Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΟΙ ΠΕΡΣΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΕΠΑΝΙΣΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΡΟΣ ΑΛΛΗΛΟΥΣ
 
1. Εισαγωγή

Η στάση του Μεγάλου Βασιλιά της Περσίας Δαρείου του Β΄ και των σατραπών του προς τις δύο ελληνικές συμμαχίες υπήρξε αποφασιστική για την έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο πόλεμος κρίθηκε υπέρ των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους μόνον όταν οι Αχαιμενίδες προσέφεραν την υποστή­ριξή τους στους Σπαρτιάτες, αντιδρώντας αρχικά στη βοήθεια των Αθηναίων προς τον επαναστάτη Αμόργη και έπειτα στις αθηναϊκές επιτυχίες μετά το 410 π.Χ. Το γεγονός ότι η βοήθεια των Περσών προς τους εχθρούς της Αθήνας δεν αποτέλεσε ένα από τα κεντρικά θέματα του Θουκυδίδη και ότι τα περσικά χωρία του έργου γενικά αποδεικνύονται μάλλον λιγοστά, θα μπορούσε να αποδοθεί εν μέρει στις προκαταλήψεις του ιστορικού. Η ερμηνεία αυτή, όμως, δεν μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί ο Θουκυδίδης μνημονεύει κάποια γεγονότα της ιστορίας των ελληνοπερσικών σχέσεων, ενώ για κάποια άλλα σιωπά.
 
Η μελέτη αυτή έχει τρεις σκοπούς: πρώτον, να ορίσει και να περιγράφει τον ρόλο των Περσών πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και κατά τη διάρκεια αυτού, έτσι όπως τον αποδίδει ο Θουκυδίδης· δεύτερον, να εξετάσει την άποψη του ιστορικού για τους Πέρσες, σε σύγκριση κυρίως με τις απόψεις των συγγραφέων της εποχής του· και, τέλος, να θίξει το ζήτημα της παράδοσης των περσικών ονομάτων και των θεσμών της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών από τον Θουκυδίδη.
 
2. Ο Θουκυδίδης και οι Περσικοί Πόλεμοι
 
Όταν πρόκειται για τις συγκρούσεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων και των Μεγάλων Βασιλέων, ο Θουκυδίδης είναι φειδωλός: η μόνη αναφορά στις πολιτικές φιλοδοξίες του Κόρου και του Καμβύση συνδυάζεται με την αναφορά στην ανάπτυξη των ελληνικών θαλάσσιων δυνάμεων και το τέλος της ιωνικής επίδειξης δύναμης (1.13.6· 1.14.2· 1.16.1). Ακόμη και οι ελληνικές εκστρατείες του Δαρείου του Α΄ και του γιου του, του Ξέρξη, θίγονται με τρόπο μάλλον επιφανειακό (1.18.1 κ.ε.· 1.23.1· 2.34.5) ή στα συμφραζόμενα της συνέλευσης στη Σπάρτη το 432/1 π.Χ., όταν πρόκειται να περιγραφούν οι αδυναμίες της Σπάρτης (δημηγορίες των Κορινθίων και των Αθηναίων) ή τα προτερήματα της Αθήνας (δημηγορία των Αθηναίων) (1.69.5· 1.73.2-74.4).[2] Το χωρίο 1.23.1 καθιστά σαφές ότι ο ιστορικός υποβάθμισε τη σημασία των Περσικών Πολέμων για να προσδώσει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στον Πελοποννησιακό Πόλεμο.
 
3. Ο Θουκυδίδης, οι Πέρσες και η Πεντηκονταετία
 
Ο Θουκυδίδης αρχίζει την εξιστόρηση των κύριων γεγονότων με την αποχώρηση των Περσών από την Ελλάδα (479 π.Χ.). Σε είκοσι εννέα κεφάλαια (1.89- 118) καταγράφει πολλά από τα βασικά γεγονότα της περιόδου από το 479 έως το 431 π.Χ. (αν και όχι όλα), και βάσει αυτών ορίζει ποια υπήρξε η πραγματική αιτία του Πελοποννησιακού Πολέμου: η άνοδος της δύναμης της Αθήνας (ως ἡγεμόνος και τελικά ως κυρίου της Δηλιακής Συμμαχίας)[3] και οι επακόλουθοι φόβοι των Σπαρτιατών. Η μνεία στο σημείο αυτό των μέτρων που έλαβαν οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους εναντίον του Πέρση βασιλιά και των Ελλήνων υποστηρικτών του είναι αναμενόμενη.[4] Ο ιστορικός προσφέρει μια εξαιρετικά λεπτομερή περιγραφή της αποτυχίας των Αθηναίων στην Αίγυπτο (1.109-110).
 
Το γεγονός πως ο Θουκυδίδης δεν μνημονεύει κάποια συνθήκη ή ανεπίσημη συμφωνία μεταξύ Περσών και Αθηναίων ως κατακλείδα της επιθετικής φάσης της αθηναϊκής εξωτερικής πολιτικής (Ειρήνη του Καλλία’) ούτε στο 1.112 ούτε αλλού στο έργο του θεωρήθηκε απόδειξη πως δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία· υπάρχουν, όμως, άλλα χωρία στο έργο (π.χ., 8.56.4, 58.2) που μοιάζουν να προϋποθέτουν μια τέτοια συμφωνία, και οι Έφορος-Διόδωρος επιβεβαιώνουν πράγματι την ύπαρξή της (12.4).[5] Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις στις οποίες είναι αρκετά σαφές ότι ο Αθηναίος ιστορικός γνωρίζει καλά παρόμοιες διπλωματικές επαφές μεταξύ Περσών και Ελλήνων και τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν: μνημονεύει τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Παυσανία και τον Αρτάβαζο (1.129.1) και εκείνες ανάμεσα στον Θεμιστοκλή και τον Αρταξέρξη τον Α΄ (1.137.3), καθώς και το γεγονός ότι οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι σχεδίαζαν να ζητήσουν περσική βοήθεια πριν αρχίσουν οι συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων το 431 π.Χ. (1.82.1· 2.7.1).[6]
 
4. Ο Θουκυδίδης, οι Πέρσες και ο Πελοποννησιακός Πόλεμος
 
Δεν είναι σαφές εάν η περσική πλευρά επηρεάστηκε στη συμφωνία της με την Αθήνα (449 π.Χ.) από την προσδοκία ότι οι δύο ελληνικές συμμαχίες θα ανταγωνίζονταν και θα υπέσκαπταν η μία την άλλη·[7] είναι, όμως, βέβαιο ότι η συμφωνία αυτή δεν εμπόδισε τους Πέρσες να συνεχίσουν να ασκούν μεγαλύτερη επίδραση στην ελληνική πολιτική (μέσω χρημάτων).[8] Η ιδέα ότι οι Πέρσες (όπως και οι Αθηναίοι - βλ. πιο κάτω) αναζητούσαν τις κατάλληλες ευκαιρίες για να επεκτείνουν τη ζώνη επιρροής τους στη δυτική Μικρά Ασία παρά την Ειρήνη του Καλλία’ επιβεβαιώνεται από την υποστήριξη του Πισσούθνη προς τους Σαμίους που είχαν αποστατήσει (Θουκ. 1.115.4) και την κατάληψη της Κολοφώνας από τους Πέρσες (Θουκ. 3.34).[9] Παρ’ όλα αυτά, ελλείψει περισσότερων πληροφοριών, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν οι σατράπες ενεργούσαν με δική τους πρωτοβουλία σε αυτές τις περιπτώσεις ή εάν είχαν συμβουλευθεί τον Μεγάλο Βασιλέα. Τελικά, η πολιτική αυτή απέδωσε, όταν η Αθήνα και η Σπάρτη αποφάσισαν ότι έπρεπε να αποκτήσουν νέους συμμάχους για να μπορέσουν να ελέγξουν η μία την άλλη. Στο χωρίο 2.67.1 ο Θουκυδίδης μνημονεύει μια πελοποννησιακή αποστολή στον Αρταξέρξη το καλοκαίρι του 430. Οι απεσταλμένοι επρόκειτο να ζητήσουν οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, αλλά παραδόθηκαν τελικά στους Αθηναίους από τον Σάδοκο, τον γιο του Σιτάλκη, και θανατώθηκαν αργότερα χωρίς να δικαστούν. Στο χωρίο 4.50 ο Θουκυδίδης μνημονεύει και άλλες επαφές των Πελοποννησίων με την Περσία, τα μηνύματα των οποίων, όμως, δεν μπορούσε να καταλάβει ο Αρταξέρξης. Λέγεται πως λίγο αργότερα μια αθηναϊκή διπλωματική αποστολή ματαιώθηκε λόγω του θανάτου του Μεγάλου Βασιλιά[10] (4.50.3).[11]
 
Η Περσία, όμως, αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα στις διαμάχες μεταξύ των Ελλήνων, μόνον όταν η Αθήνα υποστήριξε τον επαναστάτη Αμόργη (413 π.Χ.),[12] αν και είναι πιθανό πως οι Αθηναίοι είχαν ήδη συνεργαστεί με τον πατέρα του Αμόργη.[13] Οι αδιάκοπες μικροσυγκρούσεις μεταξύ Περσών και Αθηναίων θα πρέπει, λοιπόν, να συνέβαιναν παράλληλα προς τις διπλωματικές επαφές και να κατέληξαν σε μια μείζονα σύγκρουση, όταν η αθηναϊκή καταστροφή στη Σικελία επέτρεψε στους Πελοποννησίους να εφαρμόσουν τα (υποτίθεται παλαιότατα) σχέδιά τους για έναν θαλάσσιο πόλεμο στο Αιγαίο Πέλαγος. Παρ’ όλα αυτά, το περσικό ζήτημα δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο στο έργο του Θουκυδίδη από το κεφάλαιο 4.50 έως το 8ο βιβλίο (δηλαδή, στην περίοδο 425-412 π.Χ.). Δεν είναι καθόλου σαφές γιατί ο Θουκυδίδης αποσιωπά και την ανανέωση της Ειρήνης του Καλλία’ από τον Δαρείο τον Β' (424/3 π.Χ.)[14] και την αθηναϊκή υποστήριξη προς τον Αμόργη (και προς τον Πισσούθνη),[15] που ακύρωσε τις συμφωνίες μεταξύ Περσίας και Αθήνας. Προσπάθειες να ερμηνευτεί αυτή η σιωπή αποκλειστικά βάσει της ιστορίας της σύνθεσης του έργου[16] δεν είναι πειστικές.[17] Μια πιθανή εξήγηση[18] είναι ότι ο Θουκυδίδης είχε επηρεαστεί πολύ από την ιδέα του διπολικού συστήματος εξουσίας στην Ελλάδα και του αθηναϊκού-σπαρτιατικού δυϊσμού. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ο ιστορικός να επιθυμούσε να σκιαγραφήσει αναδρομικά κατά κάποιον τρόπο τις εξελίξεις από το 431 π.Χ., όταν η εμφάνιση του Κύρου του Νεότερου θα προσέθετε μια νέα διάσταση στη βοήθεια των Περσών προς τους Πελοποννησίους. Από την άλλη, οι παρατηρήσεις του στο χωρίο 2.65 δεν φαίνεται να υποδηλώνουν πως εξετίμησε ποτέ δεόντως τον ρόλο των Περσών, χωρίς την οικονομική υποστήριξη των οποίων οι θαλάσσιες επιχειρήσεις των Πελοποννησίων θα είχαν λήξει πιθανότατα μετά τη ναυμαχία των Αργινουσών. Το γεγονός μοιάζει ακόμη πιο παράδοξο, εάν λάβουμε υπόψη μας ότι ο Θουκυδίδης δεν υποτιμά συνήθως την ιστορική σημασία των χρημάτων.
 
Ο Θουκυδίδης αφιερώνει πολύ χώρο στον ανταγωνισμό ανάμεσα στον σατράπη των Σάρδεων Τισσαφέρνη και τον σατράπη του Δασκυλίου Φαρνάβαζο, που επιδίωκαν τη σύναψη συμμαχίας με τη Σπάρτη την ίδια εποχή (412 π.Χ.)· λέγεται πως και οι δύο ήθελαν να αποδυναμώσουν τους Αθηναίους, έτσι ώστε να επιβάλουν την καταβολή των φόρων που απαιτούσε ο Μεγάλος Βασιλιά από τις ελληνικές πόλεις των περσικών επαρχιών και η οποία παρεμποδιζόταν από τους Αθηναίους (8.5.5, 8.6.1). Υποτίθεται πως ο Τισσαφέρνης περίμενε τη βοήθεια των Σπαρτιατών για την καταστολή της επανάστασης του Αμόργη στην Καρία την ίδια εποχή (8.5-5).[19] Αν και ειδικά ο Τισσαφέρνης παρουσιάζεται από τον Θουκυδίδη ως χαρακτήρας προνοητικός,[20] είναι σαφές πως και η προσέγγιση της Σπάρτης εκ μέρους των Περσών και η πρόθεση για εκ νέου επιβολή φόρων στις πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας αποτελούσαν εντολή του Μεγάλου Βασιλιά (8.4.5), η οποία αποτελούσε με τη σειρά της αντίδραση στην αθηναϊκή παραβίαση της συμφωνίας·[21] ο σατράπης, όμως, θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ουσιαστική ελευθερία κινήσεων κατά την εκτέλεση αυτών των εντολών.
 
        Αν και ο Θουκυδίδης δεν εξηγεί με σαφήνεια γιατί οι σχέσεις Σπάρτης και Περσίας ήταν τελικά πιο δύσκολες από ό,τι αναμενόταν, παρά τη βοήθεια των Λακεδαιμονίων για τη σύλληψη του Αμόργη και τον κοινό εχθρό, την Αθήνα, μπορούμε εντούτοις να συναγάγουμε τους λόγους από την αφήγησή του. Κατ’ αρχάς, ο Τισσαφέρνης και ο Δαρείος δεν είχαν καμία πρόθεση να προσφέρουν άνευ όρων βοήθεια στους Σπαρτιάτες· η δράση των Περσών υπαγορευόταν πάντοτε από τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας, όπως φαίνεται από τα επιχειρήματα για τα τρία προσχέδια συνθήκης στα έτη 412 και 411 π.Χ. (8.18· 8.37- 8.58)[22] και την παροχή πλοίων και χρημάτων (8.29· 8.45-2-6- 8.78· 8.80.1· 8.83.3). Έπειτα, ο ανταγωνισμός μεταξύ των σατραπών του Δασκυλίου και των Σάρδεων (8.6.1· 8.99· 8.109.1), εγγενής στο σύστημα διακυβέρνησης των Αχαιμενιδών, καθώς και οι ανεπαρκείς στρατιωτικοί και (πιθανότατα) οικονομικοί πόροι των Περσών διοικητών στη Δόση,[23] δεν επέτρεψαν την αντίδραση των Αχαιμενιδών στις αθηναϊκές προκλήσεις.[24] Το γεγονός πως υπήρχε στη Σπάρτη μια πολιτική μερίδα που προτιμούσε συνεργασία με τον Φαρνάβαζο (8.6.2· πρβλ. 8.39.1) περιέπλεξε τα πράγματα για τον Τισσαφέρνη στα αρχικά στάδια της περσο-σπαρτιατικής σύμπραξης.[25]
 
Αν και φαίνεται πως ύψιστη προτεραιότητα και για τον Τισσαφέρνη και για τον Δαρείο ήταν η τιμωρία των Αθηναίων και η συνακόλουθη ανάκτηση των χαμένων εδαφών, δεν υπήρχε πρόθεση αποκλειστικής και άνευ όρων υποστήριξης των Σπαρτιατών. Την ίδια στιγμή και οι δύο Πέρσες είχαν ίσως θορυβηθεί με το σύνθημα των Σπαρτιατών για ‘ελευθερία και αυτονομία’[26] και με την άκαμπτη στρατηγική τους. Από την άποψη αυτή, σωστά έχουν προσέξει οι μελετητές πως η θουκυδίδεια περιγραφή των διαβουλεύσεων μεταξύ του σατράπη και του Αλκιβιάδη (8.45 κ.ε.) επηρεάστηκε βαθύτατα από τις έριδες για την Κνίδο - τη διαμαρτυρία του Λίχα για τις δύο πρώτες συμφωνίες με την Περσία και την οργή του Τισσαφέρνη για τη συμπεριφορά των Σπαρτιατών (8.43.2-4). Αν και στην πραγματικότητα οι συμφωνίες Περσών και Σπαρτιατών προηγήθηκαν αυτών των συζητήσεων και ο Τισσαφέρνης ήταν ο αρχιτέκτονας αυτής της μη δεσμευτικής πολιτικής προς τη Σπάρτη, το έργο του Θουκυδίδη δίνει την εντύπωση πως ο Αλκιβιάδης μπορούσε να είχε προβλέψει τις προκλήσεις των Σπαρτιατών στην Κνίδο και να τις αναφέρει στον σατράπη.[27] Αν και φαίνεται πως ο Θουκυδίδης γνώριζε καλά πως ο Πέρσης επηρέαζε αποφασιστικά τις διαπραγματεύσεις και με τους Σπαρτιάτες και με τους Αθηναίους (πρβλ., π.χ., 8.46.5- 8.81.2), ο Τισσαφέρνης ‘του’ είναι σε γενικές γραμμές ένας πολιτικός με σκοπιμότητες και κυκλοθυμικός, που ενεργεί από φόβο προς τη Σπάρτη και ακολουθεί τις συμβουλές του Αλκιβιάδη μόνο περιστασιακά (8.46.5· πρβλ. 8.56.2 κ.ε.). Παρ’ όλα αυτά, οι ‘μεταπτώσεις στη διάθεση’ (όργαί: Θουκ. 8.83.3), για τις οποίες παραπονούνται μόνον οι Σπαρτιάτες, αντιπροσωπεύουν μια ισορροπημένη πολιτική δύναμης, η οποία, ενόψει των στόχων της περσικής πολιτικής και των στρατιωτικών και οικονομικών περιορισμών της, ήταν επιφυλακτική απέναντι στην προοπτική μιας αποφασιστικής προτίμησης της μίας εκ των δύο ελληνικών συμμαχιών.[28] Οι πιθανοί νέοι στόχοι της αθηναϊκής εξωτερικής πολιτικής δεν αποφασίζονταν εκείνη τη στιγμή από τον Αλκιβιάδη αλλά από τον Τισσαφέρνη.[29] Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη ο Αλκιβιάδης πρότεινε στον σατράπη να αφήσει τις δύο ελληνικές πλευρές να πολεμούν μεταξύ τους έτσι ώστε να εξασθενήσουν[30] παρά να υποστηρίξει τη μία από αυτές (8.46), επιδιώκοντας, βέβαια, να οδηγήσει τελικά τους Πέρσες να υποστηρίξουν την Αθήνα και, πιο σημαντικό ακόμη, να επιτύχει τη θριαμβευτική επιστροφή του στην πατρίδα (πρβλ. 8.47 κ.ε.).[31] Δεν είναι σαφές εάν η επιπρόσθετη συμβουλή του Αλκιβιάδη να επιδιωχθεί μελλοντική μακροπρόθεσμη συνεργασία με την Αθήνα (8.46.3)[32] εντυπωσίασε εν τέλει τον Τισσαφέρνη.
 
Οι αθηναϊκές επιτυχίες της περιόδου 410-407 π.Χ. ήταν πιθανότατα ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Δαρείος ο Β΄ εγκατέλειψε την πολιτική αυτή υπέρ μιας ανεπιφύλακτης στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς τη Σπάρτη.[33] Μετά τον πόλεμο ο Θουκυδίδης μνημονεύει αυτόν τον επαναπροσανατολισμό της περσικής πολιτικής προς τη Δύση (2.65.12). Δεν θα μάθουμε ποτέ αν θα επαινούσε την προνοητικότητα της πολιτικής του Τισσαφέρνη και την απόλυτη αφοσίωσή του στον Βασιλιά, στην περίπτωση που είχε βιώσει τις φιλοδοξίες του Κύρου του Νεότερου και τη σπαρτιατική ηγεμονία - δύο στοιχεία εξίσου επιζήμια για την Περσία.
 
5. Η άποψη του Θουκυδίδη για τους Πέρσες
 
Η πρόσφατη έρευνα έχει δείξει ότι στην Αθήνα του 5ου αι. δεν υπήρχε μια ενιαία άποψη για τους Πέρσες ή τους βαρβάρους· ποικιλόμορφες εικόνες της Περσίας και των Περσών υπήρχαν και στη γραμματεία και στην τέχνη, στενά εξαρτημένες από την πρόθεση του εκάστοτε συγγραφέα, καλλιτέχνη ή πελάτη και επηρεασμένες από αρχές ποιητικής και δημόσιου λόγου· οι εικόνες αυτές αντικατόπτριζαν ταυτοχρόνως εν μέρει το καθεστώς των ελληνοπερσικών σχέσεων (δηλαδή, κυρίως των σχέσεων μεταξύ Αθήνας και Περσίας). Εντούτοις, κατά τις δεκαετίες του 430 και του 420 Αθηναίοι αριστοκράτες άρχισαν να υιοθετούν δείκτες κοινωνικού status από τον περσικό ‘αντίπαλο κόσμο’ (την ενδυμασία, παραδείγματος χάριν) για να αποκομίσουν πλεονεκτήματα στην ισονομική κοινωνία της πατρίδας τους.[34]
 
Δεν είναι τυχαίο που το έργο του Θουκυδίδη κατέχει μικρή μόνο θέση στη μελέτη του βασιλείου των Αχαιμενιδών: ο συγγραφέας και οι χαρακτήρες του σπάνια εκφράζουν τη γνώμη τους για τα περσικά πράγματα. Λεπτομερείς αναφορές γίνονται μόνο για (α) τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περσικής βασιλείας και διακυβέρνησης, και (β) την περσική/ανατολίτικη αντίληψη για την πολυτέλεια και την επίδειξή της. Συχνά, εντούτοις, τα έθιμα αυτά και οι θεσμοί των Περσών λειτουργούν απλώς και μόνον ως υπόβαθρο για τις θουκυδίδειες περιγραφές των διάφορων χαρακτήρων και των μεγάλων αποκλίσεων που υπάρχουν ως προς τη συμπεριφορά και τους θεσμούς τους. Έτσι, οι Θηβαίοι του Θουκυδίδη περιγράφουν μια αντίθεση ανάμεσα στην εγωιστική και άνομη πολιτική των πολιτικών τους ηγετών κατά τους Περσικούς Πολέμους και στην πολιτική των Περσών Βασιλέων, τους οποίους εύλογα οι Θηβαίοι επιθυμούσαν να υποστηρίξουν εκείνη την εποχή (3.62). Παρόμοια, οι Αθηναίοι του Θουκυδίδη θεωρούν πολύ σημαντικό να καταστήσουν σαφές πως η δική τους συμπεριφορά προς τους συμμάχους είναι πολύ πιο επιεικής από τη συμπεριφορά των Περσών στο παρελθόν (1.77). Ο ίδιος ο Θουκυδίδης είναι πιο επιφυλακτικός ως προς την κρίση του: παραδείγματος χάριν, φαίνεται λογικό να υποθέσουμε ότι ο ιστορικός θεωρούσε τον περσικό τρόπο διακυβέρνησης πιο εύκαμπτο από τον αθηναϊκό, εφόσον θεωρεί έξυπνη πολιτική κίνηση τη δήλωση του Αλκιβιάδη (και του Πεισάνδρου) ότι η περσική υποστήριξη προς την Αθήνα θα απαιτούσε μια ολιγαρχική επανάσταση στην πόλη (8.48.1· 8.53.3). Τα δημοφιλή στερεότυπα για τους βαρβάρους - παραδείγματος χάριν, ότι ακόμη και οι Πέρσες αριστοκράτες ήταν ουσιαστικά δούλοι - απουσιάζουν από το έργο του Θουκυδίδη. Η κριτική που ασκεί ο Περικλής στη δημόσια επίδειξη του πλούτου (2.40) και η περιγραφή του ‘εξανατολισμού’ του Παυσανία (1.130) σίγουρα παραπέμπουν στην πολυτελή ζωή (και πιθανότατα στην υπερηφάνεια) των Μεγάλων Βασιλέων·[35] από την άλλη, η υπερβολή τους όσον αφορά την ανταπόδοση των δώρων[36] βρίσκεται σε σαφή αντίθεση προς την αρπακτικότητα των Θρακών βασιλέων και ευγενών (2.97).
     
6. Τα ονόματα και οι θεσμοί των Περσών στο Θουκυδίδη
 
Πριν από δύο δεκαετίες περίπου παρατηρήθηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Θουκυδίδης αποδίδει τα περσικά ονόματα, καθώς και οι αναφορές του στους περσικούς θεσμούς είναι απολύτως αξιόπιστοι.[37] Εντούτοις, θα ήθελα να ανακεφαλαιώσω σύντομα τρεις από τις παρατηρήσεις που έκανε ο Schmitt το 1983: ο Schmitt θεωρεί εντυπωσιακό το γεγονός πως ο Θουκυδίδης δεν αναφέρει την καταγωγή των Περσών βασιλέων από το γένος των Αχαιμενιδών ούτε τον όρο σατράπης (όπως κάνει ο Ηρόδοτος).[38] Όσον αφορά την επιστολή του Ξέρξη προς τον Παυσανία (1.129.3), υπάρχει ακόμη διαφωνία μεταξύ των μελετητών· παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να τη θεωρήσουμε γνήσια, εφόσον δεν υπάρχουν πειστικά επιχειρήματα για να υποστηριχθεί το αντίθετο.[39] Τα Ἀσσύρια γράμματα της επιστολής του Πέρση απεσταλμένου Αρταφέρνη (4.50.1· 4.50.3), ο οποίος είχε φυλακιστεί από τους Αθηναίους, σίγουρα αναφέρονται σε αραμαϊκούς χαρακτήρες, ακόμη και αν ο όρος αυτός είχε αρχικά συνήθως τη πιο γενική σημασία της ‘ανατολικής γραφής’.[40]
     
7. Συμπεράσματα
 
Οι Πέρσες έχουν δευτερεύουσα μόνο σημασία στην Ιστορία του Θουκυδίδη, και λόγω της εστίασης του ιστορικού στη δυαδική σχέση μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης και λόγω της ανεπαρκούς - έστω και αναδρομικά - εκτίμησης του πολιτικού ρόλου των ανατολικών γειτόνων των Ελλήνων. Κατά συνέπεια, οι Περσικοί Πόλεμοι και η ιδεολογική τους αποτίμηση εκ μέρους των ελληνικών κρατών (ακόμη και στις δημόσιες συζητήσεις για την αττική ἀρχήν) έχουν μεγαλύτερη σημασία από την επακριβή περιγραφή των σχέσεων μεταξύ των ελληνικών πόλεων και του ισχυρού γείτονα τους στην Ανατολή. Από την άλλη πλευρά, η αντικειμενική θουκυδίδεια περιγραφή της ιστορίας των ελληνοπερσικών σχέσεων και των εθίμων και θεσμών της Περσίας είναι αξιοσημείωτη (ιδιαίτερα εάν τη συγκρίνουμε με τις περιγραφές των συγχρόνων και των μεταγενεστέρων του Θουκυδίδη)· ο Τισσαφέρνης του Θουκυδίδη ελάχιστα μοιάζει στον δόλιο Τισσαφέρνη του Ξενοφώντα, και μπορεί να συγκριθεί κάλλιστα με πολλούς Έλληνες πολιτικούς. Αυτό δεν μπορεί να οφείλεται μόνο στο γεγονός πως ο Θουκυδίδης δεν πρόλαβε να περιγράφει στο έργο του τη νέα σύγκρουση μεταξύ της Αθήνας και του Μεγάλου Βασιλιά· την ίδια αυτοσυγκράτηση και σχετική ισορροπία μπορούμε να διακρίνουμε και στην περιγραφή των Περσικών Πολέμων, καθώς και της περιόδου έως την Ειρήνη του Καλλία’ που προσφέρει. Παρ’ όλα αυτά, ο γιος του Ολόρου προσφέρει ελάχιστες πληροφορίες για τον ιστορικό που ενδιαφέρεται ειδικά για τους Αχαιμενίδες.
--------------------------------- 
[2] Παρ’ όλα αυτά, η δημηγορία των Κορινθίων προκαλεί έκπληξη με τη δήλωση ότι‘ο βάρβαρος’ απέτυχε λόγω της δικής του ανεπάρκειας (1.69.5)· πρόκειται, σίγουρα, για έναν υπαινιγμό στους ισχυρισμούς των Αθηναίων σχετικά με τα δικά τους ηρωικά κατορθώματα κατά τους Περσικούς Πολέμους. Στο ίδιο χωρίο οι Αθηναίοι, αναφέροντας τη συμβολή τους στον Μαραθώνα, υπαινίσσονται ότι η εκστρατεία του Δάτη και του Αρταφέρνη δεν στόχευε απλώς στην Αθήνα (και την Ερέτρια· 1.73-4). Οι Αθηναίοι κέρδισαν το δικαίωμα ηγεμονίας στη Δηλιακή Συμμαχία, επειδή υποτίθεται πως πολέμησαν υπέρ ολόκληρης της Ελλάδας. Ο Θουκυδίδης απηχεί στο σημείο αυτό την αθηναϊκή άποψη για τους Περσικούς Πολέμους.
[3] Ο ιστορικός υπογραμμίζει (επίσης) τη μετάβαση από την αθηναϊκή ηγεμονία στην αθηναϊκή απόλυτη κυριαρχία (1.96.1, 97.2), η οποία, γράφει, ασκούνταν σταδιακά όλο και πιο έντονα κατά τη διάρκεια της Πεντηκονταετίας (1.118.1) και θεωρήθηκε τελικά τυραννίδα στους κόλπους της Δηλιακής Συμμαχίας (2.63.1 κ.ε.). Εντούτοις, κατά τη γνώμη του, μια νέα φάση της αθηναϊκής πολιτικής είχε αρχίσει ήδη με την υποταγή των Ναξίων (1.96)· κατά συνέπεια, δεν κάνει λόγο για ριζική αλλαγή στις σχέσεις μεταξύ των Αθηναίων και των συμμάχων τους μετά το 449 π.Χ.
[4] Αναφέρει, λοιπόν, τη δεδηλωμένη πρόθεση (πρόσχημα) της ομοσπονδίας (‘ως αντίποινα για τις απώλειες τους λεηλάτησαν τη χώρα του Πέρση βασιλιά’: 1.96.1), την κατάκτηση της Ηιόνας και τη νίκη της ομοσπονδίας στον ποταμό Ευρυμέδοντα (1.100.1) και αργότερα την υποστήριξη του σατράπη Πισσούθνη προς τους επαναστατημένους Σαμίους (1.115.3-5).
[5] Για ανάλυση του θέματος βλ. D. Μ. Lewis (1992α) 121-127’ Badian (1993) κεφ. 1· Meister (1997) 152-64 και Welwei (1999) 107 (με σημ. 117-21).
[6] Το γεγονός πως οι Σπαρτιάτες παρουσίαζαν ως υπερβολικά δύσκολη την αναθεώρηση της περσικής πολιτικής τους την εποχή εκείνη, μεταξύ άλλων και επειδή επισήμως βρίσκονταν ακόμη σε πόλεμο με την Περσία (D. Μ. Lewis [1977] 62), καθίσταται σαφές από τα λόγια που αποδίδει ο Θουκυδίδης στον Σπαρτιάτη βασιλιά Αρχίδαμο (1.82.1): ‘... κανείς δεν μπορεί να μας κατηγορήσει αν, θύματα της επιβουλής των Αθηναίων και για να σωθούμε, επιδιώξουμε συμμαχίες όχι μόνο με Έλληνες, αλλά και με βαρβάρους’. Η συνεργασία με την Περσία ήταν αντίθετη προς τον δεδηλωμένο στόχο της Σπάρτης στον πόλεμο, την απελευθέρωση, δηλαδή, όλων των (υπόδουλων) ελληνικών πόλεων (Θουκ. 1.124.3* 2.8.4· 3.32.2 κλπ.· πρβλ. D. Μ. Lewis [1977] 65 κ.ε.).
[7] Strassler (1998) 600.
[8] Λέγεται ότι ήδη από την εποχή της εκδίωξης των Αθηναίων από την Αίγυπτο (454 π.Χ.) ο Αρταξέρξης ο Α΄ είχε προσεγγίσει τη Σπάρτη μέσω του Πέρση απεσταλμένου Με- γάβαζου (Μεγάβυξου) ‘για να δωροδοκήσει τους Πελοποννησίους να εισβάλουν στην Αττική και να απομακρύνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τους Αθηναίους από την Αίγυπτο’ (Θουκ. 1.109.1 κ.ε.). Πρβλ. Eddy (1973) 245 (με τη σημαντική παραπομπή του στην επιγραφή ML 40, όπου η περσική αυτοκρατορία παρουσιάζεται ως τόπος στον οποίο καταφεύγουν οι εξόριστοι εχθροί της Αθήνας —στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εξορίστους από τις Ερυθρές). Σχετικά, ο Blamire (1989) (σημ. στον Πλούτ. Κιμ. 10.9) αναφέρει ακόμη την πα­ρουσία του εξόριστου Πέρση Ροισάκη στην Αθήνα· από το γεγονός πως ο άνδρας αυτός έγινε στόχος συκοφαντών ο Blamire συμπεραίνει ότι ο Πέρσης ήταν ύποπτος κατασκοπείας στην υπηρεσία του Αρταξέρξη. Για τους εξόριστους Πέρσες στην Αθήνα πρβλ. Babler (1998) 101-14.
[9] Hornblower, Comm, 1.415-16.
[10] Σύμφωνα με βαβυλωνιακά έγγραφα, που συμφωνούν με τα όσα γράφει ο Θουκυδίδης στο χωρίο 4.50.3, ο Αρταξέρξης ο Α΄ πέθανε κατά το 41° έτος της βασιλείας του, και ο γιος του Δαρείος (ο Β΄) ο Ώχος τον διαδέχτηκε στον θρόνο κάποια στιγμή μεταξύ της 24 Δεκεμβρίου 424 και της 13ης Φεβρουάριου 423 π.Χ. (Stolper [1983]· Hornblower, Comm. 2.207 κ.ε.). Για τη διαμάχη στην Περσία για τη διαδοχή του Αρταξέρξη του Α' πρβλ. την περίληψη στον Briant (2002) 588-91· 977 κ.ε.
[11] Σε γενικές γραμμές ο Θουκυδίδης είναι επιλεκτικός όσον αφορά τις διπλωματικές πρωτοβουλίες. Αυτό ισχύει για τις μεταξύ ελληνικών πόλεων σχέσεις, και πιθανότατα και για τις επαφές μεταξύ Ελλήνων και Περσών. 
[12] Για την απουσία αναφορών στους Πέρσες από το 4.50 έως το 8.5.4 και τους λόγους που πιθανόν την υπαγορεύουν πρβλ. Andrewes (1961)· Hornblower, Comm.2.423. Μόνη εξαίρεση αποτελεί το χωρίο 5.1, όπου λέγεται ότι οι πολυάριθμοι Δήλιοι που εκδιώχθηκαν από τους Αθηναίους εγκαταστάθηκαν στο Αδραμύττιο, ένα μέρος που τους παραχώρησε ο σατράπης Φαρνάκης (Hornblower, Comm. 2.423 κ.ε.).
[13] Hornblower, Comm. 2.163·
[14] Ανδ. 3.29· για τη συμφωνία αυτή πρβλ. Lewis (1992β) 422 σημ. 132. Η κρίση του Westlake όσον αφορά την αθηναϊκή πολιτική απέναντι στον Αμόργη και τον Μεγάλο Βασιλέα (1977α) δεν μου φαίνεται πειστική.
[15] Ανδ. 3.29· την υποστήριξη αυτή μπορούμε να συναγάγουμε έμμεσα και από το χωρίο 8.54.3, αλλά καμία αναφορά δεν γίνεται στους λόγους της αθηναϊκής δέσμευσης (οι οποίοι παραμένουν άγνωστοι)· πρβλ. D. Μ. Lewis (1977) 86.
[16] Andrewes (1961) 7 κ.ε.
[17] Πρβλ., π.χ., Erbse (1989) 64 κ.ε.· 95· Cawkwell (1997) 15 κ.ε. Παρ’ όλα αυτά, εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε ότι οι ελληνικές υποθέσεις ενδιέφεραν λιγότερο τον νέο Μεγάλο Βασιλιά (και τον Θουκυδίδη) ενόψει των επαναστάσεων που ακολούθησαν την ανάρρηση του Δαρείου στο θρόνο (D. Μ. Lewis [1977] 78-82).
[18] Επιστολή του Β. Smarczyk. 
[19] Ο D. Μ. Lewis (1977) 85 σωστά συμπεραίνει ότι η πολιτική του Μεγάλου Βασιλιά τα επόμενα χρόνια υπαγορευόταν από την επιθυμία του να εκδικηθεί την Αθήνα.
[20] Ο D. Μ. Lewis (1977) 87 και ο Westlake (1985) 167 υπογραμμίζουν την πρωτοβουλία του Τισσαφέρνη (και του Φαρνάβαζου) κατά την αποκατάσταση των σχέσεων Σπάρτης και Περσίας.
[21] Πρβλ. Cawkwell (1997) 48.
[22] Για τις συμφωνίες πρβλ. D. Μ. Lewis (1977) 90-107· Levy (1983). Το γεγονός πως ο Τισσαφέρνης συμφωνούσε απόλυτα με τον Μέγα Βασιλιά από την άποψη αυτή γίνεται σαφές στο χωρίο 8.43.4 (πρβλ. Cawkwell [1997] 46-49· στο χωρίο 8.29.1, ο Θουκυδίδης περιγράφει τις λεπτομέρειες των πολιτικών διαβουλεύσεων μεταξύ σατράπη και βασιλιά). Όταν ο Λίχας διατείνεται πως οι Πέρσες πρόκειται να εγείρουν διεκδικήσεις στη βόρεια και την κεντρική Ελλάδα βρίσκοντας έρεισμα στις δύο πρώτες συμφωνίες (8.43-3 κ.ε.), είναι εύλογο να εικάσουμε ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδίωκε πιθανότατα να κερδίσει την υποστήριξη της Σπάρτης· με την πρόταση ‘η χώρα ή οι πόλεις που ανήκουν στον Βασιλιά, ή ανήκαν στους προγόνους του, θα ανήκουν για πάντα στον Βασιλιά’ (πρβλ. 8.18.1· 8.37.2), οι Πέρσες σίγουρα δεν αναφέρονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ορίζοντας απερίφραστα την Ασία. ως το βασίλειο του Μεγάλου Βασιλιά στην τρίτη συνθήκη (8.58.2), προσπαθούσαν να απαντήσουν στους ισχυρισμούς του Λίχα.
[23] Οι ελλείψεις αυτές, αποτέλεσμα των μέτρων λιτότητας του Μεγάλου Βασιλιά (Θουκ. 8.45.6· 8.87.5· 8.109.1· πρβλ. Ελλ. Οξ. 19.2· ο Μέγας Βασιλιάς ήλπιζε κατά πάσα πιθανότητα να χρησιμοποιήσει τους φόρους των ανακτημένων πόλεων για να χρηματοδοτήσει τα μέτρα κατά των Αθηναίων) και της στρατιωτικής οργάνωσης των Αχαιμενιδών, που βασιζόταν στη διαίρεση σε μόνιμο στρατό και σε αυτοκρατορικές μονάδες επιστράτευσης, σήμαιναν ότι και ο Τισσαφέρνης και ο Φαρνάβαζος ήταν εξαρτημένοι από την επιτόπια σπαρτιατική υποστήριξη.
[24] Briant (2002) 593-99, 978-90 (όπου και η παλαιότερη βιβλιογραφία).
[25] Για τον τρόπο με τον οποίο επωφελήθηκαν από αυτόν τον ανταγωνισμό οι Σπαρτιάτες πρβλ. επίσης Ξεν. Ελλ. 1.1.31 κ.ε.
[26] Πρβλ. Smarczyk (1986) 62 σημ. 77.
[27] Erbse (1989) 38 κ.ε. Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, ότι στον Θουκυδίδη ο σατράπης των Σάρδεων επιθυμούσε, από τον χειμώνα του 412/411 π.Χ. και ύστερα να ελέγχει τις προτάσεις του Αλκιβιάδη, που μόλις είχε αλλάξει και πάλι στρατόπεδο (8.45.1), για μια συνεργασία Αθηναίων και Περσών.
[28] Στην πορεία προς την τρίτη συμφωνία με τη Σπάρτη ο Θουκυδίδης υπαινίσσεται ακόμη ότι ο Πέρσης επιδίωκε αυτό το είδος πολιτικής (που διαφαίνεται στον λογισμόν και την πρόνοιαν) (8.57.2: ἐβούλετο ἐπανισοῦν τούς Ἕλληνας πρός ἀλλήλους).
[29] Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο Αθηναίος αριστοκράτης ποτέ δεν εκπλήρωσε την υπόσχεσή του - ούτε προς τους ολιγαρχικούς της Αθήνας (8.47.2· πρβλ. 8.53-3) ούτε προς τους δημοκρατικούς του στόλου στη Σάμο (8.81.2 κ.ε.) - να συνάψει συμμαχία με τον Πέρση βασιλιά. Το επιχείρημα του Αλκιβιάδη και του Πείσανδρου στην πρώτη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Μεγάλος Βασιλιάς και ο Τισσαφέρνης θα αποδέχονταν πιο εύκολα ένα ολιγαρχικό καθεστώς στην Αθήνα παρά ένα δημοκρατικό, δεν ήταν, βέβαια, παρά το μέσον εκπλήρωσης ενός σκοπού. Και οι δύο θα πρέπει να γνώριζαν πως η εξωτερική πολιτική της Περσίας προς την Αθήνα δεν καθοριζόταν από το πολιτικό σύστημα της πόλης, αλλά αποκλειστικά και μόνο από τις δραστηριότητές της στο ανατολικό Αιγαίο. Ο Westlake (1985) επιχειρεί να αποδώσει τα θετικά (πολιτικός λογισμός και πολιτική πρόνοια) και τα αρνητικά (υπεροψία, προκλητική συμπεριφορά κλπ.) στοιχεία του θουκυδίδειου Τισσαφέρνη στο γεγονός ότι ο ιστορικός χρησιμοποιούσε διαφορετικές πηγές, αλλά η άποψή του δεν μου φαίνεται πειστική.
[30] Ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί τον όρο τρίβειν εδώ (8.46.4). 
[31] Πρβλ. D. Μ. Lewis (1977) 98.0 Erbse (1989) 75-92 απορρίπτει την άποψη ότι ο Αλκιβιάδης υπήρξε η πηγή πληροφοριών του Θουκυδίδη (λόγου χάριν στο χωρίο 8.45 κ.ε.) και πιστεύει ότι η εικόνα του Αλκιβιάδη που σκιαγραφεί ο ιστορικός έχει συνοχή.
[32] Πρβλ. Seager-Tuplin (1980) για τη διάκριση μεταξύ των Ελλήνων της ηπειρωτικής χώρας (και των Ελλήνων των νησιών) και των Ελλήνων της Ασίας, που είναι σαφής στο σημείο αυτό για πρώτη φορά.
[33] Το 408 π.Χ. φαίνεται πως η Αθήνα έχει ακόμη επαφές με τον Τισσαφέρνη (IG I3113). Δεν είναι σαφές εάν η σπαρτιατική αντιπροσωπεία υπό τον Βοιώτιο διαδραμάτισε τον ρόλο που της είχε ανατεθεί στην περσική μεταστροφή (Ξεν. Ελλ. 1.4.1). Ο Tuplin (1987) απορρίπτει την άποψη για την ύπαρξη μιας νέας συνθήκης μεταξύ της Σπάρτης και του Μεγάλου Βασιλιά (αντίθετα προς τον D. Μ. Lewis [1977] 124 κ.ε., ο οποίος θεωρεί δεδομένη την ύπαρξη συμφωνίας που προέβλεπε την αυτονομία των ελληνικών πόλεων, αλλά και την ταυτόχρονη φορολογική τους υποτέλεια). Ο Δαρείος ήλπιζε ίσως ακόμη να κατευνάσει την διαμάχη μεταξύ των γιων του Βασιλιά στέλνοντας τον Κύρο στο δυτικό μέτωπο. Ο Cawkwell (1997) 49, παραπέμποντας στον Πλούτ. Λυσ. 9.2, δεν πιστεύει πως υπήρξε κάποια αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της Περσίας· εξηγεί, μάλιστα, την ουσιαστική περσική υποστήριξη προς τη Σπάρτη μόνο βάσει των προθέσεων του Κύρου να εξασφαλίσει τη σπαρτιατική βοήθεια στον αγώνα του για τον θρόνο μετά τη νίκη των Λακεδαιμονίων επί των Αθηναίων.
[34] Για την ελληνική άποψη για τους βαρβάρους/Πέρσες κατά τον 5° αι. βλ. Schmal (1995)· Liith (1997)· Gehrke (2000): γενική ανάλυση· Thomas (2000) 75-101· Rollinger (2004): για τον ‘περσικό λόγο’ στην Αθήνα- Hall (1989)· Georges (1994)· Tuplin (1996) 132-77' Hutzfeldt (1999)' Bichler (2000) σε διάφορα σημεία: για τη γραμματεία· Raeck (1981)· Castriota (1992)· Μ. C. Miller (1997)· Babler (1998)· Holscher (1998) και (2000)· Cohen (2000): για την τέχνη. 
[35] Η τελευταία είναι η προσπάθεια να αποκρουστεί η κατηγορία των εχθρών της Αθήνας ότι η πόλη, καταδυναστεύοντας τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, είχε καταστεί ο διάδοχος των Περσών (πρβλ. Θουκ. 6.76.3 κ.ε., 6.82.3, κτλ.).
[36] Wiesehofer (2001) 607 κ.ε.
[37] Schmitt (1983).
[38] Για τον σατράπη των Αχαιμενιδών και τα καθήκοντα του, καθώς και για τους ελληνικούς όρους για το αξίωμα αυτό πρβλ. Klinkott (2005).
[39] Πρβλ. Schmitt (1983) 71 κ.ε.· Gauger (2000) 263 κ.ε., 374 (και βιβλιογραφία), με την επιχειρηματολογία του οποίου συμφωνώ.
[40] Nylander (1968) ιδ. 122· D. Μ. Lewis (1977) 2 κ.ε. και σημ. 3.

Ο Αριστοτέλης, η φρόνηση, η διαβούλευση, η σύνεση και η γνώμη

Ολοκληρώνοντας το ζήτημα της φρόνησης ο Αριστοτέλης παραθέτει την κοινή αντίληψη που τη συσχετίζει (σχεδόν αποκλειστικά) με τη διαχείριση των ιδιωτικών υποθέσεων δίνοντας ξεκάθαρο σημασιολογικό προβάδισμα στην εκδοχή της ατομικότητας: «Για τον πολύ κόσμο φρόνηση είναι κατά κύριο μάλιστα λόγο, αυτή που έχει αντικείμενό της το συμφέρον του ενός και μοναδικού ατόμου, τον ίδιο του τον εαυτό» (1141b 8, 34-35).
 
Για τον Αριστοτέλη όμως, η φρόνηση είναι αδύνατο να αποκοπεί από την έννοια της συλλογικότητας, και γι’ αυτό διακρίνει πολλά είδη φρόνησης: «από τα άλλα είδη της το ένα λέγεται “διαχείριση του σπιτικού”, το άλλο “νομοθεσία”, το τρίτο “πολιτική” – το τελευταίο αυτό διαιρείται σε βουλευτική και δικαστική φρόνηση» (1141b 8, 38-40).
 
Η φρόνηση που αφορά τη «διαχείριση του σπιτικού» έχει να κάνει με τις ιδιωτικές υποθέσεις, που όμως δε σχετίζονται μόνο με τις προσωπικές αποφάσεις ή τη διαχείριση των συναισθημάτων απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις της καθημερινότητας, αλλά και τις επιλογές που θα καθορίσουν και τα ζητήματα της ατομικής περιουσίας. Η επιμέλεια του «οίκου» πρέπει επίσης να διέπεται από φρόνηση, αφού οι ανεύθυνες (άφρονες) αποφάσεις θα οδηγήσουν στην παρακμή του. Το μέτρο είναι και πάλι το σταθερό κριτήριο που καθορίζει τις ορθές αποφάσεις, το οποίο εγγυάται και την περιουσιακή ευημερία.
 
Τα άλλα δύο είδη φρόνησης («νομοθεσία» και «πολιτική») είναι η συλλογική διάσταση που της αποδίδει ο Αριστοτέλης, καθώς το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις αποφάσεις της ιδιωτικής ζωής, αλλά και της δημόσιας. Βρισκόμαστε μπροστά στην πολιτική διάσταση της φρόνησης (και μόνο η ονομασία του τρίτου είδους –«πολιτική»– το καθιστά απολύτως σαφές), που οδηγεί και στην επόμενη υποδιαίρεση της «βουλευτικής» και «δικαστικής» φρόνησης. Για τον Αριστοτέλη η φρόνηση συσχετίζεται σε τόσο μεγάλο βαθμό με την πολιτική, ώστε να συγκαταλέγονται και οι δύο στην ίδια έξη: «Η πολιτική και η φρόνηση είναι μία και η αυτή έξη, από την πλευρά όμως της ουσίας τους δεν είναι το ίδιο πράγμα» (1141b 8, 27-28).
 
Για να διευκρινιστεί αμέσως: «Της φρόνησης που έχει ως αντικείμενο τα πράγματα της πόλης ένα μέρος είναι η νομοθετική –ένα είδος δεσπόζουσας φρόνησης· το άλλο, το δεύτερο μέρος της –ένα είδος φρόνησης που έχει να κάνει με τα καθέκαστα, με τα επιμέρους– έχει το κοινό όνομα και λέγεται πολιτική φρόνηση: έχει να κάνει με τις πράξεις και τις διαβουλεύσεις· γιατί το ψήφισμα είναι κάτι που μπορεί να εκτελεστεί, ως το έσχατο επιμέρους των διαβουλεύσεων» (1141b 8, 29-32).
 
Η γνώση των επιμέρους στοιχείων παίζει σπουδαίο ρόλο στην διαμόρφωση της συνολικής αντίληψης για κάθε θέμα. Γι’ αυτό και το ψήφισμα («έσχατο επιμέρους των διαβουλεύσεων») τίθεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα κατάδειξης της πολιτικής φρόνησης, καθώς αυτοί που θα το συνθέσουν οφείλουν να διερευνήσουν όλες τις λεπτομέρειες («τα καθέκαστα») προτού το θέσουν σε ψηφοφορία. Η δουλειά τους είναι τόσο εξονυχιστική, που συγχέεται με τον τρόπο που δουλεύουν οι χειρώνακτες: «Αυτός είναι ο λόγος που μόνο γι’ αυτούς τους ανθρώπους λέει ο πολύς κόσμος ότι κάνουν πολιτική, γιατί μόνο αυτοί “δουλεύουν” με τον τρόπο που δουλεύουν οι χειρώνακτες» (1141b 8, 32-34).
 
Το ότι η φρόνηση σχετίζεται και με τη γνώση των επιμέρους στοιχείων για κάθε θέμα είναι και ο λόγος που δεν προσεγγίζεται εύκολα από τους νέους: «Απόδειξη αυτού που είπαμε είναι και τούτο, ότι, ενώ οι νέοι γίνονται γεωμέτρες και μαθηματικοί, και γενικά σοφοί σε τέτοιου είδους πράγματα, νέος φρόνιμος, κατά την κοινή αντίληψη, δεν μπορεί να βρεθεί. Η αιτία είναι ότι η φρόνηση έχει να κάνει και με τα επιμέρους, και αυτά μας γίνονται γνωστά μέσω της εμπειρίας – νέος όμως έμπειρος δεν υπάρχει· γιατί είναι το μάκρος του χρόνου που σε κάνει έμπειρο» (1142a 8, 13-18).
 
Τα μαθηματικά τίθενται ως πεδίο γνώσης αφηρημένων κυρίως εννοιών που μπορεί κανείς να τις μάθει και να τις εφαρμόζει χωρίς την προϋπόθεση της εμπειρίας στη ζωή. Κι αυτή είναι η βασική τους διαφορά σε σχέση με τη φιλοσοφία, που χωρίς πείρα ζωής είναι αδύνατο να έλθει σε πέρας: «Στην πραγματικότητα μπορεί κανείς να θέσει επίσης το ερώτημα, γιατί ένα παιδί μπορεί να γίνει μαθηματικός, όχι όμως φιλόσοφος ή φυσιογνώστης. Μήπως γιατί τα αντικείμενα των μαθηματικών είναι αφηρημένα, ενώ των άλλων δύο γνωστικών κλάδων οι πρώτες αρχές ξεκινούν από την εμπειρία; Μήπως, επίσης, γιατί οι νέοι ενσχέσει με τους γνωστικούς κλάδους της δεύτερης περίπτωσης δεν μπορούν να έχουν μια στέρεη προσωπική άποψη και αρκούνται στο να χρησιμοποιούν το σχετικό λεξιλόγιο, ενώ τις μαθηματικές έννοιες τις κατανοούν εύκολα;» (1142a 8, 18-23).
 
Το κατά πόσο οι νέοι είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν καλύτερα στις προκλήσεις της φιλοσοφίας ή των μαθηματικών είναι κάτι που μπορεί να συζητηθεί. Εκείνο που θεωρείται σίγουρο είναι το αλληλένδετο της ατομικής με τη συλλογική πρόοδο. Σε μια εξαθλιωμένη πόλη δεν είναι τόσο εύκολο να ευημερήσει κανείς ατομικά. Από τη στιγμή, λοιπόν, που η φρόνηση αποσκοπεί στην ατομική ωφέλεια είναι απολύτως προφανές ότι πρέπει να σχετίζεται και με τη συλλογική ωφέλεια.
 
Ο Αριστοτέλης είναι ξεκάθαρος: «Γιατί οι άνθρωποι επιζητούν το δικό τους αγαθό, και πιστεύουν ότι μόνο αυτό πρέπει να κάνουν. Από αυτή λοιπόν τη γνώμη προήλθε και η άποψη ότι φρόνιμοι είναι, στην πραγματικότητα, αυτοί οι άνθρωποι. Και όμως το προσωπικό αγαθό κάποιου δεν είναι, ασφαλώς, δυνατό να υπάρχει ανεξάρτητα από τη σωστή κατάσταση του σπιτικού του και της πόλης του» (1142a 8, 9-12).
 
Το ενδεχόμενο να κερδίζει κανείς ζημιώνοντας το συλλογικό όφελος δεν αναφέρεται από τον Αριστοτέλη ως αυτονόητα καταδικαστέα στρέβλωση. Η επίτευξη τέτοιων σχεδίων (που αναγκαστικά συμβαίνει σε βάρος των άλλων) επιβεβαιώνει στην πράξη ότι, όταν φθείρεται η πόλη συνολικά, βλάπτονται και οι πολίτες ατομικά. Οι άνθρωποι που για το δικό τους όφελος καταπατούν τα συμφέροντα της πόλης λειτουργούν προδοτικά, αφού στην ουσία επιδιώκουν να κάνουν κακό στους συμπολίτες τους. Τέτοιοι άνθρωποι πρέπει να τιμωρούνται καθιστώντας σαφές ότι η πόλη δεν είναι πρόθυμη να τους ανεχτεί.
 
Από τη στιγμή που το συμφέρον της πόλης τίθεται ως αναγκαστική προϋπόθεση του ατομικού συμφέροντος η φρόνηση δε θα μπορούσε να μην έχει πολιτικές διαστάσεις, αφού και το συλλογικό συμφέρον (που θα υπηρετήσει το ατομικό) θα εξυπηρετηθεί σύμφωνα με τις αποφάσεις που εκείνη ορίζει. Θα έλεγε κανείς ότι η πολιτική αφροσύνη είναι απείρως καταστροφικότερη, αφού είναι σε θέση να καταστρέψει την ευδαιμονία όλων των πολιτών κι όχι μεμονωμένων απερίσκεπτων ανθρώπων. Από αυτή την άποψη, η πολιτική φρόνηση μπορεί να τεθεί ως ζήτημα υψίστης σημασίας, που πρέπει να ξεπερνά όλες τις ατομικότητες.

Εκλαμβάνοντας, όμως, τη φρόνηση ως ορθότητα στον τρόπο της σκέψης αυτό που μένει είναι διερευνηθεί τι ακριβώς νοείται ως ορθή σκέψη/διαβούλευση: «Πρέπει να δούμε επίσης τι είναι η ορθή σκέψη/διαβούλευση: είναι ένα είδος επιστημονικής γνώσης ή είναι γνώμη ή ευστοχία ή κάτι άλλο;» (1142a 9, 36-38).
 
Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει (και πάλι) ότι η φρόνηση δε σχετίζεται με την επιστημονική γνώση: «Επιστημονική γνώση ασφαλώς δεν είναι· γιατί δε διερευνούν οι άνθρωποι αυτά που ήδη ξέρουν, και η ορθή σκέψη/διαβούλευση είναι ένα είδος σκέψης/διαβούλευσης, και ο άνθρωπος που σκέφτεται/διαβουλεύεται διερευνά και “λογαριάζει”» (1142a 9, 38 και 1142b 9, 1-2).
 
Το ότι η διαβούλευση παρουσιάζεται ως κάτι αποκομμένο από την επιστήμη (σαν να μη σκέφτεται και να μην αποφασίζει ο επιστήμονας για τα ζητήματα της επιστήμης του) δεν πρέπει να προκαλεί σύγχυση, αφού ο Αριστοτέλης έχει ήδη διευκρινίσει ότι οι επιστήμες ασχολούνται με όσα θεωρούνται αμετάβλητα. Γι’ αυτό και η φράση «δεν διερευνούν οι άνθρωποι αυτά που ήδη ξέρουν». Τα αμετάβλητα πράγματα (όπως οι γνώσεις για την ανάπτυξη των φυτών ή η ιατρική επιστήμη) δεν τα σκέφτεται κανείς, απλώς τα λαμβάνει υπόψη του για να πάρει τις καλύτερες δυνατές αποφάσεις για οτιδήποτε τον απασχολεί.
 
Κι αφού είναι σαφές ότι η φρόνηση δε σχετίζεται με την επιστημονική γνώση (εξάλλου, ο επιστήμων δεν είναι κατ’ ανάγκη και φρόνιμος ούτε και ο φρόνιμος κατ’ ανάγκη επιστήμων), απορρίπτεται και το ενδεχόμενο της ευστοχίας: «Φυσικά, ούτε ευστοχία είναι· γιατί η ευστοχία είναι κάτι που γίνεται χωρίς λογισμό και μελέτη και είναι κάτι το γρήγορο, ενώ η σκέψη/διαβούλευση απαιτεί κάποια διάρκεια χρόνου· λένε επίσης οι άνθρωποι ότι τα συμπεράσματα μιας σκέψης/διαβούλευσης πρέπει να εκτελούνται γρήγορα, η σκέψη/διαβούλευση όμως πρέπει να γίνεται με αργό ρυθμό». (1142b 9, 3-6).
 
Είναι φανερό ότι ο Αριστοτέλης ταυτίζει την ευστοχία με το ακαριαίο. Θα έλεγε κανείς με το ενστικτώδες. Η διαβούλευση, όμως, δεν είναι θέμα ενστίκτου. Είναι ο πλήρως εξορθολογισμένος υπολογισμός όλων των παραμέτρων, που θα οδηγήσει σε σωστές αποφάσεις. Η φρόνηση εμπεριέχει την ευστοχία, αλλά δε σχετίζεται με τη διαίσθηση: «… η ορθή σκέψη/διαβούλευση συνεπάγεται λογική διεργασία. Μένει, επομένως, να είναι ορθότητα της διανοητικής ενέργειας» (1142b 9, 14-15).
 
Και βέβαια η ορθή διαβούλευση δεν είναι απλά γνώμη: «Ούτε ασφαλώς είναι ένα οποιοδήποτε είδος γνώμης η ορθή σκέψη/διαβούλευση. Δεδομένου όμως ότι ο άνθρωπος που σκέφτεται/διαβουλεύεται άσχημα, υποπίπτει σε σφάλμα, ενώ αυτός που σκέφτεται/διαβουλεύεται καλά, σκέφτεται/διαβουλεύεται ορθά, είναι φανερό ότι η ορθή σκέψη/διαβούλευση είναι ένα είδος ορθότητας, όχι όμως της επιστημονικής γνώσης ούτε της γνώμης» (1142b 9, 7-11).
 
Κι όταν ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για γνώμη, πρέπει να διευκρινιστεί κι τι ακριβώς εννοεί: «Όσο για τη λεγόμενη γνώμη (εξού και οι εκφράσεις “συν-γνώμονες άνθρωποι” και “άνθρωπος που έχει συν-γνώμην”) είναι η ορθή κρίση ότι κατιτί είναι επιεικές. Απόδειξη είναι ότι αυτό που λέμε, ότι επιεικής είναι ο άνθρωπος που κρίνει με πολύ μεγάλη κατανόηση, και επιείκεια το να κρίνει κανείς σε ορισμένες περιπτώσεις με κατανόηση τους άλλους. “Κρίση και κατανόηση” είναι η ορθή κρίση που διακρίνει τι είναι επιεικές – ορθή είναι αυτή που πετυχαίνει την αλήθεια» (1143a 11, 22-27).
 
Η γνώμη, ως πραγμάτωση της επιείκειας, είναι γνώρισμα του φρόνιμου ανθρώπου, όπως και η σύνεση και η κατανόηση: «έχοντας κανείς την ικανότητα να κρίνει για τα πράγματα που ανήκουν στο χώρο του φρόνιμου ανθρώπου είναι συνετός και έχει καλή ή γεμάτη κατανόηση για τους άλλους γνώμη· γιατί οι επιεικείς ενέργειες είναι κοινό γνώρισμα όλων των αγαθών ανθρώπων στις σχέσεις τους προς τους άλλους ανθρώπους» (1143a 11, 33-36).
 
Όσο όμως κι αν η γνώμη είναι αναπόσπαστο στοιχείο του φρόνιμου ανθρώπου, δεν μπορεί από μόνη της να αποδώσει την έννοια της διαβούλευσης. Για τον Αριστοτέλη μπορεί κανείς να διαβουλευτεί σωστά με δύο τρόπους: «είναι δυνατό να σκεφτεί/διαβουλευτεί κανείς καλά α) γενικά και απόλυτα, β) ενσχέσει με ένα συγκεκριμένο επιμέρους τέλος. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για τη σκέψη/διαβούλευση που οδηγεί σε επιτυχία ενσχέσει με το γενικό και απόλυτο τέλος, στη δεύτερη για τη σκέψη/διαβούλευση που οδηγεί σε επιτυχία ενσχέσει με το συγκεκριμένο επιμέρους τέλος» (1142b 9, 32-34).
 
Ο τελικός ορισμός της διαβούλευσης έχει ως εξής: «Αν λοιπόν η καλή σκέψη/διαβούλευση είναι γνώρισμα των φρόνιμων ανθρώπων, τότε η ορθή σκέψη/διαβούλευση θα πρέπει, λέω, να είναι η ορθότητα που συνίσταται στη διερεύνηση των χρήσιμων για το τέλος πραγμάτων, πραγμάτων που τα συλλαμβάνει με επιτυχία η φρόνηση» (1142b 9, 35-37).
 
Με άλλα λόγια, η ορθή διαβούλευση εμπεριέχει και τη λογική, ως ορθή κρίση, και τη γνώμη, ως επιείκεια που επιβάλλει η σύνεση, και την εμπειρία, που γεννάει τη φρόνηση, και την εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού, στην υπηρεσία του οποίου τίθεται. Τίποτε από αυτά δεν μπορεί να την αποδώσει μεμονωμένα, καθώς η καλή σκέψη είναι η σύνθεση όλων αυτών. Κι αυτό δεν έχει να κάνει ούτε με την τύχη ούτε με τη διαίσθηση. Και βέβαια η καλή σκέψη δεν πρέπει να ταυτίζεται με την οποιαδήποτε σκέψη. Γιατί η οποιαδήποτε σκέψη δε σημαίνει ότι είναι και ορθή. Ως ορθή χαρακτηρίζεται η σκέψη που εκπληρώνει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
 
Αυτό που μένει είναι η αποσαφήνιση της σύνεσης, για να ολοκληρωθεί το περίγραμμα των κυρίαρχων χαρακτηριστικών της αρετής. Και φυσικά ούτε η σύνεση σχετίζεται με τη γνώση των επιστημών: «Η σύνεση, επίσης, και η ευσυνεσία, δύο λέξεις από τις οποίες χαρακτηρίζουμε τους ανθρώπους συνετούς και ευσύνετους, ούτε είναι το ίδιο γενικά πράγμα με την επιστημονική γνώση ή τη γνώμη (γιατί όλοι οι άνθρωποι θα ήταν τότε συνετοί) ούτε είναι μια κάποια από τις επιμέρους ειδικές περιοχές επιστημονικής γνώσης, όπως είναι επιπαραδείγματι η ιατρική, που ασχολείται με τα θέματα της υγείας, ή η γεωμετρία, που ασχολείται με τα μεγέθη· γιατί η σύνεση δεν έχει για αντικείμενό της ούτε τα πράγματα που είναι αιώνια και αμετάβλητα ούτε ένα οποιοδήποτε από τα πράγματα που επιδέχονται γένεση, αλλά τα πράγματα που μπορούν να προκαλέσουν στον άνθρωπο αμφιβολίες και ερωτηματικά και να τον ωθήσουν σε σκέψεις/διαβουλεύσεις» (1142b 10, 38 και 1143a 1-7).
 
Η διευκρίνιση ότι η σύνεση δε σχετίζεται ούτε με την επιστημονική γνώση ούτε με τη γνώμη «γιατί όλοι οι άνθρωποι θα ήταν τότε συνετοί» δεν υπονοεί ότι όλοι οι άνθρωποι είναι επιστήμονες ή επιεικείς, οπότε, αν η σύνεση αφορούσε αυτά, θα αποδιδόταν σε όλους, αλλά ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούν να έχουν στιγμές επιείκειας ή κάποιες μεμονωμένες επιστημονικές γνώσεις. Το ότι κάποιος μπορεί να πάρει συνετές αποφάσεις για την καλλιέργεια των χωραφιών του, επειδή γνωρίζει κάποιες επιστημονικές μεθόδους φροντίδας για τα φυτά, δε σημαίνει ότι είναι πράγματι συνετός, όπως και το ότι σε κάποια περίσταση φάνηκε επιεικής. Η σύνεση είναι μια συνολική παρουσία κι έχει να κάνει με όλες τις προκλήσεις της ζωής. Θα έλεγε κανείς ότι αποτελεί τρόπο σκέψης, τρόπο αντίληψης και διάθεσης του εαυτού.
 
Χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να ταυτίζεται με τη φρόνηση: «… σύνεση όμως και φρόνηση δεν είναι το ίδιο πράγμα. Γιατί, ενώ η φρόνηση είναι επιτακτική (αφού το έργο της είναι να ορίσει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να γίνει), η σύνεση απλώς και μόνο κρίνει (η σύνεση και η ευσυνεσία είναι το ίδιο πράγμα, το ίδιο και οι συνετοί και ευσύνετοι άνθρωποι). Η σύνεση δεν είναι ούτε η κατοχή ούτε η απόκτηση της φρόνησης, αλλά όπως το μανθάνω λέγεται συνίημι όταν σημαίνει τη χρήση της γνωστικής ικανότητας, έτσι το συνίημι είναι κατάλληλο για τη χρήση της γνώμης, προκειμένου να κρίνουμε αυτά που κάποιος άλλος λέει για τα πράγματα που αποτελούν αντικείμενο της φρόνησης, και να τα κρίνουμε σωστά. Από εδώ προήλθε και η χρήση της λέξης σύνεση (εξού και οι ευσύνετοι άνθρωποι), από τη χρήση δηλαδή της λέξης συνίημι με τη σημασία της λέξης μανθάνω· γιατί το μανθάνω πολλές φορές το λέμε συνίημι» (1143a 10, 8-20).
 
Η σύνεση είναι αλληλένδετη με τη γνώση, κι αυτός είναι ο λόγος που χρειάζεται εμπειρία. Πρέπει να μάθει κανείς για να γίνει συνετός. Η σύνεση διαφέρει από τη φρόνηση γιατί δεν δρα με την ίδια ενεργητικότητα όπως εκείνη. Ενώ η φρόνηση θα οδηγήσει σε πράξεις, η σύνεση θα οδηγήσει στην κρίση, που δεν είναι απαραίτητο να υλοποιηθεί πρακτικά. Θα λέγαμε ότι η σύνεση είναι προϋπόθεση της φρόνησης ή, για να το πούμε αλλιώς, δε θα μπορούσε να υπάρξει φρόνηση χωρίς τη συνδρομή της συνετής κρίσης.
 
Γι’ αυτό και η διευκρίνιση ότι η σύνεση δεν έχει ως αντικείμενό της «ένα οποιοδήποτε από τα πράγματα που επιδέχονται γένεση». Γιατί η γένεση σηματοδοτεί την παραγωγή, δηλαδή τη δράση προκειμένου να επιτευχθεί κάτι, κι από τη σύνεση δεν είναι δεδομένο ότι θα επιτευχθεί κάποιο πράγμα. Είναι σαφές ότι η σύνεση, ως ορθή κρίση που δεν έχει κατ’ ανάγκη εφαρμογή, αλλά που προϋποθέτει πείρα και γνώση, δεν αφορά τόσο τους νέους, όσο τους γηραιότερους, αφού αυτοί έχουν την εμπειρία να κρίνουν με ωριμότητα.
 
Οι νέοι είναι κυρίως παρορμητικοί. Είναι πιο εύκολο για ένα νέο να σκέφτεται ασύνετα, κι όταν πράττει, να πράττει άφρονα: «Στις αναπόδεικτες, άρα, κρίσεις και γνώμες των έμπειρων, των ηλικιωμένων και των φρόνιμων ανθρώπων πρέπει να δίνουμε όχι λιγότερη από ό,τι στις αποδείξεις προσοχή· γιατί έχοντας αποκτήσει όλοι αυτοί μέσω της εμπειρίας τους ένα “μάτι”, βλέπουν τα πράγματα σωστά» (1143b 11,12-16).
 
Αντιλαμβανόμενοι ότι κάθε πράξη αφορά τις επιλογές που θα κάνει κανείς στις επιμέρους προκλήσεις που θα γνωρίσει στη ζωή του, είναι σαφές ότι όλα τα στοιχεία που διαμορφώνουν τις πράξεις οφείλουν να έχουν πλήρη γνώση των επιμέρους (εξειδικευμένων) ανά περίπτωση στοιχείων που θα δραστηριοποιήσουν τον άνθρωπο: «… όλες οι πράξεις ανήκουν στην κατηγορία των έσχατων, δηλαδή των επιμέρους: ο φρόνιμος άνθρωπος πρέπει να έχει και αυτός γνώση των επιμέρους, αλλά και η σύνεση και η γνώμη έχουν σχέση με τις πράξεις, και αυτές είναι τα έσχατα επιμέρους» (1143a 11, 36-39).
 
Κι από εδώ θα ξεκινήσει ο Αριστοτέλης για να φτάσει στον τελικό ορισμό του νου: «Ο νους επίσης έχει ως αντικείμενό του τα έσχατα και προς τις δύο κατευθύνσεις· γιατί τις ανώτατες έννοιες και τα κατώτατα επιμέρους έχει ως αντικείμενό του ο νους και όχι η συλλογιστική σκέψη: ένας είναι ο νους που, λειτουργώντας κατά τους κανόνες των επιστημονικών αποδείξεων, έχει ως αντικείμενό του τις αμετάβλητες και ανώτατες έννοιες, και άλλος ένας είναι αυτός που, λειτουργώντας στο χώρο των πρακτικών συλλογισμών, συλλαμβάνει το έσχατο επιμέρους, αυτό που υπόκειται σε μεταβολή και την ελάσσονα προκείμενη πρόταση» (1143a 11, 39-40 και 1143b 11, 1-4).
 
Ο νους διαφοροποιείται από τη συλλογιστική σκέψη, αφού εκείνη είναι το δικό του παράγωγο. Κι ο νους είναι το ανθρώπινο εργαλείο που θα διευθετήσει τόσο τα επιστημονικά ζητήματα (αμετάβλητα), όσο κι εκείνα της καθημερινότητας (μεταβλητά). Όμως, άλλη η εφαρμογή του νου στην πρώτη κι άλλο στη δεύτερη περίπτωση. Η δεύτερη περίπτωση αφορά τα επιμέρους και χρειάζεται φρόνηση και σύνεση και γνώμη, ενώ η πρώτη τα καθολικά ζητήματα της επιστήμης.
 
Το βέβαιο είναι ότι και οι δύο περιπτώσεις ορίζονται από την τελεολογία, αφού και στα επιμέρους και στα καθολικά υπάρχει πάντα ένα τέλος: «γιατί αυτά» (τα επιμέρους εννοείται εδώ) «είναι η αφετηρία για τη σύλληψη του τέλους· γιατί στα γενικά/καθολικά φτάνουμε ξεκινώντας από τα επιμέρους· αυτά λοιπόν τα επιμέρους πρέπει να γίνονται αντιληπτά: αυτή η αντίληψη είναι ο νους» (1143b 11, 4-6).
 
Παρακολουθούμε το ξετύλιγμα της επιστημονικής μεθοδολογίας που ακολουθεί ο Αριστοτέλης βασιζόμενος στις αισθήσεις. Παρακολουθώντας επιμέρους χαρακτηριστικά προχωρά σε συλλογισμούς που οδηγούν σε καθολικά συμπεράσματα. Από τον τρόπο που λειτουργεί η πέτρα και η φωτιά (η πέτρα πηγαίνει πάντα προς τα κάτω και η φωτιά προς τα πάνω) θα συμπεράνει ότι τα χαρακτηριστικά της φύσης είναι αμετάβλητα για να καταλήξει ότι η ηθική αρετή δεν είναι από τη φύση γιατί επιδέχεται μεταβολές.
 
Πρόκειται για τον ορισμό της επαγωγικής συλλογιστικής πορείας που ξεκινά από κάτι το μερικό (επιμέρους) για να φτάσει στο γενικό/καθολικό. Ο νους είναι το ανθρώπινο εργαλείο που θα συνδυάσει τους συλλογισμούς. Η ορθότητά τους θα επισφραγιστεί από τη θεμελίωση της απόδειξης, από το κατά πόσο δηλαδή συνδέονται λογικά οι προκείμενες και το συμπέρασμα.
 
Όμως, ο νους θα καθορίσει και το μέτρο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, που είναι κάτι διαφορετικό από την επιστημονική σκέψη. Προϋποθέτει τη σύνεση, τη φρόνηση, τη γνώμη και καθορίζεται διαρκώς από τις επιμέρους περιπτώσεις που θα συναντήσει κανείς. Το τέλος στην περίπτωση αυτή είναι διαφορετικό από το τέλος των επιστημονικών αναζητήσεων. Γιατί οι επιστημονικές αναζητήσεις μπορεί να ξεκινούν από το επιμέρους, αλλά φιλοδοξούν να φτάσουν σε αμετάβλητα καθολικά συμπεράσματα, ενώ η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι αδύνατο να πλαισιωθεί από γενικούς ακατάρριπτους καθολικούς νόμους.
 
Όσο κι αν κάνει κανείς γενικεύσεις βασισμένος στην εμπειρία, δεν μπορεί να προβλέψει με τρόπο αλάνθαστο τα ανθρώπινα. Σε τελική ανάλυση, ο νους που καθορίζει τη διαμόρφωση της συμπεριφοράς ξεκινά από τα επιμέρους και παραμένει σ’ αυτά. Αυτό που προστίθεται είναι η εμπειρία που θα εγγυηθεί την καλύτερη δυνατή διαχείριση των μελλοντικών επιμέρους προκλήσεων που θα προκύψουν με την καλή γνώση των άλλων ανθρώπων και την ορθή εκτίμηση των καταστάσεων σε σχέση με όλους τους παράγοντες που τις διαμορφώνουν.
 
Σε τελική ανάλυση, κάθε περίπτωση κρίνεται πάντα ως κάτι επιμέρους, αφού είναι αδύνατο να τεθούν αμετάκλητοι κανόνες που να προβλέπουν με ακρίβεια όλες τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Γι’ αυτό η συμπεριφορά μπορεί να αλλάζει, όταν κάποιος σχετίζεται με διαφορετικούς ανθρώπους, ακόμα και σε όμοιες περιστάσεις. Γιατί αλλιώς πρέπει να φερθεί στον ένα κι αλλιώς στον άλλο άνθρωπο. Κι αυτή η εκτίμηση της σωστής (αλλά διαφορετικής) συμπεριφοράς που θα προσαρμόζεται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου στον οποίο απευθύνεται είναι ο ρόλος του νου που βασίζεται στην εμπειρία.
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Μην αρκείσαι στα λίγα, αλλά σε όσα αξίζεις

Από μικρός ακούω συνέχεια να αρκούμαι στα λίγα. Να μην κυνηγάω τα πολλά, γιατί ευτυχισμένος είναι αυτός που έχει λίγα στη ζωή του και είναι καλά. Δεν μου εξήγησαν όμως να μην αρκούμαι σε ψίχουλα. Έτσι έμαθα να αρκούμαι στα λίγα, να μην κυνηγάω τα πολλά.

 Έμαθα να ζω με ψίχουλα,
ψίχουλα αγάπης, ψίχουλα στοργής. Να μη κυνηγάω τα πολλά, να μη κυνηγάω τα όνειρα μου. Να εκφράζω τα συναισθήματά μου μέχρι εκεί που πρέπει, γιατί το παραπάνω είναι πολύ και κάποιον θα πνίξω συναισθηματικά. Έτσι πάντα πνιγόμουν εγώ, γιατί έφτανα μέχρι αυτό το λίγο μου.

Έμαθα να μη κριτικάρω για να μη κριθώ. Έμαθα να μη πνίγω ψυχολογικά τους ανθρώπους και έτσι πνιγόμουν εγώ. Έμαθα να μιλάω απότομα για να μην εκφράζω τα πραγματικά συναισθήματά μου. Έμαθα να αγαπάω δυνατά και να μην αγαπιέμαι. Έμαθα να τρέχω για όλους και κανείς για εμένα. Έμαθα να ζω με τα ψίχουλα που έπαιρνα για να είμαι ευτυχισμένος.

Και κάπου εκεί το παραμύθι φτάνει στο τέλος του. Αρχίζω να διεκδικώ, να ζητάω, όχι τα πολλά αλλά τα βασικά. Να διώχνω τους τοξικούς μα και να φεύγω μόνος μου, όταν γίνομαι εγώ τοξικός.

Να αγαπάω αλλά να μη με νοιάζει αν αγαπιέμαι, εγώ θα αγαπάω.

Σταμάτησα να πνίγομαι συναισθηματικά και άρχισα να τρέχω μόνο για όσους θέλω και δεν με νοιάζει ποιοι θα τρέξουν για εμένα. Δίνω βοήθεια χωρίς να μου ζητείται, άλλωστε η βοήθεια δεν ζητείται ποτέ, την ψυχανεμίζεσαι για όσους αγαπάς.

Άρχισα να ζητάω τα πολλά, μέχρι εκεί όμως που φτάνει το χέρι μου και η καρδιά μου, όχι παραπάνω, γιατί μέχρι εκεί είμαι ευτυχισμένος. Έμαθα ότι τα ψίχουλα δεν είναι τα όνειρά μου και ότι η ζωή  σου δίνει όχι πάντα αυτό που θες αλλά σίγουρα αυτό που αξίζεις.

Και έτσι άρχισα να ζω…Όχι με ψίχουλα, αλλά με τα λίγα. Τα λίγα που με έκαναν εμένα ευτυχισμένο.

Εγώ κι εσύ μαζί

Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουμε να συντροφέψουμε, να βιώνουμε στην καθημερινότητά μας αυτό το ουσιαστικό «μαζί» και όχι απλά να συνυπάρχουμε σε μια σχέση. Δεν είμαστε φτιαγμένοι για να ζούμε μόνοι μας, ούτε να είμαστε εγκλωβισμένοι σε σχέσεις που δεν μας ικανοποιούν. Αντιθέτως, είμαστε φτιαγμένοι για να συνδεθούμε, να ενωθούμε με το άλλο φύλλο, να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, να μοιραστούμε τις στιγμές της ζωής μας. Αυτό δεν αναζητούμε όλοι μας;

Στις μέρες μας όμως βλέπουμε ότι συμβαίνει το αντίθετο από αυτό που πραγματικά θέλουμε. Δηλαδή ότι οι συντροφικές σχέσεις είναι σε κρίση και αυτό το πολυπόθητο «μαζί» ολοένα και χάνεται. Παρατηρούμε ότι αρκετοί άνθρωποι επιλέγουν μια μακροχρόνια μοναξιά και κάποιοι άλλοι βρίσκονται σε σχέσεις που δεν βιώνουν την ευτυχία που θα ήθελαν. Μήπως τελικά αυτή η κρίση στις συντροφικές σχέσεις καθώς και στους ρόλους κάθε φύλου ξεχωριστά, υπάρχει για να επαναπροσδιοριστούμε και να προσεγγίσουμε τις σχέσεις από μια διαφορετική οπτική;

Στην πραγματικότητα, οι σχέσεις είναι ένα δώρο και όχι ένας φαύλος κύκλος ταλαιπωρίας. Είναι ένα μέσο για να ανακαλύψουμε, να εκδηλώσουμε και να βελτιώσουμε τον εαυτό μας. Το «μαζί» είναι μια ευκαιρία να περπατήσουμε σε νέα μονοπάτια που μόνοι μας δεν τολμάμε. Να έρθουμε σε επαφή και να γνωρίσουμε άλλους ανθρώπους, να βγούμε από το καβούκι μας, να μοιραστούμε ιδέες, εμπειρίες να βιώσουμε συναισθήματα. Μέσα από αυτά μπορούμε να εξελιχθούμε, να χαρούμε, να κλάψουμε, να απορριφθούμε, να αγαπηθούμε.

Η κάθε σχέση που δημιουργούμε ή που δεν δημιουργούμε ουσιαστικά θέλει να μας αποκαλύψει τα κομμάτια εκείνα του εαυτού μας που μας κρατούν μακριά είτε από τους συντρόφους που θα θέλαμε να έχουμε στη ζωή μας, είτε από μια πιο ουσιαστική, συντροφική σχέση. Οι σχέσεις κερδίζονται, δεν χαρίζονται και για να κερδίσουμε μια σχέση χρειάζεται να την χτίσουμε μέρα με την ημέρα. Δύσκολο; Εύκολο; Θα έλεγα εφικτό, αρκεί να γνωρίζουμε τι θέλουμε και να μάθουμε το πώς μπορούμε να το δημιουργήσουμε.

Το πρώτο βασικό βήμα που χρειάζεται να κάνουμε είναι να αναρωτηθούμε αν θέλουμε πραγματικά να δημιουργήσουμε μια συντροφική σχέση ή να παραμείνουμε μόνοι. Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται αρχικά να το ξεκαθαρίσουμε με τον εαυτό μας για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα. Εάν είμαστε ήδη σε μια σχέση, χρειάζεται να δούμε τι είναι αυτό που θέλουμε να βελτιώσουμε.

Το δεύτερο βήμα είναι να πάρουμε την προσοχή μας από το τι κάνει ή δεν κάνει ο σύντροφός μας και να την στρέψουμε σε εμάς. Δηλαδή να εστιάσουμε περισσότερο στον τρόπο που εμείς οι ίδιοι συμπεριφερόμαστε μέσα στη σχέση. Αν δεν είμαστε σε σχέση, να παρατηρήσουμε πώς συμπεριφερόμαστε στο αντίθετο φύλλο.

Αυτό το βήμα δεν είναι εύκολη υπόθεση γιατί μας είναι πολύ πιο εύκολο να βλέπουμε περισσότερο τα λάθη, τα ελαττώματα των άλλων και λιγότερο τα δικά μας. Έτσι ασυνείδητα περιμένουμε να αλλάξει ο σύντροφός μας χωρίς να σκεφτόμαστε ότι μάλλον κάτι χρειάζεται να αλλάξουμε κι εμείς. Μας είναι πιο οικείο να λέμε ότι « δεν υπάρχουν άνδρες ή κατάλληλες γυναίκες για σχέση» από το να γίνουμε εμείς οι ίδιοι άξιοι και κατάλληλοι ώστε να υπάρξουμε σε μια σχέση.

Το τρίτο μας βήμα είναι να αποφασίσουμε αν θα αντιμετωπίσουμε τη σχέση ως ένα πεδίο μάχης ή ως μια ευκαιρία για συνεργασία και συντροφικότητα. Χρειάζεται να καταλάβουμε ότι εμείς και οι σύντροφοί μας βρισκόμαστε στην ίδια ομάδα και ότι δεν είμαστε αντίπαλοι. Στόχος μας δεν είναι να αναπτύξουμε μια ανταγωνιστική σχέση που το κάθε μέλος θα νιώθει την ανάγκη να αποδεικνύει ότι έχει πάντα δίκιο ή ότι είναι καλύτερο από τον άλλο. Στόχος μας είναι να λειτουργήσουμε συμπληρωματικά μέσα στη σχέση, όπου ο καθένας γνωρίζει τα δυνατά – αδύνατα σημεία του και αλληλοϋποστηρίζει το αντίθετο φύλλο.

Εφόσον αποφασίσουμε να λειτουργήσουμε ομαδικά, τότε θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα που είναι να εστιαστούμε στις λύσεις και όχι στα προβλήματα. Πολλές φορές, αναπαράγουμε τα ίδια προβλήματα μέσα στη σχέση γιατί εστιαζόμαστε περισσότερο σε αυτά ή στο γιατί να μας συμβαίνει και όχι στο πώς θα τα λύσουμε. Το «μαζί» σταματά να υπάρχει όταν δεν λύνουμε αυτά που μας στεναχωρούν και κυρίως μας απομακρύνουν από την διατήρηση ή την ύπαρξη της συντροφικής σχέσης.

Γνωρίζετε πότε μια ομάδα βρίσκει τις κατάλληλες λύσεις; Όταν μπορεί να επικοινωνεί αποτελεσματικά. Το κλειδί για να δημιουργήσουμε υγιείς σχέσεις και να παραμείνουμε ενωμένοι με την πάροδο του χρόνου είναι το να μπορούμε να επικοινωνούμε αυτά που σκεφτόμαστε, νιώθουμε και θέλουμε, με τέτοιο τρόπο ώστε να υποστηρίζουμε τον εαυτό μας χωρίς να κατηγορούμε τους συνομιλητές μας.

Τα περισσότερα προβλήματα σε μια σχέση ή στη δημιουργία μιας σχέσης δημιουργούνται επειδή οι σύντροφοι δεν είναι σε θέση να δώσουν σαφή μηνύματα ο ένας στον άλλο. Οι συγκρούσεις στα ζευγάρια είναι συνήθως συγκρούσεις αναγκών. Αυτό που επιζητά στο βάθος ο κάθε σύντροφος είναι να εκφράσει την ανάγκη του, να γίνει κατανοητή και κυρίως σεβαστή. Μήπως τελικά αυτό που χρειάζεται να μάθουμε είναι πώς να επικοινωνούμε πιο ουσιαστικά με τους ανθρώπους γύρω μας;

Όπως βλέπουμε, οι συντροφικές σχέσεις αποτελούν ένα θαυμάσιο σχολείο για να μάθουμε καλύτερα τον εαυτό μας, να τον βελτιώσουμε στα σημεία που χρειάζεται, για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε πιο ουσιαστικά. Το «μαζί» είναι τέχνη, και όπως σε κάθε άλλη τέχνη, απαιτεί κάποια μελέτη και συγκεκριμένα βήματα που μπορούμε να ακολουθήσουμε για να μεταμορφώσουμε την ποιότητα των σχέσεων μας και να αυξήσουμε δραστικά την αγάπη στη ζωή μας.

Φυσικά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως οι σχέσεις είναι πολύπλοκες, ξεχωριστές, μοναδικές όπως άλλωστε ο κάθε ένας από εμάς και αξίζουν την προσωπική μας επένδυση στο να μάθουμε τον τρόπο που θα μας οδηγήσει στο να ζούμε τη ζωή όπως αληθινά μας αξίζει. Οι σχέσεις μας δεν είναι κάτι εξωτερικό, βρίσκονται μέσα μας και ανάλογα με το τι είδους σχέσεις χτίζουμε με τους ανθρώπους γύρω μας καθορίζεται η προσωπική μας ευημερία, τα συναισθήματά μας, το πώς επιλέγουμε να ζήσουμε την καθημερινότητά μας.

Μπορούμε να ζούμε χωρίς σχέσεις; Για πόσο καιρό ακόμα; Μήπως ήρθε η στιγμή να μάθεις και να απολαύσεις τα δώρα του « Εγώ & Εσύ μαζί»;

Συναισθήματα που δεν εκφράστηκαν, δεν πεθαίνουν ποτέ. Ξεσπούν με άγριο τρόπο

Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη των ανθρώπων είναι η ατολμία και η δειλία τους στο να εκφράσουν αυτό που πραγματικά αισθάνονται. Ταμπουρωμένοι μέσα στις ανασφάλειες, τις φοβίες και τους εγωισμούς τους, αφήνουν την ευτυχία να τους ξεγλιστρήσει μέσα από τα ίδια τους τα χέρια. Αφήνουμε την προοπτική του να γίνουμε ευτυχισμένοι να μας φύγει τόσο εύκολα εξαιτίας της επιπολαιότητας και του φόβου μας να μιλήσουμε ανοιχτά και να εκφράσουμε όλα αυτά που μας πνίγουν και όλα τα συναισθήματα που μας κατακλύζουν.

Για ποιους λόγους το πράττουμε αυτό; Είναι ο φόβος της απόρριψης και της άρνησης του άλλου, είναι το γεγονός πως έχουμε συνηθίσει στην καθημερινότητά μας και φοβόμαστε να ρισκάρουμε και να ανατρέψουμε αυτά που ζούμε; Είναι απλώς η καθημερινή συνήθεια που μας έχει παρασύρει σε μία δυσβάσταχτη ρουτίνα η οποία όμως έχει γίνει ασυναίσθητα η ζωή μας;

Είναι σημαντικό να μάθουμε να δείχνουμε αυτό που αισθανόμαστε, δίχως φόβους, απωθημένα και ενοχές. Να λέμε το “σε αγαπώ”, να ζητάμε τη βοήθεια όταν έχουμε ανάγκη, να μη φοβόμαστε να κλάψουμε, να διεκδικήσουμε κι ας λάβουμε το όχι σαν απάντηση. Είναι καλύτερο δηλαδή να ζήσουμε μία ζωή και να μην αναρωτιόμαστε τι θα μπορούσε να είχε συμβεί.

Ο Σίγκμουντ Φρόυντ κάποτε είχε πει “συναισθήματα που δεν εκφράστηκαν, δεν πεθαίνουν ποτέ. Ξεσπούν με άγριο τρόπο”. Ας λέμε αυτό που αισθανόμαστε. Ας πάρουμε τηλέφωνο και ας μην το σηκώσει ο άλλος. Ας ζητήσουμε μία συγγνώμη.

Μπορεί αυτό που θέλουμε να γίνει, να συμβεί αν το προσπαθήσουμε και το διεκδικήσουμε με όλη μας την πίστη και την καρδιά. Ακόμα κι αν δε συμβεί όμως, μέσα μας θα είμαστε καθαροί και θα μπορούμε να κοιτάμε τον εαυτό μας κατάματα γνωρίζοντας πως δεν παραδώσαμε τα όπλα και καταβάλλαμε προσπάθεια.

Η ζωή μας είναι μία και μοναδική. Και είναι σημαντικό να γίνουμε ευτυχισμένοι και όχι απλώς βολεμένοι. Μην περιμένεις. Δείξε αυτό που αισθάνεσαι. Μίλησε ανοιχτά.

Στάθμιση: η αναγκαία προϋπόθεση για τον συνδυασμό της ευθύνης με τη χαρά

Οι θαρραλέοι άνθρωποι οφείλουν συνεχώς να σπρώχνουν τους εαυτούς τους να είναι απολύτως τίμιοι, αλλά οφείλουν συνάμα να κατέχουν την ικανότητα να αποκρύπτουν την όλη αλήθεια όταν χρειάζεται. Για να είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι, πρέπει να αναλαμβάνουμε ολόκληρη την ευθύνη για τους εαυτούς μας, αλλά κάνοντάς το αυτό, πρέπει να κατέχουμε την ικανότητα να αρνιόμαστε την ευθύνη που δεν είναι αληθινά δική μας.

Η στάθμιση είναι η πειθαρχία που μας δίνει την ευκαμψία. Εξαιρετική ευκαμψία χρειάζεται για μια επιτυχημένη ζωή σε όλες τις σφαίρες δραστηριότητας. Για να χρησιμοποιήσω ένα μόνο παράδειγμα, ας εξετάσουμε το θέμα του θυμού και της έκφρασής του. Θυμός είναι ένα συναίσθημα που γεννήθηκε μέσα μας (και μέσα σε οργανισμούς λιγότερο εξελιγμένους) από την εξέλιξη αναρίθμητων γενεών με σκοπό να υποβοηθήσει την επιβίωσή μας. Αισθανόμαστε θυμό όποτε αντιλαμβανόμαστε ότι ένας άλλος οργανισμός αποπειράται να καταπατήσει το γεωγραφικό ή ψυχολογικό χώρο μας, ή προσπαθεί με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο να μας εξαφανίσει.

Ο θυμός μας οδηγεί να αντιπαλέψουμε με τον εισβολέα. Χωρίς το θυμό μας, θα ήμασταν πράγματι συνεχώς καταπατούμενοι μέχρι την τελική σύνθλιψη και εξολόθρευσή μας. Μόνο με το θυμό μπορούμε να επιβιώσουμε. Ωστόσο πολύ συχνά, όταν διακρίνουμε, σε μια πρώτη φάση, ότι επιχειρούν άλλοι να μας καταπατήσουν, ύστερα από προσεκτικότερη εξέταση αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι καθόλου αυτό που επεδίωκαν. Ή ακόμη, όταν έχουμε πειστεί ότι ορισμένοι πραγματικά επιδιώκουν να μας καταπατήσουν, μπορεί να καταλάβουμε ότι για τον ένα ή για τον άλλο λόγο, δεν είναι προς το συμφέρον μας να αντιδράσουμε με θυμό. Κατά συνέπεια, είναι ανάγκη τα ανώτερα κέντρα του εγκεφάλου μας (κρίση) να είναι ικανά να καθοδηγούν και να προσαρμόζουν τα κατώτερα κέντρα.

 Για να ενεργούμε επιτυχημένα στον περίπλοκο κόσμο μας είναι απαραίτητο να έχουμε την ικανότητα όχι μόνο να εκφράζουμε το θυμό μας αλλά και να μην τον εκφράζουμε. Επιπλέον, πρέπει να είμαστε ικανοί να εκφράζουμε το θυμό μας με διαφορετικούς τρόπους. Μερικές φορές, λόγου χάρη, είναι αναγκαίο να τον εκφράζουμε μόνο ύστερα από πολλή μελέτη και αυτοαξιολόγηση. Άλλες φορές είναι περισσότερο ωφέλιμο για μας να τον εκφράζουμε αμέσως και αυθόρμητα. Καμιά φορά είναι βέλτιστο να τον εκφράσουμε ψυχρά και ήρεμα· άλλοτε πάλι βροντόφωνα και με σφοδρότητα.

Συνεπώς, δε χρειαζόμαστε μόνο να ξέρουμε πώς να χειριστούμε το θυμό μας με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές περιστάσεις, αλλά και πώς να συνταιριάζουμε καλύτερα τον κατάλληλο χρόνο με το κατάλληλο ύφος έκφρασης. Για να μπορέσουμε να χειριστούμε το θυμό μας με πλήρη ορθότητα και αξιοσύνη, απαιτείται ένα καλά μελετημένο και ευλύγιστο σύστημα αντίδρασης. Γι’ αυτό δεν είναι ν’ απορεί κανείς, ότι το να μάθουμε να χειριζόμαστε το θυμό μας είναι ένα πολυσύνθετο και επίπονο έργο που συνήθως δεν μπορεί να ολοκληρωθεί πριν από την ενηλικίωση, ή ακόμα κι από τη μέση ηλικία, και η οποία πολλές φορές δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Όλοι οι άνθρωποι, άλλος πολύ άλλος λίγο, υποφέρουν από ανεπάρκεια των συστημάτων τους ευλύγιστων αντιδράσεων.

Η ωριμότητα απαιτεί επομένως μιαν εξαιρετική ικανότητα να πετυχαίνεις ευλύγιστα και να ξαναπετυχαίνεις συνεχώς, μια λεπτή και δύσκολη ισορρόπηση ανάμεσα σε αντικρουόμενες ανάγκες, σκοπούς, καθήκοντα, υπευθυνότητες, κατευθύνσεις κ.λπ. Η ουσία αυτής της πειθαρχίας για στάθμιση είναι η παραίτηση από ορισμένες ιδιαιτερότητες της προσωπικότητας, από βαθιά ριζωμένους τύπους, συμπεριφορές, ιδεολογίες κι ακόμα από ολόκληρες βιοτροπίες. Αυτές είναι μείζονες μορφές της στάθμισης που απαιτούνται προκειμένου να πάει κανείς πολύ μακριά στο ταξίδι της ζωής.

Το διαστημικό τηλεσκόπιο για τον εντοπισμό πλανητών Κέπλερ ξέμεινε από «καύσιμα» και αποσύρεται

Το διαστημικό τηλεσκόπιο Κέπλερ έμεινε από καύσιμα και θα "αποστρατευτεί" μετά από μια αποστολή που κράτησε 9,5 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων εντόπισε χιλιάδες εξωπλανήτες και έδωσε νέα ώθηση στην έρευνα για ηλιακά συστήματα που θα μπορούσαν να φιλοξενούν ζωή, ανακοίνωσε απόψε τη NASA.

Το Κέπλερ βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο, σε απόσταση 156 εκατομμυρίων χιλιομέτρων από τη Γη. Όταν οι μηχανικοί της αποστολής σβήσουν τους ραδιοπομπούς του, θα απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από τον πλανήτη, σύμφωνα με την αμερικανική διαστημική υπηρεσία.

Το τηλεσκόπιο αποκάλυψε την τεράστια ποικιλία των πλανητών πέρα από το Γαλαξία μας και οι ανακαλύψεις του δείχνουν ότι τα μακρινά ηλιακά συστήματα διαθέτουν δισεκατομμύρια πλανήτες. Βοήθησε επίσης να εντοπιστεί το πρώτο φεγγάρι εκτός του δικού μας ηλιακού συστήματος. Χάρη σ' αυτό ανακαλύφθηκαν περισσότεροι από 2.600 εξωπλανήτες, από τους 3.800 που έχουν εντοπιστεί συνολικά τις δύο τελευταίες δεκαετίες.

Η αποστολή του Κέπλερ ξεκίνησε το 2009. Το 2013 παρουσίασε μια μηχανική βλάβη στο σύστημα που ελέγχει τον προσανατολισμό του, όμως οι επιστήμονες κατάφεραν να το διατηρήσουν σε λειτουργία. Τώρα όμως ξέμεινε από τα καύσιμα που είναι αναγκαία για να συνεχίσει και αποφασίστηκε να "συνταξιοδοτηθεί".

"Μολονότι είναι μια λυπηρή εξέλιξη, δεν είμαστε καθόλου δυσαρεστημένοι με την απόδοση αυτής της εκπληκτικής μηχανής. Τα εννιάμισι χρόνια πτήσης του Κέπλερ ήταν χρόνος υπερδιπλάσιος από τον αρχικό στόχο", εξήγησε ο Τσάρλι Σόμπερ, μηχανικός της NASA, μιλώντας στους δημοσιογράφους.

Διάδοχος του Κέπλερ στην εξερεύνηση του διαστήματος είναι το TESS (Transiting Exoplanet Survey Satellite) που εκτοξεύτηκε τον περασμένο Απρίλιο για μια διετή αποστολή συνολικού κόστους 337 εκατομμυρίων δολαρίων.

Η NASA εκτόξευσε το Κέπλερ στις 6 Μαρτίου 2009 με σκοπό να μάθει αν πλανήτες παρόμοιοι με τη Γη, που θα μπορούσαν να φιλοξενούν ζωή, είναι σπάνιοι ή συνηθισμένοι σε άλλα ηλιακά συστήματα. Το τηλεσκόπιο βρήκε 2.681 επιβεβαιωμένους τέτοιους πλανήτες και άλλους 2.899 "υποψήφιους" – συνολικά 5.580. Στον αριθμό αυτό περιλαμβάνονται και οι περίπου 50 που είναι ίδιου μεγέθους και θερμοκρασίας με τη Γη.

"Ουσιασικά, το Κέπλερ άνοιξε την πύλη για την εξερεύνηση του σύμπαντος από την ανθρωπότητα", σχολίασε ο Ουίλιαμ Μπορούκι, ο πρώην επικεφαλής της αποστολής του διαστημικού τηλεσκοπίου.

Ίσως είμαστε μόνοι στο σύμπαν

Οι επιστήμονες που ασχολούνται με την αναζήτηση εξωγήινης νοημοσύνης (SETI) εργάζονται με την υπόθεση ότι υπάρχει εκεί έξω ευφυής ζωή που μπορεί να βρεθεί. Μια νέα ανάλυση όμως μπορεί να συντρίψει την αισιοδοξία τους. Για να υπολογίσουν την πιθανότητα ότι θα κάνουν ραδιοφωνική επικοινωνία με εξωγήινους, οι επιστήμονες του SETI χρησιμοποιούν αυτό που είναι γνωστό ως η Εξίσωση Drake.
 
Διατυπώθηκε στη δεκαετία του 1960 από τον Frank Drake του Ινστιτούτου SETI στην Καλιφόρνια, και προσεγγίζει τον αριθμό των πολιτισμών στον γαλαξία μας που μπορούν να έρθουν σε ραδιοφωνική επικοινωνία ανά πάσα στιγμή, κάνοντας έναν πολλαπλασιασμό από διάφορους παράγοντες: τον αριθμό των αστεριών, το κλάσμα αυτών που έχουν πλανήτες, το κλάσμα από εκείνους που είναι κατοικήσιμοι, η πιθανότητα της ζωής που προκύπτει σε τέτοιους πλανήτες, το πόσο πιθανή είναι η ευφυής ζωή και ούτω καθεξής.
 
Οι τιμές σχεδόν όλων αυτών των παραγόντων είναι πολύ υποθετικές. Παρ ‘όλα αυτά, ο Drake και άλλοι επιστήμονες έχουν συνδεθεί με τον καλύτερες εικασίες τους, και εκτιμούν ότι υπάρχουν περίπου 10.000 πολιτισμοί εξελιγμένοι στον Γαλαξία μας σήμερα που μας στέλνουν σήματα – ένας αριθμός που έχει οδηγήσει ορισμένους επιστήμονες να προβλέψουν ότι θα ανιχνεύσουν ξένα σήματα εντός των δύο προσεχών δεκαετιών.
 
Η αισιοδοξία τους στηρίζεται σε ένα από τα στοιχεία και συγκεκριμένα: στην εξίσωση του Drake, η πιθανότητα του να προκύψει η ζωή σε κατάλληλα κατοικήσιμους πλανήτες (αυτούς με νερό, βραχώδεις επιφάνειες και ατμόσφαιρες), σχεδόν πάντα θεωρείται ότι είναι 100 τοις εκατό. Με αυτή τη συλλογιστική, οι ίδιοι θεμελιώδεις νόμοι ισχύουν για ολόκληρο το σύμπαν, και επειδή αυτοί οι νόμοι που προκάλεσαν τη γένεση της ζωής πάνω στη Γη – και σχετικά νωρίς στην ιστορία της σε αυτή – αυτοί πρέπει να αναπαράγουν πολύ εύκολα μια νοήμων ζωή εκεί πάνω. Κι όπως το έθεσε ένας Ρώσος αστροβιολόγος, ο Andrei Finkelstein, σε μια πρόσφατη συνέντευξη τύπου του SETI, «η γένεση της ζωής είναι τόσο αναπόφευκτη όπως ο σχηματισμός των ατόμων.»
 
Όμως σε μια νέα δημοσίευση ο αστροφυσικός David Spiegel στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον μαζί με τον φυσικό Edwin Turner στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο, υποστηρίζουν ότι αυτή η σκέψη είναι εντελώς λανθασμένη. Χρησιμοποιώντας μια στατιστική μέθοδο που ονομάζεται Μπεϋζιανή λογική (Bayesian), ισχυρίζονται ότι η ζωή εδώ στη Γη ή θα μπορούσε να είναι συνηθισμένη ή θα μπορούσε να είναι και εξαιρετικά σπάνια – δεν υπάρχει κανένας λόγος να προτιμήσει κανείς ένα βιαστικό συμπέρασμα πάνω σε αυτό το ζήτημα. Με τη νέα τους ανάλυση, οι Spiegel και Turner λένε ότι έσβησαν τον παράγοντα Drake για τον οποίο οι επιστήμονες αισθάνονταν σίγουρο, για να το αντικαταστήσουν με ένα ερωτηματικό.

Στατιστικά του Σύμπαντος

Σύμφωνα με τις στατιστικές υπάρχουν 100 δισεκατομμύρια γαλαξίες στο γνωστό παρατηρούμενο σύμπαν, με 50 δισεκατομμύρια περίπου πλανήτες μόνο στον Γαλαξία μας. Από αυτούς οι 500.000.000 πλανήτες προβλέπεται να είναι στην κατοικήσιμη ζώνη. Ή για να το πούμε αλλιώς σε όλο το σύμπαν θα υπάρχουν 50.000.000.000.000.000.000 κατοικήσιμοι πλανήτες!
 
<Η εικόνα που λήφθηκε από το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble δείχνει μια περιοχή όπου σχηματίζονται ακόμη και σήμερα αστέρια. Πρόκειται για το νεφέλωμα NGC 604 στο γαλαξία M33. Ο σχηματισμός των αστεριών ήταν, και είναι ακόμα, ένα από τα μόνα συστατικά της εξίσωσης του Drake για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα εμπειρικά στοιχεία.
 
Ενώ είναι αλήθεια ότι η ζωή ξεκίνησε γρήγορα στη Γη (μέσα στις πρώτες μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια του πλανήτη), οι ερευνητές επισημαίνουν ότι αν δεν είχε γίνει έτσι, δεν θα υπήρχε αρκετός χρόνος για να αναπτυχθεί η νοήμον ζωή – οι άνθρωποι δηλαδή – και να έχει εξελιχθεί . Έτσι, στην πραγματικότητα, είμαστε προκατειλημμένοι. Χρειάστηκαν τουλάχιστον 3,5 δισεκατομμυρίων χρόνια ώστε η ευφυής ζωή να εξελιχθεί στη Γη, και ο μόνος λόγος που είμαστε σε θέση να εξετάσουμε την πιθανότητα της ζωής σήμερα είναι ότι η εξέλιξή της έγινε δυνατή μόνο και μόνο επειδή ξεκίνησε νωρίς. Αυτή η απαιτούμενη καλή τύχη είναι εντελώς ανεξάρτητη από την πραγματική πιθανότητα να αναδυθεί η ζωή σε ένα κατοικήσιμο πλανήτη.
 
«Παρά το γεγονός ότι η ζωή ξεκίνησε σε αυτό τον πλανήτη αρκετά σύντομα αφότου η Γη έγινε κατοικήσιμη, το γεγονός αυτό είναι μια αυθαίρετα σπάνια περίπτωση στο Σύμπαν», γράφουν οι επιστήμονες, που αποδεικνύουν αυτή τη δήλωση με μαθηματικό τρόπο.
 
Το αποτέλεσμα τους δεν σημαίνει ότι είμαστε μόνοι – μόνο που δεν υπάρχει κανένας λόγος να σκεφτόμαστε διαφορετικά. «Ένας  Μπεϋζιανός λάτρης της εξωγήινης ζωής θα πρέπει να ενθαρρύνεται σημαντικά από την ταχεία εμφάνιση της ζωής στην πρώιμη Γη, αλλά δεν μπορεί να είναι κανείς και πολύ σίγουρος για τον ίδιο λόγο σε άλλα μέρη», συμπεραίνουν οι συγγραφείς. Η ίδια η ύπαρξή μας σημαίνει πολύ λίγα πράγματα για το πόσες άλλες φορές έχει προκύψει η ζωή.
 
Κάποια δεδομένα θα κάνουν όλη τη διαφορά στο πρόβλημα, λένε οι ερευνητές. Αν η ζωή έχει διαπιστωθεί ότι προέκυψε ανεξάρτητα στον Άρη, τότε οι επιστήμονες θα είναι σε πολύ καλύτερη θέση να επιβεβαιώσουν ότι, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, η γένεση της ζωής είναι αναπόφευκτη.

Αρχαία Ελληνική Τραγωδία: Μέρη κατά ποιόν - Η όψις

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη ο τρόπος της μιμήσεως είναι ο δραματικός: δρώντων καὶ οὐ δι' ἀπαγγελίας. Πρόκειται για μίμησιν (α) που εκτελείται από πρόσωπα που δρουν κι όχι με απαγγελία (μίμησιν δρώντων) ή (β) όπου αυτοί που αναπαριστούν δρουν και δεν απαγγέλλουν (δρώντων τῶν μιμουμένων κι οὐ δι' ἀπαγγελίας τῶν μιμουμένων). Ο κόσμος τῆς ὄψεως (που αποτελεί την πρώτη εντύπωση και του πιο άσχετου ανθρώπου με τη θεατρική πράξη) είναι ένα από τα «κατά ποιόν» μέρη της τραγωδίας, το πρῶτον σε μια επαγωγική πορεία παρουσίασης (από τα αμέσως αντιληπτά στα λιγότερο αντιληπτά):
 
ἐπεὶ δὲ πράττοντες ποιοῦνται τὴν μίμησιν, πρῶτον μὲν ἐξ ἀνάγκης ἂν εἴη τι μόριον τραγῳδίας ὁ τῆς ὄψεως κόσμος (1449b31-33).
 
Η ὄψις είναι γενικά τα οπτικά στοιχεία της παράστασης (στο 1453b1-4 η ὄψις φαίνεται να αναφέρεται σε όλο το περιεχόμενο του ὁρᾶν). ειδικότερα είναι η σκευή των ηθοποιών και των χορευτών, όπως φαίνεται και στο 1450b20, όπου σχετίζεται με τον σκευοποιό (τον τεχνίτη δηλ., που κατασκευάζει τα μέσα με τα οποία παρουσιάζεται στη σκηνή ο ηθοποιός). Ο κόσμος τῆς ὄψεωςείναι η οργάνωση της παράστασης.
 
Ένα δράμα μπορεί να είναι αποτελεσματικό και χωρίς να παρασταθεί επί σκηνής, με τη βοήθεια μόνο της αναγνωστικής πράξης (1453b3-5 και 1462a17)· γι' αυτό ο Αριστοτέλης ασχολείται ελάχιστα με το θέμα της ὄψεως, την οποία θεωρεί ότι δεν ανήκει στις αρμοδιότητες του ποιητή ως κατασκευαστή μύθων, και όχι παραστάσεων. H ὄψις είναι: (α) ἀτεχνότατον, δεν ανάγεται δηλ. σε επιστημονική εξέταση και ρύθμιση και (β) είναι ἥκιστα οἰκεῖον τῆς ποιητικῆς, επειδή ένα δραματικό έργο μπορεί να πραγματώσει το τέλος του και χωρίς να παρασταθεί. Το ίδιο θα τονίσει και στο 1462a11. Το βάρος πέφτει στην αξία του λογοτεχνικού έργου· η δύναμις, η αποτελεσματικότητα της τραγωδίας έγκειται στην πρόκληση της οἰκείας ἡδονῆς, για την οποία και μόνο η ανάγνωση είναι αρκετή.
 
Η ὄψις, σημειώνει ο Αριστοτέλης, φαίνεται εντελώς ξένη στην ποιητική τέχνη: ανήκει στους ηθοποιούς και στον σκηνοθέτη. Αλλά και το αποτέλεσμα της τραγωδίας δεν εξαρτάται από την παράσταση: η απλή ανάγνωση αρκεί (Ποιητική 1450b17-21, 1453b7-8, 1462a10-12). Ωστόσο, ο Αριστοτέλης παραδέχεται ότι το θέαμα επιδρά σημαντικά στο κοινό (ἡ δὲ ὄψις ψυχαγωγικόν: Ποιητική 1450b17-18) και διαπιστώνει ότι αν η τραγωδία υπερέχει του έπους είναι, μεταξύ άλλων, γιατί το θέαμα είναι ένα αποτελεσματικό μέσο για την πρόκληση ευχαρίστησης (Ποιητική 1462a16: δι' ἦς αἱ ἡδοναὶ συνίστασθαι ἐναργέστατα). Δεν αγνοεί ούτε περιφρονεί το στοιχείο της παράστασης ως μέσου ολοκλήρωσης του θεατρικού έργου· γι' αυτό συμβουλεύει τον ποιητή να φανταστεί με τα μάτια της ψυχής του πώς θα παρασταθεί το έργο του (1455a22-32). Στο χωρίο 1459b24-26 γίνεται επίσης λόγος για τη σκηνοθεσία και τους ηθοποιούς, ενώ από το χωρίο 1460a14 πληροφορούμαστε ότι το έπος διαθέτει μεγαλύτερη ελευθερία από την τραγωδία, επειδή δεν βλέπουμε τη δράση των ηρώων. Αν με τα χωρία αυτά συνδυάσουμε την πληροφορία του τετάρτου κεφαλαίου ότι οι απαρχές της τραγωδίας τοποθετούνται στο πλαίσιο μιας δημόσιας παρουσίασης, της εκτέλεσης του διθυράμβου, και επιπλέον αναλογισθούμε ότι ο Σοφοκλής πρώτος εισήγαγε τη σκηνογραφία, συμπεραίνουμε ότι ο Αριστοτέλης δεν αδιαφόρησε για την ὄψιν. Φαίνεται, όμως, ότι η ροπή σκηνοθετών της εποχής του προς εντυπωσιασμό τον υποχρέωσε να θυμίσει ότι η σκηνοθεσία δεν είναι ούτε το πρωταρχικό ούτε το αποκλειστικό μέλημα του ποιητή (πρβ. 1453b7 κ.εξ.).