Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Ούτε «Βυζαντινοί», ούτε Έλληνες, αλλά Ρωμαίοι - Η χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και η σχέση της με την αρχαία ελληνική κληρονομιά

Η λεγόμενη «Βυζαντινή Αυτοκρατορία» αποτελεί ίσως μία από τις πιο παρεξηγημένες ιστορικές οντότητες της ευρωπαϊκής ιστορίας. Η ίδια η ονομασία είναι μεταγενέστερη επινόηση δυτικών λογίων και δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ από τους ανθρώπους που έζησαν μέσα σε αυτήν. Οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας αυτοαποκαλούνταν Ρωμαίοι (και έπειτα με παραφθορά, Ρωμιοί), θεωρούσαν το κράτος τους τη νόμιμη συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και αντιλαμβάνονταν την ταυτότητά τους πρωτίστως ως ρωμαϊκή και χριστιανική.

Η σύγχρονη τάση να παρουσιάζεται το Βυζάντιο ως απλή «συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας» παραμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την ιστορική πραγματικότητα. Η σχέση της χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο υπήρξε βαθιά αντιφατική, συγκρουσιακή, χρησιμοθηρική, και σε κανένα βαθμό πολιτισμικά συνεχής.

Η καλούμενη «Βυζαντινή Αυτοκρατορία» δεν ταυτίστηκε με την αρχαιότητα, την απέρριψε ολοκληρωτικά και εκμεταλλεύτηκε ό,τι θεώρησε χρήσιμο. Υπήρξε ο ιστορικός χώρος μέσα στον οποίο μεγάλο μέρος της αρχαίας ελληνικής παράδοσης καταστράφηκε, λογοκρίθηκε και εγκαταλείφθηκε, και μόνο στην πορεία διασώθηκε αποσπασματικά.

Οι «Βυζαντινοί» ήταν Ρωμαίοι

Μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη από τον Κωνσταντίνο, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν θεωρούσε ποτέ τον εαυτό της «νέο κράτος». Ήταν η ίδια η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Ο όρος «Βυζαντινή Αυτοκρατορία» δημιουργήθηκε τον 16ο αιώνα από δυτικούς ιστορικούς, κυρίως τον Hieronymus Wolf, και βασίστηκε στο όνομα της αρχαίας πόλης του Βυζαντίου, της αποικίας των Μεγαρέων. Ο σκοπός ήταν να διαχωριστεί η «κλασική» Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τη μεσαιωνική ανατολική εκδοχή της, την οποία η δυτική Ευρώπη συχνά θεωρούσε «εκφυλισμένη».

Οι ίδιοι όμως οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας δεν αποκαλούσαν ποτέ έτσι το κράτος τους. Η επίσημη ονομασία ήταν Βασιλεία τῶν Ῥωμαίων. Κράτος των Ρωμαίων. Ο αυτοκράτορας ήταν ο «Βασιλεὺς τῶν Ῥωμαίων». Και οι υπήκοοι ήταν Ῥωμαῖοι. Αντιλαμβάνονταν την ταυτότητά τους πρωτίστως ως ρωμαϊκή και χριστιανική, όχι ελληνική με τη νεότερη εθνική έννοια

Αυτή η ταυτότητα δεν ήταν τυπική ή συμβολική. Ήταν απολύτως πραγματική για τους ανθρώπους της εποχής. Η αυτοκρατορία θεωρούσε ότι συνέχιζε αδιάκοπα το ρωμαϊκό imperium, απλώς σε χριστιανική μορφή αρχικά με λατινική και πολύ αργότερα με ελληνική γλώσσα. Ακόμη και οι μουσουλμανικοί λαοί της Ανατολής αποκαλούσαν τους κατοίκους της «Rum», δηλαδή Ρωμαίους. Από εκεί προέρχεται και το όνομα του «Σουλτανάτου του Rum».

Ο όρος «Έλληνας» και η χριστιανική εχθρότητα προς τον αρχαίο κόσμο

Στους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού, η λέξη «Ἕλλην» απέκτησε κυρίως θρησκευτική σημασία. Για τη χριστιανική κοινωνία της αυτοκρατορίας «Έλλην» σήμαινε «ειδωλολάτρης» ή «παγανιστής» ή «εθνικός».Ήταν όρος με εντονη απαξία.

Σε χριστιανο-πατερικά κείμενα, όταν γίνεται λόγος για «Ἕλληνες και Ιουδαίους», ο όρος δεν έχει εθνική έννοια αλλά θρησκευτική. Αυτό είναι θεμελιώδες για να κατανοήσουμε τη «βυζαντινή» νοοτροπία. Η αρχαία ελληνική θρησκεία και ένα μεγάλο μέρος της φιλοσοφικής της παράδοσης θεωρούνταν από πολλούς χριστιανούς επικίνδυνα κατάλοιπα ενός προχριστιανικού κόσμου.

Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν οικοδομήθηκε πάνω σε κάποια βάση συνέχειας ή αναβίωσης της αρχαίας Ελλάδας. Αντίθετα, οικοδομήθηκε πάνω στην καταστροφή-υπέρβαση και αντικατάσταση του αρχαίου ελληνορωμαϊκού κόσμου από μια νέα χριστιανική οικουμενική ταυτότητα.

Η απώλεια της αρχαίας γραμματείας

Συχνά επαναλαμβάνεται, ιδίως στην σημερινή Ελλάδα, ότι το Βυζάντιο «διέσωσε την αρχαία ελληνική γραμματεία». Αυτό είναι αληθινό μόνο εν μέρει. Η ίδια η χριστιανική αυτοκρατορία ευθύνεται επίσης για την απώλεια ενός τεράστιου μέρους της. Στον αρχαίο και μεσαιωνικό κόσμο, ένα βιβλίο επιβίωνε μόνο αν αντιγραφόταν συνεχώς με το χέρι. Όταν ένα έργο σταματούσε να αντιγράφεται, αργά ή γρήγορα εξαφανιζόταν. Με τη χριστιανοποίηση της αυτοκρατορίας άλλαξαν ριζικά οι πολιτισμικές προτεραιότητες. Η θεολογία αντικατέστησε τη φιλοσοφία ως ανώτατη γνώση, η εκκλησιαστική γραμματεία κυριάρχησε, και η «παγανιστική» κοσμοθεωρία θεωρήθηκε ξεπερασμένη ή επικίνδυνη.

Έτσι τεράστιο μέρος της αρχαίας γραμματείας έπαψε να αντιγράφεται, εγκαταλείφθηκε, ή χάθηκε μέσα στους αιώνες. Έτσι, από δεκάδες τραγωδίες του Σοφοκλή σώζονται μόνο επτά. Από τους περισσότερους φιλοσόφους σώζονται μόνο αποσπάσματα. Μεγάλο μέρος της ελληνιστικής επιστήμης έχει εξαφανιστεί ολοκληρωτικά.

Αυτή η απώλεια οφείλεται κυρίως σε οργανωμένη καταστροφή, λόγω της αλλαγής του πολιτισμικού κέντρου βάρους, λόγω θεολογικής καχυποψίας, λόγω παρακμής της αστικής παιδείας, και της αδιαφορίας απέναντι σε έργα που δεν θεωρούνταν πλέον χρήσιμα αλλά αντιχριστιανικά. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι μεγάλο μέρος της αρχαίας γραμματείας διασώθηκε από Άραβες αλλά και δυτικούς χριστιανούς. Και πέραν της γραμματείας ήταν ανυπολόγιστη η καταστροφή των ελληνικών αρχιτεκτονικών και των έργων τέχνης εν γένει.

Οι διώξεις και η σύγκρουση με την αρχαία παράδοση

Υπήρξαν επίσης περιπτώσεις ανοιχτής σύγκρουσης με την αρχαία παράδοση. Το κλείσιμο της Ακαδημίας του Πλάτωνα μετά από χίλια χρόνια λειτουργίας από τον Ιουστινιανό το έτος 529 θεωρείται το συμβολικό τέλος της αρχαίας φιλοσοφικής εποχής. Η δολοφονία της νεοπλατωνικής φιλοσόφου Υπατίας στην Αλεξάνδρεια από χριστιανικό όχλο έγινε σύμβολο της σύγκρουσης μεταξύ αρχαίου ορθολογισμού και χριστιανικού θρησκευτικού φανατισμού.

Το μεγάλο ιστορικό παράδοξο είναι ότι η ίδια θρησκεία που συνέβαλε στην εξαφάνιση της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, διεκδικεί ρόλο συνεχιστή και διατηρητή. Αυτό συχνά αιτιολογείται με το σκεπτικό ότι παρά την αρχική εχθρότητα, η στάση απέναντι στην αρχαιότητα άλλαξε σταδιακά. Αυτό όμως εξηγείται από το γεγονός ότι όσο ο χριστιανισμός εδραιωνόταν πλήρως και δεν αισθανόταν πλέον ότι απειλείται από την «παγανιστική» αρχαιότητα, ορισμένοι λόγιοι και εκπαιδευτικοί κύκλοι άρχισαν να αντιμετωπίζουν την αρχαία γραμματεία λιγότερο φοβικά.

Ποτέ όμως το επίσημο χριστιανικό κατεστημένο και το ιερατείο του που ασκούσε ουσιαστική εξουσία δεν επέτρεπε την όποια παρεκτροπή. Για το λόγο αυτό λόγιοι που θεωρήθηκαν υπερβολικά «ελληνίζοντες» αντιμετώπισαν διώξεις ή καταδίκες. Ο Ἰωάννης ὁ Ἰταλός καταδικάστηκε για φιλοσοφικές θέσεις επηρεασμένες από τον νεοπλατωνισμό. Ο Γεώργιος Γεμιστὸς Πλήθων, λίγο πριν την πτώση της αυτοκρατορίας, πρότεινε σχεδόν ανοιχτά επιστροφή σε πλατωνικές και προχριστιανικές ιδέες. Μετά τον θάνατό του, έργα του κάηκαν από τον Γεννάδιο Σχολάριο. Αυτές οι μορφές υπήρξαν ελάχιστες εξαιρέσεις που καταπιέστηκαν και πολεμήθηκαν. Επομένως δεν ήταν η κυρίαρχη συνείδηση της αυτοκρατορίας και ούτε θα επέτρεπε ποτέ το αυστηρό δόγμα της ορθοδοξίας να γίνει κάτι τέτοιο.

Η αρχαία παιδεία μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί ως γλωσσικό πρότυπο, ως εργαλείο ρητορικής, χωρίς να θεωρείται άμεση θρησκευτική απειλή και φυσικά φιλτραρισμένος μέσα από το χριστιανικό πρίσμα, όπως εξακολουθεί να γίνεται μέχρι τις μέρες μας. Έτσι εξηγείται γιατί διασώθηκαν κυρίως φιλολογικά, ρητορικά, ιστορικά, και επιλεγμένα φιλοσοφικά έργα. Η αρχαιότητα δεν επιβίωσε στο Βυζάντιο ως ζωντανή θρησκεία ή φιλοσοφία ή ως εθνικό ιδεώδες, αλλά ως φιλτραρισμένη και ελεγχόμενη παράδοση μέσα σε μια χριστιανική ρωμαϊκή κοινωνία.

Το επικρατούν αφήγημα στην σημερινή Ελλάδα αναφέρεται σε «εξημέρωση» των παθών του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού δια της χριστιανικής πίστης. Είναι μια καθαρά υποκειμενική και μεροληπτική οπτική των πραγμάτων από τον νικητή που ως συνήθως γράφει την ιστορία. Το «Βυζάντιο» όμως δεν ήταν συνεχιστής της αρχαίας Ελλάδας. Ήταν ένας νέος πολιτισμός χριστιανικός, ρωμαϊκός, λατινόφωνος και έπειτα ελληνόφωνος, που μετασχημάτισε ριζικά την κληρονομιά του αρχαίου κόσμου.

Και ίσως η μεγαλύτερη ιστορική παρανόηση είναι ακριβώς αυτή, δηλαδή να φανταζόμαστε τη χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως ένα κράτος που αισθανόταν «ελληνικό» με τον τρόπο που το αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Αυτό είναι ένα από τα πιο βαθιά και δύσκολα ζητήματα της νεοελληνικής ταυτότητας και πράγματι πολλοί ιστορικοί, φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι έχουν επισημάνει ότι υπάρχει μια εσωτερική αντιπαράθεση ανάμεσα στην κλασική αρχαιοελληνική κληρονομιά αφενός, και στη «βυζαντινή» ορθόδοξη ρωμαϊκή παράδοση αφετέρου.

Στην πράξη όμως πρόκειται περισσότερο για μια ιστορική σύνθεση αντιφατικών κληρονομιών, κάτι που συμβαίνει συχνά στα έθνη και στους πολιτισμούς - απλώς στην ελληνική περίπτωση η αντίθεση είναι ιδιαίτερα έντονη, επειδή οι δύο κόσμοι είχαν πραγματικά διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις, και αυτό που τελικά χάθηκε και η ζημία που προκλήθηκε είναι ανυπολόγιστα.

Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος ήταν πολυθεϊστικός, ανθρωποκεντρικός, φιλοσοφικά πλουραλιστικός, με έντονη τάση στη λογική, στην πόλη και στην κοσμική παιδεία. Αντίθετα, η χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν μονοθεϊστική, θεοκεντρική, δογματική σε απόλυτο βαθμό, και αντιμετώπισε την αρχαία θρησκευτική και φιλοσοφική παράδοση ως απειλή. Υπάρχει πραγματική ιστορική σύγκρουση μεταξύ αυτών των δύο πολιτισμικών κόσμων. Δεν πρόκειται απλώς για «διαφορετικές φάσεις του ίδιου πράγματος».

Ωστόσο, η νεοελληνική ταυτότητα δημιουργήθηκε ιστορικά ακριβώς πάνω στην ανάγκη σύνθεσης αυτών των δύο κληρονομιών. Μετά τον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα, το νέο ελληνικό κράτος χρειαζόταν ιστορικό βάθος, νομιμοποίηση και πολιτισμική συνέχεια.

Η Ευρώπη αναγνώριζε κυρίως την αρχαία Ελλάδα ως πηγή κύρους και πολιτισμού. Ο λαός όμως που επαναστάτησε ήταν πια ανατολικός ορθόδοξος χριστιανικός, ρωμαίικος, φορέας βυζαντινής και μεταβυζαντινής παράδοσης. Έτσι διαμορφώθηκε σταδιακά το ιδεολόγημα της «αδιάσπαστης ελληνικής συνέχειας»: από την αρχαία Ελλάδα, στο Βυζάντιο, και έπειτα στον νεότερο ελληνισμό, ως ενιαία ιστορική γραμμή.

Αυτή η σύνθεση δεν ήταν αυτονόητη· ήταν πολιτισμικό και ιδεολογικό εγχείρημα του 19ου αιώνα. Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτό. Μέχρι τότε, πολλοί δυτικοί αλλά και Έλληνες λόγιοι θεωρούσαν το Βυζάντιο «παρακμή» ή ξένο προς τον ελληνισμό. Ο Παπαρρηγόπουλος επιχείρησε να ενώσει τον αρχαίο, τον βυζαντινό, και τον νεότερο ελληνισμό, σε μία συνεχή εθνική αφήγηση. Και αυτή η άποψη επικράτησε και επικρατεί στο νεοελληνικό ακαδημαϊκό αφήγημα.

Από ιστορική άποψη, αυτό είχε φυσικά στοιχεία αλήθειας διότι υπήρχε πληθυσμιακή συνέχεια, γλωσσική συνέχεια, και γεωγραφική συνέχεια. Αλλά σε επίπεδο κοσμοθεωρίας και πολιτισμικής αυτοαντίληψης, οι ασυνέχειες ήταν και είναι επίσης τεράστιες. Η αρχαία Αθήνα του Περικλή και η Κωνσταντινούπολη του Ιουστινιανού δεν ανήκουν στον ίδιο ιδεολογικό κόσμο. Ούτε ο πλατωνικός ή αριστοτελικός ορθολογισμός ταυτίζεται με τη μεσαιωνική ορθόδοξη θεολογία.

Άρα το νεοελληνικό κράτος όντως φέρει μια εσωτερική διττότητα: θέλει να είναι κληρονόμος του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα, αλλά και του Βυζαντίου και της Ορθοδοξίας. Και αυτό έχει μεν μια βασιμότητα, αλλά από την άλλη παραβλέπει την αντιφατικότητα και την μεγάλη διαφορά αυτών των δυο κόσμων. Αυτές οι παραδόσεις δεν είναι ούτε συμφιλιώσιμες ούτε συμβιβάσιμες. Για τον λόγο αυτό γίνονται συχνά προσπάθειες να εξηγηθεί η αρχαιότητα με χριστιανικούς όρους ή για να το πούμε πιο απλά, να εκχριστιανιστεί με αναδρομική ισχύ!

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι ακριβώς αυτή η σύνθεση αντιθέσεων είναι η ουσία της νεοελληνικής ιστορικής εμπειρίας. Οι ταυτότητες σπάνια είναι απόλυτα συνεκτικές ή φιλοσοφικά «καθαρές». Τα έθνη συνήθως οικοδομούν αφηγήσεις που ενώνουν ετερόκλητα και ακόμη και συγκρουόμενα παρελθόντα. Το πρόβλημα είναι ότι στην σύγχρονη Ελλάδα δεν παρουσιάζεται αυτή η αντίθεση, αλλά αποσιωπάται ή στρογγυλοποιείται και ερμηνεύεται με τρόπο που εξυπηρετεί την χριστιανική πλευρά. Αυτό είναι αρκετό για να επιβιώνει η επί αιώνες χριστιανική αφήγηση και παράδοση με έναν επιλεκτικό σφετερισμό της αρχαιότητας.

Στην ελληνική περίπτωση όμως, παρά τους εξωραϊσμούς, επειδή η σύγκρουση μεταξύ αρχαίου ελληνισμού και χριστιανικού κόσμου υπήρξε τόσο βαθιά, η αντίφαση γίνεται ιδιαίτερα ορατή και συχνά γεννά μια μόνιμη πολιτισμική αμφιθυμία και αμφισημία γύρω από το τι σημαίνει τελικά «Έλληνας».

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου