Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

Το διασημότερο αιλουροειδές στην ιστορία της Επιστήμης

Τρυφερή και εφτάψυχη και χωρίς καθόλου προγόνους. Γεννήθηκε μέσα στη Σκέψη του Έρβιν Σρέντινγκερ. θα πρέπει να ήταν 1935.

Όταν αρχίζει το έργο, εκείνη, σε γκρο πλαν, μέσα σε σφραγισμένο θάλαμο, κουρνιάζει χωρίς να δείχνει ανήσυχη: μια όμορφη σκουρόχρωμη γάτα. Μαζί της, μέσα στο κελί, υπάρχει μια ποσότητα ραδιενεργού υλικού, ένας ανιχνευτής Γκάιγκερ συνδεδεμένος με ειδικό μηχανισμό κι ένα σφραγισμένο μπουκαλάκι με υδροκυάνιο.

Ο θάλαμος είναι απολύτως αδιαφανής. Πουθενά δεν φαίνεται να υπάρχει φεγγίτης. Για τα κάθε λογής φωτόνια υπάρχει απαγορευτικό. Κανένα «έξω βλέμμα» δεν θα μπορέσει να διακρίνει τίποτα, εκτός, βέβαια, από το βλέμμα της Σκέψης. Ένα θρίλερ δημιουργημένο από τη Σκέψη και απευθυνόμενο στη Σκέψη, ένα έργο στο οποίο για την ανθρώπινη Συνείδηση δεν έχει προβλεφθεί κανένας ρόλος.

Το βλέμμα, όμως, μιας «έξω Σκέψης» -όπως, λόγου χάριν, η δική μας — , διεισδυτικό και ικανό να διακρίνει αόρατα άτομα ουρανίου, φτάνει στο σημείο να κατασκοπεύει ένα μόνο από αυτά, όπως και το ακόμα μικρότερο σωματίδιο που ίσως, άγνωστο όμως πότε, θα εκσφενδονιστεί από τον πυρήνα του, όντα ενός αόρατου Μικρόκοσμου την περιγραφή του οποίου έχει εργολαβικά αναλάβει η Κβαντομηχανική. Διακρίνει, βέβαια, και αντικείμενα του δικού μας Μακρόκοσμου· το γυάλινο σφραγισμένο φιαλίδιο με το δηλητήριο, τον ανιχνευτή, το ραδιενεργό υλικό, τον ειδικό μηχανισμό -ένα μικρό σφυράκι – που θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί και να σπάσει το φιαλίδιο και στο επίκεντρο της όλης εικόνας μια σκουρόχρωμη γάτα. Βλέπει σ’ αυτήν ένα μαλλιαρό τετράποδο ικανό να ανακαλεί το παρόν αλλά χωρίς να διαθέτει Συνείδηση ανωτέρας τάξεως, με ουσιαστικά ανύπαρκτη αίσθηση του παρελθόντος και χωρίς την παραμικρή ανησυχία για το μέλλον, σίγουρα όμως ένα πλάσμα με καρδιά, το οποίο αναπνέει, απολαμβάνει τα χάδια, νιαουρίζει, αναζητεί την τροφή του, ζει. Ένας Μικρόκοσμος με αόρατα σωματίδια σε συνύπαρξη με τον Μακρόκοσμο του θανατηφόρου υδροκυανίου, του ανιχνευτή και της γάτας. Ένα σκηνικό χωρίς την ανθρώπινη Συνείδηση, χωρίς την ανθρώπινη παρουσία. Μια τολμηρή φαντασίωση, μια πρόσκληση για στοχασμό, μια μεταφορά. Η γάτα του Σρέντινγκερ είναι μια ακόμη απόπειρα της Σκέψης να φωτίσει ένα σκοτεινό γνωστικό αντικείμενο με τον φακό της αναλογίας και της μεταφοράς.

Και η παράσταση αρχίζει. Βασίζεται σ’ ένα σχεδόν σατανικό σενάριο και διαρκεί ακριβώς μία ώρα. Η ποσότητα του ραδιενεργού ουρανίου μέσα στον σκοτεινό θάλαμο έχει επιλεγεί να είναι τόση ώστε – κατά τη μονόωρη διάρκεια του έργου- η πιθανότητα να διασπαστεί ένα άτομο ουρανίου, εκσφενδονίζοντας ένα σωματίδιο από τα πυρηνικά του σπλάχνα, να είναι όση και η πιθανότητα να μη διασπαστεί κανένα άτομο. Αυτό είναι και το μοναδικό επεισόδιο της παράστασης στο οποίο κυριαρχεί η Απροσδιοριστία. Στο υπόλοιπο μέρος του έργου τα γεγονότα υπακούουν απόλυτα στην Αρχή της Αιτιότητας, έτσι ώστε κάθε συγκεκριμένη αιτία να φέρνει στον κόσμο ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Ο ειδικός μηχανισμός θα λειτουργήσει έτσι ώστε με την πρώτη ραδιενεργό εκπομπή να σπάσει οπωσδήποτε το φιαλίδιο με το δηλητήριο, και αυτό, με τη σειρά του, να προκαλέσει οπωσδήποτε τον θάνατο της γάτας.

Εννοείται, βέβαια, ότι στο σύνολο του έργου η Απροσδιοριστία επικρατεί. Σε κάθε στιγμή του έργου η πιθανότητα να μη ζει η γάτα είναι όση και η πιθανότητα να ζει. Όσο για τους «απέξω», κανείς δεν βλέπει τίποτα, κανείς δεν αντιλαμβάνεται το παραμικρό. Δεν απομένει παρά η Σκέψη ενός οποιουδήποτε από τους απέξω, η οποία εκτιμά ότι η γάτα είναι νεκροζώντανη.

Η σκέψη του Γάλλου πρίγκιπα
Ο Μακρόκοσμος της ύλης είναι ένας κόσμος σχεδόν ονειρικός, χωρίς χρώμα, χωρίς μυρωδιές, χωρίς ζεστασιά ή ψυχρότητα χωρίς γεύση. Οι κάτοικοί του είναι ά-σχημα αντικείμενα τα οποία κινούνται αδιάκοπα και αλληλεπιδρούν. Κανένα από αυτά δεν στέλνει απευθείας μηνύματα στο ανθρώπινο οπτικό νεύρο, η επιστημονική όμως σκέψη τα διακρίνει και τους δίνει διάφορα ονόματα. Τα λέει ηλεκτρόνια, πρωτόνια, νετρίνα, κουάρκ.

Η εικόνα δεν υπήρχε πάντοτε, παρ’ ότι κάποιες παραλλαγές της κυκλοφορούσαν επί αιώνες στο περιθώριο των κυρίαρχων ιδεών. Μόνο τον δέκατο ένατο αιώνα η ευρωπαϊκή επιστήμη εγγυήθηκε την ύπαρξη ενός αόρατου Μικρόκοσμου με αεικίνητα, συμπαγή -χωρίς δηλαδή εσωτερικό κόσμο- αντικείμενα, τα οποία αποκάλεσε άτομα.

Από τις αρχές του εικοστού αιώνα το άτομο έπαψε να είναι συμπαγές αντικείμενο και έγινε ένα κοινόβιο μικρότερων σωματιδίων που συγκροτούσαν συγκεκριμένη δομή. Στη φαντασία όλων των θεωρητικών, τα μικρότερα αυτά σωματίδια ήταν, πριν απ’όλα, «σωματίδια», δηλαδή αντικείμενα, όπως οι μπίλιες του μπιλιάρδου, με αδράνεια και με ορμή.

Στις αρχές, όμως, της τρίτης δεκαετίας του αιώνα, ο νεαρός Γάλλος πρίγκιπας Λουδοβίκος ντε Μπρολί, αναφερόμενος στην υπόσταση του ηλεκτρονίου, έκανε μια πρόταση που θα μπορούσε να θεωρηθεί «αιρετική». Υποστήριξε ότι, εκτός από κινούμενο σωματίδιο, μπορεί συγχρόνως να είναι και κύμα.

Το μονοπάτι, βέβαια, πάνω στο οποίο περπάτησε η Σκέψη του Γάλλου πρίγκιπα είχε ανοιχτεί είκοσι χρόνια πριν. Το 1905 ο Αλβέρτος Αϊνστάιν, αντιμέτωπος με το παλιό ερώτημα για τη φύση του φωτός, εάν δηλαδή είναι κυματική η σωματιδιακή, απέρριψε το σχετικό δίλημμα. «Το φως μπορεί να είναι και τα δύο» ήταν η δική του πρόταση.

Το δίλημμα «σωματίδιο ή κύμα» είχε, πριν από αυτόν, κάνει μια εντυπωσιακή καριέρα δύο περίπου αιώνων. Η ύπαρξή του σχετίστηκε με τον τρόπο που απεικονίζονται οι δύο έννοιες στο «μέσα Σύμπαν» κάθε ανθρώπου. Από τη μία το κινούμενο σωματίδιο. Αναπαριστάνεται σαν βλήμα ενός αεροβόλου- ένα αντικείμενο το οποίο κάθε στιγμή θα εντοπίζεται κάπου. Από την άλλη, η αναπαράσταση της έννοιας κύμα είναι κάτι σαν τις ρυτιδώσεις στην επιφάνεια του νερού μιας λίμνης ή σαν τον αόρατο ήχο της μουσικής. Κάτι συνεχές το οποίο γεμίζει τον χώρο όπου διαδίδεται.

Ανατρέποντας την παλιά αυτή βεβαιότητα, ο Αϊνστάιν ισχυρίστηκε ότι ειδικά το φως είναι μια ξεχωριστή οντότητα και ότι, ενώ σε ορισμένες εκδηλώσεις του, όπως η συμβολή και η περίθλαση, μας επιτρέπει να διακρίνουμε το κυματικό του προφίλ, σε άλλες, όπως το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο, εμφανίζει τη σωματιδιακότητά του.

Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα, ο Λουδοβίκος ντε Μπρολί έκανε τον φαινομενικά αθώο συλλογισμό: «Εφόσον ένα τόσο κυματικό πράγμα όπως το φως είναι ταυτόχρονα και σωματίδιο, γιατί ένα τόσο σωματιδιακό αντικείμενο όπως το ηλεκτρόνιο να μην είναι και κύμα;». Και ο νεαρός πρίγκιπας δεν σταμάτησε εκεί. Ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν αποτελεί κάποια ιδιοτροπία του ηλεκτρονίου, αλλά ότι κάθε αντικείμενο του Σύμπαντος είναι σωματίδιο-κύμα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η κυματικότητά του σε συνήθη αντικείμενα δεν είναι άμεσα ανιχνεύσιμη.

Τι σήμαιναν όλα αυτά; Μήπως τίποτα περισσότερο από έναν τολμηρό συλλογισμό; Πώς ήταν δυνατόν να πειστεί η επιστημονική κοινότητα για την κυματικότητα όλων των αντικειμένων;

Το ηλεκτρόνιο έγινε ο βασικός μοχλός της όλης προσπάθειας, και πολύ σύντομα δύο βασικά γεγονότα εντυπωσίασαν την κοινότητα των φυσικών. Το πρώτο ήταν μια εργασία του Ντε Μπρολί στην οποία το ηλεκτρόνιο το περιφερόμενο γύρω από τον πυρήνα του Υδρογόνου – στο μοντέλο του Μπορ- θεωρήθηκε στάσιμο κύμα. Η ιδέα πρόσφερε μια εξαιρετική κάλυψη στις αυθαιρεσίες του σχετικού μοντέλου.

Το δεύτερο εντυπωσιακό γεγονός συνέβη τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν η ασυνήθιστη αυτή ιδέα πέρασε από τη δοκιμασία της εργαστηριακής έρευνας. Στη σχετική ανάκριση που τους έκαναν οι Ντέιβιντσον και Γκέρμερ το 1927, τα ηλεκτρόνια ομολόγησαν ότι κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις κάνουν κάτι που μόνο ένα κύμα θα μπορούσε να το κάνει- συμβάλλουν.

Το ηλεκτρόνιο έγινε σωματιδιόκυμα. Έγινε ένας σωματιδιακός δόκτωρ Τζέκιλ που μπορούσε να εμφανίζεται και σαν κυματικός κύριος Χάιντ. Η ιδέα, οπωσδήποτε ασυνήθιστη, απεδείχθη ένα είδος ωρολογιακής βόμβας στα θεμέλια μιας ακόμα ανθρώπινης βεβαιότητας και οδήγησε στην οικοδόμηση της Κβαντομηχανικής.

Ένα βασικό όμως ερώτημα δεν είχε βρει ακόμα την απάντησή του: Εφόσον το κύμα είναι μηχανισμός διάδοσης μιας ταλάντωσης — έτσι ώστε να μεταφέρεται πληροφορία και ενέργεια —, τι είδους ταλάντωση έκανε το ηλεκτρόνιο; Ήταν η ώρα που θα έκανε την εμφάνισή του στο προσκήνιο ο Αυστριακός Έρβιν Σρέντινγκερ.

Δέκα περίπου χρόνια πριν από τη γέννηση της γάτας, ο Σρέντινγκερ ήταν εκείνος που μετέτρεψε τις ασαφείς ακόμα ιδέες για κύματα ηλεκτρονίων σε έναν συνεπή μαθηματικό φορμαλισμό, ο οποίος εφαρμόστηκε αμέσως και με μεγάλη επιτυχία στα ηλεκτρόνια, και όχι μόνο σ’ αυτά. Στη δική του πρόταση, κάθε κατάσταση ενός συστήματος περιγράφεται από μια ποσότητα η οποία λέγεται Κυματοσυνάρτηση και συμβολίζεται με το ελληνικό γράμμα Ψ.

Ο πυρήνας της προσέγγισης ήταν μια εξίσωση η οποία υπαγόρευε το πώς θα διαδιδόταν κάθε κύμα στον χώρο και στον χρόνο, και το υπαγόρευε μέσα από την κυματοσυνάρτηση του σωματιδίου. Από μαθηματική σκοπιά, η εξίσωση αυτή ήταν σαν εκείνες που χρησιμοποιούσε η φυσική τον 19° αιώνα για τη διάδοση των κυμάτων του φωτός και του ήχου. Οι φυσικοί, δηλαδή, της εποχής ήταν τόσο εξοικειωμένοι με τέτοιου είδους εξισώσεις, ώστε άρχισαν αμέσως να καταπιάνονται με υπολογισμούς βασιζόμενους σ’ αυτήν.

Ήταν μια χρυσή εποχή κατά την οποία διάφορα μυστήρια του Μικρόκοσμου άρχισαν, το ένα μετά το άλλο, να εξιχνιάζονται.

Η νεογέννητη εξίσωση Σρέντινγκερ έδειχνε ότι, μεγαλώνοντας, θα μπορούσε να γίνει για την Κβαντομηχανική ό,τι ήταν η εξίσωση του Νεύτωνα για την Κλασική Μηχανική.

Παρά τη μεγάλη επιτυχία, ο Σρέντινγκερ αγνοούσε το τι ακριβώς ήταν αυτή η ποσότητα Ψ που ταλαντωνόταν σε κάθε κύμα σωματιδίου. Ποια ήταν η φυσική υπόστασή της; Γιατί, αν δεχτούμε ότι κύμα είναι η διάδοση μιας ταλάντωσης, τίνος πράγματος η ταλάντωση διαδιδόταν κατά το κύμα ηλεκτρονίου; Όταν, λόγου χάριν, διαδίδεται ήχος, το γεγονός περιγράφεται με τις μεταβολές της πίεσης του αέρα σε κάθε περιοχή του χώρου διάδοσης. Μπορούμε να λέμε ότι αυτό που ταλαντώνεται — με την έννοια ότι αυξομειώνεται περιοδικά — είναι η πίεση του αέρα. Ταλαντώνεται και διαδίδεται η διαταραχή. Στην αντίστοιχη περιγραφή για τη διάδοση του φωτός ταλαντώνεται τόσο η ένταση του ηλεκτρικού όσο και η ένταση του μαγνητικού πεδίου. Στην περίπτωση του κυματοσωματιδίου αυτό που ταλαντώνεται — και διαδίδεται η σχετική διαταραχή — είναι οι τιμές της Κυματοσυνάρτησης Ψ; Τι είναι, όμως, η Κυματοσυνάρτηση ψ; Μια μαθηματική ποσότητα κενή από φυσικό περιεχόμενο;

Η εισβολή της έννοιας πιθανότητα
Ο Σρέντινγκερ παρέμεινε αμήχανος μπροστά στο ερώτημα. Στην πρώιμη εκείνη φάση διατηρούσε την ελπίδα ότι η Κυματοσυνάρτηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε παλιές κλασικές εικόνες που είχαν τις ρίζες τους σε εικόνες της καθημερινής εμπειρίας. Τα πράγματα, όμως, δεν πήγαιναν προς τα κει.
Έξι μήνες αργότερα ο Μαξ Μπορν, εφαρμόζοντας την εξίσωση στη μελέτη της πρόσκρουσης ηλεκτρονίων σε άτομο, διέκρινε ανυπολόγιστες συνέπειες. Διαπίστωσε ότι, κατά την πρόσκρουσή του σε ένα άτομο, το ηλεκτρόνιο σκεδάζεται προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, αλλά η πιθανότητα να σκεδαστεί προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση είναι μεγαλύτερη εάν oi τιμές της Κυματοσυνάρτησης για την κατεύθυνση αυτή είναι πιο μεγάλες. Η πρόταση την οποία τόλμησε να διατυπώσει ήταν το να ερμηνευθεί η αινιγματική Κυματοσυνάρτηση Ψ ως πλάτος πιθανότητας. Υποστήριξε ότι το \Ψ\^2 έδινε την πιθανότητα του να βρεθεί το σωματίδιο σε ορισμένο χώρο σε μια ορισμένη χρονική στιγμή. Σύμφωνα με την απρόσμενη πρότασή του, τα κύματα ηλεκτρονίων δεν είναι κύματα κάποιου άγνωστου, χωρίς περιεχόμενο πράγματος. Η φυσική τους υπόσταση έγκειται στο ότι οι τιμές της Κυματοσυνάρτησης για κάποιο σημείο του χώρου μάς δίνουν την πιθανότητα του να βρίσκεται το ηλεκτρόνιο στην περιοχή του σημείου αυτού. Τα κύματα των ηλεκτρονίων ήταν κύματα πιθανότητας.

Και το πανάρχαιο οικοδόμημα της αιτιότητας:

Ο Σρέντινγκερ δεν ένιωσε άνετα με την πορεία που είχαν αρχίσει να παίρνουν τα πράγματα. Το ίδιο και ο πατέρας της ιδέας σωματίδιο-κύμα, ο πρίγκιπας Ντε Μπρολί. Οι συνέπειες της πρότασης του Μπορν δημιούργησαν δυο σενάρια διαφορετικά.

Σύμφωνα με το πρώτο, η εξίσωση Σρέντινγκερ γίνεται αποδεκτή ως βάση για την οικοδόμηση μιας νέας επιστήμης, μιας νέας Μηχανικής. Η ερμηνεία του Μπορν ενσωματώνεται στη λογική της νέας αυτής επιστήμης, πράγμα που σημαίνει ότι η επιστήμη δεν προβλέπει τα φαινόμενα, αλλά το μόνο που μπορεί είναι το να, αποφαίνεται για την πιθανότητα να συμβούν. Αυτό είχε μεγάλες συνέπειες για την αιτιοκρατική αντίληψη της επιστήμης.

Εμφανίστηκε όμως και δεύτερο σενάριο, σύμφωνα με το οποίο η Κβαντομηχανική δεν είναι θεμελιώδης επιστήμη. Είναι απλώς μια μέθοδος για στατιστικές προβλέψεις γεγονότων τα οποία κατανοούμε μόνον εν μέρει και τα οποία, σε ένα βαθύτερο και άγνωστο μέχρι τώρα επίπεδο, παραμένουν αυστηρώς αιτιοκρατικά όπως τα θεωρούν η Κλασική Μηχανική και η Σχετικότητα.

Ο Νιλς Μπορ προτίμησε το πρώτο σενάριο, αλλά ο Αϊνστάιν διεχώρισε αμέσως τη θέση του. Έβλεπε ότι η θεώρηση αυτή υπονόμευε τα θεμέλια της Αιτιότητας, δημιουργούσε ρήγμα στην πανάρχαια σύνδεση της αιτίας με το αποτέλεσμα. Ο Σρέντινγκερ ήταν μαζί του. Οι περισσότεροι όμως κινήθηκαν προς την πλευρά του Μπορ, και πάνω στο σκαμμένο έδαφος της Αιτιότητας η καινούρια άποψη άρχισε να κτίζει κάτι καινούριο.

Ένα μόλις χρόνο αργότερα, ο Βέρνερ Χάιζενμπεργκ υποστήριξε την πιθανοκρατική ερμηνεία των κυμάτων με ένα αρκετά πειστικό επιχείρημα, που οδήγησε στην Αρχή της Απροσδιοριστίας. Σύμφωνα με αυτήν, όσο ακριβέστερα επιχειρούμε να προσδιορίσουμε τη θέση ενός ηλεκτρονίου τόσο λιγότερα πράγματα γνωρίζουμε – μετά τη μέτρηση- για την ορμή του. Ένα κύμα ηλεκτρονίου που παρουσιάζει “οξύ μέγιστο” σε κάποια θέση αντιπροσωπεύει ένα ηλεκτρόνιο με αρκετά καθορισμένη θέση, αλλά με ορμή που θα μπορούσε να έχει σχεδόν οποιαδήποτε τιμή. Τα ηλεκτρόνια που συναντάμε συνήθως μέσα στα άτομα δεν έχουν ούτε επακριβώς καθορισμένη θέση ούτε επακριβώς καθορισμένη ορμή.

Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της δυτικής σκέψης που το πανάρχαιο οικοδόμημα της Αιτιότητας γνώριζε τέτοιου μεγέθους κραδασμούς. Ο Αϊνστάιν ενοχλήθηκε, και, βλέποντας το όραμά του για μια αιτιοκρατούμενη και πλήρως περιγραφόμενη πραγματικότητα να υποσκάπτεται, έφτασε σε σημείο να πει το περίφημο ” ο Θεός δεν παίζει ζάρια”. Ο Σρέντινγκερ έκανε τη δική του επίθεση επινοώντας μια σκουρόχρωμη τρυφερή γάτα.

Η έμπνευση
Ο Σρέντινγκερ αναζητούσε πάντοτε στηρίγματα στον κόσμο της καθημερινής ζωής. Την περίφημη εξίσωση που πρότεινε το 1926 την «έφτιαξε» έτσι ώστε για τα αντικείμενα του Μακρόκοσμου, όπως οι μπίλιες ενός μπιλιάρδου, να ανάγεται στις παλιές εξισώσεις πρόβλεψης της Νευτωνικής Μηχανικής. Το γεμάτο εικόνες σενάριο με πρωταγωνίστρια τη γάτα το χρειαζόταν και έπρεπε να το επινοήσει. Ήθελε ένα έργο με σαφή υπόθεση, ικανό να δείξει σ’ ένα ευρύτερο κοινό τα, κατά τη γνώμη του, αδιέξοδα στα οποία θα οδηγούσε η σύνδεση της κυματοσυνάρτησης με την έννοια πιθανότητα.

Το ραδιενεργό ουράνιο προσφερόταν για να φωτίσει την έννοια πιθανότητα. Είναι γνωστό ότι αυτό που μπορούμε να ξέρουμε για τη μελλοντική εξέλιξη του φαινομένου ραδιενέργεια είναι το πόσοι από τους πυρήνες πρόκειται να διασπαστούν, όχι όμως το ποιοι θα διασπαστούν, πράγμα που σημαίνει ότι για κάθε συγκεκριμένο πυρήνα δεν γνωρίζουμε παρά την πιθανότητα μιας μελλοντικής διάσπασής του. Ο ραδιενεργός πυρήνας και το σωματίδιο που ενδεχομένως θα εκσφενδονιστεί από τα σωθικά του είναι και οι μοναδικοί εκπρόσωποι του Μικρόκοσμου στην όλη ιστορία.

Όλα τα άλλα ανήκουν στον Μακρόκοσμο των άμεσων εμπειριών και στη δικαιοδοσία της Αιτιότητας. Και είναι επιλεγμένα με έμπνευση. Το θανατηφόρο υδροκυάνιο και η απειλή την οποία κρύβει δύσκολα αφήνουν αδιάφορο και τον πιο ψυχρό θεατή ή αναγνώστη. Όσο για τη γάτα, αυτή είναι πλάσμα γενικά συμπαθές — μόλο που είναι πάρα πολλοί αυτοί που τρέφουν μεγαλύτερη συμπάθεια στους σκύλους — και το ενδεχόμενο της θανάτωσής της δημιουργεί κάποια ένταση. Στην ασυνείδητη ή ενσυνείδητη επιλογή του ζώου, που θα μπορούσε να είναι σκαντζόχοιρος, αρουραίος -γιατί όχι και το μικρό σκυλάκι;-, πρέπει να έπαιξε ρόλο η οικειότητα που έχουν με τις γάτες τόσο οι κάτοικοι των πόλεων όσο και οι χωριάτες, ίσως όμως και μια προσωπική συμπάθεια ή μια ανομολόγητη αντιπάθεια του Έρβιν Σρέντινγκερ για το ζώο.

Το μαγικό ραβδί της Συνείδησης
Επιστρέφουμε στη φυλακισμένη γάτα. Η κυματοσυνάρτηση που θα φιλοδοξούσε να περιγράφει το σύστημα «κελί, γάτα, αντικείμενα» θα όφειλε να περιέχει ίσα ποσοστά νεκρής και ζωντανής γάτας. Για την Κβαντομηχανική, και για όσο δεν παρεμβαίνει η Συνείδηση, η γάτα είναι μια νεκροζώντανη γάτα.

Εάν όμως κάποιος κοιτάξει από έναν άγνωστο μέχρι τότε φεγγίτη, τον οποίον υποτίθεται ότι ανακάλυψε, αυτομάτως όλα θα ανατραπούν. Η γάτα θα είναι ή ζωντανή ή ψόφια· ένα από τα δύο. Τη στιγμή ακριβώς που θα την αγγίξει το μαγικό ραβδί της συνείδησης, η φιλόδοξη κυματοσυνάρτηση θα καταρρεύσει.

Η όλη ιστορία φωτίζει το προβλημάτων κβαντικών μετρήσεων. Σε κάποια στιγμή το σύστημα υφίσταται αναγωγή, περνάει δηλαδή από τη συνύπαρξη των δύο καταστάσεων — όπως το γάτα ζωντανή και γάτα ψόφια — σε μία και μόνο κατάσταση.

Ο Βίγκνερ και ο Φον Νόιμαν, οπαδοί και οι δύο του Μπορ, επέμειναν στο ότι αρκεί η παρέμβαση της Συνείδησης για να προκληθεί κατάρρευση των Κυματοσυναρτήσεων. Ο ανθρώπινος νους και η Ύλη είναι δύο απολύτως ξεχωριστές οντότητες και η Κβαντομηχανική εφαρμόζεται μόνο στην Ύλη. Όταν η ανθρώπινη Συνείδηση εμπλακεί στο υπό μελέτη σύστημα, δεν μπορεί να εφαρμοστεί ο κοινός τρόπος της περιγραφής.

Τι σημαίνει αυτό; Ένας ειδικός ρόλος στην ανθρώπινη Συνείδηση στο «έργο του Σύμπαντος»; Μια προνομιακή θέση; Ο Μπορ και οι οπαδοί του την ενστερνίστηκαν και η άποψη κατεγράφη ως Ερμηνεία της Κοπεγχάγης. Ειδικά ο Νιλς Μπορ, ο οποίος θεωρούσε τη φυσική ως μια διαδρομή προς νέες φιλοσοφικές θεωρήσεις, ήξερε πολύ καλά ότι η ερμηνεία αυτή επιβάρυνε την επιστήμη με τη διάκριση «Συνείδηση – Υπόλοιπο Σύμπαν», αποδίδοντας στη Συνείδηση έναν ιδιαίτερο ρόλο.

Ο Σρέντινγκερ ισχυρίστηκε ότι το μαγικό ραβδί της Συνείδησης δεν θα μπορούσε να έχει καμία θέση στη φυσική. Ο Αϊνστάιν αντέδρασε ακόμα πιο έντονα. Την εποχή που έκανε την εμφάνισή της η γάτα, εκείνος ήταν 56 ετών και, εκτός από την ενδογενή τυχαιότητα που περιείχε η Κβαντομηχανική, τον εκνεύριζε και η ιδέα ότι η Πραγματικότητα δημιουργείται φαινομενικά για κάθε παρατηρητή αλλά και η άποψη για τον ειδικό ρόλο της ανθρώπινης Συνείδησης μέσα στο Σύμπαν. Πίστευε ότι η άποψη αυτή επανέφερε τον άνθρωπο πάνω στο βάθρο από το οποίο τον είχαν γκρεμίσει την πρώτη φορά ο Κοπέρνικος και τη δεύτερη ο Δαρβίνος.

Ήταν, όμως, πολλοί περισσότεροι εκείνοι που συγκεντρώθηκαν στην απέναντι όχθη. Ένιωθαν μια κρυφή απόλαυση με το να δίνουν στην ανθρώπινη Συνείδηση έναν ιδιαίτερο ρόλο. Ο Χουίλερ ξεπέρασε τα όρια της Ερμηνείας της Κοπεγχάγης. Υποστήριξε ότι η ανθρώπινη Συνείδηση ουσιαστικά «δημιουργεί» την Πραγματικότητα με το να την παρατηρεί. Το Σύμπαν δημιουργήθηκε με το Μπιγκ Μπανγκ διότι, μερικά δισεκατομμύρια χρόνια αργότερα, θα υπήρχαν ο όντα με Συνείδηση τα οποία θα έβρισκαν τα ίχνη που οδηγούν εκεί.

Η ερωμένη του Γάλλου υπολοχαγού
Η Ερμηνεία λοιπόν της Κοπεγχάγης μάς λέει ότι τόσο η κατάσταση ζωντανή γάτα όσο και ή κατάσταση νεκρή γάτα είναι μη πραγματικές και ότι μόνο μία από αυτές αποκρυσταλλώνεται ως πραγματική, αμέσως μόλις κοιτάξουμε από τον φεγγίτη.

Σπρώχνοντας τα όρια της ιδέας για τον ρόλο της Συνείδησης μέχρι τα άκρα, ο Χουίλερ κατέληξε να βρεθεί έξω από τα «σύνορα της Κοπεγχάγης». Μια τολμηρότερη απόπειρα προσέγγισης έγινε από τον Χίου Έβερετ, μαθητή του Χουίλερ, ο οποίος αποδέχθηκε ότι και οι δύο καταστάσεις είναι πραγματικές. Γι’αυτόν υπάρχει μία ζωντανή γάτα, υπάρχει και μία νεκρή γάτα, βρίσκονται όμως σε δυο κόσμους διαφορετικούς. Αντιμέτωπο με την υποχρέωση να πάρει μια απόφαση, το Σύμπαν χωρίζεται αφεαυτού σε δυο όψεις. Στη μία, ο ραδιενεργός πυρήνας διασπάστηκε, ο απαριθμητής «έγραψε» και η γάτα είναι νεκρή. Στην άλλη δεν συνέβη καμία διάσπαση και η γάτα είναι ολοζώντανη. Μπορεί η ιδέα να φαίνεται εξωφρενική, αλλά πατάει γερά σε ασφαλείς μαθηματικές βάσεις, χρησιμοποιεί την αποδεκτή κβαντική θεωρία. Αυτό που την εμπόδισε να γίνει ευρύτερα αποδεκτή είναι το ότι υπονοεί την ύπαρξη πολλών κόσμων που υπάρχουν παράπλευρα προς τον δικό μας, αλλά για πάντα αποκομμένοι από αυτόν. Απορρίπτει την Ερμηνεία της Κοπεγχάγης ότι οι κυματοσυναρτήσεις καταρρέουν μόλις τις αγγίξει το ραβδί της Συνείδησης- και αντιπροτείνει την ιδέα των παράλληλων κόσμων, η οποία, από τους περισσότερους φυσικούς, θα θεωρηθεί από παράξενη έως ενοχλητική.

Πολλαπλές πραγματικότητες και παράλληλοι κόσμοι. Η ιδέα φέρνει στο μυαλό ιστορίες επιστημονικής φαντασίας σαν αυτές που γράφτηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες από ποικίλους συγγραφείς. Αλλά και στην ταινία Η ερωμένη του Γάλλου υπολοχαγού δύο παράλληλες πραγματικότητες συνυπάρχουν ταυτόχρονα και έχουν, σύμφωνα με το σενάριο, εντελώς διαφορετική εξέλιξη. Στη μία από αυτές η ερωτική σχέση της ηρωίδας οδηγείται σε αίσιο τέλος, ενώ στην άλλη δεν είναι διόλου ευτυχής η κατάληξη.

Η θεώρηση, βέβαια, του Έβερετ βασίζεται στην Κβαντομηχανική και στον σεβασμό των εξισώσεων της. Το «έργο του Σύμπαντος» είναι πολλά παραλλήλως παιζόμενα έργα, σε πολλούς παράλληλους κόσμους, χωρίς ωστόσο οι ήρωες του ενός να μπορούν να μετακινηθούν για να παίξουν σε κάποιο άλλο.

Τα δυο ερωτήματα
Συνομήλικη με τον Γούνα Άλεν, η χωρίς καθόλου προγόνους γάτα του Σρέντινγκερ εξακολουθεί να γίνεται αντικείμενο συζητήσεων, ενώ κάθε τόσο κάνει και μια καινούρια εμφάνιση στις σελίδες βιβλίων που αναφέρονται στη σύγχρονη φυσική. Η Ερμηνεία της Κοπεγχάγης είναι εκείνη η οποία έχει γίνει σήμερα αποδεκτή από τους περισσότερους ερευνητές που χρησιμοποιούν την κβαντική θεωρία, αλλά τα δύο θεμελιακά ερωτήματα παραμένουν ερωτήματα ανοιχτά προς το μέλλον.
Το πρώτο ερώτημα είναι: Η πραγματικότητα λειτουργεί ή δεν λειτουργεί βάσει της Αρχής της Αιτιότητας;

Ο Αϊνστάιν θα απαντήσει προβάλλοντας το όραμά του για μια Πραγματικότητα απολύτως αιτιοκρατούμενη και περιγράψιμη πλήρως. Σε κάποιο βάθος «των νερών της Πραγματικότητας» υπάρχει ένας, αόρατος προς το παρόν, «ωρολογιακός μηχανισμός» που κατευθύνει τη μοίρα της φυλακισμένης γάτας. Αυτό που θα συμβεί είναι προδιαγεγραμμένο από την αρχή διότι ο καλός Θεός δεν παίζει ζάρια.

Στην απέναντι όχθη η Κβαντομηχανική. Γι’ αυτήν, το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της εξέλιξης είναι η Απροσδιοριστία. Τα γεγονότα κυριαρχούνται από τις πιθανότητες. Ο ραδιενεργός πυρήνας ίσως μεταστοιχειωθεί εκπέμποντας ένα σωματίδιο, μπορεί όμως και να μη συμβεί κάτι τέτοιο. Σε μια χρονική στιγμή του μέλλοντος η γάτα ίσως να ζει, ίσως και να μη ζει. Η Απροσδιοριστία είναι εγγενές στοιχείο στην πορεία των πραγμάτων του Μικρόκοσμου. Εξελίξεις που θα ήταν αδύνατες για την κλασική φυσική, για την Κβαντομηχανική είναι απλώς απίθανες «Αϊνστάιν, σταμάτα να λες στον Θεό τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει!» είπε ο Νιλς Μπορ κάποτε.

Τέλος, η αρκετά πιο νεαρή επιστήμη του Χάους δημιούργησε μια ιδιαίτερα λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην Τύχη και στην Αναγκαιότητα, ανατρέποντας την ιδέα ότι κάθε αιτιοκρατικό μοντέλο οδηγεί αναγκαστικά σε συμπεριφορά κανονική και προβλέψιμη. Αν σήμερα παρουσιάζει αυξανόμενο ενδιαφέρον, είναι διότι αποδέχεται ότι ένα αιτιοκρατικό μοντέλο μπορεί vα είναι και χαοτικό.

Το δεύτερο ερώτημα είναι: Ποιος είναι τελικά ο ρόλος της ανθρώπινης Συνείδησης στην περιγραφή και στην κατανόηση της Πραγματικότητας;

Ο «δάσκαλος» Ιμμάνουελ Καντ θεωρεί την Αρχή της Αιτιότητας συστατικό στοιχείο κάθε ανθρώπινης Συνείδησης. Και, ενώ η κβαντική θεωρία, και ιδιαίτερα η Σχολή της Κοπεγχάγης, αποδίδει στη Συνείδηση τη δυνατότητα αγγίζοντας με το ραβδί κάθε κυματοσυνάρτηση να την κάνει να καταρρέει, ο Αϊνστάιν και ο Σρέντινγκερ της αρνούνται ένα τέτοιο προνόμιο και θεωρούν ότι αυτά δεν χωρούν μέσα στην Επιστήμη.

Γεγονός είναι, πάντως, ότι κατά τους τρεις πρώτους αιώνες της διαδρομής της —από την εποχή δηλαδή του Γαλιλαίου και του Ντεκάρτ μέχρι την εποχή του Μπορ και του Χάιζενμπεργκ — η επιστημονική Σκέψη είχε εκτοπίσει τη Συνείδηση από το κέντρο των πραγμάτων. Οι ερμηνείες των φυσικών για το είναι και για το γίγνεσθαι του Κόσμου γίνονταν με μηχανιστικούς και αντικειμενικούς όρους, ενώ η ανθρώπινη λειτουργία είχε ανατεθεί στους ψυχολόγους, στους βιολόγους και στους κοινωνιολόγους ερευνητές. Η Κβαντομηχανική διέκρινε την ανάγκη της παρουσίας της Συνείδησης μέσα στα διαδραματιζόμενα, αλλά το γεγονός αυτό συνέβαλε στο να ξαναεμφανιστεί στο προσκήνιο ένα πανάρχαιο ερωτηματικό «τι ακριβώς είναι η Συνείδηση;». Ας ελπίσουμε ότι στις δεκαετίες που έρχονται θα καρποφορήσει η εντυπωσιακή διεπιστημονική προσπάθεια που έχει ξεκινήσει για μια επιστημονικά θεμελιωμένη θεωρία της Συνείδησης. Και ίσως έτσι δημιουργηθεί ένα οικοδόμημα στο οποίο η Ψυχολογία, η Βιολογία, οι Γνωσιοθεωρητικές Επιστήμες και η Φυσική θα συγκατοικούν αρμονικά.

Τι κοινό έχουν η τρέλα και η μεγαλοφυΐα;

Είστε ιδιοφυείς ή τρελοί; Άλλωστε, από μια άποψη, τρέλα και μεγαλοφυΐα είναι το ίδιο πράγμα.

«Χιλιάδες ιδιοφυείς άνθρωποι ζουν και πεθαίνουν χωρίς να έχουν ανακαλυφθεί ποτέ – είτε από τον εαυτό τους είτε από τους άλλους». Μαρκ Τουέιν

ΟΙ ΙΔΙΟΦΥΕΙΣ προκαλούν την προσοχή μας όχι μόνο με τις σκέψεις και τα έργα τους, αλλά και με τον διαφορετικό τρόπο συμπεριφοράς τους. Είναι εκκεντρικοί και σε πολλά πράγματα φέρονται με τρόπο ανορθόδοξο. Το περίεργο είναι ότι δείχνουν ευτυχισμένοι ή τουλάχιστον ικανοποιημένοι με τον τρόπο που λειτουργούν. Ωστόσο, το φαινόμενο είναι τόσο σύνθετο που δεν αρκεί να τους αποδοθεί κάποιος μονολεκτικός χαρακτηρισμός, του τύπου “τρελός” ή “ιδιόρρυθμος”.

O Ντέιβιντ Γουίκς, Αμερικανός ψυχολόγος που εργάστηκε στο Βασιλικό Νοσοκομείο του Εδιμβούργου, προσπάθησε να προσεγγίσει τη ρίζα του φαινομένου, ολοκληρώνοντας την πρώτη σε βάθος ψυχολογική μελέτη των ατόμων που έχουν ανορθόδοξη συμπεριφορά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, μονάχα ένα στα 10.000 άτομα διαθέτει ευφυΐα άνω του μέσου όρου. Και στην πλειοψηφία τους τα άτομα αυτά είναι εκκεντρικά.

Μια από τις εντυπωσιακές αποκαλύψεις αυτής της έρευνας ήταν η καλή υγεία αυτών των ατόμων. «Σχεδόν όλοι τους επισκέπτονται τον γιατρό μια φορά κάθε οκτώ ή εννιά χρόνια, ενώ ένας απλός άνθρωπος πηγαίνει συνήθως μια με δύο φορές τον χρόνο», επισημαίνει ο Γουίκς.

Επίσης, είναι ευτυχισμένοι σε μεγάλο βαθμό. «Έχουν ακόρεστη περιέργεια. Ενδιαφέρονται για οτιδήποτε και συνήθως απασχολούνται σε πέντε ή έξι διαφορετικούς τομείς ταυτόχρονα. Αυτό δίνει νόημα στη ζωή τους και φαίνεται πως γι’ αυτούς καταλήγει να είναι μια συνταγή ευτυχίας».

Παρ’ όλο που οι ιδιοφυείς είναι ευτυχισμένοι, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα άτομα που τους περιβάλλουν. «Είναι δύσκολο να ζήσουν μαζί τους», λέει ο Γουίκς, «αλλά και οι ίδιοι οι εκκεντρικοί είναι δύσκολο να δουλέψουν σε κάποιον εργοδότη». Έχουν περισσότερα προβλήματα στο γάμο τους απ’ ό,τι ο μέσος άνθρωπος και συχνά ζουν μοναχικά, από προσωπική τους επιλογή.

Ορισμένα από τα άτομα που μελέτησε ο Γουίκς έχουν δυνατότητες να ξεχωρίσουν σε οποιονδήποτε από τους τομείς όπου απασχολούνται, ενώ οι περισσότεροι δεν παρουσιάζουν κάποιο ιδιαίτερο εξωτερικό χαρακτηριστικό. Σαν άτομα είναι κοινωνικά παραγνωρισμένα ή δεν τα παίρνουν στα σοβαρά, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο εκφράζονται. Αυτό όμως είναι το σημείο-κλειδί των ατόμων με εκκεντρική συμπεριφορά: ζουν σε έναν κόσμο απόκεντρο – και αυτό, άλλωστε, είναι το πραγματικό νόημα της λέξης εκκεντρικός. Οι ιδέες που παρουσιάζουν είναι συχνά ακαταλαβίστικες για τους πολλούς, αλλά σχεδόν πάντα είναι εμπνευσμένες.

Το παπούτσι και ο ναός
Ποιος είναι όμως ο κοινός παρονομαστής της τρέλας και της δημιουργικότητας; Και στις δυο περιπτώσεις, τα άτομα παρουσιάζουν αναπάντεχες νοητικές αντιδράσεις. Με άλλα λόγια, τόσο οι τρελοί όσο και οι μεγαλοφυείς σκέπτονται διαφορετικά, συνδέοντας πολλές φορές πράγματα φαινομενικά ανόμοια μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ένας κοινός άνθρωπος δεν βρίσκει καμία ομοιότητα ανάμεσα σε μια πρέσα σταφυλιών και σ’ ένα βιβλίο. Το μυαλό όμως του Γουτεμβέργιου, επειδή δούλευε διαφορετικά, ανακάλυψε την μεταξύ τους κρυμμένη σχέση κι έτσι γεννήθηκε η τυπογραφία με την εφεύρεση του επίπεδου πιεστήριου.

Η ικανότητα να ανακαλύπτεις την λειτουργική σχέση ανάμεσα σε δύο ανόμοια πράγματα, ονομάστηκε από τους ψυχολόγους «τέχνη της αμφισύνδεσης».

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση ενός τεστ, όπου χρειάζεται να συνδεθούν νοηματικά κάποιες λέξεις. Είναι απίθανο το ιδιοφυές άτομο να συνδέσει, λόγου χάρη, τη λέξη “παπούτσι’’ με κάποια συγγενή νοηματικά λέξη, όπως “σόλα’’ ή “πόδι’’. Ενδεχομένως να αναφέρει ως ταίρι κάποια άλλη, την οποία εσείς ποτέ δεν θα μπορούσατε να φανταστείτε, και όταν την ακούτε αναρωτιέστε πού “κολλάει’’. Σε ένα τεστ, ένα άτομο συνέδεσε τη λέξη “παπούτσι’’ με τη λέξη “παγόδα”. Στους εξεταστές που δεν καταλάβαιναν, εξήγησε ότι πριν μπουν μέσα σε έναν βουδιστικό ναό, οι πιστοί πρέπει να βγάλουν τα παπούτσια τους…

Τρέλα και δημιουργικότητα
Η αντίληψη πως υπάρχει μια πολύ λεπτή και ασαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη δημιουργικότητα και την τρέλα είναι πολύ παλιά. Οι ψυχολόγοι άρχισαν να ασχολούνται με αυτό το ζήτημα τις τελευταίες δεκαετίες, προσπαθώντας να το τεκμηριώσουν, και είναι αλήθεια πως έχουν κάνει κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.

Οι δημιουργικοί συγγραφείς, για παράδειγμα, βρίσκονται πολύ κοντά στο να εκδηλώσουν μελαγχολία. Οι άνθρωποι των Καλών Τεχνών είναι τρεις φορές πιο επιρρεπείς στη σχιζοφρένια, ενώ οι επιτυχημένοι επιστήμονες έχουν δεκαπλάσιες πιθανότητες απ’ όσες ένας συνηθισμένος άνθρωπος να παρουσιάσουν μανιοκατάθλιψη.

Ένα άλλο ερώτημα, το οποίο γεννά πρόσθετους προβληματισμούς, είναι ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των επιτυχημένων ανθρώπων, αλλά και των ατόμων που πάσχουν από σχιζοφρένια, έχουν γεννηθεί τον μήνα Φεβρουάριο. Οι επιστήμονες επισημαίνουν πως από όλους τους μήνες του χρόνου, μονάχα τον Φεβρουάριο παρουσιάζονται τόσο μεγάλα ποσοστά, αλλά δεν βρίσκουν κάποια λογική εξήγηση γι’ αυτό το γεγονός. Οι έρευνές τους πάντως στρέφονται σε κάποιους παράγοντες που πιθανώς επηρεάζουν το έμβρυο κατά τον έκτο μήνα της κύησης, δηλαδή σε φαινόμενα που συμβαίνουν κάθε χρόνο γύρω στον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο.

Μια πρόσφατη έρευνα, που διεξήχθη στη Γερμανία και είχε ως αντικείμενο μελέτης περίπου 400 άτομα με δημιουργικές τάσεις, έδειξε πως τα συγκεκριμένα άτομα παρουσίαζαν αρκετές ομοιότητες με εκείνα που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως εκκεντρικά. Πολλά από αυτά είχαν έντονη αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα, διέθεταν πλούσιο εσωτερικό κόσμο και παρουσίαζαν μια τάση να είναι αποστασιοποιημένα ή ασυμβίβαστα. Επίσης, σε μεγάλο ποσοστό, το οικογενειακό περιβάλλον τους ήταν πολύ δύσκολο, ενώ τα τρία τέταρτα από αυτά είχαν προβλήματα στο σχολείο.

Παρ’ όλους τους ενδιαφέροντες συσχετισμούς που προκύπτουν από αυτές τις μελέτες, δεν έχει ακόμη εντοπιστεί το λεπτό σημείο που διαχωρίζει την τρέλα από τη δημιουργικότητα. Η μοναδική ερμηνεία του φαινομένου –αν και στην ουσία πρόκειται πάλι για απλή καταγραφή– είναι εκείνη που δόθηκε κάποτε από τον Φρόιντ.

Σύμφωνα με την άποψή του, οι καλλιτέχνες και οι ψυχωτικοί διαθέτουν ισχυρές υποσυνείδητες παρορμήσεις. Ενώ, όμως, οι ψυχωτικοί κυριεύονται από τις φαντασιώσεις τους, τις οποίες εκλαμβάνουν ως πραγματικότητα, οι καλλιτέχνες –ζωγράφοι, συγγραφείς, διανοούμενοι κτλ. – έχουν την ικανότητα να τις διοχετεύουν σε δημιουργικά έργα.

Με άλλα λόγια, εκλογικεύουν και καθιστούν κατανοητό κάτι που αν παρουσιαζόταν στην αρχική του μορφή θα ήταν ακατάληπτο από τους άλλους.

Ανωριμότητα: όταν κάποια κομμάτια της ψυχής μας κολλάνε στο παρελθόν

Παρακολουθήστε τι συμβαίνει σε ένα παιδί. Είναι σαφώς εξαρτημένο από τους γονείς του. Όταν κάνει κάτι στρέφει το βλέμμα του προς αυτούς, αναζητώντας την έγκριση και την επιβράβευσή τους.

Το παιδί δεν αισθάνεται σίγουρο για τον εαυτό του. Την αυτοπεποίθησή του την αντλεί από τους άλλους, γιατί είναι ακόμα ετερόφωτο.

Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση αυτή τροποποιείται (αν όλα πάνε καλά) και με την ενηλικίωση ο άνθρωπος δεν έχει τόσες ισχυρές ψυχολογικές εξαρτήσεις από τους άλλους. Μπορεί να πάρει αποφάσεις χωρίς απαραίτητα να ζητήσει την επιβράβευση ή την αποδοχή των άλλων. Εξυπακούεται ότι εντελώς αυτάρκης δεν μπορεί να είναι κανείς. Υπάρχει όμως κάποιο όριο που αν δεν το υπερβούμε τότε εξαρτόμαστε από τις γνώμες και τις επιθυμίες των άλλων, σε βαθμό που αυτό αποτελεί πρόβλημα. Επηρεαζόμαστε πολύ εύκολα και αφήνουμε, λόγω της ανασφάλειάς μας και του φόβου της ελευθερίας, τους άλλους να αποφασίζουν για μας.

Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα ανθρώπων που «σέρνονται» από τους γονείς τους, μητέρων που υποκύπτουν συνεχώς στις απαιτήσεις των -με δική τους ευθύνη- κακομαθημένων παιδιών τους, ζευγαριών όπου ο ένας είναι νοσηρά εξαρτημένος από τον άλλον και δεν μπορεί να τερματίσει την προβληματική σχέση και ανθρώπων που καθοδηγούνται και βασανίζονται από τις φιλοδοξίες τους. Είναι μια κατάσταση μεγάλης ανελευθερίας, χωρίς απαραιτήτως να αντιλαμβανόμαστε και να παραδεχόμαστε αυτό που μας συμβαίνει. Συνήθως αυτές οι καταστάσεις είναι υποσυνείδητες. Ισχυριζόμαστε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα ενώ στην πραγματικότητα μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Η ωρίμανση είναι ένα είδος χειραφέτησης.

Αυτό το οποίο συμβαίνει στους περισσότερους ανθρώπους είναι το γεγονός ότι η ψυχολογική τους ηλικία δεν συμβαδίζει με την βιολογική.

Ενώ το σώμα συνεχίζει να ωριμάζει, η ψυχή παραμένει στάσιμη (κολλάει) σε κάποια μικρότερη ηλικία. Παρατηρούμε ενήλικες που στην ερωτιkή τους συμπεριφορά θυμίζουν εφήβους.

Ερωτεύονται και ενθουσιάζονται με την επιπολαιότητα της εφηβείας.

Απογοητεύονται και ζούνε δράματα με τον ίδιο τρόπο. Άλλοι είναι ψυχολογικά λιγότερο ανεπτυγμένοι. Δεν μπορούν να νοιώσουν ούτε καν τους εφηβικούς έρωτες διότι βρίσκονται στην ηλικία των δέκα ετών. Περιορίζονται έτσι στο σεξ. Δεν καταλαβαίνουν τι εστί σχέση, γιατί ψυχολογικά είναι δέκα ετών, αλλά έχουν ικανότητα σεξοuαλικής επαφής γιατί το σώμα τους έχει ενηλικιωθεί. Επίσης στον τομέα της ανασφάλειας συμβαίνουν τα ανάλογα. Πολλοί προσπαθούν να έλξουν την προσοχή του περιβάλλοντός τους όπως οι έφηβοι. Είναι έτοιμοι να παρεξηγήσουν και να προσβληθούν με το παραμικρό.

Όμως, με τον ίδιο τρόπο που διαφέρει η σωματική από την ψυχολογική ηλικία, έτσι και οι διάφοροι παράμετροι της ψυχολογικής ηλικίας μπορεί να αναπτυχθούν με διαφορετικές ταχύτητες. Φανταστείτε έναν άνθρωπο τριάντα ετών, με αυτοπεποίθηση δέκα ετών, σεξουαλιkότητα δεκαέξι ετών και συμπόνια ενός έτους (ένα μωρό δεν έχει συνειδητή επίγνωση του πόνου που προξενεί στους άλλους). Κάλλιστα θα μπορούσε να διαπράξει ένα έγκλημα τιμής σε περίπτωση μοιχείας. Αν η νοημοσύνη του είναι υψηλή θα έχουμε έναν ψυχρό εγκληματία. Αν είναι χαμηλή θα έχουμε τον λεγόμενο «βρασμό ψυχής». Επίσης, διάφοροι πολιτικοί ηγέτες, καλλιτέχνες και διάφορα «πρότυπα», παρουσιάζουν εμφανή σημεία υπανάπτυξης ορισμένων πλευρών της ψυχής τους, στα οποία πολλές φορές οφείλεται και η ευρεία αποδοχή που απολαμβάνουν.

Ο άνθρωπος δεν αναπτύσσει ισορροπημένα όλες του τις πλευρές. Κάποιες μένουν πίσω. Ενώ αρχικά δεν αποτελούσαν πρόβλημα, σιγά σιγά καθώς όλες οι άλλες συνεχίζουν την ωρίμανσή τους, αυτές εγκλωβίζονται σε μια προγενέστερη ηλικία, καλύπτονται συνήθως από ψέματα προς τον ίδιο μας τον εαυτό και μέσα από το υποσυνείδητό μας πλέον, επιδίδονται σε έναν εξαντλητικό «ανταρτοπόλεμο». Είναι κάποια «κομμάτια» τα οποία αποσπώνται από το κύριο σώμα της ψυχής και υπό μορφή δηλητηριώδους βάρους, εμποδίζουν την πορεία μας γιατί τα σέρνουμε πίσω μας. Δεν μπορούμε να τα πετάξουμε γιατί είναι δικά μας. Δεν μπορούμε ούτε να τα ενσωματώσουμε, διότι είναι υπανάπτυκτα και δεν ταιριάζουν.

Ας πάρουμε το υποθετικό παράδειγμα ενός παιδιού που είναι εξαρτημένο από την μητέρα του. Αυτό για το παιδί δεν αποτελεί πρόβλημα, είναι η φυσική του κατάσταση. Αναμένουμε βέβαια, με την πάροδο του χρόνου, να χειραφετηθεί και να πάρει την ζωή στα χέρια του. Αν όμως κάτι τέτοιο δεν συμβεί (ίσως γιατί η ίδια η μητέρα το εμποδίσει, φοβούμενη ότι κάποτε θα μείνει μόνη και χωρίς λόγο ύπαρξης), το παιδί θα γίνει ενήλικας, αλλά εσωτερικά θα μείνει παιδί ως προς την εξάρτηση από την μητέρα του.

Μετά ο άνθρωπος αυτός θα παντρευτεί, χωρίς να έχει πραγματικά ωριμάσει για να αναλάβει την ζωή του και τις ευθύνες του, θα έχει ανασφάλεια και ευθυνοφοβία. Το αποτέλεσμα θα είναι να «προσκαλέσει» ο ίδιος με υποσυνείδητο τρόπο την μητέρα του, να αναλάβει την διεύθυνση του σπιτιού του, την οποία δεν μπορεί να έχει ο ίδιος, γιατί ουσιαστικά είναι ακόμα ένα ανώριμο παιδί. Η γυναίκα αυτού του ανθρώπου δεν θα έχει παντρευτεί μόνο τον άνδρα της αλλά και την πεθερά της, με τα γνωστά σε όλους προβλήματα.

Εδώ έρχεται και το ψέμα προς τον εαυτό μας. Ο άνθρωπος του παραδείγματός μας δεν έχει ιδέα από όλα αυτά. Απλώς τα βαφτίζει «αγάπη και σεβασμό προς την μητέρα του», ενώ μόνο αγάπη δεν είναι. Έτσι δημιουργείται μια εμπλοκή, που μέσω της αυτοεξαπάτησης, κρύβεται στο υποσυνείδητό του και δηλητηριάζει συνεχώς την οικογενειακή του ζωή.

Ο μηχανισμός λοιπόν είναι απλός. Κάποιες ιδιότητες μέσα μας έχουν μείνει πίσω. Κρύβονται στο υποσυνείδητό μας με τα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας και από εκεί αθέατες, δηλητηριάζουν την ζωή μας. Γινόμαστε υποχείρια καταστάσεων, ανθρώπων και των αδυναμιών μας, χωρίς να έχουμε ιδέα για το τι μας συμβαίνει στην πραγματικότητα.

Η εργασία που έχουμε να κάνουμε είναι να ανακαλύψουμε ποιες πλευρές του εαυτού μας «κόλλησαν» σε προηγούμενες ηλικίες και σε ποιες ηλικίες συγκεκριμένα, αφού βέβαια βρούμε το θάρρος να τις αντικρίσουμε κατά πρόσωπο και κατόπιν να εργαστούμε για να τις αναπτύξουμε όσο θα έπρεπε. Έτσι όλα τα κομμάτια της ψυχής μας θα είναι της ίδιας ψυχολογικής ηλικίας και ωριμότητας για να μην υπάρχουν παραφωνίες. Τα κίνητρα λοιπόν των πράξεών μας δεν είναι πάντοτε τόσο ξεκάθαρα όσο θα θέλαμε να νομίζουμε.

Καινοτόμος τεχνολογία κάνει αντικείμενα αόρατα

Επιστήμονες από την Ελλάδα, την Αυστρία και τις ΗΠΑ συνεργάζονται για την ανάπτυξη μιας καινοτόμου τεχνολογίας αορατότητας, που ανοίγει νέες δυνατότητες στην τέχνη του καμουφλάζ.  Χάρη στη χρήση ενός ειδικού υλικού που φωτίζεται από ψηλά με κατάλληλο τρόπο, μια άλλη ακτίνα φωτός είναι δυνατό να διαπεράσει το υλικό χωρίς εμπόδια. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το αντικείμενο δεν φαίνεται στα μάτια του παρατηρητή.

Ένα υλικό με τυχαίες ανωμαλίες διασκορπίζει μια προσπίπτουσα ακτίνα φωτός σε όλες τις κατευθύνσεις.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Τεχνολογίας της Βιέννης, με επικεφαλής τον καθηγητή Stefan Rotter και του Πανεπιστημίου Κρήτης με επικεφαλής τον επίκουρο καθηγητή Κωνσταντίνο Μακρή, πιστεύουν ότι η νέα μέθοδός τους μπορεί να βρει εφαρμογή σε διάφορα μήκη κύματος του φωτός, ακόμη και σε ακουστικά κύματα.
 
invisible
<Το υλικό ακτινοβολείται με ένα ειδικά σχεδιασμένο μοτίβο, και το κύμα από τα αριστερά μπορεί να περάσει από το αντικείμενο εντελώς χωρίς διαταραχές.
 
Διάφορες επιστημονικές ομάδες, ανά τον κόσμο, δουλεύουν πάνω σε διάφορες τεχνολογίες αορατότητας, δοκιμάζοντας μια ποικιλία των λεγόμενων μετα-υλικών, που μπορούν να ξεγελάσουν το φως και να το καθοδηγήσουν γύρω από ένα αντικείμενο, έτσι ώστε το τελευταίο να μη γίνεται αντιληπτό από τον παρατηρητή.
 
Μια εναλλακτική τεχνική είναι η χρήση αντικειμένων που τα ίδια ενισχύουν ή αποσβένουν -με τη βοήθεια μιας ηλεκτρονικής οθόνης- το φως που έρχεται απ’ έξω, πράγμα που μπορεί να καταστήσει αόρατο το αντικείμενο, τουλάχιστον αν το δει κανείς από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία και μήκος κύματος.
 
Οι Αυστριακοί και οι Έλληνες ερευνητές ακολουθούν ένα διαφορετικό δρόμο, καθοδηγώντας το κύμα του φωτός μέσω του αντικειμένου, σαν το αντικείμενο να μη βρίσκεται εκεί. 
 
Αν και ακούγεται παράξενο, κάτι τέτοιο είναι εφικτό για συγκεκριμένα υλικά, τα οποία συνδυάζουν με μοναδικό τρόπο την απόσβεση και την ενίσχυση της ακτινοβολίας, χρησιμοποιώντας μια ειδική τεχνολογία κυμάτων.
 
Οι προσομοιώσεις που έχουν γίνει μέχρι σήμερα σε υπολογιστές, δείχνουν ότι η τεχνική δουλεύει. Ήδη, οι ερευνητές σχεδιάζουν να κάνουν τα σχετικά πειράματα προς επιβεβαίωση στην πράξη. Ίσως, μάλιστα, να ξεκινήσουν από τα ακουστικά κύματα και όχι του φωτός, επειδή τα πρώτα θεωρούνται από πειραματικής άποψης πιο εύκολα στο χειρισμό τους.

Η προέλευση του χρυσού και των άλλων βαρέων στοιχείων

Για δεκαετίες οι ερευνητές πίστευαν ότι ο χρυσός και τα άλλα βαριά στοιχεία δημιουργούνται κατά την διάρκεια της έκρηξης των σουπερνόβα. Σήμερα όμως πολλοί υποστηρίζουν την ύπαρξη και ενός διαφορετικού τρόπου δημιουργίας του χρυσού: την σύγκρουση δύο άστρων νετρονίων.

Καλλιτεχνική εικόνα δύο άστρων νετρονίων που συγκρούονται. Τέτοιο γεγονός σαν αυτό δημιουργεί εκρήξεις (εκλάμψεις) ακτίνων-γ μικρής διάρκειας. Μπορεί δε τέτοια γεγονότα να παράγουν βαρέα στοιχεία σαν τον χρυσό.

Μετά την κατάρρευση ενός τεράστιου άστρου – τουλάχιστον οκτώ φορές της μάζας του Ήλιου – αυτό που παραμένει είναι ένας εξαιρετικά πυκνός πυρήνας. Οι πυρήνες αυτοί έχουν μάζες συγκρίσιμες με ένα άστρο, αλλά η μάζα αυτή συμπιέζεται σε ένα αντικείμενο διαμέτρου, περίπου, 10 χιλιομέτρων, ή το μέγεθος μιας μικρής πόλης. Μπορούμε να το φανταστούμε ότι γεμίζουμε τη μάζα του όρους Έβερεστ σε ένα φλιτζάνι του καφέ για να πετύχουμε την ίδια πυκνότητα με ένα αστέρι νετρονίων.

Σε αυτές τις τεράστιες πυκνότητες, ο ιστός του χωροχρόνου απομακρύνεται από την συνηθισμένη φυσική και αποκτά ιδιότητες εξωτικής φυσικής. Δύο λοιπόν τέτοια άστρα νετρονίων που βρίσκονται σε κοινή τροχιά, μπορούν να συγκρούονται όταν τα κύματα της βαρύτητας που παράγουν κατά την κίνηση τους, μεταφέρουν αρκετή ενέργεια μακριά από το σύστημα με αποτέλεσμα την αποσταθεροποίηση της τροχιάς τους. Όταν συμβεί αυτό, μπορεί να εμφανιστεί ένας τύπος έκρηξης ακτίνων γάμμα – που αυτές είναι οι πιο ισχυρές εκρήξεις στο σύμπαν. Η έντονη ενέργεια θα ήταν αρκετή για να δημιουργήσει χρυσό και άλλα βαρέα στοιχεία, σύμφωνα με μία δημοσίευση στο Astrophysical Journal Letters..

Παραγωγή στοιχείων

Ο χρυσός, όπως και τα περισσότερα βαρέα μέταλλα, σφυρηλατείται μέσα στα αστέρια μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται πυρηνική σύντηξη. Στην αρχή, μετά το Big Bang, σχηματίστηκαν μόνο δύο στοιχεία: υδρογόνο και ήλιο. Λίγες εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, στους πυρήνες των πρώτων άστρων άρχισαν οι πρώτες πυρηνικές αντιδράσεις – εκρήξεις. Αυτές οι πυρηνικές εκρήξεις ανάγκασαν τους ελαφρούς πυρήνες να συγχωνευτούν κι έτσι να παραχθούν ελαφρώς βαρύτερα στοιχεία και αυτές οι πυρηνικές αντιδράσεις απελευθέρωσαν μια τεράστια ποσότητα ενέργειας.

Σταδιακά, αυτά τα πρώιμα αστέρια άρχισαν να παράγουν στοιχεία όπως ο άνθρακας, το άζωτο, το οξυγόνο – φτάνοντας μέχρι τον σίδηρο. Αλλά στο σύμπαν δεν υπήρχε ακόμα χρυσός. Μόλις αυτά τα πρώτα αστέρια έκαψαν τα ελαφρά στοιχεία, έφτιαξαν τα βαρύτερα. Τέλος, καθώς έκαψαν το πυρίτιο για να φτιάξουν σίδηρο, εξερράγησαν ως σουπερνόβα και για μερικές μικρές στιγμές, κάθε τέτοιο αστέρι απελευθέρωσε τόσο πολύ ενέργεια, όσο όλοι οι κανονικοί αστέρες σε αυτόν τον γαλαξία που είχαν συγκεντρωθεί.

Σε αυτή την κατακλυσμιαία έκρηξη (σούπερνόβα), για πρώτη φορά, φτιάχτηκαν άτομα χρυσού – και στη συνέχεια εκτοξεύτηκαν στο Σύμπαν, μαζί με τα άλλα συντρίμμια από την έκρηξη. Στη Γη, ο χρυσός έφτασε τελικά περίπου 200 εκατομμύρια χρόνια μετά τον σχηματισμό του πλανήτη, όταν μετεωρίτες γεμάτοι με χρυσό και άλλα μέταλλα βομβάρδισαν την επιφάνεια του. Κατά τη διάρκεια του σχηματισμού της γης, λιωμένος σίδηρος βυθίστηκε στο κέντρο του για να φτιάξει τον πυρήνα της Γης. Το γεγονός αυτό ανάγκασε τη συντριπτική πλειοψηφία των πολύτιμων μετάλλων του πλανήτη να συγκεντρωθεί στον πυρήνα – όπως ο χρυσός και η πλατίνα. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν αρκετά πολύτιμα μέταλλα στον πυρήνα για να καλύψουν ολόκληρη την επιφάνεια της Γης με ένα στρώμα πάχους 4 μέτρων

Πάλσαρ – άστρα νετρονίων

Ως γνωστόν η ύπαρξη των πάλσαρ είναι αποτέλεσμα της απότομης και υπερβολικά γρήγορης βαρυτικής κατάρρευσης των υλικών της καρδιάς ενός γιγάντιου άστρου και στη τρομαχτική συμπίεση του αστρικού κέντρου. Κάτω από την τεράστια αυτή συμπίεση τα αρνητικά φορτισμένα ηλεκτρόνια συγχωνεύονται με τα θετικά φορτισμένα πρωτόνια του πυρήνα με αποτέλεσμα την δημιουργία νετρονίων και νετρίνων.

Κι ενώ τα νετρίνα δραπετεύουν άμεσα από το άστρο, μεταφέροντας μάλιστα και αρκετή από την ενέργειά του, τα νεοσχηματισμένα νετρόνια παραμένουν εκεί και ενώνονται με τα ήδη υπάρχοντα νετρόνια των ατομικών πυρήνων. Αποτέλεσμα αυτής της συμπίεσης είναι η δημιουργία μιας σφαίρας μερικών χιλιομέτρων με την πιο λεία, στερεή επιφάνεια που έχει γνωρίσει ποτέ το σύμπαν. Βρισκόμαστε δηλαδή αντιμέτωποι μ’ ένα άστρο νετρονίων που περιστρέφεται σαν σβούρα δεκάδες ή και εκατοντάδες φορές κάθε δευτερόλεπτο.

Όταν λοιπόν δύο τέτοια άστρα νετρονίων βρεθούν το ένα δίπλα στο άλλο, αρχίζει ένας χορός που αργά ή γρήγορα θα καταλήξει στην σύγκρουσή τους και στη δημιουργία μιας μαύρης τρύπας με το 90% των υλικών των δύο πάλσαρ. Κατά την διάρκεια όμως της σύγκρουσης μία ποσότητα υλικών ίση με χίλιες φορές τα υλικά της Γης μετατρέπονται σε βαρέα χημικά στοιχεία μεταξύ των οποίων και ο χρυσός σε ποσότητα που υπολογίζεται ότι φτάνει τις δέκα σεληνιακές μάζες.

Γι’ αυτό, η πρώτη ύλη που δημιούργησε το χρυσό στη Γη προέρχεται από τις συγκρούσεις τέτοιων διπλών πάλσαρ οι οποίες, μαζί με την δημιουργία μιας μαύρης τρύπας, την εκπομπή τεραστίων ποσοτήτων βαρυτικών κυμάτων και εκλάμψεων ακτίνων γάμμα, δημιουργούν επίσης και το σπάνιο και πανάκριβο αυτό χημικό στοιχείο του χρυσού.

Mονοθεϊστική Πλύση Εγκεφάλου

Δύο χιλιάδες χρόνια μονοθεϊστικής πλύσης εγκεφάλου έχουν κάνει τους περισσότερους Δυτικούς να βλέπουν τον πολυθεϊσμό σαν αμαθή και παιδαριώδη ειδωλολατρία. Πρόκειται για ένα άδικο στερεότυπο. Για να καταλάβουμε την εσωτερική λογική του πολυθεϊσμού, είναι απαραίτητο να συλλάβουμε την κεντρική ιδέα που στηρίζει την πίστη σε πολλούς θεούς.

Ο πολυθεϊσμός δεν αμφισβητεί κατ’ ανάγκη την ύπαρξη μίας και μοναδικής δύναμης ή νόμου που κυβερνά όλο το σύμπαν. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες πολυθεϊστικές ή ακόμα και ανιμιστικές θρησκείες αναγνώριζαν μια τέτοια υπέρτατη δύναμη που βρίσκεται πίσω από όλους τους διαφορετικούς θεούς, δαίμονες και ιερούς βράχους. Στον πολυθεϊσμό της κλασικής Ελλάδας, ο Δίας, η Ήρα, ο Απόλλωνας και οι συνάδελφοί τους υπάκουαν σε μια παντοδύναμη και πανταχού παρούσα δύναμη – τη Μοίρα (ή την Ανάγκη).

Οι σκανδιναβικοί θεοί, επίσης, ήταν όλοι δέσμιοι της μοίρας, η οποία τους καταδίκαζε να πεθάνουν στον κατακλυσμό του Ράγκναροκ (του Λυκόφωτος των Θεών).

Στην πολυθεϊστική θρησκεία των Γιορούμπα της δυτικής Αφρικής, όλοι οι θεοί είχαν γεννηθεί από τον υπέρτατο θεό Ολοντουμάρε και παρέμεναν υποτελείς του.

Στον ινδουιστικό πολυθεϊσμό, μία και μόνη αρχή, το Άτμαν, ελέγχει τις μυριάδες θεούς και πνεύματα, την ανθρωπότητα και τον βιολογικό και υλικό κόσμο. Το Άτμαν είναι η αιώνια ουσία ή ψυχή όλου του σύμπαντος, όπως και κάθε ατόμου και κάθε φαινομένου.

Η θεμελιώδης αντίληψη του πολυθεϊσμού, που τον διακρίνει από το μονοθεϊσμό, είναι ότι η υπέρτατη δύναμη που κυβερνάει τον κόσμο δεν έχει ενδιαφέροντα και προτιμήσεις και, συνεπώς, δεν ενδιαφέρεται για τις γήινες επιθυμίες, έγνοιες και ανησυχίες των ανθρώπων. Είναι άσκοπο να ζητάς από αυτή τη δύναμη νίκη στον πόλεμο, υγεία ή βροχή γιατί, καθώς περιβάλλει τα πάντα, από τη σκοπιά της δεν έχει διαφορά αν ένα συγκεκριμένο βασίλειο θα νικήσει ή θα ηττηθεί, αν μια συγκεκριμένη πόλη θα ακμάσει ή θα σβήσει, αν ένα συγκεκριμένο άτομο θα αναρρώσει ή θα πεθάνει. Οι Έλληνες δεν έχαναν το χρόνο τους κάνοντας θυσίες στη Μοίρα και οι Ινδουιστές δεν έφτιαχναν ναούς του Άτμαν.

Ο μόνος λόγος να προσεγγίσει κανείς την ανώτατη δύναμη του σύμπαντος θα ήταν να αποκηρύξει όλες τις επιθυμίες και να αποδεχτεί το κακό μαζί με το καλό – να αποδεχτεί ακόμα και την ήττα, τη φτώχεια, την αρρώστια και το θάνατο. Έτσι, ορισμένοι Ινδουιστές, γνωστοί ως σαντού ή σανιάσι, αφιερώνουν τη ζωή τους στην ένωση με το Άτμαν, πετυχαίνοντας έτσι τη φώτιση. Προσπαθούν να δουν τον κόσμο από την οπτική γωνία αυτής της θεμελιώδους αρχής, να συνειδητοποιήσουν ότι από την άχρονη σκοπιά της όλες οι γήινες επιθυμίες και φόβοι είναι εφήμερα φαινόμενα χωρίς νόημα.

Οι περισσότεροι Ινδουιστές, ωστόσο, δεν είναι σαντού. Είναι βυθισμένοι στο βούρκο των γήινων ανησυχιών, όπου το Άτμαν δεν βοηθάει και πολύ. Για βοήθεια σε αυτά τα ζητήματα, οι ινδουιστές απευθύνονται στους θεούς με τις περιορισμένες δυνάμεις τους. Ακριβώς επειδή οι δυνάμεις τους είναι περιορισμένες και δεν περιβάλλουν τα πάντα, θεοί όπως ο Γκανέσα, η Λάχσμι και η Σαρασβάτι έχουν ενδιαφέροντα και προτιμήσεις.

Οι άνθρωποι μπορούν, επομένως, να κάνουν συμφωνίες με αυτές τις περιορισμένες δυνάμεις και να στηριχτούν στη βοήθειά τους για να κερδίσουν πολέμους και να αναρρώσουν από αρρώστιες. Αναγκαστικά, υπάρχουν πολλές τέτοιες μικρές δυνάμεις, γιατί όταν αρχίσεις να διαιρείς την απόλυτη δύναμη μιας υπέρτατης αρχής, αναπόφευκτο θα καταλήξεις με περισσότερες θεότητες από μία. Από εκεί προκύπτει και το πλήθος των θεοτήτων.

Η αντίληψη του πολυθεϊσμού λειτουργεί θετικά για μια εκτεταμένη θρησκευτική ανεκτικότητα. Καθώς οι πολυθεϊστές πιστεύουν, αφενός, στη μία ανώτατη και απόλυτα αδιάφορη δύναμη και, αφετέρου, σε πολλές επιμέρους και μεροληπτικές δυνάμεις, οι πιστοί ενός θεού δεν έχουν κάποια δυσκολία να αποδεχτούν την ύπαρξη και την αποτελεσματικότητα άλλων θεών. Ο πολυθεϊσμός είναι εγγενώς ανοιχτόμυαλος και σπάνια διώκει «αιρετικούς» κα «άπιστους».

Ακόμα και όταν οι πολυθεϊστές κατέκτησαν τεράστιες αυτοκρατορίες, δεν προσπάθησαν να προσηλυτίσουν τους υπηκόους τους. Οι Αιγύπτιοι, οι Ρωμαίοι και οι Αζτέκοι δεν έστειλαν ιεραπόστολους σε ξένες περιοχές για να διαδώσουν  τη λατρεία του Όσιρη, του Δία ή του Ουιτζιλοπότστλι (του αρχηγού των θεών των Αζτέκων) και σίγουρα δεν έστειλαν στρατό για το σκοπό αυτό. Οι υποτελείς λαοί σε ολόκληρη την αυτοκρατορία έπρεπε να σέβονται τους θεούς και τις τελετουργίες της αυτοκρατορίας, εφόσον οι θεοί και οι τελετουργίες αυτές τη νομιμοποιούσαν. Ωστόσο, δεν ήταν αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν τους τοπικούς θεούς και τις τελετουργίες τους.

Στην αυτοκρατορία των Αζτέκων, οι υποτελείς λαοί ήταν υποχρεωμένοι να χτίσουν ναούς του Ουιτζιλοπότστλι, αλλά οι ναοί αυτοί φτιάχνονταν δίπλα σε εκείνους των τοπικών θεών, και όχι στη θέση τους Σε πολλές περιπτώσεις, η ίδια η αυτοκρατορική ελίτ υιοθετούσε τους θεούς και τις τελετουργίες των υποτελών λαών. Οι Ρωμαίοι πρόσθεσαν με ευχαρίστηση την ασιατική θεά Κυβέλη και την αιγύπτια θεά Ίσιδα στο πάνθεό τους.

Ο μόνος θεός που αρνήθηκαν να ανεχτούν οι Ρωμαίοι ήταν ο μονοθεϊστικός και προσηλυτιστής θεός των χριστιανών. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν απαιτούσε από τους χριστιανούς να εγκαταλείψουν τις πεποιθήσεις και τα τελετουργικά τους, αλλά περίμενε να σέβονται τους προστάτες θεούς της αυτοκρατορίας και τη θεϊκή φύση του αυτοκράτορα. Αυτό εκλαμβανόταν ως δήλωση πολιτικής πίστης. Όταν οι χριστιανοί αρνήθηκαν πεισματικά να το κάνουν αυτό και στη συνέχεια απέρριψαν κάθε προσπάθεια συμβιβασμού, οι Ρωμαίοι αντέδρασαν διώκοντας αυτό που θεωρούσαν πως ήταν μια ανατρεπτική πολιτική φράξια. Κι αυτό ακόμα το έκαναν με μισή καρδιά.

Στα 300 χρόνια που μεσολάβησαν από τη σταύρωση του Χριστού μέχρι τη μεταστροφή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό, οι πολυθεϊστές ρωμαίοι αυτοκράτορες δεν έκαναν παρά τέσσερις εκτεταμένους διωγμούς χριστιανών. Ορισμένοι τοπικοί διοικητές και κυβερνήτες υποκίνησαν από μόνοι τους κάποια βία εις βάρος χριστιανών.

Ωστόσο, αν αθροίσουμε όλα τα θύματα αυτών των διωγμών, αποδεικνύεται ότι στους τρεις αυτούς αιώνες οι πολυθεϊστές Ρωμαίοι δεν σκότωσαν περισσότερους από μερικές χιλιάδες χριστιανούς. Αντίθετα, μέσα στα επόμενα 1.500 χρόνια, οι χριστιανοί σκότωσαν άλλους χριστιανούς κατά εκατομμύρια, για να υπερασπιστούν ελαφρώς διαφορετικές ερμηνείες της θρησκείας της αγάπης και της συμπόνιας.

Οι θρησκευτικοί πόλεμοι ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες που σάρωσαν την Ευρώπη τον 16ο και τον 17ο αιώνα είναι διαβόητοι. Όλοι όσοι συμμετείχαν σε αυτούς, αποδέχονταν τη θεία φύση του Χριστού και το ευαγγέλιό Του της αγάπης και της συμπόνιας. Ωστόσο, διαφωνούσαν ως προς τη φύση αυτής της αγάπης. Οι προτεστάντες πίστευαν ότι η Θεϊκή αγάπη είναι τόσο μεγάλη, που ο Θεός ενσαρκώθηκε και αφέθηκε να βασανιστεί και να σταυρωθεί, λυτρώνοντας έτσι τους ανθρώπους από το προπατορικό αμάρτημα και ανοίγοντας τις πύλες του παραδείσου για όσους διακήρυσσαν την πίστη τους σε Αυτόν. Οι καθολικοί υποστήριζαν ότι η πίστη, μολονότι απαραίτητη, δεν ήταν αρκετή.

Για να εισέλθουν οι πιστοί στον παράδεισο, έπρεπε να συμμετέχουν στα τελετουργικά της Εκκλησίας και να κάνουν καλές πράξεις. Οι προτεστάντες δεν το δέχονταν αυτό, υποστηρίζοντας ότι αυτού του είδους η ανταλλαγή μειώνει το μεγαλείο και την αγάπη του Θεού. Όποιος πιστεύει ότι η είσοδός του στον παράδεισο εξαρτάται από τις δικές του καλές πράξεις μεγαλοποιεί τη σημασία του και υπαινίσσεται πως το μαρτύριο του Χριστού στο σταυρό και η αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα δεν αρκούν.

Αυτές οι θεολογικές διαμάχες έγιναν τόσο βίαιες, που κατά τη διάρκεια του 16ου και του 17ου αιώνα καθολικοί και προτεστάντες αλληλοσκοτώνονταν κατά εκατοντάδες χιλιάδες. Στις 23 Αυγούστου 1572, οι γάλλοι καθολικοί που τόνιζαν την ανάγκη των καλών πράξεων επιτέθηκαν στις κοινότητες των γάλλων προτεσταντών που τόνιζαν την αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα.

Σε αυτή την επίθεση, τη σφαγή της Νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου, μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες σφαγιάστηκαν πάνω από 10.000 προτεστάντες. Όταν ο πάπας στη Ρώμη έμαθε τα νέα από τη Γαλλία, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που διοργάνωσε εορταστικές προσευχές για τον εορτασμό του γεγονότος και ανέθετε στον Τζόρτζιο Βασάρι να διακοσμήσει μία από τις αίθουσες του Βατικανού με μια τοιχογραφία της σφαγής (εικόνα κάτω. Η αίθουσα είναι κλειστή για τους επισκέπτες). Περισσότεροι χριστιανοί σκοτώθηκαν από άλλους χριστιανούς μέσα σε αυτές τις 24 ώρες, παρά από την πολυθεϊστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε όλη της την ιστορία.

Μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου».
Εκατό χιλιάδες χρόνια πριν τουλάχιστον έξι “ανθρώπινα” είδη κατοικούσαν στη γη. Σήμερα υπάρχει μόνο ένα: ο Homo Sapiens, δηλαδή εμείς. Πώς τα κατάφερε το είδος μας στη μάχη για την κυριαρχία; Πώς βρέθηκαν οι τροφοσυλλέκτες πρόγονοί μας να στήνουν πόλεις και βασίλεια; Πώς φτάσαμε να πιστεύουμε σε θεούς, σε έθνη και σε ανθρώπινα δικαιώματα; Να εμπιστευόμαστε χρήματα, νόμους και βιβλία; Να υποδουλωνόμαστε σε γραφειοκρατίες, χρονοδιαγράμματα και καταναλωτικά μοντέλα; Και πώς θα είναι ο κόσμος μας στις χιλιετίες που θα έρθουν;

Ο καθηγητής Γιουβάλ Νώε Χαράρι διατρέχει όλη την ανθρώπινη ιστορία, από τους πρώτους ανθρώπους που περπάτησαν στη γη μέχρι τις ριζοσπαστικές -και ενίοτε καταστροφικές- καινοτομίες της Γνωστικής, της Αγροτικής και της Επιστημονικής Επανάστασης. Αντλώντας από ένα τεράστιο φάσμα επιστημών (βιολογία και γενετική, παλαιοντολογία και ιστορία, ανθρωπολογία, κοινωνιολογία και οικονομικά), προσφέρει πρωτότυπες και συχνά διασκεδαστικές απαντήσεις στα πιο κρίσιμα ερωτήματα. Τολμηρό, πολυδιάστατο, προκλητικό, το “Σάπιενς” θέτει υπό αμφισβήτηση όλα όσα νομίζαμε ότι ξέρουμε για την ανθρώπινη κατάσταση: τις πεποιθήσεις μας, τις πράξεις μας, τη δύναμή μας… και το ίδιο μας το μέλλον.

Η φωτιά μας έδωσε δύναμη.

Το κουτσομπολιό μας βοήθησε να συνεργαστούμε.

Η γεωργία μάς άνοιξε την όρεξη για περισσότερα.

Η μυθολογία διατήρησε το νόμο και την τάξη.

Το χρήμα μάς έδωσε κάτι που μπορούμε να εμπιστευτούμε.

Οι αντιφάσεις δημιούργησαν τον πολιτισμό.

Η επιστήμη μάς έκανε θανάσιμα επικίνδυνους.

Αυτός είναι ο συναρπαστικός απολογισμός
της εκπληκτικής μας ιστορίας – από ασήμαντοι πίθηκοι, άρχοντες του κόσμου.

Από τη Φιλοσοφία του Πολιτισμού

ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1. Διαφοροποίηση κουλτούρας και πολιτισμού

Η έννοια του πολιτισμού γενικώς είναι ενιαία και περιλαμβάνει τόσο τον τεχνικό όσο και τον πνευματικό πολιτισμό.
Γι’ αυτό συχνά μιλάμε για ανθρώπινο πολιτισμό, ο οποίος πάντοτε συνδέεται και οφείλει να συνδέεται με την ευτυχία του ανθρώπου.
Στους κόλπους αυτού του πολιτισμού γίνεται η διαφοροποίηση ανάμεσα στην κουλτούρα και στον πολιτισμό ως επί μέρους έκφραση του τεχνικού πολιτισμού.
Η κουλτούρα διατηρεί πάντοτε τη χροιά της πνευματικής κουλτούρας ή του πνευματικού πολιτισμού.
Ο πολιτισμός αφορά συνήθως τον υλικό και τεχνικό πολιτισμό.
Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει επίσης για υλικό και πνευματικό πολιτισμό.
Ιστορικά αυτή η διαφοροποίηση θεμελιώνεται στο διαχωρισμό ανάμεσα στην εξωτερική τεχνική και την καθαρή θεωρία.
Ο σύγχρονος πολιτισμός συνδέθηκε με την ανάπτυξη του πολιτισμού από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και με την ανάπτυξη των πόλεων. Σήμερα κυριαρχεί μια κατάσταση ολοκληρωτικά και ανεξέλεγκτα διαμελισμένη: εξατομίκευση, απουσία εσωτερικής συνεννόησης και παράλληλα εγκαθίσταται η δύναμη του όχλου: «ο τύπος του σύγχρονου ανθρώπου του σπηλαίου» (Spengler).
Κάθε περίοδος της κουλτούρας συνδέεται και με την πραγματική ζωή της κοινωνίας.

2. Είναι αναγκαίος ο διαχωρισμός σε κουλτούρα και πολιτισμό;

Ο διαχωρισμός των δύο εννοιών σημαίνει ότι ο κόσμος διχοτομείται ανάμεσα στη θεωρία ή τις ιδέες (κουλτούρα) και στην ορατή υλικότητα του πολιτισμού.
Η χαοτική όψη του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού δεν έλκει την καταγωγή της από την έννοια του πολιτισμού. Η τεχνική έχει αποκτήσει δομή και θέση άσχετη με τις ανάγκες των ανθρώπων.
Η οικονομική παραφροσύνη τείνει να αυτονομήσει την τεχνολογία από την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου και να προκαλέσει τόση σύγχυση, ώστε η αυξανόμενη αποβλάκωση να ονομάζεται πολιτισμός (Adorno).
Ο πολιτισμός οφείλει να είναι ενιαίος, για να μπορεί να λειτουργεί απελευθερωτικά.
Κάθε διαχωρισμός ή διχοτόμηση οδηγεί σε κατακερματισμό την ανθρώπινη ύπαρξη και τις αντίστοιχες κοινωνίες.
Το αποτέλεσμα τότε είναι να υψώνεται πάνω από την ανθρώπινη κοινότητα μια απρόσωπη και στυγερή εξουσία, που με τη συνδρομή της τεχνολογίας, την ιδεολογική περιχαράκωση και μια αλλοτριωτική δημοκρατικοφάνεια παραλύει το ζωτικό πνεύμα του λαού και τον μετατρέπει σε όχλο.
Το ζητούμενο πάντοτε είναι μια διαλεκτική ανάπτυξη του πνευματικού και του υλικού πολιτισμού.

Από τον κόσμο των ιδεών

Ι. Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ

· Πολλοί άνθρωποι αξιολογούν την ιδέα της προόδου με ποσοτικά κριτήρια· τη συνδέουν συνήθως με τη σύγχρονη έννοια της τεχνολογίας και με την τεχνολογική πρόοδο ή με την πρόοδο του τεχνικού πολιτισμού.
· Πιο ειδικά θεωρούν ως πρόοδο του ανθρώπου και της κοινωνίας την ποσότητα των επιτευγμάτων ή φαινομένων που συνεπάγεται η ανάπτυξη της τεχνο-επιστήμης.
· Υποστηρίζεται συγκεκριμένα ότι η διάδοση της επιστήμης συντελεί στη διάλυση εδραιωμένων προκαταλήψεων ή εσφαλμένων πεποιθήσεων και στην κατάκτηση ενός συνόλου πεποιθήσεων ή αντιλήψεων, οι οποίες χαρακτηρίζονται για τον ορθολογικό και προοδευτικό τους χαρακτήρα.
· Ακόμη υποστηρίζεται, με ένα τρόπο πολύ αφηρημένο, πως η επιστήμη με τις τεχνολογικές της εφαρμογές μπορεί να επιλύσει εν πολλοίς ή και οριστικά τα περισσότερα προβλήματα των ανθρώπων.
· Τα στοιχεία που αναφέρονται συνήθως προς επαλήθευση των πιο πάνω ισχυρισμών ή θεωρήσεων είναι περίπου τα εξής: α) τα επίπεδα διαβίωσης είναι τα υψηλότερα από κάθε άλλη περίοδο του παρελθόντος· β) η προσδοκία της μακροζωίας είναι πιο μεγαλύτερη από ποτέ· γ) τα επίπεδα υγείας και διατροφής έχουν βελτιωθεί εντυπωσιακά· δ) οι πιο πολλές ασθένειες έχουν νικηθεί· ε) τα ταξίδια και οι επικοινωνίες γίνονται με μεγαλύτερη ταχύτητα· στ) η γνώση αυξάνεται με τους πιο γοργούς ρυθμούς· ζ) καθημερινά παρατηρείται μια επαναστατική αλλαγή στις συνήθειες, τα ήθη, τις κοσμοαντιλήψεις, στις πεποιθήσεις κ.λπ.
· Γενικώς, οι αποτιμήσεις της εποχής μας περί προόδου δεν είναι μονοσήμαντες. Οι μεν ταυτίζουν την τεχνολογική πρόοδο με την πρόοδο ως καθολικό φαινόμενο, οι δε την θεωρούν ως μια πρόοδο σε ποσότητες, οι οποίες έχουν αρνητικές συνέπειες για τον άνθρωπο.
· Τέτοιες αρνητικές συνέπειες είναι η μόλυνση του περιβάλλοντος και η υποβάθμισή του, η καταστροφή των παραδοσιακών ηθών, η υποταγή των ανθρώπων στην εξουσία των μηχανών και των ασημαντοτήτων, η αποξένωση των ανθρώπινων σχέσεων, η καλπάζουσα ανθρώπινη δυστυχία κ.λπ.
· Αναμφισβήτητα καμιά άποψη δεν μπορεί να υιοθετείται απόλυτα: η ποσοτικοποίηση της θετικής ή αρνητικής προόδου είναι δεδομένη. Η πρόοδος εμφανίζεται να έχει αντιφατικό χαρακτήρα.
· Το ερώτημα συνεπώς είναι: πώς πρέπει να αποτιμά ο σημερινός άνθρωπος την πρόοδο και την εξέλιξη του τεχνολογικού πολιτισμού;
· Για να απαντήσει κανείς σε ένα τέτοιο ερώτημα, πρέπει να ξεκινά από αυτό που υπάρχει και αναπαράγεται συνεχώς:
· Σήμερα όλα «είναι περισσότερα»· α) ποσοτικοποίηση θετικής προόδου: ειδικοί, μηχανές, υπολογιστές, πληροφορίες, γνώσεις, επικοινωνίες, τεχνικοί, επιστήμονες κ.α. β) ποσοτικοποίηση της αρνητικής προόδου: ορισμένες ασθένειες έχουν εξαλειφθεί ή υποχωρήσει, εμφανίζονται όμως άλλες και με ταχύ ρυθμό, οι πόλεμοι «ευδοκιμούν», ο αμοραλισμός αυξάνεται, μαζοποίηση ανθρώπων, αμετρία κ.λπ.
· Η πρόοδος, στην αυθεντική της σύλληψη, δεν είναι μόνο και κύρια αυτή η ποσοτικοποίηση ούτε πολύ περισσότερο ο αχαλίνωτος καταναλωτισμός.
· Απεναντίας συνιστά θεμελιώδη εκδήλωση και ιδιότητα του ανθρώπινου πολιτισμού.
· Κάθε επίτευγμα ενσωματώνεται και οφείλει να ενσωματώνεται στον πολιτισμό και να αντιμετωπίζεται ως προϊόν του ανθρώπου. Άρα προϋποθέτει την ποιοτική του αξιοποίηση.
· Με δεδομένη την πιο πάνω περιγραφή πώς πρέπει να σκεπτόμαστε την τεχνολογική πρόοδο, που λαμβάνει χώρα ραγδαία αλλά δεν παύει να γεμίζει τη ζωή μας με αντιθέσεις και αντιφάσεις;
· Με κριτικό μάτι και με διαλεκτική αποτίμηση του θετικού και του αρνητικού, της ποιότητας και της ποσότητας, της ανθρωπιάς και της τεχνολογίας.
· Είτε κανείς είναι παρατηρητής των επιστημονικών επιτευγμάτων και των τρόπων, με τους οποίους αυτά εισάγονται ή εφαρμόζονται στη ζωή μας, είτε συμμετέχει –έμμεσα ή άμεσα– πρέπει να καλλιεργεί την ευαισθησία του, να διέπεται από ανώτερες αρχές, να αναπτύσσει την πνευματικότητά του και να αποκτά αισθητικό κριτήριο.
· Τότε μπορούμε να διακρίνουμε το θετικό και το αρνητικό που μας επιφυλάσσει η μια ή η άλλη πολιτισμική εξέλιξη.
· Από άποψη αρχής, ο πολιτισμός οφείλει να λειτουργεί λυτρωτικά και απελευθερωτικά, κάτι που παραμένει το ζητούμενο.
· Ο διαχωρισμός πνευματικού και υλικού πολιτισμού σημαίνει ότι ο κόσμος αποξενώνεται από τον άλλο του εαυτό.
· Αυτός ο διαχωρισμός γίνεται στη συνέχεια μοιραίος και για τη διχοτόμηση της ανθρώπινης ουσίας ανάμεσα σε στεγνή, αναίσθητη εξειδίκευση και σε ευαίσθητη πνευματικότητα.
· Η χαοτική όψη του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού δεν έλκει την καταγωγή της από την έννοια του πολιτισμού. Η τεχνική έχει αποκτήσει δομή και θέση άσχετη με τις ανάγκες των ανθρώπων (Adorno).
· Η οικονομική παραφροσύνη τείνει να αυτονομήσει την τεχνολογία από την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου και να προκαλέσει τόση σύγχυση, ώστε η αυξανόμενη αποβλάκωση να ονομάζεται πολιτισμός (Adorno).
· Σήμερα κυριαρχεί μια κατάσταση ολοκληρωτικά και ανεξέλεγκτα διαμελισμένη: εξατομίκευση, απουσία εσωτερικής συνεννόησης και παράλληλα εγκαθίσταται η δύναμη του όχλου: «ο τύπος του σύγχρονου ανθρώπου του σπηλαίου» (Spengler).
· Τελικά κάθε περίοδος της ζωής μας απηχεί μια ουσιαστική πρόοδο ή εξέλιξη, όταν αντιμετωπίζει τις πραγματικές ανάγκες (υλικές και πνευματικές) της κοινωνίας με απώτερο στόχο όχι μόνο το ζειν αλλά το ευ ζειν.

ΙΙ. Κείμενα

1. «Οι μηχανές γίνονται όλο και πιο απάνθρωπες στη μορφή τους, όλο και πιο ασκητικές, μυστικιστικές και για όλο και πιο λίγους μυημένους. Περιπλέκουν τη γη με έναν απέραντο ιστό λεπτών δυνάμεων, ρευμάτων και τάσεων. Το σώμα τους γίνεται όλο και πιο πνευματικό, όλο και πιο σιωπηλό. Αυτοί οι τροχοί, κύλινδροι και μοχλοί δεν μιλούν πια. Καθετί αποφασιστικό αποσύρεται στην εσωτερικότητά τους…».

2. «Έχει δημιουργηθεί κάποια παρεξήγηση γύρω από τη διάκριση μεταξύ εφαρμοσμένης επιστήμης και τεχνολογίας· και αυτό είναι λογικό, γιατί η διάκριση αυτή δεν έγινε ποτέ με σαφήνεια. Η διαφορά τους στηρίζεται κυρίως στον τύπο προσέγγισης. Ο εκπρόσωπος της εφαρμοσμένης επιστήμης ασχολείται με την ανακάλυψη εφαρμογών για την καθαρή θεωρία. Ο τεχνολόγος έχει ένα πρόβλημα που βρίσκεται λίγο πιο κοντά στην πρακτική».

3. «Ο τεχνικός είναι πάντα ένας ειδικός και δεν μπορεί καθόλου να ισχυριστεί ότι ελέγχει κάποια τεχνική εκτός από τη δική του. Εκείνοι για τους οποίους η τεχνολογία αντλεί το νόημά της από τον ίδιο τον εαυτό της πολύ δύσκολα θα ανακαλύψουν τις αξίες που δίνουν νόημα σε αυτό που κάνουν. Και μάλιστα ποτέ δεν θα τις αναζητήσουν».

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ - Κατὰ Κτησιφῶντος (32-39)

[32] Ὡς τοίνυν καὶ τὴν ἀνάρρησιν τοῦ στεφάνου παρανόμως ἐν τῷ ψηφίσματι κελεύει γίγνεσθαι, καὶ τοῦθ᾽ ὑμᾶς διδάξω. Ὁ γὰρ νόμος διαρρήδην κελεύει, ἐὰν μέν τινα στεφανοῖ ἡ βουλή, ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ἀνακηρύττεσθαι, ἐὰν δὲ ὁ δῆμος, ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, ἄλλοθι δὲ μηδαμοῦ. Καί μοι λέγε τὸν νόμον.

ΝΟΜΟΣ
[33] Οὗτος ὁ νόμος, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ μάλα καλῶς ἔχει. Οὐ γὰρ οἶμαι ᾤετο δεῖν ὁ νομοθέτης τὸν ῥήτορα σεμνύνεσθαι πρὸς τοὺς ἔξωθεν, ἀλλ᾽ ἀγαπᾶν ἐν αὐτῇ τῇ πόλει τιμώμενον ὑπὸ τοῦ δήμου καὶ μὴ ἐργολαβεῖν ἐν τοῖς κηρύγμασιν. Ὁ μὲν οὖν νομοθέτης οὕτως· ὁ δὲ Κτησιφῶν πῶς; ἀναγίγνωσκε τὸ ψήφισμα.

ΨΗΦΙΣΜΑ
[34] Ἀκούετε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅτι ὁ μὲν νομοθέτης κελεύει ἐν τῷ δήμῳ ἐν Πυκνὶ τῇ ἐκκλησίᾳ ἀνακηρύττειν τὸν ὑπὸ τοῦ δήμου στεφανούμενον, ἄλλοθι δὲ μηδαμοῦ, Κτησιφῶν δὲ ἐν τῷ θεάτρῳ, οὐ τοὺς νόμους μόνον ὑπερβάς, ἀλλὰ καὶ τὸν τόπον μετενεγκών, οὐδὲ ἐκκλησιαζόντων Ἀθηναίων, ἀλλὰ τραγῳδῶν γιγνομένων καινῶν, οὐδ᾽ ἐναντίον τοῦ δήμου, ἀλλ᾽ ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων, ἵν᾽ ἡμῖν συνειδῶσιν οἷον ἄνδρα τιμῶμεν.

[35] Οὕτω τοίνυν περιφανῶς παράνομα γεγραφώς, παραταχθεὶς μετὰ Δημοσθένους ἐποίσει τέχνας τοῖς νόμοις· ἃς ἐγὼ δηλώσω καὶ προερῶ ὑμῖν, ἵνα μὴ λάθητε ἐξαπατηθέντες. Οὗτοι γάρ, ὡς μὲν οὐκ ἀπαγορεύουσιν οἱ νόμοι τὸν ὑπὸ τοῦ δήμου στεφανούμενον μὴ κηρύττειν ἔξω τῆς ἐκκλησίας, οὐχ ἕξουσι λέγειν, οἴσουσι δὲ εἰς τὴν ἀπολογίαν τὸν Διονυσιακὸν νόμον, καὶ χρήσονται τοῦ νόμου μέρει τινὶ κλέπτοντες τὴν ἀκρόασιν ὑμῶν,

[36] καὶ παρέξονται νόμον οὐδὲν προσήκοντα τῇδε τῇ γραφῇ, καὶ λέξουσιν ὡς εἰσὶ τῇ πόλει δύο νόμοι κείμενοι περὶ τῶν κηρυγμάτων, εἷς μέν, ὃν νῦν ἐγὼ παρέχομαι, διαρρήδην ἀπαγορεύων τὸν ὑπὸ τοῦ δήμου στεφανούμενον μὴ κηρύττεσθαι ἔξω τῆς ἐκκλησίας, ἕτερον δ᾽ εἶναι νόμον φήσουσιν ἐναντίον τούτῳ, τὸν δεδωκότα ἐξουσίαν ποιεῖσθαι τὴν ἀνάρρησιν τοῦ στεφάνου τραγῳδοῖς ἐν τῷ θεάτρῳ, ἐὰν ψηφίσηται ὁ δῆμος· κατὰ δὴ τοῦτον τὸν νόμον φήσουσι γεγραφέναι τὸν Κτησιφῶντα.

[37] Ἐγὼ δὲ πρὸς τὰς τούτων τέχνας παρέξομαι συνηγόρους τοὺς νόμους τοὺς ὑμετέρους, ὅπερ διατελῶ σπουδάζων παρὰ πᾶσαν τὴν κατηγορίαν. Εἰ γὰρ τοῦτό ἐστιν ἀληθές, καὶ τοιοῦτον ἔθος παραδέδυκεν ὑμῶν εἰς τὴν πολιτείαν ὥστ᾽ ἀκύρους νόμους ἐν τοῖς κυρίοις ἀναγεγράφθαι, καὶ δύο περὶ μιᾶς πράξεως ὑπεναντίους ἀλλήλοις, τί ἂν ἔτι ταύτην εἴποι τις εἶναι τὴν πολιτείαν, ἐν ᾗ ταὐτὰ προστάττουσιν οἱ νόμοι ποιεῖν καὶ μὴ ποιεῖν;

[38] ἀλλ᾽ οὐκ ἔχει ταῦθ᾽ οὕτως· μήθ᾽ ὑμεῖς ποτε εἰς τοσαύτην ἀταξίαν τῶν νόμων προβαίητε, οὔτε ἠμέληται περὶ τῶν τοιούτων τῷ νομοθέτῃ τῷ τὴν δημοκρατίαν καταστήσαντι, ἀλλὰ διαρρήδην προστέτακται τοῖς θεσμοθέταις καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτὸν διορθοῦν ἐν τῷ δήμῳ τοὺς νόμους, ἀκριβῶς ἐξετάσαντας καὶ σκεψαμένους εἴ τις ἀναγέγραπται νόμος ἐναντίος ἑτέρῳ νόμῳ, ἢ ἄκυρος ἐν τοῖς κύριοις, ἢ εἴ που εἰσὶ νόμοι πλείους ἑνὸς ἀναγεγραμμένοι περὶ ἑκάστης πράξεως.

[39] Κἄν τι τοιοῦτον εὑρίσκωσιν, ἀναγεγραφότας ἐν σανίσιν ἐκτιθέναι κελεύει πρόσθεν τῶν ἐπωνύμων, τοὺς δὲ πρυτάνεις ποιεῖν ἐκκλησίαν ἐπιγράψαντας νομοθέτας, τὸν δ᾽ ἐπιστάτην τῶν προέδρων διαχειροτονίαν διδόναι τῷ δήμῳ, καὶ τοὺς μὲν ἀναιρεῖν τῶν νόμων, τοὺς δὲ καταλείπειν, ὅπως ἂν εἷς ᾖ νόμος καὶ μὴ πλείους ἑκάστης πράξεως. Καί μοι λέγε τοὺς νόμους.

***
[32] Ότι και η διαδικασία ανακήρυξης του στεφάνου που προτείνει στο ψήφισμα ο Κτησιφών είναι παράνομη, και επ᾽ αυτού θα σας ενημερώσω. Ο νόμος ορίζει ρητά, εάν πρόκειται να στεφανώσει κάποιον η Βουλή, η ανακήρυξη να γίνεται στο Βουλευτήριο, εάν όμως ο λαός, η ανακήρυξη να γίνεται στον χώρο της Εκκλησίας του Δήμου, «πουθενά αλλού». Κάνε μου τη χάρη, γραμματέα, και διάβασε τον νόμο.

ΝΟΜΟΣ
[33] Αυτός ο νόμος, Αθηναίοι, είναι πολύ σωστός. Γιατί, φαντάζομαι, ο νομοθέτης πίστευε ότι δεν πρέπει ο ρήτορας να κάνει επίδειξη μπροστά στους ξένους θεατές, αλλά να είναι ευχαριστημένος που μέσα στην ίδια του την πόλη τιμάται από τον λαό και όχι να επιδιώκει πολιτική εκμετάλλευση με τα κηρύγματα στο θέατρο. Έτσι σκέφτηκε ο νομοθέτης· πώς όμως σκέφτηκε ο Κτησιφών; Διάβασε το ψήφισμα.

ΨΗΦΙΣΜΑ
[34] Ακούτε, Αθηναίοι, ότι ο νομοθέτης ορίζει, όποιος στεφανώνεται από τον λαό, να γίνεται η ανακήρυξη ενώπιον του λαού στην Πνύκα, όπου συνέρχεται η Εκκλησία του Δήμου, «πουθενά αλλού». Ο Κτησιφών όμως πρότεινε να γίνει η ανακήρυξη στο θέατρο· έτσι, όχι μόνο παρέβη τους νόμους, αλλά άλλαξε και τον τόπο της τελετής, και όχι σε ώρα συνεδρίασης των Αθηναίων, αλλά κατά τη διδασκαλία των νέων τραγωδιών, πράγμα που σημαίνει όχι μόνο ενώπιον του αθηναϊκού κοινού αλλά και ενώπιον των Ελλήνων, για να μάθουν και αυτοί μαζί με εμάς ποιον άνδρα τιμούμε.

[35] Ενώ λοιπόν ο Κτησιφών έχει προτείνει παράνομο ψήφισμα τόσο απροκάλυπτα, θα προσπαθήσει μαζί με τον Δημοσθένη να επιτεθεί στους νόμους με διάφορα τεχνάσματα. Αυτά εγώ θα σας τα αποκαλύψω και θα σας προειδοποιήσω, για να μην εξαπατηθείτε χωρίς να το καταλάβετε. Γιατί αυτοί δεν θα μπορέσουν να υποστηρίξουν ότι δεν απαγορεύουν οι νόμοι να γίνεται η απονομή του στεφάνου εκτός της Εκκλησίας του Δήμου γι᾽ αυτόν που στεφανώνεται από τον λαό. Θα επικαλεστούν όμως κατά την απολογία τους τον Διονυσιακό νόμο, και μάλιστα θα κάνουν χρήση μέρους του νόμου αυτού, για να σας εξαπατήσουν.

[36] Με τον τρόπο αυτόν θα παρουσιάσουν έναν νόμο εντελώς άσχετο με αυτή την καταγγελία και θα ισχυριστούν πως υπάρχουν τάχα στην πόλη δύο νόμοι για τις ανακηρύξεις στεφάνων. Ο ένας είναι αυτός που παρουσίασα τώρα εγώ και που ρητά απαγορεύει να γίνεται η ανακήρυξη αυτού που στεφανώνεται από το λαό εκτός Εκκλησίας του Δήμου. Θα υποστηρίξουν όμως ότι υπάρχει και δεύτερος νόμος αντίθετος προς αυτόν, που δίνει τη δυνατότητα να γίνεται η ανακήρυξη του στεφάνου στο θέατρο κατά τη διδασκαλία νέων τραγωδιών «εφόσον το αποφασίσει ο λαός». Και, προφανώς, θα υποστηρίξουν ότι ο Κτησιφών έχει προτείνει το ψήφισμα σύμφωνα με αυτόν τον νόμο.

[37] Αλλά εγώ, για να αντικρούσω τα τεχνάσματά τους, θα παρουσιάσω συνηγόρους τους νόμους σας, πράγμα που φροντίζω να κάνω συνεχώς σε όλη τη διάρκεια της δίκης. Γιατί, αν είναι αλήθεια αυτό, αν δηλαδή έχει παρεισφρήσει στο πολίτευμά μας μια τέτοια συνήθεια, ώστε άκυροι νόμοι να συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα στους έγκυρους και να υπάρχουν δύο αντίθετοι μεταξύ τους για την ίδια περίπτωση, πώς θα μπορούσε πια να ονομάσει κανείς ένα τέτοιο πολίτευμα, στο οποίο τα ίδια πράγματα ο ένας νόμος επιτρέπει να γίνονται, ο άλλος τα απαγορεύει;

[38] Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα· μακάρι να μη φτάσετε ποτέ σε τέτοια αναρχία των νόμων· ούτε ο νομοθέτης που έβαλε τα θεμέλια της δημοκρατίας έχει αδιαφορήσει γι᾽ αυτές τις περιπτώσεις. Αντίθετα μάλιστα, έχει δώσει ρητή εντολή στους θεσμοθέτες να προβαίνουν κάθε χρόνο σε διόρθωση των νόμων σε συνεδριάσεις του Δήμου, ύστερα από προσεκτική εξέταση και έρευνα μήπως έχει συμπεριληφθεί στη νομοθεσία κάποιος νόμος αντίθετος προς άλλον ή άκυρος ανάμεσα στους έγκυρους ή αν έχουν συμπεριληφθεί περισσότεροι του ενός νόμοι για την ίδια περίπτωση.

[39] Αν οι θεσμοθέτες διαπιστώσουν κάτι τέτοιο, ορίζει ο νομοθέτης να το γράψουν σε πινακίδες και να το θέσουν σε κοινή θέα μπροστά από τα αγάλματα των Επώνυμων ηρώων· στη συνέχεια, οι πρυτάνεις να ορίζουν τους νομοθέτες και να καλούν τον λαό σε συνέλευση, ο επιστάτης των προέδρων να δίνει στον λαό τη δυνατότητα να αποφασίζει με χειροτονία για ακύρωση των μεν ή διατήρηση των δε, για να υπάρχει ένας νόμος και όχι περισσότεροι για κάθε περίπτωση. Κάνε μου τη χάρη, γραμματέα, και διάβασε τους νόμους.

Μύθος και φαντασιακό στη θεσμισμένη ψυχανάλυση

1ο. Η σημαντικότητα της αρχαιοελληνικής σκέψης ως οικουμενική σκέψη για την ερμηνεία αυτής καθαυτής της ζωής και της ανθρώπινης παρουσίας και δραστηριότητας, όπως και η διαρκής επικαιρότητα της σε όλους τους τομείς της σύγχρονης ζωής μας, είναι δεδομένη. Δεδομένη, είναι επίσης, η άρρηκτη σχέση ψυχανάλυσης και αρχαιοελληνικής σκέψης. Βασικά νοήματα της ψυχανάλυσης ως ψυχολογικής, ανθρωπολογικής και κοινωνικής επιστήμης είτε έχουν μεταφερθεί μέσα της αυτούσια, από τη μεγάλη δεξαμενή νοημάτων της αρχαιοελληνικής σκέψης είτε έχουν εξαχθεί με βάση εκείνη.
 
Το κεντρικό και μείζον νόημα της αρχαιοελληνικής σκέψης και εκείνο που την κάνει να ξεχωρίζει από όλους τους άλλους πολιτισμούς και ταυτόχρονα, να αποκτά μια οικουμενικότητα, στην πορεία της εξέλιξης της, είναι η εμφάνιση της νόησης, της λογικής.
 
Ο Χ. Θεοδωρίδης στο έργο του, "Εισαγωγή στη φιλοσοφία" (1954), ερμηνεύοντας τη γέννηση της φιλοσοφίας, υποστηρίζει ότι προέκυψε από την ανάγκη του ανθρώπου να εξηγεί με έναν ορθολογικό τρόπο, με τη νόηση, τη ζωή και τη φύση, τα κοινωνικά και τα φυσικά φαινόμενα. Υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι είχαν πάντα την τάση να εξηγούν τον κόσμο και καταρχήν τα φυσικά φαινόμενα., πρώτα το επιχείρησαν με ένα υπερφυσικό τρόπο, μέσω του μύθου και της μυθοπλασίας (βλ. μυθολογία) και δεύτερο, μέσω της νόησης και της λογικής, δηλαδή της φιλοσοφίας.
 
Στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, αυτή η ανάγκη του ανθρώπου να ερμηνεύει τα ακατανόητα πολλές φορές φυσικά ή κοινωνικά φαινόμενα, οφείλεται στη γενικότερα έμφυτη τάση του να επιδιώκει να τα προσεγγίζει και να τα κατακτά, ώστε να μπορεί στη συνέχεια να θέτει τα πλαίσια της ζωής του, σε αντιπαράθεση με το θάνατο, να  δημιουργεί, να θεσμίζει, να φτιάχνει πολιτισμό.
 
Ωστόσο το πλήθος των φιλοσοφικών υποθέσεων που αναπτύχθηκαν από την εποχή των Προσωκρατικών φιλοσόφων έως και τον Επίκουρο, αλλά και η αντίστοιχη ανάπτυξη της αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας με τη συγγραφή των τραγωδιών, αναδεικνύουν συνεχώς τη διαπλοκή του μύθου με τη νόηση, τη διατύπωση νέων μυθοπλασιών και κυρίως την έκφραση των μύθων μέσω ορθολογικών σχημάτων.
 
Αυτή την τομή που επιχειρήθηκε στη σκέψη των αρχαίων Ελλήνων με την εμφάνιση της φιλοσοφίας, πρώτα με τους Προσωκρατικούς φιλοσόφους, διαχωρίζοντας τον μύθο από τη νόηση, την ενστερνίστηκε απόλυτα η ψυχανάλυση.
 
Ο Freud προσπαθώντας να κατανοήσει και να ερμηνεύσει την ανθρώπινη φύση στο σύνολό της και στηριζόμενος στην αρχαιοελληνική σκέψη, κατασκεύασε μια διαλεκτική ψυχολογική και ανθρωπολογική θεωρία του ασυνείδητου, την ψυχανάλυση, στην οποία χρησιμοποίησε ως βάση την  ανθρώπινη ενορμητική διαδικασία, δηλαδή, το δίπολο, την μείζονα αντίθεση, ζωή και θάνατος, στην οποία, όμως συμπεριέλαβε την και την παραπάνω διαπίστωση. Ο μύθος ως η κατασκευή του υποκειμένου που βρίσκεται σε ψυχανάλυση και η ακολουθούμενη ανάλυση και ερμηνεία του, αποτελούν έναν από τους πυλώνες της διαδικασίας της ψυχαναλυτικής τεχνικής.
 
Αντίστοιχα ο Καστοριάδης, μέσω της διατύπωσης των εννοιών φαντασία και φαντασιακό και κυρίως με την καθιέρωση των συγκεκριμένων νοημάτων, που τους προσέδωσε, εξηγεί την κοινωνική, την ανθρωπολογική και την ψυχική διαδικασία έκφρασης του ανθρώπου και με βάση τη διαρκή του ανάγκη για θέσμιση. Θεωρεί ότι η ανάγκη του ανθρώπου να θεσμίζει είτε δημιουργώντας μύθους και δοξασίες, τοτέμ και ταμπού, είτε νόμους και θεσμούς μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο αναφοράς, αποτελεί πρωταρχική ψυχική, ανθρωπολογική και κοινωνική λειτουργία, η οποία εκφέρεται από τη δυνατότητα του "επιθυμείν" και του "κατέχειν". Πρόκειται για το ριζικό και το κοινωνικό φαντασιακό, αντίστοιχα.
 
Τα ανθρωπολογικά φαντασιακά, λοιπόν, οι πολιτισμοί, αφορούν σε φαντασιακές  διαφορές και έτσι επιδέχονται την ερμηνεία και φυσικά την κριτική. Σε ότι αφορά ειδικότερα στην τροποποίηση ή στην αλλαγή ενός θεσμικού πλαισίου, παρατηρούμε ότι δεν αρκεί μόνο η κριτική, αλλά συχνά, είναι απαραίτητη η εμπλοκή στην πράξη, η οποία έχει ως συνέπεια τη σύγκρουση. Επίσης, είναι απαραίτητο να υπογραμμισθεί, ότι ακόμη και μέσα από την κατασκευή νέων θεσμών μπορεί να διαιωνίζονται και να επαναλαμβάνονται, μηχανιστικά τα παλαιά φαντασιακά που επαναλαμβάνουν πάγιες φαντασιακές επιθυμίες και οι οποίες με αυτόν τον τρόπο, τείνουν να καθίστανται απόλυτες αλήθειες. Έτσι, καταλήγουμε, πάλι, μέσω του ορθολογισμού στη μυθοπλασία.
 
Ωστόσο, η φροϋδική ψυχανάλυση αποδίδει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία στην έννοια της διαλεκτικής πάλης των αντιθέτων. Την θεωρεί ως τη βάση του ανθρώπινου ψυχισμού, ως προς την έκφραση και τη δομή, σε συνειδητό και κυρίως σε ασυνείδητο επίπεδο. Θεωρεί ότι αυτή η διαδικασία έχει ως επακόλουθο να προσδίδει στον ανθρώπινο ψυχισμό μια δυναμική διάσταση σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας του.
 
Γενικότερα όπως ισχύει για την αρχαιοελληνική σκέψη και για την ψυχανάλυση, η ανθρώπινη φύση εμπεριέχει εκ προοιμίου την αλλαγή της αλλαγής, την αντίθεση της αντίθεσης, το αναπάντεχο και το εφήμερο. Είναι μια πορεία συνεχούς και διαρκούς αντιπαράθεσης και πάλης αντιθετικών ενορμητικών δυναμικών και δομών στο εσωτερικό του υποκειμένου, πολλές από τις οποίες το ίδιο το άτομο ουδέποτε τις κατανοεί και ουδέποτε ασχολείται μαζί τους. Ακριβώς για αυτό ο ψυχαναλυτής γνωρίζει ότι το μόνο που μπορεί είναι να υποθέτει και να ερμηνεύει.
 
2ο. Στο παρών άρθρο μου με γνώμονα την ανάλυση και ερμηνεία των τραγωδιών Προμηθέας δεσμώτης του Αισχύλου[2] και Αντιγόνη του Σοφοκλή[3] και εμπνεόμενος από τη σημαντική συγκριτική μελέτη μεταξύ των δύο που επιχείρησε ο Κ. Καστοριάδης[4], θα θίξω το τόσο ευαίσθητο, αλλά και ακανθώδες θέμα της δομής και λειτουργίας του ψυχαναλυτικού θεσμού. Δηλαδή, κάποιες από τις πλευρές , οι οποίες αφορούν στη δομή και λειτουργία των ψυχαναλυτικών εταιρειών και πως αυτές επηρεάζουν την ψυχική και την τρέχουσα πραγματικότητα των ψυχαναλυτών και των εκπαιδευόμενων, στην προσπάθεια τους για αφομοίωση της θεωρίας, στην καθημερινή άσκηση της ψυχανάλυσης, αλλά και στην κοινωνική τους ζωή.
 
Δύο είναι τα κεντρικά νοήματα, ανάμεσα σε άλλα πολλά, τα οποία θα ήθελα να αναδείξω: το ζήτημα της διαρκούς διαπάλης των αντιθέτων και το ζήτημα της αυτοθέσμισης.
 
Οι δυο αυτές σημαντικές τραγωδίες, από τις σημαντικότερες σύμφωνα με τον Κ. Καστοριάδη, διαφέρουν χρονολογικά περίπου είκοσι χρόνια (Προμηθέας 460, Αντιγόνη 442, π.Χ.). Ουσιαστικά, όμως αντανακλούν την ίδια πολιτισμική, κοινωνική και πολιτική περίοδο. Ήδη από τα 508 έχει αρχίσει να εγκαθίσταται στην Αθήνα, η δημοκρατία του Κλεισθένη και σιγά-σιγά αποκτούν συγκεκριμένο νόημα οι έννοιες πόλις και πολίτης. Οι αλλαγές σε όλα τα επίπεδα (ατομικό, πολιτισμικό, κοινωνικό, φιλοσοφικό, πολιτικό) που συντελούνται εκείνη την εποχή στην Αθήνα, είναι κοσμοϊστορικές και κλείνουν σαφώς προς την κυριαρχία της ορθολογικής σκέψης και της νόησης. Ωστόσο και παρόλα αυτά, αυτές οι δυο τραγωδίες φέρνουν στο επίκεντρο την αέναη σύγκρουση των διαφορετικών επιθυμιών και συμφερόντων, τόσο σε κοινωνικό επίπεδο όσο και στο εσωτερικό του υποκειμένου αλλά και ταυτόχρονα αναδεικνύουν την επιπλέον σύγκρουση κάθε ατομικής επιθυμίας με τη δυναμική της εξωτερικής πραγματικότητας, η οποία, από τη θέση της εξουσίας την εμποδίζει να εκφραστεί.
 
Αυτή η ψυχική διαδικασία θέτει το ζήτημα της δημιουργίας της ψευδαισθητικής ενδοψυχικής πραγματικότητας, η οποία κατασκευάζει την εξωτερική, ανεξάρτητα και σε αντιδιαστολή με το πολιτισμικό και το κοινωνικό γίγνεσθαι.
 
Και οι δύο τραγωδίες διαπραγματεύονται ουσιαστικά το ίδιο βασικό ερώτημα, εκείνο της ψυχολογικής, της πολιτισμικής και κοινωνικής προέλευσης του ανθρώπου, αλλά απαντούν από την ακριβώς αντίθετη σκοπιά.
 
Ο μεν Αισχύλος απαντάει κατά αρχή με ένα μύθο, δανεισμένο από τη Θεογονία του Ησίοδου, εκείνον του Τιτάνα Προμηθέα και πως αυτός ένας  θεός βοήθησε τους ανθρώπους, προσφέροντας τους ουσιαστικά τη γνώση για τη ζωή και την αναγνώριση της θνητότητας τους, πηγαίνοντας όμως κόντρα στον υπέρτατο θεό Δία. Με αυτό τον τρόπο ο Αισχύλος προσδιορίζει εξ αρχής και το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρόκειται να κινηθεί: ερμηνεύει, δηλαδή, το είναι του ανθρώπου κατασκευάζοντας μια μυθική ιστορία. Όλα έχουν μια νομοτελειακή εξήγηση, εκείνη της θεϊκής αιτιότητας. Όλα εξηγούνται και προσδιορίζονται, πάντα σύμφωνα με μια υπέρτατη αρχή. Οι ανθρώπινες υποθέσεις, ουσιαστικά, είναι υποθέσεις των θεών…
 
Αντίθετα ο Σοφοκλής δεν προσπαθεί να δημιουργήσει ένα μυθολογικό ή ένα ιστορικό πλαίσιο που θα εξηγεί φαινομενολογικώς ορθολογικά τη σύγκρουση ανάμεσα στον βασιλιά Κρέοντα και στην Αντιγόνη. Προσπαθεί να αναδείξει και αναδεικνύει, την ουσία, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Καστοριάδης και ουσία  είναι κατά τον Σοφοκλή να αναδείξει τα ψυχολογικά αλλά και τα ανθρωπολογικά ζητήματα, που αναφύονται μέσα από αυτή τη σύγκρουση αντίθετων συμφερόντων, προτάσσοντας την αμφίσημη έννοια "δεινόν": τη δυναμική, την ικανότητα του ανθρώπου, η οποία όσο μπορεί να του φέρει την ευτυχία, άλλο τόσο μπορεί να του φέρει και την καταστροφή: πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει. Το οποίο θα  μεταφράζαμε ως: πολλές είναι οι δυνάμεις, καμιά όμως δεν είναι όπως η ανθρώπινη.
 
Ο Σοφοκλής, σύμφωνος με την κυρίαρχη άποψη της εποχής της ανάπτυξης των δημοκρατικών διαδικασιών και του ορθού λόγου, αλλά και σύμφωνα με τη γενικότερα ανθρωποκεντρική άποψη της αρχαιοελληνικής σκέψης, βάζει πάνω από όλα τον άνθρωπο και το δικαίωμα στην αυτοθέσμιση και στις δημοκρατικές διαδικασίες.
 
Ο Αισχύλος ερμηνεύει την επιθυμία για γνώση και ζωή με τον φόβο που μπορεί να προκαλεί στη διεκδίκηση της η εσωτερική και η εξωτερική πραγματικότητα του ανθρώπου, ανασύροντας ένα μύθο και αναδεικνύοντας τη δυσκολία του ανθρώπινου εγχειρήματος συνολικά. Ο άνθρωπος υπόκειται σε εσωτερικές, αλλά και σε εξωτερικές απαγορεύσεις που τον εμποδίζουν να μετουσιώνει και τείνει τελικά να "υπακούει" στους νόμους των θεών, εξαρτάται από την όποια εξουσία, εσωτερική ή εξωτερική.
 
Ο Σοφοκλής προτάσσει την δυνατότητα της αυτονομίας του συνειδητοποιημένου ανθρώπου, του ανθρώπου που μπορεί να φρονεί, να σκέφτεται, ακόμη και όταν εναντιώνεται στους νόμους της πολιτείας και γίνεται άπολις, ακριβώς γιατί αυτός είναι ο δημιουργός των νόμων και των θεσμών, έχοντας επίσης επίγνωση της θνητότητας του, αλλά και αναλαμβάνοντας το κόστος των πράξεων του.
 
3ο. Αυτή η τελευταία πρόταση, είναι, αποτελεί το βασικό ψυχαναλυτικό πρόταγμα της ψυχαναλυτικής διαδικασίας: εκείνος που θεωρεί ότι έχει επαρκώς ψυχαναλυθεί, είναι και εκείνος που αναλαμβάνει το κόστος και τις συνέπειες των πράξεων του, όπως φαινομενικά ισχύει για κάθε ενήλικο άτομο.
 
Στον τομέα της μετάδοσης και της εκπαίδευσης στην ψυχανάλυση ως ψυχοθεραπευτικής πρακτικής για να αποκτήσει κάποιος το δικαίωμα να ασκεί την ψυχανάλυση χρειάζεται απαραίτητα να έχει ο ίδιος ψυχαναλυθεί, χρειάζεται δηλαδή να έχει πρωτίστως αναλάβει την ευθύνη για το επάγγελμα του. Στην προκειμένη περίπτωση η Αντιγόνη του Σοφοκλή αποτελεί βασικό ψυχαναλυτικό δεδομένο.
 
Η ψυχανάλυση, ακολουθώντας τη Σοφόκλεια άποψη, αλλά μέρος της Αισχύλειας  άποψης, είναι ιστορικά η πρώτη ψυχοθεραπευτική τεχνική, η οποία στη θεωρία της και στη μεθοδολογία της τοποθέτησε στην ίδια "γραμμή" τον ειδικό με τον άρρωστο και γενικότερα τον "υγιή" με τον ασθενή και την ασθένεια.
 
Συνολικά, ανέδειξε το εφήμερο και το σχετικό και αμφισβήτησε το θεολογικό και το στατικό. Θεώρησε ότι η γνώση του εαυτού, είναι ελλειμματική και αέναη και έτσι, το συνολικό ζήτημα της μετάδοσης της ψυχανάλυσης μέσω της εκπαίδευσης  ψυχαναλυτών αποδείχτηκε και παραμένει έως και σήμερα  ένα "άλυτο" ζήτημα.
 
Αυτή η διαπίστωση του ανέφικτου προέρχεται από τη συνολικότερη αρχαιοελληνική σκέψη του διφορούμενου και του αμφιθυμικού. Ο ανθρώπινος ψυχισμός, είναι εκ προοιμίου διφορούμενος, είναι "δεινός". Ως εκ τούτου οι ανθρώπινες σχέσεις και δραστηριότητες, είναι εκ προοιμίου διφορούμενες και ελλειμματικές, ακριβώς εξ αιτίας του άγνωστου που εμπεριέχει το ενορμητικό δυναμικό στον ψυχισμό του υποκειμένου.
 
Σύμφωνα, με τον Freud στα 1937[5]: "Οι ψυχαναλυτές είναι άτομα, που έμαθαν να ασκούν μια ορισμένη τέχνη και δεν μπορούν παράλληλα παρά να είναι άνθρωποι σαν όλους τους άλλους"…Και επίσης: "Κάθε ψυχαναλυτής θα έπρεπε να ξαναγίνεται περιοδικά και ο ίδιος αντικείμενο ανάλυσης χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτό".
 
Στο ίδιο μάλιστα κείμενο ο Freud, αναφερόμενος στους ψυχαναλυτές στις μεταξύ τους σχέσεις, όπως και στη σχέσεις τους με τους αρρώστους τους δεν θα διστάσει να μιλήσει για υποκρισία, για έχθρα και μεροληψία και προχωρώντας πολύ περισσότερο μπροστά από τη σημερινή ευρέως διαδεδομένη και ευκόλως καταναλώσιμη έννοια της αντιμεταβίβασης θα επισημάνει: "Φαίνεται, λοιπόν, ότι πολλοί ψυχαναλυτές έχουν μάθει να χρησιμοποιούν αμυντικούς μηχανισμούς, οι οποίοι τους επιτρέπουν να απομακρύνουν από το άτομο τους συμπεράσματα και απαιτήσεις της ψυχανάλυσης, που απευθύνονται σε αυτούς, προφανώς στρέφοντας τα εναντίον άλλων, έτσι που αυτοί να μένουν όπως είναι και να μπορούν να ξεφεύγουν από την κριτική και τη διορθωτική επίδραση της ψυχανάλυσης. Αυτή η διαδικασία δίνει δίκαιο στον ποιητή, που μας προειδοποιεί, πως αν δοθεί εξουσία σε έναν άνθρωπο του είναι πολύ δύσκολο να μην την καταχραστεί".
 
Ουσιαστικά όταν η θεωρία και η τεχνική μέθοδος παύουν να αποτελούν σημεία ανοιχτής επιστημονικής αντιπαράθεσης και μετατρέπονται σε θέσφατα, σε τελετουργικά, σε κανονιστικά σχήματα και σε καταστατικές αρχές, τότε καταλήγουν σε αποστεωμένα νοήματα, σε μηχανιστική σκέψη και κυρίως σε έναν ορθολογικό μύθο, ο οποίος εξυπηρετεί συντεχνιακά ή προσωπικά συμφέροντα.
 
Έτσι, για κάθε ψυχαναλυτή η αποδοχή της αρχής της ματαίωσης, της αρχής της άρσης της ψευδαισθητικής πραγματικότητας  και της αρχής του αναπάντεχου χρειάζεται να αποτελούν αναπόσπαστα μέρη της επαγγελματικής και της προσωπικής του θέσης.
 
Ως εκ τούτου κάθε ψυχαναλυτής πρέπει να μπορεί να αναγνωρίζει εκ προοιμίου την ύπαρξη της όποιας ηθικής του να την αποδέχεται και ταυτόχρονα να αναγνωρίζει και την ετερότητα του με την έννοια της ελλειμματικότητας. Ότι δηλαδή, δεν είναι αυθεντία, αλλά, ότι συχνά τείνει να γίνεται. Αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα του ήθους στην ψυχανάλυση. Αυτή είναι και η βασική διαδικασία μέσα από την οποία κάθε αναλυτής μπορεί να τείνει προς την αυτονομία και την αυτοθέσμιση, έτσι ώστε να μπορεί να ασχολείται με τους αναλυόμενους του χωρίς να νοιώθει ενοχές για το πώς λειτουργεί.
 
Αυτό μπορεί να είναι και το νόημα της αρχής της ουδετερότητας, από όπου ξεπηδούν οι έννοιες της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασης, που χρειάζεται να διέπει συνολικά την ψυχαναλυτική αντίληψη σε όλους τους τομείς, στον ψυχοθεραπευτικό, στον πολιτισμικό και στον κοινωνικό. Πρόκειται για τη διαδικασία, η οποία από τη μια μεριά δεσμεύει τον αναλυτή σε μια άποψη, αλλά ταυτόχρονα και στην αυτοανάλυση του και από την άλλη τον αποδεσμεύει από το συγκεκριμένο υποκείμενο-αντικείμενο το οποίο προτίθεται να αναλύσει, αλλά και από τον θεσμό στον οποίο ανήκει.
 
Έτσι μπορούμε να πούμε, ότι στόχος της ψυχανάλυσης δεν είναι μόνο η αναζήτηση της "μοναδικής αλήθειας" του υποκειμένου, μέσω της άρσης της λήθης του, (η ανακατασκευή του μύθου) αλλά  η άρση της όποιας ψευδαισθητικής πραγματικότητας αναλυτή και αναλυόμενου, η οποία προσδιορίζεται από την ψυχική πραγματικότητα από την ηθική και το ήθος του αναλυτή και του αναλυόμενου και η οποία για να αναδειχθεί προϋποθέτει την αποδοχή της από τον ίδιο τον ψυχαναλυτή και την αναίρεση της.
 
Ο αναλυτής, είναι εκείνος που αναλαμβάνει το κόστος των ερμηνειών του. Ουσιαστικά για αυτό και μόνο παίρνει θέση. Διαφορετικά αγνοεί τον δικό του πόνο, τα "δεινά" του και ως εκ τούτου αγνοεί, τόσο τη δική ψυχική πραγματικότητα, όσο και την αντίστοιχη του αναλυόμενου και κατά συνέπεια βρίσκεται "εκτός θεραπευτικού πλαισίου".
 
4ο. Παρόλα αυτά για την ψυχανάλυση ως θεσμική έκφραση και οργάνωση αυτές η τόσο σημαντικής σπουδαιότητας διαδικασίες φαίνεται να μην έχουν ακόμη καταστεί "ορατές".
 
Ανατρέχοντας στη μελέτη της ιστορίας των ψυχαναλυτικών θεσμών στη λειτουργία τους και στην οργάνωση τους, όπως την κατέγραψαν ο Μ. Πλον και η Ε. Ρουντινέσκο[6] διαπιστώνουμε, ότι η σημαντικότητα των παραπάνω απόψεων "χάνεται" ανάμεσα σε προσωπικές και σε ενδοθεσμικές διαμάχες.
 
Διαπιστώνουμε, έτσι, μεταξύ άλλων, ότι συχνά, το περιεχόμενο της εκπαίδευσης αφορά σε μια μονομέρεια απόψεων, η οποία προβάλλει μια συγκεκριμένη ψυχοθεραπευτική διάσταση του "ψυχαναλυτικώς ορθού" και η οποία επιβάλλεται στους εκπαιδευόμενους μέσω της κάθε φορά συγκυριακά εκλεγμένης εκπαιδευτικής ηγεσίας του θεσμού.
 
Έτσι, αφού ο επαγγελματίας ψυχαναλυτής γαλουχείται μέσα σε ένα ιδιόμορφα, εξωθεσμικά δομημένο, σε σχέση με το θεσμισμένο ακαδημαϊκό, πλαίσιο, ταυτόχρονα, εκπαιδεύεται μέσα σε ένα "κλειστό σύστημα σκέψης", που θυμίζει περισσότερο οργάνωση αρχηγικού συντηρητικού κόμματος, παρά επιστημονική εταιρία.
 
Το ψυχαναλυτικό θεσμικό πλαίσιο,  συνολικά, δομείται και λειτουργεί με βάση την επετηρίδα μέσα σε μια συγκεκριμένη ψευδαισθητική πραγματικότητα την οποία προωθεί ως την επιστημονικά "απολύτως ορθή" αποκλείοντας συνειδητά ή ασυνείδητα τις όποιες διαφορετικότητες.
 
Η απλή ανάγνωση της ιστορικής πορείας και λειτουργίας των ψυχαναλυτικών θεσμών αναδεικνύει, ότι η παραπάνω διαπίστωση διαιωνίζεται και εξαπλώνεται. Στην προκειμένη περίπτωση η θεσμισμένη ψυχανάλυση ταυτίζεται με την κυρίαρχη πολιτισμική τάση, η οποία, όπως αναφέρει, ο Μ. Μπετελχάϊμ:"θέλει να ισχυρίζεται… ότι η σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου δεν υπάρχει", ωστόσο, συνεχίζει ο συγγραφέας, "η ψυχανάλυση δημιουργήθηκε για να κάνει τον άνθρωπο ικανό να αποδεχτεί την προβληματική φύση της ζωής, χωρίς να ηττηθεί από αυτή"[7].
 
Η αντίληψη του μύθου του "ψυχαναλυτικώς ορθού" κυοφορήθηκε και αναπτύχθηκε από τους ίδιους τους πρωτοπόρους της ψυχαναλυτικής σκέψης για ιστορικούς, αλλά και για συντεχνιακούς λόγους. Έτσι, με τα χρόνια διαπιστώνουμε, ότι καθιερώθηκε ως αυταπάτη και ως φαντασιακό μια "ελίτ της γνώσης", η οποία εκπροσωπείται από την εκάστοτε ομάδα εξουσίας[8], η οποία καλλιεργεί συστηματικά μια κανονιστικότητα της ψυχανάλυσης ως θεωρίας και ως ψυχοθεραπευτικής πρακτικής.
 
Έτσι, με το πέρασμα του χρόνου και την εξάπλωση της ψυχανάλυσης διεθνώς, δημιουργήθηκε μια γενικότερη γραφειοκρατική αντίληψη και δομή, η οποία έχει ως αποκλειστικό σκοπό αντί τη μετάδοση της γνώσης τη μετάδοση της θεσμισμένης αυταπάτης. Με δυό λόγια η θεσμισμένη ψυχανάλυση "έπεσε θύμα" της λεγόμενης "φαλλικής προϋπόθεσης" που η ίδια εντόπισε ως πολιτισμικό δεδομένο.
 
Έτσι, οι ψυχαναλυτικοί θεσμοί, έρχονται ως άλλοι Προμηθείς να μεταδώσουν τη γνώση τους στου "ανίδεους" εκπαιδευόμενους και στους  "μη έχοντες γνώμη" ψυχαναλυτές, "αγνοώντας", ότι δεν βρισκόμαστε πλέον στην προ-ανθρώπινη κοινωνία.
 
Όλες αυτές οι πρακτικές αναδεικνύουν ένα σημαντικό δημοκρατικό έλλειμμα τόσο ως προς τη λειτουργία των οργανωτικών διαδικασιών των εταιριών όσο και ως προς αυτή καθαυτή την ουσία της επεξεργασίας της ψυχαναλυτικής  σκέψης και της μετάδοσης της ως ψυχοθεραπευτικής πρακτικής. Έτσι, μέσα στους κόλπους των ψυχαναλυτικών εταιριών, το αλλοιωμένο νόημα της έννοιας της ουδετερότητας συμβάλει αποφασιστικά στη δημιουργία μιάς κατ’ επίφαση επιστημολογικής κατάστασης, η οποία αναδεικνύει για άλλη μια φορά το πρωταρχικό ζήτημα του ήθους, που είναι σύμφυτο με τη δημοκρατική λειτουργία κάθε οργανισμού.
 
Αλλά και η δημοκρατία, είναι σύμφυτη με την ψυχανάλυση, όπως υπογραμμίζει έντονα ο Κ. Καστοριάδης[9]: "Οι ύστατοι σκοποί της ψυχανάλυσης, είναι ίδιοι με τους σκοπούς μιας πραγματικά δημοκρατικής πολιτικής και μιάς αυτοθεσμιζόμενης κοινωνίας".
 
Ο Όσκαρ Ουάιλντ αναφέρει κάπου σκωπτικά: "Δύο είναι οι μεγάλες τραγωδίες στη ζωή μας, η μια όταν επιθυμούμε ένα αντικείμενο και δεν κατορθώνουμε να το αποκτήσουμε και η άλλη όταν το αποκτήσουμε"!
 
Αυτή η βαθιά ψυχαναλυτική επισήμανση, από ένα μεγάλο διανοητή αφορά κάλλιστα και στην ιστορία της θεσμισμένης ψυχανάλυση
Μήπως πρόκειται για την ανάδειξη του στατικού σε βάρος της διαδικασίας και του δυναμικού του ανθρώπινου ψυχισμού; Ή μήπως, τελικά, πρόκειται για τη κατασκευή μιας αυταπάτης, ενός φαντασιακού, όπου για μια ακόμη φορά βρίσκονται αντιμέτωποι η Αντιγόνη με τον Κρέοντα;
 
Η ίδια η ζωή θα το δείξει, ωστόσο η τραγωδία  της Αντιγόνης υπάρχει ήδη και μας το διδάσκει, αναδεικνύοντας τη δυνατότητα του υποκειμένου να μπορεί να παρεμβαίνει στη ζωή του και να προσπαθεί να αλλάζει ή να τροποποιεί καταρχήν τον εαυτό του μέσα από μια προσωπική ανάλυση όπως επίσης, στο κοινωνικό και συλλογικό επίπεδο τροποποιώντας τους νόμους και τους θεσμούς, εμπιστευόμενο το ένστικτό του και προπάντων υπερασπιζόμενο των απόψεων του αναλαμβάνοντας την ευθύνη.
 ---------------------- 
[1] Αναφέρομαι στην έννοια φαντασιακό, όπως την καθιέρωσε ο Κ. Καστοριάδης (στο: "Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας". Εκδόσεις "Ράππας" 1978, Αθήνα), όπου το φαντασιακό δεν έχει σχέση με το κατοπτρικό, όπως το ορίζει αντίθετα ο Λακάν, ούτε στο διαλεκτικά αιτιατό ψευδαισθητικό όπως το ορίζει ο Γουίνικοτ. Αφορά στο παραστασιακό, στην έννοια της φροϋδικής αναπαράστασης, η οποία μαζί με το συναίσθημα αποτελούν έναν από τους δυο ενορμητικούς εκπροσώπους.  Το φαντασιακό του Καστοριάδη, είναι δημιουργία ακατάπαυστη και ότι αποκαλούμε ορθολογικότητα και πραγματικότητα αποτελούν έργο του. Σύμφωνα με αυτή την άποψη το ορθολογικό εμπεριέχει το ψευδαισθητικό, τον μύθο, το αναπάντεχο και το μη αιτιατό, το ανορθολογικό.
[2] Αισχύλος: "Προμηθέας δεσμώτης". Εκδόσεις-Μετάφραση "Κάκτος" 1991 Αθήνα.
[3] Σοφοκλής: "Αντιγόνη". Εκδόσεις-Μετάφραση "Κάκτος" 1994 Αθήνα.
[4] Κ. Καστοριάδης: "Αισχύλεια ανθρωπογονία και Σοφόκλεια αυτοδημιουργία του ανθρώπου"(1992), στο: "Ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία". Εκδόσεις Ύψιλον 2001 Αθήνα.
[5] Σ. Freud
[6] E.Roudinesco, M.Plon: "Dictionnaire de la psychanalyse" ed. Fayard 1977, Paris.
[7] Μ. Μπέτελχαϊμ: "Η γοητεία των παραμυθιών". Εκδόσεις "Γλάρος" 1995 Αθήνα.
[8] Ο.Π. E. Roudinesco, M. Plon.
[9] Κ. Καστοριάδης: "Η συμβολή της ψυχανάλυσης στην κατανόηση της γέννησης της κοινωνίας"1993, στο: "Ανθρωπολογία, πολιτική και φιλοσοφία". Εκδόσεις "Ύψιλον" 2001 Αθήνα.