Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017

Το πρόβλημα με το Ισλάμ

Όπως κάθε άλλη θρησκεία, το Ισλάμ έχει περάσει από διάφορες φάσεις. Μουσουλμάνοι διανοούμενοι, μετέφρασαν τα συγγράμματα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, και συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη αρκετών επιστημών, που βρίσκονταν στα πρώτα τους βήματα, σε μία περίοδο που οι χριστιανοί της Ευρώπης ζούσαν μέσα σε απόλυτη άγνοια. Μόνο μέσα από την κατάχτηση της Ισπανίας από τους μουσουλμάνους, έφθασαν τα ελληνικά κείμενα να μεταφρασθούν στα Λατινικά και έδωσαν το έναυσμα για την Αναγέννηση στη Δυτική Ευρώπη.

Θα μπορούσε κανείς να γράψει χιλιάδες σελίδες απαριθμώντας τέτοιες περιπτώσεις σε σχέση με κάθε θρησκεία, ποιον σκοπό θα εξυπηρετούσε όμως; Μήπως αυτό θα σήμαινε ότι η θρησκευτική πίστη είναι κάτι καλό ή ακόμη και αγαθοεργές; Αποτελεί κοινοτοπία το να πει κανείς ότι σχεδόν όλα τα πράγματα που αξίζουν σε αυτόν τον κόσμο έχουν δημιουργηθεί από ανθρώπους της πίστης, διότι σχεδόν όλοι όσοι δούλεψαν με σφυριά ή όργωσαν τις θάλασσες υπήρξαν ευσεβείς οπαδοί κάποιας θρησκευτικής παράδοσης. Απλώς δεν υπήρχε κανένας άλλος για να κάνει αυτές τις δουλειές. Μπορούμε επίσης να πούμε ότι όλα τα ανθρώπινα επιτεύγματα πριν από τον 20ό αιώνα πραγματοποιήθηκαν από άνδρες και από γυναίκες που δεν είχαν ιδέα για τη μοριακή βάση της ζωής. Μήπως από αυτό προκύπτει ότι θα άξιζε να διατηρήσουμε μία αντίληψη για τη Βιολογία με βάση τον 19ο αιώνα;

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς θα ήταν σήμερα ο κόσμος μας, αν κάποιο μεγάλο βασίλειο της Λογικής είχε εμφανισθεί την εποχή των σταυροφοριών και είχε επιβάλει την ειρήνη στα θρησκευόμενα πλήθη της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. Ίσως να είχαμε αποκτήσει ένα σύγχρονο δημοκρατικό καθεστώς και να είχε εμφανισθεί το Διαδίκτυο από το 1600. Το γεγονός ότι η θρησκευτική πίστη έχει αφήσει τα ίχνη της σε κάθε τομέα του πολιτισμού μας, δεν αποτελεί επιχείρημα για τη στήριξή της, ούτε κάποια συγκεκριμένη πίστη μπορεί να απαλλαγεί από τις ευθύνες της επειδή ορισμένοι πιστοί της συνεισέφεραν τα μέγιστα στον ανθρώπινο πολιτισμό.

Πολλοί συγγραφείς, έχουν παρατηρήσει ότι είναι προβληματικό το να αναφέρεται κανείς σε μουσουλμανικό «φονταμενταλισμό», διότι αυτό υπονοεί ότι υπάρχουν σοβαρές δογματικές διαφορές ανάμεσα στους φονταμενταλιστές μουσουλμάνους και στο κύριο σώμα των πιστών. Η αλήθεια όμως είναι ότι οι περισσότεροι μουσουλμάνοι φαίνονται να είναι «φονταμενταλιστές» με τη δυτική έννοια της λέξης -ως προς το ότι ακόμη και βάσει «μετριοπαθών» ερμηνειών του Ισλάμ, το Κοράνιο θεωρείται ο κυριολεκτικός και αλάθητος λόγος του ενός και μοναδικού αληθινού Θεού. Η διαφορά ανάμεσα στους φονταμενταλιστές και στους μετριοπαθείς -και αναμφίβολα η διαφορά ανάμεσα στους κάθε είδους «εξτρεμιστές» και στους μετριοπαθείς- εντοπίζεται στον βαθμό στον οποίο προσεγγίζουν την πολιτική και στρατιωτική δράση, ως ένα οργανικό στοιχείο για την εφαρμογή της πίστης τους στην πράξη. Σε κάθε περίπτωση, όσοι πιστεύουν ότι το Ισλάμ πρέπει να καθορίζει κάθε διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, συμπεριλαμβανομένων της πολιτικής και της νομοθεσίας, σήμερα δεν αποκαλούνται γενικότερα «φονταμενταλιστές» ή «εξτρεμιστές», αλλά μάλλον «ισλαμιστές».

Από την οπτική γωνία του Ισλάμ, ο κόσμος χωρίζεται στον «Οίκο του Ισλάμ» και στον «Οίκο του Πολέμου», και αυτή η δεύτερη περιγραφή θα έπρεπε να αποτελεί ένδειξη του τρόπου με τον οποίο πολλοί μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι θα επιλυθούν τελικώς οι διαφορές τους, με όσους δεν συμμερίζονται την πίστη τους. Αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν κάποιοι «μετριοπαθείς» μουσουλμάνοι, που έχουν αποφασίσει να παραβλέψουν την αναπόδραστη μαχητικότητα της θρησκείας τους, το Ισλάμ είναι αναντίρρητα μία θρησκεία κατάκτησης. Το μοναδικό μέλλον που οραματίζονται οι ευσεβείς μουσουλμάνοι -ως μουσουλμάνοι- είναι ένα μέλλον στο οποίο όλοι οι άπιστοι έχουν ασπασθεί το Ισλάμ, έχουν υποταχθεί ή έχουν σκοτωθεί. Τα δόγματα του Ισλάμ, απλά δεν δέχονται τίποτε παραπάνω από μία προσωρινή διανομή της εξουσίας με τους «εχθρούς του Θεού».

Όπως και οι περισσότερες άλλες θρησκείες, στο Ισλάμ έχουν υπάρξει διαφόρων ειδών σχίσματα. Από τον 7ο αιώνα οι σουνίτες (που είναι η πλειονότητα) θεωρούν τους σιίτες ετεροδόξους, και οι σιίτες το αντίστροφο. Επιπλέον, στο εσωτερικό αυτών των δύο ομάδων έχουν εμφανισθεί διαφορές, ακόμη και στις τάξεις όσων είναι καθαρόαιμοι ισλαμιστές. Δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε λεπτομερώς με αυτό το μωσαϊκό αιρέσεων, πέρα από το να σημειώσουμε ότι αυτά τα σχίσματα είχαν το μάλλον ευνοϊκό αποτέλεσμα να χωρίσουν τον οίκο του Ισλάμ σε ομάδες που αντιμάχονται η μία την άλλη. Ενώ αυτό αμβλύνει την απειλή που αποτελεί σήμερα το Ισλάμ για τη Δύση, το Ισλάμ και ο δυτικός φιλελευθερισμός δεν παύουν να παραμένουν ασυμφιλίωτα κινήματα. Το μετριοπαθές Ισλάμ -το αληθινά μετριοπαθές, που ασκεί αληθινή κριτική στον μουσουλμανικό παραλογισμό- δεν φαίνεται να υπάρχει στην ουσία. Αν υπάρχει, κρύβεται πολύ καλά, όπως έκαναν και οι μετριοπαθείς χριστιανοί τον 14ο αιώνα (για τους ιδίους λόγους).

Το χαρακτηριστικό του Ισλάμ που ανησυχεί περισσότερο τους μη μουσουλμάνους και το οποίο οι απολογητές του Ισλάμ κάνουν ό,τι μπορούν για να αποκρύψουν, είναι η αρχή της τζιχάντ. Στην κυριολεξία, ο όρος αυτός μπορεί να μεταφρασθεί ως «αγώνας» ή «πάλη» ή «προσπάθεια», αλλά κατά κανόνα αποδίδεται ως «ιερός πόλεμος», και αυτό δεν είναι τυχαίο. Αν και οι μουσουλμάνοι σπεύδουν να παρατηρήσουν ότι υπάρχει μία εσωτερική (ή «μεγάλη» τζιχάντ), που συνεπάγεται τον πόλεμο κατά των ατομικών αμαρτημάτων, κανένα περίτεχνο λογικό οικοδόμημα δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός ότι η εξωτερική (ή «μικρότερη») τζιχάντ -ο πόλεμος εναντίον των απίστων και των αποστατών- αποτελεί κεντρικό στοιχείο της πίστης. Ο στρατιωτικός αγώνας προς «υπεράσπιση του Ισλάμ», αποτελεί θρησκευτική υποχρέωση για όλους τους άρρενες μουσουλμάνους. Κάνουμε λάθος αν πιστέψουμε ότι η φράση «προς υπεράσπιση του Ισλάμ», υπονοεί ότι οι μουσουλμάνοι πρέπει να πολεμούν μόνο σε κατάσταση «αυτοάμυνας». Αντιθέτως, η υποχρέωση της τζιχάντ είναι μία ξεκάθαρη πρόσκληση για την κατάκτηση του κόσμου. Όπως γράφει ο Μπέρναρντ Λιούις: «Αυτό που υπονοείται, είναι ότι η υποχρέωση για τζιχάντ θα εξακολουθήσει να υφίσταται, διακοπτόμενη μόνο από προσωρινές ανακωχές, έως ότου όλος ο κόσμος, είτε ασπασθεί τη μουσουλμανική πίστη, είτε υποκύψει στη μουσουλμανική εξουσία» («Η κρίση του Ισλάμ»). Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι οι μουσουλμάνοι περιμένουν τη νίκη σε αυτόν τον κόσμο, καθώς και στον επόμενο.

Η εντολή για την κατάκτηση του κόσμου έχει ενδιαφέρον, με δεδομένο ότι ένα από τα κύρια αμαρτήματα που αποδίδουν σι μουσουλμάνοι στη Δύση είναι ο «ιμπεριαλισμός»:

    «Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα ιδιαιτέρως σημαντικό ζήτημα στην επιχειρηματολογία των κατοίκων της Μέσης Ανατολής, και ειδικώς των ισλαμιστών, εναντίον της Δύσης. Γι’ αυτούς, ο όρος «ιμπεριαλισμός» έχει μία ειδική σημασία. Για παράδειγμα, αυτός ο όρος δεν χρησιμοποιείται ποτέ από μουσουλμάνους σε σχέση με τις μεγάλες μουσουλμανικές αυτοκρατορίες τις οποίες ίδρυσαν αρχικώς οι Άραβες, και σε μεταγενέστερες περιόδους οι Τούρκοι, οι οποίοι κατέκτησαν τεράστιες εκτάσεις και ενσωμάτωσαν τους πληθυσμούς τους στον οίκο του Ισλάμ. Για τους μουσουλμάνους ήταν απολύτως νόμιμο να κατακτούν μέρη της Ευρώπης και να υποτάσσουν τους πληθυσμούς τους, κι έτσι να τους δίνουν τη δυνατότητα, χωρίς όμως να τους υποχρεώνουν, να ασπασθούν την αληθινή πίστη. Αλλά, όταν οι Ευρωπαίοι προσπαθούσαν να κατακτήσουν και να υποτάξουν μουσουλμάνους, αυτό ήταν αμάρτημα, και ακόμη χειρότερο το να προσπαθήσουν να τους οδηγήσουν σε άλλη πίστη. Στη μουσουλμανική κοσμοαντίληψη, ο προσηλυτισμός στο Ισλάμ αποτελεί ευεργέτημα για τον νεοφώτιστο και αγαθοεργία για όσους τον προσηλυτίζουν. Σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, η εγκατάλειψη του Ισλάμ ισοδυναμεί με αποστασία -ένα θεμελιώδους φύσεως έγκλημα γι’ αυτόν που παραπλανάται και για εκείνον που τον παραπλανά. Σε αυτό το σημείο ο νόμος είναι ξεκάθαρος: Αν ένας μουσουλμάνος αποκηρύξει το Ισλάμ, ακόμη και αν ένας νεοφώτιστος επανέλθει στην παλαιά του πίστη, η ποινή είναι θάνατος.» (Μπέρναρντ Λιούις ‘Crisis of Islam’)

Θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι το σχόλιο του Λιούις, σχετικώς με τον μη καταναγκασμό του προσηλυτισμού στη νέα πίστη, είναι παραπλανητικό σε αυτήν την περίπτωση. Είναι αλήθεια ότι το Κοράνιο παρέχει ένα είδος «χειρόφρενου» για τους «μετριοπαθείς» μουσουλμάνους -«Δεν θα υπάρξει καταναγκασμός στη θρησκεία» (Κοράνιο 2: 256)- αλλά αν ρίξουμε μία ματιά στα υπόλοιπα μέρη του Κορανίου, και στη μουσουλμανική ιστορία, θα δούμε ότι δεν πρέπει να περιμένουμε πολλά από αυτή τη φράση. Όπως έχουν τα πράγματα, αυτή η φράση παρέχει μία πολύ αδύναμη βάση για μουσουλμανική ανεκτικότητα. Πρώτον, η μουσουλμανική αντίληψη για ανεκτικότητα περιορίζεται στους Εβραίους και στους χριστιανούς -τους λαούς των Γραφών- ενώ οι πρακτικές των βουδιστών, των ινδουιστών και άλλων ειδωλολατρών, θεωρούνται τόσο σαθρές πνευματικά, ώστε να ξεφεύγουν τελείως από κάθε όριο. Ακόμη και οι λαοί των Γραφών πρέπει να αυτοπεριορίζονται και να πληρώνουν με «ταπεινότητα» τον κεφαλικό φόρο «τζίζγια» στους μουσουλμάνους αυθέντες τους.

Από δογματική άποψη, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι μουσουλμάνοι την ανοχή, είναι μία κατάσταση, στα πλαίσια της οποίας, όσοι δεν είναι μουσουλμάνοι θα έχουν υποταχθεί από πολιτική και οικονομική άποψη, θα έχουν προσηλυτισθεί ή θα έχουν σφαγιαστεί. Το γεγονός ότι ο μουσουλμανικός κόσμος δεν υπήρξε ενωμένος κάτω από μία ενιαία κυβέρνηση, για το μεγαλύτερο διάστημα της ιστορίας του, και μπορεί να μη βρεθεί ξανά ενωμένος στο μέλλον, είναι άσχετο με αυτήν την επιθυμία για κυριαρχία.

Ο Λιούις παρατηρεί ότι «για τους μουσουλμάνους, κανένα κομμάτι εδάφους, από τη στιγμή που προσετέθη στο βασίλειο του Ισλάμ, δεν μπορεί ποτέ να εγκαταλειφθεί οριστικά». Μπορούμε επίσης να προσθέσουμε ότι και καμία συνείδηση από τότε που προστίθεται στο βασίλειο του Ισλάμ, δεν μπορεί ποτέ να εγκαταλειφθεί οριστικά, διότι, όπως σημειώνει και πάλι ο Λιούις, η ποινή της αποστασίας είναι ο θάνατος. Θα κάναμε καλά να μέναμε σε αυτό το γεγονός για λίγο, διότι το μαύρο μαργαριτάρι της μισαλλοδοξίας είναι κάτι που κανένας βαθμός φιλελεύθερης ερμηνείας δεν θα μπορέσει ποτέ να εξουδετερώσει πλήρως. Μέσα στον Οίκο του Ισλάμ, η ποινή για την απόκτηση υπερβολικών γνώσεων σχετικώς με αυτόν τον κόσμο -ώστε να αμφισβητήσεις τα δόγματα της πίστης- είναι ο θάνατος. Αν ένας μουσουλμάνος τον 21ο αιώνα χάσει την πίστη του, ακόμη και αν είχε υπάρξει μουσουλμάνος για μία μόνο ώρα, η κανονική αντίδραση σε όλη την έκταση του μουσουλμανικού κόσμου είναι να τον θανατώσουν.

Ενώ το Κοράνι απλώς περιγράφει τις ποινές που απειλούν τον αποστάτη στον επόμενο κόσμο (Κοράνι 3: 86-91), τα χαντίθ περιγράφουν με έμφαση τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε αυτόν τον κόσμο: «Όποιον αλλάζει τη θρησκεία του, να τον σκοτώνεις». Δεν υπάρχει κάποια μεταφορική διατύπωση πίσω από την οποία μπορεί να κρυφτεί αυτή η εντολή, και φαίνεται ότι καμμία φιλελεύθερη ερμηνευτική διαδικασία δεν μπορεί να την αγνοήσει. Μπορεί να μπούμε στον πειρασμό να δώσουμε μεγάλη έμφαση στο γεγονός ότι η εντολή αυτή δεν εμφανίζεται στο ίδιο το Κοράνι, αλλά από πρακτική άποψη, φαίνεται ότι το χαντίθ διαμορφώνει σε παρόμοιο βαθμό την κοσμοαντίληψη των μουσουλμάνων. Με δεδομένο το γεγονός ότι το χαντίθ χρησιμεύει συχνά ως ο φακός μέσα από τον οποίο ερμηνεύεται το Κοράνι, πολλοί μουσουλμάνοι μελετητές το θεωρούν ακόμη μεγαλύτερη αυθεντία για την πρακτική του Ισλάμ. Είναι αλήθεια ότι κάποιοι φιλελεύθεροι νομομαθείς πιστεύουν ότι ο αποστάτης πρέπει να έχει μιλήσει εναντίον του Ισλάμ, πριν εγκρίνουν αυτή τη δολοφονία, αλλά η ίδια η ποινή δεν αξιολογείται γενικότερα ως ακραία. Το δικαίωμα του φόνου αποστατών είναι ζήτημα γενικής αποδοχής, αν όχι και πρακτικής. Αυτό εξηγεί το γιατί δεν υπήρξε ούτε ένας λογικός μουσουλμάνος επάνω στη γη όταν ο Αγιατολάχ Χομεϊνί επικήρυξε τον Σάλμαν Ρούσντι.

Τόσο ο Ιουδαϊσμός, όσο και ο Χριστιανισμός θα μπορούσαν να παρουσιασθούν ως εξ ίσου μισαλλόδοξοι -αλλά έχουν περάσει κάποιοι αιώνες από την τελευταία φορά που αυτές οι θρησκείες έπραξαν κάτι τέτοιο. Πάντως, αποτελεί πραγματικότητα στους κόλπους του Ισλάμ σήμερα το ότι, αν ανοίξεις τη λάθος πόρτα στην ερευνά σου για τον κόσμο, οι αδελφοί σου κρίνουν ότι, για αυτόν τον λόγο, πρέπει να πεθάνεις. Θα έπρεπε λοιπόν να διερωτηθούμε, με ποια έννοια πιστεύουν οι μουσουλμάνοι ότι δεν πρέπει να υπάρχει «καταναγκασμός στη θρησκεία».

Το Ισλάμ, περισσότερο από κάθε άλλη θρησκεία που έχουν επινοήσει οι άνθρωποι, έχει όλα τα χαρακτηριστικά μίας καθαρόαιμης λατρείας του θανάτου. Ο Σαγίντ Κουτμπ, ένας από τους πιο έγκυρους διανοητές στον ισλαμικό κόσμο και «πατέρας» του σύγχρονου Ισλαμισμού των σουνιτών, έγραψε: «Το Κοράνιο επισημαίνει ένα άλλο αξιοκατάκριτο χαρακτηριστικό των Εβραίων: Την άνανδρη επιθυμία τους να ζήσουν, ανεξαρτήτως τιμήματος, της τιμής τους, της ποιότητας ζωής ή της αξιοπρέπειας τους» («Τρομοκρατία και Φιλελευθερισμός», Π. Μπέρμαν). Αυτή η δήλωση αποτελεί στην πραγματικότητα ένα θαύμα περιεκτικότητας. Αν και μπορεί να φαίνεται ότι δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένας απλός υπαινιγμός κατά των Εβραίων, είναι στην πραγματικότητα ένα πυκνό απόσταγμα της κοσμοαντίληψης των μουσουλμάνων. Αν το εξετάσετε για ένα ή δύο λεπτά, θα εμφανισθεί εμπρός στα μάτια σας ένας ολόκληρος μηχανισμός μισαλλοδοξίας και αυτοκτονικής μεγαλοστομίας. Η αμφιλεγόμενη απαγόρευση της αυτοκτονίας από το Κοράνιο δείχνει να είναι εκτός συζητήσεως. Είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν μουσουλμάνοι νομομαθείς που θα πουν ότι οι βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας έρχονται σε αντίθεση με τα δόγματα του Ισλάμ (και πού είναι αυτοί οι νομομαθείς, επί τη ευκαιρία;) και ότι, επομένως, οι βομβιστές αυτοκτονίας δεν είναι μάρτυρες αλλά νεοφερμένοι δημότες της Κόλασης. Μία τέτοια αντίληψη της μειοψηφίας, ακόμη και αν υπάρχει, δεν αλλάζει το γεγονός ότι οι βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας έχουν εκλογικευθεί από μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού κόσμου (όπου αποκαλούνται «ιερές εκρήξεις»). Και μάλιστα, η εκλογίκευση αυτού του είδους είναι εκπληκτικά εύκολη, με δεδομένα τα δόγματα του Ισλάμ. Στο φως όσων πιστεύουν οι ευσεβείς μουσουλμάνοι -για την τζιχάντ, για το μαρτύριο, για τον Παράδεισο και για τους απίστους-, οι βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας είναι απίθανο να τους φαίνονται παραβιάσεις της πίστης τους. Και δεν προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι όσοι πεθαίνουν με αυτόν τον τρόπο θεωρούνται μάρτυρες από πολλούς ομοθρήσκους τους. Μία στρατιωτική ενέργεια, που συνεπάγεται μεγάλο κίνδυνο θανάτου, θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να θεωρηθεί «αποστολή αυτοκτονίας» απαλέίφοντας τη διάκριση ανάμεσα στην αυτοκτονία και στον θάνατο κατά την εκτέλεση του καθήκοντος, για κάποιον που θα πολεμούσε στο όνομα του Θεού. Το ουσιαστικό συμπέρασμα για τον επίδοξο μάρτυρα φαίνεται να είναι: Όσο σκοτώνεις απίστους και αποστάτες «υπερασπιζόμενος το Ισλάμ», ο Αλλάχ δεν ενδιαφέρεται αν θα σκοτωθείς κι εσύ ή όχι.

Ας φαντασθούμε, ότι κάποια ημέρα βασιλεύει η ειρήνη στη Μέση Ανατολή. Τί θα λένε οι μουσουλμάνοι, σχετικώς με τις βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας τις οποίες υποστήριξε η συντριπτική τους πλειονότητα; Θα πούνε ότι «η κατοχή των Ισραηλινών μάς έκανε να χάσουμε τα λογικά μας»; Θα πούνε «ήμασταν μία γενεά κοινωνικά ανώμαλων»; Πώς θα δικαιολογήσουν τους εορτασμούς που ακολουθούσαν αυτές τις «ιερές εκρήξεις»; Ένας νεαρός άνδρας, που ανήκει σε μία εύπορη οικογένεια, γεμίζει τα ρούχα του με εκρηκτικά και με ρουλεμάν και εξολοθρεύει τον εαυτό του μαζί με καμία εικοσαριά παιδιά σε μία ντισκοτέκ, και η μητέρα του αμέσως δέχεται τα συγχαρητήρια εκατοντάδων γειτόνων της. Τί θα σκέπτονται οι Παλαιστίνιοι για τέτοιου είδους συμπεριφορές, μετά την επικράτηση της ειρήνης; Αν εξακολουθούν να είναι ευσεβείς μουσουλμάνοι, να τι πρέπει να σκέφτονται: «Τα παιδιά μας είναι στον Παράδεισο, και έχουν προετοιμάσει το έδαφος για να τους ακολουθήσουμε. Για τους απίστους είναι έτοιμη η Κόλαση». Προσωπικά, μου φαίνεται ότι αποτελεί σχεδόν απαράβατη αρχή της ανθρώπινης φύσης το ότι καμμία ειρήνη, αν ποτέ επικρατήσει, δεν θα επιβιώσει για πολύ, με βάση πεποιθήσεις αυτού του είδους.

Δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι ένα αξιόλογο ποσοστό των μουσουλμάνων ανά τον κόσμο, πιστεύουν ότι οι άνθρωποι που γκρέμισαν το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου κάθονται τώρα εκ δεξιών του Θεού, ανάμεσα «σε ποταμούς από πεντακάθαρο νερό και σε ποταμούς από γάλα που είναι φρέσκο για πάντα. Σε ποταμούς από υπέροχο κρασί για αυτούς που το πίνουν, και σε ποταμούς από πεντακάθαρο μέλι» (47: 15). Η ειρωνεία είναι σχεδόν ένα θαύμα από μόνο του: Ο πιο καταπιεστικός σεξουαλικά λαός που υπάρχει σήμερα στον κόσμο -άνθρωποι που καταλαμβάνονται από δολοφονική μανία όταν βλέπουν να προβάλλεται η τηλεοπτική σειρά «Baywatch»- μαγνητίζονται από την προοπτική του μαρτυρίου και από μία αντίληψη του Παραδείσου που θυμίζει περισσότερο υπαίθριο οίκο ανοχής.

Πέρα από τις φοβερές ηθικές επιπτώσεις που προκύπτουν από αυτή τη νοοτροπία που προέρχεται από κάποιον άλλο κόσμο, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Παράδεισος του Κορανίου είναι εξωπραγματικός. Το να πει ένας προφήτης του 7ου αιώνα ότι ο Παράδεισος είναι ένας κήπος, γαρνιρισμένος με ποταμούς από γάλα και από μέλι, ισοδυναμεί με το να πει ένας προφήτης του 21ου αιώνα ότι είναι μία αστραφτερή πόλη, όπου όλες οι ψυχές έχουν από ένα καινούργιο αυτοκίνητο Lexus. Αν το σκεφθεί κανείς έστω και για μία στιγμή, πρέπει να συμπεράνει ότι τέτοιες διακηρύξεις δεν δίνουν κανένα απολύτως μήνυμα για τη μετά θάνατον ζωή, αλλά λένε πολλά για τα όρια της ανθρώπινης φαντασίας.

Για τους ευσεβείς μουσουλμάνους, η θρησκευτική ταυτότητα φαίνεται να υπερισχύει απέναντι σε όλες τις άλλες… Στον διάλογό μας με τον μουσουλμανικό κόσμο, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ανθρώπους που εμφορούνται από πεποιθήσεις για τις οποίες δεν υπάρχει κάποια λογική στήριξη, άρα δεν μπορούν ούτε καν να συζητηθούν, και όμως αυτές είναι οι ίδιες οι πεποιθήσεις που υποκρύπτονται κάτω από πολλές από τις αξιώσεις που πρόκειται να προβάλλουν απέναντι μας.

Θα πρέπει να μας απασχολήσει ιδιαιτέρως το γεγονός, ότι τα πιστεύω των μουσουλμάνων θέτουν ένα ειδικό πρόβλημα για την πυρηνική αποτροπή. Δεν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να έχουμε έναν ψυχρό πόλεμο με ένα ισλαμικό καθεστώς εξοπλισμένο με πυρηνικά όπλα μεγάλης εμβέλειας. Για να υπάρξει ψυχρός πόλεμος, χρειάζεται να υπάρχουν δύο πλευρές που τις αποτρέπει η αμοιβαία απειλή του θανάτου. Οι ιδέες του μαρτυρίου και της τζιχάντ υπερβαίνουν τη λογική που επέτρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Σοβιετική Ένωση να περάσουν μισό αιώνα κρεμασμένες με σχετική σταθερότητα στο χείλος του Αρμαγεδδώνα.

Τί θα κάνουμε, αν ένα ισλαμικό καθεστώς, το οποίο συγκινείται με μία απλή αναφορά του Παραδείσου, αποκτήσει κάποτε πυρηνικά όπλα; Βάσει ενός υποθετικού σεναρίου, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της γης μπορεί να εξοντωθεί λόγω κάποιων θρησκευτικών ιδεών που ανήκουν στο ίδιο ράφι με τον Μπάτμαν, τη φιλοσοφική λίθο και τους μονόκερους. Το γεγονός ότι θα ήταν ένας φρικτός παραλογισμός το να πεθάνουν πολλοί από εμάς για χάρη ενός μύθου, δεν συνεπάγεται απαραιτήτως πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί.»

Ο Σάμιουελ Χάντινγκτον έχει περιγράψει τη σύγκρουση ανάμεσα στη Δύση και στο Ισλάμ με μία φράση που έγινε διάσημη, ως «σύγκρουση πολιτισμών». Ο Χάντινγκτον έκανε την παρατήρηση ότι όπου συνορεύουν μουσουλμανικές με μη μουσουλμανικές χώρες, υπάρχει η τάση ένοπλης σύγκρουσης. Ανακαλύπτοντας μία επιτυχημένη φράση για ένα ατυχές γεγονός, δήλωσε ότι το «Ισλάμ έχει αιματοβαμμένα σύνορα». Πάντως, πολλοί διανοητές έχουν στραφεί εναντίον της θέσης του Χάντινγκτον.

Είτε μας αρέσει, είτε όχι το κατασκεύασμα του Χάντινγκτον, ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: Το κακό που έχει εν τέλει φθάσει στις ακτές μας δεν είναι απλώς και μόνο το κακό της τρομοκρατίας. Είναι το κακό της θρησκευτικής πίστης, στην ώρα της πολιτικής της κυριαρχίας. Φυσικά, το Ισλάμ δεν είναι το μόνο που υπόκειται σε τέτοιες φρικτές μεταμορφώσεις, αν και στην τωρινή περίοδο της ιστορίας, είναι το μόνο που βρίσκεται σε άνοδο. Είναι καιρός να παραδεχθούμε ότι όλοι οι λογικοί άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, έχουν έναν κοινό εχθρό. Είναι ένας εχθρός που βρίσκεται τόσο κοντά μας, και είναι τόσο απατηλός, ώστε εξακολουθούμε να ακούμε τις συμβουλές του, ακόμη και όταν απειλεί να καταστρέψει κάθε δυνατότητα ανθρώπινης ευτυχίας. Ο εχθρός μας αυτός δεν είναι άλλος από την ίδια την πίστη.

Ο Τόμας Φρίντμαν, ένας ακαταπόνητος μελετητής των δυσαρεστημένων του κόσμου για λογαριασμό των «Τάιμς της Νέας Υόρκης», έχει διακηρύξει ότι η ταπείνωση των μουσουλμάνων βρίσκεται στη ρίζα της μουσουλμανικής τρομοκρατίας. Και άλλοι έχουν υποστηρίξει την ίδια άποψη, και οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι ισχυρίζονται συχνά ότι ο δυτικός ιμπεριαλισμός έχει προσβάλει την αξιοπρέπειά τους, την υπερηφάνεια και την τιμή τους. Τί συμπέρασμα θα πρέπει να βγάλουμε απ’ όλα αυτά; Υπάρχει κανείς που μπορεί να εντοπίσει μεγαλύτερη προσβολή για την ισλαμική αξιοπρέπεια από τον ίδιο τον ισλαμικό νόμο; Για να δώσω ένα σύγχρονο παράδειγμα του είδους της κοινωνίας που μπορεί να διαμορφωθεί αποκλειστικά με βάση τα δόγματα του Ισλάμ, δεν χρειάζεται παρά να θυμηθούμε πώς έμοιαζε το Αφγανιστάν κάτω από τους Ταλιμπάν. Ποιές είναι αυτές οι απίθανες υπάρξεις που κυκλοφορούσαν μέσα σε σάβανα και ετιμωρούντο τακτικά με ξυλοδαρμό επειδή φαινόταν ο αστράγαλός τους; Αυτές ήσαν οι αξιοπρεπείς (και αναλφάβητες) γυναίκες του οίκου του Ισλάμ.

Αν ερχόταν σε αυτές τις χώρες ξαφνικά η δημοκρατία, δεν θα ισοδυναμούσε με τίποτε περισσότερο από μία γέφυρα προς τη θεοκρατία. Δεν φαίνεται να υπάρχει τίποτε στις αρχές του Ισλάμ, με το οποίο να αντιταχθεί κανείς στη μετάβαση στη σαρία (ισλαμικό νόμο), ενώ υπάρχουν τα πάντα για να την ενθαρρύνουν. Αυτή είναι μία φοβερή αλήθεια την οποία οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε. Το μόνο πράγμα που στέκεται ανάμεσα σε εμάς και στον φουσκωμένο ωκεανό του μουσουλμανικού παραλογισμού, είναι ένα τείχος τυραννίας και παραβιάσεων των ατομικών δικαιωμάτων, το οποίο έχουμε βοηθήσει να οικοδομηθεί. Αυτή η κατάσταση πρέπει να αποκατασταθεί, αλλά δεν μπορούμε απλώς να διώξουμε τους μουσουλμάνους δικτάτορες από την εξουσία και να ανοίξουμε τις κάλπες. Θα είναι σαν να ανοίγουμε τις κάλπες για τους χριστιανούς του 14ου αιώνα.

Είναι επίσης αλήθεια ότι η φτώχεια και η έλλειψη μόρφωσης παίζουν έναν ρόλο σε όλα αυτά, αλλά δεν πρέπει να στεκόμαστε μόνο σε αυτό. Ο αραβικός κόσμος σήμερα λιμνάζει, τόσο από οικονομική όσο και από πνευματική άποψη, σε μία έκταση που λίγοι θα μπορούσαν να θεωρήσουν δυνατή, με δεδομένο τον ιστορικό του ρόλο στην πρόοδο, στην προώθηση και στη διατήρηση της ανθρώπινης γνώσης. Το έτος 2002, το ΑΕΠ όλων των αραβικών κρατών μαζί ήταν χαμηλότερο από αυτό της Ισπανίας. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι κάθε χρόνο στην Ισπανία μεταφράζονται τόσα βιβλία όσα έχει μεταφράσει το σύνολο του αραβικού κόσμου από τον 9ο αιώνα.

Αυτός ο βαθμός απομόνωσης και οπισθοδρόμησης είναι συγκλονιστικός, αλλά δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η φτώχεια και η έλλειψη μόρφωσης βρίσκονται στη ρίζα του προβλήματος. Το γεγονός ότι μία γενιά από αναλφάβητα παιδιά διοχετεύεται στον φονταμενταλιστικό μηχανισμό των «μαντράσας» (θρησκευτικών σχολείων που χρηματοδοτούνται από τους Σαουδάραβες) πρέπει να μας προκαλεί μεγάλη ανησυχία. Αλλά οι μουσουλμάνοι τρομοκράτες δεν προέρχονται ως τώρα από τις τάξεις των φτωχών και αμόρφωτων. Πολλοί από αυτούς ανήκαν στη μέση τάξη, ήσαν μορφωμένοι και δεν υπήρχε κάποια ορατή δυσλειτουργία στην ιδιωτική τους ζωή. Οι μαχητές της Χεζμπολάχ, οι οποίοι σκοτώνονται σε αιματηρές συγκρούσεις, προέρχονται συνήθως από εύπορες οικογένειες και έχουν φοιτήσει σε γυμνάσιο. Οι ηγέτες της Χαμάς είναι όλοι πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών, και ορισμένοι έχουν μάστερ. Αυτά τα γεγονότα μάλλον δείχνουν ότι, ακόμη και αν όλοι οι μουσουλμάνοι διέθεταν ένα επίπεδο ζωής συγκρίσιμο με αυτό του μέσου Αμερικανού, η Δύση θα εξακολουθούσε να κινδυνεύει εντόνως από μία σύγκρουση με το Ισλάμ. Υποπτεύομαι μάλιστα ότι η ευημερία των μουσουλμάνων, ίσως έκανε τα πράγματα χειρότερα, διότι το μόνο πράγμα που φαίνεται ικανό να πείσει τους μουσουλμάνους ότι η κοσμοαντίληψή τους είναι προβληματική, είναι η προφανής αποτυχία των κοινωνιών τους. Αν η μουσουλμανική ορθοδοξία ήταν, από οικονομική και τεχνολογική άποψη, εξ ίσου επιτυχημένη με τον δυτικό φιλελευθερισμό, θα ήμασταν πιθανώς καταδικασμένοι να γίνουμε μάρτυρες του εξισλαμισμού της οικουμένης.

Οι ισλαμιστές θα μπορούσαν να διασπάσουν τον κόσμο σε άτομα και ακόμη να μην είναι ένοχοι μηδενισμού, διότι τα πάντα μέσα στην κοσμοαντίληψή τους έχουν μεταμορφωθεί από το φως του Παραδείσου. Με δεδομένα τα όσα πιστεύουν οι ισλαμιστές, είναι απολύτως λογικό γι’ αυτούς να καταπιέζουν τον εκσυγχρονισμό όπου μπορούν. Είναι μάλιστα λογικό και για τις μουσουλμάνες μητέρες να ενθαρρύνουν την αυτοκτονία των τέκνων τους, εφ’ όσον πολεμούν στο όνομα του Θεού. Οι ευσεβείς μουσουλμάνοι απλώς γνωρίζουν ότι πηγαίνουν σε έναν καλύτερο τόπο. Ο Θεός είναι συγχρόνως παντοδύναμος και απολύτως δίκαιος. Για ποιόν λόγο λοιπόν, να χαίρεται κανείς μέσα στην επιθανάτια αγωνία ενός αμαρτωλού κόσμου; Υπάρχουν άλλες ιδεολογίες με τις οποίες μπορεί κάποιος να εξοβελίσει τα τελευταία ίχνη λογικής από τη συζήτηση μέσα σε μία κοινωνία, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Ισλάμ είναι μία από τις καλύτερες που διαθέτουμε.

Οι οπαδοί της κοσμικής σκέψης έχουν την τάση να ισχυρίζονται ότι ο ρόλος του Ισλάμ, ή της θρησκείας γενικότερα, έχει δευτερεύουσα σημασία έναντι της πολιτικής, για τον καθορισμό του χαρακτήρα μίας κοινωνίας. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, οι άνθρωποι κινούνται πρώτα από τα πολιτικά τους συμφέροντα και βρίσκουν μία θρησκευτική συλλογιστική που ταιριάζει στην περίσταση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν πολλά παραδείγματα πολιτικών ηγετών οι οποίοι επικαλούνται τη θρησκεία για καθαρά πρακτικούς, ακόμη και για κυνικούς, λόγους. Αλλά, δεν πρέπει να εξαγάγουμε λάθος συμπέρασμα σ’ αυτό το σημείο. Ένας μοχλός λειτουργεί μόνο όταν εφάπτεται σε κάτι. Κάποιος, σε τελική ανάλυση, πρέπει να πιστεύει στον Θεό, για να έχει πολιτική αποτελεσματικότητα η αναφορά στον Θεό. Και θεωρώ ότι είναι λίγο έως πολύ αυταπόδεικτο το ότι, οπουδήποτε ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων μετατρέπει τον εαυτό του σε βόμβα, ή στέλνει τα παιδιά του εθελοντικά να καθαρίσουν ναρκοπέδια (όπως συνέβαινε συχνά στον πόλεμο Ιράν-Ιράκ), η συλλογιστική πίσω από τις ενέργειές τους έχει παύσει να είναι καθαρά πολιτική. Αυτό δεν υπονοεί ότι ο επίδοξος μάρτυρας δεν ελκύεται από τη θορυβώδη πολιτική σπουδαιότητα της τελευταίας πράξης του, όπως τη φαντάζεται, αλλά, εκτός και αν κάποιος άνθρωπος πιστεύει σε κάποια απίθανα πράγματα σχετικώς με το σύμπαν, και ειδικώς για το τι συμβαίνει μετά θάνατον, είναι μάλλον απίθανο να έχει μία τέτοια συμπεριφορά. Τίποτε δεν εξηγεί τη δράση των μουσουλμάνων εξτρεμιστών και την ευρύτατη αποδοχή της συμπεριφοράς τους στον μουσουλμανικό κόσμο, καλύτερα από τα δόγματα του Ισλάμ.

Με δεδομένα τα όσα πιστεύουν πολλοί μουσουλμάνοι, είναι δυνατή μία αληθινή ειρήνη στον κόσμο; Μήπως η σχετική αδυναμία των μουσουλμανικών κρατών είναι το μοναδικό πράγμα που εμποδίζει έναν ανοικτό πόλεμο ανάμεσα στο Ισλάμ και στη Δύση; Φοβάμαι ότι είναι δύσκολο να βρει κανείς ενθαρρυντικές απαντήσεις σε ερωτήματα αυτού του είδους. Το φιλελεύθερο στοιχείο στο δόγμα του Ισλάμ φαίνεται πολύ αδύναμο, μέχρι σημείου να ανήκει τελείως στον χώρο της φαντασίας. Αν και έχουμε δει ότι και η ίδια η Βίβλος είναι μία μεγάλη δεξαμενή μισαλλοδοξίας, τόσο για τους χριστιανούς όσο και για τους Εβραίους -όπως δείχνουν τα πάντα, από τα κείμενα του Αυγουστίνου έως τη συμπεριφορά των Ισραηλινών αποίκων-, δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς μεγάλα τμήματα της Γραφής, καθώς και χριστιανικές και εβραϊκές ερμηνείες, που προσφέρουν αντεπιχειρήματα. Ένας χριστιανός που επιθυμεί να ζήσει σε πλήρη αρμονία με τη λογική και με τις σύγχρονες αντιλήψεις, μπορεί να διατηρήσει τη διδασκαλία του Ιησού στο Όρος των Ελαιών και απλώς να αγνοήσει τη φλύαρη μωρολογία της Αποκάλυψης, στην οποία ο κόσμος φθάνει στην καταστροφή. Το Ισλάμ δεν φαίνεται να προσφέρει ένα τέτοιο καταφύγιο, για όποιον θελήσει να ζήσει ειρηνικά σε έναν πολυπολιτισμικό κόσμο.

Η τάση των φιλελευθέρων, είναι να κατηγορούν τη Δύση διότι έχει προκαλέσει την οργή του μουσουλμανικού κόσμου, μέσα από αιώνες κατακτήσεων, που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντά τους, και επεμβάσεων, ενώ σι συντηρητικοί τείνουν να θεωρούν ότι ευθύνονται άλλα παρεμφερή χαρακτηριστικά της Μέσης Ανατολής, της αραβικής και της μουσουλμανικής ιστορίας. Το πρόβλημα φαίνεται να εντοπίζεται οπουδήποτε αλλού, εκτός από την καρδιά της μουσουλμανικής πίστης -αλλά η πίστη διαφοροποιεί κάθε μουσουλμάνο από τους απίστους. Χωρίς πίστη, τα περισσότερα παράπονα των μουσουλμάνων απέναντι στη Δύση θα ήταν αδύνατον να διαμορφωθούν και πολύ περισσότερο να προκαλέσουν την επιθυμία τους για εκδίκηση.

Είναι το Ισλάμ συμβατό με μία πολιτισμένη κοινωνία; Είναι δυνατόν να πιστεύεις όσα πρέπει να πιστεύεις για να είσαι καλός μουσουλμάνος, να έχεις στρατιωτική και οικονομική ισχύ, και να μην αποτελείς μία ασυνείδητη απειλή για τις πολιτισμένες κοινωνίες τρίτων; Πιστεύω ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι όχι. Αν πρόκειται ποτέ να επιτευχθεί μία σταθερή ειρήνη ανάμεσα στο Ισλάμ και στη Δύση, το Ισλάμ πρέπει να υποστεί έναν ριζικό μετασχηματισμό. Αυτός ο μετασχηματισμός, για να είναι αποδεκτός από τους μουσουλμάνους, πρέπει επίσης να φαίνεται ότι προέρχεται από τους ιδίους τους μουσουλμάνους. Δεν είναι υπερβολικό το να πούμε ότι η μοίρα του πολιτισμού βρίσκεται κυρίως στα χέρια των «μετριοπαθών» μουσουλμάνων. Αν οι μουσουλμάνοι δεν μπορέσουν να μετατρέψουν τη θρησκεία τους σε μία ιδεολογία που είναι κατά βάση ειρηνική -ή να την αντιπαρέλθουν πλήρως-, είναι δύσκολο να εξετάσει κάποιος, το πώς το Ισλάμ και η Δύση θα καταφέρουν να αποφύγουν μία μόνιμη κατάσταση πολέμου μεταξύ τους σε αναρίθμητα μέτωπα. Τα πυρηνικά, βιολογικά και χημικά όπλα είναι μία πραγματικότητα που δεν μπορεί να ακυρωθεί.

Σαμ Χάρις – Το τέλος της πίστης

Ο μόνος που θα έχεις πάντα κοντά σου είναι ο εαυτός σου

Από τη στιγμή που γεννιόμαστε μέχρι τη στιγμή που πεθαίνουμε, ο μόνος άνθρωπος που έχουμε και θα έχουμε κοντά μας, είναι ο εαυτός μας. Όλοι οι άλλοι έρχονται και παρέρχονται κάποια στιγμή, ακόμα και οι πιο οικείοι κι όχι απαραίτητα από δική τους ή δική μας επιλογή. Η ζωή είναι από τη φύση της απρόβλεπτη, ρευστή, ευμετάβλητη. Και η στιγμή και της τελευταίας ανάσας μας ακόμα – όπως και της πρώτης – έχει έναν σίγουρο σύντροφο μόνο: τον εαυτό μας. Κι όμως, η σχέση που θα έπρεπε πρωταρχικά να δομήσουμε -σε στέρεες και υγιείς βάσεις- προκειμένου να μη νιώθουμε ποτέ μόνοι, ποτέ ανεπαρκείς, ποτέ ανικανοποίητοι, είναι αυτή που ιεραρχείται τελευταία στα πλαίσια της ανάπτυξής μας ως κοινωνικά όντα, μέλη ενός αρμονικού συνόλου.

Από τη στιγμή που γεννιόμαστε σχεδόν, διδασκόμαστε τρόπους για να ενταχθούμε στο κοινωνικό περιβάλλον. Μικρότερο στην αρχή και ευρύτερο αργότερα. Διαχωρίζουμε σωστές και λάθος συμπεριφορές και μαθαίνουμε εκείνες που θα μας βοηθήσουν να ταιριάξουμε και να ενσωματωθούμε σ’ αυτό, ενώ συνηθίζουμε να θεωρούμε φυσιολογικό να δημιουργούμε και να συντηρούμε προσωπεία που θα μας βοηθήσουν να πετύχουμε καλύτερα το σκοπό μας. Εστιάζουμε στη δημιουργία σχέσεων λειτουργικών που εξυπηρετούν στην ομοιόσταση του κοινωνικού συνόλου, είτε αυτό είναι ένα μικρό και οικείο σύνολο, είτε μεγάλο και απρόσωπο.

Διδασκόμαστε έτσι από πολύ νωρίς τους βασικούς κανόνες που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις με τους άλλους, αφήνοντας συνήθως πίσω τους κανόνες που πρέπει να διέπουν την υγιή σχέση με τον εαυτό μας. Ξεχνώντας δυστυχώς, πως η πρώτη σχέση που δημιουργήσαμε ήταν αυτή (ακόμη και πριν τη σχέση με την μητέρα μας) και πως ανεξάρτητα με το πώς ζούμε τη ζωή μας και ποιες σχέσεις αναπτύσσουμε κατά τη διάρκειά της, ο μόνος που πάντα έχουμε και θα έχουμε ως το τέλος της ζωής μας κοντά μας, είναι ο εαυτός μας.

Μαθαίνουμε από πολύ νωρίς πως ο εγωισμός είναι κακός και πρέπει να τιμωρείται. Πως το κέντρο του σύμπαντος δεν είμαστε εμείς (αλλά κάποιοι άλλοι ίσως, που πρέπει να τους υπηρετούμε). Πως η μοναξιά είναι κατάρα και προκειμένου να την αποφύγει κανείς πρέπει να κάνει κάθε είδους υποχώρηση. Και πως η αποδοχή των άλλων είναι η μέγιστη (και ίσως η μοναδική) απόδειξη της αξίας μας.

Κι όμως, ο εγωισμός είναι απαραίτητος, αρκεί να είναι υγιής. Το κέντρο του σύμπαντος για τον καθένα είναι ο εαυτός του, αφού όλα τα αντιλαμβάνεται με κεντρικό άξονα την ύπαρξή του. Η μοναξιά είναι ανύπαρκτη για εκείνον που έχει φίλο και σύντροφο τον εαυτό του. Και η αποδοχή των άλλων δεν έχει καμία απολύτως σημασία για εκείνον που γνωρίζει ποιος είναι και ξέρει την αξία του.

Για να γνωρίσουμε κάποιον και να αποφασίσουμε αν μας αρέσει και αν ταιριάζουμε μαζί του, αρχικά τον παρατηρούμε, τον ρωτάμε να μάθουμε γι’ αυτόν και τελικά σταθμίζουμε τις ποιότητές του από τις συμπεριφορές του. Μια διαδικασία στην οποία μπαίνουμε με ευκολία συνήθως ξανά και ξανά προκειμένου να κάνουμε φίλους, συνεργάτες, δεσμούς, ακόμη κι αν έχουμε, πληγωθεί, απογοητευτεί, προδοθεί…

Πόσο συχνά όμως κάνουμε το ίδιο με εμάς; Πόσο χρόνο διαθέτουμε για αυτοπαρατήρηση, εκτίμηση και αξιολόγηση; Και πόσο επηρεασμένη είναι η οπτική και η κρίση μας από τις φοβίες και τις ανασφάλειές μας, προκειμένου να γίνουμε φίλοι με τον μοναδικό άνθρωπο που έχουμε κάθε στιγμή δίπλα μας; μαζί μας;

Συγχωρούμε συχνά με μεγαλύτερη ευκολία τους άλλους για τα λάθη τους από ότι εμάς για τα δικά μας, είμαστε πιο επιεικείς μαζί τους, τους δικαιολογούμε πιο εύκολα και αφήνουμε τις ενοχές να δηλητηριάζουν την ψυχή μας, ενώ φροντίζουμε να τις απαλύνουμε σε εκείνους που είναι έξω από εμάς. Επιτρέπουμε στις ανασφάλειές μας να κλονίζουν την ισορροπία μας και στις φοβίες να υπονομεύουν την ευτυχία μας. Κι έτσι σχετιζόμαστε με άλλους, δημιουργούμε δεσμούς, κάνουμε παιδιά και συχνά βάζουμε προτεραιότητα τη δική τους ζωή έναντι της δικής μας.

Γιατί κανείς δεν μπορεί να προσφέρει κάτι που δεν έχει πρώτα ο ίδιος. Κι αυτός που δεν είναι υγιής (ψυχικά ή σωματικά) δεν μπορεί να φροντίσει ουσιαστικά κανέναν.

Το να φροντίζει κάποιος τον εαυτό του και να ικανοποιεί τις ανάγκες του δεν είναι μόνο δικαίωμα (όπως ίσως νομίζουν κάποιοι). Είναι υποχρέωση και καθήκον του απέναντι στον ίδιο. Αρκεί να μην προσβάλλει, να μην πληγώνει και να μην κακοποιεί άλλους προκειμένου να το πετύχει αυτό. Γιατί όλες οι σχέσεις δομούνται με βάση τη σχέση μας με τον εαυτό μας. Και γιατί η μόνη σχέση που μένει άρρηκτη στη ζωή μας μέχρι την τελευταία της ανάσα, είναι αυτή.

Γι’ αυτό κοιτάξου στον καθρέφτη, αναρωτήσου πόσο καλά γνωρίζεις τον άνθρωπο που βλέπεις μέσα σ’ αυτόν, ποιες είναι οι ανάγκες του, πόσο φροντίζεις γι΄ αυτές, πόσο σου αρέσει να κάνεις παρέα μαζί του και όποιες κι αν είναι οι απαντήσεις σου, χαμογέλασέ του, απολογήσου αν τον έχεις παραμελήσει και υποσχέσου του πως θα γίνεις ο καλύτερός του φίλος. Ο σύντροφός του. Τόλμησε να τον γνωρίσεις από την αρχή αν χρειαστεί και δεσμεύσου να τον ελευθερώσεις από τα δεσμά στα οποία τον έχεις υποβάλει ίσως χωρίς να το θέλεις.

Γιατί, όποιες σχέσεις κι αν έχεις τώρα στη ζωή σου, ο μόνος που είχες πάντα κοντά σου και θα έχεις μέχρι την τελευταία σου ανάσα, είναι ο εαυτός σου!

Θα 'θελα για λίγο να γινόμουν παιδί

Θα 'θελα για λίγο να γινόμουν παιδί. Όχι μόνον στην ψυχή μα και στο σώμα να γύρναγα πίσω και να έπαιζα σε εκείνους τους χωματόδρομους που μάθαινα μικρή ποδήλατο, ματώνοντας τα γόνατά μου.

Να έπαιζα μπάλα με τα αγόρια της γειτονιάς μου και να έσπαγα πάλι τα δάχτυλα του ποδιού μου, γιατί ήμουν παιδί και αυτό από μόνο του, αποτελεί ισχυρότατη δικαιολογία.

Θα 'θελα να ήμουν παιδί γιατί οι παιδικές ψυχές είναι καθαρές σαν το γάργαρο νερό και δεν πονούν εύκολα. Είναι ελεύθερες, δεν φυλακίζονται, δεν υποφέρουν και όποιος κι αν προσπαθήσει να το κάνει, οι παιδικές ψυχές θα δραπετεύσουν. Δεν δαμάζονται γιατί επαναστατούν πάντα χωρίς λόγο και αιτία, είναι η φύση τους τέτοια. Βουτούν το παιδικό πατίνι και ο κόσμος τους είναι ταχύτατος και ειλικρινής.

Οι παιδικές εικόνες είναι ξεκάθαρες, απλές και πολύ φωτεινές.

Θα 'θελα εκεί στην άκρη του μυαλού μου να μην σβήσουν ποτέ εκείνες οι εικόνες που βαθιά έχουν χαραχτεί μέσα μου. Να τις κρατήσω για να με βοηθήσουν και ως ενήλικας πλέον να σταθεροποιήσω τα βήματά μου.

Θα 'θελα να μη σβήσει ποτέ αυτή η παιδική φλόγα που μέσα μου υπάρχει και σιγοκαίει...

Μόνο η φιλοσοφία μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο

Αποτέλεσμα εικόνας για reflection learningT. LUCRETII De rerum natura liber II, v. 37-61
Λουκρητίου Για τη φύση των πραγμάτων βιβλίο 2ο, στ. 37-61:

Γι’ αυτό, επειδή
τίποτε δεν προσφέρουν
οι θησαυροί
στο δικό μας σώμα
καθόλου δεν μας ωφελούν
οι θησαυροί
ούτε η ευγενική καταγωγή
ούτε η δόξα της εξουσίας,
που υπερέχει,
πρέπει να νομίζουμε/
πρέπει να σκεφτούμε
ότι καθόλου δεν ωφελεί
επίσης το πνεύμα
(των ανθρώπων).
Μήπως τάχα/Εκτός αν ίσως,
όταν βλέπεις
τις δικές σου λεγεώνες
να εκτελούν
με ορμή/ ορμητικά
στο πεδίο του Άρη/
στο Μάρτιο κάμπο
πολεμικές ασκήσεις,
ενισχυμένες/υποστηριζόμενες
από μεγάλες επικουρικές δυνάμεις/
εφεδρείες
και με δυνάμεις
ιππικού
στολισμένες με όπλα/
παραταγμένες με πλήρη εξάρτυση
κι εξίσου
με ομοψυχία (θάρρος)
(όταν βλέπεις)
πειρατικά πλοιάρια,
τότε οι δεισιδαιμονίες (σου)
τρέμοντας/τρομαγμένες
απ’ αυτά τα πράγματα
δε θα φύγουν
απ’ την ψυχή σου/
απ’ το πνεύμα σου
τρομαγμένες
και οι φόβοι του θανάτου
(δε) θ’ αφήσουν
το στήθος/ την καρδιά (σου)
ελεύθερο/ελεύθερη
κι απαλλαγμένο/ κι απαλλαγμένη
απ’ τις φροντίδες/απ’ το άγχος.
Γιατί, αν βλέπουμε/
Αν όμως θεωρούμε
ότι αυτά είναι γελοία
και πλάνη (μίμηση αστεία)
(αν) στην πραγματικότητα
κι οι αληθινοί φόβοι
των ανθρώπων
και οι κουραστικές έγνοιες
(των ανθρώπων)
ούτε φοβούνται
τις κλαγγές των όπλων
ούτε (φοβούνται)
τα σκληρά βέλη/
τ’ άσπλαχνα βέλη
κι άφοβα/ με θράσος
τριγυρνούν
μέσα στις αυλές των βασιλιάδων
και (μέσα) στους ισχυρούς
του κόσμου/της γης,
ούτε σέβονται
τη λάμψη απ’ το χρυσάφι
ούτε τη λαμπρή λάμψη
των πορφυρών ρούχων,
γιατί ν’ αμφιβάλλεις
ότι όλα αυτά
δαμάζονται (μόνο)
με τη λογική σκέψη/
με τη φιλοσοφία,
μάλιστα επειδή
όλη η ζωή (μας)
περνά δύσκολα/
είναι ένας αδιάκοπος αγώνας
μέσα στα σκοτάδια;
Γιατί σαν τα παιδιά
φοβούνται/τρέμουν
και φοβούνται
απ’ όλα /το καθετί
μέσα στα πυκνά σκοτάδια,
έτσι (κι) εμείς
συχνά/ κάποτε/ μερικές φορές
μέσα στο φως φοβόμαστε,
όσα είναι καθόλου
περισσότερο τρομακτικά (φοβερά)
παρά όσα τα παιδιά
φοβούνται τα σκοτάδια
και φαντάζονται
ότι θα (τους) συμβούν.
Λοιπόν είναι ανάγκη
(να) σκορπίσουν
αυτόν τον τρόμο/φόβο
και τα σκοτάδια της ψυχής
όχι οι ακτίνες της ψυχής
ούτε τα φωτεινά
βέλη της μέρας,
αλλά η παρατήρηση/εξέταση
της φύσης/ των φυσικών φαινομένων
και η εξήγηση/ερμήνεια
(της φύσης/των φυσικών φαινόμενων)

ΝΟΗΜΑ
Η ευγενική καταγωγή και η δόξα της εξουσίας δεν ωφελούν το σώμα και το πνεύμα των ανθρώπων. Άραγε οι άνθρωποι απαλλάσσονται απ’ τις δεισιδαιμονίες τους, απ’ το φόβο του θανάτου κι απ’ το άγχος τους, όταν παρατηρούν τις ρωμαϊκές λεγεώνες να εκτελούν πολεμικές ασκήσεις στο πεδίο του Άρη, προελαύνοντας με ορμή, ενισχυμένες με εφεδρείες και δυνάμεις ιππικού παραταγμένες με πλήρη εξάρτυση κι ομοψυχία; Αν όμως αυτά οι άνθρωποι τα θεωρούν γελοία κι αστεία μίμηση, στην πραγματικότητα οι φόβοι και οι κουραστικές έγνοιες τους δε φοβούνται ούτε απ’ τις κλαγγές των όπλων, ούτε απ΄ τα άσπλαχνα βέλη, αν οι άνθρωποι συναναστρέφονται άφοβα τους βασιλιάδες και τους ισχυρούς τους κόσμου αν αδιαφορούν για τη λάμψη του χρυσαφιού και για τ’ αστραφτερά πορφυρά ρούχα, τότε μπορούν όλα αυτά να τα δαμάσουν με τη λογική σκέψη τους, αφού η ανθρώπινη ζωή είναι ένα αδιάκοπος αγώνας μέσα στο σκοτάδι; Γιατί, όπως τα μικρά παιδιά φοβούνται μέσα στο φως πράγματα που δεν είναι πιο φοβερά από εκείνα που τρομάζουν τα μικρά παιδιά και που φαντάζονται ότι θα τους συμβούν. Επομένως, το φόβο αυτό και τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής πρέπει να τα σκορπίσουν, όχι οι ακτίνες του ήλιου και τα φωτεινά βέλη της ημέρας, αλλά η παρατήρηση και η ερμηνεία/η εξέταση και η εξήγηση των φυσικών φαινομένων.

Στους στίχους ΙΙ 37-61 ο Λουκρήτιος τονίζει ότι μόνο η παρατήρηση (εξέταση) και η ερμηνεία (εξήγηση) των φυσικών φαινομένων. δηλαδή η φιλοσοφία, μπορούν ν’ απαλλάξουν τους ανθρώπους απ’ τις δεισιδαιμονίες, το φόβο του θανάτου και γενικά απ’ το άγχος τους. Επειδή η ανθρώπινη ζωή είναι ένας αδιάκοπος αγώνας μέσα στο σκοτάδι, πρέπει οι άνθρωποι να μη φοβούνται μέσα στο φως της αλήθειας, όπως τα μικρά παιδιά τρέμουν μέσα στο σκοτάδι και φοβούνται το καθετί. Μόνο με τη λογική σκέψη οι άνθρωποι μπορούν να δαμάσουν όλους τους φόβους και τις κουραστικές έγνοιές τους.

Ο Επίκουρος (341-270πΧ) δίδασκε ότι η φιλοσοφία και κάθε γνώση εξυπηρετούν την ευδαιμονία και την ψυχική αταραξία, που πετυχαίνεται με την έλλειψη πόνου. Η ψυχική “αταραξία” είναι μία ήρεμη ηδονή. Ο Επίκουρος επηρεασμένος από τη διδασκαλία του Δημόκριτου ήταν υλιστής. Δεχόταν ότι η μοναδική πηγή γνώσης είναι κατ’ αίσθηση αντίληψη. Επίσης δεχόταν πολλούς θεούς, όχι Ένα (θεό). Οι θεοί κατά τον Επίκουρο δεν ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο και για τις υποθέσεις του κόσμου. Άλλωστε ούτε δημιούργησαν τον κόσμο. Οπαδοί του Επίκουρου ήταν: ο Ζήνων ο Σιδώνιος και ο Λατίνος ποιητής Λουκρήτιος.

ΛΟΥΚΡΗΤΙΟΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Τζων Λοκ: Δοκίμιο για την Ανθρώπινη Νόηση

Όλες οι ιδέες (μας) προέρχονται από την αίσθηση ή το διαλογισμό.
 
Υποθέτουμε λοιπόν ότι η ψυχή είναι αυτό που ονομάζουν tabula rasa (άγραφος πίνακας), άδεια από οποιοδήποτε χαρακτηριστικό, χωρίς καμιά ιδέα, οποιαδήποτε. Πώς όμως συμβαίνει η ψυχή να δέχεται ιδέες; Με ποιον τρόπο αποκτά αυτόν το θαυμαστό πλούτο ιδεών, που μας παρουσιάζει η πάντα δραστήρια ανθρώπινη φαντασία… με μια σχεδόν άπειρη ποικιλία; Από που αντλεί η ψυχή όλο αυτό το υλικό, που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο την υποδομή όλων των διαλογισμών και των γνώσεων μας; σ’ αυτά απαντώ με μια απλή φράση: από την εμπειρία· εδώ βρίσκεται το θεμέλιο όλων των γνώσεων μας· από εδώ οι γνώσεις μας παίρνουν την πρώτη αφετηρία τους. Οι παρατηρήσεις που κάνουμε πάνω στα εξωτερικά αντικείμενα ή στις εσωτερικές διεργασίες της ψυχής, τις οποίες αντιλαμβανόμαστε και πάνω στις οποίες διαλογιζόμαστε εμείς οι ίδιοι, αυτές οι παρατηρήσεις προσφέρουν στο πνεύμα μας το υλικό όλων των σκέψεων μας. Εδώ λοιπόν βρίσκονται, στην εμπειρία, οι δυο πηγές από όπου απορρέουν όλες οι ιδέες που έχουμε, όσες βέβαια μπορούμε να έχουμε.
 
Τα αντικείμενα της αίσθησης είναι μια πηγή ιδεών. Αρχίζουμε με τις αισθήσεις μας· καθώς φτάνουν στις αισθήσεις ερεθίσματα από τα εξωτερικά αντικείμενα, οι αισθήσεις συντελούν, ώστε να μπουν στη ψυχή μας χωριστές και ευδιάκριτες παραστάσεις των πραγμάτων, ανάλογα με τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους αυτά τα αντικείμενα επιδρούν σε μας. Έτσι αποκτούμε τις ιδέες που έχουμε για το λευκό, το κίτρινο, το ζεστό, το κρύο, το σκληρό, το μαλακό, το γλυκό, το πικρό και για καθετί που ονομάζουμε αισθητές ποιότητες. Οι αισθήσεις μας λοιπόν συντελούν, ώστε να μπαίνουν όλες αυτές οι ιδέες στην ψυχή μας· με αυτό εννοώ ότι οι αισθήσεις κάνουν, ώστε οι εικόνες των εξωτερικών αντικειμένων να μπαίνουν (να εντυπώνονται) στη ψυχή μας. Αυτή η διαδικασία δημιουργεί εκεί τα παραπάνω είδη των αντιλήψεων. Και, επειδή αυτή η μεγάλη πηγή των περισσότερων ιδεών μας εξαρτάται ολοκληρωτικά από τις αισθήσεις μας (από τα αισθητήρια όργανα) και φθάνει στη νόηση μας δια μέσου των αισθητήριων οργάνων μας, γι’ αυτό την ονομάζω αίσθηση γενικά (sensation).
 
Η λειτουργία του νου είναι η άλλη πηγή των ιδεών μας. Η άλλη πηγή, από όπου συμβαίνει η νόησή μας να δέχεται ιδέες, είναι η αντίληψη των εσωτερικών ενεργειών της ψυχής, όταν αυτή στρέφεται προς τις ιδέες (εικόνες) που δέχτηκε διαμέσου των αισθήσεων. Αυτές οι ενέργειες, όταν γίνονται αντικείμενο των διαλογισμών της ψυχής, παράγουν στη νόηση ένα άλλο είδος ιδεών, που δεν μπορούν να προέλθουν από τα εξωτερικά αντικείμενα. Τέτοιες ιδέες — μη προερχόμενες από τις αισθήσεις αλλά ύστερα από εσωτερικές διεργασίες της ψυχής — εκφράζουμε όταν λέμε: αντιλαμβάνομαι (= αναγνωρίζω μια εικόνα τωρινή συνδυάζοντάς την με άλλη όμοια ή αντίστοιχη που θυμάμαι από το παρελθόν σκέπτομαι, αμφιβάλλω, πιστεύω, διαλογίζομαι, γνωρίζω, θέλω και όλα τα άλλα πράγματα που δηλώνουν ενέργεια της ψυχής…, από τις οποίες η ψυχή πορίζεται νέες ιδέες τόσο ευδιάκριτες όσο και οι εικόνες που προκαλούν στην ψυχή μας τα εξωτερικά αντικείμενα, όταν συμβεί να ερεθίζουν τις αισθήσεις μας…
 
Επειδή ονόμασα την πρώτη πηγή των ιδεών μας αίσθηση, θα ονομάσω αυτήν εδώ τη δεύτερη πηγή ιδεών διαλογισμό (διαστοχασμό), γιατί απ’ αυτή την πηγή η ψυχή δέχεται ιδέες, που η ίδια τις δημιουργεί διαλογιζόμενη (διαστοχαζόμενη) πάνω στις δικές της ενέργειες.
 
Όλες οι ιδέες μας λοιπόν προέρχονται είτε από τη μία πηγή είτε από την άλλη (sensation or reflection, αίσθηση ή διαλογισμό).

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ: Βίοι Φιλοσόφων - Σόλων (1.55-1.58)

Σόλων δὲ ὅρον ἀνθρωπίνου βίου φησὶν ἔτη ἑβδομήκοντα.
Δοκεῖ δὲ καὶ κάλλιστα νομοθετῆσαι· ἐάν τις μὴ τρέφῃ τοὺς γονέας, ἄτιμος ἔστω· ἀλλὰ καὶ ὁ τὰ πατρῷα κατεδηδοκὼς ὁμοίως. καὶ ὁ ἀργὸς ὑπεύθυνος ἔστω παντὶ τῷ βουλομένῳ γράφεσθαι. Λυσίας δ᾽ ἐν τῷ κατὰ Νικίδου Δράκοντά φησι γεγραφέναι τὸν νόμον, Σόλωνα δὲ τεθηκέναι τὸν ἡταιρηκότα εἴργειν τοῦ βήματος. συνέστειλε δὲ καὶ τὰς τιμὰς τῶν ἐν ἀγῶσιν ἀθλητῶν, Ὀλυμπιονίκῃ μὲν τάξας πεντακοσίας δραχμάς, Ἰσθμιονίκῃ δὲ ἑκατόν, καὶ ἀνὰ λόγον ἐπὶ τῶν ἄλλων· ἀπειρόκαλον γὰρ τὸ ἐξαίρειν τὰς τούτων τιμάς, ἀλλὰ μόνων ἐκείνων τῶν ἐν πολέμοις τελευτησάντων, ὧν καὶ τοὺς υἱοὺς δημοσίᾳ τρέφεσθαι καὶ παιδεύεσθαι.

[1.56] Ὅθεν καὶ ἐζήλουν πολλοὶ καλοὶ κἀγαθοὶ γίνεσθαι κατὰ πόλεμον· ὡς Πολύζηλος, ὡς Κυνέγειρος, ὡς Καλλίμαχος, ὡς σύμπαντες οἱ Μαραθωνομάχαι· ἔτι δ᾽ Ἁρμόδιος καὶ Ἀριστογείτων καὶ Μιλτιάδης καὶ μυρίοι ὅσοι. ἀθληταὶ δὲ καὶ ἀσκούμενοι πολυδάπανοι, καὶ νικῶντες ἐπιζήμιοι καὶ στεφανοῦνται κατὰ τῆς πατρίδος μᾶλλον ἢ κατὰ τῶν ἀνταγωνιστῶν· γέροντές τε γενόμενοι κατὰ τὸν Εὐριπίδην
τρίβωνες ἐκλιπόντες οἴχονται κρόκας.
ὅπερ συνιδὼν ὁ Σόλων μετρίως αὐτοὺς ἀπεδέξατο. κάλλιστον δὲ κἀκεῖνο· τὸν ἐπίτροπον τῇ τῶν ὀρφανῶν μητρὶ μὴ συνοικεῖν, μηδ᾽ ἐπιτροπεύειν, εἰς ὃν ἡ οὐσία ἔρχεται τῶν ὀρφανῶν τελευτησάντων.

[1.57] κἀκεῖνο· δακτυλιογλύφῳ μὴ ἐξεῖναι σφραγῖδα φυλάττειν τοῦ πραθέντος δακτυλίου· καὶ ἐὰν ἕνα ὀφθαλμὸν ἔχοντος ἐκκόψῃ τις, ἀντεκκόπτειν τοὺς δύο. ἃ μὴ ἔθου, μὴ ἀνέλῃ· εἰ δὲ μή, θάνατος ἡ ζημία. τῷ ἄρχοντι, ἐὰν μεθύων ληφθῇ, θάνατον εἶναι τὴν ζημίαν.
Τά τε Ὁμήρου ἐξ ὑποβολῆς γέγραφε ῥαψῳδεῖσθαι, οἷον ὅπου ὁ πρῶτος ἔληξεν, ἐκεῖθεν ἄρχεσθαι τὸν ἐχόμενον. μᾶλλον οὖν Σόλων Ὅμηρον ἐφώτισεν ἢ Πεισίστρατος, ὥς φησι Διευχίδας ἐν πέμπτῳ Μεγαρικῶν. ἦν δὲ μάλιστα τὰ ἔπη ταυτί· «οἳ δ᾽ ἄρ᾽ Ἀθήνας εἶχον» καὶ τὰ ἑξῆς.

[1.58] Πρῶτος δὲ Σόλων τὴν τριακάδα ἔνην καὶ νέαν ἐκάλεσεν. καὶ πρῶτος τὴν συναγωγὴν τῶν ἐννέα ἀρχόντων ἐποίησεν εἰς τὸ συνειπεῖν, ὡς Ἀπολλόδωρός φησιν ἐν δευτέρῳ Περὶ νομοθετῶν. ἀλλὰ καὶ τῆς στάσεως γενομένης οὔτε μετὰ τῶν ἐξ ἄστεως, οὔτε μετὰ τῶν πεδιέων, ἀλλ᾽ οὐδὲ μετὰ τῶν παράλων ἐτάχθη.

***
Ο Σόλωνας, τώρα, είπε πως η ζωή του ανθρώπου κρατάει, κατά μέσον όρο, εβδομήντα χρόνια. Οι νόμοι του θεωρούνται άριστοι. Π.χ.: Όποιος αδιαφορεί για τη διατροφή των γονιών του, να χάνει τα πολιτικά του δικαιώματα· το ίδιο και όποιος κατασπαταλάει την πατρική του περιουσία. Επίσης: Τον άνθρωπο που δεν εργάζεται, να μπορεί ο καθένας, αν το θέλει, να τον καταγγείλει. Ο Λυσίας, πάντως, στον λόγο του εναντίον του Νικίδη, λέει ότι αυτός ήταν νόμος του Δράκοντα, ενώ ο Σόλωνας όρισε να μην έχει το δικαίωμα να μιλάει από το βήμα της συνέλευσης του λαού όποιος πρόσφερε για ασέλγεια το σώμα του. Μείωσε, επίσης, τα βραβεία των αθλητών που διακρίνονταν στους αγώνες: για τον Ολυμπιονίκη όρισε πεντακόσιες δραχμές, για τον Ισθμιονίκη εκατό, και το ανάλογο για όλες τις άλλες περιπτώσεις· η εξήγησή του ήταν ότι δεν είναι καθόλου ωραίο να αυξάνονται τα βραβεία αυτών των ανθρώπων, αλλά μόνο εκείνων που πέθαναν στον πόλεμο, που τα παιδιά τους έπρεπε, επίσης, να συντηρούνται και να μορφώνονται με έξοδα της πόλης.

[1.56] Το αποτέλεσμα ήταν ότι πολλοί φιλοτιμούνταν πια να διακριθούν στον πόλεμο, όπως διακρίθηκαν ο Πολύζηλος, ο Κυνέγειρος, ο Καλλίμαχος και, γενικά, όλοι οι Μαραθωνομάχοι· και ακόμη όπως ήταν ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτονας, ο Μιλτιάδης και χιλιάδες άλλοι. Αντίθετα, οι αθλητές και τον καιρό που ασκούνται κοστίζουν πολύ, και όταν νικήσουν, είναι μια σκέτη καταστροφή, και το στεφάνι της νίκης το παίρνουν μάλλον σε βάρος της πατρίδας τους παρά σε βάρος των αντιπάλων τους, και όταν γεράσουν, τότε, κατά τον Ευριπίδη, είναι πια
τριμμένα πανωφόρια που έχασαν το χνούδι τους.
Αυτό ο Σόλωνας το κατάλαβε πολύ καλά, και γι᾽ αυτό τους είχε σε μικρή εκτίμηση. Πολύ ωραίο ήταν και το άλλο: Ο κηδεμόνας να μη συζεί με τη μητέρα των ορφανών, ούτε να γίνεται κηδεμόνας ο άνθρωπος στον οποίον πρόκειται να περιέλθει η περιουσία των ορφανών ύστερα από τον θάνατό τους.

[1.57] Και το άλλο επίσης: Αυτός που χαράζει δαχτυλιδόπετρες να μην επιτρέπεται να κρατάει το αποτύπωμα του δαχτυλιδιού που πούλησε. Επίσης: Αν κάποιος βγάλει το μάτι ενός μονόφθαλμου ανθρώπου, η τιμωρία του να είναι να του αφαιρεθούν και τα δύο του μάτια. Μη «σηκώνεις» χρήματα που δεν τα κατέθεσες ο ίδιος· αλλιώς η τιμωρία να είναι ο θάνατος. Άρχοντας που βρέθηκε μεθυσμένος να τιμωρείται με θάνατο.
Για τα ποιήματα του Ομήρου όρισε η δημόσια απαγγελία τους να γίνεται κατά ενότητες με τη σειρά, έτσι ώστε ο επόμενος να αρχίζει από εκεί όπου σταμάτησε ο προηγούμενος. Ο Σόλωνας, επομένως, όπως λέει και ο Διευχίδας στο πέμπτο βιβλίο της Μεγαρικής ιστορίας του, έριξε περισσότερο φως στον Όμηρο από ό,τι ο Πεισίστρατος. Ήταν κυρίως οι ακόλουθοι στίχοι: «Αυτοί που ζούσαν στην Αθήνα» και οι παρακάτω στίχοι.

[1.58] Πρώτος ο Σόλωνας ονόμασε την τριακοστή μέρα του μήνα «παλιά και καινούργια μέρα». Πρώτος αυτός επίσης, όπως λέει ο Απολλόδωρος στο δεύτερο βιβλίο του έργου του Για τους νομοθέτες, καθιέρωσε τη συνάντηση των εννέα αρχόντων για από κοινού συζήτηση. Αλλά και όταν άρχισε η εμφύλια σύγκρουση, αυτός δεν τάχθηκε ούτε με τους «από την πόλη», ούτε με τους «πεδινούς», αλλ᾽ ούτε και με τους «παραλιακούς».

Ο Αριστοτέλης και η ευτυχία ως πρόσβαση στο θείο

Για τον Αριστοτέλη δεν υπάρχει τίποτε πιο σταθερό από τις πράξεις της αρετής που θα οδηγήσουν στην ευτυχία. Κι αυτός είναι και ο λόγος που η ευδαιμονία πρέπει επίσης να ορίζεται από σταθερότητα και μονιμότητα: «Κανένα, πράγματι, από τα έργα των ανθρώπων δεν παρουσιάζει τέτοια σταθερότητα και μονιμότητα όση οι σύμφωνες με την αρετή ενέργειες. Αυτές θεωρούνται, πράγματι, πιο μόνιμες και από τις επιστήμες. Από τις ενέργειες, πάλι, αυτές οι πολυτιμότερες και οι πιο σημαντικές είναι μονιμότερες, γιατί οι ευδαίμονες περνούν τη ζωή τους ασκώντας τες σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι όλες τις άλλες και με τρόπο πιο συνεχή από ό,τι όλες τις άλλες». (1100b 10, 14-19).
 
Και προς αποφυγή οποιασδήποτε παρερμηνείας θα επαναλάβει: «Θα υπάρξει λοιπόν στον ευδαίμονα άνθρωπο η σταθερότητα και η μονιμότητα που λέμε, και θα μείνει σε όλη του τη ζωή έτσι όπως είναι· γιατί θα εκτελεί ή θα θεάται τις πράξεις της αρετής πάντοτε, ή κατά κύριο λόγο αυτές παρά οτιδήποτε άλλο». (1100b 10, 20-23).
 
Οι αντιρρήσεις που θέλουν την αντιξοότητα της τύχης να στέκεται πάνω από την αρετή, καθιστώντας τον ενάρετο ανίσχυρο μπροστά στην τυχαία συμφορά, ανάγουν την ευτυχία σε τυχαιότητα, αντίληψη που αντίκειται εξ’ ορισμού στον παράγοντα της μονιμότητας που θέτει ο Αριστοτέλης. Φυσικά, θα ήταν παράλογο να μη λαμβάνει κανείς υπόψη του τα παιχνίδια της τύχης. Τα παραδείγματα των ανθρώπων που, ενώ είχαν ευτυχισμένη ζωή, γνώρισαν δυστυχισμένα γηρατειά από αστάθμητους παράγοντες, χωρίς να ευθύνονται, είναι υπαρκτά.
 
Ο Αριστοτέλης δεν προτίθεται να το αμφισβητήσει αυτό. Αυτό, όμως, που επισημαίνει είναι ότι ο ενάρετος άνθρωπος, ακόμη και σε μια τέτοια αντίξοη μοίρα, έχει τον τρόπο να υπερέχει έναντι οποιουδήποτε άλλου, για να την υπομείνει: «Όσο για τις εναλλαγές της τύχης, αυτές θα τις αντιμετωπίσει με τον ωραιότερο τρόπο και σίγουρα με απόλυτη ευπρέπεια, αυτός που είναι “από κάθε άποψη καλός, τετράγωνος και δίχως κανένα απολύτως ψεγάδι”». (Ο Δημήτρης Λυπουρλής διευκρινίζει ότι ο στίχος κατά πάσα πιθανότητα είναι παρμένος από ποίημα του Σιμωνίδη). (1100b 10, 23-25).
 
Με άλλα λόγια, η ευτυχία δεν παρουσιάζεται σαν κάτι απόλυτο ή αδιατάραχτο. Μια τέτοια προοπτική δε θα ήταν σύμφωνη με την ανθρώπινη φύση. Η ευτυχία εκλαμβάνεται ως αποτέλεσμα της άσκησης της αρετής, που θα επέλθει μέσα στα δυνατά μέτρα: «Γιατί ο αληθινά καλός και μυαλωμένος άνθρωπος ξέρει – όπως δεχόμαστε – να υπομένει με ευπρέπεια όλες τις εναλλαγές της τύχης και να κάνει πάντοτε – μέσα στα εκάστοτε δεδομένα – το καλύτερο, ακριβώς όπως ο καλός στρατηγός ξέρει να κάνει την καλύτερη από πολεμικής απόψεως χρήση του στρατού που έχει στη διάθεσή του, και όπως ο παπουτσής ξέρει, από τα δέρματα που του έχουν δοθεί, να κάνει ένα ωραιότατο παπούτσι – με τον ίδιο τρόπο και όλοι οι άλλοι τεχνίτες». (1101a 10, 1-7).
 
Το απρόοπτο είναι συνυφασμένο με το ανθρώπινο. Η διασφάλιση ή η γνώση του μέλλοντος αφορά μόνο τους θεούς. Και η ευτυχία δεν μπορεί παρά να προσαρμοστεί στα ανθρώπινα δεδομένα. Από αυτή την άποψη, εκείνος που αντιλαμβάνεται την ευτυχία σαν μια παντοτινή συνθήκη ευημερίας αναζητά το αδύνατο. Ακόμη και ο ευδαίμων μπορεί να γνωρίσει στιγμές που δε θα είναι μακάριος: «Αν έτσι έχει το πράγμα, ο ευδαίμων άνθρωπος δε θα γίνει ποτέ δυστυχισμένος, σίγουρα όμως δε θα είναι μακάριος, αν περιπέσει σε συμφορές σαν τις συμφορές του Πρίαμου». (1101a 10, 7-9).
 
Αυτό που λέει ο Αριστοτέλης είναι ότι ο ευδαίμων δεν μπορεί να γίνει δυστυχισμένος, ακόμη κι αν βρεθεί σε συνθήκες δυστυχίας. Γιατί αν είναι αληθινά ευδαίμων θα ξαναφτάσει στην ευτυχία, έστω κι αν χρειαστεί πολύς καιρός για να ξεπεράσει τη συμφορά: «γιατί ούτε μπορεί εύκολα να μετακινηθεί από την ευδαιμονία του και, πάντως, όχι από συνηθισμένες αναποδιές της τύχης, αλλά από μεγάλες και αλλεπάλληλες δυστυχίες· και αν τον βρουν τέτοιες δυστυχίες, δε θα γίνει πάλι ευδαίμων μέσα σε λίγο χρόνο, αλλά, και αν ξαναγίνει, αυτό θα συμβεί αφού συμπληρωθεί πολύς χρόνος, όταν στο μεταξύ θα έχει πετύχει μεγάλα και ωραία πράγματα». (1101a 10, 10-15).
 
Η αρετή, ως υπέρτατη ψυχική ενέργεια είναι η διασφάλιση της ατομικής ισορροπίας. Ο ισορροπημένος άνθρωπος, αυτός, δηλαδή, που έχει καταφέρει να εναρμονίσει τις πράξεις με τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος εισπράττει την εσωτερική γαλήνη της ικανοποίησης του εαυτού. Τα ενδεχόμενα λάθη, όπως και οι μικρές ατυχίες της ζωής, είναι αδύνατο να κλονίσουν τη γενική εικόνα. Γι’ αυτό ο άνθρωπος πρέπει να ενεργήσει. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να φτάσει στην ψυχική ισορροπία. Και μόνο οι ενέργειες που κινούνται προς την κατεύθυνση της αρετής είναι θέση να το επιφέρουν αυτό. Σε τελική ανάλυση, ο άνθρωπος οφείλει να ασκεί την αρετή πρωτίστως για τον εαυτό του, αφού μόνο έτσι θα οδηγηθεί στην πληρότητα.
 
Η δικαιοσύνη, η φιλία, η γενναιότητα, η ορθή κρίση, η τήρηση του μέτρου, η λογική, όλα αυτά που πραγματώνουν την αρετή είναι οι όψεις της ανθρώπινης ολοκλήρωσης. Τα υλικά αγαθά, από μόνα τους, δεν έχουν τέτοιες δυνατότητες. Η ψυχή δεν τρέφεται με αυτά. Τα υλικά αγαθά είναι το μέσο που διευκολύνει τη ζωή, όχι ο σκοπός της. Η επάρκειά τους είναι απαραίτητη για μια καλή ζωή, όμως η ζωή που αναλώνεται στο πλαίσιο της άσκοπης υπεραφθονίας είναι μια χαμένη ζωή. Κι αυτό γιατί θα περιορίζεται στην προσωρινότητα των εξαγορασμένων ευχαριστήσεων αδυνατώντας να συλλάβει τη μονιμότητα της ευτυχίας. Στην ουσία δεν μπορεί παρά να πρεσβεύσει την κενότητα της ύπαρξης. Και η κενότητα είναι το αντίθετο της πληρότητας που προσφέρει η ευτυχία.
 
Και βέβαια, η ευτυχία κάθε πράγματος πρέπει να ορίζεται σύμφωνα με τη φύση του. Η αναζήτηση της ανθρώπινης ευτυχίας, ως εγγύηση αποτροπής του αστάθμητου αποτελεί τη ματαίωσή της, αφού προσεγγίζει το ανθρώπινο με θεϊκά μέτρα. Είναι σαν να ζητάμε την ευτυχία του σκύλου με την εκμάθηση της φιλοσοφίας. Η αυτογνωσία, ως ύψιστη πραγμάτωση του μέτρου, καθορίζει τις δυνατότητες. Η προσπάθεια εκπλήρωσης στόχων πέρα των δυνατών ορίων είναι η προεξόφληση της αποτυχίας που θα φέρει τη δυστυχία. Κι αυτός είναι ο παράγοντας της λογικής που θα προσγειώσει τις προσδοκίες στο εφικτό: «Αν είναι έτσι, ευδαίμονες θα ονομάσουμε εκείνους τους ζωντανούς ανθρώπους, οι οποίοι έχουν, και θα έχουν, όλα αυτά που είπαμε – πάντως, είπαμε: “ανθρώπους”». (1101a 10, 21-23).
 
Και φυσικά, ο άνθρωπος, ως φύσει πολιτικό ον, είναι αδύνατο να μην επηρεάζεται από αυτά που συμβαίνουν στα κοντινά του πρόσωπα. Η τύχη που επιφυλάσσεται στους φίλους ή στους απογόνους αποτελεί πολύ σημαντικό παράγοντα ευτυχίας ή δυστυχίας: «Το να πούμε ότι οι τύχες των απογόνων και όλων των φίλων μας δε συμβάλλουν καθόλου στη δική μας τύχη, δείχνει αφιλία και έρχεται σε αντίθεση με τις συνήθεις δοξασίες». (1101a 10, 25-27).
 
Αυτή η παραδοχή είναι αρκετή για τον Αριστοτέλη. Το να προχωρήσει σε επιμέρους λεπτομέρειες που καθορίζουν αυτού του είδους τις σχέσεις και τα επακόλουθα ευχάριστα ή δυσάρεστα συναισθήματα κρίνεται άσκοπο, καθώς υπόκεινται στο γενικό διάγραμμα της ευτυχίας που έχει ήδη σχεδιάσει: «Αυτά, βέβαια, που μπορεί να μας συμβούν είναι πολλά και ποικίλα· επίσης: άλλα από αυτά μας αγγίζουν περισσότερο και άλλα λιγότερο. Μια λεπτομερειακή λοιπόν συζήτηση των επιμέρους περιπτώσεων είναι φανερό ότι θα μας πήγαινε μακριά – μπορεί και να μην τελειώναμε ποτέ. Ένας γενικός, επομένως, διαγραμματικός λόγος ίσως θα ήταν αρκετός». (1101a 11, 27-32).
 
Η ευτυχία, ως ολοκλήρωση του ανθρώπου, είναι η ύψιστη απόλαυση που μπορεί να υπάρξει. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για το ανώτερο δώρο που του έχουν προσφέρει οι θεοί. Από αυτή την άποψη, κρύβει κάτι το θεϊκό μέσα της. Ο άνθρωπος οφείλει να την προσδιορίσει με τα δικά του σταθμά προκειμένου να την κατακτήσει ως μέσο για να εξυψωθεί στο θείο. Αυτός είναι και ο λόγος που για χάρη της ξοδεύει όλη την ενέργειά του. Γιατί θέλει να συμμετέχει στη θεϊκή μοίρα: «Ότι έτσι έχει το πράγμα προκύπτει λογικά και από το ότι η ευδαιμονία είναι αρχή· για χάρη της πράγματι κάνουμε όλοι όλα τα άλλα. Αυτό όμως που είναι η αρχή και η αιτία των αγαθών λέμε ότι είναι κάτι το άξιο τιμής, κάτι το θεϊκό». (1102a 12, 2-5).
 
Κι εδώ βρίσκεται ο διαχωρισμός ανάμεσα στον έπαινο και το σεβασμό ή την τιμή: «Είναι φανερό ότι κάθε φορά που επαινούμε κάτι, το επαινούμε α) επειδή έχει μια συγκεκριμένη ιδιότητα, και β) επειδή βρίσκεται σε κάποια συγκεκριμένη σχέση προς κάτι άλλο. Επαινούμε, πράγματι, τον δίκαιο, τον ανδρείο και γενικά τον καλό άνθρωπο και την αρετή εξαιτίας των πράξεων και των έργων τους· επαινούμε, επίσης, τον δυνατό αθλητή, τον δρομέα και όλους τους υπόλοιπους επειδή έχουν κάποιες φυσικές ιδιότητες και επειδή βρίσκονται σε κάποια συγκεκριμένη σχέση με κάτι καλό και αξιόλογο». (1101b 12, 15-21).
 
Με δυο λόγια, τα χαρακτηριστικά του επαίνου αφορούν το θαυμασμό των ανθρώπων για κάτι σύμφωνα με τα δικά τους κριτήρια. Γι’ αυτό σχετίζεται με «μια συγκεκριμένη ιδιότητα» και πάντα σε «σχέση προς κάτι άλλο». Και η ιδιότητα και το μέτρο του συσχετισμού καταδεικνύουν την ανθρώπινη αδυναμία να συλλάβει το αυτόνομο μεγαλείο της αυθύπαρκτης ιδέας, που υπερέχει χωρίς να χρειάζεται ούτε να συγκριθεί ούτε να προσδιοριστεί με συγκεκριμένες ιδιότητες. Μια τέτοια ιδέα, επειδή ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα χαρακτηρίζεται θεός. Κι αυτός είναι ο λόγος, που κάθε έπαινος φαίνεται παιδαριώδης, αν πρόκειται να αποταθεί σε θεό: «οι έπαινοι αυτοί φαίνονται αστείοι, γιατί οι θεοί επαινούνται με τα μέτρα που ισχύουν για μας τους ανθρώπους· αυτό όμως συμβαίνει, επειδή ο έπαινος γίνεται, όπως είπαμε, ενσχέσει με κάτι άλλο». (1101b 12, 23-25).
 
Με τον ίδιο τρόπο η ευδαιμονία, ως πραγμάτωση του θείου μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη, είναι αδύνατο να αποτιμηθεί με την έννοια του επαίνου. Της αξίζει κάτι βαθύτερο και πιο ουσιαστικό, κάτι που θα καταδεικνύει τη θεϊκή της υπόσταση: «Αν ο έπαινος είναι για πράγματα σαν αυτά που περιγράψαμε, είναι φανερό ότι για τα άριστα πράγματα δεν ταιριάζει ο έπαινος, αλλά κάτι μεγαλύτερο και καλύτερο, όπως δείχνουν και τα ίδια τα πράγματα· τις λέξεις, πράγματι, “μακαρίζω” και “ευδαιμονίζω” τις λέμε για τους θεούς και, ύστερα, για τους πιο θεϊκούς μεταξύ των ανθρώπων». (1101b 12, 25-29). Κι ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τα αγαθά: «Το ίδιο και για τα αγαθά· κανένας, πράγματι, δεν επαινεί την ευδαιμονία όπως επαινεί τη δικαιοσύνη, αλλά τη μακαρίζει, σαν κάτι το θεϊκότερο και καλύτερο». (1101b 12, 30-32).
 
Το τελικό συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: «Για μας έχει γίνει φανερό από όσα ειπώθηκαν ότι η ευδαιμονία είναι από τα πράγματα που, ως τέλεια, αξίζουν την τιμή και το σεβασμό μας». (1102a 12, 1-2). Και προς ενίσχυση της θεϊκής πνοής που ενσταλάζει μέσα στην έννοια της ευδαιμονίας ο Αριστοτέλης επικαλείται τον πρώτο του δάσκαλο, όταν κατέβηκε στην Αθήνα για να φοιτήσει στην Ακαδημία του Πλάτωνα, τον Εύδοξο από την Κνίδο: «Έτσι και ο Εύδοξος άσκησε με πολλή επιτυχία το έργο του συνηγόρου υποστηρίζοντας την απονομή του αριστείου στην ηδονή: ήταν, δηλαδή, της γνώμης ότι το γεγονός πως η ηδονή, παρόλο ότι είναι ένα από τα αγαθά, δεν επαινείται, δηλώνει ότι είναι κάτι ανώτερο από τα πράγματα στα οποία ταιριάζει να απονέμεται έπαινος· τέτοια θεωρούσε ότι είναι η περίπτωση του θεού και του υπέρτατου αγαθού – γιατί όλα τα άλλα κρίνονται ενσχέσει με αυτά». (1101b 12, 32-36).
 
Αυτός είναι και ο λόγος που η ευδαιμονία ταιριάζει με τη σταθερότητα. Γιατί η σταθερότητα έχει να κάνει περισσότερο με το θείο. Ο άνθρωπος που καταφέρνει και ξεπερνά όλες τις συμφορές επιστρέφοντας με το πέρασμα του χρόνου στην ευδαιμονία έχει κάτι το θεϊκό μέσα του. Κι αυτό κρίνεται ως η ύψιστη αποστολή του ανθρώπου. Ο Αριστοτέλης καταφέρνει να κάνει χειροπιαστό (δίνοντας ιδιότητες και ξεκαθαρίζοντας όλους τους συσχετισμούς) αυτό που αξίζει όχι τον έπαινο αλλά το σεβασμό. Θα έλεγε κανείς ότι αποδίδει το θεϊκό στα ανθρώπινα μέτρα, προκειμένου να γίνει αντιληπτό.
 
Παρακολουθούμε την αριστοτελική εκδοχή του αγαθού, που προτάσσεται ως νόημα ύπαρξης. Θα έλεγε κανείς ότι κινήθηκε εκ διαμέτρου αντίθετα με το δάσκαλό του. Ενώ ο Πλάτωνας απέδωσε το αγαθό προσαρμόζοντας το ανθρώπινο στο θεϊκό, ο Αριστοτέλης κατέθεσε τη δική του εκδοχή προσαρμόζοντας το θεϊκό στα ανθρώπινα μέτρα. Κι αυτό είναι το νόημα της φιλοσοφίας. Η προσπάθεια διερεύνησης όλων των εννοιών από την πλευρά του ανθρώπου. Η ευτυχία, η αρετή, η τελειότητα, η ολοκλήρωση νοούνται μόνο μέσα από τις ανθρώπινες δυνατότητες.
 
Αυτό που μένει είναι η τελική διαπίστωση του Αριστοτέλη: «Τι μας εμποδίζει λοιπόν να λέμε ότι ευδαίμων είναι ο άνθρωπος που ενεργεί σύμφωνα με την τέλεια αρετή, έχοντας στη διάθεσή του σε ικανοποιητικό βαθμό και τα εξωτερικά αγαθά, όχι για ένα κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά στη διάρκεια μιας τέλειας ζωής; Ή μήπως πρέπει να προσθέσουμε “και που θα ζήσει με αυτόν τον τρόπο και θα τελειώσει τη ζωή του με ανάλογο τρόπο”, γιατί το μέλλον μας είναι άγνωστο, η ευδαιμονία όμως δεχόμαστε ότι είναι τέλος και κάτι το τέλειο από κάθε άποψη;» (1101a 10, 15-22).
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Καμία μορφή δεν λησμονιέται, καμία δεν μας συγκρατεί

Δεν παύουμε ν' αγαπούμε αυτούς που αγαπήσαμε.
 
Αλλά από άνθρωπο σε άνθρωπο, από κομμάτι σε κομμάτι, μας αρέσει να πιστεύουμε πως ανασυνθέτουμε σταδιακά ένα παζλ και πως μια μέρα θα σχηματιστεί ένα πρόσωπο.
      
Και πως δεν θα έχουμε πια ανάγκη να ψάχνουμε.
 
Μόνο που στη θέση της συνολικής εικόνας δεν έχουμε παρά την πιο πρόσφατη, κι αυτή δεν διαγράφει τις προηγούμενες.
 
Καμία μορφή δεν λησμονιέται, καμία δεν μας συγκρατεί.
 
Γι' αυτό και η ζωή μας δεν είναι μια διαδοχή από αποτυχίες αλλά μια αβέβαιη κατασκευή ολοκληρωτικά δοσμένη στην αγάπη.
 
Πόλεμοι γίνονται, μοναξιάς προς μοναξιά.
Λαβωμένοι συγκρούονται με άλλους λαβωμένους, και με διακύβευμα την αγάπη.
 
Αυτό που καταλογίζουμε στον άλλο δεν είναι ότι μοιράζεται με μας την ίδια πληγή αλλά ότι βρήκε τα ίδια αντίδοτα.
 
Αγάπη είναι όταν ο καθένας πιστεύει πως ο άλλος βρήκε ένα φάρμακο διαφορετικό, και πως θα τον γιατρέψει.
 
Όμως τον περισσότερο καιρό αγωνιζόμαστε ενάντια σε πλάσματα που μας μοιάζουν υπερβολικά, που υποφέρουν όσο κι εμείς, και ως προς αυτό είναι ακατανίκητα.

Γιατί αφήνουμε τους άλλους να μας πληγώνουν;

Γιατί αφήνουμε τους άλλους να μας πληγώνουν; Γιατί τους επιτρέπουμε να μας αλλάξουν και να μας απομακρύνουν από τον πραγματικό μας εαυτό; Έναν εαυτό ελεύθερο και ανεξάρτητο που του αξίζει να είναι ευτυχισμένος;
 
Κι αν συμφωνούμε ότι κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να γίνεται, δεν θα έπρεπε να το επιτρέπουμε, τότε τι μπορούμε να κάνουμε ώστε να το αποτρέψουμε;   
 
Τι χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε ώστε να σταματήσουμε την προσωπική απαξίωση και την αλλοτρίωση μας, ώστε να ξαναγυρίσουμε στις βασικές μας τις δομές και τις αξίες;
 
* Όσοι μας πληγώνουν δεν μας αξίζουν. Δεν μας αξίζει να καταστρέφουν την αυτοεκτίμηση μας, να μην μας σέβονται, να μην μας αγαπούν! Πρέπει όμως πρώτα να αγαπήσουμε εμείς τον εαυτό μας για να έχουμε ένα στήριγμα, και μια αφετηρία για το δύσκολο ταξίδι της απαγκίστρωσης!
 
* Όσοι μας πληγώνουν είναι βαθιά εγωϊστές και ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους. Είναι ιδιοτελείς και ανίκανοι (ή ανήμποροι) να δημιουργήσουν μια σχέση μέσω της κατανόησης, της εμπιστοσύνης και του σεβασμού, είναι άνθρωποι που πάντα θέτουν σε προτεραιότητα τις δικές τους ανάγκες, τις δικές τους αξίες και πιστεύω.
 
* Όσοι μας πληγώνουν είναι άνθρωποι αγενείς, που μας υποτιμούν με κάθε ευκαιρία, κυρίως όμως με τον τρόπο που μας μιλούν: Με τόνο υποτιμητικό, σαρκαστικό φωνάζοντας... προσβάλουν την αυτοεκτίμησή μας, μπλοκάρουν την επικοινωνία και δημιουργούν ένα κλίμα ανασφάλειας και τρομοκρατίας.
 
Δύσκολες καταστάσεις που όμως δεν λύνονται με ευχολογία.
 
Θέλει θάρρος και πίστη, εμπιστοσύνη στον «χαμένο» μας εαυτό, στις «ξεχασμένες» μας δυνάμεις, στις αξίες μας. Θέλει να μπορούμε πρωτίστως να πούμε «ΟΧΙ» σε ότι μας προσβάλει, μας υποτιμά, μας καταδυναστεύει. Στη ζωή, πρέπει να μάθουμε να θέλουμε προτεραιότητες και η πρώτη προτεραιότητα είναι η αξιοπρέπειά μας. Αν αγαπάμε και σεβόμαστε τον εαυτό μας τότε (ίσως) δεν θα επιτρέψουμε στους άλλους να μας βλάψουν
 
Εν κατακλείδι, και με μια διάθεση αυτοκριτικής, ας ρίξουμε μια ματιά μέσα μας κι ας αναρωτηθούμε: Τελικά εμείς οι ίδιοι, τι πιστεύουμε για τους εαυτούς μας; Αξίζουμε; Αξίζουμε την αγάπη, τον σεβασμό, την ισοτιμία και την κατανόηση στις σχέσεις μας με τους άλλους; Κι αν ναι (πράγμα το οποίο ελπίζω όλοι να νιώσετε!) Τότε γιατί τους επιτρέπουμε να μας πληγώνουν και να μας υποτιμούν;

Τίποτα δεν παίζει τόσο ζωτικό ρόλο στη διατήρηση μιας σχέσης αγάπης (ή στην καταστροφή της) όσο η διαδικασία λήψης αποφάσεων

Οι πιθανότητες να έχουν οι σύζυγοι κοινά σημεία είναι περίπου εκατό τοις εκατό. Ίδιες, εκατό στις εκατό, πιθανότητες υπάρχουν ότι θα βρουν διαφορές μεταξύ τους. Η ανατροφή των παιδιών προβάλλει τις διαφορές. Το ίδιο και η λήψη αποφάσεων που αποτελεί μια κύρια πλευρά σε κάθε διαδικασία του ζευγαρώματος. Σε πολλά ζευγάρια, το να πάρουν αποφάσεις μετατρέπεται σε μάχη, αθόρυβη ή με φωνές, για το ποιος έχει το δικαίωμα να πει στον άλλο τι να κάνει. Σε τέτοιες περιπτώσεις, κάθε φορά που παίρνετε μία απόφαση, αισθάνεται καθένας ακόμη πιο άσχημα για τον άλλο και για τον εαυτό του. Καθένας αρχίζει να αισθάνεται μόνος, απομονωμένος, αδικημένος, θυμωμένος, προδομένος και απελπισμένος. Καθένας βάζει στο τραπέζι την αυτοεκτίμησή του κάθε φορά που πρόκειται να πάρει μια απόφαση. Ύστερ’ από μερικές τέτοιες μάχες τα συναισθήματα αμοιβαίας αγάπης εξαφανίζονται.

Μερικές φορές τα ζευγάρια προσπαθούν να αποφύγουν αυτά τα προβλήματα, συμφωνώντας να αναγνωριστεί ο ένας αρχηγός και ο άλλος να συμμορφώνεται στις αποφάσεις. Άλλη διέξοδος είναι να παίρνει κάποιος τρίτος τις αποφάσεις, ίσως ένας εξ αγχιστείας συγγενής ή ένα παιδί ή ένα πρόσωπο έξω απ’ την οικογένεια. Στο τέλος οι αποφάσεις παίρνονται. Αλλά πώς; Και με ποια αποτελέσματα;

Ας διαλέξουμε μερικές από τις ανταποκρίσεις κι ας τις εφαρμόσουμε στον τρόπο με τον οποίο εσύ και ο (η) σύζυγός σου παίρνετε τις αποφάσεις.

Τις παίρνετε με συμβιβασμό; Με φοβέρες; Με κηρύγματα; Παραπλανητικά; Κάνοντας τους αδιάφορους;

Ποιος παίρνει τις αποφάσεις; Πώς; Αντιμετωπίζετε κάθε απόφαση ίσια, ρεαλιστικά και χρησιμοποιώντας τις ικανότητες του καθενός;

Δείχνεις ότι ξέρεις τη διαφορά ανάμεσα στην ικανότητα να διαχειρίζεσαι χρήματα και στην αξία του εαυτού; (Όταν γράφεις μια επιταγή, γράφεις μια επιταγή. Αυτό δεν αποτελεί τρόπο για να δείξεις ή να μη δείξεις αγάπη.)

Να, ένα παράδειγμα. Πριν από το γάμο, ο Μανώλης διαχειριζόταν τα χρήματά του και η Αλίκη τα δικά της. Τώρα παντρεύτηκαν και θέλουν να τα διαχειρίζονται μαζί. Χρειάζεται γι’ αυτό μια μεγάλη απόφαση, πιθανότατα η πρώτη μεγάλη απόφαση που παίρνουν μετά το γάμο τους.

Ο Μανώλης λέει με πεποίθηση: “Λοιπόν, μια και είμαι ο άντρας του σπιτιού, θα διαχειρίζομαι εγώ τα λεφτά. Έτσι έκανε κι ο πατέρας μου, άλλωστε”.

Η Αλίκη απαντάει με κάποιο σαρκασμό: “Μα είναι δυνατόν; Εσύ είσαι τόσο σπάταλος! Το θεωρούσα αυτονόητο ότι εγώ θα διαχειρίζομαι τα χρήματα. Όπως έκανε κι η μητέρα μου”.

Η απάντηση του Μανώλη είναι πολύ ήσυχη. “Καλά, αφού το θέλεις, δεν έχω αντίρρηση. Εγώ φυσικά πίστευα πως μια και είμαι ο σύζυγός σου και μ’ αγαπάς, θα ήθελες να διαχειρίζομαι εγώ τα χρήματά μας. Εξάλλου, αυτή είναι αντρική δουλειά.”

Η Αλίκη φοβήθηκε λιγάκι. “Ω, αγάπη μου! Φυσικά και σ’ αγαπάω. Δε θέλω να πληγώσω τα αισθήματά σου. Ας μη μιλήσουμε άλλο γι’ αυτό. Έλα, δωσ’ μου ένα φιλάκι.”
Τι θα λέγατε γι’ αυτή τη διαδικασία λήψης αποφάσεων; Πού νομίζετε ότι οδηγεί; Βοηθάει να αυξηθεί ή να ελαττωθεί η αγάπη;

Πέντε χρόνια αργότερα, η Αλίκη λέει θυμωμένα στο Μανώλη: “Αυτή η εταιρία θα μας κάνει μήνυση. Δεν πλήρωσες το λογαριασμό! Βαρέθηκα ν’ αποφεύγω τους εισπράκτορες. Θ’ αναλάβω εγώ τη διαχείριση. Παρ’ το όπως θέλεις, δε με νοιάζει!”

Ο Μανώλης λέει κοφτά: “Στο διάολο! Μπρος, παρ’ τα κι άντε να δούμε αν θα τα καταφέρεις καλύτερα!”

Καταλαβαίνεις ποιο είναι το πρόβλημά τους; Δεν μπορούν να ξεχωρίσουν την αυτοεκτίμησή τους από το θέμα της διαχείρισης των οικονομικών τους.

Σίγουρα, τίποτα δεν παίζει τόσο ζωτικό ρόλο στη διατήρηση μιας σχέσης αγάπης (ή στην καταστροφή της) όσο η διαδικασία λήψης αποφάσεων. Αξίζει να μάθουμε τη διαφορά ανάμεσα στο θέμα της διένεξης και στην αυτοεκτίμηση, που σχετίζεται μ’ αυτό.

Πολλά ζευγάρια στηρίζονται στην πλάνη πως, αφού αγαπιούνται, όλα τ’
άλλα θα λυθούν αυτόματα. Ας συγκρίνουμε αυτή την κατάσταση με την περίπτωση κάποιου που, ας πούμε, θέλει να χτίσει μια γέφυρα. Για να το επιχειρήσει αυτό ένας μηχανικός δε θα βασιστεί στο γεγονός ότι του αρέσουν ή ότι αγαπά τις γέφυρες. Πρέπει να ξέρει πολλά πράγματα για τη διαδικασία, την απαραίτητη για να χτιστεί μια πραγματική και χρήσιμη γέφυρα. Η παρομοίωση ισχύει για τις σχέσεις.

Οι σύντροφοι χρειάζονται να ξέρουν για τη διαδικασία της σύνδεσής τους σε ζευγάρι. Χρειαζόμαστε την αγάπη και τη διαδικασία της οικογενειακής αρχιτεκτονικής. Δεν μπορεί κανένα απ’ αυτά να λειτουργήσει μόνο του.

Ας σπρώξουμε λίγο πιο πέρα ακόμη την παρομοίωσή μας. Ο κατασκευαστής της γέφυρας, που αγαπάει τη δουλειά του, θα αντέξει τους αγώνες και τις απογοητεύσεις, που σίγουρα θα παρουσιαστούν κατά την εκμάθηση της δουλειάς, πολύ καλύτερα από κείνον που δεν τον ενδιαφέρει η γεφυροποιία ή που δεν περιμένει ότι θα συναντήσει προβλήματα. Μα και πάλι, ο αφιερωμένος μηχανικός χρειάζεται κάποιαν αίσθηση προόδου των εργασιών για να επιμείνει να τις συνεχίσει.

Το ίδιο γίνεται με τα ζευγάρια. Αν το “πώς” στο γάμο τους δεν εκπληρώνει τις ελπίδες και τα όνειρά τους, η αγάπη φεύγει μακριά. Πολλοί άνθρωποι το καταλαβαίνουν, ότι χάνετε η αγάπη τους, χωρίς ούτε να υποψιάζονται πως τη διώχνει η διαδικασία τους, το “πώς” στο γάμο τους.

Θυμάστε την αγάπη που νιώθατε για το σύντροφό σας, όταν παντρευτήκατε; Θυμάστε πως σκεφτόσαστε ότι θ’ άλλαζε η ζωή σας; Θυμάστε επίσης ότι πιστεύατε πως ορισμένα προβλήματα θα λύνονταν με την αγάπη; Μπορείτε να πείτε τώρα ο ένας στον άλλο ποια ήταν μερικά από κείνα τα συναισθήματα και τα προβλήματα και τι έγινε μ’ αυτά; Μπορείτε τώρα να φτιάξετε μια νέα, πιο ρεαλιστική βάση για τη σχέση σας;

 Βιρτζίνια Σατίρ, ΠΛΑΘΟΝΤΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Παγιδευμένοι

Πόσο ελεύθερος είσαι πραγματικά; Αναρωτήθηκες ποτέ ζώντας στην εικονική ελευθερία που έχεις δημιουργήσει γύρω από τον εαυτό σου; Όλα γύρω σου έχουν μαρκαριστεί από τις ετικέτες ελευθερία και ανεξαρτησία, όταν πίσω από αυτές τις έννοιες κρύβεται κάτι στις σκιές έτοιμο να σου στερήσει την ελευθερία που τόσο λαχταράς. Το ότι κοιτάς τα χέρια σου ελεύθερα να κινούνται στην πραγματικότητα, που χρήζει από την ελευθερία για την οποία μιλάς, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν εκεί αόρατα δεσμά, έτοιμα να σε σφίξουν τόσο έντονα που ακόμα και η ανάσα σου θα φαντάζει κάτι το δύσκολο.

Ήθελες στη ζωή σου να ξεφύγεις από την οικογενειακή σου εστία και κατέληξες να τρέμεις στην ιδέα μήπως δεν καταφέρεις να πληρώσεις το ενοίκιο στον ιδιοκτήτη της νέας «δικιάς» σου κατοικίας. Ήθελες να ακολουθήσεις τα όνειρά σου, όμως προτίμησες να τα θυσιάσεις στον βωμό του χρήματος για ένα ρούχο σήμερα, αντί για την πλούσια γκαρνταρόμπα σου στο μέλλον. Ήθελες να μην σε ελέγχει ποτέ κανένας και τίποτα, αλλά τώρα σε βλέπω να μην μπορείς να αφήσεις στιγμή αυτό το κινητό από τα χέρια σου. Να το κλείνεις φευγαλέα ξεγελώντας τον εαυτό σου ότι δεν το έχεις ανάγκη και μετά από δευτερόλεπτα να σε βλέπω πάλι να χάνεσαι στα φιλελεύθερα, για την ανάπτυξη του χαρακτήρα, social media. Οπότε σε προκαλώ για μια ακόμα φορά να κοιτάξεις το είδωλό σου στον καθρέπτη και να επαναλάβεις «Είμαι ελεύθερος».

Ολοένα πνίγεσαι στην ελευθερία σου καθημερινά. Δεν πνίγεσαι γιατί κάνεις κάτι λάθος, αλλά γιατί δεν έχεις την υπομονή και δεν θέλεις να ακούσεις ποτέ με σώμα και ψυχή. Ο κόσμος που έχεις φτιάξεις στο μυαλό σου φαντάζει τόσο τέλειος και ιδανικός που έρχεται μετά η πραγματικότητα και σε εγκλωβίζει. Καταλήγεις να έχεις γίνει παγιδευμένος των πιστεύω και πεποιθήσεών σου που εν τέλει δεν έχεις σκεφτεί καν αν είναι πραγματικά αυτό που σε χαρακτηρίζει και θέλεις στη ζωή σου. Η τηλεόραση, το ράδιο, το κινητό στα χέρια σου, ο υπολογιστής. Κατέληξες άψυχα πράγματα να είναι οι φίλοι σου. Τα ζώδια, οι χαρτομαντείες, οι σύμβουλοι ένδυσης, οι σύμβουλοι διακόσμησης. Υπέκυψες σε προκαταλήψεις και τρίτους άγνωστους να σηματοδοτούν τη ζωή σου και να χαράζουν για σένα την ελεύθερη πορεία που ήθελες. Διαβάζεις σε περιοδικά το lifestyle των άλλων και στα πλαίσια της δικιάς σου «ελεύθερης ανάπτυξης» καταλήγεις να έχεις ένα σπίτι διακοσμημένο από τον τιμοκατάλογο και να έχεις ντυθεί σαν ένα από τα πλαστικά μοντέλα στις σελίδες κάποιου περιοδικού μόδας. Που είναι η ελευθερία που ζήτησες κάποτε;

Πόσο ιδανικός φαντάζει ο κόσμος έτσι; Βαδίζουμε κοιτάζοντας τον ουρανό χωρίς να καταλάβουμε πως αυτό που βλέπουμε δεν είναι ο ήλιος αλλά μία λάμπα με έντονο φως και η ζέστη που μας αγγίζει το αναμμένο κλιματιστικό στην άκρη του δωματίου ελευθερίας που μας έχουν βάλει. Εθελοτυφλούμε στην απελευθέρωση της κοινωνίας που μας πουλάνε και σε πλαστικά όνειρα που ακούσαμε από άλλους αντί να δημιουργούμε τα δικά μας και να ξεχωρίζουμε τι σημαίνει πραγματικά ελευθερία. Τα σώματά μας ίσως είναι ελεύθερα αλλά οι ψυχές μας κραυγάζουν πιο παγιδευμένες από ποτέ.

Μακρινό νεφέλωμα «είναι απομεινάρι των πρώτων άστρων στο Σύμπαν»

Ένα αρχαίο σύννεφο αερίων που ανακαλύφθηκε σε απόσταση δισεκατομμυρίων ετών φωτός ίσως περιέχει τα απομεινάρια των πρώτων άστρων που άναψαν στο Σύμπαν, αναφέρουν ερευνητές στις ΗΠΑ και την Αυστραλία.

Ο λόγος που το νεφέλωμα φαίνεται αρχαίο είναι ότι περιέχει εξαιρετικά μικρές ποσότητες βαρέων στοιχείων όπως ο άνθρακας, το οξυγόνο και ο σίδηρος.

«Τα βαριά αυτά στοιχεία δεν παρήχθησαν κατά τη Μεγάλη Έκρηξη» εξηγεί ο Δρ Νι Κράιτον του Πανεπιστημίου Σουίνμπερν στην Μελβούρνη, μέλος της ομάδας που υπογράφει τη δημοσίευση στην επιθεώρηση Monthly Notices of the Royal Astronomical Society.

Πριν από τα πρώτα άστρα, η μόνη πρώτη ύλη που υπήρχε σε αφθονία στο Σύμπαν ήταν το υδρογόνο, το απλούστερο και ελαφρύτερο στοιχείο. Σύννεφα υδρογόνου συμπυκνώθηκαν και σχημάτισαν την πρώτη γενιά άστρων, στην καρδιά των οποίων το υδρογόνο υπέστη πυρηνική σύντηξη και έδωσε βαρύτερα στοιχεία.

Και όταν τα πρώτα άστρα ολοκλήρωσαν τον κύκλο ζωής τους, εξερράγησαν ως σουπερνόβα και σκόρπισαν στο χώρο γύρω τους τις πρώτες μικρές ποσότητες βαρύτερων στοιχείων -μια διαδικασία που συνεχίζεται και σήμερα με τις επόμενες γενιές άστρων.

«Άλλα σύννεφα αερίων που γνωρίζουν οι αστρονόμοι παρουσιάζουν μεγαλύτερο βαθμό εμπλουτισμού σε βαρέα στοιχεία, οπότε έχουν πιθανότατα μολυνθεί από πιο πρόσφατες γενιές άστρων» λέει ο Δρ Κράιτον.

«Αυτό είναι το πρώτο νέφος που δείχνει το απειροελάχιστο κλάσμα βαρέων στοιχείων το οποίο θα περίμενε κανείς από ένα νέφος που εμπλουτίστηκε μόνο από τα πρώτα άστρα» συνεχίζει ο Μάικλ Μέρφι του Πανεπιστημίου Σουίνμπερν.

Για να προσδιορίσουν τη χημική σύσταση του νέφους, το οποίο βλέπουμε σήμερα όπως ήταν μόλις 1,8 δισεκατομμύρια χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα μακρινό κβάζαρ (το υπέρλαμπρο κέντρο ενός γαλαξία) σαν ένα είδος φακού: η ακτινοβολία του κβάζαρ πέρασε μέσα από το νέφος πριν φτάσει στη Γη, οπότε το νέφος απορρόφησε συγκεκριμένα μήκη κύματος που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα χημικά στοιχεία.

Η ερευνητική ομάδα διευκρινίζει ότι μπόρεσε να εξετάσει την αναλογία μόλις δύο στοιχείων, του άνθρακα και του πυριτίου. Παραδέχεται ότι η αναλογία βρίσκεται σε συμφωνία με την υπόθεση των πρώτων άστρων, δεν αρκεί όμως για να την αποδείξει.

Όπως λέει ο Τζον Ο’Μίρα του Κολεγίου Σεντ Μάικλς στο Βερμόντ των ΗΠΑ, επίσης μέλος της ερευνητικής ομάδας, «ο εντοπισμός άλλων νεφών στα οποία μπορούμε να ανιχνεύσουμε περισσότερα στοιχεία θα μας επέτρεπε να αναζητήσουμε τις μοναδικές αναλογίες αφθονίας τις οποίες θα περιμέναμε για ένα νέφος εμπλουτισμένο από τα πρώτα άστρα».

Ο άνθρωπος έχει φέρει τον πλανήτη «σε νέα γεωλογική εποχή»

Τα ανεξίτηλα ίχνη που αφήνει η ανθρώπινη δραστηριότητα στη Γη είναι πλέον τόσο ξεκάθαρα ώστε δικαιολογούν την αναγνώριση μιας νέας γεωλογικής εποχής, αναφέρει διεθνής ομάδα γεωλόγων.

Ο γεωλογικός χρόνος από το σχηματισμό της Γης μέχρι σήμερα χωρίζεται σε εποχές με βάση χαρακτηριστικά ευρήματα σε πετρώματα και ιζήματα. Σήμερα ζούμε επισήμως στην Ολόκαινο Εποχή, η οποία ξεκίνησε με τη λήξη της τελευταίας εποχής των παγετώνων πριν από 11.700 χρόνια.

Όλο και περισσότεροι γεωλόγοι πιστεύουν πλέον ότι το Ολόκαινο έχει ουσιαστικά λήξει και ο πλανήτης περνά στο Ανθρωπόκαινο, τη γεωλογική εποχή του ανθρώπου.

Η νέα εποχή δεν έχει αναγνωριστεί επίσημα και οι διαφωνίες παραμένουν ως προς την αποδοχή και τον ορισμό της: άλλοι πιστεύουν ότι το Ανθρωπόκαινο άρχισε με την διάδοση της γεωργίας τα τελευταία 10.000 χρόνια, ενώ άλλοι προτείνουν ως αρχή της την πρώτη δοκιμή πυρηνικής βόμβας, η οποία γέμισε τον πλανήτη με ίχνη ραδιοϊσοτόπων.

Άλλοι, πάλι, θα προτιμούσαν να την ορίσουν με βάση τα μικροσκοπικά κομμάτια πλαστικού και άλλων τεχνητών υλικών που εντοπίζονται πλέον στα ιζήματα και τους πολικούς πάγους.

Στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Science, η Ομάδα Εργασίας Ανθρωπόκαινου, μια ομάδα εργασίας που συστάθηκε από την Διεθνή Επιτροπή Στρωματογραφίας, αναφέρει ότι οι ενδείξεις υπέρ της αναγνώρισης του Ανθρωπόκαινου είναι πλέον ξεκάθαρες.

Η Ομάδα Εργασίας συμφωνεί με τον ορισμό του Ανθρωπόκαινου με βάσει τα χαρακτηριστικά των σύγχρονων ιζημάτων: «Οι άνθρωποι επηρεάζουν το περιβάλλον από πολύ παλιά, πρόσφατα όμως υπήρξε μια ταχύτατη, παγκόσμια εξάπλωση νέων υλικών όπως το αλουμίνιο, το τσιμέντο και τα πλαστικά, υλικά που αφήνουν τα σημάδια τους στα ιζήματα» λέει ο Δρ Κόλιν Γουότερς της βρετανικής Γεωλογικής Υπηρεσίας , επικεφαλής της μελέτης.

«Η χρήση ορυκτών καυσίμων έχει διασπείρει σωματίδια τέφρας σε όλο τον κόσμο, κάτι που συμπίπτει χρονικά με την κορύφωση της διασποράς ραδιονουκλεοτιδίων από τις ατμοσφαιρικές δοκιμές πυρηνικών όπλων» συνεχίζει.

Η Ομάδα Εργασίας θα συνεχίσει να συλλέγει στοιχεία και το 2016 προκειμένου να δώσει συστάσεις για την αναγνώριση του Ανθρωπόκαινου και τον ορισμό του.

Προς το παρόν, πάντως, ζούμε ακόμα στο Ολόκαινο

Αναζητώντας τα γρανάζια του εσωτερικού μας ρολογιού

Κατά τη διάρκεια της μέρας ένα ρολόι χτυπά μέσα στο σώμα μας. Μας ξυπνά τα πρωινά και μας νυστάζει τα βράδια. Ανεβάζει και ρίχνει τη θερμοκρασία του σώματός μας τις σωστές ώρες και ρυθμίζει την παραγωγή της ινσουλίνης και άλλων ορμονών.

Το κιρκαδικό ρολόι του σώματoς επηρεάζει ακόμα και τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας. Οι ψυχολόγοι, υποβάλλοντας ανθρώπους σε νοητικά τεστ σε διαφορετικές ώρες της μέρας, προσπαθούν να καταγράψουν πώς επιδρά αυτό το ρολόι στον εγκέφαλο.

Από τα αποτελέσματα των τεστ φαίνεται ότι νωρίς το πρωί είναι η καλύτερη ώρα της μέρας για να κάνει κανείς εργασίες που απαιτούν την ταυτόχρονη συγκράτηση διαφόρων πληροφοριών, όπως νοητική αριθμητική. Αργότερα το απόγευμα είναι μια καλή ώρα για απλούστερες εργασίες, όπως η αναζήτηση ενός συγκεκριμένου γράμματος σε μια σελίδα με ασυναρτησίες.

Ένα ακόμα στοιχείο για το ρολόι στο μυαλό μας προκύπτει από ανθρώπους με παθήσεις όπως η κατάθλιψη και η διπολική διαταραχή. Άνθρωποι που πάσχουν από αυτές τις διαταραχές συχνά δεν μπορούν να κοιμηθούν το βράδυ ή είναι νωθροί κατά τη διάρκεια της ημέρας. Επίσης, άνθρωποι που πάσχουν από άνοια βιώνουν σύγχυση και γίνονται επιθετικοί προς το τέλος της ημέρας.

Παρότι οι κύκλοι του ύπνου και της δραστηριότητας παίζουν σημαντικό ρόλο στις ψυχιατρικές ασθένειες, οι επιστήμονες πασχίζουν ακόμα να κατανοήσουν πώς το κιρκαδικό ρολόι επιδρά στον εγκέφαλο.

Πριν από λίγα έτη, η Huda Akil, νευροεπιστήμονας στο πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, μαζί με τους συναδέλφους της σκέφτηκαν την αμέσως επόμενη καλύτερη λύση. Στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Ιρβιν βρίσκονται «αποθηκευμένοι» εγκέφαλοι που έχουν δωρηθεί στην επιστήμη.
Κάποιοι από τους πρώην κατόχους τους πέθαναν πρωί, άλλοι απόγευμα και άλλοι βράδυ.

Οι επιστήμονες συνέλεξαν 55 εγκεφάλους υγιών ανθρώπων που πέθαναν ακαριαία, όπως για παράδειγμα σε αυτοκινητιστικά δυστυχήματα. Από κάθε εγκέφαλο οι επιστήμονες συνέλεξαν τμήματα ιστού από περιοχές σημαντικές για τη μάθηση, τη μνήμη και τα συναισθήματα.

Τη στιγμή του θανάτου, τα κύτταρα του εγκεφάλου άφησαν στη μέση τη διαδικασία παραγωγής πρωτεϊνών από συγκεκριμένα γονίδια, με αποτέλεσμα οι επιστήμονες να μπορούν να μετρήσουν την εν λόγω δραστηριότητα των γονιδίων.

Τα περισσότερα από τα γονίδια που εξέτασαν δεν παρουσίαζαν κάποιο συγκεκριμένο μοτίβο δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ηταν όμως πάνω από 1.000 τα γονίδια που ακολουθούσαν έναν ημερήσιο κύκλο. Οι άνθρωποι που πέθαναν την ίδια στιγμή της ημέρας παρήγαγαν αυτά τα γονίδια στα ίδια επίπεδα, με τέτοια συνέπεια, που τα γονίδια μπορούν να λειτουργήσουν ως χρονοσφραγίδα.

Στη συνέχεια οι επιστήμονες από το πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν έκαναν την ίδια ανάλυση σε εγκεφάλους 34 ανθρώπων που πριν πεθάνουν έπασχαν από σοβαρή κατάθλιψη. Σε αυτή την περίπτωση παρατήρησαν ότι η χρονοσφραγίδα ήταν εντελώς διαφορετική. «Ήταν σαν να ζούσαν σε άλλες ζώνες ώρας» λέει η δρ Akil. Το 2013 οι ερευνητές δημοσίευσαν τα ευρήματά τους και ενέπνευσαν μια άλλη επιστημονική ομάδα από το πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ, η οποία, με επικεφαλής τη δρα Colleen McClung προσπάθησε να τα αναπαράγει.

Το… επιπλέον ρολόι
Η δρ McClung με τους συναδέλφους της πραγματοποίησαν την ίδια έρευνα σε μεγαλύτερο δείγμα, 146 εγκεφάλων και δημοσίευσαν τα ευρήματά τους πριν από λίγες εβδομάδες στο περιοδικό The Proceedings of the National Academy of Sciences. «Πράγματι μοιάζουν με στιγμιότυπα του εγκεφάλου από τη στιγμή του θανάτου» λέει η δρ McClung.

Οι επιστήμονες όμως από το πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ πήγαν την έρευνα ένα βήμα πιο πέρα. Συνέκριναν το μοτίβο της γονιδιακής έκφρασης στους εγκεφάλους νέων και ηλικιωμένων ανθρώπων και εντόπισαν ενδιαφέρουσες διαφορές. «Όσο γερνούν οι άνθρωποι, οι ρυθμοί τους εκφυλίζονται και “πάνε μπροστά”» λέει η δρ McClung.

Συγκεκριμένα, διαπίστωσε ότι κάποια από τα γονίδια που είναι ενεργά στους σταθερούς ημερήσιους κύκλους των νέων ανθρώπων εκφυλίζονται σε ανθρώπους άνω των 60 ετών. Είναι πιθανό κάποιοι ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας να σταματούν να παράγουν εκείνες τις πρωτεΐνες του εγκεφάλου που χρειάζονται για τη διατήρηση των κιρκαδικών ρυθμών.

Προς έκπληξή τους οι επιστήμονες ανακάλυψαν και κάποια γονίδια που ενεργοποιούνταν μόνο στους ημερήσιους κύκλους των ηλικιωμένων. «Μοιάζει σαν ο εγκέφαλος να προσπαθεί να αντισταθμίσει το φαινόμενο, βάζοντας σε λειτουργία ένα επιπλέον ρολόι» λέει η δρ McClung. Η δρ Akil υποθέτει ότι η ικανότητα του εγκεφάλου να δημιουργήσει ένα εφεδρικό ρολόι μπορεί να προστατεύει κάποιους ηλικιωμένους από νευροεκφυλιστικές ασθένειες.

Τελικώς, ίσως να μπορέσουμε να θέσουμε σε λειτουργία τα εφεδρικά μας ρολόγια ως θεραπεία για ένα εύρος διαταραχών που σχετίζονται με τον κιρκαδικό κύκλο.

Χρονομηχανές ή επανακτώντας τον «χαμένο» χρόνο

Αν ανατρέξει κανείς στην ιστορία των ανθρώπινων ιδεών σχετικά με τον χρόνο θα διαπιστώσει ότι μέσα σε τρεις χιλιετίες υπήρξε μια σαφής μετάβαση από τον κυκλικό χρόνο των αρχαίων Ελλήνων στον γραμμικό και τελεολογικό χρόνο των Εβραίων και των χριστιανών, και από αυτόν στον σύγχρονο μαθηματικοποιημένο και τελικά άχρονο χρόνο της κλασικής φυσικής.

Τι σχέση όμως μπορεί να έχει η εύπλαστη υποκειμενική εμπειρία του χρόνου, που οι άνθρωποι ανέκαθεν βίωναν στην καθημερινή ζωή τους, με τον «απανθρωποποιημένο», δηλαδή τον μαθηματικοποιημένο και μετρήσιμο χρόνο της σύγχρονης επιστήμης;

Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα δεν είναι διόλου αυτονόητη, αφού κάθε αντικειμενική περιγραφή της επιστήμης στηρίζεται, εξ ορισμού, πάνω στη μελέτη επαναλαμβανόμενων, δηλαδή α-χρονικών φαινομένων.

Πώς λοιπόν θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί επιστημονικά η μελέτη φαινομένων «μοναδικών» και ανεπανάληπτων στον χρόνο;

Επιστημονικά αδιέξοδα στη σύλληψη του χρόνου

Στις 6 Απριλίου του 1922, στο Παρίσι, στην περίφημη Φιλοσοφική Εταιρεία, συναντήθηκαν δύο μεγάλοι στοχαστές, ο φυσικός Αλμπερτ Αϊνστάιν και ο φιλόσοφος Ανρί Μπερξόν, για να ανταλλάξουν απόψεις γύρω από το αίνιγμα του χρόνου.

Στο επίμονο ερώτημά του, αν ο χρόνος όπως περιγράφεται από τη θεωρία της σχετικότητας, και συνεπώς από τη σύγχρονη φυσική, έχει να κάνει με τον χρόνο όπως τον βιώνουν καθημερινά οι άνθρωποι, ο Μπερξόν έλαβε από τον Αϊνστάιν την ακόλουθη απάντηση: «Το ερώτημα τίθεται ως εξής: ο χρόνος του φιλοσόφου είναι ίδιος με τον χρόνο του φυσικού;». Και προς μεγάλη απογοήτευση του Μπερξόν, ο δημιουργός της θεωρίας της σχετικότητας θα απαντήσει απερίφραστα: «Μόνο η επιστήμη λέει την αλήθεια και κανένα υποκειμενικό βίωμα δεν μπορεί να διασώσει ό,τι αρνείται η επιστήμη»!

Σε αυτήν την ατελέσφορη προσπάθεια διαλόγου ανάμεσα σε έναν μεγάλο φυσικό επιστήμονα και έναν εξίσου μεγάλο φιλόσοφο αποτυπώνεται η θεμελιώδης διαφωνία σχετικά με τη φύση του χρόνου και την επίδρασή του στο Σύμπαν: ο χρόνος όπως περιγράφεται από τους βασικούς νόμους της δυναμικής του Νεύτωνα, αλλά και από τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, είναι γραμμικός, ομοιότροπος και συμμετρικός ως προς το παρελθόν και το μέλλον, είναι δηλαδή αντιστρεπτός.

Ο φυσικός χρόνος, σε αντίθεση με τον υποκειμενικό ανθρώπινο χρόνο, δεν κυλάει προς κάποια κατεύθυνση και δεν παράγει ποτέ τίποτα νέο. Οπως το έθεσε ο Νεύτων στην εισαγωγή του περίφημου βιβλίου του «Philosophiae Naturalis Principia Mathematica» (Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας): «Ο απόλυτος, αληθινός και μαθηματικός χρόνος, αφ’ εαυτού και από την ίδια του τη φύση, ρέει ομοιόμορφα χωρίς να εξαρτάται από τίποτα το εξωτερικό…».

Με άλλα λόγια, η υποκειμενική εμπειρία του χρόνου που βιώνουν οι άνθρωποι, για τον Νεύτωνα (αλλά και την κλασική επιστήμη συνολικά) είναι απλώς μια ψευδαίσθηση που δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον απόλυτο κοσμικό χώρο και χρόνο. Αποψη που, παραδόξως, αιώνες μετά συμμερίζεται και ο Αϊνστάιν, ο βασικός υπαίτιος της «δολοφονίας» της έννοιας του απόλυτου χρόνου στη σύγχρονη φυσική!

Πράγματι, όπως θα εκμυστηρευθεί ο ίδιος ο Αϊνστάιν σε ένα περίφημο γράμμα του: «Η διάκριση ανάμεσα σε παρελθόν και σε μέλλον αποτελεί μόνο μια ψευδαίσθηση, μολονότι πρόκειται για μια επίμονη ψευδαίσθηση»!

Για τον πατέρα της θεωρίας της σχετικότητας ο χρόνος δεν είναι τίποτα άλλο από μία επιπλέον μαθηματική παράμετρο στην περιγραφή του φυσικού κόσμου, μία διάσταση στο ενοποιημένο τετραδιάστατο συνεχές που σήμερα ονομάζεται «χωρόχρονος». Προσβλέποντας στην αντικειμενική περιγραφή του χρόνου η φυσική οδηγήθηκε στην εξάλειψή του.

Πώς εξηγείται αυτό το παράδοξο; Τόσο για τη νευτώνεια δυναμική όσο και για τη σχετικιστική φυσική, ο χρόνος δεν είναι δημιουργική δύναμη αλλά μόνο μία διάσταση στη μαθηματική περιγραφή της κίνησης των υλικών σωμάτων, η οποία μπορεί να παίρνει είτε θετικές είτε αρνητικές τιμές (η χρονική αντιστροφή από το t στο -t), μπορεί δηλαδή να ρέει ελεύθερα από το παρελθόν προς το μέλλον (και αντίστροφα), χωρίς αυτό να επηρεάζει ουσιαστικά τις βασικές εξισώσεις της δυναμικής που περιγράφουν τη συμπεριφορά και τις μεταβολές των υλικών αντικειμένων.

Με άλλα λόγια, το παράδοξο προκύπτει από τη θεμελιώδη φυσική και, κατά βάθος, μετα-φυσική παραδοχή περί συμμετρότητας ή αντιστρεπτότητας του χρόνου.

Αν όμως «ο χρόνος είναι μόνο ό,τι μετράνε τα ρολόγια», όπως κατ’ επανάληψη υποστήριξε ο Αϊνστάιν, τότε γιατί μας φαίνεται ατελείωτος όταν πλήττουμε και αδυσώπητος όταν γερνάμε; Ποιοι νευροψυχολογικοί μηχανισμοί επιτρέπουν στους περισσότερους ανθρώπους να έχουν μια «ακριβή» αίσθηση του χρόνου; Χάρη στις πρωτοποριακές έρευνες των νευροεπιστημών, αρχίζουμε να κατανοούμε τόσο τους ψυχολογικούς όσο και τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που ρυθμίζουν ή απορρυθμίζουν το εγκεφαλικό μας χρονόμετρο.

Ολοι έχουμε διαπιστώσει ότι η αίσθησή μας του χρόνου εξαρτάται και επηρεάζεται από την ψυχολογική μας διάθεση ή από τη νοητική μας κατάσταση. Για παράδειγμα, ενώ ο χρόνος διάρκειας ενός ονείρου είναι μόλις λίγα λεπτά, έχουμε την εντύπωση ότι διήρκεσε πολλές ώρες. Επίσης, το αλκοόλ, το όπιο και ο έρωτας μπορούν να μας δημιουργούν μια ανάλογη ψευδαίσθηση διαστολής ή συστολής του βιωμένου χρόνου.

Ταξίδια στον χρόνο με την εγκεφαλική χρονομηχανή

Η εντύπωσή μας ότι ο ανθρώπινος χρόνος «ρέει», «κυλά» και «φεύγει» με διαφορετικούς ρυθμούς είναι στην πραγματικότητα μια «μεταφορά» ή, ενδεχομένως, μια αληθοφανής ψευδαίσθηση. Και το γεγονός ότι αυτή η μεταφορά μάς φαίνεται τόσο ρεαλιστική οφείλεται στο ότι η «πραγματικότητά» της διαμορφώνεται και εξαρτάται από ενδογενείς νευρολογικούς μηχανισμούς, οι οποίοι παραμένουν αδιαφανείς στην καθημερινή μας εμπειρία. Εξάλλου, γενικότερα, τόσο οι λεγόμενες «μεταφορές» όσο και οι «ψευδαισθήσεις» μας δεν είναι σχεδόν ποτέ αυθαίρετες, αφού, κατά κανόνα, προκύπτουν από κάποια δομικά χαρακτηριστικά της λειτουργίας του ανθρώπινου νου.

Εκτός από τα αφηρημένα μαθηματικά μοντέλα σχετικά με τη φύση του κοσμικού χρόνου, τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται, στη βάση συγκεκριμένων πειραμάτων, επιστημονικές θεωρίες που επιχειρούν να κατανοήσουν τον υποκειμενικό ή νοητικό χρόνο, όπως αυτός βιώνεται από τους ανθρώπους στην καθημερινή τους ζωή.

Κοινός παρονομαστής αλλά και αφετηρία των σύγχρονων νευροψυχολογικών μοντέλων του νοητικού χρόνου είναι η παραδοχή ότι υπάρχει ένας κεντρικός εγκεφαλικός μηχανισμός για τη μέτρηση του χρόνου, ένα είδος εγκεφαλικής κλεψύδρας που συσσωρεύει και «καταμετρά» στιγμές του νοητικού χρόνου.

Ενας «συσσωρευτής δευτερολέπτων», όπως αφελώς τον περιέγραψε ο Μαρκ Γουίτμαν (Marc Wittmann), επιφανής καθηγητής στην Ψυχιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας ο οποίος επί σειρά ετών μελέτησε τις εγκεφαλικές προϋποθέσεις της αίσθησης του χρόνου. Η αφέλεια του Γουίτμαν συνίσταται στο ότι παρομοιάζει το εγκεφαλικό μας χρονόμετρο με ένα «νευρωνικό εκκρεμές» που η κάθε του αιώρηση αντιστοιχεί στο τικ-τακ ενός μηχανικού ρολογιού.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για περισσότερα από ένα νευρωνικά κυκλώματα, η λειτουργία των οποίων συνίσταται στο ότι απλώς καταγράφουν νευρικές ώσεις, ενώ ο συνολικός αριθμός των καταγεγραμμένων νευρικών ώσεων αντιστοιχεί στη χρονική διάρκεια στην οποία έλαβε χώρα μια πράξη. Το ζήτημα βέβαια είναι αν αυτά τα νευρωνικά χρονόμετρα «καταγράφουν» παθητικά χρονικές στιγμές ή αν, αντίθετα, τις δημιουργούν. Εξάλλου, τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά και οι ώρες είναι μόνο μια εντελώς αυθαίρετη ανθρώπινη διαίρεση του χρόνου.

Πάντως, από τις μέχρι σήμερα έρευνες προκύπτουν μερικά εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα. «Σύμφωνα με το καθιερωμένο γνωστικό μοντέλο, όσο περισσότερη προσοχή δίνουμε στον χρόνο τόσο αυξάνεται η υποκειμενική αίσθηση της διάρκειάς του», υποστηρίζει ο Γουίτμαν. Αυτό συμβαίνει επειδή τα «τικ-τακ» του νευρωνικού χρονόμετρου συσσωρεύονται μονάχα όποτε εστιάζουμε την προσοχή μας στον χρόνο ή όταν βρισκόμαστε σε κατάσταση επιφυλακής. Πράγματι, όπως διαπίστωσαν πειραματικά, όποτε εστιάζουμε την προσοχή μας, η συχνότητα των νευρικών ώσεων αυξάνει, συνεπώς αυξάνει και η συχνότητα των ώσεων που καταγράφονται από την εγκεφαλική κλεψύδρα.

Αρχίζουμε λοιπόν να υποψιαζόμαστε το γιατί και κυρίως το πώς η ψυχολογική μας διάθεση μπορεί να επηρεάζει την υποκειμενική μας αντίληψη του χρόνου. Αυξάνοντας ή, εναλλακτικά, μειώνοντας τα νευρωνικά σήματα, θέτουμε σε κίνηση ή αδρανοποιούμε τους χρονοδείκτες του εγκεφαλικού μας ωρολογιακού μηχανισμού, δηλαδή, σαν να λέμε, θέτουμε σε κίνηση τους «κόκκους άμμου» στην εγκεφαλική μας κλεψύδρα. Ισως γι’ αυτό όταν βαριόμαστε ή όταν βιώνουμε κάτι παθητικά, έχουμε την εντύπωση ότι ο χρόνος δεν περνά: η προσοχή μας παγιδεύεται σε ένα αενάως επεκτεινόμενο παρόν.

Πού όμως εντοπίζονται αυτά τα εγκεφαλικά χρονόμετρα; Και από ποια εγκεφαλικά υποστρώματα αναδύεται η ανθρώπινη αίσθηση του χρόνου; Σε αυτά τα αποφασιστικά ερωτήματα δεν υπάρχουν ακόμη οριστικές απαντήσεις.

Για την ώρα, οι απόψεις των ειδικών διίστανται: ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η εγκεφαλική κλεψύδρα βρίσκεται κάπου μεταξύ της παρεγκεφαλίδας και των βασικών γαγγλίων. Αλλοι υποστηρίζουν ότι τέτοιες «κλεψύδρες» είναι διάσπαρτες σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου μας: εντοπίζονται δηλαδή σε ειδικά νευρωνικά κυκλώματα κατανεμημένα στο σύνολο του εγκεφάλου.

Πάντως, ο ανθρώπινος νους -αυτή η πολύπλοκη βιολογική χρονομηχανή- φαίνεται πως διαθέτει την αξιοπερίεργη ικανότητα να παραβιάζει καταφανώς και συστηματικά κάθε χρονικό περιορισμό.

Μόνο ο ανθρώπινος νους μπορεί να υπερβαίνει το φράγμα του χρόνου, επιτρέποντάς μας να πραγματοποιούμε απαγορευμένα ταξίδια στον χρόνο: όχι μόνο να ανασυγκροτούμε το πιο μακρινό παρελθόν μας, αλλά και να σχεδιάζουμε το απώτερο μέλλον μας.

Εφικτά και ανέφικτα ταξίδια στον χρόνο σύμφωνα με τον Αϊνστάιν

Οταν κάποτε ρώτησαν τον Αϊνστάιν «τι είναι ο χρόνος;», αυτός απάντησε χωρίς περιστροφές: «ό,τι μετράνε τα ρολόγια μας». Με αυτήν την προκλητική δήλωση ο μεγάλος ανανεωτής των κλασικών εννοιών του χώρου και του χρόνου στη φυσική ήθελε να υπογραμμίσει ότι, για τη σύγχρονη φυσική, ο χρόνος δεν είναι «κάτι τι» που μπορεί να συλληφθεί ανεξάρτητα από τον τρόπο που τον μετράμε, δηλαδή ανεξάρτητα από το πώς καταγράφουμε την παρουσία του.

Και τα ταξίδια στον χρόνο; Σύμφωνα με την ειδική θεωρία της σχετικότητας, κανένα ταξίδι στο παρελθόν δεν είναι επιτρεπτό και αυτό γιατί κανένα γνωστό υλικό αντικείμενο δεν μπορεί να ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός ή ταχύτερα. Οσο για τα ταξίδια στο μέλλον, αυτά είναι ίσως εφικτά επειδή προβλέπονται από τη γενική θεωρία της σχετικότητας.

Ωστόσο, η θεωρία της ειδικής σχετικότητας απαγορεύει σε οποιοδήποτε υλικό σωματίδιο (με μη μηδενική μάζα ηρεμίας) να κινείται με ταχύτητα ίση ή μεγαλύτερη από αυτήν του φωτός. Βέβαια, κάποιοι θεωρητικοί φυσικοί υποθέτουν ότι υπάρχουν και κάποια παράδοξα «σωματίδια», τα ταχυόνια (tachyons), τα οποία κινούνται με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτήν του φωτός.

Εκτός από τους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας που, στα βιβλία τους, καταφεύγουν στα ταχυόνια για να δημιουργήσουν αληθοφανείς ιστορίες ταξιδιών στον χρόνο, αρκετοί επιφανείς θεωρητικοί φυσικοί χρησιμοποιούν τα ταχυόνια προκειμένου να διερευνήσουν τη δυνατότητα υπέρβασης του «φράγματος του χρόνου».

Ενα εναλλακτικό μοντέλο υποστηρίζει ότι τα ταξίδια στον χρόνο είναι εφικτά και προβλέπονται από τη γενική θεωρία της σχετικότητας. Χωρίς να παραβιάζει το αξίωμα της μη υπέρβασης της ταχύτητας του φωτός, ένα υλικό αντικείμενο μπορεί να ταξιδεύει στον χρόνο «απλώς» εκμεταλλευόμενο τις στρεβλώσεις ή τις καμπυλώσεις του χωροχρόνου.

Για παράδειγμα, θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τις μαύρες τρύπες ως χωροχρονικές παρακαμπτηρίους που ενώνουν δύο αρκετά απομακρυσμένα σημεία στον χώρο και άρα στον χρόνο.

Η μεγάλη μάζα των μαύρων τρυπών παραμορφώνει ή, ακριβέστερα, στρεβλώνει τη γεωμετρία του χωροχρόνου, επιτρέποντας έτσι σε δύο πολύ απομακρυσμένα σημεία να συμπίπτουν χωροχρονικά και να επικοινωνούν.

Τέτοια «τούνελ» στον χωροχρόνο οι φυσικοί τα αποκαλούν «σκουληκότρυπες» και ορισμένοι εικάζουν ότι ίσως κάποτε αποδειχτούν το κλειδί για την επίτευξη ταξιδιών στον χρόνο.

Ντενί Ντιντερό: Σκέψεις για την ερμηνεία της φύσης

Μπορούμε να παρομοιάσουμε τις έννοιες που δεν έχουν καμιά θεμελίωση στη φύση, με τα δάση εκείνα του Βορρά όπου τα δέντρα δεν έχουνε καθόλου ρίζες. Αρκεί ένα φύσημα του αγέρα, ένα ασήμαντο γεγονός για να σωριάσει ένα ολόκληρο δάσος δέντρων και ιδεών.Όσο τα πράγματα βρίσκονται μέσα στη σκέψη μας. αποτελούνε τις γνώμες μας. Είναι έννοιες που μπορούνε να ’ναι αληθινές ή απατηλές, παραδεκτές ή απαράδεκτες. Αποκτούνε στερεότητα μόνο αν συνδεθούνε με τα εξωτερικά όντα. Αυτή η σύνδεση γίνεται εφικτή ή με μια αδιάκοπη αλυσίδα πειραμάτων ή με μια αδιάκοπη αλυσίδα συλλογισμών, που στηρίζεται απ’ τη μια άκρη στην παρατήρηση, και απ’ την άλλη στο πείραμα, ή με μια αδιάκοπη αλυσίδα πειραμάτων τοποθετημένων από απόσταση σε απόσταση, όπως είναι τα βαρίδια κατά μήκος ενός νήματος κρεμασμένου απ’ τα δυο άκρα του. Δίχως αυτά τα βαρίδια, το νήμα θα έπαιζε κάτω από την παραμικρότερη κίνηση που θα γεννιότανε στον αέρα.
 
Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να καταλάβουν πόσο οι νόμοι για την έρευνα της αλήθειας είναι αυστηροί, και πόσο ο αριθμός των μέσων μας είναι περιορισμένος. Το παν έγκειται στην αναγωγή από τις αισθήσεις στο στοχασμό και από το στοχασμό στις αισθήσεις’ η αέναη επιστροφή στον εαυτό μας και η έξοδος απ’ τον εαυτό μας, μοιάζει ακριβώς με την εργασία της μέλισσας Μάταια θα συλλέγει κανείς, αν δεν επιστρέφει στην κυψέλη, τη φορτωμένη με κερί. Και άχρηστα θα σωριάζει κερί, αν δεν ξέρει να φτιάχνει κερήθρες.
 
Φαντάζομαι την τεράστια περιοχή των επιστημών σαν μια μεγάλη έκταση γης διάσπαρτη από κομμάτια σκοτεινά και από κομμάτια φωτισμένα. Η εργασία μας πρέπει να έχει σκοπό, ή να επεκτείνει τα όρια των φωτισμένων κομματιών, ή να πολλαπλασιάσει, πάνω στην έκταση αυτή, τα κέντρα φωτάς. Το πρώτο ανήκει στη μεγαλοφυΐα που δημιουργεί· το δεύτερο στην οξύνοια που τελειοποιεί.
 
Έχουμε τρία κύρια μέσα έρευνας: την παρατήρηση της φύσης, το λογισμό και το πείραμα. Η παρατήρηση συγκεντρώνει τα φαινόμενα, ο λογισμός επαληθεύει το αποτέλεσμα του συνδυασμού. Πρέπει η παρατήρηση της φύσης να είναι διαρκής, ο λογισμός μας να είναι βαθύς και το πείραμα να είναι ακριβές. Σπάνια συναντούμε αυτά τα τρία μέσα συνενωμένα. Γι’ αυτό το λόγο τα δημιουργικά πνεύματα δεν είναι συνηθισμένα.
 
Η συγκέντρωση και η σύνδεση των φαινόμενων, είναι δυο ασχολίες πολύ επίπονες γι’ αυτό οι φιλόσοφοι τις μοιράζονται μεταξύ τους. Οι πρώτοι περνούν τη ζωή τους μαζεύοντας υλικό, επίδοση χρήσιμη και κοπιαστική· οι δεύτεροι, αρχιτέκτονες μεγαλειώδεις, σπεύδουνε ν’ αξιοποιήσουν το υλικά αυτά. Όμως, μέχρι σήμερα, ο χρόνος έχει ανατρέψει όλα σχεδόν τα οικοδομήματα της δογματικής φιλοσοφίας. Αργά ή γρήγορα, ο σκονισμένος εργάτης φέρνει, απ’ τα βάθη όπου σκάβει στα τυφλά, το κομμάτι το μοιραίο για το οικοδόμημα που χτίστηκε από τη δύναμη του πνεύματος· το οικοδόμημα καταρρέει· και δε μένει πια απ’ αυτό παρά υλικά μπερδεμένα ανάκατα, ως τη στιγμή όπου ένα άλλο τολμηρά πνεύμα επιχειρεί μια νέα σύνθεση. Χαρά στο συστηματικό φιλόσοφο που η φύση τον προίκισε, όπως άλλοτε τον Επίκουρο, το Λουκρήτιο, τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, με δυνατή φαντασία, με μεγάλη ευφράδεια, με την τέχνη να παρουσιάζουν τις ιδέες τους κάτω από εικόνες έντονες και θεϊκές! Το οικοδόμημα που έχτισε μπορεί να πέσει μια μέρα μα η προτομή του θα μείνει ορθή ανάμεσα στα ερείπια και η πέτρα που θα ξεκόψει απ’ το βουνά δε θα τη σπάσει, γιατί το βάθρο της δε θα ‘ναι από άργιλο.