Πέμπτη 16 Απριλίου 2015

Το Απόκρυφο Βιβλίο του Ενώχ


Η ταυτότητα του Ενώχ
Ο Ενώχ θεωρείται ότι είναι ο έβδομος μετά τον Αδάμ Πατριάρχης των Εβραίων που έζησε στα χρόνια πριν από τον Κατακλυσμό. Πατέρας του Μαθουσάλα, παππούς του Λάμεχ και πρόπαππος του Νώε, θεωρείται από τη χριστιανική παράδοση ως ένας από τους δύο προφήτες (ο άλλος είναι ο Ηλίας), οι οποίοι δεν πέθαναν αλλά ανελήφθησαν ζωντανοί στους ουρανούς. Πιστεύεται ότι και οι δύο θα επιστρέψουν στη Γη στα χρόνια του Αντίχριστου, όπως αναφέρεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, και θα είναι οι τελευταίοι μάρτυρες της Πίστης πριν από τη Δευτέρα Παρουσία. (Αποκ. Ια’ 1 – 12).

Ωστόσο, αρκετοί αμφισβητούν την ιστορικότητα του προσώπου του Ενώχ, δεχόμενοι ότι αυτό αποτελεί συλλογικό τίτλο μιας τάξης ανθρώπων, εξελιγμένων πνευματικά, που δίδαξαν στους υπόλοιπους τις επιστήμες και τις τέχνες, όπως δέχεται το Θεοσοφικό σύστημα της Έλενας Μπλαβάτσκυ. Ο ίδιος κύκλος πιστεύει ότι συλλογικά είναι και τα ονόματα του Προμηθέα, του Ορφέα, του θεού Θωθ ή Ερμή, των Edris των μουσουλμάνων και άλλων προσώπων που αναφέρονται στη μυθολογία.

Το βιβλίο του Ενώχ
Στον Προφήτη Ενώχ αποδίδεται η συγγραφή ενός κειμένου το οποίο περιέχει προφητείες για την έλευση του Μεσσία, τη συντέλεια του κόσμου, μιλάει για την πτώση των αγγέλων και δίνει λεπτομερείς περιγραφές της κόλασης και του παράδεισου, των κινήσεων των πλανητών και των καιρικών φαινομένων καθώς και πολλά άλλα.

Το βιβλίο αυτό, οι διδαχές του οποίου θεωρούνται ότι μεταφέρθηκαν μέσω της προφορικής παράδοσης, δεν συμπεριλαμβάνεται στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης και λογίζεται ως απόκρυφο κείμενο, αν και πιθανώς να έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο την Πεντάτευχο των Εβραίων αλλά ακόμα και την ίδια την Αποκάλυψη του Απόστολου Ιωάννη και τις επιστολές των αποστόλων.

Οι πρώτοι πατέρες της εκκλησίας επηρεάστηκαν έντονα από αυτό και το εγκωμίασαν, όπως ο ‘Aγιος Ειρηναίος, ο Ιουστίνος, ο ‘Aγιος Κλήμης ο Αλεξανδρείας, ο Αθηναγόρας, ο Απόστολος Πέτρος και ο Εβραίος ιστορικός Ιώσηπος.

Παρ’ όλα αυτά, κανείς εξ’ αυτών δεν συμφώνησε με τη διήγηση της πτώσης των αγγέλων, όπως θα δούμε παρακάτω. Γεγονός πάντως είναι ότι δεν θεωρείται αιρετικό βιβλίο, έστω και αν δεν συμπεριλαμβάνεται στην Παλαιά Διαθήκη.

Σύμφωνα με τους μελετητές το πιθανότερο είναι ότι γράφτηκε στην εβραϊκή γλώσσα, στα χρόνια της Βαβυλώνιας αιχμαλωσίας και αυτό γιατί πολλές περιγραφές του, όπως του Παλαιού των Ημερών, μοιάζουν με αντίστοιχες περιγραφές του προφήτη Δανιήλ. Σίγουρο είναι δε ότι υπέστη παραλλαγές κατά τις αντιγραφές του και ενώ ήταν πασίγνωστο στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους, τα ίχνη του εξαφανίζονται περίπου στα τέλη του 8ου με αρχές του 9ου μ.Χ αιώνα.

Οι ‘Aγγλοι περιηγητές Bruce και Ruppel βρίσκουν ένα αντίγραφό του στην Αβυσσηνία, γραμμένο στην κοπτική γλώσσα, και το 1811 γίνεται η μετάφρασή του στα αγγλικά από τον Επίσκοπο Lawrence και έπειτα και σε άλλες γλώσσες.

Τα «αιρετικά» σημεία του βιβλίου.
Όπως προαναφέρθηκε, το σημείο που ξεσήκωσε αντιδράσεις ήταν η διήγηση της πτώσης των αγγέλων. Η χριστιανική παράδοση θεωρεί πως ένας άγγελος, ο Εωσφόρος, πιθανότατα ο μέχρι τότε ανώτερος στην αγγελική ιεραρχία, λόγω της αλαζονείας του που τον έκανε να θέλει να γίνει υπεράνω του Θεού, αποστάτησε και οι άγγελοι χωρίστηκαν σε δύο παρατάξεις: σε εκείνους που τον ακολούθησαν και σε εκείνους που απάντησαν στο κάλεσμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ «στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου».
<Η τραγική φιγούρα του Εωσφόρου ώθησε πολλούς καλλιτέχνες να τον τιμήσουν μέσα από τα έργα τους.

Οι πρώτοι, μαζί με τον αρχηγό τους εξέπεσαν για πάντα από την ιεραρχία του Φωτός και μετατράπηκαν στους σκοτεινούς δαίμονες που από τότε επιβουλεύονται το Θείο έργο. Πάνω σε αυτή την άποψη έχουν δημιουργηθεί πολλές παραδόσεις από τη Ρωμαιοκαθολική και την Ορθόδοξη εκκλησία. Το βιβλίο του Ενώχ, όμως, έχει διαφορετική άποψη. Ας δούμε ποια είναι αυτή:

« Και εγένετο όταν επληνθύνθησαν οι υιοί των ανθρώπων εν εκείναις ταις ημέραις εγεννήθησαν αυτοίς θυγατέραι ωραίαι και καλαί. Και εθεάσαντο αυτάς οι άγγελοι, υιοί ουρανού και είπον προς αλλήλους. Δεύτε εκλεξώμεθα εαυτοίς γυναίκας από των ανθρώπων και γεννήσωμεν εαυτοίς τέκνα. Και είπεν ο Σεμειαζάς προς αυτούς, ος ην άρχων αυτών. Φοβούμαι μη ου θελήσετε ποιήσαι το πράγμα τούτον και έσομαι εγώ μόνος οφειλέτης αμαρτίας μεγάλης. Απεκρίθησαν ουν αυτώ πάντες. Ομόσωμεν όρκω πάντες και αναθεματίσωμεν πάντες αλλήλους μη αποστρέψαι την γώμην ταύτην, μέχρις ουν αν τελέσωμεν αυτήν και ποιήσωμεν το πράγμα τούτον. Τότε ώμοσαν πάντες ομού και ανεθεμάτισαν αλλήλους εν αυτώ…»

« Και έλαβον εαυτοίς γυναίκας, έκαστος αυτών εξελέξαντο εαυτοίς γυναίκας και ήρξαντο εισπορεύεσθαι προς αυτάς και μιάνεσθαι εν αυταίς και εδίδαξαν αυτάς φαρμακείας και παοιδάς και ριζοτομίας και τας βοτάνας εδήλωσαν αυτάς. Αι δε εν γαστρί λαβούσιν ετέκοσαν γίγαντας μεγάλους εκ πηχών τρισχιλίων οίτινες κατήσθοσαν τους κόπους των ανθρώπων. Ως δε ουκ εδυνήθησαν αυτοίς οι άνθρωποι επιχορηγείν, οι γίγαντες ετόλμησαν επ’ αυτούς και κατησθίοσαν τους ανθρώπους και ήρξαντο αμαρτάνειν εν τοις πετεινοίς και τοις θηρίοις και ερπετείς και τοις ιχθύσιν και αλλήλων τας σάρκας κατεσθίειν και το αίμα έπινον. Τότε η γη ενέτυχεν κατά των ανόμων…»

Η διήγηση συνεχίζει αναφέροντας αναλυτικά τις τέχνες που δίδαξαν οι άγγελοι στις γυναίκες και το κακό που έσπειραν οι γίγαντες στη γη, μέχρις ότου οι τέσσερις ισχυρότεροι άγγελοι, ο Μιχαήλ, ο Γαβριήλ, ο Σουριήλ και ο Ουριήλ έριξαν το βλέμμα τους στη γη και διαπίστωσαν τι είχε συμβεί, οπότε και ενημέρωσαν το Θεό.

Ο Θεός αποφάσισε να ριφθούν οι εκπεσόντες στα βάθη της αβύσσου για πάντα, οι γίγαντες να αφανιστούν από τα ίδια τους τα χέρια και το αμαρτωλό γένος των ανθρώπων να εκλείψει από τον Κατακλυσμό.

Οι εκπεσόντες παρακάλεσαν τον Ενώχ να μεσολαβήσει για αυτούς στο Θεό αλλά Εκείνος τους απάντησε ότι οι άγγελοι μεσολαβούν για τους ανθρώπους και όχι το αντίστροφο. Συνεχίζοντας το κείμενο αναφέρει το εξαιρετικά ενδιαφέρον, ότι οι γίγαντες θα γεννήσουν πονηρά πνεύματα που θα καλούνται πνεύματα του κακού, δεν θα τρώνε, δεν θα πίνουν, θα είναι αόρατα και υπεύθυνα για κάθε συμφορά των ανθρώπων.
<Το έργο “Fall of the Rebel Angels” του Peter Paul Rubens(1618-1620)- Oil on canvas. Alte Pinakothek, Munich, Germany

Σχόλια για την πτώση των αγγέλων
Έχουν υπάρξει διάφορες απόπειρες ερμηνείας της παραπάνω διήγησης, που αποτελεί και το «αιρετικότερο» σημείο του βιβλίου.
Κατ’ αρχήν οφείλει να επισημανθεί πως ένα τέτοιο κείμενο μπορεί να είναι αλληγορικό και η πραγματική ερμηνεία του να βασίζεται σε «κλειδιά» χωρίς τη γνώση των οποίων δεν είναι δυνατό να ερμηνευτεί. Εγώ θα στηριχτώ σε όσα αυτολεξί περιγράφονται.

Ισχυρίζονται κάποιοι ότι η μετάφραση της λέξης «Ελωίμ» είναι λανθασμένη, επειδή αυτή δεν μεταφράζεται μόνο ως άγγελοι, όπως στον Ενώχ αλλά και ως υιοί του Θεού ή ενάρετοι άνθρωποι.

Επομένως οι «υιοί του Θεού»- δηλαδή οι ενάρετοι άνθρωποι- αναπαράχθηκαν με «κατώτερες» γυναίκες διαπράττοντας αμαρτία και όχι οι

Aγγελοι του Θεού.
Η αλήθεια είναι ότι η εβραϊκή λέξη «Ελωίμ» είναι πληθυντικός αριθμός, σημαίνει «θεοί» ή «δυνάμεις» και η φράση «bne Elohim» σημαίνει «υιοί των Θεών», όπως αναφέρεται και στη Γένεση στην επίμαχη φράση «ιδόντες δε οι υιοί του Θεού τας θυγατέρας των ανθρώπων…» (Γεν. 6, 2). Η επεξήγηση του σημείου αυτού στη μετάφραση που έχω στη διάθεσή μου (Αδελφότης Σωτήρ υπό Ν. Βασιλειάδη) ισχυρίζεται ότι οι «υιοί του Θεού» είναι οι απόγονοι της ευσεβούς γενεάς του Σηθ από τον Ενώς και οι θυγατέρες των ανθρώπων είναι οι απόγονοι της γενεάς του Κάιν, η οποία χαρακτηρίζεται ως διεφθαρμένη.

Στο κείμενο όμως του Ενώχ αναφέρεται: «ήταν διακόσιοι εκείνοι που κατέβηκαν στα χρόνια του Ιάρεδ στην κορυφή του όρους Ερμώμ».
Εάν λοιπόν επρόκειτο για ανθρώπους, από ποιο ψηλότερο προφανώς σημείο κατέβηκαν στο όρος; Για να κατέβει κανείς κάπου, πρέπει να βρίσκεται ψηλότερα και τι είναι ψηλότερα από ένα βουνό;

Αυτό, μαζί με την ερμηνεία που στηρίζεται στους υιούς του Θεού ως απογόνους του Σηθ, μας φέρνει έντονα στο νου το απόκρυφο – ψευδεπίγραφο βιβλίο του Αδάμ και της Εύας, όπου αναφέρεται ότι οι Πρωτόπλαστοι εκδιωχθέντες από τον Παράδεισο έζησαν στην κορυφή ενός πανύψηλου όρους και μετά τη δολοφονία του ‘Aβελ, οι απόγονοι του Κάιν έζησαν στους πρόποδες του όρους και απαγορευόταν στους ευσεβείς της κορυφής να κατέβουν και να συγχρωτιστούν με τους μιαρούς συγγενείς τους στους πρόποδες.

Αλλά, ακόμα και αυτό να δεχτούμε ως εξήγηση, το κείμενο αναφέρει τους «καταβάντες επί του Αραντίς», επομένως δεν δεχόμαστε ότι οι ευσεβείς της κορυφής κατέβηκαν στους μιαρούς αλλά κάποιοι ψηλότερα από το όρος.

Η ερμηνεία της λέξης ως «άνθρωποι», όμως, δεν εξηγεί τα προϊόντα αυτής της ένωσης, δηλαδή τους γίγαντες ή Νεφιλίμ, όπως αναφέρονται στο κείμενο.

Εάν επρόκειτο για ανθρώπους, για ποιο λόγο η αναπαραγωγή τους οδήγησε στη γέννηση Γιγάντων, οι οποίοι αναφέρονται και στη Γένεση; «οι δε γίγαντες ήσαν επί της γης εν ταις ημέραις εκείναις. Και μετ’ εκείνο, ως αν εισεπορεύοντο οι υιοί του Θεού προς τας θυγατέρας των ανθρώπων και εγεννωσαν εαυτοίς. Εκείνοι ήσαν οι γίγαντες οι απ’ αιώνος, οι άνθρωποι οι ονομαστοί» (Γεν. 6, 4).

Ενώ στους Αριθμούς (33, 13) αναφέρει ότι ήταν υιοί των «Ανάκ» και υπαινίσσεται ότι τελικά ο Κατακλυσμός δεν τους κατάστρεψε όλους αλλά κάποιοι τουλάχιστον επέζησαν στην περιοχή της Παλαιστίνης.

Ένα ακόμα επιχείρημα όσων δέχονται την εκδοχή της λανθασμένης μετάφρασης στηρίζεται στη Γένεση, όπου ο Θεός αναφέρει: «ου μη καταμείνει το πνεύμα μου εν τοις ανθρώποις τούτοις εις τον αιώνα δια το είναι αυτούς σάρκας» (Γεν. 6,3).

Εάν εξετάσουμε το κείμενο, όμως, διαπιστώνουμε ότι η λέξη «άνθρωποι» μπορεί να αναφέρεται στους Γίγαντες και όχι στους γεννήτορές τους εκπεσόντες ή Εγρήγορους. Το νόημα δεν αλλάζει αν το θεωρήσουμε αυτό και συμφωνεί με το βιβλίο του Ενώχ, ότι «γεννηθέντες υπό πνευμάτων και σαρκός… εν τη γη η κατοίκησις αυτών έσται».

Επομένως, θεωρώ ότι και αυτό το επιχείρημα που εκφράστηκε από τον ‘Aγιο Αυγουστίνο δεν αποκλείει την ορθότητα του κειμένου του Ενώχ.

Το κεντρικότερο, όμως, επιχείρημα των επικριτών του βιβλίου είναι ότι, σύμφωνα με αυτούς, οι ‘Aγγελοι δεν είναι δυνατό ως πνεύματα να τεκνοποιήσουν. Θα σταθούμε εδώ περισσότερο.

Στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ο Χριστός αναφέρει ότι «εν γαρ τη αναστάσει ούτε γαμούσιν ούτε εκγαμίζονται αλλ’ ως άγγελοι Θεού εν ουρανώ εισί».

Στηριζόμενοι πάνω σε αυτό, οι επικριτές του βιβλίου ισχυρίζονται ότι ο ίδιος ο Χριστός έχει δώσει τελεσίδικη απάντηση σε αυτές τις θεωρίες. Και πάλι, όμως, ο Θεάνθρωπος θα μπορούσε να εννοεί όχι τους Αγγέλους ως σύνολο αλλά εκείνους που επέλεξαν να μη μιανθούν, τους δίκαιους αγγέλους που απάντησαν στο κάλεσμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και παρέμειναν στον Παράδεισο.

Δεν ξεκαθαρίζει σε καμία περίπτωση αν οι ‘Aγγελοι έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν ζωή ή όχι. Οι ‘Aγγελοι υποτίθεται ότι είναι άφυλα πνεύματα, τουλάχιστον στην Ορθόδοξη παράδοση που κατ’ ανάγκην απεικονίζονται με νεαρή αντρική μορφή στην εικονογραφία, όπως και οι Δαίμονες.

Ωστόσο οι τελευταίοι έχουν κατηγορηθεί για ασέλγειες σε βάρος ζωντανών ανδρών και γυναικών, με τη μορφή των Incubi – Succubi. Δεν γνωρίζω εάν έχει αναφερθεί περίπτωση τεκνοποίησης αλλά υπάρχουν πολλές περιπτώσεις σεξουαλικών επαφών. Η Ιερά Εξέταση κατηγορούσε μάγισσες για ασελγείς πράξεις με δαίμονες, ‘Aγιοι της εκκλησίας αναφέρουν ότι είχαν ταλαιπωρηθεί από αυτούς.

Η τεκνοποίηση από Θεούς και Θεές είναι κοινή παράδοση σε ολόκληρο τον κόσμο και η άμωμος σύλληψη του Χριστού και άλλων, έγινε με τη μεσολάβηση ενός πνεύματος και υποτίθεται πως και ο Αντίχριστος της χριστιανικής παράδοσης θα είναι προϊόν μιας τέτοιας άνομης σύλληψης.

Κάτι που συνήθως διαφεύγει της προσοχής όλων αυτών που έχουν ασχοληθεί με το θέμα που διαπραγματευόμαστε, είναι η στάση των θυγατέρων των ανθρώπων. Για ποιο λόγο δέχτηκαν χωρίς να φοβούνται (το λιγότερο) την επαφή με πνευματικές οντότητες που προφανώς διέφεραν εντελώς από αυτές;

Σε ολόκληρη τη φύση, το θηλυκό πρέπει να νιώσει μια έλξη για το αρσενικό, το οποίο μπορεί να είναι ωραίο ή άσχημο, πάντως μοιάζει με τα άτομα του είδους του, εάν εξαιρέσει κανείς τουλάχιστον τις διαστροφές.

Θα μπορούσαν λοιπόν οι Εγρήγοροι να είχαν εξαπατήσει τις γυναίκες, εμφανιζόμενοι με ανθρώπινη μορφή; Φυσικά και θα μπορούσαν, ολόκληρη η Παλαιά Διαθήκη αλλά και το βιβλίο του Ενώχ αναφέρουν ότι οι ‘Aγγελοι μπορούν να αποκτούν ανθρώπινη μορφή όταν το θελήσουν, επομένως, λογικά, θα έπρεπε να εμφανιστούν μπροστά τους ως άνθρωποι.

Αν δήλωσαν την ταυτότητά τους δεν το ξέρουμε, πάντως ίσως και να το έκαναν, αλλιώς ο Θεός δεν θα είχε λόγο να εξοργιστεί με τις γυναίκες, αφού έπεσαν θύμα απάτης. Αλλά ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης έχει τόσα ανθρώπινα ελαττώματα που κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τον τρόπο που θα αντιδρούσε.

Οι χριστιανικές αντιλήψεις φαίνεται να τοποθετούν την πτώση των Αγγέλων σε προανθρώπινες εποχές, πριν από τη δημιουργία του Αδάμ. Η Γένεση αναφέρει ότι η εξαπάτηση της Εύας από τον Όφι συνέβη στον Παράδεισο, επομένως η Πτώση πρέπει να είχε συμβεί νωρίτερα.

Όμως, ο Ενώχ μας διηγείται ότι ήταν στα χρόνια του Ιάρεδ που κατέβηκαν οι Γρηγορούντες στο όρος Ερμώμ, δηλαδή σε εποχές που οι άνθρωποι ζούσαν ήδη στη Γη, εκδιωγμένοι από τον Παράδεισο εδώ και πολλές γενεές, τουλάχιστον έξι στον αριθμό.

Και αν όντως το μήλο συμβολίζει τις γνώσεις που δεν έπρεπε ποτέ ένα πνεύμα να αποκαλύψει σε ανθρώπους, τότε θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ο συγγραφέας της Γένεσης είχε υπ’ όψην του την αφήγηση του Ενώχ, αν και ο ίδιος ή κάποιοι άλλοι φρόντισαν να τη λογοκρίνουν και να την καλύψουν πίσω από ένα συμβολισμό.

Η γέννηση του Νώε
Ο Λάμεχ, εγγονός του Νώε, παντρεύτηκε και όταν η γυναίκα του απέκτησε παιδί, τρόμος κατέλαβε την ψυχή του. Η σάρκα του παιδιού ήταν λευκή σαν το χιόνι και ρόδινη όπως το τριαντάφυλλο, ενώ και τα μαλλιά του ήταν και αυτά λευκά. Μόλις άνοιξε τα μάτια του φωτίστηκε το δωμάτιο και μόλις άνοιξε το στόμα του άρχισε να υμνεί το Θεό.

Ο Λάμεχ, φοβούμενος μήπως δεν ήταν δικό του το παιδί αλλά ενός αγγέλου, έστειλε τον πατέρα του τον Μαθουσάλα στον Ενώχ, που ήδη κατοικούσε με τους αγγέλους, για να τον συμβουλευτεί.

Ο Ενώχ τον διαβεβαίωσε ότι ήταν δικό του παιδί, του εξιστόρησε την πτώση των Γρηγορούντων αγγέλων και του προφήτευσε ότι ο Νώε θα επιζούσε από τον κατακλυσμό που θα αφάνιζε τους ανθρώπους και τα προϊόντα των μιαρών ενώσεων με τους εκπεσόντες.

Σχόλια
Σε πρώτη φάση η εικόνα του Νώε μοιάζει με αλβινισμό, νόσο κατά την οποία δεν παράγεται καθόλου μελανίνη στο σώμα. Κανένας albino, όμως δεν μπορεί να μιλήσει από τη στιγμή της γέννησής του.

Στην απορία του Λάμεχ φαίνεται πως η πεποίθηση για τις αναπαραγωγικές ικανότητες των αγγέλων ήταν κοινή και δεν θα μπορούσε να είχε επηρεαστεί από τον Ενώχ, αφού ο τελευταίος μόλις τότε αποκάλυψε στο Μαθουσάλα την πτώση των Εγρήγορων και τον επερχόμενο κατακλυσμό.

Θα μπορούσε η περιγραφή του Νώε να είναι μια συμβολική αναφορά στη δημιουργία της λευκής φυλής; Δυστυχώς δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένα στοιχεία για τόσο μεγάλη αρχαιότητα των Εβραίων ούτε και υπάρχουν αναφορές για την εμφάνιση των υιών του Νώε. Εδώ, όπως και στην ιστορία του κατακλυσμού, φαίνεται ίσως πιο έντονα από ποτέ η πιθανότητα επιρροής των αντιγραφέων ή και των συγγραφέων από προγενέστερές τους πηγές.

Ο Ενώχ ζούσε ήδη με τους αγγέλους σε έναν τόπο μακρινό μεν αλλά προσβάσιμο από το Μαθουσάλα. Που μπορεί να ήταν αυτός ο τόπος κανείς δεν γνωρίζει. Πάντως, μετά από κει ο Ενώχ ανελήφθη στους ουρανούς.

Στέκουν λογικά οι απόψεις όλων εκείνων που ισχυρίζονται ότι δεν ήταν άγγελοι αλλά νοήμονα όντα από άλλους πλανήτες που συνευρέθησαν με τις θνητές κατεβαίνοντας από τα ιπτάμενα οχήματά τους και λόγω της διαφοράς στο γενετικό υλικό γέννησαν γίγαντες; Αυτό το αφήνω στην κρίση σας.
Επίλογος.
Το βιβλίο του Ενώχ παρουσιάστηκε εντελώς συνοπτικά και με μεγαλύτερο βάρος στην πτώση των αγγέλων και λιγότερο στη γέννηση του Νώε. Φυσικά όμως, το κείμενο δεν περιλαμβάνει μόνο αυτά τα γεγονότα αλλά και περιγραφές για άλλες σφαίρες ύπαρξης, ερμηνείες των ουράνιων φαινομένων, τα ονόματα των «αρχόντων» των ουράνιων σωμάτων ή αγγέλων των δυνάμεων, όπως χαρακτηριστικά αναφέρονται. Τα αποσπάσματα αυτά περιέχουν πολλά δυσνόητα σημεία και αποτελούν πρόσφορο έδαφος για μελέτη.

Ο αποκλεισμός του βιβλίου από τη σειρά της Παλαιάς Διαθήκης είναι κατανοητός εφόσον τα όσα περιγράφονται αντιτίθενται στις παραδόσεις που ασπάστηκε η εκκλησία στην προσπάθειά της να εισάγει ένα νέο δόγμα, απαλλαγμένο από παλαιές αντιλήψεις παρεμφερών δογμάτων. Το κατά πόσο το πέτυχε αυτό η εκκλησία είναι ένα θέμα που δεν αφορά το συγκεκριμένο άρθρο.

Ο Θεός του Ενώχ είναι ο τυπικός Θεός ολόκληρης της Παλαιάς Διαθήκης. Σκληρός, τιμωρός, αμετάπειστος, μεγαλειώδης μπροστά στην παντοδυναμία του, ανυποχώρητος μπροστά στη συγγνώμη των εκπεσόντων, με υποψίες ανθρώπινων συναισθημάτων και κυρίως οργής.

Οι Δαίμονες που ταλαιπωρούν του ανθρώπους δεν είναι στον Ενώχ οι Εγρήγοροι. Αυτοί περιγράφονται μάλλον ως θλιβερές φιγούρες, σε αντίθεση με τη χριστιανική παράδοση που τους θεωρεί υπαίτιους κάθε κακού. Στον Ενώχ τα πνεύματα των Γιγάντων είναι εκείνα που προκαλούν τα δεινά, εγκλωβισμένα στην κατώτερη υλική διάσταση από την οποία και γεννήθηκαν.

Η έννοια της απόκτησης γνώσης είναι επίσης διφορούμενη. Από τη μια θεωρείται αμαρτωλή, που τη μετέδωσαν οι εκπεσόντες Εγρήγοροι και από την άλλη ο Ενώχ προσφέρει άφθονη από αυτή. Ενώ δηλαδή παραχωρεί μερικές αστρονομικές και αστρολογικές γνώσεις, μέμφεται τον Ακιβιήλ, τον Ταμιήλ και τον Ασαραβήλ που δίδαξαν τα ίδια πράγματα στις θυγατέρες των ανθρώπων. Οι ομοιότητες με την ιστορία των Τιτάνων και κυρίως με τον Προμηθέα είναι εμφανείς.

Και είναι να αναρωτιέται κανείς εάν όλος αυτός ο τεχνολογικός πολιτισμός που έχουμε αναπτύξει, που μπορεί να καταστρέψει αλλά και να σώσει, ξεκίνησε από ένα μίασμα ή αν είναι ένα Θεϊκό δώρο.

Ποιος Θεός που δεχόμαστε ότι είναι η τέλεια ύπαρξη θα είχε ελαττώματα τόσο εκδικητικά, τόσο ανθρώπινα, που θα στερούσε από τα αγαπημένα του πλάσματα τις γνώσεις για να καλυτερεύσουν τη ζωή τους;

Για αυτό, το βιβλίο του Ενώχ, άσχετα με την ορθότητα ή μη των διηγήσεών του, όπως και όλα της Παλαιάς Διαθήκης, προσφέρονται για γόνιμους προβληματισμούς γύρω από θρησκευτικά- θεολογικά και όχι μόνο ζητήματα.

Βιβλιογραφία:
1. Γένεση, Αδελφότητα θεολόγων « Ο Σωτήρ».

2. Βιβλίον του Ενώχ, Γρηγ. Κατσαρέα, εκδόσεις Σπανός.

3. Η Καινή Διαθήκη, μετάφραση � αν. Τρεμπέλα, εκδόσεις Σωτήρα.

4. Θεϊκές Επαφές, Ζεκάρια Σίτσιν, εκδόσεις Έσοπτρον.

5. Η βιογραφία του Διαβόλου, Peter Stanford, εκδόσεις Αρχέτυπο

Γιατί Πιστεύουμε;

Γιατί Πιστεύουμε;Η γνώση που συγκεντρώνουμε από τις επιστημονικές μελέτες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πως ερμηνεύουμε τα στοιχεία. Οι ερμηνείες, όμως, υπακούν στους ίδιους κανόνες που διέπουν τις αντιλήψεις μας για την πραγματικότητα. Είναι γεμάτες παραδοχές, γενικεύσεις, παραλείψεις και λάθη.

Στις κοινωνικές επιστήμες, αυτά τα λάθη αποκαλούνται γνωστικές προκαταλήψεις. Αυτές οι προκαταλήψεις είναι ενσωματωμένες τόσο στους αντιληπτικούς και τους συναισθηματικούς μηχανισμούς του εγκεφάλου όσο και στους γνωστικούς.

Μέχρι να φτάσει η αντιληπτική πληροφορία στη συνείδηση, το άτομο έχει προλάβει να την μετατρέψει σε κάτι καινούργιο και μοναδικό. Αυτή η ανακατασκευή της πραγματικότητας αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζουμε τα πιστεύω μας για τον κόσμο.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των πιστεύω μας παίζει επίσης η λογική, η ορθή σκέψη και η κοινωνική συναίνεση. Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον κόσμο. Αν εντοπίσουμε αυτές τις προκαταλήψεις, μπορούμε να γίνουμε πιο πιστοί. Τα τελευταία 50 χρόνια, ερευνητές, επιστήμονες, ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι ταυτοποίησαν εκατοντάδες γνωστικές, κοινωνικές και συμπεριφορικές διαδικασίες, αλλά και διαδικασίες λήψης αποφάσεων.

Παρακάτω, συγκέντρωσα 27 προκαταλήψεις τις οποίες θεωρώ απαραίτητες για την αξιολόγηση των αντιλήψεών μας και των πιστεύω μας για τον κόσμο.

Η προκατάληψη της οικογένειας. Όλοι μας έχουμε την προδιάθεση να πιστεύουμε αυτόματα τις πληροφορίες που μας παρέχουν μέλη της οικογένειάς μας και στενοί φίλοι. Από τότε που γεννιόμαστε, ο εγκέφαλός μας βασίζεται σε αυτά τα άτομα, γι’ αυτό και τείνουμε να αποδεχόμαστε τον κόσμο χωρίς να ελέγχουμε τα γεγονότα.

Η προκατάληψη της εξουσίας. Τείνουμε να πιστεύουμε ανθρώπους που κατέχουν θέσεις ισχύος και γοήτρου. Τους θεωρούμε πιο αξιόπιστους, χωρίς να ελέγχουμε τις πηγές τους.

Η προκατάληψη της γοητείας. Θεωρούμε πιο αξιόπιστους τους πιο ψηλούς και γοητευτικούς ανθρώπους, επειδή ο εγκέφαλός μας έλκεται από αυτό που τον ευχαριστεί αισθητικά. Οι πιο ευπαρουσίαστοι άνθρωποι έχουν περισσότερες πιθανότητες να μας πείσουν.

Η προκατάληψη της επιβεβαίωσης. Έχουμε την τάση να δίνουμε έμφαση σε πληροφορίες που στηρίζουν τα πιστεύω μας, ενώ υποσυνείδητα αγνοούμε ή απορρίπτουμε πληροφορίες που τα αντικρούουν. Από τη στιγμή που τα πιστεύω μας έχουν ενσωματωθεί στο νευρικό μας κύκλωμα, στοιχεία που αντιτίθεται σε αυτά δεν μπορούν πολλές φορές να εισβάλλουν στις υπάρχουσες διαδικασίες του εγκεφάλου.

Η προκατάληψη της αυτοεξυπηρέτησης. Σε συνδυασμό με την προκατάληψη της επιβεβαίωσης, εμφανίζουμε επίσης την τάση να συντηρούμε πεποιθήσεις που ευνοούν τα προσωπικά μας συμφέροντα και τους προσωπικούς μας στόχους.

Η προκατάληψη της ομάδας. Υποσυνείδητα, υιοθετούμε ευνοϊκή μεταχείριση για τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας και σπάνια αμφισβητούμε τα πιστεύω τους, επειδή ο εγκέφαλός μας είναι έτσι κατασκευασμένος, ώστε να αναζητά τη συμφωνία με τους γύρω του.

Η προκατάληψη για άτομα εκτός ομάδας. Γενικά, απορρίπτουμε ή υποτιμούμε τα πιστεύω ανθρώπων που δεν ανήκουν στην ομάδα μας, κυρίως όταν οι πεποιθήσεις τους διαφέρουν αισθητά από τις δικές μας. Επιπλέον, έχουμε τη βιολογική προδιάθεση να αναστατωνόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους διαφορετικού εθνοτικού και πολιτιστικού υποβάθρου – έστω κι αν είναι μέλη της ομάδας μας.

Η προκατάληψη της κοινωνικής συναίνεσης. Όσο περισσότερο οι άλλοι συμφωνούν μαζί μας, τόσο περισσότερο πιστεύουμε ότι οι πεποιθήσεις μας είναι αληθινές. Αντίθετα, όσο περισσότερο διαφωνούν οι άλλοι μαζί μας, τόσο πιθανότερο είναι να καταπιέσουμε και να αμφισβητήσουμε τα ίδια μας τα πιστεύω – ακόμα κι όταν είναι σωστά.

Η προκατάληψη του πλήθους. Αυτή η προκατάληψη αντικατοπτρίζει την τάση μας να υιοθετούμε το σύστημα πεποιθήσεων της ομάδας στην οποία ανήκουμε. Όσο περισσότεροι άνθρωποι μας περιβάλλουν, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να τροποποιήσουμε τα πιστεύω μας για να ταιριάζουν με τα δικά τους.

Η προκατάληψη της προβολής. Συχνά υποθέτουμε, χωρίς να το επαληθεύουμε, ότι τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας έχουν παρόμοια πιστεύω, παρόμοιες ηθικές αξίες και βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια μας. Η CIA περιγράφει αυτή την προκατάληψη ως τη νοοτροπία “όλοι σκέφτονται όπως εμείς” και τη θεωρεί μια από τις πιο επικίνδυνες – επειδή οι διαφορετικοί πολιτισμοί και οι διαφορετικοί τύποι ανθρώπων (όπως οι τρομοκράτες) δεν σκέφτονται όπως εμείς.

Η προκατάληψη της προσμονής. Όταν ψάχνουμε για πληροφορίες, ή όταν κάνουμε κάποια έρευνα, έχουμε την τάση να “ανακαλύπτουμε” αυτό ακριβώς που ψάχνουμε. Στην ιατρική, οι διπλά τυφλές μελέτες έχουν σκοπό να εξαλείψουν αυτή τη διαβρωτική προκατάληψη.

Η προκατάληψη των “μαγικών αριθμών”. Οι αριθμοί επηρεάζουν τα πιστεύω μας εξαιτίας των ισχυρών ποσοτικών λειτουργιών του εγκεφάλου. Όσο πιο μεγάλος και υποβλητικός είναι ένας αριθμός, τόσο μεγαλύτερη είναι και η συναισθηματική του αντίδραση. Κι αυτή με τη σειρά της ενδυναμώνει την εμπιστοσύνη μας στην πληροφορία που προσδιορίζεται ποσοτικά.

Η προκατάληψη της πιθανότητας. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο τυχεροί από τους άλλους και ότι μπορούμε να καταπολεμήσουμε τις ανισότητες (άτομα με κατάθλιψη τείνουν να πιστεύουν το αντίθετο). Αυτή η αισιοδοξία είναι επίσης γνωστή ως η προκατάληψη του τζογαδόρου.
Αν στρίψεις ένα νόμισμα, και φέρεις κορώνα 9 φορές στη σειρά, οι περισσότεροι άνθρωποι θα στοιχηματίσουν πολλά λεφτά ότι την επόμενη φορά θα είναι γράμματα. Φυσικά, οι πιθανότητες παραμένουν ίδιες κάθε φορά που στρίβεις ένα νόμισμα: πάντα υπάρχουν 50 τοις εκατό πιθανότητες να φέρεις γράμματα.
Επίσης, όλοι κουβαλάμε “μαγικές” προκαταλήψεις από την παιδική μας ηλικία. Έτσι, πολλοί ενήλικες, κυρίως οι τζογαδόροι, έχουν πάνω τους διάφορα φυλαχτά (ένα τετράφυλλο τριφύλλι, ένα λαγοπόδαρο, ένα νόμισμα) που υποτίθεται ότι τους φέρνουν τύχη.

Η προκατάληψη της αιτίας-αποτελέσματος. Ο εγκέφαλός μας έχει την προδιάθεση να κάνει συνειρμούς ανάμεσα σε δύο γεγονότα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ τους. Αν πιεις κάποιο βότανο και σου περάσει το κρυολόγημα, τότε αποδίδεις την ανάρρωσή σου στο βότανο αυτό, έστω κι αν σε αυτό συνέβαλαν στην πραγματικότητα δεκάδες άλλοι άσχετοι παράγοντες.

Η προκατάληψη της ευχαρίστησης. Τείνουμε να πιστεύουμε ότι οι ευχάριστες εμπειρίες αντικατοπτρίζουν μεγαλύτερες αλήθειες απ’ ό,τι οι δυσάρεστες εμπειρίες. Εν μέρει επειδή τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου βοηθούν στον έλεγχο της δύναμης των αντιλήψεων, των αναμνήσεων και των σκέψεων.

Η προκατάληψη της προσωποποίησης. Δείχνουμε ιδιαίτερη προτίμηση στο να δίνουμε αρετές έμψυχων όντων σε άψυχα αντικείμενα. Επίσης. συνηθίζουμε να δίνουμε ανθρώπινη μορφή ή μορφή ζώου σε αφηρημένα ερεθίσματα (σκιές, συγκεχυμένους θορύβους, κ.λπ.). Αυτή η αντιληπτική και γνωστική λειτουργία πυροδοτεί διάφορες δεισιδαιμονίες.

Η προκατάληψη της αντίληψης. Ο εγκέφαλός μας υποθέτει αυτόματα ότι οι αντιλήψεις και τα πιστεύω μας αντιπροσωπεύουν αντικειμενικές αλήθειες για τον εαυτό μας και τον κόσμο. Εξ ου και η έκφραση “Αν δεν το δω, δεν το πιστεύω”.

Η  προκατάληψη της επιμονής. Όταν πιστεύουμε σε κάτι, επιμένουμε ότι είναι αληθινό, ακόμη κι όταν έχουμε στη διάθεσή μας στοιχεία που λένε το αντίθετο. Και όσο περισσότερο συντηρούμε ορισμένες πεποιθήσεις, τόσο πιο βαθιά εντυπώνονται στο νευρικό μας κύκλωμα.

Η προκατάληψη της ψευδούς μνήμης. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συγκρατεί για περισσότερο χρονικό διάστημα ψευδείς απ’ ότι αληθείς μνήμες. Επίσης, είναι εύκολο να εμφυτεύσεις ψευδείς μνήμες σε άλλους όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και οι πληροφορίες είναι αληθοφανείς.

Η προκατάληψη της θετικής μνήμης. Όταν αναπολούμε το παρελθόν, τείνουμε να ωραιοποιούμε τα γεγονότα και να τους δίνουμε μια πιο θετική δύναμη από την πραγματική.

Η προκατάληψη της λογικής. Έχουμε την τάση να πιστεύουμε επιχειρήματα που μας φαίνονται πιο λογικά. Επίσης, συνηθίζουμε να αγνοούμε πληροφορίες που δεν μας φαίνεται ότι βγάζουν νόημα. Όπως έχει πει ο Γουίλιαμ Τζέημς: “Κατά κανόνα, δεν πιστεύουμε τα γεγονότα και τις θεωρίες που φαίνονται άχρηστες”.

Η προκατάληψη της πειθούς. Όταν διαφωνούμε για κάποιο θέμα, πιστεύουμε συνήθως εκείνον που έχει πιο δραματικά και συναισθηματικά επιχειρήματα για μια άποψη. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συντονίζεται με τους καλούς ομιλητές, με αποτέλεσμα αν κινδυνεύουμε να πιαστούμε αιχμάλωτοι των συναισθημάτων και των πεποιθήσεών τους.

Η προκατάληψη του πρώτου. Δίνουμε περισσότερο βάρος και θυμόμαστε πιο εύκολα ονόματα και πληροφορίες που αναγράφονται πρώτα σε μια λίστα.

Η προκατάληψη της αβεβαιότητας. Ο εγκέφαλός μας δεν συμπαθεί την αβεβαιότητα και την αοριστία. Γι’ αυτό, από το να μην είμαστε σίγουροι, προτιμάμε είτε να πιστεύουμε είτε να μην πιστεύουμε.

Η προκατάληψη των συναισθημάτων. Τα δυνατά συναισθήματα συνήθως παρεμποδίζουν τη λογική και την ορθή κρίση. Ο θυμός έχει την τάση να μας δημιουργεί την πεποίθηση ότι έχουμε δίκιο και το σωστό με το μέρος μας. Η αγωνία υπονομεύει αυτήν ακριβώς την πεποίθηση, ενώ η κατάθλιψη επισκιάζει τις αισιόδοξες πεποιθήσεις.

Η προκατάληψη της δημοσιότητας. Οι εκδότες βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών προτιμούν να εκδίδουν έργα με αίσιο τέλος, ενώ απορρίπτουν έργα με αρνητική έκβαση. Έτσι, μια έρευνα που δεν έχει επίδραση στον κόσμο έχει λιγότερες πιθανότητες να δημοσιευθεί σε σχέση με ένα εύρημα με θετικά αποτελέσματα. Μια άλλη διάσταση αυτής της προκατάληψης είναι η τάση των αναγνωστών να θεωρούν αυτόματα αλήθεια ό,τι δημοσιεύεται, ακόμη κι αν αποτελεί δημοσίευμα του κίτρινου τύπου.

Η προκατάληψη του τυφλού σημείου. Τελευταία, αλλά πολύ σημαντική, είναι η προκατάληψη που οι επιστήμονες αποκαλούν “προκατάληψη του τυφλού σημείου”. Οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν πόσες γνωστικές προκαταλήψεις έχουν στην πραγματικότητα ή πόσο συχνά πέφτουν θύμα αυτών τους των προκαταλήψεων.

Οι διαφημιστές και οι πολιτικοί έχουν πλήρη επίγνωση αυτών των τυφλών σημείων και στοχεύουν επίτηδες στις δικές μας προκαταλήψεις για να πουλήσουν τα προϊόντα ή τις ιδέες τους. Ως ένα βαθμό, όλοι μας χειραγωγούμε τους άλλους προκειμένου να τους πείσουμε να ενστερνιστούν τα δικά μας πιστεύω.

Το κάνουν οι γονείς με τα παιδιά τους, οι δάσκαλοι με τους μαθητές τους, οι ερευνητές με τους συναδέλφους τους, οι εραστές μεταξύ τους. Δυστυχώς, συχνά το κάνουμε χωρίς να συνειδητοποιούμε τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες του άλλου.

Η ψευδαίσθηση της αλήθειας

Η ψευδαίσθηση της αλήθειας (1)Αν δεχτούμε ότι ακόμη και ο τόνος της φωνής του εκφωνητή παίζει σπουδαίο επικοινωνιακό ρόλο δίνοντας έμφαση σε μια συγκεκριμένη ειδησεογραφική οπτική, αντιλαμβανόμαστε ότι τα περιθώρια ανάμεσα σ’ αυτό που λέμε είδηση και σχόλιο είναι όχι δυσδιάκριτα, αλλά αξεδιάλυτα. Ο Ουμπέρτο Έκο στο κείμενό του «Η Ψευδαίσθηση της Αλήθειας» είναι κατηγορηματικός: «Η υπόθεση της αντικειμενικότητας αποτελεί μέρος της “ιδεολογίας” της σύγχρονης δημοσιογραφίας, αλλά πρέπει να είναι σαφές ότι πρόκειται ακριβώς για μια “ιδεολογική” σκοπιά» και συνεχίζει:
«Λέγοντας “ιδεολογική” σκοπιά, θέλω να πω ότι πρόκειται για θεωρητική υπερδομή κατασκευασμένη για να καλύψει άλλα πράγματα» για να ολοκληρώσει: «… επομένως το να μιλάει κανείς για το μύθο της αντικειμενικότητας δε σημαίνει ότι κάνει “ψευδοφιλοσοφικές έρευνες”, αλλά ακριβώς το αντίθετο: σημαίνει ότι καταγγέλλει μια ψευδοφιλοσοφική θεωρία, δηλαδή τον ιδεολογικό μύθο της αντικειμενικότητας».
Όμως, η απόρριψη της αντικειμενικότητας στη δημοσιογραφία, ως ψευδοέννοια, δε συνεπάγεται ούτε την κατάργηση της δημοσιογραφικής επικοινωνίας με το κοινό, ούτε την απαξίωση της δημοσιογραφικής εντιμότητας, ούτε – πολύ περισσότερο – την ακύρωση του δημοσιογραφικού καθήκοντος, αλλά την περαιτέρω ανάδειξη της σημασίας της ενημέρωσης, που, ως ξεκάθαρη δημοσιογραφική παρέμβαση, οφείλει να αναπροσαρμοστεί κάτω από τα νέα δεδομένα, τα δεδομένα της ομολογούμενης υποκειμενικότητας.

Γιατί η έννοια του αντικειμενικού, δημοσιογραφικά τουλάχιστον, εμπεριέχει την έννοια της αυθεντίας ή αλλιώς της αδιαπραγμάτευτης αλήθειας, που μόνο ως καθηλωτικός μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει μετατρέποντας την ειδησεογραφική παρουσίαση σε τρόπο πειθούς, δηλαδή μεθοδευμένη χειραγώγηση.

Η κατάρρευση της δημοσιογραφικής αντικειμενικότητας γίνεται από τον Έκο απολύτως ανεπιτήδευτα, θα λέγαμε σαν κάτι αδιαπραγμάτευτα φυσικό, στα όρια του αυτονόητου. Η επιλογή των ειδήσεων που θα προβληθούν «και είναι μοιραίο, γιατί μια εφημερίδα δεν μπορεί να περιλάβει το σύμπαν» είναι μόνο η αφετηρία της αναπόφευκτης υποκειμενικότητας. Με τι κριτήρια θα γίνουν οι επιλογές των ειδήσεων; Ποια θα είναι η σειρά τους; Πόσος χρόνος ή χώρος θα αφιερωθεί σε κάθε είδηση; Αν μιλάμε για εφημερίδα, σε ποια σελίδα θα τοποθετηθεί η είδηση; Αν μιλάμε για τηλεόραση, ποιες ειδήσεις θα περάσουν με μικρά γράμματα από το κάτω μέρος της οθόνης;

Αν δεχτούμε ότι ακόμη και ο τόνος της φωνής του εκφωνητή παίζει σπουδαίο επικοινωνιακό ρόλο δίνοντας έμφαση σε μια συγκεκριμένη ειδησεογραφική οπτική, αντιλαμβανόμαστε ότι τα περιθώρια ανάμεσα σ’ αυτό που λέμε είδηση και σχόλιο είναι όχι δυσδιάκριτα, αλλά αξεδιάλυτα. Φυσικά, η προτεραιότητα των ειδήσεων βασίζεται σε κάποιες σταθερές και δε χρειάζεται να αναλύσουμε ούτε την εγγύτητα, ούτε την επικαιρότητα, ούτε τη σπανιότητα, ούτε τίποτε από όλα αυτά που καθορίζουν τις δημοσιογραφικές επιλογές και που θεωρούνται δεδομένα.
Οι ξεκάθαρα πολιτικές (και κομματικές) προτιμήσεις εφημερίδων και τηλεοπτικών σταθμών, που πληρούν απόλυτα τους κανόνες περί εγγύτητας, σπανιότητας κτλ, είναι η πιο ξεκάθαρη απόδειξη ότι η είδηση δεν αφορά το επικοινωνιακό πλαίσιο μιας ανακοίνωσης – που κι αυτή μπορεί να έχει σαφείς υποκειμενισμούς – αλλά μιας ολόκληρης παρουσίασης, που, τηλεοπτικά τουλάχιστον, παίρνει διαστάσεις δημόσιου θεάματος.
Το γεγονός ότι οι δημοσιογράφοι μιλούν περισσότερο από όλους τους καλεσμένους ή ότι διακόπτουν επιλεκτικά τους ομιλητές, αποδεικνύει ότι δεν είναι διεκπεραιωτές, αλλά καθοδηγητές της συζήτησης. Υπό αυτούς τους όρους (χωρίς να συνυπολογίσουμε τις περίεργες κοσμικές συναντήσεις απόλυτης εγκαρδιότητας μεταξύ πολιτικών, επιχειρηματιών των ΜΜΕ και δημοσιογράφων) είναι μάλλον αστείο να μιλάμε για αντικειμενικότητα.

Βέβαια, χωρίς να αναφερόμαστε σε περιπτώσεις διαπλοκής, όχι μόνο δεν είναι κακό να εκφράζει ο δημοσιογράφος την αναπόφευκτη υποκειμενικότητά του, αλλά ως ένα βαθμό ίσως είναι και θεμιτό, αφού μόνο το πρίσμα της υποκειμενικής παρουσίασης – ανάλυσης είναι που εξασφαλίζει αυτό που ονομάζουμε πλουραλισμό στην ενημέρωση: «Ο δημοσιογράφος δεν έχει το χρέος να είναι αντικειμενικός. Έχει το χρέος να παίζει το ρόλο του μάρτυρα. Πρέπει να λέει ό,τι ξέρει και πρέπει (αφού, για παράδειγμα, εκθέσει τις απόψεις και των δυο μερών που έχουν εμπλακεί σε μια διαμάχη) να λέει ποια είναι η δική του γνώμη».

Η συνείδηση – από την πλευρά του κοινού – της δημοσιογραφικής υποκειμενικότητας είναι η απαρχή της δικής του κρίσης. Η λειτουργία της δημοσιογραφίας ως αφετηρία κι όχι ως καταστάλαγμα σκέψης είναι η συμμετοχική ενημέρωση, δηλαδή η ενημέρωση που λειτουργεί συνειδητά ως βάση του προβληματισμού κι αυτό δεν έχει καμία σχέση με την επιβολή που πρέπει να επιτευχθεί με φωνές και τηλεοπτικούς τσαμπουκάδες. Η επίκληση της αντικειμενικότητας, είναι η επίκληση της δεδομένης προσωπικής υπεροχής που εκμηδενίζει όλες τις αντιστάσεις.

Ο έσχατος λαϊκισμός που εξασφαλίζει την παθητικότητα: «Ενάντια σ’ αυτή την ιδεολογία πρέπει να αγωνιστεί η δημοσιογραφία, αν θέλει να είναι δημοκρατική δημοσιογραφία. Δηλαδή, κατά τη γνώμη μου, το καθήκον του δημοσιογράφου δεν είναι να πείσει τον αναγνώστη ότι αυτός λέει την αλήθεια, αλλά να τον προειδοποιήσει ότι αυτός λέει τη “δική του” αλήθεια. Ότι υπάρχουν όμως κι άλλες».
Το γεγονός ότι οι δημοσιογράφοι μιλούν περισσότερο από όλους τους καλεσμένους ή ότι διακόπτουν επιλεκτικά τους ομιλητές, αποδεικνύει ότι δεν είναι διεκπεραιωτές, αλλά καθοδηγητές της συζήτησης.

Τις τελευταίες μέρες παρακολουθούμε ίσως τις πιο ένδοξες στιγμές της δημόσιας τηλεόρασης από δημοσιογραφική άποψη. Σοβαρές ειδήσεις, ελεύθερη έκφραση, καμία προσπάθεια συσκότισης. Θέματα που αφορούν πραγματικά την κοινωνία βρίσκονται σε πρώτο πλάνο από την αφάνεια που ήταν μέχρι τώρα.

Ίσως η καλύτερη τηλεόραση που είδαμε ποτέ και σίγουρα η πραγματική δημόσια τηλεόραση που θα έπρεπε να έχουμε. Το θέμα της αντικειμενικής δημοσιογραφίας στην πολύ υψηλής ποιότητας δημόσια τηλεόραση των τελευταίων ημερών κρίνεται μάλλον άστοχο – έως γελοίο, αφού το να ζητά κανείς αντικειμενικότητα από ανθρώπους που διεκδικούν να μη χάσουν τη δουλειά τους είναι προφανής παραλογισμός.

Οι δημοσιογράφοι της δημόσιας τηλεόρασης δεν έχουν πια καμία ανάγκη επίκλησης του αντικειμενικού, καθώς δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Η μεταβολή της ποιότητας της δημοσιογραφίας της δημόσιας τηλεόρασης από τη μια μέρα στην άλλη έγκειται σε ένα και μοναδικό παράγοντα. Την αποτίναξη οποιασδήποτε άνωθεν επιρροής. Η κατ’ επέκταση απαλλαγή από οποιαδήποτε επίφαση αντικειμενικότητας όχι μόνο δεν συνέβαλε αρνητικά, αλλά έφερε στο φως τις αληθινές διαστάσεις της δημοσιογραφίας.

Η εντιμότητα της δηλωμένα υποκειμενικής γνώμης, που δεν άγεται και φέρεται και που διατηρεί την αξιοπρέπεια της προσωπικής έκθεσης στα γεγονότα όχι μόνο δεν αλλοιώνει την είδηση ή δεν συμβάλλει στη χειραγώγηση κτλ, αλλά εκμηδενίζει όλες τις πιθανότητες εξαπάτησης, αφού καθιστά σαφές ότι εκθέτει υποκειμενικές απόψεις που χρήζουν προσωπικής κριτικής. Η συμφωνία ή διαφωνία είναι απόλυτη ευθύνη του θεατή.

Η μοναδική προϋπόθεση είναι η τιμιότητα της διαμορφωμένης υποκειμενικότητας, που δεν αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση άνωθεν ή προσωπικών συμφερόντων, που είναι δηλαδή απαλλαγμένη από όλες τις σκοπιμότητες (και η διεκδίκηση εργασίας από τους υπαλλήλους της δημόσιας τηλεόρασης δεν συγκαταλέγεται ούτε στις σκοπιμότητες, ούτε στα συμφέροντα), αφού μόνο έτσι ματαιώνεται κάθε διάθεση επιβολής μέσω της δήθεν αντικειμενικότητας.

Κι αν πολλοί ισχυρίζονται ότι η δημόσια τηλεόραση είναι εξ’ ορισμού ανελεύθερη από τις παρεμβάσεις της εκάστοτε εξουσίας, η ιδιωτική δεν είναι καθόλου απαλλαγμένη από παρόμοιες παρεμβάσεις που κινούνται ανάμεσα σε κατασκευαστικές εταιρείες και περίπλοκα οικονομικά συμφέροντα. Κι αν η χρηματοδότηση της δημόσιας τηλεόρασης από το κράτος δημιουργεί σχέσεις; εξάρτησης, τα κρατικοδίαιτα ιδιωτικά κανάλια που αποδεικνύονται ακριβότερα για τον πολίτη και που λειτουργούν με ξεκάθαρη πολιτική ανοχή, αφού επί της ουσίας είναι παράνομα, δεν μπορούν να θεωρούνται απαλλαγμένα από τέτοιες εξαρτήσεις.

Η διαφορά είναι ότι η δημόσια τηλεόραση μπορεί να διεκδικήσει ανεξαρτησία με νομοθετική ρύθμιση που να εξασφαλίζει την αποφυγή οποιασδήποτε πολιτικής παρέμβασης, ενώ τα ιδιωτικά κανάλια προφανώς δεν μπορούν να απαλλαχτούν από τα συμφέροντα των ιδιοκτητών τους. Ο πόλεμος με τις συχνότητες που έρχεται τώρα στην επιφάνεια δεν είναι παρά πόλεμος κυριαρχίας στο τηλεοπτικό τοπίο και η μάχη της τηλεοπτικής επιβολής δεν είναι παρά μάχη συμφερόντων.

Αν δεν ξεκαθαριστούν θεσμικά τα ζητήματα λειτουργίας της τηλεόρασης, τότε η μάχη αυτή θα μαίνεται ανεξέλεγκτα και το ανεξέλεγκτο επιφέρει το δίκιο του ισχυρού. Υπό αυτούς τους όρους, οι στρατευμένα επιβαλλόμενες απόψεις γίνονται αναγκαστικά καθεστώς και η επίκληση της αντικειμενικότητας, από κούφια έννοια, γίνεται επικίνδυνη πρακτική προώθησης ιδεολογημάτων. Ή, για το πούμε απλούστερα, όταν ακούμε για πολλή αντικειμενικότητα, όχι μόνο πρέπει να έχουμε μικρό καλάθι, αλλά να ψάχνουμε και το λάκκο στη φάβα.

To Rosetta ανατρέπει θεωρία για τον σχηματισμό του Ηλιακού Συστήματος

Μετρήσεις που συνέλεξε η αποστολή Rosetta δείχνουν ότι ο κομήτης 67P δεν έχει μαγνητικό πυρήνα, μια διαπίστωση που δείχνει να ανατρέπει μια βασική θεωρία για τον σχηματισμό των πλανητών.

H θεωρία
Η Γη και τα υπόλοιπα σώματα του Ηλιακού Συστήματος σχηματίστηκαν από τη σταδιακή συμπύκνωση των αερίων και της σκόνης που περιφέρονταν γύρω από τον νεογέννητο Ήλιο πριν από 4,6 δισ. χρόνια. Η σκόνη αυτή πρέπει να περιείχε μαγνητικά σωματίδια σιδήρου, όπως αυτά που εντοπίζονται σήμερα μέσα σε μετεωρίτες. Ο μαγνητικός σίδηρος έκανε τους κόκκους σκόνης να έλκονται και να ενώνονται σε μεγαλύτερα σωματίδια.
Αυτό για το οποίο διαφωνούν οι πλανητολόγοι είναι το κατά πόσο αυτός ο μαγνητισμός συνέχιζε να παίζει ρόλο όταν τα δομικά υλικά των πλανητών μεγάλωσαν και έφτασαν σε μέγεθος τα μερικά μέτρα, και τελικά τα δεκάδες και εκατοντάδες μέτρα.
Τα σώματα αυτά είχαν πλέον αρκετά ισχυρή βαρύτητα για να μπορούν να τραβήξουν πάνω τους άλλα σώματα. Ωστόσο, σύμφωνα με ορισμένα μαθηματικά μοντέλα, ακόμα και τα μεγάλα αυτά σώματα παρέμεναν μαγνητισμένα και επιτάχυναν τη διαδικασία συμπύκνωσης.

Τα νέα ευρήματα
Αν οι μετρήσεις στον κομήτη 67P ισχύουν και για άλλα αντικείμενα του Ηλιακού Συστήματος, η θεωρία αυτή θα πρέπει να εγκαταλειφθεί, αναφέρουν ερευνητές του Rosetta στην επιθεώρηση «Science».
«Εφόσον ο κομήτης 67P/Τσουριούμοφ-Γκερασιμένκο είναι αντιπροσωπευτικός όλων των πυρήνων κομητών, προτείνουμε την άποψη ότι οι μαγνητικές δυνάμεις είναι απίθανο να έπαιξαν ρόλο στη συσσωμάτωση πλανητικών δομικών λίθων με μέγεθος άνω του ενός μέτρου» δήλωσε ο Χανς-Ούλριχ Άουστερ, πρώτος συγγραφέας της δημοσίευσης.
Τις μαγνητικές μετρήσεις πραγματοποίησε το Philae, μια συσκευή σε μέγεθος πλυντηρίου που αποσυνδέθηκε από το μητρικό σκάφος της Rosetta και προσεδαφίστηκε στον κομήτη αφού πρώτα αναπήδησε τρεις φορές.
Το γεγονός ότι το ρομπότ ακούμπησε τον κομήτη σε τρία σημεία πριν καταλήξει στην τελική θέση αποδείχθηκε θετική εξέλιξη για τους ερευνητές του οργάνου Romap που ανιχνεύει τα μαγνητικά πεδία, αφού οι μετρήσεις ήταν περισσότερες από ότι είχαν προγραμματιστεί.
Βάσει της ανάλυσης των δεδομένων, είπε ο Άουστερ, «καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο κομήτης 67P είναι ένα εντυπωσιακά μη μαγνητικό αντικείμενο». Το Philae εξάντλησε την μπαταρία του και σταμάτησε να λειτουργεί λίγο μετά την προσεδάφισή του -προφανώς βρίσκεται σε σκιερή τοποθεσία και οι ηλιακοί συλλέκτες του δεν αποδίδουν.
Οι υπεύθυνοι της αποστολής Rosetta στην ευρωπαϊκή διαστημική υπηρεσία ESA διατηρούν ελπίδες ότι το ρομπότ θα ξυπνήσει κάποια στιγμή μέχρι το καλοκαίρι, όταν ο 67P θα βρίσκεται πια κοντά στον Ήλιο και οι συνθήκες φωτισμού θα έχουν αλλάξει.

Ενύπνια παράλυση

Οι επιστήμονες πιστεύουν, ότι η παράλυση του ύπνου (sleep paralysis) συμβαίνει όταν το άτομο ξυπνά κατά τη φάση REM (rapid eye movement) του ύπνου, στην οποία εμφανίζονται συνήθως τα όνειρα
«Ήταν βαθιά μεσάνυχτα, όταν η Ελίζαμπεθ ξύπνησε ξαφνικά τρομαγμένη και αντίκρισε μπροστά της μια απειλητική σκιά. Προσπάθησε να φωνάξει, να τσιρίξει δυνατά για να την ακούσει κάποιος, όμως δε μπορούσε καν να ανοίξει το στόμα της…».
Αυτό που βίωσε η Ελίζαμπεθ ήταν αυτό που αποκαλείται ως «παράλυση του ύπνου».
Πρόκειται για ένα τρομακτικό φαινόμενο, που βιώνει περίπου το 40% των ανθρώπων κάποια στιγμή στη ζωή τους, αναφέρει δημοσίευμα της MailOnline.
Τώρα, αμερικανοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι γνωρίζουν για ποιο λόγο συμβαίνει αυτή η παράξενη εμπειρία και δεν είναι κάτι άλλο, από ένα «μπέρδεμα» σε μια περιοχή του εγκεφάλου που κατέχει ένα νευρωνικό χάρτη του «εαυτού».
Οι επιστήμονες πιστεύουν, ότι η παράλυση του ύπνου (sleep paralysis) συμβαίνει όταν το άτομο ξυπνά κατά τη φάση REM (rapid eye movement) του ύπνου, στην οποία εμφανίζονται συνήθως τα όνειρα.
Η φάση REM διαρκεί περίπου 5-15 λεπτά και επαναλαμβάνεται περίπου κάθε 90 λεπτά καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας.
Παρότι το άτομο είναι ξύπνιο, οι μυς είναι παραλυμένοι, κάτι που μπορεί να είναι ένας εξελιγμένος μηχανισμός, προκειμένου οι άνθρωποι να μην υπνοβατούν ενώ βλέπουν όνειρα.
Από αυτούς που βιώνουν όμως εμπειρίες παράλυσης του ύπνου, μια μικρή ομάδα αναφέρει ότι αισθάνεται την παρουσία μιας δαιμονικής φιγούρας στο χώρο, που τους πιέζει στο στήθος.
Η ομάδα των ερευνητών από το πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια ισχυρίζεται, ότι μια εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι πως συντελείται μια διαταραχή στην περιοχή του εγκεφάλου που συγκρατεί το νευρωνικό χάρτη του εαυτού του.
«Ίσως, σε κάποιο μέρος του εγκεφάλου, υπάρχει μια γενετικά κωδικοποιημένη εικόνα του σώματος, κάτι σαν ένα πρότυπο» εξήγησε ο Baland Jalal, νευροεπιστήμονας στο πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο μιλώντας στο LiveScience.
Οι επιστήμονες υποστηρίζουν, ότι αυτή η κωδικοποιημένη εικόνα θα μπορούσε να βρίσκεται στους βρεγματικούς λοβούς –το επάνω μεσαίο τμήμα του εγκεφάλου.
Όταν κάποιος ξυπνά ξαφνικά κατά την REM φάση του ύπνου, οι βρεγματικού λοβοί παρακολουθούν τους νευρώνες στον εγκέφαλο που δίνουν την εντολή στους μύες για να κινηθούν. Όμως τα άκρα είναι προσωρινά παραλυμένα, προκαλώντας μια διαταραχή, η οποία εκδηλώνεται ως παραίσθηση.
Η «εμφάνιση» ενός φαντάσματος ή ενός δαίμονα θα μπορούσε να συμβεί, όταν ο εγκέφαλος του ατόμου προσπαθεί να προβάλει την εικόνα του ίδιου του σώματός του σε μια εικόνα παραισθήσεων, εξήγησε ο Dr Jalal.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Η Γένεση της Φιλοσοφίας, Θεωρία και πράξη

Αποτελεί ένα από τα πιο αξιοσημείωτα και μυστηριώδη φαινό­μενα της παγκόσμιας πνευματικής ιστορίας το γεγονός ότι γύρω στο 500 π.Χ. σε τρεις διαφορετικές και απομακρυσμένες μεταξύ τους χώρες, στην Ελλάδα, την Ινδία και την Κίνα, εμφανίζον­ται για πρώτη φορά στοχαστές ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλο, τους οποίους ονομάζουμε, χρησιμοποιώντας την ελληνική λέξη, φιλοσόφους. Όλοι τους προσπαθούν με συγγενικούς τρόπους να ξεπεράσουν τα δεδομένα των αισθήσεων με την προσωπική σκέ­ψη τους και να γνωρίσουν την πραγματική ουσία του κόσμου. Έτσι δημιουργείται μια πνευματική κίνηση η οποία προχωρεί παράλληλα και στις τρεις χώρες και μετασχηματίζει ουσιαστικά τον πολιτισμό.

Ακόμη πιο αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι αυτές οι τρεις μορφές φιλοσοφίας αποκλίνουν ή μια από την άλλη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αλληλοσυμπληρώνονται, ενώ ταυτόχρονα ανάμε­σα στις τρεις διαφορετικές αφετηρίες υφίσταται μια συστηματική σχέση. Στην περίπτωση αυτή γίνεται καίρια η αντίθεση θεωρίας-πράξης, κυρίως στην αφετηρία που ανακάλυψαν οι Έλληνες για τη φιλοσοφία τους. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Ανατολή μου φαίνεται αρκετά σημαντική και ενδιαφέρου­σα, ώστε να ασχοληθώ μαζί της σύντομα, αν και οι γνώσεις μου για την Ανατολή προέρχονται υποχρεωτικά από δεύτερο χέρι. Πάντως αυτή η έμμεση πηγή, αν επιτρέπεται να προβάλω αυτό το υποκειμενικό επιχείρημα, είναι το έργο ενός άνθρωπου που εκτιμώ εξαιρετικά και που κοντά του έγραψα τη διατριβή μου στη Γοττίγγη και έμαθα πολλά: είναι το έργο του Georg Misch. Το σημαντικό έργο του ο δρόμος προς τη φιλοσοφία, ένα φι­λοσοφικό αλφαβητάρι μας διδάσκει τα έξης: Στην αρχή της κι­νεζικής φιλοσοφίας επικρατεί το πρακτικό ενδιαφέρον: «πώς δη­λαδή θα μπορέσει κάποιος να βοηθήσει τους ανθρώπους κατά τον καλύτερο τρόπο, ώστε να ζήσουν με ομόνοια και καλή τάξη».

Στην αρχή της ινδικής φιλοσοφίας προβάλλεται ο προβληματι­σμός για το αίνιγμα της ζωής και της ψυχής στην αρχή της ελ­ληνικής γεννιέται το ερώτημα για την ουσία του κόσμου και της φύσης.

Δεν είναι εδώ η κατάλληλη στιγμή να εκθέσουμε πώς αυτές οι διαφορετικές αφετηρίες προκύπτουν από τις διαφορετικές ιστο­ρικές συνθήκες: στην Κίνα από τη φροντίδα για την τεράστια αυ­τοκρατορία, στην Ινδία από τη θρησκευτική αμφιβολία του αν­θρώπου που έχει ενδοιασμούς για την αθανασία, και στην Ελλά­δα (όπου ήταν άγνωστη στους αποφασιστικούς αιώνες της αρχα­ϊκής εποχής η ιδέα ενός ισχυρού κράτους και μιας ενιαίας θρη­σκείας) από τη γεμάτη θαυμασμό θέαση της αρμονικής φύσης. (Οι Έλληνες είχαν συναίσθηση του πλεονεκτήματος που τους πρόσφερε το εύκρατο κλίμα. Σημαντική υπήρξε επίσης και η μορφολογία της χώρας: Όποιος αναζητήσει στο χάρτη ένα μέρος του κόσμου που να παρουσιάζει την πιο πλούσια διαμόρφωση, θα σταματήσει στην Ελλάδα η ισχυρή εντύπωση που αποκομίζει ο επισκέπτης του ελληνικού τοπίου είναι πώς τα στοιχεία γη, νε­ρό, αέρας, διεισδύουν παντού και όμως διακρίνονται με σαφήνεια το ένα από το άλλο.)

Όπως και να έχει το πράγμα, γεγονός είναι πάντως ότι ούτε στην Κίνα ούτε στην 'Ινδία δεν προέκυψε ή έντονη αντίθεση ανά­μεσα στη θεωρία και την πράξη. Στην Κίνα πρόδρομοι των φι­λοσόφων υπήρξαν οι σύμβουλοι του αυτοκράτορα, και έργο των φιλοσόφων ήταν να υποδεικνύουν τον σωστό δρόμο ο δρόμος που χάραξαν οι πρόγονοι χαρακτηρίζεται ως πρότυπο για τις μέλλου­σες γενεές, και από εδώ εξελίσσεται η ιστορική και ή φιλοσοφική γραμματεία. Αναμφισβήτητα υπάρχουν και στην Κίνα σοφοί που προτιμούν να αποσυρθούν στην απραξία, άλλα σκοπός τους είναι μάλλον να ζήσουν μια ηθικά άμεμπτη ζωή παρά να αφιερωθούν σε στοχασμούς. Εναντίον αυτής της στάσης στρέφεται ο Κομ­φούκιος με βαθυστόχαστα και φοβερά λόγια: «Όποιος έχει σκο­πό να ζήσει τη δική του ζωή άμεμπτα, διαταράσσει τις μεγάλες ανθρώπινες σχέσεις». Πρόκειται για μια σκέψη που δεν θα μπο­ρούσαν να την εκφράσουν ούτε οι Έλληνες ούτε οι Ινδοί. Όταν στο βιβλίο Τάο Tε Κινγκ υπάρχει η εντολή της απραξίας, αυτό δεν οφείλεται στην αγάπη για τη γνώση άλλα στο γεγονός ότι είναι ωφελιμότερο να αφήνουμε τα πράγματα να ωριμάζουν με ηρεμία.


Να θέλεις να κυριέψεις τον κόσμο με τη δράση:

Ή πείρα μου λέει ότι κάτι τέτοιο αποτυχαίνει.
Ο κόσμος είναι ένα πράγμα πνευματικό
που δεν επιτρέπεται να το μεταχειρίζεσαι.
Όποιος δρα καταστρέφει τον κόσμο,
οποίος τον κράτα γερά τον χάνει.

Στην Ινδία πρόδρομος του φιλοσόφου είναι ο ιερέας που βυθί­ζεται στα ανεξερεύνητα βάθη του εαυτού του. Στις Ουπανισάδες διαβάζουμε: «Ο δημιουργός άνοιξε τα παράθυρα του κόσμου προς τα έξω. Γι'; αυτό βλέπουμε προς τα έξω και όχι μέσα μας. Κάθε σοφός, αντίθετα, κοιτάζει τον ίδιο του τον εαυτό, στρέφον­τας τα μάτια προς τα μέσα, γιατί επιζητεί την αθανασία». Αυτό το «εσωτερικό βλέμμα» αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό της ινδικής φιλοσοφίας.

Οι Έλληνες, αντίθετα, βλέπουν προς τα έξω, άλλα πραγμα­τικός και ουσιαστικός στόχος τους δεν είναι, όπως στους Κινέ­ζους, η κοινωνική δραστηριότητα, η σωστή συμβίωση των αν­θρώπων, αλλά η δράση και η θέαση, η πράξη και η θεωρία (γιατί θεωρία σημαίνει στην κυριολεξία «θέαση»), οι οποίες συμπλέκον­ται μεταξύ τους με έναν ιδιότυπο τρόπο.

Οι πρόδρομοι των Ελλήνων φιλοσόφων είναι οι αοιδοί. Ήδη ο Όμηρος αντιπαραθέτει προγραμματικά στη δράση τη θέαση. Οι ήρωες που ψάλλει ο ποιητής είναι δραστήριοι την ποίηση του όμως τη χρωστά στις Μούσες, οι οποίες είναι «παντού παρούσες, τα έχουν δει όλα, και επομένως τα γνωρίζουν». Αυτή η γνώση δεν είναι ενδοσκοπική, όπως στους Ινδούς, αλλά στηρίζεται στο βλέμμα που τα μάτια στρέφουν δραστήρια προς τα έξω. Αυτή η γνώση δεν είναι επίσης η γεμάτη φροντίδα κατανόηση του κό­σμου, όπως στους Κινέζους ο Έλληνας βρίσκεται σε απόσταση από το γνωστικό αντικείμενο και από ό,τι αντικρίζουν τα μάτια του και μπορεί να το περιγράψει με ακρίβεια, γιατί είναι πραγ­ματικό. Αυτό το καθαρό βλέμμα προς τον εξωτερικό κόσμο δια­κρίνει τους αρχαϊκούς Έλληνες και σε άλλες περιπτώσεις. Οι θε­οί, καθετί μεγάλο και ωραίο, είναι για τον ομηρικό άνθρωπο κά­τι «αξιοθέατο», αξιοθαύμαστο.

Φυσικά ο ποιητής της αρχαϊκής εποχής δεν έχει γίνει ακόμη θεωρητικός πάντως η τέχνη του δεν είναι αποτέλεσμα ενός διά­χυτου συναισθήματος, αλλά της ευφυΐας του. Γι'; αυτό άλλωστε ονομάζεται «σοφός». Η ελληνική λέξη «σοφός» δεν σημαίνει βέβαια ότι ο άνθρωπος διαθέτει κάποια πλατιά γνώση παρόμοια με τη γνώση που αποδίδεται στις Μούσες, αλλά ότι είναι έμπειρος στην τέχνη του. Επομένως, η σημασία της λέξης δεν περιλαμ­βάνει μόνο θεωρητικές γνώσεις, άλλα και πρακτική δεξιότητα, όπως π.χ. αναφερόμαστε σε έναν σοφό τιμονιέρη ή έναν σοφό η­νίοχο. Οι άνθρωποι δρουν μες στη ζωή ο αοιδός είναι ένας τε­χνίτης, όπως ο τιμονιέρης ή ο ηνίοχος.

Στην αρχή της ιστορίας της ελληνικής φιλοσοφίας συναντού­με τους «επτά σοφούς». Και αυτοί ήταν στην ουσία άνθρωποι με πρακτική δράση, οι περισσότεροι ασχολήθηκαν με κρατικές υπο­θέσεις ως νομοθέτες, άρχοντες ή σύμβουλοι. Η σοφία τους έγ­κειται κυρίως στο γεγονός ότι μπορούν να συμβιβάσουν αντίθε­τες πολιτικές παρατάξεις και, πράγμα που κάποτε ήταν σίγουρα καινούριο, να κλείνουν συμφωνίες. Αλλά ήδη στην εποχή τους αρχίζει να διαχωρίζεται η θεωρητική από την πρακτική σοφία. Ωστόσο οι πολιτικοί δεν ανέπτυξαν, όπως θα υπέθετε κάποιος σε αναλογία προς τους Κινέζους, μια φιλοσοφία της κοινωνικής συμβίωσης ασφαλώς υπήρχαν ρητά και σοφές προτροπές, αλλά αυτά δεν είχαν καμιά σημασία για τη φιλοσοφία. Το θεωρητικό τους ενδιαφέρον στρέφεται, αντίθετα, στην αντικειμενική πραγ­ματικότητα που είναι δυνατό να παρατηρήσουν με ακρίβεια. Ο Θαλής αναπτύσσει για πρώτη φορά μέσα από τη χωρομετρική επιστήμη των Αιγυπτίων, που υπηρετούσε καθαρά ωφελιμιστι­κούς σκοπούς, γεωμετρικούς νόμους αποδεσμεύει τη βαβυλωνια­κή αστρολογία από τους θρησκευτικούς στόχους της και τη με­ταβάλλει σε ένα σύνολο καθαρά θεωρητικών διαπιστώσεων, οι οποίες μετασχημάτισαν τις μυθικές θεωρίες για την καταγωγή του κόσμου στην πρώτη φιλοσοφική θέση ότι το νερό είναι η αρ­χή όλων των όντων. Για τον Σόλωνα, που άνηκε επίσης στους επτά σοφούς, ο Ηρόδοτος λέει ότι αφού θέσπισε νόμους για τους Αθηναίους ταξίδεψε θεωρίης ένεκεν, που σημαίνει: για να γνω­ρίσει τον κόσμο. Έτσι ο Σόλων επιδίωξε για πρώτη φορά να πραγματοποιήσει το ιδεώδες της γνώσης που αντιπροσώπευαν οι Ομηρικές Μούσες.

Από αυτή την κλίση για τη θεωρία δημιουργήθηκε η αρχαϊκή επιστήμη, από τα πρακτικά εγχειρίδια θαλασσοπλοίας προέκυ­ψαν τα πρώτα γεωγραφικά και εθνογραφικά έργα, και από αυτά και τις μυθικές γενεαλογίες δημιουργήθηκε η ιστορική επιστήμη τέλος, από την πρακτική ιατρική προήλθε η διδασκαλία των στοιχείων και ορισμένα άλλα θεωρητικά σχήματα. Αυτή η εξέλιξη από την πράξη στη θεωρία δηλώνει ότι το ενδιαφέρον δεν στρέ­φεται σε «στόχους» (δηλαδή σε κάποιο τέλος, τον μελλοντικό σκοπό προς τον οποίο κατευθύνεται μια δραστηριότητα) αλλά στις «αρχές» (δηλαδή σε παρελθοντικά γεγονότα που τουλάχι­στον πρόσφεραν τη δυνατότητα να γίνουν αντικείμενο θεωρητικής σύλληψης). Αυτό δημιούργησε δυσκολίες.

Στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα εμφανίζεται μια πρώτη αν­τιπαράθεση ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη σε μια χαμένη για μας τραγωδία του Ευριπίδη, την Αντιόπη. Από τη μεγάλη συζήτηση που διεξάγουν τα δύο αδέρφια, ο πολεμιστής Ζήθος και ο τραγουδιστής Αμφίων, μας έχουν παραδοθεί αποσπάσμα­τα που μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε με ποια επιχειρήματα υπερασπίζεται ο καθένας τον δικό του τρόπο ζωής. Πρόκειται για επιχειρήματα που προβάλλονται ακόμη και σήμερα, παρόλο που ο Ευριπίδης στην τραγωδία του δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει έναν φιλόσοφο ή έναν επιστήμονα-ερευνητή ως εκ­πρόσωπο του θεωρητικού βίου πρέπει να μείνει πιστός στις μορ­φές του μύθου, και στην περίπτωση αυτή μόνο έναν ποιητή μπο­ρεί να παρουσιάσει. Ο Ζήθος μιλά όπως θα μιλούσε ακόμη και σήμερα ένας σοβαρός και ανήσυχος πατέρας, όταν ο γιος του πα­ρουσιάζει ύποπτες κλίσεις προς την τέχνη ή την επιστήμη. Μια τέτοια άχρηστη εκθηλυμμένη ζωή δεν έχει καμία αξία μες στη σκληρή πραγματικότητα οδηγεί σε αδράνεια και αταξία και δεν συμβάλλει στη δημιουργία μιας καλά θεμελιωμένης οικογένειας και, πολύ λιγότερο, ενός κράτους. Παρόμοιες κατηγορίες διατυ­πώνει συγχρόνως και ή κωμωδία γι'; αυτούς που εμπιστεύονται τους σοφιστές.

Ο Αμφίων αντεπιτίθεται με ένα διπλό επιχείρημα: ο μουσι­κός βίος είναι στην πραγματικότητα πολύ πιο χρήσιμος και κά­νει τον άνθρωπο πολύ πιο ευτυχισμένο. Η μεγαλύτερη ωφέλεια έγκειται στο γεγονός ότι η λογική προσφέρει περισσότερες υπη­ρεσίες από ό,τι μια ισχυρή πυγμή, γιατί ωφελεί την οικογένεια και το κράτος ουσιαστικότερα ακόμη και στον πόλεμο αξίζει περισσότερο από την απλή μυϊκή δύναμη. Εδώ γίνεται ιδιαίτερα φανερό ότι ο Αμφίων δεν υπερασπίζεται μόνο την ποίηση και τη μουσική, αλλά την πνευματική συμπεριφορά στο σύνολο της. Η μεγαλύτερη ευτυχία πάντως συνίσταται στο γεγονός ότι η πνευ­ματική δραστηριότητα είναι απαλλαγμένη από τις ταραχές και τους κινδύνους της πολιτικής πάλης, και μπορεί να γευθεί μονι­μότερες και υψηλότερες απολαύσεις, επειδή περιορίζεται σε μια ασφαλή και μετρημένη ζωή.

Ο Πλάτων στον Γοργία του αναφέρεται σ'; αυτή τη συζήτηση ανάμεσα στον Ζήθο και τον Αμφίωνα - μας διασώζει μάλιστα ορισμένα παραθέματα από τη συζήτηση αυτή. Εδώ η αντίθεση απόκτα ένα νέο βάθος και για πρώτη φορά μια αφυπνιστική δύ­ναμη. Για τον Πλάτωνα αύτη η αντίθεση οδηγεί στις ρίζες της δικής του ζωής. Ως γόνος εκλεκτής οικογένειας ήταν αυτονόητο ότι έπρεπε να λάβει μέρος στην πολιτική ζωή της Αθήνας. Αλλά όταν ανδρώθηκε βρέθηκε, έπειτα από τα φοβερά χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου, μπρος σε τέτοια αποτροπιαστική πο­λιτική κατάσταση, ώστε αποσύρθηκε αηδιασμένος από τον πολι­τικό στίβο, ιδιαίτερα γιατί ο Σωκράτης τον δίδαξε να έχει αυ­στηρά κριτήρια για τη σοβαρή δράση και την έντιμη σκέψη.

Στον Γοργία τα επιχειρήματα του Ζήθου τα υποστηρίζει ένας νεαρός ευπατρίδης από την Αττική. Αναγνωρίζει ότι οι νέοι της κοινωνικής τάξης του πρέπει να έχουν θεωρητική και φιλοσοφική κατάρτιση, την προσδοκά μάλιστα ως στοιχείο της παιδείας τους άλλα όποιος ανδρώνεται πρέπει να δράσει και να αποκτήσει δύ­ναμη. Το δίκαιο είναι το δίκαιο του ισχυρότερου - έχοντας ως αφετηρία τέτοιες διδασκαλίες ο Nietzsche διαμόρφωσε τις αν­τιλήψεις του για τον υπεράνθρωπο. Η πολιτική ζωή της Αθή­νας, έτσι πιστεύει ο Πλάτων εδώ, επιτρέπει μόνο τη διάζευξη: ή να αδικείς ή να αδικείσαι. Αργότερα διατυπώνει την άποψη αύ­τη στην αυτοβιογραφία του (στην εβδόμη επιστολή) ως εξής: Όταν ο λόγος δεν τελεσφορεί και αυτός που εμμένει στο δίκαιο εί­ναι εκτεθειμένος στη θανατική ποινή, πρέπει να διατηρήσει την ψυχραιμία του και «να ευχηθεί κάθε καλό για τον εαυτό του και την πόλη». Ο Πλάτων αρνήθηκε κάθε βίαιη ανατροπή που συ­νοδεύεται από λουτρο αίματος.

Ακριβώς επειδή οι άνθρωποι δρουν ακολουθώντας ατελείς ή ακόμη και ευτελείς αρχές και δεν είναι εύκολο να τους πείσεις να πράττουν το δίκαιο και το πρέπον, για το λόγο αυτόν ο Πλά­των αναγκάστηκε να στρέψει τις σκέψεις του προς αυτό που εί­ναι αναμφισβήτητα σίγουρο και είναι δυνατό να γίνει αντικείμε­νο ακριβόλογης και σταθερής γνώσης. Τότε ανακαλύπτει το βα­σίλειο του αληθινού και καθαρού όντος, του θείου, στη γεμάτη θαυμασμό θέαση του οποίου βρίσκεται, κατά τη γνώμη του, ή υψηλή ευτυχία για τον άνθρωπο. Εδώ διαπιστώνουμε την επι­βίωση χαρακτηριστικών της ομηρικής θρησκείας. Ο Πλάτων ί­δρυσε την Ακαδημία, για να ζήσει εκεί αφιερωμένος απόλυτα στη θεωρία μαζί με τους μαθητές του. Αν υπάρχουν στον ευρω­παϊκό κόσμο θεσμοί που αποσκοπούν στην καλλιέργεια της ανε­πηρέαστης και της καθαρής σκέψης, οφείλουν την ύπαρξη τους στην πλατωνική Ακαδημία. Βέβαια, όταν ο Πλάτων επαινεί ε­πανειλημμένα τη θεωρητική ζωή σε σύγκριση με την πρακτική, στο βάθος κάνει μια υποχώρηση. Όπως είναι γνωστό, δεν απέ­κλεισε εντελώς την πράξη, όταν πίστεψε ότι μπορεί να μεταβά­λει τη θεωρία του σε πραγματικότητα. Όταν του φάνηκε ότι στη Σικελία ένας νεαρός άρχοντας θα κυβερνούσε σύμφωνα με τις ιδέες του, με βαριά καρδιά εγκατέλειψε την ευτυχία του κα­θαρά θεωρητικού βίου. Περιττεύει να υπενθυμίσουμε ότι τελι­κά ή απογοήτευση του ήταν πικρότατη.

Στην ιδανική πολιτεία του, όπου θέλει να δείξει πώς πρέπει να είναι η ζωή στην πραγματικότητα, προσφέρει στους φιλοσόφους το βασιλικό αξίωμα η πιο θεωρητική και η πιο πρακτική μορφή πρέπει να συνδυάζεται σε ένα πρόσωπο. Ωστόσο γνωρίζει ότι πρέπει να εξαναγκάσει τους φιλοσόφους να ασχοληθούν με τις υ­ποθέσεις του κράτους εκούσια δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν ποτέ τη σκέψη και την έρευνα, χάρη στην οποία ζουν στα νησιά των μακάρων. Ο Πλάτων δεν χάρισε στους φιλοσόφους - βασιλιάδες τη θεωρητική ζωή που ο ίδιος έζησε στην Ακαδημία. Στην Πολιτεία αιτιολογεί τη διαδικασία που επέλεξε με τη σκέψη ότι το κράτος εκπαιδεύει τους φιλοσόφους, και αυτοί είναι υποχρεω­μένοι με τη σειρά τους να πληρώσουν τα δίδακτρα υπηρετώντας το κράτος. Ο Πλάτων τονίζει με έμφαση ότι στα άλλα κράτη, δηλαδή σε ολόκληρο τον τότε ελληνικό κόσμο, όπου ζούσαν φι­λόσοφοι, κανείς δεν μπορεί να τους υποχρεώσει σε κάτι τέτοιο, γιατί δεν οφείλουν τίποτε στο κράτος. Αυτό το πρώτο κρατικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα επρόκειτο να γίνει πολύ επίκαιρο, όταν στον ευρωπαϊκό κόσμο το ίδιο το κράτος μετά από πολλούς αι­ώνες πήρε στα χέρια του την εκπαίδευση. Ο Πλάτων δεν χρεια­ζόταν να αφιερώσει σκέψεις στο θέμα αυτό, γιατί στην ιδανική πολιτεία, όπου κυβερνούσαν οι φιλόσοφοι, αποκλειόταν να δημι­ουργηθεί σύγκρουση ανάμεσα στην κρατική εξουσία και τη θεω­ρητική ερευνά.

Το γεγονός ότι ο Πλάτων απαιτούσε από τους φιλοσόφους της πολιτείας του να εγκαταλείψουν το αγαθό της ερευνάς μαρτυρεί ότι στη δική του ευτυχία που απολάμβανε στην Ακαδημία υπήρ­χε μια σταγόνα πικρού συμβιβασμού. Την περήφανη αγαλλίαση με την οποία ο Πλάτων επανειλημμένα αναφέρεται στην ευτυχία της γνώσης, την εκφράζουν ήδη οι αρχαιότεροι φιλόσοφοι και ε­ρευνητές, οι οποίοι με αυτοπεποίθηση διαχωρίζουν τη θέση τους από το πλήθος. Ο Πλάτων όμως κατέστησε για πρώτη φορά πραγματοποιήσιμη δυνατότητα τον θεωρητικό βίο ως προσωπι­κή μορφή ζωής χάρη σ'; ένα ίδρυμα που υπηρετούσε αυτόν το σκο­πό, την Ακαδημία, και για πρώτη φορά επίσης έκανε το κράτος και το σύνολο της πρακτικής ζωής αντικείμενο της θεωρητικής σκέψης. Ωστόσο ως αριστοκράτης είχε συνείδηση ότι ο πραγμα­τικός προορισμός του ήταν να γίνει πολιτικός που αναλαμβάνει προσωπικά τις διάφορες κρατικές υποθέσεις. Δεν πιέζει όμως τον εαυτό του, γιατί έχει καιρό και μπορεί να περιμένει με αριστο­κρατική άνεση. Γι'; αυτό και περιγράφει τον άρχοντα στον Γορ­γία (όσο μοιραία και αν στάθηκε η εμπειρία του) όχι χωρίς κα­τανόηση, θα λέγαμε μάλιστα με κάποια συμπάθεια. Ο Πλάτων δημιούργησε στην Ακαδημία μια κοινωνία που μπόρεσε να ανα­πτύξει μια δεσμευτική ταξική συνείδηση η οποία ήταν ανεξάρ­τητη από καταγωγή ή περιουσία και βασιζόταν μόνο στα πνευ­ματικά χαρίσματα. Εδώ βρήκε ένας κύκλος αξιόλογων ανθρώπων την ευκαιρία να επιδοθεί σε αυτό που θεωρούσε σημαντικό, χωρίς να πιέζεται από ευτελείς πρακτικές σκοπιμότητες.

Αυτή η ακαδημαϊκή περηφάνια άσκησε μακρόχρονη επίδραση, αν και σύντομα φάνηκαν οι κίνδυνοι της. Στον Πλάτωνα η θεω­ρία τρέφεται, θα λέγαμε, από το αίμα των πρακτικών ενδιαφε­ρόντων. Όχι μόνο το μεγαλείο του άνθρωπου, άλλα και καθετί αντικειμενικά σημαντικό στηρίζεται στη γνήσια ένταση ανάμεσα στην πρακτική και τη θεωρητική στάση. Ωστόσο, ήταν φυσικό ότι ή θεωρία θα υπογραμμιζόταν στη σχολή του Πλάτωνα κα­ταρχήν με μεγαλύτερη έμφαση. Ήδη στον Αριστοτέλη, οπότε η εξειδίκευση γίνεται υποχρεωτικά μεγαλύτερη, ο δεσμός ανάμε­σα στη θεωρία και την πράξη ατονεί ακόμη περισσότερο. Ο παν­τογνώστης επιστήμονας και ερευνητής ενδιαφέρεται κυρίως για τη συνταγματική ιστορία και τη συστηματική κατάταξη των κρατικών θεσμών. Ως δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου έρ­χεται σε επαφή με την υψηλή πολιτική, αλλά η επίδραση του πά­νω της είναι προφανώς μικρή. Ίσως γι'; αυτό επισκοπεί τον κόσμο σε όλο του το πλάτος με μεγαλύτερη άνεση. Στην περιπατη­τική σχολή όμως διακόπτεται η σχέση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη. Ο Θεόφραστος, ο πιο σημαντικός μαθητής του Αρι­στοτέλη, υποστηρίζει με αποφασιστικότητα, όπως ο δάσκαλος του, την προτεραιότητα της θεωρίας, ενώ ο Δικαίαρχος αναγνω­ρίζει την προτεραιότητα του πρακτικού βίου.

Από τότε η φιλοσοφία πήρε περισσότερο «πρακτικό χαρακτή­ρα»: δεν υπηρετούσε ούτε τη δική της συντήρηση ούτε το συμ­φέρον των επιμέρους επιστημών, οι όποιες πάντως επέζησαν χά­ρη σε ορισμένες διαμάχες ανάμεσα στους οπαδούς της θεωρίας και τους υποστηρικτές της πράξης. Ήδη ανάμεσα στους μαθη­τές του Σωκράτη είχε επικρατήσει μια πρακτική κατεύθυνση.

Τον Σωκράτη επικαλούνταν ιδιόρρυθμοι φιλόσοφοι όπως ο Διογένης, ο όποιος πρέσβευε ότι ο άνθρωπος δεν έχει καμιά α­νάγκη. Έλεγαν ότι από τον φτωχικό του πίθο κήρυξε μια συγκε­κριμένη πρακτική διδασκαλία, την οποία και διέδιδαν. Στην πε­ρίπτωση αυτή απαιτούνταν ελάχιστη θεωρητική κατάρτιση.

Τα μεγάλα συστήματα της ελληνιστικής φιλοσοφίας στρέφον­ται συνειδητά σε πρακτικούς σκοπούς. Πρόθεση τους είναι να προσφέρουν στον άνθρωπο ένα σταθερό στήριγμα στην κοινωνία και τον κόσμο. Η θεωρία περιορίζεται σε σκέψεις που καθορί­ζουν τη σχέση του άνθρωπου με το περιβάλλον του (π.χ. γνωσιοθεωρητικοί στοχασμοί για τη σχέση σκέψης και αίσθησης ή ο­ρατού και αοράτου κτλ,)· επειδή όμως δεν χρησιμοποιούν την πα­ρατήρηση ή το πείραμα σύντομα σχηματοποιούνται.

Τόσο στους επικούρειους όσο και στους στωικούς, για να ανα­φέρουμε τις δύο πιο σημαντικές σχολές, αυτό το πρακτικό ενδια­φέρον οδηγεί σε ηθικό δογματισμό. Η επίδραση των διδασκα­λιών τους μπορεί να ασκείται ως τις μέρες μας, γιατί πρόσφεραν ένα στήριγμα στους ανθρώπους που αρνήθηκαν την παλιά πίστη άλλα ή επιστήμη μάλλον δεινοπάθησε εξαιτίας τους, γιατί ασχο­λούνται με τα ερωτήματα για το «αγαθό», την «αληθινή ευτυ­χία», τη «σωτηρία της ψυχής», και δεν επιδιώκουν την κατανό­ηση του υποδεέστερου υλικού κόσμου.

Ότι ο Επίκουρος αντιμετωπίζει τη θεωρία για να καλύψει τα νώτα της πράξης αρκεί ίσως να το δείξει ή πρόταση (Αποφθέγ­ματα 12=Διογένης ό Λαέρτιος 10, 143): «Είναι αδύνατο να α­παλλαγεί ο άνθρωπος από το φόβο που τον κυριεύει όταν ρωτά για εσχατολογικά ζητήματα, αν δεν έχει γνώση της φύσης του σύμπαντος χωρίς αύτη τη γνώση υποχρεώνεται να υποψιάζεται ότι οι πληροφορίες των μύθων για τους θεούς ίσως περικλείουν κάποια αλήθεια. Επομένως, χωρίς γνώση της φύσης δεν μπο­ρούμε να απολαύσουμε καμιά απολύτως χαρά». Όποιος αναθέτει στη φυσική επιστήμη να ερευνήσει και την τελευταία γωνιά του κόσμου, για να διαπιστώσει μήπως ακόμη κρύβεται κάπου μια θεότητα που εμπνέει τρόμο, έχει εύκολα μια κατάλληλη θεωρία στη διάθεση του, χωρίς να χρειάζεται να διεξαγάγει μακροχρό­νιες έρευνες. Ο πρακτικός σκοπός που υπέδειξε ο Επίκουρος ή­ταν, όπως μαρτυρεί ο αφορισμός αυτός, η σιωπηλή ικανοποίηση και η εξασφαλισμένη χαρά. Τη γνήσια ενεργητική ζωή την αντι­μετωπίζει με μεγαλύτερο σκεπτικισμό από ό,τι την επιστημονι­κή προσπάθεια. Εξύμνησε την ειρηνική και αποτραβηγμένη ζωή η φιλία του εμπνέει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από την κοινότητα μέσα στο κράτος. Περισσότερο αποφασιστικά υποστηρίζουν οι στωικοί την άποψη ότι ο σοφός πρέπει να δραστηριοποιηθεί. Για αυτό π.χ. ο Χρύσιππος (3, 702 Arnim) είναι πολύ αυστηρός με τους επιστήμονες: «Όποιος πιστεύει ότι αρμόζει εξ ορισμού στους φιλοσόφους η ζωή του επιστήμονα, μου φαίνεται ότι σφάλ­λει, γιατί νομίζει ότι αυτό πρέπει να συμβαίνει για ευχαρίστηση τους ή για κάτι παραπλήσιο και ότι θα περάσουν κάπως έτσι ο­λόκληρη τη ζωή τους αυτό σημαίνει, αν το εξετάσουμε καλύτε­ρα, ότι θα περάσουν μια ηδονική ζωή. Αυτή την άποψη δεν πρέ­πει να την αφήσουμε αδιευκρίνιστη· πολλοί, βέβαια, την εκφρά­ζουν με σαφήνεια, αρκετοί όμως όχι και τόσο ξεκάθαρα». Η επί­θεση αφορά φυσικά στον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και άλλους, και στρέφεται εναντίον του επάθλου της ευτυχισμένης ζωής του ερευνητή. Αλλά η αντίληψη αυτή καταπνίγει στη γένεση της τη γνήσια επιστημονική προσπάθεια για χάρη μιας ηθικής ακαμ­ψίας, ενώ για τη φύση δεν γίνεται καθόλου λόγος. Πραγματικά, οι στωικοί κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να οδηγή­σουν τους ανθρώπους σε μια πολιτισμένη και λογική συμβίωση. Οι αντιλήψεις μας για το φυσικό δίκαιο, για τα δικαιώματα του ανθρώπου, την ανθρώπινη αξία και ελευθερία ανάγονται κατευ­θείαν στους στωικούς. Αλλά η συμβολή τους στην επιστήμη, αν εξαιρέσουμε τον μεγάλο Ποσειδώνιο, ήταν ασήμαντη.

Αυτά τα λίγα παραδείγματα - η προσαγωγή περισσοτέρων θα μπορούσε να ενισχύσει την άποψη αυτή - δείχνουν ότι η ένταση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη είναι γόνιμη για τη σκέψη.

Η επικράτηση της θεωρίας προωθεί τις ειδικές επιστήμες, απει­λεί όμως να τις αποκόψει από τα ζωντανά συμφραζόμενα τους. Αντίθετα, ο υπερτονισμός της πράξης οδηγεί εύκολα σε ένα δογ­ματισμό που σχηματοποιεί την ελευθερία και το δυναμισμό της έρευνας.

Σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα υπάρχει η αντίθεση ανά­μεσα στη vita contemplativa και τη vita activa, τη θεωρητική και την πρακτική ζωή, κυρίως ως αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική στάση, που εκφράζει ο στοχασμός και η φροντίδα για το πνεύμα, και στην κοσμική στάση, όπου επικρατούν τα πρακτικά ενδιαφέροντα. Τον οπαδό της θεωρητικής ζωής και τον οπαδό της πρακτικής ζωής τους ενδιαφέρουν διαφορετικά πράγ­ματα: τον πρώτο τα επουράνια, τον δεύτερο τα επίγεια. Αυτή η αντίθεση γίνεται γόνιμη πάλι στην Αναγέννηση, και έτσι δημι­ουργείται ξανά μια ζωντανή επιστήμη.

Όταν το πνεύμα στράφηκε πάλι σε εγκόσμια ζητήματα οι ε­ρευνητές συνάντησαν ξανά τις αρχαίες θεωρίες, οι οποίες αντιπαρατίθενται στις εξ αποκαλύψεως αλήθειες της χριστιανικής πί­στης. Οι θεωρίες αυτές, όπως αρχικά σήμαινε και το όνομά τους, στηρίζονταν στη θέαση του πραγματικού κόσμου, επομένως ήταν δυνατό να ελεγχθούν εμπειρικά. Γι'; αυτό, οπότε έρχονταν σε αν­τίθεση με τις ισχύουσες αντιλήψεις, προκαλούσαν αυτό τον έλεγ­χο. Πραγματικά, η ερώτηση που έθετε κάποιος στις αρχαίες επι­στημονικές απόψεις και έμμεσα στις νεότερες ήταν: είναι δυνατό να αποδειχτούν; Η ερώτηση αυτή προώθησε σημαντικά τη σύγ­χρονη επιστήμη. Στις φυσικές επιστήμες εισάγεται το πείραμα (το μέσο δηλαδή για τον έλεγχο της φύσης), που είχε αναπτυχθεί ελάχιστα στην αρχαιότητα. Στις θεωρητικές επιστήμες συναν­τούμε την προτροπή redeamiis ad fontes (πίσω στις πηγές!) και αργότερα την ιστορική κριτική, και έτσι αναπτύσσεται όλο και περισσότερο ο έλεγχος των δεδομένων. Με αυτό τον τρόπο μέσα σε έναν ξένο κόσμο νέες μέθοδοι και αποδείξεις προσδίδουν πάλι κύρος σε ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής σκέψης - μόνο ο αδιάπτωτος παροξυσμός για έλεγχο δεν αρμόζει ολότελα στην ελληνική σκέψη. Έτσι, θεωρία και πράξη - οι όποιες στον Με­σαίωνα παρά τις όποιες διαμάχες προχώρησαν παράλληλα - σχε­τίζονται εκ νέου με μια δυναμική ένταση, γιατί αντικείμενο πα­ρατήρησης ήταν πάλι ο ίδιος ο κόσμος, μέσα στον οποίο δρούσε ο ενεργητικός άνθρωπος.

Η Γέννηση της Φιλοσοφίας από τον Μύθο στο Λόγο

Μύθος στη γλώσσα μας σημαίνει μια μη πραγματική ή αλληγορική διήγηση. Αυτή η διήγηση χαρακτηρίζεται από μια παντελή έλλειψη ελέγχου των παραστάσε­ων με την πραγματικότητα. Οι έννοιες που βρίσκονται στη βάση των μυθικών παραστάσεων δεν επαληθεύονται με την εμπειρία και δεν κατανοούνται.

Μυθικές παραστάσεις υπάρχουν, από τότε που υπάρχουν άνθρωποι. Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς χρονικά την εποχή που χαρακτηρίζεται μυθική. Οι πρώτες γραπτές μυθικές παραστάσεις, που έχουν διασωθεί, ανάγονται στον 'Ομη­ρο και τον Ησίοδο. Αυτοί δίδαξαν για την καταγωγή των θεών (θεογονίες) και τη γέ­νεση του κόσμου (κοσμογονίες), για τη ζωή και τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τη μυθολογία, που περιέχεται στα έπη του Ομήρου (στο 800 π.Χ.) Ιλιάδα και Οδύσ­σεια, οι αιτίες για όλο το γίγνεσθαι βρί­σκονται στις θεότητες της θάλασσας Ωκε­ανό και Τηθύ, όπως και στο νερό. Και η ιστορία είναι, σύμφωνα με την παρουσίαση του Ομήρου, προϊόν της θεϊκής θέλη­σης. Όχι μόνο ένας θεός, αλλά ένας μεγά­λος αριθμός από θεούς λαμβάνει μέρος στην ιστορία. Η Μοίρα σημαίνει μυστικές δυνάμεις, που ενεργούν παρασκηνιακά. Όμως η τελευταία πρόθεση της Μοίρας δεν εξιχνιάζεται στον Όμηρο. Παραμένει κρυμμένη στο σκοτάδι.

Έτσι για τον Αγαμέμνονα ο Δίας και η Μοίρα είναι υπεύθυνοι για τη βίαιη συ­μπεριφορά του προς τον Αχιλλέα. Οι θεοί του Ομήρου είναι αδιάφοροι σε θέματα ηθικής. Η ίδια η Αθηνά, που αποτρέπει τον Αχιλλέα από το θανάσιμο χτύπημα, προωθεί με τον ετοιμοθάνατο 'Εκτορα ένα ύπουλο παιχνίδι παραπλάνησης. Ακόμη και οι θεοί συμπεριφέρονται άδικα. Οι πράξεις του ανθρώπου, μολονότι εξαρτώ­νται από τους θεούς και τη Μοίρα, καθορίζονται και από σύνεση και σκέψη. Η λέ­ξη «Λόγος» εμφανίζεται σε δυο θέσεις αλλά με το νόημα λέξη, ομιλία. Ο ομηρι­κός κόσμος των θεών είναι μια ποιοτικά αριστοκρατική συλλογή από το πάνθεον του πιστεύω του λαού, όπως μαρτυρούν οι ύμνοι στους παλαιούς θεούς.

Ανάλογα επικρατεί μια ευγενής-αρι­στοκρατική τάξη στην κοινωνία των θεών. Το δίκαιο βρίσκεται πάντοτε με το μέρος του πιο δυνατού. Η δικαιοσύνη βρί­σκεται σε στενή σχέση με την ευσέβεια που σημαίνει την προσπάθεια να αρέσεις στους θεούς.

Ο συνδυασμός της αρετής με βία είναι χαρακτηριστικό για την Ιλιάδα, όπως ο συνδυασμός της σκέψης με λογική για την Οδύσσεια. Ικανοί άνδρες μπορούν να κερ­δίσουν μια πλούσια γυναίκα. Αρετή γενι­κά σημαίνει αξιοσύνη.

Στην κοσμογονία του Ησιόδου γίνεται πρώτα το χάος, μετά η Γη και το σκοτάδι. Σε όλη τη διαδικασία ο «Έρως» παίζει ένα σημαντικό ρόλο .

Η παρουσίαση των θεών στον Ησίοδο είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη του Ομήρου. Ενώ στον Όμηρο, δυνάμεις όπως Μοίρα και Άτη έχουν μεγαλύτερη βαρύ­τητα από τους θεούς του Ολύμπου, στον Ησίοδο παρουσιάζονται οι θεοί ως κοσμι­κές και ηθικές δuνάμεις, των οποίων δημι­ούργημα είναι και ο ίδιος ο άνθρωπος, ο οποίος και αισθάνεται σαν δούλος τους. Στα ζώα επικρατεί η βία. Στους αν­θρώπους πρέπει να επικρατεί το δίκαιο. Τους βιασμούς μπορούν οι άνθρωποι να αποφύγουν μόνο με την εργασία.

Η αντίληψη της ζωής στον Ησίοδο δεν είναι καθόλου αισιόδοξη. Η δημιουργία του θηλυκού εκλαμβάνεται ως τιμωρία του Δία στους ανθρώπους πιθανόν για την κλοπή της φωτιάς από τον Προμηθέα. Έτσι ήρθε η δυστυχία στη γη.

Η έννοια της σοφίας έχει στον Όμηρο και τον Ησίοδο την ίδια σημασία. Σοφία είναι η ικανότητα σε μια τέχνη.

Kάτι παρόμοιο με το ησιόδειο χάος συ­ναντά κανείς στην κοσμογονία του Ορφέα. Ο Ορφέας ήταν ο ιερέας του θεού της Θράκης Διόνυσου. Ίδιο με το ησιόδειο Χάος είναι εδώ η Νύχτα. Μετά παρουσιά­ζονται η Γη και ο Ουρανός. Εδώ συναντά­ται επίσης η έννοια Χρόνος, για την αλλα­γή της Μέρας σε Νύχτα.

Οι μυθικές αντιλήψεις των Ορφικών εί­ναι δογματικές. Η δογματική τους όμως είναι κάτι το ιδιαίτερο είναι ένα σπάνιο ανακάτεμα απο άσκηση και μυστικισμό. Η ψυχή ήλθε από έναν άλλον κόσμο. Δέ­θηκε σε αυτή τη γη για τιμωρία, για μια παλιά ενοχή. Έxει φυλακιστεί στο σώμα και πρέπει με αυτό να κάνει ακόμη ένα ταξίδι μέχρι να απολυτρωθεί στην τρυφή. Στην κοσμογονία των Ορφικών η δι­καιοσύνη κάθεται δίπλα στο θρόνο του Δία και κοιτάζει όλες τις ανθρώπινες πρά­ξεις.

Ο Ισοκράτης κατηγορεί τον Όμηρο, τον Ησίοδο και τους Ορφικούς, ότι μίλησαν έτσι για τους θεούς τους, όπως δεν είχε κανένας ποτέ το θάρρος να μιλήσει για τους εχθρούς του. Έχουμε συνηθίσει να τοποθετούμε το τέλος της μυθικής εποχής στην εμφάνιση των πρώτων φιλοσόφων, δηλ. στο έτος 600 π.Χ. Ένα μέρος της μυ­θικής εποχής συμπίπτει με την κάθοδο των Δωριέων. Οι Δωριείς εγκατέλειψαν το έτος 1200 π.Χ. την περιοχή της Δαλματίας και μπήκαν στην Ελλάδα, στην περιοχή της Πελοποννήσου, από εδώ στην Κρήτη, στη νοτιοδυτική παραλία της Μικράς Ασίας, στη Νότια Ιταλία και στη Σικελία.

Η βάση τους όμως ήταν η Σπάρτη . Οι Δω­ριείς διέφεραν από τους άλλους 'Ελληνες για τον απλό τρόπο ζωής, την αυστηρότη­τα, την εργατικότητα και την πειθαρχία. Αυτό είχε μεγάλη επιρροή στους Σπαρ­τιάτες οι οποίοι συνεταιρίστηκαν σε μια μεγάλη στρατιωτική συμμαχία. Πολλοί από τους παλιούς κατοίκους αναγκάστη­καν κάτω από την πίεση να φύγουν ή να ασχοληθούν με τη γεωργία και την κτηνο­τροφία. Η κάθοδος των Δωριέων συνεχίστηκε με μια κίνηση, που ονομάζεται ελληνικός αποικισμός. Οι 'Ελληνες έμαθαν το αλφάβητο και την τέχνη της γρα­φής, με τα μέτρα, τα σταθμά και τα νο­μίσματα άρχισαν την τέχνη της αριθμητι­κής και της μετρήσεως και με την ακτοπλοΐα έγινε και η αστρονομία τελειότερη.

Οι Ίωνες, οι οποίοι μαζί με τους Αχαι­ούς ανήκουν στους παλαιότερους Έλληνες αποίκους, αποίκησαν κυρίως τα νησιά και το μέσο της δυτικής ακτής της Μικράς Ασίας. Στις Κυκλάδες επιβλήθηκαν με σκληρούς αγώνες και κέρδισαν στη συνέ­χεια τη Χίο και τη Σάμο και την πίσω εσωτερική ακτή. Ήταν πράγματι μια ανο­μοιογενής κοινωνία, η οποία στα 1000 π.Χ. επιχείρησε το ταξίδι της μεγάλης πε­ριπέτειας.

Τους Αιολείς αποτελούσαν όλες εκτός από τις δωρικές και τις ιωνικές φυλές των Ελλήνων. Αυτοί εγκαταστάθηκαν στα βό­ρεια νησιά του Αιγαίου Πελάγους και στη βορειοδυτική ακτή της Μικράς Ασίας.

Η αρχή του αποικισμού συνέπεσε με την εποχή της αριστοκρατίας. Η κύρια εποχή του ήταν ανάμεσα στο 750-540 π.Χ. Αν κα­νείς συγκρίνει την αρχική κατάσταση με το αποτέλεσμα, συγκαταλέγεται στις μεγα­λύτερες επιτυχίες της ελληνικής ιστορίας. Ως αιτίες του αποικισμού θεωρείται η συ­νύπαρξη διαφορετικών παραγόντων, όπως το πρόβλημα του υπερπληθυσμού, το εμπορικό ενδιαφέρον κ.ά., οι οποίες ενι­σχύθηκαν από την κυκλοφορία του χρήμα­τος, από την αναγκαία πολιτική μετανά­στευση και από την αποτολμημένη επιθυ­μία για περιπέτεια, εξαιτίας των επιτυχιών και των εμπειριών.

Θεμελιωτής κάθε καινούργιας αποικίας ήταν ο «οικιστής». Αυτός έπρεπε να πά­ρει μαζί του στην καινούργια πόλη τον πολιτισμό, το ημερολόγιο και τη νομοθεσία της παλιάς του πατρίδας. Παρ' όλα αυτά η πολιτική επιρροή της μητρόπολης παρέμενε περιορισμένη. Ο οικιστής δεν ηταν αρχηγός ενός κόμματος, μιας κοινω­νικής ή θρησκευτικής ομάδας της πόλης του, αλλά ένα είδος μεγαλοεπιχειρηματία, ο οποίος ήξερε να χρησιμοποιεί τις ναυτι­κές γνώσεις και τα πλοία της πόλης του. «Από αυτή τη συγχώνευση των λαών», όπως γράφει ο Er. Bayer, «αναπτύχθηκαν οι πόλεις Μίλητος, Κολοφών, στις οποίες αρχικά ξεδιπλώθηκε η ιδιαιτερότητα του ελληνισμού, και με ισχυρότερους ανατολι­κούς συγκερασμούς η Έφεσος και η πόλη της νήσου Σάμου. Την ιδιομορφία τους ως Έλληνες δεν μπόρεσαν να τη συνειδητο­ποιήσουν στην αρχή. Αυτό συνέβηκε αργότερα από τις ομοιότητες, τις οποίες επέτυχε η εκπαίδευση, δηλ. μια κοινή διά­λεκτο και έναν κοινό τρόπο ζωής».

Με τις αποικίες είχαν οι Έλληνες τη δυ­νατότητα μιας ζωντανής επικοινωνίας με­ταξύ τους και με τους γείτονες τους. Έτσι αναπτύχθηκαν σε συσχετισμό με την αυξα­νόμενη ευημερία οι βάσεις μιας παιδείας, που «αυτή καθ' έαυτήν» και σε σχέση με την ιστορική επιρροή της είναι μοναδική.

Σε μερικές από αυτές τις αποικίες αντικαταστάθηκαν οι παλιές αριστοκρατίες με τυραννίες, σε άλλες παραμερίστηκαν από δημοκρατικές διευθετήσεις. Ακριβώς στις ιωνικές, στις ιταλικές-σικε­λικές πόλεις και στην Αθήνα αναπτύχθηκε στην πιο ελεύθερη μορφή της η αστική ζωή.

Στην εποχή του μύθου ίσχυαν παντού συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις. Αυτές αντιστοιχούσαν στις μυθικές παραστά­σεις, καθώς επίσης στις παραστάσεις σύμ­φωνα με τις οποίες ο ίδιος ο Δίας ήταν μονάρχης και δικτάτορας, και συχνά με τη θέλησή του μπορούσε ν' αλλάξει την τάξη του κόσμου, όπως π.χ. να εξαφανίσει τον ήλιο την ημέρα και να φέρει τη νύχτα. Την πτώση των βασιλέων και των τυ­ράννων ακολούθησαν ή ήπιες αριστοκρα­τικές νομοθεσίες ή ορισμένες νομοθεσίες από το «δήμο» (κοινωνία της πόλης), οι οποίες μπορούν να νοηθούν ως τα πρώτα στάδια της δημοκρατίας. Έτσι έγιναν αλλαγές, οι οποίες είχαν πολιτικό, κοινω­νικό, θρησκευτικό και όχι απλώς διανοητι­κό χαρακτήρα κι σήμαιναν μιαν απομάκρυνση από την κλειστή, παραδοσιακή κοινωνία. Η ανάπτυξη της πόλης-κράτους από παλαιότερες αριστοκρατικές δομές σε συσχετισμό με την επικοινωνία με ξέ­νους λαούς και την ανάπτυξη του νομισματικού συστήματος άλλαξε την ησιόδεια αντίληψη για την κοινωνία και οι πα­λιές θεϊκές και ηρωικές παραστάσεις ξε­περάστηκαν και έγιναν αοιάφορες. Η λατρεία των θεών της μυθικής εποχής είχε περάσει. Γενικά έγινε φανερό, ότι η τυ­ραννία δεν ήταν ο κατάλληλος τρόπος διακυβέρνησης για τους Έλληνες.

Μέχρι την εποχή της γεωργικής ζωής οι άνθρωποι προσωποποίησαν τη φύση και την θεοποίησαν. Η σκέψη τους βρισκόταν ακόμη σε λήθαργο. Ο σχηματισμός της πόλης-κράτους και η τεχνική ανάπτυξη βοήθησαν, στην απελευθέρωση της ανθρώπινης σκέψης. Στη ζωή της πόλης ζούσαν οι άνθρωποι ο ένας δίπλα στον άλλο. Δεν ήταν απομονωμένοι. Συζητούσαν, αντάλ­λαζαν γνώμες και ασκούσαν κριτική σε αυτές. Έτσι δημιουργήθηκαν οι κατάλλη­λες προϋποθέσεις για τη γέννηση της φι­λοσοφίας.

Μια άλλη αιτία γι' αυτό ήταν, ότι μετά τη μεγάλη μετακίνηση των λαών (το έτος 1200 π.Χ.) πέρασαν πολλοί αιώνες με ει­ρήνη, αν εξαιρέσει κανείς τους περσικούς πολέμους (546-479 π.Χ.). Και στην εσω­τερική πολιτική παρέμειναν οι Έλληνες ει­ρηνικά, με εξαίρεση τους Σπαρτιάτες στη Μεσσηνία. Οι άλλες πόλεις είχαν λύσει, με τον αποικισμό, τα προβλήματα του υπερ­πληθυσμού και της οικονομίας.

Εκτός από τους Ορφικούς ο πατριαρχι­κός τύπος κοινωνίας είχε διαλυθεί. Τα ιερατεία και η παλιά θρησκευτική παράδοση αντικαταστάθηκαν από δύο μαντεία, στους Δελφούς και στη Δωδώνη. Αυτό οδήγησε στο να εγκαταλειφθεί η ιε­ρατική γραφή. Τώρα υπάρχει μόνο ένα είδος γραφής. Επίσης η επιστημονική σκέψη δεν ήταν πια υπόθεση του ιερατείου. Παρ'; όλα αυτά επικρατούσαν στην Ασία ακόμη μοναρχικοί τύποι διακυβέρνησης. Στην Ελλάδα, αντίθετα, υπήρχε, με λίγες εξαιρέσεις, δημοκρατία μόνο για τους ελεύθερους πολίτες και όχι για τους σκλάβους. Αλλά αυτή ήταν ο πιο προχω­ρημένος δημοκρατικός τρόπος διακυβέρ­νησης, ο οποίος υπήρχε τότε σε ολόκληρο τον παλιό κόσμο.

Αυτές οι κοινονωνικοπολιτικές αλλαγές μαζί με τις τεχνολογικές αναπτύξεις, τη δυνατότητα της επικοινωνίας με άλλους πολιτισμούς, την περιέργεια, την ανάγκη για νέους προσανατολισμούς και πληρο­φόρηση, ήταν οι προϋποθέσεις για την ελεύθερη σκέψη και τη γέννηση της φιλο­σοφίας. Η απεριόριστη και σήμερα ακόμη ανεξήγητη δημιουργικότητα της ατομικής ανθρώπινης σκέψης, που σημαίνει της ανοιχτής στον κόσμο κριτικής σκέψης του ενεργητικού και δραστήριου ανθρώπου, μπορεί να είναι η αιτία για τον ερχομό της φιλοσοφίας. Το ελληνικό κοινωνικό περι­βάλλον την έκανε ανεκτική και την προώ­θησε. Έτσι η μυθολογική σκέψη των Eλλήνων αντικαταστάθηκε βήμα προς βήμα με την ορθολογική. Ο Μύθος, που ήταν συνδεμένος με τη θρησκεία και τους υπερφυσικούς τρόπους επίδρασης, στέκε­ται αντιμέτωπος στο Λόγο, που προσπα­θεί να εξηγήσει τις φυσικές αιτίες των πραγμάτων με σωστή ακολουθία αιτιολο­γικής σκέψης.

Στις κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες κάθε εποχής ανάλογη είναι η παιδεία. Στην Oμηρική Iλιάδα ο Αχιλλέας, μαθαίνει από τον παιδαγωγό του Φοίνικα, την τέ­χνη του ιππικού αγώνα, της ομιλίας και των αγώνων. Στην Οδύσσεια ο Τηλέμαχος μαθαίνει την πολεμική αλλά επίσης την κοιινωνική τέχνη του Μέντορα .

Στην Οδύσσεια διαφαίνεται ένας υψη­λός κοινωνικός πολιτισμός. Ο κόσμος των βασιλέων Φαιάκων είναι μια αυλή με όλες τις λεπτομέρειες της ετικέτας και της ιε­ραρχίας.

Το ουσιώδες της πόλης της Σπάρτης ήταν αυτό μιας πόλης-κράτους, η οποία εκπαίδευε τους νέους της γι' αυτή. Οι νέ­οι δεν γίνονταν πια αξιαγάπητοι νικητές με τους αγώνες, αλλά στρατιώτες. Ζού­σαν πάντα με το άγχος της τιμωρίας. Η μoυσική ήταν στρατιωτική. Η παιδευτική μέθοδος ήταν αυτή του ηρωικού προτύ­που. Η σπαρτιατική αγωγή ήταν αδιά­σπαστα δεμένη με την πολιτική ζωή της πόλης. Οι Σπαρτιάτες έπρεπε οπωσδήπο­τε να υπακούουν στους νόμους, διαφορε­τικά διέτρεχαν τον κίνδυνο να χάσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Στην Aθήνα οι προϋποθέσεις για μια δημοκρατική παιδεία ήταν ευνοϊκότερες. Εδώ άνθισε η φιλοσοφία μέσα από τη ζωή της μικρής πόλης-κράτους. Σε παλαιότε­ρες εποχές ήταν οι Αθηναίοι πολεμιστές, όμως επηρεάστηκαν από τις ιδέες της ιω­νικής φιλοσοφίας και έμαθαν να βλέπουν την πόλη και τον κόσμο, τον κόσμο και τον άνθρωπο ως μια «κοινωνία δικαίου». Δίπλα στη γυμναστική αγωγή (στο γυ­μνάσιο και στην παλαίστρα) ήταν και η μουσική αγωγή (με τους δασκάλους της μουσικής) σημαντική. Τα τραγούδια δεν εξυμνούν τον ηρωισμό, αλλά τη δικαιοσύ­νη. Στην κλασική εποχή έγιναν τα πρώτα σχολεία για διάβασμα, γράψιμο και λογα­ριασμούς. Ιδιαίτερη προώθηση απολάμβανε η ελληνική «παιδεία». Όροι όπως: παιδεία για παιδιά, παιδεία για αγόρια, μόρφωση για αγόρια, σήμαιναν γενικότε­ρα για τους Έλληνες τη σύμφωνη με τη φύση και αρμoνική προώθηση των σωμα­τικών και πνευματικών δυνάμεων παι­δεία, με σκοπό να διαθέσει στην πόλη και την κοινωνία τέλεια μορφωμένους και ικανούς πολίτες (καλοί καγαθοί). Ο «καλός καγαθός» κατείχε την αρετή, της οποίας τα κύρια στοιχεία ήταν η ανδρεία, η δικαιοσύνη και ιδιαίτερα η σωφροσύνη. Από τη γενική παρουσίαση συμπεραί­νεται, ότι η ανάπτυξη της σκέψης από το Μύθο στο Λόγο είναι στενά δεμένη με τις κoινωνικooικoνoμικές αλλαγές. Η οικονο­μική ευημερία, που προέκυψε από τον απoικισμό και το εμπόριο είχε ως επακόλουθο την αλλαγή του τρόπου διακυβέρ­νησης. Όταν όμως οι κοινωνίες έγιναν δη­μοκρατικότερες, άρχισε να αναπτύσσεται ένας ορθολογικός τρόπος παρατήρησης και εξήγησης του κόσμου και των ανθρώ­πων, ο οποίος από την πλευρά του επηρέ­ασε πολύ την παραπέρα ανάπτυξη και την παιδεία. Αυτό γίνεται αντιληπτό πά­νω απ' όλα στην αθηναϊκή δημοκρατία του ονομαζόμενου «χρυσού αιώνα».

· Από τις κοσμογονίες στην κοσμολογία

            Αν υπάρχει μια φιλοσοφία που βλέπει τον κόσμο ως πρόβλημά της κεντρικό και σχεδόν αποκλειστικό, είναι η αρχαία Ελληνική φιλοσοφία στην πρώτη περίοδο της ιστορίας της, πριν από το Σωκράτη. Ο φιλόσοφος της κλασσικής Αθήνας θεωρείται όριο, γιατί, όπως σημειώνει ο Αριστοτέλης "πw Σωκρqτους τοζτο μεν ηPξuθη (τy Aρwσασθαι τuν οPσwαν), τy δs ζητεΦν τq περw φ{σεως ληξε". Η φυσική πραγματικότητα γίνεται για τον Έλληνα των αρχαϊκών κυρίως χρόνων το πρώτο ερέθισμα που βάζει σε κίνηση το πνεύμα του και το οδηγεί στη γέννηση της φιλοσοφίας. Έτσι μπορούμε να πούμε από την αρχή ότι στην ιστορία του Ευρωπαϊκού ανθρώπου η συνειδητοποίηση του κοσμολογικού προβλήματος και η γέννηση της φιλοσοφίας συμπίπτουν. Η Ελληνική κοσμολογία που εγκαινιάζεται με την έννοια του «νερού» και ολοκληρώνεται με την έννοια του «ατόμου», σημαδεύεται από μια σειρά σταθμούς, που διαμορφώνουν συστήματα και σχολές στο χώρο του προβληματισμού της. Ο πρώτος από αυτούς τους σταθμούς είναι η σχολή της Μιλήτου, που διατύπωσε την υλοζωϊστική ερμηνεία του κόσμου.

Λέγοντας ότι η προσωκρατική φιλοσοφία έχει τον κόσμο ως πρόβλημά της κεντρικό και σχεδόν αποκλειστικό, δεν παραθεωρούμε το γεγονός ότι οι εκπρόσωποί της έχουν απόψεις και για τον άνθρωπο, την κοινωνία, το κράτος, τη γνώση και την πράξη. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να εξηγήσουμε ότι οι απόψεις αυτές αποτελούν προεκτάσεις της φυσικής φιλοσοφίας τους. Ο άνθρωπος και η συμπεριφορά του εδώ εξετάζονται ως άμεσα εξαρτήματα του φυσικού κόσμου. Δεν έχουν γίνει ακόμα αντικείμενα ειδικών κλάδων του επιστητού.

Με την απλή δήλωση ότι οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι προσπάθησαν πρώτοι να εξηγήσουν τη σύσταση του κόσμου ασφαλώς δεν γίνεται φανερό σε όλες του τις διαστάσεις το μέγεθος του εγχειρήματος. Όταν αυτοί οι στοχαστές ξεκινούν, ο δρόμος της επιστήμης δεν έχει ακόμα χαραχθεί, και πρέπει να τον ανοίξουν οι ίδιοι. Στην εποχή τους το μόνο δεδομένο είναι η διάχυτη απορία μπροστά στην ποικιλία των φυσικών φαινομένων, στην αδιάκοπη γένεση και φθορά, σε όλα όσα συμβαίνουν στη στεριά και στη θάλασσα, στον ουρανό ψηλά και μέσα στη ζωή των ζώων και των φυτών, απορία που έχει πηγή της την εφηβική ορμή για γνώση του αρχαίου Έλληνα. Αλλά το παραστατικό υλικό είναι φτωχό, τα όργανα λείπουν και η κριτική για το κύρος της γνώσης είναι ανύπαρκτη. Έτσι οι πρωτοπόροι της κοσμολογίας πρέπει μαζί με τη θεωρία να οικοδομήσουν τη γλώσσα της φιλοσοφίας, την ορολογία της επιστήμης και τον κριτικό λόγο. Η συνέχεια του Ελληνικού και του Ευρωπαϊκού πνεύματος έδειξε την επιτυχία αυτών των στοχαστών. Σήμερα όλοι ξέρουμε ότι οι βάσεις της φιλοσοφίας και της επιστήμης βρίσκονται στην προσωκρατική σκέψη και ότι από αυτήν διατυπώθηκαν οι κυριώτερες έννοιες όλων των κλάδων του επιστητού. Ειδικά για το πρόβλημά μας πρέπει να θυμηθούμε ότι οι αυτονόητες πια έννοιες κόσμος, φύση, άπειρο, χώρος, χρόνος, άτομο, κενό, ύλη, δύναμη, μέγεθος, κίνηση, αριθμός, συνεχές, μέρος, όλο, φθορά, ένωση, διάλυση και ένα πλήθος άλλες έννοιες της φυσικής πέρασαν στη γλώσσα της επιστήμης και καθιερώθηκαν, αφού τις εισηγήθηκαν οι Προσωκρατικοί.

Η κοσμολογία είναι ανάστημα της κοινωνίας του 6ου π.Χ. αιώνα. Τότε ο Έλληνας έχει αφήσει πίσω του τη γνωστή μας από την επική ποίηση παιδική ψυχολογία του, η συνείδησή του ευρύνεται και βαθαίνει, αιτήματα προσωπικά τον κατακλύζουν και τον χαρακτηρίζει πιο κριτική στάση απέναντι στη ζωή. Το ωρίμασμα αρχίζει όταν η ζωή στην Ελλάδα με τους αποικισμούς, τη ναυτιλία και το εμπόριο παίρνει μορφή αστική. Τότε στα λιμάνια της Μεσογείου διασταυρώνονται τα αγαθά της γης και οι ιδέες των ανθρώπων. Με τούτα οι Έλληνες πλουτίζουν τα σπίτια τους, μ'; εκείνες το μυαλό τους. Η ζωή προάγεται και εκλεπτύνεται. Οι δρόμοι της θάλασσας δείχνουν ακόμα στους φτωχούς πολίτες τον τρόπο να υψώσουν ανάστημα μπροστά στους κληρονομικούς κυρίους της γης τους. Έτσι σχηματίζεται μια ισχυρή μεσαία τάξη, που μπορεί ν'; αμφισβητεί στους ευγενείς το αποκλειστικό δικαίωμα στην εξουσία. Οι τελευταίες δεκαετίες του 7ου αιώνα και ολόκληρος ο 6ος χαρακτηρίζονται από σκληρούς πολιτικούς αγώνες και μεταπολιτεύσεις. Σ'; αυτή την περίοδο οι πιο πολλές και οι πιο σημαντικές Ελληνικές πόλεις περνούν από τη βασιλεία στη δημοκρατία, άλλες άμεσα, όπου οι λαϊκότερες τάξεις κατορθώνουν να επιβάλλουν ανόθευτη τη βούλησή τους, και άλλες έμμεσα, όπου ισχυρά πρόσωπα, οι τύραννοι, τις χειραγωγούν έναν καιρό, κρατώντας για προσωπική τους ωφέλεια τα προνόμια που αφαιρούν απ'; τους κληρονομικούς άρχοντες. Οπωσδήποτε όμως το φεουδαρχικό σύστημα παραχωρεί βαθμιαία τη θέση του στο κράτος του δικαίου. Το δίκαιο γίνεται ο νέος ανθρώπινος δεσμός. Η νέα μορφή του κράτους αφήνει στον πολίτη ολοένα πιο πλατιά περιθώρια ελευθερίας και ολοένα πιο πολλές δυνατότητες για συμμετοχή στα κοινά. Ακόμα και η θρησκεία την εποχή αυτή μπαίνει σε κάποιο κριτικό στάδιο. Τη δυναμωμένη συναισθηματική ζωή του Έλληνα δεν την ικανοποιούν πια οι παλιές ιεροτελεστίες, και γίνεται αισθητή η ανάγκη για πιο προσωπική σχέση με το Θεό. Την απομάκρυνση του Ελληνικού πνεύματος από το μυθικό κόσμο και τη στροφή του στο «εγώ», το «εδώ» και το «τώρα» την παρακολουθούμε κυρίως από τα κείμενα των λυρικών ποιητών, που εκφράζουν μια βαθμίδα πνευματικής ζωής μεταγενέστερη από τη επική ποίηση και προγενέστερη από την προσωκρατική φιλοσοφία. Στη λυρική ποίηση συναντούμε τα πρώτα προσωπικά ερωτήματα για τον κόσμο, το Θεό, τον άνθρωπο, την ψυχή, τη ζωή, τη γνώση και την πράξη, δηλαδή αυτά που οδηγούν στη φιλοσοφία.

Τελευταία στον κόσμο της έρευνας σημειώνεται ιδιαίτερος ζήλος στην προσπάθεια να εξηγηθεί η γέννηση της Ελληνικής κοσμολογίας μέσα από τον παραστατικό κύκλο των κοσμογονικών μύθων του Ελληνικού και του εξωελληνικού χώρου. Έτσι αναζητούν σ'; αυτούς τους μύθους τα σπέρματα των προβλημάτων και τα στοιχεία της μεθόδου της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Η τάση αυτή δικαιώνεται βέβαια από την ανάγκη να αξιολογήσουμε το υπόστρωμα της φιλοσοφίας, να γνωρίσουμε την αφετηρία της, αλλά δεν ερμηνεύει καθεαυτό το φαινόμενο της μετάβασης από το μύθο στο λόγο. Εκείνο που συχνά παραθεωρείται από τους νεότερους ερευνητές είναι το γεγονός ότι οι ομοιότητες των Ελληνικών κοσμολογικών θεωριών με τις κοσμογονικές δοξασίες, ντόπιες και ξένες, είναι στην επιφάνεια, όχι στο βάθος : Οι δοξασίες έχουν να κάνουν με παραστάσεις, ενώ οι θεωρίες λειτουργούν με έννοιες, οι πρώτες αποτελούν μυθικές επινοήσεις, ενώ οι δεύτερες συνθέτουν λογικές εξηγήσεις. Αν το στοιχείο του μύθου μόνο ήταν ικανό να γεννήσει την επιστημονική σκέψη, θα έπρεπε όλοι οι λαοί του αρχαίου κόσμου, αφού είχαν μύθους, να φτάσουν και στη φιλοσοφία. Όμως είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι λαοί πριν από τους Έλληνες Δε μπόρεσαν να οδηγηθούν ποτέ σε αφαιρέσεις, γενικεύσεις και ανακαλύψεις φυσικών και ιστορικών νόμων. Έμεινα σε επιδόσεις πάνω σε ορισμένους πρακτικούς τομείς του επιστητού, μετρήσεις αθροίσεις και γενικά εμπειρικές γνώσεις. Οι Έλληνες πήραν βέβαια από τους λαούς της Μέσης Ανατολής και μυθολογικό υλικό και πρακτικές γνώσεις, άγνωστο όμως σε ποιο βαθμό, αφού Δε μπορούμε να υπολογίσουμε τι ανήκε άμεσα στον αιγαίο πολιτισμό. Σημασία πάντως έχει το γεγονός ότι τα στοιχεία, που πήραν οι Έλληνες από τους άλλους λαούς, τα επεξεργάστηκαν με το δικό τους πνεύμα, που βασικά γνωρίσματά του είναι η σαφήνεια και η οξυδέρκεια. Από αυτή τη διεργασία προέκυψε ο ορθός λόγος, που εκδηλώνεται ως αφαίρεση και θεώρηση του όλου, ως τάση για γενίκευση, ως μεταμόρφωση της εικόνας σε έννοια και ως η διατύπωση νόμων. Θα λέγαμε μαζί με το W. Guthrie ότι αν ο Έλληνας της αρχαϊκής περιόδου κατατριβόταν με μετρήσεις και παρατηρήσεις πάνω σε μεμονωμένα θέματα, όπως τότε ο ανατολίτης και όπως σήμερα ο ειδικός επιστήμων, η φιλοσοφία δε θα γεννιόταν ποτέ. Δεν ξέρει κανείς αν η σαφήνεια των γραμμών, η πλαστικότητα των σχημάτων, η διαφάνεια, η καθαρότητα και η εποπτικότητα, που είναι γνωρίσματα του Ελληνικού χώρου, δεν έγιναν με τον καιρό γνωρίσματα και του νου των κατοίκων του και δεν του έδωσαν την ευχέρεια σε κάποια στιγμή της ιστορίας του να αναστήσει από τις νεφελογεννημένες μυθικές μορφές τις πλαστικές έννοιες και από τις προσωποποιημένες φυσικές δυνάμεις τους τετράγωνους νόμους του πνεύματος.

Η ιστορική στιγμή που συντελέστηκε η γέννηση του ορθού λόγου είναι ο 6ος αιώνας π.Χ. Προηγήθηκε μακρόχρονη εξελικτική διαδικασία, που τα σημάδια της είναι φανερά και μέσα στην ίδια τη μυθολογία των Ελλήνων. Πολύ πριν εκδηλωθεί η επιστημονική σκέψη τους, οι Έλληνες βαθμιαία φορτίζουν με λόγο τους μύθους, που παίρνουν από τους άλλους λαούς, και με τη σαφήνεια και τη οξυδέρκεια του νου τους προσδίδουν σ'; αυτούς πλαστικότητα, άγνωστη στην εξωελληνική μορφή τους. Οι ιστορικοί όροι της διεργασίας που οδηγεί τους Έλληνες στην επιστήμη είναι μέσα στην ελευθερία, που γεννήθηκε στις ανθηρές πόλεις των αρχαϊκών χρόνων. Η σκέψη μέσα σ'; αυτές λειτουργεί χωρίς τους φραγμούς του δόγματος και η γνώση δεν φυλακίζεται πίσω από τα αδιαπέραστα τείχη ενός ιερατείου, αλλά προσφέρεται στο λαό ως θεία δωρεά και ανοίγει τη λεωφόρο της εθνικής του παιδείας. Η τάση για διαφωτισμό είναι περισσότερο αισθητή ακριβώς στους Έλληνες κοσμολόγους. Αυτοί αποτολμούν γενικότερα τόσο αμείλικτη κριτική του βασισμένου στο μύθο γνωσιακού, λατρευτικού, κοινωνικού και πολιτικού κατεστημένου της εποχής τους, ώστε ορισμένοι τουλάχιστο από αυτούς αντιμετώπισαν δυσμένειες και διώξεις. Στα κείμενά τους η απόσταση από το μύθο παρουσιάζεται συντελεσμένη και έχει αρχίσει ήδη η αντιμαχία επιστήμης και μύθου, που θα συνεχιστεί μέχρι το τέλος του Ευρωπαϊκού πολιτισμού ως αντίθεση της φαντασίας και της λογικής.

Αναμφίβολα η Ελληνική αντίληψη περί ανθρώπου και κόσμου προοδευτικά «εκκοσμικεύτηκε» ή «λαϊκοποιήθηκε» και το σύμπαν των Θεών εξαφανίστηκε σιγά - σιγά μπροστά στις πράξεις των ανθρώπων. Ενώ στους χρόνους που συμβατικά ονομάζουμε ομηρικούς η αφήγηση οργανώνεται γύρω από θεϊκά πρόσωπα, καθώς τα ίδια τα ανθρώπινα πρόσωπα έχουν καταντήσει ουσίες σε καθεστώς ημιεξάρτησης, στην κλασική εποχή - τον 5ο αιώνα π.Χ. - , ο άνθρωπος, ως πολίτης - πολεμιστής, που πάει και μάχεται, εμφανίζεται ως παράγοντας που επωμίζεται τη μοίρα του. Αυτή την εποχή τα πολιτισμικά είδη αλλάζουν νόημα και ύφος : η τραγωδία, από θεμελιακά θρησκευτική, γίνεται πολιτική τελετουργία‡ η κωμωδία περνάει από το παιχνίδι για το γέλιο στην πολιτική κριτική‡ άλλα είδη ενισχύονται, όπως η ιστορική γεωγραφία : τις θρυλικές περιγραφές και τις μυθικές γενεαλογίες διαδέχονται τοπία και ήθη που περιγράφονται και αναλύονται επακριβώς, τα γεγονότα καταγράφονται λεπτομερειακά‡ άλλα είδη γεννιούνται, όπως η ιατρική, που στο εξής επικαλείται περισσότερο την έρευνα των αιτιών της ασθένειας παρά τις αμφίβολες πηγές της μαντικής‡ ή όπως η «φυσική» που λίγο - λίγο μετατοπίζεται από τις μαγικές θεωρίες στη μελέτη των φαινόμενων σχέσεων‡ ή όπως η τέχνη του λόγου, που δεν είναι στο εξής κλήρος των ευγενών οικογενειών, αλλά γίνεται το μέσο που κάθε πολίτης διαθέτει, τυπικά τουλάχιστον, για να διακηρύξει τις γνώμες και τα ενδιαφέροντά του‡ ή όπως η «φιλοσοφία», που παύει να είναι μια επηρμένη και μυστηριώδης διακήρυξη για να διεκδικήσει, μέσα στο συντονισμένο παιχνίδι των ερωτήσεων και των απαντήσεων, το δικαίωμα της να καθορίσει, σε όλα τα πεδία, την υπέρτατη δικαιοδοσία.

ΞΕΡΕΤΕ ΓΙΑΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΟΙΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΕΙΔΟΣ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ;

Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό είδος του πλανήτη. Και ξέρετε γιατί; Γιατί διαθέτει νόηση ικανή να ερμηνεύει την πραγματικότητα. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η πραγματικότητα τον τρομοκρατεί, δεν του κάθεται όπως θα ήθελε. Και τότε προτιμά να αντικαθιστά την πραγματικότητα με μια πλασματική ψευδαίσθηση τέτοια που να καλύπτει τους φόβους του. Πλάθει έναν μύθο που όχι μόνο παραδείτε σε αυτόν αλλά πολεμά και για αυτόν μη τυχόν και κάποιος του τον εξανεμίσει και έρθει πάλι κατάματα πρόσωπο με πρόσωπο με τις φοβίες του.

Αυτό το τραγικό είδος ακόμα δεν έμαθε να αντικρίζει αυτό που είναι και ΦΟΒΑΤΑΙ. Δυο, είναι οι ποιο τρομεροί του φόβοι, ο ΘΑΝΑΤΟΣ και η ΜΟΝΑΞΙΑ.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ τον τρομάζει γιατί δεν μπορεί να αποδεχθεί την ιδέα ότι η νόησή του κάποτε θα σβήσει όπως σβήνει και η φωτιά όταν αναλώσει την καύσιμη ύλη της. Δεν μπορεί να αποδεχθεί την πραγματικότητα της μελλοντικής ανυπαρξίας του και έτσι την αντικαθιστά με πλασματικές ψευδαισθήσεις περί της τάχα αθάνατης ψυχής που είτε πηγαίνει σε έναν άλλο κόσμο ή τιμωρίας ή ανταπόδοσης είτε γεννιέται ξανά σε ένα νέο σώμα, ξανά και ξανά και ξανά . . .

Η ΜΟΝΑΞΙΑ τον τρομάζει ως προς το ότι είναι το μοναδικό είδος του πλανήτη, με τούτο το είδος της νόησης και ότι δεν έχει καταφέρει μέχρι τώρα να βρει κανένα άλλο είδος με λίγο ανώτερη νόηση από τη δική του ικανό να του προσφέρει συμβουλές, βοήθεια και ασφάλεια. Η πραγματικότητα τον κάνει να νιώθει ανασφαλής (σαν μικρό παιδί χωρίς γονείς για να στηριχτεί σε αυτούς) και έτσι την αντικαθιστά με πλασματικές ψευδαισθήσεις περί της ύπαρξης και παρουσίας άλλων ΕΝΣΥΝΕΙΔΗΤΩΝ, ενός ή περισσότερων ανώτερων όντων, ικανών να αντιλαμβάνονται την δική του παρουσία, τις πράξεις του και τις επιθυμίες του, να τον κρίνουν και να διαφεντεύουν την ζωή του.

Τραγικέ Δύστυχε Άνθρωπε. . .