Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

Ενας Μικρός Τύραννος

Η δύναμη που κυβερνάει τη μοίρα όλων των ζωντανών όντων ονομάζεται Αετός, όχι γιατί είναι ένας αετός ή έχει σχέση με αετό, αλλα γιατί στον οραματιστή εμφανίζεται σαν ένας τεράστιος κατάμαυρος αετός, που στέκεται ορθός, όπως στέκεται ένας αετός και το ύψος του φτάνει στο άπειρο.

Ο Κύριος Άρχοντας ΔΕΝ είναι ο Αετός

Καθώς ο οραματιστής κοιτάζει αυτή τη μαυρίλα που είναι ο Αετός, τέσσερις λάμψεις φωτός του αποκαλύπτουν με τι μοιάζει ο Αετός. Η πρώτη λάμψη, που είναι σαν κεραυνός, βοηθάει τον οραματιστή να διακρίνει το περίγραμμα του σώματος του Αετού. Υπάρχουν κομμάτια λευκότητας που μοιάζουν σαν τα φτερά και τα νύχια ενός αετού. Μια δεύτερη αστραπή αποκαλύπτει το φτεροκόπημα, μια μαυρίλα που δημιουργεί άνεμο και μοιάζει σαν φτερά αετού. Με την τρίτη αστραπή φωτός ο οραματιστής αντικρίζει ένα διαπεραστικό, μη ανθρώπινο μάτι. Και η τέταρτη και τελευταία λάμψη αποκαλύπτει τι κάνει ο Αετός.

Ο Αετός καταβροχθίζει την επίγνωση όλων των πλασμάτων που, ενώ ένα λεπτό πριν ζούσαν στη γη, τώρα είναι νεκρά και ανεβαίνουν μέχρι το ράμφος του Αετού, σαν ένα ατέλειωτο σμήνος από πυγολμπίδες, για να συναντήσουν τον κύριό τους, το λόγο που είχαν ζωή. Ο Αετός ξεχωρίζει αυτές τις λεπτές φλόγες, τις απλώνει, όπως ένας βυρσοδέψης απλώνει μια προβιά, και ύστερα τις καταβροχθίζει, γιατί η επίγνωση είναι η τροφή του αετού.

Ο Αετός, αυτή η δύναμη που κυβερνάει το πεπρωμένο όλων των ζωντανών πραγμάτων, αντανακλά παρόμοια και ταυτόχρονα όλα αυτά τα ζωντανά πράγματα. Δεν υπάρχει, επομένως τρόπος να παρακαλέσει ο άνθρωπος τον Αετό, να ζητήσει χάρες, ή να ελπίζει για εύνοια. Το ανθρώπινο μέρος του Αετού είναι πολύ ασήμαντο για να παρακινήσει το σύνολο.

Μόνο από τις πράξεις του Αετού μπορεί ο οραματιστής να καταλάβει τι θέλει. Ο Αετός αν και δεν παρασύρεται από τις περιστάσεις κανενός ζωντανού πράγματος, έχει παραχωρήσει ένα δώρο σε κάθε ζωντανό πλάσμα. Το καθένα απ’ αυτά, με τον δικό του τρόπο και δικαίωμα, έχει τη δύναμη, αν το επιθυμεί, να κρατήσει τη φλόγα της επίγνωσης. Έχει τη δύναμη να μην υπακούσει στις διαταγές να πεθάνει και να καταβροχθιστεί.

Σε κάθε ζωντανό πράγμα έχει παραχωρηθεί η δύναμη, αν το επιθυμεί, να αναζητήσει ένα άνοιγμα προς την ελευθερία και να περάσει μέσα απ’ αυτό. Για τον οραματιστή που βλέπει το άνοιγμα και για τα πλάσματα που περνάνε μέσα απ’ αυτό, είναι φανερό ότι ο Αετός παραχώρησε αυτό το δώρο προκειμένου να διαιωνίσει την επίγνωση.

Για τον σκοπό της καθοδήγησης των ζωντανών πραγμάτων προς αυτό το άνοιγμα, ο Αετός δημιούργησε το Ναγουάλ. Το Ναγουάλ είναι μια διπλή ύπαρξη στην οποία έχει αποκαλυφτεί ο νόμος. Το Ναγουάλ – είτε υπάρχει με τη μορφή ενός ανθρώπινου όντος, ενός ζώου, ενός φυτού ή οτιδήποτε άλλου ζωντανού πράγματος – με τη δύναμη της διπλότητας του ωθείται να αναζητήσει αυτό το κρυμμένο πέρασμα.

Το Ναγουάλ έρχεται σε ζεύγη, αρσενικό και θηλυκό. Ένας διπλός άντρας και μια διπλή γυναίκα γίνονται Ναγουάλ μόνο όταν στον καθένα απ’ αυτούς έχει αποκαλυφτεί ο νόμος, και ο καθένας τους τον έχει κατανοήσει και τον έχει αποδεχτεί πλήρως.

Στα μάτια του οραματιστή ένας άντρας – Ναγουάλ ή μια γυναίκα – Ναγουάλ παρουσιάζονται σαν ένα φωτεινό αυγό με τέσσερα μέρη. Αντίθετα από το κοινό ανθρώπινο ον που έχει μόνο δύο πλευρές, μια αριστερή και μια δεξιά, το Ναγουάλ έχει την αριστερή πλευρά του χωρισμένη σε δύο τμήματα, και τη δεξιά πλευρά του παρόμοια χωρισμένη στα δύο.

Ο Αετός δημιούργησε τον πρώτο άντρα και την πρώτη γυναίκα – Ναγουάλ σαν οραματιστές και αμέσως τους τοποθέτησε στον κόσμο για να δουν. Τους παραχώρησε ακόμα τέσσερις θηλυκούς πολεμιστές που ήταν διώκτες, τρεις αρσενικούς πολεμιστές και έναν αρσενικό αγγελιοφόρο, τους οποίουε έπρεπε να θρέψουν να ανυψώσουν και να οδηγήσουν στην ελευθερία.

Οι θηλυκοί πολεμιστές ονομάζονται οι τέσσερις κατευθύνσεις, οι τέσσερις γωνίες του τετραγώνου, οι τέσσερις διαθέσεις, οι τέσσερις άνεμοι, οι τέσσερις διαφορετικές θηλυκές προσωπικότητες που υπάρχουν στην ανθρώπινη φυλή.

Η πρώτη είναι η ανατολή. Ονομάζεται τάξη. Είναι αισιόδοξη, εύθυμη, ήρεμη, επίμονη σαν μια σταθερή αύρα.

Η δεύτερη είναι ο βορράς. Ονομάζεται δύναμη. Είναι πολυμήχανη, απότομη, άμεση, ανθεκτική σαν ένας σκληρός άνεμος.

Η τρίτη είναι η δύση. Ονομάζεται αίσθημα. Είναι εσωστρεφής, μετανοητική, πονηρή, ύπουλη σαν κρύα πνοή ανέμου.

Η τέταρτη είναι ο νότος. Ονομάζεται ανάπτυξη. Είναι προστατευτική, επιδεικτική, επιφυλακτική, θερμή σαν ζεστός άνεμος.

Οι τρεις αρσενικοί πολεμιστές και ο αγγελιοφόρος αντιπροσωπεύουν τους τέσσερις τύπους αρσενικής δραστηριότητας και χαρακτήρα.

Ο πρώτος τύπος είναι ο νοήμονας άντρας, ο μορφωμένος. Ένας ανώτερος, αξιόπιστος, σοβαρός άνθρωπος, ολότελα αφοσιωμένος στην εκτέλεση του καθήκοντός του οτιδήποτε και αν είναι αυτό.

Ο δεύτερος τύπος είναι ο άνθρωπος της δράσης, ένας πολύ ασταθής και πολύ διασκεδαστικός, άστατος σύντροφος.

Ο τρίτος τύπος είναι ο οργανωτής στα παρασκήνια, ομυστηριώδης, άγνωστος άντρας. Τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτόν γιατί δεν αφήνει να ξεγλιστρήσει τίποτα σχετικά με τον εαυτό του.

Ο τέταρτος τύπος είναι ο αγγελιοφόρος. Είναι ο βοηθός, ένας σοβαρός άντρας που τα καταφέρνει πολύ καλά αν κατευθυνθεί σωστά, αλλά που δεν μπορεί να σταθεί από μόνος του.

Προκειμένου να διευκολύνει τα πράγματα, ο Αετός έδειξε στον άντρα – Ναγουάλ και στη γυναίκα – Ναγουάλ ότι ο καθένας από αυτούς τους τύπους των αντρών και των γυναικών πάνω στη γη, έχει τα ιδαίτερα χαρακτηριστικά του στο φωτεινό σώμα του.

Ο μορφωμένος έχει ένα είδος ρηχού κοιλώματος, ένα φωτεινό βαθούλωμα στο ηλιακό του πλέγμα. Σε μερικούς άντρες φαίνεται σαν μια λίμνη έντονης φωτεινότητας, που μερικές φορές είναι λεία και λαμπερή σαν καθρέφτης χωρίς ανάκλαση.

Ο άντρας της δράσης έχει μερικές ίνες που εκπορεύονται από την περιοχή της θέλησης. Ο αριθμός των ινών ποικίλλει από μια μέχρι πέντε και το μέγεθός τους κυμαίνεται από απλό πάχος σχοινιού μέχρι ένα πλοκάμι σαν μαστίγιο με μάκρος δυόμισι μέτρα. Μερικοί έχουν μέχρι και τρεις τέτοιες ίνες αναπτυγμένες σε πλοκάμια.

Ο άνθρωπος στα παρασκήνια δε διακρίνεται από κάποιο χαρακτηριστικό, αλλά από την ικανότητά του να δημιουργεί σχεδόν αθέλητα μια έκρηξη δύναμης που αιχμαλωτίζει αποτελεσματικά την προσοχή του οραματιστή.

Όταν βρίσκονται μπροστά σ’ αυτό τον τύπο ανθρώπου οι οραματιστές βρίσκονται ξαφνικά βυθισμένοι σε εξωτερικές λεπτομέρειες παρά τον οραματισμό.

Ο βοηθός δεν έχει φανερό χαρακτηριστικό. Στους οραματιστές παρουσιάζεται σαν μια καθαρή λάμψη μέσα σε ένα άψογο κέλυφος φωτεινότητας.

Στην περιοχή των γυναικών, η ανατολή αναγνωρίζεται από τις σχεδόν ανεπαίσθητες κηλίδες στη φωτεινότητά της, κάτι σαν μικρές περιοχές ξεθωριάσματος.

Ο βορράς έχει μια γενική ακτινοβολία. Εκπέμπει μια κοκκινωπή λάμψη, σχεδόν σαν θερμότητα.

Η δύση έχει μια λεπτή μεμβράνη που την περιβάλλει, μια μεμβράνη που την κάνει να φαίνεται πιο σκοτεινή από τις άλλες.

Ο νότος έχει μια διακοπτόμενη λάμψη. Φωτίζει για μια στιγμή και ύστερα ξεθωριάζει για να φωτίσει πάλι.

Ο άντρας-Ναγουάλ και η γυναίκα-Ναγουάλ έχουν δυο διαφορετικές κινήσεις στο φωτεινό σώμα τους. Η δεξιά πλευρά κυματίζει, ενώ η αριστερή περιστρέφεται.

Από άποψη προσωπικότητας ο άντρας-Ναγουάλ είναι αυτός που στηρίζει, σταθερός, αμετάβλητος. Η γυναίκα-Ναγουάλ βρίσκεται πάντα σε πόλεμο και όμως είναι χαλαρωμένη, πάντα σε ετοιμότητα αλλά χωρίς ένταση. Και οι δυο τους αντανακλούν τους τέσσερις τύπους του φύλου τους, σαν τέσσερις τρόπους συμπεριφοράς.

Ο θαυμαστός κόσμος του Don Juan Matus

Η πρώτη διαταγή που έδωσε ο Αετός στον άντρα-Ναγουάλ και στη γυναίκα-Ναγουάλ, ήταν να βρουν από μόνοι τους ένα άλλο σύνολο από τέσσερις θηλυκούς πολεμιστές, τέσσερις κατευθύνσεις, που να είναι ακριβή αντίγραφα των διωκτών, αλλά να είναι ονειρευτές.

Οι ονειρευτές εμφανίζονται στον οραματιστή σαν να έχουν μια ποδιά από τριχοειδείς ίνες στη μέση τους. Και οι διώκτες έχουν ένα παρόμοιο χαρακτηριστικό σαν ποδιά, αλλά αντί για ίνες η ποδιά αποτελείται από αμέτρητες, μικρές, στρογγυλές προεξοχές.

Οι οχτώ θηλυκοί πολεμιστές διαιρούνται σε δυο ομάδες που ονομάζονται δεξιός και αριστερός πλανήτης. Ο δεξιός πλανήτης αποτελείται από τέσσερις διώκτες, ο αριστερός από τέσσερις ονειρευτές. Οι πολεμιστές του κάθε πλανήτη διδάχτηκαν από τον Αετό τον κανόνα του ειδικού καθήκοντός τους: οι διώκτες διδάχτηκαν την καταδίωξη. Οι ονειρευτές διδάχτηκαν το ονείρεμα.

Οι δύο θηλυκοί πολεμιστές της κάθε κατεύθυνσης ζουν μαζί. Είναι τόσο όμοιοι ώστε αντανακλούν ο ένας τον άλλο, και μόνο μέσα από την άψογη συμπεριφορά μπορεί ο ένας να βρει παρηγοριά και πρόκληση στην αντανάκλαση του άλλου.

Οι τέσσερις θηλυκοί ονειρευτές ή οι τέσσερις θηλυκοί διώκτες δε συγκεντρώνονται ποτέ όλοι μαζί παρά μόνο όταν έχουν να εκτελέσουν ένα δύσκολο καθήκον. Αλλά μόνο κάτω από ειδικές συνθήκες πρέπει να ενώσουν τα χέρια τους γιατί το άγγιγμά τους τους συγχωνεύει σε μια ύπαρξη και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται παρά μόνο σε περιπτώσεις μεγάλης ανάγκης, ή τη στιγμή που εγκαταλείπουν αυτό τον κόσμο.

Οι δυο θηλυκοί πολεμιστές κάθε κατεύθυνσης ενώνονται με έναν από τους αρσενικούς πολεμιστές, σε οποιοδήποτε συνδυασμό χρειάζεται. Έτσι φτιάχντουν ένα σύνολο από τέσσερις «οικογένειες» που είναι ικανές να ενσωματώσουν όσους πολεμιστές χρειάζεται.

Οι αρσενικοί πολεμιστές και ο αγγελιαφόρος μπορούν και αυτοί να σχηματίσουν μια ανεξάρτητη μονάδα τεσσάρων αντρών, ή μπορούν να λειτουργήσουν σαν μοναχικές υπάρξεις, σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις της ανάγκης.

Ύστερα το Ναγουάλ και η ομάδα του διατάχτηκαν να βρουν άλλους τρεις αγγελιαφόρους. Αυτοί μπορούσαν να είναι όλοι αρσενικοί ή όλοι θηλυκοί ή ένα ανάμιχτο σύνολο. Αλλά οι αρσενικοί αγγελιαφόροι έπρεπε να είναι από τον τέταρτο τύπο άντρα, το βοηθό, και οι θηλυκοί έπρεπε να είναι του νότου.

Προκειμένου να βεβαιωθεί ότι ο πρώτος άντρας-Ναγουάλ θα οδηγούσε την ομάδα του στην ελευθερία και δε θα ξέφευγε από το μονοπάτι ούτε θα διαφθειρόταν, ο Αετός πήρε τη γυναίκα-Ναγουάλ στον άλλο κόσμο για να χρησιμεύει σαν φάρος και να καθοδηγεί την ομάδα προς το άνοιγμα.

Ύστερα το Ναγουάλ και οι πολεμιστές του διατάχτηκαν να ξεχάσουν.

Βυθίστηκαν μέσα στο σκοτάδι και τους δόθηκαν νέα καθήκοντα:

Το καθήκον να θυμηθούν τον εαυτό τους και το καθήκον να θυμηθούν τον Αετό.

Η διαταγή να ξεχάσουν ήταν τόσο ισχυρή ώστε όλοι χωρίστηκαν. Δε θυμόνταν ποιοί ήταν. Ο σκοπός του Αετού ήταν ότι αν μπορούσαν να θυμηθούν ξανά τον εαυτό τους, τοτε θα εύρισκαν την ολότητα του εαυτού τους. Μόνο τότε θα διέθεταν την αναγκαία δύναμη και αυτοσυγκράτηση για να επιχειρήσουν και να αντιμετωπίσουν το τελευταίο τους ταξίδι.

Το τελευταίο καθήκον που τους ανατέθηκε, αφού απόκτησαν πάλι την ολότητα του εαυτού τους, ήταν να βρουν ένα ζευγάρι διπλών όντων και να το μεταμορφώσουν σε ένα νέο άντρα-Ναγουάλ και μια νέα γυναίκα-Ναγουάλ αποκαλύπτοντας τους το νόμο. Και ακριβώς όπως στον πρώτο άντρα-Ναγουάλ και στην πρώτη γυναίκα-Ναγουάλ είχε παραχωρηθεί μια μικρή ομάδα, έτσι και αυτοί έπρεπε να προμηθέψουν το καινούργιο ζευγάρι των Ναγουάλ με τέσσερις θηλυκούς πολεμιστές που να είναι διώκτες, τρεις αρσενικούς πολεμιστές και έναν αρσενικό αγγελιαφόρο.

Όταν το πρώτο Ναγουάλ και η ομάδα του ήταν έτοιμοι να περάσουν μέσα από το πέρασμα, η πρώτη γυναίκα-Ναγουάλ τους περίμενε για να τους οδηγήσει. Τότε διατάχτηκαν να πάρουν μαζί τους στον άλλο κόσμο την καινούργια γυναίκα-Ναγουάλ για να χρησιμεύσει σαν φάρος για τους ανθρώπους της, αφήνοντας τον καινούργιο άντρα-Ναγουάλ στον κόσμο για να επαναλάβει τον κύκλο.

Όσο βρίσκεται στον κόσμο ο μικρότερος αριθμός κάτω από την αρχηγία του Ναγουάλ είναι δεκάξι: οχτώ θηλυκοί πολεμιστές, τέσσερις αρσενικοί πολεμιστές, μαζί με το Ναγουάλ, και τέσσερις αγγελιαφόροι. Τη στιγμή που εγκαταλείπουν τον κόσμο, όταν βρίσκεται μαζί τους η καινούργια γυναίκα-Ναγουάλ, ο αριθμός του Ναγουάλ είναι δεκαεπτά. Αν η προσωπική δύναμη του επιτρέπει να έχει περισσότερους πολεμιστές, τότε μπορούν να προστεθούν και άλλα νούμερα πολλαπλάσια του τέσσερα. [Ο Νόμος Του Ναγκουάλ] – Carlos Castaneda

Οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη

Ο δον Χουάν έμεινε πολύ ώρα σιωπηλός.

«Θα κάνω κάτι καλύτερο απ’ το να σου δώσω ένα παράδειγμα αξιομνημόνευτου περιστατικού του δικού μου λευκώματος», είπε τελικά. «Θα σου δώσω ένα αξιομνημόνευτο περιστατικό από τη δική σου ζωή, ένα περιστατικό που θα άξιζε σίγουρα να μπει στη συλλογή σου. Ή, αν προτιμάς, εγώ θα το έβαζα οπωσδήποτε στη δική μου συλλογή αν ήμουν στη θέση σου». Νόμισα πως αστειευόταν κι έβαλα ανόητα τα γέλια.

«Δεν είναι καμιά αστεία ιστορία», παρατήρησε κοφτά. «Σοβαρολογώ. Κάποτε μου διηγήθηκες μια ιστορία που ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις».

«Για ποια ιστορία μιλάς;»

«Εκείνη για τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη» απάντησε. «Ξαναπές μου αυτή την ιστορία. Πες τη μου όμως με όσο πιο πολλές λεπτομέρειες μπορείς να θυμηθείς».

Άρχισα να διηγούμαι βιαστικά την ιστορία. Ο δον Χουάν με διέκοψε και μου ζήτησε να τη διηγηθώ όσο πιο προσεκτικά και λεπτομερώς μπορούσα, ξεκινώντας από την αρχή. Υπάκουσα, αλλά η αφήγησή μου δεν τον ικανοποίησε.

«Ας κάνουμε έναν περίπατο» πρότεινε. «Είσαι πολύ πιο σαφής όταν βαδίζεις παρά όταν κάθεσαι. Δεν θα ήταν παράλογη ιδέα το να βαδίζεις πάνω κάτω όταν προσπαθείς να διηγηθείς κάτι».

Καθόμασταν στην βεράντα, όπως συνηθίζαμε να κάνουμε στη διάρκεια της μέρας. Είχα υιοθετήσει μια ρουτίνα που δεν αποχωριζόμουν: καθόμουν πάντα στο ίδιο σημείο, με την πλάτη να ακουμπά στην πρόσοψη του σπιτιού. Ο δον Χουάν πάλι, καθόταν σε διάφορα σημεία, ποτέ στο ίδιο.

Διαλέξαμε τη χειρότερη ώρα για την πεζοπορία μας. Ήταν καταμεσήμερο. Ο δον Χουάν μου είχε δώσει ένα παλιό ψαθάκι, όπως έκανε πάντα όταν βγαίναμε να περπατήσουμε για ώρα κάτω από τον ήλιο. Περπατήσαμε πολύ ώρα χωρίς να πούμε λέξη. Έβαλα τα δυνατά μου να θυμηθώ με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία για τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Το απόγευμα είχε προχωρήσει αρκετά όταν καθίσαμε στη σκιά μιας συστάδας ψηλών θάμνων και επανέλαβα την ιστορία στον δον Χουάν.

Χρόνια πριν, όταν σπούδαζα γλυπτική σε μια σχολή Καλών Τεχνών στην Ιταλία, είχα γίνει στενός φίλος μ’ ένα Σκοτσέζο συμφοιτητή μου που ήθελε να γίνει τεχνοκριτικός. Εκείνο που θυμόμουν πιο ζωηρά γι’ αυτό τον άνθρωπο, το στοιχείο που σχετιζόταν με την ιστορία που διηγούμουν στο δον Χουάν, ήταν η μεγάλη ιδέα που είχε για τον εαυτό του. Πίστευε πως ήταν ο πιο ακόλαστος, λάγνος και κοσμογυρισμένος λόγιος και καλλιτέχνης: ένας άνθρωπος της Αναγέννησης. Ακόλαστος ήταν σίγουρα, αλλά η λαγνεία ήταν κάτι που βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με την αποστεωμένη, στεγνή και σοβαρή προσωπικότητά του. Ήταν ένθερμος οπαδός του Μπέρτραντ Ράσελ και ονειρευόταν να εφαρμόσει τις αρχές του λογικού θετικισμού στην τεχνοκριτική. Όσο για την ιδιότητα του κοσμογυρισμένου λογίου και καλλιτέχνη, δεν υπήρχε μεγαλύτερη φαντασίωση, αφού ήταν ο πιο αναβλητικός άνθρωπος του κόσμου. Η δουλειά ήταν η θεία δίκη του.

Η διφορούμενη ειδικότητά του δεν ήταν η τεχνοκριτική, αλλά η προσωπική γνωριμία του με όλες τις πόρνες των πάμπολλων οίκων ανοχής που λειτουργούσαν στην πόλη. Οι ολοζώντανες και εκτενείς περιγραφές που συνήθιζε να μου κάνει – ώστε να με κρατά, κατά τα λεγόμενά του, ενήμερο για όσα θαυμαστά πράγματα υποτίθεται ότι διαδραματίζονταν στον κόσμο αυτής του της ειδικότητας – ήταν απολαυστικές. Δεν παραξενεύτηκα επομένως όταν εμφανίστηκε μια μέρα στο διαμέρισμά μου, ξέπνοος σχεδόν από την έξαψη, για να μου πει ότι του είχε συμβεί κάτι εξαίσιο, κάτι που ανυπομονούσε να μοιραστεί μαζί μου.

«Λοιπόν παλιόφιλε, είναι κάτι που πρέπει να το δεις με τα ίδια σου τα μάτια!» μου είπε ξαναμμένος, με την οξφορδιανή προφορά που υιοθετούσε όποτε απευθυνόταν σ’ εμένα. Βημάτιζε νευρικά στο δωμάτιο. «Είναι δύσκολο να σ’ το περιγράψω, μα είμαι βέβαιος πως είναι κάτι που θα εκτιμήσεις. Κάτι που η εντύπωσή του θα σ’ ακολουθεί σε όλη σου τη ζωή! Πρόκειται να σου χαρίσω ένα θαυμαστό δώρο ζωής. Καταλαβαίνεις;»

Εκείνο που καταλάβαινα ήταν πως είχα μπλέξει μ’ έναν υστερικό Σκοτσέζο. Προτιμούσα πάντα να τον καλοπιάνω και να πηγαίνω με τα νερά του. Ποτέ μου δεν είχα μετανιώσει γι’ αυτό.

«Ηρέμησε, Έντι» του είπα. «Ησύχασε. Τι προσπαθείς να μου πεις;»

Μου διηγήθηκε πως είχε βρεθεί σ’ έναν οίκο ανοχής, όπου ξετρύπωσε μια απίστευτη γυναίκα που του έκανε ένα καταπληκτικό νούμερο, τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Με διαβεβαίωσε άπειρες φορές, τραυλίζοντας σχεδόν από την αναστάτωση, πως όφειλα να προσφέρω στον εαυτό μου αυτή την απίστευτη εμπειρία.

«Και μην ανησυχείς αν δεν έχεις λεφτά!» έσπευσε να με καθησυχάσει, ξέροντας ότι τα έφερνα δύσκολα βόλτα. «Πλήρωσα ήδη για την επίσκεψη. Το μόνο που έχεις να κάνεις εσύ είναι να έρθεις μαζί μου. Η μαντάμ Λουντμίλα θα χαρεί να σου δείξει τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Είναι περίπτωση!».

Σε μια κρίση ανεξέλεγκτης αγαλλίασης, ο Έντι ξέσπασε σε βροντερά γέλια, ξεχνώντας τα κακάσχημα δόντια του, τα οποία έκρυβε συνήθως πίσω από μειδιάματα ή συγκρατημένα μισόγελα με σφιχτοκλεισμένα χείλη. «Άκουσέ με, είναι καταπληκτική!»

Η περιέργειά μου φούντωνε όσο περνούσε η ώρα. Ένιωθα όλο και πιο πρόθυμος να μοιραστώ την καινούρια του απόλαυση. Ο Έντι με πήγε με τ’ αμάξι του στα περίχωρα της πόλης. Σταματήσαμε μπροστά σ’ ένα μουντό, κακοδιατηρημένο κτίριο. Η μπογιά στην πρόσοψη είχε ξεθωριάσει και ξεφλουδίσει. Θύμιζε παλιό ξενοδοχείο, ένα ξενοδοχείο που τώρα ήταν πολυκατοικία. Διέκρινα τα απομεινάρια μιας παλιάς πινακίδας ξενοδοχείου, σκεβρωμένης από την υγρασία και την πολυκαιρία. Πολλά από τα βρόμικα στενά μπαλκόνια ήταν γεμάτα γλάστρες με λουλούδια, ενώ στα κάγκελα άλλων κρέμονταν χαλιά αφημένα να στεγνώσουν στον ήλιο.

Στην είσοδο έστεκαν δύο μελαψοί, ύποπτοι άντρες με μυτερά μαύρα παπούτσια που έδειχναν πολύ στενά για τα πόδια τους. Χαιρέτησαν διαχυτικά τον Έντι.

Είχαν κατάμαυρα αεικίνητα μάτια, απειλητικά. Φορούσαν γυαλιστερά αχνογάλαζα κοστούμια, πολύ στενά για τα ογκώδη κορμιά τους. Ο ένας άνοιξε την πόρτα για τον Έντι. Εμένα ούτε που καταδέχτηκαν να με κοιτάξουν.

Ανεβήκαμε στο πάνω πάτωμα από μια ετοιμόρροπη σκάλα που έδειχνε πως κάποτε είχε περάσει εποχές μεγαλείου. Ο Έντι προχώρησε πρώτος σ’ έναν άδειο διάδρομο που θύμιζε έντονα ξενοδοχείο με τις διαδοχικές πόρτες και στις δύο πλευρές. Όλες ήταν βαμμένες στην ίδια μουντή λαδιά απόχρωση και σε καθεμιά ένας μπρούτζινος αριθμός , θαμπωμένος από τα χρόνια, μόλις που διακρινόταν.

Ο Έντι στάθηκε σε μια πόρτα. Πρόσεξα ότι είχε τον αριθμό 112. Ο φίλος μου χτύπησε επίμονα. Μας άνοιξε μια κοντή στρουμπουλή γυναίκα με οξυζεναρισμένα μαλλιά και μας κάλεσε αμίλητη να περάσουμε μέσα. Φορούσε μια κατακόκκινη μεταξωτή ρόμπα με φουσκωτά μανίκια στολισμένα με φτερά και ένα ζευγάρι κατακόκκινες παντόφλες με γούνινες φούντες. Η γυναίκα έκλεισε την πόρτα πίσω μας όταν προχωρήσαμε λίγο στο μικρό χολάκι, κι έπειτα χαιρέτησε τον Έντι με τα φριχτά της αγγλικά.

«Γεια, Έντι. Έφερες φίλο, ε;»

Ο Έντι έσφιξε το χέρι της και μετά έσκυψε όλο αβρότητα και το φίλησε. Φερόταν σαν να ήταν απόλυτα ήρεμος, όμως εγώ πρόσεξα κάποιες μικρές ασυνείδητες κινήσεις του που μόνο ηρεμία δεν πρόδιδαν.

«Πως είστε σήμερα, μαντάμ Λουντμίλα;» ρώτησε, προσπαθώντας να ακουστεί σαν Αμερικανός.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο Έντι παρίστανε τον Αμερικανό όποτε είχε δοσοληψίες με κάποιο κακόφημο σπίτι. Υποπτεύομαι ότι το έκανε επειδή γενικά οι Αμερικανοί θεωρούνταν εύποροι και ήθελε να έχει εκεί τη φήμη του πλουσίου, άρα και αξιόπιστου.

Ο Έντι στράφηκε σε μένα και είπε με την ψεύτικη αμερικάνικη προφορά του: «Σ’ αφήνω σε καλά χέρια, νεαρέ μου».

Ακούστηκε τόσο απαίσιος, τόσο ανοίκειος, που έβαλα τα γέλια. Αυτό το ξέσπασμα ιλαρότητας δε φάνηκε να ενοχλεί τη μαντάμ Λουντμίλα. Ο Έντι της φίλησε πάλι το χέρι κι έφυγε αφήνοντάς μας μόνους.

«Μιλάει αγγλικά, αγοράκι;» τσίριξε υστερικά η γυναίκα, λες και μιλούσε σε κουφό. «Αιγκύπτιος είσαι για Τούρκος;»

Διαβεβαίωσα τη μαντάμ Λουντμίλα ότι δεν ήμουν τίποτα απ’ τα δύο κι ότι μιλούσα αγγλικά. Εκείνη με ρώτησε τότε αν μου ‘καναν κέφι οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Δεν ήξερα τι να πω, έγνεψα μονάχα καταφατικά.

«Θα δεις νούμερο καλό» με διαβεβαίωσε. «Οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη είναι μόνο η αρχή. Πες μου να σταματήσω όταν φτιαχτείς».

Από το χολάκι όπου στεκόμασταν περάσαμε σ’ ένα μισοσκότεινο κι απόκοσμο δωμάτιο με βαριές κουρτίνες. Ασθενικές λάμπες έφεγγαν μέσα σε απλίκες στέλνοντας το φως ίσια στο πάτωμα. Παράταιρα αντικείμενα γέμιζαν το δωμάτιο: μικρές σιφονιέρες, τραπεζάκια αντίκες και καρέκλες. Ένα σεκρετέρ φορτωμένο χαρτιά, μολύβια, χάρακες και τουλάχιστον καμιά δεκαριά ψαλίδια διαφόρων μεγεθών στηρίζονταν στον τοίχο. Η μαντάμ Λουντμίλα μ’ έβαλε να καθίσω σε μια παλιά μπερζέρα.

«Το κρεβάτι είναι στ’ άλλο δωμάτιο γλύκα» με πληροφόρησε, δείχνοντας στο βάθος του δωματίου. «Τούτη δω είναι η αντισάλα μου. Εδώ κάνω το νούμερό μου για να φτιαχτείς και να ‘σαι ορεξάτος».

Την επομένη στιγμή, πέταξε πέρα την κόκκινη ρόμπα της, κλότσησε στην άκρη τις φανταχτερές της παντόφλες κι άνοιξε με μια αεράτη κίνηση τις δίφυλλες ντουλάπες που έστεκαν πλάι πλάι σ’ έναν τοίχο. Στο εσωτερικό του κάθε φύλλου βρισκόταν ένας ολόσωμος καθρέφτης.

«Και τώρα μουσική, αγοράκι» ανήγγειλε η μαντάμ Λουντμίλα κι άρχισε να γυρνά τη μανιβέλα ενός φωνογράφου που έδειχνε να είναι σε θαυμάσια κατάσταση, γυαλιστερός σαν καινούριος. Έβαλε ένα δίσκο γραμμοφώνου στο πλατό της συσκευής. Η στριγκή, βασανιστική μελωδία μου θύμισε τα εμβατήρια που παίζουν στο τσίρκο.

«Και τώρα το νούμερό μου» φώναξε κι άρχισε να στριφογυρνά στο ρυθμό της μελωδίας. Η επιδερμίδα της ήταν σφιχτή – στα περισσότερα σημεία, τουλάχιστον – κι εκπληκτικά λευκή, αν και δεν ήταν πια νέα. Θα πρέπει να πλησίαζε τα πενήντα. Η κοιλιά της ήταν χαλαρή – όχι πολύ, αλλά αρκετά -, όπως και τα πλούσια στήθη της. Είχε μικρή μύτη κι έντονα βαμμένα κόκκινα χείλη. Μια γερή στρώση μαύρης μάσκαρα είχε πετρώσει στα βλέφαρά της. Έφερνε στο νου το αρχέτυπο της γερασμένης πόρνης. Ανέδιδε ωστόσο κάτι παιδικό, μια κοριτσίστικη εγκατάλειψη και εμπιστοσύνη, μια γλύκα που με τάραξε.

«Και τώρα, οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη» ανήγγειλε η μαντάμ Λουντμίλα, ενώ η μουσική συνεχιζόταν.

«Πόδι, πόδι, πόδι!» φώναξε, τινάζοντας ψηλά πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο στο ρυθμό της μουσικής. Το δεξί της χέρι ακουμπούσε την κορυφή του κεφαλιού της – θύμιζε κοριτσάκι που δεν είναι σίγουρο αν μπορεί να εκτελέσει τις χορευτικές φιγούρες.

«Γύρω, γύρω, γύρω!» κραύγασε στριφογυρνώντας σαν σβούρα.

«Ποπός, ποπός, ποπός!» τσίριξε μετά, δείχνοντάς μου τον πισινό της σαν χορεύτρια του καν καν.

Επανέλαβε ξανά και ξανά την ίδια σειρά κινήσεων, ώσπου άρχισε να σβήνει η μουσική όπως ξεκουρδιζόταν ο φωνογράφος. Είχα την αίσθηση ότι χανόταν η μαντάμ Λουντμίλα, έτσι όπως στροβιλιζόταν κατευθυνόμενη στο βάθος του δωματίου, έτσι όπως μίκραινε και μίκραινε ολοένα καθώς έσβηνε η μουσική. Ένα αίσθημα απόγνωσης και μοναξιάς που αγνοούσα πως έτρεφα μέσα μου αναδύθηκε απ’ τα κατάβαθα της ύπαρξής μου, και μ’ έσπρωξε να πεταχτώ από την μπερζέρα και να βγω τρέχοντας από το δωμάτιο, να κατέβω κουτρουβαλώντας τη σκάλα και να ορμήσω έξω, στο δρόμο.

Ο Έντι και οι δύο άντρες με τα αχνογάλαζα γυαλιστερά κοστούμια στέκονταν εκεί κουβεντιάζοντας. Όταν ο φίλος μου με είδε να πετάγομαι σαν τρελός από το κτίριο, ξέσπασε σε δυνατά γέλια.

«Δεν ήταν φοβερή περίπτωση;» μου φώναξε, πασχίζοντας ακόμη ν’ ακουστεί σαν Αμερικανός. «Οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη είναι μόνο η αρχή». Τι φάση! Τι φάση, στ’ αλήθεια!»

Την πρώτη φορά που ανέφερα αυτή την ιστορία στο δον Χουάν, του είπα ότι είχα επηρεαστεί βαθιά από τη βασανιστική μελωδία και το τρελό στροβίλισμα της γριάς πόρνης στο άκουσμά της. Εξίσου βαθιά με είχε επηρεάσει και η αποκάλυψη της αναισθησίας του φίλου μου.

Αυτή τη φορά, όταν ολοκλήρωσα την ιστορία μου στο δον Χουάν, στη σκιά των ψηλών θάμνων όπου καθόμασταν σ’ εκείνα τα βουνά της Σονόρα, έτρεμα σύγκορμος. Με είχε μυστηριωδώς επηρεάσει κάτι εντελώς απροσδιόριστο.

«Αυτή η ιστορία», είπε ο δον Χουάν, «πρέπει να μπει οπωσδήποτε στο λεύκωμά σου με τα αξιομνημόνευτα περιστατικά. Ο φίλος σου, αν και δεν υποψιάστηκε καν τι έκανε, σου πρόσφερε, όπως είπε κι ο ίδιος, ένα θαυμαστό δώρο, κάτι που πράγματι η εντύπωσή του θα διατηρηθεί μέσα σου και θα σε ακολουθεί για όλη σου τη ζωή».

«Προσωπικά θεωρώ πολύ θλιβερή αυτή την ιστορία, δον Χουάν, θλιβερή, μα τίποτ’ άλλο», μουρμούρισα.

«Είναι πράγματι μια θλιβερή ιστορία, όπως κι όλες οι άλλες ιστορίες σου», μου απάντησε, «αλλά αυτό που την κάνει ξεχωριστή για μένα και αξιομνημόνευτη είναι ότι μας αγγίζει όλους, κάθε ανθρώπινο πλάσμα, όχι μόνο εσένα, όπως συνέβαινε με τις υπόλοιπες ιστορίες σου. Βλέπεις, όπως η μαντάμ Λουντμίλα, έτσι και ο καθένας από μας, είτε νέος είτε γέρος, κάνει φιγούρες μπροστά σε κάποιο καθρέφτη με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Λογάριασε πρώτα τι γνωρίζεις για τους ανθρώπους. Σκέψου κάθε ανθρώπινο πλάσμα σε τούτη τη γη και θα καταλάβεις, χωρίς αμφιβολία, πως όποιοι κι αν είναι αυτοί οι άνθρωποι ή ό,τι κι αν πιστεύουν για τον εαυτό τους, ό,τι κι αν κάνουν, το αποτέλεσμα των πράξεών τους είναι πάντα το ίδιο: παράλογες φιγούρες μπροστά σ’ έναν καθρέφτη».

Έλεγχος, Πειθαρχία, Επιμονή, Χρονισμός και Θέληση

Τα κύρια χαρακτηριστικά της πολεμικότητας

Ο δον Χουάν δε συζήτησε μαζί μου την κυριαρχία της συνείδησης παρά πολλούς μήνες αργότερα. Βρισκόμαστε στο σπίτι όπου έμενε η ομάδα του ναγκουάλ

«Πάμε μια βόλτα», μου είπε ο δον Χουάν, ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο μου. «Ή ακόμα καλύτερα, πάμε στην πλατεία, όπου έχει πολύ κόσμο, να καθίσουμε και να μιλήσουμε».

Ξαφνιάστηκα όταν μου μίλησε. Βρισκόμουν στο σπίτι δύο ολόκληρες μέρες και δεν με είχε ούτε καν χαιρετήσει.

Καθώς βγαίναμε από το σπίτι μας, σταμάτησε η Γκόρντα και απαίτησε να την πάρουμε μαζί μας. Έδειχνε αποφασισμένη να μη δεχτεί άρνηση. Ο δον Χουάν, με πολύ αυστηρή φωνή, της είπε ότι είχε να συζητήσει μαζί μου κάτι προσωπικό.

«Θα μιλήσετε για μένα», είπε η Γκόρντα. Ο τόνος και οι χειρονομίες της έδειχναν καχυποψία.

«Έχεις δίκιο», απάντησε ξερά ο δον Χουάν. Την προσπέρασε χωρίς να την κοιτάξει.

Τον ακολούθησα και περπατήσαμε αμίλητοι μέχρι την πλατεία της πόλης. Όταν καθίσαμε των ρώτησα τι θα μπορούσαμε να βρούμε να συζητήσουμε για την Γκόρντα. Εξακολουθούσα να αισθάνομαι καρφωμένο πάνω μου το απειλητικό της βλέμμα, καθώς βγαίναμε από το σπίτι.

«Δεν έχουμε τίποτα να συζητήσουμε για την Γκόρντα ή για οποιονδήποτε άλλον», είπε. «Της το είπα απλά και μόνο για να προκαλέσω τον τεράστιο εγωισμό της. Και πέτυχε. Είναι έξαλλη μαζί μας. Αν την ξέρω καλά, μέχρι τώρα θα έχει φουντώσει την αυτοπεποίθηση και την αγανάκτησή της. Δεν θα εκπλαγώ να έρθει να μας βρει εδώ, στο παγκάκι».

«Αν δεν πρόκειται να μιλήσουμε για την Γκόρντα, τι θα συζητήσουμε;» ρώτησα.

«Θα συνεχίσουμε τη συζήτηση που αρχίσαμε στην Οαξάκα», απάντησε. «Η κατανόηση της εξήγησης της συνείδησης θα χρειαστεί τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια από μέρους σου και την προθυμία σου να μεταφέρεσαι απ’οτο ένα στο άλλο στάδιο συνείδησης. Ενώ θα συζητάμε, απαιτώ την απόλυτη συγκέντρωσή και υπομονή σου».

Γκρινιάζοντας του είπα ότι με είχε κάνει να αισθανθώ άσχημα, αρνούμενος να μου μιλήσει, τις δύο προηγούμενες μέρες. Με κοίταξε και σήκωσε τα φρύδια του. Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλια του και μετά εξαφανίστηκε. Συνειδητοποίησα ότι μου έδειχνε ότι δεν ήμουν καλύτερος από την Γκόρντα.

«Προκαλούσα τον εγωισμό σου», είπε συνοφρυωμένος. «Ο εγωισμός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός σου. Σκέψου το – αυτό που μας κάνει αδύνατους είναι το να αισθανόμαστε ότι μας προσβάλλουν οι ενέργειες των συνανθρώπων μας. Ο εγωισμός μας απαιτεί να περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας προσβλημένοι από κάποιον. Οι νέοι μάντεις συνιστούσαν να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για την εξαφάνιση του εγωισμού από τη ζωή των πολεμιστών. Έχω ακολουθήσει αυτή τη σύσταση και μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς μου απέναντί σου έχει σκοπό να σου δείξει ότι χωρίς εγωισμό, είμαστε αήττητοι!»

Καθώς τον άκουγα, τα μάτια του έγιναν ξαφνικά πολύ γυαλιστερά. Σκεφτόμουν ότι ήταν έτοιμος να γελάσει και ότι δεν υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο, όταν ξαφνιάστηκα από ένα δυνατό οδυνηρό χαστούκι στο δεξί μου μάγουλο.

Τινάχτηκα όρθιος. Η Γκόρντα στεκόταν πίσω μου με το χέρι της ακόμα σηκωμένο. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο από το θυμό.

«Τώρα μπορείτε να πείτε ό,τι θέλετε για μένα, έχοντας κάποια δικαιολογία», φώναξε. «Αν έχετε πάντως να πείτε κάτι, πείτε το μπροστά μου!».

Η έκρηξή της έμοιαζε να την έχει εξαντλήσει, γιατί κάθισε κάτω στο τσιμέντο και άρχισε να κλαίει. Ο δον Χουάν έδειχνε ενθουσιασμένος. Εγώ ήμουν παγωμένος από τη μανία μου. Η Γκόρντα με κοίταξε και μετά γύρισε προς τον δον Χουάν. Του είπε παραπονεμένα ότι δεν είχαμε δικαίωμα να την κατηγορούμε. Ο δον Χουάν γέλασε τόσο δυνατά που διπλώθηκε στα δύο. Δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει. Προσπάθησε δύο τρεις φορές να μου πει κάτι, αλλά τελικά παράτησε την προσπάθεια και απομακρύνθηκε με το σώμα του να αναταράζεται ακόμα από τα γέλια.

Ήμουν έτοιμος να τρέξω πίσω του, κοιτάζοντας ακόμα αγριεμένα τη Γκόρντα – εκείνη τη στιγμή την εύρισκα αποκρουστική – όταν μου συνέβηκε κάτι εκπληκτικό. Κατάλαβα γιατί με είχε βρει τόσο αστείο ο δον Χουάν. Η Γκόρντα και εγώ ήμασταν φρικιαστικά όμοιοι. Ο εγωισμός μας ήταν τρομακτικός. Η έκπληξη και η οργή μου που με είχαν χαστουκίσει ήταν σαν το θυμό και τις υποψίες της Γκόρντα. Ο δον Χουάν είχε δίκιο. Το βάρος του εγωισμού είναι μεγάλο εμπόδιο. Έτρεξα πίσω του, ενθουσιασμένος, με τα δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό μου. Τον πρόλαβα και του είπα τι είχα καταλάβει. Τα μάτια του γυάλιζαν με ικανοποίηση και ευχαρίστηση.

«Τι να κάνω με τη Γκόρντα;» ρώτησα.

«Τίποτα», απάντησε. «Η συνειδητοποίηση είναι πάντα κάτι το προσωπικό».

Άλλαξε θέμα και είπε ότι οι οιωνοί μας έλεγαν να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας πίσω στο σπίτι, ή στο μεγάλο δωμάτιο με τις άνετες πολυθρόνες, ή στην πίσω αυλή που είχε έναν σκεπαστό διάδρομο γύρω της. Είπε ότι όποτε εξηγούσε μέσα στο σπίτι, αυτά τα δύο μέρη ήταν απαγορευμένα για όλους τους άλλους. Γυρίσαμε στο σπίτι. Ο δον Χουάν είπε σε όλους τι είχε κάνει η Γκόρντα. Η χαρά που έδειξαν όλοι οι μάντεις έκανε τη θέση της Γκόρντα πολύ δύσκολη.

«Ο εγωισμός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ευγένειες», είπε ο δον Χουάν όταν του εξέφρασα την ανησυχία μου για την Γκόρντα.

Μετά είπε σε όλους να βγουν από το δωμάτιο. Καθίσαμε και ο δον Χουάν άρχισε τις εξηγήσεις του.

Είπε ότι οι μάντεις, παλιοί και νέοι, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει αυτούς που είναι διατεθειμένοι να αυτοσυγκρατηθούν και μπορούν να διοχετεύσουν τις ενέργειές τους προς στόχους που μπορούν να βοηθήσουν τους άλλους μάντεις αλλά και την ανθρωπότητα γενικά. Η άλλη κατηγορία περιλαμβάνει αυτούς που δε συμπαθούν την αυτοσυγκράτηση και δεν ενδιαφέρονται για τέτοιους στόχους. Οι μάντεις πιστεύουν ότι αυτοί οι τελευταίοι είναι αυτοί που δεν κατάφεραν να λύσουν το πρόβλημα του εγωισμού.

«Ο εγωισμός δεν είναι κάτι το απλό και αφελές» εξήγησε. «Από τη μια μεριά, αποτελεί τον πυρήνα όλων όσων είναι καλά για μας και από την άλλη μεριά, τον πυρήνα όσων είναι σάπια. Για να ξεφορτωθεί κανείς το σάπιο εγωισμό χρειάζεται ένα αριστούργημα στρατηγικής. Οι μάντεις μέσα στους αιώνες, έχουν τιμήσει ιδιαίτερα αυτούς που το κατάφεραν».

Παραπονέθηκα ότι η ιδέα της εξαφάνισης του εγωισμού, αν και μου φαινόταν ελκυστική μερικές φορές, ήταν στην ουσία ακατανόητη. Του είπα ότι εύρισκα τις οδηγίες του τόσο ασαφείς που δεν μπορούσα να τις ακολουθήσω.

«Σου είπα πολλές φορές, ότι προκειμένου να ακολουθήσεις το μονοπάτι της γνώσης πρέπει να έχεις μεγάλη φαντασία. Βλέπεις, το μονοπάτι της γνώσης, τίποτα δεν είναι τόσο ξεκάθαρο όσο θα θέλαμε».

Η δυσάρεστη αίσθηση που μου δημιούργησαν τα λόγια του με έκανε να πω ότι αυτά που έλεγε μου θύμιζαν κηρύγματα της καθολικής εκκλησίας. Μετά από μια ολόκληρη ζωή που με δίδασκαν τα κακά της αμαρτίας, είχα γίνει αναίσθητος.

«Η μάχη των πολεμιστών κατά του εγωισμού», είπε, «είναι θέμα στρατηγικής, όχι αρχής. Το λάθος σου είναι ότι μεταφράζεις ό,τι λέω με βάση την ηθική».

«Σε θεωρώ πολύ ηθικό άνθρωπο, δον Χουάν», επέμεινα.

«Απλώς έχεις προσέξει το ότι είμαι άψογος», είπε.

«Το να είσαι άψογος, όπως και το να ξεφορτώνεσαι τον εγωισμό σου, αποτελούν πολύ αόριστες έννοιες για να έχουν κάποια αξία για μένα» παρατήρησα.

Ο δον Χουάν πνίγηκε στα γέλια και του ζήτησα να εξηγήσει τι σημαίνει να είσαι άψογος.

«Το να είσαι άψογος δεν είναι τίποτα περισσότερο από τη σωστή χρήση της ενέργειας», είπε. «Οι δηλώσεις μου δεν περιλαμβάνουν κανένα υπαινιγμό ηθικής. Έτσι εξοικονόμησα ενέργεια και αυτό με κάνει άψογο. Για να το καταλάβεις, θα πρέπει και εσύ να εξοικονομήσεις αρκετή ενέργεια».

Μείναμε σιωπηλοί για αρκετή ώρα. Ήθελα να σκεφτώ αυτό που είχε πει. Ξαφνικά, άρχισε να μιλάει και πάλι.

«Οι πολεμιστές μελετούν τις στρατηγικές τους» είπε. «Καταγράφουν όλα όσα κάνουν. Μετά αποφασίζουν τι απ’ αυτά μπορεί να αλλάξει προκειμένου να ξεκουραστούν, από απόψεως δαπάνης ενέργειας».

Παρατήρησα ότι αυτός ο κατάλογος θα πρέπει να περιλαμβάνει τα πάντα. Υπομονετικά μου εξήγησε ότι ο στρατηγικός κατάλογος στον οποίο αναφερόταν, κάλυπτε μόνο τους τρόπους συμπεριφοράς που δεν ήταν κρίσιμοι για την επιβίωση και την καλή ζωή μας.

Άρπαξα την ευκαιρία για να επισημάνω ότι η επιβίωση και η καλή ζωή ήταν κάτι που μπορούσε να ερμηνευθεί με άπειρους τρόπους, άρα, δεν υπήρχε τρόπος να συμφωνήσει κανείς στο τι ήταν ή δεν ήταν απαραίτητο.

Καθώς μιλούσα άρχισα να χάνω τη φόρα μου. Τελικά, σταμάτησα γιατί κατάλαβα τη ματαιότητα των επιχειρημάτων μου. Ο δον Χουάν είπε τότε, ότι, στους στρατηγικούς καταλόγους των πολεμιστών, ο εγωισμός είναι αυτό που καταναλίσκει την περισσότερη ενέργεια και άρα αυτόν προσπαθούν να εξαλείψουν.

«Μια από τις βασικές προσπάθειες των πολεμιστών είναι να απελευθερώσουν αυτή την ενέργεια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν μ’ αυτή το άγνωστο», συνέχισε ο δον Χουάν. «Με τον τρόπο αυτό, με την αλλαγή της πορείας της ενέργειας, γίνεται κανείς άψογος».

Είπε ότι η πιο αποτελεσματική στρατηγική είχε δημιουργηθεί από τους μάντεις της κατοχής, τους αναμφισβήτητους κυρίαρχους της «επιμονής». Αποτελείται από έξι στοιχεία που αλληλοεπηρεάζονται. Τα πέντε απ’ αυτά αποκαλούνται «χαρακτηριστικά της πολεμικότητας»: έλεγχος, πειθαρχία, μακροθυμία, χρονισμός και «θέληση». Αφορούν τον κόσμο του πολεμιστή που μάχεται να χάσει τον εγωισμό. Το έκτο στοιχείο, που είναι ίσως το πιο σημαντικό αφορά τον έξω κόσμο και λέγεται ο μικρός τύραννος.

Με κοίταξε σιωπηλά σαν να ρωτούσε αν είχα καταλάβει.

«Τα έχω χαμένα», είπα. «Λες συνέχεια ότι η Γκόρντα είναι ο μικρός τύραννος στη ζωή μου. Τι ακριβώς είναι ένας μικρός τύραννος;»

«Ένας μικρός τύραννος είναι ένας βασανιστής», απάντησε. «Κάποιος που ή έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους πολεμιστές, ή απλά και μόνο τους ενοχλεί μέχρι παραφροσύνης».

Ο δον Χουάν χαμογελούσε πλατιά καθώς μου μιλούσε. Είπε ότι οι νέοι μάντεις ανέπτυξαν τη δική τους κατάταξη των μικρών τυράννων. Αν και η έννοια αυτή αποτελεί μια από τις σημαντικότερες και σοβαρότερες ανακαλύψεις τους, το αντιμετώπιζαν με χιούμορ. Με διαβεβαίωσε ότι υπήρχε μια υποψία κακίας και χιούμορ σε κάθε μια από τις κατηγορίες τους, επειδή το χιούμορ ήταν ο μοναδικός τρόπος να αντισταθμίσουν την ακαταμάχητη τάση της ανθρώπινης συνείδησης να κατατάσσει και να δημιουργεί άβολες κατηγορίες.

Οι νέοι μάντεις, σύμφωνα με την πρακτική τους, θεώρησαν σωστό να ξεκινήσουν την κατάταξη με την αρχέγονη πηγή ενέργειας τον ένα και μοναδικό κυρίαρχο του σύμπαντος, που την ονόμασαν απλά «ο τύραννος». Οι υπόλοιποι καταπιεστές και αυθεντίες, φυσικά κατατάχτηκαν απείρως χαμηλότερα από την κατηγορία του τύραννου. Σε σύγκριση με την πηγή των πάντων, οι πιο τρομεροί, τυραννικοί άνθρωποι ήταν απλοί παλιάτσοι. Άρα, κατατάχτηκαν στην κατηγορία των μικρών τυράννων, «πίντσες τιράνος».

Είπε ότι υπήρχαν δύο υποκατηγορίες μικρών τυράννων. Η πρώτη υποκατηγορία περιλάμβανε τους μικρούς τυράννους που ταλαιπωρούν και προκαλούν δυστυχία, χωρίς όμως να προκαλούν το θάνατο κανενός. Αυτοί ονομάζονταν μικροί τυραννίσκοι, «ρεπίντσες τιρανίτος», ή μικροτυραννάκια «πίντες τιρανίτος τσικιτίτος».

Σκέφτηκα ότι οι κατηγορίες αυτές ήταν γελοίες. Ήμουν σίγουρος ότι έβγαζε από το μυαλό του τους ισπανικούς όρους. Τον ρώτησα αν ήταν έτσι.

«Κάθε άλλο», απάντησε, δείχνοντας να το διασκεδάζει. «Οι νέοι μάντεις ήταν καταπληκτικοί με τις κατατάξεις τους. Ο Χενάρο αναμφισβήτητα είναι ένας από τους καλύτερους. Αν τον παρατηρήσεις προσεκτικά, θα συνειδητοποιήσεις πως ακριβώς αισθάνονται οι μάντεις για τις κατηγορίες αυτές».

Γέλασε δυνατά βλέποντας τη σύγχυση μου όταν τον ρώτησα αν με κορόιδευε.

«Δεν θα μπορούσα ούτε να το διανοηθώ», είπε χαμογελώντας. «Ο Χενάρο θα μπορούσε να το κάνει, αλλά όχι εγώ, ιδίως όταν ξέρω πως αισθάνεσαι για τις κατηγορίες. Μόνο που οι νέοι μάντεις είναι τρομερά ανεβλαβείς».

Πρόσθεσε ότι οι μικροί μικρό-τύραννοι χωρίζονταν σε τέσσερις άλλες υποκατηγορίες. Μια γι’ αυτούς που βασανίζουν βάναυσα και βίαια. Μια άλλη γι’ αυτούς που δημιουργούν τρομερή ανησυχία και φόβο με ύπουλες μεθόδους. Μια άλλη γι’ αυτούς που καταπιέζουν με τη λύπη. Και η τελευταία, γι’ αυτούς που βασανίζουν κάνοντας τους πολεμιστές να οργίζονται.

«Η Γκόρντα ανήκει σε δική της κατηγορία» πρόσθεσε. «Είναι ένας δραστήριος μικροσκοπικός μικρό-τύραννος. Σε ενοχλεί μέχρι θανάτου και σε εξοργίζει. Μέχρι που σε χαστουκίζει. Με όλα αυτά σε διδάσκει την απελευθέρωση από τον εγωισμό».

«Δεν είναι δυνατόν!» διαμαρτυρήθηκα.

«Δεν έχεις ακόμα συνδυάσει όλα τα συστατικά της στρατηγικής που έχουν διαμορφώσει οι νέοι μάντεις», είπε. «Όταν θα το κάνει θα δεις πόσο αποτελεσματική και έξυπνη είναι η λύση να χρησιμοποιείται ένας μικρός τύραννος. Μπορώ να πω ότι αυτή η στρατηγική, όχι μόνο εξαφανίζει τον εγωισμό, αλλά και προετοιμάζει τους πολεμιστές για την τελική συνειδητοποίηση ότι το να είσαι άψογος είναι το μόνο που έχει σημασία στο μονοπάτι της γνώσης».

Είπε ότι αυτό που είχαν υπ’ όψη τους οι νέοι μάντεις ήταν μια θανάσιμη κατάσταση στην οποία ο μικρός τύραννος ήταν σαν μια βουνοκορυφή και τα συστατικά της πολεμικότητας ήταν σαν αναρριχητές που συναντιόνταν στην κορφή.

«Συνήθως χρησιμοποιούνται μόνο τέσσερα συστατικά», συνέχισε. «Το πέμπτο, η «ΘΕΛΗΣΗ», φυλάγεται πάντα για την τελική αντιπαράθεση, όπως όταν οι πολεμιστές αντιμετωπίζουν το εκτελεστικό απόσπασμα».

«Γιατί γίνεται έτσι;»

«Γιατί η θέληση ανήκει σε μια άλλη σφαίρα, το άγνωστο. Τα άλλα τέσσερα ανήκουν στο γνωστό, εκεί ακριβώς που βρίσκονται οι μικροί τύραννοι. Μάλιστα αυτό που μετατρέπει τους ανθρώπους σε μικρούς τυράννους, είναι η συνεχής μανιακή χρήση του γνωστού».

Ο δον Χουάν εξήγησε ότι η αλληλεπίδραση ανάμεσα στα πέντε συστατικά της πολεμικότητας γίνεται μόνο από μάντεις που είναι άψογοι πολεμιστές και ελέγχουν απόλυτα την «θέληση». Μια τέτοια αλληλεπίδραση αποτελεί την υπέρτατη κίνηση που δεν μπορεί να γίνει στο καθημερινό ανθρώπινο στάδιο.

«Τα τέσσερα συστατικά είναι αρκετά για να αντιμετωπίσει κανείς ακόμα και τους χειρότερους μικρούς τυράννους», συνέχισε. «Με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι έχει βρεθεί ένας μικρός τύραννος. Όπως είπα, ο μικρός τύραννος είναι το εξωτερικό στοιχείο, αυτό που δεν μπορούμε να ελέγξουμε και το στοιχείο που κατά πάσα πιθανότητα είναι το πιο σημαντικό. Ο ευεργέτης μου έλεγε ότι ο πολεμιστής που σκοντάφτει πάνω σε έναν μικρό τύραννο, είναι τυχερός. Εννοούσε ότι είσαι τυχερός αν συναντήσεις έναν στον δρόμο σου, γιατί αν δεν τον συναντήσεις θα πρέπει να ψάξεις να τον βρεις».

Εξήγησε ότι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της εποχής της κατοχής ήταν ένα οικοδόμημα που το αποκάλεσε «πρόοδο τριών φάσεων». Οι μάντεις της περιόδου αυτής, καταλαβαίνοντας τη φύση του ανθρώπου, μπόρεσαν να φτάσουν στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι αν οι μάντεις μπορούν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τους μικρούς τυράννους, μπορούν σίγουρα να αντιμετωπίσουν ανώδυνα το άγνωστο. Και μετά μπορούν να αντέξουν ακόμα και την παρουσία αυτού που βρίσκεται πέρα από τα όρια της ανθρώπινης κατανόησης.

«Η αντίδραση του μέσου ανθρώπου είναι να σκεφτεί ότι η σειρά αυτής της δήλωσης πρέπει να αναστραφεί», συνέχισε. «Ένας μάντης που μπορεί να κρατήσει τη θέση του απέναντι στο άγνωστο, μπορεί σίγουρα να αντιμετωπίσει τους μικρούς τυράννους. Αλλά δεν είναι έτσι. Αυτό που κατέστρεψε τους θαυμάσιους μάντεις των αρχαίων χρόνων, ήταν αυτή ακριβώς η παρανόηση.

Τώρα ξέρουμε περισσότερα. Ξέρουμε ότι τίποτα δεν μπορεί να δοκιμάσει περισσότερο το πνεύμα του πολεμιστή, απ’ ότι το να αντιμετωπίσει απίθανους ανθρώπους σε θέσεις ισχύος. Μόνο κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες μπορούν οι πολεμιστές να αποκτήσουν τη νηφαλιότητα και την ηρεμία που απαιτείται για να αντέξουν την πίεση που δεν μπορεί να κατανοηθεί».

Διαφώνησα μαζί του. Του είπα ότι, κατά τη γνώμη μου, το μόνο που μπορούν να κάνουν οι τύραννοι είναι να φέρουν τα θύματά τους σε απόγνωση ή να τα αναγκάσουν να γίνουν εξ ίσου βάναυσα μ’ αυτούς. Επεσήμανα ότι έχουν γίνει αναρίθμητες μελέτες σχετικά με τα αποτελέσματα σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων σε τέτοια θύματα.

«Η διαφορά βρίσκεται σε κάτι που είπες», απάντησε. «Μίλησες για θύματα, όχι για πολεμιστές. Κάποτε αισθανόμουν κι εγώ σαν και σένα. Θα σου πω τι με έκανε να αλλάξω, αλλά πρώτα ας γυρίσουμε σ΄ αυτό που είπα για την κατοχή. Οι μάντεις εκείνης της εποχής δε θα μπορούσαν να βρουν προσφορότερο έδαφος. Οι Ισπανοί ήταν οι μικροί τύραννοι που δοκίμασαν τις ικανότητές τους στο έπακρο. Αφού αντιμετώπισαν τους κατακτητές, οι μάντεις ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν οτιδήποτε. Ήταν τυχεροί. Εκείνη την εποχή υπήρχαν παντού μικροί τύραννοι.

»Μετά από αυτά τα θαυμάσια χρόνια της αφθονίας, τα πράγματα άλλαξαν σημαντικά. Οι μικροί τύραννοι δεν είχαν ποτέ άλλοτε τέτοια δύναμη. Μόνο εκείνη την περίοδο είχαν απεριόριστη εξουσία. Ένας μικρός τύραννος με απεριόριστες δυνατότητες είναι το τέλειο συστατικό για την προετοιμασία ενός θαυμάσιου μάντη.

»Δυστυχώς, στην εποχή μας οι μάντεις χρειάζεται να φτάσουν στα άκρα για να βρουν έναν αξιόλογο τύραννο. Και τις περισσότερες φορές αναγκάζονται να ικανοποιηθούν με μικροπράγματα».

«Εσύ βρήκες ένα μικρό τύραννο δον Χουάν;»

«Ήμουν τυχερός. Ένας τεράστιος τύραννος με βρήκε εμένα. Εκείνη την εποχή, όμως, αισθανόμουν όπως και συ. Δε θεωρούσα τον εαυτό μου τυχερό».

Ο δον Χουάν είπε ότι η δοκιμασία του άρχισε μερικές εβδομάδες πριν συναντήσει τον ευεργέτη του. Μόλις που είχε κλείσει τα είκοσι. Είχε βρει μια δουλειά σαν εργάτης σε ένα εργοστάσιο ζάχαρης. Ανέκαθεν ήταν δυνατός και έτσι ήταν εύκολο να βρίσκει δουλειές που απαιτούσαν μπράτσα. Μια μέρα, καθώς μετέφερε κάτι μεγάλα σακιά ζάχαρη, μπήκε μέσα μια γυναίκα. Ήταν πολύ καλά ντυμένη και φαινόταν εύπορη. Ήταν καμιά πενηνταριά χρονών, είπε ο δον Χουάν. Κοίταξε τον δον Χουάν, μίλησε στον αρχιεργάτη κι έφυγε. Στη συνέχεια ο αρχιεργάτης πλησίασε τον δον Χουάν και του είπε ότι αν του έδινε κάτι, θα τον σύστηνε για μια δουλειά στο σπίτι του αφεντικού. Ο δον Χουάν του είπε ότι δεν είχε λεφτά. Ο αρχιεργάτης χαμογέλασε και είπε ότι δεν πείραζε, θα είχε αρκετά την ημέρα της μισθοδοσίας. Χτύπησε φιλικά τον δον Χουάν στην πλάτη και τον διαβεβαίωσε ότι ήταν μεγάλη τιμή να δουλέψει για το αφεντικό.

Ο δον Χουάν είπε ότι σαν αστοιχείωτος και φτωχός ινδιάνος που ήταν εκείνη την εποχή, τα έχαψε όλα. Πίστευε ότι τον βοηθούσε κάποια καλή νεράιδα. Υποσχέθηκε να δώσει στον αρχιεργάτη ό,τι ήθελε. Ο αρχιεργάτης ζήτησε ένα τεράστιο ποσό που έπρεπε να πληρωθεί σε δόσεις.

Αμέσως μετά, ο ίδιος ο αρχιεργάτης, πήγε τον δον Χουάν στο σπίτι, που ήταν αρκετά μακριά από την πόλη, και τον άφησε εκεί με έναν άλλο αρχιεργάτη, έναν άσκημο, σοβαρό, τεράστιο άντρα που έκανε πολλές ερωτήσεις.

Ήθελε να μάθει για την οικογένεια του δον Χουάν. Ο δον Χουάν είπε ότι δεν είχε οικογένεια. Ο αρχιεργάτης χάρηκε τόσο πολύ που χαμογέλασε, δείχνοντας τα σάπια δόντια του.

Υποσχέθηκε στον δον Χουάν ότι θα τον πλήρωναν καλά και ότι θα ήταν σε θέση ακόμα και να αποταμιεύσει, μια και δε θα ήταν αναγκασμένος να ξοδεύει, μένοντας και τρώγοντας στο σπίτι.

Ο τρόπος με τον οποίο γελούσε ο τεράστιος αυτός άνθρωπος, ήταν τρομακτικός. Ο δον Χουάν κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει αμέσως. Έτρεξε στην πόρτα, αλλά ο αρχιεργάτης μπήκε μπροστά του με ένα πιστόλι στο χέρι. Σήκωσε τον κόκορα και το έχωσε στο στομάχι του δον Χουάν.

«Έχεις έρθει εδώ για να δουλέψεις μέχρι να σέρνεσαι», είπε «και μην το ξεχνάς». Τον έσπρωξε με ένα γκλομπ και τον οδήγησε στο πλάι του σπιτιού. Αφού δήλωσε ότι οι άντρες του δούλευαν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου, χωρίς διάλειμμα, έβαλε τον δον Χουάν να σκάψει για να ξεριζώσει δυο τεράστιους κορμούς. Του είπε επίσης ότι αν προσπαθούσε να αποδράσει, ή αν πήγαινε στις αρχές, θα τον σκότωνε – και ότι αν ποτέ ο δον Χουάν έφευγε, θα ορκιζόταν στο δικαστήριο ότι είχε προσπαθήσει να δολοφονήσει το αφεντικό.

«Θα δουλέψεις εδώ μέχρι να πεθάνεις», είπε. «Κάποιος άλλος Ινδιάνος θα πάρει τη θέση σου, όπως εσύ παίρνεις τη θέση κάποιου που πέθανε».

Ο δον Χουάν είπε ότι το σπίτι έμοιαζε με κάστρο, γεμάτο άντρες οπλισμένους με μασέτες. Άρχισε λοιπόν να δουλεύει και προσπάθησε να μη σκέφτεται τη θέση του. Στο τέλος της ημέρας, ο αρχιεργάτης γύρισε και τον πήγε με κλωτσιές μέχρι την κουζίνα, επειδή δεν του άρεσε το περήφανο βλέμμα του. Απείλησε να κόψει τους τένοντες στα χέρια του δον Χουάν αν δεν υπάκουε.

Στην κουζίνα, μια γριά έφερε φαγητό, αλλά ο δον Χουάν ήταν τόσο στενοχωρημένος και φοβισμένος που δεν μπορούσε να φάει. Η γριά τον συμβούλεψε να φάει όσο μπορούσε. Έπρεπε να κρατήσει τη δύναμή του, είπε, επειδή η δουλειά του δε θα σταματούσε ποτέ. Τον προειδοποίησε ότι ο άνθρωπος που είχε τη θέση του πριν απ’ αυτόν, είχε πεθάνει μια μέρα νωρίτερα. Ήταν πολύ αδύναμος για να δουλέψει και είχε πέσει από ένα παράθυρο του δεύτερου ορόφου.

Ο δον Χουάν μου είπε ότι δούλεψε στο σπίτι του αφεντικού επί τρεις βδομάδες, και ότι ο αρχιεργάτης τον κυνηγούσε συνέχεια. Τον έβαζε να δουλεύει κάτω από τις πιο επικίνδυνες συνθήκες, να κάνει την πιο βαριά δουλειά που μπορούσε να φανταστεί κανείς, κάτω από την συνεχή απειλή του μαχαιριού, του πιστολιού και του γκλομπ. Τον έστελνε καθημερινά στους στάβλους για να καθαρίσει ανάμεσα στα χωρίσματα, ενώ τα νευρικά άλογα ήταν μέσα. Στην αρχή της κάθε μέρας, ο δον Χουάν πίστευε ότι θα ήταν η τελευταία του σ’ αυτόν τον κόσμο. Και η επιβίωση σήμαινε απλά και μόνο ότι θα έπρεπε να ξαναπεράσει από την ίδια δοκιμασία την επόμενη μέρα.

Αυτό που έφερε το τέλος, ήταν ότι ζήτησε λίγη ελεύθερη ώρα. Σαν πρόφαση, είπε ότι έπρεπε να πάει στην πόλη για να δώσει στον αρχιεργάτη του εργοστασίου ζαχάρεως τα λεφτά που του χρώσταγε. Ο άλλος αρχιεργάτης απάντησε ότι ο δον Χουάν δεν μπορούσε να σταματήσει ούτε για ένα λεπτό να δουλεύει, γιατί ήταν χρεωμένος μέχρι το λαιμό μόνο και μόνο για το προνόμιο να δουλεύει εκεί.

Ο δον Χουάν κατάλαβε ότι ήταν ξοφλημένος. Κατάλαβε ότι οι δύο αρχιεργάτες ήταν συνεννοημένοι να παίρνουν φτωχούς ινδιάνους από το εργοστάσιο, να τους αναγκάζουν να δουλεύουν μέχρι θανάτου και μετά να μοιράζονται τους μισθούς τους. Αυτό τον έκανε να θυμώσει τόσο πολύ που διέσχισε τρέχοντας και ουρλιάζοντας την κουζίνα και μπήκε στο κυρίως σπίτι. Ο αρχιεργάτης και οι άλλοι εργάτες ξαφνιάστηκαν. Έτρεξε έξω από την μπροστινή πόρτα, και σχεδόν κατάφερε να ξεφύγει, αλλά ο αρχιεργάτης τον πρόλαβε στο δρόμο και τον πυροβόλησε στο στήθος. Τον άφησε νομίζοντας ότι ήταν νεκρός.

Ο δον Χουάν είπε ότι δεν ήταν η μοίρα του να πεθάνει. Ο ευεργέτης του τον βρήκε εκεί και τον φρόντισε, μέχρι που έγινε καλά.

«Όταν είπα ολόκληρη την ιστορία στον ευεργέτη μου», είπε ο δον Χουάν, «με δυσκολία συγκράτησε τον ενθουσιασμό του. Αυτός ο αρχιεργάτης είναι θησαυρός, μου είπε. Είναι πολύ καλός για να τον αφήσουμε να πάει χαμένος. Κάποια μέρα, πρέπει να γυρίσεις σ’ εκείνο το σπίτι.

«Μίλησε για την τύχη μου, που κατάφερα να βρω έναν μικρό τύραννο που ήταν ένας στο εκατομμύριο, με σχεδόν απεριόριστη ισχύ. Νόμιζα ότι ήταν μουρλός. Πέρασαν χρόνια πριν καταλάβω για τι πράγμα μιλούσε».

«Είναι μια από τις πιο τρομερές ιστορίες που έχω ακούσει», είπα. «Ξαναγύρισες πράγματι στο σπίτι;»

«Και βέβαια, τρία χρόνια αργότερα. Ο ευεργέτης μου είχε δίκιο. Ένας μικρός τύραννος σαν κι αυτόν ήταν ένας στο εκατομμύριο και δεν μπορούσε να πάει χαμένος».

«Πως κατάφερες να γυρίσεις;»

«Ο ευεργέτης μου ανέπτυξε μια στρατηγική που χρησιμοποιούσε τα τέσσερα συστατικά της πολεμικότητας: έλεγχο, πειθαρχία, επιμονή και χρονισμός».

Ο δον Χουάν είπε ότι ο ευεργέτης του, εξηγώντας του τι έπρεπε να κάνει για να κερδίσει αντιμετωπίζοντας αυτό το κάθαρμα, του είπε αυτά που οι νέοι μάντεις θεωρούσαν τα τέσσερα βήματα στο μονοπάτι της γνώσης. Το πρώτο βήμα είναι η απόφαση να γίνεις μαθητευόμενος. Αφού οι μαθητευόμενοι αλλάξουν τις απόψεις τους για τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους, κάνουν το δεύτερο βήμα και γίνονται πολεμιστές, δηλαδή όντα ικανά για απόλυτη πειθαρχία και έλεγχο του εαυτού τους. Το τρίτο βήμα, αφού αποκτηθεί η υπομονή και ο χρονισμός, είναι να γίνουν άνθρωποι της γνώσης. Και όταν οι άνθρωποι της γνώσης μάθουν να «βλέπουν», έχουν κάνει το τέταρτο βήμα και έχουν γίνει μάντεις.

Ο ευεργέτης του είχε τονίσει το γεγονός ότι ο δον Χουάν βρισκόταν στο μονοπάτι αρκετό καιρό, ώστε να αποκτήσει τα πρώτα δύο συστατικά: έλεγχο και πειθαρχία. Ο δον Χουάν επεσήμανε ότι και τα δύο αυτά συστατικά αναφέρονται σε μια εσωτερική κατάσταση. Ο πολεμιστής ασχολείται με τον εαυτό του, όχι με εγωιστικό τρόπο, αλλά από την άποψη της απόλυτης και συνεχούς εξέτασης του είναι του.

«Εκείνη την εποχή, τα άλλα δύο συστατικά μου ήταν απαγορευμένα», συνέχισε ο δον Χουάν. «Η επιμονή και ο χρονισμός δεν αποτελούν ακριβώς εσωτερική κατάσταση. Αποτελούν το χώρο όπου κινείται ο άνθρωπος της γνώσης. Ο ευεργέτης μου μου το έδειξε μέσω της στρατηγικής του».

«Αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορούσες να αντιμετωπίσεις από μόνος σου το μικρό τύραννο;» ρώτησα.

«Είμαι σίγουρος ότι θα τα κατάφερνα μόνος μου, αν και πάντα αμφέβαλα αν θα μπορούσα να τα καταφέρω με τόσο κέφι και χαρά. Ο ευεργέτης μου χαιρόταν τη σύγκρουση, καθοδηγώντας την. Η ιδέα του να χρησιμοποιείς έναν μικρό τύραννο, δεν είναι μόνο για την τελειοποίηση του πνεύματος του πολεμιστή, αλλά και για διασκέδαση και χαρά».

«Πως μπορεί να διασκεδάσει κανείς με το τέρας που μου περιέγραψες;»

«Δεν ήταν τίποτα σε σχέση με τα πραγματικά τέρατα που αντιμετώπιζαν οι μάντεις κατά τη διάρκεια της κατοχής. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, διασκέδαζαν πολύ αντιμετωπίζοντας τους. Απέδειξαν ότι ακόμα και οι χειρότεροι τύραννοι μπορούν να δώσουν χαρά, με την προϋπόθεση φυσικά ότι είσαι πολεμιστής».

Ο δον Χουάν εξήγησε ότι το λάθος που έκαναν οι άνθρωποι όταν αντιμετώπιζαν μικρούς τυράννους ήταν το να μην έχουν μια στρατηγική. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι ο μέσος άνθρωπος παίρνει τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά. Οι ενέργειές τους και τα αισθήματά τους, όπως και αυτά των μικρών τυράννων, έχουν μεγάλη σημασία. Οι πολεμιστές από την άλλη μεριά, όχι μόνο έχουν μια καλά προετοιμασμένη στρατηγική, αλλά είναι απελευθερωμένοι και από τον εγωισμό. Αυτό που συγκρατεί τον εγωισμό είναι το ότι έχουν καταλάβει πως η πραγματικότητα είναι μια δική μας ερμηνεία. Αυτή η γνώση ήταν το πλεονέκτημα που είχε ο μάντης απέναντι στον απλοϊκό ισπανό.

Είπε ότι πείσθηκε ότι θα μπορούσε να νικήσει τον αρχιεργάτη, χρησιμοποιώντας την απλή διαπίστωση ότι οι μικροί τύραννοι, παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους, κάτι που δεν κάνουν οι πολεμιστές.

Ακολουθώντας το στρατηγικό σχέδιο του ευεργέτη του, ο δον Χουάν έπιασε δουλειά στο ίδιο εργοστάσιο ζάχαρης. Κανείς δεν θυμόταν ότι είχε ξαναεργασθεί εκεί. Διάφοροι φτωχοί ινδιάνοι έρχονταν και έφευγαν χωρίς να αφήνουν κανένα ίχνος.

Η στρατηγική του ευεργέτη του έλεγε να περιμένει να έρθει κάποιος αναζητώντας νέο θύμα. Όπως έγιναν τα πράγματα, ήρθε η ίδια γυναίκα και τον επεσήμανε, όπως είχε κάνει πριν από μερικά χρόνια. Αυτή τη φορά ήταν ακόμα πιο δυνατός στα μπράτσα.

Τα πράγματα ακολούθησαν την ίδια πορεία. Η στρατηγική, όμως, έλεγε ότι έπρεπε να αρνηθεί από την αρχή να πληρώσει τον αρχιεργάτη. Ο αρχιεργάτης δεν είχε ξανασυναντήσει άρνηση και σάστισε. Απείλησε να απολύσει τον δον Χουάν. Ο δον Χουάν τον απείλησε με τη σειρά του, λέγοντας ότι θα πήγαινε κατευθείαν στο σπίτι της κυρίας και θα την έβλεπε. Ο δον Χουάν ήξερε ότι η γυναίκα, που ήταν η γυναίκα του ιδιοκτήτη του εργοστασίου, δεν ήξερε τι έκαναν οι δύο αρχιεργάτες. Είπε στον αρχιεργάτη ότι ήξερε που έμενε, επειδή είχε δουλέψει στα γειτονικά χωράφια, κόβοντας ζαχαροκάλαμο. Ο αρχιεργάτης άρχισε να μαζεύεται και ο δον Χουάν του ζήτησε εκείνου λεφτά, πριν δεχθεί να πάει στο σπίτι της κυρίας. Ο αρχιεργάτης υποχώρησε και του έδωσε μερικά χαρτονομίσματα. Ο δον Χουάν ήξερε πολύ καλά ότι η συμφωνία του αρχιεργάτη ήταν απλά ένα κόλπο για να τον πάει μέχρι το σπίτι.

«Με πήγε πάλι ο ίδιος στο σπίτι», είπε ο δον Χουάν, «ήταν μια παλιά χασιέντα που ανήκε στην οικογένεια που είχε το εργοστάσιο – πλούσιοι άνθρωποι που ή ήξεραν τι συνέβαινε και δεν τους ένοιαζε, ή αδιαφορούσαν τόσο που δεν το είχαν καν προσέξει.

»Μόλις φθάσαμε εκεί, έτρεξα μέσα στο σπίτι για να βρω την κυρία. Τη βρήκα. Γονάτισα μπροστά της και της φίλησα το χέρι, ευχαριστώντας την. Οι δύο αρχιεργάτες έμειναν άναυδοι.

»Ο αρχιεργάτης του σπιτιού έκανε τα ίδια όπως και την προηγούμενη φορά. Αλλά είχα τα κατάλληλα μέσα να τον αντιμετωπίσω. Είχα έλεγχο, πειθαρχία, επιμονή και χρονισμό. Όλα έγιναν όπως τα είχε προγραμματίσει ο ευεργέτης μου. Ο έλεγχος με βοήθησε να ικανοποιήσω τις μεγαλύτερες απαιτήσεις του. Αυτό που συνήθως μας εξαντλεί σ’ αυτές τις περιπτώσεις, είναι η φθορά του εγωισμού μας. Κάθε άνθρωπος που έχει λίγη περηφάνια μέσα του, αισθάνεται να κομματιάζεται όταν τον κάνουν να αισθάνεται ότι δεν έχει καμιά αξία.

»Έκανα με ευχαρίστηση ό,τι μου έλεγαν. Ήμουν χαρούμενος και δυνατός. Και δεν έδινα δεκάρα για την περηφάνια μου ή για το φόβο μου. Βρισκόμουν εκεί σαν ένας άψογος πολεμιστής. Το να κουρδίζεις το πνεύμα σου όταν κάποιος άλλος σε ταλαιπωρεί, λέγεται έλεγχος».

Ο δον Χουάν εξήγησε ότι η στρατηγική του ευεργέτη του, απαιτούσε ότι αντί να λυπάται τον εαυτό του, όπως είχε κάνει την προηγούμενη φορά, να αρχίσει αμέσως να χαρτογραφεί τα ισχυρά σημεία του αντιπάλου, τις αδυναμίες του , τις ιδιοτροπίες της συμπεριφοράς του.

Ανακάλυψε ότι τα ισχυρότερα σημεία του αρχιεργάτη, ήταν η βίαιη φύση και η τόλμη του. Είχε πυροβολήσει τον δον Χουάν μέρα μεσημέρι, και μπροστά σε ένα σωρό περαστικούς. Η μεγάλη του αδυναμία ήταν ότι του άρεσε η δουλειά του και δεν ήθελε να την βάλει σε κίνδυνο. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να προσπαθήσει να σκοτώσει τον δον Χουάν μέσα στον περίβολο του σπιτιού, την ημέρα. Η άλλη του αδυναμία, ήταν ότι ήταν οικογενειάρχης. Είχε μια γυναίκα και παιδιά, που ζούσαν σε μια καλύβα κοντά στο σπίτι.

«Το να μαζέψεις όλες αυτές τις πληροφορίες ενώ σε δέρνουν, λέγεται πειθαρχία», είπε ο δον Χουάν. «Ο αρχιεργάτης ήταν ένα κάθαρμα. Δεν είχε τίποτα καλό επάνω του. Σύμφωνα με τους νέους μάντεις, ένας τέλειος μικρός τύραννος δεν έχει τίποτα το καλό».

Ο δον Χουάν είπε ότι τα άλλα δύο συστατικά της πολεμικότητας, υπομονή και χρονισμός, που δεν τα είχε ακόμα αποκτήσει, είχαν αυτόματα αποτελέσει μέρος της στρατηγικής του ευεργέτη του. Η υπομονή είναι να περιμένεις -χωρίς βιασύνη, χωρίς άγχος – μια ευχάριστη αναβολή αυτού που θα γίνει.

«Πάσχιζα μέρα με τη μέρα», συνέχισε ο δον Χουάν, «καμιά φορά κλαίγοντας κάτω από το μαστίγιο του αρχιεργάτη. Και όμως, ήμουν ευτυχισμένος. Η στρατηγική του ευεργέτη μου ήταν αυτή που με έκανε να περνάω από μέρα σε μέρα, χωρίς να τον μισώ. Ήμουν πολεμιστής. Ήξερα ότι περιμένω και ήξερα τι περίμενα. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη χαρά του να είσαι πολεμιστής».

Πρόσθεσε ότι η στρατηγική του ευεργέτη του απαιτούσε τη συστηματική παρενόχληση του αρχιεργάτη, με τον να καλύπτεται πίσω από κάποιον ανώτερο, όπως είχαν κάνει και οι μάντεις της κατοχής, καλυπτόμενοι πίσω από την καθολική εκκλησία. Ένας φτωχός παπάς, ήταν καμιά φορά πιο ισχυρός από έναν ευγενή.

Η ασπίδα του δον Χουάν ήταν η γυναίκα που του είχε βρει τη δουλειά. Γονάτιζε μπροστά της και τη φώναζε αγία, κάθε φορά που την έβλεπε. Την ικέτευσε να του δώσει το μετάλλιο του φύλακα αγίου της έτσι ώστε να προσεύχεται σ’ αυτόν για την υγεία και την ευτυχία της.

«Μου έδωσε ένα», είπε ο δον Χουάν, «και αυτό τάραξε πολύ τον αρχιεργάτη. Και όταν έβαλα τους υπηρέτες να προσεύχονται το βράδυ, κόντεψε να πάθει καρδιακή προσβολή. Νομίζω ότι τότε αποφάσισε να με σκοτώσει. Δεν μπορούσε να με αφήσει να συνεχίσω.

»Σαν αντίμετρο, οργάνωσα μιαν ολονυκτία ανάμεσα στους υπηρέτες του σπιτιού. Η κυρία πίστευε ότι ήμουν ένας πολύ ευλαβής άνθρωπος.

»Δεν κοιμόμουν βαριά μετά απ’ αυτό, ούτε κοιμόμουν στο κρεβάτι μου. Κάθε βράδυ σκαρφάλωνα στη στέγη. Από εκεί τον είδα δύο φορές να με ψάχνει μέσα στη νύχτα, με το φόνο να γυαλίζει στα μάτια του.

»Κάθε μέρα με έστελνε στα χωρίσματα των αλόγων, ελπίζοντας ότι θα με τσαλαπατούσαν μέχρι θανάτου, αλλά εγώ είχα μερικές βαριές σανίδες που έστηνα σε μια γωνιά και προφυλαγόμουν από πίσω τους. Ο αρχιεργάτης ποτέ δεν το έμαθε, γιατί τα άλογα του έφερναν αηδία – άλλη μια από τις αδυναμίες του, η πιο θανάσιμη, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα».

Ο δον Χουάν είπε ότι ο χρονισμός, είναι αυτό που προσδιορίζει τη στιγμή της απελευθέρωσης όλων αυτών που συγκρατείς μέσα σου. Έλεγχος, πειθαρχία, και υπομονή είναι σαν ένα φράγμα πίσω από το οποίο λιμνάζουν τα πάντα. Ο χρονισμός είναι η πόρτα του φράγματος.

Ο αρχιεργάτης γνώριζε μόνο τη βία, με την οποία τρομοκρατούσε. Αν εξουδετερωνόταν η βία του, γινόταν σχεδόν ακίνδυνος. Ο δον Χουάν ήξερε ότι ο αρχιεργάτης δε θα τολμούσε να τον σκοτώσει μπροστά στο σπίτι, έτσι μια μέρα, μπροστά σε όλους τους εργάτες, αλλά και σε σημείο όπου μπορούσε να τον δει η γυναίκα του αφεντικού του, τον προσέβαλε. Τον αποκάλεσε δειλό, που φοβόταν θανάσιμα τη γυναίκα του αφεντικού.

Η στρατηγική του ευεργέτη του προέβλεπε ότι θα έπρεπε να περιμένει να εμφανιστεί μια τέτοια ευκαιρία, για να την εκμεταλλευτεί ανατρέποντας έτσι την κατάσταση. Έτσι γίνεται συνήθως με κάτι ξαφνικό. Ο τελευταίος των σκλάβων ξαφνικά κοροϊδεύει τον τύραννό του, τον προκαλεί και τον κάνει να αισθάνεται γελοίος μπροστά σε μάρτυρες, και μετά απομακρύνεται χωρίς να του δώσει καιρό να αντεπιτεθεί.

«Την άλλη στιγμή ο αρχιεργάτης τρελάθηκε από την οργή του, αλλά εγώ είχα ήδη γονατίσει μπροστά στην κυρά», συνέχισε.

Ο δον Χουάν είπε ότι όταν η κυρία γύρισε στο σπίτι, ο αρχιεργάτης και οι φίλοι του τον φώναξαν στο πίσω μέρος, δήθεν για να κάνει κάποια δουλειά. Ο αρχιεργάτης ήταν πολύ χλωμός από το θυμό. Από τον ήχο της φωνής του, ο δον Χουάν κατάλαβε τι σκόπευε να κάνει. Ο δον Χουαν προσποιήθηκε ότι δεχόταν, αλλά αντί να πάει προς την πίσω αυλή, έτρεξε προς τους στάβλους. Ήταν σίγουρος ότι τα άλογα θα έκαναν τέτοια φασαρία, που οι ιδιοκτήτες θα έβγαιναν να δουν τι συνέβαινε. Ήξερε ότι ο αρχιεργάτης δε θα τολμούσε να τον πυροβολήσει. Κάτι τέτοιο θα έκανε πολύ φασαρία και ο φόβος να χάσει τη δουλειά του, τον συγκρατούσε. Ο δον Χουάν ήξερε επίσης ότι ο αρχιεργάτης δε θα πήγαινε εκεί που ήταν τα άλογα – εκτός αν τον πίεζε πέρα από το ανώτατο σημείο της αντοχής του.

«Πήδηξα μέσα στο χώρισμα του πιο άγριου βαρβάτου», είπε ο δον Χουάν «και ο μικρός τύραννος, τυφλωμένος από την οργή, έβγαλε το μαχαίρι του και με ακολούθησε. Αμέσως κρύφτηκα πίσω από τις σανίδες μου. Το άλογο τον κλώτσησε μια φορά και όλα τελείωσαν.

»Είχα μείνει έξι μήνες στο σπίτι, και σ’ αυτή την περίοδο είχα χρησιμοποιήσει τα τέσσερα συστατικά της Τοτεμικότητας. Χάρη σ΄ αυτά είχα πετύχει. Ούτε μια φορά δεν είχα λυπηθεί τον εαυτό μου, ούτε είχα κλάψει από την αδυναμία μου να αντιδράσω. Ήμουν χαρούμενος και ήρεμος. Ο έλεγχος και η πειθαρχία μου παρέμεναν όπως πάντα, και είχα ένα παράδειγμα του τι μπορεί να κάνει η επιμονή και ο χρονισμός για τους άψογους πολεμιστές. Και ούτε για μια στιγμή δεν είχα επιδιώξει τον θάνατο του αρχιεργάτη.

»Ο ευεργέτης μου μου εξήγησε κάτι πολύ ενδιαφέρον. Η υπομονή σημαίνει να συγκρατείς με το πνεύμα κάτι που ξέρεις ότι πρέπει να συμβεί. Δε σημαίνει ότι ο πολεμιστής σχεδιάζει να κάνει κακό σε κάποιον, ή να ξεκαθαρίσει παλιούς λογαριασμούς. Η υπομονή είναι κάτι το ανεξάρτητο. Όσο ο πολεμιστής έχει έλεγχο, πειθαρχία και χρονισμό, η υπομονή εξασφαλίζει ότι θα γίνει αυτό που πρέπει, σε όποιον το αξίζει».

«Υπάρχει περίπτωση να νικάνε οι μικροί τύραννοι και να καταστρέφουν τον πολεμιστή που τους αντιμετωπίζει;» ρώτησα.

«Φυσικά. Υπήρχε μια εποχή που οι πολεμιστές πέθαιναν σαν μύγες, στην αρχή της κατοχής. Είχαν αποδεκατιστεί. Οι μικροί τύραννοι μπορούσαν να θανατώσουν οποιονδήποτε, όποτε τους ερχόταν. Κάτω από τέτοιες πιέσεις, οι μάντεις έφθασαν στο απόγειο των ικανοτήτων τους».

Ο δον Χουάν είπε ότι εκείνη την εποχή, οι μάντεις που επιζούσαν, έπρεπε να παλεύουν με όλες τους τις δυνάμεις, για να βρουν καινούργιες τεχνικές.

«Οι νέοι μάντεις χρησιμοποιούσαν μικρούς τυράννους», είπε ο δον Χουάν κοιτάζοντάς με επίμονα, «όχι μόνο για να ξεφορτωθούν τον εγωισμό τους, αλλά και για να πετύχουν την πολύ εξευγενισμένη κίνηση του να φύγουν απ’ αυτόν τον κόσμο. Θα καταλάβεις αυτή την κίνηση, καθώς θα συνεχίσουμε να συζητάμε την κυριαρχία της συνείδησης».

Εξήγησα στον δον Χουάν ότι αυτό που ήθελα να μάθω, ήταν αν στο παρόν, στη δική μας εποχή, οι μικροί τύραννοι που εκείνος αποκαλούσε «μικροπράγματα», μπορούσαν να νικήσουν ένα πολεμιστή.

«Φυσικά», απάντησε. «Οι συνέπειες όμως, δεν είναι τόσο σοβαρές όσο στο παρελθόν. Σήμερα εννοείται ότι οι πολεμιστές έχουν πάντα την ευκαιρία να συνέλθουν, ή να αποσυρθούν και να ξαναγυρίσουν. Αλλά υπάρχει και μια άλλη πλευρά στο πρόβλημα. Το να νικηθείς από έναν ασήμαντο μικρό τύραννο δεν είναι θανάσιμο, αλλά είναι εξευτελιστικό. Η θνησιμότητα, με μεταφορική έννοια, είναι σχεδόν το ίδιο υψηλή. Εννοώ ότι οι πολεμιστές που υποκύπτουν σε έναν ασήμαντο μικρό τύραννο, εξολοθρεύονται από την δική τους αίσθηση της αποτυχίας και της ανεπάρκειας. Αυτό για μένα σημαίνει μεγάλη θνησιμότητα».

«Πως μετράτε την αποτυχία;»

«Όποιος ενώνεται με τον μικρό τύραννο, είναι νικημένος. Το να ενεργείς με θυμό, χωρίς έλεγχο και πειθαρχία, το να μην έχεις υπομονή, σημαίνει ήττα!»

«Τι συμβαίνει όταν ηττηθούν οι πολεμιστές;»

«Ή ανασυντάσσονται, ή εγκαταλείπουν την επιδίωξη της γνώσης και μπαίνουν για πάντα στις τάξεις των μικρών τυράννων».

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου