Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

ΠΛΑΤΩΝ - ΝΟΜΟΙ ΠΕΡΙ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ

Πλάτων - ΝΟΜΟΙ 731d - 732d

Το πιο μεγάλο απ' όλα τα κακά είναι έμφυτο στις περισσότερες ψυχές των ανθρώπων, κι ο καθένας τους το συγχωρεί στον εαυτό του και δεν προσπαθεί να βρει κανένα μέσο για να ξεφύγει απ' αυτό. Είναι αυτό που λένε ότι κάθε άνθρωπος είναι από τη φύση του φίλαυτος και ότι είναι δικαιολογημένο να είναι τέτοιος.

Στην πραγματικότητα όμως, η υπερβολική αγάπη για τον εαυτό μας γίνεται πάντοτε η αιτία όλων των σφαλμάτων. Αυτός δηλαδή που αγαπά τυφλώνεται από το αντικείμενο της αγάπης του, ώστε να κρίνει κακώς τα δίκαια και τα καλά και τα ωραία, επειδή νομίζει ότι πρέπει να τιμά περισσότερο την ατομικότητά του από την αλήθεια.

Εκείνος όμως που φιλοδοξεί τουλάχιστο να γίνει μεγάλος δεν πρέπει να υπεραγαπά ούτε τον εαυτό του, ούτε τα δικά του, αλλά τα δίκαια, είτε έτυχε να τα πράξει ο ίδιος, είτε κάποιος άλλος.

Απ' αυτό το ίδιο σφάλμα προήλθε και το ότι όλοι θεωρούν σοφία την αμάθειά τους.

Και για τούτο, ενώ δεν ξέρουμε τίποτε, για να χρησιμοποιήσω αυτήν την έκφραση, νομίζουμε πως τα ξέρουμε όλα, και, επειδή δεν εμπιστευόμαστε στους άλλους αυτά που δεν ξέρουμε εμείς, αναγκαζόμαστε να τα κάνουμε λανθασμένα οι ίδιοι.

Πρέπει, επομένως, κάθε άνθρωπος να αποφεύγει να αγαπά υπερβολικά τον εαυτό του, και να επιδιώκει να βρίσκει πάντοτε τον καλύτερό του, χωρίς να νιώθει καμιά ντροπή κάμνοντας αυτό που είπαμε.

Κάποια όμως πράγματα που έχουν μικρότερη σημασία από τα παραπάνω και τα λέμε πολλές φορές, δεν είναι λιγότερο χρήσιμα από εκείνα και πρέπει να τα λέμε, υπενθυμίζοντάς τα στον εαυτό μας. Όπως δηλαδή εκεί που εκρέει κάτι, πρέπει πάντοτε αντίστροφα να εισρέει κάτι καινούργιο έτσι και η ανάμνηση είναι η εισροή όταν η φρόνηση έχει εκρεύσει.

Γι' αυτό, λοιπόν, πρέπει να αποφεύγουμε και τα υπερβολικά γέλια και τα υπερβολικά δάκρυα, να συμβουλεύει δε κάθε άνθρωπος τον άλλο να είναι συγκρατημένος στη μεγάλη χαρά και στη μεγάλη λύπη και να προσπαθεί να είναι αξιοπρεπής, αφού ο δαίμονας που ρυθμίζει τα πεπρωμένα μας μένει απαθής και στις μεγάλες ευτυχίες και στις μεγάλες δυστυχίες (γιατί οι δαίμονες είναι αντίθετοι σε μερικές πράξεις που σημαδεύουν υψηλούς στόχους και ξεπερνούν το κανονικό μέτρο). Να ελπίζει επίσης ότι ο θεός με τα δώρα που χαρίζει πάντα, στους ενάρετους τουλάχιστο, θα ελαφρώσει το βάρος των κόπων που πέφτουν στο κεφάλι του και από μεγαλύτερους θα τους κάμει μικρότερους, θα μεταβάλει δε προς το καλύτερο την τωρινή κατάσταση. Όσον αφορά όμως τα αντίθετα από αυτά αγαθά θα του έρχονται πάντοτε με τη βοήθεια της καλής του τύχης. Μ' αυτές λοιπόν, τις ελπίδες πρέπει να ζει ο καθένας και με τις υπομνήσεις όλων αυτών των πραγμάτων χωρίς να είναι φειδωλός σε τίποτε, αλλά πάντοτε και στις διασκεδάσεις και στις μελέτες του να τα υπενθυμίζει ξεκάθαρα και στον εαυτό του και στους άλλους.

Ὅμηρος, ὁ ἐπικὸς ποιητής

Ο δημιουργός της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας» και η άγνωστη ζωή του

Ο άνθρωπος που θα άφηνε το στίγμα του βαθιά στον ελληνικό πολιτισμό και κατόπιν στον δυτικό κόσμο δεν έχει ανάγκη από εισαγωγές.

Γεννημένος κάπου μεταξύ 12ου-8ου αιώνα π.Χ. στα παράλια πιθανότατα της Μικράς Ασίας, ο Όμηρος θα δημιουργούσε μια μακρά λογοτεχνική παράδοση, με το αφηγηματικό του ύφος να μένει φάρος στους κατοπινούς συγγραφείς της οικουμένης.

Κι όμως, για κάποιον με τέτοια παγκόσμια επίδραση συναίνεση φαίνεται να μην υπάρχει πουθενά!
Οι ακαδημαϊκοί δεν έχουν σταματήσει να ερίζουν για τη ζωή και το έργο του, με μερίδα μελετητών να αμφισβητεί ακόμα και την ίδια την ύπαρξή του.

Ας δούμε λοιπόν τι ξέρουμε και κυρίως τι δεν ξέρουμε για τον άνθρωπο που έγραψε τις αρχετυπικές επικές ιστορίες…

Το μυστήριο του Ομήρου

Δεν είναι μυστικό ότι ο Όμηρος αποτελεί ένα από τα διαπρεπέστερα μυστήρια της φιλολογίας. Ο ποιητής που μας χάρισε τα λαμπρά έπη συνεχίζει να είναι δυσεπίλυτο αίνιγμα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της ζωής του. Κάποιοι ακαδημαϊκοί έχουν φτάσει μάλιστα σε σημείο να ισχυριστούν ότι δεν πρόκειται για έναν άνθρωπο, αλλά για μακρά λογοτεχνική παράδοση, την ίδια ώρα που διαπρεπείς φιλόλογοι ορκίζονται ότι οι ομηρικές ιστορίες αποτελούν συλλογική δουλειά ομάδας προσώπων.

Η πεποίθηση για τη συλλογικότητα της ομηρικής αφήγησης έλκει την καταγωγή της από το γεγονός ότι η προφορική διήγηση μύθων αποτελούσε μακρά αρχαιοελληνική παράδοση, με μια σειρά από περίφημους ραψωδούς να μένουν στην Ιστορία. Κάτω από τη συλλογιστική αυτή, στον Όμηρο αποδίδεται απλώς η γραπτή καταγραφή προϋπαρχόντων θρύλων και μύθων.

Το αφηγηματικό στιλ του Ομήρου, όποιος κι αν ήταν, εμπίπτει εξάλλου περισσότερο στην κατηγορία του παραδοσιακού ραψωδού παρά του επικού ποιητή που είναι γέννημα μιας ιδιαίτερης λογοτεχνικής στιγμής, όπως για παράδειγμα ο Βιργίλιος. Στις ομηρικές ιστορίες συναντάμε επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά μοτίβα, όμοια με χορικά άσματα ή επωδούς, γεγονός που συνηγορεί στη μουσικότητα των συνθέσεών του. Ο αντίλογος βλέπει στην ομηρική δουλειά την ξεκάθαρη πρόθεση του ποιητή να φιλοτεχνήσει έπη παρά λυρική ποίηση, η οποία συνοδευόταν αρχικά με λύρα, απομακρυνόμενος έτσι από την παράδοση της «τραγουδιστής» ποίησης.

Όλες βέβαια οι θεμιτές αυτές υποθέσεις θα οδηγούσαν προοδευτικά στο ερώτημα ποιος ήταν τελικά ο Όμηρος και αν πράγματι υπήρξε, η απάντηση του οποίου θα αποδειχτεί ένα από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά παράδοξα της Ιστορίας…

Πότε γεννήθηκε

Να το ξεκαθαρίσουμε εξαρχής: ιστορική και φιλολογική συναίνεση δεν υπάρχει σε τίποτα που να αφορά στον Όμηρο, περιβάλλοντας το Ομηρικό Ζήτημα με εικασίες και ακαδημαϊκές έριδες. Οι υποθέσεις δίνουν και παίρνουν λοιπόν για το πότε γεννήθηκε ο ποιητής, καθώς η έλλειψη πρωτότυπων πηγών είναι εξοργιστικά ενοχλητική για τους φιλολόγους.

Οι εικασίες για τη γέννησή του κυμαίνονται από το 750 π.Χ. μέχρι και πολύ πιο πίσω, φτάνοντας ακόμα και στο 1200 π.Χ. Κι αυτό γιατί η Ιλιάδα συμπυκνώνει τον Τρωικό Πόλεμο, με μερίδα ακαδημαϊκών να τοποθετεί τον ποιητή (άρα και χρονογράφο) κοντύτερα στα χρόνια των εχθροπραξιών. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι το ποιητικό του ύφος υπαινίσσεται μεταγενέστερη περίοδο, ώστε να είναι συμβατός με την ποιητική παράδοση της εποχής. Όσο για τον «πατέρα της Ιστορίας» Ηρόδοτο (484-425 π.Χ.), τοποθετεί τον Όμηρο γύρω στο 850 π.Χ.

Η πανάρχαιη εποχή που έζησε ο ποιητής και το διαφορετικό σύστημα χρονολόγησης της κλασικής Ελλάδας κάνουν την απόδοση ακριβούς χρονολογίας γέννησης άσκηση για γερούς λύτες…

Πού γεννήθηκε

Για άλλη μια φορά, η ακριβής τοποθεσία γέννησης του ποιητή δεν μπορεί να εντοπιστεί, γεγονός που δεν αποτρέπει βέβαια τους ερευνητές από το να προσπαθήσουν: άλλοι τον τοποθετούν στην Ιωνία, άλλοι στη Σμύρνη, άλλοι στα παράλια της Μικράς Ασίας, άλλοι στη Χίο και δεν συμμαζεύεται. Είναι άλλωστε περίφημο το γεγονός ότι εφτά ελληνικές πόλεις διεκδικούν τον Όμηρο ως δικό τους παιδί.

Οι υποθέσεις αυτές δεν είναι βέβαια αστήρικτες: η ιδιαίτερη διάλεκτος των ομηρικών επών «μυρίζει» ενδεχομένως Μικρά Ασία και ειδικότερα Ιωνία. Η συχνή ομηρική αναφορά μάλιστα σε τοπικά καιρικά φαινόμενα, όπως οι βοριάδες που πνέουν από τα βορειοδυτικά, υποδεικνύει εντοπιότητα στην περιοχή, με μερίδα ιστορικών να τον τοποθετούν λοιπόν στην Ιωνία.

Κι ενώ το ομηρικό ιδιόλεκτο βοηθά τους μελετητές να περιορίσουν τη διάρκεια της ζωής του «ταυτοποιώντας» το με την ανάπτυξη και χρήση της γλώσσας γενικότερα, η δημοφιλία ωστόσο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας στην εποχή τους έκαναν την ομηρική γλώσσα να διαχέεται σε όλη τη λογοτεχνική παράδοση των καιρών, συσκοτίζοντας εντέλει το τοπίο…

Πώς ήταν ο Όμηρος

Όλα ανεξαιρέτως τα βιογραφικά στοιχεία που αποδίδονται στον Όμηρο προκύπτουν από τα δικά του έπη, τα οποία και δεχόμαστε ως αληθή. Θεωρείται λοιπόν ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός, με την πεποίθηση να βασίζεται αποκλειστικά σε έναν χαρακτήρα από την Οδύσσεια, τον τυφλό ραψωδό Δημόδοκο. Ο τρόπος λοιπόν που γινόταν δεκτός με τιμές ο ομηρικός αοιδός, διασκεδάζοντας τα ακροατήριά του με μουσική και επικές ιστορίες μαχών και ηρώων, έχει μεταφραστεί από τους ερευνητές ως υπαινιγμός του Ομήρου στην προσωπική του βιογραφία. Ως αποτέλεσμα, πιστεύουμε ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός, την ίδια στιγμή που είχε πλούσια κατσαρά μαλλιά και γενειάδα, όπως τον αναπαριστούν άλλωστε όλες οι προτομές και τα αγάλματά του.

«Ο Όμηρος και ο Σοφοκλής διέκριναν καθαρά, ένιωθαν έντονα και αποτραβιόνταν από τους πολλούς», έγραφε ο διαπρεπής Lane Cooper στο περίφημο σύγγραμμά του «The Greek Genius and Its Influence» το 1917, στην προσπάθειά του να αποτυπώσει τον συναισθηματικό κόσμο του ποιητή. Και βέβαια δεν ήταν ο πρώτος ούτε βέβαια ο τελευταίος που θα προσπαθούσε να ανασυγκροτήσει τη ζωή και την προσωπικότητα του συγγραφέα από το περιεχόμενο των ομηρικών επών και τους υπαινιγμούς του ποιητή στην προσωπική του ζωή. Αν οι υπαινιγμοί είναι όντως εκεί ή επιμένουν να τους βλέπουν οι μελετητές, ποιος να πει…

Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια

Τα δύο ομηρικά έπη έχουν γίνει αρχετυπικά πρότυπα στην παγκόσμια μυθιστορία. Την ώρα που παρέχουν μια πρώτη και καθαρή ματιά στην ανθρώπινη προϊστορία και τις πρώτες οργανωμένες κοινωνίες, αποκαλύπτουν σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια πόσο λίγα έχουν αλλάξει από τότε. Ακόμα κι αν η Ιλιάδα είναι σε κάποιον άγνωστη, το χρονικό της πολιορκίας της Τροίας και της αρπαγής της Ωραίας Ελένης -της ωραιότερης γυναίκας του κόσμου!- έχει αποτελέσει τη βάση για τόσες και τόσες ερωτικές ιστορίες, κάνοντάς τη κατάφωρα οικεία. Κάποιοι μάλιστα ομηρικοί μελετητές ισχυρίζονται ότι εξαιτίας της γεωγραφικής ακρίβειας της Ιλιάδας, ο Όμηρος πρέπει να γνώριζε από πρώτο χέρι την περιοχή.

Και βέβαια μετά έρχεται η Οδύσσεια, που πιάνει τον μίτο της ιστορίας από την πτώση της Τροίας και έπειτα, όχι βέβαια χωρίς ακαδημαϊκές έριδες. Η πατρότητα της Οδύσσειας αμφισβητείται στη βάση των σαφώς διαφορετικών αφηγηματικών δομών που συναντάμε στα δύο έπη, κάτι που για μερίδα φιλολόγων υποδεικνύει ότι τα δύο ποιήματα απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον έναν αιώνα και δεν μπορούν έτσι να έχουν γραφτεί από τον ίδιο άνθρωπο. Άλλοι πάλι ερευνητές θέλουν τη διαφορά των ποιημάτων να ανέρχεται σε μερικές μόλις δεκαετίες, με τη διαφορά στο στιλ γραφής να αποκαλύπτει τη λογοτεχνική ωρίμαση του ποιητή: η στιβαρή δομή της Ιλιάδας αποκαλύπτει έναν Όμηρο που έχει φτάσει στην ακμή του, ενώ η πιο μυθιστορηματική και σαφώς «λαϊκότερη» Οδύσσεια αποδίδεται στον ηλικιωμένο πλέον ποιητή.

Ο τρόπος μάλιστα που ο Όμηρος φιλοτεχνούσε τις περιγραφές του με ευρύτατη χρήση παρομοιώσεων και περιγραφών θα γινόταν λογοτεχνική πεπατημένη στους αιώνες που θα ακολουθούσαν, εμπνέοντας μια μακρά σειρά συγγραφέων του κόσμου άμεσα ή έμμεσα.

Κι άλλα έργα έχουν μάλιστα αποδοθεί κατά καιρούς στον κορυφαίο έλληνα ποιητή μέσα στους αιώνες, με πλέον αξιομνημόνευτους τους Ομηρικούς Ύμνους, συναίνεση υπάρχει ωστόσο για την ώρα μόνο για τα δύο έπη, τα οποία του αποδίδονται καθολικά και χωρίς απόπειρες «ιστορικής ανασυγκρότησης»…

Κληρονομιά

«Ο Πλάτωνας μας λέει ότι στον καιρό του πολλοί πίστευαν ότι ο Όμηρος ήταν ο παιδαγωγός όλης της Ελλάδας. Από τότε, η επίδραση του Ομήρου έχει εξαπλωθεί πολύ μακρύτερα από τα σύνορα της Ελλάδας», γράφει ο Werner Jaeger στην «Paideia: The Ideals of Greek Culture» και έχει απόλυτο δίκιο.
Κι αν η πραγματική του ζωή παραμένει μυστήριο, η πραγματικότατη επίδραση του έργου του συνεχίζει να διαπνέει τον κόσμο μας ακόμα και σήμερα…

Ο Επαναστατικός Ελληνικός Διαλογισμός

Στάση και Πράξη ζωής στα ανηφορικά μονοπάτια του Ολύμπου
και όχι καθιστικής βουδιστικής απραξίας σε τσάκρας άστατης ευτροφίας

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ

Ο Ελληνικός Διαλογισμός είναι ο μοναδικός τρόπος καθάρσεως της ψυχής, η οποία πρέπει να είναι καθαρά, όχι μόνο κατά την εγρήγορσιν, αλλά και κατά την διάρκειαν των ονείρων της. Με την καθημερινήν προσπάθειαν κατανοήσεως των γεγονότων, η αυτοκινούμενη ψυχή αναλαμβάνει τόσον κατά την διάρκεια τουύπνου όσον και κατά την εγρήγορσιν την επαναφοράν της ορθής κρίσεως, της ισορροπίας και της γαλήνης εις τον άνθρωπο, αφ΄ενός ως προς τον εαυτόν του και αφ΄ετέρου ως προς τους άλλους. Ο πρωινός και ο βραδυνός διαλογισμός παραδίδουν εις την λογικήν την καθοδήγησιν της ψυχής, η οποία μετά την νυχτερινήν της κάθαρσιν οδηγείται εις τα απαστράπτοντα νοητικά πεδία. Εκεί λαμβάνει γνώσιν του τι πρακτέον προς της εγέρσεως της και επανέρχεται την επομένη ημέραν ευδιάθετος και ενεργητική εις τις υποχρεώσεις της. Αντίθετα η αμύητος ψυχή περιφέρεται ανερμάτιστος, δια των ονείρων, απ΄όπου κανένα όφελος δεν θα προσκομίση δι΄ την επομένην. Έτσι κουρασμένη βαρύθυμος θα επιστρέφει στην βασανιστικήν καθημερινότητά της μέχρι εξαντλήσεως, ως δούλη, το σώμα της. Η επιτυχής σκόπευσις του διαλογιζομένου, δια του αρχετυπικού ΤΟΞΟΥ της ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΥ ΕΝΤΟΛΗΣ «ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ», θα κινητοποιήση τα λιμνάζοντα ύδατα, εντός των οποίων κατοικεί η κρατιά δράκαινα, η Πυθώ-σήψις-αμάθεια.Η επιτυχής βολή θα την ανασύρη εις την επιφάνειαν των συναισθηματικών υδάτων.

Τόξον, το Απολλώνιον, είναι ο Ελληνικός διαλογισμός, ο οποίος και θα εξοντώσει τον Πύθωνα.
Ο Μουσαγέτης Απόλλων, οδηγεί με την επτάχορδον λύραν τον χορόν των Μουσών-Μυήσεων, συνδεδεμένος μετά της μητρός των, Μνημοσύνης. Άνευ μνήμης δεν θα δύναται να υπάρξει μύησις, φωτισμός της διάνοιας, ώστε να επέλθη η σοφία- Αθηνά..Μνημοσύνη είναι η Πέμπτη σύζυγος εκ των εννέα του Διός, και ευρίσκεται στο κέντρο, μεταξύ της πρώτης της Μήτιδος και της ενάτης της Ηρας. Ενισχύει δε τις μνημονικές ικανότητες των συζύγων του Διός και των τέκνων αυτών.Ο Ορφικός Υμνος της Μνημοσύνης πρέπει να είναι ο πρώτος των Ιερών λόγων προ της ενάρξεως του Ε.Δ. και να έπεται ο Υμνος του Απόλλωνα. Πρώτος αλλά και ύστατος στόχος είναι η σταδιακή αφύπνισις της μνήμης που θα γίνει ο προπομπός της αναμνήσεως των προηγούμενων μας βίων. Γα να ανακαλύψουμε εκ νέου τα ίχνη της ταυτότητάς μας είναι ανάγκη να επανασυνδεθούμε με την ατομικήν μνήμην του τρέχοντος βίου μας, την ικανήν να επιφέρη την ποθητήν αυτογνωσίαν. Η Μνήμη είναι η έδρα του Ε.Δ. και δεν πρέπει να καταστραφεί το κυριώτερον ανθρώπινον εργαλείον της νοητικής μας αναπτύξεως.Κατά την αρχαιότητα η αποστήθισις των Ομηρικών Επών, του Ησιόδου και των επικών ποιητών ήταν η παρακαταθήκη αφ΄ενός της παραδόσεως των ηθικών αξιών και της αρετής και αφ΄ετέρου της ενδυναμώσεως της μνήμης δια του ρυθμού και της αρμονίας του εμμέτρου λόγου.

Έτσι η αποστήθισις των αρχαίων κειμένων και Ορφικών ύμνων με ωραίαν άρθρωσιν, σταθεράν φωνήν εις φυσιολογική έντασιν, είναι μία εξαιρετική προετοιμασία της ψυχής δια την ενδυνάμωσιν της μνήμης της και την είσοδό της εις τον Ε.Δ. Μνήμη και Αρετή πρέπει να επανέλθουν εις τον προσκήνιον του βίου μας, εάν μας ενδιαφέρει να επαναπροσδιορίσωμεν την ατομικότητά μας δραπετεύοντας εκ της αγελοποιημένης εποχής μας. Επίσης οι Έλληνες καιρός είναι να ανακαλύψουν τον δικό τους τρόπο του διαλογίζεσθαι, που είναι ο Ελληνικός και είναι οι φυσικοί δικαιούχοι του και συνάδει με την ίδιαν των την ουσία, αντί να τρέχουν στον ξένον Ανατολικόν. Αλώστε μεταξύ των δύο αυτών τρόπων διαλογισμού υπάρχει μία διαμετρικώς αντίθετος φορά.

Ο μεν Ελληνικός απαιτεί την αυστηράν παρακολούθησιν της σκέψης δια να πειθαρχήση ο νούς, με εργαλείον την αυτοπειθαρχίαν της μνήμης, ενώ ο Ανατολικός, απαιτεί μεν την πειθαρχία εις άλλους τομείς καταργώντας όμως την σκέψιν και απαιτεί το κενόν. Η μνήμη εις τον Ανατολικόν διαλογισμόν και σε άλλες διάφορες σχολές, παραμένει στο περιθώριο και μάλιστα σε μία εποχή η οποία την ακρωτηριάζει εσκεμμένως ολοένα και περισσότερο. Αυτό λοιπόν είναι ξένο ως προς τον Έλληνα ,που ανήσυχος εκ φύσεως εις μεγάλην νοητικήν κινητικότητα και απειθάρχητος, δεν δύναται να δημιουργήσει το νοητικόν κενόν που απαιτεί ο Α. Δ.

Οι στόχοι του Ε.Δ. είναι υψηλοί. Ο καθαρός Απολλώνιος στόχος μας εν αρχήν , θα είναι η ενδυνάμωσις της μνήμης, δια να πετύχουμε την κάθαρσιν του εαυτού . Ο τελικός σκοπός είναι το «ΟΡΘΩΣ ΠΡΑΤΤΕΙΝ», ως προυπόθεσις της ευδαιμονίας, το οποίον έχει την έδραν του εις το δίπολον αυτό, του αυτοελέγχου και της αυτοκαθάρσεως, ώστε εις το μέλλον να ενεργοποιηθή η καθολική μνήμη του τετελειωμένου ανθρώπου.Το ζητούμενον εις την Αρχαίαν Ελληνικήν διανόησιν είναι η «Ορθοπραξία» και όχι η ευεργεσία το «ΕΥ ΠΟΙΕΙΝ».Κατά τον Πλάτωνα, το «Ορθώς Πράττειν» είναι επακούλουθον της σοφίας και εξασφαλίζει στον άνθρωπο την ευδαιμονίαν. Συνεπώς ο δρόμος δια την ευδαιμονίαν περνά από την σοφίαν δια της ορθοπραξίας.

Η σχεδιαστική αναπαράστασις του Ε.Δ. ανταποκρίνεται εις τα δύο ακραία σημεία του ορίζοντος, την Δύσιν και την Ανατολήν. Η περιστροφή της ψυχής είναι σύμφωνος με την πρώτην κίνησιν της περί άξονα, της μητρός της, της Γής. Ας φανταστούμε ένα συμβολικόν κύκλον του βίου που τον διασπούν δύο ημικύκλια του ημερονυκτίου. Το άνω ιμισφαίριον είναι της εγρηγόρσεως και το κάτω του ύπνου και των ονείρων.Τα δύο αντιθετικά άκρα του οριζοντίου άξονος του είναι μας είναι τα δύο άκρα του Ισημερινού, η Δύσις και η Ανατολή και συμπίπτουν με την προ του ύπνου και την μετά του ύπνου νοητικήν εργασίαν της ψυχής. Αυτά τα δύο άκρα σηματοδοτούν τα σημεία των Μουσών και εκεί πραγματοποιείται η συνειδησιακή μεταβολή. Είναι σε αυτά τα σημαντικά ψυχικά σημεία που πρέπει να πραγματοποιείται καθημερινώς ο διαλογισμός δια να έχει προσδοκούμενα αποτελέσματα, ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑΝ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ. Εις τα δύο ημίσεα του κύκλου, λέει η Ελληνική Γλώσσα ότι ευρίσκονται τα μυητικά δρώμενα. Η ψυχήν δεν έχει άλλον τρόπον να λάβη την εσωτερικήν γνώσιν των παρελθόντων, των παρόντων και των μελλόντων και να συμβούν ταυτοχρόνως ενοποιημένων εις ενιαίον συνειδησιακόν σύνολον.

Η ΜΙΣΥΣ - ΗΜΙΣΕΑ
ΜΥΗΣΙΣ - ΣΗΜΕΙΑ

Είναι εντυπωσιακό, το ότι ο εναλλασόμενος ημερονύκτιον κύκλος, ανάμεσα στην εγρήγορσιν και τον ύπνο-όνειρα αναπαριστάται με μία ανερχόμενη και κατερχόμενη καμπύλη και μοιάζει με έναν έρποντα όφιν. Συμβολικώς, οριζοντίως επι της γής ευρίσκεται η ράβδος και ο είς όφις, το ήμισυ του Κηρύκειου του Ερμού. Μένει ο δεύτερος όφις και η ανύψωσις του Κηρυκείου εις τον μεσημβρινόν δια την ολοκλήρωσιν καθέτως των δύο εναλλασσομένων δυναμοενεργειών /όφεων της ψυχής. Όταν οι Πυθαγόρειοι έλεγαν «το δ΄εν Απόλλωνα» απέβλεπαν δια της ομοιώσεως εις την ενότητα, την οποίαν επεφύλασσεν ο Απόλλων εις τας ψυχάς που διετήρουν την ενότητα τους αδιατάρακτον.

Το «ΓΝΩΘΙ ΣΕΑΥΤΟΝ», η προτροπή του Δηλίου Δ+ΗΛΙΟΥ Απόλλωνος σηματοδοτεί την έναρξιν του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΎ.

Η Πυθαγόρειος προτροπή «Τι παρέβην; Τι δ΄έρεξα; Τι μοι δέον ούκ ετελέσθη;»
(Τι παρέβην, τι έπραξα, τι έπρεπε να πράξω και δεν το έπραξα;) οδηγεί στην Απολλώνια εντολή, γι΄αυτό και υπάρχει στενή σύνδεσις Πυθαγόρα και Απόλλωνος.

Ποια είναι η αιτία της διπλής άγνοιας του ανθρώπου;;; «Τους δε άλλους ανθρώπους λανθάνει οκόσα εγερθέντες ποιούσιν, οκώσπερ οκόσα εύδοντες επιλανθάνονται.» (Από τους άλλους, όμως ανθρώπους διαφεύγει το νόημα όσων κάμνουν κατά την εγρήγορσιν, όπως ακριβώς λησμονούν όσα κάμνουν στον ύπνο τους…»

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

Η γενεσιουργός λήθη και η συγκλονιστική ταραχή των αλόγων μορφών της ζωής, δεν μας επιτρέπουν την αναγνώρισιν εκείνων, τα οποία κατ΄ουσίαν αγνοούμε διότι νομίζουμε ότι τα γνωρίζουμε. Το είναι της ουσίας μας δεν είναι ενοποιημένον και συντίθεται εκ της διττής ανθρώπινης φύσεως,

α. των ενστίκτων επιθυμητικού του ορατού σώματος και
β. του αοράτου συναισθηματικού/θυμοειδούς της ψυχής και της λογικής /λογιστικού/μνήμης του νού. Αυτά δρούν αυθαιρέτως, άνευ γνώσεως, με τρόπον ανεξάρτητον και διεσπασμένον το έν του άλλου, επιφέροντα συγκρούσεις, σύγχυση και ταραχήν εις το «ΕΙΝΑΙ» μας.

Θα πρέπει να εξέλθη του εαυτού του δια να καθορίση το στίγμα του εις τον χωροχρόνον επι της νέας βάσεως, η οποία θα σταθεροποιιήση την αντικειμενικήν του πραγματικότητα. Αυτό έχει στόχον την πραγματικήν αναγνώρισιν του «εγώ» όπως το προσλαμβάνουν οι άλλοι , και όχι αυτό που ο ίδιος οίεται, φαντάζεται ότι είναι. Σκοπός αυτού είναι όχι για να μάθουμε την γνώμη που έχουν οι άλλοι για μας, (άλλωστε μπορεί να είναι λανθασμένη ή κακόβουλη) άλλά για να αναπτύξουμε την διάκρισιν μεταξύ της αλήθειας και του ψέματος. Εκτός αυτού ο βίος μας είναι ο πραγματικός συνήγορος του εαυτού μας.Μέσα μας λοιπόν ενυπάρχει η γνώσις της αλήθειας,όμως κωλυόμεθα να την ανακαλύψουμε λόγω των παθών, των παρεμβαλλομένων υπό του κόσμου γενέσεως. Λήθη και Οιησις και ανυπόστατοι φαντασιώσεις και άμετροι επιθυμίαι πρέπει να αφαιρεθούν, προκειμένου να ακαλουθήση η επιστροφή εις τον εαυτόν μας λέγει ο Πρόκλος.

Μνήμη, κάθαρσις και αρετή , ουσία του Ελληνικού διαλογισμού, απαιτούν έμπρακτον, αναπάσαν στιγμήν του βίου, εγρήγορσιν δια την ανάπτυξιν του «Γνώθι σαυτόν», η οποία επέρχεται κατόπιν συνειδητών επιλογών δια της ελευθερίας της βουλήσεως, ώστε Ακάθεκτοι δε να προχωρήσουμε εις την εκπλήρωσιν της εντελεχείας μας.

Τραγική ειρωνία των μικρών ψυχών μας, οι οποίες παρουσιάζουν την χαώδη ασυναρτησίαν της διαρκώς ανανεούμενης αλλοπροσάλλου σκέψεως, των φαντασιώσεων, της συναισθηματικής ασταθείας και των αναξέλεγκτων επιθυμιών σωματικής ηδονής και προσκαίρων απολάυσεων. Όλα αυτά μετατρέπουν εις «αυτόματον» το όν , το οποίον παντελώς εστερημένον βουλήσεως είναι «καθεύδον». Το σημερινόν αυτοματοποιημένον ον δεν αντιλαμβάνεται ότι η υποτιθέμενη εν εγρηγόρσει κατάστασις του ευρίσκεται εν υπνώσει λόγω της αδράνειας της ψυχής του η οποία το κρατεί δέσμιον εις τον ύπνον, των άνευ τέλος ονείρων, εξαιτίας της αποστερήσεως του της κλασσικής ΑρχαιοΕλληνικής παιδείας.

Το τέλειον αυτόματον είναι το παντελώς εστερημένον ελευθερίας βούλησεως, υποκείμενον, το οποίον εν αγνοία του δέχεται αθεάτους καταλυτικάς επιρροάς μεταβαλλόμενον από ανθρώπινον όν με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εις άβουλον τεμάχιον της μάζης. Μάζα είναι ο αδιαμόρφωτος όγκος στοιχείων. Ανθρώπινη μάζα είναι η καθοδική εξομοίωσις των ανθρώπων με στόχον όπως παρασυρθή το άτομο εις την ομοιμορφίαν, δια της παγκοσμιοποήσεως όλων των εκδηλώσεων της ζωής. Και αυτό εσχεδιάσθη με στόχον τον αποπροσανατολισμό του δια της αποκτήσεως αποκλειστικώς υλικών αγαθών. Έτσι το σύστημα χρησιμοποιεί τρείς απλές μεθόδους.

Α. Την κατάργησιν της κλασσικής παιδείας και αντικατάστασίν της με επαγγελματικόν προσανατολισμόν, ουδέν σχόλιο εδώ.

Β. την εξωτερικήν και εσωτερικήν ομοιομορφία των ανθρώπων.

Γ. την χειραγώγησιν του χρόνου, ο οποίος αφιερώνεται αποκλειστικώς εις την απόκτησιν πάσης φύσεως υλικών αγαθών και άλλες ανόητες ασχολίες.Ετσι ο άνθρωπος-μάζα ακολουθεί τον συρμόν, ομοιόμορφον ανδρικόν και γυναικείον πρότυπον,, ίδιες κινήσεις, περπάτημα, συμπεριφορά, ρούχα καταργούνται τα φύλα και ισοπεδώνονται. Ο αφανής στόχος μείωση του πκηθυσμού και συχγρόνως λαγνεία και εκμαυλισμός με σκοπόν την αποχαύνωσιν των. Η διατροφή του με υβριδικά προιόντα με φθοροποιούς ουσίες για να φθείρει την υγεία του. Οι νέοι σήμερα με τα ακουστικά στα αυτιά απορροφημένοι σε εκκωφαντικούς ήχους παραμένουν άνευ σκέψεως στόχων, προσδοκιών και οραμάτων. Το αυτόματον όν δεν αντιλαμβάνεται την στερεότυπον επανάληψιν των πράξεων της καθημερινότητας του, εφόσον αυτές δεν απαιτούν παρατηρητικότητα και οργανωμένη αυτόβουλον ανεξάρτητον σκέψιν.

Οι εσωτερικές συνήθειες των επαναλαμβανόμενων σκέψεων νεκρώνουν την γόνιμον δημιουργικήν συλλογιστικήν και εκδηλώνονται με διάφορες επαναληπτικές φράσεις, ασκόπου φλυαρίας, κοινοτυπίας συμβουλών, άνευ ουσίας αναμνήσεων παρελθόντος, στερεότυπα αντιδράσεων οργής ή θλίψης σε κάποια τραυματικά συμβάντα. Έτσι κρατείται πάντα δέσμιος των συνηθειών του, έρμαιο της ανθρωποφάγου ονειροπόλου διαθέσεως του, λόγω της δογματικής αδιαλλάκτου εσωτερικής στάσεως με το αδιαπραγμάτευτον των «πιστεύω» του, εξαιτίας απουσίας εσωτερικής διαλεκτικής, ανησυχητικών ερωτημάτων και ελλείψεως συνακολούθων επαναπροσδιορισμών. Μέσα δε από τα «μαξιλαράκια» της ψυχής, τα υπνωτικά, το κάπνισμα, το ποτό, τα ναρκωτικά και όλα αυτά τα υποκατάστατα εξαπατήσεως του εαυτού, τα ον προσπαθεί να αποφύγη ή και να λυτρωθή από τον ψυχικόν πόνον, πρόδρομον σωματικών παθήσεων. Σαν τελικό αποτέλεσμα, το αυτόματον άνθρωπος παραμένει εις την διπλήν άγνοιάν του. την έλλειψιν ή την υπερβολήν κάθε σκέψεως συναισθήματος, επιθυμίας, ανελευθερον, ταλαίπωρον και δυστυχές, διότι ο ανεξέταστος βίος εις ουδέν διαφέρει της φάτνης των αλόγων.

Εξ αποστάσεως, ο Ηράκλειτος, ο Πυθαγόρας, ο Σωκράτης, και ο Πλάτων παρακολουθούν την ματαίαν πομπήν των ναρκωμένων ψυχών και θλίβονται δια τον α-σ-κοπον πόνον, του άνευ κόπου αποδεχθέντος τα της αυτοματοποιημένης μάζας, μακράν της φιλοσοφίας και της ευδαιμονίας, την οποία η εφηρμοσμένη αρετή εις τον βίον δύναται να προσφέρη.

Ο πόλος Α+πόλλων, ο ομού πολών, ο πάλλων και ο βάλλων, είθε να βάλλη δια των νοητών του βελών-ακτίνων, φωτίζων την ενδοχώρα του είναι μας!

ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑ-ΛΟΓΙΣΜΟΣ. Η ΜΥΗΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΝΙΟΧΟΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ.

Ερμηνεύοντας τον πλατωνικό Τίμαιο

Ξεκινώ με ένα προσωπικό σχόλιο.

Το ενδιαφέρον μου για τον πλατωνισμό ήταν κατ' αρχήν το ενδιαφέρον του φιλοσόφου της επιστήμης, και μάλιστα του φιλοσόφου που προσπαθεί να αναλύσει τις συνιστώσες της επιστημονικής επανάστασης του 16ου και του 17ου αιώνα. Μελετώντας την πορεία των ιδεών από τον Κοπέρνικο στον Νεύτωνα, υπέθεσα ότι ο καλύτερος τρόπος για να αναλυθεί η πολύπλοκη αυτή συγκυρία ήταν να ειδωθεί ως διαμάχη αριστοτελισμού και πλατωνισμοί;: η ανάδυση της σύγχρονης επιστήμης είναι η βαθμιαία επικράτηση του Πλάτωνα επί του Αριστοτέλη, η μετάβαση από τον κλειστό κόσμο της ανθρώπινης εμπειρίας στο ανοικτό σύμπαν της μαθηματικής τάξης, η διάδοση της πεποίθησης ότι το βιβλίο της φύσης έχει γραφεί με γεωμετρικούς χαρακτήρες. Στο πλαίσιο αυτής της οπτικής ο Τίμαιος αντιπροσώπευε το ευαγγέλιο του πλατωνισμού.

Γρήγορα ωστόσο αντιλήφθηκα ότι ο πλατωνισμός που με ενδιέφερε, ο πλατωνισμός του Γαλιλαίου και του Κέπλερ, ήταν ένας μόνο από τους πολλούς ιστορικούς πλατωνισμούς. Στον Τίμαιο βεβαίως βρήκα διατυπωμένη την οπτική που αναζητούσα. 0 πλατωνικός Δημιουργός του κόσμου είναι πάνω απ' όλα ένας προικισμένος γεωμέτρης που εγκαθιστά μαθηματική τάξη σε ένα σύμπαν αταξίας και αναρχίας. Βρήκα όμως κατά κάποιο τρόπο και την άρνηση αυτής της οπτικής, όταν διαπίστωσα ότι αυτό που ο Πλάτων στον Τίμαιο περιγράφει ως αταξία, αναρχία και τύχη - ο χώρος δράσης της πλατωνικής «ανάγκης» - δεν είναι παρά το μηχανιστικό κοσμοείδωλο των φυσικών νόμων που με τόσο κόπο και τόσες αντιστάσεις προσπάθησαν να θεμελιώσουν 20 αιώνες αργότερα οι πρωταγωνιστές της επιστημονικής επανάστασης.

Υποψιάζομαι ότι κάτι παρόμοιο πρέπει να συμβαίνει και σε όσους οδηγούνται στον 7’ίμαιο από άλλες διαδρομές - σε όποιον λ.χ. αναζητά στον πλατωνισμό τις ρίζες του μεταγενέστερου μυστικισμού. του Χριστιανισμού ή του δυτικού ιδεαλισμού. Το αναχρονιστικό οπτικό πρίσμα συνήθως δικαιώνεται: ο ενήμερος αναγνώστης γοητεύεται ανακαλύπτοντας πίσω από τις γραμμές του πλατωνικού κειμένου άλλοτε τον Ficino. άλλοτε τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο και άλλοτε τον Καντ. Η γοητεία διατηρείται παρά τη διαπίστωση ότι το πλατωνικό έργο φαίνεται εκ των υστέρων να στηρίζει ακόμη και αποκλίνουσες ή και αντιφατικές κοσμοθεωρήσεις.

Δεν αμφιβάλλω ότι μια τέτοια, ευθεία ή υπόρρητη «προκατειλημμένη». ανάγνωση μπορεί να είναι ιδιαίτερα γόνιμη για τη διαμόρφωση της προσωπικής μας σκέψης. Ούτε αμφισβητώ ότι. αν ο Πλάτων διαβάζεται ακόμη σήμερα με τόσο ενδιαφέρον, αυτό οφείλεται στον πλούτο των νοημάτων και την υπαινικτικότητα των διατυπώσεων που προ- φυλάσσουν σε μεγάλο βαθμό τα κείμενά του από την απονέκρωση. Αν δεν υπήρχε αυτή η διάσταση, το πλατωνικό έργο θα ήταν ένα ακόμη δευτερεύον και λησμονημένο κεφάλαιο της παλαιότερης φιλοσοφίας - και ευτυχώς δεν είναι. Είμαι λοιπόν πρόθυμος να συμφωνήσω ότι το κίνητρο για να στραφούμε προς τον Πλάτωνα, τόσο σήμερα όσο και στο παρελθόν, μας το προσφέρει η ελπίδα ότι θα βρούμε στα κείμενά του κάποια κλειδιά για την ερμηνεία του δικού μας παρόντος.

Παρ' όλα αυτά. εξακολουθώ να πιστεύω ότι. όσο κι αν είναι εύλογες αυτές οι διαπιστώσεις, δεν νομιμοποιούν την μετατροπή της προσωπικής διαδρομής σε ερμηνευτικό πρίσμα. Επιμένω ότι αξίζει να διατηρήσουμε ενεργή τη διάκριση δημιουργικής ανάγνωσης (ή έμπνευσης) και αποδεκτής ερμηνείας ενός φιλοσοφικού κειμένου του παρελθόντος, μολονότι είναι δύσκολη η αμοιβαία οριοθέτησή τους. Εκτός και αν είμαστε συμφιλιωμένοι με τον αυτάρεσκο μηδενισμό που επιφέρει η αποδοχή της ισοδυναμίας και της νομιμότητας όλων των δυνατών προσεγγίσεων. Το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης. ο Πλωτίνος. ο Heidegger ή ο Derrida διάβασαν δημιουργικά τον Πλάτωνα είναι αναμφισβήτητο - με την έννοια ότι η ανάγνωση αυτή συνέτεινε στην οικοδόμηση των δικών τους φιλοσοφικών ιδεών. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι φιλόσοφοι αυτοί είχαν την πρόθεση να λειτουργήσουν και ως σχολιαστές, να ανοίξουν δηλαδή μια δίοδο για την πρόσβαση του αναγνώστη στα ίδια τα πλατωνικά κείμενα. Και πρακτικά, αν έχει νόημα να πλησιάζει κάποιος τον Πλάτωνα μέσω αυτών των διασήμων μεσαζόντων. Διαβάζοντας τις πλατωνικές σελίδες του Heidegger, κατανοείς καλύτερα τον Πλάτωνα ή τον Heidegger; Αντιθέτως δύσκολα θα υποστήριζε κανείς ότι εμβαθύνεις στον Cornford διαβάζοντας το πολύτιμο υπόμνημά του στον πλατωνικό Τίμαιο.[1]

Γιατί όμως να μην προτιμηθεί η άμεση πρόσβαση στο πλατωνικό κείμενο χωρίς τη βοήθεια οποιουδήποτε σχολιαστή ή μεσάζοντα; Στο κάτω κάτω ο Πλάτων κατέθεσε ολοκληρωμένα και περίτεχνα έργα. γεγονός που υποδηλώνει ότι τον ενδιαφέρει αυτή η μοναδική συνάντηση έστω και ως πάγκαλη παιδιά και εϊδωλον της πραγματικής επικοινωνίας των ζωντανών ψυχών (Φαιδρός 276a-e). Η συνάντηση με το αυθεντικό κείμενο είναι αναγκαία και αναντικατάστατη, δεν μπορεί όμως να λειτουργήσει παρά μόνο σε ένα δεύτερο στάδιο. Θα πρέπει ο αναγνώστης να υπερβεί πρώτα δυο τουλάχιστον εμπόδια: την ανοικειότητα της γλώσσας, που καθιστά τη μετάφραση αναγκαία (χρειάζεται να επιμείνουμε στη θέση ότι κάθε μετάφραση είναι και ερμηνεία;)· και την ασάφεια του διανοητικού πλαισίου που ο κάθε διάλογος συστήνει, καθώς ο Πλάτων δεν διευκρινίζει τις αναφορές του και απεχθάνεται την ειδική ορολογία. Για την υπέρβαση αυτών των εμποδίων πιστεύω ότι απαιτείται ένας οδηγός. Και η κριτική τοποθέτηση του αναγνώστη απέναντι στον οδηγό - η βαθμιαία αποδέσμευση από τον σχολιαστή - καταλήγει στη συγκρότηση μιας προσωπικής μεθόδου πρόσβασης στο αυθεντικό πλατωνικό κείμενο.[2]

Έναν τέτοιο οδηγό θέλησα να προσφέρω όταν κάποτε αποφάσισα να μεταφράσω και να σχολιάσω τον Τίμαιο. Δεν είμαι σίγουρος αν τα κατάφερα. αν δηλαδή πέτυχα να καταστήσω αδιαφανή τα προσωπικά μου κίνητρα. Η βοήθεια στην περίπτωσή μου ήρθε από τη βαθμιαία αλλαγή των ίδιων των ενδιαφερόντων μου. καθώς η πολύχρονη συναναστροφή μου με το πλατωνικό κείμενο - και η σημασία της διδακτικής πρακτικής είναι στο σημείο αυτό καθοριστική - το μετέτρεψε σε αντικείμενο ιδιαίτερης γοητείας και εμμονής· τόσο ώστε εκ των υστέρων να φοβάμαι όχι τόσο τον κίνδυνο της αναχρονιστικής ανάγνωσης όσο την πιθανή μείωση της κριτικής αντιμετώπισης που επιφέρει η υπερβολική οικείωση.[3]

Στις αράδες που ακολουθούν θα προσπαθήσω να δείξω ότι. πέρα από την αμφισβητήσιμη «επαγγελματική» δεοντολογία. υπάρχει ένας ακόμη λόγος για «να τοποθετήσουμε το πλατωνικό κείμενο στα συμφραζόμενα του 4ου αιώνα και να το ερμηνεύσουμε με τα διανοητικά εργαλεία της εποχής του».[4]

Ας έρθουμε λοιπόν στον επίδοξο ερμηνευτή του Τίμαιου και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Η πρώτη του διαπίστωση είναι ότι έχει στα χέρια του ένα ιδιαίτερα αξιόπιστο κείμενο. Οι φιλόλογοι βεβαίως εξακολουθούν να διαφωνούν για την ακριβή γραφή επιμέρους σημείων - διαφωνίες που αποκρυσταλλώνονται στο κριτικό υπόμνημα κάθε στερεότυπης έκδοσης, διαφωνίες που κατ' ανάγκην απασχόλησαν και μένα. Η πλούσια ωστόσο δευτερογενής παράδοση του κειμένου - το γεγονός δηλαδή ότι ο Τίμαιος πολύ νωρίς. αμέσως μετά τη συγγραφή του, παρατίθεται από άλλους συγγραφείς, σχολιάζεται εκτενώς. και αργότερα μεταφράζεται - μας βεβαιώνει ότι το αρχαίο κείμενο των σύγχρονων εκδόσεων του διαλόγου είναι πάρα πολύ κοντά σε αυτό που όντως έγραψε ο Πλάτων. Αρκεί να κάνει κανείς μια σύγκριση με τα κείμενα των Προσωκρατικών ή των Στωικών. τα οποία στη μορφή που τα διαβάζουμε σήμερα συνετέθησαν (κυριολεκτικά) μόλις τον 19ο αιώνα, ή με τα διάσημα κείμενα του Αριστοτέλη που ουδέποτε εκδόθηκαν ή και γράφηκαν με τη σημερινή τους δομή και ονομασία, για να αντιληφθεί την ανακούφιση του ερμηνευτή όταν βρίσκεται μπροστά, στο συγκεκριμένο πλατωνικό έργο.

Πρωτοφανώς πλούσια, αναμφίβολα χρήσιμη αν χρησιμοποιηθεί με κριτικό πνεύμα και περίσκεψη, ίσως όμως και διασπαστική είναι η σωζώμενη σχολιαστική παράδοση του Τίμαιου. Αποκαλύπτει με τον καθαρότερο δυνατό τρόπο την ποικιλία και την αντιφατικότητα των ερμηνειών που κατά καιρούς προκύπτουν από την ανάγνωση του ίδιου κειμένου. Στη δική μου τουλάχιστον περίπτωση πρέπει να ομολογήσω ότι λειτούργησε περισσότερο ως προτροπή για προσήλωση στο ίδιο το πλατωνικό κείμενο.

Υποθέτουμε λοιπόν ότι ο Πλάτων συλλαμβάνει το σενάριο του Τίμαιου, του δίνει τη γραπτή μορφή που και σήμερα γνωρίζουμε και, κατά κάποιον τρόπο, το εκδίδει - πιθανόν γύρω στο 357 π.Χ.. 10 χρόνια δηλαδή πριν από τον θάνατό του. Ας προσπαθήσουμε να ανασυγκροτήσουμε τη διανοητική συγκυρία θέτοντας τα ερωτήματα που τίθενται σε κάθε παρόμοια περίσταση:

Τι προϋπάρχει από τη λεγόμενη φιλοσοφική παράδοση και σε ποια μορφή; Σε ποιους απευθύνεται ο Πλάτων; Ποιούς πολεμά και ποιούς προσπαθεί να πείσει; Για ποιο πράγ­μα προσπαθεί να πείσει και με ποιον τρόπο;

Μας είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε πόσο πρόσφατη ήταν η περιπέτεια της ελληνικής φιλοσοφίας τον καιρό που αρχίζει να γράφει ο Πλάτων - αλλά και πόσο μικρή προϊστορία είχε η γραπτή παράδοση στην Ελλάδα. Από τους τρεις στοχαστές που τον επηρέασαν και που δείχνει να τους αντιμετωπίζει με μεγάλο σεβασμό, ο Πυθαγόρας (ή οι πρώτοι Πυθαγόρειοι) και ο Σωκράτης δεν έγραψαν τίποτε. ενώ ο Παρμενίδης έγραψε μόνο ένα αποκαλυπτικό ποίημα. Στους χρησμούς του Ηράκλειτου δίνει μικρή σημασία. τους αντιμετωπίζει ως προφορική παράδοση και μάλλον τους παρερμηνεύει. Το σίγουρο είναι ότι ο Πλάτων είχε διαβάσει ένα τουλάχιστον βιβλίο, το βιβλίο του Αναξαγόρα - μας το αναφέρει ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό χωρίο του Φαίδωνα (98b). Από τις ιδέες που κυκλοφορούν και κρίνονται στα γραπτά του μπορεί κανείς να υποθέσει με βεβαιότητα ότι ο Πλάτων γνώριζε από πρώτο χέρι. ίσως από ανάλογα βιβλία, τις θεωρίες του Ζήνωνα, του Δημόκριτου, του Εμπεδοκλή, του Φιλολάου και των Ιπποκρατικών, και σίγουρα τους φημισμένους λόγους όλων των γνωστών σοφιστών και ρητόρων (του Πρωταγόρα, του Πρόδικου. του Ιππία, του Τεισία. του Γοργία, του Λυσία, του Ισοκράτη).

Η παράθεση όλων αυτών των διάσημων ονομάτων δημιουργεί ψευδείς εντυπώσεις· η μακρά παράδοση γραπτού στοχασμού που αυτοί εμφανίζονται να αντιπροσωπεύουν εξαντλείται στα όρια μιας μόνο γενιάς, της αμέσως προηγούμενης από τον Πλάτωνα, της γενιάς του Σωκράτη. Ο γραπτός πεζός αποδεικτικός λόγος έχει την εποχή του Πλάτωνα προϊστορία μόλις 40 ή 50 χρόνων. Αν μάλιστα προσπαθήσουμε μέσα σε αυτήν τη σχετικά σύντομη παράδοση αποδεικτικοί; λόγου να οριοθετήσουμε το ειδικό βάρος εκείνου του λόγου που θα μπορούσε να ονομαστεί φιλοσοφικός. αντιδιαστέλλοντάς τον λ.χ. από τον ρητορικό λόγο ή τον ιατρικό, φοβάμαι ότι κάθε προσπάθειά μας θα ήταν καταδικασμένη. Πρέπει λοιπόν να παραδεχτούμε ότι ο Πλάτων καταθέτει το ευρύ (ακόμη και για τον σημερινό αναγνώστη) και επιβλητικό φάσμα των διαλόγων του σε ένα κοινό που ήταν ελάχιστα εθισμένο στην ανάγνωση φιλοσοφικών επιχειρημάτων ή φιλοσοφικών πραγματειών. Θα ήταν ίσως πιο ακριβής ο ισχυρισμός ότι ο Πλάτων είναι αυτός που με τα γραπτά του εγκαινειάζει ένα νέο πεδίο έκφρασης του στοχασμού, είναι αυτός που στην ουσία δημιουργεί τη φιλοσοφία.

Πώς εκφράζεται αυτή η ιδιοτυπία στα ίδια τα γραπτά του Πλάτωνα;

Τα πλατωνικά γραπτά είναι εμφανώς πολεμικά. Η διαλογική μορφή είναι ιδανική για να εκφραστεί η πολεμική αυτή ατμόσφαιρα. Ο Πλάτων όμως δεν αντιμάχεται φιλοσοφικές ιδέες, αφού η προηγούμενη φιλοσοφική παράδοση είναι ισχνή ή ανύπαρκτη· αντιμάχεται τρόπους ζωής. Η διαφορά με τον Αριστοτέλη είναι ήδη τεράστια. Ο προνομιακός άξονας ερμηνείας της αριστοτελικής φιλοσοφίας είναι ο πλατωνισμός - η συνεχεία και η απόκκλιση από το πλατωνικό φιλοσοφικό σύστημα -, αφού από τον Αριστοτέλη και μετά ο σημαντικός φιλόσοφος διαλέγεται κατά κύριο λόγο με σημαντικά φιλοσοφικά κείμενα. 0 άξονας όμως ερμηνείας της πλατωνικής φιλοσοφίας δεν είναι ένα προϋπάρχον φιλοσοφικό σύστημα αλλά μια ιστορική πολιτική συγκυρία: είναι τα ρεύματα ιδεών που διατρέχουν την αθηναϊκή κοινωνία μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου. Αυτό εννοούμε όταν λέμε ότι η πλατωνική φιλοσοφία είναι πάνω απ’ όλα πολιτική φιλοσοφία.

Η πλατωνική φιλοσοφία μπορεί να ιδωθεί ως προσπάθεια υπεράσπισης ενός νέου τρόπου ζωής: του φιλοσοφικού βίου απέναντι στον βίο που ευαγγελίζονται αφενός οι ποιητές και αφετέρου οι σοφιστές. Η πολυσυζητημένη εξορία των ποιητών από την πλατωνική πολιτεία δεν είναι τίποτε άλλο από την απόρριψη μιας παιδείας και ενός τρόπου ζωής που στηριζόταν στη μνήμη, την προφορικότητα και το εθιμικό δίκαιο υπέρ μιας νέας παιδείας που στηρίζεται στο έλλογο επιχείρημα, στη γραφή και στον νόμο. Ο Πλάτων είναι ο πρώτος στοχαστής που θεματοποιεί την πρόσφατη ανάδυση της ατομικής ψυχής, με την έννοια της αυτόνομης συνείδησης και του σκεπτόμενου εγώ. της ατομικής ψυχής που δεν ταυτίζεται πλέον συγκινησιακά με το αντικείμενό της όπως στην επική ποίηση, αλλά τοποθετείται απέναντι του. το συγκροτεί ως αυτόνομη οντότητα και το ελέγχει.[5] Από την άλλη πλευρά, η έντονη και ως έναν βαθμό υπερβολική αντίθεση του Πλάτωνα προς τους σοφιστές δείχνει την αγωνία του να οριοθετήσει τον φιλοσοφικό βίο -τον βίο που έζησε ο Σωκράτης- από μορφές ζωής που στα μάτια των συμπολιτών του ήταν φυσικό να θεωρούνται παράλληλες. Για τον Πλάτωνα ο σοφιστής είναι καινοτόμος, είναι έλλογος, είναι πολιτικός, δεν είναι όμως φιλόσοφος: αδιαφορεί για το ενοποιητικό στοιχείο που βρίσκεται πίσω από τη νέα θριαμβεύουσα εμπιστοσύνη στον Λόγο. Δεν αντιλαμβάνεται ότι χωρίς σταθερές αρχές -οι περίφημες πλατωνικές Ιδέες- η νέα στάση ζωής εκφυλίζεται σε έναν απλό σχετικισμό και οδηγεί στην επιβολή του φορέα όχι της αλήθειας αλλά της ισχύος.

II επιλογή του διαλόγου ως όχημα μετάδοσης της φιλοσοφίας είναι σημαίνουσα. Πιστεύω ότι πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά τις επικρίσεις κατά της γραφής που διατυπώνει ο Πλάτων στον Φαιδρό (274c-277a). Η πραγματική φιλοσοφία θα έπρεπε να μεταδίδεται μόνο με τον προφορικό λόγο. αφού είναι πρωτίστως ανταλλαγή βιωμάτων και κρίσεων ανάμεσα σε ζωντανές ψυχές. Τα γραπτά κείμενα στην ιδανική αυτή περίπτωση θα λειτουργούσαν απλώς ως «υπομνήματα» που θα βοηθούσαν την παράθεση και την αποκρυστάλλωση των επιχειρημάτων. Καθώς όμως το φιλοσοφικό επιχείρημα μέσα από το ίδιο το πλατωνικό έργο καθίσταται όλο και πιο πολύπλοκο, τα γραπτά αυτά υπομνήματα γίνονται εντελώς απαραίτητα. 0 Πλάτων καταφεύγει συστηματικά στη γραφή, επινοεί όμως ένα είδος γραφής το οποίο τείνει να διατηρήσει την προφορικότητα αναιρώντας τα μειονεκτήματα του γραπτού λόγου. Ο φιλοσοφικός διάλογος θα δώσει τη θέση του στη φιλοσοφική πραγματεία αμέσως μετά τον θάνατο του Πλάτωνα. Είναι ωστόσο λάθος να αντιμετωπίζουμε τη διαλογική μορφή στην οποία μας παραδόθηκε η πλατωνική φιλοσοφία ως απλό συγγραφικό καπρίτσιο. Η μορφή του πλατωνικοί; λόγου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το περιεχόμενο του πλατωνικού επιχειρήματος. Και είναι καθήκον του ερμηνευτή να παίρνει σοβαρά υπόψη του αυτήν τη μορφή, αντιμετωπίζοντας κάθε πλατωνικό έργο ως αποκρυστάλλωση μιας δεδομένης και ανεπανάληπτης εμπειρίας λόγου και όχι ως ένα από τα διαδοχικά κεφάλαια μιας ενιαίας πραγματείας.

Φθάνοντας τώρα στον Τίμαιο θα απομονώσω τρία γνωστά και κεντρικά προβλήματα. Συνδέονται με τα προκαταρκτικά ερωτήματα που έθεσα προηγουμένως, δηλαδή για ποιον λόγο γράφει ο Πλάτων τον Τίμαιο και γιατί τον γράφει έτσι όπως τον γράφει. Θα επιχειρήσω να δείξω, με σχηματικό κατ’ ανάγκην τρόπο, ότι ικανοποιητική απάντηση σε αυτά τα προβλήματα δεν μπορεί να δοθεί μόνο με τα δεδομένα του συγκεκριμένου έργου. Ο ερμηνευτής θα πρέπει να καλύψει συλλογιστικά κενά. να αποκαταστήσει χαμένα νοήματα και άρρητες προθέσεις καταφεύγοντας σε υλικά και εργαλεία που δεν θα μπορούσαν ούτε καν να χαρακτηριστούν φιλοσοφικά - με τη σημερινή τουλάχιστον αντίληψη της φιλοσοφίας.

Το πρόβλημα. Αν κάποιος επιχειρούσε να απομονώσει τον βασικό στόχο του πολύπλοκου αυτού κειμένου, ίσως η πειστικότερη απάντηση να ήταν ότι αποσκοπεί στην κατάδειξη της προτεραιότητας της τελεολογίας απέναντι στη μηχανική αιτιότητα. Κρίνοντας από τα τελευταία γραπτά του Πλάτωνα αλλά και από τα φυσικά συγγράμματα του Αριστοτέλη, υποθέτουμε ότι το ρεύμα του μηχανιστικού υλισμού, σύμφωνα με το οποίο δεν υπάρχει σχεδιασμός και έλλογη τάξη στη δομή του σύμπαντος, θα πρέπει να είχε αποκτήσει μεγάλη διάδοση στις αρχές του 4ου αιώνα για να αποτελεί κοινό στόχο της ευρύτερης Ακαδημίας. Η απάντηση αυτή είναι μεν σωστή αλλά είναι πολύ φτωχή. Στόχος του Πλάτωνα στον Τίμαιο δεν είναι απλώς οι μηχανιστικές ιδέες, τις οποίες άλλωστε ενσωματώνει και ο ίδιος στο σύστημά του ως δευτερεύουσα πλευρά της πραγματικότητας. όσο οι συνέπειες αυτών των ιδεών στο επίπεδο της πολιτικής και της ηθικής· δεν είναι τόσο οι εισηγητές αυτών των ιδεών όσο οι πρόθυμοι αποδέκτες τους και η τρέχουσα πρακτική τους. Αν δεν υπάρχει τάξη στον κόσμο, κάθε προσπάθεια να εμπεδοθεί τάξη στην πολιτεία και στην ανθρώπινη ψυχή είναι εξ ορισμού καταδικασμένη. Η φυσική και η κοσμολογία δεν επιζητούν την αυτονομία τους' συνδέονται κατ’ ανάγκην με την πολιτική και την ηθική και υποτάσσονται ουσιαστικά σ' αυτές. Η τελεολογία ανήκει στο οπλοστάσιο της πλατωνικής πολιτικής φιλοσοφίας. Το γεγονός ότι ο Πλάτων αγνοεί επιδεικτικά τους προσωκρατικούς «φυσιολόγους», μολονότι δανείζεται πολλές από τις ιδέες τους, σημαίνει ότι δεν τους θεωρεί εχθρούς· τους τοποθετεί απλώς στην προϊστορία της φιλοσοφίας. Η διαφορά με τον Αριστοτέλη είναι χαρακτηριστική.

2ο πρόβλημα. Έχει συζητηθεί πολύ το ερώτημα γιατί ο Πλάτων επιλέγει να παρουσιάσει τον εγγυητή της κοσμικής τάξης ως θείο δημιουργό, να του προσδώσει δηλαδή τα αινιγματικά και εκ πρώτης όψεως αντιφατικά κατηγορήματα του χειρώνακτα τεχνίτη και του θεού. Είναι ένα από τα σημεία όπου συνειδητοποιούμε καθαρά ότι καμία βοήθεια δεν μπορεί να μας προσφέρει η ιστορία της φιλοσοφίας, ενώ οι μεταγενέστερες χριστιανικές συνεκδοχές λειτουργούν εμφανώς αποπροσανατολιστικά. Γι' αυτό άλλωστε και πολλοί σύγχρονοι σχολιαστές προσπάθησαν να δείξουν ότι η αμηχανία μας ανάγεται ουσιαστικά στη δυσκολία να κατανοήσουμε μια κοινωνία, που οι εξειδικευμένες ανάγκες της έχουν καταστήσει σημαντικό τον ρόλο της τεχνικής (και του εμπορίου) χωρίς όμως ποτέ να αποκτήσει ο τεχνίτης (και ο έμπορος) το ελάχιστο κοινωνικό κύρος. Εξίσου δύσκολη φαίνεται και η κατανόηση της επιλογής του Πλάτωνα να παρουσιάσει έναν θεό σε δημιουργική δράση, τη στιγμή που απευθύνεται σε μια κοινωνία που ουσιαστικά στερείται θρησκείας. Η λύση που πρότεινα ήταν ότι ο τεχνίτης, παρά την ταπεινή κοινωνική του θέση και τον μονομερή προσανατολισμό του στην πρακτική, αντιπροσωπεύει στον πλατωνικό μύθο το υπόδειγμα της σκόπιμης δραστηριότητας, της υποταγής των μέσων στην επίτευξη του τελικού σκοπού. Η θεϊκή του φύση - όπου το «θεός» χρησιμοποιείται, όπως σε όλη την ελληνική παράδοση, ως επίθετο και όχι ως ουσιαστικό - εγγυάται την τελειότητα των έργων του. Ανεξάρτητα από το αν η ερμηνεία αυτή είναι σωστή ή όχι. το σημαντικό είναι ότι προσπαθεί να συνδυάσει την εσωτερική νομοτέλεια του πλατωνικού εγχειρήματος με τον διανοητικό περίγυρο του πλατωνισμού.

3ο πρόβλημα. Η υποκατάσταση του έντονου διαλόγου από τη μονολογική εύλογη εξιστόρηση. η προσφυγή στην αφηγηματική τεχνική του μύθου, αλλά και ο φαινομενικά μετέωρος πρόλογος με την παρουσία του Κριτία και του Ερμοκράτη και την αναφορά στην ιδανική πολιτεία και την Ατλαντίδα είναι δεδομένα με τα οποία είναι υποχρεωμένος να αναμετρηθεί ο ερμηνευτής του Τίμαιου. Όλα αυτά τα στοιχεία εντάσσονται τυπικά στη μορφή του συγκεκριμένου έργου. Η πεποίθησή μου όμως είναι, όπως ήδη είπα. ότι η μορφή δεν ντύνει απλώς το φιλοσοφικό περιεχόμενο αλλά το διαμορφώνει. Αν δεν αντιληφθούμε τι σημαίνει η προγραμματική δήλωση του Τίμαιου ότι θα εκθέσει την κοσμολογία του με την μορφή «εἰκότος λόγου» (29cd). δεν μπορούμε να αξιολογήσουμε το επιστημολογικό κύρος των προτάσεων του. Ο πλατωνικός όμως «εἰκώς λόγος» θα μπορούσε να ειδωθεί ως ένα νέο λογοτεχνικό είδος που συνδυάζει τους κανόνες της ακμάζουσας κατά τον 5ο και τον 4ο αιώνα επαγγελματικής ρητορικής με τις συλλογιστικές τεχνικές και την εσωτερική συνέπεια των αναδυόμενων μαθηματικών επιστημών. Από την άλλη πλευρά, αν δεν πάρουμε σοβαρά υπόψη μας την προσφυγή στον μύθο. είμαστε υποχρεωμένοι, να θεωρήσουμε ότι ο Πλάτων εγκαταλείπει στον Τίμαιο την εμπιστοσύνη του προς την κοινή γλωσσική χρήση και εισάγει ένα ολόκληρο οπλοστάσιο καινοφανών οντοτήτων και εννοιών: «εικός». «δημιουργός», «ανάγκη», «ψυχή του κόσμου», «υποδοχή» ή «χώρα». Είναι ωστόσο προφανές ότι οι ίδιες εκφράσεις θα είχαν διαφορετικό νόημα έξω από το μυθικό πλαίσιο, στα συμφραζόμενα λ.χ. ενός σωκρατικού ή ενός κριτικού διαλόγου. Τέλος. αν δεν αντιληφθούμε ότι ο πρόλογος του Τίμαιου αποτελεί οργανικό κομμάτι της όλης σύνθεσης, θα προσπεράσουμε χωρίς ιδιαίτερη σημασία τις υπαινικτικές αντιθέσεις που διατρέχουν τον πρόλογο ανάμεσα στον μύθο και τον λόγο. ανάμεσα στην επινοημένη ιστορία και την αλήθεια, ανάμεσα στη γέννηση του κόσμου και τη λειτουργία της πολιτείας. Στην περίπτωση αυτή θα θεωρήσουμε ότι ο Πλάτων καλύπτει με τον Τίμαιο ένα σημαντικό κενό στη φιλοσοφία του αναπτύσσοντας μια φυσική επιστήμη και μια κοσμολογία. Η έκπληξή μας όμως και η απογοήτευση θα είναι μεγάλη, όταν θα τον δούμε να υπονομεύει το θαυμαστό οικοδόμημα που μόλις ύψωσε δηλώνοντας προς το τέλος του διαλόγου ότι η φυσική του θεωρία είναι απλό παιχνίδι που στόχο έχει την ανάπαυση του πνεύματος από τις σοβαρές του αναζητήσεις (59cd). ένα παιχνίδι χωρίς αξιώσεις αντικειμενικής αλήθειας.

Η παράθεση αυτών των προβλημάτων δείχνει κατ’ αρχήν ότι η ανασύνθεση του διανοητικού πλαισίου μέσα στο οποίο εντάσσεται ο Τίμαιος προηγείται και διαφωτίζει την ανάλυση των επιμέρους επιχειρημάτων που ο Πλάτων αναπτύσσει στο συγκεκριμένο έργο. Δεν πρόκειται όμως απλώς για μια προκαταρκτική εργασία. Η υπέρβαση του κειμένου και της συλλογιστικής το ο είναι μια διαδικασία από την οποία δεν μπορεί να αποδεσμευτεί ο σχολιαστής του Τίμαιου. Για να αναφέρω μερικά παραδείγματα: μάταια 0α αναζητήσει κανείς τους φιλοσοφικούς λόγους που αιτιολογούν την προτεραιότητα της τάξης επί της αταξίας (30a), την κυκλική και ομαλή κίνηση του ουρανού (ή την ισοδύναμη θέση στην ορολογία του Τίμαιου ότι η κίνηση του νου είναι η ομαλή περιστροφή, 34a) ή την τριγωνική δομή των στοιχειωδών σωμάτων (53c). Οι θέσεις αυτές δεν αποδεικνύονται στο κείμενο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι παράλογες ή αυθαίρετες. Ούτε σημαίνει ότι βρίσκονται έξω από το βεληνεκές της δυνατής ερμηνείας - αρκεί να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι το φιλοσοφικό πρόβλημα δεν τίθεται σε όλες τις εποχές με τον ίδιο τρόπο.

Είναι προφανές ότι όλα αυτά τα ζητήματα αποτελούν ερμηνευτικά. προβλήματα μόνο για όσους πιστεύουν ότι έχει ακόμη ενδιαφέρον και νόημα η αναζήτηση των στόχων, των προθέσεων και των εκφραστικών τρόπων που ο ίδιος ο Πλάτων προέκρινε. Οι υπόλοιποι δικαιούνται να θεωρούν την πλατωνική σκέψη παρωχημένη ή παράλογη· ή να ασκούν την αναλυτική τους δεξιότητα για να καταδείξουν τις ατέλειες και τα λάθη της πλατωνικής «φιλοσοφικής» συλλογιστικής.[6]
------------------------
[1] Cornford [1937].

[2] Όταν έχει πλέον κανείς κατοχυρώσει μια προσωπική μέθοδο πρόσβασης στον Πλάτωνα, μόνο τότε μπορεί να εκτιμήσει τις απρόσμενες πλευρές του πλατωνισμό») που έρχονται στο φως από αναγνώσεις σαν αυ­τές του Heidegger ή του Derrida - με την προϋπόθεση ότι το ενδιαφέρον του παραμένει επικεντρωμένο στον Πλάτωνα.

[3] Την αφορμή για τις σκέψεις αυτές την έδωσε η κριτική του βιβλίου μου (Πλάτων Τίμαιος, εκδ. Πόλις. Αθήνα 1995) από τον Ηλία Μαρκολέφα στο περιοδικό Νεύσις, τεύχος 3. σελ. 214-24. Ας πω ότι θεωρώ τη βιβλιοκριτική αυτή πρότυπο δημιουργικής ανάγνωσης, με την έννοια που αναπτύσσεται παραπάνω. Θα ήμουν πρόθυμος να συμμεριστώ την τελική προτροπή του Μαρκολέφα προς τους αναγνώστες του Τίμαιου «να προχωρήσουν κατευθείαν στο ερώτημα που αφορά τη σημασία του παρόντος καθώς αυτό στέκεται αντιμέτωπο με τον Πλάτωνα» (σελ. 224), αρκεί να ξεκαθαρίσουμε δύο πράγματα: ότι αυτό το «παρόν» είναι το δικό τους παρόν, δεν είναι δηλαδή και πολύ περισσότερο αντικειμενικό ή δια- γνώσιμο από το παρόν του Πλάτωνα· και ότι μπορεί. για ορισμένους τουλάχιστον (ίσως και λόγω επαγγελματικής διαστροφής), να είναι και λιγότερο ενδιαφέρον από το παρόν του Πλάτωνα.

[4] Κάλφας [1995], 12, με μια σημαίνουσα παράλειψη: τα «φιλοσοφικά συμφραζόμενα» του αρχικού κειμένου γίνονται εδώ απλά «συμφραζόμενα». Ο λόγος ελπίζω ότι θα φανεί παρακάτω.

[5] Πρβ. Havelock [1963],

[6] Ένα πρόσφατο δείγμα τέτοιας αντιμετώπισης: «Αλλά οι φιλοσοφικές θέσεις του Πλάτωνα είναι συνήθως λανθασμένες, και στην πλειοψηφία τους εμφανώς λανθασμένες· τα επιχειρήματα του είναι συνήθως κακά. και στην πλειοψηφία τους εμφανώς κακά. Η μελέτη του Πλάτωνα σε κάνει όντως να καταλάβεις πόσο δύσκολο πράγμα είναι η φιλοσοφία, και είναι ιδιαίτερα γοητευτική και ευχάριστη. Μπορεί όμως να είναι και αποθαρρυντική: κατά κανόνα ο μελετητής του Πλάτωνα καταπιάνεται με ένα ιδιότυπο ερώτημα: πώς και γιατί έφθασε ο Πλάτων σε τέτοιες εξωτικές απόψεις, πώς και γιατί αναπτύσσει τέτοια παράδοξα επιχειρήματα;» (Barnes [1995]. xvi).

Νέρωνας – Ο λαοφιλής και φιλέλληνας αυτοκράτορας που κατασυκοφαντήθηκε από τους χριστιανούς

Απροσδόκητη είναι για εσάς, Έλληνες, η δωρεά μου -αν κι όχι ανέλπιστη της μεγαλοφροσύνης μου- την οποία ούτε κι εσείς οι ίδιοι θα τολμούσατε να ζητήσετε.

Όλοι εσείς, Έλληνες, που κατοικείτε στη γη της Πελοποννήσου, λάβετε από σήμερα, μετ’ απαλλαγής οποιουδήποτε φόρου, την ελευθερία σας· μια ελευθερία, που μέχρι τώρα δεν είχατε την ευκαιρία να χαρείτε, επειδή ήσασταν υπόδουλοι, είτε στους ξένους, είτε στον ίδιο σας τον εαυτό.

Μακάρι να σας έδινα την ελευθερία, όταν η Ελλάδα άκμαζε, έτσι ώστε να απολαύσουν περισσότεροι τη χάρη. Μέμφομαι τον χρόνο που μου προεξάντλησε το μέγεθος της χάριτος.

Αλλά και τώρα, όχι από οίκτο αλλά από αγάπη, σας ευεργετώ κι ευχαριστώ τους θεούς σας, οι οποίοι με προστάτευσαν και στη στεριά και στη θάλασσα, παράσχοντάς μου έτσι την ευκαιρία να σας ευεργετήσω. Διότι, πόλεις απελευθέρωσαν κι άλλοι ηγεμόνες, αλλά ο Νέρων απελευθέρωσε ολόκληρη επαρχία.

(«Ο λόγος του Νέρωνα στην Κόρινθο» [βρέθηκε το 1888 στην Καρδίτσα, χαραγμένος πάνω σε πλάκα, από τον Γάλλο αρχαιολόγο Μορίς Χολό])

Ο Νέρων, χρίστηκε αυτοκράτορας στη Ρώμη σε ηλικία 17 χρονών, το 54 μ.Χ., αμέσως μετά τη δολοφονία του Κλαύδιου -πολλοί ισχυρίζονται πως τον δηλητηρίασε η μητέρα του Νέρωνα, Αγριππίνα. Την αναρρίχησή του στο αυτοκρατορικό αξίωμα, την οφείλει αποκλειστικά και μόνο στις προσπάθειες της μητέρας του. Η ακόλαστη αυτή γυναίκα, με τ’ ακόρεστο πάθος της για εξουσία, αμέσως μόλις πέθανε ο δεύτερος σύζυγός της Κλαύδιος, ενέργησε αστραπιαία ώστε να μην απωλέσει τους γλυκούς χυμούς της εξουσίας. Σε συνεργασία με τον «praefectus praetorio» Αφράνιο Βούρρο, που ανάλαβε να πείσει τον στρατό, έχρισε τον Νέρωνα αυτοκράτορα. Οι τυχόν υποστηριχτές του νόμιμου διάδοχου, Βρετανικού, πιάστηκαν εξ απήνης και δεν αντιδράσανε.

Απ’ την πρώτη στιγμή της βασιλείας του, ο Νέρων κατανόησε, με χαρακτηριστική για την ηλικία του ωριμότητα, ότι η παρουσία της μητέρας του στο παλάτι, αποτελούσε πρόκληση στο κοινό αίσθημα. Προσπάθησε να την απομακρύνει με εύσχημο τρόπο, αποδίδοντάς της τον τίτλο-παρηγοριά, της «Καλύτερης των μητέρων». Μα η Αγριππίνα δεν είχε σκοπό να καταθέσει εύκολα τα όπλα. Προσεταιρίστηκε τον…Βρετανικό κι άρχισε να συνωμοτεί μαζί του ενάντια στον γιο της. Σύντομα, ο κύκλος της συνωμοσίας μεγάλωσε. Οι πρώτες φιλολαϊκές πράξεις του Νέρωνα, έσπειραν τον πανικό σ’ αρκετούς αριστοκράτες. Η ατμόσφαιρα εκτονώθηκε κάπως με τον θάνατο του Βρετανικού το 55 μ.Χ. Η πλειονότητα των ιστορικών συμφωνεί, πως ο Βρετανικός έπεσε θύμα σκευωρίας.

Τον πρώτο χρόνο της βασιλείας του, η Σύγκλητος εντυπωσιασμένη απ’ την μεγάλη δημοτικότητα, που απέκτησε σε τόσο σύντομο διάστημα, του απένειμε τον τίτλο του «Πατέρα του ρωμαϊκού λαού». Στο πρώτο του γραπτό πάλι, η Σύγκλητος έσπευσε να τον τιμήσει με το πρώτο βραβείο λογοτεχνίας. Μια πράξη δηλαδή, καθαρά πολιτική. Ο Νέρωνας όμως, αρνήθηκε το βραβείο, λέγοντας πως αυτό δεν του αξίζει. Απευθυνόμενος στους Συγκλητικούς, τους παρακάλεσε να δείξουν υπομονή ώσπου να ωριμάσει λογοτεχνικά. Η άρνησή του προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, σ’ όλο το κοινωνικό φάσμα. Δεν ήταν και λίγο πράγμα, ένα παιδί 17 μόλις χρονών, να δείχνει τέτοια αυτογνωσία.

Απ’ τις πρώτες μέρες που ανέλαβε αυτοκράτορας, έδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία στα προβλήματα που απασχολούσαν τον φτωχό λαό. Συνέλαβε αμέσως την ηχώ τους. Ένα απ’ τα πρώτα του διατάγματα αντικαθιστούσε τη χορήγηση απλού ψωμιού στον σιτευόμενο απ’ το κράτος λαό, με καθημερινά πλούσια γεύματα στο ύπαιθρο. Ένα δεύτερο διάταγμά του, καταργούσε τα πολυτελή εστιατόρια, που τα πολυτελή εδέσματα που πρόσφεραν στους αριστοκράτες πελάτες τους, αποτελούσαν πρόκληση στα μάτια του φτωχόκοσμου. Αλλά οι μόνοι που δεν εντυπωσιάστηκαν απ’ τη σοφία των πράξεών του, ήταν οι κρατικοί υπάλληλοι και οι Συγκλητικοί. Ο Σουετώνιος, μας πληροφορεί, πως απ’ τα 13 του χρόνια ήδη, είχε εντυπωσιάσει τον περίγυρό του, με τη σύνεση και την τιμιότητά του. Στα 15 του χρόνια, η Σύγκλητος του παραχώρησε το δικαίωμα να εκδικάζει σοβαρές υποθέσεις. Κάτι, δηλαδή, χωρίς προηγούμενο στα ρωμαϊκά χρονικά. Το γεγονός προκάλεσε το μένος του Κλαύδιου, που φύλαγε για τον εαυτό του τον ρόλο του υπέρτατου κριτή.

Φύση ευαίσθητη και καλλιτεχνική ο Νέρων, προσπάθησε με κάθε δυνατό τρόπο να προωθήσει τα γράμματα και τις τέχνες προς τον λαό, για τον οποίο έτρεφε μια παθολογική, θα λέγαμε, αγάπη. Μ’ αυτοκρατορικά διατάγματα, υποχρεώνονται οι θίασοι και τα θέατρα να προσαρμόσουν το ρεπερτόριό τους στη λαϊκή κουλτούρα. Αυτό είχε τη δική του σημασία. Το καλλιτεχνικό θέαμα και γενικά η κουλτούρα, προέρχονταν κι απευθύνονταν σ’ έναν μόνο χώρο: Τον κυρίαρχο δουλοκτητικό. Τόσο στην υπόθεση των έργων, όσο και στην παρουσίασή τους, απεικονίζονταν τα ολιγαρχικά βιώματα. Οι άνθρωποι του λαού εμφανίζονταν σποραδικά, μόνο και μόνο για να σατιριστούν δυσφημιστικά οι «χοντροκομμένοι» τους τρόποι. Τώρα όμως, οι θίασοι διατάσσονταν να «τραγουδούν μόνο λαϊκά άσματα». Η απόφαση αυτή θεωρήθηκε απ’ τους ολιγαρχικούς, σαν ιεροσυλία ενάντια στην τέχνη. Με αλλεπάλληλα διατάγματα, θεσπίστηκαν δωρεάν καθημερινά θεάματα, στις πλατείες και στους δρόμους. Όλες αυτές οι ενέργειες, σε καμμιά περίπτωση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται κάτω απ’ το παραποιημένο πρίσμα του «άρτος και θεάματα». Οι ενέργειες αυτές αποσκοπούσαν στην πολιτιστική ανύψωση του λαού. Σε μια εποχή που η γνώση λογιζόταν αποκλειστικό κτήμα της άρχουσας τάξης, τούτες οι εκδηλώσεις λειτουργούσαν σαν δημόσια εκπαίδευση.

Ο Νέρων χτύπησε αμείλικτα τα πλούσια στρώματα… Ο Πλίνιος, μας αποκαλύπτει ότι ο Νέρωνας εξόντωσε τους έξι πλουσιότερους γαιοκτήμονες της Αφρικής. Στόχος του, η δήμευση των κτημάτων τους. Ο Πλίνιος, σαν καλός αριστοκράτης, αποφεύγει να μας πει αν ο Νέρων σφετερίστηκε για προσωπικό ώφελος την κατασχεμένη γη ή έβαλε ακτήμονες να την καλλιεργήσουν. Η ύπαρξη όμως μεγάλων κρατικών κτημάτων στην Αφρική, στο τέλος του 1ου αιώνα μ.Χ., μας πείθει για το δεύτερο.

Ο Σουετώνιος πάλι, αγανακτεί για τις αλόγιστες σπατάλες του Νέρωνα, προκειμένου να γίνει «αρεστός στον όχλο». Ας παρατηρήσουμε, πως για να ικανοποιηθεί ο «όχλος», θα πρέπει οι «αλόγιστες σπατάλες» να καλύπτανε κάποιες ζωτικές του ανάγκες. Αυτομάτως όμως, οι «σπατάλες» μετατρέπονται σε «κρατικές δαπάνες για την καλυτέρευση του λαϊκού βιοτικού επιπέδου».

Είναι να γελάει κανείς με την ηλιθιότητα -επικίνδυνη ηλιθιότητα όμως- μερικών θεολόγων πάνω στο ζήτημα των παροχών του Νέρωνα προς τον λαό. Μη μπορώντας να παρακάμψουν την ομοφωνία των αρχαίων πηγών, σχετικά με τη φιλολαϊκότητα του Νέρωνα, επιχειρούν αισχρές ακροβασίες, πάνω στην πλάτη της Ιστορίας. Ο στόχος είναι ένας και δοκιμασμένος: Η παραχάραξη οποιουδήποτε στοιχείου που θα μπορούσε να συνεργήσει στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Στην περίπτωσή μας, δεν πρέπει για κανέναν λόγο ν’ αποκρυσταλλωθεί το θέμα της φιλολαϊκότητας του Νέρωνα. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε ερωτηματικά, σχετικά με την ποιότητα του διεφθαρμένου χριστιανικού πάθους ενάντιά του. Και γνωρίζουν άριστα, ότι έτσι και δημιουργηθεί το πρώτο ερωτηματικό, η λεωφόρος της αλήθειας θ’ ανοίξει διάπλατα.

Σ’ αυτά τα καλούπια σκέψης κινούμενος ο Έρικ Μπρέινχολστ, σημειώνει δίχως να ντρέπεται καθόλου: «Η δήθεν γενναιοδωρία του Νέρωνα προς τον λαό, προέρχεται απ’ τη σχιζοφρενική του τάση για αυτοπροβολή. Ήταν ένας επιδειξιμανής και τίποτα παραπάνω» («Οι διωγμοί των πρώτων χριστιανών»). Αληθινά, τούτο το θανάσιμο μίσος ενάντια στο Νέρωνα, κεντρίζει αμέσως το ενδιαφέρον ενός καθαρού μυαλού. Το ερώτημα είναι καίριο: Γιατί; Η τιμωρία που επιφύλαξε ο Νέρων για τους χριστιανούς, κρίνεται απόλυτα αιτιολογημένη. Καίγοντας οι τελευταίοι τη Ρώμη, δημιουργούσαν ταυτόχρονα και δεκάδες χιλιάδες θύματα. Θύματα, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία ανήκαν φτωχά λαϊκά στρώματα της πόλης. Κι αυτό, γιατί μόνο αυτοί κατοικούσαν στην καρδιά της πόλης. Ζούσαν στοιβαγμένοι σε άθλιες ξύλινες παράγκες, δίχως κανενός είδους μεσοτοιχία ανάμεσά τους. Χιλιάδες μικρές παράγκες κολλημένες η μια στην άλλη. Οι Ρωμαίοι με κάποια οικονομική επιφάνεια, ζούσαν σε ευρύχωρα πέτρινα σπίτια, στα προάστια της πόλης. Αλλά, ανεξαρτήτως απ’ αυτή τη θλιβερή τους πράξη, η τιμωρία που τους όρισε ο Νέρων, είναι μάλλον μικρή. Δε μιμήθηκε την αντεκδίκηση των Τιβέριου και Κλαύδιου, να τους εξορίσει τελείως. Τιμωρήθηκαν μερικοί παραδειγματικά και το ζήτημα έληξε. Καμμιά απολύτως σχέση με τα αντιχριστιανικά πογκρόμ, ορισμένων ηγεμόνων της Μεσογείου. Ο Αδριανός, ο «έκφυλος», ο «πρόστυχος», αυτός που ξεθεμέλιωσε την «άγια πόλη» της Ιερουσαλήμ, όχι μόνο δεν καταδικάζονται τα αίσχη του, μα υμνείται κιόλας. Η χυδαία του πράξη να θεοποιήσει τον νεκρό εραστή του, αφήνει αδιάφορους τους χριστιανούς. Ο Μαρσέλ Μπριόν λ.χ., φτάνει στην κατάντια να τον αποκαλέσει «ανθρωπιστή» («Évolution et decadence des peuples»).

Ούτε λοιπόν ο κοιλιόδουλος Κλαύδιος, ούτε κι ο έκφυλος Αδριανός, σκοτίζουν τη χριστιανική παραφιλολογία. Είναι ο άκακος κι ευαίσθητος Νέρων που συγκεντρώνει πάνω του το πιο απάνθρωπο μίσος. Τον διασύρουν, δημιουργώντας ψεύτικα επεισόδια, που τα χώνουν στα έργα των Τάκιτου, Σουετώνιου κ.λπ. Π.χ. η λύρα που τον βάζουν να παίζει, ενώ η πυρκαγιά σαρώνει τη Ρώμη.

Η περίοδος της βασιλείας του Νέρωνα, αποτελεί την πραγματική χρυσή εποχή της ρωμαϊκής ιστορίας. Στις μέρες του ανεγέρθηκαν πάμπολλα περίφημα υδραγωγεία, κτήρια, συντριβάνια, πάρκα. Μέγας θαυμαστής της ελληνικής τέχνης, στόλισε κάθε σημείο της Ρώμης, με τα ωραιότερα δημιουργήματα των κυριότερων Ελλήνων καλλιτεχνών της εποχής.

Μα το μεγάλο όραμά του παραμένει πάντα η καλυτέρευση των συνθηκών ζωής του φτωχού λαού. Το μεγαλύτερο μέρος των έργων του, συνδέεται άμεσα με την πλήρωση κάποιας λαϊκής ανάγκης. Μ’ ένα του διάταγμα, υποχρεώνει όλα τα ιδιωτικά γυμναστήρια ν’ ανοίξουν τις πόρτες τους στον φτωχόκοσμο. Το δικαίωμα άθλησης μέχρι τότε, το είχαν μόνο οι αριστοκράτες. Ένας σεβαστός αριθμός ενεργειών του, στρέφεται προς την ανύψωση του λαϊκού πολιτιστικού επίπεδου. Χτίζει ένα τεράστιο λαϊκό θέατρο, στο Πεδίο του Άρεως. Παράλληλα καταργεί τα αιμοχαρή θεάματα του ιπποδρόμου, αντικαθιστώντας τα με αγώνες ποίησης, μουσικής, θεάτρου.

Η κατάργηση των αιματηρών «θεαμάτων», προκαλεί την αντίδραση όσων θησαύριζαν εκμεταλλευόμενοι τις ανατριχιαστικές ανθρωποσφαγές. Τον κατηγορούν πως οραματίζεται μια νεολαία άβουλη και θηλυπρεπή. Γι’ αυτό και καταργεί τις αιματοχυσίες, που διαπλάθουν και τονίζουν την αρρενωπότητα. Δυστυχώς, δεν ήταν μόνο οι τότε αριστοκράτες που κατηγόρησαν το Νέρωνα για τούτη την πράξη του. Υπήρξαν κάμποσοι οι κοντόφθαλμοι κι οι αντιδραστικοί, στους δυο τελευταίους μας αιώνες, που έτρεξαν να ταυτιστούν με την τότε αριστοκρατική λασπολογία. Ο Ερνέστ Ρενάν λ.χ., με τη γνωστή του κενότητα, στην απαγόρευση των μονομαχιών, ανακαλύπτει τη ζήλια του Νέρωνα για τη δόξα των μονομάχων («Le contre-Jesus»). Ο Σαρλ Λουί Μπριόν -διαφορετικός από τον προηγούμενο Μπριόν, αλλά το ίδιο σκοταδιστής- πάλι, ισχυρίζεται κάτι παρόμοιο. Προσθέτει ακόμα, πως μια απ’ τις κυριότερες αιτίες που ώθησαν τον Νέρωνα σ’ αυτή την απόφαση, ήταν η κρυφή του ελπίδα ότι ο ιππόδρομος θ’ ανέβαζε μόνο δικά του έργα («Moralité Chrétienne»).

Στα 62 μ.Χ. ο Νέρων θέσπισε ένα δημόσιο ταμείο. Σκοπός του η αποτελεσματικότερη βοήθεια του κράτους προς τα χαμηλά στρώματα. Η συνεισφορά του ίδιου για το σκοπό του ταμείου, ήταν εξήντα εκατομμύρια χρυσά νομίσματα τον χρόνο, απ’ την προσωπική του περιουσία. Πάταξε αμείλικτα την αισχροκέρδεια, που μοναδικό της θύμα ήταν ο λαός. Απαγόρευσε αυστηρά τις ανατιμήσεις και τις κερδοσκοπίες στο σιτάρι και στα υπόλοιπα προϊόντα λαϊκής κατανάλωσης. Ένα άλλο μέτρο του, που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, είναι και τούτο: Επέβαλε πολύ σκληρή φορολογία στους ηγεμόνες της αυτοκρατορίας που κατοικούσαν στη Ρώμη και που τα έξοδά τους παρουσιάζονταν μεγαλύτερα απ’ τα έσοδα. Είναι προφανές, ότι τα ελλείμματα των παρουσιαζόμενων εσόδων, καλύπτονταν με οργιώδη καταλήστευση των λαών της περιφέρειάς τους. Χρειάζεται λοιπόν ν’ απορούμε που στις περιοχές τους εκκολάφθηκε η χριστιανική αντινερωνική συνωμοσία; Οι περισσότεροι από δαύτους θ’ αναδειχτούν σε «πρωθιερείς» του Θεού-«Χριστού». Ο Νέρων τους «ξεδόντιασε», όταν απέδωσε την ελευθερία σε δεκάδες προσαρτημένες περιοχές, δημιουργώντας εκατομμύρια απελεύθερους. Οι ηγεμόνες αυτοί δέχτηκαν ένα οδυνηρό χτύπημα· τώρα πια δεν είχαν το δικαίωμα ν’ απομυζούν ανεξέλεγκτα τους υπηκόους τους. Τώρα, οι τελευταίοι ήταν ένα είδος Ρωμαίων πολιτών. Συνεπώς απολάμβαναν όλα τα προνόμια που εγγυόταν ο «τίτλος». Ήταν σε μεγάλο βαθμό θωρακισμένοι, απέναντι στις αυθαιρεσίες των βασιλιάδων τους.

Ένα απ’ τα πιο ανθρώπινα νερωνικά μέτρα, αφορούσε το θέμα των υιοθεσιών. Μέχρι τότε ίσχυε ένας νόμος -πιθανότατα του Αυγούστου- που πρόβλεπε τη φορολογική απαλλαγή εκείνων που υιοθετούσαν ορφανά παιδιά. Γρήγορα όμως το μέτρο φθάρηκε κι έγινε πρόσχημα πλουτισμού των επιτήδειων. Οι ψεύτικες υιοθεσίες ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ο Νέρωνας έβαλε τέρμα σ’ αυτή τη χυδαία ιστορία. Θέσπισε μέτρα για τον αποτελεσματικό έλεγχο της αυθεντικότητας κάθε υιοθεσίας. Απ’ την άλλη, διπλασίασε τις παροχές στους αληθινούς υιοθετούντες. Τέλος, ψήφισε βαρύτατες τιμωρίες για τους υιοθετούντες με πλαστά στοιχεία. «Ο νόμος έγινε για να απαλύνει την ανθρώπινη δυστυχία κι όχι για να πλουτίζουν οι επιτήδειοι εκμεταλλευτές του παιδικού πόνου». Μ’ αυτά τα λόγια έμπασε στη Σύγκλητο τη μεταρρύθμισή του στο ζήτημα (Σουετώνιος – «Νέρων» 27).

Μπορούμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε περίφημα την οργή της ολιγαρχίας για τον Νέρωνα, αν λάβουμε υπ’ όψιν και τρία δεδομένα:

α) Στα χρόνια του δεν έγινε ούτε ένας επεκτατικός πόλεμος.
β) Τεράστιες υπόδουλες περιοχές, απέκτησαν την αυτοτέλειά τους. Στους απελεύθερους, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη.
γ) Τα δυο παραπάνω γεγονότα δημιουργούν ένα τρίτο, με ανυπολόγιστη εξελικτική αξία: Το σύστημα της δουλοπαροικίας. Το εργαλείο-δούλος, χάνει ολοένα τη σημασία του στη μαζική παραγωγή. Περιορίζεται στα όρια της σπιτικής πολυτέλειας και της παραγωγής πολύτιμων αντικειμένων.

Στα 56 μ.Χ. οι αριστοκράτες της Συγκλήτου, απηυδισμένοι απ’ τη φιλική προς τους δούλους πολιτική του Νέρωνα, επιχείρησαν ν’ αμυνθούν. Προσπάθησαν να περάσουν έναν νόμο που παραχωρούσε στους παλιούς ιδιοκτήτες απελεύθερων δούλων, το δικαίωμα να τους αφαιρούν την ελευθερία, όταν το κρίνουν σκόπιμο. Ο Νέρων, τσάκισε αλύπητα αυτό το έκτρωμα νόμου. Ο λόγος που εκφώνησε στη Σύγκλητο υπεραμυνόμενος της ελευθερίας των απελεύθερων είναι ένα πραγματικό μνημείο ανθρωπιάς. Κλείνοντας τον λόγο του, στράφηκε προς τους Συγκλητικούς και τους υπενθύμισε ένα παλιό ρωμαϊκό «αξίωμα»… Σύμφωνα μ’ αυτό, όποιες κι αν είναι οι αντιθέσεις που χωρίζουν τις διάφορες τάξεις του λαού, η ελευθερία πρέπει να είναι κτήμα όλων.

Ωστόσο, στα 61 μ.Χ., η αριστοκρατία κατάφερε να πάρει μια φρικιαστική εκδίκηση… Το ζήτημα γεννήθηκε όταν ο «praefectus» Πεντάνιος Σεκούντος, δολοφονήθηκε από κάποιον δούλο του. Η ολιγαρχία χύμηξε πάνω στον Νέρωνα, απαιτώντας την εφαρμογή ενός παλιού νόμου, που πρόβλεπε για την περίπτωση αυτή, την εξόντωση όλων των δούλων που βρίσκονταν στο σπίτι τη στιγμή της δολοφονίας. Στη συγκεκριμένη, υπόθεση θα έπρεπε να εκτελεστούν 400 άνθρωποι. Ο Νέρων δοκίμασε ν’ αντιδράσει, αρνούμενος να επικυρώσει τούτη τη μαζική δολοφονία. Γρήγορα όμως αναγκάστηκε να δει πως δεν διέθετε κανένα στήριγμα στις ανώτερες τάξεις. Προσπάθησε να χρονοτριβήσει, ελπίζοντας ότι θα ξεθυμάνει η οργή των Συγκλητικών. Στο μεταξύ ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους ζητώντας τη ματαίωση της εκτέλεσης των 400 δούλων. Προς στιγμή φάνηκε πως η Σύγκλητος θα υποχωρούσε. Αλλά τη μέρα της συζήτησης, ο ηγέτης της δημοκρατικής αντιπολίτευσης Γάιος Κάσσιος, απόγονος του ενός απ’ τους δολοφόνους του Καίσαρα, έβγαλε έναν επιθετικότατο όσο κι απάνθρωπο λόγο, Στην αρχή τόνισε, πως η επιείκεια στους δούλους, μόνο καταστροφικά αποτελέσματα μπορούσε να έχει. «Μόνο με τον φόβο», κατάληξε, «είναι δυνατόν να φρονιμεύσουν αυτά τα εκτρώματα της ανθρωπότητας»(!). Ύστερα απ’ τον λόγο του Κάσσιου, οι σκοταδιστές της Συγκλήτου αποφάσισαν ομόφωνα, πως πρέπει να εφαρμοστεί ο νόμος και να εκτελεστούν οι 400 δούλοι.

Ο Νέρων αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αλλά μόνο προσωρινά. Σύντομα πέρασε στην αντεπίθεση, επικουρούμενος απ’ όλα τα λαϊκά στρώματα. Έτσι, όταν οι αριστοκράτες ενθαρρυμένοι απ’ τη νίκη τους, θέλησαν να ψηφίσουν μια πρόταση για να εξοριστούν οι απελεύθεροι, σκόνταψαν στην αποφασιστική του άρνηση. Η μάχη δόθηκε ξανά στη Σύγκλητο. Εκεί ο Νέρων, επευφημούμενος από πλήθος κόσμου που παρακολουθούσε τη συνεδρίαση, πήρε τον λόγο. Η συμπόνια κι η ευσπλαχνία, τόνισε, αποδεικνύονταν ανίκανες να μαλακώσουν τα παραδοσιακά έθιμα. Εκείνο που απόμενε να γίνει, ήταν να φροντίσουν τουλάχιστον οι Ρωμαίοι να μη τα κάνουν ακόμα σκληρότερα. Τα λόγια του υποδέχτηκε ένα παραλήρημα ενθουσιασμού απ’ τον κόσμο. Τρομαγμένοι οι δημοκρατικοί, έσπευσαν ν’ αποσύρουν αμέσως την πρόταση. Πάνω στο ζήτημα της διαμάχης του Νέρωνα με τους Συγκλητικούς για τους δούλους, ο Φ. Μορουά παρατηρεί: «Πόσα μαθήματα ανθρωπισμού Θα μπορούσαν να πάρουν οι διάφοροι φλύαροι θεολόγοι, μελετώντας τη ζωή του Νέρωνα…» («Études sur l’histoire romaine»).

Τα επόμενα δυο αυτοκρατορικά διατάγματα, κατάφεραν ισχυρό πλήγμα στη δουλοκτητική εποχή. Το πρώτο, παραχωρούσε στους δούλους το δικαίωμα, να μηνύουν στον φρούραρχο της Ρώμης, την κακή συμπεριφορά των κυρίων τους (ο νόμος αυτός θα καταργηθεί το 625 από τη «χριστιανική» Σύνοδο της Ρεμς και πλέον «οι σκλάβοι δεν γίνονται δεκτοί σαν κατήγοροι»). Το δεύτερο, αφαιρούσε απ’ τους ιδιοκτήτες δούλων, το προνόμιο ζωής και θανάτου πάνω τους. Με το ίδιο διάταγμα, απαγορευόταν αυστηρά και μια παλιά εγκληματική συνήθεια: Να πετάνε δηλαδή, έξω απ’ τα τείχη της πόλης, ή να παρατάνε στο νησί Τιβερίνα του Τίβερη, όλους τους ηλικιωμένους κι άρρωστους δούλους. Μ’ άλλα λόγια, όλους τους ανίκανους για περαιτέρω ξεζούμισμα.

Στο διάστημα που βασίλευσε ο Νέρων, τείνει σχεδόν να εξαφανιστεί η ποινή του θανάτου. Όπως μας πληροφορεί ο Τάκιτος: «Όποτε δεν μπορούσε ν’ ακυρώσει μια θανατική καταδίκη, παραχωρούσε μια τόσο μεγάλη αναβολή στην εκτέλεση της ποινής, που ο καταδικασμένος είχε όλο το περιθώριο να πεθάνει από φυσικά γεράματα» («Χρονικό»). Ο Σουετώνιος, ως καλός αριστοκράτης, προσπαθεί να του βρει ελαττώματα, δίχως όμως να το κατορθώνει. Όλα τα μειονεκτήματα που του αποδίδει στον σχετικό κατάλογο που παραθέτει -προηγείται ο κατάλογος με τα θετικά του στοιχεία- δεν είναι τίποτε άλλο από φιλολαϊκές πράξεις. Στην ουσία έχουν όλα τους μια κοινή συνισταμένη: Θίγουν κάποια αριστοκρατικά κεκτημένα. Είναι, λοιπόν, ο Σουετώνιος που αναφέρει το εξής περιστατικό: Όταν ο Νέρων πρωτοανέλαβε καθήκοντα αυτοκράτορα, η Αγριππίνα άσκησε πάνω του όλη της τη μητρική ψυχαναγκαστική πίεση, προκειμένου να τον πείσει να υπογράψει μια θανατική καταδίκη. Μη μπορώντας ν’ αρνηθεί, έβαλε την υπογραφή του. Αμέσως μετά γύρισε προς το μέρος των αξιωματούχων και περίλυπος ψιθύρισε: «Αχ, γιατί μου μάθανε να γράφω;» («Νέρων»).

Μια απ’ τις πιο αισχρές πλαστογραφίες της Ιστορίας, στοιχειοθετείται απ’ τις υποκριτικές κραυγές των θεολόγων για τον «μητροκτόνο» Νέρωνα. Σήμερα η κριτική επιστήμη -αυτή που δεν υποτάσσεται σε κανενός είδους δόγμα- έχει ξεκαθαρίσει το πράγμα: Η εκτέλεση της μητέρας του Αγριππίνας, δεν ήταν τίποτε άλλο από μια συγκινητική μεγαλόψυχη παραχώρηση στον λαό. Στον λαό, που από καιρό τώρα ζητούσε το κεφάλι της στο πιάτο. Στα μάτια του φτωχόκοσμου, η Αγριππίνα αντιπροσώπευε την πιο αδυσώπητη εκμετάλλευση. Η πρόστυχη, όσο κι ακόλαστη αυτή γυναίκα, όταν διαπίστωσε πως ο γιος της δεν θα της επέτρεπε ν’ ασχοληθεί με την αγαπημένη της ασχολία της εξουσίας, άρχισε να οργανώνει τη μια μετά την άλλη τις συνωμοσίες ενάντιά του. Σε καμμιά περίπτωση δεν θεωρούσε, πως είναι για τα μέτρα της ο ρόλος της «επικλήρου χήρας». Το ποτήρι ξεχείλισε, όταν πήρε δημόσια το μέρος της γυναίκας του Νέρωνα, Οκταβίας, με την οποία ήταν σε διάσταση.

Κόρη του Κλαύδιου η τελευταία, παντρεύτηκε τον Νέρωνα ύστερα από υπόδειξη του πατέρα της, στα πλαίσια ενός καθαρά πολιτικού παιχνιδιού. Ποτέ δεν υπήρξε ο παραμικρότερος, έστω ψυχικός, δεσμός ανάμεσά τους. Αυτή, απ’ την επόμενη κιόλας μέρα του γάμου τους, άρχισε να τον απατά. Παραδόθηκε ολόψυχα σε διάφορες ακολασίες, αλλάζοντας τους εραστές σαν τα πουκάμισα. Απ’ την πλευρά του ο Νέρων, αφέθηκε στην πραγματική αγάπη της ζωής του, τη δούλα Ακταία. Είναι αυτή που όταν όλοι θα τον έχουν ξεπουλήσει, θα σταθεί πλάι του, κάτι παραπάνω από μια απλή ερωμένη. Η Οκταβία πέρασε γρήγορα στο στρατόπεδο των ολιγαρχικών. Συμμετείχε μαζί με την Αγριππίνα, στην κατάστρωση του πραξικοπήματος του Σύλλα.

Ο Σύλλας, επιτέθηκε νύχτα με μια ομάδα ένοπλων στον δρόμο που ακολουθούσε ο Νέρωνας, επιστρέφοντας απ’ τον καθημερινό του περίπατο. Από σύμπτωση και μόνο, ο Νέρων έτυχε εκείνη τη νύχτα ν’ απουσιάζει. Τελικά, το πραξικόπημα κατεστάλη με την κινητοποίηση των, πιστών στον αυτοκράτορα, στρατευμάτων. Εκείνος, προς μεγάλη δυσαρέσκεια του λαού και των φίλων του, αρνήθηκε να επικυρώσει οποιαδήποτε, θανατική καταδίκη των πρωταίτιων. Αρκέστηκε στο να εξορίσει τον Σύλλα στη Μασσαλία. Παράλληλα, συμβούλευσε τη μάνα του, και την πρώην γυναίκα του, να δείξουν λίγο περισσότερη φρόνηση. Αλλά απευθυνόταν σε λάθος ανθρώπους. Απ’ τη Μασσαλία, ο Σύλλας οργάνωσε μια νέα συνωμοσία, σε συνεργασία με τους στρατηγούς των Γαλατικών Λεγεώνων. Ύστερα κι απ’ αυτό, ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να συγκατατεθεί στη δολοφονία του Σύλλα. (Οι ρωμαϊκοί νόμοι, επέβαλαν τη δολοφονία εκείνου που επιβουλευόταν τη ζωή του αυτοκράτορα, κι ήταν αδύνατο να συλληφθεί. Στη προκειμένη περίπτωση, ο Σύλλας ήταν πανίσχυρος στην περιοχή της Μασσαλίας).

Τη νύχτα που ο Νέρων παντρεύεται την ερωμένη του Ποππαία Σαβίνα, η Οκταβία τον καταριέται δημόσια. Σύμφωνα με τη Ρωμαϊκή Δωδεκάδελτο, θα έπρεπε να εκτελεστεί αυτοστιγμεί. Ο Νέρων όμως, παρακάμπτοντας την οργή του λαού, διατάσσει απλώς να εξοριστεί. Για ν’ αντιληφθεί ο αναγνώστης το διαφορετικό επίπεδο ηθικής μεταξύ τους, αναφέρεται τούτο: Συνοδός της Οκταβίας στην εξορία της, στο νησί Πεντατάρια, ορίστηκε ο ναύαρχος του στόλου του Μισηνόν, απελεύθερος Ανικέτους. Επιστρέφοντας στην πρωτεύουσα, έκανε μια φοβερή καταγγελία: Η Οκταβία -ανάφερε- του δόθηκε στον δρόμο. Ύστερα, τον μέθυσε σ’ ένα ολονύχτιο όργιο. Τη στιγμή που ο ναύαρχος είχε «ανάψει» για τα καλά, τον παρότρυνε να περάσει με το μέρος των στασιαστών και να οδηγήσει τον στόλο στη Ρώμη με στόχο τη θανάτωση του αυτοκράτορα. Τώρα πλέον, ο Νέρωνας δεν είχε άλλη διέξοδο. Μ’ αυτοκρατορικό διάταγμα η Οκταβία ειδοποιείται ν’ αυτοκτονήσει. Μα η κοινή γνώμη δεν ικανοποιήθηκε με την αυτοκτονία της. Ζητούσε επίμονα την εκτέλεση της συνένοχής της στη συνωμοσία του Σύλλα, Αγριππίνας. Απαίτηση ολότελα δικαιολογημένη, αν σκεφτούμε ότι η τελευταία δεν είχε παραμελήσει καμμιά απολύτως ευκαιρία, που να μην προκαλέσει το κοινό αίσθημα. Η πίεση πάνω στον Νέρωνα, για εκτέλεση της μητέρας του, ήταν ασφυκτική. Αυτός αναγκάστηκε να ενδώσει. Έτσι, η Σύγκλητος εξουσιοδότησε τον ναύαρχο Ανικέτους πάλι, ν’ αναλάβει την εκτέλεσή της. Σαν τρόπος θανάτωσης προκρίθηκε ο πνιγμός της. Η προσπάθεια του Ανικέτους και των βοηθών του όμως, να παρασύρουν την Αγριππίνα σε μια προορισμένη να βυθιστεί βάρκα στο λιμάνι της Νεάπολης, απέτυχε. Ήταν το εκτελεστικό απόσπασμα που έμελλε να γράψει το βίαιο τέλος στη πολυκύμαντη ζωή της ακόλαστης τούτης γυναίκας.

Παρ’ όλη την υποκριτική αγανάκτηση της χριστιανικής παραφιλολογίας, η αλήθεια είναι μια και μοναδική: Ο λαός δοκίμασε τη μεγαλύτερη ανακούφιση απ’ την εξαφάνιση της Αγριππίνας. Η Σύγκλητος -ανανεωμένη σε μεγάλο βαθμό- τον τίμησε δημόσια για τη συγκατάθεσή του. Ο Σενέκας, που πρωτοστάτησε στη λήψη της απόφασης, το ίδιο. Η χριστιανική υποκρισία αγνόησε ηθελημένα, κάμποσα ιστορικά προηγούμενα, προκειμένου να διασύρει τον Νέρωνα. Λόγου χάρη ο Οκταβιανός Αύγουστος που εξόρισε τη διεφθαρμένη κόρη του Ιουλία. Ο Τιβέριος που εκτέλεσε τον Σαβίνο και τον Γερμανικό. Ο Κλαύδιος που θανάτωσε τη Μεσσαλίνα, ο Καλιγούλας, τέλος, που θανάτωσε τον Γέμελο. (Όπως αγνοήθηκαν και τα κατοπινά εγκλήματα του «Μέγα» Κωνσταντίνου, που ξεπάστρεψε σύζυγο, γιο κ.ά.)

Παρουσιάζουμε εδώ, ένα ελάχιστο δείγμα ανέντιμης παραποίησης της ιστορικής αλήθειας. Ο διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Μ. Κάρι, σχολιάζοντας τον θάνατο της Αγριππίνας, λέει και τα εξής: «Ο αυτοκράτορας, που δεν ένιωσε καθόλου τύψεις, βοηθήθηκε στην πράξη του κι απ’ τον Σενέκα που ισχυρίστηκε πως η Αγριππίνα συνωμοτούσε ενάντια στον Νέρωνα. Αλλά, όσοι γνώριζαν το παρελθόν της Αγριππίνας, μάλλον δεν ικανοποιήθηκαν με τούτη την εξήγηση»(!) («Ρωμαϊκή ιστορία», τόμος Β’, σελ. 189).

Μένει άναυδος κανείς με τη θρασύτατη όσο και χοντροειδή διαστρέβλωση των πραγμάτων…

Η δολοφόνος του Κλαύδιου -σε συνεργασία με τη γνωστή δηλητηριάστρια Λογκούστα- και του θετού της γιου Βρετανικού (δεδομένου ότι εμπλέκοντάς τον στις συνωμοσίες της, σφράγιζε ταυτόχρονα και την τύχη του)… Η πλέον ακόλαστη γυναίκα της ρωμαϊκής ιστορίας (μέχρι κι η Μεσσαλίνα υπολείπεται τη «δόξα» της)… Αυτή που οργάνωνε απόπειρες κατά της ζωής του ίδιου του παιδιού της… Τούτη λοιπόν η γυναίκα, διαθέτει σύμφωνα με το σεβαστό κύριο Κάρι, ένα παρελθόν που μας αποτρέπει να δεχτούμε ότι μπορεί να συνωμοτούσε! Τί να προσθέσουμε εμείς;

Αλλά, ο κύριος Οξφορδιανός επιχειρεί κι άλλη πλαστογράφηση της ιστορικής πραγματικότητας, όταν λέει πως ο Νέρων δεν ένιωσε καθόλου τύψεις. Ο Σουετώνιος («Νέρων», 17) μας ενημερώνει, πως απομονώθηκε για σημαντικό χρονικό διάστημα σ’ ένα μικρό χωριό κι έκλαιγε τη μάνα του. Συμπληρώνει πως όλα τα επόμενα χρόνια, την έβλεπε στον ύπνο του να τον απειλεί μ’ ένα μαστίγιο. Αν όλ’ αυτά δεν λέγονται «τύψεις», τότε η λέξη χάνει κάθε σημασία.

Όμως, το θέμα του «μητροκτόνου» Νέρωνα, δεν εξαντλείται με την κριτική στις χριστιανογενείς ανοησίες. Υπάρχει ένα ακόμα μεγαλύτερο, απ’ αυτές, πρόβλημα. Κι αυτό, σχετίζεται με τη στάση μιας μερίδας της «προοδευτικής» ιστοριογραφίας πάνω στο θέμα. Η μερίδα τούτη αρέσκεται να αυτοαναλύεται μιλώντας για διεφθαρμένους ρωμαϊκούς πληθυσμούς, έρμαια στις διαθέσεις του κάθε σχιζοφρενή αυτοκράτορα. Της είναι αδύνατο να καταλάβει ότι με παρόμοιους αφορισμούς, δεν κάνει τίποτε άλλο απ’ το να σέρνεται ουραγός στην ουρά των χειρότερων μεταφυσικών. Είναι ανίκανη να συλλογιστεί ότι μιλώντας για σχιζοφρενείς αυτοκράτορες, είναι σαν να περιφρονεί τις όποιες εξελικτικές διαδικασίες. Κάποτε θα πρέπει να ειπωθούν μερικές σκληρές αλήθειες για την ποιότητα της υπάρχουσας ιστοριογραφίας, «προοδευτικής» και μη. Προς το παρόν αρκούμαστε σε μια μικρή παρατήρηση: Το να βρίζεις χυδαία τις επιλογές ενός λαού, σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σαν η προτιμότερη μέθοδος προσέγγισης των προβλημάτων της εποχής του. Ας πάψουν πια να υποτιμούν τους λαούς της κάθε περιόδου. Πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι τα εκάστοτε λαϊκά στρώματα, διαθέτουν μια αυτοτελή δυναμική, κατά πολύ ισχυρότερη απ’ την των αντίστοιχων κυρίαρχων. Δυναμική, που τα μετουσιώνει στον κυριότερο άξονα της ιστορικής καμπής.

Κλείνοντας το θέμα της Αγριππίνας, ας αναλογιστούμε ένα πράγμα: Το πόσα αποθέματα ψυχικού μεγαλείου πρέπει να έχει κάποιος, που θυσιάζει στη λαϊκή θέληση και την ίδια του τη μητέρα ακόμη…

Μια ακόμη εκτέλεση που έγινε επί Νέρωνα, ήταν κι αυτή του Πλάουτου, ενός δισέγγονου του Τιβέριου. Επρόκειτο για έναν αντιδραστικότατο αριστοκράτη που συνωμοτούσε στο φως της ημέρας. Παρά τις συνεχείς προειδοποιήσεις των φίλων του, ο Νέρωνας κατά τη γνωστή του τακτική, προτίμησε να τον εξορίσει στη Μικρά Ασία. Τον συμβούλεψε μάλιστα να σταματήσει τις σχέσεις του με κακοποιούς. Αλλά και στην εξορία του ο Πλάουτος εξακολουθούσε να συνωμοτεί. Έφτασε στο σημείο να οργανώσει μισθοφορικά τμήματα στρατού για να καταλάβει τη Ρώμη. Ο Νέρων μη μπορώντας ν’ αποφύγει τη γενική αγανάκτηση, συγκατένευσε για την παραπομπή του στη δικαιοσύνη, που τον καταδίκασε σε θάνατο.

Γύρω στα 66 μ.Χ., η παραδοσιακή ολιγαρχία έχει φτάσει στα όρια της απόγνωσης. Μπροστά στα μάτια της συντελείται μια κοσμογονία. Τα στημένα, μέσα από αιώνες στυγνής καταπίεσης ιερά της, απειλούνται με σάρωμα. Δοκιμάζει ν’ αντιδράσει με σπασμωδικές κινήσεις. Σπρωγμένη από ένα μηχανικό ένστικτο αυτοσυντήρησης, οργανώνει τη μια συνωμοσία μετά την άλλη. Σ’ έναν μόνο χρόνο, εκδηλώνονται έξι αριστοκρατικά πραξικοπήματα. Του Κάιους Λογκίνσυς, πρώην κυβερνήτη της Συρίας. Του Λούκιους Σιλάνους, απόγονου του Αύγουστου. Του Αντίστιους Βέστους και του Σκάπουλα, διοικητή των πραιτωριανών. Του παλιού εραστή της Αγριππίνας, Αντέτους και τέλος του Πείσωνα. Στο τελευταίο, ήταν αναμειγμένος κι ο πρώην παιδαγωγός του Νέρωνα, Σενέκας.

Ο Σενέκας τοποθετήθηκε στη θέση του παιδαγωγού, μαζί με τον Βούρρο, απ’ τον Κλαύδιο. Ασπάστηκε τον Στωικισμό και υπήρξε συγγραφέας πολλών έργων. Στάθηκε πάντα μέγας συμφεροντολόγος κι υπόδειγμα ποταπότητας. Ο Ένγκελς τον αποκαλεί «θείο του Χριστιανισμού» κι υπογραμμίζει τα πιο κάτω, σχετικά με τη φιλοσοφία και τον τρόπο ζωής του:

Ο στωικός αυτός φιλόσοφος, που δίδασκε συνεχώς την αρετή και την εγκράτεια, ήταν μάστορας στις ραδιουργίες, που γίνονταν στην αυλή του Νέρωνα. Κάτι που ήταν αδύνατον να επιτευχθεί δίχως δουλοπρέπεια. Απέκτησε πολλά χρήματα, κι έναν σωρό άλλα αγαθά. Έτσι, ενώ είχε για παράδειγμα τον φτωχό Λάζαρο, ήταν στην πραγματικότητα «ο πλούσιος του Ευαγγελίου».

Ο Σενέκας απέκτησε τα πλούτη του, εκμεταλλευόμενος τη γενναιοδωρία του Νέρωνα. Φοβερός εκμεταλλευτής, αναδείχθηκε σ’ έναν απ’ τους πιο ονομαστούς τοκογλύφους του καιρού του. Ο Δίων Κάσσιος μας πληροφορεί, ότι ο πόλεμος στη Βρετανία έγινε για να εισπραχθούν οι δυσβάσταχτοι φόροι, από ένα τεράστιο δάνειό του στους Βρετανούς. Στα έργα του, που διασώθηκαν σχεδόν όλα, περιγράφει την ιδέα ενός παντοδύναμου κι απόλυτου θεού. Ταυτόχρονα επεξεργάζεται τη μοιρολατρική αιτιοκρατία των στωικών. Τα πάντα είναι προδιαγραμμένα και υπόκεινται στις θελήσεις της ειμαρμένης. Ο μόνος δρόμος σωτηρίας για τον άνθρωπο, είναι η τέλεια υποταγή κι εγκαρτέρηση. Ξεχωρίζει τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες: Στην πρώτη ανήκουν οι «φρόνιμοι», εκείνοι που περιφρονούν τον πλούτο. Στη δεύτερη βρίσκονται οι «ανόητοι», που κυνηγούν την εφήμερη δύναμη. Δεν θέλει βέβαια ρώτημα, για το αν ο ίδιος ανήκε στη δεύτερη.

Στις φιλοσοφικές του ενατενίσεις, εμφανίζεται οπαδός της ισότητας των ανθρώπων μπροστά στον νόμο. Είτε ελεύθεροι είναι αυτοί, είτε δούλοι. Όμως, ενάντια στα κηρύγματά του, ο Σενέκας ουδέποτε διανοήθηκε να παραιτηθεί απ’ τη χρησιμοποίηση δούλων. Παράλληλα, οι φλογεροί του λόγοι κατά της πλεονεξίας, δεν τον εμπόδισαν να συγκεντρώσει στα χέρια του, μια μεγάλη περιουσία. Οι θεωρίες του Σενέκα γι’ ανθρώπινη συμπεριφορά στους δούλους, όπως και για την ισότητα δούλου-αφέντη, μοιάζουν καταπληκτικά με τα ακόλουθα λόγια του «Παύλου»: «Όλοι εμείς βαπτιστήκαμε διαμέσου τού ενός Πνεύματος σε ένα σώμα, είτε Ιουδαίοι, είτε Έλληνες, είτε δούλοι, είτε ελεύθεροι» (Προς Κορινθίους Α’, 12: 13). Προλαβαίνουμε τον αναγνώστη από βιαστικά συμπεράσματα για την αξία τούτων των λόγων, λέγοντάς του ότι ο Χριστιανισμός, όχι μόνο δεν κατάργησε τη δουλεία, μα την έκανε ακόμα χειρότερη, ισχυριζόμενος ότι η ισότητα είναι μόνο ως προς τον Θεό.

Γεγονός είναι πως η φιλοσοφία του Σενέκα, αναγνωρίζεται ατόφια στις «Παυλιανικές Επιστολές». Ο Τερτυλλιανός, ο Λήψιος κι ο Ιερώνυμος, θεωρούν τον Σενέκα «δικό» τους, χριστιανό. Μάλιστα, ο Ιερώνυμος τον κατατάσσει στους «Πατέρες» της Εκκλησίας. Για να στηρίξει τον ισχυρισμό του, παραπέμπει στην αλληλογραφία του «Παύλου» με τον Σενέκα.

Η θέση του Σενέκα στ’ ανάκτορα, γίνεται εξαιρετικά επισφαλής, όταν πεθαίνει ο Βούρρος το 62 μ.Χ. Στη θέση του Βούρρου τοποθετείται ο πρώην Σικελός «ληστής» Οφόνιους Τιγκελλίνους. Η αναρρίχηση του τελευταίου, στη θέση του αυτοκρατορικού συμβουλάτορα, θα πρέπει να ερμηνευθεί ως το πιο αποφασιστικό άνοιγμα του Νέρωνα, προς τα καταπιεζόμενα στρώματα. Ο Τιγκελλίνους, διαθέτοντας την αμέριστη συμπαράσταση του Νέρωνα, επιχειρεί να πλήξει θανάσιμα κάθε κοινωνικοθρησκευπκή θεωρία της ολιγαρχίας. Έτσι, παρατηρείται μια μεγάλη άνθηση οτιδήποτε ελληνικού. Αντίθετα, καταδιώκεται ανελέητα, κάθε αριστοκρατική «δεισιδαιμονία». Το μαχαίρι δείχνει να φτάνει στο κόκαλο, όταν ο Τιγκελλίνους πείθει τον Νέρωνα να υπογράψει ένα διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο στερούνται το προνόμιο της ανοιχτής δίκης, όσοι επιδίδονται σ’ αντικαθεστωτικές πράξεις.

Ο Σενέκας αντιλαμβάνεται πως τα γεγονότα τον προσπερνούν. Τόσο η τάξη που ανήκει, όσο κι η φιλοσοφία του, ο Στωικισμός, καταντούν απαγορευμένες έννοιες. Ο Νεοεπικουρισμός κατακτά συνεχώς έδαφος. Ο Σενέκας προσπαθεί να τον χτυπήσει μ’ άναρθρες σχεδόν κραυγές απογοήτευσης. Συνάμα, οι Τιγκελλίνους-Νέρωνας, τον υποχρεώνουν να εγκαταλείψει το αυτοκρατορικό περιβάλλον. Η πυρπόληση της Ρώμης εκδηλώνεται σε μια τραγική γι’ αυτόν περίοδο… Κατηγορεί ως εγκληματία τον Νέρωνα.* Τον οραματιστή της λαϊκής πολιτιστικής χειραφέτησης. Τον προστάτη των τεχνών και των γραμμάτων. Τον συμπαραστάτη των πεινασμένων και των κρυωμένων. Τον λάτρη της Ελλάδας και της ελληνικής φιλοσοφίας.
[* Ο Νέρων, σύμφωνα με τον Τάκιτο, δεν βρισκόταν καν στη Ρώμη όταν συνέβη ο εμπρησμός της, αλλά στα θερινά ανάκτορα στο Άντιουμ, 56 χλμ. νοτίως της Ρώμης. Μάλιστα, όταν τον πληροφορήθηκε επέστρεψε τάχιστα, ανοίγοντας τ’ ανάκτορα για τους πληγέντες και κάνοντας ό,τι μπορούσε για να τους ανακουφίσει. Την κατηγορία εναντίον του Νέρωνα για τον εμπρησμό της Ρώμης, ως αφορμή για την εκδίωξη των χριστιανών, απορρίπτει κι ο χριστιανός συγγραφέας Λακτάντιος.]

Βυθισμένος στα πελάγη της εντιμότητάς του ο Νέρων, φαντάζεται πως ο Σενέκας, αδιαφορεί για τα εγκόσμια. Μπροστά μας διαγράφεται ανάγλυφα το ψυχολογικό γκρεμοτσάκισμά του, όταν οι ανακρίσεις για τη συνωμοσία του Πείσωνα, θ’ αποκαλύψουν τον ελεεινό ρόλο του πρώην παιδαγωγού του…

Ο Πείσων, ήταν ένας βαθύπλουτος γόνος, μιας απ’ τις πιο παλιές οικογένειες της αριστοκρατίας. Έχοντας πλήρη επίγνωση των διεκδικήσεων της καταγωγής του, συμπεριφερόταν υπεροπτικά. Για καθοδηγητικό νου του πραξικοπήματός του, διάλεξε τον συναρχηγό της ανακτορικής φρουράς, Φαίνιο Ρούφο. Σημαντικό επίσης ρόλο, τόσο στην κατάστρωση, όσο και στην εξέλιξή του, έπαιξαν εκτός του Σενέκα, δυο ακόμα στωικοί λογοτέχνες: Ο Λουκανός κι ο Πετρώνιος. Ο Νέρωνας είχε απαγορεύσει τους στίχους του πρώτου, επειδή εξυμνούσαν τον αντιλαϊκό σκοταδισμό της αριστοκρατίας. Όσο για τον Πετρώνιο, είναι γνωστό ότι το «Σατυρικόν» του αριθμούσε στην αρχική του μορφή, 2.000 περίπου σελίδες. Σε μας έφτασαν μόνο 200. Είναι πιθανόν, ότι στις 1.800 εξαφανισμένες σελίδες του, ο Πετρώνιος θ’ αποκάλυπτε πολλά πράγματα για τις αληθινές ρίζες του Χριστιανισμού και των επιδιώξεών του.

Αμέσως μετά την κατάπνιξη της συνωμοσίας του Πείσωνα, σημειώνεται μια έξαρση του απρόσωπου φαινόμενου της Αστρολογίας… Ο Νέρων προσπαθεί ν’ αντιδράσει, θέτοντας σ’ εφαρμογή ένα συγκινητικό σχέδιο: Θέλει να εξαγοράσει όλους τους μορφωμένους Έλληνες δούλους, και να τους βάλει να διδάσκουν τον φτωχόκοσμο. Ένα είδος, δηλαδή, δημόσιας εκπαίδευσης. Ελπίζει πως έτσι, θα τον θωρακίσει, απέναντι στις σκοταδιστικές βλέψεις της ολιγαρχίας. Για τούτον τον σκοπό, προστάζει να φορολογηθούν όλοι οι ιδιοκτήτες ακινήτων. Ο φόρος που ορίζει, αντιπροσωπεύει ένα ολόκληρο ετήσιο εισόδημα. Το ποσό που συγκεντρώνεται είναι της τάξης των 200 εκατομμυρίων χρυσών νομισμάτων. Με το ποσό αυτό στα χέρια, ελπίζει να θέσει σε κίνηση ένα κολοσσιαίο πρόγραμμα κοινωνικής επιμόρφωσης. Βάζει μπρος το χτίσιμο θεάτρων, κτηρίων, κ.λπ. Ο Νέρων παίρνει μέρος προσωπικά στις εργασίες. «Πολύ συχνά», αφηγείται ο Σουετώνιος, «τον έβλεπαν να δουλεύει μαζί με τους εργάτες, να σκάβει, να φτυαρίζει, να ζαλώνεται στους ώμους καλάθια με χώμα και πέτρες…».

Η θύελλα όμως πλησιάζει. Η αριστοκρατία κάνει ό,τι μπορεί για να τον συκοφαντήσει. Γράφει υβριστικά συνθήματα στους τοίχους, δωροδοκεί ασύστολα κ.λπ. Η στάση της ενθαρρύνεται κι απ’ τις άκρως φιλελεύθερες ιδέες του Νέρωνα, σχετικά με την ελευθερία και τον τρόπο έκφρασής της. «Δεν διέτασσε ποτέ ανακρίσεις για ν’ ανακαλυφθούν εκείνοι που έγραφαν τα υβριστικά για την υπόληψή του επιγράμματα. Αν καμμιά φορά η Σύγκλητος, με δική της πρωτοβουλία, συνελάμβανε κάποιον συκοφάντη, ο Νέρωνας διέτασσε να μην τιμωρηθεί σκληρά», λέει ο Σουετώνιος.

Η αριστοκρατία εκμεταλλεύεται στο έπακρο την αυτοκρατορική εντιμότητα. Στην ουσία, δρα τελείως ασύδοτη. Προσεταιρίζεται τον διοικητή της Λουγδουνησίας, Βίντεξ. Αυτός σηκώνει το λάβαρο της προδοσίας και κατευθύνεται προς την Ιταλία. Μαζί του ενώνονται και τα στρατεύματα του διοικητή της Γερμανίας, Ρούφου. Αλλά κοντά στο Ουισόντιο, συμβαίνει ένα καταπληκτικό γεγονός: Τα στρατεύματα των Βίντεξ-Ρούφου εξεγέρθηκαν υπέρ του Νέρωνα! Να τονιστεί, πως όταν λέμε «στρατεύματα», εννοούμε τους απλούς στρατιώτες. Τα παιδιά του λαού.

Τελικά, ο Νέρων θα πέσει, ύστερα από ένα νέο πραξικόπημα. Αρχηγοί αυτή τη φορά, θα είναι οι Γάλβας, Όθων, Βιτέλλιος κι ο συναρχηγός -μαζί με τον Τιγκελλίνους- της ανακτορικής φρουράς, Νυμφίδιους Σαβίνους. Το πραξικόπημα τούτο θα τελεί κάτω απ’ την «υψηλή προστασία» της Συγκλήτου. Απελπισμένος, αηδιασμένος και τρομαγμένος ο Νέρων, θ’ αυτοκτονήσει το καλοκαίρι του 68 μ.Χ. Τη χαριστική βολή θα τη δεχτεί απ’ τον απελεύθερο Επαφρόδιτο. Είναι αυτός, που τ’ όνομά του αναφέρεται στην «επιστολή προς Φιλιππησίους»…

«Η μάχη που έδωσε ο Νέρωνας», θα πει κάποιος, «ήταν η μάχη του φωτός ενάντια στο σκοτάδι». Παραφράζοντας κάπως τη φράση του, είναι θεμιτό να πούμε, ότι ο Νερωνισμός υπήρξε το κύκνειο άσμα του φωτός για 1.500 χρόνια.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το θέμα που θα διαπραγματευτώ είναι καρπός μακροχρονίου έρευνας και μελέτης και, αισθάνομαι την ανάγκη να την κοινωνήσω μαζί σας. Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος και ακριβολόγος, τα στοιχεία που θα παρουσιάσω έχουν ιστορικές βάσεις και αποδείξεις και δεν αποτελούν καρπόν αυθαιρεσίας, ούτε και εμπάθειας, αλλά είναι παρμένα από τα ίδια τα αντικρουόμενα και ασύγχρονα έργα των ίδιων των πρωταγωνιστών.

Ο κάθε σοβαρός ερευνητής οφείλει εάν σέβεται τον εαυτόν του, αλλά και το ακροατήριο του να φέρει καθαρούς λευκούς κρυστάλλινους και όχι παραμορφωτικούς φακούς, να εξιστορεί τα αληθή γεγονότα και τα συμπεράσματα να εξάγονται στο τέλος κατόπιν γονίμου διαλόγου. Προς άρσην κάθε παρανοήσεως και συμπληρώσεων, τονίζω κανείς δεν διδάσκει κανέναν, ο μόνος διδασκόμενος είναι πάντοτε ο εκάστοτε ομιλητής, διότι εντρυφεί και εμβαθύνει στο εξεταζόμενο θέμα αρκετό καιρό, εάν φυσικά σέβεται το ακροατήριό του και δεν ενεργεί σκόπιμα και κακόβουλα.

Το σημερινό μας θέμα είναι από τα πλέον δύσκολα, διότι είναι ταμπού και έχει εδραιωθεί επί 1900 και πλέον χρόνια, με μία παραπληροφόρηση και με έναν θρησκευτικό φανατισμό και μίσος που δύσκολα ανατρέπονται, αλλά θα πρέπει σαν τέκνα του ελληνικού φωτός να μην μας πτοεί τίποτα. Διότι Θείον, Φως και Αλήθεια είναι έννοιες συγκλίνουσες και ταυτόσημες, που μόνον με τον ελληνικό λόγο είναι δυνατόν να τις προσεγγίσουμε και να τις κατανοήσουμε εν μέρει και όχι με την άκρατο, άλογο και στείρα πίστη και την κατ’ αποκάλυψιν αλήθεια, που επινόησαν διάφοροι για τους δικούς τους σκοπούς ανά τους αιώνες, οδηγώντας έτσι την ανθρωπότητα σε ποταμούς αίματος, στον σκοταδισμό και στην σημερινή επάρατο νεοβάρβαρη παγκοσμιοποίηση.

Αλλά ας εισέλθουμε στο θέμα, διότι η κλεψύδρα είναι αμείλικτη, που δεν είναι άλλο από το ερώτημα των σκεπτομένων ανθρώπων για δύο χιλιετίες.: «Ποιός έκαψε την Ρώμη και γιατί παραποίησαν την ιστορική αλήθεια;»…

Ας εξετάσουμε εν συντομία τον βίο και την πολιτεία του πρωταγωνιστή Σαούλ, που δεν είναι αντίστοιχα Παύλος στα λατινικά, όπως ψέματα μας έχουν μάθει. Το Paulus στα λατινικά σημαίνει ο «κοντός», ο «κουτσός» και ο «δύσμορφος» και δεν έχει καμία σχέση το πραγματικό του όνομα, Saul το οποίο στα εβραϊκά σημαίνει «κυνηγός». Αυτοί που τον χαρακτήρισαν έτσι, ήταν γιατί τον γνώρισαν από κοντά και τον χρησιμοποίησαν για τους δικούς σκοπούς και επιδιώξεις.

Φέρεται ότι γεννήθηκε στην Ταρσώ της Κιλικίας, άρα ήταν Ιουδαίος της διασποράς, δηλαδή μιλούσε και έγραφε την ελληνική γλώσσα και όπως ο ίδιος δηλώνει κατ’ επανάληψιν ήταν φανατικός Ιουδαίος της αυστηράς πατρώας θρησκείας: «Περιτομή οκταήμερος εκ γένους Ισραήλ πεπαιδευμένος κατ’ ακρίβειαν του πατρώου νόμου, εκ της φυλής Βενιαμίν, Εβραίος εξ Εβραίων κατά νόμον Φαρισαίος» (Φιλιπ. γ ΄ 5).

Από τον πατέρα του είχε κληρονομήσει την ρωμαϊκή ιθαγένεια (Πράξεις κβ΄ 25-28). Η ρωμαϊκή ιθαγένεια πολύ σπάνια, μπορούσε να αποκτηθεί με μεγάλη δωροδοκία ή την απένειμαν για τις εξαιρετικές υπηρεσίες του προς το ρωμαϊκό κράτος. Αλήθεια, τι υπηρεσίες είχε προσφέρει η οικογένειά του; Δεν είναι πουθενά καταχωρημένη, από 3000 σελίδες των συγχρόνων του ιστορικών Σουητόνιου, Φλάβιου Ιώσηπου, Τάκιτου και Πετρώνιου έχουν διασωθεί μόλις 250.

Σε νεαρά ηλικία πήγε στην Ιερουσαλήμ και σπούδασε κοντά στον φανατικό Γαμαλιήλ, έτσι έγινε ορθόδοξος Εβραίος που υπηρετούσε με απόλυτο φανατισμό τον μωσαϊκό νόμο. Έγινε τυφλό όργανο του Σανχεδρίν και με απειλές, διώξεις και φόνους κατά των χριστιανών, πάντοτε επ’ αμοιβή προσπαθούσε να σταματήσει το έργο τους (Πράξεις θ΄1 & κβ΄4-5).

Πήγαινε ως κυνηγός κεφαλών στην Δαμασκό για να οδηγήσει μία ομάδα χριστιανών στην Ιερουσαλήμ για να δικαστούν, όπως αναφέρεται τρεις φορές στις Πράξεις (θ΄1 -19, κβ΄ 5-16, κστ΄ 11-20). Η αφήγηση είναι διαφορετική και στις τρεις αναφορές, γιατί έχει γραφεί σε τρεις διαφορετικές περιόδους και από διαφορετικούς συγγραφείς, όπως όλα σχεδόν τα ιερά κείμενά τους. Άκουσε την φωνή Σαούλ, Σαούλ γιατί με διώκεις, τυφλώθηκε, σε τρεις μέρες βρήκε το φως του κ.τ.λ. τα γνωστά και από τρομερός διώκτης έγινε ο πλέον θερμός υποστηρικτής των διωκομένων του, κατά τον Λουκά, που όπως γνωρίζεται είναι ο κύριος συντάκτης των Πράξεων που τις έγραψε 40 χρόνια αργότερα, με τις πολυάριθμες αντιφάσεις και επεμβάσεις όπως θα δούμε στην συνέχεια.

Μία λεπτομέρεια που πιθανόν δεν την γνωρίζετε. Έπεσε λιμός, μόλις άρχισε την νέα του καριέρα όταν βρισκόταν στην Αντιόχεια, και ανέλαβε αυτός με τον μαθητή του τον Βαρνάβα να κάνουν έναν μεγάλο έρανο για την ανακούφιση των χριστιανών της Ιερουσαλήμ, και μετά επέστρεψε στην Συρία (Πράξεις ι γ΄ 1 & προς Γαλάτ. Α΄ 18-21). Μετά άρχισε να ταξιδεύει πάντοτε με τον Βαρνάβα, (που τον αποκαλούσε Δία και τον εαυτόν του Ερμή [Πράξεις Παύλου και Θέκλης]).

Επισκέφθηκαν με τον Ιωάννη Μάρκο την Κύπρο και την Πέργη της Παμφιλίας όπου κήρυτταν σε συναγωγές, εκεί ο Μάρκος και ο Βαρνάβας διαφώνησαν μαζί του και τον εγκατέλειψαν, επειδή ξεκίνησε να κηρύττει στους εθνικούς, κατά παράβαση των συμφωνιών και των υποσχέσεών του, διότι οι Ιουδαίοι διαφωνούσαν ισχυρά με αυτό το σχέδιό του. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη απόκρυψη και συσκότιση, από ποιους πήρε την εντολή να δημιουργήσει την εκκλησία μεταξύ των εθνικών-Ελλήνων; Μόλις αυτά έγιναν γνωστά στην Ιερουσαλήμ επήλθε μεγάλη αναταραχή μεταξύ των απλών Ιουδαίων, πως ήταν δυνατόν ο εθνικός να αποδεχθεί τον μεσσία και όχι τον Ισραήλ; Άρα οι εξ εθνικών προσήλυτοι έπρεπε να κάνουν την περιτομή και να τηρούν τον Μωσαϊκό νόμο.

Πως ο Σαούλ από κυνηγός κεφαλών προσχώρησε πρόσφατα στην μικρή ομάδα των Ιουδαίων οπαδών του Χριστού, να κηρύττει και να πράττει του κεφαλιού του; Έτσι άρχισε μία φαινομενική ψυχρότητα με τους απλούς Ιουδαίους και ακολούθησαν και κάποιες διώξεις γι’ αυτό και τον αποκάλεσαν εξωμότη (Πράξεις κεφ. Θ, ιγ, ιδ, ιζ, ιη, ιθ, κ, & κη). Διότι πολλοί εύρισκαν την προσωπικότητά του και την ρητορική του απεχθή. Τότε ο Σαούλ αναθεώρησε σε αρκετά σημεία τον μωσαϊκό νόμο και κυρίως εμπνεύσθηκε την μετά θάνατο δικαίωση για τους προσχωρώντας και ας παρέβαιναν τον νόμο, ήταν μία πρωτότυπη πατέντα που είχε μεγάλη ανταπόκριση στο αμαθές πλήθος, «την διακήρυξη της Δικαιώσεως και την μετά θάνατον ανάσταση», όσων συλλήβδην προσχωρούσαν. Εδώ κακογράφει και αλλοιώνει τα αρχαία μυστήρια, διότι κατ’ αυτόν όποιος είναι εν Χριστώ έχει εκπληρώσει τα πάντα και μετά θάνατον δικαιούται τα πάντα. Επίσης εκείνος επέτρεψε στους εθνικούς να παρευρίσκονται στις συναγωγές, αλλά να μην έχουν επαφή με τους «ειδωλολατρικούς ναούς των» (Προς Γαλάτ. β΄ 10).

Ένεκα αυτού διαφώνησε για δεύτερη φορά με τον Βαρνάβα και τον αντικατέστησε με τον Σίλα και άρχισε να περιοδεύει τον ελλαδικό χώρο Τρωάδα, Μακεδονία, Θράκη, Αθήνα και επί 18 μήνες προσπαθούσε να ιδρύσει εκκλησία στην ελευθεριάζουσα Κόρινθο (Πράξεις ιζ΄ 22-31). Τότε τον κατήγγειλαν οι ίδιοι οι Ιουδαίοι στον Ανθύπατο της Αχαΐας (Πελοποννήσου) Γαλλίωνα + 52 και ο Ρωμαίος ανώτατος διοικητής και δικαστής τον απήλλαξε από κάθε κατηγορία, και εκείνος συνέχισε ανενόχλητα το ανθελληνικό του έργο.

Είναι η δεύτερη επίσημη εκδήλωση της ανοχής και της στηρίξεώς του από το επίσημο ρωμαϊκό κράτος η πρώτη ήταν όταν του παραχώρησαν διεθνές ρωμαϊκό διαβατήριο, ακολούθησαν και άλλες πολλές, διότι έπρεπε να ολοκληρώσει το ειδεχθές έργο του, δηλαδή την διάλυση του ανεπανάληπτου ελληνικού οικουμενικού πολιτισμού, και την επικράτηση του διεθνούς Σιωνισμού.

Αυτά τα λίγα για τον Σαούλ από τα ίδια τους τα κείμενα, που βρίθουν από ανακρίβειες και αυτοαναιρέσεις, γιατί τονίζω γράφτηκαν από διαφορετικούς, ως επί το πλείστον φανατικούς και αμαθείς ρασοφόρους και σε μεγάλες χρονικές περιόδους, εκτός και των εκατοντάδων επεμβάσεων που υπέστησαν με παπικές και αυτοκρατορικές εντολές. Τα της ζωής και το έργο του λαμπρού και μεγάλου φιλέλληνα αυτοκράτορα Νέρωνα θα αναφερθούν στο κυρίως θέμα μας.

Είναι γνωστό στους αδέσμευτους ερευνητές-μελετητές της ιστορίας, ότι δια μέσου των αιώνων, έχουν επέλθει απαλοιφές, αλλοιώσεις, προσθήκες και επεμβάσεις σε ιστορικά και χριστιανικά κυρίως κείμενα, διότι ενοχλούσαν με τις αποκαλυπτόμενες αλήθειες και τα πραγματικά γεγονότα, που είχαν λάβει χώρα, τις διάφορες ηγεσίες των εκκλησιών και των διαφόρων δογμάτων ανά τους αιώνες.

Είναι καιρός πλέον να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια και η πραγματικότητα, για να μπορέσουμε να πάρουμε την οδόν της αληθείας, που οδηγεί στο φως, την γνώση και την θέωση.

Ο μυστηριώδης, ο γνωστός άγνωστος, ο παράξενος ταξιδευτής Σαούλ -κυνηγός– Παύλος πέθανε κατά τας γραφάς το + 64, σαν Ρωμαίος πολίτης με αποκεφαλισμό. Δύο όμως σημαντικοί εκκλησιαστικοί συγγραφείς, ο Ευσέβιος Καισαρείας (άγιος) και ο Ιερώνυμος (άγιος και αυτός), που πρώτος μετέφρασε στα λατινικά από τα ελληνικά την Αγία τους Γραφή, η οποία ονομάσθηκε VULGATA–ΛΑΪΚΗ και που μέχρι σήμερα είναι η επίσημη αναγνωριζομένη μετάφραση από το Βατικανό, μας βεβαιώνουν ότι πέθανε το 67 μ.Χ. Όμως είχε συλληφθεί το 64 μ.Χ. λίγες ημέρες μετά τον εμπρησμό της Ρώμης, κατά τον οποίον μεταξύ των τεραστίων καταστροφών, κάηκαν σπουδαία και σημαντικά πολιτιστικά και θρησκευτικά μνημεία των «ειδωλολατρών» στην Ρώμη, όπως ο Ιππόδρομος, το Παλατίνο (από τον ιδρυτή της Ρώμης τον Αρκάδα Πάλλαντα), οι ναοί της Εκάτης, του Διός, του Ηρακλέους, το Πάνθεον και πολλά άλλα.

Έντεχνα τότε κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο ίδιος ο Νέρων είχε βάλει την φωτιά, αλλά σε κάθε σοβαρό μελετητή μόνο ένα πικρό χαμόγελο προκαλεί αυτή η επικρατήσασα ψευδής φήμη.

Τουλάχιστον από αυτά που μας αφηγούνται οι αξιόλογοι ιστορικοί εκείνης της περιόδου Τάκιτος και Σουητώνιος, αποκλείεται ο Νέρων να γνώριζε ή να συμμετείχε σε αυτό το μεγάλο έγκλημα. Ο Νέρων ήταν μία λεπτή και καλλιτεχνική προσωπικότητα. Εκτιμούσε τα ιερά όλων των θρησκειών που υπήρχαν στην Ρώμη. Ήταν ο πρώτος μη χριστιανός αυτοκράτωρ που νομοθέτησε υπέρ των πτωχών και των σκλάβων. Είχε απαγορεύσει τις μονομαχίες γιατί απεχθανόταν τις αιματοχυσίες. Ανέβαλλε συνεχώς την υπογραφή της εκτελέσεως των καταδικαστικών αποφάσεων, έτσι έδινε χρόνο στους καταδικασθέντες να πεθαίνουν από φυσικά αίτια. Είχε σταματήσει όλες τις πολεμικές εχθροπραξίες για να σταματήσει το εμπόριο των σκλάβων που πλούτιζε τους συγκλητικούς. Υπήρξε πάντοτε φιλέλληνας, είχε επισκεφθεί δύο φορές την Ελλάδα όπου συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες, ελευθέρωσε την Πελοπόννησο και απήλλαξε για πέντε χρόνια την Ελλάδα από την φορολογία. Αυτή η φιλολαϊκή και φιλελληνική του πολιτική είχε εξοργίσει την αδίστακτη πλουτοκρατία της Ρώμης και τους φανατικούς οπαδούς της νέας αιρέσεως του Εβραιοχριστιανισμού. Αυτές οι δύο τάξεις από κοινού προετοίμαζαν την δολοφονία του, με επικεφαλής σύνδεσμό τους, τον προσωπικό του δάσκαλο Σενέκα.

Την ημέρα του εμπρησμού της Ρώμης, ο Νέρων την αναγόρευσε σε ημέρα πένθους και έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να ανακουφίση, να βοηθήση τα θύματα και να αποκαταστήση τις τεράστιες ζημιές. Επομένως για έναν σοβαρό ερευνητή της εποχής εκείνης, είναι αδύνατον να δεχθή ότι ο Νέρων διέπραξε ένα τόσο βαρύ έγκλημα, με τέτοια διαγωγή και τόσο ευγενική ψυχή.

Ο Τάκιτος μας πληροφορή ότι την ημέρα της μεγάλης συμφοράς, συναντούσες στους δρόμους περίεργους ανθρώπους με αναμμένους δαυλούς στα χέρια, που τους πετούσαν μέσα στα σπίτια για να δυναμώνουν και επεκτείνουν την πυρπόληση.

Ποιοί ήταν όμως αυτοί που έσκαβαν κρυφά και άτιμα τον λάκκο του Νέρωνος; Πρώτος απ΄ όλους ο δάσκαλός του ο Σενέκας, ο πρώην στωικός φιλόσοφος και κρυπτοχριστιανός που σκεπτόταν με τον ίδιο τρόπο όπως ο Γάλβας και ο Πισόνε και τόσοι άλλοι από τον «οίκο του Καίσαρος» (Φιλιππησίους 4, 22).

Ποιός ήταν ο αδελφός του Σενέκα; Ο Γαλλίων, ανθύπατος της Αχαίας που δεν ανέκρινε και δεν πήρε ποτέ απολογία του Παύλου. Δεν είναι όντως παράξενο, που ενώ ο Παύλος είχε συλληφθή στην Κόρινθο, ελευθερώθηκε από τον ίδιο τον Γαλλίωνα (Πράξεις 18, 12-17), δίχως τουλάχιστον να απολογηθή, με την μεσολάβηση του ελληνίζοντος Εβραίου αρχισυνάγου Σωσθένη. Δεν είναι επίσης παράξενο που ο Παύλος αλληλογραφούσε με τον Σενέκα ; Ποιοί ήταν αυτοί από τον «οίκο του Καίσαρος» που από την καρδιά της Ρώμης έστελναν τους αδελφικούς χαιρετισμούς στους αδελφούς των στους Φιλίππους ; Είναι οι Σενέκας, Πισόνε και Βούρος ; Και ο Επαφρόδιτος ; Δεν είναι παράξενο ο συνεργάτης και συνεταίρος στην εργασία και στον αγώνα με τον Παύλο (Φιλιππησίους 2, 25 και 4, 18) να είναι το ίδιο πρόσωπο που έχωσε το μαχαίρι στον λαιμό του Νέρωνος, γιατί ο ίδιος δεν είχε το κουράγιο να αυτοκτονήσει ;

Αλλά υπάρχει ακόμη κάτι παράξενο στην «Αποκάλυψη» του Ιωάννη: Η γυναίκα που είχε δει την μεγάλη πόλη (Ρώμη) η οποία έχει υπό την εξουσίαν της όλους τους Βασιλείς της γης…μία ημέρα θα γεμίση πληγές και θα καή από την φωτιά και κάθε καπετάνιος, οι ναύτες και όσοι εργάζονται στην θάλασσα θα δούνε τον καπνό από μακριά ενώ αυτή θα καίγεται (Κεφ. 17 και 18). Δεν προαναγγέλεται ο εμπρησμός; Δεν πρέπει να μας διαφεύγη ότι η Αποκάλυψη είναι ένα αποκρυφιστικό βιβλίο. Διαβάζουμε στην αρχή του 13ου των Πράξεων ακόμη ένα παράξενο. «Ήσαν στην κοινότητα της Αντιοχείας προφήτες και διδάσκαλοι δηλαδή ο Βαρνάβας, ο Συμεών ο αποκλεισθείς Νίγερ, ο Λούκιος ο Κυρηναίος, ο Μαναήν παιδικός σύντροφος του Τετράρχη Ηρώδη Αγρίππα και ο Παύλος». Ο Μαναήν ήταν εκείνος που κατά τον εμπρησμό της Ρώμης το 64, ξεσήκωσε τους εθνικιστές-ζηλωτές Εβραίους της Παλαιστίνης σε εξέγερση.

Συνδέοντας όλα αυτά τα ονόματα με τα γεγονότα, οδηγούμεθα στο παράξενο συμπέρασμα ότι η σύλληψη του Παύλου και η μεταφορά του στην Ρώμη, ήταν μέρος ενός καλά οργανωμένου σχεδίου που σκοπό είχε την ανατροπή του φιλέλληνα Νέρωνα δια της πυρπολήσεως της Ρώμης και την ανόρθωση των Εβραίων στην Ιερουσαλήμ. Τα γεγονότα μιλάνε μόνα τους. Ενώ τον συνέλαβαν στον ναό του Σολομώντος και κινδύνευε η ζωή του (Πράξεις 21, 22-23), ο Ρωμαίος χιλίαρχος δήμαρχος της πόσεως Κλαύδιος Λυσίας με όλη του την στρατιωτική δύναμη, επενέβη για να τον πάρη από τα χέρια των Εβραίων.

Τώρα αυτός ήταν ελεύθερος μέσα στην «φυλακή». Ενώ απ’ έξω ο λαός κραύγαζε εναντίον του, ο δήμαρχος Λυσίας του επιτρέπει να ομιλή με στρατιωτική προστασία. Τώρα ο Παύλος αν και ήταν φυλακισμένος, αισθάνεται άνετα. Ο ανιψιός του Περσίνος, γιος τής αδελφής του, τον επισκέπτεται δίχως καμία δυσκολία στην φυλακή και τον πληροφορεί ότι οι Ιουδαίοι ορκίσθηκαν να τον σκοτώσουν (Πράξεις 13 – 14). Ο Παύλος κάλεσε τον εκατόνταρχο και του είπε να οδηγήση τον ανιψιό του στον χιλίαρχο για να τον πληροφορήση κάτι σημαντικό.

Αφού τον άκουσε ο χιλίαρχος, είπε στον νεαρό να μην πη σε κανέναν άλλον την πληροφορία του. Κατόπιν κάλεσε δύο εκατόνταρχους και τους διέταξε να σχηματίσουν ένα σώμα από 200 στρατιώτες, 70 ιππείς και 200 τοξότες για να μεταφέρουν τον Παύλο στις εννέα το βράδυ, ώστε να μη το καταλάβουν οι κατήγοροί του, από την Ιερουσαλήμ στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, που απέχουν περίπου 200 χιλιόμετρα, και αυτό για να φθάση σώος και ασφαλής και να τεθή υπό την κρίση του Ρωμαίου κρατίστου ηγεμόνα Φήλικα. Ο Κλαύδιος Λυσίας συνέταξε επιστολή με όλο το ιστορικό του Παύλου προς τον Φήλικα (Πράξεις 13, 23 – 27). Επίσης είναι παράξενο ότι ο φυλακισμένος Παύλος γνώριζε με λεπτομέρειες το περιεχόμενο του εμπιστευτικού φακέλου που μετέφεραν οι εκατόνταρχοι στον ηγεμόνα.

Μετά από πέντε ημέρες έφθασε ο αρχιερέας Ανανίας με τους προύχοντες στην Καισάρεια, ο Παύλος εν τω μεταξύ διέμενε στο Πραιτώρειο. Συνάντησαν τον Φήλικα και ο ρήτωρ Τερτύλλος ιστόρησε το κατηγορητήριο παρόντος του Παύλου, ειπών μεταξύ των άλλων ότι «ο άνθρωπος αυτός είναι λοιμός που κινεί σε στάση τους Ιουδαίους σε όλον τον κόσμο, αφού προσπάθησε να βεβηλώση και το ιερόν του Ναού, και σύμφωνα με τον νόμο μας τον κρίναμε. Αλλά επενέβη ο Λυσίας με πολύ βία και μας τον πήρε από τα χέρια μας» (Πράξεις 24, 1-9) .

Στην απολογία του ο Παύλος, σαν καλός Φαρισαίος, τονίζει ότι λατρεύει τον Θεό των πατέρων του, κατά την κατήχηση που έχει πάρει, που αυτοί ονομάζουν πίστη και ότι αυτή είναι σύμφωνα με τον νόμο και έχει αποκαλυφθεί από τους προφήτες, δηλώνει ότι έχει την ελπίδα του στον Θεό των προφητών και ότι θα υπάρξη μία ανάσταση δικαίων και αδίκων (Πράξεις 24, 14-15).

Γιατί στην επίσημη απολογία του δεν κάνει καμία αναφορά ότι είναι οπαδός και κήρυκας της τριαδικότητας του Θεού; Γιατί δεν αναφέρεται στον μονογενή Υιό και στο Άγιο Πνεύμα;

Ο Φήλικας δεν τον ελευθέρωσε αμέσως, λέγοντας ότι ήθελε να μάθη περισσότερα από τον χιλίαρχο όταν αυτός θα πήγαινε στην Καισάρεια. Δίνει όμως εντολή στον εκατόνταρχο να παραμείνη υπό κράτηση ο Παύλος και να τυγχάνη «διευκολύνσεων» για να μπορούν οι φίλοι του να του συμπαρίστανται και να τον συντρέχουν (Πράξεις 24, 23-24). Το πιο παράδοξο είναι ότι ο Φήλικας συνοδευόμενος από την σύζυγό του, τον επισκεπτόταν συχνά. Ο παράξενος περιορισμός διήρκεσε δύο χρόνια, διέδωσαν ότι τάχα ο Φήλικας ήθελε χρήματα για να τον ελευθερώση.

Αλλά από που ο Παύλος μπορούσε να έχη χρήματα; Μήπως από το εμπόριο των σκηνών, που χρόνια το είχε σταματήσει; Ποιοί ήταν αυτοί που τον υπηρετούσαν και με τι χρήματα τους πλήρωνε για δύο και πλέον χρόνια;

Εν τω μεταξύ ο Φήλικας αντικαταστάθηκε από τον Πόρκιο Φέστο και οι Ιουδαίοι όμως δεν είχαν ξεχάσει τον Παύλο. Παρά την περίεργη «απολογία» του, δεν είχαν ικανοποιηθεί, παρουσιάσθηκαν στον νέο κράτιστο ηγεμόνα Φέστο και του ζήτησαν να τον στείλη πίσω στην Ιερουσαλήμ για να δικαστή. Αυτή την φορά επικεφαλής των Ιουδαίων προυχόντων είναι ο αρχιερέας Ανανίας. Τι συμβαίνει όμως εδώ; Μέχρι χθες ο Παύλος, ο φανατικός Φαρισαίος Σαούλ=διώκτης στην εβραϊκή, ήταν το καταδιωκτικό και εκτελεστικό τους όργανο ….

Η κράτησή του ήταν φαινομενική και ενορχηστρωμένη όπως φαίνεται, γιατί μέχρι χθες ήταν ένα πιόνι τους. Ο νέος ηγεμόνας πληροφορήθηκε και καθοδηγήθηκε από τον απερχόμενο, έτσι απέρριψε το αίτημα των Ιουδαίων και επέτρεψε στον Παύλο να συναντηθή και να μιλήση ελεύθερα με αυτούς. Το πλέον περίεργο στην υπόθεση αυτή είναι ότι το βασιλικό ζεύγος Ηρώδη Αγρίππα και Βερνίκης, βρέθηκαν τυχαία ίσως, στην Καισάρεια και παρεχώρησαν μία επίσημο ακρόαση στον Παύλο. Την επομένη, ο Αγρίππας και η Βερνίκη με μεγάλη συνοδεία, πήγαν στην αίθουσα ακροάσεων, συνοδευόμενοι από όλες τις αρχές (Πράξεις 25 -23).

Προς τι τέτοια μεγαλοπρέπεια και τιμή για μία «κοινωνική» πληγή που παρακινεί τους Ιουδαίους σε όλον τον κόσμο να εξεγερθούν; Είναι μήπως ο Σενέκας ανακατεμένος σ’ αύτήν την υπόθεση; Δεν είναι παράξενο ένας βασιλιάς να συνδιαλέγεται κατ’ επανάληψη με τον «οικουμενικό ανατροπέα του» και να του λέει «αστειευόμενος», για «λίγο ακόμη και θα με έπειθες να με κάνεις χριστιανό» (Πράξεις 26, 28). Ενώ η όλη δικαστική ατμόσφαιρα ήταν υπέρ του Παύλου, εκείνος έριξε το γάντι. Ζήτησε να δικασθή από το αυτοκρατορικό δικαστήριο στην Ρώμη γιατί ήταν Ρωμαίος πολίτης. Τίτλος πολύ τιμητικός που τον είχαν απονήμει στον πατέρα του ή σε αυτόν; Για εξαίρετες υπηρεσίες στην Ρώμη.

Το ζήτησε αυτό γιατί είχε καταλάβει ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να ελευθερωθή από ένα ανώτερο δικαστήριο και να βρεθή στην καρδιά της αυτοκρατορίας και να εφαρμόση τα σχέδιά του. Ο Αγρίππας είπε στον Φαίστο: «Αυτός θα μπορούσε να ελευθερωθή εάν δεν είχε προσφύγει με την έφεσή του στον Καίσαρα» (Πράξεις 26, 32).

Δηλαδή η έφεση του απέκλεισε την απελευθέρωσή του… Στην Ρώμη δεν γνώριζε μόνο τους Σενέκα, Πισόνε, Βούρο, Γάλβα, Επαφρόδιτο και τόσους άλλους από τον οίκο του Καίσαρος, ήταν σε επαφή επίσης και με άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες που τους μνημονεύει στις επιστολές του: «Χαιρετίστε τους οικείους του Αριστόβουλου, χαιρετίστε τον συγγενή μου Ηρωδίωνα, και εκείνους του οίκου του Ναρκίσσου» (Ρωμαίους 16, 10-12).

Με αυτές τις προϋποθέσεις ο Παύλος μεταφέρθηκε στην Ρώμη. Το ταξίδι του ήταν μακρύ, περιπετειώδες και ναυάγησε αρκετές φορές (Πράξεις 27-28). Όταν το πλοίο προσάραξε σε μία νησίδα της Μάλτας, η φρουρά του φοβούμενη να μη δραπετεύσουν οι μεταγόμενοι, σκέφθηκε να τους σκοτώση όλους. Αλλά ο εκατόνταρχος είχε οδηγίες να τον προστατεύη και να τον πάη οπωσδήποτε στην Ρώμη, δεν τους το επέτρεψε. Τρεις μήνες αργότερα ο Παύλος ήταν στην Ρώμη.

Και στην Ρώμη αρχίζει μία νέα σειρά παραδοξοτήτων που αφορούν την εκεί παραμονή του, περιορισμένος και σε αναμονή της κρίσεως του δικαστηρίου, περνάει τρία ολόκληρα χρόνια σε σπίτι που είχε ενοικιάσει, δέχεται όλους όσους ήθελε δίχως καμία απαγόρευση ή περιορισμό (Πράξεις 28, 30). Μέχρι σήμερα δεν έχει αποκαλυφθεί ποιός πλήρωνε το ενοίκιο και όλες τις δαπάνες διαβιώσεώς του. Με πλήρη ελευθερία προσκαλεί στο σπίτι του τους εξέχοντας Ιουδαίους που κατοικούσαν στην Ρώμη (Πράξεις 28, 17-20). Αλλά οι Ιουδαίοι είχαν μεταφερθεί βιαίως στην Ρώμη, ήσαν μήπως οι σκλάβοι της «οικίας του Καίσαρος »; Ποιός είχε φροντίσει να τοποθετηθούν εκεί και τι εντολές είχαν πάρει; Γιατί ένας υπόδικος να θέλη να συναντά ειδικά αυτούς; Οι Πράξεις αναφέρουν ότι στούς προσκεκλημένους του είπε ότι εκείνη την περίοδο ήταν αλυσσοδεμένος εξ αιτίας «της ελπίδος του Ισραήλ». Τι ακριβώς σήμαινε αυτή «η ελπίδα» ειδικά για τους συνομιλητές του, μήπως την ανάσταση των νεκρών ή την ανάσταση του λαού και του έθνους από τον ρωμαϊκό ζυγό; Δηλαδή όταν οι ταξιδιώτες προς τους Εμμαούς με επικεφαλής τον Παύλο, ομιλούν για τον Ιησού ότι αυτός ήταν το πεπρωμένο της απελευθερώσεως του Ισραήλ, εννοούσαν ότι θα κληρονομούσαν τον παράδεισο;

Όταν ο Παύλος λέει στους Ιουδαίους ότι πάει να δικαστή εξ αιτίας της «ελπίδος του Ισραήλ» δεν είναι σαν να τους έλεγε ότι είναι ένας Ζηλωτής κρατούμενος ; Ένα ακόμη παράξενο στοιχείο, όταν οι προύχοντες των Ιεροσολύμων εξοργισμένοι από όσα τους έλεγε τον καταδίκασαν με την ποινή του θανάτου, γιατί δεν τον λιθοβόλησαν όπως έκαναν με τον Στέφανο; Τι είδους καταδίκη ήταν αυτή που δεν εκτελέστηκε; Οι Πράξεις αναφέρουν ότι οι Εβραίοι της Ρώμης δεν γνώριζαν τίποτε για την άφιξή του στην πόλη (28, 21) αγνοώντας ότι προηγουμένως αναφέρουν ότι τον περίμεναν στην είσοδο της Ρώμης με τιμές (28, 15). Επίσης αναφέρουν ότι έμεινε «φυλακισμένος» για δύο χρόνια.

Η αυτοκρατορική δικαιοσύνη ήταν τόσο αργή; Και γιατί η περιγραφή διακόπτεται τόσο απότομα; Ο κραταιότατος Θεόφιλος δεν είχε την περιέργεια ή και την αγωνία να μάθη τι τέλος είχε ο Παύλος; (Ο Λουκάς ήταν μαθητής του Παύλου και τον ακολούθησε στο ταξίδι του από την Καισάρεια στην Ρώμη. Ο Θεόφιλος ήταν από την ανωτάτη κοινωνική τάξη και πολύ πλούσιος. Προσηλυτίσθηκε στον Χριστιανισμό από τον Λουκά και χάριν αυτού ο Λουκάς έγραψε το Ευαγγέλιό του και τις Πράξεις των Αποστόλων. Ο Θεόφιλος ήταν προστάτης του Παύλου και του Λουκά. Γιατί όμως απότομα αποσιωπάται από τα κείμενα και δεν ξαναβρίσκομε το όνομά του πουθενά;).

Όλες αυτές οι παράξενες συμπτώσεις μας οδηγούν να κάνουμε την «αμαρτωλή» σκέψη ότι ο Παύλος είχε σχέση με τον εμπρησμό της Ρώμης και γι’ αυτό φρόντισε να πάη στην Ρώμη, ενώ μπορούσε όπως είδαμε να ελευθερωθή αφού η διεθνικότητά του ήταν το άλλοθί του. Μπορούμε να πούμε ότι οι άνθρωποί του που κατοικούσαν στην Ρώμη, τον είχαν «ελευθερώσει».

Γεγονός αναμφισβήτητο είναι ότι υπήρξε ένα προκαθορισμένο σχέδιο και θα ήταν εύκολο να οργανωθή μία «φυγή» του μετά από τον πανικό που θα επακολουθούσε από τον εμπρησμό. Αλλά οι αλήθειες βγαίνουν δύσκολα και με το σταγονόμετρο, λόγω του γεγονότος ότι τα κείμενα της Καινής Διαθήκης έχουν αλλοιωθεί κατ’ επανάληψη για να εξυπηρετήσουν άνομους και δογματικούς σκοπούς των φανατικών. Ο Παύλος δραπέτευσε και αναχώρησε εσπευσμένα για να κρυφτή στην Τροία, όπου και συνελήφθη σαν συνεργός και συνένοχος των εμπρηστών και μεταφέρθηκε κατεπειγόντως στην Ρώμη. Ο χρόνος της παρουσίας του Παύλου στην Ρώμη και ο εμπρησμός της συμπίπτουν και με την σιγή – απόκρυψη αυτού του τρομερού συμβάντος εκ μέρους των Πράξεων, είναι τυχαίο ή παράξενο και τι σημαίνει;

Διαβάζομε ένα μέρος από την τελευταία επιστολή του, που έστειλε από την Ρώμη στον φίλο του Τιμόθεο που βρισκόταν στην Έφεσο. (Δευτέρα προς Τιμόθεο 1, 3-8): «Δοξάζω τον Θεό γιατί τον υπηρέτησα πάντοτε με αγνή συνείδηση όπως οι πρόγονοί μου… Δεν ντρέπομαι για το μαρτύριο του Κυρίου μας ούτε και για μένα που είμαι αλυσσοδεμένος για εκείνον».

Εδώ διασαφηνίζει ότι η πίστη του στον Θεό είναι αυτή που διδάχτηκε από τους προγόνους του και ότι ο Θεός είναι ο προστάτης και ελευθερωτής του εβραϊκού λαού. Από τον Τιμόθεο ζητεί να μη ντρέπεται για τον Ιησού που καταδικάσθηκε σαν πολιτικός εγκληματίας και να μην ντρέπεται ούτε και για εκείνον που βρίσκεται «αλυσσοδεμένος» στην Ρώμη. Γιατί μπορεί ένας πιστός μαθητής να ντρέπεται για τον δυστυχούντα μεγάλο διδάσκαλό του;

Ποιά υπήρξε η πραγματική κατηγορία που του απαγγέλθηκε κατά την δευτέρα σύλληψή του στην Ρώμη, που έκανε τους μαθητές και τους συνεργάτες του να ντρέπονται; Αποκαλύπτεται δια βραχέων. Πρέπει αυτός να ήταν ο λόγος για τον οποίον τον εγκατέλειψαν ο Φίγγελος, ο Ερμογένης, όλοι της Ασίας, ο Δήμος, ο Κρεσσέντε και άλλοι ενώ ο Αλέξανδρος ο Χαλκουργός, του προξένησε πολλά δεινά (1, 15-4, 9-16). Όμως ποιά δεινά ; Λέει ότι τον εγκατέλειψαν μετά την πρώτη απολογία του. Δηλαδή τα άτομα που τον εγκατέλειψαν ήσαν και οι μάρτυρες υπερασπίσεώς του, που τους είχε πάρει μαζί του από την Καισάρεια στην Ρώμη. Πως λοιπόν δεν αναφέρονται στις πράξεις κατά την περιγραφή του ναυαγίου;

Η φράση «η πρώτη μου απολογία» έχει προστεθεί (ως συνήθως) από κάποιον μεταγενέστερα. Όταν για τον Παύλο όλα πήγαιναν καλά, δηλαδή του είχαν επιτρέψει να ενοικιάση σπίτι, να δέχεται ελεύθερα όποιον ήθελε και να απολαμβάνη μία ελευθερία πρωτόγνωρη για έναν υπόδικο, πως και αλλάζουν έτσι απρόοπτα τα πράγματα και σώζεται από το στόμα του λέοντος; (4 – 17). Εφ’ όσον ήταν Ρωμαίος υπήκοος δεν μπορούσε να γίνη βορά των λεόντων, γιατί όμως κάνει μνεία μία τέτοια ανακρίβεια; Ενώ ο συντάκτης-τες των πράξεων είναι τόσο ακριβολόγοι, για όλες τις συλλήψεις του Παύλου, γιατί το αποσιωπούν αυτό; Μετά τον εμπρησμό εγκατέλειψε τον περιορισμό και έφυγε αμέσως κρυφά για την Τροία, εκεί κρύφτηκε στο σπίτι του Κάρπου.

Ότι τις φωτιές τις έβαλαν οι χριστιανοί και ότι αρχηγός τους ήταν ο Παύλος, έγινε δεκτό από την διοίκηση αμέσως. Έτσι ενήργησαν κεραυνοβόλα και με βίαιο τρόπο τον συνέλαβαν και τον μετέφεραν στην Ρώμη. Να γιατί εγκαταλείφτηκε από φίλους και συντρόφους.

Ο Παύλος παρακαλεί να έλθη στην Ρώμη ο Τιμόθεος, και να του φέρη και τον χιτώνα του (4 – 13). Κατά τις πράξεις και τις επιστολές του, έχουν περάσει τουλάχιστον δέκα χρόνια από την διαμονήν του στην Έφεσο με τον Τιμόθεο. Πως δικαιολογείται και τι συμβαίνει και μετά τόσα χρόνια θυμάται τα έντυπά του και τον χιτώνα που ήταν παρατημένα τόσον καιρό;

Ας θυμηθούμε για λίγο, τον Σουητώνιο που αναφέρει ότι πολλοί και αξιόλογοι άνθρωποι έβλεπαν διάφορα άτομα να κρατούν αναμμένους δαυλούς, δεν επενέβησαν όμως, γιατί όλοι αυτοί ήσαν σκλάβοι του αυτοκράτορος. Κατά τύχη ίσως ήταν «οι άγιοι του Αυτοκρατορικού οίκου» (Φιλιππησίους 4, 22). Μέχρι σήμερα έχουν καταφέρει να πείσουν την πλειοψηφία του κόσμου ότι την φωτιά την έβαλε ο «παράφρων» Νέρων που ήταν παθιασμένος με την ποίηση. Διέδωσαν με επιτυχία ότι έκαψε την Ρώμη για να δη πως τάχα καιγόταν η Τροία και να εμπνευσθή και εκείνος ένα ποίημα αριστούργημα, όπως ο Όμηρος την Ιλιάδα (Άρα ο Όμηρος, κατά τους χριστιανούς του 64 μ.Χ., είχε παραστεί αυτόπτης μάρτυς του εμπρησμού της Τροίας. Πόσα στοιχεία μας έχουν στερήσει …).

Όμως είναι γνωστό ότι οι πρώτοι που έσκαβαν τον λάκκο του Νέρωνος ήταν η ίδια του η μάνα και ο πλέον έμπιστος, ο δάσκαλός του ο Σενέκας. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι χριστιανοί έκαψαν κατ’ επανάληψη την Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας, δύο φορές την Αγία Σοφία, ότι σκότωσαν με τον πλέον βάρβαρο και ειδεχθή τρόπο και έκαψαν το σώμα της μεγάλης Αλεξανδρινής φιλοσόφου και μαθηματικού Υπατίας.

Και τέλος ότι επί αιώνες, μαυροφορεμένες φιγούρες (στην αρχή ήσαν Εβραίοι, που με την πάροδο του χρόνου είχαν μετεξελιχθεί με τον προσυλητισμό σε όργανά τους οι Χριστιανοί, γιατί διατηρούσαν ένα βαθύ μίσος κατά των Ελλήνων, των Ρωμαίων και των έργων του πολιτισμού των), περιφερόταν στον ευρύ ελληνικό χώρο, έχοντας στο ένα χέρι δαυλούς και στο άλλο σφυριά, έκαιγαν και έσπαζαν κάθε τι το ελληνικό –ειδωλολατρικό κατ’ αυτούς.

Ο Ρωμαίος ιστορικός Τάκιτος αναφέρει ότι ο εμπρησμός της Ρώμης έγινε τον Ιούλιο του 64 και ότι την ημέρα αυτή ο Νέρων απουσίαζε γιατί ήταν στην γενέτειρά του, το Άντζιο. Αλλά από τις μυστικές επιστολές του Σενέκα διαβάζουμε ότι η πυρπόληση ξέσπασε τον Μάρτιο του 64.

Το ποιός λέει την αλήθεια, συμπεράνετέ το εσείς αγαπητοί αναγνώστες. Γνωρίζομε ότι τον Μάρτιο του 64, ο φίλος και συνεργάτης του Παύλου Μαναήν ο οποίος ήταν σύντροφος του Ηρώδου του Τετράρχου ( Πράξεις 13, 1-2) κήρυξε την επανάσταση κατά των Ρωμαίων. Λοιπόν πότε κάψανε την Ρώμη; Ασφαλώς τον Μάρτιο του 64. Μπορούμε να δεχθούμε ότι ο Τάκιτος το λησμόνησε; Όχι μετ’ επιτάσεως, γιατί κάποιο χέρι (όπως τόσες άλλες φορές) διόρθωσε το κείμενο του Τάκιτου, ούτως ώστε η εβραϊκή εξέγερση να μη συμπέση με τον εμπρησμό της Ρώμης. Γιατί αρχηγός της εξέγερσης ήταν ο Μαναήν. Όταν όμως «διόρθωναν» τον Τάκιτο, οι πλαστογράφοι αγνοούσαν τα γραπτά του Σουητώνιου, κατά τα οποία ο Νέρων τον Ιούλιο του 64 βρισκόταν στην Ολυμπία για να συμμετάσχη στους Ολυμπιακούς αγώνες. Είναι γνωστό ότι ετελούντο ανά τετραετία και κατά τον μήνα Ιούλιο.

Τέλος δε, από τα πλέον παράδοξα είναι ότι ο φίλος του Παύλου Λουκάς, που τον συνόδευσε από την Καισάρεια έως την Ρώμη και παρέμεινε μαζί του όλον τον χρόνο, δεν αυτοαναφέρεται στις Πράξεις, που είναι δικό του έργο, αλλά ούτε πουθενά αλλού, γιατί όλα αυτά αποσιωπούνται; Η μήπως αφαιρέθηκαν;

Κλείνοντας αυτήν την έρευνα-μελέτη των αναμφισβήτητων στοιχείων, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Παύλος είχε γαλουχηθεί από το «μεσσιανικό κίνημα», δηλαδή αυτό που οι Σικάριοι (μαχαιροβγάλτες-ζηλωτές) δεν κατόρθωσαν πριν κάποια χρόνια να επιτύχουν, ο Παύλος το εκτέλεσε με δογματικό – θρησκευτικό – φιλοσοφικό τρόπο και με αλληγορική μέθοδο και επιτηδειότητα, εμβολιάζοντας την Εβραϊκή χίμαιρα στην ελληνολατινική πραγματικότητα.

Ο Παύλος είναι ο φανατικός μεσσιανικός ζηλωτής που αγωνίστηκε για το εβραϊκό όραμα που συνίστατο στην απελευθέρωση του λαού του και την υποταγή όλου του κόσμου σ’ αυτόν διά του Γιαχβέ.

Ο Παύλος σαν καλός Φαρισαίος, ήταν ο εκφραστής, με κάθε μέσον, του καθαρού Εβραϊσμού. Ο Εβραϊσμός με τον Παύλο εκδικείται τον Ελληνισμό, εξ αιτίας της ανωτερότητός του σε όλους τους τομείς. Ο Εβραϊσμός πάντοτε μισούσε και υπολόγιζε σαν μεγαλύτερο εχθρό του τον ελληνικό πολιτισμό και τις επιτεύξεις του, αυτό αποδεικνύεται από τα επίσημα γραπτά τους, τουλάχιστον από τον 7ο αιώνα π.Χ. Γιατί η δύναμη του Ελληνισμού βασίζεται στην γνώση, στην ελευθερία του πνεύματος και της συνειδήσεως και όχι σε μία τυφλή πίστη. Όταν οι Εβραίοι μιλούσαν για παγανιστές και ειδωλολάτρες, εννοούσαν τους Φιλισταίους-Έλληνες, τον πολιτισμό τους και τις φιλοσοφικο-θρησκευτικές αντιλήψεις των.

Ο Παυλισμός δεν είναι ο πρώτος ιδεαλιστικός Χριστιανισμός. Ο Παύλος πρόδωσε, πλαστογράφησε και αλλοίωσε τον Χριστό και δεν θα είχε επιβληθεί στον ελλαδικό τουλάχιστον χώρο, εάν οι Ρωμαίοι δεν είχαν υποδουλώσει, μόνον διά των όπλων, τους Έλληνες.

Η εβραϊκή επικράτηση ήταν τηλε-εντελόμενη, ο Παύλος έπαιξε τον ρόλο της ωρολογιακής βόμβας στα θεμέλια του Ελληνισμού και του πολιτισμού των. Αυτόν τον ελληνικό πολιτισμό και το αδάμαστο πνεύμα του, που ελεύθερο και άσπιλο θαυμάστηκε, όπως αναφέρουν, από τον Ιησού, ο Παύλος τον ρύπανε.

Ο Χριστιανισμός του Ιησού και ο «Χριστιανισμός» του Παύλου είναι δύο λέξεις που ηχούν το ίδιο, αλλά είναι εντελώς διαφορετικού περιεχομένου και ουσίας.

Και κάτι σημαντικό, ο Ιησούς δεν εξήγγειλε και ούτε δημιούργησε καμία θρησκεία, ο Παύλος λανσάρισε και δημιούργησε την νέα εβραϊκή αίρεση, η οποία πρέπει να ονομάζεται Παυλισμός και όχι Χριστιανισμός.

ΔΕΣ

Τί πληροφορίες έχουμε από τον Παύλο

Παυλικός Χριστιανισμός - Ο Χριστός του απόστολου Παύλου

Απόστολος Παύλος: Ο «πατέρας» του Χριστιανισμού - Ο μεγαλύτερος ψευταπόστολος όλων των εθνών

Κριτική στον απόστολο Παύλο.