Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

Περί Αρετής στην Αρχαία Ελλάδα

Αρετή. Εκ του ρήματος «άρω» (ριζικού τύπου του «αραρίσκω», δηλαδή αρμόζω, ταιριάζω, ενώνω, στερεώνω, εκ της ρίζας «αρ-», εκ της οποίας παράγονται οι λέξεις, άρθρον, αριθμός, αριθμός, αρμός, αρμόζω, αρμονία, άρτι, άρτιος, αρτίζω, αρτύω, αρτύς, αρείων, άριστος και ίσως Άρης, καθώς και αρετή, ερίητος, και αμ-αρτή, ομ-αρτή, ομαρτέω, όμηρος, αρπεδόνη).
 
Υπεροχή τελειότης, ευγένεια εκ καταγωγής, προτέρημα, πλεονέκτημα, αξιότης ή υπεροχή κάποιου στο είδος του. Το κατεξοχήν ζητούμενο της Φιλοσοφίας στο επίπεδο του ανθρωπινού βίου.
 
Συνειδητή και ελευθέρα «έργωι» Σοφία, που επιμερίζεται σε επιμέρους τέτοιες, δηλαδή Δικαιοσύνη, Γενναιότητα, Μεγαλοψυχία κ.λ.π.
 
Αντίθετα από τα συναισθήματα (φθόνο, αγάπη κ.λ.π.), η Αρετή προϋποθέτει ενεργητικό υποκείμενο.
 
Ο δίκαιος, γενναίος, μεγαλόψυχος κ.λ.π., ενεργούν και μάλιστα συμφώνως προς σαφείς και θείες αρχές, σε πλήρη αντίθεση προς τον φθονούντα, αγαπώντα κ.λ.π. που κυριεύεται ή διακατέχεται από συναισθήματα.
 
Αρχικώς, κατά τους Όμηρο, Καλλίνο, Τυρταίο και Θέογνι η Αρετή ταυτίζεται απλώς με την πολεμική ανδρεία, τη ρώμη, το «κύδος¨» οι δε Σιμωνίδης και Πίνδαρος εξακολουθούν αργότερα να αποδίδουν αυτή στους ηρωικούς νεκρούς των μαχών. Υπό του Ησιόδου, η Αρετή διαφοροποιείται της προγενεστέρας αντιλήψεως, ως ικανότης αγαπητών στους Θεούς θνητών. Την έννοια που έλαβε αργότερα εντός της φιλοσοφικής σκέψεως ο όρος «Αρετή», διαμορφώνει κυρίως ο Ξενοφάνης, ορίζοντάς την ως αγαθή σοφία σπουδαιότερα και ανωτέρα της ανδρείας και ρώμης.
 
Κατά τον Ηράκλειτο, η Σωφροσύνη αποτελεί την μεγίστη των ανθρωπίνων Αρετών, η δε Σοφία συνίσταται απλώς στο να ομιλούμε την Αλήθεια και να ενεργούμε κατά τις επιταγές της Φύσεως (αποσπ. 112).
 
Υπό των Πυθαγορείων και Νεοπυθαγορείων η Αρετή ορίζεται ως αρμονία της ψυχής, όπως άλλωστε ως εν γένει Αρμονία ορίζονται και η υγεία, η αγαθότης και το Θείον. «ΤΗΝ ΑΡΕΤΗΝ ΑΡΜΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΑΘΟΝ ΑΠΑΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ» (Διογένης Λαέρτιος, 8, 33) και αυτή την πυθαγόρειο θέση περί ψυχής χρησιμοποιεί ο Σωκράτης στον «Φαίδωνα» του Πλάτωνος (93 d, κ.ε.).
 
Κατά τον Σωκράτη, η «συνειδητή και ελευθέρα» Αρετή αποτελεί μία ολότητα με επιμέρους κλάδους που αφορούν σε ενέργειες οι οποίες απαιτούν Γνώση ή Φρόνηση (δηλ. πρακτική σοφία). Εξ αιτίας του τελευταίου δεδομένου, η Αρετή, η οποία εν τέλει ταυτίζεται με την πρακτική σοφία, μπορεί να διδαχθεί, να μεταδοθεί δηλαδή δια της φιλοσοφικής ανθρωπίνης σκέψεως και της πλήρους κατανοήσεως των όρων Ευσέβεια, Δικαιοσύνη, Ανδρεία και Εγκράτεια, που ορίζουν τις επιμέρους Αρετές. Ο ενάρετος έχει άριστη γνώση του Αγαθού, δηλαδή του Ωφελίμου, καθώς και των όρων της Ευδαιμονίας του. Μία λ.χ. δικαία ή ανδρεία πράξη δεν προέρχεται παρά μόνον από μία ορθώς προπαρασκευασθείσα για αυτή νοημοσύνη. Ο Σωκράτης περιγράφει την Αρετή ως «ορθή τροφή» δηλαδή πνευματική τελειότητα και καλλιέργεια και εισάγει τον όρο «Αρετή του πράγματος», για να περιγράψει την πολύμορφο Αρετή που επιδεικνύει ο επιζητών την τελειότητα άνθρωπος στα πράγματα με τα οποία καταπιάνεται από φυσική κλίση ή ιδιοφυϊα, ενισχύει δε αυτή με το «νού» και τη «δίκη» (τη Φρόνηση και την Δικαιοσύνη). Η Αρετή τέλος, ορίζεται υπό του ιδίου και του Πλάτωνος ως σκοπός της Παιδείας.
 
Κατά τον πρώϊμο Ηδονιστή Πολύαρχο τον Ηδυπαθή, οι Αρετές δεν είναι παρά επινόημα («ΠΟΛΥ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΑΦΕΣΤΗΚΟΣ») των νομοθετών στην προσπάθειά τους να καταστήσουν δυνατό τον κοινωνικό βίο διά της χαλιναγωγήσεως και συγκρατήσεως της ανθρώπινης πλεονεξίας («ΟΙ ΔΕ ΝΟΜΟΘΕΤΑΙ ΟΜΑΛΙΖΕΙΝ ΒΟΥΛΗΘΕΝΤΕΣ ΤΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΓΕΝΟΣ. ΠΕΠΟΙΗΚΑΣΙ ΤΟ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΕΙΔΟΣ», Αθήναιος ΧΙΙ 546 a – b). Στην προς αυτόν απάντηση του Πυθαγορείου Αρχύτα, η οποία ωστόσο δεν διεσώθη, αλλά κατά τον Diels απετέλεσε τη βάση για τον «Κάτωνα» του Κικέρωνος, τονίζεται ότι η ακόρεστος επιθυμία ωθεί ασυγκρατήτως και αλογίστως τον άνθρωπο προς απόκτηση ηδονής, αποτελούσα την κυρία αιτία των προδοσιών, των συνωμοσιών και του κάθε είδους εγκλήματος.
 
Για τον Κυνικό Αντισθένη και τους μαθητές του, η Φιλοσοφία είναι καθαρά κοσμική σοφία (χαρακτηριστική είναι η ρήση του «τότε οι πόλεις χάνονται, όταν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τους κακούς από τους καλούς»), ενώ η Αρετή, αν και είναι ο σκοπός του βίου, είναι κάτι το απολύτως πρακτικό που δεν χρειάζεται ούτε πολλά λόγια, ούτε επίπονη εκπαίδευση (Διογένης Λαέρτιος 6, 2). Η Αρετή, που είναι κάτι το υπαρκτό, μπορεί να διδαχθεί με πολύ απλό τρόπο στον άνθρωπο, αφού η αρχή για τη μάθηση είναι η προσεκτική σπουδή των λέξεων («ΑΡΧΗ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ Η ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ»). Για τους Κυνικούς, η ανθρώπινη Αρετή είναι η αυτάρκεια, η απουσία αναγκών και επιθυμίας, είναι δε επαρκής αφ’ εαυτής για την ανθρώπινη Ευδαιμονία και συνίσταται στην ανεξαρτησία και απαλλαγή από όλες τις γήϊνες αποκτήσεις και δεσμεύσεις. Η Αρετή των Κυνικών, η οποία ανακηρύσσεται συν τοις άλλοις και η μόνη δυνατή υπηρεσία προς τους Θεούς, είναι συνδεδεμένη με τη Λογικότητα, η οποία της δίνει την ικανότητα να ενισχυθεί αφ’ εαυτής, θεωρείται δε μία δια βίου κατάκτηση που δεν είναι δυνατόν ν’ απωλεσθεί άπαξ και αποκτηθεί (ο Σοφός εξαιρείται από κάθε περίπτωση σφάλματος). Ο Σοφός κρατεί εαυτόν αδιάφορο ή και εχθρικό προς τυχόν θεσμούς και νόμους που δεν αναγνωρίζουν την πραγματική Αρετή. Για τους Κυνικούς συνεπώς, η Αρετή μπορεί να διδαχθεί, και από τη στιγμή που θα κατακτηθεί είναι παντελώς αδύνατον να απωλεσθεί.
 
Ο κάτοχός της, ο Κυνικός σοφός, είναι απολύτως ελεύθερος και αυτάρκης, αφού, με το να είναι τέτοιος, κατέχει όλον τον πλούτο που μπορεί να αφορά την ανθρώπινη φύση.
 
Κατά τον Αριστοτέλη, η Αρετή στον ανθρώπινο βίο διακρίνεται σε δύο είδη, τη διανοητική και την ηθική.
 
Οι διάφορες διανοητικές αρετές μπορούν να διδαχθούν και να υιοθετηθούν από τα πρόσωπα, οι δε ηθικές αποκτώνται μέσα από το καθημερινό έθος και την συνήθεια. Με την εξάσκηση της Αρετής, η οποία σαφώς ορίζεται και βασίζεται σε συνειδητή, υπεύθυνο και ελευθέρα πράξη, ο άνθρωπος καθίσταται «καθ’ εαυτόν καλός».
 
Οι Στωϊκοί διαιρούν τριμερώς την Αρετή, μιμούμενοι την ανάλογο διαίρεση αυτής της ιδίας της Φιλοσοφίας, από τα τέλη του 4ου π.α.χ.χ. αιώνος και εντεύθεν. Η Λογική Αρετή συνίσταται στην ορθή χρησιμοποίηση του θείου δώρου της Λογικότητος, η Φυσική σε οικειότητα προς την Φύση και σε αρμονικό βίο εντός της, η δε Ηθική σε έμπρακτο εφαρμογή των φιλοσοφικών θέσεων στις διαπροσωπικές σχέσεις, δίχως την ελάχιστη διάσταση ανάμεσα στον θεωρητικό βίο και τις ανάγκες της καθημερινής ζωής. Η Αρετή για τους Στωϊκούς πρέπει να είναι το απόλυτο «προς απόκτησιν», η Κακία το απόλυτο «προς αποφυγήν». Σε προέκταση της επισημάνσεως του Αρκεσιλάου αναφορικώς με την Γνώση και την Άγνοια, όλα τα υπόλοιπα ανάμεσα στην Αρετή και την Κακία κατατάσσονται στα λεγόμενα «Αδιάφορα». Ο Στοβαίος μας παραδίδει ότι κατά του Στωϊκούς η Αρετή χωρίζεται σε «πρώτες» και «υποτεταγμένες» (δευτερεύουσες) επιμέρους Αρετές.
 
Οι κατεξοχήν, ή «πρώτες», Αρετές είναι η Σύνεσις, η Δικαιοσύνη, η Γενναιότης και η Εγκράτεια, ή, κατά μία άλλη εκδοχή, η Λογικότητα ή Φρόνησις (περί τα καθήκοντα), η Σωφροσύνη (περί τις ορμές), η Δικαιοσύνη (περί τις απονεμήσεις) και η Ανδρεία (περί τις υπομονές). Οι «υποτεταγμένες» Αρετές είναι αντιστοίχως οι Ευβουλία, Ευλογιστία, Αγχίνοια, Ευστοχία, Νουνέχεια και Ευμηχανία (υπό την Λογικότητα ή Φρόνηση), οι Ευταξία, Κοσμιότης, Αιδημοσύνη και Εγκράτεια (υπό την Σωφροσύνη), οι Ευσέβεια, Χρηστότης, Ευκοινωνησία και Ευσυναλλαξία (υπό την Δικαιοσύνη), οι Καρτερία, Θαρραλεότης, Μεγαλοψυχία, Ευψυχία και Φιλοπονία (υπό την Ανδρεία). Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το Κακόν υπάρχει μόνον «κατά παρακολούθησιν της Αρετής ή του Αγαθού» και δεν είναι δυνατόν να λείψει από τον Κόσμο, καθώς η Αρμονία και η Τελειότης έχουν πάντοτε ως προϋπόθεσή τους την ύπαρξη των αντιθέτων (της «εναντιότητος»).
 
Όπως παρατηρεί ο Επίκτητος, οι Θεοί διέταξαν να υπάρχουν, ανάμεσα σε άλλα αντίθετα, η Αρετή και η Κακία «για την αρμονία του συνόλου» Το ηθικό Κακόν δεν αποτελεί συνεπώς πραγματικό Κακόν διότι χρησιμεύει στην αρμονία του συνόλου και εκπληροί έναν σαφή σκοπό. Το λεγόμενο «Κακόν» δεν είναι παρά η χυδαιοτέρα και κατωτάτη μορφή του «Αγαθού» και, αντιστοίχως, ο φαύλος άνθρωπος στέκει απλώς, αυτοτιμωρούμενος κατ’ ουσίαν, στην κατώτατη βαθμίδα του ανθρωπίνου είδους, προδότης της φύσεώς του και αυτοϋποβιβασθείς σε άλογο ζώον. Ο ενάρετος άνθρωπος δεν απειλείται εκ της υπάρξεως του φαύλου, όπως και δεν απειλείται από την πέριξ αυτού ύπαρξη των φυτών και των αλόγων ζώων. Δεν υπάρχει δε ΠΟΤΕ «ευδαιμονία» των φαύλων, αφού η όποια νομιζομένη σαν τέτοια, δεν είναι παρά φάντασμα βασιζόμενο σε εξωτερικά αγαθά και άλλα πράγματα που για τον ενάρετο είναι απλώς «αδιάφορα προηγμένα».
 
Κατά τον Επίκουρο, και σε αντίθεση προς τους Στωϊκούς, οι Αρετές δεν έχουν απόλυτο αξία, αλλά οφείλουν να συνδέονται με την Ηδονή: κανείς που ζεί με Φρόνηση, Τιμή και Δικαιοσύνη δεν μπορεί να μη ζεί επίσης και με μόνιμο ευχαρίστηση. Οι Αρετές δεν είναι ο σκοπός του βίου, αλλά τα μέσα ή οι πηγές της Ηδονής.
 
Ο Επίκουρος τις αποδέχεται ως αναγκαίες για το δικό του εγωκεντρικώς προσανατολισμένο «ζήν ηδέως» και την Ευδαιμονία, σημειώνοντας μάλιστα χαρακτηριστικά ότι συνδέονται αυτές «εκ φύσεως» με την ευχάριστη ζωή, η δε τελευταία δεν είναι δυνατόν να χωρισθεί από αυτές («Προς Μενοικέα» 132).
 
Κατά τους πρώτους Νεοπλατωνικούς (Πλωτίνος), οι αρετές αποτελούν απλώς προστάδιο για την Έκσταση. Στόχος των ηθικών προσπαθειών δεν είναι να γίνει κανείς τέλειος άνθρωπος, αλλά να επιτύχει τη μυστικιστική ένωση με τον Θεό (κατά τον Πλωτίνο, «Η ΣΠΟΥΔΗ ΟΥΚ ΕΞΩ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΕΙΝΑΙ, ΑΛΛΑ ΘΕΟΝ ΕΙΝΑΙ»).
 
Ο ίδιος φιλόσοφος διακρίνει τις αρετές σε «πολιτικές» (που διακρίνουν τον δίκαιο άνθρωπο) και «καθαρτικές» (που κάνουν να επιλάμψει στον θνητό η ομοιότης του προς τον Θεό), καθοριστικές θεωρούνται δε μόνον οι δεύτερες, αφού σκοπός του βίου ορίζεται ο αγών για ομοίωση με τον Θεό. Από τους μετέπειτα Νεοπλατωνικούς (από Πορφύριο έως Μαρίνο) προστίθεται και η «θεουργική» ή «ιερατική» ομάδα των λεγομένων «ενοποιητικών αρετών», που κατά τον Πρόκλο είναι οι μόνες που μπορούν να φέρουν τον άνθρωπο σε ένωση με τον Θεό. Ενώ με τις «καθαρτικές» αρετές του Πλωτίνου ο θνητός καθαρίζεται δια της διανοήσεως και γίνεται όμοιος με τον Θεό, με την «θεουργική» αρετή καθαρίζεται δια των τελετουργιών. Κατά το Νεοπλατωνικό Θεόδωρο τον Ασιναίο, είναι κοινή για άνδρες και γυναίκες η οδός προς την Αρετή.

Ο ευγενής άνθρωπος δίνει αξιοπρέπεια σ’ όλες τις πράξεις

Αν με ρωτήσεις τι μου λείπει περισσότερο απ’ τις ανθρώπινες σχέσεις, θα σου απαντήσω η ευγένεια.

Δεν ξέρω αν έχουμε χάσει λίγο την μπάλα και την ανθρωπιά μας με τις νέες τεχνολογίες και τα συναφή, δεν ξέρω αν η υπερβολική αστικοποίηση έφερε την απομόνωση κι εν τέλει τη συμπεριφορά της χάβρας, δεν ξέρω αν η απογοήτευση της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης κι η οικονομική δυσπραγία του καθενός, μας έκανε να χάσουμε λίγο απ’ την ευγένειά μας. Σε εκείνα τα απλά και καθημερινά, που τις περισσότερες φορές μας χαρακτηρίζουν.

Χάθηκε πλέον το χαμόγελο απ’ τους ανθρώπους, εκείνο που χωρίς να ξέρεις τον περαστικό σου φτιάχνει τη μέρα. Εκείνο που ανοίγει ο γείτονας την πόρτα του ασανσέρ κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι, σου δίνει μια σακούλα που σου έπεσε απ’ τα χέρια και σου χαμογελά, απλώς γιατί σε βοήθησε σε κάτι.

Πού πήγε εκείνη η «καλημέρα», που πριν λίγα χρόνια την άκουγες απ’ τον πρώτο τυχόντα που θα συναντούσες εκτός σπιτιού; Πού πήγε εκείνη η τσίχλα, που σε κέρναγε ο περιπτεράς, όταν του έκανες σεφτέ; Το κουλούρι, που σου έδινε ο φούρναρης, γιατί σήμερα του έγιναν πολύ αφράτα!

Πού πήγε το χάδι των λέξεων στα αυτιά μας, η ομορφιά του λόγου κι η ευφορία της ψυχής μας; Πόσο καιρό έχεις να αισθανθείς όμορφα με τα λόγια κάποιου ανθρώπου; Ν’ ακούσεις ένα «παρακαλώ», ένα «ευχαριστώ» ή έστω έναν πληθυντικό ευγενείας που ν’ αποτελεί δείγμα σεβασμού κι ευγένειας; Πού πήγαν οι ωραίοι άνθρωποι, βρε παιδάκι μου; Ψάχνω, ψάχνω και μέσα στην οχλαγωγή τους μετράω με τη σέσουλα.

Μας έχουν λείψει οι άνθρωποι που φέρονται όμορφα στους γύρω τους. Εκείνοι που είναι όμορφοι εξωτερικά κι εσωτερικά. Εκείνοι που έχουν βαλθεί να ομορφύνουν τον κόσμο και ν’ αλλάξουν την ψυχολογία, έστω κι ενός ανθρώπου. Είναι λίγοι, το έχουμε πάρει πρέφα, αλλά είναι ξεχωριστοί κι ευδιάκριτοι. Λάμπουν από μακριά, όπως ο χρυσός. Κι η λάμψη τους είναι μεταδοτική.

Οι άνθρωποι με ευγένεια χειρίζονται το λόγο με λεπτότητα. Κρατάνε τις λέξεις στα χείλη τους με διακριτικότητα, γιατί τρέμουν μην τις πληγώσουν. Κι αν μια λέξη πληγωθεί, αν τη χρησιμοποιήσεις λάθος, αν δεν την εκφέρεις όμορφα, τότε ταυτίζεται με άσχημα συναισθήματα, με αρνητισμό, θυμό και πόνο. Θέλουν χάδι οι λέξεις, όπως και τα’ αυτιά μας.

Με τι λεπτότητα και τι χάρη σου συμπεριφέρονται λες κι είσαι κύριος επί των τιμών! Έτσι αισθάνεσαι δηλαδή, μιας και σπάνια πλέον σου συμπεριφέρονται με όμορφο τρόπο. Πες μου ποια ήταν η τελευταία φορά που κάποιος σου χάρισε ένα λουλούδι. Υπήρξε κάποιος που έγραψε για σένα ένα ποίημα; Κάποιος που σου άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου για να κατέβεις; Κάποιος που προσφέρθηκε να σε γυρίσει σπίτι γιατί ήταν αργά; Κάποιος που σε ευχαρίστησε απλώς για κάτι που του προσέφερες; Κάποιος που σου έστειλε ένα μήνυμα γιατί σε θυμήθηκε ή για να σου πει ένα «περαστικά»;

Οι ευγενείς άνθρωποι είναι υπό εξαφάνιση. Γι’ αυτό κι όταν μας φέρονται όμορφα, όπως θα έπρεπε να φερόμαστε όλοι στην καθημερινότητά μας, κυριαρχεί η έκπληξη και θεωρούμε ότι ανακαλύψαμε κάποιο θησαυρό.

Κοιτάξτε γύρω σας κι εντοπίστε τους. Φοράνε χαμόγελο, μοιράζουν ευχές, βοηθάνε απλόχερα και σου φτιάχνουν τη μέρα με τη γλυκύτητα και τον εκλεπτυσμένο λόγο τους. Άνθρωποι με ήθος που οι τρόποι τους είναι μιας άλλης εποχής, μιας εποχής που πολλοί θα θέλαμε να έχουμε ζήσει.

Η ευγένεια ανοίγει πόρτες, κλείνει στόματα με αποστομωτικό τρόπο, αποτελεί την πιο διπλωματική απάντηση σε μια άσχημη συμπεριφορά και το κυριότερο είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να σ’ αγαπήσουν.

Να είστε ευγενείς, γιατί όπως έλεγε κι ο Πλούταρχος: «Ο ευγενής άνθρωπος δίνει αξιοπρέπεια σ’ όλες τις πράξεις».

Οι βαθύτερες αιτίες πίσω από τον εγωισμό

Το να ενδιαφέρεται κάποιος για το συμφέρον του, ασφαλώς δεν είναι εγωισμός, είναι σωφροσύνη και ωριμότητα.

Διότι αν δεν επιδιώκει ο ίδιος αυτά που τον ωφελούν και δεν αποφεύγει αυτά που τον βλάπτουν, τότε αυτομάτως το βάρος της προστασίας του πέφτει στους άλλους, που σημαίνει ότι είναι, ή φέρεται, σαν ανήλικος.

Προφανώς, ως εγωιστής θεωρείται όχι αυτός που απλά ενδιαφέρεται για το συμφέρον του, αλλά αυτός που κοιτάζει υπερβολικά το συμφέρον του, δηλαδή νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του αδιαφορώντας για τους άλλους. Σ’ αυτό το άρθρο θα εξετάσουμε άλλες αιτίες που να εξηγούν την εγωιστική συμπεριφορά, εκτός του ότι κάποιος είναι στ' αλήθεια εγωιστής.

Πρώτη και κυριότερη αιτία είναι συσσωρευμένα δυσάρεστα συναισθήματα στην ψυχή του ανθρώπου όπως φόβος, θλίψη, θυμός, ενοχή, που με τη σειρά τους οφείλονται σε αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό, που μπορούν να πάρουν διάφορες μορφές όπως «δεν αξίζω ή δεν μπορώ να πάρω αγάπη, σεβασμό, αποδοχή», «είμαι αδύναμος», «είμαι εγωιστής», «είμαι κακός» κ.λπ. Όλες αυτές οι αρνητικές πεποιθήσεις έχουν στην ουσία τους την πεποίθηση «δεν είμαι εντάξει όπως είμαι» ή «δεν έχω κάνει το καλύτερο που μπορούσα (αναφορικά με το ένα ή το άλλο θέμα)».

Όταν ένας άνθρωπος βαρύνεται χρονίως από τέτοιες πεποιθήσεις και τα αντίστοιχα δυσάρεστα συναισθήματα μέσα του, αισθάνεται συχνά ή διαρκώς σε κατάσταση κινδύνου οπότε νοιώθει ότι έχει πολύ μεγάλη ανάγκη αυτοπροστασίας. Επίσης αισθάνεται ότι δεν έχει αποθέματα ψυχικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να μην έχει διάθεση ή κουράγιο να νοιαστεί για άλλους. Έτσι φέρεται εγωιστικά χωρίς όμως να είναι εγωιστής.

Για να γίνει αυτό σαφές, ας φανταστούμε έναν άνθρωπο σε μία περίοδο που του έχει διαγνωστεί μία σοβαρή και θανατηφόρο ασθένεια, επιπλέον έχει οικονομικά προβλήματα και πρόσφατα έχει χάσει και την μητέρα του και ο οποίος αναγκάζεται να στρέψει όλο του το ενδιαφέρον στον εαυτό του παραγνωρίζοντας τους άλλους, ζητώντας τους περισσότερο παρά δίνοντάς τους.

Δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι εγωιστής. Γιατί; Διότι ακριβώς είναι ο ίδιος τόσο βεβαρυμμένος, που δεν έχει περιθώρια να βοηθήσει άλλους· σ’ αυτήν την δύσκολη περίοδο, ο λόγος που ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, δεν είναι ο εγωισμός, είναι η αυτοπροστασία την οποία ορίζει η σωφροσύνη και η ωριμότητα όπως είπαμε πιο πάνω.

Ε, λοιπόν, ένας άνθρωπος που έχει μέσα του διάφορες αρνητικές πεποιθήσεις και τα δυσάρεστα συναισθήματα που αυτές προκαλούν, ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του ουσιαστικά για τον ίδιο λόγο που το κάνει και ο άνθρωπος του παραπάνω παραδείγματος.

Η μόνη διαφορά ανάμεσά τους είναι ότι στη μία περίπτωση το στρες είναι εξωτερικό και φανερό, ενώ στην άλλη είναι εσωτερικό και κρυφό.

Σχετικό με το παραπάνω είναι και το γεγονός ότι ένας άνθρωπος που χρονίως υποφέρει ψυχικά έστω και υποσυνείδητα, θα είναι επιρρεπής στην άμεση λήψη ευχαρίστησης για να ανακουφίζεται, κι αυτό θα γίνεται πολλές φορές εις βάρος των άλλων.

Επίσης ένας άνθρωπος που έχει χρόνια ψυχική δυσφορία, είναι πολύ πιθανό να απωθεί διαρκώς στο υποσυνείδητο τα δυσάρεστα συναισθήματά του για να μην υποφέρει. Όμως αυτή η απώθηση που είναι μία μορφή αναισθησίας στον δικό του πόνο, μπορεί να τον κάνει σκληρό και αναίσθητο και στον πόνο των άλλων.

Σ' αυτό το σημείο όμως τίθεται ένα πολύ εύλογο ερώτημα: Γιατί άλλοι άνθρωποι που επίσης έχουν αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό τους και επίσης υποφέρουν συχνά ψυχικά, όχι μόνο δεν φέρονται εγωιστικά, αλλά σκέφτονται και πολύ τους άλλους; Αυτό συμβαίνει για διάφορους λόγους εκ των οποίων θα αναφέρουμε τους δύο πιο βασικούς.

Ο ένας λόγος έχει να κάνει με το επίπεδο της συνειδητότητας του κάθε ανθρώπου. Πιο αναλυτικά σχετίζεται με κατά πόσον ένας άνθρωπος έχει την ικανότητα να μπαίνει στη θέση του άλλου και να αισθάνεται τον πόνο του (δηλαδή να έχει ενσυναίσθηση) ώστε να τον υπολογίζει πριν κάνει ή παραλείψει να κάνει κάτι. Αυτή την ικανότητα, απλά δεν την έχει κάθε άνθρωπος στον ίδιο βαθμό, καθώς εξαρτάται από το εξελικτικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται και από την παιδεία που έχει λάβει από την οικογένειά του και την κοινωνική ομάδα που τον περιβάλλει. Και οι δύο είναι παράγοντες για τους οποίους παρ’ όλο που δεν ευθύνεται το ίδιο το άτομο ώστε να πούμε ότι είναι εγωιστής, μπορούν να προκαλέσουν εγωιστική συμπεριφορά.

Ένας άλλος παράγων που καθορίζει το αν ένα άτομο θα εκδηλώσει εγωιστική συμπεριφορά είναι το κατά πόσον κυριαρχούν ιδιαίτερα μέσα του ενοχικές πεποιθήσεις όπως «είμαι κακός» ή «είμαι εγωιστής». Αν τέτοιες πεποιθήσεις υπερτερούν δυσανάλογα άλλων αρνητικών πεποιθήσεων, τότε θα φοβάται υπερβολικά τον πόνο που θα του φέρει πιθανή απόρριψη ή μη αποδοχή από τους άλλους σε περίπτωση που τους δυσαρεστήσει ή δεν τους ευχαριστήσει· κι αυτό ακριβώς γιατί πιθανή απόρριψη ή μη αποδοχή από τους άλλους, θα διεγείρει τις αρνητικές πεποιθήσεις «είμαι κακός» ή «είμαι εγωιστής» για τον εαυτό του.

Έτσι ναι μεν δεν εκδηλώνει εγωιστική συμπεριφορά, αλλά πάει στο άλλο άκρο και το παρακάνει στο να ευχαριστεί τους άλλους, σε βαθμό να παραμελεί τον εαυτό του. Αυτό όμως έχει τρεις αρνητικές συνέπειες: πρώτο, δυστυχεί ο ίδιος· δεύτερο, αναγκαστικά μέρος της δυστυχίας του διαχέεται στους αγαπημένους του και ευρύτερα στην κοινωνία μέσω μιας αλυσιδωτής αντίδρασης· τρίτο, η αποτελεσματικότητά του στο να βοηθά τους άλλους εκπίπτει σημαντικά, κυρίως ποιοτικά, λόγω υπερκόπωσης.

Δηλαδή, αν κοιτάξουμε τις δύο τελευταίες συνέπειες, θα δούμε ότι η υπερβολικά αλτρουιστική συμπεριφορά του βλάπτει σε τελευταία ανάλυση και τους άλλους, έστω και αν αυτή η βλάβη γίνεται από δρόμο αντίθετο απ’ αυτόν του εγωισμού.

Ένα ακόμα σημείο που θέλω να τονίσω πριν κλείσω αυτό το άρθρο είναι ότι όλα τα παραπάνω συνιστούν μία εξήγηση της εγωιστικής συμπεριφοράς και όχι μία δικαιολόγηση και αθώωσή της.

Δεν σημαίνει δηλαδή πως επειδή κάποιος που φέρεται εγωιστικά απέναντί μας δεν είναι εγωιστής στ’ αλήθεια, εμείς δεν θα πάρουμε τα όποια πρακτικά μέτρα χρειάζονται απέναντί του. Απλά θα το κάνουμε πολύ πιο ψύχραιμα και άρα πιο αποτελεσματικά αν ξέρουμε τι πραγματικά του συμβαίνει απ’ ό,τι αν δεν ξέρουμε. Αξίζει δε να παρατηρήσουμε ότι αν τον αντιμετωπίσουμε με θυμό, απογοήτευση και απόρριψη, τότε χωρίς να το θέλουμε ενισχύουμε τη βασική αιτία της εγωιστικής του συμπεριφοράς που είναι οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό του.

Καθαρή παρατήρηση σημαίνει αποδοχή και αποδοχή σημαίνει αγάπη

Το εγώ φοβάται την αγάπη και την κενότητα, την απουσία οποιασδήποτε κριτικής και ερμηνείας, γι' αυτό και πάντα η προσοχή του είναι εστιασμένη στην επίκριση.

Ύπουλα επιχειρεί να μας πείσει πως μόνο αν επισημαίνουμε τις δικές μας αδυναμίες μπορούμε να τις διορθώσουμε. Μας σπρώχνει σε μια συνεχή αυτοεπίκριση με απώτερο στόχο την εξέλιξή μας! Εφόσον όμως οι αδυναμίες αφορούν το εγώ, η ενασχόληση μαζί τους είναι ενασχόληση με το εγώ που μας παρουσιάζει πάντα κάτι νέο, ώστε συνεχώς να ψάχνουμε και να μη βρίσκουμε. Εκείνοι που αποπειρώνται να ελέγξουν τις σκέψεις τους με άλλες σκέψεις αποτυγχάνουν.

Στην πραγματικότητα σταματάμε να ελέγχουμε τις σκέψεις μας, όχι όταν στη θέση της αρνητικής σκέψης βάλουμε μια θετική, αλλά όταν μεταβούμε στην περιοχή της μη σκέψης, στην κατάσταση του παρατηρητή.

Ο παρατηρητής δεν κριτικάρει, δεν προσδοκεί, δεν επιθυμεί, δεν φοβάται, δεν μπλέκεται στα παιχνίδια του χωροχρόνου. Απλώς παρατηρεί. Γι' αυτό είναι σε κατάσταση πλήρους αποδοχής. Και αυτή είναι βασική ιδιότητα της αγάπης.

Όταν ο νους εξασκηθεί να βρίσκεται στην κατάσταση του παρατηρητή, τότε ανοίγεται μια ακόμα δυνατότητα και μεταβαίνει στην κατάσταση του υπερ-παρατηρητή, ο οποίος παρατηρεί τον παρατηρητή που παρατηρεί.

Σε αυτό το πεδίο δεν υπάρχει ενασχόληση ούτε με την αδυναμία, ούτε με την ατέλεια. Ο υπερ-παρατηρητής δεν έχει προτιμήσεις ή απέχθειες, απλώς παρατηρεί το υπάρχον. Γι' αυτό και δεν φοβάται, επειδή δεν διακρίνει αντίθετα, ούτε διαφορετικά. Και όποιος δεν φοβάται είναι σε επαφή με το αιώνιο και το άπειρο. Τότε αγαπά.

Νέα θεωρία: Τι συνέβη ελάχιστες στιγμές μετά τη Μεγάλη Έκρηξη

Ένα άγνωστο μέχρι σήμερα «επεισόδιο», το οποίο συνέβη ελάχιστες στιγμές μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, έρχονται να προσθέσουν στην κοσμική ιστορία αμερικανοί επιστήμονες από το Εθνικό Εργαστήριο Brookhaven, το Εθνικό Εργαστήριο Επιταχυντή Fermi και το πανεπιστήμιο Stony Brook.

Το «επεισόδιο» αυτό έρχεται να συμπληρώσει την καθιερωμένη εικόνα που έχουν οι κοσμολόγοι για το σύμπαν, δηλαδή ότι λίγες στιγμές μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, ο «κόσμος» γνώρισε μία σύντομη περίοδο εκθετικής διαστολής που ονομάζεται «εποχή του πληθωρισμού» και η οποία είναι υπεύθυνη για την ομοιογένεια που παρουσιάζει σήμερα.

Έτσι, όπως αναφέρει η επιστημονική ομάδα σε άρθρο της στο περιοδικό Physical Review Letters, στην κοσμική εξέλιξη ενδεχομένως υπήρξε και μία δεύτερη περίοδος απότομης επέκτασης.

Μάλιστα, σύμφωνα με τους επιστήμονες, αυτή η δεύτερη περίοδος θα μπορούσε να εξηγήσει την ποσότητα σκοτεινής ύλης στο σύμπαν.

Η επιστημονική κοινότητα δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να ανιχνεύσει τη σκοτεινή ύλη άμεσα, με συνέπεια η φύση της να είναι άγνωστη.

Ωστόσο, η ποσότητά της μπορεί να εκτιμηθεί από τη βαρυτική επίδραση που ασκεί σε κοσμικές δομές όπως οι γαλαξίες.

Έτσι, υπολογίζεται πως αυτή η «εξωτική» μορφή ύλης συνεισφέρει κατά 27% περίπου στη συνολική ύλη-ενέργεια του σύμπαντος.

Ένα ποσοστό πολλαπλάσιο από το περίπου 5%, το οποίο αντιστοιχεί στη συμβατική ύλη που μας περιβάλλει.

Εκτός από τη μυστηριώδη φύση της, ένα ακόμη πρόβλημα που δημιουργεί η σκοτεινή ύλη είναι πως αποτελεί εμπόδιο για ορισμένες θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν άλλα αινιγματικά φαινόμενα της φυσικής, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι η βαρύτητα είναι ασθενέστερη από τις υπόλοιπες θεμελιώδεις δυνάμεις.

Κι αυτό γιατί οι εν λόγω θεωρίες προβλέπουν μεγαλύτερη ποσότητα «εξωτικής» ύλης από αυτήν που παρατηρείται στο σύμπαν.

Η δεύτερη «εποχή του πληθωρισμού» λύνει όμως αυτό το πρόβλημα, με την παραδοχή πως μετά τη Μεγάλη Έκρηξη υπήρξαν δύο φάσεις βίαιης συμπαντικής διαστολής.

Η «εποχή» αυτή τοποθετείται ανάμεσα στην πρώτη έκρηξη, που συνέβη απειροελάχιστες στιγμές μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, και τον σχηματισμό των πρώτων ελαφριών χημικών στοιχείων, όταν η ζωή του «κόσμου» δεν ξεπερνούσε τα λίγα δευτερόλεπτα ή λεπτά.

Σε αυτό το χρονικό διάστημα, αντί απλώς να ψύχεται όπως προβλέπει η καθιερωμένη θεωρία, το σύμπαν πέρασε από μία δεύτερη φάση σύντομων και απότομων διαστολών.

«Παρόλο που αυτές οι διαστολές δεν θα ήταν τόσο βίαιες όσο η αρχική, θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη μικρότερη ποσότητα σκοτεινής ύλης», σημειώνει ο Χούμαν Νταβουντιάσλ, από το Εθνικό Εργαστήριο Brookhaven και μέλος της ομάδας.

Στις αρχικές στιγμές του σύμπαντος, όταν είχε θερμοκρασία δισεκατομμυρίων βαθμών Κελσίου και μικρό όγκο, τα σωματίδια σκοτεινής ύλης θα συγκρούονταν συχνά μεταξύ τους, με συνέπεια να αλληλοεξουδετερώνονται και να παράγουν σωματίδια συμβατικής ύλης.

Με την κοσμική διαστολή και ψύξη, οι συγκρούσεις θα γίνονταν ολοένα και λιγότερες.

Αυτή η εξέλιξη του σύμπαντος θα σήμαινε σταδιακή μείωση της συχνότητας αλληλεξουδετερώσεων των σωματίων σκοτεινής ύλης, κάνοντας ορισμένες θεωρίες να καταλήγουν σε έναν θεωρητικό υπολογισμό της σημερινής της ποσότητας ο οποίος υπερβαίνει το νούμερο που προκύπτει από τις παρατηρήσεις.

Ωστόσο, μία δεύτερη φάση από συμπαντικές εκρήξεις θα μπορούσε να συμβιβάσει αυτές τις θεωρίες με τα παρατηρησιακά δεδομένα, αφού θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός για τη μείωση της ποσότητάς της.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η θεωρία που προτείνουν δεν αποτελεί μεγάλη απόκλιση από το καθιερωμένο μοντέλο της κοσμολογίας, ενώ προβλέψεις της βρίσκονται μέσα στο όριο των ενεργειών που μπορεί να πετύχει ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων στο CERN ή ο Σχετικιστικός Επιταχυντής Βαρέων Ιόντων στο Εργαστήριο Brookhaven.

Επομένως, οι δύο αυτές πειραματικές εγκαταστάσεις έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν για το αν όντως ισχύει ή όχι.

Οι κόκκινες κηλίδες του Πλούτωνα προβληματίζουν τους επιστήμονες

Όταν το περασμένο καλοκαίρι στάλθηκαν οι πρώτες φωτογραφίες του New Orizon από τον πλανήτη Πλούτωνα, οι επιστήμονες ένιωσαν έκπληξη, παρατηρώντας στην επιφάνεια του πλανήτη-νάνου παγωμένα ηφαίστεια που φαινόταν να είναι ακόμη ενεργά.

Στις πανοραμικές φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης που μελέτησαν οι ερευνητές φάνηκαν δύο πιθανά ηφαίστεια, με το ένα να έχει μήκος 150 χλμ. και ύψος 2,5 χιλιόμετρα.

Αυτό σημαίνει ότι αν επιβεβαιωθεί η παρουσία, θα πρόκειται για το μεγαλύτερο ηφαίστειο του ηλιακού μας συστήματος, ανέφερε η ΝΑΣΑ σε χθεσινή ανακοίνωση.

Επίσης διακρίνονται στην επιφάνεια του πλανήτη περιοχές από κοκκινόχωμα που εξακολουθούν να βασανίζουν τους ειδικούς της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας.

Οι περιοχές αυτές στο νότιο πόλο του Πλούτωνα δείχνουν, κατά τους επιστήμονες, ότι τόσο η επιφάνεια, όσο και η υπόγεια «κρούστα» είναι αρκετά πρόσφατες από γεωλογική άποψη και οφείλονται σε ηφαιστειακή δραστηριότητα.

Οι φωτογραφίες του Orizon που πλέον έχει αποχωρήσει από αυτή την περιοχή του διαστήματος ελήφθησαν από ύψος 48 χιλιάδων χιλιομέτρων.

Μοντεσκιέ: Το Πνεύμα των Νόμων

α) Γενικά για τους νόμους
Οι νόμοι, με την πιο πλατιά σημασία του όρου, είναι σχέσεις αναγκαίες που πηγάζουν από τη φύση των πραγμάτων. Με το νόημα αυτό όλα τα όντα έχουν τους νόμους τους…
 
Πάνω απ’ όλα είναι οι νόμοι της φύσης, που ονομάστηκαν έτσι, γιατί πηγάζουν αποκλειστικά από την οργάνωση της φυσικής μας ύπαρξης. Για να τους γνωρίσουμε καλά, χρειάζεται να εξετάσουμε έναν άνθρωπο στη φυσική κατάσταση, πριν από τη συγκρότηση της κοινωνίας…
 
Αμέσως μόλις οι άνθρωποι συγκροτούν μια κοινωνία, εξαφανίζεται το αίσθημα της αδυναμίας τους. Η ισότητα που υπήρχε ανάμεσά τους παύει κι εμφανίζεται το κράτος του πολέμου…
 
Οι ατομικές δυνάμεις δεν μπορούν να ενωθούν, αν δεν ενωθούν προηγούμενα όλες οι θελήσεις Η ένωση αυτών των θελήσεων είναι αυτό που ονομάζουν «πολιτικό καθεστώς».
 
Θα ερευνήσω όλες τις σχέσεις που συνολικά σχηματίζουν αυτό που ονομάζουμε Πνεύμα των Νόμων. Δεν έχω χωρίσει τους πολιτικούς νόμους από τους αστικούς, γιατί δεν πραγματεύομαι τους νόμους αλλά το πνεύμα των νόμων.
 
β) Για τους νόμους που πηγάζουν από το είδος διακυβέρνησης
Υπάρχουν τρία είδη κυβερνήσεων: δημοκρατική, μοναρχική, απολυταρχική…
 
Ο λαός στη δημοκρατία είναι από ορισμένες απόψεις ο μονάρχης· από άλλες απόψεις είναι ο υπήκοος. Δεν μπορεί να είναι μονάρχης παρά με την ψήφο του, που εκφράζει τη θέλησή του. Η θέληση του κυρίαρχου λαού είναι ο κυρίαρχος. Οι νόμοι λοιπόν που καθιερώνουν το δικαίωμα της ψήφου είναι βασικοί σ’ αυτό το πολίτευμα Και είναι πραγματικά ενδιαφέρον εκεί να ρυθμίζουν: πώς, από ποιόν, σε ποιόν, για ποιο ζήτημα πρέπει να δίδεται η ψήφος…
 
Ο λαός, που έχει υπέρτατη εξουσία, οφείλει μόνος του καθετί που μπορεί να το εκτελέσει καλά. Κι ό,τι δεν μπορεί, πρέπει να το εκτελέσει διαμέσου των υπουργών του. Οι υπουργοί του δεν είναι γι’ αυτόν τίποτα, αν δεν τους ονομάσει ο ίδιος. Αυτό είναι λοιπόν το βασικό αξίωμα για τη δημοκρατική κυβέρνηση, ότι ο λαός ονομάζει (εκλέγει) τους υπουργούς του...
 
Αν αμφιβάλλουμε για τη φυσική ικανότητα που έχει ο λαός να διακρίνει την αξία (τους άξιους ηγέτες), δεν έχουμε παρά να ρίξουμε μια ματιά πάνω σε κείνο το συνεχές αποτέλεσμα επιτυχημένων εκλογών, που έκαναν οι (αρχαίοι) Αθηναίοι και οι Ρωμαίοι και αυτό δε θα το αποδώσουμε βέβαια στην τύχη…
 
Οι κρατικές υποθέσεις είναι ανάγκη να βαδίζουν με έναν ορισμένο ρυθμό. Αλλά ο λαός έχει ή πολλή ενεργητικότητα ή πολύ λίγη. Κάποτε με εκατό χιλιάδες χέρια ανατρέπει τα πάντα· άλλοτε με εκατό χιλιάδες πόδια δεν προχωράει καλύτερα από τα έντομα…

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017

ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ: Βίοι Φιλοσόφων - Σόλων (1.58-1.63)

Ἔλεγε δὲ τὸν μὲν λόγον εἴδωλον εἶναι τῶν ἔργων· βασιλέα δὲ τὸν ἰσχυρότατον τῇ δυνάμει. τοὺς δὲ νόμους τοῖς ἀραχνίοις ὁμοίους· καὶ γὰρ ἐκεῖνα, ἐὰν μὲν ἐμπέσῃ τι κοῦφον καὶ ἀσθενές, στέγειν· ἐὰν δὲ μεῖζον, διακόψαν οἴχεσθαι. ἔφασκέ τε σφραγίζεσθαι τὸν μὲν λόγον σιγῇ, τὴν δὲ σιγὴν καιρῷ.

[1.59] ἔλεγε δὲ τοὺς παρὰ τοῖς τυράννοις δυναμένους παραπλησίους εἶναι ταῖς ψήφοις ταῖς ἐπὶ τῶν λογισμῶν. καὶ γὰρ ἐκείνων ἑκάστην ποτὲ μὲν πλείω σημαίνειν, ποτὲ δὲ ἥττω· καὶ τούτων τοὺς τυράννους ποτὲ μὲν ἕκαστον μέγαν ἄγειν καὶ λαμπρόν, ποτὲ δὲ ἄτιμον. ἐρωτηθεὶς διὰ τί κατὰ πατροκτόνου νόμον οὐκ ἔθηκε, «διὰ τὸ ἀπελπίσαι,» εἶπεν. πῶς τε ἥκιστ᾽ ἂν ἀδικοῖεν οἱ ἄνθρωποι, «εἰ ὁμοίως,» ἔφη, «ἄχθοιντο τοῖς ἀδικουμένοις οἱ μὴ ἀδικούμενοι.» καὶ «τὸν μὲν κόρον ὑπὸ τοῦ πλούτου γεννᾶσθαι, τὴν δὲ ὕβριν ὑπὸ τοῦ κόρου.» ἠξίωσέ τε Ἀθηναίους τὰς ἡμέρας κατὰ σελήνην ἄγειν. καὶ Θέσπιν ἐκώλυσε τραγῳδίας διδάσκειν, ὡς ἀνωφελῆ τὴν ψευδολογίαν.

[1.60] ὅτ᾽ οὖν Πεισίστρατος ἑαυτὸν κατέτρωσεν, ἐκεῖθεν ἔφη ταῦτα φῦναι. τοῖς τε ἀνθρώποις συνεβούλευσεν, ὥς φησιν Ἀπολλόδωρος ἐν τῷ Περὶ τῶν φιλοσόφων αἱρέσεων, τάδε· καλοκἀγαθίαν ὅρκου πιστοτέραν ἔχε. μὴ ψεύδου. τὰ σπουδαῖα μελέτα. φίλους μὴ ταχὺ κτῶ· οὓς δ᾽ ἂν κτήσῃ μὴ ἀποδοκίμαζε. ἄρχε πρῶτον μαθὼν ἄρχεσθαι. συμβούλευε μὴ τὰ ἥδιστα, ἀλλὰ τὰ ἄριστα. νοῦν ἡγεμόνα ποιοῦ. μὴ κακοῖς ὁμίλει. θεοὺς τίμα, γονέας αἰδοῦ. φασὶ δ᾽ αὐτὸν καὶ Μιμνέρμου γράψαντος,
αἲ γὰρ ἄτερ νούσων τε καὶ ἀργαλέων μελεδωνέων
ἑξηκονταέτη μοῖρα κίχοι θανάτου,

[1.61] ἐπιτιμῶντα αὐτῷ εἰπεῖν·
ἀλλ᾽ εἴ μοι κἂν νῦν ἔτι πείσεαι, ἔξελε τοῦτον·
μηδὲ μέγαιρ᾽ ὅτι σεῦ τοῖον ἐπεφρασάμην·
καὶ μεταποίησον, Λιγυαστάδη, ὧδε δ᾽ ἄειδε·
ὀγδωκονταέτη μοῖρα κίχοι θανάτου.
Τῶν δὲ ᾀδομένων αὐτοῦ ἐστι τάδε·
πεφυλαγμένος ἄνδρα ἕκαστον, ὅρα
μὴ κρυπτὸν ἔχων ἔχθος κραδίῃ,
φαιδρῷ προσεννέπῃ προσώπῳ,
γλῶσσα δέ οἱ διχόμυθος
ἐκ μελαίνης φρενὸς γεγωνῇ.
Γέγραφε δὲ δῆλον μὲν ὅτι τοὺς νόμους, καὶ δημηγορίας καὶ εἰς ἑαυτὸν ὑποθήκας, ἐλεγεῖα, καὶ τὰ περὶ Σαλαμῖνος καὶ τῆς Ἀθηναίων πολιτείας ἔπη πεντακισχίλια, καὶ ἰάμβους καὶ ἐπῳδούς.

[1.62] Ἐπὶ δὲ τῆς εἰκόνος αὐτοῦ ἐπιγέγραπται τάδε·
ἡ Μήδων ἄδικον παύσασ᾽ ὕβριν, ἥδε Σόλωνα
τόνδε τεκνοῖ Σαλαμὶς θεσμοθέτην ἱερόν.
Ἤκμαζε μὲν οὖν περὶ τὴν τεσσαρακοστὴν ἕκτην Ὀλυμπιάδα, ἧς τῷ τρίτῳ ἔτει ἦρξεν Ἀθήνησι, καθά φησι Σωσικράτης· ὅτε καὶ τίθησι τοὺς νόμους. ἐτελεύτησε δ᾽ ἐν Κύπρῳ βιοὺς ἔτη ὀγδοήκοντα, τοῦτον ἐπισκήψας τοῖς ἰδίοις τὸν τρόπον, ἀποκομίσαι αὐτοῦ τὰ ὀστᾶ εἰς Σαλαμῖνα καὶ τεφρώσαντας εἰς τὴν χώραν σπεῖραι. ὅθεν καὶ Κρατῖνος ἐν τοῖς Χείρωσί φησιν, αὐτὸν ποιῶν λέγοντα·
οἰκῶ δὲ νῆσον, ὡς μὲν ἀνθρώπων λόγος,
ἐσπαρμένος κατὰ πᾶσαν Αἴαντος πόλιν.

[1.63] Ἔστι δὲ καὶ ἡμέτερον ἐπίγραμμα ἐν τῇ προειρημένῃ Παμμέτρῳ, ἔνθα καὶ περὶ πάντων τῶν τελευτησάντων ἐλλογίμων διείλεγμαι παντὶ μέτρῳ καὶ ῥυθμῷ, ἐπιγράμμασι καὶ μέλεσιν, ἔχον οὕτως·
σῶμα μὲν ἦρε Σόλωνος ἐν ἀλλοδαπῇ Κύπριον πῦρ·
ὀστὰ δ᾽ ἔχει Σαλαμίς, ὧν κόνις ἀστάχυες.
ψυχὴν δ᾽ ἄξονες εὐθὺς ἐς οὐρανὸν ἤγαγον· εὖ γὰρ
θῆκε νόμους αὐτοῖς ἄχθεα κουφότατα.
Ἀπεφθέγξατο δέ, φασί, Μηδὲν ἄγαν. καὶ αὐτόν φησι Διοσκουρίδης ἐν τοῖς Ἀπομνημονεύμασιν, ἐπειδὴ δακρύει τὸν παῖδα τελευτήσαντα, ὃν ἡμεῖς οὐ παρειλήφαμεν, πρὸς τὸν εἰπόντα, «ἀλλ᾽ οὐδὲν ἀνύτεις,» εἰπεῖν, «δι᾽ αὐτὸ δὲ τοῦτο δακρύω, ὅτι οὐδὲν ἀνύτω.»

***
Έλεγε ότι ο λόγος είναι εικόνα των έργων. Βασιλιάς, έλεγε, είναι αυτός που έχει την πιο μεγάλη δύναμη. Για τους νόμους έλεγε ότι μοιάζουν με τον ιστό της αράχνης: ο ιστός της αράχνης, αν πέσει πάνω του κάτι ελαφρό και μαλακό, το συγκρατεί· αν όμως αυτό είναι κάτι βαρύτερο, σκίζει τον ιστό και φεύγει. Συνήθιζε επίσης να λέει ότι σφραγίδα του λόγου είναι η σιωπή και η κατάλληλη περίσταση σφραγίδα της σιωπής.

[1.59] Έλεγε επίσης ότι οι άνθρωποι που έχουν δύναμη δίπλα στους τυράννους θυμίζουν τις πετρούλες που χρησιμοποιούμε για να κάνουμε τους λογαριασμούς μας: όπως η καθεμιά τους άλλοτε σημαίνει κάτι το περισσότερο και άλλοτε κάτι το λιγότερο, έτσι και οι τύραννοι άλλοτε κάνουν τον καθένα τους μεγάλο και τρανό και άλλοτε δεν τον θεωρούν άξιο ούτε για την παραμικρότερη τιμή. Όταν τον ρώτησαν γιατί δεν έκανε νόμο για τον πατροκτόνο, απάντησε: «Γιατί είχα την ελπίδα ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ». Και πώς θα γινόταν να αδικούν οι άνθρωποι όσο γίνεται λιγότερο; Η απάντησή του ήταν: «Αν αυτοί που δεν αδικούνται αγανακτούν όσο και αυτοί που αδικούνται». Επίσης: «Τον κόρο τον γεννάει ο πλούτος, και ο κόρος τη βίαιη και προκλητική συμπεριφορά». Αξίωσε οι Αθηναίοι να υιοθετήσουν τον σεληνιακό μήνα. Εμπόδισε τον Θέσπη να παρουσιάζει τραγωδίες του, λέγοντας ότι οι ψευδολογίες δεν ωφελούν σε τίποτε.

[1.60] Όταν λοιπόν ο Πεισίστρατος αυτοκατατραυματίστηκε, ο Σόλωνας είπε: «Από κάτι τέτοια προήλθαν όλα αυτά». Όπως λέει ο Απολλόδωρος στο έργο του Για τις φιλοσοφικές σχολές, έδωσε στους ανθρώπους τις ακόλουθες συμβουλές: Δίνε μεγαλύτερη πίστη στην ακεραιότητα του χαρακτήρα παρά στον όρκο· Μη λες ψέματα· Μόνο με σοβαρά και αξιόλογα πράγματα να ασχολείσαι· Αρχή να αναλαμβάνεις, μόνο αφού πρώτα μάθεις να άρχεσαι· Οι συμβουλές σου να μην είναι για τα πιο ευχάριστα, αλλά για τα πιο καλά· Κάνε οδηγό σου το μυαλό· Να μη συναναστρέφεσαι κακούς ανθρώπους· Να τιμάς τους θεούς, να ντρέπεσαι και να σέβεσαι τους γονείς σου. Λένε πως επιτιμώντας τον Μίμνερμο που έγραψε
Δίχως αρρώστιες και χωρίς έγνοιες σκληρές μακάρι
η μοίρα του θανάτου μου να μ᾽ εύρισκ᾽ εξηντάρη,

[1.61] είπε:
Αν θέλεις να μ᾽ ακούσεις, τον στίχο εκείνον πέτα τον,
και μη ζηλεύεις που εγώ το σκέφτηκα καλύτερα·
άλλαξ᾽ τον, φίλε μου, και ας είναι πλέον έτσι το τραγούδι:
μακάρι στα ογδόντα να με βρει η μοίρα του θανάτου.
Από τα τραγούδια που τραγουδιούνταν στα συμπόσια δικό του είναι το ακόλουθο:
Κοίτα καλά τον κάθε άνθρωπο και δες
αν μέσα στην καρδιά του κρύβει μίσος,
—ακόμη κι όταν σου μιλάει με πρόσωπο γλυκό:
μήπως μιλάει με λόγια απατηλά,
που βγαίνουν από μια ψυχή κατάμαυρη.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έγραψε τους γνωστούς νόμους, αλλά και δημηγορίες, παραινέσεις προς τον ίδιο τον εαυτό του, ελεγειακά ποιήματα, μαζί και όσα αναφέρονται στη Σαλαμίνα και στο πολίτευμα της Αθήνας, συνολικά πέντε χιλιάδες στίχους, καθώς και ιάμβους και επωδούς.

[1.62] Στο άγαλμά του ήταν γραμμένη η ακόλουθη επιγραφή:
Η Σαλαμίνα, που σταμάτησε τ᾽ άδικο των Μήδων φέρσιμο,
γέννησε αυτόν εδώ τον Σόλωνα, τον θείο νομοθέτη.
Στην ακμή της ηλικίας του βρισκόταν γύρω στην 46η Ολυμπιάδα: στο τρίτο έτος αυτής της Ολυμπιάδας ο Σόλωνας ήταν άρχοντας στην Αθήνα, σύμφωνα με όσα λέει ο Σωσικράτης. Τότε ήταν που θέσπισε και τους νόμους του. Πέθανε στην Κύπρο σε ηλικία ογδόντα χρονών. Οι παραγγελίες που άφησε στους δικούς του ήταν αυτές: να φέρουν τα οστά του στη Σαλαμίνα και, αφού τα αποτεφρώσουν, να σκορπίσουν τη στάχτη στο νησί. Εξού και ο Κρατίνος στους Χείρωνές του τον βάζει να λέει:
Ζω στο νησί, όπως το λέει ο κόσμος όλος,
σπαρμένος σ᾽ ολόκληρη του Αίαντα την πόλη.

[1.63] Υπάρχει και ένα δικό μου επίγραμμα στην Πάμμετρο, τη συλλογή μου (τη μνημονεύσαμε και παραπάνω), στην οποία έκανα λόγο, σε όλα τα μέτρα και σε όλους τους ρυθμούς, σε επιγράμματα και σε λυρικούς στίχους, για όλους τους πεθαμένους ένδοξους άντρες. Ιδού το επίγραμμά μου αυτό: :
Το σώμα του Σόλωνα στα ξένα Κυπριακή το αφάνισε φωτιά·
τα οστά του τα ᾿χει η Σαλαμίνα, στάχτη που έφερε σπαρτά·
μα την ψυχή του οι άξονες ψηλά τη φέραν στα ουράνια:
νόμοι ωραίοι, για τους αστούς πανάλαφρο φορτίο.
Λένε πως είπε το απόφθεγμα «Ποτέ, καμία υπερβολή». Ο Διοσκουρίδης λέει στα Απομνημονεύματά του ότι, όταν κάποιος τον είδε να κλαίει για τον θάνατο του γιου του (για τον οποίο τίποτε άλλο δεν μας είναι γνωστό) και του είπε: «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε», εκείνος απάντησε: «Μα γι᾽ αυτό ακριβώς κλαίω, επειδή δεν μπορώ να κάνω τίποτε».

Ο Σωκράτης για τη σωφρονιστική δύναμη της τιμωρίας

«Είναι περισσότερο δυστυχής αν δεν καταδικαστεί ούτε τιμωρηθεί ενώ αδικεί, λιγότερο δυστυχής αν καταδικαστεί και γνωρίσει τιμωρία από θεούς και ανθρώπους» 472e

Σε μία μάλλον σπάνια εκδήλωση προθυμίας, ο Σωκράτης απαντάει στον συνομιλητή του, τον Πώλο*, ο οποίος τον ρωτάει τη δικιά του άποψη για το τι είναι η ρητορική τέχνη, μετά το αδιέξοδο όπου φτάσανε με τον Γοργία. Ο Σωκράτης, που έχει ήδη αμφισβητήσει τη χρησιμότητα της ρητορικής, του απαντάει πως δεν είναι καν τέχνη, αλλά «εμπειρία δημιουργίας κάποιου είδους ευχαρίστησης και ηδονής» 462c.

Η ρητορική είναι κάτι που «δεν συγκαταλέγεται στα ωραία», αλλά είναι μέρος της κολακείας. Ως κολακεία θεωρεί την απεικόνιση ενός πραγματικού αγαθού σε μια φαινομενική του παράσταση. Για παράδειγμα, η καλή σωματική κατάσταση μπορεί να είναι μόνο φαινομενική. Πολλοί δίνουν την εντύπωση πως έχουν σωματική υγεία, και είναι μόνο οι γιατροί που μπορούν να καταλάβουν ότι είναι ασθενείς.

«Τη μορφή της ιατρικής λοιπόν υποδύθηκε η μαγειρική, και προσποιείται ότι γνωρίζει τις καλύτερες για το σώμα τροφές» 464d και τις πιο βλαβερές. Έτσι, οι μάγειροι μπορούν να πείσουν όσους δεν γνωρίζουν, ότι αυτοί είναι κατάλληλοι για την υγεία του σώματος περισσότερο από τους γιατρούς. Τη μαγειρική λοιπόν ο Σωκράτης ονομάζει κολακεία, πράγμα βλαβερό, καθώς «κατατείνει στο ευχάριστο αποκομμένη από το άριστο. Υποστηρίζω πως δεν είναι τέχνη αλλά εμπειρία, επειδή δεν διαθέτει καμιά έλλογη ερμηνεία για την εκ φύσεως υπόσταση των πραγμάτων τα οποία προσφέρει, ώστε δεν μπορεί ν’ αναφέρει την αιτία καθενός» 465a. «Τέχνη» για τον Σωκράτη είναι η συστηματική, ορθολογική μελέτη ενός αντικειμένου, η οποία ερμηνεύει τη φύση και βρίσκει τις αιτίες του, ταξινομώντας κάθε αίτιο με το αποτέλεσμά του˙ είναι, θα λέγαμε σήμερα, η επιστήμη. Αντίθετα, η μαγειρική, και γενικότερα η κολακεία, αναλογεί στην ψευδοεπιστήμη, που δεν βασίζεται στην έλλογη έρευνα, αλλά στην εμπειρία και τη μνήμη των μεμονωμένων περιστατικών, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο απολαύσεις χωρίς να κατανοεί τη φύση του φαινομένου με το οποίο καταπιάνεται 501a. Αν δεν κυριαρχεί λοιπόν η ψυχή στο σώμα αλλά το σώμα κρίνει από μόνο του, θα σταθμίζει βάσει των ευχαριστήσεων και των απολαύσεων, και θα ήταν αξεχώριστα τα σχετικά με την ιατρική και τη μαγειρική, την επιστήμη και την ψευδοεπιστήμη.

Παρομοίως, η κομμωτική υποδύεται την γυμναστική, «έτσι που να κάνει να έλκονται οι άνθρωποι από την αλλότρια ομορφιά και να παραμελούν το κάλλος που τους προσιδιάζει, αυτό που αποκτάται με τη γυμναστική» 465b, και η ρητορική συγκαταλέγεται στην κολακεία ως απεικόνιση της δικαιοσύνης και άρα είναι κάτι βλαβερό.

Ο Πώλος ενίσταται λέγοντας πως αν έχει δίκιο ο Σωκράτης θα σήμαινε ότι οι καλοί ρήτορες θα έπρεπε να θεωρούνται φαύλοι, ενώ στην πραγματικότητα έχουν μεγάλη δύναμη στην πόλη, αφού, όπως και οι τύραννοι, μπορούν να σκοτώσουν και να εξορίσουν όποιον θέλουν, ή να αφαιρέσουν περιουσίες από όποιον νομίζουν. Ο Σωκράτης απαντάει ότι οι ρήτορες και οι τύραννοι έχουν πολύ μικρή δύναμη μέσα στις πόλεις, αφού στην πραγματικότητα, «δεν κάνουν τίποτα από όσα θέλουν, αλλά κάνουν ό,τι τους φανεί καλύτερο» 466d.
Πώς γίνεται όμως να κάνουν αυτό που τους «φαίνεται καλύτερο» αλλά όχι αυτό που θέλουν; Τι διαφορά έχει «αυτό που μου φαίνεται καλό» και «αυτό που θέλω»; Ο Σωκράτης σημειώνει ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν ό,τι επιλέγουν να κάνουν κάθε στιγμή, αλλά αυτό που θα κερδίσουν κάνοντάς το. Αυτοί που ασχολούνται με το θαλάσσιο εμπόριο, δεν το κάνουν επειδή θέλουν να ταξιδεύουν με κίνδυνους και δυσκολίες, αλλά για να αποκτήσουν πλούτη. Και ο άρρωστος που παίρνει ένα δύσοσμο φάρμακο δεν το κάνει επειδή θέλει να πιει το φάρμακο αλλά για να γίνει υγιής.

Ό,τι κάνουμε, θέλουμε να το κάνουμε επειδή είναι ωφέλιμο. Όταν λοιπόν κάνουμε κάτι που νομίζουμε ότι είναι καλό ενώ στην πραγματικότητα είναι βλαβερό, αυτό δεν μπορεί να ονομαστεί δύναμη, αλλά μόνο φαίνεται σαν τέτοια, ενώ στην πραγματικότητα είναι αδυναμία. Για να ξέρουμε τι είναι ωφέλιμο όμως χρειάζεται φρόνηση, και η φρόνηση δεν ταιριάζει με το να κάνουμε αυτό που «μας φαίνεται» καλύτερο. Από τη στιγμή που ο Πώλος θεωρεί τη δύναμη σαν κάτι καλό και ενάρετο, δεν μπορεί να τη συνδέει με τις αυθόρμητες εκφράσεις εκδίκησης και καπρίτσιου που αναφέρει.

Όταν λοιπόν κάποιος σκοτώνει, εξορίζει ή παίρνει περιουσίες, μπορεί κάλλιστα να το κάνει χωρίς να είναι ωφέλιμο γι’ αυτόν, ενώ νομίζει ότι είναι. Δεν μπορεί όμως να θέλει πραγματικά κάτι που δεν του είναι ωφέλιμο αλλά μόνο τού φαίνεται τέτοιο. Και για να ξέρει αν του είναι ωφέλιμο ή όχι, πρέπει να έχει τη φρόνηση για να κρίνει. Η κατοχή δύναμης δεν αρκεί για να εξαίρουμε κάποιον ως ενάρετο ή ζηλευτό πρόσωπο.

Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα από τα σωκρατικά παράδοξα, ότι κανείς δεν κάνει το κακό εν γνώσει του (ουδείς εκών κακός). Ο Σωκράτης θεωρούσε ότι όλοι οι άνθρωποι επιδιώκουν την ευδαιμονία. Αρκεί λοιπόν ο καθένας να ξέρει πώς θα την κατακτήσει. Από τη στιγμή που θα γνωρίσει την αλήθεια για το ποια πράξη θα τον φέρει κοντύτερα στην ευτυχία, το μόνο που μένει είναι να την πράξει. Όλοι μας δηλαδή από τη στιγμή που ξέρουμε τι είναι καλό και τι είναι κακό, αναγκαστικά θα κάνουμε τις καλές πράξεις και θα αποφεύγουμε τις άδικες, αφού σίγουρα όλοι θέλουμε το καλό μας. Οι επιθυμίες μας όμως εκβιάζονται από πρόσκαιρες απολαύσεις και πάθη, και μας ωθούν σε άδικες πράξεις που προσφέρουν πρόσκαιρη ικανοποίηση εις βάρος της επίτευξης του στόχου μας. Το να αδικήσει, ο Σωκράτης το θεωρεί απαράδεκτη ενέργεια γιατί θα του κοστίσει την ευτυχία. Η άδικη τιμωρία λοιπόν, που ο Πώλος παραδέχεται σαν ένδειξη δύναμης, είναι γι’ αυτόν άθλια.

Ο Πώλος αντιδράει υποστηρίζοντας ότι ακόμα και ο Σωκράτης θα ζήλευε κάποιον με δύναμη που φέρεται όπως περιέγραψε πριν, εξουσιάζοντας τον οποιονδήποτε, είτε δίκαια είτε άδικα˙ ο Σωκράτης όμως λέει ότι όχι μόνο δεν θα ζήλευε έναν τέτοιον, αλλά θα τον λυπόταν. Κι αυτό γιατί αυτός που σκοτώνει άδικα είναι άθλιος, ενώ αυτός που αδικείται ούτε άθλιος είναι ούτε του αξίζει η λύπηση.
«Δηλαδή εσύ θα ήθελες πιο πολύ ν’ αδικείσαι παρά ν’ αδικείς;»

«Προσωπικά δεν θα ήθελα ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αν όμως ήταν αναπόφευκτο ν’ αδικώ ή ν’ αδικούμαι, θα προτιμούσα ν’ αδικηθώ παρά ν’ αδικήσω» 469c.

Ο Σωκράτης δεν είναι ο πασιφιστής που αρνείται πλήρως τη θανάτωση, ούτε την εξορία ή την απόσπαση της περιουσίας κάποιου, παρά μόνο όταν γίνεται άδικα. Με άλλα λόγια, μιλάει για την τιμωρία και τη δικαιοσύνη. Αρνείται όμως απόλυτα την ανταποδοτικότητα, αφού πίστευε πως ό,τι και να του έχει κάνει κάποιος, έστω και άδικα, δεν επιτρέπεται αυτός να απαντήσει ανάλογα, καθώς κάνοντας μια άδικη πράξη θα έβλαπτε τον εαυτό του. Η άρνηση της ανταποδοτικότητας (ακόμα ένα σωκρατικό παράδοξο) έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κοινή ηθική της εποχής, που επέτρεπε και επικροτούσε την εκδίκηση (ανταπόδοση) μιας βλαβερής πράξης. Ο Σωκράτης λοιπόν από τη μία επικροτεί τη δίκαιη τιμωρία αυτού που αδίκησε, από την άλλη όμως δεν δέχεται ότι η εκδίκηση από μόνη της είναι καλός λόγος για την τιμώρηση.

Η δίκαιη τιμωρία όμως είναι κάτι ωραίο, κάτι καλό. Αυτός που δέχεται δίκαιη τιμωρία, δέχεται κάτι ωραίο, άρα και ωφέλιμο, δηλαδή ωφελείται ο ίδιος. Ακόμα κι αν η τιμωρία προξενεί σωματικούς πόνους, βελτιώνεται η ψυχή του, «λυτρώνεται δηλαδή από την κακία της ψυχής όποιος τιμωρείται δίκαια»477a. Και η ιατρική πολλές φορές δεν είναι ευχάριστη, αφού η θεραπεία μπορεί να είναι επίπονη ή ψυχοφθόρα, είναι όμως προφανώς ωφέλιμη, προσφέροντας την υγεία. Η απόδοση δικαιοσύνης λοιπόν αν και φαίνεται ή και λαμβάνεται ως κάτι δυσάρεστο (φυλάκιση, εξορία, αφαίρεση περιουσίας), γιατρεύει την ψυχή από την φαυλότητα. Η φαυλότητα της ψυχής είναι το χειρότερο από όλα τα άσχημα, όπως η φτώχεια και η ασθένεια, αφού τα μέρη της φαυλότητας (αδικία, ακολασία, δειλία, αμάθεια) είναι περισσότερο βλαβερά από τη φτώχεια και την ασθένεια. Αυτοί που αποφεύγουν την τιμωρία βλέπουν μόνο το λυπηρό, δυσάρεστο, μέρος της και «αγνοούν πόσο περισσότερη δυστυχία είναι να συμβιώνει κάποιος με μη υγιή ψυχή παρά με μη υγιές σώμα» 479b, και κάνουν τα πάντα για να μη λογοδοτήσουν.

Η αποφυγή της τιμωρίας λοιπόν αποδεικνύεται εμμονή στο κακό, ενώ η αποδοχή της προσπάθεια βελτίωσης της ψυχής και κατάκτησης της ευτυχίας.

Αν ο άδικος θέλει πραγματικά να ωφεληθεί, από μόνος του πρέπει να ζητήσει την τιμωρία, όπως ο ασθενής τον γιατρό. Άρα για την απολογία στο δικαστήριο η ρητορική, που ορίστηκε σαν η επιτυχημένη προσπάθεια αποφυγής της τιμωρίας και απόκτησης αγαθών (από τον Γοργία και τον Πώλο), δεν είναι καθόλου χρήσιμη, ούτε για τον ίδιο αυτόν που αδίκησε, ούτε αν υπερασπίζεται έναν φίλο ή συγγενή, αν φυσικά θέλει το καλό του. Είναι μάλιστα αντιπαραγωγική, αφού αποτρέπει από την ευκαιρία για περίθαλψη της ψυχής. Για τον Σωκράτη, η τιμωρία ήταν ένα μέσο σωφρονισμού, και ποτέ τρόπος εκδίκησης.

Αφού λοιπόν η τιμωρία είναι ωφέλιμη, πρέπει να φροντίζουμε για την τιμωρία του φίλου και όχι του εχθρού. Μάλιστα, η τιμωρία του εχθρού πρέπει να αποτραπεί αν είναι στις δυνάμεις μας. Ακόμα και στην περίπτωση που ένας δικός μας εχθρός αδικεί κάποιον άλλο, επίσης εχθρό μας (δηλαδή ακόμα και στην περίπτωση που η μοίρα του εχθρού δεν μας αφορά άμεσα), αν (και μόνο αν) χρειαστεί να τον βλάψουμε, τότε πρέπει με κάθε τρόπο να φροντίσουμε να μη λογοδοτήσει και να μην προσαχθεί στον δικαστή για να ωφεληθεί. Και αν προσαχθεί, λόγου χάρη για κλοπή, πρέπει να επινοήσουμε τρόπο να γλιτώσει και να διαφύγει με τα κλοπιμαία για να τα ξοδέψει και να τα χαραμίσει με τρόπο άδικο και ανόσιο. Έτσι, θα βλάψει μόνος του την ψυχή του και θα στερηθεί την ευτυχία. Μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις είναι χρήσιμη η ρητορική.

Καλύτερο βέβαια από το να γιατρευτούμε είναι να μην χρειαστούμε καν τη γιατρειά, δηλαδή να μην παρουσιαστεί η ασθένεια. Όσον αφορά την ψυχή, είναι καλύτερο να μην αδικήσουμε, ώστε να μην χρειαστεί να τιμωρηθούμε για να ωφεληθούμε.

«Κατ’ εξοχήν ευτυχισμένος λοιπόν είναι όποιος δεν έχει κακία στην ψυχή»

«Δεύτερος στην ευτυχία είναι όποιος απαλλάσσεται από την κακία», δηλαδή αυτός που δέχεται νουθεσία, επίπληξη και τιμωρία.

«Χειρότερα συνεπώς ζει όποιος βρίσκεται μέσα στην αδικία και δεν απαλλάσσεται» 478d–e.

Άρα η δικαιοσύνη, που απαλλάσσει από την αδικία, είναι ωραιότερη από την «χρηματιστική» τέχνη και την ιατρική που απαλλάσσουν από τη φτώχεια και την ασθένεια. Η ωφέλεια της δικαιοσύνης λοιπόν είναι μεγαλύτερη ακόμα και από της ιατρικής.
-------------------------
* Μαθητής του Γοργία, ενθουσιώδης οπαδός της διδασκαλίας του, δάσκαλος ρητορικής και ο ίδιος. Εμφανίζεται και στον διάλογο Φαίδρος.

Καστοριάδης: Παιδεία και πολιτική

Θέλω να σας μιλήσω για ένα θέμα που πρέπει να μας απασχολεί όλους μας και πνευματικά και πολιτικά. Το θέμα της παιδείας μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία. Πρώτα πρώτα μια επεξήγηση για τον όρο παιδεία. Εάν μιλούσα ξένη γλώσσα, θα έλεγα κουλτούρα αλλά αυτός o όρος και ξενικός είναι και κάπως κακόηχος στα ελληνικά και λίγο κακόφημος τα τελευταία χρόνια. Θα εξηγηθώ πιο κάτω για το τι εννοώ με τη λέξη παιδεία και θα ‘θελα να σας υπενθυμίσω ότι κατ’ αρχήν τίποτε δεν θα έπρεπε να είναι πιο αυτονόητο από το θέμα αυτής της συζήτησής μας.
 
Το να ζούμε σε μια δημοκρατική κοινωνία σημαίνει ότι διερωτάστε για όλα όσα μας περιτριγυρίζουν μέσα στην κοινωνία. Συνεπώς διερωτόμαστε και για την ίδια την παιδεία μας. Η ίδια αυτή η διερώτηση αποτελεί τμήμα της παιδείας ως διαδικασίας και ως ήθους. Φυσικά, μόλις διατυπώσουμε αυτήν τη φράση –η θέση της παιδείας μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία— αμέσως αναφύονται ένα σωρό προβλήματα. Τι εννοούμε με τη λέξη παιδεία, τι εννοούμε με τη λέξη κοινωνία, επίσης τι εννοούμε με τη λέξη δημοκρατία. Γι’ αυτά δεν θα μιλήσω, απλώς θα τα θίξω. Θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι το κέντρο του θέματός μας είναι τι το ιδιαίτερο παρουσιάζει η παιδεία σε μια δημοκρατική κοινωνία και η σχέση της με την κοινωνία και με τη δημοκρατία, σε σύγκριση με άλλες κοινωνίες οι όποιες, όλες, και οι πιο πρωτόγονες, είχαν αυτό που εγώ θέλω να ονομάσω παιδεία ή ένα είδος πολιτισμού; Θα ονομάσω παιδεία κάθε τι που σε μια δεδομένη κοινωνία, μέσα στον δημόσιο χώρο της, υπερβαίνει αυτό που είναι απλά λειτουργικό ή εργαλειακό και παρουσιάζει -κι αυτό είναι το σημαντικότερο- μιαν αόρατη διάσταση, η οποία είναι θετικά επενδυμένη από τα μέλη της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, αυτό που έχει να κάνει με τη δημόσια εμφάνιση του φαντασιακού -με την ακριβή έννοια του όρου- αυτής της κοινωνίας και του φαντασιακού του ποιητικού -με την ευρύτερη έννοια- έτσι, όπως αυτό το ποιητικό φαντασιακό ενσαρκώνεται και ενσωματώνεται μέσα σε έργα και σε συμπεριφορές και πράξεις που υπερβαίνουν το λειτουργικό και το εργαλειακό.
 
Μίλησα για αόρατη διάσταση. Όταν έχουμε μπροστά μας ένα βιβλίο ή μια μουσική παρτιτούρα, ή κι όταν ακούμε αυτό που είναι γραμμένο στην παρτιτούρα, ή όταν βλέπουμε μια ζωγραφιά, ένα άγαλμα, ένα μνημείο, παρ’ όλο ότι είναι ορατά, αυτό που μας ενδιαφέρει κι αυτό που μας συνεπαίρνει, είναι ακριβώς η αόρατη διάσταση πέρα από το ορατό ή η μη αισθητή διάσταση πέρα απ’ αυτό που άμεσα ακούγεται -που φυσικά δεν μπορεί να υπάρξει παρά μέσω του ορατού, του ακουστού ή του απτού-, αλλά για την οποία αυτή η ορατότητα, η ακουστότητα ή η απτότητα είναι απλώς μια προϋπόθεση.
 
Τώρα, δημοκρατία είναι βέβαια ένας όρος που σηκώνει πολύ περισσότερη συζήτηση από τη φύση του και επειδή από πολύν καιρόν, από αιώνες, χιλιετηρίδες, διακυβεύτηκε μέσα σε συζητήσεις και σε πολιτικούς αγώνες, και ακόμα διότι από πολλές δεκαετίες τώρα στον Δυτικό κόσμο έχει εκπορνευθεί είτε με ήπιες μορφές είτε με βίαιες. Ας μην ξεχνάμε ότι ένα από τα τυραννικά κράτη που γνώρισε η ανθρώπινη ιστορία και τα πιο αποτελεσματικά στην τυραννικότητά τους είχε ως τίτλο, μέχρι τη διάλυσή του προ τριών ετών, τέσσερις λέξεις που ήταν τέσσερα ψέματα: Ένωση Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατιών.
 
Προκειμένου να ξεφύγουμε απ’ αυτή την κακοφωνία, θα επανέλθουμε στην ετυμολογία. Δημοκρατία, το κράτος του δήμου, δηλαδή η εξουσία του λαού στα σύγχρονα ελληνικά. Ασφαλώς η φιλολογία δεν μας επιτρέπει να λύσουμε πολιτικά προβλήματα, αλλά μας επιτρέπει τουλάχιστον να διατυπώσουμε αυτή την ερώτηση: πού, σε ποιά χώρα σήμερα, τολμάει κανείς να πει ότι είναι πραγματοποιημένη η εξουσία του λαού; Εντούτοις αυτή η εξουσία είναι εγγεγραμμένη στα συντάγματα των Δυτικών χωρών, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η δική μας, με το όνομα της λαϊκής κυριαρχίας. Και αφήνοντας, προς το παρόν, κατά μέρος την υποκρισία αυτής της φράσης, θα στηριχτώ στο γράμμα της για να συναγάγω μια σημασία που ολίγοι θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν. Μέσα σε μια δημοκρατία ο λαός είναι κυρίαρχος, δηλαδή ο λαός κάνει τους νόμους και τον Νόμο ή, με άλλα λόγια, η κοινωνία κάνει τους θεσμούς της και τον θεσμό της. Η κοινωνία είναι αυτόνομη, αυτοθεσμίζεται φανερά και ρητά, θέτει η ίδια τους κανόνες της, τις αξίες της, τις σημασίες της. Η αυτονομία ή η ελευθερία, η οποία συνεπάγεται και προϋποθέτει την αυτονομία ή την ελευθερία των ατόμων, είναι ταυτοχρόνως αδύνατη χωρίς αυτή την τελευταία. Αυτή ακριβώς η αυτονομία αποτελεί τον κεντρικό στόχο του πολιτικού μας προτάγματος. Αλλά η αυτονομία, η οποία τουλάχιστον κατ’ επίφασιν, ακόμη μια φορά, είναι εγγυημένη από τον νόμο, από τα συντάγματα, από τις δηλώσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου, σε τελευταία ανάλυση στηρίζεται και de jure και de facto επάνω στον συλλογικό νόμο, τον Νόμο με την τυπική έννοια όσο και με την άτυπη έννοια.
 
Η πραγματική ατομική ελευθερία, δεν μιλάω εδώ για τη φιλοσοφική ή την ψυχική ελευθερία, αλλά για την ελευθερία που μπορούμε να πραγματώσουμε μέσα στην ατομική μας ζωή και στην κοινωνική μας πράξη, πρέπει να είναι αντικείμενο απόφασης και κατοχύρωσης από ένα νόμο που κανένα άτομο δεν θα μπορούσε μόνο του ούτε να θέσει ούτε να κυρώσει. Και μέσα στο πλαίσιο αυτού του νόμου το άτομο μπορεί με τη σειρά του να προσδιορίσει και να ορίσει τους κανόνες, τις αξίες, τις σημασίες, πάνω στους οποίους και με τους οποίους θα προσπαθήσει να διατάξει τη ζωή του και να της δώσει ένα νόημα. Η αυτονομία, αυτή η ρητή αυτοθέσμιση όπως το ξέρουμε όλοι μας, αναδύεται για πρώτη φορά στις ελληνικές δημοκρατικές πόλεις. Ξανααναδύεται αργότερα με διαφορετικό, και από ορισμένες απόψεις πλατύτερο, από άλλες στενότερο, τρόπο στον σύγχρονο Δυτικό κόσμο. Αυτή λοιπόν η αυτονομία σημειώνει τη ρήξη που συνεπάγεται η δημιουργία της δημοκρατίας με όλα τα προηγούμενα κοινωνικο-ιστορικά καθεστώτα. Γιατί όλα τα προηγούμενα κοινωνικο-ιστορικά καθεστώτα είναι καθεστώτα θεσπισμένης ετερονομίας: Δηλαδή, σ’ αυτά τα καθεστώτα η πηγή και το θεμέλιο του νόμου, όπως επίσης η πηγή και το θεμέλιο κάθε κανόνα, κάθε αξίας και κάθε σημασίας, τίθενται ως υπερβατικά σε σχέση με την κοινωνία. Υπερβατικά με μιαν απόλυτη έννοια, όπως στις μονοθεϊστικές κοινωνίες, υπερβατικά, ούτως ή άλλως, σχετικά με την πραγματικότητα της ζωντανής κοινωνίας, όπως συμβαίνει στις μυθικές ή πρωτόγονες κοινωνίες. Μυθικές όχι με την έννοια ότι είναι κοινωνίες τις όποιες διηγούνται οι μύθοι, αλλά με την έννοια ότι είναι κοινωνίες οι όποιες στηρίζουν τη θέσπισή τους πάνω σε μύθους. Και η ετερονομία συμβαδίζει με κάτι που είναι για μας πολύ σημαντικό και που θα το ονομάσω, προσωρινά τουλάχιστον, περίφραξη της σημασίας. Δηλαδή ο λόγος του Θεού ή οι διατάξεις που έθεσαν οι πρόγονοί μας δεν είναι συζητήσιμοι. Έχουν καθοριστεί άπαξ δια παντός. Αυτό στις ετερόνομες κοινωνίες ισχύει επίσης και για τα άτομα. Το νόημα της ζωής τους είναι δοσμένο, είναι κανονισμένο εκ των προτέρων και κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι επίσης εγγυημένο. Καμιά συζήτηση δεν είναι δυνατή πάνω στους θεσμούς. Ούτε και είναι δυνατή συζήτηση, η αμφιβολία πάνω στο τι αξίζει και στο τι δεν αξίζει, πάνω στο τι είναι καλό και τι είναι κακό, πάνω στο τι πρέπει να κάνω και στο τι δεν πρέπει να κάνω.
 
Μ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα σε μιαν ετερόνομη ή παραδοσιακή κοινωνία, η περίφραξη της σημασίας, και της ισχύος ή της αξίας, συνεπάγεται ότι όχι μονάχα το πολιτικό ερώτημα ή το φιλοσοφικό ερώτημα είναι κλεισμένο εκ των προτέρων, αλλά ακόμα και ότι το αισθητικό ζήτημα ή το ηθικό πρόβλημα είναι επίσης κλεισμένο εκ των προτέρων. Αυτό που πρέπει να πει κανείς σε κάθε περίπτωση υπαγορεύεται, χωρίς δυνατή έφεση, από τον νόμο και από τους συλλογικούς κανόνες, και τίποτε δεν αλλάζει σ’ αυτό όταν εμφανίζονται τα τεράστια, τα λεπτεπίλεπτα, τα σοφά και ατελείωτα σχόλια του νόμου στο Ταλμούδ, στη χριστιανική θεολογία ή στην ισλαμική θεολογία.
 
Το ίδιο ισχύει και για την παιδεία, με την έννοια που δίνω σ’ αυτόν τον όρο, Χωρίς αμφιβολία, οι ετερόνομες κοινωνίες παρήγαγαν, δημιούργησαν αθάνατα έργα, που θα ήτανε αδύνατο και άχρηστο να απαριθμήσει κανείς, Αλλά αυτά τα έργα, αυτά τα μνημεία, με τη γενικότερη έννοια του όρου, βρίσκονται πάντα μέσα στον ορίζοντα των θεσμισμένων φαντασιακών σημασιών, αυτά τα έργα είναι πάντα, σε τελευταία ανάλυση, συντεταγμένα με το θείο, με το ιερό, με το άγιο, είτε το θείο, το ιερό, το άγιο τα πάρουμε με την τρέχουσα έννοια, είτε τα πάρουμε ως το ιερό και το άγιο του χώρου της πολιτικής. τα έργα αυτά ενισχύουν τις θεσμισμένες σημασίες, είτε πρόκειται για τη λατρεία του θείου είτε πρόκειται για την αποθέωση ή τον εκθειασμό των ηρώων ή της ανδρείας των προγόνων και ούτω καθεξής. Φυσικά εδώ περιγράφω με πολύ αδρές πινελιές, αλλά αυτός είναι ο ουσιαστικός πυρήνας των μεγάλων έργων που μας άφησαν οι πρωτόγονοι, οι μεγάλες παραδοσιακές μοναρχίες της Ανατολής, ο αληθινός ευρωπαϊκός Μεσαίωνας, Ανατολικός ή Δυτικός, ή το παραδοσιακό Ισλάμ.

Εάν αυτά τα έργα και οι δημιουργοί τους είναι, ούτως ειπείν, στην υπηρεσία των θεσμισμένων σημασιών, το κοινό τους βρίσκει μέσα σ’ αυτά την επιβεβαίωση και τον εκθειασμό των δικών του σημασιών και των δικών του άξιων, που είναι απλώς οι συλλογικές και παραδοσιακές άξιες. Και αυτό είναι συναρμοσμένο με τον ειδικό τρόπο της πολιτιστικής χρονικότητας των κοινωνιών, δηλαδή τον εξαιρετικά βραδύ ρυθμό της αλλαγής και τον υπόγειο, τον κρυφό, χαρακτήρα της αλλοίωσης του ύφους, του στυλ και του περιεχομένου. Όπως επίσης συμβαδίζει με την αδυνατότητα να εξατομικεύσει κανείς τους δημιουργούς, που δεν απορρέει καθόλου από την ανεπάρκεια της πληροφόρησής μας. Υπό την δυναστεία των Τανγκ στην Κίνα ζωγραφίζουνε έτσι και όχι αλλιώς· αλλιώς δεν είναι νοητό. Υπό την εικοστή φαραωνική δυναστεία η γλυπτική γίνεται έτσι και όχι αλλιώς, και θα πρέπει να είσαστε ειδικευμένος για να μπορέσετε να διακρίνει τα έργα των Τανγκ από τα έργα των Σονγκ ή των Μενγκ, ή τα έργα της εικοστής δυναστείας από τα έργα της εικοστής πρώτης ή της δέκατης ένατης. Έτσι υπάρχουν κανονισμένες και κανονιστικές μορφές, φόρμες. Όπως στις δικές μας τις βυζαντινές εικόνες, για μεγάλες περιόδους, ακόμα και οι μικρότερες λεπτομέρειες είναι εκκλησιαστικά κανονισμένες όταν πρόκειται για τη ζωή ενός αγίου ή για μια δεδομένη στιγμή της ζωής της Παρθένου. Ενώ -το λέω προτρέχοντας- είναι αδύνατο να υπάρξει σύγχυση ανάμεσα σ’ ένα στίχο της Σαπφώς και σ’ ένα στίχο του Αρχιλόχου. Μας είναι αδύνατο, κι αν δεν είμαστε φιλόλογοι αλλά απλώς ξέρουμε να διαβάζουμε, να εκλάβουμε ένα στίχο του Αισχύλου ως ένα στίχο του Σοφοκλή ή, για να περάσω στη μοντέρνα εποχή, είναι αδύνατο να μη διακρίνουμε μια μουσική του Μπαχ από μια μουσική του Χαίντελ, παρ’ όλο ότι και οι δύο είναι Γερμανοί, ζουν στην ίδια εποχή και γράφουν στο ίδιο αντιστικτικό στυλ. η δημιουργία της δημοκρατίας, η εμφάνιση του προτάγματος της αυτονομίας μέσα στην ιστορία, έστω και ως απλού σπόρου, έστω και ατελούς, αλλοιώνει ριζικά την προηγούμενη κατάσταση και από αύτη την άποψη.
 
Μια βραχεία φιλοσοφική παρέκβαση είναι εδώ αναγκαία. Όταν κατά κάποιον τρόπο θεωρήσουμε, συλλογιστούμε και στοχαστούμε ό,τι μπορούμε να θεωρήσουμε, να λογιστούμε και να στοχαστούμε, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το Είναι είναι χάος, είναι άβυσσος, είναι το απύθμενον, αλλά είναι ταυτοχρόνως και δημιουργία· είναι μια vis formandi, όπως θα έλεγαν στα λατινικά, μια δύναμη μορφώσεως ή μορφοποίησης, που δεν είναι προκαθορισμένη και η οποία επιθέτει, αν μπορώ να πω, απάνω στο χάος έναν κόσμο με την αρχαία ελληνική έννοια, δηλαδή ένα σύνολο που είναι κατά το μάλλον ή ήττον οργανωμένο και κανονισμένο.
 
Παρομοίως, όταν τελειώσουμε, αν μπορούμε να τελειώσουμε, να στοχαζόμαστε, να συλλογιζόμαστε, να σκεφτόμαστε το ανθρώπινο πεδίο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος, με τη γενική, τη συλλογική έννοια, δηλαδή ταυτόχρονα και ως κοινωνία και ως άτομο που συμμετέχει φυσικά στο Είναι είναι και ο ίδιος άβυσσος, χάος και απύθμενος. Και αυτό, διότι άνθρωπος είναι ον φαντασίας και φαντασιακού· και ως ον φαντασίας και φαντασιακού, φαντασίας ατομικής και φαντασιακό συλλογικού και κοινωνικού, είναι και ο ίδιος ο άνθρωπος δύναμη μόρφωσης (vis formandi). Αλλά είναι και κάτι που ασφαλώς δε μπορούμε να το πούμε -ή μπορούμε;-για το Είναι εν τω συνόλω του, είναι, θα λέγαμε στα λατινικά, libido formandi είναι έρως και πάθος μόρφωσης και μορφοποίησης, είναι δύναμη δημιουργίας αλλά και επιθυμία δημιουργίας και μόρφωσης ή μορφοποίησης.
 
Αυτή η δύναμη και η επιθυμία ή το πάθος είναι αυτό που ονομάζω το ποιητικό στοιχείο στον άνθρωπο, ποιητικό στοιχείο του όποιου και ο ίδιος ο Λόγος δεν είναι παρά μια παραφυάδα, ο ίδιος ο Λόγος είναι ένα ποιητικό δημιούργημα του ανθρώπου, το νόημα με το όποιο ο άνθρωπος θέλει και απαραίτητα πρέπει κάθε φορά να επενδύσει τον κόσμο, την κοινωνία, το πρόσωπό του και τη ζωή του, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ακριβώς αυτή η μόρφωση, με την πρωταρχική έννοια του όρου, όχι της τυπικής μόρφωσης, η Bildung θα λέγαμε στα γερμανικά (Bild σημαίνει εικόνα), η διαρκής προσπάθεια να πιαστούν μαζί μέσα σε μια τάξη και μία οργάνωση, σ’ έναν κόσμο, όλα όσα παρουσιάζονται κι όλα όσα ο ίδιος ο άνθρωπος κάνει να αναδύονται. Το να δοθεί μορφή στο χάος – νομίζω ότι αυτός είναι ο καλύτερος δυνατός ορισμός της παιδείας και φυσικά αυτό φαίνεται με πολύ μεγάλη ενάργεια όταν πρόκειται για την τέχνη, η μορφή που δίνουμε στο χάος είναι το νόημα και η σημασία, νόημα και σημασία που φυσικά δεν είναι απλώς υπόθεση ιδεών ή παραστάσεων αλλά που πρέπει ακόμη μια φορά να πιάσει μαζί, δηλαδή να συν-λάβει (συλλάβει) μέσα σε μια μορφή, σε μια φόρμα, και την παράσταση και την επιθυμία και το αίσθημα.
 
Φυσικά δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτό έκανε, ανέκαθεν, η θρησκεία και η κάθε θρησκεία. Η θρησκεία είναι διφυής από το γεγονός ότι απ’ τη μια μεριά προσπαθεί να δώσει μορφή και νόημα στο χάος, στην άβυσσο, στο απύθμενο, άλλα αυτό δεν το κατορθώνει παρά περιορίζοντας το χάος, την άβυσσο και το απύθμενο, δίνοντάς του μια μορφή, μια εικόνα, ένα όνομα, ένα Λόγο, ορισμένες επιταγές ή ορισμένες ιδιότητες, τα όποια ενδεχομένως ονομάζει Θεό· κι αυτό που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα εδώ πέρα, όπου δεν μιλάμε τόσο φιλοσοφικά όσο κοινωνικό-ιστορικά, είναι ότι η θρησκεία δεν μπορεί να επιτύχει κάτι τέτοιο, πράγμα που τη χαρακτηρίζει, παρά προσφέροντας ταυτόχρονα και δένοντας τη μορφή που δίνει στο χάος τόσο με την υπερβατική εγγύηση της σημασίας, εγγύηση της οποίας, όπως είναι προφανές, τα ανθρώπινα όντα έχουνε μιαν άπληστη ανάγκη, όσο και με την περίφραξη, η οποία φαινομενικά και μόνο εμφανίζεται ομοούσια με την ίδια την ιδέα του νοήματος. Αυτή την εγγύηση και αυτή την περίφραξη την εγκαθιδρύει αρνούμενη στην ανθρωπότητα -κι εδώ δεν μιλάω μόνο για μονοθεϊστικές θρησκείες- τη δυνατότητα δημιουργίας νοήματος. Διότι για κάθε θρησκεία το νόημα έχει ήδη δημιουργηθεί άπαξ διά παντός κι έχει δημιουργηθεί αλλού· ο άνθρωπος, το πολύ, μπορεί να το αποδεχθεί,
 
Έτσι, η δημιουργική δύναμη, η vis formandi, περιστέλλεται και διοχετεύεται, αν μπορώ να πω, κατά έναν ορισμένο τρόπο, όπως επίσης περιστέλλεται και διοχετεύεται το πάθος της μόρφωσης, το όποιο στο εξής περιορίζεται να χαίρεται τις προηγούμενές του δημιουργίες χωρίς καν να ξέρει ότι είναι δικές του δημιουργίες, εφόσον τις αποδίδει σε ένα υπερβατικό ον.
 
Όμως η δημοκρατική δημιουργία καταλύει κάθε υπερβατική πηγή της σημασίας, τουλάχιστον όσον αφορά το δημόσιο πεδίο και, θα έλεγα, εάν είναι ολοκληρωμένη, ακόμα και για το ιδιωτικό άτομο. Σπάει το περίφραγμα της σημασίας και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποδίδει στη ζωντανή κοινωνία, στους ανθρώπους που υπάρχουν «εδώ και τώρα», τη δυνατότητα να σκεφτούν τη δημιουργική τους δύναμη, τη vis formandi και να αφήσουν να λειτουργήσει η libido formandi, το πάθος και ο πόθος της μόρφωσης και της δημιουργίας. Και κάνει το ίδιο πράγμα όχι μόνο στη δημόσια σφαίρα αλλά και στην ιδιωτική, δεδομένου ότι η δημοκρατική κοινωνία, όπως το είπαμε, είναι αδιανόητη χωρίς την πραγματική αυτονομία των ατόμων, και συνεπώς χωρίς τη δυνατότητα τη δοσμένη στον κάθε έναν να δημιουργήσει το νόημα της ζωής του. Φυσικά αυτό προϋποθέτει μια φιλοσοφική θέση που κατά κάποιον τρόπο, νομίζω, είναι το σημείο επαφής της φιλοσοφίας και της πολιτικής ή, αν θέλετε, της φιλοσοφίας και της δημοκρατίας παρά τα φαινόμενα. Αυτό θα σας φανεί ίσως παραδοξολογία άλλα νομίζω ότι έτσι είναι. Και οι δύο προϋποθέτουν την παραδοχή του γεγονότος ότι δεν υπάρχει σημασία στο Είναι σαν κρυμμένος θησαυρός που πρέπει να εξευρεθεί, ούτε μέσα στο Είναι ούτε μέσα στον κόσμο ούτε μέσα στην Ιστορία ούτε μέσα στην προσωπική μας ζωή· ότι εμείς δημιουργούμε τη σημασία και το νόημα πάνω στη βάση αυτού που δεν έχει βάση, στηριζόμενοι στο απύθμενο, κι ότι μ’ αυτόν τον τρόπο εμείς δίνουμε μορφή στο χάος με τη σκέψη μας, με την πράξη μας, με τα έργα μας, και ότι συνεπώς αυτή η σημασία δεν έχει καμία εξωτερική εγγύηση. Κατά τον ίδιο τρόπο που ο Ενταφιασμός του κόμητος Οργκάθ του Γκρέκο δεν αντλεί την ομορφιά του από τον ουρανό που υπάρχει στο απάνω μέρος του πίνακα αλλά από το σύνολο του πίνακα κι από την ίδια τη ζωγραφική.

Αυτό σημαίνει ότι είμαστε μόνοι μας μέσα στο Είναι, μόνοι μας αλλά όχι σολιψιστές. Είμαστε μόνοι μας, ήδη, παράδοξα, διότι μιλάμε, και διότι μιλάμε ο ένας στον άλλον, ενώ το Είναι δεν μιλάει ούτε καν για να εκφωνήσει το αίνιγμα της Σφιγγός. Αλλά δεν είμαστε σολιψιστές, γιατί η δημιουργία μας και ήδη κιόλας ο λόγος μας στηρίζεται πάνω στο Είναι και συνεχώς αναπηδά από την αντιμετώπιση με το Είναι και διατηρείται σε κίνηση αυτός ο λόγος και η δημιουργία μας με την προσπάθεια να μορφώσει αυτό που μόνο φευγαλέα και αποσπασματικά προσφέρεται προς μόρφωσιν κι έτσι μπορεί, άλλοτε εφήμερα, άλλοτε μακροχρόνια, αλλά πάντοτε κάτω από κίνδυνο, να μορφώσει αυτό που παρουσιάζεται.
 
Αν είναι έτσι τα πράγματα, σε μια δημοκρατική κοινωνία η πολιτιστική, η παιδειακή, αν μπορώ να τολμήσω αυτόν τον νεολογισμό, δημιουργία μάς εμφανίζεται σαν τελείως αλλαγμένη σε σχέση με τις προδημοκρατικές κοινωνίες και φτάνουμε επιτέλους στο κυρίως ζήτημά μας. Συνελόντι ειπείν, το έργο δεν εγγράφεται πλέον μέσα σε ένα πεδίο σημασιών που έχουν ήδη γίνει συλλογικά αποδεχτές και έχουν θεσμιστεί. Δεν βρίσκει σ’ αυτό το πεδίο ούτε τους κανόνες της μορφής του ούτε το περιεχόμενό του, όπως και ο δημιουργός του δεν μπορεί να αντλήσει απλώς από αυτό το πεδίο τους κανόνες του, την ύλη του έργου του και τη μέθοδο της δουλειάς του, όπως και ούτε το κοινό δεν μπορεί να στηρίξει την αποδοχή του τού καινούργιου έργου σε κάτι το απλώς παραδεδομένο.
 
Η κοινότητα, η κοινωνία, δημιουργεί η ίδια ανοιχτά τους κανόνες της και τις σημασίες της και έτσι το άτομο καλείται, τουλάχιστον de jure, να δημιουργήσει, μέσα σε πλαίσια που, τύποις τουλάχιστον, είναι σχεδόν απεριόριστα, το νόημα της ζωής του και, παραδείγματος χάριν, καλείται να κρίνει το ίδιο με τα ίδια του τα κριτήρια τις πολιτιστικές δημιουργίες που του παρουσιάζουν. Φυσικά, αυτό το πέρασμα δεν πρέπει να το σκεφτόμαστε σαν απόλυτο πέρασμα, διότι πάντοτε βρισκόμαστε, και θα βρισκόμαστε, και σε μία αυτόνομη δημοκρατική κοινωνία, μέσα σε ένα κοινωνικό πεδίο της σημασίας που δεν είναι απλώς τυπικό. Πάντοτε θα έχουμε κάποια σχέση με την παράδοση και αυτά κανείς, ούτε καν ο πιο πρωτότυπος καλλιτέχνης, δεν μπορεί να τα αποφύγει. Μπορεί απλώς να συμβάλει στη δημιουργική τους αλλοίωση. Και αυτοί ακριβώς οι ουσιώδεις χαρακτήρες του πεδίου αλλοιώνονται όταν εγκαθιδρύεται μια δημοκρατική κοινωνία και όταν εγκαθιδρύθηκαν αυτές οι έστω και περιορισμένες δημοκρατικές κοινωνίες σ’ αυτές τις δυο φάσεις της ιστορίας που ανέφερα προηγουμένως, δηλαδή στην αρχαία Ελλάδα και στη Δυτική.
 
Μπορούμε να το διαπιστώσουμε πολύ καθαρά στην αρχαία Ελλάδα -δεν θα μιλήσω γι’ αυτήν, γιατί νομίζω σας είναι πολύ πιο οικεία, θα μιλήσω για την περίπτωση της Δυτικής Ευρώπης. Ας θεωρήσουμε την αυστηρά μοντέρνα φάση του Δυτικού κόσμου, ας πούμε από τα μέσα του 18ου αιώνα με τον Διαφωτισμό και μετά τις μεγάλες δημοκρατικές επαναστάσεις και τη σχετική δύση της θρησκείας, τουλάχιστον ως πολιτικής και κοινωνικής δύναμης, ως το 1950 -χρονολογία φυσικά τελείως συμβολική, αλλά χρονολογία μετά την οποία νομίζω ότι διαπιστώνουμε την είσο8ο σε μία καινούργια φάση.
 
Ποιο είναι το πεδίο σημασιών της ανήκουστης και αφάνταστης πολιτιστικής δημιουργίας που χαρακτήριζε αυτούς τους δύο αιώνες; Ας πάρουμε την άποψη του δημιουργού. Τι είναι ο δημιουργός εδώ; Δεν είναι ένας βυζαντινός αγιογράφος ή ένας οικοδόμος, όπως ο Ισίδωρος και ο Ανθέμιος όταν οικοδομούν την Αγία Σοφία ή ένας άγνωστος, ανώνυμος Δυτικός καλλιτέχνης όταν οικοδομεί τα εξίσου μεγάλα αριστουργήματα που είναι οι γοτθικοί ναοί, κάποιος ο όποιος δουλεύει για τη δόξα του Θεού του. Διότι οι μεγάλοι καλλιτέχνες που γνωρίζουμε σ’ αυτή την περίοδο δεν έχουν καμία ή περίπου καμία σχέση με τη θρησκεία. Πού βρίσκεται αυτός ο καλλιτέχνης; Νομίζω ότι αυτό που τον κινεί και τον κάνει να ζει είναι αυτό που θα ονόμαζα η νηφάλια μέθη της ελευθερίας. Η μέθη της εξερεύνησης, της ελευθερίας ως προς τη δημιουργία καινούργιων μορφών, τις όποιες καινούργιες μορφές επιζητεί ως τέτοιες. Καινούργιες μορφές φυσικά αναδύονται και στις άλλες φάσεις της ιστορίας, το ρομαντικό στυλ διαδέχεται το γοτθικό, αλλά αυτές οι καινούργιες μορφές εμφανίζονται, αν μπορεί να πει κανείς, ως εκ περισσού. Στη μοντέρνα εποχή έχουμε αυτή την ελευθερία αναζήτησης καινούργιων μορτών ως τοιούτων. Αλλ’ αυτή η ελευθερία μένει δεμένη με το αντικείμενο της, δηλαδή είναι αναζήτηση και, κατά κάποιον τρόπο, εγκαθίδρυση ενός νοήματος μέσα στην καινούργια μορφή. Βέβαια, ο καλλιτέχνης αναζητεί, όπως και οι Αρχαίοι, το κλέος και το κύδος, τη φήμη και τη δόξα. Αλλά πάνω σ’ αυτό ένας μεγάλος καλλιτέχνης, ο Προυστ, έχει ο ίδιος πει τι μπορεί κανείς να στεφτεί και τι πρέπει να σκεφτεί. Η ίδια η πράξη, η πρακτική του καλλιτέχνη, τον τροποποιεί αρκετά βαθιά ώστε να μη δίνει ο ίδιος πια σημασία, ούτε εμείς, στα κίνητρά του. Διότι, όπως λέει ο Προυστ, ο καλλιτέχνης άρχισε να δουλεύει για τη δόξα και ξεχάστηκε τόσο πολύ πάνω στη δουλειά του ώστε η δόξα δεν τον ενδιαφέρει πια. Αυτό νομίζω είναι αληθινός χαρακτηρισμός του αληθινού καλλιτέχνη, όπως και του αληθινού πολιτικού, όπως και του αληθινού φιλοσόφου. Η πραγματοποίηση της ελευθερίας εδώ, και η πραγματοποίηση της vis formandi και της libido formandi είναι ελευθερία δημιουργίας κανόνων, είναι η δημιουργία παραδειγμάτων, όπως πολύ σωστά λέει ο Καντ στην Κριτική της κριτικής ικανότητας. Και ως δημιουργία παραδειγμάτων είναι προορισμένη για τη διάρκεια.
 
Αυτή είναι κατ’ εξοχήν η περίπτωση της μοντέρνας τέχνης αυτούς τους δύο αιώνες, η οποία εξερευνά και δημιουργεί μορφές, με την ισχυρή και αυστηρή έννοια του όρου, και θα έλεγα ότι γι’ αυτόν τον λόγο είναι δημοκρατική, δηλαδή απελευθερωτική ακόμα κι όταν αυτοί που την αντιπροσωπεύουν είναι, όπως μπορεί να είναι, αντιδραστικοί, όπως ήταν ο Σατομπριάν, ο Μπαλζάκ, ο Φλωμπέρ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Ντεγκά, ο Ρίλκε ή άλλοι. Αλλά ιδίως ο καλλιτέχνης μένει δεμένος με ένα αντικείμενο. Η μοντέρνα τέχνη έπαψε να είναι θρησκευτική αλλά έγινε, μπορεί να πει κανείς, φιλοσοφική. Είναι εξερεύνηση, δεν είναι βέβαια φιλοσοφία, αλλά είναι φιλοσοφική γιατί είναι εξερεύνηση ολοένα και πιο καινούργιων στοιβάδων της ψυχής, της κοινωνίας, τον ορατού, του ακουστού. Φυσικά, εξερεύνηση αυτών των στοιβάδων η οποία αποσκοπεί, με τον μοναδικό τρόπο που είναι ο τρόπος της τέχνης, να δώσει μορφή στο χάος.
 
Ακόμα μια φορά, αυτό δεν σημαίνει ότι η τέχνη είναι φιλοσοφία αλλά ότι δεν μπορεί να υπάρξει ως τέχνη παρά δημιουργώντας νόημα. Ενώ, επί παραδείγματι, μια θρησκευτική τέχνη δεν έχει υποχρέωση να δημιουργήσει νόημα. Το νόημα της το δίνει η θρησκευτική πίστη και το περιεχόμενο της θρησκείας. Κι εδώ θα θυμίσω για δεύτερη φορά τον Προυστ. Αυτό είναι ακριβώς το θέμα του εκτεταμένου λογισμού και διαλογισμού που ο συγγραφέας κάνει με τον εαυτό του και στο τέλος του έργου του, στο Le temps retrouve, στον χρόνο που έχει ξαναβρεθεί, όπου τελικά o ίδιος ο Προυστ προτείνει στον εαυτό του ως σκοπό, εδώ παραθέτω επί λέξει, «να βρει την ουσία των πραγμάτων».
 
Και από αυτή την άποψη ο Καντ είχε δει κάτι πολύ σημαντικό, παρ’ όλο που το παραμορφώνει, αν μπορώ να πω, όταν έλεγε ότι το έργο τέχνης είναι παρουσίαση μέσα στην ενόραση των ιδεών του νου. Είναι παρουσίαση του χάους ή της αβύσσου ή του απύθμενου στο οποίο δίνει μορφή. Και μέσω αυτής της παρουσίασης, η τέχνη είναι ένα είδος παραθύρου προς το χάος, και μέσα από αυτό το παράθυρο καταλύει για μας τους άλλους την άτυχη και ανόητη βεβαιότητα της καθημερινής μας ζωής. Και μας θυμίζει ότι ζούμε πάντοτε στην όχθη της αβύσσου – αυτό που είναι ακριβώς η πρώτη και τελευταία γνώση ενός αυτόνομου όντος. Γνώση που δεν το εμποδίζει να ζει, όπως, για να παραθέσω για τρίτη και τελευταία φορά τον Προυστ, «ο άθεος καλλιτέχνης που θεωρεί τον εαυτό του υποχρεωμένο να ξαναρχίσει είκοσι φορές ένα κομμάτι, ενώ ξέρει πολύ καλά ότι ο θαυμασμός που ενδεχομένως αυτό το κομμάτι θα προκαλέσει θα είναι τελείως αδιάφορος στο φαγωμένο από τα σκουλήκια σώμα του. Όπως το μικρό κομμάτι αυτού του κίτρινου τοίχου που με τόση σοφία και με τόση λεπτότητα ζωγράφισε ένας ζωγράφος που θα μας μείνει για πάντα άγνωστος και που απλώς τον επισημαίνουμε σήμερα με το όνομα Βερμέερ».
 
Το κοινό, από τη μεριά του, σ’ αυτή την εποχή συμμετέχει έμμεσα, με τη μεσολάβηση του καλλιτέχνη, σ’ αυτή την ελευθερία, αλλά ιδίως κυριεύεται από το καινούργιο νόημα που του παρουσιάζει το έργο. Και αυτό δεν μπορεί να συμβεί παρά μόνο διότι, παρά τις αδράνειες, τις καθυστερήσεις, τις αντιστάσεις, αυτό το κοινό, το Δυτικό κοινό αυτών των δύο αιώνων, όταν όλα λεχθούν και γίνουν όλοι οι λογαριασμοί, είναι ένα κοινό που είναι το ίδιο δημιουργικό. Η αποδοχή ενός καινούργιου έργου δεν είναι ποτέ και δεν μπορεί ποτέ να είναι απλώς παθητική αποδοχή, είναι αναδημιουργία. Οι άνθρωποι που για πρώτη φορά κατάλαβαν και χειροκρότησαν, παραδείγματος χάρη, τη μουσική του Βάγκνερ, του Βάγκνερ της δευτέρας περιόδου μετά τον Τριστάνο, αυτοί οι άνθρωποι, κατά κάποιον τρόπο κοινωνικά, αναδημιούργησαν κι αυτό που εννοούμε ως μουσική κι αυτό που είναι η μουσική.
 
Και μ’ αυτόν τον τρόπο, και η ελευθερία του καλλιτέχνη και τα προϊόντα της, τα έργα της, είναι κοινωνικά επενδυμένα. Και τελειώνω διερωτώμενος: Ζούμε ακόμα αυτή την εποχή; Ερώτηση επικίνδυνη, την όποια εντούτοις θα προσπαθήσω να μην αποφύγω. Νομίζω ότι, παρά τα φαινόμενα, αυτή η ρήξη του περιφράγματος που πραγματοποίησαν τα μεγάλα δημοκρατικά και πολιτικά κινήματα των δύο αιώνων ανάμεσα στο 1750 και το 1950 διατρέχει έναν θανάσιμο κίνδυνο συγκάλυψης, Εάν κοιτάξουμε την πραγματική λειτουργία της κοινωνίας, η εξουσία του λαού χρησιμοποιείται ως παραπέτασμα για να συγκαλύψει τη δύναμη και την κυριαρχία του χρήματος, της τεχνοεπιστήμης, της γραφειοκρατίας των κομμάτων και του κράτους, των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. Αν θεωρήσουμε τα άτομα, ένα καινούργιο περίφραγμα εγκαθιδρύεται, που παίρνει τη μορφή ενός γενικευμένου κομφορμισμού. Ισχυρίζομαι πως ζούμε μιαν από τις πιο κομφορμιστικές φάσεις της ελληνοδυτικής ιστορίας. Μας λένε ότι κάθε άτομο είναι ελεύθερο, ενώ στην ουσία όλα τα άτομα δέχονται παθητικά το μόνο νόημα που οι θεσμοί και το κοινωνικό πεδίο τούς προτείνουν και στην ουσία τούς επιβάλλουν· το νόημα που μπορεί να ονομάσει κανείς τηλεκατανάλωση, όχι απλώς την κατανάλωση της τηλεόρασης, αλλά μια κατανάλωση η οποία η ίδια είναι τηλεκατανάλωση, διότι το αντικείμενό της διαρκώς απομακρύνεται.
 
Αν συζητήσουμε τώρα για την πολιτιστική δημιουργία, όπου ασφαλώς οι κρίσεις είναι οι πιο αβέβαιες κι οι πιο συζητήσιμες και επικίνδυνες, είναι αδύνατον νομίζω να υποτιμήσουμε την καταπληκτική άνοδο του εκλεκτικισμού, του κολλάζ με τη γενικότερη έννοια του όρου, ενός ασπόνδυλου συγκρητισμού, και ιδίως την απώλεια του αντικειμένου και την απώλεια του νοήματος, η οποία συμβαδίζει με την εγκατάλειψη της αναζήτησης της μορφής. Για τη μορφή και για το τί είναι μορφή -και τον όρο αυτό, ίσως το καταλάβατε, τον χρησιμοποίησα στη διάρκεια όλης αυτής της ομιλίας όχι με τη φορμαλιστική έννοια αλλά με την έννοια του πλατωνικού και του αριστοτελικού είδους, δηλαδή της ενότητας μιας εμφάνισης με κάτι που αυτή η εμφάνιση εκφράζει-, για τη μορφή έχει πει βαθύτατα ο Βίκτωρ Ουγκώ ότι είναι ο βυθός που ανεβαίνει στην επιφάνεια· και νομίζω δεν μπορεί κανείς να το πει καλύτερα ούτε να πει τίποτα περισσότερο από αυτό.
 
Μ’ αυτή την έννοια, όλοι οι απαισιόδοξοι προφήτες κι οι προφήτες της σύγχρονης εποχής, αυτής της μοντέρνας εποχής, φτάνουν περίπου στην πραγματοποίησή τους. Από τον Τοκβίλ, ο οποίος μιλούσε για τη μετριότητα, τη μέτρια αξία αυτού που αυτός ονόμαζε το δημοκρατικό άτομο, δηλαδή το σύγχρονο άτομο, περνώντας από τον Νίτσε και τον νιχιλισμό -όπως έλεγε ο Νίτσε, τι σημαίνει ο νιχιλισμός; ότι οι ύψιστες άξιες απαξιώνονται, λείπει ο σκοπός, λείπει η απάντηση στην ερώτηση «γιατί;»— μέχρι και τον Σπένγκλερ και τον Χάιντεγκερ. Ίσως μάλιστα όλες αυτές οι προφητείες, μπορεί να πει κανείς, έχουν αντιστραφεί, με την έννοια ότι γίνονται αντικείμενο θεωρητικοποίησης μέσα στην ανόητη τάση που λέγεται σήμερα μεταμοντερνισμός και με την οποία αυτοδοξολογείται η εποχή, αν μπορώ να πω, η μηδαμινότητα της εποχής.

Δεν θέλω να σας κουράσω πολύ περισσότερο, απλώς θα υπογραμμίσω και πάλι ότι ο λεγόμενος ατομικισμός σήμερα, του όποιου άδουν τον θρίαμβο διάφοροι δημοσιογραφίσκοι και πολιτικίσκοι, δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, κενή μορφή, διότι τα άτομα δεν κάνουν ότι θέλουν αλλά κάνουν αυτό που τους επιβάλλει η συγκροτημένη κοινωνία ή η θεσμισμένη κοινωνία. Το κατεστημένο όπως λέμε. Και ένας πραγματικός ατομικισμός δεν μπορεί ποτέ να είναι η κενή μορφή του ατομικισμού· όπως μια πραγματική δημοκρατία δεν μπορεί ποτέ να είναι απλώς διαδικαστική. Οι δημοκρατικές διαδικασίες σήμερα, παραδείγματος χάρη, ως μορφή, ως φόρμα, γεμίζουν με το ολιγαρχικό περιεχόμενο της σύγχρονης κοινωνικής συγκρότησης και οι ατομιστικές μορφές γεμίζουν με το καπιταλιστικό φαντασιακό της απεριόριστης εξάπλωσης της παραγωγής, της κατανάλωσης και μιας ψευδολογικής, ψευδοορθολογικής ψευδοκυριαρχίας πάνω στα πράγματα και απάνω στους ανθρώπους.
 
Αν αυτές οι διαπιστώσεις είναι έστω εν μέρει ακριβείς, τότε μπορούμε να πούμε ότι η παιδεία σε μια τέτοια δημοκρατική κοινωνία διατρέχει τους πιο μεγάλους κινδύνους. Όχι βέβαια η ψευδοπαιδεία που παίρνει τη μορφή της πολυγνωσίας ή των μουσείων ή του τουρισμού, όπου οι άνθρωποι επισκέπτονται την Ακρόπολη ή τους ναούς της Καμπότζης ή την Αγία Σοφία, που επισκέπτονται τα εστιατόρια της περιοχής με την ίδια διάθεση και με την ίδια σοβαρότητα, όχι λοιπόν απ’ αυτή την άποψη αλλά όσον αφορά τη δημιουργική της ουσία. Και νομίζω, σ’ ό,τι με αφορά, πως δεδομένου ότι η κοινωνία αποτελεί ένα «όλο» -ασφαλώς κομματιασμένο και ασφαλώς όπερ περίπλοκο, ασφαλώς αινιγματικό – κατά τον ίδιο τρόπο που η σημερινή εξέλιξη της παιδείας δεν είναι άσχετη με την αδράνεια και την παθητικότητα, την πολιτική και την κοινωνική, που χαρακτηρίζει τον σημερινό κόσμο μας, κατά τον ίδιο τρόπο η αναγέννηση της ζωτικότητάς της είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την αναγέννηση ενός καινούργιου, μεγάλου πολιτικοκοινωνικού κινήματος που θα αναζωπυρώσει τη δημοκρατία και θα της δώσει ταυτόχρονα και τις μορφές και τα περιεχόμενα που απαιτεί η ιδέα της δημοκρατίας.
 
Φυσικά, θα με ρωτούσε κανείς ποιο θα μπορούσε να είναι το περιεχόμενο μιας τέτοιας καινούργιας δημιουργίας, αλλά η ερώτηση θα ήταν άτοπη. Όταν ο Κλεισθένης και οι σύντροφοί του εγκαθίδρυαν τη δημοκρατία, ούτε πρόβλεπαν ούτε μπορούσαν να προβλέψουν ούτε ήταν το θέμα τους να προβλέψουν τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη ή τον Παρθενώνα ή όλη την τεράστια δημιουργία των Αθηνών που επακολούθησε, Όπως ούτε όταν οι Γάλλοι Constituants ή ο Τζέφερσον και οι άλλοι Αμερικανοί εγκαθίδρυαν τα δημοκρατικά ή οιονεί δημοκρατικά καθεστώτα, μπορούσαν να προβλέψουν ούτε ήταν η δουλειά τους να προβλέψουν ότι μετά από 20, 30, 40 χρόνια θα εμφανίζονταν άνθρωποι σαν τον Σταντάλ, τον Μπαλζάκ, τον Φλωμπέρ ή σαν τον Πόε, τον Μέλβιλ και τον Γουίτμαν.
 
Η φιλοσοφία μάς δείχνει, και τελειώνω, ότι θα ήταν ανόητο και άτοπο να πιστεύουμε ότι θα μπορούσαμε ποτέ να εξαντλήσουμε το σκεπτό, το πρακτό ή το μορφώσιμο και, κατά τον ίδιο τρόπο, θα ήταν ανόητο και άτοπο να βάλουμε όρια στη δύναμη της μόρφωσης που πάντα υπάρχει μέσα στην ψυχική φαντασία των ατόμων και στο συλλογικό κοινωνικο-ιστορικό φαντασιακό. Αλλά η φιλοσοφία δεν μας εμποδίζει να διαπιστώνουμε ότι η ανθρωπότητα διέσχισε ήδη περιόδους κατάπτωσης και λήθαργου, πολύ περισσότερο ύπουλες στο βαθμό που συνοδεύτηκαν, όπως παραδείγματος χάρη οι αιώνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, απ’ αυτό που ονομάζουμε συνήθως υλική ευμάρεια. Αλλά στο μέτρο, ασθενές ή όχι, που αυτό εξαρτάται από εμάς, και ιδιαίτερα από όσους σκεπτόμαστε και προσπαθούμε, εάν αυτό που σκεπτόμαστε και προσπαθούμε να κάνουμε και να δείξουμε στους άλλους μένει πιστό στην ιδέα της ανθρώπινης αυτονομίας, θα μπορούσε να συμβάλει, τουλάχιστον, στο να είναι η φάση αυτού του αργού λήθαργου η βραχύτερη δυνατή.

Λίγοι άνθρωποι μπορούν να χαίρονται χωρίς φθόνο

Δεν υπάρχει καλύτερη επένδυση από τη φιλία. Και δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην τη χρειάζεται στη ζωή του. Που να μην έχει δώσει κομμάτια του εαυτού του στ’ όνομά της.

Γιατί όταν είναι αληθινή, έχει την ικανότητα να ξεγυμνώνει χαρακτήρες και να γεμίζει ψυχές. Να γίνεται αισθητή ακόμη κι όταν επικρατεί η απόλυτη σιωπή, γιατί πολύ απλά μπορεί να εκφραστεί χωρίς την παρουσία λέξεων.

Αληθινός φίλος λοιπόν, είναι αυτός που χαίρεται μέσα απ’ τα βάθη της καρδιάς του για την ευτυχία σου. Χωρίς να δηλητηριάζεται η ψυχή του από ζήλια και φθόνο. Χωρίς να αποδοκιμάζει τις επιλογές σου και να αμφιβάλλει για όλα όσα έχεις καταφέρει στη ζωή σου. Αυτός ο ξεχωριστός άνθρωπος που πετάει στα ουράνια με τις χαρές σου και πέφτει απ’ τα σύννεφα με τις λύπες σου. Που είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να σε δει να χαμογελάς και να βάλει στη θέση του όποιον τολμήσει να σε κάνει να δακρύσεις.

Δεν έχουν πολλοί το προνόμιο να έχουν δίπλα τους τέτοιους μοναδικούς ανθρώπους. Γιατί είναι όντως δυσεύρετοι. Κι αν έχεις την τύχη να μοιράζεσαι στιγμές και να δημιουργείς αναμνήσεις με φίλους πραγματικούς, μην τους αφήσεις ποτέ να φύγουν απ’ τη ζωή σου. Θα’ ναι πάντα εκεί για να σε ενθαρρύνουν όταν διστάζεις και να σε στηρίζουν όταν χάνεις τη γη κάτω απ’ τα πόδια σου. Είναι μέρος της ευτυχίας σου, γι’ αυτό και δε θα ζηλέψουν ποτέ την έντασή της.

Ήταν, είναι και θα είναι πάντα δίπλα σου γιατί έχουν ταιριάξει τα κομμάτια σας χωρίς πολλά-πολλά. Έχετε βρει αυτά που σας ενώνουν και δε θ’ αφήσετε ποτέ αυτά που σας χωρίζουν να μπουν στη μέση της φιλίας σας. Συμπληρώνετε με λίγα λόγια, ο ένας τον άλλο και μαζί, είστε ανίκητοι. Κι η φιλία να ξέρεις, γίνεται ακόμη πιο πολύτιμη με το πέρασμα του χρόνου. Γιατί σημαίνει πως αντέχει στη φθορά του και ξεπερνάει με πείσμα κάθε εμπόδιο που εμφανίζεται στο μονοπάτι της. Όποια μορφή κι αν έχει.

Κι είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, οι άνθρωποι που έχουν την ικανότητα να χαίρονται χωρίς ίχνος φθόνου για την ευτυχία των φίλων τους. Να το θυμάσαι όταν επιλέγεις τους ανθρώπους που θέλεις να κρατήσεις στο πλάι σου. Γιατί οι διεφθαρμένοι άνθρωποι είναι πολλοί κι οι μάσκες διαθέσιμες για όποιον τις κάνει κέφι, ακόμη περισσότερες. Ό,τι κι αν έχεις ζήσει, μη γίνεις ένας από αυτούς. Να παραμείνεις ο παλιός, καλός εαυτός σου και πίστεψέ με, αυτοί που έχουν σημασία θα το εκτιμήσουν.

Αν γνωρίζεις λοιπόν για τη θλίψη του φίλου σου, μη διστάσεις να την κάνεις δικιά σου. Να είσαι εκεί και για τις χαρές, αλλά και για τις λύπες του. Και θα σ’ το ανταποδώσει. Θα ξημερωθεί στο πλάι σου, ακούγοντάς σε να ονειροπολείς και να γκρινιάζεις για το παραμικρό. Θα είναι εκεί για να σε ταρακουνήσει όταν είσαι έτοιμος να ξεστρατήσεις και να σε επαναφέρει στο σωστό μονοπάτι. Γι’ αυτό να εμπιστεύεσαι αυτούς που δεν πρέπει να το ζητήσουν. Τους σπουδαίους ανθρώπους που κατάφεραν να εγκατασταθούν στην καρδιά σου και δε θα φύγουν ακόμη κι αν σε μια στιγμή τρέλας και απόγνωσης, τους το ζητήσεις.