Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (16.393-16.433)

Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἀκὴν ἐγένοντο σιωπῇ.
τοῖσιν δ᾽ Ἀμφίνομος ἀγορήσατο καὶ μετέειπε,
395 Νίσου φαίδιμος υἱός, Ἀρητιάδαο ἄνακτος,
ὅς ῥ᾽ ἐκ Δουλιχίου πολυπύρου ποιήεντος
ἡγεῖτο μνηστῆρσι, μάλιστα δὲ Πηνελοπείῃ
ἥνδανε μύθοισι· φρεσὶ γὰρ κέχρητ᾽ ἀγαθῇσιν·
ὅ σφιν ἐϋφρονέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπεν·
400 «ὦ φίλοι, οὐκ ἂν ἐγώ γε κατακτείνειν ἐθέλοιμι
Τηλέμαχον· δεινὸν δὲ γένος βασιλήϊόν ἐστι
κτείνειν· ἀλλὰ πρῶτα θεῶν εἰρώμεθα βουλάς.
εἰ μέν κ᾽ αἰνήσωσι Διὸς μεγάλοιο θέμιστες,
αὐτός τε κτενέω τούς τ᾽ ἄλλους πάντας ἀνώξω·
405 εἰ δέ κ᾽ ἀποτρωπῶσι θεοί, παύσασθαι ἄνωγα.»
Ὣς ἔφατ᾽ Ἀμφίνομος, τοῖσιν δ᾽ ἐπιήνδανε μῦθος.
αὐτίκ᾽ ἔπειτ᾽ ἀνστάντες ἔβαν δόμον εἰς Ὀδυσῆος,
ἐλθόντες δὲ καθῖζον ἐπὶ ξεστοῖσι θρόνοισιν.
Ἡ δ᾽ αὖτ᾽ ἄλλ᾽ ἐνόησε περίφρων Πηνελόπεια,
410 μνηστήρεσσι φανῆναι ὑπέρβιον ὕβριν ἔχουσι·
πεύθετο γὰρ οὗ παιδὸς ἐνὶ μεγάροισιν ὄλεθρον·
κῆρυξ γάρ οἱ ἔειπε Μέδων, ὃς ἐπεύθετο βουλάς.
βῆ δ᾽ ἰέναι μέγαρόνδε σὺν ἀμφιπόλοισι γυναιξίν.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ μνηστῆρας ἀφίκετο δῖα γυναικῶν,
415 στῆ ῥα παρὰ σταθμὸν τέγεος πύκα ποιητοῖο,
ἄντα παρειάων σχομένη λιπαρὰ κρήδεμνα,
Ἀντίνοον δ᾽ ἐνένιπεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζεν·
«Ἀντίνο᾽, ὕβριν ἔχων, κακομήχανε, καὶ δέ σέ φασιν
ἐν δήμῳ Ἰθάκης μεθ᾽ ὁμήλικας ἔμμεν ἄριστον
420 βουλῇ καὶ μύθοισι· σὺ δ᾽ οὐκ ἄρα τοῖος ἔησθα.
μάργε, τίη δὲ σὺ Τηλεμάχῳ θάνατόν τε μόρον τε
ῥάπτεις, οὐδ᾽ ἱκέτας ἐμπάζεαι, οἷσιν ἄρα Ζεὺς
μάρτυρος; οὐδ᾽ ὁσίη κακὰ ῥάπτειν ἀλλήλοισιν.
ἦ οὐκ οἶσθ᾽ ὅτε δεῦρο πατὴρ τεὸς ἵκετο φεύγων,
425 δῆμον ὑποδείσας; δὴ γὰρ κεχολώατο λίην,
οὕνεκα ληϊστῆρσιν ἐπισπόμενος Ταφίοισιν
ἤκαχε Θεσπρωτούς· οἱ δ᾽ ἡμῖν ἄρθμιοι ἦσαν.
τόν ῥ᾽ ἔθελον φθῖσαι καὶ ἀπορραῖσαι φίλον ἦτορ
ἠδὲ κατὰ ζωὴν φαγέειν μενοεικέα πολλήν·
430 ἀλλ᾽ Ὀδυσεὺς κατέρυκε καὶ ἔσχεθεν ἱεμένους περ.
τοῦ νῦν οἶκον ἄτιμον ἔδεις, μνάᾳ δὲ γυναῖκα
παῖδά τ᾽ ἀποκτείνεις, ἐμὲ δὲ μεγάλως ἀκαχίζεις·
ἀλλά σε παύσασθαι κέλομαι καὶ ἀνωγέμεν ἄλλους.»

***
Έτσι τους μίλησε, κι έπεσαν όλοι σε βαριά σιωπή.
Μόνο ο Αμφίνομος μπήκε στη μέση να αγορεύσει —
του Νίσου ο τιμημένος γιος, ο εγγονός του αρχοντικού Αρήτου,
ο πρώτος των μνηστήρων από το σιτοφόρο, καταπράσινο
Δουλίχιο· ακόμη και της Πηνελόπης τής πήγαινε ο Αμφίνομος
όταν μιλούσε, γιατί είχε γνωστικό μυαλό.
Μπήκε λοιπόν αυτός στη μέση και τους είπε:
400 «Φίλοι μου, εγώ δεν αποδέχομαι εύκολα τον θάνατο
του Τηλεμάχου· έτσι κι αλλιώς βρίσκω αποτρόπαιο να θανατώνεις
βασιλικό βλαστάρι. Καλύτερα πρώτα να μάθουμε τι συμβουλεύουν
οι θεοί. Αν συναινέσουν του μεγάλου Δία οι χρησμοί, τότε κι ο ίδιος
θα σκοτώσω κι άλλους στο φονικό θα σπρώξω· αν όμως οι θεοί
το απαγορεύσουν, προτείνω αυτό να σταματήσει.»
Έτσι τους μίλησε ο Αμφίνομος, κι ο λόγος του άρεσε.
Σηκώθηκαν αυτοί κι αμέσως τράβηξαν στου Οδυσσέα τα δώματα,
φτάνοντας καλοκάθησαν σε γυαλισμένους θρόνους.
Στο μεταξύ κι η Πηνελόπη με τη δική της φρόνηση στοχάστηκε
άλλα· να κάνει την εμφάνισή της στους μνηστήρες,
410 που ξεπερνούσαν κάθε μέτρο με το θράσος τους.
Τον είχε μάθει τον χαλασμό του γιου της μέσα στο παλάτι·
ο κήρυκας της τον φανέρωσε, ο Μέδων, ακούγοντας
το δόλιο σχέδιο των μνηστήρων.
Κατέβηκε τότε η βασίλισσα και προχωρούσε στη μεγάλη αίθουσα
με συνοδεία δυο θεραπαινίδες.
Κι όταν πλησίασε η θεία γυναίκα τους μνηστήρες,
πλάι στην κολόνα ακούμπησε της καλοκαμωμένης στέγης,
καλύπτοντας τα μάγουλά της με φωτεινή μαντίλα.
Στράφηκε αμέσως στον Αντίνοο, μιλώντας του σκληρά:
«Αντίνοε ξιπασμένε, κακομήχανε! Κι ας λέει ο κόσμος στην Ιθάκη
πως είσαι ο άριστος στη σκέψη και στα λόγια, ανάμεσα
420 σ᾽ όλους της ηλικίας σου. Ποτέ δεν ήσουν τέτοιος,
ξεμυαλισμένε! Τι κάθεσαι και κλώθεις τον φόνο και τον θάνατο
του Τηλεμάχου; Εσύ δεν σέβεσαι καν τους ανυπεράσπιστους
που έχουν τον Δία μάρτυρά τους —
ανόσιοι όσοι μηχανεύονται ένας του άλλου το κακό.
Ή μήπως ξέχασες πότε και πώς, κυνηγημένος ο πατέρας σου
από τον φόβο του λαού του, έφτασε εδώ ικέτης; Είχαν μαζί του
εξοργιστεί πολύ, που πήγε τους Θεσπρωτούς να βλάψει
με πειρατές από την Τάφο. Ήσαν αυτοί δικοί μας φίλοι, θέλησαν
τότε να τον αφανίσουν, να τον κατασπαράξουν, να φάνε
τα πολλά και πολυπόθητά του πλούτη.
430 Κι όμως ο Οδυσσέας τούς έκοψε τη φόρα πάνω στη βράση.
Και τώρα εσύ του τρως ανέξοδα στο σπίτι, παντρολογιέσαι τη γυναίκα του,
σκοτώνεις το παιδί του, κι εμένα φαρμακώνεις.
Σ᾽ το λέω, σύνελθε· σταμάτα πια και πες να σταματήσουνε κι οι άλλοι.»

Να μη ζεις σαν ηλίθιος, αν δεν είσαι ηλίθιος

Κρύβουμε την αληθινή μας δυναμική.

Κρύβουμε όλα εκείνα για τα οποία είμαστε ικανοί.
Και ζούμε επιδεικνύοντας την πιο υποβαθμισμένη μας πλευρά… εκείνη που είναι κοινωνικά αποδεκτή… εκείνη που μας έμαθαν να καλλιεργούμε… εκείνη που υιοθετήσαμε για να μην έχουμε προβλήματα…

Και όλα αυτά, μόνο με την επίδραση που άσκησαν πάνω μας οι ιστοριούλες με τους ήρωες;
Όχι μόνο. Θυμόμαστε και μέρος του μηνύματος που μας μετέδωσαν οι γονείς μας:
«Μην μπλέκεις σε μπελάδες…»
Ή, ακόμη χειρότερα:
«Αν συνεχίσεις έτσι, δε θα σε θέλει κανείς…»

Τι σημαίνει συνεχίζω έτσι;
Προφανώς, «συνεχίζω έτσι», σημαίνει ότι είμαι αυτός που είμαι.
Και, τότε; Τι πρέπει να κάνω για να γίνω άλλος;

Η απάντηση είναι προβλέψιμη: ν’ αφήσεις να βγει ο ήρωας.
Δεν λέω ότι πρέπει κανείς να γίνει σούπερ-ήρωας με την έννοια να είναι καταπληκτικός και να εντυπωσιάζει, να σκαρφαλώνει κτίρια, να πηδάει στις στέγες των σπιτιών και να πετάει στον αέρα.
Όχι.
Δεν χρειάζεται.

Μιλάω για τον μοναδικό ηρωισμό που υπερασπίζομαι:
«Το κουράγιο να είναι κανείς αυτός που είναι».
Το θάρρος να μη δημιουργεί μια μυστική ταυτότητα μικρόψυχου, αν δεν είναι μικρόψυχος.
Να μη ζει σαν ηλίθιος, αν δεν είναι ηλίθιος.

Κι αν δεν είναι πολύ γρήγορος, δεν πειράζει. Πρέπει να δέχεται τη βραδύτητα με περηφάνια. Να λέει: «Είμαι λίγο αργός. Ε, και;» Αυτό είναι υπέροχο.
Δεν τρέχει τίποτα αν είναι κανείς «λίγο χαζούλης…» όπως λένε.
Αν όμως δεν είναι… τότε δεν πρέπει να κάνει τον χαζό!
Αν εγώ είμαι λίγο κουτός… αν δεν μου κόβει και πολύ… αν μπορώ ν’ ανακαλύπτω μέσα μου άλλα χαρίσματα εκτός από την εξυπνάδα… πολύ ωραία! Γιατί να σπαταλάω ενέργεια προσπαθώντας να το κρύψω;

Γιατί να μη βρω το θάρρος να πω ποιος είμαι, με τα όποια χαρίσματά μου, κι ας μην είναι τα πλέον ευπρόσδεκτα κοινωνικά κι αυτά που αναγνωρίζονται και εκτιμώνται περισσότερο, κι ας μην είναι αυτά που μου κάνουν « την καλύτερη διαφήμιση».

Αυτό που λιγότερο χρειάζεσαι είναι να σε κάνουν τα προσόντα σου υπερόπτη.
Προσόν, μπορεί να είναι και το να μην ξεχωρίζεις.

Το μεγαλύτερο προσόν ενός ήρωα είναι να μπορεί να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις χωρίς να εξαναγκάζεται να δείχνει στους άλλους ότι είναι όπως εκείνοι λένε ότι πρέπει να είναι.

Έχεις πολύ ακόμα να κλάψεις για να μάθεις τον κόσμο να γελάει

Να σας πω λίγο την αλήθεια μου;

Σας βαρέθηκα. Σας βαρέθηκα πολύ.

Με κουράσατε με τη μοίρλα, τη μιζέρια σας, τα άσχημα που πλέον θεωρώ πως τα περιμένετε με χαρά.

Ναι με χαρά! Χαίρεστε πλέον όταν επιβεβαιώνετε το κακό που ήρθε.

«Να τα έλεγα εγώ! Είδες;»

Όλη μέρα τα ίδια και τα ίδια. Προβλήματα, πόνος, θάνατος.

Και κολλημένοι στις ειδήσεις και στα λεπτομερέστατα άρθρα, ζείτε την καταστροφή, συμμετέχετε στο έγκλημα είτε σαν δολοφόνοι, είτε σαν άλλοι «Ηρακλείδες Πουαροί», ψάχνοντας τους ενόχους, τα κίνητρα ακόμα και το ζώδιο της γειτόνισσας που την ώρα του φονικού καθάριζε φασολάκια.

Νιώθω πλέον πως διαφημίζεται ο πόνος και ζούμε όχι με αυτόν αλλά γι’ αυτόν.

Παίρνουμε ζωή από τη μαυρίλα.

Βρίσκουμε νόημα ύπαρξης.

Όχι!

Δεν θέλω να παίξω άλλο με αυτό το σενάριο. Δεν κλείνω τα μάτια, ούτε κοιτάζω αλλού.

Παλεύω να το αλλάξω.

Θέλω τον κόσμο να χαμογελάει. Τα παιδιά να ελπίζουν για ένα αύριο καλύτερο από το σήμερα. Για μια ζωή όχι ροζ, ποτέ δεν ήταν ροζ. Αλλά μια ζωή που ο πόνος να δίνει δύναμη! Μια ζωή που να αποδεχόμαστε το κακό χωρίς να το θεωρούμε πλέον φυσιολογικό!

Σκέφτηκα να τραγουδάω δυνατά για να ξορκίζω το κακό. Τρελάθηκες; Με ρωτήσαν όλοι.

Δεν βλέπεις; Δεν θέλεις να δεις;

Σκέφτηκα να χορέψω με τη μουσική στη διαπασών. Μας ενοχλείς με σκούντησαν και με έκαναν πέρα.

Κι εκεί στην απομόνωση έκλαψα.

Έκλαψα πολύ. Κι όσο τα δάκρυα, μου βγαίνανε από την ψυχή μου, τους είδα να γελούν.

Και τότε μου ήρθε στο μυαλό εκείνος, που κάποτε κοντά στην εφηβεία μου, με είχε δει να κλαίω σε ένα παγκάκι (ποιος ξέρει για ποιον λόγο έκλαιγα τότε) που μου είχε πει, τόσο απλά.

«Έχεις πολύ ακόμα να κλάψεις για να μάθεις τον κόσμο να γελάει»

Τι σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου;

Να είσαι ο εαυτός σου! Όλοι οι άλλοι ρόλοι είναι πιασμένοι, είχε πει ο Όσκαρ Γουάιλντ. Τι εννoούσε άραγε στην πράξη;

“Μην προσπαθείς να αρέσεις σε όλους τους άλλους. Να είσαι ο εαυτός σου”.

“Να λες «όχι» και να υποστηρίζεις τα θέλω σου”.

Τέτοιες συμβουλές υπάρχουν άφθονες γύρω μας και μπορεί να ακούγονται πολύ χρήσιμες.

Ταυτόχρονα, οι καλοπροαίρετες αυτές συμβουλές μπορούν να δημιουργήσουν μια πολύ έντονη δυσφορία. Μια δυσφορία που θα πηγάζει από την αναπόφευκτη σύγκριση ανάμεσα σε αυτά τα οποία φαίνεται ότι κάνει όποιος «είναι ο εαυτός του» και σε αυτά τα οποία κάνεις εσύ.

Λοιπόν σου έχω νέα.

Δεν είσαι μια καταπιεσμένη προσωπικότητα που της έχουν φορτώσει «πρέπει», εντολές και περιοριστικές πεποιθήσεις. Είναι κομμάτι του εαυτού σου οι περιοριστικές σου πεποιθήσεις. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς σου η καταπίεσή σου.

Και δεν πειράζει.
Ποιο πειράζει;

Αυτό που πειράζει είναι να νομίζεις ότι η πραγματική σου φύση είναι η λευκή, άσπιλη, καθαρή, μοναδική φαντασίωση που οι καλοπροαίρετες συμβουλές γύρω σου σε οδηγούν να πιστέψεις.

Γιατί αν το πιστέψεις αυτό τότε θα θελήσεις να επαναστατήσεις και να πολεμήσεις ενάντια σε όλους τους περιορισμούς που σου «φορτώθηκαν». Αυτό σημαίνει όμως, ότι θα πολεμάς τον ίδιο σου τον εαυτό.

Γιατί Εσύ θα είσαι ο αντίπαλός σου. Είναι κομμάτια δικά σου όλα αυτά.

Αν δεν αποδέχεσαι πως είσαι ανασφαλής και δυσκολεύεσαι να βάζεις όρια και ίσως τρέμεις για την αποδοχή των άλλων, τότε θα ξοδεύεις τον καιρό σου πολεμώντας με την απογοήτευση ότι δεν είσαι όπως θα «έπρεπε» να είσαι.

Δηλαδή, κατηγορώντας τον εαυτό σου.

Για παράδειγμα, θα σε στεναχωρεί περισσότερο το ότι δεν μπορείς να βάζεις όρια παρά το ότι δεν τα έβαλες σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Θα είναι πιο πιθανό να πεις «Είμαι άχρηστος, αφού δεν μπορώ να βάζω όρια» και η θλίψη για την «κατάντια» σου θα απομυζά την ενέργειά σου.

Οπότε πώς να βρεις το χρόνο και τη διάθεση να δεις τι χρειάζεται να κάνεις για να τα θέσεις. Είναι πολύ εύκολο να πέσεις σε ένα φαύλο κύκλο:

Δεν είμαι όπως θα ήθελα να ήμουν -> άρα είμαι χάλια -> οπότε απογοητεύομαι και απομακρύνομαι ακόμα παραπάνω από αυτό που θα ήθελα να ήμουν -> άρα είμαι ακόμα πιο χάλια… ad infinitum.

Και τι να κάνεις;
Και τι να κάνεις; θα μου πεις.
Καλή ερώτηση: Να συνειδητοποιήσεις ότι είσαι ΠΑΝΤΑ ο εαυτός σου.

Να δεχτείς ότι είναι δικό σου κομμάτι αυτό που επιζητεί την αποδοχή των άλλων. Να αποδεχτείς ότι είναι δικό σου κομμάτι αυτό που δυσκολεύεται να βάλει όρια. Να γνωρίσεις τον εαυτό σου και να τον κατανοήσεις. Και μετά να τον συμπονέσεις.

Θυμήσου πως δεν μπορείς να αγαπήσεις τον εαυτό σου παρά μόνο αφού καταφέρεις να τον κατανοήσεις. Αλλιώς δε γίνεται. Είναι επικίνδυνη η συμβουλή να αγαπάμε τον εαυτό μας, αν δεν τον έχουμε κατανοήσει πρώτα.

Μην αγαπάς τον εαυτό σου. Κατανόησε τον!

Συνεπώς, θα είναι χρήσιμο να αποδεχτείς ότι η φύση σου την παρούσα χρονική στιγμή έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά (όχι τις αδυναμίες…) τα οποία σε δυσκολεύουν. Αυτή τη φύση καλείσαι να συμπονέσεις, όχι την εξιδανικευμένη φύση που η ιδέα της «μοναδικότητάς» σου ψευδώς σου δημιουργεί. Υπάρχει λόγος που έχεις όλα αυτά τα χαρακτηριστικά και δεν είναι αυτός που νομίζεις.

Ναι αλλά…
“Ναι αλλά, καλά όλα αυτά, αλλά αν με αποδεχτώ όπως είμαι, τότε δε θα πέσω στην αδράνεια; Πώς θα αλλάξω;” θα ρωτήσεις. “Η αποδοχή δεν οδηγεί στην απάθεια;”

Με μια λέξη: ΟΧΙ.

Το κέρδος σου αν αποδεχτείς τον εαυτό σου όπως είσαι, είναι ότι θα σταματήσεις να τον πολεμάς.

Θα σπάσεις τον φαύλο κύκλο. Θα απελευθερώσεις συναισθηματικούς πόρους που σπαταλάς στο αυτομαστίγωμα, ώστε να κάνεις ό,τι χρειάζεται για την εξέλιξή σου. Θα σταματήσεις να κατηγορείς τον εαυτό σου γιατί δεν μπορείς να βάζεις όρια και θα μπορέσεις να χρησιμοποιήσεις τις δυνάμεις σου για να κάνεις το επόμενο βήμα και να βάλεις τα όρια.

Η αυτο-συμπόνοια είναι μια από τις σημαντικότερες κινητοποιητικές δυνάμες.

Αποδεχόμενος το ποιος είσαι, θα ορίσεις το αληθινό παρόν σου ως το σημείο εκκίνησης του αγώνα σου. Δε σημαίνει ότι πρέπει να σου αρέσει εκεί που είσαι, αλλά θα καταλάβεις για ποιο λόγο είσαι εκεί.

Η φράση είναι: Δε φταις για τίποτα και έχεις ευθύνη για τα πάντα.

Συνειδητοποίησε που είσαι και θα μπορέσεις να πατήσεις γερά στα πόδια σου και να κατευθυνθείς προς την κατεύθυνση που θέλεις να κινηθείς. Η αυτο-αποδοχή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την προσωπική ανάπτυξη.

Είσαι αυτός που είσαι. Δες το, δέξου το και προχώρα.

Οι αλλαγές είναι κάτι που θα πρέπει να αποδεχτούμε. Δεν ταιριάζει η ελευθερία με το βόλεμα

Οι αλλαγές στη ζωή μας, είναι κάτι που θα πρέπει να αποδεχτούμε. Η άρνηση μας να προσαρμοστούμε σε αυτές τις αλλαγές, μας κάνει δυστυχισμένους.

Ας φανταστούμε ότι η ζωή μας είναι σαν μία θάλασσα και εμείς οι ταξιδιώτες της. Και μια μέρα, ξαφνικά, δυνατός αέρας, αφρισμένη θάλασσα η ζωή μας. Γίνεται μικρά λευκά κομμάτια νερού, σαν χιόνι. Νερό, που κάνει τα ξερά βράχια να λυγίζουν με τον καιρό. Μπορεί να πάρει χρόνο, μα τελικά η δύναμη της κίνησης, νικάει την στασιμότητα της καθημερινότητας μας.

Λες και γιορτάζει τότε η ζωή μας σαν τη θάλασσα ,την ελευθερία της. Χαρούμενη, κοροϊδεύει τα στάσιμα βράχια, την μονοτονία της πέτρας, του φόβου. Αρκεί μόνο να ακούσει για λίγο κανείς αυτό τον ήχο της τρικυμίας. Κάποιος ίσως νιώσει αναστατωμένος γιατί ίσως τον ενοχλεί αυτό που του υπενθυμίζει. Ότι χρόνια ολόκληρα προσπαθεί να κρύψει από τον εαυτό του, από τους άλλους.

Κάποιος πάλι αμέσως θα νιώσει ακούγοντάς τον ολόκληρη την ψυχή του να γεμίζει από την ελευθερία της αγριεμένης και δροσερής συνάμα αίσθησης. Λες και τόσα χρόνια μας φωνάζει η θάλασσα, σαν τη ζωή και αυτή. Μιας και από μέσα της πρωτοξεπήδησε.

Μέχρι να το κατανοήσουμε καλά οι άνθρωποι. Δεν ταιριάζει η ελευθερία με το βόλεμα. Νερό είναι η ζωή και πέτρα ο θάνατος. Και η μόνη μας υποχρέωση να χαμογελάσουμε γεμάτοι από δέος και ευγνωμοσύνη σε κάθε τρικυμία και σε κάθε ηρεμία που μας χαρίζεται απλόχερα.

Κανένα συμβόλαιο για την αιωνιότητα δεν έχουμε υπογράψει ποτέ μας. Ο μόνος τρόπος να γίνουμε ευτυχισμένοι είναι τελικά να ταυτιστούμε ολοκληρωτικά, ψυχή και σώμα με την φύση. Να μην φοβηθούμε, να την αφήσουμε να μας διδάξει. Ξέρει αυτή. Έτσι και αλλιώς η ηρεμία μετά από την μπόρα, πάντα θα έρθει.

Κοιτάς αλλά δεν βλέπεις… μην αφήνεις τις όμορφες στιγμές να σε προσπερνάνε

Η καθημερινότητα σε κατατρώει και εμένα εδώ που τα λέμε, όλους μας. Τρέχεις πανικόβλητος να προλάβεις, προθεσμίες, κίνηση, παιδιά, σχολεία. Βάλε φρένο και κοίτα γύρω σου, κοίτα την ζωή που χάνεις τρέχοντας.

Κοιτάς αλλά δεν βλέπεις. Δεν αντιλαμβάνεσαι τα όμορφα, τα μαγικά. Τον όμορφο ήλιο που λάμπει και εσύ τον βλέπεις, το πουλιά που κελαηδούν και εσύ τα ακούς… Ναι ακούς και κορναρίσματα και γκρίνια και φωνές αλλά μην ξεχνάς ότι τουλάχιστον έχεις την δυνατότητα να τα ακούς. Μάθε να αναγνωρίζεις τα μικρά, να ευγνωμονείς για αυτά και τότε η ύπαρξή σου θα νιώσει μια ξεχωριστή αύρα, την αύρα της χαράς.

Το ξέρω λησμονείς αν κάποιος σε έκανε να χαμογελάσεις, να νιώσεις όμορφα, αν τόνωσε με τα όμορφα λόγια του την αυτοπεποίθηση σου. Το ξέρω λησμονείς το αποτύπωμα του να χαραχτεί στα βαθιά σου κατάστιχα. Τα άσχημα όμως, αυτά που σε θύμωσαν, αυτά που σε πλήγωσαν;! Αυτά δεν τα ξεχνάς τα κουβαλάς ολημερίς και τα συζητάς τις νύχτες με το μαξιλάρι σου…

Είμαστε προγραμματισμένοι να εστιάζουμε στο αρνητικό, να του δίνουμε παραπάνω σημασία και να το μεγαλοποιούμε. Τα καλά νέα είναι ότι μπορούμε να αλλάξουμε αυτό το προγραμματάκι μας. Ξεκίνα σήμερα, νιώσε την ευλογία που ζεις, εστίασε στο όμορφα, εστίασε στα χαμόγελα, εστίασε στο καλό, εστίασε στην ζωή.

Μην αφήνεις τις όμορφες στιγμές, τους όμορφους ανθρώπους να περνάνε και να προσπερνάνε. Ζήσε το τώρα, ζήσε την στιγμή με όλο σου το είναι, μην την σπαταλάς μην την ξοδεύεις.

ΖΗΣΕ!

Γεμίστε τη ζωή σας με ενδιαφέροντα άτομα, όχι με απλούς ενδιαφερόμενους

Τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων είναι μεταδοτικά. Είτε σας αρέσει, είτε όχι τα άτομα που σας περιβάλλουν θα σας επηρεάζουν.

Σίγουρα έχετε γνωρίσει πολλά ενδιαφέροντα άτομα αλλά θα υπάρχουν και άνθρωποι που θα ενδιαφέρονται να μπουν στη ζωή σας (αν δεν το έχουν κάνει ήδη).

Πολλές φορές στη ζωή απλά δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα «ενδιαφέροντα» από τα μη «ενδιαφερόμενα» άτομα. Αλλά μπορείτε να επιλέξετε αν θέλετε να είναι στη ζωή σας ή όχι.

Θέλω ενδιαφέροντα άτομα στη ζωή μου

Τα ενδιαφέροντα άτομα μπορούν να εμπλουτίσουν τη ζωή σας, να τη γεμίσουν και να την κάνουν καλύτερη. Είναι ισχυροί υποστηρικτές που θα συμβάλλουν στα συναισθήματα και στη διάνοιά σας με έναν θετικό τρόπο.

Πάντα θέλετε γύρω σας διορατικά και ενδιαφέροντα άτομα. Για να μάθετε αν τα άτομα που γεμίζουν ήδη τη ζωή σας ανήκουν σε αυτή την κατηγορία θα μοιραστούμε μαζί σας μερικά στοιχεία που πάντα τους αντιπροσωπεύουν:
  • Μεταδίδουν θετικά συναισθήματα και στέκονται στο πλευρό σας με χαμόγελο στις δύσκολες στιγμές. Ποτέ δεν σας κρίνουν και δεν αναμειγνύονται περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε.
  • Σας επιτρέπουν να αναπτυχθείτε σαν άτομο, σας βοηθούν να κατανοήσετε τα πράγματα που δεν μπορείτε να δείτε και σας εμπλουτίζουν με τις διάφορες απόψεις τους.
  • Όπως όλοι μας, δεν μπορούν να τα ξέρουν όλα αλλά έχουν τη διάθεση να μάθουν νέα πράγματα μαζί σας. Αφυπνίζουν το μυαλό σας και σας επηρεάζουν με τη θετική στάση τους και την επιθυμία τους να εξερευνούν νέες επιλογές.
  • Χάρη στα καλά κατορθώματά τους και στο γενικό τρόπο της ύπαρξής τους, πάντα καταφέρνουν να εξωτερικεύουν την καλύτερη εκδοχή του εαυτού σας.
Αν μπορείτε να επισημάνετε ένα όνομα σε καθένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά τότε συγχαρητήρια! Η ζωή σας είναι γεμάτη με ενδιαφέροντα άτομα που φέρνουν περισσότερα στη ζωή σας από όσα σας παίρνουν.

Αυτό είναι κάτι σπουδαίο και θα πρέπει πάντα να προσπαθείτε να τους διατηρείτε κοντά σας για να σας προσφέρουν φως και να σας γεμίζουν με χαρά.

Μείνετε μακριά από ανθρώπους που είναι απλά ενδιαφερόμενοι

Οι ενδιαφερόμενοι υποκινούνται, όπως υπονοεί και η ίδια η λέξη, από τα ενδιαφέροντά τους. Αντί να φέρνουν κάτι θετικό στη ζωή σας, κάνουν ακριβώς το αντίθετο: τη γεμίζουν με αρνητικότητα.

Φυσικά, κατά κάποιο τρόπο όλοι είμαστε ενδιαφερόμενοι. Θέλουμε να γεμίζουμε τη ζωή μας με ενδιαφέροντα άτομα και κατά συνέπεια γινόμαστε ενδιαφερόμενοι.

Ωστόσο, οι άνθρωποι που σας πλησιάζουν και θέλουν κάτι χωρίς να σας προσφέρουν οτιδήποτε σε αντάλλαγμα μπορεί να είναι τοξικοί. Μπορούν να κλέψουν την ενέργεια και το χρόνο σας ενώ σας προσφέρουν μηδενικά οφέλη.

Αυτός ο τύπος ενδιαφερόμενου έχει τα δικά του χαρακτηριστικά και αν και μπορεί να είναι δύσκολο να ανιχνευτούν, θα μπορέσετε να τους αναγνωρίσετε από τα παρακάτω:
  • Ενεργούν σαν συναισθηματικά βαμπίρ και οποιαδήποτε συζήτηση μαζί τους θα σας φθείρει και θα κλέβει την ενέργειά σας απλά και μόνο για να σας κρατήσουν κοντά τους.
  • Ποτέ δεν ικανοποιούνται με αυτά που τους προσφέρετε και πάντα ζητούν περισσότερα. Οι θυσίες που κάνετε δεν έχουν καμία σημασία για αυτούς: αυτό σας δείχνει ξεκάθαρα ότι τίποτα και ποτέ δεν θα είναι αρκετό.
  • Δεν αναμειγνύονται σε σχέσεις και δεν είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν κάτι περισσότερο από ό,τι πρέπει. Δεν υπάρχει στοργή στις σχέσεις τους και μετατρέπονται σε ιδιοτελείς σχέσεις.
  • Πάντα σας κάνουν να αισθάνεστε ενοχές ή υπεύθυνοι για πράξεις ή περιστάσεις στις οποίες μπορεί να μην εμπλέκεστε και καθόλου.
Είναι κακοί άνθρωποι; Η αλήθεια είναι πως όχι. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι ότι δεν γνωρίζουν πώς να συνδεθούν με τους άλλους ανθρώπους με άλλο τρόπο, με αποτέλεσμα να δημιουργούν προβλήματα.

Για να αποφύγετε να γίνετε «υπόδουλοί» τους είναι σημαντικό να μάθετε πώς να τους αναγνωρίζετε και να θέτετε τα όριά σας. Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να τους εμποδίσετε να επηρεάσουν τη συμπεριφορά σας.

Μείνετε μακριά από ανθρώπους που προσπαθούν να σας πληγώσουν, να σας χειραγωγήσουν ή να σας δηλητηριάζουν συνεχώς με αρνητικά συναισθήματα και αισθήματα.

Αντ’ αυτού προσπαθήστε να γεμίσετε τη ζωή σας με ανθρώπους που κάνουν τη μέρα σας πιο λαμπερή και θετική. Οι άνθρωποι που σας κάνουν να αισθάνεστε καλύτερα και που ξέρουν να αναγνωρίζουν τα λάθη τους.

Τέλος, είναι σημαντικό να προσπαθήσετε να γίνετε ενδιαφέρον άτομο και εσείς οι ίδιοι. Ένα άτομο που φέρνει πάντα καλά αισθήματα, ένα χαμόγελο και την ικανότητα να δημιουργεί πάντα υγιείς σχέσεις.

Τι σημαίνει πολυτέλεια;

Πολυτέλεια πιθανόν είναι η δυνατότητα να απολαμβάνει κανείς όσα επιθυμεί. Αρκεί να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός κατά την επιλογή εκείνων που επιθυμεί… 

Ακολουθεί μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Paurav Shukla, σχετικά με τις τελευταίες απόπειρες ορισμού της πολυτέλειας.

«Η πολυτέλεια είναι μια νοητική κατάσταση. Είναι το πώς διάγεις τη ζωή σου και πώς εκπληρώνεις τις επιθυμίες των άλλων αλλά και τις δικές σου».

Η άποψή μου επικεντρώνεται στο θέμα της πολυτέλειας μέσα από την οπτική του εαυτού αλλά και των άλλων. Ένας άνθρωπος δεν επιλέγει αποκλειστικά για τον εαυτό του να καταναλώσει πολυτελή προϊόντα αλλά πρόκειται περισσότερο για μια συμπεριφορά με κοινωνικό προσανατολισμό. Για παράδειγμα, γιατί κάποιος φοράει το καλό του κοστούμι (ή φόρεμα) όταν πρόκειται να πάει σε μια σημαντική συνάντηση ή σε μια συνέντευξη; Γιατί βεβαιωνόμαστε ότι δεν θα φορέσουμε κάποιο φθηνό άρωμα όταν πρόκειται να πάμε σε ένα ραντεβού; Όταν μιλάμε για πολυτέλεια, βλέπουμε ότι το κομμάτι της προσωπικής απόλαυσης είναι συνυφασμένο με κοινωνικά κίνητρα.

Ωστόσο, οι ερωτήσεις που μου έκαναν στο luxury society με έκαναν πραγματικά να σκεφτώ τον ορισμό της πολυτέλειας.

Η έννοια της πολυτέλειας είναι παρούσα από την αρχή του πολιτισμού σε διάφορες μορφές. Ο ρόλος της ήταν τόσο σημαντικός στις αρχαίες δυτικές κι ανατολικές αυτοκρατορίες όσο και στις μοντέρνες κοινωνίες. Με τον ξεκάθαρο διαχωρισμό των κοινωνικών τάξεων στους προγενέστερους πολιτισμούς, η κατανάλωση πολυτελών αγαθών ήταν περιορισμένη στην ελίτ. Αυτό σημαίνει ότι η έννοια της πολυτέλειας ήταν ξεκάθαρη. Πολυτέλεια θεωρείτο οτιδήποτε μπορούσαν να έχουν μόνο οι πλούσιοι και όχι οι φτωχοί .

Με τον σταδιακό εκδημοκρατισμό, πολλές νέες κατηγορίες προϊόντων έκαναν την εμφάνισή τους μέσα στο κομμάτι της αγοράς που εύστοχα ονομάστηκε – προσβάσιμη πολυτέλεια ή πολυτελής μάζα. Αυτοί οι τύποι πολυτέλειας στοχεύουν ειδικά τη μεσαία τάξη ( που μερικές φορές αποκαλείται και επίδοξη-φιλόδοξη τάξη). Καθώς η πολυτέλεια εισχωρούσε στις μάζες, η έννοιά της έγινε ακόμα πιο δύσκολο να ορισθεί.

Στο σύγχρονο μάρκετινγκ ο καθηγητής Bernard Dubois ορίζει το «πολυτελές» ως την προσφορά μιας συγκεκριμένης (δηλαδή με υψηλότερη τιμή) σειράς για μία κατηγορία οποιουδήποτε προϊόντος ή υπηρεσίας. Εντούτοις, παρά τη σημαντική γνώση που έχει συσσωρευθεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών, οι ερευνητές δεν έχουν ακόμη καταφέρει να συμφωνήσουν σε ένα κοινό ορισμό της έννοιας του πολυτελούς.

Αν και η λέξη πολυτελές χρησιμοποιείται στην καθημερινότητα για να αποδώσει έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, ο υποκείμενος ορισμός συσχετίζεται με τον συγκεκριμένο καταναλωτή και κατάσταση. Αν κερδίζεις λιγότερο από ένα δολάριο τη μέρα, ένα παγωτό θα είναι μια μεγάλη πολυτέλεια για σένα. Από την άλλη μεριά, αν πηγαίνεις σε ένα πάρτι μαζί με κάποιους κοινωνικά μεγαλόσχημους, ένα αυτοκίνητο 100,000 δολαρίων μπορεί να μην είναι πολυτέλεια. Η λέξη luxury (πολυτέλεια στα αγγλικά) προέρχεται από τη λατινική λέξη “luxus” που σημαίνει « απαλός ή υπερβολικός τρόπος ζωής, απόλαυση, πλούτος ή χλιδή». Ωστόσο, το πολυτελές είναι μία έννοια αρκετά περίπλοκη να ορισθεί λόγω της έντονης συμμετοχής του ανθρώπινου στοιχείου και της υποκειμενικής αξιακής της αναγνώρισης.

Πολλές ακόμη απόπειρες έχουν γίνει για να ορισθεί η πολυτέλεια με βάση την τιμή και την ποιότητα, θεωρώντας τα προϊόντα που έχουν υψηλότερη τιμή ως πολυτελή. Με τον ίδιο τρόπο, ερευνητές χρησιμοποίησαν ως βάση ορισμού την μοναδικότητα. Όμως με την αυξανόμενη καλυτέρευση της ποιότητας των προϊόντων των συμβατικών μαρκών της αγοράς και λόγω της μαζικής παραγωγής πολυτελών προϊόντων, είναι ακόμα πιο δύσκολο να χρησιμοποιήσουμε οποιαδήποτε από τις παραπάνω διαστάσεις για να την ορίσουμε.

Ο καθηγητής Jean–Noel Kapferer κάνει μια βιωματική προσέγγιση και ορίζει ως πολυτελή τα αντικείμενα τα οποία προσδίδουν μεγαλύτερη απόλαυση με το να ευχαριστούν όλες τις αισθήσεις ταυτόχρονα. Πολλοί άλλοι ερευνητές επικεντρώνονται στη διάσταση της αποκλειστικότητας και ισχυρίζονται ότι η πολυτέλεια προκαλεί μία αίσθηση του ανήκειν σε μια ελίτ. Ωστόσο, κρατώντας μια τσάντα Louis Vuitton σε κεντρικές περιοχές μιας οποιασδήποτε μεγάλης πόλης του κόσμου δεν θα σε κάνει να νιώσεις έτσι. Σε ένα από τα παλαιότερα άρθρα μου έκανα την εξής ερώτηση σε κάποιους καταναλωτές: Αν πολλοί άνθρωποι μπορούν να έχουν κάτι πολυτελές, αυτό εξακολουθεί να είναι πολυτελές; Εκείνοι απάντησαν ξεκάθαρα ότι οι μάρκες Louis Vuitton και Gucci έχουν αρχίσει να χάνουν τη «λάμψη» τους στο μυαλό τους.

Αυτή η συζήτηση επισημαίνει την ακραία υποκειμενικότητα και την πολυδιάστατη φύση της έννοιας της πολυτέλειας. Οι προσπάθειες ορίζουν ως διαστάσεις της πολυτέλειας την υψηλή τιμή, την υψηλή ποιότητα, την μοναδικότητα, την αποκλειστικότητα κλπ.

Όμως, ακόμα δεν είναι ξεκάθαρο «τι είναι πολυτέλεια»

Λοιπόν εσείς τι πιστεύετε ότι η πολυτέλεια;

Και τέλος υπάρχουν οι σοφοί άνθρωποι των οποίων τα μάτια στρέφονται προς το Ερεβοκτόνο Φως

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Πώς τότε Πλωτίνε θα όριζες τον άνθρωπο; Είναι ο άνθρωπος μία ψυχή ή κατέχει, απλώς κατέχει μία ψυχή;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Ο άνθρωπος είναι ψυχή και έχει ένα σώμα. Η φύση και η ουσία αυτών των δύο πρέπει να διαχωριστεί. Από την στιγμή που το σώμα είναι σύνθετο, η ανάγκη δεν μπορεί να το διατηρήσει για πάντα στην ίδια κατάσταση. Η γνώση ομοίως δείχνει πως, ότι διαλύεται κατά τον θάνατο δέχεται διαχωρισμούς μίας και κάθε τι που ενυπάρχει σε κάτι, τείνει στο όλο και όμοιο του από όπου προήλθε Η ψυχή λοιπόν διαχωρίζεται κατά τον θάνατο από το σώμα.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Το σώμα μας δεν αποτελεί μέρος μας Πλωτίνε;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Εάν το σώμα είναι μέρος μας, τότε δεν είμαστε εξολοκλήρου αθάνατοι. Όταν όμως διακρίνουμε σωστά, βλέπουμε ότι το σώμα είναι μόνο το όργανο της ψυχής, και ότι η ψυχή είναι ουσιαστικά ο άνθρωπος.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Μα Πλωτίνε παρότι το σώμα είναι ένα όργανο μόνο της ψυχής, παρόλα αυτά είναι ένα σημαντικό μέρος της. Δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε χωρίς αυτό.

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Δεν είμαστε μόνο το σώμα, αλλά δεν είμαστε και εντελώς χωρισμένοι από αυτό. Είναι εξαρτώμενο από εμάς. Για αυτό οι πόνοι και οι ηδονές που βιώνει το σώμα μας επηρεάζουν. Όσο πιο αδύναμοι είμαστε τόσο πιο πολύ ασχολούμαστε με αυτό. Μέσα σε αυτό είναι δεμένο ένα μέρος του εαυτού μας, που αποτελεί την προσωπικότητά μας.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Γιατί τότε Πλωτίνε οι άνθρωποι μιλούν για την ψυχή σαν να είναι το σώμα;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Λέγεται ότι η ψυχή είναι το σώμα, για τον λόγο ότι το σώμα είναι ορατό. Αλλά εάν μπορούσαμε να δούμε την ψυχή, και αν μπορούσαμε να δούμε ότι περιβάλει το σώμα με την ζωή που κατέχει, θα λέγαμε ότι η ψυχή δεν είναι με κανένα τρόπο το σώμα, αλλά αντίθετα το σώμα περιέχεται μέσα σε αυτήν, αυτό που ρέει μέσα στο ακίνητο.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Μπορείς να μου δώσεις ένα παράδειγμα έτσι ώστε να μου γίνει πιο ξεκάθαρο;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Η ψυχή λέγεται ότι υπάρχει στο σώμα όπως ο καπετάνιος σε ένα πλοίο. Αλλά αυτό δεν είναι σωστό. Γιατί αφενός βρίσκεται στο πλοίο κατά τύχη, και αφετέρου γιατί ο καπετάνιος κυβερνά όλο το πλοίο, ενώ βρίσκεται σε ένα μόνο μέρος του, ενώ η ψυχή κυβερνά το σώμα και είναι παρούσα παντού. Ένα καλύτερο παράδειγμα θα ήταν εάν λέγαμε ότι η ψυχή είναι παρούσα στο σώμα όπως το φως στον αέρα. Το φως είναι παρόν στον αέρα χωρίς να ανακατεύεται με αυτό. Όταν το φως αποσύρεται από τον αέρα, μέσα στον οποίο ακτινοβολεί, αυτός (ο αέρας) δεν κρατά τίποτα από το φως, αλλά φωτίζεται μόνο για όσο ο αέρας παραμένει το μέσα του.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Σε ευχαριστώ Πλωτίνε για τα παραδείγματα. Αλλά έχω άλλη μια ερώτηση που θα ήθελα να σου κάνω. Είπες πριν από λίγο ότι μέρος του εαυτού μας είναι δεμένο στο σώμα μας. Πρέπει να υποθέσω ότι και όλη ψυχή δεν είναι παρούσα στο σώμα;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Η ψυχή δεν εισέρχεται ολοκληρωτικά στο σώμα. Το υψηλότερο μέρος μένει πάντα ενωμένο με τον νοήμονα κόσμο, ενώ το κατώτερο μέρος της παραμένει ενωμένο με τον αισθητό κόσμο. Το ανώτερο μέρος της είναι ανεπηρέαστο από την έλξη των παροδικών απολαύσεων και οδηγεί σε μία ατάραχη ζωή. Κάθε ψυχή έχει ένα κατώτερο μέρος που είναι στραμμένο προς το σώμα, και ένα ανώτερο που είναι στραμμένο προς την θεία διάνοια.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Μάλιστα. Η φύση της ψυχής γίνεται δυαδική μόλις εισέρχεται στο σώμα Συνεπώς αυτό αναγκαστικά σημαίνει διπλή δράση.

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Ακριβώς. Η ψυχή έχει διπλή δράση στις σχέση της με το πάνω και το κάτω. Με την πρώτη της ενέργεια ελέγχει το σώμα, και με την δεύτερη μελετά τις καταληπτές οντότητες.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Κατάλαβα. Η ψυχή είναι μία ενεργή οντότητα. Πώς ενεργεί;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Η ψυχή έχει οντότητα με χαρακτηριστική φύση και ενέργειες. Μία από αυτές είναι η μνήμη, της οποίας η άσκηση εμποδίζεται μόνο από το σώμα. Όταν η ψυχή δένεται στο σώμα, ξεχνάει. Όταν διαχωρίζεται θυμάται. Για αυτό τον λόγο το σώμα είναι η πηγή της λήθης. Η μνήμη ανήκει μόνο στην ψυχή.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Πώς η ψυχή χρησιμοποιεί τα σώματα ; Υπάρχει κάποιος νόμος που προκαλεί την μετενσάρκωση σε ένα σώμα;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Αυτό που ονομάζεται αναπόφευκτη ανάγκη και θεία δικαιοσύνη κυβερνά την φύση που προκαλεί κάθε ψυχή να εισέρχεται σε εκείνο το σώμα που έχει επιλέξει. Όταν έρθει η κατάλληλη ώρα, η ψυχή πλησιάζει το σώμα εκείνο όπου οφείλει να εισέλθει. Κάθε ψυχή έχει την δική της ώρα.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Πλωτίνε φαίνεται ότι διδάσκεις για μία δύναμη που βρίσκεται έξω από τον άνθρωπο. Ο νόμος για τον οποίο μιλάς πού βρίσκεται ; Από πού πηγάζει;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Ο κάθε ένας από εμάς κουβαλά μαζί του αυτόν τον νόμο, έναν νόμο του οποίου η ισχύς δεν πηγάζει από έξω, αλλά που είναι έμφυτη.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Ποιος είναι ο σκοπός της μετενσάρκωσης;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Η ψυχή κατέρχεται για να εξελίξει τις δυνάμεις της και για να στολίσει ό,τι βρίσκεται κάτω από αυτήν. Η ψυχή αλλάζει σώματα με τον ίδιο τρόπο που σε ένα θεατρικό έργο ο ηθοποιός πεθαίνει, αλλά στην επόμενη σκηνή, αλλάζει ενδύματα και υποδύεται ένα άλλο πρόσωπο και επιστρέφει στην σκηνή.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Τι είναι τότε Πλωτίνε ο θάνατος;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Θάνατος είναι μόνο η αλλαγή του σώματος, όπως και να έχει αυτός που αναχωρεί θα ξαναγυρίσει να παίξει..

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Δώσε μου ακόμα ένα παράδειγμα Πλωτίνε. Είναι ένα θέμα που πάντα με μπέρδευε.

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Η Ζωή είναι ένας συνεταιρισμός της ψυχής και του σώματος. Θάνατος είναι ο χωρισμός. Τόσο στην ζωή όσο και στον θάνατο η ψυχή νοιώθει σαν στο σπίτι της.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Τι συνείδηση έχει η ψυχή μετά τον θάνατο;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Υπάρχουν δύο στάδια μετά θάνατο. Στο πρώτο η ψυχή έλκεται από το σώμα που αναπολεί ότι ο άνθρωπος έκανε ή υπέφερε κατά την διάρκεια της ζωής του. Στην διάρκεια του χρόνου όμως η ανάμνηση προηγούμενων ζωών θα επιτευχθεί. Για τον λόγο ότι με τον καιρό η ψυχή εξαρτάται όλο και λιγότερο από το σώμα, και έτσι αρχίζει να θυμάται πράγματα που είχε ξεχάσει στην παρούσα ζωή.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Και όταν η ψυχή επιστρέφει στην γήινη ύπαρξη Πλωτίνε, τι συμβαίνει;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Συναντά τις συνέπειες των προηγούμενων οφειλών της. Αυτοί που στην προηγούμενη ζωή τους, ήταν ιδιοκτήτες σκλάβων, εάν καταχράστηκαν την εξουσία τους, θα γίνουν αυτοί σκλάβοι. Δεν εναπόκειται μόνο στην τύχη το να γίνει κάποιος σκλάβος, φυλακισμένος ή ατιμασμένος. Θα πρέπει να έχει διαπράξει την βία την οποία εισπράττει. Εάν επιθυμείς να ανακαλύψεις την διανεμόμενη δικαιοσύνη, δεν είναι αρκετό να εξετάζεις μόνο το παρόν αλλά τόσο το παρελθόν, όσο και το μέλλον. Το σύστημα αυτό ανταποδοτικότητας είναι απόλυτο, δίκαιο και σοφό. Η τάξη που κυριαρχεί στο σύμπαν είναι αιώνια. Επενεργεί στο κάθε τι ακόμα και στα μικρότερα πράγματα.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Μου υπέδειξες Πλωτίνε ότι ο άνθρωπος είναι ο υπαίτιος της μοίρας του, και ο μοναδικός υπεύθυνος που ενεργοποιεί τις αιτίες τόσο της ευτυχίας όσο και της δυστυχίας του. Πως όμως αυτός ο νόμος που κληρονομείται στον άνθρωπο ορίζει την ποιότητα και την ποσότητα της τιμωρίας που ο άνθρωπος πρέπει να υποφέρει;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Ο Θείος νόμος είναι αναπόφευκτος, και περιέχει μέσα του την δύναμη της δικαιοσύνης. Μέσω του νόμου καθορίζεται πώς και για πόσο είναι αναγκαίο κάποιος να υποφέρει. Οι τιμωρίες που εξαγνίζουν το κακό πρέπει να προέρχονται από την τάξη που κυβερνά όλα τα πράγματα. Οι κακές πράξεις τα ατυχήματα και η δυστυχία που καταπιέζουν το καλό, μπορεί να ειπωθεί ότι είναι οι συνέπειες προηγούμενων σφαλμάτων. Η παγκόσμια τάξη δεν πρέπει να κατηγορείται ως άδικη , αλλά πρέπει να επιμένουμε στην διανομή του δίκαιου. Εάν δεν καταλαβαίνουμε κάποια πτυχές του Θείου νόμου είναι λόγω κρυφών αιτιών που διαφεύγουν της γνώσης μας.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Διανεμητής δικαιοσύνης. Θα θυμάμαι αυτές τις λέξεις Πλωτίνε. Μου ξεκαθάρισες πολλά σημεία που με προβλημάτιζαν. Αλλά Πλωτίνε όλοι οι άνθρωποι υποβάλλονται στην διανομή της δικαιοσύνης με τον ίδιο τρόπο;

ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Υπάρχουν τρεις τύποι ανθρώπων. Ο πρώτος αφορά τους ανθρώπους εκείνους που θεωρούν την επίγεια ζωή σαν την αρχή και το τέλος. Ο δεύτερος αφορά αυτούς που είναι ικανοί σε κάποιο βαθμό να στρέφουν την ψυχή τους σε πιο υψηλές αξίες. Και τέλος υπάρχουν οι σοφοί άνθρωποι των οποίων τα μάτια στρέφονται προς το Ερεβοκτόνο Φως…

Τι είναι ο «άνθρωπος»;

Ο άνθρωπος διαφέρει από το ζώο έχοντας τη δυνατότητα να ενεργήσει συνειδητά, τη δυνατότητα να πράξει. Δεν μπορούμε να το αρνηθούμε αυτό, και βλέπουμε ότι αυτός ο ορισμός ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις. Παρέχει τη δυνατότητα να ξεχωρίσει ο άνθρωπος από μια σειρά άλλων όντων που δεν διαθέτουν τη δυνατότητα της συνειδητής πράξης και ταυτόχρονα να διαχωριστεί ανάλογα με το βαθμό συνειδητότητας των πράξεών του.

Χωρίς καμία υπερβολή μπορούμε να πούμε ότι όλες οι διαφορές που μας εντυπωσιάζουν ανάμεσα στους ανθρώπους μπορούν να αναχθούν στις διαφορές συνειδητότητας των πράξεών τους. Οι άνθρωποι μας φαίνονται τόσο διαφορετικοί ακριβώς επειδή οι πράξεις μερικών απ’ αυτούς είναι κατά τη γνώμη μας βαθιά συνειδητές, ενώ oι πράξεις άλλων είναι τόσο ασυνείδητες, πιο ασυνείδητες και από μιας πέτρας, η οποία αντιδρά τουλάχιστον σωστά στα εξωτερικά φαινόμενα, Το πρόβλημα περιπλέκεται από το γεγονός ότι ένας και ο αυτός άνθρωπος εκδηλώνει παράλληλα με αυτό που εμφανίζεται σε μας σαν πλήρως συνειδητές πράξεις θελήσεως, άλλες, τελείως ασυνείδητες μηχανικές αντιδράσεις ζώου.

Στην προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή, στην πολιτική, την επιστήμη, την τέχνη, τη φιλοσοφία και τη θρησκεία, όλα «συμβαίνουν», από την αρχή ως το τέλος, κανένας δεν μπορεί να «πράξει» οτιδήποτε.

Για να πράξει κανείς είναι απαραίτητος ένας πολύ υψηλός βαθμός της γνώσης και του είναι.

Ένας άνθρωπος που κοιμάται δεν μπορεί να «πράξει». Σ’ αυτόν, τα πάντα συμβαίνουν στον ύπνο. Εδώ δεν εννοούμε τον ύπνο με την κυριολεξία του οργανικού μας ύπνου, αλλά με την έννοια μιας κατάστασης συνειρμικής ύπαρξης. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να ξυπνήσει.

Όπως οι μεγαλύτερες γενιές έτσι κι οι νέοι μολονότι στην αρχή δυσφορούν σύντομα φοβούνται να διαφωνήσουν με την κοινωνία

Όσο η επιτυχία είναι ο στόχος μας, δεν θα καταφέρουμε να ξεφορτωθούμε τον φόβο, αφού η επιθυμία για επιτυχία μοιραία προκαλεί τον φόβο της αποτυχίας. Γι’ αυτόν τον λόγο οι νέοι δεν πρέπει να διδάσκονται τη λατρεία της επιτυχίας. Οι περισσότεροι αναζητούν την επιτυχία στη μια ή στην άλλη της μορφή, σε γήπεδα του τένις, στον επιχειρηματικό κόσμο ή στην πολιτική. Όλοι θέλουμε να φτάσουμε στην κορυφή, και τούτη η επιθυμία προκαλεί συνεχείς συγκρούσεις μέσα μας και μας κάνει να συγκρουόμαστε με τους γείτονές μας οδηγεί σε ανταγωνισμό, σε φθόνο, σε έχθρα κι εντέλει σε πόλεμο.

Όπως οι μεγαλύτερες γενιές έτσι κι οι νέοι επιδιώκουν την επιτυχία και την ασφάλεια μολονότι στην αρχή δυσφορούν, σύντομα γίνονται ευυπόληπτοι και φοβούνται να διαφωνήσουν με την κοινωνία. Τα τείχη των επιθυμιών τους αρχίζουν να τους περιβάλλουν, ευθυγραμμίζονται με την κοινωνία και παίρνουν τα ηνία της εξουσίας. Η δυσφορία τους, που είναι η ίδια η φλόγα της διερεύνησης, της αναζήτησης, της κατανόησης, εξασθενεί λίγο λίγο ώσπου σβήνει και τη θέση της παίρνει η επιθυμία για μια καλή δουλειά, έναν πλούσιο γάμο, μια επιτυχημένη σταδιοδρομία, τα οποία όλα είναι πόθος για περισσότερη ασφάλεια.

Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους μεγάλους και στους μικρούς, αφού κι οι δυο είναι δέσμιοι των επιθυμιών και της ικανοποίησής τους. Η ωριμότητα δεν είναι ζήτημα ηλικίας έρχεται με την κατανόηση. Το φλογερό ερευνητικό πνεύμα μπορεί να ξυπνά πιο εύκολα στους νέους, διότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι έχουν κακοποιηθεί απ’ τη ζωή, οι συγκρούσεις τούς έχουν φθείρει, ενώ ο θάνατος στις διάφορες μορφές του καραδοκεί. Τούτο δεν σημαίνει ότι είναι ανίκανοι για συνειδητή διερεύνηση, παρά μόνο ότι είναι πιο δύσκολο γι’ αυτούς, Πολλοί ενήλικες είναι ανώριμοι και παιδιαρίζουν αρκετά, γεγονός που συντελεί στη σύγχυση και στη δυστυχία του κόσμου…

Την ασφάλεια και την επιτυχία κυνηγάμε οι περισσότεροι κι ο νους που αναζητεί την ασφάλεια, που ποθεί την επιτυχία δεν είναι ευφυής και, ως εκ τούτου, δεν είναι ικανός για ενιαία δράση. Η ενιαία δράση είναι εφικτή μονάχα όταν έχει κανείς επίγνωση της διαμόρφωσής του, των φυλετικών, εθνικών, πολιτικών και θρησκευτικών προκαταλήψεών του δηλαδή, μονάχα όταν συνειδητοποιεί ότι οι συνήθειες του εαυτού είναι πάντοτε διαχωριστικές.

Η ζωή είναι ένα βαθύ πηγάδι. Μπορεί να πάει κανείς σε αυτό με μικρούς κουβάδες και να τραβήξει λίγο νερό ή μπορεί να πάει με μεγάλα δοχεία και να αντλήσει άφθονο νερό που θα τον θρέψει και θα τον συντηρήσει.

ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΑΣ: Ο κύβος ερρίφθη

Αναμφισβήτητα, η σημαντικότερη στιγμή του Ιούλιου Καίσαρα κατά την οποία χρειάστηκε να στοιχηματίσει στον εαυτό του, και μία από τις πιο παράτολμες ηγετικές ενέργειες όλων των εποχών, ήρθε, το 49 π.Χ., όταν έπρεπε να πάρει μια απόφαση που θα μπορούσε να βυθίσει την πολυαγαπημένη του Ρώμη στον εμφύλιο πόλεμο.

Πώς έφτασαν ως εκεί τα πράγματα; Αφού σημείωσε τις σπουδαιότερες στρατιωτικές επιτυχίες από κάθε άλλον Ρωμαίο στην ιστορία και έγινε η πιο αγαπητή προσωπικότητα της χώρας, η ζωή του Καίσαρα πήρε μια σκοτεινή τροπή. Για τη συντριπτική πλειονότητα των συμπολιτών του ήταν ήρωας- για μια μικρή μερίδα, δημόσιος εχθρός της Ρώμης. Σε κάθε του ενέργεια, έβλεπαν την επιβεβαίωση των χειρότερων φόβων τους. Πεπεισμένοι ότι η δύναμη του Καίσαρα αποτελούσε απειλή για την ύπαρξή τους, οι αντίπαλοί του μεθόδευσαν τις πολιτικές καταστάσεις έτσι ώστε να επιφέρουν τον αφανισμό του. Σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις και σε δημόσιες αντιπαραθέσεις, άρχισαν να υπονομεύουν και να καταγγέλλουν ανοιχτά τον Καίσαρα. Η Σύγκλητος πέρασε ένα διάταγμα γνωστό ως Ύστατο Δόγμα της Συγκλήτους (senatus consultum ultimum) που παρείχε τη δυνατότητα στους υπάτους και σε άλλους δικαστές να πράξουν ό,τι θεωρούσαν αναγκαίο για να υπερασπιστούν το αβασίλευτο πολίτευμα. Πρακτικά, το διάταγμα πετύχαινε δύο πράγματα: ανέστελλε το δικαίωμα αρνησικυρίας που είχαν οι εκπρόσωποι των πληβείων, αλλά και των στρατιωτικών στα διατάγματα της Συγκλήτου, και κήρυττε τον Καίσαρα δημόσιο εχθρό του κράτους.

Οι πολιτικοί σύμμαχοι του Καίσαρα φοβούνταν για την ασφάλειά τους, και δικαιολογημένα. Γνώριζαν ότι το αξίωμα του τριττυάρχου δεν ενείχε πλέον κανένα πολιτικό πλεονέκτημα- χωρίς το δικαίωμα της αρνησικυρίας, δεν είχαν τρόπο να ελέγξουν την επιθετικότητα των συγκλητικών. Έφυγαν κρυφά από τη Ρώμη με μια νοικιασμένη άμαξα και πήγαν αμέσως στον Καίσαρα. Η επιβολή της πολιτικής βούλησης δια της βίας, ο παλιός τρόπος ηγεσίας των συγκλητικών, είχε αρχίσει να πλανάται και πάλι στην ατμόσφαιρα.

Τις ώρες που προηγήθηκαν, ο Καίσαρας έδειχνε να περνάει φυσιολογικά την ημέρα του: πήγε στα λουτρά και γευμάτισε με τρόπο επιδεικτικό. Όταν βράδιασε, έφυγε αφήνοντας πίσω τους έμπιστους συντρόφους του. Όλα φαίνονταν φυσιολογικά και κανείς δεν παρατήρησε τίποτα όταν ο Καίσαρας γύρισε πίσω και συναντήθηκε ξανά με τους συντρόφους του στον ποταμό Ρουβίκωνα, καταμεσής της νύχτας.

Τα νερά του μικρού ποταμού ήταν ορμητικά από τις καταρρακτώδεις βροχές, κάτι που ίσως προμήνυε όσα θα επακολουθούσαν. Αν και ήταν ένας συνηθισμένος ποταμός, ο Ρουβίκωνας είχε την ιδιαίτερη τιμή να αποτελεί το όριο μεταξύ των επαρχιών από τη μια, και της ιταλικής ενδοχώρας, της γης των Ρωμαίων, από την άλλη. Από τη μια πλευρά εκτείνονταν αλλότρια εδάφη, από την άλλη η πατρίδα.

Βυθισμένος στις σκέψεις του ο Καίσαρας αναλογίστηκε τις επιλογές που είχε: είτε να εισβάλει σε ρωμαϊκή γη και να βυθίσει όλον τον τότε γνωστό κόσμο στον εμφύλιο σπαραγμό, είτε να παραιτηθεί από τη διοίκηση της Γαλατίας, να επιστρέψει στη Ρώμη και να επιτρέψει στους εχθρούς του να συνεχίσουν τη βεντέτα εναντίον του στα δικαστήρια. Στη διάρκεια της ζωής του, ο Καίσαρας είχε υπάρξει μάρτυρας των καταστροφικών συνεπειών του εμφυλίου πολέμου: αιματοχυσία, τρόμος και οικογένειες που ξεκληρίζονταν. Όταν στα νιάτα του είχε αρνηθεί να χωρίσει τη σύζυγό του, είχε περάσει μήνες μέσα στον φόβο, στην προσπάθειά του να ξεφύγει από κυνηγούς επικηρυγμένων που είχαν εξαπολυθεί να τον πιάσουν για να εισπράξουν την αμοιβή που δινόταν για τη σύλληψή του. Τελικά το όνομά του αφαιρέθηκε από τη λίστα με τους καταζητούμενους, αλλά η ανάμνηση από τα χρόνια που ήταν φυγάς τον συνόδευε ακόμη.

Συνηθισμένος να διατάσσει δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες, τώρα ο Καίσαρας είχε μόνο μία λεγεώνα στο πλευρό του, μερικούς χιλιάδες στρατιώτες πεζικού και περίπου δύο εκατοντάδες ιππείς. Μπορεί να φανταστεί κανείς τις σκοτεινές σκέψεις που γύριζαν στον νου του καθώς κοίταζε στην άλλη όχθη του ποταμού και οι σύντροφοί του περίμεναν την απόφασή του. ” Ο κύβος ερρίφθη”, είπε τελικά. Είχε κάνει την επιλογή του και όταν ξημέρωνε, ολόκληρος ο ρωμαϊκός κόσμος θα μάθαινε ποιο μονοπάτι είχε διαλέξει.

“Ο κύβος ερρίφθη”, είπε ο Καίσαρας όταν πήρε την απόφασή του. Διέσχισε τον Ρουβίκωνα και εισέβαλε στα εδάφη της Ρώμης.

Σε όλη του τη σταδιοδρομία ο Καίσαρας αψηφούσε την παράδοση, απέφευγε τη χρήση βίας. Τον Εμφύλιο δεν τον είχε προκαλέσει ο Καίσαρας, ήταν ένα κύμα που ξεχύθηκε καταπάνω του. Πριν από την εισβολή είχε προσπαθήσει απεγνωσμένα να διαπραγματευτεί έναν συμβιβασμό. Είχε αναζητήσει ειρηνική λύση και ουσιαστικά είχε παρακαλέσει όσους βρίσκονταν στη Ρώμη να βρουν έναν καλύτερο τρόπο να προχωρήσουν μπροστά. Εκείνοι τον αγνόησαν επανειλημμένα, είτε αρνούμενοι να του απαντήσουν είτε προβάλλοντας εντελώς παράλογες απαιτήσεις που δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν. Και ακόμη και τώρα που η χρήση βίας ήταν μονόδρομος, θα ενεργούσε με τον δικό του τρόπο- από την πρώτη γραμμή.

Ο Καίσαρας είχε δικό του προσωπικό στιλ που ούτε ο επικείμενος πόλεμος ήταν σε θέση να αλλάξει. Η αντιπαλότητά του ήταν με τον Κάτωνα, τον Πομπήιο και τη Σύγκλητο, όχι με τον ρωμαϊκό λαό. Το εκπληκτικό είναι ότι εισέβαλε στη Ρώμη μόνο με μία λεγεώνα, το δέκα τοις εκατό περίπου της πολεμικής του δύναμης. Αν υπήρξε μία στιγμή στη ζωή του που ο Καίσαρας στοιχημάτισε στον εαυτό του, ήταν αυτή.

Με μια τόσο περιορισμένη στρατιωτική δύναμη, ο Καίσαρας είχε ανάγκη και τον τελευταίο στρατιώτη. Ωστόσο, δεν ήθελε να τους αναγκάσει να πολεμήσουν ενάντια στη συνείδησή τους. Έδωσε την επιλογή, σε όποιον στρατιώτη το επιθυμούσε, να αποχωρήσει με όλα του τα υπάρχοντα χωρίς να κινδυνεύσει. Με αυτή την απλή αλλά ασυνήθιστη ενέργεια κέρδισε τον σεβασμό και την αφοσίωση του στρατού του.

Ο Καίσαρας δεν είχε την απαίτηση να βλέπουν όλοι όσοι τον ακολουθούσαν τα πράγματα όπως εκείνος. Ως ηγέτης, έδινε στους ανθρώπους περιθώρια να καταλήγουν στα δικά τους συμπεράσματα και να βάζουν τα δικά τους στοιχήματα. Έτσι, όταν τον ακολουθούσαν, το έκαναν με την καρδιά τους. Όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, είναι πρόθυμοι να αναλάβουν την ευθύνη των πράξεων και των συνεπειών τους. Το δικαίωμα επιλογής που έδωσε ο Καίσαρας στα στρατεύματά του στον Ρουβίκωνα εμβάθυνε την αφοσίωσή τους ώστε να τον ακολουθήσουν πιστά.

Ωστόσο, άλλο είναι να επιτρέψεις στους απλούς στρατιώτες να φύγουν και άλλο να δώσεις την ίδια ελευθερία στους ανώτατους αξιωματικούς. Παρ’ όλα αυτά, ο Καίσαρας ακολούθησε την ίδια προσέγγιση ακόμη και όταν ο ένας από τους κορυφαίους στρατηγούς του αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκστρατεία. Απρόθυμος να κάνει το επόμενο βήμα και να πάρει μέρος στην ανοιχτή εξέγερση, ένας από τους ικανότερους και αρχαιότερους αξιωματικούς του, ο Τίτος Λαβιένος, αποχώρησε από τον στρατό. Ένας τυπικός Ρωμαίος στρατηγός θα είχε θεωρήσει αυτή του τη λιποταξία ξεκάθαρη προδοσία και θα είχε στείλει δυνάμεις να τον ακολουθήσουν και να τον σκοτώσουν. Ο Καίσαρας επέλεξε άλλο δρόμο: συγκέντρωνε όλες τις αποσκευές και τα υπάρχοντα του Λαβιένου και του τα έστειλε στο σπίτι του.

Ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε τη διάβαση του Ρουβίκωνα θα σημάδευε τη σταδιοδρομία του Καίσαρα και, από πολλές απόψεις και την κληρονομιά που θα άφηνε.

Αδριανός: Από τη δουλεία του πνεύματος ή της φαντασίας, προτιμώ την πραγματική δουλεία

Με την μορφή επιστολής γράφει ο πρώτος “Ελληνιστής” Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, λίγο πριν πεθάνει, προς στον υιοθετημένο γιο του Μάρκο Αυρήλιο, στην οποία αναπολεί τους θριάμβους και τις ήττες του και όλη τη φιλοσοφία του.

Όλοι οι λαοί που χάθηκαν ως τα σήμερα, χάθηκαν από μιαν έλλειψη γενναιοδωρίας.

Η Σπάρτη θα επιζούσε πολύ περισσότερο, αν είχε κάνει τους είλωτες να ενδιαφερθούν για την επιβίωσή της.

Επιμένω: το πιο απόκληρο από τα πλάσματα, ο σκλάβος που καθαρίζει το βόρβορο των πόλεων, ο λιμασμένος βάρβαρος που περιτριγυρίζει τα σύνορα, πρέπει να έχουν το συμφέρον να δουν τη Ρώμη να διαρκεί.

Αμφιβάλλω αν ολόκληρη η φιλοσοφία του κόσμου θα φτάσει ποτέ να καταργήσει τη δουλεία. Θα της αλλάξουν το πολύ πολύ όνομα. Μπορώ να φανταστώ μορφές δουλείας, χειρότερες από τη δική μας, γιατί θα είναι πιο δόλιες. Θα καταφέρουν είτε να μεταμορφώσουν τον άνθρωπο σε μια ηλίθια ικανοποιημένη από τον εαυτό της μηχανή, που θα πιστεύεται ελεύθερη τη στιγμή ακριβώς που θα υποτάσσεται, είτε θα του αναπτύξουν, αποκλειστικά με την άνεση και την ηδονή, μια τόσο παράφρονη κλίση προς την εργασία, όσο είναι και το πάθος των βαρβάρων για τον πόλεμο.

Απ’ αυτή τη δουλεία του πνεύματος ή της φαντασίας του ανθρώπου, εξακολουθώ να προτιμώ την πραγματική δουλεία μας.

Οδηγίες του Επίκουρου για έναν φιλοσοφημένο τρόπο ζωής

Ο άνθρωπος που έχει διαφωτιστεί από την επικούρεια φιλοσοφία θα αποπειραθεί να κάνει τις επιλογές εκείνες που θα τον οδηγήσουν στην ηδονή ή όπως την ευχαρίστηση συναίσθημα οικείο και συμβατό με τη φύση του, ενώ από την άλλη θα αποφύγει όποια κατάσταση μπορεί να του προκαλέσει πόνο.

Με ποια κριτήρια, όμως, κάποιος μπορεί να κάνει τις κατάλληλες επιλογές; Ποιο είναι το καλό που εύκολα μπορεί να το κατακτήσει και πώς μπορεί να παρακάμψει ή ακόμα καλύτερα να αντιμετωπίσει το κακό; Ο Επίκουρος σε μία προσπάθεια να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, προβαίνει σε μία ταξινόμηση των επιθυμιών.

Γενικά, οι επιθυμίες διαχωρίζονται σε αυτές που είναι φυσικές και σε αυτές που είναι μη φυσικές και τις οποίες χαρακτηρίζει μάταιες.

Φυσικές είναι αυτές που εναρμονίζονται πλήρως με την φύση. Πρόκειται, δηλαδή, για τις ανάγκες εκείνες που είναι οι πιο στοιχειώδεις για την ανθρώπινη επιβίωση.

Οι επιτακτικές ανάγκες του σώματος είναι η ικανοποίηση της δίψας, της πείνας και της ασφάλειας από εξωγενείς κινδύνους.

Με άλλα λόγια, κάνει λόγο για τις ανάγκες που ο μέσος άνθρωπος ως επί το πλείστον τις θεωρεί εξ ολοκλήρου δεδομένες, ίσως επειδή χρειάζονται πολύ μικρή προσπάθεια, ώστε κάποιος να τις εξασφαλίσει.

Από την άλλη, οι μη φυσικές επιθυμίες είναι και μάταιες γιατί δεν υπάρχει όριο την εκπλήρωσή τους, το βάθος τους είναι αχανές και τελικά καταλήγουν να είναι επιφανειακές.

Για αυτό το λόγο ακριβώς οι μη φυσικές επιθυμίες είναι και η πηγή κάθε δυστυχίας, καθώς «σε ό,τι αφορά τη φύση ακόμη και το πιο παραμικρό απόκτημα είναι πλούτος, ενώ σε ό,τι αφορά τις χωρίς όρια επιθυμίες ακόμη και ο μεγαλύτερος πλούτος είναι φτώχεια».

Μιλώντας για τις κενές επιθυμίες αρχίζει και διαφαίνεται μία διάκριση μεταξύ επιθυμίας και ηδονής (ή με άλλα λόγια ευχαρίστησης).

Η σύγχρονη επιστήμη έχει αποκαλύψει ότι τα συστήματα επιθυμίας και ευχαρίστησης έχουν διαφορετικό βιολογικό υπόβαθρο: το σύστημα ντοπαμίνης σχετίζεται με την επιθυμία και αντίστοιχα το σύστημα ενδορφίνης με την ευχαρίστηση.

Το συγκεκριμένο εύρημα μπορούμε να το διαπιστώσουμε στην καθημερινή πράξη, αν παρατηρήσουμε ότι ο μέσος άνθρωπος συνήθως είναι ανίκανος να προβλέψει το πόσο θα επιδράσει στην ευτυχία του η εκπλήρωση των επιθυμιών του, αλλά φαντάζεται ότι θα συμβούν εξαιρετικά μεγάλες αλλαγές προς το καλύτερο, όταν τελικά εκπληρώσει τον διακαή του πόθο. Όταν δηλαδή ικανοποιούμε μία επιθυμία αυτό σημαίνει ότι μας κάνει και ευτυχισμένους;

Αυτή η παρεξήγηση προκαλείται από την ενδόμυχη πεποίθηση ότι από την στιγμή που θα αποκτήσει αυτό που επιθυμεί, αυτό με τρόπο αυτόματο θα τον κάνει και ευτυχισμένο. Ο Επίκουρος κάνοντας αυτό τον διαχωρισμό αποτρέπει τον άνθρωπο από το ατέρμονο κυνήγι κενών επιθυμιών και τόνισε ότι «δεν πρέπει να καταστρέφουμε αυτά που έχουμε τώρα, επειδή επιθυμούμε αυτά που δεν έχουμε, αλλά να αναλογιζόμαστε ότι και αυτά που έχουμε τώρα κάποτε τα επιθυμούσαμε».

Από τις φυσικές πάλι επιθυμίες, άλλες είναι αναγκαίες ενώ κάποιες άλλες απλώς μη αναγκαίες. Ο άνθρωπος θα πρέπει να δείχνει σύνεση προς τη μεριά των αναγκαίων. Το ερώτημα που τίθεται για ακόμη μία φορά είναι: πώς μπορεί κάποιος να κατανοήσει τι είναι αναγκαίο και τι όχι; Ο Επίκουρος για απάντηση προτείνει: «για κάθε σου επιθυμία πρέπει να θέτεις το ερώτημα: τι θα μου συμβεί αν γίνει αυτό που επιθυμώ και τι αν δεν γίνει;» Από την στιγμή που κάποιος έχει ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες του, πρέπει να αντιμετωπίσει ένα πλήθος μελλοντικών επιλογών. Αν τα μελετήσουμε όλα αυτά χωρίς ψευδαισθήσεις θα μπορούμε να αναγάγουμε κάθε επιλογή μας ή αποφυγή μας στην υγεία του σώματος και στην γαλήνη της ψυχής, μιάς και αυτά είναι ότι έχει να σου προσφέρει μία ευτυχισμένη ζωή.

Από την άλλη, η λιτότητα για τον Επίκουρο έχει και αυτή τα όριά της. Όποιος το παραβλέπει αυτό παθαίνει κάτι αντίστοιχο με εκείνον που δεν βάζει φραγμό στις επιθυμίες του. Οι πολυτέλειες στην ζωή δεν είναι απαραίτητα κάτι το οποίο θα πρέπει απαραίτητα να το αποφεύγουμε, αλλά να το απολαμβάνουμε και να το καλοδεχόμαστε όταν αυτό μας προκύπτει. Η πολυτέλεια γίνεται πηγή απογοήτευσης και προκαλεί πόνο όταν την κάνουμε στην ζωή μας αναγκαία, ως αυτοσκοπός χωρίς τον οποίο δεν μπορούμε να ζήσουμε. Για τον Επίκουρο «σε όποιον δεν είναι αρκετό το λίγο τίποτα δεν είναι αρκετό».

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 3.76.1–3.78.3

(ΘΟΥΚ 3.69.1–3.81.5: Η εμφύλια διαμάχη στην Κέρκυρα) 

Άφιξη του πελοποννησιακού στόλου και επικράτησή του σε ναυμαχία

[3.76.1] Τῆς δὲ στάσεως ἐν τούτῳ οὔσης τετάρτῃ ἢ πέμπτῃ ἡμέρᾳ
μετὰ τὴν τῶν ἀνδρῶν ἐς τὴν νῆσον διακομιδὴν αἱ ἐκ τῆς
Κυλλήνης Πελοποννησίων νῆες, μετὰ τὸν ἐκ τῆς Ἰωνίας
πλοῦν ἔφορμοι οὖσαι, παραγίγνονται τρεῖς καὶ πεντήκοντα·
ἦρχε δὲ αὐτῶν Ἀλκίδας, ὅσπερ καὶ πρότερον, καὶ Βρασίδας
αὐτῷ ξύμβουλος ἐπέπλει. ὁρμισάμενοι δὲ ἐς Σύβοτα λιμένα
[3.77.1] τῆς ἠπείρου ἅμα ἕῳ ἐπέπλεον τῇ Κερκύρᾳ. [3.77.1] οἱ δὲ πολλῷ
θορύβῳ καὶ πεφοβημένοι τά τ’ ἐν τῇ πόλει καὶ τὸν ἐπίπλουν
παρεσκευάζοντό τε ἅμα ἑξήκοντα ναῦς καὶ τὰς αἰεὶ πληρου-
μένας ἐξέπεμπον πρὸς τοὺς ἐναντίους, παραινούντων Ἀθηναίων
σφᾶς τε ἐᾶσαι πρῶτον ἐκπλεῦσαι καὶ ὕστερον πάσαις ἅμα
ἐκείνους ἐπιγενέσθαι. [3.77.2] ὡς δὲ αὐτοῖς πρὸς τοῖς πολεμίοις
ἦσαν σποράδες αἱ νῆες, δύο μὲν εὐθὺς ηὐτομόλησαν, ἐν
ἑτέραις δὲ ἀλλήλοις οἱ ἐμπλέοντες ἐμάχοντο, ἦν δὲ οὐδεὶς
κόσμος τῶν ποιουμένων. [3.77.3] ἰδόντες δὲ οἱ Πελοποννήσιοι τὴν
ταραχὴν εἴκοσι μὲν ναυσὶ πρὸς τοὺς Κερκυραίους ἐτάξαντο,
ταῖς δὲ λοιπαῖς πρὸς τὰς δώδεκα ναῦς τῶν Ἀθηναίων, ὧν
ἦσαν αἱ δύο Σαλαμινία καὶ Πάραλος. [3.78.1] καὶ οἱ μὲν Κερκυραῖοι
κακῶς τε καὶ κατ’ ὀλίγας προσπίπτοντες ἐταλαιπώρουν τὸ
καθ’ αὑτούς· οἱ δ’ Ἀθηναῖοι φοβούμενοι τὸ πλῆθος καὶ τὴν
περικύκλωσιν ἁθρόαις μὲν οὐ προσέπιπτον οὐδὲ κατὰ μέσον
ταῖς ἐφ’ ἑαυτοὺς τεταγμέναις, προσβαλόντες δὲ κατὰ κέρας
καταδύουσι μίαν ναῦν. καὶ μετὰ ταῦτα κύκλον ταξαμένων
αὐτῶν περιέπλεον καὶ ἐπειρῶντο θορυβεῖν. [3.78.2] γνόντες δὲ οἱ
πρὸς τοῖς Κερκυραίοις καὶ δείσαντες μὴ ὅπερ ἐν Ναυπάκτῳ
γένοιτο, ἐπιβοηθοῦσι, καὶ γενόμεναι ἁθρόαι αἱ νῆες ἅμα τὸν
ἐπίπλουν τοῖς Ἀθηναίοις ἐποιοῦντο. [3.78.3] οἱ δ’ ὑπεχώρουν ἤδη
πρύμναν κρουόμενοι καὶ ἅμα τὰς τῶν Κερκυραίων ἐβούλοντο
προκαταφυγεῖν ὅτι μάλιστα, ἑαυτῶν σχολῇ τε ὑποχωρούντων
καὶ πρὸς σφᾶς τεταγμένων τῶν ἐναντίων.

***
[3.76.1] Ενώ λοιπόν οι εσωτερικές ταραχές της Κέρκυρας βρίσκονταν σ' αυτό το σημείο, την τέταρτη ή πέμπτη μέρα μετά τη μεταφορά των ολιγαρχικών στο νησί, φτάνουν τα καράβια των Πελοποννησίων από την Κυλλήνη όπου έμεναν αγκυροβολημένα μετά το ταξίδι τους από την Ιωνία. Κ' ήταν όλα πενήντα τρία. Τα διοικούσε ο Αλκίδας, όπως και προτήτερα, κι ο Βρασίδας ταξίδευε μαζί του σα σύμβουλος. Αφού έριξαν άγκυρα στα Σύβοτα, το λιμάνι στην αντικρυνή στεριά, ξεκίνησαν για να χτυπήσουν την Κέρκυρα την άλλη μέρα μόλις ξημέρωσε.

[3.77.1] Οι Κερκυραίοι, σε μεγάλη ταραχή και φόβο τόσο για όσα είχανε γίνει στην πολιτεία όσο κι από την άφιξη των καραβιών, άρχισαν να ετοιμάζουνε βιαστικά εξήντα καράβια και μόλις ετοιμαζόταν το καθένα με ολόκληρο το πλήρωμά του, το 'στελναν έξω ενάντιά στον εχτρό, ενώ οι Αθηναίοι τους ορμήνευαν να τους αφήσουν ν' αρμενίσουν ενάντια τους πρώτα αυτοί, κ' ύστερα να προχωρήσουν οι Κερκυραίοι μ' όλα τους τα καράβια μαζί. [3.77.2] Καθώς όμως βρέθηκαν τα Κερκυραϊκά μπροστά στον εχτρό σκόρπια, δυο απ' αυτά αμέσως αυτομόλησαν προς τον εχτρό, ενώ μέσα σε μερικά άλλα πολεμούσαν αναμεταξύ τους όσοι αποτελούσαν το πλήρωμα· και δεν υπήρχε καμιά τάξη σ' αυτά που γίνονταν. [3.77.3] Όταν είδαν οι Πελοποννήσιοι την αναστάτωση, χώρισαν είκοσι δικά τους καράβια να πάρουνε θέση αντίκρυ στα Κερκυραϊκά, και με τ' άλλα στράφηκαν ενάντια στα δώδεκα Αττικά, που τα δυο τους ήταν η Σαλαμινία κ' η Πάραλος.

[3.78.1] Επειδή οι Κερκυραίοι ρίχνονταν απάνω στα εχτρικά χωρίς τέχνη και λίγοι–λίγοι κακοπάθαιναν και νικήθηκαν στο δικό τους μέρος της ναυμαχίας. Οι Αθηναίοι πάλι, επειδή φοβούνταν μην κυκλωθούν από τα εχτρικά καράβια που ήταν πολλά, δεν έκαναν επίθεση σ' όλα τα καράβια μαζί, ούτε στη μέση εκείνων που ήταν ταγμένα απέναντί τους, αλλά τα χτυπούσαν από τα πλάγια, και βύθισαν ένα καράβι. Και ύστερ' απ' αυτό, καθώς οι εχτροί ήταν παραταγμένοι σε κύκλο αρμένιζαν οι Αθηναίοι γύρω–γύρω τους και πάσκιζαν να τα ρίξουνε σε σύγχυση. [3.78.2] Όταν το πήραν αυτό είδηση, όσα είχαν ταχτεί να πολεμήσουν τους Κερκυραίους, κ' επειδή φοβήθηκαν μην ξαναγίνει ό,τι είχαν πάθει στη Ναύπακτο, έτρεξαν να βοηθήσουν τ' άλλα, κι όταν μαζεύτηκαν όλα μαζί, κάνουν έφοδο καταπάνω στ' Αθηναϊκά. [3.78.3] Τότε οι Αθηναίοι άρχισαν να κάνουν πίσω με την πρύμη, γιατί ήθελαν συνάμα να προφτάσουν οι Κερκυραίοι, όσο ήταν μπορετό, να καταφύγουνε στο λιμάνι πριν απ' αυτούς,αφού αυτοί οι ίδιοι υποχωρούσαν αργά, κι ολόκληρος ο εχτρικός στόλος ήταν ταγμένος να τους πολεμήσει.·

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (16.321-16.392)

Ὣς οἱ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον,
ἡ δ᾽ ἄρ᾽ ἔπειτ᾽ Ἰθάκηνδε κατήγετο νηῦς εὐεργής,
ἣ φέρε Τηλέμαχον Πυλόθεν καὶ πάντας ἑταίρους.
οἱ δ᾽ ὅτε δὴ λιμένος πολυβενθέος ἐντὸς ἵκοντο,
325 νῆα μὲν οἵ γε μέλαιναν ἐπ᾽ ἠπείροιο ἔρυσσαν,
τεύχεα δέ σφ᾽ ἀπένεικαν ὑπέρθυμοι θεράποντες,
αὐτίκα δ᾽ ἐς Κλυτίοιο φέρον περικαλλέα δῶρα.
αὐτὰρ κήρυκα πρόεσαν δόμον εἰς Ὀδυσῆος,
ἀγγελίην ἐρέοντα περίφρονι Πηνελοπείῃ,
330 οὕνεκα Τηλέμαχος μὲν ἐπ᾽ ἀγροῦ, νῆα δ᾽ ἀνώγει
ἄστυδ᾽ ἀποπλείειν, ἵνα μὴ δείσασ᾽ ἐνὶ θυμῷ
ἰφθίμη βασίλεια τέρεν κατὰ δάκρυον εἴβοι.
τὼ δὲ συναντήτην κῆρυξ καὶ δῖος ὑφορβὸς
τῆς αὐτῆς ἕνεκ᾽ ἀγγελίης, ἐρέοντε γυναικί.
335 ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἵκοντο δόμον θείου βασιλῆος,
κῆρυξ μέν ῥα μέσῃσι μετὰ δμῳῇσιν ἔειπεν·
«ἤδη τοι, βασίλεια, φίλος πάϊς εἰλήλουθε.»
Πηνελοπείῃ δ᾽ εἶπε συβώτης ἄγχι παραστὰς
πάνθ᾽ ὅσα οἱ φίλος υἱὸς ἀνώγει μυθήσασθαι.
340 αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πᾶσαν ἐφημοσύνην ἀπέειπε,
βῆ ῥ᾽ ἴμεναι μεθ᾽ ὕας, λίπε δ᾽ ἕρκεά τε μέγαρόν τε.
Μνηστῆρες δ᾽ ἀκάχοντο κατήφησάν τ᾽ ἐνὶ θυμῷ,
ἐκ δ᾽ ἦλθον μεγάροιο παρὲκ μέγα τειχίον αὐλῆς,
αὐτοῦ δὲ προπάροιθε θυράων ἑδριόωντο.
345 τοῖσιν δ᾽ Εὐρύμαχος, Πολύβου πάϊς, ἄρχ᾽ ἀγορεύειν·
«ὦ φίλοι, ἦ μέγα ἔργον ὑπερφιάλως τετέλεσται
Τηλεμάχῳ ὁδὸς ἥδε· φάμεν δέ οἱ οὐ τελέεσθαι.
ἀλλ᾽ ἄγε νῆα μέλαιναν ἐρύσσομεν, ἥ τις ἀρίστη,
ἐς δ᾽ ἐρέτας ἁλιῆας ἀγείρομεν, οἵ κε τάχιστα
350 κείνοις ἀγγείλωσι θοῶς οἶκόνδε νέεσθαι.»
Οὔ πω πᾶν εἴρηθ᾽, ὅτ᾽ ἄρ᾽ Ἀμφίνομος ἴδε νῆα,
στρεφθεὶς ἐκ χώρης, λιμένος πολυβενθέος ἐντός,
ἱστία τε στέλλοντας ἐρετμά τε χερσὶν ἔχοντας.
ἡδὺ δ᾽ ἄρ᾽ ἐκγελάσας μετεφώνεεν οἷς ἑτάροισι·
355 «μή τιν᾽ ἔτ᾽ ἀγγελίην ὀτρύνομεν· οἵδε γὰρ ἔνδον.
ἤ τίς σφιν τόδ᾽ ἔειπε θεῶν, ἢ ἔσιδον αὐτοὶ
νῆα παρερχομένην, τὴν δ᾽ οὐκ ἐδύναντο κιχῆναι.»
Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἀνστάντες ἔβαν ἐπὶ θῖνα θαλάσσης,
αἶψα δὲ νῆα μέλαιναν ἐπ᾽ ἠπείροιο ἔρυσσαν,
360 τεύχεα δέ σφ᾽ ἀπένεικαν ὑπέρθυμοι θεράποντες.
αὐτοὶ δ᾽ εἰς ἀγορὴν κίον ἁθρόοι, οὐδέ τιν᾽ ἄλλον
εἴων οὔτε νέων μεταΐζειν οὔτε γερόντων.
τοῖσιν δ᾽ Ἀντίνοος μετέφη, Εὐπείθεος υἱός·
«ὢ πόποι, ὡς τόνδ᾽ ἄνδρα θεοὶ κακότητος ἔλυσαν.
365 ἤματα μὲν σκοποὶ ἷζον ἐπ᾽ ἄκριας ἠνεμοέσσας
αἰὲν ἐπασσύτεροι· ἅμα δ᾽ ἠελίῳ καταδύντι
οὔ ποτ᾽ ἐπ᾽ ἠπείρου νύκτ᾽ ἄσαμεν, ἀλλ᾽ ἐνὶ πόντῳ
νηῒ θοῇ πλείοντες ἐμίμνομεν Ἠῶ δῖαν,
Τηλέμαχον λοχόωντες, ἵνα φθείσωμεν ἑλόντες
370 αὐτόν· τὸν δ᾽ ἄρα τῆος ἀπήγαγεν οἴκαδε δαίμων.
ἡμεῖς δ᾽ ἐνθάδε οἱ φραζώμεθα λυγρὸν ὄλεθρον
Τηλεμάχῳ, μηδ᾽ ἧμας ὑπεκφύγοι· οὐ γὰρ ὀΐω
τούτου γε ζώοντος ἀνύσσεσθαι τάδε ἔργα.
αὐτὸς μὲν γὰρ ἐπιστήμων βουλῇ τε νόῳ τε,
375 λαοὶ δ᾽ οὐκέτι πάμπαν ἐφ᾽ ἡμῖν ἦρα φέρουσιν.
ἀλλ᾽ ἄγετε, πρὶν κεῖνον ὁμηγυρίσασθαι Ἀχαιοὺς
εἰς ἀγορήν ―οὐ γάρ τι μεθησέμεναί μιν ὀΐω,
ἀλλ᾽ ἀπομηνίσει, ἐρέει δ᾽ ἐν πᾶσιν ἀναστὰς
οὕνεκά οἱ φόνον αἰπὺν ἐράπτομεν οὐδ᾽ ἐκίχημεν·
380 οἱ δ᾽ οὐκ αἰνήσουσιν ἀκούοντες κακὰ ἔργα·
μή τι κακὸν ῥέξωσι καὶ ἥμεας ἐξελάσωσι
γαίης ἡμετέρης, ἄλλων δ᾽ ἀφικώμεθα δῆμον·
ἀλλὰ φθέωμεν ἑλόντες ἐπ᾽ ἀγροῦ νόσφι πόληος
ἢ ἐν ὁδῷ· βίοτον δ᾽ αὐτοὶ καὶ κτήματ᾽ ἔχωμεν,
385 δασσάμενοι κατὰ μοῖραν ἐφ᾽ ἡμέας, οἰκία δ᾽ αὖτε
κείνου μητέρι δοῖμεν ἔχειν ἠδ᾽ ὅς τις ὀπυίοι.
εἰ δ᾽ ὑμῖν ὅδε μῦθος ἀφανδάνει, ἀλλὰ βόλεσθε
αὐτόν τε ζώειν καὶ ἔχειν πατρώϊα πάντα,
μή οἱ χρήματ᾽ ἔπειτα ἅλις θυμηδέ᾽ ἔδωμεν
390 ἐνθάδ᾽ ἀγειρόμενοι, ἀλλ᾽ ἐκ μεγάροιο ἕκαστος
μνάσθω ἐέδνοισιν διζήμενος· ἡ δέ κ᾽ ἔπειτα
γήμαιθ᾽ ὅς κε πλεῖστα πόροι καὶ μόρσιμος ἔλθοι.»

***
Κι ενώ εκείνοι μεταξύ τους έτσι συνομιλούσαν,
έμπαινε κιόλας στην Ιθάκη το καλοχτισμένο πλοίο,
αυτό που τον Τηλέμαχο έφερε απ᾽ την Πύλο
και τους συντρόφους του όλους.
Κι όταν προσάραξε μες στο βαθύ λιμάνι,
τράβηξαν στην ακτή το μελανό καράβι, κι οι παραγιοί ολοπρόθυμοι
τους πήραν τ᾽ άρματα. Με δίχως καθυστέρηση μετέφεραν μετά
τα εξαίσια δώρα στου Κλυτίου το σπίτι,
κι αμέσως έστειλαν τον κήρυκα στου Οδυσσέα τα δώματα, την αγγελία να φέρει
στη συλλογισμένη Πηνελόπη, πως ο Τηλέμαχος είχε ξεμείνει
330 στους αγρούς, έδωσε όμως εντολή να καταπλεύσει το πλεούμενο
ίσα στην πόλη, για να μην έχει μέσα της τον φόβο η φρόνιμη βασίλισσα
και τρέχει από τα μάτια της το δάκρυ της ποτάμι.
Συνέπεσαν ωστόσο κήρυκας και θείος χοιροβοσκός,
με το ίδιο μήνυμα κι οι δυο, για να το πουν στην Πηνελόπη.
Κι όταν μέσα στο σπίτι βρέθηκαν του θεϊκού Οδυσσέα,
φώναξε ο κήρυκας ανάμεσα στις άλλες δούλες:
«Βασίλισσα, γύρισε πίσω το αγαπημένο σου παιδί.»
Συγχρόνως ο χοιροβοσκός στάθηκε πλάι στην Πηνελόπη,
της εξηγούσε τα όσα του είχε παραγγείλει ο αγαπημένος γιος της,
340 κι όταν απόσωσε την εντολή του ολόκληρη, άφησε πίσω του
παλάτι και περίβολο, και τράβηξε τον δρόμο του,
να βρει τους χοίρους του.
Όσο για τους μνηστήρες, κατσουφιασμένοι και στυφοί απ᾽ το κακό τους,
βγήκαν απ᾽ τη μεγάλη αίθουσα, προσπέρασαν τον υψωμένο τοίχο
της αυλής, κι απέξω εκεί, μπρος στην αυλόθυρα, μαζεύτηκαν.
Πρώτος ανάμεσά τους πήρε τον λόγο του Πολύβου ο γιος, ο Ευρύμαχος:
«Φίλοι μου, τι θρασύ κατόρθωμα κι αυτό που συντελέστηκε
με το ταξίδι του Τηλέμαχου — κι εμείς φωνάζαμε πως όχι,
ατέλεστο θα μείνει.
Μα τώρα εμπρός, καράβι μελανό να ρίξουμε
στη θάλασσα κι ας μαζευτούν οι κωπηλάτες ναύτες το ταχύτερο,
350 να φέρουν μήνυμα σ᾽ αυτούς, αμέσως να γυρίσουν πίσω.»
Δεν πρόλαβε να πει τον λόγο του και βλέπει ο Αμφίνομος,
στριφογυρίζοντας στη θέση του, το πλοίο κιόλας στο βαθύ λιμάνι·
να κατεβάζουν τα πανιά και να σηκώνουν τα κουπιά στα χέρια.
Ξέσπασε τότε σε γέλωτα ιλαρό, φωνάζοντας προς τους συντρόφους:
«Κάθε μας μήνυμα πια περισσεύει· να τοι μες στο λιμάνι!
Ή τους φανέρωσε το πράγμα ένας θεός, ή με τα μάτια τους
είδαν το πλοίο του Τηλεμάχου να τους προσπερνά,
αλλά δεν μπόρεσαν να το προλάβουν.»
Ακούγοντας τα λόγια του σηκώθηκαν μεμιάς και τράβηξαν να πάνε
στο ακρογιάλι. Γρήγορα εκείνοι σέρνουν στη στεριά το μελανό καράβι,
360 κι οι παραγιοί ολοπρόθυμοι τους πήραν τ᾽ άρματα.
Όλοι μαζί μετά σπεύδουν για σύναξη στην αγορά, αλλά δεν άφησαν
πλάι τους να καθήσει κανένας άλλος, νέος ή γέρος.
Τότε ο Αντίνοος, ο γιος του Ευπείθη, μπήκε στη μέση και τους είπε:
«Ουαί κι αλίμονο· πώς οι θεοί τον γλίτωσαν αυτόν από τον όλεθρο!
Όλη τη μέρα, στημένοι σε βίγλες ανεμόδαρτες,
άλλαζαν οι σκοποί μας βάρδια. Κι όταν ο ήλιος έγερνε στη δύση,
μήτε μια νύχτα δεν μας βρήκε ξαπλωμένους στη στεριά·
μέσα στο πέλαγος, πάνω στο γρήγορο καράβι, πλέοντας συνεχώς,
καραδοκούσαμε να φέξει το θείο φως της μέρας,
προσηλωμένοι στου Τηλεμάχου το καρτέρι, πώς θα τον πιάσουμε,
για να τον θανατώσουμε — κι όμως αυτόν σώο τον έφερε στο σπίτι
370 σίγουρα κάποιος δαίμονας.
Καιρός όμως εδώ τον άθλιο χαλασμό να σοφιστούμε
του Τηλεμάχου· μη μας ξεφύγει πάλι μέσα από τα χέρια.
Γιατί, όσο εκείνος ζει, δεν βλέπω τη δουλειά μας να τελειώνει·
ξέρει καλά από μόνος του πώς να σκεφτεί και τι να αποφασίσει,
αλλά κι ο κόσμος πια δεν μας χαρίζεται κι εμάς σαν άλλοτε.
Λοιπόν βιαστείτε, προτού καλέσει εκείνος τους Αχαιούς
στην αγορά. Δεν το νομίζω πως θα μείνει με χέρια σταυρωμένα.
Διπλά οργισμένος, θα σηκωθεί σ᾽ όλους μπροστά, να φανερώσει
τον άγριο φόνο που μηχανευτήκαμε, αλλά δεν τον προλάβαμε·
κι αυτοί ασφαλώς δεν πρόκειται να μας παινέσουν, ακούγοντας
380 τη βρώμική μας πράξη.
Μήπως μας βλάψουν άσχημα, μας εξορίσουν απ᾽ την ίδια μας
τη γη, και φτάσουμε σε ξένη χώρα.
Ας τον προλάβουμε λοιπόν, στα χέρια μας να πέσει· μακριά
απ᾽ την πόλη, στους αγρούς ή και στον δρόμο
να τον θανατώσουμε. Ύστερα μοιραζόμαστε τα πλούτη και τους θησαυρούς του —
ίσο μερίδιο όλοι. Το σπίτι θα το αφήσουμε ασφαλώς
στη μάνα του, να το ᾽χει αυτή κι όποιος την παντρευτεί.
Αν όμως δεν αρέσει ο λόγος μου, αν προτιμάτε να μείνει
ζωντανός αυτός και στο ακέραιο να κρατεί τα πατρικά αγαθά του, τότε
λέω να πάψουμε κι εμείς εδώ να μαζευόμαστε, να τρώμε
το δικό του βιος με σπάταλη ευχαρίστηση· καλύτερα
390 ο καθένας χωριστά, από το σπίτι του να στέλνει προξενιό
και να της τάζει τα γαμήλια δώρα, κι εκείνη ας πάρει ταίρι της
όποιον τα πιο πολλά της δώσει κι όποιον της γράφει η μοίρα της.»

Ο χρόνος είναι τόσο πολύτιμος… φρόντισε να τον αξιοποιήσεις σωστά γιατί δεν γυρίζει πίσω

Πόσες φορές έχεις αναβάλλει ραντεβού με φίλους; Πόσες άλλες, έχεις αναβάλλει δραστηριότητες ή επισκέψεις σε συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα; Πόσες φορές έχεις ψιθυρίσει από μέσα σου «μακάρι να μην κρατήσει πολύ αυτή η οικογενειακή μάζωξη!»

Αναρωτήσου πόσο συχνά πιάνεις τον εαυτό σου να σχεδιάζεις ταξίδια και διακοπές ενώ είσαι στην δουλειά, να μετράς αντίστροφα τις μέρες μέχρι να έρθει Σαββατοκύριακο, να είσαι μαζί με κάποιον αλλά να είσαι αφοσιωμένος στο κινητό σου;

Κάνουμε πράγματα που δεν θέλουμε, ασχολούμαστε με ανθρώπους και δουλειές που δεν μας ταιριάζουν και δεν μας ικανοποιούν, ξεστομίζουμε λόγια που δεν εννοούμε, αφήνουμε τον εγωισμό μας να μας στοιχίσει σχέσεις με ανθρώπους που αγαπάμε, περιμένουμε πάντα από τους άλλους να μας προσεγγίσουν, υποτιμάμε ουσιαστικές και σημαντικές στιγμές της ζωής μας γιατί τις θεωρούμε δεδομένες.

Τελικά ζούμε; Η απλώς επιβιώνουμε; Αναρωτιέμαι, αν μας έχει περάσει από το μυαλό, πως η ζωή είναι απρόβλεπτη. Συνήθως το αναφέρουμε σε συζητήσεις, αλλά το έχουμε αντιληφθεί; Μέχρι να συμβεί κάτι απρόβλεπτο ή ξαφνικό σε μας τους ίδιους νομίζω σπάνια το κατανοούμε.

Ζούμε σαν να έχουμε απεριόριστο χρόνο, σαν να μας έχουν εγγυηθεί πως θα ζήσουμε πολλά χρόνια, πως θα έχουμε πολλές ευκαιρίες. Νομίζουμε πως έχουμε χρόνο, πως προλαβαίνουμε, και έτσι αφήνουμε την ζωή να περνάει από μπροστά μας, χωρίς να αξιοποιούμε τις μέρες μας στο έπακρο!

Όταν μετράμε τις μέρες για το σαββατοκύριακο, χάνουμε όλες τις υπόλοιπες και δεν γυρνάνε πίσω. Χανόμαστε σε μικροπράγματα, αναζητάμε συνεχώς κάτι καλύτερο χωρίς να εκτιμάμε όσα έχουμε. Θεωρούμε δεδομένους τους ανθρώπους μας, τις φιλίες μας, την υγεία μας , τις στιγμές μας.

Αλήθεια πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες ευγνωμοσύνη για όσα έχεις; Πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανες κάτι για εσένα; Που ζήτησες συγγνώμη;

Η ζωή είναι τόσο μικρή, απρόβλεπτη, γεμάτη εκπλήξεις! Δεν ξέρεις αν τον άνθρωπο που είδες σήμερα, θα τον δεις και αύριο, δε ξέρεις αν η ευκαιρία που άφησες μόλις να σε προσπεράσει θα έρθει πάλι στο μέλλον, δεν ξέρεις αν θα υπάρξει ξανά οικογενειακή μάζωξη, δεν ξέρεις αν αύριο θα έχεις την δουλειά σου.

Για αυτό ζήσε! Ζήσε τώρα, ζήσε το τώρα. Μην αναλώνεσαι σε αυτά που δεν αξίζουν και σε αυτά που δεν σε γεμίζουν. Απόλαυσε την κάθε στιγμή, νιώσε κάθε συναίσθημα, κάνε αυτό που θες πραγματικά, μίλησε εσύ πρώτος, λύσε την παρεξήγηση, πάρε τηλέφωνο, κάνε την αλλαγή, πήγαινε να επισκεφθείς τους γονείς σου μετά τη δουλειά ακόμη και αν είσαι κουρασμένος, ζήσε στιγμές με τους ανθρώπους που αγαπάς!

Σήμερα! Όχι αύριο! Όχι άλλες αναβολές ή δικαιολογίες.

Ο χρόνος είναι τόσο πολύτιμος. Φρόντισε να τον αξιοποιήσεις σωστά, γιατί δεν γυρίζει πίσω.

Το αίσθημα της εγκατάλειψης

«Σε παρακαλώ μη μ’ αφήνεις»

Βασικές σκέψεις:

Ανησυχώ μήπως οι άνθρωποι που αγαπάω πεθάνουν ή μ’ εγκαταλείψουν.

Προσκολλώμαι στους ανθρώπους γιατί φοβάμαι μήπως μ’ εγκαταλείψουν.

Δεν έχω κάποιον να μου συμπαραστέκεται σταθερά.

Ερωτεύομαι συνεχώς ανθρώπους που δεν μπορούν να μου αφοσιωθούν.

Οι άνθρωποι πάντα έρχονται και φεύγουν στη ζωή μου.

Με πιάνει απόγνωση όταν κάποιος που αγαπώ με αφήνει.

Με πιάνει απόγνωση κάθε φορά που σκέφτομαι ότι κάποιος που αγαπώ με αφήνει.

Έχω τόσες έμμονες ιδέες ότι ο σύντροφός μου θα με εγκαταλείψει, που τελικά τον διώχνω από κοντά μου.

Έχω μεγάλη ανάγκη τους ανθρώπους.

Στο τέλος, θα μείνω τελείως μόνος μου.

Θα με εγκαταλείψουν και αυτό θα κρατήσει για πάντα.

Πώς κάποιος που έχει τόση ανάγκη από κάποιο σύντροφο και βιώνει το φόβο της εγκατάλειψης καταλήγει να τον διώξει από κοντά του;

Το άτομο έχει μια βασική πεποίθηση και τον ακολουθεί η σκέψη ότι χάσει τους ανθρώπους που αγαπά και θα μείνει για πάντα συναισθηματικά απομονωμένος. Ένας από τους ανθρώπους για τον οποίο φοβάται ότι θα χάσει είναι ο σύντροφός του.

Το άτομο βιώνει ένα αίσθημα απόγνωσης για την αγάπη. Όπως και να ξεκινήσει μια σχέση η κατάληξη είναι πάντα η ίδια, ο φόβος του ατόμου επιβεβαιώνεται.

Συνήθως, το άτομο ενθουσιάζεται εύκολα και γρήγορα και μπλέκεται πολύ έντονα συναισθηματικά μέσα σε μια νέα σχέση. Από την αρχή σχεδιάζει το μέλλον μαζί με το άλλο άτομο και ο παρορμητισμός που το διακρίνει αποτελεί έναν από τους παράγοντες που διώχνει τον άλλο από κοντά του.

Στις ερωτικές σχέσεις το άτομο φαίνεται πως χάνει κάθε αίσθηση λογικής και χάνεται στα συναισθήματά του. Κάθε ένδειξη απομάκρυνσης του άλλου πυροδοτεί έντονα συναισθήματα και φόβους εγκατάλειψης, ενώ το άτομο κατηγορεί τον άλλο πως θέλει να το εγκαταλείψει. Πολλές φορές μπορεί να υποβάλλει το σύντροφο σε δοκιμασίες για να δει σε ποιο σημείο μπορεί να φτάσει πριν εκείνος εγκαταλείψει αυτή τη σχέση.

Το τέλος κάθε σχέσης συνοδεύεται από αρνητικά συναισθήματα μοναξιάς και κενού, ενώ το άτομο βιάζεται να δημιουργήσει μια νέα σχέση, ουσιαστικά να προσκολληθεί σε μια νέα σχέση.

Το άτομο εμφανίζει δυσκολίες στο να πιστέψει ότι οι άνθρωποι θα είναι στο πλευρό του ακόμη κι όταν απουσιάζουν από κοντά του. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αναστατώνονται από τους σύντομους αποχωρισμούς με τα αγαπημένα τους άτομα.

Ξέρουν ότι η σχέση τους θα επιβιώσει και θα παραμείνει ανέπαφη. Αλλά με την παγίδα της εγκατάλειψης αυτή η ασφάλεια χάνεται. Το άτομο εμφανίζει έντονη προσκόλληση από τους άλλους, που φτάνει στα όρια της υπερβολής. Συχνά φοβάται ή θυμώνει αδικαιολόγητα μπροστά στην πιθανότητα του αποχωρισμού. Ιδιαίτερα στις ερωτικές σχέσεις, νιώθει συναισθηματικά εξαρτημένος από τον σύντροφο, ενώ συγχρόνως φοβάται την απώλεια αυτής της επαφής.

Ο φόβος της εγκατάλειψης δημιουργείται από τα πρώτα χρόνια της ζωής, πριν ακόμα το παιδί μάθει να μιλά. Επίσης, είναι ένας φόβος που μπορεί να δημιουργηθεί από πρόωρες απώλειες στη ζωή του ατόμου, όπως είναι η απώλεια ενός γονιού κατά την παιδική ηλικία.

Όσο πιο νωρίς δημιουργηθεί αυτός ο φόβος στο παιδί τόσο πιο δύσκολο είναι να ξεπεραστεί. Στις περισσότερες περιπτώσεις το συναίσθημα της εγκατάλειψης δημιουργείται νωρίς, πριν το παιδί μάθει να χρησιμοποιεί λέξεις για να περιγράψει τι ακριβώς συμβαίνει.

Βασικές αιτίες για την εμφάνιση του αισθήματος της εγκατάλειψης είναι ο πρόωρος θάνατος ενός γονιού, το διαζύγιο των γονέων, το μεγάλωμα σε ίδρυμα, μια ασταθής μητέρα, η απώλεια της προσοχής του γονέα προς το παιδί, μια υπερβολικά περιοριστική ή υπερπροστατευτική οικογένεια.

Ο βαθμός στον οποίο το παιδί επηρεάζεται από την απώλεια του γονιού εξαρτάται από ένα πλήθος παραγόντων, όπως την ποιότητα των στενών σχέσεων με τους σημαντικούς άλλους. Σημαντικό ρόλο παίζει η απουσία μιας μόνιμης μητρικής φιγούρας για το παιδί.

Ο γονιός έρχεται και φεύγει απρόβλεπτα, ενώ είναι συναισθηματικά ανεπαρκής για το παιδί. Ωστόσο, μπορεί να υπάρχει μια μόνιμη μητρική φιγούρα, η οποία όμως έχει ασταθή συμπεριφορά, τη μια στιγμή δηλαδή στοργική και ευχάριστη και την άλλη εντελώς αδιάφορη. Το παιδί μπορεί επίσης να αναπτύξει το φόβο διάλυσης της οικογένειάς του, μέσα στην οποία νιώθει ότι υπάρχει μια αστάθεια και μια αβεβαιότητα.

Το άτομο βιώνει το αίσθημα της εγκατάλειψης κυρίως στις στενές σχέσεις. Ο αποχωρισμός από ένα αγαπημένο άτομο αποτελεί ένα έντονο και ισχυρό ερέθισμα. Το άτομο είναι υπερβολικά ευαίσθητο και βρίσκεται σε μια διαρκή προσπάθεια να ανιχνεύσει τα σημάδια για την πρόθεση του άλλου για εγκατάλειψη.

Ισχυρά ερεθίσματα είναι η πραγματική απώλεια ή ο αποχωρισμός, το διαζύγιο, η απομάκρυνση, η εγκατάλειψη, ο θάνατος και πυροδοτούν έντονα συναισθήματα εγκατάλειψης. Το άτομο αντιδρά έντονο σε κάθε ένδειξη αποστασιοποίησης του άλλου. Κάθε φορά δηλαδή που νιώθει ότι άλλος σκοπεύει να αποστασιοποιηθεί συναισθηματικά και κατ’ επέκταση να απομακρυνθεί.

Ο κύκλος της εγκατάλειψης

Το άτομο με το αίσθημα της εγκατάλειψης μετά από ένα αποχωρισμό βιώνει έντονα αρνητικά συναισθήματα, όπως φόβο, λύπη και θυμό. Είναι ένας κύκλος αρνητικών συναισθημάτων που αφορά την εγκατάλειψη.

Συγκεκριμένα, το άτομο νιώθει αρχικά ένα αίσθημα πανικού σαν μικρό παιδί που είναι ολομόναχο και χαμένο, ενώ ακολουθεί έντονο άγχος που διαρκεί για ώρες ή και μέρες.

Το άτομο δυσκολεύεται να αποδεχτεί την εγκατάλειψη. Νιώθει λύπη για τη μοναξιά του, και σκέφτεται ότι ποτέ δεν πρόκειται να ξεπεράσει το άτομο που έχασε.

Υπάρχουν δύο τύποι εγκατάλειψης: η εγκατάλειψη που βασίζεται στην εξάρτηση και η εγκατάλειψη που βασίζεται στην αστάθεια ή στην απώλεια.

Όσοι κάνουν σχέσεις εξάρτησης βιώνουν το φόβο της εγκατάλειψης, όμως, δεν συμβαίνει το αντίστροφο.

Κάποια άτομα δηλαδή βιώνουν το φόβο της εγκατάλειψης λόγω ασταθών συναισθηματικών δεσμών του παιδιού με τους στενούς του ανθρώπους, τους σημαντικούς άλλους.

Η κύρια διαφορά ανάμεσα στους δύο τύπους εγκατάλειψης είναι ότι στην περίπτωση της εξάρτησης το άτομο έχει ανάγκη από κάποιον να τον φροντίζει όπως ένα παιδί χρειάζεται το γονιό του, ενώ στην περίπτωση της αστάθειας ή απώλειας αποζητά κυρίως καθοδήγηση, συμπαράσταση και βοήθεια, αλλά και στοργή, αγάπη και ένα αίσθημα συναισθηματικής επαφής.

Ένα χαρακτηριστικό των ατόμων με το φόβο της εγκατάλειψης μπορεί να επιλέγουν να μένουν μόνοι τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα ή να διακόπτουν στενές σχέσεις επειδή πληγώθηκαν ή επειδή φοβούνται μήπως πληγωθούν ξανά. Πρόκειται για άτομα που έχουν ήδη βιώσει τη μοναξιά σαν παιδιά και ξέρουν πως μπορούν να επιβιώσουν. Η διαδικασία της απώλειας οδηγεί το άτομο στην απόγνωση. Αυτό που κυρίως φοβάται το άτομο είναι ξαφνικά να χάσει μια σχέση και να μείνει μόνο του.

Τι ερωτικούς συντρόφους επιλέγει συνήθως το άτομο με το φόβο της εγκατάλειψης;

Επιλογή ενός συντρόφου που δεν μπορεί να δημιουργήσει μια μακροχρόνια σχέση γιατί είναι παντρεμένος ή έχει μια άλλη σχέση.

Επιλογή ενός συντρόφου που δεν μπορεί να δοθεί απόλυτα ώστε να είστε συνέχεια μαζί (π.χ. ένα άτομο που ταξιδεύει πολύ, ζει μακριά ή είναι εργασιομανής).

Επιλογή ενός συντρόφου που είναι συναισθηματικά ασταθής (πίνει, κάνει χρήση ναρκωτικών, έχει κατάθλιψη, δεν μπορεί να μείνει σε μια μόνιμη δουλειά) και δεν μπορεί να σας συμπαρασταθεί σε μόνιμη βάση.

Επιλογή ενός συντρόφου με το σύνδρομο του Πίτερ Παν, που απαιτεί την ελευθερία του να πράττει όπως αυτός θέλει, δε θέλει να δεσμευτεί ή θέλει την ελευθερία να έχει πολλούς συντρόφους.

Επιλογή ενός συντρόφου που έχει αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά –με θέλει, αλλά δε δένεται και δίνεται συναισθηματικά ή τη μια στιγμή φαίνεται πολύ ερωτευμένος και την επόμενη συμπεριφέρεται σαν μην υπάρχω καν...

Ουσιαστικά, το άτομο με το φόβο της εγκατάλειψης νιώθει έλξη από άτομα που το κάνουν να ελπίζει μέχρι ένα σημείο, αλλά όχι απόλυτα- άτομα δηλαδή που του δημιουργούν ένα ανάμεικτο αίσθημα ελπίδας και αμφιβολίας. Το άτομο νιώθει σαν να υπάρχει μια πιθανότητα να κερδίσει τον άλλο μόνιμα ή τουλάχιστον να τον κάνει να είναι πιο σταθερός.

Το γοητεύουν περισσότερο εκείνοι που εκφράζουν κάποιο βαθμό αφομοίωσης και συμπαράστασης, αλλά για τους οποίους δεν είναι σίγουρο πως θα μείνουν σταθερά μαζί του. Η δημιουργία μιας ασταθούς ερωτικής σχέσης του φαίνεται μια οικεία κατάσταση και το άτομο νιώθει άνετα. Αυτή η αστάθεια εντείνει στο άτομο ακόμη περισσότερο το φόβο της εγκατάλειψης.

Βασικά χαρακτηριστικά μιας ερωτικής σχέσης όπου το άτομο βιώνει την παγίδα της εγκατάλειψης

Αποφεύγει τις στενές σχέσεις ακόμη και με ανθρώπους που ταιριάζει επειδή φοβάται μήπως τους χάσει ή μήπως δεθεί παρά πολύ και πληγωθεί.

Ανησυχεί υπερβολικά για την πιθανότητα να πεθάνει ή να χαθεί ο σύντροφος και για το τι θα κάνει...

Υπεραντιδρά απέναντι στα ασήμαντα πράγματα που λέει ή κάνει ο σύντροφος και τα ερμηνεύει ως ενδείξεις εγκατάλειψης.

Είναι υπερβολικά ζηλιάρης ή κτητικός.

Προσκολλάται στο σύντροφο. Όλη του η ζωή έχει να κάνει με το πώς θα τον κρατήσει κοντά του.

Δεν μπορεί να αντέξει να είναι μακριά από το σύντροφο ούτε για λίγες μέρες.

Δεν είναι απόλυτα σίγουρος ότι ο σύντροφος θα μείνει μαζί του.

Θυμώνει και κατηγορεί το σύντροφο ότι δεν είναι πιστός ή αφοσιωμένος.

Ορισμένες φορές απομονώνεται, φεύγει ή απομακρύνεται για να τιμωρήσει το σύντροφο που σκοπεύει να τον αφήσει μόνο.

Η απομόνωση, η άρνηση για επαφή είναι μια άμυνα του τύπου «Δε σ’ έχω ανάγκη».

Η αποστασιοποίηση ενέχει μια μορφή θυμού και είναι εν μέρει τιμωτητική. Τιμωρεί το σύντροφο που δεν προσφέρει αυτό που χρειάζεται το άτομο. Το άτομο καταλήγει να απαρνιέται τα συναισθήματά του και βιώνει μια ψυχρή συναισθηματική ουδετερότητα.

Μια πραγματική απώλεια, όπως η διάλυση μιας σχέσης, του φαίνεται καταστροφική. Επιβεβαιώνει την πεποίθησή του και πιστεύει πως όσο κι αν ψάξει δεν θα μπορέσει να βρει μια σταθερή σχέση. Νιώθει μια έντονη αμφιθυμία για το ξεκίνημα νέων σχέσεων.

Ένα μέρος του εαυτού του επιθυμεί την επαφή κι ένα άλλο περιμένει την εγκατάλειψη. Ένα μέρος θέλει την αφομοίωση κι ένα άλλο μέρος είναι θυμωμένο πριν καλά- καλά συμβεί κάτι που να δικαιώνει αυτό το θυμό. Το άτομο μπορεί να σκέφτεται τη φυγή ενώ η σχέση ακόμη βρίσκεται σε αρχικό στάδιο.

Το άτομο θα πρέπει να αποφεύγει επιπόλαια, ασταθή και αμφίθυμα άτομα για συντρόφους ακόμη κι αν αυτά τον ελκύουν.

Είναι σημαντικό να αναπτύξει την εμπιστοσύνη σε μια πιστή και σταθερή σχέση, δείχνοντας εμπιστοσύνη στον άλλο, έχοντας την πεποίθηση ότι θα είναι μαζί για πάντα και πως δεν θα τον εγκαταλείψει ο άλλος.

Επίσης, το άτομο προσπαθεί να μην προσκολληθεί στο σύντροφο, και να ελέγχει τη ζήλεια και τις αντιδράσεις του σε φυσιολογικούς αποχωρισμούς μιας υγιούς σχέσης.

Σενέκας: Κάποιοι σοφοί αποκάλεσαν τον θυμό μια σύντομη τρέλα

Με παρότρυνες, Νοβάτε, να γράψω για τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να απαλύνουμε τον θυμό και πιστεύω πως έχεις δίκιο να φοβάσαι τόσο το συναίσθημα αυτό, το πιο άσχημο και το πιο βάναυσο από όλα τα συναισθήματα. Ενώ τα υπόλοιπα εμπεριέχουν ως έναν βαθμό ηρεμία και ησυχία, αυτό ξεσπά, σε αναταραχή και με μανιώδη κίνηση –με έναν ελάχιστα ανθρώπινο ζήλο–, επιθυμώντας πόνο, όπλα, αίμα και βασανιστήρια, ώσπου να πληγώσει τους άλλους, απορρίπτοντας και το δικό του καλό.

Σπεύδει στα όπλα και αναζητά με απληστία την εκδίκηση που στο τέλος θα συμπαρασύρει μαζί της στην πτώση και τον τιμωρό. Κάποιοι σοφοί αποκάλεσαν τον θυμό μια σύντομη τρέλα. Στον ίδιο βαθμό, ο θυμός είναι ανίκανος για αυτοκυριαρχία, λησμονά την ευπρέπεια, αγνοεί τη φιλία, πεισμώνει και προτίθεται να τελειώνει ό,τι αρχίζει, κωφεύοντας στη λογική και τη συμβουλή, ανάστατος από κενές προκλήσεις, ακατάλληλος να διακρίνει τι είναι δίκαιο και αληθινό· τίποτα δεν μοιάζει περισσότερο με ένα κτίριο υπό κατάρρευση που διαλύεται πάνω σε ό,τι συντρίβει.


Όμως για να καταλάβεις πως όσοι βρίσκονται στα νύχια του θυμού δεν είναι σώφρονες, κοίταξε τον τρόπο που παρουσιάζουν τον εαυτό τους. Όπως ακριβώς η τρέλα δείχνει ξεκάθαρα τα σημάδια της –μια θρασεία και απειλητική έκφραση, ένα θλιμμένο πρόσωπο, ένα ρυτιδιασμένο μέτωπο, ένα ταραγμένο βάδισμα, νευρικά χέρια, αλλαγή στο χρώμα του δέρματος, γρήγορη και βαριά αναπνοή–, ομοίως οι θυμωμένοι άνθρωποι επιδεικνύουν τα ίδια σημάδια: τα μάτια τους καίνε και πετούν σπίθες, όλο τους το πρόσωπο κοκκινίζει από το αίμα που βράζει μέσα από τα σωθικά τους, τα χείλη τους τρέμουν, τα δόντια τους σφίγγονται, τα μαλλιά τους φουντώνουν και οι τρίχες τους ορθώνονται, η ανάσα τους γίνεται επίπονη και ασθμαίνουσα.

Τρίζουν οι αρθρώσεις τους όταν συστρέφουν τα άκρα τους, αναστενάζουν και βογκούν, και η ομιλία τους διακόπτεται από ακατάληπτους ήχους, τα χέρια συγκρούονται μεταξύ τους, τα πόδια κοπανούν το έδαφος, το σώμα ταράζεται ολόκληρο και «κραδαίνει του θυμού τις πανίσχυρες απειλές», μια μορφή αχρεία στην όψη και αηδιαστική καθώς οι πληγέντες από τον θυμό παραμορφώνονται και πρήζονται. Θα δυσκολευόσουν να βρεις ποια είναι η καταλληλότερη λέξη για αυτό το ελάττωμα: «απεχθής» ή «τερατώδης».

Άλλα πράγματα μπορούν να κρυφτούν και να θρέφονται μυστικά, αλλά ο θυμός αναγγέλλει την ύπαρξή του και βγαίνει στην επιφάνεια. Όσο μεγαλύτερος ο βαθμός του τόσο πιο φανερά κοχλάζει.

Δεν βλέπεις πώς όλα τα ζώα, μόλις σηκωθούν στα πίσω πόδια τους για να βλάψουν, εκπέμπουν μηνύματα πριν από την επίθεση; Πώς ολόκληρο το σώμα τους εγκαταλείπει τη συνήθη ήρεμη όψη του και ακονίζει την κόψη της αγριότητάς του;

Οι κάπροι βγάζουν αφρούς από το στόμα και ακονίζουν τους χαυλιόδοντες με την τριβή· οι ταύροι χτυπούν τα κέρατά τους στον αέρα, σκορπώντας άμμο με τις οπλές τους· τα λιοντάρια βρυχώνται, τα φίδια προτάσσουν και φουσκώνουν τον λαιμό τους, και τα πρόσωπα των λυσσασμένων σκυλιών γίνονται αξιολύπητο θέαμα. Κανένα ζώο δεν είναι τόσο τρομακτικό ή επιβλαβές από τη φύση του ώστε το ξέσπασμα μιας νέας αγριότητας να μη φανερώνεται μόλις διεισδύσει ο θυμός.

Γνωρίζω φυσικά πως και άλλα συναισθήματα είναι δύσκολο να κρυφτούν και πως το πάθος και ο φόβος, και η ανδρεία επίσης, δίνουν σημάδια της παρουσίας τους και είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτά.

Πράγματι, δεν υπάρχει έντονη διέγερση που να μας κυριεύει χωρίς να μεταβάλλει τις εκ- φράσεις μας σε κάποιο βαθμό. Τότε, ποια είναι η διαφορά; Η εξής: αν και άλλα συναισθήματα είναι οφθαλμοφανή, τούτο εδώ ορθώνεται επιβλητικό.

Αν όμως επιθυμείς πραγματικά να εξετάσεις τις συνέπειες, τις βλάβες που προκαλεί, θα έλεγα πως καμία μάστιγα δεν έχει επιφέρει μεγαλύτερο κακό στην ανθρωπότητα. Θα δεις σφαγές, δηλητηριάσεις, αμοιβαίες λασπολογίες μεταξύ διαδίκων, ερήμωση πόλεων, αφανισμό ολόκληρων φυλών, ζωές ηγετών να βγαίνουν δημόσια σε πλειστηριασμό, δάδες να αγγίζουν κτίρια, φλόγες που δεν τις συγκρατούν τα τείχη αλλά, στα χέρια του εχθρού, λάμπουν πάνω από τεράστιες εκτάσεις της επικράτειάς μας.

Κοίτα τις θεμέλιες λίθους των ευγενέστερων πόλεων, που τώρα μετά βίας είναι ορατές: είναι ο θυμός που τις γκρέμισε. Κοίτα την άγονη γη που απλώνεται άδεια για χιλιόμετρα, ακατοίκητη: ο θυμός την ξεγύμνωσε. Κοίτα τους ηγέτες που έχουν μείνει στη μνήμη ως παραδείγματα μοίρας κακής: είναι ο θυμός που μαχαίρωσε τον έναν στο ίδιο το κρεβάτι του, που έριξε τον άλλο καταγής καθώς γευμάτιζε, που ακρωτηρίασε έναν ενώπιον όλων στο δικαστήριο ή στην πολυσύχναστη αγορά. Άλλον τον πρόσταξε να προσφέρει το αίμα του στον πατροκτόνο γιο του, άλλον να προσφέρει γυμνό και έκθετο τον βασιλικό του λαιμό σε χέρι σκλάβου, άλλον να ανοίξει τα σκέλια του πάνω στον σταυρό. Και αυτά είναι τα βάσανα των μεμονωμένων ατόμων.

Κι αν, κοιτάζοντας πέρα από όσους έκαψε ο θυμός έναν προς έναν, μπορούσες να ρίξεις κλεφτές ματιές σε συναθροίσεις που τις κομματιάζει το σπαθί, στον όχλο τον οποίο τεμαχίζουν στρατιώτες που στάλθηκαν εναντίον του, σε ολάκερους πληθυσμούς καταδικασμένους να πεθάνουν όλοι αδιακρίτως με σφαγή;

Ρενέ Ντεκάρτ: Όποτε με προσβάλει κάποιος, προσπαθώ να ανυψώσω την ψυχή μου τόσο ψηλά, ώστε η προσβολή να μην τη φτάνει

Να αμφιβάλλεις για όλα, έλεγε ο φιλόσοφος της αμφιβολίας που με τις θεωρίες του άλλαξε την πορεία της φιλοσοφίας και των επιστημών. Γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου του 1596.

“Όποτε με προσβάλει κάποιος, προσπαθώ να ανυψώσω την ψυχή μου τόσο ψηλά, ώστε η προσβολή να μην τη φτάνει.” είπε κάποτε ο Ρενέ Ντεκάρτ. Ο φιλόσοφος, μαθηματικός και επιστήμονας φυσικών επιστημών που θεωρήθηκε σταθμός στην ιστορία της φιλοσοφίας. Δάσκαλος και ταυτόχρονα θύμα του Διαφωτισμού. Η μεγαλοφυΐα του έφερε τις θεωρίες του στον κόσμο, αλλάζοντας την πορεία της φιλοσοφίας και των επιστημών.

Πόσο νόημα κρύβεται μέσα από μια απλή φράση. Πόσο σπουδαίο είναι τα “αγκάθια” της όποιας προσβολής να μην τραυματίζουν τις καλές προθέσεις και να αντιμετωπίζονται με ανωτερότητα και αξιοπρέπεια…

Να καταφέρνεις να σηκώνεσαι κάθε φορά που κάποιοι σε ρίχνουν, κρατώντας το κεφάλι ψηλά, διατηρώντας αυτό που κανένας δεν μπορεί να στο δώσει αλλά και κανένας δεν μπορεί να στο πάρει… Τον αυτοσεβασμό σου…

Και ποιός δεν γνωρίζει το περίφημο “σκέφτομαι άρα υπάρχω” που είπε κάποτε ο “φιλόσοφος της αμφιβολίας“.

Μετά τη συνάντησή του με τον Ισαάκ Μπέκμαν, άρχισε την ενασχόλησή του με τα μαθηματικά και τη φυσική. Δεν θεωρείται τυχαία ο θεμελιωτής της αναλυτικής Γεωμετρίας. Το 1619, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του, με προορισμό τη Γερμανία, ένα όραμα τον ενέπνευσε για να εφαρμόσει μια νέα μέθοδο για την επιστημονική έρευνα.

`Εζησε στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα, διατυπώνοντας διάφορες ενδιαφέρουσες θεωρίες. Μία από τις πιο περίφημες φράσεις που φιλοξενούνται στο έργο του, “Λόγος περί Μεθόδου”, είναι το γνωστό “cogito ergo sum”. Σκέφτομαι άρα υπάρχω. Ο φιλόσοφος προσπαθεί να βρει μια εντελώς καινούρια στερεή βάση για ένα φιλοσοφικό σύστημα, ενώ στηρίζεται στην αμφιβολία και τον λογικό συλλογισμό. Αρνείται να παραδεχτεί χωρίς κριτική ό,τι αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις του. Οδηγείται, λοιπόν, στη μέθοδο της αμφιβολίας που δεν αναγνωρίζει τίποτε άλλο πέρα από το “σκέφτομαι άρα υπάρχω”.

Το απόφθεγμά του στηρίζεται στο εξής: 

“Μπορώ να αμφιβάλλω για όλα τα πράγματα που με περιβάλλουν και για όλα όσα σκέφτομαι. Οι άνθρωποι συχνά σφάλλουν στους συλλογισμούς τους, ακόμα και σε απλά θέματα και δεν υπάρχει λόγος να πιστεύω, ότι οι αισθήσεις μου δεν με ξεγελούν, ή ότι οι σκέψεις μου δεν είναι, παρά σαν τα όνειρά μου όταν κοιμάμαι. Μπορώ να αμφιβάλλω λοιπόν, για όλα όσα σκέφτομαι και πιστεύω, αλλά για ένα πράγμα σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να αμφιβάλλω, δηλαδή για το ότι αμφιβάλλω. Αμέσως όμως κατόπιν, πρόσεξα πως, ενώ εγώ ήθελα να σκεφτώ έτσι, ότι όλα ήταν ψεύτικα, έπρεπε αναγκαστικά, εγώ που το σκεπτόμουν, να είμαι κάτι. Και παρατηρώντας πως τούτη η αλήθεια: σκέπτομαι, άρα υπάρχω ήταν τόσο γερή και τόσο σίγουρη, ώστε όλες μαζί οι εξωφρενικές υποθέσεις των σκεπτικών φιλοσόφων, δεν ήταν ικανές να την κλονίσουν, έκρινα πως μπορούσα δίχως ενδοιασμούς, να την παραδεχθώ σαν την πρώτη αρχή της φιλοσοφίας που αναζητούσα”

Ο Ντεκάρτ, υπήρξε μια από τις σπουδαιότερες μορφές του ηπειρωτικού-ευρωπαϊκού ορθολογισμού. Οι ιδέες του έγιναν στόχος του εμπειρισμού που επικράτησε μακροπρόθεσμα. Οι βασικές ιδέες του λειτούργησαν σε πείσμα των προθέσεών του. Πέτυχε να θέσει τα όρια ανάμεσα σε πνευματικό και υλικό κόσμο και να τον αντιμετωπίσει ως επαρκές και αυτόνομο αντικείμενο μελέτης, ενισχύοντας την επικράτηση του υλισμού έναντι της πνευματοκρατίας.

Είπε κάποτε για …

…την αλήθεια

“Στην προσπάθεια της έρευνας για την αλήθεια είναι ανάγκη ν` αμφιβάλουμε για το καθετί, όσο μπορούμε περισσότερο.”

…τα καλά βιβλία

“Η ανάγνωση των καλών βιβλίων είναι σαν τη συνομιλία με τους τελειότερους ανθρώπους του παρελθόντος.”

…τη ζωή

“Σκέπτομαι, άρα υπάρχω.”

και…

“Να αμφιβάλλεις για όλα (αγαπημένο μότο του Μαρξ)

“Απελπισία: φόβος χωρίς ελπίδα.”

“Πάθος είναι η παθητικότητα του πνεύματος και η ενεργητικότητα του σώματος.”

“Αν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, τότε ο Θεός δεν είναι.”

“Ο αισιόδοξος θα μπορούσε να δει ένα φως εκεί που δεν υπάρχει, αλλά γιατί ο απαισιόδοξος θα πρέπει πάντα να τρέχει να το σβήσει;”

Ο Καρτέσιος έζησε έως την 11η Φεβρουαρίου του 1650 στη Στοκχόλμη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του διέμενε στη Σουηδία και δίδασκε τη βασίλισσα Χριστίνα. Τότε, ο θάνατός του αποδόθηκε σε πνευμονία. Ωστόσο, σύμφωνα με επιστολές που ήρθαν πρόσφατα στο φως, ο φιλόσοφος μπορεί να δηλητηριάστηκε με αρσενικό. Κάτι που δεν αποδείχθηκε ποτέ…

Επιθυμούμε αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τα πράγματα όπως είναι

Αν μας ζητούσαν να περιγράψουμε πώς ακριβώς φανταζόμαστε ότι είναι και φέρεται ένας σοφός άνθρωπος, είναι πολύ πιθανό οι περιγραφές των περισσοτέρων από εμάς να συνέπιπταν σε πολλά σημεία: θα μιλούσαμε μάλλον για έναν άνθρωπο κάπως μεγάλης ηλικίας, που ζει ουσιαστικά μόνος σ’ ένα μέρος μακριά από τη βουή της πόλης μια λιτή ζωή χωρίς πολυτέλειες και περιττά αντικείμενα, με ελάχιστες ή καθόλου ανέσεις και ευκολίες.

Γνωρίζουμε – χωρίς να μπορούμε να πούμε πώς – ότι αν είμαστε σοφότεροι, δεν θα είχαμε τέτοια εξάρτηση από τα υλικά πράγματα, δεν θα χρειαζόταν να περιστοιχιζόμαστε απ’ αυτά ούτε και θα τους αφιερώναμε τόσο χρόνο. Διαισθανόμαστε ότι αν μπορούσαμε να εξυψωθούμε σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, δεν θα χρειαζόμαστε πια να βλέπουμε διαρκώς τους άλλους γύρω μας να μας χειροκροτούν, να μας επιδοκιμάζουν, να μας λένε πόσο πολύ μας αγαπάνε ή πόσο μας χρειάζονται. Δεν θ’ αφιερώναμε καθόλου χρόνο ή κόπο στην προσπάθειά μας να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε .

Κάτι μας λέει μέσα μας πως η αδυναμία, η άγνοια, η νεύρωση ή η πνευματική μας πενία (μπορούμε να το πούμε με πολλούς τρόπους) είναι που μας ωθεί προς αυτά τα – στην πραγματικότητα επιφανειακά – πράγματα, και μας κάνει να τα θεωρούμε απαραίτητα.

Αν η λέξη προσκόλληση αναφέρεται στην κυριολεξία σε μια κατάσταση έντονου ενδιαφέροντος, κλίσης, συμπάθειας ή στενής σχέσης με κάτι (ή κάποιον), αυτή η σχέση είναι πάντα πολύ ιδιαίτερη και αρρωστημένη, γιατί περιλαμβάνει μια αφοσίωση που σκλαβώνει, μια ευχαρίστηση που πονάει, μια προτίμηση που δεσμεύει. Είναι αυτή η σχέση που μας κρατάει δεμένους και εξαρτημένους απ’ αυτό που αγαπάμε ή έχουμε επιλέξει, και που περιλαμβάνει τον φόβο της απώλειας, τη δυσκολία του αποχωρισμού και την υποκειμενική αδυναμία μας να το αφήσουμε να φύγει.

Μετά απ’ όσα είπαμε, ίσως και να ξεκαθαρίζουν οι λόγοι για τους οποίους χρειάζεται να μάθει κάποιος να βαδίζει στο μονοπάτι της αποστασιοποίησης. Το να “παρατάμε” κάτι, λοιπόν, είναι σχεδόν, σχεδόν, σχεδόν επιτακτική ανάγκη (είναι εμφανές πως ούτε τώρα τολμώ να χρησιμοποιήσω αβασάνιστα τη λέξη επιτακτική).

Ωραία λοιπόν… Πώς μπορούμε να μεταφέρουμε αυτήν την ιδέα στη ζωή μας;

Στην πρόκληση να διασχίσουμε και να εξερευνήσουμε το επίπεδο της πνευματικότητάς μας, μαθαίνουμε, όπως είπαμε, πως στο ταξίδι αυτό παίρνουμε ελάχιστες αποσκευές· τα απολύτως απαραίτητα. Για να ξεκινήσει κανείς τον πνευματικό δρόμο, το μόνο που είναι απολύτως αναγκαίο είναι ν’ αρχίσει να βαδίζει. Από την αρχή καταλαβαίνεις μόνος σου ότι θα πρέπει ν’ απαλλαγείς απ’ όλα τα περιττά, από πράγματα που δεν είναι αναγκαία και, αργά ή γρήγορα, θα σου γίνουν μάλλον βάρος παρά βοήθεια.

Η καταναλωτική κοινωνία μετατρέπει το προαιρετικό σε αναγκαίο και το αναγκαίο σε ζωτικό και σπάνιο (καθιστώντας το έτσι ακόμα πιο επιθυμητό και διευκολύνοντας τη δουλειά των πωλητών και των διαφημιστών).

Για πολλούς, ζωτικά είναι τα λεφτά ή τα υλικά αγαθά· γι’ άλλους, οι ανέσεις που χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο μιας ευτυχισμένης ζωής· για μερικούς, τέλος, η απαγκίστρωση από μια σχέση στην οποία έχουν εγκλωβιστεί.

Όπως και να ’χει, στο καινούργιο επίπεδο ο καθένας μπορεί να συνειδητοποιήσει, λίγο μετά το ξεκίνημά του, τι του περισσεύει, τι τον βαραίνει περισσότερο, τι περιττό φορτίο κουβαλάει.
Είναι κλασική η ιστορία ζεν που μιλάει για έναν ταξιδιώτη που τον βρήκε η νύχτα στη μέση του δρόμου και χτύπησε την πόρτα ενός σοφού για να του ζητήσει να τον φιλοξενήσει ως το επόμενο πρωί. Ο σοφός δέχεται και καλεί τον ταξιδιώτη να περάσει μέσα. Μπαίνει εκείνος, και έκπληκτος βλέπει την καλύβα του σοφού τελείως άδεια, εκτός από ένα ράντσο από καραβόπανο που είχε για κρεβάτι, κι ένα – δυο πήλινα κανάτια με νερό.

“Που είναι τα πράγματά σου;” ρωτάει τον σοφό ο ταξιδιώτης.
“Τα δικά σου που είναι;” απαντάει ο σοφός.
“Μα εγώ είμαι περαστικός!” αναφωνεί ο ταξιδιώτης.
Τότε ο σοφός λέει χαμογελώντας:
“Κι εγώ το ίδιο!”.

Όλοι περαστικοί είμαστε σ’ αυτήν τη ζωή. Ιδιαίτερα όσοι δεν το ξέρουν.

Προσπαθούμε ν’ αποκτήσουμε αυτό που δεν έχουμε ή να γίνουμε εκείνο που δεν είμαστε, ακόμη κι αν αυτό που επιθυμούμε δεν είναι αναγκαίο, κι ακόμη κι αν η φιλοδοξία μας είναι ανέφικτη ή άδικη.
Εμείς οι προνομιούχοι που δεν πεινάσαμε ποτέ, που βρήκαμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας και δεν κοιμηθήκαμε έξω στο κρύο, εμείς που – καλώς ή κακώς -, έχουμε ακόμα δουλειά, που δεν περπατήσαμε ποτέ ξυπόλυτοι παρά μόνο στην παραλία, εμείς, πάντα κάτι επιθυμούμε.

Επιθυμούμε αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τα πράγματα όπως είναι.
Λένε πως η επιθυμία σέρνει μονίμως απ’ το χέρι την απογοήτευση, αλλά στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η απογοήτευση είναι που τραβάει απ’ το χέρι την επιθυμία. Γι’ αυτό, ακόμα κι όταν η επιθυμία έχει ικανοποιηθεί, η πιο πρωτόγονη και βαθιά απογοήτευση εξακολουθεί – ακόρεστη – να υπάρχει.

Αν δεν απαλλαγούμε απ’ αυτήν την ενδογενή αίσθηση ανικανοποίητου, ακόμη κι αν καταφέρουμε κάτι απ’ όσα ποθούμε, θα διαπιστώσουμε ότι το επίτευγμά μας δεν είναι ποτέ πλήρες, ποτέ όπως το φανταζόμαστε, ποτέ αρκετό.

Συνεπώς, η μόνη λύση αν θέλει κάποιος να αποφύγει τη ματαίωση και τη δυστυχία, είναι να εγκαταλείψει εξαρχής την επιθυμία.

Μ’ άλλα λόγια: να φτάσει στην απόλυτη αποδοχή, σε μια χαλαρή και διόλου απαιτητική σχέση με τα πράγματα που είναι όπως είναι, και βρίσκονται εκεί που βρίσκονται.