πίνουν δηλητήριο, καλοί και κακοί: κράτος, όπου όλοι χάνουν τον εαυτό τους, καλοί και κακοί: κράτος, όπου η αργή αυτοκτονία όλων -ονομάζεται "ζωή".

Δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Κλέβουν τα έργα των εφευρετών και τους θησαυρούς των σοφών: πνευματική καλλιέργεια ονομάζουν την κλεψιά τους -κι όλα τα κάνουν αρρώστια και αποτυχία!

Δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Άρρωστοι είναι πάντα, ξερνούν τη χολή τους και το ονομάζουν αυτό εφημερίδα. Κατασπαράζουν ο ένας τον άλλο και δεν μπορούν καν να τον χωνέψουν.

Δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Πλούτη αποκτούν και όμως γίνονται όλο και πιο φτωχοί. Δύναμη θέλουν και προπαντός τον μοχλό της δύναμης, πολύ χρήμα -αυτοί οι ανίκανοι!

Δείτε πώς σκαρφαλώνουν, αυτοί οι ευκίνητοι πίθηκοι! Σκαρφαλώνουν ο ένας πάνω στον άλλο κι έτσι παρασύρονται στη λάσπη και στο βυθό.

Όλοι θέλουν να ανεβούν στο θρόνο: αυτό είναι η τρέλα τους –λες και η ευτυχία κάθεται στο θρόνο! Συχνά κάθεται η λάσπη στο θρόνο - και επίσης συχνά ο θρόνος πάνω στη λάσπη.

Τρελοί είναι όλοι τους για μένα και πίθηκοι που σκαρφαλώνουν και υπερβολικά θερμόαιμοι. Άσχημα μου μυρίζει το είδωλο σας, το ψυχρό τέρας: άσχημα μου μυρίζουν όλοι αυτοί μαζί, οι ειδωλολάτρες.

Αδέλφια μου, θέλετε λοιπόν να πνιγείτε μέσα στις αναθυμιάσεις των στομάτων και των ορέξεων τους: καλύτερα να σπάσετε τα παράθυρα και να πηδήσετε έξω, στον καθαρό αέρα!

Απομακρυνθείτε λοιπόν από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από την ειδωλολατρία των περιττών!

Απομακρυνθείτε λοιπόν από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από τον αχνό αυτών των ανθρωποθυσιών!

Για τις μεγάλες ψυχές, η γη είναι ακόμη ελεύθερη. Άδειες είναι ακόμη πολλές θέσεις για ερημίτες, μόνους ή δυο δυο, τις οποίες περιβάλλει η μυρωδιά ήσυχων θαλασσών.

Για τις μεγάλες ψυχές, ελεύθερη είναι ακόμη μια ελεύθερη ζωή. Αληθινά, όποιος κατέχει λίγα, κατέχεται εξίσου λίγο: ευλογημένη να είναι η μικρή φτώχεια!

Εκεί που σταματά το κράτος, εκεί αρχίζει ο άνθρωπος, εκείνος που δεν είναι περιττός: εκεί αρχίζει το τραγούδι του απαραίτητου, η μοναδική και αναντικατάστατη μελωδία.

Εκεί όπου σταματά το κράτος -κοιτάξτε λοιπόν, αδελφοί μου! Δεν τα βλέπετε, το ουράνιο τόξο και το γεφύρι του υπεράνθρωπου;
 
Νίτσε, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα

Ο καθένας βλέπει τον εαυτό του σαν κέντρο του κόσμου

Ο εγωισμός, εκ φύσεως, δεν γνωρίζει όρια: ο άνθρωπος έχει μία και μοναδική απόλυτη επιθυμία, να συντηρήσει την ύπαρξή του, ν’ απαλλαγεί από κάθε πόνο, ακόμη κι από την παραμικρή στέρηση – αυτό που θέλει είναι η μεγαλύτερη δυνατή καλοπέραση, η κατοχή όλων των απολαύσεων που μπορεί να φανταστεί και τις οποίες σκαρφίζεται τρόπους να ποικίλλει και ν’ αναπτύσσει χωρίς σταματημό. Κάθε εμπόδιο που υψώνεται ανάμεσα στον εγωισμό του και τις επιθυμίες του του χαλάει τη διάθεση, προκαλεί την οργή του, το μίσος του: είναι ένας εχθρός που πρέπει να συντρίψει. Θα ήθελε όσο γίνεται ν’ απολαύσει τα πάντα, να αποκτήσει τα πάντα. Μην μπορώντας κάτι τέτοιο, τουλάχιστον θα ήθελε να δέσποζε πάνω σε όλα. «Όλα για μένα, τίποτε για τους άλλους» είναι το σύνθημά του. Ο εγωισμός έχει κολοσσιαίες διαστάσεις, το σύμπαν ολόκληρο δεν φτάνει για να τον χωρέσει. Διότι, αν έδινε κανείς στον καθένα τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στον αφανισμό του σύμπαντος και στην προσωπική του απώλεια, δεν χρειάζεται να πω ποια θα ήταν η απάντησή του. Ο καθένας βλέπει τον εαυτό του σαν το κέντρο του κόσμο, ανάγει το καθετί στον εαυτό του- μέχρι και τις μεγαλύτερες αναστατώσεις των αυτοκρατοριών τις βλέπει πρώτα απ’ όλα από την άποψη του προσωπικού του συμφέροντος, όσο μηδαμινό, όσο μακρινό μπορεί να είναι αυτό. Υπάρχει πιο χτυπητή αντίθεση; Από τη μια μεριά, αυτό το ανώτερο, αποκλειστικό ενδιαφέρον που ο καθένας δείχνει για τον εαυτό του κι από την άλλη, αυτό το αδιάφορο βλέμμα που ρίχνει σε όλους τους άλλους ανθρώπους. Είναι μάλιστα και κωμική αυτή η πεποίθηση τόσων ανθρώπων, οι οποίοι ενεργούν σαν να υπάρχουν πραγματικά μόνο αυτοί και σαν οι όμοιοι τους να είναι απλώς μάταιες σκιές, καθαρά φαντάσματα.

Το κράτος, αυτό το αριστούργημα του ευφυούς και υστερόβουλου εγωισμού, αυτό το άθροισμα όλων των ατομικών εγωισμών, έχει εναποθέσει τα δικαιώματα του καθενός στα χέρια μιας δύναμης απείρως ανώτερης από τη δύναμη του ατόμου, η οποία και εξαναγκάζει το τελευταίο αυτό να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξουδετερώθηκε ο υπέρμετρος εγωισμός σχεδόν όλων, η κακία πολλών και η αγριότητα ορισμένων: ο καταναγκασμός τους κρατάει δέσμιους, αλλά από την κατάσταση αυτή προκύπτει μια απατηλή φαινομενικότητα. Ευθύς ως η προστατευτική δύναμη του κράτους παραλύσει ή πάψει να υπάρχει, όπως συμβαίνει συχνά, βλέπει κανείς να κάνουν θριαμβευτικά την επανεμφάνισή τους οι πιο άπληστες ορέξεις, η πιο άθλια φιλαργυρία, η πιο συγκεκαλυμμένη δολιότητα, η κακία, η κακοπιστία των ανθρώπων και τότε οπισθοχωρούμε, βάζουμε τις φωνές, σαν να πέφτουμε πάνω σε ένα τέρας ακόμα άγνωστο ωστόσο, χωρίς τον εξαναγκασμό των νόμων, χωρίς την ανάγκη που έχει κανείς να τον τιμούν και να τον υπολογίζουν οι άλλοι, όλα αυτά τα πάθη θα θριάμβευαν κάθε μέρα. Θα πρέπει να διαβάσει κανείς τα πρακτικά των μεγάλων δικών, την ιστορία των περιόδων αναρχίας για να δει τι υπάρχει στο βάθος του ανθρώπου, τι αξίζει η ηθική του! Τα χιλιάδες άτομα που βρίσκονται εδώ μπροστά στα μάτια μας, υποχρεωμένα αμοιβαίως να σέβονται την ειρήνη, κατά βάθος είναι τίγρεις και λύκοι, που ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό φίμωτρο τους εμποδίζει να δαγκώσουν. Φανταστείτε ότι καταργείται η δημόσια εξουσία, ότι βγαίνει το φίμωτρο: θα κάνατε πίσω από τρόμο μπροστά στο θέαμα που θα προσφερόταν στα μάτια σας, θέαμα που ο καθένας εύκολα μπορεί να φανταστεί· δεν είναι αλήθεια άραγε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα ομολογούσατε πόσο λίγη σημασία αποδίδετε στη θρησκεία, στη συνείδηση, στην έμφυτη ηθική, όποια κι αν είναι η θεμελίωσή τους; Σ’ αυτή την περίπτωση, ωστόσο, απέναντι σε εγωιστικά αισθήματα αντίθετα προς κάθε ηθικό κανόνα, αχαλίνωτα, θα βλέπατε επίσης να αποκαλύπτεται το πραγματικό ηθικό ένστικτο μέσα στον άνθρωπο.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Κι αν δεν μπορούμε να τον βοηθήσουμε, τουλάχιστον ας μην τον πληγώνουμε

Μαζί. Από το «εγώ» και το «εσύ» στο «εμείς». Οι σχέσεις σας θα είναι τόσο ζωντανές και γεμάτες, όσο είσαστε κι εσείς. Αν είσαστε νεκροί, νεκρή θα είναι και η σχέση. Και αν οι σχέσεις σας είναι βαρετές και ανεπαρκείς, φταίτε εσείς που είσαστε βαρετοί και ανεπαρκείς. Ζωντανέψτε λιγάκι! Πάρτε είδηση ότι ο κόσμος και οι άνθρωποι δε φτιάχτηκαν ειδικά για σας. Προσπαθήστε να κάνετε κάποιον άλλο να νιώσει καλά.

Ξεκινήστε από την υπόθεση ότι οι άλλοι είναι καλοί, ώσπου να σας αποδείξουν απτά και συγκεκριμένα ότι δεν είναι. Αλλά ακόμη και τότε μην ξεχνάτε ότι έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν και ότι μπορείτε να τους βοηθήσετε. Εξασκηθείτε στη χρήση του «εμείς» αντί για το «εγώ» στη σκέψη και την έκφρασή σας. Αγαπήστε πολλά πράγματα βαθιά, γιατί η ικανότητά σας για αγάπη μετριέται από το πόσο πολύ και πόσο βαθιά αγαπάτε.

Μην ξεχνάτε πως όλα τα πράγματα αλλάζουν, ιδιαίτερα οι ανθρώπινες σχέσεις κι αν θέλουμε να τις διατηρήσουμε, πρέπει ν’ αλλάζουμε μαζί τους. Ας είναι η αλλαγή αυτή ανάπτυξη. Βεβαιωθείτε ότι αναπτύσσεστε μαζί κι όχι χωριστά. Ψάξτε να βρείτε ανθρώπους υγιείς, που ξέρουν ακόμη πώς να γελάνε, πώς να αγαπάνε και πώς να κλαίνε. Θυμηθείτε ότι η δυστυχία δεν καλοδέχεται απλώς τη συντροφιά, την απαιτεί. Φροντίστε να την αποφεύγετε.

Ζούμε πολύ κοντά ο ένας στον άλλο. Γι’ αυτό ο κυριότερος στόχος μας στη ζωή είναι να βοηθήσουμε τον άλλο. Κι αν δεν μπορούμε να τον βοηθήσουμε, τουλάχιστον ας μην τον πληγώνουμε. Αν ο καθένας μας υποσχόταν στον εαυτό του πως στο όνομα των ανθρώπινων σχέσεων και της ανθρώπινης αλληλεγγύης μας θα αφιέρωνε τη ζωή του να βοηθήσει τους άλλους να αναπτυχθούν κι αν, μην μπορώντας να το κάνει αυτό, φρόντιζε τουλάχιστον να μην τους πληγώσει, θα βλέπαμε να γίνεται κάτι μαγικό.

Μπαρούχ Σπινόζα

Οι περισσότερες θρησκείες διδάσκουν πως ο Θεός υπάρχει κάπου εκτός κόσμου, ίσως στον παράδεισο. Ο Μπαρούχ Σπινόζα (1632-1677) έκανε την ασυνήθιστη σκέψη ότι ο Θεός είναι ο κόσμος. Έγραφε για «τον Θεό ή τη Φύση», με την έννοια ότι οι δύο λέξεις αναφέρονται στο ίδιο πράγμα. Ο Θεός και η φύση είναι δύο τρόποι περιγραφής του ίδιου πράγματος. Ο Θεός είναι φύση και η φύση είναι Θεός. Αυτό είναι μια μορφή πανθεϊσμού – η πίστη ότι ο Θεός είναι τα πάντα. Πρόκειται για μια ριζοσπαστική ιδέα που του προξένησε ένα σωρό προβλήματα.

Ο Σπινόζα γεννήθηκε στο Άμστερνταμ, ήταν γιος Πορτογάλων Εβραίων. Το Άμστερνταμ ήταν τότε ένας δημοφιλής προορισμός για ανθρώπους που προσπαθούσαν να αποφύγουν τις διώξεις. Μα ακόμα κι εκεί υπήρχαν όρια στην έκφραση απόψεων. Αν και ανατράφηκε με την εβραϊκή θρησκεία, ο Σπινόζα αφορίστηκε και δέχτηκε τις κατάρες των ραβίνων στη συναγωγή το 1656 όταν ήταν 24 ετών, πιθανόν εξαιτίας των ανορθόδοξων απόψεών του για τον Θεό. Έφυγε από το Άμστερνταμ και αργότερα εγκαταστάθηκε στη Χάγη. Έκτοτε έμεινε γνωστός ως Μπενεντίκτ ντε Σπινόζα παρά ως Μπαρούχ, που ήταν το εβραϊκό του όνομα.

Πολλοί φιλόσοφοι έχουν εντυπωσιαστεί από τη γεωμετρία. Οι διάσημες αποδείξεις γεωμετρικών υποθέσεων από τον αρχαίο Έλληνα Ευκλείδη περνούσαν από μερικά απλά αξιώματα ή αρχικές αποφάνσεις σε συμπεράσματα όπως ότι οι μοίρες των εσωτερικών γωνιών ενός τριγώνου ισούνται με τις μοίρες δύο ορθών γωνιών. Αυτό που οι φιλόσοφοι συνήθως θαυμάζουν στη γεωμετρία είναι ο τρόπος που κινείται με προσεκτικά λογικά βήματα από συμφωνημένες αρχές σε εντυπωσιακά συμπεράσματα Αν τα αξιώματα είναι αληθή, τότε και τα συμπεράσματα πρέπει να είναι αληθή. Αυτό το είδος γεωμετρικού συλλογισμού ενέπνευσε τόσο τον Ρενέ Ντεκάρτ όσο και τον Τόμας Χομπς.

Ο Σπινόζα δε θαύμαζε απλώς τη γεωμετρία, αλλά έγραφε φιλοσοφία ωσάν να ήταν γεωμετρία. Οι αποδείξεις στο βιβλίο του Ηθική μοιάζουν με γεωμετρικές αποδείξεις και περιλαμβάνουν αξιώματα και ορισμούς. Υποτίθεται πως έχουν την ίδια αμείλικτη λογική με τη γεωμετρία. Αλλά αντί να αφορούν θέματα όπως οι γωνίες των τρίγωνων και η περιφέρεια των κύκλων, αφορούν τον Θεό, τη φύση, την ελευθερία και το συναίσθημα. Ο Σπινόζα ένιωθε ότι αυτά τα θέματα επιδέχονται ανάλυσης και συλλογιστικής με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που σκεφτόμαστε τα τρίγωνα, τους κύκλους και τα τετράγωνα. Πίστευε πως υπάρχει μια υποκείμενη δομική λογική στον κόσμο και στη θέση μας σε αυτόν, την οποία ο ορθός λόγος δύναται να αποκαλύψει. Τίποτα δεν είναι τυχαίο έτσι όπως είναι, υπάρχει ένας σκοπός και μια αρχή σε όλα. Όλα ταιριάζουν σε ένα τεράστιο σύστημα και ο καλύτερος τρόπος να το καταλάβουμε είναι η δύναμη της σκέψης. Αυτή η προσέγγιση στη φιλοσοφία, που εστιάζει στον ορθό λόγο παρά στο πείραμα και στην παρατήρηση, συχνά αποκαλείται ορθολογισμός.

Στον Σπινόζα άρεσε να μένει μόνος. Όντας σε μοναχική κατάσταση, είχε τον χρόνο και την ηρεμία για να κάνει τις μελέτες του. Ήταν επίσης ασφαλέστερο να μην ανήκει σε κάποιο δημόσιο θεσμό, δεδομένων των απόψεών του για τον Θεό. Γι’ αυτό και το διασημότερο βιβλίο του, η Ηθική, δημοσιεύτηκε μετά θάνατον. Αν και η φήμη του ως ενός άκρως πρωτότυπου στοχαστή διαδόθηκε όσο ζούσε ο Σπινόζα απέρριψε μια προσφορά να διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Εντούτοις συζήταγε μετά χαράς τις ιδέες του με μερικούς στοχαστές που τον επισκέπτονταν. Ένας από αυτούς ήταν ο φιλόσοφος και μαθηματικός Γκότφριντ Λάιμπνιτς.

Ο Σπινόζα ζούσε απλά, έμενε σε καταλύματα και δεν αγόρασε σπίτι. Δε χρειαζόταν πολλά χρήματα και τα κατάφερνε με όσα έβγαζε ως λειαντής φακών, καθώς και με μικροποσά από ανθρώπους που θαύμαζαν το φιλοσοφικό έργο του. Οι φακοί τους οποίους έφτιαχνε χρησιμοποιούνταν σε επιστημονικά όργανα όπως τηλεσκόπια και μικροσκόπια. Έτσι, ήταν ανεξάρτητος και δούλευε εκεί όπου έμενε. Δυστυχώς αυτό μπορεί να συνέβαλε και στον πρόωρο θάνατό του από πνευμονική λοίμωξη μόλις στα 44 του. Από τη λείανση των φακών ανέπνεε τη σκόνη του γυαλιού και αυτό μάλλον κατέστρεψε τους πνεύμονες του.

Αν ο θεός είναι άπειρος, σκεφτόταν ο Σπινόζα, συνάγεται ότι δεν μπορεί να υπάρχει κάτι που να μην είναι Θεός. Αν ανακαλύψετε κάτι στο σύμπαν που να μην είναι θεός, τότε ο θεός δεν μπορεί να είναι άπειρος, αφού ο θεός θα έπρεπε επί της αρχής να είναι και αυτό το πράγμα, όπως είναι τα πάντα. Όλοι είμαστε μέρη του Θεού, όπως και οι πέτρες, τα μυρμήγκια, το χορτάρι και τα παράθυρα. Όλα. Όλα ανήκουν σε ένα απίστευτα περίπλοκο σύνολο, αλλά εντέλει όλα όσα υπάρχουν αποτελούν τμήμα ενός και μόνου πράγματος: του θεού.

Οι πιστοί των παραδοσιακών θρησκειών κήρυτταν ότι ο θεός αγαπά την ανθρωπότητα και απαντά στις ατομικές προσευχές Αυτό συνιστά ανθρωπομορφισμό – την προβολή ανθρώπινων ιδιοτήτων, όπως η συμπόνια, σε ένα μη ανθρώπινο ον, τον θεό. Η πιο ακραία ανθρωπομορφική θέση είναι να φανταζόμαστε τον Θεό ως έναν καλό άνδρα με μεγάλη γενειάδα και ευγενικό χαμόγελο. Ο Θεός του Σπινόζα δεν ήταν έτσι. Αυτός -ή ίσως θα ήταν ακριβέστερα να πούμε “αυτό” δεν είχε πρόσωπο και δεν ενδιαφερόταν για τίποτα και για κανέναν. Σύμφωνα με τον Σπινόζα, μπορείτε και οφείλετε να αγαπάτε τον Θεό, αλλά μην περιμένετε να σας επιστρέψει την αγάπη. Αυτό θα έμοιαζε με έναν φυσιολάτρη που προσδοκά από τη φύση να τον λατρεύει ανταποδοτικά. Στην πραγματικότητα, ο Θεός που ο Σπινόζα περιγράφει είναι τόσο παντελώς αδιάφορος για τους ανθρώπους και για όσα κάνουν, ώστε πολλοί θεωρούσαν πως ο Σπινόζα δεν πίστευε καθόλου στον Θεό και ότι ο πανθεϊσμός του ήταν απλώς ένα προκάλυμμα. Τον θεωρούσαν άθεο και αντίθρησκο. Πώς θα μπορούσε κάποιος που πίστευε πως ο θεός δεν ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα να είναι κάτι άλλο; Ο Σπινόζα, ωστόσο, έτρεφε μια διανοητική αγάπη για τον Θεό, μια αγάπη που βασιζόταν στη βαθιά κατανόηση που επιτυγχάνεται με τον ορθό λόγο. Αλλά αυτό δε συνιστά μια συμβατική θρησκεία. Η συναγωγή είχε δίκιο να τον αφορίσει.

Οι απόψεις του Σπινόζα για την ελεύθερη βούληση ήταν επίσης αμφιλεγόμενες. Ήταν ντετερμινιστής, πίστευε δηλαδή ότι κάθε ανθρώπινη πράξη είναι το αποτέλεσμα πρότερων αιτιών Μια πέτρα που πετά στον αέρα, αν μπορούσε να αποκτήσει συνείδηση όπως ένας άνθρωπος, θα φανταζόταν ότι κινείται με τη δική της βούληση, παρ’ ότι αυτό δε συμβαίνει. Αυτά που πραγματικά την κινούν είναι η δύναμη της ρίψης και οι συνέπειες της βαρύτητας. Η πέτρα θα ένιωθε ότι η ίδια, και όχι η βαρύτητα, ελέγχει το πού πηγαίνει. Έτσι είμαστε κι εμείς οι άνθρωποι: φανταζόμαστε ότι επιλέγουμε ελεύθερα τι κάνουμε και ότι ελέγχουμε τη ζωή μας. Αλλά αυτό συμβαίνει επειδή δεν καταλαβαίνουμε συνήθως τους τρόπους με τους οποίους έχουν επέλθει οι επιλογές και οι πράξεις μας. Στην πραγματικότητα, η ελεύθερη βούληση είναι μ*α αυταπάτη. Δεν υπάρχει αυθόρμητη ελεύθερη δράση.

Αν και ντετερμινιστής, ο Σπινόζα πίστευε πως μια πολύ περιορισμένη ανθρώπινη ελευθερία ήταν δυνατή και επιθυμητή. Η χειρότερη συνθήκη ύπαρξης ήταν αυτό που ονόμαζε δουλεία: να βρισκόμαστε στο πλήρες έλεος των συναισθημάτων μας. Όταν συμβαίνει κάτι κακό, όπως κάποιος που σας φέρεται αγενώς, και χάνετε την ψυχραιμία σας και σας πλημμυρίζει μίσος, αυτός είναι ένας πολύ παθητικός τρόπος ύπαρξης. Απλώς αντιδράτε σε γεγονότα. Τα εξωτερικά συμβάντα προκαλούν την οργή σας. Δεν τα ελέγχετε καθόλου. Ο τρόπος να τα αποφύγετε είναι να κατανοήσετε καλύτερα τις αιτίες που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά τα πράγματα που σας ωθούν να οργίζεστε. Για τον Σπινόζα, το καλύτερο που μπορούμε να πετύχουμε είναι να αναδύονται τα συναισθήματα μας κατ’ επιλογή μας και όχι από εξωτερικά συμβάντα. Παρ’ ότι αυτές οι επιλογές δε γίνεται ποτέ να είναι εντελώς ελεύθερες, καλύτερα να είμαστε ενεργητικοί παρά παθητικοί.

H Kοινωνία Tιμωρός

Στο ποινικό καθεστώς της κλασικής περιόδου μπορούμε να ξαναβρούμε, αναμεμειγμένες μεταξύ τους, τέσσερις βασικές τακτικές επιβολής ποινών -τέσσερις κατηγορίες που καθεμιά τους έχει διαφορετική ιστορική προέλευση και που ο ρόλος τους, σε συνάρτηση πάντα με την κοινωνία και την εποχή, υπήρξε αν όχι ξεχωριστός τουλάχιστον προνομιούχος.

*Εξορία, διωγμός, εκτοπισμός, απέλαση εκτός των συνόρων, απαγόρευση εισόδου σε ορισμένα μέρη, καταστροφή οικιακής εστίας, διαγραφή από τον τόπο γέννησης, δήμευση περιουσίας -κινητής και ακίνητης.

*Επιβολή αποζημίωσης, εξαγορά, μετατροπή της προκληθείσης ζημιάς σε εξοφλητέο χρέος, μετατροπή της παράνομης πράξης σε οικονομική υποχρέωση.

*Διαπόμπευση, σημάδεμα, τραυματισμός, ακρωτηριασμός, εγχάραξη ουλής, αποτύπωση σημαδιού στο πρόσωπο ή τον ώμο, πρόκληση σωματικού μειονεκτήματος σε διακριτό σημείο, βασανισμός, εν ολίγοις σφετερισμός του σώματος και εγγραφή των αποτυπωμάτων της εξουσίας πάνω σ’ αυτό.

*Εγκλεισμός.

Μπορούμε υποθετικά να διακρίνουμε τις κοινωνίες, ανάλογα με τον τύπο τιμωρίας που υιοθέτησαν σε κοινωνίες εξορίας (ελληνική κοινωνία), κοινωνίες εξαγοράς (γερμανικές), κοινωνίες εγχάραξης (δυτικές κοινωνίες κατά το τέλος του Μεσαίωνα) καθώς και κοινωνίες εγκλεισμού, όπως ίσως και η δική μας. Η δική μας πάντως, μόνο από τα τέλη του XVIIIου αιώνα και μετά.

Γιατί ένα μόνο είναι σίγουρο: η κράτηση, η φυλάκιση δεν αποτελούν μέρος του ευρωπαϊκού ποινικού συστήματος πριν τουλάχιστον από τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις των δεκαετιών 1780-1820. Οι νομικοί του XVIII αιώνα συμφωνούν ομόφωνα στο εξής σημείο: «η φυλάκιση σύμφωνα με το αστικό μας δίκαιο δεν θεωρείται ποινή… παρόλο που οι Ηγεμόνες για πολιτικές σκοπιμότητες οδηγούνται καμιά φορά στο να την επιβάλλουν• αυτά είναι μέτρα εξουσίας και η τακτική δικαιοσύνη δεν χρησιμοποιεί τέτοιου είδους καταδίκες» (Serpillon, Ποινικός Κώδικας, 1767).

Μπορούμε, όμως, να πούμε ότι ήδη μια τέτοια εμμονή για άρνηση του ποινικού χαρακτήρα της φυλάκισης δείχνει μια αυξανόμενη αβεβαιότητα. Σε κάθε περίπτωση, οι εγκλεισμοί που χρησιμοποιούνται κατά το XVM° και XVMI° αιώνα παραμένουν στο περιθώριο του ποινικού συστήματος, έστω κι αν μοιάζουν μεταξύ τους, και τείνουν όλο και περισσότερο να συγκλίνουν:

*Εγκλεισμός-ενέχυρο (enferment-gage) είναι εκείνος που εφαρμόζει η δικαιοσύνη κατά τη διάρκεια της προανάκρισης μιας ποινικής υπόθεσης, ο πιστωτής έως της εξόφλησης του χρέους του ή η βασιλική εξουσία υπό την απειλή ενός εχθρού. Αναφέρεται λιγότερο στην τιμωρία ενός παραπτώματος και περισσότερο στον έλεγχο του ατόμου.

*Εγκλεισμός-υποκατάστατο (enferment-substitut) είναι εκείνος που επιβάλλεται σε κάποιον που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των ποινικών δικαστηρίων (είτε εξ αιτίας της φύσης των παραπτωμάτων του, τα οποία εμπίπτουν μόνο στην τάξη του κώδικα ηθικής ή συμπεριφοράς• είτε από προνόμια που του παρέχει ο νόμος: τα εκκλησιαστικά δικαστήρια που, από το 1629 δεν έχουν πλέον την αρμοδιότητα να εκδίδουν ποινές φυλάκισης υπό τη στενή έννοια, μπορούν να διατάξουν τον ένοχο να αποσυρθεί σε μοναστήρι• η βασιλική διαταγή για φυλάκιση είναι συχνά ένα μέσο στα χέρια ενός προνομιούχου που τον βοηθάει να διαφύγει από την ποινική δικαιοσύνη• οι γυναίκες αποστέλλονται σε σωφρονιστήρια για παραπτώματα για τα οποία οι άνδρες κλείνονται σε κάτεργα).

Πρέπει να σημειωθεί ότι (εκτός από την τελευταία περίπτωση) αυτός ο εγκλεισμός-υποκατάστατο χαρακτηρίζεται γενικά από το γεγονός ότι δεν αποφασίζεται από τη δικαστική εξουσία• ότι η διάρκειά του δεν ορίζεται άπαξ δια παντός και ότι εξαρτάται από έναν υποθετικό σκοπό: το σωφρονισμό. Πρόκειται για τιμωρία μάλλον, παρά για ποινή.

Κι όμως, πενήντα χρόνια μετά από τα μεγαλειώδη μνημεία του κλασικού ποινικού δικαίου (Serpillon, Jousse, Mumpart de Vouglans) η φυλακή κατέστη γενική μορφή ποινής.

Το 1831 ο Remusat σε μια ομιλία του στη Βουλή έλεγε: «Τι είναι ακριβώς το ποινικό σύστημα που ορίζεται από το νέο νόμο; Είναι η κάθειρξη σε όλες της τις μορφές. Πράγματι, συγκρίνατε τις τέσσερις βασικές ποινές που παραμένουν στον ποινικό κώδικα. Τα καταναγκαστικά έργα είναι μια μορφή κάθειρξης. Τα κάτεργα είναι μια υπαίθρια φυλακή. Η κράτηση, ο εγκλεισμός, η φυλάκιση με σκοπό το σωφρονισμό δεν είναι, τρόπον τινά, παρά τα διαφορετικά ονόματα της ίδιας τιμωρίας».

Και ο Van Meenen εγκαινιάζοντας το δεύτερο σωφρονιστικό συνέδριο στις Βρυξέλλες, υπενθύμισε τα χρόνια της νιότης του όταν η γη καλυπτόταν ακόμα «από τροχούς, αγχόνες, κρεμάλες και πασσάλους» με «σκελετούς ειδεχθώς κατακρεουργημένους». Όλα συνέβαιναν ως εάν η φυλακή, τιμωρία παραποινική όπου κατά τα τέλη του XVIIIου αιώνα είχε εισέλθει στο ποινικό πεδίο, να έχει καταλάβει πολύ γρήγορα ολόκληρο το χώρο. Της άμεσης αυτής θριαμβευτικής εισβολής ο αυστριακός ποινικός κώδικας, όπως συντάχθηκε επί Ιωσήφ Β, δίνει την πιο έκδηλη μαρτυρία.

Η οργάνωση της ποινής του εγκλεισμού δεν είναι απλώς και μόνον πρόσφατη• είναι αινιγματική.

Από τη στιγμή που τέθηκε σε εφαρμογή, έγινε αντικείμενο των πιο βίαιων κριτικών. Κριτικές που βασίσθηκαν σε θεμελιώδεις αρχές και κριτικές που ασκήθηκαν αναφορικά με τις δυσλειτουργίες που θα μπορούσε η φυλακή να εισάγει στο ποινικό σύστημα και στην κοινωνία εν γένει.

Η φυλακή εμποδίζει τη δικαστική εξουσία να ελέγξει και να εξακριβώσει την εφαρμογή των ποινών. Ο νόμος δεν διεισδύει μέσα στις φυλακές, έλεγε ο Decazes το 1818. Η φυλακή αναμειγνύοντας κατάδικους τόσο διαφορετικούς και απομονωμένους μεταξύ τους, τους καθιστά μια ομοιογενή κοινότητα εγκληματιών, η οποία καθίσταται μέσω του εγκλεισμού και παραμένει εκτός αυτού, αλληλέγγυα. Η φυλακή κατασκευάζει έναν πραγματικό στρατό εσωτερικών εχθρών.

Δίνοντας στους κατάδικους ένα καταφύγιο, τροφή, ρούχα και συχνά ακόμα και δουλειά, η φυλακή επιφυλάσσει γι’ αυτούς πεπρωμένο μερικές φορές καλύτερο ακόμα και από εκείνο των εργατών. Όχι μόνον δεν μπορεί να τους αποτρέψει από την εγκληματικότητα, αλλά αντίθετα τους προτρέπει προς αυτήν. Από τη φυλακή βγαίνουν άνθρωποι των οποίων οι έξεις και η ατίμωση που τους χαρακτηρίζουν καταλήγουν τελικά στην εγκληματικότητα. Αμέσως λοιπόν, η φυλακή καταδικάζεται ως εργαλείο το οποίο, στο περιθώριο της δικαιοσύνης, κατασκευάζει εκείνους που η ίδια η δικαιοσύνη θα στείλει ή θα ξαναστείλει στη φυλακή. Αυτός ο σωφρονιστικός κύκλος καταδικάζεται ρητά ήδη από το 1815-1830. Σ’ αυτές τις κριτικές, τρεις ήταν οι απαντήσεις που δόθηκαν:

*Επινόηση μιας εναλλακτικής λύσης που θα διατηρεί τα θετικά αποτελέσματα της φυλακής (το διαχωρισμό των εγκληματιών, την τοποθέτησή τους εκτός κοινωνικού συνόλου) και θα καταργεί τις επικίνδυνες επενέργειες (την επανένταξή τους στην κοινωνία). Με τον τρόπο αυτό, επανερχόμαστε στο παλαιό σύστημα μεταφοράς που είχαν αναστείλει οι Άγγλοι κατά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας και είχαν εκ νέου αποκαταστήσει μετά το 1790 με προορισμό την Αυστραλία.

Οι μεγάλες συζητήσεις γύρω από το Botany Bay έλαβαν τόπο στην Γαλλία γύρω στα 1824-1830. Στην πραγματικότητα η εξορία-αποικισμός δεν θα αντικαταστήσει ποτέ τη φυλάκιση• την εποχή των μεγάλων αποικιακών κατακτήσεων θα παίξει έναν πολύπλοκο ρόλο στα ελεγχόμενα κυκλώματα της εγκληματικότητας. Ένα σύνολο αποτελούμενο από ομάδες αποίκων, κατά το μάλλον ή ήττον, εθελοντικές όπως τα αποικιακά στρατιωτικά σώματα, τα τάγματα της Αφρικής, η λεγεώνα των Ξένων, η Cayenne θα λειτουργήσουν, κατά τη διάρκεια του XIXου αιώνα, σε συνάρτηση με ένα σύστημα επιβολής ποινών και θα βασισθούν κατά βάση στη φυλάκιση.

*Μεταρρύθμιση της εσωτερικής λειτουργίας της φυλακής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να πάψει να δημιουργεί στρατιές εσωτερικών κινδύνων. Αυτός είναι και ο στόχος που ορίστηκε σ’ ολόκληρη την Ευρώπη ως η «σωφρονιστική μεταρρύθμιση». Ως χρονικά σημεία αναφοράς μπορούμε να θεωρήσουμε αφενός τα Μαθήματα περί των φυλακών του Julius (1830) και αφετέρου το Συνέδριο των Βρυξελλών το 1847. Η μεταρρύθμιση αυτή περιλαμβάνει τρία κύρια σημεία: πλήρης ή μερική απομόνωση των κρατουμένων στο εσωτερικό της φυλακής (συζητήσεις γύρω από τα συστήματα του Aubuzn και της Πενσυλβάνιας), ηθικοποίηση των κατάδικων μέσω της εργασίας, της εκπαίδευσης, της θρησκείας, των ανταμοιβών, της μείωσης των ποινών• ανάπτυξη παραποινικών θεσμών πρόληψης ή επανένταξης ή ελέγχου. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις, οι οποίες τερματίστηκαν με τις επαναστάσεις του 48, δεν άλλαξαν καθόλου τις δυσλειτουργίες της φυλακής που ήδη καταδικάζονταν κατά την προηγούμενη περίοδο.

*Τέλος, απόδοση ανθρωπολογικής υπόστασης στο σωφρονιστικό κύκλο• αντικατάσταση του παλαιού σχεδίου των Julius και Charles Lucas (που πρέσβευαν τη δημιουργία μιας «επιστήμης των φυλακών» ικανής να καθορίσει τις αρχιτεκτονικές, διοικητικές και παιδαγωγικές αρχές ενός θεσμού που «σωφρονίζει») με μία «επιστήμη των εγκληματιών» που θα μπορούσε να προσδιορίσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους και να ορίσει τους τρόπους κοινωνικής αντίδρασης που αντιστοιχούν σε κάθε περίπτωση. Η τάξη των εγκληματιών, στην οποία ο σωφρονιστικός κύκλος παραχωρούσε τουλάχιστον ένα μέρος αυτονομίας και στην οποία εξασφάλιζε συγχρόνως την απομόνωση και τον αποκλεισμό της, εμφανίζονταν πλέον ως ψυχοκοινωνική παρέκκλιση.

Παρέκκλιση πιστοποιημένη από έναν «επιστημονικό» λόγο (στον οποίο θα σπεύσουν να προστεθούν ψυχοπαθολογικές, ψυχιατρικές, ψυχαναλυτικές, κοινωνιολογικές αναλύσεις)• παρέκκλιση που θα θέσει το ερώτημα σχετικά με το αν η φυλακή αποτελεί όντως την πλέον κατάλληλη λύση ή την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση του προβλήματος.

Με άλλα λόγια, εκείνο που προσάπτονταν στις αρχές του XIXου αιώνα στην φυλακή (ότι δημιουργεί έναν «περιθωριακό» πληθυσμό «εγκληματικότητας») εκλαμβάνεται σήμερα ως ένα τελεσίδικο γεγονός. Όχι μόνο γίνεται αποδεκτό ως πραγματικότητα, αλλά και θεωρείται πρωταρχικό δεδομένο. Το φαινόμενο της «εγκληματικότητας» που γεννάται από την φυλακή καθίσταται πρόβλημα της ίδιας της εγκληματικότητας στο οποίο η φυλακή καλείται να δώσει την αρμόζουσα λύση.

Ποιος είναι τελικά ο λόγος ύπαρξης της φυλακής;

Εγκληματολογική αναστροφή του σωφρονιστικού κύκλου.
Πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε πώς ήταν δυνατή μία τέτοια αναστροφή• πώς μπόρεσαν, τελικά, καταδικασμένες και επικριμένες ενέργειες να θεωρηθούν θεμελιώδη δεδομένα για μία επιστημονική ανάλυση της εγκληματικότητας• πώς μπόρεσε η φυλακή, θεσμός πρόσφατος, εύθραυστος, κατακριτέος και σπιλωμένος, να εξαπλωθεί σε τέτοιο βάθος ως θεσμός, ώστε ο μηχανισμός των παρενεργειών του να θεωρηθεί ανθρωπολογική σταθερά.

Ποιος είναι τελικά ο λόγος ύπαρξης της φυλακής; Σε ποια λειτουργική απαίτηση απαντά;
Είναι, εξάλλου, αναγκαίο να θέσουμε το ερώτημα αν και όμως πιο δύσκολο να απαντήσουμε σχετικά με το αν διακρίνεται η «ιδεολογική» γένεση του θεσμού. Θα μπορούσαμε, τωόντι, να θεωρήσουμε πως η φυλακή σωστά καταγγέλθηκε, και μάλιστα από νωρίς, ως προς τις πρακτικές της συνέπειες• αλλά πως ήταν τόσο στενά συνδεδεμένη με τη νέα ποινική θεωρία (εκείνη που κυριαρχούσε κατά την κατάρτιση του κώδικα του XIXου αιώνα) που έπρεπε να την αποδεχθούμε σε συνάρτηση μ’ αυτήν• ή ακόμα πως θα ήταν δυνατό να αναθεωρηθεί εκ βάθρων αυτή η θεωρία, αν επιθυμούσαμε να ασκήσουμε μια ριζοσπαστική κριτική στη φυλακή.

Κι όμως, από αυτή την άποψη τα αποτελέσματα της εξέτασης των ποινικών θεωριών του δεύτερου μισού του XVIII αιώνα είναι αιφνιδιαστικά. Κανείς εκ των μεγάλων μεταρρυθμιστών, είτε πρόκειται για θεωρητικούς όπως ο Beccaria, νομικούς όπως ο Servan, νομοθέτες όπως ο Le Pelletier de Saint-Fargeau, ή και τα δυο όπως o Brissot, δεν προτείνουν τη φυλακή ως οικουμενική ή έστω ως μείζονα ποινή. Γενικότερα, σε όλες αυτές τις μελέτες ο εγκληματίας ορίζεται ως εχθρός της κοινωνίας.

Επ’ αυτού οι μεταρρυθμιστές συνεχίζουν και μετασχηματίζουν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής και θεσμικής εξέλιξης που ξεκινά από την εποχή του Μεσαίωνα: την αντικατάσταση της ρύθμισης των διαφορών με την δημόσια δίωξη. Ο επίτροπος του Βασιλιά, επεμβαίνοντας, ορίζει την παράβαση όχι μόνο ως προσβολή προσώπου ή ιδιωτικού συμφέροντος, αλλά και ως προσβολή της ίδιας της κυριαρχίας του Βασιλιά.

Ο Blackstone σχολιάζοντας την αγγλική νομοθεσία έλεγε πως ο εισαγγελέας υπερασπίζεται συγχρόνως την κυριαρχία του βασιλιά και τα συμφέροντα της κοινωνίας. Συνελώντι ειπείν, η πλειοψηφία των μεταρρυθμιστών, ξεκινώντας από τον Beccaria και μετά, επιδίωξαν να ορίσουν την έννοια του εγκλήματος, το ρόλο του δημόσιου κατηγόρου και την αναγκαιότητα της τιμωρίας με αφετηρία αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον της κοινωνίας ή την ανάγκη προάσπισής της.

Ο εγκληματίας πλήττει πάνω από όλα την κοινωνία• καταλύοντας την κοινωνική συνοχή, αποτελεί εσωτερικό της εχθρό. Απ’ αυτή την γενική αρχή απορρέει ένας συγκεκριμένος αριθμός συνεπειών: Κάθε κοινωνία, ανάλογα με τις βασικές ανάγκες της, πρέπει να διαμορφώσει μια κλίμακα ποινών. Από τη στιγμή που η τιμωρία δεν απορρέει από το παράπτωμα, αλλά από τη ζημιά που προκαλεί στην κοινωνία ή από τον κίνδυνο στον οποίο την εκθέτει, όσο πιο αδύναμη είναι [η κοινωνία] τόσο περισσότερο θα πρέπει να προφυλαχθεί και να φανεί αυστηρή. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει ένα οικουμενικό μοντέλο ποινής, αλλά βασική σχετικότητα των ποινών.

Αν η ποινή ήταν εξιλέωση δε θα έβλαπτε αν ήταν πολύ αυστηρή• πάντως, θα ήταν δύσκολο να καθοριστεί μια ακριβής αναλογία μεταξύ αυτής και του εγκλήματος. Αν όμως πρόκειται για την προστασία της κοινωνίας, μπορούμε να την υπολογίσουμε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται επακριβώς αυτή της η λειτουργία. Πέραν τούτου, κάθε επιπρόσθετη αυστηρότητα αποτελεί κατάχρηση εξουσίας. Η δικαιοσύνη της ποινής έγκειται στην οικονομία της.

Ο ρόλος της ποινής στρέφεται εξολοκλήρου ενάντια στο περιθώριο και ενάντια στο μέλλον: στόχος της να εμποδίσει την επανάληψη του εγκλήματος. Σε τελική ανάλυση, αν ήμασταν εντελώς σίγουροι πως ένα έγκλημα δεν πρόκειται να επαναληφθεί δεν θα ήταν απαραίτητο και να τιμωρηθεί. Επομένως, ο ένοχος δεν είναι πια σε θέση να βλάψει και οι αθώοι αποτρέπονται από το να εκτελέσουν παρόμοια παράβαση. Πέρα από κάθε αυστηρότητα η βεβαιότητα της ποινής, ο αναπόφευκτος χαρακτήρας της συνίσταται από την αποτελεσματικότητά της.

Με αφετηρία αυτές τις αρχές, δεν είναι δυνατόν να συνάγουμε εκείνο που πραγματικά θα λάβει τόπο στην ποινική πρακτική, ήτοι την οικουμενική θεώρηση της φυλακής ως γενικής μορφής κολασμού. Διαπιστώνουμε αντιθέτως, πως πολύ διαφορετικά ποινικά μοντέλα κάνουν την εμφάνισή τους.

*Το ένα προστάζει ατίμωση, υπόκειται δηλαδή στην κοινή γνώμη. Η ατίμωση αποτελεί την τέλεια ποινή, αφού είναι η άμεση και αυθόρμητη αντίδραση της ίδιας της κοινωνίας: ποικίλει ανάλογα με την κοινωνία• έχει διαβαθμίσεις αντίστοιχες με τη νοσηρότητα του εγκλήματος• μπορεί να ανακληθεί με δημόσια αποκατάσταση• τέλος, προσβάλλει μόνο τον ένοχο. Πρόκειται για μια ποινή που προσαρμόζεται στο έγκλημα, χωρίς να χρειάζεται τη συγκατάθεση κάποιου κώδικα ή δικαστηρίου, χωρίς να κινδυνεύει να ανατραπεί από κάποια πολιτική εξουσία. Είναι επακριβώς προσκολλημένη στις αρχές της επιβολής των ποινών. «Ο θρίαμβος μιας καλής νομοθεσίας έγκειται στο κατά πόσο η κοινή γνώμη είναι αρκετά ισχυρή ώστε να τιμωρεί η ίδια τα αδικήματα… Μακάριος ο λαός εκείνος όπου ο μοναδικός του νόμος μπορεί να είναι το φρόνημα της τιμής του. Δεν έχει σχεδόν καθόλου ανάγκη τη νομοθεσία. Η ατίμωση, ιδού ο ποινικός του κώδικας».

*Ένα άλλο μοντέλο που εφαρμόστηκε από τα προγράμματα των μεταρρυθμίσεων αφορά το νόμο της ανταπόδοσης, το «οφθαλμών αντί οφθαλμού». Επιβάλλοντας στον ένοχο τιμωρία ίδιας μορφής και ίδιας βαρύτητας με το έγκλημα εξασφαλίζουμε τόσο μια ποινή με διαβαθμίσεις όσο και τη σωστή αναλογία προς το εκάστοτε έγκλημα. Η ποινή παίρνει τη μορφή μιας αντεπίθεσης και, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα είναι άμεση και ακαριαία, αναιρεί σχεδόν αυτομάτως τα προσδοκώμενα οφέλη που θα ανέμενε ο παραβάτης, καθιστώντας το έγκλημα άχρηστο.

Το όφελος του παραπτώματος αιφνιδίως γίνεται μηδενικό. Εντούτοις, το μοντέλο της ανταπόδοσης δεν προτάθηκε ποτέ λεπτομερειακώς• αλλά επέτρεψε συχνά τον καθορισμό διάφορων μορφών τιμωρίας. Ο Beccaria για παράδειγμα, σημείωνε: «οι προσβολές κατά προσώπων πρέπει να τιμωρούνται με σωματικές ποινές»• «η σπίλωση της υπόληψης πρέπει να τιμωρείται με επιβολή χρηματικής ποινής».

Την βρίσκουμε επίσης υπό μορφή «ηθικής ανταπόδοσης»: τιμωρία του εγκλήματος όχι ανταποδίδοντας τις επενέργειές του, αλλά στρεφόμενη προς τις αφορμές και τα ηθικά ελαττώματα που υπήρξαν αιτία του. Στην Εθνοσυνέλευση της 21ης Μαΐου του 1791 ο Pelletier de Saint-Fargeau πρότεινε: «ο σωματικός πόνος ενδείκνυται για να τιμωρηθούν τα εγκλήματα που χαρακτηρίζονται πρωτίστως από φρικαλεότητα• η επίπονη εργασία για να τιμωρηθούν εγκλήματα που οφείλονται σε οκνηρία• η ατίμωση για να τιμωρηθούν εγκλήματα που διαπράχθηκαν από μια «εκμαυλισμένη και διεφθαρμένη» ψυχή».

*Τέλος, το τρίτο μοντέλο, η μετατροπή της δουλείας προς όφελος της κοινωνίας. Μια τέτοια ποινή επιδέχεται διαβαθμίσεων, ως προς την ένταση και τη διάρκειά της, ανάλογα με τη ζημιά που προκάλεσε στο σύνολο. Συνδέεται με το παράπτωμα μέσω του συμφέροντος που έχει πληγεί. Ο Beccaria σημείωνε σχετικά με τους κλέφτες: «η προσωρινή δουλεία θέτει την εργασία του ενόχου και τον ίδιο τον ένοχο στην υπηρεσία της κοινωνίας έτσι ώστε αυτή η κατάσταση πλήρους εξάρτησης να την αποζημιώσει για τις πράξεις άδικου δεσποτισμού που διέπραξε παραβιάζοντας την κοινωνική συνοχή». Κατά τον Brissot: «με τι μπορεί να αντικατασταθεί η θανατική ποινή; Με τη δουλεία που εμποδίζει τον ένοχο να βλάψει την κοινωνία. Με την εργασία που τον καθιστά χρήσιμο• με το μακροχρόνιο και διαρκή πόνο που προκαλεί φόβο σε όσους δελεαστούν να τον μιμηθούν».

Βεβαίως, σε όλα αυτά τα σχέδια η φυλακή συχνά εμφανίζεται ως μία από τις πιθανές ποινές: είτε ως προϋπόθεση των καταναγκαστικών έργων είτε ως ποινή ανταπόδοσης για όσους προσέβαλαν την ελευθερία των άλλων. Όμως δεν εμφανίζεται ως γενική μορφή των ποινών, ούτε ως προϋπόθεση ψυχολογικής και ηθικής αναμόρφωσης του εγκληματία.

Κατά τα πρώτα έτη του XIXου αιώνα μόνο, θα συναντήσουμε θεωρητικούς που θα προσδώσουν στη φυλακή αυτό το ρόλο. «Ο εγκλεισμός αποτελεί την κατεξοχήν ποινή των πολιτισμένων κοινωνιών. Η πρόθεσή της είναι ηθική όταν συνοδεύεται από την υποχρέωση εργασίας» (P. Rossi, 1829). Όμως από την εποχή εκείνη, η φυλακή αποτελούσε ήδη το μείζον όργανο επιβολής ποινών. Η φυλακή, χώρος σωφρονισμού, αποτελεί επανερμηνεία της πρακτικής φυλάκισης που, εκ των πραγμάτων, είχε διαδοθεί τα προηγούμενα έτη.

Η πρακτική της φυλάκισης λοιπόν, δεν εμπεριέχονταν στην ποινική θεωρία. Γεννήθηκε εξάλλου και έλαβε την τελική της μορφή για άλλους λόγους. Επιβλήθηκε, τρόπον τινά, από εξωτερικούς παράγοντες στην ποινική θεωρία, η οποία εν συνεχεία αναγκάστηκε να την δικαιολογήσει. Προς την κατεύθυνση αυτή θα κινηθεί, για παράδειγμα, ο Livingston το 1820, λέγοντας πως η ποινή της φυλάκισης έχει το τετραπλό προτέρημα να διαιρεί τα εγκλήματα σε διαβαθμίσεις ανάλογα με τη σοβαρότητά τους• να εμποδίζει την υποτροπή• να επιτρέπει το συνετισμό• να έχει αρκετά ήπιο χαρακτήρα ώστε οι ένορκοι να μην διστάζουν να επιβάλλουν ποινές• όσο για το λαό εκείνος να μην εξεγείρεται ενάντια στο νόμο.

Για να γίνει κατανοητή η πραγματική λειτουργία της φυλακής, με τις έκδηλες δυσλειτουργίες της, τις επιφανειακές αποτυχίες της καθώς όμως και τη βαθύτερη επιτυχία της χρειάζεται, χωρίς αμφιβολία, να ανατρέξουμε στους παραποινικούς θεσμούς ελέγχου της, όπως άλλωστε εξετάσθηκε κατά τον XVII° και κυρίως τον XVIN° αιώνα.

Στους θεσμούς αυτούς, ο εγκλεισμός παίζει ένα ρόλο που περιλαμβάνει τρία διακριτά σημεία:

*Παρεμβαίνει στη χωροταξική κατανομή των ατόμων, φυλακίζοντας προσωρινά ζητιάνους και περιπλανώμενους άστεγους. Χωρίς αμφιβολία, βρίσκουμε διατάγματα (στα τέλη XVII™ και τον XVIM αιώνα) που τους καταδικάζουν στα κάτεργα, τουλάχιστον σε περίπτωση υποτροπής.
Όμως ο εγκλεισμός παραμένει, εκ των πραγμάτων, η πιο συνήθης ποινή. Ωστόσο, αν φυλακίζονται δεν είναι τόσο για να καθηλωθούν ή να ακινητοποιηθούν σε ένα συγκεκριμένο μέρος, αλλά για να μετατοπιστούν: για να τους απαγορευθεί η είσοδος στις πόλεις, για να ξανασταλούν στην επαρχία ή, ακόμη, για να εμποδιστούν από το να τριγυρνάνε από εδώ και από εκεί και να εξαναγκαστούν να πηγαίνουν μόνον προς τα εκεί όπου θα τους προσφερθεί εργασία. Αυτός είναι ο λιγότερο αρνητικός τρόπος για να ελεγχθεί η κατανομή τους σε σχέση με το μηχανισμό αγροτικής και βιοτεχνικής παραγωγής• είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης της αθρόας εισροής πληθυσμού, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες τόσο της παραγωγής όσο και της αγοράς εργασίας.

*Ο εγκλεισμός παρεμβαίνει ακόμη στο επίπεδο διαμόρφωσης των ατόμων. Τιμωρεί σε επίπεδο παραποινικό τρόπους ζωής, τρόπους ομιλίας, πολιτικά σχέδια ή προθέσεις, σεξουαλικές συμπεριφορές, αρνήσεις εξουσίας, παλληκαρισμούς, βιαιότητες, κλπ. Εν πάση περιπτώσει, παρεμβαίνει λιγότερο εν ονόματι του νόμου και περισσότερο εν ονόματι της ομαλοποίησης. Το αντικανονικό, η ταραχή, το επικίνδυνο και η ατίμωση αποτελούν το αντικείμενο του εγκλεισμού. Ενώ η ποινή τιμωρεί την παράβαση, ο εγκλεισμός τιμωρεί την αταξία.

*Όργανο τοπικού ελέγχου. Τέλος, αν αληθεύει ότι βρίσκεται στα χέρια της πολιτικής εξουσίας, ότι ολικώς ή μερικώς δεν υπόκειται στον έλεγχο της δικαιοσύνης (στη Γαλλία, ο εγκλεισμός αποφασίζεται σχεδόν πάντα κατόπιν απόφασης του Βασιλιά, των υπουργών, των διαφόρων εκπροσώπων, των πληρεξούσιων), παρόλα αυτά δε συνιστά σε καμία περίπτωση όργανο αυθαιρεσίας και απολυταρχίας.

Η μελέτη των βασιλικών διαταγμάτων για τη φυλάκιση (τόσο ως προς τη λειτουργία όσο και προς τα κίνητρά τους) φανερώνει ότι, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, αναφέρονταν σε αξιώσεις που εγείρονταν από αρχηγούς οικογενείας, από τα μη σημαίνοντα πρόσωπα μιας πόλης, από τις τοπικές, θρησκευτικές, επαγγελματικές κοινότητες ή κατά ατόμων που, κατ’ αυτούς, προξενούσαν προβλήματα και αταξία. Το βασιλικό διάταγμα για φυλάκιση ανεβαίνει από τα κάτω προς τα άνω (υπό τη μορφή αίτησης) προτού ξανακατέβει, μέσω του οργάνου εξουσίας, υπό τη μορφή διαταγής που φέρει τη βασιλική σφραγίδα. Αποτελεί όργανο τοπικού ελέγχου που μπορούμε να ονομάσουμε και ως τριχοειδές (capillaire).

Θα μπορούσαμε να προβούμε σε παρόμοια ανάλυση σχετικά με τις εταιρείες που συναντάμε στην Αγγλία, κατά τη διάρκεια του τέλους του XVIIου αιώνα. Οι εταιρείες αυτές υποκινούμενες συχνά από «αποστάτες» προτίθενται να καταγγείλουν, να αποκλείσουν και να επιβάλλουν ποινές σε άτομα εξαιτίας παρέκκλισης από τους κανόνες συμπεριφοράς, άρνησης εργασίας, καθημερινής διατάραξης της τάξης. Οι διαφορές μεταξύ αυτού του είδους ελέγχου και του ελέγχου που ασκεί η βασιλική διαταγή είναι προφανώς τεράστιες.

Δεν θα αρκούσε εξάλλου παρά μόνο μια: οι αγγλικές εταιρείες (τουλάχιστον έως τις αρχές του XVIN αιώνα) είναι ανεξάρτητες από κάθε όργανο του Κράτους: είναι κυρίως λαϊκές ως προς τη σύστασή τους, αντιτίθενται, σε γενικές γραμμές, στην ανηθικότητα των ισχυρών και των πλουσίων• τέλος, η αυστηρότητα που τις διακρίνει έναντι των ίδιων των μελών τους αποτελεί ίσως έναν τρόπο που θα τις διαφυλάξει από μια υπερβολικά αυστηρή ποινική δικαιοσύνη (η αγγλική ποινική νομοθεσία, «αιματηρό χάος», προέβλεπε περισσότερες περιπτώσεις θανατικής ποινής από οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό κώδικα).

Στη Γαλλία αντίθετα, οι μορφές ελέγχου ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με τον κρατικό μηχανισμό ο οποίος δημιούργησε το πρώτο μεγάλο αστυνομικό σώμα της Ευρώπης, το οποίο η Αυστρία του Ιωσήφ Β’ και αργότερα η Αγγλία επιχείρησαν να μιμηθούν. Σχετικά με την Αγγλία, πρέπει να επισημάνουμε ότι στα τέλη του XVIIIου αιώνα (κυρίως μετά τα Gordon Riots και κατά τη διάρκεια των μεγάλων λαϊκών κινημάτων, σχεδόν σύγχρονων με τη Γαλλική Επανάσταση) νέες ηθικοπλαστικές εταιρείες εμφανίστηκαν, με πιο αριστοκρατικές αντιλήψεις (ορισμένες, δε, από αυτές με πολεμικό εξοπλισμό) που ζητούσαν την επέμβαση της βασιλικής εξουσίας, την θέσπιση μιας νέας νομοθεσίας και την οργάνωση ενός αστυνομικού σώματος. Το έργο και η προσωπικότητα του Colquhoun βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας.

Εκείνο που σήμανε τη μεταβολή του συστήματος επιβολής των ποινών το νέο αιώνα είναι η προσαρμογή του δικαστικού συστήματος σε ένα μηχανισμό επιτήρησης και ελέγχου• η κοινή ενσωμάτωσή τους σε ένα συγκεντρωτικό μηχανισμό του Κράτους• αλλά και επίσης, η τοποθέτηση και η ανάπτυξη μιας σειράς θεσμών (παραποινικών και μερικές φορές μη ποινικών) που χρησίμευαν στον πρωταρχικό μηχανισμό ως έρεισμα, ως προκεχωρημένες θέσεις ή ως μορφές προσαρμοσμένες σ’ αυτόν.

Ένα γενικό σύστημα επιτήρησης-εγκλεισμού διεισδύει σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας υπό διάφορες μορφές, από μεγάλες φυλακές κατασκευασμένες σύμφωνα με το πρότυπο του Πανοπτικού έως και φιλανθρωπικούς συλλόγους που αφορούν όχι μόνο εγκληματίες, αλλά και εγκαταλελειμμένα παιδιά, ορφανά, μαθητευόμενους τεχνίτες, μαθητές λυκείου, εργάτες κλπ.

Ο Julius σε κάποιο χωρίο στο έργο του Μαθήματα περί Φυλακών (Lecons sur les Prisons) αντιπαρέβαλε τους πολιτισμούς του θεάματος (πολιτισμοί της θυσίας και της τελετουργίας, όπου παρουσιάζεται σε όλους το θέαμα ενός μοναδικού γεγονότος και όπου η κύρια αρχιτεκτονική μορφή είναι το θέατρο) με τους πολιτισμούς της επιτήρησης (όπου δίνεται σε ορισμένους μόνον η δυνατότητα άσκησης αδιάκοπου ελέγχου στο ευρύτερο σύνολο και όπου εξέχουσα αρχιτεκτονική μορφή είναι η φυλακή). Και πρόσθετε πως η ευρωπαϊκή κοινωνία που αντικατέστησε τη Θρησκεία με το Κράτος προσέφερε το πρώτο παράδειγμα πολιτισμού επιτήρησης.

Ο θεμέλιος λίθος για την εποχή του πανοπτισμού.

Ποιες ανάγκες εκπλήρωσε ο μετασχηματισμός αυτός;
Πολύ πιθανόν νέες μορφές ανομίας και ένα νέο παιχνίδι άσκησής της. Κυρίως νέες απειλές.
Το παράδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης (αλλά και αυτό πολλών άλλων κινημάτων τις δύο τελευταίες δεκαετίες του XVIIIου αιώνα) φανερώνουν ότι ο πολιτικός μηχανισμός ενός έθνους είναι δυνατό να πληγεί από τις λαϊκές εξεγέρσεις. Η επισιτιστική εξέγερση, η εξέγερση κατά των φόρων ή των τελών, η άρνηση απογραφής δεν αποτελούν πια τα περιορισμένα εκείνα κινήματα που μπορούν να βλάψουν (και φυσικά) τον εκπρόσωπο της πολιτικής εξουσίας, αλλά θίγουν τις ίδιες τις δομές της πολιτικής εξουσίας και τον επιμέρους καταμερισμό της.

Μπορούν να αμφισβητήσουν την κατοχή της πολιτικής εξουσίας και την εξάσκησή της. Από την άλλη πλευρά όμως, και κυρίως, η ανάπτυξη της βιομηχανίας φέρνει μαζικά και άμεσα τη διαδικασία παραγωγής σε επαφή με εκείνους που θα τη θέσουν σε λειτουργία. Οι μικρές βιοτεχνικές μονάδες, οι μανιφακτούρες περιορισμένου και σχετικά λιτού εξοπλισμού, τα καταστήματα με περιορισμένη χωρητικότητα που εξασφαλίζουν τη λειτουργία της τοπικής αγοράς δεν έδιναν αφορμή για υπεξαιρέσεις ή γενικευμένες καταστροφές.

Εξαιτίας όμως της εκμηχάνισης, της οργάνωσης των μεγάλων εργοστασίων με σημαντικά αποθέματα πρώτων υλών, της παγκοσμιοποίησης της αγοράς και της εμφάνισης μεγάλων κέντρων διανομής εμπορευμάτων, τα αγαθά άρχισαν να πλήττονται συνεχώς. Και δεν πρόκειται για μια προσβολή που προέρχεται εκ των έξω, από τους απόκληρους ή τους περιθωριοποιημένους που ρακένδυτοι σα ζητιάνοι ή περιπλανώμενοι σαν αλήτες προκαλούσαν το φόβο τον XVMI° αιώνα, αλλά εκ των έσω από εκείνους που γνωρίζουν πως να χειριστούν τις καταστάσεις και να τις καταστήσουν παραγωγικές.

Από την καθημερινή υπεξαίρεση των αποθηκευμένων προϊόντων έως και τις συλλογικές καταστροφές μηχανών ένας διαρκής κίνδυνος απειλεί τον πλούτο που έχει επενδυθεί στη διαδικασία παραγωγής. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί ολόκληρη η διαδοχή από μέτρα, στα τέλη του XVIM™ και στις αρχές του XIXου αιώνα, που ελήφθησαν για την προστασία των λιμένων, των αποβάθρων και των ναυστάθμων του Λονδίνου για την εξάρθρωση σπειρών μεταπωλητών και κλεπταποδόχων.

Στην ύπαιθρο είναι η, φαινομενικά, αντίστροφη κατάσταση που παράγει ανάλογα αποτελέσματα. Ο κατακερματισμός της αγροτικής ιδιοκτησίας, η, κατά το μάλλον ή ήττον, σχεδόν ολική εξαφάνιση των κοινοτικών περιουσιών και η εκμετάλλευση των χέρσων εδαφών εδραιώνουν την ιδιοποίηση και καθιστούν την αγροτική κοινωνία μη ανεκτική απέναντι σε κάθε είδους ασήμαντη ανομία που -θέλοντας και μη- θα αποδέχονταν κατά το καθεστώς της μεγάλης υπό εκμετάλλευση ιδιοκτησίας.

Εξαφανίζεται το περιθώριο στο οποίο επιβίωναν οι πιο φτωχοί και οι περιπλανώμενοι, εκμεταλλευόμενοι την ανοχή, την ανεκτικότητα, τους ξεχασμένους κανονισμούς και τα κεκτημένα [δικαιώματα]. Το πύκνωμα των δεσμών ιδιοκτησίας ή μάλλον το νέο καταστατικό ιδιοκτησίας γαιών και η νέα μορφή εκμετάλλευσής τους μετατρέπουν πολλές εδραιωμένες παρανομίες σε αδίκημα. Τα αγροτικά αδικήματα του Διευθυντηρίου και του Προξενείου στη Γαλλία (αδικήματα που συνδέονται είτε με αγώνες υπό τη μορφή εμφύλιων πολέμων είτε με την αντίσταση κατά της απογραφής) έχουν περισσότερο πολιτική παρά οικονομική σημασία. Σημαντική ήταν επίσης στην Ευρώπη και η αντίσταση κατά των διάφορων δασικών κωδίκων στις αρχές του XIXου αιώνα.

Η πιο σημαντική όμως μορφή της νέας ανομίας βρίσκεται αλλού. Δεν αφορά τόσο το σώμα της διαδικασίας παραγωγής ή της ιδιοκτησίας γαιών όσο το ίδιο το σώμα του εργάτη και τον τρόπο προσαρμογής του στη διαδικασία παραγωγής. Ανεπαρκείς μισθοί, υποβιβασμός της ανθρώπινης εργασίας εξαιτίας της εκμηχάνισης, εξαντλητικά ωράρια εργασίας, πολλαπλές κρίσεις περιφερειακού ή τοπικού χαρακτήρα, απαγόρευση σύστασης σωματείων, μηχανισμοί επιβολής χρεών, όλα αυτά ωθούν τους εργάτες στην υιοθέτηση διαφόρων ειδών συμπεριφοράς, όπως παρατεταμένη αποχή από την εργασία, σπάσιμο του «συμβολαίου πρόσληψης», μετανάστευση, «άστατος» τρόπος ζωής.

Το πρόβλημα είναι λοιπόν να προσηλωθούν οι εργάτες στη διαδικασία παραγωγής, να υποταχθούν στο ρυθμό της, να εγκατασταθούν σε συγκεκριμένη έδρα ή να μετακινηθούν εκεί όπου είναι αναγκαίοι, να τους επιβληθεί η καρτερικότητα και η συνέπεια που απαιτείται, κοντολογίς να μετατραπούν σε εργατικό δυναμικό. Από αυτή τη θεώρηση απορρέει μια νομοθεσία που δημιουργεί νέα παραπτώματα (υποχρέωση κατοχής βιβλιαρίου, νόμος περί των οινοπωλείων, απαγόρευση της λαχειοφόρου)• μία σειρά από μέτρα που, χωρίς να είναι απόλυτα αναγκαστικά, διαχωρίζουν τον καλό από τον κακό εργάτη και εξασφαλίζουν μια εκγύμναση της συμπεριφοράς (ταμιευτήριο, ενθάρρυνση για γάμο, αργότερα οι εργατικές συνοικίες), την εμφάνιση οργανισμών ελέγχου ή πίεσης (φιλανθρωπικοί σύλλογοι, επιτήρηση)• και τέλος μία τεράστια εκστρατεία ηθικοποίησης των εργατών.

Η εκστρατεία αυτή ορίζει τι θα διώκεται ως «αταξία» και τι θα θεσπίζεται ως «τάξη», ούτως ειπείν ένα συγκεντρωτικό σώμα εργατών προσαρμοσμένο στο χρόνο παραγωγής που θα προσφέρει επακριβώς την απαιτούμενη ρώμη του. Το γεγονός αυτό φανερώνει την αναπόφευκτη συνέχιση της παρανομίας στην εγκληματικότητα, δίνοντας στο φαινόμενο της περιθωριοποίησης, που οφείλεται τρόπον τινά σε μηχανισμούς ελέγχου, ψυχολογική και ηθική υπόσταση.

Για ποιο λόγο υφίσταται αυτός ο παράξενος θεσμός της φυλακής
Με βάση τα παραπάνω είναι δυνατό να εξαχθούν ορισμένα συμπεράσματα: Οι μορφές ποινών που εμφανίζονται το 1760-1840 δε συνδέονται με μια νέα αντίληψη περί ηθικής. Η φύση των παραβάσεων που ορίζονται από τον κώδικα κατ’ ουσία ουδόλως άλλαξε (μπορούμε όμως να σημειώσουμε την εξαφάνιση, προοδευτική ή ξαφνική, των θρησκευτικών αδικημάτων και την εμφάνιση ορισμένων αδικημάτων οικονομικής ή επαγγελματικής φύσεως)• αν και το καθεστώς των ποινών είναι πολύ πιο επιεικές, οι ίδιες οι παραβάσεις δεν άλλαξαν σημαντικά.

Αυτό που έθεσε σε κίνδυνο τη μεγάλη ανανέωση της εποχής αφορούσε το πρόβλημα των σωμάτων και της υλικότητας -πρόκειται για ένα ζήτημα φυσικής: νέα μορφή υλικότητας που λαμβάνει η διαδικασία παραγωγής, νέος τύπος επικοινωνίας μεταξύ της μηχανής και εκείνου που τη θέτει σε λειτουργία• νέες απαιτήσεις που επιβλήθηκαν στα άτομα ως παραγωγικές δυνάμεις. Η ιστορία των ποινών στις αρχές του XIXου αιώνα δεν αποτελεί κατά βάση ιστορία ιδεών ηθικής• είναι ένα κεφάλαιο της ιστορίας του σώματος. Μπορούμε να πούμε ότι εξετάζοντας τις ιδέες ηθικής μέσω της πρακτικής και των ποινικών θεσμών, ανακαλύπτουμε ότι η εξέλιξη της ηθικής είναι πάνω από όλα η ιστορία του σώματος, η ιστορία των σωμάτων.

Μπορούμε να καταλάβουμε ακόμη πως: Η φυλακή αποτέλεσε τη γενική μορφή τιμωρίας και αντικατέστησε τα βασανιστήρια. Το σώμα δεν χρειάζεται πια να σημαδεύεται• αντίθετα, η ακεραιότητά του πρέπει να προστατεύεται• ο χρόνος του πρέπει να καταμετράτε και να αξιοποιείται πλήρως• οι δυνάμεις του πρέπει διαρκώς να προσδένονται στην εργασία. Η μορφή-φυλακή της ποινής ανταποκρίνεται στη μορφή-μισθός της εργασίας.

•Η ιατρική, ως επιστήμη κανονικοποίησης των σωμάτων, κατέλαβε μια θέση στην καρδιά της ποινικής πρακτικής (στόχος της ποινής πρέπει να είναι η θεραπεία). Ο μετασχηματισμός των ποινών δε σκιαγραφεί μόνο μια ιστορία των σωμάτων είναι, πιο συγκεκριμένα, μια ιστορία των σχέσεων μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και των σωμάτων. Ο καταναγκασμός επί των σωμάτων, ο έλεγχος τους, η υποδούλωσή τους, ο τρόπος με τον οποίο η εξουσία αυτή ασκείται άμεσα ή έμμεσα πάνω τους, ο τρόπος με τον οποίο τα συμμορφώνει, τα συγκροτεί, τα χρησιμοποιεί είναι σύμφωνη με την αρχή της μεταβολής που εξετάσθηκε.

Πρέπει να γραφτεί μια «Φυσική» της εξουσίας και να καταδειχτεί πόσο άλλαξε σε σχέση με τις προηγούμενες μορφές της, στις αρχές του XIXου αιώνα, κατά την ανάπτυξη των κρατικών δομών.
Πρώτα από όλα, θεμελιώνεται μία νέα οπτική: γενικό και διαρκές όργανο επιτήρησης• όλα πρέπει να είναι επιτηρήσιμα, παρατηρήσιμα και διαβιβάσιμα: με την οργάνωση της αστυνομίας• την θέσπιση ενός συστήματος αρχειοθέτησης (με προσωπικούς φακέλους), την θέσπιση ενός πανοπτισμού.

Τέθηκε σε εφαρμογή μια καινούργια μηχανική: απομόνωση και επανένωση των ατόμων• εντοπισμός των σωμάτων• μέγιστη χρησιμοποίηση των δυνάμεών τους• έλεγχος και βελτίωση της απόδοσης τους• συνελώντι ειπείν, εφαρμογή μίας πειθαρχίας της ζωής, του χρόνου, των ενεργειών.

Δημιουργία μίας νέας φυσιολογίας: προσδιορισμός των προτύπων, αποκλεισμός και απόρριψη όσων δε συμμορφώνονται προς αυτά, μηχανισμός επανένταξής τους μέσω σωφρονιστικών επεμβάσεων που είναι, κατά διφορούμενο τρόπο, θεραπευτικές και πειθαρχικές.

Ο πανοπτισμός, η πειθαρχία και η ομαλοποίηση χαρακτηρίζουν συστηματικά αυτή τη νέα ανάληψη εξουσίας πάνω στα σώματα, που έλαβε χώρα κατά τον XIX° αιώνα. Και το υποκείμενο της ψυχολογίας όπως το βλέπουμε να εμφανίζεται εκείνη τη στιγμή (σχετικά με μια γνώση καταληπτή, επιδεκτική μάθησης, μορφοποίησης και εκγύμνασης, τόπος, ενδεχομένως, παθολογικών αποκλίσεων και ομαλοποιητικών επεμβάσεων) δεν είναι παρά η αντίστροφη όψη αυτού του μηχανισμού υποδούλωσης. Το υποκείμενο της ψυχολογίας γεννήθηκε στο σημείο συνάντησης της εξουσίας με το σώμα: πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας «πολιτικής φυσικής».

Σε αυτή τη «φυσική», η εγκληματικότητα παίζει σημαντικό ρόλο. Πρέπει όμως να συμφωνήσουμε σχετικά με την έννοια της εγκληματικότητας. Η έννοια αυτή δεν αναφέρεται σε εγκληματίες, σε είδη ψυχολογικών και κοινωνικών μεταλλάξεων που θα αποτελέσουν αντικείμενο της επιβολής ποινικών κυρώσεων. Με τον όρο εγκληματικότητα πρέπει μάλλον να εννοήσουμε το διπλό σύστημα ποινής-εγκληματία. Ο ποινικός θεσμός με τη φυλακή στο κέντρο του παράγει μία κατηγορία ατόμων που αποτελούν με αυτήν ένα κύκλωμα: η φυλακή δε σωφρονίζει• υπενθυμίζει ακατάπαυστα τα ίδια πράγματα• δημιουργεί σιγά-σιγά ένα περιθωριοποιημένο πληθυσμό που χρησιμεύει ούτως ώστε να ασκηθεί πίεση στις μη ανεκτές «αρρυθμίες» ή «ανομίες».

Και μέσω της εγκληματικότητας ασκεί πίεση στις ανομίες με τρεις τρόπους: οδηγώντας σιγά-σιγά την αρρυθμία ή την ανομία στην παράβαση, χάρη σε ένα παιχνίδι αποκλεισμών και παραποινικών κυρώσεων (μηχανισμός που μπορούμε να ονομάσουμε: «η έλλειψη πειθαρχίας οδηγεί στη λαιμητόμο»)• ενσωματώνοντας τους εγκληματίες στα ίδια τα όργανα επιτήρησης της ανομίας (πρόσληψη προβοκατόρων, καταδοτών, αστυνομικών, μηχανισμός που μπορούμε να αποκαλέσουμε: «κάθε κλέφτης μπορεί να γίνει Vidocq») • διοχετεύοντας τις παραβάσεις των εγκληματιών ενάντια στους πληθυσμούς εκείνους που πρέπει περισσότερο να επιτηρούνται (αρχή: «πιο εύκολα κλέβει ένας φτωχός παρά ένας πλούσιος»).

Αν λοιπόν, για να επανέλθουμε στο ερώτημα που θέσαμε αρχικά: για ποιο λόγο υφίσταται αυτός ο παράξενος θεσμός της φυλακής, γιατί επιλέγεται αυτή η ποινή, η δυσλειτουργία της οποίας εξαρχής καταγγέλλεται; Πρέπει ενδεχομένως να απαντήσουμε ως εξής: η φυλακή έχει το πλεονέκτημα να παράγει εγκληματικότητα, όργανο ελέγχου και καταπίεσης της παρανομίας, μη αμελητέο κατά την άσκηση εξουσίας πάνω στα σώματα, αλλά και βασικό στοιχείο αυτής της φυσικής της εξουσίας που προκάλεσε και την εμφάνιση της ψυχολογίας του υποκειμένου.

Ετσι τραγουδούσαν την Οδύσσεια την εποχή του Ομήρου – Μοναδική ηχητική αναπαράσταση

Ηχητική αναπαράσταση με τα όργανα εκείνης της εποχής O George Danek καθηγητής πανεπιστημίου της Βιέννης και ο Stefan Hagel της Αυστριακής Ακαδημίας των Επιστημών, επιχείρησαν να καταγράψουν με την μέγιστη δυνατή ακρίβεια την ηχητική αναπαράσταση μιας απαγγελίας, στα αρχαία ελληνικά. Το παρακάτω απόσπασμα αποτελείται από τους στίχους 267-299 της 8ης ραψωδίας της Οδύσσειας, όπου ο Δημόδοκος τραγουδάει για τον έρωτα του Άρη για την Αφροδίτη.

Η μελωδία που ακούγεται δεν είναι ακριβής, αλλά χρησιμοποιήθηκαν μουσικολογικές θεωρίες για την κατά προσέγγιση αναπαραγωγή της, έχοντας και ως δεδομένο πως οι ποιητές έπαιζαν μουσικά όργανα, όπως η φόρμιγξ, μια λύρα τεσσάρων χορδών, στην οποία αυτοσχεδίαζαν, όπως αυτοσχεδίαζαν και στους στίχους….
 

Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση: Ο αρχαϊκός λυρισμός ως «προφορική ποίηση»

Αρχή βασικών παρεξηγήσεων γύρω από τον αρχαϊκό λυρισμό υπήρξε η μέχρι πρότινος ελλιπής γνώση μας για τις συνθήκες και τον τρόπο παραγωγής της ποίησης την εποχή αυτή. Γι' αυτό δεν περιττεύει να τονιστεί ότι η ποίηση αυτή αναδύθηκε μέσα από ένα περιβάλλον προφορικής ποίησης: κατά τη σύνθεση δεν χρειαζόταν τη γραφή στο σημειωματάριο της εποχής (ένα κέρινο πινάκιο)· κατά την πρόσληψη δεν απαιτούνταν η κατά μόνας ανάγνωση, ούτε για τη διάδοση -τουλάχιστον όχι πρωτίστως- η ύπαρξη χειρογράφων που να κυκλοφορούν αντιγραφόμενα χέρι με χέρι. Συνετίθετο προφορικά με ελάχιστη και βοηθητική μόνον χρήση της γραφής και το τελικό προϊόν μόνον με το πέρας της εύρεσης και σύνθεσης καταγραφόταν· στη συνέχεια, το έργο εκτελούνταν ενώπιον ακροατηρίου: η ψιλή ανάγνωση ποιητικού κειμένου αποτελούσε εξαίρεση τόσο σπάνια, όσο σπάνια είναι σήμερα η ανάγνωση μιας μουσικής παρτιτούρας ή του λιμπρέτου μιας όπερας από τον φιλόμουσο. Από κει και πέρα η διάδοση γίνεται από στόμα σε στόμα. Όταν, όπως λένε οι πηγές μας, το αρχαϊκό μέλος χρειαζόταν να ξαναεκτελεστεί, λ.χ. σε ένα συμπόσιο, ή να διδαχθεί στο πλαίσιο του σχολείου της εποχής, τότε μπορεί να συμβουλευόταν ο συμπότης ή ο διδάσκαλος το χειρόγραφό του, για να καλύψει τα κενά της μνήμης του.
 
Σε εποχές καθαρά προφορικές, που χάνονται μέσα στη μυκηναϊκή προϊστορία, οι χιλιάδες στίχων των επών όχι μόνον συνετίθεντο προφορικά και εκ του παραχρήμα, αλλά συγκρατούνταν στο σύνολό τους με εκπλήσσουσα πιστότητα στη μνήμη και αναπαράγονταν σε πρώτη ζήτηση από ασκημένους αοιδούς ή ραψωδούς που ανήκαν σε συντεχνίες, χωρίς τη μεσολάβηση ούτε καν αυτής της περιορισμένης χρήσης της γραφής που γινόταν στην αρχαϊκή εποχή.
 
Το τρίπτυχο προφορική σύνθεση, προφορική εκτέλεση και προφορική παράδοση συνθέτει την έννοια της «προφορικής ποίησης», της προ-λογοτεχνικής έκφρασης των λαών που διανύουν το στάδιο που προηγείται της εγγραμματοσύνης (literacy). Αναλογικά στα νεότερα χρόνια, και εκτός, φυσικά, του πλαισίου του αμιγώς δημώδους τραγουδιού: η λοιπή ποίηση αυτοσχεδιαζόταν, εκτελούνταν και διαδιδόταν στα Επτάνησα στα χρόνια του Σολωμού· παράβαλε στην Κύπρο τους «ποιητάρηδες», και τον ανάλογο τρόπο που κυκλοφορούσε ο Ερωτόκριτος στην Κρήτη. Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό· είναι παγκόσμιο, και συστηματικά άρχισε να μελετάται μόλις στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα.
 
Εντύπωση προκαλεί στον μελετητή της αρχαϊκής ποίησης το γεγονός ότι σε αυτά τα διακόσια χρόνια της αρχαϊκής εποχής ένας ολόκληρος κόσμος εμπλέκεται καθολικά στη μουσική και την τέχνη σε όλες τις εκφάνσεις τους. Πλάι στις πολυάριθμες τοπικές γιορτές, οι μείζονες αγώνες του ελληνισμού από το 800 ως το 500 π.Χ. στην Πελοπόννησο ήταν εκείνοι της Ολυμπίας, της μεσσηνιακής Ιθώμης, της Σπάρτη, της Σικυώνας· στην Κεντρική Ελλάδα και στην Αττική, των Δελφών, και στην Αθήνα των Παναθηναίων και των Μεγάλων Διονυσίων· από τα νησιά του Αιγαίου μνημονεύουμε τις γιορτές στη Δήλο.
 
Με τον όρο «μουσικοί αγώνες» εννοούνται κυρίως τριών ειδών ποιητικές εκτελέσεις: η ραψωδία, δηλαδή η απόδοση στιχικών συνθέσεων χωρίς όργανο, η κιθαρωδία, solo αοιδή στιχικών ή λυρικών συνθέσεων με τον αοιδό να συνοδεύει τον εαυτό του στην κιθάρα, και ο χορικός λυρισμός, χορευτική εκτέλεση λυρικών ποιημάτων από χορό με συνοδεία μουσικού οργάνου. Η σύγκριση με τους τραγικούς χορούς είναι διαφωτιστική.
 
Αναφορικά με τα λοιπά είδη και υποείδη της λυρικής ποίησης (ελεγειακά, ιαμβικά και μονωδικά), όλες σύντομες συνθέσεις 10 έως 100 στίχων, προορίζονταν για solo εκτέλεση σε μικρά, ιδιωτικά ακροατήρια, κυρίως στα συμπόσια. Τα σωζόμενα δείγματα της πολεμικής ελεγείας, όταν αποκλείσουμε την εκτελεστική τους λειτουργία ως εμβατήρια καθοδόν προς τη μάχη, τότε ως εναλλακτικοί τόποι εκτέλεσής τους εγγράφονται οι πολεμικού χαρακτήρα συναντήσεις ανδρών αλλά και τα κοινά συμπόσια (Λυκούργος, Κατά Λεωκράτους 107).
 
Όσον αφορά τους ποιητές της μονωδίας, αυτοί τραγουδούν αυτοπροσώπως το άσμα, σε μουσική δικής τους σύνθεσης, παίζοντας ταυτόχρονα τη λύρα (ή τη λιγότερο αξιοπρεπή συγγενή της, την βάρβιτον), πάλι στο πλαίσιο του συμποσίου. Τις πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν παραστάσεις αρχαϊκών και κλασικών αγγείων.
 
Για την ιαμβογραφία δεν υπάρχουν αξιόπιστες πληροφορίες. Περιεχόμενο και ύφος των συνθέσεων αυτών συνηγορούν επίσης υπέρ του συμποτικού πλαισίου εκτέλεσής της.
 
Οι πολλαπλές επανεκτελέσεις των παλαιών αριστουργημάτων πάλι με κύριο εκτελεστικό περιβάλλον το συμπόσιο και συνάξεις στη μικροκλίμακα των ωδείων της ελληνιστικής και της μεταγενέστερης εποχής. Επομένως, σχετικά με τον μείζονα ρόλο τους, λίγα και ανεπαρκή είναι όσα έχουν γραφεί για τη σημασία των αρχαίων συμποσίων ως του πλέον πρόσφορου περιβάλλοντος για τη γένεση και διατήρηση της λυρικής ποίησης.
 
Έτσι από στόμα σε στόμα, έζησε και αναπτύχθηκε για τέσσερις αιώνες ο μουσικός θησαυρός του αρχαϊκού και κλασικού λυρισμού, έως ότου περισυνελέγη από τους αλεξανδρινούς και εκδόθηκε ως κείμενα αποψιλωμένα από τη μουσική και τη μετρική τους. Οι ίδιοι οι γραμματικοί σε ξεχωριστές πραγματείες ασχολήθηκαν με τη μετρική φυσιογνωμία των τραγουδιών αυτών.
 
Αρχαία Κείμενα
Λυκούργος, Κατά Λεωκράτους 107