Κυριακή 26 Απριλίου 2020

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός

Πρόλογος

Το προκείμενο πόνημα τιτλοφορείται Ελληνική αρχαιότητα με υπότιτλο το τρίπτυχο Πόλεμος - πολιτική - πολιτισμός. Τίτλος και υπότιτλος παραπέμπουν στο πολύτροπο και ατίθασο κεφάλαιο της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, ασκώντας επιλεκτική μέθοδο, η οποία δικαιώνει τον πειραματικό χαρακτήρα του πονήματος, καθιστώντας τη χρήση ωφέλιμη και ερεθιστική.
 
Πρόκειται για πόνημα, με το οποίο συστήνεται η ελληνική αρχαιότητα από τον 8ο προχριστιανικό αιώνα έως τον 4ο μεταχριστιανικό, μοιρασμένη σε τέσσερις συμβατικές εποχές: αρχαϊκή, κλασική, ελληνιστική, ελληνορωμαϊκή. Κάθε εποχή ταξινομείται σε επιμέρους ενεπίγραφα κεφάλαια και υποκεφάλαια, στα οποία συντάσσονται στοιχεία που αφορούν δρώμενα πολεμικά, πολιτικά και πολιτιστικά.
 
Η γραμμή πλεύσεως ομολογείται ευθαρσώς συντέμνοντας: Το παρελθόν έχει πολλές όψεις: φανερές, κρυφές και λανθάνουσες. Όλα τα έργα και τα πάθη των ανθρώπων μιας συγκεκριμένης περιόδου αποτελούν πεδίο έρευνας και πραγμάτευσης. Από το πλήθος αυτών των στοιχείων ο ιστορικός επιλέγει ορισμένα που τα θεωρεί ενδεικτικά, ενώ άλλα τα αποσιωπά. Ο αποκλεισμός δεν περιορίζεται μόνο σε επιμέρους συμβάντα, που μπορεί να θεωρηθούν δευτερεύοντα και επουσιώδη· αφορά κάποτε και ολόκληρους τομείς του παρελθόντος.
 
Η οικονομική αυτή αρχή, που τηρείται με ελεγχόμενη φρόνηση, επιμένει ιδιαίτερα: (α) σε κομβικά σημεία, όπου σαφέστερα διασταυρώνονται ή και συγκρούονται οι τρεις συντελεστές του υπότιτλου· (β) σε κεφάλαια της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, που η νεοελληνική τουλάχιστον ιστοριογραφία τα έχει υποτιμήσει ή και αγνοήσει (όπως είναι η ελληνορωμαϊκή εποχή)· (γ) σε θέματα που συστήνουν αμφίβολες ή και γκρίζες ζώνες της ελληνικής αρχαιότητας (λ.χ. την εύπορη πολυτέλεια των Περσών, που δελέασε μεγάλες μορφές της ελληνικής αρχαιότητας, ή την υποτακτική κάποτε κολακεία των Αθηναίων προς διαβόητους στρατηγούς της ρωμαϊκής εξουσίας).
 
Η σύνταξη του πονήματος αυτού προκρίνει και εφαρμόζει προπάντων την αφηγηματική μέθοδο, περιορίζοντας στο ελάχιστο τα εικονογραφικά στοιχεία και αποφεύγοντας γενικότερα την παραστατική διακόσμηση, συνδυασμένη συνήθως με αφόρητο κατακερματισμό της ύλης. Από την άποψη αυτή το ύφος του πονήματος αυτού θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ηροδότειο, συνδυάζοντας την αναγνωστική μάθηση με την αναγνωστική τέρψη.
 
Μίλησα για συνδυαστικό πόνημα, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται κυριολεκτικά διαλογικό.

Το παρελθόν έχει πολλές όψεις. Όλα τα έργα και τα πάθη των ανθρώπων μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου (οι θεσμοί της κοινωνίας τους, οι οικονομικές τους δραστηριότητες, οι πεποιθήσεις και τα έθιμά τους, η ένδυση και η ομιλία τους, τα έργα τέχνης και η ποίηση τους) αποτελούν θέματα για έρευνα. Από το πλήθος των στοιχείων αυτών ο ιστορικός επιλέγει να ασχοληθεί με ορισμένα που θεωρεί ενδεικτικά, ενώ αποσιωπά άλλα. Ο αποκλεισμός δεν αφορά μόνο επιμέρους συμβάντα, που μπορούν να θεωρηθούν δευτερεύοντα ή επουσιώδη· αφορά και ολόκληρους τομείς του παρελθόντος.
 
Συνεχίζοντας στη σειρά αυτή των άρθρων, το πόνημα μας παρουσιάζει την ελληνική αρχαιότητα από τον 8ο αιώνα π.Χ. έως τον 4ο αιώνα μ.Χ., μέσα από τη συγκεκριμένη οπτική γωνία που δηλώνεται στο τρίπτυχο του υπότιτλου: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός. Οι δύο πρώτοι όροι του τριπτύχου είναι αρχαιοελληνικοί, ενώ ο τρίτος αποτελεί σημασιολογικό δάνειο της νέας ελληνικής από τον γαλλικό όρο civilisation. Η σύνθεσή τους δείχνει έμμεσα ότι ο θεματικός πυρήνας του πονήματος συμπλέκεται αναγκαστικά με τη σύγχρονη συζήτηση περί ιστοριογραφίας.
 
Ο πόλεμος ήταν πανταχού παρών σε όλες τις κοινωνίες του παρελθόντος, αλλά ειδικά στην ελληνική αρχαιότητα απέκτησε τεράστιες ιδεολογικές διαστάσεις. Εκεί, η ίδια η ανθρώπινη ζωή παρομοιάστηκε με αγώνα, και ο πόλεμος έφτασε να αναγορευτεί «βασιλιάς και πατέρας των πάντων». Η πρακτική και θεωρητική σημασία του πολέμου στην αρχαιοελληνική κοινωνία δείχνει γιατί η ιστορία των μαχών και των πολεμικών (με έργα και με λόγια) διενέξεων αποτελεί κατάλληλο δρόμο για την επίτευξη μιας συνάντησης με το συγκεκριμένο ιστορικό παρελθόν.
 
Ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο, πολιτική στα αρχαία ελληνικά σήμαινε τη γνώση των δημόσιων πραγμάτων, των ζητημάτων που αφορούν την κοινωνία συνολικά. Η λέξη προήλθε από μια συγκεκριμένη κοινωνική οργάνωση: το ιδιότυπο ιστορικό μόρφωμα της αυτόνομης (ιδεωδώς οικονομικά ανεξάρτητης και διοικητικά ελεύθερης) πόλεως. Αυτή ήταν η πολιτική κοινωνία. Σε αυτή ειδικά την κοινωνική μορφή, και όχι αδιακρίτως σε κάθε μορφή κοινωνίας, πίστευαν ορισμένοι αρχαίοι φιλόσοφοι ότι ο άνθρωπος εκπληρώνει την ουσία του.
 
Ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής δραστηριότητας των αρχαίων πόλεων αφορούσε ζητήματα πολέμου και ειρήνης. Και ένα μεγάλο μέρος των πολέμων που διεξήγαγαν οι πολίτες αφορούσε οργανωμένες συγκρούσεις που συνέβαιναν ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις ή τα ελληνιστικά βασίλεια. Η αρχαία ελληνική πολιτική νοοτροπία, με τη μεγάλη έμφαση που έδινε στην αυτονομία των πολιτικών επικρατειών, συνδεόταν με τον πόλεμο εγγενώς και εσωτερικά, όχι απλώς επιφανειακά ή εξωτερικά.
 
Στην αρχαία ελληνική γλώσσα -και την πνευματική παράδοση που διαμορφώθηκε μέσα της- δεν υπήρχε ειδική λέξη για τον πολιτισμό. Με τον τελευταίο από τους τρεις όρους του τριπτύχου εισάγεται μια ιδέα σχεδόν άγνωστη στην αρχαιότητα. Η έννοια του πολιτισμού, αντίθετα με τις ιδέες του πολέμου και της πολιτικής, είναι έννοια της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας. Ως πολιτισμός νοείται άλλοτε το σύνολο των στοιχείων που απαρτίζουν τη ζωή ενός λαού σε μια συγκεκριμένη περίοδο και σε αντιδιαστολή με τον τρόπο ζωής άλλων λαών, και άλλοτε μόνο τα ανώτερα επιτεύγματα του πνεύματος στον χώρο των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών.
 
Στο τρίπτυχο του πονήματος ο πολιτισμός εκλαμβάνεται αρχικά με την ευρεία έννοια, για να δηλώσει την αρχαιοελληνική νοοτροπία, το κοσμοείδωλο, τη στάση ζωής των περισσότερων ανθρώπων - κυρίως των ανθρώπων που επικράτησαν, με τα έργα ή τα λόγια τους, και σημάδεψαν τις αντιλήψεις συγχρόνων και μεταγενεστέρων. Ωστόσο, στην αρχαία ελληνική κοινωνία, η ποίηση, η φιλοσοφία και οι τέχνες, αν και ανώτερα επιτεύγματα διακεκριμένων ποιητών, στοχαστών και καλλιτεχνών, διέπνεαν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνία και καθόριζαν τάσεις και στάσεις. Επίσης, η ελληνική αρχαιότητα έχει μείνει στην ιστορία ως η εποχή που ενέπνευσε κατ᾽ επανάληψη αναγεννήσεις σε μεταγενέστερους πολιτισμούς. Για τους δύο αυτούς λόγους, στην αφήγηση περιελάβα τη μνημόνευση εκείνων των επιτευγμάτων του πνεύματος (γραμματειακών ειδών, καλλιτεχνικών μορφών, φιλοσοφικών δοξασιών, επιστημονικών ανακαλύψεων) τα οποία απέκτησαν μεγάλη αξία από τις χρήσεις και επαναχρήσεις που τους επιφύλασσε το μέλλον, είτε είχαν αρχικά πάνδημο χαρακτήρα είτε δεν εξέφραζαν παρά λίγους. Μέριμνα, πάντως, ήταν να δείξω επίσης τη σχέση αυτών των επιτευγμάτων, αν υπήρχε ή μπορούσε να διαφανεί, με τις πολιτικές συνθήκες και τα πολεμικά συμβάντα της εποχής τους. Στη νεωτερική σφαίρα του πολιτισμού αυτό που μας καθοδηγούσε ήταν το αρχαιοελληνικό δίπολο του πολέμου και της πολιτικής.
 
Οι Έλληνες της αρχαιότητας βρίσκονταν διεσπαρμένοι σε όλη τη Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο. Προτιμούσαν τοποθεσίες κοντά στη θάλασσα, αλλά βρέθηκαν κάποτε να κατοικούν και σε μεγάλη απόσταση από αυτήν. Μιλούσαν διακριτές διαλέκτους και ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από διαφορετικές φυλές. Προσάρμοζαν με σχετική ευκολία τα έθιμά τους στα ήθη των γειτονικών τους λαών και δανείζονταν από αυτούς αντιλήψεις για τους θεούς και τον κόσμο. Πολύ συχνά βρίσκονταν σε πόλεμο μεταξύ τους και αναζητούσαν συμμάχους οπουδήποτε μπορούσαν να τους βρουν.
 
Ουδέποτε ωστόσο λησμόνησαν ότι όλοι ανήκουν σε ένα κοινό ἔθνος ή γένος, το οποίο αποκαλούσαν ἑλληνικόν. Παρά τις εσωτερικές τους διαφορές, πίστευαν ότι το ἑλληνικόν ξεχώριζε από τους υπόλοιπους λαούς και αναγνώριζαν ότι οι πόλεμοι στο εσωτερικό του ήταν εμφύλιοι - μολονότι αντιλαμβάνονταν ως χειρότερες εμφύλιες διαμάχες τις συγκρούσεις (στάσεις) που ξεσπούσαν στο εσωτερικό μιας πόλεως.
 
Οι Έλληνες της πρώιμης αρχαιότητας δεν σκέφτηκαν ποτέ το ενδεχόμενο πολιτικής συνένωσής τους σε ενιαίο κρατικό οργανισμό. Υπέρτατη αξία παρέμενε η πολιτική αυτονομία των πόλεων. Πολλές φορές όμως αισθάνθηκαν την ανάγκη να συνεργαστούν στρατιωτικά μεταξύ τους για να αντιμετωπίσουν εξωτερικούς εχθρούς. Στις περιπτώσεις αυτές αναζητούσαν τα σημάδια που τους ξεχώριζαν από τους αλλόφυλους: την κοινή καταγωγή, τις κοινές θρησκευτικές πρακτικές, τα ομότροπα ήθη και κυρίως την κοινή γλώσσα.
 
Η αρχαία ελληνική γλώσσα, παρ᾽ όλη τη διαλεκτική πολυμορφία της, παρήγαγε μέσα στους αιώνες στοιχεία μιας κοινής και αναγνωρίσιμης παιδείας, την οποία αξιώνονταν (σε διαφορετικό βαθμό κάθε φορά) οι πάντες. Η ελληνική παίδευσις, στοιχεία της οποίας διαχύθηκαν σε όλα τα μήκη και πλάτη του γνωστού κόσμου, ήταν το πλησιέστερο που διέθεταν οι αρχαίοι σε ό,τι εμείς σήμερα ονομάζουμε πολιτισμό. Στο εγχειρίδιό μας, μαζί με τις μάχες και την πολιτική, προσπαθούμε να παρακολουθήσουμε επίσης την ιστορική εξέλιξη της κοινής αυτής παιδείας. Μολονότι η γλώσσα διατηρήθηκε ενιαία, ορισμένες βασικές αντιλήψεις καθώς και οι αποδεκτοί τρόποι λατρείας άλλαξαν ριζικά με την αισχρή και βίαιη επικράτηση του χριστιανισμού. Αυτές οι εξελίξεις καθόρισαν το χρονικό πέρας της ιστορίας μας, της Ελληνικής ιστορίας μας.
 
Κάθε ματιά στο παρελθόν γίνεται από ορισμένη προοπτική θέασης που διανοίγεται στο παρόν πόνημα. Απροϋπόθετη θέαση (ή αλλιώς: ματιά από το πουθενά) δεν υπάρχει. Τη δική μου στάση καθόρισαν τρεις παράγοντες: η νεοελληνική πραγματικότητα γενικά και το νεανικό κοινό στο οποίο απευθύνεται, ειδικότερα· τα οπωσδήποτε επιστημονικά αλλά ποτέ αναντίρρητα ή απόλυτα δεδομένα της σύγχρονης έρευνας και της σχετικής βιβλιογραφίας· και η βιωματική ματιά των αρχαίων συγγραφέων, ιστορικών ή άλλων, στους οποίους βασίζομε.
 
Η νεοελληνική κοινωνία βρίσκεται σε μια ιδιότυπη σχέση με το αρχαιοελληνικό παρελθόν. Σε σύγκριση με άλλες κοινωνίες, δυτικές ή μη, η γνώση που διαθέτει ο μέσος Νεοέλληνας για την αρχαία Ελλάδα είναι αυξημένη. Το γεγονός αυτό καθιστά αναγκαία τη συμπερίληψη γεγονότων με συμβολική σημασία, τα οποία, εξεταζόμενα από καθαρά ιστορική άποψη, θα μπορούσαν να θεωρηθούν δευτερεύοντα και να λείπουν. Από την άλλη, η ιδεολογική οικειοποίηση του αρχαιοελληνικού παρελθόντος από τη νεοελληνική κοινωνία είχε ως συνέπεια τον περιορισμό των γενικών γνώσεων αρχαίας ιστορίας στους τομείς εκείνους που δεν συγκρούονταν με άλλα δεδομένα της -υπό συγκρότηση ή μερικώς συγκροτημένης- νεοελληνικής ταυτότητας. Από το μεγαλείο της αρχαίας Ελλάδας που προσφέρεται στον μαθητή, τον φοιτητή ή τον επιστήμονα λείπουν κάποτε οι αρνητικές όψεις του αρχαίου κόσμου, κυρίως όσες είναι λιγότερο συμβατές ή συμβιβάσιμες με τα ισχύοντα ιδανικά. Λείπουν επίσης γνώσεις για εποχές υποτιθέμενης παρακμής, όπως η ύστερη ελληνιστική περίοδος και η εποχή της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Αυτές όμως οι όψεις και οι εποχές αποτελούν οργανικό τμήμα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας και ταυτόχρονα μπορούν να λειτουργήσουν ως φωτοσκίαση, καθιστώντας το παρελθόν ανάγλυφο, ζωντανό και διδακτικό. Μολονότι δεν είχα την ευχέρεια να καλύψω με τρόπο εξίσου συστηματικό όλες τις περιόδους της ελληνικής αρχαιότητας, επέλεξα να φέρω στο προσκήνιο, άλλοτε υπαινικτικότερα και άλλοτε με πιο άμεσο τρόπο, ορισμένες παραμελημένες πλευρές της.
 
Η σύγχρονη έρευνα στα θέματα του πολέμου (οπλισμός, αρχαίες τακτικές μάχης, πολεμικές εφευρέσεις κτλ.) και της πολιτικής (θεσμοί, νόμοι, ψηφίσματα, πολιτειακές αλλαγές κτλ.) έχει πραγματοποιήσει άλματα. Σήμερα γνωρίζουμε καλύτερα τι συνέβαινε στη Σπάρτη τον 6ο και στην Αθήνα τον 4ο αιώνα, πώς πολεμούσε ένας Μακεδόνας στρατιώτης και πώς διεκπεραιωνόταν η διοικητική αλληλογραφία στην πτολεμαϊκή Αίγυπτο από όσα γνώριζαν οι ευρυμαθείς λόγιοι σε παλαιότερες εποχές. Η γνώση μας έχει αυξηθεί αφενός χάρη στα αρχαιολογικά δεδομένα και αφετέρου λόγω της χρήσης επιστημονικών μεθόδων σύγκρισης και χρονολόγησης των στοιχείων, υλικών ή άλλων. Οι αρχαίες πηγές αποδείχθηκαν αρκετές φορές ανακριβείς ή υπερβολικές. Προέκυψε έτσι ένα κλίμα γενικής δυσπιστίας σε σχέση με πολλές από τις πληροφορίες που ενσωματώθηκαν στην αρχαία παράδοση.
 
Δεν υιοθετώ πλήρως την υπερκριτική στάση της σύγχρονης έρευνας. Ενδιαφέρθηκα συχνά να αποδώσω τι παραδίδουν οι αρχαίοι συγγραφείς, πώς και γιατί το ισχυρίζονται, χωρίς να συσχετίζουμε πάντοτε τα λεγόμενά τους με τα πορίσματα της νεότερης ακαδημαϊκής ορθοδοξίας. Ένα από τα μελήματά μου ήταν οι τρόποι πρόσληψης του παρόντος και του παρελθόντος (αμεσότερου ή μακρινότερου) από τους ίδιους τους Έλληνες. Επινοημένοι θρύλοι και μεταγενέστερα ανέκδοτα εκτίθενται ενίοτε ως στοιχεία ενδεικτικά του αρχαίου τρόπου σκέψης. Παραθέματα από τις αρχαίες πηγές φωτίζουν, σε αρκετές περιπτώσεις, το θέμα ή το κλίμα μιας εποχής με τρόπο άμεσο. Ειδικά οι αρχαίοι ιστορικοί βρίσκονται στο επίκεντρο της αφήγησής μου και μνημονεύονται τακτικά για να υπενθυμίζουν στον αναγνώστη το αυτονόητο: ότι η ιστορία βασίζεται σε πηγές.
 
Διαφοροποιήθηκα ωστόσο από την οπτική των αρχαίων Ελλήνων σε ένα σημαντικό θέμα. Όλοι, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, πίστευαν ότι η ιστορία τους συνεχιζόταν αδιάσπαστη από την εποχή της Αργοναυτικής Εκστρατείας, του Οιδίποδα και των Τρωικών. Παρ᾽ όλα αυτά, οι μεγάλες αρχαιολογικές ανακαλύψεις που άρχισαν στο τέλος του 19ου αιώνα και συνεχίζονται αδιάλειπτα έως σήμερα αποκαλύπτουν ότι ανάμεσα στην Εποχή του Χαλκού, όταν η Θήβα, οι Μυκήνες και η Τροία βρίσκονταν σε μεγάλη ακμή, και τον 8ο ή τον 7ο αιώνα, όταν οι ελληνικοί μύθοι άρχισαν να λαμβάνουν την επεξεργασία με την οποία μας είναι σήμερα γνωστοί, μεσολαβεί μια μακρά περίοδος ριζικών ανακατατάξεων. Για όσα συνέβησαν κατά τη 2η χιλιετία και στην αρχή της 1ης, οδηγός είναι πλέον τα αρχαιολογικά ευρήματα και τα κατάλοιπα της λεγόμενης γραμμικής Β γραφής, όχι τα ομηρικά έπη - ακόμη λιγότερο οι θρύλοι που σώθηκαν σε μεταγενέστερες παραλλαγές.
 
Όπως γίνεται σήμερα κοινά αποδεκτό, ο λεγόμενος μυκηναϊκός κόσμος μιλούσε ελληνικά. Ωστόσο, οι πόλεμοί του, η πολιτική του διάρθρωση και οι πολιτισμικές του αξίες είναι αντικείμενα επιστημονικών εικασιών. Καμία γραπτή πηγή δεν παρέχει ακριβείς πληροφορίες. Ακόμη και οι πινακίδες της γραμμικής Β (δηλαδή τα οικονομικά αρχεία των ανακτόρων) ελάχιστα διαφωτίζουν την καθημερινή ζωή της εποχής. Η δική μας ιστορία αρχίζει με τον Όμηρο και τον Ησίοδο, τους οποίους αξιοποιούμε για τις πληροφορίες που δίνουν σχετικά με τον κόσμο στον οποίο έζησαν οι ίδιοι. Ήδη κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς πίστευαν ότι οι κοινές πεποιθήσεις για τη γέννηση και τη δράση των θεών, ένα διακριτικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοσμοαντίληψης, ήταν επίτευγμα των δύο αυτών ποιητών. Όπως λοιπόν αποφασίσαμε να διακόψουμε την αφήγηση της άτμητης ιστορικής ροής στο σημείο όπου οι θρησκευτικές αυτές πεποιθήσεις, χωρίς να απαλειφθούν εντελώς, έπαψαν να είναι κυρίαρχες, έτσι πήρα και την πρωτοβουλία να παραλείψω τις αναντίρρητες μυκηναϊκές απαρχές.
 
Σε αντίθεση με τον συρμό των διδακτικών εγχειριδίων, όπου φωτογραφίες, σχέδια, έγχρωμα πλαίσια και λεζάντες προσφέρονται για να διαφωτίσουν τον αναγνώστη, αλλά δρουν επίσης ανταγωνιστικά προς το κυρίως κείμενο και διασπούν την ενότητα της ανάγνωσης, ακολούθησα τον παραδοσιακότερο δρόμο της συνεχούς αφήγησης, που διακόπτεται μόνο στις αρθρώσεις και τους αρμούς της για να διευκολυνθεί η μελέτη.
 
Στην περιοδολόγηση της αρχαίας ιστορίας ακολούθησα την καθιερωμένη πλέον διάκριση σε τέσσερις βασικές εποχές (αρχαϊκή, κλασική, ελληνιστική, ρωμαϊκή). Θέλησα όμως να υπογραμμίσω τη συνέχεια μέσα στις σχηματικές διαφοροποιήσεις των περιόδων. Μέλημά μου ήταν η ανάδειξη της βασικής ενότητας που παρουσιάζει η ελληνική αρχαιότητα, παρ᾽ όλες τις συνεχείς αλλαγές και μεταβάσεις. Για να επισημανθεί η ενότητα μέσα στη διαφορά, άλλοτε παρουσιάζω πρωθύστερα την εξέλιξη ενός πολιτικού θεσμού από τις απαρχές του έως την ολοκληρωμένη του μορφή, και άλλοτε εκθέτω μια προγενέστερη ιδέα με καθυστέρηση, όταν ακριβώς φαίνεται ότι κατόρθωσε να ριζώσει στη συνείδηση πολλών ανθρώπων. Ενώ από την άποψη της δημιουργικής πρωτοτυπίας και του «πρώτου ευρετή», η χρονολογική σειρά είναι αναγκαία τόσο στα πολιτικά και στρατιωτικά όσο και στα πολιτιστικά γεγονότα, όταν το ενδιαφέρον μετατοπιστεί στην απήχηση και τις επιδράσεις που είχε μια πρωτοπόρα ιδέα, η χρονολογική διαδοχή καθίσταται παραπλανητική. Γενικά, οι πολιτιστικές εξελίξεις είτε αποτελούν συνέπειες προγενέστερων κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών είτε δείχνουν προς το μέλλον. Ο συγχρονισμός τους με το εκάστοτε παρόν δεν είναι πάντοτε ο ασφαλέστερος τρόπος για να φανεί η σημασία τους. Πάντως, αντί να αναφερθώ γενικά σε εποχές, προτίμησα να αναφέρω, όπου ήταν εφικτό, συγκεκριμένους αιώνες ή χρονιές, ιδίως όταν αυτές αποτελούν δείκτες και επισημαίνουν σταθμούς. Οι εποχές είναι επινοήσεις του ανθρώπινου μυαλού, τα έτη και οι εκατονταετίες αντικειμενικά δεδομένα της χρονικής ροής.
 
Οι ιδέες καθοδηγούν συχνά τη δράση των ανθρώπων σε βαθμό μεγαλύτερο από όσο οι ίδιοι θα δέχονταν. Ορισμένες μάλιστα αποδεικνύονται εξαιρετικά ανθεκτικές στις αλλαγές και θα μπορούσαν να ονομαστούν καταστατικές. Τις καταστατικές ιδέες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού τις βρίσκουμε ήδη στα ομηρικά έπη.
 
Όταν, για την ενημέρωση του αναγνώστη, αναφέρω σημαντικούς αρχαιοελληνικούς όρους (είτε εντός είτε εκτός παρενθέσεων), χρησιμοποιώ, όπως συνηθίζεται, πλάγια στοιχεία και το κοινά αποδεκτό πολυτονικό σύστημα. Εξαίρεση αποτελούν οι τίτλοι έργων που έχουν ήδη ενσωματωθεί στη νέα ελληνική (π.χ. Ιλιάδα αντί Ἰλιάς, Πέρσες αντί Πέρσαι). Ωστόσο, οι αναγραφόμενοι αρχαίοι όροι είναι από γραμματική και συντακτική άποψη προσαρμοσμένοι στη δομή της πρότασης που τους δεξιώνεται. Το αντίθετο θα σήμαινε κατάφωρη απαξίωση του κλιτικού συστήματος της γλώσσας μας και θα προκαλούσε την απολίθωση των αρχαίων λέξεων στην ονομαστική πτώση (αν πρόκειται για ονόματα) και στο πρώτο πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα (αν πρόκειται για ρήματα).
 
Στην κατάτμηση και τους τίτλους των κεφαλαίων ακολούθησα τη χρονολογική διάταξη των τεσσάρων περιόδων. Όμως, μέσα σε κάθε κεφάλαιο πήρα την πρωτοβουλία να χρησιμοποιήσω ως τίτλους ενοτήτων παραθέματα από τις αρχαίες πηγές, τα οποία δεν αγκαλιάζουν όλα τα θέματα που εξετάζονται σε κάθε ενότητα και δεν προέρχονται πάντοτε από σύγχρονους με τα θέματα αυτά συγγραφείς. Πιστεύω ότι ανάδειξα έτσι καλύτερα τις εντυπώσεις που προκάλεσαν ορισμένα από τα «μεγάλα και θαυμαστά» έργα των αρχαίων Ελλήνων και των λαών με τους οποίους συνδιαλέχθηκαν και συγκρούστηκαν. Η ροή της αφήγησης καθιστά σαφές ποιες από τις χρονολογίες είναι προ Χριστού και ποιες μετά Χριστόν (κατά σύμβαση). Όπου υπάρχουν αμφιβολίες, το χρονολόγιο στο τέλος των άρθρων μπορεί να ξεκαθαρίσει το ζήτημα.
 
Χρονολόγιο
 
776Πρώτη καταγραφή νικητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
περ. 750Τα πρώτα δείγματα φωνητικής γραφής στην Ελλάδα.
περ. 735-715Α’ Μεσσηνιακός Πόλεμος.
περ. 730Σύνθεση της Ιλιάδας.
μετά το 700Σύνθεση της Οδύσσειας. Ο Ησίοδος συνθέτει τα έπη του.
πρώιμ. 7ος αι.Πόλεμος για το Ληλάντιο πεδίο.
669Στη μάχη των Υσιών οι Αργείοι ταπεινώνουν τους Σπαρτιάτες.
μέσον 7ου αι.Β’ Μεσσηνιακός Πόλεμος. Ο Κύψελος τύραννος της Κορίνθου.
648Έκλειψη ηλίου που μνημονεύει ο Αρχίλοχος
περ. 630Αποικισμός της Κυρήνης.
τέλος 7ου αι.Ο Πιττακός αἰσυμνήτης στη Μυτιλήνη
περ. 600Ίδρυση της Μασσαλίας. Ο Κλεισθένης τύραννος της Σικυώνας.
594/3Ο Σόλων άρχων στην Αθήνα.
587Κατάκτηση του Βασιλείου του Ιούδα από τον Βαβυλώνιο βασιλιά Ναβουχοδονόσορα και καταστροφή του Ναού. Μετοικεσία Βαβυλώνος.
582Οι πρώτοι Πυθικοί Αγώνες.
561-528/7Ο Πεισίστρατος τύραννος της Αθήνας (με διαλείμματα).
560-546Ο Κροίσος βασιλιάς των Λυδών.
557-530Ο Κύρος Β’ (ο Μέγας) βασιλιάς των Περσών.
περ. 550Ακμάζει ο Αναξίμανδρος.
546Ο Κύρος Β’ νικά τον Κροίσο.
μετά το 544Ο Πολυκράτης τύραννος της Σάμου.
ύστερ. 6ος αι.Ακμάζει ο Πυθαγόρας.
540Κατάληψη της Ιωνίας από τους Πέρσες.
περ. 540Ο Λύγδαμης τύραννος της Νάξου.
περ. 535Ναυμαχία Φωκαέων και Ετρούσκων-Τυρρηνών.
530-522Ο Καμβύσης Β’ βασιλιάς των Περσών.
525Ο Καμβύσης Β’ κατακτά την Αίγυπτο.
περ. 525Πόλεμος Κυμαίων και Ετρούσκων.
522Ο Πολυκράτης βασανίζεται και θανατώνεται.
522-486Ο Δαρείος Α’ βασιλιάς των Περσών.
514Δολοφονία του Ιππάρχου.
510Εκδίωξη του Ιππία από την Αθήνα.
508/7Μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη.
περ. 500Ακμάζει ο Ηράκλειτος.
499Οι Πέρσες και ο Αρισταγόρας εναντίον της Νάξου. Αρχή της ιωνικής εξέγερσης.
498Οι Ίωνες καταλαμβάνουν τις Σάρδεις.
494Ναυμαχία στη Λάδη. Καταστολή της ιωνικής εξέγερσης. Καταστροφή της Μιλήτου. Νίκη των Σπαρτιατών επί του Άργους στη Σήπεια.
493Διδάσκεται η Μιλήτου ἅλωσις του Φρυνίχου.
492Πρώτη εκστρατεία των Περσών εναντίον της Ελλάδας. Καταστροφή του στόλου τους στον Άθω.
491Η Αθήνα και η Αίγινα σε πόλεμο.
490Εκστρατεία του Δάτη και του Αρταφέρνη εναντίον της Ερέτριας και της Αθήνας. Μάχη του Μαραθώνα.
487Πρώτος οστρακισμός και κλήρωση των αρχόντων στην Αθήνα.
486-465Ο Ξέρξης Α’ βασιλιάς των Περσών.
480Μάχη των Θερμοπυλών. Ναυμαχίες στο Αρτεμίσιο και τη Σαλαμίνα. Ναυμαχία της Ιμέρας.
479Μάχες στις Πλαταιές και τη Μυκάλη.
478Έναρξη της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας (Συμμαχία της Δήλου).
476Βραβεύονται οι Φοίνισσες του Φρυνίχου.
474Ο Ιέρων νικά τους Ετρούσκους σε ναυμαχία έξω από την Κύμη.
472Διδάσκονται οι Πέρσες του Αισχύλου με χορηγό τον Περικλή.
μετά το 470Ο Κίμων νικά τους Πέρσες στις εκβολές του Ευρυμέδοντα.
περ. 465-458Γ’ Μεσσηνιακός Πόλεμος.
465-424Ο Αρταξέρξης Α’ βασιλιάς των Περσών.
462Μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη. Περιορισμός της εξουσίας του Αρείου Πάγου.
461Οστρακισμός του Κίμωνα. Δολοφονία του Εφιάλτη.
457Εκλογή Αθηναίων αρχόντων και από την τάξη των ζευγιτών.
455Πεθαίνει ο Αισχύλος.
454Το κοινό ταμείο της Συμμαχίας μεταφέρεται από τη Δήλο στην Αθήνα.
451Εξέγερση Δουκέτιου στη Σικελία.
περ. 450/40-413Ο Περδίκκας Β’ βασιλιάς της Μακεδονίας.
447-432Οικοδόμηση του Παρθενώνα.
436-432Οικοδόμηση των Προπυλαίων.
431-421Πρώτη περίοδος του Πελοποννησιακού Πολέμου (Αρχιδάμειος Πόλεμος).
431-425Ο Ηρόδοτος γράφει τις Ιστορίες του.
429Πεθαίνει ο Περικλής.
427Ο Γοργίας στην Αθήνα.
427-424Οικοδόμηση του ναού της Αθηνάς Νίκης.
425Αθηναϊκή νίκη εναντίον των Σπαρτιατών στη Σφακτηρία.
423Διδάσκονται για πρώτη φορά οι Νεφέλες του Αριστοφάνη.
423-404Ο Δαρείος Β’ βασιλιάς των Περσών.
422Ο Κλέων και ο Βρασίδας σκοτώνονται στην Αμφίπολη.
421Διδάσκεται η Ειρήνη του Αριστοφάνη.
421-414Η Νικίειος Ειρήνη διακόπτει τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.
περ. 421-406Οικοδόμηση του Ερεχθείου.
417Τελευταίος οστρακισμός στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι υποτάσσουν την ουδέτερη Μήλο.
415-413Σικελική εκστρατεία.
περ. 415Διδάσκονται οι Τρωάδες του Ευριπίδη.
413-404Δεκελεικός Πόλεμος.
413-399Ο Αρχέλαος βασιλιάς της Μακεδονίας.
ύστερ. 5ος αι.Ο Θουκυδίδης γράφει την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου.
411Ανατροπή της δημοκρατίας στην Αθήνα. Τυραννία των Τετρακοσίων.
μετά το 408Ο Ευριπίδης γράφει τις τελευταίες τραγωδίες του στην αυλή του Αρχελάου.
406Οι Αθηναίοι νικούν τους Σπαρτιάτες στη ναυμαχία των Αργινουσών. Πεθαίνουν ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης.
405Ο Λύσανδρος συντρίβει τους Αθηναίους σε ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς. Ο Διονύσιος Α’ τύραννος των Συρακουσών.
404Παράδοση της Αθήνας. Τριάκοντα τύραννοι.
404-359Ο Αρταξέρξης Β’ Μνήμων βασιλιάς των Περσών.
401Κύρου Ανάβασις. Μάχη στα Κούναξα και θάνατος του Κύρου του νεότερου.
399Καταδίκη και θάνατος του Σωκράτη.
396Ο βασιλιάς της Σπάρτης Αγησίλαος Β’ αναλαμβάνει αγώνα εναντίον των Περσών στη Μικρά Ασία.
394Ήττα των Σπαρτιατών στη ναυμαχία της Κνίδου και νίκη στη μάχη της Κορώνειας. Ο Ξενοφών επιστρέφει στην Ελλάδα.
393Ο Κόνων επιστρέφει στην Αθήνα.
393-370Ο Αμύντας Γ’ βασιλιάς της Μακεδονίας.
περ. 388Ο Πλάτων ιδρύει την Ακαδημία.
386Ειρήνη του Βασιλιά.
380Ο Ισοκράτης γράφει τον Πανηγυρικό.
377Ίδρυση της Β’ Αθηναϊκής Συμμαχίας.
376Νίκες των Αθηναίων εναντίον των Σπαρτιατών σε ναυμαχίες στη Νάξο και τη Λευκάδα.
περ. 375Ο Πλάτων γράφει την Πολιτεία.
371Οι Θηβαίοι Επαμεινώνδας και Πελοπίδας ταπεινώνουν τους Σπαρτιάτες στη μάχη των Λεύκτρων.
370Εκστρατεία του Επαμεινώνδα στην Πελοπόννησο.
370-368/9Ο Αλέξανδρος Β’ βασιλιάς της Μακεδονίας.
367Ο Διονύσιος Α’ βραβεύεται στα Λήναια.
367-357, 346-344Διονύσιος Β’ των Συρακουσών.
367Ο Πελοπίδας στα Σούσα.
367-365Ο Πλάτων στη Σικελία.
περ. 365Ο Αριστοτέλης εγκαθίσταται στην Αθήνα για σπουδές.
365-360Ο Περδίκκας Γ’ βασιλιάς της Μακεδονίας.
364Πεθαίνει ο Πελοπίδας.
362Ο Επαμεινώνδας νικά τους Σπαρτιάτες στη μάχη της Μαντίνειας και σκοτώνεται. Ο γιος του Ξενοφώντα Γρύλλος σκοτώνεται πολεμώντας με την αθηναϊκή παράταξη.
περ. 362Ο Ξενοφών ολοκληρώνει τα Ελληνικά του.
361-360Ο Πλάτων και πάλι στη Σικελία.
360Πεθαίνει ο Αγησίλαος Β’.
360-336Ο Φίλιππος Β’ βασιλιάς της Μακεδονίας.
359-338Ο Αρταξέρξης Γ’ Ώχος βασιλιάς των Περσών.
357Ο Φίλιππος Β’ καταλαμβάνει την Αμφίπολη.
357-346Γ’ Ιερός Πόλεμος.
353Ο Ισοκράτης γράφει τον Περὶ ἀντιδόσεως λόγο.
349Ο Φίλιππος Β’ καταλαμβάνει την Όλυνθο.
347Πεθαίνει ο Πλάτων.
346Η ειρήνη του Φιλοκράτη μεταξύ των Αθηναίων και του Φιλίππου Β’.
344Ο Τιμολέων στη Σικελία.
341Ο Δημοσθένης γράφει τους Γ’ και Δ’ Φιλιππικούς.
ύστερ. 4ος αι.Ακμάζει ο Μένανδρος και η Νέα Κωμωδία.
340Ο Φίλιππος Β’ πολιορκεί την Πέρινθο.
339Ο Ισοκράτης γράφει τον Παναθηναϊκό.
338Μάχη της Χαιρώνειας. Πεθαίνουν ο Τιμολέων και ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρχίδαμος Γ’. Πεθαίνει ο Ισοκράτης.
338-335Ο Αρσής βασιλιάς των Περσών.
337Συνέδριο της Κορίνθου. Ο Φίλιππος Β’ ἡγεμών και στρατηγός αὐτοκράτωρ.
336Ο Άτταλος και ο Παρμενίων αρχίζουν επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία εναντίον των Περσών. Δολοφονείται ο Φίλιππος Β’.
336-323Ο Αλέξανδρος Γ’ (ο Μέγας) βασιλιάς της Μακεδονίας.
335Ο Αλέξανδρος Γ’ κυριεύει και καταστρέφει τη Θήβα.
335-330Ο Δαρείος Γ’ Αρτασάτα (Κοδομαννός) βασιλιάς των Περσών.
335Ο Αριστοτέλης ιδρύει το Λύκειο.
334Ο Αλέξανδρος Γ’ περνά στην Ασία. Μάχη στον Γρανικό ποταμό.
333Πεθαίνει ο Μέμνων. Μάχη στην Ισσό.
332Κατάληψη και καταστροφή της Τύρου και της Γάζας.
331Κατάληψη της Αιγύπτου χωρίς μάχη και ίδρυση της Αλεξάνδρειας. Μάχη στα Γαυγάμηλα. Εξέγερση των Πελοποννησίων και καταστολή της.
330Ο Αλέξανδρος Γ’ εισέρχεται στη Βαβυλώνα και πυρπολεί την Περσέπολη. Δολοφονία του Δαρείου Γ’. Δολοφονία Παρμενίωνα και εκτέλεση Φιλώτα. Ο Δημοσθένης εκφωνεί τον Περὶ τοῦ στεφάνου λόγο.
328Φόνος του Κλείτου.
327Εκτέλεση του Καλλισθένη.
326Ο Αλέξανδρος Γ’ στον Ινδό ποταμό. Μάχη με τον Πώρο.
325Επιστροφή στη Βαβυλώνα μέσα από τη Γαδρωσία.
324Πεθαίνει ο Ηφαιστίων. Πεθαίνει ο Διογένης ο Κυνικός.
323Πεθαίνει ο Αλέξανδρος Γ’. Πρώτος διαμερισμός της αυτοκρατορίας από τους Διαδόχους.
323-322Ελληνικός ή Λαμιακός Πόλεμος.
322Αυτοκτονεί ο Δημοσθένης και πεθαίνει ο Αριστοτέλης.
320Πρώτος Πόλεμος των Διαδόχων. Θάνατος του Περδίκκα. Νέα συμφωνία των διαδόχων στον Τριπαράδεισο.
319-315Δεύτερος Πόλεμος των Διαδόχων.
317-289Ο Αγαθοκλής τύραννος των Συρακουσών.
314-311Τρίτος Πόλεμος των Διαδόχων.
307Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής απελευθερώνει την Αθήνα.
306Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής καταλαμβάνει την Κύπρο. Ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος και ο Δημήτριος αυτοαναγορεύονται βασιλείς. Παρομοίως αμέσως μετά ο Πτολεμαίος, ο Λυσίμαχος, ο Σέλευκος και ο Κάσσανδρος. Ο Επίκουρος ιδρύει τον Κήπο.
305Ο Δημήτριος πολιορκεί ανεπιτυχώς τη Ρόδο.
303-301Τέταρτος Πόλεμος των Διαδόχων. Μάχη της Ιψού και θάνατος του Αντίγονου του Μονόφθαλμου.
περ. 300Ο Ζήνων από το Κίτιο ιδρύει τη Στοά.
297Πεθαίνει ο Κάσσανδρος.
294-287Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής βασιλιάς της Μακεδονίας.
287Ο Πύρρος νικά τον Δημήτριο τον Πολιορκητή.
285Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής αιχμάλωτος του Σέλευκου Α’.
μετά το 285Ίδρυση του Μουσείου και της Βιβλιοθήκης στην Αλεξάνδρεια.
283Πεθαίνει ο Πτολεμαίος Α’ ο Σωτήρ.
281Μάχη στο Κουροπέδι. Πεθαίνουν ο Λυσίμαχος και ο Σέλευκος Α’.
280Ο Πύρρος περνά στην Ιταλία και πολεμά εναντίον των Ρωμαίων.
279Οι Κέλτες (Γαλάτες) εισβάλλουν στην Ελλάδα.
278Ο Πύρρος στη Σικελία πολεμά εναντίον των Καρχηδονίων.
276-239Ο Αντίγονος Γονατάς αντιμετωπίζει επιτυχώς τους Κέλτες και γίνεται βασιλιάς της Μακεδονίας.
275-271Πρώτος Συριακός Πόλεμος.
272Ο Πύρρος σκοτώνεται πολεμώντας στην Πελοπόννησο. Οι Ρωμαίοι κατακτούν τον Τάραντα.
270Πεθαίνει ο Επίκουρος.
270-215Ο Ιέρων Β’ βασιλιάς των Συρακουσών.
268-261Χρεμωνίδειος Πόλεμος. Ο Αντίγονος Γονατάς επιβάλλεται στη Σπάρτη και την Αθήνα.
264Οι Ρωμαίοι διαβαίνουν τη θάλασσα και αρχίζουν επιχειρήσεις πέρα από την Ιταλία.
264-241Α’ Καρχηδονιακός Πόλεμος.
263Πεθαίνει ο Ζήνων από το Κίτιο.
260-253Β’ Συριακός Πόλεμος.
251Ο Άρατος απελευθερώνει τη Σικυώνα.
251-246Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος διευθυντής της αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης. Τον διαδέχεται ο Ερατοσθένης.
246-241Γ’ Συριακός ή Λαοδίκειος Πόλεμος.
243Ο Άρατος καταλαμβάνει τον Ακροκόρινθο.
241Εκτέλεση του μεταρρυθμιστή βασιλιά της Σπάρτης Άγη Δ’. Οι Ρωμαίοι εκδιώκουν τους Καρχηδονίους από τη Σικελία.
239-229Ο Δημήτριος Β’ βασιλιάς της Μακεδονίας.
περ. 230Πεθαίνει ο μαθηματικός και αστρονόμος Αρίσταρχος ο Σάμιος.
229-222Κλεομενικός Πόλεμος.
229-221Ο Αντίγονος Δώσων βασιλιάς της Μακεδονίας.
228Οι Ρωμαίοι μετέχουν στα Ίσθμια.
222Η Ελληνική Συμμαχία κατατροπώνει τον στρατό του Κλεομένη Γ’ στη μάχη της Σελλασίας.
221-179Ο Φίλιππος Ε’ βασιλιάς της Μακεδονίας.
220-217Συμμαχικός Πόλεμος. Οι Μακεδόνες και οι Αχαιοί εναντίον των Αιτωλών και των Σπαρτιατών. Καταστροφή της Θήβας.
219-217Δ’ Συριακός Πόλεμος.
218-201Β’ Καρχηδονιακός ή Αννιβαϊκός Πόλεμος.
217Ήττα του Αντίοχου Γ’ από τον Πτολεμαίο Δ’ στη μάχη της Ραφίας. Συμφωνία της Ναυπάκτου μεταξύ των Αιτωλών και του Φιλίππου Ε’.
216Ο Αννίβας κατατροπώνει τους Ρωμαίους στις Κάννες.
215-205Α’ Μακεδονικός Πόλεμος.
213Πεθαίνει ο Άρατος.
212Ο Αντίοχος Γ’ (ο Μέγας) αρχίζει την ἀνάβασιν στις ανατολικές επαρχίες του βασιλείου του. Κατάληψη Συρακουσών από τους Ρωμαίους. Σκοτώνεται ο Αρχιμήδης.
207-192Ο μεταρρυθμιστής Νάβης βασιλιάς της Σπάρτης.
205Ειρήνη της Φοινίκης ανάμεσα στους Ρωμαίους και τον Φίλιππο Ε’.
202Συντριβή των Καρχηδονίων στη μάχη της Ζάμας. Ε’ Συριακός Πόλεμος.
202-197Β’ Μακεδόνικος Πόλεμος.
197Ο Τίτος Κοΐντιος Φλαμινίνος συντρίβει τον Φίλιππο Ε’ στις Κυνός Κεφαλές.
196Ο Τίτος Κοΐντιος Φλαμινίνος διακηρύσσει την ελευθερία των Ελλήνων στα Ίσθμια. 
195Ο Αννίβας σύμβουλος του Αντίοχου Γ’.
192Ο Αντίοχος Γ’ στην Ελλάδα.
191Ήττα του Αντίοχου Γ’ στη μάχη των Θερμοπυλών.
189Ήττα του Αντίοχου Γ’ στη μάχη της Μαγνησίας.
188Ειρήνη της Απάμειας. Ο Αντίοχος Γ’ εγκαταλείπει τη Μικρά Ασία.
187Δολοφονία του Αντίοχου Γ’.
183Αυτοκτονεί ο Αννίβας και πεθαίνει ο Φιλοποίμην. Την τέφρα του μεταφέρει ο Πολύβιος.
179-168Ο Περσέας βασιλιάς της Μακεδονίας.
175-164Ο Αντίοχος Δ’ ο Επιφανής βασιλιάς των Σελευκιδών.
171-168Γ’ Μακεδονικός Πόλεμος. ΣΤ’ Συριακός Πόλεμος.
168Μάχη της Πύδνας. Ο Αιμίλιος Παύλος νικά τον Περσέα και βάζει τέλος στο μακεδονικό βασίλειο. Ο Αντίοχος Δ’ ο Επιφανής ταπεινώνεται από τους Ρωμαίους στην Αλεξάνδρεια. Ο Πολύβιος όμηρος στη Ρώμη.
167Βεβήλωση του Ναού του Σολομώντα από τον Αντίοχο Δ’ τον Επιφανή.
166Ο Περσέας πεθαίνει αιχμάλωτος στη Ρώμη. Εξέγερση των Μακκαβαίων στην Παλαιστίνη.
164Αποκατάσταση του Ναού του Σολομώντα. Θάνατος του Αντίοχου Δ’ του Επιφανή.
149-148Εξέγερση και συντριβή του Ανδρίσκου. Η Μακεδονία γίνεται ρωμαϊκή επαρχία.
149-146Γ’ Καρχηδονιακός Πόλεμος.
146Ο Πόπλιος Κορνήλιος Σκιπίων Αιμιλιανός παραδίδει την Καρχηδόνα στις φλόγες. Ο Λεύκιος Μόμμιος καταστρέφει και λεηλατεί την Κόρινθο.
133Ο Άτταλος Γ’ κληροδοτεί το Πέργαμο στη Ρώμη.
129Εξέγερση του Αριστονίκου και καταστολή της.
120Πεθαίνει ο Πολύβιος.
88Σφαγή των Ρωμαίων στη Μικρά Ασία.
86Ο Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας καταλαμβάνει και λεηλατεί την Αθήνα. Ήττες του Μιθριδάτη ΣΤ’ στη Χαιρώνεια και τον Ορχομενό.
73-71Εξέγερση των δούλων στην Ιταλία με αρχηγό τον Σπάρτακο.
70Κατάκτηση του Πόντου από τους Ρωμαίους.
64Ο Γναίος Πομπήιος (ο Μάγνος) καταλύει τα υπολείμματα του βασιλείου των Σελευκιδών.
μέσον 1ου αι.Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης συγγράφει τη Βιβλιοθήκη του.
48Ο Ιούλιος Καίσαρας νικά τον Πομπήιο στη Φάρσαλο και εμπλέκεται σε συγκρούσεις στην Αλεξάνδρεια.
44Ο Ιούλιος Καίσαρας εκλέγεται ισόβιος δικτάτωρ και δολοφονείται.
42Ο Οκταβιανός και ο Μάρκος Αντώνιος νικούν στους Φιλίππους τους δολοφόνους του Καίσαρα.
31Ο Οκταβιανός νικά τον Μάρκο Αντώνιο και την Κλεοπάτρα στη ναυμαχία του Ακτίου.
30Ο Μάρκος Αντώνιος και η Κλεοπάτρα αυτοκτονούν. Η Αίγυπτος περνά στην εξουσία των Ρωμαίων.
27 π.Χ.-14 μ.Χ. Ο Οκταβιανός Αύγουστος ηγεμόνας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
27 π.Χ.Η Ελλάδα γίνεται ρωμαϊκή επαρχία με την επωνυμία Αχαΐα.
51 μ.Χ.Ο απόστολος Παύλος φθάνει στη Μακεδονία.
64 μ.Χ.Πυρκαγιά στη Ρώμη και διωγμοί χριστιανών από τον Νέρωνα.
66-70 μ.Χ.Ιουδαϊκή εξέγερση, καταστολή και καταστροφή του Ναού του Σολομώντα.
περ. 120 μ.Χ.Πεθαίνει ο βιογράφος και φιλόσοφος Πλούταρχος.
132 μ.Χ.Νέα ιουδαϊκή εξέγερση.
μέσον 2ου αι. μ.Χ.Ακμάζει ο περιηγητής Παυσανίας.
160-180 μ.Χ.Ο Μάρκος Αυρήλιος αύγουστος.
161 μ.Χ.Ο Περεγρίνος Πρωτέας αυτοπυρπολείται στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
176 μ.Χ.Ο Μάρκος Αυρήλιος ιδρύει τέσσερις έδρες φιλοσοφίας στην Αθήνα.
177 μ.Χ.Πεθαίνει ο σοφιστής Ηρώδης ο Αττικός.
μετά το 180 μ.Χ.Πεθαίνει ο σοφιστής Λουκιανός.
189 μ.Χ.Πεθαίνει ο ρήτορας Αίλιος Αριστείδης.
212 μ.Χ.Με την Constitutio Antoniniana όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι της αυτοκρατορίας αποκτούν δικαιώματα Ρωμαίου πολίτη.
253 μ.Χ.Πεθαίνει ο χριστιανός θεολόγος Ωριγένης.
260 μ.Χ.Ο αυτοκράτορας Βαλεριανός πεθαίνει ταπεινωμένος στα χέρια του Πέρση βασιλιά Σαπώρη.
270 μ.Χ.Πεθαίνει ο φιλόσοφος Πλωτίνος.
284-305 μ.Χ.Ο Διοκλητιανός κυρίαρχος στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
303 μ.Χ.Έναρξη των «μεγάλων διωγμών» των χριστιανών.
305 μ.Χ.Πεθαίνει ο φιλόσοφος Πορφύριος.
307 μ.Χ.Ο Κωνσταντίνος (ο Μέγας) αύγουστος.
312 μ.Χ.Ο Κωνσταντίνος διαβαίνει τη Μουλβία Γέφυρα και κυριαρχεί στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας.
313 μ.Χ.Ο Κωνσταντίνος συναντάται με τον Λικίνιο στα Μεδιόλανα και συμφωνούν σε πολιτική θρησκευτικής ανεξιθρησκίας.
324 μ.Χ.Ο Κωνσταντίνος νικά τον Λικίνιο και γίνεται μονοκράτορας.
325 μ.Χ.Σύνοδος της Νίκαιας. Πεθαίνει ο φιλόσοφος Ιάμβλιχος.
330 μ.Χ.Εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης.
337 μ.Χ.Πεθαίνει ο Κωνσταντίνος.
339 μ.Χ.Πεθαίνει ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας.
353 μ.Χ.Ο Κωνστάντιος Β’ μονοκράτορας.
354 μ.Χ.Ο Λιβάνιος αναλαμβάνει την έδρα της ρητορικής στην Αντιόχεια.
341 μ.Χ.Διωγμοί των χριστιανών στην Περσία.
360-363 μ.Χ.Ο Ιουλιανός γίνεται αύγουστος (από το 361 μοναδικός αύγουστος).
365 μ.Χ.Καταστροφικό τσουνάμι στην Ανατολική Μεσόγειο.
378 μ.Χ.Μεγάλη ήττα των Ρωμαίων από τους Γότθους στην Ανδριανούπολη.
379-395 μ.Χ.Ο Θεοδόσιος Α’ (ο Μέγας) αύγουστος. Με τον θάνατό του η αυτοκρατορία διαιρείται οριστικώς σε δύο τμήματα.
386 μ.Χ.Ο Λιβάνιος γράφει το σύγγραμμα Υπέρ των ιερών.
πριν από 391 μ.Χ.Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος γράφει την ιστορία του.
391 μ.Χ.Ο Θεοδόσιος Α’ διατάσσει το κλείσιμο των παγανιστικών ναών. Καταστροφή του Σεραπείου της Αλεξάνδρειας από τους χριστιανούς.
393 μ.Χ.Οι τελευταίοι Ολυμπιακοί Αγώνες.

Έν βυθῷ ἡ ἀλήθεια

ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ, ΑΠΟΣΠ. 117
 
1.
 
Ἀ­πό τή δι­α­τύ­πω­ση τοῦ τί­τλου συ­νά­γον­ται ἄ­με­σα τά ἀ­κό­λου­θα συμ­πε­ρά­σμα­τα:
 
1. Ὑ­πάρ­χει ἀ­λή­θει­α. 2. Εἶ­ναι κρυμ­μέ­νη βα­θι­ά. 3. Εἶ­ναι μέ κά­ποιο τρό­πο προ­σι­τή (ἀλ­λι­ῶς ὁ ἰ­σχυ­ρι­σμός γιά τήν ὕ­παρ­ξή της θά ἦ­ταν ἀν­τι­φα­τι­κός).  Τό ἀ­πό­σπα­σμα στό σύ­νο­λό του δέν ἐ­πι­τρέ­πει ἄλ­λο συμ­πέ­ρα­σμα:
 
Ἐτε­ῇ οὐ­δέν ἴδ­μεν· ἐν βυθῷ γάρ ἡ ἀ­λή­θει­α (στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δέν γνω­ρί­ζο­με τί­πο­τα, για­τί ἡ ἀ­λή­θει­α εἶ­ναι κρυμ­μέ­νη στό βά­θος).
 
Εἶ­ναι φα­νε­ρό on ἐ­δῶ ἔ­χο­με ἕνα βρα­χυ­λο­γι­κό συλ­λο­γι­σμό, ὅπως θά λέ­γα­με χρη­σι­μο­ποι­ών­τας με­τα­γε­νέ­στε­ρη ὁ­ρο­λο­γί­α τῆς Λο­γι­κή­ς[1]· ἔ­χο­με τό συμ­πέ­ρα­σμά του καί μί­α ἀ­πό τίς προ­κεί­με­νες :
 
Ἐν βυθῷ ἡ ἀ­λή­θει­α, 
ἄ­ρα ἐ­τε­ῇ οὐ­δέν ἴδ­μεν
 
Ἡ πρό­τα­ση πού λεί­πει φαί­νε­ται πώς ἦ­ταν αὐ­το­νό­η­τη γιά τό Δημόκριτο καί τήν ἐ­πο­χή του. Ἀλ­λά στίς δύ­ο προ­τά­σεις πού ἔ­χο­με ἐ­δῶ δι­α­κρίνο­με μί­αν ἀ­νε­ξή­γη­τη ἀν­τί­φα­ση: ἄν δε­χτοῦ­με τήν πρώ­τη, δέν μπο­ροῦ­με νά δε­χτοῦ­με τή δεύ­τε­ρη, καί ἀν­τί­στρο­φα. Θ’ ἀ­να­ζη­τή­σω­με τό στοι­χεῖ­ο πού λεί­πει, ἐλ­πί­ζον­τας ὅτι καί τό συλ­λο­γι­σμό θ' ἀ­πο­κα­τα­στή­σω­με καί τό κλει­δί γιά τήν κα­τα­νό­η­ση τῆς Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­του θά ἔ­χω­με· για­τί κά­θε ἔ­ρευ­να γύ­ρω ἀ­πό τήν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­λή­θει­ας εἶ­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νη μέ ὅλο τό γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κό πρό­βλη­μα[2].
 
Ἡ ἀ­να­ζή­τη­σή μας ἀν­τι­με­τω­πί­ζει δυ­σκο­λί­ες γιά τούς ἀ­κό­λου­θους λό­γους: 1. Ἡ Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α τοῦ Δη­μο­κρί­του εἶ­ναι ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κά μό­νο γνω­στή. 2. Τά ἀ­πο­σπά­σμα­τα φαί­νον­ται ἑ­τε­ρό­κλι­τα καί ἀ­συμ­βί­βα­στα. 3. Οἱ σχε­τι­κές μαρ­τυ­ρί­ες ἀρ­χαί­ων συγ­γρα­φέ­ων εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κές καί με­ρι­κές κρί­νον­ται ἀ­πό τούς ση­με­ρι­νούς με­ρο­λη­πτι­κές (ἀ­νά­λο­γα μέ τά δι­α­φέ­ρον­τα τοῦ κά­θε συγ­γρα­φέ­α) ἤ δι­α­τυ­πω­μέ­νες μέ ἐν­νοι­ο­λο­γι­κά σχή­μα­τα με­τα­γε­νέ­στε­ρα[3] 4. Κά­πο­τε τοῦ ἴ­διου συγ­γρα­φέ­α οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες φαί­νον­ται ἀν­τι­φα­τι­κές.  5. Συ­νέ­πει­α τῆς συγ­χύ­σε­ως: Οἱ ση­με­ρι­νοί ἐ­ρευ­νη­τές δι­α­φω­νοῦν ρι­ζι­κά γιά τό νό­η­μα τῆς Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­του.
 
Αὐ­τή τήν εἰ­κό­να μπο­ροῦν νά τήν ἐ­ξη­γή­σουν τρεῖς ὑ­πο­θέ­σεις: 1. Οἱ γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κές ἀ­πό­ψεις τοῦ Δη­μο­κρί­του ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κά ἀ­σα­φεῖς καί ἀν­τι­φα­τι­κές. 2. Τά ἀ­πο­σπά­σμα­τα πού ἔ­χο­με καί οἱ μαρ­τυ­ρί­ες τῶν ἀρ­χαί­ων συγ­γρα­φέ­ων δέν εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ἀ­ξι­ό­πι­στα. 3. Πα­ρα­νο­ή­σεις ἔ­χουν γί­νει ἀ­πό τήν ἀρ­χαι­ό­τη­τα καί συ­νε­χί­ζον­ται ἀ­κό­μη.
 
Ἐλ­πί­ζω ὅτι, μέ τήν ἀ­ξι­ο­ποί­η­ση τῶν ἑρ­μη­νευ­τι­κῶν προ­σπα­θει­ῶν τῶν εἰ­δι­κῶν, μέ προ­σε­κτι­κή με­λέ­τη καί πα­ρα­βο­λή τῶν κυ­ρι­ο­τέ­ρων κει­μέ­νων καί μέ κά­ποιες ἀ­ναγ­καῖες δι­α­σα­φή­σεις σχε­τι­κά μέ τήν ὁ­ρο­λο­γί­α τοῦ Δη­μο­κρί­του, εἶ­ναι δυ­να­τό ν ἀ­να­κα­λύ­ψω­με τό λο­γι­κό ὑ­φά­δι πού συ­ναι­ρεῖ τίς φαι­νο­με­νι­κές ἀν­τι­φά­σεις καί ξε­περ­νᾶ τή σύγ­χυ­ση· ταυ­τό­χρο­να θά ἔ­χω­με πα­ρα­κο­λου­θή­σει μί­αν ἀ­πό τίς θε­με­λι­α­κές καί βα­θυ­στό­χα­στες προ­σπά­θει­ες, πού ἔ­χουν γί­νει στόν το­μέ­α τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς γνώ­σε­ως.
 
Τό ἀ­πό­σπα­σμα πού χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­με ὡς τί­τλο τῆς με­λέ­της δέν ἀ­πο­τε­λεῖ μό­νο τόν πυ­ρή­να τῆς Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­του, ἀλ­λά καί μι­ά προ­ει­δο­ποί­η­ση γιά ὅσους κα­τα­πιά­νον­ται μέ τό πρό­βλη­μα τῆς γνώ­σε­ως : ν βυθῷ ἡ ἀ­λή­θει­α. Ἕ­να σα­φέ­στα­το ὑ­παι­νιγ­μό γιά τό ἀ­πό­σπα­σμα πού μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ βρί­σκει κα­νείς στήν τε­λευ­ταί­α σε­λί­δα τῆς πρώ­της Κρι­τι­κῆς τοῦ Kant[4]  ὑ­πο­θέ­τω πώς τό ἴ­διο ἀ­ξί­ω­μα εἶ­χε ὁ­δη­γό του στή με­γά­λη προ­σπά­θει­ά του γιά τή δι­ε­ρεύ­νη­ση τῶν ὁ­ρίων τῆς ἀν­θρώ­πι­νης γνώ­σε­ως.
  
2.
 
Εἶ­ναι νο­μί­ζω χρή­σι­μη γιά τήν ἔ­ρευ­νά μας ἡ πα­ρα­τή­ρη­ση ὅτι στήν ἐ­πο­χή τοῦ Δη­μο­κρί­του (ἔ­ζη­σε ἀ­πό τό 460 μέ­χρι τό 370 π. X. πε­ρί­που) τό ὀν­το­λο­γι­κό πρό­βλη­μα εἶ­χε θέ­ση κυ­ρί­αρ­χη καί ἐ­πι­σκί­α­ζε τό γνω­σι­ο­λο­γικό[5]. Οἱ προ­σπά­θει­ες γιά μι­ά νέ­α θε­με­λί­ω­ση τῆς γνώ­σε­ως ἔ­πει­τα ἀ­πό τό φι­λο­σο­φι­κό σει­σμό[6] τοῦ σο­φι­στι­κοῦ δι­α­φω­τι­σμοῦ δέν εἶ­χαν ἀ­κό­μη συν­το­νι­στῆ καί ἡ εἰ­δι­κή ὁ­ρο­λογί­α δέν εἶ­χε δι­α­μορ­φω­θῆ. Ἑπο­μέ­νως οἱ με­τα­γε­νέ­στε­ρες μαρ­τυ­ρί­ες γιά τό θέ­μα πού μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ δι­α­τυ­πώ­θη­καν μέ τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό σύ­στη­μα πού οἰ­κο­δο­μή­θη­κε ἀρ­γό­τε­ρα (κυ­ρί­ως ἀ­πό τ­όν Πλά­τω­να καί τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη).
 
Συ­νο­πτι­κά τό πρό­βλη­μά μας πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἔ­τσι:
 
Τά ἀ­πο­σπάσμα­τα 6, 7, 8, 9, 10 καί 117 ἐκ­φρά­ζουν Σκε­πτι­κι­σμό γιά τήν ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τῶν αἰ­σθή­σε­ων ἤ κατ' ἄλ­λους Ἀ­γνω­στι­κι­σμό. Τό ἀ­πό­σπ. 125 φαί­νε­ται ὅτι, ὅπως πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Bailey[7], ὠ­θε­ῖ τό Σκε­πτι­κι­σμό στά ἄ­κρα, πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας σ' αὐ­τόν καί τή νό­η­ση. Τέ­λος τό ἀ­πό­σπ. 11 δί­νει ἔμ­φα­ση στήν ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τῆς νο­ή­σε­ως, σέ ἀν­τι­δι­α­στο­λή μέ τήν ἀ­δυ­να­μί­α τῶν αἰ­σθή­σε­ων νά προ­σπε­λά­σουν τήν ἀ­λή­θει­α.
 
Οἱ ἀρ­χαῖ­ες μαρ­τυ­ρί­ες προ­σφέ­ρουν ἀ­νά­λο­γη ποι­κι­λί­α πλη­ρο­φο­ρι­ῶν: Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης καί ὁ Φι­λό­πο­νος (μαρ­τυ­ρί­ες 9, 101, 112 καί 113) μᾶς πλη­ρο­φο­ροῦν ὅτι ὁ Δημόκριτος ἔ­βρι­σκε τήν ἀ­λή­θει­α στά φαι­νό­με­να ἤ ταύ­τι­ζε τήν ἀ­λή­θει­α μέ τά φαι­νό­με­να. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης (μάρτ. 112) ἀ­να­φέ­ρει μι­ά δια­ζευ­κτι­κή δι­α­τύ­πω­ση το­ῦ Δη­μο­κρί­του, πού τόν ἐμ­φα­νί­ζει σκε­πτι­κι­στή ἤ ἀ­γνω­στι­κι­στή. Ὁ ἐ­πι­κού­ρει­ος Κο­λώ­της, ὅπως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὁ Πλού­ταρ­χος (ἀ­πό­σπ. 156), τόν κα­τη­γο­ρεῖ γιά μη­δε­νι­στή. Στό πα­ρα­πά­νω κεί­με­νο ὁ Πλού­ταρ­χος ἐ­πι­κρί­νει τόν Κο­λώ­τη γιά πα­ρα­νό­η­ση τοῦ Δη­μο­κρί­του, καί μᾶς κά­νει γνω­στό ὅτι ὁ Δημόκριτος κα­τα­πο­λέ­μη­σε τόν Ὑ­πο­κει­με­νι­σμό καί τόν Ἀ­γνω­στι­κι­σμό τοῦ Πρω­τα­γό­ρα. Το­ῦ Σέξ­του το­ῦ Ἐμ­πει­ρι­κοῦ οἱ εἰ­δή­σεις (μαρτ. 110, 111 καί 114) εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κές, για­τί ἀ­πό τή μι­ά πα­ρου­σιά­ζουν τό Δημόκριτο νά ἀρ­νῆ­ται τήν ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τῶν φαι­νο­μέ­νων καί ἀ­πό τήν ἄλ­λη νά θε­ω­ρῆ τά φαι­νό­με­να κρι­τή­ρι­ο τῶν ἀ­δή­λων ἤ νά συμ­φω­νῆ μέ τόν Πλά­τω­να καί νά ἐ­πι­κρί­νη τόν Πρω­τα­γό­ρα.
 
Ὁ Guthrie[8] συ­νο­ψί­ζει τήν εἰ­κό­να πού προ­σφέ­ρουν oἱ ἀρ­χαῖ­ες πη­γές:
 
Ὅ,τι δί­νουν οἱ αἰ­σθή­σεις εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό. 2. Ὅ,­τι προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τίς αἰ­σθή­σεις ἀ­πορ­ρί­πτε­ται. 3. Τά αἰ­σθη­τά φαι­νό­με­να ὁδη­γο­ῦν ἔμ­με­σα στή γνώ­ση, 4. Ἡ γνώ­ση εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­δύ­να­τη. 5. Ἀ­πό­λυ­τος Σκε­πτι­κι­σμός δέν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται.
 
Νε­ώ­τε­ροι καί σύγ­χρο­νοι ἐ­ρευ­νη­τές ἔ­χουν χα­ρα­κτη­ρί­σει τ­ή Γνω­σι­οθε­ω­ρί­α τοῦ Δη­μο­κρί­του ὡς: Φαι­νο­με­νο­λο­γί­α[9], 'Ὀρ­θο­λο­γι­σμό­[10], Σκε­πτι­κι­σμό[11], Ὑ­λι­σμό[12]. Ὁ Bailey, πού ἀ­φι­έ­ρω­σε με­ρι­κές πο­λύ κα­λο­γραμ­μέ­νες σε­λί­δες στό πρό­βλη­μα τοῦ­το, γρά­φει : Σέ κα­μι­ά. ἀ­πό τίς κα­τη­γο­ρί­ες αὐ­τές δέν ἀ­νή­κει ὁ Δημόκριτος· οὔ­τε σκε­πτι­κι­στής εἶ­ναι οὔ­τε φαι­νο­με­νολό­γος οὔ­τε ὀρ­θο­λο­γιστής (δέν εἶ­χε ἀ­κό­μη δι­α­τυ­πω­θῆ —μέ ἔμ­φα­ση γιά τό γνωσι­ο­θε­ω­ρη­τι­κό μέ­ρος - ὁ τέ­ταρ­τος χα­ρα­κτη­ρι­σμός)· ἡ γνωσι­ω­θε­ω­ρί­α του εἶναι εὐ­φυ­ής καί πα­ρά­δο­ξη (subtle and paradoxical), πάν­τως θε­με­λι­ω­μέ­νη στήν ἀ­το­μι­κή ἀν­τί­λη­ψη γιά τόν κό­σμο.
     
3.
 
Ὁ ἀ­σφα­λέ­στε­ρος δρό­μος, γιά νά κα­τα­νο­ή­σω­με τίς ἀν­τι­κρου­ό­με­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες καί ἀ­πό­ψεις καί νά φθά­σω­με σέ κά­ποιο συμ­πέ­ρα­σμα, εἶ­ναι νά ξα­να­κοι­τά­ξω­με τά κεί­με­να.
 
Ἀ­πό­σπ. 6 : Γιγνώσκειν τέ χρ­ή ἄν­θρω­πον τῷ­δε τῷ κα­νό­νι, ὅτι ἐ­τεῆς ἀ­πήλ­λακται. (Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νά γνω­ρί­ζη σύμ­φω­να μέ τό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ­το, ὅτι εἶ­ναι μα­κρι­ά ἀ­πό τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα).
 
Ποιό εἶ­ναι τό νό­η­μα τοῦ ἀ­πο­σπά­σμα­τος; Ὁ ἄν­θρω­πος μέ τίς αἰ­σθή­σεις του δέν συλ­λαμ­βά­νει τήν οὐ­σί­α τῶν πραγ­μά­των, εἴ­τε για­τί ἡ φύ­ση θέ­λει νά κρύ­βε­ται (πρβλ, τό ἡ­ρα­κλεί­τει­ο ἀ­πό­σπ, 123: Φύσ­ις κρύπ­τε­σθαι φι­λεῖ) εἴ­τε για­τί τά αἰ­σθη­τή­ρι­α ὄρ­γα­να τοῦ ἀν­θρώ­που δέν εἰ­σχω­ροῦν στήν οὐ­σί­α τῶν πραγ­μά­των.
 
Ὁ Kullmann, ἐ­ξη­γών­τας τό ἀ­πό­σπ, τοῦ­το ὡς ἀν­τίρ­ρη­ση τοῦ Δη­μο­κρί­του στόν Πρω­τα­γό­ρα, ση­μει­ώ­νει : Οἱ αἰ­σθή­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που, τά φαι­νό­με­να, δέν ἀ­πο­τε­λοῦν πιά γε­νι­κό κρι­τή­ρι­ο γιά τήν ἀ­λή­θει­α[13]. Μή­πως τό ἀ­ξί­ω­μα ἐκ­φρά­ζει ἕ­να ρι­ζι­κό, θε­με­λι­α­κό. Σκε­πτι­κι­σμό; Κα­θό­λου­[14]. Δι­α­κη­ρύσ­σει ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι μα­κρι­ά ἀ­πό τήν ἀ­λή­θει­α· μ’ αὐ­τό τό νό­η­μα συμ­φω­νεῖ καί μέ τόν τί­τλο· ἡ ἀ­λή­θει­α εἶ­ναι κρυμ­μέ­νη βα­θι­ά· χρει­ά­ζε­ται μό­χθος γιά τήν ἀ­να­κά­λυ­ψή της. Πῶς ὁ Δημόκριτος ἔ­φτα­σε σ' αὐ­τό τό ἀ­ξί­ω­μα; Νο­μί­ζω πώς ἡ ἀ­πάν­τη­ση βρί­σκε­ται στά ἑ­πό­με­να 4 ἀ­πο­σπά­σμα­τα, πού κα­τά ἕ­να μέ­ρος ἀ­πορ­ρέ­ουν ἀ­πό τήν ἀ­το­μι­κή θε­ω­ρί­α γιά τ­ίς αἰ­σθή­σεις.
 
Ἀ­πο­σπ. 7: δ­η­λο­ῖ μέν δή καί οὗτος ὁ λό­γος, ὅτι ἐτεῇ οὐ­δέν ἴ­σμεν πε­ρί οὐδενός, ἀλλ’ ἐ­πιρυσμί­η ἑ­κά­στοι­σιν ἡ δό­ξις. (Καί ὁ ἀ­κό­λου­θος λό­γος τό φα­νε­ρώ­νει, ὅτι τί­πο­τα δέν γνω­ρί­ζο­με γιά τί­πο­τα, ἀλ­λά γιά τόν κα­θέ­να ἡ γνώ­μη του εἶ­ναι ἕ­να ρεῦ­μα ἀ­πό ἄ­το­μα ἤ ἐν­τυ­πώ­σεις τῶν αἰ­σθή­σε­ων).
 
Πο­λύ σω­στά ἔ­χει το­νι­στῆ ὅτι ὁ ὁ­ρος ἐτεῇ ἀ­να­φέ­ρε­ται στή μό­νη γιά τούς Ἀ­το­μι­κούς πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (ἄ­το­μα καί κε­νόν)· Θ­ά τόν ξα­να­βροῦ­με στό ἀ­πό­σπ. 125 πού θά μᾶς ἀ­πα­σχό­λη­ση πι­ό κά­τω. Ἡ φρά­ση δόξις ἐπιρυσμίη  σχε­τί­ζε­ται μέ τή γε­νι­κή θε­ω­ρί­α τῶν Ἀ­το­μι­κῶν γιά τίς αἰ­σθή­σει­ς[15].
 
Ἀ­πό­σπ. 8: Καί­τοι δῆ­λον ἔ­σται ὅτι ἐ­τεῇ οἷ­ον ἕ­κα­στον γιγνώ­σκειν ἐν ἀ­πόρῳ ἐ­στί. (Καί ὅ­μως θά γί­νη φα­νε­ρό ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος στήν προ­σπά­θει­ά του νά γνω­ρί­ση τί πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι τό κα­θε­τί βρί­σκε­ται σέ ἀ­μη­χα­νί­α).
 
Ἐν ἀ­πό­ρῳ ἐστί ση­μαί­νει δι­σταγ­μό, ἀ­μη­χα­νί­α, προ­βλη­μα­τι­σμό, ὄ­χι ὁ­μως ὁ­ρι­στι­κό ἀ­πο­κλει­σμό ἀ­πό τή δυ­να­τό­τη­τα. Ἡ ἀ­πο­ρί­α αὐ­τή προ­έρ­χε­ται καί ἐ­ξη­γε­ῖ­ται ἀ­πό τή φυ­σι­ο­λο­γι­κή ἰ­δι­ορ­ρυθ­μί­α στή λει­τουρ­γί­α τῶν αἰ­σθή­σε­ων, ὅπως δι­α­φαί­νε­ται στό προ­η­γού­με­νο ἀ­πό­σπα­σμα καί στό ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νο.
 
Ἀ­πο­σπ. 9: Ἡμεῖς δέ τῷ μέν ἐ­όν­τι οὐ­δέν ἀ­τρ­ε­κές συνί­ε­μεν, μ­ε­τα­πῖ­πτον δέ κα­τά τε σώ­μα­τος δι­α­θή­κην καί τῶν ἐ­πεισι­όν­των καί τῶν ἀντι­στη­ριζόντων. (Ἐ­μεῖς στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δέν γνω­ρί­ζο­με τί­πο­τα τό ἀ­λη­θι­νό ἀλ­λά μό­νο ὅ,τι με­τα­βάλ­λε­ται ἀ­νά­λο­γα μέ τή δι­ά­θε­ση τοῦ σώ­μα­τος καί τῶν ἀ­τό­μων πού μπαί­νουν ἤ πού ἀν­τι­στέ­κον­ται μέ­σα σ' αὐ­τό).
 
Τό ἀ­πό­σπα­σμα τοῦ­το δέν μπο­ρεῖ νά κα­τα­νο­η­θῆ, χω­ρίς ἀ­να­φο­ρά στο πώς οἱ  Ἀ­το­μι­κοί ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται τή λει­τουρ­γί­α τῶν αἰ­σθή­σε­ω­ν[16]. Γέ­νε­ση καί φθο­ρά ὀ­φεί­λον­ται στή δι­αρ­κή κί­νη­ση καί τούς με­τα­βαλ­λό­με­νους σχη­μα­τι­σμούς τῶν ἀ­τό­μων· ἔτσι ἑρ­μη­νεύ­ει στήν πε­ρί­πτω­ση (μαρτ, 9) ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη­ς· γιά πά­θη τῆς αἰ­σθ­ή­σε­ως ἀλ­λοι­ου­μέ­νης κά­νει λό­γο ὁ Θε­ό­φρα- στός, καί ἐ­ξη­γεῖ ὅτι τό σχῆ­μα με­τα­πῖ­πτον ἐρ­γά­ζε­ται τήν ἡ­με­τέρ­αν ἀλ­λοί­ωσιν (μαρτ, 135, 63)· πε­ρί εἰδώ­λων ἔ­ξω­θ­εν προ­σιόν­των κά­νει λό­γο ὁ Ἀ­έ­τι­ος, πού ἐ­ξη­γεῖ τάς αισθήσεις... ἑτε­ροι­ώ­σεις εἶ­ναι τοῦ σ­ώ­μα­τος (μάρτ. 30). Τό νό­η­μα τοῦ ἀ­πο­σπ, εἶ­ναι κα­θα­ρό καί σύμ­φω­νο μέ τήν ἀ­το­μι­κή θε­ω­ρί­α. Δέν ἀρ­νε­ῖ­ται τή δυ­να­τό­τη­τα τῆς γνώ­σε­ως, οὔ­τε ἀρ­νε­ῖ­ται ν' ἀ­να­γνω­ρί­ση τήν αἰ­σθη­τη­ρι­α­κή ἀν­τί­λη­ψη ὡς πη­γή ἀ­λη­θι­νῆς πλη­ρο­φο­ρή­σε­ώς μας γιά τήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα· εἶ­ναι μᾶλ­λον μί­α ἔν­δει­ξη τῶν ὁ­ρί­ων τῆς γνώ­σε­ως, πού σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τήν πη­γή αὐ­τή (τίς αἰ­σθή­σεις)[17]. Ἐ­πί πλέ­ον εἶ­ναι ἡ πρώ­τη προ­σπά­θει­α γιά νά ἀν­τι­κρύ­σω­με τήν ἀ­λή­θει­α χω­ρίς στα­τι­κό­τη­τα[18]· ὁ Δημόκριτος ἀν­τι­κρύ­ζει τά πράγ­μα­τα σέ κα­τά­στα­ση δι­αρ­κοῦς κι­νή­σε­ως καί ἀλ­λα­γῆς, σέ ἀν­τί­θε­ση μέ ὅ­λη τήν κλα­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, πού γνή­σι­α γνώ­ση δέν ἐν­νο­οῦ­σε πα­ρά μό­νο ἄν τό ἀν­τι­κεί­με­νό της ἦ­ταν ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νο[19]­. 
   
Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος εἶ­χε ἐ­πι­σημά­νει τή ρο­ή τῶν πάν­των ὁ Δημόκριτος ἐ­πι­χεί­ρη­σε νά συλ­λά­βη τήν ἀ­λή­θει­α μέ­σα ἀ­πό τή ρευ­στό­τη­τα.
 
Ἀ­πό­σπ, 10: Ἐ­τεῇ μέν νῦν ὅτι oἷov ἕ­κα­στον ἔ­στιν ἤ οὐκ ἔ­στιν οὐ συ­νίσ­μεν, πολ­λα­χῇ δεδή­λω­ται. (Ἔχει γί­νει μέ πολ­λούς τρό­πους φα­νε­ρό ὅτι δέν ξέ­ρο­με: πώς πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι ἤ δέν εἶ­ναι τό κα­θε­τί).
 
Ἡ με­λέ­τη τῶν πα­ρα­πά­νω ἀ­πο­σπα­σμά­των ἀ­φή­νει τήν ἐν­τύ­πω­ση ὅτι οἱ αἰ­σθή­σεις δέν κο­μί­ζουν γνώ­ση ἀ­λη­θι­νή καί ἀν­τι­κει­με­νι­κή. Ἴ­σως μά­λι­στα κά­ποιος Σκε­πτι­κι­σμός γε­νι­κώ­τε­ρος δι­α­φαί­νε­ται στό πρῶ­το ἀν­τίκρυ­σμα. Ἀλ­λά ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἐ­κτί­μη­ση, εἶ­ναι βια­στι­κή, ἄν δέν με­λε­τη­θοῦν τά ἑ­πό­με­να δύ­ο ἀ­πο­σπά­σμα­τα, πού μι­λοῦν εὔ­γλωτ­τα γιά τή δυ­να­τό­τη­τα νά φτά­σω­με σέ ἀ­λη­θι­νή γνώ­ση τοῦ κό­σμου, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἄλ­λο γνω­στι­κό μέ­σο. Φαί­νε­ται πώς μέ τόν πε­ρι­ο­ρι­σμό τῶν τύ­πων ἴδ­μεν καί συ­νίεμεν στά αἰ­σθη­τη­ρι­α­κά δε­δο­μέ­να καί μέ τήν ἑρ­μη­νεί­α τῶν ἀ­πο­σπ. 7 καί 9 σέ σχέ­ση μέ τήν ἀ­το­μι­κή ἄ­πο­ψη γιά τή λει­τουρ­γί­α τῶν αἰ­σθή­σε­ων, μπο­ροῦ­με νά χα­ρα­κτη­ρί­σου­με τά ἀ­πο­σπά­σμα­τα πού με­λε­τή­σα­με (6, 7, 8, 9 ­και 10) ὡς εἰ­σα­γω­γι­κό κε­φά­λαι­ο μιᾶς Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­ας, πού σέ γε­νι­κές γραμμές ὁλο­κλη­ρώ­νε­ται μ' αὐ­τά πού ἀ­κο­λου­θοῦν. Μο­λο­νό­τι κα­τέ­χο­με θραύσμα­τά τῆς μο­να­χά, μπο­ροῦ­με νά σχη­μα­τί­σω­με τήν εἰ­κό­να τοῦ συ­νό­λου[20]
   
Ἀ­πό­σπ. 11: Γνώ­μης δε δύο εἰσίν ἰ­δέ­αι, ἡ μέν γνησαί­η, ἡ δέ σκο­τί­η· καί σκο­τί­ης μέν τάδε σύ­μπ­αν­τα, ὄψις, ἀκο­ή, ὀδ­μή, γε­ῦσις, ψα­ύσις. Ἡ δέ γνη­σί­η, ἀ­ποκε­κρι­μέ­νη δέ ταύτης... Ὅ­ταν ἡ σκο­τί­η μη­κέ­τι δύ­νη­ται μή­τε ὁ­ρῆν ἐπ’ ἔ­λατ­τον μή­τε ἀκούειν μή­τε ὀδ­μᾶ­σθ­αι μή­τε γε­ύε­σθαι μή­τε ἐν τῇ ψαύ­σ­ει αἰ­σθάνε­σθαι, ἀλλ’ ἐπί λε­πτό­τε­ρον [δέῃ ζητεῖν,τό­τε ἐ­πι­γί­νε­ται ἡ γνη­σί­η ἅ­τε ὄργα­νον ἔ­χουσ­α τοῦ νῶ­σαι λε­πτό­τε­ρον]. (Ὑ­πάρ­χουν δύ­ο εἴ­δη γνώ­σε­ως, ἡ γνή­σι­α καί ἡ σκο­τει­νή· τῆς σκο­τει­νῆς τά ὄρ­γα­να ὅ­λα κι ὅ­λα εἶ­ναι ἡ ὅ­ρα­ση, ἡ ἀ­κο­ή, ἡ ὄ­σφρη­ση, ἡ γεύ­ση καί ἡ ἁ­φή. Ἡ ἄλ­λη εἶ­ναι ἡ γνή­σι­α καί εἶ­ναι ξέ­χω­ρη ἀ­πό αὐ­τη… Ὅ­ταν ἡ σκο­τει­νή δέν μπο­ρῆ πιά οὔ­τε νά βλέ­πη σέ μι­κρό­τε­ρη κλί­μα­κα οὔ­τε νά ἀ­κού­η οὔ­τε νά ὀ­σφραί­νε­ται οὔ­τε νά γεύ­ε­ται οὔ­τε νά αἰ­σθά­νε­ται μέ τήν ἁ­φή, ἀλ­λά πρέ­πει νά κά­νη λε­πτό­τε­ρη ἀ­να­ζή­τη­ση, τό­τε πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ γνή­σι­α, πού ἔ­χει ὄρ­γα­νο κα­τάλ­λη­λο γιά νά κατα­νο­ή­ση πι­ό λε­πτά).
 
Πα­ρα­θέ­το­με τίς ἄ­πο­ψεις πού ἔ­χει προ­σφέ­ρει ἡ ἔ­ρευ­να καί προ­σθέ­το­με ὅ­σες δι­ευ­κρι­νή­σεις κρί­νον­ται ἀ­ναγ­καῖ­ες:
 
1. Τό βά­ρος πέ­φτει στούς ὅ­ρους γνώ­μη σκο­τί­η καί γνώ­μη γνη­σί­η­[21].
2.Ἡ σκο­τί­η γνώ­μη εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅτι ἀν­τι­στοι­χεῖ στίς ἀ­πό­ψεις πού γνω­ρί­σα­με ἤ­δη (ἀ­πό­σπ. 6-10), Αὐ­τές ἐκ­φρα­ζουν ­Σκε­πτι­κι­σμό γιά τή δυ­να­τό­τη­τα τῶν αἰ­σθή­σε­ων νά συλ­λά­βουν τήν ἀ­λή­θει­α (sensory scepticism).
3.Ἡ γνη­σί­η γνώ­μη ὅ­μως δεί­χνει ὅτι ὁ Δημόκριτος ξε­περ­νᾶ τό Σκε­πτι­κι­σμό καί δι­α­κη­ρύσ­σει κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά ὅτι ἡ γνώ­ση εἶ­ναι δυ­να­τή[22] μέ κά­ποιο ἀ­νώ­τε­ρο γνω­στι­κό μέ­σο. Ποιό εἶ­ναι αὐ­τό; Οἱ πη­γές μας δέν τό δι­ευ­κρι­νί­ζουν. Δέν ἔ­χο­με κα­μι­ά ἔν­δει­ξη ὅτι ἡ γνησί­η γνώ­μη ἀν­τι­στοι­χεῖ στ­ή νό­η­ση[23], ὅτι ἐκ­φρά­ζει τή δι­α­νο­η­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, ἀλ­λά οἱ ὄ­ροι πού εἰ­σαγω­γι­κά χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ Σέξ­τος καί πού ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται ἀ­πό τόν Γα­λη­νό στό ἀ­πό­σπ, 125, ἡ ἀν­τί­στοι­χη ἀν­τι­δι­α­στο­λή γνη­σί­η-σκο­τί­η στό δημο­κρί­τει­ο κεί­με­νο καί τό γε­νι­κώ­τε­ρο νό­η­μα τοῦ κει­μέ­νου ὠ­δή­γη­σαν τ­ούς πι­ό πολ­λούς στό νά ταυ­τί­ζουν τή γνη­σί­η γνώ­μη μέ τή δι­ά­νοι­α ἤ τή δι­α­νο­η­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ἤ κά­τι ἀ­νά­λο­γο[24].   
4. Δέν ἔ­χο­με κα­μι­ά ἔν­δει­ξη, γιά νά θε­ω­ρή­σω­με τή μί­α ἀ­λη­θι­νή καί τήν ἄλ­λη ψεύ­τι­κη[25], οὔ­τε τή μί­α κρι­τή­ρι­ο τῆς ἄλ­λης[26]· πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιά δύ­ο βαθ­μί­δες στή γνω­στι­κή προ­σπά­θει­α τοῦ ἀν­θρώ­που· ἡ δεύ­τε­ρη εἶ­ναι τε­λει­ό­τε­ρη ἀ­πό τήν πρώ­τη, βε­βαι­ό­τε­ρη καί ἀ­κρι­βέ­στε­ρη[27] . Ἡ γνη­σί­η ὅ­μως γνώ­μη προ­ῦπο­θέ­τει τή σ­κο­τί­η καί τή συμ­πλη­ρώ­νει· δέν φαί­νε­ται νά μπο­ρῆ ἡ γνησί­η νά λει­τουρ­γή­ση χω­ρίς τά δε­δο­μέ­να τῆς σκο­τί­ης. Πρέ­πει νά δι­ευ­κρι­νι­σθῆ ἐ­δῶ ὅτι ὁ Δημόκριτος, εἴ­τε ἀν­τι­λέ­γον­τας στόν πρω­τα­γόρει­ο Ὑ­πο­κει­με­νι­σμό, ὅπως μᾶς πλη­ρο­φο­ροῦν οἱ ἀρ­χαῖ­ες πη­γές (μαρτ. 110, 112, 113) καί ὑ­πο­στη­ρί­ζουν[28] οἱ ση­με­ρι­νοί, εἴ­τε οἰ­κο­δο­μών­τας ἀ­νε­ξάρ­τη­τα δι­κή του, κρι­τι­κή γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α, ξε­κι­νᾶ ἀ­πό τίς αἰ­σθή­σει­ς[29] καί, μο­λο­νό­τι ἀρ­νε­ῖ­ται τή δυ­να­τό­τη­τά τους νά προ­σφέ­ρουν γνώ­ση ἀ­λη­θι­νή, προ­χω­ρεῖ στήν ἀ­να­ζή­τη­σή της, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τό ὑ­λι­κό πού κο­μί­ζουν οἱ αἰ­σθή­σεις καί ὑ­πο­βάλ­λον­τάς το σέ μί­α ὁλο­φά­νε­ρα δι­α­νο­η­τι­κή δι­ερ­γα­σί­α. Δέν δι­α­φαί­νε­ται στό κεί­με­νο (οὔ­τε στίς μαρ­τυ­ρί­ες) ὅτι τή γνη­σί­η γνώ­μη τή στη­ρί­ζει που­θε­νά ἀλ­λο­ῦ ἐ­κτός ἀ­πό τό ὑ­λι­κό τῶν αἰ­σθη­σε­ω­ν[30]. Αυ­τή τήν ἑρ­μη­νεί­α τή δι­ευ­κο­λύ­νει καί τό ἑ­πό­με­νο κεί­με­νο.
 
Ἀ­πο­σπ. 125: Νόμῳ χροιή, νόμῳ γλυκ­ύ, νόμῳ πι­κρόν… Ἐτεῇ δ’ ἄ­το­μα καί κε­νόν... Τά­λαι­να φρήν, παρ’ ἡ­μέων λα­βοῦσα τάς πίστεις ἡ­μέ­ας καταβάλλεις; Πτῶ­μα τοί τό κα­τά­βλη­μα. (Συμ­βα­τι­κά ὑ­πάρ­χει χρῶ­μα, συμ­βα­τι­κά γλυ­κό, συμ­βα­τι­κά πι­κρό... Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πάρ­χουν ἄ­το­μα καί κε­νό… Τα­λαί­πω­ρη δι­ά­νοι­α, ἀ­φοῦ πῆ­ρες ἀ­πό μᾶς τίς πλη­ρο­φο­ρί­ες.ἐ­μᾶς προ­σπα­θεῖς νά νι­κή­σης; Ἡ νί­κη σου θά εἶ­ναι ἡ πτώ­ση σου)[31].
 
Ἐ­δῶ πρό­κει­ται γιά ἀν­τι­δι­κί­α ἀ­νά­με­σα στίς αἰ­σθή­σεις καί τή δι­ά­νοι­α. Οἱ αἰ­σθή­σεις δι­εκ­δι­κο­ῦν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τοῦ ρό­λου τους στή γνω­στι­κή δι­α­δι­κα­σί­α· μέ ἔμ­φα­ση το­νί­ζουν πώς τό λο­γι­κό (φρήν) δέν μπο­ρεῖ νά καυ­χι­έ­ται γιά τό γνω­στι­κό ἀ­πο­τέ­λε­σμα σάν νά εἶ­ναι δι­κό του μό­νο ἔρ­γο· τέ­τοια ἀ­λα­ζο­νεί­α ὁ­δη­γεῖ τό νοῦ στήν πτώ­ση. Τό πρῶ­το μέ­ρος τοῦ ἀ­πο­σπ. μοιά­ζει μέ τό 117, πού εἴ­δα­με στήν ἀρ­χή, Ἄν αὐ­τή ἡ ἄ­πο­ψη δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κά στίς αἰ­σθή­σεις (μέ­ρος τῆς γνω­στι­κῆς μας δρα­στη­ρι­ό­τη­τας), πῶς εἶ­ναι δυ­να­τό ταυ­τό­χρο­να νά δι­α­τυ­πώ­νε­ται (ἀν­τι­θε­τι­κά μά­λι­στα, μέ τό δέ) τό ἄλ­λο σκέ­λος τῆς πε­ρι­ό­δου: ἐ­τεῇ δ’ ἄ­το­μα καί κε­νόν; Αὐ­τή ἡ τε­λευ­ταί­α πρό­τα­ση εἶ­ναι ἡ θε­με­λι­α­κή ἄ­πο­ψη τῶν Ἀ­το­μι­κῶν· πρό­τα­ση ἄ­χρο­νη (tenseless), για­τί οἱ ὀν­τό­τη­τες πού δη­λώ­νον­ται μέ τούς ὅ­ρους της νο­οῦν­ται κατ' ἀ­νάγ­κην ἀ­νε­ξάρ­τη­τες ἀ­πό τό χρό­νο[32]. Αὐ­τή ἡ ἀ­λή­θει­α (ἐτεῇ ἄ­το­μα καί κενόν) ἀ­πο­τε­λεῖΐ τή μο­να­δι­κή πού δέ­χον­ταν οἱ ’Ἀ­το­μι­κοί· αὐ­τή ἀν­τι­στοι­χεῖ στό ἐν βυθῷ ἡ ἀ­λή­θει­α.
 
Εἶ­ναι ἐν­δι­α­φέ­ρον ν’ ἀ­να­ρω­τη­θοῦ­με πῶς ὁ Δημόκριτος ἔ­φτα­σε στό συμ­πέ­ρα­σμα αὐ­τό: νόμῳ χροιή) κλπ. Οἱ προκεί­με­νες γιά ἕ­να συλ­λο­γι­σμό μπο­ροῦν ν' ἀ­να­ζη­τη­θοδν στά ἀ­πο­σπ. 7 καί 9. Ἐ­κεῖ λέ­γε­ται ὅτι τά δε­δο­μέ­να τῶν αἰ­σθή­σε­ων εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα με­τα­βαλ­λό­με­νων ὅ­ρων : ἀ­το­μι­κῆς μορ­φῆς τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου καί ἀ­το­μι­κῆς δι­α­θέ­σε­ως τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου, ὅπως θά λέ­γα­με σή­με­ρα γιά νά δη­λώ­σω­με ὅ,­τι καί ὁ Δημόκριτος μέ τούς ὅ­ρους ἐπιρυσ­μί­η, δι­α­θή­κη­ν, ἐ­πεισιόν­των καί ἀν­τι­στη­ριζόντων. Ἀ­πό τίς προ­κεί­μενες πέ­ρα­σε σέ μί­α γε­νί­κευ­ση: νό­μῳ χροι­ή[33]. Πρό­κει­ται γιά ἐ­πα­γω­γι­κή κί­νη­ση τῆς δι­ά­νοι­ας· τέ­τοιου εἴ­δους γε­νι­κεύ­σεις πο­τέ δέν ἐ­ξαν­τλοῦν τά πα­ρα­δείγ­μα­τα, κά­νουν ἕ­να λο­γι­κό ἅλ­μα, ἀλ­λά εἶ­ναι δε­κτές, ἐφ' ὅ­σον κα­θη­με­ρι­νά ἐ­πα­λη­θεύ­ον­ται, καί δέν συ­ναν­τοῦν κά­ποια δι­ά­ψευ­ση. Ἡ γε­νί­κευ­ση νόμῳ χο­οι­ή ὄ­χι μό­νο συμ­φω­νεῖ μέ τά σκε­πτι­κι­στι­κά ἀ­πο­σπά­σμα­τα (6, 7, 8, 9 καί 10), ἀλ­λά ἀ­πορ­ρέ­ει λο­γι­κά ἀπ' αὐ­τά. Ἡ ἴ­δι­α γε­νί­κευ­ση (Σκε­πτι­κι­σμός γιά τίς αἰ­σθή­σεις) ὡ­δή­γη­σε τ­ούς ἀ­το­μι­κούς ὄχι σέ κα­θο­λι­κό Σκε­πτι­κι­σμό ἤ Ἀ­γνω­στι­κι­σμό, ἀλ­λά σέ μί­α με­γα­λο­φυ­ή ὑ­πό­θε­ση, τήν ὑ­πό­θε­ση γιά τά ἄ­το­μα καί τό κε­νό.
     
4.
 
Ἀ­πο­μέ­νει ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σω­με μί­α σο­βα­ρή ἀν­τίρ­ρη­ση, πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τήν πι­ό ἀ­ξι­ό­πι­στη πη­γή. Πρό­κει­ται γιά τίς πλη­ρο­φο­ρί­ες πού δί­νει ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης γιά τή Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α τοῦ Δη­μο­κρί­του:
 
1.Τἀ­λη­θές ἐν τῷ φαί­νε­σθαι (μαρτ. 9),
2.Τό ἀ­λη­θές εἶ­ναι τό φαι­νό­με­νον (μαρτ, 101),
3.Τό φαι­νό­με­νον κα­τά τήν αἴσθησιν ἐξ ἀ­νάγ­κης ἀ­λη­θές εἶ­ναι (μαρτ, 112),
4. Ἤτοι οὐδέν ἀ­λη­θές εἶ­ναι ἤ ἡ­μῖν γε ἄ­δ­η­λον (μαρτ, 112).
 
Μί­α συ­να­φής μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Φι­λό­πο­νου (μαρτ, 113) ἀ­πό σχό­λι­ό του στό ἀ­ρι­στο­τε­λι­κό κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ προ­έ­κτα­ση τῆς ἴ­διας πη­γῆς, καί δέν θά μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­ση χω­ρι­στά.
 
Δι­α­πι­στώ­σεις:1. Οἱ πα­ρα­πά­νω μαρ­τυ­ρί­ες φαί­νον­ται ὡς ἀν­τί­θε­ση στά ἀ­πο­σπ. 6-10, 2. Οἱ τρεῖς πρῶ­τες ἀ­πο­τε­λοῦν ἀν­τί­θε­ση στά ἀ­πο­σπ, 11 καί 117 ἤ τά ἀ­γνο­οῦν (γνώ­μη σκο­τί­η - γνώ­μη γνησαί­η, αἰ­σθή­σεις-φρήν). 3. Ἡ τέ­ταρ­τη μαρ­τυ­ρί­α ἔρ­χε­ται σέ ἀν­τί­θε­ση καί μέ τά ἀ­πο­σπά­σμα­τα καί μέ τίς τρεῖς προ­η­γού­με­νες μαρ­τυ­ρί­ες. Οἱ τρεῖς προ­η­γού­με­νες ἐκ­φρά­ζουν ἐμ­πι­στο­σύ­νη στίς αἰ­σθή­σεις, στά φαι­νό­με­να, ἡ τε­λευ­ταῖ­α ἐκ­φρα­ζει ἀ­πό­λυ­το Σκε­πτι­κι­σμό ἤ Ἀ­γνω­στι­κι­σμό.
 
Ἡ πρώ­τη μαρ­τυ­ρί­α δέν γεν­νᾶ δυ­σκο­λί­ες· συμ­βι­βά­ζε­ται μέ τή γνω­σι­οθε­ω­ρη­τι­κή ἄ­πο­ψη πού ὑ­πο­στη­ρί­ζο­με: ἡ ἀ­λή­θει­α βρί­σκε­ται μέ­σα στά φαι­νό­με­να· οἱ αἰ­σθή­σεις συλ­λαμ­βά­νουν φαι­νό­με­να καί ἡ νό­η­ση (φρήν) βγά­ζει μέ­σα ἀ­πό αὐ­τά τήν ἀ­λή­θει­α.
 
Προ­σπα­θών­τας νά ἐ­ξη­γή­ση τή φρα­σε­ο­λο­γί­α τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη γιά τή δη­μο­κρί­τει­α γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α ἡ Helen Weiss στήν εἰ­δι­κή γι' αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο με­λέ­τη της, πού ση­μει­ώ­σα­με πι­ό πά­νω, κα­τέ­λη­ξε στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅτι ὁ Στα­γι­ρί­της κρί­νει τίς ἀ­πό­ψεις τῶν Ἀ­το­μι­κῶν μέ τό πρί­σμα τῆς δι­κῆς του φι­λο­σο­φί­ας, μέ­σα ἀ­πό τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα, πού ἐ­κε­ῖ­νος καί ὁ δά­σκα­λός του εἶ­χαν οἰ­κο­δο­μή­σει· ἐ­πι­ση­μαί­νει ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ὅτι ὁ Δημόκριτος δέν χρη­σι­μο­ποι­εῖ τό νοῦ ὡς δύ­να­μη γιά τήν εὕ­ρε­ση τῆς ἀ­λή­θει­ας καί δέν μι­λᾶ γιά νο­η­τά (τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό ζεῦ­γος νο­η­τά-αἰ­σθη­τά καί τό ἀν­τί­στοι­χο ἀ­λή­θει­α-ψε­ῦδος, ἀν­τα­πο­κρι­νό­με­να στό Εἶ­ναι καί τό Γί­γνε­σθαι, εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τῆς πλα­τω­νι­κῆς Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­ας)· ἄ­ρα ὁ Δημόκριτος ζη­τοῦ­σε τήν ἀ­λή­θει­α μέ­σα στό βα­σί­λει­ο τῶν αἰ­σθη­τῶν, πού ἐ­δῶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται καί τά ἀ­το­μα· ἔ­τσι ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης κα­τέ­λη­ξε ν' ἀ­πο­δώ­ση στό Δη­μόκ­ρι­το τόν ταυ­τι­σμό φαι­νο­μέ­νων (αἰ­σθη­τῶν) καί Ἀ­λή­θει­ας. Γρά­φον­τας ὁ Ἀριστοτέλης τό ἀ­λη­θές εἶ­ναι τό φαι­νό­με­νον, μᾶς με­τα­φέ­ρει τήν πε­ποί­θη­ση το­ῦ Δη­μο­κρί­του ὅτι ὅλη ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα βρί­σκε­ται στά αἰ­σθη­τά, στά φυ­σι­κά σώ­μα­τα, ὅτι δέν ὑ­πάρ­χει ὑ­πε­ραι­σθη­τή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και ὅτι μό­νο ξε­κι­νών­τας ἀπό τά δε­δο­μέ­να τῶν αἰ­σθή­σε­ων εἶ­ναι δυ­να­τό νά φτάσω­με στήν ἀ­λή­θει­α[34]. Ἔτσι ἡ δεύ­τε­ρη καί ἡ τρί­τη ἀ­πό τίς μαρ­τυ­ρί­ες τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη συμ­φω­νοῦν μέ τήν πρώ­τη, πού καί ὁ Δημόκριτος θ­ά τήν ὑ­πέγρα­φε γι’ αὐ­θεν­τι­κή δι­α­τύ­πω­ση τῶν ἀ­πό­ψε­ών του.
 
Ὡς τήν ἐ­πο­χή πού ὁ Langerbeck ἔ­γρα­ψε τό βι­βλί­ο τοῦ (Δό­ξις Ἐ­πιρυσμί­η 1935), ἡ πι­ό με­γά­λη δυ­σκο­λί­α γιά τούς με­λε­τη­τές ἦ­ταν τό δί­λημ­μα, πού ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης μέ τήν τέ­ταρ­τη μαρ­τυ­ρί­α του προ­σγρά­φει στό Δημόκριτο: Ἤ­τοι οὐ­δέν ἀ­λη­θές εἶ­ναι ἤ ἡ­μῖν γέ ἄ­δη­λον. Ἄν τό δί­λημ­μα τοῦ­το ἐκ­φρά­ζη τό γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κό πι­στεύ­ω τοῦ Δη­μο­κρί­του (γιά τή δυ­να­τό­τη­τα τῆς γνώ­σε­ως, πού εἶ­ναι ἡ ἀ­φε­τη­ρί­α κά­θε γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κῆς ἔ­ρευ­νας), κα­τά­φα­ση εἴ­τε τοῦ πρώ­του εἴ­τε τοῦ δεύ­τε­ρου σκέ­λους τοῦ εἶ­ναι Σκε­πτι­κι­σμός, Γρά­φον­τας ὅ­μως μί­α πο­λύ δι­αφωτι­στι­κή καί γό­νι­μη κρι­τι­κή γιά τήν ἐρ­γα­σί­α τοῦ Langcrbeck ὁ Ε. Kapp[35] ἐ­πι­σή­μα­νε ὅτι τό δί­λημ­μα δι­α­τυ­πώ­θη­κε ἀ­πό τό Δημόκριτο ὡς κρι­τι­κή τοῦ πρω­τα­γό­ρει­ου Ὑ­πο­κει­με­νι­σμοῦ πού συ­νε­πά­γε­ται ὅτι κά­θε γνώ­μη εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή. Ἡ ἄ­πο­ψη τοῦ Kapp ἐ­νι­σχύ­ε­ται ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τή με­λέ­τη τοῦ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κοῦ χω­ρί­ου στό σύ­νο­λό του ἀλ­λά καί ἀ­πό μι­ά συ­να­φή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Σέξ­του τοῦ Ἐμ­πει­ρι­κοῦ (μαρτ, 114). Ἐ­δῶ δη­λώ­νε­ται ρη­τά ὅτι ὁ Δημόκριτος ἀ­πευ­θύ­νει στόν πρω­τα­γό­ρει­ο λό­γο τῷ ἀ­κό­λου­θᾳ : Ἄν κά­θε γνώ­μη εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή, τό­τε καί ὁ ἰ­σχυ­ρι­σμός πώς κά­θε γνώ­μη δέν εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή θά εἶ­ναι κι αὐ­τός ἀ­λη­θι­νός, ἀ­φοῦ κι ὁ ἰ­σχυ­ρι­σμός αὐ­τός εἶ­ναι μι­ά γνώ­μη· ἄ­ρα ἡ ἄ­πο­ψη ὅτι κά­θε γνώ­μη εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή γί­νε­ται ψεύ­τι­κη. Τώ­ρα εἶ­ναι σα­φέ­στε­ρο τό ἀ­ρι­στο­τε­λι­κό κεί­με­νο, Ὁ Δημόκριτος ἀ­πευ­θύ­νει στόν Πρω­τα­γό­ρα τό δί­λημ­μα : Ἡ τί­πο­τα δέν εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό ἤ γιά μᾶς εἶ­ναι ἄ­δη­λο (τό πρῶ­το μέ­λος ὁ­δη­γεῖ στύν ἀ­πό­λυ­το Σκε­πτι­κι­σμό, τό δεύ­τε­ρο στόν Ἀ­γνω­στι­κι­σμό). Μέ τήν ἑρ­μη­νεί­α αὐ­τή καί ἡ ἀν­τί­θε­ση ἀ­νά­με­σα στίς μαρ­τυ­ρί­ες αἴ­ρε­ται καί ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμός με­τα­τί­θε­ται: δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται στό γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κό πι­στεύ­ω τοῦ Δη­μο­κρί­του ἀλ­λά τοῦ συμ­πο­λί­τη του Π­ρω­τα­γό­ρα.
 
5.
 
Τώ­ρα μπο­ροῦ­με νά ξα­να­γυ­ρί­σω­με στό ἀ­πό­σπ, 117 καί νά ἐ­ξε­τά­σω­με ἄν εἶ­ναι δυ­να­τή ἡ ἄρ­ση τῆς ἀν­τι­φά­σε­ως πού εἶ­χε ἐ­πι­ση­μαν­θῆ καί ὁ συ­σχετι­σμός τῶν ἀ­πο­σπα­σμά­των, ὥ­στε νά ἔ­χω­με μιάύ συ­νο­λι­κή εἰ­κό­να τῆς θε­ω­ρί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­του γιά τή γνώ­ση.
 
Ἐ­τε­ῇ οὐ­δέν ἴδ­μεν· ἐν βυθῷ γάρ ἡ ἀ­λή­θει­α.
 
Θυ­μί­ζο­με τήν ἀν­τί­φα­ση: ὅ­ποι­ος δέ­χε­ται τήν πρώ­τη πρό­τα­ση, δέν μπο­ρεῖ (λο­γι­κά) νά βε­βαι­ώ­νη ταυ­τό­χρο­να τή δεύ­τε­ρη καί ἀν­τί­στρο­φα. Πρό­κει­ται γιά τή γνω­στή αὐ­το­διά­ψευ­ση κά­θε ἀ­πό­λυ­του δογ­μα­τι­σμοῦ.
 
Ἄν δε­χτοῦ­με τή δεύ­τε­ρη πρό­τα­ση, θά πρέ­πει ν’ ἀ­να­ζη­τή­σω­με συ­νε­πή ἑρ­μη­νεί­α τῆς πρώ­της, ὥ­στε νά πα­ρα­με­ρι­στῆ ἡ φαι­νο­με­νι­κή ἀν­τί­φα­ση. Θά ἦ­ταν ἀ­πα­ρά­δε­κτο ν’ ἀ­πο­δώ­σω­με μι­ά τέ­τοια ἀν­τι­φα­τι­κή δι­α­κή­ρυ­ξη στό Δημόκριτο, πού πρῶ­τος ἀ­σχο­λή­θη­κε μέ τή Λο­γι­κή. Νά δε­χτοῦ­με ὅτι ὁ ἴ­διος χρη­σι­μο­ποί­η­σε ἕ­να τό­σο ἀ­σθε­νές κι εὐ­πρό­σβλη­το σύν­θη­μα; Οὔ­τε μπο­ρεῖ νά γί­νη δε­κτός ὁ συλ­λο­γι­σμός του ὡς προ­παι­δευ­τι­κή ἀ­πο­ρί­α[36]­, ἐ­κτός ἄν πα­ρα­με­ρι­στῆ ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή ἀν­τί­φα­ση.
 
Εἶ­χε ἐ­πι­ση­μαν­θῆ στήν πρώ­τη σε­λί­δα ἡ ἀ­τέ­λει­α τοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ. Ὕ­στε­ρα ἀπ’ὅ­σα εἴ­πα­με, φαί­νε­ται ὅτι ἡ πρό­τα­ση πού λεί­πει —αὐ­το­νό­η­τη γιά τό Δημόκριτο­—­εἶ­ναι: ἴσμεν (νό­μῳ, δι­ά τ­ῶν αἰ­σθή­σε­ων) φαι­νό­με­να. Δηλ. ὁ συλ­λο­γι­σμός εἶ­ναι :
 
                            Ἐν βυθῷ  ἡ ἀ­λή­θει­α..
                            Ἴδ­μεν φαι­νό­με­να (νό­μῳ).
 
                   ἄ­ρα Οὐ­δέν ἐτεῇ ἴδ­μεν (οὐκ ἴδ­μεν τήν ἐν βυθῷ ἀ­λή­θει­αν).
 
Μέ ἀλ­λά λό­γι­α:
 
1. Ἡ ἀ­λη­θι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (ἄ­το­μα καί κε­νό) εἶ­ναι κρυμ­μέ­νη βα­θι­ά,
2. Οἱ αἰ­σθή­σεις συλ­λαμ­βά­νουν τήν ἐ­πι­φά­νει­α μό­νο, ποι­ό­τη­τες τῶν αἰ­σθή­σε­ων, φευ­γα­λέ­ο ρεῦ­μα συγ­κρου­ο­μέ­νων ἀ­τό­μων.
3. Μέ τίς αἰ­σθή­σεις λοι­πόν δέν γνω­ρί­ζο­με τί­πο­τα ἀ­πό τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.
 
Μ’ αὐ­τό τό νό­η­μα μπο­ρεῖ νά ἦ­ταν καί προ­παι­δευ­τι­κή δι­α­κή­ρυ­ξη — ἀ­πάν­τη­ση στόν Ὑ­πο­κει­με­νι­σμό τῶν αἰ­σθή­σε­ων· συμ­φω­νεῖ μέ ὅ­σα γνω­ρί­ζο­με γιά τήν κρι­τι­κή τοῦ Δη­μο­κρί­του κα­τά τοῦ Πρω­τα­γό­ρα.
 
Ἡ πρώ­τη πρό­τα­ση τοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ βα­σι­κό ἀ­ξί­ω­μα, θε­με­λι­α­κή θέ­ση, δι­α­κή­ρυ­ξη μί­ας πί­στε­ως, καί συμ­φω­νεῖ μέ τήν ἀ­το­μι­κή δι­δα­σκα­λί­α (ἐτεῇ ἄ­το­μα καί κε­νόν). Ἡ δεύ­τε­ρη καί τό συμ­πέ­ρα­σμα συμ­φω­νοῦν μέ τό Σκε­πτι­κι­σμό τοῦ Δη­μο­κρί­του, ὡς πρός τίς αἰ­σθή­σεις, ὅπως τόν δι­α­πι­στώ­σα­με με­λε­τών­τας τ' ἀ­πο­σπά­σμα­τα 6-10, Μέ­νει ἀ­νοι­χτός ὁ δρό­μος γιά μί­α Γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α, πού ἀν­τι­κεί­με­νό της ἔ­χει τή γνη­σίη γνώ­μη. Ὁ συλ­λο­γι­σμός, ὅπως τόν δι­α­τυ­πώ­σα­με, λο­γι­κά μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι προϊ­όν της γνω­στι­κῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας τῆς δι­ά­νοι­ας (φρε­νός), τῆς γνη­σί­ης γνώ­μης, Πρό­κει­ται γιά μί­α ἐ­πι­σή­μαν­ση ὄ­χι σχέ­σε­ως ἀλ­λά δι­α­φο­ρᾶς: οἱ αἰ­σθή­σεις δί­νουν πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἀλ­λά δέν ἐγ­γί­ζουν τήν ἀ­λη­θι­νή ὑ­φή της. Ἔ­τσι γί­νε­ται πι­ό κα­τα­νο­η­τό καί τό ἀ­πό­σπ. 6: ὅτι ἐ­τεῆς ἀπηλ­λα­κται ὁ ἄν­θρω­πος (μό­νο μέ τίς αἰ­σθή­σεις, ἐ­πα­φή μέ τήν ἀ­λή­θει­α δέν ἔ­χει).
     
6.
 
Ἄν ἐ­πι­χει­ρού­σα­με νά προσ­δι­ο­ρί­σω­με μέ σύγ­χρο­νους ὅ­ρους τή θέ­ση τοῦ Δη­μο­κρί­του σχε­τι­κά μέ τό πρό­βλη­μα τῆς ἀ­λή­θει­ας, θά λέ­γα­με ὅτι μό­νο μέ τή θε­ω­ρί­α τῆς ἀν­τα­πο­κρί­σε­ως θά μπο­ροῦ­σε νά συν­τα­χθῆ (correspondence theory of truth): ὅ,­τι γνω­ρί­ζο­με καί θε­ω­ροῦ­με ὡς ἀ­λη­θι­νό, ἀν­ταπο­κρί­νε­ται σέ κά­τι ἀν­τι­κει­με­νι­κά ὑ­παρ­κτό (γιά τό Δημόκριτο ἄ­το­μα καί κε­νό), ἀ­νε­ξάρ­τη­το ἀ­πό μας καί τή δρα­στη­ρι­ό­τη­τά μας.
 
Ποιός γε­νι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός ἁρ­μό­ζει στή γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α τοῦ Δη­μοκρί­του; Πρῶ­τα δι­α­πι­στώ­σα­με ὅτι εἶ­ναι σύμ­φω­νη μέ τήν ἀ­το­μι­κή θε­ω­ρί­α. Ἡ με­γα­λο­φυ­ής ἐ­κεί­νη με­τα­φυ­σι­κή σύλ­λη­ψη γιά τά ἄ­το­μα καί τό κε­νό ἐ­ξη­γοῦ­σε τή ρο­ή τῶν φαι­νο­μέ­νων καί τή στα­θε­ρό­τη­τα τοῦ ὑ­πο­στρώ­μα­τος καί ἔ­δι­νε τή βά­ση γιά συν­δι­αλ­λα­γή καί ταυ­τό­χρο­νη ἀ­πο­δο­χή δυ­ό φαι­νο­με­νι­κά ἀν­τι­φατι­κῶν ἐν­νοι­ῶν, τοῦ Εἶ­ναι καί τοῦ Γί­γνε­σθαι (βλ, μαρτ, 7), Τό ἄ­το­μο ἔ­χει ὅ­λες τίς ἰ­δι­ό­τη­τες τοῦ παρ­με­νι­δι­κο­ῦ Ὄν­τος (μο­να­δι­κό, αἰ­ώ­νι­ο κλπ. ἀλ­λά ὄ­χι ἀ­κί­νη­το), ἐ­νῷ ταυ­τό­χρο­να ἀ­φή­νει τή δυ­να­τό­τη­τα γιά ἄ­πει­ρη ποι­κι­λί­α φαι­νο­μέ­νων μέ τούς ἄ­πει­ρους συν­δυ­α­σμούς του, ἀ­νά­λο­γα μέ τό σχῆ­μα, τή θέ­ση, τήν τά­ξη (ρυσ­μό­ν} τρό­πον, δι­α­θι­γήν, μαρτ. 6). Συμπλή­ρω­μα τῆς ἀ­το­μι­κῆς θε­ω­ρί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­το­μι­κή γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α. Ἐ­πι­χει­ρεῖ μέσ' ἀ­πο τά φαι­νό­με­να, πα­ρά τήν ἀ­στά­θει­α καί τήν ἀ­να­ξι­ο­πι­στί­α τους, νά φτά­ση στήν ἀ­λή­θει­α[37], Ἀ­πο­βάλ­λον­τας τά φαι­νό­με­να σέ κρι­τι­κή δι­ερ­γα­σί­α μέ τή δύ­να­μη τῆς νο­ή­σε­ως. Οἱ αἰ­σθή­σεις χω­ρίς τή νό­η­ση προ­σφέ­ρουν μό­νο σκο­τί­ην γνώ­ση καί ἡ νό­η­ση (φρήν) χω­ρίς τήν ἀ­δι­ά­κο­πη συμ­πα­ρά­στα­ση τῶν αἰ­σθή­σε­ων κιν­δυ­νεύ­ει νά γκρε­μι­στῆ. Δέν ὑ­πο­βάλ­λει μό­νο τίς αἰ­σθή­σεις σέ κρι­τι­κή, ἀλ­λά καί τή νό­η­ση, ὅπως δι­α­φαί­νε­ται στό ἀ­πό­σπ, 155. Φαί­νε­ται σάν πρό­βλη­μα συ­νέ­χει­ας (continuity) μέ ἐ­λε­α­τι­κή ἴ­σως ἐ­πί­δρα­ση, σάν μι­ά πρώ­τη -πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ εἴ­δους ἐ­κεί­νου, πού αἰ­ῶ­νες ἀρ­γό­τε­ρα ὡ­δή­γη­σε στή σύλ­λη­ψη τοῦ ἀ­πει­ρο­στι­κο­ῦ λο­γι­σμοῦ, μά πά­νω ἀπ' ὁ­λα εἶ­ναι κρι­τι­κή τῆς δι­ά­νοι­ας, ἐ­πι­σή­μαν­ση μι­ᾶς λο­γι­κῆς ἀν­τι­νο­μί­α­ς[38] . Ἄν θέ­λα­με νά χα­ρα­κτη­ρί­σα­με τή δη­μο­κρί­τει­α γνωσιο­θε­ω­ρί­α μέ κά­ποιο νε­ώ­τε­ρο ὅ­ρο, φαί­νε­ται πώς ὁ μό­νος πού ἁρ­μό­ζει εἶ­ναι κρι­τι­κή γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α.
 
Ἔ­χον­τας θε­με­λι­ώ­σει ἔ­τσι μι­ά κρι­τι­κή ἀλ­λά καί αἰ­σι­ό­δο­ξη θε­ω­ρί­α τῆς γνώ­σε­ως, ὁ Δημόκριτος προ­χώ­ρη­σε στή δι­α­τύ­πω­ση μί­ας ἠ­θι­κῆς. Πρός τήν κα­τεύ­θυν­ση αὐ­τή με­τα­βα­τι­κό εἶ­ναι τό ἀ­πό­σπ. 69: Ἄν­θρώ­ποις πᾶσι τωὐτόν ἀ­γα­θόν καί ἀ­λη­θές· ἡ­δύ δέ ἄλ­λῳ ἄλ­λο. Ἐ­δῶ ἡ γνώ­ση τοῦ κα­λοῦ καί τοῦ κα­κο­ῦ εἶ­ναι κά­τι δε­δο­μέ­νο, κλεί­νει κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θει­ας, γιά ν' ἀρ­χί­ση ἡ δι­ε­ρεύ­νη­ση το­ῦ ἤ­θους. Ἡ ἀ­λή­θει­α εἶ­ναι αἴ­τη­μα, τό νέ­ο πρό­βλη­μα εἶ­ναι θ­ε­με­λί­ω­ση τοῦ ἤ­θους καί ἀν­τι­με­τω­πί­ζε­ται μέ τήν ἴ­δια κρι­τι­κή δι­ά­θε­ση καί πε­ρισ­σό­τε­ρη αἰ­σι­ο­δο­ξί­α γιά τήν ἀν­θρώ­πι­νη εὐ­δαι­μο­νί­α­[39]. Ἡ πρό­τα­ση πού χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­με γιά τί­τλο σ’ αὐ­τό τό ἄρ­θρο ἔ­χει κα­θα­ρά γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο. Θά μπο­ρο­ῦσε ὅ­μως ἀ­πο­φθεγ­μα­τι­κά νά χα­ρα­κτη­ρί­ση καί τίς πε­ρι­πέ­τει­ες τῆς ἀ­λή­θει­ας στόν το­μέ­α τῆς ἠ­θι­κῆς. Ἐ­δῶ δέν εἶ­ναι ἡ φύ­ση πού τήν κρύ­βει οὔ­τε οἱ αἰ­σθή­σεις, ἀλ­λά ἡ βού­λη­ση τῶν ἀν­θρώ­πων.
----------------------------------
[1] Ἡ ἀναδρομική αὐιή χρήση μᾶς διευκολύνει καί εἶναι ἐπιτρεπτή, ἀφοῦ οἱ τρό­ποι τῆς σκέψης ὑπάρχουν πρίν ἀπό τή διατύπωσή τους.

 [2] D. W. Hamlyn, Theory of Κnowledge, London I971, 112.

 [3] Η. Weiss, Democritus' Theory of Cognition, CQ 32 (1938) 47-56. Θ. Παπαδόπουλος, Ἡ Γνωσιολογία τοῦ Δημοκρίτου, «Ἑξάντας» I 1972) 29. Πρόκειται γιά κε­φάλαιο ἀπό τό βιβλίο του Δημόκριτος, ὁ φιλόσοφος καί φυσιοδίφης, ὁ θεωρητικός τῆς δημοκρατίας, 1967, 277 σελ.

[4] Kritik der reinen Vernunft. Transl. by N. K. Smith, London, Macmillan 197111, 668:… How we are to fetch truth from the deep well of Democritos (… ἀπό τό βαθύ πηγάδι τοῦ Δημοκρίτου).

 [5] Weiss 49. W. Κ. C. Guthrie, Λ History of Greek Philosophy 2, Cambridge 1965, 454.

 [6] S. Luria, Anfange des griechischen Den kens, Berlin 1963, 145.

 [7] C. Bailey, Greek Atomists and Epicurus, Oxford 1928, 179.

 [8] Ὅ.π. 456.

 [9] Bailey 178, ὅπου ὁ συγγραφέας συνοψίζει τήν προγενέστερη ἔρευνα καί μέ ιδιαί­τερο σεβασμό παραπέμπει στή μελέτη τοῦ A. Dyroff, Demokritstudien, Munchcu 1899.

 [10] Ρ. Natorp, Forsefmngen zur Gesehichte dts Erkenn inis problems iw Altertum, Hildeshcim 1965 (—1884) 164-208. Τό θεμέλιο τής ἀτομιστικῆς ἀπόψεως (γιά τή γνώση) πρέπει νά χαρακτηριστῆ ὀρθολογιστικό (171 καί 179-181). V. Ε. Alficri, / due aspetti della thcoria del' conoscere in Democrito, «Athenaeum» 30 (1952) 143- 60: La metafisica di Detnocrito e razionalistiea (159).

 [11] Θ. Βορέα, Εἰσαγωγή Εἰς τήν Φιλοσοφίαν, Ἀθῆναι 1932, 51 A. Gracser, Demokrit and die skeptisehe Formet, «Hermes» 93 (1970) 300-317. Ἡ μελέτη αὐτή εἶναι ἡ πιό διαφωτιστική γιά τή φράση οὐ μᾶλλον (ἀπόσπ. 56), πού αργότερα ἔγινε σύνθημα σκεπτικιστικό καί ἔδωσε λαβή γι’ ἀντίστοιχο χαρακτηρισμό τοῦ Δημοκρί­του. Ὁ Κ. Γεωργούλης κρίνοντας ἐργασία τοῦ Timochenco (βλ. ἑπόμενη σημείωση) ἐπιμένει στό σκεπτικιστικό χαρακτήρα τής Γνωσιοθεωρίας τοῦ Δημοκρίτου· πάντως στήν κριτική του οὔτε τίς πηγές συστηματικά ἐξαντλεῖ οὔτε νεώτερες ἔρευνες μνη­μονεύει, πού ἔχουν φωτίσει πολλές πτυχές τοῦ θέματος. Βλ. καί Dc Lacy, Colotes' first Criticism against Democritus, στό J. Mau-E. C. Schmidt, Isonοmia, Berlin, Akademie-Verlag 1964, 66-77.

 [12] U. E. Timocheneo, Materialisme de Dctnocrite, «La Pensee» 62 (1955). Αὐστηρή κριτική δημοσίευσε ὁ Κ. Γεωργούλης στά «Σύνορα τῶν δύο Κόσμων» (τεῦ­χος 12). Βλ. τήν ἀναδημοσίευση στό βιβλίο του Ἀπόψεις ἀπό τήν Φιλοσοφία τῆς ἐ­ποχῆς μας, Άθῆναι 1956, 93-109. G. Grose w, Der Materialism us des Demokrit, «Altcrtum» 4 (1958) 215-20. Παπαδύπουλος 25 ἑπ.

 [13] W. Kullmann, Zur Nachwirkimg des Homo-Mensura-Satzes des Protagoras bei Demokrit and Epikur, AGPh 51 (1969) 128-144 (ἡ περικοπή στή σελ. 132).

 [14] Η. Langcrbcck, Δόξις Ἐπιρυσμίη, Berlin 1935 (ἀνατ. 1967) 118,

 [15] Κ. v. Fritz, Democritus’ Theory of Vision : Στόν τόμο Science, Medicine, History (In Honour of Ch. Singer) 1, Oxford 1953· Γιά πρώτη ἐνημέρωση βλ. Θ. Βέικος, Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι, Θεσσαλονίκη 1972, 259-60.

 [16]. Bailey 178. W. Luther, Wahrheii, Licht und Erkenn tnis in der griechischen Philosophic bis Demokrit, Bonn 1966, 170-171.

 [17] C. C. W. Taylor, Pleasure, Knowledge and Sensation, «Phronesis» 12 (1967) 23.

 [18] K. v. Fritz, Philosophic und sprachUchcr Ausdruck bei Demokril; Plato und Arts to ides, armstadt 1966 (193S) 19.

 [19] R. G. Collinvood. The idea of History, Oxford 19703, 20.

 [20] Ed. Zeller, Die Philosophic der Griechen J, Hildeshcim 1963 (=1920·) 1138: Πρέπει, λοιπόν, νά παραδεχτοῦμε πώς οἱ μεμψιμοιρίες (Klagcn) τοῦ Δημοκρίτου γιά τήν ἀδυναμία μας στή γνωστική μας προσπάθεια ἔχουν νόημα περιορισμένο· μόνο γιά τίς ἐντυπώσεις τῶν αἰσθήσεων ἰσχυριζόταν ὅτι προσανατολισμένες στά μεταβαλ­λόμενα φαινόμενα, δέν ἐξασφαλίζουν ἀληθινή γνώση.

 [21] Ἡ σκοτίη γνώμη θυμίζει τή σκοτόεσσα δόξα τοῦ Εμπεδοκλῆ (ἀπόσπ. 132, 2). Ἐξ ἄλλου ἡ ἀντιδιαστολή σκοτίη - γνησίη φέρνει στή μνήμη ἀνάλογη διάκριση τοῦ Leibniz: obscure knowledge - clear knowledge. Βλ. Leibniz, Selections, Edited by Ph. Wiener, New York 1951, 283-4.

[22] Οί Kirk-Raven ( Presocratic Philosophers, Cambridge 1957, 424) φτάνουν στό συμπέρασμα ὅτι κατά τό Δημόκριτο καί ἡ γνησίη γνώμη πλησιάζει τήν ἀλή­θεια, ἀλλά δέν τή φτάνει.

 [23] Weiss 51.

 [24] Ο J. Burnet (Greek Philosophy, London 19683lf 161) ἀποφεύγει νά ταυτίση τή γνησίη γνώση μέ τόν ὅρο thought καί προτιμᾶ τήν ἔκφραση inner sense (ἐσωτε­ρική αἴσθηση).

 [25] Ν. Papadopoulos, Die Erkenninislehre tfas Demokrit, Diss. Leipzig 1933, 41 ἑπ. (ἡ πληροφορία ἀπό τόν Langerbeck Μ4).

 [26] Langerbeck 115.

 [27] Langerbcck 118.

 [28] Burnet 157. Luther 14B καί 169-171, Kullmann 128-144.

 [29] Πρβλ. Fr. Bremano, Gesehiehte tier grtechischen Philosophic, Munchen M63, 105: Ἡ σκέψη ἀρχίζει μέ τά δεδομένα τῶν αἰσθήσεων.

 [30] V. Fritz, Democritus’ Theory of Vision 83.

 [31] Ἡ θέση αὐτή ὁδηγεῖ καί πάλι στήν καντιανή Γνωσιοθεωρία (93): Thoughis without understanding arc empty, intuitions without concepts arc blind. Σκέψεις χω­ρίς τήν ἀντίληψη εἶναι κενές, αἰσθήσεις χωρίς ἔννοιες εἶναι τυφλές,) Πάντως μόνο τό πρῶτο μέρος τῆς καντιανής ἀπόψεως βρίσκομε στό Δημόκριτο· συνάγομε τό δεύ­τερο ὡς συμπέρασμα.

 [32] A. Ρ. D. Mourelatos, The Route of Parmenides, New Haven and London, Yale University Press 1970, 109.

 [33] Διαφορετική γνώμη γιά τή νομιμότητα τοῦ συμπεράσματος ἀναπτύσσει ὁ R, Chisholm {Theory of Knowledge, New York, Englewood Cliffs 1966, 91-92), ἀλλά νομίζω δέν χρησιμοποίησε ὅλα τά συναφῆ ἀποσπάσματα, καί μάλιστα δέν τά χρη­σιμοποίησε ἄμεσα, ὅπως προκύπτει ἀπό τό κείμενο του καί ἀπό τήν ὑποσημείωση 1 στή σελ. 91

 [34] Guthrie 463.

 [35] «Gnomon» 12 (1936) 65-77 καί 158-169, εἰδικότερα βλ. σελ, 165.

 [36] Luria 144, Guthrie 451, σημ I.

 [37] V. Fritz, Democritus’ Theory of Vision 85: Εἶναι θεμελιακή πίστη τοῦ Δημοκρίτου πώς ὑπάρχει ἀπόλυτη ἀλήθεια, προσιτή σέ μᾶς ὡς ἕνα βαθμό, ἀλλά κρυμ­μένη (ἄδηλον).

 [38] Ὁ H. Munding (Die Gtaubtviirdigkeit von Versland and Sinnen bei Demokrit, Diss. Frankfurt 1952, 51 και 55) Εικάζει ὅτι ἀπό παρατηρήσεις τέτοιου είδους ὁ Δημόκριτος ἔφτασε στή σύλληψη τῆς ἰδέας τής γνησίης γνώμης. (Η πληροφορία ἀπό τό βιβλίο τοῦ Luther 150, σημ, 181).

[39] Φαίνεται πώς ἀπό τήν αἰσιόδοξη τούτη στάση τοῦ Δημοκρίτου πηγάζει ἡ παράδοση γιά τό γελαστό φιλόσοφο, Βλ. S. I.uria, Heraklit und Demokrit; «Alterturn» 9 (1963).