Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Πως οι αρχαίοι αντιλαμβάνονταν τους αριθμούς

Τα μαθηματικά , αν και σ’ ολόκληρο το βάθος τους είναι σε ελάχιστους προσιτά, διατηρούν μια μοναδική θέση στην ιεραρχία όλων των δημιουργημάτων του πνεύματος και αποτελούν μια συμπαντικού επιπέδου γλώσσα.

Τι είναι τα μαθηματικά .Τα μαθηματικά είναι :
1 Mία επιστήμη αυστηρότατου τύπου όπως η λογική αλλά ευρύτερη και περιεκτικότερη
2 Μια γνήσια τέχνη πλάι στη γλυπτική, την μουσική την αρχιτεκτονική γιατί πρώτα πρώτα χρειάζονται έμπνευση
3 Μια μεταφυσική ανωτάτου επιπέδου όπως προτείνει ο Πλάτων και ο Λάιμπνιτς.

Και επιπλέον, η ιστορία μας διδάσκει πως κάθε φιλοσοφία αναπτύσσεται σε αντιστοιχία με κάποιο τύπο μαθηματικών.Όπως δεν υπάρχει γενικά τέχνη, αλλά συγκεκριμένες τέχνες, ή πιο συγκεκριμένα, όπως δεν υπάρχει γενικά αρχιτεκτονική αλλά ρυθμοί της αρχιτεκτονικής έτσι δεν υπάρχουν γενικά μαθηματικά αλλά μαθηματικά πολιτισμών.Διαπιστώνουμε έναν αρχαίο και έναν δυτικό τύπο μαθηματικής σκέψης και κατά προέκταση, αριθμό. Η εσωτερική δομή της ευκλείδειας γεωμετρίας είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τη δομή της καρτεσιανής. Η ανάλυση που κάνει ο Αρχιμήδης είναι διαφορετική από εκείνη τού Γκάους. Και όχι μόνο στη μορφολογία αλλά και στο βάθος. Ο αριθμός λοιπόν, δεν παραπέμπει γενικά στον άνθρωπο αλλά στον καθορισμένο άνθρωπο ενός καθορισμένου πολιτισμού.Καθώς στο παιδί αφυπνίζεται το εγώ του , γίνεται ανώτερος άνθρωπος, μέλος ενός συγκεκριμένου πολιτισμού, ένα εσωτερικό βίωμα σημαδεύει την αρχή της κατανόησης τόσο των αριθμών όσο και της γλώσσας. Το ύφος των μαθηματικών εξαρτάται από τον πολιτισμό στον οποίο έχουν τις ρίζες τους, άρα από τους ανθρώπους που τα έχουν σκεφθεί. Επομένως δεν υπάρχει μια μαθηματική επιστήμη αλλά πολλών ειδών μαθηματικά. Είναι παραπλανητική η εικόνα μιας προοδευτικής ανέλιξης των μαθηματικών. Στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλές χωριστές , ανεξάρτητες εξελίξεις. Μια επανειλημμένη γέννηση νέων μορφών, μια διαδικασία άνθισης, ωρίμανσης, μαρασμού και θανάτου, με ορισμένη διάρκεια.

Η συγγένεια των μαθηματικών με τις μεγάλες τέχνες είναι αναμφισβήτητη. Η μορφολογική αίσθηση του γλύπτη, του ζωγράφου ,του αρχιτέκτονα , του μουσουργού είναι στην ουσία μαθηματική. Είναι ο Πυθαγόρας ο πρώτος που το κατανόησε. Τα μαθηματικά στις ανώτερες στιγμές τους είναι οραματικά και αφαιρετικά. Το βασίλειο των αριθμών γίνεται ομοίωμα της μορφής του κόσμου. Στέκεται πλάι στο βασίλειο των ήχων των γραμμών και των χρωμάτων. Ο μαθηματικός που δεν είναι και λίγο ποιητής δεν είναι τέλειος μαθηματικός. Τα μαθηματικά είναι επίσης μια τέχνη. Έχουν τις τεχνοτροπίες τους. Δεν είναι αμετάβλητα, όπως νομίζουν οι περισσότεροι, αλλά αλλάζουν από εποχή σε εποχή. Οι ναοί δωρικού ρυθμού αλλά και οι βυζαντινοί όπως και οι γοτθικοί είναι μαθηματικά που έχουν γίνει πέτρα. Κάθε μεγάλη τέχνη είναι ένας αριθμητικός τρόπος χάραξης ορίων.

Και ο αριθμός; Ο αριθμός, όπως και η λέξη, θέτει πλαίσια και λειτουργεί περιοριστικά πάνω στις εντυπώσεις που σχηματίζουμε από τον κόσμο. Υπάρχει μια απόσταση μεταξύ του αριθμού που συλλαμβάνει ο νους και του αριθμού με τον οποίο εργάζεται ο μαθηματικός, δηλαδή το προφορικό ή το γραπτό σημείο. Πάντως, πρέπει να πούμε πως στο βάθος υπάρχει κάτι το ασύλληπτο , το άφατο, το μυστηριώδες στην έννοια του αριθμού..Η προέλευση των αριθμών μοιάζει με την προέλευση των ονομάτων. Ο πρωτόγονος άνθρωπος κόβει και δεσμεύει την πραγματικότητα δίνοντας ονόματα στα πράγματα.Επίσης, η δομή των μαθηματικών είναι ίδια με τη δομή της γραμματικής. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που όλες οι προτάσεις, πλην των επιφωνηματικών μπορούν να γίνουν μαθηματικές προτάσεις. Αν λοιπόν, η ανθρώπινη συνείδηση αριθμεί και ονοματοδοτεί τα πράγματα, τότε Φύση είναι τα απαριθμήσιμα ενώ Ιστορία όσα δεν έχουν σχέση με τα μαθηματικά. Από δω πηγάζει και η έκπληξη του πατέρα της επιστήμης ,του Γαλιλαίου, ότι η φύση είναι scritta in lingua matematica. Οι ακριβείς επιστήμες φθάνουν ακριβώς εκεί που υπάρχει η δυνατότητα εφαρμογής των μαθηματικών.Ο Πυθαγόρας ήταν ο πρώτος, ο οποίος ακολουθώντας μια μεγαλειώδη θρησκευτική διαίσθηση, κατανόησε ότι στον αριθμό υπάρχει η ουσία κάθε πραγματικότητας που είναι προϊόν του γίγνεσθαι, που έχει γνωσθεί και που έχει περιχαραχθεί.Επίσης πάλι ο Πυθαγόρας ήταν που πρώτος συνέλαβε επιστημονικά τον αρχαίο αριθμό ως βασική αρχή μιας κοσμικής τάξης πραγμάτων, ως μέτρο και ως μέγεθος.

Το αρχαίο πνεύμα δημιούργησε τα μαθηματικά του σχεδόν από το μηδέν μέσα από φαινομενικές αλλαγές και βελτιώσεις των προϋπαρχόντων αιγυπτιακών και βαβυλωνιακών μαθηματικών. Το ίδιο συνέβη, πολύ αργότερα, και με τα δυτικά μαθηματικά που έπρεπε να εκμηδενίσουν τα Ευκλείδεια και οτιδήποτε ήταν ξένο προς το χαρακτήρα τους. Τα πρώτα έγιναν από τον Πυθαγόρα, τα δεύτερα από τον Καρτέσιο. Αυτές οι πράξεις είναι ταυτόσημες.Όταν το 540 πχ ο Πυθαγόρας διατύπωσε την αρχή ότι: η ουσία όλων των πραγμάτων είναι ο αριθμός, δεν έγινε ένα μόνο βήμα στην εξέλιξη των μαθηματικών αλλά γεννήθηκαν εντελώς νέα μαθηματικά, διαφορετικά από εκείνα της Αιγύπτου και της Βαβυλώνας. Τα αρχαία μαθηματικά ολοκληρώθηκαν τον 2ο αιώνα πΧ ενώ είχαν αναγγελθεί αιώνες πριν. Τις αναγγελίες αυτές τις βρίσκουμε μέσα σε μεταφυσικούς προβληματισμούς και σε τάσεις της τέχνης. Βλέπουμε λοιπόν, η ιδέα της ευκλείδειας γεωμετρίας να πραγματώνεται αιώνες πριν την διατύπωσή της. Αυτό γίνεται στην αρχαία διακοσμητική.

Ποιο, τέλος πάντων, είναι εκείνο το χαρακτηριστικό που διακρίνει τα αρχαία μαθηματικά από τα μαθηματικά των άλλων πολιτισμών; Νομίζω ότι όλο αυτό περικλείεται στη φράση: ο αριθμός συνιστά την ουσία όλων των αισθητών πραγμάτων. Έτσι ορίζεται ο αριθμός ως μέτρο. Αυτή είναι η αίσθηση των αρχαίων για τον κόσμο τους . Η αίσθηση μιας ψυχής προσηλωμένης στο εδώ και τώρα. Ακόμη μετρώ σημαίνει συγκρίνω. Μετρώ κάτι κοντινό και σωματικό. Για να κατανοήσουμε καλύτερα το νόημα που έδιναν οι αρχαίοι στον αριθμό ας επιστρατεύσουμε την τέχνη. Ποια είναι η πεμπτουσία του αρχαίου έργου τέχνης; μα φυσικά ένας ολόγυμνος ανδριάντας. Τι αποδίδεται μ ‘ αυτό; Η ύπαρξη όπως είναι, σωματική, με όλες τις αναλογίες της. Σ’ αυτό αναγνωρίζουμε την Πυθαγόρεια έννοια της αρμονίας. Σε κανέναν άλλο πολιτισμό δεν αποθεώθηκαν οι σχέσεις μηκών όπως στον αρχαίο κόσμο. Αυτό το βλέπουμε και στη μουσική. Φτιαγμένη από αρμονικές σχέσεις αριθμών, αλλά μονοφωνική. Ένα έργο σωματικό με μεμονωμένο ήχο.

Εδώ ας κάνουμε μια αναφορά στη χρυσή τομή. Η χρυσή τομή ή αλλιώς ο αριθμός φ είναι η σχέση δυο μηκών με λόγο περίπου 1,618. Οι τρόποι που προκύπτει αυτός ο αριθμός είναι πολλοί. Ας αναφέρουμε μόνο τους μέσους ανάλογους, την πεντάλφα, το ιερό σύμβολο των Πυθαγορείων, τους αριθμού Fibonacci κ.ά. Είναι μια αναλογία που τη συναντάμε πρώτα πρώτα στη Φύση , π.χ. στο τρόπο που βγαίνουν τα φύλλα, στις διακλαδώσεις των βρόγχων των πνευμόνων, στους έλικες που σχηματίζουν κάποια κελύφη και πολλά άλλα. Αυτή την αναλογία την τηρούσαν σε πολλά οικοδομήματα οι αρχαίοι αλλά δεν έχουμε στοιχεία αν ήταν εν γνώσει τους ή απλώς διαισθητικά την εφάρμοζαν. Πάντως ο κανόνας αυτός τηρήθηκε και κατά την εποχή του Μπαρόκ με ιερή συνέπεια και αποδόθηκε στην αρχαία σοφία. Εδώ πρέπει να σημειώσω, πως ποτέ κανείς άλλος πολιτισμός δεν θαύμασε και δεν δόξασε τόσο πολύ ένα προγενέστερό του, όσο ο δυτικός πολιτισμός τον αρχαίο.

Για τον Πυθαγόρα , ο αριθμός ήταν ένα οπτικό σύμβολο και όχι μια αφηρημένη σχέση. Ολόκληρη η αρχαιότητα αντιλαμβάνεται τους αριθμούς ως μονάδες μέτρησης, ως μεγέθη, γραμμές, επιφάνειες. Όλα τα αρχαία μαθηματικά είναι σε τελική ανάλυση στερεομετρία. Ο Ευκλείδης όταν μιλάει για ένα τρίγωνο αναφέρεται σε μια επιφάνεια ενός σώματος, ποτέ δεν σκέφτεται ένα σύστημα τριών τεμνομένων ευθειών ή, ακόμη χειρότερα , τρία σημεία στο χώρο. Ο αρχαίος αριθμός δεν αναφέρεται σε σχέσεις στο χώρο αλλά σε ενότητες απτές, χωριστές για το ανθρώπινο μάτι. Έτσι η αρχαιότητα γνωρίζει μόνο φυσικούς αριθμούς που είναι θετικοί και ακέραιοι. Δεν γνωρίζει το μηδέν. Η ιδέα των αρρήτων αριθμών δηλαδή των δεκαδικών με άπειρα μη επαναλαμβανόμενα ψηφία παραμένει ασύλληπτη για το ελληνικό πνεύμα. Ο Ευκλείδης λέει, ότι τα ασύμμετρα μέρη μιας ευθείας δεν συμπεριφέρονται σαν αριθμοί. Πολύ δε περισσότερο, ο υπερβατικός αριθμός δεν είναι καν μέγεθος διότι ένας τέτοιος αριθμός πχ το π δεν μπορεί να παρασταθεί γεωμετρικά. Ο άρρητος, λοιπόν, αριθμός παρ’ ότι δεν είναι χάος, αλλά ένα κλειστό μέγεθος, παίρνει τον χαρακτήρα ενός άλλου είδους αριθμού που είναι έξω από την αίσθηση του κόσμου για τους αρχαίους, είναι κάτι μυστηριώδες και ο μαθηματικός βρίσκεται προ της πύλης της κολάσεως, στην αποκάλυψη ενός τρομερού μυστικού της ίδιας της ύπαρξης. Εδώ έχει τις καταβολές του ο μύθος που μας μιλά για το θάνατο από ναυάγιο του πρώτου αποκαλύψαντα το μυστικό. Επειδή το άρρητο και μη εικονιζόμενο πρέπει να παραμείνει πάντα εν κρυπτώ και παραβύστω.Αυτό το συναίσθημα είναι έκδηλο στον Τίμαιο του Πάτωνα. Με τη μετατροπή της ασυνεχούς σειράς των αριθμών σε ένα συνεχές δεν αμφισβητείται μόνο η έννοια του αριθμού αλλά και η έννοια του ίδιου του αρχαίου κόσμου. Το όλο πρόβλημα ,γλαφυρά μας το αναπαριστά μια αρχαία τραγωδία , στην οποία ένας θρυλικός βασιλεύς της Κρήτης, θρηνεί διότι το κενοτάφιο που προορίζεται για τον γιό του είναι πολύ μικρό. Ζητά, λοιπόν να διπλασιασθεί ο όγκος του διατηρώντας όμως, το κυβικό σχήματα του. Το πρόβλημα αυτό έγινε διάσημο, όταν οι κάτοικοι της Δήλου ρωτούν το Μαντείο των Δελφών τι να πράξουν για να σταματήσουν το λοιμό που μάστιζε το νησί τους. Κατά το Μαντείο , λοιπόν, έπρεπε να διπλασιάσουν τον όγκο του κυβικού βωμού του Απόλλωνα. Το πρόβλημα , όμως, το Δήλιον πρόβλημα, όπως έμεινε στην ιστορία, δεν έχει γεωμετρική λύση.

Για τους αρχαίους οι αριθμοί έχουν μεταμαθηματικό νόημα.
Ο 1 είναι η αρχή όχι μόνο όλων των πραγματικών αριθμών αλλά και κάθε μεγέθους, κάθε μέτρου, κάθε υλικότητας . Στους Πυθαγορείους, δε, ήταν σύμβολο της μήτρας, της πηγής της ζωής.
Το 2 ήταν η αρσενική αρχή και το σύμβολό του ο φαλλός.
Το ιερό 3 δήλωνε την πράξη της ένωσης, του άνδρα και της γυναίκας, την τεκνοποιία και το σύμβολό του ήταν η συνένωση των δυο πρώτων αριθμών. Καταλαβαίνετε , λοιπόν, γιατί η ανακάλυψη του αρρήτου είναι ένα ανοσιούργημα, η διασάλευση της τεκνοποιητικής τάξης που έχουν θέσει οι ίδιοι οι θεοί.
Είναι έκδηλος ο τρόμος των Ελλήνων εμπρός στην διασάλευση της κοσμικής τάξης όπως, τουλάχιστον, τον προσλαμβάνουμε από τις αρχαίες τραγωδίες. Δεν είναι ,άραγε, ο ήρωας αυτός που προκαλεί, ακουσίως ή εκουσίως, την παραβίαση της τάξης των Θεών ;
Έτσι στα αρχαία μαθηματικά δεν μπορούν να υπάρξουν ούτε καν οι αρνητικοί αριθμοί πόσο μάλλον το μηδέν σαν αριθμός. Το (-2)*(-3)=+6 ούτε μπορεί να παρασταθεί ούτε είναι ιδέα μεγέθους.
Ο Πλάτων, ο Αρχύτας , ο Εύδοξος μιλούν για αριθμούς επιφανειών και σωμάτων αυτό που εμείς έχουμε ως δεύτερη και τρίτη δύναμη. Όπως καταλαβαίνετε, ανώτερες δυνάμεις είναι ανύπαρκτες. Φανταστείτε κλασματικές ή ακόμη χειρότερα μιγαδικές. Όλα αυτά είναι παράλογα. Ούτε μπορούσε να γεννηθεί η ιδέα του μηδενός μιας και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να σχεδιασθεί.
Για να επιστρέψουμε πάλι στη γλυπτική. Η επεξεργασμένη πέτρα είναι κάτι μόνο αν έχει σαφή όρια και αρμονική μορφή, δηλαδή αναλογίες σύμφωνες με τα φυσικά απτά αντικείμενα. Ειδάλλως είναι χάος, κάτι που δεν υπάρχει, τίποτε. Η πέτρα μορφούμενη από την σμίλη του καλλιτέχνη μετατρέπεται από χάος σε κόσμο. Αυτή είναι και η Θεολογία των αρχαίων. Αυτό όταν το μεταφέρουμε σε μεγάλη κλίμακα έχουμε από τη μια το Χάος και από την άλλη τον κόσμο, δηλαδή , όλα τα απτά πράγματα σε αρμονική τάξη. ; Και η απόσταση μεταξύ των σωμάτων; Δεν είναι τίποτε, είναι το μη όν. Έκταση για τον αρχαίο σημαίνει σωματικότητα. Είναι κάτι που υπάρχει και μπορούμε να το μετρήσουμε, ενώ για μας, τον δυτικό άνθρωπο, έκταση είναι ο χώρος. Στην Καντιανή φιλοσοφία αλλά και στη Φυσική φιλοσοφία του Νεύτωνα, ο χώρος, το κενό είναι πιο σημαντικό από τα πράγματα. Αυτά εμβαπτίζονται στον χώρο και παίρνουν τις ιδιότητές του. Ίσως και γι αυτό η γλώσσα μας είναι φτωχή σ΄ αυτόν τον τομέα. Δεν έχει ούτε ουσιαστικά ούτε επίθετα που να αποδίδουν κάτι τέτοιο. Για το πόσο απεχθές ήταν για τους αρχαίους το κενό, θα αναφέρουμε τη ρήση του Αριστοτέλη: η φύση δεν αγαπά το κενό. Ο κόσμος οφείλει να είναι γεμάτος από σώματα απτά. Αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε σαν κενό άπειρο διάστημα, για τους αρχαίους είναι γεμάτο από ύλη. Ακόμη και ο έναστρος ουρανός από τη μια έχει όριο, είναι πεπερασμένος και από την άλλη καταλαμβάνεται από μια πιο λεπτή ύλη, την Πεμπτουσία που την συναντάμε αργότερα και ως αιθέρα.

Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τη βαθύτερη έννοια της αρχαίας μεταφυσικής πρέπει να ανατρέξουμε στο άπειρο του Αναξίμανδρου. Είναι αυτό που δεν έχει κανέναν αριθμό, κανένα μετρημένο μέγεθος και όριο δηλαδή, καμία ουσία, το άμετρο, η μη μορφή όπως ένα άγαλμα που δεν αναδύθηκε από την πέτρα. Είναι η αρχή , το απεριόριστο, το άμορφο, που μόνο μέσω των ορίων γίνεται κάτι, γίνεται κόσμος. Είναι η σωματικότητα καθ΄ αυτήν κάτι που ο δυτικός άνθρωπος, μέσω του Καντ, το συνέλαβε σαν χώρο.

Στην αρχαιότητα δεν εμφανίστηκε καμία ιδέα ενός απείρου σύμπαντος, κάτι που είχε διατυπωθεί αιώνες πριν από την Βαβυλωνιακή αστρονομία. Ακόμη και ο Αρχιμήδης, ίσως ο μεγαλύτερος μαθηματικός της αρχαιότητας, πάντως ο πιο εικονοκλάστης, προσπαθεί να φανταστεί το σύμπαν και μάλιστα να το μετρήσει. Ανακαλύπτει τρόπους γραφής των αριθμών για να μπορέσει να χειρισθεί μεγάλους αριθμούς. (Οι αρχαίοι , ως γνωστόν, έφθαναν την αρίθμησή ρους μέχρι τις μυριάδες μυριάδων, δηλαδή , με το δικό μας σύστημα αρίθμησης , στο 108 -100 εκατομμύρια. Ο Αρχιμήδης επινοεί νέο σύστημα αρίθμησης που φθάνει μέχρι έναν αριθμό με 160 εκατομμύρια μηδενικά.) Το σύμπαν του, όμως, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια στερεομετρική μεγάλη, πλην πεπερασμένη, σφαίρα έκτασης 1010 σταδίων, κάτι περισσότερο από 70 ημέρες φωτός. Αν το ηλιακό μας σύστημα, μέχρι τον Πλούτωνα, έχει διάμετρο 1 cm, τότε το σύμπαν του Αρχιμήδη φθάνει τα 3m

Ο Ζήνων ο Ελεάτης, στις αρχές του 5ου αιώνα, διατύπωσε κάποιους συλλογισμούς που έμελλε να παίξουν πολύ ουσιαστικό ρόλο στη μαθηματική σκέψη των Ελλήνων. Ο σκοπός των συλλογισμών αυτών ήταν να αποδειχθεί το αδύνατο ή της κίνησης ή της πολλαπλότητας. Ο γνωστότερος ήταν ο αγώνας του Αχιλλέα και της χελώνας.

Ο Αχιλλέας δεν μπορεί ποτέ να φθάσει και να ξεπεράσει την χελώνα που προπορεύεται. Διότι πρέπει πρώτα να διατρέξει το διάστημα που τον χωρίζει από την τωρινή της θέση, έπειτα το διάστημα που διέτρεξε η χελώνα κατά την πρώτη φάση της κίνησης, κατόπιν το διάστημα που διατρέχει κατά τη δεύτερη φάση και ούτω καθ’ εξής επ’ άπειρον.

Το ίδιο συμβαίνει και με ένα βέλος που εκτοξεύεται ενάντια σ’ έναν στόχο. Το βέλος , λοιπόν, πρέπει πρώτα να διατρέξει το μισό της απόστασης, μετά το μισό του μισού , μετά το μισό του προηγουμένου και ούτω καθ’ εξής. Κάτι τέτοιο θα χρειαζόταν άπειρο χρόνο γιατί και τα διαστήματα που προκύπτουν είναι άπειρα. Τα προβλήματα αυτά ανάγονται στη δυνατότητα υπολογισμού της φθίνουσας ακολουθίας με άπειρους όρους :


Οι αρχαίοι δεν ασχολήθηκαν με την επίλυση αυτού του προβλήματος. Ήταν τελείως έξω από τη συλλογιστική τους. Παρότι ήταν προφανές πως το βέλος θα φθάσει σε πεπερασμένο χρόνο το στόχο του κι ο Αχιλλέας θα προφτάσει και θα ξεπεράσει τη χελώνα, έπρεπε να έρθει ο 17ος αιώνας ώστε οι μαθηματικοί να δώσουν ένα τελείως διαφορετικό νόημα στους αριθμούς για να μπορέσουν τελικά να αποδείξουν ότι μια φθίνουσα ακολουθία απείρων όρων μπορεί να έχει πεπερασμένο αποτέλεσμα. Είναι ο κλάδος των μαθηματικών που ονομάζεται απειροστικός λογισμός. Η αδυναμία τους, λοιπόν, να χειρισθούν τέτοιες μαθηματικές παραστάσεις τους εγκλώβισε και δεν τους επέτρεψε να ασχοληθούν με θέματα κίνησης. Δυστυχώς η συμβολή τους στην κινητική είναι ελάχιστη.

Τον τρίτο αιώνα πχ στην Αλεξάνδρεια, σ΄ ένα κύκλο αστρονόμων ,ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, σχεδιάζει το ηλιοκεντρικό σύστημα. Το σύστημα , όμως αυτό έγινε δεκτό με αδιαφορία απ΄ τον αρχαίο κόσμο και ξέπεσε στη λήθη.Μερικοί σοφοί μόνο, το υποστήριξαν. Πιο γνωστός ο Σέλευκος.Η σύλληψη αυτή είχε να αντιμετωπίσει δυο διλήμματα.
1) Ή η γη ή ο ήλιος είναι κέντρο του σύμπαντος ;
2) Ή υπάρχει μια πεπερασμένη ουράνια σφαίρα ή το αχανές διάστημα;
Στο πρώτο δίλημμα , όποια και αν είναι η απάντηση δεν ξεφεύγουμε από την αρχαία αίσθηση του κόσμου. Εκείνο που θα ήταν πράγματι μπουνιά στο στομάχι θα ήταν η δεύτερη παραδοχή στο δεύτερο δίλημμα. Ένα αχανές διάστημα πέρα από την σφαίρα των απλανών δεν συμβιβάζεται με το αρχαίο πνεύμα. Πάντως ο ίδιος ο Αρίσταρχος στα όψιμα έργα του δεν ασχολείται πλέον με το ηλιοκεντρικό σύστημα και κάνει υπολογισμούς πάνω στο γεωκεντρικό. Η σύλληψή του πέφτει σε νάρκη μέχρι τον 16ο αιώνα.

Και ας περάσουμε σε έναν άλλον διάσημο αρχαίο μαθηματικό τον Διόφαντο. Ο Διόφαντος έζησε γύρω στα 250 μΧ., δηλαδή τον 3ο αιώνα ενός νέου πολιτισμού που ξεκίνησε από την αυτοκρατορική Ρώμη και φτάνει μέσω του Βυζαντίου και του Ισλάμ στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο Διόφαντος ήταν ο πρώτος που απελευθέρωσε τον αριθμό από την δέσμευσή του από τον κόσμο των αισθήσεων.

Έτσι ξεκινά η άλγεβρα. Μπορεί , βέβαια, να μη τη δημιούργησε ο ίδιος αλλά έσπειρε τις πρώτες βασικές ιδέες . Δεν πρόκειται για έναν εμπλουτισμό των αρχαίων μαθηματικών αλλά για υπέρβαση. Τα μαθηματικά του βρίσκονται μακριά από την αίσθηση του αρχαίου κόσμου, από την Ευκλείδεια Γεωμετρία, από την γλυπτική του γυμνού αγάλματος. Η ιδέα του αριθμού ως μεγέθους δεν διευρύνεται τώρα αλλά σταδιακά διαλύεται. Κανένας Έλληνας δεν θα μπορούσε να πει τι είναι ένας απροσδιόριστος αριθμός α και τι ένας αφηρημένος αριθμός 3. Και τα δυο δεν είναι ούτε μεγέθη ούτε τμήματα ευθείας. Είναι αυτό που λέμε εμείς, υπολογισμός με γράμματα, που εμφανίζεται στα σύγχρονα μαθηματικά το 1591 από τον Βιέτα.Την εποχή του έχουμε από τη μια το σβήσιμο του αρχαίου κόσμου της αττικής αγαλματοποιίας και από την άλλη την ανάδυση των θολωτών οικοδομημάτων, των ψηφιδωτών και ανάγλυφων σαρκοφάγων παλαιοχριστιανικού συριακού ρυθμού. Τότε που ο Διοκλητιανός μετατρέπει την αυτοκρατορία σε χαλιφάτο, που κτίζεται το Πάνθεον, το παλαιότερο τέμενος.

Στον Διόφαντο ο αριθμός δεν είναι πια μέτρο όπως και στα ψηφιδωτά της Ραβέννας και της Κωνσταντινούπολης , ο άνθρωπος δεν είναι σώμα. Μπορεί ακόμη να μη γνωρίζει το μηδέν ούτε τους αρνητικούς αριθμούς , αλλά πόρρω απέχει και από τους Πυθαγορείους αριθμούς. Η στερεομετρική αίσθηση των αριθμών που έφθασε στη μέγιστη εκλέπτυνση και κομψότητα με τον Αρχιμήδη και που προϋποθέτει μια κοσμοπολίτικη ευφυΐα , έχει εξαφανισθεί. Παντού στο βυζαντινό-αραβικό κόσμο που αναδύεται, επικρατούσε ένα μουντό κλίμα, μια λαχτάρα και ένας μυστικισμός , όχι πια η αττική φωτεινότητα και η ελεύθερη διάθεση. Ο άνθρωπος ήταν ένα θνητό, επίγειο πλάσμα της υπαίθρου, όχι μιας μεγαλούπολης όπως ο Ευκλείδης και ο Αρχιμήδης. Μόνο στη Βαγδάτη στον 9ο αιώνα , στον ώριμο αραβικό πολιτισμό ολοκληρώθηκαν, με την πλήρη ανάπτυξη της άλγεβρας οι συλλήψεις του Διόφαντου. Της άλγεβρας , που το όνομά της το πήρε από το εγχειρίδιο Αλ- Γκαμπίρ του Πέρση μαθηματικού, αστρονόμου και γεωγράφου ,Αλ-Χοβαρίσμι ,που και αυτός πάλι έδωσε το όνομά του στον αλγόριθμο. Οι σκέψεις του αρχαίου ανθρώπου αρχίζουν και τελειώνουν με το μεμονωμένο σώμα και τις επιφάνειες που το αποτελούν. Εμείς , ο δυτικός άνθρωπος, γνωρίζουμε μόνο το αφηρημένο χωρικό στοιχείο του σημείου που δεν εποπτεύεται και δεν μετριέται. Απλώς υπάρχει σαν κέντρο σχέσεων. Η ευθεία για τον Έλληνα είναι απλώς μια ακμή, για μας ένα απεριόριστο συνεχές σημείων. Ο Λάιμπνιτς ορίζει ως εξής την ευθεία και το σημείο. Η μεν ευθεία είναι το ακρότατο όριο μιας περιφέρειας άπειρης ακτίνας ενώ το σημείο ακριβώς το αντίθετο. Για τον Έλληνα , όμως, ο κύκλος είναι μια επιφάνεια και όλο το πρόβλημα είναι πως θα την φέρουμε σε μια σύμμετρη μορφή. Έτσι ο τετραγωνισμός του κύκλου έγινε το οριακό πρόβλημα των αρχαίων. Γι αυτούς ήταν το βαθύτερο από όλα τα προβλήματα της μορφής του κόσμου : καμπυλόγραμμες επιφάνειες να τις μετατρέψουν σε ορθογώνια και να τις καταστήσουν μετρήσιμες. Χαρακτηριστικό δε είναι πως οι αρχαίοι έψαχναν τον αριθμό π με γεωμετρικά μέσα ενώ εμείς με αλγεβρικά.

Ο αρχαίος άνθρωπος εκφράζεται καλλιτεχνικά με το να αποδίδει στο ανθρώπινο σώμα, στο χορό, στη πάλη, στο μάρμαρο, στον ορείχαλκο στάσεις όπου οι γραμμές και οι επιφάνειες έχουν μέτρο και αναλογίες. Ενώ ο δυτικός καλλιτέχνης χάνεται μέσα στη περιοχή της ασώματης μουσικής και οδηγείται με την αρμονία και την πολυφωνία σε μια υπερβατικότητα πέρα από κάθε δυνατότητα οπτικού προσδιορισμού..

Ως ένα βαθμό μπορούμε να πραγματευθούμε τη γεωμετρία ως άλγεβρα και την άλγεβρα ως γεωμετρία. Το πρώτο το κάνουμε εμείς , το δεύτερο οι αρχαίοι Έλληνες. Το απολλώνιο μαθηματικό πνεύμα υπηρετεί το μάτι, τα σύγχρονα μαθηματικά υπερβαίνουν το μάτι. Από την θεμελιώδη αντίθεση μεταξύ αρχαίων και δυτικών αριθμών προκύπτει και μια βαθειά αντίθεση που αφορά τη σχέση των στοιχείων του καθενός απ΄ αυτούς τους αριθμητικούς κόσμους. Η σχέση μεταξύ μεγεθών λέγεται αναλογία, ενώ εκείνη μεταξύ σχέσεων εμπεριέχεται στη συνάρτηση. Έτσι , λοιπόν, βλέπουμε πόσο σημαντική είναι η τήρηση των αναλογιών στην κατασκευή των αγαλμάτων, νωπογραφιών και ανάγλυφων, πολύ δε περισσότερο όταν έχουμε σμικρύνσεις και μεγεθύνσεις. Κάτι τέτοιο , όμως δεν έχει κανένα νόημα για την μουσική. Εν αντιθέσει, στη θεωρία των συναρτήσεων η έννοια του μετασχηματισμού ομάδων έχει μεγάλη σημασία. Αυτή είναι η ουσία των variazioni στην ανώτερη σύνθεση της δυτικής μουσικής.

Τα αρχαία μαθηματικά ασχολούνται με τη συγκεκριμένη περίπτωση, λύνουν με υπολογισμούς ορισμένο πρόβλημα, εκτελούν μια μοναδική κατασκευή. Τα δυτικά μαθηματικά πραγματεύονται ολόκληρες κατηγορίες , ομάδες συναρτήσεων, πράξεων , εξισώσεων καμπύλων. Γενικά καλλιεργείται η ιδέα μιας γενικής μορφολογίας μαθηματικών πράξεων και αυτό ακριβώς θεωρείται το πραγματικό νόημα των μαθηματικών. Τα ερωτήματα που απασχολούν τους σύγχρονους μαθηματικούς , ανάλογα με τον τετραγωνισμό του κύκλου ή το Δήλιο πρόβλημα ,είναι η μελέτη των κριτηρίων σύγκλισης απείρων σειρών, αντιστροφή ελλειπτικών ολοκληρωμάτων σε περιοδικές συναρτήσεις κλπ. Δεν υπάρχει τίποτε λιγότερο δημοφιλές από τα σύγχρονα μαθηματικά εν αντιθέσει με τα προβλήματα που έθεσαν οι αρχαίοι και που γενεές επί γενεών ερασιτεχνών ασχολήθηκαν και ασχολούνται με αυτά. Όλα τα μεγάλα έργα της Δύσης, από εκείνα του Δάντη μέχρι του Πάρσιφαλ του Βάγκνερ, δεν είναι δημοφιλή ενώ όλα τα αρχαία έργα , από εκείνα του Ομήρου μέχρι τον βωμό της Περγάμου, είναι δημοφιλή μέχρι δημοφιλέστατα.

Ένα σπάνιο γεωλογικό φαινόμενο: Βρέθηκε ποταμός που βράζει

Ένα άγνωστο μέχρι σήμερα πραγματικά καυτό ποτάμι ανακαλύφθηκε στα βάθη ενός τροπικού δάσους στον Αμαζόνιο.

Ο Αντρές Ρούζο διδακτορικός φοιτητής γεωφυσικής του Πανεπιστημίου Southern Methodist στις ΗΠΑ είχε ακούσει ως παιδί από τον παππού του μια ιστορία για το πώς οι Ισπανοί κονκισταδόρες εξόντωσαν τον τελευταίο αυτοκράτορα των Ινκας. Σύμφωνα με την ιστορία μετά την δολοφονία του αυτοκράτορα οι κονκισταδόρες μπήκαν στην ζούγκλα του Αμαζονίου αναζητώντας χρυσό.

Επέστρεψαν έντρομοι από την εμπειρία που είχαν αφού στη διάρκεια του ταξιδιού ανέφεραν ότι ήρθαν αντιμέτωποι με δηλητηριώδη φίδια, τοξικά ύδατα και ένα ποταμό που… έβραζε!

Η ιστορία ήταν γνωστή αλλά οι ειδικοί είχαν απορρίψει την ύπαρξη ενός τέτοιου ποταμού επειδή ο Αμαζόνιος βρίσκεται μακριά από ενεργά ηφαίστεια η εσωτερική δραστηριότητα των οποίων θα μπορούσε να τον τροφοδοτήσει με καυτό νερό. Όταν πριν από λίγο καιρό σε ένα οικογενειακό τραπέζι ο Ρούζο άκουσε ξανά ιστορίες για αυτό το ποτάμι αποφάσισε να ψάξει να το βρει.
Ο Ρούζο οργάνωσε μια ερευνητική αποστολή στα βάθη του περουβιανού Αμαζόνιου και τελικά εντόπισε τον ποταμό. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για ένα αυτόνομο ποτάμι αλλά για ένα μέρος του ποταμού Mayantuyaku. Ένα σύνθετο γεωλογικό φαινόμενο μετατρέπει ένα κομμάτι μήκος 6.5 χλμ του ποταμού σε γκέιζερ.
Στην συγκεκριμένη περιοχή υπάρχουν πολλά πορώδη ιζηματογενή πετρώματα. Όταν βρέχει το νερό εισέρχεται στο εσωτερικό των πετρωμάτων και η θερμοκρασία του αυξάνεται από την εσωτερική θερμότητα της γης. Το θερμό νερό στη συνέχεια κυλάει μέσα στο υπέδαφος και βγαίνει στην επιφάνεια στο εσωτερικό του ποταμού μέσα από κάποιες ρωγμές του εδάφους.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΡΗΤΟΡΙΚΗ, ΓΟΡΓΙΑΣ - Ἐπιτάφιος

Αποτέλεσμα εικόνας για Ρητορικός έπαινος των νεκρών

Η επίδραση του Γοργία στη διαμόρφωση της ρητορικής και ιδιαίτερα της επιδεικτικής ρητορείας υπήρξε πολύ μεγάλη. Δυστυχώς από τους επιδεικτικούς του λόγους -αν εξαιρέσει κανείς παίγνια όπως το Ἑλένης ἐγκώμιον και την Ὑπὲρ Παλαμήδους ἀπολογίαν- δεν έχουν σωθεί παρά ελάχιστα αποσπάσματα. Το εκτενές απόσπασμα που παρατίθεται εδώ προέρχεται από τον χαμένο Επιτάφιο λόγο, τον οποίο ο Γοργίας έγραψε ίσως μεταξύ 421-416 π.Χ. (αν ο λόγος εκφωνήθηκε από τον ίδιο ή από έναν Αθηναίο πολίτη είναι άγνωστο). Επειδή η παράδοση των επιταφίων λόγων είχε διαμορφωθεί πριν από τηνάφιξη του Γοργία στην Αθήνα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ως προς τη δομή του θα ακολουθούσε σε γενικές γραμμές το σχήμα παρόμοιων λόγων που μας έχουν σωθεί: (α) προοίμιο, (β) έπαινος, κατ᾽ αρχήν της πολιτείας και στη συνέχεια των νεκρών, (γ) παραίνεση και παραμυθία (: παρηγοριά με τη χρήση λογικών επιχειρημάτων) των ζώντων, και (δ) επίλογος. Δεδομένης της τυπικής αυτής δομής, το απόσπασμα που ακολουθεί θα ανήκε μάλλον στο τμήμα του επαίνου που αναφερόταν στους νεκρούς. Αξιοπρόσεκτο στο τμήμα του Επιταφίου που σώζεται είναι το ρητορικό ύφος: ζυγιασμένη αντιθετική οργάνωση των περιόδων με παράλληλη χρήση των "γοργίειων" σχημάτων (αντιθέσεις, ομοιοτέλευτα, πάρισα).

Ἐπιτάφιος (Απόσπασμα 6)

τί γὰρ ἀπῆν τοῖς ἀνδράσι τούτοις ὧν δεῖ ἀνδράσι προσεῖναι; τί δὲ καὶ προσῆν ὧν οὐ δεῖ προσεῖναι; εἰπεῖν δυναίμην ἃ βούλομαι, βουλοίμην δ᾽ ἃ δεῖ, λαθὼν μὲν τὴν θείαν νέμεσιν, φυγὼν δὲ τὸν ἀνθρώπινον φθόνον. οὗτοι γὰρ ἐκέκτηντο ἔνθεον μὲν τὴν ἀρετήν, ἀνθρώπινον δὲ τὸ θνητόν, πολλὰ μὲν δὴ τὸ πρᾶον ἐπιεικὲς τοῦ αὐθάδους δικαίου προκρίνοντες, πολλὰ δὲ νόμου ἀκριβείας λόγων ὀρθότητα, τοῦτον νομίζοντες θειότατον καὶ κοινότατον νόμον, τὸ δέον ἐν τῷ δέοντι καὶ λέγειν καὶ σιγᾶν καὶ ποιεῖν ‹καὶ ἐᾶν›, καὶ δισσὰ ἀσκήσαντες μάλιστα ὧν δεῖ, γνώμην ‹καὶ ῥώμην›, τὴν μὲν βουλεύοντες τὴν δ᾽ ἀποτελοῦντες, θεράποντες μὲν τῶν ἀδίκως δυστυχούντων, κολασταὶ δὲ τῶν ἀδίκως εὐτυχούντων, αὐθάδεις πρὸς τὸ συμφέρον, εὐόργητοι πρὸς τὸ πρέπον, τῷ φρονίμῳ τῆς γνώμης παύοντες τὸ ἄφρον ‹τῆς ῥώμης›, ὑβρισταὶ εἰς τοὺς ὑβριστάς, κόσμιοι εἰς τοὺς κοσμίους, ἄφοβοι εἰς τοὺς ἀφόβους, δεινοὶ ἐν τοῖς δεινοῖς. μαρτύρια δὲ τούτων τρόπαια ἐστήσαντο τῶν πολεμίων, Διὸς μὲν ἀγάλματα, ἑαυτῶν δὲ ἀναθήματα, οὐκ ἄπειροι οὔτε ἐμφύτου ἄρεος οὔτε νομίμων ἐρώτων οὔτε ἐνοπλίου ἔριδος οὔτε φιλοκάλου εἰρήνης, σεμνοὶ μὲν πρὸς τοὺς θεοὺς τῷ δικαίῳ, ὅσιοι δὲ πρὸς τοὺς τοκέας τῇ θεραπείᾳ, δίκαιοι δὲ πρὸς τοὺς ἀστοὺς τῷ ἴσῳ, εὐσεβεῖς δὲ πρὸς τοὺς φίλους τῇ πίστει. τοιγαροῦν αὐτῶν ἀποθανόντων ὁ πόθος οὐ συναπέθανεν, ἀλλ᾽ ἀθάνατος οὐκ ἐν ἀθανάτοις σώμασι ζῇ οὐ ζώντων.

***
«Tι έλειπε σ᾽ αυτούς τους άνδρες απ᾽ όσα πρέπει να ᾽χει ένας άνδρας; Αλλά και τι είχαν απ᾽ όσα δεν πρέπει να ᾽χει; Ας μπορούσα να έλεγα αυτά που θέλω, ας ήθελα αυτά που πρέπει, χωρίς να προκαλέσω τη θεϊκή δυσαρέσκεια και αποφεύγοντας τον ανθρώπινο φθόνο. Γιατί θεϊκή ήταν η αρετή που είχαν κατακτήσει αυτοί οι άνδρες, ανθρώπινη ήταν μόνο η θνητή φύση τους: προτιμούσαν, συχνά, τη γεμάτη πραότητα επιείκεια από το άκαμπτο δίκαιο, και την ορθότητα του λόγου από την ακριβή τήρηση ενός νόμου, γιατί πίστευαν ότι ο πιο θεϊκός, ο πιο καθολικός νόμος είναι να λες και να αποσιωπάς και να πράττεις και να παραλείπεις στην κατάλληλη στιγμή αυτό που πρέπει· και από τα πρέποντα καλλιέργησαν προπαντός δύο πράγματα: την κρίση και τη δύναμη, τη μια με το να βουλεύονται, την άλλη με το να πράττουν· συμπαραστάτες σ᾽ όσους δυστυχούσαν αδίκως, τιμωροί όσων ευτυχούσαν χωρίς να το αξίζουν, επίμονοι στην επιδίωξη του κοινού συμφέροντος, παθιασμένοι για το σωστό, έτοιμοι να αναχαιτίσουν την παραφροσύνη της δύναμης με τη φρονιμάδα της κρίσης, βίαιοι απέναντι στους βίαιους, ευπρεπείς απέναντι στους ευπρεπείς, άφοβοι απέναντι στους άφοβους, τρομεροί στις τρομερές καταστάσεις. Απόδειξη αυτών των ιδιοτήτων τα τρόπαια που έστησαν από τα λάφυρα των εχθρών -τιμή για τον Δία, κόσμημα γι᾽ αυτούς τους ίδιους, αυτούς που ούτε η έμφυτη μαχητικότητα τους ήταν ξένη, ούτε οι θεμιτοί έρωτες, ούτε η έριδα η ζωσμένη στ᾽ άρματα, ούτε η ειρήνη που αγαπά την ομορφιά. Με τη δικαιοσύνη τους γεμάτοι δέος απέναντι στους θεούς, με τη φροντίδα τους γεμάτοι σεβασμό στους γονείς, με την τήρηση της ισότητας γεμάτοι δικαιοσύνη απέναντι στους συμπολίτες τους, με την πίστη τους γεμάτοι αφοσίωση στους φίλους. Για τούτο ο θάνατός τους δεν έσβησε και τον πόθο γι᾽ αυτούς, αλλά αθάνατος μέσα σε θνητά σώματα ζει ο πόθος γι᾽ αυτούς που δεν ζουν».

Ο Ξενοφώντας και η περίπτωση του Αλκιβιάδη

Μετά την επιτυχία των Αθηναίων στο «Κυνός Σήμα» (σημείο που σταμάτησε την ιστορία του ο Θουκυδίδης) το μέτωπο της Ιωνίας ξεκαθαρίζεται απόλυτα σε σχέση με το ρόλο των προσώπων και τις συμμαχίες που διαμορφώνονται. Ο Αλκιβιάδης τάσσεται αμετάκλητα με το μέρος της Αθήνας και ο Τισσαφέρνης με τη Σπάρτη. Το πρότερο καθεστώς που ήθελε τον Αλκιβιάδη συμβουλάτορα του Τισσαφέρνη σ’ ένα διπλό παιχνίδι εξυπηρέτησης άλλοτε των αθηναϊκών κι άλλοτε των σπαρτιατικών συμφερόντων – ανάλογα με τις δικές του βλέψεις – ήταν αδύνατο να συνεχιστεί, όπως επίσης και η πολιτική του Τισσαφέρνη, που παρίστανε το σύμμαχο των Σπαρτιατών, αλλά στην ουσία αποσκοπούσε στη διαιώνιση του πολέμου οδηγώντας σε απόλυτη φθορά και τα δύο στρατόπεδα προκειμένου να επωφεληθεί ο ίδιος. Αυτή, βέβαια, ήταν και η συμβουλή που του είχε δώσει ο Αλκιβιάδης, όταν αποδιωγμένος και από την Αθήνα και από τη Σπάρτη είχε ταχθεί με τα περσικά συμφέροντα.

Η διάλυση των σχέσεων Τισσαφέρνη – Αλκιβιάδη ήταν ήδη γεγονός, αλλά ο Αλκιβιάδης εξακολουθούσε να παριστάνει ότι συνεχίζονται με πρόθεση να κερδίσει όσο το δυνατό περισσότερα. Ο Τισσαφέρνης ήταν εκείνος που γκρέμισε και τα τελευταία προσχήματα: «… έφτασε ο Τισσαφέρνης στον Ελλήσποντο. Ο Αλκιβιάδης πήγε μ’ ένα πολεμικό να τον επισκεφτεί, φέρνοντάς του προσφορές φιλοξενίας κι άλλα δώρα, μα ο άλλος τον συνέλαβε και τον φυλάκισε στις Σάρδεις, λέγοντας ότι είχε διαταγή από τον Βασιλέα να πολεμάει τους Αθηναίους. Έναν μήνα αργότερα μολοντούτο ο Αλκιβιάδης μαζί με τον Μαντίθεο, που είχε πιαστεί στην Καρία, κατόρθωσαν να βρουν άλογα και να δραπετεύσουν μια νύχτα στις Κλαζομενές». (1, 1, 9 – 10).

Η πρώτη ενέργεια του Αλκιβιάδη μετά την απόδραση ήταν να πάει στην Καρδία και να συνταχτεί με τον αθηναϊκό στόλο, που είχε καταφύγει εκεί από τη Σηστό φοβούμενος επίθεση του Σπαρτιάτη στρατηγού Μίνδαρου. Ήταν πια ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης των Αθηναίων. Συγκέντρωσε τα πλοία, δέχτηκε και τις ενισχύσεις που ήρθαν από τη Θάσο και τη Μακεδονία και οδήγησε σύσσωμο το στόλο στο Πάριο. Από εκεί αναχώρησαν για την Προκόννησο: «Τότε έμαθαν ότι ο Μίνδαρος καθώς και ο Φαρνάβαζος με το πεζικό του βρίσκονταν στην Κύζικο». (1, 1, 14).

Ο Αλκιβιάδης τους παρότρυνε αμέσως να επιτεθούν: «Σαν είδαν οι Πελοποννήσιοι τους Αθηναίους με πολύ περισσότερα πλοία από πριν, και μάλιστα κοντά στο λιμάνι, κατέφυγαν στην παραλία και, αραδιάζοντας όλα μαζί τα καράβια, έστησαν μάχη με τους Αθηναίους που έπλεαν καταπάνω τους. Ο Αλκιβιάδης έκανε κυκλωτική κίνηση με είκοσι πλοία και βγήκε στη στεριά· βλέποντάς το ο Μίνδαρος βγήκε κι αυτός, αλλά σκοτώθηκε πολεμώντας, κι ο στρατός του το ‘βαλε στα πόδια. Οι Αθηναίοι αιχμαλώτισαν όλα τα εχθρικά πλοία – εκτός από τα πλοία των Συρακουσίων, που τα ‘καψαν οι ίδιοι οι Συρακούσιοι – και τα πήγαν στην Προκόννησο, απ’ όπου την άλλη μέρα βάλαν πλώρη για την Κύζικο». (1, 1, 17 – 19).

Οι επιτυχίες που έφερε ο Αλκιβιάδης στους Αθηναίους δεν είχαν μόνο στρατιωτική, αλλά και ψυχολογική σημασία. Φαινόταν ο άνθρωπος που θα μπορέσει να ισορροπήσει εκ νέου την κατάσταση, τη στιγμή που όλα έδειχναν ότι η Σπάρτη ήταν κοντά στην τελική επικράτηση. Η μεγάλη νίκη απέναντι στο Μίνδαρο και τα χρήματα που κατάφερε να συγκεντρώσει από την Κύζικο, χωρίς να πειράξει κανένα από τους ντόπιους, θύμισαν σε όλους το παλιό αθηναϊκό μεγαλείο καθιστώντας σαφές ότι κανείς ποτέ δεν πρέπει να υποτιμά αυτή τη μεγάλη δύναμη. Δεν είναι τυχαίο που αμέσως μετά οι Περίνθιοι άνοιξαν τις πύλες στους Αθηναίους κι ότι οι Σηλύμβριοι, αν και δε δέχτηκαν τον Αλκιβιάδη στην πόλη, έδωσαν χρήματα. Η επιστολή του Ιπποκράτη (υπαρχηγού του Μινδάρου) προς τη Σπάρτη είναι απολύτως χαρακτηριστική: «Χάθηκαν τα πλοία. Μίνδαρος σκοτώθηκε. Πεινούν οι άνδρες. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε». (1, 1, 23).

Ο Φαρνάβαζος δεν είχε άλλη επιλογή απ’ τη γενναιόδωρη χρηματοδότηση (όχι όπως πριν που παρίστανε το χρηματοδότη), προκειμένου να τονώσει το ηθικό του στρατεύματος: «… ο Φαρνάβαζος εμψύχωνε το στρατό των Πελοποννησίων και των συμμάχων, λέγοντάς τους να μη χάνουν το θάρρος τους “για λίγα ξύλα”, μια κι είχαν σώσει τις ζωές τους: ξυλεία είχε άφθονη η χώρα του Βασιλέως. Έδωσε στον καθένα από ένα πανωφόρι και μισθό για δυο μήνες, όπλισε τους ναύτες και τους έβαλε να φρουρούν τις ακτές τις σατραπείας του». (1, 1, 24). Κοντά σ’ αυτά, έφτασαν και τα δυσάρεστα νέα στους Συρακουσίους στρατηγούς (οι Συρακούσιοι ήταν ιδιαίτερα αξιόμαχοι σύμμαχοι των Σπαρτιατών) ότι πλέον θεωρούνταν εξόριστοι από τη δημοκρατική μερίδα της πόλης τους, προκαλώντας την αγανάκτηση των στρατιωτών που δεν ήθελαν να αντικατασταθεί η ηγεσία και ιδιαίτερα ο Ερμοκράτης, ο οποίος ήταν εξαιρετικά δημοφιλής.

Από την άλλη, ο Άγις, που εξακολουθούσε να κατέχει τη Δεκέλεια, όταν πλησίασε τα τείχη της Αθήνας, υποχώρησε μπροστά στις δυνάμεις που συγκέντρωσε ο Θράσυλλος. Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι ο αποκλεισμός της Αθήνας από τη στεριά, μέσω της Δεκέλειας, ήταν εντελώς ανώφελος, αν δε συνοδευόταν κι από αντίστοιχο ναυτικό αποκλεισμό, ώστε να εμποδιστεί πλήρως ο ανεφοδιασμός της πόλης: «… ο Άγις, βλέποντας από τη Δεκέλεια να ‘ρχονται στον Πειραιά πολλά καράβια με στάρι, δήλωνε πως τίποτα δεν ωφελούσε ο αποκλεισμός που τόσον καιρό έκαναν στην Αθήνα από τη στεριά, όσο δεν κατόρθωναν να καταλάβουν τις περιοχές απ’ όπου ερχόταν το στάρι: το καλύτερο που είχαν να κάνουν ήταν να στείλουν στην Καρχηδόνα και στο Βυζάντιο τον Κλέαρχο του Ραμφία, που ήταν πρόξενος του Βυζαντίου». (1, 1, 35).

Φτάνουμε πια στο 409 π. Χ. όταν ο Θράσυλλος έρχεται από την Αθήνα με αρκετό στρατό στην Ιωνία. Μετά την επιτυχία του, όμως, στα Πύγελα, τον προσεταιρισμό των κατοίκων του Κολοφώντα και τη λεηλασία της γης στη Λυδία γνώρισε την πανωλεθρία στην Έφεσο. Τελικά κατάφερε να οδηγήσει το στρατό που του είχε απομείνει στη Λάμψακο: «Στη Λάμψακο, όπου ο Αλκιβιάδης προσπαθούσε να συγκροτήσει ενιαίο στράτευμα, οι παλιότεροι στρατιώτες δεν ήθελαν να ενωθούν με τους άνδρες του Θράσυλλου: οι ίδιοι δεν είχαν νικηθεί ποτέ, έλεγαν, ενώ οι άλλοι είχαν έρθει νικημένοι». (1, 2, 15).

Παρόλα αυτά οχύρωναν από κοινού τη Λάμψακο και κατάφεραν να συντρίψουν τις δυνάμεις του Τισσαφέρνη, όταν έκαναν επιδρομή στην Άβυδο: «ο Φαρνάβαζος ήρθε σ’ ενίσχυσή της με πολύ ιππικό, αλλά νικήθηκε και υποχώρησε, κι ο Αλκιβιάδης με το ιππικό κι εκατόν είκοσι οπλίτες που διοικούσε ο Μένανδρος τον κυνήγησε ως την ώρα που τους χώρισε το σκοτάδι. Ύστερα απ’ αυτή τη μάχη οι στρατιώτες συμφώνησαν αναμεταξύ τους να συναδελφωθούν με τους άνδρες του Θρασύλλου». (1, 2, 16 – 17).

Ο Αλκιβιάδης εξελίσσεται σε κυρίαρχη μορφή των γεγονότων. Μετά την Άβυδο σειρά είχε η Καλχηδόνα: «Μαθαίνοντας ότι πλησίαζαν οι Αθηναίοι, οι Καλχηδόνιοι εμπιστεύτηκαν τις κινητές τους περιουσίες στους γείτονές τους, τους Θράκες της Βιθυνίας, να τους τις φυλάξουν. Ο Αλκιβιάδης όμως ξεκίνησε με λιγοστούς οπλίτες και το ιππικό, πρόσταξε και το στόλο ν’ ακολουθήσει γιαλό γιαλό και πήγε να ζητήσει απ’ τους Βιθυνούς τις περιουσίες των Καλχηδονίων, απειλώντας ότι αν δεν του τις δώσουν θα τους κηρύξει πόλεμο· τότε εκείνοι του τις έδωσαν. […] Κατόπιν απέκλεισε την Καλχηδόνα μ’ όλο του το στράτευμα, κατασκευάζοντας ξύλινο τείχος από τη μια θάλασσα στην άλλη και, όσο γινόταν, κοντά στον ποταμό. Ο Ιπποκράτης, ο Λακεδαιμόνιος αρμοστής, έβγαλε το στρατό του από την πόλη να δώσει μάχη. Οι Αθηναίοι παρατάχτηκαν αντίκρυ του, ενώ ο Φαρνάβαζος, έξω από το τείχος, ερχόταν να τον βοηθήσει με πολύ στρατό και ιππικό. Η μάχη ανάμεσα στους οπλίτες του Ιπποκράτη και του Θρασύλλου κράτησε πολύ, ώσπου ήρθε σ’ ενίσχυση ο Αλκιβιάδης με μερικούς οπλίτες και ιππικό· τότε σκοτώθηκε ο Ιπποκράτης και οι άνδρες του υποχώρησαν άτακτα προς την πόλη». (1, 3, 3 – 6).

Όσο για τον Φαρνάβαζο, δεν μπόρεσε ποτέ να πλησιάσει το πεδίο της μάχης, αφού αποκλείστηκε στα τείχη και το ποτάμι. Θα έλεγε κανείς ότι ο Αλκιβιάδης ήταν ανίκητος. Αυτό που έμενε ήταν η ανακωχή με την Καλχηδόνα, (φυσικά με ευνοϊκούς όρους προς την Αθήνα) για την τήρηση των οποίων δεσμεύτηκε προσωπικά τόσο ο Φαρνάβαζος, όσο κι ο Αλκιβιάδης. Μέσα στους όρους ήταν και η υποχρέωση του Φαρνάβαζου να οδηγήσει Αθηναίους πρέσβεις στον Πέρση βασιλιά.

Επόμενος σταθμός του Αλκιβιάδη ήταν το Βυζάντιο, το οποίο και κατέλαβε αναίμακτα μετά από συνωμοσία, όταν ο Λακεδαιμόνιος αρμοστής Κλέαρχος βγήκε από την πόλη για να συναντήσει το Φαρνάβαζο. Μετά τα γεγονότα του Βυζαντίου ο Πέρσης βασιλιάς έστειλε στα παράλια τον Κύρο: «… είχε διοριστεί διοικητής όλης της παραθαλάσσιας περιοχής μ’ εντολή να πολεμάει στο πλευρό των Λακεδαιμονίων. Ο Κύρος έφερνε γράμμα με τη σφραγίδα του Βασιλέως, που απευθυνόταν σ’ όλους τους κατοίκους των παραλίων λέγοντας ανάμεσα στ’ άλλα και τούτο: “Στέλνω τον Κύρο κάρανο των δυνάμεων που συνάζονται στον Καστωλό”. (Κάρανος θα πει αρχηγός)». (1, 4, 3 – 4).

Η ζημιά που είχε προκαλέσει ο Αλκιβιάδης στις τάξεις του εχθρού δεν είχε προηγούμενο. Η αλλαγή στην ηγεσία που επέβαλε ο βασιλιάς είναι η αναγνώριση ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δεν είναι μόνο ότι κυριεύτηκαν πόλεις κι ότι συγκεντρώθηκαν χρήματα που έδωσαν ανάσα στην εξαντλημένη Αθήνα, αλλά και ότι ο Αλκιβιάδης προσωπικά απέκτησε το γόητρο του αήττητου, όπου σε δύο περιπτώσεις η επικράτηση συνοδεύτηκε από το θάνατο του αντίπαλου ηγέτη την ώρα της μάχης (Μίνδαρος – Ιπποκράτης). Δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι Αθηναίοι άρχισαν να ελπίζουν και πάλι σε έναν πόλεμο που θεωρούταν χαμένος. Ο Αλκιβιάδης φαίνεται να κατορθώνει το αδύνατο· συσπείρωσε έναν αθηναϊκό στρατό που πραγματικά πελαγοδρομούσε, επέφερε πολύ σοβαρά πλήγματα – σκορπώντας πανικό – στο στρατόπεδο των Σπαρτιατών, που ως εκείνη τη στιγμή φάνταζε πανίσχυρο, κι έφερε σε αμηχανία ακόμη και τον Πέρση βασιλιά αναγκάζοντάς τον να προβεί σε αλλαγή ηγεσίας προκειμένου να τον περιορίσει. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, το όνειρό του για ένδοξη επιστροφή στην Αθήνα δεν μπορούσε παρά να γίνει πραγματικότητα: «… οι Αθηναίοι εκλέξαν στρατηγούς τον εξόριστο Αλκιβιάδη, το Θρασύβουλο που έλειπε και τρίτο – από κείνους που βρίσκονταν στην πόλη – τον Κόνωνα». (1, 4, 10).

Η εκλογή του στο αξίωμα του στρατηγού έκανε την επιστροφή του αναπόφευκτη. Μετά από τόσα χρόνια απουσίας (έφυγε από την Αθήνα ως στρατηγός στη σικελική εκστρατεία το 415 π. Χ. και βρισκόμαστε στο 407 π. Χ.), τη μετάβασή του στη Σπάρτη και το πέρασμα στο Φαρνάβαζο, την επιστροφή του στον αθηναϊκό στόλο στη Σάμο και το ολιγαρχικό πραξικόπημα του 411 το οποίο, ουσιαστικά, ο ίδιος επέβαλε, μετά από μια σειρά προδοτικών ενεργειών κι εγκλημάτων κατά της πατρίδας του (μην ξεχνάμε ότι και την κατάληψη της Δεκέλειας αυτός την είχε προτείνει στους Σπαρτιάτες, όπως και τη γρήγορη αντίδρασή τους στο ζήτημα της Σικελίας, όπου τελικά έστειλαν το Γύλιππο προξενώντας την καταστροφή του αθηναϊκού στρατού), ο Αλκιβιάδης βρίσκεται ένα βήμα πριν την ηρωική επάνοδό του στην Αθήνα: «Βλέποντας […] ότι τον είχαν εκλέξει στρατηγό κι ότι οι φίλοι του τού μηνούσαν ιδιωτικά να γυρίσει, μπήκε στον Πειραιά τη μέρα που η πόλη γιόρταζε τα Πλυντήρια και που το άγαλμα της Αθηνάς ήταν ολόκληρο σκεπασμένο». (1, 4, 12). (Ο μεταφραστής Ρόδης Ρούφος εξηγεί για τα Πλυντήρια: «Θρησκευτική γιορτή της αρχής του καλοκαιριού, όπου έπλεναν το άγαλμα της Αθηνάς στη θάλασσα και άλλαζαν τα ρούχα του»).

Κι εδώ, βέβαια, δε γίνεται λόγος για την – έτσι κι αλλιώς – εξαιρετικά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Αλκιβιάδη, αλλά για τη μεταστροφή του πλήθους, που είναι έτοιμο να ξεχάσει τα πάντα και να υποδεχτεί με τις μεγαλύτερες τιμές αυτούς που το οδήγησαν στη μεγαλύτερη απελπισία, αν αλλάξουν οι συνθήκες. Η περίπτωση του Αλκιβιάδη αποδεικνύει ότι η μνήμη, ο ηρωισμός, η πολιτική σκέψη, με δυο λόγια η αντίληψη της πραγματικότητας είναι έννοιες ιδιαιτέρως ευμετάβλητες, ακριβώς επειδή δένονται αξεδιάλυτα με το συμφέρον. Από τη στιγμή που η σωτηρία της πόλης κρέμεται από τον Αλκιβιάδη, το παρελθόν όχι μόνο δεν έχει σημασία, αλλά οφείλει να ωραιοποιηθεί, δηλαδή να ανασκευαστεί σύμφωνα με τις τρέχουσες εξελίξεις. Στην παρούσα φάση η Αθήνα θα ήταν αδύνατο να πράξει διαφορετικά.

Ο Αλκιβιάδης αναδεικνύεται μέσα από την ίδια τη ροή των γεγονότων σε φυσικό ηγέτη της Αθήνας, δηλαδή σε μοναδική ελπίδα· και είναι αδύνατο να στραφεί κάποιος ενάντια στην ελπίδα του. Από αυτή την άποψη, η μνήμη οφείλει να είναι επιλεκτική, επειδή πρέπει να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα. Αφού οι συνθήκες δε δίνουν επιλογές, οφείλει ο κόσμος να διαμορφώσει αυτά που θα θυμάται: «Την ώρα που έμπαινε στο λιμάνι, ο κοσμάκης του Πειραιά και της Αθήνας μαζεύτηκε κοντά στο πλοίο, όλος θαυμασμό και περιέργεια ν’ αντικρίσει τον Αλκιβιάδη. Άλλοι έλεγαν πως ήταν ο καλύτερος πολίτης της Αθήνας κι ο μόνος που είχε εξοριστεί άδικα, εξαιτίας των ραδιουργιών ανθρώπων που δεν είχαν ούτε τη δική του ικανότητα ούτε την ευγλωττία … αναγκάστηκε – αιχμάλωτος των περιστάσεων – να κολακεύει τους χειρότερούς του εχθρούς, διακινδυνεύοντας κάθε μέρα τη ζωή του … άνθρωποι σαν κι αυτόν δεν έχουν ανάγκη από επαναστάσεις και πολιτειακές μεταβολές· το δημοκρατικό πολίτευμα του εξασφαλίζει υπεροχή πάνω στους συνομιλήκους του και ισοτιμία με τους γεροντότερους…». (1, 4, 13 – 16). Μόνο κάποιοι, σαφώς μειοψηφούντες, έδειχναν τις επιφυλάξεις τους: «Άλλοι πάλι έλεγαν ότι ήταν ο μόνος υπαίτιος για όλα τα κακά που τους είχαν συμβεί στο παρελθόν, κι ήταν πιθανό να προκαλέσει αυτός μονάχος του κι όλες τις μελλοντικές καταστροφές που θα απειλούσαν την πόλη». (1, 4, 17).

Από κει και πέρα, τα πράγματα πήραν το δρόμο τους: «Στη Βουλή και στη Συνέλευση του λαού απολογήθηκε λέγοντας ότι δεν είχε ασεβήσει κι ότι αδικήθηκε· ειπώθηκαν κι άλλα παρόμοια χωρίς κανένας ν’ αντιμιλήσει, γιατί δεν θα το ανεχόταν η Συνέλευση. Τέλος τον ονόμασαν αρχιστράτηγο μ’ ευρύτατη εξουσία, πιστεύοντας πως ήταν ικανός ν’ αποκαταστήσει την πρωτινή δύναμη της πόλης». (1, 4, 20).

Ξενοφώντος «Ελληνικά»

Ν’ αγαπάς τους φωτεινούς ανθρώπους

Κάθε φορά που βρισκόταν μπροστά μου ένα ποτήρι νερό που δεν ήταν ούτε γεμάτο, μα ούτε κι άδειο, σκέφτόμουν πως θα το χαρακτήριζα. Μισογεμάτο η μισοάδειο;

 Κατέληξα σε δυο πράγματα. Πρώτον πως αν είναι κάτω από τη μέση το βλέπω μισοάδειο, ενώ αν είναι πάνω από τη μέση του ποτηριού μισογεμάτο. Δεύτερον πως δεν έχει καμία σημασία η ταμπέλα που θα βάλω στο ποτήρι. Όπως και να το δεις άλλωστε, πάλι μισό κάτι θα είναι. Το μόνο που έχει σημασία είναι το ποτήρι να αδειάζει και να το ξαναγεμίζεις. Το θέμα είναι να μην σταματήσεις να διψάς. Όσο διψάς το ποτήρι θα γεμίζει.

Ν’ αγαπάς τους ανθρώπους που κρατούν γεμάτα ποτήρια στα χέρια τους. Εκείνους που για να ξεδιψάσουν πρέπει να πιουν ολόκληρο το ποτήρι, μέχρι την τελευταία σταγόνα, κι ας αδειάσει. Εκείνους που δεν αφήνουν τα ποτήρια τους μισά από φόβο μήπως και δεν καταφέρουν να τα ξαναγεμίσουν. Εκείνους που αν χρειαζόταν, θα έσκαβαν τη γη με τα χέρια τους για να βρουν νερό και να ξαναγεμίσουν το ποτήρι. Εκείνους που ο μόνος τρόπος για να πιουν μισό ποτήρι νερό, είναι γιατί θέλησαν να το μοιραστούν με κάποιον άλλο. Εκείνους που κάθε φορά που αδειάζουν το ποτήρι τους χαμογελούν με ευχαρίστηση. Εκείνους που ακόμα κι όταν ξέρουν πως πίνουν το τελευταίο τους ποτήρι, αναφωνούν άσπρο πάτο.

Ν’ αγαπάς κι εκείνους που σου λένε καλημέρα με την καρδιά τους, όχι με το μυαλό τους. Εκείνους που αν η ζωή ήταν ρουλέτα θα πόνταραν όλα τους τα λεφτά στην επόμενη μέρα, γιατί πάντα θα νιώθουν πως θα είναι η καλύτερη . Εκείνους που σε παρασύρουν στη χαρά, όχι στη θλίψη. Εκείνους που λένε δεν πειράζει, όχι δε με νοιάζει. Εκείνους που χορεύουν στη βροχή, χωρίς να τους νοιάζει αν θα βραχούν. Εκείνους που ονειρεύονται, χωρίς να χρειάζεται να κλείσουν τα μάτια. Εκείνους που όταν θέλουν κάτι, επιμένουν πως γίνεται. Εκείνους που όταν χαμογελούν, λάμπουν τα μάτια τους. Εκείνους που περπατούν προς τα πίσω μόνο για να πάρουν φόρα. Εκείνους που φτιάχνουν σχέδια στην άμμο κι όταν τα χαλάει το κύμα χαμογελούν, γιατί εκείνοι βλέπουν το σχήμα τους ν’ αλλάζει, όχι να χαλάει.

Ν’ αγαπάς εκείνους που χαμογελούν λίγο παραπάνω. Εκείνους που γίνονται φίλοι με τον ήλιο και φωτίζουν τις μέρες σου. Εκείνους που πιστεύουν πως ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος. Εκείνους που ξέρουν πως η ζωή είναι πρεμιέρα, χωρίς πρόβες και δίνουν καθημερινά τον καλύτερο εαυτό τους. Εκείνους που αν τους ρωτήσεις αν είναι ευτυχισμένοι θα απαντήσουν ναι χωρίς δισταγμό. Εκείνους που δεν θεωρούν την υγεία δεδομένη αλλά πολύτιμο δώρο χωρίς εγγύηση και με δυνατότητα επιστροφής. Εκείνους που φτιάχνουν ονειροπαγίδες για να φυλακίζουν τους εφιάλτες. Εκείνους που ανοίγουν διάπλατα τα χέρια για να σ’ αγκαλιάσουν. Εκείνους που βγάζουν τη γλώσσα τους στις δυσκολίες και τις κοροϊδεύουν.

Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα είναι τα 80 έτη. Υποθέτουμε πως ο άνθρωπος κοιμάται κατά μέσο όρο 8 ώρες τη μέρα, δηλαδή το 1/3 της κάθε ημέρας. Στα 80 χρόνια λοιπόν που ζει, τα 26 κοιμάται και μένουν άλλα 54. Για 40 χρόνια πρέπει θεωρητικά να δουλεύει περίπου, 8 ώρες την ημέρα, άλλο 1/3 λοιπόν, πράγμα που μεταφράζεται σε 13 χρόνια δουλειάς. 39 χρόνια λοιπόν από τη ζωή μας κατά μέσο όρο τα περνάμε δουλεύοντας και για να κοιμηθούμε. Ούτε πολλή, ούτε λίγη, μα παραλίγο η μισή μας ζωή.

Ο χρόνος που μένει δεν είναι απεριόριστος μα ούτε και αμελητέος. Για κάποιους είναι τρομακτικός. Για κάποιους άλλους απλά σημαντικός. Αυτοί οι άλλοι τον απολαμβάνουν, τον σέβονται, του χαμογελούν, του κλείνουν το μάτι και τον εκμεταλλεύονται. Αυτούς ν’ αγαπάς.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ

Embrace_A_Thankful_And_Giving_Heart-MasterNorris_comΗ προσφορά λειτουργεί αμφίδρομα. Ωφελεί και τα δύο μέρη. Οι αποδέκτες ωφελούνται από το δώρο σας. Και εσείς ωφελείστε προσωπικά επειδή είστε οι δότες.
 
Ενίοτε, τα άμεσα πλεονεκτήματα σε όσους βοηθάτε είναι σχετικά ευδιάκριτα. Άλλες φορές, πάλι, τα ευεργετικά αποτελέσματα της πράξης σας μπορεί να μη φανούν παρά μόνο έπειτα από αρκετά χρόνια. Μπορεί να προσφέρετε βοήθεια σε ασθενείς, ή να χρηματοδοτήσετε ένα πρόγραμμα στη φιλανθρωπική οργάνωση της οποίας είστε μέλος, ή να συμβάλετε ώστε ένα παιδί να μάθει κάτι πολύτιμο. Όποια μορφή κι αν έχει η προσφορά σας, ο χρόνος σας, τα χρήματα ή η προσπάθειά σας θα έχουν θετικό αντίκτυπο.
 
Το δεύτερο μέρος της εξίσωσης είναι τα οφέλη που θα αποκομίσετε εσείς. Μπορεί να είναι ορατά και άμεσα, ή ασαφή και εμφανή έπειτα από καιρό. Μπορεί να μην τα αναγνωρίσετε καν ως οφέλη. Δεν αποκλείεται να εξασφαλίσετε φορολογική απαλλαγή. Μπορεί η ικανότητά σας να προσφέρετε να σας κάνει να νιώθετε όμορφα. Ίσως να δεχτείτε εγκάρδιες ευχαριστίες. Μπορεί να δείτε να διατηρείται κάτι στο οποίο πιστεύατε, ή να αλλάζει κάτι σε έναν τομέα όπου το αναζητούσατε.
 
Όποια μορφή και αν έχουν τα οφέλη, η προσφορά δίνει νόημα στη ζωή σας. Όταν προσφέρετε, η πράξη σας θα έχει σημαντικό αντίκτυπο σε όλη τη διάρκεια της ζωής σας και συχνά ακόμα και όταν φύγετε από αυτή. Όταν δίνουμε χωρίς να περιμένουμε ανταπόδοση, τα οφέλη είναι πολύ μεγαλύτερα.
Κρίνοντας από την προσωπική μας εμπειρία, όσο περισσότερα προσφέρεις τόσο μεγαλύτερος είναι ο ενθουσιασμός, η ενέργεια και η ευχαρίστηση που σε πλημμυρίζουν. Όταν οι άνθρωποι προσφέρουν, προχωρούν με ασφάλεια στο μονοπάτι προς την επίτευξη των προσωπικών τους δυνατοτήτων, ενώ παράλληλα βελτιώνουν τον κόσμο με τις πράξεις τους.

Σώμα και ψυχή: σωματική και ψυχική υγεία

«Πρέπει να συμφωνήσουμε πως η άνοια είναι νόσος της ψυχής, και πως δύο είδη άνοιας υπάρχουν, η μανία και η αμάθεια. Αν λοιπόν κάποιος υποφέρει από οποιαδήποτε από τις δύο, πρέπει να χαρακτηρίσουμε νόσο. Μέγιστες νόσοι της ψυχής πρέπει να θεωρήσουμε τις υπερβολικές ηδονές (=χαρές) ή λύπες. Όταν ένας άνθρωπος χαίρετε ή λυπάται έντονα, επειδή βιάστηκε να αποκτήσει άκαιρα υπερβολική ηδονή (=χαρά) ή να αποφύγει μεγάλη λύπη, χάνει την ικανότητα να βλέπει ή να ακούει ορθά, βρίσκεται σε κατάσταση λύσσας και δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το λογικό του. Και όταν στον μυελό του ανθρώπου δημιουργείται άφθονο και δυνατό σπέρμα, σαν το δέντρο που παράγει περισσότερους καρπούς από το κανονικό, αυτός δοκιμάζει κάθε τόσο πολλές ξεχωριστές λύπες και πολλές ηδονές και τις σχετικές με αυτές συνέπειες. Αυτός γίνεται μανιακός στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του, εξαιτίας των υπερβολικών ηδονών και λυπών, η ψυχή του νοσεί εξαιτίας των ενεργειών του σώματος και γίνεται νοσηρή και άφρων. Αυτός ο άνθρωπος δεν θεωρείται νοσών αλλά εκούσια κακός, λανθασμένα.

Το αληθές είναι ότι η περί τα αφροδίσια ακολασία του οφείλεται κυρίως σε  μιας γένους έξη η οποία διαπερνά την αραιότητα των οστών, υγραίνει ολόκληρο το σώμα και είναι νόσος της ψυχής. Όλες σχεδόν οι κατηγορίες σχετικά με την ακράτεια στις ηδονές και την αισχρότητα, όσες διατυπώνονται εναντίον των ανθρώπων, ότι με την θέλησή τους γίνονται κακοί, δεν είναι ορθές. Ουδείς είναι κακός με την θέλησή του. Ο κακός γίνεται κακός από κάποια άσχημη έξιν του σώματος του και από απαιδευσιά, κάτι δηλ. που στον καθένα συμβαίνει αθέλητα και κατά τρόπο εχθρικό. Από τις λύπες, επίσης, που προέρχονται από την κακή κατάσταση του σώματος, μπορεί να γίνει κακή η ψυχή. Όταν οι χυμοί που προέρχονται από οξέα και αλμυρά φλέγματα και όσοι είναι πικροί και γεμάτοι χολή, τριγυρίσουν μέσα στο σώμα και δεν βρούνε δρόμο για έξω, τότε ανακατεύουν τους ατμούς τους με την κίνηση της ψυχής. Ενώνονται μαζί της και δημιουργούν μικρές και μεγάλες ψυχικά νοσήματα κάθε είδους, μεγαλύτερα και μικρότερα, περισσότερα και λιγότερα. Αυτές κινούνται προς τις τρείς περιοχές της ψυχής και, όταν καταλήξουν, προκαλούν κάθε λογής δυσθυμίες και στεναχώριες, διάφορα είδη θράσους ή δειλίας, ανοησίες και λησμοσύνες.

Πέρα από αυτά όμως, οι πολιτείες που δημιουργούνται από ανθρώπους σε τέτοια άσχημη κατάσταση, καθώς και οι δημόσιες ή ιδιωτικοί λόγοι που εκφωνούνται, είναι αναγκαστικά κακοί. Έτσι, αν δεν διδαχτούμε από πολύ μικροί τα μαθήματα που μπορούν να θεραπεύσουν τέτοιες ασθένειες, τότε όλοι μας γινόμαστε κακοί εξαιτίας αυτών των δύο λόγων. Για αυτές τις ασθένειες δεν πρέπει να θεωρούμε υπεύθυνα τα παιδιά αλλά πάντοτε περισσότερο τους γονείς και αυτούς που τα αναθρέφουν. Οφείλουμε λοιπόν όλοι να προσπαθούμε, όσο καλύτερα γίνεται, να διώχνουμε από πάνω μας το κακό και επιδιώκουμε το αντίθετο, χρησιμοποιώντας τις ικανότητές μας, τη διαπαιδαγώγηση και τη διδασκαλία. Φυσικά όμως αυτά αποτελούν ξεχωριστά θέματα για συζήτηση.

Τώρα είναι λογικό και ορθό να ψάξουμε να βρούμε το αντίστροφο για τα προηγούμενα, δηλαδή την θεραπεία των σωμάτων και των διανοήσεων, ώστε να τα διατηρούμε σε καλή κατάσταση. Άλλωστε είναι ορθό να μιλάμε περισσότερο για τα καλά παρά για τα κακά.Κάθε αγαθό είναι καλό (=ωραίο) και έχει μέτρο. Κατά συνέπεια, το ζώο που είναι καλό (=όμορφο) θα είναι και σύμμετρο. Εμείς όμως αντιλαμβανόμαστε μόνο τις μικρές συμμετρίες, ενώ δεν μπορούμε να συλλάβουμε τις μεγάλες και σημαντικές. Κι αναφορικά με την υγεία, τις νόσους, την αρετή και την κακία, δεν υπάρχει καμία συμμετρία ή ασυμμετρία μεγαλύτερη από εκείνη που ισχύει για την ψυχή σε σχέση με το  σώμα. Εμείς όμως δεν παρατηρούμε και δεν εννοούμε τίποτα από αυτά. Δεν βλέπουμε δηλαδή ότι,όταν ένα μικρό κι ασθενικό σώμα αποτελεί το όχημα της ψυχής ή και αντίστροφα, όταν συμβαίνει το αντίθετο, τότε το ζώο δεν είναι ολόκληρο καλό (=ωραίο), επειδή δεν έχει τις ορθές αναλογίες στις πιο σημαντικές συμμετρίες του. Όταν όμως το ζώο είναι αντίθετο από το προηγούμενο, εκείνος που ξέρει να προσέχει το θεωρεί ως το κάλλιστο και ερασμιώτατο.

Ένα σώμα που έχει μακριά σκέλη ή οποιαδήποτε άλλη δυσαναλογία που οφείλεται στην υπερβολή, δεν είναι μόνο αισχρό αλλά, στην περίπτωση που χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια, κουράζεται υπερβολικά, παθαίνει σπασμούς, πέφτει κάτω από αδεξιότητα και έτσι προκαλεί πολλά κακά στον εαυτό του. Το ίδιο πρέπει να σκεφτούμε για τον συνδυασμό που ονομάζουμε ζώο (=ζωντανό ον). Όταν η ψυχή μέσα του είναι ισχυρότερη από το σώμα και βρίσκεται σε ένταση, τότε το συνταράσσει από μέσα και του προκαλεί διάφορες νόσους. Όταν ασχολείται με πάθος με κάποιες μαθήσεις ή μελέτες του δημιουργεί φθορές. Αν πάλι παίρνει μέρος, ιδιωτικά ή δημόσια, σε βίαιες διδασκαλίες και ρητορικές διαμάχες, το σώμα φουντώνει, ταράζεται και παθαίνει καταρροές. Έτσι εξαπατά την πλειοψηφία των λεγόμενων γιατρών και τους κάνει να αποδίδουν το κακό σε άλλες αιτίες αντί για τις πραγματικές. Από το άλλο μέρος, όταν ένα μεγάλο και ισχυρότερο από την ψυχή σώμα βρίσκεται κοντά σε μια ασθενική διάνοια – επειδή οι άνθρωποι έχουν από τη φύση τους δύο είδη επιθυμιών, δηλαδή την τροφή για το σώμα και τη φρόνηση ως τροφή για το θείο τμήμα που διαθέτουν – οι κινήσεις του ισχυρότερου υπερισχύουν και αυξάνουν τη δύναμη του, ενώ η ψυχή γίνεται ανόητη, χωρίς αρκετή αντίληψη και σημαντική μνήμη. Τότε προκαλείται η μεγαλύτερη και πλέον επικίνδυνη από όλες τις νόσους, η αμάθεια. Για αυτά τα δύο υπάρχει μόνο ένας τρόπος σωτηρίας. Να μην κινούμε την ψυχή άνευ του σώματος ή το αντίθετο, ώστε να μην αντιδρούν μεταξύ τους και να εξασφαλίζουν την υγεία και την ισορροπία τους.

Έτσι, όποιος μελετά μαθηματικά ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο και (κατ)εργάζεται διανοητικά με ένταση, πρέπει επίσης να αποδίδει και στο σώμα την ανάλογη κίνηση με την γυμναστική, ενώ εκείνος που φροντίζει επιμελώς το σώμα του πρέπει να αποδίδει και στην ψυχή τις ανάλογες κινήσεις με την μουσική και τη φιλοσοφία, αν θέλει να ονομάζεται ταυτόχρονα καλός (=ωραίος) και αγαθός. Πρέπει επίσης να θεραπεύει (=φροντίζει) και τα διάφορα μέρη του σώματος και της ψυχής, μιμούμενος το είδος  του σύμπαντος. Αφού το σώμα καίγεται ή παγώνει εσωτερικά από τα μόρια που μπαίνουν μέσα του, ενώ ξηραίνεται ή υγραίνεται από όσα υπάρχουν γύρω του, με αποτέλεσμα να υποφέρει κι από τις δυο αυτές κινήσεις, αν ο κάτοχος του δεν αντιδράσει και μείνει ήσυχος, τότε θα καταστραφεί. Αν όμως μιμηθεί κάποιος εκείνη που ονομάσαμε τροφό του σύμπαντος και δεν αφήσει ποτέ το σώμα του αδρανές αλλά το κινεί συνεχώς προκαλώντας εσωτερικά σεισμούς, τότε το υπερασπίζεται ορθά από τις εσωτερικές και εξωτερικές κινήσεις. Αν μάλιστα μετρίως σείων, όπως ταιριάζει με τη φύση τους, τις σωματικές παθήσεις και τα μέρη που κινούνται ακατάστατα, σύμφωνα με τα όσα είπαμε πιο πριν για το σύμπαν, τότε δεν θα τους επιτρέψει να δημιουργήσουν πολέμους και αρρώστιες μέσα στο σώμα σαν να ήταν εχθροί του αλλά, αφού τα βάλει κοντά του σαν φίλους, θα τα κάνει δημιουργούς υγείας.

 Σε σχέση τώρα με τις κινήσεις του σώματος, η καλύτερη είναι εκείνη που γίνεται από τον εαυτό του για τον ίδιο του τον εαυτό, αφού είναι σχεδόν όμοια με την κίνηση της διάνοιας και του σύμπαντος. Αντίθετα, η κίνηση που προκαλείται από κάτι άλλο δεν είναι εξίσου καλή, ενώ χειρότερη από όλες είναι εκείνη η οποία επιβάλλεται σε ένα σώμα που βρίσκεται σε ηρεμία και η οποία κινεί τα μέρη του με τη βοήθεια ξένης επίδρασης. Για αυτό τον λόγο καλύτερη κίνηση είναι εκείνη που καθορίζει και αναπτύσσει το σώμα με τη γυμναστική. Ακολουθεί εκείνη που γίνεται με ταλαντώσεις χωρίς σωματική κόπωση, όπως συμβαίνει μέσα σε ένα πλοίο ή σε κάποιο όχημα. Το τρίτο είδος, που μολονότι είναι χρήσιμο σε κάποιον που βρίσκεται σε απόλυτη ανάγκη, δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτό από κανέναν, είναι η κάθαρση με φάρμακα. Καμία ασθένεια που δεν συνεπάγεται μεγάλους κινδύνους δεν πρέπει να την ερεθίζουμε με φάρμακα.

Νομίζω όμως πως αρκετά είναι όσα είπαμε μέχρι τώρα για την σύσταση του ζώου (=ζωντανού πλάσματος) και για το σώμα του, δηλ. για τον τρόπο με τον οποίο κατευθύνει και κατευθύνεται από τον εαυτό του, ώστε να ζει σύμφωνα με τη λογική. Πρώτα από όλα όμως θα πρέπει να προετοιμάσουμε όσο γίνεται καλύτερα το μέρος που θα γίνει οδηγός του, για να αποκτήσει την ικανότητα να το κατευθύνει με τέλειο τρόπο. Είναι λοιπόν κάτι πολύ σοβαρό αυτό καθαυτό το να μιλήσουμε με λεπτομέρειες για το ζήτημα τούτο. Πάντως, αν κάποιος ήθελε να το αναπτύξει συμπληρωματικά, σύμφωνα με τον τρόπο που χρησιμοποιούμε μέχρι τώρα και χωρίς να βρίσκεται έξω από αυτό, θα κατέληγε στα εξής συμπεράσματα. Όπως είπαμε ήδη αρκετές φορές σε τρία σημεία μέσα μας υπάρχουν τρία είδη ψυχής και καθεμία έχει τις δικές της κινήσεις. Πρέπει τώρα να επαναλάβουμε όσο πιο σύντομα μπορούμε ότι το είδος που δεν κάνει τίποτα και μένει ακίνητο γίνεται αναγκαστικά πολύ ασθενικό, ενώ εκείνο που γυμνάζεται γίνεται ισχυρότατο. Για αυτό τον λόγο πρέπει να φροντίζουμε να έχουν όλα συμμετρικές κινήσεις μεταξύ τους. Όσο για το κυρίαρχο μέρος της ψυχής, οφείλουμε να σκεφτόμαστε με αυτό τον τρόπο, ότι, δηλ., ο θεός το έδωσε στον καθένα μας ως δαίμονα για να κατοικεί στην κορυφή του σώματός μας, να μας ανυψώνει από την γη και να μας φτάνει μέχρι τον ουρανό, δεδομένου ότι πιστεύουμε δικαιολογημένα πως είμαστε ουράνιο φυτό και όχι γήινο. Και πραγματικά, κρεμώντας το κεφάλι μας σαν ρίζα από τον ουρανό, όπου δημιουργήθηκε αρχικά η ψυχή, το θείο διατηρεί όρθιο ολόκληρο το σώμα μας.

Σε όποιον λοιπόν αρέσουν οι απολαύσεις ή φιλονικίες και ασχολείται με αυτές υπερβολικά, αναγκαστικά έχει μέσα του θνητά δόγματα (=θεωρήσεις) και γίνεται και ο ίδιος απόλυτα θνητός, χωρίς να μετέχει ούτε ελάχιστα στην αθανασία, αφού έχει αυξήσει σε τεράστιο βαθμό το θνητό του μέρος. Εκείνος όμως που έχει αφοσιωθεί αληθώς, με φιλομάθεια, στις αληθείς φρονήσεις, γυμνάζοντας ιδιαίτερα αυτό το μέρος του που φρονεί αθάνατα και θεία πράγματα, αν ακουμπήσει την αλήθεια, τότε κατά ανάγκη θα μετάσχει απολύτως στην αθανασία, στον βαθμό που μπορεί να μετάσχει στην αθανασία η ανθρώπινη φύση. Ένας τέτοιος άνθρωπος, που θεραπεύει το θείο και έχει τον εντός σύνοικο δαίμονα του κοσμημένο, θα είναι πάντα εξαιρετικά ευδαίμων. Με κάθε τρόπο για κάθε άνθρωπος ένας είναι ο τρόπος θεραπείας, η παροχή σε κάθε μέρος του των τροφών και κινήσεως που είναι οι αρμόζουσες.

Όσο για το εν ημίν θείο, συγγενικές του κινήσεις είναι οι του σύμπαντος διανοήσεις και περιφορές, τις οποίες πρέπει να ακολουθούμε για να διορθώσουμε τις εντός της κεφαλής μας διεφθαρμένες περί την γένεσιν περιόδους, με την κατανόηση τις του σύμπαντος αρμονίες και περιφορές. Με τον τρόπο αυτό θα εξομοιώσουμε το κατανοούν με το κατανοούμενο σύμφωνα με την αρχαία φύση του, θα φτάσουμε τελικά στον σκοπό της ζωής που έχει τεθεί μπροστά μας από τους θεούς σαν άριστος βίος τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον.»

Βλ. Πλάτων «Τίμαιος, 86.b.2 – 90.d.7».

Κοινή ζωή, κοινά μικρόβια, μοιράζονται τα ζευγάρια

Παρόμοιο ανοσοποιητικό σύστημα αποκτούν σταδιακά τα ζευγάρια, καθώς εκτός από κοινές συνήθειες, μοιράζονται και τα ίδια μικρόβια, σύμφωνα με διεθνή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Nature Immunology.

Αν και το ανοσοποιητικό σύστημα κάθε ανθρώπου είναι μοναδικό, έχοντας τον δικό του αριθμό και μια ιδιαίτερη ποικιλία αμυντικών κυττάρων, καθώς και διαφορετικές αντιδράσεις απέναντι στους παθογόνους μικροοργανισμούς, ερευνητές από τα πανεπιστήμια του Κάρντιφ και της Λουβέν, με επικεφαλής την Δρ Βάλερι Ο' Ντόνελ, διαπίστωσαν ότι όταν δύο ή περισσότεροι άνθρωποι συγκατοικούν, τότε τα ανοσοποιητικά συστήματά τους ακολουθούν πορεία σύγκλισης, αν και ποτέ δεν γίνονται ίδια.

Οι επιστήμονες ανέλυσαν δείγματα αίματος από 670 υγιείς ανθρώπους, ηλικίας έως 86 ετών εστιάζοντας στις ποσότητες των ανοσοποιητικών κυττάρων σε δεκάδες διαφορετικές καταστάσεις ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος κάθε ατόμου. Το πείραμα επαναλήφθηκε μετά από έξι μήνες.

Η συγκριτική ανάλυση αποκάλυψε πως τα ανοσοποιητικά συστήματα των συζύγων και γενικότερα όσων ζούσαν μαζί για χρόνια, έχουν αξιοσημείωτη ομοιότητα, εμφανίζοντας κατά μέσο όρο 50% μικρότερες διαφορές μεταξύ τους από ό,τι τα ανοσοποιητικά συστήματα άσχετων μεταξύ τους ανθρώπων.

Όπως εξηγεί η Δρ Ο' Ντόνελ, «οι άνθρωποι που είναι παντρεμένοι ή συμβιώνουν, συνήθως ακολουθούν παρόμοια διατροφή και στιλ ζωής, εκτίθενται σε παρόμοιους ρυπογόνους και τοξικούς περιβαλλοντικούς παράγοντες, ενώ ανταλλάσσουν συνεχώς ιούς και βακτήρια με τη σωματική επαφή και όχι μόνο, πράγμα που βοηθά στη σύγκλιση των αμυντικών μηχανισμών των οργανισμών τους».

Έτσι, οι σύζυγοι ή συγκάτοικοι τείνουν να έχουν παρόμοιες μικροβιακές «κοινότητες» στο έντερό τους, πράγμα που επίσης παίζει σημαντικό ρόλο στο «ταίριασμα» των ανοσοποιητικών συστημάτων τους. Αυτό ισχύει προφανώς και μεταξύ γονιών-παιδιών, όπου υπάρχει επίσης μια αδιάκοπη ανταλλαγή μικροβίων.

Σύμφωνα με την Δρ Ο' Ντόνελ, είναι δύσκολο να πει κανείς κατά πόσο η σύγκλιση των ανοσοποιητικών συστημάτων μεταξύ συντρόφων και συγκατοίκων είναι καλό ή κακό πράγμα. «Θα μπορούσαν να συμβούν και τα δύο. Κάποιες φορές, το ανοσολογικό συνταίριασμα βοηθά κάποιον να καταπολεμήσει μια ασθένεια, ενώ άλλες φορές να είναι πιο ευάλωτος σε αυτήν. Προς το παρόν, οι επιστήμονες δεν έχουν τρόπο να ξεχωρίσουν με βεβαιότητα κατά πόσο ένας άνθρωπος έχει "καλό" ανοσοποιητικό σύστημα» επισημαίνει.

Τα λουκάνικα του... Ομήρου

Τα λουκάνικα είναι ένας από τους αρχαιότερους τρόπους συντήρησης του κρέατος. Οι άνθρωποι έφτιαξαν τα πρώτα λουκάνικα γεμίζοντας στομάχια ή έντερα ζώων με αίμα, αρωματικά βότανα και λίπος.

Η παράδοση λέει πως το λουκάνικο αυτού του είδους, το οποίο θεωρείται ένα από τα πρώτα delicatessen, φτιάχτηκε από κάποιον που ονομαζόταν Αφθόνητος.

Πρώτη αναφορά σε αυτό το παρασκεύασμα γίνεται από τον Όμηρο. Σε μια παρομοίωση στην Οδύσσεια (υ 25-28, μετάφραση Α. Εφταλιώτη) λέει: «Καθώς άνθρωπος κοιλιά γεμάτη πάχος και αίμα, στριφογυρίζει στη φωτιά που ανάβει και δε βλέπει την ώρα να γοργοψηθεί, παρόμοια κι αυτός γυρνά μια εδώ μια εκεί».

Το λουκάνικο αυτό είναι ακόμη και σήμερα πολύ διαδεδομένο σε όλη την Ευρώπη. Στη Γαλλία και στο Βέλγιο ονομάζεται boudin noir και τρώγεται στο γεύμα ή στο δείπνο. Στις αγγλόφωνες χώρες ονομάζεται black pudding και το τρώνε στο πρωινό. Στην Ιταλία το λένε sanguinaccio, στη Ρωσία krovianka, στην Ισπανία και τη Λατινική Αμερική morcilla.

Γιατί, λοιπόν, αυτό το δημοφιλές λουκάνικο είναι σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα; Η εξήγηση βρίσκεται πίσω στον 10ο αιώνα, όταν αυτοκράτορας στο Βυζάντιο ήταν ο Λέων ΣΤ΄ο Σοφός, που απαγόρευσε την παραγωγή λουκάνικων με αίμα μετά από περιπτώσεις τροφικής δηλητηρίασης. Αυτό ήρθε να επισφραγίσει τη γενικότερη αποστροφή της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς την κατανάλωση αίματος ζώων, που ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την ειδωλολατρία. Προφανώς αυτή η απαγόρευση εφαρμόστηκε τόσο αυστηρά, ώστε αυτά τα λουκάνικα εξαφανίστηκαν διά παντός από την Ελλάδα.

Έτσι, οι «αιματίες», δηλαδή τα λουκάνικα με βάση το αίμα, στα βυζαντινά χρόνια αντικαταστάθηκαν από τις «οματιές» (παρόμοια λουκάνικα χωρίς αίμα), τα οποία εξακολουθούν να φτιάχνονται ακόμη και σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδας.

Βέβαια, εκτός από τα λουκάνικα αυτά, υπήρχαν και τα άλλα, που είναι γεμισμένα με ψιλοκομμένο κρέας, μπαχαρικά και λίπος. Παστά, καπνισμένα ή αποξηραμένα, μπορούσαν να διατηρηθούν για μεγάλο διάστημα και ήταν πολύ αγαπητά σε όλους.

Μια βασική διαφορά ανάμεσα στα λουκάνικα που φτιάχνονται στην Ελλάδα και αυτά της υπόλοιπης Ευρώπης είναι πως πολλά ελληνικά εξακολουθούν να περιέχουν το αγαπημένο στους προγόνους μας πράσο και πολλά αρωματικά φυτά, ενώ τα ευρωπαϊκά περιέχουν μεγάλες ποσότητες ψωμιού.

Ας πούμε και δυο λόγια για την προέλευση της λέξης λουκάνικο. Η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι ήταν «αλλάς» (γενική: του αλλάντος), εξ ου και η σημερινή λέξη «αλλαντικά».

Όμως από τον 4ο αιώνα άρχισε να χρησιμοποιείται και η λέξη «λουκάνικο», η οποία προέρχεται από την αρχαία ιταλική πόλη Λουκανία, τα αλλαντικά της οποίας ονομάζονταν λουκάνικα. Ο Απίκιος μας έχει διασώσει μια ωραία συνταγή για λουκάνικα Λουκανίας, την οποία παραθέτω λίγο απλοποιημένη:

Σε ένα γουδί τρίβουμε πιπέρι, κύμινο, απήγανο, μαϊντανό, διάφορα αρωματικά, καρπούς δάφνης και γάρο (σάλτσα ψαριού), τα ανακατεύουμε με ψιλοκομμένο κρέας, προσθέτουμε άκοπο πιπέρι, άφθονο λίπος, κουκουνάρι και βάζουμε το μείγμα σε λεπτό έντερο.

Τι Μας Εμποδίζει να Αλλάξουμε Γνώμη;

Από τη στιγμή που μία πληροφορία θα περάσει στον σκληρό μας δίσκο ως γεγονός, αυτομάτως σώζεται ως προσωπικό πιστεύω και η διαδικασία διαγραφής του καθίσταται δύσκολη και ορισμένες φορές ακατόρθωτη.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί δε θέλουμε να συμμετέχουμε στη μια πορεία αλλαγής πλεύσης της σκέψης μας και να την αντικαταστήσουμε με μία νέα, πιο εξελιγμένη μορφή της;

Έχουμε πειστεί πως αν αλλάξουμε γνώμη για κάποιον ή για κάτι θα θεωρηθούμε ανώριμοι και ασταθείς, φοβούμενοι τυχόν επικριτικές στάσεις.

Είναι άξιον περιέργειας το γεγονός πως, ενώ συμφωνούμε ότι η προσωπική ανάπτυξη συνεπάγεται την υπέρβαση του μέχρι χθες εαυτού μας, κατακτώντας καθημερινά ένα υψηλότερο και πολυδιάστατο επίπεδο νόησης και κατανόησης του κόσμου που ζούμε και μας περιβάλλει, δείχνουμε ανυπέρβλητη δυσφορία στη θέα μιας εν δυνάμει εγκατάλειψης πρότερων πεποιθήσεων, οι οποίες δεν αφήνουν χώρο ενσωμάτωσης νέου υλικού.

Για να αποφύγουμε τη δυσάρεστη αυτή θέση, αποκρύπτουμε ή συχνά καμουφλάρουμε το φίλτρο υποδοχής ανανέωσης πληροφοριών και αποπροσανατολίζουμε με μεγάλη επιτυχία την εισαγωγή ιδεών που δύναται να ταράξουν τις ήδη υπάρχουσες θέσεις.

Με άλλα λόγια, αποτυγχάνουμε παταγωδώς να ακολουθήσουμε τη διαχρονικά χρήσιμη συμβουλή του Carl Sagan περί κριτικής σκέψεως, η οποία δεν είναι άλλη από την ακόλουθη: “Προσπαθήστε να μη δένεστε υπερβολικά με μία θεωρία, απλώς επειδή είναι δίκη σας”.

Η ενστικτώδης και ασυνείδητη ανάγκη μας να προστατέψουμε κάτι που θεωρούμε απόκτημά μας, δεν αφήνει χώρο στην υγιή αμφισβήτηση της ορθότητάς του. Για το λόγο αυτό, όταν κάποιος προσπαθεί να μας διορθώσει και να ξεδιαλύνει κάποια τυχόν παρανόηση, ανεξέλεγκτα λειτουργούμε αντίστροφα και ενδυναμώνουμε πεισματικά τη θέση μας, αντιτιθέμενοι στον πομπό του νέου μηνύματος, με τελική αποστολή μας να εξαλείψουμε οτιδήποτε εισβάλει στην ταριχευμένη σκέψη μας.

Με τη πάροδο του χρόνου, η παγίωση αυτής της στάσης, καθιστά αδρανή τη δυνατότητα ανίχνευσης ασθενών πιστεύω και διατηρεί σταθερή τη τοξική συνήθειά μας να τα θεωρούμε υγιή.

Η παραπάνω στάση χαρακτηρίζει ένα μεγάλο τμήμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όμως δεν είναι καθολική. Θύματά της είναι συνήθως όσοι δεν επιθυμούν να δημιουργήσουν νέες νευρωνικές συνάψεις και επαναπαύονται στη μηρυκαστική ανακύκλωση ιδεών και αντιλήψεων.

Στη περίπτωση αυτή, η μεροληπτική αφομοίωση λαμβάνει δράση και θέτει τον εγκέφαλο σε αυτόματο πρόγραμμα, το οποίο δέχεται μόνο απλές εξηγήσεις που δεν απαιτούν μεγάλη προσπάθεια επεξεργασίας και κυρίως αναβάθμισης.

Το κλειδί για την προσωπική ανέλιξή μας είναι η άβολη πολυτέλεια της, ελεγμένης υπό αμφισβήτηση, αλλαγής, η οποία θα ελαχιστοποιήσει την επισφαλή τακτική αυτοδικαίωσης των προσωπικών μας δεδομένων.

Η “Τύχη” ή οι “Επιλογές” Καθορίζουν τη Ζωή Μας;

Είμαστε, άραγε, θύματα των περιστάσεων ή του εαυτού μας; Ή για να θέσω πιο ξεκάθαρα αυτή τη πρακτικά ρητορική ερώτηση: είμαστε το αποτέλεσμα της τύχης ή των επιλογών μας;

Μια σύντομη -και κάπως αφοριστική- κριτική απέναντι στις δύο πιθανές απαντήσεις θα ήταν η εξής:
Ο παράγοντας “τύχη” παίρνει πάντα θέση όταν η έννοια κάθε είδους προσπάθειας, μετονομάζεται σε ευκαιρία.

Όσοι στηρίζονται σε αυτή τη γλυκιά αυταπάτη, αποτινάζουν με περίσσεια ανακούφιση το θεμελιώδες δικαίωμα της προσωπικής πρωτοβουλίας και κατηγορούν τις συνθήκες και τις περιστάσεις για ότι συμβαίνει -ή δε συμβαίνει- στη ζωή τους, παίζοντας, σε καθημερινή και αδιάλειπτη βάση, κρυφτό με την ενήλικη πλευρά της υπόστασής τους. Πολλοί αρέσκονται στο να ρίχνουν την ευθύνη σε οποιονδήποτε άλλο πέραν του εαυτού τους, μπαίνοντας αυτόματα στη θέση του θύματος, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι εκείνη, ακριβώς, τη στιγμή, σχεδιάζουν και εκτελούν την αυτοκτονία τους. Είναι οι λεγόμενοι τυχοδιώκτες, οι οποίοι κυνηγούν μια εύκολη ζωή και ελπίζουν /να τους έρθουν(!) όλα καλά”, εύχονται, δηλαδή, να έχουν μια καλή τύχη. Στο χάρτη του ελλιπούς σχεδίου τους, οι έννοιες πειθαρχεία, επιμονή, συγκέντρωση, αφοσίωση, πάθος και φυσικά, όπως προαναφέρθηκε, η έννοια της προσπάθειας, εκλείπουν.

Στον αντίποδα, υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων, που υποστηρίζει τη δύναμη της “επιλογής”. Είναι η μερίδα εκείνη, η οποία δε περιμένει ή αναβάλλει τη ζωή, αλλά τη δημιουργεί. Επαναπροσδιορίζει και στοχεύει στην επανεπινόηση καθημερινά τη ταυτότητά της κατ’επιλογή, διότι γνωρίζει ότι είναι υπεύθυνη της ελευθερίας της και όσων η πολυδιάστατη φύση της επιφέρει. Θέτει προτεραιότητες και δε βουλιάζει στη θέα των αμέτρητων “ευκαιριών”, καθώς γνωρίζει πως δεν είναι όλες κατάλληλες για εκείνη. Καταφέρνει βιοαναδραστικά να επιπλεύσει σε ένα κόσμο τυχαιότητας και επιδιώκει ενεργητικά την αυτοσυντήρηση της πνευματικότητάς της, έχοντας τη ως οδηγό της εξελικτικής της σταδιοδρομίας. Όσοι ανήκουν στην ομάδα αυτή, καλλιεργούν τον χαρακτήρα τους μέσα από μια αδιάκοπη φωτογραφική συλλογή πεπραγμένων, τα οποία χτίζουν και δημιουργούν πολύχρωμες εκφάνσεις του μελλοντικού τους είναι.

Είμαστε το σύνολο των επιλογών μας και όχι μιας εύπλαστα παθητικής τυχαιότητας. Η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, ο κύκλος των ανθρώπων που έχουμε γύρω μας, η δουλειά που κάνουμε, ο τομέας των σπουδών μας, η πνευματική, ηθική και οικονομική μας θέση καθώς και η ψυχοσωματική μας ισορροπία εξαρτάται και αποτελείται από μια σειρά προσωπικής κατεύθυνσης.
Αποσκοπώντας στην εξομάλυνση της απότομης αρχής και μέσης αυτού του κειμένου, θα καταλήξω στο ότι, γεννιόμαστε από τύχη, γινόμαστε από επιλογή.

Ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τη ζωή του, διαφοροποιώντας την προοπτική του και συνειδητοποιώντας πως δεν είναι τα γεγονότα αυτά καθεαυτά που αναστατώνουν ευχάριστα ή δυσάρεστα τον μικρόκοσμό του, αλλά ο τρόπος που επιλέγει να τοποθετηθεί απέναντι σε αυτά.

Αφήνοντας τον συναισθηματικό πόνο στο παρελθόν

Όλοι έχουμε πληγωθεί κάποια στιγμή στη ζωή μας. Δύσκολα υπάρχει κάποιος ενήλικας ή έφηβος σήμερα που να μην έχει βιώσει συναισθηματικό πόνο. Ο πόνος δεν αμφισβητείται.
Το τι "κάνει" όμως κανείς με τον πόνο αυτό, είναι ενδεχομένως σημαντικότερο από τον ίδιο τον πόνο. Μπορεί να επιλέξει να δραστηριοποιηθεί και να ζήσει πάλι τη ζωή του ή να ανακυκλώνει το παρελθόν του και κάτι το οποίο δεν μπορεί να αλλάξει.

Πολλοί μπορεί να αναρωτηθούν πως είναι δυνατόν να απαγκιστρωθεί κανείς από το παρελθόν του και να προχωρήσει μπροστά.

Οι περισσότεροι συνηθίζουμε στην αρχή να κατηγορούμε τους άλλους για τον δικό μας πόνο. Κάποιος έκανε κάτι λάθος ή μας αδίκησε με κάποιο τρόπο που είχε σημασία για εμάς. Θέλουμε να μας ζητήσουν συγνώμη και θέλουμε να αναγνωρίσουν ότι μας αδίκησαν.

Όπως όμως σημειώνει η Holly Brown, το να ρίχνουμε την ευθύνη σε κάποιον άλλον για το δικό μας πόνο μπορεί να γυρίσει εναντίον μας. «Το πρόβλημα όταν ρίχνετε σε άλλους τις ευθύνες, είναι ότι συχνά μπορεί να σας αφήσει αποδυναμωμένους. Στην περίπτωση που κατηγορήσετε κάποιον για κάτι και απαντήσει με άρνηση, θα μείνετε με τον πόνο και τον θυμό χωρίς αποτέλεσμα ή επίλυση.

Όλα τα συναισθήματα είναι θεμιτά. Είναι σημαντικό να τα αισθάνεστε στην πληρότητά τους και μετά να προχωρήσετε μπροστά. Το ντάντεμα και τα παράπονα όταν είναι επ ‘αόριστον γίνονται μια κακή συνήθεια, επειδή το αποτέλεσμα είναι να πονάει περισσότερο εσάς από ότι πονάει τους άλλους».

Οι άνθρωποι που κρατάνε αυτές τις παλιές πληγές, συχνά βιώνουν και ζουν αυτόν τον πόνο ξανά και ξανά στη σκέψη τους. Κάποιες φορές είναι δυνατόν ακόμη και κάποιος να βρεθεί ‘‘κολλημένος’’ σε αυτόν τον πόνο, σε αυτή την πληγή, σε αυτό το φταίξιμο.

Ο μόνος τρόπος για να φέρετε νέα ευτυχία και χαρά στη ζωή σας, είναι να κάνετε χώρο για αυτήν. Εάν η καρδιά σας είναι γεμάτη πόνο και πληγές, πώς είναι δυνατόν να ανοιχτείτε σε κάτι καινούργιο;

1. Πάρτε την απόφαση να το αφήσετε πίσω σας.
Τα πράγματα δεν είναι δυνατόν να εξαφανιστούν από μόνα τους. Πρέπει να κάνετε την δέσμευση να "το αφήσετε πίσω σας". Εάν δεν κάνετε αυτή τη συνειδητή επιλογή, μπορεί να καταλήξετε να σαμποτάρετε τον ίδιο σας τον εαυτό και οποιαδήποτε προσπάθεια να προχωρήσετε πέρα από αυτόν τον πόνο του παρελθόντος.
Παίρνοντας την απόφαση κανείς να το αφήσει πίσω του, σημαίνει επίσης ότι αποδέχεται το ότι έχει την επιλογή να το κάνει. Έχει την επιλογή να σταματήσει να ξαναβιώνει τον πόνο του παρελθόντος, να επαναλαμβάνει στη σκέψη του τις λεπτομέρειες της ιστορίας, κάθε φορά που σκέφτεται το άλλο πρόσωπο.

2. Εκφράστε τον πόνο και την δική σας ευθύνη.
Εκφράστε τον πόνο που σας προκλήθηκε και που αισθανθήκατε, είτε είναι άμεσα στο πρόσωπο που σας τον προκάλεσε είτε εκφράζοντας τον για να τον εκτονώσετε (μοιράζοντάς τον με κάποιον φίλο/φίλη, γράφοντας σε κάποιο ημερολόγιο ή γράφοντας ένα γράμμα το οποίο όμως δεν στέλνετε ποτέ). Εκτονώνοντας τον θα σας βοηθήσει επίσης στο να κατανοήσετε καλύτερα και περισσότερο συγκεκριμένα τί αφορά ο πόνος αυτός.
Δεν ζούμε σε έναν κόσμο όπου όλα είναι άσπρα ή μαύρα, ακόμη και αν κάποιες φορές κάποιοι να αισθάνονται έτσι. Παρ’ ό,τι μπορεί να μην είχατε το ίδιο ποσοστό ευθύνης για τον πόνο που βιώσατε, μπορεί να υπάρχει ένα μέρος του πόνου για το οποίο να είσαστε υπεύθυνοι. Τι θα μπορούσατε να κάνατε διαφορετικά την επόμενη φορά; Έχετε ενεργή συμμετοχή στη ζωή σας ή είσαστε ένα αβοήθητο θύμα; Θα αφήσετε τον πόνο σας να σας αντιπροσωπεύει; Ή μήπως είσαστε κάποιος με περισσότερο βάθος και πολυπλοκότητα;

3. Σταματήστε να είσαστε το θύμα και να ρίχνετε στους άλλους την ευθύνη.
Η αίσθηση του να είναι κανείς το θύμα κάποιες φορές είναι ωραία – είναι σαν να βρίσκεται κανείς στην ομάδα που έχει το προβάδισμα έναντι της ζωής. Σε ένα μεγαλύτερο φάσμα όμως αυτό δεν απασχολεί ούτε ενδιαφέρει κανέναν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είσαστε ιδιαίτερα σημαντικοί όπως και τα συναισθήματά σας. Δεν θα πρέπει όμως να συγχέετε το ‘‘τα συναισθήματά σας έχουν σημασία’’ με το ‘‘τα συναισθήματά σας θα πρέπει να επικαλύπτουν όλα τα υπόλοιπα και τίποτε άλλο δεν έχει σημασία’’. Τα συναισθήματά σας αποτελούν ένα μέρος της ολότητας που αποκαλούμε ζωή, τα οποία είναι συνυφασμένα, πολύπλοκα και κάποιες φορές ακατάστατα.
Ανά πάσα στιγμή ο καθένας έχει αυτή την επιλογή. Να συνεχίσει να αισθάνεται άσχημα για τη συμπεριφορά ενός άλλου ατόμου ή να ξεκινήσει να αισθάνεται καλά. Πρέπει να πάρετε την ευθύνη για τη δική σας ευτυχία, και να μην τοποθετείτε τόση ισχύ στα χέρια ενός άλλου ατόμου. Γιατί να αφήνετε το άτομο που σας πλήγωσε στο παρελθόν, να έχει τόση δύναμη στο παρόν;
Κανένα ποσοστό αναλύσεων δεν έχουν διορθώσει ποτέ ένα πρόβλημα σχέσης. Ποτέ. Ούτε στο σύνολό της ιστορίας του κόσμου. Γιατί λοιπόν να επιλέξετε να επενδύσετε τόση σκέψη και να αφοσιώσετε τόση ενέργεια σε κάποιον που αισθάνεστε ότι σας έχει πληγώσει.

4. Εστιάστε στο παρόν, στο εδώ και τώρα και στη χαρά.
Τώρα είναι η ώρα να το αφήσετε πίσω σας, Αφήστε πίσω σας το παρελθόν και σταματήστε να το ξαναβιώνετε. Σταματήστε να λέτε την ιστορία ότι ο πρωταγωνιστής -εσείς- είναι το αιώνιο θύμα μιας απαίσιας συμπεριφοράς ενός άλλου ατόμου. Δεν μπορείτε να γυρίσετε και να αλλάξετε το παρελθόν, αλλά μπορείτε να κάνετε την σημερινή μέρα, την ωραιότερη ημέρα της ζωής σας.
Όταν δίνετε έμφαση στο εδώ και τώρα, έχετε λιγότερο χρόνο για να σκεφτείτε το παρελθόν. Όταν οι αναμνήσεις του παρελθόντος βρίσκουν τρόπο να διεισδύσουν στο συνειδητό (πράγμα το οποίο κάνουν από χρόνο σε χρόνο) αναγνωρίστε τις για μια στιγμή και μετά φέρτε τον εαυτό σας ομαλά στην παρούσα στιγμή. Για κάποιους αυτό είναι ευκολότερο κάνοντας μια συνειδητή τοποθέτηση και αναγνώριση "αυτό ανήκει στο παρελθόν, τώρα εστιάζω στην δική μου ευτυχία και πράξεις".
Σκεφτείτε ότι εάν φορτώνουμε τις σκέψεις και τις ζωές μας με συναισθήματα που πονάνε, υπάρχει πολύ λίγος χρόνος για οτιδήποτε θετικό. Γίνεται μια επιλογή που κάνετε να συνεχίζετε να αισθάνεστε τον πόνο, αντί να καλωσορίζετε την χαρά πάλι στη ζωή σας.

5. Συγχωρέστε τον άλλον και τον εαυτό σας.
Ίσως να μην είμαστε υποχρεωμένοι να συγχωρέσουμε τις άσχημες συμπεριφορές ενός άλλου ατόμου, αλλά εικονικά όλοι αξίζουν τη συγχώρεσή μας. Μερικές φορές βρισκόμαστε κολλημένοι τόσο πολύ στον πόνο και το πείσμα μας που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε τη συγχώρεση. Αυτό που λέει η συγχώρεση είναι ‘‘Δεν συμφωνώ με αυτό που έκανες, αλλά όπως και να έχει σε συγχωρώ’’.
Η συγχώρεση δεν είναι σημάδι αδυναμίας. Αντιθέτως, λέει με απλά λόγια ‘‘Εγώ είμαι καλός άνθρωπος. Εσύ είσαι καλός άνθρωπος. Έκανες κάτι το οποίο με πλήγωσε. Θέλω όμως να προχωρήσω στη ζωή μου και να πάω μπροστά και να καλωσορίσω και πάλι την ευτυχία σε αυτήν.Δεν μπορώ να το κάνω αυτό πλήρως μέχρι να αφήσω πίσω μου το παρελθόν’’.
Η συγχώρεση είναι ένας τρόπος να αφήνουμε έμπρακτα κάτι στο παρελθόν. Είναι ένας τρόπος επίσης να δείχνουμε ενσυναίσθηση στον άλλον και μια προσπάθεια να δούμε τα πράγματα από τη δική τους σκοπιά.
Το να συγχωρέσετε και τον εαυτό σας αποτελεί επίσης σημαντικό βήμα καθώς συχνά καταλήγουμε να κατηγορούμε τον εαυτό μας για αυτή την κατάσταση συναισθηματικού πόνου. Παρ’ ό,τι μπορεί να έχετε κάποιο μερίδιο ευθύνης σε όλο αυτόν τον πόνο, δεν ωφελεί σε τίποτα να τιμωρείτε τον εαυτό σας συνεχώς. Εάν δεν μπορέσετε να συγχωρέσετε τον εαυτό σας, πως θα μπορέσετε να ζήσετε στο μέλλον ευτυχισμένοι και συμφιλιωμένοι με τον εαυτό σας;

Αναμφισβήτητα όλα τα παραπάνω είναι πάρα πολύ δύσκολα και πόσο μάλλον να αφήσει κάποιος τον συναισθηματικό πόνο πίσω του. Εάν έχει μείνει τόσο πολύ μέσα μας, είναι τόσο οικείος όσο ένας φίλος. Κάτι το οποίο δικαιολογεί την δυσκολία.

Κανενός όμως η ζωή δεν θα πρέπει να ορίζεται από τον πόνο του. Δεν είναι υγιές. Προσθέτει βάρος στο άγχος μας, δυσκολεύει την ικανότητα συγκέντρωσής μας, τη δουλειά και τη μελέτη μας και επηρεάζει οποιαδήποτε άλλη σχέση έχουμε, ακόμη και αυτές που δεν συνδέονται άμεσα με τον πόνο αυτό. Κάθε μέρα που επιλέγετε να μην αφήσετε αυτόν τον πόνο πίσω σας είναι μια ακόμη μέρα που όλοι οι γύρω σας πρέπει να ζήσουν με αυτή σας την απόφαση. Αισθανθείτε τις συνέπειες.

Κάντε λοιπόν στον εαυτό σας και στους γύρω σας ένα μεγάλο δώρο και αφήστε τον πόνο αυτόν στο παρελθόν. Κάντε κάτι διαφορετικό σήμερα και καλωσορίστε πίσω την ευτυχία στη ζωή σας.

Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει…

κορίτσι-162474_640Διάβαζα ένα επιστημονικό άρθρο τις προάλλες που μού έδωσε τροφή για σκέψη. Έλεγε ότι η ικανοποίηση μιας μαμάς από τον εαυτό της και τη ζωή της είναι πιο σημαντική για την κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού από την εκπαίδευσή της, από το εισόδημά της, από το αν δουλεύει ή όχι αλλά και από το πόσες ώρες δουλεύει.

Αυτό σημαίνει ότι όταν αδιαφορούμε για τον εαυτό μας, κάνουμε κακό όχι μόνο σε εμάς αλλά και στα παιδιά μας.

Πώς όμως μπορούμε να νιώσουμε ικανοποίηση από τη ζωή μας και τον εαυτό μας; Τι σημαίνει φροντίζω και νοιάζομαι για τον εαυτό μου;

 Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι αγαπώ και αποδέχομαι τον εαυτό μουακριβώς όπως ακριβώς είναι.

 Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι σταματάω να επικεντρώνομαι σε αυτά που δεν έχω και αρχίζω να νιώθω ευγνωμοσύνη για αυτά που έχω.

Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι αφιερώνω χρόνο στον εαυτό μου και κάνω πράγματα που με ευχαριστούν. Χρόνο για να βγω μια βόλτα, να απολαύσω τον ήλιο, να ακούσω την αγαπημένη μου μουσική, να αυτοσυγκεντρωθώ, να επαναφέρω στη μνήμη μου ευχάριστες αναμνήσεις.

Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι φροντίζω το σώμα μου. Το σώμα μου είναι έναςπολύτιμος ναός και το φροντίζω με σωστή διατροφή και σωματική άσκηση.

Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι απελευθερώνομαι από την έμμονη ιδέα των κιλών μου. Δίνω προτεραιότητα στο πόσο υγιής είμαι και όχι στο πώς φαίνομαι εξωτερικά.

Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι καλλιεργώ το πνεύμα μου και ότι μορφώνομαι καθημερινά. Ζούμε στην εποχή του internet και έχουμε πρόσβαση στις γνώσεις όλου του κόσμου. Πόσο πιο τυχεροί θα μπορούσαμε να είμαστε;

Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι κοιμάμαι αρκετά. Λίγα είναι τα πράγματα που φορτίζουν τις μπαταρίες μας και αποκαθιστούν τη συναισθηματική μας ισορροπία όσο ένας καλός ύπνος.

 Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι κρατώ – όσο είναι δυνατό – αποστάσεις από αρνητικούς και τοξικούς ανθρώπους.

 Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι σταματάω να επιδιώκω την τελειότητα. Η τέλεια ζωή δεν υπάρχει και η επιδίωξή της παραλύει.

 Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι χτίζω την οικονομική μου ευημερία. Εξοικονομώ, αποταμιεύω, κερδίζω, δημιουργώ.

 Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι μαθαίνω να απολαμβάνω τα μικρά καθημερινά πράγματα.

 Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι μαθαίνω να λέω όχι. Μερικές φορές όταν λες όχι στους άλλους, λες ναι στον εαυτό σου.

 Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι νοιάζομαι για τα παιδιά μου, αλλά και για τους άλλους, γιατί η βελτίωση της ζωής εκείνων που έχουν ανάγκη βελτιώνει τον κόσμο μέσα στον οποίο ζω.

 Νοιάζομαι για τον εαυτό μου σημαίνει ότι δεν προσπαθώ να μιμηθώ κανένα. Είμαι ο εαυτός μου, είμαι ένα μοναδικό ον και η μοναδικότητά μου είναι προτέρημα και όχι μειονέκτημα. Ο κόσμος έχει ανάγκη από όλα αυτά που μόνο εγώ μπορώ να προσφέρω, από τη δική μου μοναδική φωνή, από το δικό μου μοναδικό αποτύπωμα.