Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Για να μην είσαι ανόητος, θα πρέπει να μάθεις αυτό που έλεγε ο Σωκράτης: «τι είναι το κάθε πράγμα», και να μην εφαρμόζεις όπως να ’ναι τις γενικές έννοιες πάνω στις συγκεκριμένες καταστάσεις. Διότι αυτή είναι η αιτία όλων των δεινών των ανθρώπων: το ότι δεν είναι σε θέση να εφαρμόσουν σωστά τις γενικές έννοιες πάνω στα συγκεκριμένα πράγματα.

Ο καθένας μας έχει και διαφορετικές απόψεις. Ένας νομίζει ότι είναι άρρωστος. Διόλου δεν είναι – απλώς δεν εφαρμόζει σωστά τις έννοιες. Άλλος νομίζει ότι είναι φτωχός, άλλος ότι ο πατέρας του είναι σκληρόκαρδος ή η μάνα του άπονη, άλλος ότι ο Καίσαρας δεν του δείχνει συμπάθεια. Ένα πράγμα δείχνουν όλα αυτά: ότι δεν ξέρεις να εφαρμόσεις τις έννοιες.

Υπάρχει κανείς που δεν κατέχει την έννοια του κακού; Που να μην ξέρει ότι το κακό είναι βλαβερό, ότι πρέπει να το αποφεύγουμε, ότι με κάθε τρόπο πρέπει ν’ απαλλαγούμε απ’ αυτό; Οι έννοιες δεν συγκρούονται μεταξύ τους. Η σύγκρουση προκύπτει την ώρα που εφαρμόζουμε τις έννοιες.

Τι είναι σε τούτη την περίπτωση το κακό, το βλαβερό, αυτό που πρέπει ν’ αποφύγουμε; Λέει ο ένας: το ότι δεν τον έχει φίλο του ο Καίσαρας. Ο άνθρωπος αυτός έχασε τον δρόμο του, έκανε λάθος στη χρήση της έννοιας, και τώρα στεναχωριέται, ζητά πράγματα που δεν έχουν σχέση με το θέμα του. Διότι ακόμη κι αν γίνει φίλος του Καίσαρα, δεν θα βρεθεί καθόλου κοντύτερα σ’ αυτό που αποζητάει. Τι ζητάει ο κάθε άνθρωπος; Να σταθεί καλά στα πόδια του, να ευτυχήσει, να κάνει τα πράγματα όπως θέλει, να τα κάνει, να μη συναντά εμπόδια, να μην καταπιέζεται. Όταν όμως θα γίνει του Καίσαρα φίλος, μήπως θα πάψει να συναντά εμπόδια, θα πάψει να καταπιέζεται, θα σταθεί καλά στα πόδια του, θα ενταχθεί ομαλά στη ροή των πραγμάτων;

Ποιος θα μας απαντήσει στο ερώτημα αυτό; Έχουμε μήπως κάποιον που να μπορούμε περισσότερο να εμπιστευτούμε από τούτον εδώ τον άνθρωπο, που ήταν πράγματι φίλος του Καίσαρα; Έλα εδώ, φίλε μου, κάτσε ανάμεσά μας και πες μας: «Πότε κοιμόσουν πιο ήσυχα; Τώρα ή προτού γίνεις φίλος του Καίσαρα;» Αμέσως θα πει: «Σταμάτα, για τ’ όνομα των θεών, μη με περιγελάς για την τύχη μου! Αλίμονο, δεν ξέρεις τι υποφέρω. Δεν μου ’ρχεται πια ο ύπνος. Όλη την ώρα σκέφτομαι: ο Καίσαρας ήδη ξύπνησε, ο Καίσαρας βγήκε έξω. Κι όλο αναστάτωση, όλο έγνοιες». Και για πες, πότε έτρωγες πιο χαρούμενα, τώρα ή παλιότερα; Άκουσέ τον, άκου τι έχει να πει. Λέει πως, έτσι και δεν τον καλέσουν στο τραπέζι, στενάζει απ’ το μαράζι. Κι αν πάλι τον καλέσουν, τρώει σαν δούλος πλάι στον αφέντη του, ανησυχώντας διαρκώς μην πει ή κάνει καμιά βλακεία. Και τι νομίζεις ότι φοβάται; Μην τον μαστιγώσουν σαν δούλο; Πώς θα μπορούσε να τη γλιτώσει τόσο εύκολα; Αντίθετα, φοβάται μην του λάχει αυτό που αρμόζει σ’ έναν άνδρα τόσο σπουδαίο, φίλο του Καίσαρα: μην του κόψουν τον λαιμό… Και για πες: Πότε λουζόσουν πιο ανέμελα; Πότε γυμναζόσουν πιο ξέγνοιαστα; Και ποια ζωή συνολικά θα προτιμούσες να ζήσεις; Την τωρινή ή την παλιότερη; Μπορώ να πάρω όρκο: δεν υπάρχει άνθρωπος τόσο αναίσθητος ή τόσο ψεύτης που να μη θρηνεί για την κακοδαιμονία που του ’τυχε απ’ την ώρα που έγινε φίλος του Καίσαρα.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Οι ηλικιωμένοι ούτε αγαπούν ούτε μισούν σφοδρά

Αποτέλεσμα εικόνας για Vigeland Sculpture ParkΓια τον Αριστοτέλη οι ηλικίες είναι τρεις: η νεανική η ώριμη και η γεροντική. Νωρίτερα, έχει περιγράψει τις ιδιότητες και την συμπεριφορά της νεανικής ηλικίας. Όμως έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς αναλύει και τον χαρακτήρα των ηλικιωμένων αλλά και των ανθρώπων που βρίσκονται στην ώριμη ηλικία.

Μάλλον θα εκπλαγεί ο αναγνώστης διαβάζοντας τις ιδιότητες των γέρων, από την ευστοχία και την απομυθοποίηση της ηλικίας αυτής, όσο και την διαχρονικότητα των χαρακτήρων των ανθρώπων, ασχέτως εάν έχουν περάσει κάποιες χιλιάδες χρόνια από τότε. Ας πάμε να τον απολαύσουμε.

"Οι ηλικιωμένοι, από την άλλη, αυτοί δηλαδή που έχουν περάσει την ηλικία της ωριμότητας, έχουν τα περισσότερα σχεδόν από τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα τους αντίθετα με τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα των νέων.

 Καθώς, πράγματι, έχουν ζήσει πολλά χρόνια, καθώς ―επομένως― έχουν πέσει περισσότερες φορές θύματα απάτης και έχουν σφάλει περισσότερες φορές, τέλος καθώς τα περισσότερα πράγματα δεν είναι και τόσο καλά, όχι μόνο δεν βεβαιώνουν οτιδήποτε με σιγουριά, αλλά και ό,τι βεβαιώνουν, το βεβαιώνουν με πολύ λιγότερη από την απαιτούμενη σιγουριά. Και πάντοτε «νομίζουν», ποτέ δεν «ξέρουν», και σε περίπτωση αμφιβολιών προσθέτουν πάντοτε ένα «ίσως» ή ένα «μπορεί»: οι εκφράσεις τους είναι πάντοτε αυτού του τύπου και για τίποτε δεν εκφράζονται δίχως επιφυλάξεις.

Τους διακρίνει, επίσης, μια «κακοήθεια» ― γιατί είναι, βέβαια, «κακοήθεια» να δίνεις σε όλα τη χειρότερη ερμηνεία. Λόγω της δυσπιστίας που τους διακρίνει είναι και καχύποπτοι ― δύσπιστοι, βέβαια, είναι λόγω της πείρας που απέκτησαν. Για τους λόγους αυτούς ούτε αγαπούν ούτε μισούν σφοδρά, αλλά ―ακολουθώντας τη συμβουλή του Βίαντα― αγαπούν σαν να πρόκειται κάποια στιγμή στο μέλλον να μισήσουν και μισούν σαν να πρόκειται κάποια στιγμή στο μέλλον να αγαπήσουν. 

Είναι επίσης μικρόψυχοι, γιατί η ζωή τους έχει ταπεινώσει: δεν ζητούν για τον εαυτό τους τίποτε το μεγάλο, τίποτε το έξω από τα συνήθη, παρά μόνο ό,τι είναι απαραίτητο για τη ζωή.

Είναι επίσης φιλοχρήματοι και τσιγκούνηδες, πρώτον γιατί η περιουσία είναι ένα από τα απαραίτητα για τη ζωή πράγματα, και δεύτερον γιατί από την πείρα τους γνωρίζουν ότι είναι δύσκολο πράγμα η απόκτηση περιουσίας και ότι είναι εύκολο το χάσιμό της.

Είναι επίσης δειλοί και φοβούνται κάθε είδους κακό εκ των προτέρων· ο λόγος είναι ότι η γενικότερη κατάστασή τους είναι αντίθετη με την κατάσταση των νέων: οι ηλικιωμένοι είναι κρύοι παγωμένοι, ενώ οι νέοι είναι θερμοί· τα γηρατειά, επομένως, είναι που άνοιξαν το δρόμο για τη δειλία· γιατί ο φόβος είναι ένα είδος παγώματος. Δείχνουν επίσης υπερβολική αγάπη για τη ζωή (ιδίως στις τελευταίες τους μέρες)· γιατί η επιθυμία αναφέρεται πάντοτε σ' αυτό που δεν έχουμε και γιατί αυτό που επιθυμούμε είναι κατά κύριο λόγο αυτό που μας λείπει. Είναι, επίσης, φίλαυτοι περισσότερο από ό,τι πρέπει ― είναι και αυτό ένα είδος μικροψυχίας. Ζουν, περισσότερο από ό,τι πρέπει, για το συμφέρον τους παρά για το ωραίο ― ακριβώς γιατί είναι φίλαυτοι· γιατί το συμφέρον είναι καλό για το επιμέρους άτομο, ενώ το ωραίο είναι ένα απόλυτο αγαθό.

Και είναι μάλλον αναίσχυντοι παρά ντροπαλοί· γιατί καθώς δεν νοιάζονται για το ωραίο στον βαθμό που νοιάζονται για το συμφέρον, αδιαφορούν για την εντύπωση που δημιουργούν στους άλλους για το άτομό τους.

 Λόγω της πείρας τους από τη ζωή, περιμένουν πάντοτε το χειρότερο (γιατί τα περισσότερα από τα πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι και τόσο καλά ― τις πιο πολλές φορές η έκβασή τους είναι προς το χειρότερο) ― μαζί όμως και λόγω της δειλίας τους.

Ζουν πιο πολύ με τη μνήμη παρά με την ελπίδα· γιατί η ζωή που τους μένει να ζήσουν είναι λίγη, ενώ αυτή που πέρασε είναι πολλή, και βέβαια η ελπίδα σχετίζεται με το μέλλον, ενώ η μνήμη με τα περασμένα· εδώ ακριβώς βρίσκεται και η αιτία της φλυαρίας τους· δεν σταματούν, πράγματι, να μιλούν για τα παλιά γιατί η ανάμνηση τους προκαλεί ευχαρίστηση.

Τα ξεσπάσματα του θυμού τους είναι βίαια, όμως ασθενικά. Από τις επιθυμίες άλλες έχουν πια λείψει τελείως και άλλες είναι αδύναμες, με αποτέλεσμα οι ηλικιωμένοι είτε να μην έχουν επιθυμίες είτε να μη μπορούν να ενεργήσουν κατά τις επιθυμίες τους παρά μόνο για κέρδος· αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτής της ηλικίας μοιάζουν μετριοπαθείς και νηφάλιοι· γιατί από τη μια οι επιθυμίες τους έχουν χάσει την έντασή τους και από την άλλη είναι δούλοι του κέρδους.

Τη ζωή τους τη ρυθμίζει πιο πολύ ο υπολογισμός παρά οι κανόνες του ηθικού χαρακτήρα: ο υπολογισμός σχετίζεται με το συμφέρον, ενώ ο ηθικός χαρακτήρας με την αρετή. Οι αδικίες που κάνουν έχουν σχέση με τη διάθεσή τους να κάνουν κακό, όχι με τη διάθεσή τους να προσβάλουν.

Οίκτο αισθάνονται και οι γέροι, όχι όμως για τους ίδιους λόγους με τους νέους: οι νέοι αισθάνονται οίκτο από αγάπη για τον άνθρωπο, οι γέροι από αδυναμία· γιατί οι γέροι πιστεύουν πως η πιθανότητα να πάθουν όλα τα κακά βρίσκεται κοντά τους ― αυτό δεν λέγαμε πως είναι το να αισθάνεται κανείς οίκτο; Γι' αυτό και είναι μεμψίμοιροι και δεν τους αρέσουν ούτε οι αστεϊσμοί ούτε τα γέλια γιατί το να είναι κανείς μεμψίμοιρος είναι το αντίθετο του να του αρέσουν τα γέλια.

Αυτά είναι λοιπόν τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα των νέων και των ηλικιωμένων. Αποτέλεσμα: Δεδομένου ότι όλοι οι άνθρωποι ακούν ευχαρίστως λόγους που αντιστοιχούν στον δικό τους χαρακτήρα, λόγους που τον αποδίδουν με απόλυτη ακρίβεια, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς θα μπορούν οι ρήτορες να προσδίδουν με τον λόγο τους αυτού του είδους την εικόνα και στον ίδιο τον εαυτό τους και στα λόγια τους.

  Είναι φανερό ότι οι άνθρωποι της ώριμης ηλικίας θα βρίσκονται, από την πλευρά του χαρακτήρα τους, ανάμεσα στις δύο άλλες κατηγορίες, απομακρύνοντας ό,τι είναι υπερβολικό στην καθεμιά τους. Άρα: ούτε υπερβολικά θαρραλέοι είναι (γιατί αυτό καταντάει αποκοτιά) ούτε υπερβολικά δειλοί, αλλά κρατούν μια σωστή στάση ανάμεσα στις δύο αυτές ιδιότητες· δεν δείχνουν εμπιστοσύνη σε όλους ούτε δυσπιστούν σε όλους, αλλά κρίνουν μάλλον με κριτήριο τα ίδια τα πράγματα.

Δεν ρυθμίζουν τη ζωή τους με βάση μόνο το ωραίο ούτε με βάση μόνο το συμφέρον, αλλά με βάση και τα δύο αυτά· δεν ζουν ούτε φειδωλά ούτε σπάταλα, αλλά ακολουθώντας το σωστό μέτρο· ίδια είναι η στάση τους και απέναντι στις παρορμήσεις και τις επιθυμίες.

Συνδυάζουν τη φρόνηση με το θάρρος και το θάρρος με τη φρόνηση ― στους νέους και στους γέρους οι ιδιότητες αυτές παρουσιάζονται χωρισμένες: οι νέοι είναι θαρραλέοι και ασυγκράτητοι, οι γέροι συγκρατημένοι και δειλοί. Γενικά, όλες τις ωφέλιμες ιδιότητες που η νεανική και η γεροντική ηλικία τις έχουν μοιρασμένες μεταξύ τους, αυτές οι άνθρωποι της ώριμης ηλικίας τις έχουν ενωμένες στο πρόσωπό τους· σε όσες, πάλι, εκείνοι παρουσιάζουν υπερβολή ή έλλειψη, αυτοί τις έχουν στο σωστό μέτρο: σ' αυτό που ταιριάζει στους ανθρώπους.

Η ακμή του ανθρώπινου σώματος τοποθετείται από τα τριάντα ως τα τριανταπέντε χρόνια, ενώ της ψυχής γύρω στα σαρανταεννιά χρόνια.

Για τη νεανική λοιπόν ηλικία, για τη γεροντική και για την ώριμη, για το είδος του χαρακτήρα που προσιδιάζει στην καθεμιά τους, ας θεωρηθούν αρκετά αυτά που είπαμε."

Αριστοτέλης. Ρητορική Βιβλίο Πρώτο

Ο φυσικός χρόνος είναι ίδιος για όλους, αλλά το πώς τον βιώνουμε εξαρτάται εξολοκλήρου από εμάς

Όταν ένας άντρας καθίσει παρέα με ένα χαριτωμένο κορίτσι για μία ώρα, θα του φανεί ότι έχει περάσει ένα λεπτό.

Όμως άσ’ τον να καθίσει πάνω σε μια καυτή λαμαρίνα για ένα λεπτό και θα του φανεί παραπάνω από μία ώρα.

Αυτή είναι η σχετικότητα.

Υπάρχει ο χρόνος που δείχνει το ρολόι και ο ψυχολογικός χρόνος. Αυτός ο τελευταίος είναι υποκειμενικός και εξαρτάται από κάθε άτομο· μάλλον θα ήταν η αντίληψή μας για τον φυσικό χρόνο, και δεν είναι μετρήσιμος.

Αυτοί που άρχισαν να μετράνε τον χρόνο ήταν οι Αιγύπτιοι και οι Βαβυλώνιοι, οι οποίοι παρατηρούσαν το στερέωμα για να καθορίσουν μήνες και εποχές. Παρόλο που σήμερα διαθέτουμε μικροσυσκευές εκπληκτικά ακριβείς για να μετράμε ώρες, λεπτά και δευτερόλεπτα, ο χρόνος δεν είναι ίδιος για όλους, μια και ο εγκέφαλός μας είναι ο αληθινός υπεύθυνος για να τον ρυθμίζει.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργεί με τέτοιον τρόπο ώστε να αποθηκεύει τα καινούρια γεγονότα που μας συγκινούν, ενώ παράλληλα φιλτράρει και αγνοεί αυτά που θεωρεί συνηθισμένα. Γι’ αυτό τον λόγο έχουμε την αίσθηση ότι ο χρόνος πάει πιο γρήγορα ή πιο αργά, ανάλογα με την κατάσταση που βιώνουμε.

Σύμφωνα με το περιοδικό Redes para la ciencia, η ρουτίνα κάνει να μας φαίνεται ότι ο χρόνος περνάει πιο γρήγορα, ενώ η αλλαγή συνηθειών και δρόμων μάς οδηγεί σε καινούριες νευρωνικές συνάψεις και, ως εκ τούτου, στην αίσθηση ότι ο χρόνος κυλάει πιο αργά.

Αυτός είναι ο λόγος που κατά την παιδική μας ηλικία ο χρόνος μοιάζει πιο χαλαρός, γιατί όλα είναι καινούρια και φρέσκα και βρισκόμαστε σε φάση μάθησης. Αργότερα, όταν μεγαλώνουμε, όλα μοιάζουν να περνάνε πιο γρήγορα, σαν να τελειώνει η άμμος της κλεψύδρας μας.

Ο φυσικός χρόνος είναι ίδιος για όλους, αλλά το πώς τον βιώνουμε εξαρτάται εξολοκλήρου από εμάς. Για να επιμηκύνεις τις μέρες, τις ώρες και τα λεπτά, μην κάνεις τα πράγματα πάντα με τον ίδιο τρόπο· άλλαξε τις συνήθειές σου και άνοιξε την πόρτα στο καινούριο και στην έκπληξη.

Η αιωνιότητα βρίσκεται στην παρούσα στιγμή.

ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΪΝΣΤΑΪΝ

Κρατάμε κλειστές τις πόρτες της αγάπης και νιώθουμε φτωχοί

Όσο περισσότερο υπολογίζουμε τη ζωή με βάση το χρήμα, τόσο λιγότερος χώρος μένει για την αγάπη.

Μπορεί να δει κανείς πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτό το θέμα, όταν κάθε μέρα διαβάζουμε στις εφημερίδες ή ακούμε από έναν γείτονα ότι διέρρηξαν το σπίτι κάποιου ή έκλεψαν το πορτοφόλι του. Η αιτία-ρίζα αυτού του εγκλήματος είναι το πάθος που έχουμε καλλιεργήσει για τα χρήματα και τα υλικά αγαθά - για τη διασκέδασή μας, τις διαφημίσεις, τον τρόπο ζωής μας.

Αν θελήσουμε πράγματι να αντιστρέψουμε αυτή την τάση, πρέπει να πάψουμε να μετράμε τους ανθρώπους με βάση το χρήμα και ν' αρχίσουμε να τους μετράμε με βάση την αγάπη.

Αν μια γυναίκα έχει καταθέσεις ενός εκατομμυρίου δολαρίων, αυτό δεν έχει καμία σχέση με τον χαρακτήρα της. Αντί λοιπόν να ρωτάμε πόσα χρήματα έχει, θα 'πρεπε να ρωτάμε: "Πόσα δίνει;" Πόσο από τον χρόνο της δίνει στους άλλους; Πόση από την εργασία της είναι προς όφελος άλλων; Μόνο έτσι αρχίζουμε να μετράμε την αληθινή της αξία.

Όποιος αγαπά χωρίς δυσκολίες, όποιος μπορεί να γυρίσει την πλάτη του, αν χρειαστεί, στο προσωπικό του όφελος ή στην προσωπική ευχαρίστηση, είναι πλούσιος σε αγάπη, είναι ένας αληθινός κροίσος σε τρυφερότητα.

Ο αληθινά πλούσιος είναι εκείνος που έχει αναπτύξει την ικανότητα να μην σκέφτεται τον εαυτό του. Τέτοιοι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι. Δεν προσβάλλονται επειδή δεν κλώθουν τον εαυτό τους. Επίσης, δεν αναστατώνονται. Αν δεν τους φερθείς καλά, αντιτίθενται με καλοσύνη - όχι επειδή νιώθουν πληγωμένοι, αλλά επειδή κατανοούν τη ζημιά που κάνει σ' αυτούς τους ίδιους η κακή πρόθεση. Αν τους προσβάλλεις νιώθουν θλίψη για σένα - αποκαλύπτεις τη μιζέρια του εαυτού σου.

Αν το κατανοούσαμε αυτό θα ήμασταν όλοι εκατομμυριούχοι στην αγάπη. Τα εσωτερικά μας αποθέματα είναι απεριόριστα. Κρατώντας κλειστές τις πόρτες αυτού του εσωτερικού θησαυροφυλακίου, έχουμε μάθει να ζούμε σαν άποροι, καταστρέφοντας μερικές φορές τη ζωή μας και τη ζωή όσων υπάρχουν γύρω μας.

Οι περισσότερες από τις καταστάσεις της σύγχρονης ζωής που κατηγορούμε και υφιστάμεθα σήμερα, ιδιαίτερα η έντονη αύξηση της βίας και του εγκλήματος, δεν έχουν εισαχθεί από άλλον πλανήτη. Εμείς οι ίδιοι έχουμε διαμορφώσει την κοινωνία μας όπως είναι. Υπάρχει όμως και μια θετική πλευρά σ' αυτό: εφόσον έχουμε κάνει εμείς όλα αυτά τα πράγματα, μπορούμε και να τα ακυρώσουμε. Βασιζόμενος στην απεριόριστη ικανότητα που έχει ο καθένας μας να αγαπά, μπορεί να συνεισφέρει στην παγκόσμια ειρήνη.

Η νυχτερίδα

Κάποτε είχε ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στα πουλιά και στα ζώα.

Στην αρχή η νυχτερίδα ήταν με το μέρος των πουλιών.

Στην πρώτη μεγάλη μάχη όμως τα πουλιά νικήθηκαν κι η νυχτερίδα, βλέποντας την τροπή του πολέμου, έφυγε κρυφά και πήγε στο στρατόπεδο των ζώων που γιόρταζαν τη νίκη τους.

Κάποια στιγμή ένα ζώο την είδε.

— Ε! της λέει, εσύ δεν πολεμούσες εναντίον μας πριν από λίγη ώρα;

— Μπα, αστειεύεσαι! έκανε η νυχτερίδα.

Εγώ ανήκω στα ζώα, όχι στα πουλιά. Δεν βλέπεις τα αυτιά μου και τα πόδια μου;

Και πρόσεξε λίγο τα μυτερά μου δόντια, έχεις δει πουλί με τέτοια δόντια;

Το ζώο παραδέχτηκε ότι μάλλον έκανε λάθος και έτσι άφησαν τη νυχτερίδα να μείνει μαζί τους.

Μετά από λίγο καιρό όμως ο πόλεμος ξαναφούντωσε και, αυτή τη φορά, νικούσαν κατά κράτος τα πουλιά.

Μόλις είδε ότι η κατάσταση είχε αλλάξει, η νυχτερίδα τρύπωσε κάπου όσο κρατούσε η μάχη και, μόλις τέλειωσε με τη νίκη των πουλιών, χώθηκε ανάμεσά τους και τραγουδούσε κι αυτή νικητήρια τραγούδια. Κάποια πουλιά όμως την πρόσεξαν.

— Εσύ πριν από λίγη ώρα ήσουν με τα ζώα και πολεμούσες εναντίον μας; Είσαι εχθρός μας!

— Εγώ; Ποτέ! διαμαρτυρήθηκε η νυχτερίδα. Εγώ είμαι πουλί σαν εσάς, κοιτάτε τα φτερά μου, έχετε δει ζώο με φτερά;

Τα πουλιά υποχώρησαν και την άφησαν να μείνει μαζί τους.

Έτσι η νυχτερίδα πήγαινε από το ένα στρατόπεδο στο άλλο ανάλογα με την έκβαση κάθε μάχης.

Κάποτε όμως τα πουλιά και τα ζώα κουράστηκαν από τον πόλεμο γιατί είχαν και οι δυο αντίπαλοι μεγάλες απώλειες και αποφάσισαν να συνάψουν ειρήνη.

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων αποκαλύφθηκε ότι η νυχτερίδα τους κορόιδευε και τους είχε προδώσει και τους δυο.

Ανάμεσα στις αποφάσεις της λοιπόν η κοινή ειρηνευτική επιτροπή ζώων και πουλιών έβγαλε και την ανακοίνωση ότι η νυχτερίδα «από τούδε και εφεξής» δεν θα ανήκει ούτε στα πουλιά, ούτε στα ζώα.

Κι αυτή από την ντροπή της κρύβεται όλη τη μέρα και, μ’ όλο που πετάει σαν πουλί, δεν ανεβαίνει στα δέντρα, αλλά μένει μέσα στις σπηλιές, όπως τα ζώα.

Χειρόμορφο μόριο με ιδιότητες ζωής εντοπίστηκε στα βάθη του Γαλαξία

cloud-dustΟι επιστήμονες ανακάλυψαν για πρώτη φορά στο βαθύ διάστημα, πολύ πέραν του ηλιακού μας συστήματος, ένα μόριο που διαθέτει μια βασική ιδιότητα της ζωής: είναι χειρόμορφο. Το πολύπλοκο οργανικό μόριο ανιχνεύθηκε σε ένα μακρινό διαστρικό νέφος, που βρίσκεται κοντά στο κέντρο του γαλαξία μας. Τα νέα ευρήματα ενισχύουν την πιθανότητα οι θεμελιώδεις (και χειρόμορφοι) χημικοί λίθοι της ζωής να έφθασαν στη Γη κάποτε από μετεωρίτες και κομήτες.
 
Στο γιγάντιο νέφος σκόνης και αερίων Sgr B2 εντοπίστηκε το οξείδιο του προπυλενίου (CH3CHOCH2)η ανακάλυψη του οποίου ρίχνει φως στην ύπαρξη της ζωής
 
Ο άξονας περιστροφής
Χειρόμορφα λέγονται τα μόρια που ο άξονας περιστροφής τους δεν είναι και άξονας συμμετρίας τους. Οι δύο διαφορετικές μορφές ενός τέτοιου μορίου, η δεξιόστροφη και η αριστερόστροφη, λέγονται εναντιομερή. Τυπικό παράδειγμα τέτοιας ασυμμετρίας είναι τα δύο ανθρώπινα χέρια (εξ ου και το όνομα της χειρομορφίας).
 
Τα χειρόμορφα μόρια παίζουν καθοριστικό ρόλο στη βιολογία και στην ανάπτυξη ζωής. Για άγνωστους λόγους, οι ζώντες οργανισμοί είναι επιλεκτικοί στο ποιό από τα δύο εναντιομερή θα χρησιμοποιήσουν, άλλοτε τη δεξιόστροφη και άλλοτε την αριστερόστροφη μορφή ενός μορίου. Έτσι, τα αμοινοξέα που δημιουργούν τις πρωτεϊνες, υπάρχουν μόνο σε αριστερόστροφη μορφή, ενώ τα σάκχαρα (ριβόζη) στο μόριο του DNA μόνο σε δεξιόστροφη.
 
Η επιλογή
Οι επιστήμονες δεν έχουν καταλάβει γιατί σε όλη τη βιόσφαιρα η ζωή, στην εξελικτική πορεία της, διάλεξε την μία ή την άλλη μορφή μορίου και κατά πόσο αυτό έγινε τυχαία ή για κάποιο λόγο. Τα δύο εναντιομερή έχουν ίδιες φυσικές ιδιότητες (π.χ. σημείο βρασμού, ψύξης και τήξης), αλλά διαφορετικές χημικές αντιδράσεις, με συνέπεια πολλά φαρμακευτικά μόρια να είναι αποτελεσματικά όταν είναι δεξιόστροφα και τοξικά όταν είναι αριστερόστροφα – ή το αντίστροφο.
 
Εως σήμερα χειρόμορφα μόρια είχαν ανιχνευθεί σε μετεωρίτες που έχουν πέσει στη Γη, καθώς και σε κομήτες στο ηλιακό μας σύστημα. Τώρα, για πρώτη φορά, οι επιστήμονες, με επικεφαλής τον καθηγητή κοσμοχημείας Τζιόφρι Μπλέικ του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Καλιφόρνια (Caltech), χρησιμοποιώντας ευαίσθητα ραδιοτηλεσκόπια (το διαμέτρου 100 μέτρων Green Bank στη Δ. Βιρτζίνια και το Parkes στην Αυστραλία), ανακάλυψαν το πρώτο χειρόμορφο οργανικό μόριο στον διαστρικό χώρο.
 
Το μόριο
Πρόκειται για το οξείδιο του προπυλενίου, το οποίο ανιχνεύθηκε στο τεράστιο νέφος σκόνης και αερίων «Τοξότης Β2» (Sgr B2), που γεννά νέα άστρα. Είναι μικρότερο σε μέγεθος από τα αμινοξέα και δεν χρησιμοποιείται από τους ζωντανούς οργανισμούς, αλλά χρησιμοποιείται συχνά στην κατασκευή πλαστικών.
 
«Είναι το πρώτο μόριο που ανιχνεύεται στο διαστρικό χώρο, το οποίο έχει την ιδιότητα της χειρομορφίας, πράγμα που αποτελεί πρωτοποριακό άλμα στην κατανόηση του πώς τα πρόδρομα της ζωής μόρια δημιουργούνται στο σύμπαν και ποιές συνέπειες έχουν για την προέλευση της ζωής», δήλωσε ο χημικός Μπρετ ΜακΓκουάιρ του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ραδιοαστρονομίας (NRAO) των ΗΠΑ.
 
Το οξείδιο του προπυλενίου είναι ανάμεσα στα πιο πολύπλοκα μόρια, από τα περίπου 180 που έχουν ανακαλυφθεί συνολικά μέχρι σήμερα στο διάστημα. Ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι αν η ζωή στο σύμπαν, εφόσον υπάρχει και αλλού, χρησιμοποιεί τα ίδια χειρόμορφα μόρια. Το καθένα μόριο, καθώς δονείται, έχει τη δική του διακριτή «υπογραφή» στο ραδιοφάσμα. Προς το παρόν, οι επιστήμονες δεν είναι βέβαιοι αν το μόριο που ανακάλυψαν κοντά στο κέντρο του γαλαξία, είναι περισσότερο αριστερόστροφο ή δεξιόστροφο.
 
Οι ερευνητές έκαναν σχετική δημοσίευση στην επιθεώρηση «Science» και ανακοίνωση στο συνέδριο της Αμερικανικής Αστρονομικής Εταιρείας στην Καλιφόρνια. Όπως είπαν, η ανακάλυψη θα βοηθήσει τους επιστήμονες να καταλάβουν γιατί εμφανίσθηκε η χειρομορφία στο σύμπαν και γιατί η μία μορφή (το ένα εναντιομερές) ενός μορίου μπορεί να είναι πιο άφθονο σε σχέση με την άλλη μορφή.

Ένοικος στο Κατώφλι του Κόσμου

«Η αλήθεια της φύσης κρύβεται σε συγκεκριμένα σπήλαια και βαθιές στοές» Δημόκριτος

«Καμιά μοναξιά δεν συγκρίνεται με το εσωτερικό της γης, καμιά νύχτα δεν είναι τόσο σκοτεινή όσο η σκοτεινιά που βασιλεύει στον υπόγειο κόσμο. Εκεί κάτω όλα μοιάζουν σαν να προέρχονται από κάποιον άλλο κόσμο, οι εκπλήξεις και οι παραισθήσεις είναι συνεχείς» Norbert Casteret

«Εκείνος που πολεμάει με τέρατα πρέπει να προσέξει να μην γίνει και ο ίδιος τέρας. Αν κοιτάς για πολύ μέσα στην άβυσσο, τότε και η άβυσσος κοιτάει μέσα σε σένα» Φρήντριχ Νίτσε, Πέρα από το Καλό και το Κακό

«Η αληθινή κατοικία του Απόλλωνα βρίσκεται ανάμεσα στους Υπερβόρειους, σε μία χώρα αιώνιας ζωής. Η Λητώ, η μητέρα του Απόλλωνα, γεννήθηκε σε ένα νησί στον αρκτικό ωκεανό, πολύ πιο πέρα από το βόρειο άνεμο. O θεός που κάθεται στο κέντρο, στον ομφαλό της γης, είναι ο Κύριος των μύθων και ο Δημιουργός των θρησκειών της ανθρωπότητας» Πλάτων

«Ο κόσμος μας δημιουργήθηκε αρχικά μόνο για το εσωτερικό του. Η απόσταση μεταξύ των 2 εσωτερικών επιφανειών είναι 1000 χιλιόμετρα λιγότερη από τη διάμετρο της Γης. Στο κέντρο βρίσκεται μία τεράστια μπάλα θαμπής κόκκινης φωτιάς, περικυκλωμένη από ένα λευκό απαλό φωτεινό σύννεφο. Εκεί βρίσκεται ο θρόνος του βασιλιά του κόσμου» Γουιλς Εμερσον 1908
«Κάτω από το φλοιό της γης που έχει πάχος 800 χιλιόμετρα, υπάρχει ένα κενό. Ένα τεράστιο κούφωμα. Μέσα σε αυτό το κενό, υπάρχουν τρεις ομόκεντροι πλανήτες, με τον ίδιο άξονα. Έχουν περίπου το μέγεθος του Aρη, της Αφροδίτης και του Ερμή.» Εντμουντ Χάλεϋ αστρονόμος 1692
«Δηλώνω ότι η γη είναι κούφια. Το εσωτερικό της κατοικείται και αποτελείται από ένα αριθμό συμπαγών ομόκεντρων σφαιρών, η μία μέσα στην άλλη, και είναι ανοιχτή στις περιοχές των πόλων στη 12η ή 16η μοίρα. Αναζητώ εκατό γενναίους συντρόφους, εφοδιασμένους και εξοπλισμένους πολύ καλά, για να ξεκινήσουμε το φθινόπωρο από τη Σιβηρία με τάρανδους και έλκηθρα, με κατεύθυνση τους πάγους της βόρειας παγωμένης θάλασσας. Δεσμεύομαι προσωπικά ότι θα βρούμε μία θερμή και πλούσια χώρα γεμάτη από ωφέλιμα φυτά και ζώα. Αν δεν συναντήσουμε ανθρώπους όταν φθάσουμε σε 82 μοίρες βόρειο πλάτος, θα επιστρέψουμε την επόμενη άνοιξη» Τζων Κληβς Συμς πρώην λοχαγός πεζικού Μάιος 1818 – Οχάιο, ΗΠΑ

Ο Ενοικος στο Κατώφλι
Φαντάσου ένα όμορφο τοπίο. Ο ήλιος λάμπει, ο ουρανός γαλάζιος, τα δέντρα καταπράσινα, τα πουλιά κελαηδούν, ένα ρυάκι κυλάει, λουλούδια, πεταλούδες φτερουγίζουν, μια υπέροχη θέα πέρα στον ορίζοντα, άνθρωποι που χαμογελούν, μια απόμακρη μελωδία, χρώματα, μικροί δρόμοι που οδηγούν σε άλλα όμορφα τοπία. Και, ανάμεσα σε όλα αυτά, κρυμμένη μέσα στο τοπίο, η μαύρη είσοδος μιας σπηλιάς. Κρυμμένη μέσα σε όλη αυτήν τη φωτεινή ομορφιά, μια μαύρη τρύπα.

Η είσοδος για έναν άλλο κόσμο.
Φαντάσου τον εαυτό σου να εντοπίζει μέσα στην πολύχρωμη πολυπλοκότητα του τοπίου αυτήν την κρυφή μαύρη παρένθεση, και φαντάσου τον εαυτό σου να πλησιάζει προς τα εκεί, να στέκει λίγα μέτρα μακριά από αυτήν την πύλη, μια πύλη που δεν γνωρίζεις που οδηγεί. Ένα πέρασμα για αλλού.

Κρύος αέρας έρχεται από εκεί μέσα. Δεν υπάρχει τίποτε εκεί μέσα για σένα, δεν βλέπεις τίποτε, μόνο το σκοτάδι. Κοιτάς πίσω σου το πολύχρωμο φωτεινό και όμορφο τοπίο, κοιτάς μπροστά σου και βλέπεις την είσοδο του σκοταδιού. Συνειδητοποιείς αυτήν την παραφωνία, αυτήν την παρένθεση, αυτήν την μουτζούρα πάνω στον πίνακα της πραγματικότητας. Μια μαύρη τρύπα. (Μια σκοτεινή τρύπα που θυμίζει την τρύπα απ’ όπου ήρθαμε στον κόσμο και την τρύπα στην οποία θα καταλήξουμε όταν φύγουμε από τον κόσμο).

Είναι η είσοδος για το υποσυνείδητο του τοπίου, για το υπόγειο, για το κρυφό, για το εσωτερικό. Σκέφτεσαι ότι αν υπάρχει κάτι κρυφό στον κόσμο, θα πρέπει να είναι εκεί μέσα, εκεί είναι το κρησφύγετο του. Και επειδή δεν το γνωρίζεις αυτό που κρύβεται εκεί μέσα, δεν είναι ορισμένο, για σένα εκεί κρύβεται το αόριστο, το ύστατο αόριστο.

Και δεν είναι πέρα από τα όρια του όμορφου τοπίου, είναι μέσα στο τοπίο, κάτω από το τοπίο, ανάμεσα στο τοπίο, αλλά οδηγεί έξω από τα όρια του. Μυστικές διαδρομές. Εσωτερική γεωγραφία που δεν τη συμπεριλαμβάνει ο χάρτης του τοπίου. Έχεις ανακαλύψει μια πύλη για έναν άλλο κόσμο, τον υπόγειο κόσμο. Κανείς δεν σου είχε πει τίποτε γι’ αυτόν. (Κι όταν, αργότερα, πήγαινες να το συζητήσεις με κάποιον άλλο, εκείνος αμέσως άλλαζε θέμα)

Καταλαβαίνεις όμως ότι εσύ ανήκεις στο όμορφο φωτεινό τοπίο, εκείνο το σκοτάδι εκεί μέσα δεν έχει καμία σχέση μαζί σου, δεν νιώθεις τίποτε οικείο γι’ αυτό, και κάτι μέσα σου ήδη σου λέει να ξεχάσεις ότι είδες αυτήν τη σκοτεινή πύλη, να απομακρυνθείς, να συνεχίσεις να θαυμάζεις το όμορφο τοπίο, αυτά τα πράγματα δεν είναι για σένα. Εσύ ανήκεις σε έναν άλλο κόσμο, κι εκεί μέσα είναι ο Αντίκοσμος. Καταλαβαίνεις ότι, αν μπεις εκεί μέσα, είναι σαν να χάνεις τον κόσμο. (Θα «χαθείς από το πρόσωπο της Γης»). Κι όμως, η είσοδος για αυτόν τον άλλο κόσμο, δεν είναι στην άλλη άκρη της Γης, στους αντίποδες, αλλά είναι σχεδόν στο κατώφλι του σπιτιού σου.

Για να νιώσεις καλύτερα την αληθινή αίσθηση του πράγματος, φαντάσου το εξής: Είσαι μέσα στο σπίτι σου, στο διαμέρισμά σου. Ανοίγεις την πόρτα του διαμερίσματος, βγαίνεις έξω στον διάδρομο και ανακαλύπτεις ότι έξω ακριβώς από το διαμέρισμά σου, χάσκει η είσοδος μιας σπηλιάς. Έξω ακριβώς από την πόρτα σου, δίπλα στις σκάλες, μέσα στο κτίριο, υπάρχει μια σκοτεινή σπηλαιώδης τρύπα, μια μαύρη πύλη… Φαντάσου, λοιπόν, την είσοδο της σπηλιάς έξω από την πόρτα του διαμερίσματός σου, στον διάδρομο. Το Άγνωστο στο κατώφλι του σπιτιού σου. Η πύλη του αόριστου. Είναι σαν να αντικρίζεις αναπάντεχα, εκεί που δεν θα έπρεπε να είναι, την πύλη για τον Άδη, για τον Κάτω Κόσμο. Τρόμος σε κατακλύζει. Τί είναι αυτό το πράγμα απέναντι από την πόρτα σου;

Αρχίζεις και κάνεις κάποιες αναπόφευκτες σκέψεις: Αυτή η πύλη με τι επικοινωνεί εκεί κάτω; Τι να έχει πρόσβαση εδώ στην επιφάνεια από εκεί μέσα; Τι μπορεί να βγει από εκεί; Δεν ξέρεις τι υπάρχει ανά πάσα στιγμή εκεί κάτω, που παραμονεύει, που εσύ δεν το βλέπεις. Και η πύλη πρόσβασής του είναι στο κατώφλι σου. Η έξοδός του είναι μπροστά στην είσοδό σου. Έχεις μπροστά σου μια ανοικτή δίοδο για αλλού, στο σκοτάδι, στο άγνωστο. Μια ανοικτή δίοδο για οποιουδήποτε άγνωστου είδους κυκλοφορία. Μια φανέρωση της αβύσσου.

Μπορείς, άραγε, να φανταστείς τον εαυτό σου να οπισθοχωρεί μέσα στο σπίτι, να αφήνει την πόρτα ανοιχτή, ανοιχτή απέναντι σε εκείνη την είσοδο της μαύρης σπηλιάς, να καθησυχάζεται και να πηγαίνει στο κρεββάτι του να κοιμηθεί; Αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή, ανεξέλεγκτη, απαρατήρητη, κι ο εαυτός σου μόνος στο κρεβάτι, κοιμισμένος, ανήμπορος, αφύλαχτος;

Τί ακριβώς είναι αυτό που σου προκαλεί τέτοιο τρόμο;
Οσμίσου τη μυρωδιά του ανοίγματος της σπηλιάς έξω από την πόρτα σου. Πλησίασε το άνοιγμα και νιώσε το σκοτάδι της. Φώναξε και άκου τη βαθιά αντήχηση της φωνής σου να βγαίνει από εκεί μέσα. Τί να συμβαίνει εκεί κάτω, σε αυτό το Άγνωστο, αργά τη νύχτα, όταν έχει πέσει παντού το σκοτάδι, όταν το κτίριο είναι σκοτεινό και σιωπηλό, τα φώτα των διαδρόμων κλειστά, οι σκάλες μοναχικές, οι πόρτες των διαμερισμάτων κλειστές, οι ένοικοι κοιμισμένοι και αδιάφοροι;

Όλοι οι τρόμοι ξεφεύγουν από τον κόσμο, από το ασφαλές και γνώριμο σπίτι σου, από τη συνείδησή σου, και εισχωρούν εκεί μέσα, φωλιάζουν εκεί κάτω. Ή μάλλον, ήταν από πάντοτε εκεί. Απλώς, σήμερα το ανακάλυψες εσύ… Στο κατώφλι σου… Εκείνο το σκοτεινό βραχώδες άνοιγμα έξω από την πόρτα σου, οδηγεί σε έναν κόσμο που δεν έχει απολύτως καμία σχέση με το σπίτι σου. Κι όμως είναι δίπλα του, ανάμεσά του, από κάτω του. Κι εσύ έχεις κάνει μια μάλλον ανεπιθύμητη ανακάλυψη.

Και… η πύλη της σπηλιάς είναι είσοδος ή έξοδος;
Αυτού του είδους τα ανοίγματα για τον υπόγειο κόσμο –οι σκοτεινές φανερώσεις μιας άλλης πραγματικότητας κρυφής, σχεδόν απρόσιτης, μιας εσωκοσμικής γεωγραφίας– είναι παντού, και τα περισσότερα είναι απαρατήρητα, άγνωστα, ανεξερεύνητα. Πολλά στέκουν εκεί που δεν τα περιμένεις, φυτρώνουν εκεί που δεν τα σπέρνει κανείς. Μερικές φορές, κάποιος με πείρα ή παρατηρητικότητα, μπορεί να τα ανακαλύψει στο τοπίο, αν εντοπίσει σπηλαιώδη πετρώματα στην επιφάνεια της γύρω περιοχής, αναγνωρίσιμου τύπου βράχια, λοφίσκους με πετρώματα πάνω τους, και άλλες επιφανειακές ενδείξεις που μαρτυρούν ότι υπάρχει σπηλαιώδες υπόβαθρο στην περιοχή, και κάπου πρέπει να βρίσκεται μία ή περισσότερες είσοδοι σε αυτό.

Υπάρχουν, δηλαδή, φυσικά ίχνη, που αν ξέρεις να τα αναγνωρίζεις, μπορείς να τα ακολουθήσεις και να ανακαλύψεις αυτές τις εισόδους. Συχνά, όμως, οι σχετικές ιστορίες και οι μαρτυρίες των ανθρώπων της περιοχής, είναι ακόμη πιο εύκολα ίχνη για να ακολουθηθούν…

Όταν περάσεις μέσα από αυτό το σκοτεινό άνοιγμα, αμέσως εισέρχεσαι σε έναν άλλο κόσμο, σε μία άλλη πραγματικότητα: σε έναν άλλου είδους χώρο, σε έναν άλλο χρόνο, σε ένα άλλο κλίμα, σε μία άλλη ατμόσφαιρα, σε ένα άλλο επίπεδο ζωής, σε μία άλλη συνείδηση.

Ναι, μέχρι και το κλίμα είναι διαφορετικό εκεί μέσα, ακόμη κι αν έχεις προχωρήσει μέσα μόνο μερικά βήματα από την είσοδο. Υπάρχουν σπηλιές στις οποίες κάνει κρύο, πολύ κρύο, χρειάζεσαι γούνα, η ανάσα σου γίνεται σύννεφα ατμού, υπάρχουν άλλες στις οποίες φυσάει αέρας, άνεμος, υπάρχουν άλλες στις οποίες κάνει ζέστη, δεν υπάρχει αέρας, χρειάζεσαι φιάλη οξυγόνου, κι υπάρχουν άλλες που έχουν τέλεια ιδανική θερμοκρασία, σταθερή όλον τον χρόνο.

Σπηλιές πανέμορφες, ευχάριστες, θετικές, άλλες αρνητικές, τρομακτικές, κολασμένες.
Κι ο χρόνος δεν μετράει κανονικά εκεί μέσα, κυλάει με διαφορετικό τρόπο, η αίσθηση του χρόνου σχεδόν χάνεται, κι όσο πιο βαθιά πηγαίνει κανείς τόσο πιο έντονο είναι αυτό το φαινόμενο, είναι σαν να υπάρχει ένας υπόγειος χρόνος, διαφορετικός από αυτόν της επιφανείας.

Η πραγματικότητα δεν ισχύει εκεί κάτω με τον ίδιο τρόπο που ισχύει εδώ πάνω.
Ο χρόνος δεν μετράει κανονικά.
Ο ήλιος δεν στέλνει τις βλαβερές ακτίνες του, που κάνουν τα κύτταρά μας να γερνούν. Δεν υπάρχουν ακτινοβολίες. Δεν υπάρχουν ενοχλήσεις, ή συχνές αλλαγές. Δεν υπάρχουν ήχοι, τα υπόγεια μέρη είναι σιωπηλά. Τα μέρη αυτά είναι απόλυτα προφυλαγμένα από τον έξω κόσμο. Όταν μπαίνεις σε αυτά, σε αποκλείουν από την πραγματικότητα όπως την ξέρεις. Είσαι αλλού. Κανείς δεν ξέρει που είσαι και τι κάνεις, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις εκεί… Δεν θα σε δει κανείς, δεν θα σε ακούσει κανείς, δεν θα το μάθει κανείς. Ποτέ. Έτσι, γίνεται διαθέσιμη για σένα μια μυστική ελευθερία, κρυφή, αόρατη από όλον τον υπόλοιπο κόσμο ανεξαιρέτως και αναμφίβολα. Πουθενά αλλού δεν μπορεί να συμβεί αυτό αναμφισβήτητα. Μονάχα εκεί, στο Βασίλειο των Σκιών

Αλλά δεν βλέπεις και το φως του κόσμου, την ομορφιά του έξω κόσμου, τα χρώματα, είσαι στο σκοτάδι ή στο ημίφως. Στέκεις πέρα από τη δικαιοδοσία του φωτός. Γίνεσαι ακόμη μια σκιά μέσα στις σκιές. Εκεί μέσα είναι το εσωτερικό της Γης, από την υλική άποψη, και εκεί είναι το υποσυνείδητο και ασυνείδητο της Γης, από πνευματική άποψη. Κατεβαίνεις εκεί μέσα, εκεί κάτω, και ταυτόχρονα είναι σαν να κατεβαίνεις μέσα στον εαυτό σου, σαν να μπαίνεις μέσα στον εαυτό σου.

Μένεις εκεί, κάνεις το γνώθι σ’ εαυτόν, είσαι μόνος σου, εσύ και το σκοτάδι, στα σωθικά της Μητέρας Γης (η οποία είναι κούφια, αυτό είναι το μεγάλο μυστικό της), μένεις σε έναν χώρο απρόσιτο, προφυλαγμένο, άγνωστο, οχυρό. Δεν σε βλέπει κανένας και δεν θα σε ψάξει κανένας, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτε από κανέναν, είσαι μόνος σου, εκεί κάτω, εσύ και ο εαυτός σου. Έχεις αφήσει έξω από το σπήλαιο τον γνώριμο εαυτό σου και την επιβεβαίωσή του από τον κόσμο –ό,τι ξέρεις και ό,τι είσαι– έχεις αφήσει για λίγο τη γνώριμη συνείδησή σου, και είσαι εκεί μέσα, χωρίς αντανακλάσεις και επιβεβαιώσεις, ολομόναχος, κάτω από τον κόσμο, στον υπόκοσμο.

Απομακρύνεσαι εκεί μέσα, βαδίζεις όλο και πιο βαθιά, με κάθε βήμα αφήνεις όλο και πιο πίσω σου τον γνωστό κόσμο, κι οι μόνες σου αποσκευές είναι τα ίδια σου τα περιεχόμενα, η μνήμη σου και η ψυχή σου και οι σκέψεις σου και η φαντασία σου. Κι εσύ, τότε, έχεις γίνει περιεχόμενο, περιέχεσαι –μαζί με όλα σου τα περιεχόμενα– μέσα σε αυτήν την κρυφή παρένθεση του κόσμου. Είναι η τέλεια παραβολή και προβολή, αν μείνεις εκεί, είσαι ένα με τον πλανήτη, είσαι μέσα του και είσαι μέσα σου…

Αν κλείσεις τον φακό σου, κάθεσαι στο απόλυτο σκοτάδι, αν μείνεις σιωπηλός, κάθεσαι στην απόλυτη σιωπή. Μένεις εκεί για απροσδιόριστο χρόνο, εσύ και οι σκέψεις σου. Σχεδόν αμέσως, οι σκέψεις σου αρχίζουν να εικονοποιούνται στο σκοτάδι, γίνεσαι μια συνειδησιακή μηχανή προβολής. Αρχίζεις να βλέπεις πράγματα. Είσαι μέσα εκεί και βλέπεις μέσα σου. Άραγε, τι θα έρθει να σε συναντήσει μέσα στην απομόνωσή σου; Αν είσαι ο κατάλληλος άνθρωπος στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή, μπορείς να επικοινωνήσεις με ολόκληρο το Σύμπαν. Δεν είσαι μόνος σου…

Μπορείς να ξαπλώσεις, να γαληνεύσεις, να παραδοθείς για λίγο. Μπορείς να αφήσεις το σώμα σου εκεί κάτω, όπου θα είναι προφυλαγμένο και κρυφό, να αφήσεις τον εαυτό σου και να βγεις έξω από αυτόν, αντικρίζοντας την ψυχή σου και τον κόσμο των ιδεών. Μπορείς να αφήσεις εκεί το σώμα σου και να βγεις απ’ αυτό, να φύγεις, προς τα κάτω, ακόμη πιο βαθιά, προς τον Άδη… Με αυτές σου τις κινήσεις και τις προθέσεις, βρίσκεσαι στα σύνορα των δύο κόσμων, ακριβώς πάνω στα όρια, έτοιμος να τα ξεπεράσεις.

Βρίσκεσαι στο Κατώφλι. Και είσαι έτοιμος να υπερβείς τον εαυτό σου. Ο εαυτός σου δεν πρόκειται να σε αφήσει να το κάνεις τόσο εύκολα. Πρέπει να τον αντιμετωπίσεις, είναι σαν να πρέπει να δώσεις μια μάχη μαζί του, να εξαγνιστείς για να συνεχιστεί αυτή η διαδικασία υπέρβασης και απόδρασης. Πρέπει να αντικρίσεις τον παλιό σου εαυτό, σε όλες του τις κρυφές μορφές, να μονομαχήσεις μαζί του, να τον ξεπεράσεις. Τότε είναι που έρχονται οι τρόμοι και οι δαίμονες, τους βλέπεις μπροστά σου και τους νιώθεις γύρω σου, πρέπει να είσαι πολύ γενναίος και μελετημένος και αποφασισμένος για να το αντέξεις.

Αυτή είναι η πανάρχαια διαδικασία.
Από πού έρχονται οι δαίμονες; Από μέσα σου ή από τον Άδη; Δεν έχει σημασία, εκεί, μέσα στο σκοτάδι στο εσωτερικό της Γης, είναι το ίδιο. Είναι καλοί ή κακοί; Θέλουν να σε αφανίσουν ή να σε τρέψουν σε φυγή, ή θέλουν να σε βοηθήσουν και να σε λυτρώσουν; Εξαρτάται από τον άνθρωπο, αυτό που έχεις μέσα σου τώρα το έχεις μπροστά σου, ανάλογα ανταποκρίνεται το σύστημα. Ή θα γίνεις αποδεκτός και θα έχεις βοήθεια, ή θα είσαι ανεπιθύμητος και θα πρέπει να πολεμήσεις, να αποδείξεις την αξία σου. Η μάχη γίνεται με τον ίδιο τον εαυτό.

Εκεί που βρίσκεσαι, αυτός είναι ο Ένοικος στο Κατώφλι. Είναι ο φρουρός, ο θυρωρός. Αν είσαι καλεσμένος τον χαιρετάς και τότε σου ανοίγει την πόρτα, αν είσαι απρόσκλητος σου την κλείνει και πρέπει να τον νικήσεις για να την ανοίξεις. Όλοι σου οι μεγαλύτεροι εφιάλτες είναι οι φρουροί της πύλης. Και πρέπει να θυμάσαι, αν και είναι δύσκολο, ότι είναι ακριβώς αυτό, εφιάλτες, όνειρα, αντικατοπτρισμοί. Αν δεν παρασυρθείς τελείως στο ασυνείδητό σου, και αντιμετωπίσεις συνειδητά τη διαδικασία, τότε αρχίζεις να τους χειρίζεσαι, αρχίζεις να νικάς στη μονομαχία. Γίνεσαι εσύ ο ένοικος στο κατώφλι, μπορείς να το διασχίσεις. Πολλά θα συμβούν. Είναι αλήθεια; Είναι ψέματα;

Είναι αντικειμενική πραγματικότητα; Είναι υποκειμενική πραγματικότητα, φαντασία; Είναι ύλη; Είναι πνεύμα; Τίποτε απ’ όλα αυτά και όλα αυτά μαζί. Είσαι πέρα από τη διπολικότητα της επιφανειακής αντίληψης. Είναι κάτι τρίτο, ενδιάμεσο, αυτό είναι η «Μέση Οδός». Γι’ αυτό λέμε ότι είσαι στο Κατώφλι, ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε ύλη ούτε πνεύμα, ούτε αντικείμενο ούτε υποκείμενο, ούτε αληθινή εμπειρία ούτε φαντασία. Κάτι ανάμεσα, κάτι άλλο.

Όλα τα μυστικά του κόσμου (δηλαδή του εαυτού σου, διότι εσύ είσαι ο κόσμος) θα σου αποκαλυφθούν. Το παρελθόν, το μέλλον, το πεπρωμένο σου, η ψυχή, ο κόσμος, η θέα (ή θεά), όλη η εποπτεία της προσωπικής σου κατάστασης και όλα τα μηνύματα που έρχονται από αλλού μόνο για σένα, που είναι εσύ. Στο κρίσιμο σημείο, ολόκληρη η ζωή σου ίσως περάσει μπροστά από τα μάτια σου (όπως συμβαίνει με τους πνιγμένους), αυτό είναι ένα ψυχο-σινεμά, κι εσύ εκεί μέσα είναι σαν να βρίσκεσαι μέσα σε μία φωτογραφική κάμερα, εκεί όπου εντυπώνονται τα αρνητικά των εικόνων, της ζωής. Αυτές είναι οι σκιές του σπηλαίου, το αρνητικό του φωτός.

Κι αυτή είναι η «ζωή εν τάφω», γιατί εκεί μέσα δεν είσαι ούτε ζωντανός ούτε νεκρός, είσαι νεκροζώντανος. Αυτό έκαναν οι ασκητές που απομονώνονταν στις σπηλιές και μονώνονταν από τον κόσμο, αναζητώντας το «άκτιστο φως», αυτό έκαναν τα χθόνια μαντεία, τα Ελευσίνια Μυστήρια, κλπ, γι’ αυτό αυτά τα μέρη χαρακτηρίζονται ιερά, δηλαδή μυστικά, αυτό κάνουν οι μύστες, αυτό είναι η μύηση, αυτό είναι η δύση και η κατάδυση, γι’ αυτό και οι χώρες των νεκρών είναι οι Χώρες της Δύσης, γι’ αυτό και ο παράδεισος είναι ένα μέρος παρά τη δύση.

Και αυτή είναι η λεγόμενη Αναγέννηση…
Εκεί μέσα, εκεί κάτω, μπορείς να ακούσεις τα τραγούδια που έρχονται από αλλού (μέσα από ένα σύστημα που θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε Panasonic), μπορείς να νιώσεις τον «πανικό» και να δεις τον Πάνα, το Παν, τη θέα του μεγάλου θεού Πάνα, τη θέα της Παναγίας, της Πανγαίας, την Πανάκεια, και να νιώσεις την Πάνδροσο, να φιλτραριστείς από τη δύναμη Βριλ, να εξαγνιστείς και να γίνεις Πανάγαθος. Να γίνεις ένα με τη Φιλοσοφική Λίθο.

Εκεί, στο εσωτερικό, εκεί που είσαι ξαπλωμένος μπροστά στον τρόμο του κενού, μεταμορφώνεσαι για λίγο σε έμβρυο, και βρίσκεσαι μέσα στη μήτρα. Όταν θα φύγεις, όταν θα αρχίσεις να βαδίζεις προς τα έξω, και θα αρχίσεις να αφήνεις πίσω σου τον Κόσμο των Σκιών, βαδίζοντας προς το «φως στην άκρη του τούνελ», άραγε, ζεις μια εξομοίωση του θανάτου και των επιθανάτιων εμπειριών, ή μια εξομοίωση της γέννησης; Τί είναι η έξοδός σου;

Όσο πλησιάζεις προς το φως, μετά από απροσδιόριστο χρόνο εκεί μέσα, βλέπεις το φωτεινό άνοιγμα να μεγαλώνει, στην αρχή είναι μια κουκίδα φωτός και έπειτα μία φωτεινή πύλη. Και βγαίνεις έξω στον κόσμο, δεν είσαι πια εσωτεριστής, γίνεσαι εξωτεριστής. Ο κόσμος σε καλωσορίζει με μία ανεπανάληπτη αίσθηση, αξέχαστη και ανεξίτηλη για όλη σου τη ζωή. Βλέπεις τα χρώματα, το φως, βλέπεις τη φύση όπως είναι στ’ αλήθεια, ήταν σαν να κοιμόσουν και να βλέπεις ένα όνειρο, αλλά είναι όλοι οι άλλοι που κοιμούνται.

Γι’ αυτό, στον κατάλληλο χρόνο πρέπει να φύγεις από εκεί μέσα, από το Κατώφλι, αλλιώς θα παρασυρθείς προς τον Άδη. Πρέπει να βγεις έξω, επάνω. Επιπλέον, αν μείνεις εκεί κάτω θα σε αφομοιώσει το σπήλαιο, θα γίνεις ένα με τα βράχια και τους σταλακτίτες, όπως έγιναν οι σκελετοί που βρίσκουν οι παλαιοντολόγοι. Θα απολιθωθείς. Εκεί είναι ο τόπος της απολίθωσης. Θα γίνεις η μούμια του εαυτού σου. Ένα είδωλο. Γιατί εκεί μπορεί να ξεχαστείς. Να ξεχάσεις τον κόσμο, τον εαυτό σου, να κοιμηθείς, να παρασυρθείς, να μην ξυπνήσεις ποτέ ή για πολύ καιρό, όπως κοιμήθηκαν οι επτά νέοι της Εφέσου ή ο Ριπ Βαν Ουίνκλ.

Οι σκέψεις σου και τα οράματά σου θα αποτυπωθούν στο σπήλαιο, όπως στο αρνητικό μιας φωτογραφίας, θα δημιουργήσουν simulacra με τους σταλαγμίτες, θα αφήσεις κάτι από σένα πίσω εκεί στο βασίλειο των αντικατοπτρισμών. Εκείνο το σπήλαιο θα είναι μια αναπαράσταση του ψυχικού σου κόσμου, κι ίσως η σκιά σου να παραμείνει εκεί, στο Κατώφλι.

Ναι, αν υπάρχει κάτι κρυφό στον κόσμο, θα πρέπει να είναι εκεί μέσα, εκεί είναι το κρησφύγετο του. Αυτός είναι ο Ένοικος στο Κατώφλι του Κόσμου. Στο Κατώφλι ανάμεσα στους κόσμους. Το Άγνωστο σε περιμένει εκεί κάτω, και ξέρει το όνομά σου…

Ηράκλειτος ο «Σκοτεινός»

Ηράκλειτος: «ερεύνησα τον εαυτό μου»

· Όταν κάποτε ρώτησαν τον Ηράκλειτο πώς γνωρίζει όσα γνωρίζει απάντησε: «ερεύνησα τον εαυτό μου».

· Εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως ο φιλόσοφος μας παροτρύνει να ερευνούμε τον εαυτό μας;

· Κάτι παρόμοιο δείχνει να περικλείει και το θρυλικό «γνώθι σ’ αυτόν». Τι συμβαίνει εδώ;

· Από τις απαρχές άραγε του φιλοσοφικού στοχασμού της ελληνικής αρχαιότητας μέχρι τις μεγάλες στιγμές της αττικής φιλοσοφίας και από εκεί ως τους καιρούς μας η έρευνα του εαυτού και η γνώση του προβάλλεται ως η θεραπεία της ανθρώπινης ύπαρξης;

· Το «ερεύνησα τον εαυτό μου» ο φιλόσοφος το κατανοεί ως μια στροφή προς τα ένδον για να σκεφτεί την ανθρώπινη αλλαγή. Μέσα από τη στροαφή αυτή μπορεί κανείς να διανοίγεται στο καθολικό και να μην χάνεται μέσα στο ιδιωτικό.

· Την ανθρώπινη αλλαγή θέλει να πετύχει και προς τούτο βλέπει μία μόνο δυνατότητα: την απαλλαγή του λογισμού από τη δολιότητα και τη στεγνότητα του υπολογισμού.

· Με σημερινούς όρους, η δολιότητα αυτή συναντάται στην υπολογιστική σκέψη ατόμων, ομάδων ή θεσμισμένων συνόλων που θεωρητικά επαγγέλλονται κοινωνικές αλλαγές, αλλά στην πράξη ορέγονται την εδραίωση της δικής τους εξουσίας: η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα.

· Σε αντίθεση με αυτές τις φενακισμένες συνειδήσεις, ο Ηράκλειτος με το ερεύνησα τον εαυτό μου μας παρωθεί ή καλύτερα μας υποκινεί να ερευνάμε μέσα μας τη γνώση και το μέτρο.

· Ενόσω παρακολουθούμε και ακολουθούμε αυτόν τον υποκινητή, μπορούμε να διεκδικούμε μορφές ζωής, που δεν θα παραπαίουν στα μετανεωτερικά απόβλητα αλλά πίσω από την απατηλή σχέση του Ηθικού και του Πολιτικού θα αναζητούν τις αρχές μιας αυθεντικής σχέσης ήθους και πολιτικής. Ο Ηράκλειτος τις απεικονίζει ως εξής:

· Προσωποποίηση του ήθους: ο άνθρωπος, ως εμ-πρόσωπο και αυτο-διερευνώμενο ον, φέρει ο ίδιος την ευθύνη των επιλογών του μέσα στον περίκοσμο της μαζικής συμπεριφοράς.

· Εναρμόνιση ήθους και «ξυνού λόγου»: Ανάλογα με την ενόραση και μετοχή στον «ξυνόν λόγον», ο άνθρωπος αποκτά γνώση του κόσμου και του τρόπου λειτουργίας του τελευταίου. Αυτή η γνώση του επιτρέπει να καθορίζει ο ίδιος τη μοίρα του, τη δημόσια-πολιτική του στάση, την ευτυχία ή τη δυστυχία του.

· Ο «ξυνός λόγος [=κοινός λόγος]» ως μέτρο της Ηθικής και της Πολιτικής: όσα συνυφαίνονται με την θεωρία και την πράξη του ανθρώπου –κοινωνική τάξη, νόμοι της πολιτείας, κοινωνική και πολιτική συμπεριφορά κ.λπ.– τελούν σε ομο-λογία με τα περιεχόμενα του Λόγου.

· Ελευθερία της βούλησης και αυτονομία σκέψης: ηθικό χρέος και ανώτερη-ανεξάρτητη σκέψη διέπουν την περι-ουσία των αρίστων σε σοφία και αρετή.

· Η περι-ουσία των αρίστων ως οντολογική προσήλωση στο ποιόν: καταδίκη της υπεροψίας, γνώση και διάγνωση των ορίων του ανθρώπου, πνευματική εγρήγορση και κριτική σκέψη, κοινωνική δικαιοσύνη και ευαισθησία στη χρήση ή κατανομή του πλούτου, ισοπολιτεία και δυναμική συνύπαρξη των εναντίων, υπεύθυνος χειρισμός των δημοσίων πραγμάτων, καταπολέμηση της δεισιδαιμονίας και της αμάθειας του λαού, προσανατολισμός του στο ορθό και αληθινό, υπεράσπιση των νόμων της πόλεως. 

· Η πολιτική ζωή ως χειραφέτηση: η ένταξη του ανθρώπου σε μια ζωή της δυνατότητας και της δύναμης.

· Ζωή της δυνατότητας ως το αείζωον πυρ που καθιστά τη σκέψη πύρινη· και ζωή της δύναμης ως μεταστοιχείωση της σκέψης σε κατευθυντήρια δύναμη του κόσμου.

Φιλοσοφία της επικοινωνίας

Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΗΜΕΡΑ

1. Πώς ορίζεται η επικοινωνία;

Είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να ανταλλάσσει αποτελεσματικά και συστηματικά πληροφορίες. Η ανταλλαγή αυτή απαιτεί τέχνη κατά τη χρήση του λόγου και ολοκληρώνεται με την επίτευξη μιας αμοιβαίας κατανόησης ανάμεσα σε δύο πλευρές: άτομα ή ομάδες ή κοινότητες ή κράτη κ.λπ.
Γενικώς η επικοινωνία είναι μια σύνθετη διαδικασία, η οποία δεν ορίζεται δια μιας. Κατά τη διαδικασία αυτή λαμβάνουν χώρα πολλοί παράγοντες:

–Κοινή βάση συζήτησης ή ένα κοινό πεδίο γνώσης.
–Ικανότητα χειρισμού του λόγου.
–Αλληλοκατανόηση και αντικειμενική αξιολόγηση του συνομιλητή και των συνθηκών συζήτησης.
–Παρακολούθηση της επιχειρηματολογίας του άλλου και ανάλογη διείσδυση στις προθέσεις και στις θέσεις του.
–Υπάρχει πάντοτε σαφής στόχος με συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ένα ορισμένο φυσικό, κοινωνικό, πολιτισμικό περιβάλλον και οι εκάστοτε ανάγκες.

· Η επικοινωνία είναι μια κατ’ εξοχήν κοινωνική πράξη, η οποία συνδέεται με υποκειμενικά νοήματα, συναισθήματα, σκέψεις των εμπλεκομένων πλευρών, αλλά εκφράζει και αντικειμενική σχέση ανθρώπων, ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις τους ή τις ιδεολογίες τους.

2. Μορφές επικοινωνίας:

   Οι μορφές επικοινωνίας δεν εξαντλούνται σε αυτές που αναφέρονται στη συνέχεια. Απλώς συζητούνται ορισμένες που συνδέονται κυρίως με κοινωνικοπολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές καταστάσεις ή εμπειρίες του σημερινού ανθρώπου.

2.1 Μαζική επικοινωνία:

· Η μαζική επικοινωνία συνδέεται με την πραγματικότητα των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας (Μ.Μ.Ε.). Πρόκειται για μια δημόσια επικοινωνία, η οποία χάρη στα Μ.Μ.Ε. εξαπλώνεται εύκολα και σε μεγάλη έκταση.
· Μια τέτοια επικοινωνία δεν προορίζεται μόνο να πληροφορεί, αν και ξεκινά από την ανάγκη της πληροφόρησης, αλλά και να προσφέρει ένα είδος κοινωνικοποίησης, όχι σπάνια κατευθυνόμενης, μια πολυσύνθετη μορφή αγωγής σε βάθος χρόνου και σε έκταση χώρου.
· Η μαζική επικοινωνία απευθύνεται κυρίως σε ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων, ανώνυμο ή επώνυμο, και προσφέρει ελάχιστες δυνατότητες για μια αυθεντικά διαλογική συζήτηση.
· Γίνεται κυρίως με τη βοήθεια ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, απέναντι στα οποία στέκεται μια περιστασιακή ομάδα ή κοινότητα ανθρώπων. Αυτοί οι άνθρωποι δέχονται μηνύματα, στα οποία μπορούν ή δεν μπορούν να απαντήσουν άμεσα ή έμμεσα. Π.χ. μπορούν, εάν πρόκειται για μηνύματα μέσω διαδικτύου, δεν μπορούν, αν πρόκειται για μηνύματα μέσω τηλεόρασης ή ραδιοφώνου κ.λπ.
· Ουσιαστικά η μαζική επικοινωνία κατευθύνεται από τα Μ.Μ.Ε., γι’ αυτό και δεν μπορεί πάντοτε να προσφέρει μια αντικειμενική εικόνα στο κοινό. Διαμορφώνεται έτσι μια μάζα που ακροάται, ένα ανώνυμο και απρόσωπο κοινό, που αναπαράγει με τη μέθοδο της διάδοσης ή του ψιθύρου ή της καθημερινής κουβέντας ό,τι προσλαμβάνει από τα Μ.Μ.Ε.
· Η μαζική επικοινωνία, εφόσον είναι κατευθυνόμενη, κατασκευάζει την κοινή γνώμη: καθορίζει τον γλωσσικό της κώδικα, παρέχει ελεγχόμενες ή επιλεγμένες πληροφορίες, αποτείνεται πολλές φορές στο ένστιχτο και όχι στη λογική της μάζας, υπαγορεύει συμπεριφορές, ενσταλάζει ενδιαφέροντα με βάση μεγάλα συμφέροντα, δημιουργεί ανάλογη ψυχολογία της μάζας.

2.2 Επικοινωνία στην αγορά εργασίας:

· Η επικοινωνία παίζει σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της αγοράς εργασίας. Συντονίζει τις προσπάθειες για παροχή πληροφοριών σχετικά με θέσεις εργασίας, σχετικά με το είδος και την ψυχολογία των στελεχών μιας επιχείρησης ή ενός οργανισμού.
· Εδώ εντάσσεται και η επικοινωνία μέσα σε μια επιχείρηση ή σε ένα οργανισμό: μια τέτοια επικοινωνία γίνεται είτε με μηνύματα είτε με γραπτό ή έντυπο λόγο ή και προφορικά.
· Οι διαδικασίες επικοινωνίας, που αφορούν σε έναν οργανισμό ή επιχείρηση, δεν επηρεάζονται μόνο από το μήνυμα που εκπέμπει ο πομπός, δηλαδή η επιχείρηση ή ο οργανισμός, αλλά κυρίως από την εικόνα που έχει ο δέκτης, ας πούμε η κοινή γνώμη, οι εργαζόμενοι του εν λόγω οργανισμού.
· Βασικό στοιχείο σε κάθε μορφή επικοινωνίας είναι πώς δέχεται ο δέκτης το μήνυμα. Το πώς το δέχεται εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, κυριότεροι των οποίων είναι οι ακόλουθοι:

   -ο βαθμός αυτογνωσίας και παιδείας του ατόμου επιτρέπει να κατανοεί πιο αντικειμενικά και κριτικά.
  -η εμπειρία συνδυασμένη με θεωρητική γνώση διαμορφώνει ένα κατάλληλο ή όχι πλαίσιο για να επεξεργαστεί κανείς αυτό που δέχεται.
   -η ικανότητα ερμηνείας και κατανόησης του άλλου.
   -Το πολιτισμικό και κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο μεγαλώνει και ζει το άτομο.
   -Η ψυχολογική κατάσταση του υποκειμένου τη στιγμή ή το χρόνο που δέχεται το μήνυμα.
   -Ο τρόπος σκέψης και η στάση ζωής του κάθε ανθρώπου.
   -Οι γενικότερες ιδέες ή κοσμοαντιλήψεις που κυριαρχούν σε μια εποχή και επηρεάζουν την πλειονότητα της κοινωνίας.

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ - Κατὰ Κτησιφῶντος (1-8)

Για την αφορμή της διαμάχης μεταξύ Δημοσθένη και Αισχίνη και για το γενικότερο πλαίσιο βλ. τον λόγο του Δημοσθένη Περὶ τοῦ στεφάνου.

Ο Αισχίνης προσέβαλε την πρόταση του Κτησιφώντα να στεφανωθεί ο Δημοσθένης στο θέατρο του Διονύσου με χρυσό στεφάνι για τυπικούς και ουσιαστικούς λόγους, αλλά ηττήθηκε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα και να περάσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στη Μικρά Ασία και στη Ρόδο, όπου παραδίδεται ότι δίδασκε ρητορική.

Στα κείμενα ο ρήτορας επιχειρεί να αποδείξει ότι ο Δημοσθένης, παρά τις περί του αντιθέτου απόψεις, δεν είναι δημοτικός (φιλόδημος, "δημοκρατικός"). Με τρόπο αρκετά σχηματοποιημένο ο Αισχίνης αναφέρει ένα-ένα τα χαρακτηριστικά του δημοτικοῦ και υποστηρίζει ότι στην περίπτωση του Δημοσθένη αυτά δεν υπάρχουν.

---------------------
[1] Τὴν μὲν παρασκευὴν ὁρᾶτε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ τὴν παράταξιν ὅση γεγένηται, καὶ τὰς κατὰ τὴν ἀγορὰν δεήσεις, αἷς κέχρηνταί τινες ὑπὲρ τοῦ τὰ μέτρια καὶ τὰ συνήθη μὴ γίγνεσθαι ἐν τῇ πόλει· ἐγὼ δὲ πεπιστευκὼς ἥκω πρῶτον μὲν τοῖς θεοῖς, δεύτερον δὲ τοῖς νόμοις καὶ ὑμῖν, ἡγούμενος οὐδεμίαν παρασκευὴν μεῖζον ἰσχύειν παρ᾽ ὑμῖν τῶν νόμων καὶ τῶν δικαίων.

[2] Ἐβουλόμην μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ τὴν βουλὴν τοὺς πεντακοσίους καὶ τὰς ἐκκλησίας ὑπὸ τῶν ἐφεστηκότων ὀρθῶς διοικεῖσθαι, καὶ τοὺς νόμους οὓς ἐνομοθέτησεν ὁ Σόλων περὶ τῆς τῶν ῥητόρων εὐκοσμίας ἰσχύειν, ἵνα ἐξῆν πρῶτον μὲν τῷ πρεσβυτάτῳ τῶν πολιτῶν, ὥσπερ οἱ νόμοι προστάττουσι, σωφρόνως ἐπὶ τὸ βῆμα παρελθόντι ἄνευ θορύβου καὶ ταραχῆς ἐξ ἐμπειρίας τὰ βέλτιστα τῇ πόλει συμβουλεύειν, δεύτερον δ᾽ ἤδη καὶ τῶν ἄλλων πολιτῶν τὸν βουλόμενον καθ᾽ ἡλικίαν χωρὶς καὶ ἐν μέρει περὶ ἑκάστου γνώμην ἀποφαίνεσθαι· οὕτω γὰρ ἄν μοι δοκεῖ ἥ τε πόλις ἄριστα διοικεῖσθαι, αἵ τε κρίσεις ἐλάχισται γίγνεσθαι.

[3] Ἐπειδὴ δὲ πάντα τὰ πρότερον ὡμολογημένα καλῶς ἔχειν νυνὶ καταλέλυται, καὶ γράφουσί τε τινὲς ῥᾳδίως παρανόμους γνώμας, καὶ ταῦτα ἕτεροί τινες τὰ ψηφίσματα ἐπιψηφίζουσιν, οὐκ ἐκ τοῦ δικαιοτάτου τρόπου λαχόντες προεδρεύειν, ἀλλ᾽ ἐκ παρασκευῆς καθεζόμενοι, ἂν δέ τις τῶν ἄλλων βουλευτῶν ὄντως λάχῃ κληρούμενος προεδρεύειν, καὶ τὰς ὑμετέρας χειροτονίας ὀρθῶς ἀναγορεύῃ, τοῦτον οἱ τὴν πολιτείαν οὐκέτι κοινήν, ἀλλ᾽ ἤδη ἰδίαν αὑτῶν ἡγούμενοι, ἀπειλοῦσιν εἰσαγγελεῖν, καταδουλούμενοι τοὺς ἰδιώτας καὶ δυναστείας ἑαυτοῖς περιποιούμενοι,

[4] καὶ τὰς κρίσεις τὰς μὲν ἐκ τῶν νόμων καταλελύκασι, τὰς δ᾽ ἐκ τῶν ψηφισμάτων μετ᾽ ὀργῆς κρίνουσιν, σεσίγηται μὲν τὸ κάλλιστον καὶ σωφρονέστατον κήρυγμα τῶν ἐν τῇ πόλει· «τίς ἀγορεύειν βούλεται τῶν ὑπὲρ πεντήκοντα ἔτη γεγονότων, καὶ πάλιν ἐν μέρει τῶν ἄλλων Ἀθηναίων;» τῆς δὲ τῶν ῥητόρων ἀκοσμίας οὐκέτι κρατεῖν δύνανται οὔθ᾽ οἱ νόμοι οὔθ᾽ οἱ πρυτάνεις οὔθ᾽ οἱ πρόεδροι οὔθ᾽ ἡ προεδρεύουσα φυλή, τὸ δέκατον μέρος τῆς πόλεως.

[5] Τούτων δ᾽ ἐχόντων οὕτως, καὶ τῶν καιρῶν ὄντων τῇ πόλει τοιούτων ὁποίους τινὰς αὐτοὺς ὑμεῖς ὑπολαμβάνετε εἶναι, ἓν ὑπολείπεται μέρος τῆς πολιτείας, εἴ τι κἀγὼ τυγχάνω γιγνώσκων, αἱ τῶν παρανόμων γραφαί. Εἰ δὲ καὶ ταύτας καταλύσετε ἢ τοῖς καταλύουσιν ἐπιτρέψετε, προλέγω ὑμῖν ὅτι λήσετε κατὰ μικρὸν τῆς πολιτείας τισὶ παραχωρήσαντες.

[6] Εὖ γὰρ ἴστε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅτι τρεῖς εἰσὶ πολιτεῖαι παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις, τυραννὶς καὶ ὀλιγαρχία καὶ δημοκρατία, διοικοῦνται δ᾽ αἱ μὲν τυραννίδες καὶ ὀλιγαρχίαι τοῖς τρόποις τῶν ἐφεστηκότων, αἱ δὲ πόλεις αἱ δημοκρατούμεναι τοῖς νόμοις τοῖς κειμένοις. Μηδεὶς οὖν ὑμῶν τοῦτ᾽ ἀγνοείτω, ἀλλὰ σαφῶς ἕκαστος ἐπιστάσθω ὅτι ὅταν εἰσίῃ εἰς δικαστήριον γραφὴν παρανόμων δικάσων, ἐν ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ μέλλει τὴν ψῆφον φέρειν περὶ τῆς ἑαυτοῦ παρρησίας. Διόπερ καὶ ὁ νομοθέτης τοῦτο πρῶτον ἔταξεν ἐν τῷ τῶν δικαστῶν ὅρκῳ, «ψηφιοῦμαι κατὰ τοὺς νόμους,» ἐκεῖνό γε εὖ εἰδὼς ὅτι ὅταν διατηρηθῶσιν οἱ νόμοι τῇ πόλει, σῴζεται καὶ ἡ δημοκρατία.

[7] Ἃ χρὴ διαμνημονεύοντας ὑμᾶς μισεῖν τοὺς τὰ παράνομα γράφοντας, καὶ μηδὲν ἡγεῖσθαι μικρὸν εἶναι τῶν τοιούτων ἀδικημάτων, ἀλλ᾽ ἕκαστον ὑπερμέγεθες, καὶ τοῦθ᾽ ὑμῶν τὸ δίκαιον μηδένα ‹ἐᾶν› ἀνθρώπων ἐξαιρεῖσθαι, μήτε τὰς τῶν στρατηγῶν συνηγορίας, οἳ ἐπὶ πολὺν ἤδη χρόνον συνεργοῦντές τισι τῶν ῥητόρων λυμαίνονται τὴν πολιτείαν, μήτε τὰς τῶν ξένων δεήσεις, οὓς ἀναβιβαζόμενοί τινες ἐκφεύγουσιν ἐκ τῶν δικαστηρίων, παράνομον πολιτείαν πολιτευόμενοι· ἀλλ᾽ ὥσπερ ἂν ὑμῶν ἕκαστος αἰσχυνθείη τὴν τάξιν λιπεῖν, ἣν ἂν ταχθῇ ἐν τῷ πολέμῳ, οὕτω καὶ νῦν αἰσχύνθητε ἐκλιπεῖν τὴν τάξιν ἣν τέταχθε ὑπὸ τῶν νόμων φύλακες τῆς δημοκρατίας τήνδε τὴν ἡμέραν.

[8] Κἀκεῖνο δὲ χρὴ διαμνημονεύειν, ὅτι νυνὶ πάντες οἱ πολῖται παρακαταθέμενοι τὴν πόλιν ὑμῖν καὶ τὴν πολιτείαν διαπιστεύσαντες, οἱ μὲν πάρεισι καὶ ἐπακούουσι τῆσδε τῆς κρίσεως, οἱ δὲ ἄπεισιν ἐπὶ τῶν ἰδίων ἔργων· οὓς αἰσχυνόμενοι καὶ τῶν ὅρκων οὓς ὠμόσατε μεμνημένοι καὶ τῶν νόμων, ἐὰν ἐξελέγξω Κτησιφῶντα καὶ παράνομα γεγραφότα καὶ ψευδῆ καὶ ἀσύμφορα τῇ πόλει, λύετε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὰς παρανόμους γνώμας, βεβαιοῦτε τῇ πόλει τὴν δημοκρατίαν, κολάζετε τοὺς ὑπεναντίως τοῖς νόμοις καὶ τῷ συμφέροντι τῷ ὑμετέρῳ πολιτευομένους. Κἂν ταύτην ἔχοντες τὴν διάνοιαν ἀκούητε τῶν μελλόντων ῥηθήσεσθαι λόγων, εὖ οἶδ᾽ ὅτι καὶ δίκαια καὶ εὔορκα καὶ συμφέροντα ὑμῖν αὐτοῖς ψηφιεῖσθε καὶ πάσῃ τῇ πόλει.

***
[1] Πολίτες Αθηναίοι, βλέπετε σε ποιο βαθμό είναι οργανωμένοι οι πολιτικοί μου αντίπαλοι και πόση δύναμη έχουν παρατάξει. Βλέπετε επίσης και τις παρακλήσεις στην αγορά, που έχουν καθιερώσει μερικοί, προκειμένου να εμποδίσουν τη συνήθη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης στην πόλη. Εγώ όμως έχω έρθει εδώ, έχοντας εμπιστοσύνη πρωτίστως στους θεούς και κατά δεύτερο λόγο στους νόμους και σε σας, γιατί νομίζω ότι καμιά ραδιουργία δεν έχει εδώ σε σας μεγαλύτερη δύναμη από τους νόμους και τα δίκαια.

[2] Θα ευχόμουν, Αθηναίοι, οι συνεδριάσεις, τόσο της Βουλής των Πεντακοσίων όσο και της Εκκλησίας του Δήμου, να διευθύνονταν σωστά από τα προεδρεία τους και να ίσχυαν οι νόμοι που θέσπισε ο Σόλων για την ευπρεπή εμφάνιση των ομιλητών. Έτσι, θα μπορούσε να ανέβαινε στο βήμα πρώτα ο πιο ηλικιωμένος πολίτης, όπως ορίζουν οι νόμοι, με ευπρέπεια, χωρίς αποδοκιμασίες και φωνασκίες, και να έδινε με την πείρα του τις καλύτερες συμβουλές στην πόλη· στη συνέχεια, όποιος ήθελε από τους άλλους πολίτες, ο καθένας με τη σειρά του και σύμφωνα με την ηλικία του, να μπορούσε να εξέφραζε τη γνώμη του για το καθένα από τα επιμέρους ζητήματα. Με τον τρόπο αυτόν και η πόλη, κατά τη γνώμη μου, θα διοικούνταν άριστα και οι δίκες θα περιορίζονταν στο ελάχιστο.

[3] Επειδή όμως όλοι οι κανονισμοί, που παλαιότερα κατά κοινή ομολογία θεωρούνταν σωστοί, έχουν τώρα καταργηθεί, υπάρχουν κάποιοι που δεν το έχουν για τίποτε να υποβάλλουν παράνομα ψηφίσματα και κάποιοι άλλοι να τα θέτουν σε ψηφοφορία· άνθρωποι που έτυχε να προεδρεύουν όχι με νόμιμο τρόπο, αλλά που θρονιάστηκαν στη θέση αυτή με ίντριγκες· αν μάλιστα τύχει να προεδρεύει κανονικά κάποιος από τους άλλους βουλευτές και γνωστοποιεί δημόσια και κανονικά τις αποφάσεις σας, απειλείται με βαρύτατη καταγγελία από ανθρώπους που θεωρούν το πολίτευμα όχι πια κοινό κτήμα των πολιτών αλλά αποκλειστικά δικό τους. Έτσι, με την τρομοκρατία κάνουν υποχείριά τους απλούς πολίτες και αποκτούν οι ίδιοι μεγάλη πολιτική δύναμη.

[4] Επίσης, έχουν καταργήσει τις νόμιμες διαδικασίες των δικαστηρίων και κρίνουν τα ψηφίσματα με εμπάθεια. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να έχει πάψει να ακούγεται το πριν από τις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου ωραιότατο και πλέον λογικό κήρυγμα της πόλης: «Ποιος από τους άνω των πενήντα ετών πολίτης θέλει να ανεβεί στο βήμα και να μιλήσει στον λαό και κατόπιν και κάθε άλλος Αθηναίος με τη σειρά του;» Αλλά και την απρεπή εμφάνιση των ομιλητών δεν μπορούν πια να συγκρατήσουν ούτε οι νόμοι ούτε οι πρυτάνεις ούτε οι πρόεδροι ούτε η προεδρεύουσα φυλή, το ένα δέκατο της πόλης.

[5] Ενώ λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα και οι περιστάσεις για την πόλη είναι κρίσιμες, πράγμα που διαπιστώνετε και εσείς, ένας μόνο από τους θεσμούς του πολιτεύματος παραμένει σε ισχύ, αν τυχαίνει να γνωρίζω και εγώ κάτι, η δυνατότητα να καταγγέλλει κανείς αυτούς που εισηγούνται παράνομα ψηφίσματα. Αν όμως καταργήσετε και τον θεσμό αυτόν ή επιτρέψετε να κάνουν αυτό σε όσους το επιδιώκουν, σας προειδοποιώ ότι, χωρίς να το αντιληφθείτε, θα έχετε εκχωρήσει λίγο λίγο την πολιτική εξουσία σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων.

[6] Γνωρίζετε πολύ καλά, Αθηναίοι, ότι σε όλο τον κόσμο υπάρχουν τριών ειδών πολιτεύματα, το δικτατορικό, το ολιγαρχικό και το δημοκρατικό. Οι πόλεις που έχουν δικτατορικό και ολιγαρχικό καθεστώς διοικούνται σύμφωνα με τις διαθέσεις των κυβερνώντων, ενώ οι δημοκρατικές πόλεις σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Κανείς λοιπόν από σας ας μην αγνοεί αυτό, αλλά ας γνωρίζει καλά ο καθένας σας ότι, όταν μπαίνει στο δικαστήριο καταγγελία για πρόταση παράνομου ψηφίσματος, την ημέρα αυτή πρόκειται να δώσει την ψήφο του για την ελευθερία να εκφράζει τη γνώμη του. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος που ο νομοθέτης έθεσε στην αρχή του όρκου των δικαστών «θα ψηφίσω σύμφωνα με τους νόμους», επειδή γνώριζε καλά ότι, όταν εφαρμόζονται οι νόμοι, διασφαλίζεται και η δημοκρατία.

[7] Αυτά έχοντας πάντα στον νου σας, επιβάλλεται να μισείτε όσους προτείνουν παράνομα ψηφίσματα και να μη θεωρείτε ασήμαντο κανένα από αυτού του είδους τα αδικήματα· αντίθετα, να θεωρείτε το καθένα από αυτά ως την πιο σοβαρή παράβαση. Να μην επιτρέπετε σε κανέναν να σας αφαιρέσει το δικαίωμα αυτό· ούτε να αφήνετε να παρεμβαίνουν οι στρατηγοί, που εδώ και πολύν καιρό συνεργάζονται με κάποιους ρήτορες και λυμαίνονται το πολίτευμα· μήτε να επιτρέπετε τις αιτήσεις των ξένων, που κάποιοι φέρνουν εδώ και αποφεύγουν τα δικαστήρια, παρόλο που η πολιτική τους δραστηριότητα είναι παράνομη. Αλλ᾽ όπως ακριβώς ο καθένας σας θα ντρεπόταν να εγκαταλείψει τη θέση στην οποία θα τασσόταν στον πόλεμο, έτσι και τώρα ντραπείτε να εγκαταλείψετε τη θέση του θεματοφύλακα της δημοκρατίας, που σας εμπιστεύθηκαν οι νόμοι τη σημερινή ημέρα.

[8] Δεν πρέπει επίσης ποτέ να ξεχνάτε ότι σήμερα όλοι οι πολίτες έχουν παραδώσει σε σας προς φύλαξη την πόλη και σας εμπιστεύθηκαν το πολίτευμα· κάποιοι μάλιστα είναι παρόντες και παρακολουθούν τη διεξαγωγή της δίκης, κάποιοι άλλοι απουσιάζουν στις προσωπικές τους εργασίες. Αυτούς σεβόμενοι και ενθυμούμενοι τους όρκους που έχετε δώσει και τους νόμους, εάν αποδείξω ότι ο Κτησιφών υπέβαλε ψήφισμα παράνομο, αντίθετο προς την αλήθεια και ασύμφορο προς την πόλη, ακυρώστε, Αθηναίοι, την παράνομη αυτή εισήγηση, σταθεροποιήστε τη δημοκρατία στην πόλη και τιμωρήστε όσους αναπτύσσουν πολιτική δραστηριότητα αντίθετη προς τον νόμο, προς την πόλη και προς το συμφέρον σας. Αν ακούσετε με τέτοια διάθεση τους λόγους που πρόκειται να ειπωθούν, είμαι βέβαιος ότι η απόφασή σας θα είναι δίκαιη και σύμφωνη προς τους όρκους και τα συμφέροντα τόσο τα προσωπικά σας όσο και της πόλης στο σύνολό της.

Ο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

Ο Επίκουρος, που έζησε κι έδρασε στο δεύ­τερο ήμισυ του τετάρτου αιώνος και τις πρώτες δεκαετίες του τρίτου αιώνος προ Χριστού, γεννήθηκε στην Σάμο. όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Ήταν γιος φτωχού Αθηναίου, που είχε μεταβεί στην Σάμο ως άποικος. Ο Επίκουρος ήρθε στην Αθήνα σε ηλικία δεκαοκτώ ετών —περίπου την εποχή του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου—, προκειμένου να εκπληρώσει την στρατιωτική θητεία του και να κατοχυ­ρώσει, έτσι, την ιθαγένεια του. Μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας του πήγε στην Μικράν Ασία, για να συναντήσει την οικογένεια του, όπου είχε καταφύγει, όταν οι Αθηναίοι άποι­κοι εκδιώχθηκαν από την Σάμο. Αφού έμεινε δώδεκα περίπου χρόνια στην Μικράν Ασία, πήγε στην Μυτιλήνη, όπου ίδρυσε φιλοσοφική σχολή, και μετά στην Λάμψακο, και κατόπιν στην Αθήνα, όπου και πέθανε τελικά. Στην Αθήνα αγόρασε κι έναν κήπο, όπου συνήθιζε να διδάσκει τους μαθητές και τους οπαδούς του. οι οποίοι, για τον λόγο αυτόν, ονομάστηκαν «οι από κήπου». Η σχολή του Επίκουρου είχε τον χαρακτήρα του κοινοβίου, στο οποίο περιλαμβάνονταν δούλοι και εταίρες, μετά των οποίων ο ιδρυτής της είχε αναπτύξει μεγάλη οικειότητα και φιλία. Γενικώς, τα μέλη της σχολής δεν ησχολούντο μόνο με την σπουδή της φιλοσοφίας, αλλά προσπαθούσαν, επίσης, να δημιουργήσουν μεταξύ τους μιαν ατμόσφαιρα φιλίας, ψυχαγωγίας και τέρψης. Το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή, ώστε να κυκλοφορηθεί η φήμη ότι στον κήπο του Επίκουρου γινόντουσαν όργια —πράγμα ανακριβές, όμως.
 
        Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι η επιδίωξη της ηδονής και της τέρψης αποτε­λούσε τον βασικό άξονα της διδασκαλίας του Επίκουρου, για τον οποίον η φιλοσοφία είχε. κατά κύριον λόγο. πρακτικό χαρακτήρα. Η φιλοσοφία, όπως την όριζε ο Επίκουρος, είναι μια ενέργεια, μια διαδικασία, που, «μέσα από σκέψεις και συζητήσεις, μας οδηγεί σε μια ζωή ευδαίμονα». Βασικό συστα­τικό για την εξασφάλιση της ευτυχίας από τον άνθρωπο είναι η κάρπωση ηδονών. «Η ηδονή», έλεγε χαρακτηριστικά ο Επίκουρος, «είναι η αρχή και το τέλος της ευδαίμονος ζωής», ενώ σε άλλη ευκαιρία διετείνετο: «δεν ξέρω πώς μπορώ να εννοήσω το αγαθό, αν αφαιρέσω τις ηδονές της γεύσης και τις ηδονές της σάρκας, τις ηδονές της ακοής και της ωραίας μορφής». Ωστόσο, κατ' αντίθεσιν προς την ακραία μορφή ηδονισμού. που εισηγήθηκε ο ιδρυτής της Κυρηνάικής Σχολής. ο Αρίστιππος, ο Επίκουρος προέβαλε μια μετριοπαθέστερη αντίληψη για την αναζήτηση των ηδονών. Η ηδονή, για τον Επίκουρο, όπως και κατά τον Αρίστιππο, συνιστά, βέβαια, το ύψιστο αγαθό της ζωής του ανθρώπου. Τίποτε, όμως. κατά τον Επίκουρο, δεν εμποδίζει, ώστε να μπορεί ν' αφήνει κανείς μιαν ηδονή, που επιφυλάσσει δυσάρεστες γι' αυτόν καταστάσεις, και να προτιμήσει κάποιαν άλλη. (πιο) ανώδυνη ηδονή.    
 
        Η σωματική ηδονή, που παρέχει σε κάποιον ένα νόστιμο μεν, πλην όμως βλαβερό στην υγεία φαγητό, θα πρέπει να παραληφθεί, προκειμένου να εξασφαλίσει αυτός την ευεξία του. Δεν πρέπει, έλεγε ο Επίκουρος, να «επιδιώκομε κάθε ηδονή, αλλά ενίοτε οφείλαμε να παρακάμπταμε πολλές ηδονές, όταν τα δυσάρεστα αποτελέσματα, που προκύπτουν από αυτές, είναι περισσότερα. Πολλούς πόνους δε να τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, όταν από αυτούς προκύπτει σε μας, τελικώς, μεγαλύτερη ηδονή. Κάθε ηδονή, βέβαια, επειδή είναι κάτι το οποίον είναι οικείο στην φύση. είναι αγαθόν, αλλά δεν πρέπει να κυνηγάμε οποιαδήποτε ηδονή. Όπως ακριβώς και κάθε πόνος είναι μεν κάτι κακό, πλην όμως δεν πρέπει ν' αποφεύγαμε οιονδήποτε ανεξαιρέτως πόνο. Μέσα από την συγκριτική μέτρηση, λοιπόν, και επισκόπηση των συμφερόντων και των μη συμφερόντων πρέπει να τα κρίνομε όλα αυτά».   
 
 
 
 
 
 
 
 
Υπέρτατος σκοπός του ανθρώπου, σύμφωνα με το αξίωμα της εποχής του Επίκουρου, πρέπει να είναι η ηρεμία, η αταραξία της ψυχής του. Και τούτο μπορεί να το επιτύχει κανείς, εάν απέχει από τις σαρκικές απολαύσεις, που συνεπάγονται δυσάρεστες καταστάσεις, και αν απαλλάξει την ψυχή του από τις λύπες, την αγωνία και κάθε άλλο οχληρό συναίσθημα. Μια ηδονή είναι ηθικώς θεμιτή και πρέπει να θηρεύεται, εφόσον αποτελεί μέσον διασφάλι­σης της ψυχικής ηρεμίας του ανθρώπου.
 
        Το κριτήριο επιλογής μεταξύ των διαφόρων ηδονών, κατά τον Επίκουρο, δεν είναι, όπως ισχυρίστηκε ο Αρίστιππος, ποσοτικό, η ένταση τους. αλλά ποιο­τικό· οι ηδονές ιεραρχούνται από την φύση τους σε καλύτερες και σε χειρό­τερες και πρέπει, αναλόγως, να προτιμώνται ή ν' απορρίπτονται. Έτσι. ο Επίκουρος διακρίνει τις «καταστηματικές» από τις «κατά κίνησιν» ηδονές, θεωρώντας τις πρώτες ανώτερες από τις δεύτερες. Οι «κατά κίνησιν» ηδο­νές είναι ενεργές, δυναμικές ηδονές, υπό την έννοιαν ότι. με την κάρπωση κάθε μιας από τις ηδονές αυτές, ο άνθρωπος πληροί μιαν επιθυμία του. που. όσο δεν ικανοποιείτο, αυτός ένιωθε δυσφορία και πόνο· η ικανοποίηση της πείνας, παραδείγματος χάριν, όσο χρονικό διάστημα συντελείται, είναι μια «κατά κίνησιν» ηδονή». Η κατάσταση της ηρεμίας, όμως. που απολαμβάνει ο άνθρωπος μετά. εφόσον ικανοποιηθεί πλήρως η πείνα του. αποτελεί άλλου είδους ηδονή· πρόκειται για μια στατική, παθητική μορφή ηδονής. Αυτές τις στατικές ή παθητικές ηδονές, που παρέχουν στον άνθρωπο μιαν ισορροπία, τις χαρακτηρίζει ο Επίκουρος με τον όρο «καταστηματικές ηδονές». Ο Επίκουρος θεώρησε τις καταστηματικες ανώτερες από τις «κατά κίνησιν» ηδονές, επειδή οι καταστηματικές ηδονές μόνο μπορούν να εξασφαλίσουν στον άνθρωπο την γαλήνη, την ηρεμία, την αταραξία, την απονία. Αν, θέλο­ντας να χορτάσει κανείς την πείνα του. φάει με ασυγκράτητη βουλιμία, μπο­ρεί μεν. όσο διαρκεί η «κατά κίνησιν» ηδονή, ήγουν η ικανοποίηση της πεί­νας του, να νιώθει ευτυχισμένος, αλλά είναι πολύ πιθανόν αργότερα να προ­κληθεί τέτοια βλάβη στην υγεία του, ώστε να νιώσει, στο τέλος, δυσφορία και πόνο. Όταν, όμως. ο πεινασμένος άνθρωπος, όσο τρώει, έχει σαν στόχο την καταστηματική ηδονή, τουτέστιν να νιώσει, όταν θα ικανοποιήσει την πείνα του, την κατάσταση της ηρεμίας και της ισορροπίας, θ' αποφύγει κάθε υπερβολή που υπαγορεύει η αδηφαγία, η οποία μπορεί να τον κάνει δυστυ­χισμένο.       
    
           Έτσι. για τον Επίκουρο, επιδίωξη του συνετού ανθρώπου, για να γίνει ευτυ­χισμένος, δεν είναι το κυνήγι των ηδονών, αλλά η αποφυγή του πόνου και του άλγους. Στο συμπέρασμα αυτό φαίνεται να κατέληξε όχι μόνο γιατί, με τον τρόπο αυτό. ικανοποιείτο το αίτημα της εποχής του. που συνίστατο στην αταραξία, την γαλήνη ή την ηρεμία της ψυχής, αλλά και διότι θα πρέπει να επηρεάστηκε από την ίδια την ζωή του. Ο Επίκουρος ήταν φιλάσθενος και υπέφερε στον βίο του από τις ταλαιπωρίες με τις οποίες τον τροφοδοτούσε η κακή κατάσταση της υγείας του. Παρ' όλα αυτά, διατήρησε ακλόνητη την αισιοδοξία του πιστεύοντας ότι ακόμη και στον τροχό του βασανισμού του —όχι μόνο αυτός, αλλά και ο κάθε συνετός άνθρωπος— θα μπορούσε να γίνει ευτυχισμένος. Αρκεί ν' αποβάλει από την ζωή του την ιδέα της ριψο­κίνδυνης ευτυχίας, που υπόσχεται η παράφορη φύση των «κατά κίνησιν» ηδονών, και να περιοριστεί στην σιγουριά που συνεπάγεται ο μετρημένος χαρακτήρας των καταστηματικών ηδονών. «Να τρως λίγο από τον φόβο της δυσπεψίας», εισηγείτο στον συνάνθρωπο του. μ' έναν τρόπο που θύμιζε την περί μεσότητος θεωρία του Αριστοτέλη, «να πίνεις λίγο για να μην κακοξυ-πνήσεις, ν' αποφεύγεις την πολιτική και τον ερωτά και όλες τις βίαιες πρά­ξεις, να μην προσφέρεις ομήρους στην μοίρα αποκτώντας γυναίκα και παι­διά ... και. προ πάντων, να ζεις έτσι. ώστε ν' αποφεύγεις τον φόβο». Θα ξεπεράσει κανείς τον φόβο, όμως. εφόσον μελετήσει την φύση και κατα­λάβει ότι ο θάνατος και άλλα φαινόμενα που τον φοβίζουν, δεν είναι προϊ­όντα υπερφυσικών δυνάμεων, που καθορίζουν την μοίρα του. Η μελέτη της φύσης είναι αναγκαία, μόνον καθόσον μπορεί ν' απαλλάξει την ψυχή μας από ανόητους, κενούς, αδικαιολόγητους φόβους. «Εάν», λέει ο Επίκουρος, «δεν μας ενοχλούσαν οι φόβοι, που αναφέρονται σε ό,τι συμβαίνει στον ουρανό, και ο φόβος του θανάτου, ... δεν θα μας χρειαζόταν η ενασχόληση με τα φυσικά φαινόμενα». Για τον Επίκουρο, η φιλοσοφία και η έρευνα του φυσικού κόσμου δεν πηγάζουν, όπως ισχυρίστηκε ο Αριστοτέλης, από τον θαυμασμό και την απορία, αλλά εκπορεύονται από την ανησυχία και τον φόβο, που τυραννούν την ψυχή του ανθρώπου. Φιλοσοφούμε όχι για να ικα­νοποιήσαμε την περιέργεια μας για τα πράγματα, όπως υποστήριζε ο Αριστοτέλης, αλλά για να βοηθήσαμε τον εαυτό μας να ξεπεράσει τους φόβους, τις αγωνίες και τ' άλλα δυσάρεστα συναισθήματα μας. Ο Επίκουρος επιχείρησε να διατυπώσει μια φυσική θεωρία για τον κόσμο, που θα μπο­ρούσε ν' αναπαύσει και ν' ανακουφίσει την ψυχή του φοβισμένου και ανή­συχου ανθρώπου. Και ανεζήτησε την φυσική αυτή θεωρία στις επισημάνσεις του Δημόκριτου για τον φυσικό κόσμο.
 
        Ο Επίκουρος στην νεότητα του υπήρξε μαθητής κάποιου δασκάλου ονόματι Νυσιφάντη, οπαδού του Δημόκριτου. Όσο κι αν αργότερα μιλούσε επιτιμη­τικά για τον δάσκαλο του εκείνον, εντούτοις εμπνεύστηκε από τις ιδέες του Δημόκριτου.
 
        Πίστευε κι αυτός ότι ο φυσικός κόσμος αποτελείται από τ' άτομα, τις αδι­αίρετες ελάχιστες οντότητες της ύλης, που κινούνται μέσα στο κενό. Η κίνη­ση των ατόμων, εξαιτίας του βάρους των. είναι κάθετη, από πάνω προς τα κάτω. Περαιτέρω, ο Επίκουρος απέδιδε στ' άτομα ένα είδος ελεύθερης βού­λησης, η οποία έκανε ορισμένα από αυτά να παρεκκλίνουν από την κάθετη πτώση τους. Η παρέκκλιση των ατόμων αυτών είχε ως αποτέλεσμα την σύγκρουση τους με άλλα άτομα, από την οποία δημιουργήθηκαν οι διάφο­ροι συνδυασμοί και οι διάφορες μορφές όντων, που συγκροτούν τον φυσικό κόσμο. Η ίδια η ζωή γεννήθηκε συμπτωματικά, ύστερα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις και συνεχείς συνδυασμούς, που προκλήθηκαν από την παρέκ­κλιση των ατόμων. Δεν υπάρχει τίποτε το μυστηριώδες, καμιά υπερφυσική δύναμη πίσω από την δημιουργία της ζωής και του σύμπαντος ολόκληρου. Ακόμη και η ψυχή, που θεωρείται σαν κάτι αιθέριο, είναι, τελικώς, ένα άθροισμα σωματιδίων. «Η ψυχή», έλεγε ο Επίκουρος, «είναι σώμα που απαρτίζεται από λεπτότατης υφής μέρη».
 
        Αυτό, όταν το καταλάβαμε, μας λυτρώνει από τον φόβο και την αγωνία για το τι θα γίνει η ψυχή μας, όταν θα πεθάνομε. Μετά τον θάνατο μας, η ψυχή μας, έχοντας υλική σύσταση, διαλύεται, όπως κάθε άλλο σώμα. Κι όταν δια­λυθεί η ψυχή, θα χαθεί μαζί της, επίσης, κάθε αίσθηση που υπάρχει, όσο υπάρχει η ψυχή. Και όταν, βέβαια, δεν θα έχομε καμιάν αίσθηση και δεν θα μπορούμε να νιώσομε τίποτε ύστερα από τον θάνατο μας —ούτε λύπη ούτε πίκρα ούτε τίποτε άλλο απολύτως—, είναι καθαρή ανοησία τώρα να φοβό­μαστε και ν' αγωνιούμε για το τι θα συμβεί, και πώς θα νιώθομε για ό,τι —ανύπαρκτο, τελικώς— θα συμβεί, όταν θα πεθάναμε. «Ουδέν προς ημάς ο θάνατος» —ο θάνατος δεν έχει καμιά σχέση μαζί μας, για να νοιαζόμα­στε γι' αυτόν και να τον φοβόμαστε.
 
        Αν, όμως, ο Επίκουρος τοποθέτησε ύστερα από τον θάνατο του ανθρώπου αυτήν την κατάσταση της απάθειας, της έλλειψης βίωσης εκ μέρους του ανθρώπου κάθε μορφής συναισθήματος, όπως είναι η λύπη. η αγωνία ή ο φόβος, άλλοι φιλόσοφοι, που πρωτοεμφανίστηκαν την ίδια με αυτόν εποχή, προέβαλαν την απάθεια σαν ένα αίτημα που οφείλει να το ικανοποιήσει κανείς όσο ζει. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για τους στωικούς φιλοσόφους, οι οποίοι υπέδειξαν στους ανθρώπους ένα διαφορετικό δρόμο από εκείνον που εισηγήθηκε ο Επίκουρος, για να φτάσουν στην ευτυχία, που αποτελεί τον τελικό στόχο της ζωής των.

Από την «πόρνη Βαβυλώνα» στην «πολιτεία θεού»

Αποτέλεσμα εικόνας για św augustyn z hipponyTο διανοητικό κατασκεύασμα του Αυγουστίνου (Aurelius Augustinus, 354-430 μ.Χ.) περί της «πολιτείας θεού» (civitas dei). Εννοείται ότι όλη η πολιτική θεολογία των χριστιανών αναπτυσσόταν σε αντιπαράθεση με τον Ελληνικό Κόσμο που είχε χαρακτηριστεί ως civitas diaboli, δηλαδή «πολιτεία του διαβόλου» (Ευσέβιος Καισαρείας). Ο οποίος Αυγουστίνος (άγιος της καθολικής και της ορθόδοξης εκκλησίας) περιπλανήθηκε αρχικά σε διάφορες θρησκείες, μέχρι που συναντήθηκε με τον κρατικοποιημένο χριστιανισμό και βολεύτηκε επαγγελματικά, την εποχή που διώκονταν στρατιωτικά οι αιρετικοί και αλλόπιστοι.

Οι εκκλησιαστικοί «πατέρες» διάβαζαν τα κείμενα των ευαγγελίων και των επιστολών του Παύλου και δεν μπορούσαν να καταλάβουν, τι εννοούσαν οι συζητητές και οι ρήτορες με διάφορες φράσεις τους. Άρχιζαν λοιπόν να επινοούν ιστορίες που έβγαιναν μέσα από τη μεταγενέστερη δική τους εποχή και νόμιζαν ότι έτσι συμπλήρωναν αυτά που δεν γίνονταν κατανοητά για την εποχή που ειπώθηκαν… Συμπλήρωναν και ερμήνευαν τον πάνσοφο και παντογνώστη θεό τους, δηλαδή!

Όλες αυτές οι κατασκευές, από την πρωτοχριστιανική εποχή μέχρι πριν από μερικά χρόνια, αποτελούν τη λεγόμενη «ακαδημαϊκή θεολογία», με την οποία προσαρμόζεται κάθε φορά η χριστιανική θρησκεία στις νεότερες κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις – χωρίς να συμμετέχουν σ' αυτές τις επινοήσεις οι παλαιότεροι. Αν μπορούσε να δει ο Αυγουστίνος με τι ασχολούνται οι σημερινοί θεολόγοι (π.χ. "το εκκλησιαστικό έγκλημα της εισόδου κτήνους σε ιερό ναό"!!), θα τράβαγε τα γένια του από τη φρίκη, αλλά θα συμφωνούσε ασμένως που κατάφεραν οι πνευματικοί απόγονοί του να διατηρήσουν τη συναλληλία με όλους τους κρατικούς μηχανισμούς και την αποκλειστική διαχείριση ενός γεμάτου ταμείου.

Όταν ο ρωμαϊκός στρατός επέβαλε το χριστιανισμό ως «μοναδική και αληθινή θρησκεία» στην αυτοκρατορία, κορόιδευαν οι χριστιανοί -από τον πατριάρχη μέχρι τον άπλυτο καλόγερο στη Μέση Ανατολή και στη Μικρά Ασία- τους εθνικούς ότι δεν υπάρχουν οι θεοί τους, αφού δεν κάνουν τίποτα για να σώσουν τα ιερά, τους ναούς και τις βιβλιοθήκες. Μέχρι τότε χαρακτηριζόταν το ρωμαϊκό κράτος από τους χριστιανούς «πόρνη Βαβυλώνα», έχοντας υιοθετήσει την ανάμνηση των Ιουδαίων στην υποδούλωσή τους στο βαβυλωνιακό κράτος. Με την κρατικοποίηση όμως του χριστιανισμού ανακηρύχθηκε η αυτοκρατορία σε «πολιτεία θεού επί Γης» (civitas dei terrena)!

Υπήρχε και το απόσπασμα -αν δεν προστέθηκε επί τούτου εκείνη την εποχή- από επιστολή του Παύλου: 1 Πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω· οὐ γάρ ἐστιν ἐξουσία εἰ μὴ ὑπὸ Θεοῦ· αἱ δὲ οὖσαι ἐξουσίαι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τεταγμέναι εἰσίν· 2 ὥστε ὁ ἀντιτασσόμενος τῇ ἐξουσίᾳ τῇ τοῦ Θεοῦ διαταγῇ ἀνθέστηκεν· οἱ δὲ ἀνθεστηκότες ἑαυτοῖς κρίμα λήψονται (προς Ρωμαίους 13.1), Έτσι, όλα ήταν δεμένα και δικαιολογημένα! Μια διαχρονική δήλωση υποτέλειας που αξιοποιήθηκε όλους τους αιώνες από τον εκκλησιαστικό μηχανισμό σε βάρος των επαναστατικών και απελευθερωτικών κινημάτων. Στην Ανατολή γνωρίζουμε τις πατρικές νουθεσίες των πατριαρχών υπέρ του θεόσταλτου Οθωμανού σουλτάνου κ.ά.

Έτσι πορεύτηκαν επί αρκετές δεκαετίες τα πράγματα, μέχρι που οι πολιτικές και πολεμικές εξελίξεις έφεραν ανακατατάξεις, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε. Το έτος 410 διαλύθηκε το δυτικό ρωμαϊκό κράτος από τον (χριστιανό) Αλάριχο (Alaric, Alarich, ~370-410 μ.Χ.) και ο Αυγουστίνος που ζούσε στη σημερινή Λιβύη, έμεινε μετέωρος με την πολιτική θεολογία του, υφιστάμενος και τις λοιδορίες των εθνικών ότι ο χριστιανικός θεός δεν βοηθάει πια το «κράτος του». Η ιστορία είχε εκδικηθεί τους αλαζόνες!

Εννοείται, όσοι κατέχουν την εξουσία ποτέ δεν συνετίζονται! Συνεχίζουν την ίδια πρακτική, αφού διάγουν με ξένο χρήμα αρχοντικό βίο, μέχρι οριστικής δικαίωσης! Έτσι, ο Αυγουστίνος επινόησε, για να βγει από το αδιέξοδο, την «πολιτεία του θεού στον ουρανό» (civitas dei caelestis) και όχι πλέον στη Γη. Με αυτή την επινόηση ακύρωσε και τους «πατέρες» που διέδιδαν το προσωπικό ενδιαφέρον του θεού για την αυτοκρατορία, αλλά ποιος προσέχει στην αναμπουμπούλα τέτοιες λεπτομέρειες;

Πέρα απ’ το πολιτικό σκέλος, υπήρχε όμως και το εσωτερικό πρόβλημα του εκκλησιαστικού μηχανισμού: οι φτωχοί, οι κατακτημένοι και οι δούλοι που διατηρούσαν την ελπίδα ότι στο κράτος θεού θα «γυρίσει ο τροχός…», μάθαιναν τώρα ότι το «γύρισμα του τροχού» προοριζόταν πλέον να συμβεί στο «κράτος θεού», στην άλλη ζωή… και τρέχα γύρευε!

Ο Αυγουστίνος, ανεπάγγελτος και αργόσχολος επίσκοπος ων, δεν ανέπτυξε τις ιδεοληψίες του σε 1-2 παραγράφους, όπως γράφτηκαν αυτές πιο πάνω. Γέμισε 22 (είκοσι δύο) ολόκληρα βιβλία! Άμα είσαι «εκκλησιαστικός πατέρας», μπορείς και μουτζουρώνεις χαρτιά (τότε παπύρους) χωρίς αναστολές και περιορισμούς!

Η πολιτεία στη Γη που περιγράφει ο Αυγουστίνος, είναι μεν εξουσία τάξης με το θέλημα θεού, αλλά συχνά ελέγχεται αυτό από αμαρτωλές και αθεϊστικές δυνάμεις. Η θεϊκή πολιτεία όμως που συναρμολογεί στο μυαλό του, θα έχει απόλυτη τάξη και υποταγή στους θείους κανόνες και μπλα μπλα μπλα… αυτά που μαθαίνουμε υποχρεωτικά στο σχολείο για παραδείσους και κολάσεις.

Αυτές οι νέες ιδέες του Αυγουστίνου διατηρήθηκαν ως τελευταία λέξη του θεού δια γραφίδος του ταπεινού δούλου του όλο το Μεσαίωνα. Με την εκκλησιαστική μεταρρύθμιση του Λούθηρου τροποποιήθηκε όμως σε κάποιο βαθμό αυτή η πολιτική θεολογία και έκτοτε, με το Διαφωτισμό και την εξέλιξη των επιστημών, περιορίστηκε αυτή στις ιδεοληψίες του ποιμνίου και ως πηγή εσόδων των -ρασοφόρων και μη- επαγγελματιών της πίστης.

Με την ευκαιρία αυτού του έργου σε 22 βιβλία, ασχολείται ο Αυγουστίνος και με τους Έλληνες φιλοσόφους, από την «πολιτεία του διαβόλου» – μόνιμο βάρος και εφιάλτης στο μυαλό των χριστιανών πατέρων! Καταγράφει τις διαφορές μεταξύ επικουρισμού και στωικισμού αφενός και της θεοπληξίας του πλατωνισμού αφετέρου και δίνει το προβάδισμα στον Πλάτωνα, από τον οποίο αντέγραψαν οι χριστιανοί τις ιδέες περί ψυχής μετά θάνατον κτλ.

Από εδώ προκύπτει και η εξήγηση, γιατί διασώθηκαν πάρα πολλά, ίσως όλα, τα έργα του Πλάτωνα, ενώ εξαφανίστηκαν για πολλούς αιώνες τα έργα των Επικούρειων και των Στωικών. Επίσης εξηγείται, γιατί στην ελληνική σχολική εκπαίδευση αποσιωπούνται σχεδόν οι Επικούρειοι, Στωικοί και Κυνικοί, ενώ γιγαντώνεται η σημασία του ολιγαρχικού και αστρολάτρη Πλάτωνα.

Ο κύκλος της ζωής για τον άνθρωπο. Ζωή η Βίος;

«Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις», υποστήριζε ο Αντισθένης. Και είναι γεγονός πως η Ελληνική γλώσσα έχει την μοναδική ιδιότητα να αποκαλύπτει την φύση και τις ιδιότητες των πραγμάτων τις οποίες ορίζει μέσα από τις λεκτικές περιγραφές.

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η λέξη ζωή ή βίος. Λέξεις εξαιρετικά σημαντικές, καθώς περιγράφουν το ύψιστο δώρο της φύσεως, την δυνατότητα της ύπαρξης. Δίχως αυτό το δώρο, οι γραμμές τις οποίες αυτή την στιγμή διαβάζετε, ούτε θα είχαν ποτέ γραφεί, ούτε θα μπορούσαν να ποτέ να διαβαστούν. Στην Ελληνική γλώσσα χρησιμοποιούμε δύο λέξεις για να περιγράψουμε την έννοια της γέννησης και της υπάρξεως, «Ζωή» και «Βίος». Ας δούμε τι μπορούν να μας αποκαλύψουν σχετικά, έκαστη εξ αυτών.

Μυθολογικά σύμφωνα με την Θεογονία του Ησιόδου η Βία ήταν θεότητα, θυγατέρα της Στυγός και του Πάλλαντα. Αδέλφια της ήταν το Κράτος, ο Ζήλος και η Νίκη : 

«H Στύγα, σμίγοντας με τον Πάλλαντα μες στο παλάτι της, / κόρη του Ωκεανού, φέρνει στον κόσμο, / καλλίσφυρη τη Νίκη και τον Ζήλο, το Κράτος και τη Βία, / τέκνα επιφανή - δεν μένουν απ' τον Δία μακριά, / δεν κάθονται και δεν κυκλοφορούν μονάχοι, / αν ο θεός δεν τους ηγεμονεύει. Κι ο Δίας την τίμησε, της χάρισε δώρα που ξεχωρίζουν· / την όρισε να γίνει ο μέγας όρκος των θεών, / και τα παιδιά της να μείνουν οι παντοτινοί του συνοδοί / εις τον αιώνα.»

Σύμφωνα μάλιστα με τον Αισχύλο, η Βία με τα αδέλφια της διέταξαν τον Ήφαιστο να αλυσοδεθεί ο Προμηθέας, στον Καύκασο. Από την λέξη Βία, προέρχεται η λέξη Βίος, καθώς η ζωή είναι ένας μόχθος, ένας διαρκής πόλεμος ενάντια στις αντιξοότητες. Από την βίαιη στιγμή της μεγάλης έκρηξης και την κοσμογέννεση, έως την αγωνιώδη και τρομακτική στιγμή της εξόδου από την μήτρα και τα μητρικά υγρά και την έναρξη της ατομικής ζωής, όπου χάνουμε την προστασία της μακάριας μητρικής παράδεισος κατάστασης. Σύμφωνα με τον Όμηρο, « βίος» ή αλλιώς «βιοτή» ονομάζεται, διότι ο άνθρωπος από τη στιγμή της γεννήσεως του, ζει με βία και ανάγκη».

Πόλεμος «πατήρ πάντων», έλεγε ο Ηράκλειτος. Στον κύκλο της ζωής, τα ζώα σκοτώνουν είτε ως νεαροί εκπαιδευόμενοι κυνηγοί, είτε ως αναγκαιότητα. Ο Άνθρωπος επίσης, αγωνίζεται από αρχαιοτάτων χρόνων, να ξεπεράσει τους φυσικούς κινδύνους και θηρευτές του, να σκοτώσει για να τραφεί ο ίδιος, αλλά και για να τιθασεύσει και να νικήσει το ζώο μέσα του, το οποίο όχι λόγο κάποιας ανώτερης ανάγκης, αλλά λόγο μοχθηρότητας και μισαλλοδοξίας τον ωθεί στο να επιδιώκει το κακό του συνανθρώπου του. Αυτός, είναι ο μεγαλύτερος πόλεμος των ανθρώπων και είναι καθαρά εσωτερικός. Η μεγαλύτερη νίκη από όλες, είναι να νικήσουμε να γνωρίσουμε τον ευατό μας, αποβάλλοντας τα ζωώδη ένστικτα και πάθη μας.

Σύμφωνα με τον Ολυμπιόδωρο, στο «Εις Πλάτωνος Γοργία υπόμνημα», 47.6.7 – 47.6.16:

«Oι φιλόσοφοι τον ανθρώπινο βίο τον απεικονίζουν με τη θάλασσα, επειδή είναι ταραχώδης, γόνιμος (προέρχεται δηλαδή στη γένεση), αλμυρός και επίπονος. Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι οι νήσοι λέγεται ότι αναδύθηκαν από τη θάλασσα. Την δε πολιτεία που αναδύθηκε από τη ζωή και τη γένεση, την καλούν νήσους των Μακάρων. Αυτό ακριβώς είναι και το Ηλύσιο πεδίο. Και για αυτό ο Ηρακλής τον τελευταίο άθλο του, τον πραγματοποίησε στην περιοχή των Εσπερίδων που σημαίνει ότι αγωνίστηκε κατά του σκοτεινού και γήινου βίου, και μετά από αυτό έζησε στην ημέρα, που είναι η αλήθεια και το φως»

Σύμφωνα με τον Άμμώνιο τον Γραμματικό:

«Βιούν καί ζήν διαφέρει... Ζωή μέν γάρ λέγεται είναι χρήσις ψυχής, βίος δέ όλίγη ζωή». Αύτό σημαίνει πως η ένοια της ζωής, προυποθέτει την έννοια της αιώνιας ψυχής, ενώ η ένοια του βίου, την περιορισμένη «ζωή».

Θέση που συμφωνεί με τις Ορφικές, Πυθαγόρειες, Πλατωνικές πεποιθήσεις σύμφωνα με τις οποίες, η ανθρώπινη ψυχή ως τμήμα της συμπαντικής ψυχής και του συμπαντικού όλου, είναι αθάνατη ενώ το σώμα το «δεσμωτήριον της ψυχής». Όταν έλθει λοιπόν ή στιγμή για κάθε ατομική ψυχή να εισέλθει στην μήτρα της μητέρας που έχει επιλέξει, τότε ή αιώνια ψυχή θα εισέρθει στο δεσμωτήριο, δηλαδή το σώμα. Στο δεσμωτήριο όμως κανείς δεν εισέρχεται οικειοθελώς , αλλά πάντοτε διά της βίας. Ή διαδικασία είναι σύλληψις, βία, δεσμωτήριον. Η ατομική ψυχή τότε ως Νάρκισσος αγαπά την ύλη και δεσμεύεται στην ύλη, πίνοντας από την πηγή της λήθης ξεχνώντας την Θεϊκή της καταγωγή.

Το διάστημα λοιπόν κατά το οποίον ή συμπαντική ψυχή εισέρχεται διά της βίας ως διαιρούμενη και ατομική στο σώμα, και έως ότου απελευθερωθεί πάλι με τον θάνατο, ονομάζεται βίος, και ό άνθρωπος «βιοί», ζει δηλαδή το διάστημα, πού ή ψυχή του είναι φυλακισμένη.

Ο Απολλώνιος ο Τυαννεύς μας αποκαλύπτει σχετικά (Επιστολή νη΄ στον Βαλέριο, Περί ζωής και θανάτου):

«Θάνατος δεν υπάρχει για κανέναν, παρά μόνο φαινομενικά, ούτε γένεση υπάρχει για κανέναν, παρά μόνο φαινομενικά. Η τροπή της ουσίας σε φύση θεωρείται γένεση, ενώ η τροπή της φύσεως σε ουσία κατά τα αυτά θεωρείται θάνατος. Ούτε γεννιέται αληθινά κάτι ούτε φθείρεται ποτέ, μόνο τη μια γίνεται φανερό και ύστερα γίνεται αόρατο· και το μεν πρώτο συμβαίνει λόγω παχύτητος της ύλης, το δε δεύτερο λόγω λεπτότητος της ουσίας, η οποία είναι πάντα ίδια και απλώς διαφέρει κατά την κίνηση και την στάση. Διότι αυτό είναι αναγκαστικά το ίδιον της μεταβολής, που δεν γίνεται από κάπου έξω, αλλά το μεν όλον μεταβάλλεται στα μέρη, τα δε μέρη στο όλον λόγω της ενότητος του παντός».

Η μέθοδος που χρησιμοποιούσαν οι πρόγονοι μας για να κατακτήσουν την αυτογνωσία και την ευδαιμονία, κατά την διάρκεια της ζωής τους, ήταν η Φιλοσοφία.

Αναφέρει σχετικά ο Σέξτος Εμπειρικός (Προς Ηθικούς 11.169) :

«Η φιλοσοφία είναι ενέργεια που με λόγους και διαλογισμούς προξενεί την ευδαιμονία, όπως έλεγε ο Επίκουρος», αλλά και Επικούριος Διογένης ο Οινοανδέας μας αποκαλύπτει:

 «Εμείς στραφήκαμε προς αυτή την πράξη, το να φιλοσοφούμε, για να ευδαιμονήσουμε έχοντας πρώτα κατακτήσει το σκοπό της ζωής όπως μας τον θέτει η ίδια η φύση. Τη σοφία δεν γίνεται να τη μεταδώσουμε παντού για το λόγο ότι δεν είναι όλοι σε θέση να την δεχτούν. Αν υποθέσουμε ότι αυτό είναι δυνατό, τότε αληθινά ο τρόπος ζωής των θεών θα περάσει στους ανθρώπους. Γιατί τα πάντα θα ‘ναι γεμάτα δικαιοσύνη και φιλαλληλία και δεν θα ‘χουμε ανάγκη από τείχη ή νόμους ή όλα εκείνα που μηχανευόμαστε ο ένας για τον άλλον.»

Η Νίκη ως αδελφή της βίας θα καταφέρει να υπερισχύσει, όταν τόσο σε συλλογικό επίπεδο (Κράτος), όσο και σε ατομικό, πρυτανεύσει το λογικό στο παράλογο, όταν παύσει η Βία, και πρυτανεύσει η ζωή. Είναι η στιγμή εκείνη που ο Προμηθέας τότε θα αποδεσμευτεί από τα δεσμά του.

Έως τότε όμως η ανθρωπότητα ως σύνολο θα είναι καταδικασμένη στο μαρτύριο του Σίσυφου ο οποίος καταδικάστηκε από τους Θεούς να κυλά ασταμάτητα έναν βράχο στην κορυφή ενός βουνού, από όπου η τεράστια πέτρα, διαρκώς κατρακυλά στη βάση της, λίγο πριν φτάσει στην κορυφή. Ο Σίσυφος αποτελεί επίσης μία επαναστατική μορφή αντίστοιχη του Προμηθέως.

Ο Σίσυφος ουσιαστικά - ανάμεσα στα άλλα- , αντιπροσωπεύει τη διαχρονική προσπάθεια της ανθρωπότητας σε μία ατέρμονη, επίπονη, ανοδική και εξελικτική να κουβαλά τον «βράχο» το δικό της βαρύ φορτίο δηλαδή, το οποίο με πολύ κόπο προσπάθεια το σπρώχνει προς την κορυφή. Το εάν καταφέρει ποτέ να το κατορθώσει θα το δείξει ο χρόνος...

Η Αλήθεια και η φύση της σκέψης

Η Πραγματικότητα μπορεί να Βιωθεί μόνο με την Άμεση Επαφή με αυτό που συμβαίνει, στο Απόλυτο Παρόν, Εδώ, Τώρα, κι όχι μέσα από άλλες γνωστικές διαδικασίες, όπως η σκέψη ή η έμμεση πληροφόρηση. Η σκέψη δεν αποτελεί άμεση γνωστική διαδικασία, δεν είναι άμεση επαφή με το πραγματικό που είναι και το αληθινό. Η σκέψη είναι μια έμμεση διαδικασία που συλλαμβάνει κι εκφράζει ένα «νόημα» για την πραγματικότητα και τα πράγματα. Το «νόημα» που εκφράζεται αποκτά περιεχόμενο κι αξία όχι από αυτό το ίδιο που «λέγεται» αλλά από την συσχέτισή του με αυτό στο οποίο αναφέρεται, με το «αντικείμενο». Ολόκληρη η σκέψη, κάθε σκέψη, κάθε νοητική σύλληψη-έκφραση, έχει αυτόν τον έμμεσο χαρακτήρα αφού μιλά για ένα αντικείμενο που είναι «μακριά», απέναντι.

Η σκέψη, από την φύση της, σαν αναπαραστατική διαδικασία, δεν ενώνει με το αντικείμενο αλλά απλά αναφέρεται σε αυτό, «μιλά» για αυτό, και δεν μπορεί ποτέ να ξεπεράσει αυτό το χάσμα, δεν μπορεί ποτέ να γίνει άμεση γνώση, επαφή με το πραγματικό, που είναι βιωματική εμπειρία του πράγματος. Αυτό σημαίνει ότι όταν σκεφτόμαστε βρισκόμαστε στην αναπαραστατική τεχνητή πραγματικότητα της σκέψης κι όχι στην ζωντανή πραγματικότητα. Ό,τι κι αν συλλάβουμε με την σκέψη, την Αλήθεια, την Πραγματικότητα, θα μένει πάντα διαχωρισμένο από εμάς, δεν μπορούμε να το βιώσουμε με αυτόν τον τρόπο (όχι με την σκέψη), γιατί αυτό που συλλαμβάνουμε είναι η εικόνα, το «νόημα», όχι το πραγματικό.

Η λειτουργία της διανόησης, της σκέψης, μπορεί να μας χρησιμεύσει σαν θεωρητική εξέταση που θα καθοδηγήσει την πρακτική εφαρμογή στον εξωτερικό κόσμο, αλλά αυτή η λειτουργία είναι τελείως άχρηστη όταν στρεφόμαστε εσωτερικά και θέλουμε να την εφαρμόσουμε στο Εσωτερικό Άγνωστο που Υπάρχει πέρα από την σκέψη, γιατί το Άγνωστο είναι Κάτι τελείως Αφηρημένο, Χωρίς Ιδιότητες. Είναι Κατάσταση Ύπαρξης κι όχι συγκεκριμένο αντικείμενο. Εισχωρώντας στον Χώρο του Αγνώστου πρέπει να μάθουμε να Είμαστε Διαφορετικοί, εμείς οι ίδιοι κι όχι (όπως στον κόσμο της δυαδικότητας) να προσεγγίσουμε ένα αντικείμενο. Με άλλα λόγια πρέπει να το Βιώσουμε Αυτό, να έχουμε βιωματική επαφή μαζί Του.

Για αυτό κι η Οδός που Οδηγεί στο Πραγματικό, στο Αληθινό, πηγαίνει πέρα από την σκέψη, πέρα από την λειτουργία της σκέψης, δηλαδή της έμμεσης γνωστικής διαδικασίας που μιλά για το αντικείμενο, στην άμεση επαφή με το αντικείμενο, με αυτό που συμβαίνει πραγματικά, μέσα στην οποία (επαφή) διαλύεται κάθε «απόσταση», κάθε διαχωρισμός. Η Άμεση Επαφή με το Πραγματικό προϋποθέτει ακριβώς το ξεπέρασμα της έμμεσης γνωστικής διαδικασίας και της αυταπάτης ενός ξεχωριστού εαυτού (και της δυαδικότητας που συνεπάγεται αυτός ο «διαχωρισμός») και του εικονικού κόσμου που δημιουργούν αυτές οι διαδικασίες.

Η Αλήθεια Είναι Έξω από την σκέψη. Η σκέψη μπορεί να μιλά όσο θέλει για την Αλήθειας αλλά ποτέ δεν μπορεί να την προσεγγίσει, γιατί ποτέ το φανταστικό, το τεχνητό, το ψεύτικο, δεν μπορεί να γίνει Αληθινό.