Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

Ενας Μικρός Τύραννος

Η δύναμη που κυβερνάει τη μοίρα όλων των ζωντανών όντων ονομάζεται Αετός, όχι γιατί είναι ένας αετός ή έχει σχέση με αετό, αλλα γιατί στον οραματιστή εμφανίζεται σαν ένας τεράστιος κατάμαυρος αετός, που στέκεται ορθός, όπως στέκεται ένας αετός και το ύψος του φτάνει στο άπειρο.

Ο Κύριος Άρχοντας ΔΕΝ είναι ο Αετός

Καθώς ο οραματιστής κοιτάζει αυτή τη μαυρίλα που είναι ο Αετός, τέσσερις λάμψεις φωτός του αποκαλύπτουν με τι μοιάζει ο Αετός. Η πρώτη λάμψη, που είναι σαν κεραυνός, βοηθάει τον οραματιστή να διακρίνει το περίγραμμα του σώματος του Αετού. Υπάρχουν κομμάτια λευκότητας που μοιάζουν σαν τα φτερά και τα νύχια ενός αετού. Μια δεύτερη αστραπή αποκαλύπτει το φτεροκόπημα, μια μαυρίλα που δημιουργεί άνεμο και μοιάζει σαν φτερά αετού. Με την τρίτη αστραπή φωτός ο οραματιστής αντικρίζει ένα διαπεραστικό, μη ανθρώπινο μάτι. Και η τέταρτη και τελευταία λάμψη αποκαλύπτει τι κάνει ο Αετός.

Ο Αετός καταβροχθίζει την επίγνωση όλων των πλασμάτων που, ενώ ένα λεπτό πριν ζούσαν στη γη, τώρα είναι νεκρά και ανεβαίνουν μέχρι το ράμφος του Αετού, σαν ένα ατέλειωτο σμήνος από πυγολμπίδες, για να συναντήσουν τον κύριό τους, το λόγο που είχαν ζωή. Ο Αετός ξεχωρίζει αυτές τις λεπτές φλόγες, τις απλώνει, όπως ένας βυρσοδέψης απλώνει μια προβιά, και ύστερα τις καταβροχθίζει, γιατί η επίγνωση είναι η τροφή του αετού.

Ο Αετός, αυτή η δύναμη που κυβερνάει το πεπρωμένο όλων των ζωντανών πραγμάτων, αντανακλά παρόμοια και ταυτόχρονα όλα αυτά τα ζωντανά πράγματα. Δεν υπάρχει, επομένως τρόπος να παρακαλέσει ο άνθρωπος τον Αετό, να ζητήσει χάρες, ή να ελπίζει για εύνοια. Το ανθρώπινο μέρος του Αετού είναι πολύ ασήμαντο για να παρακινήσει το σύνολο.

Μόνο από τις πράξεις του Αετού μπορεί ο οραματιστής να καταλάβει τι θέλει. Ο Αετός αν και δεν παρασύρεται από τις περιστάσεις κανενός ζωντανού πράγματος, έχει παραχωρήσει ένα δώρο σε κάθε ζωντανό πλάσμα. Το καθένα απ’ αυτά, με τον δικό του τρόπο και δικαίωμα, έχει τη δύναμη, αν το επιθυμεί, να κρατήσει τη φλόγα της επίγνωσης. Έχει τη δύναμη να μην υπακούσει στις διαταγές να πεθάνει και να καταβροχθιστεί.

Σε κάθε ζωντανό πράγμα έχει παραχωρηθεί η δύναμη, αν το επιθυμεί, να αναζητήσει ένα άνοιγμα προς την ελευθερία και να περάσει μέσα απ’ αυτό. Για τον οραματιστή που βλέπει το άνοιγμα και για τα πλάσματα που περνάνε μέσα απ’ αυτό, είναι φανερό ότι ο Αετός παραχώρησε αυτό το δώρο προκειμένου να διαιωνίσει την επίγνωση.

Για τον σκοπό της καθοδήγησης των ζωντανών πραγμάτων προς αυτό το άνοιγμα, ο Αετός δημιούργησε το Ναγουάλ. Το Ναγουάλ είναι μια διπλή ύπαρξη στην οποία έχει αποκαλυφτεί ο νόμος. Το Ναγουάλ – είτε υπάρχει με τη μορφή ενός ανθρώπινου όντος, ενός ζώου, ενός φυτού ή οτιδήποτε άλλου ζωντανού πράγματος – με τη δύναμη της διπλότητας του ωθείται να αναζητήσει αυτό το κρυμμένο πέρασμα.

Το Ναγουάλ έρχεται σε ζεύγη, αρσενικό και θηλυκό. Ένας διπλός άντρας και μια διπλή γυναίκα γίνονται Ναγουάλ μόνο όταν στον καθένα απ’ αυτούς έχει αποκαλυφτεί ο νόμος, και ο καθένας τους τον έχει κατανοήσει και τον έχει αποδεχτεί πλήρως.

Στα μάτια του οραματιστή ένας άντρας – Ναγουάλ ή μια γυναίκα – Ναγουάλ παρουσιάζονται σαν ένα φωτεινό αυγό με τέσσερα μέρη. Αντίθετα από το κοινό ανθρώπινο ον που έχει μόνο δύο πλευρές, μια αριστερή και μια δεξιά, το Ναγουάλ έχει την αριστερή πλευρά του χωρισμένη σε δύο τμήματα, και τη δεξιά πλευρά του παρόμοια χωρισμένη στα δύο.

Ο Αετός δημιούργησε τον πρώτο άντρα και την πρώτη γυναίκα – Ναγουάλ σαν οραματιστές και αμέσως τους τοποθέτησε στον κόσμο για να δουν. Τους παραχώρησε ακόμα τέσσερις θηλυκούς πολεμιστές που ήταν διώκτες, τρεις αρσενικούς πολεμιστές και έναν αρσενικό αγγελιοφόρο, τους οποίουε έπρεπε να θρέψουν να ανυψώσουν και να οδηγήσουν στην ελευθερία.

Οι θηλυκοί πολεμιστές ονομάζονται οι τέσσερις κατευθύνσεις, οι τέσσερις γωνίες του τετραγώνου, οι τέσσερις διαθέσεις, οι τέσσερις άνεμοι, οι τέσσερις διαφορετικές θηλυκές προσωπικότητες που υπάρχουν στην ανθρώπινη φυλή.

Η πρώτη είναι η ανατολή. Ονομάζεται τάξη. Είναι αισιόδοξη, εύθυμη, ήρεμη, επίμονη σαν μια σταθερή αύρα.

Η δεύτερη είναι ο βορράς. Ονομάζεται δύναμη. Είναι πολυμήχανη, απότομη, άμεση, ανθεκτική σαν ένας σκληρός άνεμος.

Η τρίτη είναι η δύση. Ονομάζεται αίσθημα. Είναι εσωστρεφής, μετανοητική, πονηρή, ύπουλη σαν κρύα πνοή ανέμου.

Η τέταρτη είναι ο νότος. Ονομάζεται ανάπτυξη. Είναι προστατευτική, επιδεικτική, επιφυλακτική, θερμή σαν ζεστός άνεμος.

Οι τρεις αρσενικοί πολεμιστές και ο αγγελιοφόρος αντιπροσωπεύουν τους τέσσερις τύπους αρσενικής δραστηριότητας και χαρακτήρα.

Ο πρώτος τύπος είναι ο νοήμονας άντρας, ο μορφωμένος. Ένας ανώτερος, αξιόπιστος, σοβαρός άνθρωπος, ολότελα αφοσιωμένος στην εκτέλεση του καθήκοντός του οτιδήποτε και αν είναι αυτό.

Ο δεύτερος τύπος είναι ο άνθρωπος της δράσης, ένας πολύ ασταθής και πολύ διασκεδαστικός, άστατος σύντροφος.

Ο τρίτος τύπος είναι ο οργανωτής στα παρασκήνια, ομυστηριώδης, άγνωστος άντρας. Τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτόν γιατί δεν αφήνει να ξεγλιστρήσει τίποτα σχετικά με τον εαυτό του.

Ο τέταρτος τύπος είναι ο αγγελιοφόρος. Είναι ο βοηθός, ένας σοβαρός άντρας που τα καταφέρνει πολύ καλά αν κατευθυνθεί σωστά, αλλά που δεν μπορεί να σταθεί από μόνος του.

Προκειμένου να διευκολύνει τα πράγματα, ο Αετός έδειξε στον άντρα – Ναγουάλ και στη γυναίκα – Ναγουάλ ότι ο καθένας από αυτούς τους τύπους των αντρών και των γυναικών πάνω στη γη, έχει τα ιδαίτερα χαρακτηριστικά του στο φωτεινό σώμα του.

Ο μορφωμένος έχει ένα είδος ρηχού κοιλώματος, ένα φωτεινό βαθούλωμα στο ηλιακό του πλέγμα. Σε μερικούς άντρες φαίνεται σαν μια λίμνη έντονης φωτεινότητας, που μερικές φορές είναι λεία και λαμπερή σαν καθρέφτης χωρίς ανάκλαση.

Ο άντρας της δράσης έχει μερικές ίνες που εκπορεύονται από την περιοχή της θέλησης. Ο αριθμός των ινών ποικίλλει από μια μέχρι πέντε και το μέγεθός τους κυμαίνεται από απλό πάχος σχοινιού μέχρι ένα πλοκάμι σαν μαστίγιο με μάκρος δυόμισι μέτρα. Μερικοί έχουν μέχρι και τρεις τέτοιες ίνες αναπτυγμένες σε πλοκάμια.

Ο άνθρωπος στα παρασκήνια δε διακρίνεται από κάποιο χαρακτηριστικό, αλλά από την ικανότητά του να δημιουργεί σχεδόν αθέλητα μια έκρηξη δύναμης που αιχμαλωτίζει αποτελεσματικά την προσοχή του οραματιστή.

Όταν βρίσκονται μπροστά σ’ αυτό τον τύπο ανθρώπου οι οραματιστές βρίσκονται ξαφνικά βυθισμένοι σε εξωτερικές λεπτομέρειες παρά τον οραματισμό.

Ο βοηθός δεν έχει φανερό χαρακτηριστικό. Στους οραματιστές παρουσιάζεται σαν μια καθαρή λάμψη μέσα σε ένα άψογο κέλυφος φωτεινότητας.

Στην περιοχή των γυναικών, η ανατολή αναγνωρίζεται από τις σχεδόν ανεπαίσθητες κηλίδες στη φωτεινότητά της, κάτι σαν μικρές περιοχές ξεθωριάσματος.

Ο βορράς έχει μια γενική ακτινοβολία. Εκπέμπει μια κοκκινωπή λάμψη, σχεδόν σαν θερμότητα.

Η δύση έχει μια λεπτή μεμβράνη που την περιβάλλει, μια μεμβράνη που την κάνει να φαίνεται πιο σκοτεινή από τις άλλες.

Ο νότος έχει μια διακοπτόμενη λάμψη. Φωτίζει για μια στιγμή και ύστερα ξεθωριάζει για να φωτίσει πάλι.

Ο άντρας-Ναγουάλ και η γυναίκα-Ναγουάλ έχουν δυο διαφορετικές κινήσεις στο φωτεινό σώμα τους. Η δεξιά πλευρά κυματίζει, ενώ η αριστερή περιστρέφεται.

Από άποψη προσωπικότητας ο άντρας-Ναγουάλ είναι αυτός που στηρίζει, σταθερός, αμετάβλητος. Η γυναίκα-Ναγουάλ βρίσκεται πάντα σε πόλεμο και όμως είναι χαλαρωμένη, πάντα σε ετοιμότητα αλλά χωρίς ένταση. Και οι δυο τους αντανακλούν τους τέσσερις τύπους του φύλου τους, σαν τέσσερις τρόπους συμπεριφοράς.

Ο θαυμαστός κόσμος του Don Juan Matus

Η πρώτη διαταγή που έδωσε ο Αετός στον άντρα-Ναγουάλ και στη γυναίκα-Ναγουάλ, ήταν να βρουν από μόνοι τους ένα άλλο σύνολο από τέσσερις θηλυκούς πολεμιστές, τέσσερις κατευθύνσεις, που να είναι ακριβή αντίγραφα των διωκτών, αλλά να είναι ονειρευτές.

Οι ονειρευτές εμφανίζονται στον οραματιστή σαν να έχουν μια ποδιά από τριχοειδείς ίνες στη μέση τους. Και οι διώκτες έχουν ένα παρόμοιο χαρακτηριστικό σαν ποδιά, αλλά αντί για ίνες η ποδιά αποτελείται από αμέτρητες, μικρές, στρογγυλές προεξοχές.

Οι οχτώ θηλυκοί πολεμιστές διαιρούνται σε δυο ομάδες που ονομάζονται δεξιός και αριστερός πλανήτης. Ο δεξιός πλανήτης αποτελείται από τέσσερις διώκτες, ο αριστερός από τέσσερις ονειρευτές. Οι πολεμιστές του κάθε πλανήτη διδάχτηκαν από τον Αετό τον κανόνα του ειδικού καθήκοντός τους: οι διώκτες διδάχτηκαν την καταδίωξη. Οι ονειρευτές διδάχτηκαν το ονείρεμα.

Οι δύο θηλυκοί πολεμιστές της κάθε κατεύθυνσης ζουν μαζί. Είναι τόσο όμοιοι ώστε αντανακλούν ο ένας τον άλλο, και μόνο μέσα από την άψογη συμπεριφορά μπορεί ο ένας να βρει παρηγοριά και πρόκληση στην αντανάκλαση του άλλου.

Οι τέσσερις θηλυκοί ονειρευτές ή οι τέσσερις θηλυκοί διώκτες δε συγκεντρώνονται ποτέ όλοι μαζί παρά μόνο όταν έχουν να εκτελέσουν ένα δύσκολο καθήκον. Αλλά μόνο κάτω από ειδικές συνθήκες πρέπει να ενώσουν τα χέρια τους γιατί το άγγιγμά τους τους συγχωνεύει σε μια ύπαρξη και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται παρά μόνο σε περιπτώσεις μεγάλης ανάγκης, ή τη στιγμή που εγκαταλείπουν αυτό τον κόσμο.

Οι δυο θηλυκοί πολεμιστές κάθε κατεύθυνσης ενώνονται με έναν από τους αρσενικούς πολεμιστές, σε οποιοδήποτε συνδυασμό χρειάζεται. Έτσι φτιάχντουν ένα σύνολο από τέσσερις «οικογένειες» που είναι ικανές να ενσωματώσουν όσους πολεμιστές χρειάζεται.

Οι αρσενικοί πολεμιστές και ο αγγελιαφόρος μπορούν και αυτοί να σχηματίσουν μια ανεξάρτητη μονάδα τεσσάρων αντρών, ή μπορούν να λειτουργήσουν σαν μοναχικές υπάρξεις, σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις της ανάγκης.

Ύστερα το Ναγουάλ και η ομάδα του διατάχτηκαν να βρουν άλλους τρεις αγγελιαφόρους. Αυτοί μπορούσαν να είναι όλοι αρσενικοί ή όλοι θηλυκοί ή ένα ανάμιχτο σύνολο. Αλλά οι αρσενικοί αγγελιαφόροι έπρεπε να είναι από τον τέταρτο τύπο άντρα, το βοηθό, και οι θηλυκοί έπρεπε να είναι του νότου.

Προκειμένου να βεβαιωθεί ότι ο πρώτος άντρας-Ναγουάλ θα οδηγούσε την ομάδα του στην ελευθερία και δε θα ξέφευγε από το μονοπάτι ούτε θα διαφθειρόταν, ο Αετός πήρε τη γυναίκα-Ναγουάλ στον άλλο κόσμο για να χρησιμεύει σαν φάρος και να καθοδηγεί την ομάδα προς το άνοιγμα.

Ύστερα το Ναγουάλ και οι πολεμιστές του διατάχτηκαν να ξεχάσουν.

Βυθίστηκαν μέσα στο σκοτάδι και τους δόθηκαν νέα καθήκοντα:

Το καθήκον να θυμηθούν τον εαυτό τους και το καθήκον να θυμηθούν τον Αετό.

Η διαταγή να ξεχάσουν ήταν τόσο ισχυρή ώστε όλοι χωρίστηκαν. Δε θυμόνταν ποιοί ήταν. Ο σκοπός του Αετού ήταν ότι αν μπορούσαν να θυμηθούν ξανά τον εαυτό τους, τοτε θα εύρισκαν την ολότητα του εαυτού τους. Μόνο τότε θα διέθεταν την αναγκαία δύναμη και αυτοσυγκράτηση για να επιχειρήσουν και να αντιμετωπίσουν το τελευταίο τους ταξίδι.

Το τελευταίο καθήκον που τους ανατέθηκε, αφού απόκτησαν πάλι την ολότητα του εαυτού τους, ήταν να βρουν ένα ζευγάρι διπλών όντων και να το μεταμορφώσουν σε ένα νέο άντρα-Ναγουάλ και μια νέα γυναίκα-Ναγουάλ αποκαλύπτοντας τους το νόμο. Και ακριβώς όπως στον πρώτο άντρα-Ναγουάλ και στην πρώτη γυναίκα-Ναγουάλ είχε παραχωρηθεί μια μικρή ομάδα, έτσι και αυτοί έπρεπε να προμηθέψουν το καινούργιο ζευγάρι των Ναγουάλ με τέσσερις θηλυκούς πολεμιστές που να είναι διώκτες, τρεις αρσενικούς πολεμιστές και έναν αρσενικό αγγελιαφόρο.

Όταν το πρώτο Ναγουάλ και η ομάδα του ήταν έτοιμοι να περάσουν μέσα από το πέρασμα, η πρώτη γυναίκα-Ναγουάλ τους περίμενε για να τους οδηγήσει. Τότε διατάχτηκαν να πάρουν μαζί τους στον άλλο κόσμο την καινούργια γυναίκα-Ναγουάλ για να χρησιμεύσει σαν φάρος για τους ανθρώπους της, αφήνοντας τον καινούργιο άντρα-Ναγουάλ στον κόσμο για να επαναλάβει τον κύκλο.

Όσο βρίσκεται στον κόσμο ο μικρότερος αριθμός κάτω από την αρχηγία του Ναγουάλ είναι δεκάξι: οχτώ θηλυκοί πολεμιστές, τέσσερις αρσενικοί πολεμιστές, μαζί με το Ναγουάλ, και τέσσερις αγγελιαφόροι. Τη στιγμή που εγκαταλείπουν τον κόσμο, όταν βρίσκεται μαζί τους η καινούργια γυναίκα-Ναγουάλ, ο αριθμός του Ναγουάλ είναι δεκαεπτά. Αν η προσωπική δύναμη του επιτρέπει να έχει περισσότερους πολεμιστές, τότε μπορούν να προστεθούν και άλλα νούμερα πολλαπλάσια του τέσσερα. [Ο Νόμος Του Ναγκουάλ] – Carlos Castaneda

Οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη

Ο δον Χουάν έμεινε πολύ ώρα σιωπηλός.

«Θα κάνω κάτι καλύτερο απ’ το να σου δώσω ένα παράδειγμα αξιομνημόνευτου περιστατικού του δικού μου λευκώματος», είπε τελικά. «Θα σου δώσω ένα αξιομνημόνευτο περιστατικό από τη δική σου ζωή, ένα περιστατικό που θα άξιζε σίγουρα να μπει στη συλλογή σου. Ή, αν προτιμάς, εγώ θα το έβαζα οπωσδήποτε στη δική μου συλλογή αν ήμουν στη θέση σου». Νόμισα πως αστειευόταν κι έβαλα ανόητα τα γέλια.

«Δεν είναι καμιά αστεία ιστορία», παρατήρησε κοφτά. «Σοβαρολογώ. Κάποτε μου διηγήθηκες μια ιστορία που ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις».

«Για ποια ιστορία μιλάς;»

«Εκείνη για τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη» απάντησε. «Ξαναπές μου αυτή την ιστορία. Πες τη μου όμως με όσο πιο πολλές λεπτομέρειες μπορείς να θυμηθείς».

Άρχισα να διηγούμαι βιαστικά την ιστορία. Ο δον Χουάν με διέκοψε και μου ζήτησε να τη διηγηθώ όσο πιο προσεκτικά και λεπτομερώς μπορούσα, ξεκινώντας από την αρχή. Υπάκουσα, αλλά η αφήγησή μου δεν τον ικανοποίησε.

«Ας κάνουμε έναν περίπατο» πρότεινε. «Είσαι πολύ πιο σαφής όταν βαδίζεις παρά όταν κάθεσαι. Δεν θα ήταν παράλογη ιδέα το να βαδίζεις πάνω κάτω όταν προσπαθείς να διηγηθείς κάτι».

Καθόμασταν στην βεράντα, όπως συνηθίζαμε να κάνουμε στη διάρκεια της μέρας. Είχα υιοθετήσει μια ρουτίνα που δεν αποχωριζόμουν: καθόμουν πάντα στο ίδιο σημείο, με την πλάτη να ακουμπά στην πρόσοψη του σπιτιού. Ο δον Χουάν πάλι, καθόταν σε διάφορα σημεία, ποτέ στο ίδιο.

Διαλέξαμε τη χειρότερη ώρα για την πεζοπορία μας. Ήταν καταμεσήμερο. Ο δον Χουάν μου είχε δώσει ένα παλιό ψαθάκι, όπως έκανε πάντα όταν βγαίναμε να περπατήσουμε για ώρα κάτω από τον ήλιο. Περπατήσαμε πολύ ώρα χωρίς να πούμε λέξη. Έβαλα τα δυνατά μου να θυμηθώ με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία για τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Το απόγευμα είχε προχωρήσει αρκετά όταν καθίσαμε στη σκιά μιας συστάδας ψηλών θάμνων και επανέλαβα την ιστορία στον δον Χουάν.

Χρόνια πριν, όταν σπούδαζα γλυπτική σε μια σχολή Καλών Τεχνών στην Ιταλία, είχα γίνει στενός φίλος μ’ ένα Σκοτσέζο συμφοιτητή μου που ήθελε να γίνει τεχνοκριτικός. Εκείνο που θυμόμουν πιο ζωηρά γι’ αυτό τον άνθρωπο, το στοιχείο που σχετιζόταν με την ιστορία που διηγούμουν στο δον Χουάν, ήταν η μεγάλη ιδέα που είχε για τον εαυτό του. Πίστευε πως ήταν ο πιο ακόλαστος, λάγνος και κοσμογυρισμένος λόγιος και καλλιτέχνης: ένας άνθρωπος της Αναγέννησης. Ακόλαστος ήταν σίγουρα, αλλά η λαγνεία ήταν κάτι που βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με την αποστεωμένη, στεγνή και σοβαρή προσωπικότητά του. Ήταν ένθερμος οπαδός του Μπέρτραντ Ράσελ και ονειρευόταν να εφαρμόσει τις αρχές του λογικού θετικισμού στην τεχνοκριτική. Όσο για την ιδιότητα του κοσμογυρισμένου λογίου και καλλιτέχνη, δεν υπήρχε μεγαλύτερη φαντασίωση, αφού ήταν ο πιο αναβλητικός άνθρωπος του κόσμου. Η δουλειά ήταν η θεία δίκη του.

Η διφορούμενη ειδικότητά του δεν ήταν η τεχνοκριτική, αλλά η προσωπική γνωριμία του με όλες τις πόρνες των πάμπολλων οίκων ανοχής που λειτουργούσαν στην πόλη. Οι ολοζώντανες και εκτενείς περιγραφές που συνήθιζε να μου κάνει – ώστε να με κρατά, κατά τα λεγόμενά του, ενήμερο για όσα θαυμαστά πράγματα υποτίθεται ότι διαδραματίζονταν στον κόσμο αυτής του της ειδικότητας – ήταν απολαυστικές. Δεν παραξενεύτηκα επομένως όταν εμφανίστηκε μια μέρα στο διαμέρισμά μου, ξέπνοος σχεδόν από την έξαψη, για να μου πει ότι του είχε συμβεί κάτι εξαίσιο, κάτι που ανυπομονούσε να μοιραστεί μαζί μου.

«Λοιπόν παλιόφιλε, είναι κάτι που πρέπει να το δεις με τα ίδια σου τα μάτια!» μου είπε ξαναμμένος, με την οξφορδιανή προφορά που υιοθετούσε όποτε απευθυνόταν σ’ εμένα. Βημάτιζε νευρικά στο δωμάτιο. «Είναι δύσκολο να σ’ το περιγράψω, μα είμαι βέβαιος πως είναι κάτι που θα εκτιμήσεις. Κάτι που η εντύπωσή του θα σ’ ακολουθεί σε όλη σου τη ζωή! Πρόκειται να σου χαρίσω ένα θαυμαστό δώρο ζωής. Καταλαβαίνεις;»

Εκείνο που καταλάβαινα ήταν πως είχα μπλέξει μ’ έναν υστερικό Σκοτσέζο. Προτιμούσα πάντα να τον καλοπιάνω και να πηγαίνω με τα νερά του. Ποτέ μου δεν είχα μετανιώσει γι’ αυτό.

«Ηρέμησε, Έντι» του είπα. «Ησύχασε. Τι προσπαθείς να μου πεις;»

Μου διηγήθηκε πως είχε βρεθεί σ’ έναν οίκο ανοχής, όπου ξετρύπωσε μια απίστευτη γυναίκα που του έκανε ένα καταπληκτικό νούμερο, τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Με διαβεβαίωσε άπειρες φορές, τραυλίζοντας σχεδόν από την αναστάτωση, πως όφειλα να προσφέρω στον εαυτό μου αυτή την απίστευτη εμπειρία.

«Και μην ανησυχείς αν δεν έχεις λεφτά!» έσπευσε να με καθησυχάσει, ξέροντας ότι τα έφερνα δύσκολα βόλτα. «Πλήρωσα ήδη για την επίσκεψη. Το μόνο που έχεις να κάνεις εσύ είναι να έρθεις μαζί μου. Η μαντάμ Λουντμίλα θα χαρεί να σου δείξει τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Είναι περίπτωση!».

Σε μια κρίση ανεξέλεγκτης αγαλλίασης, ο Έντι ξέσπασε σε βροντερά γέλια, ξεχνώντας τα κακάσχημα δόντια του, τα οποία έκρυβε συνήθως πίσω από μειδιάματα ή συγκρατημένα μισόγελα με σφιχτοκλεισμένα χείλη. «Άκουσέ με, είναι καταπληκτική!»

Η περιέργειά μου φούντωνε όσο περνούσε η ώρα. Ένιωθα όλο και πιο πρόθυμος να μοιραστώ την καινούρια του απόλαυση. Ο Έντι με πήγε με τ’ αμάξι του στα περίχωρα της πόλης. Σταματήσαμε μπροστά σ’ ένα μουντό, κακοδιατηρημένο κτίριο. Η μπογιά στην πρόσοψη είχε ξεθωριάσει και ξεφλουδίσει. Θύμιζε παλιό ξενοδοχείο, ένα ξενοδοχείο που τώρα ήταν πολυκατοικία. Διέκρινα τα απομεινάρια μιας παλιάς πινακίδας ξενοδοχείου, σκεβρωμένης από την υγρασία και την πολυκαιρία. Πολλά από τα βρόμικα στενά μπαλκόνια ήταν γεμάτα γλάστρες με λουλούδια, ενώ στα κάγκελα άλλων κρέμονταν χαλιά αφημένα να στεγνώσουν στον ήλιο.

Στην είσοδο έστεκαν δύο μελαψοί, ύποπτοι άντρες με μυτερά μαύρα παπούτσια που έδειχναν πολύ στενά για τα πόδια τους. Χαιρέτησαν διαχυτικά τον Έντι.

Είχαν κατάμαυρα αεικίνητα μάτια, απειλητικά. Φορούσαν γυαλιστερά αχνογάλαζα κοστούμια, πολύ στενά για τα ογκώδη κορμιά τους. Ο ένας άνοιξε την πόρτα για τον Έντι. Εμένα ούτε που καταδέχτηκαν να με κοιτάξουν.

Ανεβήκαμε στο πάνω πάτωμα από μια ετοιμόρροπη σκάλα που έδειχνε πως κάποτε είχε περάσει εποχές μεγαλείου. Ο Έντι προχώρησε πρώτος σ’ έναν άδειο διάδρομο που θύμιζε έντονα ξενοδοχείο με τις διαδοχικές πόρτες και στις δύο πλευρές. Όλες ήταν βαμμένες στην ίδια μουντή λαδιά απόχρωση και σε καθεμιά ένας μπρούτζινος αριθμός , θαμπωμένος από τα χρόνια, μόλις που διακρινόταν.

Ο Έντι στάθηκε σε μια πόρτα. Πρόσεξα ότι είχε τον αριθμό 112. Ο φίλος μου χτύπησε επίμονα. Μας άνοιξε μια κοντή στρουμπουλή γυναίκα με οξυζεναρισμένα μαλλιά και μας κάλεσε αμίλητη να περάσουμε μέσα. Φορούσε μια κατακόκκινη μεταξωτή ρόμπα με φουσκωτά μανίκια στολισμένα με φτερά και ένα ζευγάρι κατακόκκινες παντόφλες με γούνινες φούντες. Η γυναίκα έκλεισε την πόρτα πίσω μας όταν προχωρήσαμε λίγο στο μικρό χολάκι, κι έπειτα χαιρέτησε τον Έντι με τα φριχτά της αγγλικά.

«Γεια, Έντι. Έφερες φίλο, ε;»

Ο Έντι έσφιξε το χέρι της και μετά έσκυψε όλο αβρότητα και το φίλησε. Φερόταν σαν να ήταν απόλυτα ήρεμος, όμως εγώ πρόσεξα κάποιες μικρές ασυνείδητες κινήσεις του που μόνο ηρεμία δεν πρόδιδαν.

«Πως είστε σήμερα, μαντάμ Λουντμίλα;» ρώτησε, προσπαθώντας να ακουστεί σαν Αμερικανός.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο Έντι παρίστανε τον Αμερικανό όποτε είχε δοσοληψίες με κάποιο κακόφημο σπίτι. Υποπτεύομαι ότι το έκανε επειδή γενικά οι Αμερικανοί θεωρούνταν εύποροι και ήθελε να έχει εκεί τη φήμη του πλουσίου, άρα και αξιόπιστου.

Ο Έντι στράφηκε σε μένα και είπε με την ψεύτικη αμερικάνικη προφορά του: «Σ’ αφήνω σε καλά χέρια, νεαρέ μου».

Ακούστηκε τόσο απαίσιος, τόσο ανοίκειος, που έβαλα τα γέλια. Αυτό το ξέσπασμα ιλαρότητας δε φάνηκε να ενοχλεί τη μαντάμ Λουντμίλα. Ο Έντι της φίλησε πάλι το χέρι κι έφυγε αφήνοντάς μας μόνους.

«Μιλάει αγγλικά, αγοράκι;» τσίριξε υστερικά η γυναίκα, λες και μιλούσε σε κουφό. «Αιγκύπτιος είσαι για Τούρκος;»

Διαβεβαίωσα τη μαντάμ Λουντμίλα ότι δεν ήμουν τίποτα απ’ τα δύο κι ότι μιλούσα αγγλικά. Εκείνη με ρώτησε τότε αν μου ‘καναν κέφι οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Δεν ήξερα τι να πω, έγνεψα μονάχα καταφατικά.

«Θα δεις νούμερο καλό» με διαβεβαίωσε. «Οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη είναι μόνο η αρχή. Πες μου να σταματήσω όταν φτιαχτείς».

Από το χολάκι όπου στεκόμασταν περάσαμε σ’ ένα μισοσκότεινο κι απόκοσμο δωμάτιο με βαριές κουρτίνες. Ασθενικές λάμπες έφεγγαν μέσα σε απλίκες στέλνοντας το φως ίσια στο πάτωμα. Παράταιρα αντικείμενα γέμιζαν το δωμάτιο: μικρές σιφονιέρες, τραπεζάκια αντίκες και καρέκλες. Ένα σεκρετέρ φορτωμένο χαρτιά, μολύβια, χάρακες και τουλάχιστον καμιά δεκαριά ψαλίδια διαφόρων μεγεθών στηρίζονταν στον τοίχο. Η μαντάμ Λουντμίλα μ’ έβαλε να καθίσω σε μια παλιά μπερζέρα.

«Το κρεβάτι είναι στ’ άλλο δωμάτιο γλύκα» με πληροφόρησε, δείχνοντας στο βάθος του δωματίου. «Τούτη δω είναι η αντισάλα μου. Εδώ κάνω το νούμερό μου για να φτιαχτείς και να ‘σαι ορεξάτος».

Την επομένη στιγμή, πέταξε πέρα την κόκκινη ρόμπα της, κλότσησε στην άκρη τις φανταχτερές της παντόφλες κι άνοιξε με μια αεράτη κίνηση τις δίφυλλες ντουλάπες που έστεκαν πλάι πλάι σ’ έναν τοίχο. Στο εσωτερικό του κάθε φύλλου βρισκόταν ένας ολόσωμος καθρέφτης.

«Και τώρα μουσική, αγοράκι» ανήγγειλε η μαντάμ Λουντμίλα κι άρχισε να γυρνά τη μανιβέλα ενός φωνογράφου που έδειχνε να είναι σε θαυμάσια κατάσταση, γυαλιστερός σαν καινούριος. Έβαλε ένα δίσκο γραμμοφώνου στο πλατό της συσκευής. Η στριγκή, βασανιστική μελωδία μου θύμισε τα εμβατήρια που παίζουν στο τσίρκο.

«Και τώρα το νούμερό μου» φώναξε κι άρχισε να στριφογυρνά στο ρυθμό της μελωδίας. Η επιδερμίδα της ήταν σφιχτή – στα περισσότερα σημεία, τουλάχιστον – κι εκπληκτικά λευκή, αν και δεν ήταν πια νέα. Θα πρέπει να πλησίαζε τα πενήντα. Η κοιλιά της ήταν χαλαρή – όχι πολύ, αλλά αρκετά -, όπως και τα πλούσια στήθη της. Είχε μικρή μύτη κι έντονα βαμμένα κόκκινα χείλη. Μια γερή στρώση μαύρης μάσκαρα είχε πετρώσει στα βλέφαρά της. Έφερνε στο νου το αρχέτυπο της γερασμένης πόρνης. Ανέδιδε ωστόσο κάτι παιδικό, μια κοριτσίστικη εγκατάλειψη και εμπιστοσύνη, μια γλύκα που με τάραξε.

«Και τώρα, οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη» ανήγγειλε η μαντάμ Λουντμίλα, ενώ η μουσική συνεχιζόταν.

«Πόδι, πόδι, πόδι!» φώναξε, τινάζοντας ψηλά πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο στο ρυθμό της μουσικής. Το δεξί της χέρι ακουμπούσε την κορυφή του κεφαλιού της – θύμιζε κοριτσάκι που δεν είναι σίγουρο αν μπορεί να εκτελέσει τις χορευτικές φιγούρες.

«Γύρω, γύρω, γύρω!» κραύγασε στριφογυρνώντας σαν σβούρα.

«Ποπός, ποπός, ποπός!» τσίριξε μετά, δείχνοντάς μου τον πισινό της σαν χορεύτρια του καν καν.

Επανέλαβε ξανά και ξανά την ίδια σειρά κινήσεων, ώσπου άρχισε να σβήνει η μουσική όπως ξεκουρδιζόταν ο φωνογράφος. Είχα την αίσθηση ότι χανόταν η μαντάμ Λουντμίλα, έτσι όπως στροβιλιζόταν κατευθυνόμενη στο βάθος του δωματίου, έτσι όπως μίκραινε και μίκραινε ολοένα καθώς έσβηνε η μουσική. Ένα αίσθημα απόγνωσης και μοναξιάς που αγνοούσα πως έτρεφα μέσα μου αναδύθηκε απ’ τα κατάβαθα της ύπαρξής μου, και μ’ έσπρωξε να πεταχτώ από την μπερζέρα και να βγω τρέχοντας από το δωμάτιο, να κατέβω κουτρουβαλώντας τη σκάλα και να ορμήσω έξω, στο δρόμο.

Ο Έντι και οι δύο άντρες με τα αχνογάλαζα γυαλιστερά κοστούμια στέκονταν εκεί κουβεντιάζοντας. Όταν ο φίλος μου με είδε να πετάγομαι σαν τρελός από το κτίριο, ξέσπασε σε δυνατά γέλια.

«Δεν ήταν φοβερή περίπτωση;» μου φώναξε, πασχίζοντας ακόμη ν’ ακουστεί σαν Αμερικανός. «Οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη είναι μόνο η αρχή». Τι φάση! Τι φάση, στ’ αλήθεια!»

Την πρώτη φορά που ανέφερα αυτή την ιστορία στο δον Χουάν, του είπα ότι είχα επηρεαστεί βαθιά από τη βασανιστική μελωδία και το τρελό στροβίλισμα της γριάς πόρνης στο άκουσμά της. Εξίσου βαθιά με είχε επηρεάσει και η αποκάλυψη της αναισθησίας του φίλου μου.

Αυτή τη φορά, όταν ολοκλήρωσα την ιστορία μου στο δον Χουάν, στη σκιά των ψηλών θάμνων όπου καθόμασταν σ’ εκείνα τα βουνά της Σονόρα, έτρεμα σύγκορμος. Με είχε μυστηριωδώς επηρεάσει κάτι εντελώς απροσδιόριστο.

«Αυτή η ιστορία», είπε ο δον Χουάν, «πρέπει να μπει οπωσδήποτε στο λεύκωμά σου με τα αξιομνημόνευτα περιστατικά. Ο φίλος σου, αν και δεν υποψιάστηκε καν τι έκανε, σου πρόσφερε, όπως είπε κι ο ίδιος, ένα θαυμαστό δώρο, κάτι που πράγματι η εντύπωσή του θα διατηρηθεί μέσα σου και θα σε ακολουθεί για όλη σου τη ζωή».

«Προσωπικά θεωρώ πολύ θλιβερή αυτή την ιστορία, δον Χουάν, θλιβερή, μα τίποτ’ άλλο», μουρμούρισα.

«Είναι πράγματι μια θλιβερή ιστορία, όπως κι όλες οι άλλες ιστορίες σου», μου απάντησε, «αλλά αυτό που την κάνει ξεχωριστή για μένα και αξιομνημόνευτη είναι ότι μας αγγίζει όλους, κάθε ανθρώπινο πλάσμα, όχι μόνο εσένα, όπως συνέβαινε με τις υπόλοιπες ιστορίες σου. Βλέπεις, όπως η μαντάμ Λουντμίλα, έτσι και ο καθένας από μας, είτε νέος είτε γέρος, κάνει φιγούρες μπροστά σε κάποιο καθρέφτη με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Λογάριασε πρώτα τι γνωρίζεις για τους ανθρώπους. Σκέψου κάθε ανθρώπινο πλάσμα σε τούτη τη γη και θα καταλάβεις, χωρίς αμφιβολία, πως όποιοι κι αν είναι αυτοί οι άνθρωποι ή ό,τι κι αν πιστεύουν για τον εαυτό τους, ό,τι κι αν κάνουν, το αποτέλεσμα των πράξεών τους είναι πάντα το ίδιο: παράλογες φιγούρες μπροστά σ’ έναν καθρέφτη».

Έλεγχος, Πειθαρχία, Επιμονή, Χρονισμός και Θέληση

Τα κύρια χαρακτηριστικά της πολεμικότητας

Ο δον Χουάν δε συζήτησε μαζί μου την κυριαρχία της συνείδησης παρά πολλούς μήνες αργότερα. Βρισκόμαστε στο σπίτι όπου έμενε η ομάδα του ναγκουάλ

«Πάμε μια βόλτα», μου είπε ο δον Χουάν, ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο μου. «Ή ακόμα καλύτερα, πάμε στην πλατεία, όπου έχει πολύ κόσμο, να καθίσουμε και να μιλήσουμε».

Ξαφνιάστηκα όταν μου μίλησε. Βρισκόμουν στο σπίτι δύο ολόκληρες μέρες και δεν με είχε ούτε καν χαιρετήσει.

Καθώς βγαίναμε από το σπίτι μας, σταμάτησε η Γκόρντα και απαίτησε να την πάρουμε μαζί μας. Έδειχνε αποφασισμένη να μη δεχτεί άρνηση. Ο δον Χουάν, με πολύ αυστηρή φωνή, της είπε ότι είχε να συζητήσει μαζί μου κάτι προσωπικό.

«Θα μιλήσετε για μένα», είπε η Γκόρντα. Ο τόνος και οι χειρονομίες της έδειχναν καχυποψία.

«Έχεις δίκιο», απάντησε ξερά ο δον Χουάν. Την προσπέρασε χωρίς να την κοιτάξει.

Τον ακολούθησα και περπατήσαμε αμίλητοι μέχρι την πλατεία της πόλης. Όταν καθίσαμε των ρώτησα τι θα μπορούσαμε να βρούμε να συζητήσουμε για την Γκόρντα. Εξακολουθούσα να αισθάνομαι καρφωμένο πάνω μου το απειλητικό της βλέμμα, καθώς βγαίναμε από το σπίτι.

«Δεν έχουμε τίποτα να συζητήσουμε για την Γκόρντα ή για οποιονδήποτε άλλον», είπε. «Της το είπα απλά και μόνο για να προκαλέσω τον τεράστιο εγωισμό της. Και πέτυχε. Είναι έξαλλη μαζί μας. Αν την ξέρω καλά, μέχρι τώρα θα έχει φουντώσει την αυτοπεποίθηση και την αγανάκτησή της. Δεν θα εκπλαγώ να έρθει να μας βρει εδώ, στο παγκάκι».

«Αν δεν πρόκειται να μιλήσουμε για την Γκόρντα, τι θα συζητήσουμε;» ρώτησα.

«Θα συνεχίσουμε τη συζήτηση που αρχίσαμε στην Οαξάκα», απάντησε. «Η κατανόηση της εξήγησης της συνείδησης θα χρειαστεί τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια από μέρους σου και την προθυμία σου να μεταφέρεσαι απ’οτο ένα στο άλλο στάδιο συνείδησης. Ενώ θα συζητάμε, απαιτώ την απόλυτη συγκέντρωσή και υπομονή σου».

Γκρινιάζοντας του είπα ότι με είχε κάνει να αισθανθώ άσχημα, αρνούμενος να μου μιλήσει, τις δύο προηγούμενες μέρες. Με κοίταξε και σήκωσε τα φρύδια του. Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλια του και μετά εξαφανίστηκε. Συνειδητοποίησα ότι μου έδειχνε ότι δεν ήμουν καλύτερος από την Γκόρντα.

«Προκαλούσα τον εγωισμό σου», είπε συνοφρυωμένος. «Ο εγωισμός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός σου. Σκέψου το – αυτό που μας κάνει αδύνατους είναι το να αισθανόμαστε ότι μας προσβάλλουν οι ενέργειες των συνανθρώπων μας. Ο εγωισμός μας απαιτεί να περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας προσβλημένοι από κάποιον. Οι νέοι μάντεις συνιστούσαν να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για την εξαφάνιση του εγωισμού από τη ζωή των πολεμιστών. Έχω ακολουθήσει αυτή τη σύσταση και μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς μου απέναντί σου έχει σκοπό να σου δείξει ότι χωρίς εγωισμό, είμαστε αήττητοι!»

Καθώς τον άκουγα, τα μάτια του έγιναν ξαφνικά πολύ γυαλιστερά. Σκεφτόμουν ότι ήταν έτοιμος να γελάσει και ότι δεν υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο, όταν ξαφνιάστηκα από ένα δυνατό οδυνηρό χαστούκι στο δεξί μου μάγουλο.

Τινάχτηκα όρθιος. Η Γκόρντα στεκόταν πίσω μου με το χέρι της ακόμα σηκωμένο. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο από το θυμό.

«Τώρα μπορείτε να πείτε ό,τι θέλετε για μένα, έχοντας κάποια δικαιολογία», φώναξε. «Αν έχετε πάντως να πείτε κάτι, πείτε το μπροστά μου!».

Η έκρηξή της έμοιαζε να την έχει εξαντλήσει, γιατί κάθισε κάτω στο τσιμέντο και άρχισε να κλαίει. Ο δον Χουάν έδειχνε ενθουσιασμένος. Εγώ ήμουν παγωμένος από τη μανία μου. Η Γκόρντα με κοίταξε και μετά γύρισε προς τον δον Χουάν. Του είπε παραπονεμένα ότι δεν είχαμε δικαίωμα να την κατηγορούμε. Ο δον Χουάν γέλασε τόσο δυνατά που διπλώθηκε στα δύο. Δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει. Προσπάθησε δύο τρεις φορές να μου πει κάτι, αλλά τελικά παράτησε την προσπάθεια και απομακρύνθηκε με το σώμα του να αναταράζεται ακόμα από τα γέλια.

Ήμουν έτοιμος να τρέξω πίσω του, κοιτάζοντας ακόμα αγριεμένα τη Γκόρντα – εκείνη τη στιγμή την εύρισκα αποκρουστική – όταν μου συνέβηκε κάτι εκπληκτικό. Κατάλαβα γιατί με είχε βρει τόσο αστείο ο δον Χουάν. Η Γκόρντα και εγώ ήμασταν φρικιαστικά όμοιοι. Ο εγωισμός μας ήταν τρομακτικός. Η έκπληξη και η οργή μου που με είχαν χαστουκίσει ήταν σαν το θυμό και τις υποψίες της Γκόρντα. Ο δον Χουάν είχε δίκιο. Το βάρος του εγωισμού είναι μεγάλο εμπόδιο. Έτρεξα πίσω του, ενθουσιασμένος, με τα δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό μου. Τον πρόλαβα και του είπα τι είχα καταλάβει. Τα μάτια του γυάλιζαν με ικανοποίηση και ευχαρίστηση.

«Τι να κάνω με τη Γκόρντα;» ρώτησα.

«Τίποτα», απάντησε. «Η συνειδητοποίηση είναι πάντα κάτι το προσωπικό».

Άλλαξε θέμα και είπε ότι οι οιωνοί μας έλεγαν να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας πίσω στο σπίτι, ή στο μεγάλο δωμάτιο με τις άνετες πολυθρόνες, ή στην πίσω αυλή που είχε έναν σκεπαστό διάδρομο γύρω της. Είπε ότι όποτε εξηγούσε μέσα στο σπίτι, αυτά τα δύο μέρη ήταν απαγορευμένα για όλους τους άλλους. Γυρίσαμε στο σπίτι. Ο δον Χουάν είπε σε όλους τι είχε κάνει η Γκόρντα. Η χαρά που έδειξαν όλοι οι μάντεις έκανε τη θέση της Γκόρντα πολύ δύσκολη.

«Ο εγωισμός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ευγένειες», είπε ο δον Χουάν όταν του εξέφρασα την ανησυχία μου για την Γκόρντα.

Μετά είπε σε όλους να βγουν από το δωμάτιο. Καθίσαμε και ο δον Χουάν άρχισε τις εξηγήσεις του.

Είπε ότι οι μάντεις, παλιοί και νέοι, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει αυτούς που είναι διατεθειμένοι να αυτοσυγκρατηθούν και μπορούν να διοχετεύσουν τις ενέργειές τους προς στόχους που μπορούν να βοηθήσουν τους άλλους μάντεις αλλά και την ανθρωπότητα γενικά. Η άλλη κατηγορία περιλαμβάνει αυτούς που δε συμπαθούν την αυτοσυγκράτηση και δεν ενδιαφέρονται για τέτοιους στόχους. Οι μάντεις πιστεύουν ότι αυτοί οι τελευταίοι είναι αυτοί που δεν κατάφεραν να λύσουν το πρόβλημα του εγωισμού.

«Ο εγωισμός δεν είναι κάτι το απλό και αφελές» εξήγησε. «Από τη μια μεριά, αποτελεί τον πυρήνα όλων όσων είναι καλά για μας και από την άλλη μεριά, τον πυρήνα όσων είναι σάπια. Για να ξεφορτωθεί κανείς το σάπιο εγωισμό χρειάζεται ένα αριστούργημα στρατηγικής. Οι μάντεις μέσα στους αιώνες, έχουν τιμήσει ιδιαίτερα αυτούς που το κατάφεραν».

Παραπονέθηκα ότι η ιδέα της εξαφάνισης του εγωισμού, αν και μου φαινόταν ελκυστική μερικές φορές, ήταν στην ουσία ακατανόητη. Του είπα ότι εύρισκα τις οδηγίες του τόσο ασαφείς που δεν μπορούσα να τις ακολουθήσω.

«Σου είπα πολλές φορές, ότι προκειμένου να ακολουθήσεις το μονοπάτι της γνώσης πρέπει να έχεις μεγάλη φαντασία. Βλέπεις, το μονοπάτι της γνώσης, τίποτα δεν είναι τόσο ξεκάθαρο όσο θα θέλαμε».

Η δυσάρεστη αίσθηση που μου δημιούργησαν τα λόγια του με έκανε να πω ότι αυτά που έλεγε μου θύμιζαν κηρύγματα της καθολικής εκκλησίας. Μετά από μια ολόκληρη ζωή που με δίδασκαν τα κακά της αμαρτίας, είχα γίνει αναίσθητος.

«Η μάχη των πολεμιστών κατά του εγωισμού», είπε, «είναι θέμα στρατηγικής, όχι αρχής. Το λάθος σου είναι ότι μεταφράζεις ό,τι λέω με βάση την ηθική».

«Σε θεωρώ πολύ ηθικό άνθρωπο, δον Χουάν», επέμεινα.

«Απλώς έχεις προσέξει το ότι είμαι άψογος», είπε.

«Το να είσαι άψογος, όπως και το να ξεφορτώνεσαι τον εγωισμό σου, αποτελούν πολύ αόριστες έννοιες για να έχουν κάποια αξία για μένα» παρατήρησα.

Ο δον Χουάν πνίγηκε στα γέλια και του ζήτησα να εξηγήσει τι σημαίνει να είσαι άψογος.

«Το να είσαι άψογος δεν είναι τίποτα περισσότερο από τη σωστή χρήση της ενέργειας», είπε. «Οι δηλώσεις μου δεν περιλαμβάνουν κανένα υπαινιγμό ηθικής. Έτσι εξοικονόμησα ενέργεια και αυτό με κάνει άψογο. Για να το καταλάβεις, θα πρέπει και εσύ να εξοικονομήσεις αρκετή ενέργεια».

Μείναμε σιωπηλοί για αρκετή ώρα. Ήθελα να σκεφτώ αυτό που είχε πει. Ξαφνικά, άρχισε να μιλάει και πάλι.

«Οι πολεμιστές μελετούν τις στρατηγικές τους» είπε. «Καταγράφουν όλα όσα κάνουν. Μετά αποφασίζουν τι απ’ αυτά μπορεί να αλλάξει προκειμένου να ξεκουραστούν, από απόψεως δαπάνης ενέργειας».

Παρατήρησα ότι αυτός ο κατάλογος θα πρέπει να περιλαμβάνει τα πάντα. Υπομονετικά μου εξήγησε ότι ο στρατηγικός κατάλογος στον οποίο αναφερόταν, κάλυπτε μόνο τους τρόπους συμπεριφοράς που δεν ήταν κρίσιμοι για την επιβίωση και την καλή ζωή μας.

Άρπαξα την ευκαιρία για να επισημάνω ότι η επιβίωση και η καλή ζωή ήταν κάτι που μπορούσε να ερμηνευθεί με άπειρους τρόπους, άρα, δεν υπήρχε τρόπος να συμφωνήσει κανείς στο τι ήταν ή δεν ήταν απαραίτητο.

Καθώς μιλούσα άρχισα να χάνω τη φόρα μου. Τελικά, σταμάτησα γιατί κατάλαβα τη ματαιότητα των επιχειρημάτων μου. Ο δον Χουάν είπε τότε, ότι, στους στρατηγικούς καταλόγους των πολεμιστών, ο εγωισμός είναι αυτό που καταναλίσκει την περισσότερη ενέργεια και άρα αυτόν προσπαθούν να εξαλείψουν.

«Μια από τις βασικές προσπάθειες των πολεμιστών είναι να απελευθερώσουν αυτή την ενέργεια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν μ’ αυτή το άγνωστο», συνέχισε ο δον Χουάν. «Με τον τρόπο αυτό, με την αλλαγή της πορείας της ενέργειας, γίνεται κανείς άψογος».

Είπε ότι η πιο αποτελεσματική στρατηγική είχε δημιουργηθεί από τους μάντεις της κατοχής, τους αναμφισβήτητους κυρίαρχους της «επιμονής». Αποτελείται από έξι στοιχεία που αλληλοεπηρεάζονται. Τα πέντε απ’ αυτά αποκαλούνται «χαρακτηριστικά της πολεμικότητας»: έλεγχος, πειθαρχία, μακροθυμία, χρονισμός και «θέληση». Αφορούν τον κόσμο του πολεμιστή που μάχεται να χάσει τον εγωισμό. Το έκτο στοιχείο, που είναι ίσως το πιο σημαντικό αφορά τον έξω κόσμο και λέγεται ο μικρός τύραννος.

Με κοίταξε σιωπηλά σαν να ρωτούσε αν είχα καταλάβει.

«Τα έχω χαμένα», είπα. «Λες συνέχεια ότι η Γκόρντα είναι ο μικρός τύραννος στη ζωή μου. Τι ακριβώς είναι ένας μικρός τύραννος;»

«Ένας μικρός τύραννος είναι ένας βασανιστής», απάντησε. «Κάποιος που ή έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους πολεμιστές, ή απλά και μόνο τους ενοχλεί μέχρι παραφροσύνης».

Ο δον Χουάν χαμογελούσε πλατιά καθώς μου μιλούσε. Είπε ότι οι νέοι μάντεις ανέπτυξαν τη δική τους κατάταξη των μικρών τυράννων. Αν και η έννοια αυτή αποτελεί μια από τις σημαντικότερες και σοβαρότερες ανακαλύψεις τους, το αντιμετώπιζαν με χιούμορ. Με διαβεβαίωσε ότι υπήρχε μια υποψία κακίας και χιούμορ σε κάθε μια από τις κατηγορίες τους, επειδή το χιούμορ ήταν ο μοναδικός τρόπος να αντισταθμίσουν την ακαταμάχητη τάση της ανθρώπινης συνείδησης να κατατάσσει και να δημιουργεί άβολες κατηγορίες.

Οι νέοι μάντεις, σύμφωνα με την πρακτική τους, θεώρησαν σωστό να ξεκινήσουν την κατάταξη με την αρχέγονη πηγή ενέργειας τον ένα και μοναδικό κυρίαρχο του σύμπαντος, που την ονόμασαν απλά «ο τύραννος». Οι υπόλοιποι καταπιεστές και αυθεντίες, φυσικά κατατάχτηκαν απείρως χαμηλότερα από την κατηγορία του τύραννου. Σε σύγκριση με την πηγή των πάντων, οι πιο τρομεροί, τυραννικοί άνθρωποι ήταν απλοί παλιάτσοι. Άρα, κατατάχτηκαν στην κατηγορία των μικρών τυράννων, «πίντσες τιράνος».

Είπε ότι υπήρχαν δύο υποκατηγορίες μικρών τυράννων. Η πρώτη υποκατηγορία περιλάμβανε τους μικρούς τυράννους που ταλαιπωρούν και προκαλούν δυστυχία, χωρίς όμως να προκαλούν το θάνατο κανενός. Αυτοί ονομάζονταν μικροί τυραννίσκοι, «ρεπίντσες τιρανίτος», ή μικροτυραννάκια «πίντες τιρανίτος τσικιτίτος».

Σκέφτηκα ότι οι κατηγορίες αυτές ήταν γελοίες. Ήμουν σίγουρος ότι έβγαζε από το μυαλό του τους ισπανικούς όρους. Τον ρώτησα αν ήταν έτσι.

«Κάθε άλλο», απάντησε, δείχνοντας να το διασκεδάζει. «Οι νέοι μάντεις ήταν καταπληκτικοί με τις κατατάξεις τους. Ο Χενάρο αναμφισβήτητα είναι ένας από τους καλύτερους. Αν τον παρατηρήσεις προσεκτικά, θα συνειδητοποιήσεις πως ακριβώς αισθάνονται οι μάντεις για τις κατηγορίες αυτές».

Γέλασε δυνατά βλέποντας τη σύγχυση μου όταν τον ρώτησα αν με κορόιδευε.

«Δεν θα μπορούσα ούτε να το διανοηθώ», είπε χαμογελώντας. «Ο Χενάρο θα μπορούσε να το κάνει, αλλά όχι εγώ, ιδίως όταν ξέρω πως αισθάνεσαι για τις κατηγορίες. Μόνο που οι νέοι μάντεις είναι τρομερά ανεβλαβείς».

Πρόσθεσε ότι οι μικροί μικρό-τύραννοι χωρίζονταν σε τέσσερις άλλες υποκατηγορίες. Μια γι’ αυτούς που βασανίζουν βάναυσα και βίαια. Μια άλλη γι’ αυτούς που δημιουργούν τρομερή ανησυχία και φόβο με ύπουλες μεθόδους. Μια άλλη γι’ αυτούς που καταπιέζουν με τη λύπη. Και η τελευταία, γι’ αυτούς που βασανίζουν κάνοντας τους πολεμιστές να οργίζονται.

«Η Γκόρντα ανήκει σε δική της κατηγορία» πρόσθεσε. «Είναι ένας δραστήριος μικροσκοπικός μικρό-τύραννος. Σε ενοχλεί μέχρι θανάτου και σε εξοργίζει. Μέχρι που σε χαστουκίζει. Με όλα αυτά σε διδάσκει την απελευθέρωση από τον εγωισμό».

«Δεν είναι δυνατόν!» διαμαρτυρήθηκα.

«Δεν έχεις ακόμα συνδυάσει όλα τα συστατικά της στρατηγικής που έχουν διαμορφώσει οι νέοι μάντεις», είπε. «Όταν θα το κάνει θα δεις πόσο αποτελεσματική και έξυπνη είναι η λύση να χρησιμοποιείται ένας μικρός τύραννος. Μπορώ να πω ότι αυτή η στρατηγική, όχι μόνο εξαφανίζει τον εγωισμό, αλλά και προετοιμάζει τους πολεμιστές για την τελική συνειδητοποίηση ότι το να είσαι άψογος είναι το μόνο που έχει σημασία στο μονοπάτι της γνώσης».

Είπε ότι αυτό που είχαν υπ’ όψη τους οι νέοι μάντεις ήταν μια θανάσιμη κατάσταση στην οποία ο μικρός τύραννος ήταν σαν μια βουνοκορυφή και τα συστατικά της πολεμικότητας ήταν σαν αναρριχητές που συναντιόνταν στην κορφή.

«Συνήθως χρησιμοποιούνται μόνο τέσσερα συστατικά», συνέχισε. «Το πέμπτο, η «ΘΕΛΗΣΗ», φυλάγεται πάντα για την τελική αντιπαράθεση, όπως όταν οι πολεμιστές αντιμετωπίζουν το εκτελεστικό απόσπασμα».

«Γιατί γίνεται έτσι;»

«Γιατί η θέληση ανήκει σε μια άλλη σφαίρα, το άγνωστο. Τα άλλα τέσσερα ανήκουν στο γνωστό, εκεί ακριβώς που βρίσκονται οι μικροί τύραννοι. Μάλιστα αυτό που μετατρέπει τους ανθρώπους σε μικρούς τυράννους, είναι η συνεχής μανιακή χρήση του γνωστού».

Ο δον Χουάν εξήγησε ότι η αλληλεπίδραση ανάμεσα στα πέντε συστατικά της πολεμικότητας γίνεται μόνο από μάντεις που είναι άψογοι πολεμιστές και ελέγχουν απόλυτα την «θέληση». Μια τέτοια αλληλεπίδραση αποτελεί την υπέρτατη κίνηση που δεν μπορεί να γίνει στο καθημερινό ανθρώπινο στάδιο.

«Τα τέσσερα συστατικά είναι αρκετά για να αντιμετωπίσει κανείς ακόμα και τους χειρότερους μικρούς τυράννους», συνέχισε. «Με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι έχει βρεθεί ένας μικρός τύραννος. Όπως είπα, ο μικρός τύραννος είναι το εξωτερικό στοιχείο, αυτό που δεν μπορούμε να ελέγξουμε και το στοιχείο που κατά πάσα πιθανότητα είναι το πιο σημαντικό. Ο ευεργέτης μου έλεγε ότι ο πολεμιστής που σκοντάφτει πάνω σε έναν μικρό τύραννο, είναι τυχερός. Εννοούσε ότι είσαι τυχερός αν συναντήσεις έναν στον δρόμο σου, γιατί αν δεν τον συναντήσεις θα πρέπει να ψάξεις να τον βρεις».

Εξήγησε ότι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της εποχής της κατοχής ήταν ένα οικοδόμημα που το αποκάλεσε «πρόοδο τριών φάσεων». Οι μάντεις της περιόδου αυτής, καταλαβαίνοντας τη φύση του ανθρώπου, μπόρεσαν να φτάσουν στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι αν οι μάντεις μπορούν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τους μικρούς τυράννους, μπορούν σίγουρα να αντιμετωπίσουν ανώδυνα το άγνωστο. Και μετά μπορούν να αντέξουν ακόμα και την παρουσία αυτού που βρίσκεται πέρα από τα όρια της ανθρώπινης κατανόησης.

«Η αντίδραση του μέσου ανθρώπου είναι να σκεφτεί ότι η σειρά αυτής της δήλωσης πρέπει να αναστραφεί», συνέχισε. «Ένας μάντης που μπορεί να κρατήσει τη θέση του απέναντι στο άγνωστο, μπορεί σίγουρα να αντιμετωπίσει τους μικρούς τυράννους. Αλλά δεν είναι έτσι. Αυτό που κατέστρεψε τους θαυμάσιους μάντεις των αρχαίων χρόνων, ήταν αυτή ακριβώς η παρανόηση.

Τώρα ξέρουμε περισσότερα. Ξέρουμε ότι τίποτα δεν μπορεί να δοκιμάσει περισσότερο το πνεύμα του πολεμιστή, απ’ ότι το να αντιμετωπίσει απίθανους ανθρώπους σε θέσεις ισχύος. Μόνο κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες μπορούν οι πολεμιστές να αποκτήσουν τη νηφαλιότητα και την ηρεμία που απαιτείται για να αντέξουν την πίεση που δεν μπορεί να κατανοηθεί».

Διαφώνησα μαζί του. Του είπα ότι, κατά τη γνώμη μου, το μόνο που μπορούν να κάνουν οι τύραννοι είναι να φέρουν τα θύματά τους σε απόγνωση ή να τα αναγκάσουν να γίνουν εξ ίσου βάναυσα μ’ αυτούς. Επεσήμανα ότι έχουν γίνει αναρίθμητες μελέτες σχετικά με τα αποτελέσματα σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων σε τέτοια θύματα.

«Η διαφορά βρίσκεται σε κάτι που είπες», απάντησε. «Μίλησες για θύματα, όχι για πολεμιστές. Κάποτε αισθανόμουν κι εγώ σαν και σένα. Θα σου πω τι με έκανε να αλλάξω, αλλά πρώτα ας γυρίσουμε σ΄ αυτό που είπα για την κατοχή. Οι μάντεις εκείνης της εποχής δε θα μπορούσαν να βρουν προσφορότερο έδαφος. Οι Ισπανοί ήταν οι μικροί τύραννοι που δοκίμασαν τις ικανότητές τους στο έπακρο. Αφού αντιμετώπισαν τους κατακτητές, οι μάντεις ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν οτιδήποτε. Ήταν τυχεροί. Εκείνη την εποχή υπήρχαν παντού μικροί τύραννοι.

»Μετά από αυτά τα θαυμάσια χρόνια της αφθονίας, τα πράγματα άλλαξαν σημαντικά. Οι μικροί τύραννοι δεν είχαν ποτέ άλλοτε τέτοια δύναμη. Μόνο εκείνη την περίοδο είχαν απεριόριστη εξουσία. Ένας μικρός τύραννος με απεριόριστες δυνατότητες είναι το τέλειο συστατικό για την προετοιμασία ενός θαυμάσιου μάντη.

»Δυστυχώς, στην εποχή μας οι μάντεις χρειάζεται να φτάσουν στα άκρα για να βρουν έναν αξιόλογο τύραννο. Και τις περισσότερες φορές αναγκάζονται να ικανοποιηθούν με μικροπράγματα».

«Εσύ βρήκες ένα μικρό τύραννο δον Χουάν;»

«Ήμουν τυχερός. Ένας τεράστιος τύραννος με βρήκε εμένα. Εκείνη την εποχή, όμως, αισθανόμουν όπως και συ. Δε θεωρούσα τον εαυτό μου τυχερό».

Ο δον Χουάν είπε ότι η δοκιμασία του άρχισε μερικές εβδομάδες πριν συναντήσει τον ευεργέτη του. Μόλις που είχε κλείσει τα είκοσι. Είχε βρει μια δουλειά σαν εργάτης σε ένα εργοστάσιο ζάχαρης. Ανέκαθεν ήταν δυνατός και έτσι ήταν εύκολο να βρίσκει δουλειές που απαιτούσαν μπράτσα. Μια μέρα, καθώς μετέφερε κάτι μεγάλα σακιά ζάχαρη, μπήκε μέσα μια γυναίκα. Ήταν πολύ καλά ντυμένη και φαινόταν εύπορη. Ήταν καμιά πενηνταριά χρονών, είπε ο δον Χουάν. Κοίταξε τον δον Χουάν, μίλησε στον αρχιεργάτη κι έφυγε. Στη συνέχεια ο αρχιεργάτης πλησίασε τον δον Χουάν και του είπε ότι αν του έδινε κάτι, θα τον σύστηνε για μια δουλειά στο σπίτι του αφεντικού. Ο δον Χουάν του είπε ότι δεν είχε λεφτά. Ο αρχιεργάτης χαμογέλασε και είπε ότι δεν πείραζε, θα είχε αρκετά την ημέρα της μισθοδοσίας. Χτύπησε φιλικά τον δον Χουάν στην πλάτη και τον διαβεβαίωσε ότι ήταν μεγάλη τιμή να δουλέψει για το αφεντικό.

Ο δον Χουάν είπε ότι σαν αστοιχείωτος και φτωχός ινδιάνος που ήταν εκείνη την εποχή, τα έχαψε όλα. Πίστευε ότι τον βοηθούσε κάποια καλή νεράιδα. Υποσχέθηκε να δώσει στον αρχιεργάτη ό,τι ήθελε. Ο αρχιεργάτης ζήτησε ένα τεράστιο ποσό που έπρεπε να πληρωθεί σε δόσεις.

Αμέσως μετά, ο ίδιος ο αρχιεργάτης, πήγε τον δον Χουάν στο σπίτι, που ήταν αρκετά μακριά από την πόλη, και τον άφησε εκεί με έναν άλλο αρχιεργάτη, έναν άσκημο, σοβαρό, τεράστιο άντρα που έκανε πολλές ερωτήσεις.

Ήθελε να μάθει για την οικογένεια του δον Χουάν. Ο δον Χουάν είπε ότι δεν είχε οικογένεια. Ο αρχιεργάτης χάρηκε τόσο πολύ που χαμογέλασε, δείχνοντας τα σάπια δόντια του.

Υποσχέθηκε στον δον Χουάν ότι θα τον πλήρωναν καλά και ότι θα ήταν σε θέση ακόμα και να αποταμιεύσει, μια και δε θα ήταν αναγκασμένος να ξοδεύει, μένοντας και τρώγοντας στο σπίτι.

Ο τρόπος με τον οποίο γελούσε ο τεράστιος αυτός άνθρωπος, ήταν τρομακτικός. Ο δον Χουάν κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει αμέσως. Έτρεξε στην πόρτα, αλλά ο αρχιεργάτης μπήκε μπροστά του με ένα πιστόλι στο χέρι. Σήκωσε τον κόκορα και το έχωσε στο στομάχι του δον Χουάν.

«Έχεις έρθει εδώ για να δουλέψεις μέχρι να σέρνεσαι», είπε «και μην το ξεχνάς». Τον έσπρωξε με ένα γκλομπ και τον οδήγησε στο πλάι του σπιτιού. Αφού δήλωσε ότι οι άντρες του δούλευαν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου, χωρίς διάλειμμα, έβαλε τον δον Χουάν να σκάψει για να ξεριζώσει δυο τεράστιους κορμούς. Του είπε επίσης ότι αν προσπαθούσε να αποδράσει, ή αν πήγαινε στις αρχές, θα τον σκότωνε – και ότι αν ποτέ ο δον Χουάν έφευγε, θα ορκιζόταν στο δικαστήριο ότι είχε προσπαθήσει να δολοφονήσει το αφεντικό.

«Θα δουλέψεις εδώ μέχρι να πεθάνεις», είπε. «Κάποιος άλλος Ινδιάνος θα πάρει τη θέση σου, όπως εσύ παίρνεις τη θέση κάποιου που πέθανε».

Ο δον Χουάν είπε ότι το σπίτι έμοιαζε με κάστρο, γεμάτο άντρες οπλισμένους με μασέτες. Άρχισε λοιπόν να δουλεύει και προσπάθησε να μη σκέφτεται τη θέση του. Στο τέλος της ημέρας, ο αρχιεργάτης γύρισε και τον πήγε με κλωτσιές μέχρι την κουζίνα, επειδή δεν του άρεσε το περήφανο βλέμμα του. Απείλησε να κόψει τους τένοντες στα χέρια του δον Χουάν αν δεν υπάκουε.

Στην κουζίνα, μια γριά έφερε φαγητό, αλλά ο δον Χουάν ήταν τόσο στενοχωρημένος και φοβισμένος που δεν μπορούσε να φάει. Η γριά τον συμβούλεψε να φάει όσο μπορούσε. Έπρεπε να κρατήσει τη δύναμή του, είπε, επειδή η δουλειά του δε θα σταματούσε ποτέ. Τον προειδοποίησε ότι ο άνθρωπος που είχε τη θέση του πριν απ’ αυτόν, είχε πεθάνει μια μέρα νωρίτερα. Ήταν πολύ αδύναμος για να δουλέψει και είχε πέσει από ένα παράθυρο του δεύτερου ορόφου.

Ο δον Χουάν μου είπε ότι δούλεψε στο σπίτι του αφεντικού επί τρεις βδομάδες, και ότι ο αρχιεργάτης τον κυνηγούσε συνέχεια. Τον έβαζε να δουλεύει κάτω από τις πιο επικίνδυνες συνθήκες, να κάνει την πιο βαριά δουλειά που μπορούσε να φανταστεί κανείς, κάτω από την συνεχή απειλή του μαχαιριού, του πιστολιού και του γκλομπ. Τον έστελνε καθημερινά στους στάβλους για να καθαρίσει ανάμεσα στα χωρίσματα, ενώ τα νευρικά άλογα ήταν μέσα. Στην αρχή της κάθε μέρας, ο δον Χουάν πίστευε ότι θα ήταν η τελευταία του σ’ αυτόν τον κόσμο. Και η επιβίωση σήμαινε απλά και μόνο ότι θα έπρεπε να ξαναπεράσει από την ίδια δοκιμασία την επόμενη μέρα.

Αυτό που έφερε το τέλος, ήταν ότι ζήτησε λίγη ελεύθερη ώρα. Σαν πρόφαση, είπε ότι έπρεπε να πάει στην πόλη για να δώσει στον αρχιεργάτη του εργοστασίου ζαχάρεως τα λεφτά που του χρώσταγε. Ο άλλος αρχιεργάτης απάντησε ότι ο δον Χουάν δεν μπορούσε να σταματήσει ούτε για ένα λεπτό να δουλεύει, γιατί ήταν χρεωμένος μέχρι το λαιμό μόνο και μόνο για το προνόμιο να δουλεύει εκεί.

Ο δον Χουάν κατάλαβε ότι ήταν ξοφλημένος. Κατάλαβε ότι οι δύο αρχιεργάτες ήταν συνεννοημένοι να παίρνουν φτωχούς ινδιάνους από το εργοστάσιο, να τους αναγκάζουν να δουλεύουν μέχρι θανάτου και μετά να μοιράζονται τους μισθούς τους. Αυτό τον έκανε να θυμώσει τόσο πολύ που διέσχισε τρέχοντας και ουρλιάζοντας την κουζίνα και μπήκε στο κυρίως σπίτι. Ο αρχιεργάτης και οι άλλοι εργάτες ξαφνιάστηκαν. Έτρεξε έξω από την μπροστινή πόρτα, και σχεδόν κατάφερε να ξεφύγει, αλλά ο αρχιεργάτης τον πρόλαβε στο δρόμο και τον πυροβόλησε στο στήθος. Τον άφησε νομίζοντας ότι ήταν νεκρός.

Ο δον Χουάν είπε ότι δεν ήταν η μοίρα του να πεθάνει. Ο ευεργέτης του τον βρήκε εκεί και τον φρόντισε, μέχρι που έγινε καλά.

«Όταν είπα ολόκληρη την ιστορία στον ευεργέτη μου», είπε ο δον Χουάν, «με δυσκολία συγκράτησε τον ενθουσιασμό του. Αυτός ο αρχιεργάτης είναι θησαυρός, μου είπε. Είναι πολύ καλός για να τον αφήσουμε να πάει χαμένος. Κάποια μέρα, πρέπει να γυρίσεις σ’ εκείνο το σπίτι.

«Μίλησε για την τύχη μου, που κατάφερα να βρω έναν μικρό τύραννο που ήταν ένας στο εκατομμύριο, με σχεδόν απεριόριστη ισχύ. Νόμιζα ότι ήταν μουρλός. Πέρασαν χρόνια πριν καταλάβω για τι πράγμα μιλούσε».

«Είναι μια από τις πιο τρομερές ιστορίες που έχω ακούσει», είπα. «Ξαναγύρισες πράγματι στο σπίτι;»

«Και βέβαια, τρία χρόνια αργότερα. Ο ευεργέτης μου είχε δίκιο. Ένας μικρός τύραννος σαν κι αυτόν ήταν ένας στο εκατομμύριο και δεν μπορούσε να πάει χαμένος».

«Πως κατάφερες να γυρίσεις;»

«Ο ευεργέτης μου ανέπτυξε μια στρατηγική που χρησιμοποιούσε τα τέσσερα συστατικά της πολεμικότητας: έλεγχο, πειθαρχία, επιμονή και χρονισμός».

Ο δον Χουάν είπε ότι ο ευεργέτης του, εξηγώντας του τι έπρεπε να κάνει για να κερδίσει αντιμετωπίζοντας αυτό το κάθαρμα, του είπε αυτά που οι νέοι μάντεις θεωρούσαν τα τέσσερα βήματα στο μονοπάτι της γνώσης. Το πρώτο βήμα είναι η απόφαση να γίνεις μαθητευόμενος. Αφού οι μαθητευόμενοι αλλάξουν τις απόψεις τους για τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους, κάνουν το δεύτερο βήμα και γίνονται πολεμιστές, δηλαδή όντα ικανά για απόλυτη πειθαρχία και έλεγχο του εαυτού τους. Το τρίτο βήμα, αφού αποκτηθεί η υπομονή και ο χρονισμός, είναι να γίνουν άνθρωποι της γνώσης. Και όταν οι άνθρωποι της γνώσης μάθουν να «βλέπουν», έχουν κάνει το τέταρτο βήμα και έχουν γίνει μάντεις.

Ο ευεργέτης του είχε τονίσει το γεγονός ότι ο δον Χουάν βρισκόταν στο μονοπάτι αρκετό καιρό, ώστε να αποκτήσει τα πρώτα δύο συστατικά: έλεγχο και πειθαρχία. Ο δον Χουάν επεσήμανε ότι και τα δύο αυτά συστατικά αναφέρονται σε μια εσωτερική κατάσταση. Ο πολεμιστής ασχολείται με τον εαυτό του, όχι με εγωιστικό τρόπο, αλλά από την άποψη της απόλυτης και συνεχούς εξέτασης του είναι του.

«Εκείνη την εποχή, τα άλλα δύο συστατικά μου ήταν απαγορευμένα», συνέχισε ο δον Χουάν. «Η επιμονή και ο χρονισμός δεν αποτελούν ακριβώς εσωτερική κατάσταση. Αποτελούν το χώρο όπου κινείται ο άνθρωπος της γνώσης. Ο ευεργέτης μου μου το έδειξε μέσω της στρατηγικής του».

«Αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορούσες να αντιμετωπίσεις από μόνος σου το μικρό τύραννο;» ρώτησα.

«Είμαι σίγουρος ότι θα τα κατάφερνα μόνος μου, αν και πάντα αμφέβαλα αν θα μπορούσα να τα καταφέρω με τόσο κέφι και χαρά. Ο ευεργέτης μου χαιρόταν τη σύγκρουση, καθοδηγώντας την. Η ιδέα του να χρησιμοποιείς έναν μικρό τύραννο, δεν είναι μόνο για την τελειοποίηση του πνεύματος του πολεμιστή, αλλά και για διασκέδαση και χαρά».

«Πως μπορεί να διασκεδάσει κανείς με το τέρας που μου περιέγραψες;»

«Δεν ήταν τίποτα σε σχέση με τα πραγματικά τέρατα που αντιμετώπιζαν οι μάντεις κατά τη διάρκεια της κατοχής. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, διασκέδαζαν πολύ αντιμετωπίζοντας τους. Απέδειξαν ότι ακόμα και οι χειρότεροι τύραννοι μπορούν να δώσουν χαρά, με την προϋπόθεση φυσικά ότι είσαι πολεμιστής».

Ο δον Χουάν εξήγησε ότι το λάθος που έκαναν οι άνθρωποι όταν αντιμετώπιζαν μικρούς τυράννους ήταν το να μην έχουν μια στρατηγική. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι ο μέσος άνθρωπος παίρνει τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά. Οι ενέργειές τους και τα αισθήματά τους, όπως και αυτά των μικρών τυράννων, έχουν μεγάλη σημασία. Οι πολεμιστές από την άλλη μεριά, όχι μόνο έχουν μια καλά προετοιμασμένη στρατηγική, αλλά είναι απελευθερωμένοι και από τον εγωισμό. Αυτό που συγκρατεί τον εγωισμό είναι το ότι έχουν καταλάβει πως η πραγματικότητα είναι μια δική μας ερμηνεία. Αυτή η γνώση ήταν το πλεονέκτημα που είχε ο μάντης απέναντι στον απλοϊκό ισπανό.

Είπε ότι πείσθηκε ότι θα μπορούσε να νικήσει τον αρχιεργάτη, χρησιμοποιώντας την απλή διαπίστωση ότι οι μικροί τύραννοι, παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους, κάτι που δεν κάνουν οι πολεμιστές.

Ακολουθώντας το στρατηγικό σχέδιο του ευεργέτη του, ο δον Χουάν έπιασε δουλειά στο ίδιο εργοστάσιο ζάχαρης. Κανείς δεν θυμόταν ότι είχε ξαναεργασθεί εκεί. Διάφοροι φτωχοί ινδιάνοι έρχονταν και έφευγαν χωρίς να αφήνουν κανένα ίχνος.

Η στρατηγική του ευεργέτη του έλεγε να περιμένει να έρθει κάποιος αναζητώντας νέο θύμα. Όπως έγιναν τα πράγματα, ήρθε η ίδια γυναίκα και τον επεσήμανε, όπως είχε κάνει πριν από μερικά χρόνια. Αυτή τη φορά ήταν ακόμα πιο δυνατός στα μπράτσα.

Τα πράγματα ακολούθησαν την ίδια πορεία. Η στρατηγική, όμως, έλεγε ότι έπρεπε να αρνηθεί από την αρχή να πληρώσει τον αρχιεργάτη. Ο αρχιεργάτης δεν είχε ξανασυναντήσει άρνηση και σάστισε. Απείλησε να απολύσει τον δον Χουάν. Ο δον Χουάν τον απείλησε με τη σειρά του, λέγοντας ότι θα πήγαινε κατευθείαν στο σπίτι της κυρίας και θα την έβλεπε. Ο δον Χουάν ήξερε ότι η γυναίκα, που ήταν η γυναίκα του ιδιοκτήτη του εργοστασίου, δεν ήξερε τι έκαναν οι δύο αρχιεργάτες. Είπε στον αρχιεργάτη ότι ήξερε που έμενε, επειδή είχε δουλέψει στα γειτονικά χωράφια, κόβοντας ζαχαροκάλαμο. Ο αρχιεργάτης άρχισε να μαζεύεται και ο δον Χουάν του ζήτησε εκείνου λεφτά, πριν δεχθεί να πάει στο σπίτι της κυρίας. Ο αρχιεργάτης υποχώρησε και του έδωσε μερικά χαρτονομίσματα. Ο δον Χουάν ήξερε πολύ καλά ότι η συμφωνία του αρχιεργάτη ήταν απλά ένα κόλπο για να τον πάει μέχρι το σπίτι.

«Με πήγε πάλι ο ίδιος στο σπίτι», είπε ο δον Χουάν, «ήταν μια παλιά χασιέντα που ανήκε στην οικογένεια που είχε το εργοστάσιο – πλούσιοι άνθρωποι που ή ήξεραν τι συνέβαινε και δεν τους ένοιαζε, ή αδιαφορούσαν τόσο που δεν το είχαν καν προσέξει.

»Μόλις φθάσαμε εκεί, έτρεξα μέσα στο σπίτι για να βρω την κυρία. Τη βρήκα. Γονάτισα μπροστά της και της φίλησα το χέρι, ευχαριστώντας την. Οι δύο αρχιεργάτες έμειναν άναυδοι.

»Ο αρχιεργάτης του σπιτιού έκανε τα ίδια όπως και την προηγούμενη φορά. Αλλά είχα τα κατάλληλα μέσα να τον αντιμετωπίσω. Είχα έλεγχο, πειθαρχία, επιμονή και χρονισμό. Όλα έγιναν όπως τα είχε προγραμματίσει ο ευεργέτης μου. Ο έλεγχος με βοήθησε να ικανοποιήσω τις μεγαλύτερες απαιτήσεις του. Αυτό που συνήθως μας εξαντλεί σ’ αυτές τις περιπτώσεις, είναι η φθορά του εγωισμού μας. Κάθε άνθρωπος που έχει λίγη περηφάνια μέσα του, αισθάνεται να κομματιάζεται όταν τον κάνουν να αισθάνεται ότι δεν έχει καμιά αξία.

»Έκανα με ευχαρίστηση ό,τι μου έλεγαν. Ήμουν χαρούμενος και δυνατός. Και δεν έδινα δεκάρα για την περηφάνια μου ή για το φόβο μου. Βρισκόμουν εκεί σαν ένας άψογος πολεμιστής. Το να κουρδίζεις το πνεύμα σου όταν κάποιος άλλος σε ταλαιπωρεί, λέγεται έλεγχος».

Ο δον Χουάν εξήγησε ότι η στρατηγική του ευεργέτη του, απαιτούσε ότι αντί να λυπάται τον εαυτό του, όπως είχε κάνει την προηγούμενη φορά, να αρχίσει αμέσως να χαρτογραφεί τα ισχυρά σημεία του αντιπάλου, τις αδυναμίες του , τις ιδιοτροπίες της συμπεριφοράς του.

Ανακάλυψε ότι τα ισχυρότερα σημεία του αρχιεργάτη, ήταν η βίαιη φύση και η τόλμη του. Είχε πυροβολήσει τον δον Χουάν μέρα μεσημέρι, και μπροστά σε ένα σωρό περαστικούς. Η μεγάλη του αδυναμία ήταν ότι του άρεσε η δουλειά του και δεν ήθελε να την βάλει σε κίνδυνο. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να προσπαθήσει να σκοτώσει τον δον Χουάν μέσα στον περίβολο του σπιτιού, την ημέρα. Η άλλη του αδυναμία, ήταν ότι ήταν οικογενειάρχης. Είχε μια γυναίκα και παιδιά, που ζούσαν σε μια καλύβα κοντά στο σπίτι.

«Το να μαζέψεις όλες αυτές τις πληροφορίες ενώ σε δέρνουν, λέγεται πειθαρχία», είπε ο δον Χουάν. «Ο αρχιεργάτης ήταν ένα κάθαρμα. Δεν είχε τίποτα καλό επάνω του. Σύμφωνα με τους νέους μάντεις, ένας τέλειος μικρός τύραννος δεν έχει τίποτα το καλό».

Ο δον Χουάν είπε ότι τα άλλα δύο συστατικά της πολεμικότητας, υπομονή και χρονισμός, που δεν τα είχε ακόμα αποκτήσει, είχαν αυτόματα αποτελέσει μέρος της στρατηγικής του ευεργέτη του. Η υπομονή είναι να περιμένεις -χωρίς βιασύνη, χωρίς άγχος – μια ευχάριστη αναβολή αυτού που θα γίνει.

«Πάσχιζα μέρα με τη μέρα», συνέχισε ο δον Χουάν, «καμιά φορά κλαίγοντας κάτω από το μαστίγιο του αρχιεργάτη. Και όμως, ήμουν ευτυχισμένος. Η στρατηγική του ευεργέτη μου ήταν αυτή που με έκανε να περνάω από μέρα σε μέρα, χωρίς να τον μισώ. Ήμουν πολεμιστής. Ήξερα ότι περιμένω και ήξερα τι περίμενα. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη χαρά του να είσαι πολεμιστής».

Πρόσθεσε ότι η στρατηγική του ευεργέτη του απαιτούσε τη συστηματική παρενόχληση του αρχιεργάτη, με τον να καλύπτεται πίσω από κάποιον ανώτερο, όπως είχαν κάνει και οι μάντεις της κατοχής, καλυπτόμενοι πίσω από την καθολική εκκλησία. Ένας φτωχός παπάς, ήταν καμιά φορά πιο ισχυρός από έναν ευγενή.

Η ασπίδα του δον Χουάν ήταν η γυναίκα που του είχε βρει τη δουλειά. Γονάτιζε μπροστά της και τη φώναζε αγία, κάθε φορά που την έβλεπε. Την ικέτευσε να του δώσει το μετάλλιο του φύλακα αγίου της έτσι ώστε να προσεύχεται σ’ αυτόν για την υγεία και την ευτυχία της.

«Μου έδωσε ένα», είπε ο δον Χουάν, «και αυτό τάραξε πολύ τον αρχιεργάτη. Και όταν έβαλα τους υπηρέτες να προσεύχονται το βράδυ, κόντεψε να πάθει καρδιακή προσβολή. Νομίζω ότι τότε αποφάσισε να με σκοτώσει. Δεν μπορούσε να με αφήσει να συνεχίσω.

»Σαν αντίμετρο, οργάνωσα μιαν ολονυκτία ανάμεσα στους υπηρέτες του σπιτιού. Η κυρία πίστευε ότι ήμουν ένας πολύ ευλαβής άνθρωπος.

»Δεν κοιμόμουν βαριά μετά απ’ αυτό, ούτε κοιμόμουν στο κρεβάτι μου. Κάθε βράδυ σκαρφάλωνα στη στέγη. Από εκεί τον είδα δύο φορές να με ψάχνει μέσα στη νύχτα, με το φόνο να γυαλίζει στα μάτια του.

»Κάθε μέρα με έστελνε στα χωρίσματα των αλόγων, ελπίζοντας ότι θα με τσαλαπατούσαν μέχρι θανάτου, αλλά εγώ είχα μερικές βαριές σανίδες που έστηνα σε μια γωνιά και προφυλαγόμουν από πίσω τους. Ο αρχιεργάτης ποτέ δεν το έμαθε, γιατί τα άλογα του έφερναν αηδία – άλλη μια από τις αδυναμίες του, η πιο θανάσιμη, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα».

Ο δον Χουάν είπε ότι ο χρονισμός, είναι αυτό που προσδιορίζει τη στιγμή της απελευθέρωσης όλων αυτών που συγκρατείς μέσα σου. Έλεγχος, πειθαρχία, και υπομονή είναι σαν ένα φράγμα πίσω από το οποίο λιμνάζουν τα πάντα. Ο χρονισμός είναι η πόρτα του φράγματος.

Ο αρχιεργάτης γνώριζε μόνο τη βία, με την οποία τρομοκρατούσε. Αν εξουδετερωνόταν η βία του, γινόταν σχεδόν ακίνδυνος. Ο δον Χουάν ήξερε ότι ο αρχιεργάτης δε θα τολμούσε να τον σκοτώσει μπροστά στο σπίτι, έτσι μια μέρα, μπροστά σε όλους τους εργάτες, αλλά και σε σημείο όπου μπορούσε να τον δει η γυναίκα του αφεντικού του, τον προσέβαλε. Τον αποκάλεσε δειλό, που φοβόταν θανάσιμα τη γυναίκα του αφεντικού.

Η στρατηγική του ευεργέτη του προέβλεπε ότι θα έπρεπε να περιμένει να εμφανιστεί μια τέτοια ευκαιρία, για να την εκμεταλλευτεί ανατρέποντας έτσι την κατάσταση. Έτσι γίνεται συνήθως με κάτι ξαφνικό. Ο τελευταίος των σκλάβων ξαφνικά κοροϊδεύει τον τύραννό του, τον προκαλεί και τον κάνει να αισθάνεται γελοίος μπροστά σε μάρτυρες, και μετά απομακρύνεται χωρίς να του δώσει καιρό να αντεπιτεθεί.

«Την άλλη στιγμή ο αρχιεργάτης τρελάθηκε από την οργή του, αλλά εγώ είχα ήδη γονατίσει μπροστά στην κυρά», συνέχισε.

Ο δον Χουάν είπε ότι όταν η κυρία γύρισε στο σπίτι, ο αρχιεργάτης και οι φίλοι του τον φώναξαν στο πίσω μέρος, δήθεν για να κάνει κάποια δουλειά. Ο αρχιεργάτης ήταν πολύ χλωμός από το θυμό. Από τον ήχο της φωνής του, ο δον Χουάν κατάλαβε τι σκόπευε να κάνει. Ο δον Χουαν προσποιήθηκε ότι δεχόταν, αλλά αντί να πάει προς την πίσω αυλή, έτρεξε προς τους στάβλους. Ήταν σίγουρος ότι τα άλογα θα έκαναν τέτοια φασαρία, που οι ιδιοκτήτες θα έβγαιναν να δουν τι συνέβαινε. Ήξερε ότι ο αρχιεργάτης δε θα τολμούσε να τον πυροβολήσει. Κάτι τέτοιο θα έκανε πολύ φασαρία και ο φόβος να χάσει τη δουλειά του, τον συγκρατούσε. Ο δον Χουάν ήξερε επίσης ότι ο αρχιεργάτης δε θα πήγαινε εκεί που ήταν τα άλογα – εκτός αν τον πίεζε πέρα από το ανώτατο σημείο της αντοχής του.

«Πήδηξα μέσα στο χώρισμα του πιο άγριου βαρβάτου», είπε ο δον Χουάν «και ο μικρός τύραννος, τυφλωμένος από την οργή, έβγαλε το μαχαίρι του και με ακολούθησε. Αμέσως κρύφτηκα πίσω από τις σανίδες μου. Το άλογο τον κλώτσησε μια φορά και όλα τελείωσαν.

»Είχα μείνει έξι μήνες στο σπίτι, και σ’ αυτή την περίοδο είχα χρησιμοποιήσει τα τέσσερα συστατικά της Τοτεμικότητας. Χάρη σ΄ αυτά είχα πετύχει. Ούτε μια φορά δεν είχα λυπηθεί τον εαυτό μου, ούτε είχα κλάψει από την αδυναμία μου να αντιδράσω. Ήμουν χαρούμενος και ήρεμος. Ο έλεγχος και η πειθαρχία μου παρέμεναν όπως πάντα, και είχα ένα παράδειγμα του τι μπορεί να κάνει η επιμονή και ο χρονισμός για τους άψογους πολεμιστές. Και ούτε για μια στιγμή δεν είχα επιδιώξει τον θάνατο του αρχιεργάτη.

»Ο ευεργέτης μου μου εξήγησε κάτι πολύ ενδιαφέρον. Η υπομονή σημαίνει να συγκρατείς με το πνεύμα κάτι που ξέρεις ότι πρέπει να συμβεί. Δε σημαίνει ότι ο πολεμιστής σχεδιάζει να κάνει κακό σε κάποιον, ή να ξεκαθαρίσει παλιούς λογαριασμούς. Η υπομονή είναι κάτι το ανεξάρτητο. Όσο ο πολεμιστής έχει έλεγχο, πειθαρχία και χρονισμό, η υπομονή εξασφαλίζει ότι θα γίνει αυτό που πρέπει, σε όποιον το αξίζει».

«Υπάρχει περίπτωση να νικάνε οι μικροί τύραννοι και να καταστρέφουν τον πολεμιστή που τους αντιμετωπίζει;» ρώτησα.

«Φυσικά. Υπήρχε μια εποχή που οι πολεμιστές πέθαιναν σαν μύγες, στην αρχή της κατοχής. Είχαν αποδεκατιστεί. Οι μικροί τύραννοι μπορούσαν να θανατώσουν οποιονδήποτε, όποτε τους ερχόταν. Κάτω από τέτοιες πιέσεις, οι μάντεις έφθασαν στο απόγειο των ικανοτήτων τους».

Ο δον Χουάν είπε ότι εκείνη την εποχή, οι μάντεις που επιζούσαν, έπρεπε να παλεύουν με όλες τους τις δυνάμεις, για να βρουν καινούργιες τεχνικές.

«Οι νέοι μάντεις χρησιμοποιούσαν μικρούς τυράννους», είπε ο δον Χουάν κοιτάζοντάς με επίμονα, «όχι μόνο για να ξεφορτωθούν τον εγωισμό τους, αλλά και για να πετύχουν την πολύ εξευγενισμένη κίνηση του να φύγουν απ’ αυτόν τον κόσμο. Θα καταλάβεις αυτή την κίνηση, καθώς θα συνεχίσουμε να συζητάμε την κυριαρχία της συνείδησης».

Εξήγησα στον δον Χουάν ότι αυτό που ήθελα να μάθω, ήταν αν στο παρόν, στη δική μας εποχή, οι μικροί τύραννοι που εκείνος αποκαλούσε «μικροπράγματα», μπορούσαν να νικήσουν ένα πολεμιστή.

«Φυσικά», απάντησε. «Οι συνέπειες όμως, δεν είναι τόσο σοβαρές όσο στο παρελθόν. Σήμερα εννοείται ότι οι πολεμιστές έχουν πάντα την ευκαιρία να συνέλθουν, ή να αποσυρθούν και να ξαναγυρίσουν. Αλλά υπάρχει και μια άλλη πλευρά στο πρόβλημα. Το να νικηθείς από έναν ασήμαντο μικρό τύραννο δεν είναι θανάσιμο, αλλά είναι εξευτελιστικό. Η θνησιμότητα, με μεταφορική έννοια, είναι σχεδόν το ίδιο υψηλή. Εννοώ ότι οι πολεμιστές που υποκύπτουν σε έναν ασήμαντο μικρό τύραννο, εξολοθρεύονται από την δική τους αίσθηση της αποτυχίας και της ανεπάρκειας. Αυτό για μένα σημαίνει μεγάλη θνησιμότητα».

«Πως μετράτε την αποτυχία;»

«Όποιος ενώνεται με τον μικρό τύραννο, είναι νικημένος. Το να ενεργείς με θυμό, χωρίς έλεγχο και πειθαρχία, το να μην έχεις υπομονή, σημαίνει ήττα!»

«Τι συμβαίνει όταν ηττηθούν οι πολεμιστές;»

«Ή ανασυντάσσονται, ή εγκαταλείπουν την επιδίωξη της γνώσης και μπαίνουν για πάντα στις τάξεις των μικρών τυράννων».

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Ο ΤΥΡΑΝΝΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο τυραννικός άνθρωπος (Πολιτείας Θ΄571a – 577b)

Μετά όσα ο Πλάτων εξέθεσε στο όγδοο βιβλίο της Πολιτείας για το τυραννικό πολίτευμα, ανοίγει το 9ο βιβλίο για το θέμα του τυραννικού άνδρα. Θέλει να εξηγήσει πώς γεννιέται από τον δημοκρατικό άνθρωπο, ποιός είναι ο χαρακτήρας του και ποιά είναι η ζωή του – άθλια ή μακάρια. Επειδή όμως το τυραννικό ήθος συνυφαίνεται με την επιθυμία, θα εκκίνηση από κάποια γενικά περί επιθυμιών.

Μεταξύ των μη αναγκαίων ηδονών και επιθυμιών, γράφει, ωρισμένες φαίνονται άλογες και αθέμιτες και είναι έμφυτες στον καθένα. Πιεζόμενες οι επιθυμίες αυτές από τις έλλογες επιθυμίες, σε άλλους εξασθενούν και σε άλλους εξαλείφονται– όμως σε άλλους παραμένουν αμείωτες – ισχυρές και πληθωρικές. Πρόκειται κατ’ εξοχήν για τις ενύπνιες επιθυμίες (τάς περί τόν ὕπνον, 571c), όπου το ήμερο και άρχον της ψυχής λογιστικό κοιμάται, ενώ το θηριώ­δες και άγριο μέρος της, ερεθισμένο από φαγητό και ποτό μαίνεται ζητώντας να ικανοποίηση τις ορέξεις του (ζητῆ ίέναι καί ἀποπιμπλάναι τά αὐτοῦ ἤθη, 571c). Στην κατάσταση αυτή τολμά τα πάντα χωρίς καμμία ντροπή και φρόνησι. Επιχειρεί να σμίξη με την μητέρα του ή οτιδήποτε άλλο – άνθρωπο, θη­ρίο ή θεό- να διάπραξη κάθε έγκλημα, να καταβρόχθιση τα πάντα (βρώματός τε ἀπέχεσθαι μηδενός, 571d). Βρίσκεται δηλαδή στους αντίποδες εκείνου ο οποίος πηγαίνει να κοιμηθή με το πνεύμα του εγρήγορο (τό λογιστικόν μέν ἔγειρας ἑαυτοῦ, 57Id) και θρεμμένο με αγαθούς λόγους και σκέψεις, ώστε να φθάνη σε κατάστασι αυτεπιγνώσεως (εἰς σύννοιαν αὐτός αὔτω ἀφικόμενος, 571e) και να κρατά την επιθυμία εκτός στερήσεως και κόρου (τό ἐπιθυμητικόν δε μήτε ἔνδεια δούς μήτε πλησμονή, 571e), χωρίς να ταράζη το λογιστικό με εκρήξεις χαράς ή λύπης, χωρίς να το εκθέτη στην πίεσι των αισθήσεων, ώστε να μπορή να σκεφθή κάτι που αγνοεί από το παρελθόν, το παρόν, ή το μέλλον (ἀλλ’ ἔα αὐτό καθ’ αὐτό μόνον καθαρόν σκοπεῖν καί ὀρέγεσθαί του αἰσθάνεσθαι, ὅ μή οἶδεν, ἤ τί τῶν γεγονότων ἤ ὄντων ἤ καί μελλόντων, 572a). Όταν λοιπόν ηρέμηση το επιθυμητικό και το θυμοειδές και τονώση το λογιστικό, η ψυχή του αγγίζει σχεδόν την αλήθεια και τα παράνομα όνειρα μειώνονται στο ελάχιστο, αφού και στους ισορροπημένους ακόμη ανθρώπους ενυπάρχει κάποιο είδος άγριας έκνομης επιθυμίας που εμφανίζεται στα όνειρα.

O δημοκρατικός άνθρωπος ήταν γόνος ολιγαρχικού ανδρός, φιλοχρήματου και αδιάφορου στις περιττές ανάγκες. Όταν όμως συναναστράφηκε ανθρώπους γεμάτους επιθυμίες περιττές, από αντίδρασι στην φιλοχρηματία του πατέρα του ακολούθησε τις υπερβολές τους και επειδή ήταν καλύτερος από εκείνους που τον παρέσυραν, βρέθηκε ανάμεσα στο ήθος του πατέρα του και στο ήθος των δικών του διαφθορέων. Αυτού πάλι ο γιος θα μεγαλώση μεταξύ συμβιβαστικών αρχών του πατέρα του και αχαλίνωτων επιθυμιών εκείνων οι οποί­οι τις αποκαλούν απόλυτη ελευθερία (ἐλευθερίαν ἅπασαν, 572e). Όταν λοιπόν οι διαφθορείς αντιληφθούν ότι είναι αδύνατο να κερδήσουν τον νέο με τους τρόπους τους, τότε του προκαλούν έναν έρωτα προστάτη των περιττών επιθυμιών, κάτι σαν φτερωτό πελώριο κηφήνα (ὑποπτερόν καί μέγαν κηφήνα, 573a). Οι επιθυμίες αυτές κάποτε τον τρελαίνουν και τον κάνουν να πετάξη κάθε ίχνος σωφροσύνης από την ψυχή, για να την γεμίση με την μανία των εξωτερικών πραγμάτων. Μεθυσμένος από επιθυμίες αυτοσκοπούς, γρήγορα θα ανάπτυξη νοοτροπία τυραννική και θα ζητή πλέον ασυγκράτητα να βασιλεύση σε θεούς και ανθρώπους. Τυραννικός, άρα, γίνεται όποιος από την φύσι του ή και τον τρόπο της ζωής του καταντά θύμα αγρίων επιθυμιών (τυραννικός δε, ην δ’ εγώ, ώ δαιμόνιε, άνήρ ακριβώς γίγνεται, ὅταν ἤ φύσει ἤ ἐπιτηδεύμασιν ἤ ἀμφοτέροις μεθυστικός τέ καί ἐρωτικός καί μελαγχολικός γένηται, 573c).

Πώς ζη αυτός ο άνθρωπος; Απάντησι του Πλάτωνος: Με γλέντια, εταίρες και όργια, που κάθε ημέρα θέλει όλο και πιο πολύ. Σ’ αυτά θα ξοδέψη όλα του τα εισοδήματα, γι’ αυτά εν συνεχεία θα δανεισθή και θα σκορπίση την περιουσία του. Τότε οι επιθυμίες τον πιέζουν αχόρταγα ενώ εκείνος ψάχνει σαν το άγριο θηρίο τον άνθρωπο από τον οποίο θα απόσπαση με θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο χρήματα. Κι όπως οι τελευταίες απολαύσεις προέχουν των παλαιοτέρων, έτσι και οι πρόσφατες φίλες και φίλοι αποκτούν μεγαλύτερη αξία από τους γονείς του, των οποίων το έχει ο τυραννικός γιος θα προσπαθήση να απόοσπάση δια της βίας, για να κάνη το κέφι του. Και όταν σκορπίση ότι έχουν και δεν έχουν, θα καταντήση κακοποιός για να ικανοποίηση τις ακόρεστες επιθυμίες του. Εννοείται η τυραννία των επιθυμιών αφανίζει μέσα του κάθε παλαιά αξία, οπότε δεν έχει πλέον την παραμικρή αναστολή προκειμένου να εκπληρώση τις επιθυμίες του. Και αν μεν η πόλις γνωρίζη περίοδο κοινωνικής ειρήνης, αυτός και οι λιγοστοί του είδους του περιορίζονται σε απάτες, κλοπές και τα όμοια– εάν όμως οι άνθρωποι αυτού του τύπου γίνουν πολλοί με συναίσθησι της αριθμητικής τους δυνάμεως, τότε με την βοήθεια της μικρόνοιας του λαού αναγορεύουν τον μεταξύ τους χειρότερο σε τύραννο. Και αν οι πολίτες τον αποδεχθούν, έχει καλώς– εάν όμως αντιδράσουν θα το πληρώσουν ακριβά: όσα έκανε στους γονείς του ο τύραννος, θα τα επαναλάβη εναντίον της πατρίδος του. 0 άνθρωπος αυτός δεν έχει δεσμούς και δεν πιστεύει σε τίποτε, δεν γνωρίζει ελευθερία και φιλία αληθινή, είναι ή δεσπότης ή δούλος και άδικος στο έπακρο (ἐν παντί ἄρα τῷ βίω ζῶσι φίλοι μέν οὐδέποτε οὔδενι, ἀεί δέ τοῦ δεσπόζοντες ἤ δουλεύοντες ἄλλω, ἐλευθερίας δέ καί φιλίας ἀληθοῦς τυραννική φύσις ἀεί ἄγευστος, 576a). Ο τύραννος αντιπροσωπεύει το χειρότερο είδος ανθρώπου και η τυραννία το δυστυχέστερο πολίτευμα.

O Πλάτων συνδέει το ήθος του τυραννικού ανδρός με την επιθυμία. Όχι την οποιαδήποτε αλλά την έκνομη, στην οποία οδηγεί ο έρως των περιττών επιθυμιών. Από την αρχή του 9ου βιβλίου της Πολιτείας εξηγεί την μετάλλαξι του δημοκρατικού ανθρώπου σε τυραννικό βάσει της επιθυμίας, την οποία ταυτίζει με τον σκοπό της ηδονής (των μη αναγκαίων ηδονών τε και επιθυμιών, 571b). Φαίνεται να εννοή την επιθυμία ως παρόρμησι προς αίσθησι συγκινήσεως γνωστής ή φαντασιώδους, ως φυσική επιδίωξι ευχαριστήσεως, η οποία συμπεριλαμβάνει την ενέργεια με σκοπό την ευχαρίστησι, όχι όμως και το ίδιο το αίσθημα της ευχαριστήσεως ως πληρότητος.

Η επιθυμία παραπέμπει κατ’ ευθείαν στο επιθυμητικό μέρος της ψυχής, ενώ η γενικώτερη θεματική του κειμένου μας (αλλά και του 8ου βιβλίου περί κατωτέρων πολιτευμάτων) προεκτείνει την σχετική με τα μέρη της ψυχής ανάπτυξι του 4ου βιβλίου. Εκεί μάθαμε ότι η υπεροχή του λογιστικού βασίζεται στην γνώσι του Αγαθού, έστω και αν αυτή η γνώσι είναι διαισθητική μάλλον παρά με αντικειμενικό τρόπο βέβαιη. Την αδυναμία σαφούς γνώσεως της ιδέας του Αγαθού καλύπτει ο συνδυασμός διαισθήσεως της ιδέας του Αγαθού και πρακτικής θεωρήσεως των αρετών, υπό την έννοια ότι οι περί αρετών πεποιθήσεις μας προϋποθέτουν κάποιαν αντίληψι του αγαθού, ώστε να καθίσταται εφικτός ο κατά λόγον προσδιορισμός των σκοπών. Οι άνθρωποι του θυμού και της επιθυμίας στερούνται πρακτικού λόγου των αρετών, ο οποίος με την σειρά του δεν επαρκεί στους ανθρώπους του λογιστικού, προκειμένου να απεργασθούν το καλό της σύνολης ψυχής. Στην τελευταία περίπτωσι το λογιστικό πρέπει να έχη αμεσώτερη αίσθησι του Αγαθού, εάν θέλη να ελέγχη το επιθυμητικό ακόμη και στον ύπνο. Εδώ ο Πλάτων θα βρη στήριγμα στο υπερβατικό ήθος του φιλοσόφου, στην εκστατική «παρείδησιν» του έρωτος της αλήθειας.

Χαρακτηριστικό του τυραννικού ανθρώπου είναι το άλογο και έκνομο των επιθυμιών, η απόλυτη αντίθεσι της επιθυμίας προς το Αγαθό και την άσκησι των αρετών. Ευλόγως, αφού πρόκειται για αναρχούμενο ψυχικώς άτομο. Αν ο λόγος ενεργεί προς όφελος της σύνολης ψυχής και της πόλεως, το επιθυμητικό ενεργεί προς όφελος του επιθυμητικού και μόνο άνδρα. Εξ ου και ο Πλάτων τον χαρακτηρίζει «ἄγευστον φιλίας ἀληθοῦς καί ἐλευθερίας», «ἄπιστον» καί κατ’ ἐπέκτασιν «ἄδικον» (576a).

Όπως η ισόρροπη αρμόνια της ψυχής ανατρέπεται όσο η αρχή του λογιστικού υποχωρεί, έτσι και τα πολιτεύματα χειροτερεύουν όσο επικρατεί η αρχή της επιθυμίας. Σ’ αυτήν την περίπτωσι οι επιθυμίες γίνονται από αναγκαίες μη αναγκαίες και από μη αναγκαίες έκνομες. Οι επιλογές της ζωής ακλουθούν άγριες και σκοτεινές ορέξεις, οι οποίες εξαγριώνουν και τρελλαίνουν τον άνθρωπο (θηριῶδες καί ἄγριον, δεινόν τέ καί ἄγριον, ὑπό μανίας καί οἴστρα, μαινόμενος καί ὑποκεκινηκῶς), τον απομακρύνουν ριζικά από κάθε ιδέα κοινού αγαθού. Όσο το αγαθό ταυτίζεται με ατομιστικώτερη απαίτησι, όσο η αξία του προσμετράται με ικανοποίησι ζωωδών επιθυμιών χωρίς καμμία συνείδησι των αναγκών και των αξιών του συνόλου, με πλήρη αδιαφορία για το ευρύτερο αγαθό, τόσο τα πολιτεύματα ολισθαίνουν προς την τυραννία ως ακραία μορφή αναρχίας. Η απουσία κάθε αναστολής της συνειδήσεως κάνει τον τυραννικό να βιώνη στον ξύπνιο του ό, τι βιώνη ο κοινός άνθρωπος στον ύπνο του, όπου μητρί τέ γάρ ἐπιχειρεῖν μείγνυσθαι… ἀλλω τέ ὄτωουν ἀνθρώπων καί θεῶν καί θηρίων, μιαιφονεῖν τέ ὁτιοῦν, βρώματος τέ ἀπέχεσθαι μηδένος· καί ἔνι λόγω οὐτ’ ἄνοιας οὐδέν ἐλλείπει οὐτ’ ἀναισχυντίας (571d). Κάθε εσωτερικός έλεγχος καταπνίγεται, το δε σκοτεινό θηριώδες εγώ εξοντώνει το πρόσωπο. Ο τυραννικός άνθρωπος καταλαμβάνει μόνο την επιθυμία του άγρι­ου κορεσμού – θέλει να καταβροχθίζη τα πάντα.

Αξίζει να επιμείνωμε στην πλατωνική αντίληψι της επιθυμίας και των αναβαθμών της, αντίληψη η οποία τηρουμένων των αναλογιών θυμίζει εντόνως εκείνη του Φρόυδ. Και στις δύο περιπτώσεις η επιθυμία εξάπτεται τόσο περισσότερο όσο γίνεται αυταξία και αυτοσκοπός, όσο η ζητούμενη απολαυσι συνδέεται με ικανοποίησι απωθημένων παρορμήσεων και παύει να μοιράζεται σε περισσότερα του ενός υποκείμενα. Η παθολογία γεννάται και αναπτύσσεται στο μέτρο που η ορμή αποτελεί σκοπό και αφετηρία της επιθυμίας, η οποία με την σειρά της ορίζει και κατευθύνει την θέλησι, οπότε είτε η θέλησι είναι άβουλη είτε ταυτίζεται με την ορμή. Εφ’ όσον ως περιεχόμενο της θελήσεως υπάρχει η ορμή, τότε τα πιο βαθειά σκοτάδια τυλίγουν την ψυχή του ανθρώπου, διότι δεν έχει εκεί θέσι πλέον η ελευθερία της επιλογής και της διακρίσεως. Το αίτημα της ηδονής αναπτύσσει υψηλό βαθμό εντάσεως, αλλά η έντασι ακριβώς της ηδονής εξοβελίζει από την ηδονή κάθε αξία, αποκλείει την άνοιξι. Η αμέτοχη του αγαθού υπέρβασι των ορίων είναι μηδενισμός. Φρόυδ και Πλάτων διασταυρώνονται χωρίς να ταυτίζωνται. Ο πρώτος αναζητεί αρμονική συνύπαρξι του συνειδητού με το ασυνείδητο, ενώ του δευτέρου επιδίωξι είναι οι δυνάμεις της ψυχής να αποκτήσουν ενιαίο στόχο και να γίνουν έρως του ωραίου και του αγαθού.

Μετά τις αναγκαίες και μη αναγκαίες ή περιττές επιθυμίες ο Πλάτων εισάγει τις παράνομες. Παράνομες είναι οι αθέμιτες, ανώμαλες επιθυμίες. Τέτοιες επιθυμίες υφίστανται σε όλες τις ψυχές, όμως το λογιστικό τις τιθασεύει, τους αποκλείει κάθε διέξοδο, εις τρόπον ώστε να εκδηλώνωνται μόνο στον ύπνο του ανθρώπου. Δεν έχουν θέσι στο φως τα σκοτάδια τους. Οι αθέμιτες επιθυμίες εκδηλώνονται νόμιμα σε μία και μόνο περίπτωσι -στην ζωή του τυραννικού ανθρώπου, την ζωή των άσκοπων απολαύσεων (τῶν ἀρχῶν καί τά ἕτοιμα διανεμομένων ἐπιθυμιῶν, 572e-573a). Στις εύλογες επιθυμίες υπάρχει εκ των πραγμάτων χαλινός και όριο η ικανοποίησι της ανάγκης. Πρόκειται για ανάγκη οργανική και επιθυμία συνεπώς πεπερασμένη. Αυτό δεν ισχύει κατά κανένα τρόπο για τις επιθυμίες εκ του περισσού. Όταν οι επιθυμίες τούτες μεταβληθούν σε ανάγκη, δημιουργούν τέτοιαν εξάρτησι, ώστε ο άνθρωπος να μαίνεται. Η επιθυμία χωρίς πραγματικό αντίκρισμα οδηγεί σε εξαρτήσεις επειδή ακριβώς την πληρώνουμε με την ψυχή μας. Οι ανάγκες πολυτελείας (τότε θυμιάματα, μυρωδικά, στεφάνια, κρασιά κ.λπ.· τώρα ρουχισμός, κοσμήματα, κότερα κ.τ.ο.) εισάγουν ως τέτοιες στην επιθυμία την διάσταση του απείρου. Αυτό διότι συνδέονται με την ίδια την επιθυμία και όχι με κάποιο αίσθημα ικανοποιήσεως, με το γεγονός δηλαδή της απολαύσεως. Προκαλώντας έντονη επιθυμία αντί έντονης ηδονής, μας βγάζουν από κάθε όριο, μας ξελογιάζουν και μας τρελλαίνουν. Στην ψυχή του τυραννικού ανθρώπου κυριαρχεί η επιθυμία και όχι η αίσθησι της ηδονής. Εξ ου και ο έρως της επιθυμίας ως ψυχικό του υπόβαθρο (πρβλ. 572a-573a). Κατ’ αυτόν τον τρόπο η επιθυμία της ψυχής γίνεται άπειρη και στην απειρία της πρέπει να βεβαιώνεται με τον νοσηρό και ανελέητο τρόπο που ισχύει για όλες τις ανάλογες περιπτώσεις. Η πλατωνική ματιά αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά εκπληκτικής οξύτητας και ευθυβολίας.

Η έντασι στην επιθυμία και όχι στην ηδονική αίσθησι γεννά την τυραννική ψυχή και θρέφει την ανισορροπία της. Μεταβαλλόμενη η επιθυμία σε περιεχόμενο της θελήσεως διαλύει την θέλησι. Η διαφορά μεταξύ φιλοσόφου και τυράννου έγκειται στο εκτός και εντός θελήσεως της επιθυμίας. Τίποτε δεν μπορεί να σταθή εκτός -αρχή, αξία, τάξι, όριο- εφ’ όσον η επιθυμία γίνη περιεχόμενο της θελήσεως. Γι’ αυτό και η έντασι της αισθήσεως μετριάζεται, ενώ η διάρκεια της τρέπεται σε προσωρινότητα. Όσο περισσότερο απολαμβάνομε τόσο περισσότερο επιθυμούμε – η απόλαυσι γίνεται στην προσωρινότητα της κόλασι ενός ψυχικού κενού, το οποίο έρχεται να πλήρωση η μανία (μανίας δέ πλήρωση ἐπάκτου, 573b), μια τρέλλα ξένη προς την ανατατική δύναμι της ψυχής. Συμβαίνει κάτι τρομερό: ο τυραννικός άνδρας χάνει την εσωτερική του ζωή. Όσο και αν ακούγεται παράξενο, ο εξηρτημένος από επιθυμίες απολαύσεων έχει φυτική εσωτερική ζωή. Αγνοεί κάθε ιδέα αυθυπερβάσεως, αφ’ ης στιγμής θέλει για να θέλη. Εξ ου και ο τυραννικός ελαχιστοποιεί την συνείδησι και αποκρούει την αυτοσυνειδησία. Το κράτος της επιθυμίας στην θέλησι εξοστρακίζει την αυτοσυνειδησία και σχεδόν μηδενίζει την συνείδησι. Κυριευμένη από επιθυμίες και χωρίς αυτοσυνείδησι η ανάπηρη συνείδησι καταντά άκρως επικίνδυνη. Προκειμένου να χαίρεται τις επιθυμίες ο τυραννικός αποθηριώνεται – οι επιθυμίες αντικαθιστούν τον απόντα εσωτερικό εαυτό. Εσωτερικός εαυτός είναι το πνευματικό περιεχόμενο της συνειδήσεως και εξωτερικός η τρέλλα της επιθυμίας, η δυστυχία μιας ποσότητος χωρίς ποιόν και αίσθημα.

Συνείδηση του τυραννικού ανθρώπου είναι η επιθυμία. Γυμνή η επιθυμία δεν αργεί να γίνη τυραννική και ανικανοποίητη, καθώς η στέρησι βιώνεται σαν ψυχικό σκοτάδι. Ίσως υπό το πρίσμα τούτο να μιλή ο Πλάτων περί αργών επιθυμιών. Το «αργό» δηλώνει μία παθητικότητα. Όντως τον τυραννικό άνθρωπο χαρακτηρίζει η παθητικότητα, τον κατακλύζουν δηλαδή επιθυμίες αλλά στερείται σκοπών. Το περιβάλλον και η παιδεία δεν τού μετέδωσαν συνήθειες και αισθήματα που θα ενεργοποιούσαν παραγωγικά τις επιθυμίες. Ο δημιουργικός άνθρωπος δεν μπορεί να εξελίχθη σε τύραννο. Ο πλατωνικός τύραννος καταβροχθίζει από νοσηρή παθητικότητα, πράττει μόνο την καταστροφή. Είναι μηδενιστής προ του γράμματος. Η επιθυμία ως πραγματικότητα αυθύπαρκτη βρίσκεται στους αντίποδες της δημιουργίας και της συνειδήσεως. Δημιουργώ θα πη: υπάρχω ψυχικώς προς τα μέσα και όχι προς τα έξω τρωκτικώς. Η συνείδησι δεν μεταπλάθει δυναστικά τους φυσικούς ερεθισμούς σε δέον: είναι αντιθέτως κοινωνητικό τους ξεχείλισμα, βαθύς ευγενισμός.

Κάθε άνθρωπος διαθέτει μία ψευδή αυτοσυνείδησι και πολύ περισσότερο ο τύραννος. Πρόκειται για την αίσθησι ή καλύτερα την ψευδαίσθησι της κολακείας. Εάν πραγματικότης του τυραννικού ανθρώπου είναι οι επιθυμίες, στις επιθυμίες αναζητεί και βρίσκει την επιβεβαίωση. Υπό αυτό το πρίσμα η κολακεία συνιστά τρόπο να αποκλείη από την ζωή του κάθε εξωτερική πραγματικότητα και να περιβάλλεται από επιθυμίες. Για την ακρίβεια από εικόνες του, που παίρνει από την επιθυμία. Τα πάντα μετατρέπονται σε εικόνες του δια της επιθυμίας. 0 Πλάτων είναι σαφής επ’ αυτού περιγράφοντας την ζωή του τυράννου, αμέσως μετά όσα είπε για το φυσικό του. Διαβάζουμε (575e): πρῶτον μέν οἷς ἄν συνῶσιν (με όποιους κι αν ζουν οι τυραννικοί άν­δρες), ἤ κόλαξιν ἑαυτῶν συνόντες καί πᾶν ἔτοιμοις ὑπηρετεῖν (ή θα είναι κό­λακες πρόθυμοι να τους υπηρετήσουν σε κάθε τι), ἤ ἐάν τοῦ τί δέωνται, αὐτοί ὑποπεσόντες (ή αν χρειασθή να ζητήσουν οι ίδιοι κάτι από κάποιον, γίνονται χαλί να τους πατήση), πάντα σχήματα τολμῶντες ποιεῖν ὡς οἰκεῖοι, διαπραξάμενοι δέ ἀλλότριοι (έτοιμοι να παίξουν όλους τους ρόλους, για να επιδείξουν αφοσίωσι, και όταν κάνουν την δουλειά τους τού γυρίζουν την πλάτη).

Το κείμενο είναι γλαφυρό και ευθύβολο. Ο τυραννικός άνθρωπος περιβάλλεται από κόλακες, άτομα κατ’ εικόνα της επιθυμίας του τα οποία του προσφέρουν την προσομοίωσι που χρειάζεται και την υπηρεσία που ζητεί. Η κατοπτρική τούτη σχέσι όμως πολύ εύκολα αντιστρέφεται στην περίπτωσι κατά την οποία ο ίδιος έχει την ανάγκη κάποιου άλλου: μεταβάλλεται σε υποκείμενο δουλικό, κολακικό καθρέφτη για τον αντικείμενο, και όταν πετύχη αυτό που χρειάζεται, κάνει ότι δεν τον ξέρει. Είτε σέρνει είτε σέρνεται ο τυραννικός χάνει ταυτοχρόνως την πραγματικότητα και τον εαυτό του. Και δεν θα μπορούσε να γίνη αλλιώς, αφού η επιθυμητική πραγματικότης ως ψυχικό περιεχόμενο επιτάσσει να είμαστε ρόλοι και όχι πρόσωπα. Ο τύραννος δεν φορεί προσωπείο· είναι ο ίδιος προσωπείο και επομένως ανίκανος να δημιουργήση ειλικρινή σχέσι με οποιονδήποτε – ενσαρκώνει την πλήρη πλαστοπροσωπία. Ο Πλάτων το αντιλαμβάνεται πολύ καλά και γι’ αυτό θα ανακεφαλαιώση αμέσως πιο κάτω τα προηγούμενα (576a) με τον απαράμιλλο τρόπο του. Οι άνθρωποι αυτού του είδους, γράφει, ἐν παντί ἄρα τῷ βίω ζῶσι φίλοι μέν οὐδέποτε οὐδενί, ἀεί δέ τοῦ δεσπόζοντες ἤ δουλεύοντες ἀλλω, ἐλευθερίας δέ καί φιλίας ἀληθοῦς τυραννική φύσις ἀεί ἄγευστος. Πώς να προσφέρουν την φιλία τους ή να δέχωνται την φιλία των άλλων, όταν ενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνο για την επιθυμία τους; Όταν σφραγίζουν τον χαρακτήρα τους η απιστία και η αδικία; Παρά τα επιφαινόμενα ο τύραννος δεν είναι διόλου αυτάρκης. Δεν θα μπορούσε να γίνη αλλιώς, αφού ζη για να κολακεύη και να κολακεύεται. Τον γεμίζει η επιθυμία και όχι το αίσθημα της ηδονικής απολαύσεως. Η επιθυμία του δεν έχει την αυτονομία που θα ήθελε η ψυχολογία του βάθους– είναι ισχυρή μεν αλλά παρασιτική: αντί να τον αποσπά από την βαρύτητα του εαυτού του, τον βυθίζει στο πεδίο της βαρύτητος. Αγαπά ό, τι τον κολακεύει και τον κολακεύουν οι επιθυμίες κατ’ εξοχήν. Την θέσι του εσωτερικού πλατύτερου εαυτού καταλαμβάνει ο εσωτερικός του κόλακας. Αν η έντασι της επιθυμίας βρισκόταν στο αίσθημα, αν πίεζε η ευχαρίστησι προς την ελευθερία από τον εαυτό, τότε ο τυραννικός άνθρωπος θα ζητούσε την έκστασι, αντί να οχυρώνεται μέσα του και να υποβλέπει τους πάντες. Χωρίς την παρασιτική επιθυμία της κολακείας δεν θα υπήρχε τύραννος – την συνθήκη της εν-στάσεως θα καταλάμβανε η λυτρωτική έκστασι.

O τύραννος βρίσκεται διαρκώς σε συνθήκη ελλείψεως. Νοιώθει αενάως στερούμενος, όμως δεν σκέπτεται την πληρότητα αλλά την ικανοποίησι. Την πληρότητα ζητεί ο φιλόσοφος, ο άνθρωπος του αγαθού και της αλήθειας, που όταν τά καλόν ἄρχηται καθορᾶν, σχεδόν ἄν τί ἄπτοιτο τοῦ τέλους (Συμποσίου 21 lb). Εδώ ο Πλάτων συμφωνεί με τον άσπονδο φίλο του, μαθητή κι εκείνον του Σωκράτους, τον Διογένη τον Κυνικό. Όταν κάποτε ρώτησαν τον τελευταίο (απ. 298) ποιος άνθρωπος μπορεί να χαρακτηρισθή πλούσιος, αυτός απήντησε μονολεκτικά: ό αυτάρκης, δηλαδή όποιος δεν έχει ανάγκη τίποτε. Βεβαίως οι δύο αυτάρκειες διαφέρουν: η πλατωνική προϋποθέτει έρωτα του απολύτου, ένωσι των ανθρώπων με τα βάθη τους, και θέλει να είναι άσκησι στον θάνατο (μελέτη θανάτου)· η κυνική αυτάρκεια είναι άρνησι κάθε κοινωνικής συμβάσεως εν ονόματι της ελευθερίας και της απόλυτης διαφάνειας. Και στις δύο περιπτώσεις αντίπαλος είναι η υπαρξιακή πυκνότης που ματαιώνει την γόνιμη επικοινωνία με τον αληθινό μας εαυτό και προκαλεί ψυχική ένδεια ασχέτως υλικών πόρων. Παραδιδόμενος ο τύραννος στο εναγώνιο κυνήγι του φευγαλέου των απολαύσεων χάνει την χαρά της ζωής. Η βουλιμία του δείχνει πνιγηρή ανασφάλεια και η αγωνία της ελλείψεως μαρτυρεί έναν υπέρογκο φόβο θανάτου, που χρησιμοποιεί ως κατευναστικό αντίδοτο την ανελέητη συμπεριφορά. Αυτάρκης θα γίνη ο τύραννος τραγικά, όταν δεν αφήση τίποτε γύρω και μέσα του, όταν τον καταπιή το απέραντο εσώτερο μηδέν που ο ίδιος καθιέρωσε.

Η μουσική πρακτική της αρχαίας Ελλάδας

Τη μεγάλη σημασία που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες στη μουσική φανερώνουν πλήθος ποιητικές αναφορές, παραστάσεις και μύθοι.Ο Ορφέας με την λύρα του γοήτευε τ’ άγρια θηρία, οι πέτρες, γοητευμένες από το παίξιμο του Αμφίονα, πήγαιναν χορεύοντας και έμπαιναν μόνες τους στη θέση που έπρεπε όταν πρωτοκτιζόταν η Θήβα, και ο Αρίωνας γοήτευε με την κιθάρα του τα δελφίνια της θάλασσας.
 
Οι μύθοι αυτοί φανερώνουν μια βαθιά πίστη στη δύναμη της τέχνης των ήχων και παραπέμπουν σε πεποιθήσεις για τις μαγικές ιδιότητες της μουσικής, κοινές σε όλους σχεδόν τους μουσικούς πολιτισμούς του κόσμου.Η αρχαία ελληνική μουσική ήταν μονοφωνική. Από τις σωζόμενες πηγές μαρτυρείται επίσης ένα είδος ετεροφωνίας, ενώ η πολυφωνία φαίνεται ότι δεν ήταν σε χρήση. Το αρχαιοελληνικό μέλος ταυτιζόταν απόλυτα με την ποίηση με τρόπο που ήχος και λόγος συνταιριάζονταν σε ένα αδιαίρετο σύνολο, όπου ο ρυθμικός στίχος υπαγόρευε το ρυθμό της μελωδίας (μέτρο) και δενόταν μαζί του. Γι’ αυτό και τις περισσότερες φορές, ποιητής και συνθέτης ήταν το ίδιο πρόσωπο. Έτσι το μέτρο της ποίησης καθόριζε και το μέτρο της μουσικής που έφτασε σε μεγάλη ποικιλία, παρακολουθώντας την πλούσια ποιητική μετρική και τους τρόπους της απαγγελίας.

Την πρώτη μορφή έντεχνης ποίησης και μουσικής τη συναντάμε στην μορφή του ομηρικού έπους. Σε αυτά τα χρόνια οι αοιδοί (ποιητές και μουσικοί ταυτόχρονα) ιστορούσαν – άλλοτε σε συμπόσια και άλλοτε σε επίσημες γιορτές και αγώνες – πολεμικές δόξες και κατορθώματα, συνοδεύοντας την απαγγελία τους με τη λύρα ή την κιθάρα. Φήμιος, Θάμυρης, Δημόδοκος είναι ονόματα αοιδών που αναφέρει ο Όμηρος σαν τους πιο ξακουστούς της εποχής του.Στους ίδιους καιρούς ήταν γνωστά και διάφορα άλλα λαϊκά τραγούδια, όπως ο θρήνος και ο ιάλεμος (μοιρολόι), ο λίνος (θρηνητικό τραγούδι για τον αποχωρισμό θέρους και φθινοπώρου), ο υμέναιος (τραγούδι του γάμου), ο κώμος (που έκλεινε τα γλέντια) και άλλα.Σε αντίθεση με την επική, η λυρική ποίηση, που αναπτύχθηκε τον 7ο και 6ο αιώνα, εκφράζει υποκειμενικά συναισθήματα του ποιητή. Με τις ωδές, τους παιάνες, τα επινίκια, τα παρθένεια, τα επιθαλάμια, ανάδειξαν την άφταστη τέχνη τους σειρά ολόκληρη από λυρικούς ποιητές ο Αλκαίος, η Σαπφώ, ο Ανακρέοντας, ο Πίνδαρος, η Κόριννα, ο Στησίχορος είναι οι πιο γνωστοί της εποχής εκείνης.

Ο 5ος π.Χ. αιώνας είναι ο αιώνας ακμής της αττικής τραγωδίας και κωμωδίας, που φαίνεται να έχει τις ρίζες της στη λατρεία του Διονύσου και ιδιαίτερα στο διθύραμβο και σε άλλα χορευτικά τραγούδια, όπως τα φαλλικά, με σκωπτικό και άσεμνο πολλές φορές περιεχόμενο. Το νέο αυτό δραματικό είδος έδενε αναπόσπαστα ποίηση, μουσική και χορό. Έτσι τα χορικά μέρη, τραγουδιόνταν με συνοδεία αυλού, ενώ οι μονόλογοι και οι διάλογοι γίνονταν με συνοδεία λύρας ή κιθάρας.Η ενόργανη μουσική (αυλητική και κιθαριστική τέχνη) αναπτύσσεται και αυτή σε πολύ μεγάλο βαθμό από το β’ μισό του 5ου αι. π.Χ. Στους διάφορους μουσικούς αγώνες, που διοργανώνονταν, οι καλύτεροι αυλητές και κιθαρωδοί, έπαιρναν χρηματικά ή άλλου είδους βραβεία. Ανάμεσά τους ακουστός ο αυλητής Σακάδας, θριαμβευτής στους Δελφικούς αγώνες, και ο Τιμόθεος από τη Μίλητο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενόργανη αυτή συνοδεία του τραγουδιού, χρησιμοποιούσε, πολλές φορές, διάφορα μετρικά μελωδικά στολίδια, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως αλλοιωνόταν έτσι, και ο μονόφωνος χαρακτήρας της μουσικής, αφού μοναδικός σκοπός του ενόργανου ήχου, ήταν η υπογράμμιση του ρυθμού, που λογαριαζόταν ως το βασικότερο στοιχείο της μουσικής.

Από τη μουσική πρακτική της αρχαίας Ελλάδας υπάρχουν σήμερα ελάχιστα δείγματα με τη μορφή σημειογραφίας, ανάμεσα στα οποία, ολοκληρωμένα είναι μόνο τα παρακάτω: δύο Δελφικοί Ύμνοι, τρεις Ύμνοι στον Απόλλωνα και μια επιτάφια πλάκα (Επιτάφιος του Σεικίλου), που πάνω της έχει χαραγμένο ένα «σκόλιον». Τα υπόλοιπα λείψανα είναι αρκετά αποσπασματικά.Μα αν τα λείψανα της αρχαίας ελληνικής μουσικής είναι πολύ λίγα, οι θεωρητικές πληροφορίες που έχουμε γι’ αυτήν είναι πολύ περισσότερες, έτσι που να μπορούμε να σχηματίσουμε κάποια γνώση της θεωρίας της. Αυτές τις πληροφορίες τις βρίσκουμε διάσπαρτες στα συγγράμματα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, στα Αρμονικά του Αριστόξενου, στα συγγράμματα του Ευκλείδη, στο Περί Μουσικής του Πλούταρχου, στα συγγράμματα Βυζαντινών, Λατίνων συγγραφέων και αλλού. Από τις πηγές αυτές παίρνουμε διάφορες θεωρητικές πληροφορίες, όπως π.χ. για τα τετράχορδα, τα γένη τους (διατονικό, χρωματικό, εναρμόνιο), τους τρόπους, τις αρμονίες, και τα «ήθη» αυτών.

Τις βάσεις της μουσικής θεωρίας και της μουσικής ακουστικής θεωρείται ότι τις έθεσε ο Πυθαγόρας με τους μαθητές του. Αυτός καθόρισε τη σχέση ανάμεσα στο ύψος του ήχου και στο μήκος της χορδής, κάνοντας πειράματα πάνω στον λεγόμενο «κανόνα» ή «μονόχορδο του Πυθαγόρα». Όσο μεγαλώνει το μήκος της χορδής, τόσο χαμηλότερος (βαρύτερος) γίνεται ο ήχος που παράγεται από αυτήν και το αντίστροφο. Πέρα από τους Πυθαγόρειους ασχολήθηκαν και άλλοι με τη θεωρία της μουσικής, ο Αριστοτέλης, ο Αριστόξενος, ο Πλούταρχος κ.ά. Ο Αριστόξενος μάλιστα με τα έργα του Ρυθμικά στοιχεία και Αρμονικά άρχισε να δίνει βασική σημασία, όχι στις μαθηματικές αναζητήσεις, όπως έκαναν οι Πυθαγόρειοι, αλλά στην πραγματική ακουστική σχέση ανάμεσα στους ήχους, όπως αυτή προέκυπτε από τη μουσική πρακτική. Η αντίθεση αυτών των δύο θεωριών διατηρήθηκε και καθόρισε δύο διαφορετικές πορείες στις μουσικοθεωρητικές έρευνες. Την εποχή του Αριστόξενου διαμορφώθηκε και ο μουσικός τονισμός των φθόγγων και ο προσδιορισμός του με συμβατικά σημεία. Για να αποδώσουν τους μουσικούς φθόγγους οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν γράμματα του αλφαβήτου σε διάφορες θέσεις (όρθια, ανάποδα, πλάγια), ενώ άλλη σημειογραφία χρησιμοποιούσαν για την φωνητική μουσική και άλλη για την οργανική.Όσο για τα μουσικά τους όργανα, αυτά ήταν έγχορδα, κρουστά και πνευστά. Τα έγχορδα ήταν συνήθως του τύπου της λύρας, όπως χέλυς, βάρβιτος, κιθάρα, φόρμιγξ, ψαλτήρι κ.α. Στα τέλη τουλάχιστον του 7ου αιώνα π.Χ. χρονολογείται η άρπας (τρίγωνον), ενώ από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. μαρτυρούνται οι αρχαίες πανδουρίδες (έγχορδα του τύπου του λαούτου), οι οποίες θεωρούνται πρόγονοι του σημερινού ταμπουρά και μπουζουκιού, τόσο κατασκευαστικά, όσο και ετυμολογικά.

Στα πνευστά συγκαταλέγονταν συνήθως οι αυλοί, μονοί ή διπλοί, με διπλή συνήθως γλωσσίδα, σαν τον σημερινό ζουρνά και οι σύριγγες, μονοκάλαμες ή πολυκάλαμες. Κλασικός στην ελληνική λογοτεχνία είχε γίνει ο συνδυασμός της λύρας (ή κιθάρας) με τον αυλό. Ένα ακόμη όργανο της εποχής αποτελεί και η ύδραυλις, το οποίο, λόγω της μεγάλης του ηχητικής έντασης, χρησιμοποιούνταν συχνά σε εορταστικά και αθλητικά γεγονότα (π.χ. ιπποδρομίες).Κρουστά ήταν τα κρόταλα ή κρέμβαλα, τα τύμπανα, τα κύμβαλα, καθώς και διάφορα σείστρα και κουδούνια (κώδωνες). Η χρησιμοποίηση του κρουστών δεν ήταν τόσο διαδεδομένη στα αρχαία ελληνικά μουσικά δρώμενα, όσο στις διονυσιακές τελετές οργιαστικού χαρακτήρα, όπου γινόταν χρήση κυρίως τυμπάνων, κυμβάλων και κουδουνιών.Στην ελληνιστική εποχή ο λόγος, η μουσική και ο χορός αρχίζουν να διαχωρίζονται σε ξεχωριστούς κλάδους και να μην αποτελούν σαν και πρώτα μια τέλεια ενότητα. Έτσι, ο διθύραμβος, από ομαδικό, λατρευτικό τραγούδι που ήταν, τώρα τραγουδιέται από ένα πρόσωπο για να φανερωθεί και να επιβληθεί, ένα πνεύμα δεξιοτεχνίας. Αρχίζει η εποχή των «βιρτουόζων», που είναι περιζήτητοι και πληρώνονται μεγάλα ποσά.

Υπεύθυνος για τη ζωή σου είσαι εσύ! Πάρε τη στα χέρια σου όσο είναι καιρός!

peroballonΚάνουμε μια περίληψη όλων όσων έχουμε ακούσει και διαβάσει από την αρχαιότητα έως σήμερα, από όλους τους σοφούς, δασκάλους, πνευματικούς ανθρώπους αλλά και από αυτά που συνειδητοποιούν όσοι ακολουθούν τον δρόμο της αυτογνωσίας.
      
Μπορούμε να καταλήξουμε σε αυτά τα συμπεράσματα τα οποία φυσικά ο καθένας μπορεί να αντιλαμβάνεται με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με το δρόμο του και το νοητικό του περιεχόμενο. Εξάλλου, η βασικότερη αρχή της αυτογνωσίας είναι ότι κάθε άνθρωπος είναι ένα μονοπάτι ή τουλάχιστον αυτό καλείται να γίνει.
  1. Υπεύθυνοι για τη ζωή μας είμαστε μόνο εμείς. Όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποιήσουμε, τόσο πιο σύντομα θα πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας.
  2. Δεν υπάρχουν λάθη. Υπάρχουν μόνο ευκαιρίες για ανάπτυξη. Κάθε λάθος μας οδηγεί στη συνειδητοποίηση ότι κάτι πρέπει να γίνει καλύτερα από πριν.
  3. Ο τρόπος σκέψης μας καθορίζει την πραγματικότητα και ως εκ τούτου τη ζωή μας. Ένας άνθρωπος που σκέφτεται αρνητικά δεν μπορεί παρά να ζει σε έναν αρνητικό κόσμο και το αντίθετο. Εάν θέλουμε να αλλάξει η ζωή μας, το πρώτο πράγμα που χρειάζεται να κάνουμε είναι να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε.
  4. Η ζωή θα μας φέρνει τις ίδιες δυσκολίες ξανά και ξανά μέχρι να πάρουμε το μάθημα και να προχωρήσουμε. Δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να δραπετεύουμε από τις δυσκολίες.
  5. Τα συμπτώματα εξαφανίζονται όταν αντικρίσουμε τις αιτίες τους και λάβουμε το μάθημα που έχουν να μας προσφέρουν.
  6. Οι άλλοι αποτελούν καθρέφτες μας. Αυτά που αποζητάμε από αυτούς είναι πολλές φορές τα ίδια που αποζητάμε από τον εαυτό μας. Ενώ αυτά που μας ενοχλούν, είναι πολλές φορές προβληματικά στοιχεία του χαρακτήρα μας.
  7. Η αποστασιοποίηση είναι απαραίτητη όταν χρειάζεται να δούμε τα πράγματα ξεκάθαρα.
  8. Αυτά που πιστεύουμε για τον εαυτό μας τελικά θα γίνουν η πραγματικότητά μας.
  9. Όσο περισσότερο αγαπάμε τον εαυτό μας, τόσο λιγότερο έχουμε την ανάγκη της αποδοχής των άλλων.
  10. Δεν υπάρχουν προβλήματα, αρρώστιες, δυσκολίες. Υπάρχουν μόνο μονοπάτια.
  11. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Τα πράγματα δεν συμβαίνουν τυχαία, συμβαίνουν για εμάς και έχουν κάτι να μας πουν.
  12. Όσο μεγαλύτερη η σοφία, τόσο μεγαλύτερη η επίγνωση της άγνοιας… και όσο μεγαλύτερη η άγνοια τόσο περισσότερα πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε.
  13. Δεν υπάρχει κάπου να φτάσεις. Είναι ένα ταξίδι χωρίς τέλος.
  14. Ο μόνος αληθινός χρόνος είναι το ΤΩΡΑ
  15. Όλα συνδέονται μεταξύ τους. Όσο μεγαλύτερη η σοφία, τόσο πιο εμφανής η σύνδεση. Όσο μεγαλύτερη η άγνοια, τόσο πιο τυχαία και μεμονωμένα, φαντάζουν τα πράγματα.
  16. Αυτό που δίνουμε είναι τελικά αυτό που θα λάβουμε
  17. Αυτά που δεν δίνουμε στον εαυτό μας δεν θα μας τα δώσει κανένας άλλος στον κόσμο.
  18. Λαμβάνουμε πάντα αυτό που χρειαζόμαστε. Όχι πάντα αυτό που θέλουμε, αλλά πάντα αυτό που χρειαζόμαστε.
  19. Ο κάθε άνθρωπος έχει την αλήθεια του, το μονοπάτι του, τον τρόπο να αντιλαμβάνεται τα πράγματα και είναι το σωστό για εκείνον την εκάστοτε στιγμή. Μια επόμενη στιγμή μπορεί να μην είναι πια.
  20. Όσο πιο σύντομα αναγνωρίσουμε τις αδυναμίες μας τόσο πιο γρήγορα θα πάψουν να μας πληγώνουν.

Ο φόβος του διαλόγου

Ο γραπτός διάλογος είναι απαιτητικός, δεν είναι τόσο ανάλαφρος και επιφανειακός όπως τον προφορικό (τηλέφωνο) ή τον δια ζώσης. Εκεί, ειδικά, έχουμε μάθει να προβάλλουμε το εγώ μας, κρύβοντας ασυνείδητα τον πραγματικό εαυτό μας. Και ποιος είναι αυτός άραγε;

Όμως ούτε ο διάλογος είναι γνώριμη διαδικασία. Η συζήτηση είναι άλλο πράγμα, πιο εύκολη, πιο παρορμητική, πιο βίαιη, θα έλεγα. Ανταλλάσσουμε απόψεις, αναλύουμε απόψεις, διαφωνούμε, συμφωνούμε, προσπαθώντας να καταλήξουμε κάπου, να βγάλουμε ένα συμπέρασμα, να ορίσουμε τον εαυτό μας ανάλογα. Έτσι, θεωρούμε πως μαθαίνουμε, καταλαβαίνουμε, συνδεόμαστε, εξελισσόμαστε. Και διερωτώμαι: με τόσα άπειρα «τραπέζια συζητήσεων» ανά τους αιώνες, σε όλους τους τομείς της ζωής μας, τι είναι αυτό που δεν αλλάζει, δεν εξελίσσεται και είναι όμοιο παντού;

Δεν το βλέπουμε. Γιατί επιμένουμε να κοιτάμε μέσα από τον διχασμένο νου μας, που επιλεκτικά διαλέγει, οπλίζεται και προσπαθεί να φανεί, ξεχωριστός, ανώτερος, σωστός. Ειδικά σε περιόδους κρίσης, όλ’ αυτά διαφαίνονται πολύ πιο καθαρά, αλλά μόνο αν έχουμε μάθει να βλέπουμε πίσω από τα φαινόμενα, πέρα από το εκπαιδευμένο εγώ μας.

Ο διάλογος είναι τελείως άλλη κατάσταση, αν και νομίζουμε οι περισσότεροι πως είναι συνώνυμο της συζήτησης και έτσι τον χρησιμοποιούμε. Δεν ξέρουμε τη διαφορά ανάμεσα στο «σκέφτομαι», το «διαλογίζομαι», το «συζητάω» και το «συνδιαλέγομαι». Και όχι, δεν είναι συνώνυμες έννοιες.

Ο διάλογος ξεκινά εσωτερικά, με κέντρο τον εαυτό μας, έχοντας επίγνωση ποιοι είμαστε κάθε στιγμή. Σχετίζεται επίσης με όλα και με άλλους γύρω μας, έξω από το ασφυκτικό εγώ μας, με την ικανότητα να βλέπουμε ταυτόχρονα πολλές διαφορετικές οπτικές, να συναισθανόμαστε χωρίς να ταυτιζόμαστε, να δημιουργούμε, αντλώντας από το άγνωστο, νέες οπτικές, δημιουργικές σκέψεις, αυθεντικές λύσεις.

Ειδικά το γραπτό, και για τους πιο πάνω λόγους το φοβόμαστε. Έχουμε γίνει τόσο ειδικοί στο να κρύβουμε τις πραγματικές μας σκέψεις (ακόμα κι από τον εαυτό μας), να μιλάμε ασταμάτητα χωρίς να ακούμε πραγματικά, να τρέχουμε αντί να προσέχουμε, να παρατηρούμε, να αφουγκραζόμαστε, που ο γραπτός διάλογος μας φαίνεται ανησυχητικά αργός, ενώ τον ονομάζουμε «μη πραγματικό».

Οι λίγοι που τον τολμούν, ξεφεύγοντας από τις προσταγές τις εποχής, το σύνηθες και το γνώριμο ασφαλές, διαπιστώνουν πόσα έχαναν, πόσα ανακαλύπτουν, πόσα φανερώνουν και πόσο πιο αληθινός είναι από το συνηθισμένο μπλα μπλα των συζητήσεων και των «φιλικών συνευρέσεων». Όχι, δεν είναι είτε το ένα είτε το άλλο… όμως, χωρίς διάλογο, δημιουργούμε απλά μια Βαβέλ…αιώνες τώρα!

Θα τολμούσαμε να αμφιβητήσουμε τα γνώριμα "σωστά" που ξέρουμε; Θ βγαίναμε από τη ζώνη άνεσης που μας χαρίζει τη φαινομενική κυριαρχία μας; Θα εμπιστευόμασταν να "κατεβάσουμε ταχύτητα" στο νου που έμαθε να αντιλαμβάνεται μόνο επιφανειακά, αποσπασματικά και καθαρά εγωιστικά;

Αποσυμβολισμός των Άθλων του Ηρακλή

Ένας από τους πιο αρχετυπικούς ήρωες είναι ο Ηρακλής. Ο μαθητής που στέκει μόνος στις δοκιμασίες του. Συμβολίζει την καθαρή εκδήλωση της αρχέγονης δύναμης και είναι δεμένος περισσότερο με τη στοιχειακή όψη του, θυμίζοντας εποχές κατά τις οποίες η λειτουργία του εγκεφάλου δεν είχε ακόμη ενεργό δράση στην καλλιέργεια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Είναι ημίθεος, με πατέρα το Δία και μητέρα τη θνητή Αλκμήνη. Ο Δίας είναι σύμβολο της πνευματικής του φύσης. Η Αλκμήνη, η γήινη μάνα, υποδηλώνει τις ρίζες του και το σπόρο της μεγάλης περιπέτειας που τον περιμένει, στην πορεία του προς τον Θείο Πατέρα. Το αρχικό του όνομα ήταν Αλκείδης και σημαίνει το θάρρος του ήρωα. Ονομάστηκε, επίσης, τρισέληνος, γιατί το φεγγάρι έκανε τρεις φορές τον κύκλο του ουρανού κατά το ζευγάρωμα του Δία και της Αλκμήνης. Στην περιπέτειά του θα σχετιστεί με τις τρεις όψεις του φεγγαριού: Τη Σελήνη, την Εκάτη και την Αρτεμη. Αυτό το τριπλό σύμβολο υποδηλώνει με τον καλύτερο τρόπο την ευμετάβλητη συναισθηματική φύση του, που τον ακολουθεί σε όλη την αναζήτηση.

Η θεά Ήρα, η ζηλότυπη σύζυγος του Δία, αντιπροσωπεύει τα εμπόδια και τις αντιθέσεις που θα παρουσιαστούν στο δρόμο του ήρωα. Ουσιαστικά συμβολίζει την ψυχή του Ηρακλή, τον ενδιάμεσο κρίκο ανάμεσα στο πνεύμα και την προσωπικότητα. Είναι ο εχθρός της προσωπικότητάς του που τον ωθεί μέσα από ποικίλες δοκιμασίες στην αναζήτηση της θεϊκής του καταγωγής.

Πρωταρχική του δοκιμασία τα δύο φίδια της σοφίας. Με γνώμονα την αρχέγονη δύναμη καταπνίγει το στοιχείο της σοφίας, προκαθορίζοντας έτσι τη μελλοντική του ατραπό, που χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του παρορμητικού στοιχείου πάνω στο νου και την έλλειψη διάκρισης.

Νέος ακόμη απαλλάσσει την περιοχή από τις επιδρομές ενός λιονταριού σκοτώνοντάς το. Από τότε χρησιμοποιεί το δέρμα του ζώου σαν φορεσιά του. Με αυτόν τον τρόπο ο ήρωας υποτάσσει και χρησιμοποιεί τη ζωώδη φύση του. Αυτή η φύση θα τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή μέσα στην ύλη, γιατί, όπως και κάθε άνθρωπος, είναι ενσαρκωμένος και δεν μπορεί να απορρίψει εντελώς τα κατώτερα στρώματα της ύπαρξής του. Στην εφηβεία του ακόμη διαλέγει το δύσβατο μονοπάτι της αρετής, αποδεχόμενος την υπηρεσία που οφείλει να προσφέρει στον κόσμο. Παντρεύεται τη Μεγάρα και αποκτά τρεις γιους.

Ο γάμος του συμβολίζει τον προσανατολισμό της συνείδησής του στα τρία επίπεδα της προσωπικότητας. Η Ήρα-ψυχή του, όμως, έχει διαφορετική αντίληψη για τη μαθητεία του. Τον τρελαίνει σε σημείο που σκοτώνει τη γυναίκα και τα παιδιά του. Με λίγα λόγια αποκόβει τους δεσμούς του με τον κόσμο των ανθρώπων και ακολουθεί τυφλά την παρόρμηση της ψυχής του. Τότε η Πυθία του δίνει το όνομα Ηρακλής, που σημαίνει δόξα της Ήρας, δηλαδή δόξα της ψυχής.

Για να εξιλεωθεί ο ήρωας, πρέπει να εκτελέσει δώδεκα άθλους που θα του αναθέσει ο Ευρυσθέας, ο Ανώτερος Εαυτός του, -αυτός που έχει τη μεγάλη δύναμη- και που γεννήθηκε κατά παρότρυνση της Ήρας ταυτόχρονα με τον Ηρακλή.

Για αυτό το δύσκολο έργο ο Ηρακλής επιστρατεύει όλες τις ανώτερες όψεις του. Η Αθηνά του δίνει το ένδυμα της σοφίας ο Ήφαιστος ένα χρυσό θώρακα, σύμβολο της μαχητικότητας αλλά και του ηλιακού του προορισμού. Ο Ποσειδώνας του χαρίζει άλογα, ένδειξη της ελεγχόμενης συναισθηματικής φύσης, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εκπληρώσει ένα μέρος του έργου. Ο Ερμής προσφέρει ένα κοφτερό ξίφος, στοιχείο της νοητικής διάκρισης που πρέπει να έχει ο μαθητής για να επιλέγει σωστά στο δρόμο του.Ο Απόλλωνας του χαρίζει ένα φωτεινό τόξο, σύμβολο του υψηλού στόχου που θέτει ο αναζητητής στο ξεκίνημα της περιπέτειας.

Παρόλα τα δώρα με τα οποία τον προικίζει η ανώτερη φύση του, ο Ηρακλής ξεκινάει τους άθλους με το ρόπαλό του, την αυθύπαρκτη εσωτερική του φύση. «Για να υπηρετήσεις πρέπει να είσαι ικανός να στέκεις μόνος». Ο Ηρακλής στέκει μόνος, μέχρι να κερδίσει με την εμπειρία του το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τα όπλα της πνευματικής του ύπαρξης.

Υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα στους δώδεκα άθλους του Ηρακλή και στα δώδεκα σημεία του ζωδιακού. Στο σημείο του Κριού αντιστοιχεί ο άθλος με τα άλογα του Διομήδη, στον Ταύρο η σύλληψη του Ταύρου της Κρήτης, στους Διδύμους τα μήλα των Εσπερίδων και στον Καρκίνο η Κερυνίτιδα Έλαφος, στο Λέοντα το Λιοντάρι της Νεμέας, στην Παρθένο η Ζώνη της Ιππολύτης και στο Ζυγό ο Ερυμάνθιος Κάπρος, στο Σκορπιό έχουμε τη Λερναία Ύδρα, στον Τοξότη τις Στυμφαλίδες Όρνιθες και στον Αιγόκερω τον Κέρβερο, το φύλακα του Αδη. Στον Υδροχόο αποδίδονται οι Σταύλοι του Αυγεία και, τέλος, στους Ιχθείς τα βόδια του Γηρυόνη.

Ο πρώτος του άθλος είναι το Λιοντάρι της Νεμέας. Εδώ, στο σημείο του Λέοντα, ο ήρωας αποκτά επίγνωση της ατομικότητάς του και του πνευματικού του προορισμού. Προσφέρει υπηρεσία απαλλάσσοντας τη χώρα από το θηρίο και ταυτόχρονα κυριαρχεί στην κατώτερη φύση του. Στο πέμπτο ζώδιο ο άνθρωπος γίνεται πεντάκτινος αστέρας. Το πέντε είναι σύμβολο της ατομικοποίησης εκείνου που αναγνωρίζει τον εαυτό του, προσανατολίζοντας τη συνείδηση στις ανώτερες σφαίρες της ύπαρξής του. Το Λιοντάρι της προσωπικότητας είναι παιδί των αρνητικών όψεων του ασυνείδητου, της Έχιδνας και του Όρθρου. Κυνηγημένο από τον Ηρακλή, καταφεύγει σε μια σπηλιά με δύο εισόδους, που συμβολίζουν την επίφυση και την υπόφυση. Η πρώτη συνδέεται με τις ανώτερες λειτουργίες του νου, ενώ η δεύτερη με τις κατώτερες λειτουργίες του ενστίκτου. Φράζοντας την είσοδο της υπόφυσης στρέφει τη συνείδησή του στις ανώτερες νοητικές λειτουργίες. Έτσι έχει τη δυνατότητα να παγιδέψει το λιοντάρι σε ένα χώρο που αναμφίβολα είναι κυρίαρχος.

Το επόμενο κατόρθωμά του γίνεται στην πύλη του Σκορπιού με τη νίκη του ενάντια στην Ύδρα. Η Ύδρα είναι ένας από τους φύλακες του κάτω κόσμου που συμβολίζεται από τη Λέρνη, τη θεά των βάλτων. Είναι γέννημα της Έχιδνας και του Τυφωέα, συνδέεται δε με εκείνες τις όψεις του ασυνείδητου που είναι προορισμένες να προκαλούν νοητική σύγχυση. Χρησιμοποιεί το δώρο του Ερμή, τη νοητική διάκριση, χωρίς όμως να καταφέρει τίποτε, μια και τα κεφάλια της πλάνης σε κάθε κόψιμο πολλαπλασιάζονται. Αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει τη φωτιά της κάθαρσης, ένα σύμβολο ύψιστου εξαγνισμού και πνευματικής επίτευξης.

Ακολουθεί ένα εύκολο φαινομενικά κατόρθωμα, η σύλληψη της ελαφίνας. Και όμως, χρειάζεται ένας ολόκληρος χρόνος για να πετύχει το σκοπό του, πλανημένος συχνά από τις παγίδες της Αρτεμης, μιας από τις όψεις της σεληνιακής του φύσης. Εδώ ο ήρωας, πρώτα από όλα, διδάσκεται το μάθημα της επιμονής και της υπομονής. Οπλισμένος με αυτές τις δύο αρετές, αποκτά την ενόραση που κρύβεται στο ζωδιακό σημείο του Καρκίνου, συλλαμβάνοντας οριστικά και αμετάκλητα τη φευγαλέα διαίσθηση που συμβολίζεται από τη Κερυνίτιδα έλαφο. Τέλος ο Ηρακλής εναποθέτει αυτή την κατάκτηση στη αγκαλιά όλου του κόσμου, στον Ιερό Τόπο των Μυκηνών, κλείνοντας έτσι τη διαμάχη του Απόλλωνα και της Αρτεμης, δηλαδή της συνειδητής και της ασυνείδητης φύσης του για την κυριαρχία πάνω στην ελαφίνα.

Στο σημείο του Ζυγού ο Ηρακλής ανεβαίνει στο όρος της Μύησης, προετοιμαζόμενος ουσιαστικά για το ρόλο που θα παίξει στον Αιγόκερω. Για να πετύχει το σκοπό του, οφείλει να ανέβει σε ανώτερες σφαίρες ύπαρξης και να παγιδέψει το ζώο ψηλά στο βουνό, απαλλαγμένος από την πλάνη της κοιλάδας. Στη μάχη του με την επιθυμία ο Ηρακλής σπρώχνεται από την ιερή τρέλα του Διόνυσου, που συμβολίζεται με το κρασί, δώρο του Θεού στον Κένταυρο Φώλο. Πάνω στη μέθη του σκοτώνει τους δύο Κένταυρους φίλους του, το Χείρωνα που σημαίνει καλή σκέψη και το Φώλο που σημαίνει σωματική δύναμη. Οι Κένταυροι είναι όψεις της προσωπικότητας του ήρωα. Η ψυχή του γνωρίζει πως η επιθυμία δεν είναι δυνατό να κατανικηθεί ούτε με τη φυσική ρώμη, ούτε με το νου. Κυρίαρχος της επιθυμίας είναι εκείνος που γνωρίζει την αληθινή ισορροπία ανάμεσα στην πνευματική και στην υλική του όψη απελευθερώνοντας το φως της ψυχής, κάτι που υποδηλώνεται άμεσα από τη ζυγαριά, το σύμβολο αυτού του ζωδίου.

Στην πύλη του Υδροχόου αναλαμβάνει να καθαρίσει τους σταύλους του Αυγεία. Σε αυτό το κατόρθωμα συγχωνεύει το ενεργητικό και το παθητικό στοιχείο, δημιουργώντας έτσι την ορμητική, ενεργειακή κοίτη των δυνάμεων της ζωής, τα δυο ποτάμια που καθαρίζουν τη βόρβορο του ασυνείδητου. Με την ορθή κατεύθυνση των δυνάμεων της ζωής ο Ηρακλής προσφέρει υπηρεσία στον κόσμο και καθαρίζει παράλληλα τον εαυτό του από τις αρνητικές συσσωρεύσεις της ενσάρκωσης. Έτσι ταυτίζεται με τον Υδροχόο, που αφήνει να κυλήσουν από το ανεστραμμένο δοχείο τα δυο ρεύματα: της ζωής και της μετουσίωσης. Ζωή και μετουσίωση είναι οι δύο έννοιες που ενσωματώνουν το μήνυμα της εποχής του Υδροχόου, δηλαδή της εποχής μας.

Με το δώρο του Απόλλωνα τοξεύει τις Στυμφαλίδες όρνιθες, που συμβολίζουν τον αλαλαγμό της κατώτερης νοητικής μας φύσης. Η εμμονή στο στόχο αποδυναμώνει κυριολεκτικά τη φλυαρία του νου και η σιγή είναι το μάθημα που πρέπει να πάρει ο μαθητής στο σημείο του Τοξότη.

Ένας Ταύρος λυμαίνεται την Κρήτη. Τον είχε δώσει ο Ποσειδώνας στο Μίνωα για θυσία, αλλά εκείνος τον κράτησε για τον εαυτό του. Ο θεός τιμώρησε το Μίνωα στέλνοντας στην Πασιφάη έναν ανίερο πόθο για τον Ταύρο. Ο Μίνωας, με την κατακράτηση του Ταύρου στα επίπεδα της προσωπικότητας, περιόρισε τη δημιουργική δύναμη στο επίπεδο του σεξ. Εκτός, όμως, από την οριζόντια σεξουαλική πολικότητα υπάρχει και μια κάθετη που αγνοήθηκε και που ενώνει τη μορφική όψη με τις δυνάμεις της ψυχής. Ο Ηρακλής συλλαμβάνει τον Ταύρο και τον φέρνει στο Ιερό Κέντρο, όπου τον αφήνει ελεύθερο.

Μετά από τόσα κατορθώματα ο Ηρακλής έχει αναπτύξει έναν άκρατο ενθουσιασμό και ορμητικότητα, που του χτίζει μια απατηλή αυτοπεποίθηση. Αυτή την απατηλή αυτοπεποίθηση καλείται να δαμάσει ο Ηρακλής στον όγδοο άθλο του με τις φοράδες του Διομήδη. Ο Διομήδης είναι γιος του Αρη, γεγονός που υποδηλώνει τον κυβερνώντα πλανήτη του σημείου του Κριού.
Ο ήρωας πληρώνει τη ματαιόδοξη στάση του με τη θυσία του Αβδηρου, που αντιπροσωπεύει μια από τις αδύναμες σχετικά όψεις του Ηρακλή.
Έτσι αναλαμβάνει να τιθασέψει και να οδηγήσει ο ίδιος τις φοράδες της προσωπικότητας χωρίς μεσολαβητές. Γίνεται ο ίδιος μεσολαβητής ανάμεσα στις δυνάμεις της ψυχής και τις δυνάμεις της υλικής του φύσης. Αναλαμβάνει δηλαδή το ρόλο του Ερμή, που είναι ο εσωτερικός κυβερνήτης του Κριού.

Στο σημείο της Παρθένου ο Ηρακλής έρχεται σε επαφή με τη σκοτεινή όψη της anima του, την Ιππολύτη, τη Βασίλισσα των Αμαζόνων. Με τη παρέμβαση της Ήρας φιλονικεί με τις αμαζόνες και σκοτώνει την Ιππολύτη για να πάρει τη ζώνη της, δώρο του Αρη και σύμβολο προστασίας. Παίρνει τη ζώνη και τη φέρνει στις Μυκήνες, όπου την εναποθέτει στη φύλαξη της Ήρας-ψυχής. Προσπαθώντας να εξιλεωθεί για το θάνατο της Ιππολύτης, ταξιδεύει σε ένα είδος Κάτω Κόσμου, για να την αναστήσει στο πρόσωπο της Ησιόνης, σώζοντάς την από το κήτος του Ποσειδώνα. Μπαίνει στην κοιλιά του κήτους με το δρεπάνι «σύμβολο του θανάτου» στα χέρια. Μένει εκεί, στον Κάτω Κόσμο, για τρεις ημέρες, οπότε και επιστρέφει θριαμβευτής.

Ο δέκατος άθλος του Ηρακλή ήταν τα Βόδια του Γηρυόνη και συνδέεται με το σημείο των Ιχθύων. Ο Ιχθείς συμβολίζουν τις πιο βαθιές εσωτερικές όψεις μας και τα κόκκινα βόδια του Γηρυόνη τις κρυμμένες υλικές μας επιθυμίες. Με τη χρυσή κούπα του Απόλλωνα -μια άλλη μορφή του συμβόλου του Δισκοπότηρου, περνά τον ωκεανό. Για να πετύχει το κατόρθωμά του συγκρούεται αρχικά με το σκύλο Όρθρο, τον αδελφό του Κέρβερου, μια από τις όψεις του φύλακα στο Κατώφλι. Έτσι, απαλλάσσεται από ένα μέρος των καρμικών του υποχρεώσεων.

Κατόπιν, με το ηλιακό δώρο τοξεύει το φύλακα Γηρυόνη και παίρνει τα βόδια για να τα μεταφέρει πίσω στον Ιερό Τόπο. Σε αυτόν τον άθλο ο Ηρακλής προσπαθεί να έρθει στον Αδη, χωρίς τελικά να τα καταφέρει εξαιτίας της επέμβασης της Ήρας. Δεν είναι ακόμη έτοιμος να αντιμετωπίσει τον Κέρβερο, αν δεν απελευθερώσει πρώτα το Προμηθεϊκό φως μέσα του, κάτι που κάνει στην Πύλη των Διδύμων με τα μήλα των Εσπερίδων. Επίσης, οφείλει να ανοίξει ένα κανάλι επικοινωνίας με την Ασία, τη χώρα των θαυμάτων, που συμβολίζεται από τον Κήπο των Εσπερίδων.

Σε αυτή την πορεία υποτάσσει την κατώτερη συγκινησιακή του φύση, που συμβολίζεται από το Νηρέα. Με αυτή την καθυπόταξη αποκτά τα στοιχεία που θα τον οδηγήσουν στον προορισμό του. Κυριαρχεί επίσης και στη γήινη όψη του νικώντας τον Ανταίο, το γίγαντα που είναι αήττητος στα πεδία της μορφής. Τον παρασέρνει σε ανώτερα επίπεδα, όπου χάνει τη δύναμή του και συντρίβεται. Στον Καύκασο απελευθερώνει τον Προμηθέα, αποδεσμεύοντας ουσιαστικά το φως της ψυχής του. Σηκώνει επίσης το φορτίο του κόσμου, που συμβολίζεται από τη σφαίρα του Aτλαντα. Παίρνει τα μήλα, σύμβολα πνευματικής γονιμότητας, και επιστρέφει λυτρωτής. Αντί, όμως, να κρατήσει την αμοιβή για τον άθλο του, επιστρέφει τα μήλα στο Δία και την Ήρα. Με αυτόν τον τρόπο δίνει το προβάδισμα στη θεϊκή του υπόσταση.

Τώρα είναι έτοιμος για την τελική θυσία, την έσχατη δοκιμασία. Πρέπει να θριαμβεύσει στο θάνατο. Θα αντιμετωπίσει τον Κέρβερο, την πιο ξεκάθαρη όψη του Φύλακα στο Κατώφλι. Έχει ήδη μπει στις επικράτειες του Αδη, αλλά αυτή τη φορά θα έρθει σε επαφή με το υποχθόνιο ζευγάρι. Μυείται στα Ελευσίνια Μυστήρια, επιστρατεύοντας έτσι όλο του το εσωτερικό δυναμικό και ανοίγει την Πύλη του Κάτω Κόσμου. Εισβάλλει στον Αδη σαν πολεμιστής. Απελευθερώνει όλη του την αρχέγονη δύναμη, που συνταράζει τα βάθη του εσωτερικού του κόσμου. Αμέσως περικυκλώνεται από τις σκιώδεις υπάρξεις του ασυνείδητου.

Χρησιμοποιεί το σπαθί του νου, αλλά η μάχη του με τέτοιου είδους όπλα σε αυτόν τον κόσμο είναι ανώφελη. Πρέπει να χρησιμοποιήσει τα ίδια του τα χέρια, την οργανωμένη και ελεγχόμενη πια στοιχειακή δύναμη. Νικάει το Χάροντα και τον αναγκάζει να τον περάσει στο βασίλειο της Περσεφόνης. Εκεί μόνο η Περσεφόνη, η αδελφή του, είναι εκείνη που μπορεί να σταθεί μπροστά του. Αντικρύζοντας την Περσεφόνη, ο Ηρακλής αντικρύζει τη βαθύτερη όψη της ψυχής του. Μπορεί να πάρει τον Κέρβερο μόνο αν τον νικήσει με τα χέρια του. Με τις δικές του δυνάμεις επιβάλλεται στην τριπλή κατώτερη φύση του και ανασύρει τον Κέρβερο στο φως του Επάνω Κόσμου.

Στον Αδη δίνει την υπόσχεση στο Μελέαγρο πως θα παντρευτεί τη Δηιάνειρα, την αδελφή του. Με αυτή την πράξη φέρνει το στίγμα του θανάτου και της απόσυρσης από τον κόσμο των ανθρώπων. Η Δηιάνειρα γίνεται αργότερα η αιτία να φορέσει το δηλητηριασμένο ρούχο. Ο ήρωας γνωρίζει πως η επίγεια ζωή του, όπου στέφθηκε με τον τίτλο του «σωτήρα», έφτασε στο τέλος της. Παραγγέλνει να του ανάψουν μεγάλη φωτιά στην κορυφή της Οίτης, που είναι αφιερωμένη στο Δία. Ο Γιος επιστρέφει στον Πατέρα. Ο Ηρακλής ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του στους ουρανούς, όπου η Ήρα αναλαμβάνει την τελετουργία της δεύτερης γέννησης του ήρωα. Μετά παίρνει γυναίκα του την Ήβη, την κόρη της Ήρας και δένεται αμετάκλητα με τις δυνάμεις της ψυχή του.

Ο Δίας αποτύπωσε τους κόπους και τις θυσίες του γιου του στον ουρανό με τον αστερισμό του Ηρακλή. Ένας γονατισμένος άνδρας, σκυμμένος αδιάκοπα από το μόχθο, σύμβολο της ρήσης: «Όποιος θέλει να ανυψωθεί, πρέπει πρώτα να ταπεινωθεί».