Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Και μαζί και χώρια

Δεν προσπαθείς μια σχέση. Το μόνο που προσπαθείς είναι να μάθεις λίγα περισσότερο για τον Εαυτό σου μέσα από αυτήν.

Η σχέση όμως που έρχεται εφόσον έχεις συλλέξει τα κομμάτια σου, έχεις απαγκιστρωθεί από τα δεδομένα σου και έχεις απαλλαγεί από τις επίπλαστες ανάγκες σου, δεν μπορεί να προγραμματιστεί, να πιεστεί, να ελεγχθεί.Έχει δική της ζωή, δική της πορεία.

Σε ξεσηκώνει, σε οδηγεί, σε αναγεννά και σε απελευθερώνει. Δεν την καθορίζεις γιατί τα πάντα αλλάζουν και δεν είσαι ο ίδιος αλλά γίνεσαι κάτι άλλο μαζί της.

Σε μια κοινωνία που όλα έχουν στηθεί ανάποδα και βλέπουμε τον κόσμο μέσα από την παραμόρφωση που αγνοούμε, δεν βιώνουμε τέτοιες σχέσεις. Τις βιώνουμε μόνο εφόσον επιστρέψουμε στην πρωταρχική σχέση με τον Εαυτό μας, που είναι η βάση όλων των υπολοίπων.

Εκπαιδευμένοι από νωρίς, συνήθως μένουμε στο να προσπαθούμε, να έχουμε εμμονές, να απαιτούμε, να απογοητευόμαστε. Κάνουμε συμβόλαια ψεύτικα που δεν διαρκούν, ακόμα και προτού τα υπογράψουμε. Πολύ γρήγορα αντικαθιστά ο "έρωτας" που θεωρούμε πως υπάρχει από ανία, ρουτίνα, συνήθεια, απομάκρυνση και νέες αναζητήσεις ή παραίτηση. Μέσα μας, μένουμε ακάλυπτοι.

Δεν είναι καμία σχέση "κακή" ή "λάθος" αφού όλες μας οδηγούν πιο κοντά στον Εαυτό μας, πιο κοντά στην αλήθεια μας, πιο κοντά στην ουσία μας. Όχι αυτόματα όμως! Όχι τόσο απλά....

Κοιτάζοντας γύρω μας, το σύνηθες που ονομάζουμε "φυσιολογικό", οι περισσότεροι παραμένουν στον συμβιβασμό, στην απογοήτευση, στην αναζήτηση ή την αντικατάσταση συντρόφου ή άλλου υποκατάστατος, που έρχεται υπό μορφή ενδιαφέροντος, σκοπού, κοινωνικού έργου ή κάποιας καλλιτεχνικής έκφρασης, εξάρτησης.... οποιασδήποτε μορφής ανακύκλωσης του πόνου και της ευχαρίστησης και της φυγής.

Γιατί είναι αδύνατον να μάθουμε από τις σχέσεις μας, να πάρουμε όλα όσα αυτές έχουν να μάς δώσουν, να προχωρήσουμε, απελευθερώνοντας το παρελθόν και τους ανθρώπους της ζωής μας, αν δεν αρχίσουμε κάποια στιγμή, παράλληλα και πρωτίστως, το δικό μας εσωτερικό ταξίδι προς τον Εαυτό μας. Διαφορετικά, οι σχέσεις μας, μάς αφήνουν μια γλυκόπικρη γεύση, ενώ το εσωτερικό κενό δεν γεμίζει ποτέ και η μοναξιά παραμένει. Συνεχίζουμε να αγνοούμε τον Έρωτα, ενώ τον ψάχνουμε και (κρυφά ή φανερά) τον αναζητούμε.

Η μια και μοναδική σχέση όμως, που φτιάχνεται με μαγεία, έμπνευση, σύνδεση σε όλα τα επίπεδα και μάς δίνει φτερά, υπάρχει! Είναι εφικτή! Δεν χρειάζεται τα γήινα συμβόλαια, δεν ταξιδεύει στο φόβο και με εξαρτήσεις. Δεν χρειάζεται καμιά προσπάθεια, δεν απειλείται από τίποτα.

Έρχεται εκεί που δεν την περιμένεις, όταν έχεις ήδη εγκαταστήσει τα δικά σου θεμέλια στον Εαυτό σου και σε απογειώνει, ακόμα ψηλότερα. Ζει ελεύθερη και μοναδική, πέρα από οτιδήποτε συνηθισμένο και προηγούμενο που έχουμε ποτέ αισθανθεί.  Συνεχίζουμε να υπάρχουμε ξεχωριστά και μαζί, όπου πλέον δεν υπάρχει διαχωρισμός, διαίρεση ή αφαίρεση.

Είναι η "χώρα των θαυμάτων" και είναι τώρα. Το αιώνιο παρόν, που συνθέτει τα πάντα όλα!

Θεοφράστου βίος & «Χαρακτήρες» (372 – 287 π.Χ)

Ὁ συγγραφεὺς τῶν βίων τῶν φιλοσόφων, Διογένης Λαέρτιος, μᾶς παρέχει τὰς περισσοτέρας πληροφορίας περὶ τοῦ βίου τοῦ Θεοφράστου. Ἐγεννήθη τῷ 372 π. Χ. εἰς τὴν Ἐρεσὸν τῆς Λέσβου, τὴν πόλιν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν 240 περίπου ἔτη πρὸ αὐτοῦ εἶδε τὸ φῶς ἡ δαιμονία ποιήτρια τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος Σαπφώ. Ὁ πατήρ του ἐλέγετο Μελάντας, ἦτο γναφεὺς (καθαριστὴς ἐνδυμάτων) καὶ εἶχεν ἐργοστάσιον μὲ πολλοὺς δούλους· ἦτο λοιπὸν εὔπορος, διὸ ἔδωσεν εἰς τὸν υἱόν του λαμπρὰν ἀνατροφήν. Τὰ πρῶτα μαθήματα ἔλαβεν ὸ Θεόφραστος εἰς τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὸν Λεύκιππον, κατόπιν μετέβη εἰς τὰς Ἀθήνας, τὴν πόλιν τότε τῶν φώτων καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, ὅπου ἐπεδόθη εἰς τὴν φιλοσοφίαν ὡς μαθητὴς τοῦ Πλάτωνος· ὅτε δὲ οὗτος ἀπέθανε, 347 π.Χ., ἠκολούθησε τὸν Ἀριστοτέλη.

Οὗτος ταχέως διέκρινε τὴν φιλομάθειαν καὶ τὴν ἔκτακτον εὐφυΐαν τοῦ μαθητοῦ του καὶ ἐξαιρετικῶς ἐξετίμησε καἰ ἠγάπησεν αὐτόν· διὰ τὴν μεγάλην του δὲ εὐφράδειαν, ἐνῷ πρότερον ὠνομάζετο Τύρταμος, τὸν μετωνόμασεν Εὔφραστον καὶ ἔπειτα Θεόφραστον.

Ἀλλὰ καὶ κατ’ ἄλλον θετικώτερον τρόπον ἐξεδήλωσεν ὁ Ἀριστοτέλης τὴν πρὸς τὸν μαθητήν του ἐκτίμησιν. Ὅτε δηλ. κατά τὸ ἔτος 323 π. Χ. κατηγορήθη ἐπὶ ἀσεβείᾳ καὶ ἠναγκάσθη νὰ φύγῃ εἰς τὴν Χαλκίδα, ἐχάρισεν εἰς τὸν Θεόφραστον τὴν πλουσίαν βιβλιοθήκην του καὶ ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὸν τὴν διεύθυνσιν τῆς Σχολῆς του.

Ἔκτοτε ὁ Θεόφραστος ἐπὶ 25 ἔτη διηύθυνε τὴν Περιπατητικὴν σχολὴν διδάσκων συνεχῶς καὶ ἀσχολούμενος εἰς ἰδιαιτέρας μελέτας. Ἡ ἐργασία ἦτο τὸ κύριον μέλημα τοῦ βίου του· ἐμελέτα, παρετήρει, ἀνεγίνωσκε, ἔγγραφε ἀδιακόπως, ὡς καταφαίνεται ἐκ τοῦ πλήθους τῶν συγγραμμάτων τὰ ὁποῖα κατέλιπε. Ὁ ἀγαθὸς καὶ προσηνὴς χαρακτήρ του, ἡ γοητεία τῶν λόγων του καὶ ἡ πολυμάθειά του προσείλκυσαν πλῆθος μαθητῶν ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος· λέγεται ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ὑπερέβη τοὺς δισχιλίους· μεταξὺ τούτων ἦσαν ὁ Μένανδρος, ποιητὴς τῆς νέας κωμωδίας, ὁ Στράτων ὁ Λαμψακηνός, ὁ μετὰ ταῦτα καῖ διάδοχὁς του, ὁ Δημήτριος ὁ Φαληρεύς, φίλος του στενός, ὅστις τὸν ἐβοήθησε χρηματικῶς νὰ ἀγοράση τὸν κῆπον, ὅπου ἐδίδασκε, καὶ ἄλλοι. Ἡ φήμη του δὲν περιωρίζετο μόνον ἐντὸς τῆς κυρίως Ἑλλάδος, ἀλλὰ ἐξετείνετο καὶ πέραν τῶν ὁρίων αὐτῆς· οἱ βασιλεῖς τῆς Μακεδονίας Φίλιππος καὶ Κάσσανδρος καὶ ὁ βασιλεὺς τῆς Αἰγύπτου Πτολεμαῖος Α’ ὁ Σωτὴρ ἐπεζήτησαν τὴν γνωριμίαv καὶ φιλίαν του.

Ὁ βίος τοῦ Θεοφράστου διέρρευσεν εἰρηνικῶς καὶ ἡσύχως· δύο μόνον περιστατικὰ ἐτάραξαν ὀλίγον τὴν γαλήνην του. Κάποιος Ἀγνωνίδης τὸν κατηγόρησεν ἐπὶ ἀσεβείᾳ, διότι εἶπε κάποτε ὅτι ἡ τύχη καὶ ὄχι ἡ πρόνοια κυβερνᾷ τὸν κόσμον· οἱ δικασταὶ ὅμως ὄχι μόνον ἀπέρριψαν τὴν κατηγορίαv, ἀλλὰ καὶ ἐτιμώρησαν τὸν κατήγορον. Ἐπίσης κατὰ πρότασιν Σοφοκλέους τινὸς ἀπηγορεύθη διὰ ψηφίσματος τῷ 306 π.Χ. εἰς τοὺς φιλοσόφους νὰ διδάσκωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ὁ Θεόφραστος τότε ἐξωρίσθη· ἀλλὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος τὸ ψήφισμα ἠκυρώθη καὶ ἐπανῆλθε γενόμενος δεκτὸς μετὰ μεγάλου ἐνθουσιασμοῦ ἐκ μέρους τῶν πολυαρίθμων φίλων καὶ μαθητῶν του, ἐξηκολούθησε δὲ διδάσκων μέχρι τοῦ θανάτου του.

Ἀπέθανε τῷ 287 π.Χ. πλήρης δόξης καὶ ἡμερῶν εἰς ἡλικίαν πιθανώτατα 85 ἐτῶν, μέχρι δὲ τῆς τελευταίας του στιγμῆς εἰργάζετο καὶ ἐδίδασκε ἄνευ διακοπῆς· ἐπειδὴ οἱ πόδες του ἕνεκα τοῦ γήρατος εἶχον ἐξασθενήσει, ἐφέρετο εἶς τὸν τόπον τῆς διδασκαλίας ἐπὶ φορείου. Οἱ λόγοι του πρὸ τοῦ θανάτου ἐνέχουν κάποιαν μελαγχολίαν καὶ ἀπογοήτευσιν· παρεπονεῖτο διὰ τὴν βραχύτητα τοῦ βίου, ἂν καὶ κατὰ τὸ προοίμιον μάλιστα τῶν χαρακτήρων ἦτο ἐνενήκοντα ἐννέα ἐτῶν, ἐλυπεῖτο, διότι ἀποθνήσκει ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ποὺ ἤρχιζε νὰ μανθάνῃ καὶ κατηγόρει τὴν φύσιν διὰ τὴν ἀδικίαν καὶ ἀνοησίαν της· διότι, ἔλεγε, χαρίζει πολλὰ ἔτη εἰς ζῷα (ἐλάφους καὶ κολοιούς) τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ὠφέλειαν παρέχουν, καὶ περιορίζει τόσον ζηλοτύπως τὸν βίον τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῷ ἡ παράτασις αὐτοῦ θὰ ἐπετρεπεν εἶς τὴν ἀνθρωπότητα νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἐπιστήμας καὶ νὰ τελειοποιηθῇ. Ἐκ τούτων ἀποδεικνύεται γνήσιος μαθητὴς τοῦ Ἀριστοτέλους ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι ἡ μόνη ἡδονή, ἡ ὁποία δὲν κουράζει τὸν ἄνθρωπον, εἶναι ἡ ἡδονή τοῦ μανθάνειν.

Ὁ Θεόφραστος ἦτο ἐκ συστήματος κατὰ τοῦ γάμου· ἐχαρακτήριζε μάλιστα τὸν ἔρωτα ὡς ἀσθένειαν ψυχῆς ἀέργου. Ἐπίσης οὐδέποτε ἔλαβε μέρος ἐνεργὸν εἰς τὴν πολιτικήν, καθ’ ἥν ἐποχὴν μάλιστα ὠργίαζον εἰς τὰς Ἀθήνας τὰ ἀριστοκρατικὰ καὶ δημοκρατικὰ κόμματα καὶ αἱ φατρίαι τῶν Μακεδονιζόντων καὶ μὴ Ἀθηναίων πολιτῶν. Ἔζη λοιπόν, καθὼς λέγει ὁ Κικέρων (Αd Attic. LII, 6), ὅλως ἀφωσιωμένος εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν φιλοσοφίαν. Ὡς ἀληθὴς φιλόσοφος ἠρεύνα τὴν ἀλήθειαν καὶ ἤσκει τὴν ἀρετήν, δὲν ἐφήρμοζεν ὅμως ἠθικὴν ἀσκητικὴν καὶ ἀδιάλλακτον, διότι παρεδέχετο ὅτι πρὸς πλήρη εὐτυχίαν συντελοῦν ἐπίσης καὶ τὰ ἐξωτερικὰ ἀγαθά· ἐφρόντιζεν ἐπιμελῶς διὰ τὴν ἐξωτερικήν του ἐμφάνισιν, ἐνεδύετο κομψῶς καὶ εὐπρεπῶς, δὲν ἀπέφευγε τὰς καλὰς συναναστροφὰς καὶ ἡ τράπεζά του δὲν παρουσίαζε τὴν λιτότητα φιλοσοφικῆς τραπέζης· τοῦτο ἐσκανδάλιζεν ἐνίοτε ἄλλους φιλοσόφους, οἱ ὁποῖοι ἐφόρουν τραχὺν φιλοσοφικὸν τοίβωνα καὶ ἤσκουν αὐστηρὰν ἀσκητικὴν δίαιταν.

Ὁ Θεόφραστος ἦτο ὁπαδὸς τῆς μεσότητος, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη εἶναι χαρακτηρισμὸς τῆς ἀρετῆς, καὶ οὐδεὶς περισσότερον αὐτοῦ ἐγνώριζε νὰ συνδέῃ τὸ ὠφέλιμον μὲ τὸ εὐχάριστον. Ἡ ἀγαθότης τοῦ χαρακτῆρός του καὶ τὰ εὐγενῆ αἰσθήματά του καταφαίνονται καὶ ἐκ τῆς διαθήκης, τὴν ὁποίαν κατέλιπε καὶ τὴν ὁποίαν μᾶς διέσωσε ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος· ἐκτὸς πολλῶν ἄλλων διατάξεων αὔτη περιέχει καὶ τὰ ἐξῆς· νὰ δοθῇ μέρος τῆς περιουσίας του εἰς τοὺς ἀνεψιούς του Μελάνταν καὶ Παγκρέοντα· νὰ ἀναρτηθῇ εἰς τὸ Λύκειον ἡ εἰκὼν του διδασκάλου του Ἀριστοτέλους· νὰ δοθοῦν εἰς τοὺς μαθητάς του ὁ κῆπος καῖ τὰ πέριξ αὐτοῦ οἰκήματα, διὰ νὰ ἐξακολουθῇ ἡ λειτουργία τῆς σχολῆς καὶ μετὰ τὸν θάνατὁν του· νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι οἱ δούλοἰ του, εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ὁ Πομπύλος, νὰ ἀναλάβῃ τὴν φροντίδα τῆς συντηρήσεως τοῦ κήπου καὶ τῆς σχολῆς· νὰ ταφῇ εἰς μίαν γωνίαν τοῦ κήπου χωρὶς περιττὰ ἔξοδα διὰ τὸν τάφον καὶ τὴν κηδείαν του. Ἡ τελευταία αὔτη διάταξις δὲν ἐξετελέσθη, διότι ὄχι μόνον οἱ μαθηταί του ἀλλ’ ἅπαντες οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, μικροὶ καὶ μεγάλοι, συνώδευσαν τὴν νεκρικὴν πομπὴν τιμῶντες τὸν ἄνδρα, τὸν ὁποῖον ἐν ὅσῳ ἔζη τόσον ὑπερβολικῶς ἐσέβοντο καὶ ἠγάπων.

Ὁ πολυγραφώτατος λοιπὸν Θεόφραστος ἔγινε γνωστότατος εἰς τοὺς μεταγενεστέρους κυρίως διὰ τῶν “Χαρακτήρων”του. Ἡ λέξις χαρακτὴρ (ἐκ τοῦ χαράσσω) δηλοῖ πρῶτον ὀξὺ σιδηροῦν ἐργαλεῖον μὲ τὸ ὁποῖον χαράσσονται ἐπὶ ξύλου, μαρμάρου ἢ χαλκοῦ διάφορα γράμματα ἢ σημεῖα, ἔπειτα δέ καὶ αὐτά ταῦτα τὰ χαρασσόμενα· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ σημεῖα ταῦτα συντελοῦν καὶ πρὸς διάκρισιν τοῦ ἀντικειμένου ἐπὶ τοῦ ὁποίου χαράσσονται ἀπὸ ἄλλα, ἡ λέξις χαρακτὴρ προσέλαβε καὶ τὴν σημασίαν τοῦ διακριτικοῦ γνωρίσματος. Πρῶτος ὁ Θεόφραστος μετεχειρίσθη τὴν μεταφορικὴν ταύτην σημασίαν ἐπὶ γνωρισμάτων ὄχι ἐξωτερικῶν, σωματικῶν, ἀλλὰ ἐσωτερικῶν, ψυχικῶν, ἢ τοῦ ἤθους διαφόρων ἀτόμων, διὰ τοῦτο καὶ Ἠθικοὶ Χαρακτῆρες ἐπωνομάσθη τὸ ἔργον του καὶ ὑπὸ τὸν τίτλον τοῦτον δὶς ἀναφέρεται ὑπὸ τοῦ βιογράφου του εἰς τὸν κατάλογον.

Ακολουθούν ορισμένοι «Χαρακτήρες» του Θεοφράστου, οι οποίοι χάρις στην διαχρονικότητα ύπαρξης διατηρούν ακόμη και σήμερα στο ακέραιο τα χαρακτηριστικά και την συμπεριφορά τους.

ΕΙΡΩΝΕΙΑ

Ἡ εἰρωνεία, διὰ νὰ τὴν ὁρίσωμεν γενικῶς, ἠμπορεῖ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι προσποιητὴ ἐλάττωσις πράξεων καὶ λόγων. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωποςεἶναι ὁ εἴρων:

— Πλησιάζει τοὺς ἐχθρούς του καὶ θέλει νά μὴ φανῇ ὅτι τοὺς μισεῖ·

— ἐπαινεῖ, ὅταν εἶναι παρόντα, ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα ποὺ κρυφὰ τὰ ἔχει προσβάλει·

— ἐὰν ἔχουν χάσει δίκην εἰς τὸ δικαστήριον τοὺς συλλυπεῖται·

— φαίνεται ὅτι συγχωρεῖ ἐκείνους ποὺ τὸν κακολογοῦν καὶ ὅτι δὲν θυμώνει δι’ ὅσα λέγονται ἐναντίον του·

—εἰς ἐκείνους που ἔχουν ἀδικηθῆ ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἔρχονται νὰ παραπονεθοῦν ὁμιλεῖ μὲ πραότητα·

—εἰς τοὺς ἐπιμένοντας νὰ τὸν ἶδουν ἀμέσως λέγει νὰ ἐπιστρέψουν ἀργότερα.

—Διὰ τὰς ὑποθέσεις του δὲν φανερώνει τίποτε, ἀλλὰ λέγει ὅτι δὲν ἔλαβε ἀκόμη ἀπόφασιν καὶ προσποιεῖται ὅτι δὲν εἶναι πολὺς καιρὸς ποὺ ἐπανῆλθε, ὅτι ἔφθασε ἀργά, ὅτι ἦτο ἀσθενής·.

— Ὅταν εἰς τὴν ἀγορὰν πωλῇ κάτι, λέγει ὅτι δὲν πωλεῖ· ὅταν δὲ πάλιν δὲν πωλεῖ, λέγει ὅτι πωλεῖ.

— Ἂν ἤκουσε κάτι, προσποιεῖται ὅτι δὲν ἤκουσε, ἂν εἶδεν, ὅτι δὲν εἶδεν, ἂν ἐσυμφώνησε, λέγει ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται.

— Ἄλλοτε λέγει ὅτι θὰ σκεφθῇ, ἄλλοτε ὅτι δὲν γνωρίζει, ἄλλοτε ὅτι ἀπορεῖ, ἄλλοτε ὅτι καὶ αὐτός ἔκαμε αὐτὴν τὴν σκέψιν.

—Καὶ ἐν γένει εἶναι ἄνθρωπος ποὺ μεταχειρίζεται μὲ ἰδιαιτέραν τέχνην τὰς φράσεις· “δὲν πιστεύω”, “δὲν νομίζω”, “θαυμάζω”, “φαίνεται κατὰ τὰ λόγια σου ὅτι αὐτὸς ἤλλαξε πολὺ”, “καὶ ὅμως δὲν μοῦ παρέστησε ἔτσι τὸ πρᾶγμα”, “μοῦ φαίνεται παράδοξον”, “εἰς ἄλλον νὰ τὰ πῇς”, “εὑρίσκομαι εἰς ἀπορίαν πῶς νὰ μὴ σὲ πιστεύσω ἢ νὰ καταδικάσω ἐκεῖνον”, “πρόσεξε μήπως εἶσαι εὐκολόπιστος”.

Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα, τὰ κλωθογυρίσματα καὶ αἱ ἀντιλογίαι ποὺ εὑρίσκει κανεὶς εἰς τὸν εἴρωνα· ἀπὸ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς ὄχι ἁπλοὺς ἀλλὰ πονηροὺς χαρακτῆρας πρέπει νὰ προφυλάττεσαι περισσότερον παρ’ ὅσον ἀπὸ τὰς ἐχίδνας.

ΚΟΛΑΚΕΙΑ

Την κολακείαν ημπορεί κανείς να την θεωρήση ως εξευτελιστικήν συναναστροφήν που ωφελεί τον κόλακα. Ιδού δε τί λογής άνθρωπος είναι αυτός:
Όταν ευρίσκεται εις περίπατον με εκείνον που κολακεύει, του λέγει «παρατηρείς ότι όλος ο κόσμος έχει τα βλέμματά του επάνω σου; Τούτο εις κανένα άλλον από τους πολίτας δεν γίνεται. Χθες εις την (Ποικίλην) στοάν ήκουσα να σε επαινούν· εκάθηντο εκεί περισσότεροι από τριάντα άνθρωποι· όταν δε συνέπεσε λόγος, ποιος είναι ο καλύτερος των πολιτών, όλοι, αφού έκαμα εγώ την αρχήν, εσυμφώνησαν εις το όνομά σου».
Ενώ λέγει αυτά αφαιρεί από το επανωφόρι του νημάτιον ή συλλέγει από το γένειόν του κανέν άχυρον που εφύσησεν εκεί ο αέρας και γελώντας λέγει· «βλέπεις; δυο ημέρας δεν σε συνήντησα και εγέμισαν τα γένειά σου από λευκάς τρίχας, αν και σχετικώς με την ηλικίαν σου έχεις μαύρα τα μαλλιά περισσότερον από κάθε άλλον».
Όταν εκείνος (ο κολακευόμενος) ομιλή, ο κόλαξ προστάζει όλους τους άλλους να σιωπήσουν·
Όταν τραγουδή, τον επαινεί και κάθε φοράν που θα σταματήση, επικροτεί φωνάζων «εύγε!»
Αν κάμη κανένα άνοστο χωρατό, γελά και σπρώχνει το φόρεμά του εις το στόμα του, διότι τάχα δεν ημπορεί να κρατήση τα γέλια.
Όσους συναντά εις τον δρόμον προστάζει να σταματήσουν, έως ότου περάση ο κύριος.
Αφού αγοράση μήλα και απίδια δια τα τέκνα του προσώπου που κολακεύει, τα φέρει εις το σπίτι, τα προσφέρει εις αυτά εμπρός του και αφού τα φιλήση λέγει· «πουλάκια από καλόν πατέρα».
Όταν αγοράζη μαζί του υποδήματα, λέγει ότι το πόδι του είναι κανονικώτερον από το υπόδημα.
Όταν εκείνος (ο κολακευόμενος) πηγαίνη να επισκεφθή φίλον του, ο κόλαξ τρέχει πρωτύτερα και λέγει «εις το σπίτι σου έρχεται», έπειτα επιστρέφει και του λέγει «τον ειδοποίησα».
Εννοείται ότι ο κόλαξ είναι ικανός να μεταφέρη και εκ της γυναικείας αγοράς τα αγορασθέντα χωρίς να «πάρη την αναπνοήν του». Από τους παρευρισκομένους εις ευωχίαν πρώτος επαινεί το κρασί και λέγει εις τον κολακευόμενον «πόσον ανόρεκτα τρώγεις», αφού δε πάρη κάτι από τα ευρισκόμενα εις το τραπέζι, το προσφέρει εις αυτόν και λέγει «κοίταξε τί λαμπρό κομμάτι!»
Τον ερωτά μήπως κρυώνει και αν θέλει να του δώση το επανωφόρι του, λέγοντας δε αυτά το παίρνει και το ρίπτει εις τους ώμους του.
Προσέτι σκύπτει και ψιθυρίζει συχνά κάτι εις το αυτί του.
Έχει πάντοτε το βλέμμα του καρφωμένο επάνω του, ακόμα και όταν ομιλή εις τούς άλλους.
Εις το θέατρον παίρνει από τον δούλον τα προσκέφαλα και τα στρώνει ο ίδιος.
Δια το σπίτι του ανθρώπου που κολακεύει λέγει ότι έχει ωραίον αρχιτεκτονικόν σχέδιον, δια τον κήπον του ότι είναι ωραία φυτευμένος και δια την εικόνα του ότι του ομοιάζει πάρα πολύ.
[Καί εν γένει ημπορεί να ίδη κανείς ότι ο κόλαξ λέγει και κάμνει όλα εκείνα, με τα οποία νομίζει ότι θα γίνη ευχάριστος].

ΑΔΟΛΕΣΧΙΑ (ΦΛΥΑΡΙΑ)

Ἀδολεσχία εἶναι ἡ μανία νὰ λέγῃ κανεὶς πολλὰ καὶ ἀπερίσκεπτα. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀδολέσχης (φλύαρος).

Καθίζει κοντὰ εἰς ἄγνωστον πρὁσωπον καὶ ἀρχίζει πρῶτον νὰ ἐγκωμιάζῃ τὴν γυναῖκά του, ἔπειτα τοῦ διηγεῖται τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδε τὴν προηγουμένην νύκτα, κατόπιν περιγράφει τὸ δεῖπνόν του καὶ ἀναφέρει ἕνα ἕνα τὰ φαγητὰ ποὺ εἶχεν εἰς τὸ τραπέζι του, ἔπειτα ἀπὸ λόγο σὲ λόγο λέγει ὅτι οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι εἶναι περισσότερον πονηροὶ ἀπὸ τοὺς παλαιούς, ὅτι τὸ σιτάρι εἰς τὴν ἀγοραν εἶναι ἀκριβό, ὅτι πολλοὶ ξένοι εὑρίσκονται εἰς τὴν πόλιν, ὅτι μετὰ τὰ Διονύσια εἶναι πλεύσιμος ἡ θάλασσα, ὅτι, ἂν βρέξῃ περισσότερον, θὰ γίνουν τὰ σπαρτὰ καλύτερα, ὅτι τὸν ἐρχόμενον χρόνο θὰ καλλιεργήσῃ τὸν ἀγρόν του, ὅτι ἡ ζωὴ κατήντησε δύσκολος, ὅτι ὁ Δάμιππος κατὰ τὰ μυστήρια ἤναψε μεγίστην λαμπάδα.

— προσέτι ἀναφέρει πόσαι εἶναι αἱ στῆλαι τοῦ ᾨδείου καὶ ὅτι τὸν μῆνα Βοηδρομιῶνα (Σεπτέμβριο) τελοῦνται τὰ Ἐλευσίνια μυστήρια, τὸν Πυανεψιῶνα (Οκτώβριο) τὰ Ἀπατούρια, τὸν Ποσειδεῶνα (Δεκέμβριο) τὰ κατ’ ἀγροὺς Διονύσια· καὶ (ἐξακολουθεῖ) “χθὲς πῆρα ἐμετικόν”, “τί ἡμέρα εἶναι σήμερα;”

Καὶ ἂν κάποιος ὑποφέρῃ τὴν φλυαρίαν του εἶναι ἱκανὸς νὰ μὴ ξεκολλήσῃ ἀπὸ κοντά του.

Πρέπει λοιπὸν νὰ φεύγῃ κανεὶς μὲ τα τέσσαρα μακρυὰ ἀπὸ τοιούτους ἀνθρώπους, ἂν δὲν θέλῃ νὰ πάθῃ πυρετόν διότι δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ ὑποφέρῃ τὴν συναναστροφὴν ἀνθρώπων ποὺ δὲν διακρίνουν πότε ἔχεις ἐργασίαν καὶ πότε καιρὸν διαθέσιμον.

ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ

Ἡ ἀναισθησία, ἂν θέλῃς νὰ τὴν ὁρίσῃς, εἶναι νωθρότης τῆς ψυχῆς εἰς λόγους καὶ πράξεις. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀναίσθητος.

Ἀφοῦ λογαριάσῃ μὲ τὰς ψήφους (λίθοι για τον υπολογισμό μαθηματικών πράξεων) καὶ κάμῃ τὸ ἄθροισμα, ἐρωτᾷ τὸν παρακαθήμενον “πόσον εἶναι”.

—Ἐνῷ κατηγορεῖται καὶ μέλλει νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ δικαστήριον πρὸς ἀπολογίαν, λησμονεῖ τὴν δίκην καὶ φεύγει εἰς τὸν ἀγρόν του.

— Εἰς τὸ θέατρον κοιμᾶται κατὰ τὴν παράστασιν καὶ εἰς τὸ τέλος μένει μόνος.

— Ἀφοῦ ἔφαγε πολύ, σηκώνεται τὴν νύκτα διὰ φυσικήν του ἀνάγκην καὶ τὸν δαγκάνει ὁ σκύλος τοῦ γείτονός του.

—Λαμβάνει ὁ ἴδιος κάτι καὶ τὸ ἀποθέτει, ἔπειτα δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ εὕρη.

— Ὅταν εἰδοποιηθῇ ὅτι κάποιος φίλος του ἀπέθανε, διὰ νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν κηδείαν, ἀφοῦ μελαγχολήσῃ καὶ κλαύσῃ λέγει ‘ἀγαθῇ τύχῃ’ (ἡ ὥρα ἡ καλή).

—Εἶναι ἱκανὸς νὰ πάρῃ μαζί του καὶ μάρτυρας, ὅταν πηγαίνῃ νὰ εἰσπράξῃ χρήματα ποὺ τοῦ χρεωστοῦν.

— Ἐνῷ εἶναι χειμών, ἐπιπλήττει τὸν δοῦλον, διότι δὲν τοῦ ἀγόρασε ἀγγούρια.

— Ἀναγκάζει τὰ παιδία του νὰ γυμνάζωνται εἰς τὸ τρέξιμο καὶ τὴν πάλην καὶ προξενεῖ εἰς αὐτὰ ὑπερκόπωσιν.

— Εἰς τὸν ἀγρόν του βράζει ὁ ὶδιος φακῆν καὶ ρίπτει εἰς τὴν χύτραν δύο φορὰς ἅλας, ὥστε τὴν κάνει νὰ μὴ τρώγεται.

— Ἐνῷ βρέχει (τὴν νύκτα), λέγει ‘εὐχάριστον εἶναι (τὸ φῶς) τῶν ἄστρων’ ὅταν οἱ ἄλλοι λέγουν “εἶναι σκοτάδἰ πίσσα”.

— Ἂν κανεὶς τὸν ἐρωτήσῃ ‘πόσοι νεκροὶ νομίζεις ὅτι ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν πύλην τοῦ νεκροταφείου, ἀποκρίνεται ‘τόσοι, ὅσους εἴθε νὰ εἴχαμε ἐγὼ καὶ σύ’.

ΑΠΙΣΤΙΑ (ΚΑΧΥΠΟΨΙΑ)

Ἡ ἀπιστία εἶναι βεβαίως γνώμη ποὺ ἔχει κανεὶς δι’ ὅλους ὅτι εἶναι ἄδικοι· ἰδοὺ δὲ τὶ λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἄπιστος (καχύποπτος):

— Ὅταν στείλῃ τὸν δοῦλόν του διὰ νὰ ψωνίσῃ, στέλλει κατόπιν δεύτερον διὰ νὰ πληροφορηθῇ, πόσον ἐπλήρωσεν ὁ πρῶτος διὰ τὰ ὀψώνια.

— Εἰς τὸν δρόμον κρατεῖ ὁ ἴδιος τὰ χρήματα καὶ εἰς κάθε στάδιον (185 μέτρα) καθίζει καὶ τὰ μετρᾷ.

— Ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν κλίνην, ἐρωτᾷ τὴν γυναῖκά του ἂν ἔχῃ κλείσει τὸ κιβώτιον, ἂν εἶναι σφραγισμένο τὸ ἑρμάριον διὰ τὰ ἀσημικὰ καὶ ἂν ἔχῃ βάλει τὸν σύρτην εἰς τὴν θύραν τῆς αὐλῆς· ἂν δὲ ἐκείνη ἀπαντήσῃ ‘ναί’, δὲν πιστεύει, ἀλλὰ σηκώνεται γυμνὸς ἀπὸ τὸ στρῶμα καὶ ἀφοῦ ἀνάψῃ λύχνον περιφέρεται ξυπόλυτος διὰ νὰ τὰ ἐπιθεωρήσῃ ὅλα, καὶ ἔτσι μόνον ἠμπορεῖ νὰ κοιμηθῇ.

— Ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ τοῦ χρεωστοῦν χρήματα ζητεῖ τοὺς τόκους μὲ μάρτυρας, διὰ νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ ἀρνηθοῦν.

— Εἶναι ἱκανὸς νὰ δώσῃ καὶ τὸ φόρεμά του πρὸς καθαρισμὸν ὄχι εἰς τὸν καλύτερον καθαριστήν, ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀξιόπιστον ἐγγυητήν.

— Ἂν ἔλθῃ κανεὶς νὰ δανεισθῇ ἀπὸ αὐτὸν ποτήρια 3 (χρυσᾶ ἢ ἀργυρᾶ) συνήθως μὲν δὲν τὰ δίδει, ἂν ὅμως εἶναι κάποιος συγγενής του ἢ στενὸς φίλος, τὰ δανείζει, ἀφοῦ πρῶτα τὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ πῦρ καὶ τὰ ζυγίσῃ καὶ σχεδὸν λάβῃ ἐγγυητήν.

— Διατάσσει τὸν δοῦλον ποὺ τὸν συνοδεύει νὰ μὴ βαδίζῃ ὀπίσω ἀλλ’ ἐμπρός του, διὰ νὰ τὸν προσέχῃ μὴ τοῦ φύγῃ εἰς τὸν δρόμον.

— Εἰς ἐκείνους ποὺ ἠγόρασαν ἀπὸ αὐτὸν κάτι καὶ λέγουν ‘πόσον τιμᾶται; γράψε το, διότι δὲν ἔχω τώρα καιρὸν’ ἀπαντᾷ ‘μὴ ἐνοχλεῖσαι, διότι ἐγὼ θὰ σὲ συντροφεύσω ἕως ὅτου εὐκαιρήσῃς’.

ΔΥΣΧΕΡΕΙΑ (ΒΔΕΛΥΡΟΤΗΤΑ)

Ἡ δυσχέρεια εἶναι ἀμέλεια διὰ τὴν περιποίησιν τοῦ σώματος, ἡ ὁποία προξενεῖ δυσάρεστον αἴσθημα εἰς τοὺς ἄλλους. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ δυσχερής (βδελυρός):

— Ἐνῷ ἔχει λέπραν καὶ λειχῆνας καὶ μαῦρα νύχια ἀπὸ τὸ νόσημα, περιφέρεται εἰς τὸν δρόμον καὶ λέγει ὅτι ταῦτα τοῦ εἶναι ἀσθένειαι κληρονομικαί, διότι τὰ εἴχε καὶ ὁ πατέρας του καὶ ὁ πάππος του, διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ ἄλλος νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὸ γένος των.

— Εἶναι δὲ βεβαίως ἱκανὸς καὶ ὅταν ἔχῃ πληγὰς εἰς τὸ ἀντικνήμιον ἢ ξεγδάρματα εἰς τοὺς δακτύλους, νὰ μὴ τὰ θεραπεύῃ, ἀλλὰ νὰ τὰ ἀφήνῃ νὰ λαμβάνουν κακοήθη μορφήν.

— Ἔχει τὸ τρίχωμα εἰς τὰς μασχάλας ὅμοιον μὲ τρίχωμα θηρίου, πυκνὸ ποὺ σκεπάζει μέγα μέρος τῶν πλευρῶν του, καὶ τὰ δόντια μαῦρα καὶ καταφαγωμένα, ὥστε νὰ προξενῆ ἀηδίαν καὶ νὰ μὴ ἠμπορῇς νὰ τὸν πλησιάσῃς·

— καὶ πετᾷ τὴν μύξαν του, ἐνῷ τρώγει τὸ φαγητόν του· χώνεται εἰς τὰ αἵματα, ὅταν θυσιάζῃ· ὅταν ὁμιλῇ πρός τινα, τὸν ραντίζει μὲ σάλια ἀπὸ τὸ στόμα του· ἐρεύγεται, ἐνῷ πίνει·

— κοιμᾶται μὲ τὴν γυναῖκά του εἰς στρώματα ρυπαρά·

— εἰς τὸ λουτρὸν μεταχειρίζεται ταγγὸ λᾷδι διὰ νὰ ἀλειφθῇ.

— Φορεῖ χονδρὸν χιτῶνα καὶ μανδύαν πολὺ λεπτὸν μὲ πολλὰς κηλῖδας καὶ πηγαίνει ἔτσι εἰς τὴν ἀγοράν.

— λέγει βλασφημίας, ὅταν ἡ μητέρα του πηγαίνῃ νὰ συμβουλευθῇ οἰωνοσκόπον.

— Ὅταν ἄλλοι προσεύχωνται καὶ κάμουν σπονδάς, ἀφήνει νὰ πέσῃ τὸ ποτῆρί του καὶ γελᾷ, σὰν νὰ ἔκαμε μεγάλο κατόρθωμα.

— Ὅταν ἀκούῃ αὐλητρίδα, μόνος ἀπὸ τοὺς ἀκροατὰς χειροκροτεῖ καὶ συνοδεύει μὲ χαμηλὴν φωνὴν τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἐπιπλήττει, διότι ἔπαυσε τόσον γρήγορα·

— θέλει νὰ πτύσῃ ἐπάνω ἀπὸ τὸ τραπέζι καὶ πτύει τὸν ὑπηρέτην ποὺ προσφέρει τὸ κρασί.

ΜΙΚΡΟΦΙΛΟΤΙΜΙΑ (ΚΕΝΟΔΟΞΙΑ)

Ἡ μικροφιλοτιμία θὰ φανῇ ὅτι εἶναι χαμερπὴς ἐπιθυμία τιμῆς· ἰδοὺ δὲ τὶ λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ μικροφιλότιμος (κενόδοξος):

— Ὅταν προσκληθῇ εἰς δεῖπνον, προσπαθεῖ νὰ καταλάβη θέσιν κοντὰ εἰς τὸν προσκαλέσαντα.

— Φέρει τὸν υἱόν του εἰς τοὺς Δελφούς, διὰ νὰ κόψῃ καὶ ἀφιερώσῃ ἐκεῖ τὰ μαλλιά του.

—Φροντίζει νὰ ἔχῃ δοῦλον διὰ νὰ τὸν ἀκολουθῇ.

— Ὅταν δίδει ὀπίσω εἰς δανειστήν του μνᾶν, φροντίζει νὰ τὴν ἐπιστρέψῃ εἰς καινούρια ἀργυρᾶ νομίσματα.

— Διὰ τὸν κολοιὸν (κόρακα) ποὺ τρέφει εἰς τὸ σπίτι του εἶναι ἱκανὸς νὰ κατασκευάσῃ σκαλίτσαν (κλιμάκιον) καὶ μικρὰν ἀσπίδα ἀπὸ χαλκόν, διὰ νὰ τὴν φορῇ ὁ κολοιὸς καὶ ἔτσι νὰ πηδᾷ εἰς τὴν σκαλίτσαν του·

— ὅταν θυσιάσῃ βόδι, καρφώνει τὸ δέρμα τοῦ μετώπου μὲ τὰ κέρατα, ἀφοῦ δέσῃ γύρω μεγάλα στέμματα, ἀντίκρυ εἰς τὴν εἴσοδον, διὰ νὰ βλέπουν οἱ εἰσερχόμενοι ὅτι ἐθυσίασε βόδι·

— ὅταν συνοδεύσῃ πομπὴν μὲ τοὺς ἱππεῖς, ὅλα τὰ ἄλλα δίδει εἰς τὸν δοῦλόν του νὰ τὰ φέρῃ εἰς τὸ σπίτι του, αὐτὸς δέ, ἀφοῦ ἐνδυθῇ τὴν πολιτικὴν στολήν του, περιφέρεται μὲ τὰ σπιρούνια εἰς τὴν ἀγοράν·

—ἂν ἀποθάνῃ σκυλάκι ἀπὸ τὴν Μάλταν, τοῦ κατασκευάζει μνῆμα, στήνει μικρὰν στήλην καὶ γράφει ἐπάνω “Γένος τῆς Μάλτας”· ἂν ἀφιερώσῃ δάκτυλον χάλκινον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἀσκληπιοῦ, τὸν τρίβει καθημέραν, τὸν στολίζει μὲ ἄνθη καὶ τὸν ἀλείφει μὲ μύρον·

—ὅταν εἶναι πρύτανις, κατορθώνει νὰ λάβῃ ἀπὸ τοὺς συναδέλφους του τὴν ἐντολὴν νὰ ἀναγγείλῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς θυσίας καὶ ἀφοῦ ἐνδυθῇ λαμπρὸν φόρεμα καὶ στεφανωθῇ παρουσιάζεται εἰς τὸν δῆμον καὶ λέγει· “πολῖται Ἀθηναῖοι, ἐθυσιάζαμεν ἡμεῖς οἱ πρυτάνεις εἰς τὴν μητέρα τῶν θεῶν τὰ Γαλάξια καὶ ἡ θυσία ἦτο καλή· εἴθε σεῖς νὰ ἀπολαύσετε τὰ ἀγαθὰ” καὶ ἀφοῦ ἀπαγγείλῃ αὐτά, ἀπέρχεται εἰς τὸ σπίτι του καὶ διηγεῖται εἰς τὴν γυναῖκά του ὅτι εἶναι ὑπερβολικὰ εὐτυχής.

— Πολὺ συχνὰ κόπτει τὰ μαλλιά του, ἔχει λευκὰ δόντια, ἀλλάζει συχνὰ τὰ φορέματά του, ἐνῷ ἀκόμη εἶναι καλά, καὶ ἀλείφεται μὲ μύρα.

—Εἰς τὴν ἀγορὰν πλησιάζει τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκονται οἱ τραπεζῖται, εἰς τὰ γυμνάσια τοὺς τόπους, ὅπου γυμνάζονται οἱ ἔφηβοι, καὶ εἰς τὸ θέατρον, ὅταν ὑπάρχῃ παράστασις, κάθηται κοντὰ εἰς τοὺς στρατηγούς.

— Διὰ τὸν ἑαυτόν του δὲν ἀγοράζει τίποτε, διὰ τοὺς φίλους του ὅμως (ἐκ φιλοξενίας) ἐκτελεῖ παραγγελίας καὶ στέλλει (ἀγάλματα) εἰς τὸ Βυζάντιον καὶ λακωνικοὺς σκύλους εἰς τὴν Κύζικον καὶ μέλι Ὑμηττοῦ εἰς τὴν Ρόδον· καὶ ἐνῷ κάμῃ αὐτά, τὰ διηγεῖται εἰς ὅλην τὴν πόλιν.

— Εἶναι δὲ ἱκανὸς καὶ πίθηκον νὰ θρέψῃ καὶ τίτυρον (τράγο) νὰ ἔχῃ καὶ περιστέρια Σικελικὰ καὶ ἀστραγάλους (παιχνίδι των αρχαίων) ἐλαφιῶν καὶ ἐλαιοδοχεῖα Θουριακά, ἀπὸ τὰ στρογγύλα καὶ ράβδους καμπύλας ἀπὸ τὴν Λακεδαίμονα καὶ παραπετάσματα μὲ ἐνυφασμένους Πέρσας καὶ μικρὰν παλαίστραν (γυμναστήριο) μὲ ἄμμον καὶ σφαιριστήριον.

— Τὴν παλαίστραν αὐτὴν περιφερόμενος εἰς τὴν πόλιν παραχωρεῖ εἰς σοφιστὰς καὶ ὁπλομάχους καὶ μουσικούς, διὰ νὰ κάμουν μέσα ἐπιδείξεις καὶ αὐτὸς κατὰ τὰς ἐπιδείξεις εἰσέρχεται τελευταῖος, ὅταν ὅλοι πλέον εὑρίσκωνται εἰς τὰς θέσεις των, διὰ νὰ εἴπῃ κἄποιος ἀπὸ τοὺς θεατὰς ὅτι εἰς αὐτὸν ἀνήκει ἡ παλαίστρα.

ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑ)

Ἡ ἀνελευθερία εἶναι ἔλλειψις φιλοτιμίας ἀποφεύγουσα δαπάνην. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀνελεύθερος (φιλάργυρος).

— Ἂν νικήσῃ (ὡς χορηγὸς) εἰς ἀγῶνα τραγῳδῶν, ἀφιερώνει εἰς τὸν Διόνυσον ξυλίνην πινακίδα, ὅπου γράφει μόνον τὸ ὄνομά του.

— Ὅταν γίνωνται συνεισφοραὶ ὑπὲρ τῆς πόλεως, σηκώνεται σιγὰ καὶ φεύγει ἀπὸ τὴν συνέλευσιν.

— Ὅταν ὑπανδρεύῃ τὴν θυγατέρα του, πωλεῖ τὰ κρέατα τῆς θυσίας, ἐκτὸς τῶν προωρισμένων διὰ τοὺς ἱερεῖς, τοὺς δὲ ὑπηρετοῦντας εἰς τὸν γάμον τοὺς μισθώνει χωρὶς τροφήν.

—Ἐὰν εἶναι τριήραρχος, στρώνει εἰς τὸ κατάστρωμα τὰ στρώματα τοῦ κυβερνήτου, τὰ δὲ ἰδικά του θέτει κατὰ μέρος διὰ νὰ μὴ φθείρωνται.

— Εἶναι δὲ ἱκανὸς νὰ μὴ στείλῃ καὶ τὰ τέκνα του εἰς τὸ σχολεῖον, ἀλλὰ νὰ εἴπῃ ὅτι ἀσθενοῦν κατὰ τὴν ἑορτὴν τῶν Μουσῶν, διὰ νὰ μὴ συνεισφέρουν εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἑορτῆς.

— Ὅταν ψωνίσῃ εἰς τὴν ἀγοράν, φέρει ὁ ἴδιος τὰ κρέατα καὶ τὰ λάχανα εἰς τὸν κόλπον του — Μένει μέσα εἰς τὸ σπίτι του, ὅταν δώσῃ νὰ πλύνουν τὸ φόρεμά του.

— Ἐὰν φίλος του συλλέγῃ ἐράνους, ἐνῷ ἔχει συνομιλήσει περὶ αὐτοῦ, βλέποντάς τον νὰ πλησιάζῃ ἀλλάζει τὸν δρόμον του καὶ μὲ ἕνα γῦρον ἐπιστρέφει εἰς τὸ σπίτι του.

— Διὰ τὴν γυναῖκά του, ποὺ τοῦ ἔδωσε προῖκα, δὲν ἀγοράζει ὑπηρέτριαν ἀλλὰ μισθώνει ἕνα παιδάριον διὰ νὰ τὴν συνοδεύῃ, ὅταν ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν γυναικείαν ἀγοράν.

— Φορεῖ ὑποδήματα συνερραμμένα μὲ πολλὰς ἐπιδιορθώσεις καὶ λέγει ὅτι εἶναι σκληρὰ σὰν κέρατο.

— Ὅταν σηκωθῇ σαρώνει ὁ ῖδιος τὸ σπίτι καὶ καθαρίζει ἀπὸ κοριοὺς τὰς κλίνας.

— Ὅταν καθίζῃ, γυρίζει ἀνάποδα τὸ μάλλινον φόρεμα (τρίβωνα) ποὺ φορεῖ, (διὰ νὰ μὴ λερώσῃ).

ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ

Ἡ ἀλαζονεία βεβαίως θὰ φανῇ ὅτι εἶναι κάποια προσποίησις διὰ μὴ ὑπάρχοντα ἀγαθά. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀλαζών:

— Στέκει εἰς τὴν προκυμαίαν (τοῦ Πειραιῶς) καὶ διηγεῖται εἰς ξένους ὅτι ἔχει δώσει πολλὰ χρήματα εἰς θαλασσοδάνεια, περιγράφει λεπτομερῶς τὴν ἐργασίαν αὐτὴν καὶ πόσα αὐτὸς ἐκέρδισε καὶ ἔχασε· συγχρόνως ἐνῷ καυχᾶται δι’ αὐτὰ, στέλλει τὸν δοῦλόν του εἰς τὴν τράπεζαν, ἂν καὶ δὲν ἔχει κατάθεσιν οὔτε μιᾶς δραχμῆς.

— Εἶναι ἱκανὸς καὶ συνταξιδιώτην του καθ’ ὁδὸν νὰ ἐμπαίξῃ λέγων ὅτι ἐξεστράτευσε μαζὶ μὲ τὸν Ἀλέξανδρον καὶ πῶς ἐκεῖνος ἐφέρετο πρὸς αὐτὸν καὶ πόσα λιθοκόλλητα ποτήρια ἔφερε ἀπὸ τὴν ἐκστρατείαν· νὰ ὑποστηρίζῃ δὲ ὅτι οἱ τεχνῖται τῆς Ἀσίας εἶναι καλύτεροι ἀπὸ τοὺς τεχνίτας τῆς Εὐρώπης· καὶ λέγει ὅλα αὐτὰ χωρὶς νὰ ἔχῃ μεταβῆ εἰς κανένα ἄλλον τόπον ἔξω τῆς πόλεως·

— καὶ ἐπιστολὰς δὲ τρεῖς λέγει ὅτι ἔλαβε ἀπὸ τὸν Ἀντίπατρον, μὲ τὰς ὁποίας τὸν ἐπροσκάλεσε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ ὅτι, ἐνῷ τοῦ ἐδίδετο ἄδεια ἐξαγωγῆς ξυλείας (ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν) χωρὶς δασμόν, δὲν ἐδέχθη, διὰ νὰ μὴ τὸν συκοφαντήσῃ κανείς, ὅτι εἶναι περισσότερον παρ’ ὅσον πρέπει φίλος τῶν Μακεδόνων

— Κατὰ τὴν σιτοδείαν λέγει ὅτι αὐτὸς ἔχει ἐξοδεύσει περισσότερα ἀπὸ πέντε τάλαντα εἰς βοήθειαν τῶν πτωχῶν πολιτῶν, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ.

—Εὑρισκόμενος μεταξὺ ἀγνώστων προσώπων παρακαλεῖ ἕνα ἐξ αὐτῶν νὰ λογαριάσῃ μὲ τὰς ψήφους (λίθοι για τον υπολογισμό αριθμητικών πράξεων) καὶ ἀφοῦ μετρήσῃ κατὰ ἑξακοσίας δραχμὰς καὶ κατὰ μνᾶν καὶ προσθέσῃ πρὸς πιστοποίησιν καὶ ὀνόματα ὀφειλετῶν εἰς κάθε ποσὸν ἀπὸ αὐτά, ἀναβιβάζει τὸ ὁλικὸν ἄθροισμα εἰς δέκα τάλαντα· καὶ αὐτά, λέγει, ἐδόθησαν ἀπὸ αὐτὸν εἰς ἐράνους, παραλείπει δὲ νὰ προσθέσῃ τὰς τριηραρχίας καὶ τὰς ἄλλας δημοσίας λειτουργίας ποὺ ἀνέλαβε.

— Εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν ἵππων πλησιάζει ἐκείνους ποὺ πωλοῦν τοὺς καλυτέρους καὶ προσποιεῖται ὅτι θέλει νὰ ἀγοράσῃ.

— Ἔρχεται εἰς τὰ ἐπιπλοπωλεῖα καὶ ζητεῖ ἱματισμὸν ἀξίας δύο ταλάντων, ὑβρίζει δὲ τὸν δοῦλόν του, διότι δὲν ἔφερε μαζί του τὰ ἀναγκαῖα χρήματα.

— Ἐνῷ κατοικεῖ εἰς σπίτι μὲ ἐνοίκιον, λέγει εἰς ἐκεῖνον ποὺ δὲν τὸ γνωρίζει, ὅτι εἶναι πατρικό του καὶ ὅτι θὰ τὸ πωλήσῃ, διότι εἶναι μικρὸ σχετικῶς πρὸς τοὺς ξένους ποὺ φιλοξενεῖ.

ΔΕΙΛΙΑ

Ἡ δειλία βεβαίως ἠμπορεῖ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι ὑποχώρησις τῆς ψυχῆς ἀπὸ φόβον. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ δειλός:

— Ὅταν ταξιδεύῃ μὲ πλοῖον, νομίζει ὅτι τὰ ἀκρωτήρια εἶναι πειρατικὰ πλοῖα.

— Ἂν γίνῃ θαλασσοταραχή, ἐρωτᾷ μήπως κανεὶς ἀπὸ τοὺς πλέοντας δὲν ἔχει μυηθῆ τὰ μυστήρια (τῆς Σαμοθράκης) καὶ ἀφοῦ σηκώσῃ τὸ κεφάλι, ἐρωτᾷ τὸν πλοίαρχον ἂν τὸ πλοῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ πέλαγος καὶ πῶς κρίνει τὸν καιρόν, καὶ εἰς τὸν παρακαθήμενον λέγει ὅτι φοβεῖται ἀπὸ ἕνα ὄνειρο ποὺ εἶδε· καὶ ἀφοῦ ἐκδυθῇ, δίδει τὸν χιτῶνά του εἰς τὸν δουλόν του καὶ παρακαλεῖ (τοὺς ναύτας) νὰ τὸν φέρουν εἰς τὴν ξηράν.

— Ὅταν εὑρίσκεται εἰς ἐκστρατείαν κατὰ τὴν ἐξόρμησιν τοῦ πεζικοῦ προσκαλεῖ τοὺς συνδημότας του καὶ τοὺς παρακαλεῖ νὰ σταθοῦν πρῶτα κοντὰ καὶ νὰ παρατηρήσουν γύρω, διότι, λέγει, εἶναι δύσκολον νὰ διακρίνῃ κανεὶς ποῖοι ἀπὸ τὰ δύο διαμαχόμενα μέρη εἶναι οἱ ἐχθροί.

—Καὶ ὅταν ἀκούῃ φωνὰς καὶ βλέπῃ νὰ φονεύωνται, λέγει εἰς τοὺς συντρόφους του ὅτι ἀπὸ τὴν βίαν του ἐλησμόνησε τὸ ξίφος καὶ τρέχει εἰς τὴν σκηνήν· ἀφοῦ δὲ στείλῃ ἔξω τὸν δοῦλόν του καὶ τὸν διατάξῃ νὰ ἴδῃ ποῦ εἶναι οἱ ἐχθροί, αὐτὸς τὸ κρύπτει ὑπὸ τὸ προσκέφαλον καὶ ἔπειτα χρονοτριβεῖ πολύ, διότι τάχα τὸ ζητεῖ εἰς τὴν σκηνήν.

— Ὅταν βλέπῃ ὅτι κάποιον φίλον του πληγωμένον φέρουν εἰς τὸ στρατόπεδον, τρέχει πρὸς αὐτόν, τὸν ἐνθαρρύνει καὶ ὑποβαστάζοντας τὸν φέρει εἰς τὴν σκηνήν· ἐκεῖ τὸν περιποιεῖται, σπογγίζει τὸ αἷμα γύρω καὶ καθήμενος κοντά του διώχνει τὲς μύγες ἀπὸ τὴν πληγήν· καὶ κάθε ἄλλο προτιμᾷ νὰ κάμῃ παρὰ νὰ πολεμῇ μὲ τοὺς ἐχθρούς·

— ἂν ὁ σαλπιγκτὴς σαλπίσῃ τὸ πολεμικόν, καθήμενος εἰς τὴν σκηνὴν λέγει ‘στὸ διάβολο’ δὲν θὰ ἀφήσῃς τὸν ἄνθρωπον νὰ κοιμηθῇ ὀλίγον μὲ τὰ σαλπίσματα σου;

—Καὶ καταματωμένος ἀπὸ τὴν ξένην πληγὴν συναντᾷ τοὺς ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν μάχην καὶ διηγεῖται ‘μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς μου ἔχω σώσει ἕνα ἀπὸ τοὺς φίλους μου’· καὶ συγχρόνως φέρει μέσα εἰς τὴν σκηνὴν πρὸς τὸν πληγωμένον τοὺς συνδημότας καὶ φυλέτας του διὰ νὰ τὸν ἴδουν καὶ διηγεῖται εἰς τὸν καθένα ὅτι ὁ ἴδιος μὲ τὰ χέρια του τὸν ἔφερεν εἰς τὴν σκηνήν.
----------------
Σχόλιο
Τα ανωτέρω είδη χαρακτήρων είναι πανδημικά, με έντονο αίσθημα αυτοσυντήρησης και επιβίωσης, δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι έχουν επιβιώσει δια μέσω των αιώνων, διαδραματίζοντας ενίοτε πρωταγωνιστικό ρόλο στα εκάστοτε πολιτικά – κοινωνικά δρώμενα. Ζούν και ευδοκιμούν σε όλες τις νεοελληνικές κοινωνικές εκφάνσεις προσφέροντας ανιδιοτελώς ή επ’ αμοιβή (δημόσιες σχέσεις) τις υπηρεσίες του.

Οι λόγοι για τους οποίους προσφέρεται πεδίο δόξης λαμπρό στους σύγχρονους «παρασιτικούς δυνάστες» είναι οι ανύπαρκτες κοινωνικές – ηθικές αξίες & αρχές όπως χαμηλή αυτοπεποίθηση, αυταρέσκεια, αλαζονεία, ματαιοδοξία, ροπή προς τη φιλαργυρία, κοινωνική ασυδοσία, προβολή φθηνών κοινωνικών προτύπων, ανάδειξη «πομφολύγων» σε ειδήμονες – επαΐοντες, κοινωνική ανοχή (αλλά και τάση) στις ατέρμονες ρηχές αναλύσεις των εκάστοτε προβλημάτων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών) υπερπροβολή ασήμαντων αμπελοφιλοσόφων, ανάδειξη της δειλίας σε υπέρτατο προσόν, κ.ά .

Το παράδοξο το οποίο συμβαίνει με τις συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων είναι ότι ενώ οι περισσότεροι εξ ημών δημόσια τους απορρίπτουν κατ’ ιδίαν τους επιζητούν ενθαρρύνοντας έμμεσα να συνεχίσουν το «θεάρεστο και παραγωγικό» έργο τους .

7 πράγματα που δεν γνώριζες για τα ταμπόν

Πόσα ταμπόν χρησιμοποιεί μια γυναίκα όσο ζει; Πόσο πιθανό είναι να πάθεις το σύνδρομο του τοξικού σοκ; Πότε προβλήθηκε στην τηλεόραση η πρώτη διαφήμιση ταμπόν; Βρες απαντήσεις σε αυτά και σε άλλα πολλά πρακάτω. 

1. Μια μέση γυναίκα χρησιμοποιεί κατά τη διάρκεια της ζωή της 16.800 ταμπόν που κοστίζουν περίπου 3.000 δολάρια.

2. Κάτι παρόμοιο με τα σημερινά ταμπόν χρησιμοποιούσαν και οι γυναίκες στην αρχαιότητα. Στην Αρχαία Ρώμη, οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν ταμπόν από μαλλί, ενώ στην Ινδονησία από φυτικές ίνες. Στην Αφρική χρησιμοποιούσαν ρολά από χόρτα και στην Ιαπωνία κατασκεύαζαν ταμπόν από χαρτί και επιδέσμους.

3. Η πρωταγωνίστρια των Friends, Courteney Cox, ήταν η πρώτη που διαφήμισε ταμπόν και χρησιμοποίησε τη λέξη "περίοδος" σε μία διαφήμιση της εταιρείας Tampax το 1985. Μέχρι τη δεκαετία του '80 δεν υπήρχε καμία διαφήμιση ταμπόν στην τηλεόραση!

4. Το σύνδρομο του τοξικού σοκ, για το οποίο έχουν κατηγορηθεί τα ταμπόν, είναι στην πραγματικότητα κάτι που συμβαίνει σπάνια. Για κάθε 100.000 γυναίκες που χρησιμοποιούν τα ταμπόν, μόνο τρεις ή τέσσερις θα αναπτύξουν το σύνδρομο. Η ασθένεια μπορεί μόνο να συμβεί εάν αφήσεις ένα λερωμένο ταμπόν για πολλές ώρες στον κόλπο σου. Τα συμπτώματα θυμίζουν πολύ αυτά της γρίπης ενώ θα μπορούσαν να είναι θανατηφόρα. Αν όμως τα αλλάζεις τακτικά, δεν έχεις να ανησυχείς για τίποτα.

5. Η πρώτη γυναίκα αστροναύτης, η Sally Ride, είχε πάρει μαζί της στο διάστημα ταμπόν! Όλα ήταν δεμένα μεταξύ τους έτσι ώστε να μην αιωρούνται από εδώ κι από εκεί.

6. Το πρώτο συνέδριο κατά των ταμπόν παγκοσμίως έγινε στο James Madison University της Βιρτζίνια των ΗΠΑ το 2000. Οι συμμετέχοντες ανησυχούσανα για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της χρήσης των ταμπόν. 

7. Υπάρχουν και ταμπόν που συνοδεύονται από εφαρμοστές (applicators) και είναι αρκετά δημοφιλή στη Βόρεια Αμερική για λόγους υγιεινής. Στην Ευρώπη προτιμούμε κυρίως τα ταμπόν χωρίς applicators λόγω των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Πότε ερωτευόμαστε; Οι 6 βασικές προϋποθέσεις

Πολλοί λένε ότι ο έρωτας είναι τυφλός.
Ερωτευόμαστε εντελώς ασυναίσθητα και χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε το γιατί. Η αλήθεια όμως είναι ότι τελικά ακόμα και ο έρωτας φαίνεται να έχει κάποιους κανόνες, τουλάχιστον ως προς το ποιους ερωτευόμαστε. Ή τουλάχιστον έτσι υποστηρίζουν αυτοί που ασχολούνται με τον κλάδο της κοινωνικής ψυχολογίας. Ας προσπαθήσουμε να δούμε ποιοι είναι αυτοί

1)    Χωροταξική εγγύτητα. Οι περισσότεροι από εμάς ερωτευόμαστε ανθρώπους που είτε ζουν στην ίδια περιοχή με εμάς, είτε δουλεύουν στον ίδιο χώρο. Ο πρώτος μας έρωτας είναι συνήθως κάποιος συμμαθητής μας, συνεχίζουμε με κάποιον που θα συναντήσουμε στα φοιτητικά μας έδρανα για να περάσουμε στους τόσο γνωστούς σε όλους μας έρωτες στους εργασιακούς μας χώρους. Όπως και να έχει, το πιο πιθανό είναι ότι συνήθως θα είμαστε σε τέτοιο βαθμό «τυχεροί» που ο τόσο «μοναδικός» αυτός άνθρωπος που θα ερωτευτούμε θα ζει ή θα κινείται στον ίδιο χώρο με εμάς!

2)    Συχνή αλληλεπίδραση. Όσο πιο συχνά συναντάμε ή αλληλεπιδρούμε με κάποιον, τόσο πιο πολλές είναι οι πιθανότητες να τον/την ερωτευτούμε. Όπως συμβαίνει και με τα τραγούδια που βάζουν οι σταθμοί στο ραδιόφωνο, τα οποία μετά από 5-6 ακούσματα αρχίζουν να μας αρέσουν ακόμα και αν στην αρχή μας είχαν φανεί αδιάφορα, έτσι και με τους ανθρώπους. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που πολλοί βρισκόμαστε ερωτευμένοι με ανθρώπους που «δεν πρέπει». Πχ με τους φίλους του συντρόφου μας ή με τους συντρόφους των φίλων μας!

3)    Τα ομώνυμα έλκονται. Σε αντίθεση με τους νόμους της φυσικής, ο νόμος του έρωτα μας προστάζει να επιλέγουμε άτομα που έχουν  την ίδια με εμάς εθνότητα, κοινωνικό, θρησκευτικό και οικονομικό υπόβαθρο. Οι πιθανότητες να ερωτευτούμε κάποιον κοντά στην ηλικία μας, με παρόμοια μόρφωση, παρόμοιο δείκτη νοημοσύνης και εξίσου ελκυστικό με εμάς είναι πολύ περισσότερες από τις πιθανότητες να ερωτευτούμε κάποιον τελείως διαφορετικό από εμάς. Η διαφορετικότητα δεν βοηθάει την ανάπτυξη του έρωτα. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις που ο έρωτας τύχει και τυφλώσει εμάς τους ίδιους, ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος θα φροντίσει να βάλει εμπόδια στον έρωτά μας. Οι μεγάλες διαφορές ηλικίας, το διαφορετικό κοινωνικό ή οικονομικό επίπεδο, ακόμα και οι διαφορές στην εξωτερική εμφάνιση δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές από τους γύρω μας. (μπορεί και τα ετερώνυμα να αλληλοσυμπληρώνονται)!

4)    Αντισταθμιστικοί παράγοντες. Ναι, υπάρχουν συχνά περιπτώσεις που ο παραπάνω κανόνας της διαφορετικότητας παύει να ισχύει. Αρκεί να υπάρχουν κάποιοι αντισταθμιστικοί παράγοντες. Οι αντισταθμιστικοί αυτοί παράγοντες αποτελούν το λόγο που συχνά βλέπουμε ωραίες και νέες γυναίκες να λιώνουν και να σβήνουν για άσχημους ηλικιωμένους που όμως έχουν ανώτερη κοινωνική θέση ή πολύ μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια από τις ίδιες. Όταν βλέπετε ζευγάρια που φαίνονται σε οποιοδήποτε επίπεδο αταίριαστα, ψάξτε για τον παράγοντα που αντισταθμίζει τον έρωτα τους!

5)    Μας αρέσουν αυτοί που τους αρέσουμε. Αυτό εξηγείται εύκολα από την αρχή της ανταμοιβής. Χρειάζεται λιγότερο χρόνο και προσπάθεια για να απολαύσουμε τα οφέλη ενός έρωτα με κάποιον που είναι ήδη διαθέσιμος.

6)    Συναισθηματική ένταση. Ο έρωτας χτυπά πολύ πιο εύκολα την πόρτα στους ανθρώπους που βρίσκονται σε συναισθηματική ένταση.  Η λύπη, το άγχος, η χαρά και κυρίως ο φόβος κάνει τους ανθρώπους πολύ πιο ευάλωτους στον έρωτα και στο πάθος. Μερικοί μεγάλοι έρωτες γεννιούνται κατά τη διάρκεια επικείμενων καταστροφών ή επικίνδυνων καταστάσεων πχ μετά από ένα σεισμό, κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων κλπ.

Είναι απόλυτοι οι κανόνες αυτοί; Φυσικά και όχι. Είπαμε, ο έρωτας είναι ασύμβατος με τη λογική. Δεν μπαίνει σε κουτάκια. Όσο και να προσπαθούμε να τον εντάξουμε κάπου, πάντα θα εμφανίζονται μπροστά μας ερωτευμένα ζευγάρια που αποφάσισαν να μην ακολουθήσουν τις συμβάσεις  μας. Ζευγάρια που στα μάτια μας μπορεί να μοιάζουν αταίριαστα και αντισυμβατικά, ζευγάρια που ζουν ο καθένας στην άλλη άκρη της γης, ζευγάρια που ερωτεύτηκαν χωρίς καν να έχουν συναντηθεί, ζευγάρια με μεγάλη διαφορά ηλικίας, ζευγάρια αλλόθρησκα, ζευγάρια αλλοπρόσαλλα, ζευγάρια που το μόνο που τους ενώνει είναι ο έρωτας! Αυτό το μυστήριο!

Υπάρχει αλκοόλ στο λευκό ξύδι;

Είναι μια εύλογη ερώτηση.

Αφού το ξύδι φτιάχνεται από κρασί, περιέχει και αλκοόλ, έτσι δεν είναι;

Η απάντηση είναι...
ίσως!

Για να φτιάξουμε λευκό ξύδι ξεκινάμε από μια αλκοολούχα πηγή. Η αιθανόλη (αλκοόλ) μετατρέπεται μετά σε ακετικό οξύ, με την βοήθεια ενός ειδικού  βακτηρίου. Το αν θα μείνουν ίχνη αλκοόλ από αυτή την διαδικασία εξαρτάται από δυο παράγοντες: το αλκοόλ που αποτελεί την βάση του ξυδιού και την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας.

Σημασία έχει ότι αν τελικά από την διαδικασία αυτή παραχθεί ξύδι, τότε σίγουρα δεν έχουμε ένα αλκοολούχο προιόν. Μπορεί όμως να υπάρχουν μικρές ποσότητες.

Τα ποσοστά του εναπομείναντος αλκοόλ ποικίλλουν. Μπορεί να είναι από 0.5% μέχρι και 2%. Στο ξύδι της αγοράς όμως, δεν υπάρχει καμια υποχρέωση να αναγράφεται αυτή η περιεκτικότητα σε αλκοόλ.

Αν αποφεύγετε το αλκοόλ για λόγους υγείας (ή λόγω θρησκεύματος) μπορείτε να αντικαταστήσετε το ξύδι με χυμό λεμονιού.

Κάποιοι λένε ότι αν βράσουμε το ξύδι για μεγάλο χρονικό διάστημα, θα εξαλείψουμε κάθε ίχνος αλκοόλ αλλά αυτό δεν είναι σίγουρο ότι ισχύει.

Το σίγουρο είναι ότι θα έχουμε ένα πολύ συμπυκνωμένο ξύδι, αφού το νερό θα εξατμιστεί πιο γρήγορα από το ακετικό οξύ.

Παύεις να υπάρχεις, όταν παύεις να ονειρεύεσαι

Ποιο είναι το πιο παρορμητικό πράγμα που έκανες ποτέ σου; Έχεις τολμήσει να κάνεις πραγματικότητα μερικά μόνο από εκείνα τα όνειρα που έκρυβες μέσα σου; Θα μου πεις τώρα, είναι καιρός για όνειρα ενώ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει αύριο; Μπορείς να κάτσεις στο κρεβάτι σου αδρανής και να μην κάνεις τίποτα.

Μην στεναχωριέσαι, θα περάσει γρήγορα ο καιρός κι όλα θα τελειώσουν. Θα φύγεις από αυτόν τον κόσμο, να είσαι σίγουρος. Το σώμα σου θα γεράσει και μαζί με αυτό και η ψυχή σου. Οι αντοχές σου θα λιγοστέψουν, το ίδιο και η όρεξη που θα μπορούσες να είχες κάποτε, όμως εσύ επέλεξες να μην την ζήσεις την ρημάδα την ζωή στο έπακρο, ίσως γιατί πίστευες ότι θα υπάρξει και επόμενη.
Αν υπήρξε, ενημέρωσε με!

Υπάρχουν όμως κι εκείνα τα πλάσματα, τα εντελώς διαφορετικά από σένα, τα παράξενα, που αν κι έχουν τα ίδια προβλήματα που έχουμε όλοι μας, ταξιδεύουν, ονειροπολούν και κατορθώνουν το ακατόρθωτο, όχι γιατί μπορούν αλλά γιατί το θέλουν.

Ζουν το τώρα χωρίς να σκέφτονται το αύριο, ερωτεύονται, ελπίζουν και το σημαντικότερο κάνουν πράξη όλα τους τα όνειρα. Ονειρεύονται μέρη, καταστάσεις, ζουν πρωτόγνωρες εμπειρίες, συνάπτουν σχέσεις ουσιαστικές.

Ανακαλύπτουν προορισμούς ξένους, μέχρι την στιγμή που θα τους επισκεφθούν. Από 'κει και στο εξής τους κάνουν πατρίδα τους.

Αυτά τα ταξιδιάρικα πλάσματα δεν νιώθουν ότι ανήκουν κάπου συγκεκριμένα, αλλά τόπος τους είναι όλος ο κόσμος, όλα τα μέρη που γνώρισαν και όλα εκείνα που πρόκειται να γνωρίσουν.

Μήπως ήρθε η ώρα να ξυπνήσεις από τον λήθαργο στον οποίο βρισκόσουν και να θυμηθείς το νόημα της ζωής; Γίνε αυτό που φοβάσαι και δεν θα το μετανιώσεις.
Ταξίδεψε μόνος ή με παρέα, τρέξε, φώναξε, ανακάλυψε, γέλα, κάνε όποια τρέλα σου ‘ρθει και το σημαντικότερο ζήσε!

Ξεκόλλησε από το βολεμένο και το οριοθετημένο και κάνε την αλλαγή. Άνοιξε την πόρτα από το καβούκι σου και βγες στον κόσμο σαν να τον αντικρίζεις για πρώτη φορά.

Ο μόνος σου εχθρός είναι ο ίδιος σου ο εαυτός...

H Υποταγή στην Χριστιανική Πανούκλα

Υποταγή στην Χριστιανική Πανούκλα«Φοβηθείτε λοιπόν τη φωτιά που θα έχει για τροφή τους ανθρώπους και τις πέτρες, τη φωτιά την προετοιμασμένη για τους άπιστους» Κοράνι

«Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την Γην, ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν» Ιησούς Χριστός

«Ο θεός μας είναι Φωτιά που κατακαίει» Παύλος, προς Εβραίους 12.29

«Κανένα βασίλειο δεν έχει χύσει ποτέ περισσότερο αίμα από το βασίλειο του θεού» Σαρλ Λουί ντε Μοντεσκιέ

«Η πίστη είναι μια κράμπα, μια παράλυση, μια ατροφία του μυαλού σε ορισμένες θέσεις» Έζρα Πάουντ

«Πίστη σημαίνει να μη θέλεις να μάθεις την αλήθεια» Φρειδερίκος Νίτσε

«Η πίστη σε μια ιερή υπόθεση είναι σε μεγάλο βαθμό υποκατάστατο για μια χαμένη αυτοπεποίθηση» Erich Hoffer

Η θρησκευτική πανούκλα ως πίστη, ως όπλο υποταγής και μαζικής καταστροφής
Ως θρησκευτική πίστη[1] ορίζεται η άκριτη παραδοχή για την ‘εξ αποκαλύψεως’ ύπαρξη παράλογων και ανεπιβεβαίωτων μεταφυσικών δυνάμεων, καταστάσεων και πραγμάτων, όπως θεών, δαιμόνων, θαυμάτων, μεταθανάτιας ζωής, κόλασης και παραδείσου που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη Γνώση που προκύπτει από την εμπειρία, από την έρευνα και την απόδειξη με τη βοήθεια των αισθήσεων, της λογικής και της επιστήμης. Πηγή της αυθόρμητης πίστης σε υπερφυσικές δυνάμεις στους πρωτόγονους ανθρώπους υπήρξε η άγνοια και ο φόβος του αγνώστου.
Με την εμφάνιση της πατριαρχικής οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας, της ατομικής και κρατικής εξουσίας η πίστη μετακινείται σε υποτιθέμενες μεταφυσικές, ‘θεϊκές’ δυνάμεις και με τη βοήθεια εξουσιαστικών και σκοταδιστικών ιερατείων και σκηνοθετημένων μυστηριακών τελετουργιών εξελίσσεται σε σκοταδιστικές-εξουσιαστικές θρησκείες. Η θρησκευτική πίστη λειτούργησε πάντα και συνεχίζει, παρά την τεράστια εξέλιξη των επιστημών, να λειτουργεί ως όργανο των εκάστοτε εξουσιών, με σκοπό να αποπροσανατολίζει τον άνθρωπο, να τον καθιστά μοιρολάτρη και δουλοπρεπή, σε αντίθεση με τη Γνώση που βοηθά τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα συνολικά να οραματίζεται, να αγωνίζεται και να διεκδικεί την κοινωνική ισότητα και να πορεύεται σταδιακά στην βελτίωση των συνθηκών ζωής και στην ολοκλήρωση ενός ανθρωπιστικού πολιτισμού.

Ο ουσιαστικός αναλφαβητισμός, η μεθοδική προπαγάνδα, ο επίμονος προσηλυτισμός και ο φόβος του υποτιθέμενου ‘θεού’ πίσω από τον οποίο κρύβεται η εξουσία, η οποία και τον κατασκεύασε δημιουργούν στο φοβισμένο και πνευματικά ευνουχισμένο άτομο την τεχνητή ανάγκη για πίστη και σωτηρία με αντάλλαγμα την υποταγή στο θεό, στον αφέντη και στην όποια εξουσία. Σκοπός αυτής της τακτικής κατασκευής τεχνητής θρησκευτικότητας, όπως και άλλων τεχνητών αναγκών είναι ο αποπροσανατολισμός των ‘πιστών’ να μην συμπεριφερθούν ως Πολίτες και από την ιδέα, τη σκέψη και τη δράση να πάρουν τη ζωή τους και τη ζωή της κοινωνίας στην οποία ζουν στα χέρια τους για να χτίσουν έναν κόσμο χωρίς ψευδαισθήσεις, χωρίς αφεντικά και δούλους.
Συχνά, αλλά όχι τυχαία, γίνεται λόγος για ‘θρησκευτικότητα’, για ‘θρησκευτικό στοχασμό’ ή ακόμα και για ‘θρησκευτικό συναίσθημα’ σαν να πρόκειται για κάτι το έμφυτο, το φυσικό και αυτονόητο και όχι σαν να μας επιβάλλεται σκόπιμα, μεθοδικά, οργανωμένα και βίαια ερήμην μας και μάλιστα σε ηλικία που δεν μπορούμε να αντιδράσουμε, από τους θεσμούς και τους μηχανισμούς της κυρίαρχης θρησκευτικής, οικονομικής και πολιτικής τάξης πραγμάτων.

Όμως τα βρέφη που τα κουβαλάνε οι θρησκόληπτοι γονείς τους από την ηλικία των σαράντα ημερών στην εκκλησία, δεν έχουν καμιά ιδέα για το αν και ποιόν θεό λατρεύουν οι γονείς τους και δεν εκφράζουν καμιά ανάγκη για εκκλησιασμό, αλλά το μόνο που χρειάζονται είναι επαρκή και κατάλληλη τροφή, καθαριότητα, ασφάλεια, αγνή και ανιδιοτελή αγάπη για να μεγαλώσουν κανονικά ως μέλη της κοινωνίας στην οποία βρέθηκαν. Και τα αγόρια των οκτώ ημερών που στο όνομα κάποιου βάρβαρου κατασκευασμένου θεού τα υποβάλλουν στην βάρβαρη περιτομή[2], ως φανερή απόδειξη της υποταγής στον θεό, δηλαδή στο φετίχ της εξουσίας, με αντάλλαγμα θεϊκή αποκλειστικότητα, ιδιοκτησίες και πλούτη, το μόνο που χρειάζονται είναι τη σωματική τους ακεραιότητα και όχι τον ακρωτηριασμό τους που αναπόφευκτα συνεπάγεται τον πνευματικό ακρωτηριασμό τους και τον τραυματισμό της προσωπικότητάς τους.
Αλλά και τα κορίτσια, στις χώρες όπου, «σύμφωνα με την θρησκεία, όποια γυναίκα δεν υποστεί την κλειτοριδεκτομή είναι καταραμένη, δεν μπορεί να βρει άνδρα και δεν μπορεί να κάνει παιδιά»[3], δεν επέλεξαν τον σωματικό και πνευματικό ευνουχισμό τους, τον οποίο άλλωστε ο χριστιανισμός τον θεωρεί διαβατήριο για τη «βασιλεία των ουρανών»[4], που, όμως, αποσκοπεί στο να τους στερήσει τη χαρά της αγάπης και του έρωτα, τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής και να υποβαθμίσει τα αγόρια σε θρησκευόμενα ‘γιουσουφάκια’ των αφεντάδων και τα κορίτσια σε δούλες παιδοποιητικές μηχανές, και υποταγμένες υπάρξεις στην τριπλή κυριαρχία της ανδροκρατίας, της θεοκρατίας και της κεφαλαιοκρατίας.

Ούτε, βέβαια, τα εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά που κάθε χρόνο κακοποιούνται σεξουαλικά από διάφορους ανώμαλους και από τους λεγόμενους εκπροσώπους των θεών όλων των θρησκειών, επέλεξαν να επικοινωνούν με τον υποτιθέμενο θεό τους μ’ αυτόν τον τρόπο. Και τα εκατομμύρια παιδιά των λίγων μηνών ή ετών, που τα υποβάλλουν στο τραυματικό σοκ του λεγόμενου μυστηρίου της βάπτισης, δεν ζήτησαν ούτε και χρειάζονται να γίνουν ‘δούλοι του θεού’, γιατί το μόνο που χρειάζονται είναι καλές κοινωνικές συνθήκες για να μεγαλώσουν φυσιολογικά και ίσες ευκαιρίες και προοπτικές για να γίνουν χρήσιμοι άνθρωποι σε μια πολιτισμένη κοινωνία.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας που οι καλοπροαίρετες γιαγιάδες ταΐζουν τα εγγόνια τους με τα παραμύθια που οι ίδιες ταϊστήκαν, από τα οποία τα περισσότερα ενσταλάζουν τον φόβο στο μυαλό των παιδιών και τους περνάνε την πίστη σε άχρηστες ιδεαλιστικές και μεταφυσικές δοξασίες, όπως ‘η κόλαση που πήγε ο κακός ο γείτονας’, ‘ο Χριστούλης που μας προστατεύει’, ο ‘παράδεισος που πήγε ο παππούς’, ακόμα κι αν ήταν, ή μήπως επειδή ήταν μακελάρης σε κάποιο κατακτητικό πόλεμο, ή εμπνευστής των κρεματορίων του Τρίτου Ράιχ.
Αλλά και τα παιδιά του σχολείου που τα σέρνουν, δάσκαλοι και γονείς, στους βαρετούς εκκλησιασμούς, στα κατηχητικά, στους προσκόπους και στα μοναστήρια, δεν εκφράζουν κανένα ενδιαφέρον για μεταφυσικούς μύθους και συνεπώς καμιά θρησκευτικότητα, αλλά μια γνήσια περιέργεια που επιζητεί να γίνει γνώση μέσα από πραγματικές εμπειρίες και λογικές απαντήσεις, που να ανταποκρίνονται στο επίπεδο των προβληματισμών και των αναγκών τους.
Αντί, όμως, να ανταποκριθούμε στις πραγματικές ανάγκες των παιδιών μας, αποθαρρύνουμε την γνήσια ερευνητική περιέργειά τους που θα τους δώσει τις δικές τους αναγκαίες εμπειρίες, τα μεγαλώνουμε αυταρχικά[5] και μπουκώνουμε το κεφάλι τους με ένα σωρό παράλογες ιστορίες γεμάτες αντιφάσεις, μυστήριο και φόβο, για τις οποίες δεν έχουμε αποδείξεις και συνεπώς ούτε λογικές απαντήσεις. Το αποτέλεσμα αυτής της αντιπαιδαγωγικής και απάνθρωπης μεταχείρισης των παιδιών είναι η υποκρισία και η υποταγή για να αποφύγουν την ‘τιμωρία’, ή η οπαδοποίηση, που όταν ενηλικιωθούν τα οδηγεί στον ατομισμό, στον ανταγωνισμό, στο θρησκευτικό φονταμενταλισμό, στο ρατσισμό, στο χουλιγκανισμό και στο φασισμό, δηλαδή στον παραλογισμό, ο οποίος όμως αποφέρει κέρδη στα αφεντικά και δόξα στους πολιτικούς υπαλλήλους τους, αλλά εξαθλιώνει την εργαζόμενη κοινωνία-ανθρωπότητα.

Η πίστη είναι το αντίθετο της Γνώσης
Όλον αυτόν τον πνευματικό στραγγαλισμό του ανθρώπινου όντος και τον βιασμό της ανθρώπινης λογικής που συντελείται σε συνθήκες απόλυτης άγνοιας, φόβου και μεθοδικής εξουσιαστικής βίας τον ονόμασαν πίστη. Η πίστη όπως είναι γνωστό είναι το αντίθετο της Γνώσης και χαρακτηρίζει θρησκευτικούς μύθους σε αντίθεση με τη Γνώση που αποκτιέται με τις αισθήσεις, τη Λογική, τη μελέτη, την επικοινωνία και την επιστήμη. Τελικά η πίστη είναι, όπως λένε όσοι τη δημιουργούν και την εμπορεύονται, ένα μυστήριο[6] προς δόξαν κάποιου ανύπαρκτου θεού ή κάποιας υπαρκτής εξουσίας; Κάποιοι μάλιστα θρασείς, κομπλεξικοί, ημιμαθείς και απαίδευτοι κληρικοί και θεολόγοι παρουσιάζουν σε επίσης απαίδευτους πιστούς την ‘πίστη’ ως άλλη, ως υπερβατική αίσθηση, που την διαθέτουν μόνοι οι πιστοί, με την οποία τάχα αισθάνονται και επικοινωνούν με το θεό.

Ο Καρχηδόνιος θεολόγος Quintus Septimius Florens Tertullianus (Τερτυλιανός 155-240 μ. κ.ε.) όρισε τη θρησκευτική πίστη, με τη φράση Credo quia absurdum (πιστεύω επειδή είναι παράλογο), ως παραλογισμό, ως ανοησία. Γενικά, η πίστη σε κάτι, είναι η βεβαιότητα κάποιου για την αλήθεια ενός ισχυρισμού, ανεξάρτητα από το αν η βεβαιότητα αυτή είναι δικαιολογημένη, λογική και επαληθεύσιμη ή όχι. Στην περίπτωση που η βεβαιότητα είναι δικαιολογημένη τότε μιλάμε για γνώση και όχι για πίστη. Συνεπώς η θρησκευτική πίστη, ή η πίστη σε κάποιο υποτιθέμενο ‘θεό’ δεν είναι γνώση, αλλά άγνοια και παραλογισμός.
Σε τελική ανάλυση η πίστη και ιδιαίτερα η απόλυτη πίστη, αν δεν είναι ‘επάγγελμα’, καταλήγει να είναι απόλυτη εξουσία της ιδέας, της αυθεντίας και της πηγής της πάνω μας. Με αυτή την έννοια η πίστη αποτελεί ένα είδος παραίτησης από το να είμαστε ο Εαυτός μας, είναι έκφραση εθελοδουλίας και διάθεση να ανήκουμε κάπου, όπου, το που δεν έχει σχεδόν καμιά σημασία, φτάνει να ανήκουμε, ακόμα και αν αυτό μας καταστρέφει.
Η έννοια της θρησκευτικής πίστης ταυτίζεται με την ψευδαίσθηση, η οποία μέσω της εκπαίδευσης έχει καταστεί αναπόδεικτη βεβαιότητα, δηλαδή δοξασία, για την ύπαρξη ενός ανώτερου όντος, του ‘θεού’. Όμως κανένας θεός, καμιά θρησκεία και καμιά πίστη δεν θα μπορούσε να σταθεί, αν δεν υπόσχονταν κάποιο ιδιαίτερο υλικό ή υποθετικό συμφέρον και δεν θεμελιώνονταν πάνω στην υστεροβουλία, στην υποκρισία, στο μίσος και στη βία κατά των απίστων και ως τέτοιοι θεωρούνται οι οπαδοί όλων των άλλων δογμάτων και πρωταρχικά βεβαίως οι άθεοι και άθρησκοι.
Η κόλαση και ο παράδεισος δεν είναι παρά μια μορφή ιδιαίτερου υποτιθέμενου συμφέροντος, που παίρνει διάφορες μορφές βίας και οδηγεί στην υποταγή στη μεταφυσική εξουσία του υποτιθέμενου δημιουργού και κριτή και στην πραγματική εξουσία των εκάστοτε κυρίαρχων και εκμεταλλευτριών τάξεων, που οργανώνουν ταξίδια στον υποτιθέμενο παράδεισο των ουρανών μέσω της πραγματικής γήινης κόλασης. Και για όσους δεν καταλαβαίνουν την ουσία της πίστης, οι θεμελιωτές της φρόντισαν να γίνουν σαφείς.

Ο χριστιανισμός λ.χ. υιοθέτησε την ιουδαϊκή αντίληψη περί θεού και κατασκεύασε μεθοδικά κατά τη διαδρομή των πρώτων τεσσάρων αιώνων[7], της σύγχρονης χρονολόγησης, με πλήθος φανερών, αλλά και πολλών γνωστών και άγνωστων, σκόπιμα παραποιημένων[8] και πλαστογραφημένων[9], ακόμα και απαγορευμένων, ‘ακανόνιστων’ και απόκρυφων κειμένων[10], το μύθο του Ιησού Χριστού[11], του υποτιθέμενου θεμελιωτή του. Πολλοί από τους συγγραφείς αυτών των κειμένων και ανάλογα με τη θέση τους στην ιεραρχία, τις επιδιώξεις της κοσμικής εξουσίας και το πνευματικό τους επίπεδο παρουσιάζουν με τρόπο αντιφατικό τον Ιησού, πότε ως κήρυκα της αγάπης και πότε ως κήρυκα του μίσους: «Όποιος δεν μισεί τον πατέρα του και τη μητέρα του δεν μπορεί να γίνει μαθητής μου. Και όποιος δεν μισεί τους αδελφούς και τις αδελφές του και όποιος δεν σηκώνει το σταυρό του όπως εγώ, δεν είναι άξιός μου»[12].
Η ίδια αντίληψη με κάποια παραλλαγή αναφέρεται και στο κατά Ματθαίο ευαγγέλιο «Όποιος αγαπάει τον πατέρα του και τη μητέρα του περισσότερο από όσο εμένα δεν είναι άξιος για μαθητής μου. Κι’ όποιος αγαπάει τον γιο του ή τη θυγατέρα του παραπάνω από εμένα, δεν είναι άξιος για μαθητής μου»[13]. Μια τρίτη, επίσης, διαφοροποιημένη παραλλαγή μας δίνει ο Λουκάς (ΙΔ 26), «Αν κάποιος έρχεται σ’ εμένα και δεν μισεί τον πατέρα του και τη μητέρα του και τη γυναίκα του και τα παιδιά του και τους αδελφούς και τις αδελφές του, αλλά ακόμα και τη δική του ψυχή, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου».
Ας δούμε ακόμα μια επιβεβαίωση αυτής της αντίληψης της πίστης ως εξουσιαστικού μίσους, όπως αυτή αναφέρεται, με τη μορφή παραβολής, που υποτίθεται ότι συνήθιζε να μιλάει ο υποτιθέμενος Χριστός για τον εαυτό του, και στο κατά Λουκά (ΙΘ.27): «Εκείνους τους εχθρούς μου που δεν με θέλησαν να γίνω βασιλιάς τους, φέρτε τους εδώ και σφάξτε τους μπροστά μου»[14]. Πίστη, όμως, σε ένα θεό που απαιτεί να μισείς τους γονείς σου, τα αδέρφια σου, τα παιδιά σου, αλλά και την ψυχή σου, δηλαδή τον ίδιο τον εαυτό σου δεν είναι μόνο ανοησία του πιστού, αλλά και μίσος της εξουσίας που κατασκευάζει τέτοιους ανισόρροπους και διεστραμμένους θεούς.

Όλες αυτές οι διαφοροποιημένες αναφορές στην υποτιθέμενη διδασκαλία του Χριστού, για τον οποίο άλλωστε, δεν υπάρχουν αξιόπιστες ιστορικές μαρτυρίες πέρα από τα ευαγγέλια, που δεν είναι αξιόπιστες πηγές και γράφτηκαν πολύ αργότερα από τους υποτιθέμενους μαθητές του, αποδείχνουν ότι ο χριστιανισμός είναι δημιούργημα του εξουσιαστικού ιερατείου και τάχθηκε να λειτουργεί ως εξουσιαστική ιδεολογία. Η προσεκτική ανάγνωση των λεγόμενων Γραφών αποκαλύπτει την σύγχυση, τις αντιφάσεις και τις αλληλοδιαψεύσεις μεταξύ των υποτιθέμενων Ευαγγελιστών για τα ίδια υποτιθέμενα γεγονότα, ακόμα και για την πειστικότητα του μύθου εξόχως σοβαρά, όπως για παράδειγμα, ποιά ήταν τα τελευταία λόγια του Ιησού πριν πεθάνει, ή ποια και πόσα ήταν τα πρόσωπα που πήγαν πρώτα στον τάφο του και πόσοι ήταν οι υποτιθέμενοι άγγελοι που βρήκαν μπροστά τους οι υποτιθέμενοι επισκέπτες, γεγονός που τελικά παραπέμπει στην αναλήθεια των αναφερομένων, πράγμα που δεν αναιρείται με την επένδυση του όλου μύθου με ένα σωρό σωστές απόψεις κλεμμένες κατά κύριο λόγο από την αρχαία Ελληνική Γραμματεία και από την τρέχουσα εκείνη την εποχή λαϊκή σοφία.
Βέβαια για να καλύψουν αυτή τη ρηχότητα και τη βαρβαρότητα του μύθου τα ιερατεία, οι πραγματικοί δημιουργοί ‘θεών’, θρησκειών και θρησκευτικής πίστης πρόσθεσαν αργότερα στα ευαγγέλια το «τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου», όπως και το «αγάπα τον πλησίον σου, όπως τον εαυτό σου», αλλά ποτέ δεν μπορείς να αγαπάς τον πλησίον σου και τον εαυτό σου περισσότερο από το ‘θεό’ σου, που στην ουσία σημαίνει ότι ποτέ δεν μπορείς να αγαπάς τον εαυτό σου περισσότερο από αυτόν που κατασκευάζει θεούς για να σε εξουσιάζει εξ’ ονόματός του.

Η μόνη πίστη που χρειάζεται ο άνθρωπος είναι η πίστη στον Άνθρωπο
Το αγάπα το θεό περισσότερο από τον εαυτό σου και τον πλησίον σου όσο τον εαυτό σου, που υποτίθεται σύμφωνα με το ιερατείο ότι διδάσκει ο Χριστός, παραπέμπει σ’ ένα αντιφατικό και θεοκρατικό, θεοκεντρικό, κόσμο του Φόβου της ανισότητας και της βαρβαρότητας και έρχεται σε αντίθεση με την ουμανιστική φιλοσοφία του «πάντων πραγμάτων μέτρον άνθρωπος», του Πρωταγόρα, που προηγήθηκε του Πλάτωνα[15] και του υποτιθέμενου Ιησού.

Τα σκοταδιστικά κι εξουσιαστικά ιερατεία αντιπαράθεσαν στον Πρωταγόρα, το πλατωνικό, ‘το πάντων πραγμάτων μέτρον ο θεός’ και συνεπώς οι αντ’ αυτού αυτόχριστοι ‘εκπρόσωποί του’. Μια αντιπαράθεση που δεν σταμάτησε ποτέ μεταξύ της ελληνικής ανθρωποκεντρικής κοσμοαντίληψης και της ιουδαιοχριστιανικής θεοκεντρικής ιδεαλιστικής φιλοσοφίας-θρησκείας και δεν θα σταματήσει όσο θα υπάρχουν σκοταδιστικά και εξουσιαστικά ιερατεία. Όλες οι θεοκεντρικές και κύρια οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες, (ιουδαϊσμός, χριστιανισμός και ισλαμισμός) είναι χτισμένες πάνω στην ίδια εξουσιαστική ιδεαλιστική φιλοσοφία που χωρίζει τις ανθρώπινες κοινωνίες, για λόγους οικονομικών συμφερόντων των τοπικών εξουσιών και πολτοποιεί την ανθρώπινη προσωπικότητα για να μην αντιστέκεται στους παραλογισμούς της όποιας εξουσίας.
Και επειδή όλοι οι θεοί και όλες οι θρησκείες είναι εξουσιαστικά δημιουργήματα για εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων, γι’ αυτό κρύβουν μέσα τους το σπόρο της σύγκρουσης, του ανταγωνισμού και της διάσπασης που οδήγησε όλες τις θρησκείες στην πολυδιάσπαση με τη μορφή των αιρέσεων για θεολογικούς τάχα λόγους, που όμως σχετίζονται με τη διαφωνία στη μοιρασιά του κοινωνικού πλούτου σε βάρος των εργαζόμενων.

Τι σημαίνει όμως ότι οι πιστοί πρέπει να αγαπούν το ‘θεό’ τους περισσότερο από τον εαυτό τους; Η ιστορία απαντά σ’ αυτό το ερώτημα με τα χιλιάδες εγκλήματα μίσους που διαπράχθηκαν, από πιστούς σε κάποιο ‘θεό’, ενάντια στους ‘απίστους’ που κι’ εκείνοι αγαπούσαν το δικό τους ‘θεό’ περισσότερο από τον εαυτό τους, θυσιάζοντας και οι δυό πλευρές χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες, μερικές μάλιστα φορές και εκατομμύρια συνανθρώπων τους, με τελικό αποτέλεσμα την αύξηση του πλούτου εκείνων που οργανώνουν και ευλογούν τα Τζιχάντ, αυτούς τους ‘ιερούς πολέμους’. Το τελικό συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα είναι, πως η αγάπη και η πίστη στο ‘θεό’, που επιβάλλουν τα θρησκευτικά και εξουσιαστικά ιερατεία για τα δικά τους συμφέροντα, καταλήγει να είναι θανάσιμο μίσος προς τον εαυτό μας και προς το συνάνθρωπό μας.
Έτσι, όμως, οι άνθρωποι αποσυνδέονται από την κοινωνική πραγματικότητα και οι μεταξύ τους σχέσεις διαμεσολαβούνται και ετεροκαθορίζονται από την υποτιθέμενη σχέση τους με το ‘θεό’, μια σχέση που στην πράξη γίνεται νοητή ως σχέση ανισότητας μεταξύ ‘δημιουργού’ και ‘δημιουργήματος’, αφέντη και δούλου, εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου. Με αυτή την έννοια «η ιδέα του θεού απορροφά, καταστρέφει όλα όσα δεν είναι θεός και αντικαθιστά όλες τις ανθρώπινες και γήινες πραγματικότητες με τα ‘θεϊκά’ πλάσματα της φαντασίας.

Το αναπόφευκτο επακόλουθο του αστικού δόγματος που αναζητά την ελευθερία και την ηθική των ανθρώπων έξω από την κοινωνική αλληλεγγύη, καταλήγει στην εκμεταλλευτική διακυβέρνηση από λίγους και εκλεκτούς, στην εκμετάλλευση και στην υποδούλωση των πολλών και για όλους στην άρνηση κάθε ηθικής και κάθε ελευθερίας. Ο ιδεαλισμός ξεκινώντας από τις αφηρημένες έννοιες του θεού και της αθανασίας της ψυχής. φτάνει μοιραία στην επικύρωση της δουλείας και της ανηθικότητας»[16], με τις γνωστές θρησκευτικές βεντέτες που καταλήγουν στους ατέλειωτους εμφύλιους σπαραγμούς και παγκόσμιους πολέμους με συνέπεια τις ατέλειωτες γενοκτονίες.
Σύμφωνα με τη θρησκευτική πίστη ο ‘θεός’ και η ‘αθάνατη ψυχή’ είναι άυλα και ως τέτοια υπάρχουν, κατά την αντίληψή τους, μόνο στο χρόνο κι όχι στο χώρο. Σύμφωνα όμως με τη θεωρία της κβαντικής ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι δυό διαφορετικά πράγματα, αλλά ένας ενιαίος χωροχρόνος που προσδιορίζει κάθε αντικειμενική πραγματικότητα και συνεπώς οποιαδήποτε οντότητα υπάρχει στο χρόνο θα πρέπει να υπάρχει ταυτόχρονα και στο χώρο, αλλά και αντιστρόφως. Η υπόθεση της ύπαρξης όντων ή ενός κόσμου πέρα από τη μοναδική και ενιαία χωροχρονική πραγματικότητα της ύλης και της ενέργειας, που να παίζει οποιοδήποτε μετρήσιμο ρόλο στην ανθρώπινη ζωή είναι ανεπιβεβαίωτη σε τέτοιο βαθμό που είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι αυτό, είτε λέγεται ‘θεός’, είτε κόλαση, είτε παράδεισος, δεν υπάρχει.
Υπάρχει ο φυσικός υλικός κόσμος, οι φυσικοί νόμοι που τον κινούν και τα υλικά και πνευματικά επιτεύγματα της επιστημονικής κοινωνικά χρήσιμης Γνώσης των διαχρονικών δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού. Συνεπώς η ύπαρξη του ‘θεού’, δεν μπορεί να αποδειχθεί ούτε με την εμπειρία των αισθήσεων, ούτε με τη λογική, ούτε με την επιστήμη και συνεπώς η πίστη δεν είναι αντικειμενική γνώση, αλλά παράλογη, αντεπιστημονική και αναπόδεικτη υποκειμενική δοξασία, δηλαδή ψευδαίσθηση, η οποία εμφυτεύεται, ανεξάρτητα από τη βούλησή του ατόμου και προφανώς για λόγους σκοπιμότητας, στο ανθρώπινο μυαλό με την παράδοση, την παιδεία και τη θρησκευτική προπαγάνδα.
Γι’ αυτό και κανένας ενημερωμένος και λογικός άνθρωπος δεν θα διαφωνούσε με τον αμερικανό αστρονόμο, αστροφυσικό και συγγραφέα Carl Sagan ότι, «αν με τη λέξη ‘Θεός’ εννοεί κανείς το σύνολο των φυσικών νόμων που διέπουν το Σύμπαν, τότε, ολοφάνερα, υπάρχει τέτοιος θεός. Αυτός όμως ο θεός δεν ικανοποιεί συναισθηματικές ανάγκες και συνεπώς δεν έχει και πολύ νόημα να προσευχηθεί κανείς στο νόμο της βαρύτητας»[17]. Αν όμως με τη λέξη ‘θεός’ εννοούμε «το δημιούργημα της φαντασίας του ανθρώπου», το φετίχ που συμβολίζει την εξουσία, η οποία πηγάζει από την ιδιοκτησία και επιβάλει με την βία των θεσμών, των νόμων, των κοινωνικοοικονομικών δομών και των μηχανισμών αποπροσανατολισμού και καταστολής, την κοινωνική ανισότητα, υποσχόμενος ισότητα στην κόλαση ή στον παράδεισο, τότε πρέπει να το ξανασκεφτούμε, γιατί αυτός ο θεός είναι μια απάτη που γίνεται αυταπάτη. Θεός πάνσοφος, παντοδύναμος και πανάγαθος που παρεμβαίνει αυθαίρετα και κατά βούληση στο κοσμικό και στο κοινωνικό γίγνεσθαι δεν υπάρχει αντικειμενικά, όπως μαρτυρούν τα γεγονότα που καταγράφουν μια απάνθρωπη και καταστροφική βαρβαρότητα και βεβαιώνει η επιστήμη, αλλά και η κοινή λογική με βάση τα όσα συμβαίνουν καθημερινά γύρω μας. Γι’ αυτό, γράφει ο Richard Dawkins «το να προκαλεί κανείς σκόπιμα σύγχυση μεταξύ αυτών των δύο εννοιών, συνιστά, κατά τη γνώμη μου, πράξη εσχάτης διανοητικής προδοσίας»[18].
Προκύπτει όμως το ερώτημα, αφού η διαφορά είναι τόσο σημαντική και η κατανόησή της τόσο εύκολη, τότε ξεπροβάλλει και πάλι το ερώτημα, γιατί τόσοι άνθρωποι πιστεύουν σε κάποιο θεό για τον οποίο σακατεύουν ή ακόμα και θυσιάζουν τη ζωή τους και το χειρότερο σακατεύουν ή ακόμα και αφαιρούν τη ζωή συνανθρώπων τους, συμμετέχοντας φανατικά σε σταυροφορίες, σε κατακτητικούς, σε ‘ιερούς’ και σε ανορθόδοξους καταστροφικούς πολέμους, στο όνομα του ‘θεού’ και της πίστης τους;

Για να αναζητήσουμε μια πειστική απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ποτέ και κανένας άνθρωπος στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν επέλεξε ο ίδιος και με πλήρη συνείδηση, τουλάχιστο την πρώτη θρησκεία του και συνεπώς την πίστη του. Θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη μας ότι ο άνθρωπος γεννιέται άθρησκος, άθεος και άπιστος, για τον απλούστατο λόγο, γιατί όταν έρχεται στον κόσμο το μόνο που χρειάζεται, όπως όλοι ξέρουμε, είναι να έχει τροφή, ασφάλεια, στοργή, σεβασμό της προσωπικότητάς του και αντικειμενική ενημέρωση, εκπαίδευση και πληροφόρηση για να συνειδητοποιήσει τη θέση του στον κόσμο και τη σχέση του με τη Φύση και την κοινωνία στην οποία βρέθηκε.

Ακόμα κι αν μπορούσαν να μιλήσουν τα μωρά που έρχονται κάθε στιγμή στη ζωή τροφή, αγάπη και ειρήνη θα ζητούσαν από έναν κόσμο που σπαράσσεται από την πείνα και τον πόλεμο και κανένα θεό. Αντί όμως γι’ αυτά η κοινωνία που τα υποδέχεται τους προσφέρει ό,τι και όσα της επιβάλλει η εκάστοτε εξουσία και με αυτή την έννοια κανένας μας δεν είναι ο Εαυτός του, αλλά όλοι γινόμαστε κατηγορήματα με εθνικές, θρησκευτικές, επαγγελματικές, ταξικές, φυλετικές ακόμα και ποδοσφαιρόφιλες σφραγίδες και ταυτότητες που τις επέλεξαν άλλοι για μας, κανείς καλοπροαίρετα, ειδικά δε οι ανθρωποφοβικές εξουσίες κακοπροαίρετα.

Το γεγονός ότι αυτοί που μας υποδέχονται, όταν ερχόμαστε στη ζωή[19], ως άλλοι «αξιωματικοί κατάξεως» μας ταξινομούν και κατά τον Thomas Szasz μας «συρταρώνουν», μας βάζουν σε κουτάκια με συγκεκριμένους ρόλους, δηλαδή μας φυτεύουν σε μια ηλικία που δεν μπορούμε να κρίνουμε, να επιλέξουμε ή να αρνηθούμε τη δική τους πίστη, που και σ’ αυτούς κάποιοι άλλοι τη φύτεψαν στο δικό τους κεφάλι, χωρίς να ξέρουν στην πραγματικότητα τι κάνουν, αλλά επειδή νόμιζαν πως κάνουν κάτι καλό για εμάς και γι’ αυτούς, αποτελεί, σε συνθήκες ταξικής κοινωνίας και εκμεταλλευτικής εξουσίας, ένα διαρκές έγκλημα κατά της έννοιας, της φύσης και της οντότητας του ανθρώπου και της ανθρωπότητας.

Έτσι, και σε τελική ανάλυση, πίστη σημαίνει: οι πιστοί της μιας θρησκείας να σκοτώνουν τους «αταξινόμητους» [20] ή τους λάθος ταξινομημένους, δηλαδή τους ‘άπιστους’ και τους οπαδούς της άλλης, πράγμα που τελικά σημαίνει ότι πιστοί/άπιστοι σκοτώνουν άπιστους/πιστούς και όχι βέβαια για θρησκευτικούς λόγους, αλλά για τα οικονομικά συμφέροντα των αντίπαλων εξουσιών.
Το πρώτο μεγάλο έγκλημα, του χριστιανισμού, ίσως και το μαζικότερο και βιαιότερο στην ιστορία ήταν η γενοκτονία σε βάρος των Ελλήνων [διάβασε για την Σκυθόπολη όπου δολοφονήθηκαν με αισχρά βασανιστήρια 35.000.000 έλληνες και εθινκοί. Σκυθόπολη και Σταυροφορίες: Θρησκευτικό Πλιάτσικο] και η καταστροφή του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού, που στέρησε την ανθρωπότητα από το μεγαλύτερο μέρος της μεγάλης προσφοράς του [21], κι’ αυτό όχι γιατί ήταν τάχα ειδωλολάτρες, αλλά γιατί ήταν δημιουργοί ενός ανθρωποκεντρικού πολιτισμού, ελεύθερα πνεύματα, ασυρτάρωτοι, αταξινόμητοι και ως τέτοιοι ήταν επικίνδυνοι για την εξουσία των σκοταδιστικών και εξουσιαστικών ιερατείων της ρωμαϊκής και στη συνέχεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Δόγμα διαχρονικό και τακτική να περιθωριοποιείται κοινωνικά, να φυλακίζεται και τελικά να εξοντώνεται ως ύποπτος ψυχοπάθειας, απρόβλεπτος, ανυπότακτος και επικίνδυνος ‘όποιος ελεύθερα συλλογάται γιατί συλλογάται καλά’ [22].
terrapapers.com_Georgia Guidestonesterrapapers.com-Georgia-Guidestones

ΜΕΙΩΣΤΕ ΤΟΝ ΠΛΗΘΥΣΜΟ Η ΜΑΛΘΟΥΣΙΑΝΗ ΘΕΩΡΙΑ
Σύμφωνα με μια έρευνα του Πανεπιστημίου του Μπράντφορντ, τα τελευταία χίλια χρόνια έγιναν σε διάφορα μέρη του πλανήτη εβδομήντα μεγάλοι καταστροφικοί πόλεμοι, ένας περίπου κάθε δεκαπέντε χρόνια, οι περισσότεροι για υποτιθέμενους θρησκευτικούς λόγους και σε κάθε περίπτωση με τις ευλογίες των θρησκευτικών-εκκλησιαστικών ηγεσιών. Από αυτούς οι τριάντα μεταξύ χριστιανών και ισλαμιστών στην περιοχή της Ευρασίας και της Μεσογείου, στην έδρα, δηλαδή, των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών, που και οι τρεις ριζώνουν στον ίδιο μύθο, στον εβραϊκό εξουσιαστικό-κατακτητικό μύθο της Παλαιάς Διαθήκης, με υποτιθέμενο γενάρχη τον Αβραάμ, που όπως είδαμε συμφώνησε με ‘τον Γιαχβέ’ να του είναι πιστός ο λαός του Ισραήλ με αντάλλαγμα ο Γιαχβέ να τον αντιμετωπίζει ως ‘περιούσιο’ και να τον καταστήσει κυρίαρχο, ‘βελτιωτή’ του κόσμου.
Τόσοι άδικοι, απάνθρωποι και καταστροφικοί πόλεμοι στο όνομα κάποιου υποτίθεται παντοδύναμου, πάνσοφου και πανάγαθου θεού που καταλήγουν στη λεηλασία και στον αφανισμό αδυνάτων και φιλειρηνικών ανθρώπων, λαών και πολιτισμών δεν μπορούν να εξηγηθούν με την ψευτοθεωρία περί απληστίας της ανθρώπινης φύσης, γιατί δεν είναι οι άνθρωποι γενικά που αποφασίζουν και διεξάγουν πολέμους, αλλά τα εξουσιαστικά κοινωνικά συστήματα, δηλαδή οι συγκεκριμένοι άνθρωποι που εξουσιάζουν άλλους ανθρώπους και για να συνεχίσουν να τους εξουσιάζουν πρέπει να διευρύνουν σε έκταση και σε βάθος τις εξουσίες τους, δηλαδή τις ιδιοκτησίες και τον πλούτο τους.
Κι επειδή όλα αυτά οι εξουσιαστές έπρεπε κάπου να τα φορτώσουν, έβαλαν το δημιούργημά τους, το ‘θεό-φετίχ’ τους να δηλώνει ότι αυτός, (και όχι η οικονομική και κοινωνική ανισότητα και η εξουσία της), ο θεός του Ισραήλ, ο άρχων του κόσμου και κανένας άλλος, είναι ο δημιουργός των πάντων, του φωτός, της ειρήνης και του πολέμου, της καταστροφής, της αρρώστιας, της φτώχειας και κάθε άλλου κακού. [23].
Όλη αυτή η βαρβαρότητα δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί ούτε με τα θρησκευτικά δόγματα, ούτε ακόμα και με τις θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις, οι καπιταλιστές και οι εξουσίες τους δεν δίστασαν να διαστρεβλώσουν θεωρίες όπως αυτή της φυσικής επιλογής του Δαρβίνου, για την οποία τόση χολή και βία χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν ακόμα για να την εξοβελίσουν, σκαρώνοντας ψευτοθεωρίες περί ‘κοινωνικού δαρβινισμού’, σύμφωνα με τις οποίες όφειλε να καθιερωθεί και να ενισχυθεί και στην κοινωνία ο νόμος της επικράτησης του ισχυρότερου, όπως συμβαίνει και στη ζούγκλα.

Το χορό αυτής της παραφροσύνης άνοιξε ο Άγγλος κληρικός Thomas Malthus (1776-1834) με τη δημοσίευση (1798) της εργασίας του, με τίτλο “Ένα Δοκίμιο επί της Αρχής του Πληθυσμού’’ (An Essay on the Principle of Population), με την οποία υποστήριζε ότι ενώ η παραγωγή τροφίμων αυξάνεται με αριθμητική πρόοδο, αντίθετα ο πληθυσμός αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο, με αποτέλεσμα τα τρόφιμα να μην φτάνουν για όλους και πρότεινε την πολιτική δραστικής μείωσης του ανθρώπινου πληθυσμού ως μέτρο πρόληψης οικονομικών κρίσεων και διατήρησης της υφιστάμενης κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Τα μέτρα που πρότεινε ξεκινούσαν από την κατάργηση κάθε μορφής κοινωνικής πρόνοιας υπέρ των φτωχών, περνούσαν στην αντισύλληψη και στην αναγκαστική στείρωση και κατάληγαν στην πρόκληση επιδημιών, λιμών και πολέμων για τον αποδεκατισμό του ανθρώπινου πληθυσμού.
Η μαλθουσιανή θεωρία κατακρίθηκε ως ακραία και αντεπιστημονική, γιατί παραγνωρίζει τη συμβολή του παράγοντα επιστήμη και τεχνολογία στην παραγωγή τροφίμων. Παραβλέπει επίσης και το γεγονός ότι ο κόσμος πεινάει όχι επειδή τα τρόφιμα-αγαθά δεν φτάνουν, αλλά επειδή περισσεύουν, ως ‘υπερπαραγωγή’, αφού η ανισοκατανομή του πλούτου καταδικάζει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στην υποκατανάλωση, αφού δεν έχει χρήματα για να αγοράσει τα εμπορεύματα. Τέλος παραγνωρίζει ότι σε συνθήκες φτώχειας η υψηλή τεκνοποίηση οφείλει να αντισταθμίζει την υψηλή παιδική θνησιμότητα, την εξασφάλιση χεριών εργασίας, την ασφάλιση των γηρατειών και την επιβίωση του είδους. Παρ’ όλα αυτά τόσο ό Μάλθους, όσο και οι κυρίαρχες κοινωνικές δυνάμεις επέμειναν στις αντιλήψεις του κοινωνικού περιθωρίου στη βάση της εισοδηματικής πολιτικής ώστε οι άνθρωποι να πεθαίνουν από την πείνα.

Ακολούθησε ο Άγγλος φιλόσοφος Herbert Spencer (1820-1903) που δια­τύπωσε, στο εννιάτομο έργο του «Ένα σύστημα συνθετικής φιλοσοφίας», τη θεωρία σύμφωνα με την οποία δεν χρειάζεται καμιά κοινωνική πρόνοια υπέρ των φτωχών και αδύνατων κοινωνικών στρωμάτων, γιατί η κοινωνία θα γίνει καλύτερη με τον ανταγωνισμό, όπου ο ισχυρότερος εκτοπίζει τους λιγότερο ισχυρούς και τους αδύνατους. Τα ίδια υποστήριξε και ο σύγχρονός του Αμερικανός οικονομολόγος-κοινωνιολόγος, William Graham Sumner (1840-1910), εκφράζοντας με ακόμα πιο ακραίο τρόπο την ιδεολογία της ‘ελεύθερης αγοράς’, που τόση ανάγκη είχε, εκείνη την περίοδο ο δυναμικά ανερχόμενος καπιταλισμός, από κάποια απενοχοποιητική δικαιολόγηση των εγκλημάτων που προκαλούσε ο κανιβαλικός ανταγωνισμός μεταξύ μεγάλων καπιταλιστών, μεταξύ μεγάλων και μικρών καπιταλιστών και μεταξύ καπιταλιστών και κοινωνίας. Ας μην μιλήσουμε καν για τους νόμους των Κομμουνιστικών συστημάτων όπου ο άνθωπος αντιμετωπίζεται κάτω κι από ζώο.
Το λάθος αυτών των θεωριών βρίσκεται στο γεγονός πως ταύτισαν τους αιώνιους και αναλλοίωτους φυσικούς νόμους της άγριας ζούγκλας, που με την αυστηρότητά τους διαμόρφωσαν τη ζωή, τη βιοποικιλότητα και την εξέλιξη των ειδών, με τους εφήμερους, άδικους και θεοκρατικούς ανθρώπινους νόμους λειτουργίας της οικονομίας της ανισότητας και της κοινωνίας της δυστυχίας και για να το κάνουν αυτό πιστευτό σκάρωσαν καινούργιες αντιεπιστημονικές και παράλογες θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες δεν υπάρχουν κοινωνίες [24], αλλά μόνο άτομα που αλληλοσπαράσσονται σαν τα θηρία της ζούγκλας και ‘ο σώζων εαυτόν σωθήτω’.
Βέβαια όταν διαπίστωσαν πως αυτό το παραμύθι του θεοποιημένου κεφαλαιοκρατικού ανταγωνισμού δεν προστατεύει ούτε τους ισχυρούς, τότε ανακάλυψαν καινούργιες θεότητες, όπως τα τραστ, τα καρτέλ και τα μονοπώλια, τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό, τις πολιτικοστρατιωτικές συμμαχίες και το ΝΑΤΟ για να περιχαρακώσουν τα συμφέροντά τους και να λεηλατήσουν τις κοινωνίες και την ανθρωπότητα συνολικά. Αναζητώντας άλλοθι, ξαφνικά ανακάλυψαν και πάλι, ότι για όλα φταίει ο υπερπληθυσμός κι όχι ο χαοτικός, σπάταλος και καταστροφικός καπιταλισμό-κομμουνισμός.
Όταν όμως, ακόμα και ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ διαπιστώνει ότι «με ορθολογικότερη αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων του πλανήτη θα μπορούσαν να διατραφούν είκοσι φορές περισσότεροι άνθρωποι απ’ όσους διατρέφονται σήμερα…»[25], φτάνει να αλλάξει ο τρόπος παραγωγής και διανομής των αγαθών, τότε γίνεται προφανέστερο ότι η νεκρανάσταση του μαλθουσιανισμού δεν εκφράζει παρά τον φόβο, τον παραλογισμό, τη σχιζοφρένεια των κυρίαρχων οικονομικών συμφερόντων που αντί να χαλαρώνουν, οξύνουν ακόμα περισσότερο την ανισοκατανομή του παγκόσμιου πλούτου, υποστηριζόμενοι από τον υψηλό χριστιανικό άμβωνα και τις σχιζοφρενικές θεωρίες του περί ‘ιεράς πενίας’ [26].
Εδώ και πολλές δεκαετίες, οι πραγματικοί κυβερνήτες του πλανήτη προσπαθούν με διάφορες κάλπικες θεωρίες εξωνημένων ‘επιστημόνων’, να πείσουν τους κατοίκους του πλανήτη ότι πλεονάζουν και ως πλεόνασμα θα αντιμετωπιστούν. Στην παγκόσμια διάσκεψη κορυφής του ΟΗΕ, που έγινε στο Rio de Janeiro το 1992, συζητήθηκαν όλα τα μεγάλα εκκρεμή προβλήματα της ανθρωπότητας και προτάθηκαν λύσεις για τον 21ο αιώνα, οι οποίες και δημοσιεύτηκαν τον Απρίλη 1993, υπό τον τίτλο ‘Agenta 21’[27] στις κυριότερες γλώσσες του κόσμου. Η βασική διαπίστωση ήταν ότι, η κύρια αιτία για τη φτώχεια, την καταστροφή του περιβάλλοντος, την κλιματική αλλαγή, την όξυνση των πολεμικών συγκρούσεων κ.λπ. είναι ο υπερπληθυσμός.[32]

Για τον έλεγχο και τη μείωση του πληθυσμού εξέτασαν ακόμα και τη σχέση μεταξύ υπερπληθυσμού και πολέμων και μεταξύ άλλων πρότειναν μέτρα όπως, αντισύλληψη, άμβλωση, αναγκαστική στείρωση, υποχρεωτικό οικογενειακό προγραμματισμό, εξαγορά δικαιώματος τεκνοποίησης, αλλά ακόμα και τη διερεύνηση δυνατοτήτων μεταφοράς πλεονάζοντος πληθυσμού για εποικισμό στο διάστημα, κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια παραλλαγή της βαρβαρότητας των ναζιστικών κρεματορίων με φανταχτερό περιτύλιγμα.
Προφανώς τα μέτρα αυτά δεν απόδωσαν και η αγωνία των πλούσιων και των εξουσιαστών, ότι κάποια στιγμή ο πεινασμένος πληθυσμός θα σπάσει τις αλυσίδες της άδικης νομιμότητας καθώς και τα τελευταία θρησκευτικά ταμπού και θα μπουκάρει στα Supermarkets, στα καταστήματα γενικά, στις τράπεζες και στα κυβερνεία, γίνεται μέρα με τη μέρα ατομικός εφιάλτης τους. Κάποιοι μάλιστα από τους σύγχρονους προφήτες της βίαιης παγκοσμιοποίησης, όπως ο Bill Gates της Microsft, ο John P. Holdren σύμβουλος του Barack Obama σε θέματα επιστήμης και τεχνολογίας, ο Τεντ Τέρνερ του CNN, ο Dave Foreman συνιδρυτής του ‘Earth First’ και πολλοί άλλοι σχεδιαστές της Νέας Τάξης Πραγμάτων, προσπαθούν με σημαία τους το νεομαλθουσιανισμό να θέσουν σε εφαρμογή τα συνωμοτικά σχέδιά τους [28], που στόχο έχουν να περιορίσουν βίαια τον ανθρώπινο πληθυσμό του πλανήτη σε ποσοστό μικρότερο από το ένα δέκατο (10%) του σημερινού [29].
Αυτό το εγκληματικό σχέδιο κάποιοι θεοσεβούμενοι νεοχριστιανοί, ή οι μουλάδες της νέας υπό κατασκευή ενιαίας θρησκείας, θα το εμφανίσουν ως θέλημα, ίσως και ως εκδίκηση του ‘θεού’, για την ασέβεια των ‘αμαρτωλών’ εργαζόμενων, των ανέργων, των ‘αόρατων’ και των κολασμένων απέναντί του και απέναντι στην εξουσία των εκπροσώπων του. Προς το παρόν πάντως προωθούν δυναμικά την πολιτική της πληθυσμιακής μείωσης, μέσω της δραστικής μείωσης των μισθών και των συντάξεων που σταδιακά οδηγεί σε περιορισμό των γάμων και των γεννήσεων, στην αύξηση της παιδικής θνησιμότητας και σε μαζικούς δια της πείνας θανάτους, χωρίς ωστόσο να τους εμποδίζει τουλάχιστον η υποτιθέμενη θρησκευτική τους πίστη, αφού έτσι κι αλλιώς θεός δεν υπάρχει για να τους εμποδίσει.

Ο ‘θεός’  ως ψευδαίσθηση
Για να κατανοήσουμε αυτόν τον παραλογισμό θα πρέπει να κατανοήσουμε σε βάθος το τι αντιπροσωπεύει πραγματικά ο θεός γενικά, ο θεός του καθενός ατομικά και ο θεός της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης ειδικότερα.

Ο ‘θεός’ γενικά, ως ψευδαίσθηση, αντιπροσωπεύει την άγνοιά μας για τους νόμους κίνησης του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε[30], γι’ αυτό και ο ‘θεός’ ως έννοια εξελίσσεται παράλληλα με την εξέλιξη των γνώσεων των ανθρώπων και των εκάστοτε μορφών εξουσίας, παίρνει αντίστοιχα πολλές και διάφορες μορφές, από τις οποίες αντλεί τη νομιμοποίησή της η εκάστοτε εξουσία. Γι’ αυτό και οι αμερικάνοι, οι ρώσοι, οι εβραίοι, οι ισλαμιστές, ή οι ‘ορθόδοξοι χριστιανοί’, που θεωρούν ότι, ως ποίμνιο, ως λαός και ως έθνος έχουν ένα καλύτερο θεό από τους άλλους ή ότι αγαπάνε τον ένα θεό περισσότερο από τους άλλους, περιμένουν από αυτόν να ‘ευλογεί την Αμερική’ [31], να συμβουλεύει τον πρόεδρό τους, το ραβίνο, τον μουλά ή τον αρχιεπίσκοπό τους, κάθε φορά που αυτοί ‘συνομιλούν μαζί του’. Περιμένουν να τους αντιμετωπίζει ως περιούσιο και γενικά να τους προστατεύει περισσότερο από τους άλλους, ως αντάλλαγμα της πίστης τους σ’ αυτόν.
Το καλύτερο απ’ όλα τα δώρα του ‘θεού’, είναι, όταν αναθέτει στους εκλεκτούς του την αποστολή να καταστρέψουν χώρες, να λεηλατήσουν πολιτισμούς, να πλιατσικολογήσουν οικονομίες και να σκοτώσουν εκατομμύρια άπιστους ‘τρομοκράτες’ που αμφισβητούν τη ‘θεία’ αποστολή τους να ηγεμονεύσουν στον πλανήτη και να διαχειριστούν για λογαριασμό του ‘θεού’ τον παγκόσμιο πλούτο, πράγμα που τελικά δείχνει ότι ο ‘θεός’ δεν είναι παρά το σύμβολο της εξουσίας, το συμφέρον των λίγων σε βάρος των πολλών.
Αυτή η ιδιοτελής ψευδαίσθηση εγωιστικών και υστερόβουλων ατόμων που μας την περνάνε οι εξουσιαστικές θρησκείες, ότι δηλαδή για εμάς και για όλα φροντίζει ο ‘θεός’, που μας απαλλάσσει από την ευθύνη να ασχοληθούμε εμείς οι ίδιοι με τη ζωή και το μέλλον μας, τελικά μας οδηγεί στο να εμπιστευόμαστε τη ζωή και το μέλλον μας, στα ματωμένα χέρια και στα βρώμικα μυαλά των αυτόχριστων εκπροσώπων του ‘θεού’, που τάχα ασκούν κατ’ εντολήν και για λογαριασμό του την εγκόσμια εξουσία, με αποτέλεσμα οι πολλοί να ζούμε σε συνθήκες επίγειας κόλασης και οι λίγοι στον επίγειο παράδεισο.
Αλλά ακόμα κι’ αν υπήρχε ένας θεός, είναι βέβαιο πως κάτω από αυτές τις συνθήκες και τις παράλογες και αντικρουόμενες απαιτήσεις των επιμέρους εκπροσώπων του, θα είχε παραιτηθεί από φιλότιμο ή από ανικανότητα, αφού θα ήταν αδύνατο να τους ικανοποιήσει όλους, αν βέβαια δεν είχαν προλάβει να τον σκοτώσουν, ή ‘να τον σταυρώσουν’, όπως, κατά το χριστιανικό μύθο, έκαναν οι Εβραίοι, όταν ο Χριστός, ως Παύλος ή δια του Παύλου, προτίμησε τη Ρώμη αντί της Ιερουσαλήμ.
Ο θεός του καθενός σας, για όσους από εσάς νοιώθουν ‘απροστάτευτα βρέφη’ που τάχα χρειάζονται έναν υψηλό-δυνατό προστάτη-νταβαντζή και έχουν την ανάγκη ενός προσωπικού θεού, αυτός ο θεός, αντιπροσωπεύει το φόβο του θανάτου πριν την ώρα του και την ελπίδα, πως θα τους προστατέψει από όσα δυσάρεστα συμβαίνουν στους διπλανούς τους. Αυτός ο ‘θεός-προστάτης’, ως προσωπικός και οικογενειακός σύμβουλος, γιατρός και σωματοφύλακας, αντιπροσωπεύει και την προσδοκία πως, κι’ αν ακόμα, ‘ό μη γένοιτο’, συμβεί και σ’ εσένα ό,τι συμβαίνει και στους άλλους συνανθρώπους σου, τότε ανταποδίδοντάς σου την αφοσίωσή σου, θα συγχωρέσει τις αμαρτίες σου και θα σε πάει στον παράδεισο, για αιώνιες και χλιδάτες διακοπές, που τόσο στερήθηκες ζωντανοί υπηρετώντας τον.
Το κακό σ’ αυτή την περίπτωση έγκειται στο γεγονός πως, ενώ γνωρίζεις ότι, ως πιστοί ζητάς απίθανα, αντιφατικά, παράλογα και γελοία πράγματα από έναν ανύπαρκτο ‘θεό’, συνεχίζεις να επαναλαμβάνεις αυτή τη γελοιότητα, εξαιτίας της ανασφάλειάς σου και του εξουσιαστικού φόβου που φωλιάζει στα μυαλά σου ως «σχέση του ανθρώπου με τον θεόν» και την εξουσία. Τελικά η πίστη σε κάποιο ανύπαρκτο προσωπικό θεό, σε γελοιοποιεί, σε αποπροσανατολίζει και σε εκθέτει σε χίλιους δυό κινδύνους, από τους οποίους κανένας θεός, παρά μόνο η ενεργός συμμετοχή σου σε μια συνειδητοποιημένη και αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία μπορεί να σε προστατέψει, πράγμα που για να συμβεί πρέπει να μετακινηθείς από το μοναχικό εγωιστικό Εγώ υπό τον θεόν και την ολιγαρχική, πλουτοκρατική, απάνθρωπη και πολεμοκάπηλη εξουσία του, στο συλλογικό-κοινωνικό Εγώ εντός του Εμείς.
Όσον αφορά στο τι αντιπροσωπεύει ο θεός της εκάστοτε κυρίαρχης αρχής, θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι ο ρόλος του είναι πολύ πιο δύσκολος, γιατί δεν πρέπει να την προστατεύει μόνο από εμάς τους κοινούς απαιτητικούς θνητούς που ζητάμε «ψωμί παιδεία ελευθερία», και κοινωνική ισότητα για αξιοπρεπή ζωή, πράγμα που θέτει σε αμφισβήτηση την δίκαιη πατρότητα, την παντοδυναμία και την παναγαθότητα του θεού, αλλά πρέπει να την προστατεύει και από τους ανταγωνιστές της, αφού κι’ εκείνοι τον επικαλούνται με το ίδιο αίτημα.

Οπότε σ’ αυτή την περίπτωση δοκιμάζεται θανάσιμα η πανσοφία του, αφού είναι αδύνατο να ικανοποιήσει και τις δυό αλληλοαποκλειόμενες αντίπαλες εξουσίες που η μιά ζητάει την εξαφάνιση της άλλης, πράγμα που κάνει τους χαμένους αιρετικούς και συχνά τους οδηγεί στην αλλαγή συμμάχου ‘θεού-προστάτη-σωματοφύλακα’ και στην αντικατάσταση του προηγούμενου από τον θεό κάποιου τρίτου ανταγωνιστή της αντίπαλης εξουσίας.
Το αποτέλεσμα αυτού του παραλογισμού που ριζώνει στην άγνοια, στην ανόητη υστεροβουλία και στην παραίτησή σου από το να αυτοδιαχειριστείς τον εαυτό σου, τη ζωή σου, τον τόπο σου και το μέλλον σου, είναι ένας διαρκής και ανελέητος πόλεμος μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων, αλλά και μεταξύ εξουσιαστών και δυνάμει εξουσιαστών. Ένας πόλεμος που προσφέρει εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές θυσία στους αιμοδιψείς θεούς, (τους κατά τον Πλάτωνα «άριστους προστάτες των ανθρώπων και όλων των όντων») των εκάστοτε εξουσιών και αποδείχνει πως τελικά η άκριτη πίστη σε θεούς και άλλα σκοτεινά δημιουργήματα των εξουσιών αποτυπώνεται ως ανθρώπινη ανισότητα, εκφράζεται ως θρησκευτικό μίσος και λειτουργεί ως όπλο μαζικής εξόντωσης και καταστροφής.

Αυτά τα συμπεράσματα δεν είναι προσωπικοί ισχυρισμοί και θεωρία, όπως πιθανόν θα σκεφτούν κάποιοι απληροφόρητοι, αλλά πραγματικότητα και γι’ αυτό είναι παγκόσμια γνώμη και βεβαιότητα, όπως προκύπτει και από πρόσφατη σχετική έρευνα του ιδρύματος Pew, (Pew Research Center), η οποία διεξήχθη μεταξύ του Μαρτίου και του Ιουνίου του 2014, σε 44 χώρες. Σύμφωνα με αυτή την έρευνα, το θρησκευτικό μίσος και η κοινωνική ανισότητα, θεωρούνται οι δυό μεγαλύτερες παγκόσμιες απειλές, συγκρίνοντας μάλιστα αυτά τα στοιχεία με εκείνα της ίδιας έρευνας του 2007 φαίνεται ότι το θρησκευτικό μίσος και η κοινωνική ανισότητα εξελίσσονται σε επικίνδυνα αυξανόμενες απειλές για την ανθρωπότητα, μεγαλύτερες ακόμα και από τα πυρηνικά όπλα, την μόλυνση του περιβάλλοντος, το AIDS και τις άλλες μολυσματικές ασθένειες.
Από αυτή την ενιαία απειλή της οργανωμένης θρησκευτικής πίστης, του ‘ιερού μίσους’ και της παράλληλα αυξανόμενης οικονομικής-κοινωνικής ανισότητας που λειτουργούν ως όπλο μαζικής καταστροφής και βαρβαρότητας, μπορεί να μας απαλλάξει, άτομα, κοινωνίες και ανθρωπότητα, μόνο η αντικειμενική, επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά χρήσιμη γνώση μέσω των αισθήσεων, της λογικής και της απαλλαγμένης από σκοπιμότητες επιστήμης με τη μορφή ενός, εφικτού πια Νέου Κινήματος Διαφωτισμού από τα κάτω, που θα αποφύγει τα λάθη του προηγούμενου ελίτικου και από τα πάνω.
Οι Πολίτες, όλοι οι Πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν τις απαντήσεις της επιστήμης για όλα τα υπαρξιακά προβλήματα που τους απασχολούν, για να μπορούν να κάνουν τις σωστές επιλογές στην ατομική και κοινωνική τους ζωή, αλλά γι’ αυτό είναι αναγκαίος ο οργανωμένος αντίλογος απέναντι στην οργανωμένη παραπλάνησή τους. Μόνο που αυτός ο αντίλογος δεν μπορούμε να περιμένουμε να οργανωθεί από την πνευματικά ευνουχισμένη κρατικοδίαιτη πνευματική ελίτ, από τις κομματικές γραφειοκρατίες και ‘πρωτοπορίες’, από τα κρατικά και ιδιωτικά ΜΜΕ που προωθούν την παραπληροφόρηση και την ιδεολογική-κομματική διαπαιδαγώγηση, ούτε βεβαίως και από τους ‘επαγγελματίες αποβλακωτές εγκεφάλων δια της Βίβλου’[34].

Κι’ αν παρ’ όλα αυτά υπάρξουν κάποιοι που θα συνεχίσουν να έχουν την ανάγκη να πιστεύουν σε κάτι, σε κάποιο μύθο ή φετίχ, αφού δεν θα τους είναι αρκετή η εμπιστοσύνη στον Εαυτό τους και στους συνανθρώπους τους, τότε ας πιστέψουν σε ό,τι θέλουν. Ο καθένας σας έχει το δικαίωμα να πιστεύει, ή να μην πιστεύει κάπου και να μαθαίνει από τα λάθη του. Μόνο που αυτή η προσωπική πίστη πρέπει να είναι αυθεντική, απόλυτα ελεύθερη, συνειδητή μετά λόγου γνώσεως επιλογή και μια αυστηρά προσωπική υπόθεση, όπως και τόσες άλλες προσωπικές υποθέσεις.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτή η απόλυτα σεβαστή προσωπική πίστη του καθενός, δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται αντικείμενο συναισθηματικής, πνευματικής, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής εκμετάλλευσης από κανέναν. Σημαίνει δηλαδή πως αυτή η επιλογή πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εσωτερική ανάγκη και ως υπαρξιακή πνευματική αναζήτηση, μακριά από οργανωμένες εξουσιαστικές θρησκείες και διχαστικές Eκκλησίες που λειτουργούν ως εκμεταλλευτικές επιχειρήσεις υπό την καθοδήγηση των αδίστακτων σκοταδιστικών-εξουσιαστικών ιερατείων που μετέρχονται ασύστολα κάθε είδους βία και απάτη, αλητεία και αγυρτεία.
Το μέλλον της ανθρωπότητας δεν αφήνει περιθώρια για αγύρτες σκοταδιστές και εκμεταλλευτές εξουσιαστές και με αυτή την έννοια αποτελεί την απόλυτη εγγύηση της ελεύθερης επιλογής, της δημιουργικής έρευνας και της αναζήτησης της ατομικής και συλλογικής ευτυχίας.
Καταλήγοντας κατανοούμε πως, ό,τι συνειδητά, συστηματικά και οργανωμένα υπόσχεται και υποδεικνύει στον άνθρωπο, στην κοινωνία και στην ανθρωπότητα κάτι το ψεύτικο κι’ ανέφικτο, όπως οι θρησκείες, οι διάφορες ιδεολογίες και όλες οι εξουσίες, αποτελεί στην πραγματικότητα απάνθρωπο και καταστροφικό όπλο μαζικής καταστροφής και σαν τέτοιο οφείλουν, οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, να το αντιμετωπίσουν. Και συνεπώς οφείλουν να το αχρηστέψουν, αποδεικνύοντας ότι οι συνθήκες ωρίμασαν για να αλλάξει η ιστορία υποκείμενο που θα οδηγήσει σ’ έναν όχι ιδεατό και ψεύτικο, αλλά, σίγουρα σε έναν, πραγματικό και πραγματικά καλύτερο κόσμο.
Πάνω απ’ όλα η ανθρωπότητα του 21ου αιώνα οφείλει να αποσυνδέσει την ατομική ηθική από τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση και την οργανωμένη υποκριτική θρησκευτική ηθική που καθηλώνει την ανθρώπινη σκέψη σε στατικές αντιλήψεις, ιδέες και σχήματα κοινωνικά ξεπερασμένα και να την συνδέσει με την ισότητα, την κοινωνικότητα, τη συντροφικότητα, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη. Η ανθρωπότητα οφείλει επίσης να ανασυνδέσει τους κοινωνικούς κανόνες και την ηθική με τη δυναμική κοινωνική, οικουμενική ηθική της κοινωνικής ισότητας, τη μοναδική δύναμη που αντιστοιχεί στις σημερινές «επιστημονικές ανακαλύψεις και στα τεχνικά επιτεύγματα που μας επιτρέπουν να οραματιζόμαστε τη μέρα που θα υπάρχει επάρκεια τροφής για όλους, τη μέρα όπου το ανθρώπινο γένος θα ενωθεί σε μια ενιαία κοινότητα και δε θα ζει πια σε απομονωμένες οντότητες. Χιλιάδες χρόνια χρειάστηκαν γι’ αυτή την ανάπτυξη των πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου και για την αυξανόμενη ικανότητά του να οργανώνει την κοινωνία και να συγκεντρώνει την ενεργητικότητά του σε ένα σκοπό. Ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει ένα νέο κόσμο που έχει τους δικούς του νόμους και τα δικά του πεπρωμένα».

Τελικά, η σύγχρονη απελευθερωτική επανάσταση δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει με τη διαδικασία μιας ειρηνικής και συνειδητής ακύρωσης κάθε θρησκευτικής πίστης, που ως στοιχείο εξουσιαστικής ιδεολογίας έχει γίνει φυλακή του σύγχρονου ανθρώπου και έρμα που τον κρατάει σκλάβο μιας θρησκευτικής ψευδαίσθησης, οπαδό μιας υποκριτικής ιδεολογίας και αντικείμενο εκμετάλλευσης. Γι’ αυτό και στον 21ο αιώνα, την ψεύτικη ‘ισότητα ενώπιον του θεού’, ή την απατηλή ισότητα ενώπιον του νόμου, θα πρέπει να την αντικαταστήσουμε με την κοινωνική ισότητα στα πλαίσια μιας κοινωνίας τόσο παρεξηγημένης και συκοφαντημένης κοινοκτημοσύνης και της δημοκρατίας.
Η αναγκαία σύγχρονη και κατά κύριο λόγο ηθική επανάσταση οφείλει, για να είναι αποτελεσματική, να έχει οικουμενικό ανθρώπινο χαρακτήρα, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει να λύσει το σύγχρονο ‘γόρδιο δεσμό’, που δεν είναι άλλος από την ταύτιση της συνειδητά υποκριτικής ηθικής των εξουσιαστικών θρησκειών και ιδιαίτερα του ιουδαιοχριστιανισμού με την ανήθικη φύση του κεφαλαίου που παράγει ανισότητα κι απάνθρωπη βία, με συνέπεια την βαρβαρότητα. Επειδή όμως, σε τελική ανάλυση, τη μοίρα μας τη δημιουργούμε μόνοι μας και «το μέλλον μας δεν εξαρτάται μόνο από τα χρωματοσώματά μας, αλλά κι από τη δυνατότητα του ανθρώπινου είδους να δημιουργεί ένα σύνολο νέων κοινωνικών σχέσεων, σύμφωνα με τις πιο θετικές δυνατότητές του», γι’ αυτό είναι καιρός να εγκαταλείψουμε τα σκοταδιστικά και εξουσιαστικά παραμύθια, να εγκαταλείψουμε τη θεολατρεία και τη μοιρολατρία και να πάρουμε τη ζωή μας και το μέλλον μας στα χέρια μας.
Όσο η ανθρωπότητα θα πορεύεται με οδηγό το κεφάλαιο, καθοδηγούμενη με μύθους περί ‘μεταθανάτιας ζωής’ και περί ‘θεού’ που ‘ευλογεί’ την εκάστοτε εξουσία, τόσο θα πορεύεται αναγκαστικά με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα μέσα σ’ ένα σκοταδιστικό-εξουσιαστικό τούνελ, δημιουργώντας έναν όλο και περισσότερο ακατανόητο, εικονικό κόσμο, τον λεγόμενο ‘κόσμο των αγορών’, το άλλοθι, το φετίχ της εξουσίας του σκληρού πυρήνα του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου.

Το γεγονός πως οι θρησκείες είναι δημιουργήματα των εξουσιών, και λειτουργούν ως εξουσιαστικές ιδεολογίες που καταλήγουν στην βαρβαρότητα της ανισότητας, της ανεργίας, της επισφαλούς και κακοαμοιβόμενης υπεραπασχόλησης, της φτώχειας, της πείνας, του πολέμου, της καταστροφής της Φύσης και στην καθημερινή αλλοτρίωση των δημιουργών του πλούτου και του πολιτισμού, αποκαλύπτει ότι αυτές δεν δημιουργήθηκαν για την ψευδαίσθηση του Επέκεινα, αλλά για τον έλεγχο της καθημερινότητάς μας, για την ρύθμιση της καθημερινής σκλαβιάς μας, δηλαδή για την αποδοχή της επίγειας καθημερινής κόλασης από την ‘κοινωνία των πιστών προβάτων’.
Για να σωθεί η ανθρωπότητα από τη σκοταδιστική και καταστροφική θεοκρατική βαρβαρότητα υπάρχει μόνο ένας και μοναδικός δρόμος, ο δρόμος της καθολικής και της ριζικής αποθρησκειοποίησης, ο δρόμος της κοινωνικής ισότητας, της επιστήμης, της Γνώσης και της ελευθερίας. Και επειδή, όπως είδαμε, θεός δεν υπάρχει παρά μόνο ως φετίχ, ως η άλλη πλευρά, ως είδωλο του κεφαλαίου, είναι καλό και λογικό να γνωρίζουμε ότι η κατάργηση αυτού του ψευτοθεού και η αποθρησκειοποίηση δεν μπορεί να γίνει με διατάγματα, αλλά με την κατάργηση του αντικειμένου του, δηλαδή με την κατάργηση των ιερατείων του [θρησκευτικά και οικονομικά] ως κοινωνική σχέση εξουσίας των λίγων πάνω στους πολλούς.

Η θρησκευτική πίστη δεν έσωσε ποτέ και κανέναν, αντίθετα ως όπλο μαζικής καταστροφής στα χέρια των απάνθρωπων και καταστροφικών εξουσιών που τη δημιούργησαν και την εμπορεύονται θανάτωσε εκατομμύρια επί εκατομμυρίων ανθρώπων. Δεν είναι όμως αυτή η μοίρα της ανθρωπότητας και αργά ή γρήγορα αυτός ο εφιάλτης μπορεί και πρέπει να τελειώσει. Μέχρι τότε ο θρησκευτικός σκοταδισμός, η ιδεολογία της οικονομίας της αγοράς και συνακόλουθα η πολιτική-εκκλησιαστική βαρβαρότητα ως Αμερικανισμός και ως Νέα Τάξη Πραγμάτων, ως επεκτατικός ισλαμικός φονταμενταλισμός και ως κάθε είδους, λογής και κοπής ηγεμονισμός θα απειλούν τη ζωή, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του, όπως και την ύπαρξη του πάνω στην γη.
-------------------
[1] [Baphometh: Το Ισλάμ δημιούργημα του Βατικανού] http://terrapapers.com/?p=34577
[2] «Και θα στήσω έγκυρον και ακατάλυτον την συμφωνίαν και την υπόσχεσίν μου αυτήν και στους απογόνους σου έπειτα από σε εις όλας τας γενεάς αυτών υπόσχεσιν παντοτεινήν και ανέκκλητον ότι θα είμαι ιδικός σου Θεός και Θεός των έπειτα από σε απογόνων σου. Και θα δώσω εις σε και έπειτα από σε στους απογόνους σου ως αιωνίαν ιδιοκτησίαν όλην αυτήν την γην Χαναάν, εις την οποίαν τώρα κατοικείς ως ξένος και θα είμαι στους απογόνους σου ο Θεός των. Είπε δε ακόμη ο Θεός προς τον Αβραάμ, σύ θα φυλάξης την διαθήκην μου αυτήν, συ και οι απόγονοί σου εις όλας τας γενεάς των. Σημείον δε και εξωτερικόν γνώρισμα της συμφωνίας μεταξύ εμού και υμών και των απογόνων σου έπειτα από σέ, εις όλας τας γενεάς αυτών ότι θα τηρήσετε την διαθήκην μου είναι τούτο Από τώρα και στο εξής θα περιτέμνεται κάθε αρσενικόν τέκνον σας. Θα περικόψετε την σαρκίνην ακροβυστίαν σας και τούτο θα είναι σημείον της συμφωνίας μας μεταξύ εμού και υμών. Καθε αρσενικόν παιδί θα περιτέμνεται οκτώ ημέρας μετά την γέννησίν του, κάθε αρσενικόν εις όλας τας γενεάς σας, όπως επίσης θα περιτέμνεται και ο δούλος, ο οποίος θα αγορασθή με χρήματα, και το παιδί παντός ξένου ο οποίος κατοικεί μαζή σας, έστω και αν δεν είναι απόγονός σου. Θα περιτμηθή όπως δήποτε ο δούλος, που εγεννήθη εις την οικίαν σου, και ο δούλος, που ηγοράσθη με χρήματα. Η περιτομή αυτή της σαρκός σας θα είναι υποχρέωσις απορρέουσα από την συμφωνίαν μας, η οποία θα έχη αιωνίαν ισχύν. Καθε αρσενικόν, του οποίου δεν περιεκόπη η σαρξ της ακροβυστίας του κατά την ογδόην ημέραν από της γεννήσεώς του και έμεινεν απερίτμητον, θα εξολοθρευθή η ύπαρξις αυτή εκ μέσου της φυλής του, διότι κατεφρόνησε και κατεπάτησε την εντολήν μου». Παλαιά Διαθήκη, Γένεσις 17.7-14.
[3] Τράκα Μάχη, Κλειτοριδεκτομή: Όταν η γυναίκα βιάζεται ψυχικά και ακρωτηριάζεται σωματικά, στο http://terrapapers.com/?p=33083 και http://terrapapers.com/?p=32911
[4] «Εἰσὶν γὰρ εὐνοῦχοι οἵτινες ἐκ κοιλίας μητρὸς ἐγεννήθησαν οὕτως, καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνουχίσθησαν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω. Τότε προσηνέχθησαν αὐτῷ παιδία, ἵνα τὰς χεῖρας ἐπιθῇ αὐτοῖς καὶ προσεύξηται». Κατά Ματθαίον 19.12.
[5] Βλέπε Νηλ Αλεξάντερ Σάθερλαντ, Θεωρία και πράξη της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1972.
[6] «Ο κουζουλός κάθε χωριού έχει την ίδια γνώση για το θεό με τον εκάστοτε αρχιεπίσκοπο: απολύτως καμία!», Φραγκόπουλος Στέλιος, (Επιμέλεια), Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (Συλλογικός τόμος), Εκδόσεις Βερέττα), Ρόδος 2012.
[7] «Κατά τη διάρκεια του 1ου αιώνα, ο κανόνας ιερών συγγραμμάτων της χριστιανικής εκκλησίας αποτελούνταν αποκλειστικά από τις εβραϊκές ‘Γραφές’ (Παλαιά Διαθήκη). Μόνο κατά τη διάρκεια του 2ου αιώνα τα Ευαγγέλια και οι επιστολές του αποστόλου Παύλου αναβαθμίστηκαν στο επίπεδο του ‘κανόνα’. Δεν μπορεί να λεχθεί με σαφήνεια πότε ακριβώς άρχισε η μακρόχρονη και αδιάκοπη διαμόρφωση του κανόνα της Καινής Διαθήκης καθώς η Iστορία ουσιαστικά σιωπά για αυτή την εξέλιξη της πρώιμης χριστιανικής εκκλησίας. […] Η συλλογή των βιβλίων της Καινής Διαθήκης έλαβε χώρα σταδιακά και επηρεάστηκε από διάφορους παράγοντες εντός και εκτός της εκκλησίας. Οι πρώτες ενδείξεις εμφανίζονται στο πρώτο μισό του 2ου αιώνα και εντατικοποιούνται ως τα μέσα του ίδιου αιώνα, καθώς αυξανόταν σημαντικά ο όγκος της χριστιανικής φιλολογίας που κυκλοφορούσε μεταξύ των εκκλησιών. Πρώτος που χρησιμοποιεί τον όρο «καινή» διαθήκη φέρεται να είναι ο επίσκοπος Ειρηναίος της Λυών στις αρχές του 3ου αιώνα, αν και δεν αντιμετωπίζει όλα τα «κανονικά» συγγράμματα της Καινής Διαθήκης με τον ίδιο τρόπο. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 4ου αιώνα, δηλαδή μετά την ανακήρυξη του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ο κανόνας της Καινής Διαθήκης οριστικοποιήθηκε σε μια σειρά εκκλησιαστικών συνόδων».
[8] «Ει μεν μη περί άλλων πολλών διαφωνία ην προς άλληλα των αντιγραφέων έσται πάντα· τα κατά Ματθαίον μη συνάδειν αλλήλοις, ομοίως δε και τα λοιπά ευαγγέλια, νυν δε, δηλονότι πολλή γέγονεν η αντιγράφων διαφορά, είτε από ραθυμίας τινών αντιγραφέων, είτε από τόλμης τινών μοχθηράς διαθέσεως των γραφομένων, είτε από των τα εαυτοίς δοκούντα εν τη διορθώσει προστεθέντων ή αφαιρουμένων». Ωριγένης, Υπόμνημα προς Ματθαίον. Παρατίθεται στο Βεργίδης Νίκος, Νέρων και Χριστός. Η αληθινή καταγωγή του Χριστιανισμού, Εκδόσεις «Arcadia», Αθήνα 1997
[9] Ο Ρουφίνος, μεταφράζοντας στα λατινικά από τα ελληνικά το έργο του Ωριγένη «Περί Αρχών», παραδέχεται ότι: «Κάθε φορά που συναντούσα στο ελληνικό πρωτότυπο κάποιο σκανδαλώδες εδάφιο, το διασκεύαζα, το μίκραινα, ή και το αφαιρούσα ακόμα, ώστε ο αναγνώστης να μη συναντάει τίποτα, που να του κλονίζει την πίστη». Παρατίθεται στο: Βεργίδης Νίκος, Νέρων και Χριστός, ό.π.
[10] Τα Απόκρυφα κείμενα διαιρούνται σε Ευαγγέλια, Πράξεις, Επιστολές και Αποκαλύψεις. Τα σπουδαιότερα είναι: Απόκρυφα ευαγγέλια: Πρώτο ευαγγέλιο του Ιακώβου, Καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο, Κατά Πέτρον ευαγγέλιο, Ιστορία Ιωσήφ του τέκτονος, Κατ’ Αιγυπτίους ευαγγέλιο, Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου, Υπόμνημα των παραχθέντων επί Πιλάτου, Ευαγγέλιο της Αληθείας, Κατά Φίλιππο, Κατά Θωμάν (περιέχει 114 λόγια αποδιδόμενα στον Ιησού), Ευαγγέλιο του Ιούδα, Ευαγγέλιο των Εβιονιτών, Ευαγγέλιο της Μαρίας Μαγδαληνής. Απόκρυφες Πράξεις: Κήρυγμα Πέτρου, Πράξεις Πέτρου, Πράξεις Παύλου και Θέκλας, Πράξεις Παύλου, Πράξεις Ιωάννη, Πράξεις Ανδρέα, Πράξεις Θωμά, Πράξεις Φιλίππου, Πράξεις Βαρνάβα, Πράξεις Θαδδαίου, Πράξεις Ματθαίου και Πράξεις Βαρθολομαίου. Απόκρυφες Επιστολές: Επιστολή Βαρνάβα, Αλληλογραφία Παύλου και Σενέκα, Επιστολή Παύλου προς Λαοδικείς, Επιστολή Ποπλίου Λεοντούλου, Αλληλογραφία Αβγάρου με τον Ιησού, Επιστολή των έντεκα αποστόλων. Απόκρυφες Αποκαλύψεις: Αποκάλυψη Πέτρου, Αποκάλυψη Ιωάννου (απόκρυφο), Αποκάλυψη Παύλου, Αναβατικόν Παύλου, Αποκάλυψη Θωμά, Αποκάλυψη Πρωτομάρτυρα Στεφάνου, Σιβυλλικοί χρησμοί κ.ά., http://el.wikipedia.org/wiki/Απόκρυφα
[11] «Ο πραγματικός Σίμων Πέτρος βρίσκεται στην αφετηρία της αλυσίδας δημιουργημένων θρύλων. Είναι ο πρώτος και σημαντικότερος επινοητής των θρύλων των Ευαγγελίων […] Ο Πέτρος είναι ο δημιουργός των βιβλικών Ευαγγελίων… Ο Πέτρος έγραψε τους πιο σημαντικούς θρύλους και σκηνοθέτησε τη σταύρωση για να επεξεργαστεί την ξαφνική αναχώρηση του Ιησού […] Αυτός που τελικά έκανε τόσο μεγάλο το χριστιανισμό ήταν ο Πέτρος και όχι ο Ιησούς, ή ο Παύλος […] Ο Πέτρος ήταν, λοιπόν, εκείνος που υπαγόρευε (και επομένως ο ιδρυτής του χριστιανισμού και δημιουργός των θρύλων), Speck Dimitri, Ο Πέτρος επινόησε τον Ιησού, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 329 κ. επ.
[12] Βλέπε, Απόκρυφο ευαγγέλιο του Θωμά, αναφέρεται στο Speck Dimitri, Ο Πέτρος επινόησε τον Ιησού, ό. π., σελ. 365.
[13] . Ό.π., σελ. 73.
[14] Οι απόπειρες που κάνουν εκ των υστέρων μερικοί απολογητές του χριστιανικού μύθου να δώσουν διαφορετικό νόημα σ’ αυτά τα υποτιθέμενα λόγια του Ιησού και στη θέση των γονιών, των αδερφών και των παιδιών να βάλουν την παράδοση ή την παλιά θρησκεία τους, αποκαλύπτουν απλά την αμηχανία τους και είναι, τελικά, αναποτελεσματικές, γιατί δεν στέκουν λογικά και συνεπώς δεν πείθουν.
[15] «Ο Θεός έχει ταίς χερσίν αυτού τήν αρχήν, το μέσον και το πέρας πάντων των όντων. […] Ο δή Θεός ημίν πάντων χρημάτων μέτρον άν είη μάλιστα», Πλάτων Νόμοι (Δ. 713ε και Δ. 716ε).
[16] Μπακούνιν Μιχαήλ, Θεός και κράτος, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, Αθήνα 1986.
[17] Αναφέρεται στο: Dawkins Richard, Η περί θεού αυταπάτη, Κάτοπτρον, Αθήνα 2007, σελ. 41.
[18] Ό.π., στην ίδια σελίδα.
[19] «Αμέσως μετά τη γέννησή του το παιδί εκτίθεται σε επιρροές που κατευθύνουν τις δυνατότητές του, αναχαιτίζουν την επίδοσή του σε ορισμένες μορφές συμπεριφοράς και ενθαρρύνουν την προσήλωσή του σε άλλες. Σαν μαλακός πηλός, η συμπεριφορά πλάθεται και διαμορφώνεται […] Η διαδικασία συρταροποίησης της συμπεριφοράς είναι τόσο γερά θεμελιωμένη και δουλεύει τόσο αθόρυβα, που δεν την καταλαβαίνουμε», Szasz, Thomas, Η ψυχιατρική ταξινόμηση σαν στρατηγική προσωπικής καταπίεσης, στο: Δυό δοκίμια για την ψυχιατρική καταπίεση, Ελεύθερος Τύπος, 5η έκδοση.σελ. 25 και 27.
[20] Ό.π., σελ. 25-27.
[21] «Με την επικράτηση του χριστιανισμού όσοι ζούσαν σύμφωνα με τις ελληνικές αξίες αποτέλεσαν αντικείμενα διωγμών. Όσοι δεν ασπάζονταν τον χριστιανισμό διώκονταν, φυλακίζονταν, θανατώνονταν. Πληθυσμοί ολόκληρων περιοχών εξοντώθηκαν επειδή αρνήθηκαν να ασπαστούν τα κηρύγματα των αποστόλων», Γκίκας Σωκράτης, Απομυθοποιήσεις του χριστιανισμού, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΕΡΕΤΤΑΣ, Ρόδος 2009.
[22] Szasz, Thomas, Η ψυχιατρική ταξινόμηση σαν στρατηγική προσωπικής καταπίεσης.., ό.π., σελ. 25 κ. επ.
[23] «Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός στον Κύρον, τον οποίον εγώ έχρισα βασιλέα και του οποίου την δεξιάν κατέστησα κραταιάν, δια να υπακούσουν εις αυτόν και υποταχθύν ενώπιόν του τα έθνη· και την ισχύν των βασιλέων θα συντρίψω, θα ανοίξω έμπροσθεν αυτού τας θύρας και καμμία πόλις δεν θα μείνη κλειστή δι› αυτόν. Εγώ, ω Κύρε, θα πορευθώ έμπροσθέν σου, θα εξομαλύνω τα όρη, θα συντρίψω θύρας χαλκάς και μοχλούς σιδηρούς θα σπάσω. Θα δώσω εις σε θησαυρούς, που ευρίσκονται εις σκοτεινούς τόπους, θα ανοίξω και θα παρουσιάσω εις σε αποκρύφους και αοράτους θησαυρούς, δια να γνωρίσης ότι εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, ο οποίος σε εκάλεσεν ονομαστικώς, ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού. Εγώ θα σε καλέσω ονομαστικώς, προς χάριν του δούλου μου Ιακώβ, του εκλεκτού ισραηλιτικού λαού μου, θα σε δεχθώ ως όργανόν μου δια το έργον, που σε έχω προορίσει. Συ όμως δεν εγνώρισες εμέ, ότι δηλαδή εγώ είμαι Κυριος ο Θεός και δεν υπάρχει άλλος Θεός πλην εμού. Εγώ έδωκα εις σε αυτήν την δύναμιν· συ όμως δεν με εγνωρισες ως δωρεοδότην. Και έπραξα αυτά, δια να γνωρίσουν όσοι κατοικούν εις την ανατολήν, και οι άλλοι που κατοικούν εις την δύσιν, ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός πλην εμού· ότι εγώ είμαι Κυριος ο Θεός και δεν υπάρχει κανείς άλλος. Εγώ κατεσκεύασα το φως και έκαμα το σκοτάδι. Επιφέρω και αποκαθιστώ ειρήνην αλλά και παραχωρώ να έρχωνται συμφοραί και θλίψεις. Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός, ο οποίος κάμνω όλα αυτά», Παλαιά Διαθήκη, Ησαΐας 45.1-7.
[24] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Η κατάρα του Χάγιεκ, η ελληνική τραγωδία και ‘έντεκα κουτές ερωτήσεις’,
[25] Waldheim Kurt, UNO-Generalsekretär, Bericht über die Weltbevölkerung und die Ernährungsfrage, ( Έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για τον παγκόσμιο πληθυσμό και το επισιτιστικό πρόβλημα), in: FORUM VEREINTE NATIONEΝ, Zeitschrift für Internationale Entwicklung, Heft 3, September 1974.
[26] «Ο χριστιανός εξομολογούμενος την ιεράν πενίαν του εν μέσω μαρτυρίων δεν είναι δυνατόν να υποστεί βασάνους, χωρίς να λάβη αμοιβήν εις τον ουρανόν. Πολλοί χριστιανοί, λέγουν, εβασανίσθησαν από ένα μακροχρόνιον λιμό, αλλ’ ιδού ακόμα μια περίπτωσις, που απέβη δι’ αυτούς επ’ αγαθώ, εφόσον υπέφεραν δια την αγάπην του θεού, διότι εκείνοι τους οποίους εθανάτωσεν η πείνα, απηλλάγησαν από του κόσμου αυτού τα δεινά, όσοι δε δεν υπέκυψαν εις αυτήν, εδιδάχθησαν να ζουν εγκρατέστερα και να νηστεύουν περισσότερο», Αυγουστίνος, Η Πολιτεία του Θεού…, ό.π., Κεφ. Ι, σελ. 20.
[27] United Nations, Agenta 21. The Uniated Nations Programme of Action from Rio, Earth Summit Rio de Janeiro 1992, UNO 1993.
[28] Για τη διάψευση των οποίων έχουν δημιουργήσει τη θεωρία της συνωμοσιολογίας με την οποία κατηγορούν μέσα από τα ΜΜΕ που ελέγχουν ως συνωμοσιολόγους, όσους αναφέρονται σε αυτά και αποκαλύπτουν με βάση έγκυρες πηγές, ακόμα και με τα λόγια και τις ενέργειες των ίδιων των παγκόσμιων συνωμοτών τα εφιαλτικά τους σχέδια, που τους εκθέτουν ως εχθρούς της ανθρωπότητας, υπονομευτές του μέλλοντός της και του πολιτισμού της.
[29] «Για να έχουμε όλοι υψηλή ποιότητα ζωής, θα πρέπει να υπάρχουν λιγότεροι άνθρωποι’», Paul R. Ehrlich, Anne H. Ehrlich, John P. Holdren, ECOSCIENCE: Population, Resources, Environment, στο: https://archive.org/details/EcosciencePopulationResourcesEnvironment. «Ένας συνολικός πληθυσμός 250 με 300.000.000 ανθρώπους, δηλαδή, με μία κατά 95% πτώση από τα σημερινά επίπεδα, θα ήταν ιδανικός», Τεντ Τέρνερ, στο: http://www.geopolitics.com.gr/2014/04/people-no-problems.html. «Οι τρεις κύριοι στόχοι μου θα ήταν να μειωθεί ο ανθρώπινος πληθυσμός σε περίπου 100 εκατομμύρια παγκοσμίως, να καταστραφεί η βιομηχανική υποδομή και να δούμε την άγρια φύση, με όλα τα είδη, να επιστρέφουν σε όλο τον πλανήτη», Dave Foreman, στο: http://www.youtube.com/watch?v=xoKQPIh70P0. «Οι αρνητικές επιπτώσεις της αύξησης του πληθυσμού σε όλα τα οικοσυστήματα του πλανήτη μας γίνεται όλο και πιο συγκλονιστικά εμφανής», David Rockefeller, στο: http://www.geopolitics.com.gr/2014/04/people-no-problems.html.
[30] «Για πολλούς ανθρώπους ο κύριος λόγος για τον οποίο προσκολλώνται στη θρησκεία δεν είναι επειδή βρίσκουν παρηγοριά, αλλά επειδή έχουν παραδοθεί σ’ αυτή από το εκπαιδευτικό μας σύστημα και δεν αντιλαμβάνονται καν ότι το να μην πιστεύεις αποτελεί επιλογή. Τούτο σίγουρα ισχύει και για όσους νομίζουν πως είναι δημιουργιστές. Απλώς δεν έχουν διδαχτεί σωστά την εκπληκτική εναλλακτική απάντηση του Δαρβίνου. Πιθανότατα το ίδιο ισχύει και για τον υποτιμητικό μύθο ότι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από θρησκεία», Dawkins Richard, Η περί θεού… ό.π., σελ. 21.
[31] Και να σκεφτεί κανείς πως ο βασικός συντάκτης της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας και τρίτος πρόεδρος των Ενωμένων Πολιτειών Αμερικής, ο Thomas Jefferson, αρνήθηκε την αναγκαιότητα ύπαρξης έδρας θεολογίας στα πανεπιστήμια της ομοσπονδίας.