Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Οι Δήθεν Καλλιεργημένοι…

Εκείνοι που το παίζουν… Εκείνοι που νομίζουν πως σπουδάζοντας και διαβάζοντας ποίηση και μερικά βιβλία, απέκτησαν τόση καλλιέργεια, που αυτός ο κόσμος είναι τόσο μικρός για να τους χωρέσει και να τους καταλάβει!

Εκείνοι που έχουν άποψη για όλα… Εκείνοι που κρίνουν τους ανθρώπους από τα πτυχία και από τα ψαγμένα βιβλία που διαβάζουν!

Εκείνοι που το παίζουν αντιδραστικοί, που τρέχουν στις ψαγμένες συναυλίες αλλά μόλις πάνε να σταθούν σε μία κουβέντα, θες να κλείσεις τα αυτιά σου από τη δηθενιά τους, η οποία κάνει μπαμ σε πραγματικά καλλιεργημένους ανθρώπους.

Εκείνοι που θα πάνε στο θέατρο για να σχολιάσουν την ώρα της παράστασης, δείχνοντας ασέβεια και στο διπλανό τους αλλά και στον ηθοποιό!

Εκείνοι που θα κοροϊδέψουν όταν δε καταλαβαίνουν κάτι, αντί να ζητήσουν εξηγήσεις.

Εκείνοι οι δήθεν καλλιεργημένοι που βάζουν ταμπέλες και κρίνουν πολύ εύκολα τους άλλους.

Εκείνοι που καμουφλάρονται πίσω από ψεύτικες εντυπώσεις.

Εκείνοι οι δήθεν καλλιεργημένοι που έχουν κόμπλεξ κατωτερότητας και που δεν το βλέπουν! Και ούτε πρόκειται να το δουν… και δεν πειράζει… όλοι τρώμε τα κόμπλεξ μας! Αυτό που πειράζει είναι διαρκώς να προσπαθείς για κάτι που δεν είσαι και να φαίνεται κιόλας! Και φαίνεται γιατί δεν έχεις πείσει ούτε τον ίδιο σου τον εαυτό… πώς θα πείσεις, λοιπόν, τον απέναντι;

Καλλιέργεια σημαίνει παιδεία… σημαίνει ανοιχτός ορίζοντας, ανοιχτό μυαλό… σημαίνει παρατήρηση… σημαίνει εμπειρία… σημαίνει ταξίδια… σημαίνει ουσία… σημαίνει βλέπω… σημαίνει ακούω… σημαίνει σέβομαι… σημαίνει μαθαίνω διαρκώς… σημαίνει ψυχή… σημαίνει ποιότητα… και σημαίνει και μόρφωση! Μόνο που μόρφωση, δε σημαίνει μόνο πτυχία!

Και ένας πραγματικά καλλιεργημένος ξεχωρίζει! Δεν έχει ανάγκη να κάνει κάτι από όλα τα παραπάνω για να πείσει και αυτή είναι άλλωστε και η διαφορά του!

Η Διχόνοια, το μεγάλο διαχρονικό πάθος της φυλής μας

Assassination of George I of Greece 1913Τι είναι η διχόνοια; H εχθρότητα που δημιουργείται ανάμεσα σε άτομα ή σε ομάδες, ως αποτέλεσμα διαφορετικών απόψεων ή σύγκρουσης συμφερόντων.

Η διχόνοια δεν είναι επακόλουθο παρθενογενέσης. Σαν ψυχικό συναίσθημα χρειάζεται ομοειδές αίτιο που την προκαλεί. Και αυτό είναι ο Φθόνος. Αλλά εάν πούμε ότι ο φθόνος είναι το μόνον έσχατον αίτιον πάλι εμπίπτουμε σε σόφισμα. Πρέπει να βρούμε τα αίτια που προηγούνται του Φθόνου μέχρι δυνατής εξαντλήσης! Διότι, αν δεν τα βρούμε εμβαθύνοντας στην ψυχολογική ανάλυση, δεν πρόκειται να θεραπεύσουμε ούτε τον φθόνο, ούτε την διχόνοια. Ο φθόνος γεννάται όταν ο άνθρωπος αναλογίζεται: «γιατί αυτός και όχι εγώ!». Και ο αναλογισμός αυτός προϋποθέτει κάποιο άλλο, πρότερο, ψυχολογικό αίτιο. Και αυτό, ακριβώς, είναι το συναίσθημα μιας απροσδιόριστης και θολής «ανωτερότητος». Τούτο, στην Ψυχολογία καλείται «σύμπλεγμα κατωτερότητος» (inferiority complex) αλλά είναι σαφές ότι δεν δημιουργείται τέτοιο σύμπλεγμα αν ο πάσχων δεν έχει το απροσδιόριστο συναίσθημα της Ανωτερότητος. Ο Descartes είπε ορθώτατα ότι δεν θα ξέραμε το «πεπερασμένο» εάν προηγουμένως, δεν είχαμε επίγνωση του «απείρου». Ας εμμείνουμε λοιπόν στο σόφισμα ότι το έσχατον αίτιον της διχόνοιας είναι το συναίσθημα της ανωτερότητος.

Το συναίσθημα Ανωτερότητος, ως μεγάλο προτέρημα, καταλήγει στον Φθόνο και από εκεί, στη Διχόνοια. Και αυτό το συναίσθημα της Ανωτερότητος, είναι το μεγάλο προτέρημα και, θα έλεγα, η ιδιορρυθμία της φυλής μας. Ενυπάρχει σε οποιονδήποτε, στον καλό και στον κακό, στον ευφυή και στον ηλίθιο, στον ικανό και στον ανίκανο. Και εδώ επέρχεται μία διαφοροποίησις ενεργειών. Στον ικανό και άξιο, αυτό το φοβερό «γιατί αυτός και όχι εγώ», αυτός ο Εγωισμός, αυτή η επίγνωση Ανωτερότητος, ως μεγάλο προτέρημα, οδηγεί σε πράξεις εξάρσεως και ηρωισμού.
 
Έτσι εξηγείται πώς οι Έλληνες που έφθασαν ρακένδυτοι και πειναλέοι «λαντζέρηδες» στην Αμερική έχουν, από την δεύτερη κι' όλας γενεά, γεμίσει τα Πανεπιστήμια με εξοχότητες της Επιστήμης. Έτσι εξηγείται πώς οι Έλληνες διέπρεψαν στην διάρκεια της ζωής του Έθνους στην Τέχνη, στο Εμπόριο, στην Ναυτιλία. Όμως στον ανίκανο, όταν αυτός (εξ αιτίας μιας ανεδαφικής Παιδείας) αντιμετωπίζει αδυναμία εκφράσης, της Ανωτερότητος που αισθάνεται απροσδιόριστα ότι έχει, οδηγεί στον φθόνο, στο μίσος και στην διχόνοια. Αυτός θέλει να φτάσει αλλά ξέρει ότι δεν μπορεί. Ο Φθόνος και συνεπώς η Διχόνοια είναι έκφραση επιγνώσεως της ήττας στον αγώνα για την ζωή. Ίσως, σε τελευταίαν ανάλυση, ο όλος μηχανισμός είναι αποτέλεσμα της ελαττωματικής Παιδείας. Και εδώ παρεμβάλλεται ως αίτιο της Διχόνοιας
 
O Εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός περιγράφει στον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», τον εθνικό μας ύμνο, την διχόνοια, το μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο ελάττωμα της φυλής μας και με έναν σοφό και παραστατικό τρόπο μας προτρέπει να αποφεύγουμε κάθε επαφή μαζί της, διότι όπου χώνεται, τα αποτελέσματά της είναι καταστροφικά:

«Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει
“πάρ’ το” λέγοντας “και σύ”.
Κειό το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά,
μην το πιάστε γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά».


Το φαινόμενο της εμφύλιας διχόνοιας των Ελλήνων μας γνωστό από τα πανάρχαια χρόνια. Την διχόνοια στους Έλληνες την βλέπουμε ήδη στα Ομηρικά έπη (διαμάχη Αχιλλέα και Αγαμέμνονα), αλλά και ανάμεσα στους αρχαίους θεούς των Ελλήνων, που μάλωναν μεταξύ τους, για να επιβάλει ο καθένας τους την προτίμηση και την προστασία των δικών του (Μήλο της Έριδος). Βαθιά διχόνοια δημιούργησε και τους ατέλειωτους εμφύλιους πολέμους ανάμεσα στα τότε ελληνικά κρατίδια, σε τέτοιο σημείο, που ένα μεγάλο κομμάτι της Ιστορίας μας να είναι αφιερωμένο στην παρουσίαση και την καταγραφή των αιτίων και των αποτελεσμάτων αυτών των πολέμων.
 
Στη διάρκεια του πρώτου γενικευμένου εμφύλιου σπαραγμού, του Πελοποννησιακού Πολέμου, συνέβη ένα περιστατικό που φανερώνει τον διαχρονικά απαράλλακτο κι απίστευτο χαρακτήρα του Έλληνα. Το 406 π.Χ. έγινε η ναυμαχία στις Αργινούσες στην οποία ο συμμαχικός στόλος των Αθηναίων νίκησε τον αντίστοιχο σπαρτιατικό. Η ολιγαρχική αντιπολίτευση στην Αθήνα, για να πλήξει το κύρος και τη δημοφιλία του Περικλή, επωφελήθηκε από το γεγονός ότι λόγω θαλασσοταραχής οι Αθηναίοι δεν κατάφεραν να περισυλλέξουν όλα τα πτώματα των στρατιωτών τους, και κατηγόρησε για ασέβεια προς τους νεκρούς τους οκτώ επικεφαλής στρατηγούς του στόλου (μεταξύ των οποίων ήταν και ο ένας γιος του Περικλή). Στη δίκη που ακολούθησε καταδικάστηκαν όλοι σε θάνατο κι εκτελέστηκαν! Έτσι, ένας θρίαμβος μετατράπηκε σε πανωλεθρία για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων! Ολόκληρη η Ιστορία μας βρίθει από τέτοια παραδείγματα όπου επιτελούμε το καλύτερο και αμέσως μετά το ακυρώνουμε εμείς οι ίδιοι. 
 
Συνήθως μας αρέσει να κατηγορούμε τον περίφημο «ξένο δάκτυλο», ξεχνώντας όμως παράλληλα να πούμε ότι για να διεισδύσει χρειάζεται κι εσωτερικούς προδότες, και ότι πάντα είχαμε πολλούς τέτοιους.

Ένα χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας του Έλληνα, ο οποίος συνήθως επάνω από τις φιλοδοξίες και τα συμφέροντά του δεν βάζει τίποτε άλλο, ήταν και ο περίφημος Αλκιβιάδης. Αν και Αθηναίος πολίτης, προικισμένος με πολλά προτερήματα και αξιώματα, επί σειρά ετών έπαιζε τριπλό παιχνίδι, για προσωπικά συμφέροντα και φιλοδοξίες. Όταν ερχόταν σε σύγκρουση με τους Αθηναίους, πήγαινε με τους Σπαρτιάτες. Όταν πάλι ερχόταν σε σύγκρουση και με τους Σπαρτιάτες, δεν δίσταζε να πάει με τους Πέρσες! Και όταν πάλι ερχόταν σε σύγκρουση και με τους Πέρσες, ξαναπήγαινε με τους Αθηναίους! Σίγουρα ο τρόπος που έζησε και πολιτεύθηκε ο Αλκιβιάδης αμαύρωσε την προσωπικότητά του και αναίρεσε ότι καλό προσέφερε στους συμπατριώτες του. Έγινε ένα ιστορικό παράδειγμα προς αποφυγή. Κι΄ όμως σήμερα μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε σαν το κλασικό αρχέτυπο του Έλληνα, ο οποίος συνήθως, τη μόνη αρχή και πατρίδα που αναγνωρίζει και παραδέχεται, είναι ο εαυτός του και το συμφέρον του!

Ας δούμε μερικά ακόμη χαρακτηριστικά ιστορικά παραδείγματα, όπως εκείνο της ναυμαχίας στις Αργινούσες, όπου κάναμε το καλύτερο και αμέσως μετά το ανατρέψαμε εμείς οι ίδιοι, με τον χειρότερο τρόπο.

- Αφού πρώτα γράψαμε μια μοναδική στρατιωτική εποποιία, νικώντας τον πάνοπλο και πολυάριθμο στρατό και στόλο της Περσικής Αυτοκρατορίας, στη συνέχεια καταστραφήκαμε μόνοι μας με τον εξοντωτικό τριακονταετή εμφύλιο Πελοποννησιακό Πόλεμο (τον οποίο, σύμφωνα με μια άποψη, υποδαύλισαν οι Πέρσες, για να εκδικηθούν για την ήττα τους)!

- Μέσα σε δέκα χρόνια ο Μέγας Αλέξανδρος έφτιαξε μια αχανή αυτοκρατορία, τη μεγαλύτερη που είχε δει ο κόσμος μέχρι τότε, η οποία όμως έμελλε να είναι και η βραχυβιότερη. Μέσα σε διάστημα λιγότερο από ενός αιώνα, οι εσωτερικές διαμάχες και οι συγκρούσεις των επιγόνων του (Πτολεμαίοι, Σελευκίδες, κ.ά) την εξασθένισαν με αποτέλεσμα να κυριευθεί από τους Ρωμαίους!
 
- Το 1823, μόλις δύο χρόνια μετά από την Επανάσταση του 1821 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος μεταξύ οπλαρχηγών και «καλαμαράδων» (πολιτικών) για το ποιος θα έχει την εξουσία μετά από τη μελλοντική απελευθέρωση! Λόγω αυτού του παράλογου εμφυλίου η Επανάσταση έπνεε τα λοίσθια και η τελική απελευθέρωση επιτεύχθηκε χάρη στην επέμβαση των «ξένων δυνάμεων» (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) οι οποίες νίκησαν τον τουρκικό στόλο στη ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827), πράγμα που τις επέτρεψε στη συνέχεια να επεμβαίνουν στα εσωτερικά μας!

- Το 1912-1913 γράψαμε μια νέα πολεμική εποποιία απελευθερώνοντας από τον τουρκικό ζυγό τη Μακεδονία και την Ήπειρο. Μέσα σε λιγότερο από δέκα χρόνια (1919-1922), κι εξ αιτίας κυρίως του Εθνικού Διχασμού (Βενιζελικοί – Βασιλικοί), χάσαμε την πανάρχαια κοιτίδα του Ελληνισμού, τη Μικρά Ασία!

- Το 1940-1945 γράψαμε νέο έπος με την αντίσταση κατά των Γερμανών. Αμέσως μετά, κι ενώ ο κόσμος είχε ήδη χωριστεί από τους Μεγάλους στο Ανατολικό (κομμουνιστικό) Μπλοκ και στο Δυτικό και ο Στάλιν είχε ενημερώσει τους Έλληνες κομμουνιστές να μην περιμένουν βοήθεια από τη Σοβιετική Ένωση, εκείνοι ξεκίνησαν τον γνωστό καταστροφικό Εμφύλιο Πόλεμο!

Και αυτά είναι μερικά μόνο από αναρίθμητα παρόμοια παραδείγματα της Ιστορίας μας.

Άλλωστε, τι μπορεί να πρωτοθυμηθεί και τι να πρωτοαναφέρει κανείς από όλα αυτά τα παραδείγματα, που αναφέρει η αρχαία, η μεσαιωνική αλλά και η νεότερη ελληνική Ιστορία;
Θα χρειαζόντουσαν τόμοι ολόκληροι για να περιγράψουμε όλα αυτά τα γεγονότα των εμφύλιων σπαραγμών των Ελλήνων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Σε εμάς τους Έλληνες αρέσει, βέβαια, να κατηγορούμε συνήθως τους ξένους, τον περίφημο «ξένο δάκτυλο», ως υπαίτιο των δεινών μας. Παράλληλα ξεχνούμε, όμως, ή αποφεύγουμε να πούμε, ότι για να διεισδύσει στα εσωτερικά μας και να μας διχάσει ο λεγόμενος «ξένος δάκτυλος» χρειάζεται και εσωτερικούς υποστηρικτές και συνεργάτες, και ότι πάντα είχαμε πολλούς τέτοιους, πρόθυμους προδότες και δωσίλογους.

Η διχόνοια και η «φαγωμάρα» των Ελλήνων βασιλεύει παντού!
Η εμπάθεια, το κομματικό μίσος, η ιδιοτέλεια και ο αγιάτρευτος εγωισμός, στέκονται τείχη αξεπέραστα απέναντι στην ομόνοια, την ενότητα και την συνοχή μας ως έθνος, κάτι που συνεχώς μας βάζει σε μεγάλες εθνικές δοκιμασίες και σήμερα έφθασε να απειλεί να μας κατασπαράξει, όχι μόνον ηθικά ή οικονομικά αλλά και σαν εθνική οντότητα.
 
Η διχόνοια και η «φαγωμάρα» ανάμεσα στους Έλληνες ζει και βασιλεύει παντού.
Την βλέπουμε και την βιώνουμε, όχι μόνο σε όλους σχεδόν τους τομείς του δημόσιου βίου μας, αλλά ακόμη και στον ιδιωτικό μας βίο, ανάμεσα στις οικογένειες αλλά και σε στενούς συγγενείς. Πόσες φορές ασήμαντες αιτίες και αφορμές έγιναν αιτίες να ενσκήψει διχόνοια μεταξύ συγγενών, που εξελίχθηκε σε βαθύ μίσος και οδήγησε σε αποτρόπαια εγκλήματα;
 
Το «σαράκι» που κατατρώει τις σάρκες του Ελληνισμού

Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Έλληνας κάτι θα βρίσκει πάντα για να «φαγώνεται». Μόνο αν  βάλουμε την λογική μας να δουλέψει θα οδηγηθούμε στην αλήθεια, η οποία ενώνει και η έρευνά της απαιτεί ανοιχτό μυαλό και διανοητική μετριοφροσύνη, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε, ότι η βασική αιτία όλων των δεινών, τα οποία έπληξαν την Ελλάδα και τους Έλληνες, είναι η διχόνοια. Αυτή είναι το τρωτό μας σημείο και η «Αχίλλειος πτέρνα» μας. Αυτή τυφλώνει τους οφθαλμούς και σκοτίζει το νου μας, με αποτέλεσμα οι ενέργειές μας  να μην διέπονται από λογική, νόμους, αρχές και ήθος και ως εκ τούτου να μας οδηγούν στην καταστροφή.

Το μίσος κατακερματίζει την κοινωνία και την διαβρώνει μέχρις αυτοεξόντωσης. Τα εγκλήματα μίσους, κάτω από οποιοδήποτε πρόσχημα και ιδεοληψία, διαρρηγνύουν τον κοινωνικό ιστό, κατεδαφίζουν ότι με κόπο και αίμα έχτισαν προηγούμενες γενιές και δημιουργούν μια ατμόσφαιρα αποπνικτική, από την οποία οι περισσότεροι θα ήθελαν και πολλοί προσπαθούν να «δραπετεύσουν».

Η ομόνοια και η σύμπνοια πρέπει να διέπει την ύπαρξή μας ως κοινωνικά και πολιτικά άτομα. Ιδιαίτερα στην παρούσα συγκυρία, όπου ο Ελληνισμός καλείται να δώσει πάλι τον υπέρ πάντων αγώνα, οι έχοντες ως πρώτιστη Ιδέα την Μητέρα Ελλάδα και ως διακαή πόθο την επικράτηση του Ελληνισμού, θα πρέπει να αφήσουν κατά μέρος τις οποιεσδήποτε διαφορές τους και ενωμένοι να προσανατολισθούν προς την υλοποίηση αυτού του μεγάλου οράματος. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη Συμπαντική τιμή από την ευκαιρία της υπηρέτησης αυτού του σκοπού, και αφού η τιμή αυτή μας δόθηκε, πρέπει να αποδείξουμε ότι είμαστε άξιοί της, καταπολεμώντας πρώτα τις κακές πλευρές του ψυχισμού μας και αποποιούμενοι τους σπόρους της διχόνοιας και του διχασμού.
 
Εάν ομονοήσουμε και θέσουμε ως υπέρτατο καθήκον μας την υπηρεσία της Ελλάδος και του Ελληνισμού, δεν έχουμε να φοβηθούμε κανέναν εχθρό!

Καλό ή κακό; Τύχη ή ατυχία; Δεν ξέρουμε το τέλος της ιστορίας

Υπάρχει ένας παλιός μύθος, για έναν γέρο που ζούσε κάποτε φτωχός και χήρος, με το μοναχογιό του στα προάστια ενός βασιλείου. Όλη του η περιουσία ήταν ένα άγριο άλογο σπάνιας ράτσας το οποίο είχε πάει σ’ αυτόν μόνο του κι εκείνος το αγαπούσε πολύ και του φερόταν σαν να ήταν φίλος του. Μια μέρα ο βασιλιάς έμαθε για το άλογο του γέρου κι έστειλε έναν άνθρωπό του με ένα σακούλι λίρες για να το αγοράσει. Οι συγχωριανοί του τότε μαθαίνοντας το νέο βιάστηκαν να τον συγχαρούν και να του σχολιάσουν το πόσο τυχερός ήταν αφού θα γινόταν τώρα πλούσιος χάρη στο άλογό του. Όμως εκείνος τους απάντησε – πριν αρνηθεί ευγενικά την πρόταση του βασιλιά αφού δεν ήθελε να χάσει τον φίλο του: «Μην βιάζεστε να κρίνετε, δεν ξέρουμε το τέλος της ιστορίας».

Οι χωρικοί απόρησαν με την απάντησή του, αλλά δεν είπαν τίποτα. Όταν όμως σε λίγο καιρό το άλογό του τον εγκατέλειψε ξαφνικά όπως είχε εμφανιστεί, έσπευσαν να του πουν πόσο άτυχος ήταν που δεν πούλησε το άλογό του στο βασιλιά, αφού έτσι κι αλλιώς τώρα το είχε χαμένο. Εκείνος όμως απάντησε και πάλι με πραότητα: «Μην βιάζεστε να κρίνετε, δεν ξέρουμε το τέλος της ιστορίας».

Δεν πέρασε λίγος καιρός και το άλογό του επέστρεψε στο γέρο, με 10 ίδιας σπάνιας ράτσας άγρια άλογα μαζί του! Τότε, εντυπωσιασμένοι οι χωρικοί με την τύχη του γέρου, έτρεξαν να του πουν πόσο τυχερός είναι, αφού τώρα ο βασιλιάς θα αγόραζε τα 10 άλογα κι εκείνος θα γινόταν πάμπλουτος, χωρίς να χάσει τον αγαπημένο του φίλο. Ο γέρος όμως ήρεμος τους έδωσε και πάλι την ίδια απάντηση: «Μην βιάζεστε να κρίνετε, δεν ξέρουμε το τέλος της ιστορίας»

Λίγες μέρες μετά, ενώ ο γιος του τιθάσευε τα άγρια άλογα, ένα από αυτά τον έριξε κάτω με αποτέλεσμα να χτυπήσει πολύ άσχημα και να μείνει παράλυτος και στα δύο του πόδια. Τότε, όλοι οι χωρικοί έτρεξαν στεναχωρημένοι στο γέρο και του είπαν πόσο λυπούνται με την ατυχία του. Εκείνος όμως για μία ακόμη φορά, τους έκανε να απορήσουν δίνοντάς τους πάλι τη γνωστή του απάντηση: «Μην βιάζεστε να κρίνετε, δεν ξέρουμε το τέλος της ιστορίας».

Πολύ σύντομα ανακοινώθηκε πόλεμος στην περιοχή και επιστρατεύτηκαν όλοι οι νέοι άντρες και τα μεγαλύτερα αγόρια του χωριού, εκτός από τον ανάπηρο γιο του γέρου. Οι συγχωριανοί του, συντετριμμένοι αυτή τη φορά αφού γνώριζαν πως το πιο πιθανό ήταν να μην ξαναέβλεπαν ζωντανά τα παιδιά τους, έτρεξαν πάλι σ’ αυτόν, για να του πουν πόσο τυχερός ήταν αφού εκείνος δεν θα έχανε το παιδί του, χάρη στην αναπηρία του. Εκείνος όμως στωικά, τους απάντησε για μία ακόμη φορά: «Μην βιάζεστε να κρίνετε, δεν ξέρουμε το τέλος της ιστορίας».

Κάπου εδώ τελειώνει ο μύθος, αλλά το νόημά του είναι ήδη σαφές: Δεν ξέρουμε το τέλος της ιστορίας. Δεν ξέρουμε καν τη συνέχεια της. Δεν ξέρουμε ποτέ στ’ αλήθεια αν αυτό που συμβαίνει τώρα και φαίνεται πως είναι για το καλό μας ή το κακό μας, αν θα αποδειχθεί πράγματι έτσι, ή το ακριβώς αντίθετο. Πόσες φορές δεν μας συνέβη κάτι που αναγνωρίσαμε εκ των υστέρων πως χωρίς αυτό δεν θα είχε συμβεί κάτι άλλο… καλό ή κακό.

Ένας χωρισμός που έφερε μια καλύτερη σχέση. Μια απόλυση που έφερε μια καλύτερη δουλειά. Ένα ατύχημα που μας έκανε να εκτιμήσουμε τη ζωή όπως ποτέ μέχρι τότε. Και το ανάποδο βέβαια. Πόσες φορές δεν χαρήκαμε απίστευτα για κάτι που αποδείχθηκε έως καταστροφικό για εμάς; Ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Ένας υποσχόμενος έρωτας που έληξε άδοξα. Μια επένδυση που οδήγησε σε οικονομική καταστροφή.

Ένα τυχερό λαχείο ενδεχομένως, που οδηγεί στην αγορά ενός αυτοκινήτου που οδηγεί όμως στο θάνατο εκείνον που το κέρδισε ή άλλους, είναι ένα μόνο παράδειγμα. Τα παραδείγματα όμως θα μπορούσαν αν είναι άπειρα, με ένα μεγάλο ερωτηματικό στο κέντρο όλων: καλό ή κακό; Τύχη ή ατυχία;

Δεν ξέρουμε το τέλος της ιστορίας. Κάθε φορά που βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα, είναι σαν να βρισκόμαστε σε ένα δάσος και κοιτάζουμε μόνο ένα δέντρο. Όσο όμως εστιάζουμε την προσοχή μας σ’ αυτό, χάνουμε το δάσος. Αλλά ακόμη κι όταν δεν αντιδρούμε έτσι, ίσως και πάλι να μην είναι αρκετό για να έχουμε πλήρη εικόνα του μεγέθους του δάσους. Κι ακόμη κι αν νομίζουμε πως το έχουμε εξερευνήσει και γνωρίζουμε πού τελειώνει αυτό, ακόμη και τότε, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι υπάρχει στη συνέχειά του.

Κάποιοι θεωρούν πως ο θάνατος είναι αυτός που κρίνει το τελικό αποτέλεσμα στο ισοζύγιο του καλού ή του κακού της ζωής μας, της τύχης ή της ατυχίας μας. Έτσι, βιάζονται να βγάλουν τα συμπεράσματά τους τότε, θεωρώντας πως αυτός είναι από μόνος του ικανός να δώσει σαφή συμπεράσματα για το τέλος της ιστορίας. Είναι αυτοί που αγνοούν όμως πως ο θάνατος δεν είναι τιμωρητικός. Πως δεν είναι παρά μόνο το τέλος ενός κύκλου και μέρος ενός μεγαλύτερου, που δεν είμαστε σε θέση να κρίνουμε γιατί δεν τον γνωρίζουμε, παρόλο που η ιστορία μας συνεχίζεται μέσα και πέρα από αυτόν. Κι εμείς, που δεν μπορούμε ποτέ να ξέρουμε τη συνέχεια αλλά ούτε το τέλος της ιστορίας, δεν έχουμε παρά να προσπαθούμε να θυμίζουμε στον εαυτό μας κάθε φορά που κοιτάζει το δέντρο, να απλώνει το βλέμμα του σε όλο το δάσος… κι ακόμα πιο πέρα…

Αποκατάσταση του αδικημένου ''εγώ''

Η ψυχή του ανθρώπου είναι άτιμο πράγμα. Εκεί που λες πως την αγγίζεις στη χούφτα σου, αυτή αλλάζει μορφή και την αναζητάς και πάλι στις πιο βαθιές αβύσσους. Άνθρωπε, κοίτα να κάνεις αυτό που σε ευχαριστεί, που γαληνεύει το είναι σου, που φέρνει το μειδίαμα στις άκρες των χειλιών σου. Μα πάνω απ' όλα, κοίτα αυτό να αρμόζει στην ψυχή σου, να σε φέρνει πιο κοντά της. Γιατί μόνο αυτή μπορεί να σε οδηγήσει στο φως και να σε σώσει από τις πλάνες αυτού του κόσμου, άνθρωπε...
Όσο κι αν ξενίζει σε πολλούς γύρω σου, ακολούθησε αυτόν το δρόμο, που κάθε χάραμα σε φωνάζει με τον δικό του τρόπο να τον εξερευνήσεις. Είναι ο δικός σου, προσωπικός δρόμος για την επιτυχία. Πιο δικός σου δεν γίνεται. Και εκεί δεν χωράνε νόρμες και απαγορεύσεις. Αρκεί να έχεις πίστη σε εσένα.

Μόνο, πάψε να ακούς κάθε άλλη φωνή που σε εμποδίζει να φτάσεις στην κορυφή της σκάλας που υψώνεται μπροστά σου.

Γιατί μπορεί να πέσεις και να επιστρέψεις πίσω, στο τίποτα.

''Καθετί που υψώνει το άτομο πάνω απ' την αγέλη, καθετί που φοβίζει τον πλησίον, ονομάζεται από εδώ και πέρα κακό'' έγραψε ο Nietzsche πριν μία εκατονταετία και κάτι.

Οι άνθρωποι συχνά τρομάζουν με οτιδήποτε καινούριο, πρωτοποριακό, ό,τι ξεφεύγει απ' τα όρια της λογικής. Της δικής τους λογικής.

Γιατί δεν μπορούν να το ελέγξουν, να το βάλουν κι αυτό σε νόρμα, και οι σφυγμοί τους επιταχύνονται στη σκέψη ότι ίσως να τους ελέγξει αυτό.

Τους φαίνεται τόσο επικίνδυνο.
Ένστικτο επιβίωσης; Μαζικοποίηση;
Όπως θέλεις, ονόμασέ το.
Ούτως ή άλλως οι λέξεις δεν μετράνε,δεν αλλάζουν το νόημα...

Αυτό πάντα θα σε καταδιώκει, σε κάθε βήμα προς την ολοκλήρωση του παρεξηγημένου και δυσερμήνευτου ''εγώ''...

Στον απόηχο ενός απωθημένου

Σχετική εικόναΠερίεργο πράγμα ο χρόνος. Αξία σχετική και ποτέ δεν είχα ιδιαίτερα καλή σχέση μαζί της. Θα’θελα να τον παγώσω το χρόνο. Να τον εξαφανίσω, να μη μείνει ρολόι άσπαστο πάνω στον πλανήτη. Κάθε λεπτό, κάθε ανάσα που μετράει, έχει νόημα γιατί όταν περάσει θα έχει χαθεί για πάντα. Εσύ,τι λες;

Κι αν είχες τη δυνατότητα λόγια, πράξεις, ανθρώπους να τα γυρίσεις όλα πίσω και να τα διορθώσεις; Να πιάσεις από την αρχή το αόρατο νήμα της ζωής με τις καλύτερες δυνατές προσδοκίες; Αν… Αν είχες μόνο πέντε λεπτά ζωής; Εισπνοή. Πώς θα τα αξιοποιούσες; Εκπνοή. Χωρίς προλόγους. Χωρίς λόγια μεγάλα. Πέντε ακέραια, καθαρά λεπτά ζωής ζώσας.

Μη βιαστείς να απαντήσεις και κάνεις πάλι λάθος. Το μεγαλύτερο πρόβλημα των ανθρώπων σημερα, είναι η πίστη σε μια ζωή αιώνια. Αδειάζεις μέρες πιστεύοντας εγωιστικά πως είσαι ένας μικρός Θεός, πως η πίστωση χρόνου σου χαρίζεται απεριόριστα. Μα η ζωή δεν είναι δικαίωμα. Είναι δώρο μοναδικό και ανεκτίμητο. Κι εσύ,τι κάνεις με αυτό;

Το κλείνεις στη ντουλάπα μαζί με τα χειμωνιάτικα πείθοντας τον εαυτό σου πως θα το βγάλεις να δει λίγο τον ήλιο όταν το χρειαστείς ξανά; Κάπου εδώ και καθώς εσύ κάθεσαι αδιάφορα στον άδειο καναπέ σου παρατηρώντας τη ζωή να περνάει από απέναντι, θα σου προτείνω να μην περιμένεις γιατί δεύτερη δεν έχει. Φέρε μια τούμπα τα δεδομένα και σκέψου.

Πώς τόλμησες να στριμώξεις τέτοιο δώρο στη γωνία; Με ποιο δικαίωμα νομίζεις πως σου αξίζει μια αιωνιότητα αναβολής; Θα σου πω εγώ γιατί. Γιατί βολεύεσαι παρέα με κάτι ξέμπαρκα αισθήματα. Σχέσεις άμεσης κατανάλωσης όπου η έλξη θεωρείται έρωτας και η συμπάθεια αγάπη. Ερωτεύεσαι οθόνες και κόκκινες σημάνσεις την ώρα που γυρνάς σπίτι μόνος. Κάνεις όνειρα, αλλά όχι κοινά. Στο φανταστικό μέλλον του ενός, δε χωρά ο άλλος.

Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Κλείνει την πόρτα πίσω του και ο ήχος ακούγεται στα αυτιά σου αρμονικά γαλήνιος. λέπεις τον καπνό του τσιγάρου του να εξαφανίζεται και ανακουφίζεσαι. Είμαι κυνική; Μπορεί… Όμως πες μου, έτσι είναι οι σχέσεις; Άβολες αγκαλιές που λίγο σε αναζωογονούν και πολύ σε πνίγουν; Άνθρωποι που ζουν τα πάντα σε minimum διάσταση όπου το συναίσθημα είναι κομπάρσος; Λυπάμαι αλλά υπάρχει νομοτελειακή συνέπεια εδώ: Ό,τι δίνεις θα λάβεις.

Μήπως σιωπές; Από εκείνες που κάνουν κρότο; Βλέπω παντού σκέψεις που δεν άντεξαν να γίνουν λόγια. Τις βλέπω σε μισοτελειωμένες κούπες καφέ, σε άτσαλα σβησμένα τσιγάρα και σε ανθρώπους που δεν μιλάνε μα μέσα τους μουρμουράνε όσα δεν πρόλαβαν να πουν. Αφηρημένα πρόσωπα στο φανάρι που περιμένουν να τους κορνάρεις για να επιστρέψουν στην πραγματικότητα. Χείλη που αραδιάζουν όλα τα ασήμαντα μέχρι να δουν εκείνη τη φυσιογνωμία που μπροστά της σιωπούν. Πώς ξορκίζονται τώρα αυτές οι σιωπές;

Αυτά τα δολώματα ενδιαφέροντος που όμως δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πειραματική αδιαφορία; Και είναι αγένεια η αδιαφορία, να ξέρεις, και οι σιωπές κραυγές. Πώς θα γίνουν τώρα μηνύματα που αποκαλύπτουν όμορφες αλήθειες και αμήχανα χαμόγελα; Ασυνέχεια; Ασυνέπεια; Ανειλικρίνεια; Δεν ξέρω. Μα κάπου εδώ οι ισορροπίες χάνονται,τα τείχη υψώνονται και το χάσμα μεταξύ των δύο μεγαλώνει. Κλείνεται ο καθένας στο μικρόκοσμό του, βυθισμένοι σε άσκοπες σκέψεις, μισοτελειωμένες κουβέντες και λανθασμένα συμπεράσματα. Μίλα!

Μίλα γιατί θα έρθει η ώρα που όλα γύρω σου θα σε πνίγουν.Όλα τα αδιεκδίκητα θέλω σου θα έχουν μετονομαστεί σε απωθημένα. Και ξέρεις, είναι ύπουλα. Κρύβονται και ενώ νομίζεις ότι έχεις γλιτώσει, επιστρέφουν δριμύτερα. Πάντα επιστρέφουν. Το απωθημένο είναι η τύψη προς τον εαυτό μας.

Η φυσική ορμή που για κάποιο λόγο δειλιάσαμε και δεν ακολουθήσαμε. Έχει όμως φωνή επίμονη και τσιριχτή. Ένα μόνιμο παιχνίδι του μυαλού είναι, ιδανικά φτιαγμένο στα μέτρα σου για να συμπληρώνει τα κενά της ζωής που επιπόλαια διάλεξες. Μια ζωή όπου δεν αλληλεπιδράς, δε συμμετέχεις, δεν αξιώνεις, δε ρισκάρεις. Συγγνώμη αλλά αυτό θες; Μέσα στο λίγο σου να ζεις; Εγκλωβισμένος στο λαβύρινθο που μόνος έχτισες;

Ένας άνθρωπος αδικαιολόγητα επιφυλακτικός, χαμένος ανάμεσα σε δεύτερες σκέψεις, ενοχές, τύψεις και απωθημένα; Χαμένος στα «πρέπει» που επιβλήθηκαν στα «θέλω»,στα «όχι» που νίκησαν τα «ναι»; Για φαντάσου… Σκέψεις τολμηρές που ακολουθήθηκαν από άτολμες πράξεις. Αποφάσεις και σχέδια κλειδωμένα σε συρτάρια. Ανείπωτες εκμυστηρεύσεις καρδιάς που παίζονταν στο μυαλό σε επανάληψη. Νύχτες με αυπνία και γκρίζα πρωινά. Σιωπηρά κλάματα αντί για τρανταχτά γέλια. Μάτια φλύαρα και χείλη βουβά.

Δεν είναι άδικο; Δεν είναι άδικο να ζεις μια καθημερινότητα χλιαρή και ηττημένη ενώ θα μπορούσες να φτάσεις στο ζενίθ της συναισθηματικής σου νοημοσύνης,να παρατήσεις ο,τιδήποτε ημίμετρο που «σήμερα είναι και αύριο δεν είναι» και να δώσεις ειλικρινή υπόσχεση στον εαυτό σου ότι θα ακολουθήσεις εκείνο που κάνει την καρδιά σου να χτυπάει ένα τικ παραπάνω;

Οι υποσχέσεις για τον ουρανό με τ΄άστρα είναι φτωχές μπροστά στα θαύματα που μπορούμε να κάνουμε για να μεταμορφώσουμε την κάθε μερα μας. Να τη φωτίσουμε. Να χρωματίσουμε τα σκοτάδια. Να κάνουμε τη ρουτίνα γιορτή και τη συνήθεια έκπληξη. Να κάνουμε την ανατροπή και να ζήσουμε το παραμύθι. Όχι εκείνο το ροζ. Το άλλο, το μπορντό που έχει ένταση, άφημα και μια δυναμική ικανή να συνδέσει τέλεια το παζλ της ζωής.

Ίσως να ταυτιστείς με όλο αυτό ή να το θεωρήσεις άκρατο ρομαντισμό. Εγώ όμως έτσι το βλέπω. Για μένα η αγάπη είναι άχρονη και ελεύθερη, ενώ η δέσμευση επιλογή.

Η αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων ευσυνείδητων δεν κάνει ένα ή δύο αλλά άλματα μαθηματικής ομορφιάς όπου τα πάντα είναι πιθανά, όπου ξαφνικά το κρύο δεν τους ενοχλεί, ο καφές μυρίζει εντονότερα το πρωί ενώ αυτοί στριμώχνονται σε ένα μαξιλάρι κι ας μένουν όλα τα άλλα έπιπλα άδεια.

Αν δεν δένεσαι πολύ με τους ανθρώπους, δεν σου κοστίζει πολύ όταν τους χάνεις

Αυτό μας λέει πολλές φορές η λογική… Αυτό φωνάζει η λογική κάθε φορά που πληγωνόμαστε και το μετανιώνουμε που αφήσαμε τον εαυτό μας να δεθεί, να εκφράσει συναισθήματα, να εκθέσει κομμάτια του εαυτού του, να αφεθεί στις αισθήσεις…

Όταν όμως δεν δένεσαι με τους ανθρώπους, χάνεις την ευκαιρία να ζήσεις κάποια πιο έντονα κα ιδιαίτερα πράγματα μαζί τους. Υπάρχει μια απόσταση, που δεν μπορεί να καλυφθεί, που δεν σ’ αφήνει να γνωρίσεις τον άλλο πιο βαθιά, που δεν σ’ αφήνει να έρθεις πιο κοντά του…

Στη ζωή όμως συναντάς και ανθρώπους που βλέπεις ή στην αρχή δεν θέλεις να δεις ότι δεν είναι καθόλου πρόθυμοι να δεθούν μαζί σου… κι εσύ αρχίζεις κι επενδύεις συναισθηματικά σε μια σχέση, που από την άλλη μεριά υπάρχει απόσταση…

Και τότε καταλήγεις να μονολογείς: «Με σένα δεν ξέρω τι ισχύει. Ίσως δεν δένεσαι με ανθρώπους που πιστεύεις ότι δεν αξίζει. Ίσως δεν δένεσαι καθόλου με τους ανθρώπους γύρω σου. Ο καθένας επιλέγει τους ανθρώπους με τους οποίους θα δεθεί. Μήπως δεν θέλεις να δεθείς μαζί μου;».

Κι όταν ο άλλος σου λέει: «Κι εσένα, ποιος σου είπε να δεθείς μαζί μου; Δεν ήξερες ότι κάποια στιγμή οι συνθήκες θα αλλάξουν;»

Κι εκεί σκέφτεσαι ότι τα συναισθήματα υπάρχουν και εξελίσσονται χωρίς να τα καθορίζεις κάθε στιγμή με τη λογική. Εξάλλου, δεν μπορούμε να μιλάμε για συναισθήματα, αν κάνουμε σχέδια με βάση αυτό που μας λέει η λογική.

Και τότε τρως ένα ισχυρό χαστούκι κι ανακαλύπτεις ότι ήσουν σε μια σχέση, στην οποία επένδυες, έδινες, έκανες όνειρα, έτρεφες και φρόντιζες για να συνεχιστεί… ενώ ο άλλος ήταν απών. Αλλά εσύ δεν το έβλεπες, δεν ήθελες να το δεις, γιατί εκείνη τη στιγμή σου κάλυπτε κάποιες ανάγκες, ήταν ο άνθρωπος που πίστευες ότι είχες ανάγκη να υπάρχει με οποιονδήποτε τρόπο στη ζωή σου…

Βέβαια μερικές φορές, δενόμαστε με κάποιους ανθρώπους και μας γίνονται αναγκαίοι πριν ακόμη το καταλάβουμε. Αυτό δεν ξέρω αν είναι απλά συναισθηματικό δέσιμο ή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και έρωτας… γιατί όταν εμφανίζονται συναισθήματα έρωτα και πάθους τα πράγματα μπερδεύονται ακόμη περισσότερο…

Και τότε φτάνουμε να σκεφτόμαστε: «Εσύ έγινες ένα σημαντικό κομμάτι της καθημερινής μου ζωής, ήσουν ένα γλυκό διάλειμμα από την καθημερινότητά μου. Είχες ένα απίστευτο τρόπο να με κάνεις να ξεχνάω τα πάντα. Η κάθε στιγμή μαζί σου ήταν υπέροχη».

Όλα αυτά μπορεί να μην τα εκφράσουμε ποτέ στο άτομο που έχουμε απέναντί μας, γιατί δεν μας δόθηκε η ευκαιρία ή δεν μας έδωσε το δικαίωμα να το κάνουμε (η απόσταση που λέγαμε πιο πριν), αλλά εμείς το ξέρουμε και το έχουμε καταλάβει από την αρχή αυτής της σχέσης. Αντί όμως να απομακρυνθούμε από κάποιον που συναισθηματικά δεν ήταν διαθέσιμος, ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή θα ανοίξει συναισθηματικά και θα έρθει κοντά μας. Και μένουμε με την ελπίδα… και μια πληγή που για καιρό αιμορραγεί… κι εμείς μένουμε απλά με έναν πόνο που δεν λέει να φύγει…

Όποιος προοδεύει δεν ρίχνει ευθύνες σε κανέναν…

confucius1Όποιος προοδεύει δεν ρίχνει ευθύνες σε κανέναν, δεν επαινεί κανέναν, δεν επικρίνει κανέναν. Δεν λέει τίποτα ούτε για τη σπουδαιότητα του, ούτε για τις γνώσεις του.

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι υποκειμενικοί με τον εαυτό τους και αντικειμενικοί με τους άλλους — τρομακτικά αντικειμενικοί μερικές φορές. Ο σκοπός όμως είναι να είμαστε αντικειμενικοί με τον εαυτό μας και υποκειμενικοί με τους άλλους.

Λέει ο Κομφούκιος: «Ο ανώτερος άνθρωπος έχει απαιτήσεις από τον εαυτό του. Ο κατώτερος άνθρωπος έχει απαιτήσεις από τους άλλους».

Ο άνθρωπος είναι ένα κρεμμύδι που αποτελείται από εκατοντάδες φλοιούς

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο άνθρωπος είναι ένα κρεμμύδι που αποτελείται από εκατοντάδες φλοιούςΚαι ο δικός μας Λύκος της Στέπας πιστεύει πως κουβαλάει στο στήθος τον δύο ψυχές (του λύκου και του ανθρώπου) και θεωρεί ήδη πως το στήθος του είναι πολύ στενό. Το στήθος, το σώμα, είναι φυσικά ένα, αλλά οι ψυχές που κατοικούν μέσα δεν είναι δύο ή πέντε, αλλά αναρίθμητες- ο άνθρωπος είναι ένα κρεμμύδι, που αποτελείται από εκατοντάδες φλοιούς, είναι ένα υφαντό φτιαγμένο με πολλά νήματα. Αυτό το ήξεραν πολύ καλά οι αρχαίοι ασιάτες, και στη βουδιστική γιόγκα, λόγου χάρη, εφευρέθηκε μια τεχνική, που αποκαλύπτει την αυταπάτη της προσωπικότητας. Το παιχνίδι της ανθρωπότητας είναι χαρούμενο και πολυποίκιλο: η αυταπάτη, που για να την αποκαλύψουν οι Ινδοί πάσχισαν χιλιάδες χρόνια, είναι η ίδια αυταπάτη, που η Δύση κόπιασε άλλο τόσο για να τη διατηρήσει και να την δυναμώσει.

Αν λοιπόν εξετάσουμε από την άποψη αυτή το Λύκο της Στέπας, θα κατανοήσουμε ξεκάθαρα, γιατί τόσο πολύ υποφέρει κάτω από τη γελοία διπλή υπόστασή του. Πιστεύει, όπως ο Φάουστ, πως οι δύο ψυχές στο στήθος του είναι ήδη πολλές και θα ξεσκίσουν το στήθος του. Απεναντίας όμως είναι πολύ λίγες, και ο Χάρυ βιάζει φριχτά την δύστυχη ψυχή του, όταν προσπαθεί να καταλάβει το περιεχόμενό της μέσα από μια τόσο αφελή εικόνα. Ο Χάρυ, αν και είναι ένας πολύ καλλιεργημένος άνθρωπος, συμπεριφέρεται σαν αγριάνθρωπος που δεν μπορεί να μετρήσει πάνω από το δύο. Ένα κομμάτι από τον εαυτό του, το ονομάζει άνθρωπο, ένα άλλο λύκο, και νομίζει πως έτσι έχει φτάσει στο τέλος κι έχει εξαντλήσει το θέμα. Στον «άνθρωπο» συσσωρεύονται πνευματικά, εξιδανικευμένα ή πολιτιστικά στοιχεία που προϋπάρχουν μέσα του, και στον λύκο όλα τα άγρια και χαοτικά στοιχεία. Αλλά τα πράγματα στη ζωή δεν είναι τόσο απλά και χοντροειδή, όπως είναι στη σκέψη μας και στη φτωχή κι ανόητη γλώσσα μας, και ο Χάρυ πλανιέται διπλά, όταν χρησιμοποιεί αυτή την ψεύτικη μεθοδολογία του λύκου. Φοβάμαι πως ο Χάρυ, ολόκληρες περιοχές της ψυχής του, που δεν είναι καθόλου ανθρώπινες, τις θεωρεί ήδη σαν «άνθρωπο», και λογαριάζει κομμάτια της οντότητάς του σαν λύκο, ενώ αυτά δεν είναι καθόλου λύκος.

Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και ο Χάρυ πιστεύει πως ξέρει πολύ καλά τι είναι άνθρωπος, κι ωστόσο, καθόλου δεν το ξέρει, αν και συχνά το διαισθάνεται στα όνειρα και σε άλλες δύσκολα ελεγχόμενες συνειδησιακές καταστάσεις. Πόσο καλά θα ‘ταν, αν δεν ξεχνούσε αυτές τις διαισθήσεις, και μπορούσε να τις κάνει δικές του! Ο άνθρωπος δεν είναι μια σταθερή κι αναλλοίωτη μορφή (αυτό ήταν το αρχαίο ιδεώδες, παρ’ όλες τις αντίθετες διαισθήσεις των σοφών), είναι μάλλον ένα πείραμα και μια υπέρβαση, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η στενή και επικίνδυνη γέφυρα ανάμεσα στη φύση και το πνεύμα. Η βαθύτερη μοίρα του τον οδηγεί προς το πνεύμα, προς τον Θεό, η βαθύτερη λαχτάρα του τον πηγαίνει πίσω, προς τη φύση, προς τη μητέρα: ανάμεσα στις δυο δυνάμεις, ταλαντεύεται η αγχωμένη ζωή του. Αυτό, που συνήθως οι άνθρωποι καταλαβαίνουν με την έννοια «άνθρωπος», είναι πάντοτε μια ξεπερασμένη αστική συμβατικότητα. Η συμβατικότητα αυτή αρνείται και απαγορεύει ορισμένα ωμά ένστικτα, και απαιτεί από το άτομο να απαλλαγεί από τα κτηνώδη χαρακτηριστικά του, να αποκτήσει συνείδηση και ηθική και λίγο πνεύμα παραπάνω. Ο «άνθρωπος» αυτής της συμβατικότητας, όπως και κάθε αστικό ιδεώδες, είναι ένας συμβιβασμός, μια εκφοβιστική και κουτοπόνηρη προσπάθεια, να παρακάμψει τις απαιτήσεις, τόσο της κακής αρχέγονης μητέρας-φύσης, όσο και του ενοχλητικού πατέρα-πνεύματος, και να επιβιώσει χαλαρά ανάμεσά τους.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Ο Λύκος της Στέπας

Σύγκρουση και Επικοινωνία

Κάθε πρόβλημα, μικρό ή μεγάλο, μέσα σε μια οικογένεια, φαίνεται ότι ξεκινάει πάντοτε από μία κακή επικοινωνία", λέει η Emma Thompson. Και ο παγκοσμίου κύρους διαμεσολαβητής και συγγραφέας Kenneth Cloke, ρωτά: σε τι απόσταση μπορεί να βρίσκονται οι άνθρωποι σε μια σύγκρουση;

Τρεις οι πιθανές απαντήσεις.
Πρώτον, σε άπειρη απόσταση, διότι δεν μπορούν να επικοινωνήσουν καν. Δεύτερον, καθόλου μακριά, αλλά αντιθέτως να ταυτίζονται στο ίδιο ακριβώς σημείο, αφού δεν διαχωρίζει κανένας τον εαυτό του από τον άλλον, και αδυνατούν να αποστασιοποιηθούν από την σύγκρουσή τους. Και τρίτον, μόνο ένα βήμα μακριά. Εάν κάνουν μόνο ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, η σύγκρουση θα έχει επιλυθεί πλήρως.

Ιδίως σε μία σύγκρουση, η επικοινωνία και μόνο είναι εκείνη που μπορεί να φέρει την λύση. Όμως, ποιου είδους επικοινωνία αξίζει να καλλιεργούμε; Ένα από τα αξιώματα της επικοινωνίας, από τον P. Watzlawick, είναι το εξής: Δεν μπορείς να ΜΗΝ επικοινωνήσεις. Κάθε συμπεριφορά, η δραστηριότητα και η απραξία, τα λόγια και η σιωπή, έχουν όλα αξία μηνύματος: επηρεάζουν τους άλλους ανθρώπους - οι οποίοι επίσης δεν μπορούν να μην επικοινωνήσουν, επομένως ανταποκρίνονται σε αυτά ακριβώς τα μηνύματα που στέλνουμε.

Το να μην δίνω σημασία στον άλλον, δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτά που μόλις αναφέραμε.
Άρα, ας ξανασκεφτούμε τι πραγματικά συμβαίνει κάθε φορά που λέμε "εγώ δεν τον/την προκαλώ, δεν απαντάω σε όσα μου λέει"... Θα μπορούσαμε ίσως να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο που έχουμε για να μην βαθαίνουν οι διαφωνίες και οι συγκρούσεις μας, και να σκεφτούμε κάποιες εποικοδομητικές μεθόδους για την ουσιαστική επίλυσή τους.

Επίπεδα Επικοινωνίας - Καλή ακρόαση
Αλλά ας σκεφτούμε και παραπέρα… τι σημαίνει "ακρόαση"; Τι σημαίνει "αφουγκράζομαι"; Είναι μια παθητική διαδικασία, απλώς και μόνο επειδή δεν μπορώ να κλείσω τα αυτιά μου σε όσα λες; Πόσα επίπεδα επικοινωνίας υπάρχουν, και πόσα μηνύματα;

Η καλή ακρόαση είναι κάτι παραπάνω από απλώς να παραμένεις σιωπηλός ενώ το άλλο άτομο μιλάει. Αντίθετα, οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ως καλύτερους ακροατές αυτούς που περιοδικά θέτουν ερωτήσεις που προωθούν την ανακάλυψη και την επίγνωση. Οι ερωτήσεις αυτές ευγενικά αμφισβητούν παλιές παραδοχές, αλλά το κάνουν με έναν εποικοδομητικό τρόπο. Το να καθόμαστε σιωπηλοί και να γνέφουμε δεν δίνει επαρκή στοιχεία ότι πράγματι ακούμε, αλλά το να κάνουμε μια καλή ερώτηση υποδηλώνει στον ομιλητή ότι ως ακροατές όχι μόνο ακούμε τι έχει ειπωθεί, αλλά το έχουμε κατανοήσει και τόσο καλά, που θέλουμε επιπλέον πληροφορίες. Η καλή ακρόαση αξιολογήθηκε ως διμερής διάλογος μάλλον, παρά ως μια αλληλεπίδραση μονής κατεύθυνσης του ομιλητή προς τον ακροατή. Οι καλύτερες συζητήσεις είναι ενεργητικές.

Η καλή ακρόαση εμπεριέχει αλληλεπιδράσεις που χτίζουν την αυτοεκτίμηση του ατόμου. Οι καλοί ακροατές κάνουν την συζήτηση μια θετική εμπειρία για το άλλο μέρος, κάτι που δεν συμβαίνει όταν ο ακροατής είναι παθητικός (πολλώ δε μάλλον επικριτικός). Οι καλοί ακροατές κάνουν το άλλο άτομο να αισθάνεται ότι το υποστηρίζουν, και να αποκτά εμπιστοσύνη στο πρόσωπό τους. Η καλή ακρόαση χαρακτηρίζεται από την δημιουργία ασφαλούς περιβάλλοντος, εντός του οποίου όλα τα θέματα και οι διαφωνίες μπορούν να συζητηθούν ανοιχτά.

Η καλή ακρόαση χαρακτηρίστηκε ως συνεργατική συζήτηση. Σε αυτές τις αλληλεπιδράσεις, η ανατροφοδότηση έρρεε ομαλά και προς τις δύο κατευθύνσεις, χωρίς κάποιο από τα μέρη να γίνει αμυντικό απέναντι στα σχόλια του άλλου ατόμου. Αντίθετα, οι κακοί ακροατές εκλήφθησαν ως ανταγωνιστικοί – σαν να άκουγαν μόνο για να επισημάνουν λογικά σφάλματα ή σφάλματα αιτιολόγησης, και να χρησιμοποιούσαν την σιωπή μόνο σαν μια ευκαιρία να ετοιμάσουν την επόμενη απάντησή τους. Κάτι τέτοιο μπορεί να σας κάνει πολύ καλούς ρήτορες, αλλά δεν σας κάνει καλούς ακροατές. Οι καλοί ακροατές αμφισβητούν παραδοχές και εκφράζουν την διαφωνία τους, αλλά το πρόσωπο που ακούν αισθάνεται ότι προσπαθούν να βοηθήσουν, όχι ότι θέλουν να κερδίσουν σε μια λογομαχία.

Οι καλοί ακροατές τείνουν να δίνουν συμβουλές. Η καλή ακρόαση κατά κανόνα συμπεριλαμβάνει κάποια ανατροφοδότηση, με τρόπο που ο άλλος άνθρωπος να μπορεί να την αποδεχτεί, έτσι ώστε να ανοίξουν εναλλακτικά μονοπάτια σκέψης. Αυτό το συμπέρασμα μας προκάλεσε έκπληξη, δεδομένου ότι δεν είναι σπάνιο να ακούσει κανείς παράπονα ότι «ο τάδε δεν με άκουγε, ήθελε μόνο να λυθεί το θέμα». Ίσως αυτό που μας λέει η έρευνα είναι ότι το να δίνει κανείς συμβουλές δεν είναι από μόνο του πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι η επιδεξιότητα με την οποία γίνονται αυτές οι προτάσεις. Μια άλλη πιθανότητα είναι να είμαστε πιο ανοιχτοί να ακούσουμε συμβουλές από ανθρώπους που πιστεύουμε ήδη ότι είναι καλοί ακροατές (κάποιος που έχει παραμείνει σιωπηλός σε όλη τη συζήτηση και μετά σπεύδει να μας πει την πρότασή του, ίσως δεν μας φαίνεται τόσο αξιόπιστος, και απέναντι σε κάποιον που μας μιλά εριστικά ή επικριτικά και μετά προσπαθεί να δώσει συμβουλή, ίσως να μην αισθανθούμε εμπιστοσύνη).

Αντίθετα από όσα πολλοί από εμάς νομίζουμε, τα παραπάνω αποτελέσματα μας δείχνουν ότι ένας καλός ακροατής δεν είναι σαν ένα σφουγγάρι που «ρουφάει» ό,τι λέει το άλλο άτομο, αλλά μάλλον σαν ένα τραμπολίνο: κάποιος από τον οποίο πηγάζουν ιδέες, κάποιος που, αντί να απορροφά τις δικές μας απόψεις και ενέργεια, πολλαπλασιάζει, ενεργοποιεί και ξεκαθαρίζει τη σκέψη μας. Μας κάνει να νιώθουμε καλύτερα, όχι απλώς απορροφώντας παθητικά, αλλά με το να μας υποστηρίζει ενεργητικά. Αυτό μας κάνει να ανακτούμε ύψος και ενέργεια, μας δίνει δύναμη και επιτάχυνση, σαν να αναπηδάμε πάνω σε ένα τραμπολίνο.

Η επικοινωνία είναι η επαφή μας με τον έξω κόσμο. Είναι αυτή που διαπερνά τα όριά μας, τα όρια του εαυτού μας, και μας ενώνει με τους άλλους. Θα μπορούσε να παρομοιαστεί και με την αναπνοή - εισπνέω και φέρνω τον κόσμο μέσα μου, εκπνέω και εκφράζω στον κόσμο τον εαυτό μου. Όπως αναφέραμε και στην αρχή του άρθρου, χρειάζεται μόνο ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση - και η σύγκρουση θα επιλυθεί πλήρως

Μου αρέσει να γελάω!

Το γέλιο βελτιώνει τη σωματική, ψυχική και πνευματική μου ευεξία. Καλλιεργώ την αίσθηση του χιούμορ και ανακαλύπτω νέες ευκαιρίες για να γελάω πιο συχνά.

Το γέλιο με απελευθερώνει από τις αναστολές μου. Δεν παίρνω τον εαυτό μου τόσο σοβαρά. Επιτρέπω στον εαυτό μου να είναι ανάλαφρος, αστείος και να περνάει καλά. Νιώθω πιο ανοιχτός. Απελευθερώνω τη δημιουργικότητά μου.

Όταν γελάω έρχομαι πιο κοντά στους άλλους. Το να μοιράζομαι τη χαρά μου, δυναμώνει τις σχέσεις μου. Είμαι ευγνώμων στην οικογένεια και τους φίλους μου, όταν μου φτιάχνουν το κέφι. Προσπαθώ να μεταδώσω τα θετικά μου συναισθήματα στο περιβάλλον μου, μένοντας αισιόδοξος.

Το γέλιο με βοηθάει να μάθω. Όσα συμβαίνουν στη ζωή μπορούν να μεταμορφωθούν σε μία ενδιαφέρουσα ιστορία. Με χιούμορ διαχειρίζομαι τις αστοχίες μου χωρίς να γεννηθεί θυμός και οργή ή ενοχή, τις αναλύω με διαφορετικό τρόπο και προχωρώ στις αλλαγές που θέλω.

Γελώντας περιορίζω τον εκνευρισμό που γεννιέται από όσα μικρά πράγματα με ενοχλούν καθημερινά. Μια αστεία προσέγγιση της ζωής ή ένα αστείο video, με βοηθούν να ξεπερνώ τις πρόσκαιρες δυσκολίες.

Το γέλιο είναι θεραπευτικό. Εστιάζοντας στις αστείες πτυχές μιας κατάστασης, μπορώ να περάσω από τα δάκρυα στο χαμόγελο. Όταν χαλαρώνω, μπορώ να σκεφτώ ψύχραιμα και λογικά και να δω τα γεγονότα από διαφορετική οπτική γωνία. Αυτό μου επιτρέπει να εξελίσσομαι και να ωριμάζω.

Γελώντας ξεπερνώ τις προκλήσεις. Όταν έχω ένα πρόβλημα, το γέλιο με βοηθά να το διαχειριστώ σαν να είναι παιχνίδι. Όταν πρέπει να διαχειριστώ ένα δύσκολο έργο ή μια δουλειά που βαριέμαι να κάνω, βρίσκω ένα τρόπο να το διασκεδάζω.

Γελάω με τον εαυτό μου. Αναγνωρίζω τις δικές μου αστείες πλευρές.

Σήμερα, φέρνω περισσότερο γέλιο στη ζωή μου. Σήμερα, αναζητώ το χιούμορ σε κάθε γεγονός, σε κάθε εμπειρία, σε κάθε πρόκληση που μου προσφέρει η μέρα.

Βάζω το γέλιο στη ζωή μου ρωτώντας τον εαυτό μου…

1/ Πως μπορώ γελώντας να ξεπεράσω μία πρόκληση;
2/ Ποιο είναι το πιο αστείο που μου συνέβη αυτήν την εβδομάδα;
3/ Πως το γέλιο με βοηθά να ζήσω στο “εδώ και τώρα”;

Συγνώμη Εαυτέ Μου Που Σε Πόνεσα Τόσο

συγνώμη
Συγνώμη εαυτέ μου… Συγνώμη ψυχή μου που σε πόνεσα τόσο. Συγνώμη που σε άφησα μονάχη σου να περιπλανιέσαι σε δρόμους ξένους, τρομακτικούς, διαφορετικούς από εσένα. Συγνώμη που δεν είχα το θάρρος να σε ‘’αντικρίσω’’ και να παραδεχτώ τα λάθη μου. Δεν μπορούσα….Τώρα πια το παραδέχομαι. Έβλεπα και καταλάβαινα τις ανάγκες σου, τα παράπονά σου, τα προβλήματά σου κι όμως δεν ήθελα να τα ομολογήσω.

Σου τα έκρυβα, λες και ήσουν κάποια ξένη, κάποιο πλάσμα περίεργο και διαφορετικό από εμένα. Στην ουσία, όμως, ήμουν εγώ….εσύ εαυτέ μου. Δεν σου μιλούσα, έτρεχα μακριά και γρήγορα για να μην με προφτάσεις και μου ζητήσεις τα ρέστα. ‘’Έβαφα’’ το πρόσωπό μου με διάφορες αποχρώσεις χρωμάτων ώστε να μην καταλαβαίνεις τι μου συμβαίνει. Εσύ όμως, και με ένιωθες και με έβρισκες πάντα. Καθόσουν δίπλα μου, με μάτια βουρκωμένα, ζητώντας μου εξηγήσεις. Πολλές φορές, δεν μου μιλούσες, μόνο με άκουγες και με κοίταζες βαθιά στα μάτια..

Είμαι γεμάτη πληγές εαυτέ μου, που δεν μπορούν να κλείσουν. Μόνο όταν σε αποδεχτώ θα καταφέρω να τις επουλώσω. Μέχρι τότε όμως, θα περιπλανιέμαι συνεχώς σε ξένα μονοπάτια, σε άλλες αγκαλιές μέχρι να επιστρέψω στην δική σου. Και εσύ ακόμη θα με περιμένεις. Δεν θα φύγεις διότι με αγαπάς και με αποδέχεσαι έτσι όπως είμαι. Δεν ζητάς αλλαγή… μήτε ανταλλάγματα.

ΣΥΓΝΩΜΗ ΕΑΥΤΕ ΜΟΥ ΚΑΙ ΨΥΧΗ ΜΟΥ. Από δω και πέρα τα πάντα θα μοιράζομαι μαζί σας. Δεν αντέχω να κρύβομαι άλλο. Θέλω να βγάλω την μάσκα που καλύπτει το πρόσωπό μου και να με δω έτσι όπως πραγματικά είμαι και όχι όπως με θέλουν οι άλλοι. Το μόνο που σου ζητώ είναι χρόνο να προσαρμοστώ και να απαλλαγώ από το παρελθόν… να αφήσω πίσω μου ‘’καράβια’’ και ‘’τόπους’’ διαλυμένους που συνεχώς με πληγώνουν. Μην με αφήσεις… ΑΝΤΕΞΕ ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ… ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟΣ ΠΩΣ ΠΛΕΟΝ ΘΑ ΚΛΑΙΩ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΣΕΝΑ… ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΑΚΡΥ ΜΟΥ ΣΟΥ ΑΝΗΚΕΙ... ΣΕ ΑΓΑΠΩ ΕΑΥΤΕ ΜΟΥ!

Ινδία: Σουηδοί επιστήμονες ανακάλυψαν τα αρχαιότερα στη Γη απολιθώματα φυτικής μορφής από φύκια ηλικίας 1,6 δισ. ετών

8349788-16x9-largeΣτην κεντρική Ινδία Σουηδοί επιστήμονες ανακάλυψαν τα αρχαιότερα στη Γη απολιθώματα φυτικής μορφής, που προέρχονται από φύκια ηλικίας περίπου 1,6 δισεκατομμυρίων ετών.

Η εντυπωσιακή ανακάλυψη ενισχύει την πεποίθηση ότι η εξελιγμένη πολυκυτταρική ζωή αναπτύχθηκε στον πλανήτη μας πολύ νωρίτερα απ' ό,τι συνήθως πιστεύεται. Τομογραφία+ακτίνων-Χ+αρχαιότερου+φυτού+Πηγή+Stefan+Bengtson Οι ερευνητές του Σουηδικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας, με επικεφαλής τον ομότιμο καθηγητή παλαιοζωολογίας Στέφαν Μπένγκστον, οι οποίοι πραγματοποίησαν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό βιολογίας «PLoS Biology», βρήκαν δύο είδη καλοδιατηρημένων απολιθωμάτων σε ιζηματογενή πετρώματα στην περιοχή Τσιτρακούτ, τα οποία πιθανότατα προέρχονται από ερυθρά φύκη (red algae).

«Δεν μπορεί κανείς να είναι 100% σίγουρος με υλικό τόσο παλιό, καθώς δεν έχει διασωθεί DNA, αλλά η μορφολογία και η δομή δείχνουν ότι πρόκειται για ερυθρά φύκη», δήλωσε ο Στέφαν Μπένγκστον. Τα αρχαιότερα ίχνη ζωής στη Γη χρονολογούνται προ τουλάχιστον 3,5 δισεκατομμυρίων ετών και αφορούν απλούς μονοκύτταρους μικροοργανισμούς, χωρίς κυτταρικό πυρήνα. Οι μεγάλοι πολυκύτταροι ευκαρυωτικοί οργανισμοί (με πυρήνα) εμφανίσθηκαν σε μεγάλους αριθμούς πολύ αργότερα, πριν από περίπου 600 εκατ. χρόνια.

Ασαφής παραμένει η κατάσταση στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, όσον αφορά δηλαδή τους πρώιμους πολυκύτταρους ευκαρυωτικούς οργανισμούς, καθώς οι έως τώρα ανακαλύψεις απολιθωμάτων είναι σποραδικές και δύσκολο να ερμηνευθούν με βεβαιότητα. Μέχρι σήμερα, τα αρχαιότερα γνωστά απολιθώματα ερυθρών φυκών ήταν ηλικίας 1,2 δισεκατομμυρίων ετών.

journal.pbio.2000735.g005

Τα ινδικά απολιθώματα είναι συνεπώς 400 εκατ. χρόνια παλαιότερα και είναι σαφώς τα αρχαιότερα απολιθώματα φυτικής μορφής, που έχουν ποτέ βρεθεί. Η ανακάλυψη αναμένεται να οδηγήσει σε αλλαγές στα πρώτα «κλαδιά» του δέντρου της ζωής.

Τα απολιθωμένα ινδικά φύκη βρέθηκαν ενσωματωμένα σε απολιθώματα στρωματολίθων, ενός είδους κυανοβακτηρίων. Τα κυανοβακτήρια είναι απλούστεροι προκαρυωτικοί οργανισμοί, διαφορετικοί από τα φύκη.

Τα ευκαρυωτικά πολυκύτταρα φύκη (άλγες) είναι υδρόβιοι φωτοσυνθετικοί οργανισμοί που υπάρχουν τόσο σε γλυκά όσο και σε αλμυρά νερά και τα οποία διαφέρουν από τα φύκια (σπερματόφυτα) που εξελίχθηκαν αργότερα.

Λευκό νάνο αστέρι βρίσκεται σε σφικτή τροχιά γύρω από μια μαύρη τρύπα

NASA's Chandra Answers Black Hole Paradox
Ερευνητές έχουν βρει αποδείξεις για ένα λευκό νάνο αστέρι που είναι σε τροχιά γύρω από μία πιθανή μαύρη τρύπα και σε απόσταση μόλις 961.000 χιλιομέτρων – ή μόνο 2,5 φορές την απόσταση μεταξύ της Γης και της Σελήνης. Σε ένα πολύ σφιχτό τροχιακό χορό, που έχουν δει ποτέ οι αστρονόμοι, για μια μαύρη τρύπα και ένα άστρο, ο λευκός νάνος στρέφεται γύρω από τη μαύρη τρύπα με μία εκπληκτική ταχύτητα – περίπου δύο περιστροφές κάθε ώρα, αναφέρει η μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Monthly Notices της Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας.

Το δυαδικό σύστημα βρίσκεται εντός του Γαλαξία μας σε απόσταση 14.800 ετών φωτός και είναι γνωστό ως Χ9, ενώ βρίσκεται στο σφαιρωτό σμήνος 47 Tucanae, ένα πυκνό σμήνος άστρων στον Γαλαξία μας. Ο λευκός νάνος είναι ένα μικρό άστρο που έχει εξαντλήσει σχεδόν όλα τα πυρηνικά καύσιμά του.

Χρησιμοποιώντας το διαστημικό τηλεσκόπιο ακτίνων Χ Chandra της NASA, η ερευνητική ομάδα κατέγραψε μεταβολές της φωτεινότητα του συστήματος με περίοδο 28 λεπτών, κάτι που υποδεικνύει ότι ο λευκός νάνος χρειάζεται 28 λεπτά για να συμπληρώσει μια τροχιά. Παραμένει ωστόσο ασαφές πώς ένα άστρο κατέληξε τόσο επικίνδυνα κοντά σε μια μαύρη τρύπα. Μια πιθανότητα είναι ότι το άστρο ήταν αρχικά ένας πολύ μεγαλύτερος κόκκινος γίγαντας, ο οποίος είχε την ατυχία να πλησιάσει και έχασε μεγάλο μέρος του υλικού του.

Περισσότερες πληροφορίες θα μπορούσε να δώσει η ανίχνευση των βαρυτικών κυμάτων (ρυτιδώσεων στο χωροχρόνο που προβλέπει η Σχετικότητα του Αϊνστάιν) που εκπέμπουν τα δύο αντικείμενα καθώς στροβιλίζονται. Δυστυχώς, όμως, η συχνότητα αυτών των κυμάτων βρίσκεται πέρα από τις δυνατότητες των σημερινών ανιχνευτών, όπως οι ανιχνευτές LIGO που επιβεβαίωσαν την ύπαρξη των βαρυτικών κυμάτων το 2016.

«Αυτός ο λευκός νάνος είναι τόσο κοντά στη μαύρη τρύπα, που το υλικό του εκτοξεύεται προς τον δίσκο υλικού που είναι γύρω από τη μαύρη τρύπα προτού πέσει εκεί μέσα”. δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Arash Bahramian, από το Πανεπιστήμιο της Αλμπέρτα στον Καναδά.

«Ευτυχώς για αυτό το αστέρι, δεν νομίζω ότι θα ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι της λήθης, αλλά, αντίθετα, θα παραμείνει σε τροχιά”, δήλωσε ο Bahramian.

Παρά το γεγονός ότι ο λευκός νάνος δεν φαίνεται να κινδυνεύει ή να κατασπαράσσεται από τη μαύρη τρύπα, η μοίρα του είναι αβέβαιη.

«Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι αστρονόμοι πίστευαν ότι οι μαύρες τρύπες ήταν σπάνιες ή εντελώς απούσες στα σφαιρωτά σμήνη αστέρων”, δήλωσε ο Jay Strader από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Michigan.

«Αυτή η ανακάλυψη επιπλέον μας δείχνει ότι μπορούμε να ψάξουμε για μαύρες τρύπες στα σφαιρωτά σμήνη,» προσθέτει ο Strader.

Θεωρητικοί του Harvard πιστεύουν ότι μυστηριώδη γρήγορα ραδιοκύματα προέρχονται από εξωγήινους πολιτισμούς

imrsΤο 2007, ένας αστροφυσικός από το Πανεπιστήμιο της Δυτικής Βιρτζίνια, ο Duncan Lorimer, ανίχνευσε ένα σύντομο αλλά έντονο σήμα, ενώ έψαχνε μέσα στα αρχεία του τηλεσκόπιου Parkes στην Αυστραλία. Το σήμα ήταν γρήγορο. Η εκτόξευση της ραδιο-ακτινοβολίας, που προερχόταν από μια πηγή εκτός του Γαλαξία μας, διήρκεσε λιγότερο από 5 χιλιοστά του δευτερολέπτου. Και ήταν εκτός λογικής.. Για να δημιουργηθεί μια τέτοια έκλαμψη – έκρηξη θα απαιτούσε τουλάχιστον 500 εκατομμύρια φορές την ισχύ του ήλιου μας. Η άγνωστη πηγή του σήματος έγινε από τότε πηγή έντονων συζητήσεων.
 
Καλλιτεχνική εικόνα για ένα φωτό-ιστίο που τροφοδοτείται από μια ράδιο-ακτινοβολία (κόκκινο) που δημιουργείται στην επιφάνεια ενός εξωγήινου πλανήτη.
 
Για την πηγή των εκλάμψεων, έχουν προταθεί κατά καιρούς διάφορα σενάρια – όπως «αρχαίες» μαύρες τρύπες που εξατμίζονται, «νεογέννητοι» αστέρες νετρονίων με ισχυρά μαγνητικά πεδία, ή ακόμη και γαλαξιακή ύλη που καταλήγει με τεράστια ταχύτητα στο εσωτερικό μίας μαύρης τρύπας. Τώρα, όμως, ερευνητές του Harvard καταθέτουν μία ακόμη πιο «εξωτική» εξήγηση, υποστηρίζοντας πως ενδεχομένως πρόκειται για δέσμες ακτινοβολίας που χρησιμοποιεί κάποιος εξωγήινος πολιτισμός, για να διατηρήσει σε κίνηση διαστημόπλοια τα οποία βασίζονται στη «φωτονική προώθηση».
 
Ως μία νέα «εύλογη εκδοχή, που αξίζει να διερευνηθεί», χαρακτηρίζουν επιστήμονες του Harvard με επικεφαλής τον θεωρητικό Avi Loeb, την υπόθεση που διατυπώνουν σε άρθρο τους στο περιοδικό Astrophysical Journal Letters, σχετικά με την προέλευση των «ταχύτατων εκλάμψεων ραδιοκυμάτων» (Fast Radio Bursts-FRB), δηλαδή των μυστηριωδών σημάτων με διάρκεια μερικών χιλιοστών του δευτερολέπτου, που φθάνουν στη Γη από το διάστημα.
 
Φωτονική προώθηση
Οι πρώτες ταχείες εκλάμψεις ραδιοκυμάτων καταγράφηκαν το 2007, ενώ από τότε πολλές επιστημονικές ομάδες έχουν αποδυθεί στην προσπάθεια καταγραφής νέων σημάτων με ραδιοτηλεσκόπια, ώστε να μπορέσουν να διαλευκάνουν την πηγή προέλευσης, όπως και την αιτία εκπομπής τους. Αν και ακόμη δεν έχουν δοθεί απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, οι μεταγενέστερες παρατηρήσεις επιβεβαίωσαν πάντως ότι τα κύματα προέρχονται όντως από το διάστημα και δεν πρόκειται για επίγειες παρεμβολές, όπως επίσης και ότι μεταφέρουν τεράστια ποσά ενέργειας.
 
Σύμφωνα με την ομάδα από το Harvard, πίσω από τις εκλάμψεις είναι πιθανό να βρίσκεται κάποιος εξωγήινος πολιτισμός, αξιοποιώντας τις για «ταξίδια» διαστημοπλοίων με την τεχνολογία της «φωτονικής προώθησης». Με βάση αυτό το σενάριο, η πηγή τους είναι ένα τεχνητός σταθμός που εκπέμπει τα ισχυρά ραδιοκύματα ώστε, καθώς αυτά «βομβαρδίζουν» τα ιστία των διαστημοπλοίων, να επιταχύνουν τα σκάφη.
 
Διαστρικά – διαγαλαξιακά «ταξίδια»
Η ιδέα θυμίζει τα «ηλιακά ιστία» που έχει σχεδιάσει η NASA και άλλοι επιστήμονες, για την προώθηση σκαφών στο διάστημα με την πίεση που προκαλεί στα «πανιά» η ακτινοβολία του Ήλιου. Η μόνη διαφορά είναι πως, στο σενάριο του Harvard, ο εξωγήινος πολιτισμός δεν χρησιμοποιεί τη φυσική ακτινοβολία που εκπέμπει κάποιος αστέρας, αλλά τεχνητές δέσμες ραδιοκυμάτων από μία πηγή που έχει δημιουργήσει ο ίδιος γι’ αυτό τον λόγο.
 
Αναλύοντας τις μετρήσεις από τις καταγραφές εκλάμψεων που έχουν γίνει μέχρι σήμερα, η ομάδα του Harvard εκτιμά πως ένα τέτοιο υποθετικό εξωγήινο διαστημόπλοιο θα πρέπει να είναι τεράστιο και να μεταφέρει φορτίο αρκετών τόνων. Έτσι, με βάση αυτές τις προδιαγραφές, θα μπορούσε κάλλιστα να μεταφέρει ζωντανούς επιβάτες σε διαστρικά ή ακόμη και διαγαλαξιακά «ταξίδια».
 
Οι επιστήμονες πάντως παραδέχονται πως, αν και εύλογο, το σενάριο τους παραμένει προς το παρόν απλώς σενάριο. Έτσι, υποστηρίζουν πως τα παρατηρησιακά δεδομένα θα κρίνουν κατά πόσο είναι όντως και η πραγματική αιτία.

Το μαγνητικό πεδίο βοηθά την εκτόξευση αερίων από τις μαύρες τρύπες

Οι ισχυροί “άνεμοι” που δημιουργεί μια μαύρη τρύπα γύρω της, προέρχονται από την τεράστια ενέργεια που δημιουργεί το μαγνητικό πεδίο της, σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική έρευνα, με τη συμμετοχή του αστροφυσικού Δημοσθένη Καζάνα και Ιωάννη Κοντόπουλου, μέλη της Ακαδημίας Αθηνών. 

Μια μαύρη τρύπα κλέβει αέριο από ένα κανονικό αστέρι σε αυτή την καλλιτεχνική απεικόνιση του δυαδικού συστήματος αστέρων GRO J1655-40. Το περισσότερο από το αέριο τραβιέται προς ένα σπειροειδή δίσκο προς το εσωτερικό (κόκκινο) γύρω από τη μαύρη τρύπα, αλλά οι άνεμοι που οδηγούνται από μαγνητικά πεδία εκτοξεύουν κάποια ποσότητα αερίου μακριά.

Οι μαύρες τρύπες -εκτός από το να «καταπίνουν» άστρα και πλανήτες (ή και διαστημόπλοια στις ταινίες του Χόλιγουντ!)- εκπέμπουν τρομακτικές ακτινοβολίες και ανέμους, καθώς «φτύνουν» ένα μεγάλο μέρος από την ύλη που είχε την ατυχία να πέσει πάνω τους. Εκτιμάται ότι το 10% έως 50% της ιοντίζουσας ακτινοβολίας του σύμπαντος γεννιέται από την προσέλκυση αερίων μαζών γύρω από τις κολοσσιαίες μαύρες τρύπες στα κέντρα των γαλαξιών. Αυτή η ακτινοβολία γίνεται αντιληπτή από τα τηλεσκόπια στο φάσμα του υπεριώδους και των ακτίνων-Χ.

Όμως εκτός από την εκπεμπόμενη ακτινοβολία, ο λεγόμενος «δίσκος προσαύξησης» (accretion disk) γύρω από την μαύρη τρύπα, ο οποίος περιβάλλει τα σύνορά της (τον «ορίζοντα γεγονότων»), στέλνει στο διάστημα πανίσχυρους ανέμους αερίων και ύλης. Οι άνεμοι αυτοί μπορούν ακόμη και να σταματήσουν τη δημιουργία άστρων σε ένα γαλαξία.

Η μελέτη αυτών των ανέμων και του μηχανισμού της δημιουργίας τους στους δίσκους προσαύξησης των μελανών οπών αποτελεί ένα από τους κεντρικούς στόχους της σύγχρονης αστροφυσικής.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Keigo Fukumura του Πανεπιστημίου Τζέημς Μάντισον της Βιρτζίνια, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό αστρονομίας «Nature Astronomy«, έριξαν φως στη μαγνητική προέλευση αυτών των ανέμων. Η μελέτη δείχνει ότι η ίδια η δημιουργία του δίσκου προσαύξησης γύρω από μια μαύρη τρύπα είναι μια μαγνητική διαδικασία, η οποία στη συνέχεια γεννά τους ανέμους μέσα από διάφορες μαγνητο-υδροδυναμικές διαδικασίες.

Τα νέα στοιχεία από τις μελλοντικές παρατηρήσεις με τα διαστημικά τηλεσκόπια Chandra, XMM-Newton και NuSTAR αναμένεται να «τεστάρουν» κατά πόσο αυτές οι εκτιμήσεις των επιστημόνων είναι σωστές. Στο πιο μακρινό μέλλον, η αποστολή ATHENA του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA), που αναμένεται να εκτοξευθεί το 2028, θα φωτίσει πολύ περισσότερο τι συμβαίνει σε ένα δίσκο προσαύξησης γύρω από μια μαύρη τρύπα.

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (181-189)

[181] Ὑπὲρ ὧν ἄξιον ὀργίζεσθαι καὶ σκοπεῖν ὅπως τῶν τε γεγενημένων δίκην ληψόμεθα καὶ τὰ μέλλοντα διορθωσόμεθα. καὶ γὰρ αἰσχρὸν ἰδίᾳ μὲν τοῖς βαρβάροις οἰκέταις ἀξιοῦν χρῆσθαι, δημοσίᾳ δὲ τοσούτους τῶν συμμάχων περιορᾶν αὐτοῖς δουλεύοντας, καὶ τοὺς μὲν περὶ τὰ Τρωϊκὰ γενομένους μιᾶς γυναικὸς ἁρπασθείσης οὕτως ἅπαντας συνοργισθῆναι τοῖς ἀδικηθεῖσιν ὥστε μὴ πρότερον παύσασθαι πολεμοῦντας, πρὶν τὴν πόλιν ἀνάστατον ἐποίησαν τοῦ τολμήσαντος ἐξαμαρτεῖν,

[182] ἡμᾶς δ᾽ ὅλης τῆς Ἑλλάδος ὑβριζομένης μηδεμίαν ποιήσασθαι κοινὴν τιμωρίαν, ἐξὸν ἡμῖν εὐχῆς ἄξια διαπράξασθαι. μόνος γὰρ οὗτος ὁ πόλεμος εἰρήνης κρείττων ἐστίν, θεωρίᾳ μὲν μᾶλλον ἢ στρατείᾳ προσεοικώς, ἀμφοτέροις δὲ συμφέρων καὶ τοῖς ἡσυχίαν ἄγειν καὶ τοῖς πολεμεῖν ἐπιθυμοῦσιν. ἐξείη γὰρ ἂν τοῖς μὲν ἀδεῶς τὰ σφέτερ᾽ αὐτῶν καρποῦσθαι, τοῖς δ᾽ ἐκ τῶν ἀλλοτρίων μεγάλους πλούτους κατακτήσασθαι.

[183] Πολλαχῇ δ᾽ ἄν τις λογιζόμενος εὕροι ταύτας τὰς πράξεις μάλιστα λυσιτελούσας ἡμῖν. φέρε γάρ, πρὸς τίνας χρὴ πολεμεῖν τοὺς μηδεμιᾶς πλεονεξίας ἐπιθυμοῦντας, ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ δίκαιον σκοποῦντας; οὐ πρὸς τοὺς καὶ πρότερον κακῶς τὴν Ἑλλάδα ποιήσαντας καὶ νῦν ἐπιβουλεύοντας καὶ πάντα τὸν χρόνον οὕτω πρὸς ἡμᾶς διακειμένους;

[184] τίσιν δὲ φθονεῖν εἰκός ἐστιν τοὺς μὴ παντάπασιν ἀνάνδρως διακειμένους, ἀλλὰ μετρίως τούτῳ τῷ πράγματι χρωμένους; οὐ τοῖς μείζους μὲν τὰς δυναστείας ἢ κατ᾽ ἀνθρώπους περιβεβλημένοις, ἐλάττονος δ᾽ ἀξίοις τῶν παρ᾽ ἡμῖν δυστυχούντων; ἐπὶ τίνας δὲ στρατεύειν [μᾶλλον] προσήκει τοὺς ἅμα μὲν εὐσεβεῖν βουλομένους, ἅμα δὲ τοῦ συμφέροντος ἐνθυμουμένους; οὐκ ἐπὶ τοὺς καὶ φύσει πολεμίους καὶ πατρικοὺς ἐχθρούς, καὶ πλεῖστα μὲν ἀγαθὰ κεκτημένους, ἥκιστα δ᾽ ὑπὲρ αὐτῶν ἀμύνεσθαι δυναμένους; οὐκοῦν ἐκεῖνοι πᾶσι τούτοις ἔνοχοι τυγχάνουσιν ὄντες.

[185] καὶ μὴν οὐδὲ τὰς πόλεις λυπήσομεν στρατιώτας ἐξ αὐτῶν καταλέγοντες, ὃ νῦν ἐν τῷ πολέμῳ τῷ πρὸς ἀλλήλους ὀχληρότατόν ἐστιν αὐταῖς· πολὺ γὰρ οἶμαι σπανιωτέρους ἔσεσθαι τοὺς μένειν ἐθελήσοντας τῶν συνακολουθεῖν ἐπιθυμησόντων. τίς γὰρ οὕτως ἢ νέος ἢ παλαιὸς ῥᾴθυμός ἐστιν, ὅστις οὐ μετασχεῖν βουλήσεται ταύτης τῆς στρατιᾶς τῆς ὑπ᾽ Ἀθηναίων μὲν καὶ Λακεδαιμονίων στρατηγουμένης, ὑπὲρ δὲ τῆς τῶν συμμάχων ἐλευθερίας ἁθροιζομένης, ὑπὸ δὲ τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης ἐκπεμπομένης, ἐπὶ δὲ τὴν τῶν βαρβάρων τιμωρίαν πορευομένης;

[186] φήμην δὲ καὶ μνήμην καὶ δόξαν πόσην τινὰ χρὴ νομίζειν ἢ ζῶντας ἕξειν ἢ τελευτήσαντας καταλείψειν τοὺς ἐν τοῖς τοιούτοις ἔργοις ἀριστεύσαντας; ὅπου γὰρ οἱ πρὸς Ἀλέξανδρον πολεμήσαντες καὶ μίαν πόλιν ἑλόντες τοιούτων ἐπαίνων ἠξιώθησαν, ποίων τινῶν χρὴ προσδοκᾶν ἐγκωμίων τεύξεσθαι τοὺς ὅλης τῆς Ἀσίας κρατήσαντας; τίς γὰρ ἢ τῶν ποιεῖν δυναμένων ἢ τῶν λέγειν ἐπισταμένων οὐ πονήσει καὶ φιλοσοφήσει βουλόμενος ἅμα τῆς θ᾽ αὑτοῦ διανοίας καὶ τῆς ἐκείνων ἀρετῆς μνημεῖον εἰς ἅπαντα τὸν χρόνον καταλιπεῖν;

[187] Οὐ τὴν αὐτὴν δὲ τυγχάνω γνώμην ἔχων ἔν τε τῷ παρόντι καὶ περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ λόγου. τότε μὲν γὰρ ᾤμην ἀξίως δυνήσεσθαι τῶν πραγμάτων εἰπεῖν· νῦν δ᾽ οὐκ ἐφικνοῦμαι τοῦ μεγέθους αὐτῶν, ἀλλὰ πολλά με διαπέφευγεν ὧν διενοήθην. αὐτοὺς οὖν χρὴ συνδιορᾶν, ὅσης ἂν εὐδαιμονίας τύχοιμεν εἰ τὸν μὲν πόλεμον τὸν νῦν ὄντα περὶ ἡμᾶς πρὸς τοὺς ἠπειρώτας ποιησαίμεθα, τὴν δ᾽ εὐδαιμονίαν τὴν ἐκ τῆς Ἀσίας εἰς τὴν Εὐρώπην διακομίσαιμεν,

[188] καὶ μὴ μόνον ἀκροατὰς γενομένους ἀπελθεῖν, ἀλλὰ τοὺς μὲν πράττειν δυναμένους παρακαλοῦντας ἀλλήλους πειρᾶσθαι διαλλάττειν τήν τε πόλιν τὴν ἡμετέραν καὶ τὴν Λακεδαιμονίων, τοὺς δὲ τῶν λόγων ἀμφισβητοῦντας πρὸς μὲν τὴν παρακαταθήκην καὶ περὶ τῶν ἄλλων ὧν νῦν φλυαροῦσιν παύεσθαι γράφοντας, πρὸς δὲ τοῦτον τὸν λόγον ποιεῖσθαι τὴν ἅμιλλαν καὶ σκοπεῖν ὅπως ἄμεινον ἐμοῦ περὶ τῶν αὐτῶν πραγμάτων ἐροῦσιν,

[189] ἐνθυμουμένους ὅτι τοῖς μεγάλ᾽ ὑπισχνουμένοις οὐ πρέπει περὶ μικρὰ διατρίβειν, οὐδὲ τοιαῦτα λέγειν ἐξ ὧν ὁ βίος μηδὲν ἐπιδώσει τῶν πεισθέντων, ἀλλ᾽ ὧν ἐπιτελεσθέντων αὐτοί τ᾽ ἀπαλλαγήσονται τῆς παρούσης ἀπορίας καὶ τοῖς ἄλλοις μεγάλων ἀγαθῶν αἴτιοι δόξουσιν εἶναι.

***
ΕΠΙΛΟΓΟΣ.Υλικά και ηθικά οφέλη από την εκστρατεία.
[181] Για όλα αυτά θα πρέπει να μας πιάσει η αγανάκτηση και να κοιτάξουμε να βρούμε τρόπο να πάρουμε εκδίκηση για όσα πάθαμε στο παρελθόν και να ταχτοποιήσουμε τα πράγματα στο μέλλον. Στο κάτω κάτω είναι ντροπή σαν ιδιώτης ο καθένας να έχουμε στα σπίτια μας για δούλους τους βαρβάρους, και από την άλλη επίσημα σαν κράτος να αφήνουμε τόσους από τους συμμάχους μας να είναι δούλοι εκείνων· είναι ντροπή αυτοί που έζησαν στα χρόνια του Τρωικού πολέμου, για το χατίρι μιας γυναίκας που τους κλέψανε, να νιώσουν τόσο όλοι μαζί την προσβολή που έγινε, ώστε να μην σταματήσουν τον πόλεμο, παρά μονάχα αφού κατάστρεψαν απ᾽ τα θεμέλια την πόλη αυτού που τόλμησε να τους προσβάλει,

[182] και από το άλλο μέρος εμείς σήμερα, τη στιγμή που καταξευτελίζεται ολόκληρη η Ελλάδα, να μην τους επιβάλουμε όλοι μαζί μια τιμωρία — ενώ είναι στο χέρι μας να πραγματοποιήσουμε ακόμα και την τολμηρότερη ευχή μας. Εξάλλου μόνο ένας τέτοιος πόλεμος είναι από την ειρήνη προτιμότερος: Μοιάζει με πανηγυρική πομπή παρά με εκστρατεία και είναι ωφέλιμος και για όσους θέλουν την ησυχία τους και για κείνους που επιθυμούν τον πόλεμο. Εξασφαλίζει, βλέπετε, τη δυνατότητα στους πρώτους να απολαμβάνουν χωρίς φόβο τα αγαθά τους, στους άλλους πάλι να αποχτήσουν πλούτη πολλά από τις ξένες χώρες.

[183] Μα και από κάθε άποψη αν το συλλογιστεί κανείς στα σοβαρά, θα βρει πως τέτοιες πράξεις μας ωφελούν πάρα πολύ. Και πράγματι, με ποιούς πρέπει να πολεμούν οι άνθρωποι που δεν κατέχονται από καμιά διάθεση πλεονεξίας, αλλά κοιτούν μόνο το δίκαιο; Δεν πρέπει να τα βάζουν με αυτούς που και παλιότερα έβλαψαν την Ελλάδα και τώρα πάλι την έχουν στο μάτι και όλο τον καιρό τρέφουν εναντίον μας αισθήματα μονάχα μίσους;

[184] Ποιούς είναι φυσικό να φθονούν όσοι δεν έχουν χάσει ακόμα το φιλότιμό τους εντελώς, αλλά διατηρούν μια στάλα αξιοπρέπειας; Δεν πρέπει να μισούν εκείνους που έχουν φορτωθεί εξουσία μεγαλύτερη από όση γίνεται να σηκώσει η φύση η ανθρώπινη, μόλο που η αξία τους δε φτάνει ούτε τους πιο άθλιους δικούς μας; Και εναντίον τίνων έχουν χρέος να εκστρατεύουν αυτοί που θέλουν να δείχνουν ευσέβεια, μα δεν ξεχνούν ούτε στιγμή και το συμφέρον τους; Όχι εναντίον εκείνων που είναι φυσικοί και προαιώνιοι εχθροί, που έχουν αποχτήσει αμέτρητα αγαθά, μα δεν είναι σε θέση να τα υπερασπίσουν; Ε λοιπόν, όλους αυτούς τους όρους τους συγκεντρώνουν απάνω τους οι Πέρσες.

[185] Άλλωστε ούτε και τις πόλεις μας πρόκειται να λυπήσουμε στρατολογώντας στρατιώτες από αυτές, πράγμα που τώρα, στον πόλεμο που κάνουν μεταξύ τους, αναμφισβήτητα τους είναι οχληρότατο. Είμαι μάλιστα βέβαιος ότι πολύ λιγότεροι θα θέλουν να μείνουν από όσους θα έχουν τη λαχτάρα να πάρουν μέρος στην εκστρατεία αυτή. Ποιός τάχα νέος ή και ηλικιωμένος θα είναι τόσο αδιάφορος, ώστε να μη δεχτεί να πάρει μέρος σ᾽ αυτό το στράτευμα που θα το διευθύνουν μαζί Σπαρτιάτες και Αθηναίοι, που οργανώνεται για την ελευθερία των συμμάχων, που ξεκινάει με τις ευχές όλης ανεξαιρέτως της Ελλάδας, που έχει σκοπό να τιμωρήσει τους βαρβάρους;

[186] Αλλά και πόση φήμη, τί θύμηση θαυμάσια, πόση δόξα πρέπει να φανταστούμε ότι θα αποκτήσουν όσο θα είναι ζωντανοί, ή θα αφήσουν πίσω τους, αν θα πεθάνουν, όσοι θα ξεχωρίσουν σε έναν αγώνα τόσο ιερό; Και αφού εκείνοι που πολέμησαν μονάχα τον Αλέξανδρο και δεν κυρίευσαν παρά μια πόλη μόνο αξιώθηκαν τέτοιους λαμπρούς επαίνους, ποιά ανείπωτα εγκώμια πρέπει να περιμένουμε πως θα δεχτούν αυτοί που θα κυριαρχήσουν σε όλη την Ασία; Ποιός από τους ποιητές ή από τους ρήτορες δε θα μοχθήσει και δε θα εξαντλήσει όλες του τις δυνάμεις και τις γνώσεις του με τη φιλοδοξία να αφήσει αθάνατο μνημείο στους αιώνες τόσο για τη δικιά του ικανότητα, όσο και για την αρετή εκείνων;

Ανακεφαλαίωση. Πρόσκληση των ρητόρων για συνεργασία πάνω στο γνωστό θέμα της εκστρατείας.
[187] Τώρα πια, που βρίσκομαι στου λόγου μου το τέρμα, δεν έχω την ίδια γνώμη που είχα όταν τον άρχιζα. Τότε πίστευα πως θα μπορέσω να μιλήσω με τρόπο αντάξιο για ένα τέτοιο θέμα· τώρα όμως ξέρω καλά πως δεν τα έχω καταφέρει να φτάσω τη σπουδαιότητά του και πως πολλά που είχα στο νου μου να σας πω μου έχουν διαφύγει. Δεν απομένει παρά να προσπαθήσετε μόνοι σας να συλλάβετε την ευημερία που θα αποκτήσουμε, εάν θα στρέψουμε προς τους βαρβάρους της ηπείρου τον πόλεμο που τώρα κάνουμε μεταξύ μας, αν θα μεταφέρουμε τα πλούτη της Ασίας στο χώρο της Ευρώπης.

[188] Και να μη μείνουν αυτά που τώρα ακούσατε λόγια μονάχα άδεια, αλλά, όσοι μπορούν να τα μεταβάλουν σε πράξη θετική, να ξεσηκώσουν με ζήλο ο ένας τον άλλο και να προσπαθήσουν με κάθε μέσο να επιτύχουν τη συμφιλίωση της πόλης μας και των Σπαρτιατών· όσοι πάλι διεκδικούν μια θέση ξέχωρη στο χώρο των ρητόρων, να πάψουν πια να ασχολούνται με το λόγο μου για τη γνωστή Παρακαταθήκη και να αραδιάζουν και τις άλλες τους γνωστές μικρολογίες· είναι καιρός να βάλουν τα δυνατά τους να με ανταγωνιστούν σ᾽ αυτόν εδώ το λόγο και να σκεφτούν πώς θα μιλήσουν με τρόπο ικανότερο γι᾽ αυτό το ίδιο θέμα,

[189] έχοντας στο μυαλό τους ότι αυτοί που δίνουν μεγάλες υποσχέσεις δεν πρέπει να εξαντλούνται στα μικροζητήματα, δεν έχουν το δικαίωμα να εισηγούνται μέτρα που δε θα εξασφαλίσουν καμιά προκοπή σ᾽ αυτούς που θα πεισθούν, αλλά να δίνουν συμβουλές που, αν εισακουσθούν, και οι ίδιοι θα απαλλαγούν από τη δυσπραγία που έχουν, μα και στους άλλους θα φανούν πως πρόσφεραν λαμπρές υπηρεσίες.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ

Ο Πλούταρχος διηγείται μια ιστορία στην οποία γίνεται πολύ συχνά αναφορά. Κάποτε στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια μιας ψηφοφορίας για οστρακισμό ένας αγράμματος αγρότης πλησίασε έναν άνθρωπο και του ζήτησε να γράψει στο όστρακο που κρατούσε το όνομα Αριστείδης. Όταν ο άλλος τον ρώτησε τι κακό του είχε κάνει ο Αριστείδης, ο αγρότης απάντησε: «Κανένα απολύτως. Δεν τον γνωρίζω καν, αλλά βαρέθηκα πια να ακούω να τον αποκαλούν παντού ο Δίκαιος». Οπότε ο Αριστείδης, γιατί αυτός ήταν φυσικά ο άλλος άνθρωπος, έγραψε χωρίς καμιά διαμαρτυρία το όνομά του στο όστρακο, όπως του είχε ζητήσει ο αγρότης (Αριστείδης 7.6.). Όντως διδακτική η ιστορία, αλλά εκείνο που μου κινεί πιο πολύ το ενδιαφέρον είναι η προθυμία των ιστορικών να την πιστέψουν και να βγάλουν απ' αυτή γενικά συμπεράσματα για τον Αριστείδη, τον οστρακισμό και την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Μερικοί είχαν κάποιες αμφιβολίες για την εικόνα αυτή των Αθηναίων πολιτικών ως καθώς πρέπει κυρίων που δεν θα δέχονταν ποτέ να κηλιδώσουν το όνομά τους με ποταπές ενέργειες, όπως η εξαγορά των ψήφων αγροτών και εμπόρων (είναι περιττό να προσθέσω ότι εδώ πρόκειται για τους καλούς πολιτικούς ηγέτες, και όχι τους δημαγωγούς σαν τον Κλέωνα). Τώρα όμως οι σκεπτικιστές μπορούν να απολαύσουν έναν απροσδόκητο θρίαμβο. Σε ανασκαφές που έγιναν μεταπολεμικά αποκαλύφτηκαν, κυρίως στον Κεραμεικό, περισσότερα από έντεκα χιλιάδες όστρακα χαραγμένα με ονόματα.[1] Τα περισσότερα είχαν πεταχτεί σε μεγάλες ποσότητες μετά από κάποιο οστρακισμό. Όμως 190 όστρακα που βρέθηκαν στη δυτική πλαγιά της Ακρόπολης, είχαν όλα το όνομα του Θεμιστοκλή, χαραγμένο από λίγα μόνο χέρια. Άρα τα όστρακα αυτά είχαν γραφτεί από πριν για να διανεμηθούν σε πιθανούς ψηφοφόρους, αλλά τελικά δεν χρησιμοποιήθηκαν. Δεν μπορούμε κατά κανένα τρόπο να υπολογίσουμε πόσα από τα έντεκα χιλιάδες όστρακα είχαν γραφτεί από πριν για τον ίδιο λόγο. Ούτε μπορούμε να αποδείξουμε εάν η ιστορία του Πλούταρχου για τον Αριστείδη ήταν αληθινή. Βέβαια, πολλές από τις ιστορίες του είναι ηθοπλαστικές φανταστικές διηγήσεις, και δεν είναι δυνατό να δεχτούμε ότι η ομάδα των οστράκων με το όνομα του Θεμιστοκλή, που τελικά δεν χρησιμοποιήθηκαν, αποτελεί μοναδική περίπτωση στην ιστορία του οστρακισμού. Η τελική μας απόφαση θα στηρίζεται σε πιθανότητες, και ο Πλούταρχος δεν με πείθει ότι οι Αθηναίοι πολιτικοί διέθεταν άμεμπτο ήθος, πράγμα που θα αποτελούσε μοναδική εξαίρεση στα χρονικά των πολιτικών κοινωνιών.[2]
 
Τα πράγματα είναι πιο δύσκολα για τους μελετητές της αρχαίας Ρώμης, επειδή έχουν στη διάθεσή τους μία συλλογή κειμένων μοναδική για την αρχαιότητα, τις επιστολές του Κικέρωνα. Εκεί μπορεί να διαβάσει κανείς αποσπάσματα σαν αυτό που ακολουθεί (1.2.1) από μία επιστολή που έστειλε στον έμπιστο φίλο του τον Αττικό τον Ιούλιο του 65 π.Χ.: «Αυτή τη στιγμή έχω υποβάλει πρόταση να υπερασπιστώ τον συνυποψήφιο μου Κατιλίνα [για το αξίωμα του υπάτου]. Έχουμε τους δικαστές που θέλουμε, και πολύ καλή συνεργασία με τον κατήγορο. Εάν αθωωθεί, ελπίζω ότι θα έχει πιο πολλή διάθεση να συνεργαστεί στην εκλογική εκστρατεία».[3] Ο Κατιλίνας δικαζόταν για εκβιασμούς που είχε κάνει όταν ήταν έπαρχος στην Αφρική. Εν τέλει αθωώθηκε χωρίς τη βοήθεια του Κικέρωνα, που τελικά δεν ανέλαβε την υπόθεση για λόγους που μας διαφεύγουν. Δύο χρόνια αργότερα ο Κικέρωνας ήταν ο πρωτεργάτης κατά της συνωμοσίας του Κατιλίνα. Κι αυτό επίσης είναι ενδιαφέρον. Όμως τέτοια κείμενα και τέτοιες καταστάσεις δεν δικαιολογούν όσους βιαστικά χρησιμοποιών ως καταφύγιο την επικεφαλίδα “διαφθορά”. Η ψηφοθηρία, η πειθώ, η ανταλλαγή υπηρεσιών, οι αποζημιώσεις και τα κέρδη, οι συμμαχίες και οι συμφωνίες αποτελούν τις βασικές τεχνικές της καθημερινής πολιτικής σε κάθε γνωστό πολιτικό σύστημα. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ διαφθοράς και ηθικής όχι μόνο είναι ιδιαίτερα δυσδιάκριτη, αλλά και μετατοπίζεται ανάλογα με το σύστημα αξιών του παρατηρητή. Δεν είναι όλοι σύμφωνοι με τις ιδέες του Πλάτωνα.
 
Με τη λέξη “πολιτική” εννοώ κάτι συγκεκριμένο και πολύ πιο περιορισμένο απ’ ό,τι, λόγου χάριν, ο Michael Oakeshott που λέει ότι πολιτική είναι «η δραστηριότητα συμμετοχής στις γενικές διοργανώσεις μίας ομάδας ανθρώπων που τους συνένωσε η τύχη ή η επιλογή».[4] Ο ορισμός αυτός, που είναι γενικά αποδεκτός, περιλαμβάνει οποιαδήποτε ομάδα μπορεί να σκεφτεί κανείς, από την οικογένεια ή λέσχη ή χαλαρή φυλετική ομάδα μέχρι την πλέον ισχυρή και αυταρχική μοναρχία ή τυραννίδα, και τον βρίσκω εντελώς ακατάλληλο για αναλυτική ή οποιαδήποτε άλλη χρήση. Κατά τη γνώμη μου είναι αναγκαίες τρεις διακρίσεις. Η πρώτη είναι μεταξύ των κρατών και των πολύμορφων ομάδων -κοινωνικών, οικονομικών, εκπαιδευτικών, κλπ.~ που περιέχονται σε ένα κράτος. Δεν με ενδιαφέρουν εδώ μεταφορικές χρήσεις του τύπου “ενδοπανεπιστημιακή πολιτική". Μία δεύτερη διάκριση πρέπει να γίνει μεταξύ των κρατών στα οποία οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές και επιβλητές και των προκρατικών δομών όπου κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Η τρίτη διάκριση είναι μεταξύ κρατών όπου ένας άνθρωπος ή μία δικτατορία ελέγχει απόλυτα τη λήψη αποφάσεων, ανεξάρτητα αν έχει προηγηθεί κάποια διαβουλευτική διαδικασία, και κρατών στα οποία δεσμευτικές αποφάσεις λαμβάνονται τελικά με ψηφοφορία μετά από σχετική επιχειρηματολογία και συζήτηση. Η ανταλλαγή απόψεων πιθανόν περιορίζεται σε ένα μόνο τμήμα της κοινότητας, όπως συμβαίνει π.χ. στα ολιγαρχικά συστήματα -ο ορισμός μου δεν περιλαμβάνει μόνο τις δημοκρατικές πόλεις- ή τις πιο πολλές φορές σε εκλεγμένους αντιπροσώπους, ενώ άλλοτε οι συζητήσεις καλύπτουν ορισμένα μόνο θέματα· πάντως, αυτό που έχει θεμελιακή σημασία είναι οι αποφάσεις να μην έχουν μόνο συμβουλευτικό χαρακτήρα. Με αυτούς τους όρους θέτω και τα χρονολογικά όρια της ανάλυσης και κατ’ ακολουθίαν αποκλείω τη Ρώμη της αυτοκρατορικής εποχής. Όπου ισχύει η αρχή «Quod principi placuit legis habet vigorem» (Ό, τι αποφασίζει ο ηγεμών έχει ισχύν νόμου), έστω και μόνο θεωρητικά, η διακυβέρνηση γίνεται παρασκηνιακά και όχι με διαβουλευτικές διαδικασίες, άρα απομακρυνόμαστε από τον δικό μου ορισμό της πολιτικής. Διότι, αν και κατά την εποχή της Ηγεμονίας γινόταν συζήτηση πριν από κάθε απόφαση, η τελική και ήταν στα χέρια ενός, και όχι ατούς ψηφοφόρους (ούτε καν στους εκατοντάδες συγκλητικούς).
 
Υπήρχαν βέβαια πολλές αβέβαιες περιπτώσεις που δύσκολα κατατάσσονται, όπως, λ.χ., τα κράτη των Σελευκιδών ή οι πόλεις στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία που διέθεταν προνόμια αυτοδιοίκησης σε στενά καθορισμένα τοπικά όρια. Αποκλείω και αυτές τις περιπτώσεις από τη συζήτηση εδώ, επειδή η πολιτική τους παρουσιάζει ενδιαφέρον για όσους ασχολούνται με την κοινωνική ψυχολογία μίας επίλεκτης τάξης (ελίτ) υπό τον έλεγχο μίας ευρύτερης συγκεντρωτικής εξουσίας, όχι όμως όσους ασχολούνται με τη μελέτη της πολιτικής συμπεριφοράς. Μπορούμε να συγκρίνουμε δύο κείμενα - δεν μας ενδιαφέρει εάν πρόκειται για καθαρά λογοτεχνικές δημιουργίες ή όχι: τον σύντομο διάλογο ανάμεσα στον Σωκράτη και τον νεαρό Γλαύκωνα στα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα (3.6) και ένα μεγάλο δοκίμιο με τίτλο Πολιτικά Παραγγέλματα που έγραψε ο Πλούταρχος πιθανόν γύρω στο 100 μ.Χ. Η εμφανής πρόθεση και των δύο είναι να παρέχουν συμβουλές σε γόνους της ανώτερης τάξης που έτρεφαν πολιτικές φιλοδοξίες. Ενώ ο Σωκράτης τονίζει κυρίως τη σημασία των λεπτομερειακών γνώσεων -για τα δημόσια οικονομικά, τις στρατιωτικές δυνάμεις, την άμυνα, το ορυχεία αργύρου, την προμήθεια τροφίμων[5] -, ο Πλούταρχος γράφει σελίδες επί σελίδων με ηθικές παραινέσεις, αποσπάσματα από Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς και πολλές ιστορίες, όλες με θέμα την κόσμια συμπεριφορά, την τιμιότητα, τον απλό τρόπο ζωής, την επιλογή των κατάλληλων φίλων και πατρώνων, και κυρίως τη σημασία της ρητορικής. Το δοκίμιο του Πλούταρχου περιέχει ελάχιστες πληροφορίες για ουσιώδη ζητήματα του παρελθόντος και ούτε ένα στοιχείο που να ρίχνει κάποιο φως στα θέματα της πολιτικής, είτε του παρόντος είτε του παρελθόντος. Όti η διαφορά μεταξύ των δύο κειμένων δεν αντανακλά απλώς τη διαφορά μεταξύ δύο διαφορετικοί προσωπικοτήτων ή χαρακτήρων, αλλά και δύο εντελώς διαφορετικές καταστάσεις επισημαίνεται από τον ίδιο τον Πλούταρχο κάπου στη μέση του κειμένου του, όταν γράφει (Ηθικά 813D-E): «Όταν αναλαμβάνεις οποιοδήποτε αξίωμα δεν πρέπει μόνο να λαμβάνεις υπόψη σου την υπόμνηση του Περικλή: “Πρόσεχε. Περικλή, κυβερνάς ελεύθερους ανθρώπους, κυβερνάς Έλληνες, Αθηναίους πολίτες”' πρέπει επίσης να λες στον εαυτό σου: “Εσύ που κατέχεις ένα αξίωμα είσαι υπήκοος μίας πόλης που ελέγχεται από τους ανθύπατους, τους επίτροπους του Καίσαρα”».
 
Η πολιτική με την έννοια που της δίνουμε εδώ συγκαταλέγεται στις πιο σπάνιες ανθρώπινες δραστηριότητες στον πριν από τον σύγχρονο κόσμο. Αποτελεί όντως εφεύρεση των Ελλήνων, ή μάλλον πιο σωστά, ανεξάρτητη και παράλληλη επινόηση των Ελλήνων και των Ετρού- σκων ή/και των Ρωμαίων. Πιθανόν υπήρχαν κι άλλες πρώιμες πολιτικές κοινότητες στην Εγγύς Ανατολή, τουλάχιστον στους Φοίνικες, που αργότερα μετέφεραν τους θεσμούς τους στην Καρχηδόνα στη Δύση. Η μόνη μη ελληνική πόλη-κράτος που περιλαμβάνει ο Αριστοτέλης στις 158 μονογραφίες του για μεμονωμένες “πολιτείες” είναι η Καρχηδόνα. Το έργο αυτό έχει χαθεί, αν και κάποιες πληροφορίες διασώζονται στα Πολίτικά (κυρίως 1272b24-73b26). Δεν βρίσκω γιατί θα πρέπει να υποθέσουμε ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο η επιρροή των Φοινίκων στους Έλληνες και τους Ετρούσκους (οι οποίοι, πιστεύω, έθεσαν τα θεμέλια όπου στηρίχτηκαν και αναπτύχτηκαν oι ρωμαϊκοί πολιτικοί θεσμοί). Ποια ήταν η επίδραση των πρώτων ελληνικών κοινοτήτων της Σικελίας και Ιταλίας στους Ετρούσκους και τους Ρωμαίους, όταν διένυαν τα πρώτα στάδια της εξέλιξής τους, είναι ένα ερώτημα που έχει συζητηθεί κατά κόρον, δεν πρόκειται να διαλευκανθεί ποτέ, και τελικά είναι άνευ ουσίας - καμία απάντηση δεν θα εξηγήσει τις διαφορετικές κατευθύνσεις προς τις οποίες αναπτύχτηκαν η πολιτική και οι πολιτικοί θεσμοί στον ελληνικό και τον ρωμαϊκό χώρο.
 
Τονίζω τον πρωτότυπο χαρακτήρα της επινόησης αυτής κυρίως λό­γω των συνεπειών της: και οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι ήταν υποχρεωμένοι να εφευρίσκουν συνεχώς νέες λύσεις για νέα και απροσδόκητα προβλήματα και δυσκολίες που έπρεπε να επιλυθούν χωρίς τη βοήθεια προηγούμενων προτύπων. Εδώ οφείλεται και η γνωστή πληθώρα “περίεργων” μεθόδων και θεσμών -π.χ. οι φυλές του Κλεισθένη, ο οστρακισμός και η γραφή παρανόμων (στην τελευταία θα επανέλθουμε) στην Αθήνα, το δικαίωμα αρνησικυρίας (veto) των δημάρχων και κυρίως η ιδιότυπη διαδικασία της ψηφοφορίας στη ρωμαϊκή λοχίτιδα εκκλησία, για την οποία ο Badian έχει πει πολύ σωστά ότι «όποιος έχει μελετήσει την αναθεωρημένη λοχίτιδα εκκλησία δεν θα θεωρήσει τίποτα πλέον αδύνατο».[6] Ο David Hume ένιωσε αμηχανία για τη «μοναδική στην ιστορία και φαινομενικά παράλογη» γραφή παρανόμων, ένα θεσμό που εισήχθηκε στην Αθήνα στη διάρκεια του πέμπτου αιώνα και επέτρεπε σε οποιονδήποτε πολίτη να ασκήσει δίωξη εναντίον κάποιου άλλου που είχε κάνει μία «παράνομη πρόταση» στην Εκκλησία, ακόμη και όταν η κυρίαρχη Εκκλησία την είχε εγκρίνει.[7] Τέτοια μέτρα έχουν ενδιαφέρον όχι μόνο ως μέτρα, ως παραδείγματα της ανεξάντλητης ανθρώπινης ευρηματικότητας στο πολιτικό πεδίο, αλλά επίσης (ή κυρίως) για την εξέλιξη και πορεία τους, ως δείγματα των τρόπων με τους οποίους οι θεσμοί είναι δυνατό, από τη στιγμή που θα έχουν αποτελέσει τμήμα του πολιτικού εξοπλισμού, να αποκλίνουν και να παραμορφωθούν, κάποτε σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην αναγνωρίζονται. Ας μην τα προσεγγίζουμε όλα αυτά μόνο ως επεισόδια δημαγωγίας και λαϊκής διαφθοράς ή ως ιστορίες παρακμής και διάλυσης, αυτό το τονίζω για άλλη μια φορά, κι αυτό γιατί είναι το λάθος που βρίσκουμε ως κεντρικό νήμα στην ιστορία της αρχαίας πολιτικής, ενώ σαφή, αλλά σπανιότερα τόσο γραφικά, παράλληλα βρίσκουμε και στην ιστορία της σύγχρονής μας πολιτικής.
 
Οι πηγές δεν μας βοηθούν και πολύ. Oι Έλληνες και οι Ρωμαίοι επινόησαν την πολιτική και, όπως γνωρίζουμε όλοι, επινόησαν και την πολιτική ιστορία, ή μάλλον την ιστορία ως περιγραφή των πολέμων και της πολιτικής. Όμως αυτό που όλοι γνωρίζουμε δεν είναι πολύ σαφές: οι ιστορικοί της αρχαιότητας έγραψαν την ιστορία πολιτικών προγραμμάτων, που δεν είναι όμως το ίδιο πράγμα με την πολιτική. Έγραψαν κυρίως για την εξωτερική πολιτική, χωρίς να ενδιαφέρονται για τη διαδικασία λήψης αποφάσεων (με εξαίρεση τις αγορεύσεις στη Σύγκλητο ή στην Εκκλησία) παρά μόνο σε στιγμές οξύτατων ανταγωνισμών που εξελίσσονταν σε εμφύλιο πόλεμο. Παράδειγμα, ο Θουκυδίδης. Εάν αφαιρέσουμε το κλασικό κομμάτι για τον εμφύλιο πόλεμο στην Κέρκυρα και άλλες σύντομες περιγραφές εμφύλιων συγκρούσεων, τις αγορεύσεις ιδεατού τύπου και την περιγραφή στο τελευταίο του, ατελές, βιβλίο για το ολιγαρχικό κίνημα του 411 π.Χ., μας μένουν μόνον περιστασιακές παρατηρήσεις για την πολιτική, που ο ιστορικός κάνει κυρίως όταν θέλει να διατυπώσει μία ηθική κρίση (και με το κατάλληλο λεξιλόγιο): λόγου χάριν, μία τυχαία παρατήρηση (8.73.3) ότι κάποιος Υπέρβολος «είχε οστρακιστεί όχι επειδή η δύναμή του και το γόητρό του προκαλούσαν φόβο, αλλά γιατί ήταν απατεώνας και προκαλούσε όνειδος στην πόλη». Η ερμηνεία του είναι παράλογη· δεν λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο οι πολιτικοί θεσμοί. Ο Πλούταρχος - μάλιστα, ο Πλούταρχος - μας δίνει την ορθή εξήγηση: στη διήγησή του (Νικίας 11) μας πληροφορεί ότι πιθανόν το 416 π.Χ., όταν η σύγκρουση μεταξύ Νικία και Αλκιβιάδη είχε φτάσει πια σε τέτοια ένταση ώστε ήταν πλέον πολύ πιθανό ο ένας από τους δύο να οστρακιστεί, οι δυο τους συνένωσαν τις δυνάμεις τους και έπεισαν τους οπαδούς τους να ψηφίσουν να οστρακιστεί ο Υπέρβολος. Η ιστορία αυτή είναι αληθοφανής, σε αντίθεση με τη διήγηση για τον Αριστείδη τον Δίκαιο. Εάν οι ιστορικοί την είχαν πάρει πιο σοβαρά και δεν την είχαν επανειλημμένα απορρίψει ως ένα ακόμα δείγμα της διαφθοράς του πλήθους, μία «άθλια πλεκτάνη»,[8] τα προκατασκευασμένα όστρακα με το όνομα του Θεμιστοκλή δεν θα είχαν πέσει σαν κεραυνός εν αιθρία.
 
Δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα μυστηριώδες ή πολύπλοκο στην ιστορία του οστρακισμού, εκτός από τα προβλήματα της χρονολόγησής του, που απασχολούν το μεγαλύτερο τμήμα της ογκώδους σύγχρονης βιβλιογραφίας για το θέμα. Εισήχθηκε όταν οι Αθηναίοι εγκαθίδρυσαν το δημοκρατικό σύστημα, μετά τις δεκαετίες της τυραννίδας των Πεισιστρατιδών. Με χαρακτηριστική και αναπόφευκτη ευρηματικότητα, αποφασίστηκε ότι ο κίνδυνος άλλης τυραννίδας μπορούσε να αποφευχθεί εξορίζοντας έναν υπερβολικά επιτυχημένο και δημοφιλή ηγέτη για δέκα χρόνια, εάν η πρόταση συγκέντρωνε σε μία επίσημη διαδικασία τουλάχιστον 6.000 ψήφους. Πολύ σύντομα οι πολιτικοί ανακάλυψαν ότι ο οστρακισμός μπορούσε να γίνει χρήσιμο όπλο για να αποκεφαλιστεί η αντίπαλη παράταξη -και αυτό αποτελεί ένα πετυχημένο παράδειγμα για μια από τις επιπτώσεις του προφορικού πολιτισμού: εάν απομακρυνθεί κάποιος από το άστυ, δεν έχει καμία δυνατότητα επαφής με το σώμα των πολιτών. Αλλά επρόκειτο για όπλο με διπλή και επικίνδυνη κόψη και γι’ αυτόν τον λόγο χρησιμοποιήθηκε σπάνια - δεν υπάρχει καμία επιβεβαιωμένη περίπτωση μεταξύ του 443 π.Χ. και του οστρακισμού του Υπέρβολου το 416 - και μετά το 416 σιγά-σιγά περιέπεσε σε αχρηστία. Αντίθετα, η γραφή παρανόμων, ενώ είχε εισαχθεί αρχικά για να προσφέρει τη δυνατότητα στους Αθηναίους να αναθεωρήσουν μία πιθανόν βεβιασμένη απόφαση της Εκκλησίας, αποδείχτηκε χρήσιμο όπλο στις διαμάχες ανάμεσα στις ομάδες που διεκδικούσαν την εξουσία, και χρησιμοποιήθηκε με την πάροδο του χρόνου αρκετά συχνά.[9]
 
Η φράση “άθλια πλεκτάνη”, αν δεν θεωρηθεί απλώς δείγμα της κλασικής περιφρόνησης και αδιαφορίας των ερευνητών για την πολιτική (τη σύγχρονη και την αρχαία), είναι ενδεικτική για την κακή συνήθεια των ιστορικών να παρασύρονται από τις πηγές. Είναι πασίγνωστο ότι πολλοί από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς -τους ιστορικούς, τους φιλόσοφους, τους φυλλαδιογράφους- διαφωνούσαν μι- τις πολιτικές πρακτικές της εποχής τους και εξέφραζαν τη διαφωνία τους αυτή με ηθικές παραινέσεις. Δεν χρειάζεται να παραθέσω άπειρα παραδείγματα - δεν θα ενίσχυε αυτό την έκκλησή μου να αφήνουμε στην άκρη τις ηθικολογίες όταν διερευνούμε την πολιτική πραγματικότητα. Δεν χρειάζεται, ελπίζω, να επαναλάβω τα ίδια επιχειρήματα για τη Ρώμη. Παρ’ όλες τις διαφορές -κυρίως το γεγονός ότι οι ρωμαϊκοί θεσμοί, που μεροληπτούσαν σαφώς υπέρ των πλουσίων και των ολίγων, δεν δέχτηκαν τα πυρά των Ρωμαίων συγγραφέων ή των Ελλήνων σχολιαστών - η λατινική γραμματεία επιδεικνύει την ίδια ρητορική εμμονή, την ίδια έλλειψη σταθερού ενδιαφέροντος για την πολιτική (με εξαίρεση πάντα τις επιστολές του Κικέρωνα, που πρέπει να αντιπαρατεθούν ως προς αυτό το σημείο με τα θεωρητικά του κείμενα ή τις ιστορικές του αναφορές). Η έντονη συζήτηση πριν από την απόφαση για την καταστροφή της Καρχηδόνας στον λεγόμενο Τρίτο Καρχηδονιακό πόλεμο (149-146 π.Χ.) αποτελεί καλό παράδειγμα: παρ' όλο που οι διαφωνίες εντός της ρωμαϊκής ηγεσίας «πρέπει να έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην εσωτερική πολιτική της Ρώμης.... λίγα ίχνη τους μπορούμε να διακρίνουμε».[10]
 
Και νομίζω ότι δεν πρέπει να σπαταλήσω πολύ χρόνο στη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ συνταγματικού δικαίου και πολιτικής. Οι σύγχρονοί μας ιστορικοί της αρχαίας Ρώμης πέφτουν ίσως πιο συχνά στην παγίδα του συνταγματικού δικαίου λόγω του τεράστιου αριθμού των νομικών λατινικών κειμένων και κυρίως λόγιο του απαράβλητου αυτού κολοσσού, του έργου του Mommsen Romisches Staatsrecht. Αποτέλεσμα είναι μια ατελείωτη συζήτηση για τη φύση και τα όρια της εξουσίας που ασκούσε η Σύγκλητος στους αξιωματούχους, λες και δεν επρόκειτο ουσιαστικά για τους ίδιους ανθρώπους, που προέρχονταν όλοι από τον ίδιο στενό κύκλο των ευγενών, της nohilitas, και λες και δεν αντάλλασσαν απόψεις προτού λάβουν επίσημες αποφάσεις ή πρωτοβουλίες.[11] Η ιστορία της αρχαίας Ελλάδας δεν έχει διαφύγει τον κίνδυνο: μία πρόσφατη μακροσκελής μελέτη για τον ρόλο της Βουλής και της Εκκλησίας του Δήμου στην αθηναϊκή νομοθεσία αναλαμβάνει να εντοπίσει τη «διαδικασία θέσπισης νόμων ή λήψης αποφάσεων» και υποστηρίζει ότι το πέτυχε με μία καθαρά φορμαλιστική (και εσφαλμένη) ανάλυση αποκλειστικά και μόνο του “κοινοβουλευτικού” μηχανισμού.[12]
 
Φυσικά, το σύνταγμα, γραπτό ή όχι, παρείχε το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαγράφονταν οι πολιτικές δραστηριότητες -αυτό πια είναι τόσο οφθαλμοφανές που δεν χρειάζεται να το λέμε. Για το αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό σύνταγμα και την ιστορία τους έχουν γραφτεί τόσα πολλά όσο για κανένα άλλο θέμα. Οι λεπτομέρειες δίνονται στα βασικά συγγράμματα, τα εγχειρίδια και τις ειδικές μελέτες, και δεν πρόκειται να τις επαναλάβω εδώ. Ωστόσο, ορισμένα γενικά θέματα έχουν ιδιαίτερη σημασία και δεν μπορούμε να τα αγνοήσουμε (κάποια ειδικά θέματα θα εξεταστούν στο επόμενο κεφάλαιο).
 
Ας αρχίσουμε με μία γενίκευση: σε κάθε πόλη-κράτος τα κύρια κυβερνητικά όργανα ήταν τουλάχιστον μία (και συνήθως μόνο μία) πολυμελής συνέλευση, ένα ή περισσότερα μικρότερα βουλευτικά σώματα, και μία ομάδα αξιωματούχων, που αναδεικνύονταν εκ περιτροπής, και συνήθως για ένα μόνο χρόνο, μεταξύ των εκλέξιμων ανδρών. Η σύνθεση αυτών των σωμάτων, οι μέθοδοι εκλογής τους. η εξουσία τους, οι ονομασίες τους διέφεραν πολύ κατά πόλεις και κατά περιόδους, όμως το τριμερές σχήμα ήταν τόσο διαδεδομένο ώστε να μπορεί να θεωρηθεί συνώνυμο με τη διακυβέρνηση της πόλης-κράτους. Οι προδότες πληροφορίες προέρχονται από διάφορα, άσχετα μεταξύ τους και απομακρυσμένα σημεία της Ελλάδας: από τη Δρήρο της Κρήτης και τη Σπάρτη πριν από το 600 π.Χ., την Αθήνα πιθανόν λίγο αργότερα, τη Χίο στα μέσα του έκτου αιώνα, και γύρω στο 500 π.Χ. από μία καθυστερημένη περιοχή, τη Λοκρίδα. αλλά και από τη Ρώμη. Δεν μπορούμε να βγάλουμε κανένα συμπέρασμα από τον κατάλογο αυτό που είναι εντελώς τυχαίος: γνωρίζουμε για τη Σπάρτη, την Αθήνα και τη Ρώμη επειδή πρόκειται για τη Σπάρτη, την Αθήνα και τη Ρώμη και επειδή η παράδοσή τους κυριαρχεί στην αρχαία γραμματεία- πληροφορούμαστε για τη Δρήρο, τη Χίο και τη Λοκρίδα χάρη στη συμπτωματική διάσωση σύντομων λίθινων ή χάλκινων επιγραφών που αναφέρουν απλώς και μόνο την ύπαρξη της εκκλησίας του δήμου, της βουλής και των αξίωματούχων.[13] Πότε ακριβούς εγκαθιδρύθηκε το σύστημα στην κάθε κοινότητα, σε ποια χρονολογία πριν από την καταγραφή του στα πρώτα αυτά κείμενα που σώθηκαν είναι άγνωστο - και για τον στόχο μας άνευ σημασίας. Αδιάφορο είναι επίσης αν θα αποδεχτούμε ή όχι την παράδοση ότι ο Σόλωνας πρώτος ίδρυσε τη βουλή στην Αθήνα.
 
Οι παραλλαγές στις διάφορες λεπτομέρειες είχαν συχνά σοβαρές συνέπειες, άλλες εσκεμμένες και άλλες όχι. Η συγκριτική μελέτη αμέσως αναδεικνύει μία θεμελιώδη διαφορά μεταξύ Ρώμης και Αθήνας. Στην Αθήνα η θητεία στα περισσότερα αξιώματα διαρκούσε μόνο ένα χρόνο και δεν υπήρχε δυνατότητα ανανέωσης της θητείας (στη Βουλή επιτρεπόταν να εκλεγεί κανείς δυο φορές). Σημαντική εξαίρεση αποτελούσε το αξίωμα του στρατηγοί', από τις αρχές του πέμπτου αιώνα ουσιαστικά το αξίωμα με το μεγαλύτερο γόητρο, στο οποίο εκλεγόταν κανείς με ψηφοφορία, όχι με κλήρο, καί χωρίς κανένα περιορισμό επανεκλογής. Αντίθετα, στη Ρώμη η θητεία για όλα τα αξιώματα διαρκούσε κανονικά μόνο ένα χρόνο και δεν υπήρχε περίπτωση ανανέωσης (στην πράξη γίνονταν παραβάσεις, αλλά όχι σε σημαντικό βαθμό πριν από τον τελευταίο αιώνα της Δημοκρατίας), ενώ η βουλή, η Σύγκλητος, ήταν ένα μόνιμο σώμα με ισόβια μέλη. Άρα ένας Αθηναίος με πολιτικές φιλοδοξίες μπορούσε επανειλημμένα να θέσει υποψηφιότητα για τη στρατηγία, που αποτελούσε σπουδαία, αλλά όχι απαραίτητη βάση για την ανάπτυξη πολιτικής δράσης, ενώ, αντίθετα, ένας Ρωμαίος δεν μπορούσε να κάνει κάτι ανάλογο. Από τη στιγμή που εκλεγόταν ύπατος μπορούσε να ασκήσει πολιτική επιρροή μόνο μέσω της Συγκλήτου ή χρησιμοποιώντας ανεπίσημες διόδους.
 
Η τριμερής πολιτειακή δομή ανταποκρινόταν στην ανάγκη για αποτελεσματικότητα, ή τουλάχιστον για ένα λειτουργικό μηχανισμό. Η εγκαθίδρυσή της δεν ξεκινούσε από την ιδέα της διάκρισης εξουσιών όπως την εννοούσε ο Μοντεσκιέ (αν και ορισμένοι θεωρητικοί όπως ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1297b35-15) προοιώνισαν την ιδέα). Ούτε υπήρχε η σύγχρονη διάκριση εξουσιών στον χώρο της δικαιοσύνης· φυσικά υπήρχε ένας δικαστικός μηχανισμός, αλλά επικαλυπτόταν με τους υπόλοιπους, ως προς το δικαίωμα της βουλής ή και της εκκλησίας του δήμου να αναλαμβάνουν ρόλο δικαστηρίου σε πολύ σημαντικές υποθέσεις, ή, στο άλλο άκρο του φάσματος, ως προς την απεριόριστη εξουσία των αξιωματούχων να επιβάλλουν ποινές σε παραβάτες ορισμένων κατηγοριών.[14]
 
Κατά κανόνα δεν υπήρχε επίσης διαχωρισμός μεταξύ του πολιτικού και του στρατιωτικού τομέα της διακυβέρνησης. Όχι μόνο ο στρατός ήταν ουσιαστικά μία πολιτοφυλακή (όμως συνήθως δεν ίσχυε το ίδιο και για τον στόλο), αλλά και οι στρατιωτικοί ηγέτες κατείχαν πολιτικά αξιώματα. Η ιδιαιτερότητα της Σπάρτης, μοναδική σ' αυτόν τον τομέα, συνίστατο και μόνο στο γεγονός ότι εκεί ένας καθολικός θεσμός των πόλεων-κρατών διευρύνθηκε ως το πέρας των λογικών του ορίων. Οι δέκα Αθηναίοι στρατηγοί εκλέγονταν κάθε χρόνο και ο κατάλογός τους τον πέμπτο αιώνα περιλαμβάνει τους πιο γνωστούς πολιτικούς ηγέτες της εποχής, που είχαν εκλεγεί στο ανώτατο στρατιωτικό αξίωμα λόγω της πολιτικής τους επιρροής, και όχι αντίστροφα. Στη Ρώμη, μας πληροφορεί ο Πολύβιος (6.19.4), κανείς δεν μπορούσε να κατέχει πολιτικό αξίωμα εάν δεν είχε υπηρετήσει σε δέκα ετήσιες στρατιωτικές εκστρατείες. Αυτή η απλή δήλωση έχει ξεσηκώσει μία επιστημονική διαμάχη με πολλά εύστοχα επιχειρήματα, αλλά δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι είναι βασικά ορθή, κυρίως σε ό, τι αφορά την υποχρέωση των υπάτων να ηγούνται του στρατού στις πολεμικές επιχειρήσεις. Αν λάβουμε υπόψη τη συχνότητα των πολέμων στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η στρατιωτική ηγεσία αποτελούσε μέρος των καθηκόντων κάθε υπάτου.[15]
 
Αυτή η ταύτιση των πολιτικών και στρατιωτικών αξιωμάτων, όπως είπα, ίσχυε ως αρχή, και σημασία δεν έχει ότι γίνονταν σπουδαίες παρεκτροπές στην πράξη, αλλά ότι η αρχή διατηρήθηκε με τόση επιμονή. Στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, η Σπάρτη αναγκάστηκε να παραβεί τον κανόνα να είναι οι δύο βασιλείς αρχηγοί των εκστρατευτικών σωμάτων για τον απλό λόγο ότι τύχαινε να εκστρατεύουν πάνω από δύο στρατιές συγχρόνως - ο κανόνας όμως δεν εγκαταλείφτηκε. Στον τέταρτο π.Χ. αιώνα οι πόλεις-κράτη αύξησαν τη χρήση επαγγελματιών στρατιωτικών αρχηγών και μισθοφόρων, αλλά οι πολίτες παρέμειναν το κύριο σώμα του στρατού. Σημειωτέον, ωστόσο, ότι πολιτικοί ηγέτες της Αθήνας όπως ο Εύβουλος και ο Δημοσθένης[16] δεν θεωρούσαν πλέον απαραίτητο για το πολιτικό τους γόητρο να είναι αρχηγοί στρατού, πράγμα που θα ήταν αδιανόητο στον προηγούμενο αιώνα για τον Περικλή και τον Κλέωνα. Όσο για τη Ρώμη. είναι ευρύτατα γνωστή η βαθιά αλλαγή της παραδοσιακής πολιτοφυλακής, η οποία υπό την ηγεσία ανδρών όπως ο Μάριος, ο Σύλλας, ο Πομπήιος και ο Καίσαρας απέκτησε χαρακτήρα σχεδόν (όχι όμως απόλυτα) ιδιωτικού στρατού, και δεν είναι ανάγκη να επεκταθούμε εδώ περισσότερο. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η Ρώμη είχε ήδη κατακτήσει την Ιταλία, την Καρχηδόνα και τμήματα της Ισπανίας πριν συντελεστεί αυτή η μεταβολή, δηλαδή πριν από το τέλος του δεύτερου αιώνα π.Χ.
 
Βεβαίως, οι μεταβολές είναι το κύριο αντικείμενο της ιστορίας της πολιτικής· σε τελική ανάλυση, οι μεταβολές ήταν και ο σκοπός και η συνέπεια πολιτικών διαφωνιών και συγκρούσεων. Επομένως πρέπει να εγκαταλείπουμε τις γενικές περιγραφές του πολιτεύματος και να εξετάσουμε τις σημαντικές παραμέτρους. Πρώτη από αυτές τις παραμέτρους είναι το μέγεθος. Σε ένα μεγάλο αριθμό ελληνικών πόλεων-κρατών ο αριθμός των ενήλικων ανδρών πολιτών δεν ξεπερνούσε τις 10.000 και σε πολλές ούτε καν τις 5.000. Το ίδιο ισχύει και για τις κοινότητες στην Ιταλία τις οποίες κατέκτησε η Ρώμη στη διάρκεια δύο ή τριών αιώνων. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι σε κοινότητες τόσο μικρές όπου ολόκληρο το σώμα των πολιτών μπορούσε να συγκεντρωθεί σε μία συνέλευση, η πολιτική ζωή είχε διαφορετικό ύφος και χαρακτήρα απ’ ό, τι στην Αθήνα, όπου οι πολίτες έφταναν τους τριάντα πέντε έως σαράντα χιλιάδες, και τη Ρώμη, όπου ο πληθυσμός ήταν πολύ μεγαλύτερος. Δυστυχώς αυτή η υπόθεση δεν μπορεί να επαληθευτεί: το μόνο μικρότερο κράτος για το οποίο διαθέτουμε χρήσιμες πληροφορίες είναι η Σπάρτη, που όμως δεν αποτελεί τυπική περίπτωση, και άρα θα ήταν παράλογο με βάση το σπαρτιατικό σύστημα να βγάλουμε συμπεράσματα για τη Μυτιλήνη, τη Σικυώνα ή την Καπύη.
 
Δεν πρέπει βεβαίως να ξεχνάμε τις αναλογίες με τα σύγχρονα μας μεγέθη. Μία πιθανή υπόθεση είναι ότι ο πληθυσμός της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στην ακμή της, στην αρχή της χριστιανικής περιόδου. ήταν περίπου ίσος με αυτόν της Μεγάλης Βρετανίας σήμερα. Την εποχή εκείνη η διαδικασία της αστικοποίησης έφτασε την κορύφωσή της, όμως μόλις πέντε-έξι πόλεις ήταν μεγαλύτερες από το Μπέλφαστ ή το Μαϊάμι, ενώ ούτε μία πόλη (με μόνη εξαίρεση τη Ρώμη) είχε πληθυσμό ίσο με του Ληντς ή του Μιλγουόκι. Όμως δεν θα μας απασχολήσουν εδώ απόλυτα μεγέθη ή συγκρίσεις με σύγχρονες καταστάσεις, αλλά η σχετική ικανότητα της αρχαίας πόλης να ικανοποιεί τις προσδοκίες των ανθρώπων της εποχής. Σε έναν κόσμο με στοιχειώδη τεχνολογία, με κατεξοχήν μικρούς κλήρους γης, με κοινωνικά διαφοροποιημένη δομή και ασίγαστη διάθεση για τοπικές εχθροπραξίες και συρράξεις, οι αυτόνομες κοινότητες που είχαν πληθυσμό λιγότερο από δέκα χιλιάδες πολίτες έπασχαν από χρόνια αστάθεια. Τους έλειπαν τα μέσα και τα εργατικά χέρια που θα τους εξασφάλιζαν προστασία από τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες των φυσικών καταστροφών - π.χ. ενός μακροχρόνιου λιμού- και των συνεχών εχθροπραξιών. Εκεί οφείλεται και η συχνή κατάρρευση της πολιτικής προς όφελος της ανοιχτής εμφύλιας σύρραξης (αυτή είναι ομολογουμένως μόνο μία εντύπωση, διότι οι πληροφορίες είναι ανεπαρκείς) που συχνά κατέληγε στο να παραδοθεί με προδοσία η πόλη σε κάποια άλλη ισχυρότερη δύναμη.[17] Αυτό ήταν το αντίτιμο για την ενσωμάτωση των κατώτερων τάξεων στην πολιτική κοινότητα. Μόνο τα μεγαλύτερα κράτη ήταν σε θέση να διαφύγουν έναν τέτοιο κίνδυνο όχι μόνο με τη χρήση βίας έξω από τα σύνορα, αλλά και, με την ικανότητά τους να εξασφαλίζουν πολύ μεγαλύτερες προσόδους με “ειρηνικές μεθόδους", π.χ. με τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων. Δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερο παράδειγμα για τη στενή σχέση μεταξύ των εσωτερικών και των εξωτερικοί υποθέσεων στη διαμόρφωση της πολιτικής ενός κράτους.[18]
 
Δεν μπορούμε να τονίσουμε αρκετά τη σημασία του πολέμου για την πολιτική στον αρχαίο κόσμο. Οι ασύγκριτες επιδόσεις των Ρωμαίων στον πόλεμο και τις κατακτήσεις δεν πρέπει να μας κάνουν να ξεχνάμε ότι και στην ιστορία των περισσότερων ελληνικών πόλεων-κρα- τών (και κυρίως της Σπάρτης και της Αθήνας) υπήρξαν ελάχιστες χρονιές -και σχεδόν ποτέ στη σειρά- χωρίς κάποια πολεμική δραστηριότητα. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι το μεγαλύτερο βάρος του πολέμου το σήκωναν οι ίδιοι οι πολίτες, κι επίσης ότι σε πολλά ελληνικά κράτη (συμπεριλαμβανομένης και της Αθήνας και της Σπάρτης) και στις πρώιμες φάσεις της Ρώμης, οι ενήλικοι άνδρες που αποφάσιζαν να κηρυχτεί ο πόλεμος ήταν ουσιαστικά οι ίδιοι που πήγαιναν κατευθείαν στη μάχη, και αυτό ίσχυε για τις διάφορες βαθμίδες της κοινωνικής και οικονομικής κλίμακας, από τους ηγέτες μέχρι τους άνδρες με κάποια περιουσία που αποτελούσαν το βαρύ πεζικό, και κάποτε μέχρι και τους φτωχούς που επάνδρωναν τον πολεμικό στόλο.
 
Οι παράμετροι αρχίζουν αμέσως να πολλαπλασιάζονται. Μία πρώτη διάκριση πρέπει να γίνει μεταξύ επεκτατικών κρατών, που έθεσαν υπό την κυριαρχία τους εκτεταμένα εδάφη ή ένα σχετικά μεγάλο αριθμό κοινοτήτων καταλύοντας την αυτονομία τους, και των άλλων κρατών, που δεν έκαναν τίποτα απ’ όλα αυτά. Μία άμεση συνέπεια ήταν η αλλαγή, η παραμόρφωση και κάποτε η διάλυση του συστήματος διακυβέρνησης και της πολιτικής ζωής των υπηκόων κοινοτήτων. Σχηματοποιώντας κάπως την κατάσταση, θα λέγαμε ότι τα επεκτατικά κράτη ευνοούσαν, και κάποτε επέβαλλαν με στρατιωτική ή πολιτική επέμβαση, συγκεκριμένα πολιτειακά συστήματα για τους υπηκόους τους: επιβαλλόταν τυραννίδα όταν οι κατακτητές ήταν τύραννοι, όπως στην περίπτωση της Σικελίας· δημοκρατία στη σφαίρα επιρροής της Αθήνας· ολιγαρχία στα μέρη όπου κυριάρχησε η Ρώμη ή η Σπάρτη.[19] Από την άλλη πλευρά, στις υπήκοες πόλεις οι διάφορες φατρίες με προθυμία χαλούσαν εξωτερική ενίσχυση, όχι μόνο σε διαμάχες για τη μορφή της διακυβέρνησης -εάν δηλαδή το πολίτευμα θα ήταν ολιγαρχικό ή δημοκρατικό -, αλλά ακόμη και στην πάλη για εξουσία μέσα στην ίδια την ολιγαρχική μερίδα.[20] Ως συνήθως, οι πηγές μας απογοητεύουν καθώς ασχολούνται κυρίως με την πλευρά του καταχτητή, περιέχουν σπάνια κάτι παραπάνω από μία απλή νύξη για την πολιτική ζωή στις υπόδουλες κοινότητες που υπόκεινταν σε εξωτερικές πιέσεις και απαιτήσεις.[21] Για να είμαστε πιο ακριβείς, οι αρχαίοι συγγραφείς περιορίζονταν σε πολιτειακά θέματα και περιέγραψαν μόνο τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις δημεύσεις περιουσιών. Η κλασική δήλωση είναι αυτή του Θουκυδίδη (3.82.1) στο πολύ σημαντικό χωρίο για τον εμφύλιο πόλεμο στην Κέρκυρα το 427 π.Χ.: «στη διάρκεια του πολέμου, όταν κάθε πλευρά μπορούσε να στηρίζεται σε συμμαχίες που θα έβλαπταν την αντίπαλη παράταξη και θα αμελούσαν την ίδια, ήταν πολύ εύκολο για εκείνους που επιθυμούσαν μία μεταβολή να καλέσουν εξωτερική βοήθεια».
 
Στην περίοδο που καλύπτουμε αφθονούν τα παραδείγματα που απεικονίζουν τη γενίκευση του Θουκυδίδη, αλλά τα παραδείγματα αυτά παρουσιάζονται με ένα μονότονο παρόμοιο τρόπο, χωρίς ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τους πολιτικούς ελιγμούς. Μόνο η πολιτική ανάδραση στα πιο ισχυρά, στα επεκτατικά κράτη μπορεί να ανιχνευτεί στις πηγές, και η ιστορία αυτή κάθε άλλο παρά ομοιόμορφη ή μονότονη είναι. Η περίπτωση της Σπάρτης φυσικά είναι μοναδική: ένα σύνολο πολιτών που ήταν συγχρόνως στρατιώτες με πλήρη απασχόληση υπό τις διαταγές κληρονομικών βασιλέων και που συντηρούνταν χάρη στην εργασία των πολυάριθμων ειλώτων ήταν σε μια κατάσταση εντελώς διαφορετική από το σώμα των πολιτών σε οποιαδήποτε άλλη πόλη. Και είναι πάρα πολλά όσα δεν γνωρίζουμε. Λ.χ., δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά αυτά που αναφέρει χωρίς λεπτομερειακές επεξηγήσεις ο Αριστοτέλης, ότι οι βασιλείς ήταν αναγκασμένοι να επιδιώκουν την εύνοια των εφόρων (δημαγωγεῖν), ότι οι έφοροι εκλέγονταν για ένα χρόνο με μία «παιδαριώδη» διαδικασία, ότι τα ισόβια μέλη της Γερουσίας εκλέγονταν με πολιτικούς χειρισμούς και ελιγμούς.[22]Κανένας αρχαίος συγγραφέας δεν εξετάζει την ψυχολογία αυτών των στρατιωτών, οι οποίοι, εξασκημένοι στην υπακοή από την παιδική του; ηλικία, καλούνταν να αποφασίσουν ως συνέλευση μεταξύ των διαφορετικών προτάσεων των βασιλέων και των εφόρων. Μπορούμε να υποθέσουμε με κά- ποια βεβαιότητα ότι οι πιέσεις ήταν διαφορετικές από εκείνες που ασκούνταν σε μία αθηναϊκή (ή κάποια άλλη) συνέλευση, αλλά αυτό είναι όλο κι όλο. Γνωρίζουμε όμως ότι κατά καιρούς αναφύονταν έντονες διαφωνίες για τις πολιτικές επιλογές, διαφωνίες που έπρεπε να επιλυθούν με πολιτικό τρόπο.[23] Ως συνήθως, οι πηγές περιορίζονται μόνο στις στρατιωτικές δραστηριότητες και εξωτερικές υποθέσεις, αλλά το αποτυχημένο κίνημα του Κινάδωνα το 397 π.Χ. αποκαλύπτει μία μακροχρόνια εσωτερική κρίση. Καθώς η ιδιοκτησία, της γης με την πάροδο του χρόνου συγκεντρωνόταν στα χέρια λίγων γαιοκτημόνων, όλο και περισσότεροι Σπαρτιάτες έχαναν τα πολιτικά τους δικαιώματα, πράγμα που είχε καταστροφικές συνέπειες για το στράτευμα. Μέσα σε δύο γενιές μετά την τελική της νίκη στον Πελοποννησιακό πόλεμο και την ήττα των Αθηναίων, η Σπάρτη είχε καταντήσει μία σχετικά ασήμαντη πόλη-κράτος. Υπάρχουν ενδείξεις για μια τάση προς οιονεί-ιδιωτικά στρατεύματα και στρατιωτική μοναρχία, αλλά οι εδαφικές και δημογραφικές δυνατότητες ήταν πολύ περιορισμένες.
 
Η Ρώμη αποτελούσε μοναδική περίπτωση για άλλους λόγους, επειδή υπήρξε ένα άκαμπτο επεκτατικό κράτος από την αρχή της ιστορίας της. Ο συνδυασμός, αφενός, των εδαφικών κατακτήσεων και της συνεχούς εγκατάστασης αγροτών-πολιτών στα υπό κατοχήν εδάφη και. αφετέρου, της διατήρησης της δομής μίας πόλης-κράτους και, ως ένα βαθμό, της λαϊκής συμμετοχής στη διακυβέρνηση σφράγισε κάθε πλευρά της ιστορίας, της κοινωνίας και της πολιτικής και τους έδωσε τον ιδιαίτερα ρωμαϊκό τους χαρακτήρα.[24] Η επικράτεια της Αθήνας στην αρχή ήταν μεγαλύτερη -η συνένωση ολόκληρης της Αττικής σε μία πό- λη-κράτος αποτελεί άλυτο μυστήριο της πρώιμης ιστορίας της Αθήνας- αλλά στην περίοδο της αυτοκρατορίας, στον πέμπτο αιώνα π.Χ., επέβαλε φορολογία σε μία ευρύτατη περιοχή χωρίς να προσαρτήσει τα εδάφη αυτά (ορισμένα μόνο κατασχέθηκαν και κατοικήθηκαν από Αθηναίους πολίτες). Η διαφορά αυτή είχε σοβαρές επιπτώσεις στο μέγεθος των δύο πόλεων: η Αθήνα έφτασε στο ανώτατο σημείο όσον αφο­ρά την έκταση τη; επικράτεια; και τον πληθυσμό στα μέσα του πέμπτου αιώνα, η Ρώμη όμως ήδη στο τέλος του τρίτου αιώνα π.Χ. είχε επικράτεια δέκα φορές και πληθυσμό ίσως οκτώ φορές μεγαλύτερο. Και η έκταση και ο πληθυσμός της Ρώμης συνέχισαν αργότερα να αυξάνουν σταθερά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.
 
Η τεράστια διαφορά σε μέγεθος δεν μπορούσε παρά να έχει συνέπειες στην πολιτική. Όντως, οι κατακτήσεις έπαιξαν έναν πρωταρχικό ρόλο στη ρωμαϊκή ιστορία και θα αναφερθούμε πολλές φορές στη σημασία τους. Εμφανέστερες ίσως υπήρξαν οι συνέπειες στη σύνθεση και λειτουργία της πολιτικής ελίτ. στην επιλογή και τη συμπεριφορά των πολιτικών ηγετών. Στο θέμα αυτό δεν θεωρώ ιδιαίτερα χρήσιμες ούτε τις συμβατικές ονομασίες, δημοκρατία και ολιγαρχία, ούτε τις εκλεπτύνσεις που προτιμούν οι σύγχρονοί μας ιστορικοί, “μετριοπαθής” και “ριζοσπαστική” δημοκρατία. Η πολιτική είναι από τη φύση της ανταγωνιστική, άρα η πρώτη διάκριση πρέπει να γίνει ανάμεσα στις κοινότητες στις οποίες ο ανταγωνισμός είναι αποκλειστικό προνόμιο των πολιτών που έχουν περιουσία -δηλαδή τις ολιγαρχίες με τη στενή έννοια της λέξης- και τις κοινότητες στις οποίες οι φτωχότερες τάξεις έχουν κάποιο δικαίωμα συμμετοχής. Δυστυχώς, οι ελλιπείς πληροφορίες δεν μας επιτρέπουν μία σε βάθος ανάλυση της πολιτικής στις ολιγαρχικές πόλεις-κράτη της Ελλάδας και της Ιταλίας. Μερικά σημεία στα Πολίτικά του Αριστοτέλη ή στους αρχαίους ιστορικούς υποδηλώνουν ότι η πολιτική τους ήταν μερικές φορές άγρια και βρώμικη, αλλά δεν μας λένε τίποτα παραπάνω. Μόνο η Ρώμη και η Αθήνα προσφέρονται για ανάλυση και παρ' όλες τις διαφορές τους είχαν ένα κοινό σημείο: τη συμμετοχή του λαού στα πολιτικά πράγματα. Γι’ αυτόν τον λόγο όποιοι κι αν ήταν οι πολιτικοί τους ηγέτες και με όποιον τρόπο κι αν είχαν κατακτήσει αυτή τη θέση, ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν ελιγμούς όχι μόνο μέσα στους κύκλους τους. αλλά και προς τον λαό, για να εξασφαλίζουν την υποστήριξή του σε διάφορα ζητήματα. Αυτή είναι η ουσία της πολιτικής, και οι ιστορικοί, με την τάση τους να τονίζουν την έλλειψη πρωτοβουλίας του πλήθους των πολιτών και να καταλήγουν μετά ότι αυτός ήταν ο λόγος που “στην πραγματικότητα” έπαιζε ασήμαντο ρόλο, παρακάμπτουν όλα τα ερωτήματα που θα έπρεπε να θέτουν.
 
Αποτελεί γεγονός εξακριβωμένο ότι σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας των πόλεων-κρατών οι πλουσιότεροι πολίτες μονοπωλούσαν την πολιτική ηγεσία, και εν μέρει έχουμε ήδη προτείνει την ερμηνεία αυτού του φαινομένου. Υπήρχαν ψυχολογικά αίτια που απέρρεαν από μία κατά παράδοσιν ιεραρχική κοινωνία με τη βαθιά ριζωμένη ιδεολογία του νόμου και του mos maiorum. του προγονικού ήθους. Υπήρχαν επίσης ισχυροί οικονομικοί λόγοι: οι πλουσιότερες τάξεις είχαν επωμιστεί τα οικονομικά βάρη της διακυβέρνησης και του πολέμου, τουλάχιστον όσα δεν ήταν δυνατό να μεταφερθούν στους ώμους των υποταγμένων λαών και των υπηκόων η γενναιοδωρία, ιδιωτική και δημόσια, έγινε συγχρόνως υποχρέωση και εργαλείο για τους άνδρες με πολιτικές φιλοδοξίες· μάλιστα στη Ρώμη το επίπεδο των δαπανών αυξανόταν με όλο και ταχύτερο ρυθμό. Ο ελεύθερος χρόνος ήταν απαραίτητος όχι μόνο για την ίδια την πολιτική δραστηριότητα, αλλά και για την καλλιέργεια των απαραίτητων προσόντων, κυρίως της ρητορικής δεινότητας, και για την απόκτηση ειδικών γνώσεων (σ’ έναν κόσμο που στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην προφορική επικοινωνία και δεν διέθετε γραφειοκρατικό μηχανισμό).
 
Με δυο λόγια, η άσκηση της πολιτικής στο επίπεδο της ηγεσίας ήταν πλήρης απασχόληση, ή μάλλον ήταν τρόπος ζωής. Και για τον λόγο αυτό η παρατήρηση ότι υπήρχαν «οικογένειες με παράδοση ανάμειξης στα δημόσια πράγματα, οι οποίες περίμεναν ότι οι βλαστοί τους θα είχαν ενεργή ανάμειξη στην πολιτική και τους ενθάρρυναν προς αυτή την κατεύθυνση»[25] είναι σωστή, αλλά μόνο εν μέρει. Ο κάθε πολίτης έπρεπε να επιλέξει εάν θα αφιερωθεί ή όχι στην πολιτική και μετά έπρεπε ο ίδιος να χαράξει τον δρόμο του· η οικογένειά του παρείχε ένα πλεονέκτημα στην εκκίνηση και μια συνεχή υποστήριξη, αλλά έπρεπε να λάβει μέρος σε έναν αγώνα μετ’ εμποδίων που θα διαρκούσε όσο και η πολιτική του σταδιοδρομία. Τα εμπόδια τα τοποθετούσαν στην πορεία οι πολιτικοί αντίπαλοι και ανταγωνιστές στην πάλη για την ηγεσία, και σοβαροί κίνδυνοι ελλόχευαν σε κάθε βήμα. Πολλοί βλαστοί οικογενειών με πολιτική παράδοση είτε δεν ενδιαφέρθηκαν για την πολιτική είτε απέτυχαν στη σταδιοδρομία τους. Στην Αθήνα αυτό εκδηλώνεται με τη μετατόπιση της εξουσίας μετά τον θάνατο του Περικλή από τους παραδοσιακούς “αριστοκρατικούς” οίκους στους “νέους πολιτικούς”, όπως τους αποκαλούν οι νεότεροι ιστορικοί κατά μάλλον ατυχή αναλογία με τους Ρωμαίους “νέους άνδρες” (homines novi).
 
Εν τέλει δεν είμαστε οε θέση να μιλήσουμε με αριθμούς. Ελάχιστες πολιτικές φυσιογνωμίες επέζησαν στις πηγές: ορισμένοι από τους άνδρες που τα ονόματα τους αναφέρονται συχνά στα όστρακα (βλ. παραπάνω) είναι κατά τα άλλα άγνωστοι, ενώ ο αριθμός των οστράκων με το όνομά τους είναι πολύ μεγάλος για να τους θεωρήσουμε πρόσωπα πλασματικά, σαν αυτά που συχνά αναγράφουν οι ψηφοφόροι σε ψηφοδέλτια στις μέρες μας. Υπάρχει ο Μένωνας, ο γιος του Μενεκλείδη, με περίπου 700 όστρακα, ή ο Καλλίξενος. ο γιος του Αριστωνύμου, με περισσότερα από 250.[26] Οι προσωπογραφικές πηγές για την αρχαία Ρώμη είναι κατά πολύ πληρέστερες και. υποδεικνύουν την ύπαρξη μιας πιο κλειστής ολιγαρχίας. Αρκεί να παραθέσω ορισμένους πολύ γνωστούς αριθμούς: μεταξύ του 232 και του 133 π.Χ. οι 200 ύπατοι προέρχονταν από 58 αριστοκρατικά γένη (gentes)· απ' αυτούς, 159 προέρχονταν από 26 γένη, 99 από μόνο δέκα.[27] Όμως ακόμη και σ’ αυτά τα εκατό χρόνια υπήρχαν γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών που απέτυχαν να γίνουν ύπατοι, υπήρχαν "νέοι άνδρες” που εισήλθαν στον κύκλο των εκλεκτών και, το πιο σημαντικό, μόνο λίγοι ύπατοι ήταν όντως πολιτικοί ηγέτες.
 
Και οι υπόλοιποι ύπατοι όμως, όσο ανίκανοι ή αδιάφοροι κι αν ήταν, κατείχαν στη διάρκεια του αξιώματός τους imperium. όπως άλλωστε και οι πραίτορες. Όταν στην αρχή του τρίτου βιβλίου του Περί των νόμων (De legibus) ο Κικέρωνας τόνιζε ότι το imperium ήταν εκ φύσεως απαραίτητο για τη διασφάλιση της δικαιοσύνης και της τάξης, απλώς διατύπωνε ένα ήδη από καιρό αποδεκτό ρωμαϊκό δόγμα. «Μπορούμε να πούμε», συνεχίζει, «ότι ο άρχων είναι ομιλών νόμος {lex loquens) και ο νόμος σιωπηλός άρχων». Άρα η υπακοή στους άρχοντες είναι μία απαραίτητη προϋπόθεση μίας δίκαιης κοινωνίας: η ετυμολογική σημα­σία του imperium είναι “τάξη”, “διαταγή” και έχει καθαρά στρατιωτικούς συνειρμούς. Επίσης, οι “εκατονταρχίες” της λοχίτιδας εκκλησίας ήταν αρχικά στρατιωτικές μονάδες. Αυτές και το imperium μας οδηγούν πίσω στις πρωιμότερες φάσεις της Δημοκρατίας, στο επεκτατικό κρά­τος και το αδιαίρετο της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας. Το ορατό σύμβολο του imperium ήταν ον fasces (ράβδοι και πελέκεις δεμένοι με κόκκινους ιμάντες) των ραβδούχων (lictores), οι οποίοι συνόδευαν πάντα τους υπάτους και τους πραίτορες, διαρκής υπόμνηση της στρατιωτικής προέλευσης της πολιτικής εξουσίας προς τους Ρωμαίους πολίτες, που δεν χρειάζονταν ιδιαίτερη μόρφωση για να αντιληφτούν τη σχέση.[28]
 
Δεν υπήρχε τίποτε ανάλογο στις ελληνικές πόλεις-κράτη (με την πιθανή, και στην καλύτερη περίπτωση μερική, εξαίρεση των δύο κληρονομικών βασιλέων στη Σπάρτη). Ούτε ανέπτυξαν οι Έλληνες ένα θεσμό σαν τον επίσημο θρίαμβο, το βραβείο που κατά τον Λίβιο (30.15.12) ήταν «η πλέον μεγαλοπρεπής διάκριση» που μπορούσε να απονεμηθεί σε Ρωμαίο πολίτη. Ο θρίαμβος δεν παραχωρούνταν εύκολα· η επιτυχία μίας αίτησης εξαρτιόταν από πολιτικούς ελιγμούς και συχνά προκαλούσε τριβές μέσα και κάποτε έξω από τη Σύγκλητο.[29] Ακριβώς όπως και το imperium, ο θρίαμβος είχε σαφώς ιερό χαρακτήρα,[30] και γι’ αυτό επιβάλλει τη διερεύνηση του ρόλου όχι μόνο της στρατιωτικής δόξας αλλά και της θρησκείας στην πολιτική. Εν γένει, η θρησκεία παρείχε δυνατότητες για πολιτικούς χειρισμούς σ’ αυτούς που ήδη διέθεταν αυθεντία και η συζήτηση αυτή μπορεί να μετατεθεί. Όμως η στρατιωτική δόξα ήταν αναμφισβήτητα σημαντικός παράγοντας στην ανάδειξη των ηγετών και κατ’ ακολουθίαν μας ενδιαφέρει άμεσα.
 
Δεν είναι εύκολο να διαμορφώσουμε μία γνώμη. Το θέμα μας είναι οι στρατιωτικοί ηγέτες και όχι οι απλοί στρατιώτες ή οι κατώτεροι αξιωματικοί. Η διεκδίκηση θριάμβου από στρατηγούς ήταν ως γνωστόν ολισθηρό εγχείρημα, ακόμη και όταν στεφόταν τελικά από επιτυχία. Εξάλλου, οι πηγές είναι ακόμη λιγότερο αξιόπιστες απ’ ό, τι συνήθως: οι διηγήσεις για το παρελθόν των ένδοξων ανδρών τις περισσότερες φορές είναι εντελώς, ή σχεδόν εντελώς, αποκυήματα της φαντασίας, που κατασκευάζονταν εκ τον υστέρων, επειδή θεωρούνταν κατάλληλες για ένδοξους άνδρες. Παρ’ όλα αυτά οι φανταστικές διηγήσεις ως γενική κατηγορία είναι ενδεικτικές: τονίζουν ομόφωνα τη σημασία της καλής στρατιωτικής σταδιοδρομίας και, ει δυνατόν, της οικογενειακής παράδοσης πολεμικών ανδραγαθιών. Το παράδειγμα του Κάτωνα του Πρεσβύτερου είναι αρκετό.[31] Έχει ειπωθεί ότι «σε ολόκληρη τη διάρκεια των αρχαίων χρόνων δεν υπήρξε κανένας στρατηγός που... να μη θεωρούσε απαραίτητο να επιδείξει. τουλάχιστον κατά διαστήματα, τα χαρίσματά του με μεγαλόπρεπες πράξεις».[32] Όπως και vet έχει το θέμα, ακόμη και ο πιο αυστηρός σκεπτικιστής πρέπει να παραδεχτεί ότι οι δομές εξουσίας στον ελληνικό και ρωμαϊκό στρατό ήταν μονοπώλιο των ανώτερων τάξεων, και ότι τα μέλη των ηγετικών οικογενειών δεν είχαν δικαίωμα επιλογής ως προς το θέμα αυτό· αντίθετα από την πολιτική, η ανάληψη της στρατιωτικής ηγεσίας δεν ήταν δυνατό να αποφευχθεί (μέχρι τον πρώτο αιώνα π.Χ.), τουλάχιστον στο επίπεδο της “ταξιαρχίας”. Μόνο οι πιο φτωχοί πολίτες είχαν επιλογή: ο Σωκράτης πολέμησε ως οπλίτης τουλάχιστον σε δύο μάχες όταν ήταν ήδη περίπου σαράντα ετών.
 
Δεν υπάρχει τίποτα ανάλογο στη σύγχρονη εμπειρία. Στην αρχαιότητα ο πόλεμος ήταν μέρος της καθημερινής ζωής· δεν είχε βέβαια πάντα την ένταση των Περσικών πολέμων, του Πελοποννησιακού ή του πολέμου κατά του Αννίβα, αλλά είναι ζήτημα εάν πέρασε ένας χρόνος χωρίς επίσημη απόφαση για κήρυξη πολέμου, επιστράτευση και τις απαραίτητες προετοιμασίες, ή χωρίς να ξεσπάσει τελικά κάποια ένοπλη σύρραξη. Οι περισσότεροι από τους πολίτες που συμμετείχαν στη λήψη της απόφασης είχαν ήδη προσωπική πολεμική εμπειρία και πιθανόν θα καλούνταν πάλι να πολεμήσουν. Ο στρατός ήταν ουσιαστικά πολιτοφυλακή· δεν υπήρχε τάξη στρατιωτικών, ούτε ιδιαίτερη κάστα αξιωματικών διακριτή από την κοινωνική ιεραρχία στον πολιτικό τομέα. Άρα η απαίτηση να έχουν επιδείξει, και να συνεχίζουν να επιδεικνύουν, στρατιωτικές ικανότητες και διακρίσεις οι στρατιωτικοί ηγέτες είχε βαρύνουσα σημασία και ήταν κατανοητή.
 
Βεβαίως, οι λεπτές διαφοροποιήσεις στις μεμονωμένες περιπτώσεις μας διαφεύγουν. Δεν μπορούμε να ξέρουμε εάν ο Αριστείδης, ο Περικλής ή ο Κάτωνας ο Πρεσβύτερος ήταν ικανοί ή εξαίρετοι στρατιωτικοί ηγέτες· δεν γνωρίζουμε για ποιο λόγο οι δύο πλέον ικανοί ηγέτες στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ο Λάμαχος και ο Δημοσθένης, δεν έδειξαν απ’ ό, τι φαίνεται ενδιαφέρον για την πολιτική· εάν ορισμένοι Ρωμαίοι με πολεμικές διακρίσεις επιζητούσαν την υπατεία μόνον ως τιμητικό αξίωμα χωρίς να έχουν στην πραγματικότητα πολιτικές φιλοδοξίες. Ούτε είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε την περιφρόνηση και αποστροφή του Θουκυδίδη όταν διηγείται (4.27-37) λεπτομερούς πώς ο Κλέωνας το 425 π.Χ. κομπάζοντας υποσχέθηκε να πάρει πίσω την Πύλο σε είκοσι μέρες και μετά το πραγματοποίησε. Και όμως, ((κόμη και αυτή η ιστορία, όποια κι αν είναι η αλήθεια για τις προσωπικές ή στρατιωτικές ικανότητες του Κλέωνα. είναι ενδεικτική για τη γενική τάση.
 
Και πάλι, πρέπει να σημειώσουμε κάποιες σημαντικές διαφορές μεταξύ της Ελλάδας -δηλαδή της Αθήνας - και της Ρώμης. Στην Αθήνα της κλασικής εποχής κανένα από τα παραδοσιακά αξιώματα (π.χ. των αρχόντων) δεν σχετιζόταν αυτομάτως με την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία. Οι στρατηγοί δεν αποτελούσαν τυπική περίπτωση· εκλέγονταν με ψηφοφορία, και όχι με κλήρο, και μπορούσαν να επανεκλεγούν, προφανώς επειδή οι εξακριβωμένες πολεμικές ικανότητες θεωρούνταν αναγκαία προϋπόθεση. Όμως οι ελλιπείς πληροφορίες υποδηλώνουν ότι στην πραγματικότητα υπήρχαν τρεις εμφανώς διακριτοί τύποι: άνδρες σαν τον Κίμωνα ή τον Αλκιβιάδη, που διέθεταν πολεμικές ικανότητες και πολιτικές φιλοδοξίες, άνδρες σαν τον Λάμαχο και τον Δημοσθένη, που είχαν εκλεγεί κυρίως για τις γνωστές πολεμικές τους επιδόσεις, και τέλος άλλοι σαν τον Περικλή και τον Κλέωνα, που είχαν εκλεγεί επειδή ήταν ισχυροί πολιτικοί ηγέτες (αν και έπρεπε να είναι σε θέση να ηγηθούν του στρατού). Αντίθετα, στη δημοκρατική Ρο'ιμη, η στρατιωτική ηγεσία παρέμεινε καθήκον και προνόμιο των δύο υπάτων και ήταν συχνά ο μόνος λόγος που κάποιος επιζητούσε αυτό το αξίωμα. Η κατά γράμμα προσκόλληση στους τύπους είχε ως αποτέλεσμα την παράδοξη κατάσταση να πρέπει να υπομένει κατά καιρούς η Ρώμη, το κατ’ εξοχήν επεκτατικό κράτος, ανίκανους ηγέτες για όλη τη διάρκεια της θητείας τους. Μόνο όταν ήταν απαραίτητοι συγχρόνους παραπάνω από δύο στρατηγοί, η Ρώμη στρεφόταν σε άλλους , αλλά ακόμη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις έμενε πιστή στο αρχικό αξίωμα επιζητώντας τη βοήθεια πραιτόρων ή μετατρέποντας τους ύπατους και τους πραίτορες σε ανθύπατους και αντιστράτηγους για στρατιωτικούς σκοπούς.[33]
 
Φυσικά, η ποιότητα της σχέσης μεταξύ των πολιτικών και στρατιωτικών δραστηριοτήτων επηρέαζε την πολιτική ζωή και με τη σειρά της επηρεαζόταν απ' αυτή. Όπως ανέφερα παραπάνω, στην Αθήνα του τέταρτου αιώνα σημειώθηκε μία σημαντική αλλαγή. Παρά τους συνεχείς πολέμους, ο διαχωρισμός της στρατιωτικής από την πολιτική ηγεσία γινόταν όλο και πιο έντονος. Σύγχρονοι συγγραφείς, και κυρίως επικριτές του συστήματος, παρατήρησαν και έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση σ’ αυτή την εξέλιξη. Και όμως φαίνεται να μη μείωσε το κύρος των πολιτικών ανδρών (που συνέχισαν να υπηρετούν ως οπλίτες ή, εφόσον διέθεταν τους απαραίτητους πόρους, ως τριήραρχοι στον στόλο). Η σημαντική αύξηση του επαγγελματισμού στον στρατιωτικό τομέα αναμφίβολα συνέβαλε στη διαδικασία αυτή· δεν πιστεύω όμως ότι αποτελεί επαρκή εξήγηση. Τα στρατεύματα της Ρώμης ήταν, αν μη τι άλλο, περισσότερο επαγγελματικά, αλλά εκεί δεν σημειώθηκαν ανάλογες μεταβολές. Οι εξελίξεις που σημειώθηκαν στον τελευταίο αιώνα της Δημοκρατίας ήταν ριζικά διαφορετικές και επέφεραν τελικά την πλήρη ανατροπή του συστήματος. Ενώ το αθηναϊκό κράτος, δηλαδή ο δήμος, διατήρησε τους επαγγελματίες στρατηγούς υπό τον έλεγχό του, έτσι ώστε ούτε ο Κόνωνας ούτε ο Ιφικράτης μπόρεσαν να παίξουν σημαντικό πολιτικό ρόλο,[34] η Ρωμαϊκή Δημοκρατία τελικά καταστράφηκε από μία σειρά καθαρά πολιτικών ηγετών, από τον Μάριο μέχρι τον Ιούλιο Καίσαρα, που δεν υπόκεινταν σε ανάλογο λαϊκό έλεγχο.
 
Ήδη είχαν περάσει αρκετοί αιώνες, και κανένα από τα συστήματα συμπεριφοράς, καμία από τις εξελίξεις που σκιαγράφησα δεν γίνονται κατανοητές αν δεν λάβουμε υπόψη το πολιτικό πλαίσιο που τις περιέβαλλε. Ούτε τα μέλη της επίλεκτης τάξης, άλλοτε σύμμαχοι και άλλοτε ανταγωνιστές, ούτε το πλήθος παρέμειναν παθητικοί παρατηρητές. Έπρεπε να ανταποκριθούν σε εκκλήσεις, να ζητηθεί η γνώμη τους, να ασκηθεί πάνω τους επιρροή, να εμπλακούν ή να κρατηθούν μακριά από τους πολιτικούς ελιγμούς. Αυτό ήταν το αντίτιμο του συστήματος της πόλης-κράτους και της λαϊκής συμμετοχής στα κοινά.
------------------------------
[1] R. Thomsen. The Origin of Ostracism, (Κοπεγχάγη 1972). σ. 84-108.
[2] Ενδεικτικό του πόσο βαθιά έχει ριζώσει η παραδοσιακή άποψη είναι το σχόλιο του W. den Boer, Private Morality in Greece and Rome (Mnemosyne, Supp. 57, 1979) o. 184: «Έχει ειπωθεί ότι όστρακα με το όνομα του Θεμιστοκλή είχαν διανεμηθεί πριν από την ψηφοφορία που καταδίκασε αυτόν και τις ενέργειές του. Αναμφισβήτητα περιπτώσεις νοθείας υπήρξαν, δεν μπορούν όμως να θεωρηθούν γενικό φαινόμενο». Η πρόσφατη έρευνα του A. Antlrewes «The Opposition to Perikles», Journal of Hellenic Studies 98 (1978) 1-8, αποδεικνύει ότι ο Πλούταρχος δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη πηγή πληροφοριών για την Αθήνα του 5ου αιώνα.  
[3] Έχει υιοθετηθεί η μετάφραση του D.R. Shackleton Bailey
[4] M. Oakeshott, στον τόμο Laslett (1956) 2.
[5] Αριστοτέλης  Ρητορική 1359b19-60a37.
[6] E. Badian, «Archons and Strategoi» Antichton 5 (1971) 1-34, στη σ.19
[7] «Hume’ s Early Memoranda, 1729-1740, επιμ. E. C. Mossner, Journal of the History of Ideas 9 (1948) 492-518 αρ. 237.
[8] Hignett (1952) 165. Για μία σωστή προσέγγιση στην υπόθεση του Υπέρβολου, βλέπε το σχόλιο του Andrewes στο χωρίο του Θουκυδίδη και Connor (1971) 79-84. 
[9] Η εργασία του H.J. Wolff, Normenkontrolle und Gesetzesbegriff in der attischen Demokratie (Sitzungsberichte der Heidelberger Akad. d. Wiss.. Phil.-hist. Klasse 2. 1970) αντικαθιστά όλες τις προηγούμενες μελέτες για τη γραφή παρανόμων. Ο Μ.Η. Hansen, The Sovereignty of the People’s Court in Athens ... (Odense Univ. Classical Sludies 4, 1974), σ. 28-43, παρουσιάζει περιληπτικά τις 39 γνωστές περιπτώσεις (ορισμένες είναι αμφισβητήσιμες) από την περίοδο μεταξύ 415 και 322 π.Χ., από τις οποίες πιθανόν ol μισές κατέληξαν στην αθώωση του κατηγορουμένου.
[10] Astin (1967) 53.
[11] Για μια επισκόπηση της συζήτησης, βλέπε W. Kunkel. «Magistratische Gewalt und Senatsherrschaft», στο H. Temporini. Επιμ., Aufstieg mid Nieilergang tier riimisrhen Welt. I 2 (1972). σ. 3-22. 
[12] R.A. DeI.aix, Proboitleuxis til Athens (Μ.τέοζ/α-ϊ. 1973). Για τις αδυναμίες της μελέτης, ακόμη και στο περιορισμένο πεδίο της, βλέπε τη βιβλιοκρισία του H.W. Pleket. Mnemosyne, 4η σειρά. 31 (1978) 328-33.
[13] Οι επιγραφές από τη Δρήρο, τη Χίο και τη Λοκρίδα είναι αντίστοιχα οι υπ' αριθ­μόν 2, 8 και 13 στο Meiggs/Lewis (1969). 
[14] Η μελέτη του Nippel (1980) αντικαθιστά την προηγούμενη βιβλιογραφία επί του θέματος.
        [15] Ο Harris (1979) 10-41 κάνει μία εξαίρετη και λεπτομερειακή παρουσίαση στην ενότητα με τίτλο «The Aristocracy and War».
[16] Ο ρήτορας και πολιτικός του τέταρτου αιώνα με το όνομα Δημοσθένης δεν πρέπει να συγχέεται με τον ομώνυμο στρατηγό του πέμπτου αιώνα, που θα αναφερθεί παρακάτω σ’ αυτό το κεφάλαιο. 
[17] Για την αναπόφευκτη πολιτική «ταλάντευση» στις μικρές πόλεις-κράτη βλέπε Heuss (1973) 19-24.
[18] Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι σύγχρονοι ιστορικοί συνειδητοποίησαν αυτή τη διαλεκτική σχέση χάρη στον Otto Hintze: βλέπε κυρίως Hintze (1962) 34-40, 53-6. Η διαλεκτική αυτή σχέση είναι κεντρικό θέμα στον Heuss (1973)· πβ. Sculler (1979).  
[19] Στην περίπτωση της Σπάρτης αναφέρομαι εδώ μόνο στα «συμμαχικά» κράτη της Πελοποννησιακής συμμαχίας, και όχι στους Μεσσήνιους που είχαν υποταγεί και μεταβληθεί σε είλωτες με αποφασιστικέ; συνέπειες για το σπαρτιατικό σύστημα, όπως εξέθεσα με συντομία στο κεφ. 1. Βλέπε Finley (1975) κεφ. 10· για την Πελοποννησιακή συμμαχία, de Sle Croix (1972) κε<(. 4.
[20] Ο I.A.F. Bruce, «The Democratic Revolution at Rhodes», Classical Quarterly, n.s. 11 (1961) 166-70, και «Inlernul Politics at the Outbreak of the Corinthian war». Emerita 28 (1960) 75-86, επισημαίνει ότι οι συγκρούσεις ανάμεσα στους ολιγαρχικούς ήταν συχνά η αφορμή για εξωτερική επέμβαση.
[21] Βλέπε γενικά Finley (1978α) 11-14,(19786) 124-6. 
[22] Πολιτικά 1270b14, b28. 1306a 18. αντιστοίχως.
[23] Ο A. Andrewes. «The Government of Classical Sparta», στο Badian (1966) I -20. παρουσιάζει όσα γνωρίζουμε· βλέπε επίσης D.M. Lewis, Sparta and Persia (Λέιντεν 1977) κεφ. 2.
[24] Βλέπε την εξαίρετη συνοπτική δήλωση του Brunt (1971α) κεφ. 1.
[25] Connor (1971) 10. Λιγότερο προσεκτικοί συγγραφείς προχωρούν ακόμη περισσότερο. Μία πρόσφατη μάλλον φαντασιόπληκτη αναπαράσταση της πολιτικής μεταξύ των πολιτικών φατριών της Αθήνας γύρω στο 480 π.Χ. στηρίχτηκε στην υπόθεση ότι η καταγωγή από ηγετικό γένος αυτομάτως εξασφάλιζε de facto πολιτική αναγνώριση στους νεαρούς φιλόδοξους Αθηναίους πολιτικούς, δηλαδή πολύ πριν εξασφαλίσουν την είσοδο στην κατηγορία των αξιωματούχων: G.M.F. Williams. «The Kerameikos Ostraka», Zeitschrift fur Papyrologie und Epigraphik 31 (1980), σ. 106-7. Ως παράδειγμα αναφέρεται ο Κίμωνας, ο οποίος ήταν το πολύ 21 ετών το 489 π.Χ. όταν πέθανε ο πατέρας του. Η άποιμη αυτή στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στη συμβατική σύγχρονη (και όχι αρχαία) μυθολογία περί γένους και εύκολα ανασκευάζεται: βλέπε F. Bourriot, Recherches sur la nature du genus (2 τόμοι. Λίλη και Παρίσι 1976). 
[26] Στον κατάλογο των πλούσιων οικογενειών που συνέταξε ο Davies (1971), ο Καλλίξενος είναι ο υπ' αριθμόν 9688 VII· ο Μένων δεν αναφέρεται επειδή το σχετικό υλικό δεν είχε «κόμη Βρεθεί. Ο Connor (1968) 124-7 είχε ήδη καταλήξει σ' αυτό το συμπέρασμα με βάση μόνο τα 1.500 όστρακα που ήταν γνωστά εκείνη την εποχή.
[27] Η.Η. Scullard. Roman Politics 220-150 B.C. (2η έκδ., Οξφόρδη 1973). σ. 11. Η λέξη «οικογένεια» που χρησιμοποιεί ο Scullard είναι, όπως παρατηρεί ο Brunt (υπό έκδοση), παραπλανητική: «δεν είναι βέβαιο εάν [τα μέλη ενός gens] είχαν ποτέ συγγένεια αίματος, μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις είναι σαφές ότι ακόμη κι αν είχαν κοινούς προγόνους, η σχέση τους (εκτός κι αν είχε παγιωθεί με γάμο) είχε καταντήσει πολύ μακρινή». Η σύγκριση μεταξύ αρχαίας Ελλάδας και Ρώμης δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, διότι, πρώτον, οι ελληνικές οικογένειες ήταν περισσότερο πυρηνικές απ' ό, τι τα ρωμαϊκά gentes. δεύτερον, οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν πιο συχνά την υιοθεσία για πολιτικούς σκοπούς και. τρίτον, στην ελληνική πόλη δεν υπήρχε κανένα αξίωμα αντίστοιχης σημασίας προς το ετήσιο αξίωμα του ύπατου ή του πραίτορα.
[28] Βλέπε E.S. Staveley. «The Fasces and Imperium Mains», Ihsloria 12 (1963) 458-64· B. Gladigow, «Die sakralcn Funktionen des Liktoren», στο H. Temporini. επιμ., Aufstieg und Niedergung der rdmischen Well, I 2 (1972), u. 295-314· Mommsen (1887-8) I 373-93. 
[29] Βλέπε J.S. Richardson, «The Triumph. Ihe Praetors and the Senate in the Early Second Century B.C.». Journal of Roman Studies 65 (1975) 50-63’ το άρθρο καλύπτει μεγαλύτερη χρονική περίοδο απ' ό,τι υπονοεί ο τίτλος.
[30] H.S. Versnel, Triumphus (Λέιντεν 1970).
[31] Astin (1978) κεφ. 1-2, ο οποίος με προθυμία πιστεύει όλους αυτούς τους ισχυρισμούς.
[32] Garlan (1975) 148· πβ. Harris (1979) 38-40. 
[33] Η πολύ σύντομη αυτή παρουσίαση αναπόφευκτα υπεραπλουστεύει την κατάσταση. Για παράδειγμα, δεν ανέφερα τον δικτάτορα των πρώιμων ρωμαϊκών χρόνων στον οποίο δινόταν υπέρτατη εξουσία, κύριος στρατιωτική, σε κρίσιμες εποχές όχι όμως για περισσότερο από έξι μήνες.
[34] Pritchett (1971-9) 11 κεφ. 2-3