Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Περί του πνευματικού πατερικού βιώματος

«Ακριβώς όπως οι τσαρλατάνοι αυτών των λατρειών εκμεταλλεύονται την αφέλεια των εύπιστων και τους τραβούν από τη μύτη, έτσι γίνεται και με τους χριστιανούς δασκάλους· κάποιοι από αυτούς δεν θέλουν καν να διατυπώσουν ούτε να ακούσουν ένα επιχείρημα πάνω σε αυτά που πιστεύουν, προτιμώντας το “πίστευε και μη ερεύνα” και “η πίστη σου θα σε σώσει”, και “η σοφία αυτού του κόσμου είναι κακό πράγμα”, ενώ το να είσαι απλοϊκός είναι καλό». (Κέλσος, «Αληθής λόγος»)

Σχέση πίστης-βιώματος
Όλες οι θρησκείες ζητούν την «πίστη¨από τους ακολούθους τους. Πίστη σε πράγματα που πρέπει να δεχτούν εκ των προτέρων ως έγκυρα. Σε «δόγματα». Και δεν είναι μόνο ο Χριστιανισμός με τα ποικίλα ρεύματά του. Κατά την άποψή μου, δόγματα έχουν και οι θρησκείες που θεωρούνται «αδογμάτιστες». Όμως, πόσο αδογμάτιστη μπορεί να είναι μια θρησκεία, όπως για παράδειγμα ο Ινδουισμός, που δέχεται ότι υπάρχει μια απόλυτη απρόσωπη πραγματικότητα (το Βράχμαν) και ότι η ψυχή του καθενός μας αποτελεί μέρος αυτής της πραγματικότητας (το «Άτμαν»); Και ότι πρέπει κανείς να ενωθεί με αυτήν την «πραγματικότητα»;

Όταν ήμουν πιστός, η αγαπημένη μου επιστολή από την Καινή Διαθήκη ήταν η προς «Εβραίους». Ειδικά, το κεφάλαιο έντεκα, το λεγόμενο «κεφάλαιο της πίστεως». Πάντοτε θαύμαζα όλα τα παραδείγματα των πιστών ανθρώπων που αναφέρονται εκεί. Ωστόσο, ποτέ δεν είχα προσέξει ότι σε αυτό το κεφάλαιο φανερώνεται ο μηχανισμός που προκαλεί την «εμπειρία», το «βίωμα», με κινητήριο μοχλό την «πίστη».

Η πίστη ορίζεται ως εξής, εκεί:

«Εστίν δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων· εν ταύτη γαρ εμαρτυρήθησαν οι πρεσβύτεροι» («Προς Εβραίους», 11:1-2).

Στους παραπάνω στίχους, παρατηρούμε ότι «πίστη» και «ελπίδα» πάνε μαζί, και δίνουν υπόσταση και βεβαιότητα για πράγματα που δεν βλέπονται και δεν ελέγχονται. Αυτές οι «βεβαιότητες» είναι υποκειμενικές. Δεν αποδεικνύονται στην πραγματικότητα, αλλά ανήκουν στην «εμπειρία».

Σε άλλο μέρος της Καινής Διαθήκης, αναφέρεται ότι η «ελπίδα» λειτουργεί ως εργαλείο για να περιμένει κανείς κάτι το οποίο δεν το βλέπει ακόμα. «Ελπίς δε βλεπομένη ουκ εστίν ελπίς· ο γαρ βλέπει τις τι και ελπίζει; Ει δε ο ου βλέπομεν ελπίζομεν δι’ υπομονής απεκδεχόμεθα» («Προς Ρωμαίους», 8:24-25). Όλα αυτά πρέπει να στηριχθούν στις μαρτυρίες των «πρεσβυτέρων», ανθρώπων δηλαδή που έχουν την σχετική εμπειρία και οι οποίοι θεωρούνται «αυθεντίες» και που λειτουργούν ως «οδοδείκτες» για τους λοιπούς. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τον Χριστιανισμό, αλλά αφορά γενικότερα τις θρησκευτικές παραδόσεις. Είτε τον πούμε «πρεσβύτερο», είτε «γέροντα», είτε «άγιο πατέρα», είτε «γκουρού», είτε «φωτισμένο», όλα έχουν την σημασία του «πνευματικού οδηγού» που χειραγωγεί τον μυούμενο.

Ποιός όμως χρειάζεται «ελπίδα» και «πίστη» παρά ο απελπισμένος; Και ο απελπισμένος είναι αδύναμος. Σε τέτοιους ανθρώπους απευθύνονται όλοι οι «απατεώνες του πνεύματος», όπως θα τους έλεγε και ο Νίτσε.

Όλο το ενδέκατο κεφάλαιο αναφέρεται σε ανθρώπους που «κλήθηκαν» από τον Θεό, έδωσαν πίστη και ελπίδα σε αυτόν, και έτσι αυτοί «εμαρτυρήθησαν». Έδωσαν δηλαδή, την καλή μαρτυρία. Αυτό είναι «νόμος». Ο αδύναμος καλείται να πιστέψει σε μαρτυρίες «άλλων», τις οποίες φυσικά δεν μπορεί να ελέγξει, παρά μόνο να δεχτεί.

Αυτό όμως που με προβλημάτισε περισσότερο, είναι αυτό που αναφέρεται στον έκτο στίχο: «χωρίς δε πίστεως αδύνατον ευαρεστήσαι· πιστεύεσαι γαρ δει τον προσερχομένον τω Θεώ ότι εστίν και τοις εκζητούσιν αυτόν μισθαποδότης γίνεται».

Γιατί «πρέπει» να πιστέψει κάποιος που προσέρχεται στον Θεό, ότι υπάρχει ο Θεός και να πιστέψει επίσης ότι γίνεται «μισθαποδότης»; Δηλαδή, αν επιφυλάσσεται και διατηρεί αμφιβολίες έχοντας ειλικρινή διάθεση, γιατί αυτός ο άνθρωπος να μην λάβει «μισθαποδοσία»;

Γιατί να μην ευαρεστηθεί ο Θεός με μια ειλικρινή αμφιβολία που ζητά καλοπροαίρετα αποδείξεις; Γιατί να μην τιμάει ο Θεός το λογικό και την κριτική ικανότητα με την οποία προίκισε τον άνθρωπο; Όπως θα δούμε παρακάτω στην ενότητα «πίστη εναντίον λογικής», αυτά τα δύο δεν τα πάνε καθόλου καλά. Και υπάρχουν σαφείς λόγοι για αυτό.

Πνευματική γνώση
Η ορθόδοξη πατερική θέση για την γνώση του «Θεού» είναι σαφής. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει την Θεία Ουσία, αλλά μπορεί να μετέχει κατά χάριν στις άκτιστες Θείες ενέργειες. Αυτό αποτελεί και το «πατερικό βίωμα». Ας δούμε μερικά αποσπάσματα που το πιστοποιούν.

Αναφέρει ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός…
Αλλά τι είναι αυτό που έπαθα, ω φίλοι και μύστες και συνεραστές της αλήθειας; Έτρεχα για να καταλάβω τον Θεό και έτσι ανέβηκα στο όρος και διέσχισα την νεφέλην, αποσύρθηκα από την ύλη και τα υλικά και συγκεντρώθηκα όσο ήταν δυνατό στον εαυτό μου. Όταν όμως έρριψα τα βλέμματά μου, μόλις πρόλαβα να δω τα νώτα του Θεού και τούτο με την προστασία του βράχου, δηλαδή του Λόγου που για μας έγινε άνθρωπος. Και αφού έσκυψα λίγο, είδα όχι την πρωταρχική και ακήρατη φύση, που είναι γνωστή μόνο στον εαυτό της, εννοώ βέβαια την Τριάδα, αυτή που μένει μέσα στο πρώτο καταπέτασμα και καλύπτεται από Χερουβίμ, αλλά την εξωτερική που φθάνει ως εμάς. Όπως καταλαβαίνω αυτό που μπόρεσα να γνωρίσω είναι η μεγαλειότητα, ή όπως την ονομάζει ο θείος Δαβίδ η μεγαλοπρέπεια, που αποκαλύπτεται στα δημιουργήματα τα οποία αυτός δημιούργησε και κυβερνά. Όπως εκείνοι που έχουν αδύνατα μάτια βλέπουν τις σκιές και τις εικόνες του ηλίου στην επιφάνεια των υδάτων, διότι το καθαυτό φως θα καταστρέψει την όρασή τους, αν τον αντικρύσουν, έτσι και εμείς γνωρίζουμε τα νώτα του Θεού, δηλαδή τα ίχνη του.
(ΕΠΕ 4, σ. 39, «Περί θεολογίας»)
Σχόλιο: Στην θεολογική γλώσσα, «όρος» είναι η προσευχή και η «νεφέλη» δηλώνει το αδύνατο της λογικής γνώσεως για τον Θεό. Οι όροι «νώτα του Θεού», «μεγαλειότητα», «ίχνη», αναφέρονται στην «άκτιστη» θεία ενέργεια που είναι το επόμενο της θείας ουσίας και διακρίνεται από αυτήν. Οι έννοιες είναι δάνεια από την ελληνική φιλοσοφία αλλά παραλλαγμένες. Η διάκριση Ουσίας και Ενέργειας γίνεται για να αποφύγουν οι χριστιανοί τον πανθεϊσμό. Η Ουσία είναι απρόσιτη και αμέθεκτη, ενώ η Ενέργεια προσιτή και μεθεκτή. Οι σχέσεις ενός εξωκοσμικού όντος με την κτίση του, πρέπει να στηρίζονται στην Ενέργεια και όχι στην Ουσία. Αυτές οι φόρμουλες επινοήθηκαν τον 4ο αιώνα και αναπτύχθηκαν κατά τους επόμενους, ενώ κατά τους προηγούμενους αιώνες ήταν άγνωστες. Αργότερα δόθηκαν και οι ανάλογες ερμηνείες στα χωρία της Βίβλου.

Άλλο απόσπασμα από τον ίδιο…
Ασφαλώς είναι ασύλληπτο και απεριόριστο το ον που υπήρχε πολύ πριν από αυτά και υπεράνω αυτών και από το οποίο προέρχονται αυτά. Εννοώ βεβαίως όχι το αν υπάρχει αλλά ποιος είναι. Διότι δεν είναι κούφιο το κήρυγμά μας ούτε μάταιη η πίστη μας ούτε αυτά είναι τα δόγματά μας, για να μην εκλάβεις την ταπεινοφροσύνη μας ως αφορμή αθεΐας και συκοφαντίας και υψηλοφροσύνης σε βάρος μας, ότι δήθεν ομολογούμε άγνοια. Διότι πάρα πολύ διαφέρει το να γνωρίζεις τι ακριβώς είναι τούτο από το να είσαι πεπεισμένος ότι υπάρχει κάτι. Η ομορφιά και η τάξη της φύσεως μας διδάσκουν, ότι υπάρχει Θεός και ότι αυτός δημιούργησε και κυβερνά τα σύμπαντα.
(ο. π. σ. 43)
Σχόλιο: Η πνευματική εμπειρική γνώση ή το «βίωμα», δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη του «ασύλληπτου» και «απεριόριστου» όντος. Αυτό είναι πολύ βασικό, διότι αρκετοί θεωρούν ότι το «βίωμα» είναι αναμφισβήτητη απόδειξη της υπάρξεως του Θεού.

Η ύπαρξη αποδεικνύεται, κατά τους Πατέρες, από την ύπαρξη της δημιουργίας. Και αυτό είναι σημαντικό, διότι στην σημερινή εποχή και γνωρίζοντας οι απολογητές ότι υπάρχουν απαντήσεις σε τέτοιους είδους ισχυρισμούς, διατείνονται ότι η ύπαρξη του Θεού ούτε αποδεικνύεται ούτε καταρρίπτεται. Αυτό φυσικά επιχειρείται για να αποφευχθεί η αντινομία: Αφού ο Θεός είναι ασύλληπτος από την λογική, από πού ξέρουμε ότι υπάρχει; Από την «δημιουργία» έχουμε ενδείξεις, λένε οι σημερινοί απολογητές και αποδείξεις από το «πατερικό βίωμα».

Στους προηγούμενους αιώνες, οι πατέρες έλεγαν άλλα πράγματα. Για παράδειγμα, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός (κορυφαίος δογματολόγος της Εκκλησίας), έχει ένα κεφάλαιο στο έργο του «Έκθεσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως», που το τιτλοφορεί «Απόδειξη ότι υπάρχει ο Θεός». Αλλά και στην Καινή Διαθήκη βρίσκουμε τα ίδια επιχειρήματα, όπως στην προς «Ρωμαίους», στο πρώτο κεφάλαιο. «διότι το γνωστόν του θεού φανερόν εστί εν αυτοίς· ο γαρ θεός αυτοίς εφανέρωσεν· τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασιν νοούμενα» (1:19-20). Αλλά και στην προς «Εβραίους» επιστολή, αναφέρει ο άγνωστος συντάκτης της: «Πίστει νοούμεν καταρτίσθαι τους αιώνας ρήματι θεού εις το μη εκ φαινομένων τα βλεπόμενα γεγονέναι» (11:3).

Το «βίωμα» λοιπόν, είναι η μετοχή στις άκτιστες θείες ενέργειες, από όπου γνωρίζεται κατά μέρος το «ποιος» είναι ο Θεός.

Επίσης…
Εμάς όμως το λογικό μας ωθεί να αναζητούμε τον Θεό και να μη ανεχόμαστε το σύμπαν χωρίς ηγεμόνα και κυβερνήτη. Έπειτα το λογικό ερευνά το ορατά και έρχεται σε επαφή με τα αρχικά αισθητά, αλλά ούτε και σε αυτά σταματά- διότι είναι ανάξιο του λογικού να αναθέτει την ηγεμονία σε εκείνους που είναι ίσιοι κατά τις αισθήσεις- αλλά δι’ αυτών μας οδηγεί σε εκείνο που είναι υπεράνω αυτών και δίδει σε αυτά την ύπαρξη.
(ο. π. σ. 65)
Σχόλιο: Η βασική ιδέα σε γενικές γραμμές ότι από τα αισθητά αναγόμαστε στα νοητά, με κάποιες επιμέρους διαφορές, ανήκει στον Πλάτωνα και συναντάται σε πολλούς διαλόγους του, όπως στην «Πολιτεία», στον «Τίμαιο», και στο «Συμπόσιο». Δεν είναι καθόλου παράξενο που ακόμα και ο μεγάλος Πλάτων, στον «Τίμαιο» καταφεύγει στην πίστη και στις «αυθεντίες» για να κατοχυρώσει το ιδεαλιστικό κομμάτι των θέσεών του.

Επίσης…
Ας μας οδηγεί πλέον η πίστη και όχι η λογική, αφού βεβαίως διαπίστωσες την αδυναμία να ερευνήσουμε τα πράγματα που είναι πλησίον μας, και αφού διδάχθηκες ότι λογική είναι να γνωρίσεις τα υπέρλογα, για να μη είσαι εντελώς επίγειος και περίγειος που να αγνοείς ακόμη και αυτήν την άγνοιά σου.
(ο. π. σ. 95).
Σχόλιο: Απόλυτα συνεπές με το «πατερικό βίωμα», αφού η λογική εξοστρακίζεται. Τον λόγο έχει εξ αρχής η πίστη.

Ας δούμε όμως και τις θέσεις του Βασιλείου Καισαρείας…
Εμείς από μεν τις ενέργειες βεβαιώνουμε ότι γνωρίζουμε τον Θεό μας, την δε ουσία του την ίδια δεν ισχυριζόμαστε ότι προσεγγίζουμε. Διότι οι ενέργειές του κατεβαίνουν προς εμάς, η δε ουσία του παραμένει απρόσιτη.
(ΕΠΕ 1, σ. 153, επιστολή 234)
Σχόλιο: Εδώ κατοχυρώνονται όλα όσα προαναφέραμε.

Επίσης…
Ακόμη και εκείνος που παρατηρεί τα μεγαλεία της κτίσεως με μεγάλες σκέψεις και βαθύτατους στοχασμούς, ώστε από το μεγαλείο και την ωραιότητα των κτισμάτων να γνωρίσει τον δημιουργό. Διότι όσο περισσότερο εμβαθύνει κανείς στους λόγους σύμφωνα με τους οποίους δημιουργήθηκαν τα όντα και σύμφωνα με τους οποίους κυβερνώνται, τόσο περισσότερο βλέπει την μεγαλοπρέπεια του Κυρίου, και όσο εξαρτάται από τον εαυτό του μεγαλύνει τον Κύριο. Επειδή λοιπόν ένας νους και η επιμέλεια ενός ανθρώπου ούτε για λίγο είναι αρκετή για την κατανόηση των μεγαλείων του Θεού, παραλαμβάνει όλους μαζί τους πραείς για να συμμετέχουν σε αυτήν την ενέργεια. Πρέπει να ησυχάσει απολύτως από τους εξωτερικούς θορύβους, και αφού αποκτήσει απόλυτη ησυχία στο κρυφό βουλευτήριο της καρδιάς του, έτσι να επιχειρήσει να γνωρίσει την αλήθεια.
(ΕΠΕ 5, σ. 211, «Εις τον ΛΓ ψαλμό»)
Σχόλιο: Πέρα από όσα έχουν ήδη αναφερθεί, εδώ ο Βασίλειος προσθέτει επιπλέον το στοιχείο της «ησυχίας» και της συγκέντρωσης.

Επίσης…
Η ψυχή οικειώνεται το Πνεύμα όχι με το να προσεγγίσει σε αυτό τοπικά (διότι πως μπορείς να πλησιάσεις με το σώμα σου το ασώματο;), αλλά με το να απομακρύνει τα πάθη, τα οποία προσκολληθέντα στην ψυχή μεταγενεστέρως λόγω της αγάπης προς την σάρκα, την απομάκρυναν από την προς τον Θεό εγγύτητα. Όταν λοιπόν καθαρισθεί κανείς από την αισχρότητα, την οποία περιβλήθηκε με την κακία, και επανέλθει στην φυσική ωραιότητα, και αποδώσει σαν σε εικόνα βασιλική την αρχαία μορφή με τον καθαρισμό της, μόνο έτσι μπορεί να πλησιάσει τον Παράκλητο. Αυτός, σας ήλιος, αφού παραλάβει καθαρισμένους οφθαλμούς, θα σου δείξει στον εαυτό του την εικόνα του αοράτου. Στο μακάριο θέαμα της εικόνας θα δεις το ανέκφραστο κάλλος του πρωτοτύπου. Δια του Πνεύματος ανυψώνονται οι καρδιές, χειραγωγούνται οι ασθενείς, τελειοποιούνται όσοι προκόπτουν. Αυτό, αφού φωτίσει αυτούς που έχουν καθαρισθεί από κάθε κηλίδα, τους καθιστά πνευματικούς, λόγω της κοινωνίας τους προς αυτό. Και όπως τα λαμπερά και διαφανή σώματα, όταν πέσει πάνω τους κάποια ακτίνα, τα ίδια λάμπουν περισσότερο, και αντανακλούν μόνα τους και άλλην λάμψιν, έτσι και οι πνευματοφόρες ψυχές όταν καταυγαστούν από το Πνεύμα, και οι ίδιες γίνονται πνευματικές και σε άλλους εξαποστέλλουν χάριν.
(Βασίλειος Καισαρείας ΕΠΕ 10, σ. 339, «Περί του αγίου Πνεύματος»)
Σχόλιο: Εδώ περιγράφεται η διαδικασία. Αφορά την κάθαρση από τα πάθη, προκειμένου να δειχτεί καθαρό το «κατ’ εικόνα» που αμαυρώθηκε. Τότε, ο Παράκλητος αναλαμβάνει να δώσει την πνευματική θεωρία. Έτσι, ο άνθρωπος ανεβαίνει, φωτίζεται, και βλέπει την άκτιστη δόξα. Βεβαίως, ούτε αυτά είναι καθαρά «χριστιανική αποκάλυψη». Είναι μίγμα πλατωνισμού με τον μύθο της πτώσης των «πρωτοπλάστων», με ορισμένες επιμέρους διαφοροποιήσεις. Για την πνευματική γνώση, ο Πλάτων αναφέρει στην έβδομη επιστολή του, ότι δεν βρίσκεται στα γραπτά κείμενα και δεν εκφράζεται με λόγια. Είναι εμπειρική. Είναι το αποτέλεσμα της αδιάκοπης μελέτης και ξεκινά από το εσωτερικό του ανθρώπου. Μέσα του ξεπηδά το φως της γνώσεως και η ψυχή φωτίζεται. Για την κάθαρση, την πνευματική ανάσβαση, την «ομοίωση τω θεώ», και την θεωρία (πνευματική θέαση) της Ιδέας του Αγαθού, κάνει λόγο στην «Πολιτεία».

Αναφέρει ο Γρηγόριος ο Παλαμάς στον τρίτο λόγο του «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων»…
Και εμείς λοιπόν, αν μεν φθάσουμε πάνω εγκαταλείψαντες το γύρω από την γη σκότος, θα γίνουμε φωτοειδείς πλησιάζοντας το αληθινό φως του Χριστού, αν κατεβεί μέχρι ημών το αληθινό φως το «λάμπον εις την σκοτία», θα γίνουμε φως οι ίδιοι, όπως λέγει κάπου εις τους μαθητές ο Κύριος. Ούτω η θεοποιός δωρεά του Πνεύματος είναι απόρρητον φως και καθιστά θείον φως τους αποκτήσαντας αυτήν, όχι μόνο γεμίζουσα αυτούς με αϊδιον φως, αλλά και χαρίζουσα θεοπρεπή γνώση και ζωή.
(ΕΠΕ 2, σ. 635).
Σχόλιο: «Αρχαίοι λοιπόν άνδρες και σοφοί φανέρωσαν κάποια πράγματα για όσους είναι ικανοί να τα καταλάβουν μάλιστα, ακόμα και ο Πλάτων του Αρίστωνα, σε κάποια επιστολή του εξηγούσε τα σχετικά με το Πρώτο Αγαθό· έλεγε ότι το Πρώτο Αγαθό δεν γίνεται να εκφραστεί με λόγια αλλά γεννιέται με την πολλή συναναστροφή, και ξαφνικά, σαν φωτιά που φουντώνει απότομα, ανάβει φως μέσα στην ψυχή» (Κέλσος, «Αληθής λόγος», εκδόσεις Θύραθεν).

Ο Πορφύριος γράφει για τον Πλωτίνο…
Ήτο άγρυπνος, είχε ψυχή καθαρή και διαρκώς εστραμμένη προς το θείον του ηγάπα με όλην του την ψυχήν, και ότι έκαμνε τα πάντα δια να αποφύγει το πικρό κύμα της αιμοχαρούς αυτής ζωής. Τουτοιοτρόπως, χάρις εις το δαιμονιακό αυτό φως, που ανέρχεται συχνά δια της νοήσεως μέχρι του πρώτου θεού και ακόμη πέραν τούτου, ο Πλωτίνος, ακολουθών την υπό του Πλάτωνος εν τω Συμποσίω διαχαραχθείσαν οδό, είδε τον Θεόν εκείνον, που δεν έχει ούτε μορφήν ούτε συγκεκριμένην υπόστασιν, διότι ευρίσκεται υπεράνω του νου και του νοητού. Είναι αυτός ο θεός, τον οποίον εγώ ο Πορφύριος δεν επλησίασα και δεν ενώθηκα μαζί του παρά μίαν μόνον φοράν κατά το εξηκοστόν όγδοον έτος της ηλικίας μου. Εις τον Πλωτίνον εφάνη εγγύτατα ο οραματισμός του σκοπού. Το τέλος και ο σκοπός ήτο δι’ αυτόν να ενωθεί στενώς μετά του Θεού, του κατασκηνούντος υπαράνω των όντων. Ο Πλωτίνος επέτυχε, κατά την παρ’ αυτώ παραμονήν μου, τετράκις τον εν λόγω σκοπόν, χάρις εις μίαν άρρητον ενέργειαν.
(«Περί Πλωτίνου βίου», εκδόσεις Πάπυρος, σ. 95)
Κάθε ομοιότητα δεν είναι «συμπτωματική»…

Οι προϋποθέσεις για το «βίωμα», όπως τίθενται από τους Πατέρες
Για την καλύτερη δυνατή κατανόηση αυτών των πραγμάτων, ας προσπαθήσουμε να μπούμε στην ψυχοσύνθεση του πιστού, που έχει εγκωλπωθεί τα παρακάτω. Διότι, «ο όρος «πίστις» σημαίνει όχι απλώς ότι κάποιος παραδέχεται μια σειρά από δόγματα, αλλά πιο συγκεκριμένα ομολογεί και εγκολπώνεται ένα ολόκληρο τρόπο ζωής σύμφωνο με αυτά». (Αλέξιος Καρακαλλινός, «Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν», εκδόσεις Μακρυγιάννης).

Ο Ιωάννης ο Σιναϊτης, στο έργο «Κλίμακα»:

Α) Πίστη.
«Η πίστη αναπτερώνει την προσευχή, γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορεί κανείς να πετάξει στον ουρανό» («Λόγος περί προσευχής», Φ. ΕΠΕ 16, σ. 519).

Σχόλιο: Άνευ πίστεως, δεν παράγονται εμπειρίες και βιώματα τέτοιου είδους. Δεν πετάει κανείς στον ουρανό…

Β) Ταπεινοφροσύνη.
«Όποιος ζει ενωμένος μαζί με αυτήν, δεν υπάρχει σ’ αυτόν μίσος, ούτε κάποιο είδος αντιλογίας, ούτε καμία εκδήλωση απειθαρχίας, εκτός βέβαια αν ο λόγος αναφέρεται σε θέματα πίστεως» («Λόγος περί υπηρηφανείας», Φ. ΕΠΕ 16, σ. 381).

Σχόλιο: Η «ταπεινοφροσύνη» εξυπηρετεί ώστε να μην υπάρχει καμία απειθαρχία προς στους ηγουμένους. Σύμφωνα με την προτροπή που αναφέρεται στην προς «Εβραίους» επιστολή: «Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε» (13:17).

Ο Αββάς Δωρόθεος, στα «Ασκητικά» του, διδάσκοντας τους μαθητές του, αναφέρεται επίσης στις βασικές προυποθέσεις που οφείλει να έχει ο μοναχός.

Γ) Αποταγή.
«Βλέπετε πως συνταίριασαν την υπακοή με την ταπείνωση; Γιατί, όπως ακριβώς ζεύεται το αμάξι και δεν μπορεί το ένα άλογο να τρέξει περισσότερο από το άλλο γιατί πληγώνεται, έτσι πρέπει και η υπακοή να είναι ζεμένη με την ταπείνωση. Και πως μπορεί να αξιωθεί κανείς να αποκτήσει αυτή τη χάρη αν, όπως είπα, δεν βιάσει τον εαυτό του να κόψει το θέλημά του και να παραδοθεί μετά στον Θεό στον Γέροντά του, χωρίς επιφυλάξεις σε τίποτε, αλλά κάνοντας τα όλα όπως ακριβώς εκείνοι, με τη βεβαιότητα ότι υπακούει στον Θεό;» («Περί αποταγής», εκδόσεις Ετοιμασία, Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, σ. 117).

Σχόλιο: Αποταγή είναι η απάρνηση. Αυτή συνοδεύει την πίστη και την ταπεινοφροσύνη. Με αυτόν τον τρόπο, ο άνθρωπος δεν έχει θέλημα και παραδίδεται ολοκληρωτικά σε «αυθεντίες» που θα τον χειραγωγήσουν.

Δ) Υπακοή.
«Υπακοή είναι η χωρίς εξέταση ενέργεια» (Ιωάννης ο Σιναϊτης, «Περί υπακοής», Φ. ΕΠΕ 16, σ. 81).
«Υπακοή είναι θανάτωση της θελήσεως» (ο. π).
«Η τάξη του αρχαρίου είναι αυτή· Να ζεις με πολλή ταπείνωση, να μη λογαριάζεις τον εαυτό σου σε τίποτε, να μη λέγεις τι είναι αυτό ή γιατί αυτό, αλλά να το δέχεσαι με πολλή υπακοή και υποταγή» («Ερωταποκρίσεις Βαρσανούφιου και Ιωάννου», Φ. ΕΠΕ 10 Α΄, σ. 397).

Ε) Απαραίτητος ο πνευματικός οδηγός.
Ο Αββάς Δωρόθεος, στα «Ασκητικά» του, αναφέρει…
Στην Παλαιά Διαθήκη, στο βιβλίο των Παροιμιών, διδάσκεται ότι: «Οι άνθρωποι που δεν έχουν ισχυρή και συνετή διακυβέρνηση πέφτουν σαν τα μαραμένα φύλλα. Η σωτηρία εξασφαλίζεται μετά από φρόνιμη και θεόπνευστη καθοδήγηση». Καταλαβαίνετε τη δύναμη που κρύβουν αυτά τα λόγια, αδελφοί μου, βλέπετε τι μας διδάσκει η Αγία Γραφή. Μας κάνει προσεκτικούς να μην εμπιστευόμαστε στους εαυτούς μας, να μην τους θεωρούμε συνετούς, να μην πιστεύουμε ότι μπορούμε να κυβερνούμε τον εαυτό μας. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια, έχουμε ανάγκη από ανθρώπους που, μετά από τον Θεό, θα μας κυβερνούν.
(«Περί του ότι κανείς δεν πρέπει να εμπιστεύεται στη φρόνησή του», εκδόσεις Ετοιμασία, Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, σ.183)
ΣΤ) Απαραίτητη η άσκηση πίεσης.
Ο Ιωάννης ο Σιναϊτης, λέγει στον πρώτο λόγο της «Κλίμακος» των αρετών:
Μοναχός είναι εκείνος που είναι προσηλωμένος σε κάθε χρονική στιγμή και τόπο και πράγμα μόνο στις εντολές και στους λόγους του Θεού. Μοναχός είναι διαρκής καταπίεση της ανθρωπίνης φύσεως και ακατάπαυστη περιφρούρηση των αισθήσεων. Μοναχός είναι σώμα εξαγνισμένο, στόμα καθαρό, και νους φωτισμένος. Μοναχός είναι ψυχή γεμάτη από πόνους οδυνηρούς, που έχει ως διαρκή απασχόλησή της τη μνήμη του θανάτου, και όταν είναι ξύπνια, και όταν κοιμάται.
(«Περί αποταγής», Φ. ΕΠΕ 16, σ. 43)
Ζ) Διαχείριση αισθημάτων.
Ο Αββάς Δωρόθεος, στα «Ασκητικά», για την σχέση «φόβου» και «αγάπης» αναφορικά με το Θεό, στον εσωτερικό κόσμο του πιστού, διακρίνονται δύο είδη. Ο φόβος της κόλασης που είναι ο αρχικός, και ο τέλειος που είναι η αγάπη. Το παράξενο είναι ότι… «Είναι αδύνατον να φθάσει κανείς διαφορετικά στον τέλειο φόβο, παρά μόνο με τον αρχικό» («Περί του θείου φόβου», ο. π. σ. 157, εκδόσεις Ετοιμασία, Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου).

Και συνεχίζει την διδασκαλία του λέγοντας ότι υπάρχουν τρία είδη ψυχικών διαθέσεων στους πιστούς.

Γιατί υπάρχουν τρία είδη ψυχικών διαθέσεων, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος, με τα οποία μπορούμενα ευαρεστήσουμε στον Θεό. Δηλαδή, ευαρεστούμε τον Θεό ή επειδή φοβόμαστε την κόλαση -και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του δούλου, ή εκπληρώνουμε τις εντολές του Θεού επειδή επιδιώκουμε τα κέρδη που θα πάρουμε σαν μισθό από τον Θεό για την προσωπική μας ωφέλεια- και σε αυτό το σημείο μοιάζουμε με τους μισθωτούς- ή για το ίδιο το καλό και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του υιού (ο. π. σ. 157).

Συμπέρασμα: Όλα τα παραπάνω που θεωρούνται μέρος των «μοναχικών αρετών», θεωρώ ότι εξυπηρετούν στην χειραγώγηση του ανθρώπου. Ένας άνθρωπος που πιστεύει ακράδαντα σε «θείες αλήθειες», που πρέπει να πειθαρχεί σε κανόνες που άλλοι έθεσαν για αυτόν, που πρέπει να απαρνηθεί την λογική του και να υποταχθεί σε αυθεντίες και να θεωρεί ότι έτσι «υποτάσσεται στο Θεό» που ποτέ του ούτε είδε πραγματικά ούτε συνομίλησε, και η πίεση που πρέπει να ασκήσει στον εαυτό του, τι άλλο τον καθιστούν παρά ένα έρμαιο του καθενός; Και ξαναγυρίζω σε αυτό που είπαμε και αρχικά, ότι η πίστη σε αδύναμους απευθύνεται. Να γιατί το ομηρικό «πάντα να αριστεύεις», αντικαταστάθηκε από το «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι».

Η τεχνική
Οι χριστιανοί διατείνονται ότι δεν υπάρχει πρόκληση των «θείων εμπειριών». Ότι αυτές δίδονται κατά χάριν άνωθεν. Παρόλα αυτά, μια μελέτη στην γραπτή παράδοση της Εκκλησίας, μπορεί να διαψεύσει τον παραπάνω ισχυρισμό.

Ο Νείλος, στα «Ασκητικά» του, αναφέρει τα εξής…
Η ψυχή όταν καθαριστεί με την πληρότητα των αρετών, κάνει τη θέση του νου ακλόνητη, καθιστώντας τον δεκτικό της κατάστασης που επιζητεί. Προσευχή είναι ομιλία του νου με τον Θεό. Ποια λοιπόν κατάσταση χρειάζεται ο νους για να ησυχάσει οριστικά, να μεταφερθεί με έκσταση στον Δεσπότη του και να συνομιλεί με αυτόν χωρίς να μεσολαβεί κανένας;
(«Περί προσευχής», Φ. ΕΠΕ 11Β, σ. 299)
Σχόλιο: Πάντα υπάρχει μια κατάλληλη προετοιμασία. Δηλαδή, προηγείται η «κάθαρση» από τα πάθη. Ο όρος «νους» δεν αναφέρεται στον υλικό εγκέφαλο. Είναι μια ασαφής έννοια που έχει διαφορετική σημασία από κείμενο σε κείμενο. Ας πούμε ότι στο σημείο αυτό αναφέρεται σε μία νοερή ενέργεια της ψυχής. Έχοντας από πριν ετοιμαστεί ο πιστός, έχοντας ήδη μπει σε μία πορεία χειραγωγούμενος, καθιστά την νοερή του ενέργεια «δεκτική της κατάστασης που επιζητεί». Αυτό δεν δείχνει ότι όλα παρασκευάζονται για αυτήν την εκστατική κατάσταση όπου ο νους θα συνομιλεί με τον Θεό;

Ο Ιωάννης ο Σιναΐτης, αναφέρει στην «Κλίμακα»: «Πολλές φορές η πολυλογία κατά την προσευχή προκάλεσε στον νου φαντασίες πονηρές και αποχαύνωση, ενώ η μονολογία συνήθως συγκεντρώνει τον νου» («Περί προσευχής», Φ. ΕΠΕ 16, σ. 515).

Σχόλιο: Κατά την διαδικασία, ο πιστός πρέπει να ασκηθεί στην συγκέντρωση του νου με τη βοήθεια μιας μονολόγιστης προσευχής. Τι και αν την πει κανείς «ευχή του Ιησού», τι και αν την πει «μάνδρας».

Ο Νικόλαος ο Καβάσιλας, ένας μυστικός θεολόγος του 14ου αιώνος, ερμηνεύοντας τα όσα συμβαίνουν στην ιεροτελεστία της θείας λειτουργίας, αναφέρει…
Επειδή λοιπόν για την επιτέλεση των μυστηρίων είναι αναγκαίο να προσερχόμαστε με καλή διάθεση και καλά προετοιμασμένοι, έπρεπε και αυτό να υπάρχει στην ακολουθία της ιερής τελετής, και υπάρχει. Πραγματικά αυτό μας το κατορθώνουν οι ευχές, οι ψαλμοί, και οτιδήποτε άλλο ιερό γίνεται σ’ αυτήν και λέγεται.
(«Εις την Θείαν Λειτουργίαν», Φ. ΕΠΕ 22, σ. 33)
Σχόλιο: Η προετοιμασία, η συγκέντρωση, η ιεροτελεστία, σπρώχνουν στην παραγωγή του «θείου βιώματος».

Σε άλλο απόσπασμα από τον Ιωάννη τον Σιναϊτη, αναφέρεται…
Εκείνος που σκέπτεται και συναισθάνεται με την καρδιά του, ότι κατά την ώρα της προσευχής στέκεται μπροστά στον Θεό, αυτός καθίσταται στύλος ακίνητος, και με κανένα δαίμονα από όλους αυτούς που προαναφέρθηκαν δεν εμπαίζεται. Ο πραγματικός υπήκοος, μόλις σταθεί για προσευχή, γίνεται πολλές φορές ολοφώτεινος και πλημμυρίζει αγαλλίαση.
(«Περί ύπνου και προσευχής», Φ. ΕΠΕ 16, σ. 325)
Σχόλιο: Ενώ είδαμε ότι η λογική σκέψη δεν εξυπηρετεί στα «θεία βιώματα», εδώ επιστρατεύεται. Όχι όμως όπως θα έπρεπε. Εδώ αναφέρεται σε ανθρώπους που έχουν ήδη περάσει τα στάδια της ετοιμασίας. Συνεπώς, η σκέψη δεν κατευθύνεται πλέον από τίποτα άλλο πέρα από αυτό που ήδη έχει δοθεί στον υλικό εγκέφαλο. Εδώ κρύπτεται η αυθυποβολή, κατά την γνώμη μου, διότι ο εγκέφαλος είναι σε πορεία «ρυθμίσεως» τρόπω τινά ώστε να «βιώσει». Έτσι, η σκέψη και το συναίσθημα οδηγούν τον πιστό ώστε να θεωρεί ότι «στέκεται μπροστά στον Θεό».

Αλλά και ο Νικόδημος ο αγιορείτης αναφέρει σημαντικά πράγματα στο έργο του «Αόρατος πόλεμος». Είναι ένα βιβλίο όπου ο Νικόδημος έχει συγκεντρώσει συμπυκνωμένα, και αποδώσει όσο πιο απλά γίνεται, όλα όσα έχουν ειπωθεί από τους Πατέρες για το «χριστιανικό βίωμα». Βασικές προϋποθέσεις είναι τέσσερις: να μην εμπιστεύεται ποτέ κανείς τον εαυτό του, να ελπίζει μόνο στον Θεό, να αγωνίζεται πάντα, και να προσεύχεται. Αυτά εξηγούνται στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που περιλαμβάνει 53 κεφάλαια.

Στο δεύτερο μέρος, αναφέρεται στο «μυστήριο» της Θείας Ευχαριστίας, με έκταση 3 κεφαλαίων. Αναφέρεται και στην «νοερή κοινωνία» με τον Χριστό που σχετίζεται με την προσευχή, με έκταση 4 κεφαλαίων. Αφιερώνει επίσης ένα κεφάλαιο στην εξέταση της συνειδήσεως και του βίου (αντιγραφή από τον Πυθαγόρα και τον Πλάτωνα), και κλείνει με την ανάλυση των 4 προσβολών που μας φέρνουν οι αόρατοι εχθροί κατά την ώρα του θανάτου.
Γράφει…
Η νοερή και καρδιακή προσευχή, σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες τους καλούμενους Νηπτικούς, κυρίως είναι η συγκέντρωση του ανθρώπινου νου στην καρδιά του κυρίως, και χωρίς να ομιλεί με το στόμα, με μόνο τον ενδιάθετο λόγο, ο οποίος ομιλείται μέσα στην καρδιά, να λέγει αυτή τη σύντομη και μονολόγιστη προσευχή· δηλαδή, το «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», κρατώντας λίγο και την αναπνοή ή/και με την ομφαλοσκοπία (= μέθοδος με την οποία προσπαθούν να φτάσουν σε θρησκευτική έκσταση παρατηρώντας επί μεγάλο χρονικό διάστημα τον ομφαλό τους αποφράζοντας έτσι εν μέρη τις αεροφόρους οδούς, προκαλώντας υποξία στον εγκέφαλο όπου δημιουργούνται παραισθήσεις, οράματα, ψευδοβιώματα κλπ.)
(«Τι είναι η νοερή προσευχή και πως πρέπει να γίνεται», σ. 202, Νέα Σκήτη Άγιο Όρος)
Επίσης…
Αν, λοιπόν, αδελφέ, αγαπάς να εισακουσθείς πιο εύκολα από τον Θεό και να λάβεις εκείνο που του ζητάς, αγωνίζου όσο μπορείς σ’ αυτήν τη νοερή προσευχή, παρακαλώντας τον Θεό με όλο σου τον νου και την καρδιά για να σε ελεήσει και να σου δώσει εκείνα που είναι απαραίτητα και σε συμφέρουν για την σωτηρία σου.
(ο. π σ. 203)
Επίσης…
Όταν κουραστείς να προσεύχεσαι νοερά και με την καρδιά, μπορείς να λες και με το στόμα και προφορικά τόσο την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», όπως λέγουν οι Πατέρες, όσο και τις άλλες προσευχές που θα θελήσεις. Φρόντιζε όμως και να συγκεντρώσεις το νου σου τότε, για να προσέχει στα λόγια της προσευχής. Μερικοί μάλιστα λέγουν ότι νοερά προσευχή λέγεται ακόμη και το εξής· όταν ο άνθρωπος αφού συγκεντρώσει όλες τις νοερές δυνάμεις της ψυχής του μέσα στην καρδιά του, χωρίς να πει κανένα λόγο ούτε προφορικό, ούτε ενδιάθετο, με μόνο το νου του σκέπτεται και αμετάβατα αναλογίζεται ότι ο Θεός είναι παρών, ενώπιόν του· και ότι αυτός στέκεται μπροστά του πότε με φόβο πότε με δέος, σαν ένας κατάδικος…(ο. π . σ. 205)
Συγκέντρωση με την βοήθεια μονολόγιστης προσευχής, έλεγχος της αναπνοής, εκζήτηση «βιώματος», πεποίθηση ότι ο Θεός είναι «παρών», αίσθημα φόβου, δέους, και καταδίκης.

Πίστη εναντίον λογικής
Προκειμένου να βιωθεί η «πνευματική εμπειρία» η οποία στηρίζεται σε παραδοχή μιας σειράς a priori «δογμάτων» και «κανονισμών» προκειμένου να θεωρηθεί «έγκυρη», είναι επόμενο ότι ο ορθός λόγος πρέπει να υποβαθμιστεί. Δεν υπάρχει χώρος πουθενά για αυτόν. Και οι Πατέρες είναι πάλι σαφείς. Ας δούμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα από δύο πολύ σπουδαίους νηπτικούς πατέρες.

Γρηγόριος ο Παλαμάς…
Βλέπεις ότι το φως τούτο φέγγει τώρα εις τας καρδίας των πιστών και τελείων; Βλέπεις πόσο υπερέχει του φωτός της γνώσεως; Το φως της θεωρίας ταύτης διαφέρει τόσο πολύ, όχι μόνο από την γνώση των ελληνικών μαθημάτων( διότι εκείνη δεν είναι άξια ούτε της επωνυμίας του φωτός, καθόσον είναι όλη ψευδής ή ανάμικτος με το ψεύδος και παραπλήσια με το σκότος μάλλον παρά με το φως), όχι μόνο από αυτήν λοιπόν, αλλά και από την γνώση των θείων Γραφών, ώστε το μεν κατ’ εκείνη φως να παρομοιάζεται με λύχνο ο οποίος φέγγει εις τόπο σκοτεινό, το δε κατά την μυστική ταύτη θεωρία φως με άστρο λάμπων εν ημέρα, δηλαδή με τον ήλιο.
(ΕΠΕ 2, σ. 449, «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων», δεύτερος λόγος)
Σχόλιο: Ο Παλαμάς διακρίνει τρία πράγματα στο απόσπασμα. Το «φως» της πνευματικής θεωρίας που είναι αποτέλεσμα «βιώματος», το φως της γνώσης των Γραφών, και την Ελληνική γνώση. Το «βίωμα» είναι ανώτερο και από την γνώση των Γραφών ακόμα. Είναι ο ήλιος σε σύγκριση με το λυχνάρι. Η Ελληνική γνώση απαξιώνεται ως ψευδής και είναι παραπλήσια του «σκότους».

Επίσης…
Αυτά και τα παρόμοια είναι εκείνα στα οποία ευρίσκεται η αληθινή και σωτήρια γνώσις η πρόξενος της άνω μακαριότητος. Ποιος Ευκλείδης, ποιος Μαρίνος, ποιος Πτολεμαίος μπόρεσε να την αντιληφθεί; Ποιοι Εμπεδοκλείς και Σωκράται, Αριστοτέλεις και Πλάτωνες, μπόρεσαν να την κατανοήσουν με λογικές μεθόδους ή μαθηματικές αποδείξεις; [..] Και όχι μόνο το να γνωρίζουμε αληθινά τον Θεό, όσο είναι επιτρεπτό, είναι ασυγκρίτως ανώτερο από την φιλοσοφία των Ελλήνων, αλλά και μόνο το να γνωρίζουμε ποια θέση έχει ο άνθρωπος κοντά στο Θεό ξεπερνά όλη την σύμφωνα με εκείνους σοφία.
(«Κεφάλαια φυσικά», ΕΠΕ 8, σ. 101)
Σχόλιο: Είναι ξεκάθαρο δια γραφίδας Παλαμά, ότι το «βίωμα» και ο λόγος είναι ασυμβίβαστα. Συνεπώς, είτε κανείς δέχεται το πρώτο ως αλήθεια και απορρίπτει το δεύτερο, είτε το αντίθετο. Όσοι επιχείρησαν να συμβιβάσουν τα πράγματα ή να δώσουν λογικές ερμηνείες, κατηγορήθηκαν ως «αιρετικοί» και αναθεματίστηκαν (βλ. Συνοδικούς τόμους της Ορθοδοξίας). Το κύρος του Παλαμά είναι τεράστιο για τους ορθοδόξους, ώστε όποιος διαφωνεί μαζί του, μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμα και “αιρετικός”. Ως πότε θα ομιλούν περί “ελληνοχριστιανικού πολιτισμού” οι πλαστογράφοι της ιστορίας;

Στους ασκητικούς λόγους του Ισαάκ του Σύρου, υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο το οποίο αναφέρεται στην διαφορά πίστης και «κοσμικής» γνώσης…
Πράγματι η ψυχή, που μια φορά ανέθεσε εαυτήν στον Θεό με πίστη και γεύθηκε άφθονα την βοήθειά του, δεν φροντίζει πλέον για τον εαυτό της, αλλά φιμώνεται από κατάπληξη και σιωπή· δεν έχει εξουσία να στραφεί πάλι στους τρόπους της γνώσεως της και να τους χρησιμοποιήσει, μη τυχόν λόγω της αντιθέσεώς τους στερηθεί της προνοίας του Θεού, που την επισκέπτεται μυστικά απαύστως και την φροντίζει ακαταπαύστως με κάθε τρόπο.
(Φ. ΕΠΕ 8Γ, Λόγος 62, σ. 9)
Σχόλιο: Είναι μονόδρομος. Έχοντας κανείς παραδοθεί στον «θεό» με ότι αυτό συνεπάγεται (όπως περιγράψαμε παραπάνω με βάση τα ίδια τα Πατερικά κείμενα), με τον τρόπο που συστήνουν οι κανονισμοί των Πατέρων (που πάλι είδαμε), δεν έχει εξουσία να στραφεί στην γνώση. Δεν το ισχυρίζομαι εγώ. Ο Ισαάκ ο Σύρος το λέει. Διότι θα στερηθεί την «θεϊκή» πρόνοια…
Πράγματι η γνώση είναι αντίθετη με την πίστη, η πίστη καταλύει με όλα τα μέσα τους νόμους της γνώσεως, όχι βέβαια της πνευματικής. Διότι ο ορισμός της γνώσεως είναι αυτός, ότι δεν επιτρέπεται κανείς να πράττει κάτι χωρίς εξέταση και έρευνα, αλλά πρέπει να εξετάζει, αν είναι δυνατό να γίνει αυτό που σκέπτεται και θέλει. Η πίστη όμως τι είναι; Όταν κανείς την προσεγγίσει χωρίς βεβαιότητα, αυτή δεν δέχεται να παραμείνει σ’ αυτόν. Η γνώση χωρίς εξέταση και τρόπους συζητήσεως δεν μπορεί ούτε να νοηθεί. Και αυτό είναι το σημείο της αντιμετωπίσεως της αλήθειας με δισταγμό. Η πίστη όμως απαιτεί ένα καθαρό και απλό φρόνημα, μακριά από κάθε πανουργία και αναζήτηση τρόπων.
(ο. π. σ. 11)
Επίσης…
Πέντε χιλιάδες χρόνια ή κάπως λιγότερα ή περισσότερα, τον κόσμο κυβερνούσαν οι τρόποι της γνώσεως και ο άνθρωπος δεν μπόρεσε καθόλου να σηκώσει το κεφάλι του από την γη και να αισθανθεί την δύναμη του δημιουργού του, έως ότου ανέτειλε η πίστη μας και μας ελευθέρωσε από το σκότος της γήινης εργασίας και από την μάταιη υποταγή στον μετεωρισμό.
(ο. π. σ. 15)
Επίσης…
Πράγματι ποια βοήθεια μπορεί να προσφέρει η ανθρώπινη γνώση κατά τους φανερούς ή κρυφούς πολέμους προς τις αόρατες φύσεις και τις ενσώματες δυνάμεις, καθώς και σε άλλα παρόμοια;
(ο. π .σ. 19)
Ακόμα…
Όταν η γνώση ακολουθεί την σαρκική επιθυμία συγκεντρώνει τούτα τα εφόδια· τον πλούτο, την κενοδοξία, τα στολίδια, την σωματική άνεση, την λογική σοφία που βοηθά στην διακυβέρνηση του κόσμου και γεννά τις εφευρέσεις, τις τέχνες, τις μαθήσεις και όλα τα άλλα που στεφανώνουν το σώμα σε τούτο τον ορατό κόσμο. Λόγω της ενασχολήσεως με αυτά τα είδη γίνεται αντίθετη προς την πίστη.
(σ. 27, λόγος 63)
«Βίωμα» και ομοιότητες μεταξύ των θρησκευτικών παραδόσεων
Αναμφιβόλως, υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και φόρμουλες περί του Θεού στις διάφορες παραδόσεις. Εντούτοις, υπάρχουν και ομοιότητες. Αυτές θα δούμε συνοπτικά παρακάτω.

Τελικός σκοπός

Χριστιανισμός…
Σκοπός του Χριστιανισμού είναι να επιτύχει την μακαρία κατάσταση της θεώσεως. Η θέωση και το καθ’ ομοίωσιν ταυτίζονται. Αλλά, για να φθάση στο καθ’ ομοίωσιν, να φθάση στη θέα του Θεού και αυτή η θέα να μη γίνη φωτιά για να τον κατακαύσει, αλλά φως που θα τον ζωοποιήσει, απαιτείται προηγουμένως κάθαρση. Αυτή η κάθαρση και η θεραπεία είναι έργο της Εκκλησίας.
(Ιερόθεος Βλάχος ,¨Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία», εκδόσεις Ιεράς Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου)
Ανατολικές θρησκείες…
Η αληθινή πνευματική εμπειρία μας φέρνει σε άμεση επαφή με την αμετάβλητη Πραγματικότητα και μετασχηματίζει τη ζωή μας.
(Σουάμι Γιατισβαράναντα, «Η αληθινή πνευματική εμπειρία», σ. 23)
Ο τελικός μας σκοπός πρέπει να είναι πνευματικός. Αν ακούσουμε κάποιο μυστικό ήχο οφείλουμε να αναζητήσουμε την πηγή αυτού του ήχου. Αν δούμε κάποιο φως πρέπει να πάμε στην πηγή αυτού του φωτός. Το υπέρτατο Πνεύμα είναι η πηγή όλων αυτών των φαινομένων, και αυτός είναι ο τελικός μας σκοπός.
(ο.π.σ. 25)
Θεωρία και άμεση γνώση (ενόραση)

Χριστιανισμός…
Ξέρουμε καλά από την διδασκαλία των αγίων Πατέρων ότι εκείνος που απέκτησε το χάρισμα της νοεράς ή καρδιακής προσευχής εισήλθε στα πρώτα στάδια της θεωρίας του Θεού. Είναι και αυτή ένα είδος θεωρίας.Για αυτό όσοι προσεύχονται νοερά αποκτούν κοινωνία με τον Θεό και αυτή η κοινωνία είναι γνώση του Θεού από τον άνθρωπο.
(Ιερόθεος Βλάχος ,¨Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία», εκδόσεις Ιεράς Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου)
Θεραπεία

Ανατολικές θρησκείες…
Μία αληθινή όραση, ακόμα και με μορφή, περιέχει το πνευματικό στοιχείο και αντανακλά τη δόξα του Μπράχμαν, την ύστατη Πραγματικότητα. Και μην ξεχνάτε πως είναι πάντα προτιμότερο να είσαι ένας δυϊστής με άμεση γνώση παρά ένας μονιστής χωρίς άμεση γνώση. Η θεοπτία με μορφή είναι ένα σκαλοπάτι που οδηγεί σε όλο και ανώτερα στάδια της πνευματικότητας, αλλά ο θεωρητικός μονισμός χωρίς άμεση αποκάλυψη δε σε πηγαίνει πουθενά.
(Σουάμι Γιατισβαράναντα, «Η αληθινή πνευματική εμπειρία», σ. 11)
Θεραπεία

Χριστιανισμός…
Θεραπεία της ψυχής σημαίνει πρωτίστως θεραπεία και ελευθέρωση του νοός. Η φύση του ανθρώπου «νενόσηκεν» με την πτώση του από τον Θεό. Αυτή η νόσος είναι κυρίως αιχμαλωσία και πτώση του νοός. Το προπατορικό αμάρτημα είναι η απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό, η απώλεια της θείας Χάριτος, με συνέπεια την σκότωση, την ζόφωση και το θάνατο του νοός.
(Ιερόθεος Βλάχος ,¨Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία», εκδόσεις Ιεράς Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου)
Ανατολικές θρησκείες…
Τα πάθη θα μπορούν να φυτρώνουν μέσα στον νου, αλλά αν δυναμώσουμε την ηθική μας υπόσταση μέσα από την πνευματική καλλιέργεια, θα μπορέσουμε να αντισταθούμε σε αυτά και να τα εκδιώξουμε. Το δυνάμωμα της ηθικής υποστάσεως, αυτής καθεαυτής, είναι ένα σημάδι πνευματικής προόδου. Μέχρι που να νιώσουμε τον ερχομό της χάριτος, οφείλουμε να αγωνιζόμαστε ακατάπαυστα.
(Σουάμι Γιατισβαράναντα, «Η αληθινή πνευματική εμπειρία», σ. 10)
Χρήση ασαφών και αφηρημένων όρων

Χριστιανισμός…
Ο όρος «νους» είναι πολυσήμαντος στα έργα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Άλλοτε ταυτίζεται με την ψυχή, άλλοτε είναι μια ενέργεια της ψυχής, ο οφθαλμός της ψυχής, άλλοτε με τον όρο νου υποδηλώνεται η ουσία της ψυχής, άλλοτε υποδηλώνεται η ενέργειά της και άλλοτε είναι η προσοχή που είναι λεπτοτέρα της διανοίας.
(Ιερόθεος Βλάχος ,¨Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία», εκδόσεις Ιεράς Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου)
Επίσης…
Είναι αρκετά δύσκολο να δώσει κανείς ορισμό αυτής της πνευματικής καρδιάς, γιατί «άβυσσος γαρ ακατάληπτος αληθώς η καρδία». Ιδίως στον σαρκικό άνθρωπο, που διακατέχεται από την κυριαρχία της λογικής και ο οποίος βιώνει την ζόφωση της μεταπτωτικής ζωής, είναι αδύνατη η γνώση αυτής της πνευματικής καρδιάς. Για αυτό δεν μπορεί να ευρεθεί κανείς ορισμός ο οποίος θα μπορέσει να περιγράψει αυτήν την πραγματικότητα που βιώνει ο πνευματικός άνθρωπος .
(ο. π)
Σχόλιο: Δεν είναι μόνο αυτά. Διαφορετικές ερμηνείες έχουν δοθεί και για τον σπουδαίο θεολογικά όρο «κατ’ εικόνα», κάτι που αποδεικνύει ότι είναι έννοια αφηρημένη, χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Ο θεολόγος Βλαντιμίρ Λόσκυ, αναφέρει: «Όταν θελήσωμεν να εύρωμεν εις τα κείμενα των Πατέρων έναν σαφή προσδιορισμό εκείνου, το οποίον ανταποκρίνεται στην θεία εικόνα, θα διακινδυνεύσωμεν να χαθώμεν εν μέσω διαφόρων απόψεων, αι οποίαι χωρίς να διίστανται, δεν δύνανται να αναφερθούν εις εν οιονδήποτε μέρος του ανθρωπίνου είναι» («Η μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας», σ. 132).

Ανατολικές θρησκείες…
Καθώς ο κοινός μας νους γίνεται όλο και πιο καθαρός, ανακαλύπτουμε ένα λεπτοφυές πνευματικό υπόβαθρό του, την αποκαλούμενη «μπούντχι» ή «καρδιά».
(Σουάμι Γιατισβαράναντα, «Η αληθινή πνευματική εμπειρία», σ. 10)
Ανάγκη πνευματικής καθάρσεως

Χριστιανισμός…
Αλλά, για να φθάση στο καθ’ ομοίωσιν, να φθάση στη θέα του Θεού και αυτή η θέα να μη γίνη φωτιά για να τον κατακαύσει, αλλά φως που θα τον ζωοποιήσει, απαιτείται προηγουμένως κάθαρση. Αυτή η κάθαρση και η θεραπεία είναι έργο της Εκκλησίας.
(«Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία», Ιερόθεος Βλάχος, εκδόσεις Ιεράς Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου)
Ανατολικές θρησκείες…
Δεν βλέπουμε την Αλήθεια εξαιτίας της φοβερής νοερής ρυπαρότητάς μας. Οφείλουμε με μεθοδικότητα να απορρυπάνουμε το νου. Το μόνο που μπορούν να κάνουν οι τρίτοι είναι να μας προτείνουν τις απαιτούμενες προς αυτό το σκοπό μεθόδους. Εξαρτάται από εμάς να αλλάξουμε τη ζωή μας σύμφωνα με τις οδηγίες που θα λάβουμε.
(Σουάμι Γιατισβαράναντα, «Η αληθινή πνευματική εμπειρία», σ. 9)
Ανάγκη πνευματικού οδηγού, όπως επιτάσσουν «ιερά» κείμενα

Χριστιανισμός…
Στην Παλαιά Διαθήκη, στο βιβλίο των Παροιμιών, διδάσκεται ότι: «Οι άνθρωποι που δεν έχουν ισχυρή και συνετή διακυβέρνηση πέφτουν σαν τα μαραμένα φύλλα. Η σωτηρία εξασφαλίζεται μετά από φρόνιμη και θεόπνευστη καθοδήγηση». Καταλαβαίνετε τη δύναμη που κρύβουν αυτά τα λόγια, αδελφοί μου, βλέπετε τι μας διδάσκει η Αγία Γραφή. Μας κάνει προσεκτικούς να μην εμπιστευόμαστε στους εαυτούς μας, να μην τους θεωρούμε συνετούς, να μην πιστεύουμε ότι μπορούμε να κυβερνούμε τον εαυτό μας. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια, έχουμε ανάγκη από ανθρώπους που, μετά από τον Θεό, θα μας κυβερνούν.
(Αββάς Δωρόθεος, «Περί του ότι κανείς δεν πρέπει να εμπιστεύεται στη φρόνησή του», εκδόσεις Ετοιμασία, Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, σ.183)
Ανατολικές θρησκείες…
Η πρώτη σημαντική βοήθεια είναι η καθοδήγηση που λαμβάνουμε από τις γραφές ή από ένα φωτισμένο δάσκαλο.
(Σουάμι Γιατισβαράναντα, «Η αληθινή πνευματική εμπειρία», σ. 12)
Άρρητα ρήματα

Χριστιανισμός…
ηρπαγη εις τον παραδεισον και ηκουσεν αρρητα ρηματα α ουκ εξον ανθρωπω λαλησαι.
(Β΄ Κορινθίους, 12:4)
Σε παρόμοια προσευχή ο νους μας περικλείεται στον Νου του Θεού και κατανοεί πραγματικότητες με τρόπο που είναι αδύνατον να εκφράσει κατάλληλα η γλώσσα της καθημερινής μας ζωής.
(Αρχ. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, «Οψώμεθα τον Θεόν καθώς εστί», εκδόσεις Ι. Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, σ. 394)
Ανατολικές θρησκείες…
Το αληθινό εσωτερικό Φως πρέπει να φωτίσει τους σκοτεινούς οφθαλμούς της καρδιάς. Μόνο τότε υπερβαίνει ο άνθρωπος τις λύπες της ζωής. Η πνευματική εμπειρία χαρίζεται άμεσα από το υπέρτατο Πνεύμα. Αυτό είναι ακατάληπτο από την κοινή διάνοια και τη λογική. Ο Αλ Γαζάλι, ο σπουδαίος μυστικιστής Σούφι, είπε: «Στην διάρκεια της απομονωμένης καταστάσεως μου αποκαλύφθηκαν πράγματα που δεν μπορούν ούτε να περιγραφτούν ούτε να δειχτούν».
(Σουάμι Γιατισβαράναντα, «Η αληθινή πνευματική εμπειρία», σ. 22)
Ό,τι ισχύει στην ορθόδοξη παράδοση, ισχύει και στις ανατολίτικες
Και ενώ οι διάφορες παραδόσεις δέχονται τις προσεγγίσεις, τους τρόπους και τα βιώματα των άλλων, ο ορθόδοξος Χριστιανισμός ισχυρίζεται ότι μόνο αυτός κατέχει τα γνήσια «θεϊκά» βιώματα. Όχι μόνο μεταξύ των αλλόθρησκων, αλλά επίσης και μεταξύ των διαφορετικών ρευμάτων και κινήσεων εντός του Χριστιανισμού.

Ισχυρίζονται δηλαδή ότι διαθέτουν πνευματικά κριτήρια προκειμένου να δεχτούν ή να απορρίψουν ένα βίωμα, ότι ο σκοπός τους είναι η ένωση με τον Θεό και όχι απλά να μοχθήσουν για «ιερά συναισθήματα», ότι προηγείται αγώνας πνευματικός και δεν επιτυγχάνεται αυτή η ένωση γρήγορα και άκοπα, ότι οι ανατολίτες διαθέτουν τεχνικές αναπνοής και επανάληψη κάποιου «ιερού» ονόματος που βοηθά στην συγκέντρωσή τους.

Όσον αφορά την τεχνική της αναπνοής και την επανάληψη κάποιου ιερού ονόματος, η υποκρισία περισσεύει. Μήπως ο Νικόδημος ο αγιορείτης γράφει διαφορετικά για την Ορθόδοξη παράδοση, που παραθέσαμε παραπάνω; Δάσκαλοι που δίδασκαν… και νόμο δεν κρατούσαν.

Όσον αφορά τα υπόλοιπα, ας δούμε τι λένε οι εκπρόσωποι των ανατολικών μυστικιστικών παραδόσεων…
Στην αρχή του πνευματικού μας αγώνα οι πνευματικές εμπειρίες απουσιάζουν επειδή είναι η φάση του «οδοκαθαρισμού», όπου σωροί και σωροί βρωμιών και ρυπαροτήτων πρέπει να αποκομιστούν.
(Γιατισβαράναντα, «Η αληθινή πνευματική εμπειρία»,ο. π. σ. 10)
Όμως, μερικοί πνευματικοί αναζητητές που διαθέτουν υπερβολικό ζήλο, αρχικά παραπλανιούνται από ψεύτικα φώτα. Πως μπορούν αυτοί να βεβαιωθούν ότι βαδίζουν στο σωστό δρόμο; Σύμφωνα με τη Βεδάντα, υπάρχουν τρία κριτήρια για την πνευματικότητα.
(ο. π. σ. 12)
Η πραγματική πνευματική εμπειρία χαρίζει απερίγραπτη ειρήνη, χαρά και μια αίσθηση ολοκληρώσεως. Κάτι μέσα μας τότε γνωρίζει ότι η εμπειρία είναι αληθινή, γιατί αυτή μεταφέρει ένα δικό της αλάνθαστο φως που πείθει. Όσοι έχουν ζήσει μια απολύτως καθαρή, αγνή, εγκρατευόμενη ζωή δεν παραπλανιούνται εύκολα από ψεύτικες θεάσεις.
(ο. π. σ. 12)
Ο πνευματικός αναζητητής δεν πρέπει να ανυπομονεί να επιτύχει πνευματικές εμπειρίες. Αυτές θα φανερωθούν στην κατάλληλη στιγμή, όταν η ψυχή θα είναι έτοιμη. Μέχρι τότε, είναι προτιμότερο να επιδοθείς σε προσπάθεια να αλλάξεις τη ζωή σου. Είναι πολύ προτιμότερο να επιδοθείς στην ανοικοδόμηση ενός αγνού, νηφάλιου και ειρηνικού χαρακτήρα, παρά να καταστρέψεις τη ζωή σου με μάταιες φαντασίες ότι είσαι δέκτης εκπληκτικών πνευματικών εμπειριών.
(ο. π .σ. 23)
Η αληθινή πνευματική εμπειρία κρίνεται από τους καρπούς της. Τα οράματα και οι άλλες πνευματικές εμπειρίες οφείλουν να επιφέρουν έναν πλήρη μετασχηματισμό του χαρακτήρα και να χαρίσουν στον πνευματικό αναζητητή περισσότερη δύναμη, αγνότητα και μεγαλοψυχία απέναντι στους άλλους.
(ο. π. σ. 22)
Υπάρχουν οράματα και οράματα. Μερικά είναι προϊόντα ζωηρής φαντασίας και είναι εντελώς υποκειμενικά. Άλλα πάλι είναι αντικειμενικές εκδηλώσεις λεπτοφυών πραγματικοτήτων που γίνονται αντιληπτές από ένα δεκτικό νου. Η αξία τους θα οφείλει να κριθεί από τους καρπούς τους.
(ο. π. σ. 23)
Ο Σουάμι Μπρχαχμάναντα ήταν μια δεξαμενή πνευματικής δύναμης που τη χρησιμοποιούσε προσεκτικά για την ευημερία των άλλων. Ήταν προικισμένος με βαθύτατη ψυχική διορατικότητα. Κάποτε προειδοποίησε κάποιο νέο: «Πρόσεχε, σε περικυκλώνει ένα πυκνό νέφος που θα εκδηλωθεί όταν φτάσεις γύρω στα σαράντα σου». Το παιδί αυτό αργότερα τρελάθηκε και πέθανε περίπου στην ηλικία που ανέφερε ο Σουάμι. Ο Σουάμι ήταν ικανός να γνωρίζει το παρελθόν και το μέλλον των μαθητών του.
(ο. π. σ. 19)
Η επιστήμη έχει τον λόγο
Από όλα όσα εκθέσαμε, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι πράγματι κάτι συμβαίνει. Και συμβαίνει σε όλες τις παραδόσεις, που ταυτόχρονα έχουν διαφορετικές αντιλήψεις περί του «θεϊκού» στοιχείου. Δεν υπάρχει πραγματικός λόγος να θεωρήσουμε αληθινή μια μόνο παράδοση από την πληθώρα που κυκλοφορούν. Όλοι ακολουθούν περίπου την ίδια μέθοδο (όπως εκθέσαμε παραπάνω), όλοι επιζητούν τα ίδια πράγματα. Το θέμα είναι η πηγή των «βιωμάτων». Προέρχονται από κάποιον εξωτερικό παράγοντα ή από κάποιον εσωτερικό; Με άλλα λόγια, το «βίωμα» έρχεται από έξω ή από μέσα;

Αν όλα αυτά τα βιώματα προέρχονταν από κάποιον εξωτερικό παράγοντα, θα έπρεπε να είχαν όλοι τις ίδιες θρησκευτικές αντιλήψεις, επομένως την ίδια θρησκεία. Ο Θεός με τον οποίο θέλουν να ενωθούν, θα έπρεπε να δει αυτόν τον αγνό πόθο και να «αποκαλύψει» σε όλους το ίδιο μονοπάτι που θα έπρεπε να ακολουθήσουν. Και μάλιστα, όχι σε κάποιο σημείο της ανθρώπινης ιστορίας. Αλλά από την αρχή της.

Τα τελευταία χρόνια έχει έρθει στο προσκήνιο η νευροθεολογία, που ισχυρίζεται ότι όλες οι θρησκευτικές εμπειρίες είναι προϊόν του ίδιου του εγκεφάλου. Παραπάνω δείξαμε με ποιους τρόπους όλοι προδιαθέτουν τους εαυτούς τους, ακολουθώντας τις παραδόσεις τους. Σειρά πειραμάτων έδειξε ότι η θρησκευτική εμπειρία έχει άμεση σχέση με την υπολειτουργία κάποιων συγκεκριμένων περιοχών στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Για παράδειγμα, η ηλεκτρική διέγερση της γωνιακής έλικας δημιουργεί την εντύπωση της εξωσωματικής εμπειρίας. Ιάπωνες επιστήμονες ανακάλυψαν ότι επαναλαμβανόμενοι ρυθμοί διεγείρουν τον υποθάλαμο του εγκεφάλου, δίνοντας την αίσθηση της γαλήνης. Είναι διαπιστωμένο ότι κατά την διάρκεια θρησκευτικών εμπειριών, υπάρχει αλλαγή στην νευρική δραστηριότητα του μετωπιαίου λοβού. Οι επιστήμονες μάλιστα κατασκεύασαν μια ειδική συσκευή (το «κράνος του θεού»), όπου μέσα από αυτό είναι σε θέση να δημιουργήσουν «βιώματα» σε εκείνον που θα το φορέσει. Η συγκεκριμένη επιστήμη είναι σε πορεία έρευνας, και σίγουρα έχει πολλά ακόμα να αποκαλύψει στο μέλλον. Οι παρακάτω σύνδεσμοι παρέχουν αρκετές πληροφορίες για το θέμα.

Religious Experiences Shrink Part of the Brain
Πώς επιδρά η θρησκεία στον εγκέφαλό μας;
Η νευροθεολογία επιχειρεί να αποκαλύψει τη βιολογική βάση του θρησκευτικού αισθήματος
Το “Κράνος Θεού” του Δρ. Michael Persinger
Η παρουσία του Θεού στον ανθρώπινο εγκέφαλο
– Νευροθεολογία: Ο θεός και ο εγκέφαλος
---------------------
Πηγές
1. Καινή Διαθήκη, «Προς Εβραίους» επιστολή ανωνύμου.
2. Καινή Διαθήκη, «Προς Ρωμαίους» επιστολή Παύλου.
3. Καινή Διαθήκη, «Προς Κορινθίους» δεύτερη επιστολή Παύλου.
4. Γρηγορίου Ναζιανζηνού, «Περί θεολογίας», ΕΠΕ τ. 4.
5. Βασίλειος Καισαρείας, «Επιστολή 234, ΕΠΕ τ. 1.
6. Βασίλειος Καισαρείας, «Εις τον ψαλμόν ΛΓ», ΕΠΕ τ. 5.
7. Βασίλειος Καισαρείας, «Περί του αγίου Πνεύματος», ΕΠΕ τ. 10.
8. Παλαμάς Γρηγόριος, «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων», ΕΠΕ τ.2.
9. Παλαμάς Γρηγόριος, «Κεφάλαια Φυσικά», ΕΠΕ τ. 8.
10. Ιωάννης ο Σιναϊτης, «Κλίμακα, Λόγος περί προσευχής», Φ. ΕΠΕ τ. 16.
11. Ιωάννης ο Σιναϊτης, «Κλίμακα, Λόγος περί υπερηφανείας», Φ. ΕΠΕ τ. 16.
12. Ιωάννης ο Σιναϊτης, «Κλίμακα, Λόγος περί υπακοής», Φ. ΕΠΕ τ. 16.
13. Ιωάννης ο Σιναϊτης, «Κλίμακα, Λόγος περί αποταγής», Φ. ΕΠΕ τ. 16.
14. Ιωάννης ο Σιναϊτης, «Κλίμακα, Λόγος περί ύπνου και προσευχής», Φ. ΕΠΕ τ. 16.
15. Αββάς Δωρόθεος, «Ασκητικά, Περί του θείου φόβου».
16. Αββάς Δωρόθεος, «Ασκητικά, Περί αποταγής».
17. Αββάς Δωρόθεος, «Ασκητικά, Περί του ότι κανείς δεν πρέπει να εμπιστεύεται τη φρόνησή του».
18. Αββάς Βαρσανούφιος, «Ερωταποκρίσεις», Φ. ΕΠΕ τ. 10 Α΄.
19. Νείλος, «Περί προσευχής», Φ. ΕΠΕ τ. 11 Β΄.
20. Νικόλαος Καβάσιλας, «Εις την θείαν λειτουργίαν», Φ. ΕΠΕ τ. 22.
21. Νικόδημος ο αγιορείτης, «Αόρατος πόλεμος, Τι είναι η νοερά προσευχή και πως πρέπει να γίνεται».
22. Ισαάκ ο Σύρος, «Ασκητικά», Φ. ΕΠΕ 8 Γ΄.
23. Κέλσος, «Αληθής λόγος».
24. Πορφύριος, «Περί του Πλωτίνου βίου».
25. Α. Καρακαλλινός, «Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν».
26. Ιερόθεος Βλάχος, «Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία».
27. Βλαδίμηρος Λόσκυ, «Η μυστική θεολογία της ανατολικής Εκκλησίας».
28. Αρχ. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, «Οψώμεθα τον θεόν καθώς εστί».
29. Σουάμι, Γιατισβαρανάντα, «Η αληθινή πνευματική εμπειρία».

Είσαι άνθρωπος των θαυμάτων! Γιατί κάθεσαι εδώ;

Ένας ξυλοκόπος ήταν πολύ γέρος, χωρίς οικογένεια- η γυναίκα του είχε πεθάνει και δεν είχε παιδιά. Για να εξασφαλίζει φαγητό στα γηρατειά του- και πρέπει να ήταν ογδόντα χρονών- ήταν αναγκασμένος να δουλεύει σκληρά και να πηγαίνει στο δάσος για να κόψει ξύλα και να τα πουλάει. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτά που έπαιρνε ίσα που του έφταναν για να επιβιώσει.

Κάθε μέρα στο δάσος περνούσε από έναν Σούφι μυστικιστή που καθόταν κάτω από ένα δένδρο. Και όπως συμβαίνει στην ανατολική παράδοση, άγγιζε τα πόδια του μυστικιστή, έπαιρνε την ευλογία του. και πήγαινε στη δουλειά του.

Ο μυστικιστής άρχισε να λυπάται τον άνδρα. Μια μέρα είπε: «Είσαι παράξενος άνθρωπος, δεν νιώθεις καμμία περιέργεια, επειδή αν πας λίγο πιο βαθιά μέσα στο δάσος, μπορείς να βρεις ένα ορυχείο χαλκού. Και μόνο η δουλειά μιας ημέρας θα είναι αρκετή για να εξασφαλίσεις φαγητό για επτά ημέρες. Τώρα, πρέπει να δουλεύεις κάθε ‘μέρα. Ακόμη κι εγώ άρχισα να σε λυπάμαι. Προχώρησε λίγο πιο μέσα».

Ο άνδρας δίσταζε επειδή ήξερε το δάσος… αλλά ποιος ξέρει. Ίσως ο μυστικιστής να είχε δίκιο, επειδή ήταν κι εκείνος στο δάσος. Από όσο μπορούσε να θυμηθεί, ο μυστικιστής ήταν πάντα κάτω από το δένδρο. Θα μπορούσε απλά να προσπαθήσει, ακόμη κι αν δεν ήταν σίγουρος αν θα συνέβαινε… Αλλά βρήκε ένα ορυχείο χαλκού. Μάζεψε αρκετό χαλκό, και αυτό του έφτασε για μια βδομάδα.

Ξεκουράστηκε, και μετά από μια βδομάδα όταν επέστρεψε, έδειχνε λίγο καλύτερα, πιο υγιής, λίγο πιο νέος. Άγγιξε τα πόδια του μυστικιστή και είπε: «Αυτή τη φορά αγγίζω τα πόδια σου όχι μόνο λόγω παράδοσης, είμαι πραγματικά ευγνώμων».

Ο μυστικιστής είπε: «Τόσο σύντομα; Είσαι ανόητος! Αν πας λίγο πιο βαθιά θα βρεις ένα ορυχείο ασημιού. Η δουλειά μιας ημέρας θα είναι αρκετή για έναν μήνα».

Ο άνδρας δεν μπορούσε να το πιστέψει – είχε ζήσει όλη του τη ζωή στη δυστυχία και τα βάσανα. Αλλά ο μυστικιστής είχε αποδειχτεί σωστός την πρώτη φορά- ίσως, ποιος ξέρει, να είχε ξανά δίκιο. Ή ίσως ο μυστικιστής απλά να αστειευόταν ή να τον κορόιδευε, αλλά δεν ήταν κακό να πάει.

Πήγε λίγο πιο βαθιά, και βρήκε ένα ορυχείο ασημιού. Είπε: «Θεέ μου! Σπατάλησα όλη μου τη ζωή κόβοντας ξύλα. Ήταν σκληρή δουλειά, και το να τα πουλήσω ήταν επίσης δύσκολο. Υπάρχουν τόσοι πολλοί ξυλοκόποι, τόσος έντονος ανταγωνισμός».

Μάζεψε λίγο ασήμι, και ήταν στ’ αλήθεια αρκετό για έναν μήνα. Έζησε στην πολυτέλεια και την άνεση. Μετά από έναν μήνα ήρθε και έπεσε στα πόδια του μυστικιστή και είπε: «Είμαι πραγματικά ευγνώμων, και λυπάμαι που υπήρξαν στιγμές που σε αμφισβήτησα».

Ο μυστικιστής είπε: «Ακόμη δεν με έχεις καταλάβει. Πήγαινε λίγο πιο βαθιά».

Ο άνδρας είπε: «Για ποιο λόγο; Ζω μέσα στην πολυτέλεια!»

Εκείνος είπε: «Δεν ξέρεις τι είναι η πολυτέλεια. Προχώρησε λίγο πιο πέρα και θα βρεις ένα χρυσωρυχείο».

Ο ξυλοκόπος δεν μπορούσε να συλλάβει την ιδέα να έχει χρυσωρυχείο, αλλά πήγε. Τώρα δεν υπήρχε αμφιβολία: ο άνδρας σίγουρα ήξερε.

Βρήκε τον χρυσό, και ο μυστικιστής είπε: «Αυτό θα είναι αρκετό για ένα χρόνο. Ίσως να μη μπορέσω να σε δω για ένα χρόνο τώρα».

Ο ξυλοκόπος είπε: «Όχι, θα έρχομαι μια στο τόσο για να αγγίζω τα πόδια σου. Είσαι άνθρωπος των θαυμάτων! Γιατί κάθεσαι εδώ, τη στιγμή που ξέρεις τόσα πολλά για το χρυσάφι και το ασήμι;»

Την επόμενη φορά που ήρθε στον μυστικιστή, έμοιαζε με έναν τελείως διαφορετικό άνθρωπο -όμορφα ρούχα, όμορφα παπούτσια και σίγουρα είχε γίνει πιο νέος, πιο υγιής. Είχε πάρει βάρος· πριν ήταν σαν σκελετός.

Ο μυστικιστής χρειάστηκε λίγη ώρα για να τον αναγνωρίσει, ότι αυτός ήταν ο γέρο-ξυλοκόπος. Είπε: «Λοιπόν, τα πράγματα πηγαίνουν καλά;»

Ο άνδρας είπε: «Πηγαίνουν τρομερά καλά, αλλά χθες το βράδυ θυμήθηκα… ίσως να υπάρχει κάτι περισσότερο πέρα από αυτό».

Ο μυστικιστής είπε: «Τώρα, επιτέλους, κατάφερα να φτάσω στην καρδιά σου. Τώρα έχεις ελπίδα, τώρα έχεις ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον. Ναι, υπάρχει κάτι πέρα από αυτό: ένα αδαμαντωρυχείο».

Ο ξυλοκόπος είπε: «Θεέ μου, γιατί δεν το είπες από την αρχή: Γιατί να χάσω το χρόνο μου με τον χαλκό και το ασήμι και τον χρυσό;»

Ο μυστικιστής είπε: «Δεν θα με είχες πιστέψει, δεν θα με είχες εμπιστευτεί. Δεν θα είχες πάει αν σου έλεγα για διαμάντια. Έπρεπε να σε οδηγήσω σιγά-σιγά. Τώρα ήρθες από μόνος σου να με ρωτήσεις, και αυτό είναι καλό σημάδι. Δεν είσαι πλέον ικανοποιημένος, ευχαριστημένος, παρ’ όλο που ζεις πιο πολυτελώς από οποιονδήποτε άλλον».

Ο ξυλοκόπος είπε: «Αυτό είναι αλήθεια. Θα κάνω μια δοκιμή». Πήγε και βρήκε τα διαμάντια. Καθώς επέστρεφε αυτή ήταν η πρώτη φορά που σταμάτησε στον μυστικιστή και καθώς επέστρεφε, για να αγγίξει τα πόδια του είπε: «Τώρα ίσως να μην έρθω καθόλου. Αυτά τα διαμάντια μου φτάνουν για όλη μου τη ζωή. Γι’ αυτό επέστρεψα για να αγγίξω τα πόδια σου».

Ο μυστικιστής είπε: «Μα υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από αυτό».

Ο ξυλοκόπος είπε: «Όχι, δεν υπάρχει τίποτε πέρα από τα διαμάντια. Τί μπορεί να υπάρχει πέρα από τα διαμάντια; Τώρα απλά κάνεις πλάκα!»

Ο μυστικιστής είπε: «Πίστεψέ με. Έλα τουλάχιστον μία φορά. Υπάρχει κάτι πέρα από τα διαμάντια».

Και τη δεύτερη ημέρα ο άνδρας εμφανίστηκε δεν μπόρεσε να κοιμηθεί όλη νύχτα. Είχε αρκετά διαμάντια για να ζήσει όλη του τη ζωή σαν βασιλιάς, αλλά την επόμενη ημέρα ήρθε. Ο μυστικιστής καθόταν με τα μάτια του κλειστά – αυτό γινόταν για πρώτη φορά. Ο ξυλοκόπος άγγιξε τα πόδια του, αλλά ο μυστικιστής έμοιαζε με άγαλμα. Δεν κουνήθηκε, δεν έλαβε την ευγνωμοσύνη του.

Ταρακούνησε τον μυστικιστή. Είπε: «Τί συνέβη; Θα μου έδειχνες κάτι που βρίσκεται πιο πέρα».

Ο μυστικιστής είπε: «Αυτό σου δείχνω. Πέρα από τα διαμάντια βρίσκεται το ίδιο σου το είναι… λίγο πιο πέρα. Αν δεν ανακαλύψεις το ορυχείο του είναι σου, δεν έχεις βρει τίποτε».

Ο ξυλοκόπος είπε: «Τώρα καταλαβαίνω γιατί κάθεσαι πάντα εδώ, κάτω από αυτό το δένδρο, χωρίς να ασχολείσαι ποτέ με διαμάντια. Τώρα θα καθίσω δίπλα σου κάτω από αυτό το δένδρο μέχρι να βρω αυτό το ορυχείο για το οποίο μιλάς. Είναι πολύ δύσκολο. Το άλλο ήταν πολύ εύκολο να προχωράω λίγο πιο βαθιά, λίγο πιο βαθιά. Τώρα αλλάζεις όλη την κατεύθυνση».

Ενώ ο ξυλοκόπος καθόταν σιωπηλά στο δάσος μαζί με τον μυστικιστή και διαποτιζόταν με την παρουσία του, τη σιωπή του, τη στοργικότητά του πέρασε όλη η ημέρα, και όταν ο ήλιος έδυε ο άνδρας σάστισε. Άνοιξε τα μάτια του. Είπε: «Έπρεπε να μου το είχες πει νωρίτερα όταν περνούσα από εδώ. Δεν είσαι άνθρωπος με συμπόνια. Για χρόνια έκοβα ξύλα, κουβαλούσα το φορτίο στους ώμους μου, και εσύ απλά καθόσουν εδώ και απολάμβανες αυτήν την εσωτερική αίσθηση, αυτήν την εσωτερική χαρά, και δεν μου το έλεγες».

Ο μυστικιστής είπε: «Δεν θα με είχες ακούσει. Πρώτα χρειάζονται τα διαμάντια. Τώρα μπορείς να πας σπίτι, επειδή το ορυχείο των θησαυρών σου βρίσκεται μέσα σου. Απλά να θυμάσαι ένα πράγμα: να προχωράς συνεχώς, μη σταματήσεις ποτέ. Δεν υπάρχει τέρμα, επειδή κάθε τέρμα είναι θάνατος».

Ίσως να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε κάτι καλύτερο από εκείνο που έχουν ονειρευτεί όλες οι ουτοπίες του κόσμου, αλλά η ουτοπία θα υπάρχει πάντα στον ορίζοντα, ο οποίος μοιάζει να βρίσκεται τόσο κοντά ώστε θα μπορούσατε να φτάσετε -αυτή τη στιγμή, μέσα στην επόμενη ώρα- το σημείο που η γη αγγίζει τον ουρανό. Αλλά καθώς πλησιάζετε τον ορίζοντα, ο ορίζοντας συνεχώς υποχωρεί, η απόσταση ανάμεσα σε εσάς και τον ορίζοντα παραμένει πάντα η ίδια. Και αυτό είναι όλο το μυστικό της ανάπτυξης και της εξέλιξης.

Η “φύση” του κόσμου πριν από την Οικονομική Επανάσταση

Η Οικονομική Επανάσταση ήταν η πιο σημαντική επανάσταση που έγινε ποτέ, από την άποψη της διαμόρφωσης της σύγχρονης κοινωνίας – μια επανάσταση κατ’ ουσίαν πολύ πιο ανατρεπτική από τη Γαλλική, την Αμερικανική ή ακόμα και τη Ρωσική. Για να εκτιμήσουμε τις διαστάσεις της, για να αντιληφθούμε το ταρακούνημα που προκάλεσε στην κοινωνία, πρέπει να μεταφερθούμε σ’ εκείνο τον αρχικό, εν πολλοίς λησμονημένο, κόσμο από τον οποίο αναδύθηκε η κοινωνία μας. Μόνο τότε θα καταλάβουμε γιατί οι οικονομολόγοι άργησαν τόσο πολύ να εμφανιστούν.

Πρώτη στάση: η Γαλλία. Το έτος: 1305.
Βρισκόμαστε σε μια εμποροπανήγυρη. Οι περιοδεύοντες έμποροι έχουν φτάσει απ’ το πρωί με την ένοπλη φρουρά τους, έχουν στήσει τις φανταχτερές τέντες τους κι έχουν αρχίσει τις συναλλαγές, είτε μεταξύ τους είτε με τους ντόπιους. Μια ποικιλία από εξωτικά προϊόντα διατίθενται προς πώληση: μεταξωτά και ταφτάδες, μπαχαρικά κι αρώματα, προβιές και γούνες. Κάποια απ’ αυτά έχουν έρθει από την Ανατολική Μεσόγειο, άλλα από τη Σκανδιναβία, κι άλλα από μέρη γειτονικά. Μαζί με τον απλό κοσμάκη, οι άρχοντες και οι αρχόντισσες της περιοχής επισκέπτονται τους πάγκους, ανυπόμονοι να διασκεδάσουν την ανία της άνετης αρχοντικής ζωής τους. Μαζί με τα αξιοπερίεργα είδη απ’ την Αραβία εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους και με λέξεις απ’ αυτή την πολύ μακρινή χώρα: ντιβάνι, σιρόπι, ταρίφα, ταλκ, σπανάκι, ζαφορά.

Αλλά μέσα στις τέντες, αντικρίζουμε ένα παράξενο θέαμα. Τα λογιστικά βιβλία που είναι ανοιχτά πάνω στο τραπέζι, μερικές φορές δεν είναι παρά απλά τεφτέρια όπου γράφονται οι συναλλαγές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα απ’ το τεφτέρι ενός εμπόρου λέει: «Άνδρας χρωστάει δέκα χρυσά φλορίνια από την Πεντηκοστή. Το όνομά του μου διαφεύγει». Οι υπολογισμοί γίνονται κυρίως με ρωμαϊκούς αριθμούς, και συχνά τα αθροίσματα είναι λάθος. Οι διαιρέσεις με διψήφιο διαιρέτη αποτελούν σκοτεινό μυστήριο, και η χρήση του μηδενικού δεν είναι απόλυτα κατανοητή. Όμως, παρ’ όλα τα φανταχτερά εκθέματα και τον ενθουσιασμό του κόσμου, το μέγεθος της εμποροπανήγυρης είναι κάτι το ασήμαντο. Ολόκληρη η ποσότητα των εμπορευμάτων που φθάνουν στη Γαλλία. στη διάρκεια ενός έτους, μέσα από το πέρασμα του Saint Gothard, δεν είναι αρκετά για να γεμίσουν ένα σύγχρονο φορτηγό τρένο. Το σύνολο των εμπορευμάτων που μεταφέρονται απ’ το μεγάλο ενετικό στόλο δεν θα έφταναν να γεμίσουν ένα σύγχρονο εμπορικό πλοίο.

Επόμενη στάση: η Γερμανία. Το έτος: 1550 περίπου.
Ο Αντρέας Ριφ, ένας γενειοφόρος έμπορος, ντυμένος τη γούνα του, γυρίζει στο σπίτι του στο Μπάντεν. Σ’ ένα γράμμα στη γυναίκα του, γράφει ότι επισκέφτηκε τριάντα αγορές και ότι έχει κάνει πληγή απ’ τη σέλα. Επίσης δείχνει να ενοχλείται από τα μικροπροβλήματα των καιρών. Καθώς ταξιδεύει τον σταματάνε κάθε δέκα μίλια για να πληρώσει διόδια. Στη διαδρομή μεταξύ Βασιλείας και Κολονίας πληρώνει τριάντα μία φορές.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Κάθε κοινότητα που επισκέπτεται έχει το δικό της νόμισμα, τους δικούς της κανονισμούς και τη δική της έννομη τάξη. Μόνο στην περιοχή γύρω απ’ το Μπάντεν, υπάρχουν περίπου 112 διαφορετικά μέτρα μήκους, 92 διαφορετικά μέτρα μετρήσεως επιφάνειας, 65 διαφορετικά μέτρα όγκου στερεών, 163 μέτρα δημητριακών και 123 μέτρα υγρών, 63 ειδικά μέτρα για οινοπνευματώδη και 80 διαφορετικά ζύγια της μιας λίβρας.

Προχωράμε: βρισκόμαστε στη Βοστόνη το έτος 1639.
Μια δίκη βρίσκεται σε εξέλιξη. Κάποιος Ρόμπερτ Κιν, «ένας υπερήλικας διδάσκαλος του Ευαγγελίου, άνθρωπος επιφανής, πλούσιος και πατέρας ενός παιδιού, παραβαίνοντας τη συνείδησή του και το λόγο του Ευαγγελίου», κατηγορείται για ένα αποτρόπαιο έγκλημα: έβγαλε κέρδος πάνω από έξι πένες ανά σελίνι, κέρδος εξωφρενικό. Το δικαστήριο συνεδριάζει για ν’ αποφασίσει αν θα τον τιμωρήσει για το έγκλημά του με αφορισμό αλλά, λόγω του προτέρου εντίμου βίου του, οι δικαστές έδειξαν επιείκεια και τον απήλλαξαν βάζοντάς του πρόστιμο διακοσίων λιρών. Όμως ο κακομοίρης ο κύριος Κιν είναι τόσο αναστατωμένος ώστε ενώπιον των γερόντων της Εκκλησίας «με δάκρυα στα μάτια ομολογεί ότι έχει μια άπληστη και διεφθαρμένη ψυχή». Ο πάστορας της Βοστόνης δεν μπορεί να αντισταθεί σ’ αυτή τη μοναδική ευκαιρία να εκμεταλλευτεί το ζωντανό παράδειγμα ενός αμετανόητου αμαρτωλού, και χρησιμοποιεί την πλεονεξία του Κέιν ως παράδειγμα για να αστράψει και να βροντήξει από τον άμβωνα στο κήρυγμα που βγάζει την επόμενη Κυριακή σχετικά με κάποιες δόλιες αρχές που διέπουν το εμπόριο. Ανάμεσα σ’ αυτές είναι και οι ακόλουθες:

ί. Ότι ένας έμπορος μπορεί να πουλάει όσο πιο ακριβά μπορεί, και να αγοράζει όσο πιο φτηνά μπορεί.
ii. Ότι αν κάποιος έμπορος υποστεί ζημιά σε κάποια εμπορεύματα λόγω θαλασσίων μεταφορών κλπ., μπορεί να αυξήσει την τιμή των υπόλοιπων εμπορευμάτων του.
iii. Ότι μπορεί να πουλάει όσο αγόρασε, παρ’ όλο που πλήρωσε πολύ ακριβά…

Όλα αυτά είναι δόλια, δόλια, κραυγάζει ο πάστορας. Το να επιδιώκεις τα πλούτη για τα πλούτη και μόνο, σε κάνει δούλο της πλεονεξίας.

Επιστρέφουμε τώρα στην Αγγλία και τη Γαλλία.
Στην Αγγλία ένας μεγάλος εμπορικός οργανισμός, η «Εταιρία Ριψοκίνδυνων Εμπόρων», συνέταξε το καταστατικό της. Ανάμεσα στα άρθρα του περιλαμβάνονται και τα εξής που αφορούν εμπόρους μέλη της εταιρίας: Απαγορεύονται η μη κόσμια γλώσσα, οι καβγάδες μεταξύ των μελών, η χαρτοπαιξία, και οι κυνηγετικοί σκύλοι. Κανένας δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί μεταφέροντας ασουλούπωτους μπόγους. Πραγματικά, πρόκειται για μια περίεργη εταιρία, που μάλλον θυμίζει τεκτονική στοά.

Στη Γαλλία επιδεικνύεται έντονη νεοτεριστική δραστηριότητα στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας, κι ο Κολμπέρ αναγκάζεται το 1666 να εκδώσει μια διάταξη για να εμποδίσει αυτή την επικίνδυνη και διαλυτική τάση. Στο εξής λοιπόν τα υφάσματα της Ντιζόν και της Σελανζί θα διαθέτουν ακριβώς 1.408 κλωστές συμπεριλαμβανομένης και της ούγιας, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες. Στην Ωξέρρη (Auxerre) της Βουργουνδίας και σε άλλες δύο βιομηχανικές πόλεις, οι κλωστές πρέπει να είναι 1.376. Στη Σατιγιόν (Chatillon), 1.216. Οποιοδήποτε ύφασμα βρεθεί ακατάλληλο, θα δυσφημείται. Αν αυτό επαναληφθεί τρεις φορές, τότε θα διαπομπεύεται ο έμπορος.

Υπάρχει κάτι το κοινό σ’ όλα αυτά τα σκόρπια στιγμιότυπα αλλοτινών κόσμων. Και είναι το εξής: Πρώτον, η ιδέα της ευπρέπειας (για να μην πούμε της αναγκαιότητας) ενός συστήματος οργανωμένου στη βάση του προσωπικού κέρδους δεν έχει ακόμα παγιωθεί. Δεύτερον, ένας ξεχωριστός, ανεξάρτητος οικονομικός κόσμος δεν έχει ακόμα απαγκιστρωθεί απ’ το κοινωνικό του πλαίσιο. Ο κόσμος των πρακτικών υποθέσεων είναι αναπόσπαστα δεμένος με τον κόσμο της πολιτικής, κοινωνικής και θρησκευτικής ζωής. Μέχρι να χωριστούν αυτοί οι δύο κόσμοι, τίποτα δεν θα θυμίζει το ρυθμό και την ατμόσφαιρα της σύγχρονης ζωής. Και για να χωριστούν αυτοί οι κόσμοι, πρέπει να μεσολαβήσει ένας μακροχρόνιος και σκληρός αγώνας.

Μπορεί να μας φαίνεται περίεργο ότι η ιδέα του κέρδους είναι σχετικά πρόσφατη. Διδασκόμαστε στο σχολείο ότι ο άνθρωπος είναι, κατά βάση, ον κτητικό κι ότι αν τον αφήναμε ελεύθερο, θα φερόταν όπως κάθε επιχειρηματίας που σέβεται τον εαυτό του. Μας λένε ότι το κίνητρο του κέρδους είναι τόσο παλιό όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος.

Αλλά δεν είναι έτσι. Το κίνητρο του κέρδους, όπως το γνωρίζουμε, είναι μόνο τόσο παλιό όσο και ο «σύγχρονος άνθρωπος». Ακόμα και σήμερα, το κέρδος για το κέρδος είναι μια έννοια ξένη σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού της γης και η απουσία της είναι εμφανέστατη στο μεγαλύτερο κομμάτι της καταγεγραμμένης ιστορίας. Ο σερ Ουίλιαμ Πέττυ, ένας εκπληκτικός τύπος που έζησε το δέκατο έβδομο αιώνα (ο οποίος υπήρξε βοηθός καμαρότου, γυρολόγος, υφασματέμπορος, γιατρός, καθηγητής μουσικής και ιδρυτής μιας σχολής με την επωνυμία «Πολιτική Αριθμητική»), υποστήριζε ότι, όταν οι μισθοί ήταν ικανοποιητικοί, «ήταν δύσκολο να βρεις εργάτες, γιατί είναι τόσο ακόλαστοι, που δουλεύουν μόνο για να τρώνε ή μάλλον για να πίνουν». Και ο σερ Ουίλιαμ δεν εξέφραζε απλώς τις προκαταλήψεις των αστών των ημερών του. Επισήμαινε ένα γεγονός που μπορεί ακόμα να παρατηρηθεί ανάμεσα στους μη εκβιομηχανισμένους λαούς του κόσμου: μια αμάθητη εργατική δύναμη, ασυνήθιστη στη μισθωτή εργασία, άβολη στα πλαίσια της βιομηχανικής ζωής, ανεξοικείωτη με την ιδέα της συνεχούς βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, δεν πρόκειται να δουλέψει σκληρότερα αν αυξηθούν οι αμοιβές: απλούστατα θα αυξήσει τη σχόλη της. Η έννοια του κέρδους, η ιδέα ότι κάθε εργαζόμενος όχι μόνο μπορεί αλλά και πρέπει να παλεύει διαρκώς για να βελτιώνει την υλική του κατάσταση, ήταν μια ιδέα άγνωστη στα πλατιά κατώτερα και μεσαία στρώματα της αιγυπτιακής, ελληνικής, ρωμαϊκής και μεσαιωνικής κουλτούρας και άρχισε να εμφανίζεται σποραδικά κατά την εποχή της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης, ενώ ήταν λίγο πολύ άγνωστη στους περισσότερους πολιτισμούς της Ανατολής. Ως μόνιμο και πανταχού παρόν χαρακτηριστικό της κοινωνίας, είναι τόσο πρόσφατο όσο και η ανακάλυψη της τυπογραφίας.

Όχι μόνο δεν είναι η έννοια του κέρδους τόσο διαδεδομένη όσο πιστεύουμε, αλλά και η κοινωνική αποδοχή του κέρδους είναι μια εξέλιξη ακόμα πιο περιορισμένη και πρόσφατη. Στο Μεσαίωνα η Εκκλησία δίδασκε ότι ο Χριστιανός δεν μπορεί να είναι έμπορος, και πίσω απ’ αυτή τη διδασκαλία κρυβόταν η σκέψη ότι οι έμποροι είναι τα ζιζάνια στο φυτώριο της κοινωνίας. Την εποχή του Σαίξπηρ ο σκοπός στη ζωή του μέσου πολίτη -για την ακρίβεια, όλων εκτός από τους ευγενείς δεν ήταν η βελτίωση της θέσης του στη ζωή αλλά η διατήρησή της. Ακόμα και για τους πρώτους άποικους της Αμερικής, η σκέψη και μόνο ότι το κέρδος θα μπορούσε να είναι ένας αποδεκτός -ακόμα και χρήσιμος- σκοπός στη ζωή, ελάχιστα απείχε απ’ το να θεωρείται ως δίδαγμα του Σατανά.

Ο πλούτος, φυσικά, υπήρχε πάντα, και η απληστία υπάρχει καταγεγραμμένη από τους βιβλικούς χρόνους. Αλλά είναι τεράστια η διαφορά ανάμεσα στο φθόνο για τον πλούτο ολίγων ισχυρών και το γενικευμένο αγώνα για πλουτισμό που διακρίνει ολόκληρη την κοινωνία. Ριψοκίνδυνοι έμποροι υπήρχαν από την εποχή των Φοινίκων ναυτικών, και θα τους βρούμε σε ολόκληρο το φάσμα της ιστορίας: στους κερδοσκόπους της Ρώμης, στους εμπορευόμενους Ενετούς, στη Χανσεατική Ένωση και στους μεγάλους Πορτογάλους και Ισπανούς θαλασσοπόρους που αναζητούσαν νέους δρόμους προς την Ινδία και προς την προσωπική τους ευμάρεια. Όμως οι περιπέτειες των λίγων είναι πράγμα πολύ διαφορετικό απ’ το να εμφορείται ολόκληρη η κοινωνία από το πνεύμα του επιχειρηματικού κινδύνου.

Πάρτε, για παράδειγμα, την εκπληκτική οικογένεια των Φούγγερ (Fugger). των Γερμανών τραπεζιτών του δέκατου έκτου αιώνα. Στην εποχή της ακμής τους οι Φούγγερ είχαν στην κατοχή τους ορυχεία χρυσού και αργύρου, δικαιώματα εμπορικής εκμετάλλευσης, ακόμα και το δικαίωμα να εκδίδουν δικό τους νόμισμα. Το ενεργητικό τους ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο απ’ τα πλούτη βασιλέων και αυτοκρατόρων των οποίων τους πολέμους (καθώς και τα έξοδα διαβίωσης) χρηματοδοτούσαν. Όταν, όμως, πέθανε ο Αντόν Φούγγερ, ο μεγαλύτερος ανιψιός του Χανς-Τζακόμπ αρνήθηκε να αναλάβει την τραπεζική αυτοκρατορία, με τη δικαιολογία ότι οι εργασίες της πόλης και οι προσωπικές του υποθέσεις τον επιβάρυναν ήδη πολύ. Ο αδελφός του Χανς-Τζακόμπ, Τζορτζ, δήλωσε ότι προτιμά να έχει την ησυχία του. Ένας τρίτος ανιψιός, ο Κρίστοφερ. στάθηκε εξίσου αρνητικός. Κανένας απ’ τους πιθανούς κληρονόμους μιας αυτοκρατορίας του πλούτου δεν θεώρησε, προφανώς, ότι άξιζε τον κόπο. Εκτός απ’ τους βασιλείς (τους οικονομικά φερέγγυους) και μερικές διάσπαρτες οικογένειες, όπως οι Φούγγερ, οι πρώτοι καπιταλιστές δεν αποτελούσαν τους στυλοβάτες της κοινωνίας, αντίθετος ήταν συνήθως απόβλητοι και ανεπιθύμητοι. Πού και πού κάποιος δραστήριος νέος όπως ο Άγιος Γοδερίγος (Goderic) του Φίνκελ (Finchale) ξεκινούσε μαζεύοντας κομμάτια από ναυάγια που ξεβράζονταν στις ακτές, συγκέντρωνε αρκετά αντικείμενα για να κάνει τον έμπορο και, όταν πια είχε πλουτίσει, εγκατέλειπε τα εγκόσμια για να γίνει ερημίτης. Αλλά τέτοιοι άνθρωποι υπήρξαν ελάχιστοι. Εφόσον η επικρατούσα αντίληψη ήταν’ ότι η ζωή στη γη είναι το εξαγνιστικό προοίμιο της Αιώνιας Ζωής, το εμπορικό πνεύμα ούτε ενθαρρυνόταν ούτε κι έβρισκε αυθόρμητη υποστήριξη. Οι βασιλιάδες αποζητούσαν’ θησαυρούς κι έκαναν πολέμους γι’ αυτό το λόγο. Οι ευγενείς ήθελαν γη, κι επειδή κανένας ευγενής που σεβόταν τον εαυτό του δεν πουλούσε οικειοθελώς τα πατρογονικά του κτήματα, αυτό και πάλι σήμαινε πόλεμο. Ο περισσότερος κόσμος, όμως -δουλοπάροικοι, τεχνίτες, ακόμα και οι αρχιμάστορες των κατασκευαστικών συντεχνιών- ήθελαν να ζήσουν με τον τρόπο που έζησαν οι πατεράδες τους κι όπως θα ζούσαν οι γιοι τους μετά απ’ αυτούς.

Η απουσία της έννοιας του κέρδους ως κατευθυντήριας δύναμης της καθημερινής ζωής -στην πραγματικότητα η απόλυτη ανυποληψία που της απέδιδε η Εκκλησία- συνιστούσε την τεράστια διαφορά μεταξύ της κοινωνίας του δέκατου έως δέκατου έκτου αιώνα και της κοινωνίας που άρχιζε να μοιάζει με τη δική μας, ένα με δύο αιώνες πριν απ’ τον Άνταμ Σμιθ. Αλλά, υπήρχε και μια ουσιωδέστερη διαφορά. Η έννοια του «κερδίζω τα προς το ζην» δεν’ είχε ακόμα γεννηθεί. Οικονομική και κοινωνική ζωή ήταν ένα και το αυτό. Η εργασία δεν αποτελούσε ακόμα το μέσο για την επίτευξη κάποιου σκοπού- του σκοπού της απόκτησης χρημάτων και των πραγμάτων που αγοράζουν. Η εργασία ήταν αυτοσκοπός, ο οποίος φυσικά περιλάμβανε χρήματα και εμπορεύματα, αλλά ήταν κάτι που έκανε κανείς ως μέρος της παράδοσης, του φυσιολογικού τρόπου ζωής. Κοντολογίς, η μεγάλη κοινωνική ανακάλυψη της “αγοράς” δεν είχε γίνει ακόμα.

Η άγνωστη εισβολή των Σκοπιανών στην Ελλάδα

Ο πρώτος πόλεμος Ελλάδας-Σκοπίων (και λέμε ο «πρώτος» γιατί νομοτελειακά έρχονται  στα επόμενα χρόνια πόλεμοι για την «απελευθέρωση» ή την «ενοποίηση» της «Νότιας» Μακεδονίας με την «Βόρειο Μακεδονία») συνέβη στις 8 Σεπτεμβρίου 1948 στο όρος Βόρας όταν σλαβικές στρατιωτικές μονάδες από την «Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» εισέβαλαν στο ελληνικό έδαφος για να υποστηρίξουν τον αριστερό Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδος, τα ανταρτικά σώματα που επιδίωκαν την απόσχιση της Μακεδονίας από το ελληνικό έδαφος και την δημιουργία του ενιαίου «Μακεδονικού Κράτους».

Στην περιοχή ήταν αναπτυγμένα από ελληνικής πλευράς το 514 και το 556 Τάγματα Πεζικού (ΤΠ).

Οι «μακεδονικές» δυνάμεις τέσσερις λόχοι τυφεκιοφόρων δυνάμεως περίπου 100 ανδρών ο καθένας και λόχος βαρέων όπλων, όλμων και πολυβόλων.
 
Συνολικά η δύναμη του σκοπιανού Τάγματος έφτανε τους 480 άνδρες.

Χωρίστηκαν σε τρεις φάλαγγες και σταδιακά αναπτύχθηκαν σε σχηματισμό μάχης και συνέχισαν να κινούνται προς το ελληνικό έδαφος, με αποτέλεσμα οι ελληνικές δυνάμεις να ανοίξουν πυρ.

Οι δυνάμεις της γιουγκοσλαβικής «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» άνοιξαν άμεσα πυρ και άλλες δύο μονάδες εισέβαλαν στο ελληνικό έδαφος, προσπαθώντας να κυκλώσουν το ελληνικό τμήμα.

Οι ελληνικές δυνάμεις πραγματοποίησαν ελιγμό υποχώρησης όπου ένας Έλληνας στρατιώτης, αιχμαλωτίστηκε από τους εισβολείς.

Αργά το απόγευμα οι άλλες δύο σκοπιανές φάλαγγες διείσδυσαν σε βάθος 1.500 μ. εντός του ελληνικού εδάφους κτυπώντας τον Σταθμό Διοίκησης (ΣΔ) του 3ου Λόχου!

Η μάχη εξελίχθηκε σε σώμα με σώμα με τον ελληνικό λόχο που υπεράσπιζε το σημείο να αμύνεται μέχρις εσχάτων στους υπεράριθμους Σκοπιανούς εχθρούς.

Ετσι πρόλαβε και αφίχθηκε ο 1ος Λόχος του 556ΤΠ, που με δύο διμοιρίες κατέλαβε τα βραχώδη αντερείσματα ανακόπτοντας την προσπάθεια των Σκοπιανών.

Λίγο πριν αρχίσει να δύει ο ήλιος ανέλαβε δράση το ελληνικό πυροβολικό και τα βαρέα όπλα (όλμοι του 556 ΤΠ).

Εν συνεχεία με την ιαχή «αέρα» οι δύο ελληνικοί λόχοι επιτέθηκαν κατά των Σκοπιανών με εφ'όπλου λόγχη, σκορπώντας τον όλεθρο και συλλαμβάνοντας αρκετούς αιχμαλώτους.

Οι Σκοπιανοί τράπηκαν σε φυγή αφήνοντας πίσω 17 νεκρούς και 5 αιχμαλώτους. Οι ελληνικές απώλειες: 5 τραυματίες κι 1 αγνοούμενος/

Οι αιχμάλωτοι, κατόπιν ανακρίσεως, κατέθεσαν ότι ανήκαν στο 1ο Τάγμα (οι δύο πρώτοι του 1ου Λόχου και ο τρίτος του 2ου Λόχου) της 42ης Ταξιαρχίας της ΙΙ Μεραρχίας με έδρα την βυζαντινή πόλη Μοναστήρι των Σκοπίων, την οποία η συμφωνία των Πρεσπών αναφέρει ότι πλέον θα ονομάζεται «Μπίτολα»...

Τι έλεγαν οι Αρχαίοι Έλληνες για την Αθεΐα;

Η αναφορά του Πλάτωνα στους άθεους, οι «αθεϊστικές γραφές» του φιλοσόφου Ξενοφάνη του Κολοφώνιου, η άποψη του επικεφαλής της Ακαδημίας του Πλάτωνα, Καρνεάδη, για την πίστη στον Θεό. Τα στοιχεία αυτά παρουσιάζει νέα μελέτη για να αποδείξει πως η ύπαρξη της αθεΐας χρονολογείται από την αρχαία Ελλάδα.

Το βιβλίο, Battling the Gods, του ακαδημαϊκού του Cambridge Τιμ Γουίτμαρς υποστηρίζει πως η αθεΐα δεν πρωτοεμφανίστηκε στην εποχή του Διαφωτισμού.

Ο καθηγητής ελληνικού πολιτισμού διαψεύδει όσους με βεβαιότητα μιλούν για τη φυσική ροπή του ανθρώπου προς τον ασπασμό της θρησκείας, προτάσσοντας μια διαπίστωση που έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα.
«Η »μοντέρνα» αθεΐα είναι ένας μύθος που τροφοδοτείται από δύο διαφορετικές απόψεις. Η μια άποψη παρουσιάζει τον σκεπτικισμό προς το υπερφυσικό ως αποτέλεσμα της προόδου της επιστήμης που επισκιάζει την θρησκεία. Η άλλη άποψη υποστηρίζει πως η αθεΐα αντιμετωπίζεται σαν παθογένεια μιας παρηκμασμένης δυτικής κοινωνίας, φθαρμένης από τον καπιταλισμό», δηλώνει ο καθηγητής στον Guardian.

Εξηγεί πως η δυσπιστία προς το υπερφυσικό «υπήρχε από καταβολής κόσμου», και χαρακτηρίζει εσφαλμένη την πεποίθηση που θέλει τους Ευρωπαίους του 18ου αιώνα να είναι οι πρώτοι «που αντιμάχονταν τους Θεούς».

Τον συλλογισμό του ενισχύει με παραδείγματα από την εποχή του αρχαίου έλληνα φιλοσόφου Πλάτωνα.

Αναφέρεται στον φιλόσοφο αναδεικνύοντας μια σκηνή που είχε φανταστεί ο Πλάτωνας για να περιγράψει τον τρόπο που ένας πιστός ασκεί κριτική σε έναν άθεο. Τα λόγια που χρησιμοποίησε ήταν τα εξής: «Εσύ και οι φίλοι σου δεν είστε οι πρώτοι που έχουν αυτή την άποψη για τους θεούς. Υπάρχουν πάντα εκείνοι που υποφέρουν από αυτή την αρρώστια, σε μικρό η μεγάλο βαθμό».

Σχολιάζοντας το παράδειγμα του Πλάτωνα, ο καθηγητής σημειώνει ότι σε όλους τους πολιτισμούς ανά τους αιώνες «πολλοί ήταν εκείνοι που αρνήθηκαν την πίστη στα θεία».

Στο βιβλίο του ο κ.Γουίτμαρς αναφέρεται στον «Άπιστο» μιλώντας για τον θεό Ασκληπιό και στην «παράλογη πίστη στον Θεό» όπως διατυπώθηκε από τον επικεφαλής της Ακαδημίας του Πλάτωνα.

Όπως επισημαίνει, ο θεός Ασκληπιός απευθυνόμενος σε έναν άντρα που αντιμετώπιζε με κοροϊδευτικό τρόπο τις θαυματουργές θεραπείες, είχε πει: «Επειδή αμφιβάλλεις για πράγματα που δεν είναι απραγματοποίητα,το όνομά σου από τώρα και στο εξής θα είναι Άπιστος».

Μέσα από το παράδειγμα του θεού της Ιατρικής αναδύεται η ιστορία ενός άντρα που είχε χάσει τη δύναμη των δακτύλων του και αρνιόταν να πιστέψει στις θαυματουργές θεραπείες. Ο Ασκληπιός εμφανίστηκε στο όνειρό του, τα δάχτυλά του θεραπεύτηκαν, οι θεοί όμως τον τιμώρησαν δίνοντάς του το όνομα «Άπιστος».

Ο Καρνεάδης, επικεφαλής της Ακαδημίας του Πλάτωνα, υποστήριζε ότι η πίστη στο Θεό είναι παράλογη, ενώ οι Επικούρειοι, αποκαλούνταν συχνά άθεοι κατά την αρχαιότητα. Στη συλλογιστική πορεία του καθηγητή υπάρχουν και οι «αθεϊστικές γραφές» του φιλοσόφου και ποιητή Ξενοφάνη.

Σύμφωνα με τον κ.Γουίτμαρς, στις αρχαιοελληνικές κοινωνίες παρόλο που η αθεΐα θεωρείτο παράπτωμα, ήταν συχνά ανεκτή. Υπήρχαν, ωστόσο, και οι περιπτώσεις εκείνες που οδηγούσαν στο αντίθετο συμπέρασμα όπως η θανατική καταδίκη του Σωκράτη στην Αθήνα για ασέβεια προς τους Θεούς.

Χωρίς να συνδέει την αθεΐα αποκλειστικά με τον ρόλο της επιστήμης στον Διαφωτισμό, το βιβλίο Battling the Gods την εξετάζει μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα που αποδεικνύει πως η προσκόλληση στη θρησκεία δεν ήταν δεδομένη στην αρχαιότητα.

Νερό με γεύση κρασιού

Ένα οινοποιείο στην περιοχή της Γαλικίας στην Ισπανία παρουσίασε πρόσφατα ένα… επαναστατικό νερό αρωματισμένο με κρασί που επιτρέπει στους καταναλωτές να απολαύσουν τη γεύση του κόκκινου ή του λευκού κρασιού χωρίς να ανησυχούν για το αν θα μεθύσουν ή αν θα πάρουν κιλά.

Το προϊόν ονομάζεται Vida Gallaecia και είναι αποτέλεσμα μιας διετούς συνεργασίας μεταξύ του οινοποιείου Bodega Líquido Gallaecia και επιστημόνων της κρατικής υπηρεσίας του Συμβουλίου Επιστημονικής Έρευνας (CSIC). Έχει γεύση κρασιού, αλλά έχει ελάχιστες θερμίδες και καθόλου αλκοόλ, καθιστώντας το μια κατάλληλη επιλογή για κατανάλωση οποιαδήποτε στιγμή μέσα στη μέρα.

Αν και η μυστική συνταγή πίσω από το έξυπνο ποτό είναι ένα καλά φυλαγμένο μυστικό, οι δημιουργοί του αποκάλυψαν ότι περιλαμβάνει τη χρήση φλαβονολών από σταφύλια και υπολείμματα σταφυλιού από τη διαδικασία παραγωγής κρασιού. Μάλιστα, η πρόσληψη φλαβονολών, συνδέεται με οφέλη για την υγεία, καθώς περιέχουν αντιοξειδωτικές και  αντιβακτηριακές δράσεις.

Το περίεργο ποτό Vida Gallaecia εμπλουτίζεται με γεύσεις κρασιού από δύο ποικιλίες σταφυλιών – της Mencia για το κόκκινο κρασί και της Godello για το λευκό κρασί – και δεν περιέχει χημικούς διαλύτες. Η βάση του νερού προέρχεται από πηγές της Γαλικίας και το κρασί από αμπελώνες της Ισπανίας.

Ευδαιμονία, Σέβας, Ηθική, Καλοπροαίρεση

Oχι τόσο επειδή πληθαίνουν τα δυσάρεστα που ταλαιπωρούν την υφήλιο, όσο γιατί είναι άστατη, εφήμερη και επαφίεται στη διάθεση ή την κρίση του καθενός να εκτιμήσει το χαμόγελο και τα δώρα της, που ποικίλλουν κατά περίπτωση. Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, από τον Θαλή τον Μιλήσιο και μετά, συμφωνούσαν ότι ο τελικός στόχος του ανθρώπου είναι η ευδαιμονία και ότι αυτό που αναζητούν οι άνθρωποι σε κάθε τους πράξη είναι η ευτυχισμένη ζωή. Είναι τόσο απλό, που δεν χρειάζονται καν λέξεις για να περιγραφεί και κάθε ευχή αντί για τα άχρηστα «χρόνια πολλά με υγεία» και τις λοιπές ανοησίες των εγωιστικών meme του πολιτισμού πρέπει να αντικατασταθούν με «Ευδαιμονία, Σέβας, Ηθική και Καλοπροαίρεση»!

Ο Σωκράτης εισήγαγε την θεωρία της γνώσης, βασισμένη πάνω στις ηθικές έννοιες και όχι στις υλικές αρχές, πίστευε ότι «η αρετή είναι ευδαιμονία». Αντίθετα, οι σοφιστές δίδασκαν ότι η αρετή είναι μια τέχνη που διδάσκεται και αφορά την προσωπική επιτυχία στην ζωή, χωρίς να υπόκεινται σε απόλυτες ηθικές αρχές και αξίες, αφού απόλυτη γνώση δεν υπάρχει. Ο Σωκράτης δίδασκε ότι «η αρετή είναι γνώση», δηλαδή ότι η αρετή μπορεί να αποκτηθεί μέσα από την ορθή και την απόλυτη γνώση. Η ορθή γνώση, σύμφωνα με τον Σωκράτη, είναι η γνώση των απόλυτων ηθικών εννοιών που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στον άνθρωπο και μπορεί να επιτευχθεί με την αυτογνωσία. Για τον Σωκράτη «ουδείς εκών κακός», δηλαδή κανένας δεν κάνει κακό με την θέλησή του, αλλά, αντίθετα η κακία οφείλεται απλά στη άγνοια.

Ο Πλάτων, αναφέρει ότι η ευδαιμονία μπορεί να επιτευχθεί με την γνώση του κόσμου των ιδεών, οι οποίες αποτελούν τα τέλεια πρότυπα, όχι μόνο των ηθικών εννοιών, όπως υποστήριζε ο Σωκράτης, αλλά και των γνωστικών εννοιών, καθώς και όλων των πραγμάτων που αποτελούν τον ορατό κόσμο και που δεν είναι παρά «είδωλα» ή «μιμήματα» των Ιδεών. Για να γνωρίσει ο άνθρωπος τον κόσμο των Ιδεών, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όχι τις αισθήσεις του, αλλά την διαύγεια του νου του, ο οποίος είναι μέρος της ψυχής του.

Έτσι, προορισμός του ανθρώπου είναι από την μία η φυγή από τον υλικό κόσμο και από την άλλη η ομοίωσή του με το θείο, η οποία επιτυγχάνεται με τον αρμονικό συνδυασμό των τριών αρετών που αντιστοιχούν στα τρία μέρη της ψυχής, δηλαδή της «σοφίας», της «ανδρείας» και της «σωφροσύνης». Ο συνδυασμός των τριών αυτών αρετών γεννά την τέταρτη κύρια αρετή, «την δικαιοσύνη» γι’αυτό ο δίκαιος άνθρωπος είναι ο πλησιέστερος στον Θεό, άρα και ο πιο ευδαίμων.

Ο Αριστοτέλης αν και μαθητής του Πλάτωνος, αναφέρει ότι η θεωρία του ιδανικού κόσμου των Ιδεών ήταν τελείως φανταστική και ότι, αντίθετα, ο ορατός κόσμος είναι απόλυτα αληθινός. Αφού ταξινόμησε τις αρετές σε δύο μεγάλες κατηγορίες, «τις ηθικές» και «τις διανοητικές», κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ευδαιμονία μπορούσε να επιτευχθεί κατά πρώτο λόγο με την άσκηση των διανοητικών αρετών, και κατά δεύτερο λόγο με την άσκηση των ηθικών αρετών, διότι η διανοητική ενέργεια συνίσταται στην καθαρή σκέψη και στην ενατένιση της αλήθειας και του ύψιστου αγαθού, του Θεού. Αυτά τα έλεγε στην μάζα – ιερείς, διδασκάλους κλπ- γιατί στους «κλειστούς κύκλους» των μαθητών του έλεγε τελείως διαφορετικά πράγματα, όπως και ο Πυθαγόρης άλλωστε.

Οι Κυνικοί φιλόσοφοι μας λένε ότι οι όλες οι κοινωνικές συμβάσεις και οι καθιερωμένες ανθρώπινες αξίες είναι περιττές και ότι η ευδαιμονία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια ζωή όσο γίνεται πιο απλή και φυσική, όπως είναι η ζωή στην φύση. Επίσης, αναφέρουν ότι ο άνθρωπος έπρεπε να απαλλαχθεί από τα δεσμά της «Πόλης-Κράτους», καθώς και των ιδανικών της. Αξίζει να σημειωθεί ότι το όνομα «Κυνικός» προήλθε από το ψευδώνυμο κύων=σκύλος, που είχε δοθεί στον Διογένη, τον διασημότερο εκπρόσωπο των Κυνικών, για την αναισχυντία του, από αυτούς που μέχρι σήμερα ούτε ετυμολογικά δεν γνωρίζουν τι σημαίνει Ευδαιμονία.

Οι Σκεπτικιστές, με πρώτο απ’όλους των Πύρρωνα τον Ηλείο, πίστευαν ότι τόσο οι αισθήσεις, όσο και οι γνώσεις μας εξαπατούν και επομένως, η ορθή γνώση της φύσης των πραγμάτων δεν μπορεί να αποκτηθεί μέσω της εμπειρίας του ορατού κόσμου. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτούς, για να φτάσει κανείς στην ευδαιμονία πρέπει να αμφισβητεί συνεχώς τις δοξασίες όλων των ανθρώπων, ακόμα και των φιλοσόφων και να μην εκφέρει γνώμη ή οποιαδήποτε άποψη, παρά μόνο για τις προσωπικές του εμπειρίες. Μια τέτοια στάση, πίστευαν οι Σκεπτικιστές, προσφέρει ανακούφιση στους ανθρώπους, που δεν γνωρίζουν την πραγματικότητα, τους απαλλάσσει από τον δογματισμό, τους προτρέπει να ζουν σύμφωνα με τη φύση και τους χαρίζει την υπέρτατη αρετή, που δεν είναι άλλη από την πνευματική γαλήνη.

Σύμφωνα με τους Επικουρείους, η ευδαιμονία συνίσταται στην ψυχική ηρεμία (αταραξία) και επιτυγχάνεται με την αναζήτηση της ηδονής. Οι Επικούρειοι με τον όρο «ηδονή» δεν εννοούσαν την ηδονή που κρύβεται στις απολαύσεις και στις διασκεδάσεις («ενεργή» ή «κινητική» ηδονή, ηδονή εν κινήσει), αλλά την ηδονή που συνοδεύει την πλήρη απουσία πόθου και πόνου (απονία), δηλαδή την σωματική υγεία και την ψυχική ηρεμία («στατική» ηδονή, ηδονή καταστηματική). Έτσι, για τους Επικουρείους, η ευτυχισμένη ζωή είναι μια ζωή απαλλαγμένη από τους φόβους και τις οδυνηρές σκέψεις, οι οποίες μπορούσαν να προκαλέσουν ψυχική και σωματική οδύνη. Λέγοντας «Ηδονή» οι Επικούριοι αναφέρονται στην «Ευδαιμονία».

Οι Στωϊκοί, αναφέρουν ότι η αρετή είναι αρκετή για να φτάσει κανείς στην ευδαιμονία. Σύμφωνα με αυτούς, η αρετή είναι το μόνο αγαθό για τον άνθρωπο, γιατί είναι πάντα ευεργετική. Η καταγωγή, η κοινωνική θέση, ο πλούτος, οι απολαύσεις, οι οποιεσδήποτε αξίες που ταύτιζαν την ευτυχία με τα υλικά αγαθά, δεν είχαν καμμία σημασία με τους Στωϊκούς. Όλες αυτές οι αξίες ήταν –όπως έλεγαν οι Στωϊκοί- «αδιάφορες» και δεν συνεισέφεραν τίποτα όσον αφορά στην πορεία προς την αρετή, αφού οι άνθρωποι μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν καλά ή άσχημα.

Αντίθετα, οι Στωϊκοί πίστευαν ότι τα ενάρετα άτομα έχουν ό,τι χρειάζονται για να είναι ευτυχή και επομένως, η ευδαιμονία είναι εφικτή, όχι μόνο για τους προικισμένους από την ζωή με πλούτο και κοινωνική θέση, αλλά και για όσους έχουν λιγότερη τύχη όπως οι φτωχοί, οι σκλάβοι, οι κατώτερες κοινωνικές τάξεις των τεχνητών πολιτ-ισμών. Η αρετή συνίσταται σε μια ζωή σύμφωνα με την φύση, δηλαδή σύμφωνα με την λογική ή τον λόγο (νου) του Πνεύματος, με την οποία είναι προικισμένος κάθε άνθρωπος ως μέρος της φύσης και η οποία, αν και υπάρχει ατελής μέσα του, μπορεί να τελειοποιηθεί με την αυτογνωσία.

Ο ενάρετος και καλοπροαίρετος άνθρωπος χαρακτηρίζεται από «Γαλήνη» και «Ευδαιμονία».
Οι Νεοπλατωνικοί πρεσβεύουν την θέση ότι ο δρόμος προς την ευδαιμονία είναι η ανάταση της ψυχής και η ομοίωσή της με το Πνεύμα. Σκοπός του ανθρώπου είναι να βοηθήσει την ψυχή του να επανέλθει, μετά τον θάνατο, στην αρχική της κατάσταση, σε έναν ανώτερο Πνευματικό κόσμο. Δεν μπορούμε παρά να συμφωνωνούμε με τους φιλοσόφους. Αν ζεις με τις προτροπές των ελλήνων φιλοσόφων, αντιλαμβάνεσαι πόσο εύκολο είναι να μπεις στην θέση του Οδυσσέα και να φτάσεις στην Ιθάκη. Γιατί στην Οδύσσεια μόνο αυτός που είχε Θ Ε Λ Η Σ Η και καλοπροαίρεση, κατάφερε να αγγίξει την Ευδαιμονία. Αν αποκοπείς από την σύνδεση σου με την ΘΕΛΗΣΗ ή Πνευματική Δύναμη δημιουργούνται ψυχολογικές παρεκκλίσεις. Το καλό και το κακό η Ευδαιμονία ή η ταραχή, προσδιορίζεται σε σχέση με κάτι άλλο, πχ. με την επιβίωση, αν πρόκειται για την ανθρώπινη ύπαρξη στο σύνολο της.

Κάθε τι που ενισχύει και αυξάνει την επιβίωση ενός ανθρώπου στα πλαίσια της λογικής, είναι καλό. Κάθε τι που την εξασθενίζει – στα πλαίσια της λογικής επίσης- και την σκοτώνει, είναι κακό. Αυτό είναι Ολοφάνερο, από την υγεία του ανθρώπου, ψυχική και σωματική. Κάθε καλή κατάσταση που σε τοποθετεί και ενδυναμώνει την σύνδεση σου με την Ενεργειακή Δύναμη ή Σκοπό αυτόματα σε τοποθετεί στην κατάσταση της Ευδαιμονίας, κάθε κακή κατάσταση σε αποκόβει και σε απομακρύνει από τον Σκοπό, άρα σε απομακρύνει κι από την Ευδαιμονία.

“Μαζί του αυτός έφερε στους ανθρώπους, το σέβας και την απαίτηση για δικαιοσύνη”
Ο Πρωταγόρας είναι διάλογος του Πλάτωνα, που γράφτηκε στην πρώτη σωκρατική περίοδο της συγγραφικής του δραστηριότητας και αναφέρεται στους ηθικούς κινδύνους που ελοχεύουν για όσους νέους υποστούν την παιδαγωγική επίδραση των σοφιστών. Τόπος του διαλόγου είναι το σπίτι του πλουσίου Αθηναίου Καλλία, ο οποίος φιλοξενούσε τον σοφιστή και φιλόσοφο Πρωταγόρα.

“Κι αφού πια ο άνθρωπος πήρε και κάποιο θεϊκό μερίδιο -πρώτα πρώτα από αυτή τη συγγένεια που έχει με τον θεό- υπήρξε το μόνο πλάσμα που αναγνώρισε θεούς και πάντα νοιαζόταν να στήνει βωμούς και αγάλματα των θεών. Παράλληλα κατάρτισε νωρίς γλώσσα και πλήθος λέξεις με την τεχνική του ικανότητα κι επινόησε οικοδομήματα και φορέματα και υποδήματα και κλινοσκεπάσματα και τους πόρους διατροφής του από προϊόντα της γης.

Οι άνθρωποι λοιπόν στην αρχή, εφοδιασμένοι με αυτά τα μέσα, ζούσαν διάσπαρτοι και πολιτείες δεν υπήρχαν. Έτσι αφανίζονταν από τα θηρία, γιατί, όπως ήταν παντού σκορπισμένοι, έμεναν παντού πιο αδύναμοι εμπρός σ’ αυτά. Η παραγωγική τους τεχνική εξάλλου τους ήταν βέβαια εξυπηρετική αρκετά για συντήρηση, αλλά δεν τους εξυπηρετούσε για τον πόλεμο με τα θηρία. Γιατί δεν είχαν ακόμα την πολιτική τέχνη, της οποίας μέρος αποτελεί η πολεμική τέχνη.

Επιδίωκαν λοιπόν να συγκεντρώνονται και να προστατεύονται μέσα σε πόλεις που έκτιζαν. Έτσι, σε όποια ευκαιρία συγκεντρώθηκαν, έκαναν αδικίες ο ένας στον άλλον, μια και δεν είχαν την τέχνη της πολιτικής οργάνωσης, με αποτέλεσμα πάλι να διασπώνται και να χάνονται. Ο Δίας τότε ανησύχησε για το είδος μας μήπως και χαθεί ολόκληρο, και στέλνει τον Ερμή. Μαζί του αυτός έφερε στους ανθρώπους το σέβας και την απαίτηση για δικαιοσύνη, ώστε να αποτελέσουν δυνάμεις συγκρότησης των πολιτειών και συνεκτικούς δεσμούς ανθρώπινης φιλίας.

Τότε ο Ερμής ρωτάει τον Δία να του πει με τι τρόπο τέλος πάντων θα έδινε στους ανθρώπους τη δικαιοσύνη και το σέβας. “Με ποιον από τους δύο τρόπους; Έτσι όπως είναι κατανεμημένες οι τέχνες, αυτό τον καταμερισμό να κάνω κι εδώ; Κι ο καταμερισμός είναι ο εξής: ένας έχει για ειδικότητα του την ιατρική και εξυπηρετεί πολλούς μη ειδικούς. Έτσι κάνουν και όσοι άλλοι προσφέρουν στο κοινό την εργασία τους. Ώστε και τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό με τέτοιον τρόπο να θεσμοθετήσω ανάμεσα στους ανθρώπους ή να κάνω τη μοιρασιά σε όλους;”

“Σε όλους”, είπε ο Δίας, “και όλοι να πάρουν μέρος.

Γιατί πολιτείες δε θα μπορούσαν να σχηματιστούν, αν στους θεσμούς αυτούς μετείχαν λίγοι, όπως γίνεται σε άλλες τέχνες. Και θέσπισέ τους ακόμα έναν νόμο από μένα: όποιος δεν είναι ικανός να συμμετέχει στην τήρηση του σεβασμού και της δικαιοσύνης, να θανατώνεται ως νοσηρό στοιχείο της πολιτείας”.

(Πλάτων, Πρωταγόρας, κεφ. 12,322 b-c)
[ἐπειδὴ δὲ ὁ ἄνθρωπος θείας μετέσχε μοίρας, πρῶτον μὲν διὰ τὴν τοῦ θεοῦ συγγένειαν ζῴων μόνον θεοὺς ἐνόμισεν, καὶ ἐπεχείρει βωμούς τε ἱδρύεσθαι καὶ ἀγάλματα θεῶν: ἔπειτα φωνὴν καὶ ὀνόματα ταχὺ διηρθρώσατο τῇ τέχνῃ, καὶ οἰκήσεις καὶ ἐσθῆτας καὶ ὑποδέσεις καὶ στρωμνὰς καὶ τὰς ἐκ γῆς τροφὰς ηὕρετο. οὕτω δὴ παρεσκευασμένοι κατ᾽ ἀρχὰς ἄνθρωποι ᾤκουν σποράδην, πόλεις δὲ οὐκ ἦσαν: ἀπώλλυντο οὖν ὑπὸ τῶν θηρίων διὰ τὸ πανταχῇ αὐτῶν ἀσθενέστεροι εἶναι, καὶ ἡ δημιουργικὴ τέχνη αὐτοῖς πρὸς μὲν τροφὴν ἱκανὴ βοηθὸς ἦν, πρὸς δὲ τὸν τῶν θηρίων πόλεμον ἐνδεής πολιτικὴν γὰρ τέχνην οὔπω εἶχον, ἧς μέρος πολεμική ἐζήτουν δὴ ἁθροίζεσθαι καὶ σῴζεσθαι κτίζοντες πόλεις: ὅτ᾽ οὖν ἁθροισθεῖεν, ἠδίκουν ἀλλήλους ἅτε οὐκ ἔχοντες τὴν πολιτικὴν τέχνην, ὥστε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο.
Ζεὺς οὖν δείσας περὶ τῷ γένει ἡμῶν μὴ ἀπόλοιτο πᾶν, Ἑρμῆν πέμπει ἄγοντα εἰς ἀνθρώπους αἰδῶ τε καὶ δίκην, ἵν᾽ εἶεν πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί. ἐρωτᾷ οὖν Ἑρμῆς Δία τίνα οὖν τρόπον δοίη δίκην καὶ αἰδῶ ἀνθρώποις: πότερον ὡς αἱ τέχναι νενέμηνται, οὕτω καὶ ταύτας νείμω; νενέμηνται δὲ ὧδε: εἷς ἔχων ἰατρικὴν πολλοῖς ἱκανὸς ἰδιώταις, καὶ οἱ ἄλλοι δημιουργοί: καὶ δίκην δὴ καὶ αἰδῶ οὕτω θῶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις, ἢ ἐπὶ πάντας νείμω; ἐπὶ πάντας, ἔφη ὁ Ζεύς, καὶ πάντες μετεχόντων: οὐ γὰρ ἂν γένοιντο πόλεις, εἰ ὀλίγοι αὐτῶν μετέχοιεν ὥσπερ ἄλλων τεχνῶν: καὶ νόμον γε θὲς παρ᾽ ἐμοῦ τὸν μὴ δυνάμενον αἰδοῦς καὶ δίκης μετέχειν κτείνειν ὡς νόσον πόλεως.] Ελληνική Κοσμική Μυθική
Nietzshe: Τι επιδιώκει η γενεαλογία της ηθικής
Η Γενεαλογία της ηθικής θεωρείται ως το πιο συστηματικό και συγκροτημένο έργο του Νίτσε. Γράφτηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες (1887) και πραγματεύεται, με έναν «πολεμικό τρόπο», το αξιακό σύστημα της Δύσης –θρησκευτικό, ηθικό και φιλοσοφικό– ως ένα σύστημα που αιχμαλώτισε την ελευθερία του ανθρώπου, έφθειρε την αυθυπόστασή του και υπονόμευσε τη γνώση. Εξ’ αυτού ανακύπτει η αναγκαιότητα μεταξίωσης, ήτοι απαξίωσης, και ανατροπής όλων των αξιών, που συνθέτουν τον «αγγελικό» κόσμο του Δυτικού πολιτισμού. Πώς εννοεί ο Γερμανός φιλόσοφος τις αξίες; Όχι απλώς ως δεοντολογικές αρχές ή στοιχεία, αλλά κυρίως ως τις πιο κεντρομόλες δυνάμεις της ζωής.

Αντί όμως να ενεργούν ως τέτοιες δυνάμεις, στην έκπτωσή τους συνιστούν ένα οντολογικά-ιστορικά υπονομευτικό σύστημα ηθικών προσταγμάτων, που σχετίζεται ή συσχετίζεται με όλο το σύστημα των κοινωνικών τάξεων και εκφράζει τις δικές τους εξουσιαστικές ιδεολογικοποιήσεις. Έτσι έχουμε να κάνουμε με ένα μηδενιστικό σύστημα, που δεν μεταρρυθμίζεται παρά μόνο εκμηδενίζεται.

Υπ’ αυτό το πνεύμα, ο μηδενισμός του Νίτσε εγγράφεται στη συνείδησή του ως προοπτική κατάφασης της ζωής, χωρίς διαμεσολαβητικές προϋποθέσεις μεγάλων ανδρών της ιστορίας ή θορυβωδών ιδεολογιών. Η προοπτική αυτή μπορεί να είναι έργο μόνο του ίδιου του ανθρώπου, εφόσον και ο ίδιος προχωρήσει πέρα και πάνω από τον τελευταίο άνθρωπο· αυτόν δηλαδή που έχει μεταποιήσει τον εαυτό του σε δούλο των αξιών. Των αξιών ως ηθικών προσταγμάτων ενός δεσποτικού συστήματος αδύναμων και καταπιεσμένων ανθρώπων: εφόσον γίνει υπέρ-άνθρωπος.

Ό,τι απασχόλησε τη φιλοσοφία ως την εποχή του Νίτσε, δηλαδή όλα τα θέματά της και η προβληματική της σχετίζονται γι’ αυτόν με το σύστημα των αξιών. Έτσι τίθεται υπό ριζική αμφισβήτηση κάθε αλήθεια για τις αξίες, όπως έχει διατυπωθεί ως τότε, κάθε αλήθεια της μεταφυσικής και των επιστημών. Η μόνη αλήθεια, που μπορεί να δώσει προοπτική στην ανθρώπινη ζωή, είναι η βούληση για δύναμη και η αιώνια επιστροφή. Η ηθική, υπό την οπτική αυτής της μοναδικής αλήθειας, σχετικοποιείται σε επί μέρους ηθικές με βάση τον βαθμό και τον τρόπο, που αυτές-εδώ ενσαρκώνουν την εν λόγω βούληση.

Ιστορικά, κατά τον Νίτσε, έχουν υπάρξει δυο τύποι ηθικής: η ηθική των δούλων, των αδύναμων, των καταπιεσμένων, που μισούν τη ζωή και επιβάλλουν την ηθική της μνησικακίας, τη φανταστική εκδίκηση. Πρόκειται για τη δύναμη, που έχει αποκοπεί από αυτό που μπορεί: είναι η ενεργός δύναμη που έγινε αντενεργός. Από την άλλη υπάρχει η ηθική των κυρίων, η οποία δεν συνιστά απλώς ένα ιδεώδες ηθικής, αντίθετο προ της ηθική των σκλάβων, όπως θέλουν να αποφαίνονται κάποιοι επιπόλαιοι αναγνώστες της νιτσεϊκής φιλοσοφίας, αλλά την όξυνση της εχθρότητας ανάμεσα στην αθεΐα του υπέρ-ανθρώπου και σε όλες τις μορφές της θεοσέβειας.

Ορισμένως λοιπόν η ηθική των σκλάβων αναπαράγει ή συντηρεί όλες τις χριστιανικές αρετές, που καθιστούν τον άνθρωπο αδύναμο και υποταγμένο. Στην περίπτωση τούτη, η βούληση για δύναμη εκδηλώνεται ως αδυναμία ή αδυνατότητα. Απεναντίας, στην περίπτωση των κυρίων εκδηλώνεται ως δύναμη ή ισχύς, όχι ασφαλώς με την έννοια της άσκησης εξουσίας παρά της ανάπτυξης όλων των δυνατοτήτων του ανθρώπου, από το ένστικτο ως τα συναισθήματα και τη σκέψη: πέραν κάθε εξωτερικής επιβολής ή εξουσίας. Εν τέλει, μέσα από τη γενεαλογία της ηθικής επιχειρείται να χαραχθεί η προοπτική του ανώτερου τύπου ανθρώπου με βάση την αξία που επιβάλλει η βούληση για δύναμη· η βούληση για δύναμη ως ορμή για την πλήρη αυτό-ανάπτυξη.

Το προφίλ του Ευτυχισμένου Ανθρώπου
Η ευτυχία αποτελεί, φαινομενικά τουλάχιστον, κοινή επιδίωξη όλων των ανθρώπων. Κανείς δεν θέλει να είναι άρρωστος, σκυθρωπός και λυπημένος ή μήπως όχι; Βλέπουμε γύρω μας ανθρώπους που είναι μόνιμα ευτυχισμένοι, ακόμη και εν μέσω αγωνιώδους δοκιμασίας στη ζωή τους, ακόμη και κοντά στον θάνατο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δε νιώθουν πόνο, θλίψη ή λύπη – απλά, δεν αφήνουν αυτά τα συναισθήματα να κατακλύσουν και να ελέγξουν την ζωή τους. Πώς το καταφέρνουν; Αυτά είναι τα κυρίαρχα γνωρίσματα των ευτυχισμένων ανθρώπων, μπορείτε να αναλάβετε την Ευθύνη της Ευτυχίας σας και να ακολουθήσετε αυτόν τον μικρό οδηγό υγιούς κι ευτυχισμένης ζωής. Ποιά είναι λοιπόν η ταυτότητα ενός ευτυχισμένου ανθρώπου;

Εκτιμούν τη ζωή: Είναι ευγνώμονες που ξυπνούν κάθε πρωί. Αναπτύσσουν μία παιδική αίσθηση θαυμασμού για τη ζωή και εστιάζουν στην ομορφιά της κάθε στιγμής. Δεν παίρνουν τίποτε ως δεδομένο – προσπαθούν να αδράξουν την κάθε στιγμή και αγνοούν τις μικρές αναποδιές.

Διαλέγουν τους φίλους τους σοφά: Περιτριγυρίζονται από άλλους χαρούμενους, θετικούς ανθρώπους που μοιράζονται τις αξίες, την ηθική και τους στόχους τους. Ανθρώπους που τους ενθαρρύνουν να κυνηγήσουν τα όνειρά τους και να αξιοποιήσουν τις δυνατότητές τους. Φίλους που τους αγαπούν και τους αποδέχονται γι’ αυτό που είναι και που είναι εκεί, όταν χρειάζονται ένα χέρι βοηθείας.

Είναι ανεκτικοί: Αποδέχονται και σέβονται τους άλλους γι’ αυτό που είναι και για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Προσεγγίζουν τους συνανθρώπους τους με καλοσύνη και γενναιοδωρία. Βοηθούν όταν μπορούν, χωρίς να θέλουν ν’ αλλάξουν τον άλλον.

Μαθαίνουν συνεχώς: Ενημερώνονται για ότι έχει να κάνει με την καριέρα και τα ενδιαφέροντά τους και δοκιμάζουν συνεχώς νέα, και πολλές φορές τολμηρά, εγχειρήματα που κεντρίζουν το ενδιαφέρον τους.

Εστιάζουν στην λύση, όχι στο πρόβλημα: Αντί να βουλιάξουν στην αυτολύπηση, με το που έρχονται αντιμέτωποι με ένα πρόβλημα, καταπιάνονται με καλή κι ευχάριστη διάθεση με το να βρουν λύση. Δεν αφήνουν τις αντιξοότητες να επηρεάζουν την διάθεσή τους και εστιάζουν στην καλή πλευρά των όποιων προβλημάτων – βλέπουν κάθε εμπόδιο σαν μία ευκαιρία να κάνουν μία αλλαγή προς το καλύτερο. Άλλωστε, ουδέν κακόν αμιγές καλού!

Κάνουν την εργασία που αγαπούν: Έρευνες έχουν δείξει ότι ως και 80% των ανθρώπων όπως είναι φυσικό, δεν αγαπούν την δουλειά τους, με τέτοιο ποσοστό, δεν είναι έκπληξη που υπάρχουν τόσοι δυστυχισμένοι και άρρωστοι άνθρωποι στον κόσμο! Η πραγματικότητα είναι ότι περνάμε ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής εργαζόμενοι, (όχι δουλεύοντας, οι δούλοι, δουλεύουν) επομένως είναι πολύ σημαντικό να επιλέξουμε μια εργασία και όχι “δουλιεά” που να μας αρέσει, όπως επίσης και να βρίσκουμε χρόνο για τα άλλα ενδιαφέροντά μας και τις ασχολίες που μας ευχαριστούν.

Απολαμβάνουν τη ζωή: Ξέρουν να ζουν στο παρόν και να απολαμβάνουν τις μικρές χαρές της ζωής: ένα ηλιοβασίλεμα, μία βόλτα στη φύση, την παρέα ενός αγαπημένου προσώπου, μια μέρα κοντά στη θάλασσα, την μυρωδιά των λουλουδιών. Δεν μένουν προσκολλημένοι στο παρελθόν, ούτε ανησυχούν διαρκώς για το μέλλον και είναι ευγνώμονες γι’ αυτά.

Χαμογελούν ή Γελούν: Δεν παίρνουν τον εαυτό τους ή τη ζωή στα σοβαρά! Αντιμετωπίζουν με χιούμορ τις καταστάσεις και τα προβλήματα και δεν διστάζουν να γελάσουν με τον εαυτό τους. Πάντα βλέπουν την αστεία πλευρά των πραγμάτων και με το χιούμορ τους ελαφραίνουν την ατμόσφαιρα.

Πάντα συγχωρούν: Η κακία και το μίσος πληγώνουν, πρωτίστως αυτόν που τον κατέχει. Η συγχώρεση προσφέρει γαλήνη και ηρεμία. Βέβαια, εκτός από το να συγχωρούμε τον διπλανό μας, πρέπει να συγχωρούμε και τον εαυτό μας για τα λάθη ή τις παραλείψεις του.

Αισθάνονται ευγνωμοσύνη: Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την αξία όσων έχουν, αισθάνονται ευγνωμοσύνη γι’ αυτά και την εκφράζουν. Ακόμα και για τα πράγματα που οι περισσότεροι θεωρούν δεδομένα: για την υγεία τους, το σπίτι, την εργασία τους, την οικογένεια τους και τους φίλους τους.

Επενδύουν στις σχέσεις: Καλλιεργούν και προστατεύουν τις σχέσεις τους με την οικογένεια και τους φίλους τους, αφιερώνοντας τον απαραίτητο χρόνο και ενδιαφέρον. Είναι υποστηρικτικοί με τους άλλους, δείχνουν κατανόηση και αγάπη και κρατούν τις υποσχέσεις τους.

Είναι ειλικρινείς: Η ειλικρίνεια απλοποιεί τη ζωή. Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους και με τους άλλους και βασίζουν τις πράξεις και τις αποφάσεις τους στην εντιμότητα.

Ασχολούνται με το εαυτό τους, όχι με τους άλλους: Εστιάζουν στο να φτιάξουν τη δική τους ζωή όπως την θέλουν και στη φροντίδα του εαυτού τους και των αγαπημένων τους προσώπων. Δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με το τι λένε ή κάνουν οι άλλοι, δεν κρίνουν και δεν καταπιάνονται με κουτσομπολιά και δολοπλοκίες. Αποδέχονται ότι ο καθένας έχει δικαίωμα να ζει τη ζωή του όπως θέλει – όπως και οι ίδιοι άλλωστε!

Είναι αισιόδοξοι: Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι βλέπουν πάντα το ποτήρι μισογεμάτο. Εστιάζουν στην θετική πλευρά κάθε κατάστασης – υπάρχει, ακόμα και αν ορισμένες φορές είναι, αρχικά, αδύνατον να την εντοπίσουμε. Διώχνουν συνειδητά τις αρνητικές σκέψεις και τις αντικαθιστούν με θετικές. Αποδέχονται ότι όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο, τον οποίο μπορεί βέβαια ποτέ να μην μάθουν.

Αγαπούν – Θαυμάζουν: Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δέχονται τους άλλους γι’ αυτό που είναι και δεν βάζουν όρια ή προϋποθέσεις για την αγάπη τους. Ακόμα και όταν δεν συμφωνούν ή δυσαρεστούνται από τις πράξεις των άλλων, δεν παύουν να αγαπούν.

Είναι επίμονοι: Δεν το βάζουν κάτω. Αντιμετωπίζουν την κάθε δυσκολία ως ένα ακόμα βήμα πιο κοντά στον στόχο τους. Δεν σταματούν να προσπαθούν ποτέ, εστιάζουν στις επιθυμίες τους και τις διεκδικούν.

Προλαμβάνουν τις καταστάσεις που μπορούν να ελέγξουν: Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν χάνουν χρόνο προσπαθώντας να αλλάξουν καταστάσεις που είναι εκτός του ελέγχου τους και αποδέχονται αυτά που δεν μπορούν να αλλάξουν. Γι’ αυτά όμως που μπορούν, φροντίζουν να προλαμβάνουν τις καταστάσεις και να παίρνουν τον έλεγχο, προκειμένου να δημιουργήσουν το αποτέλεσμα που επιθυμούν. Δεν περιμένουν να τους προλάβουν οι εξελίξεις.

Φροντίζουν τον εαυτό τους: Φροντίζουν την υγεία τους, το σώμα και το πνεύμα τους. Προσέχουν τη διατροφή τους, ασκούνται, ξεκουράζονται, κάνουν προληπτικούς ελέγχους την υγεία τους και κρατούν το μυαλό τους σε εγρήγορση. Αφιερώνουν χρόνο στον εαυτό τους και στα ενδιαφέροντα τους.

Έχουν αυτοπεποίθηση: Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι αποδέχονται τον εαυτό τους για αυτό που είναι – δεν προσπαθούν να προσποιηθούν κάτι διαφορετικό. Γνωρίζουν τον εαυτό τους, τις επιθυμίες τους, τα πιστεύω και τα θέλω τους, τα όρια και τις αδυναμίες τους. Αισθάνονται σίγουροι για τον εαυτό τους και τις επιλογές τους και δεν διαμορφώνουν τη ζωή τους προσπαθώντας να ευχαριστούν τους γύρω τους.

Αναλαμβάνουν Ευθύνη: Είναι υπεύθυνοι. Πάνω από όλα, οι ευτυχισμένοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι είναι 100% υπεύθυνοι για τη ζωή τους. Αναλαμβάνουν την ευθύνη για τη διάθεσή τους, τη νοοτροπία τους, τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις πράξεις και τα λόγια τους. Παραδέχονται τα λάθη τους και αναλαμβάνουν την ευθύνη εξίσου για τις επιτυχίες και τις αποτυχίες τους.

Η Ευτυχία είναι Απόφαση. Το πρώτο βήμα είναι να αναλάβουμε την Ευθύνη για την Ευτυχία για να ζήσουμε μαζί της !

Η Αντίληψη Περί Πατρίδας

Η Αρχαιοελληνική Αντίληψη Περί Πατρίδας και ο Σημερινός Ευτελισμός της.

H περί πατρίδας πολιτική αντίληψη των κλασικών ελλήνων και η νεώτερη προπαγανδιστική διαστροφή της σε “πατριωτισμό”, “εθνική ενότητα” και “εθνική ομοψυχία”. Οι έλληνες δεν μάχονταν για «ιδέες», «ιδανικά» και άλλες ιδεολογικοποιημένες (αυτ)απάτες, αλλά για απόλυτα καθορισμένες και χειροπιαστές σημασίες, όπως  η πόλη – πατρίδα. Η τελευταία σε πλήρη αντίθεση με τον σημερινό συσκοτισμό της («έθνος – κράτος») δεν ήταν μια ιδεολογική αφαίρεση· ήταν πρωταρχικά μια αυτοκυβερνώμενη ανθρώπινη κοινότητα, η οποία αυτοπροσδιοριζόταν  βιολογικά (κοινός γεννήτορας και πρόγονοι) χρονικά (κοινή ιστορική διαδρομή), συνειδησιακά (κοινά έθιμα, θεσμοί, σημασίες  κ.λπ.) και μόνο δευτερευόντως, γεωγραφικά.

Ο γεωγραφικός προσδιορισμός της πατρίδας φαίνεται, ότι ιεραρχείτο ως δευτερεύων, αφού αρκετές φορές υποχωρούσε υπό το βάρος άλλων, κοινωνικών, πολιτικών κ.ά. παραγόντων. Οι αναρίθμητες αποικίες των ελλήνων ιδρύθηκαν σε περιοχές, όπου αυτοί δεν μπορούσαν να επικαλεστούν κανένα γεωγραφικό παρελθόν και οι νέες ελληνικές πόλεις εγκαθιδρύθηκαν βασισμένες αποκλειστικά στους άλλους παράγοντες.

Επίσης ο Θεμιστοκλής θεωρούσε δευτερεύοντα τον γεωγραφικό προσδιορισμό της Αθήνας, όταν απείλησε, πως αν οι υπόλοιποι έλληνες δεν επιθυμούσαν να δώσουν ναυμαχία στη Σαλαμίνα, οι αθηναίοι θα πήγαιναν να ξαναϊδρύσουν την πόλη τους στην Ιταλία. Βλ. επίσης τη ρήση στον Θουκυδίδη «άνδρες γαρ πόλις» («η πόλη είναι οι άνδρες της», Ζ΄ 77) δηλαδή οι πολίτες της, που φέρουν παντού και πάντα την πολιτική τους διαπαιδαγώγηση και με αυτόν τον τρόπο δίνουν ύπαρξη στη πόλη.

Αλλά και γενικότερα οι έλληνες δεν προσδιόριζαν την πόλη-πατρίδα με γεωγραφικούς όρους, αφού έλεγαν π.χ. «οι αθηναίοι», ή «οι κορίνθιοι» και ποτέ «η Αθήνα», ή «η Κόρινθος». Ήταν, κατά συνέπεια, κάτι απολύτως συγκεκριμένο, για το οποίο άξιζε να πεθάνει κάποιος, ακριβώς επειδή δέν άξιζε να ζει χωρίς αυτό.  Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι οι αρχαίοι έλληνες, σαν ο πρώτος πολιτικά ελεύθερος λαός της ιστορίας, είναι οι εφευρέτες της πατρίδας. Η αυτοκυβερνώμενη πατρίδα – πόλη αποτελούσε για τους έλληνες έννοια κατ’ εξοχήν πολιτική.

Στον Επιτάφιο του Περικλέους (όπως τον αποδίδει ο Θουκυδίδης) κατονομάζονται οι χειροπιαστές αιτίες, για τις οποίες καλούνταν να πολεμήσουν οι αθηναίοι: η επιβεβαιωμένη στην πράξη ευνομία τους, οι απεριόριστες ευκαιρίες που είχε ο καθένας σε αυτή την πόλη για να αναπτύξει τις δυνατότητές του, οι  θεσμοί τους ως προϊόν αυθεντικής (=αυτόνομης) συλλογικότητας, η πολιτικώς θεσμισμένη (=έμπρακτη) ταύτιση ατομικού και συλλογικού συμφέροντος, η αναμφισβήτητη πληρότητα της ζωής τους.

Πουθενά στο συναρπαστικό αυτό κείμενο δεν θα βρει κανείς τον μεταγενέστερο πατριδοκάπηλο μελοδραματισμό, ύποπτους συλλογιστικούς ακροβατισμούς (στους οποίους ανέκαθεν επεδίδετο η εθνικιστική προπαγάνδα, βλ. «έθνος – κράτος») συγκινησιακά φορτισμένες κοινοτοπίες και λοιπά ιδεολογικοποιημένα ξεροκόκαλα, από αυτά, που πετούν συχνότατα οι έμποροι του πολέμου στις αποβλακωμένες ανθρωπομάζες/κρέας για τα κανόνια τους.

Ακόμα και η παραδοσιακή ομηρική έννοια της εξιδανικευμένης πολεμικής δόξας, απέκτησε στην κλασική εποχή υλικό σημείο αναφοράς: οι πεσόντες, π.χ. του Μαραθώνα, θεωρούνται πλέον δοξασμένοι ήρωες, όχι απλώς επειδή πολέμησαν γενναία, αλλά γιατί πολέμησαν για χειροπιαστά πράγματα, π.χ. για την πολιτική κοινότητά τους. Αλλά και από την Ιλιάδα (Β΄ 212 κ.ε.) δεν λείπει το πρωτόλειο  μιας  υλιστικής και πολιτικής αντίληψης περί πολέμου.

Ο Θερσίτης, ένας συνηθισμένος πολεμιστής, που θέλει να επιστρέψουν οι αχαιοί στην Ελλάδα αντί να συνεχίσουν τον πόλεμο, απευθύνεται με παρρησία στον Αγαμέμνονα λέγοντάς του, ότι: «οι σκηνές σου είναι γεμάτες από χαλκό και γυναίκες, εκλεκτά λάφυρα, που εμείς οι αχαιοί σου δίνουμε όποτε κατακτάμε μια πόλη. Είσαι άπληστος για το χρυσάφι, που οι αλογάρηδες Τρώες θα σου φέρουν ως λύτρα για τον γιό τους, που εγώ, ή κάποιος άλλος αχαιός θα αιχμαλωτίσει; Ή για κάποια γυναίκα που θα κοιμάσαι μαζί της και θα κρατάς μόνο για τον εαυτό σου;»

Στη συνέχεια λέει, ότι είναι ανάρμοστο να παρατείνεται ο πόλεμος μόνο και μόνο για να οικειοποιείται ένας βασιλιάς τη μερίδα του λέοντος από τα  λάφυρα. Ο Θερσίτης, σαν συνειδητοποιημένος  πολίτης, απαιτεί να έχει λόγο στα τής εκστρατείας, στην πορεία της, στη διανομή των ωφελημάτων της κ.λπ.

Το αντιπροσωπευτικότερο επιχείρημα, που μπορεί να επικαλεστεί κανείς σχετικά με το πώς οι έλληνες της κλασικής εποχής αντιλαμβάνονταν την κατ’ εξοχήν πολιτική διάσταση της πατρίδας, βρίσκεται στον Ηρόδοτο: «Φαίνεται δε όχι μόνο από ένα παράδειγμα αλλά γενικώς πόσο σπουδαίο πράγμα είναι η ισηγορία. Διότι όταν οι αθηναίοι διοικούντο τυραννικά  δεν ήσαν καθόλου καλύτεροι στα πολεμικά από κανέναν από τους γείτονές τους, απαλλαγέντες όμως από τους τυράννους έγιναν οι καλύτεροι όλων. Τούτο φανερώνει, ότι όταν ήσαν υποταγμένοι συμπεριφέρονταν εκουσίως ως δειλοί, σκεπτόμενοι, ότι εργάζονται για τον δεσπότη τους, όταν όμως ελευθερώθηκαν, ο καθένας έδειχνε προθυμία να εργαστεί σκεπτόμενος, ότι εργάζεται για τον εαυτό του».

Με άλλα λόγια ο άνθρωπος αποκτά πατρίδα μόνο όταν γίνεται πολίτης. Και τότε, αν χρειαστεί, πολεμάει για τον εαυτό του κι άρα για την πατρίδα του (και όχι το αντίστροφο). Καμία σχέση με υπηκόους, που σύρονται στα πεδία των μαχών ωθούμενοι από το ιδεολογικό («εθνικό») κουτόχορτο, που τούς έχει ταΐσει κάποιος πατριδοκάπηλος εξουσιαστής.

Ακόμα και μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο, όπου  παρατηρείται μια όξυνση των κοινωνικών συγκρούσεων εντός των εξασθενημένων πόλεων και όπου η κοινωνική συνοχή τίθεται συχνά υπό αίρεση, οι έλληνες παραμένουν υποψιασμένοι πολίτες και  δεν συγκινούνται από καμιά υποκριτική επίκληση για κοινωνική ειρήνη στο όνομα δήθεν της πατρίδας-πόλης. Εξ άλλου τέτοιου είδους επικλήσεις είναι ανύπαρκτες στην ελληνική αρχαιότητα: η όποια επίκληση της πατρίδας γινόταν πάντα συνοδεία επιχειρημάτων, όπως π.χ. στον Επιτάφιο του Περικλή.

Σε κάθε άλλη περίπτωση (π.χ. τυραννίας, κοινωνικής ανισότητας κ.λπ.) η στάσις (και ό,τι αυτή συνεπαγόταν, π.χ, τον φόνο «συμπολιτών» – αρπακτικών, δηλαδή ομοεθνών) θεωρείται όχι μόνο δικαιολογημένη, αλλά και αυτονόητη (σε πλήρη αντίθεση με τη σημερινή εποχή, όπου θεωρείται σεμνότυφα «εθνική προδοσία» -σημειωτέον, ότι για «εθνική προδοσία» δεν είχαν κατηγορηθεί ούτε οι μηδίσαντες έλληνες). Tα αρχαία πολιτικά συγγράμματα πραγματεύτηκαν το φαινόμενο της στάσεως, χωρίς υποκρισία, ως προϊόν της κοινωνικής ανισότητας (βλ. Αριστοτέλους, Πολιτικά,V,1301 a25-1301 b 18. Αλλά και Αινεία Τακτικού, Πολιορκητικά XIV, 1).

Οι αρχαίοι έλληνες διέθεταν ανέκαθεν πλήρη επίγνωση, ότι αποτελούν έθνος με κοινή καταγωγή, γλώσσα, πολιτισμό κ.λπ. Ωστόσο, αυτό δεν τους έλεγε και πολλά πράγματα από πολιτικής πλευράς. Γνώριζαν, ότι η κοινωνική συνοχή απαιτεί πολύ περισσότερα πράγματα από απλοϊκές ιδεολογικές καταφυγές σε κάποιο «κοινό αίμα» κι ότι εξασφαλίζεται μόνο εάν η έμφαση δοθεί στο πολιτικό μέρος του προβλήματος.

Ο ελληνικός πολιτικός στοχασμός αναδύθηκε από αυτό ακριβώς το «κοινό αίμα» που έχυναν αλύπητα οι έλληνες στις μεταξύ τους «αντεθνικές» συγκρούσεις και, κυρίως, στον συχνό κοινωνικό πόλεμο εντός των πόλεων. Η κοινή εθνική καταγωγή μπορεί να βοηθήσει στην κοινωνική συνοχή, αλλά δεν μπορεί ούτε να τη δημιουργήσει, ούτε να την διατηρήσει. Γνώριζαν, ότι η επίκληση της κοινής καταγωγής δεν επαρκεί για να αποτρέπει τις κοινωνικές συγκρούσεις κι ότι ήταν επισφαλής βάση, ώστε να θεμελιώσουν επάνω της την πολιτική τους αναζήτηση και πρακτική.

Αυτό το έκανε πολύ αργότερα ο νεώτερος εξουσιασμός επινοώντας το φαιδρό υβρίδιο του «έθνους-κράτους». Το εθνοκράτος παγίωσε στη συλλογική συνείδηση μια αποϊεροποιημένη και  χυδαία εδαφική/συνοριακή αντίληψη της πατρίδας.

Πολεμικό συμβούλιο (αριστερός πίνακας του Θ. Βρυζάκη 1819-1878). Στις κλέφτικες ομάδες που πολλές φορές συγκέντρωναν εκατοντάδες παληκάρια, ξαναέζησε το πνεύμα των περίφημων συμβουλίων των πολεμιστών της Ιλιάδας, αλλά και των λαϊκών συνελεύσεων (εκκλησιών του Δήμου) της κλασικής εποχής. Έτσι, ο πόλεμος διεξάγεται ελληνικότατα, από μια στοιχειωδώς πολιτική κοινότητα και όχι από έναν στρατό σκλάβων.

Στην αρχαία ελληνική πόλη η στράτευση  γινόταν περισσότερο αντιληπτή ως τιμή παρά ως υποχρέωση. Αυτό συνέβαινε, διότι ο στρατός ήταν στρατός πολιτών και όχι υπηκόων, ή σκλάβων. Οι οπλίτες/πολίτες, σε αντίθεση με σήμερα, είχαν μια πραγματική -και όχι ιδεολογική- πατρίδα να υπερασπίσουν π.χ. ως άτομα είχαν ολοκληρωμένη πολιτική οντότητα και όχι τα σημερινά καχεκτικά «πολιτικά δικαιώματα».

Κατά τον ίδιο τρόπο οι αγωνιστές του 1821 αντιλαμβάνονταν την πατρίδα ως κάτι χειροπιαστό κι όχι ως μια αφηρημένη ιδέα. Γι΄ αυτό, η μισθοδοσία των παλληκαριών τους και η δίκαιη διανομή των λαφύρων, απασχολούσαν τούς οπλαρχηγούς το ίδιο με τον σχεδιασμό των συγκρούσεων. Αυτό δεν οφειλόταν στον ελλιπή, λόγω ανυπαρξίας τακτικού στρατού, εφοδιασμό (ο τακτικός στρατός ήταν άλλωστε κάτι, που τους προξενούσε αποστροφή).

Απλώς δεν δέχονταν να  πολεμήσουν για την «πατρίδα» των κοτσαμπασήδων και των φαναριωτών, που ήσαν αραγμένοι στα μετόπισθεν (αναλόγως έπρατταν και τα πληρώματα των πλοίων). Επίσης, από ένα σημείο και μετά, απαιτούσαν και συμμετοχή στην πολιτική εξουσία. Όποιος διαβάσει, έστω και επί τροχάδην, τα απομνημονεύματα των διαφόρων οπλαρχηγών του 1821 θα διαπιστώσει την πλήρη ομοφωνία τους στο να μήν πολεμούν, κατά το κοινώς λεγόμενο, «για την ψυχή της μάνας τους» αλλά, για «πεζά» υλικά πράγματα, τόσο για τους ίδιους, όσο και για τους πολεμιστές τους: χρήματα, λάφυρα, αγροτικές εκτάσεις, πολιτική συμμετοχή. Κάτι, που (κακώς) θα απογοητεύσει τους γαλουχημένους με τις προπαγανδιστικές αγιογραφίες, που προωθεί το νεοελληνικό εθνοκράτος.

Χιλιετίες πρωτύτερα, ο -ολιγαρχικός- Πλάτων (Πολιτεία VIII, 551 d-e) είχε παραδεχθεί, ότι οι ολιγαρχικοί δεν είναι ικανοί να κάνουν πόλεμο «γιατί είναι αναγκασμένοι, ή να οπλίσουν το πλήθος, οπότε θα το φοβούνται περισσότερο από τους εχθρούς, ή να μην το χρησιμοποιήσουν καθόλου». Το οπλισμένο πλήθος του 1821, σε πλήρη αντίθεση με τους νεοέλληνες απογόνους του, γνώριζε ενστικτωδώς αυτή την αλήθεια και πολεμούσε για τους δικούς του λόγους, οι οποίοι συνήθως δεν είχαν καμία σχέση με τα πολιτικά «μαγειρέματα» των ελληνικών εξουσιαστικών ομάδων της εποχής.

Η ρίζα αυτής τής εντελώς αντιιδεολογικής αντίληψης περί πατρίδας, πολέμου και στρατού είναι κοινή τόσο στους αρχαίους, όσο και στους νεώτερους.  Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ανθρώπους, που γνωρίζουν γιατί πολεμούν και δεν έχουν πέσει θύματα ιδεολογικοποιημένης εξαπάτησης. Παρά την έλλειψη μόρφωσης των Κλεφτών, ο  πόλεμός τους είχε πάντα ως κυρίαρχη μια ενστικτώδη υγιή πολιτική διάσταση, αντί για μια περιορισμένη και νεφελώδη «εθνική» και εδαφική.

Γαλουχημένοι με κείμενα όπως η συναρπαστική Ελληνική Νομαρχία τού Ανωνύμου του Έλληνος, οι εξεγερμένοι του 1821 ένιωθαν, ότι:

«Πατρίς είναι μια λέξις, διά της οποίας όλοι κοινώς εννοούσι την γην, εις ήν εγεννήθησαν, οι μόνον ελεύθεροι όμως δύνανται να καταλάβωσι τήν μεγάλην αυτής σημασίαν, και δια τούτο οι δούλοι αδιαφόρως προφέρουσι τοιούτον όνομα[…] Τα ονόματα αγαπητοί μου, λαμβάνουν την σημασίαν από την ιδιότητα των πραγμάτων, εις τα οποία αναφέρονται. Όθεν, αν τινάς δεν γνωρίζει το πράγμα εις ουδέν του χρησιμεύει η ονομασία του. Και καθώς ο εκ γενετής αόμματος, προφέροντας τα ονόματα των χρωμάτων ουδέν εννοεί, επειδή δεν είδε ποτέ τα χρώματα, ούτως και οι νυν Έλληνες με το «Πατρίς» άλλο δεν εννοούσι ειμή τήν γην εις την οποίαν εγεννήθησαν, επειδή τούς λείπει η ελευθερία […]  Ω! πόσον διαφέρομεν από τους προγόνους μας οι ταλαίπωροι! […] Η  λέξις «Πατρίς» ερέθιζε εις την ενθύμησιν τών προγόνων μας όλας τας ιδέας τών καλών της ελευθερίας και όλην την ευδαιμονίαν της ζωής των.»

Στη σημερινή εποχή η  έννοια της πατρίδας (ίσως η  μόνη, για την οποία άξιζε ανέκαθεν να πολεμήσει κανείς) έχει ευτελιστεί σε μια ιδεοληψία για όσους αρέσκονται να στριμώχνουν την πραγματικότητα σε απλοϊκά θρησκευτικά, ή εθνικιστικά σχήματα. Είναι αξιοσημείωτο, ότι οι αρχαίοι έλληνες, που πολέμησαν για πραγματικά ιερά πράγματα, τα οποία -θεωρητικά τουλάχιστον- αποδέχεται ως ιερά και ο σημερινός κόσμος, δεν το διατυμπάνισαν και δεν τα ιδεολογικοποίησαν ποτέ. Σε αντίθεση με τους ευρεσιτέχνες των διαφόρων ιδεολογιών του πολέμου.

Γι’ αυτό ένας πολίτης, που θέλει να είναι πραγματικά τέτοιος, αν ποτέ κληθεί να πολεμήσει, είναι απαραίτητο να αναρωτηθεί ποιός και γιατί πραγματικά του ζητά να το κάνει κι ας διεξάγει όπως μπορεί τον δικό του αντιιδεολογικό πόλεμο. Στην πράξη αυτό μόνο με έναν τρόπο μεταφράζεται: μετατροπή του ιδεολογικοποιημένου «εθνικού» πολέμου σε υλιστικό κοινωνικό, δηλαδή, κατά την απατηλή ορολογία του εθνοκράτους, σε «εμφύλιο» ή «ανταρσία» ή στα αρχαία ελληνικά στάση.

Δηλαδή ταυτόχρονος πόλεμος όσων θέλουν να λέγονται πολίτες, εναντίον, τόσο των «εξωτερικών» όσο και (κυρίως) των εσωτερικών εχθρών – εξουσιαστών της κοινωνίας. Μια σύρραξη με έναν «εξωτερικό» εχθρό, αποτελεί πάντα μια καλή ευκαιρία για τους εκμεταλλευόμενους, να διευθετήσουν γρήγορα και εύκολα όλη την ανώμαλη κοινωνική κατάσταση, στην οποία ζούν αλαζονικώς επαναπαυμένα τα κοινωνικώς κυρίαρχα παράσιτα.

Έτσι οι νικητές του κοινωνικού πολέμου θα έχουν αποκτήσει μια πραγματική (και όχι ιδεολογική) πατρίδα για να υπερασπίσουν. Η θέση περί μετατροπής των «εθνικών» πολέμων σε κοινωνικούς αποτελεί μια μεγάλη συνεισφορά της κλασικής πολιτικής σκέψης, που εγκαινίασαν οι ελληνικές δημοκρατίες και έφτασε ως εμάς διαμέσου της Γαλλικής Επανάστασης και του επαναστατικού σοσιαλισμού του 19ου αιώνα.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Η ΟΜΗΡΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, Έπη και αρχαιολογικά ευρήματα, Πόλις και οίκος

Η ομηρική πολιτική οργάνωση, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τα ίδια τα κείμενα -και κυρίως από τον κατάλογο των πλοίων (Νηών Κατάλογος) που λαμβάνουν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο- θεωρείται ότι παραπέμπει σε μια πολιτική οργάνωση η οποία αποτελείται από τρία επίπεδα (Carlier 2006: 105):
 
α) από τους περισσότερους από 300 δήμους, έθνη ή μικρές πόλεις, οι οποίοι αποτελούνται από μικρότερες ομάδες, τις φρατρίες, και συνιστούν μια ευρύτερη στρατιωτική μονάδα,
β) από τις 29 στρατιωτικές μονάδες που φαίνεται πως εκπροσωπούν ισάριθμα «βασίλεια», τα οποία διοικούνται από έναν βασιλιά και φέρουν εθνικά ονόματα (για παράδειγμα, Φωκείς, Αρκάδες κ.λπ.), και
γ) από την κοινότητα των Αχαιών στο σύνολό της, της οποίας φαίνεται πως ηγείται ο Αγαμέμνων.
 
Νεότερες έρευνες τείνουν να αναδείξουν και την περίπλοκη πολιτική οργάνωση των μυκηναϊκών «κρατών». Συνδυάζοντας τα αρχαιολογικά ευρήματα με τις πληροφορίες που παρέχουν οι πινακίδες της Γραμμικής Β από την Πύλο, για παράδειγμα, αποκαθίσταται μια τεσσάρων βαθμίδων ιεραρχία, η οποία αποτελείται (Cosmopoulos 2006: 205): α) από το λεγόμενο «ανάκτορο του Νέστορα», β) από μια περιφερειακή πρωτεύουσα που τοποθετείται στην περιοχή της Ίκλαινας, γ) από μικρότερες θέσεις, ίσως αγροτικά χωριά, γύρω από κάποια πιθανόν «βιοτεχνικά» κέντρα, δ) από κάποιες αγροικίες ή μέρη όπου ασκούνται περιορισμένες αγροτικές δραστηριότητες. Οι παραπάνω διαπιστώσεις, όμως, δεν είναι αρκετές για να υπάρξει πλήρης ταύτιση της μυκηναϊκής με την ομηρική κοινωνία, καθώς δεν αντιστοιχούν με τις πληροφορίες που προέρχονται από τα ίδια τα έπη.
 
O Κ. Ράαφλαουμπ (Κ. Raaflaub) ήταν αυτός που διατύπωσε, το 1999, έναν από τους καλύτερους, ίσως, ορισμούς για την ομηρική κοινωνία όπως αυτή απεικονίζεται στα έπη (Raaflaub 2009: 750). Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν τον ορισμό ό,τι αποκαλούμε «ομηρική κοινωνία» είναι το κοινωνικό περιβάλλον στο πλαίσιο του οποίου ζουν, δρουν, διαπρέπουν και πάσχουν οι ομηρικοί ήρωες. Ο παραπάνω ερευνητής θεώρησε ότι τα κύρια χαρακτηριστικά της ομηρικής κοινωνίας προσδιορίζονται από τη λειτουργία της πόλεως και του οίκουκαι, κυρίως, από τη μεταξύ τους σχέση. Παρατήρησε ότι τα ομηρικά έπη είναι γεμάτα από πόλεις, αλλά τέσσερις είναι αυτές που έχουν την πρωτοκαθεδρία: η Τροία, το αντίπαλό της οχυρωμένο στρατόπεδο των Αχαιών, η Σχερία, η χώρα των Φαιάκων δηλαδή, και η Ιθάκη.
 
Ενδιαφέροντα συμπεράσματα προκύπτουν και από την ανάλυση της σχέσης ατόμου-οικογένειας-πόλεως και κράτους (Raaflaub 2009: 756-761). Κάθε πόλη μοιάζει πολύ με τη μορφή των αρχαίων πόλεων-κρατών. Περιλαμβάνει έναν κύριο οικισμό και την περιφέρειά του. Πρόκειται, δηλαδή, για μια εδαφική κοινότητα. Ο κύριος οικισμός αποτελείται από τα οικήματα των κατοίκων και τον μεγάλο οίκο του βασιλέως, αλλά και από κοινοτικά κτίρια και χώρους. Χαρακτηρίζεται, επίσης, από την ύπαρξη τειχών, αλλά και ιερών και ναών. Οι πόλεις είναι ανεξάρτητες και αυτοδιοικούμενες με συλλογικά όργανα που συσκέπτονται στην αγορά, η οποία αποτελεί τον χώρο λήψης των αποφάσεων, αφού εκεί γίνονται οι κύριες συνελεύσεις των κατοίκων με παρουσία των αρχηγών οι οποίοι κάθονται σε σταθερές θέσεις. Δεν υπάρχουν, πάντως, γραπτοί νόμοι, αλλά εθιμικοί κανόνες και προστασία της δικαιοσύνης.
 
Η περιγραφή του οίκου του Οδυσσέα (Οδύσσεια ζ 291 κ.εξ.) και του οίκου του Αλκίνοου (Οδύσσεια η 84-132) συνιστούν, σύμφωνα πάντα με τον Κ. Ράαφλαουμπ, χαρακτηριστικές περιπτώσεις:
«Το κέντρο του είναι το οίκημα (δώμα) στην πόλη της Ιθάκης. Περιλαμβάνει τη μεγάλη αίθουσα με την εστία (όπου κανονικά, όπως στη Σχερία, ο βασιλιάς ψυχαγωγεί τους άλλους ευγενείς και τους εκάστοτε ξένους, αλλά τώρα οι μνηστήρες επιδίδονται στα άνομα συμπόσιά τους), τα διαμερίσματα της οικογένειας, των υπηρετών και των δούλων, κτίρια και χώρους για την εκτροφή οικόσιτων ζώων και αποθήκες. Το δώμα του ηγεμόνα συνεπώς είναι μια ευμεγέθης εκδοχή αγροκτήματος … το κέντρο ενός εκτεταμένου υποστατικού που περιλαμβάνει κήπους, οπωρώνες και αγρούς κοντά στην πόλη, αλλά και κοπάδια αιγοπροβάτων και χοίρων». Η κοινωνική τους θέση εξηγείται καλύτερα στο πλαίσιο μιας υπό διαμόρφωση αριστοκρατίας».
 
Η δράση των ομηρικών ηρώων διακρίνεται, παράλληλα, από την παροχή υπηρεσιών προς την κοινότητα, αλλά και προς την οικογένεια.
 
«Εν ολίγοις, η αφοσίωση του ατόμου κυρίως στην οικογένεια και τον οίκο δεν απέκλειε την υψηλή εκτίμηση των υπηρεσιών προς την πόλιν αλλά και των αισθημάτων ευθύνης απέναντι σε αυτήν. Έτσι δικαιολογείται ο έπαινος του δίκαιου βασιλιά και των ευεργεσιών που προσφέρει στην κοινότητα. Ο ήρωας γνωρίζει ότι η ευημερία της οικογένειάς του εξαρτάται από την τύχη της κοινότητας».
 
Το ατομικό ηρωικό ιδεώδες υποτάσσεται σιγά-σιγά, συνεπώς, στη συλλογική συνείδηση της πόλης. Πρόκειται για μια κοινωνία υπό διαμόρφωση, η οποία πορεύεται από την οικογενειακή αριστοκρατική συγγένεια προς τη συλλογικότητα της πόλης. Στην Ιλιάδα (ραψωδία Μ 243) άλλωστε, δηλώνεται απερίφραστα η νέα συνθήκη, καθώς «εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης» («ένας είναι ο καλύτερος οιωνός, να υπερασπίζεται κανείς την πατρίδα του»). Η «πατρίδα» παίρνει τη θέση του αριστοκρατικού «οίκου».