5.2. Οι εσωτερικές διηγήσεις στην Οδύσσεια
Το δίκτυο των εσωτερικών διηγήσεων στην Οδύσσεια δεν είναι μόνο πυκνό αλλά και καθοριστικό για τη σύνταξη του έπους. Πρόχειρη απόδειξη οι «Μεγάλοι Απόλογοι», που καταλαμβάνουν τέσσερις ολόκληρες ραψωδίες με την αναδρομική διήγηση του Οδυσσέα, συστήνοντας εκείνες τις περιπέτειες του ήρωα, οι οποίες ορίζουν τον εκτός της Ιθάκης εξωτερικό του νόστο. Μπορεί οι «Μεγάλοι Απόλογοι» να αποτελούν κορυφαίο παράδειγμα εσωτερικής διήγησης, τόσο με το περιεχόμενο όσο και με τη μορφή τους, αλλά δεν είναι και το μόνο δείγμα της αφηγηματικής αυτής τεχνικής μέσα στο έπος. Αντίθετα, οι «Μεγάλοι Απόλογοι» περιβάλλονται από άλλες διαδοχικές εσωτερικές διηγήσεις, οι οποίες και αναδεικνύουν την εξέχουσα σημασία τους. Προηγούνται οι εσωτερικές αφηγήσεις του Νέστορα και του Μενελάου (στην τρίτη και στην τέταρτη ραψωδία) και έπονται οι πλαστές διηγήσεις του Οδυσσέα, οι οποίες διασπείρονται στο δεύτερο μέρος της Οδύσσειας (από τη δέκατη τρίτη μέχρι την εικοστή τέταρτη ραψωδία), όταν ο ήρωας βρίσκεται πλέον στην Ιθάκη και φέρνει σε πέρας τον εσωτερικό του νόστο. Τούτο σημαίνει ότι, για να κατανοήσουμε τον συνθετικό και λειτουργικό ρόλο των «Μεγάλων Απολόγων», οφείλουμε να τους συγκρίνουμε με το συγγενικό αφηγηματικό περιβάλλον τους.
Το πυκνό εξάλλου δίχτυ διηγήσεων, που συγκρατεί το έπος της Οδύσσειας, επιτρέπει να εντοπίσουμε τους τρεις τρόπους της εσωτερικής διήγησης, οι οποίοι ανακαλούν τις συνθήκες και της εξωτερικής αφήγησης. Οι τρόποι αυτοί, ορίζοντας τον χώρο, τον χρόνο και την πρόσληψη της εσωτερικής διήγησης από το ακροατήριο, αποκαλύπτουν την τέχνη και την τεχνική της αφήγησης γενικότερα από τα χρόνια του Ομήρου έως τις μέρες μας. Πρόκειται δηλαδή για θεμελιακές αφηγηματικές συνθήκες, οι οποίες προκαταβάλλονται στην Οδύσσεια. Οι αφηγηματικές αυτές συνθήκες αναγνωρίζονται ευκολότερα στις εσωτερικές διηγήσεις μεγαλύτερες έκτασης, που περιβάλλουν, όπως είπαμε, τους «Μεγάλους Απολόγους». Αυτές λαμβάνονται κυρίως υπόψη στη επόμενη πραγμάτευση. Προηγείται η συνθήκη του χώρου, ο οποίος υποδέχεται κάθε φορά την εσωτερική διήγηση.
Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2023
Ρωτάς γιατί...
Ρωτάς γιατί δεν μπορείς. Μπορείς, αλλά δεν θέλεις.
Ρωτάς γιατί σε πατάνε. Γιατί τους αφήνεις.
Ρωτάς γιατί πονάς. Γιατί ξέχασες πως στο τέλος νικάς.
Ρωτάς γιατί κλαις. Δεν πειράζει που κλαις.
Ρωτάς γιατί απογοητεύεσαι. Γιατί έχεις προσδοκίες.
Ρωτάς γιατί δεν πας μπροστά. Γιατί κοιτάς πίσω.
Ρωτάς γιατί δεν έχεις. Κι όμως, έχεις.
Ρωτάς γιατί είναι όλα στοιβαγμένα μέσα σου. Γιατί δεν μιλάς.
Ρωτάς γιατί φοβάσαι. Γιατί δεν πιστεύεις.
Ρωτάς γιατί δεν ζεις τα όνειρά σου. Ζεις ένα όνειρο.
Ρωτάς γιατί δεν αλλάζεις. Γιατί έχεις συνηθίσει.
Ρωτάς γιατί κάνεις λάθη. Γιατί ακόμα μπορείς.
Ρωτάς γιατί να πονάει η αγάπη. Τότε αυτό δεν είναι αγάπη.
Ρωτάς γιατί σε πατάνε. Γιατί τους αφήνεις.
Ρωτάς γιατί πονάς. Γιατί ξέχασες πως στο τέλος νικάς.
Ρωτάς γιατί κλαις. Δεν πειράζει που κλαις.
Ρωτάς γιατί απογοητεύεσαι. Γιατί έχεις προσδοκίες.
Ρωτάς γιατί δεν πας μπροστά. Γιατί κοιτάς πίσω.
Ρωτάς γιατί δεν έχεις. Κι όμως, έχεις.
Ρωτάς γιατί είναι όλα στοιβαγμένα μέσα σου. Γιατί δεν μιλάς.
Ρωτάς γιατί φοβάσαι. Γιατί δεν πιστεύεις.
Ρωτάς γιατί δεν ζεις τα όνειρά σου. Ζεις ένα όνειρο.
Ρωτάς γιατί δεν αλλάζεις. Γιατί έχεις συνηθίσει.
Ρωτάς γιατί κάνεις λάθη. Γιατί ακόμα μπορείς.
Ρωτάς γιατί να πονάει η αγάπη. Τότε αυτό δεν είναι αγάπη.
Από την ελεύθερη σχέση στην αποκλειστικότητα
Ελεύθερη σχέση: Αυτή η περίεργη, ιδιαίτερη σχέση για πολλούς, στην οποία διατηρούμε μια ερωτική κυρίως επαφή και ξεκαθαρίζουμε τα όρια της αποκλειστικότητάς της. Σχεδόν σχέση, που θυμίζει λίγο το τραγούδι του Μαχαιρίτσα «βλεπόμαστε, φιλιόμαστε, αγαπιόμαστε, σε στιλ να μην ξεχνιόμαστε». Μέχρι εκεί, γιατί στις ελεύθερες σχέσεις υπάρχει ομερτά. Δε ρωτάμε, δε μας ενδιαφέρει τι κάνει ο άλλος στη ζωή του, ούτε καν αν υπάρχει κάποια σχέση, απαγορεύεται να ζηλεύουμε, να είμαστε κτητικοί και γενικώς κομμένες όλες οι απαιτήσεις.
Θ’ αναρωτιέστε φυσικά αν όλο αυτό μπορεί δουλέψει ως ρολόι ακριβείας. Όχι, καθώς πολύ συχνά ο ένας από τους δύο -αν η σχέση συνεχιστεί- το αποδέχεται σιωπηλά και μετά από καιρό αναζητά τη μετατροπή της ελεύθερης σχέσης σε σχέση αποκλειστικότητας. Δεν είναι παράλογο δεδομένου ότι όταν μια σχέση λειτουργεί καλά στο ερωτικό της κομμάτι, που είναι και το πρωτεύον της σχέσης, να θέλεις να την εξελίξεις και να την πας κι ένα βήμα παραπέρα. Πώς καταλαβαίνουμε ότι φτάσαμε στο παραπέρα;
Υπάρχουν και συναισθήματα. Και φυσικά θα έπρεπε να το γνωρίζαμε καθώς οι ελεύθερες σχέσεις χρειάζονται ωριμότητα κι ειλικρίνεια. Τι συμβαίνει όμως όταν αρχίζει εκείνος ο φτερωτός θεούλης να θέλει να ρίξει το βέλος του; Τότε αισθανόμαστε πως θέλουμε να έχουμε παραπάνω δικαιώματα στη ζωή του άλλου, έχουμε ανάγκη συντροφικότητας, δε θέλουμε να σκορπίζουμε τη ζωή μας στην αναζήτηση νέων σχέσεων γιατί αισθανόμαστε πως ήδη ανήκουμε κάπου. Ίσως να έχουμε φτάσει στο σημείο που ενώ ξέραμε από την αρχή και συμβιβαστήκαμε έχοντας κρυφά την ελπίδα πως κάτι θ’ αλλάξει στην πορεία, δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε πλέον ως «ελεύθεροι» και ζητάμε να γίνουμε «πολιορκημένοι».
Αν είμαστε από την πλευρά εκείνων που θέλει ν’ αλλάξει η μορφή της σχέσης και ν’ αποκτήσει αποκλειστικότητα πρωτίστως θα χρειαστούμε αρκετή υπομονή, ψυχραιμία και συνετή σκέψη χωρίς τελεσίγραφα. Μπορούμε να σταματήσουμε να προσφωνούμε τη σχέση μας ως ελεύθερη και να κάνουμε μικρά βήματα κάθε φορά που θα εκδηλώνουμε το ενδιαφέρον μας. Λίγη παραπάνω προσοχή και νοιάξιμο είναι μια καλή αρχή. Ίσως ένα μήνυμα τύπου «πώς είναι η μέρα σου;» ή «να προσέχεις για να σ’ έχω» να ήταν μια καλή αρχή. Στην αναζήτηση της αποκλειστικότητας μπαίνουμε σ’ ένα τριπάκι και ξεφεύγουμε θέλοντας να εισβάλουμε απότομα σε μια ζωή στην οποία μέχρι τώρα μπαίναμε με κωδικό ασφαλείας. Δε χρειάζεται να γίνουμε ξαφνικά μέρος της. Δεν ξεκινάμε τις ερωτήσεις, δεν πιέζουμε τις καταστάσεις. Άλλωστε, κάθε νέο στοιχείο είναι κι ένα δείγμα προς αξιολόγηση.
Αν θέλουμε να πάμε τη σχέση ένα βήμα παρακάτω ας δοκιμάσουμε να κάνουμε έρωτα, έρωτα που εξημερώνει τα κορμιά και μας φέρνει πιο κοντά. Ο ουσιαστικός έρωτας ως πράξη μεταξύ δυο σωμάτων, είναι και μια κατάκτηση στο μυαλό και στην καρδιά των άλλων. Και φυσικά, στο τέλος, εκείνο που απομένει είναι η απόλυτη ειλικρίνεια με τη μορφή της εξομολόγησης. Αντιλαμβανόμαστε πως παίρνουμε μεγάλο ρίσκο ως προς το να διαλυθεί ό,τι έχουμε μεταξύ μας, αλλά τουλάχιστον θα έχουμε καταφέρει να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και να φύγουμε από μια σχέση που θα οδηγηθεί στην παθογένεια, με τον έναν να θέλει παραπάνω και τον άλλον να κάνει ότι δεν το βλέπει.
Στην αντίθετη πλευρά τώρα, αν αντιλαμβανόμαστε πως η σχέση οδεύει προς αποκλειστικότητα αλλά είμαστε ξεκάθαροι πως δε θέλουμε να συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε ξανά, με διαφορετικό τρόπο, μόλις αντιληφθούμε αλλαγή πλεύσης. Δεν είναι παράλογο να νιώθουμε πως δε θέλουμε δεσμεύσεις και δε χρειάζεται να δώσουμε εξηγήσεις. Είτε είμαστε σε μια κατάσταση δέσμευσης-φοβίας, είτε απλώς δε μας εμπνέει ο άλλος για κάτι παραπάνω, είναι σημαντικό να ειπωθεί το «δε θέλω σχέση». Όπως επίσης σημαντικό είναι να προβούμε σε αυτοπαρατήρηση, σχετικά με τον αν τηρούμε την παραπάνω δήλωση και με τις δικές μας πράξεις. Οι σχέσεις έχουν να κάνουν με συμβιβασμούς κι αμοιβαίες υποχωρήσεις. Όταν λοιπόν αντιλαμβανόμαστε πως δεν μπορούμε ν’ ανταπεξέλθουμε στην αλλαγή της σχέσης από ελεύθερη σε αποκλειστική θα πρέπει κι οφείλουμε να το ξεκαθαρίσουμε και να μη θέσουμε τον εγωισμό μας μπροστάρη στις ανάγκες μας.
Ίσως εν τέλει στις σχεδόν σχέσεις να λειτουργούμε με περισσότερο σεβασμό από τις συναισθηματικές σχέσεις. Γνωρίζουμε τα δεδομένα κι έτσι δε «μας παίρνει» να πούμε πως δεν ξέραμε τι θα συμβεί και στην τελική, πρέπει ν’ αποδεχθούμε πως είναι μια σχέση που δε θα θυμίζει ποτέ της κάτι απλό ή συνηθισμένο. Τα συμπεράσματα των επιλογών δικά σας.
Θ’ αναρωτιέστε φυσικά αν όλο αυτό μπορεί δουλέψει ως ρολόι ακριβείας. Όχι, καθώς πολύ συχνά ο ένας από τους δύο -αν η σχέση συνεχιστεί- το αποδέχεται σιωπηλά και μετά από καιρό αναζητά τη μετατροπή της ελεύθερης σχέσης σε σχέση αποκλειστικότητας. Δεν είναι παράλογο δεδομένου ότι όταν μια σχέση λειτουργεί καλά στο ερωτικό της κομμάτι, που είναι και το πρωτεύον της σχέσης, να θέλεις να την εξελίξεις και να την πας κι ένα βήμα παραπέρα. Πώς καταλαβαίνουμε ότι φτάσαμε στο παραπέρα;
Υπάρχουν και συναισθήματα. Και φυσικά θα έπρεπε να το γνωρίζαμε καθώς οι ελεύθερες σχέσεις χρειάζονται ωριμότητα κι ειλικρίνεια. Τι συμβαίνει όμως όταν αρχίζει εκείνος ο φτερωτός θεούλης να θέλει να ρίξει το βέλος του; Τότε αισθανόμαστε πως θέλουμε να έχουμε παραπάνω δικαιώματα στη ζωή του άλλου, έχουμε ανάγκη συντροφικότητας, δε θέλουμε να σκορπίζουμε τη ζωή μας στην αναζήτηση νέων σχέσεων γιατί αισθανόμαστε πως ήδη ανήκουμε κάπου. Ίσως να έχουμε φτάσει στο σημείο που ενώ ξέραμε από την αρχή και συμβιβαστήκαμε έχοντας κρυφά την ελπίδα πως κάτι θ’ αλλάξει στην πορεία, δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε πλέον ως «ελεύθεροι» και ζητάμε να γίνουμε «πολιορκημένοι».
Αν είμαστε από την πλευρά εκείνων που θέλει ν’ αλλάξει η μορφή της σχέσης και ν’ αποκτήσει αποκλειστικότητα πρωτίστως θα χρειαστούμε αρκετή υπομονή, ψυχραιμία και συνετή σκέψη χωρίς τελεσίγραφα. Μπορούμε να σταματήσουμε να προσφωνούμε τη σχέση μας ως ελεύθερη και να κάνουμε μικρά βήματα κάθε φορά που θα εκδηλώνουμε το ενδιαφέρον μας. Λίγη παραπάνω προσοχή και νοιάξιμο είναι μια καλή αρχή. Ίσως ένα μήνυμα τύπου «πώς είναι η μέρα σου;» ή «να προσέχεις για να σ’ έχω» να ήταν μια καλή αρχή. Στην αναζήτηση της αποκλειστικότητας μπαίνουμε σ’ ένα τριπάκι και ξεφεύγουμε θέλοντας να εισβάλουμε απότομα σε μια ζωή στην οποία μέχρι τώρα μπαίναμε με κωδικό ασφαλείας. Δε χρειάζεται να γίνουμε ξαφνικά μέρος της. Δεν ξεκινάμε τις ερωτήσεις, δεν πιέζουμε τις καταστάσεις. Άλλωστε, κάθε νέο στοιχείο είναι κι ένα δείγμα προς αξιολόγηση.
Αν θέλουμε να πάμε τη σχέση ένα βήμα παρακάτω ας δοκιμάσουμε να κάνουμε έρωτα, έρωτα που εξημερώνει τα κορμιά και μας φέρνει πιο κοντά. Ο ουσιαστικός έρωτας ως πράξη μεταξύ δυο σωμάτων, είναι και μια κατάκτηση στο μυαλό και στην καρδιά των άλλων. Και φυσικά, στο τέλος, εκείνο που απομένει είναι η απόλυτη ειλικρίνεια με τη μορφή της εξομολόγησης. Αντιλαμβανόμαστε πως παίρνουμε μεγάλο ρίσκο ως προς το να διαλυθεί ό,τι έχουμε μεταξύ μας, αλλά τουλάχιστον θα έχουμε καταφέρει να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και να φύγουμε από μια σχέση που θα οδηγηθεί στην παθογένεια, με τον έναν να θέλει παραπάνω και τον άλλον να κάνει ότι δεν το βλέπει.
Στην αντίθετη πλευρά τώρα, αν αντιλαμβανόμαστε πως η σχέση οδεύει προς αποκλειστικότητα αλλά είμαστε ξεκάθαροι πως δε θέλουμε να συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε ξανά, με διαφορετικό τρόπο, μόλις αντιληφθούμε αλλαγή πλεύσης. Δεν είναι παράλογο να νιώθουμε πως δε θέλουμε δεσμεύσεις και δε χρειάζεται να δώσουμε εξηγήσεις. Είτε είμαστε σε μια κατάσταση δέσμευσης-φοβίας, είτε απλώς δε μας εμπνέει ο άλλος για κάτι παραπάνω, είναι σημαντικό να ειπωθεί το «δε θέλω σχέση». Όπως επίσης σημαντικό είναι να προβούμε σε αυτοπαρατήρηση, σχετικά με τον αν τηρούμε την παραπάνω δήλωση και με τις δικές μας πράξεις. Οι σχέσεις έχουν να κάνουν με συμβιβασμούς κι αμοιβαίες υποχωρήσεις. Όταν λοιπόν αντιλαμβανόμαστε πως δεν μπορούμε ν’ ανταπεξέλθουμε στην αλλαγή της σχέσης από ελεύθερη σε αποκλειστική θα πρέπει κι οφείλουμε να το ξεκαθαρίσουμε και να μη θέσουμε τον εγωισμό μας μπροστάρη στις ανάγκες μας.
Ίσως εν τέλει στις σχεδόν σχέσεις να λειτουργούμε με περισσότερο σεβασμό από τις συναισθηματικές σχέσεις. Γνωρίζουμε τα δεδομένα κι έτσι δε «μας παίρνει» να πούμε πως δεν ξέραμε τι θα συμβεί και στην τελική, πρέπει ν’ αποδεχθούμε πως είναι μια σχέση που δε θα θυμίζει ποτέ της κάτι απλό ή συνηθισμένο. Τα συμπεράσματα των επιλογών δικά σας.
Στο χέρι μας είναι να προσθέτουμε καθημερινά σταγόνες ευτυχίας σε ότι κι αν κάνουμε
Παρά τις συνθήκες που επικρατούν στη ζωή μας, στο χέρι μας είναι να προσθέτουμε καθημερινά σταγόνες ευτυχίας σε ότι κι αν κάνουμε. Τα καλά νέα είναι ότι η δημιουργία περισσότερης ευτυχίας στη ζωή μας είναι κάτι που μπορούμε να καθιερώσουμε σε καθημερινή βάση.
Δεν είμαστε θύματα των συνθηκών, ούτε του περιβάλλοντος μας αλλά ούτε και της κληρονομικότητας μας γιατί έστω και αν ισχύει κάτι τέτοιο, μπορούμε να βελτιώσουμε το "δείκτη ευτυχίας" στη ζωή μας, αν θέλουμε να το προσπαθήσουμε.
Παρόλα αυτά, η δυστυχία είναι μια επιλογή που προτιμούν πολλοί άνθρωποι.
Ξέρεις γιατί;
Όσο παράξενο και αν ακουστεί, είναι επιλογή επειδή η δυστυχία είναι η κατηφόρα. Είναι ο εύκολος δρόμος. Ενώ η επιλογή της ευτυχίας είναι ανηφόρα γιατί είναι δημιουργία. Είναι ο πιο δύσκολος δρόμος. Αλλά εκείνος που στο τέλος ανταμείβει με τα πλουσιότερα δώρα.
Όλοι εσείς που προτιμάτε να είστε δυστυχείς αντί να είστε ευτυχισμένοι, επειδή πιστεύετε ότι φταίνε οι συνθήκες της ζωής για τα δεινά σας, δείτε τι αποδεικνύει η επιστήμη της Θετικής Ψυχολογίας σχετικά με το τι προκαθορίζει την ευτυχία του ανθρώπου:
Η ευτυχία σήμερα στη ζωή μας δεν είναι απλά επιλογή.
Είναι υποχρέωση όλων μας, αν θέλουμε να είμαστε πιο δυνατοί, πιο δημιουργικοί, περισσότερο αποτελεσματικοί, ευέλικτοι και επιτυχημένοι σε ότι κι αν κάνουμε. Όσο πιο νωρίς το συνειδητοποιήσουμε, τόσο το καλύτερο για εμάς.
Μπορείς να κάνεις την αρχή στο να γίνεις ευτυχέστερος με τρεις τρόπους:
1. Ευγνωμονώντας περισσότερο για τα λίγα ή τα πολλά που έχεις και όλα όσα έρχονται στο δρόμο σου.
2. Ενσταλάζοντας μικρές και μεγάλες δόσεις ευτυχίας καθημερινά στη ζωή σου. Μυρίζοντας ένα λουλούδι, ακούγοντας ένα τραγούδι, βλέποντας ένα ηλιοβασίλεμα, κάνοντας μια αγκαλιά, παρηγορώντας κάποιον για παράδειγμα.
3. Σταματώντας το "μηρυκασμό" για όλα τα λάθη, τις αστοχίες, τους πόνους και τις αποτυχίες του χτες.
Γιατί τα νέα δεδομένα, η νέα πραγματικότητα ένα πράγμα βροντοφωνάζουν Δεν έχουμε την πολυτέλεια να κάνουμε ούτε μια αρνητική σκέψη όσο κι αν τα πράγματα στενεύουν, σκοτεινιάζουν και δυσκολεύουν περισσότερο!
Η επιλογή είναι δική μας!
Υπάρχουν φορές στη ζωή μας που καταλαβαίνουμε ότι κάτι χρειάζεται να αλλάξουμε. Είτε επάνω μας ή στο περιβάλλον. Να προχωρήσουμε σε κάτι καινούργιο και άγνωστο ίσως, αφήνοντας πίσω μας το γνώριμο, το οικείο που μπορεί να μας πληγώνει, να μας ταλαιπωρεί και να μας εμποδίζει να προχωρήσουμε με τη ζωή μας. Μας κατακλύζουν συναισθήματα που αρκετές φορές, κάνουν ακόμα πιο δύσκολη την απόφαση μας.
Μερικά από αυτά τα συναισθήματα μπορεί να είναι:
Όλα τα παραπάνω συναισθήματα όταν εμφανίζονται τακτικά μέσα μας μας προκαλούν μια αίσθηση δυσφορίας με τον εαυτό μας και δυσαρμονίας με τη ροή και εξέλιξη της ζωής μας. Ειδικά, όταν ο εκνευρισμός μετατρέπεται σε μνησικακία, αυτή είναι μια ιδιαίτερα σοβαρή ένδειξη για την αναγκαιότητα της αλλαγής.
Κάτι άλλο που αξίζει να παρατηρούμε το οποίο δείχνει την ανάγκη μας για αλλαγή ή … απαλλαγή, είναι όταν η αποστασιοποίηση ή αδιαφορία για μια συγκεκριμένη κατάσταση ή κάποιο πρόσωπο γίνει έντονη.
Όταν δηλαδή, φτάσουμε σε ένα σημείο που νιώσουμε πως ότι και αν κάνουμε για τη σχέση, το άτομο ή την κατάσταση δεν πρόκειται να φέρει αποτέλεσμα και δεν έχει νόημα.
Τότε που η αίσθηση της αδυναμίας να ανταπεξέλθουμε νικηφόρα μέσα από κατάσταση ή μια σχέση υπερνικά την προθυμία για αλλαγή.
Το θέμα είναι πως όλοι οι άνθρωποι περνούν φάσεις με αρνητικά συναισθήματα στη ζωή τους, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο συχνά τους συμβαίνει κάτι τέτοιο και για πόσο διάστημα, σε σχέση με τα όμορφα συναισθήματα και το χρόνο που διαρκούν στη σχέση ή την κατάσταση.
Γι' αυτό καλό είναι να γίνουμε περισσότερο συνειδητοποιημένοι αναφορικά με τη φύση, τη συχνότητα και την ένταση των συναισθημάτων αυτών ώστε να πάρουμε την απόφαση να φύγουμε και να περάσουμε στο επόμενο επίπεδο της εξέλιξής μας ή να μείνουμε και να διορθώσουμε την κατάσταση, αν τελικά, αυτή μπορεί να διορθωθεί.
Δεν είμαστε θύματα των συνθηκών, ούτε του περιβάλλοντος μας αλλά ούτε και της κληρονομικότητας μας γιατί έστω και αν ισχύει κάτι τέτοιο, μπορούμε να βελτιώσουμε το "δείκτη ευτυχίας" στη ζωή μας, αν θέλουμε να το προσπαθήσουμε.
Παρόλα αυτά, η δυστυχία είναι μια επιλογή που προτιμούν πολλοί άνθρωποι.
Ξέρεις γιατί;
Όσο παράξενο και αν ακουστεί, είναι επιλογή επειδή η δυστυχία είναι η κατηφόρα. Είναι ο εύκολος δρόμος. Ενώ η επιλογή της ευτυχίας είναι ανηφόρα γιατί είναι δημιουργία. Είναι ο πιο δύσκολος δρόμος. Αλλά εκείνος που στο τέλος ανταμείβει με τα πλουσιότερα δώρα.
Όλοι εσείς που προτιμάτε να είστε δυστυχείς αντί να είστε ευτυχισμένοι, επειδή πιστεύετε ότι φταίνε οι συνθήκες της ζωής για τα δεινά σας, δείτε τι αποδεικνύει η επιστήμη της Θετικής Ψυχολογίας σχετικά με το τι προκαθορίζει την ευτυχία του ανθρώπου:
- 10% - Οι συνθήκες της ζωής
- 50% - Γονίδια και κληρονομικότητα
- 40% - Η δική μας προσπάθεια να σκεφτόμαστε και να λειτουργούμε περισσότερο θετικά
Η ευτυχία σήμερα στη ζωή μας δεν είναι απλά επιλογή.
Είναι υποχρέωση όλων μας, αν θέλουμε να είμαστε πιο δυνατοί, πιο δημιουργικοί, περισσότερο αποτελεσματικοί, ευέλικτοι και επιτυχημένοι σε ότι κι αν κάνουμε. Όσο πιο νωρίς το συνειδητοποιήσουμε, τόσο το καλύτερο για εμάς.
Μπορείς να κάνεις την αρχή στο να γίνεις ευτυχέστερος με τρεις τρόπους:
1. Ευγνωμονώντας περισσότερο για τα λίγα ή τα πολλά που έχεις και όλα όσα έρχονται στο δρόμο σου.
2. Ενσταλάζοντας μικρές και μεγάλες δόσεις ευτυχίας καθημερινά στη ζωή σου. Μυρίζοντας ένα λουλούδι, ακούγοντας ένα τραγούδι, βλέποντας ένα ηλιοβασίλεμα, κάνοντας μια αγκαλιά, παρηγορώντας κάποιον για παράδειγμα.
3. Σταματώντας το "μηρυκασμό" για όλα τα λάθη, τις αστοχίες, τους πόνους και τις αποτυχίες του χτες.
Γιατί τα νέα δεδομένα, η νέα πραγματικότητα ένα πράγμα βροντοφωνάζουν Δεν έχουμε την πολυτέλεια να κάνουμε ούτε μια αρνητική σκέψη όσο κι αν τα πράγματα στενεύουν, σκοτεινιάζουν και δυσκολεύουν περισσότερο!
Η επιλογή είναι δική μας!
Υπάρχουν φορές στη ζωή μας που καταλαβαίνουμε ότι κάτι χρειάζεται να αλλάξουμε. Είτε επάνω μας ή στο περιβάλλον. Να προχωρήσουμε σε κάτι καινούργιο και άγνωστο ίσως, αφήνοντας πίσω μας το γνώριμο, το οικείο που μπορεί να μας πληγώνει, να μας ταλαιπωρεί και να μας εμποδίζει να προχωρήσουμε με τη ζωή μας. Μας κατακλύζουν συναισθήματα που αρκετές φορές, κάνουν ακόμα πιο δύσκολη την απόφαση μας.
Μερικά από αυτά τα συναισθήματα μπορεί να είναι:
- Εκνευρισμός
- Μνησικακία
- Θυμός
- Αηδία
- Απομάκρυνση
- Αποστασιοποίηση
Όλα τα παραπάνω συναισθήματα όταν εμφανίζονται τακτικά μέσα μας μας προκαλούν μια αίσθηση δυσφορίας με τον εαυτό μας και δυσαρμονίας με τη ροή και εξέλιξη της ζωής μας. Ειδικά, όταν ο εκνευρισμός μετατρέπεται σε μνησικακία, αυτή είναι μια ιδιαίτερα σοβαρή ένδειξη για την αναγκαιότητα της αλλαγής.
Κάτι άλλο που αξίζει να παρατηρούμε το οποίο δείχνει την ανάγκη μας για αλλαγή ή … απαλλαγή, είναι όταν η αποστασιοποίηση ή αδιαφορία για μια συγκεκριμένη κατάσταση ή κάποιο πρόσωπο γίνει έντονη.
Όταν δηλαδή, φτάσουμε σε ένα σημείο που νιώσουμε πως ότι και αν κάνουμε για τη σχέση, το άτομο ή την κατάσταση δεν πρόκειται να φέρει αποτέλεσμα και δεν έχει νόημα.
Τότε που η αίσθηση της αδυναμίας να ανταπεξέλθουμε νικηφόρα μέσα από κατάσταση ή μια σχέση υπερνικά την προθυμία για αλλαγή.
Το θέμα είναι πως όλοι οι άνθρωποι περνούν φάσεις με αρνητικά συναισθήματα στη ζωή τους, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο συχνά τους συμβαίνει κάτι τέτοιο και για πόσο διάστημα, σε σχέση με τα όμορφα συναισθήματα και το χρόνο που διαρκούν στη σχέση ή την κατάσταση.
Γι' αυτό καλό είναι να γίνουμε περισσότερο συνειδητοποιημένοι αναφορικά με τη φύση, τη συχνότητα και την ένταση των συναισθημάτων αυτών ώστε να πάρουμε την απόφαση να φύγουμε και να περάσουμε στο επόμενο επίπεδο της εξέλιξής μας ή να μείνουμε και να διορθώσουμε την κατάσταση, αν τελικά, αυτή μπορεί να διορθωθεί.
Νίκος Καζαντζάκης: Ανύπαρχτο λέμε ότι δεν πεθυμήσαμε αρκετά
«Μα όταν μοχτούσα να πάρω απόφαση, το μυαλό, θυμούμαι, αντιστέκουνταν πολύ.
Ήταν ακόμα τυλιμένο με το κίτρινο ράσο του Βούδα.
«Αυτό που σκοπεύεις να κάμεις», έλεγε στην καρδιά μου, «είναι μάταιο.
Ο κόσμος όπως τον λαχταρίζεις, να μην πεινάει, να μην κρυώνει, να μην αδικιέται κανένας, δεν υπάρχει.
Δεν θα υπάρξει ποτέ».
Μα η καρδιά, την άκουγα βαθιά μου να του αποκρίνεται:
«Δεν υπάρχει μα θα υπάρξει, γιατί το θέλω.
Σε κάθε χτυποκάρδι μου το πεθυμώ και το θέλω.
Πιστεύω σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει.
Μα πιστεύοντάς τον, τον δημιουργώ.
Ανύπαρχτο λέμε ότι δεν πεθυμήσαμε αρκετά».
Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο
Ήταν ακόμα τυλιμένο με το κίτρινο ράσο του Βούδα.
«Αυτό που σκοπεύεις να κάμεις», έλεγε στην καρδιά μου, «είναι μάταιο.
Ο κόσμος όπως τον λαχταρίζεις, να μην πεινάει, να μην κρυώνει, να μην αδικιέται κανένας, δεν υπάρχει.
Δεν θα υπάρξει ποτέ».
Μα η καρδιά, την άκουγα βαθιά μου να του αποκρίνεται:
«Δεν υπάρχει μα θα υπάρξει, γιατί το θέλω.
Σε κάθε χτυποκάρδι μου το πεθυμώ και το θέλω.
Πιστεύω σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει.
Μα πιστεύοντάς τον, τον δημιουργώ.
Ανύπαρχτο λέμε ότι δεν πεθυμήσαμε αρκετά».
Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο
Οι πιο συχνές αιτίες της ανασφάλειας
Έχετε αντιληφθεί ότι πλημμυρίζετε από αμφιβολίες για τον εαυτό σας και έχετε χαμηλή ή και καθόλου αυτοπεποίθηση; Παρά τα επιτεύγματά σας, φοβάστε ότι είστε «κάλπικοι» και ότι με κάποιο τρόπο θα εκτεθείτε; Μήπως επίσης νιώθετε ότι δεν αξίζετε την αγάπη της/του συντρόφου σας και ότι σύντομα θα σας αφήσει; Προτιμάτε να μένετε σπίτι και φοβάστε να κάνετε νέες γνωριμίες;
Οι περισσότεροι νιώθουμε ανασφαλείς ορισμένες φορές, αλλά κάποιοι από εμάς έχουμε αυτή την αίσθηση συνεχώς. Η παιδική μας ηλικία, τα παρελθοντικά μας τραύματα, οι πρόσφατες εμπειρίες, αποτυχίες ή απορρίψεις, η μοναξιά, το κοινωνικό άγχος, οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό μας, η τελειότητα ή ένας έντονα επικριτικός γονέας ή σύντροφος συνεισφέρουν στην ανασφάλεια. Παρακάτω, παρουσιάζονται οι 3 πιο συχνές μορφές της και πώς να αρχίσουμε τη διαχείρισή τους.
1ος τύπος: Ανασφάλεια λόγω μιας πρόσφατης αποτυχίας ή απόρριψης
Πρόσφατα γεγονότα στη ζωή μας επιδρούν τόσο στη διάθεση όσο και στον τρόπο που νιώθουμε για εμάς. Συγκεκριμένα, έρευνα έδειξε ότι το 40% της αίσθησης ευτυχίας μας βασίζεται σε πρόσφατα γεγονότα ζωής. Ο μεγαλύτερος αρνητικός παράγοντας είναι η λήψη μιας σχέσης, ο θάνατος ενός συντρόφου, η απώλεια εργασίας και τα προβλήματα υγείας.
Καθώς η έλλειψη ευτυχίας επηρεάζει επίσης την αυτοπεποίθησή μας, η αποτυχία και η απόρριψη καταφέρνουν ένα διπλό χτύπημα σε αυτή. Η απόρριψη μας οδηγεί σε μια αρνητική θέαση του εαυτού και των άλλων γύρω μας, τουλάχιστον για λίγο καιρό. Είναι σαν για παράδειγμα μια απόλυση να προσδένεται σε αρνητικές πεποιθήσεις για την αυταξία μας και να τις ενεργοποιεί. Ορισμένα εργαλεία που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να ξεπεράσουμε την ανασφάλεια που βασίζονται στην απόρριψη είναι:
– Να δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας να αναρρώσει και να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες.
– Να βγούμε έξω και να συνεχίσουμε να ικανοποιούμαστε από τα ενδιαφέροντα και τα χόμπι μας.
– Να στραφούμε σε φίλους και οικογένεια
– Να λάβουμε ανατροφοδότηση από εκείνους που εμπιστευόμαστε
– Να πεισμώσουμε και να συνεχίσουμε να κυνηγάμε τους στόχους μας
– Να είμαστε πρόθυμοι να ακολουθήσουμε μια διαφορετική στρατηγική.
2ος τύπος: Έλλειψη αυτοπεποίθησης λόγω κοινωνικού άγχους
Πολλοί νιώθουμε ανασφαλείς σε κοινωνικές καταστάσεις, όπως σε πάρτι, σε οικογενειακές συναντήσεις, σε συνεντεύξεις και σε ραντεβού. Φοβόμαστε να κριθούμε από άλλους και να βγούμε χαμένοι. Ως εκ τούτου, μπορεί να αποφεύγουμε τέτοιες καταστάσεις. Παρελθοντικές εμπειρίες τρέφουν συνήθως τέτοιες ανασφάλειες. Πολλοί έχουν υποστεί bullying παλαιότερα ή έχουν απορριφθεί ως παιδιά.
Αυτός ο τύπος ανασφάλειας βασίζεται γενικά σε διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις για την αυταξία μας – αλλά και στην λανθασμένη αντίληψή μας ότι οι άλλοι συνεχώς μας κρίνουν. Κάποια εργαλεία για να καταπολεμήσουμε την ανασφάλεια σε κοινωνικές καταστάσεις:
– Αντιμιλήστε στον εσωτερικό κριτή σας
– Προετοιμάστε εκ των προτέρων: Σκεφτείτε ορισμένα πράγματα για τα οποία μπορείτε να μιλήσετε – χόμπι, αγαπημένες ταινίες, την οικογένεια, τους φίλους σας.
– Η αποφυγή των κοινωνικών καταστάσεων απλά επιδεινώνει τα πράγματα: Οπότε πηγαίνετε σε ένα πάρτι ή ένα ραντεβού, ακόμα κι αν είστε αγχωμένοι. Το άγχος σας σταδιακά θα μειωθεί καθώς αλληλεπιδράτε όλο και συχνότερα.
– Εστιάστε στους άλλους ώστε να καταπολεμήσετε την έντονη συγκέντρωση σε ό,τι νιώθετε
3ος τύπος: Ανασφάλεια λόγω τελειομανίας
Υπάρχει μια μεγάλη εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα σε αυτά τα δύο χαρακτηριστικά. Μπορεί να θέλουμε την καλύτερη θέση εργασίας, τους υψηλότερους βαθμούς, το ομορφότερο σώμα, το πιο πολυτελές σπίτι. Δυστυχώς, η ζωή δεν μας κάνει πάντα τα χατίρια, ακόμα κι αν εργαζόμαστε σκληρά γι’ αυτά. Υπάρχει ένα μέρος του αποτελέσματος που σε κάποιο βαθμό βρίσκεται εκτός του ελέγχου μας.
Αν συνεχώς απογοητεύεστε και αυτοκατηγορείστε για τις συνέπειες, θα αρχίσετε να νιώθετε ανασφαλείς. Πολλές φορές μάλιστα αυτή η σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει κατάθλιψη και άγχος, διατροφικές διαταραχές ή χρόνια κόπωση. Κάποιοι τρόποι να καταπολεμήσουμε την τελειότητα:
– Δοκιμάστε να αξιολογείτε τον εαυτό σας βασισμένοι στο πόση προσπάθεια κάνατε, ένας παράγοντας ελέγξιμος από εσάς παρά το αποτέλεσμα, το οποίο επηρεάζεται και από εξωτερικούς παράγοντες.
– Η τελειομανία συχνά βασίζεται στη νοοτροπία «όλα ή τίποτα», οπότε μπορείτε να βρείτε τις γκρι περιοχές. Υπάρχει ένας πιο κατανοητός ή ένας ενσυναισθητικός τρόπος να δείτε την κατάσταση;
– Οι τελειομανείς συχνά έχουν εναλλασσόμενη αυτοπεποίθηση: Τους αρέσει ο εαυτός τους όταν βρίσκονται στην κορυφή και τον απεχθάνονται όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουν. Μπορείτε να μάθετε να σας αποδέχεστε ακόμα κι όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά; Εστιάστε σε εσωτερικές ποιότητες, όπως στον χαρακτήρα, την ειλικρίνεια ή τις καλές σας αξίες, αντί για τους βαθμούς που πήρατε, το πόσο πληρώνεστε ή πόσοι άνθρωποι σας έκαναν like στη φωτογραφία.
Οι περισσότεροι νιώθουμε ανασφαλείς ορισμένες φορές, αλλά κάποιοι από εμάς έχουμε αυτή την αίσθηση συνεχώς. Η παιδική μας ηλικία, τα παρελθοντικά μας τραύματα, οι πρόσφατες εμπειρίες, αποτυχίες ή απορρίψεις, η μοναξιά, το κοινωνικό άγχος, οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό μας, η τελειότητα ή ένας έντονα επικριτικός γονέας ή σύντροφος συνεισφέρουν στην ανασφάλεια. Παρακάτω, παρουσιάζονται οι 3 πιο συχνές μορφές της και πώς να αρχίσουμε τη διαχείρισή τους.
1ος τύπος: Ανασφάλεια λόγω μιας πρόσφατης αποτυχίας ή απόρριψης
Πρόσφατα γεγονότα στη ζωή μας επιδρούν τόσο στη διάθεση όσο και στον τρόπο που νιώθουμε για εμάς. Συγκεκριμένα, έρευνα έδειξε ότι το 40% της αίσθησης ευτυχίας μας βασίζεται σε πρόσφατα γεγονότα ζωής. Ο μεγαλύτερος αρνητικός παράγοντας είναι η λήψη μιας σχέσης, ο θάνατος ενός συντρόφου, η απώλεια εργασίας και τα προβλήματα υγείας.
Καθώς η έλλειψη ευτυχίας επηρεάζει επίσης την αυτοπεποίθησή μας, η αποτυχία και η απόρριψη καταφέρνουν ένα διπλό χτύπημα σε αυτή. Η απόρριψη μας οδηγεί σε μια αρνητική θέαση του εαυτού και των άλλων γύρω μας, τουλάχιστον για λίγο καιρό. Είναι σαν για παράδειγμα μια απόλυση να προσδένεται σε αρνητικές πεποιθήσεις για την αυταξία μας και να τις ενεργοποιεί. Ορισμένα εργαλεία που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να ξεπεράσουμε την ανασφάλεια που βασίζονται στην απόρριψη είναι:
– Να δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας να αναρρώσει και να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες.
– Να βγούμε έξω και να συνεχίσουμε να ικανοποιούμαστε από τα ενδιαφέροντα και τα χόμπι μας.
– Να στραφούμε σε φίλους και οικογένεια
– Να λάβουμε ανατροφοδότηση από εκείνους που εμπιστευόμαστε
– Να πεισμώσουμε και να συνεχίσουμε να κυνηγάμε τους στόχους μας
– Να είμαστε πρόθυμοι να ακολουθήσουμε μια διαφορετική στρατηγική.
2ος τύπος: Έλλειψη αυτοπεποίθησης λόγω κοινωνικού άγχους
Πολλοί νιώθουμε ανασφαλείς σε κοινωνικές καταστάσεις, όπως σε πάρτι, σε οικογενειακές συναντήσεις, σε συνεντεύξεις και σε ραντεβού. Φοβόμαστε να κριθούμε από άλλους και να βγούμε χαμένοι. Ως εκ τούτου, μπορεί να αποφεύγουμε τέτοιες καταστάσεις. Παρελθοντικές εμπειρίες τρέφουν συνήθως τέτοιες ανασφάλειες. Πολλοί έχουν υποστεί bullying παλαιότερα ή έχουν απορριφθεί ως παιδιά.
Αυτός ο τύπος ανασφάλειας βασίζεται γενικά σε διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις για την αυταξία μας – αλλά και στην λανθασμένη αντίληψή μας ότι οι άλλοι συνεχώς μας κρίνουν. Κάποια εργαλεία για να καταπολεμήσουμε την ανασφάλεια σε κοινωνικές καταστάσεις:
– Αντιμιλήστε στον εσωτερικό κριτή σας
– Προετοιμάστε εκ των προτέρων: Σκεφτείτε ορισμένα πράγματα για τα οποία μπορείτε να μιλήσετε – χόμπι, αγαπημένες ταινίες, την οικογένεια, τους φίλους σας.
– Η αποφυγή των κοινωνικών καταστάσεων απλά επιδεινώνει τα πράγματα: Οπότε πηγαίνετε σε ένα πάρτι ή ένα ραντεβού, ακόμα κι αν είστε αγχωμένοι. Το άγχος σας σταδιακά θα μειωθεί καθώς αλληλεπιδράτε όλο και συχνότερα.
– Εστιάστε στους άλλους ώστε να καταπολεμήσετε την έντονη συγκέντρωση σε ό,τι νιώθετε
3ος τύπος: Ανασφάλεια λόγω τελειομανίας
Υπάρχει μια μεγάλη εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα σε αυτά τα δύο χαρακτηριστικά. Μπορεί να θέλουμε την καλύτερη θέση εργασίας, τους υψηλότερους βαθμούς, το ομορφότερο σώμα, το πιο πολυτελές σπίτι. Δυστυχώς, η ζωή δεν μας κάνει πάντα τα χατίρια, ακόμα κι αν εργαζόμαστε σκληρά γι’ αυτά. Υπάρχει ένα μέρος του αποτελέσματος που σε κάποιο βαθμό βρίσκεται εκτός του ελέγχου μας.
Αν συνεχώς απογοητεύεστε και αυτοκατηγορείστε για τις συνέπειες, θα αρχίσετε να νιώθετε ανασφαλείς. Πολλές φορές μάλιστα αυτή η σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει κατάθλιψη και άγχος, διατροφικές διαταραχές ή χρόνια κόπωση. Κάποιοι τρόποι να καταπολεμήσουμε την τελειότητα:
– Δοκιμάστε να αξιολογείτε τον εαυτό σας βασισμένοι στο πόση προσπάθεια κάνατε, ένας παράγοντας ελέγξιμος από εσάς παρά το αποτέλεσμα, το οποίο επηρεάζεται και από εξωτερικούς παράγοντες.
– Η τελειομανία συχνά βασίζεται στη νοοτροπία «όλα ή τίποτα», οπότε μπορείτε να βρείτε τις γκρι περιοχές. Υπάρχει ένας πιο κατανοητός ή ένας ενσυναισθητικός τρόπος να δείτε την κατάσταση;
– Οι τελειομανείς συχνά έχουν εναλλασσόμενη αυτοπεποίθηση: Τους αρέσει ο εαυτός τους όταν βρίσκονται στην κορυφή και τον απεχθάνονται όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουν. Μπορείτε να μάθετε να σας αποδέχεστε ακόμα κι όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά; Εστιάστε σε εσωτερικές ποιότητες, όπως στον χαρακτήρα, την ειλικρίνεια ή τις καλές σας αξίες, αντί για τους βαθμούς που πήρατε, το πόσο πληρώνεστε ή πόσοι άνθρωποι σας έκαναν like στη φωτογραφία.
Η αγάπη προκαλεί τη μοναδική επανάσταση που φέρνει ευτυχία
Η ζωή είναι παράξενη. Συμβαίνουν τόσα πράγματα εκεί που δεν τα περιμένεις και δεν λύνεις κανένα πρόβλημα με το να αντιστέκεσαι σ’ αυτά. Χρειάζεται να έχεις τεράστια ευλυγισία και σταθερή καρδιά.
Η ζωή είναι σαν μια κόψη ξυραφιού και πρέπει να περπατήσει κανείς πάνω σ’ αυτό το μονοπάτι με εξαιρετική προσοχή και ευέλικτη σοφία.
Η ζωή είναι πολύ πλούσια, έχει τόσους πολλούς θησαυρούς κι εμείς την πλησιάζουμε με άδειες καρδιές. Δεν ξέρουμε πώς να γεμίσουμε τις καρδιές μας με την αφθονία της ζωής. Ενώ είμαστε φτωχοί μέσα μας, όταν μας προσφέρονται τα πλούτη της τ’ αρνιόμαστε. Πάμε στο πηγάδι για νερό κρατώντας δαχτυλήθρα κι έτσι η ζωή καταντάει μια κακόγουστη υπόθεση, ασήμαντη και μικρή.
Η αγάπη είναι επικίνδυνο πράγμα. Φέρνει τη μόνη επανάσταση που δίνει απόλυτη ευτυχία. Είναι τόσο λίγοι εκείνοι από μας που μπορούν ν’ αγαπούν. Τόσο λίγοι εκείνοι που θέλουν ν’ αγαπούν.
Αγαπάμε βάζοντας όρους, κάνοντας την αγάπη ένα εμπορεύσιμο πράγμα. Έχουμε νοοτροπία παζαριού, αλλά η αγάπη δεν είναι εμπορεύσιμη, δεν είναι ένα απλό «πάρε-δώσε». Είναι μια κατάσταση ύπαρξης όπου όλα τα ανθρώπινα προβλήματα είναι λυμένα. Τι υπέροχο μέρος που θα μπορούσε να είναι η γη με τόση πολλή ομορφιά που υπάρχει, τόσο μεγαλείο, τόση άφθαρτη ομορφιά! Είμαστε παγιδευμένοι στον πόνο και δεν νοιαζόμαστε να ξεφύγουμε απ’ αυτόν ακόμα κι όταν κάποιος μας δείχνει το δρόμο.
Δεν ξέρω, αλλά νιώθει κανείς να φλέγεται από αγάπη· υπάρχει μια άσβηστη φλόγα· νιώθει ότι έχει τόση πολλή απ’ αυτήν μέσα του, που θέλει να τη δώσει σε όλους· και το κάνει. Είναι σαν ένα ποτάμι που κυλάει με ορμή, που ποτίζει και δίνει ζωή σε κάθε πόλη και χωριό· μολύνεται από τις ανθρώπινες βρομιές που πέφτουν σ’ αυτό, αλλά σύντομα τα νερά καθαρίζονται από μόνα τους και συνεχίζουν να τρέχουν.
Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει την αγάπη γιατί διαλύονται μέσα σ’ αυτήν τα πάντα: το καλό και το κακό· το άσχημο και το όμορφο. Είναι το μοναδικό πράγμα που είναι αυτό το ίδιο αιωνιότητα.
Η ζωή είναι σαν μια κόψη ξυραφιού και πρέπει να περπατήσει κανείς πάνω σ’ αυτό το μονοπάτι με εξαιρετική προσοχή και ευέλικτη σοφία.
Η ζωή είναι πολύ πλούσια, έχει τόσους πολλούς θησαυρούς κι εμείς την πλησιάζουμε με άδειες καρδιές. Δεν ξέρουμε πώς να γεμίσουμε τις καρδιές μας με την αφθονία της ζωής. Ενώ είμαστε φτωχοί μέσα μας, όταν μας προσφέρονται τα πλούτη της τ’ αρνιόμαστε. Πάμε στο πηγάδι για νερό κρατώντας δαχτυλήθρα κι έτσι η ζωή καταντάει μια κακόγουστη υπόθεση, ασήμαντη και μικρή.
Η αγάπη είναι επικίνδυνο πράγμα. Φέρνει τη μόνη επανάσταση που δίνει απόλυτη ευτυχία. Είναι τόσο λίγοι εκείνοι από μας που μπορούν ν’ αγαπούν. Τόσο λίγοι εκείνοι που θέλουν ν’ αγαπούν.
Αγαπάμε βάζοντας όρους, κάνοντας την αγάπη ένα εμπορεύσιμο πράγμα. Έχουμε νοοτροπία παζαριού, αλλά η αγάπη δεν είναι εμπορεύσιμη, δεν είναι ένα απλό «πάρε-δώσε». Είναι μια κατάσταση ύπαρξης όπου όλα τα ανθρώπινα προβλήματα είναι λυμένα. Τι υπέροχο μέρος που θα μπορούσε να είναι η γη με τόση πολλή ομορφιά που υπάρχει, τόσο μεγαλείο, τόση άφθαρτη ομορφιά! Είμαστε παγιδευμένοι στον πόνο και δεν νοιαζόμαστε να ξεφύγουμε απ’ αυτόν ακόμα κι όταν κάποιος μας δείχνει το δρόμο.
Δεν ξέρω, αλλά νιώθει κανείς να φλέγεται από αγάπη· υπάρχει μια άσβηστη φλόγα· νιώθει ότι έχει τόση πολλή απ’ αυτήν μέσα του, που θέλει να τη δώσει σε όλους· και το κάνει. Είναι σαν ένα ποτάμι που κυλάει με ορμή, που ποτίζει και δίνει ζωή σε κάθε πόλη και χωριό· μολύνεται από τις ανθρώπινες βρομιές που πέφτουν σ’ αυτό, αλλά σύντομα τα νερά καθαρίζονται από μόνα τους και συνεχίζουν να τρέχουν.
Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει την αγάπη γιατί διαλύονται μέσα σ’ αυτήν τα πάντα: το καλό και το κακό· το άσχημο και το όμορφο. Είναι το μοναδικό πράγμα που είναι αυτό το ίδιο αιωνιότητα.
Εάν δεν ανακαλύψετε κάτι ιερό στη ζωή σας, τότε, η ζωή είναι επιφανειακή
Ο άνθρωπος πάντοτε ήθελε κάτι άγιο, ιερό. Το να είσαι απλώς καλός προς τους άλλους, ευαίσθητος, διακριτικός, ευγενής, γεμάτος φροντίδα και στοργικός: αυτό δεν έχει βάθος, δεν έχει ζωντάνια. Εάν δεν ανακαλύψετε στη ζωή σας κάτι πραγματικά ιερό που να έχει βάθος, που να έχει τρομαχτική ομορφιά, που να είναι η πηγή των πάντων, η ζωή γίνεται πολύ επιφανειακή. Μπορεί να είστε παντρεμένος επιτυχημένα, με παιδιά, σπίτι και χρήματα, μπορεί να είστε έξυπνος και διάσημος, χωρίς όμως εκείνο το άρωμα το καθετί γίνεται σαν σκιά χωρίς υπόσταση.
Βλέποντας τι συμβαίνει στον κόσμο, θ’ανακαλύψετε στην καθημερινή σας ζωή κάτι που είναι πραγματικά αληθινό, πραγματικά ωραίο, άγιο, ιερό; Αν το ‘χετε αυτό, τότε η ευγένεια έχει νόημα, τότε η σκέψη για τους άλλους έχει νόημα, έχει βάθος. Τότε μπορείτε να κάνετε οτιδήποτε θέλετε, θα υπάρχει πάντα εκείνο το άρωμα. Πώς θα φτάσετε σ’αυτό; Είναι μέρος της εκπαιδεύσεώς σας, όχι μόνο να μάθετε μαθηματικά, αλλά ν’ανακαλύψετε και αυτό.
Ξέρετε, για να δείτε κάτι πολύ καθαρά – ακόμη κι εκείνο το δέντρο – ο νους σας πρέπει να είναι ήσυχος, δεν πρέπει;
Για να δω εκείνη την εικόνα πρέπει να την κοιτάξω, αν όμως ο νους μου φλυαρεί, λέγοντας «θα ‘θελα να είμαι έξω» ή «θα ‘θελα να είχα ένα καλύτερο πανταλόνι», αν ο νους μου περιπλανιέται, ποτέ δε θα μπορέσω να δω εκείνη την εικόνα καθαρά. Για να δω κάτι πολύ καθαρά πρέπει να έχω ένα πολύ ήσυχο νου. Δείτε πρώτα τη λογική αυτού του πράγματος. Για να παρακολουθήσω τα πουλιά, τα σύννεφα, τα δέντρα, ο νους πρέπει να είναι εξαιρετικά σιωπηλός για να παρακολουθήσει.
Υπάρχουν διάφορα συστήματα για να ελέγχουν το νου ώστε να γίνει τελείως ήσυχος. Και όντας πολύ ήσυχος τότε δοκιμάζετε κάτι απέραντο – δηλαδή την ιδέα.
Λένε λοιπόν: πρώτα ο νους πρέπει να είναι ήσυχος, ελέγξτε τον, μην τον αφήνετε να περιπλανιέται, γιατί όταν έχετε ήσυχο νου η ζωή είναι καταπληκτική. Τώρα, όταν ελέγχετε ή αναγκάζετε το νου, τον παραμορφώνετε, έτσι δεν είναι;
Εάν αναγκάσω τον εαυτό μου να είναι καλός, αυτό δεν είναι καλοσύνη. Εάν αναγκάσω τον εαυτό μου να είναι υπερβολικά ευγενικός μαζί σας, αυτό δεν είναι ευγένεια. Εάν λοιπόν αναγκάσω το νου μου να συγκεντρωθεί σ’αυτή τη μία εικόνα, τότε υπάρχει τόση πολλή ένταση, προσπάθεια, πόνος και καταπίεση. Επομένως ένας τέτοιος νους δεν είναι ήσυχος – βλέπετε; Πρέπει λοιπόν να ρωτήσουμε: Υπάρχει τρόπος να δημιουργήσουμε έναν πολύ ήσυχο νου χωρίς καμιά παραμόρφωση, χωρίς καμιά προσπάθεια, χωρίς να πούμε «Πρέπει να τον ελέγξω;»
Φυσικά υπάρχει. Υπάρχει μια ησυχία, μια σιγή χωρίς καμιά προσπάθεια. Αυτό απαιτεί κατανόηση του τι είναι προσπάθεια. Και όταν καταλάβετε τι είναι προσπάθεια, έλεγχος, καταπίεση – να την καταλάβετε όχι μόνο με τις λέξεις αλλά να δείτε πραγματικά την αλήθεια της – σ’αυτήν ακριβώς την αντίληψη ο νους γίνεται ήσυχος.
Βλέποντας τι συμβαίνει στον κόσμο, θ’ανακαλύψετε στην καθημερινή σας ζωή κάτι που είναι πραγματικά αληθινό, πραγματικά ωραίο, άγιο, ιερό; Αν το ‘χετε αυτό, τότε η ευγένεια έχει νόημα, τότε η σκέψη για τους άλλους έχει νόημα, έχει βάθος. Τότε μπορείτε να κάνετε οτιδήποτε θέλετε, θα υπάρχει πάντα εκείνο το άρωμα. Πώς θα φτάσετε σ’αυτό; Είναι μέρος της εκπαιδεύσεώς σας, όχι μόνο να μάθετε μαθηματικά, αλλά ν’ανακαλύψετε και αυτό.
Ξέρετε, για να δείτε κάτι πολύ καθαρά – ακόμη κι εκείνο το δέντρο – ο νους σας πρέπει να είναι ήσυχος, δεν πρέπει;
Για να δω εκείνη την εικόνα πρέπει να την κοιτάξω, αν όμως ο νους μου φλυαρεί, λέγοντας «θα ‘θελα να είμαι έξω» ή «θα ‘θελα να είχα ένα καλύτερο πανταλόνι», αν ο νους μου περιπλανιέται, ποτέ δε θα μπορέσω να δω εκείνη την εικόνα καθαρά. Για να δω κάτι πολύ καθαρά πρέπει να έχω ένα πολύ ήσυχο νου. Δείτε πρώτα τη λογική αυτού του πράγματος. Για να παρακολουθήσω τα πουλιά, τα σύννεφα, τα δέντρα, ο νους πρέπει να είναι εξαιρετικά σιωπηλός για να παρακολουθήσει.
Υπάρχουν διάφορα συστήματα για να ελέγχουν το νου ώστε να γίνει τελείως ήσυχος. Και όντας πολύ ήσυχος τότε δοκιμάζετε κάτι απέραντο – δηλαδή την ιδέα.
Λένε λοιπόν: πρώτα ο νους πρέπει να είναι ήσυχος, ελέγξτε τον, μην τον αφήνετε να περιπλανιέται, γιατί όταν έχετε ήσυχο νου η ζωή είναι καταπληκτική. Τώρα, όταν ελέγχετε ή αναγκάζετε το νου, τον παραμορφώνετε, έτσι δεν είναι;
Εάν αναγκάσω τον εαυτό μου να είναι καλός, αυτό δεν είναι καλοσύνη. Εάν αναγκάσω τον εαυτό μου να είναι υπερβολικά ευγενικός μαζί σας, αυτό δεν είναι ευγένεια. Εάν λοιπόν αναγκάσω το νου μου να συγκεντρωθεί σ’αυτή τη μία εικόνα, τότε υπάρχει τόση πολλή ένταση, προσπάθεια, πόνος και καταπίεση. Επομένως ένας τέτοιος νους δεν είναι ήσυχος – βλέπετε; Πρέπει λοιπόν να ρωτήσουμε: Υπάρχει τρόπος να δημιουργήσουμε έναν πολύ ήσυχο νου χωρίς καμιά παραμόρφωση, χωρίς καμιά προσπάθεια, χωρίς να πούμε «Πρέπει να τον ελέγξω;»
Φυσικά υπάρχει. Υπάρχει μια ησυχία, μια σιγή χωρίς καμιά προσπάθεια. Αυτό απαιτεί κατανόηση του τι είναι προσπάθεια. Και όταν καταλάβετε τι είναι προσπάθεια, έλεγχος, καταπίεση – να την καταλάβετε όχι μόνο με τις λέξεις αλλά να δείτε πραγματικά την αλήθεια της – σ’αυτήν ακριβώς την αντίληψη ο νους γίνεται ήσυχος.
ARTHUR SCHOPENHAUER: Όποιος δίνει μεγάλη αξία στη γνώμη των ανθρώπων τους τιμά περισσότερο από όσο θα ‘πρεπε
ΑΥΤΟ το πώς είμαστε κατά τη γνώμη των άλλων, εξαιτίας μιας ιδιαίτερης αδυναμίας της φύσης μας, παίρνει σε κάθε περίπτωση υπερβολική βαρύτητα, παρόλο που λίγη μόνο σκέψη και περισυλλογή θα μας δίδασκε ότι για την ευτυχία μας δεν έχει καμία σημασία. Είναι επομένως δύσκολο να εξηγηθεί το ότι κάθε άνθρωπος χαίρεται μέσα του τόσο πολύ και νιώθει να κολακεύεται η ματαιοδοξία του όταν αντιληφθεί σημάδια ευνοϊκής γνώμης από τους άλλους και αντίστροφα, είναι ν’ απορεί κανείς πόσο πολύ κάθε αμφισβήτηση της φιλοδοξίας του με οποιαδήποτε έννοια, σε οποιονδήποτε βαθμό και σχέση, κάθε υποτίμηση, υποβάθμιση, έλλειψη εκτίμησης βρίσκει τον στόχο της με βεβαιότητα, τον πληγώνει και συχνά τον πονάει βαθιά. Εφόσον σε τούτη την ανθρώπινη ιδιότητα βασίζεται το αίσθημα της τιμής, μπορεί να είναι χρήσιμη και παραγωγική για τη συμβατική καλή συμπεριφορά πολλών σαν υποκατάστατο της ηθικής τους, αλλά στην ευτυχία του ανθρώπου, και ιδίως στην τόσο ουσιαστικής σημασίας για την ευτυχία του ψυχική ηρεμία και ανεξαρτησία, δεν συμβάλει, πιο πολύ τη διαταράσσει και δημιουργεί προσκόμματα. Γι αυτό μέσα από τους ενδεδειγμένους συλλογισμούς και τη σωστή εκτίμηση των αγαθών θα συμβουλεύαμε να μετριάσει κανένας κατά το δυνατόν εκείνη τη μεγάλη ευαισθησία απέναντι στην ξένη γνώμη, τόσο εκεί που κολακεύεται όσο και εκεί που πληγώνεται γιατί και τα δύο κρέμονται από την ίδια κλωστή. Διαφορετικά μένει κανείς δούλος της ξένης γνώμης και των ξένων σκέψεων:
Sic leve, sic parvum est, animum quod laudis avarum Subruit ac reficit.
[=Τόσο μικρό, τόσο ασήμαντο είναι αυτό που ρίχνει κάτω και που ανυψώνει εκείνον που διψάει για εγκώμια.]
Οράτιος, Epistulae 2, 1, 179
Εκτός αυτού, ό,τι διαδραματίζεται σε μια ξένη συνείδηση, καθαυτό, για εμάς είναι αδιάφορο, και επίσης κι εμείς σιγά σιγά θα γινόμαστε αδιάφοροι, όταν αποκτήσουμε αρκετή γνώση του επιφανειακού και ρηχού των σκέψεων, της πνευματικής στενότητας των εννοιών, της μικροπρέπειας του φρονήματος, του στρεβλού των απόψεων και του πλήθους των πλανών στα περισσότερα κεφάλια, κι ακόμα μάθουμε από προσωπική πείρα με πόση υποτίμηση μιλάει κανένας συχνά για κάποιον όταν δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από αυτόν ή νομίζει πως δεν θα φτάσει στ’ αφτιά του. Ιδιαίτερα όμως, αφού μια φορά θα ακούσουμε με πόση περιφρόνηση μιλάνε μερικοί ηλίθιοι για τους μεγαλύτερους άντρες. Τότε θα καταλάβουμε πως όποιος δίνει μεγάλη αξία στη γνώμη των ανθρώπων τους τιμά περισσότερο από όσο θα ‘πρεπε.
Πράγματι, η αξία που δίνουμε στη γνώμη των άλλων και η διαρκής έγνοια μας γι’ αυτή υπερβαίνει κατά κανόνα κάθε λογικό όριο, έτσι που να μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα είδος γενικά εξαπλωμένης ή πιο πολύ έμφυτης μανίας. Σε όλα όσα χάνουμε ή αποφεύγουμε πρώτα πρώτα σκεφτόμαστε την ξένη γνώμη, και από την έγνοια μας γι’ αυτή, με μια ακριβέστερη εξέταση διαπιστώνουμε πώς έχει προέλθει σχεδόν το μισό από όλες τις στενοχώριες και τους φόβους που έχουμε νιώσει ποτέ. Γιατί βρίσκεται πίσω από κάθε συναίσθημα μείωσης, πίσω από όλες τις φιλαρέσκειες και τις αλαζονείες, την επιδεικτικότητα και την καυχησιολογία. Χωρίς αυτή την έγνοια και μανία η πολυτέλεια και η χλιδή θα έχαναν τα εννιά δέκατα της αξίας τους. Κάθε αλαζονική υπερηφάνεια, όσο διαφορετικού είδους και περιοχής και αν είναι, κάθε έπαρση βασίζεται σε αυτή – και τι θυσίες απαιτεί πολλές φορές!
ARTHUR SCHOPENHAUER, Το ασήμαντο αιώνια επαινούν
Sic leve, sic parvum est, animum quod laudis avarum Subruit ac reficit.
[=Τόσο μικρό, τόσο ασήμαντο είναι αυτό που ρίχνει κάτω και που ανυψώνει εκείνον που διψάει για εγκώμια.]
Οράτιος, Epistulae 2, 1, 179
Εκτός αυτού, ό,τι διαδραματίζεται σε μια ξένη συνείδηση, καθαυτό, για εμάς είναι αδιάφορο, και επίσης κι εμείς σιγά σιγά θα γινόμαστε αδιάφοροι, όταν αποκτήσουμε αρκετή γνώση του επιφανειακού και ρηχού των σκέψεων, της πνευματικής στενότητας των εννοιών, της μικροπρέπειας του φρονήματος, του στρεβλού των απόψεων και του πλήθους των πλανών στα περισσότερα κεφάλια, κι ακόμα μάθουμε από προσωπική πείρα με πόση υποτίμηση μιλάει κανένας συχνά για κάποιον όταν δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από αυτόν ή νομίζει πως δεν θα φτάσει στ’ αφτιά του. Ιδιαίτερα όμως, αφού μια φορά θα ακούσουμε με πόση περιφρόνηση μιλάνε μερικοί ηλίθιοι για τους μεγαλύτερους άντρες. Τότε θα καταλάβουμε πως όποιος δίνει μεγάλη αξία στη γνώμη των ανθρώπων τους τιμά περισσότερο από όσο θα ‘πρεπε.
Πράγματι, η αξία που δίνουμε στη γνώμη των άλλων και η διαρκής έγνοια μας γι’ αυτή υπερβαίνει κατά κανόνα κάθε λογικό όριο, έτσι που να μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα είδος γενικά εξαπλωμένης ή πιο πολύ έμφυτης μανίας. Σε όλα όσα χάνουμε ή αποφεύγουμε πρώτα πρώτα σκεφτόμαστε την ξένη γνώμη, και από την έγνοια μας γι’ αυτή, με μια ακριβέστερη εξέταση διαπιστώνουμε πώς έχει προέλθει σχεδόν το μισό από όλες τις στενοχώριες και τους φόβους που έχουμε νιώσει ποτέ. Γιατί βρίσκεται πίσω από κάθε συναίσθημα μείωσης, πίσω από όλες τις φιλαρέσκειες και τις αλαζονείες, την επιδεικτικότητα και την καυχησιολογία. Χωρίς αυτή την έγνοια και μανία η πολυτέλεια και η χλιδή θα έχαναν τα εννιά δέκατα της αξίας τους. Κάθε αλαζονική υπερηφάνεια, όσο διαφορετικού είδους και περιοχής και αν είναι, κάθε έπαρση βασίζεται σε αυτή – και τι θυσίες απαιτεί πολλές φορές!
ARTHUR SCHOPENHAUER, Το ασήμαντο αιώνια επαινούν
Fr. Nietzsche: τι είναι η Δημοκρατία;
Δημοκρατία: από την ελευθερία στην ανελευθερία;
§1. Η έννοια της δημοκρατίας κατανοείται από τον Νίτσε υπό έναν ευρέως πολλαπλό τρόπο και όχι αποκλειστικά ομοιογενώς και ανεξάρτητα από τις ιστορικές περιστάσεις. Στο πρώιμο και ύστερο έργο του, αντιτίθεται σταθερά στη δημοκρατία, θεωρώντας την ως το πιο ισοπεδωτικό πολίτευμα, που συνθλίβει το δημιουργικό ένστικτο των ατόμων και αποθρασύνει τα άγρια ένστικτα και συνακόλουθα την κτηνώδη συμπεριφορά της αγελαίας μάζας. Στα έργα του της μέσης περιόδου εμφανίζεται πιο ευέλικτος. Στα πρώιμα γραπτά του θεωρεί πως το μεγαλείο, η υπεροχή της πολιτείας συχνά επιτυγχάνεται σε βάρος της αδύναμης μάζας· αλλά τούτο αποτελεί ένα αναγκαίο τίμημα για να ωφεληθεί το σύνολο των ανθρώπων. Βασικό μοντέλο, για τη σκέψη του, κατ’ αυτή την περίοδο αποτελεί το σύστημα διακυβέρνησης, όπως ίσχυε στην αρχαία Ελλάδα. Στο έργο του Ανθρώπινο-πολύ Ανθρώπινο, αποδέχεται το τετελεσμένο της δημοκρατίας και επιχειρεί να ερμηνεύσει βασικές πτυχές της εσωτερικής της λειτουργίας. Γράφει σχετικά για τα πολιτικά κόμματα, τα οποία διαχρονικά έχουν αποδειχτεί βραχνάς της δημοκρατίας, με ορισμένες μόνο εξαιρέσεις κι αυτές βεβαιωτικές του κανόνα:
«Παρακαλώ να μας δοθεί ο λόγος. Ο δημαγωγικός χαρακτήρας και η πρόθεση να επηρεάσουν τις μάζες είναι σήμερα το κοινό στοιχείο όλων των πολιτικών κομμάτων: λόγω αυτής της πρόθεσης είναι όλα αναγκασμένα να μετατρέπουν τις αρχές τους σε μεγάλες τοιχογραφίες ηλιθιοτήτων και έτσι να τις ζωγραφίζουν στον τοίχο. Αυτό δεν μπορεί να αλλάξει πια … γιατί στη σφαίρα τούτη ισχύει αυτό που λέει ο Βολταίρος: «από τη στιγμή που αρχίζει να σκέφτεται ο λαουτζίκος, όλα είναι χαμένα»[1].
§2. Κατά την ίδια εποχή ‒και στο ίδιο έργο‒ υιοθετεί την έννοια της δημοκρατίας ως προσωρινό μέσο για την σταθερότητα και την υπέρβαση του στρατιωτικού εθνικισμού. Κάνει λόγο για έναν ασυγκράτητο εκδημοκρατισμό της Ευρώπης, τον οποίο δεν μπορεί να ανακόψει καμιά δύναμη. Αξιολογεί αυτόν τον εκδημοκρατισμό ως ένα από τα σημαντικά προφυλακτικά μέτρα, ικανά να διαχωρίζεται η νεωτερική αντίληψη της πολιτικής ζωής από τον Μεσαίωνα. Αποτελούν
«πέτρινα φράγματα και προστατευτικά τείχη ενάντια σε βάρβαρους, ενάντια σε λοιμούς, ενάντια στη σωματική και πνευματική υποδούλωση!»[2].
Συζητά, κατ’ αυτό το πνεύμα, για μια «μελλοντική δημοκρατία» που θα πάρει τον χαρακτήρα μιας «ευρωπαϊκής λίγκας των Εθνών», όπου το κάθε μεμονωμένο Έθνος θα αντιστοιχεί σε ένα καντόνι και η γενική οργάνωση αυτής της ένωσης θα γίνεται έτσι, ώστε να εξασφαλίζονται τα συμφέροντα των μεγάλων καντονιών και ακολούθως εκείνων όλης της ένωσης (ό.π., σ. 384). Εδώ ο Νίτσε μιλάει πολύ προφητικά για μια πολιτική οργάνωση σε επίπεδο Ευρώπης τουλάχιστο, η οποία φαινομενικά παραπέμπει σε ό,τι δείχνει να είναι σήμερα η Ευρώπη, ως πολιτική και οικονομική ένωση. Στην πραγματικότητα ωστόσο η σημερινή πολιτικο-οικονομική κ.λπ. οργάνωση της Ευρώπης είναι μια επικίνδυνη καρικατούρα της σύλληψης που πρώτος ο φιλόσοφος έφερε σε συζήτηση.
§3. Η κατά Νίτσε μελλοντική μορφή της δημοκρατίας χαρακτηρίζεται από την ανεξαρτησία της γνώμης, του τρόπους ζωής και της απασχόλησης. Πόρρω απέχει ακόμα από το να έχει πραγματωθεί και κινδυνεύει από τους μη κατέχοντες, από τους πλούσιους και από τα πολιτικά κόμματα[3]. Διακρίνεται σαφώς από τις σημερινές μορφές, όπως αυτή του κοινοβουλευτισμού:
«Εξ αποστάσεως. ‒Ο κοινοβουλευτισμός, δηλαδή η δημόσια άδεια να μπορείς να επιλέγεις ανάμεσα σε πέντε βασικές πολιτικές γνώμες, κολακεύει και κερδίζει την εύνοια όλων εκείνων, που θα ήταν πρόθυμοι να φαίνονται ανεξάρτητοι και ατομικιστές και να παλεύουν για τις δικές τους απόψεις. Εν τέλει όμως είναι αδιάφορο, αν η αγέλη εξαναγκάζεται να έχει μόνο μια γνώμη ή αν διατηρεί το δικαίωμα να έχει πέντε. ‒Όποιος παρεκκλίνει από τις πέντε δημόσιες γνώμες και στέκει απόμακρα, έχει πάντα όλη την αγέλη εναντίον του[4].
Εδώ ο Νίτσε καταφέρεται κατά του κοινοβουλευτισμού ως ενός δημαγωγικού κέντρου και υπό την οπτική του ισοπεδωτικού ρόλου της δημοκρατίας, χέρι – χέρι με τον σοσιαλισμό (=πάσης φύσεως μορφές σοσιαλδημοκρατίας και σοσιαλισμού), κατά τον ραγδαίο εκφυλισμό της σε μαζική δημοκρατία. Στο ίδιο κύκλο σκέψεων φέρνει σε συζήτηση την ιδέα πως η δημοκρατία διασπά τις άκαμπτες ταξικές ιεραρχίες και έτσι απελευθερώνει ατομικές φιλοδοξίες, ενώ συγχρόνως δεν παύει να αποκαλύπτει τις θορυβώδεις και όχι λιγότερο ανεδαφικές φλυαρίες των σοσιαλιστών της εποχής του περί ελεύθερης μελλοντικής κοινωνίας[5].
§4. Η κεντρική έννοια πάντως της συνολικής σκέψης του Νίτσε, κι όχι μόνο της πολιτικής, είναι αυτή του Αγώνος. Υπό τον αστερισμό αυτής της έννοιας, χαρακτηριστικής της δυναμικής εξέλιξης της σκέψης του, κρίνει ή επικρίνει, ανάλογα με την περίπτωση, τη δημοκρατία ως τέτοια ή διάφορες επί μέρους μορφές εκδήλωσής της ή εφαρμογής της, αλλά και γενικότερα το κράτος με τις εκάστοτε εξουσιαστικές μορφές του. Οι νέες ιδέες του, όπως ο ίδιος τις εννοεί, δηλαδή οι εν εξελίξει πτυχές ή μορφές της σκέψης του, σε συνάφεια και με τον ανερχόμενο μηδενισμό στην Ευρώπη, αναγνωρίζουν την ηθική, πάνω στην οποία στηρίζεται όλο το πολιτικό και δη το δημοκρατικό οικοδόμημα της Ευρώπης, ως ηθική του αγελαίου ζώου[6]. Το πλέγμα έτσι των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων αποκτά μηδενιστικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα ο παθητικός μηδενισμός να οδεύει προς την απόλυτη κυριαρχία του, αποστερώντας τον άνθρωπο
«από την πίστη στο δίκιο του, στην αθωότητα· κυριαρχεί η ψευδολογία, ο οπορτουνισμός»[7].
Την ίδια στιγμή καθιδρύει τούτη την ψευδολογία και τον οπουρτουνισμό ως το γνωσιοντολογικό θεμέλιο όλων των κοινωνικο-πολιτικών θεσμίσεων του ανθρώπου· κατ’ επέκταση το δημοκρατικό κίνημα αποβαίνει:
«όχι απλώς μια μορφή κατάπτωσης της οργανωμένης ζωής στη σφαίρα της πολιτικής, αλλά και μορφή κατάπτωσης‒μείωσης του ανθρώπου, καταδίκης του στην κατάσταση του μέτριου/της μετριότητας και της απώλειας της αξίας του»[8].
Όλα, επομένως, τα πολιτικά‒πολιτισμικά επιτεύγματα της Ευρώπης, δηλαδή εκείνα που κατονομάζουν οι εκάστοτε, κάτω και του μετρίου, πολιτικοί ηγέτες της ως τέτοια, αλλά και καθετί που προβάλλουν ως πρόοδο είναι τα πυρηνικά στοιχεία της ηθικής της αγέλης και αποτελούν τον μέγιστο κίνδυνο να φτάσει ο άνθρωπος σε ολικό, καθολικό και συλλογικό εκφυλισμό και μάλιστα υπό την ετικέτα του «ανθρώπου του μέλλοντος», για τον οποίο μιλούν κατά κόρο
«οι μπουνταλάδες και χοντροκέφαλοι σοσιαλιστές»[9].
Τέτοιους μπουνταλάδες δημοκράτες, σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθερους κ.λπ. δεν τους βρίσκουμε αποκλειστικά σε ένα παρωχημένο παρελθόν, κατά το Νίτσε, αλλά στο αεί παρόν. Είναι αυτοί, που ακριβώς, επειδή οι ίδιοι έχουν εξαντλημένες τις λίγες δυνατότητές τους, εργάζονται συνειδητά ή μη για την εξάντληση και των τεράστιων δυνατοτήτων των άλλων ανθρώπων. Να γιατί, και πάλι με βάση τον λόγο του Νίτσε,
«ο εκδημοκρατισμός της Ευρώπης είναι συγχρόνως μια ακούσια, χωρίς την ελεύθερη βούληση, ρύθμιση για τη δημιουργία τυράννων, ‒με κάθε έννοια της λέξης, μαζί και της πνευματικής»[10].
---------------------
[1] Φρ. Νίτσε: KSA 2, σ. 285.
[2] Ό.π., σ. 671-72.
[3] Ό.π., σ. 685.
[4] KSA 3, σσ. 500-501.
[5] Ό. π., σσ. 596-97.
[6] KSA 5, σ.124.
[7] Φρ. Νίτσε: Ο Ευρωπαϊκός Μηδενισμός
[8] KSA 5, σ. 126.
[9] Ό.π., σ. 127.
[10] Ό.π., σ. 183.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ
ΙΣΟΚΡ 4.181–186
Φτάνοντας στον ἐπίλογον του έργου του, ο Ισοκράτης ανακεφαλαιώνει τις βασικές θέσεις που ανέπτυξε προηγουμένως. Αφού τόνισε ότι η Ανταλκίδειος ειρήνη εξυπηρετούσε αποκλειστικά τα περσικά συμφέροντα, άρα δεν θα έπρεπε να δεσμεύει τους Έλληνες, συνεχίζει:.
[181] Ὑπὲρ ὧν ἄξιον ὀργίζεσθαι, καὶ σκοπεῖν ὅπως τῶν
τε γεγενημένων δίκην ληψόμεθα καὶ τὰ μέλλοντα διορθωσό-
μεθα. καὶ γὰρ αἰσχρὸν ἰδίᾳ μὲν τοῖς βαρβάροις οἰκέταις
ἀξιοῦν χρῆσθαι, δημοσίᾳ δὲ τοσούτους τῶν συμμάχων
περιορᾶν αὐτοῖς δουλεύοντας, καὶ τοὺς μὲν περὶ τὰ Τρωϊκὰ
γενομένους μιᾶς γυναικὸς ἁρπασθείσης οὕτως ἅπαντας
συνοργισθῆναι τοῖς ἀδικηθεῖσιν, ὥστε μὴ πρότερον παύσα-
σθαι πολεμοῦντας πρὶν τὴν πόλιν ἀνάστατον ἐποίησαν τοῦ
τολμήσαντος ἐξαμαρτεῖν, [182] ἡμᾶς δ’ ὅλης τῆς Ἑλλά-
δος ὑβριζομένης μηδεμίαν ποιήσασθαι κοινὴν τιμωρίαν,
ἐξὸν ἡμῖν εὐχῆς ἄξια διαπράξασθαι. μόνος γὰρ οὗτος ὁ
πόλεμος εἰρήνης κρείττων ἐστί, θεωρίᾳ μὲν μᾶλλον ἢ
στρατείᾳ προσεοικώς, ἀμφοτέροις δὲ συμφέρων, καὶ τοῖς
ἡσυχίαν ἄγειν καὶ τοῖς πολεμεῖν ἐπιθυμοῦσιν. εἴη γὰρ
ἂν τοῖς μὲν ἀδεῶς τὰ σφέτερ’ αὐτῶν καρποῦσθαι, τοῖς
δ’ ἐκ τῶν ἀλλοτρίων μεγάλους πλούτους κατακτήσασθαι.
[183] Πολλαχῇ δ’ ἄν τις λογιζόμενος εὕροι ταύτας τὰς
πράξεις μάλιστα λυσιτελούσας ἡμῖν. φέρε γάρ, πρὸς τίνας
χρὴ πολεμεῖν τοὺς μηδεμιᾶς πλεονεξίας ἐπιθυμοῦντας ἀλλ’
αὐτὸ τὸ δίκαιον σκοποῦντας; οὐ πρὸς τοὺς καὶ πρότερον
κακῶς τὴν Ἑλλάδα ποιήσαντας καὶ νῦν ἐπιβουλεύοντας
καὶ πάντα τὸν χρόνον οὕτω πρὸς ἡμᾶς διακειμένους;
[184] τίσι δὲ φθονεῖν εἰκός ἐστι τοὺς μὴ παντάπασιν
ἀνάνδρως διακειμένους ἀλλὰ μετρίως τούτῳ τῷ πράγματι
χρωμένους; οὐ τοῖς μείζους μὲν τὰς δυναστείας ἢ κατ’
ἀνθρώπους περιβεβλημένοις, ἐλάττονος δ’ ἀξίοις τῶν παρ’
ἡμῖν δυστυχούντων; ἐπὶ τίνας δὲ στρατεύειν προσήκει
τοὺς ἅμα μὲν εὐσεβεῖν βουλομένους ἅμα δὲ τοῦ συμ-
φέροντος ἐνθυμουμένους; οὐκ ἐπὶ τοὺς καὶ φύσει πολε-
μίους καὶ πατρικοὺς ἐχθρούς, καὶ πλεῖστα μὲν ἀγαθὰ
κεκτημένους, ἥκιστα δ’ ὑπὲρ αὐτῶν ἀμύνεσθαι δυναμένους;
οὐκοῦν ἐκεῖνοι πᾶσι τούτοις ἔνοχοι τυγχάνουσιν ὄντες.
[185] Καὶ μὴν οὐδὲ τὰς πόλεις λυπήσομεν στρατιώτας ἐξ
αὐτῶν καταλέγοντες, ὃ νῦν ἐν τῷ πολέμῳ τῷ πρὸς ἀλλήλους
ὀχληρότατόν ἐστιν αὐταῖς· πολὺ γὰρ οἶμαι σπανιωτέρους
ἔσεσθαι τοὺς μένειν ἐθελήσοντας τῶν συνακολουθεῖν ἐπι-
θυμησόντων. τίς γὰρ οὕτως ἢ νέος ἢ παλαιὸς ῥᾴθυμός
ἐστιν, ὅστις οὐ μετασχεῖν βουλήσεται ταύτης τῆς στρατιᾶς
τῆς ὑπ’ Ἀθηναίων μὲν καὶ Λακεδαιμονίων στρατηγουμένης,
ὑπὲρ δὲ τῆς τῶν συμμάχων ἐλευθερίας ἁθροιζομένης, ὑπὸ
δὲ τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης ἐκπεμπομένης, ἐπὶ δὲ τὴν τῶν
βαρβάρων τιμωρίαν πορευομένης; [186] φήμην δὲ καὶ
μνήμην καὶ δόξαν πόσην τινὰ χρὴ νομίζειν ἢ ζῶντας
ἕξειν ἢ τελευτήσαντας καταλείψειν τοὺς ἐν τοῖς
τοιούτοις ἔργοις ἀριστεύσαντας; ὅπου γὰρ οἱ πρὸς Ἀλέ-
ξανδρον πολεμήσαντες καὶ μίαν πόλιν ἑλόντες τοιούτων
ἐπαίνων ἠξιώθησαν, ποίων τινῶν χρὴ προσδοκᾶν ἐγκωμίων
τεύξεσθαι τοὺς ὅλης τῆς Ἀσίας κρατήσαντας; τίς γὰρ ἢ
τῶν ποιεῖν δυναμένων ἢ τῶν λέγειν ἐπισταμένων οὐ πονή-
σει καὶ φιλοσοφήσει βουλόμενος ἅμα τῆς θ’ αὑτοῦ διανοίας
καὶ τῆς ἐκείνων ἀρετῆς μνημεῖον εἰς ἅπαντα τὸν χρόνον
καταλιπεῖν;
ΙΣΟΚΡ 4.181–186
Δίκαιο και συμφέρον επιβάλλουν την εκστρατεία εναντίον των Περσών
Φτάνοντας στον ἐπίλογον του έργου του, ο Ισοκράτης ανακεφαλαιώνει τις βασικές θέσεις που ανέπτυξε προηγουμένως. Αφού τόνισε ότι η Ανταλκίδειος ειρήνη εξυπηρετούσε αποκλειστικά τα περσικά συμφέροντα, άρα δεν θα έπρεπε να δεσμεύει τους Έλληνες, συνεχίζει:.
[181] Ὑπὲρ ὧν ἄξιον ὀργίζεσθαι, καὶ σκοπεῖν ὅπως τῶν
τε γεγενημένων δίκην ληψόμεθα καὶ τὰ μέλλοντα διορθωσό-
μεθα. καὶ γὰρ αἰσχρὸν ἰδίᾳ μὲν τοῖς βαρβάροις οἰκέταις
ἀξιοῦν χρῆσθαι, δημοσίᾳ δὲ τοσούτους τῶν συμμάχων
περιορᾶν αὐτοῖς δουλεύοντας, καὶ τοὺς μὲν περὶ τὰ Τρωϊκὰ
γενομένους μιᾶς γυναικὸς ἁρπασθείσης οὕτως ἅπαντας
συνοργισθῆναι τοῖς ἀδικηθεῖσιν, ὥστε μὴ πρότερον παύσα-
σθαι πολεμοῦντας πρὶν τὴν πόλιν ἀνάστατον ἐποίησαν τοῦ
τολμήσαντος ἐξαμαρτεῖν, [182] ἡμᾶς δ’ ὅλης τῆς Ἑλλά-
δος ὑβριζομένης μηδεμίαν ποιήσασθαι κοινὴν τιμωρίαν,
ἐξὸν ἡμῖν εὐχῆς ἄξια διαπράξασθαι. μόνος γὰρ οὗτος ὁ
πόλεμος εἰρήνης κρείττων ἐστί, θεωρίᾳ μὲν μᾶλλον ἢ
στρατείᾳ προσεοικώς, ἀμφοτέροις δὲ συμφέρων, καὶ τοῖς
ἡσυχίαν ἄγειν καὶ τοῖς πολεμεῖν ἐπιθυμοῦσιν. εἴη γὰρ
ἂν τοῖς μὲν ἀδεῶς τὰ σφέτερ’ αὐτῶν καρποῦσθαι, τοῖς
δ’ ἐκ τῶν ἀλλοτρίων μεγάλους πλούτους κατακτήσασθαι.
[183] Πολλαχῇ δ’ ἄν τις λογιζόμενος εὕροι ταύτας τὰς
πράξεις μάλιστα λυσιτελούσας ἡμῖν. φέρε γάρ, πρὸς τίνας
χρὴ πολεμεῖν τοὺς μηδεμιᾶς πλεονεξίας ἐπιθυμοῦντας ἀλλ’
αὐτὸ τὸ δίκαιον σκοποῦντας; οὐ πρὸς τοὺς καὶ πρότερον
κακῶς τὴν Ἑλλάδα ποιήσαντας καὶ νῦν ἐπιβουλεύοντας
καὶ πάντα τὸν χρόνον οὕτω πρὸς ἡμᾶς διακειμένους;
[184] τίσι δὲ φθονεῖν εἰκός ἐστι τοὺς μὴ παντάπασιν
ἀνάνδρως διακειμένους ἀλλὰ μετρίως τούτῳ τῷ πράγματι
χρωμένους; οὐ τοῖς μείζους μὲν τὰς δυναστείας ἢ κατ’
ἀνθρώπους περιβεβλημένοις, ἐλάττονος δ’ ἀξίοις τῶν παρ’
ἡμῖν δυστυχούντων; ἐπὶ τίνας δὲ στρατεύειν προσήκει
τοὺς ἅμα μὲν εὐσεβεῖν βουλομένους ἅμα δὲ τοῦ συμ-
φέροντος ἐνθυμουμένους; οὐκ ἐπὶ τοὺς καὶ φύσει πολε-
μίους καὶ πατρικοὺς ἐχθρούς, καὶ πλεῖστα μὲν ἀγαθὰ
κεκτημένους, ἥκιστα δ’ ὑπὲρ αὐτῶν ἀμύνεσθαι δυναμένους;
οὐκοῦν ἐκεῖνοι πᾶσι τούτοις ἔνοχοι τυγχάνουσιν ὄντες.
[185] Καὶ μὴν οὐδὲ τὰς πόλεις λυπήσομεν στρατιώτας ἐξ
αὐτῶν καταλέγοντες, ὃ νῦν ἐν τῷ πολέμῳ τῷ πρὸς ἀλλήλους
ὀχληρότατόν ἐστιν αὐταῖς· πολὺ γὰρ οἶμαι σπανιωτέρους
ἔσεσθαι τοὺς μένειν ἐθελήσοντας τῶν συνακολουθεῖν ἐπι-
θυμησόντων. τίς γὰρ οὕτως ἢ νέος ἢ παλαιὸς ῥᾴθυμός
ἐστιν, ὅστις οὐ μετασχεῖν βουλήσεται ταύτης τῆς στρατιᾶς
τῆς ὑπ’ Ἀθηναίων μὲν καὶ Λακεδαιμονίων στρατηγουμένης,
ὑπὲρ δὲ τῆς τῶν συμμάχων ἐλευθερίας ἁθροιζομένης, ὑπὸ
δὲ τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης ἐκπεμπομένης, ἐπὶ δὲ τὴν τῶν
βαρβάρων τιμωρίαν πορευομένης; [186] φήμην δὲ καὶ
μνήμην καὶ δόξαν πόσην τινὰ χρὴ νομίζειν ἢ ζῶντας
ἕξειν ἢ τελευτήσαντας καταλείψειν τοὺς ἐν τοῖς
τοιούτοις ἔργοις ἀριστεύσαντας; ὅπου γὰρ οἱ πρὸς Ἀλέ-
ξανδρον πολεμήσαντες καὶ μίαν πόλιν ἑλόντες τοιούτων
ἐπαίνων ἠξιώθησαν, ποίων τινῶν χρὴ προσδοκᾶν ἐγκωμίων
τεύξεσθαι τοὺς ὅλης τῆς Ἀσίας κρατήσαντας; τίς γὰρ ἢ
τῶν ποιεῖν δυναμένων ἢ τῶν λέγειν ἐπισταμένων οὐ πονή-
σει καὶ φιλοσοφήσει βουλόμενος ἅμα τῆς θ’ αὑτοῦ διανοίας
καὶ τῆς ἐκείνων ἀρετῆς μνημεῖον εἰς ἅπαντα τὸν χρόνον
καταλιπεῖν;
***
[181] Για όλα αυτά θα πρέπει, να μας πιάσει η αγανάκτηση και να κοιτάξουμε να βρούμε τρόπο να πάρουμε εκδίκηση για όσα πάθαμε στο παρελθόν και να τακτοποιήσουμε τα πράγματα στο μέλλον. Στο κάτω κάτω είναι ντροπή σαν ιδιώτης ο καθένας να έχουμε στα σπίτια μας για δούλους τους βαρβάρους, και από την άλλη επίσημα σαν κράτος να αφήνουμε τόσους από τους συμμάχους μας να είναι δούλοι εκείνων· είναι ντροπή αυτοί που έζησαν στα χρόνια του Τρωικού πολέμου, για το χατήρι μιας γυναίκας που τους κλέψανε, να νιώσουν τόσο όλοι μαζί την προσβολή που έγινε, ώστε να μη σταματήσουν τον πόλεμο, παρά μονάχα αφού κατάστρεψαν απ' τα θεμέλια την πόλη αυτού που τόλμησε να τους προσβάλει, [182] και από το άλλο μέρος εμείς σήμερα, τη στιγμή που καταξευτελίζεται ολόκληρη η Ελλάδα, να μην τους επιβάλουμε όλοι μαζί μια τιμωρία ― ενώ είναι στο χέρι μας να πραγματοποιήσουμε ακόμα και την τολμηρότερη ευχή μας. Εξάλλου μόνο ένας τέτοιος πόλεμος είναι από την ειρήνη προτιμότερος : Μοιάζει με πανηγυρική πομπή παρά με εκστρατεία και είναι ωφέλιμος και για όσους θέλουν την ησυχία τους και για κείνους που επιθυμούν τον πόλεμο. Εξασφαλίζει, βλέπετε, τη δυνατότητα στους πρώτους να απολαμβάνουν χωρίς φόβο τα αγαθά τους, στους άλλους πάλι να αποχτήσουν πλούτη πολλά από τις ξένες χώρες.
[183] Μα και από κάθε άποψη αν το συλλογιστεί κανείς στα σοβαρά, θα βρει πως τέτοιες πράξεις μας ωφελούν πάρα πολύ. Και πράγματι, με ποιους πρέπει να πολεμούν οι άνθρωποι που δεν κατέχονται από καμιά διάθεση πλεονεξίας, αλλά κοιτούν μόνο το δίκαιο; Δεν πρέπει να τα βάζουν με αυτούς που και παλιότερα έβλαψαν την Ελλάδα και τώρα πάλι την έχουν στο μάτι και όλο τον καιρό τρέφουν εναντίον μας αισθήματα μονάχα μίσους; [184] Ποιους είναι φυσικό να φθονούν όσοι δεν έχουν χάσει ακόμα το φιλότιμό τους εντελώς, αλλά διατηρούν μια στάλα αξιοπρέπειας; Δεν πρέπει να μισούν εκείνους που έχουν φορτωθεί εξουσία μεγαλύτερη από όση γίνεται να σηκώσει η φύση η ανθρώπινη, μόλο που η αξία τους δε φτάνει ούτε τους πιο άθλιους δικούς μας; Και εναντίον τίνων έχουν χρέος να εκστρατεύουν αυτοί που θέλουν να δείχνουν ευσέβεια, μα δεν ξεχνούν ούτε στιγμή και το συμφέρον τους; Όχι εναντίον εκείνων που είναι φυσικοί και προαιώνιοι εχθροί, που έχουν αποκτήσει αμέτρητα αγαθά, μα δεν είναι σε θέση να τα υπερασπίσουν; Ε λοιπόν, όλους αυτούς τους όρους τους συγκεντρώνουν απάνω τους οι Πέρσες.
[185] Άλλωστε ούτε και τις πόλεις μας πρόκειται να λυπήσουμε στρατολογώντας στρατιώτες από αυτές, πράγμα που τώρα, στον πόλεμο που κάνουν μεταξύ τους, αναμφισβήτητα τους είναι οχληρότατο. Είμαι μάλιστα βέβαιος ότι πολύ λιγότεροι θα θέλουν να μείνουν από όσους θα έχουν τη λαχτάρα να πάρουν μέρος στην εκστρατεία αυτή. Ποιος τάχα νέος ή και ηλικιωμένος θα είναι τόσο αδιάφορος, ώστε να μη δεχτεί να πάρει μέρος σ' αυτό το στράτευμα που θα το διευθύνουν μαζί Σπαρτιάτες και Αθηναίοι, που οργανώνεται για την ελευθερία των συμμάχων, που ξεκινάει με τις ευχές όλης ανεξαιρέτως της Ελλάδας, που έχει σκοπό να τιμωρήσει τους βαρβάρους; [186] Αλλά και πόση φήμη, τι θύμηση θαυμάσια, πόση δόξα πρέπει να φανταστούμε ότι θα αποκτήσουν όσο θα είναι ζωντανοί, ή θα αφήσουν πίσω τους, αν θα πεθάνουν, όσοι θα ξεχωρίσουν σε έναν αγώνα τόσο ιερό; Και αφού εκείνοι που πολέμησαν μονάχα τον Αλέξανδρο και δεν κυρίευσαν παρά μια πόλη μόνο αξιώθηκαν τέτοιους λαμπρούς επαίνους, ποια ανείπωτα εγκώμια πρέπει να περιμένουμε πως θα δεχτούν αυτοί που θα κυριαρχήσουν σε όλη την Ασία; Ποιος από τους ποιητές ή από τους ρήτορες δε θα μοχθήσει και δε θα εξαντλήσει όλες του τις δυνάμεις και τις γνώσεις του με τη φιλοδοξία να αφήσει αθάνατο μνημείο στους αιώνες τόσο για τη δικιά του ικανότητα, όσο και για την αρετή εκείνων;
[181] Για όλα αυτά θα πρέπει, να μας πιάσει η αγανάκτηση και να κοιτάξουμε να βρούμε τρόπο να πάρουμε εκδίκηση για όσα πάθαμε στο παρελθόν και να τακτοποιήσουμε τα πράγματα στο μέλλον. Στο κάτω κάτω είναι ντροπή σαν ιδιώτης ο καθένας να έχουμε στα σπίτια μας για δούλους τους βαρβάρους, και από την άλλη επίσημα σαν κράτος να αφήνουμε τόσους από τους συμμάχους μας να είναι δούλοι εκείνων· είναι ντροπή αυτοί που έζησαν στα χρόνια του Τρωικού πολέμου, για το χατήρι μιας γυναίκας που τους κλέψανε, να νιώσουν τόσο όλοι μαζί την προσβολή που έγινε, ώστε να μη σταματήσουν τον πόλεμο, παρά μονάχα αφού κατάστρεψαν απ' τα θεμέλια την πόλη αυτού που τόλμησε να τους προσβάλει, [182] και από το άλλο μέρος εμείς σήμερα, τη στιγμή που καταξευτελίζεται ολόκληρη η Ελλάδα, να μην τους επιβάλουμε όλοι μαζί μια τιμωρία ― ενώ είναι στο χέρι μας να πραγματοποιήσουμε ακόμα και την τολμηρότερη ευχή μας. Εξάλλου μόνο ένας τέτοιος πόλεμος είναι από την ειρήνη προτιμότερος : Μοιάζει με πανηγυρική πομπή παρά με εκστρατεία και είναι ωφέλιμος και για όσους θέλουν την ησυχία τους και για κείνους που επιθυμούν τον πόλεμο. Εξασφαλίζει, βλέπετε, τη δυνατότητα στους πρώτους να απολαμβάνουν χωρίς φόβο τα αγαθά τους, στους άλλους πάλι να αποχτήσουν πλούτη πολλά από τις ξένες χώρες.
[183] Μα και από κάθε άποψη αν το συλλογιστεί κανείς στα σοβαρά, θα βρει πως τέτοιες πράξεις μας ωφελούν πάρα πολύ. Και πράγματι, με ποιους πρέπει να πολεμούν οι άνθρωποι που δεν κατέχονται από καμιά διάθεση πλεονεξίας, αλλά κοιτούν μόνο το δίκαιο; Δεν πρέπει να τα βάζουν με αυτούς που και παλιότερα έβλαψαν την Ελλάδα και τώρα πάλι την έχουν στο μάτι και όλο τον καιρό τρέφουν εναντίον μας αισθήματα μονάχα μίσους; [184] Ποιους είναι φυσικό να φθονούν όσοι δεν έχουν χάσει ακόμα το φιλότιμό τους εντελώς, αλλά διατηρούν μια στάλα αξιοπρέπειας; Δεν πρέπει να μισούν εκείνους που έχουν φορτωθεί εξουσία μεγαλύτερη από όση γίνεται να σηκώσει η φύση η ανθρώπινη, μόλο που η αξία τους δε φτάνει ούτε τους πιο άθλιους δικούς μας; Και εναντίον τίνων έχουν χρέος να εκστρατεύουν αυτοί που θέλουν να δείχνουν ευσέβεια, μα δεν ξεχνούν ούτε στιγμή και το συμφέρον τους; Όχι εναντίον εκείνων που είναι φυσικοί και προαιώνιοι εχθροί, που έχουν αποκτήσει αμέτρητα αγαθά, μα δεν είναι σε θέση να τα υπερασπίσουν; Ε λοιπόν, όλους αυτούς τους όρους τους συγκεντρώνουν απάνω τους οι Πέρσες.
[185] Άλλωστε ούτε και τις πόλεις μας πρόκειται να λυπήσουμε στρατολογώντας στρατιώτες από αυτές, πράγμα που τώρα, στον πόλεμο που κάνουν μεταξύ τους, αναμφισβήτητα τους είναι οχληρότατο. Είμαι μάλιστα βέβαιος ότι πολύ λιγότεροι θα θέλουν να μείνουν από όσους θα έχουν τη λαχτάρα να πάρουν μέρος στην εκστρατεία αυτή. Ποιος τάχα νέος ή και ηλικιωμένος θα είναι τόσο αδιάφορος, ώστε να μη δεχτεί να πάρει μέρος σ' αυτό το στράτευμα που θα το διευθύνουν μαζί Σπαρτιάτες και Αθηναίοι, που οργανώνεται για την ελευθερία των συμμάχων, που ξεκινάει με τις ευχές όλης ανεξαιρέτως της Ελλάδας, που έχει σκοπό να τιμωρήσει τους βαρβάρους; [186] Αλλά και πόση φήμη, τι θύμηση θαυμάσια, πόση δόξα πρέπει να φανταστούμε ότι θα αποκτήσουν όσο θα είναι ζωντανοί, ή θα αφήσουν πίσω τους, αν θα πεθάνουν, όσοι θα ξεχωρίσουν σε έναν αγώνα τόσο ιερό; Και αφού εκείνοι που πολέμησαν μονάχα τον Αλέξανδρο και δεν κυρίευσαν παρά μια πόλη μόνο αξιώθηκαν τέτοιους λαμπρούς επαίνους, ποια ανείπωτα εγκώμια πρέπει να περιμένουμε πως θα δεχτούν αυτοί που θα κυριαρχήσουν σε όλη την Ασία; Ποιος από τους ποιητές ή από τους ρήτορες δε θα μοχθήσει και δε θα εξαντλήσει όλες του τις δυνάμεις και τις γνώσεις του με τη φιλοδοξία να αφήσει αθάνατο μνημείο στους αιώνες τόσο για τη δικιά του ικανότητα, όσο και για την αρετή εκείνων;
Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 5. Εξωτερική αφήγηση και εσωτερικές διηγήσεις
5.1.3. Η διήγηση του Αχιλλέα
Παραινετικός είναι ο χαρακτήρας και μιας άλλης ολιγόστιχης, εσωτερικής διήγησης, που απαντά στην εικοστή τέταρτη ιλιαδική ραψωδία. Την επικαλείται ο Αχιλλέας, για να πείσει τον σπαραγμένο από τον πόνο του σκοτωμένου γιου του Πρίαμο να αγγίξει το φαγητό που του προσφέρεται (Ω 599-620).
Ο λόγος για τη Νιόβη, την οποία ο Απόλλων τοξεύοντας τής θανάτωσε τους έξι γιους στον ανθό της νιότης τους, και η Άρτεμη τις έξι πανέμορφες θυγατέρες της, επειδή εκείνη συνερίστηκε τη μάνα τους, τη Λητώ, που γέννησε μόνο δυο παιδιά, ενώ η ίδια δώδεκα. Μέρες εννιά έμειναν αιμόφυρτα και άταφα τα σκοτωμένα παιδιά της Νιόβης, γιατί ο Δίας πέτρωσε τον γύρω χώρο και δεν βρέθηκε άνθρωπος να τα θάψει. Στο μεταξύ, η μάνα τους, θρηνώντας ακατάπαυστα, δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα της. Στις δέκα όμως μέρες πάνω, όταν έθαψαν τα παιδιά της οι ίδιοι οι ολύμπιοι θεοί, θυμήθηκε κι η μάνα τους να φάει. Μετά έγινε πέτρα κάπου στα απάτητα φαράγγια της Σιπύλου και, πετρωμένη εκεί, κλωσάει τον ασταμάτητο πόνο της, κοντά στα λημέρια του Αχελώου, όπου χορεύουν αθάνατες νεράιδες.
Η σπαρακτική αυτή διήγηση (τη δραματοποίησε αργότερα και ο Αισχύλος σε μια χαμένη για μας τραγωδία του), που ακούγεται εδώ ως παραινετικό παράδειγμα, προτείνει την τολμηρή σύγκριση Νιόβης και Πριάμου, που ακούγεται κάπως αταίριαστη. Κι όμως αναγνωρίζονται στη μοίρα των δύο ετερόφυλων αυτών προσώπων κάποια κοινά ή ομόλογα σημεία. Πολύτεκνη η Νιόβη, με έξι γιους και έξι θυγατέρες· πολύτεκνος και ο Πρίαμος, με πενήντα γιους και δώδεκα θυγατέρες. Σπαραγμένη η Νιόβη από τον σαρωτικό χαλασμό των παιδιών της· σπαραγμένος και ο Πρίαμος από τον χαμό του Έκτορα. Άταφα για εννιά μέρες τα δώδεκα παιδιά της Νιόβης· άταφος και διασυρόμενος ο Έκτορας για έντεκα μέρες. Ωσότου, και στις δύο περιπτώσεις παρεμβαίνουν ελεήμονες οι θεοί: πραγματοποιούν οι ίδιοι την ταφή των δώδεκα παιδιών της Νιόβης στη μία περίπτωση· προάγουν την ταφή του Έκτορα στην άλλη. Η δραματική αιχμή στη συγκεκριμένη σκηνή γίνεται οξύτερη, καθώς η παρηγορητική παραίνεση προς τον Πρίαμο προέρχεται από τον Αχιλλέα (φονιά όχι μόνο του Έκτορα αλλά και άλλων ανδρείων γιων του πατριάρχη βασιλιά της Τροίας), ο οποίος τώρα αντιστρέφει το εκδικητικό του μένος σε φιλάνθρωπο έλεος. Τέλος, οριστικός κλήρος της Νιόβης είναι η μεταμόρφωσή της σε βράχο που δακρύζει, ενώ ο κλήρος του Πριάμου προδιαγράφεται ακόμη πιο σκληρός· η επική παράδοση προβλέπει, με την άλωση της Τροίας, τον άγριο σφαγιασμό του.
Απομένει να εξηγηθεί γιατί και πώς η Ιλιάδα, σε σύγκριση με την Οδύσσεια, υστερεί σε ένθετες διηγήσεις, όπως προηγουμένως τις προσδιορίσαμε. Η εξήγηση είναι διπλή. Στον βαθμό που η Ιλιάδα εξελίσσεται συνεχώς προς τα μπρος και δεν οπισθοχωρεί χρονικά, όπως συμβαίνει με την Οδύσσεια, δεν ευνοεί τις αναδρομικές διηγήσεις, οι οποίες έτσι κι αλλιώς ανακόπτουν τη ροή της χρονικής συνέχειας. Εξάλλου, η Ιλιάδα είναι κατεξοχήν ηρωικό έπος με κυρίαρχο θέμα τον πόλεμο, ο οποίος κατ᾽ εξαίρεση μόνον αναστέλλεται, για να μεσολαβήσουν ομιλητικές σκηνές, όπως η διάσημη ομιλία Έκτορα και Ανδρομάχης στο δεύτερο μέρος της έκτης ραψωδίας. Τούτο σημαίνει ότι τα περιθώρια για εσωτερικές διηγήσεις είναι εδώ στενά, όταν δεν μηδενίζονται. Για να το πούμε απλούστερα: οι εσωτερικές διηγήσεις προϋποθέτουν διακοπή της επικής δράσης, χαλάρωση και ανάπαυση των ηρώων, που τους επιτρέπουν να μιλήσουν μεταξύ τους, να θυμηθούν και να πουν ο ένας στον άλλον ό,τι σπουδαίο τούς έχει συμβεί στο παρελθόν. Αυτή όμως η συνθήκη λείπει κατά κανόνα στην Ιλιάδα, ενώ περισσεύει στην Οδύσσεια, η οποία, όπως θα δούμε αμέσως, προσφέρει τον χρόνο της εξίσου για δράση και για αναμνήσεις, για απολογισμούς και απολόγους. Στην πραγματικότητα η Οδύσσεια διπλασιάζει τον χρόνο της: τον μοιράζει ανάμεσα στο δραστικό παρόν της και στο αφηγηματικό της παρελθόν. Από την άποψη αυτή η Οδύσσεια μεταφράζει κάθε τόσο προηγούμενα έργα σε τωρινά λόγια. Τακτική που σημαίνει ότι διαθέτει εξελιγμένη αφηγηματική μηχανή. Σ᾽ αυτή την οδυσσειακή μηχανή αναφέρονται τα επόμενα.
Παραινετικός είναι ο χαρακτήρας και μιας άλλης ολιγόστιχης, εσωτερικής διήγησης, που απαντά στην εικοστή τέταρτη ιλιαδική ραψωδία. Την επικαλείται ο Αχιλλέας, για να πείσει τον σπαραγμένο από τον πόνο του σκοτωμένου γιου του Πρίαμο να αγγίξει το φαγητό που του προσφέρεται (Ω 599-620).
Ο λόγος για τη Νιόβη, την οποία ο Απόλλων τοξεύοντας τής θανάτωσε τους έξι γιους στον ανθό της νιότης τους, και η Άρτεμη τις έξι πανέμορφες θυγατέρες της, επειδή εκείνη συνερίστηκε τη μάνα τους, τη Λητώ, που γέννησε μόνο δυο παιδιά, ενώ η ίδια δώδεκα. Μέρες εννιά έμειναν αιμόφυρτα και άταφα τα σκοτωμένα παιδιά της Νιόβης, γιατί ο Δίας πέτρωσε τον γύρω χώρο και δεν βρέθηκε άνθρωπος να τα θάψει. Στο μεταξύ, η μάνα τους, θρηνώντας ακατάπαυστα, δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα της. Στις δέκα όμως μέρες πάνω, όταν έθαψαν τα παιδιά της οι ίδιοι οι ολύμπιοι θεοί, θυμήθηκε κι η μάνα τους να φάει. Μετά έγινε πέτρα κάπου στα απάτητα φαράγγια της Σιπύλου και, πετρωμένη εκεί, κλωσάει τον ασταμάτητο πόνο της, κοντά στα λημέρια του Αχελώου, όπου χορεύουν αθάνατες νεράιδες.
Η σπαρακτική αυτή διήγηση (τη δραματοποίησε αργότερα και ο Αισχύλος σε μια χαμένη για μας τραγωδία του), που ακούγεται εδώ ως παραινετικό παράδειγμα, προτείνει την τολμηρή σύγκριση Νιόβης και Πριάμου, που ακούγεται κάπως αταίριαστη. Κι όμως αναγνωρίζονται στη μοίρα των δύο ετερόφυλων αυτών προσώπων κάποια κοινά ή ομόλογα σημεία. Πολύτεκνη η Νιόβη, με έξι γιους και έξι θυγατέρες· πολύτεκνος και ο Πρίαμος, με πενήντα γιους και δώδεκα θυγατέρες. Σπαραγμένη η Νιόβη από τον σαρωτικό χαλασμό των παιδιών της· σπαραγμένος και ο Πρίαμος από τον χαμό του Έκτορα. Άταφα για εννιά μέρες τα δώδεκα παιδιά της Νιόβης· άταφος και διασυρόμενος ο Έκτορας για έντεκα μέρες. Ωσότου, και στις δύο περιπτώσεις παρεμβαίνουν ελεήμονες οι θεοί: πραγματοποιούν οι ίδιοι την ταφή των δώδεκα παιδιών της Νιόβης στη μία περίπτωση· προάγουν την ταφή του Έκτορα στην άλλη. Η δραματική αιχμή στη συγκεκριμένη σκηνή γίνεται οξύτερη, καθώς η παρηγορητική παραίνεση προς τον Πρίαμο προέρχεται από τον Αχιλλέα (φονιά όχι μόνο του Έκτορα αλλά και άλλων ανδρείων γιων του πατριάρχη βασιλιά της Τροίας), ο οποίος τώρα αντιστρέφει το εκδικητικό του μένος σε φιλάνθρωπο έλεος. Τέλος, οριστικός κλήρος της Νιόβης είναι η μεταμόρφωσή της σε βράχο που δακρύζει, ενώ ο κλήρος του Πριάμου προδιαγράφεται ακόμη πιο σκληρός· η επική παράδοση προβλέπει, με την άλωση της Τροίας, τον άγριο σφαγιασμό του.
Απομένει να εξηγηθεί γιατί και πώς η Ιλιάδα, σε σύγκριση με την Οδύσσεια, υστερεί σε ένθετες διηγήσεις, όπως προηγουμένως τις προσδιορίσαμε. Η εξήγηση είναι διπλή. Στον βαθμό που η Ιλιάδα εξελίσσεται συνεχώς προς τα μπρος και δεν οπισθοχωρεί χρονικά, όπως συμβαίνει με την Οδύσσεια, δεν ευνοεί τις αναδρομικές διηγήσεις, οι οποίες έτσι κι αλλιώς ανακόπτουν τη ροή της χρονικής συνέχειας. Εξάλλου, η Ιλιάδα είναι κατεξοχήν ηρωικό έπος με κυρίαρχο θέμα τον πόλεμο, ο οποίος κατ᾽ εξαίρεση μόνον αναστέλλεται, για να μεσολαβήσουν ομιλητικές σκηνές, όπως η διάσημη ομιλία Έκτορα και Ανδρομάχης στο δεύτερο μέρος της έκτης ραψωδίας. Τούτο σημαίνει ότι τα περιθώρια για εσωτερικές διηγήσεις είναι εδώ στενά, όταν δεν μηδενίζονται. Για να το πούμε απλούστερα: οι εσωτερικές διηγήσεις προϋποθέτουν διακοπή της επικής δράσης, χαλάρωση και ανάπαυση των ηρώων, που τους επιτρέπουν να μιλήσουν μεταξύ τους, να θυμηθούν και να πουν ο ένας στον άλλον ό,τι σπουδαίο τούς έχει συμβεί στο παρελθόν. Αυτή όμως η συνθήκη λείπει κατά κανόνα στην Ιλιάδα, ενώ περισσεύει στην Οδύσσεια, η οποία, όπως θα δούμε αμέσως, προσφέρει τον χρόνο της εξίσου για δράση και για αναμνήσεις, για απολογισμούς και απολόγους. Στην πραγματικότητα η Οδύσσεια διπλασιάζει τον χρόνο της: τον μοιράζει ανάμεσα στο δραστικό παρόν της και στο αφηγηματικό της παρελθόν. Από την άποψη αυτή η Οδύσσεια μεταφράζει κάθε τόσο προηγούμενα έργα σε τωρινά λόγια. Τακτική που σημαίνει ότι διαθέτει εξελιγμένη αφηγηματική μηχανή. Σ᾽ αυτή την οδυσσειακή μηχανή αναφέρονται τα επόμενα.
Eckhart Tolle: Η ζωή δεν είναι τόσο σοβαρή όσο την κάνει ο νους μου
-Η θέαση της ομορφιάς σε ένα λουλούδι θα μπορούσε να αφυπνίσει τους ανθρώπους έστω και για λίγο, στην ομορφιά που αποτελείς ουσιαστικό μέρος της δικής τους εσώτερης Ύπαρξης, της αληθινής τους φύσης.
-…η αναγνώριση των συλλογικά αποκτηθέντων μέσω εξαρτημένης μάθησης νοητικών διεργασιών που διαιωνίζουν τη μη αφυπνισμένη κατάσταση.
-Ο ανθρώπινος νους είναι εξαιρετικά ευφυής. Ωστόσο, η ίδια του η ευφυία είναι μολυσμένη από παραφροσύνη.
-Αν η ιστορία της ανθρωπότητας ήταν η κλινική περίπτωση ενός μεμονομένου ανθρώπου, η διάγνωση θα έπρεπε να είναι: χρόνια παρανοϊκά παραληρήματα, παθολογική ροπή προς τη διάπραξη φόνου και πράξεων ακραίας βίας και ωμότητας, εναντίον αυτών που αντιλαμβάνεται ως «εχθρούς» του – καθώς η δική του έλλειψη συνειδητότητας προβάλεται προς τα έξω.
–Φόβος, απληστία και επιθυμία για εξουσία είναι οι ψυχολογικές παρωθητικές δυνάμεις όχι μόνο πίσω από τον πόλεμο και τη βία μεταξύ εθνών, φυλών, θρησκειών και ιδεολογιών, αλλά και η αιτία ατέρμονης σύγκρουσης στις προσωπικές σχέσεις.
–Δε γίνεσαι καλός προσπαθώντας να είσαι καλός, αλλά βρίσκοντας την καλοσύνη που είναι ήδη εντός σου επιτρέπονται σ΄αυτή την καλοσύνη να αναδυθεί.
-Κάνουν σχέδια χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το πρότυπο για τη δυσλειτουργία που κουβαλάει κάθε άνθρωπος μέσα του: το Εγώ.
-Ένα μεγάλης κλίμακας άνοιγμα πνευματικότητας έξω από τις θρησκευτικές δομές είναι μια εντελώς καινοτόμος εξέλιξη.
-Αν οι δομές του ανθρώπινου νου παραμείνουν αμετάβλητες, θα καταλήγουμε πάντα να αναδημιουργούμε τον ίδιο κόσμο, τα ίδια δεινά, την ίδια δυσλειτουργία
-…όταν έχεις προσαρτήσεις μια λέξη σε κάτι, γνωρίζεις τι είναι. Η πραγματικότητα είναι: Δεν γνωρίζεις τι είναι, απλώς έχεις καλύψει το μυστήριο με μια ετικέτα.
-Όταν το κοιτάζεις ή το κρατάς και του επιτρέπεις να υπάρχει χωρίς να του επιβάλλεις μια λέξη ή μια νοητική ετικέτα μια αίσθηση δέους, θαυμασμού ξυπνάει μέσα σου. Η ουσία του κοινωνείται σιωπηλά σ΄εσένα και αντανακλά τη δική σου ουσία πίσω σ΄εσένα.
–Όταν δεν καλύπτεις τον κόσμο με λέξεις και ετικέτες, επιστρέφει στη ζωή σου μια αίσθηση του θαυμαστού που έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό, από τότε που η ανθρωπότητα, αντί να χρησιμοποιεί τη σκέψη κατακυριεύτηκε από αυτήν. Ένα βάθος επιστρέφει στη ζωή σου.
-Όταν βλέπεις ποιος δεν είσαι, η πραγματικότητά του ποιος είσαι αναδύεται από μόνη της.
-Δεν συνειδητοποιούσα ακόμα ότι η σκέψη δίχως συναίσθηση είναι το κύριο δίλημμα της ανθρώπινης ύπαρξης.
–Η ζωή δεν είναι τόσο σοβαρή όσο την κάνει ο νους μου.
-Οι περισσότεροι άνθωποι δεν κατοικούν σε μια ζωντανή πραγματικότητα αλλά σε μια εννοιοποιημένη.
–Ο ανεξέλεγκτος αγώνας για περισσότερα, για ατέρμονη ανάπτυξη αποτελεί δυσλειτουργεία και ασθένεια. Είναι η ίδια δυσλειτουργία που εκδηλώνει το καρκινικό κύτταρο, που ο μοναδικός του στόχος είναι να πολλαπλασιαστεί, χωρίς να έχει επίγνωση του ότι επιφέρει την ίδια του την καταστροφή καταστρέφοντας τον οργανισμό του οποίου είναι μέρος.
–Αν μπορώ να νιώσω το «Υπάρχω» τόσο έντονα, τότε αυτό που είμαι δεν έχει μειωθεί καθόλου. Μπορώ να το νιώθω και τώρα, κάτι γαλήνιο και πολύ ζωντανό.
–Την Ύπαρξη πρέπει να την νιώσεις. Δεν μπορείς να τη σκεφτείς. Το Εγώ δεν τη γνωρίζει επειδή αποτελείται από σκέψη.
-Όλα όσα επιζητεί το Εγώ και στα οποία δεν μπορεί να νιώσει.
-…μερικές φορές το να παραιτείσαι από πράγματα είναι μια πράξη πολύ μεγαλύτερης δύναμης από το να τα υπερασπίζεσαι ή να γατζώνεσαι πάνω τους.
–Η ζωή θα σου δώσει όποια εμπειρία είναι πιο βοηθητική για την εξέλιξη της συνειδητότητάς σου.
–Το Εγώ δεν είναι λάθος, είναι απλώς μη συνειδητό… το Εγώ δεν είναι προσωπικό. Δεν είναι αυτό που είσαι.
-…το να βγάζεις τον εαυτό σου σωστό και τους άλλους λάθος είναι ένα από τα κύρια εγωικά πρότυπα, μια από τις κύριες μορφές της μη συνείδησης.
-Επομένως η επιθυμία διατηρεί το Εγώ ζωντανό πολύ περισσότερο από το έχω… Είναι μια εθιστική ανάγκη, όχι μη αυθεντική.
-Η έσχατη αλήθεια του ποιος είσαι δεν είναι «είμαι αυτός», «είμαι εκείνος» αλλά Είμαι.
Eckhart Tolle, Για μια νέα ζωή
-…η αναγνώριση των συλλογικά αποκτηθέντων μέσω εξαρτημένης μάθησης νοητικών διεργασιών που διαιωνίζουν τη μη αφυπνισμένη κατάσταση.
-Ο ανθρώπινος νους είναι εξαιρετικά ευφυής. Ωστόσο, η ίδια του η ευφυία είναι μολυσμένη από παραφροσύνη.
-Αν η ιστορία της ανθρωπότητας ήταν η κλινική περίπτωση ενός μεμονομένου ανθρώπου, η διάγνωση θα έπρεπε να είναι: χρόνια παρανοϊκά παραληρήματα, παθολογική ροπή προς τη διάπραξη φόνου και πράξεων ακραίας βίας και ωμότητας, εναντίον αυτών που αντιλαμβάνεται ως «εχθρούς» του – καθώς η δική του έλλειψη συνειδητότητας προβάλεται προς τα έξω.
–Φόβος, απληστία και επιθυμία για εξουσία είναι οι ψυχολογικές παρωθητικές δυνάμεις όχι μόνο πίσω από τον πόλεμο και τη βία μεταξύ εθνών, φυλών, θρησκειών και ιδεολογιών, αλλά και η αιτία ατέρμονης σύγκρουσης στις προσωπικές σχέσεις.
–Δε γίνεσαι καλός προσπαθώντας να είσαι καλός, αλλά βρίσκοντας την καλοσύνη που είναι ήδη εντός σου επιτρέπονται σ΄αυτή την καλοσύνη να αναδυθεί.
-Κάνουν σχέδια χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το πρότυπο για τη δυσλειτουργία που κουβαλάει κάθε άνθρωπος μέσα του: το Εγώ.
-Ένα μεγάλης κλίμακας άνοιγμα πνευματικότητας έξω από τις θρησκευτικές δομές είναι μια εντελώς καινοτόμος εξέλιξη.
-Αν οι δομές του ανθρώπινου νου παραμείνουν αμετάβλητες, θα καταλήγουμε πάντα να αναδημιουργούμε τον ίδιο κόσμο, τα ίδια δεινά, την ίδια δυσλειτουργία
-…όταν έχεις προσαρτήσεις μια λέξη σε κάτι, γνωρίζεις τι είναι. Η πραγματικότητα είναι: Δεν γνωρίζεις τι είναι, απλώς έχεις καλύψει το μυστήριο με μια ετικέτα.
-Όταν το κοιτάζεις ή το κρατάς και του επιτρέπεις να υπάρχει χωρίς να του επιβάλλεις μια λέξη ή μια νοητική ετικέτα μια αίσθηση δέους, θαυμασμού ξυπνάει μέσα σου. Η ουσία του κοινωνείται σιωπηλά σ΄εσένα και αντανακλά τη δική σου ουσία πίσω σ΄εσένα.
–Όταν δεν καλύπτεις τον κόσμο με λέξεις και ετικέτες, επιστρέφει στη ζωή σου μια αίσθηση του θαυμαστού που έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό, από τότε που η ανθρωπότητα, αντί να χρησιμοποιεί τη σκέψη κατακυριεύτηκε από αυτήν. Ένα βάθος επιστρέφει στη ζωή σου.
-Όταν βλέπεις ποιος δεν είσαι, η πραγματικότητά του ποιος είσαι αναδύεται από μόνη της.
-Δεν συνειδητοποιούσα ακόμα ότι η σκέψη δίχως συναίσθηση είναι το κύριο δίλημμα της ανθρώπινης ύπαρξης.
–Η ζωή δεν είναι τόσο σοβαρή όσο την κάνει ο νους μου.
-Οι περισσότεροι άνθωποι δεν κατοικούν σε μια ζωντανή πραγματικότητα αλλά σε μια εννοιοποιημένη.
–Ο ανεξέλεγκτος αγώνας για περισσότερα, για ατέρμονη ανάπτυξη αποτελεί δυσλειτουργεία και ασθένεια. Είναι η ίδια δυσλειτουργία που εκδηλώνει το καρκινικό κύτταρο, που ο μοναδικός του στόχος είναι να πολλαπλασιαστεί, χωρίς να έχει επίγνωση του ότι επιφέρει την ίδια του την καταστροφή καταστρέφοντας τον οργανισμό του οποίου είναι μέρος.
–Αν μπορώ να νιώσω το «Υπάρχω» τόσο έντονα, τότε αυτό που είμαι δεν έχει μειωθεί καθόλου. Μπορώ να το νιώθω και τώρα, κάτι γαλήνιο και πολύ ζωντανό.
–Την Ύπαρξη πρέπει να την νιώσεις. Δεν μπορείς να τη σκεφτείς. Το Εγώ δεν τη γνωρίζει επειδή αποτελείται από σκέψη.
-Όλα όσα επιζητεί το Εγώ και στα οποία δεν μπορεί να νιώσει.
-…μερικές φορές το να παραιτείσαι από πράγματα είναι μια πράξη πολύ μεγαλύτερης δύναμης από το να τα υπερασπίζεσαι ή να γατζώνεσαι πάνω τους.
–Η ζωή θα σου δώσει όποια εμπειρία είναι πιο βοηθητική για την εξέλιξη της συνειδητότητάς σου.
–Το Εγώ δεν είναι λάθος, είναι απλώς μη συνειδητό… το Εγώ δεν είναι προσωπικό. Δεν είναι αυτό που είσαι.
-…το να βγάζεις τον εαυτό σου σωστό και τους άλλους λάθος είναι ένα από τα κύρια εγωικά πρότυπα, μια από τις κύριες μορφές της μη συνείδησης.
-Επομένως η επιθυμία διατηρεί το Εγώ ζωντανό πολύ περισσότερο από το έχω… Είναι μια εθιστική ανάγκη, όχι μη αυθεντική.
-Η έσχατη αλήθεια του ποιος είσαι δεν είναι «είμαι αυτός», «είμαι εκείνος» αλλά Είμαι.
Τα όρια των ηγεμονιών και η ηθική της δύναμης
«Οι άνθρωποι συνδέονται με φιλία και τα έθνη με συμφέροντα» (Χόχουτ)
Η επικαιρότητα των ημερών και ο φόβος μιας γενικευμένης πολεμικής σύρραξης στη Συρία έφερε στην επιφάνεια ένα παλιό όσο και σύγχρονο ερώτημα – ζητούμενο: Την ΗΘΙΚΗ της ΔΥΝΑΜΗΣ και το μέλλον – ΟΡΙΑ των ΗΓΕΜΟΝΙΩΝ. Αποτελεί κοινό τόπο και ιστορική διαπίστωση πως αυτός που κατέχει δύναμη – είτε πρόσωπο είναι αυτό, είτε φορέας, είτε κράτος – έχει την τάση να μετασχηματίζει αυτή σε βία. Η δύναμη και η βία αποτελούν τις δυο βασικές συνιστώσες της Εξουσίας και των ηγεμόνων. Η εξουσία πηγάζει – εδράζεται στη δύναμη και αισθητοποιείται μέσα από ενέργειες και συμπεριφορές, που δεν χαρακτηρίζονται τόσο από την επιείκεια, τη διαλλακτικότητα και την πειθώ (λόγο), όσο από τη χρήση βίας.
Αποτελεί, δηλαδή, φυσική νομοτέλεια και ιστορικό νόμο η χρήση βίας από αυτούς που αισθάνονται δυνατοί και ασκούν ή επιθυμούν να διαιωνίσουν την εξουσία τους. Οι αναλύσεις των σύγχρονων ιστορικών για τα κίνητρα και τους στόχους της συμπεριφοράς της μόνης στον κόσμο μας υπερδύναμης, των Η.ΠΑ. αλλά και των άλλων χωρών που φιλοδοξούν να την αντικαταστήσουν, δεν προσθέτουν τίποτε παραπάνω από εκείνα που εύστοχα διαπίστωσε πριν από χιλιάδες χρόνια ο Θουκυδίδης:
«Από ό,τι μπορεί κανείς να εικάσει για τους Θεούς κι από ό,τι είναι βέβαιο για τους ανθρώπους, πιστεύουμε ότι και οι Θεοί και οι άνθρωποι ακολουθούν πάντα έναν απόλυτο νόμο της φύσης, να επιβάλλουν πάντα την εξουσία τους, αν έχουν τη δύναμη να το επιτύχουν. Τον νόμο αυτόν ούτε τον θεσπίσαμε, ούτε τον εφαρμόσαμε εμείς πρώτοι. Τον βρήκαμε να ισχύει και τον ακολουθούμε, όπως θα τον ακολουθούν αιώνια όσοι μας διαδεχθούν και ξέρουμε καλά ότι και εσείς και οποιοιδήποτε άλλοι θα κάνατε τα ίδια αν είχατε τη δύναμή μας» (Διάλογος Αθηναίων – Μηλίων).
Παρακολουθώντας την αρχή και το τέλος των αρχαίων Ελληνικών Ηγεμονιών, δηλαδή της Αθήνας και της Σπάρτης, εύκολα οδηγούμαστε σε συμπεράσματα, που μπορούν να μας χρησιμεύσουν στην κατανόηση κι ερμηνεία των σύγχρονων γεγονότων και της φύσης των ηγεμονιών. Η ακμή και παρακμή των αρχαίων πόλεων – κρατών και ιδιαίτερα των ηγεμονιών ακολούθησε το μοιραίο οδοιπορικό που προδιαγράφει κάθε φορά η «ΝΕΜΕΣΙΣ». Η άσκηση – αυθαίρετη και βίαιη τις περισσότερες φορές – της εξουσίας οδηγούσε στην «ΥΒΡΗ» κι αυτή με τη σειρά της έσπρωχνε τους «αλαζόνες» στην ΠΤΩΣΗ και τη συντριβή. Η έλλειψη μέτρου συνιστά μέγιστο αδίκημα και παραβιάζει τους ακατάλυτους ηθικούς κανόνες. Σχετικά ο Ισοκράτης γράφει για τα αίτια της πτώσης της Αθηναϊκής Ηγεμονίας.
Η πτώση της Αθηναϊκής ηγεμονίας
«Οι κίνδυνοι που μας απειλούν από παντού, η καταστροφή του δημοκρατικού πολιτεύματος που έκανε τους προγόνους μας μεγάλους και ευτυχισμένους, το σύνολο όλων των κακών που επιβάλαμε ή που οι άλλοι μας έχουν επιβάλλει, τα υποφέρουμε απ’ αυτή τη μάταιη φιλοδοξία της θαλασσοκρατίας, που και αν ακόμη μας την πρόσφερναν, δεν θα έπρεπε να τη δεχθούμε με κανένα τρόπο»….
«….Η άσκηση της ηγεμονίας μας ήταν μοιραία. Μας έκανε να χάσουμε τη φήμη μας που την είχαμε σ’ όλους τους λαούς. Μας έφερε σε τέτοια ακολασία και νωθρότητα που δεν θα την επαινέσει κανένας λαός. Δεν μπορούμε να τους κατηγορήσουμε γιατί μας φέρθηκαν τόσο άσχημα γιατί κι εμείς τους διοικήσαμε καταδυναστεύοντάς τους και βασανίζοντάς τους. Ποιος μπορεί να απαριθμήσει τα μικρότερα κακά; Και όλα αυτά τα κακά επανερχόταν περιοδικά κάθε χρόνο… Σε κάθε ξαναγύρισμα, ο ήλιος παρέστεκε σε νέες δημόσιες κηδείες. Οι δημόσιοι τάφοι γέμιζαν από πτώματα πολιτών, και οι γραμμές της πόλης γέμιζαν από άγνωστους ξένους… Παλιές και υπερένδοξες οικογένειες που είχαν ξεφύγει απ’ την καταπίεση των τυράννων και απ’ τις πολεμικές περσικές ορδές τσακίσθηκαν και ξεριζώθηκαν ενώ εμείς κυνηγούσαμε την τρέλα της ηγεμονίας μας… Κάναμε μια ζωή ληστών, πότε πλέοντας μέσα στην αφθονία και πότε στη δυστυχία, έχοντας γύρω μας την πολιορκία και πάνω στα κεφάλια μας την καταστροφή…».
«Αυτή η λεγόμενη κυριαρχία δεν είναι παρά μια συμφορά που κάνει χείριστους όλους εκείνους που την κατέχουν». (Ισοκράτους, περί Ειρήνης)
Το ενδιαφέρον στις επισημάνσεις του Ισοκράτη βρίσκεται στο γεγονός ότι η αιτιολόγηση της πτώσης της Αθηναϊκής ηγεμονίας γίνεται από έναν Αθηναίο και όχι από κάποιον εχθρό ή τρίτο παρατηρητή. Οι επισημάνσεις εστιάζονται στην αλαζονική συμπεριφορά των Αθηναίων, απόρροια της δύναμης και της κυριαρχίας που ασκούσαν τόσο στις συμμαχικές πόλεις όσο και στις μη συμμαχικές. Το περίεργο βέβαια είναι ότι μια πόλη – ηγεμονία (Αθήνα) που δίδαξε με τις τραγωδίες και το φιλοσοφικό λόγο την αξία του «ΜΕΤΡΟΥ» δε διδάχτηκε η ίδια. Φαίνεται πως η δύναμη και η εξουσία τυφλώνουν το νου κι αποδιοργανώνουν κάθε δυνατότητα ορθολογικής και ψύχραιμης αντιμετώπισης των δεδομένων.
Η πτώση της Σπαρτιατικής ηγεμονίας
Από τον ιστορικό νόμο της ακμής και παρακμής δεν ξέφυγε ούτε η Σπάρτη, αν και είχε ως παράδειγμα το πάθημα της Αθήνας. Τα ίδια λάθη οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, γιατί η «ηγεμονία» λειτουργεί ως ναρκωτικό και δεν αφήνει τη λογική και την ηθική να ελέγχει τόσο τις ανθρώπινες πράξεις όσο και τη συμπεριφορά των κρατών – ηγεμονιών. Ο Ισοκράτης διεισδύοντας στην ουσία των γεγονότων καταγράφει με καίριες επισημάνσεις τα αίτια της πτώσης της Σπαρτιατικής Ηγεμονίας.
«Γελιέται, έγραφε ο Ισοκράτης, εκείνος που αποδίδει την κατάπτωση των Σπαρτιατών στο επεισόδιο της ήττας στις Λεύκτρες. Η καταστροφή της δεν προήλθε απ’ αυτό, αλλά νικήθηκε απ’ τη διαγωγή των προηγουμένων χρόνων και αναγκάσθηκε να πολεμήσει για την ίδια της την ύπαρξη. Η κυριαρχία της θάλασσας απ’ τη Σπάρτη υπήρξε η πρώτη και η πραγματική αιτία όλης της καταστροφής. Η κυριαρχία αυτή έδωσε στους Σπαρτιάτες μια δύναμη που δεν την είδαν ποτέ έτσι που η έλλειψη μέτρου στην άσκηση αυτής της κυριαρχίας προκάλεσε την απώλεια και αυτής της ηπειρωτικής κυριαρχίας. Ξεχνώντας τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων τους, τους παλιούς νόμους της πολιτείας, νομίζοντας πως είναι σωστό να κάνουν ό,τι τους αρέσει, έπεσαν σε μεγάλη σύγχυση και ταραχή. Δεν κατάλαβαν ότι πόσο επικίνδυνη σειρήνα ήταν η εξουσία αυτή, που την ποθούν όλοι και πόσο εύκολα παραφρονεί κανείς απ’ το γλυκό μεθύσι που φέρνει» (Ισοκράτους, περί Ειρήνης)
Ο λόγος των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων παραμένει πάντα επίκαιρος και πολύτιμος βοηθός στην κατανόηση όλων των παραμέτρων της σύγχρονης παγκόσμιας πραγματικότητας.
Η φύση των ηγεμονιών
Περισσότερο όμως επίκαιρες είναι εκείνες οι επισημάνσεις που φωτίζουν τη βαθύτερη ουσία των ηγεμονιών. Φαίνεται δε πως οι Ηγεμονίες οδηγούνται από τη φύση τους νομοτελειακά στο ίδιο τέλος (πτώση – συντριβή), επειδή αδυνατούν να διδαχθούν από το παρελθόν, αδιαφορούν για το δίκαιο και την ηθική και τέλος, επειδή φορούν πως θα «ηγεμονεύουν» και στο μέλλον έξω από τις δεσμεύσεις του χρόνου. Η χρήση βίας – πέραν από κάθε λογική και ηθική – αισθητοποιεί την ανασφάλεια των ηγεμονιών, την παράνοια των ηγεμόνων, την ένοχη σιωπή των λαών και κύρια την επικίνδυνη ταύτιση της έννοιας του συμφέροντος των ηγεμονιών με το δίκαιο:
«Για να τα συνοψίσω όλα σας λέω, με μια λέξη, ότι αν ακολουθήσετε τη συμβουλή μου, θα πάρετε απόφαση δίκαιη για την τιμωρία των Μυτιληναίων και σωστή για τα συμφέροντά σας. Διαφορετικά και τη δική τους ευγνωμοσύνη δεν θα κερδίσετε και τη δική σας πολιτεία θα καταδικάσετε γιατί αν εκείνοι είχαν δίκιο να επαναστατήσουν, τότε σεις ασκείτε με τρόπο άδικο την εξουσία σας. Αν όμως θέλετε να κρατήσετε την ηγεμονία σας, έστω και με ανάρμοστες μεθόδους, τότε πρέπει, για να το συμφέρον σας, να τους τιμωρήσετε, ακόμα κι αν τούτο είναι άδικο. Αλλιώς παραιτηθείτε από την ηγεμονία σας και φροντίστε το καλό σας όνομα, χωρίς να διατρέχετε κινδύνους» (Κλέων – Αθηναίος πολιτικός).
Ο κυνισμός του Αθηναίου πολιτικού επαληθεύεται περίτρανα και από τα σύγχρονα γεγονότα στη Μέση Ανατολή. Τα ερείσματα κάθε ηγεμονίας – αν θέλει να μείνει ηγεμονία – δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι ηθικά. Η υπεράσπιση των συμφερόντων της ηγεμονίας συνιστά – σύμφωνα πάντα με τη λογική της – αυτόματα και δίκαιο. Το «minimum της ηθικής» καταργείται μπροστά στην ηθική τύφλωση και παραλυσία που επιφέρει η άσκηση της εξουσίας. Αυτό είναι και η βασική αιτία που οι Ηγεμόνες δεν γνωρίζουν τα όρια των πράξεων τους και της ηγεμονίας τους. Πιο ωμός ο Αλκιβιάδης περιέγραφε με ενάργεια τη φύση και την προοπτική της ηγεμονίας.
«Δεν μπορούμε, δήλωνε ο Αλκιβιάδης την παραμονή της εκστρατείας των Αθηνών εναντίον των Συρακουσών, δεν μπορούμε να χαράξουμε, εκ των προτέρων, όρια στην ηγεμονία μας. Γιατί είμεθα υποχρεωμένοι, αφού φθάσαμε σ’ αυτό το σημείο, άλλους να απειλούμε, άλλους να παραφυλάγωμε, με έξοδα άλλων, και άλλους να μη συγχωρούμε γιατί κινδυνεύουμε να κυριαρχηθούμε, αν δεν κυριαρχήσουμε εμείς οι ίδιοι πάνω σε άλλους».
Η προσεκτική μελέτη, λοιπόν, των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων επιβάλλεται από το μέγεθος των σύγχρονων προβλημάτων κι ιδιαίτερα εκείνων που σχετίζονται με την επιθετική συμπεριφορά των σύγχρονων Ηγεμονιών. Δε χρειάζεται να καταφύγουμε ούτε στο θεϊκό λόγο της Αποκάλυψης του Ιωάννη, ούτε στους αστρολόγους και τους μάντεις ούτε και στη σύγχρονη θεωρία του Χάντιγκτον (σύγκρουση πολιτισμών) για να προβλέψουμε το μέλλον του κόσμου και των χωρών που ασκούν σήμερα την ηγεμονία. Ο ορθολογισμός των κλασικών κειμένων και η βιωμένη εμπειρία του παρελθόντος μπορεί να συνδράμει στην προσπάθειά μας να μείνουμε νηφάλιοι στο παρόν και «προμηθείς» για το μέλλον.
Η εξίσωση Δύναμη → Εξουσία → Βία μπορεί να γεννά φόβο και τρόμο αλλά επιβάλλεται να γίνει αποδεκτή ως μια ιστορική αναγκαιότητα, όχι με την έννοια της υποταγής σ’ αυτήν, αλλά ως το πρώτο βήμα – στάδιο για την υπέρβασή της «Οι άνθρωποι συνδέονται με φιλία και τα έθνη με συμφέροντα» (Χόχουτ). Η θέση αυτή του Χόχουτ είναι η δεύτερη αναγκαιότητα για τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής κάθε χώρας αλλά και για τη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης των πολιτών.
Όσον αφορά δε για τα «όρια και την ηθική» των ηγεμονιών μέλλει να δούμε, αν θα επαληθευτεί η άποψη του Θουκυδίδη «γιγνόμενα μεν και αεί εσόμενα, έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων η».
Η επικαιρότητα των ημερών και ο φόβος μιας γενικευμένης πολεμικής σύρραξης στη Συρία έφερε στην επιφάνεια ένα παλιό όσο και σύγχρονο ερώτημα – ζητούμενο: Την ΗΘΙΚΗ της ΔΥΝΑΜΗΣ και το μέλλον – ΟΡΙΑ των ΗΓΕΜΟΝΙΩΝ. Αποτελεί κοινό τόπο και ιστορική διαπίστωση πως αυτός που κατέχει δύναμη – είτε πρόσωπο είναι αυτό, είτε φορέας, είτε κράτος – έχει την τάση να μετασχηματίζει αυτή σε βία. Η δύναμη και η βία αποτελούν τις δυο βασικές συνιστώσες της Εξουσίας και των ηγεμόνων. Η εξουσία πηγάζει – εδράζεται στη δύναμη και αισθητοποιείται μέσα από ενέργειες και συμπεριφορές, που δεν χαρακτηρίζονται τόσο από την επιείκεια, τη διαλλακτικότητα και την πειθώ (λόγο), όσο από τη χρήση βίας.
Αποτελεί, δηλαδή, φυσική νομοτέλεια και ιστορικό νόμο η χρήση βίας από αυτούς που αισθάνονται δυνατοί και ασκούν ή επιθυμούν να διαιωνίσουν την εξουσία τους. Οι αναλύσεις των σύγχρονων ιστορικών για τα κίνητρα και τους στόχους της συμπεριφοράς της μόνης στον κόσμο μας υπερδύναμης, των Η.ΠΑ. αλλά και των άλλων χωρών που φιλοδοξούν να την αντικαταστήσουν, δεν προσθέτουν τίποτε παραπάνω από εκείνα που εύστοχα διαπίστωσε πριν από χιλιάδες χρόνια ο Θουκυδίδης:
«Από ό,τι μπορεί κανείς να εικάσει για τους Θεούς κι από ό,τι είναι βέβαιο για τους ανθρώπους, πιστεύουμε ότι και οι Θεοί και οι άνθρωποι ακολουθούν πάντα έναν απόλυτο νόμο της φύσης, να επιβάλλουν πάντα την εξουσία τους, αν έχουν τη δύναμη να το επιτύχουν. Τον νόμο αυτόν ούτε τον θεσπίσαμε, ούτε τον εφαρμόσαμε εμείς πρώτοι. Τον βρήκαμε να ισχύει και τον ακολουθούμε, όπως θα τον ακολουθούν αιώνια όσοι μας διαδεχθούν και ξέρουμε καλά ότι και εσείς και οποιοιδήποτε άλλοι θα κάνατε τα ίδια αν είχατε τη δύναμή μας» (Διάλογος Αθηναίων – Μηλίων).
Παρακολουθώντας την αρχή και το τέλος των αρχαίων Ελληνικών Ηγεμονιών, δηλαδή της Αθήνας και της Σπάρτης, εύκολα οδηγούμαστε σε συμπεράσματα, που μπορούν να μας χρησιμεύσουν στην κατανόηση κι ερμηνεία των σύγχρονων γεγονότων και της φύσης των ηγεμονιών. Η ακμή και παρακμή των αρχαίων πόλεων – κρατών και ιδιαίτερα των ηγεμονιών ακολούθησε το μοιραίο οδοιπορικό που προδιαγράφει κάθε φορά η «ΝΕΜΕΣΙΣ». Η άσκηση – αυθαίρετη και βίαιη τις περισσότερες φορές – της εξουσίας οδηγούσε στην «ΥΒΡΗ» κι αυτή με τη σειρά της έσπρωχνε τους «αλαζόνες» στην ΠΤΩΣΗ και τη συντριβή. Η έλλειψη μέτρου συνιστά μέγιστο αδίκημα και παραβιάζει τους ακατάλυτους ηθικούς κανόνες. Σχετικά ο Ισοκράτης γράφει για τα αίτια της πτώσης της Αθηναϊκής Ηγεμονίας.
Η πτώση της Αθηναϊκής ηγεμονίας
«Οι κίνδυνοι που μας απειλούν από παντού, η καταστροφή του δημοκρατικού πολιτεύματος που έκανε τους προγόνους μας μεγάλους και ευτυχισμένους, το σύνολο όλων των κακών που επιβάλαμε ή που οι άλλοι μας έχουν επιβάλλει, τα υποφέρουμε απ’ αυτή τη μάταιη φιλοδοξία της θαλασσοκρατίας, που και αν ακόμη μας την πρόσφερναν, δεν θα έπρεπε να τη δεχθούμε με κανένα τρόπο»….
«….Η άσκηση της ηγεμονίας μας ήταν μοιραία. Μας έκανε να χάσουμε τη φήμη μας που την είχαμε σ’ όλους τους λαούς. Μας έφερε σε τέτοια ακολασία και νωθρότητα που δεν θα την επαινέσει κανένας λαός. Δεν μπορούμε να τους κατηγορήσουμε γιατί μας φέρθηκαν τόσο άσχημα γιατί κι εμείς τους διοικήσαμε καταδυναστεύοντάς τους και βασανίζοντάς τους. Ποιος μπορεί να απαριθμήσει τα μικρότερα κακά; Και όλα αυτά τα κακά επανερχόταν περιοδικά κάθε χρόνο… Σε κάθε ξαναγύρισμα, ο ήλιος παρέστεκε σε νέες δημόσιες κηδείες. Οι δημόσιοι τάφοι γέμιζαν από πτώματα πολιτών, και οι γραμμές της πόλης γέμιζαν από άγνωστους ξένους… Παλιές και υπερένδοξες οικογένειες που είχαν ξεφύγει απ’ την καταπίεση των τυράννων και απ’ τις πολεμικές περσικές ορδές τσακίσθηκαν και ξεριζώθηκαν ενώ εμείς κυνηγούσαμε την τρέλα της ηγεμονίας μας… Κάναμε μια ζωή ληστών, πότε πλέοντας μέσα στην αφθονία και πότε στη δυστυχία, έχοντας γύρω μας την πολιορκία και πάνω στα κεφάλια μας την καταστροφή…».
«Αυτή η λεγόμενη κυριαρχία δεν είναι παρά μια συμφορά που κάνει χείριστους όλους εκείνους που την κατέχουν». (Ισοκράτους, περί Ειρήνης)
Το ενδιαφέρον στις επισημάνσεις του Ισοκράτη βρίσκεται στο γεγονός ότι η αιτιολόγηση της πτώσης της Αθηναϊκής ηγεμονίας γίνεται από έναν Αθηναίο και όχι από κάποιον εχθρό ή τρίτο παρατηρητή. Οι επισημάνσεις εστιάζονται στην αλαζονική συμπεριφορά των Αθηναίων, απόρροια της δύναμης και της κυριαρχίας που ασκούσαν τόσο στις συμμαχικές πόλεις όσο και στις μη συμμαχικές. Το περίεργο βέβαια είναι ότι μια πόλη – ηγεμονία (Αθήνα) που δίδαξε με τις τραγωδίες και το φιλοσοφικό λόγο την αξία του «ΜΕΤΡΟΥ» δε διδάχτηκε η ίδια. Φαίνεται πως η δύναμη και η εξουσία τυφλώνουν το νου κι αποδιοργανώνουν κάθε δυνατότητα ορθολογικής και ψύχραιμης αντιμετώπισης των δεδομένων.
Η πτώση της Σπαρτιατικής ηγεμονίας
Από τον ιστορικό νόμο της ακμής και παρακμής δεν ξέφυγε ούτε η Σπάρτη, αν και είχε ως παράδειγμα το πάθημα της Αθήνας. Τα ίδια λάθη οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, γιατί η «ηγεμονία» λειτουργεί ως ναρκωτικό και δεν αφήνει τη λογική και την ηθική να ελέγχει τόσο τις ανθρώπινες πράξεις όσο και τη συμπεριφορά των κρατών – ηγεμονιών. Ο Ισοκράτης διεισδύοντας στην ουσία των γεγονότων καταγράφει με καίριες επισημάνσεις τα αίτια της πτώσης της Σπαρτιατικής Ηγεμονίας.
«Γελιέται, έγραφε ο Ισοκράτης, εκείνος που αποδίδει την κατάπτωση των Σπαρτιατών στο επεισόδιο της ήττας στις Λεύκτρες. Η καταστροφή της δεν προήλθε απ’ αυτό, αλλά νικήθηκε απ’ τη διαγωγή των προηγουμένων χρόνων και αναγκάσθηκε να πολεμήσει για την ίδια της την ύπαρξη. Η κυριαρχία της θάλασσας απ’ τη Σπάρτη υπήρξε η πρώτη και η πραγματική αιτία όλης της καταστροφής. Η κυριαρχία αυτή έδωσε στους Σπαρτιάτες μια δύναμη που δεν την είδαν ποτέ έτσι που η έλλειψη μέτρου στην άσκηση αυτής της κυριαρχίας προκάλεσε την απώλεια και αυτής της ηπειρωτικής κυριαρχίας. Ξεχνώντας τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων τους, τους παλιούς νόμους της πολιτείας, νομίζοντας πως είναι σωστό να κάνουν ό,τι τους αρέσει, έπεσαν σε μεγάλη σύγχυση και ταραχή. Δεν κατάλαβαν ότι πόσο επικίνδυνη σειρήνα ήταν η εξουσία αυτή, που την ποθούν όλοι και πόσο εύκολα παραφρονεί κανείς απ’ το γλυκό μεθύσι που φέρνει» (Ισοκράτους, περί Ειρήνης)
Ο λόγος των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων παραμένει πάντα επίκαιρος και πολύτιμος βοηθός στην κατανόηση όλων των παραμέτρων της σύγχρονης παγκόσμιας πραγματικότητας.
Η φύση των ηγεμονιών
Περισσότερο όμως επίκαιρες είναι εκείνες οι επισημάνσεις που φωτίζουν τη βαθύτερη ουσία των ηγεμονιών. Φαίνεται δε πως οι Ηγεμονίες οδηγούνται από τη φύση τους νομοτελειακά στο ίδιο τέλος (πτώση – συντριβή), επειδή αδυνατούν να διδαχθούν από το παρελθόν, αδιαφορούν για το δίκαιο και την ηθική και τέλος, επειδή φορούν πως θα «ηγεμονεύουν» και στο μέλλον έξω από τις δεσμεύσεις του χρόνου. Η χρήση βίας – πέραν από κάθε λογική και ηθική – αισθητοποιεί την ανασφάλεια των ηγεμονιών, την παράνοια των ηγεμόνων, την ένοχη σιωπή των λαών και κύρια την επικίνδυνη ταύτιση της έννοιας του συμφέροντος των ηγεμονιών με το δίκαιο:
«Για να τα συνοψίσω όλα σας λέω, με μια λέξη, ότι αν ακολουθήσετε τη συμβουλή μου, θα πάρετε απόφαση δίκαιη για την τιμωρία των Μυτιληναίων και σωστή για τα συμφέροντά σας. Διαφορετικά και τη δική τους ευγνωμοσύνη δεν θα κερδίσετε και τη δική σας πολιτεία θα καταδικάσετε γιατί αν εκείνοι είχαν δίκιο να επαναστατήσουν, τότε σεις ασκείτε με τρόπο άδικο την εξουσία σας. Αν όμως θέλετε να κρατήσετε την ηγεμονία σας, έστω και με ανάρμοστες μεθόδους, τότε πρέπει, για να το συμφέρον σας, να τους τιμωρήσετε, ακόμα κι αν τούτο είναι άδικο. Αλλιώς παραιτηθείτε από την ηγεμονία σας και φροντίστε το καλό σας όνομα, χωρίς να διατρέχετε κινδύνους» (Κλέων – Αθηναίος πολιτικός).
Ο κυνισμός του Αθηναίου πολιτικού επαληθεύεται περίτρανα και από τα σύγχρονα γεγονότα στη Μέση Ανατολή. Τα ερείσματα κάθε ηγεμονίας – αν θέλει να μείνει ηγεμονία – δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι ηθικά. Η υπεράσπιση των συμφερόντων της ηγεμονίας συνιστά – σύμφωνα πάντα με τη λογική της – αυτόματα και δίκαιο. Το «minimum της ηθικής» καταργείται μπροστά στην ηθική τύφλωση και παραλυσία που επιφέρει η άσκηση της εξουσίας. Αυτό είναι και η βασική αιτία που οι Ηγεμόνες δεν γνωρίζουν τα όρια των πράξεων τους και της ηγεμονίας τους. Πιο ωμός ο Αλκιβιάδης περιέγραφε με ενάργεια τη φύση και την προοπτική της ηγεμονίας.
«Δεν μπορούμε, δήλωνε ο Αλκιβιάδης την παραμονή της εκστρατείας των Αθηνών εναντίον των Συρακουσών, δεν μπορούμε να χαράξουμε, εκ των προτέρων, όρια στην ηγεμονία μας. Γιατί είμεθα υποχρεωμένοι, αφού φθάσαμε σ’ αυτό το σημείο, άλλους να απειλούμε, άλλους να παραφυλάγωμε, με έξοδα άλλων, και άλλους να μη συγχωρούμε γιατί κινδυνεύουμε να κυριαρχηθούμε, αν δεν κυριαρχήσουμε εμείς οι ίδιοι πάνω σε άλλους».
Η προσεκτική μελέτη, λοιπόν, των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων επιβάλλεται από το μέγεθος των σύγχρονων προβλημάτων κι ιδιαίτερα εκείνων που σχετίζονται με την επιθετική συμπεριφορά των σύγχρονων Ηγεμονιών. Δε χρειάζεται να καταφύγουμε ούτε στο θεϊκό λόγο της Αποκάλυψης του Ιωάννη, ούτε στους αστρολόγους και τους μάντεις ούτε και στη σύγχρονη θεωρία του Χάντιγκτον (σύγκρουση πολιτισμών) για να προβλέψουμε το μέλλον του κόσμου και των χωρών που ασκούν σήμερα την ηγεμονία. Ο ορθολογισμός των κλασικών κειμένων και η βιωμένη εμπειρία του παρελθόντος μπορεί να συνδράμει στην προσπάθειά μας να μείνουμε νηφάλιοι στο παρόν και «προμηθείς» για το μέλλον.
Η εξίσωση Δύναμη → Εξουσία → Βία μπορεί να γεννά φόβο και τρόμο αλλά επιβάλλεται να γίνει αποδεκτή ως μια ιστορική αναγκαιότητα, όχι με την έννοια της υποταγής σ’ αυτήν, αλλά ως το πρώτο βήμα – στάδιο για την υπέρβασή της «Οι άνθρωποι συνδέονται με φιλία και τα έθνη με συμφέροντα» (Χόχουτ). Η θέση αυτή του Χόχουτ είναι η δεύτερη αναγκαιότητα για τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής κάθε χώρας αλλά και για τη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης των πολιτών.
Όσον αφορά δε για τα «όρια και την ηθική» των ηγεμονιών μέλλει να δούμε, αν θα επαληθευτεί η άποψη του Θουκυδίδη «γιγνόμενα μεν και αεί εσόμενα, έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων η».
Πώς να χτίσετε το δικό σας σύμπαν
Η ευτυχία δεν δίνεται στη ζωή- πρέπει να την κατακτήσετε. Τα ανθρώπινα όντα έχουν φτιαχτεί για να επιβιώνουν, όχι για να είναι χαρούμενα. Έχουμε προγραμματιστεί να επιβιώνουμε, αλλά αν θέλουμε την ευτυχία πρέπει να κάνουμε κάτι σαν «χακάρισμα». Όποιος θέλει να αναλάβει την πρόκληση της ευτυχίας πρέπει να συνειδητοποιήσει πως το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι να ανακαλύψουμε το νόημα της.
Όπως ο José Luis Sampedro, συγγραφέας, ανθρωπολόγος και Ισπανός οικονομολόγος είπε, ο λόγος που είμαστε ζωντανοί είναι για να ζήσουμε και να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Οι περισσότεροι από εμάς, σε κάποια στιγμή της ζωής μας έχουμε αναρωτηθεί για ποιο λόγο ζούμε. Το να ξέρουμε τι να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση θα μας δώσει ένα νόημα στην ύπαρξή μας. Ένα αληθινό και σωστό νόημα.
Όλα όσα βλέπουμε στον εξωτερικό κόσμο είναι απλώς μια αντανάκλαση της εσωτερικότητας μας, αυτών που σκεφτόμαστε και νιώθουμε. Τα ελαττώματα και οι αρετές που βλέπουμε στους άλλους είναι, μέχρι ένα σημείο, αυτό που κουβαλάμε μέσα μας. Ωστόσο, στις αμφιβολίες και στις ερωτήσεις που έχουμε, οι περισσότερες απαντήσεις βρίσκονται μέσα μας, επειδή το Σύμπαν που ζει μέσα μας είναι ήδη ένα πολύ μαγευτικό.
Τι θα κάνατε αν ξέρατε πως δε θα αποτύχετε;
Το νόημα της ζωής- κουβαλάμε το δικό μας σύμπαν
Μπορεί να ακούγεται λίγο ειρωνικό, αλλά μόνο εμείς είμαστε αυτοί που μπορούμε να στενοχωρήσουμε τον εαυτό μας και να επιτρέψουμε στην συναισθηματική ταραχή να μας καταβάλει. Η αιτία της ταλαιπωρίας μας δεν βρίσκεται έξω αλλά μέσα… στο πως αντιμετωπίζουμε τον πόνο.
Οι άλλοι μπορούν να μας σκοτώσουν σωματικά, αλλά σε συναισθηματικό επίπεδο μόνο εμείς έχουμε την δύναμη να βλάψουμε τον εαυτό μας ή να επιβάλουμε την τάξη. Ακόμα και αν ελευθερωθεί το μυαλό μας, αυτός ο φανταστικός πόλεμος γεννά μια σειρά από συναισθηματικά εμπόδια όπως άγχος, μνησικακία, μίσος, τιμωρία και την επιθυμία για εκδίκηση.
Ο τρόπος που ερμηνεύουμε με τα πράγματα, μαζί με τις συναισθηματικές αντιδράσεις είναι αυτό που μας κάνει να ταλαιπωρούμαστε και να ερχόμαστε σε σύγκρουση με τον εαυτό μας. Τελικά, είμαστε η αιτία του κακού μας. Γι αυτόν τον λόγο το να συγκεντρωθούμε στον εαυτό μας και το να γνωρίσουμε τα συναισθήματα μας μας φέρνει πιο κοντά στη βαθύτερη γνώση του εσωτερικού σύμπαντος μας και στο νόημα της ζωής.
Εν τέλει, το μόνο που μπορούμε να αλλάξουμε στη ζωή μας είναι ο εαυτός μας. Όλα τα άλλα είναι ένα σενάριο ψευδαίσθησης. Μπορούμε να στεναχωρηθούμε επειδή θέλουμε ένα καλύτερο κόσμο χωρίς αδικία και με περισσότερη ισότητα, μόνο για να τον δούμε να χειροτερεύει όλο και περισσότερο. Αντίθετα, το να αλλάξουμε και να βελτιώσουμε την εσωτερική μας ζωή είναι το αληθινό μας έργο. Αν το πετύχουμε αυτό θα μας δώσει ατέλειωτη γαλήνη και ένα καινούργιο τρόπο για να αντιμετωπίσουμε τις καταστάσεις.
«Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις για την ανθρωπότητα είναι να είσαι χαρούμενος και να μάθεις να βρίσκεσαι σε γαλήνη με τον εαυτό σου.» – Seneca
Για να χτίσουμε το δικό μας Σύμπαν πρέπει να είμαστε γενναίοι
Η γενίκευση αποτελεί απειλή για μας. Χανόμαστε σε πόλεις γεμάτες με μεγάλα κτίρια και κανόνες που σπανίως λέγονται αλλά συχνά επιβάλλονται. Σε πολλές περιπτώσεις θυσιάζουμε το να πράττουμε σύμφωνα με τις αξίες μας για να προβάλλουμε μια καλύτερη εικόνα του εαυτού μας. Αυτός είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους το «σύστημα» μας ελέγχει με την ανταμοιβή που μας προσφέρει σε αντάλλαγμα. «Κάνε αυτό, κάντο με τον τρόπο που σου λέω και θα σε φροντίσω.»
Έτσι καταλήγουμε να αντιμετωπίζουμε τα πάντα εκτός από τον εαυτό μας: το αμάξι, τη μηχανή, το ένα και το άλλο. Περνάμε την μέρα μας αυτόματα, χωρίς να συνειδητοποιούμε πως θα μπορούσαμε να ζήσουμε πολύ καλύτερα.
Μερικές φορές, αναλόγως με το με ποιον βρισκόμαστε και το που είμαστε, δείχνουμε τον εαυτό μας με τον έναν τρόπο ή με τον άλλον. Επιλέγουμε τι θέλουμε να δείξουμε στο Σύμπαν και τι θέλουμε να κρύψουμε. Αυτό σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να φανεί χρήσιμο: στην αναζήτηση εργασίας, σε συναντήσεις, στη δουλειά κτλ. Αλλά μακροπρόθεσμα μπορεί να προκαλέσει μεγάλη δυσαρμονία μέσα στην ψυχή.
Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε είναι να βρούμε τον εαυτό μας, να συνδεθούμε τον εσωτερικό εαυτό μας και να είμαστε αληθινοί για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους. Αυτή είναι μια πρόκληση, ποτέ απειλή. Αν και θα υπάρξουν δυσκολίες στη διαδρομή, η αίσθηση που θα μας ακολουθεί θα είναι αυτή της γαλήνης. Θα πρέπει να είμαστε ενεργοί και όχι απλώς να αντιδρούμε στο έλεος των ρευμάτων που παράγουν όσα μας περιβάλλουν. Και τότε θα ανακαλύψουμε αληθινά το νόημα της ζωής.
«Σιγουρευτείτε πως πάντα θα καλοδέχεστε την αποτυχία. Θα πρέπει πάντα να λέτε: Αποτυχία, είναι ευχαρίστηση μου να σε έχω, πέρασε. Γιατί έτσι δε θα με φοβίσεις.»
Όπως ο José Luis Sampedro, συγγραφέας, ανθρωπολόγος και Ισπανός οικονομολόγος είπε, ο λόγος που είμαστε ζωντανοί είναι για να ζήσουμε και να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Οι περισσότεροι από εμάς, σε κάποια στιγμή της ζωής μας έχουμε αναρωτηθεί για ποιο λόγο ζούμε. Το να ξέρουμε τι να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση θα μας δώσει ένα νόημα στην ύπαρξή μας. Ένα αληθινό και σωστό νόημα.
Όλα όσα βλέπουμε στον εξωτερικό κόσμο είναι απλώς μια αντανάκλαση της εσωτερικότητας μας, αυτών που σκεφτόμαστε και νιώθουμε. Τα ελαττώματα και οι αρετές που βλέπουμε στους άλλους είναι, μέχρι ένα σημείο, αυτό που κουβαλάμε μέσα μας. Ωστόσο, στις αμφιβολίες και στις ερωτήσεις που έχουμε, οι περισσότερες απαντήσεις βρίσκονται μέσα μας, επειδή το Σύμπαν που ζει μέσα μας είναι ήδη ένα πολύ μαγευτικό.
Τι θα κάνατε αν ξέρατε πως δε θα αποτύχετε;
Το νόημα της ζωής- κουβαλάμε το δικό μας σύμπαν
Μπορεί να ακούγεται λίγο ειρωνικό, αλλά μόνο εμείς είμαστε αυτοί που μπορούμε να στενοχωρήσουμε τον εαυτό μας και να επιτρέψουμε στην συναισθηματική ταραχή να μας καταβάλει. Η αιτία της ταλαιπωρίας μας δεν βρίσκεται έξω αλλά μέσα… στο πως αντιμετωπίζουμε τον πόνο.
Οι άλλοι μπορούν να μας σκοτώσουν σωματικά, αλλά σε συναισθηματικό επίπεδο μόνο εμείς έχουμε την δύναμη να βλάψουμε τον εαυτό μας ή να επιβάλουμε την τάξη. Ακόμα και αν ελευθερωθεί το μυαλό μας, αυτός ο φανταστικός πόλεμος γεννά μια σειρά από συναισθηματικά εμπόδια όπως άγχος, μνησικακία, μίσος, τιμωρία και την επιθυμία για εκδίκηση.
Ο τρόπος που ερμηνεύουμε με τα πράγματα, μαζί με τις συναισθηματικές αντιδράσεις είναι αυτό που μας κάνει να ταλαιπωρούμαστε και να ερχόμαστε σε σύγκρουση με τον εαυτό μας. Τελικά, είμαστε η αιτία του κακού μας. Γι αυτόν τον λόγο το να συγκεντρωθούμε στον εαυτό μας και το να γνωρίσουμε τα συναισθήματα μας μας φέρνει πιο κοντά στη βαθύτερη γνώση του εσωτερικού σύμπαντος μας και στο νόημα της ζωής.
Εν τέλει, το μόνο που μπορούμε να αλλάξουμε στη ζωή μας είναι ο εαυτός μας. Όλα τα άλλα είναι ένα σενάριο ψευδαίσθησης. Μπορούμε να στεναχωρηθούμε επειδή θέλουμε ένα καλύτερο κόσμο χωρίς αδικία και με περισσότερη ισότητα, μόνο για να τον δούμε να χειροτερεύει όλο και περισσότερο. Αντίθετα, το να αλλάξουμε και να βελτιώσουμε την εσωτερική μας ζωή είναι το αληθινό μας έργο. Αν το πετύχουμε αυτό θα μας δώσει ατέλειωτη γαλήνη και ένα καινούργιο τρόπο για να αντιμετωπίσουμε τις καταστάσεις.
«Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις για την ανθρωπότητα είναι να είσαι χαρούμενος και να μάθεις να βρίσκεσαι σε γαλήνη με τον εαυτό σου.» – Seneca
Για να χτίσουμε το δικό μας Σύμπαν πρέπει να είμαστε γενναίοι
Η γενίκευση αποτελεί απειλή για μας. Χανόμαστε σε πόλεις γεμάτες με μεγάλα κτίρια και κανόνες που σπανίως λέγονται αλλά συχνά επιβάλλονται. Σε πολλές περιπτώσεις θυσιάζουμε το να πράττουμε σύμφωνα με τις αξίες μας για να προβάλλουμε μια καλύτερη εικόνα του εαυτού μας. Αυτός είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους το «σύστημα» μας ελέγχει με την ανταμοιβή που μας προσφέρει σε αντάλλαγμα. «Κάνε αυτό, κάντο με τον τρόπο που σου λέω και θα σε φροντίσω.»
Έτσι καταλήγουμε να αντιμετωπίζουμε τα πάντα εκτός από τον εαυτό μας: το αμάξι, τη μηχανή, το ένα και το άλλο. Περνάμε την μέρα μας αυτόματα, χωρίς να συνειδητοποιούμε πως θα μπορούσαμε να ζήσουμε πολύ καλύτερα.
Μερικές φορές, αναλόγως με το με ποιον βρισκόμαστε και το που είμαστε, δείχνουμε τον εαυτό μας με τον έναν τρόπο ή με τον άλλον. Επιλέγουμε τι θέλουμε να δείξουμε στο Σύμπαν και τι θέλουμε να κρύψουμε. Αυτό σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να φανεί χρήσιμο: στην αναζήτηση εργασίας, σε συναντήσεις, στη δουλειά κτλ. Αλλά μακροπρόθεσμα μπορεί να προκαλέσει μεγάλη δυσαρμονία μέσα στην ψυχή.
Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε είναι να βρούμε τον εαυτό μας, να συνδεθούμε τον εσωτερικό εαυτό μας και να είμαστε αληθινοί για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους. Αυτή είναι μια πρόκληση, ποτέ απειλή. Αν και θα υπάρξουν δυσκολίες στη διαδρομή, η αίσθηση που θα μας ακολουθεί θα είναι αυτή της γαλήνης. Θα πρέπει να είμαστε ενεργοί και όχι απλώς να αντιδρούμε στο έλεος των ρευμάτων που παράγουν όσα μας περιβάλλουν. Και τότε θα ανακαλύψουμε αληθινά το νόημα της ζωής.
«Σιγουρευτείτε πως πάντα θα καλοδέχεστε την αποτυχία. Θα πρέπει πάντα να λέτε: Αποτυχία, είναι ευχαρίστηση μου να σε έχω, πέρασε. Γιατί έτσι δε θα με φοβίσεις.»
Νίτσε: Διόνυσος - η αιώνια επιστροφή της ζωής
Φρίντριχ Νίτσε: 1844–1900
Διόνυσος: η αιώνια επιστροφή της ζωής
§1
Στο έργο του το Λυκόφως των ειδώλων –κεφ.: ρήσεις και αιχμές 8– ο Νίτσε γράφει: ό,τι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό. Τι είναι αυτό που δεν τον σκοτώνει; Είναι ο αρχαίος θεός Διόνυσος, ο οποίος για τον φιλόσοφο συμβολίζει τη μεθυστική απελευθέρωση της ανθρώπινης ατομικότητας από τη συρρίκνωσή της σε μια άβουλη ύπαρξη και κατ’ επέκταση στην πιο ανήμπορη και καταφρονεμένη μέσα στο σύμπαν. Ως απομονωμένο, ταπεινωμένο και ευτελισμένο πλάσμα, το ανθρώπινο άτομο λησμονεί τον εαυτό του μέσα στην αυστηρά ιεραρχημένη ζωή της πολιτικο-κοινωνικής και πολιτισμικής του συνθήκης. Ετούτη η συνθήκη είναι ο επιτάφιος θρήνος των ανθρώπινων ατόμων· υπό τον μανδύα ωστόσο της εφήμερης πολυλογίας εκλαμβάνεται από αυτά τα ίδια ως λυτρωτική έλευση της ελευθερίας τους.
Τι θέλει να μας πει στα αλήθεια ο Νίτσε εδώ; Πώς ο σημερινός τύπος του ανθρώπου, του λεγόμενου Ευρωπαίου εκμαυλίζεται από ψευδείς ιδέες, όπως αυτή της «προόδου» και όλων των –ισμών· ιδέες, που όσο περισσότερο ψευδείς είναι τόσο πιο πολύ αλυσοδένουν την εντός του κόσμου ζωτικότητά του και τον υποβιβάζουν σε μια αδύναμη, φοβισμένη, αρρωστημένη ύπαρξη. Τότε συμβαίνει το εξής παράδοξο: η αδυναμία τούτη, η πλήρης εξουθένωση κάθε ίχνους βούλησης για δύναμη, κάθε αίσθησης της ζωής, εξελίσσεται ποικιλοτρόπως σε ιδεολογία των μαζών και επιβάλλεται αξιωματικά από τις ποικίλες ιεραρχήσεις της κοινωνικοπολιτικής του συνθήκης ως αντισταθμιστικός παράγοντας στην εν λόγω εξουθένωση. Αυτή η αξιωματική επιβολή αναπαράγεται παράλληλα και από τις ίδιες τις μάζες, καθώς αυτές-εδώ επιχειρούν να ενεργοποιήσουν επιφανειακά τη βούλησή τους. Έτσι μετατρέπονται σε υπόδουλες συνειδήσεις που χύνουν το αίμα τους για αλλότριες δυνάμεις.
§2
Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας δουλόφρονος συνείδησης είναι να προβάλλει ως αρετή ζωής ένα ατελέσφορο συμπάσχειν, μια παρακμιακή συμπόνια που λειτουργεί κατασταλτικά και αδρανοποιεί κάθε ρηξικέλευθη ενεργοποίηση του αισθήματος της ζωής. Μέσα σε μια τέτοια θρυμματισμένη μορφή ζωής παρεμβάλει ο Νίτσε τον δικό του θεό, τον θεό της μέθης, τον Διόνυσο, που με τον τρόπο της έκστασης αγγέλλει δύναμη και φως. Με τον Διόνυσο προελαύνει ο κόσμος του ανθρώπινου ενστίκτου και διασπά την σιδερόφρακτη πραγματικότητα ενός άκαρδου και ψυχρού ορθολογισμού, πίσω από τον οποίο κρύβονται ασφαλείς όλες οι εξουσιαστικές και εξουσιαζόμενες εν ταυτώ εξατομικεύσεις της νεωτερικής, ήτοι μετανεωτερικής εποχής. Ο κόσμος του Διόνυσου είναι ένας κόσμος της μουσικής, της χοϊκής λατρείας και της μεθυστικής αγαλλίασης, που οδηγεί την ανθρώπινη ουσία πέρα από την άπνοη εξατομίκευση, προς μια εκ νέου συμφιλίωσή της με τη φύση. Τα διονυσιακά μυστήρια της αρχαίας Ελλάδας αποτέλεσαν για τον Νίτσε πηγή σοφίας και αληθινής ελευθερίας. Υπό τη νικηφόρα ώθηση του οργιαστικού στοιχείου, το άτομο παύει να αναστενάζει έρημο και μοναχό: γίνεται ένα με το σύνολο και ποδοπατεί χαρούμενο κάθε είδους υποκρισία και σκληροτράχηλο υπολογισμό. Μέσα από τον χορό και το τραγούδι υψώνεται σε μια ελεύθερη ενότητα χώρου και χρόνου, όπου το απλό βάδισμα αντικαθίσταται από την γεμάτη έμπνευση πτήση, οι πάντες και τα πάντα αρχίζουν να μιλούν φιλικά και στην πράξη πραγματώνουν, με τον πιο θεϊκό τρόπο, το Ηρακλείτειο: Εν-Παν. Ετούτη η πραγμάτωση σημαίνει τότε πως ο άνθρωπος από σκλάβος μαθαίνει να γίνεται ελεύθερος και να καταργεί τα μοχθηρά δεσμά της αναγκαιότητας, του πειθαναγκασμού και της δουλοπρέπειας. Στη συνάφεια τούτη δεν αυτο-περιορίζεται στο να ονομάζεται απλώς τεχνίτης, δημιουργός ή καλλιτέχνης, αλλά γίνεται ο ίδιος το αιώνιο δημιούργημα του δημιουργού εαυτού, το φωτεινό έργο τέχνης, το σμιλευμένο άγαλμα του διονυσιακού καλλιτέχνη, δηλαδή του εαυτού του ως τέτοιου. Αυτή τη διονυσιακή έκρηξη της χαράς και της δημιουργίας ο Νίτσε δεν την περιορίζει στα όρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αλλά τη βλέπει να διατηρείται ζωντανή και στο σήμερα. Για παράδειγμα, τη συναντά στην ένατη συμφωνία του Μπετόβεν, αλλά και σε αναρίθμητες γιορταστικές εκδηλώσεις, που αντλούν τη μοναδική τους ομορφιά από τον διονυσιακό τους χαρακτήρα.
§3
Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα από το Λυκόφως των ειδώλων, σχετικά με τον Διόνυσο και την ευεργετική επίδρασή του στη ζωή:
Ι. «Ήμουν ο πρώτος που, για να κατανοήσω το παλαιότερο, το ακόμα πλούσιο και μάλιστα πληθωρικό ελληνικό ένστικτο, πήρα στα σοβαρά εκείνο το θαυμαστό φαινόμενο, που φέρει το όνομα του Διονύσου: μπορεί κανείς να το εξηγήσει μόνο με βάση ένα περίσσευμα δύναμης. Όποιος μελετά σε βάθος τους Έλληνες, … καταλαβαίνει αμέσως πως κάτι έχει επιτευχθεί με αυτό το φαινόμενο … Όντως μπορεί οι ιερείς να μετέδιδαν στους συμμετέχοντες σε τέτοια όργια κάποια όχι ανάξια λόγου πράγματα, για παράδειγμα, πως το κρασί ανάβει τον πόθο, πως ο άνθρωπος, υπό ορισμένες περιστάσεις, μπορεί να ζει με καρπούς, πως τα φυτά ανθίζουν την άνοιξη και μαραίνονται το φθινόπωρο… Μόνο στα διονυσιακά μυστήρια, στην ψυχολογία της διονυσιακής κατάστασης, συμβαίνει να εκφράζεται το θεμελιώδες γεγονός του ελληνικού ενστίκτου –η «βούλησή του για ζωή». Τι εγγυόταν στον εαυτό του ο Έλληνας με αυτά τα μυστήρια; Την αιώνια ζωή, την αιώνια επιστροφή της ζωής· το μέλλον που είναι παρόν μέσα στο παρελθόν με τον τρόπο της υπόσχεσης και του καθαγιασμού· το θριαμβευτικό Ναι στη ζωή, πέραν του θανάτου και της αλλαγής· την αληθινή ζωή ως συνολική συνέχιση της ζωής μέσω της αναπαραγωγής, μέσω των μυστηρίων της σεξουαλικότητας...».
ΙΙ. «Στη διδασκαλία των μυστηρίων, ο πόνος χαρακτηρίζεται ιερός… Καθετί που εισέρχεται στο γίγνεσθαι και αναπτύσσεται, καθετί που εγγυάται το μέλλον προϋποθέτει τον πόνο … Για να υπάρχει η αιώνια χαρά της δημιουργίας, για να αυτοκαταφάσκεται αιωνίως η βούληση για ζωή, πρέπει να υπάρχει παντοτινά η «δοκιμασία της γέννας» … Όλα αυτά σημαίνει η λέξη Διόνυσος: δεν γνωρίζω κανέναν άλλο ανώτερο συμβολισμό πέρα απ’ αυτόν τον ελληνικό συμβολισμό, τον συμβολισμό των Διονυσίων. Σε αυτόν-εδώ βιώνεται θρησκευτικά το βαθύτατο ένστικτο της ζωής, το ένστικτο που επενδύει στο μέλλον της ζωής, στην αιωνιότητα της ζωής, –η ίδια η οδός προς τη ζωή, η αναπαραγωγή, ως η ιερά οδός …».
ΙΙΙ. «Η ψυχολογία των διονυσιακών οργίων ως συναισθημάτων ζωής και δύναμης που εκχειλίζουν και μέσα στα οποία και ο ίδιος ο πόνος επενεργεί διεγερτικά, μου έδωσε το κλειδί για την έννοια του τραγικού συναισθήματος... Η επιβεβαίωση στη ζωή, ακόμη και στα πιο παράξενα και αμείλικτα προβλήματα· η βούληση για ζωή, που αγάλλεται καθώς απολαμβάνει την ανεξάντλητη τάση της να θυσιάζει τους ανώτερους τύπους της –αυτό ονόμασα διονυσιακό, αυτό αναγνώρισα ως τη γέφυρα προς τη ψυχολογία του τραγικού ποιητή. Όχι για να απαλλαγεί κανείς από τον τρόμο και τον οίκτο, όχι για να επιτύχει την κάθαρσή του από ένα επικίνδυνο συναίσθημα … αλλά για να είναι ο ίδιος η αιώνια χαρά του γίγνεσθαι, πέρα από τον τρόμο και τον οίκτο, –εκείνη η χαρά που περικλείει επίσης μέσα της και τη χαρά της καταστροφής».
Διόνυσος: η αιώνια επιστροφή της ζωής
§1
Στο έργο του το Λυκόφως των ειδώλων –κεφ.: ρήσεις και αιχμές 8– ο Νίτσε γράφει: ό,τι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό. Τι είναι αυτό που δεν τον σκοτώνει; Είναι ο αρχαίος θεός Διόνυσος, ο οποίος για τον φιλόσοφο συμβολίζει τη μεθυστική απελευθέρωση της ανθρώπινης ατομικότητας από τη συρρίκνωσή της σε μια άβουλη ύπαρξη και κατ’ επέκταση στην πιο ανήμπορη και καταφρονεμένη μέσα στο σύμπαν. Ως απομονωμένο, ταπεινωμένο και ευτελισμένο πλάσμα, το ανθρώπινο άτομο λησμονεί τον εαυτό του μέσα στην αυστηρά ιεραρχημένη ζωή της πολιτικο-κοινωνικής και πολιτισμικής του συνθήκης. Ετούτη η συνθήκη είναι ο επιτάφιος θρήνος των ανθρώπινων ατόμων· υπό τον μανδύα ωστόσο της εφήμερης πολυλογίας εκλαμβάνεται από αυτά τα ίδια ως λυτρωτική έλευση της ελευθερίας τους.
Τι θέλει να μας πει στα αλήθεια ο Νίτσε εδώ; Πώς ο σημερινός τύπος του ανθρώπου, του λεγόμενου Ευρωπαίου εκμαυλίζεται από ψευδείς ιδέες, όπως αυτή της «προόδου» και όλων των –ισμών· ιδέες, που όσο περισσότερο ψευδείς είναι τόσο πιο πολύ αλυσοδένουν την εντός του κόσμου ζωτικότητά του και τον υποβιβάζουν σε μια αδύναμη, φοβισμένη, αρρωστημένη ύπαρξη. Τότε συμβαίνει το εξής παράδοξο: η αδυναμία τούτη, η πλήρης εξουθένωση κάθε ίχνους βούλησης για δύναμη, κάθε αίσθησης της ζωής, εξελίσσεται ποικιλοτρόπως σε ιδεολογία των μαζών και επιβάλλεται αξιωματικά από τις ποικίλες ιεραρχήσεις της κοινωνικοπολιτικής του συνθήκης ως αντισταθμιστικός παράγοντας στην εν λόγω εξουθένωση. Αυτή η αξιωματική επιβολή αναπαράγεται παράλληλα και από τις ίδιες τις μάζες, καθώς αυτές-εδώ επιχειρούν να ενεργοποιήσουν επιφανειακά τη βούλησή τους. Έτσι μετατρέπονται σε υπόδουλες συνειδήσεις που χύνουν το αίμα τους για αλλότριες δυνάμεις.
§2
Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας δουλόφρονος συνείδησης είναι να προβάλλει ως αρετή ζωής ένα ατελέσφορο συμπάσχειν, μια παρακμιακή συμπόνια που λειτουργεί κατασταλτικά και αδρανοποιεί κάθε ρηξικέλευθη ενεργοποίηση του αισθήματος της ζωής. Μέσα σε μια τέτοια θρυμματισμένη μορφή ζωής παρεμβάλει ο Νίτσε τον δικό του θεό, τον θεό της μέθης, τον Διόνυσο, που με τον τρόπο της έκστασης αγγέλλει δύναμη και φως. Με τον Διόνυσο προελαύνει ο κόσμος του ανθρώπινου ενστίκτου και διασπά την σιδερόφρακτη πραγματικότητα ενός άκαρδου και ψυχρού ορθολογισμού, πίσω από τον οποίο κρύβονται ασφαλείς όλες οι εξουσιαστικές και εξουσιαζόμενες εν ταυτώ εξατομικεύσεις της νεωτερικής, ήτοι μετανεωτερικής εποχής. Ο κόσμος του Διόνυσου είναι ένας κόσμος της μουσικής, της χοϊκής λατρείας και της μεθυστικής αγαλλίασης, που οδηγεί την ανθρώπινη ουσία πέρα από την άπνοη εξατομίκευση, προς μια εκ νέου συμφιλίωσή της με τη φύση. Τα διονυσιακά μυστήρια της αρχαίας Ελλάδας αποτέλεσαν για τον Νίτσε πηγή σοφίας και αληθινής ελευθερίας. Υπό τη νικηφόρα ώθηση του οργιαστικού στοιχείου, το άτομο παύει να αναστενάζει έρημο και μοναχό: γίνεται ένα με το σύνολο και ποδοπατεί χαρούμενο κάθε είδους υποκρισία και σκληροτράχηλο υπολογισμό. Μέσα από τον χορό και το τραγούδι υψώνεται σε μια ελεύθερη ενότητα χώρου και χρόνου, όπου το απλό βάδισμα αντικαθίσταται από την γεμάτη έμπνευση πτήση, οι πάντες και τα πάντα αρχίζουν να μιλούν φιλικά και στην πράξη πραγματώνουν, με τον πιο θεϊκό τρόπο, το Ηρακλείτειο: Εν-Παν. Ετούτη η πραγμάτωση σημαίνει τότε πως ο άνθρωπος από σκλάβος μαθαίνει να γίνεται ελεύθερος και να καταργεί τα μοχθηρά δεσμά της αναγκαιότητας, του πειθαναγκασμού και της δουλοπρέπειας. Στη συνάφεια τούτη δεν αυτο-περιορίζεται στο να ονομάζεται απλώς τεχνίτης, δημιουργός ή καλλιτέχνης, αλλά γίνεται ο ίδιος το αιώνιο δημιούργημα του δημιουργού εαυτού, το φωτεινό έργο τέχνης, το σμιλευμένο άγαλμα του διονυσιακού καλλιτέχνη, δηλαδή του εαυτού του ως τέτοιου. Αυτή τη διονυσιακή έκρηξη της χαράς και της δημιουργίας ο Νίτσε δεν την περιορίζει στα όρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αλλά τη βλέπει να διατηρείται ζωντανή και στο σήμερα. Για παράδειγμα, τη συναντά στην ένατη συμφωνία του Μπετόβεν, αλλά και σε αναρίθμητες γιορταστικές εκδηλώσεις, που αντλούν τη μοναδική τους ομορφιά από τον διονυσιακό τους χαρακτήρα.
§3
Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα από το Λυκόφως των ειδώλων, σχετικά με τον Διόνυσο και την ευεργετική επίδρασή του στη ζωή:
Ι. «Ήμουν ο πρώτος που, για να κατανοήσω το παλαιότερο, το ακόμα πλούσιο και μάλιστα πληθωρικό ελληνικό ένστικτο, πήρα στα σοβαρά εκείνο το θαυμαστό φαινόμενο, που φέρει το όνομα του Διονύσου: μπορεί κανείς να το εξηγήσει μόνο με βάση ένα περίσσευμα δύναμης. Όποιος μελετά σε βάθος τους Έλληνες, … καταλαβαίνει αμέσως πως κάτι έχει επιτευχθεί με αυτό το φαινόμενο … Όντως μπορεί οι ιερείς να μετέδιδαν στους συμμετέχοντες σε τέτοια όργια κάποια όχι ανάξια λόγου πράγματα, για παράδειγμα, πως το κρασί ανάβει τον πόθο, πως ο άνθρωπος, υπό ορισμένες περιστάσεις, μπορεί να ζει με καρπούς, πως τα φυτά ανθίζουν την άνοιξη και μαραίνονται το φθινόπωρο… Μόνο στα διονυσιακά μυστήρια, στην ψυχολογία της διονυσιακής κατάστασης, συμβαίνει να εκφράζεται το θεμελιώδες γεγονός του ελληνικού ενστίκτου –η «βούλησή του για ζωή». Τι εγγυόταν στον εαυτό του ο Έλληνας με αυτά τα μυστήρια; Την αιώνια ζωή, την αιώνια επιστροφή της ζωής· το μέλλον που είναι παρόν μέσα στο παρελθόν με τον τρόπο της υπόσχεσης και του καθαγιασμού· το θριαμβευτικό Ναι στη ζωή, πέραν του θανάτου και της αλλαγής· την αληθινή ζωή ως συνολική συνέχιση της ζωής μέσω της αναπαραγωγής, μέσω των μυστηρίων της σεξουαλικότητας...».
ΙΙ. «Στη διδασκαλία των μυστηρίων, ο πόνος χαρακτηρίζεται ιερός… Καθετί που εισέρχεται στο γίγνεσθαι και αναπτύσσεται, καθετί που εγγυάται το μέλλον προϋποθέτει τον πόνο … Για να υπάρχει η αιώνια χαρά της δημιουργίας, για να αυτοκαταφάσκεται αιωνίως η βούληση για ζωή, πρέπει να υπάρχει παντοτινά η «δοκιμασία της γέννας» … Όλα αυτά σημαίνει η λέξη Διόνυσος: δεν γνωρίζω κανέναν άλλο ανώτερο συμβολισμό πέρα απ’ αυτόν τον ελληνικό συμβολισμό, τον συμβολισμό των Διονυσίων. Σε αυτόν-εδώ βιώνεται θρησκευτικά το βαθύτατο ένστικτο της ζωής, το ένστικτο που επενδύει στο μέλλον της ζωής, στην αιωνιότητα της ζωής, –η ίδια η οδός προς τη ζωή, η αναπαραγωγή, ως η ιερά οδός …».
ΙΙΙ. «Η ψυχολογία των διονυσιακών οργίων ως συναισθημάτων ζωής και δύναμης που εκχειλίζουν και μέσα στα οποία και ο ίδιος ο πόνος επενεργεί διεγερτικά, μου έδωσε το κλειδί για την έννοια του τραγικού συναισθήματος... Η επιβεβαίωση στη ζωή, ακόμη και στα πιο παράξενα και αμείλικτα προβλήματα· η βούληση για ζωή, που αγάλλεται καθώς απολαμβάνει την ανεξάντλητη τάση της να θυσιάζει τους ανώτερους τύπους της –αυτό ονόμασα διονυσιακό, αυτό αναγνώρισα ως τη γέφυρα προς τη ψυχολογία του τραγικού ποιητή. Όχι για να απαλλαγεί κανείς από τον τρόμο και τον οίκτο, όχι για να επιτύχει την κάθαρσή του από ένα επικίνδυνο συναίσθημα … αλλά για να είναι ο ίδιος η αιώνια χαρά του γίγνεσθαι, πέρα από τον τρόμο και τον οίκτο, –εκείνη η χαρά που περικλείει επίσης μέσα της και τη χαρά της καταστροφής».
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ
ΙΣΟΚΡ 4.167–174
Η αδήριτη ανάγκη για άμεση κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών
Ο Ισοκράτης στο συμβουλευτικό μέρος του λόγου αυτού υποστηρίζει την ανάγκη μιας πανελλήνιας εκστρατείας εναντίον των Περσών υπό την ηγεσία των Αθηναίων. Στις προηγούμενες παραγράφους τόνισε ότι δεν ήταν απλώς δίκαιο να αντιμετωπιστούν με πολεμικές ενέργειες οι προαιώνιοι αντίπαλοι των Ελλήνων, οι Πέρσες, αλλά και ότι κάτι τέτοιο το επέβαλλαν οι ίδιες οι περιστάσεις (καιρός), που ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές για την ανάληψη του εγχειρήματος μιας πανελλήνιας εκστρατείας. Και συνεχίζει:
[167] Ἄξιον δ’ ἐπὶ τῆς νῦν ἡλικίας ποιήσασθαι τὴν
στρατείαν, ἵν’ οἱ τῶν συμφορῶν κοινωνήσαντες, οὗτοι καὶ
τῶν ἀγαθῶν ἀπολαύσωσι καὶ μὴ πάντα τὸν χρόνον δυστυ-
χοῦντες διαγάγωσιν. ἱκανὸς γὰρ ὁ παρεληλυθώς, ἐν ᾧ τί
τῶν δεινῶν οὐ γέγονεν; πολλῶν γὰρ κακῶν τῇ φύσει τῇ
τῶν ἀνθρώπων ὑπαρχόντων αὐτοὶ πλείω τῶν ἀναγκαίων
προσεξευρήκαμεν, πολέμους καὶ στάσεις ἡμῖν αὐτοῖς
ἐμποιήσαντες, [168] ὥστε τοὺς μὲν ἐν ταῖς αὑτῶν ἀνό-
μως ἀπόλλυσθαι, τοὺς δ’ ἐπὶ ξένης μετὰ παίδων καὶ
γυναικῶν ἀλᾶσθαι, πολλοὺς δὲ δι’ ἔνδειαν τῶν καθ’ ἡμέραν
ἐπικουρεῖν ἀναγκαζομένους ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τοῖς φίλοις
μαχομένους ἀποθνῄσκειν.
Ὑπὲρ ὧν οὐδεὶς πώποτ’ ἠγανάκτησεν, ἀλλ’ ἐπὶ μὲν
ταῖς συμφοραῖς ταῖς ὑπὸ τῶν ποιητῶν συγκειμέναις δακρύειν
ἀξιοῦσιν, ἀληθινὰ δὲ πάθη πολλὰ καὶ δεινὰ γιγνόμενα διὰ
τὸν πόλεμον ἐφορῶντες τοσούτου δέουσιν ἐλεεῖν, ὥστε καὶ
μᾶλλον χαίρουσιν ἐπὶ τοῖς ἀλλήλων κακοῖς ἢ τοῖς αὑτῶν
ἰδίοις ἀγαθοῖς. [169] ἴσως δ’ ἂν καὶ τῆς ἐμῆς εὐηθείας πολλοὶ
καταγελάσειαν, εἰ δυστυχίας ἀνδρῶν ὀδυροίμην ἐν τοῖς
τοιούτοις καιροῖς, ἐν οἷς Ἰταλία μὲν ἀνάστατος γέγονε, Σικε-
λία δὲ καταδεδούλωται, τοσαῦται δὲ πόλεις τοῖς βαρβάροις
ἐκδέδονται, τὰ δὲ λοιπὰ μέρη τῶν Ἑλλήνων ἐν τοῖς μεγίστοις
κινδύνοις ἐστίν.
[170] Θαυμάζω δὲ τῶν δυναστευόντων ἐν ταῖς πόλεσιν,
εἰ προσήκειν αὑτοῖς ἡγοῦνται μέγα φρονεῖν, μηδὲν πώποθ’
ὑπὲρ τηλικούτων πραγμάτων μήτ’ εἰπεῖν μήτ’ ἐνθυμηθῆ-
ναι δυνηθέντες. ἐχρῆν γὰρ αὐτούς, εἴπερ ἦσαν ἄξιοι τῆς
παρούσης δόξης, ἁπάντων ἀφεμένους τῶν ἄλλων περὶ τοῦ
πολέμου τοῦ πρὸς τοὺς βαρβάρους εἰσηγεῖσθαι καὶ συμ-
βουλεύειν. [171] τυχὸν μὲν γὰρ ἄν τι συνεπέραναν· εἰ δὲ
καὶ προαπεῖπον, ἀλλ’ οὖν τούς γε λόγους ὥσπερ χρησμοὺς
εἰς τὸν ἐπιόντα χρόνον ἂν κατέλιπον. νῦν δ’ οἱ μὲν ἐν ταῖς
μεγίσταις δόξαις ὄντες ἐπὶ μικροῖς σπουδάζουσιν, ἡμῖν δὲ
τοῖς τῶν πολιτικῶν ἐξεστηκόσι περὶ τηλικούτων πραγ-
μάτων συμβουλεύειν παραλελοίπασιν.
[172] Οὐ μὴν ἀλλ’ ὅσῳ μικροψυχότεροι τυγχάνουσιν
ὄντες οἱ προεστῶτες ἡμῶν, τοσούτῳ τοὺς ἄλλους ἐρρωμε-
νεστέρως δεῖ σκοπεῖν ὅπως ἀπαλλαγησόμεθα τῆς παρούσης
ἔχθρας. νῦν μὲν γὰρ μάτην ποιούμεθα τὰς περὶ τῆς
εἰρήνης συνθήκας· οὐ γὰρ διαλυόμεθα τοὺς πολέμους ἀλλ’
ἀναβαλλόμεθα, καὶ περιμένομεν τοὺς καιροὺς ἐν οἷς ἀνή-
κεστόν τι κακὸν ἀλλήλους ἐργάσασθαι δυνησόμεθα.
[173] Δεῖ δὲ ταύτας τὰς ἐπιβουλὰς ἐκποδὼν ποιησαμένους
ἐκείνοις τοῖς ἔργοις ἐπιχειρεῖν, ἐξ ὧν τάς τε πόλεις ἀσφαλέ-
στερον οἰκήσομεν καὶ πιστότερον διακεισόμεθα πρὸς ἡμᾶς
αὐτούς. ἔστι δ’ ἁπλοῦς καὶ ῥᾴδιος ὁ λόγος ὁ περὶ τούτων· οὔτε
γὰρ εἰρήνην οἷόν τε βεβαίαν ἀγαγεῖν, ἢν μὴ κοινῇ τοῖς βαρ-
βάροις πολεμήσωμεν, οὔθ’ ὁμονοῆσαι τοὺς Ἕλληνας, πρὶν
ἂν καὶ τὰς ὠφελείας ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ τοὺς κινδύνους
πρὸς τοὺς αὐτοὺς ποιησώμεθα. [174] τούτων δὲ γενο-
μένων, καὶ τῆς ἀπορίας τῆς περὶ τὸν βίον ἡμῶν ἀφαιρεθεί-
σης, ἣ καὶ τὰς ἑταιρίας διαλύει καὶ τὰς συγγενείας εἰς
ἔχθραν προάγει καὶ πάντας ἀνθρώπους εἰς πολέμους καὶ
στάσεις καθίστησιν, οὐκ ἔστιν ὅπως οὐχ ὁμονοήσομεν καὶ
τὰς εὐνοίας ἀληθινὰς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς ἕξομεν. ὧν
ἕνεκα περὶ παντὸς ποιητέον ὅπως ὡς τάχιστα τὸν ἐνθένδε
πόλεμον εἰς τὴν ἤπειρον διοριοῦμεν, ὡς μόνον ἂν τοῦτ’
ἀγαθὸν ἀπολαύσαιμεν τῶν κινδύνων τῶν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς,
εἰ ταῖς ἐμπειρίαις ταῖς ἐκ τούτων γεγενημέναις πρὸς τὸν
βάρβαρον καταχρήσασθαι δόξειεν ἡμῖν.
ΙΣΟΚΡ 4.167–174
Η αδήριτη ανάγκη για άμεση κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών
Ο Ισοκράτης στο συμβουλευτικό μέρος του λόγου αυτού υποστηρίζει την ανάγκη μιας πανελλήνιας εκστρατείας εναντίον των Περσών υπό την ηγεσία των Αθηναίων. Στις προηγούμενες παραγράφους τόνισε ότι δεν ήταν απλώς δίκαιο να αντιμετωπιστούν με πολεμικές ενέργειες οι προαιώνιοι αντίπαλοι των Ελλήνων, οι Πέρσες, αλλά και ότι κάτι τέτοιο το επέβαλλαν οι ίδιες οι περιστάσεις (καιρός), που ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές για την ανάληψη του εγχειρήματος μιας πανελλήνιας εκστρατείας. Και συνεχίζει:
[167] Ἄξιον δ’ ἐπὶ τῆς νῦν ἡλικίας ποιήσασθαι τὴν
στρατείαν, ἵν’ οἱ τῶν συμφορῶν κοινωνήσαντες, οὗτοι καὶ
τῶν ἀγαθῶν ἀπολαύσωσι καὶ μὴ πάντα τὸν χρόνον δυστυ-
χοῦντες διαγάγωσιν. ἱκανὸς γὰρ ὁ παρεληλυθώς, ἐν ᾧ τί
τῶν δεινῶν οὐ γέγονεν; πολλῶν γὰρ κακῶν τῇ φύσει τῇ
τῶν ἀνθρώπων ὑπαρχόντων αὐτοὶ πλείω τῶν ἀναγκαίων
προσεξευρήκαμεν, πολέμους καὶ στάσεις ἡμῖν αὐτοῖς
ἐμποιήσαντες, [168] ὥστε τοὺς μὲν ἐν ταῖς αὑτῶν ἀνό-
μως ἀπόλλυσθαι, τοὺς δ’ ἐπὶ ξένης μετὰ παίδων καὶ
γυναικῶν ἀλᾶσθαι, πολλοὺς δὲ δι’ ἔνδειαν τῶν καθ’ ἡμέραν
ἐπικουρεῖν ἀναγκαζομένους ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τοῖς φίλοις
μαχομένους ἀποθνῄσκειν.
Ὑπὲρ ὧν οὐδεὶς πώποτ’ ἠγανάκτησεν, ἀλλ’ ἐπὶ μὲν
ταῖς συμφοραῖς ταῖς ὑπὸ τῶν ποιητῶν συγκειμέναις δακρύειν
ἀξιοῦσιν, ἀληθινὰ δὲ πάθη πολλὰ καὶ δεινὰ γιγνόμενα διὰ
τὸν πόλεμον ἐφορῶντες τοσούτου δέουσιν ἐλεεῖν, ὥστε καὶ
μᾶλλον χαίρουσιν ἐπὶ τοῖς ἀλλήλων κακοῖς ἢ τοῖς αὑτῶν
ἰδίοις ἀγαθοῖς. [169] ἴσως δ’ ἂν καὶ τῆς ἐμῆς εὐηθείας πολλοὶ
καταγελάσειαν, εἰ δυστυχίας ἀνδρῶν ὀδυροίμην ἐν τοῖς
τοιούτοις καιροῖς, ἐν οἷς Ἰταλία μὲν ἀνάστατος γέγονε, Σικε-
λία δὲ καταδεδούλωται, τοσαῦται δὲ πόλεις τοῖς βαρβάροις
ἐκδέδονται, τὰ δὲ λοιπὰ μέρη τῶν Ἑλλήνων ἐν τοῖς μεγίστοις
κινδύνοις ἐστίν.
[170] Θαυμάζω δὲ τῶν δυναστευόντων ἐν ταῖς πόλεσιν,
εἰ προσήκειν αὑτοῖς ἡγοῦνται μέγα φρονεῖν, μηδὲν πώποθ’
ὑπὲρ τηλικούτων πραγμάτων μήτ’ εἰπεῖν μήτ’ ἐνθυμηθῆ-
ναι δυνηθέντες. ἐχρῆν γὰρ αὐτούς, εἴπερ ἦσαν ἄξιοι τῆς
παρούσης δόξης, ἁπάντων ἀφεμένους τῶν ἄλλων περὶ τοῦ
πολέμου τοῦ πρὸς τοὺς βαρβάρους εἰσηγεῖσθαι καὶ συμ-
βουλεύειν. [171] τυχὸν μὲν γὰρ ἄν τι συνεπέραναν· εἰ δὲ
καὶ προαπεῖπον, ἀλλ’ οὖν τούς γε λόγους ὥσπερ χρησμοὺς
εἰς τὸν ἐπιόντα χρόνον ἂν κατέλιπον. νῦν δ’ οἱ μὲν ἐν ταῖς
μεγίσταις δόξαις ὄντες ἐπὶ μικροῖς σπουδάζουσιν, ἡμῖν δὲ
τοῖς τῶν πολιτικῶν ἐξεστηκόσι περὶ τηλικούτων πραγ-
μάτων συμβουλεύειν παραλελοίπασιν.
[172] Οὐ μὴν ἀλλ’ ὅσῳ μικροψυχότεροι τυγχάνουσιν
ὄντες οἱ προεστῶτες ἡμῶν, τοσούτῳ τοὺς ἄλλους ἐρρωμε-
νεστέρως δεῖ σκοπεῖν ὅπως ἀπαλλαγησόμεθα τῆς παρούσης
ἔχθρας. νῦν μὲν γὰρ μάτην ποιούμεθα τὰς περὶ τῆς
εἰρήνης συνθήκας· οὐ γὰρ διαλυόμεθα τοὺς πολέμους ἀλλ’
ἀναβαλλόμεθα, καὶ περιμένομεν τοὺς καιροὺς ἐν οἷς ἀνή-
κεστόν τι κακὸν ἀλλήλους ἐργάσασθαι δυνησόμεθα.
[173] Δεῖ δὲ ταύτας τὰς ἐπιβουλὰς ἐκποδὼν ποιησαμένους
ἐκείνοις τοῖς ἔργοις ἐπιχειρεῖν, ἐξ ὧν τάς τε πόλεις ἀσφαλέ-
στερον οἰκήσομεν καὶ πιστότερον διακεισόμεθα πρὸς ἡμᾶς
αὐτούς. ἔστι δ’ ἁπλοῦς καὶ ῥᾴδιος ὁ λόγος ὁ περὶ τούτων· οὔτε
γὰρ εἰρήνην οἷόν τε βεβαίαν ἀγαγεῖν, ἢν μὴ κοινῇ τοῖς βαρ-
βάροις πολεμήσωμεν, οὔθ’ ὁμονοῆσαι τοὺς Ἕλληνας, πρὶν
ἂν καὶ τὰς ὠφελείας ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ τοὺς κινδύνους
πρὸς τοὺς αὐτοὺς ποιησώμεθα. [174] τούτων δὲ γενο-
μένων, καὶ τῆς ἀπορίας τῆς περὶ τὸν βίον ἡμῶν ἀφαιρεθεί-
σης, ἣ καὶ τὰς ἑταιρίας διαλύει καὶ τὰς συγγενείας εἰς
ἔχθραν προάγει καὶ πάντας ἀνθρώπους εἰς πολέμους καὶ
στάσεις καθίστησιν, οὐκ ἔστιν ὅπως οὐχ ὁμονοήσομεν καὶ
τὰς εὐνοίας ἀληθινὰς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς ἕξομεν. ὧν
ἕνεκα περὶ παντὸς ποιητέον ὅπως ὡς τάχιστα τὸν ἐνθένδε
πόλεμον εἰς τὴν ἤπειρον διοριοῦμεν, ὡς μόνον ἂν τοῦτ’
ἀγαθὸν ἀπολαύσαιμεν τῶν κινδύνων τῶν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς,
εἰ ταῖς ἐμπειρίαις ταῖς ἐκ τούτων γεγενημέναις πρὸς τὸν
βάρβαρον καταχρήσασθαι δόξειεν ἡμῖν.
***
[167] Είναι μάλιστα ανάγκη να γίνει η εκστρατεία στις μέρες τούτες της γενιάς μας, για να απολαύσουν επιτέλους και τα αγαθά αυτοί που ως τώρα γεύτηκαν μόνο τις συμφορές και να μην περάσουν τη ζωή τους όλη μέσα στη δυστυχία. Φτάνει το παρελθόν ― τότε που και ποιο κακό δεν έπεσε απάνω τους! Πάντα είναι πολλές οι συμφορές στο φυσικό του ανθρώπου, επινοήσαμε και εμείς ακόμα περισσότερες από τις αναπόφευκτες: [168] Δημιουργήσαμε στον ίδιο τον εαυτό μας πολέμους και επαναστάσεις, ώστε άλλοι να χάνονται παράνομα μέσα στην ίδια τους τη χώρα, άλλοι σε ξένους τόπους να περιφέρονται άθλιοι μαζί με τα παιδιά και τις γυναίκες τους, τέλος πολλοί από τη φτώχια και τη στέρηση να υποχρεώνονται να υπηρετούν τον εχθρό και να πεθαίνουν πολεμώντας με τους φίλους. Για την κατάσταση αυτή κανείς ποτέ δεν αγανάχτησε! Για τα φανταστικά βέβαια δράματα, που συνθέτουν και παρουσιάζουν οι τραγικοί ποιητές, όλοι νιώθουν την υποχρέωση να συγκινούνται και να κλαιν· όταν όμως βλέπουν μπροστά στα μάτια τους να διαδραματίζονται τραγωδίες αληθινές, φριχτές και αναρίθμητες, αυτές που φέρνει του πολέμου η κατάρα, τόσο μακριά βρίσκονται από το να νιώσουν λύπη, ώστε πιότερο χαίρονται για το κακό που προξενεί ο ένας στον άλλο παρά για την προσωπική τους ευτυχία.
[169] Δεν αποκλείεται ωστόσο και να γελάσουν μερικοί με την αφέλειά μου, που κάθομαι εδώ πέρα και οδύρομαι για τη δυστυχία ατομικών περιπτώσεων σε τέτοιες περιστάσεις, όπου η Ιταλία όλη έχει γίνει άνω κάτω, η Σικελία υποδουλώθηκε, τόσες πόλεις έχουν παραδοθεί στο βάρβαρο και όλη η υπόλοιπη Ελλάδα βρίσκεται πια μπροστά σε έσχατους κινδύνους.
[170] Απορώ μάλιστα και με τη στάση που κρατούν οι διάφοροι ηγέτες στις πόλεις τις ελληνικές. Νομίζουν πως έχουν το δικαίωμα να νιώθουν περηφάνια, τη στιγμή που ποτέ δεν μπόρεσαν ούτε να πουν, μα ούτε και να στοχαστούν τίποτα για το θέμα αυτό που έχει τόση σημασία. Έπρεπε δηλαδή αυτοί, αν άξιζαν πραγματικά τη φήμη που έχουν τώρα, να αφήσουν κατά μέρος κάθε άλλο ζήτημα και να καταπιαστούν να δώσουν γνώμη μονάχα για τον πόλεμο με τους βαρβάρους.
[171] Δεν αποκλείεται να έφερναν κάποιο θετικό αποτέλεσμα· και στην περίπτωση όμως που θα ήταν υποχρεωμένοι να απογοητευθούν, θα άφηναν τα λόγια τους χρησμούς για τις μελλούμενες γενιές. Τώρα όμως αυτοί που έχουν τη δόξα τη μεγάλη καταπιάνονται περισπούδαστα με τα ασήμαντα ζητήματα και αφήνουν σ' εμάς, που δεν έχουμε σχέση με την πολιτική, τη φροντίδα να δίνουμε συμβουλές για θέματα με τόση σπουδαιότητα.
[172] Αλλά όσο πιο μικρόψυχοι είναι οι αρχηγοί μας, τόσο πιο σοβαρά και πιο αποφασιστικά πρέπει να εξετάζουν οι άλλοι τον τρόπο που θα απαλλαγούμε από τις έχθρες που μας βασανίζουν τώρα. Γιατί τώρα βέβαια μάταια κάνουμε συνθήκες για ειρήνη! Στην πραγματικότητα δε ματαιώνουμε οριστικά τον πόλεμο· μόνο τον αναβάλλουμε, και περιμένουμε την ευκαιρία την καλή, που θα έχουμε τη δύναμη να καταφέρουμε ο ένας στον άλλο κάποιο χτύπημα ανεπανόρθωτο !..
[173] Όμως είναι ανάγκη να βγάλουμε από τη μέση τα σχέδια τα ύπουλα και να καταπιαστούμε επιτέλους μονάχα με τα έργα που θα μας επιτρέψουν να ζούμε μες στις πόλεις μας με ασφάλεια μεγαλύτερη και να έχουμε ανάμεσα μας εμπιστοσύνη περισσότερη. Βέβαια να αναπτυχτεί το θέμα αυτό είναι απλό και εύκολο: Δηλαδή είναι αδύνατο να εξασφαλίσουμε μια σίγουρη ειρήνη, άμα δεν πολεμήσουμε όλοι μαζί ομόφωνα τους Πέρσες· αδύνατο να ομονοήσουν οι Έλληνες, προτού πειστούν και τις ωφέλειες από τον κοινό εχθρό να επιζητούν και τους πολέμους με τον ίδιο αντίπαλο να κάνουν.
[174] Και όταν γίνουν όλα αυτά και λείψει από τη μέση η φτώχια, που καταστρέφει τις φιλίες και οδηγεί τους συγγενείς σε αμάχες, αναστατώνει όλους τους ανθρώπους και φέρνει τους πολέμους, δεν είναι δυνατό να μην ομονοήσουμε και να μη νιώθουμε αγάπη αληθινή ο ένας για τον άλλο. Για όλους αυτούς τους λόγους πρέπει να κάνουμε το παν, για να μεταφερθεί το γρηγορότερο από δω ο πόλεμος στο χώρο της Ασίας. Είναι το μόνο αγαθό που θα ήταν δυνατό ίσως να βγάλουμε από τους ανόσιους πολέμους μεταξύ μας, αν θα το αποφασίζαμε επιτέλους να εκμεταλλευτούμε ενάντια στους βαρβάρους για το δικό μας το καλό την πικρή πείρα που μας εξασφάλισαν εδώ.
[167] Είναι μάλιστα ανάγκη να γίνει η εκστρατεία στις μέρες τούτες της γενιάς μας, για να απολαύσουν επιτέλους και τα αγαθά αυτοί που ως τώρα γεύτηκαν μόνο τις συμφορές και να μην περάσουν τη ζωή τους όλη μέσα στη δυστυχία. Φτάνει το παρελθόν ― τότε που και ποιο κακό δεν έπεσε απάνω τους! Πάντα είναι πολλές οι συμφορές στο φυσικό του ανθρώπου, επινοήσαμε και εμείς ακόμα περισσότερες από τις αναπόφευκτες: [168] Δημιουργήσαμε στον ίδιο τον εαυτό μας πολέμους και επαναστάσεις, ώστε άλλοι να χάνονται παράνομα μέσα στην ίδια τους τη χώρα, άλλοι σε ξένους τόπους να περιφέρονται άθλιοι μαζί με τα παιδιά και τις γυναίκες τους, τέλος πολλοί από τη φτώχια και τη στέρηση να υποχρεώνονται να υπηρετούν τον εχθρό και να πεθαίνουν πολεμώντας με τους φίλους. Για την κατάσταση αυτή κανείς ποτέ δεν αγανάχτησε! Για τα φανταστικά βέβαια δράματα, που συνθέτουν και παρουσιάζουν οι τραγικοί ποιητές, όλοι νιώθουν την υποχρέωση να συγκινούνται και να κλαιν· όταν όμως βλέπουν μπροστά στα μάτια τους να διαδραματίζονται τραγωδίες αληθινές, φριχτές και αναρίθμητες, αυτές που φέρνει του πολέμου η κατάρα, τόσο μακριά βρίσκονται από το να νιώσουν λύπη, ώστε πιότερο χαίρονται για το κακό που προξενεί ο ένας στον άλλο παρά για την προσωπική τους ευτυχία.
[169] Δεν αποκλείεται ωστόσο και να γελάσουν μερικοί με την αφέλειά μου, που κάθομαι εδώ πέρα και οδύρομαι για τη δυστυχία ατομικών περιπτώσεων σε τέτοιες περιστάσεις, όπου η Ιταλία όλη έχει γίνει άνω κάτω, η Σικελία υποδουλώθηκε, τόσες πόλεις έχουν παραδοθεί στο βάρβαρο και όλη η υπόλοιπη Ελλάδα βρίσκεται πια μπροστά σε έσχατους κινδύνους.
[170] Απορώ μάλιστα και με τη στάση που κρατούν οι διάφοροι ηγέτες στις πόλεις τις ελληνικές. Νομίζουν πως έχουν το δικαίωμα να νιώθουν περηφάνια, τη στιγμή που ποτέ δεν μπόρεσαν ούτε να πουν, μα ούτε και να στοχαστούν τίποτα για το θέμα αυτό που έχει τόση σημασία. Έπρεπε δηλαδή αυτοί, αν άξιζαν πραγματικά τη φήμη που έχουν τώρα, να αφήσουν κατά μέρος κάθε άλλο ζήτημα και να καταπιαστούν να δώσουν γνώμη μονάχα για τον πόλεμο με τους βαρβάρους.
[171] Δεν αποκλείεται να έφερναν κάποιο θετικό αποτέλεσμα· και στην περίπτωση όμως που θα ήταν υποχρεωμένοι να απογοητευθούν, θα άφηναν τα λόγια τους χρησμούς για τις μελλούμενες γενιές. Τώρα όμως αυτοί που έχουν τη δόξα τη μεγάλη καταπιάνονται περισπούδαστα με τα ασήμαντα ζητήματα και αφήνουν σ' εμάς, που δεν έχουμε σχέση με την πολιτική, τη φροντίδα να δίνουμε συμβουλές για θέματα με τόση σπουδαιότητα.
[172] Αλλά όσο πιο μικρόψυχοι είναι οι αρχηγοί μας, τόσο πιο σοβαρά και πιο αποφασιστικά πρέπει να εξετάζουν οι άλλοι τον τρόπο που θα απαλλαγούμε από τις έχθρες που μας βασανίζουν τώρα. Γιατί τώρα βέβαια μάταια κάνουμε συνθήκες για ειρήνη! Στην πραγματικότητα δε ματαιώνουμε οριστικά τον πόλεμο· μόνο τον αναβάλλουμε, και περιμένουμε την ευκαιρία την καλή, που θα έχουμε τη δύναμη να καταφέρουμε ο ένας στον άλλο κάποιο χτύπημα ανεπανόρθωτο !..
[173] Όμως είναι ανάγκη να βγάλουμε από τη μέση τα σχέδια τα ύπουλα και να καταπιαστούμε επιτέλους μονάχα με τα έργα που θα μας επιτρέψουν να ζούμε μες στις πόλεις μας με ασφάλεια μεγαλύτερη και να έχουμε ανάμεσα μας εμπιστοσύνη περισσότερη. Βέβαια να αναπτυχτεί το θέμα αυτό είναι απλό και εύκολο: Δηλαδή είναι αδύνατο να εξασφαλίσουμε μια σίγουρη ειρήνη, άμα δεν πολεμήσουμε όλοι μαζί ομόφωνα τους Πέρσες· αδύνατο να ομονοήσουν οι Έλληνες, προτού πειστούν και τις ωφέλειες από τον κοινό εχθρό να επιζητούν και τους πολέμους με τον ίδιο αντίπαλο να κάνουν.
[174] Και όταν γίνουν όλα αυτά και λείψει από τη μέση η φτώχια, που καταστρέφει τις φιλίες και οδηγεί τους συγγενείς σε αμάχες, αναστατώνει όλους τους ανθρώπους και φέρνει τους πολέμους, δεν είναι δυνατό να μην ομονοήσουμε και να μη νιώθουμε αγάπη αληθινή ο ένας για τον άλλο. Για όλους αυτούς τους λόγους πρέπει να κάνουμε το παν, για να μεταφερθεί το γρηγορότερο από δω ο πόλεμος στο χώρο της Ασίας. Είναι το μόνο αγαθό που θα ήταν δυνατό ίσως να βγάλουμε από τους ανόσιους πολέμους μεταξύ μας, αν θα το αποφασίζαμε επιτέλους να εκμεταλλευτούμε ενάντια στους βαρβάρους για το δικό μας το καλό την πικρή πείρα που μας εξασφάλισαν εδώ.
Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 5. Εξωτερική αφήγηση και εσωτερικές διηγήσεις
5.1.2. Οι διηγήσεις του Φοίνικα
Σημαντικότερη ωστόσο από κάθε άποψη είναι η μακρά, εσωτερική διήγηση του Φοίνικα, παιδαγωγού του Αχιλλέα. Ακούγεται στο πλαίσιο της «Πρεσβείας» και αποτελεί τον αφηγηματικό κορμό της ένατης ραψωδίας (Ι 430-605). Η ικετευτική αυτή αποστολή εξελίσσεται μέσα στη νύχτα, χωρίζει τη δεύτερη από την τρίτη μάχιμη μέρα της Ιλιάδας, και σκοπεύει στον κατευνασμό του οργισμένου και απόλεμου Αχιλλέα. Με αντάλλαγμα αμέτρητα δώρα, που είναι πρόθυμος να προσφέρει στον θυμωμένο ήρωα ο Αγαμέμνονας για να τον εξευμενίσει, ώστε να επιστρέψει στο πεδίο της μάχης, ενόψει τώρα του έσχατου κινδύνου που απειλεί το (περιφραγμένο και τειχισμένο) ναυτικό στρατόπεδο των Δαναών, εξαιτίας της ακατάσχετης επιθετικής ορμής του Έκτορα.
Η «Πρεσβεία» εντοπίζεται στη σκηνή του Αχιλλέα, με παρόντα και τον Πάτροκλο, όπου καταφθάνουν, ως απεσταλμένοι της συμφιλιωτικής προσφοράς του Αγαμέμνονα, ο Οδυσσέας, ο Φοίνικας και ο Αίαντας. Πρώτος παίρνει τον λόγο ο Οδυσσέας, η επιχειρηματολογία του όμως απορρίπτεται από τον Αχιλλέα, ο οποίος όχι μόνον εμμένει στην απόλεμη οργή του, αλλά απειλεί κιόλας πως ξημερώντας θα μπαρκάρει με τους Μυρμηδόνες του στα πλοία, επιστρέφοντας στη Φθία, αφήνοντας τους Αχαιούς στο έλεος του Έκτορα και των Τρώων. Παρεμβαίνει τότε δεύτερος ομιλητής ο Φοίνικας, με περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας, ως εντεταλμένος από τον Πηλέα παιδαγωγός και σύμβουλος του Αχιλλέα, για τον οποίο ο γιος της Θέτιδας ομολογεί εξαρχής τρυφερή συμπάθεια. Ο διεξοδικός παραινετικός λόγος του Φοίνικα κλιμακώνεται σε δύο ένθετες διηγήσεις: αυτοβιογραφική και νοβελιστική η πρώτη· επική η δεύτερη.
Η αυτοβιογραφική διήγηση του Φοινίκα επιμένει στην αμετάκλητη οργή του πατέρα του, η οποία τον οδήγησε στην αυτοεξορία, και τελικά τον έφερε στη Φθία, στο παλάτι του Πηλέα, που τον υποδέχτηκε και τον όρισε παιδαγωγό και σύμβουλο του Αχιλλέα. Αιτία της πατρικής οργής υπήρξε μια σκλάβα παλλακίδα, που πέρασε από το κρεβάτι του γέρου πατέρα στην αγκαλιά του νεαρού γιου, με σχέδιο εκδικητικό της μάνας, το οποίο ο γιος αποδέχτηκε και πραγματοποίησε. Το συνωμοτικό σχέδιο όμως το πήρε είδηση ο πατέρας, και έξω φρενών καταράστηκε τον γιο του: να μείνει στείρος και άτεκνος για πάντα· ποτέ να μην κρατήσει ο ίδιος στα γόνατά του εγγόνι απ᾽ αυτόν. Η πατρική κατάρα εισακούστηκε από τις σκληρές Ερινύες, τον Δία και την ανελέητη θεά του κάτω κόσμου, την Περσεφόνη. Οπότε ο γιος, ο Φοίνικας, ταλαντεύεται: να σκοτώσει τον πατέρα του; να παραμείνει στο οικογενειακό αρχοντικό, έκθετος στην πατρική οργή, όπως επιμένουν φίλοι και δικοί, τάζοντάς του ως αντάλλαγμα γλέντια και χαρές νεανικές; ή κρυφά από τους φύλακές του να δραπετεύσει και να ξενιτευτεί γυρεύοντας αλλού τύχη καλύτερη; Διαλέγει την τρίτη λύση. Έτσι βρήκε στη Φθία δεύτερο πατέρα τον Πηλέα, αναλαμβάνοντας και την αγωγή του Αχιλλέα.
Μολονότι η διήγηση αυτή εντάσσεται στον παραινετικό λόγο του Φοίνικα, ο παραδειγματικός της ρόλος δεν είναι τόσο σαφής, όπως ξεκάθαρα συμβαίνει στη επόμενη ένθετη διήγηση για τον Μελέαγρο, η οποία λειτουργεί ως παράδειγμα προς αποφυγή για την περίπτωση του Αχιλλέα. Παρά ταύτα, και στην πρώτη, αυτοβιογραφική, όπως είπαμε, διήγηση του Φοίνικα, ξεχωρίζουν δύο τουλάχιστον θέματα, που, συνειρμικά έστω, παραπέμπουν στην προκείμενη εμπλοκή του Αχιλλέα. Πρώτα ο αμετάκλητος θυμός του πατέρα, που οδηγεί τον γιο στην εξορία· θέμα που αναλογεί στη φιλονικία Αγαμέμνονα και Αχιλλέα και στην απόφαση του Αχιλλέα να απόσχει από τη μάχη. Ύστερα η ίδια η αφορμή της ρήξης στη σχέση πατέρα και γιου: η ανώνυμη εδώ παλλακίδα κρατεί τη θέση της Βρισηίδας, που υπήρξε μήλο της έριδας μεταξύ Αγαμέμνονα και Αχιλλέα. Κανένα ωστόσο από τα δύο αυτά θέματα δεν οδηγεί άμεσα στον κύριο στόχο της παραίνεσης του Φοίνικα, που είναι: να δεχθεί ο Αχιλλέας τη μεταμέλεια και τις εξιλαστήριες προσφορές του Αγαμέμνονα, να κατευνάσει την οργή του και να ξαναγυρίσει στο πεδίο της μάχης, ώστε να προλάβει ενδεχόμενη πανωλεθρία των Αχαιών.
Με τους όρους αυτούς η αυτοβιογραφική διήγηση του Φοίνικα μπορεί να εκτιμηθεί μάλλον ως νοβελιστική εισαγωγή στην επόμενη επική διήγηση περί του Μελεάγρου. Γιατί, καθώς θυμίζει θέματα της πρώτης ραψωδίας (τη φιλονικία δηλαδή Αγαμέμνονα και Αχιλλέα, την αιτία και τις συνέπειές της), ανακεφαλαιώνει κατά κάποιον τρόπο τα προηγούμενα της «Πρεσβείας», τις προϋποθέσεις της, και μάλιστα από τη σκοπιά του Φοίνικα. Ο οποίος μοιάζει να λέει στον Αχιλλέα: δεν μιλώ στον αέρα, έχω προσωπική πείρα από τέτοιου είδους εμπλοκές, τις έζησα κι εγώ στο πετσί μου, άκου λοιπόν τη συμβουλή μου.
Όπως κι αν έχει το πράγμα, ο Φοίνικας δεν διστάζει εξ υστέρου να βγάλει τα παραινετικά του συμπεράσματα. Επιμένει λοιπόν πως πρέπει ο Αχιλλέας να μερώσει την οργή του, καταπώς το θέλουν οι θεοί. Να αποδεχτεί τις προσφορές, όπως το επιβάλλουν οι συμφιλιωτικές Λιτές, κόρες του Δία. Ν᾽ ακούσει και να υπολογίσει τα λόγια και τις συμβουλές όσων προσήλθαν για να τον μεταπείσουν, αναγνωρίζοντας την αξία τους. Μετά όμως παίρνει απότομα στροφή ο νους του, και θυμάται ο Φοίνικας μια παλιά ιστορία, που αποφασίζει, φίλος σε φίλους, να τη διηγηθεί. Η επεισοδιακή αυτή διήγηση λέει σε παράφραση τα εξής (I 527-605):
Κουρήτες και Αιτωλοί έχουν ανοίξει μεταξύ τους άγριο πόλεμο γύρω από την Καλυδώνα. Οι Αιτωλοί την υπερασπίζονται, ενώ οι Κουρήτες θέλουν να την κουρσέψουν. Θεολογική αιτία του πολέμου: ο θυμός της Άρτεμης, που οργίστηκε με τον βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα, γιατί τη λησμόνησε στις προσφορές καρπών πρώτης σοδειάς, στις απαρχές δηλαδή. Οπότε η θεά στέλνει στη γη της Καλυδώνας κάπρο φοβερό, που ρήμαζε τα χτήματα, ξερίζωνε τα δέντρα, δεν άφηνε τίποτα όρθιο μπροστά του. Την εξόντωσή του ανέλαβε τότε ο γιος του Οινέα, ο Μελέαγρος, καλώντας απ᾽ όλη την Ελλάδα ξακουστούς αγριμολόγους, κι έτσι άρχισε η περίφημη θήρα του καλυδωνείου κάπρου, που αποτυπώθηκε και σε εικαστικά έργα. Τελικά τον κάπρο τον σκοτώνει ο Μελέαγρος, αλλά μετά ξεσπά άγρια διαμάχη ανάμεσα σε Αιτωλούς και Κουρήτες για το κεφάλι του κάπρου, ποιος θα το κρατήσει. Αποτέλεσμα: φονικός πόλεμος.
Όσο τη μάχη την κυβερνούσε ατρόμητος ο Μελέαγρος, οι Κουρήτες την είχαν άσχημα. Ο πόλεμος όμως γύρισε ανάποδα, όταν οργίστηκε βαριά ο Μελέαγρος και πήρε την απόφαση να απόσχει από τη μάχη, οπότε οι Κουρήτες πήραν το πάνω χέρι. Αιτία του θυμού: η μάνα του Μελέαγρου, η Αλθαία, που καταράστηκε τον ίδιο της τον γιο να σκοτωθεί, γιατί της σκότωσε τον αδελφό της. Μ᾽ αυτό το βάρος της μητρικής κατάρας θυμωμένος αποτραβήχτηκε ο Μελέαγρος στον συζυγικό κοιτώνα, πλαγιάζοντας με την πανέμορφη γυναίκα του, κόρη της Μάρπησσας και του Ίδα, την Κλεοπάτρα. Που είχε και παρονόμι: οι γονείς της την έλεγαν και Αλκυόνη.
Στο μεταξύ, ο πόλεμος κρατούσε καλά για τους Κουρήτες, που βρέθηκαν τώρα να χτυπούν πύλες και πύργους της τειχισμένης Καλυδώνας. Οπότε οι άρχοντες των Αιτωλών στέλνουν ιερουργούς να παρακαλέσουν τον Μελέαγρο, τάζοντας δώρα πολλά και πολύτιμα, ώστε να γυρίσει πίσω στη μάχη και να υπερασπιστεί την πύλη. Μάταια όμως, εκείνος έμεινε αμετάπειστος. Οπότε πέφτει στα γόνατα ο πατέρας του Μελεάγρου, μπρος στο κατώφλι του νυφικού θαλάμου, χτυπώντας τα κλειστά θυρόφυλλα. Εκείνος τίποτα. Μετά έρχεται η μάνα του παρακαλώντας, ανάβει όμως κι άλλο τον θυμό του. Μήτε τους πιο αγαπημένους του συντρόφους άκουσε ο Μελέαγρος, που προσέτρεξαν κι εκείνοι με τη σειρά τους.
Μόνο την τελευταία στιγμή, όταν τα βέλη του εχθρού έπεφταν πια μέσα στο σπίτι, και οι Κουρήτες ανεβασμένοι στις επάλξεις έβαζαν φωτιά στο κάστρο, τότε και μόνο τότε ενέδωσε στην ικεσία της γυναίκας του ο Μελέαγρος. Όταν του θύμισε δηλαδή η Κλεοπάτρα ποια τύχη περιμένει τους ηττημένους του πολέμου: οι άντρες σκοτώνονται, γυναίκες και παιδιά σέρνονται στη σκλαβιά. Τότε σκίρτησε ο νους του Μελεάγρου και λύγισε η καρδιά του: τινάχτηκε πάνω, φόρεσε τη λαμπρή του αρματωσιά, απώθησε τον εχθρό και γλίτωσε την πόλη και τους Αιτωλούς, δίχως να πάρει όμως όσα δώρα του είχαν τάξει. Και ο Φοίνικας, σφραγίζοντας την ιστορία του, επιλέγει: δεν πρέπει ο Αχιλλέας να φτάσει στο σημείο αυτό· όσο είναι καιρός ακόμη, οφείλει να χαλαρώσει την τεντωμένη οργή του, να δεχτεί τις προσφορές, να ξαναγυρίσει στη μάχη.
Τόσο η έκταση όσο και η σύνταξη της ένθετης αυτής διήγησης μαρτυρούν αφηγηματική επιμέλεια, σχεδόν αυτοτέλεια. Παρά ταύτα, η παρεμβολή της στον παραινετικό λόγο του Φοίνικα, που την καθιστά παράδειγμα προς αποφυγή (επομένως αντιπαράδειγμα για τον Αχιλλέα), δεν εκπληρώνει τους αυστηρούς όρους της εσωτερικής διήγησης. Κανείς δεν την προκάλεσε, η επιλογή της οφείλεται αποκλειστικά στις συμβουλευτικές προθέσεις του Φοίνικα, ο οποίος διηγείται από μνήμης μια ιστορία μάλλον γνωστή στους εξωτερικούς ακροατές της εποχής εκείνης. Ως παραινετικό αντιπαράδειγμα ωστόσο κολλάει καλά στα συμφραζόμενα της «Πρεσβείας», στη μῆνιν του Αχιλλέα προπαντός, η οποία τώρα βρίσκεται στην κρισιμότερη καμπή της: θα υποχωρήσει ή θα συνεχιστεί; Τελικά ο θυμός του Αχιλλέα θα αποδειχτεί ανυποχώρητος και θα ξεπεραστεί μόνο την τελευταία στιγμή, κάτω από οριακές και αναπότρεπτες πλέον συνθήκες, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Μελεάγρου.
Στο σημείο αυτό μια λοξή παρατήρηση. Μπορεί ο εξωτερικός ακροατής του έπους να δυσφορεί με το αγύριστο κεφάλι του Αχιλλέα, που θα στοιχίσει, εκτός των άλλων, και τον θάνατο του φίλου του, του Πατρόκλου. Από την άλλη όμως μεριά η αρνητική στάση του θυμωμένου ήρωα στη φάση αυτή είναι συνθετικά υποχρεωτική για τη συνέχεια της Ιλιάδας. Τούτο σημαίνει ότι το σχέδιο του έπους, όπως το ξέρουμε και το βλέπουμε μέσα από το συντελεσμένο κείμενο, δεν άφηνε περιθώρια για άλλου είδους συμπεριφορά του Αχιλλέα. Θα έπρεπε δηλαδή να ανατραπεί η συνέχεια του έπους, στην περίπτωση που θα υποχωρούσε εδώ ο Αχιλλέας στην παραίνεση του Φοίνικα. Με άλλα λόγια: η παρατεινόμενη οργή του μεγάλου ήρωα δεν χρεώνεται τόσο στον αλύγιστο χαρακτήρα του όσο στο αφηγηματικό πρόγραμμα, όπως το αποφάσισε ο ποιητής και το υπερασπίζεται τώρα με νύχια και με δόντια.
Έστω και ένθετη, η διήγηση αυτή του Φοίνικα στο πλαίσιο ενός παραινετικού λόγου ανακαλεί, όπως είπαμε, μια γνωστή ιστορία. Ίσως ένα προηγούμενο προφορικό έπος αιτωλικής καταγωγής, που πιθανόν το είχε υπόψη του ο ποιητής της Ιλιάδας και το συνταίριαξε με το δικό του έπος, επειδή του έδινε την ευκαιρία να διπλασιάσει το κεντρικό θέμα της οργής και της αποχής ενός ήρωα από τη μάχη. Αποτέλεσμα: η διήγηση του Φοίνικα για τον θυμό του Μελεάγρου και τα παρεπόμενά της μικροσκοπεί την αφήγηση για τη μῆνιν του Αχιλλέα και τις δικές της συνέπειες, θέμα που αποτελεί τον αφηγηματικό άξονα ολόκληρης της Ιλιάδας. Το γεγονός αυτό εξώθησε κάποιους ομηριστές να διατυπώσουν την υποθετική θεωρία ότι πίσω από την ομηρική Ιλιάδα κρύβεται μια προηγούμενη Μελεαγρίδα, η οποία αποτέλεσε και το πρότυπό της.
Τέλος, ενδιαφέρουν και κάποια κοινά θεματικά στοιχεία ανάμεσα στην πρώτη (τη νοβελιστική) και στη δεύτερη (την επική) διήγηση του Φοίνικα, πέρα από τον παραινετικό τύπο που τις περιβάλλει. Το ένα είναι το θέμα του ανυποχώρητου θυμού: έντονο ήδη θέμα στον πατέρα του Φοίνικα και πιο ενισχυμένο στον Μελέαγρο. Το άλλο έχει να κάνει με το μοτίβο της κατάρας, που εκτοξεύεται τόσο από τον πατέρα του Φοίνικα εναντίον του όσο και από τη μάνα του Μελεάγρου εις βάρος του γιου της. Η κατάρα του πατέρα και η κατάρα της μάνας με στόχο τον γιο μοιάζει να συμπληρώνει η μία την άλλη, μολονότι η δεύτερη είναι βαρύτερη από την πρώτη, και ακούγεται αποτρόπαιη: μια μάνα καταριέται το παιδί της να σκοτωθεί στη μάχη, γιατί (πιθανόν άθελά του) σκότωσε τον αδελφό της. Ωστόσο, η προτίμηση αυτή του αδελφού έναντι του γιου επιβεβαιώνει μια παραδοσιακή ιεράρχηση αγαπημένων προσώπων, που τη συναντούμε στον Ηρόδοτο (3.119) και στον Σοφοκλή (Αντιγόνη 909-915). Σύμφωνα με την οποία ιεραρχικά πρωτεύει ο αδελφός τόσο από τον γιο όσο και από τον σύζυγο, επειδή θεωρείται αναντικατάστατος, σε περίπτωση που έχουν πεθάνει οι γεννήτορες, ο πατέρας δηλαδή και η μάνα των αδελφών.
Σημαντικότερη ωστόσο από κάθε άποψη είναι η μακρά, εσωτερική διήγηση του Φοίνικα, παιδαγωγού του Αχιλλέα. Ακούγεται στο πλαίσιο της «Πρεσβείας» και αποτελεί τον αφηγηματικό κορμό της ένατης ραψωδίας (Ι 430-605). Η ικετευτική αυτή αποστολή εξελίσσεται μέσα στη νύχτα, χωρίζει τη δεύτερη από την τρίτη μάχιμη μέρα της Ιλιάδας, και σκοπεύει στον κατευνασμό του οργισμένου και απόλεμου Αχιλλέα. Με αντάλλαγμα αμέτρητα δώρα, που είναι πρόθυμος να προσφέρει στον θυμωμένο ήρωα ο Αγαμέμνονας για να τον εξευμενίσει, ώστε να επιστρέψει στο πεδίο της μάχης, ενόψει τώρα του έσχατου κινδύνου που απειλεί το (περιφραγμένο και τειχισμένο) ναυτικό στρατόπεδο των Δαναών, εξαιτίας της ακατάσχετης επιθετικής ορμής του Έκτορα.
Η «Πρεσβεία» εντοπίζεται στη σκηνή του Αχιλλέα, με παρόντα και τον Πάτροκλο, όπου καταφθάνουν, ως απεσταλμένοι της συμφιλιωτικής προσφοράς του Αγαμέμνονα, ο Οδυσσέας, ο Φοίνικας και ο Αίαντας. Πρώτος παίρνει τον λόγο ο Οδυσσέας, η επιχειρηματολογία του όμως απορρίπτεται από τον Αχιλλέα, ο οποίος όχι μόνον εμμένει στην απόλεμη οργή του, αλλά απειλεί κιόλας πως ξημερώντας θα μπαρκάρει με τους Μυρμηδόνες του στα πλοία, επιστρέφοντας στη Φθία, αφήνοντας τους Αχαιούς στο έλεος του Έκτορα και των Τρώων. Παρεμβαίνει τότε δεύτερος ομιλητής ο Φοίνικας, με περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας, ως εντεταλμένος από τον Πηλέα παιδαγωγός και σύμβουλος του Αχιλλέα, για τον οποίο ο γιος της Θέτιδας ομολογεί εξαρχής τρυφερή συμπάθεια. Ο διεξοδικός παραινετικός λόγος του Φοίνικα κλιμακώνεται σε δύο ένθετες διηγήσεις: αυτοβιογραφική και νοβελιστική η πρώτη· επική η δεύτερη.
Η αυτοβιογραφική διήγηση του Φοινίκα επιμένει στην αμετάκλητη οργή του πατέρα του, η οποία τον οδήγησε στην αυτοεξορία, και τελικά τον έφερε στη Φθία, στο παλάτι του Πηλέα, που τον υποδέχτηκε και τον όρισε παιδαγωγό και σύμβουλο του Αχιλλέα. Αιτία της πατρικής οργής υπήρξε μια σκλάβα παλλακίδα, που πέρασε από το κρεβάτι του γέρου πατέρα στην αγκαλιά του νεαρού γιου, με σχέδιο εκδικητικό της μάνας, το οποίο ο γιος αποδέχτηκε και πραγματοποίησε. Το συνωμοτικό σχέδιο όμως το πήρε είδηση ο πατέρας, και έξω φρενών καταράστηκε τον γιο του: να μείνει στείρος και άτεκνος για πάντα· ποτέ να μην κρατήσει ο ίδιος στα γόνατά του εγγόνι απ᾽ αυτόν. Η πατρική κατάρα εισακούστηκε από τις σκληρές Ερινύες, τον Δία και την ανελέητη θεά του κάτω κόσμου, την Περσεφόνη. Οπότε ο γιος, ο Φοίνικας, ταλαντεύεται: να σκοτώσει τον πατέρα του; να παραμείνει στο οικογενειακό αρχοντικό, έκθετος στην πατρική οργή, όπως επιμένουν φίλοι και δικοί, τάζοντάς του ως αντάλλαγμα γλέντια και χαρές νεανικές; ή κρυφά από τους φύλακές του να δραπετεύσει και να ξενιτευτεί γυρεύοντας αλλού τύχη καλύτερη; Διαλέγει την τρίτη λύση. Έτσι βρήκε στη Φθία δεύτερο πατέρα τον Πηλέα, αναλαμβάνοντας και την αγωγή του Αχιλλέα.
Μολονότι η διήγηση αυτή εντάσσεται στον παραινετικό λόγο του Φοίνικα, ο παραδειγματικός της ρόλος δεν είναι τόσο σαφής, όπως ξεκάθαρα συμβαίνει στη επόμενη ένθετη διήγηση για τον Μελέαγρο, η οποία λειτουργεί ως παράδειγμα προς αποφυγή για την περίπτωση του Αχιλλέα. Παρά ταύτα, και στην πρώτη, αυτοβιογραφική, όπως είπαμε, διήγηση του Φοίνικα, ξεχωρίζουν δύο τουλάχιστον θέματα, που, συνειρμικά έστω, παραπέμπουν στην προκείμενη εμπλοκή του Αχιλλέα. Πρώτα ο αμετάκλητος θυμός του πατέρα, που οδηγεί τον γιο στην εξορία· θέμα που αναλογεί στη φιλονικία Αγαμέμνονα και Αχιλλέα και στην απόφαση του Αχιλλέα να απόσχει από τη μάχη. Ύστερα η ίδια η αφορμή της ρήξης στη σχέση πατέρα και γιου: η ανώνυμη εδώ παλλακίδα κρατεί τη θέση της Βρισηίδας, που υπήρξε μήλο της έριδας μεταξύ Αγαμέμνονα και Αχιλλέα. Κανένα ωστόσο από τα δύο αυτά θέματα δεν οδηγεί άμεσα στον κύριο στόχο της παραίνεσης του Φοίνικα, που είναι: να δεχθεί ο Αχιλλέας τη μεταμέλεια και τις εξιλαστήριες προσφορές του Αγαμέμνονα, να κατευνάσει την οργή του και να ξαναγυρίσει στο πεδίο της μάχης, ώστε να προλάβει ενδεχόμενη πανωλεθρία των Αχαιών.
Με τους όρους αυτούς η αυτοβιογραφική διήγηση του Φοίνικα μπορεί να εκτιμηθεί μάλλον ως νοβελιστική εισαγωγή στην επόμενη επική διήγηση περί του Μελεάγρου. Γιατί, καθώς θυμίζει θέματα της πρώτης ραψωδίας (τη φιλονικία δηλαδή Αγαμέμνονα και Αχιλλέα, την αιτία και τις συνέπειές της), ανακεφαλαιώνει κατά κάποιον τρόπο τα προηγούμενα της «Πρεσβείας», τις προϋποθέσεις της, και μάλιστα από τη σκοπιά του Φοίνικα. Ο οποίος μοιάζει να λέει στον Αχιλλέα: δεν μιλώ στον αέρα, έχω προσωπική πείρα από τέτοιου είδους εμπλοκές, τις έζησα κι εγώ στο πετσί μου, άκου λοιπόν τη συμβουλή μου.
Όπως κι αν έχει το πράγμα, ο Φοίνικας δεν διστάζει εξ υστέρου να βγάλει τα παραινετικά του συμπεράσματα. Επιμένει λοιπόν πως πρέπει ο Αχιλλέας να μερώσει την οργή του, καταπώς το θέλουν οι θεοί. Να αποδεχτεί τις προσφορές, όπως το επιβάλλουν οι συμφιλιωτικές Λιτές, κόρες του Δία. Ν᾽ ακούσει και να υπολογίσει τα λόγια και τις συμβουλές όσων προσήλθαν για να τον μεταπείσουν, αναγνωρίζοντας την αξία τους. Μετά όμως παίρνει απότομα στροφή ο νους του, και θυμάται ο Φοίνικας μια παλιά ιστορία, που αποφασίζει, φίλος σε φίλους, να τη διηγηθεί. Η επεισοδιακή αυτή διήγηση λέει σε παράφραση τα εξής (I 527-605):
Κουρήτες και Αιτωλοί έχουν ανοίξει μεταξύ τους άγριο πόλεμο γύρω από την Καλυδώνα. Οι Αιτωλοί την υπερασπίζονται, ενώ οι Κουρήτες θέλουν να την κουρσέψουν. Θεολογική αιτία του πολέμου: ο θυμός της Άρτεμης, που οργίστηκε με τον βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα, γιατί τη λησμόνησε στις προσφορές καρπών πρώτης σοδειάς, στις απαρχές δηλαδή. Οπότε η θεά στέλνει στη γη της Καλυδώνας κάπρο φοβερό, που ρήμαζε τα χτήματα, ξερίζωνε τα δέντρα, δεν άφηνε τίποτα όρθιο μπροστά του. Την εξόντωσή του ανέλαβε τότε ο γιος του Οινέα, ο Μελέαγρος, καλώντας απ᾽ όλη την Ελλάδα ξακουστούς αγριμολόγους, κι έτσι άρχισε η περίφημη θήρα του καλυδωνείου κάπρου, που αποτυπώθηκε και σε εικαστικά έργα. Τελικά τον κάπρο τον σκοτώνει ο Μελέαγρος, αλλά μετά ξεσπά άγρια διαμάχη ανάμεσα σε Αιτωλούς και Κουρήτες για το κεφάλι του κάπρου, ποιος θα το κρατήσει. Αποτέλεσμα: φονικός πόλεμος.
Όσο τη μάχη την κυβερνούσε ατρόμητος ο Μελέαγρος, οι Κουρήτες την είχαν άσχημα. Ο πόλεμος όμως γύρισε ανάποδα, όταν οργίστηκε βαριά ο Μελέαγρος και πήρε την απόφαση να απόσχει από τη μάχη, οπότε οι Κουρήτες πήραν το πάνω χέρι. Αιτία του θυμού: η μάνα του Μελέαγρου, η Αλθαία, που καταράστηκε τον ίδιο της τον γιο να σκοτωθεί, γιατί της σκότωσε τον αδελφό της. Μ᾽ αυτό το βάρος της μητρικής κατάρας θυμωμένος αποτραβήχτηκε ο Μελέαγρος στον συζυγικό κοιτώνα, πλαγιάζοντας με την πανέμορφη γυναίκα του, κόρη της Μάρπησσας και του Ίδα, την Κλεοπάτρα. Που είχε και παρονόμι: οι γονείς της την έλεγαν και Αλκυόνη.
Στο μεταξύ, ο πόλεμος κρατούσε καλά για τους Κουρήτες, που βρέθηκαν τώρα να χτυπούν πύλες και πύργους της τειχισμένης Καλυδώνας. Οπότε οι άρχοντες των Αιτωλών στέλνουν ιερουργούς να παρακαλέσουν τον Μελέαγρο, τάζοντας δώρα πολλά και πολύτιμα, ώστε να γυρίσει πίσω στη μάχη και να υπερασπιστεί την πύλη. Μάταια όμως, εκείνος έμεινε αμετάπειστος. Οπότε πέφτει στα γόνατα ο πατέρας του Μελεάγρου, μπρος στο κατώφλι του νυφικού θαλάμου, χτυπώντας τα κλειστά θυρόφυλλα. Εκείνος τίποτα. Μετά έρχεται η μάνα του παρακαλώντας, ανάβει όμως κι άλλο τον θυμό του. Μήτε τους πιο αγαπημένους του συντρόφους άκουσε ο Μελέαγρος, που προσέτρεξαν κι εκείνοι με τη σειρά τους.
Μόνο την τελευταία στιγμή, όταν τα βέλη του εχθρού έπεφταν πια μέσα στο σπίτι, και οι Κουρήτες ανεβασμένοι στις επάλξεις έβαζαν φωτιά στο κάστρο, τότε και μόνο τότε ενέδωσε στην ικεσία της γυναίκας του ο Μελέαγρος. Όταν του θύμισε δηλαδή η Κλεοπάτρα ποια τύχη περιμένει τους ηττημένους του πολέμου: οι άντρες σκοτώνονται, γυναίκες και παιδιά σέρνονται στη σκλαβιά. Τότε σκίρτησε ο νους του Μελεάγρου και λύγισε η καρδιά του: τινάχτηκε πάνω, φόρεσε τη λαμπρή του αρματωσιά, απώθησε τον εχθρό και γλίτωσε την πόλη και τους Αιτωλούς, δίχως να πάρει όμως όσα δώρα του είχαν τάξει. Και ο Φοίνικας, σφραγίζοντας την ιστορία του, επιλέγει: δεν πρέπει ο Αχιλλέας να φτάσει στο σημείο αυτό· όσο είναι καιρός ακόμη, οφείλει να χαλαρώσει την τεντωμένη οργή του, να δεχτεί τις προσφορές, να ξαναγυρίσει στη μάχη.
Τόσο η έκταση όσο και η σύνταξη της ένθετης αυτής διήγησης μαρτυρούν αφηγηματική επιμέλεια, σχεδόν αυτοτέλεια. Παρά ταύτα, η παρεμβολή της στον παραινετικό λόγο του Φοίνικα, που την καθιστά παράδειγμα προς αποφυγή (επομένως αντιπαράδειγμα για τον Αχιλλέα), δεν εκπληρώνει τους αυστηρούς όρους της εσωτερικής διήγησης. Κανείς δεν την προκάλεσε, η επιλογή της οφείλεται αποκλειστικά στις συμβουλευτικές προθέσεις του Φοίνικα, ο οποίος διηγείται από μνήμης μια ιστορία μάλλον γνωστή στους εξωτερικούς ακροατές της εποχής εκείνης. Ως παραινετικό αντιπαράδειγμα ωστόσο κολλάει καλά στα συμφραζόμενα της «Πρεσβείας», στη μῆνιν του Αχιλλέα προπαντός, η οποία τώρα βρίσκεται στην κρισιμότερη καμπή της: θα υποχωρήσει ή θα συνεχιστεί; Τελικά ο θυμός του Αχιλλέα θα αποδειχτεί ανυποχώρητος και θα ξεπεραστεί μόνο την τελευταία στιγμή, κάτω από οριακές και αναπότρεπτες πλέον συνθήκες, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Μελεάγρου.
Στο σημείο αυτό μια λοξή παρατήρηση. Μπορεί ο εξωτερικός ακροατής του έπους να δυσφορεί με το αγύριστο κεφάλι του Αχιλλέα, που θα στοιχίσει, εκτός των άλλων, και τον θάνατο του φίλου του, του Πατρόκλου. Από την άλλη όμως μεριά η αρνητική στάση του θυμωμένου ήρωα στη φάση αυτή είναι συνθετικά υποχρεωτική για τη συνέχεια της Ιλιάδας. Τούτο σημαίνει ότι το σχέδιο του έπους, όπως το ξέρουμε και το βλέπουμε μέσα από το συντελεσμένο κείμενο, δεν άφηνε περιθώρια για άλλου είδους συμπεριφορά του Αχιλλέα. Θα έπρεπε δηλαδή να ανατραπεί η συνέχεια του έπους, στην περίπτωση που θα υποχωρούσε εδώ ο Αχιλλέας στην παραίνεση του Φοίνικα. Με άλλα λόγια: η παρατεινόμενη οργή του μεγάλου ήρωα δεν χρεώνεται τόσο στον αλύγιστο χαρακτήρα του όσο στο αφηγηματικό πρόγραμμα, όπως το αποφάσισε ο ποιητής και το υπερασπίζεται τώρα με νύχια και με δόντια.
Έστω και ένθετη, η διήγηση αυτή του Φοίνικα στο πλαίσιο ενός παραινετικού λόγου ανακαλεί, όπως είπαμε, μια γνωστή ιστορία. Ίσως ένα προηγούμενο προφορικό έπος αιτωλικής καταγωγής, που πιθανόν το είχε υπόψη του ο ποιητής της Ιλιάδας και το συνταίριαξε με το δικό του έπος, επειδή του έδινε την ευκαιρία να διπλασιάσει το κεντρικό θέμα της οργής και της αποχής ενός ήρωα από τη μάχη. Αποτέλεσμα: η διήγηση του Φοίνικα για τον θυμό του Μελεάγρου και τα παρεπόμενά της μικροσκοπεί την αφήγηση για τη μῆνιν του Αχιλλέα και τις δικές της συνέπειες, θέμα που αποτελεί τον αφηγηματικό άξονα ολόκληρης της Ιλιάδας. Το γεγονός αυτό εξώθησε κάποιους ομηριστές να διατυπώσουν την υποθετική θεωρία ότι πίσω από την ομηρική Ιλιάδα κρύβεται μια προηγούμενη Μελεαγρίδα, η οποία αποτέλεσε και το πρότυπό της.
Τέλος, ενδιαφέρουν και κάποια κοινά θεματικά στοιχεία ανάμεσα στην πρώτη (τη νοβελιστική) και στη δεύτερη (την επική) διήγηση του Φοίνικα, πέρα από τον παραινετικό τύπο που τις περιβάλλει. Το ένα είναι το θέμα του ανυποχώρητου θυμού: έντονο ήδη θέμα στον πατέρα του Φοίνικα και πιο ενισχυμένο στον Μελέαγρο. Το άλλο έχει να κάνει με το μοτίβο της κατάρας, που εκτοξεύεται τόσο από τον πατέρα του Φοίνικα εναντίον του όσο και από τη μάνα του Μελεάγρου εις βάρος του γιου της. Η κατάρα του πατέρα και η κατάρα της μάνας με στόχο τον γιο μοιάζει να συμπληρώνει η μία την άλλη, μολονότι η δεύτερη είναι βαρύτερη από την πρώτη, και ακούγεται αποτρόπαιη: μια μάνα καταριέται το παιδί της να σκοτωθεί στη μάχη, γιατί (πιθανόν άθελά του) σκότωσε τον αδελφό της. Ωστόσο, η προτίμηση αυτή του αδελφού έναντι του γιου επιβεβαιώνει μια παραδοσιακή ιεράρχηση αγαπημένων προσώπων, που τη συναντούμε στον Ηρόδοτο (3.119) και στον Σοφοκλή (Αντιγόνη 909-915). Σύμφωνα με την οποία ιεραρχικά πρωτεύει ο αδελφός τόσο από τον γιο όσο και από τον σύζυγο, επειδή θεωρείται αναντικατάστατος, σε περίπτωση που έχουν πεθάνει οι γεννήτορες, ο πατέρας δηλαδή και η μάνα των αδελφών.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)














