Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

Μεσσιανισμός (ΜΕΡΟΣ Β')

Ο εβραϊκός λαός, στη μακραίωνη εξορία του, αποτέλεσε ένα ιδιότυπο «έθνος», που διατηρούσε την ενότητά του μέσα από την πίστη σε μια θρησκεία και μία παράδοση, έ­στω και αν τα μέ­λη του ή­ταν δια­σκορ­πι­σμέ­να στα τέσσερα σημεία του ο­ρίζοντα. Η προσδοκία ενός Μεσσία που ακόμα δεν έχει έλθει –δεδομένου ότι ο Εβραί­ος, ως κα­τα­γω­γή, Χρι­στός συν­δέ­θη­κε με την ελ­λη­νο­ρω­μα­ϊ­κή οι­κου­με­νι­κό­τη­τα και α­πορ­ρί­φθη­κε α­πό το ε­βρα­ϊ­κό έ­θνος– κα­θώς και οι διώ­ξεις ε­να­ντί­ον τους, με­τέ­βα­λαν τους Εβραίους σε έ­να λα­ό που α­να­ζη­τού­σε α­ε­νά­ως τη λύ­τρω­ση στη σφαί­ρα του μέλ­λο­ντος.

Για τον ιουδαϊσμό όμως αυτό το μέλλον δεν βρίσκεται στην άλλη ζωή, όπως στον χριστιανισμό, αλλά θα πραγματωθεί εδώ, στην παρούσα ζωή, εξ ου και η ισχυρότερη επαναστατική μεσσιανική φόρτιση του ιουδαϊσμού, καθώς και –αντιφατικά και συμμετρικά– το «ολοκληρωτικό» δυναμικό του. Διότι ο χριστιανισμός, στις κυριότερες εκδοχές του, αφήνοντας εν τέλει τη λύση του μυστηρίου του ανθρώπου στην «Παρουσία», επιτρέπει μια «ανοικτή» εξέλιξη στα εγκόσμια, που δεν καθορίζονται από την τάξη του Θεού, με όλες τις συνέπειες που έχει αυτό, αρνητικές και θετικές. Αρνητικές, διότι μπορεί να συμβιβαστεί με την εγκόσμια τάξη –«τα του Καίσαρος τω Καίσαρι»– και θετικές διότι δεν προκαταλαμβάνει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Αντίθετα, η ιουδαϊκή θρησκεία, κηρύσσοντας την υποταγή στο Νόμο του Θεού ακόμα και σε ό,τι αφορά στα επίγεια πράγματα, τροφοδοτεί ταυτόχρονα τόσο την επαναστατικότητα όσο και τον κομφορμιστικό ολοκληρωτισμό, την υποταγή στη Θεοκρατία, και τον παρτικουλαρισμό, διότι μόνον ο «λαός των δικαίων» θα είναι η σάρκωση του θεϊκού Νόμου. Γι’ αυτό και οι προτεσταντικές αιρέσεις, που θέλουν να επαναφέρουν τον χριστιανισμό στην αρχική ιουδαϊκή καθαρότητα της Παλαιάς Διαθήκης, θα γεννήσουν και τις σημαντικότερες εξισωτικές, πουριτανικές ή φονταμενταλιστικές απόπειρες και βρίσκονται πολύ πιο κοντά στον ιουδαϊσμό από όλα τα χριστιανικά δόγματα. Οι Αναβαπτιστές, οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί πουριτανοί – οι ευαγγελικοί σήμερα– διαπνέονταν και εξακολουθούν να διαπνέονται από αυτό το πνεύμα, είτε επρόκειτο για την Επανάσταση των χωρικών στη Γερμανία, τον Κρόμγουελ και τους «Levelers» της αγγλικής επανάστασης και τους ευαγγελιστές στους Ινδιάνους Τσιάπας, είτε, στον αντίποδα, για τον Καλβίνο και τους τηλε-ευαγγελιστές φονταμενταλιστές των ΗΠΑ.

[Ακόμα και στην εκκοσμικευμένη επαναστατική εκ­δο­χή, το στοιχείο του παρτικουλαρισμού θα μεταφερθεί στο προλε­τα­ριά­το. Καμία άλλη τάξη, ακόμα περισσότερο άλλες κοινωνικές συσσωματώσεις, όπως τα έθνη, δεν μπορεί να είναι φορέας της απελευθέρωσης˙ ο Τρότσκι και όλοι οι μεγάλοι Εβραίοι επαναστάτες –και προφανώς όχι μόνο αυτοί, διότι πρόκειται για μια άποψη κυρίαρχη στη δυτική μαρξιστική παράδοση– θα παραμένουν αταλάντευτα «διεθνιστές» και θα απορρίπτουν κάθε ιδέα ταξικών συμμαχιών της εργατικής τάξης ή ακόμα περισσότερο μιας εθνικής επαναστατικής διαδικασίας. Ο παρτικουλαρισμός ενδύεται έτσι, μέσα από μία διαλεκτική αντιστροφή –ή μήπως σόφισμα–, τον μανδύα της καθολικότητας! Όλα είναι στη θέση τους, το προλεταριάτο καθίσταται ο νέος περιούσιος λαός, ο angelus novus, που θα απελευθερώσει την ανθρωπότητα, αφού συναντήσει τη «φιλοσοφία» –σύμφωνα με τη φράση του νεαρού Μαρξ για τη σχέση φιλοσοφίας-εγκεφάλου και προλεταριάτου-καρδιάς– η οποία υποκαθιστά εδώ τη θεία φώτιση.]

Αυτό το μέλλον, η λύ­τρω­ση, μέ­χρι τον 18ο αιώνα, θα παραμένει α­πο­κλειστικά εβραϊκό, μέσα α­πό κοι­νό­τητες που διατηρούσαν, με μια άκαμπτη ε­σω­τε­ρι­κή ιε­ραρ­χί­α και πει­θαρ­χί­α, τη συ­νο­χή τους, η οποία τους ε­πέ­τρε­πε να ε­πι­βιώ­νουν πα­ρά τις διώ­ξεις, τις με­τα­κι­νή­σεις, τα πο­γκρόμ. Οι ε­βρα­ϊ­κές κοι­νό­τη­τες ή­ταν αυ­το­διοι­κού­με­νες, αυστηρά ιεραρχημένες και συ­χνά διέ­θε­ταν δι­καιώ­μα­τα ζω­ής ή θα­νά­του έ­να­ντι των με­λών τους˙ λειτουργούσαν ως έθνη μέσα στα έθνη. Ωστόσο, μετά τον 18ο αιώνα, με τη συγκρότηση των εθνικών κρατών και την επέκταση των ατομικών δικαιωμάτων, οι αποκλειστικά εβραϊκές κοινότητες θα διαχυθούν, λιγότερο ή περισσότερο, μέ­σα στα νέ­α κρά­τη. Οι Εβραίοι μπορούν να εισέλθουν πλέον στους περισσότερους τομείς της κοινωνικής ζωής όταν, με αφετηρία τη Γαλλική Επανάσταση, αποκτούν, σταδιακώς, πολιτικά δικαιώματα που τους εξισώνουν με τους υπόλοιπους πολίτες των χωρών τους, τουλάχιστον στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη.

Θα πραγματοποιηθεί έτσι μια από τις καταπληκτικότερες πνευματικές εποποιίες του 19ου και του 20ού αιώνα. Οι Εβραίοι, απελευθερωμένοι από το βάρος της κλειστής κοινότητας, θα «εξαγάγουν» την ουτοπία τους από τα στενά εβραϊκά πλαίσια της Τορά και του Ταλμούδ σε ένα παγκόσμιο ή, για την ακρίβεια, πανευρω­πα­ϊ­κό και βορειοαμερικανικό πε­δί­ο. Η ε­βρα­ϊ­κή «ου­το­πί­α» δεν μπο­ρού­σε πλέ­ον να εί­ναι στε­νά ε­βρα­ϊ­κή ού­τε «ε­θνι­κή» –στα καθ’ έ­κα­στα έ­θνη ό­που ζού­σαν οι Ε­βραί­οι αυ­τής της γε­νι­κευ­μέ­νης δια­σπο­ράς– αλ­λά μάλ­λον οι­κου­με­νι­κή, κοι­νω­νι­κή και πνευ­μα­τι­κή. Έ­τσι θα α­πο­τε­λέ­σουν έ­ναν α­πό τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους πα­ρά­γο­ντες δια­μόρ­φω­σης της ευρω­πα­ϊ­κής υπερεθνικής ταυτότητας, των πνευματικών αναζητήσεων, της καθολικότητας. Ο ρόλος τους στην ανάπτυξη του εμπορίου, της επιστήμης, των πνευ­μα­τι­κών α­νταλ­λα­γών, της φι­λο­σο­φί­ας, θα είναι χωρίς προηγούμε­νο… Ρότσιλντ, Σπινόζα, Χάινε, Μαρ­ξ, Φρόυντ, Κάφκα, Αϊνστάιν, Σαγκάλ…

Έως το 1945, στη Δυτική Ευρώπη, στις μουσουλμανικές χώρες και στις ΗΠΑ, η εβραϊκή κοινότητα συγκροτείται λοιπόν από δύο μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες. Η πρώτη, προσκολλημένη στις εκάστοτε άρχουσες τάξεις – αρχικώς στους ευγενείς και την Αυλή–, αντιπροσώπευε την εβραϊκή ελίτ η οποία δραστηριοποιούνταν στον τομέα των τραπεζών, της ανταλλαγής συναλλάγματος και της ενοικίασης των φόρων. Παράλληλα, υπήρχε και μία δεύτερη κατηγορία, μεγαλύτερη ή μικρότερη, λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων, που συγκρότησε σε μεγάλο ποσοστό και τις εργατικές τάξεις του 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα, ιδιαίτερα στην Ανατολική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και τη Βόρεια Αφρική2.

Στη ρωσική αυτοκρατορία (που περιλάμβανε και την Πολωνία) και όπου ζούσε ο μισός εβραϊκός πληθυσμός (περίπου 5 εκατομμύρια μέχρι το 1917), οι εβραϊκές ελίτ ήταν εξαιρετικά ασθενείς και κυριαρχούσε συντριπτικά το λαϊκό εβραϊκό στοιχείο, ενώ οι ευγενείς και η τσαρική Αυλή δείχνονταν ιδιαίτερα εχθρικοί απέναντί τους και εδώ θα οργανωθούν και τα μεγάλα πογκρόμ. Κατά συνέπεια, το εγκόσμιο δυναμικό του εβραϊκού μεσσιανισμού δεν μπορούσε να διοχετευτεί προς το εμπόριο ή τις τράπεζες αλλά στρεφόταν κατ’ εξοχήν σε ακτιβιστική επαναστατική κατεύθυνση. Στην Αγγλία λ.χ., όπου από τον 19ο αιώνα οι Εβραίοι είχαν ήδη ενσωματωθεί στην άρχουσα τάξη, οι γνωστότεροι Εβραίοι θα γίνουν ο (βαφτισμένος Χριστιανός) Δισραέλι και ο βαρώνος Ρότσιλντ ενώ στη Ρωσία και την Πολωνία θα είναι ο Τρότσκι, και η Ρόζα Λούξεμπουργκ3.

Τέλος, στην Αυστροουγγαρία και τη Γερμανία, οι Εβραίοι ή εβραϊκής καταγωγής διανοούμενοι –από τον Χες έως τον Μαρξ, από τον Λούκατς έως τον Φρομ, από τον Μαρκούζε έως τον Μπλοχ, από τον Λαντάουερ έως τον Μπένγιαμιν, από τον Μπούμπερ έως τον Ροζεντσβάικ, από τον Αντόρνο έως τον Κάφκα– βρίσκονται μεταξύ ενσωμάτωσης και αποκλεισμού και θα επιλέξουν, πλειοψηφικά, την οδό του «ρομαντικού μεσσιανισμού», μιας ιδεολογικής αντίληψης που αντλεί μεν από την εβραϊκή παράδοση του προφητισμού αλλά εκβάλλει στο πεδίο της ελευθεριακής σκέψης, του κοινοτισμού, της Ουτοπίας και των πλέον επαναστατικών εκδοχών του μαρξισμού.

Στην ίδια ή ανάλογη κατεύθυνση θα συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται οι εβραϊκής καταγωγής διανοούμενοι, τουλάχιστον μέχρι το 1968, στην Ευρώπη –ιδιαίτερα στη Γαλλία– και στις ΗΠΑ, όπου θα διαδραματίσουν ουσιώδη ρόλο στο κίνημα της «αμφισβήτησης».

Μεσσιανισμός και αποκλειστικότητα

Στη διάρκεια των δύο αιώνων που μεσολαβούν από τη γαλλική επανάσταση μέχρι την πτώση του «τείχους» και της Σοβιετικής Ένωσης, ο εβραϊκός μεσσιανισμός θα διατρέξει έναν σχεδόν πλήρη κύκλο, από την αποδοχή της ενσωμάτωσης στα νέα ευρωπαϊκά έθνη-κράτη και την κοινωνία των «γκογίμ», έως την ταύτιση με ένα αποικιοκρατικού τύπου μεσσιανικό κράτος, το σιωνιστικό. Η μετάβαση αυτή πραγματοποιήθηκε σταδιακά αλλά έχει τις ρίζες της στο ίδιο το αμφίσημο ιδεολογικό υπόστρωμα του εβραϊκού μεσσιανισμού, και θα επιταχυνθεί από το Ολοκαύτωμα.

Όντως ο εβραϊκός μεσσιανισμός «εμπεριέχει ταυτοχρόνως την ιδέα μιας παλινόρθωσης και μια ουτοπία. Μιας παλινόρθωσης, γιατί η μεσσιανική εποχή θα αποκαταστήσει τον οίκο του Δαυίδ στον θρόνο του εβραϊκού βασιλείου και, σύμφωνα με την αντίληψη για τη μετά την εξορία εποχή, θα επαναφέρει όλους τους εξόριστους Εβραίους στη γη του Ισραήλ. Μια ουτοπία, γιατί η μεσσιανική εποχή θα σηματοδοτήσει την έλευση μιας τέλειας κοινωνίας όπου η ανθρωπότητα θα ζήσει εν ειρήνη και αρμονία και θα λατρεύει έναν και μόνο Θεό 4.

Η εβραϊκή οικουμενικότητα εμπεριείχε ένα στοιχείο παρτικουλαρισμού, ήταν μια «αποκλειστική οικουμενικότητα», η καθολικότητα συνδυαζόταν με την ιδιαιτερότητα. Η έλευση του Βασιλείου του θεού θα φέρει μεν την παγκόσμια ειρήνη και αρμονία επί της γης, αλλά θα έχει ως όργανό της το Ισραήλ, ως «περιούσιο λαό». Ο Μεσσίας θα έλθει γι’ αυτόν (απ’ αυτόν) τον λαό. Γι' αυτό και το ιδεολογικό εκκρεμές μπόρεσε να κινηθεί από τον Διαφωτισμό και την εγκατάλειψη της ιδιαιτερότητας στον επαναστατικό μεσσιανισμό και τέλος στην αποκλειστικότητα και την παλινόρθωση.

Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, οι Εβραίοι ή οι εβραϊκής καταγωγής διανοούμενοι θα υποστηρίζουν τον Διαφωτισμό, ο οποίος, ξεκινώντας από τη Γαλλική Επανάσταση, θα καταργήσει τη θεσμική γκετοποίηση των Εβραίων. Ο εβραϊκός διαφωτισμός, με αφετηρία τον Μόζες Μέντελσον –τον ηγέτη του κινήματος της εβραϊκής μεταρρύθμισης–, καθώς και ο επαναστατικός μεσσιανισμός, με τον Χες της πρώτης περιόδου, τον Μαρξ και, στον 20ό αιώνα, όλη τη χορεία των Εβραίων επαναστατών, θα αντιπαραθέτει στο εθνοκεντρικό όνειρο μια πανανθρώπινη απελευθέρωση και μέσω αυτής την απελευθέρωση των Εβραίων.

Η ευρύτατη συμμετοχή των Εβραίων σε όλα τα μεγάλα κοινωνικά και καλλιτεχνικά απελευθερωτικά κινήματα του 19ου και του 20ού αιώνα συναρτάται όχι μόνο με την αντίθεσή τους προς τα καταπιεστικά καθεστώτα αλλά, ίσως ακόμα περισσότερο, και με την επιθυμία τους να απελευθερωθούν από την καταπίεση των ραβίνων και της παραδοσιακής κατασταλτικής εβραϊκής κοινότητας. Γι’ αυτό και πάρα πολλοί θα απορρίψουν όχι μόνο την εβραϊκή θρησκεία αλλά και την ιδιαίτερη εβραϊκή τους ταυτότητα. Το αρχέτυπο του επαναστάτη, ο Κάρολος Μαρξ, όχι απλώς θα αρνηθεί κάθε σχέση με την εβραϊκή του προέλευση (ο πατέρας του είχε ήδη βαπτιστεί χριστιανός), αλλά θα γράψει και το Εβραϊκό Ζήτημα όπου θα προσπαθήσει «να υπερβεί» την ιουδαϊκή ταυτότητα, ως ταυτότητα που αντιστρατεύεται την καθολικότητα. Η υπέρβαση της εβραϊκής ιδιαιτερότητας μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την κατάργησή της.

Ο Βιτγκενστάιν –που κανείς δεν μπορεί να υποπτευθεί για επαναστατικές ιδέες–, εβδομήντα χρόνια μετά, θα θεωρεί ως στίγμα την ιουδαϊκότητα της καταγωγής του, «η οποία ευθύνεται για το ότι διαθέτει απλώς αναπαραγωγική σκέψη»: «Θα μπορούσε κανείς να πει (είτε είναι σωστό είτε όχι) πως το ιουδαϊκό πνεύμα δεν είναι σε θέση να παραγάγει το παραμικρότερο χορταράκι ή λουλουδάκι. Η δική του τέχνη είναι να σχεδιάζει το χορτάρι και το λουλούδι που φυτρώνει στο μυαλό των άλλων» ενώ ο ίδιος ως εβραϊκής καταγωγής «δεν είναι περισσότερο από ένας ταλαντούχος άνθρωπος» και «δεν κάνει(ω) άλλο από το να αναπαράγει(ω) σκέψεις»5. Η θέλησή του να απομακρυνθεί από την εβραϊκή ιδιαιτερότητα είναι τόσο έντονη –εξάλλου η οικογένειά του, όπως και του Μαρξ, είχε εγκαταλείψει την ιουδαϊκή θρησκεία– ώστε θα φθάσει να χαρακτηρίζει τους Εβραίους ως καρκινικό «όγκο» στο σώμα οποιουδήποτε ευρωπαϊκού έθνους, το οποίο δικαιολογημένα «δεν μπορεί να παραβλέψει εκείνα ακριβώς τα πράγματα που το συνέχουν σαν έθνος και να καλωσορίσει τον όγκο»6. Η απώθηση του Βιτγκενστάιν απέναντι στην ιουδαϊκή αποκλειστικότητα είναι τόσο ισχυρή ώστε ο βιογράφος του, Ρέυ Μονκ, θα σημειώσει ότι «χρησιμοποιεί τη γλώσσα –και τα συνθήματα– του ρατσιστικού αντισημιτισμού» και θυμίζει μάλλον το Mein Kampf του Χίτλερ!7

Όσο για τη γενιά των Εβραίων επαναστατών διανοουμένων του πρώτου ημίσεως του 20ού αιώνα, ο Λούκατς ή ο Αντόρνο, θα εκκοσμικεύσουν δραστικά το μεσσιανικό δυναμικό του εβραϊσμού, απορρίπτοντας κάθε αναφορά στη θρησκεία, ενώ ο Μπλοχ και προπαντός ο Μπένγιαμιν θα επιχειρήσουν να εντάξουν το δυναμικό του προφητισμού σε μια ελευθεριακή επαναστατική αντίληψη και, χωρίς να είναι θρησκευόμενοι, να συνδυάσουν θρησκεία και πολιτική˙ και μόνον ορισμένοι, όπως ο Μπούμπερ ή ο Ροζεντσβάικ, θα επιχειρήσουν να συνδυάσουν κοινοτιστική ουτοπία και σιωνισμό.

Όσοι, τέλος, νοσταλγούσαν την αρχέγονη εβραϊκή κοινότητα, μέσα στο πνεύμα του περιρρέοντος εθνικισμού, και ως απάντηση στον πάντα παρόντα αντισημιτισμό, θα αρχίσουν να προσανατολίζονται προς τον σιωνισμό. Η λύση μπορεί να βρεθεί με την επιστροφή στα «πατρογονικά εδάφη» και τη μεταβολή του οιονεί εβραϊκού έθνους σε ένα «κανονικό» έθνος-κράτος…

Η περίπτωση του Μόζες Χες (Moses Hess – 1812-1875) ενέχει προδρομικό και συμβολικό χαρακτήρα ως προς τη μεγάλη μεταστροφή που ακολούθησε. Ο Χες χρημάτισε για ένα διάστημα ο μέντορας του νεαρού Μαρξ στην πορεία του από τον αριστερό εγελιανισμό στον κομμουνισμό και ένας από τους πρώτους που αυτοχαρακτηρίστηκε «κομμουνιστής»˙ στη συνέχεια θα εφεύρει τον «σιωνισμό» σε αντίθεση με τον Μαρξ, ο οποίος ακολούθησε την αντίστροφη πορεία και ανακάλυψε τη δική του Σιών στο προλεταριάτο, καταγγέλλοντας τον εβραϊκό παρτικουλαρισμό.

Ο Χες καταγόταν από θρησκευόμενη εβραϊκή οικογένεια, και το 1837 θα εκδώσει το πρώτο του βιβλίο, Η ιερή ιστορία της ανθρωπότητας από έναν νεαρό μαθητή του Σπινόζα, εμπνευσμένο από τον ρομαντισμό ενός Σλαιερμάχερ και ενός Σέλλινγκ. Στο νεανικό του δοκίμιο απορρίπτει τη θρησκεία και κηρύσσει την έλευση μιας εποχής αρμονίας ανάμεσα στο πνεύμα και την ύλη, πέραν της ατομικής ιδιοκτησίας, στην οποία θα πληρωθούν τόσο οι ρήσεις των Εβραίων προφητών όσο και η εγελιανή φιλοσοφία της ιστορίας. Αίφνης, όμως, με μια απρόσμενη «στροφή», το 1862 θα εκδώσει το πρώτο σύγχρονο σιωνιστικό βιβλίο, Ρώμη και Ιερουσαλήμ, Το τελευταίο εθνικό ζήτημα, όπου υποστηρίζει πως, παράλληλα με τον σοσιαλισμό, θα πρέπει να λυθεί και το εθνικό ζήτημα των Εβραίων με την ίδρυση του σιωνιστικού κράτους στην Παλαιστίνη.

Ο Χες συνέχισε να συμμετέχει στο σοσιαλιστικό κίνημα της εποχής, υπήρξε φίλος με τον Φερδινάνδο Λασάλ και μέλος της Α΄ Διεθνούς, ενώ παράλληλα, σε έναν πρωτότυπο και έως τότε ανέκδοτο συγκρητισμό, υπερασπίζεται τον ορθόδοξο ιουδαϊσμό και τον χασιδισμό, καθώς και την πιστή τήρηση όλων των θρησκευτικών παραδόσεων, αυτός ο άθεος και άθρησκος κομμουνιστής8. Στο βιβλίο του θα τονίσει πως το εβραϊκό έθνος συνιστά μια ιδιαιτερότητα και όποιος επιθυμεί να είναι συνεπής με την εθνική του ταυτότητα δεν μπορεί παρά να απορρίψει τους ενσωματωμένους στα ευρωπαϊκά έθνη εύπορους Εβραίους της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης9. Η λογική του, μολονότι στηριζόταν στην προκρούστεια αντίληψη της «τελευταίας ανάλυσης», απεδείχθη, εκ του αποτελέσματος, μετά από έναν αιώνα, εξαιρετικά πραγματιστική. Παρ’ όλο που ο σιωνισμός και ο σοσιαλισμός υπήρξαν δίδυμα αδέλφια και είχαν κοινή αφετηρία, παρ’ όλο που η επιστροφή στην Παλαιστίνη θα προωθηθεί κατ’ εξοχήν από την εβραϊκή Αριστερά, εν τέλει ο εβραϊκός εθνικός παρτικουλαρισμός θα οδηγηθεί σε ρήξη με τον σοσιαλισμό, διότι εμπεριείχε μια ανυπέρβλητη αντίφαση: η δημιουργία ενός ιδιαίτερου εβραϊκού κράτους προϋπέθετε την εκδίωξη των εγχώριων κατοίκων της Παλαιστίνης, με όλες τις ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες ενός τέτοιου γεγονότος.

Οι δε «ενσωματωμένοι Εβραίοι», ο Χάινε, ο Μαρξ, ο Βιτγκενστάιν, αποτελούν την a contrario απόδειξη πως δεν διέθεταν άλλη επιλογή από την απόρριψη της εθνο-θρησκευτικής ταυτότητάς τους, εάν ήθελαν να επιλέξουν την καθολικότητα έναντι του παρτικουλαρισμού. Η ιδιαιτερότητα του «εβραϊκού ζητήματος» θα κάνει προβληματική την ταυτόχρονη αποδοχή της εβραϊκής εθνικής ταυτότητας και της καθολικότητας. Κάτι τέτοιο μπορούσε να ισχύει, υποστηρίζει ο Χες –και ο Μαρξ παρεμπιπτόντως–, για τους Γάλλους ή τους Γερμανούς αλλά όχι για τους Εβραίους. Οι Γάλλοι μπορούσαν το 1793 να υποστηρίζουν ταυτόχρονα την καθολικότητα των αξιών της Γαλλικής Επανάστασης και τη Σωτηρία της Πατρίδας, διότι διέθεταν ήδη μία πατρίδα, ενώ οι Εβραίοι, όταν οι δύο αυτές αρχές οδηγούνται σε αντιπαράθεση, είναι υποχρεωμένοι να επιλέξουν.

Εντελώς συμβολική στις αντιφάσεις της και την αμφισημία της είναι η περίπτωση του Γάλλου Εβραίου ελευθεριακού Μπερνάρ Λαζάρ (1865-1903) ο οποίος θα διατρέξει όλες τις δυνατές τοποθετήσεις πάνω στο εβραϊκό ζήτημα10. Αρχικώς, στην περίοδο 1890-1894, ο Λαζάρ θα καταγγέλλει την αποκλειστικότητα του ιουδαϊσμού, ο οποίος απέρριψε τον Ιουδαίο Ιησού που μετέβαλε σε οικουμενικό το εθνοκεντρικό μήνυμα του Ισραήλ11. Στη συνέχεια, ιδιαίτερα μετά την υπόθεση Ντρέιφους, θα επανακάμψει στον εβραϊσμό και θα προσεγγίσει τον σιωνισμό του Χέρτζλ˙ συμμετείχε μάλιστα και στο Β΄ Σιωνιστικό Συνέδριο του 1898. Εν τέλει, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, απομακρύνεται πάλι από τους σιωνιστές και υποστηρίζει πως «το να οδηγηθεί ένας λαός σκλάβων στην Παλαιστίνη δεν συνιστά λύση του προβλήματος» Ο εβραϊκός λαός θα πρέπει να οργανωθεί μέσα στα ευρωπαϊκά εβραϊκά κέντρα και καταλήγει σε ένα κείμενό του με τον τίτλο «Ενάντια στον εθνικισμό του εδάφους»: «θέλετε να μας στείλετε στη Σιών; Δεν θέλουμε να πάμε εκεί. Μέσα στον ευρύ κόσμο βρίσκεται το πνεύμα και η δράση μας.» Ο «εβραϊκός εθνικισμός» συνίσταται στο να «συμμετέχει στο ανθρώπινο έργο παραμένοντας ο εαυτός του»12. Ο Λαζάρ θα πραγματοποιήσει έναν σχεδόν πλήρη κύκλο μέσα σε ελάχιστα χρόνια. Η ιδεολογική του περιπλάνηση και η κατάληξή του σε μια ενδιάμεση τοποθέτηση, μεταξύ του Μαρξ και του Χες, καταδεικνύει την εξαιρετική πολυπλοκότητα του εβραϊκού ζητήματος για τους ίδιους τους Εβραίους.

Η αριστερή πτέρυγα του σιωνισμού, –της οποίας ο Μόζες Χες υπήρξε ο προφήτης και ο πρόδρομος– που θα εγκαινιάσει και το κίνημα των κιμπούτς, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, θα συγκροτηθεί κατά μεγάλο ποσοστό από αριστερούς επαναστάτες που εγκατέλειψαν την οπτική της παγκόσμιας απελευθέρωσης και στρατεύτηκαν σε μια πιο συγκεκριμένη εθνική και κοινωνική αποκατάσταση, σε συμβίωση –σύμφωνα με την αρχική τους άποψη– με τον ιθαγενή αραβικό πληθυσμό13.

Εβραίοι φιλόσοφοι και στοχαστές του 20ού αιώνα, όπως ο Γκέρσομ Σόλεμ, ο Φρaντζ Ροζεντσβάικ και ο Μάρτιν Μπούμπερ14, θα επιχειρήσουν να συνδυάσουν την επιστροφή στο Ισραήλ και τον σιωνισμό με την ουτοπική σοσιαλιστική αντίληψη του μεσσιανισμού, ξαναπιάνοντας το νήμα των αντιλήψεων του Μόζες Χες. Ο Μάρτιν Μπούμπερ (1887-1965) ήταν ίσως η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση. Θα ξεκινήσει ως κοινοτιστής και μέλος μιας νεο-ρομαντικής ομάδας στο Βερολίνο, χωρίς καμία ιδιαίτερη αναφορά στον εβραϊσμό, για να περάσει στον σιωνιστικό κοινοτισμό και να γίνει ο θεωρητικός των ισραηλινών κιμπούτς, αρνούμενος αρχικά την ίδρυση ενός ισραηλινού κράτους που θα οδηγούσε σε ρήξη με τους Παλαιστινίους. Ο Σόλεμ και ο Μπούμπερ θα εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη ήδη πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και θα επιχειρήσουν να προωθήσουν έναν «σιωνισμό με πανανθρώπινη απελευθερωτική διάσταση».

Αυτή η μετάβαση από τον επαναστατικό μεσσιανισμό προς τον σιωνιστικό μεσσιανισμό θα στηριχτεί σε μεγάλο βαθμό σε υπαρκτές παραδόσεις του εβραϊκού μεσσιανισμού και ιδιαίτερα στον μεγαλύτερο Εβραίο φιλόσοφο του Μεσαίωνα, τον αριστοτελικό Μαϊμονίδη (1138-1204).

Ο Μαϊμονίδης και οι μαθητές του θεωρούσαν την έλευση του Μεσσία ως την πολιτική απελευθέρωση των Εβραίων, χωρίς κανένα αποκαλυψιακό στοιχείο. Η μεσσιανική εποχή θα σημάνει το τέλος της υποταγής του Ισραήλ και την επικράτηση μιας καθολικής ειρήνης. Ο Μεσσίας θα ενδιαφερόταν όχι μόνο για την επιστροφή των εξορίστων στην Γη της Επαγγελίας αλλά και για την αρμονία ανάμεσα στα έθνη και την καθολική αποδοχή του Θεού ως του μοναδικού ηγεμόνα του σύμπαντος15.

Η άνοδος ενός άλλου φυλετικού μεσσιανισμού, πολύ πιο επικίνδυνου, του αντισημιτικού ναζισμού, και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος θα έχουν καταλυτικές επιπτώσεις. Το Ολοκαύτωμα ξερίζωσε τους Εβραίους από την περιβόητη Γίντισλαντ, τον εβραϊκό «χώρο» που άρχιζε από την Εσθονία και τη Μόσχα και έφθανε έως τη Θεσσαλονίκη, νότια, και έως το Βερολίνο και τη Βιέννη, δυτικά, η οποία περιλάμβανε πάνω από δέκα εκατομμύρια ανθρώπους. Πλέον o σιωνισμός και η δημιουργία μιας κρατικής εθνικής εστίας –έστω και εάν η Παλαιστίνη κατοικούνταν ήδη από έναν άλλο λαό–, παράλληλα με τη μετανάστευση στην Αμερική, θα εμφανιστεί ως η μόνη διέξοδος16.

Δύο θα γίνουν πλέον τα κέντρα του εβραϊκού κόσμου, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ: Οι ΗΠΑ είναι μια χώρα μεταναστών που πέρασε στην πλανητική ηγεμονία, με διακηρυγμένο το μεσσιανικό όραμα της δημιουργίας ενός νέου imperium, ανάλογου με εκείνο της Ρώμης, το δε Ισραήλ, αποτελεί ίσως την πιο αποκλειστική χώρα του κόσμου, όπου αρκεί η θρησκεία για την πρόσκτηση της υπηκοότητας και το έθνος-κράτος συγκροτείται μέσω της σταδιακής εκδίωξης και παραγκωνισμού των αυτοχθόνων. Πώς λοιπόν ο εβραϊκός –και αμερικανικός– οικουμενισμός θα συμβίωνε με την ισραηλινή αποκλειστικότητα; Για αρκετά χρόνια, η αντίφαση θα είναι πραγματική. Ιδιαίτερα στη Γαλλία αλλά και στις ΗΠΑ, αρκετοί φιλελεύθεροι και αριστεροί Εβραίοι διανοούμενοι, πιστοί στην παράδοση του οικουμενισμού, θα υποστηρίζουν τους Παλαιστινίους και τους Άραβες με χαρακτηριστικό το παράδειγμα της γαλλικής «γενιάς του ‘68», στην οποία οι Εβραίοι διανοούμενοι θα παίξουν καθοριστικό ρόλο.

Μετά το 1968, όμως, την τελευταία αναλαμπή, η πλειοψηφία θα εγκαταλείψει σταδιακώς κάθε επαναστατική πρόθεση και θα στραφεί προς το κράτος του Ισραήλ και την εξυπηρέτηση της παγκοσμιοποίησης. Ο εβραϊκός μεσσιανισμός όταν τεθεί στην «υπηρεσία της Δύσης» παύει να ευαγγελίζεται την «κοινωνία των δικαίων» και μεταβάλλεται σε ένα ακόμα όχημα της κυριαρχίας του νέου περιούσιου λαού, των Αμερικανών. Οι Εβραίοι της Αμερικής θα πραγματοποιήσουν τη σύνδεση ανάμεσα στην πλανητική ηγεμονία –τον παγκοσμιοποιητικό οικουμενισμό της «Αυτοκρατορίας»– και το κράτος του Ισραήλ, ως τον μεσανατολικό πραιτοριανό των συμφερόντων του «πολιτισμένου κόσμου» εν μέσω των «βαρβάρων». Από τη δεκαετία του 1980 και στο εξής, κάτι ανάλογο θα συμβεί και στην Ευρώπη. Η κοινωνική άνοδος των Εβραίων, η κρίση των σοσιαλιστικών ιδεολογιών και η εξάντληση των οραματικών στοιχείων του δυτικού πολιτισμού θα επιταχύνουν τη διαδικασία.

Κατά τον ίδιο τρόπο που ο μαρξιστικός διεθνισμός χρησιμοποιήθηκε από την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης έτσι και ο εβραϊκός «αποκλειστικός οικουμενισμός», θα μεταβληθεί σε ιδεολογικό όπλο στα χέρια της πλανητικής υπερδύναμης. Ο εβραϊκός επαναστατικός μεσσιανισμός θα υποκατασταθεί από το Ισραήλ, τον επί τέλους επελθόντα Μεσσία, ενώ η ρομφαία των πυρηνικών του όπλων θα παίρνει εκδίκηση για χιλιετίες διώξεων, από τους Αιγυπτίους και τους Ασσυρίους έως τον Χίτλερ. Μόνο που θα παίρνει αυτή την εκδίκηση στρεφόμενο κατά των θυμάτων της «νέας τάξης», στο πλευρό των θυτών τους. Το εβραϊκό έθνος έπαψε να είναι ο παρίας αυτού του κόσμου, έπαψε να είναι ο «περιπλανώμενος Ιουδαίος» και οι Εβραίοι αντικαταστάθηκαν από… τους Παλαιστίνιους, τα θύματά τους. Η τετριμμένη αλλά πραγματική «αποκατάσταση» του εβραϊκού έθνους σκότωσε τον επαναστατικό μεσσιανισμό του17.

Πολύ λίγοι, συγκριτικά με το παρελθόν, θα είναι οι Εβραίοι διανοούμενοι που θα αντιτάσσονται πλέον στη σιωνιστική κατοχή της Παλαιστίνης και την ταύτιση του Ισραήλ και του εβραϊκού λόμπι στις ΗΠΑ με την πιο επιθετική ιμπεριαλιστική πολιτική, ενώ θα αντιμετωπίζουν και αυτοί λυσσαλέες επιθέσεις για «μιμητικό» αντισημιτισμό! Ο Νόαμ Τσόμσκι και ο Νόρμαν Φίνκελνσταϊν στις ΗΠΑ, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ και ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ στη Γαλλία, ο Μισέλ Βαρσάφσκι και ο Ισραέλ Άνταμ Σαμίρ στο Ισραήλ, είναι κάποιοι από αυτούς που διασώζουν την τιμή των Εβραίων διανοουμένων και της εβραϊκής επαναστατικής παράδοσης, παράλληλα δε μας προφυλάσσουν από οποιονδήποτε πρωτόγονο αντιεβραϊσμό και από τη μετατροπή του αντισιωνισμού σε αντισημιτισμό18.

Εβραϊκός μεσσιανισμός και οικουμενισμός

Όπως υπογραμμίσαμε στις εισαγωγικές παρατηρήσεις αυτού του κεφαλαίου, το αδιέξοδο του ιουδαϊκού μεσσιανισμού αφορά τον δυτικό πολιτισμό στο σύνολό του, διότι έχει οδηγήσει στη διάρρηξη της ενότητας των ιδεολογικών θεμελίων του δυτικού κόσμου: ελληνικός λόγος και μεσότης ανθρώπου-φύσεως, ρωμαϊκή virtu και θεσμική μετάφραση του λόγου σε potestas και εβραϊκό αποκαλυψιακό πάθος για τα έσχατα, αποτέλεσαν, μέσα από τη συγκρητική αλληλοδιείσδυσή τους, τη θεμέλιο «τριάδα» του δυτικού πολιτισμού.

[Και μπορεί οι συνεισφορές άλλων παραδόσεων, όπως εκείνης των γερμανικών ή νορδικών φύλων, των Σλάβων κλπ. να είναι ουσιώδεις ως προς τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ταυτότητα όπως υποστηρίζει ο Άσγκερ Γιορν19, αλλά κατά πολύ μεταγενέστερες από την εποχή της συγκρότησης του δυτικού αρχετύπου, το οποίο διαμορφώνεται, ως ιδεολογικό σύστημα στην όψιμη ρωμαϊκή εποχή. Η αντίληψη του Γιορν πως η «ιδρυτική τριάδα» συγκροτείται από τους Λατίνους, τους Ρωσοβυζαντινούς και τους Νορδικούς λαούς ανταποκρίνεται μάλλον στη σύγχρονη γεωπολιτισμική πραγματικότητα των ευρωπαϊκών λαών και παραδόσεων, μοιάζει αρκετά «γερμανο­κεντρική», υποτιμά τη σημασία της ιουδαϊκής –και της καθ’ αυτό ελληνικής– παράδοσης και μεταθέτει την αρχετυπική συγκρότηση της Δύσης αρκετούς αιώνες μετά.]

Για όσον καιρό αυτά τα τρία αρχετυπικά στοιχεία συνέθεταν μια «ενάρετη» ακολουθία και αλληλοτροφοδοτούνταν αμοιβαία, ο δυτικός πολιτισμός και το επιστέγασμά του, ο διαφωτισμός, συγκροτούσε ένα λίγο πολύ ακατάβλητο σύνολο, με μια καθολική και οικουμενική Weltanschauung, ικανή να ενσωματώνει το σύνολο του πλανήτη κάτω από ένα ενιαίο όραμα.

Ωστόσο ο 20ός αιώνας θα αποτελέσει το σημείο της καμπής. Ο μεσσιανισμός θα καταλήξει σε κοινωνικό και πολιτικό ολοκληρωτισμό, αρχικώς, και σε τεχνολογική (στρατιωτική ή πληροφορικο-γενετική) εσχατολογία σήμερα, ενώ η αλληλεπίδραση Λόγου και εφαρμογής, θέασης-επιστήμης (με την αρχαιοελληνική τους έννοια) και τεχνολογίας, θα καταλήξει σε υποταγή του Λόγου στην κατασκευαστική και εργαλειακή λογική. Η ενότητα των τριών παραδόσεων θα διαρραγεί και θα ανοίξει ο δρόμος για νέες –πλανητικών διαστάσεων– συγκρούσεις και μελλοντικές συνθέσεις. Η «ελληνική» πλευρά του ενάρετου τριγώνου θα συρρικνωθεί σε τέτοια έκταση ώστε το τρίγωνο τείνει να μεταβληθεί σε μία ευθεία. Ο ιουδαϊκός προφητισμός, που τροφοδότησε και άρδευσε μια ολόκληρη ιστορική εποχή με την προσδοκία του Μεσσία και της ανατροπής, ταυτιζόμενος με την potestas θα εκφυλιστεί σε τεχνολογική εσχατολογία. Ο άγγελος της απελευθέρωσης θα μεταβληθεί σε άγγελο του θανάτου, το πάθος της διαλεκτικής aufhebung, σε παθολογία της πραγμοποίησης.

Ωστόσο ο δυτικός πολιτισμός καθώς τείνει να μετατραπεί σε αποκλειστικώς ιουδαιορωμαϊκό (στην προτεσταντική χρησιμοθηρική εκδοχή του), «απελευθερώνει» την ελληνική διάσταση της ισορροπίας λόγου και φύσεως και της τραγικότητας της ανθρώπινης υπόστασης από την δέσμευσή της στο δυτικό υπόδειγμα. Η Δύση, μέσα από την εργαλειοποίηση και τεχνικοποίηση του μεσσιανισμού, αποβάλλει την ελληνική συνιστώσα η οποία μπορεί και πάλι να ενταχθεί σε νέες συνθέσεις –οπωσδήποτε μετανεωτερικές–, πέραν του μεσσιανισμού και της τεχνολογικής ύβρεως. [Τι άλλο είναι η οικολογική μέριμνα, αν όχι μια συνάντηση της ελληνικής ισορροπίας με την ανατολική παράδοση; Τι άλλο συνιστά η κριτική της ανάπτυξης και της διαρκούς προόδου αν όχι μια απόρριψη του ιουδαιορωμαϊκού προτύπου και την υιοθέτηση της αντίληψης των μη μεσσιανικών παραδόσεων της ανθρωπότητας;]

Η κρίση του εβραϊκού προφητισμού προσλαμβάνει ευρύτερες διαστάσεις, πρόκειται για το αναπόφευκτο, αναγκαίο και παραδειγματικό σύμπτωμα της έκπτωσης του μεσσιανισμού στο σύνολό του. Τα αδιέξοδα της μεσσιανικής προσδοκίας υπερκαθόρισαν και την κρίση του εβραϊκού προφητισμού. Το γεγονός πως ο επαναστατικός μεσσιανισμός των μπολσεβίκων θα καταλήξει σε ένα ολοκληρωτικό κράτος –που θα εξοντώσει την επαναστατική προσδοκία– και ο φυλετικός μεσσιανισμός των Ναζί θα εξολοθρεύσει τους Εβραίους, θα οδηγήσει τους τελευταίους στην αγκαλιά του σιωνισμού και στην ταύτισή τους με έναν συμμετρικό ολοκληρωτισμό του περιούσιου λαού.

Η γενικευμένη απαξίωση του μεσσιανισμού αποτελεί κατ’ εξοχήν την αιτία και δευτερευόντως το αποτέλεσμα της κρίσης της εβραϊκής εκδοχής του. Δεδομένου όμως ότι ο μεσσιανισμός συχνά εμφανίστηκε υπό το εβραϊκό ένδυμά του και με εκφραστές εβραϊκής καταγωγής, οι τύχες τους μοιάζουν τόσο αξεδιάλυτα δεμένες και το σύμπτωμα συχνά εκλαμβάνεται ως αιτία.

Ένα ερώτημα όμως αιωρείται αναπάντητο: το επαναστατικό και ρομαντικό δυναμικό του ιουδαϊκού μεσσιανισμού –και όχι μόνον αυτού, διότι υπάρχει και ο χριστιανικός χιλιαστικός ή ο ισλαμικός εξισωτικός μεσσιανισμός– που εξέθρεψε ή τροφοδότησε εξεγέρσεις και όνειρα χιλιάδων χρόνων και εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, θα καταποντιστεί μαζί με την υπέρβαση της εποχής του μεσσιανισμού; Ή είναι δυνατόν να διασωθεί με κάποια επιτέλους σωτήρια διαλεκτική aufhebung;

Μήπως η συρρίκνωση της δυτικής παράδοσης σε ένα ιουδαιορωμαϊκό οιονεί δίπολο επιτρέψει, in fine, την απελευθέρωση του αιτήματος ασυνέχειας, ρήξης, απόρριψης της γραμμικότητας –που συνιστά η ρομαντική ουτοπική αντίληψη– από το μεσσιανικό του περιτύλιγμα; Μήπως, ενώ ο μεσσιανισμός εκφυλίζεται σε πολιτικό ή τεχνολογικό ολοκληρωτισμό, ο επαναστατικός ρομαντισμός του εβραϊσμού συναντήσει –δυνητικά– την ελληνική τραγικότητα; Διότι βέβαια το αίτημα δεν είναι κατά κυριολεξίαν η «επιστροφή» στον ελληνικό κόσμο, αλλά μία διαφορετική σύνθεση ανάμεσα στις συνιστώσες της δυτικής παράδοσης και σε εκείνες του λοιπού κόσμου. Έτσι θα μπορούσαμε να επανερμηνεύσουμε και την ίδια την ουτοπική παράδοση μέσα από ένα νέο μετα-μεσσιανικό παράδειγμα.

Ο Μπένγιαμιν, ο εμβριθέστερος ίσως από τους Εβραίους επαναστάτες ρομαντικούς του Μεσοπολέμου, θέλει να συνδυάσει τη μεσσιανική προοπτική της «οριστικής» ρήξης με τον κόσμο της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας με την πιο ριζική κριτική της «προόδου» και του εργαλειακού διαφωτισμού. Το 1917, σε μία επιστολή του στον Γκέρσομ Σόλεμ, θα γράψει πως «ο ρομαντισμός είναι το τελευταίο κίνημα το οποίο σώζει για μια ακόμα φορά την παράδοση μέσα στο παρόν»20, ενώ σε όλο του το έργο θα καταγγέλλει αδιάκοπα τις αυταπάτες της προόδου. Στο κύκνειο άσμα του, το Για την έννοια της ιστορίας –λίγο πριν την αυτοκτονία του το 1940–, θα στηλιτεύσει την τεχνοκρατική λογική της σοσιαλδημοκρατίας η οποία «εξετάζει μόνον τις προόδους της κυριαρχίας πάνω στη φύση και όχι της οπισθοδρομήσεις της κοινωνίας. Παρουσιάζει τα ίδια τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά που θα συναντήσουμε αργότερα στον φασισμό»21. Ο Μπένγιαμιν προσχωρεί στον μεσσιανισμό –όπως και ο Μπλοχ– διότι απορρίπτει τη γραμμικότητα της «προόδου», την οποία υπερασπίζονται «οι οπαδοί της φιλοσοφίας του ατμού και των χημικών σπίρτων», για τους οποίους η πρόοδος «εμφανίζεται με τη μορφή μιας ατελείωτης σειράς»22. Ο μεσσιανισμός του ταυτίζεται με την επαναστατική ρήξη και «ασυνέχεια».

Μια τέτοια επιλογή [την οποία συμμερίστηκε εν πολλοίς και ο υποφαινόμενος στο παρελθόν] ίσως αποτελούσε μονόδρομο μέχρι την πλήρη έκπτωση της μεσσιανικής προσδοκίας σε ολοκληρωτικά συστήματα – σταλινισμός, Κόκκινοι Χμερ, ναζισμός, ορθόδοξος σιωνισμός ή βιο-τεχνολογικός εφιάλτης. Τωόντι, μέχρι και την «Πολιτιστική Επανάσταση» στην Κίνα, που μετέτρεψε στο αντίθετό του το πλέον απελευθερωτικό αίτημα στην ιστορία, την εξάλειψη της διαφοράς χειρωνακτικής-διανοη­τι­κής εργασίας, ακριβώς εξ αιτίας του εγκλωβισμού της σε έναν μονοδιάστατο μεσσιανισμό, η ριζική απελευθέρωση θα εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά υπό το ένδυμα του μεσσιανισμού.

Όλες οι επαναστάσεις στο παρελθόν, από τη χριστιανική έως τη ρώσικη –ακόμα και η ελληνική του 1821– υπήρξαν στον ένα ή άλλο βαθμό «μεσσιανικές». Στον αντίποδα, η διαιώνιση της υπάρχουσας «τάξης» πραγμάτων θα εμφανίζεται ως κανονικότητα, ως απόρριψη των «μεγάλων αφηγήσεων», υπό το πρόσχημα της απόρριψης των συνεπειών του ολοκληρωτισμού. Έτσι ο καθείς ήταν υποχρεωμένος να επιλέξει, είτε την επανάσταση ως μεσσιανισμό είτε την αποδοχή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων ως «αντι-ολοκληρωτισμό» και «δημοκρατία». Το δίλημμα αίρεται όταν από τον μεσσιανισμό απομείνει μόνον ο ολοκληρωτισμός ενώ η «δημοκρατία», απογυμνωμένη από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο, τείνει να ταυτιστεί με τον ολοκληρωτικό αντίπαλό της, υπό τη μορφή της στρατοκρατικής παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής ολοκληρωτικής εσχατολογίας. Η άρση του διλήμματος διασώζει το ανατρεπτικό, αισιόδοξο μήνυμα του μεσσιανισμού –πως ο κόσμος είναι δυνατόν να αλλάξει– μέσα σε μια διαφορετική ιδεολογική σύνθεση, με την υπέρβαση των όρων της παλαιάς αντιπαλότητας, σε μια τέλεια εγελιανή αντιστροφή, έστω και για μία φορά.

Ο εβραϊκός μεσσιανισμός θα συνεχίσει έτσι να αποτελεί σημείο αναφοράς και έμπνευσης, όπως και ο χριστιανικός-χιλιαστικός, ο κομμουνιστικός, ο αναρχικός του Μπακούνιν, ο ορθόδοξος στην εκδοχή του Ντοστογιέφσκι. Αλλά όχι πλέον ως πρόταγμα για το μέλλον σε ό,τι αφορά τη μορφή και τις μεθόδους, αλλά ως παρακαταθήκη. Και δεν θα λάβει τέλος το όνειρο της ανθρώπινης απελευθέρωσης επειδή δεν χρειαζόμαστε πλέον κάποιον Μεσσία, υπεριστορικό ή –ακόμα χειρότερα– ιστορικό. Ίσως, αντίθετα, έλθει πιο κοντά στην καθημερινότητά μας.

Ο εβραϊκός μεσσιανισμός επιβιώνει σήμερα μόνον ως σιωνισμός. Η «κακή» του πλευρά, ο παρτικουλαρισμός, η αποκλειστικότητα, κυριάρχησε πάνω στην απελευθερωτική. Είναι καιρός αυτή η τελευταία να αποτινάξει το κέλυφος του Μεσσιανισμού και να κρατήσει από τους Εβραίους προφήτες και μεσσίες, μεγάλους και μικρούς, από τον Ησαΐα, τον Χριστό και τον Μαρξ, μέχρι τους επαναστάτες απογόνους τους, του 20ού αιώνα, το μήνυμα, το ριζικό αίτημα της απελευθέρωσης. Ίσως ο Φραντς Κάφκα, όπως αρμόζει σ’ έναν μεγάλο και προφητικό συγγραφέα –καθόλου τυχαία Εβραίο–, θα προβλέψει αυτή την εξέλιξη, και θα σημειώσει σε ένα κείμενό του της 4ης Δεκεμβρίου 1917: «Ο Μεσσίας δεν θα έρθει παρά όταν δεν θα είναι πια αναγκαίος, δεν θα έρθει παρά μία μέρα μετά τον ερχομό του, δεν θα έρθει την τελευταία αλλά την εντελώς τελευταία ημέρα»23.
---------------------------
Σημειώσεις:
1. Michael Löwy, Λύτρωση και Ουτοπία, Ψυχογιός, Αθήνα 2002. (ΔΕΣ: ΜΕΡΟΣ Α')
2. Όσο για τον αντισημιτισμό, αυτός αφορούσε κυρίως τα λαϊκά στρώματα, ειδικά στην Κεντρική Ευρώπη και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, διότι οι Εβραίοι τοκογλύφοι και ενοικιαστές φόρων, εκτός από τη λαϊκή εχθρότητα, αντιμετώπιζαν και τη συστηματική αντίθεση της εκκλησίας, ενώ οι φτωχοί Εβραίοι των γκέτο, παράλληλα με την καταπίεση των ραβίνων, υφίσταντο και τις συνέπειες αυτού του λαϊκού αντισημιτισμού και μεταβάλλονταν στα πρώτα θύματα των πογκρόμ. Μόνο μετά την κατάργηση των γκέτο εμφανίζεται και ένας νέος τύπος αντισημιτισμού των δυτικών αρχουσών τάξεων, ο οποίος εκφράζεται με το σύγχρονο αντισημιτικό πνεύμα που εγκαινιάζεται με τον Τσάμπερλαιν και συνδέεται με την εθνική και ιμπεριαλιστική φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, για τον οποίο ο εβραϊκός κοσμοπολιτισμός αποτελούσε πισώπλατo χτύπημα ή ακόμα και «προδοσία», ιδιαίτερα στη σχετικά καθυστερημένη από την άποψη της καπιταλιστικής ανάπτυξης και αποικιακής επέκτασης Μεσευρώπη. Αλλά και στη Γαλλία εμφανίστηκαν παρόμοιες αντιδράσεις, αν αναλογιστούμε την υπόθεση Ντρέιφους και τον αντισημιτισμό ενός Εντουάρ Ντρυμόν και ενός Σαρλ Μωράς.
Ακόμα και στις ΗΠΑ θα αναπτύσσεται ένας έρπων ή ακόμα και ανοικτός αντισημιτισμός, μέχρι τουλάχιστον τη δεκαετία του ‘60. Για τον γερουσιαστή Μακάρθυ εξ άλλου οι κομμουνιστές ήταν και Εβραίοι. (πράγμα που συχνά ήταν αλήθεια). [Βλέπε Bernard Lazare, L’ antisémitisme, son histoire et ses causes, (1894) (www. bernard-lazare.com) και Aux Editions de la Différence, Παρίσι 1984˙ Israel Sahak, Jewish History, Jewish Religion, The Weight of Three Thousand Years, Pluto Press, Λονδίνο].
3. Στο 2ο Συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Ρωσίας, το 1903, σχεδόν οι μισοί αντιπρόσωποι ήταν εβραϊκής καταγωγής χωρίς να συνυπολογίσουμε και το εβραϊκό κόμμα Μπουντ. Το 1906, από τα μέλη του κόμματος, 31.000 ήταν Ρώσοι, 26.000 Πολωνοί, 11.000 Λετονοί (και ανάμεσα σε αυτούς σχεδόν το ήμισυ εβραϊκής καταγωγής), ενώ στην Μπουντ, ως εβραϊκή οργάνωση συνδεδεμένη με το κόμμα, συμμετείχαν 30.000 μέλη. Βλέπε Amos Elon, The Israelis, Founders and Sons, Holt, Rinehart & Winston, Νέα Υόρκη, 1971, σ. 59, Thomas Masaryk, The Spirit of Russia, τ. Ι, σ. 123 και προπαντός L. Dennen, The Jew in the Russian Revolution, Menorah Journal, Νέα Υόρκη 1932.
4. Dictionnaire encyclopédique du Judaïsme, Bouqins, Cerf/Robert Laffont, σσ. 660-664.
5. L. Wittgenstein, Πολιτισμός και Αξίες, Καρδαμίτσας, Αθήνα 2000, σσ. 40-41.
6. Ό.π., σ. 43
7. Ray Monk, Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Το χρέος της μεγαλοφυΐας, Scripta, Αθήνα 2002, σσ. 318-319.
8. Βλέπε Isaiah Berlin, “Τhe life and opinions of Moses Hess”, στο Against the Current, Essays in the History of Ideas, Oxford University Press, Λονδίνο 1981, σσ. 213-251.
9. Εγκαινίασε έτσι, πρώιμα και σε μια διαφορετική συγκυρία, την προβληματική της καταγγελίας από τους σύγχρονους υποστηρικτές του σιωνισμού των «Εβραίων που μισούν τον εβραϊσμό τους». Σε αυτά τα πλαίσια θα διωχθεί σήμερα δικαστικά στη Γαλλία και ο γαλλοεβραίος συγγραφέας Εντγκάρ Μορέν για «αντισημιτισμό», ενώ ο Μπερνάρ Ανρί Λεβύ θα κατηγορήσει την Εβραία διανοούμενη Χάνα Άρεντ για «μίσος προς τον εαυτό της». [Βλ B.H. Levy, Les aventures de la Liberté, Grasset, Παρίσι 1991.]
10. Και θα αποτελεί μέχρι σήμερα πηγή έμπνευσης τόσο για τους… σιωνιστές (στη Γαλλία υπάρχει και σιωνιστικών κατευθύνσεων «Κύκλος Μπερνάρ Λαζάρ») όσο και για τους σύγχρονους …αντισημίτες που θα δημοσιεύουν ορισμένα από τα κείμενά του στις ιστοσελίδες τους. Βλέπε Philippe Oriol, Bernard Lazare, Παρίσι, Stock, 2003 καθώς και Μ. Löwy, ό.π., Λύτρωση κλπ., κεφ. 9, σσ. 268-298.
11. Βλ. Bernard Lazare, L’ antisémitisme, son histoire et ses causes, (1894) (www. bernard-lazare.com), σ. 58.
12. Μ. Löwy, ό.π., Λύτρωση κλπ., κεφ. 9, σσ. 292-293.
13. Έντονη υπήρξε η αντίθεση του Λένιν –αλλά και των Εβραίων αντισιωνιστών, όπως ο Τρότσκι και η Λούξεμπουργκ– με την αντίληψη μιας χωριστικής και χωριστής οργάνωσης των Εβραίων εργατών στα πλαίσια του ρωσικού εργατικού κινήματος την οποία διεκδικούσε η οργάνωση των Εβραίων της Ρωσίας, η «Μπουντ». Στη συνέχεια, μεγάλο μέρος των στελεχών της πέρασε στο αριστερό σιωνιστικό κίνημα και μετανάστευσαν στην Παλαιστίνη. Dictionnaire encyclopédique du Judaïsme, Bou­qins, Cerf/Robert Laffont, Παρίσι 1966, σσ. 1195-98.
14. Βλέπε τα βιβλία του Gershom Scholem, Le messianisme juif, Essais sur la spiritualité du judaïsme, Calman-Levy, Παρίσι 1974, καθώς και το, Walter Benja­min, Histoire d’ une amitié, Calman-Levy, Παρίσι 1981,του Franz Rosenzweig, L’ étoile de la Rédemption, Παρίσι 1982 και του Μάρτιν Μπούμπερ, Μονοπάτια στην Ουτοπία, Νησίδες, Σκόπελος 2000.
15. Dictionnaire encyclopédique du Judaïsme, Bouqins, Cerf/Robert Laffont, σ. 662.
16. Μέχρι το 1989, ένα σημαντικό μέρος τους θα παραμείνει στη Σοβιετική Ένωση, ενώ στη Δυτική Ευρώπη η μόνη σημαντική κοινότητα, περίπου 1% του συνολικού πληθυσμού της χώρας, θα συνεχίσει να ζει στη Γαλλία.
17. Χαρακτηριστική είναι και η εσωτερική μετεξέλιξη του σιωνιστικού κινήματος τα τελευταία είκοσι χρόνια στο ίδιο το Ισραήλ: το επίκεντρο του σιωνισμού δεν είναι πλέον τα αριστερά κόμματα (το Εργατικό Κόμμα θα χάσει για πρώτη φορά τις εκλογές το 1977) αλλά τα θρησκευτικά. Οι έποικοι στα κατεχόμενα δεν θα είναι μέλη των αριστερών οργανώσεων που δημιούργησαν τα κοινόβια των κιμπούτς, αλλά, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι θρησκευτικοί φονταμενταλιστές, του Γκους Εμουνίμ, και του ορθόδοξου εβραϊσμού που αρνούνται κάθε οικουμενικότητα και υποστηρίζουν την εβραϊκή πρωτοκαθεδρία του «Βασιλείου του Δαυίδ».
18. Βλέπε στο Γ. Καραμπελιάς (επιμ.), Εβραίοι εναντίον του σιωνισμού, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2003, με κείμενα των Τσόμσκι, Φινκελστάιν, Σαχάκ, Σαμίρ κ.ά. Eνδιαφέρον παρουσιάζει και το βιβλίο των εβραϊκής καταγωγής διανοουμένων, E. Balibar, R. Brauman, J. Butler, S. Cypel, E. Hazan, D. Lindenberg, M. Saint-Ypéry, D. Sieffert, M. Warschafski, Antisémitisme: l’ intolérable chantage, La Décou­verte, Παρίσι 2003, το οποίο αναφέρεται ακριβώς στον γενικευμένο εκβιασμό που ασκείται από τους σιωνιστικούς κύκλους, στρέφεται και ενάντια στους Εβραίους, και συνίσταται στο να παρουσιάζεται ως αντισημιτισμός κάθε κριτική στο Ισραήλ.
19. Βλέπε Άσγκερ Γιορν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, εκδ. Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2003.
20. W. Benjamin, Correspondance, Aubin, Παρίσι 1979, τόμ. Ι. 1910-1928, σ. 138.
21. W. Benjamin, «Sur le concept de l’ histoire» στο Oeuvres III, Gallimard, folio, Παρίσι 2000, σ. 436.
22. Ανφρ. από τον Michael Löwy, ό.π., Λυτρ. κ.λπ. σ.175.
23. Βλέπε M. Löwy, ό. π., σ.126.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 

Ο Μεσσιανισμός Και Η Ηθική Φιλοσοφία Του Emmanuel Levinas

Η σχέση της ηθικής φιλοσοφίας του Emmanuel Levinas με τον Ιουδαϊκό Μεσσιανισμό έχει ελάχιστα ερμηνευθεί. Συνήθως η έμφαση δίνεται στις χουσσερλιανές πηγές της ηθικής μεταφυσικής του Levinas, καθώς και στην αλληλόδρασή της με την χαϊντεγκεριανή οντολογία. Ωστόσο, ο Ιουδαϊκός Μεσσιανισμός συγκροτεί μια από τις σημαντικότερες καταγωγικές περιοχές της ηθικής γενεαλογίας του Levinas, και το παράδοξο του μεσσιανικού χρόνου και της μεσσιανικής συνείδησης συνιστά μια κεντρική αρτηρία μέσω της οποίας τροφοδοτείται διαρκώς η γενεαλογία αυτή.

Θέτοντας το ερώτημα κατά πόσον η αιωνιότητα είναι μια νέα δομή του χρόνου ή μια ακραιφνής επαγρύπνηση της μεσσιανικής συνείδησης, ο Levinas αποκαλύπτει μια φιλοσοφική προοπτική άρρηκτα συνδεδεμένη με τον μεσσιανικό χαρακτήρα του δράματος του χρόνου ως μυστικού μέσω του οποίου πιστοποιείται η ρήξη της συνέχειας του ιστορικού χρόνου και η αναμονή της ευτυχισμένης αιωνιότητας. Ο μεσσιανισμός του Levinas μας παραπέμπει στους μεσσιανικούς διαλογισμούς του Gershom Scholem και του Walter Benjamin.

Μεσσιανισμός και Ελληνισμός

Ο μεσσιανισμός στηρίχτηκε στην πίστη μιας εκ βάθρων ανατροπής, μιας Ανατροπής που θα εκφραστεί με τον ιουδαϊκό προφητισμό, τη Δευτέρα Παρουσία, την Αποκάλυψη, τη βασιλεία των δικαίων, την επανάσταση, ή, σήμερα πλέον, την τεχνολογική εσχατολογία του μετανθρώπου και της βιοτεχνολογίας που, σύμφωνα με τις επαγγελίες της, θα μας προσφέρει την αθανασία!

Μεσσιανικά όνειρα και προφητείες συνόδεψαν όλες τις μεγάλες ιστορικές απόπειρες ανατροπής του status quo: τις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τα εξισωτικά κοινωνικά κινήματα (κομμουνισμός), τα επεκτατικά αποικιοκρατικά ρεύματα όπως αυτά της Δύσης μετά τον 12ο αιώνα,τα ακραία εθνικιστικά ρεύματα, όπως ο ναζισμός, ο σιωνισμός, που ευαγγελίζονται την κυριαρχία μιας περιούσιας φυλής, τέλος σύγχρονα ρεύματα όπως ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός.

Σε κάθε εποχή, τα μεγάλα μεσσιανικά ρεύματα έπαιρναν ποικίλες μορφές και εκδηλωνόταν με πολλαπλές εκφάνσεις. Ο μεσσιανισμός, στη Δύση, εκφράστηκε τόσο με τη σοβαρή θεολογική εκδοχή του όσο και με το λαϊκό μεσσιανισμό. Οι δοξασίες για τον Αντίχριστο, τη Δευτέρα Παρουσία και τα Χιλιαστικά οράματα χαρακτηρίζουν ολόκληρη την περίοδο του ύστερου Μεσαίωνα και της πρώτης Αναγέννησης και τροφοδοτούν τις σταυροφορίες και τις επιδρομές κατά της χριστιανικής και της ισλαμικής Ανατολής. Λόγιος και λαϊκός, ο μεσσιανισμός θα καταλήξει στην πίστη για τη μεσσιανική αποστολή του “λευκού δυτικού ανθρώπου”. Οι Ισπανοί σταυροφόροι και ιεροεξεταστές θα καίνε τους Ινδιάνους, οι Πορτογάλοι τους Απω-ασιάτες και οι Αγγλογάλοι θα “εκπολιτίζουν” τους Αφρικανούς. Η πίστη του αμερικανικού προτεσταντισμού στη μεσσιανική αποστολή των Αμερικανών θα συνεχίζει να εκφράζεται πολλαπλά: από την εξολόθρευση των Ινδιάνων έως τις ατομικές βόμβες της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι και την “εξολόθρευση” των Ταλιμπάν. Η πλέον παροξυστική μορφή του ευρωπαϊκού ρατσισμού, ο ναζισμός, θα τροφοδοτηθεί από το μεσσιανικό όνειρο του χιλιετούς Ράιχ των Αρείων. Ο ιουδαϊκός μεσσιανισμός, η αρχέγονη μήτρα του μεσσιανισμού, για 3.000 χρόνια, θα διατηρεί την ελπίδα και την ταυτότητα ενός λαού, αρχίζοντας από τον Μωϋσή, περνώντας από τον Ησαΐα και τον Δανιήλ, θα πυροδοτεί εξεγέρσεις, όπως των Μακκαβαίων και του Μπαρ Χοκμπά και φθάνοντας μέχρι τη σύγχρονη “επιστροφή” στη Σιών με την αποικιοκρατία και την πίστη στη φυλετική και πνευματική ανωτερότητα του περιούσιου λαού.

Ο κομμουνιστικός μεσσιανισμός θα επιχειρήσει να εκκοσμικεύσει τη μεσσιανική προσδοκία και με φορέα την “καθολική τάξη” των προλεταρίων να οδηγήσει όχι πλέον στο βασίλειο του Θεού, αλλά της ισότητας επί της γης, αίροντας κάθε “πόνο και οδυρμό”. Και όλοι γνωρίζουμε, ιδιαίτερα όσοι συμμεριστήκαμε αυτό το όνειρο, τόσο τις μεγάλες κατακτήσεις (επέκταση των ελευθεριών) αλλά και τις απογοητεύσεις που έφερε αυτό το όραμα (κατάρρευση του υπαρκτού κομμουνισμού).

Σήμερα η ανθρωπότητα –παρόλο που συνεχίζουν να επιβιώνουν μορφές του πολιτικο-θρησκευτικού μεσσιανισμού, όπως ο ισλαμισμός– βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα μορφή μεσσιανισμού, τον τεχνολογικό. Μια και η θρησκευτική μεσσιανική προσδοκία έχει εξασθενίσει και η κοινωνική δοκίμασε ένα ισχυρότατο πλήγμα, ο νέος Μεσσίας θα είναι η τεχνολογία η οποία θα απαντήσει σε όλες τις προσδοκίες μας. Αυτός ο τεχνολογικός μεσσιανισμός θα εκφράζεται με τις προσδοκίες της έλευσης του μετανθρώπου αλλά και θα επενδύεται με στοιχεία ανορθολογικά, μυστικιστικά, ή ακόμα και… γελοιογραφικά. Στην Αμερική, πάνω από το 50% του πληθυσμού πιστεύει στα UFO και την παρουσία των εξωγήινων ανάμεσά μας. Ο Θεός γίνεται ένας τεχνολογικός Θεός ή μια ανώτερη νοημοσύνη που από το διάστημα “καθοδηγεί” την ανθρώπινη δραστηριότητα. Η “θρησκεία” του New Age είναι ακριβώς αυτή η απόπειρα ενός συγκρητισμού ανάμεσα στο θρησκευτικό συναίσθημα και τον τεχνολογικό μεσσιανισμό.

Στη σημερινή Ελλάδα, σε μια εποχή βαθύτατης κρίσης και παρακμής, δεν είναι καθόλου τυχαίο πως, απέναντι στα αδιέξοδα, αρκετοί Έλληνες στρέφονται προς την αρχαιότητα –γεγονός που θα μπορούσε να έχει και θετικές πλευρές– ενώ ορισμένοι αποπειρώνται όχι απλώς να επιστρέψουν στο “δωδεκάθεο” αλλά και να συνδυάσουν αυτή την επιστροφή με τα UFO, τους εξωγήινους και τα “διαστημόπλοια” των αρχαίων Ελλήνων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο τεχνολογικός μεσσιανισμός αποκτάει μυθολογική και… χιουμοριστική χροιά. Οι Έλληνες λοιπόν δεν θα σωθούν μέσα από την ενεργοποίησή τους σε μια εναλλακτική κατεύθυνση στο παρόν, αλλά με την προσφυγή τους σε “Ομάδες Έψιλον” και άλλους παρόμοιους κρετινισμούς.

Απέναντί μας ο εβραϊκός μεσσιανισμός, μέσα από τη σιωνιστική του μετεξέλιξη, μεταβάλλεται από απελευθερωτικό πρόταγμα σε ρατσιστικό παραλήρημα και κινδυνεύει να οδηγήσει σε παγκόσμια ανάφλεξη. Στην Ελλάδα, μια χώρα που δυστυχώς μόνον ο Μποστ και οι γελοιογράφοι [βλέπε και Μητσικώστα] μπορούν να αποδώσουν ρεαλιστικά, καταντήσαμε το υποκατάστατο του μεσσιανισμού να είναι τα γελοία “οράματα” φρενοβλαβών ή απατεώνων.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α'

Φιλλίς και Δημοφών: Ο μύθος της Αμυγδαλιάς

Η Ελληνική μυθολογία μας διηγείται τον μύθο της Αμυγδαλιάς που κάθε χρόνο την άνοιξη φοράει τα λευκά της..

Μετά την λήξη του τρωικού πολέμου ο βασιλεύς της πόλεως των Αθηνών Μενεσθεύς ή Μενεσθέας σκοτώθηκε στην Τροία και τον διαδέχθηκε ο Δημοφών ή Δημοφώντας. Ο Δημοφών ήταν γιος του Θησέα και της Φαίδρας.

Ταξιδεύοντας στο Αιγαίο με σκοπό να επιστρέψει στην Αθήνα, κάποτε έφθασε στις ακτές της Θράκης ίσως για να γλιτώσει από κάποια θαλασσοταραχή. Στην ακρογιαλιά έπαιζε μια παρέα κοριτσιών. Ανάμεσά τους ήταν και η Φυλλίδα η κόρη του βασιλιά Σίθωνα. Ο Δημοφώντας επικεφαλής των ναυτών ζήτησε από τα κορίτσια να μην φοβούνται. Οι άνδρες έψαχναν απλά μια πηγή για να γεμίσουν με νερό τα άδεια τους δοχεία. Η βασιλοπούλα γοητευμένη από τους ευγενικούς τρόπους του νεαρού Δημοφώντα και εμπιστευόμενη το ένστικτό της κάλεσε τους στρατιώτες στο παλάτι όπου τους φιλοξένησαν με τιμές. Η πριγκιποπούλα γοητεύτηκε από την στάση και το παράστημα του Δημοφώντα. Μα και κείνος δεν έμεινε αδιάφορος από την χάρη και την ομορφιά της κόρης. Ο Έρωτας δεν άργησε να έλθει. Ήταν φλογερός και αμοιβαίος. Τον γάμο των δυο νέων ευλόγησε ο βασιλιάς Σίθωνας εκτιμώντας το ήθος και την ευγενική καταγωγή του γαμπρού του. Τίμησε δε την ένωση αυτή με πλούτη και γη από το βασίλειο του φροντίζοντας να μην λείψει τίποτα από τους νεόνυμφους.

Όμως την χαρά και την ευτυχία του έγγαμου βίου τους, σκίαζε για το νεαρό βασιλόπουλο η νοσταλγία της πατρίδας του. Έτσι ζήτησε από την νεαρή σύντροφό του να του επιτρέψει να ταξιδέψει για λίγο μέχρι την Αθήνα. Η κοπέλα διστακτικά δέχτηκε και μετά από λίγο τον αποχαιρετούσε φιλώντας τον τρυφερά και κουνώντας του το μαντίλι του αποχαιρετισμού. Τον παρακάλεσε να μην καθυστερήσει διόλου την επιστροφή του μα να βρεθεί σύντομα πάλι κοντά της. Το ταξίδι, όμως, ήταν μακρύ και χρονοβόρο και στην Αθήνα φίλοι και συγγενείς καθυστερούσαν την αναχώρηση του νέου.

Οι μήνες περνούσαν και η γλυκιά προσμονή της κόρης μετατράπηκε σε αβάσταχτο μαρτύριο. Φοβόταν πως κάτι άσχημο είχε συμβεί στον καλό της και ανυπόφορος πόνος σκέπαζε την ψυχή της. Όμως ο ατελείωτος χρόνος της προσμονής και οι μαύρες σκέψεις δεν έσβηναν μέσα της την ελπίδα της επιστροφής του. Ήξερε πως τα αισθήματα και των δύο ήταν τόσο δυνατά που τίποτε στον κόσμο δεν θα μπορούσ να τα σβήσει. Γιατί όμως αργούσε τόσο πολύ; Πόθος και αγωνία κατέτρωγε την όμορφη πριγκιποπούλα. Κάθε ξημέρωμα πήγαινε στο σημείο του αποχαιρετισμού και περίμενε. Στέκονταν εκεί ακίνητη με το χέρι να σκιάζει τα μάτια της και το βλέμμα καρφωμένο στο βάθος του ορίζοντα εκεί ακριβώς που χάθηκε ο αγαπημένος της. Ήξερε πως δεν την είχε ξεχάσει. Όμως η κόρη έσβηνε μέρα με την μέρα. Είχε γίνει πια τόσο χλωμή και αδύνατη που οι θεοί την λυπήθηκαν και για να μην υποφέρει άλλο την μεταμόρφωσαν σε όμορφο λυγερόκορμο δέντρο, την Αμυγδαλιά.

Κι ο Δημοφώντας όμως δεν μπορούσε μακριά από την αγαπημένη του. Αγνοώντας τις νουθεσίες φίλων και συγγενών να παραμείνει μέχρι να ανοίξει ο καιρός, εκείνος ξεκίνησε μες στην καρδιά του χειμώνα το ταξίδι της επιστροφής. Για μέρες περπατούσε μες στον βοριά, το κρύο και το χιόνι ώσπου έφτασε στη Θράκη. Αναζητώντας την αγαπημένη του έφτασε στο σημείο του αποχαιρετισμού. Εκεί ακριβώς είδε να στέκεται ένα ψηλό ξεραμένο δέντρο χωρίς καρπούς και φύλλα. Ο νέος κατάλαβε τι είχε συμβεί και βγάζοντας μια κραυγή πόνου με δάκρυα στα μάτια αγκάλιασε σφιχτά τον ξερό κορμό σαν να αγκάλιαζε το σώμα της αγαπημένης του.

Και τότε σαν από θαύμα, ζωή πλημμύρισε το άψυχο ξύλο και τα γυμνά κλαδιά του δέντρου στολίστηκαν με πανέμορφα μικρά λευκά άνθη που ανέδυαν μια υπέροχη, ντελικάτη ευωδία...»

Ο ηθικός συλλογισμός

Σε τι συνίσταται ο ηθικός συλλογισμός;

Για να δούμε πώς μπορεί να αναπτυχθεί ο ηθικός συλλογισμός. θα εξετάσουμε μια ευφάνταστη υποθετική ιστορία που έχει συζητηθεί πολύ από τους φιλόσοφους.

Ένα τρένο εκτός ελέγχου

Ας υποθέσουμε ότι είστε ο οδηγός ενός τρένου που τρέχει στις γραμμές με ταχύτητα εξήντα μίλια την ώρα. Μπροστά σας βλέπετε πέντε εργάτες που στέκονται στις γραμμές, με τα εργαλεία στο χέρι. Προσπαθείτε να σταματήσετε, αλλά δεν μπορείτε. Τα φρένα δεν δουλεύουν. Είστε απελπισμένος, γιατί γνωρίζετε ότι, αν πέσετε πάνω στους πέντε εργάτες, θα πεθάνουν όλοι. (Ας υποθέσουμε ότι το γνωρίζετε με βεβαιότητα.)

Ξαφνικά, παρατηρείτε μια παράπλευρη σιδηροτροχιά, στα δεξιά. Και σε αυτές τις γραμμές υπάρχει ένας εργάτης, αλλά μόνο ένας. Συνειδητοποιείτε ότι μπορείτε να στρέψετε το τρένο στην παράπλευρη τροχιά, σκοτώνοντας τον έναν εργάτη, αλλά σώζοντας τους πέντε.

Τι θα πρέπει να κάνετε; Οι περισσότεροι άνθρωποι θα έλεγαν: «Στρίψτε! Αν και είναι τραγικό να σκοτώσει κανείς έναν αθώο, είναι ακόμη χειρότερο να σκοτώσει πέντε». Η θυσία μιας ζωής για να σωθούν πέντε φαίνεται ότι είναι το σωστό στην προκειμένη περίπτωση.

Τώρα εξετάστε μια άλλη εκδοχή της ιστορίας του τρένου. Αυτή τη φορά, δεν είστε ο οδηγός, αλλά ένας παρατηρητής, που στέκεται σε μια γέφυρα πάνω από τις γραμμές. (Αυτή τη φορά, δεν υπάρχει καμία παράπλευρη σιδηροτροχιά.) Έρχεται ένα τρένο, και στην άκρη των γραμμών βρίσκονται πέντε εργάτες. Και πάλι, τα φρένα δεν δουλεύουν. Το τρένο θα πέσει πάνω στους πέντε εργάτες. Νιώθετε ανίκανος να εμποδίσετε αυτή την καταστροφή – μέχρι που παρατηρείτε ότι δίπλα σας στη γέφυρα στέκεται ένας πολύ βαρύς άνδρας. Μπορείτε να τον σπρώξετε για να πέσει από τη γέφυρα πάνω στις γραμμές, στον δρόμο του επερχόμενου τρένου. Θα πέθαινε, αλλά θα σώζονταν οι πέντε εργάτες. (Σκέφτεστε να πηδήξετε και ο ίδιος, αλλά συνειδητοποιείτε ότι είστε πολύ μικρός για να σταματήσετε το τρένο.)

Θα ήταν σωστό να σπρώξετε τον βαρύ άνδρα στις γραμμές; Οι περισσότεροι θα έλεγαν: «Φυσικά όχι. Θα ήταν φρικτό να σπρώξει κανείς τον άνδρα στις γραμμές».

Το να ρίξει κάνεις έναν άνθρωπο από μια γέφυρα στον σίγουρο θάνατο μοιάζει πράγματι αποτρόπαιο, ακόμη κι αν έτσι θα σώζονταν πέντε αθώες ζωές. Αλλά αυτό γεννά ένα ηθικό αίνιγμα, γιατί η αρχή που φαίνεται σωστή στην πρώτη περίπτωση -η θυσία μιας ζωής για να σωθούν πέντε- φαίνεται λάθος στη δεύτερη;

Αν, όπως, δείχνει η αντίδρασή μας στην πρώτη περίπτωση, οι αριθμοί έχουν σημασία -αν είναι καλύτερο να σώσει κανείς πέντε ζωές απ’ ό,τι μία- γιατί δεν θα έπρεπε να εφαρμόσουμε αυτή την αρχή και στη δεύτερη περίπτωση, και να σπρώξουμε τον άνθρωπο; Φαίνεται βάναυσο να σπρώξουμε αυτό τον άνδρα στον θάνατο, ακόμη κι αν είναι για καλό σκοπό Αλλά είναι λιγότερο βάναυσο να σκοτώσουμε έναν άνδρα ρίχνοντας πάνω του ένα τρένο;

Ο λόγος, ίσως, για τον οποίο είναι λάθος να τον σπρώξουμε είναι ότι με τον τρόπο αυτό χρησιμοποιούμε τον άνδρα στη γέφυρα ενάντια στη βούλησή του. Δεν επέλεξε να εμπλακεί, στο κάτω κάτω. Απλώς στεκόταν εκεί.

Αλλά το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί και για το πρόσωπο που εργάζεται στην παράπλευρη σιδηροτροχιά. Ούτε αυτό επέλεξε να εμπλακεί. Έκανε απλώς τη δουλειά του, δεν προσφέρθηκε εθελοντικά να θυσιάσει τη ζωή του σε περίπτωση που ένα τρένο έβγαινε εκτός ελέγχου. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι εργάτες του σιδηροδρόμου αναλαμβάνουν εκούσια έναν κίνδυνο που δεν αναλαμβάνουν οι παρατηρητές. Αλλά ας υποθέσουμε ότι η προθυμία να πεθάνει κανείς σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, για να σώσει τις ζωές άλλων, δεν είναι μέρος των απαιτήσεων της εργασίας του και ότι ο εργάτης δεν έχει συμφωνήσει να δώσει τη ζωή του όπως ακριβώς και ο παρατηρητής στη γέφυρα.

Ενδεχομένως η ηθική διαφορά δεν έγκειται στις συνέπειες για τα θύματα -και τα δύο πεθαίνουν- αλλά στην πρόθεση του προσώπου που παίρνει την απόφαση. Ως οδηγός του τρένου. μπορείτε να υπερασπιστείτε την επιλογή σας να κατευθύνετε αλλού το τρένο επισημαίνοντας ότι δεν επιδιώκατε τον θάνατο του εργάτη στις διπλανές γραμμές, αν και ήταν προβλέψιμος· ο σκοπός σας θα είχε επιτευχθεί και πάλι αν, χάρη σε ένα θαύμα της τύχης, σώζονταν οι πέντε εργάτες και ο έκτος κατόρθωνε κάπως και αυτός να επιβιώσει.

Αλλά το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του σπρωξίματος. Ο θάνατος του ανθρώπου που σπρώχνετε για να πέσει από τη γέφυρα δεν έχει ουσιαστική σημασία για τον σκοπό σας.

Το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να μπλοκάρει το τρένο· αν μπορεί να το κάνει και να επιβιώσει με κάποιον τρόπο, θα ήσασταν ευτυχής.

Αν το σκεφτούμε καλύτερα, οι δύο περιπτώσεις διέπονται ίσως από την ίδια αρχή. Και οι δύο ενέχουν τη συνειδητή επιλογή να αφαιρέσει κανείς τη ζωή ενός αθώου ανθρώπου για να αποτρέψει μια ακόμη μεγαλύτερη απώλεια ζωών. Ίσως η απροθυμία σας να σπρώξετε τον άνδρα για να πέσει από τη γέφυρα είναι μια επιφανειακή ευαισθησία, μια διστακτικότητα που θα πρέπει να ξεπεράσετε. Το να σπρώξεις έναν άνθρωπο στον θάνατο με τα ίδια σου τα χέρια φαίνεται πράγματι πιο βάναυσο από το να στρίψεις το τιμόνι ενός τρένου. Αλλά το σωστό δεν είναι πάντοτε εύκολο.

Μπορούμε να ελέγξουμε αυτή την ιδέα μεταβάλλοντας ελαφρά την ιστορία. Ας υποθέσουμε ότι εσείς, ως παρατηρητής. μπορείτε να κάνετε τον σωματώδη άνδρα που στέκεται δίπλα σας να πέσει στις γραμμές χωρίς να τον σπρώξετε· φανταστείτε ότι στέκεται πάνω σε μια καταπακτή την οποία θα μπορούσατε να ανοίξετε στρέφοντας έναν τροχό. Δεν σπρώχνετε, και το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Αυτό θα έκανε σωστή την πράξη σας; Ή μήπως είναι ακόμη χειρότερη ηθικά για εσάς απ’ ό,τι αν στρίβατε, ως οδηγός του τρένου, στην παράπλευρη σιδηροτροχιά;

Δεν είναι εύκολο να εξηγήσει κανείς την ηθική διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις — γιατί το στρίψιμο του τρένου μοιάζει σωστό, ενώ το σπρώξιμο του άνδρα από τη γέφυρα φαίνεται λάθος. Αλλά παρατηρήστε την πίεση που νιώθουμε να σκεφτούμε μια πειστική διάκριση ανάμεσα τους -και αν δεν μπορούμε να το κάνουμε, επανεξετάζουμε την κρίση μας για τη σωστή πράξη σε κάθε περίπτωση. Συλλαμβάνουμε μερικές φορές τον ηθικό συλλογισμό ως έναν τρόπο με τον οποίο επιδιώκουμε να πείσουμε άλλους ανθρώπους. Αλλά είναι επίσης ένας τρόπος για να ξεδιαλύνουμε τις δικές
μας ηθικές πεποιθήσεις, για να διακρίνουμε τι πιστεύουμε και γιατί.

Μερικά ηθικά διλήμματα προκύπτουν από συγκρουόμενες, ηθικές αρχές. Για παράδειγμα, μια αρχή που παίζει, ρόλο στην ιστορία του τρένου λέει ότι θα πρέπει να σώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερες ζωές, αλλά μια άλλη λέει ότι είναι λάθος να σκοτώσουμε ένα αθώο πρόσωπο, ακόμη και για καλό σκοπό. Όταν έχουμε μπροστά μας μια κατάσταση όπου η διάσωση ενός αριθμού ζωών εξαρτάται από τον φόνο ενός αθώου προσώπου, αντιμετωπίζουμε ένα ηθικό δίλημμα. Πρέπει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε ποια αρχή έχει μεγαλύτερο βάρος, ή είναι πιο δόκιμη υπό τις παρούσες συνθήκες.

Λίγοι από εμάς αντιμετωπίζουμε επιλογές το ίδιο μοιραίες με εκείνες που αντιμετώπισε ο αυτόπτης μάρτυρας στο τρένο που ξέφυγε από τον έλεγχο. Αλλά η αναμέτρηση με τα διλήμματα του ρίχνει φως στον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να αναπτύξουμε μια ηθική επιχειρηματολογία, στην προσωπική μας ζωή και στον δημόσιο χώρο.

Η ζωή στις δημοκρατικές κοινωνίες είναι γεμάτη διαφωνίες για το σωστό και το λάθος, για τη δικαιοσύνη και την αδικία. Ορισμένοι είναι υπέρ του δικαιώματος της έκτρωσης, και άλλοι θεωρούν την έκτρωση φόνο. Ορισμένοι πιστεύουν ότι η ακριβοδικία απαιτεί τη φορολόγηση των πλουσίων υπέρ των φτωχών, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι είναι άδικο να αφαιρούμε από τα άτομα χρήματα που κέρδισαν με τις προσπάθειές τους. Ορισμένοι υποστηρίζουν τις θετικές διακρίσεις κατά την επιλογή των εισακτέων στα πανεπιστήμιο ως έναν τρόπο αποκατάστασης των αδικιών του παρελθόντος, ενώ άλλοι τη θεωρούν μια άδικη μορφή αντίστροφης διάκρισης εναντίον ατόμων που αξίζουν να γίνουν δεκτά στα πανεπιστήμια με βάση τα προσόντα τους.

Όταν νιώθουμε το βάρος της σύγχυσης, και την πίεση να την ξεδιαλύνουμε, ωθούμαστε προς τη φιλοσοφία.

Η εκδίκηση καθ’ εαυτή βασίζεται σε ένα αίσθημα ανημποριάς

Η λαχτάρα για εκδίκηση είναι η πιο σημαντική από τις πηγές της μνησικακίας. Η λέξη «μνησικακία» υποδεικνύει αφ’ εαυτής ότι έχουμε μια θυμική παρόρμηση που άρχεται από τη σύλληψη της θυμικής κατάστασης ενός άλλου προσώπου, ότι πρόκειται δηλαδή για μιαν αντί-δραση. Και για να διαπιστώσουμε ότι η λαχτάρα για εκδίκηση ανήκει όντως σε αυτήν την τάξη, αρκεί να την αντιτάξουμε στις άμεσες και ενεργείς ροπές, στην εχθρότητα ή στη φιλία. 

Η λαχτάρα για εκδίκηση συνεπάγεται προσβολή ή πρότερη βλασφημία. Σημειωτέον όμως ότι, εν προκειμένω, αυτή η λαχτάρα δεν συγχέεται επ’ ουδενί με μια ροπή για απόκρουση ή άμυνα, που θα συνοδεύεται από θυμό, λύσσα ή αγανάκτηση. 

Το ζώο που πιάστηκε και δαγκώνει τον κυνηγό δεν ζητάει να εκδικηθεί. Παρόμοια, η άμεση ανταπόδοση μιας γροθιάς δεν συνιστά εκδίκηση. Για να υπάρξει αληθινή εκδίκηση απαιτείται ένα μακρύ σχετικά «διάστημα χρόνου», στη διάρκεια του οποίου η ροπή για άμεση ανταπόδοση και οι συναφείς ορμές του μίσους και του θυμού θα παραμείνουν συγκρατημένες και ανεσταλμένες∙ από την άλλη μεριά, απαιτείται η πράξη της ανταπόδοσης να επιχειρηθεί σε πιο κατάλληλη ευκαιρία και στιγμή («περίμενε και θα δεις την άλλη φορά!»). 

Μάλιστα αυτό που συγκρατεί την άμεση ανταπόδοση είναι η πρόβλεψη για μιαν ενδεχόμενη αποτυχία η οποία υποθάλπεται από ένα διακριτό συναίσθημα «ανημποριάς» και «ανικανότητας». Συνεπώς βλέπουμε ότι η εκδίκηση καθ’ εαυτή βασίζεται σε ένα αίσθημα ανημποριάς∙ ανήκει πάντα και προπάντων σε κάποιον «αδύναμο» (όποια κι αν είναι η μορφή της αδυναμίας του). Κατ’ ουσίαν δεν περιέχει ποτέ το φρόνημα του ανθρώπου που αντιδρά επί τόπου και ουδέποτε εκδηλώνεται σαν θυμική αντίδραση. Ετούτα τα γνωρίσματα καθιστούν τη λαχτάρα για εκδίκηση ένα πεδίο τόσο ευνοϊκό για το θέριεμα της μνησικακίας.

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

Κρατάω τα ηνία των αποφάσεών μου

Εξετάζοντας τα δεδομένα, το μυαλό του ανθρώπου που αναζητά, το πνεύμα και η αναλυτική του σκέψη, τον βοηθούν να αντιληφθεί ότι η ενοχή είναι κακή παρέα. Έτσι, υποκύπτει κάποτε στον πειρασμό να ρίξει σε κάποιον άλλο την ευθύνη για όσα κακά συμβαίνουν (και πάντα βρίσκεται κάποιος).

Σ’ αυτήν την παγίδα, είναι πάντα ο άλλος που σε κάνει να υποφέρεις: η γυναίκα σου σε κάνει να υποφέρεις, ο άντρας σου σε κάνει να υποφέρεις, οι γονείς σου σε κάνουν να υποφέρεις, τα παιδιά σου σε κάνουν να υποφέρεις. Για ότι συμβαίνει φταίει το χρηματοοικονομικό σύστημα, η κοινωνία, ο καπιταλισμός, ο κομμουνισμός, ο φασισμός, η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία, η κοινωνική δομή ή το πεπρωμένο, το κάρμα, ο Θεός ή οι ενωμένες δυνάμεις όλων των προηγουμένων…

Πάντα σ’ αυτήν την παγίδα, αυτό που σε κάνει να υποφέρεις είναι κάτι έξω από σένα, και είναι πιθανό να παίρνεις ανακούφιση για λίγο, ρίχνοντας σε άλλους την ευθύνη.

Την ίδια στιγμή που «ανακαλύπτεις» ποιος ή τι σε βασανίζει κι ένα πρόβλημα δείχνει να λύνεται, ένα άλλο, ίσως πιο σοβαρό, σου χτυπά την πόρτα. Τώρα πια δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για ν’ αλλάξεις μια κατάσταση που παύει να εξαρτάται από σένα.

Όσοι ακόμα δεν ξεπέρασαν αυτή τη δοκιμασία, ξοδεύουν τη ζωή τους μουρμουρίζοντας:
  • Μα είναι δυνατόν να νιώθει κάποιος ευτυχισμένος σε μια κοινωνία τόσο άδικη;
  • Πώς να ζήσεις ευτυχισμένος σε μια χώρα υλιστική σαν ετούτη;
  • Πώς να είσαι ευτυχισμένος αν δεν είναι ευτυχισμένος ο αδελφός σου, ο γιος σου, ο πατέρας σου;
  • Ποιος μπορεί να είναι ευτυχισμένος αν πρέπει να δουλεύει δεκατέσσερις ώρες τη μέρα κάνοντας κάτι που δεν του αρέσει;
  • Πώς να είσαι ευτυχισμένος αν το ταίρι σου δεν ασχολείται μαζί σου, ούτε σου επιτρέπει να είσαι ελεύθερος;
Και μολονότι ξέρουμε ότι όλα αυτά είναι προφάσεις, όταν μπούμε στα βάσανα της ύπαρξης, έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε τρεις δρόμους:

Το δρόμο του προφήτη ιεροκήρυκα. Πρόκειται για έναν ονειροπόλο ιδεαλιστή, έναν μεσσιανικό μυστικιστή ή έναν μάγο του δρόμου, που διακηρύσσει ότι όταν αλλάξει η κοινωνία, όταν επικρατήσει κοινωνική δικαιοσύνη, όταν γυρίσει ο τροχός, όταν ο καθένας αγαπήσει το συνάνθρωπό του κι όταν άπαντες αγαπηθούν… τότε θα έρθει η στιγμή της γενικής ευτυχίας. Λέει σε όποιον τον ακούει, ότι ώσπου να συμβεί αυτό η ευτυχία μας είναι ανέφικτη.

Το δρόμο του παρανοϊκού. Πλάθεις και φαντάζεσαι σενάρια παγκόσμιας συνωμοσίας που υποτίθεται πως έχουν σχεδιαστεί μόνο και μόνο για να μας καταστρέψουν όλους – και ειδικά όσους ανήκουν στην ομάδα σου, τους οικείους σου, αλλά κυρίως εσένα… Και πάνω σ’ αυτό αρχίζεις να αναπτύσσεις μηχανισμούς όλο και πιο νευρωτικούς για να αμυνθείς στους εχθρικούς και μανιώδεις συνωμότες.

Ή… το δρόμο του ανθρώπου που αναζητά τη σοφία, και που προτείνω εδώ. Αποφασίζουμε να πάρουμε τα ηνία στα χέρια μας και να καταλάβουμε, μια για πάντα, ότι η ζωή μας εξαρτάται πρωτίστως και κυρίως από εμάς τους ίδιους.

Αναγνωρίζουμε ότι κανένας άλλος δεν είναι ένοχος για κάτι που μας συμβαίνει, κι ότι αν φέρουμε πάνω μας τραύματα, ήταν πάντα και με τη δική μας συνενοχή.

Όταν πια ξεπεράσουμε την παραπάνω πρόκληση, δεν μας μένουν πολλές εναλλακτικές. Η ευθύνη να ζήσουμε στο παρόν, δεν μας επιτρέπει να ενοχοποιούμε άλλους, καθώς αυτό ακριβώς σημαίνει «ωριμότητα»: να μην αισθανόμαστε συνεχώς την ανάγκη να ενοχοποιούμε άλλους. Αυτό που είμαστε, αυτό που ζούμε κι αυτό που κάνουμε, είναι σε μεγάλο βαθμό δικό μας δημιούργημα.

Εγώ είμαι υπεύθυνος για τη ζωή μου, για όλα μου τα βάσανα, για ότι μου συνέβη άλλοτε κι ότι μου συμβαίνει τώρα. Έτσι το διάλεξα. Αυτούς τους σπόρους έσπειρα, και τώρα μαζεύω τη συγκομιδή, είμαι υπεύθυνος…

Ο άνθρωπος της αναζήτησης μεγαλώνει και μαθαίνει, κι όταν φτάνει η ώρα αυτής της δεύτερης δοκιμασίας ανακαλύπτει, -με ακεραιότητα και χωρίς να κατηγορεί άλλους-, ότι ο βασικός υπεύθυνος για ότι του συμβαίνει είναι ο ίδιος του ο εαυτός.

Όπως συνήθιζε να μου λέει ο δάσκαλος μου: «Εσύ είσαι πάντα ο κύριος των αποφάσεών σου, ακόμα κι αν αυτές είναι σκλάβες υποταγμένες στις πεποιθήσεις σου».

Η μόνη λύση είναι να βρεθεί ένας ενήλικος να με αναλάβει.

Πως να μην διατηρηθούν συμπεριφορές από αυτό που ήμαστε κάποτε, αφού εξακολουθεί πραγματικά να ζει μέσα μας;
Εξακολουθούμε να είμαστε οι έφηβοι, τα μικρά παιδιά και τα μωρά που ήμαστε κάποτε.

Κατοικούν μέσα μας τα μικρά παιδιά που υπήρξαμε κάποτε. Όμως….

Αυτά τα μικρά παιδιά μας κάνουν εξαρτημένους.

Εμφανίζεται αυτό το μικρό παιδί και γίνεται κύριος της προσωπικότητας μου:
  • Γιατί είμαι φοβισμένος,
  • γιατί κάτι μου συμβαίνει,
  • γιατί έχω ένα πρόβλημα,
  • γιατί τα έχω χαμένα,
  • γιατί νιώθω ότι η ζωή μου πήγε χαμένη….
Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, η μόνη λύση είναι να βρεθεί κάποιος, ένας ενήλικος, να με αναλάβει. Αυτός είναι ο λόγος που δεν πιστεύω στην ανεξαρτησία.
  • Γιατί δεν μπορώ να αρνηθώ το μικρό παιδί που ζει μέσα μου.
  • Γιατί δεν πιστεύω ότι αυτό το παιδάκι μπορεί στ’ αλήθεια να με αναλάβει.
Πιστεύω, βέβαια, ότι υπάρχει κι ένας ενήλικος μέσα μου, όταν πλέον είμαι ενήλικος.

Αυτός ο ενήλικος, και όχι κάποιος άλλος, είναι που θα αναλάβει το μικρό παιδί που έχω μέσα μου.

Αυτό είναι αυτοεξάρτηση!

Ο έρωτας δε σου λύνει όλα τα προβήματα· τα μικραίνει

«Ο άνθρωπός μου». Μια φράση που σχεδόν όλοι μας έχουμε πει και περιγράψει ως μια απ’ τις μεγαλύτερες προσδοκίες μας. Έχουμε φανταστεί πως παρέα μ’ εκείνον τον άνθρωπο θα περάσουμε πολλά και μετά από χρόνια, τα γκρίζα μας μαλλιά και το ζαρωμένο δέρμα μας θα μαρτυρούν πως πραγματοποίησαμε ένα όνειρό μας. Πως όλες οι στιγμές -ρομαντικές και κυνικές- που ζήσαμε παρέα θα καταφέρουν και θα μας ολοκληρώσουν ως χαρακτήρες και προσωπικότητες. Πως θα έρθει η πολυπόθητη πληρότητα και θα γίνει κομμάτι μας.

Επειδή, συντροφικότητα σημαίνει να ερωτεύεσαι αργά και σταθερά. Να γνωρίζεις μέσω ενός άλλου ανθρώπου πτυχές που σου ‘ταν άγνωστες μέχρι εκείνη τη στιγμή. Να συνειδητοποιείς πως τελικά αυτό που μετράει δεν είναι η ψευδαίσθηση της τελειότητας που εμφανίζεται στην αρχή μιας ερωτικής σχέσης, αλλά η κατανόηση κι η αποδοχή των ατελειών σου. Αυτές και μόνο αυτές, αφού είναι απολύτως υπαρκτές, μπορούν να καθορίσουν τη μακροημέρευσή της.

Συντροφικότητα σημαίνει να παρατηρείς συνηθισμένα πράγματα -που επιζητούν το κάτι παραπάνω-, να ολοκληρώνονται απ’ την παρουσία ενός άλλου ατόμου. Να αφουγκράζεσαι ανάγκες κι επιθυμίες που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν απ’ τη μοναχικότητα. Να νιώθεις τι σημαίνει το μαζί πέρα από εγωιστικές συμπεριφορές, πέρα από επιφανειακές κι ατέρμονες προοπτικές.

Αυτόν τον άνθρωπο λοιπόν, «τον άνθρωπό τους», κάποιοι τον έχουν βρει και κάποιοι άλλοι είναι στην αναζήτησή του. Κοινός παρανομαστής τους είναι εκείνη η λέξη που δε φέρει τίποτα το περιττό πάνω της. Που δε διαστρεβλώνει την πραγματικότητα κι έχει ξεκάθαρους όρους και κανόνες. Κανόνες που ούτε μπορούν να παρερμηνευθούν ούτε να λοξοδρομήσουν προς μια κατεύθυνση που βγάζει σε αδιέξοδο. Αυτή η λέξη είναι η ιδανικότητα.

Σίγουρα, το ιδανικό έχει πολλές ερμηνείες κι αστερίσκους για τον καθέναν μας ξεχωριστά. Επειδή είμαστε μοναδικά όντα με διαφορετικά βιώματα κι εμπειρίες. Βάζουμε περιορισμούς ως προς τις επιλογές μας. Μιας κι όλοι μας θέλουμε κάτι που θ’ αποδειχτεί ωφέλιμο και θα μας προσφέρει τη θαλπωρή της ασφάλειας. Όμως, το νόημά, παραμένει το ίδιο για όλους. Και τονίζει την ανάγκη να βάζουμε καλά μες στο μυαλό μας τα συμπέρασματά του κι όχι να αναλωνόμαστε σε υποθέσεις.

Μιας κι ο έρωτας έχει την τάση να υπεραναλύει κι ενίοτε να εξιδανικεύει. Αυτό που στην αρχή σου φάνταζε ως το καλύτερο που μπορούσε να σου συμβεί, τελικά πολλές φορές αποδεικνύεται μια χαμένη ιστορία. Πολλές φορές αυτό συμβαίνει γιατί θεωρείς πως ο ερχομός του μπορεί να σου λύσει ως δια μαγείας όλα σου τα προβλήματα. Ότι όλα θ’ αλλάξουν απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Μόνο που η αγάπη σου φέρνει έναν άνθρωπο που μπορεί να σταθεί δίπλα σου, να σου κρατήσει το χέρι στις δύσκολες στιγμές, να χαρεί μαζί σου στις ευχάριστες, να σε συμβουλεύει, να σε παροτρύνει και να σου υπενθυμίσει πως μπορείς να στηριχθείς πάνω του.

Ωστόσο, δεν μπορεί να σε αντικαταστήσει. Δεν μπορεί να πάει σε μια επαγγελματική συνέντευξη αντί για σένα, δεν μπορεί να μιλήσει μ’ έναν κολλητό σου για κάτι πολύ προσωπικό που τον απασχολεί αφού δεν τον ξέρει όσο εσύ, δεν μπορεί να διαβάσει για σένα, δεν μπορεί να πάρει μια απόφαση που αφορά αποκλειστικά και μόνο εσένα. Το να βρίσκεσαι σε μια σχέση σημαίνει πως θα συνεχίσεις να εξελίσσεσαι μόνος σου. Θα συνεχίσεις να ψάχνεις τα βήματά σου. Θα συνεχίσεις να επιδιώκεις, να βρίσκεις απαντήσεις στα ερωτήματά σου. Όπως έκανες και πριν. Μόνο που θα έχεις και συντροφιά. Όπου θα την εμπιστεύεσαι, θα της μιλάς και θα την ακούς. Θα βλέπετε παρέα οτιδήποτε σας αφορά, αλλά θα υπάρχουν και θέματα που θα απαιτούν μια πιο προσωπική εμβάθυνση.

Η ουσία της αγάπης έγκειται στην απλότητά της. Αυτή σου διδάσκει πως χρειάζεται να είσαι με κάποιον που θα κάνει πιο απλή τη ζωή σου και θα σου παρέχει ό, τι θέλεις για να τη μοιραστείτε όμορφα κι ευχάριστα. Η ουσία της αγάπης σου δείχνει πώς ν’ ανοίξεις τα φτερά σου και ν’ απογειωθείς. Το να τα κρατήσεις ανοιχτά εξαρτάται από σένα.

Μπορείτε να μετρήσετε τα επίπεδα μεγαλομανίας ενός ατόμου με πολλούς απλούς τρόπους

Μπορείτε να μετρήσετε τα επίπεδα μεγαλομανίας ενός ατόμου με πολλούς απλούς τρόπους. Για παράδειγμα, παρατηρήστε το πώς οι άνθρωποι αντιδρούν στην κριτική γι’ αυτούς ή τη δουλειά τους. Είναι φυσιολογικό να γινόμαστε αμυντικοί και να αναστατωνόμαστε όταν μας επικρίνουν. Αλλά μερικοί άνθρωποι εξοργίζονται και αντιδρούν υστερικά επειδή έχουμε αμφισβητήσει τη μεγαλομανία τους. Να είστε σίγουροι ότι ένα τέτοιο άτομο έχει υψηλά επίπεδα μεγαλομανίας. Ομοίως, τέτοιοι τύποι μπορεί να κρύβουν την οργή τους πίσω από μια έκφραση πικραμένου οσιομάρτυρα που θα σας κάνει να νιώσετε τύψεις. Η έμφαση δεν δίνεται στην κριτική και στο τι πρέπει να μάθουν, αλλά στην αίσθηση του παράπονου.

Αν είναι επιτυχημένοι, παρατηρήστε πώς φέρονται σε πιο ιδιωτικές στιγμές τους. Μπορούν να χαλαρώσουν και να γελάσουν με τον εαυτό τους, αφήνοντας στην άκρη τη δημόσια περσόνα τους, ή έχουν ταυτιστεί τόσο πολύ με την ισχυρή δημόσια εικόνα τους, ώστε τη μεταφέρουν και στην ιδιωτική τους ζωή; Στη δεύτερη περίπτωση, έχουν πιστέψει στον μύθο τους και είναι όμηροι της ισχυρής μεγαλομανίας τους.

Οι μεγαλομανείς άνθρωποι είναι γενικά φαφλατάδες. Παίρνουν τα εύσημα ακόμα και για την πιο ασήμαντη ή έμμεσα σχετιζόμενη επιτυχία στη δουλειά τους, εφευρίσκουν παλιούς θριάμβους, μιλούν για τις προφητικές τους ικανότητες -το πώς προέβλεψαν κάποιες τάσεις ή γεγονότα-, για πράγματα που δεν μπορούν να επαληθευτούν. Τέτοιου είδους μεγαλοστομίες θα πρέπει να σας κάνουν διπλά καχύποπτους. Αν ξαφνικά ένα δημόσιο πρόσωπο πει κάτι που του προκαλεί προβλήματα επειδή φανερώνει έλλειψη ευαισθησίας, δεν θα ήταν λάθος να το αποδώσετε στη μεγαλομανία του. Οι μεγαλομανείς είναι τόσο προσκολλημένοι στις απόψεις τους, που θεωρούν δεδομένο ότι όλοι οι άλλοι θα τις ερμηνεύσουν με το σωστό πνεύμα και θα συμφωνήσουν μαζί τους. Τα άτομα με υψηλά επίπεδα μεγαλομανίας γενικά εμφανίζουν χαμηλά επίπεδα ενσυναίσθησης. Δεν είναι καλοί ακροατές. Όταν η προσοχή δεν είναι εστιασμένη πάνω τους, έχουν απόμακρο και αφηρημένο βλέμμα και συστρέφουν τα δάχτυλά τους με ανυπομονησία. Μόνο όταν τα φώτα της δημοσιότητας πέσουν πάλι πάνω τους ζωντανεύουν. Τείνουν να βλέπουν τους ανθρώπους ως προεκτάσεις του εαυτού τους – εργαλεία που μοναδικός προορισμός τους είναι να χρησιμοποιούνται στα σχέδιά τους, πηγές προσοχής. Τέλος, παρουσιάζουν μη λεκτική συμπεριφορά που μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως μεγαλομανής. Οι χειρονομίες τους είναι πλατιές και δραματικές. Σε μια συνάντηση, καταλαμβάνουν πολύ προσωπικό χώρο. Η φωνή τους τείνει να είναι πιο δυνατή από των άλλων και μιλούν με γρήγορο ρυθμό, χωρίς να αφήνουν κανέναν να τους διακόψει.

Με εκείνους που παρουσιάζουν μέτρια μεγαλομανία θα πρέπει να είστε επιεικείς. Σχεδόν όλοι μας ταλαντευόμαστε μεταξύ περιόδων στις οποίες αισθανόμαστε ανώτεροι και σπουδαίοι και άλλες στις οποίες επιστρέφουμε στη γη. Αναζητήστε τέτοιες στιγμές ρεαλισμού στη συμπεριφορά των ανθρώπων, επειδή είναι σημάδι κανονικότητας. Αλλά με όσους έχουν τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους ώστε δεν αφήνουν περιθώρια για αμφιβολίες είναι καλύτερο να αποφεύγετε τις σχέσεις ή τις εμπλοκές. Στις ερωτικές σχέσεις, θα έχουν την τάση να απαιτούν εκδηλώσεις λατρείας και μονόπλευρη προσοχή. Αν είναι υπάλληλοι, επιχειρηματικοί εταίροι ή προϊστάμενοι, θα υπερτονίζουν τις ικανότητές τους. Η υπερβολική αυτοπεποίθησή τους θα σας αποσπάσει την προσοχή από τις ανεπάρκειες των ιδεών, των εργασιακών συνηθειών και του χαρακτήρα τους. Εάν δεν μπορείτε να αποφύγετε μια τέτοια σχέση, προσέξτε την τάση τους να αισθάνονται σίγουροι για την επιτυχία των ιδεών τους και διατηρήστε τον σκεπτικισμό σας. Κοιτάξτε τις ίδιες τις ιδέες και μην παρασυρθείτε από τη σαγηνευτική αυτοπεποίθησή τους. Μην έχετε την ψευδαίσθηση ότι μπορείτε να τους ξεσκεπάσετε και μην προσπαθήσετε να τους προσγειώσετε, γιατί έτσι μπορεί να προκαλέσετε την οργή τους. Αν τέτοιοι τύποι τυχαίνει να είναι αντίπαλοί σας, θεωρήστε τον εαυτό σας τυχερό. Είναι εύκολο να τους προκαλέσετε και να τους εξωθήσετε σε υπερβολικές αντιδράσεις. Αν σπείρετε αμφιβολίες για το μεγαλείο τους, θα τους εξοργίσετε και θα τους κάνετε διπλά παράλογους.

Τέλος, θα πρέπει να διαχειριστείτε τις δικές σας μεγαλομανείς τάσεις. Η μεγαλομανία έχει κάποιες θετικές και παραγωγικές χρήσεις. Η ευφορία και η υψηλή αυτοπεποίθηση που προέρχονται από αυτή μπορούν να διοχετευτούν στη δουλειά σας, να σας βοηθήσουν και να σας εμπνεύσουν (για περισσότερα σχετικά με αυτό, βλ. «Πρακτική μεγαλομανία» στη σελίδα 389). Αλλά γενικά θα ήταν καλύτερο να αποδεχτείτε τους περιορισμούς σας και να πορευτείτε με όσα έχετε αντί να φαντάζεστε ότι διαθέτετε θεϊκές δυνάμεις. Η μεγαλύτερη προστασία από τη μεγαλομανία είναι να διατηρήσετε μια ρεαλιστική στάση. Ξέρετε σε ποια θέματα και δραστηριότητες προσελκύεστε εκ φύσεως. Δεν μπορείτε να είστε ικανοί σε όλα. Πρέπει να πορεύεστε σύμφωνα με τις δυνάμεις σας και να μη φαντάζεστε ότι μπορείτε να τα καταφέρετε άψογα σε ό,τι θα θέλατε. Πρέπει να έχετε απόλυτη επίγνωση των επιπέδων της ενεργητικότητάς σας, του μέχρι ποιου σημείου μπορείτε να ωθήσετε τον εαυτό σας χωρίς δυσάρεστες επιπτώσεις και του πώς αυτό αλλάζει με την ηλικία. Και να έχετε σταθερή αντίληψη για την κοινωνική σας θέση – τους συμμάχους σας, τους ανθρώπους με τους οποίους έχετε τη μεγαλύτερη σχέση, το κοινό στο οποίο απευθύνεται η δουλειά σας. Δεν μπορείτε να ευχαριστήσετε τους πάντες.

Αυτή η αυτογνωσία περιέχει ένα φυσικό συστατικό στο οποίο πρέπει να είστε ευαίσθητοι. Όταν ασχολείστε με δραστηριότητες που ταιριάζουν στις φυσικές σας κλίσεις, νιώθετε άνεση και ευκολία. Μαθαίνετε γρηγορότερα. Έχετε περισσότερη ενέργεια και μπορείτε να αντέξετε τη μονοτονία που συνοδεύει την εκμάθηση κάθε σημαντικού πράγματος. Όταν αναλαμβάνετε πάρα πολλές ευθύνες, περισσότερες απ’ όσες μπορείτε να χειριστείτε, αισθάνεστε όχι μόνο εξαντλημένοι, αλλά και ευερέθιστοι και νευρικοί. Είστε επιρρεπείς σε πονοκεφάλους. Όταν έχετε επιτυχία στη ζωή, θα αισθανθείτε φυσικά ένα άγγιγμα φόβου, την αγωνία μήπως ξαφνικά σας εγκαταλείψει η καλή σας τύχη. Αυτός ο φόβος σας κάνει να αντιλαμβάνεστε τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από το να ανεβαίνει κανείς πολύ ψηλά και να νιώθει πολύ ανώτερος. Είναι ένα αίσθημα που μοιάζει με ίλιγγο. Το άγχος σάς λέει να επιστρέψετε στη γη. Θα ήταν σκόπιμο να ακούσετε το σώμα σας, επειδή σας δείχνει ότι ετοιμάζεστε να υπερβείτε τις δυνάμεις σας.

Γνωρίζοντας τον εαυτό σας, αποδέχεστε τα όριά σας. Είστε απλά ένα άτομο μεταξύ πολλών άλλων στον κόσμο και δεν είστε ανώτεροι από κανέναν. Δεν είστε θεοί ή άγγελοι, αλλά ατελείς άνθρωποι όπως όλοι μας. Αποδέχεστε το γεγονός ότι δεν μπορείτε να ελέγξετε τους ανθρώπους γύρω σας και ότι καμία στρατηγική δεν είναι ποτέ αλάνθαστη. Η ανθρώπινη φύση είναι απρόβλεπτη. Με αυτή την αυτογνωσία και την αποδοχή των ορίων θα έχετε την αίσθηση της αναλογίας. Θα έχετε τα μάτια σας ανοιχτά για ενδείξεις μεγαλομανίας στη δουλειά σας. Και όταν αισθάνεστε την παρόρμηση να υπερτιμήσετε τον εαυτό σας περισσότερο απ’ όσο είναι λογικό, αυτή η αυτογνωσία θα χρησιμεύσει ως μηχανισμός βαρύτητας, θα σας τραβήξει πίσω και θα σας κατευθύνει προς τις πράξεις και τις αποφάσεις που θα εξυπηρετήσουν καλύτερα τη συγκεκριμένη φύση σας.

Πλάτων: ο "Παρμενίδης" και η θεωρία των Ιδεών

Πλάτων: 427‒347 π.Χ.

Η διαλεκτική της Ιδέας στον Παρμενίδη

1. Ο Παρμενίδης γράφτηκε πιθανότατα μετά το τρίτο ταξίδι του Πλάτωνος στη Σικελία (361-360 π.Χ.), πριν από την ομάδα των όψιμων διαλεκτικών διαλόγων (Θεαίτητος, Σοφιστής, Πολιτικός). Το θέμα του είναι μια πλασματική μάλλον συνάντηση (περίπου το 450 π.Χ.) του 20χρονου τότε Σωκράτη με τον 65χρονο Παρμενίδη, επικεφαλής της φιλοσοφικής σχολής της Ελέας στη νότια Ιταλία, και τον 40χρονο μαθητή του Ζήνωνα. Ο Παρμενίδης, σύμφωνα με τον Χέγκελ, ανήκει στους πιο σημαντικούς διαλόγους της πλατωνικής διαλεκτικής και αποτελεί την καθαρή θεωρία των Ιδεών. Μπορεί μάλιστα να θεωρηθεί ότι εδώ εκφράζεται μια αληθινή κρίση της πλατωνικής σκέψης, καθώς έχει συντεθεί με απαράμιλλη δεξιοτεχνία, δυνάμει της οποίας η μελέτη των θεωρητικών δυσκολιών του πλατωνισμού οδηγείται στα άκρα. Είναι πράγματι ένας δύσκολος διάλογος, ίσως ο πιο δύσκολος από όλα τα άλλα έργα του Πλάτωνος.

2. Μια περίπλοκη εισαγωγή μας προειδοποιεί να προσέξουμε τη μεγάλη χρονική απόσταση: στην αρχή του διαλόγου ο Κέφαλος από τις Κλαζομενές[1] αφηγείται πως συνάντησε τον Αδείμαντο και τον Γλαύκωνα (τα αδέρφια του Πλάτωνος, γνωστά από την Πολιτεία) στην Αθήνα, μέσω των οποίων επισκέφτηκε τον ετεροθαλή αδερφό του Αθηναίου φιλοσόφου, τον Αντιφώντα, που ήξερε για τις συνομιλίες μεταξύ Παρμενίδη, Ζήνωνος και Σωκράτη από τον Πυθόδωρο, φίλο και μαθητή του Ζήνωνος. Ο Κέφαλος αναδιηγείται όσα του είπε ο Αντιφών, που δεν ήταν παρών στη συνομιλία αλλά την άκουσε από τον Πυθόδωρο. Ο τελευταίος φιλοξένησε στο σπίτι του τον Παρμενίδη και τον Ζήνωνα, όταν κάποτε ήλθαν στην Αθήνα για τη γιορτή των Μεγάλων Παναθηναίων και είχε παρευρεθεί στη συνομιλία. Πέραν των κύριων προσώπων της συνομιλίας, του Παρμενίδη, του Ζήνωνος και του νεαρού Σωκράτη, παρευρισκόταν εκεί και ο Αριστοτέλης, ένας από τους μετέπειτα «Τριάκοντα Τυράννους», όπως και μερικοί άλλοι.

3. Προσεκτικά φιλοτεχνεί ο Πλάτων τα χαρακτηριστικά των κεντρικών προσώπων της συνομιλίας: ο Παρμενίδης εμφανίζεται ως ένας ωραίος και αξιοπρεπής γέρος, ανοιχτός σε νέες ιδέες και γεμάτος θαυμασμό για τη νεανική ορμή του Σωκράτη προς τη συνομιλία· είναι προικισμένος με ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες και δείχνει να μη στερείται ισχυρών επιχειρημάτων, κατά τη συνομιλία, ακόμη και όταν ορισμένες φορές καταφεύγει σε επιχειρήματα όχι και τόσο σαφή. Επιλέχτηκε από τον Πλάτωνα ως ο μόνος φιλόσοφος, που θα μπορούσε να αντικρούσει τον Σωκράτη στην εκτυλισσόμενη στον παρόντα διάλογο διαλεκτική και συγχρόνως να εγγυηθεί την προσήλωση σε μια σταθερή οντολογία. Ο Ζήνων παρουσιάζεται περισσότερο ένας επιτήδειος άνθρωπος του κόσμου, που βασίζεται σε παλαιότερα φιλοσοφικά επιτεύγματα. Αρχικά διαβάζει το σύγγραμμά του, αλλά κατά τη συνομιλία του με τον Σωκράτη αποστασιοποιείται ξανά από αυτό, λέγοντας πως πρόκειται για ένα νεανικό έργο που πήρε δημοσιότητα χωρίς τη δική του σύμπραξη.

Ο νεαρός Σωκράτης εμφανίζεται να ασκεί κριτική στον Ζήνωνα με προθυμία και αυτοπεποίθηση, αλλά απέναντι στον Παρμενίδη να είναι πιο συγκρατημένος και μετρημένος. Αποδέχεται τις ενστάσεις για τη δική του άποψη σχετικά με τις Ιδέες, αλλά ταυτόχρονα συνεχίζει να δίνει νέες πιθανές εξηγήσεις. Η προθυμία του για μάθηση κυριαρχεί στην προσπάθειά του να τα φέρει πέρα επιτυχώς καθ’ όλη τη συνομιλία. Έτσι, σε όλο το δεύτερο μέρος του διαλόγου παρακολουθεί ως βουβός, δεδομένης και της παρουσίας του Παρμενίδη, που δεν είναι απλώς ένας συμπρωταγωνιστής του Σωκράτη, αλλά ένας στοχαστής που εμπνέει μεγάλο σεβασμό, όπως αναφέρει στον Θεαίτητο ο Πλάτων. Επιλέγοντας τη διαλεκτική μέθοδο, αποτίνει φόρο τιμής και στον άλλο εκφραστή του ελεατικού ρεύματος: τον Ζήνωνα. Η κριτική του Παρμενίδη στη θεωρία των Ιδεών στοχεύει σε ένα σημείο που είχε αναφερθεί ήδη στον Φαίδωνα, αλλά χωρίς διεξοδική εξέταση: τη σχέση Ιδεών και πραγμάτων, νοητού και αισθητού. Τέλος, ο νεαρός Αριστοτέλης χρησιμοποιείται για να δίνει απαντήσεις και να συνδράμει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ώστε ο Παρμενίδης να παίρνει μια ανάσα σε ό,τι αφορά τις λογικές του αφαιρέσεις.

4. Ο διάλογος διαιρείται σε δυο κύρια μέρη. Tο πρώτο μέρος είναι: 127d6‒137c3 και αρχίζει αμέσως μετά το αφηγηματικό πλαίσιο (126a1‒127d5). Το δεύτερο μέρος είναι: 137c4‒166c5, όπου ο Παρμενίδης εκθέτει τη μέθοδό του στο νεαρό Αριστοτέλη. Στο πρώτο μέρος βλέπουμε τον Ζήνωνα να αναγιγνώσκει, από ένα βιβλίο του που έφερε για πρώτη φορά στην Αθήνα, τις σχετικές του αποδείξεις για το ακόλουθο: το να δεχόμαστε την ύπαρξη των «πολλών» οδηγεί σε αντιφάσεις. Ο Σωκράτης χρησιμοποιεί τη θεωρία των Ιδεών για να τις αναιρέσει, καθώς δεν βλέπει τίποτα άλλο εδώ παρά μια υπεράσπιση, με άλλο τρόπο, της διδασκαλίας του Παρμενίδη περί της Εν-ότητας. Ο τελευταίος υποστηρίζει ότι το «Παν είναι Ένα», ενώ ο πρώτος λέει πως δεν υπάρχουν «πολλά». Κατά την αναμέτρησή του με τους Ελεάτες φιλοσόφους, ο Σωκράτης επιχειρεί ουσιαστικά να βαδίσει στα ίχνη της θεωρίας των Ιδεών, όπως κατ’ αρχήν τη γνωρίζουμε από τον Φαίδωνα. Πρώτα λοιπόν υποθέτει πως οι Ιδέες είναι όντα καθεαυτά και στη συνέχεια αναγνωρίζει ότι τα πράγματα που αποκαλούμε πολλά, δηλαδή τα επιμέρους, τα ατομικά, μπορεί να έχουν συμμετοχή, ως τέτοια, στις Ιδέες και έτσι να ονομάζονται με τα ιδιάζοντα στη φύση τους ονόματα· π.χ. το Δίκαιο ονομάζεται έτσι, επειδή συμμετέχει στην Ιδέα του Δικαίου.

Η σωκρατική, ήτοι πλατωνική, διαλεκτική έρχεται, ευθύς εξαρχής, να αντιμετωπίσει κατ’ αυτόν τον τρόπο τη διαλεκτική του Ζήνωνος, που παρουσιάζεται να εκφράζει, μεταξύ των άλλων, το ακόλουθο παράδοξο: αν τα πράγματα που υπάρχουν είναι πολλά, τότε τα ίδια πράγματα πρέπει να είναι τόσο όμοια όσο και ανόμοια. Αυτό όμως, κατά τον Ζήνωνα, δεν νοείται να ισχύει στην πράξη: τα όμοια πράγματα δεν μπορούν να είναι ανόμοια, ούτε τα ανόμοια, όμοια. Επομένως, δεν μπορεί να υπάρχουν πολλά πράγματα: η πολλαπλότητα είναι αδύνατη. Ο Ζήνων εδώ κάνει αφαίρεση από το συγκεκριμένο πλαίσιο αλληλοσχέσεων των πραγμάτων, βλέποντας ξεχωριστά την ύπαρξη καθενός από τα πολλά που υποθέτει στο επιχείρημά του, και παρατηρεί ότι το καθένα απ’ αυτά θα ενσωματώνει μια αντίφαση. Τέτοιες αντιφάσεις δεν έχουν καμιά πραγματική βάση και παραπέμπουν σε ένα είδος σοφιστικής, γιατί το επιχείρημα του Ζήνωνος είναι ελλειπτικό: δεν εξηγεί τον λόγο που η πολλαπλότητα πρέπει να σημαίνει ότι κάτι είναι όμοιο και συγχρόνως ανόμοιο· ούτε γιατί αυτό είναι παράλογο. Ο Σωκράτης απαντά, στο επιχείρημα του Ζήνωνος, ότι υπάρχει ένα είδος του Είναι, αυτό των Ιδεών, που θα έσωζε τα φαινόμενα από την αυτο-αντίφαση: αν λάβουμε υπόψη ότι οι ίδιες οι Ιδέες υπάρχουν ανεξάρτητα και χωριστά από καθετί που συμμετέχει σε αυτές, τότε δεν προκύπτει πραγματική αντίφαση. Κάτι μπορεί κάλλιστα να συμμετέχει στο αντίθετο. Αυτό το επιχείρημα για τις Ιδέες το συναντάμε και στον Φαίδωνα.

5. Στο βαθμό που η θεωρία των Ιδεών είναι καίρια στη σκέψη του Πλάτωνος, η προσπάθειά του εδώ έγκειται στο να καταστήσει εφικτή, για τον καθένα, τη συνομιλία, με βάση μια κατακτημένη ήδη φιλοσοφική θεωρία και γνώση, η οποία ποτέ δεν μπορεί να προσφερθεί ασυλλόγιστα. Είναι η ίδια η διαλεκτική του Ιδέα, που θα μας δείξει πώς χρειάζεται να προσεγγίζουμε τη μια ή την άλλη συλλογιστική. Πρόκειται στην πραγματικότητα για εκείνη τη δια-λογική, ήτοι δια-λεκτική, πρακτική, η αλήθεια της οποίας αναδύεται ως μια αργά εκτυλισσόμενη αρμονία μεταξύ του αναγνώστη, των άλλων ανθρώπων, του ίδιου του κειμένου και του κόσμου γύρω μας· μια αρμονία, που αντανακλά την υπόρρητη αρμονία των δια-νοημάτων της θεωρίας των Ιδεών: ο Σωκράτης υποθέτει ότι τα πράγματα που βλέπουμε και χειριζόμαστε είναι αυτά που συμμετέχουν στις Ιδέες και ως τέτοια εξαρτώνται απ’ αυτές, από εδώ αντλούν την καθορισμένη τους καταληπτότητα.

Οι Ιδέες, σε αντίθεση με τα αισθητά, είναι απλώς και αποκλειστικά αυτό που είναι με έναν συγκεκριμένο τρόπο, για παράδειγμα αυτό που κάνει τα «πολλά», δηλαδή η Ιδέα της πολλότητας, να είναι πολλά κ.λπ. Ο Σωκράτης λέει ότι υπάρχει μια Ιδέα της ομοιότητας αυτή καθεαυτήν (αὐτὸ καθ᾽ αὑτό, 128e6–129a1), αλλά και μια άλλη, αντίθετη από τούτη (ἄλλο τι ἐναντίον, 129a1–2), η Ιδέα της ανομοιότητας. Τα ίδια ατομικά πράγματα ή όντα μπορούν να συμμετέχουν και στη μια και στην άλλη Ιδέα και τότε να αποκαλούνται τόσο όμοια όσο και ανόμοια. Και τούτο, επειδή οι εν λόγω Ιδέες ανήκουν σε μια οντολογική σφαίρα διαφορετική από εκείνη των επιμέρους: τα πράγματα μπορεί να είναι τόσο όμοια όσο και ανόμοια, επειδή υπάρχει ένα «ΟΝ» που τα υπερβαίνει, ενδημεί πέρα και πάνω από αυτά, κατά τρόπο που η ομοιότητα και η ανομοιότητα στα πράγματα να μην τους είναι εγγενής. Εκκινώντας από το ότι είναι απαραίτητο να καταφύγουμε στην Ιδέα του ανθρώπου για να αναγνωρίσουμε την ενότητα στην πολλαπλότητα, στη διαφορετικότητα των επιμέρους ανθρώπων, χρειάζεται να υπάρχει ένας άλλος όρος ανώτερης τάξης, που να εγγυάται την ενότητα της Ιδέας αφενός και του συνόλου των ανθρώπινων όντων αφετέρου.

6. Από την άλλη πλευρά, η κριτική του Παρμενίδη στη θεωρία των Ιδεών αποβλέπει στη «συμμετοχή» των Ιδεών στο αισθητό που στεφανώνουν. Το επίμαχο δεν είναι τίποτε άλλο από το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ του Ενός και των πολλών. Η έννοια της Ιδέας ενσωματώνει το αίτημα για ενότητα, αλλά, για να ικανοποιηθεί αυτό το αίτημα, δεν είναι η ίδια η Ιδέα καταδικασμένη να πολλαπλασιάζεται, δηλαδή να χάνει τον εαυτό της ως Ιδέα; Σε κάθε περίπτωση, ο νεαρός Σωκράτης εμφανίζεται να μην το έχει ξεδιαλύνει αυτό το σημείο. Αυτό που μπορεί να υποστηρίξει είναι μόνο τούτο: τα αισθητά πράγματα είναι ομοιώματα των Ιδεών (132d). Ειδικότερα δε σε ό,τι αφορά τα ποταπά πράγματα: τρίχες, ρύπος κ.α. αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι δυσκολεύεται να συλλάβει μια Ιδέα. Άραγε, δείχνεται ότι η έννοια της Ιδέας έχει όρια; Ακολουθεί τότε την εξής συλλογιστική: δέχεται πως οι Ιδέες υπάρχουν για βασικές έννοιες, όπως το αγαθό, το δίκαιο κ.λπ. αλλά και για τον ίδιο τον άνθρωπο ως τέτοιο· αμφιβάλει όμως αν το ίδιο ισχύει και για τα ποταπά πράγματα. Αυτά μάλλον εντάσσονται στην κατηγορία του φαινόμενου, χωρίς ωστόσο τούτο να είναι η τελική εξήγηση γι’ αυτά. Η ένσταση για τα ποταπά είναι μια πρώτη ένσταση, την οποία θα ακολουθήσουν κι άλλες. Μια δεύτερη ένσταση από τον Παρμενίδη είναι ότι η έννοια της συμμετοχής, της μέθεξης δεν μπορεί να κατανοηθεί και να εξηγηθεί επαρκώς: ο μερισμός των πραγμάτων δεν σημαίνει άραγε και μερισμό των Ιδεών, δυνάμει του οποίου δεν έχει κανένα νόημα πια ο πρωταρχικός ορισμός της Ιδέας ως Όντος αυτό καθεαυτό; Μια άλλη ένσταση αμφισβητεί ότι οι Ιδέες, στο βαθμό που ορίζονται ως αυτά καθευτά Όντα, μπορούν να σχετίζονται με τα αισθητά όντα και τα διανοήματα που τούτα φέρνουν μέσα τους. Έτσι, αν δεχτούμε ότι υπάρχουν οι Ιδέες, όπως τις όρισε ο Σωκράτης, τότε αυτές δεν μπορεί να τις γνωρίσει ο άνθρωπος. Απέναντι σε τέτοιες ενστάσεις του Παρμενίδη, ο Σωκράτης στέκεται με σκεπτικισμό: άλλοτε συμφωνεί ορισμένως και άλλοτε εγείρει τις δικές του ενστάσεις υπό τον ορίζοντα της ανάγκης για περαιτέρω έρευνα.

7. Στο δεύτερο μέρος ο Πλάτων ασχολείται με τη μέθοδο έρευνας του Παρμενίδη, στην αναλογία που ο τελευταίος επιχείρησε να αναιρέσει τη διαλεκτική θεωρία των Ιδεών: εξετάζει τις λογικές συνέπειες της Ελεατικής υπόθεσης (= το Ένα είναι) και στη συνέχεια τις συνέπειες της άρνησης αυτής της υπόθεσης (=το Ένα δεν είναι). Αναζητώντας τις προϋποθέσεις νομιμότητας της απόδοσης κατηγορήματος σε οποιοδήποτε υποκείμενο, ο Πλάτων φτάνει στα όρια μιας θεωρίας κατηγοριών. Αλλά, κυρίως, διαπιστώνει -στο τέλος μιας εξαιρετικά αφηρημένης και λεπτής διαλεκτικής άσκησης- ότι οι αρχικές αντιφατικές υποθέσεις έχουν πανομοιότυπες συνέπειες. Το αποτέλεσμα όλων των υποθέσεων που συζητήθηκαν εδώ από τον Παρμενίδη στη βάση της θέσης και της αντίθεσης [=το Ένα είναι, το Ένα δεν είναι] κλείνει με τα παρακάτω λόγια:

«Είτε δεχτούμε ότι το Ένα είναι είτε δεχτούμε ότι το Ένα δεν είναι, αυτό το ίδιο και τα άλλα, και σε σχέση με τον εαυτό του και στις μεταξύ τους σχέσεις, όλα οπωσδήποτε είναι και δεν είναι και φαίνονται και δεν φαίνονται».

Εν τέλει, το δεύτερο μέρος του Παρμενίδη μοιάζει με ένα ελεύθερο παιχνίδι καθαρά πνευματικών υποθέσεων, με ένα εργαστήρι μεταφυσικής, όπου τίθενται υπό εξέταση και επεξεργασία όλα τα ζητήματα της αιώνιας δυτικής φιλοσοφίας. Ο διάλογος: Παρμενίδης, κατά τα πολλαπλά δεδομένα, αν και είναι ένας από τους λιγότερο διαβασμένους διαλόγους του Πλάτωνος, λόγω της δυσκολίας του, εν τούτοις είναι ένας από τους πιο πολυσυζητημένους.
-----------------------
[1] Ο Κέφαλος από τις Κλαζομενές δεν πρέπει να συγχέεται με τον Κέφαλο που εμφανίζεται στην Πολιτεία.

Δόξα το Θεό, ο Θεός είναι νεκρός

Η ώριμη αγάπη είναι όταν αγαπάς, όχι όταν αγαπιέσαι.

-Κάθε άνθρωπος πρέπει να επιλέγει πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει.

-Η απελπισία είναι το τίμημα που πληρώνει κανείς για να φτάσει στην αυτογνωσία. Κοιτάξτε βαθιά στη ζωή σας και θα διαπιστώσετε ότι η απελπισία βρίσκεται παντού.

-Μόνο ένας πληγωμένος άνθρωπος μπορεί πραγματικά να θεραπεύσει.

-Ο σεξουαλικός πόθος είναι, κατά βάθος, πόθος για ολοκληρωτική κυριαρχία πάνω στο πνεύμα και το σώμα του άλλου.

-Δεν οφείλουμε να δημιουργήσουμε– δεν οφείλουμε να γίνουμε- πριν αναπαραχθούμε; Η ευθύνη μας στη ζωή είναι να δημιουργήσουμε το ανώτερο. Τίποτα δεν πρέπει να εμποδίσει την ανάπτυξη του ήρωα μέσα μας. Κι αν παρεμβάλλεται ο πόθος, τότε κι αυτός πρέπει να υπερπηδηθεί.

-Ο πόθος, ο ερεθισμός, η λαγνεία – αυτά μας υποδουλώνουν. Οι μάζες περνούν τη ζωή τους σαν γουρούνια που τρώνε μέσα στην ταΐστρα της ηδονής.

-Πρέπει να επιλέξετε ανάμεσα στην άνεση και στην αληθινή αναζήτηση!

-Συχνά νιώθω σαν η ζωή μου να άγγιζε πια το ψηλότερο σημείο της, έχω φτάσει στην κορυφή κι όταν κοιτάζω πέρα να δω τι υπάρχει μπροστά μου, βλέπω μόνο φθορά- μια κατάβαση… Όχι, όμως αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό. Δεν με ανησυχεί η κατάβαση- αλλά η μη ανάβαση.

–Κανένας μας δεν άρχισε να επιλέγει εσκεμμένα στόχους, οι στόχοι απλώς υπήρχαν, ήταν φυσικά επακόλουθα της εποχής μου του κόσμου, της οικογένειάς μου. Δεν ήταν αρκετά στέρεα για να στηρίξουν μια ολόκληρη ζωή. Εσύ κι εγώ, όμως, έχουμε πολύ καλή όραση. Εσύ κοίταξες πολύ πέρα μέσα στην ζωή. Είδες πως ήταν το ίδιο μάταιο να εκπληρώνεις λανθασμένα στόχους, όσο και το να θέτεις νέους λανθασμένους στόχους. Το πολλαπλάσιο του μηδενός είναι πάντα μηδέν!

–Αν δεν γίνεις ο κύριος της πορείας της ζωής σου, σημαίνει ότι επιτρέπεις στην ύπαρξή σου να αποτελεί ατύχημα.

-O χρόνος δεν διακόπτεται, ότι η βούληση δεν μπορεί να πάει προς τα πίσω. Μόνο οι προνομιούχοι κατορθώνουν να έχουν τέτοια ενόραση!

-Το γεγονός ότι η βούληση δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, δεν σημαίνει ότι είναι αδύναμη! Επειδή, δόξα το Θεό, ο Θεός είναι νεκρός– αυτό δεν σημαίνει ότι η ύπαρξη δεν έχει σκοπό. Επειδή έρχεται ο θάνατος– αυτό δεν σημαίνει πως η ζωή δεν έχει αξία.

-Έχω άραγε την ικανότητα να τον διδάξω να μετατρέψει το «έτσι συνέβη» σε «έτσι το θέλησα»;

-Ποτέ δεν κατάλαβε ότι το καθήκον του ήταν να τελειοποιήσει την φύση, να ξεπεράσει τον εαυτό του, την κουλτούρα του, την οικογένεια, τον σαρκικό πόθο του, την ωμή κτηνώδη του φύση, να γίνει αυτός που είναι, να γίνει ό,τι είναι.

-Αν ανέλθουμε αρκετά ψηλά στην κοινωνία, θα φτάσουμε κάποια στιγμή σε ένα ύψος από το οποίο η τραγωδία παύει να φαίνεται τόσο τραγική»

-Η ζωή είναι μια σπίθα ανάμεσα σε δύο όμοια κενά, το σκοτάδι πριν τη γέννηση και το σκοτάδι μετά τον θάνατο.

-Είναι λάθος να κάνεις παιδιά από ανάγκη, λάθος να χρησιμοποιείς το παιδί σου για να ανακουφίσεις την μοναξιά σου, λάθος να δίνεις σκοπό στη ζωή σου με την αναπαραγωγή ενός αντιγράφου του εαυτού σου. Είναι λάθος επίσης να αναζητάς την αθανασία με το να σπέρνεις τον σπόρο σου στο μέλλον, νομίζοντας ότι περιέχει τη συνείδησή σου!

-Το πνεύμα του ανθρώπου οικοδομείται από τις επιλογές του.

-Φυσικά υποφέρεις, αυτό είναι το κόστος της καθαρής όρασης. Φυσικά φοβάσαι να ζεις σημαίνει να βρίσκεσαι σε κίνδυνο. Πρέπει να σκληραγωγηθείς!

-Πρέπει ν΄ αντιμετωπίσεις τα σημαντικά υπαρξιακά θέματα επέμενε ο Νίτσε, και τότε η εμμονή σου με τη Βέρθα θα ξεθωριάσει.

-Ήταν πάρα πολύ ευχάριστο να ξεφυτρώνει όσα είχε μέσα του, να μοιράζεται τα χειρότερα μυστικά του, να έχει την αμέριστη προσοχή κάποιου που, κατά κανόνα, τον καταλαβαίνει, τον αποδεχόταν κι έμοιαζε ακόμα και να τον συγχωρεί.

-Όλη μου τη ζωή με προειδοποιούν γι΄ αυτά τα ρίσκα. Κι όμως ως τώρα δεν έχω απογοητευτεί ποτέ – ούτε μια φορά.

-Όλοι οι σοβαρά σκεπτόμενοι άνθρωποι σκέφτονται την αυτοκτονία, παρατήρησε ο Νίτσε. Είναι μια ανακουφιστική σκέψη που μας βοηθάει να περάσουμε τη νύχτα.

-Ένα ύψος απ΄ όπου η τραγωδία παύει να φαίνεται τραγική.

-Αυτές οι καημένες φαντασιώσεις δεν είναι μέρος μιας υπέρτατης πραγματικότητας. Όλα όσα βλέπουμε είναι σχετικά, όπως και όλα όσα γνωρίζουμε. Εμείς επινοούμε αυτά που βιώνουμε. Κι ότι επινοήσαμε, μπορούμε και να το καταστρέψουμε.

-Παρόλο που εμείς επινοούμε την πραγματικότητα, το μυαλό μας είναι φτιαγμένο έτσι που να μας το κρύβει.

-Παρουσιάζει τον εαυτό του ως καλό – δεν βλάπτει κανένα- εκτός απ΄τον εαυτό του και την φύση! Φοβάται τόσο πολύ ότι κάποιος θα τον πληγώσει; Μήπως γι΄αυτό δεν τολμάει να το λέει αρετή. Το αληθινό του όνομα είναι δειλία! Είναι πολιτισμένος, ευγενής, άνθρωπος με τρόπους. Έχει εξημερώσει την άγρια φύση του, έκανε το λύκο του σκυλάκι. Κι αυτό το λέει μέτρο. Το αληθινό του όνομα είναι δειλία!

-'Εχω ανάγκη την μαγεία, δεν μπορώ να ζω ασπρόμαυρα.

-Με δελεάζει η απόδραση όχι απ΄ τον κίνδυνο αλλά απ΄ την ασφάλεια. Ίσως έχω ζήσει με υπερβολική ασφάλεια!

-Άλλοι το ξέρω, ζηλεύουν αυτή την ζωή, εμένα όμως με τρομάζει. Με τρομάζει η ομοιομορφία και η πρόβλεψιμότητά της. Με τρομάζει τόσο που μερικές φορές σκέφτομαι την ζωή μου σαν καταδίκη σε θάνατο!

-Η μαγεία απαιτεί σκοτάδι και μυστήριο.

-Η ωραία γυναίκα έχει περισσότερη δύναμη αν την ποθούν κι άλλοι άντρες.

-Κι αφού οι εικόνες των ονείρων δεν πεθαίνουν, ήταν ένα μέρος όπου θα ήμουν αιώνιος!

-Η πολυπλοκότητα της διπλής ζωής, της μυστικής ζωής, δεν είναι του γούστου μου. Κι όμως τη λαχταράω. Η επιφανειακή αστική ζωή είναι θανάσιμα ανιαρή- παραείναι ορατή, βλέπεις πάρα πολύ καθαρά το τέλος και όλες τις πράξεις που οδηγούν στο τέλος. Ξέρω πως ακούγεται τρελό, αλλά η διπλή ζωή είναι μια επιπλέον ζωή. Υπόσχεται την προέκταση της ζωής μας. Ο Νίτσε συμφώνησε. «Νιώθεις ότι ο χρόνος καταβροχθίζει τις δυνατότητες της επιφανειακής ζωής, ενώ η κρυφή ζωή είναι αστείρευτη;»

-Αντιπαθώ τους άλλους που μου κλέβουν την μοναχικότητά μου χωρίς να μου προσφέρουν αληθινή συντροφιά.

-Είναι επικίνδυνο να ζεις με ασφάλεια.

–Ερωτευόμαστε περισσότερο τον ίδιο τον πόθο από το αντικείμενό του.

-Θα ‘ρθει μια εποχή που οι άνθρωποι θα πάψουν να φοβούνται την γνώση, που δεν θα μεταμφιέζουν την αδυναμία σε «ηθικό νόμο», που θα βρουν το θάρρος να σπάσουν τα δεσμά του «πρέπει».

-Η φλόγα της πίστης τροφοδοτείται αδιάκοπα από τον φόβο του θανάτου, της λήθης και της έλλειψης νοήματος.

–Ο εραστής πρέπει να ακυρώσει τα μάτια του, να θυσιάσει την αλήθεια. Και, για μένα μια ζωή χωρίς αλήθεια είναι ένας ζωντανός θάνατος!

-Περισσότερο απ’ όλα, νομίζω ότι μου λείπει η προσοχή του. Όσο περισσότερο ξεθωριάζει η εικόνα του τόσο παλεύω με το αίσθημα ότι οι δραστηριότητές μου και οι επιτυχίες μου είναι όλες εφήμερες ότι δεν έχουν πραγματική σημασία.

-Πιο εύκολα αντιμετωπίζεις μια κακή φήμη παρά μια κακή συνείδηση.

-Όλα τα κίνητρα και τα δικά μου και του Νίτσε γεννιούνται από μια και μόνη πηγή- το ένστικτο της απόδρασης από την λήθη του θανάτου.

-Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να αναζητάς την έγκριση ενός γονιού και στο να πασχίζεις να ανυψώσεις εκείνους που θα έρθουν στο μέλλον.

-«Να πεθαίνεις τη σωστή στιγμή!»…» Ζήσε όταν ζεις! Ο θάνατος χάνει την φρίκη του αν κάποιος πεθαίνει έχοντας εξαντλήσει την ζωή του! Έζησες την ζωή σου; Ή σε έζησε εκείνη; Την επέλεξες; Ή σε επέλεξε εκείνη; Την αγάπησες; Ή μετάνιωσες γι΄ αυτήν. Την κατανάλωσες; Όχι, δεν επέλεξα! Όχι, δεν επέλεξα! Όχι, δεν έζησα την ζωή που ήθελα! Έζησα την ζωή που μου ανατέθηκε. Ο πραγματικός μου εαυτός εγκλωβίστηκε μέσα στη ζωή μου.

-Ναι η αιώνια επανάληψη σημαίνει ότι κάθε φορά που επιλέγεις μια πράξη θα την επιλέγεις αιώνια. Και ισχύει ίδιο για κάθε πράξη που δεν κάνεις, κάθε εμποδισμένη σκέψη, κάθε επιλογή που αποφεύγεις. Και όλη η αβίωτη ζωή θα μένει να φουσκώνει μέσα σου, αβίωτη για όλη την αιωνιότητα. Κι η αδιόρατη φωνή της συνείδησής σου θα σου διαμαρτύρεται αιώνια.

-Αυτή η στιγμή υπάρχει για πάντα κι εσύ, μονάχος σου, είσαι το μόνο σου ακροατήριο.

-Αυτό, απελευθέρωση σημαίνει ένα ιερό όχι, ακόμη και στο καθήκον. Η καλοσύνη σου, το καθήκον σου, η αφοσίωσή σου- αυτά είναι τα κάγκελα της φυλακής σου. Θα αφανιστείς από τέτοιες μικρές αρετές. Το καθήκον σου σαν γονιός δεν είναι να αναπαράγεις άλλον έναν εαυτό, άλλον έναν Γιόζεφ, αλλά κάτι υψηλότερο. Είναι να παραγάγεις ένα δημιουργό. Ο γάμος δεν θα ‘πρεπε να ΄ναι φυλακή αλλά περιβόλι όπου μπορεί να καλλιεργηθεί κάτι υψηλότερο. Ίσως ο μόνος τρόπος να σώσεις το γάμο σου είναι να τον εγκαταλείψεις, καλύτερα να σπάσεις το δεσμό του γάμου παρά να σε σπάσει εκείνος!

-Σήμερα κατάλαβα ότι ο καλύτερος δάσκαλος είναι αυτός που μαθαίνει από το μαθητή του.

-Ο αληθινός εχθρός ήταν πάντα, η μοίρα κι όχι η Ματίλντε. Ο αληθινός εχθρός ήταν το γέρασμα, ο θάνατος και ο φόβος μου για την ελευθερία.

-Η σχέση του γάμου είναι ιδανική μόνο όταν δεν είναι απαραίτητη για την επιβίωση του κάθε συντρόφου.

-Το κλειδί για να ζεις καλά, είναι πρώτα να βουληθείς αυτό που είναι απαραίτητο και μετά ν΄ αγαπήσεις αυτό που βουλήθηκες «αγάπα την μοίρα σου»

-Να μετατρέπεις το «ήταν να γίνει έτσι» σε «έτσι το θέλησα»

-Ίσως η πιο σπουδαία ανακάλυψη ήταν ότι δεν είχα σχετιστεί με τη Βέρθα, αλλά αντίθετα, με όλες τις ιδιωτικές σημασίες που της είχα προσάψει– σημασίες που δεν είχαν καμία απολύτως σχέση μαζί της. Ίσως όλοι να είμαστε σύντροφοι στον πόνο, ανίκανοι να δούμε την αλήθεια του άλλου.

-Οι επιστήμονες πρέπει να καταλάβουν πως και η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι ψευδαίσθηση, αλλά μια ψευδαίσθηση που χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να ζήσουμε.

-Είναι δύσκολο ν΄ αφήνεις να μιλάνε οι σκέψεις σου- έρχεσαι σε δύσκολη θέση!

-Η απομόνωση υπάρχει μόνο στην απομόνωση. Μόλις την μοιραστείς εξατμίζεται.

-Θα μείνω πάντα μόνος, αλλά τί διαφορά, τί υπέροχη διαφορά, να επιλέγω τι κάνω. Amon fati -διάλεξε την μοίρα σου, αγάπα την μοίρα σου.

-Μια μέρα, σύντομα, ίσως σε σαράντα χρόνια, δεν θα ζει κανείς από αυτούς που με έχουν γνωρίσει. Τότε θα είμαι πράγματι νεκρός – όταν δηλαδή δεν θα υπάρχω πια στη μνήμη κανενός. Σκέφτηκα ότι κάποιος, που είναι πολύ ηλικιωμένος είναι το τελευταίο ζωντανό πλάσμα πάνω στη γη που έχει γνωρίσει κάποιο άλλο άτομο ή κάποιo πλήθος ατόμων προσωπικά και που τώρα έχουν φύγει από ζωή. Όταν το άτομο αυτό πεθάνει, πεθαίνει μαζί του και το πλήθος αυτών, εξαφανίζεται από τη ζωντανή μνήμη. Αναρωτιέμαι, για μένα ποιος θα είναι αυτός ο άνθρωπος, τίνος ο θάνατος θα με κάνει να πεθάνω πραγματικά;

-Ορίστε; «Οι οριακοί ασθενείς παίζουν παιχνίδια»; Αυτό είπες; Ernest, ποτέ δεν θα γίνεις πραγματικός θεραπευτής αν σκέφτεσαι έτσι. Αυτό ακριβώς εννοούσα νωρίτερα όταν μίλησα για τους κινδύνους της διάγνωσης. Δεν προσεγγίζουμε κάθε περίπτωση οριακού με τον ίδιο τρόπο. Το να βάζουμε ετικέτες στους ανθρώπους τους κάνουμε κακό. Δεν μπορείς να θεραπεύσεις την ετικέτα. Πρέπει να αντιμετωπίσεις το άτομο που βρίσκεται πίσω από την ετικέτα.

-Αργά ή γρήγορα έπρεπε να εγκαταλείψει την ελπίδα για ένα καλύτερο παρελθόν.

-Η ζωή τελικά είναι ένα μίζερο πράγμα. Αποφάσισα να την περάσω συλλογιζόμενος διάφορα σχετικά με αυτή.

-Να ένα περίεργο πείραμα που θα μας βάλει σε σκέψεις… Το μήνυμα του Νίτσε προς εμάς ήταν να ζούμε τη ζωή μας με τέτοιο τρόπο ώστε να θέλουμε να ξαναζούμε ακριβώς την ίδια ζωή αιώνια.

-Η θρησκεία έχει τα πάντα στο πλευρό της: την αποκάλυψη, τις προφητείες, την κρατική προστασία, υψηλότατη αξιοπρέπεια και υπεροχή... Και περισσότερο από αυτό, το ανεκτίμητο προνόμιο να της επιτρέπεται να αποτυπώνει τα δόγματά της στο μυαλό των ανθρώπων στην τρυφερή εποχή της παιδικής ηλικίας, κατά την οποία γίνονται σχεδόν έμφυτες ιδέες.