Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Όταν Νεύτωνας και Leibniz μάχονταν για τα σκήπτρα του λογισμού, της πιο σημαντικής μαθηματικής ανακάλυψης

Ο λογισμός αποτελεί ίσως τον πιο θεμελιώδη τομέα των μαθηματικών. Για χάρη του λογισμού όμως, η μαθηματική κοινότητα έσπασε στα δύο, σε μία διαμάχη που αν Νεύτωνας και Leibniz ζούσαν, θα συνεχιζόταν ως σήμερα.

Οι 3 πυλώνες των μαθηματικών και οι… αβέβαιοι «πατέρες» τους

Η γεωμετρία εμφανίζεται στην εποχή των αρχαίων Αιγυπτίων. Οταν οι όχθες του Νείλου πλημμύριζαν και τα σύνορα των χωραφιών χάνονταν κάτω από το νερό, οι Αιγύπτιοι έπρεπε να βρουν έναν τρόπο να οριοθετούν τις εκτάσεις τους. Ετσι ξεκίνησε η πρώτη μελέτη του χώρου και των σχημάτων.

Η άλγεβρα, η μελέτη των πράξεων και των εξισώσεων, εμφανίστηκε αργότερα, αν και η τοποθέτηση της στο χρονολόγιο της ιστορίας παραμένει ακαθόριστη. Πρώτα ο Διόφαντος (3ος αιώνας) και μετέπειτα ο Αλ Χουαρίζμι (9ος αιώνας) έθεσαν τις βάσεις για την δημιουργία της. Είναι όμως ελληνικό προϊόν η άλγεβρα!

Ο τρίτος πυλώνας των μαθηματικών, αφορά την μελέτη των «αλλαγών» και των οριακών συμπεριφορών. Ο λογισμός, το λίκνο της μαθηματικής επιστήμης, είναι προϊόν του επαναστατικού 17ου αιώνα. Ποιος όμως ήταν ο πρωτεργάτης του… μαθηματικού διαφωτισμού;

Ο Νεύτωνας το σκέφτηκε πρώτος, ο Leibniz το δημοσίευσε πρώτος

Ο Νεύτωνας, σπουδαίος φυσικός πατέρας της Κλασικής Μηχανικής, είχε ιδιαίτερο ταλέντο και διορατικότητα στα μαθηματικά. Το ενδιαφέρον του όμως επικεντρωνόταν στην μελέτη των κινήσεων, της οπτικής και γενικότερα των φυσικών φαινομένων.

Στο βιβλίο του «Method of Fluxions» (Fluxions είναι όρος του Νεύτωνα για τον διαφορικό λογισμό) που ολοκληρώθηκε το 1671 και δημοσιεύτηκε το 1736 ο σπουδαίος Άγγλος επιστήμονας χρησιμοποιεί για πρώτη φορά μια, κάπως αδέξια, πρώτη μορφή λογισμού. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ιδέα αυτή είχε γεννηθεί στο κεφάλι του από το 1666, όταν σε ηλικία 23 ετών δούλευε πάνω στο βιβλίο του.

Αυτή, ιστορικά, είναι η πρώτη εμφάνιση του γνωστού και ως «Διαφορικού Λογισμού», που σε όρους… Νεύτωνα ονομαζόταν «fluxion» (μέθοδος των ροών). Δεν ήταν όμως και η πρώτη δημοσιευμένη εργασία πάνω στον Λογισμό. Αυτή ανήκει στον Leibniz, που ξεκίνησε την μελέτη του πάνω στον λογισμό το 1674, για να δημοσιεύσει το πρώτο του έργο μια δεκαετία αργότερα.

Το 1684 το περιοδικό «Acta Eruditorium», αρχισυντάκτης του οποίου ήταν ο ίδιος ο Leibniz, φιλοξενεί την εργασία του γνωστού μαθηματικού. Ο Λογισμός γίνεται γνωστός στην επιστημονική κοινότητα μέσω του Γερμανού, που δεν κάνει ουδεμία αναφορά στο όνομα του Νεύτωνα, με τον οποίο είχε τακτική αλληλογραφία από το 1676. Τρια χρόνια αργότερα ο Νεύτωνας δημοσιεύει το βιβλίο που θα άλλαζε για πάντα την ιστορία της φυσικής. Στο θρυλικό «Principia», εμφανίζονται στοιχεία του διαφορικού λογισμού, όπως παράγωγοι και όρια, χωρίς όμως ο Νεύτωνας να εξηγεί την σημασία των γραφικών συμβόλων που χρησιμοποιεί. Η πρώτη του καθαρή αναφορά στον Λογισμό γίνεται το 1693, ενώ ολοκληρώνεται το 1704.

Δύο… επιστημονικά στρατόπεδα και στην μέση ο Λογισμός

Στις αρχές του 18ου αιώνα, ο Leibniz είχε ήδη αποκτήσει παγκόσμια φήμη για τις επαναστατικές του επινοήσεις. Τεράστιοι μαθηματικοί όπως ο l’ Hospital και οι αδερφοί Bernoulli, άνηκαν στον ευρύτερο κύκλο των «οπαδών» του Γερμανού συναδέρφου τους. Ο Νεύτωνας όμως δεν είχε παραιτηθεί από την μάχη για τα «σκήπτρα» του Λογισμού. Ο Αγγλος επιστήμονας είχε αντίστοιχο, αν όχι μεγαλύτερο, κοινό μέσα στους κύκλους των μαθηματικών της εποχής.

Το 1708 ένας φανερός υποστηρικτής του Νεύτωνα και μαθητής του Gregory (συνεργάτη του Αγγλου φυσικού), John Keill, σε έργο του εκφράζει ξεκάθαρα την άποψη πως ο Leibniz χρησιμοποίησε το έργο του Νεύτωνα ώστε να συνθέσει το δικό του, χρησιμοποιώντας απλώς διαφορετικό συμβολισμό. Τονίζει πως ο Νεύτωνας είναι ο πρώτος που, μέσα από την «μέθοδο των ροών», ανακάλυψε τον Λογισμό.

Ο Leibniz αποφασίζει να στείλει αποστολή διαμαρτυρίας στην Βασιλική Εταιρία, στην οποία ήταν μέλος, ισχυριζόμενος πως το έργο του Keill περιείχε ψευδείς κατηγορίες. Πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρίας τότε όμως, ήταν ο ίδιος Νεύτωνας, που ένα χρόνο μετά όρισε μια επιτροπή αξιολόγησης των σημειώσεων και της αλληλογραφίας μεταξύ των δύο επιστημόνων.

Η επιτροπή, όπως ήταν αναμενόμενο, στήριξε τον πρόεδρο της Βασιλικής Εταιρίας, «καταδικάζοντας» τον Γερμανό μαθηματικό. Αναγνώρισε πως η πρώτη δημοσίευση άνηκε στον Leibniz, όμως στήριξε πως η ανακάλυψη θα έπρεπε να δοθεί στον Νεύτωνα.

Ο Leibniz όμως, που είχε ήδη τεράστια δύναμη ως διεθνώς αναγνωρισμένος επιστήμονας, δεν παραιτήθηκε από την προσπάθεια του. Με μια σειρά επιστολών διαμαρτυρίας και δημοσιεύσεων που στόχευαν κατευθείαν πάνω στον Νεύτωνα, κατηγορούσε πλέον αυτός τον Αγγλο φυσικό για… κλοπή. Μέχρι και το 1716, όπου και πέθανε, ο Γερμανός μαθηματικός αφιερώθηκε σε αυτή τη διαμάχη.

Μάλιστα, οι διαφωνίες μεταξύ των δύο σπουδαίων επιστημόνων δεν περιορίζονταν στο κομμάτι του Λογισμού. Νεύτωνας και Leibniz εμφάνιζαν τεράστιες διαφορές στον τρόπο με τον οποίο φιλοσοφούσαν την θεωρητική υπόσταση της επιστήμης. Το νεοσύστατο ρασιοναλιστικό πνεύμα της εποχής, είχε επηρεαστεί από τις μεθοδολογικές διαδικασίες του Νεύτωνα, όμως οι ιδέες του Αγγλου φυσικού, ήταν αντικείμενα έντονης κριτικής από άλλους ορθολογιστές. Πόσω μάλλον από τον Leibniz.
(Νεύτωνας)

Η μάχη μεταξύ των δύο τους συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, ακόμα και μετά τον θάνατο τους. Οι δύο επιστήμονες δημιούργησαν δύο διαφορετικές σχολές, οι οποίες είχαν την τάση να συγκρούονται μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα! Ο Leibniz επηρέασε σχεδόν ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη, ενώ στην Βρετανία κυριαρχούσαν οι υποστηρικτές της μεθόδου του Νεύτωνα. Είναι δε χαρακτηριστικό, πως μέχρι και τον 19ο αιώνα, το έργο του Leibniz δεν διδασκόταν στην Αγγλία!

Τι λένε οι ιστορικοί – Ποια μέθοδος έχει επιβιώσει σήμερα

Μελετώντας τα έργα των δύο επιστημόνων, οι ιστορικοί έχουν καταλήξει πως οι δύο εργασίες ήταν ανεξάρτητες. Η μέθοδος που χρησιμοποίησε ο Leibniz για να θεμελιώσει τον Λογισμό ήταν πολύ διαφορετική από αυτή του Νεύτωνα. Δεν ήταν μόνο ο συμβολισμός που διέφερε, όπως ισχυρίζονταν οι υποστηρικτές του Αγγλου επιστήμονα.

Μετά από 300 και πλέον χρόνια, η διαμάχη μεταξύ των δύο έχει ξεκαθαρίσει. Ο Νεύτωνας ήταν αυτός που επινόησε πρώτος τον Λογισμό, ενώ ο Leibniz αυτός που δημοσίευσε πρώτος έργο για αυτόν. Ο Αγγλος έδωσε ιδέες στον Γερμανό μαθηματικό, ο οποίος δημιούργησε ένα ανεξάρτητο, διαφορετικό και πιο ολοκληρωμένο έργο.
(Αγαλμα του Leibniz)

Σήμερα, η μέθοδος και ο συμβολισμός που έχει επικρατήσει είναι του Leibniz. Ο Γερμανός, για παράδειγμα, συμβόλιζε το διαφορικό ως dy/dx ενώ ο Νεύτωνας έβαζε συνήθως μια τελεία πάνω από την εκάστοτε μεταβλητή. Πέραν αυτού όμως, ο Leibniz ανέπτυξε πολύ βαθύτερα τις έννοιες του Λογισμού, δημιουργώντας παράλληλα ένα κύκλο επιστημόνων που συνέχισε και εμβάθυνε το έργο του.

Ενα ακόμα στοιχείο που θα μπορούσε να θεωρηθεί σημαντικό, είναι ο εγωκεντρικός και πολλές φορές προβληματικός χαρακτήρας του Νεύτωνα. Σύμφωνα με μερικούς ιστορικούς, ίσως αυτός ήταν ο λόγος που η κόντρα πήρε τόσο μεγάλες διαστάσεις. Πιθανότατα ο Νεύτωνας να διεκδικούσε περισσότερα από όσα του αναλογούσαν…

Από τον Αριστοτέλη στο Νεύτωνα

O Αριστοτέλης υπήρξε φιλόσοφος και μάλιστα από τους μεγαλύτερους όλων των εποχών. O Νεύτωνας υπήρξε φυσικός και μαθηματικός και μάλιστα ο θεμελιωτής της Φυσικής. Έχει λοιπόν νόημα το ερώτημα: «Από τον Αριστοτέλη στο Νεύτωνα»; Νομιμοποιείται, άραγε, μια τέτοια διατύπωση; H απάντηση είναι θετική. Διότι προ του Νεύτωνα (ή έστω του Γαλιλαίου ) ναι μεν δεν υπήρχε η Φυσική ως ανεξάρτητος κλάδος της επιστήμης, όπως είναι σήμερα, υπήρχε όμως ως Φιλοσοφία της φύσης. Δηλαδή η Φυσική ήταν κλάδος της Φιλοσοφίας, όπως άλλωστε και άλλες επιστήμες.

H Φιλοσοφία της φύσης μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί την προϊστορία της Φυσικής. O Αριστοτέλης, μεταξύ των άλλων, ασχολήθηκε και με τη Φιλοσοφία της φύσης και μάλιστα το φιλοσοφικό του σύστημα κυριάρχησε επί είκοσι περίπου αιώνες, μέχρι την Αναγέννηση. Με την εκρηκτική ανάπτυξη των φυσικών επιστημών άρχισαν η μια μετά την άλλη να αποσπώνται από τη Φιλοσοφία, οπότε κάποια στιγμή τέθηκε και το ερώτημα κατά πόσο έχει νόημα η ύπαρξη της ως ανεξάρτητης πλέον επιστήμης.

Για πρώτη φορά το ανθρώπινο πνεύμα φιλοσόφησε στην Ελλάδα και το πρώτο θέμα με το οποίο ασχολήθηκε ήταν η φύση και η προέλευση της. Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι ασχολήθηκαν με τη Φιλοσοφία της φύσης και επιχείρησαν με βάση τη λογική να βρουν την αιτία της, μακριά από τους διάφορους μύθους που ίσχυαν μέχρι τότε και πίστευαν οι διάφοροι λαοί της Ανατολής. H σκέψη τους σήμερα, βέβαια, μοιάζει απλοϊκή, όμως αποτελεί την πρώτη απόπειρα λογικής ερμηνείας του κόσμου.

H κυριαρχία του Αριστοτέλη

Μετά από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους τρία είναι τα κύρια συστήματα της Φιλοσοφίας για τη φύση που διαμορφώθηκαν στην Αρχαία Ελλάδα και επηρέασαν και επηρεάζουν την ανθρώπινη σκέψη: α) Του Δημόκριτου (460-360 π.Χ.). β) Του Πλάτωνα (427-347 π.Χ). γ) Του Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.).

Από τους τρεις αυτούς φιλοσόφους ο πρώτος θα αγνοηθεί μέχρι περίπου την Αναγέννηση. Οι άλλοι δύο θα επηρεάσουν βαθύτατα τη δυτική σκέψη.

O Πλάτωνας, «ο μέγιστος των φιλοσόφων», θα επηρεάσει τη Φιλοσοφία και τη Θεολογία ενός από τους μεγαλύτερους πατέρες της Δυτικής Εκκλησίας, του Ιερού Αυγουστίνου, και μέσω αυτού όλου του τάγματος των Φραγκισκανών μοναχών. Αυτοί αποτελούν το πλατωνικό ρεύμα μέσα στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας και της Δυτικής σκέψης ευρύτερα. O πλατωνικός, ακριβέστερα ο νεοπλατωνικός, Αυγουστίνος έζησε τον 4ο και 5ο αιώνα (354-430 π.Χ.) και λίγο μετά από την εποχή του το Δυτικό Ρωμαϊκό κράτος θα καταρρεύσει. Θα πέσει στα χέρια των βαρβάρων και «θα περάσουν αιώνες ώσπου να σταθεροποιηθεί ένα πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς στη βαρβαροκρατούμενη Δύση ή ώσπου οι βάρβαροι να μάθουν λατινικά και να γίνουν χριστιανοί».

Με τον Κάρολο τον Μέγα (768-814 μ.Χ.) θα αρχίσει πάλι σιγά-σιγά να ανθίζει η πνευματική ζωή. Τον 12ο αιώνα θα μεταφραστούν τα «Φυσικά» και τα «Μετά τα Φυσικά» του Αριστοτέλη από τα αραβικά στα λατινικά. O μέγας συστηματικός του δυτικού Μεσαίωνα Ιταλός Δομινικανός μοναχός Θωμάς ο Ακινάτης (1225-1274 μΧ.) θα υιοθετήσει κατά βάση την Αριστοτέλεια Φιλοσοφία και ολόκληρο το τάγμα των Δομινικανών μοναχών θα ακολουθήσει το ρεύμα αυτό.

Έχουμε, λοιπόν, στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας το πρώτο ρεύμα, των Φραγκισκανών μοναχών, που είναι πλατωνικό, και το δεύτερο ρεύμα, των Δομινικανών, που είναι αριστοτελικό. Από την εποχή του Θωμά του Ακινάτη κυριαρχεί στη Δύση η Φιλοσοφία της φύσης του μεγάλου Σταγειρίτη φιλοσόφου. Μάλιστα αυτοί που επιμένουν και στην καταδίκη του Γαλιλαίου είναι οι Δομινικανοί μοναχοί, οι οποίοι υποστηρίζουν την αριστοτέλεια γεωκεντρική αντίληψη του Σύμπαντος.

Τον Αριστοτέλη και τη Φιλοσοφία του διδασκόταν ο νεαρός Ισαάκ Νεύτων στο Trinity College (Κολέγιο της Αγίας Τριάδας) του Κέμπριτζ και ουσιαστικά αυτή θα ανατρέψει με το έργο του. Αξίζει λοιπόν να δούμε τις κεντρικές ιδέες της Φυσικής του Αριστοτέλη.
Το κοσμοείδωλο του μεγάλου Σταγειρίτη

O Αριστοτέλης υπήρξε, κατά τον αείμνηστο ακαδημαϊκό και φιλόσοφο I. N. Θεοδωρακόπουλο, «ο μεγαλύτερος συστηματικός νους του κόσμου». Φιλοσόφησε επί παντός του επιστητού. Από τη Φυσική μέχρι τη Λογική, την Ηθική και την Πολιτική. Διασώθηκαν μόνο 169 από τις πραγματείες του Αριστοτέλη. Τις αντιλήψεις του για τη Φυσική τις βρίσκουμε στα έργα του: α) Φυσική ακρόασις (Τα Φυσικά), β) Μετά τα Φυσικά, γ) Περί ουρανού, δ) Μετεωρολογικά, ε) Προβλήματα μηχανικής, στ) Περί γεννήσεως και φθοράς και ζ) Μηχανικά.

Οι κεντρικές ιδέες της Φιλοσοφίας της φύσεως του Αριστοτέλη μπορούν να συνοψισθούν στα παρακάτω:

α) Το Σύμπαν είναι γεωκεντρικό, πεπερασμένο χωρικά και άπειρο χρονικά (δηλαδή αδημιούργητο). Το κέντρο του Σύμπαντος είναι η ακίνητη Γη. H Σελήνη, οι πλανήτες, ο Ήλιος και οι απλανείς αστέρες βρίσκονται σε ομόκεντρες σφαίρες, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από τη Γη. H εξώτατη σφαίρα με τους απλανείς αποτελεί το όριο του Σύμπαντος. Ό,τι υπάρχει μέσα σε αυτή τη σφαίρα αποτελεί το Σύμπαν. Έξω από αυτή τη σφαίρα δεν υπάρχει τίποτε, ούτε κενό ούτε τόπος. Το κενό είναι ανύπαρκτο. H αντίληψη αυτή του Αριστοτέλη δικαιώνεται από τη Σύγχρονη Φυσική, η οποία θεωρεί ότι τα πεδία έχουν οντολογική υπόσταση. Δεν είναι δηλαδή αφηρημένες μαθηματικές συλλήψεις.

O Αριστοτέλης εγκαταλείπει τις απόψεις του δασκάλου του Πλάτωνα για την ύπαρξη του κόσμου των ιδεών, που ως γνωστόν έχει οντολογική υπόσταση. Τα λογικά, επιστημονικά και φιλοσοφικά έργα του Αριστοτέλη (αριστερά) σχημάτιζαν τον πυρήνα του προγράμματος σπουδών των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων του Μεσαίωνα. Τα έργα του «Τα Φυσικά» (σε οκτώ βιβλία), «Περί ουρανού», «Μετεωρολογικά» (σε τέσσερα βιβλία) και το «Περί γεννήσεως και φθοράς», όπως αυτά περί Λογικής, ήταν θεμελιώδη για τους σπουδαστές των ελευθερίων τεχνών, δηλαδή αυτών που σπούδαζαν Λογική και Επιστήμη.

Δεν είναι δηλαδή οι ιδέες που έχουμε στο νου μας. Δέχεται, όμως, ο Αριστοτέλης ότι υπάρχει στον άνθρωπο η άυλη ψυχή και ο Θεός, ο οποίος όμως δεν είναι ο δημιουργός της αρχικής ύλης του Σύμπαντος. Με δεδομένη και προϋπάρχουσα την αρχική ύλη, ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο (κόσμος = κόσμημα).

β) O Αριστοτέλης βλέπει το Σύμπαν σαν έναν οργανισμό, στον οποίο υπάρχει σκοπιμότητα, όπως και στους έμβιους οργανισμούς. Δεν υπάρχει αιτιοκρατία στον κόσμο του Αριστοτέλη, ούτε τύχη.

Στον αντίποδα βρίσκεται το Σύμπαν του Δημόκριτου, το οποίο είναι μία μηχανή που υπακούει αυστηρά στους νόμους της αιτιότητας. Στο Σύμπαν του Δημόκριτου δεν υπάρχει περιθώριο για τύχη ή σκοπιμότητα, είναι άπειρο και χωρικά και χρονικά και κατά συνέπεια αδημιούργητο. Με το Γαλιλαίο και το Νεύτωνα θα επιβληθεί στην επιστήμη το μηχανιστικό αυτό μοντέλο του Δημόκριτου.

γ) Κατά τον Αριστοτέλη η ύλη είναι συνεχής, σε αντίθεση με την ατομική θεωρία του Δημόκριτου. Τα υλικά από τα οποία αποτελούνται όλα τα σώματα είναι η γη, ο αέρας, το νερό και το πυρ. O Αριστοτέλης διατηρεί εδώ τις απόψεις του δασκάλου του Πλάτωνα.

δ) H κίνηση είναι θεμελιώδης ιδιότητα της ύλης. O Αριστοτέλης υποστήριζε ότι «για να κινηθεί ένα σώμα, πρέπει να δρα σε αυτό δύναμη» και συνδέει τη δύναμη με την ταχύτητα. Κάτι που αρνείται ο Γαλιλαίος και ο Νεύτωνας. O τελευταίος θα συνδέσει τη δύναμη με την επιτάχυνση.

O Αριστοτέλης δέχεται την αρχή της αδράνειας για να την αρνηθεί μετά, γιατί δεν πιστεύει ότι υπάρχει κενός χώρος. Γράφει: «Ένα σώμα στο κενό θα ηρεμεί ή θα κινείται ευθύγραμμα και ομαλά, γιατί το κενό δεν συνεπάγεται καμία διαφορά η οποία θα καθόριζε κάποια κατεύθυνση για την κίνηση» (Τα Φυσικά 213b, 215a). Επειδή όμως, κατά τον Αριστοτέλη πάντα, δεν υπάρχει κενό, δεν ισχύει η αρχή της αδράνειας. O Γαλιλαίος δε δέχεται την ύπαρξη του κενού άρα και την αρχή της αδράνειας.

ε) Τα φαινόμενα κατά τον Αριστοτέλη δεν μπορούν να περιγραφούν ποσοτικά. Δεν μπορούν να περιγραφούν με μαθηματικές σχέσεις. Αυτό βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη Φιλοσοφία του Πλάτωνα. Κατά τον Πλάτωνα, για να εξηγήσουμε τα φαινόμενα δεν πρέπει να τα περιγράφουμε απλώς, αλλά να τα ανάγουμε σε αριθμητικές σχέσεις.

Το «σώζειν τα φαινόμενα», δηλαδή η ερμηνεία των φαινομένων, πρέπει να αναχθεί σε ποσοτικές σχέσεις. Αυτό που κάνει δηλαδή η Φυσική από την εποχή του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα. Αυτό αποτελεί και το θρίαμβο του Πλάτωνα.

στ) O χρόνος στον Αριστοτέλη συνδέεται με την κίνηση. O χρόνος είναι μέτρο της κίνησης και δεν νοείται χωρίς αυτόν. Ενώ όμως οι κινήσεις είναι διαφορετικές, ο χρόνος είναι πάντα ο ίδιος. Έτσι, τελικώς, ο χρόνος κυλά ανεξάρτητα από τις κινήσεις των σωμάτων.

O Αριστοτέλης είχε καθιερωθεί τόσο πολύ στη συνείδηση των επιστημόνων και διανοούμενων των μεσαιωνικών χρόνων, ώστε από ένα σημείο και πέρα αποτελούσε ανασχετικό παράγοντα για την πρόοδο της επιστήμης. «Αυτός έφα» έλεγαν οι Αρχαίοι Έλληνες, το ίδιο επαναλάμβαναν αργότερα οι Ευρωπαίοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γαλιλαίος ντρεπόταν (!) να πει ότι η Γη γυρίζει, παρ’ ότι είχε αδιάσειστα επιστημονικά επιχειρήματα γι’ αυτό. Δεν υπήρχε λόγος για έρευνα και μελέτη της φύσης. Όλα τα είχε πει ο Αριστοτέλης! Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μας, και ο δεύτερος βασικός λόγος της μη προόδου των φυσικών επιστημών κατά το Μεσαίωνα. O κύριος βέβαια λόγος παραμένει ότι στο μεγαλύτερο μέρος της η Δύση ήταν υπό την κατοχή των βαρβάρων.

H Φιλοσοφία του Αριστοτέλη έγινε τόσο αποδεκτή για δύο λόγους.
– Πρώτο, γιατί στηρίζεται και συμφωνεί με την άμεση εμπειρία μας, δηλαδή την εποπτεία.
– Δεύτερο, γιατί είναι συμβατή με τη χριστιανική Αποκάλυψη, η οποία είχε κυριαρχήσει στο γνωστό τότε κόσμο.

Οι απόψεις του Αριστοτέλη πόρρω απέχουν από τις λαϊκές δοξασίες της εποχής του, περί δωδεκαθέου. Κατηγορήθηκε μάλιστα για αθεΐα και κατέφυγε στη Χαλκίδα, τη γενέτειρα της μητέρας του, όπου πέθανε το 322 π,Χ.

Οι πρόδρομοι του Νεύτωνα

Απ’ όσα έχουμε αναφέρει για τη Φυσική Φιλοσοφία του Αριστοτέλη ο καθένας αντιλαμβάνεται πόσο απέχει από τη Νευτώνεια Φυσική. O Νεύτωνας όμως δεν ξεκίνησε από το μηδέν για να ανατρέψει τη Φυσική του Αριστοτέλη. Υπήρξαν πρόδρομοι οι οποίοι του άνοιξαν το δρόμο. Ενώ στο Κολέγιο της Αγίας Τριάδας ο Νεύτωνας διδασκόταν τον Αριστοτέλη, ο ίδιος κατέφευγε σε «εξωσχολικούς» φιλοσόφους και επιστήμονες για να απαντήσει στα επιστημονικά ερωτήματα που έθετε το ανήσυχο πνεύμα του.

Οι σημαντικότεροι απ’ αυτούς ήταν:

α) O Γάλλος κληρικός και φιλόσοφος Γκασεντί (1591 – 1655), ο οποίος επανέφερε στο προσκήνιο την ξεχασμένη ατομική θεωρία του Δημόκριτου και την οποία υιοθέτησε ο Νεύτωνας.
β) O Γάλλος μαθηματικός και φιλόσοφος Καρτέσιος (1596 – 1630), η Φιλοσοφία του οποίου επηρέασε αποφασιστικά τη σκέψη του Νεύτωνα. O Καρτέσιος μάλιστα διετύπωσε τρεις φυσικούς νόμους. O ένας απ’ αυτούς είναι ο νόμος της αδράνειας, τον οποίο, όμως, είχε διατυπώσει ο Γαλιλαίος επτά χρόνια νωρίτερα.
γ) O βαθύτατα θρησκευόμενος Πολωνός αστρονόμος και κληρικός Κέπλερ , (1571 -1630), ο οποίος όχι απλά είχε αποδεχτεί το ηλιοκεντρικό σύστημα, αλλά διετύπωσε τους νόμους κίνησης των πλανητών, αξιοποιώντας τις εικοσάχρονες παρατηρήσεις του δασκάλου του Τύχο Μπράχε.
δ) O Ιταλός φυσικός και μαθηματικός Γαλιλαίος (1564 – 1642). Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Νεύτωνας γεννιέται το 1642, τη χρονιά που πεθαίνει ο Γαλιλαίος, για να συνεχίσει φαίνεται το έργο του. Πράγματι αποδείχτηκε άριστος συνεχιστής του.

O Γαλιλαίος εισάγει πρώτος κατά τους νεότερους χρόνους τις ποσοτικές σχέσεις και το πείραμα στην περιγραφή των φυσικών φαινομένων.

O Γαλιλαίος έκανε τα εξής αξιοσημείωτα:

1. Εισάγει στη Φυσική το πείραμα. Μέχρι τότε χρησιμοποιείτο μόνο η παρατήρηση και ο στοχασμός. Θα ήταν άδικο όμως να μην αναφέρουμε εδώ ως πρώτο διδάξαντα τον Αρχιμήδη (287 – 212 π.Χ.), ο οποίος θεωρείται από πολλούς «ο μεγαλύτερος μαθηματικός όλων των εποχών».
2. Εισάγει την παρατήρηση των ουράνιων σωμάτων μέσω του τηλεσκοπίου. Μέχρι τότε οι παρατηρήσεις γίνονταν «δια γυμνού οφθαλμού». Διαπιστώνει ότι η Σελήνη, το μέχρι τότε ρομαντικό φανάρι του ουρανού που ενέπνεε ποιητές και καλλιτέχνες, είναι κάτι πολύ πεζό. Δηλαδή αποτελείται από έρημες οροσειρές και κρατήρες. Έτσι, το φεγγάρι πλέον δεν είναι κάτι διαφορετικό από τη Γη μας. Είναι ένα κομμάτι γης! Και γιατί όχι και τα άλλα αστέρια του ουρανού. H φύση λοιπόν δεν περιορίζεται μόνο στη Γη μας. Φύση αποτελούν και η Σελήνη και τα αστέρια. O Γαλιλαίος δηλαδή «ενοποίησε τη φύση». Λίγα χρόνια αργότερα, βλέποντας ο Νεύτωνας να πέφτει ένα μήλο από τη μηλιά, διετύπωσε το νόμο της παγκόσμιας έλξης! Θα ήταν δυνατόν να γίνει αυτό αν δεν είχε «ενοποιήσει τη φύση» ο Γαλιλαίος; Τι είναι η Σελήνη, θα σκέφτηκε ο Νεύτωνας. Ένα μεγάλο μήλο είναι κι αυτή, και όπως η Γη έλκει το μήλο θα έλκει και τη Σελήνη.
3. Διατυπώνει το νόμο της αδράνειας. Δηλαδή ανατρέπει την τόσο προφανή μέχρι τότε (και όχι μόνο) αντίληψη του Αριστοτέλη, ότι για να κινείται ένα σώμα πρέπει να ασκείται σ’ αυτό δύναμη. Αποσυνδέει δηλαδή τη δύναμη από την ταχύτητα και τη συνδέει με την επιτάχυνση. Τη θέση αυτή υιοθετεί και ο Νεύτωνας.
4. Τέλος, εισάγει τις ποσοτικές σχέσεις στην περιγραφή των φυσικών φαινομένων, κάτι το οποίο αρνιόταν ο Αριστοτέλης. Την ίδια εποχή με το Γαλιλαίο, ο Κέπλερ διατυπώνει μαθηματικές – ποσοτικές σχέσεις για την κίνηση των πλανητών. ,

Η συνεισφορά του Γαλιλαίου υπήρξε τόσο σημαντική, ώστε πολλοί θεωρούν αυτόν ως θεμελιωτή της Φυσικής. H άποψη μας είναι ότι ο Γαλιλαίος υπήρξε μέγας πειραματικός φυσικός, όπως και ο Faraday στον Ηλεκτρισμό, δύο αιώνες αργότερα. Δεν είχε όμως το βάθος της σκέψης του Νεύτωνα. O Γαλιλαίος προσέφερε θεμέλιους λίθους (όχι τους θεμέλιους λίθους) για να θεμελιώσει τη Φυσική ο Νεύτωνας.

Βιογραφικά στοιχεία του Νεύτωνα

O Νεύτωνας γεννήθηκε κοντά στο χωριό Colsterworth του Lincolnshire.
Το διάστημα 1661-65 φοιτά στο κολέγιο της Αγίας Τριάδας του Καίμπριτζ.
Το 1665 ή 1666, όταν ήταν 23 ετών, συλλαμβάνει την ιδέα της παγκόσμιας έλξης βλέποντας ένα μήλο να πέφτει από μια μηλιά.
Το1667 (25 ετών) γίνεται Εταίρος του Κολεγίου της Αγίας Τριάδας.
Το 1672 (30 ετών) γίνεται μέλος της Βασιλικής Εταιρείας (Royal Society) του Λονδίνου. Την ίδια χρονιά ανακοινώνει σ’ αυτήν την πραγματεία του «Νέα θεωρία περί φωτός και χρωμάτων».
Το 1686 (44 ετών) παρουσίασε στη Βασιλική Εταιρεία την εργασία του «Μαθηματικές αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας», τον επιστημονικό ογκόλιθο με τον οποίο θεμελιώνει την Κλασική Φυσική.
Από το 1703 έως το 1727, δηλαδή μέχρι το θάνατο του, επί 24 συναπτά έτη, διετέλεσε πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρείας.
Τα τελευταία (ίσως και 20) χρόνια της ζωής του (πέθανε στα 85) δεν ασχολήθηκε με την επιστήμη, αλλά με τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Ιδιαίτερα τον απασχόλησαν οι προφητείες του Δανιήλ και η Αποκάλυψη. Έγραψε και σχετικό βιβλίο. Υποστήριξε ότι οι προφητείες δεν μπορούν να κατανοηθούν παρά μόνο από τη σκοπιά της Αστρονομίας και των Μαθηματικών.
Οι άξονες της Νευτώνειας φυσικής φιλοσοφίας

Οι τέσσερις στοχαστές και επιστήμονες Γκασεντί, Καρτέσιος, Κέπλερ και Γαλιλαίος που προαναφέραμε υπήρξαν οι εμπνευστές του Νεύτωνα. O Νεύτωνας βλέπει το Σύμπαν άπειρο χωρικά και χρονικά. O χώρος και ο χρόνος είναι απόλυτες έννοιες και ανεξάρτητες από την ύπαρξη ή μη σωμάτων. O χώρος είναι κενός και μέσα σ’ αυτόν κινούνται τα διάφορα σώματα, τα οποία αποτελούνται από άτομα. Μάλιστα την αντίληψη αυτή του Δημόκριτου ο Νεύτωνας την επέκτεινε και στο φως (σωματιδιακή θεωρία του φωτός).

O Νεύτωνας βλέπει το Σύμπαν ως μια τεράστια μηχανή, η οποία υπακούει σε αυστηρή νομοτέλεια. Στο Σύμπαν του Νεύτωνα δεν έχει θέση η σκοπιμότητα του Αριστοτέλη ή η τύχη. Είναι αυστηρά αιτιοκρατικό, δηλαδή Δημοκρίτειο. O Νεύτωνας αποκαθήλωσε το «ιερόν τέρας», την κορυφαία μορφή του ανθρώπινου πνεύματος, τον Αριστοτέλη και έφερε στο προσκήνιο το Δημόκριτο.

Θα νόμιζε κανείς με όλα αυτά ότι ο Νεύτωνας είναι υλιστής, επειδή υιοθετεί τη Δημοκρίτειο Φιλοσοφία της φύσης. Άλλωστε και ο Δημόκριτος θεωρείται από ορισμένους ως υλιστής. Και από μία άποψη έχουν δίκιο. Πώς όμως μπορούμε να τον θεωρούμε το Δημόκριτο ως υλιστή τη στιγμή που δέχεται την ύπαρξη ψυχής και θεών, φτιαγμένων έστω από άτομα άλλου είδους απ’ ό,τι τα άλλα όντα;

O Νεύτωνας είναι πιστός χριστιανός (έστω ιδιόρρυθμος). Και το παράδοξο είναι ότι αυτός μαζί με τους επίσης πιστούς χριστιανούς, τον Κέπλερ και τον Γαλιλαίο, «αποκαθήλωσαν» τον Αριστοτέλη, ο οποίος θεωρείται από τη Δυτική Εκκλησία ως ο προ Χριστού χριστιανός φιλόσοφος! O Γαλιλαίος καταδικάστηκε (σε κατ’ οίκον περιορισμό) από την Ιερά Εξέταση όχι γιατί αμφισβήτησε το δόγμα της Εκκλησίας αλλά επειδή αμφισβήτησε το δόγμα του Αριστοτέλη! H βιβλική κοσμογονία και κοσμολογία δεν τοποθετείται επί του θέματος της περιφοράς η μη της Γης γύρω από τον Ήλιο.

O Ισαάκ Νεύτων θεωρείται από τους μεγαλύτερους επιστήμονες όλων των εποχών. Στο μεγαλειώδες έργο του «Μαθηματικές αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας» (Philoshophia naturalis principia mathematical που εκδόθηκε το 1687, περιέχονται οι ανακαλύψεις του για τους νόμους της κίνησης και της παγκόσμιας έλξης. O Stephen Hawking το χαρακτήρισε ως «το πιο σημαντικό βιβλίο Φυσικής που γράφτηκε ποτέ».

H Νευτώνεια Φυσική

H Νευτώνεια Μηχανική περιλαμβάνει: α) Τους τρεις θεμελιώδεις νόμους της κίνησης των σωμάτων, β) To νόμο της παγκόσμιας έλξης.

H Νευτώνεια Μηχανική μαζί με τον Ηλεκτρομαγνητισμό, όπως τον διατύπωσε στις περίφημες εξισώσεις του ο Maxwell, αποτελούν την Κλασική Φυσική. [To φως κατά το Maxwell έχει κυματικό χαρακτήρα. Έτσι στα πλαίσια του κλασικού οικοδομήματος της Φυσικής, όπως διαμορφώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν έχει θέση η σωματιδιακή θεωρία του φωτός του Νεύτωνα. Ίσχυσε όμως τους δύο προηγούμενους αιώνες και επανήλθε στις αρχές του 20ού.]

Οι τρεις νόμοι της κίνησης των σωμάτων, όπως ακριβώς τους διατύπωσε ο Νεύτωνας, έχουν ως εξής:
Νόμος I: Κάθε σώμα συνεχίζει στην κατάσταση ηρεμίας ή ομοιόμορφης ευθύγραμμης κίνησης, εφόσον εξωτερικές δυνάμεις δεν το υποχρεώνουν να μεταβάλλει αυτήν τη κατάσταση.
Νόμος II: H μεταβολή της κίνησης είναι ανάλογη με την επιβαλλόμενη δύναμη και γίνεται κατά την κατεύθυνση της ευθείας στην οποία επιβάλλεται η δύναμη.
Νόμος III: Σε κάθε δράση αντιστοιχεί πάντοτε μια αντίθετη και ίση αντίδραση ή οι φυσικές αλληλεπιδράσεις δύο σωμάτων είναι πάντοτε ίσες και κατευθύνονται στα αντίθετα μέρη.

Άξιο σχολιασμού είναι το πώς διατυπώνει το δεύτερο νόμο, που είναι συνήθως γνωστός με την υπό μορφή συμβόλων διατύπωση του: F=ma. Στη διατύπωση του δεύτερου νόμου ο Νεύτοανας χρησιμοποιεί την αδόκιμη ή και λανθασμένη έκφραση «μεταβολή της κίνησης» αντί του όρου «επιτάχυνση». Κάτι, βέβαια, που δεν σημαίνει τίποτα. Πολύ περισσότερο δεν σημαίνει «επιτάχυνση». Αυτό οφείλεται στην έλλειψη του κατάλληλου εννοιολογικού εξοπλισμού. Είναι το δράμα των πρωτοπόρων, οι οποίοι δεν έχουν τον τρόπο να εκφράσουν κατά τρόπο ακριβή και κατανοητό τις μεγαλειώδεις συλλήψεις τους. Επίσης, ο Νεύτωνας δεν χρησιμοποιεί πουθενά σύμβολα, διότι είναι ακόμη άγνωστη στη Φυσική η δεύτερη γλώσσα της, δηλαδή αυτή των συμβόλων. Σήμερα είναι αδιανόητη η Φυσική χωρίς αυτά, μια και δεν θα μπορούσαμε να εκφράσουμε τις περίπλοκες πολλές φορές σχέσεις μεταξύ των φυσικών μεγεθών -η τρίτη γλώσσα της Φυσικής είναι αυτή των σχημάτων. Έτσι, αν κάποιος μαθητής μας διατύπωνε σήμερα το δεύτερο νόμο της Μηχανικής όπως τον είχε διατυπώσει ο Νεύτων, θα τον απορρίπταμε! Και ορθώς!

Πέραν, όμως, από τις παρατηρήσεις αυτές, το μεγαλείο του Νεύτωνα δεν είναι ότι διατύπωσε τρεις νόμους, αλλά τους τρεις νόμους που διέπουν την κίνηση των σωμάτων. Είπε: «Αυτοί είναι οι νόμοι και δεν χρειάζονται άλλοι!». Αυτό είναι μεγάλη κουβέντα.

Με το νόμο της παγκόσμιας έλξης ο Νεύτων ενοποιεί τις επίγειες με τις ουράνιες δυνάμεις και επιτυγχάνει για πρώτη φορά αυτό που λέμε σήμερα «ενοποίηση των δυνάμεων». Τη δεύτερη ενοποίηση θα πραγματοποιήσει 150 περίπου χρόνια αργότερα ο Άγγλος φυσικός Faraday, ενοποιώντας τις ηλεκτρικές με τις μαγνητικές δυνάμεις.

«Ο Ισαάκ Νεύτων θεωρείται από τους μεγαλύτερους επιστήμονες όλων των εποχών. Ορισμένοι δε τον θεωρούν το μεγαλύτερο», σημειώνει ο πιο πρόσφατος βιογράφος του Richard Westfall. O διαπρεπής Έλληνας μαθηματικός και φυσικός, καθηγητής Δημήτρης Χριστοδούλου θα πει ότι μπορεί να υπήρξαν πολλοί διακεκριμένοι επιστήμονες αλλά ο Αρχιμήδης και ο Νεύτων είναι οι κορυφαίοι, και κατά διατύπωση του «κινούνται σε επίπεδα θεϊκά»! Σήμερα βέβαια γνωρίζουμε ότι η Σύγχρονη Φυσική έχει περιορίσει την ισχύ των νόμων του Νεύτωνα.

O Νεύτωνας (με τους προδρόμους του) κατεδάφισε, σχεδόν εκ θεμελίων, το οικοδόμημα της Αριστοτέλειας Φυσικής. Στις αρχές του 20ού αιώνα μια σειρά από διακεκριμένους επιστήμονες αμφισβήτησαν με τη σειρά τους το Νεύτωνα.

H Φυσική του μικρόκοσμου (Κβαντομηχανική) αρνείται παντελώς τους νόμους αυτούς. Παράλληλα η Φυσική των Υψηλών Ταχυτήτων (Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας) έχει επιφέρει ουσιώδεις τροποποιήσεις.

O Αριστοτέλης φαίνεται να πήρε την εκδίκηση του!

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ, ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΦΛΑΒΙΟΣ ΙΩΣΗΠΟΣ - Περὶ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ πολέμου 6, 271-288, 300-309

«Ἀλίμονό σου, Ιερουσαλήμ»

Στο έργο του Περὶ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ πολέμου ο Ιώσηπος παρουσιάζει την προϊστορία (βιβλίο 1ο) και την κυρίως ιστορία (βιβλία 2ο-7ο) της εξέγερσης των Ιουδαίων εναντίον των Ρωμαίων από την αρχή της το 66 μ.Χ. μέχρι την οριστική της καταστολή, όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν το φρούριο Μασάδα το 73 μ.Χ. Καθώς ο Ιώσηπος είχε διαδραματίσει ο ίδιος ηγετικό ρόλο στην εξέγερση, χρησιμοποίησε ως πηγή για τη συγγραφή του, μεταξύ άλλων, τις προσωπικές του σημειώσεις. Στη μορφή που σώζεται το έργο -η αρχική του σύνταξη στην αραμαϊκή γλώσσα έχει χαθεί- απευθυνόταν κυρίως στις μορφωμένες ανώτερες τάξεις των Ρωμαίων. Βαθύτερη επιδίωξη του Ιώσηπου στον Ιουδαϊκό πόλεμο, όταν πια ζούσε ευνοούμενος των αυτοκρατόρων στη Ρώμη, ήταν να επιρρίψει όλες τις ευθύνες στις αντιμαχόμενες φατρίες των Ιουδαίων και ιδιαίτερα σε αυτήν των ζηλωτών, απαλλάσσοντας έτσι από κάθε υπαιτιότητα τον ιουδαϊκό λαό και την αριστοκρατία. Στο πέμπτο και στο έκτο βιβλίο του έργου εξιστορείται η πολιορκία και η άλωση της Ιερουσαλήμ (70 μ.Χ.) Στο απόσπασμα από το έκτο βιβλίο που ανθολογείται εδώ περιγράφεται η πυρπόληση του Ναού μετά την κατάληψη της πόλης αλλά και το κλίμα που είχε διαμορφωθεί σ᾽ αυτήν από διάφορους ψευδοπροφήτες.

Περὶ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ πολέμου 6, 271-288, 300-309

[6.271] καιομένου δὲ τοῦ ναοῦ τῶν μὲν προσπιπτόντων ἦν ἁρπαγή, φόνος δὲ τῶν καταλαμβανομένων μυρίος καὶ οὔτε ἡλικίας ἦν ἔλεος οὔτ᾽ ἐντροπὴ σεμνότητος, ἀλλὰ καὶ παιδία καὶ γέροντες καὶ βέβηλοι καὶ ἱερεῖς ὁμοίως ἀνῃροῦντο, καὶ πᾶν γένος ἐπεξῄει περισχὼν ὁ πόλεμος, ὁμοῦ τούς τε ἱκετεύοντας καὶ τοὺς ἀμυνομένους. [6.272] συνήχει δὲ ἡ φλὸξ ἐπὶ πλεῖστον ἐκφερομένη τοῖς τῶν πιπτόντων στεναγμοῖς, καὶ διὰ μὲν τὸ ὕψος τοῦ λόφου καὶ τὸ τοῦ φλεγομένου μέγεθος ἔργου πᾶσαν ἄν τις ἔδοξε καίεσθαι τὴν πόλιν, τῆς δὲ βοῆς ἐκείνης οὐδὲν ἐπινοηθῆναι δύναιτ᾽ ἂν ἢ μεῖζον ἢ φοβερώτερον. [6.273] τῶν τε γὰρ Ῥωμαϊκῶν ταγμάτων ἀλαλαγμὸς ἦν συμφερομένων, καὶ τῶν στασιαστῶν πυρὶ καὶ σιδήρῳ κεκυκλωμένων κραυγή, τοῦ τε ἀποληφθέντος ἄνω λαοῦ τροπή τε μετ᾽ ἐκπλήξεως εἰς τοὺς πολεμίους καὶ πρὸς τὸ πάθος οἰμωγαί. [6.274] συνεβόα δὲ τοῖς ἐπὶ τοῦ λόφου τὸ κατὰ τὴν πόλιν πλῆθος· ἤδη δὲ πολλοὶ τῷ λιμῷ μαραινόμενοι καὶ μεμυκότες ὡς εἶδον τὸ τοῦ ναοῦ πῦρ, εἰς ὀδυρμοὺς πάλιν καὶ κραυγὴν εὐτόνησαν· συνήχει δὲ ἥ τε Περαία καὶ τὰ πέριξ ὄρη βαρυτέραν ποιοῦντα τὴν βοήν. [6.275] ἦν δὲ τοῦ θορύβου τὰ πάθη φοβερώτερα· τὸν μέν γε τοῦ ἱεροῦ λόφον ἐκ ῥιζῶν ἄν τις ἔδοξε βράττεσθαι πάντοθεν τοῦ πυρὸς καταγέμοντα, δαψιλέστερον δὲ τὸ αἷμα τοῦ πυρὸς εἶναι καὶ τῶν φονευόντων πλείους τοὺς φονευομένους· [6.276] οὐδαμοῦ γὰρ ἡ γῆ διεφαίνετο τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ σωροῖς ἐπιβαίνοντες οἱ στρατιῶται σωμάτων ἐπὶ τοὺς διαφεύγοντας ἔθεον. [6.277] τὸ μὲν οὖν λῃστρικὸν πλῆθος ὠσάμενοι τοὺς Ῥωμαίους μόλις εἰς τὸ ἔξω διεκπίπτουσιν ἱερὸν κἀκεῖθεν εἰς τὴν πόλιν, τοῦ δημοτικοῦ δὲ τὸ λειφθὲν ἐπὶ τὴν ἔξω στοὰν κατέφυγε. [6.278] τῶν δὲ ἱερέων τινὲς τὸ μὲν πρῶτον ἀπὸ τοῦ ναοῦ τούς τε ὀβελοὺς καὶ τὰς ἕδρας αὐτῶν μολίβου πεποιημένας ἀνασπῶντες εἰς τοὺς Ῥωμαίους ἠφίεσαν, [6.279] αὖθις δὲ ὡς οὔτε ἤνυόν τι καὶ τὸ πῦρ ἐπ᾽ αὐτοὺς ἀνερρήγνυτο, ἐπὶ τὸν τοῖχον ἀναχωρήσαντες ὄντα ὀκτάπηχυν τὸ εὖρος ἔμενον. [6.280] δύο γε μὴν τῶν ἐπισήμων, παρὸν σωθῆναι πρὸς Ῥωμαίους μεταστᾶσιν ἢ διακαρτερεῖν πρὸς τὴν μετὰ τῶν ἄλλων τύχην, ἑαυτοὺς ἔρριψαν εἰς τὸ πῦρ καὶ τῷ ναῷ συγκατεφλέγησαν, Μηϊρός τε υἱὸς Βελγᾶ καὶ Ἰώσηπος Δαλαίου.
[6.281] Ῥωμαῖοι δὲ μάταιον τὴν ἐπὶ τοῖς πέριξ φειδὼ κρίναντες τοῦ ναοῦ φλεγομένου πάντα συνεπίμπρασαν, τά τε λείψανα τῶν στοῶν καὶ τὰς πύλας πλὴν δύο, τῆς μὲν ἐκ τῶν ἀνατολικῶν τῆς δὲ μεσημβρινῆς· καὶ ταύτας ὕστερον κατέσκαψαν. [6.282] ἔκαιον δὲ καὶ τὰ γαζοφυλάκια, ἐν οἷς ἄπειρον μὲν χρημάτων πλῆθος ἄπειροι δ᾽ ἐσθῆτες καὶ ἄλλα κειμήλια, συνελόντι δ᾽ εἰπεῖν, πᾶς ὁ Ἰουδαίων σεσώρευτο πλοῦτος, ἀνεσκευασμένων ἐκεῖ τοὺς οἴκους τῶν εὐπόρων. [6.283] ἧκον δὲ καὶ ἐπὶ τὴν λοιπὴν στοὰν τοῦ ἔξωθεν ἱεροῦ· καταφεύγει δ᾽ ἐπ᾽ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ δήμου γύναια καὶ παιδία καὶ σύμμικτος ὄχλος εἰς ἑξακισχιλίους. [6.284] πρὶν δὲ Καίσαρα κρῖναί τι περὶ αὐτῶν ἢ κελεῦσαι τοὺς ἡγεμόνας, φερόμενοι τοῖς θυμοῖς οἱ στρατιῶται τὴν στοὰν ὑφάπτουσι, καὶ συνέβη τοὺς μὲν ῥιπτοῦντας αὑτοὺς ἐκ τῆς φλογὸς διαφθαρῆναι, τοὺς δὲ ἐν αὐτῇ· περιεσώθη δὲ ἐκ τοσούτων οὐδείς. [6.285] τούτοις αἴτιος τῆς ἀπωλείας ψευδοπροφήτης τις κατέστη κατ᾽ ἐκείνην κηρύξας τὴν ἡμέραν τοῖς ἐπὶ τῆς πόλεως, ὡς ὁ θεὸς ἐπὶ τὸ ἱερὸν ἀναβῆναι κελεύει δεξομένους τὰ σημεῖα τῆς σωτηρίας. [6.286] πολλοὶ δ᾽ ἦσαν ἐγκάθετοι παρὰ τῶν τυράννων τότε πρὸς τὸν δῆμον προφῆται προσμένειν τὴν ἀπὸ τοῦ θεοῦ βοήθειαν καταγγέλλοντες, ὡς ἧττον αὐτομολοῖεν καὶ τοὺς ἐπάνω δέους καὶ φυλακῆς γενομένους ἐλπὶς παρακροτοίη. [6.287] πείθεται δὲ ταχέως ἄνθρωπος ἐν συμφοραῖς, ὅταν δ᾽ ἤδη καὶ τῶν κατεχόντων δεινῶν ἀπαλλαγὴν ὁ ἐξαπατῶν ὑπογράφῃ, τόθ᾽ ὁ πάσχων ὅλος γίνεται τῆς ἐλπίδος. [6.288] τὸν γοῦν ἄθλιον δῆμον οἱ μὲν ἀπατεῶνες καὶ καταψευδόμενοι τοῦ θεοῦ τηνικαῦτα παρέπειθον, τοῖς δ᾽ ἐναργέσι καὶ προσημαίνουσι τὴν μέλλουσαν ἐρημίαν τέρασιν οὔτε προσεῖχον οὔτ᾽ ἐπίστευον, ἀλλ᾽ ὡς ἐμβεβροντημένοι καὶ μήτε ὄμματα μήτε ψυχὴν ἔχοντες τῶν τοῦ θεοῦ κηρυγμάτων παρήκουσαν.
[6.300] τὸ δὲ τούτων φοβερώτερον, Ἰησοῦς γάρ τις υἱὸς Ἀνανίου τῶν ἰδιωτῶν ἄγροικος πρὸ τεσσάρων ἐτῶν τοῦ πολέμου τὰ μάλιστα τῆς πόλεως εἰρηνευομένης καὶ εὐθηνούσης, ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἐν ᾗ σκηνοποιεῖσθαι πάντας ἔθος τῷ θεῷ, κατὰ τὸ ἱερὸν ἐξαπίνης ἀναβοᾶν ἤρξατο [6.301] «φωνὴ ἀπὸ ἀνατολῆς, φωνὴ ἀπὸ δύσεως, φωνὴ ἀπὸ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, φωνὴ ἐπὶ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸν ναόν, φωνὴ ἐπὶ νυμφίους καὶ νύμφας, φωνὴ ἐπὶ τὸν λαὸν πάντα.» τοῦτο μεθ᾽ ἡμέραν καὶ νύκτωρ κατὰ πάντας τοὺς στενωποὺς περιῄει κεκραγώς. [6.302] τῶν δὲ ἐπισήμων τινὲς δημοτῶν ἀγανακτήσαντες πρὸς τὸ κακόφημον συλλαμβάνουσι τὸν ἄνθρωπον καὶ πολλαῖς αἰκίζονται πληγαῖς. ὁ δὲ οὔθ᾽ ὑπὲρ αὑτοῦ φθεγξάμενος οὔτε ἰδίᾳ πρὸς τοὺς παίοντας, ἃς καὶ πρότερον φωνὰς βοῶν διετέλει. [6.303] νομίσαντες δὲ οἱ ἄρχοντες, ὅπερ ἦν, δαιμονιώτερον τὸ κίνημα τἀνδρὸς ἀνάγουσιν αὐτὸν ἐπὶ τὸν παρὰ Ῥωμαίοις ἔπαρχον. [6.304] ἔνθα μάστιξι μέχρι ὀστέων ξαινόμενος οὔθ᾽ ἱκέτευσεν οὔτ᾽ ἐδάκρυσεν, ἀλλ᾽ ὡς ἐνῆν μάλιστα τὴν φωνὴν ὀλοφυρτικῶς παρεγκλίνων πρὸς ἑκάστην ἀπεκρίνατο πληγήν «αἰαὶ Ἱεροσολύμοις.» [6.305] τοῦ δ᾽ Ἀλβίνου διερωτῶντος, οὗτος γὰρ ἔπαρχος ἦν, τίς εἴη καὶ πόθεν, καὶ διὰ τί ταῦτα φθέγγοιτο, πρὸς ταῦτα μὲν οὐδ᾽ ὁτιοῦν ἀπεκρίνατο, τὸν δὲ ἐπὶ τῇ πόλει θρῆνον εἴρων οὐ διέλειπεν, μέχρι καταγνοὺς μανίαν ὁ Ἀλβῖνος ἀπέλυσεν αὐτόν. [6.306] ὁ δὲ τὸν μέχρι τοῦ πολέμου χρόνον οὔτε προσῄει τινὶ τῶν πολιτῶν οὔτε ὤφθη λαλῶν, ἀλλὰ καθ᾽ ἡμέραν ὥσπερ εὐχὴν μεμελετηκώς «αἰαὶ Ἱεροσολύμοις» ἐθρήνει. [6.307] οὔτε δέ τινι τῶν τυπτόντων αὐτὸν ὁσημέραι κατηρᾶτο οὔτε τοὺς τροφῆς μεταδιδόντας εὐλόγει, μία δὲ πρὸς πάντας ἦν ἡ σκυθρωπὴ κλῃδὼν ἀπόκρισις. [6.308] μάλιστα δ᾽ ἐν ταῖς ἑορταῖς ἐκεκράγει· καὶ τοῦτ᾽ ἐφ᾽ ἑπτὰ ἔτη καὶ μῆνας πέντε εἴρων οὔτ᾽ ἤμβλυνεν τὴν φωνὴν οὔτ᾽ ἔκαμεν, μέχρις οὗ κατὰ τὴν πολιορκίαν ἔργα τῆς κλῃδόνος ἰδὼν ἀνεπαύσατο. [6.309] περιιὼν γὰρ ἀπὸ τοῦ τείχους «αἰαὶ πάλιν τῇ πόλει καὶ τῷ λαῷ καὶ τῷ ναῷ» διαπρύσιον ἐβόα, ὡς δὲ τελευταῖον προσέθηκεν «αἰαὶ δὲ κἀμοί», λίθος ἐκ τοῦ πετροβόλου σχασθεὶς καὶ πλήξας αὐτὸν παραχρῆμα κτείνει, φθεγγομένην δ᾽ ἔτι τὰς κλῃδόνας ἐκείνας τὴν ψυχὴν ἀφῆκε. [6.310] ταῦτά τις ἐννοῶν εὑρήσει τὸν μὲν θεὸν ἀνθρώπων κηδόμενον καὶ παντοίως προσημαίνοντα τῷ σφετέρῳ γένει τὰ σωτήρια, τοὺς δ᾽ ὑπ᾽ ἀνοίας καὶ κακῶν αὐθαιρέτων ἀπολλυμένους, [6.311] ὅπου γε Ἰουδαῖοι καὶ τὸ ἱερὸν μετὰ τὴν καθαίρεσιν τῆς Ἀντωνίας τετράγωνον ἐποίησαν, ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς λογίοις ἔχοντες ἁλώσεσθαι τὴν πόλιν καὶ τὸν ναόν, ἐπειδὰν τὸ ἱερὸν γένηται τετράγωνον.

***
[271] Ο Ναός λαμπάδιαζε και οι στρατιώτες άρπαζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, και οι σκοτωμένοι δεν είχαν μετρημό. Ούτε για ηλικία υπήρχε έλεος ούτε ντροπή για ό,τι ήταν σεβαστό. Αλλά και παιδιά και γέροντες, και λαϊκοί και ιερείς όμοια περνούσαν από το μαχαίρι· όλες τις τάξεις τις είχε περιλάβει ο πόλεμος και χτυπούσε μαζί αυτούς που ικέτευαν και αυτούς που αντιστέκονταν. [272] Αντηχούσε η φλόγα και απλωνόταν μακριά ανάμιχτη με τους στεναγμούς αυτών που έπεφταν, ενώ το ύψος του λόφου και η έκταση της φωτιάς έδιναν την εντύπωση ότι καιγόταν όλη η πόλη, κι από το βουητό εκείνο δεν θα μπορούσε κανένας να φανταστεί πιο μεγάλο ή πιο φοβερό. [273] Από τη μια ο αλαλαγμός των ρωμαϊκών λεγεώνων που ορμούσαν κατά μάζες μαζί με την κραυγή των στασιαστών περικυκλωμένων από φωτιά και ξίφη, κι από την άλλη η φυγή του λαού που είχε απομείνει ψηλά και έτρεχε πανικόβλητος στους εχθρούς και οι θρήνοι για τη συμφορά. [274] Και ήταν σε συμφωνία με τις κραυγές όσων ήταν πάνω στο λόφο οι κραυγές του πλήθους μέσα στην πόλη. Τότε όμως πολλοί που ήταν εξαντλημένοι από την πείνα και βουβοί, μόλις είδαν τη φωτιά του Ναού, ξαναβρήκαν τη δύναμή τους για θρήνους και κραυγές. Αντηχούσαν μαζί η Περαία και τα γύρω βουνά κάνοντας τη βουή τρομακτικότερη.
[275] Αλλά φοβερότερα από το βουητό ήταν τα παθήματά τους. Θα νόμιζε κανένας ότι ο ιερός λόφος έβραζε από τους πρόποδες κυκλωμένος ολόγυρα από τη φωτιά, κι ότι το αίμα ήταν πιο άφθονο από τη φωτιά και περισσότεροι οι σκοτωμένοι από αυτούς που τους σκότωναν. [276] Πού να φανεί η γη από τους νεκρούς. Αλλά οι στρατιώτες, πατώντας πάνω στους σωρούς των πτωμάτων, κυνηγούσαν όσους προσπαθούσαν να διαφύγουν. [277] Το πλήθος λοιπόν των ληστών απωθώντας τους Ρωμαίους ξεγλιστρούσε με δυσκολία στο έξω ιερό κι από κει στην πόλη, ενώ όσοι απόμειναν από το λαό κατέφυγαν στην έξω στοά. [278] Κάποιοι από τους ιερείς στην αρχή ξήλωναν από το Ναό τους οβελούς και τις μολύβδινες βάσεις τους και τους σφενδόνιζαν κατά των Ρωμαίων. [279] Έπειτα όμως, αφού τίποτα δεν πετύχαιναν ενώ η φωτιά ανέβαινε προς το μέρος τους, τραβήχτηκαν στον τοίχο που είχε πλάτος οχτώ πήχεις και εκεί περίμεναν. [280] Δύο όμως από τους επίσημους, παρόλο που μπορούσαν να σωθούν πηγαίνοντας στους Ρωμαίους ή να περιμένουν να συμμεριστούν την τύχη των άλλων, ρίχτηκαν στη φωτιά και έγιναν παρανάλωμα μαζί με το Ναό· ήταν ο Μηϊρός του Βελγά και ο Ιώσηπος του Δαλαίου.
[281] Οι Ρωμαίοι, θεωρώντας ανώφελη την προσπάθεια να προφυλάξουν τα γύρω κτίρια ενώ ο Ναός καιγόταν, έβαλαν φωτιά σε όλα, και στ᾽ απομεινάρια των στοών και στις πύλες, εκτός από δύο, τη μία στ᾽ ανατολικά και την άλλη νότια. Αργότερα τις γκρέμισαν κι αυτές απ᾽ τα θεμέλια. [282] Μαζί έκαιγαν και τα θησαυροφυλάκια όπου υπήρχε άπειρο χρήμα, άπειρος ρουχισμός και άλλα κειμήλια, μ᾽ ένα λόγο ήταν σωρευμένος όλος ο πλούτος των Ιουδαίων εκεί είχαν μεταφέρει οι εύποροι τον πλούτο τους.
[283] Πήγαν και στην άλλη στοά του εξωτερικού ιερού. Σ᾽ αυτήν είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα του λαού και όχλος ανάκατος, γύρω στους έξι χιλιάδες. [284] Πριν λοιπόν πάρει ο Καίσαρας την απόφασή του γι᾽ αυτούς ή διατάξει τους επικεφαλής, οι στρατιώτες, σπρωγμένοι από τη μανία τους, βάζουν φωτιά στη στοά. Κι έγινε τούτο. Κάηκαν κι όσοι πηδούσαν από τη στοά αλλά κι όσοι παρέμειναν σ᾽ αυτήν. Από τόσο πλήθος δεν σώθηκε κανένας. [285] Αίτιος του χαμού τους στάθηκε κάποιος ψευδοπροφήτης που προφήτεψε εκείνη την ημέρα σε όσους ήταν μέσα στην πόλη ότι ο θεός προστάζει ν᾽ ανεβούν στο ιερό για να λάβουν τα σημεία της σωτηρίας.
[286] Υπήρχαν πολλοί προφήτες τότε μέσα στο λαό, εγκάθετοι των τυράννων, που κήρυτταν να περιμένουν τη βοήθεια του θεού. Έτσι θα αυτομολούσαν λιγότερο, και ξεπερνώντας κάθε φόβο και προφύλαξη θα τους παραπλανούσε η ελπίδα. [287] Ο άνθρωπος στις συμφορές πείθεται εύκολα, κι όταν αυτός που τον ξεγελά περιγράφει και την απαλλαγή από τα δεινά που τον ταλαιπωρούν, τότε ο βασανισμένος παραδίνεται ολόκληρος στην ελπίδα.
[288] Τον δυστυχισμένο λαό λοιπόν παραπλανούσαν τότε οι απατεώνες και ψευδοκήρυκες του Θεού, και μήτε πρόσεχε μήτε πίστευε στα ολοφάνερα σημεία που προμηνούσαν τη μελλοντική ερήμωση. Αλλά σαν να είχαν κεραυνοβοληθεί και να μην είχαν μήτε μάτια μήτε ψυχή, άκουσαν λανθασμένα τις παραγγελίες του Θεού.
...
[300] Και το πιο φοβερό απ᾽ αυτά· τέσσερα χρόνια πριν από τον πόλεμο, και ενώ η πόλη περνούσε μέρες αδιατάραχτης ειρήνης και ευημερίας, κάποιος Ιησούς γιος του Ανανία, ένας απλός χωρικός, ήρθε στην εορτή που είχαν τη συνήθεια να στήνουν σκηνές για το Θεό. Αφού λοιπόν στάθηκε προς το ιερό, ξαφνικά άρχισε να φωνάζει: [301] «Φωνή από την ανατολή, φωνή από τη δύση, φωνή από τους τέσσερις ανέμους, φωνή κατά της Ιερουσαλήμ και του Ναού, φωνή κατά των αντρών και των γυναικών, φωνή κατά του λαού όλου». Γύριζε σ᾽ όλα τα στενά μέρα και νύχτα και φώναζε τα ίδια λόγια. [302] Κάποιοι από τους επίσημους πολίτες που αγανάκτησαν με τους δυσοίωνους λόγους, συνέλαβαν τον άνθρωπο και τον καταπλήγωσαν με τα χτυπήματά τους. Αυτός όμως, ούτε για να υπερασπιστεί τον εαυτό του έλεγε τίποτα ούτε έδινε εξηγήσεις, ιδιαιτέρως σ᾽ αυτούς που τον χτυπούσαν, αλλά φώναζε συνέχεια τις ίδιες λέξεις που έλεγε πρώτα.
[303] Νομίζοντας οι άρχοντες -που ήταν και η αλήθεια- ότι η συμπεριφορά του ανθρώπου είχε κάτι δαιμονικό, τον οδήγησαν στον ρωμαίο έπαρχο. [304] Εδώ, αν και το μαστίγιο τον έσκιζε ως τα κόκαλα, ούτε ικέτεψε ούτε δάκρυσε καν. Αλλά κάνοντας όσο το δυνατό θρηνητικότερη τη φωνή του, απαντούσε σε κάθε χτύπημα «Αλίμονό σου, Ιερουσαλήμ». [305] Στις ερωτήσεις του Αλβίνου -αυτός ήταν ο έπαρχος- ποιος ήταν και από πού ήρθε και γιατί έλεγε αυτά τα πράγματα, δεν απαντούσε το παραμικρό, δεν έπαυε όμως να θρηνολογεί για την πόλη, ώσπου ο Αλβίνος τον έβγαλε τρελό και τον απέλυσε. [306] Κι αυτός ως την έκρηξη του πολέμου ούτε πλησίασε κανέναν πολίτη ούτε τον είδαν να μιλάει σε κανέναν, αλλά σαν να είχε αποστηθίσει κάποια προσευχή θρηνούσε όλη τη μέρα «Αλίμονό σου, Ιερουσαλήμ». [307] Ούτε κανέναν από αυτούς που του έδιναν τροφή ευλογούσε· η ίδια λυπητερή φράση ήταν απάντηση σε όλους. [308] Στις εορτές φώναζε περισσότερο. Θρηνολογώντας έτσι εφτά χρόνια και πέντε μήνες, ούτε τη φωνή του άλλαζε ούτε κουραζόταν, ώσπου κατά την πολιορκία, βλέποντας έργο την προφητεία του, ξεκουράστηκε. [309] Τριγυρίζοντας στο τείχος φώναζε διαπεραστικά: «Αλίμονο πάλι στην πόλη και το λαό και το Ναό». Κι όταν στο τέλος πρόσθεσε «αλίμονό μου κι εμένα», μια πέτρα φεύγοντας από ένα μηχάνημα, τον πέτυχε και τον σκότωσε. Αμέσως του έφυγε η ψυχή ενώ έλεγε αυτή την προφητεία.
[310] Όταν αναλογιστεί κανένας αυτά τα πράγματα θα βρει ότι ο Θεός φροντίζει για τους ανθρώπους και προλέγει με κάθε τρόπο πώς θα σωθεί ο λαός του. Οι άνθρωποι όμως από ανοησία και λανθασμένες δικές τους επιλογές χάνονται. [311] Έτσι οι Ιουδαίοι μετά την εκθεμελίωση της Αντωνίας έκαναν το ιερό τετράγωνο, παρόλο που έχουν γραμμένο στα βιβλία τους ότι η πόλη κι ο Ναός θα κυριευθούν, όταν το ιερό γίνει τετράγωνο.

ΜΕΛΙΣΣΟΣ

Χρονολογικά μπορούμε με ασφάλεια να τοποθετήσουμε τον Μέλισσο στα μέσα ή στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. Σε γενικές γραμμές, υποστήριζε στην πραγματεία του πως ό, τι υπάρχει είναι 1) χρονικά άπειρο 2) χωρικά άπειρο (ἀρχήν οὐκ ἔχει οὐδέ τελευτήν, ἀλλ’ ἄπειρόν ἐστιν) 3) Ένα (Ἕν) 4) ομοιογενές (ὅμοιον) 5) αμετάβλητο, δηλαδή δεν αναδιατάσσεται (οὔτ' ἄν.,.μετακοσμέοιτο, DK30B7), δεν νιώθει πόνο (οὔτε ἀλγεῖ), δεν νιώθει λύπη (οὔτε ἀνιᾶται), δεν κινείται (οὐδέ κινεῖται) 6) είναι, επίσης, αδιαίρετο και 7) ασώματο (ἀσώματον εἶναι βούλεται τό ὄν, απ. Β9).
 
Η μεθοδική αυτή υπεράσπιση μιας εκδοχής του Ελεατικού μονισμού διατυπώθηκε σε λιτό ιωνικό πεζό λόγο και στους αντίποδες του υψηλού και σκοτεινού ποιητικού λόγου του Παρμενίδη. Οι διατυπώσεις του Μέλισσου, χάρη στον σχετικά απλό χαρακτήρα του έργου του, αποτελούν απηχήσεις παλαιότερα διατυπωμένων απόψεων του Ελεατισμού και όχι του ίδιου του Παρμενίδη. Ενώ σε γενικές γραμμές τα συμπεράσματα του Μέλισσου ταυτίζονται με τα συμπεράσματα του Παρμενίδη, δεν συμβαίνει, ωστόσο, το ίδιο με τους αποδεικτικούς του συλλογισμούς. Διακρίνουμε ελάχιστα ίχνη της πλέον θεμελιώδους παρμενίδειας αρχής, της απόρριψης του μη είναι. Επιπλέον, ενώ, όπως είδαμε, ο Παρμενίδης συνάγει ως επί το πλείστον κάθε γνώρισμα του είναι ακλουθώντας ανεξάρτητο αποδεικτικό συλλογισμό για το καθένα, σχεδόν όλοι οι αποδεικτικοί συλλογισμοί του Μέλισσου διατυπώνονται σε αλυσιδωτή ακολουθία, κατά την οποία το κάθε γνώρισμα προκύπτει άμεσα από το προηγούμενο.
 
Ο Μέλισσος δεν επιδιώκει την άκρως εκλεπτυσμένη διερεύνηση στην οποία επιδίδεται ο Παρμενίδης εφαρμόζοντας μια λογική που βασίζεται στις έννοιες του ἐόντος και του μή ἐόντος. Θεωρώ ότι ο Μέλισσος συγγράφει το έργο του ως Ίωνας φυσικός φιλόσοφος απευθυνόμενος σε ομόδοξους ακροατές του και εκθέτει το ελεατικό "Εν με επιχειρήματα που εναρμονίζονται με την κοσμολογία των Ιώνων. Ο τίτλος της πραγματείας του (κατά πάσα πιθανότητα γνήσιος παρά τις επιφυλάξεις ορισμένων μελετητών), Περί φύσεως Περί τοῦ ὄντος, σε τελική ανάλυση προσδίδει στην έκθεσή του τον χαρακτήρα μιας ελεατικής φυσικής πραγματείας. Οι αποκλίσεις του από τον Παρμενίδη, που συνίστανται στην υιοθέτηση της καθημερινής γλώσσας της εποχής του και στην παραδοχή ενός χωρικά άπειρου όντος, αποτελούν συμπτώματα του προγράμματος του παρά της πνευματικής του ανεξαρτησίας.
 
Για τους δύο πρώτους αποδεικτικούς συλλογισμούς του βιβλίου του το κείμενο που διαθέτουμε είναι πιθανώς πλήρες. Έχω, ωστόσο, την πεποίθηση ότι οι μελετητές δεν κατόρθωσαν να διαχωρίσουν σωστά το πρώτο επιχείρημα του στοχαστή που αφορά το χρονικό άπειρο από το δεύτερο επιχείρημά του που αφορά το χωρικό άπειρο.[1]
 
(i) «Το ὄν άπειρο στον χρόνο»
(DK30B1) ἀεί ἦν ὅ,τι ἦν καί ἀείἔεσται. Εἰ γάρ ἐγένετο, ἀναγκαῖόν ἐστι πρίν γενέσθαι εἶναι μηδέν· εἰ τοίνυν μηδέν ἦν, οὐδαμά ἄν γένοιτο οὐδέν ἐκ μηδενός· ὅτε τοίνυν οὐκ ἐγένετο, ἔστι τε καί ἀεί ἦν καί ἀεί ἔσται [«Ό,τι και αν ήταν πάντοτε υπήρχε και πάντα θα υπάρχει. Γιατί αν γεννήθηκε, είναι ανά­γκη να μην ήταν τίποτε πριν γεννηθεί (ή: είναι ανάγκη, πριν αυτό γεννηθεί να μην υπήρχε τίποτε). Αν όμως αυτό δεν ήταν τίποτε (ή: αν δεν υπήρχε τίποτε), τότε δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να γεννηθεί κάτι από το μηδέν (αρχή του αποσπάσματος Β2). Εφόσον, λοιπόν, δεν γεννήθηκε, τότε και είναι και πάντοτε ήταν και πάντα θα είναι»].
 
Ενώ ο Παρμενίδης είχε ως αφετηρία του μια εξαιρετικά παράδοξη αρχή, την απόρριψη του μή ἐόντος, η αφετηριακή αρχή του Μέλισσου, η αιτιακή θέση του ότι «τίποτε δεν θα μπορούσε να γεννηθεί από το μηδέν», είναι σχεδόν απίθανο να προκαλούσε εντύπωση στους ακροατές του. Μια τέτοια αρχή ή υπόθεση είχε ήδη τις ρίζες της σε μια καθολική αξιωματική αρχή της προσωκρατικής φιλοσοφίας που πρέσβευε την ύπαρξη μιας αιώνιας αρχέγονης πρώτης ύλης του σύμπαντος. Η αρχή αυτή, η οποία σπάνια αμφισβητήθηκε στην αρχαιότητα, θεωρούνταν γενικά αδιαφιλονίκητη. Σε σύγκριση με τον Παρμενίδη, ο Μέλισσος μας επιτρέπει να συμπληρώσουμε την αντίστροφη αρχή «Τίποτε δεν θα μπορούσε να μηδενισθεί ολοκληρωτικά» ως προϋπόθεση της μελλοντικής θεωρίας περί αφθαρσίας της ύλης.
 
Δεν θα έπρεπε, επίσης, να προκαλεί έκπληξη, ιδιαίτερα στο πνευματικό περιβάλλον της Ιωνίας,[2] η απόπειρα του Μέλισσου να εκφράσει αυτήν την αναλλοίωτη υπόσταση του όντος ορίζοντάς το ως άπειρο στον χρόνο, ενώ ο Παρμενίδης είχε επιλέξει να συγχωνεύσει το παρελθόν και το μέλλον στο παρόν. Δεν είναι ανάγκη να συμπεράνουμε ότι πρόκειται για καίρια φιλοσοφική διαφωνία. Ίσως ο Μέλισσος θεωρεί ότι ο ρόλος του ως στοχαστή εξαντλείται στο να παρουσιάσει τη σκέψη του Παρμενίδη με το φιλοσοφικό ιδιόλεκτο που κατανοούν οι ακροατές του.
 
(ii) «Το όν άπειρο στον χώρο»
(συνέχεια του αποσπάσματος DK30B2) καί ἀρχήν οὐκ ἔχει οὐδέ τελευτήν, ἀλλ' ἄπειρον ἔστιν. εἰ μέν γάρ ἐγένετο, ἀρχην ἄν εἶχεν (ἤρξατο γάρ ἄν πότε γινόμενον) καί τελευτήν (ἐτελευτησε γάρ ἄν πότε γινόμενον)· ὅτε δέ μήτε ἤρξατο μήτε ἐτελεύτησεν, ἀεί τέ ἦν καί ἀεί ἔσται, οὐκ ἔχει ἀρχην οὐδέ τελευτήν [«και δεν έχει καμία αρχή (στον χώρο) ούτε τέλος, αλλά είναι άπειρο. Γιατί αν είχε γεννηθεί, θα είχε μια αρχή (στον χώρο)-γιατί κάποια στιγμή θα είχε αρχίσει η διαδικασία γένεσής του-και ένα τέλος-γιατί κάποια στιγμή θα έπαυε η διαδικασία γένεσής του). Αφού, όμως, ούτε άρχισε ούτε τελείωσε (η διαδικα­σία), και αφού υπήρχε πάντοτε και πάντα θα υπάρχει, τότε δεν έχει καμία αρχή (στον χώρο) ούτε τέλος»].
 
Από τον Αριστοτέλη και ύστερα, οι μελετητές εντοπίζουν στο σημείο αυτό τον εξής εσφαλμένο συλλογισμό: «όταν είναι χ, ψ και όεν ισχύει το χ, τότε δεν ισχύει και το ψ». Ίσως πρόκειται για άδικη εκτίμηση. Evo'j τα επιχειρήματα του Παρμενίδη προφανώς απευθύνονταν σε ακροατές εξοικειωμένους με τη σύλλη­ψη ενός πεπερασμένου σύμπαντος, ο Μέλισσος υποθέτει το αντίθετο, όπως ίσως θα υποθέταμε και εμείς, ότι το σύμπαν είναι άπειρο εκτός αν υπάρχει η δυνατότητα να αποδειχθεί κάτι διαφορετικό. Το γεγονός και πάλι αντικατο­πτρίζει την παιδεία των ακροατών του στον χώρο της ιώνιας φυσικής φιλοσο­φίας· η ιδέα περί απείρου σύμπαντος, η οποία στα χρόνια του Αναξίμανδρου είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται, συνιστούσε στην εποχή του Μέλισσου γνώ­ρισμα της κοσμολογίας του Αναξαγόρα και στη συνέχεια θα αποτελούσε πρω­τεύουσα αρχή της Ατομικής θεωρίας.
 
Ο Μέλισσος θέτει το εξής ερώτημα: Τι μπορεί να οριοθετήσει το ον, Αν τίπο­τε δεν είναι σε θέση να το οριοθετήσει, τότε το ον είναι άπειρο. Το μόνο πράγ­μα που θα μπορούσε να καταστήσει το ον πεπερασμένο θα ήταν μια διαδικασία γένεσης, η οποία, καθώς θα ήταν πεπερασμένη χρονικά, το μόνο που θα γεν­νούσε θα ήταν ένα πεπερασμένο στον χώρο ον. Όσο είναι σε θέση κανείς να κατασκευάσει έναν δρόμο που να εκτείνεται στο άπειρο, άλλο τόσο είναι σε θέση να δημιουργήσει μια οντότητα άπειρης έκτασης- αρκεί μόνο να λάβουμε υπόψη ότι κάθε διαδικασία αυτού του τύπου πρέπει να αρχίζει κάποια στιγμή (επομένως και από κάποιο σημείο στον χώρο) και κάποιοι στιγμή (άρα και σε κάποιο σημείο του χώρου) να παύει. Κατά συνέπεια, εφόσον το επιχείρημα (ί) ήδη κατέδειξε ότι το ον ποτέ δεν γεννήθηκε, δεν υπάρχει τίποτε που να το περιορίζει στον χοίρο με αποτέλεσμα να γίνεται άπειρο από έλλειψη ορίων.
 
Επιπλέον, ο Μέλισσος, αν και με κάποια ασάφεια, εξηγεί πως το χωρικό άπειρο που υποδεικνύει το επιχείρημα (ίί) εξαρτάται από λογική άποψη αλλά και είναι παράλληλο προς το χρονικό άπειρο που υποδεικνύει το επιχείρημα (ί). Τα αποσπάσματα Β2-4 ίσως αποτελούν μια ενότητα: (κατακλείδα αποσπάσματος Β2) ον γάρ άεί είναι άνυστόν, δ,τι μη παν εστι [«γιατί κάτι που δεν είναι ολόκληρο δεν μπορεί να υπάρχει πάντα»]· (Β3) όλλ’ ώσπερ εστιν άεί, οϋτω καί τό μέγεθος άπειρον άεί χρή είναι [«Αλλά όπως ακριβώς υπάρχει πάντα, έτσι πρέπει πάντα να είναι και άπειρο στο μέγεθος»]· (Β4) άρχήν τε καί τέλος έχον ούδέν ούτε άίδιον οντε άπειρόν έστιν [«όταν κάτι έχει αρχή και τέλος δεν είναι ούτε αιώνιο ούτε άπειρο»].
 
Στη συνέχεια, ο Μέλισσος μεταβαίνει από το χωρικό άπειρο στην ενότητα του όντος (iii): εἰ γάρ <ἄπειρον> εἴη, ἕν εἴη ἄν· εἰ γάρ δύο εἴη, οὐκ ἄν δύναιτο ἄπειρα εἶναι, ἀλλ’ ἔχοι ἄν πείρατα πρός ἄλληλα (Β6) [«γιατί αν ήταν <άπειρο> θα ήταν ένα.· γιατί αν ήταν δύο, δεν θα ήταν δυνατόν να είναι άπειρα, αλλά το ένα θα έθετε περιορισμούς στο άλλο», (μτφρ. Δ.Κ.)]· Το γνώρισμα αυτό δίνει στην οντότητα που περιγράφει ο Μέλισσος το όνομά της: Ἕν. Από την ενότητα του όντος (iii) ο στοχαστής συνάγει την ομοιογένεια του (iν): ν δέ ὄν ὅμοιον εἶναι πάντη · εἰ γάρ ἀνόμοιον, πλείω ὄντα οὐκ ἄν ἔτι ἕν εἶναι, ἀλλά πολλά [«καθώς είναι ένα, είναι όμοιο παντού· γιατί αν ήταν ανόμοιο, θα ήταν πολλαπλό και δεν θα ήταν πλέον ένα, αλλά πολλά» (μτφρ. Δ.Κ.)]· αν κάτι είναι ετερογενές είναι και πολλαπλό (θα ήταν αναπόφευκτα και πολλαπλό).[3]
 
Αντίθετα απ’ ὅ, τι συμβαίνει στον Παρμενίδη, η επιφανειακή σημασία των δύο παραπάνω διαδοχικών συμπερασμάτων δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτη­ση. Ανοιχτό παραμένει ακόμη το ζήτημα σχετικά με την ποιότητα των επιχει­ρημάτων του Μέλισσου. Ίσως ο περιπατητικός Εύδημος είχε άδικο όταν προέβαλε την ένσταση πως η μετάβαση από το γνώρισμα (ii) στο γνώρισμα (iii) ισχύ­ει μόνο για πράγματα άπειρα προς πάσα κατεύθυνση, εφόσον είναι σαφές ότι ο Μέλισσος έχει υπόψη του αυτή τη μορφή απείρου στο (ii) επιχείρημά του. Από την άλλη πλευρά, η μοναδική μορφή ενότητας που μπορεί το συμπέρασμα εύλο­γα να υπονοεί είναι ο ενιαίος χαρακτήρας· αυτό, βέβαια, δεν συνεπάγεται ότι ο ενιαίος χαρακτήρας του όντος δεν μπορεί να συμβαδίζει με μια ετερογενή πολ- λαπλότητά του (οι περισσότεροι, για παράδειγμα, πιστεύουμε ότι το σύμπαν φέρει και τις δύο ιδιότητες).
 
Ύστερα από μια επιγραμματική σύνοψη των έως τώρα συμπερασμάτων [οὕτως οὖν ἀΐδιόν ἐστι καί ἄπειρον καί ἕν καί ὅμοιον πᾶν (Β7.1 )|, ακολουθεί ένα γενικό επιχείρημα για τον προσδιορισμό του επόμενου γνωρίσματος:
(v) «το ον είναι αμετάβλητο»
καί οὔτ’ ἄν ἀπολλύοι τί οὔτε μεῖζον γίνοιτο οὔτε μετακοσμέοιτο οὔτε ἄλγεϊ οὔτε ἀνιᾶται· εἰ γάρ τί τούτων πάσχοι, οὐκ ἄν ἔτι ἐν εἴη. Εἰ γάρ ἑτεροιοῦται, ἀνάγκη τό ἐόν μή ὅμοιον εἶναι, ἀλλά ἀπόλλυσθαι τό πρόσθεν ἐόν, τό δέ οὐκ ἐόν γίνεσθαι. Εἰ τοίνυν τριχί μιῇ μνρίοις ἔτεσιν ἑτεροῖον γίνοιτο, ὀλεῖται πᾶν ἐν τῷ παντί χρόνῳ  (Β7.2) [«Και δεν μπορεί να χάσει τίποτε ούτε να γίνει μεγαλύτερο ούτε να αναδιαταχθεί, και δεν νιώθει ούτε πόνο ούτε λύπη· γιατί αν πάθαινε κάτι από αυτά, δεν θα ήταν πια ένα. Γιατί αν μεταβάλλεται, τότε είναι ανάγκη το έόν να μην είναι όμοιο, αλλά αυτό που προϋπήρχε να χάνεται και αυτό που δεν υπήρχε να γεννιέται. Αν μεταβαλλόταν έστω και κατά μια τρίχα σε διάστημα δέκα χιλιάδων χρόνων, θα χανόταν ολοσχερώς στο σύνολο του χρόνου»].
 
Η παραπάνω διατύπωση, υπό κανονικούς όρους και με δεδομένη τη σχέση αιτίου-αιτιατού ατην οποία υπακούει η επιχειρηματολογία του Μέλισσου, θεω­ρείται ότι αποτελεί ένα νέο συμπέρασμα που απορρέει από το γνώρισμα της ομοιογένειας (iv) μολονότι η αιτιακή σύνδεση είναι στην καλύτερη περίπτωση αδύναμη. Αν υποθέταμε ότι το ον μεταβάλλεται, θα μπορούσε μια τέτοια υπό­θεση να ακυρώσει τα γνωρίσματα του όμοιου και ενός, με τη σημασία που αυτά έχουν στο τέταρτο και στο τρίτο επιχείρημα αντίστοιχα; Ακόμη πιο ενδιαφέ­ρουσα είναι η πρόσθετη αιτιολόγηση του αμετάβλητου χαρακτήρα του όντος, η οποία απορρέει από το γνώρισμα του χρονικού απείρου (i): κάθε μεταβολή συνεπάγεται σε κάποιο βαθμό φθορά και, αν λάβουμε υπόψη το χρονικό άπει­ρο, όταν αφανίζονται τα μέρη ενός πράγματος, τότε και αυτί) αφανίζεται συνο­λικά. Αν το καθένα από τα μέρη ενός πράγματος είναι φθαρτό, τότε ενδέχεται να αφανισθούν όλα μαζί και (πρόκειται για έμμεση προεξαγγελία της αρχής της πληρότητας;) όταν κάτι είναι πιθανό να πραγματοποιηθεί δεν μπορεί να παρα­μένει απραγματοποίητο στο διηνεκές.
 
Στη συνέχεια, παρατίθενται τέσσερα επιχειρήματα για την αναίρεση ισάριθ­μων συγκεκριμένων μορφών μεταβολής (Β7.3-10). Τα τρία πρώτα στρέφονται κα­τά α) της αναδιάταξης β) του πόνου και γ) της λύπης και σε μεγάλο βαθμό συνι- στούν μια εκ νέου εφαρμογή του γενικού επιχειρήματος ότι η μεταβολή θα καταρ­γούσε τα μόνιμα γνωρίσματα του χρονικού απείρου (i) και της ομοιογένειας (iv). Όσον αφορά όμως τον πόνο (β), ο Μέλισσος σπεύδει να διευκρινίσει ότι, αν το 'Έναισθανόταν πόνο, αυτό θα σήμαινε ότι εξασθενεί η «δύναμή» του. Η παρατή­ρηση αυτή δεν εμπίπτει στην αλυσιόοιτή ακολουθία των συλλογισμών του αλλά υ­ποβάλλει τη σημαντική ιδέα ότι το Ἕν εξομοιώνεται με θεότητα.[4] Η εξίσωση του πρωταρχικού όντος με θεο αποδεικνύεται, για μια ακόμη φορά, ότι δεν προκα- λούσε καμία έκπληξη σε ακροατές εξοικειωμένους με το έργο του Αναξίμανδρου, του Αναξιμένη και του Ηράκλειτου, ώστε να. χρειάζεται ιδιαίτερα επιχειρήματα. Αποτελεί, ωστόσο, και σημείο επαφής με τον Παρμενίδη, ο οποίος, όπως διαπι­στώσαμε, τηρούσε την ίδια ακριβώς παράδοση, όταν ταύτιζε τη νόηση με το όν.
 
Το πιο καταλυτικό επιχείρημα εναντίον μιας ορισμένης μορφής μεταβολής είναι αυτό που στρέφεται κατά της κίνησης (Β7.7-10) και μπορεί να υποδιαιρε­θεί ως εξής:
 
(vi) «Το ον είναι ακίνητο»
  1. οὐδέ κέν ἐόν ἔστιν οὐδέν τό γάρ κενεόν οὖδεν ἔστιν οὐκ ἄν οὖν εἴη τό γέ μηδέν [«Και τίποτε δεν υπάρχει που να είναι κενό- γιατί το κενό δεν είναι τίποτε· συνεπώς, αυτό που δεν είναι τίποτε, δεν μπορεί να υπάρχει»].
2.   οὐδέ κινεῖται· ὑποχωρήσω γάρ οὔκ ἔχει οὐδαμῇ. ἀλλά πλέον ἔστιν. εἰ μέν γάρ κενεόν ἦν, ὑπεχώρει ἄν εἰς τό κενόν· κενοῦ δέ μή ἐόντος οὐκ ἔχει ὅκῃ ὑποχωρήσει. (πνκνόν δέ καί ἀραιόν οὔκ ἄν εἴη. τό γάρ ἄραιον ὄνκ ἀνυστόν πλέον εἶναι, ὁμοίως τῷ πνκνῷ. ἄλλ' ἤδη τό ἀραιον γέ κενεώτερον γίνεται τοῦ πνκνοῦ. κρίσιν δέ ταύτην χρή ποιήσασθαι τοῦ πλέω καί τοῦ μή πλέω· εἰ μέν οὖν χωρεῖ τί ἤ εἰσδέχεται, οὐ πλέων· εἰ δέ μήτε χωρεῖ μήτε εἰσδέχεται, πλέων.) [«Ούτε κινείται. Διότι δεν μπορεί να υποχοιρήσει αε καμία κατεύθυνση, αλλά είναι πλήρες. Γιατί αν υπήρχε κενό, θα κινούνταν μέσα στο κενό· εφόσον, όμως, όεν υπάρχει κενό, δεν έχει που να κινηθεί. (Λεν μπορούν να υπάρχουν το πυκνό και το αραιό. Γιατί το αραιό δεν μπορεί να είναι, εξίσου πλήρες με το πυκνό, αλλά το αραιό ήδη έχει μεγαλύτερο κενό απ’ ό.τι το πυκνό. Και το κριτήριο για να διακρίνουμε το πλήρες από το κενό είναι το εξής: αν κάτι κινείται ή είναι απορροφητικό δεν είναι πλήρες, ενιό αν δεν κινείται ούτε είναι απορροφητικό, τότε είναι πλήρες)»]
3.   ἀνάγκη τοίνυν πλέων εἶναι, εἰ κενόν μή ἔστιν. εἰ τοίνυν πλέων ἔστιν, οὐ κινεῖται.  Σύνοψη: [«Συνεπώς, πρέπει να είναι πλήρες, αν δεν υπάρχει κενό- αν όμως είναι πλήρες, δεν κινείται»].
 
Πρόκειται για το πρώτο μαρτυρημένο επιχείρημα, το οποίο παρουσιάζει την κίνηση να εξαρτάται από το κενό (παρά το γεγονός ότι η απόρριψη της κίνησης από τον Παρμενίδη ίσως έμμεσα εξυπακούει ήδη την απουσία κενού). Η απόρ­ριψη του κενού από τον Μέλισσο, με το επιχείρημα ότι αυτό δεν είναι, τίποτε και ως εκ τούτου όεν υπάρχει, αποτελεί την πλησιέστερη θέση του προς τη συλ­λογιστική του Παρμενίδη, ο οποίος εφαρμόζει μια λογική που βασίζεται στις έννοιες του έόντος και του μή έόντος. Ο Μέλισσος δεν αρνείται την ύπαρξη ενός εξωτερικού κενού εντός του οποίου το Ένθα μπορούσε να κινηθεί. Αυτό είναι ελάχιστα αναγκαίο αν λάβουμε τυτόψη ότι το "Εν είναι άπειρο προς όλες τις κατευθύνσεις. Απορρίπτει κάθε ανάμειξη του κενού με άλλα στοιχεία η οποία θα περιόριζε την πυκνότητά του και έτσι θα επιτρεπόταν η κίνηση λόγιο της επακόλουθης πίεσης ή ανακατανομής· αυτή είναι η σημασία της παρενθετι­κής διατύπωσης του δεύτερου αποσπάσματος (Β7.8-9).
 
Απομένει η μετάβαση από την «ακινησία» (v) στην «αόιαιρετότητα» (vi) του όντος (απ. Β10). Η διαίρεση θεωρείται διαδικασία που συνεπάγεται την κίνηση των τμημάτων τα οποία διαχωρίζονται (εἰ γάρ διῄρηται τό ἐόν κινεῖται κινούμενον δέ οὐκ ἄν εἴη). Καταλήγουμε στο συμπέρασμα του απ. Β9 το οποίο δεν εναρμονίζεται απόλυτα με την αλυσιδωτή ακολουθία των υπόλοιπων επιχειρημάτων, καθώς αποτελεί στην ουσία ένα επιπλέον εξαγόμενο του τρίτοτι γνωρίσματος (της ενότητας):
(vii) «Το ον είναι ασώ
ματο».
ἕν δ’ ἐόν δεῖ αὐτό σῶμα μή ἔχειν. εἰ δέ ἔχει πάχος, ἔχοι ἄν μόρια, καί οὐκέτι ἕν εἴη (Β9). [«Και καβοκ είναι ένα δεν πρέπει να έχει σώμα. Αν όμως είχε όγκο θα είχε μέρη και επομένως δεν θα ήταν πια ένα»].
 
Είναι παράδοξο που το εν, ενώ αποδείχθηκε ότι είναι απολύτως πυκνό και συνεπώς ακίνητο, πρέπει τώρα να αποδειχθεί ότι είναι ασώματο. Σε γενικές γραμμές φαίνεται πιο πιθανό πως ο Μέλισσος στο χωρίο αυτό αρνείται ότι το ενέχει κάποιο σώμα με οργανικά μέρη και ως εκ τούτου απορρίπτει την ανθρωπομορφική σύλληψη της θεότητας. Πρέπει να παραδεχθούμε, ωστόσο, ότι η αναφορά στον όγκο υποδηλώνει πως στόχος της απορριπτικής επίθεσης του Μέλισσου ήταν η σωματική υπόσταση του όντος.
 
Όπως ο Παρμενίδης (Ε)Κ28Β6) απέρριπτε την αξιοπιστία της αισθητηριακής αντίληψης προφανιος σε μια ξεχωριστή ενότητα της πραγματείας του, έτσι και ο Μέλισσος έστρεφε τα οντολογικά του συμπεράσματα εναντίον των αισθήσε­ων (DK30B8):
μέγιστον μέν οὖν σημεῖον οὗτος ὁ λόγος, ὅτι ἕν μόνον ἔστιν ἀτάρ καί τάδε σημεῖα, εἰ γάρ ἦν πολλά, τοιαῦτα χρή αὐτά εἶναι, οἶον πέρ ἔγω φημι τό ἕν εἶναι, εἰ γάρ ἔστι γῆ καί ὕδωρ καί ἀήρ καί πῦρ καί σίδηρος καί χρυσός, καί τό μέν ζῶον τό δέ τεθνηκός, καί μέλαν καί λευκόν καί τά ἄλλα, ὅσα φασίν οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀληθῆ, εἰ δή ταῦτα ἔστι, καί ἠμεῖς ὀρθῶς ὁρῶμεν καί ἀκούομεν, εἶναι χρή ἕκαστον τοιοῦτον, οἶον πέρ τό πρῶτον ἔδοξεν ἡμῖν καί μή μεταπίπτειν μηδέ γίνεσθαι ἑτεροῖον, ἀλλά ἀεί εἶναι ἕκαστον, οἷον πέρ ἐστιν. Νῦν δέ φαμεν ὀρθῶς ὁρᾶν καί ἀκούειν καί συνιέναι· δοκεῖ δέ ἡμῖν τό τέ θερμόν ψυχρόν γίνεσθαι καί τό ψυχρόν θερμόν καί τό σκληρόν μαλθακόν καί τό μαλθακόν σκληρόν καί τό ζῶον ἀποθνήσκειν καί ἐκ μή ζῶντος γίνεσθαι, καί ταῦτα πάντα ἑτεροιοῦσθαι, καί ὅ,τι ἦν τέ καί ὁ νῦν οὐδέν ὁμοῖον εἶναι, ἀλλ' ὁ τέ σίδηρος σκληρός ἐών τῷ δακτύλῳ κατατρίβεσθαι ὁμουρέων, καί χρυσός καί λίθος καί ἄλλο ὅ,τι ἰσχυρόν δοκεῖ εἶναι πᾶν, ἐξ ὕδατός τέ γῆ καί λίθος γίνεσθαι· ὥστε συμβαίνει μήτε ὁρᾶν μήτε τά ὄντα γινώσκειν. Οὐ τοίνυν ταῦτα ἀλλήλοις ὁμολογεῖ, φαμένοις γάρ εἶναι πολλά καί ἀίδια καί εἴδη τέ καί ἰσχύν ἔχοντα, πάντα ἑτεροιοῦσθαι ἡμῖν δοκεῖ καί μεταπίπτειν ἐκ τοῦ ἑκάστοτε ὁρωμένου. δῆλον τοίνυν, ὅτι οὐκ ὀρθῶς ἑωρῶμεν οὐδέ ἐκεῖνα πολλά ὀρθῶς δοκεῖ εἶναι· οὐ γάρ ἄν μετέπιπτεν, εἰ ἀληθῆ ἦν· ἀλλ’ ἦν οἶον πέρ ἐδόκει ἕκαστον τοιοῦτον. Τοῦ γάρ ἐόντος ἄληθινοῦ κρεῖσσον οὐδέν. ἤν δέ μεταπέςῃ, τό μέν ἐόν ἀπώλετο, τό δέ οὐκ ἐόν γέγονεν.Οὕτως οῦν, εἰ πολλά εἴη, τοιαῦτα χρή εἶναι, οἶον πέρ τό ἕν.
[«Αυτό το επιχείρημα λοιπόν είναι η ισχυρότερη απόδειξη για το ότι υπάρ­χει μόνο ένα- όσα, όμως, ακολουθούν συνιστούν περαιτέρω αποδείξεις. Αν υπήρχαν πολλά, θα έπρεπε να είναι έτσι όπως ακριβώς εγώ υποστηρίζω ότι είναι το Ένα. Γιατί αν υπάρχουν η γη, το νερό, ο αέρας, η φωτιά, ο σίδηρος και ο χρυσός, και αν άλλα πλάσματα είναι ζωντανά ενώ άλλα νεκρά, και αν υπάρχει μαύρο και άσπρο και όλα τα άλλα που θεωρούν οι άνθρωποι ότι είναι αλη­θινά, αν λοιπόν υπάρχουν αυτά και αν εμείς βλέπουμε και ακούμε σωστά, τότε ίο καθένα από αυτά πρέπει να είναι έτσι ακριβώς όπως μας φάνηκε την πρώτη φορά ότι είναι και να μην μεταβάλλεται ή να γίνεται διαφορετικό αλλά το καθέ­να να είναι όπως ακριβώς είναι.
 
Υποστηρίζουμε, ωστόσο, ότι βλέπουμε και ακούμε και καταλαβαίνουμε σω­στά. Και όμως, έχουμε την εντύπωση ότι το θερμό γίνεται ψυχρό και το ψυχρό θερμό, ότι το σκληρό γίνεται μαλακό και το μαλακό σκληρό, ότι τα ζωντανά πλά­σματα πεθαίνουν και γεννιούνται από αυτά που δεν είναι ζωντανά· έχουμε την ε­ντύπωση ότι όλα αυτά μεταβάλλονται και πως αυτό που ήταν δεν είναι διόλου ό­μοιο με αυτό που είναι τώρα: ο σίδηρος, μολονότι σκληρός, θρυμματίζεται όταν τον τρίβουμε με τα δάχτυλα και το ίδιο συμβαίνει με τον χρυσό και με τον λίθο και με ό,τι άλλο μας φαίνεται ότι είναι σκληρό· η γη και οι λίθοι προέρχονται από το νερό. Επομένως, ούτε βλέπουμε ούτε κατανοούμε τα όντα.
 
Όλα αυτά, όμως, δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Διότι, ενώ υποστηρίξαμε ότι υπάρχουν πολλά και αιώνια που έχουν μορφή και δύναμη, μας φαίνεται εντού­τοις ότι όλα αλλάζουν και διαφοροποιούνται από την κατάσταση στην οποία τα βλέπουμε κάθε φορά. Επομένως, είναι φανερό ότι δεν βλέπουμε σωστά και ότι είναι λάθος να πιστεύουμε ότι όλα αυτά που μας φαίνονται πολλά υπάρ­χουν. Γιατί αν ήταν αληθινά δεν θα είχαν μεταπτώσεις αλλά το καθετί θα ήταν όπως ακριβώς φαινόταν ότι είναι. Γιατί τίποτε δεν είναι ανώτερο από το αλη­θινό. Αν όμως συμβαίνουν μεταπτώσεις, τότε αφανίζεται το έόν και γεννιέται το μη έόν. Κατά συνέπεια, αν υπήρχαν πολλά, θα έπρεπε να είναι όπως ακρι­βώς είναι το Ένα»].
 
Το ἐόν πρέπει να είναι αμετάβλητο (πέμπτο γνώρισμα του όντος). Αν τα αισθητά αντικείμενα υπήρχαν, θα έπρεπε να είναι αμετάβλητα. Οι ίδιες οι αισθήσεις, ωστόσο, μας τα παρουσιάζουν μεταβαλλόμενα. Επομένως, τα αντι­κείμενα που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις αποτελούν ψευδαισθήσεις.
 
 
Ανασκόπηση
 
Η πρώιμη κοσμολογική παράδοση ερεύνησε τη σύσταση του σύμπαντος με εμπειρικά κατά κύριο λόγο μέσα, επιδιώκοντας να εντοπίσει μια προνομιακή πρώτη ύλη στον κύκλο του μετασχηματισμού των στοιχείων και να ερμηνεύσει τους κανόνες της συμπεριφοράς της παραβάλλοντάς την με οικεία πρότυπα τάξης από τον χώρο της βιολογίας, της μηχανικής ή της πολιτικής. Ούτε ο Παρ­μενίδης αλλά ούτε και ο Μέλισσος επιχειρούν να δράσουν τελείως ανεξάρτητα από τον τομέα της κοσμολογίας. Παραμένουν εντός των ορίων της και αμφι­σβητούν τα εμπειρικά κριτήρια που αυτή εφαρμόζει, τα οποία, επειδή υποδείκνυαν πολλές και ανταγωνιστικές απαντήσεις, δεν ενέπνεαν πλέον εμπιστοσύ­νη. Ως εκ τούτου και οι δύο στοχαστές προτείνουν μια νέα αφετηρία: επικα­λούνται αρχές εκ των προτέρων θεσπισμένες για να διαπιστώσουν σε ποιόν βαθμό είναι αυτές ικανές να περιορίσουν τις πιθανές απαντήσεις στα ερωτή­ματα των κοσμολόγων. Το αποτέλεσμα είναι συνταρακτικό· το σύμπαν, εξαι- τίας της τέλειας ομοιογένειας που εμφανίζει στον χώρο και στον χρόνο, ίσως δεν παρουσιάζει κανένα από τα διακριτικά γνωρίσματα, των οποίων την εξή­γηση θεωρούσαν έως τότε οι κοσμολόγοι επιβεβλημένη.
 
Έως εδώ, δεν παρατηρείται καμία άλλη διαφορά μεταξύ του Παρμενίδη και του Μέλισσου, εκτός από τις τυπικές υφολογικές διαφορές που διαχωρίζουν τον πεζό από τον έμμετρο λόγο. Εμφανίζουν ένα επιπλέον κοινό χαρακτηριστι­κό, φυσική συνέπεια των εκ των προτέρων θεσπισμένων αρχών που εφαρμό­ζουν στην προσέγγισή τους: το έντονο ενδιαφέρον για τη συλλογιστική τους μέ­θοδο, μολονότι ο Μέλισσος εδώ υπερτερεί, καθώς επιβάλλει στους αποδεικτι­κούς του συλλογισμούς ένα σαφέστερο συνολικό αρχιτεκτονικό σχέδιο. Ακόμη και οι προκείμενες που οι στοχαστές προϋποθέτουν και τις οποίες επικαλού­νται, ενδέχεται σε κάποιο βαθμό να επικαλύπτονται, όπως, για παράδειγμα, σι προβληματισμοί τους για το πώς ο διαθέσιμος χώρος μπορεί να περιορίζει την κίνηση. Ωστόσο, ακριβώς στο σημείο αυτό μπορούμε να εντοπίσουμε τις πιο χα­ρακτηριστικές διαφορές τους. Οι αφετηριακές αρχές της παρμενίδειας θεωρίας δεν εμπίπτουν στην παράδοση της φυσικής φιλοσοφίας· εννοούμε τις αρχές της αναφορικής λειτουργίας και της άρνησης, τους όρους της νόησης, και τη λογική συμπεριφορά του ρήματος είναι. Οι αρχές που εκ των προτέρων θέτει ο Μέλισ­σος, η αδυναμία γένεσης εκ του μηδενός και ο άπειρος χώρος και χρόνος, αντι­προσωπεύουν εκείνο το είδος αρχών οι οποίες δεν προκαλούσαν πλέον καμία αμηχανία σε ακροατές εξοικειωμένους με την κοσμολογική παράδοση. Μπο­ρούμε, συνεπώς, να παραβάλουμε τον Μέλισσο με τον Ζήνωνα. Ανέλαβαν, ο κα­θένας με τον τρόπο του, να υπερασπισθούν ενώπιον ενός δύσπιστου κοινού την κοσμοαντίληψη του Παρμενίδη, προωθώντας την με όρους που το κοινό αυτό κατανοούσε. Ο Ζήνωνας το επιτυγχάνει επικαλούμενος με διαλεκτικό τρόπο τις κοινόχρηστες υποθέσεις των ακροατών του αναφορικά με τον χώρο και τον χρόνο. Ο Μέλισσος επιδιώκει τον ίδιο στόχο επικαλούμενος ως φυσικός φιλό­σοφος τις αρχές που διέπουν την επιστημονική σκέψη του καιρού του.
-------------------
[1] Το επιχείρημα (απ. Β1): ἀεί ἦν ὅ,τι ἦν καί ἀεί ἔσται. εἰ γάρ ἐγένετο, ἀναγκαῖόν ἐστι πρίν γενέσθαι εἶναι μηδέν εἰ τοίνυν μηδέν ἦν, οὐδαμά ἄν γένοιτο οὐδέν ἐκ μηδενός. (αρχή αποσπάσματος Β2) ὅτε τοίνυν οὐκ ἐγένετο, ἔστι τε καί ἀεί ἦν καί ἀεί ἔσται. 2ο επιχείρημα (συνέχεια αποσπάσματος Β2) καί ἄρχην οὐκ ἔχει οὐδέ τελευτήν, ἄλλ ’ ἄπειρόν ἐστιν. Εἰ μέν γάρ ἐγένετο, ἀρχήν ἄν εἶχεν (ἤρξατο γάρ ἄν πότε γινόμενον) καί τελευτήν (ἐτελεύτησε γάρ ἄν πότε γινόμενον), ὅτέ δέ μήτε ἤρξατο μήτε ἐτελεύτησεν, ἀεί τέ ἦν καί ἀεί ἔσται, οὐκ ἔχει ἀρχήν οὐδέ τελευτήν. [Για τη νεοελληνική απόδοση των χωρίων βλ. παρακάτω σσ. 201], Στο απ. Β2 δεν υπάρχει λόγος, όπως πιστεύουν οι Diels-Kranz και άλλοι μελετητές, να προ­στεθεί ο σύνδεσμος καί πριν από τη φράση οὐκ ἔχει ἀρχήν· αρκεί να θεωρήσουμε ότι το προηγούμενο τε συνδέει παρατακτικά τις δύο προτάσεις και όχι τους ρηματικούς τύπους ἦν / ἔσται. Στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία για τον Μέλισσο δεν γίνεται ομόφωνα αποδεκτό ότι το δεύτερο επιχείρημα υποδηλώνει το χωρικό άπειρο (βλ. ειδικότερα Reale [277])· βλ. ωστόσο μια αξιοσημείωτη διαφορετική εκδοχή στους KRS, 393-95 (ελληνική μτφρ. σσ. 396-98). 
[2] Πβ. Ηράκλειτος DK22B30. 
[3] Το χωρίο που παρατίθεται προέρχεται από παράφραση του Μέλιοσου στην ψευόοαρι- στοτελική πραγματεία με τον τίτλο Περί Μελίσσου, Ξενοφάνους καί Γοργίου 974α12-14. 
[4] Για τις μαρτυρίες που αναφέρουν ότι ο Μέλισσος εξίσωνε το Ἕν με θεό, βλ. DK30A13. 

Από την υστερία στον οίστρο

Ήτανε ο αιώνας της βικτωριανής ηθικής. Κι ήταν, επίσης, πάνω κάτω τα χρόνια που ο ψυχίατρος Jean-Martin Charcot συνέλεγε στην Iconographie του ενσταντανέ με τις νεαρές νοσηλευόμενες της κλινικής Pitié-Salpêtrière, στις οποίες ο ίδιος και ενώπιον κοινού –ως βιρτουόζος σκηνοθέτης ή βιτσιόζος μάγος– προκαλούσε κρίσεις με σπασμούς στη μήτρα μέσω του αγγίγματος ράβδου μεταλλικής. Ο αιώνας καθιέρωνε την “υστερία” ως αναπότρεπτη σχεδόν νευρωσική παρεκτροπή της μήτρας. Ήδη απ” τo 1862, ο θετικιστής λεξικογράφος Émile Littré είχε ανεπιφύλακτα αποδώσει τον όρο στο ιπποκρατικό corpus, ενώ λίγες δεκαετίες πιο μετά, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο γυναικολόγος Hunter Robb θα εξέδιδε μεταφρασμένες ενότητες του Περί Γυναικείων υπό τον τίτλο Hippocrates on Hysteria. Η “υστερία” σφραγιζόταν ως αυστηρά γυναικεία υπόθεση και μάλιστα με τη βούλα αυθεντίας χρονικού βάθους: την αίγλη της ιατρικής εργογραφίας της αρχαιότητας.

Κατά τη γνωστή τους συνήθεια να μην ονοματίζουν αρρώστειες, αλλά να περιγράφουν κλινική εικόνα και συμπτώματα, οι ιπποκρατικοί δεν είχαν χρησιμοποιήσει τον όρο “υστερία”,. Στους Αφορισμούς τους (5.35), ανέφεραν γυναῖκας ὑπὸ τῶν ὑστερικῶν ἐνοχλουμένας. Αλλά ετούτο το αόριστα εκφρασμένο το αίτιο το παθητικό (τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη μήτρα) γεννούσε τόσους προβληματισμούς που, τον 2ο αιώνα μ.Χ., στα σχόλιά του ο Γαληνός αναρωτιότανε πώς να το καταλάβει. Θα “τανε –σκέφτηκε– η πνίξ η ὑστερικὴ, η ασφυξία της μήτρας που χρειαζότανε να εκτονωθεί, να φτερνιστεί σχεδόν, με αλοιφές μουστάρδας και ξυδιού κατά τις παραδόσεις που κατέγραφε ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (Naturalis Historia 20.87.238).

Στην πνῖγα της υστέρας είχανε εκτενώς αναφερθεί οι ιπποκρατικοί, κυρίως στην Περί Γυναικείων διατριβή τους. Η μήτρα ήτανε γι” αυτούς κάτι σπογγώδες, νοτερό, που, όποτε δεν απήλαυε της εφυγραντικής ευεργεσίας της ερωτικής συνεύρεσης, ξεραίνονταν κι απισχαινόταν. Γύρναγε, τότε, ανάποδα η μήτρα κι άλλαζε θέση, μετακινούμενη μέσα στο σώμα σε αναζήτηση μυχών δροσιάς. Αν όρμαγε η υστέρα στο συκώτι, απέφρασσε τα αγγεία του κι έφερνε οιδήματα. Αν έβαζε πλώρη για το διάφραγμα ή τα πνευμόνια, έκανε εντονότερο το πνιγηρό το αίσθημα, έφερνε δύσπνοια, αναστροφή στις κόρες των ματιών, λιποθυμία. Κι αν καταχωνιαζόταν στο κρανίο, έφερνε πονοκέφαλο και πυρετό, ανορεξία κι αϋπνίες. Έπρεπε τότε ο γιατρός να λούσει τη γυναίκα με ζεστό νερό, αλλιώς με κρύο, και να την βάλει να εισπνέει ουσίες με έντονες οσμές. Κι αν όλα αυτά δεν έπιαναν, έπρεπε να την εν-καπνίσει χαμηλά, επιμελώς επί ώρες, με ατμούς βρασμένου σκόρδου και λαδιού, με θυμιατήρι πήλινο τροφοδοτούμενο με καρβουνάκια. Στερεωμένο στο έδαφος και αεροστεγές, το σκεύος θα απέληγε ψηλά σε καλαμάκι που να εισχωρεί στο αιδοίο, καθώς η ασθενής θα στέκονταν πάνω απ” το αγγείο ανακούρκουδα. Η μήτρα της, μπορούσε, έτσι, να εφελκυστεί τρόπον τινά και να ηρεμήσει.

Οι παθογενείς περιπλανήσεις της υστέρας μέσα στο σώμα έμειναν καλύτερα γνωστές από τον Τίμαιο ή Περί Φύσεως Λόγον του Πλάτωνα (91c). Η μήτρα –διατεινόταν– είναι γη που περιμένει να σπαρεί, αλλά και ζώο επιθυμητικό που, όταν για χρόνο πολύ μείνει άκαρπο ή σε αναζήτηση συνουσίας, “χαλεπῶς ἀγανακτοῦν φέρει, καὶ πλανώμενον πάντῃ κατὰ τὸ σῶμα, τὰς τοῦ πνεύματος διεξόδους ἀποφράττον, ἀναπνεῖν οὐκ ἐῶν εἰς ἀπορίας τὰς ἐσχάτας ἐμβάλλει καὶ νόσους παντοδαπὰς ἄλλας παρέχει.”

Με τέτοιες φανταστικές μαγγανείες πάντοτε ο λόγος ο ορθός, ξεδιπλώνοντας τις περί τῶν ὑστερικῶν διαγνώσεις του, ιατρικοποιούσε τη γυναικεία επιθυμία για να την κανονικοποιήσει. Ο παλαιότερος μύθος, τουλάχιστον, είχε δει το θέμα πιο εν-πράγματα. Ίσως και πιο ευ-συν-κίνητα. Όταν μιλούσε για τα πάθη της Ιούς, εκείνης της βασιλοπούλας του Άργους, που ο Δίας την εκάλεσε με ονειροφαντασίες της νύχτας να “βγει να τρέξει ελεύθερη για έρωτα στης Λέρνας τα λειβάδια. Ο Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου σώζει τον άξονα των αφηγήσεων για την κόρη που διώχτηκε απ” το σπίτι του πατέρα της και, μεταμορφωμένη σε γελάδα (βούκερως, κεράστις) ή κεντημένη απ” τη βοϊδόμυγα (οἰστροδίνητος), χάραξε με το ίδιο το κορμί της τις πολυπλάνητες περιπλανήσεις (πολυπλάνους πλάνας) μιας ανθρωπογεωγραφίας ολόκληρης: από το πέλαγος που το “πανε Ιόνιο από τ” όνομά της, μέχρι το πέρασμα του βοδιού στον Βόσπορο και, τελικά, στην Αίγυπτο που θα “βρισκε τη θεϊκή επαφή. Δεν ήταν να εκπλήσσει η μεταμόρφωσή της –σάμπως κι η Ίσιδα, η θεά του έρωτα, δεν απεικονιζόταν πάντοτε με κέρατα γελάδας; Κι ούτε κι ο οἶστρος ήτανε τρομακτικός –δεν έγινε η βοϊδόμυγα η έκφραση της τέχνης και της έμπνευσης;

Στο τέλος του επεισοδίου που την αφορά στον Προμηθέα Δεσμώτη, η Ιώ φεύγει απ” τη σκηνή σε αλλοφροσύνη. Ποιο θέατρο θα χώραγε την ποίηση των μυκηθμών της; Και ποιο κοινό θα συγκρατούσε το ασύντακτο, ασύνδετα λειψό της φθέγμα, τις ηχηρές δονήσεις της γλωσσολαλιάς της;

οἵ, ἓ ἕ.. ἰὼ ἰὼ…

Φωνήνετα ολοστρόγγυλα ήταν ολόκληρη η οἰστρήλατος Ιώ.

Η θέληση να δίνεις, να μοιράζεις και να θυσιάζεσαι

Στη σύγχρονη κοινωνία θεωρούμε ότι ο τρόπος ύπαρξης στη βάση του έχει είναι ριζωμένος στην ανθρώπινη φύση και γι' αυτό είναι αδύνατο ν' αλλάξει. Η ίδια ιδέα εκφράζεται στο δόγμα ότι οι άνθρωποι βασικά είναι τεμπέληδες, παθητικοί από τη φύση τους, ότι δε θέλουν να δουλέψουν ή να κάνουν κάτι άλλο παρά μόνο όταν τους σπρώχνει το ελατήριο του υλικού κέρδους... ή η πείνα... ή ο φόβος της τιμωρίας.

Αυτό το δόγμα δεν αμφισβητείται σχεδόν από κανένα και καθορίζει τις μεθόδους της μόρφωσης και της δουλειάς μας. Αλλά δεν είναι τίποτα άλλο παρά η έκφραση της επιθυμίας ν' αποδείξουμε την αξία της κοινωνικής μας τοποθέτησης, υποστηρίζοντας ότι αυτή η τοποθέτηση ακολουθεί τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσης. Σε ανθρώπους που ζουν ή έζησαν σε διαφορετικές κοινωνίες, η ιδέα του έμφυτου εγωισμού και της τεμπελιάς θα φαινόταν τόσο απίστευτη, όσο το αντίθετο φαίνεται σ' εμάς.

Η αλήθεια είναι ότι και οι δυο τρόποι ζωής, με βάση το είναι και με βάση το έχει, βρίσκονται μέσα στις δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης: η βιολογική μας ορμή για επιβίωση δυναμώνει την τάση του έχει, αλλά ο εγωισμός και η τεμπελιά δεν είναι οι μοναδικές έμφυτες ροπές στα ανθρώπινα πλάσματα.

Εμείς οι άνθρωποι έχουμε μια έμφυτη και βαθιά ριζωμένη επιθυμία να υπάρχουμε: να εκφράζουμε τις ικανότητές μας, να είμαστε δραστήριοι, να δημιουργούμε σχέσεις με τους άλλους, να ξεφεύγουμε από τη φυλακή του εγωισμού. Η αλήθεια αυτής της θεωρίας αποδεικνύεται από τόσες πολλές μαρτυρίες, που θα μπορούσε εύκολα να γεμίσει ένας ολόκληρος τόμος.

Ο D. Ο. Hebb διατύπωσε την ουσία του προβλήματος στον πιο γενικό του τύπο, δηλώνοντας ότι το μοναδικό πρόβλημα συμπεριφοράς είναι η έλλειψη δραστηριότητας και όχι η δραστηριότητα. Τα σχετικά στοιχεία που ακολουθούν αποδεικνύουν αυτή τη γενική θέση:
Τα στοιχεία από τη συμπεριφορά των ζώων. Πειράματα και άμεση παρατήρηση δείχνουν ότι πολλά είδη ζώων αναλαμβάνουν δύσκολες δουλειές μ' ευχαρίστηση, ακόμα και όταν δεν τους προσφέρεται υλική ανταμοιβή.

Πειράματα νευροφυσιολογίας αποδεικνύουν την έμφυτη δραστηριότητα των νευρικών κυττάρων.
Νηπιακή συμπεριφορά. Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι τα μικρά νήπια έχουν την ικανότητα και την ανάγκη ν' αντιδρούν ενεργητικά σε πολύπλοκα ερεθίσματα: αυτές οι παρατηρήσεις έρχονται σε αντίθεση με τη θεωρία του Freud ότι το νήπιο δέχεται τα εξωτερικά ερεθίσματα σαν απειλή και κινητοποιεί την επιθετικότητά του για να αποδιώξει αυτή την απειλή.

Συμπεριφορά της εκμάθησης. Πολλές μελέτες δείχνουν ότι το παιδί κι ο έφηβος είναι τεμπέληδες, γιατί το υλικό της μάθησής τους προσφέρεται με τρόπο ξερό και νεκρό, που είναι αδύνατο να τους ξυπνήσει πραγματικό ενδιαφέρον. Αν εξουδετερωθούν η πίεση και η πλήξη και το υλικό προσφερθεί ζωντανά, τότε μπαίνουν σε κίνηση αξιοσημείωτη δραστηριότητα και πρωτοβουλία.

Συμπεριφορά της εργασίας. Το κλασικό πείραμα του Ε. Mayo έδειξε ότι μια δουλειά που είναι από την ίδια της τη φύση πληκτική αποκτά ενδιαφέρον, αν οι εργάτες ξέρουν πως παίρνουν μέρος σ' ένα πείραμα, που το διευθύνει ένα άτομο ζωντανό και προικισμένο με την ικανότητα να τους ξυπνήσει την περιέργεια και τη συμμετοχή τους. Το ίδιο αποδείχτηκε σε πολλά εργοστάσια στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Ο διευθυντής έχει για τους εργάτες μια στερεότυπη εικόνα. Οι εργάτες δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για τη δραστήρια συμμετοχή τους στη δουλειά — εκείνο που θέλουν είναι μεγαλύτερα ημερομίσθια. Επομένως, η άμεση συμμετοχή στα κέρδη και όχι η συμμετοχή στη δουλειά είναι ένα κίνητρο για μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Οι διευθυντές μπορεί να έχουν δίκιο σχετικά με τις μεθόδους εργασίας που προσφέρουν. Η πείρα όμως έδειξε —κι έπεισε αρκετούς από αυτούς— ότι αν οι εργάτες μπορούν να είναι πραγματικά δραστήριοι, υπεύθυνοι και ενήμεροι του ρόλου τους, τότε κι αυτοί που πρώτα ήταν αδιάφοροι αλλάζουν σημαντικά και παρουσιάζουν εφευρετικότητα, ενεργητικότητα, φαντασία και ικανοποίηση σε μεγάλο βαθμό.

Ο πλούτος των στοιχείων από την κοινωνική και πολιτική ζωή. Η πεποίθηση ότι οι άνθρωποι δε θέλουν να κάνουν θυσίες είναι αφάνταστα λαθεμένη. Όταν ο Churchill στην αρχή του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου ανάγγειλε ότι αυτό που ζητούσε από τους Βρετανούς ήταν αίμα, ιδρώτας και δάκρυα, δεν το έκανε για να τους απογοητεύσει: αντίθετα, έκανε έκκληση στη βαθιά ριζωμένη επιθυμία των ανθρώπων να κάνουν θυσίες, να δίνουν από τον εαυτό τους. Η αντίδραση των Βρετανών —και των Γερμανών και των Ρώσων— στον χωρίς διάκριση βομβαρδισμό των πυκνοκατοικημένων πόλεων από τους διάφορους εμπόλεμους, αποδεικνύει ότι οι κοινές θυσίες δεν αποδυνάμωσαν το πνεύμα τους, αντίθετα δυνάμωσαν την αντίστασή τους. Αυτοί που πίστευαν ότι οι τρομοκρατικοί βομβαρδισμοί μπορούσαν να σπάσουν το ηθικό του εχθρού και να βοηθήσουν να τελειώσει ο πόλεμος έκαναν λάθος.

Είναι πάντως θλιβερό για τον πολιτισμό μας που ο πόλεμος και ο πόνος κινητοποιούν τους ανθρώπους για θυσίες περισσότερο απ' ό,τι η ειρηνική ζωή. Ο καιρός της ειρήνης μοιάζει πάνω απ' όλα να ενθαρρύνει τη φιλαυτία. Ευτυχώς υπάρχουν περιστάσεις σε ειρηνικούς καιρούς, όπου η ανθρώπινη προσπάθεια για δόσιμο και αλληλεγγύη βρίσκουν την έκφρασή τους στη συμπεριφορά των ατόμων. Οι απεργίες των εργατών, ιδιαίτερα ως την εποχή του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, είναι ένα παράδειγμα τέτοιας βασικά μη βίαιης συμπεριφοράς. Οι εργάτες ζητούσαν μεγαλύτερα ημερομίσθια, αλλά ταυτόχρονα διακινδύνευαν και υποβάλλονταν εκούσια σε ταλαιπωρίες παλεύοντας για την αξιοπρέπειά τους και για την ικανοποίηση από τη βίωση της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Η απεργία ήταν ένα φαινόμενο το ίδιο «θρησκευτικό» όσο και οικονομικό. Αν και τέτοιες απεργίες γίνονται ακόμα και σήμερα, οι περισσότερες είναι για λόγους οικονομικούς — παρόλο που κι αυτές που γίνονται για καλύτερες συνθήκες δουλειάς έχουν πρόσφατα αυξηθεί.

Η ανάγκη που νιώθουν οι άνθρωποι να δώσουν και να μοιραστούν και η προθυμία τους να κάνουν θυσίες για τους άλλους υπάρχουν ακόμα ανάμεσα στα μέλη μερικών επαγγελμάτων, όπως οι νοσοκόμοι, οι γιατροί, οι μοναχοί και οι μοναχές. Πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι απ' αυτούς τους επαγγελματίες, μιλάνε μόνο, χωρίς να πιστεύουν, στο σκοπό της βοήθειας και της θυσίας. Παρόλα αυτά, ο χαρακτήρας ορισμένων απ' αυτούς ανταποκρίνεται στις αξίες που επαγγέλλονται. Τις ίδιες ανάγκες τις βρίσκουμε να επιβεβαιώνονται και να εκφράζονται σε πολλά κοινόβια μέσα στους αιώνες, είτε θρησκευτικά είτε σοσιαλιστικά είτε ουμανιστικά. Βρίσκουμε την επιθυμία για δόσιμο στους ανθρώπους που προσφέρουν το αίμα τους (χωρίς πληρωμή), στις περιπτώσεις που οι άνθρωποι διακινδυνεύουν τη ζωή τους για να σώσουν μιαν άλλη. Βρίσκουμε τη θέληση για δόσιμο να εκδηλώνεται στους ανθρώπους που πραγματικά αγαπούν. Η «ψεύτικη αγάπη», δηλαδή ο αμοιβαίος εγωισμός που μοιράζονται δυο άτομα, κάνει τους ανθρώπους πιο εγωιστές (κι αυτό συμβαίνει αρκετά συχνά). Η πραγματική αγάπη μεγαλώνει την ικανότητά μας ν' αγαπάμε και να δίνουμε στους άλλους. Αυτός που αγαπάει πραγματικά, αγαπάει ολόκληρο τον κόσμο, μέσα από την αγάπη του/της για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο.

Αντίστροφα, βλέπουμε ότι αρκετοί άνθρωποι, και ιδιαίτερα οι νέοι, δεν αντέχουν την πολυτέλεια και τον εγωιστικό τρόπο ζωής μέσα στις πλούσιες οικογένειές τους. Σε αντίθεση με τις προσδοκίες των γονιών τους, που πιστεύουν ότι τα παιδιά τους «έχουν ό,τι επιθυμήσουν», οι νέοι αυτοί επαναστατούν ενάντια στη νέκρα και την απομόνωση της ζωής τους. Γιατί είναι γεγονός ότι δεν έχουν ό,τι επιθυμούν και επιθυμούν αυτό ακριβώς που δεν έχουν.

Αξιοσημείωτα παραδείγματα τέτοιων ανθρώπων στους παλιούς χρόνους είναι τα παιδιά των πλούσιων Ρωμαίων στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που αγκάλιασαν τη θρησκεία της φτώχιας και της αγάπης. Άλλο παράδειγμα είναι ο Βούδας: σαν πρίγκιπας που ήταν, μπορούσε να δοκιμάσει κάθε απόλαυση και πολυτέλεια που ήθελε, αλλά ανακάλυψε ότι η απόκτηση και η κατανάλωση υλικών αγαθών έφερνε δυστυχία και θλίψη. Ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα (στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα) είναι τα παιδιά της ανώτερης τάξης της Ρωσίας, οι Ναρόντνικοι. Μη αντέχοντας το περιβάλλον της νωθρότητας και αδικίας, που μέσα του είχαν μεγαλώσει, οι νέοι αυτοί άνθρωποι έφυγαν από τα σπίτια τους και πήγαν να ζήσουν μαζί με τους φτωχούς χωριάτες, βάζοντας έτσι τα θεμέλια του επαναστατικού αγώνα στη Ρωσία.

Το ίδιο φαινόμενο μπορούμε να διαπιστώσουμε ανάμεσα στα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, των πλούσιων οικογενειών των ΗΠΑ και της Γερμανίας, που βλέπουν τη ζωή τους μέσα στο πλούσιο οικογενειακό τους περιβάλλον πληκτική και χωρίς νόημα. Αλλά πέρα απ' αυτό, βρίσκουν ανυπόφορη τη σκληρότητα του κόσμου απέναντι στους φτωχούς και την απειλή του πυρηνικού πολέμου για λόγους κύρους μερικών ατόμων. Έτσι φεύγουν από το οικογενειακό τους περιβάλλον —ψάχνοντας για ένα νέο τρόπο ζωής— και μένουν ανικανοποίητοι γιατί καμιά δημιουργική προσπάθεια δεν καταλήγει σε επιτυχία. Πολλοί από αυτούς τους νέους ήταν αρχικά οι πιο ιδεαλιστές, οι πιο ευαίσθητοι της νέας γενιάς, τους έλειπε όμως η παράδοση, η ωριμότητα, η πείρα και η πολιτική γνώση: το αποτέλεσμα είναι ότι πέφτουν τώρα στην απελπισία, υπερεκτιμούν ναρκισσιστικά τις ικανότητες και τις δυνατότητες που έχουν κι αγωνίζονται να επιτύχουν το αδύνατο με τη χρήση βίας. Φτιάχνουν τις δήθεν επαναστατικές ομάδες και ζητούν να σώσουν τον κόσμο με πράξεις τρομοκρατίας και καταστροφής, χωρίς ν' αντιλαμβάνονται ότι το μόνο που κάνουν είναι να μεγαλώνουν τη γενική τάση για βία και απανθρωπιά. Έχουν χάσει την ικανότητα ν' αγαπούν και την αντικατέστησαν με την επιθυμία να θυσιάσουν τη ζωή τους. (Η αυτοθυσία είναι συχνά η λύση για τα άτομα που θέλουν με πάθος ν' αγαπήσουν, αλλά έχουν χάσει αυτή την ικανότητα και βλέπουν στη θυσία της ίδιας τους της ζωής τη βίωση της αγάπης στην πιο απόλυτη μορφή). Αλλά αυτοί οι νέοι που αυτοθυσιάζονται, είναι πολύ διαφορετικοί από τους μάρτυρες της αγάπης, που θέλουν να ζήσουν γιατί αγαπούν τη ζωή, και που δέχονται το θάνατο μόνο όταν είναι αναγκασμένοι να πεθάνουν για να μην προδώσουν τον εαυτό τους. Οι σημερινοί μας νέοι που θυσιάζουν τη ζωή τους είναι οι κατηγορούμενοι αλλά συνάμα και οι κατήγοροι. Είναι οι ίδιοι μια απόδειξη ότι στο κοινωνικό μας σύστημα μερικοί από τους καλύτερους νέους ανθρώπους καταντούν τόσο απομονωμένοι και απελπισμένοι, που σαν μοναδική διέξοδο από την απελπισία τους βρίσκουν μόνο την καταστροφή και το φανατισμό.

Η ανθρώπινη επιθυμία για ένωση με άλλους ανθρώπους, είναι ριζωμένη στις ειδικές συνθήκες ύπαρξης που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο είδος, και είναι ένα από τα δυνατότερα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Συνδυάζοντας την ελάχιστη, ενστικτώδη αποφασιστικότητα και τη μέγιστη ανάπτυξη της λογικής ικανότητας, εμείς οι άνθρωποι χάσαμε την αρχέγονη ενότητα με τη φύση. Για να μη νιώθουμε τέλεια απομονωμένοι —πράγμα που θα μας καταδίκαζε στην τρέλα— χρειαζόμαστε μια νέα ενότητα: με τους συνανθρώπους μας, με τη φύση. Αυτή η ανθρώπινη ανάγκη για ενότητα με άλλους ανθρώπους πραγματώνεται με πολλούς τρόπους: μέσα από το συμβιωτικό δεσμό με τη μητέρα, μ' ένα είδωλο, με τη φυλή του καθενός, το έθνος του, την τάξη του, τη θρησκεία του, το σύλλογό του, την επαγγελματική του οργάνωση. Συχνά βέβαια, αυτοί οι δεσμοί μπλέκονται μεταξύ τους και παίρνουν μια μορφή έκστασης — όπως συμβαίνει στα μέλη ορισμένων θρησκευτικών δογμάτων ή στον όχλο που ετοιμάζεται να λιντσάρει κάποιον, ή στα ξεσπάσματα της εθνικής υστερίας σε περίπτωση πολέμου. Για παράδειγμα, όταν άρχισε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, συνέβη μια από τις πιο δραστικές μορφές της «ένωσης». Ξαφνικά, από τη μια μέρα στην άλλη, οι άνθρωποι εγκατέλειψαν χρόνων πεποιθήσεις για ειρήνη, αντιμιλιταρισμό, σοσιαλισμό. Οι επιστήμονες ξέχασαν τη μακρόχρονη παιδεία τους γι' αντικειμενικότητα, κριτική σκέψη και αμεροληψία, για να ενωθούν με το μεγάλο Εμείς.

Η επιθυμία για ένωση με τους άλλους, φανερώνεται τόσο στους πιο ποταπούς τύπους συμπεριφοράς π.χ. σε πράξεις σαδισμού και καταστροφής, όσο και στους πιο υψηλούς, όπως στην αλληλεγγύη που στηρίζεται σ' ένα ιδανικό ή μια πεποίθηση. Είναι ακόμα η βασική αιτία της ανάγκης για προσαρμογή. Τ' ανθρώπινα πλάσματα φοβούνται μην καταντήσουν απόβλητοι της κοινωνίας, περισσότερο και από τον ίδιο τους το θάνατο. Το κρίσιμο σημείο σε κάθε κοινωνία είναι το είδος της ενότητας και της αλληλεγγύης που δημιουργεί, καθώς και το είδος που μπορεί να προωθήσει κάτω από τις δοσμένες συνθήκες της κοινωνικοοικονομικής της δομής.

Αυτές οι θεωρήσεις δείχνουν ότι και οι δύο τάσεις υπάρχουν μέσα στους ανθρώπους: η μια, το έχει —η κατοχή— που σε τελευταία ανάλυση χρωστάει τη δύναμή της στο βιολογικό παράγοντα της επιθυμίας για επιβίωση. Η άλλη, το είναι —η τάση για δόσιμο και θυσία— που χρωστάει τη δύναμή της στις ειδικές συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης και στην έμφυτη ανάγκη του κάθε ανθρώπου να ξεπερνάει την απομόνωσή του και να γίνεται ένα με τους άλλους. Αφού αυτές οι δυο αντιφατικές δυνάμεις υπάρχουν σ' όλους τους ανθρώπους, είναι επόμενο ότι η κοινωνική δομή με τις αξίες και τους κανόνες της αποφασίζει ποια από τις δύο θα υπερισχύσει. Οι πολιτισμοί που καλλιεργούν την απληστία γι' αποκτήματα, δηλαδή τον τρόπο ζωής με βάση το έχει, έχουν τη ρίζα τους στη μια από αυτές τις ανθρώπινες δυνάμεις. Οι πολιτισμοί που υποθάλπουν το είναι και την κοινοκτημοσύνη είναι ριζωμένοι στην άλλη δύναμη. Πρέπει ν' αποφασίσουμε ποια από τις δυο θέλουμε να καλλιεργήσουμε, ξέροντας πάντως ότι η απόφασή μας θα καθοριστεί βασικά από την κοινωνικοοικονομική δομή της συγκεκριμένης κοινωνίας, που μας σπρώχνει προς τη μια ή την άλλη λύση.

Από τις παρατηρήσεις μου στον τομέα της ομαδικής συμπεριφοράς, έχω βγάλει το συμπέρασμα ότι οι δυο ακραίες ομάδες, που εκδηλώνουν βαθιά ριζωμένους και σχεδόν αναλλοίωτους τους τύπους του έχει και του είναι, δεν αποτελούν παρά μια μικρή μειοψηφία. Στη μεγάλη πλειοψηφία και οι δυο δυνατότητες είναι πραγματικές: ποια θα κυριαρχήσει και ποια θα καταπιεστεί, εξαρτάται από τους παράγοντες του περιβάλλοντος.

Αυτή η θεωρία έρχεται σε αντίθεση με την πλατιά παραδοχή του ψυχαναλυτικού δόγματος, ότι το περιβάλλον δημιουργεί ουσιαστικές αλλαγές στην ανάπτυξη της προσωπικότητας κατά τη νηπιακή και την πρώτη παιδική ηλικία. Μετά απ' αυτή την περίοδο, ο χαρακτήρας έχει καθοριστεί και δύσκολα αλλάζει κάτω από την επίδραση εξωτερικών γεγονότων. Αυτό το ψυχαναλυτικό δόγμα έγινε αποδεκτό, γιατί οι βασικές συνθήκες της παιδικής ηλικίας συνεχίζονται και στην κατοπινή ζωή των περισσότερων ανθρώπων, αφού γενικά εξακολουθούν να υπάρχουν και οι ίδιες κοινωνικές συνθήκες. Υπάρχουν όμως πολλά παραδείγματα, που δείχνουν ότι μια δραστική αλλαγή στο περιβάλλον οδηγεί σε μια βασική αλλαγή στη συμπεριφορά π.χ. στην περίπτωση που παύουν να τροφοδοτούνται οι αρνητικές δυνάμεις, ενώ αντίθετα καλλιεργούνται και ενθαρρύνονται οι θετικές.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η συχνότητα και η έκταση της επιθυμίας για μοίρασμα, δόσιμο και θυσία, δεν είναι κάτι που μας παραξενεύει, αν συλλογιστούμε τις συνθήκες ύπαρξης του ανθρώπινου είδους. Εκείνο που παραξενεύει είναι ότι αυτή η ανάγκη έχει τόσο καταπιεστεί, που τελικά οι εγωιστικές πράξεις είναι κανόνας στις βιομηχανικές (και άλλες) κοινωνίες, ενώ οι πράξεις αλληλεγγύης είναι η εξαίρεση. Αλλά κατά ένα παράδοξο τρόπο, αυτό ακριβώς το φαινόμενο προκαλείται από την ανάγκη για ένωση. Μια κοινωνία που έχει σαν αρχές της την κατοχή, το κέρδος και την ιδιοκτησία φτιάχνει ένα κοινωνικό χαρακτήρα προσανατολισμένο προς το έχει. Από τη στιγμή που το κυρίαρχο σχήμα έχει διαμορφωθεί, κανένας δε θέλει να βρίσκεται έξω απ' αυτό, να είναι στην ουσία ένας απόβλητος. Για ν' αποφύγει αυτό τον κίνδυνο, το άτομο προσαρμόζεται στην πλειοψηφία, που τα μέλη της έχουν σαν μοναδικό κοινό σημείο τον αμοιβαίο τους ανταγωνισμό.

Σαν αποτέλεσμα της κυρίαρχης θέσης που έχει πάρει ο εγωισμός, τα ηγετικά στελέχη της κοινωνίας μας πιστεύουν ότι οι άνθρωποι δραστηριοποιούνται μόνο με την προσδοκία υλικών αποκτημάτων π.χ. με ανταμοιβές, και δε θ' ανταποκριθούν σε μια έκκληση γι' αλληλεγγύη και θυσίες.

Έτσι, μ' εξαίρεση τον καιρό του πολέμου, αυτές οι εκκλήσεις δε γίνονται παρά σπάνια και οι ευκαιρίες να παρατηρήσουμε τα πιθανά τους αποτελέσματα πηγαίνουν χαμένες. Μόνο μια ριζικά διαφορετική κοινωνικοοικονομική δομή και μια ριζικά διαφορετική εικόνα της ανθρώπινης φύσης, μπορούν να δείξουν ότι η δωροδοκία δεν είναι ο μοναδικός (ή ο καλύτερος) τρόπος να επηρεάσουμε τους ανθρώπους.