Γεννήθηκε περί το 470 π.Χ. στον Αττικό Δήμο του Αλιμούντος. Ήταν γιος του Ολόρου, Αθηναίου πολίτη που καταγόταν από βασιλείς της Θράκης και είχε μητέρα την Ηγησιπύλη, η οποία καταγόταν από την οικογένεια του Μιλτιάδη του Φιλαϊδη, ο οποίος είχε ιδρύσει ανεξάρτητο κράτος στη Θράκη.
Το πλήρες όνομά του σύμφωνα με το Αττικό Τυπικό ήταν “Θουκυδίδης Ολόρου Αλιμούσιος”.
Ο μεγάλος ιστορικός ανήκε σε οικογένεια πλουσίων γονέων. Ο πατέρας του είχε δικά του ορυχεία στη Σκαπτή Ύλη, μια μικρή πόλη της Θράκης, απέναντι από το νησί Θάσος, ενώ η μητέρα του είχε στην ιδιοκτησία της μεγάλες εκτάσεις γης στην Αττική, στη σημερινή Βραώνα καθώς και μεγάλη ακίνητη και κινητή περιουσία.
Ο Θουκυδίδης από την πλευρά της μητέρας του είχε συγγένεια με την Κίμωνα και μακρινή συγγένεια με τους Πεισιστρατίδες. Υπάρχουν πληροφορίες ότι, δάσκαλος του νεαρού Θουκυδίδη ήταν ο ρήτορας Αντιφών καθώς και ο διαπρεπής φιλόσοφος Αναξαγόρας.
Είναι εύκολο να διακρίνουμε την επήρρεια της διδασκαλίας του φιλοσόφου στο έργο του Θουκυδίδη. Στο έργο “Δημηγορίες” ακολουθούνται τα πρότυπα της ρητορικής τέχνης του Αντιφώντος, ενώ οι κρίσεις για τη διεξαγωγή των γεγονότων ακολουθούν τη δομή σκέψεως του Αναξαγόρα.
Διαπιστώνουμε επίσης ότι υπάρχουν διακριτές επήρρειες από τη διδασκαλία των Σοφιστών, του Προδίκου και του Γοργίου. Τονίζω ιδιαίτερα ότι ο Θουκυδίδης βίωσε επιτοπίως τα θλιβερά γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου, σχεδόν σε όλες τις σκληρές και ενίοτε απάνθρωπες εκδηλώσεις του.
Ακούει τον “Ολύμπιο Περικλή” να αγορεύει στον βράχο της Πνύκας, βλέπει με τα δικά του μάτια από τα τείχη των Αθηνών την Αττική να φλέγεται από τους Σπαρτιάτες, ζει τα γεγονότα της καύσης των νεκρών από τον μεγάλο λιμό που θέριζε σαν στάχυα τους συμπολίτες του και αντικρύζει τον περήφανο Αθηναϊκό στόλο να κυριαρχεί στο Αγαίο.
Ενώ, όλα αυτά συμβαίνουν, ο παρατηρητής διαπιστώνει ότι κανένα απολύτως μέγιστο γεγονός δεν παρασύρει την κρίση του ιστορικού σε ακρότητες.
Στο έργο του “Ξυγραφή” περιγράφει με αντικειμενική και άψογη γραφή τους ανθρώπους και τα γεγονότα, ακόμα και σε αυτά που ο ίδιος ο συγγραφέας συμμετέχει με τον προσωπικό του αγώνα.
Το έτος 424 π.Χ., τρία χρόνια μετά τη γέννηση του Πλάτωνα, ο Θουκυδίδης “κληρώνεται” στρατηγός και επικεφαλής μιας “μοίρας” του Αθηναϊκού στόλου που έχει σταλεί για να περιπολεί τα παράλια της Θράκης και γύρω από το νησί Θάσο, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να επιχειρήσουν οι Σπαρτιάτες “αντίποινα” σε όλες τις περιφερειακές αυτές πόλεις που ήταν σύμμαχοι των Αθηναίων.
Ο στρατηγός Βρασίδας, δαιμόνιος Σπαρτιάτης, προχώρησε σε μία επιχείρηση αντιπερισπασμού με απώτερο σκόπό να απομονώσει την Αθήνα από τις βόρειες πόλεις που αποτελούσαν συμμάχους των Αθηναίων.
Χτύπησε την Αμφίπολη που ήταν η κυριότερη αποικία - σύμμαχος των Αθηναίων, τόσο ξαφνικά, ώστε ο φρούραρχος - διοικητής της πόλης των Αθηνών δεν έκανε τίποτα άλλα παρά να ειδοποιήσει και να ζητήσει βοήθεια από τον Θουκυδίδη, ο οποίος άμεσα, κατέλαβε την Ηϊόνα που αποτελούσε επίνειο της Αμφίπολης.
Όμως ο Βρασίδας είχε προλάβει και είχε πείσει τους Αμφιπολίτες να του παραδώσουν με ήπιους όρους την πόλη. Αν ο Θουκυδίδης, ο οποίος έδρασε αμέσως, είχε αργοπορήσει, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος θα είχε καταλάβει και την Ηϊόνα. (IV, 104-106)
Δυστυχώς, ο Δήμος των Αθηναίων δεν θέλησε να αναγνωρίσει ως φυσική την εξέλιξη των πραγμάτων. Ο Κλέων επηρρέασε δυσμενώς τα πλήθη τα οποία, λόγω της απώλειας της Αμφίπολης στράφηκαν με μανία εναντίον του “υπεύθυνου στρατηγού” του Θουκυδίδη ο οποίος κλήθηκε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο το οποίο είχε ήδη λάβει την σχετική καταδικαστική απόφαση, από τα γεγονότα που είχαν ήδη σύμβει.
Ο Θουκυδίδης προτίμησε να αυτοεξοριστεί. Όπως, σε κάποιο σημείο (V, 26) ο ίδιος ομολογεί, η ακούσια εξορία του κράτησε είκοσι ολόκληρα χρόνια. Σε αυτό το χρονικό διάστημα, ο Θουκυδίδης, έζησε για λίγο χρόνο στην Σκαπτή Ύλη που είχε τα κτήματά του και άρχισε τη συγγραφή του ιστορικού έργου του που τον κατέστησε αθάνατο.
Όμως, για κακή του τύχη, στάθηκε αδύνατο να συγκεντρωθεί το απαραίτητο γραφικό υλικό σε αυτή την απόμακρη περιοχή της Θράκης. Μία σειρά από ταξίδια έφεραν τον αθάνατο συγγραφέα στους σημαντικούς τόπους που διαδραματίστηκαν τα πολεμικά γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου, με αποτέλεσμα να εξασφαλιστεί η αυτοψία των χώρων.
Αποδείχτηκε ότι, στα ταξίδια αυτά πέτυχε να συναντήσει μία σειρά προσώπων που είχαν παίξει σημαντικό ρόλο στις διάφορες φάσεις του πολέμου, ώστε η συνομιλίες που είχε μαζί τους να του δώσουν την ευκαιρία να συγγράψει το απαραίτητο υλικό το οποίο, με απόλυτη ευσυνειδησία, κατόπιν χρησιμοποίησε στην “Ιστορία” του.
Η πιστή και ακριβέστατη περιγραφή των περιοχών της Σικελίας που είχαν γίνει θέατρα της Σικελικής φάσεως του Πελοποννησιακού Πολέμου, πείθει πως ο συγγραφέας είχε πραγματικά ταξιδέψει σε ολόκληρη τη μεγάλη Ελλάδα.
Επισκέφθηκε επίσης τη Μακεδονία, όπου έμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα στο Βασιλέα Αρχέλαο (II,100) και σε συνέχεια ταξίδεψε σε ολόκληρη την υπόλοιπη Ελλάδα.
Με ψήφισμα του Οινοβίου που επικυρώθηκε από τη Βουλή και το Δήμο, προτάθηκε η αμνηστεία το έτος 403 π.Χ. η οποία επέτρεψε στον Θουκυδίδη, μετά από 20 χρόνια εξορίας, να επιστρέψει στην πατρίδα του.
Όμως, τα γεγονότα που προέκυψαν μετά την επάνοδό του στην πατρίδα δεν έχουν καμία σχεδόν αξία για τον ιστορικό μελετητή. Υπήρξαν φήμες ότι ο Θουκυδίδης δολοφονήθηκε στην Αθήνα, δύο χρόνια μετά την επάνοδό του.
Άλλοι πάλι, υποστηρίζουν ότι, όταν επέστρεψε από την εξορία του και αντίκρυσε το κατάντημα της πόλης των Αθηνών με τα κατεστραμμένα Μακρά Τείχη και τους Τριάκοντα Τυρράνους που επισφράγιζαν το έσχατο σκαλί της παρακμής, έφυγε και γύρισε στην Σκαπτή Ύλη.
Άλλοι, τέλος ισχυρίζονται ότι πέθανε στη Θράκη από αιφνίδιο θάνατο. Θεωρείται βέβαιο ότι ο θάνατός του ήταν ξαφνικός και δεν πρόλαβε να ολοκληρώση τη “Ξυγγραφή” του για τα τελευταία (411-404 π.Χ.) χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Ισχυρίζονται μάλιστα ορισμένοι παρατηρητές ότι το τελευταίο βιβλίο του (Η) έμεινε χωρίς επεξεργασία όταν εκδόθηκε, με διαπίστωση ότι η γραφή του ήταν στην αρχική της μορφή από την κόρη του Θουκυδίδη.
Ο Πλούταρχος, στον τάφο του μεγάλου ιστορικού ανάμεσα στα Κιμώνια Μνήματα (Πλουτ. Κείμενο 4) θέτει το επίγραμμα: “Θουκυδίδης Ολόρου Αλιμούσιος”. Στην Αλεξάνδρεια, οι ιστορικοί διαίρεσαν την “Ξυγγραφή” σε οκτώ βιβλία στα οποία, σε συνέχεια πρόσθεσαν κείμενα και άλλων ιστορικών.
Ο Θεόπομπος, ο Κράτιππος και ο Ξενοφών συνέχισαν με ζήλο το έργο του Θουκυδίδη, όμως, από αυτές τις συνέχειες σώθηκε μόνο μία, η οποία αφορά στα δύο πρώτα βιβλία των “Ελληνικών” του Ξενοφώντος, τα οποία περιγράφουν ως το τέλος του τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (411-404 π.Χ.).
Οι μελετητές της ιστορίας της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, χαρακτήρισαν τον Θουκυδίδη “Αναξαγόρα της Ιστορίας”. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο Πλούταρχος, ο Πολύβιος, ο Δημοσθένης και όλοι σχεδόν οι Γραμματικοί της Αλεξάνδρειας εκφράστηκαν με σεβασμό και ενθουσιασμό για τον Θουκυδίδη. Ο Δημοσθένης αντέγραψε οκτώ φορές την “Ξυγγραφή” για να προσαρμόσει τον ρητορικό λόγο του στη μεγαλειώδη Αττική γλώσσα του μεγάλου ιστορικού.
Σημειώνω ότι, ο Θουκυδίδης είναι ο πρώτος που διαμορφώνει την Αττική γλώσσα ως την πλέον κατάλληλη για τη συγγραφή της “Ιστορίας”, σε πεζό λόγο με λεπτότητα και ακρίβεια που ανεβάζουν στον υπέρτατο βαθμό το νοηματικό κύρος του ιστορικού λόγου του.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου