Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Εβραϊκό Πεσάχ – χριστιανικό Πάσχα

     pesaxaΟι σύγχρονοι ρωμιοί θεωρούν, ότι το Πάσχα είναι ελληνική γιορτή. Το Πάσχα όμως, ήταν και είναι σημαντικότατη εβραϊκή γιορτή, που δεν έχει καμμία σχέση με την Ελλάδα. Επί πλέον, δεν πρόκειται περί γιορτής αγάπης, όπως προπαγανδίζεται, αλλά περί γιορτής μίσους, ρατσισμού και απειλών.

Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα οι ιερείς ψάλλουν στις εκκλησίες ύμνους, που εκθειάζουν κάθε τι το εβραϊκό, ενώ παράλληλα εξαπολύουν απειλές. Ειδικότερα στο «Τριώδιο», που ψέλνεται στους χριστιανικούς ναούς όλη την περίοδο της Σαρακοστής, περιέχονται πολλές ύβρεις, κατάρες, συκοφαντίες και απαράδεκτοι αναθεματισμοί κατά του ελληνικού πολιτισμού.

Το άρθρο αυτό εστιάζεται στην τελευταία προ του Πάσχα «Μεγάλη Εβδομάδα», δηλ. από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Επιλέξαμε και σας παρουσιάζουμε μόνο τα αποσπάσματα, που διαβάζονται στις εκκλησίες. Εντύπωση προκαλεί η κατ’ επανάληψη υμνολογία του εβραϊκού στοιχείου. Οι λέξεις που ακούγονται συχνά συνοδευόμενες από κοσμητικά επίθετα και καλολογικά στοιχεία είναι: Σιών, Ισραήλ και Ιερουσαλήμ. Ο,τιδήποτε άλλο, που δεν έχει σχέση με το Ισραήλ, καθυβρίζεται κι απειλείται. Ένα μικρό δείγμα για του λόγου το αληθές:

Κυριακή των Βαΐων

• «Ιδού ο Βασιλεύς σου, Σιών.» (Στον Μικρό Εσπερινό, ήχος πλ. δ΄.)

• «Λαμπρύνου, η Σιών, η νέα, και βαΐοις ανύμνει μετά παίδων· ιδού ο Βασιλεύς σου, σώζων προς πάθος έρχεται.» (Στον Μικρό Εσπερινό, ήχος β΄, οίκος του Ευφραθά.)

• «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, Βασιλεύς του Ισραήλ.» (Στον Μεγάλο Εσπερινό, ήχος πλ. β΄ και εις τον Λιτό, Στιχηρό Ιδιόμελον, ήχος α΄.)

[ Η λέξη Ωσαννά είναι εβραϊκή και σημαίνει «δεόμαστε στο Θεό για τη σωτηρία». Ομοίως καθαρά εβραϊκές είναι και οι συχνά χρησιμοποιούμενες λέξεις Μεσσίας, Αμήν και Αλληλούια. Μεσσίας σημαίνει «κεχρισμένος», «Χριστός». Αμήν σημαίνει «μακάρι», «σίγουρα», «είθε να γίνει». Αλληλούια σημαίνει «δόξα στο Γιαχβέ» («Ωρολόγιον το Μεγα», έκδοση Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος 1983, σελ. 17). Η λέξη Ιησούς επίσης αποτελεί απόδοση του εβραϊκού Γιεσουά, που σημαίνει «ο Γιαχβέ είναι η σωτηρία».]

• «Ο ηγαπημένος Ισραήλ» (στον Μεγάλο Εσπερινό, ήχος πλ. β΄) και «τω ηγαπημένω Ισραήλ» (τροπάριο στον Όρθρο).

• «Διό ευφραίνεται θυγάτηρ Σιών.» (Στον Μεγάλο Εσπερινό, ήχος β΄.)

• «Χαίρε, ευφραίνου, πόλις Σιών.» (Στον Μεγάλο Εσπερινό και στο Λυχνικό, ήχος πλ. δ΄.)

• «Οι μισούντες Σιών, αισχύνθητε από του Κυρίου· ως χόρτος γαρ πυρί έσεσθαι απεξηραμμένοι.» (Στον Όρθρο, αντίφωνο των αναβαθμών του δ ήχου.)

• «Ευφράνθητι Ιερουσαλήμ· και πανηγυρίσατε οι αγαπώντες Σιών.» (Στον Όρθρο, καταβασία, ο διασώσας εν πυρί, ωδή η΄, ο ειρμός.)

• «Αίνεσιν Εκκλησία οσίων τω ενοικούντι Σιών σοι Χριστέ, προσφέρει· εν σοι, Ισραήλ, τω ποιητή αυτού, χαίρει.» (Από τροπάριο στον Όρθρο.)

• «Άσατε λαοί, θεοπρεπώς εν Σιών, και ευχήν απόδοτε Χριστώ εν Ιερουσαλήμ.» (Ομοίως.)

• «Ασύγκριτος υπάρχει ευπρέπεια εν Σιών.» (Ομοίως.)

• «Κύριος παρέστη· Σιών γαρ εξελέξατο.» (Ομοίως.)

• «Σιών Θεού όρος το άγιον, και Ιερουσαλήμ.» (Όμοίως.)

• «Ισραήλ του Θεού το βασίλειον.» (Ομοίως.)

• «Θεοπρεπώς σε, Βασιλεύ Ισραήλ.» (Ομοίως.)

• «Ο Βασιλεύς σου, Σιών.» (Ομοίως.)

• «Ο Θεός σου, χαίρε, Σιών, σφόδρα, εβασίλευσεν εις τους αιώνας Χριστός.» (Ομοίως.)

• «Ποιμήν ημών Χριστός ο Βασιλεύς Ισραήλ. Υπόδεξαι, Ιουδαία, τον Βασιλέα.» (Στο Απόδειπνο, ωδή θ΄, αλλότριον των μητέρων.)


• Την Κυριακή των Βαΐων διαβάζονται επίσης το απόσπασμα του Ζαχαρία «εξεγερώ τα τέκνα σου, Σιών, επί τα τέκνα των Ελλήνων» (Ζαχ. θ΄, 9-15), ένα του Σοφονίου κι ένα του Ιεζεκιήλ, που μιλάνε για λύτρωση του Ισραήλ από τους εχθρούς του κρητικούς, επαναλαμβάνοντας τα «χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών» κι άλλα παρόμοια» (Σοφ. γ΄, 14-19).


Η χρήση τον λειτουργικού βιβλίου «Τριώδιον» αρχίζει «αλά Εβραϊκά», δηλαδή το Σάββατο βράδυ, παραμονή της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου και τελειώνει το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. Ονομάσθηκε Τριώδιον διότι αρχικά οι ομάδες των τροπαρίων είχαν τρεις ωδές. Στις 536 σελίδες τον, που καλύπτουν περίοδο εβδομήντα ημερών, καθυβρίζεται κάθε τι το ελληνικό, υμνολογείται η Σιών, το Ισραήλ, η Ιερουσαλήμ κι ο,τιδήποτε εβραϊκό, ενώ παράλληλα κηρύσσεται άπλετο μίσος. Για παράδειγμα:

• «Μάλλον δε Πυθαγόραν και Κρόνον και Απόλλωνα η τίνα των άλλων θεών, ων τον βίον εζήλωσας, τερπόμενος ταις ασελγείαις αυτών.» (Κυριακή της Ορθοδοξίας)

• «Τα των ελλήνων δυσσεβή δόγματα… ανάθεμα.» (Συνοδικόν της Ορθοδοξίας)

• «Τοις τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα… ανάθεμα.» (ομοίως)

• «Σοφούς και ρήτορας ως μωρούς απελέγξαντες τη γνώσει.» (Πέμπτη της β΄ εβδομάδος.)

Μεγάλη Δευτέρα

Τη Μεγάλη Δευτέρα αρχίζει να ψάλλεται στις εκκλησίες ένα μεγάλο corpus κειμένων, το όποιο βρίζει και απειλεί κάθε άλλον λαό -εκτός του περιουσίου:

• «Ευρεθείη η χειρ σου πάσι τοις εχθροίς σου, η δεξιά σου εύροι πάντας τους μισούντάς σε. Ότι θήσεις αυτούς εις κλίβανον πυρός, εις καιρόν του προσώπου σου· Κυριος εν οργή αυτού συνταράξει αυτούς, και καταφάγεται αυτούς πυρ.» (Ψαλμός Κ΄.)

• «Ότι συ επάταξας πάντας τους εχθραίνοντάς μοι ματαίως, οδόντας αμαρτωλών συνέτριψας» (Ψαλμός Γ΄.)

• «Επ΄ εμέ διήλθον αι οργαί σου, οι φοβερισμοί σου εξετάραξάν με.» (Ψαλμός ΠΖ’.)

• «Κύριος τους φοβούμενους αυτόν.» (Ψαλμός ΡΒ΄.)

• Το αποκορύφωμα της σκληρότητας και της εκδίκησης (της άδικης εκδίκησης) περιγράφεται στο επεισόδιο με τη συκιά, που βρήκε στο δρόμο του ο Ιησούς, την καταράστηκε κι εκείνη ξεράθηκε, επειδή δεν βρήκε σύκα να φάει∙ και να φαντασθεί κάνεις ότι «δεν ήταν ο καιρός των σύκων» («κατά Ματθαίον» κα΄ 18-20, «κατά Μάρκον», ια΄ 13-14, 20-23). Διαβάζεται τη Μεγάλη Δευτέρα το πρωί.

Εδώ δεν πρόκειται μόνον για κακία και κακοήθεια (τι του έφταιγε η συκιά, την οποία επί τέλους δεν είχε καν φυτέψει αυτός;). Υπεισέρχεται επί πλέον κι ο παράγων παραφροσύνη. Γιατί μόνον ένας παράφρων απαιτεί να βρει ώριμα σύκα, όταν δεν είναι ο καιρός της καρποφορίας. Το θαύμα θα ήταν να πέρναγαν την άλλη ημέρα, κι η συκιά να ήταν γεμάτη σύκα. Τέτοια κακία, εναντίον μάλιστα άψυχου πράγματος, μόνον σε ένα ιστορικό ανάλογο καταγράφηκε: στο μαστίγωμα της θάλασσας στον Ελλήσποντο για τιμωρία για τη θαλασσοταραχή από τον πέρση βασιλιά κατά τα Μηδικά.

Το σύκο είναι θρεπτικότατος καρπός, γεμάτος σπέρματα και έχει σχήμα όρχεως. Η συκή, μακρόβιος, που πολλαπλασιάζεται εύκολα με όλους τους τρόπους, ήταν στην αρχαία Ελλάδα σύμβολο της γονιμότητας και του Διονύσου, ένα προσωνύμιο του οποίου ήταν Συκίτης (Αθήναιος, 3.14.15.) Το μίσος του Ιησού επομένως προφανώς δεν στρεφόταν άμεσα εναντίον του δέντρου, αλλά εναντίον αυτού που το δέντρο συμβόλιζε: του Διονύσου.

• Τη Μεγάλη Δευτέρα διαβάζονται επίσης αποσπάσματα από την Βίβλο γεμάτα εξωπραγματικές ιστορίες (Ιεζεκιήλ α΄, 1-20, Ιώβ α΄, 1-12) κι ένα απόσπασμα από την Έξοδο (α’, 1-20), στο όποιο παρατίθενται πλείστα ονόματα «υιών του Ισραήλ εισπορευομένων εις Αίγυπτον» (Ιακώβ, Ρουβήμ, Συμεών, Λευί, Ιούδα, Ισσάχαρ, Ζαβουλών, Βενιαμίν, Δαν, Νεφθαλείμ, Γαδ, Ασήρ). Τι σχέση έχουν οι ρωμιοί να ασχολούνται με το ποιοι υιοί του Ισραήλ εισπορεύτηκαν στην Αίγυπτο, να το ψέλνουν στις εκκλησίες κι επί πλέον να το θεωρούν ιερό τους κείμενο; (Κείμενα από την «Έξοδο», τον «Ιεζεκιήλ» και τον «Ιώβ» διαβάζονται και άλλες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας.)

• Ολόκληρη τη Μεγάλη Εβδομάδα επίσης ψάλλεται ο Ψαλμός Ν΄, στον όποιο μεταξύ των άλλων αναφέρεται: «Αγάθυνον, Κυριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ». (Πρόκειται περί εξαιρετικά δημοφιλούς ψαλμού· είναι ο ψαλμός εκείνος, που πρέπει να απαγγέλλει πολλές φορές ο πιστός σαν τιμωρία για τυχόν «παρεκκλίσεις» του, όπως προβλέπεται στο «Πηδάλιον».)

Μεγάλη Τρίτη

• «Κάθου εκ δεξιών μου έως άν θω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου.» (Στον Όρθρο, από το «κατά Ματθαίον», κβ΄, 44.)

• «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον.» (Στον Όρθρο, προκείμενον, ήχος δ΄, ψαλμός ΡΛ΄).

Μεγάλη Τετάρτη

• «Ευλογήσαι σε Κυριος εκ Σιών» (Στον Όρθρο, «προκείμενον», ήχος πλ. β΄, ψαλμός ΡΛΓ΄.)

• «Οι φοβούμενοι τον Κύριον, ευλογήσατε τον Κυριον. Αινείτε το όνομα Κυρίου, αινείτε, δούλοι, Κύριον.» (Στον Όρθρο, «προκείμενον», ήχος β΄, ψαλμός ΡΛΔ΄.)

• «Εις οδόν εθνών μη απέλθητε, και εις πόλιν Σαμαριτών μη εισέλθητε· πορεύεσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ.», ι΄, 1-2, 5-8.)

• «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρί-οις» (Απόσπασμα από το «κατά Ματθαίον», ιε’, 21-28.) Το κυναρίοις (σκυλιά) αναφέρεται στους έλληνες. Πρόκειται για μία καταπληκτική ιστορία, που περιγράφεται κι από τον Μάρκο (ζ΄, 25-30) κι αφορά στη θεραπεία της κόρης μιας «Ελληνίδος, Συροφοίνισσας το γένος·» (Μαρκ. ζ΄, 26). [Εδώ θέλει αρκετή προσοχή, γιατί μόνο το πρωτότυπο κείμενο μιλάει για ελληνίδα. Αν διαβάζετε το κείμενο στη νεοελληνική απόδοση των χριστιανών μεταφραστών, κατά κανόνα μεταφράζεται το «ελληνίδα» σε «ειδωλολάτρις», οπότε ο ανυποψίαστος αναγνώστης προσπερνάει το κείμενο, χωρίς να αντιληφθεί την πραγματική σημασία του.]

Η γυναίκα αυτή λοιπόν έπεσε στα πόδια του Ιησού παρακαλώντας τον να θεραπεύσει την άρρωστη κόρη της, καθότι ο Ιησούς εμφανίζεται κατ’ εξοχήν ως θεραπευτής. Ποια ήταν όμως η αντίδραση του Ιησού; «Κι εκείνος δεν της αποκρίθηκε ούτε μία λέξη. Και τότε οι μαθητές τον πλησίασαν και του είπαν διώξε την, γιατί φωνάζει από πίσω μας. Κι εκείνος τους αποκρίθηκε: “Δεν είμαι σταλμένος παρά μόνο για τα χαμένα πρόβατα του οίκου του Ισραήλ. Δεν είναι σωστό να παίρνεις το ψωμί από τα παιδιά και να το δίνεις στα σκυλιά”.» (Ματθ. ιε΄,26 και Μαρκ. ζ΄, 27-28.) «Ναι, Κύριε», του απάντησε τότε η γυναίκα, «αλλά και τα σκυλιά τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν κάτω από το τραπέζι των κυρίων τους». Τότε μόνον ικανοποιήθηκε αυτός, και «θεραπεύτηκε η κόρη της από την ώρα εκείνη». Η συμπεριφορά του «Υιού του θεού» στο περιστατικό αυτό δεν εγείρει καμμία αμφιβολία, είναι σαφέστατη: Θεωρεί τους έλληνες σκυλιά, που δεν αξίζει να τρώνε ούτε τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους, των εβραίων.

Πέραν αυτού όμως μια τέτοια συμπεριφορά γεννά κι ορισμένα επί πλέον ερωτήματα. Η πρώτη αντίδραση του, όπως είδαμε, ήταν να αρνηθεί την θεραπεία. Οι αρχαίοι ιατροί, άλλα και οι σύγχρονοι, ορκίζονται τον περίφημο «Όρκο του Ιπποκράτη», στον όποιο συνομολογούν, πως θα ασκήσουν την τέχνη τους σε κάθε έναν που θα τους το ζητήσει, είτε αυτός είναι άνδρας, είτε γυναίκα, είτε ελεύθερος, είτε δούλος. Σε κανένα σημείο του Όρκου δεν υπάρχει περιορισμός της άσκησης του επαγγέλματος τους, επειδή ο ασθενής είναι αλλόφυλος η αλλόθρησκος. Ο Ιπποκράτης ούτε καν το σκέφτεται να κάνει τέτοιου είδους διακρίσεις. Ο Ιησούς όχι μόνο το σκέφτεται, αλλά και το εφαρμόζει. Η θεραπευτική δεινότητα του Ιησού ήταν τελικά περιορισμένη σε ποσότητα, και όταν παρείχε μερικά «ψίχουλα» σε κάποιον αλλόφυλο, αυτό σήμαινε, ότι τα στερούσε από τα «χαμένα πρόβατα του Ισραήλ»;

Μεγάλη Πέμπτη

• «Οι μακαριστοί, εν τη Σιών.» (Από τροπάριο στον Όρθρο.)

• «Ότι τάδε λέγει Κυριος τω λαώ μου Ίσραήλ.» (Απόσπασμα από τον Ιερεμία, ια΄18-23 και ιβ΄ 1-5, 9-11, 14-15.)

• «Ο πρωτότοκος υιός μου Ισραήλ.» (Ιδιόμελον, ήχος γ΄, ψαλλόμενον την εσπέρα.)

• «Πάσα κτίσις ηλλοιούτο φόβω.» (Απόστιχο ιδιόμελο, ήχος α΄.)

• «Φοβος και τρόμος επέπεσε τη κτίσει.» (Δοξαστικόν, ήχος πλ. δ’.)

• Αποσπάσματα από την «Έξοδο» και τον «Ιώβ» εξακολουθούν να διαβάζονται και τη Μ. Πέμπτη, όπως κάθε ήμερα, αλλά ο Ιεζεκιήλ έχει αντικατασταθεί από τον «Ιερεμία».



Εβραϊκή οικογένεια γύρω από το πασχαλινό τραπέζι. Πρώτα πλένουν καλά τα χέρια τους, απαγγέλλουν προσευχές, πίνουν από ένα ποτήρι κρασί, που κάνει το γύρο του τραπεζίου κι ύστερα ο πατέρας ευλογεί, τεμαχίζει και μοιράζει τον άρτο. Πάντα στο εβραϊκό πασχαλινό τραπέζι υπάρχουν τα σύμβολα της ιστορίας του εβραϊκού Πάσχα: ένα από αυτά είναι το αυγό. Ένα καλά βρασμένο ολόκληρο αυγό συμβολίζει το ναό της Ιερουσαλήμ, οπού γίνονταν οι θυσίες. Το βασικότερο όμως στοιχείο του εβραϊκού Πάσχα είναι το αρνί. (Φωτογραφία από σχολικό βιβλίο Θρησκευτικών.)

Μεγάλη Παρασκευή

• «Tότε λαλήσει προς αυτούς εν οργή αυτού και εν τω θυμώ αυτού ταράξει αυτούς.» «Aίτησαι παρ’ εμού, και δώσω σοι έθνη την κληρονομίαν σου.» «Ποιμανείς αυτούς εν ράβδω σιδηρά, ως σκεύη κεραμέως συντρίψεις αυτούς.» «Δουλεύσατε τω Κυρίω εν φόβω και αγαλλιάσθε αυτώ εν τρόμω» (Ώρα πρώτη, αποσπάσματα άπο τον ψαλμό ΚΑ’.)

• «Επί τον Ισραήλ του Θεού.» (Απόσπασμα από την «προς Γαλατάς επιστολή», στ΄ 14-18.)

• «Πάσα η κτίσις ηλλοιούτο φόβω.» (Την εσπέρα, ήχος α΄.)

Μεγάλο Σάββατο

• «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών, κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ· ευφραίνου και κατατέρπου εξ όλης της καρδίας σου, θύγατερ Ιερουσαλήμ. Λελύτρωταί σε εκ χειρός εχθρών σου Βασιλεύς Ισραήλ» (Απόσπασμα Σοφονίου, γ΄ 8-15, την εσπέρα- το ίδιο που είχε διαβαστεί και την Κυριακή των Βαΐων.)

• «Ευλογείτε, Ανανία, Αζαρία και Μισαήλ, τον Κυριον.» (Από τον «Ύμνο των Τριών Παίδων.) Είναι τόσο σημαντικοί για την Ελλάδα ο Ανανίας, ο Αζαρίας κι ο Μισαήλ, τους οποίους επικαλούνται το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου οι ιερείς;

Στις δώδεκα τα μεσάνυκτα ψάλλεται το «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών», ο παιάνας της χριστιανοσύνης, ο όποιος προοιμιάζεται με απειλές κι εκδικήσεις: «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν… Ως εκλείπει καπνός εκλειπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός, ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί από προσώπου του Θεού και οι δίκαιοι ευφρανθήτωσαν.»

Το εβραϊκό ιστορικό της γιορτής του Πάσχα

Η αρχή του Πάσχα ανάγεται μεν στους αιγυπτίους, που γιόρταζαν την Εαρινή Ισημερία, τότε που η ήμερα αρχίζει να γίνεται μεγαλύτερη από τη νύκτα: πισάχ, δηλαδή «διάβαση», έλεγαν τη γιορτή τους οι αιγύπτιοι, δηλαδή διάβαση του Ήλιου από τον Ισημερινό. Όμως οι εβραίοι εν τέλει ιδιοποιήθηκαν και διέσωσαν αυτό το έθιμο∙ στη γλώσσα τους λέγεται Πεσάχ («πέρασμα») ή Γιορτή των Αζύμων (Λουκ. κβ΄,1) και εξακολουθεί να είναι η σπουδαιότερη γιορτή τους.

Σύμφωνα με την Βίβλο, το Πάσχα ορίσθηκε από το θεό, θεσπίστηκε από τον Μωυσή και καθιερώθηκε σε ανάμνηση της εξόδου των εβραίων από την Αίγυπτο και το πέρασμα τους από την Ερυθρά Θάλασσα («Έξοδος», κεφ. ιβ΄). Λέγεται και Πάσχα των Ιουδαίων (Ιωάν. β΄,13, ια΄, 55) ή Πάσχα του Κυρίου (Γιαχβέ, «Έξοδος» ιβ΄, 11). Γιορτάζεται την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία. Η «εξήγηση» ρωμιορθόδοξων κύκλων, πως η λέξη Πάσχα προέρχεται από το ελληνικό ρήμα πάσχω, στερείται σοβαρότητας. Η λέξη Πάσχα είναι εξελληνισμός της εβραϊκής λέξης πεσάχ.

«Θελω πατάξει παν πρωτότοκον εν τη γη της Αιγύπτου από ανθρώπου έως κτήνους», διεμήνυσε στους εβραίους ο Γιαχβέ («Έξοδος, ιβ΄ 12). Προκειμένου να το πετύχει αυτό, τους παράγγειλε πρώτα να σφάξουν ένα αρνί και να το φάνε το βράδυ με άζυμα και πικρά χόρτα και μετά με το αίμα του να βάψουν το ανώφλιο και τους δύο παραστάτες των θυρών των σπιτιών τους, ώστε «ο Κύριος θέλει παρατρέξει την θύραν και δεν θέλει αφήσει τον εξολοθρευτήν να εισέλθη εις τας οικίας σας, δια να πατάξη». Τελικά «ο Κύριος επάταξε παν πρωτότοκον εν τη γη της Αιγύπτου από του πρωτοτόκου του Φαραώ, όστις κάθηται επί του θρόνου αυτού, έως του πρωτοτόκου του αιχμαλώτου, του εν τω δεσμωτηρίω∙ και πάντα τα πρωτότοκα των κτηνών… Δεν ήτο οικία εις την οποίαν δεν υπήρχε νεκρός». Όλες αυτές οι θεόπνευστες ενέργειες, που περιγράφονται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στο ιβ΄ κεφάλαιο της «Εξόδου» της Βίβλου, γιορτάζονται την ημέρα του Πάσχα.

Αυτό το εβραϊκό Πάσχα ο Ιησούς ούτε κατήργησε, ούτε υποτίμησε, τουναντίον πήρε τους μαθητές του και ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα -το τρίτο και τελευταίο έτος του δημόσιου βίου του-, για να το γιορτάσουν σαν νομοταγείς εβραίοι (Μαρκ. 14,1, Λουκ. 22,1, Ιωάν. 2,23).

Όλες οι περιγραφές της Καινής Διαθήκης μιλούν ξεκάθαρα, ότι τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος εξελιχθήκαν την εβδομάδα που προηγήθηκε από το Πάσχα των εβραίων. Ο λεγόμενος Μυστικός Δείπνος ήταν το πασχαλινό τραπέζι για τον εορτασμό του εβραϊκού Πάσχα από τον Ιησού και τους μαθητές του. «Ο Ιησούς απέστειλε τον Πέτρο και τον Ιωάννη λέγοντας: «Πηγαίνετε να ετοιμάσετε να φάμε για το Πάσχα».» (Λουκ. 22,8.) «Οι μαθητές έκαναν όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς κι ετοίμασαν το Πάσχα.» (Ματθ. 26, 19.)

Το Πάσχα των εβραίων κατά το έτος εκείνο γιορτάστηκε ημέρα Σάββατο, ενώ η υποτιθέμενη ανάσταση σύμφωνα με τους ευαγγελιστές (Ματθ. 28,1, Μαρκ. 16,1, Λουκ. 24,1, Ιωάν. 20,1) έγινε την επομένη ήμερα («μία των Σαββάτων»), που αργότερα ονομάστηκε Κυριακή. Από εκεί πήραν την ονομασία τους και οι άλλες ήμερες της εβδομάδας (Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη κ.τ.λ.).

Στην Α΄ Οικουμενική Συνοδό της Νίκαιας (325 μ.Χ.) καθορίστηκαν τα του εορτασμού του χριστιανικού Πεσάχ. Συγκεκριμένα αποφασίστηκε να γιορτάζεται η ανάσταση του Ιησού. Ως ημερομηνία καθορίστηκε η πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία, ώστε το χριστιανικό Πάσχα και να αποτελεί συνέχεια της εβραϊκής παράδοσης του Πεσάχ, αλλά και να μην συμπίπτει την ίδια ακριβώς μέρα με το εβραϊκό.

Σύμφωνα με τους χριστιανούς, ο Ιησούς γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου, οπότε κάθε 25 Δεκεμβρίου γιορτάζεται η γέννηση του. Την όγδοη ήμερα έγινε η περιτομή του, οπότε λογικά γιορτάζεται την 1η Ιανουαρίου. Το ίδιο γίνεται και για όλες τις άλλες γιορτές. Αυτό που δεν έχει σταθερή ημερομηνία είναι το Πάσχα. Κάποια μέρα της Άνοιξης όμως, πιστεύουν, ο Ιησούς αναστήθηκε. Πότε ήταν αυτή η ήμερα; Γιατί δεν μελέτησαν οι Πατέρες τις Γραφές τους, δεν ζήτησαν και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, ώστε να αποφασίσουν ποια ημερομηνία έγινε η ανάσταση; Γιορτάζοντας κάθε χρόνο σε άλλη ημερομηνία, μόνο από σύμπτωση μπορεί να ταυτίσουν την ημέρα της υποτιθέμενης ανάστασης με την ήμερα του εορτασμού της. Η εβραϊκή καταγωγή του Πάσχα είναι καθαρά ο λόγος, που δεν εορτάζεται σε συγκεκριμένη ημερομηνία, άλλα είναι κινητή εορτή.

Οι σύγχρονοι ρωμιοί χριστιανοί τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια τους εβραϊκούς συμβολισμούς του Πάσχα, δηλαδή:

• Το βασικό στοιχείο του, το ψητό αρνί, που έσφαξαν οι εβραίοι κατ’ εντολή του Θεού: Αρνί τρώνε από τότε κατ’ έθιμο κάθε Πάσχα οι εβραίοι.

• Τα αυγά, που συμβολίζουν το ναό της Ιερουσαλήμ, όπου γίνονταν οι θυσίες.

• Το κόκκινο χρώμα, που συμβολίζει το αίμα του αρνιού, που έβαψαν τις θύρες τους οι εβραίοι.

Η σταύρωση τού Ιησού - Ένα προβληματικό, αλλά και συνάμα...βολικό σενάριο

«Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» - Ένας πανικόβλητος θεός, ή με το στανιό «σωτήρας»

Μετά το τέλος της τελετής του Μυστικού Δείπνου, ο Ιησούς δεν αναπαύεται για το υπόλοιπο της νύχτας, όπως θα ήταν φυσιολογικό, στο ανώγειο όπου δείπνησε, αλλά βγαίνει μαζί με τους μαθητές του, που μετά απ’ το δείπνο νυστάζουν αφόρητα και πηγαίνει στο προσυμφωνημένο σημείο της σύλληψής του, δηλαδή στο διπλανό αλσύλλιο ή «όρος» (λόφο) των ελαίων όπως θέλει ο Λουκάς (Οι υπόλοιποι ευαγγελιστές στέλνουν τον Ιησού στο χωριό Γεσθημανή).

Εκεί όμως, ενώ οι μαθητές του, μετά το πλούσιο γεύμα δεν μπορούν να ξαγρυπνήσουν μαζί του, ο Ιησούς βρίσκεται μόνος και αντιμέτωπος με τα περιορισμένα ψυχικά του αποθέματα! Αδημονεί κυριολεκτικά μέχρι θανάτου και η αφήγηση σημειώνει τον απίστευτο βαθμό της μικροψυχίας του: «Και ήρξατο εκθαμβείσθαι (να θολώνει, να συνταράσσεται) και να αδημονεί και λέγει εις αυτούς (τους μαθητές του) περίλυπος είναι η ψυχή μου έως θανάτου…. Μονολογεί λέγοντας στους μισοκοιμισμένους πλέον μαθητές του κάτι που αφορά κυρίως τον ίδιο: «Το μεν πνεύμα πρόθυμον η δε σαρξ ασθενής… Και αφού απομακρύνθηκε λίγο, έπεσε με το πρόσωπο στη γη (εικόνα απαράδεκτη για «θεό», με το πρόσωπο κολλημένο στο έδαφος άρχισε να παρακαλάει προσευχόμενος) Πάτερ μου, ει δυνατόν εστίν παρελθέτω (ας απομακρυνθεί) απ’ εμού το ποτήριον τούτο» ( Ματθαίος 26: 39 και Μάρκος 14: 32-41). Ο Μάρκος γράφει: «Έπιπτε επί της γης και προσηύχετο… Και έλεγε: Αββά (Αββάς: ο γέρων ο πατήρ) ο πατήρ, πάντα δυνατά σοι, παρένεγκε (απομάκρυνε) το ποτήριον τούτο απ’ εμού» (Μάρκος 14: 36).

Απ’ την ίδια την διατύπωση καταλαβαίνουμε ότι ο «Χρισμένος» εννοούσε απολύτως όσα έλεγε! Και ο τελευταίος παρατηρητής θα καταλάβαινε ότι ο πρωταγωνιστής αυτής της υπόθεσης έχει πλέον πρόβλημα! Οι δύο ευαγγελιστές (Ματθαίος και Μάρκος) με σαφήνεια περιγράφουν, ότι αυτή η αντίδραση του Ιησού, δεν ήταν μια φευγαλέα στιγμή ανησυχίας ή ένα επιφανειακό αίτημα πανικού, αλλά μια παράκληση που επαναλήφθηκε επίμονα και συστηματικά τρεις φορές: «Πάλιν εκ δευτέρου προσευχήθη λέγων. Πάτερ μου εάν είναι δυνατόν, να παρέλθει τούτο το ποτήριον (δοκιμασία) απ’ εμού, χωρίς να πιω αυτό… και προσευχήθη και τρίτη φορά ειπών τον αυτόν λόγον (τρίτη δηλαδή φορά με την ίδια παράκληση)» (Ματθαίος 26: 44. και Μάρκος 14: 41).

Όταν ένα τέτοιο αίτημα απορριφθεί τρεις φορές, δεν έχει νόημα να ξαναδοκιμάσεις. Μάλιστα, φυσιολογικά, η πρώτη και μοναδική φορά, θα έπρεπε να ήταν υπεραρκετή, αν αυτός που απορρίπτει το αίτημά σου είναι πράγματι ο ίδιος Θεός. Με τις τρεις όμως επαναλαμβανόμενες φορές και τα προσκυνήματα έως εδάφους, καταλαβαίνουμε πως ο Χριστός, είναι κυριολεκτικά πανικόβλητος και δεν προσεύχεται στον Θεό, (δηλαδή στον εαυτό του) αλλά συνομιλεί με κάποιον ή κάποιους, ζητώντας φορτικά και επιμόνως να τροποποιηθεί το προκαθορισμένο δραματικό και επικίνδυνο τέλος της ιστορίας του.

Ο Ιωάννης (που υποτίθεται πως ήταν παρών) συμπληρώνει την εικόνα τού εντελώς πανικόβλητου Ιησού, βάζοντας όπως θα δείτε σε μια φαινομενικά ανεξήγητα αντεστραμμένη σειρά τις ψυχικές μεταπτώσεις του Ιησού: «Φανερώθηκε τότε σ’ αυτόν άγγελος Κυρίου ενισχύων αυτόν και (εδώ προσέξτε την αντιστροφή των εξελίξεων…μετά απ’ την «ενίσχυση» αυτή του αγγέλου, ο Ιησούς) γενόμενος εν αγωνία εκτενέστερον προσηύχετο. Εγένετο δε ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην» (Λουκάς 22: 43-44).

Παράξενο… Πραγματικά ανεξήγητο! Ο Ιησούς κατέρρευσε εντελώς μετά την «ενίσχυση» που δέχθηκε από τον «ουρανόσταλτο άγγελο»! Ποια εξήγηση χωράει άραγε σ’ αυτό;
Ένας καταϊδρωμένος γιος θεού, ακόμα και για τα αλληγορικά ακροβατικά της θεολογίας, είναι μια ανεξήγητη εικόνα πανικόβλητου σωτήρα! Μα επιτέλους, τι ακριβώς ζητούσε ο Ιησούς παρακαλώντας τρεις φορές να μην πιει εκείνο το ποτήρι, Μα φυσικά να μην σταυρωθεί! Κανένα άλλο «ποτήρι» δεν υπήρχε μπροστά του! Ένας θεός όμως, δεν μπορεί να έχει τέτοια συμπεριφορά ακραίας αγωνίας, μπροστά στην εκτέλεση του πανανθρώπινου σωτηριακού σκοπού του...
Δηλαδή, αυτός ο «θεός»…παραλίγο να μη μας «σώσει»!...

Κατά πως όλα δείχνουν, αυτός που τελικά μας έσωσε, πρέπει να ήταν ο ανώνυμος εκείνος άγγελος που την τελευταία στιγμή τον πίεσε (ενίσχυσε) να το κάνει. Τι να υποθέσουμε κι εμείς οι απλοϊκοί, που μας εκνευρίζει αφάνταστα η σκέψη ότι μετά από εκατομμύρια χρόνια μοναξιάς, τον πλανήτη μας επισκέφθηκε επιτέλους με σωτηριακή διάθεση ένας αληθινός θεός και την τελευταία στιγμή, όχι μόνο το ξανασκέφτηκε αλλά σχεδόν του επέβαλαν να πιει το ποτήρι της σωτηρίας μας;

Οι θεολόγοι μας λένε, πως εκεί εμφανίσθηκε η ανθρώπινη πλευρά του! Μα δεν διαφωνούμε καθόλου, ακριβώς αυτή είναι που μας φαίνεται εντελώς απαράδεκτη! Τι σόι θεάνθρωπος είναι αυτός, που διστάζει και οδυρόμενος παρακαλάει να μη πιει το πικρό θυσιαστικό ποτήρι της σωτηρίας μιας ολόκληρης ανθρωπότητας, με τίμημα όχι τον δικό του απόλυτο αφανισμό, αλλά μια εξαιρετικά σύντομη ταλαιπωρία;

Στην διάρκεια της καταγεγραμμένης ανθρώπινης ιστορίας, γνωρίσαμε αμέτρητους απλούς, εύθραυστους, θνητούς ήρωες, που συντρίφτηκαν καρτερικά στην εκτέλεση του καθήκοντός τους, για πολύ μικρότερα ιδανικά, χωρίς ούτε για μια στιγμή να καταδεχθούν να επιδείξουν κανέναν φόβο ή να παρακαλέσουν να παρέλθει το οποιοδήποτε ποτήρι της θυσίας τους! Γιατί αυτός ο δήθεν θεόσταλτος ήρωας δίστασε τόσο;

Κατά την θεολογία, ο θάνατος του Ιησού ήταν προϋπόθεση σωτηρίας. Κατ’ αυτήν ο Ιησούς δεν ήταν ένας απλός Εβραίος μαραγκός, αλλά ένας θεάνθρωπος. Δηλαδή: «Ένας τέλειος θεός και ταυτόχρονα ένας τέλειος άνθρωπος». Φαίνεται όμως, πως ο συνδυασμός των δύο αυτών τελειοτήτων, δημιουργεί συναισθηματική αστάθεια και ενώ ο φορτωμένος τελειότητες ήρωάς μας, ήρθε αποφασισμένος να μας σώσει, τελευταία στιγμή, το ξανασκεφτόταν ιδροκοπώντας μέχρις «αίματος» (Κάποιοι έσπευσαν να βεβαιώσουν και την ύπαρξη του ματωμένου ιδρώτα! Μα συγκρατηθείτε λίγο! Η ίδια η αφήγηση γράφει: «ίδρως ωσεί [σαν] θρόμβοι αίματος». Είναι λοιπόν σχήμα λόγου χάριν έμφασης και όχι πραγματικό αίμα στον ιδρώτα).

Θεολογικά, με τον προσωρινό «θάνατό» του, ο Ιησούς θα έσωζε ολόκληρη την ανθρωπότητα… Κι όμως φαίνεται πως ο Ιησούς δεν αντέχει ούτε ένα τέτοιο τρισένδοξο θυσιαστικό «ποτήρι». Μα τότε…ποιο «ποτήρι» επιτέλους θα του φαινόταν ευκολότερο να πιει; Δηλαδή, αιώνες τώρα, λατρεύουμε για θεό μας, κάποιον που μέχρι τελευταία στιγμή, παρακαλούσε απεγνωσμένα…να μη μας σώσει;!

Τελικά, ποιόν και γιατί παρακαλάει: «Ει δυνατόν εστίν παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο»; (Ματθαίος 26: 39). Ποιός θεός, αν όχι ο ίδιος θα αποφάσιζε αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν ή όχι; Και γιατί θεός ων δεν γνώριζε τι ήταν δυνατόν και τι όχι; Μήπως η ευλύγιστη θεολογική φαντασία, δύο χιλιετίες μετά, βρήκε το βαθύτερο νόημα της τριπλής αυτής παράκλησης του Θεού…προς τον εαυτό του;

Το ερώτημα είναι τόσο τραγελαφικό και ταυτόχρονα τόσο καυτό, που ήταν μάλλον αναμενόμενο, η διαχρονική θεολογία (πατρολογία) να φλυαρεί συστηματικά επ’ αυτού!. Πολλοί προσπάθησαν να ψελλίσουν κάποια αγαθόστριφτη ερμηνεία, για την ανεξήγητα έντονη αυτή αντίρρηση του Ιησού, να πιει το «ποτήρι» της σταύρωσής του, χωρίς όμως να καταφέρουν να βρουν μια ικανοποιητική απάντηση. Προσπαθώντας να απαντήσει σε παρόμοιες ερωτήσεις του Κέλσου, ο Ωριγένης γράφει ότι: «Το της κολάσεως ποτήριον (το ποτήρι του βασανισμού ήταν) η εγκατάλειψη (απ’ τον Θεό) του Ιουδαϊκού έθνους» (Κατά Κέλσου 25: 30).

Αξιοθρήνητα θεολογικά αερολογήματα, που δεν στηρίζονται πουθενά και όμως τα επανέλαβαν πολλοί θεολόγοι! (Ο Επιφάνιος γράφει: «Επειδή έμελλε διά του Ισραήλ να παραδοθεί, λυπούμενος το σπέρμα του Αβραάμ είπε αυτόν τον λόγο». [Haer 3.209.3-8-5] ). Δηλαδή, ο Ιησούς δεν ήθελε να προχωρήσει στην σταύρωση και την ανάστασή του, που θα έσωζε όλους τους ανθρώπους, για να μην απορριφθεί το σπέρμα του Αβραάμ και χαθεί το έθνος του Ισραήλ!

Όμως, γνωρίζουμε ότι με την δημιουργία του Χριστιανισμού, κάθε άλλο παρά εγκατάλειψη του ιουδαϊκού έθνους υπήρξε. Απεναντίας, οι πρώτοι που έγιναν μαζικά χριστιανοί, ήταν το σπέρμα του Αβραάμ, αφού οι ενημερωμένοι Ιουδαίοι κατάλαβαν την μοναδική ευκαιρία που είχαν πλέον, να προσεγγίσουν μέσα απ’ τον Χριστιανισμό, τα ισχυρά κέντρα αποφάσεων και ιστορικών εξελίξεων ώστε να κάνουν επιτέλους το όνειρο του Αβραάμ πραγματικότητα. Μάλιστα στηριζόμενος απολύτως στην Παλαιά Διαθήκη, ο Χριστιανισμός έδωσε στο έθνος αυτό, απίστευτες ευκαιρίες διεθνοποίησης της εβραϊκής ιστορίας και θεολογίας, κάνοντας παγκοσμίως γνωστό, ένα ασήμαντο μέχρι τότε θρησκευτικά και πολιτικά έθνος.

Η εξήγηση λοιπόν πρέπει υποχρεωτικά να είναι άλλη.
Ο επιστρατευμένος (χρισμένος) ήρωάς μας, λίγο πριν απ’ την δυσκολότερη καμπή της ιστορίας του, μας έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο! Απλώς δεν άντεχε να σταυρωθεί ούτε εικονικά! Οι αντιδράσεις του εκείνο το βράδυ, μας παρέδωσαν την σαφέστερη διαβεβαίωση, ότι ο συγκεκριμένος σωτήρας, δεν έχει καμία σχέση με σωτηριακά ιδανικά, ούτε είχε καμία σχέση με τους ουρανούς, γιατί ολοφάνερα δεν βιαζόταν καθόλου να επιστρέψει σ’ αυτούς.
Αναρίθμητοι απλοί άνθρωποι, αν διαβεβαιωθούν ότι με την αυτοθυσία τους θα επιτελέσουν παγκόσμιο σωτηρικό έργο…και μόνο για το έπαθλο της εξαιρετικής τους υστεροφημίας, θα “έπιναν” ευχαρίστως, ένα τέτοιο ένδοξο “ποτήρι″! Μάλιστα ολόκληρες στρατιές ηρώων, πηγαίνουν να πολεμήσουν μέχρι θανάτου, για πολύ μικρότερα ανταλλάγματα! Όμως, ήταν πια ολοφάνερο. Αυτός ο σωτήρας…τελευταία στιγμή κάτι είχε πάθει...

Ποιοι συνέλαβαν και δίκασαν τον Ιησού;
Τα κλαψουρίσματα του «σωτήρα», θα ακολουθήσει η σύλληψή του από τους Ρωμαίους, μετά από την -γεμάτη ερωτηματικά- «προδοσία» του Ιούδα. Ως εκ του θαύματος, ο Ιησούς φαίνεται πλέον πιο...θαρραλέος και αποφασισμένος: «Θα πιω το ποτήρι που μου έδωσε ο Πατέρας» (Ιωάννης 18: 11).
Σύμφωνα λοιπόν με τον Ιωάννη, τον Ιησού συνέλαβαν όπως ήταν φυσικό οι ρωμαϊκές αρχές και φυσικά ουδέποτε τον παρέδωσαν στους Ιουδαίους για να δικαστεί. Όμως, αντίθετα από τον Ιωάννη, οι τρεις πρώτοι ευαγγελιστές, δεν αναφέρουν καθόλου τους Ρωμαίους στρατιώτες. Και οι τρεις ομόφωνα αναφέρουν, ότι τον Ιησού πήγαν να συλλάβουν: «Ο Ιούδας μαζί με ένα πλήθος ανθρώπων, οπλισμένων με μαχαίρια και ρόπαλα, σταλμένοι απ’ τους αρχιερείς και πρεσβύτερους του συνεδρίου» (Ματθαίος 26: 47, Μάρκος 14: 43, Λουκάς 22: 47). «Αυτοί δε (δηλαδή ο όχλος) που τον έπιασαν τον παρέδωσαν στον αρχιερέα Καϊάφα όπου και συνήχθησαν οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι» (Ματθαίος 26:57).

Το φυσικότερο βέβαια είναι, την σύλληψη μέσα στη νύχτα, να έκαναν οι μόνες αρμόδιες αρχές του τόπου, δηλαδή οι Ρωμαίοι, οι όποιοι όμως ουδέποτε θα παρέδιδαν τον κρατούμενό τους στους Ιουδαίους για να δικαστεί πρώτα απ’ αυτούς. Προφανώς ο Ιησούς συνελήφθη και κρατήθηκε για το υπόλοιπο της νύχτας στο φρουραρχείο, ώστε το πρωί να δικαστεί απ’ τον Ρωμαίο έπαρχο Πιλάτο!
Τα περί δίκης λοιπόν και ακροάσεων από τον αρχιερέα Άννα, Καϊάφα και Ηρώδη μέσα στην μαύρη νύχτα, είναι εντελώς φανταστικά και δεν θα μας απασχολήσουν, διότι ολοφάνερα είναι κατοπινά εφευρήματα, που μοναδικό σκοπό είχαν να περιπλέξουν την αρχική απλότητα του σεναρίου και να αυξήσουν την δραματικότητα των παθών του Ιησού!

Ένα είναι σίγουρο, οι ρωμαϊκές αρχές ουδέποτε θα συναποφάσιζαν για τα συμφέροντα της Ρώμης, με τα εντελώς αναρμόδια θεοκρατικά δικαστήρια των υπόδουλων Εβραίων. Μια τέτοια ανάμειξη λοιπόν εξουσιών, είναι εξόφθαλμα αδιανόητη. Απ’ την στιγμή που οι Ρωμαίοι είχαν λόγους κινητοποίησης και ανάμειξης, σημαίνει ότι οι κατηγορίες για τις οποίες συνελήφθη ο Ιησούς, δεν ήταν θεολογικές, αλλά κατηγορίες πιθανής υπονόμευσης της ρωμαϊκής εξουσίας και έναν τέτοιο κατηγορούμενο, οι Ρωμαίοι δεν θα τον παρέδιδαν ποτέ σε κανέναν άλλον να δικαστεί, παρά μόνο στον ίδιο τον Ρωμαίο έπαρχο, δηλαδή τον Πιλάτο!

Πράγματι: «Πρωίας γενομένης…παρέδωσαν τον Ιησού στον ηγεμόνα Πιλάτο» (Ματθαίος 27: 1-2). Είναι φυσικά ανώφελο να προσπαθήσουμε από τους διαλόγους της ανάκρισης να βγάλουμε συγκεκριμένο συμπέρασμα για την πραγματική μορφή της κατηγορίας και την διεξαγωγή της δίκης. Σωστά ο Μάρκος παρατηρεί αόριστα πως «οι αρχιερείς τον κατηγορούσαν για πολλά» (Μάρκος.13: 3).

Από την ερώτηση όμως του Πιλάτου προς τον Ιησού, «είσαι εσύ ο βασιλεύς των Ιουδαίων;» (Ματθαίος 27: 21), μπορούμε να υποθέσουμε ότι η βασική κατηγόρια εναντίον του, ήταν πράγματι σχετική με ενδεχόμενη στάση κατά της ρωμαϊκής φρουράς στην Ιερουσαλήμ. Όμως ο έπαρχος Πιλάτος, έμπειρος διοικητής, γρήγορα κατάλαβε ότι μπροστά του δεν είχε έναν άνθρωπο που ετοίμαζε ένοπλη στάση! Τίποτε από όσα μπορούσε να ελέγξει, δεν συνηγορούσε σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Ο Πιλάτος δεν άργησε να διακρίνει «ότι από φθόνο τον είχαν παραδώσει» (Μάρκος 13: 10). Μπροστά του είχε έναν κατασκευασμένο ένοχο, από ένα φθονερό ιερατείο, που τον ήθελε οπωσδήποτε νεκρό, για λόγους που ο Πιλάτος αδυνατούσε να υποθέσει. Προσπάθησε λοιπόν να αφήσει ελεύθερο τον συκοφαντημένο θεραπευτή, αλλά συνάντησε σφοδρότατη αντίδραση ακόμα κι από τον κατευθυνόμενο όχλο έξω από το πραιτώριο: «Οι δε ιερείς ξεσήκωναν τα πλήθη…φωνάζοντας σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον» Μάρκος 15: 11-14).

Το ιερατείο, οι μοναδικοί κατήγοροι του Ιησού, επιτέθησαν με σοβαρά σενάρια αντιρωμαϊκής συνωμοσίας: «Τον πιάσαμε να ξεσηκώνει τον λαό μας, να τον εμποδίζει να πληρώνει φόρους στον Καίσαρα και να ισχυρίζεται πως είναι ο βασιλιάς Μεσσίας» (Λουκάς 23: 2).

Οι κατηγορίες αν και αναληθείς, ήταν σοβαρές, αφού υπονοούσαν στάση κατά της Ρώμης. Πουθενά όμως δεν υπήρχαν αποδείξεις ικανές, να πείσουν τον Πιλάτο, πως ο αμίλητος άνθρωπος που είχε μπροστά του ήταν ένοχος, στασιασμού κατά της Ρώμης. Ούτε καν οι δραματικές καταγγελίες του καταδότη Ιούδα, δεν είχαν στο παραμικρό επαληθευθεί. Στον λόφο της σύλληψης, ο Ιησούς ήταν άοπλος και σχεδόν μόνος, δεν αντιστάθηκε καθόλου και δεν έδωσε ούτε μια στιγμή την εικόνα κάποιου που ετοίμαζε ένοπλη στάση κατά της πόλης! Υπέθεσε λοιπόν σωστά, ότι ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά του, ήταν θύμα του φαρισαϊκού θεοκρατικού φθόνου!

Παραδόξως ακόμα και ο ίδιος ο Ιησούς, με την σιωπή του, διευκόλυνε την γρήγορη καταδίκη του, αφού δεν έδινε καμία υπερασπιστική απάντηση στις ερωτήσεις του Πιλάτου: «Ουδέν απεκρίνετο…και ουκ απεκρίθη προς αυτώ ουδέν» (Ματθαίος 27: 12-14), γι' αυτό και «ο Πιλάτος απόρησε πολύ γι' αυτό» (Ματθαίος 27: 14).

Ο Πιλάτος, όταν διέκρινε ότι δεν συντρέχουν λόγοι ανησυχίας για την ρωμαϊκή τάξη και ασφάλεια, δοκίμασε κατ’ επανάληψη να ξεφορτωθεί την ευθύνη μιας άδικης καταδίκης. Αν εξαιρέσουμε την περίπτωση του Βαραββά, που είναι φανερά επινοημένη, (Ο Βαραββάς κατηγορείται: «δια στάσιν [δηλαδή επανάσταση] και φόνον βεβλημένος εις φυλακήν» [Λουκάς 23: 25]. Ουδέποτε ο Πιλάτος θα απελευθέρωνε, έναν τέτοιον αποδεδειγμένο επαναστάτη, διακινδυνεύοντας την πολιτική του φήμη) σύμφωνα με το κείμενο, ο Πιλάτος θέλοντας να ξεφορτωθεί την ευθύνη, ζήτησε απ’ τους κατήγορούς του ιερείς, να θανατώσουν οι ίδιοι τον Ιησού (Ιωάννης 19: 6). Αυτοί όμως αρνήθηκαν μια τέτοια εξέλιξη, επιμένοντας στην σταύρωση και όχι στον λιθοβολισμό.

Παρ’ όλα αυτά, ο Πιλάτος που είχε φήμη πεισματώδους ανθρώπου, δεν έλεγε να εγκρίνει το επαναλαμβανόμενο δόλιο αίτημα της σταύρωσης... Το ιερατείο όμως, πέρασε στην τελική αντεπίθεση, αυτή του ωμού εκβιασμού. Έβαλαν λοιπόν τον κατευθυνόμενο απ’ αυτούς όχλο να κραυγάζει: «Όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλέα (όπως κατηγόρησαν τον Ιησού ότι έκανε) είναι εχθρός του Καίσαρα. Εάν τον ελευθερώσεις δεν θα είσαι πια φίλος του Καίσαρος» (Ιωάννης 19: 12). Αυτός ο εκβιασμός, ήταν εντελώς ξεκάθαρος. Αν τολμούσε να τον αθωώσει, η είδηση θα έφθανε απ’ αυτούς στον ίδιο τον Καίσαρα, με τον ξεκάθαρο υπαινιγμό, ότι δεν υπερασπίστηκε τα συμφέροντα της Ρώμης, από έναν επίδοξο κινηματία, που ήδη έφερε θρασύτητα και δημοσίως τον τίτλο του βασιλιά των Ιουδαίων.

Ο Πιλάτος καταλάβαινε πολύ καλά τον σοβαρό εκβιασμό. ο όνομα του Πιλάτου την περίοδο εκείνη, σχετιζόταν ήδη επικίνδυνα με τον ισχυρότερο στρατιωτικό της Ρώμης, κάποιον Αΐλιο Σηιανό (Aelius Sejanus) που όμως βρέθηκε ένοχος συνωμοσίας εναντίον του αυτοκράτορα, εξορίστηκε και στην συνέχεια θανατώθηκε μαζί με πολλούς άλλους συνωμότες (535) από τον αυτοκράτορα Τιβέριο.
Η πολιτική φήμη του Πιλάτου λοιπόν, κρεμόταν ήδη από μια κλωστή και οι Φαρισαίοι φαίνεται πως το γνώριζαν αυτό καλύτερα από τον καθένα. Ο Πιλάτος δεν θα άντεχε την παραμικρή αντιρωμαϊκή αναφορά στο όνομα του. Έτσι, «ακούσας λοιπόν ο Πιλάτος τούτον τον λόγον, έφερε έξω τον Ιησού και εκάθησε…ήτο δε Παρασκευή του Πάσχα και ώρα περίπου έκτη και λέγει προς τους Ιουδαίους. Ιδού ο βασιλεύς σας. Οι δε εκραύγαζον λέγοντες…άρον άρον σταύρωσον αυτόν, τότε λοιπόν παρέδωκε αυτόν διά να σταυρωθεί» (Ιωάννης 19: 13-16).

Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο που ο Πιλάτος παρέδωσε αμέσως τον Ιησού στην εκτέλεση της ποινής, πράγμα που δείχνει ότι από την μεριά των Φαρισαίων, υπήρξε ιδιαίτερη απαίτηση, άμεσης εκτέλεσης του Ιησού προ της τελετής, με το προφανές πρόσχημα, ότι μόνο έτσι θα αποφευχθούν τα ενδεχομένως προσχεδιασμένα επεισόδια απ’ τους οπαδούς του κινηματία Ιησού, που σκοπό τους είχαν να αιματοκυλήσουν την επικείμενη τελετή. Αυτήν την απαίτηση των ιερέων, φαίνεται να βοήθησε αποτελεσματικά ο υποκινούμενος όχλος, με την ασταμάτητα επαναλαμβανόμενη ιαχή: «άρον, άρον (κουβαλήστε τον γρήγορα, τώρα) σταύρωσον αυτόν!».

Τα βασανιστήρια του Ιησού
Ο Ιησούς παραδόθηκε για σταύρωση με έκδηλη την προσωπική συμπάθεια του Πιλάτου στο πρόσωπό του. Κάτω λοιπόν απ’ αυτές τις συνθήκες καταδίκης, η ρωμαϊκή φρουρά, που από κοντά παρακολουθούσε τις εξελίξεις, είναι εντελώς απίθανο να κακοποίησε με οποιονδήποτε τρόπο, τον αδίκως καταδικασμένο σε θάνατο Ιησού.

Παρ’ όλα αυτά, η αφήγηση θέλοντας να δραματοποιήσει τα πάθη του Ιησού, διαπρέπει ξανά σε ολοφάνερες σκόπιμες παραποιήσεις, βάζοντας τους αμέτοχους σ’ αυτή την υπόθεση Ρωμαίους στρατιώτες, να περιπαίζουν, να μαστιγώνουν και να πλέκουν και τον εντελώς φανταστικό εκείνον ακάνθινο στέφανο.

Μάλιστα η εντελώς μυθιστορηματική προέλευση των δήθεν βασανισμών του Ιησού απ’ τους Ρωμαίους, γίνεται φανερή απ’ το γεγονός, ότι ο Ιησούς βασανίζεται από αυτούς, πριν από την καταδίκη του. Ο Ιησούς φοράει ήδη τον ακάνθινο στέφανο, πολύ πριν ακόμα κριθεί ένοχος και καταδικαστεί: «Εξήλθε (ο Πιλάτος) προς τους Ιουδαίους λέγοντας. Εγώ ουδεμία αιτία (ενοχής) ευρίσκω. Έφερε δε έξω τον Ιησού φορώντας τον ακάνθινον στέφανο…» (Ιωάννης19: 1-5).

Πώς είναι δυνατόν οι Ρωμαίοι στρατιώτες να κακοποίησαν τον Ιησού, και να του φόρεσαν οποιονδήποτε ακάνθινο στέφανο, ενώ ο αρχηγός τους ο Πιλάτος τον θεωρούσε εντελώς αθώο, πάσχιζε αγωνιωδώς να τον αθωώσει και είχε καταλήξει μετά από φανερό εκβιασμό στην άδικη αυτή καταδικαστική απόφαση;

Το πιθανότερο λοιπόν είναι, ότι τα περί βασανισμών του Ιησού δεν αληθεύουν. Όχι μόνο γιατί τα αγκάθια δεν θα ήταν τόσο εύκολο να βρεθούν, δίπλα στο πεντακάθαρο από αγκάθια πραιτόριο, (όπως δικαιολογημένα γράφουν άλλοι ερευνητές) αλλά κυρίως, γιατί οι Ρωμαίοι στρατιώτες, δεν ήταν όχλος, αλλά στρατιώτες που εκτελούσαν μόνο εντολές. Όταν ο αρχηγός της φρουράς, ο Πιλάτος, έκρινε κατά επανάληψη αθώο τον Ιησού, τότε ολόκληρη η φρουρά γνώριζε ήδη, ότι ο Ιησούς ήταν θύμα φαρισαϊκής σκευωρίας. Συνεπώς όχι μόνο καμιά εντολή βασανισμών δεν θα μπορούσε να υπάρχει, αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο προσωπικό κίνητρο ήταν δυνατόν να έχουν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, για να κακοποιήσουν κάποιον, που ποτέ δεν στράφηκε εναντίον τους και ο ίδιος ο αρχηγός τους, τον έκρινε απολύτως αθώο. Απεναντίας, είχαν κάθε λόγο να φερθούν με συμπάθεια, στον εμφανώς αδίκως καταδικασθέντα Ιησού.

Σε κάθε περίπτωση, το μαστίγωμα δεν θα μπορούσε να είναι εξοντωτικό, καθώς η έκθεση του κατάδικου σε κοινή θέα, προς μακροχρόνιο παραδειγματισμό, σωφρονισμό και εκφοβισμό ήταν η βασική αιτία επιλογής της σταύρωσης. Η σταυρική τιμωρία δεν έχει στόχο την άμεση τιμωρία του καταδικασμένου (δηλαδή τον απλό θάνατο του εγκληματία) αλλά τον μακροχρόνιο βασανισμό του, προς παραδειγματισμό και εκφοβισμό των υπολοίπων.

«Ώρα έκτη έως ενάτη»
Οι περισσότεροι πιστοί, νομίζουν επίσης ότι η σταύρωση του Ιησού κράτησε ατελείωτες ώρες ίσως και μέρες! Αγνοούν ότι η συγκεκριμένη σταύρωση είναι η συντομότερη όλων των εποχών, με τον Ιησού να σημειώνει το σκανδαλώδες ρεκόρ σύντομης παραμονής στον σταυρό!

Αν τα εκατομμύρια των πιστών δεν ζούσαν σε καθεστώς απόλυτης κατήχησης, θα καταλάβαιναν αμέσως, ότι αυτή η προκλητική (το πολύ δίωρη) παραμονή του Ιησού στον σταυρό, από μόνη της στοιχειοθετεί την πλέον αντικειμενική αφορμή σφοδρής αμφισβήτησης κάθε αυθεντικότητας της συγκεκριμένης «ανάστασης». Μάλιστα οι υποψίες εκτινάσσονται κυριολεκτικά στα ύψη, αν στην όλη εικόνα προσθέσουμε την απολύτως ύποπτη χρήση αναισθητικού (ναρκωτικού-καρωτικού) «όξους», που κατά την σαφή ομολογία της αφήγησης, (Ιωάννης 19: 30) προηγείται ακριβώς πριν από τον ολοφάνερα εικονικό θάνατο του Ιησού.

Κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη λοιπόν (που ήταν και ο μόνος «αυτόπτης» μάρτυρας) απ’ την εξαγγελία της σταυρικής απόφασης του Πιλάτου (στο Πραιτόριο), μέχρι τον θάνατο του Ιησού στο σταυρό, μεσολαβούν μόνο τρεις ώρες. Απ’ το τρίωρο αυτό πρέπει να αφαιρέσετε τον χρόνο της όποιας κακοποίησής του, τον χρόνο που φορτωμένος τον σταυρό περπάτησε μέχρι τον Γολγοθά, καθώς και τις προετοιμασίες της σταύρωσης. Μετά απ’ αυτά...μένει σε σας να αποφασίσετε πόσος είναι ο υπολειπόμενος χρόνος παραμονής του Ιησού επί του σταυρού.

Για τον χρόνο που ελήφθη η απόφαση της εκτέλεσής του διαβάζουμε: «Ήταν δε Παρασκευή του Πάσχα και η ώρα περίπου έκτη. Λέγει δε ο Πιλάτος στους Ιουδαίους: Να ο βασιλιάς σας. Τότε εκείνοι άρχισαν να φωνάζουν: Άρον άρον σταύρωσον αυτόν… Τότε ο Πιλάτος παρέδωσε τον Ιησού να σταυρωθεί» (Ιωάννης 19: 14-16).

Για το χρόνο θανάτου πάνω στον σταυρό, διαβάζουμε ότι: «Περί δε την ενάτην ώραν ανεβόησεν ο Ιησούς λέγων: Ηλί, ηλί λαμά σαβαχθανί (Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;). Τινές δε των εκεί εστηκότων (παρισταμένων) έλεγον, τον Ηλία φωνάζει και ευθέως τις (κάποιος) εξ αυτών, λαβών τον σπόγγον και γεμίσας αυτόν (όξος) περιθέσας (τον σπόγγον) εις κάλαμον επότιζεν αυτόν. Ο δε Ιησούς… (δηλαδή αμέσως μετά το πότισμα του σπόγγου και περί την ενάτην ώραν,) άφηκε το πνεύμα» (Ματθαίος 27: 45-50).

Ο Μάρκος (15: 33-37) επαναλαμβάνει αυτολεξεί τα ίδια ακριβώς. Ο δε Λουκάς (23: 44-46) επιβεβαιώνει την ενάτη ώρα ως την στιγμή του θανάτου του Ιησού.

Κατά την ομόφωνη λοιπόν γνώμη των τριών πρώτων ευαγγελιστών, (ο Ιωάννης δεν αναφέρει καθόλου ώρα «θανάτου») ο Ιησούς παρέδωσε το πνεύμα στον «Πατέρα» του «περί ώρας ενάτης» (Ματθαίος 27: 45, Μάρκος 15: 34, Λουκάς 23: 44). Όμως, πριν από τρεις μόνο ώρες, δηλαδή «περί ώρας έκτης» (Ιωάννης 19: 14-16), ο Ιησούς βρισκόταν ακόμα στο πραιτώριο του Πιλάτου και μέχρι την σταύρωση του (πάντα κατά την αφήγηση), μεσολάβησαν ακόμα τα εξής χρονοβόρα γεγονότα: Οι Ιουδαίοι επέβαλαν με την οχλαγωγία τους την καταδικαστική απόφαση. Ο Πιλάτος τον παράδωσε στην φρουρά. Οι φρουροί (κατά την αφήγηση) τον περιέπαιξαν φορώντας του χλαμύδα και τον προσκυνούσαν περιπαικτικά. Στην συνέχεια τον έντυσαν ξανά με τα δικά του ρούχα, του φόρτωσαν τον σταυρό και τον οδήγησαν εκτός πόλεως στον δρόμο προς τον Γολγοθά.

Σταύρωση…με οδική βοήθεια
Το ότι ο Ιησούς δεν ήταν τόσο εξαντλημένος ή ετοιμοθάνατος από βαρύτατες κακώσεις που του προκάλεσε το μαστίγωμα (φραγγέλωμα), γίνεται φανερό απ’ το γεγονός ότι μπορεί και σηκώνει μόνος του το βάρος του σταυρού (18 έως 30 κιλά) στο μεγαλύτερο μέρος των περίπου 500 έως 600 μέτρων που διανύει. Βέβαια, καθ’ οδόν συμβαίνει κάτι αναπάντεχο: Ο Ιησούς (ο τέλειος άνθρωπος) και όχι οι δυο αμαρτωλοί συνοδοιπόροι του (που λογικά, επίσης μαστιγώθηκαν), σταμάτησε κουρασμένος και τον σταυρό ανέλαβε κάποιος Σίμων Κυρηναίος.

Τι παράξενη εξέλιξη! Ο άνθρωπος που ήρθε να σώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα, πρώτα τρεις φορές αρνείται μετά δακρύων την αποστολή του (στον κήπο της Γεσθημανής) και τώρα καταδέχεται ένας άλλος να του κουβαλήσει το φορτίο...

Και σαν μην φτάνει μόνο αυτό, ενώ ο Σίμων o Κυρηναίος κουβαλάει τον σταυρό του, ο Ιησούς όχι μόνο δεν χρειάζεται κάποια περίθαλψη, αλλά στήνει «πηγαδάκι» με γυναίκες: «Εκεί ο Ιησούς κοντοστάθηκε ξανά και μίλησε με κάποιες γυναίκες, λέγοντας πως έπρεπε να κλαίνε για τα δικά τους παιδιά και όχι για τον ίδιο» (Λουκάς 23: 28).

Το πρώτο πράγμα που συμβαίνει στον Γολγοθά, στον τόπο της σταύρωσης, είναι ότι οι Ρωμαίοι επιχειρούν να δώσουν στον Ιησού να πιει, ένα χαλαρωτικό οίνο πριν τον σταυρώσουν: «Και φέρουσιν αυτόν επί τον Γολγοθάν και έδιδον εις αυτόν να πιει οίνον μεμιγμένον με σμύρνα ("εσμυρνισμένον οίνον") αλλ’ εκείνος δεν έλαβε και (μετά απ’ αυτό) εσταύρωσαν αυτόν» (Μάρκος 15: 23).

Καρφώθηκε ή δέθηκε επί ξύλου ο Ιησούς;
Σύμφωνα με τον Σουηδό ακαδημαϊκό, ευαγγελιστή ιερέα και μελετητή της Καινής Διαθήκης, Γκούναρ Σάμιουελσον, οι Γραφές δεν λένε πως ο Ιησούς σταυρώθηκε. Στην πραγματικότητα, υποστηρίζει, το αρχικό κείμενο στα ελληνικά αποκαλύπτει μόνο πως ο Ιησούς κουβάλησε «κάποιο μηχάνημα βασανιστηρίων ή εκτελεστικό όργανο» σε έναν λόφο πάνω στο οποίο «κρεμάστηκε» και πέθανε.

Ο Σάμιουελσον, βασίζει τον ισχυρισμό του στην μελέτη αρχαίων κειμένων 900 ετών στις αρχικές γλώσσες τους -εβραϊκά, λατινικά και ελληνικά, την γλώσσα της Καινής Διαθήκης. Για 3 χρόνια μελετούσε 12 ώρες την ημέρα, λέει, και ανακάλυψε πως η κρίσιμη λέξη που συνήθως μεταφράζεται σαν "σταυρώνω" δεν σημαίνει απαραίτητα αυτό.

«Παραδόθηκε για να σταυρωθεί» λέει ο Σάμιουελσον για τον Ιησού, χρησιμοποιώντας τα ελληνικά της Βίβλου σαν επιχείρημα. Την εποχή που οι απόστολοι Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς και Ιωάννης έγραφαν τα ευαγγέλιά τους, αυτή η λέξη είχε την έννοια «κρεμάω», υποστηρίζει ο θεολόγος. «Αυτή η λέξη χρησιμοποιείται υπό μια ευρύτερη έννοια από τη "σταύρωση"... Αναφέρεται στον απαγχονισμό, στο δέσιμο των κλημάτων σε έναν αμπελώνα και σε διάφορους άλλους τρόπους κρεμάσματος...».
Ο Μιχάλης Καλόπουλος σημειώνει πως, η λέξη «σταυρός» είναι αρχαιότατη, την αναφέρει (σταυροίσιν) ακόμα και ο Όμηρος στην Ιλιάδα (24.453).

Ο Ηρόδοτος δείχνει ότι πρόκειται για παλούκι: «Την δε κεφαλήν (του νεκρού) ανασταυρούσι» (Herodotus 4.103.6). Δηλαδή παλούκωναν τα κεφάλια των ηττώμενων στρατιωτών.
Οι Εγκυκλοπαίδειες αναφέρουν:
«Σταυρός: όρθιος πάσσαλος παλούκι» (Ελευθερουδάκης).
«Η λέξη σταυρός με αρχική σημασία "μακρύ ξύλο, στημένο όρθιο, παλούκι, πάσσαλος"» (ΠΑΠΥΡΟΣ-LAROUS-BRITANNIΚA).
«Σταυροί λέγονται τα ορθά και απωξυμμένα (μυτερά) ξύλα» (Μέγα ετυμολογικό 125.30).
Η λέξη αυτή όμως, όπως σωστά επισημαίνει ο Σάμιουελσον, επιβεβαιώνοντας τις σχετικές υποψίες μας, παραπέμπει περισσότερο σε δέσιμο του θύματος (πάνω σε έναν όρθιο πάσαλο) παρά στο κάρφωμα του πάνω σ΄ αυτόν. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που τρεις ευαγγελιστές δεν κάνουν λόγο καθόλου για ανάλογα σημάδια και πληγές στα χεριά του Ιησού. Το πιθανότερο λοιπόν είναι ότι ο Ιησούς της βιβλικής αφήγησης, δέθηκε σε έναν πάσσαλο ή κρεμάστηκε όπως οι παρακείμενοι κακούργοι, (Λουκάς 23: 39 και Πράξεις 5: 30) με αντιστήριγμα στα πόδια ή ανάμεσα στα σκέλη.

Από τι πέθανε ο Ιησούς;
Ο Ιησούς των κειμένων, ήταν ένας τριαντατριάχρονος άνδρας, δηλαδή στην ακμή της δύναμής του. Μάλιστα κατά την θεολογία, ήταν ένας τέλειος άνδρας, χωρίς την φθοροποιό αμαρτία του Αδάμ. Άρα ήταν ασφαλώς και ανθεκτικότερος από κάθε άλλον άνθρωπο επί γης. Από ποια αιτία λοιπόν πέθανε, σε λιγότερο από δύο ώρες, ένας τέτοιας ασυνήθιστης αντοχής τριαντατριάχρονος άνδρας, απλά δεμένος στον σταυρό;

Ούτε πείνα, ούτε δίψα, ούτε οποιαδήποτε αναπνευστική δυσκολία, σκοτώνουν έναν νέο άνθρωπο, στον ελάχιστο αυτό χρόνο των δύο ωρών. Το περίφημο πνευμονικό οίδημα (υγρό στους πνεύμονες) λόγω παρατεταμένης δυσκολίας στην αναπνοή του σταυρωμένου, που αναγκάσθηκαν να ανακαλύψουν σαν αιτία θανάτου, οι προβληματισμένοι πιστοί, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από σχετικά πειράματα, αλλά ακόμα κι αν το δεχθούμε ως αιτία θανάτου, δεν έχει καμία πιθανότητα να εμφανιστεί στον ελάχιστο αυτό χρόνο της δίωρης ταλαιπωρίας του Ιησού πάνω στον σταυρό.
Ακόμα κι αυτοί, που δεν μπορούν να δεχθούν ότι στην περίπτωση του Ιησού δεν χρησιμοποιήθηκαν καρφιά στα χέρια και στα πόδια, θα πρέπει να μάθουν, ότι ακόμα και αν δεχθούμε τα τραύματα αυτά στα πόδια και τα χέρια, το σκηνικό στην περίπτωση του Ιησού δεν αλλάζει διόλου. Παρόμοια τραύματα, δεν είναι θανατηφόρα, δεν δημιουργούν ακατάσχετη αιμορραγία και φυσικά σε δύο μόνο ώρες, δεν μολύνονται σε θανατηφόρο βαθμό.

Ο γνωστός καθηγητής θεολογίας Μπαλάνος έγραψε: «Η αιμορραγία των άκρων εκ της προσηλώσεως (από το κάρφωμα) έπαυε ταχέως και δεν ήτο θανατηφόρος. Τον θάνατο επέφεραν η (πολυήμερη) παρά φύση στάση του σώματος, εκ της οποίας προήρχετο μεγάλη αταξία στην κυκλοφορία του αίματος…» ("Η μεγάλη εβδομάς και το Πάσχα", σελ. 25-26).

Το παρακάτω απόσπασμα εφημερίδος, μας δίνει την αντικειμενική αίσθηση του πράγματος, από μια πραγματική εμπειρία σταύρωσης: «Ένα εκπληκτικό κατόρθωμα επέτυχαν δύο νεαροί Γάλλοι, εγκατεστημένοι στο Μόντρεαλ. Ο Πάτρικ Μπενισού και η γυναίκα του Μαρίτα, ιδρυτές σχολής γιόγκα, έμειναν σταυρωμένοι, ενώπιον εκατοντάδων θεατών, θέλοντας να αποδείξουν ότι η πλήρης αυτοκυριαρχία μπορεί να κατανικήσει τον πόνο… Ο Πάτρικ κάρφωσε μόνος του τα πόδια και το ένα του χέρι! Τέλος κάποιος ανέλαβε να χτυπήσει και το τελευταίο καρφί στο δεξί του χέρι! Στην θέση αυτή (του σταυρωμένου) έμειναν ακίνητοι και σχεδόν μειδιώντες η Μαρίτα 22 ώρες ο δε Πάτρικ (32 ετών) 30 ώρες» («ΒΗΜΑ» 21 Σεπτεμβρίου 1967 – Μόντρεαλ 21. Από το Βιβλίο του Ιάσονα Ευαγγέλου "Το θρησκευτικό φαινόμενο" σελ. 75.).

Η παραπάνω περίπτωση, δίνει την σωστή χρονική διάσταση στο ζήτημα, δείχνοντας περίτρανα ότι η σταύρωση ήταν ειδικά επιλεγμένη για να σκοτώνει τα θύματά της αργά και βασανιστικά. Όμως η ίδια η αφήγηση της Καινής Διαθήκης, επιμένει να μας δείχνει ξεκάθαρα, ότι ο χρόνος παραμονής του Ιησού στον σταυρό, ήταν εξωφρενικά μικρός.

Ναι, στην διασημότερη θανατηφόρο σταύρωση της ανθρωπότητας, απουσιάζει εντελώς, ο αναγκαίος χρόνος για μια σταδιακή σωματική εξάντληση μέχρι θανάτου. Αντιθέτως ο Ιησούς μέχρι την τελευταία στιγμή, παρέμεινε ακμαίος και διέθετε στεντόρεια φωνή, που μόνο προθανάτια κατατονία δεν δηλώνει: «Ανεβόησεν ο Ιησούς φωνή μεγάλη λέγων Ηλί, ηλί…» (Ματθαίος 27: 46). Μάλιστα, όπως είπαμε, με πλήρη διαύγεια πνεύματος, συνομιλούσε μέχρι την τελευταία στιγμή, τόσο με τους εκατέρωθέν του σταυρωμένους ληστές, υποσχόμενος παραδείσους, όσο και με τους συγγενείς του, τακτοποιώντας οικογενειακές του υποθέσεις.

Από τι πέθανε λοιπόν ο Ιησούς πάνω στον σταυρό; Στο δίωρο αυτό της σταύρωσής του, ο Ιησούς δεν παρουσίασε απολύτως κανένα σύμπτωμα προθανάτιας εξάντλησης. Όμως, όπως ξεκάθαρα ομολογείται…μόλις ο Ιησούς φώναξε τον «Ηλία» ή οποιοδήποτε άλλο σύνθημα στα χαλδαιϊκά και κάποιος εκ των ημετέρων, έτρεξε, του έβαλε με το καλάμι τον σπόγγο στο στόμα…ο Ιησούς πάραυτα παρέδωσε το πνεύμα.

Ο λογχισμός του Ιησού
«Εις των στρατιωτών εκέντησε (ένυξε) με λόγχην την πλευράν αυτού, και ευθύς εξήλθεν αίμα και ύδωρ» (Ιωάννης 19: 34).
Τελικά μήπως ο Ιησούς πέθανε από λογχισμό (νύξη) επί του σταυρού;
Η ιδέα μπορεί να είναι εντελώς δελεαστική, αλλά δεν θα έπρεπε καθόλου να αποτελεί μέρος της απάντησης, μια και ο οποιοσδήποτε λογχισμός, αποτελεί μεταθανάτιο τραυματισμό. Ο Ιησούς πρώτα εκπνέει, και άγνωστο ποσό μετά λογχίζεται στην πλευρά. Είναι αυτονόητο πως κάθε συνετή ιατροδικαστική έρευνα, δεν θα μπορούσε να συμπεριλάβει τον λογχισμό σε ένα πτώμα ως αφορμή θανάτου. Μάλιστα αν οι ίδιοι πιστοί δεχθούν ότι το «τετέλεσται» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και τον πραγματικό θάνατο του Ιησού…τότε μόνοι τους ανοίγουν επίσημα τον ασκό των υποθέσεων της κωματώδους κατάστασης του Ιησού από το καρωτικό όξος που ήπιε πριν αναφωνήσει «τετέλεσται». Συνεπώς κάθε απόπειρα να συνδεθεί ο θάνατος του Ιησού με τον λογχισμό αυτόν, παραβιάζει την ιδία την αφήγηση μια και ο λογχισμός αυτός έρχεται πολύ μετά το «τετέλεσται» του Ιησού.

Τι θα πούμε όμως για τον λογχισμό αυτόν, αν η υπόθεση της κωματώδους κατάστασης του Ιησού μετά το καρωτικό όξος αληθεύει; Δεν θα μπορούσε να ήταν αυτό ένα χτύπημα οριστικά θανατηφόρο; Απαριθμήστε τα προβλήματα και τις ενστάσεις που προκύπτουν από μια τέτοια παραδοχή:
Πρέπει να σημειώσουμε ότι το χτύπημα της λόγχης, δεν το αναφέρει παρά μόνο ο Ιωάννης. Οι υπόλοιποι ευαγγελιστές, ενώ αναφέρουν τον (Εβραιο-ρωμαίο!) εκατόνταρχο Λογγίνο (στα Ευαγγέλια δεν αναφέρεται με το όνομά του, αλλά με το αξίωμά του [κεντυρίων, ή εκατόνταρχος]), δεν αναφέρουν τίποτε για τον λογχισμό του νεκρού Ιησού. Είναι δυνατόν οι ίδιοι του οι μαθητές-βιογράφοι του που με πάθος θέλουν να αναδείξουν κάθε λεπτομέρεια του μαρτυρίου του, να μην αναφέρουν την τόσο ενδιαφέρουσα αυτή κακοποίηση του δασκάλου τους; Άρα η υπόθεση του εμβόλιμου μεταθανάτιου τραυματισμού, δεν φαίνεται και τόσο μετέωρη. Ο Ιησούς ουδέποτε τραυματίστηκε σοβαρά στον σταυρό από σφοδρό διαπεραστικό λογχισμό.

Ο βαθιά ναρκωμένος Ιησούς με το μείγμα των προσεκτικά διαλεγμένων καρωτικών που ήπιε, μπορούσε να δεχθεί, κάψιμο, κόψιμο, έως και τρύπημα κρανίου, χωρίς να δείξει την παραμικρή αντίδραση για τις επόμενες τρεις έως και τέσσερις ώρες. Έτσι στην περίπτωσή του ένα δυνατό «κέντημα» στα πλευρά, δεν θα προκαλούσε κανενός είδους αντίδρασης. Για έναν απλό στρατιώτη, αυτή η παντελής έλλειψη αντίδρασης, ενός από ώρα ακίνητου εσταυρωμένου, ήταν και η καλύτερη απόδειξη ότι ο εσταυρωμένος αυτός είχε πράγματι αποβιώσει.

Ένας τραυματισμός στα πλευρά ενός νεκρού ανθρώπου και μάλιστα αδικο-σταυρωμένου, θα ήταν μάλλον αναίτιος. Αν παρ’ όλα αυτά, κάποιος στρατιώτης ήθελε να απαλλαγεί από υποψίες επιβίωσης του θύματος, δεν θα λόγχιζε ήπια (δεν θα κέντιζε) στα πλευρά, αλλά θα έδινε την χαριστική βολή, σε καίριο σημείο δηλαδή κατ’ ευθείαν στην καρδιά.

Το πιθανότερο είναι λοιπόν, ότι οι συντάκτες του συγκεκριμένου ευαγγελίου που φέρει το όνομα Ιωάννης, απλά δανείζονται στοιχεία από την εικόνα αυθεντικού σταυρικού θανάτου (μετά από πολυήμερη αναπνευστική ταλαιπωρία) και γι’ αυτό τοποθετούν το νερό (πνευμονικό υγρό) και αίμα στα πλευρά του Ιησού, ώστε να κάνουν και την απίστευτα σύντομη (δίωρη) σταύρωση του Ιησού, να φαίνεται όσο γίνεται πιο αληθινή.

Μάλιστα αν θυμηθούμε ότι οι νεκροί δεν αιμορραγούν, αφού η σταματημένη καρδιά τους δεν κυκλοφορεί το αίμα, μπορούμε να υποθέσουμε, ότι αν ο Ιησούς είχε την ατυχία, να δεχθεί ένα οποιουδήποτε βάθους τραυματισμό στα πλευρά του, αυτό θα ήταν απολύτως καταστροφικό για την επιδιωκόμενη ανάστασή του, διότι ο υπνωτισμένος και όχι νεκρός Ιησούς, θα παρουσίαζε ακατάσχετη αιμορραγία και αυτό θα μαρτυρούσε στον ίδιο τον φρουρό, καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη απόδειξη, ότι ο Ιησούς φαινόταν, αλλά δεν ήταν καθόλου νεκρός. Η επόμενη κίνηση των φρουρών, την συγκεκριμένη μέρα, θα ήταν ο άμεσος και θανατηφόρος ανασκολοπισμός του Ιησού, πράγμα που ποτέ δεν συνέβη. Στα πλευρά του Ιησού λοιπόν δεν υπήρξε ούτε τραύμα, ούτε ακατάσχετη αιμορραγία.

Στην κατεύθυνση της υστερότερης επινόησης του περιστατικού, συνηγορεί έντονα και το γεγονός, ότι μόνο στο ίδιο αυτό ευαγγέλιο του Ιωάννη, βρίσκουμε και την επιβεβαίωση αυτού του τραυματισμού στο περιστατικό του άπιστου Θωμά. Ο αναστημένος πλέον Θεός, επιδεικνύει ανεξήγητη ανοχή στον μαθητή του Θωμά (που μετά από δύο ολόκληρα χρόνια θαυμάτων κοντά στον Ιησού, εξακολουθεί να μην πιστεύει), λέγοντάς του: «Φέρε το χέρι σου και βάλτο στο πλευρό μου» (Ιωάννης 20: 27).

Την επίδειξη της τραυματισμένης πλευράς του Ιησού, αγνοεί ακόμα και η σχετική αναφορά του Λούκα, όπου ο αναστημένος Ιησούς, περιέργως προσπαθεί να πείσει τους μαθητές του ότι είναι ο δάσκαλός τους λέγοντας: «Δείτε τα χέρια και τα πόδια μου για να πεισθείτε ότι εγώ είμαι» (Λουκάς 24: 39). Και πάλι όμως δεν αναφέρεται καθόλου, στο σημαντικότερο (και κατά πολλούς θανατηφόρο) τραύμα του στα πλευρά!

Η σύμπτωση δεν είναι τυχαία. Μόνο ο «Ιωάννης» που επινόησε τον λογχισμό, πρόσθεσε στο ευαγγέλιό του και την επίδειξη του τραύματός του στον Θωμά, αφού για το σημαντικότερο αυτόν τραυματισμό του Ιησού, δεν αναφέρει το παραμικρό, κανένας απ’ τους τρεις υπόλοιπους ευαγγελιστές!

Στον Λουκά μάλιστα διαβάζουμε: «Έστεκαν δε πάντες οι γνωστοί αυτού μακρόθεν» (Λουκάς 23: 49). Είναι λοιπόν δυνατόν, ο ήρωας της ανάστασης, να κακοποιήθηκε μπροστά σε τόσους συγγενείς και φίλους, με εμπηγμό ξίφους σε ένα απ’ τα πλευρά του και την αξία αυτής της λεπτομέρειας, ακόμα και σαν εξαιρετικό ενισχυτικό της αυθεντικής ανάστασής του, να την παραβλέπουν τρεις από τους τέσσερις βιογράφους του;

Τι ήταν το «καρωτικό όξος», με το οποίο έβρεξαν τα χείλη του Ιησού;
Στην περιοχή της Ιουδαίας ήταν πασίγνωστο ένα φυτό, το λεγόμενο «Papaver somniferum» ή αλλιώς το γνωστό μας όπιο. Κεντρική ουσία του φυτού είναι η μορφίνη, η οποία χρησιμοποιείτο από τους ιατρούς θεραπευτές πριν από τις επεμβάσεις στους ασθενείς τους από την προ Χριστού εποχή. Οι ιδιότητες του φυτού σαν παυσίπονο και ναρκωτικό ήταν γνωστές.

Πρέπει να σημειώσουμε λοιπόν, ότι στα κείμενα ξεκάθαρα ορίζεται, ότι το όξος (οίνος) ανακατεμένο με σμύρνα ή χολή, το οποίο αρνήθηκε ο Ιησούς να λάβει, εδόθη στον Ιησού απ’ τους Ρωμαίους, μόλις αυτός έφτασε στον τόπο της εκτέλεσης και ακριβώς λίγο πριν από την σταύρωσή του.
Επρόκειτο για ένα ποτό προσωρινού κατευνασμού των αντιδράσεων των θυμάτων της σταύρωσης. Το συμπέρασμα αυτό το δέχονται οι πλέον αρμόδιοι ερμηνευτές της Καινής Διαθήκης, όπως ο Ι. Καραβιδόπουλος (έδρα Καινής Διαθήκης Α.Π.Θ.) ο οποίος γράφει: «Ο εσμυρνισμένος οίνος που προσφέρεται στον Ιησού, επέχει θέση αναισθητικού, το οποίο προσφερόταν συνήθως για να διευκολύνεται η εκτέλεση της σταύρωσης και να μην ανθίσταται ο εσταυρωμένος» («Το κατά Μάρκον ευαγγέλιο» σελ. 490. Εκδ. Πουρνάρα).

Η εγκεκριμένη (απ’ την ιερά σύνοδο) μετάφραση Β. Βέλλα το ξεκαθαρίζει αυτό καλύτερα απ’ οποιονδήποτε άλλον γράφοντας: «Tον έφεραν στον Γολγοθά, που στα ελληνικά σημαίνει "τόπος κρανίου", (και εκεί) του έδωσαν να πιει κρασί ανακατεμένο με αναισθητικό, ο Ιησούς όμως δεν το δέχθηκε. Τότε (δηλαδή μετά απ’ αυτό) τον σταύρωσαν…» ( Β.Β. Μάρκος 15: 23).
Ήταν λοιπόν προφανώς καθιερωμένο απ’ τους Ρωμαίους, την ώρα της σταύρωσης, να δίνουν στους κατάδικους μαζί με κρασί, κάποιο ελαφρό αναισθητικό, ώστε να διευκολύνονται κυρίως οι ίδιοι οι σταυρωτές στα δύσκολα καθήκοντά τους, κάτι όμως που έκανε και για τα θύματά τους υποφερτή την τελική διαδικασία της σταύρωσής τους!

Επίσης ήταν γνωστό ότι σε συνδυασμό με άλλη ουσία, προφανώς με μανδραγόρα, έχει σαν αποτέλεσμα την άμεση λιποθυμία και την πτώση των παλμών της καρδιάς για ένα μικρό χρονικό διάστημα, σε ελάχιστο επίπεδο χωρίς να την εξασθενεί, αλλά τουναντίον να την ενισχύει. Εκτός από όλα αυτά μειώνεται η αναπνοή στο ελάχιστο και το σώμα χαλαρώνει πλήρως. Καταλαβαίνετε λοιπόν, γιατί μετά το «τετέλεσθαι» τον κεντάει ο Λογγίνος; Το τέλειο πιστοποιητικό θανάτου ενός ζωντανού ανθρώπου, ο οποίος είναι απλά και μόνο τραυματισμένος ναρκωμένος και αναίσθητος.

Ποιοι έδωσαν το όξος στον Ιησού;
Την πρώτη φορά, που του έδωσαν το όξος οι Ρωμαίοι, ο Ιησούς το αρνήθηκε. Την δεύτερη φορά φορά όμως που του προσφέρεται και πάλι το όξος, δεν έχει αντιστάσεις ή αντιρρήσεις. Γιατί όμως;
Ο Ιησούς (κατά την αφήγηση) βρίσκεται ήδη σταυρωμένος ελάχιστα λεπτά πριν από τον «θάνατό» του. Παρ’ όλα αυτά, συνομιλεί με πλήρη διαύγεια με τον Ιωάννη και την μητέρα του, που βρίσκονται «παρά τω σταυρώ», δηλαδή ακριβώς δίπλα του, στη βάση του σταυρού. Ο Ιησούς απευθυνόμενος σ’ αυτούς με πλήρεις τις αισθήσεις του, αναθέτει στον μαθητή του Ιωάννη την προστασία της Μητέρας του Μαρίας. Ακριβώς όμως στην προέκταση της ίδιας αυτής συζήτησης, ο Ιησούς λέει «διψώ», απευθυνόμενος φυσικά σ’ αυτούς που βρίσκονται «παρά τω σταυρώ».

Ο Ιωάννης και οι τρεις Μαρίες, τοποθετούν (αγκυλώνουν) το κατάλληλο σφουγγάρι πάνω σε ένα ματσάκι από φρύγανα ρίγανης χωμένο μπροστά στο κούφιο καλάμι (Ιωάννης 19: 29) ή απλά κατ’ ευθείαν σε κατάλληλα σχισμένο καλάμι (Μάρκος 15: 35) που κάποιος φρόντισε να έχει μαζί του, δίνοντας στον Ιησού, που μόλις προηγουμένως συνομιλούσε μαζί τους, μια γουλιά απ’ το δικό τους αυτή τη φορά “όξος”.

Στην σκέψη ότι οι δικοί του άνθρωποι και όχι οι Ρωμαίοι στρατιώτες, είναι αυτοί που έδωσαν την δεύτερη αυτή φορά, το τελικό «όξος» στον Ιησού, μας οδηγούν τα ίδια τα κείμενα. Εντούτοις, όλες οι θεολογικές ερμηνείες, σπεύδουν, συχνά παραποιώντας αδίστακτα τα κείμενα, να βοηθήσουν την αντίθετη άποψη. Παράδειγμα η εγκεκριμένη απ’ την ιερά σύνοδο μετάφραση της Αγίας Γραφής Β. Βέλλα (Β.Β.) γράφει παντελώς αυθαίρετα: «Λέγει (ο Ιησούς) διψώ… (τότε) οι στρατιώτες (η λέξη στρατιώτες δεν υπάρχει στο κείμενο!) βούτηξαν ένα σφουγγάρι στο ξύδι, το στήριξαν στην άκρη ενός κλαδιού ύσσωπου (ο ύσσωπος είναι θάμνος ρίγανης και δεν μπορεί να έχει κλαδιά!) και το έφεραν στο στόμα του Ιησού» (Β.Β. Ιωάννης 19: 29). Βλέπουμε ότι οι προχειρότητες, οι παραποιήσεις και οι προσθαφαιρέσεις λέξεων, συνεχίζονται αμείωτες μέχρι σήμερα, αλλοιώνοντας με περισσή αυθάδεια τα κείμενα ώστε αυτά να βοηθούν τις αυθαίρετες θεολογικές ερμηνείες.

Όμως οι Ρωμαίοι στρατιώτες δεν είχαν κανέναν λόγο να περιπαίξουν τον Ιησού επί του σταυρού, δίνοντας του ξύδι, όπως κατά παρέκκλιση όλων των άλλων ευαγγελιστών θέλει ο (γιατρός) Λουκάς, (23: 37). Μάλιστα, αν ο Λουκάς ήταν πράγματι γιατρός, τότε είναι αυτός που είχε κάθε λόγο να διαστρέψει αυτήν ακριβώς την λεπτομέρεια, καταλαβαίνοντας περισσότερο απ’ όλους τους άλλους, τον πραγματικό ρόλο του τελικού «όξους». Διότι, ακόμα κι αν θελήσουμε να δεχθούμε ότι οι Ρωμαίοι περιπαίζοντας τον Ιησού του έδωσαν αυτοί το όξος, παραμένει ακατανόητο το γιατί τελικά ο Ιησούς το ήπιε.

Όμως είναι ηλίου φαεινότερο, ότι το αίτημα του Ιησού, διψώ, ήταν αδύνατον να απευθύνεται προς τους Ρωμαίους σταυρωτές του. Ο εσταυρωμένος, δεν μπορούσε έτσι απλά να παραγγέλνει τις ανάγκες του στους παρευρισκόμενους στρατιώτες και να περιμένει ότι αυτοί θα του τις εκπληρώσουν! Ο κρανίου τόπος, δεν ήταν…αναψυκτήριο, αλλά τόπος μαρτυρικού θανάτου. Ο καταδικασμένος σε σταυρικό θάνατο, έπρεπε να πεθάνει ακριβώς από κακουχίες, πείνα και κυρίως δίψα. Το τελευταίο πράγμα λοιπόν που θα περίμενε ένας σταυρωμένος, είναι να ζητήσει και να του δώσουν νερό οι σταυρωτές του.

Φυσικά τέτοιο δικαίωμα προσφοράς τροφής, νερού ή οποιασδήποτε άλλης διευκόλυνσης, αυτονόητα δεν το είχαν ούτε και οι δικοί του άνθρωποι. Κλεφτά όμως, δωροδοκώντας ή και αποσπώντας σύντομα την προσοχή των φρουρών, δύο τρεις δικαιωματικά παραστεκόμενοι συγγενείς, έχοντας έτοιμο το κατάλληλο καλαμένιο εργαλείο, μπορούσαν να του προσφέρουν στα γρήγορα, μια γουλιά νερού ή...«όξους»...

Αυτό ακριβώς έκανε προφανώς η ομάδα του Ιωάννη με τις τρεις Μαρίες, ή και κάποιος απ’ τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους ημέτερους. Την κατάλληλη στιγμή όταν «ο Ιησούς είδε πως όλα είχαν φτάσει στο (προ)καθορισμένο τέλος τους είπε: Διψώ…». Τότε με τον προαναφερόμενο τρόπο, αντί να του προσφέρουν μια γουλιά ανακουφιστικό νερό… αυτοί του προσφέρουν την αναγκαία για την καρωτική (Κάρωση: βαθύς ύπνος, νάρκωση) νεκροφάνειά του, κατάλληλη ποσότητα «όξους».
Ακόμα κι αν γινόταν αντιληπτοί απ’ τους φρουρούς, η όλη κίνηση ήταν τόσο σύντομη, που ο Ιησούς θα προλάβαινε οπωσδήποτε να πιει την απαραίτητη μια γουλιά απ’ το σημαντικό για την περίπτωσή του περιεχόμενο του σπόγγου. Το εξαιρετικά περίεργο είναι, ότι ενώ ο Ιησούς λέει διψώ, δεν αρνείται να πιει το «ξύδι» που του προσφέρουν (όποιοι κι αν του το πρόσφεραν) που απολύτως καμία ανακούφιση δεν μπορούσε να του προσφέρει στην υποτιθέμενη βασανιστική του δίψα!
Ότι το οποιοδήποτε ξύδι, δεν είναι ό,τι καλύτερο για την δίψα, μας το βεβαιώνει στην ίδια την Βίβλο ο ψαλμωδός Δαυίδ, που παραπονιέται (ποιητικά) ότι: «Προς ονειδισμόν και ταλαιπωρίαν…(οι εχθροί) μου έδωσαν χολή να φάω και στην δίψαν μου με πότησαν όξος» (Ψαλμοί 68: 21).

Ότι κάποιος «ημέτερος» έσπευσε να ποτίσει το καρωτικόν όξος στον Ιησού, μετά από δική του συνθηματική κραυγή, το ομολογεί σχεδόν με κάθε σαφήνεια ο Ματθαίος γράφοντας: «Περί δε την ενάτην ώρα αν ανεβόησεν ο Ιησούς λεγών: Ηλί, ηλί, λαμά σαβαχθανί. (Κατά τον Ματθαίο ο Ιησούς δεν είπε διψώ, αλλά φώναξε αυτή την συνθηματική χαλδαιϊκή φράση). Τινές δε των εκεί ισταμένων έλεγον τον (προφήτη) Ηλία φώναζει».

Η σκέψη όμως αυτή, σαφώς δεν θα μπορούσε να γίνει από Ρωμαίους που αγνοούσαν παντελώς τον Ηλία… «Και ευθύς τις εξ αυτών (Εξ εκείνων δηλαδή που έστεκαν εκεί και έλεγαν τον Ηλία φωνάζει… Άρα σαφώς κάποιος Ιουδαίος και όχι Ρωμαίος) λαβών τον σπόγγον και γεμίσας αυτόν όξος, περιθέσας εις κάλαμον (εδώ παραλείπεται το φρύγανο ρίγανης) επότιζεν αυτόν. (Όχι πότισε άπαξ, αλλά επότιζε αυτόν, που σημαίνει κατ’ επανάληψη!). Ο δε Ιησούς… (αμέσως μετά το δάγκωμα του σπόγγου και την κατάποση της αναγκαίας ποσότητας όξους) άφηκε το πνεύμα… Ήσαν δε εκεί γυναίκες πολλαί…μεταξύ των οποίων ήτο Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η μήτηρ του…» (Ματθαίος 27: 45-56).

Ο Μάρκος, ο ίδιος ευαγγελιστής που αναφέρει τον «εσμυρνισμένο οίνο» (Μάρκος 15: 23) των Ρωμαίων, τον οποίον αρνήθηκε στην αρχή της σταύρωσής του ο Ιησούς, ορίζει πως ο εσταυρωμένος δάσκαλός του, είχε πράγματι και μια δεύτερη επαφή με το κατάλληλο αυτή τη φορά «όξος», που του πρόσφερε όχι Ρωμαίος αυτή τη φορά, αλλά «τις (ένας) εκ των παρεστώτων… (που) δραμών (δηλαδή ημέτερος, εκ των παρισταμένων που έτρεξε) γεμίσας τον σπόγγον όξους, περιθείς καλάμω (τοποθέτησε τον σπόγγο σε καλάμι και) επότιζεν αυτόν» (Μάρκος 15: 36).
Αβίαστα λοιπόν οδηγούμεθα στην σκέψη, ότι ο Ιησούς «παρέδωσε το πνεύμα», επειδή την σωστή στιγμή, «δάγκωσε» άπαξ ή κατ’ επανάληψη τον προσφερόμενο σπόγγο και κατάφερε να πιει την σωστή ποσότητα του κατάλληλου «όξους» απ’ τα χέρια των δικών του ανθρώπων.

Γιατί αποκαθηλώθηκε ο Ιησούς μετά τον θάνατό του;
Η σταύρωση δεν αποσκοπούσε στην απλή θανάτωση του καταδίκου, αλλά στην όσο το δυνατόν μακροχρόνια έκθεσή του σε κοινή θέα, προς παραδειγματισμό, σωφρονισμό και εκφοβισμό. Ας ακούσουμε ποια πράγματα επιβεβαιώνει συνολικά για την σταύρωση ένας ειδικός του θέματος: Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, η ταφή μετά τον σταυρικό θάνατο του θύματος ήταν σπάνια και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν επιτρέπονταν, με σκοπό να παραταθεί ο εξευτελισμός του θύματος. Έτσι το νεκρό θύμα, στις περισσότερες περιπτώσεις ριχνόταν στον σκουπιδότοπο της πόλης ή αφηνόταν επάνω στο σταυρό για να γίνει τροφή στα όρνια και τα άγρια θηρία. Για αποτρεπτικούς λόγους, συχνά η σταύρωση γινόταν στον τόπο του εγκλήματος. Η καλύτερη σύνοψη της φιλοσοφίας της σταυρικής τιμωρίας, έγινε ίσως από τον Κουϊντιλιανό (35-95 μ.Χ.) που έγραψε ότι: «Όποτε σταυρώνουμε τους ενόχους, επιλέγονται οι πιο πολυσύχναστοι δρόμοι, όπου ο περισσότερος κόσμος μπορεί να παρακολουθήσει και να φοβηθεί από το θέαμα. Γιατί η τιμωρία δεν έχει στόχο την ανταπόδοση του κακού (δηλαδή τον απλό θάνατο του εγκληματία) αλλά τον παραδειγματικό εκφοβισμό» (Qyintilian 35-95 μ.Χ. Decl 274 & Joe Ε. Zias Science and Archaeology Group the Hebrew University).

Ανάλογη είναι και η θέση του δρ. θεολογίας Δ. Μπαλάνου που έγραψε: «Τα πτώματα των θανόντων επί του σταυρού, αφήνοντο επ’ αυτού και εγένοντο βορά ορνέων και θηρίων. Υπήρχε μάλιστα και σχετική παροιμία: "Τρέφειν τους κόρακας επί του σταυρού"» («Η μεγάλη εβδομάς και το Πάσχα» σελ. 25-26).

Κανείς λοιπόν και ποτέ δεν έσπευδε να αποκαθηλώσει τους νεκρούς εσταυρωμένους, αφού κυρίως η παραμονή των νεκρών σωμάτων πάνω στον σταυρό, ήταν η βασική επιδίωξη αυτής της εκτέλεσης. Η πολυήμερη έκθεση των νεκρών σωμάτων στον σταυρό, ήταν ο ιδιαίτερος τρόπος εκφοβισμού των υποταγμένων λαών, από την ολιγάριθμη φρουρά των Ρωμαίων, σε κάθε τόπο που είχαν καθυποτάξει! Αν λοιπόν η πολυήμερη έκθεση των νεκρών σωμάτων επί του σταυρού ήταν καθιερωμένη πρακτική και επιβεβλημένη απαίτηση των Ρωμαίων τότε…με ποια σωτήρια αφορμή θα μπορούσε να αποκαθηλωθεί πάραυτα ο Ιησούς;

Περίεργες συμπτώσεις
Αμέσως μετά τον επί του σταυρού «θάνατο» του Ιησού, είναι οι δήθεν εχθροί του Ιησού, οι αξιωματούχοι Φαρισαίοι, που εμφανίζονται στον ίδιο τον Πιλάτο και με αφορμή την τήρηση ενός μοναδικού ετήσιου εθίμου, που ίσχυε μόνο την συγκεκριμένη αυτή ημέρα, ζητούν την άμεση αποκαθήλωση των εσταυρωμένων!

Διαβάζουμε: «Ήταν Παρασκευή του Πάσχα και οι Ιουδαίοι (ιερείς) δεν ήθελαν να μείνουν τα σώματα των εσταυρωμένων πάνω στον σταυρό την (επόμενη) ημέρα του Σαββάτου (δηλαδή την ημέρα του Πάσχα) γιατί ήταν μεγάλη γιορτή η ημέρα εκείνη (η μεγαλύτερη του Ιουδαϊσμού). Γι’ αυτό παρακάλεσαν (οι Ιουδαίοι ιερείς) τον Πιλάτο να διατάξει να σπάσουν τα σκέλη τους και να τους πάρουν από εκεί. Έτσι οι στρατιώτες ήρθαν και έσπασαν τα σκέλη του πρώτου, έπειτα του άλλου (των δύο παρακείμενων ληστών) που είχαν σταυρωθεί μαζί με τον Ιησού. Όταν όμως ήρθαν στον Ιησού, δεν του έσπασαν τα σκέλη, διότι τον βρήκαν ήδη νεκρό» (Β. Β. Ιωάννης 19: 31-33).

Διαπιστώνεται λοιπόν ότι οι δύο παρακείμενοι ληστές ζουν για αυτό και τους (θανατώνουν με ανασκολοπισμό) ή όπως λέει το κείμενο τους έσπασαν τα μέλη.

Ο Ιησούς όμως, για ποιον λόγο και από τι είναι νεκρός; Ποιά μπορούσε να είναι η δική του αιτία θανάτου; Υπάρχει επιτέλους κάποιος σοβαρός ιατροδικαστής, να μας δώσει μια ικανοποιητική απάντηση, για την πραγματική αιτία του υπερ-διάσημου αυτού θανάτου;

Βεβαία δεν αγνοούμε την μοναδική απάντηση που αποπειράθηκαν στη συγκεκριμένη ερώτηση, και που θέλει τον Ιησού να εκπνέει επί του σταυρού: «Από τις κακουχίες του μαστιγώματος». Όμως η μοναδική αυτή απάντηση στο καυτό αυτό ερώτημα, δικαιολογημένα θεωρείται ανεπαρκής, υπερβολική και εντελώς ατυχής, μια και δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται ούτε στις στοιχειώδεις αντικειμενικές συνθήκες ενός σταυρικού θανάτου κι αυτό εξηγείται παραπάνω.

Πως όμως ήταν σίγουροι, ότι έστω χάριν της τελετής, θα τους δοθεί η σωτήρια αυτή άδεια αποκαθήλωσης του Ιησού; Τα του συγκεκριμένου εθίμου, μας διευκρινίζει ο Φίλων ο Ιουδαίος (25 π.Χ.- 40 μ.Χ.) γράφοντας λίγα μόνο χρόνια πριν από τις περιπέτειες του Ιησού: «Οι ορθά πολιτευόμενοι (Ρωμαίοι) άρχοντες…έθος είχαν κανέναν να μην τιμωρούν μέχρις οι επιφανείς τελετές και πανηγύρεις να διεξαχθούν με σεβασμό…είδα μάλιστα κάποιους (λόγω εορτής) να αξιώνουν την ταφή των σταυρωμένων συγγενών τους και να τους αποδίδονται…και για να φυλαχτεί το ιεροπρεπές της εορτής, διέταζαν ακόμα και ο μη αποθανών επί του σταυρού, ζωντανός να ανασκολοπίζεται… ώστε να αποκρύπτονται στη γη και να μη δύει ο ήλιος επί των εσταυρωμένων» (Φίλων ο Ιουδαίος: «Εις Φλάκκον» 81.4 & «Περί διαταγμάτων» 3.152.3).

Το σκηνικό λοιπόν της σταύρωσης του Ιησού, δεν ήταν ένα τυχαίο περιστατικό, που απλώς προέκυψε, αλλά ένα προσχεδιασμένο μοντέλο επιβίωσης, άψογα τοποθετημένο πάνω στον ετήσιο νομικό καμβά των Ρωμαίων. Υπήρχε λοιπόν και λειτουργούσε ήδη από πολλών ετών, διευθέτηση της ρωμαϊκής εξουσίας, που προέβλεπε την παραμονή της μεγάλης τελετής, δηλαδή το απόγευμα της Παρασκευής του Πάσχα, οι νεκροί εσταυρωμένοι, να αποκαθηλώνονται και όσοι δεν είχαν πεθάνει να θανατώνονται με ανασκολοπισμό, ώστε να μη δύσει ο ήλιος πάνω τους, διότι με την δύση του ηλίου, άρχιζε η επόμενη μέρα, δηλαδή το Σάββατο της μεγάλης ιουδαϊκής εορτής του Πάσχα.

Για φανταστείτε… Έχουμε λοιπόν μπροστά μας την εξής σειρά εκπληκτικών συμπτώσεων! Ο Ιησούς, οδηγείται στον σταυρό την μοναδική ημέρα του έτους, που (λόγω εορτής) ίσχυαν τα εντελώς ιδιαίτερα αυτά μέτρα των Ρωμαίων για τους εσταυρωμένους. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ελάχιστα πριν από την οδυνηρή θανάτωσή του απ’ τους στρατιώτες του και ενώ βρισκόταν μόνο δύο ώρες στον σταυρό, αυτός γλιτώνει τον φρικτό δι’ ανασκολοπισμού θάνατο…πίνοντας στον σωστό χρόνο το κατάλληλο «όξος». Ελάχιστο δηλαδή χρόνο πριν ενεργοποιηθεί, το μοναδικό αυτό ετήσιο έθιμο αποκαθήλωσης νεκρών ή βίαιης θανάτωσης των επιζώντων στον σταυρό…στο στόμα του Ιησού…βρέθηκε το μοναδικό γνωστό μέσο νάρκωσης της αρχαιότητας: Ο υπνοφόρος σπόγγος με το καρωτικό «όξος»...

Εξαιρετικές απανωτές συμπτώσεις που…κανένας θεός δεν θα τις χρειαζόταν! Το σίγουρο είναι πως αν εκείνη ακριβώς την απογευματινή ώρα, ο Ιησούς δεν προλάβαινε να παραδώσει μόνος του το πνεύμα…σε λίγο θα του το παρέδιδαν με φρικτό ανασκολοπισμό οι Ρωμαίοι οπλίτες, όπως έκαναν άλλωστε στους δύο εκατέρωθεν σταυρωμένους ληστές, ανασκολοπίζοντάς τους μέχρι θανάτου!
Αν όλες μαζί αυτές οι συμπτώσεις, συνθέτουν ένα θεϊκό σενάριο, τότε…ένα καλοστημένο ανθρώπινο σενάριο, τι παραπάνω θα έπρεπε να έχει; Μια...«ανάσταση» ίσως;...

Τί έγραφε η πινακίδα στο σταυρό;

Στα χριστιανικά ευαγγέλια αναφέρονται οι εξής εκδοχές για την πινακίδα στο σταυρό του Ιησού:
  • «Kαι πάνω από το κεφάλι του τοποθέτησαν γραπτή την αιτία της καταδίκης του: «AYTOΣ EINAI O IHΣOYΣ, O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Ματθ. 27,37)
  • «H αιτία επίσης της καταδίκης του ήταν διατυπωμένη σε επιγραφή, τοποθετημένη από πάνω του: «O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Μάρκ. 15,26)
  • «Yπήρχε μάλιστα και μια επιγραφή από πάνω του, γραμμένη με γράμματα ελληνικά, ρωμαϊκά και εβραϊκά:»AYTOΣ EINAI O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Λουκ. 23,38)
  • «Έγραψε και μια επιγραφή ο Πιλάτος και την τοποθέτησε πάνω στο σταυρό. H επιγραφή έλεγε: »O IHΣOYΣ O NAZΩPAIOΣ, O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Ιωάν. 19,19)
Οι τρεις πρώτες εκδοχές για το περιεχόμενο της πινακίδας περίπου συμφωνούν. Στην τέταρτη (Ιωάννης) αναφέρεται όμως ότι στην πινακίδα συμπεριλαμβανόταν και η καταγωγή του Ιησού από τη Ναζαρέτ.

Καταρχάς μια τεχνική παρατήρηση: Αν πράγματι η πινακίδα περιείχε το μήνυμα που αναφέρεται στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο σε τρεις γλώσσες (ελληνικά, ρωμαϊκά, εβραϊκά), η πινακίδα θα πρέπει να ήταν τεράστια, αφού διαβαζόταν από μια απόσταση 5-10 μέτρων. Αλλά αυτό δεν είναι σημαντικό!
Πολύ σμαντικότερο είναι ότι, όπως έχει ξαναγραφεί, μια πόλη της Παλαιστίνης και συγκεκριμένα της Γαλιλαίας με το όνομα Ναζαρέτ δεν υπήρξε ποτέ πριν και κατά τη διάρκεια της ζωής του Ιησού και παρουσιάζεται για πρώτη φορά μέσα από τα Ευαγγέλια. Η πόλη αυτή φαίνεται να «ιδρύθηκε» από τους χριστιανούς θεολόγους και αναφέρεται στις ιστορικές πηγές περί τον 3ο μ.Χ. αιώνα.
Στα ιστορικά έργα του Ιώσηπου Φλάβιου, ο οποίος ήταν αρχιστράτηγος των γαλιλαιϊκών στρατευμάτων στην εξέγερση κατά της Ρώμης και ο οποίος, είχε συλληφθεί και κρατηθεί αιχμάλωτος από το έτος 67 μ.Χ., δεν αναφέρεται πουθενά αυτή η πόλη, αν και τα στρατεύματά του στρατοπέδευαν στην περιοχή της μετέπειτα Ναζαρέτ. Κατά τις συγκρούσεις για την κατάληψη της γειτονικής πόλης Sepphoris, η οποία απείχε μερικά χιλιόμετρα από τον οικισμό που ονομάστηκε αργότερα Ναζαρέτ, έπρεπε να αποτελεί αυτή η Ναζαρέτ από στρατηγικής σκοπιάς σημείο οπισθοχώρησης ή στρατοπέδευσης των στρατευμάτων του.
Μία πόλη Garis, 5 χλμ. νοτιοανατολικά της Sepphoris, που δεν υπάρχει πια και αναφέρεται πράγματι από τον Ιώσηπο (Βιβλίο 3, Κεφάλαιο 6,3) ως τοποθεσία του στρατοπέδου του, βρίσκεται ακριβώς στη θέση που υπάρχει η μεταγενέστερα αναφερόμενη Ναζαρέτ. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι σίγουρα μέχρι το 7Ο μ.Χ. δεν φαίνεται να υπήρχε κατ” όνομα μια πόλη Ναζαρέτ.
Αλλά και στους προηγούμενους αιώνες, στην π.Χ. εποχή, πουθενά δεν υπάρχει αναφορά στην πόλη αυτή. Στην Π.Δ., η οποία αποτελεί την πολιτική και θρησκευτική ιστορία του ιουδαϊκού λαού, γίνεται αναφορά σε χιλιάδες πόλεις, χωριά και οικισμούς, πολλά ονόματα που έπαψαν να αναφέρονται κατά τη μεταγενέστερη εποχή. Όμως, σε κανένα σημείο της Π.Δ. δεν αναφέρεται κάποιος οικισμός που θα μπορούσε να ταυτιστεί κατ” όνομα ή λόγω ιστορικών γεγονότων με την πόλη που ονομάστηκε Ναζαρέτ. Άρα τυχόν εικασίες ότι μπορεί να υπήρχε παλαιότερα το όνομα Ναζαρέτ, να περιέπεσε για δεκαετίες ή και αιώνες στη λήθη και να επανήλθε αργότερα, δεν ευσταθούν.
Το Ταλμούδ, μια συλλογή ιουδαϊκών νόμων που γράφτηκε μετά τα χριστιανικά ευαγγέλια (3ος αι.), αναφέρει πολλούς μικρούς και μεγάλους γαλιλαιϊκούς οικισμούς, αλλά ούτε μία φορά τη Ναζαρέτ. Γενικότερα, ουδείς ιστορικός ή άλλος συγγραφέας, πριν ή λίγο μετά τον Ιησού, έχει αναφέρει ποτέ το όνομα αυτής της πόλης. Η μόνη «πηγή» που «ιδρύει» και περιγράφει τη Ναζαρέτ, είναι η χριστιανική παράδοση, στην οποία αναφέρεται ακόμα ότι εκεί υπήρχε και συναγωγή, άρα θα έπρεπε να είναι ένας μεγαλύτερος οικισμός και όχι μια μικρή ομάδα κατοικιών ή ένας σταθμός αγροτικής παραγωγής.
Παραμένει λοιπόν ανεξήγητο, πώς είναι δυνατόν να υπήρχε στο σταυρό του Ιησού επιγραφή σε τρεις γλώσσες που αναφερόταν σε μια πόλη, η οποία δεν υπήρχε καν εκείνη την εποχή ή πριν από αυτήν. Και πώς αναφέρεται αυτή η πόλη στα Eυαγγέλια που λέγεται ότι γράφτηκαν μέσα στον 1ο αιώνα, αλλά δεν αναφέρεται στο Ταλμούδ που γράφτηκε δύο αιώνες αργότερα;
Κατά μία «αιρετική» εκδοχή ο χαρακτηρισμός Ναζωραίος (ή αλλιώς Ναζηραίς ή Ναζηραίος) σήμαινε στα εβραϊκά ο κεχρισμένος. Επειδή όμως οι θεόπνευστοι πατέρες του χριστιανισμού δεν κατανοούσαν αυτή τη λέξη, νόμισαν ότι ήταν προσδιορισμός με τοπική-εθνική σημασία και «κατασκεύασαν» μια πόλη Ναζαρέτ. Τότε όμως, πώς αναφέρονται στα ευαγγέλια ο Ιησούς, αλλά και ο πατέρας του Ιωσήφ ως Ναζωραίοι;
Μυστήρια πράγματα χριστιανικών παραποιήσεων!

Βιολογικά όπλα και μηχανές στην πολιορκία της Τροίας

Οι εχθροπραξίες στην αρχαιότητα ήταν πολύ βάρβαρες. Υπάρχουν έντονες αφηγήσεις για ηρωικές μάχες κατά τις οποίες οι αντίπαλες πλευρές χρησιμοποιούσαν τεχνολογίες αιχμής για να υπερισχύσουν η μία της άλλης. 
 
Είχαν όντως οι αρχαίοι Έλληνες πολιορκητικά άρματα και χειροβομβίδες; Χρησιμοποιούσαν χημικά και βιολογικά όπλα; 
 
Αυτή είναι η ιστορία για την πιο διάσημη πολιορκία όλων των εποχών…δείτε το πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ του History Channel
 

Ποιοι ήσαν άραγε οι "Πολικοί Θεοί";

Η λα­τρεία τους είχε καθιερωθεί κοντά στη λίμνη Lago di Naftia, όχι μακριά από τους Λεοντίνους, όπου παρατηρούνταν πολλά ηφαιστειογε­νή φαινόμενα από τη λίμνη αναπηδούσε ένας πίδακας από ζεστό νερό σε σχήμα θόλου, που ξανάπεφτε μέσα στην επιφάνεια της λίμνης, χω­ρίς ούτε σταγόνα να πέσει έξω.
Μια δυνατή μυ­ρουδιά θείου πλανιόταν πάνω από τη λίμνη. Ισχυρίζονταν μάλιστα ότι τα πουλιά που πετού­σαν πάνω της πέθαιναν αμέσως, ενώ οι άνθρω­ποι που απερίσκεπτα την πλησίαζαν πέθαιναν σε τρεις μέρες!..
Η λίμνη Lago di Naftia ως έχει σήμερα.
Μοιάζει σαν μια απλή πισίνα, όχι πάνω από 480 πόδια στην περιφέρεια , αλλά νωρίς προσέλκυσε την προσοχή από την αξιοσημείωτα φαινόμενα που προκαλούνται από δύο πίδακες ηφαιστειακού αερίου , που αυξάνονται κάτω από το νερό, προκαλώντας έναν βίαιο αναβρασμό, και μερικές φορές εκτινάζουν το νερό σε ένα μεγάλο ύψος!...
ΣΥΜΦΩΝΑ με την Ελληνική Μυθολογία, οι Πολικοί ήσαν δίδυμοι θεοί που κατάγονται από τη Σικελία.  Μερικές φορές τους θεωρούσαν γιους του Δία και της Θάλειας, κόρης του 'Ηφαί­στου, ή ακόμη γιους του Δία και της Αίτνας. Τό­τε που η Θάλεια κουβαλούσε στην κοιλιά της τα παιδιά από φόβο για τη ζήλεια της Ήρας, ευχή­θηκε να κρυφτεί μέσα στη γη.
Η ευχή της εκπληρώθηκε και, όταν ο καιρός έφτασε, τα δυο της παιδιά, δύο δίδυμα, βγήκαν από το έδαφος και έτσι γεννήθηκαν. Η ιδιομορφία αυτή εξη­γούσε το όνομα τους - που σημαίνει οι «ανερχό­μενοι» (από το αρχαίο Ελληνικό πάλιν).
Η λα­τρεία τους είχε καθιερωθεί κοντά στη λίμνη Lago di Naftia, όχι μακριά από τους Λεοντίνους, όπου παρατηρούνταν πολλά ηφαιστειογε­νή φαινόμενα· από τη λίμνη αναπηδούσε ένας πίδακας από ζεστό νερό σε σχήμα θόλου, που ξανάπεφτε μέσα στην επιφάνεια της λίμνης, χω­ρίς ούτε σταγόνα να πέσει έξω.
Μια δυνατή μυ­ρουδιά θείου πλανιόταν πάνω από τη λίμνη. Ισχυρίζονταν μάλιστα ότι τα πουλιά που πετού­σαν πάνω της πέθαιναν αμέσως, ενώ οι άνθρω­ποι που απερίσκεπτα την πλησίαζαν πέθαιναν σε τρεις μέρες. Τέτοιος ήταν ο χώρος των Πολι­κών, των φοβερών θεών, μέσω των οποίων οι Σικελοί έκαναν τους επίσημους όρκους τους.
Και κάτι ακόμη:
Ό­ταν κάποιος ήθελε να επιβεβαιώσει κάτι με όρ­κο, τον έγραφε πάνω σε πλάκα, την οποία πε­τούσε πάνω στο νερό της λίμνης. Αν η πλάκα επέπλεε, αυτό σήμαινε ότι ο όρκος ήταν αληθι­νός αν βυθιζόταν, υπήρχε επιορκία. Έλεγαν ακόμη ότι οι Πολικοί τιμωρούσαν με τύφλωση τους ψεύτες, που τους επικαλούνταν με τρόπο απατηλό.

Το κείμενο εκδικείται την τηλεόραση

Το παρόν δοκίμιο αποτελεί μια συνοπτική εισαγωγή σε θεωρίες σχετικά με τον εννοιολογικό καθορισμό, τη μορφή και τις χρήσεις του υπερκειμένου ως νέου τρόπου γραφής- παραγωγής- πρόσληψης κειμένου, με ιδιαίτερη έμφαση στις διαφορές του από την καθιερωμένη κειμενικότητα της τυπογραφίας, καθώς και στις επιπτώσεις του φαινομένου της διάδοσης του υπερκειμένου πάνω στο αναγνωστικό κοινό, τις αναγνωστικές συνήθειες και τον αποδέκτη νέων μορφών επικοινωνίας, μάθησης και τέχνης.

«Η δομή του υπερκειμένου είναι η κατά προσέγγιση εξωτερικευμένη δομή του σημασιολογικού δικτύου μέσα από το κεφάλι του συγγραφέα, σε ηλεκτρονική μορφή» (Freisler 1994)

Το μέσον της τυπογραφίας αποτελεί παρουσίαση αντικειμένων και γεγονότων υπό τη μορφή, κατά κύριο λόγο, γραπτών κειμένων. Στο πλαίσιο της κουλτούρας της γραφής μας, τα σημεία τους τοποθετούνται στη σειρά, γραμμικά, το ένα δίπλα στο άλλο , από τα αριστερά προς τα δεξιά κι από πάνω προς τα κάτω, έτσι ώστε να παράγουν μια συνοχή νοήματος. Η φορά της ανάγνωσης ακολουθεί την αρχή της γραμμικότητας ως στοιχείου παραγωγής κειμενικότητας. Ανακολουθίες στη σειρά των γεγονότων σχετικά με τη θέση τους σε παρελθόντα ή μέλλοντα χρόνο εκφράζονται μέσω χρονικών συνδέσμων και αντωνυμιών.

Τον όρο «υπερκείμενο» εισήγαγε τη δεκαετία του ’60 ο Τεντ Νέλσον. Το πρόθεμα «υπέρ» υπονοεί σε γενικές γραμμές μια κλιμάκωση ή υπερβολή. Τα Υπερ-Κείμενα αποτελούν υπό αυτή την έννοια κειμενικές προεκτάσεις, ριζώματα ή συνονθυλεύματα και περικλείουν το ατέλειωτο δυναμικό που χαρακτηρίζει τα μεμονωμένα θραύσματα κειμένων τα οποία εξαπλώνονται στο World Wide Web ως πλέγμα με τη μορφή δικτύου. Διαφοροποιούνται από τα συμβατικά τυπωμένα κείμενα ως προς το εξής: διατίθενται online ως άυλα κείμενα πάνω στην οθόνη του υπολογιστή και μπορούν να παρουσιάσουν αντιπροσωπευτικά τις πληροφορίες που περιέχουν υπό μία γενικότερη θεματική ενότητα σε πολλά κανάλια και με ποικίλους τρόπους, από το επίπεδο κιόλας του σχεδιασμού του κειμένου.

Σε μη-γραμμική διάταξη, η δομή τους καθορίζεται μορφολογικά από ακουστικές, οπτικές και υπερκειμενικές βάσεις δεδομένων και αποτελείται τόσο από «δυναμικούς» φορείς δεδομένων, δηλαδή από ήχο (audio) , κινούμενο σχέδιο (animation) και εικόνα (video), όσο και από «στατικά» στοιχεία όπως εικόνες, σχέδια γραφιστικής και ταμπέλες.

Στο πλαίσιο αυτό ο Βέντσελ μιλάει για «υβριδοποίηση» των ψηφιακών μέσων σε ένα ανοιχτό σημειολογικό πεδίο εννοιών (1998). Τα υπερκείμενα αντιστοιχούν σε ένα πολύ συγκεκριμένο είδος διάρθρωσης και σύνδεσης πληροφοριακού υλικού και προσδίδουν μια ιδιαίτερη δυναμική στον όρο του «κειμένου», όσον αφορά στην εκφορά (της γλώσσας) και τον διαδραστικό τους χαρακτήρα . Οι πληροφορίες που πρέπει να μεταδοθούν συνοψίζονται σε ευρύτερα clusters σύμφωνα με θεματικά ή λειτουργικά κριτήρια, τα οποία χωρίζονται σε μη-γραμμικά δομημένες κειμενικές υποενότητες.

Το κειμενικό σώμα χωρίζεται λοιπόν σε μεμονωμένα «πακέτα» ή συστατικά που συνδέονται μέσω ηλεκτρονικών παραπομπών, των λεγόμενων hyperlinks, σχηματίζοντας δίκτυο, μέσα στο οποίο το καθένα διατηρεί τη συνοχή του ως ενότητα. Οι πολλαπλές συνδέσεις ανάμεσα σε αυτά τα επιμέρους κείμενα ή συγκροτήματα ηλεκτρονικών στοιχείων (modules) μπορούν να ενεργοποιηθούν μέσω «κλικ» με το ποντίκι του υπολογιστή (mouse click) πάνω σε «ευαίσθητες» λέξεις ή σχέδια, ανάλογα με τις γνώσεις ή τις ανάγκες του χρήστη, χωρίς μάλιστα να χαθεί απαραιτήτως η συνοχή, καθώς ο κάθε εν δυνάμει συνδετικός κρίκος διανοίγει έναν «δρόμο» πιθανών αναγνώσεων. Ο χρήστης-αναγνώστης συνθέτει ο ίδιος το υπερκείμενο πάνω στην οθόνη του υπολογιστή, καθορίζοντας ακολουθία και διάταξη των επιθυμητών modules.

Η ιδέα του υπερκειμένου ως δικτύου αποτελούμενου από διάφορoυς ηλεκτρονικούς κόμβους (nodes) αντιστοιχεί σύμφωνα με τον Ρότκεγκελ (Rothkegel,1998) σε έναν τριαδικό διαχωρισμό, που συνίσταται στο εκάστοτε επίκεντρο της πληροφορίας που δεχόμαστε, με το οποίο συνυπάρχουν την ίδια στιγμή στο πρώτο πλάνο του ταμπλό περαιτέρω πληροφορίες που σκοπό έχουν να προσδιορίσουν ειδικότερα το αντικείμενο κι εμφανίζονται με τη μορφή ηλεκτρονικών συνδέσμων (links). Αυτοί μπορούν να ενεργοποιηθούν στο βάθος του ταμπλό ανάλογα με το αν και για τι ενδιαφέρεται ο χρήστης, με σκοπό να διευρύνουν το θεματικό πεδίο ή και να επιφέρουν μια αλλαγή θέματος. Με την πολυδιάστατη σημασιολογική εσωτερική δομή του υπερκειμένου και με τις πολλαπλές συνδέσεις που αυτή συνεπάγεται διαλύεται η μονομερής γραμμική ακολουθία των κειμενικών ενοτήτων και «ανοίγει» δομικά το πλαίσιο της πλοκής.

Στον αποδέκτη δίνεται έτσι η δυνατότητα να διαλέξει ανάμεσα σε μια πληθώρα πιθανοτήτων, αποφασίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο για το πώς θα συνεχιστεί η ανάγνωσή του. Στο προσκήνιο βρίσκεται εδώ όχι τόσο το κείμενο ως ολοκληρωμένο προϊόν, όσο η δυναμική προοπτική της ανάγνωσης (ή αντίστοιχα της συγγραφής) του κειμένου, κατά την οποία δεν είναι απαραιτήτως καθορισμένη μια σειρά ή ακολουθία. Πρωταρχικού ενδιαφέροντος είναι λιγότερο η ίδια η πληροφορία και πολύ περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο την προσεγγίζει και την χρησιμοποιεί κάποιος. (Ροτκέγκελ 1998)

Κι ενώ στο «εντυπωμένο» κείμενο (print text) τα έγχρωμα συνεκτικά νήματα που έχει εισάγει ο συγγραφέας βασίζονται σε γραμμικές συντακτικές ακολουθίες μιας κατεύθυνσης, οι οποίες μάλιστα εξασφαλίζουν μια κάποια συνοχή σε επίπεδο περιεχομένου-θεματικής και σε τυπικό επίπεδο μέσω σημασιολογικών και συντακτικών σχέσεων και συνδέσεων, το υπερκείμενο αποκτά πραγματική συνεκτικότητα και συνάφεια από τον τρόπο που το αντιμετωπίζει ο αποδέκτης, διαβάζοντας δηλαδή και αξιοποιώντας τις διάφορες προοπτικές κι εφαρμογές επιλεκτικά και κατά βούληση, σύμφωνα με προσωπικά κριτήρια, κινούμενος προς πολλαπλές κατευθύνσεις. Λαμβάνοντας όλα αυτά υπόψη, ο Ρότκεγκελ θεωρεί ότι ο χαρακτηρισμός των υπερκειμένων ως «μη-γραμμικά» είναι πολύ περιορισμένος, καθώς τα μεμονωμένα παράλληλα κείμενα και από γραμμικότητα χαρακτηρίζονται και μπορούν να συνδεθούν κατά τέτοιον τρόπο ώστε να σχηματίζουν μεγαλύτερες νοηματικές ενότητες.

Στη σύγχρονη –μεταμοντέρνα- θεωρία της λογοτεχνίας θεωρείται πλέον δεδομένο ότι δεν ενυπάρχει στα κείμενα κάποια αντικειμενική, οντολογικά, “σημασία” και ότι η κατανόηση του κειμένου σχηματίζεται με βάση την προσωπική εμπειρία του αναγνώστη κατά τη διαδικασία της λογοτεχνικής επεξεργασίας (Weskamp 1997, Overmann 1999). H κατανόηση του κειμένου αποτελεί λοιπόν εγκεφαλική διεργασία, κατά την οποία αλληλεπιδρούν και συνεργάζονται νοητικοί-γνωστικοί από τη μία και ψυχολογικοί, από την άλλη, παράγοντες.

Κι ενώ σε παλαιότερες μεθόδους ανάγνωσης προτεραιότητα δίνεται στην αναγνώριση και αποκωδικοποίηση των γλωσσικών σημείων, οι σύγχρονες προσεγγίσεις έχουν ως αφετηρία τις ήδη υπάρχουσες γνώσεις κι εμπειρίες του αναγνώστη. Απ’ ό,τι φαίνεται δεν είναι οι επιμέρους παράγοντες της ανάγνωσης που συμβάλλουν στην παραγωγή νοήματος, αλλά μάλλον ο γενικότερος συνδυασμός κειμένου, κειμενικού περιβάλλοντος κι εμπειριών. Μέσα στο πλαίσιο μιας θεωρίας της διαδραστικότητας, αυτά τα στοιχεία τελικά οδηγούν στην ενσωμάτωση των σχετικών θέσεων και προτάσεων σε ένα μοντέλο νόησης που δεν είναι οργανωμένο σύμφωνα με χρονικές και τοπικές ακολουθίες.

Κάτι τέτοιο συνεπάγεται, όσον αφορά τη διδασκαλία λογοτεχνίας, ότι δεν πρέπει να αποτελεί μέλημα του μαθήματος η ανεύρεση ενός γενικής ισχύος νοήματος μέσα στο κείμενο. Στο πλαίσιο μιας κριτικής της λογοτεχνίας θεμελιωμένης στη γνωστική επιστήμη (Barthes, Derrida, Foucault), η λογοτεχνία και η γλώσσα εν γένει αντιστέκονται στην αντικειμενική αποκωδικοποίηση, καθώς δεν μπορεί να υπάρξει μονοσήμαντη και σαφής σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου, κι ως εκ τούτου ούτε και μία ενγενής τάση του κειμένου να γίνει κατανοητό.

Τα κείμενα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως φορείς σημασιών που προσφέρονται στον αναγνώστη. Αυτός με τη σειρά του τα ελέγχει ως προς τη συνάφειά τους και τα επεξεργάζεται ως γνωστικό αντικείμενο, εφαρμόζοντας μια προσέγγιση «προσωπικής ανταπόκρισης» (personal-response approach) . Σύμφωνα λοιπόν με τα θεωρητικά συμπεράσματα της αισθητικής της πρόσληψης (Iser, Eco, Bredella) ή του κονστρουκτιβισμού (S.J. Schmidt) δεν αποσπούμε από το κείμενο κάποια «αλήθεια», αντιθέτως εισάγουμε οι ίδιοι νόημα σε αυτό τη στιγμή της ανάγνωσης για να σχεδιάσουμε εγκεφαλικές παραστάσεις.

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, ο Τζορτζ Π. Λάντοου μεταφέρει τις θεωρίες του Ρολάν Μπαρτ και του Ζακ Ντεριντά (Roland Barthes, Jacques Derrida) περί κειμένου στο πεδίο της λογοτεχνίας του Διαδικτύου και της μελέτης και ανάλυσης του υπερκειμένου. Ερευνά δηλαδή τις επιδράσεις των μετασχηματισμένων υπερκειμενικών δομών στη γενικότερη παραγωγή και πρόσληψη κειμένων και περιγράφει την αποδέσμευση του αναγνώστη από τις πιέσεις και τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι προερχόμενες από το γραπτό «γραμμικό» κειμένο κατηγορίες.

Εφόσον λοιπόν κάθε κείμενο όταν ανα-λύεται, όταν δηλαδή τρόπον τινά διασπάται, αποδεικνύεται μια ατελείωτη σειρά «στοιβαγμένων» κειμενικών ενοτήτων, και δεν υπάρχει πλέον κανένας κειμενικός πυρήνας, η ιεραρχική διάταξη των αποσπασμάτων διαλύεται και μαζί της κι ο περι-ορισμός του κειμένου από τον συγγραφέα. Μέσω αυτής της «ανοιχτής» δομής, η οποία ευνοεί μια συναρμολόγηση τμημάτων κειμένου βάσει συνειρμού, ο αναγνώστης αναδεικνύεται ως προς το ρόλο του από καταναλωτής σε παραγωγό του «ταξιδιού» του μέσα στο χώρο της ανάγνωσης, συνδυάζοντας τα μεμονωμένα κομμάτια κειμένου μεταξύ τους με πολλούς και διάφορους τρόπους. Οι επιπλέον αυτές ιδιότητες και το αντιστοίχως διευρυμένο πεδίο δράσης που αποκτά μειώνουν κατά αυτόν τον τρόπο την απόσταση μεταξύ των ρόλων αναγνώστη-συγγραφέα όλο και περισσότερο.

Τα υπερκείμενα αποκλείουν εξ ορισμού τη δυνατότητα μιας αντικειμενικής – σχηματικής ανάλυσης, λόγω της πολυδιάστης δομής τους αφενός και αφετέρου λόγω της απουσίας οποιασδήποτε πρόφασης ότι θα μπορούσε να υπάρξει ιεραρχία σημασιών βασισμένη σε μονομερή σχέση αιτιότητας. Υπό αυτή την έννοια, η σύνδεση – το «πλέξιμο» – των υπερκειμένων σε δίκτυο φαίνεται μάλλον να αντανακλά μια διαφάνεια, ειδικά σε ό,τι αφορά την απεικόνιση του τρόπου παραγωγής κειμένων. Ο συγγραφέας μαζεύει καταρχάς μεμονωμένα αποσπάσματα υπό τη μορφή λεξημάτων ή φράσεων, βάσει θεματικών κριτηρίων, τα οποία κατόπιν περικλείει σε μικρά κειμενικά «πακέτα» που συνδυάζονται με τη σειρά τους σε μεγαλύτερες «προσφορές» σημασιών.

Κάθε νοηματική ενότητα παραπέμπει εναλλάξ σε κάποια άλλη, μέσα στο όλο «μίγμα» και η κάθε σημασία μεταλλάσσεται στο πλαίσιο της παραγωγής καινούργιων σχέσεων και συνδηλωτικών σημασιών. Η διαδικασία της παραγωγής αποδεικνύεται έτσι εξίσου αδύνατο να ολοκληρωθεί όπως και αυτή της πρόσληψης, αλλά και το ίδιο μετατρέψιμη, εφόσον τα υπερκείμενα δεν υπόκεινται σε αυστηρό νοηματικό περιορισμό, εξαιτίας της ελευθερίας που παρέχουν για συσχετισμούς και συνδυασμούς διαφόρων ειδών.

Επειδή λοιπόν η ενεργοποίηση των ηλεκτρονικών συνδέσμων (links) είναι αυτή που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τις κατά τα άλλα αφανείς διαδικασίες της γένεσης του υπερκειμένου, καθώς και να αποδομήσουμε με τη βοήθειά τους επιλεκτικά το κειμενικό σώμα, το υπερκείμενο αναδεικνύεται, στην υλική μορφή του, σε ένα θεωρητικά μη εξαντλήσιμο σημασιολογικό σύμπλεγμα. Η ανάγνωση των υπερκειμένων παραπέμπει δηλαδή στην αδυναμία των διαδικασιών κατανόησης να φτάσουν σε ένα τέλος και προωθεί μία αυτόνομη, διακειμενική και πολυμορφική μελέτη, που λαμβάνει υπόψη της τις προτιμήσεις και τις κλίσεις των μαθητών-αναγνωστών. Κατά αυτόν τον τρόπο οι μελετητές-χρήστες-αναγνώστες διασχίζουν έναν κόσμο ελεγχόμενο από τους ίδιους, «βαδίζοντας» κατά μήκος των ηλεκτρονικών συνδέσμων.

Σε αυτό το σημείο δεν πρέπει βέβαια να παραλείψουμε ότι και η παραγωγή και πρόσληψη ενός «γραμμικού» κειμένου μπορεί να επιδείξει στοιχεία ανακολουθίας και υπερκειμενικότητας μέσα στο πλαίσιο μιας αναδρομικής διαδικασίας. Για αυτόν τον λόγο είναι αδύνατον να επιτευχθεί μια διαφοροποίηση κειμένου-υπερκειμένου που να μπορεί να αναχθεί σε αξίωμα, από τη στιγμή μάλιστα που βάση αναφοράς για τα υπερκείμενα αποτελούν σε γενικές γραμμές τα συμβατικά κείμενα, πράγμα που σημαίνει ότι τα πρώτα δεν μπορούν να νοηθούν παρά μόνο ως εν μέρει απο-γραμμικοποιημένα.

Εν ολίγοις, μια επιστημονική εργασία ή ακόμα κι ένα λογοτεχνικό κείμενο σχηματίζονται κατά αποσπασματικό τρόπο και μόνο το τελικό αποτέλεσμα εμφανίζεται υπό τη μορφή γραμμικής ενότητας, έπειτα από πολύ κόπο και αναδρομικές προσπάθειες. Μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, μετακινούνται προτάσεις από το ένα σημείο στο άλλο, παράγραφοι προστίθενται ή αφαιρούνται, σχήματα επιχειρημάτων αλλάζουν, υποσημειώσεις τοποθετούνται ενδιάμεσα κλπ. Αλλά ακόμα και αυτός που διεξάγει κάποια έρευνα γίνεται αποδέκτης κειμένων κατά τρόπο σφαιρικό και επιλεκτικό, κατευθυνόμενος προς επιγραφές, λέξεις-κλειδιά, πίνακες περιεχομένων ή ευρετήρια και γενικά σε links. Φιλτράρει από το πλήθος των ειδικών εκδόσεων, το οποίο διαρκώς διογκώνεται, τις πληροφορίες εκείνες που είναι σχετικές με το θέμα του ή κατευθύνεται ειδικά προς τα σημεία εκείνα του κειμένου που αφορούν αποκλειστικά τη δική του τοποθέτηση. Αυτή η επιλεκτική ή σφαιρική ανάγνωση υποδηλώνει ήδη μια τάση προς απο-γραμμικοποίηση, σε αντίθεση με τη λεπτομερειακή-στατική ανάγνωση.

«Κατά την παραγωγή του κειμένου πρέπει να μετατραπούν σχεδιαγράμματα πολυδιάστατων «κτηρίων σκέψεων» και να πάρουν την αντίστοιχη γραμμική μορφή. Ο αποδέκτης από την πλευρά του ανάγει κατά τη διαδικασία της κατανόησης τις συγκεκριμένες ενότητες γνώσεων, οι οποίες έχουν οργανωθεί και τοποθετηθεί σε μια σειρά, σε μια πολυδιάστατη δομή γνώσεων. Καθ’ όλη αυτή τη διαδικασία δεν είναι απαραίτητο οι γνωστικές δομές του παραγωγού να υιοθετηθούν αυτούσιες και με την ίδια σειρά. Σύμφωνα με όλα αυτά, η γραμμικότητα αποτελεί κατά κύριο λόγο επιφανειακό φαινόμενο.» (Tiedge)

Το υπερκείμενο είναι λοιπόν μια νέα παραστατική μορφή παραγωγής και πρόσληψης κειμένων με περιεχόμενα μακροπροτάσεων, υπό ιδιαίτερες συνθήκες όσον αφορά τα μέσα που χρησιμοποιούνται. Μας παρέχει τη δυνατότητα να δούμε τόσο τις συνθήκες υπό τις οποίες «γεννιέται» ένα οποιοδήποτε κείμενο όσο και έναν διαφοροποιημένο τρόπο παραγωγής κειμένου. Οι υπερκειμενικοί κόμβοι αποτελούν μια δυναμική και σημασιολογικά «ανοικτή» ενότητα και μέσω αυτών ο χρήστης μπορεί να συνεχίζει την πορεία του – θεωρητικά επ’ άπειρον – ανάλογα με το εύρος των εμπειριών και των διανοητικών ικανοτήτων του, με αποτέλεσμα η παραγωγή περιεχομένων να ξεκινά με τη διαδραστική, διαλογική και διακειμενική σχέση μεταξύ αναγνώστη και κειμένου: υπό αυτήν την έννοια η ανάγνωση ανάγεται κυριολεκτικά σε παραγωγή έργου.

Τα υπερκείμενα παρέχουν, κατά αυτόν τον τρόπο, στους αποδέκτες τους περισσότερες δυνατότητες για ενεργό «συμμετοχή» αυτονομία και αυθεντικότητα. Το ενοποιημένο και κλειστό σύστημα αντικαθίστανται από νοήματα που παρέχονται σε ένα ανοικτό περιβάλλον και μπορούν δυνητικά να εξαπλωθούν απεριόριστα μέσα σε αυτό, αφού φέρουν ως χαρακτηριστικό τη μη-ολοκληρωσιμότητα, την απουσία «κλεισίματος», διότι κάθε προσφορά σημασιών και νοημάτων προκαλεί αναπόφευκτα την εμφάνιση καινούριων πιθανών συνδυασμών.

Η αμφισβήτηση, έστω και μερική, της κουλτούρας της γραφής μας, η οποία είναι γραμμική και προς μια κατεύθυνση και η συνεπακόλουθη ταύτιση χρονικής-τοπικής αλληλουχίας, από τη μία, και αιτιότητας, από την άλλη, αποδεσμεύει την ηγεμονική θέση που κατέχει η λογική και προσανατολισμένη προς έναν σκοπό σκέψη του σύγχρονου ανθρώπου από τον απόλυτο χαρακτήρα της ένα-προς-ένα-αναλογίας και αναβαθμίζει τη συνειρμική σκέψη καθώς και το αισθητικό κριτήριο του ανθρώπινου πνεύματος.

Οι νοητικοί μηχανισμοί δεν ακολουθούν την ευθεία γραμμή. Αποτυπώνοντας τον τρισδιάστατο χαρακτήρα του χώρου, η μεταφορά του υπερκειμένου ως δικτύου αποδίδει όσο το δυνατόν παραστατικότερα δομές και μηχανισμούς του ανθρώπινου εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος, τα οποία είναι εύπλαστα και λειτουργούν σε πολλά επίπεδα συνδεόμενα με συνάψεις. Εν ολίγοις, οι γνώσεις μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο καταχωρούνται υπό τη μορφή δικτύου. Η ποικιλία των πιθανών συνδέσεων μέσα σε ένα «ανοικτό» δίκτυο αντικατοπτρίζει τόσο την ικανότητα του εγκεφάλου όσο και τις αντίστοιχες δυνατότητες του υπερκειμένου για μια «ελαστική» αναπαράσταση του κόσμου ως προσωπικού νοητικού κατασκευάσματος, η οποία τελικά δεν βρίσκει αντιστοιχία στην οργάνωση της γραφής σε ευθεία γραμμή.

Μόνο οι υπερκειμενικές δομές φαίνεται να μπορούν να συγκριθούν με τις διαδικασίες της ανθρώπινης αντίληψης και πρόσληψης γνώσης, σύμφωνα με τον Loeser (1999), ο οποίος τονίζει μαζί με τον Landow ότι τα υπερκείμενα επιτρέπουν την ανάγνωση και τη σκέψη που δεν ακολουθεί κατ’ ανάγκη χρονική και τοπική αλληλουχία και μπορούν να δώσουν ερεθίσματα για την καθιέρωση ενός τρόπου σκέψης βασισμένου σε συναρτήσεις και αναλογίες.

Βέβαια, σε αυτό το σημείο τίθεται το ερώτημα σχετικά με τη συνοχή και τη σταθερότητα της σύνδεσης των μεμονωμένων συστατικών του κειμένου. Η γνώση δεν εντοπίζεται πλέον σε ένα καθορισμένο μέρος : αντίθετα μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο εν κινήσει. Εφόσον λοιπόν στο υπερκείμενο αρχή και τέλος δεν αποτελούν απαραιτήτως σταθερά καθορισμένα σημεία κι εφόσον τα όρια μεταξύ των ηλεκτρονικών συνδέσεων είναι ασαφή, παρατηρείται μια ανακολουθία, μορφολογική – όσον αφορά τη διάταξη σε ευθεία γραμμή – και σημασιολογική, ανάμεσα στις κειμενικές ενότητες, τόσο σε μικροεπίπεδο, στην εσωτερική δομή του υπερκειμένου, όσο και στο –πιο ελαστικό- μακροεπίπεδο του ίδιου του υπερκειμένου.

Επιπλέον, ενδέχεται να παρουσιαστεί μια νοητική «υπερφόρτωση», καθώς ο χρήστης είναι διαρκώς υποχρεωμένος να παίρνει αποφάσεις και να επιλέγει ανάμεσα σε πληθώρα ηλεκτρονικών κόμβων. Εξ αυτών μπορεί τέλος να προέλθει μια αβεβαιότητα κι ανησυχία, η οποία ενισχύεται από την υπεραφθονία πολυμορφικών αισθητικών ερεθισμάτων, και μάλιστα ακριβώς εκείνη τη στιγμή που ο αριθμός των πληροφοριών που παρουσιάζονται ανά χρονική ενότητα υπερβαίνει την ικανότητα του ανθρώπινου συστήματος για επεξεργασία των σχετικών πληροφοριών. (Plass 1999)

Στο υπερκειμενικό κολάζ παρουσιάζεται συχνά δυσκολία και στον διαχωρισμό ανάμεσα σε κυρίως κείμενο και σε παρα-κείμενα, επειδή αυτά χαρακτηρίζονται από πολύπλοκες σχέσεις και διαδικασίες. Τον διαχωρισμό καλείται τελικά να κάνει ο ίδιος ο αναγνώστης καθορίζοντας τη σύγκλιση των στοιχείων. Εάν όμως αυτός δεν καταφέρει κατά τη διάρκεια της πλοήγησης (navigation) να ανακατασκευάσει από την πληθώρα των πιθανών «μονοπατιών» (paths) ανάγνωσης ένα νόημα με σημασιολογική συνοχή και συνάφεια, ακολουθώντας μια πορεία με σαφή και καθορισμένο, σε γενικές γραμμές, προορισμό, τότε η ελευθερία επιλογής μετατρέπεται σε ταλαιπωρία και το ταξίδι κι οι εξερευνήσεις μέσα στους διαδικτυακούς κόσμους οδηγούν σε ένα αίσθημα απώλειας της κατεύθυνσης και του προσανατολισμού, στο λεγόμενο “lost in cyberspace” .

Σε αυτήν την περίπτωση ο αναγνώστης χάνει πλέον τη γενική εικόνα του συνόλου των πληροφοριών, αφού πάνω στην οθόνη γίνονται αντιληπτά μόνο συγκεκριμένα αποσπάσματα που στον αποδέκτη εμφανίζονται κατά πάσα πιθανότητα ως μη δομημένη παράταξη συγκροτημάτων ηλεκτρονικών στοιχείων (modules). Μικρο- και μακροδομές τέμνονται, συμπίπτουν σε διάφορα σημεία κι έτσι οι σχετικές με την πλοήγηση αποφάσεις αφήνονται στην τύχη λόγω έλλειψης μιας γενικότερης εποπτείας: όταν η θεματική και λειτουργική οργάνωση του υπερκειμένου δεν είναι σαφής και ξεκάθαρη-όσο αυτό είναι εφικτό στα υπερκειμενικά πλαίσια- ο αναγνώστης δεν γνωρίζει πλέον σε ποιο επίπεδο αναφοράς βρίσκεται τη συγκεκριμένη στιγμή. ‘Ανοιξαν τα πολυμέσα ένα «κουτί της Πανδώρας» ή δημιούργησαν έναν ηλεκτρονικό παράδεισο, ποικιλόμορφο, ανοικτό, προσβάσιμο σε όλους ανά πάσα στιγμή, ρωτάει εύλογα και με κριτική διάθεση ο Πεχ. (Paech 1999)

Με αυτό το ερώτημα φτάνουμε στο θέμα της μετάβασης από το υπερκείμενο στo «υπερμέσo» (hypermedium), όπου συναντάμε την ενσωμάτωση πολυπλοκότερων συνδυασμών εικόνων μέσα στο υπερκείμενο, την εισαγωγή ηχητικών αρχείων, βίντεο, κινουμένων σχεδίων και κίνησης γενικότερα κ.λπ. Η αποτελεσματικότητα του υπερμέσου αποτελεί όπως είναι φυσικό θέμα συζητήσεων κι ερευνών, αλλά προς το παρόν φαίνεται να εξαρτάται από τη μορφή της παρουσίασης με τη βοήθεια πολυμέσων και από τον αντίστοιχο σχεδιασμό (design) των μελλοντικών «νοητικών εργαλείων» , καθώς επίσης σε μεγάλο βαθμό και από την ανάπτυξη κατάλληλων μεθόδων και στρατηγικών επεξεργασίας πληροφοριών από την πλευρά των χρηστών.

Όπως και να έχει, φαίνεται πως τα υπερμέσα ασκούν ιδιαίτερη έλξη πάνω στον σύγχρονο άνθρωπο-«χρήστη του ηλεκτρονικού υπολογιστή», κι αυτό γιατί αποτελούν μια εμπλουτισμένη εκδοχή του υπερκειμένου. Αν λοιπόν το υπερκείμενο έχει χαρακτηριστεί ως «η εκδίκηση που παίρνει το γραπτό κείμενο από την τηλεόραση» – αφού υπολογιστής και Διαδίκτυο, των οποίων δομή και λειτουργία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το υπερκείμενο, γίνονται ολοένα και πιο δημοφιλή ως μέσα κι αρχίζουν να επισκιάζουν το μεχρι τώρα κυρίαρχο μέσον της τηλεόρασης – τότε τι θα πρέπει να πούμε για το υπερμέσο; Ποιος ο ρόλος του μέσα στο σύμπαν των νέων μέσων και τεχνολογιών; Και σε ποιο βαθμό θα μπορέσει να επηρεάσει στάσεις και τρόπους ζωής στο μέλλον;

Στον χώρο της τέχνης πάντως η χρήση του υπερμέσου, σε αρκετά πειραματικό στάδιο ακόμα, φέρνει μαζί της την υλοποίηση θεωριών και οραμάτων καλλιτεχνών και θεωρητικών της τέχνης και της λογοτεχνίας, οι οποίοι από τις αρχές ήδη του 20ου αιώνα φαντάστηκαν και προσπάθησαν να κάνουν πραγματικότητα –πειραματιζόμενοι με «πρωτόγονα» τότε μέσα- την ιδέα του καλλιτεχνικού έργου που θα υπερβαίνει τα στενά όρια των συμβατικών δομών και τρόπων έκφρασης.

Ενδεικτικά θα αναφερθούμε στον Roland Barthes (Ρολάν Μπαρτ), ο οποίος περιγράφει μια ιδεατή κειμενικότητα που αντιστοιχεί με απίστευτη ακρίβεια στη μορφή του σημερινού υπερκειμένου. Όπως εξηγήσαμε παραπάνω, βασικό χαρακτηριστικό του υπερκειμένου αποτελούν οι ηλεκτρονικές συνδέσεις κειμενικών ενοτήτων (ή εικόνων) μέσω πολλαπλών «μονοπατιών», συνεκτικών κρίκων ή άλλων «σημαδιών» που ενεργοποιούνται σε ένα ανοικτό, δυνητικά απεριόριστο κειμενικό περιβάλλον, το οποίο περιγράφεται συνήθως με όρους όπως link, node, network, web και path.

O Barthes μιλάει λοιπόν για μια ιδεατή μορφή κειμένου, στα πλαίσια του οποίου τα δίκτυα (reseaux) είναι πολλά και υπόκεινται σε αλληλεπιδράσεις, χωρίς όμως κάποιο από αυτά να μπορεί να ξεπεράσει τα υπόλοιπα. Αυτό το κείμενο είναι ένας γαλαξίας από σημαίνοντα, όχι μια δομή σημαινομένων. Δεν έχει αρχή. Είναι αναστρέψιμο. Αποκτούμε πρόσβαση σε αυτό από διάφορες εισόδους, καμία εκ των οποίων δεν μπορεί με εγκυρότητα να θεωρηθεί ως κεντρική. Οι κώδικες που επιστρατεύει απλώνονται μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, είναι αδύνατον να προσδι-οριστούν… Τα σημασιολογικά συστήματα μπορούν να καταλάβουν αυτό το κατά απόλυτο τρόπο «πολλαπλό» κείμενο, αλλά το πλήθος τους δεν έχει τέλος, καθώς βασίζεται στο άπειρο της γλώσσας.

Ακριβώς όπως ο Barthes, έτσι και ο Michel Foucault (Μισέλ Φουκώ) αντιλαμβάνεται το κείμενο βάσει των όρων «δίκτυο» και «σύνδεσμος». Στην Αρχαιολογία της Γνώσης σημειώνει ότι «τα όρια του βιβλίου δεν είναι ποτέ απόλυτα σαφή», γιατί «περικλείεται σε ένα σύστημα αναφορών σε άλλα βιβλία, σε άλλα κείμενα, σε άλλες προτάσεις : αποτελεί κόμβο μέσα σε ένα δίκτυο… [σε ένα] δίκτυο από αναφορές». Όπως λοιπόν και όλοι οι δομιστές και μετα-δομιστές, ο Barthes και ο Foucault περιγράφουν το κείμενο, τον κόσμο της γραφής και τις αντίστοιχες σχέσεις ισχύος και κύρους βάσει ορολογίας κοινής με αυτήν του υπερκειμένου.

Οι απόψεις αυτές βρίσκουν τελικά την εφαρμογή τους καταρχάς στο υπερκείμενο και πολύ περισσότερο στο υπερμέσο, την εξελιγμένη αυτή μορφή του υπερκειμένου που περιλαμβάνει, εκτός από λεκτικές, και κάθε είδους μη λεκτικές πληροφορίες. Πέρα από την πρακτική εφαρμογή της πολυσυζητημένης στον χώρο της λογοτεχνίας ιδέας της διακειμενικότητας, στο πολυμέσο παρατηρείται συν τοις άλλοις η συγχώνευση και εναρμόνιση περισσότερων τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης, όπως περίπου τις είχε οραματιστεί η αβαντγκάρντ των αρχών του 20ου αιώνα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον «συμβίωσης» και αλληλεπίδρασης γραπτού λόγου και Νέων Μέσων, οπτικοακουστικών και άλλων, αναλογικών, κυρίως όμως πλέον ψηφιακών, γίνεται λόγος για υβριδοποίηση του κειμένου, της γραφής και του καλλιτεχνικού έργου. Τα «υβρίδια» που γεννιούνται υπό αυτές τις συνθήκες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σε αρκετές περιπτώσεις δεν πρόκειται απλά για πειράματα, αλλά για πραγματικά αξιοπρόσεκτα καλλιτεχνικά δημιουργήματα.

Στα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα υπερκειμενικής λογοτεχνίας συγκαταλέγεται το γνωστό σε αυτόν τον χώρο “Patchwork Girl” της Shelley Jackson. H Τζάκσον, εικονογράφος βιβλίων και συγγραφέας, αντλεί θέματα και τεχνικές από το είδος της υπερκειμενικής γραφής όπως το περιγράψαμε, και στο συγκεκριμένο έργο δημιουργεί ένα ψηφιακό κολάζ δικών της λέξεων και εικόνων, καθώς μας εξιστορεί για τη θηλυκή σύντροφο του Φρανκενστάιν, η οποία «γεννιέται περισσότερες από μία φορές. Από την επίκληση ενός νεκρού τέρατος. Από μια λασπωμένη τρύπα στο φως των πτωμάτων. Από τη βελόνα, κι από την πένα.»

Η πολλαπλότητα του περιεχομένου της ιστορίας της Τζάκσον αντικατοπτρίζεται όπως είναι φυσικό και στη διάρθρωση του υπερ-κειμένου της: από την αρχική κιόλας σελίδα ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με τη ριζωματική δομή των πολλαπλών μονοπατιών που οδηγούν σε διάφορους κόμβους, οι οποίοι συνδέονται ποικιλοτρόπως μέσω ηλεκτρονικών συνδέσμων, σχηματίζοντας ένα «δίχτυ», ένα λογοτεχνικό σύμπαν πολλαπλών ιστοριών, με παρακλάδια άλλων ιστοριών, άλλων κόσμων, που περιμένουν τον αναγνώστη να τους εξερευνήσει με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Η Τζάκσον προσφέρει βέβαια την «πυξίδα» που θα συνοδεύσει τον αναγνώστη στις περιπλανήσεις του.

Έτσι λοιπόν o πρώτος σύνδεσμος μας παραπέμπει στην κεντρική σελίδα, ένα κείμενο γεματο σταυροδρόμια που μας «προσφέρει» έξι μονοπάτια : «ένα νεκροταφείο», «ένα περιοδικό», «ένα πάπλωμα», «μια ιστορία», «σπασμένες προφορές» κι έναν κατάλογο με πηγές. Το «νεκροταφείο», για παράδειγμα, οδηγεί τον αναγνώστη σε μια εικόνα-«κουρελού», η οποία δημιουργήθηκε από τη συρραφή –κόψιμο και αναδιοργάνωση-κομματιών της αρχικής σελίδας, το καθένα εκ των οποίων παραπέμπει σε νέα μονοπάτια, στις διάφορες ιστορίες των γυναικών που συνθέτουν το «κορίτσι-χειροτέχνημα» της Τζάκσον.

Στον χώρο του υπερμέσου ξεχώρισα το έργο “Flood” («Πλημμύρα»)  μικρό αλλά περιεκτικό, αφού κάνει χρήση όλων των δυνατοτήτων των Νέων Μέσων. Πρόκειται για ένα «βιντεάκι» όπου εναλάσσονται φωτογραφίες από μια πλημμύρα, το κείμενο-αφήγηση-ποίημα «ρέει» στην οθόνη, πάνω ή γύρω από τις εικόνες, και μάλιστα σε πολλαπλά επίπεδα, προτάσεις ή κομμάτια του κειμένου εμφανίζονται πίσω από άλλα, όλα εν κινήσει, ενώ ο αναγνώστης ακούει ταυτόχρονα από τα ηχεία του υπολογιστή ένα μουσικό θέμα. Χαρακτηριστική σε αυτήν την περίπτωση είναι η συνεργασία περισσότερων συντελεστών για την παραγωγή του έργου: το ποίημα είναι του Thomas Swiss, οι φωτογραφίες του David Henry και ο σχεδιασμός (design) της Ingrid Ankerson. Το πρόγραμμα που χρησιμοποίησε η ομάδα είναι το Flash Player της Macromedia και πρόσβαση στο έργο αποκτά κανείς μέσω του περιοδικού “threads” (τεύχος 12), που φιλοξενείται στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.altx.com/

Φτάνοντας στο τέλος αυτής της μικρής εισαγωγής στην έννοια και τη θεωρία του υπερκειμένου, θα προτιμούσα να αφήσω τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα σχετικά με το υπερκείμενο ως νέα μορφή αναγνώσματος, με την υπερκειμενική λογοτεχνία ως νέα μορφή μυθοπλασίας και με την τέχνη στον κυβερνοχώρο ως τέχνη του μέλλοντος. Για αυτόν τον λόγο, αντί για κλείσιμο του κειμένου θα ήθελα να δώσω ένα «άνοιγμα»: του δρόμου που οδηγεί πέρα από τον κόσμο του βιβλίου και της τηλεόρασης σε παρθένα τοπία, με την ελπίδα ότι οι εξερευνητές δεν θα χαθούν στα άπειρα μονοπάτια και οι δημιουργοί των νέων αυτών τοπίων θα ακούσουν τη φωνή του Μαρκ Μπέρνσταϊν:

«Πρέπει να διακόπτουμε, να συλλαμβάνουμε το βλέμμα, να προσκαλούμε τον αναγνώστη να σκεφτεί».