Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

"Μην κρίνετε πολύ γρήγορα"

Μην κρίνετε πολύ γρήγορα

Τα Φαινόμενα Απατούν!!!

 

Οι 10 κρίσιμες ερωτήσεις του one night stand

Είναι απόφαση της στιγμής, είναι απόφαση εν θερμώ, αλλά δεν παύει να γεννά στιγμιαίες απορίες, συνήθως πιο κρίσιμες απ' όσο νομίζεις.

Συμβαίνει αρκετά συχνά στους βετεράνους των one night stands -δηλαδή κυρίως σε μπάρμεν, djs, μουσικούς και γενικά πολύ ωραίους γκόμενους που αναστατώνουν τα κορίτσια τα οποία δεν μπορούν να περιμένουν μια άλλη μέρα- να μην το πολυσκέφτονται.
Αυτό πολύ συχνά οδηγεί σε αντιδράσεις της επόμενης μέρας, όπως η χαρακτηριστική “τι σκατά σκεφτόμουν χτες το βράδυ;”. Εεεδώ είμαστε. Δεν σκεφτόσουν. Δεν σε ψέγουμε, αλλά θα μπορούσες να το αποφύγεις, αν είχες λίστα στο μυαλό σου τις δέκα κομβικές ερωτήσεις κάθε αρχετυπικού one night stand.
Καλή η παρόρμηση, καλό το 'μια φορά συμβαίνουν αυτά, σιγά μην κάτσω να το αναλύσω', αλλά όπως τα πάντα στη ζωή (δυστυχώς), έτσι και το one night stand απαιτεί ένα μίνιμουμ ζυγίσματος της κατάστασης. Αυτές οι 10 ερωτήσεις κάνουν μια χαρά ζύγισμα:

1) Πού. Είναι. Τα. Προφυλακτικά;
Αυτή η ερώτηση έχει μόνο δύο απαντήσεις-καταλήξεις. Η πρώτη απάντηση καταδεικνύει ακριβώς πού βρίσκεται το κουτί. Απ' το συρτάρι ως το ντουλάπι κι απ' το κομοδίνο μέχρι κάτω απ' το κρεβάτι, όλες οι απαντήσεις είναι απολύτως δεκτές, σεβαστές και άγιες. Η δεύτερη απάντηση, που προϋποθέτει απλά να μην υπάρχει πρώτη, είναι 'Άστο, δε χανόμαστε, μιαν άλλη φορά'. Δεν υπάρχει τρίτη απάντηση-σενάριο-στεφάνι.
2) Πού είναι το κορίτσι μου;
Δεν θα κάνουμε ηθικοπλαστικές εδώ, ούτε περιμένεις απ' το ΟΝΕΜΑΝ να σε επιπλήξει επειδή κερατώνεις. Πρόβλημά σου, μαγκιά σου, εσύ ξέρεις. Αν όντως έχεις κορίτσι, πρέπει να κάνεις ένα μικρό πλάνο στο κεφάλι σου πριν ξεκινήσεις τις διαδικασίες. Ξέρει πού είσαι; Θα μάθει πότε έφυγες; Θα μάθει με ποιον έφυγες; Θα σε πάρει τηλέφωνο για καληνύχτα; Ρισκάρεις όλη σου τη σχέση για ένα one night stand;
3) Έχεις αγόρι; / Πού είναι το αγόρι σου;
Μη σε βρουν και σε κάνα χαντάκι και δώσεις δουλειά για 10-15 εκπομπές της Νικολούλη. Μωρέ να της δώσεις της γυναίκας, αλλά δεν θα είσαι ανάμεσά μας να το χαρείς. Πρώτα ρωτάμε, μετά προχωράμε.
4) Με ποια κάνεις το one night stand;
Απλά πράγματα. Πώς τη λένε την κοπέλα; Έχεις δει τη διαφήμιση με τον Λιανό που παίρνει κάτι έντεκα-οχτώ-κάτι και μαθαίνει το όνομα της γυναίκας που κοιμάται δίπλα του. Καθόλου αστεία φάση. Ούτε η διαφήμιση ούτε η κατάσταση.
5) Τι θα πω ότι έχω να κάνω αύριο το πρωί; (αν δεν θες να την ξαναδείς)
Η δημιουργικότητα και ο αυτοσχεδιασμός δεν είναι τα όπλα μόνο για να καταφέρεις το ons αλλά και για να μπορέσεις να γλιστρήσεις από το κρεβάτι το πρωί (αν όντως πάτε σπίτι σου). Τέτοια άγχη αποφεύγονται αν κάνετε σεξ σε εξωτερικό location ή αν νιώθεις ότι το κορίτσι σου αρέσει περισσότερο απ' όσο νόμιζες, με την ελπίδα βέβαια ότι κι εκείνη έχει όρεξη να περάσετε περισσότερο χρόνο με σένα. Κοινώς, ποιος νομίζεις πως είσαι;
6) Πώς θα την πείσω να βρεθούμε και αύριο; (αν θες να την ξαναδείς)
Η δημιουργικότητα που λέγαμε. Για να σου δώσω λίγο θάρρος, συνήθως είναι πολύ πιο δύσκολο να πείσεις ένα κορίτσι που ξέρεις 3-4 ώρες να κάνετε σεξ, παρά να την πείσεις να περάσει άλλη μια μέρα δίπλα σου. Συνήθως.
7) Να της ζητήσω το Facebook ή το τηλέφωνό της;
Βάλε τον εαυτό σου στη θέση της. Έρχεται ένα κορίτσι και σου ζητάει κάτι απ' τα δύο. Αυτό που φαντάζει ως εύκολη λύση δεν είναι και τόσο αθώα (ούτε εύκολη). ΟΚ, το κινητό σου είναι το κινητό σου, είναι ένας αριθμός που δεν μοιράζεις από δω κι από κει, αλλά το Facebook, η εύκολη λύση, σε εκθέτει περίπου 1.087 περισσότερες φορές απ' ό,τι αυτός ο αριθμός.
Γυρνάμε τώρα την κάμερα σε εκείνη. Αν νομίζεις ότι αυτό το one night stand θα είναι το τελευταίο σου για καιρό (μτφ., την θες), ζητάς το κινητό της. Παίζεις αντρίκεια. Σε κάθε άλλη περίπτωση, Facebook και βλέπουμε.
8) Πού είμαι;
Καίριες οι ερωτήσεις πιο πάνω, αλλά ενέχουν μια αισιοδοξία ότι όλα θα πάνε καλά ή ότι όλα θα πάνε χάλια. Μια αισιοδοξία δηλαδή, ότι όμορφα ή άσχημα, όλα θα είναι ξεκάθαρα στο μυαλό σου. Τι γίνεται στην περίπτωση που είχες πιει ένα ποτηράκι παραπάνω και ξυπνώντας με δυόμισι τσιμεντόλιθους στο κεφάλι, δεν ξέρεις πού είσαι; Ρωτάς ή απλά τα μαζεύεις και σέρνεσαι ημίγυμνος μέχρι την εξώπορτα; Πού είσαι; Θυμάσαι πώς βρέθηκες εδώ;
9) Είδε True Detective; Βλέπει Game of Thrones;
Κάτι πρέπει να πείτε αργά ή γρήγορα. Καλό το σεξ, χαλαροί θεσμοί (και οι δεσμοί) του one night stand, αλλά δεν είσαι και κλέφτης για να το βάλεις στα πόδια. Άλλοι καπνίζουν μετά το σεξ, άλλοι μιλάνε για σειρές και άλλοι κοιμούνται. Ας μείνουμε στο κομμάτι με τις σειρές. Ξέρω ότι αγαπάτε το GoT, ξέρω ότι αγαπήσατε την πρώτη σεζόν True Detective, άρα τι πιο χαλαρωτικό από μια κουβέντα (μαζί της) για τη Σέρσεϊ ή για τον Τίριον ή για τους δράκους της Καλίσι; Τι; Προτιμάτε να ξανακάνετε σεξ; Τς τς τς.
10) Ήταν συνειδητό αυτό που έκανα;
Ναι, ναι, ξενερώστε όσο θέλετε και εκνευριστείτε που το πηγαίνω όλο αυτό σε ένα πιο σοβαρό επίπεδο. Όταν ηρεμήσετε, ξανασκεφτείτε το. Θέλατε μόνο αυτό; Μια βραδιά σεξ με μια άγνωστη και μετά σπίτια μας; Ή νομίζετε ότι είστε ο John Cusack που μπορεί να βρει ερωτικούς συσχετισμούς ακόμη και σε μια στραβωμένη πινακίδα STOP; Πού το πάτε; Τι κρύβεται/κρύβετε πίσω απ' όλο αυτό; Έ;
Προβληματιστείτε λοιπόν και μοιραστείτε και τις δικές σας ερωτήσεις σχετικά με το one night stand ή για ό,τι μπορούμε να βοηθήσουμε.

Το 2014 το πρώτο πείραμα αντιστροφής του γήρατος στον άνθρωπο

Έτοιμο για δοκιμές σε ανθρώπους πείραμα κατά της γήρανσης, υποστηρίζουν οι επιστήμονες. Προηγήθηκαν, με εντυπωσιακά αποτελέσματα, στα ποντίκια..

Έτοιμο για δοκιμές σε ανθρώπους πείραμα κατά της γήρανσης, υποστηρίζουν οι Αυστραλοί και Αμερικανοί επιστήμονες που ελπίζουν ότι ένας παράγοντας που αντιστρέφει τους ...κύριους δείκτες της γήρανσης σε δοκιμές σε ποντίκια μπορεί να δοκιμασθεί στον άνθρωπο ήδη από τον επόμενο χρόνο, σύμφωνα με σημερινό δημοσίευμα της εφημερίδας Guardian.

Κατά την έρευνα η οποία πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και της Νέας Νότιας Ουαλίας, ανακαλύφθηκε ένας τρόπος αποκατάστασης της αποτελεσματικής λειτουργίας των κυττάρων, αντιστρέφοντας πλήρως τη διαδικασία της γήρανσης των μυών.

Ποντίκια ηλικίας δύο ετών έλαβαν μία χημική ουσία επί διάστημα μίας εβδομάδας με αποτέλεσμα την επιστροφή των κύριων δεικτών της γήρανσης στα επίπεδα της ηλικίας έξι μηνών στα ποντίκια. Οι επιστήμονες δηλώνουν ότι αυτό είναι ισοδύναμο με το να κάνει κανείς έναν 60χρονο να αισθάνεται σαν 20χρονος.

Οι ερευνητές ελπίζουν ότι οι δοκιμές σε ανθρώπους θα μπορέσουν να ξεκινήσουν τον επόμενο χρόνο και οι επιστήμονες θα επικεντρωθούν στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η θεωρία της αντιστροφής της διαδικασίας γήρανσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην θεραπεία νόσων όπως ο καρκίνος, η άνοια και ο διαβήτης.

Η έρευνα εστιάσθηκε σε ένα οργανίδιο των κυττάρων, τα μιτοχόνδρια, που παράγουν ενέργεια. Με το πέρασμα του χρόνου, η επικοινωνία ανάμεσα στα μιτοχόνδρια και στον πυρήνα του κυττάρου ατονεί, γεγονός που οδηγεί στη γήρανση.

Οι ερευνητές διοχέτευσαν ένα ένζυμο που ονομάζεται νικοτιναμιδο-αδενινο-δινουκλεοτίδιο NAD, τα επίπεδα του οποίου μειώνονται με την αύξηση της ηλικίας μας. Η προσθήκη αυτής της ουσίας είναι που αντέστρεψε τη διαδικιασία γήρανσης στα ποντίκια του εργαστηρίου.

"Διαπιστώσαμε ότι η διαδικασία της γήρανσης μοιάζει με αυτό που συμβαίνει στα παντρεμένα ζευγάρια: όταν είναι νέοι, επικοινωνούν ικανοποιητικά, αλλά με το πέρασμα του χρόνου και με την μακροχρόνια συμβίωση, η επικοινωνία καταρρέει», δηλώνει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλλίας Ντέιβιντ Σινκλέρ, εκ των συγγραφέων της έρευνας, ο οποίος εργάζεται για την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. «Και ακριβώς όπως συμβαίνει στα ζευγάρια, η αποκατάσταση της επικοινωνίας έλυσε το πρόβλημα».

Ο δρ. Νάιτζελ Τέρνερ, ερευνητής του πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας και επίσης συγγραφέας της έρευνας, δήλωσε ότι ο ρυθμός της αντιστροφής της διαδικασίας γήρανσης στα ινδικά χοιρίδια ήταν «εξαιρετικά ταχύς».

Ο Τέρνερ τονίζει ότι το «μαγικό χάπι» που θα αντιστρέφει τη διαδικασία της γήρανσης είναι πολλά χρόνια μακριά, εν μέρει εξαιτίας του υψηλού κόστους της ουσίας, που θα έφθανε τα 50.000 δολάρια ημερησίως για έναν άνθρωπο.

Ομως, σύμφωνα με τον ίδιο, « τώρα που κατανοούμε τη διαδρομή, μπορούμε να αναζητήσουμε και άλλους τρόπους αποκατάστασης της επικοινωννίας (στο εσωτερικό των κυττάρων) και αντιστροφής της διαδικασίας γήρανσης. «Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι σκοπός της έρευνας για την αντιγήρανση είναι να παρατείνει τη ζωή των ανθρώπων μέχρι τα 200 χρόνια, αλλά ο πραγματικός στόχος είναι να βοηθήσει τους ανθρώπους να είναι πιο υγιείς σε μεγάλη ηλικία».

"Γνωρίζουμε ότι η επικοινωνία αυτή εντός των κυττάρων καταρρέει σε ασθένειες όπως η άνοια, ο καρκίνος και ο διαβήτης τύπου 2. Αυτή η έρευνα επικεντρώθηκε στους μυς, αλλά θα μπορούσε να αφορά πολλά όργανα και να οδηγήσει στην πρόληψη αυτών των ασθενειών», δηλώνει ο δρ. Νάιτζελ Τέρνερ.

Το αν αυτό σημαίνει ότι θα ζούμε όλοι μέχρι τα 150, δεν το ξέρω, αλλά το σημαντικό είναι ότι δεν θα περνούμε τα τελευταία 20 έως 30 χρόνια της ζωής με κακή υγεία»

O άνθρωπος «Χαμαιλέων»…

O άνθρωπος «Χαμαιλέων», είναι ένα πλάσμα αινιγματικό. Κανείς δε γνωρίζει το αληθινό, αποκρουστικό του πρόσωπο, όμως όλοι έχουν αντιληφθεί κάποιες από τις πολλές μορφές που χρησιμοποιεί για να παρουσιάζεται στο κοινό. Ο άνθρωπος «Χαμαιλέων», είναι πραγματικά ο μαιτρ της παραλλαγής και της μεταμφίεσης. Είναι ασυναγώνιστος σε αυτό που κάνει και το κάνει καλύτερα από τον καθένα.

Κατά αρχήν, ο άνθρωπος «Χαμαιλέων» είναι υπαρκτός. Μόνο οι χιλιάδες μορφές του είναι πλασματικές, σαν τα κοστούμια και τις μάσκες των θεατρίνων που κρέμονται στο βεστιάριο. Ανάλογα με τις ανάγκες του ρόλου, διαλέγει τη μάσκα και το κοστούμι που ταιριάζει στην κάθε περίσταση. Το ρεπερτόριο των ρόλων του είναι πολύ μεγάλο. Περιλαμβάνει ρόλους κλασικούς και μοντέρνους. Παίζει εξίσου καλά στην κωμωδία, όπως και στο δράμα. Είναι
παντού και πάντα έτοιμος να δώσει ρεσιτάλ ερμηνείας. Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί, πως κάτω από τη μάσκα του κρύβονται οι φολίδες ενός ερπετού. Η αλήθεια είναι, πως ακόμη και όταν λέει αλήθεια, το κάνει για να πει ένα μεγάλο ψέμα.

Ο άνθρωπος «Χαμαιλέων», προτιμά τους μεγάλους ρόλους, τους πρωταγωνιστικούς. Έχει τη διαστροφή να χαίρεται τόσο περισσότερο, όσο περισσότεροι είναι αυτοί που έχουν πέσει θύματα της παραπλάνησης του. Σαν τον θεατρίνο, αισθάνεται πιο ταλαντούχος, όταν βλέπει γεμάτη την πλατεία από τους ανύποπτους θεατές του. Για το λόγο αυτό, ο άνθρωπος «Χαμαιλέων» προτιμά συνήθως ρόλους πολιτικούς και κοινωνικούς. Εξυπακούεται, πως η σχέση με τη συνείδηση του είναι ανύπαρκτη. Αυτή μετατράπηκε σε ψυχρή αίσθηση ερπετού, όταν ο ίδιος αποφάσισε να ακολουθήσει την φύση του και να γίνει Χαμαιλέων. Αυτό, μας λέει καθαρά, ότι ο Χαμαιλέων γεννιέται, δε γίνεται. Ή το έχει ή δεν το έχει. Απλά, έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή του που το ανακαλύπτει και όπως όλα τα έμβια πλάσματα ακολουθεί την έξη και τις συνήθειες της ιδιαίτερης φύσης του. Τότε, σαν τον λυκάνθρωπο τις τρίχες, εμφανίζει και αυτός τις πρώτες φολίδες του είδους του.

Ο άνθρωπος «Χαμαιλέων», έχει την φοβερή ικανότητα να ανιχνεύει τους πόθους και τις ανάγκες των ανθρώπων και της περίστασης. Για αυτό, είναι πάντα έτοιμος, να προσφέρει δήθεν αυτά που τους λείπουν. Έτσι, καταφέρνει πάντα να είναι επίκαιρος, φορώντας το κοστούμι και τη μάσκα που απαιτούν οι περιστάσεις. Το χρώμα του, αν και πάντα ταιριάζει στο περιβάλλον στο οποίο κινείται και απευθύνεται, δεν είναι όμως αρκετό στο να αποκαλύψει την αληθινή του ταυτότητα. Ο άνθρωπος «Χαμαιλέων», χρησιμοποιεί όλα τα χρώματα και όλες τις παραλλαγές τους. Του αρέσουν το μπλε, το γαλάζιο, το πράσινο, το ροζ, το κόκκινο, το μαύρο, σε όλες τις πιθανές και απίθανες αποχρώσεις, ακόμη και σε συνδυασμούς χρωμάτων. Δεν έχει πρόβλημα. Όλα του αρέσουν και όλα του ταιριάζουν. Το χειρότερο για εκείνον είναι να τον αποκαλύψουν. Ωστόσο, ακόμη και τότε, φοράει γρήγορα το κοστούμι και τη μάσκα του αθώου και διαμαρτύρεται σε όλους τους τόνους ότι δεν είναι ένοχος. «Κάποιοι απεργάζονται την πολιτική μου εξόντωση», είναι η δικαιολογία, που χρησιμοποιεί συνήθως.

Ο άνθρωπος «Χαμαιλέων», έχει πάντα δύο σκοπούς. Ο ένας, ο φανερός, είναι προς εξωτερική κατανάλωση. Ο άλλος, ο κρυφός και αληθινός, είναι ο προσωπικός του σκοπός. Άλλωστε, για αυτόν τα κάνει όλα. Το πρωί μιλά κανείς με έναν πράσινο Χαμαιλέοντα και μέχρι το βράδυ αυτός έχει γίνει μπλε. Ένα άλλο του όνομα είναι ο «κωλοτούμπας», καθώς γυρίζει γύρω από το κλαδί. Η μόνη λύση και σωτηρία, είναι να τον καταλάβει κανείς από την αρχή, πριν μπλέξει στα τεχνάσματα των παραλλαγών του. Ο μόνος τρόπος για να καταλάβει κανείς τον άνθρωπο «Χαμαιλέων», είναι να τον τραβήξει στο φως της αλήθειας. Αν δε, είναι πολιτικός, να τον περάσει από τη βάσανο των Εκλογών. Εκεί, η μάσκα με το επίπλαστο δέρμα του, αδυνατεί να παράγει τις χρωστικές της ουσίες, που είναι απαραίτητες για την παραλλαγή. Τότε, σαν ξεπλυμένος, με τα χρώματα να τρέχουν, αποκαλύπτει αθέλητα το αληθινό πρόσωπο του ερπετού. Αυτός είναι ο λόγος, που ο άνθρωπος «Χαμαιλέων» προτιμά το ημίφως των προσχημάτων και των ανέξοδων ψευδαισθήσεων, όπως ακριβώς και η μεγάλη σε ηλικία πόρνη προτιμά την κολακεία του μισοσκόταδου.

Όπως σε όλα τα γένη, έτσι και οι άνθρωποι «Χαμαιλέοντες», προσαρμόζονται στο οικοσύστημα τους. Υπάρχουν μικροί και μεγάλοι άνθρωποι «Χαμαιλέοντες» μέσα στο δάσος της κοινωνίας. Ο δικός μου άνθρωπος «Χαμαιλέων», του οποίου το ολόσωμο πορτραίτο παρουσιάζω εδώ, είναι παγκόσμιας εμβέλειας. Βρίσκεται πάντα στο παρασκήνιο των διεθνών εξελίξεων, πίσω από τις κουρτίνες, και σαν άλλος βιρτουόζος κινεί τα σχοινιά των πολιτικών του μαριονέτων. Έχει την φωτεινή εικόνα ανθρώπου, που ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα. Τόσο πολύ, που έχει την διάθεση να την βάζει να τρέχει μάταια, δίχως σκοπό, μέσα σε έναν πειραματικό τροχό παραγωγής και εκμετάλλευσης, τόκων και επιτοκίων. Όπως τα ποντίκια, που φέρνουν συνεχώς γύρο τρέχοντας πάνω στην ρόδα της αιχμαλωσίας τους.

Αυτός, ο παγκόσμιος άνθρωπος «Χαμαιλέων», διαβάζει τον «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλι και σχεδιάζει πάνω στον χάρτη τα όρια της κυριαρχίας του. Όπου η πειθώ δεν πείθει, έχει τα μέσα για να το πράξει, με πυραύλους και χρήμα. Στον κάλαθο των αχρήστων έχει πεταμένα παλαιότερα σχέδια του από άλλες περιστάσεις. «Χαμαιλεόντιες» θεωρίες και ιδεολογίες, σημαίες και σύμβολα. Το βεστιάριο του περιέχει διάφορες μάσκες και ευφάνταστες ιδεολογικές παραλλαγές. Το κοινό του είναι όλος ο κόσμος και η περίσταση απαιτεί ένα πρόσωπο σοβαρό, φιλικό και ανθρωπισμό γεμάτο. Αυτός, έχει όλα τα εχέγγυα να είναι ο μέγας διδάσκαλος των επί γης Χαμαιλεόντων. Προβάλλει ως διαφωτιστής και ανθρωπιστής, είναι χρηματιστής, είναι καπιταλιστής και είναι ορθολογικά σκεπτόμενος το δικό του, βεβαίως, και μόνο συμφέρον. Είναι ο άνθρωπος «Χαμαιλέων» της Νέας Τάξης του 21ου αιώνα.

Κοιτάξτε τον τώρα, τη στιγμή της μεταμόρφωσης του.

Δεν τον είδατε, δεν τον γνωρίζετε, αλλά αυτός σας ξέρει….

Οδηγός επιβίωσης για εσωστρεφείς


Οι χαρακτήρες των ανθρώπων χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στους εσωστρεφείς και στους εξωστρεφείς. Υπάρχουν πολλά είδη εσωστρέφειας. Άλλος χαρακτήρας εκδηλώνεται με άγχος, άλλος με ντροπή, άλλος με ευαισθησία και κλείσιμο στον εαυτό του. Οι εσωστρεφείς αντιμετωπίζουν συνήθως τα γεγονότα της ζωής τους με περισσότερη ευαισθησία.

Καταρχάς, να ξεκαθαρίσουμε ότι είναι πολύ σημαντικό όταν διαβάζετε κάτι που σας ενδιαφέρει και δίδεται ως συμβουλή, να είστε σε θέση να αντιληφθεί ότι για να βελτιωθεί η ψυχολογία σας θα πρέπει να έχετε τη θέληση να το κάνετε και να είστε παράλληλα ικανοί να αναγνωρίσετε ποιες συμβουλές σας ταιριάζουν και σας φαίνονται χρήσιμες για εσάς και μόνο, και ποιες όχι.

Δείτε εδώ πώς να αλλάξετε κάποιες από τις συνήθειές σας για να νιώσετε καλύτερα ως εσωστρεφείς, αλλά και πώς να «βγάλετε» από μέσα σας τον εξωστρεφή που κρύβετε.

Αν διαπιστώσετε ότι δεν μπορείτε εύκολα και γρήγορα να νιώσετε οικειότητα με κάποιον (καχυποψία απέναντι σε νέες γνωριμίες, ντροπή όταν συναντάτε καινούργιους ανθρώπους) και προτιμάτε να παρατηρείτε νέους ανθρώπους παρά να τους εμπιστευτείτε, τότε θα πρέπει να αναγνωρίσετε το στυλ σας και να δώσετε στους άλλους να καταλάβουν το χαρακτήρα σας κι ως εκ τούτου κι εσάς.

Μάθετε πώς αλληλεπιδρούν οι πτυχές του χαρακτήρα σας με την εσωστρέφειά σας. Σκεφτείτε γιατί αντιδράτε με έναν συγκεκριμένο τρόπο και γιατί αλλάζετε συνεχώς γνώμη. Χρειάζεται αυτογνωσία για να μπορέσετε να διορθώσετε αυτά που θεωρείτε ότι σας καταπιέζουν. Επίσης, καλό είναι να συζητάτε με τους κοντινούς σας ανθρώπους τις αντιδράσεις σας, ώστε να τους εξηγήσετε στη συνέχεια γιατί νιώθετε έτσι.

Αν υπάρχει κάποιος εξωστρεφής τον οποίο γνωρίζετε και θαυμάζετε γι? αυτή του την εξωστρέφεια, μιλήστε μαζί του και ρωτήστε τον πώς σκέφτεται, πώς λειτουργεί.
Μάθετε να διαχειρίζεστε την εσωστρέφειά σας, διότι έτσι θα καταφέρετε να γίνετε πιο αποδεκτοί από το κοινωνικό σύνολο.

Συζητήστε, ανταλλάξτε απόψεις, γνωρίστε άλλους ανθρώπους, μάθετε νέα πράγματα. Αν ο εσωτερικός σας κόσμος είναι απασχολημένος με το να αναλύει τις δικές του σκέψεις και ιδέες, χάνει ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής που είναι το να μοιράζεται σκέψεις και λέξεις με άλλους ανθρώπους και να τονώνει έτσι την ψυχολογία και τη διάθεσή του.

Ψυχο(παθο)λογία του Έρωτα !

Ο έρωτας δεν είναι σπάνιος.
Σπάνιος είναι ο αμοιβαίος έρωτας και ο έρωτας που διαρκεί. [Pascal Bruckner]
ΓΙΑΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ;

Πρώτον, επειδή πρόκειται για θεμελιώδες υπαρξιακό ζήτημα με το οποίο όλοι, κάποια στιγμή, κληθήκαμε ή θα κληθούμε να αναμετρηθούμε.

Δεύτερον, επειδή όταν του επιτρέπουμε να κάνει τη δουλειά του (δηλαδή όταν τον ζούμε μέχρις εσχάτων), μας φέρνει αντιμέτωπους με όλα τα σκληρά δεδομένα της ύπαρξης: το εφήμερο των πραγμάτων, την έλλειψη νοήματος, τη μοναξιά.

Τέλος, επειδή δοκιμάζει τα όρια και τις αντοχές μας,
θυμίζοντάς μας την επιθυμία να ζήσουμε στο έπακρο τη ζωή και, συγχρόνως, το φόβο να το πράξουμε.

ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΙΟΝ ΕΡΩΤΕΥΟΜΑΣΤΕ;

«Ποτέ δεν πέφτω στα δίχτυα του έρωτα εφόσον προηγουμένως δεν το έχω ποθήσει», έχει πει κάποιος (1), και εγώ θα συμπλήρωνα ότι τον πόθο να ερωτευτούμε τον ξυπνάει η ανάγκη να ταράξουμε τα νερά, όταν η ζωή μας είναι ήρεμη και τακτοποιημένη μεν, αλλά κάπως άχρωμη. Φαίνεται, δηλαδή, ότι πρώτα ξυπνούν οι ανάγκες του εαυτού για αμφισβήτηση και αναθεώρηση των δεδομένων της ζωής, και κατόπιν κάνει την εμφάνιση της η ανάγκη για έναν συγκεκριμένο άλλο.

Όσο για το ποιον ερωτευόμαστε, μάλλον αποτελεί μυστήριο με ελάχιστες πιθανότητες να διαλευκανθεί. Ίσως είναι ο πιο ταιριαστός ή συμπληρωματικός, όπως υποστηρίζουν οι θεωρίες της ψυχολογίας. Ή ίσως είναι εκείνος, του οποίου το βλέμμα μας θυμίζει το πρώτο βλέμμα που πρωτοαντικρίσαμε ερχόμενοι στον κόσμο, όπως υποστηρίζει η ψυχανάλυση. Ίσως τελικά δεν έχει σημασία ποιος είναι, μιας και εμείς οι ίδιοι κατασκευάζουμε ενεργητικά την εικόνα του ώστε να μας αρέσει. Ώστε να ικανοποίει την ανάγκη μας να οικοδομήσουμε ένα νέο εαυτό και μια νέα ζωή εντός μιας νέας πραγματικότητας.

Παρόλο που είναι δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ του αν ερωτευόμαστε τον πραγματικό άνθρωπο απέναντί μας ή την εικόνα που έχουμε στο κεφάλι μας για εκείνον, ο άνθρωπος που θα μας συγκινήσει είναι ένας και μοναδικός, αναντικατάστατος και μη συγκρίσιμος (τουλάχιστον για όσο διάστημα διαρκούν τα μάγια).

Όπως και να έχει, η αδυναμία να εξηγήσουμε αιτιολογικά την επιλογή μας δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Γιατί ερωτευτήκαμε αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο; Το ερώτημα σχεδόν εξεγείρει. Ποιος είναι επιτέλους αυτός ο άγνωστος που μέσα σε μια στιγμή έγινε τόσο σημαντικός;

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Για αδιευκρίνιστους, λοιπόν, λόγους δύο άνθρωποι (ή δύο βλέμματα) συναντιούνται. Και λέγοντας ψυχολογική συνάντηση δεν εννοούμε κάτι απλό. Αναφερόμαστε στη σπάνια εκείνη στιγμή μέσα στο χρόνο, κατά την οποία ένας άνθρωπος αγγίζει έναν άλλο στον πυρήνα του και, εξαιτίας αυτού, εξαναγκάζεται σε ριζική μεταστροφή και διαφοροποίηση.

Ασφαλώς υπάρχουν ιδιοσυγκρασιακές διαφορές, αλλά, σε γενικές γραμμές, έπειτα από μια τέτοια συνάντηση, ένας άνθρωπος, «φυσιολογικός» μέχρι εκείνη τη στιγμή, αρχίζει να εμφανίζει τα ακόλουθα «συμπτώματα»:

1. Αισθητά μειωμένη όρεξη για ύπνο ή φαγητό και μόνιμη ψυχοφυσιολογική διέγερση (αυξημένος καρδιακός ρυθμός, διεσταλμένες κόρες ματιών, ίλιγγος, αποπροσανατολισμός).

2. Υπερβολικό, ανεξέλεγκτο πάθος για τον άλλον, σε συνδυασμό με επίμονα συναισθήματα ευφορίας, αγαλλίασης, ενθουσιασμού, έκστασης.

3. Διαρκής ονειροπόληση και ισχυρή απροθυμία ή άρνηση να εργαστεί, να συνδεθεί με άλλους ανθρώπους εκτός του ποθητού αντικειμένου, γενικώς να συντονιστεί με την πραγματικότητα.

4. Επαναλαμβανόμενες σεξουαλικές φαντασιώσεις καθημερινά, προκαλούμενες από ισχυρή φυσική έλξη και σεξουαλική επιθυμία για το ερωτικό αντικείμενο.

5. Απορρόφηση από ρομαντικές φαντασιώσεις απόλυτης ένωσης κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας, και εκδήλωση συμπεριφορών στοργής, τρυφερότητας και ενδιαφέροντος για τον άλλον.

6. Παράλογη υποκειμενική αίσθηση ότι είναι μαγεμένος ή υπνωτισμένος ή υπό την επήρεια ουσιών, με συνέπεια την εκδήλωση συμπεριφορών εξάρτησης και άμεσης προσκόλλησης στον άλλον.

7. Ταχέως αυξανόμενη αμοιβαία εμπιστοσύνη και ισχυρή ανάγκη εκατέρωθεν αλλαγής, επιρροής και αυτοαποκάλυψης.

8. Διάχυτη αίσθηση συνενοχής και συμμετοχής σε ένα ιδιωτικό μυστικό μόνο για δύο (αίσθηση ειδυλλίου).

Τα παραπάνω «συμπτώματα» είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος. Την αμέσως επόμενη στιγμή (ή και τη ίδια), αρχίζει ο πόλεμος και απόδειξη αυτού είναι η πολεμική ορολογία του έρωτα: αιχμαλωτίζω, κατακτώ, δολοπλοκώ, επιτίθεμαι, υποτάσσομαι.

Η αναπόφευκτη αποτυχία απόλυτου συντονισμού με τον άλλον, ακριβώς επειδή είναι διαφορετικός από εμάς, γεννά την αγωνία, την αβεβαιότητα, την αδημονία. Το βάθος και η υπερβολή του δικού μας συναισθήματος, σε συνδυασμό με την συνειδητοποίηση ότι ο άλλος είναι ελεύθερος να μείνει ή να φύγει όποτε θέλει, ξυπνούν το θυμό, τη ζήλια, μας κάνουν αβέβαιους και ασταθείς, με διαρκείς μεταπτώσεις στο συναίσθημα και τη συμπεριφορά. Ακόμα και όταν ο άλλος είναι ολοκληρωτικά παρών και δηλώνει εξίσου ερωτευμένος, η αίσθηση του ανικανοποίητου, της στέρησης, της έλλειψης, δε λένε να μας εγκαταλείψουν.

Η κατάσταση που βιώνουμε είναι η αποθέωση της αμφιθυμίας. Μας ελκύει και μας απωθεί την ίδια στιγμή. Μας γεμίζει ενέργεια και συγχρόνως μας εξαντλεί. Μας απομακρύνει και μετά μας φέρνει πάλι κοντά και μάλιστα με ενισχυμένη την επιθυμία. Πρόκειται για βίωμα πρώτου μεγέθους που ψυχολογικά καταλαμβάνει όλο το χώρο, κυριεύοντας ολοκληρωτικά τον άνθρωπο. Με αυτή την έννοια, ο έρωτας εντάσσεται στη σφαίρα της «ψυχοπαθολογίας», της ψυχής που πάσχει. Οι ερωτευμένοι τον μισό καιρό χαίρονται και τον υπόλοιπο υποφέρουν. Υποφέρουν για τον άλλον, αλλά κυρίως για τον εαυτό τους προσπαθώντας να βγάλουν νόημα από αυτό που τους συμβαίνει. Είναι τραγικά πρόσωπα όσο και αν ακούγεται υπερβολικό. Όσοι έχουν ερωτευτεί έστω μία φορά στη ζωή τους το γνωρίζουν αυτό.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Ασφαλώς κάποια στιγμή ο έρωτας τελειώνει. Με μαθηματική ακρίβεια: κάθε φορά βιώνεται ως μοναδικός, κάθε φορά βιώνεται ως αιώνιος, κάθε φορά τελειώνει. Είτε διακοπεί είτε συνεχιστεί η σχέση, ο έρωτας θα μας εγκαταλείψει οπωσδήποτε και με αυτή την έννοια κάθε έρωτας είναι εξορισμού καταδικασμένος.

Ένα λεπτό όμως. Γιατί τελειώνει;

Επειδή είναι αδύνατον να πραγματοποιήσει όσα υπόσχεται. Επειδή όταν έρχεται η ώρα να συγκρουστεί με την πραγματικότητα είναι χαμένος από χέρι.

Επειδή, από βιασύνη ή φόβο, δόθηκαν και κατακτήθηκαν τα πάντα και η επιθυμία δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης.

Επειδή δεν αντέχουμε να το πάμε μέχρι τέλους, από φόβο μήπως ταλαιπωρηθούμε, πονέσουμε ή εγκαταλειφθούμε. Πράγματα σίγουρα δηλαδή έτσι και ερωτευτούμε.

Επειδή ο άλλος είναι άλλος. Είναι διαφορετικός, ξεχωριστός από εμάς και δεν μπορούμε να συγχωνευτούμε μαζί του, ούτε καν να συγχρονιστούμε.

Επειδή δεν αντέχουμε το πόσο ευάλωτους και τρωτούς μας καθιστά. Μαθημένοι να κρύβουμε τις ανάγκες και τα συναισθήματα μας, μόλις ψυλλιαστούμε ότι κινδυνεύουμε να εκτεθούμε, το βάζουμε στα πόδια.

Επειδή αποδεικνύεται ότι ο άλλος είναι απλώς ένας άνθρωπος και όχι ο θεός που ερωτευτήκαμε. Ο έρωτας χωρίς εξιδανίκευση απλώς δεν μας γεμίζει το μάτι.

Υπάρχουν πολλά «επειδή» που εξηγούν γιατί τελειώνει ο έρωτας, αλλά καμία εξήγηση δεν μπορεί να μας κάνει να δεχθούμε το τέλος έτσι απλά. Ανεξάρτητα από το αν ο έρωτας εγκατέλειψε πρώτα εμάς ή τον άλλον, δυσκολευόμαστε να αντικρίσουμε την «αποτυχία» μας κατάματα και να παραδεχτούμε ότι πάλι δεν τα καταφέραμε. Ανακόπτοντας τη διαδικασία ωρίμανσης που ξεκίνησε ήδη με την πρώτη συνάντηση, επιστρατεύουμε μια σειρά από μηχανισμούς, προκειμένου να αντισταθούμε στον πόνο.

Ψευδαίσθηση ελέγχου. Πείθουμε τον εαυτό μας ότι ελέγχουμε απόλυτα τα συναισθήματα μας. Αποφασίζουμε να γυρίσουμε σελίδα μέσα σε μια νύχτα. Δεν έχουμε τίποτα να σκεφτούμε, να δουλέψουμε ή να ξεπεράσουμε. Έτσι κι αλλιώς, δεν πιστεύουμε καν στον έρωτα.

Εμμονή. Ολοκληρωτική άρνηση του τέλους. Ο άλλος έχει φύγει οριστικά, αλλά εμείς ορκιζόμαστε ότι δεν υπάρχει ζωή χωρίς εκείνον. Μένουμε κολλημένοι, ανίκανοι να πάμε παρακάτω, αδυνατώντας να συμφιλιωθούμε με το ανέφικτο και το εφήμερο.

Άρνηση ανάληψης της ευθύνης των συναισθημάτων και συμπεριφορών μας. Φερόμαστε ως ανώριμα, επιπόλαια παιδιά που τα θέλουν όλα. Δεν ξέρουμε αν θέλουμε να τελειώσει ή να συνεχίσει ο έρωτας, προτιμούμε κάποιος άλλος να αποφασίσει για μας. Δεν παίρνουμε θέση, δεν επιλέγουμε, δεν διεκδικούμε, δεν εγκαταλείπουμε τίποτα. Στασιμότητα στην αιωνιότητα.

Όταν όλοι οι μηχανισμοί αποτύχουν, όταν εξαντληθούν όλα τα περιθώρια, τελικά (και επιτέλους) αφηνόμαστε στον πόνο. Πρόκειται για γνήσιο πένθος καθώς οι απώλειες είναι μεγάλες και πολλά αυτά για τα οποία πρέπει να κλάψουμε.

Χάθηκε ο άλλος. Η δύναμη και επιρροή του επάνω μας. Το βλέμμα του που ήταν ο καθρέφτης μας. Η απουσία του δεν γίνεται αισθητή πια. Η παρουσία του δεν αναστατώνει. Σχεδόν απορούμε που συμβαίνει έτσι.

Χάθηκε ένα δικό μας, πολύ ζωτικό, κομμάτι που αφορούσε εκείνον και όσα ζήσαμε, και που ο άλλος, φεύγοντας, το πήρε μαζί του.

Χάθηκαν οι αυταπάτες. Η μόνη επιλογή που μας έμεινε είναι η επίπονη αποδοχή του τέλους όλων των πραγμάτων.

Χάθηκε ο εαυτός μας όπως τον ξέραμε. Δεν είμαστε πια ο άνθρωπος που ήμασταν πριν τον έρωτα, ούτε ο άνθρωπος που έζησε τον έρωτα. Και ο νέος άνθρωπος που είμαστε είναι ακόμα υπό διαμόρφωση.

Χάθηκε η επαφή, οικειότητα, το δέσιμο. Ο συνένοχος και συμπαίκτης μας. Και καλούμαστε να συμφιλιωθούμε με τη μοναξιά.

Χάθηκε το συγκεκριμένο νόημα γύρω από το οποίο είχαμε οικοδομήσει τη ζωή μας για όσο διάστημα ζούσαμε υπό ερωτικό καθεστώς.

Χάθηκε το πολύτιμο δώρο του να μας σκέφτονται, να μας ποθούν, να μας αγαπούν, να είμαστε σημαντικοί για κάποιον.

Χάθηκε η δυνατότητα να κρυβόμαστε από τον εαυτό μας. Αναγκαζόμαστε να αναμετρηθούμε με τα όρια μας. Να παραδεχτούμε τις αδυναμίες και ανάγκες μας. Να αγκαλιάσουμε το φόβο μας για αλλαγή και να αποφασίσουμε αν θα ανοιχτούμε σε νέες δυνατότητες.

Η φάση του πένθους διαρκεί όσο χρειάζεται μέχρι να ανασυνθέσουμε τα σκορπισμένα κομμάτια μας. Συνήθως περιλαμβάνει πλήθος υποτροπών που μας γυρνούν βήματα πίσω και ξεκινάμε από την αρχή ξανά. Χρειάζεται πίστη ότι έχουμε τη δύναμη να το ζήσουμε ενεργητικά μέχρι τέλους και να πάρουμε όσα έχει να μας προσφέρει. Αν όχι μόνοι μας, με τη πολύτιμη στήριξη ενός καλού φίλου ή θεραπευτή.

ΠΕΡΙΠΟΥ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Κάποτε η διαδικασία ολοκληρώνεται και είμαστε έτοιμοι να βγούμε στον κόσμο ξανά. Κάπως διαφορετικοί, δυναμωμένοι, μεταμορφωμένοι και διευρυμένοι. Η ανάγκη για αλλαγή που μας οδήγησε αρχικά στον έρωτα μοιάζει έτσι να ικανοποιείται.

Μόλις βγήκαμε από μια οριακή εμπειρία, από μια κρίση. Και όπως κάθε κρίση, σύμφωνα με το χιλιοειπωμένο κλισέ, μπορεί να αντιμετωπιστεί είτε ως κίνδυνος είτε ως ευκαιρία. Την μετατρέπουμε σε ευκαιρία όταν, εξαιτίας της, βρίσκουμε νέους τρόπους ψυχικής οργάνωσης και συμπεριφοράς, οι οποίοι αποδεικνύονται εξαιρετικά χρήσιμοι στην αντιμετώπιση κρίσεων σε άλλα πεδία ή χρονικές στιγμές της ζωής.

Όπως και να έχει, ήταν από κάθε άποψη πλούσια εμπειρία. Σχεδόν νιώθουμε υπερηφάνεια που επιλέξαμε να τη ζήσουμε ως το τέλος. Ήταν μια από τις φορές που νιώσαμε αληθινά ζωντανοί. Αντιμετωπίσαμε εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια, περιοριστικά της ελευθερίας μας, και τολμήσαμε να αναμετρηθούμε μαζί τους. Και με αυτή την έννοια ο έρωτας που ζήσαμε ήταν επαναστατική πράξη. Αφεθήκαμε να κυριευτούμε από συναισθήματα και να χάσουμε το μυαλό μας για έναν άνθρωπο, ενάντια σε μια κοινωνία αυστηρά ορθολογική και κόντρα σε ό,τι θεωρείται πρέπον για το φύλο μας, την ηλικία μας ή τη θέση μας. Τολμήσαμε να χάσουμε τον εαυτό μας και να τον ξαναβρούμε περισσότερο θαρραλέο, αυθεντικό και ανεξάρτητο.

Και έτοιμο για όσους έρωτες χρειαστεί ακόμα!

Απραγματοποίητα όνειρα: «Είναι αργά πια»… ή μήπως όχι;

Στην πορεία της ζωής μας, κάνουμε όνειρα. Κάποια τα έχουμε από μικρά παιδιά, όταν μας ρωτούσαν «Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;», και τα κρατήσαμε ζωντανά σε μια γωνιά του εαυτού μας, και άλλα γεννήθηκαν αργότερα, χωρίς να μπορούν πάντα να πραγματοποιηθούν. Έρχεται κάποτε η στιγμή που πρέπει να παραδεχτούμε ότι «είναι αργά πια» ή μήπως δεν είναι ποτέ αργά γι’ αυτά που πραγματικά θέλουμε;
Τα συνήθη βήματα
Εκκίνηση Μεγαλώνουμε μαθαίνοντας να ακολουθούμε στις σημαντικές αποφάσεις της ζωής μας τη λογική. Διδασκόμαστε να μην είμαστε παρορμητικοί, να μην αφήνουμε εφήμερες επιθυμίες να μας παρασύρουν, να ζυγίζουμε τα υπέρ και τα κατά, να υπολογίζουμε τις συνέπειες, να είμαστε ρεαλιστές, να μη ρισκάρουμε χωρίς λόγο, να μην ξεκινάμε κάτι αν δεν εξασφαλίσουμε τη μέγιστη δυνατή βεβαιότητα για το αποτέλεσμα. Όλα αυτά, βέβαια, είναι πολύ χρήσιμα και σωστά και μας βοηθούν πολύ όταν σχεδιάζουμε τα βήματα της ζωής μας.

Παρέκκλιση Μέσα σε όλη αυτή τη λογική της σιγουριάς, της εξασφάλισης και της ελαχιστοποίησης του ρίσκου, όμως, δεν μπορεί παρά να διαλέξουμε και δρόμους που καμιά φορά παρεκκλίνουν πολύ από αυτά που επιθυμούμε, ονειρευόμαστε ή πιστεύουμε.
Σύγχυση Φτάνει, λοιπόν, κάποια στιγμή -και όχι μόνο μία φορά- στη ζωή μας που κάνουμε μια στάση, ρίχνουμε μια κριτική ματιά σε ό,τι είμαστε και κάνουμε, και αναρωτιόμαστε: «Αυτό είναι, λοιπόν;». Συνειδητοποιούμε τότε με λύπη, παράπονο, θυμό, απογοήτευση, ή απλώς με μια μικρή δόση νοσταλγίας, ότι ίσως βρισκόμαστε κάπου αλλού από εκεί που είχαμε φανταστεί. Ή ότι κάποια πράγματα που θέλαμε πολύ έχουν γίνει πια πολύ μακρινά και απρόσιτα για εμάς.

Μαρτυρία:
Η στιγμή της κρίσης
Αυτό κατάλαβε και ο Πέτρος στα 35 του, όταν, χωρίς εμφανή αιτία, βυθίστηκε στην κατάθλιψη και αναγκάστηκε να κάνει έναν απολογισμό της ζωής του: «Εκ πρώτης όψεως, όλα έβαιναν λίαν καλώς. Είχα μια δουλειά που πολλοί θα ζήλευαν, έβγαζα αρκετά χρήματα, κι επιπλέον είχα μια καλή οικογενειακή ζωή. Κι όμως, ένιωθα από καιρό πως κάτι έλειπε, χωρίς να μπορώ να εντοπίσω τι ήταν αυτό. Η κατάθλιψη με ανάγκασε να «κόψω ταχύτητα» και να κάτσω να σκεφτώ. Τότε, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο κάποιες επιθυμίες και όνειρα που είχα κάνει στο παρελθόν. Το όνειρό μου ήταν να σπουδάσω Αρχιτεκτονική, αλλά αυτό φαινόταν τότε σαν αποκοτιά, τη στιγμή που ο πατέρας μου είχε μια επιτυχημένη επιχείρηση με μέλλον και ήμουν μοναχοπαίδι. Έτσι, μπήκα στη δουλειά, έπεσα με τα μούτρα και προχώρησα πολύ. Η Aρχιτεκτονική έγινε κάτι που θυμόμουν σαν σε όνειρο. Εδώ και πολλά χρόνια, αν και όταν το ανέφερα, φαι­νόμουν γραφικός ακόμη και στον ίδιο μου τον εαυτό. Κι όμως, στην πραγματικότητα δεν ξεχάστηκε ποτέ και ξαφνικά έπρεπε να δω τι θα κάνω μ’ αυτό». Το σκέφτηκα πολύ, ξεκίνησα σχέδιο σε μια ιδιωτική σχολή και άρχισα να νιώθω ότι ξαναζωντανεύει ένα κομμάτι του πραγματικού μου ευατού…».

«Μήπως τρελαίνομαι;» Τέτοιες στιγμές σύγχυσης και αμηχανίας σε σχέση με κάποια όνειρα ή ιδανικά που φαίνονται ξεπερασμένα ή ιδέες και επιθυμίες που μοιάζουν ουτοπικές βιώνουν οι περισσότεροι άνθρωποι, λιγότερο ή περισσότερο έντονα. Αισθανόμαστε ανικανο­ποίητοι και δεκάδες αγωνιώδη ερωτήματα αναδύονται από μέσα μας: «Πόσο ευτυχισμένος/η είμαι με τη ζωή μου;», «Από πού ήρθε τώρα αυτό;», «Μήπως αρχίζω να τρελαίνομαι;», «Να τα τινάξω όλα στον αέρα;», «Τελικά το θέλω πραγματικά ή έχω απλώς κολλήσει;» «Κι αν είναι μόνο μια φαντασίωση χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο;». Από την άλλη, όσο πιο πιεστικά γίνονται τα ερωτήματα αυτά, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε ότι αυτή η ζωή είναι η μόνη που έχουμε και όχι μια prova generale μιας άλλης, καλύτερης ζωής που πρόκειται να έρθει.

Όνειρο ή… βάρος;
Ως εκ τούτου, το δίλημμα είναι μεγάλο και η αγωνία συχνά ανυπόφορη. Το πιο δύσκολο από όλα είναι ότι πρέπει να αφήσουμε μια κατάσταση οικεία και συνήθως βολική για κάτι άγνωστο και απρόβλεπτο. Ακόμη κι αν είμαστε εντελώς δυσαρεστημένοι με τη δουλειά, το γάμο, τη γενικότερη τροπή που έχει πάρει η ζωή μας, δεν παύουμε να αισθανόμαστε ασφαλείς μέσα στο γνώριμο πλαίσιο που αυτά μας παρέχουν. Το «άλλο» αντίθετα, το όνειρο, το ιδανικό, η ιδέα, δεν έχει συνήθως καμία σχέση με την πραγματικότητά μας. Κάθε άλλο μάλιστα: Είναι συχνά αόριστο, υπερεκτιμημένο και τόσο εξιδα­νικευμένο, που φοβόμαστε να το πλησιά­σουμε. Αυτός είναι και ο λόγος που κάτι τέτοιο μπορεί να μετατραπεί από όνειρο που δίνει φτε­ρά σε φορτίο που μας παραλύει.

Μαρτυρία:
Σπάζοντας τη «φούσκα»
Κάτι τέτοιο συνέβη στο Μιχάλη: «Εμένα το απωθημένο μου ήταν η μουσική. Είχα μάθει μόνος μου να παίζω πιάνο, είχα ριχτεί για 4-5 χρόνια στο τέλος της εφηβείας μου με πάθος σ’ αυτό, αλλά μετά, όταν ήρθε η ώρα των μεγάλων αποφά­σεων, τα παράτησα, έκανα διάφορες δουλειές, έμπλεξα με άλλα πράγματα τελοσπάντων. Και όσο απομακρυνόμουν απ’ αυτό, τόσο το εξιδανίκευα μέσα μου κι έλεγα ότι το πιάνο είναι κάτι που πρέ­πει να του αφιερωθείς και, αν το κάνεις, πρέπει να αφήσεις όλα τ’ άλλα: «Ή μόνο μουσική ή καθόλου», έλεγα. Πέρασαν 16 χρόνια χωρίς να το αγγίξω, και κάθε φορά που άκουγα μουσική, έφτυνα τον εαυτό μου, ένιωθα άχρηστος. Η γυναίκα μου έβλεπε πόσο βασανιζόμουν και με παρακαλούσε να παίξω, αλλά τίποτα. Η κρίσιμη στιγμή ήρθε όταν άρχισε να παίζει πιάνο η κόρη μου. Τότε πια φάνηκε καθαρά ότι είχα φτιάξει μέσα μου μια «φούσκα», με πολύ βάρος όμως. Στην ουσία, αυτό που δεν ήθελα να αντιμετωπίσω ήταν το να παίζω πιάνο για την ευχαρίστησή μου και μόνο, χωρίς να έχω γίνει ο μεγάλος τζαζ πιανίστας που κάποτε ονειρευόμουν. Δεν μπορείς να φανταστείς τι ανακούφιση ήταν που άφησα πίσω μου αυτή τη φαντασίωση».
H σημασία της φαντασίωσης Φαίνεται πως συχνά το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι αν είναι αργά ή όχι για να πραγματοποιήσουμε μια φαντασίωση, αλλά τι σημαίνει για εμάς αυτή η φαντασίωση. Είναι το καταφύγιο ή το άλλοθι που μας βοηθά να αντέχουμε τη δύσκολη πραγματικότητα της ζωής μας; Είναι απομεινάρι από έναν εαυτό ξεχασμένο; Είναι μια επιθυμία ζωντανή, που νιώθουμε ότι χρωστάμε στον εαυτό μας να πραγματοποιήσουμε; Είναι κάτι που έχουμε μυθοποιήσει, επειδή όλα όσα κάνουμε δεν μας ικανοποιούν; Για να το βρούμε, πρέπει να κάνουμε μια ενδοσκόπηση και να σκύψουμε με λίγο περισσότερη προσοχή πάνω από τη ζωή μας και τον εαυτό μας.

Το ουσιώδες ερώτημα είναι τι σημαίνει για εμάς η φαντασίωσή μας

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία…
Όταν έρχεται η στιγμή που νοσταλγούμε, μετανιώνουμε, λυπόμαστε ή λαχταράμε κάτι που φαίνεται δύσκολο, τότε καλούμαστε να καταλάβουμε τι θέλουμε πραγματικά και τι μας ωθεί ή μας εμποδίζει να το ακολουθήσουμε. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται σίγουρα δύναμη, ηρεμία, θάρρος. Ιδιότητες που έχουμε όλοι μέσα μας, αλλά συνήθως δεν συνειδητοποιούμε παρά μόνο όταν έρθουμε αντιμέτωποι με τέτοια όνειρα και επιθυμίες. Αυτή είναι και η συνεισφορά τους στη ζωή μας: Ότι μας αναγκάζουν να βγούμε από την κάπως νεφελώδη κατάσταση της ανασφάλειας, της βολής, του φόβου και των ενδοιασμών και να ψηλαφίσουμε καλύτερα τα όρια του εαυτού μας. Το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα η πραγματοποίηση του ονείρου. Είναι, όμως, η επίγνωση του ποιοι είμαστε και πού βρισκόμαστε, τι ξέρουμε, τι μπορούμε, ποιους αγαπάμε και ποιοι μας αγαπούν.

Δίνοντας στο όνειρο σάρκα και οστά
Αν τελικά αυτή η αναζήτηση δείξει πως το όνειρό μας εξακολουθεί να είναι επίκαιρο και δελεαστικό και θέλουμε ακόμη να το ακολουθήσουμε, τότε κάποια πρακτικά βήματα θα κάνουν πιο πιθανή και πιο εύκολη την πραγματοποίησή του. Το κυριότερο είναι ότι κάτι που υπήρχε μόνο μέσα στο μυαλό μας, σαν ιδέα και φαντασίωση, πρέπει να πάρει πραγματικές διαστάσεις. Εκτός από οραματιστές, πρέπει λοιπόν να γίνουμε και ορθολογιστές. Σκεφτείτε:
• Η πραγματοποίηση κάθε σχε­δίου δεν γίνεται ποτέ με τη μία. Είναι απαραίτητο να σκεφτούμε μικρά βήματα και να προχωρήσουμε σταδιακά στην πραγματοποίησή τους.
• Δύο μυαλά σκέφτονται συνήθως πιο καθαρά από ένα. Ακόμη κι αν σκοπεύουμε να προχωρήσουμε μόνοι, μπορεί να είναι πολύ αποδοτική μια συζήτηση με κάποιον που εμπιστευόμαστε και που έχει κάποια γνώση του θέματος, είτε αυτός είναι φίλος είτε ειδικός.
• Η αλλαγή από μια κατάσταση σε μια άλλη έχει συνήθως μια μεταβατική περίοδο κατά την οποία δεν είμαστε ούτε εδώ ούτε εκεί. Όσο πιο καλά έχουμε σχεδιάσει και προνοήσει γι’ αυτή την περίοδο, τόσο πιο ομαλά θα βιώσουμε την αλλαγή, και εμείς αλλά και οι άνθρωποι γύρω μας.

Καλωσόρισε κι αγκάλιασε τις δυσκολίες


Λένε πως η δυσκολία μας κάνει καλύτερους. Δεν είμαι πολύ σίγουρος. Εξαρτάται από το αν θα πάρουμε το μάθημα που κουβαλάει ή θα ψάχνουμε αιτίες έξω από μας. Αν πάρουμε το μάθημα, βλέπουμε πως έχουμε συμβάλει και εμείς σε αυτό που συνέβη.

Αν πάρουμε το μάθημα ΑΛΛΑΖΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ. Αν δεν πάρουμε το μάθημα φταίνε οι άλλοι και εμείς μένουμε όπως είμαστε, άτυχοι, θύματα της ζωής να υποφέρουμε άνευ ουσίας !!

Καλωσόρισε κι αγκάλιασε τις δυσκολίες γιατί αν δεν υπήρχαν θα έπρεπε να τις εφεύρουμε.

ΓΙΑΤΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΧΕΙ ΕΠΤΑ ΝΟΤΕΣ;

imagesΈνα ερώτημα κανονικό και φυσιολογικό. Μπορεί να το θέσει ένα παιδί ή ένας ενήλικας. Ένας μουσικός ή ένας που δεν ασχολείται με την μουσική. Γιατί επτά (ντο, ρε, μι, φα, σολ, λα, σι) κι όχι έξι ή οκτώ. Διότι η περίπτωση της πεντατονικής έχει να κάνει με την επτατονική που της λείπει το δεύτερο και έκτο σκαλί (ντο, μι, φα, σολ, σι). Αυτή η τελευταία είναι η κλίμακα που στον ελληνικό χώρο λειτουργεί στην Ηπειρώτικη μουσική παράδοση.
Απ’ όσα γνωρίζω περί του ζητήματος  πρόκειται για την πρώτη απόπειρα παγκοσμίως προς απάντηση του ως άνω ερωτήματος. Παρακαλώ αν κάποιος γνωρίζει σχετική προηγούμενη να μου την γνωστοποιήσει, ώστε να αποσύρω την παράγραφο αυτή, χειρονομία την οποία θα κάνω αμέσως, δίχως καμμιά δυσκολία. 
Το ερώτημά μας λοιπόν είναι: γιατί το επτατονικόν της μουσικής κλίμακας, είναι σχεδόν παγκόσμιο; Πρόκειται περί τυχαίου δεδομένου ή υπάρχει κάποια ερμηνεία του. Μάλλον θα λέγαμε, μπορεί να βρεθεί μια εξήγηση. Ή κάποιες εξηγήσεις που να στηρίζονται σε αξιόπιστα δεδομένα.
Εάν δεν κάνουμε τον κόπο να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, μάλλον δεν θα πράξουμε ορθά. Συνεπώς τίθεται το ερώτημα: πότε και πώς ο πρωτόγονος άνθρωπος ξεκίνησε την περιπέτειά του μέσα στα μουσικά μονοπάτια; Υπάρχουν ιστορικά στοιχεία; Ποιά είναι τα παλαιότερα εξ αυτών;
Εδώ διαθέτουμε μια σιγουριά. Τα παλαιότερα στοιχεία τα μεταφέρει η μυθολογία. Τουλάχιστον έτσι συμβαίνει στον ελληνικό πολιτισμό.
Στο σημείο αυτό θα κάνουμε μια στάση. Τι πάει να πει μύθος και μυθολογία. Αναγκαστικά θα προστρέξουμε στο λεξικό. Στην ιστορία της λέξης. Επειδή δε ο μέγιστος δάσκαλος του Ελληνικού λαού, σε ό,τι αφορά στη γλώσσα του, είναι και θα είναι ο Όμηρος, ας δούμε πώς το εννοεί. Μεταξύ των άλλων δευτερευουσών εννοιών, το αναφέρει με την βαρυσήμαντη σημασία του ιστορείν και του διηγήσθαι (Οδ. Γ΄. 94 , Δ΄. 324 κ.λπ.). Η ρίζα είναι από το μαθ-αίνω.
Εάν βασιστούμε λοιπόν σ’ αυτή την αρχή, θα πρέπει να ερευνήσουμε, τους σχετικούς μύθους της ελληνικής μυθολογίας, κατά σειρά ιστορικής αρχαιότητος.
Για να ερμηνεύσουμε τους μύθους, στην περίπτωσή μας αυτούς που σχετίζονται με τα μουσικά πράγματα, κρίνουμε σκόπιμο να ξεκαθαρίσουμε μερικά βασικά δεδομένα του ζητήματος. Δεδομένα που σχετίζονται με την ιεραρχική εξέλιξη των βασικών στοιχείων που απαρτίζουν το σύνθετο αυτό ανθρώπινο φαινόμενο που λέγεται μουσική.

Ποια είναι, κατ’ αρχάς, τα βασικά στοιχεία της μουσικής. Αναμφίβολα προηγείται η φωνητική μουσική. Το σόλο τραγούδι. Επιδίδονται σ’ αυτό πολλά ζώα. Ζώα όλων των ειδών. Άσχετα με την επίδοσή τους. Ας βαθμολογήσουμε με άριστα τα ωδικά πτηνά στον τομέα της «μουσικής» φλυαρίας. Για τους ανθρώπους να πούμε ότι δεν ξεκίνησαν και καλλίτερα. Πώς αυτό; Να, επειδή διαθέτουμε ακόμα δείγματα από πρωτόγονους λαούς, οι οποίοι αν συναγωνίζονταν με κάποια πτηνά, μάλλον θα έπαιρναν δεύτερες και τρίτες θέσεις. Δεν πρόκειται για κάποια ειρωνεία από την μεριά μας. Πρόκειται για μια διαπίστωση. Για μια πραγματικότητα. Για ένα δεδομένο της φύσης.
Ας μείνουμε για λίγο στο σόλο τραγούδι. Το εκτελούμενο άνευ μουσικών οργάνων. Από ποια ανθρώπινη ανάγκη προέκυψε; Υπολογίστε ότι αναφερόμαστε στην αρχή του μουσικού φαινομένου. Διότι η επένδυση του σόλο τραγουδιού δια μουσικής οργανικής συνοδείας είναι βεβαίως μεταγενέστερο πολιτιστικό στάδιο. Η βεβαιότητα της τελευταίας αυτής διαπίστωσης εξασφαλίζεται από το δεδομένο ότι υπάρχουν ακόμα λαοί οι οποίοι δεν έχουν εισέλθει σ’ αυτό το στάδιο εξέλιξης του μουσικού τους πολιτισμού, αφού το τραγούδι τους συνοδεύεται μόνο από κρουστά όργανα. Κάτι που συμβαίνει βασικά στην Αφρικανική Ήπειρο.
Το τονίζουμε λοιπόν ξανά: από ποια ανθρώπινη ανάγκη προέκυψε το πανανθρώπινο αυτό φαινόμενο που λέγεται τραγούδι; Ο άνθρωπος πλην του λογικού στοιχείου του είναι προγραμματισμένος και δια του μορφωτικού στοιχείου. Ένα στοιχείο για το οποίο γίνεται σπάνια λόγος! Δηλαδή σπανίως αναφέρεται δίπλα στα άλλα βασικά στοιχεία του. Το ον αυτό έχει την τάση να δίνει μια μορφή στον εαυτό του. Στην εμφάνισή του, στον λόγο του, στις κινήσεις του, στην συμπεριφορά του. Επίσης στο περιβάλλον του και στην ίδια την φύση.
Με το τραγούδι μορφοποιεί τον λόγο του. Όλες αυτές τις λέξεις που είναι υποχρεωμένος να ξεστομίσει για να συνεννοηθεί με τους άλλους. Όλα τα επιφωνήματα και τις κραυγές που εκφέρει υπό την πίεση των αισθημάτων και συναισθημάτων του. Το τραγούδι ως διαμορφωμένος λόγος. Ως μέσον καλλιτεχνικής φωνητικής έκφρασης. Ως μέσον έκφρασης διαφόρων συναισθηματικών καταστάσεων. Αλλά και ως εργαλείο συνοχής της ομάδας. Διαθέτει κι άλλες πλευρές το τραγούδι. όπως διαπαιδαγωγικές, απομνημονευτικές, αποτρεπτικές και λατρευτικές. Όπως και να έχει το πράγμα το βέβαιο είναι ότι δεν γίνεται άνθρωπος δίχως τραγούδι.
Από τα αρχαιολογικά ευρήματα ξεκάθαρα προκύπτει το συμπέρασμα, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, ότι τα μουσικά όργανα τα κατασκεύασε και τα χρησιμοποίησε το ανθρώπινο είδος πάρα πολύ πρόσφατα, σε σχέση με τον συνολικό χρόνο της ύπαρξής του. Περίπου τα 20.000 τελευταία μπροστά στα υπόλοιπα πολλά εκατομμύρια. Τα όργανα χωρίζονται σε δυό κατηγορίες: πνευστά και έγχορδα. Αφήνουμε κατά μέρος τα κρουστά επειδή δεν παίζουν μελωδία και επομένως δεν σχετίζονται με κλίμακες και πολύ περισσότερο με τον αριθμό των φθόγγων που διαθέτουν. Ας μη ξεχνάμε ότι αυτό είναι το θέμα που μας απασχολεί.
Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι το εξής: οι μουσικές κλίμακες διαμορφώθηκαν επάνω στο σόλο τραγούδι ή πάνω στα μουσικά όργανα;
Ας πούμε ότι καταλήγουμε στην δεύτερη άποψη. Στην περίπτωση αυτή τίθεται το ερώτημα: σε ποιά όργανα διαμορφώθηκαν οι κλίμακες, στα πνευστά ή στα έγχορδα;
Πιάνουμε ξανά το πρώτο ερώτημα. Εάν οι κλίμακες διαμορφώθηκαν στο φωνητικό τραγούδι τότε δεν έχουμε καθόλου στοιχεία γιο το πώς έγινε αυτό το πράγμα. Δεν υπάρχουν ούτε ηχητικά ούτε γραπτά ούτε αρχαιολογικά ούτε μυθολογικά ντοκουμέντα. Τουλάχιστον απ’ όσο γνωρίζουμε. Παρακαλούμε δε τον οποιονδήποτε έχει υπ’ όψιν του κάτι σχετικό να μας το πληροφορήσει.
Θα πούμε όμως την άποψή μας για το ζήτημα αυτό. Γιατί οι κλίμακες δεν διαμορφώθηκαν στη φωνητική μουσική αλλά στα όργανα, όπως νομίζουμε. Όλοι οι λαοί που αυτή τη στιγμή βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της φωνητικής μουσικής άνευ οργάνων, αγνοούν τις επτατονικές μουσικές κλίμακες. Ένα επιχείρημα που μπορεί να μην είναι ικανό, όμως είναι ισχυρό. Από την άλλη πουθενά στη φύση δεν υφίσταται άκουσμα που να έχει σχέση με επτατονκή κλίμακα. Επίσης ούτε στην πρωτόγονη ανθρώπινη φωνητική επίδοση μπορεί να παρατηρηθεί κάτι ανάλογο, όπως ακόμα μπορούμε να παρατηρήσουμε, όπως προείπαμε.
Είμαστε λοιπόν αναγκασμένοι να διερευνήσουμε την δεύτερη εκδοχή. Ότι οι κλίμακες προέκυψαν από την χρήση των οργάνων. Προς την κατεύθυνση αυτή η ελληνική μυθολογία διαθέτει αρκετό υλικό. Μάλιστα καλύπτει και το φάσμα των πνευστών και το φάσμα των εγχόρδων οργάνων. Στην πρώτη περίπτωση παίζει ο Πάνας και στην δεύτερη ο Ερμής. Επειδή δε η ελληνική μυθολογία είναι κατηγορηματική περί της αρχαιότητος των δύο θεών υπέρ του Πάνα, θα καταπιαστούμε κατ’ αρχάς μ’ αυτόν.
Επί πλέον η μυθολογία συνάδει και με την αποκτηθείσα πλέον ικανή γνώση, περί του βαθμού δυσκολίας κατασκευής και εκτέλεσης των δύο κατηγοριών των οργάνων, πνευστών και εγχόρδων. Πράγματι τα έγχορδα όργανα απαιτούν μεγαλύτερη μουσική ικανότητα και δεξιοτεχνία απ’ ότι τα πνευστά.
Στο σημείο αυτό μια διευκρίνιση: μη ρωτήσετε μουσικούς της μιάς κατηγορίας ή της άλλης. Οι μουσικοί των πνευστών θα σας πούνε ότι τα έγχορδα είναι δυσκολότερα. Οι μουσικοί των εγχόρδων θα σας πούνε ότι τα πνευστά είναι δυσκολότερα στην εκτέλεση. Θα μάθετε την αλήθεια μόνον από μουσικούς που εκτελούν όργανα και των δύο κατηγοριών.
Ξεκινάμε λοιπόν την έρευνα από τον αρχαιότερο θεό του ελληνικού μουσικού πολιτισμού τον τραγόμορφο Πάνα. Αυτόν τον απτόητο ερωτιάρη. Αφού δεν άφηνε τίποτε δίχως να το γονιμοποιήσει ήρθε η ώρα που αγάπησε μια Νύμφη από την Αρκαδία. Την κόρη του Ποταμού Λάδωνα Σύριγγα. Έλα όμως που η πανέμορφη Νύμφη δε γούσταρε καθόλου τον τραγόμορφο θεό. Γνώριζε όμως η άμοιρη ότι δεν επρόκειτο να γλιτώσει σε καμμιά περίπτωση από το ερωτικό μένος του θεού. Μπρος γκρεμός και πίσω Πάνας.
Πάνω στην απελπισία της, ικέτευσε τον Δία να την σώσει. Τον ελέγανε και Σωτήρα βλέπετε τον Δία τότε. Έτσι την στιγμή που τη έπιασε ο Πάνας εκείνη μεταμορφώθηκε σε καλαμιά. Τρελός από θυμό και απογοήτευση ο Πάνας έσπασε την καλαμιά σε κομμάτια. Γρήγορα όμως κατάλαβε πως έκοβε το σώμα της Νύμφης και μετανιωμένος άρχισε να κλαίει και να φιλά τα κομμάτια της καλαμιάς. Ακούγοντας τους ήχους που έβγαιναν, καθώς ξεφυσούσε κλαίγοντας, οδηγήθηκε στην κατασκευή της σύριγγας.
Μια ιστορική αλήθεια ειπωμένη μέσα από έναν πανέμορφο μύθο. Πράγματι ο ανοιχτός σωλήνας του καλαμιού όταν δεχθεί ρεύμα αέρος παράγει ήχο. Ήχο με γλυκιά χροιά και απαλή φωνή. Σάν την ομορφιά της Νύμφης. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα παγκοσμίως και διαχρονικώς, με αποκορύφωμα τον φλάουτο, τον βασιλιά των πνευστών. Δεν υπάρχει μέρος στην υφήλιο που να μην ακούγεται το όργανο αυτό.

Όταν φυσήξουμε λοιπόν στο άκρο του ανοιχτού σωλήνα με συγκεκριμένο τρόπο, ώστε να σπάει το ρεύμα του αέρα επάνω στην περιφέρεια του ανοίγματος, τότε παράγεται ήχος. Ο σωλήνας μπορεί να είναι ανοιχτός ή κλειστός στο άλλο άκρο. Μέχρι στιγμής έχουμε μιά νότα, έναν φθόγγο. Το πολύ δύο. Η δεύτερη νότα ακούγεται με δυνατότερο φύσημα και συνήθως σε διάστημα οκτάβας. Ιδού λοιπόν η οκτάβα με φυσικότατο τρόπο. Άνευ λογικής επεξεργασίας ή επιλογής.
Η τελευταία παρατήρηση είναι τεράστιας μουσικολογικής σημασίας, διότι ξεκαθαρίζει ένα βασικότατο στοιχείο της μουσικής κλίμακας. Δηλαδή την αρχή και το τέλος της. Όπως θα διαπιστώσουμε δε στη συνέχεια, η σύριγγα ερμηνεύει εντελώς και κατηγορηματικά όλες τις νότες της επτατονικής κλίμακας με απόλυτα φυσικό τρόπο. Δεν αφήνει αξεδιάλυτη καμμιά πτυχή του θέματος.
Παρατήρησε σιγά-σιγά ο άνθρωπος ότι, εάν ο σωλήνας αυτός είχε σε κάποιο σημείο τρύπα, έβγαζε άλλον τόνο. Επίσης ότι παίζονταν, εάν ανοιγόκλεινε την τρύπα με το δάκτυλο, ακούγονταν μια στοιχειώδης μελωδία. Με την πάροδο του χρόνου έφτασε στο σημείο να εκμεταλλευτεί όλα τα ευκίνητα δάκτυλά του που είναι ο δείκτης ο μέσος κι ο παράμεσος και των δύο χεριών.
Πράγματι έφτιαξε την φλογέρα η οποία ακόμα και σήμερα λειτουργεί ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Να πώς ένας βοσκός μ’ ένα μαχαιράκι μυτερό φτιάχνει την φλογέρα του μέσα σε δέκα λεπτά περίπου.
Κόβει ένα καλάμι από κόμπο σε κόμπο ή από γόνυ σε γόνυ όπως λέγεται ειδικότερα. Το μήκος του σωλήνα αυτού είναι περίπου 25 εκατοστά του μέτρου. Κάνει στο μέσον του σωλήνα μια τρύπα τριών περίπου χιλιοστών, όπως και τις υπόλοιπες. Κατόπιν στο κάτω μισό του σωλήνα τοποθετεί τα έξι δάκτυλά του, συμπεριλαμβανομένης και της τρύπας που ήδη έχει ανοίξει. Τα δάκτυλα μοιράζουν το μήκος του σωλήνα σε ίσες αποστάσεις ώστε να μην είναι ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά. Έτσι οι τρύπες απέχουν μεταξύ τους περίπου δύο εκατοστά.
Όταν λοιπόν κλείσουμε όλες τις τρύπες και φυσήξουμε ανοίγοντας στη συνέχει με τη σειρά, από κάτω προς τα επάνω μια-μια όλες τις τρύπες, θα ακούσουμε την Λυδική (ματζόρε) κλίμακα με τις επτά νότες της (ντο, ρε μι, φα σολ, λα σι). Για να συμπληρώσουμε την οκτάβα στο τέλος κλείνουμε όλες τις τρύπες και φυσάμε δυνατότερα. Εάν δε ξεκινήσουμε από την δεύτερη τρύπα, τότε έχουμε την Φρυγική (μινόρε)κλίμακα (ρε, μι, φα, σολ, λα, σι, ντο, ρε). Και αν από την τρίτη έχουμε την Δωρική (μι, φα, σολ, λα, σι, ντο, ρε, μι). Έχουμε δηλαδή στο ίδιο όργανο όλες τις βασικές κλίμακας της παγκόσμιας μουσικής.
Έτσι δεν εξηγείται μόνο το επτατονικό της κάθε κλίμακας αλλά επί πλέον και η ποικιλία των βασικών κλιμάκων. Είναι γνωστό ότι η κατασκευή των εγχόρδων απαιτεί πολύ περισσότερες και πολυπλοκότερες γνώσεις και δεξιοτεχνίες απ’ ότι απαιτεί η κατασκευή της φλογέρας. Γι’ αυτό, κατά την ελληνική μυθολογία, το πρώτο έγχορδο όργανο, την λύρα, την κατασκεύασε ο πανέξυπνος και πανούργος ( = παν + έργο) Ερμής.

Έχουμε και τον άλλο τύπο σύριγγας, τον λεγόμενο αυλό του Πανός. Αντί να έχουμε όλες τις νότες από έναν σωλήνα, δένουμε στη σειρά σωλήνες διαφόρων μηκών, κατάλληλων για την κάθε νότα. Έτσι αντί να ανοιγοκλείνουμε τα δάκτυλα επάνω στον ίδιο σωλήνα, απλώς μεταφέρουμε το φύσημα από σωλήνα σε σωλήνα.
Το όργανο αυτό διαθέτη μιά αξεπέραστη ιδιαιτερότητα η οποία δεν έχει ακόμα γίνει διακριτή ή μάλλον δεν έχει τονιστεί αρκούντως. Είναι το μόνο όργανο που μπορεί να παιχθεί άνευ δακτύλων. Ακόμα και άνθρωπος που του λείπουν όλα τα δάκτυλα μπορεί να το παίξει. Είναι πράγματι κάτι το εντυπωσιακό, όταν για τα περισσότερα όργανα ακόμα και η απουσία ενός δακτύλου δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα ή και παντελή αδυναμία οργανοπαιξίας.
Για μιά ακόμα φορά λοιπόν βλέπουμε πώς η μάνα φύση δίδαξε ακόμα μια τέχνη στους ανθρώπους. Όλα ξεκινούν απ’ αυτή και όλα σ’ αυτή καταλήγουν.

Το Νησί των Φιδιών


Ο μεγαλύτερος πληθυσμός ενός από τα πιο δηλητηριώδη είδη φιδιών στον κόσμο, βρίσκεται περίπου 90 μίλια ανοικτά από την ακτή του Santos στη Βραζιλία, σε ένα μικρό, απόκρημνο κομμάτι ενός κατά τα άλλα ακατοίκητου νησιού.

Είναι γνωστό ως Ilha da Queimada Grande ή Νησί των Φιδιών και είναι το μόνο μέρος που μπορείς να βρεις 2.000 ή κάπου τόσα από τoν απολύτως μοναδικό χρυσό βόθρακα ή  Bothrops insularis.
Όταν αποβιβάζεσαι στο νησί, μπορείς να δεις ένα από αυτά τα φίδια περίπου κάθε 10 με 15 λεπτά στη βάση του νησιού και ένα κάθε πέντε τετραγωνικά μέτρα σε άλλα μέρη του νησιού. Αυτό σημαίνει, αφού  περπατάς μέσα από βλάστηση που φθάνει σε ύψος τη μέση σου, ότι ακόμα κι αν φοράς καλές μπότες  είναι σα να περπατάς μέσα σε κινούμενο ναρκοπέδιο.
Μόνο που αντί να σε ανατινάσσει σε κομμάτια, αργά αργά σε παραλύει και ρευστοποιεί το εσωτερικό σου, όπως δηλαδή κάνει ο χρυσός βόθρακας στα αποδημητικά πουλιά με τα οποία τρέφεται στις κορυφές των δέντρων.
Λοιπόν, «η ρευστοποίηση του εσωτερικού σου» μπορεί να είναι λίγο παρατραβηγμένο σχόλιο, αλλά κανείς δεν γνωρίζει σίγουρα μια και κανένας από αυτούς που δαγκώθηκαν δεν έζησε αρκετά για να μεταφερθεί σε νοσοκομείο ή τουλάχιστον κανένας από τους ερευνητές που συνόδευσαν το VICE στο ταξίδι του στο Νησί των Φιδιών γνώριζε κάτι για αυτό.
Ούτε και το Ναυτικό της Βραζιλίας, που επέτρεψε στο VICE την αποκλειστική πρόσβαση στο νησί προκειμένου να καταγράψει την ετήσια επιθεώρηση συντήρησης του φάρου του Νησιού των Φιδιών.
Ο φάρος είναι αυτόματος από το 1920, όταν εξαφανίστηκε ο ηλικιωμένος φαροφύλακας που βγήκε έξω επειδή του είχε τελειώσει το φαγητό για να μαζέψει άγριες μπανάνες, σε ένα άλσος κοντά στην ακτή.
Σύμφωνα με τον θρύλο, αυτός και τα μέλη της ομάδας διάσωσης πέθαναν ένας μετά τον άλλον, ο καθένας μόνος του και πηγαίνοντας να ψάξει τον άλλον που έλειπε αρκετή ώρα.
Ο χρυσός βόθρακας είναι τόσο σπάνιος και το δηλητήριο του τόσο ισχυρό που στην μαύρη αγορά των ερπετών οι «βιοπειρατές» τον πουλάνε έως 30.000 δολάρια (με τις τιμές να ανεβαίνουν αναλόγως με το που ζει ο πλούσιος και περίεργος συλλέκτης ερπετών ή οι χημικοί της βιοφαρμακευτικής βιομηχανίας που εργάζονται στη μαύρη αγορά και προσπαθούν να προηγηθούν της Βραζιλίας σε κάποιου είδους πατέντα).
Πρόκειται για την πιο τρελή περιγραφή ντοκιμαντέρ που έχετε ποτέ ακούσει; Η απάντηση είναι ναι. Φυσικό ήταν λοιπόν ο αρχισυντάκτης του VICE, Rocco Castoro και ο παραγωγός Jackson Fager να θέλουν να πάνε εκεί και να δουν μόνοι τους τι γίνεται. Με την επιστροφή τους έκαναν σχόλια όπως:
«Ήταν σαν ταινία του David Lynch μέσα από το πρίσμα του Σατανά. Τα αντί-Γκαλαπάγκος. Το Darwin ανάποδα».
«Είναι αποκομμένο από την ηπειρωτική χώρα και ίσως η γη κάποιου από καιρό θαμμένου πειρατικού θησαυρού, σύμφωνα με τις ιστορίες από τους ντόπιους ψαράδες. Αλλά μας είπαν επίσης ότι υπήρχαν εξωγήινοι στο νησί, οπότε όλα παίζουν. Είναι καμμένη γη.
Είναι ο τόπος όπου θα έπρεπε να στείλω τους χειρότερους εχθρούς μου να ζήσουν και δεν βλέπω την ώρα να στήσω τη δουλειά με την κυβέρνηση της Βραζιλίας. Μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο, φυσικά».
«Αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι υπάρχουν χειροποίητα πέτρινα σκαλιά  στο μπροστινό τμήμα ενός από αυτούς τους εξέχοντες λόφους, από κάτω μέχρι πάνω. Αλλά δεν μπορείς να δέσεις οπουδήποτε εκεί κοντά.
Υπάρχει επίσης η πιθανότητα το δηλητήριο να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κάποιο αντικαρκινικό φάρμακο ή κατά της γήρανσης. Ίσως θα μπορούσε να σώσει την ανθρωπότητα. Οτιδήποτε. Αλλά δεν θα έσωζε εμένα».
«Υπάρχουν μπλε ακρίδες και τόσες πολλές από αυτές τις κατσαρίδες με προϊστορική εμφάνιση στο έδαφος το βράδυ, που ακούγεται κριτς-κρατς όταν περπατάς. Το μέρος είναι γαμημένο. Κανείς δεν επιτρέπεται να είναι εκεί γιατί υπάρχει λόγος. Μην πάτε ποτέ».
«Πέρα από αυτά όμως ήταν υπέροχο γύρισμα. Υπέροχες και οι καταδύσεις».

 

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Ο Βούδας και ο Θεός

~Μια φορά κάποιος ρώτησε τον Βούδα:

- Υπάρχει Θεός;

Ναι, απάντησε ο Βούδας.

Την ιδία μέρα ένας άλλος άνθρωπος τον ρώτησε: - Υπάρχει Θεός;

Και ο Βούδας είπε:

- Όχι.


Στο τέλος της ημέρας ένας τρίτος άνθρωπος ρώτησε τον Βούδα για την ύπαρξη του Θεού και ο Βούδας δεν απάντησε, μόνο σήκωσε το δάχτυλο του, δείχνοντας τον ουρανό.


- Όλα αυτά τα παρακολουθούσε ο μαθητής του ο Ανάντη. Τη νύχτα ρώτησε τον Βούδα.


- Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Σε παρακαλώ, πες μου, γιατί στην ιδία ερώτηση έδωσες τρεις διαφορετικές απαντήσεις;


- Ο Βούδας είπε:


- Γιατί ήταν τρεις διαφορετικοί άνθρωποι.


- Ο πρώτος πίστευε ότι δεν υπάρχει Θεός και ήθελε πάρα πολύ να δυναμώσει την πίστη του. Εγώ του είπα ότι υπάρχει Θεός, γιατί για να φτάσει στην Αλήθεια ο άνθρωπος πρέπει να απαλλαχτεί από αυτά στα οποία πιστεύει. 


- Ο άλλος πίστευε ότι Θεός υπάρχει. Σ' αυτόν είπα ότι δεν υπάρχει Θεός. Είμαι εδώ, πάνω στη γη για να καταστρέψω κάθε πίστη για να φτερουγίσει ο νους πάνω στην πίστη και μόνο τότε ο άνθρωπος θα γνωρίσει την Αλήθεια.

- Ο τρίτος δεν ήταν θρήσκος, ούτε άθεος, δεν υπήρχε ανάγκη να πω "Ναι" ή "Όχι", γι' αυτό σιώπησα, λέγοντας με αυτόν τον τρόπο "Κάνε όπως εγώ, δηλαδή βυθίσου στη σιωπή και τότε θα γνωρίσεις και θα καταλάβεις"...

Ο αρχέγονος χρόνος είναι δημιουργικός

Σε κάποιες Πνευματικές κοινωνίες ο Χρόνος είναι Ενέργεια του Σύμπαντος,
Ένα ποτάμι που πρέπει να διαβούμε πλέοντας.

Ενώ στις σκληρές μεταβιομηχανικές κοινωνίες ο χρόνος είναι απρόσωπος,
εξωτερικός, ξέχωρος από την πνευματικότητα.

Ο χρόνος εννοείται «η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο».2 Γενικά Χρόνος χαρακτηρίζεται η ακριβής μέτρηση μιας διαδικασίας από το παρελθόν στο μέλλον. Κάθε φυσικό φαινόμενο π.χ. μια πτώση αντικειμένου στο έδαφος εξελίσσεται στην έννοια της ορισμένης χρονικής περιόδου. Ο χρόνος μετράται σε μονάδες όπως το δευτερόλεπτο και με ειδικά όργανα τα χρονόμετρα π.χ. ρολόι. Οι καθημερινές εμπειρίες αποδεικνύουν πως ο χρόνος «κυλάει» με τον ίδιο πάντα ρυθμό και μόνο προς μια κατεύθυνση – από το παρελθόν προς το μέλλον. Η κίνηση γενικότερα ούτε μπορεί να διακοπεί αλλά και ούτε να αντιστραφεί στην έννοια του χρόνου. Παρά ταύτα, όπως εξηγεί η ειδική θεωρία της σχετικότητας, αυτή η κίνηση μπορεί να επιβραδυνθεί με ασύλληπτα μεγάλες ταχύτητες.

Ένας άλλος στερεότυπος ορισμός για τον χρόνο είναι «ένα μη χωρικό γραμμικό συνεχές στο οποίο τα γεγονότα συμβαίνουν με εμφανώς μη αναστρέψιμη τάξη». Πρόκειται για μείζονα έννοια η οποία λειτουργεί τόσο ως θεμελιώδης οντότητα, όσο και ως σύστημα μέτρησης. Με τον χρόνο ασχολήθηκε τόσο η φιλοσοφία όσο και η επιστήμη, διαμορφώνοντας ενίοτε αντιφατικές απόψεις για το νόημά του. Επί της ουσίας οι διαφοροποιήσεις δεν αφορούν στις μονάδες μέτρησης του χρόνου αλλά στο αν ο χρόνος ως οντότητα είναι δυνατόν να μετρηθεί ή αποτελεί τμήμα του μετρητικού συστήματος.

Ο Χρόνος στη Φυσική: Επί του παρόντος ο χρόνος νοείται ως θεμελιώδης ποσότητα1 και όπως οι άλλες θεμελιώδεις ποσότητες -χώρος και μάζα- καθορίζεται μέσω της μέτρησης. Συνεπώς είναι μέγεθος. Επίσης επί του παρόντος, η στερεότυπη χρονική μονάδα, το συμβατικό δευτερόλεπτο, ορίζεται ως η διάρκεια 9 192 631 770 περιόδων της ακτινοβολίας που αντιστοιχεί στη μετάβαση μεταξύ των δύο ανωτέρων επιπέδων της κατάστασης ελαχίστης ενέργειας του ατόμου 133Cs.

Για την φυσική ο χρόνος είναι διάσταση που επιτρέπει σε δύο ταυτόσημα γεγονότα που συμβαίνουν στο ίδιο σημείο στον χώρο, να διακρίνονται μεταξύ τους. Το διάστημα ανάμεσα σε δύο τέτοια γεγονότα σχηματίζει τη βάση της μέτρησης του χρόνου. Για γενικούς σκοπούς η περιστροφή της γης γύρω από τον άξονά της παρέχει τις μονάδες μέτρησης της ημέρας ώρες και η τροχιά της γύρω από τον ήλιο (ουσιαστικά η φαινόμενη πορεία του ήλιου που παράγεται από τις ιδιαιτερότητες της γήινης τροχιάς) τις ημερολογιακές μονάδες. Όσον αφορά στη χρήση του χρόνου για επιστημονικούς σκοπούς, τα διαστήματα χρόνου καθορίζονται -όπως προαναφέρθηκε- με όρους συχνότητας μιας ιδιαίτερης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας.

Ήδη από την εποχή της δημοσίευσης της ειδικής θεωρίας της σχετικότητας το 1905, θεωρήθηκε ότι ο Άλμπερτ Αϊνστάιν [2] εγκατέλειψε την έννοια του απόλυτου χρόνου. Σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο ο απόλυτος χρόνος εννοείται ως ο χρόνος που κυλά ισοδύναμα και ανεξάρτητα από την κατάσταση κίνησης του παρατηρητή. Οι επιδράσεις της διαστολής του χρόνου και η κατάρρευση του απόλυτου ταυτόχρονου σημαίνουν ότι υπό αυτή την έννοια ο απόλυτος χρόνος δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη μέτρηση ενός χρονικού διαστήματος.

Αν και οι φιλόσοφοι τείνουν να περιγράφουν το έργο του Αϊνστάιν ως έναρξη της επιστημονικής επανάστασης του 20ου αιώνα (!!)  πολλές από αυτές τις επαναστατικές ιδέες δεν είναι ακριβώς χμ ! πρωτότυπες. Το 1898, για παράδειγμα, ο Ζυλ Ανρί Πουανκαρέ (Jules Henri Poincaré) (1854–1912), ο Γάλλος μαθηματικός, έθεσε το ζήτημα του απόλυτου ταυτόχρονου σχολιάζοντας ότι δεν έχουμε κάποια άμεση γνώση για την εξίσωση δύο χρονικών διαστημάτων. Ο Πουανκαρέ φαίνεται πως κατανοούσε την ανάγκη του καθορισμού του τοπικού χρόνου για έναν δεδομένο παρατηρητή. Το 1904 παρατήρησε ότι τα ρολόγια που συγχρονίζονταν με φωτεινά σήματα μεταξύ παρατηρητών σε ενιαία σχετική κίνηση δεν δείχνουν την αληθινή ώρα, αλλά μάλλον αυτό που μπορεί να αποκαλέσει κανείς τοπική ώρα.

Αναφέρεται συχνά ότι η θεωρία της σχετικότητας αφαιρεί τον απόλυτο χρόνο από τη μηχανική. Αυτό αληθεύει για τις μετρήσεις του χρόνου που προαναφέρθηκαν, αλλά όχι τον ίδιο τον χρόνο ως οντότητα. Ο ορισμός του Νεύτωνα για τον απόλυτο χρόνο είναι ουσιαστικά φιλοσοφική έννοια και οι όποιες συζητήσεις έγιναν στην εποχή του είχαν φιλοσοφικό και όχι πειραματικό υπόβαθρο. Άλλωστε ίδιος ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι μπορεί κανείς να μετρήσει τον απόλυτο χρόνο. Τούτη η απόλυτη οντότητα έπρεπε να γίνει διακριτή από τα αισθητά, «φυσικά μέτρα» που εφαρμόζονται σε καθημερινές χρήσεις.

Στις απόψεις του Αϊνστάιν για το σύμπαν, οι περιγραφές ενός φυσικού φαινομένου πρέπει να είναι πλήρως σχετικιστικές ως προς τη φύση τους και απαιτούνται οι μετασχηματισμοί Λόρεντζ ανάμεσα στις συντεταγμένες των συστημάτων στην ενιαία σχετική κίνηση. Αντίθετα με το τι πιστεύεται γενικότερα, η νευτώνεια μηχανική δεν βασιζόταν στον απόλυτο χώρο και χρόνο και ήταν πλήρως σχετικιστική, αλλά με τη γαλιλαϊκή έννοια. Δηλαδή, απαιτούντο γαλιλαϊκοί μετασχηματισμοί ανάμεσα στις συντεταγμένες των συστημάτων στην ενιαία σχετική κίνηση.

Εξετάζοντας το ταυτόχρονο ο Αϊνστάιν χρησιμοποίησε ουσιαστικά ένα νοητικό πείραμα. Ως αποτέλεσμα του πειράματος, κατά την άποψή του, έπρεπε να εγκαταλειφθεί η έννοια του ταυτόχρονου. Το σύμπαν του είναι αιτιατό και σε ένα αιτιατό σύμπαν δεν υπάρχει το ταυτόχρονο, όπως και δεν υπάρχουν ταυτόχρονα γεγονότα. Τα γεγονότα έχουν καθορισμένη τάξη, βασισμένη στην αιτιατή σειρά τους,η οποία δεν είναι δυνατόν να αλλαχθεί. Χωρίς να το δηλώνει άμεσα,ο Αϊνστάιν εισήγαγε έναν τρίτο παράγοντα στη θεωρία της σχετικότητας, ότι δηλαδή καμία πληροφορία δεν μπορεί να μεταδοθεί ταχύτερα από την ταχύτητα του φωτός. Τόσο για τον Νεύτωνα όσο και για τον Αϊνστάιν ο απόλυτος χρόνος είναι στην πραγματικότητα η απόλυτη σειρά των γεγονότων, που καθορίζεται από την αιτιότητα, και όχι η μέτρηση του χρόνου, που είναι αντικείμενο συνήθους παρατήρησης. 2.

Ο χρόνος στην ανθρώπινη συνείδηση: Ο κύκλος μέρας και νύχτας ρυθμίζει στον άνθρωπο το βιολογικό του ρολόι που φαίνεται να είναι αρκετά ακριβές δεδομένου πως συχνά ξυπνάμε λίγα λεπτά πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Ωστόσο φαίνεται να υπάρχουν στιγμές που ο χρόνος περνά πιο αργά ή πιο γρήγορα. [3]

Περιμένοντας κάτι καρφώνοντας το βλέμμα στο ρολόι αισθανόμαστε ο χρόνος να κυλά αργά.
Όταν είμαστε σε ρομαντικό ραντεβού με πρόσωπο που μας ενδιαφέρει μας κάνει εντύπωση στο τέλος «πώς πέρασε η ώρα τόσο γρήγορα». [4]
Πηγαίνοντας στον υπολογιστή υπολογίζουμε πως θα ανακαλέσουμε την πληροφορία που χρειαζόμαστε με δουλειά 5-10 λεπτών ενώ φεύγοντας έχουν περάσει 20.
Ως παιδιά οι διακοπές μας τα καλοκαίρια ήταν μεγάλες ενώ στη μέση ηλικία ο χρόνος των διακοπών μας φαίνεται ελάχιστος.
Κάποιος που εκτελεί ελεύθερη πτώση τριών δευτερολέπτων σε δίχτυ νιώθει πως έπεφτε για διπλάσιο σχεδόν χρόνο 14. και η πτώση από μοτοσικλέτα περιγράφεται ως «κινηματογραφική» από τον αναβάτη σε περίπτωση ατυχήματος.

Εμπλεκόμενης της αμυγδαλής, του συγκινησιακού δηλαδή κέντρου του εγκεφάλου, σε κατάσταση φόβου εκκρίνονται ορμόνες, όπως η αδρεναλίνη, που κάνουν τη μνήμη να «χαράζει» ανεξίτηλα, με αποτέλεσμα ο χρόνος να φαίνεται να διαστέλλεται καθώς η μνήμη «γράφει», επί συνόλου, πιο πυκνά. Πιθανολογείται πως η αδρεναλίνη κάνει μόνιμη τη μνήμη που υπολογίζει το άμεσο μέλλον, μηχανισμό τον οποίο χρησιμοποιούμε για γέμισμα του χρόνου όταν κλείνουμε τα βλέφαρα ή σκύβουμε να αλλάξουμε σταθμό στο ραδιόφωνο ενώ οδηγούμε. Αποτέλεσμα είναι περισσότερες καταγεγραμένες μονάδες μνήμης σε κέντρα του εγκεφάλου που συνδέονται με τη συγκινησιακή μνήμη (ιππόκαμπος και αμυγδαλή), με σκοπό την ανάπτυξη στρατηγικής ή ενστικτώδους αντίδρασης καθώς και έγκαιρη πρόβλεψη παρόμοιας κατάστασης στο μέλλον, που δίνουν την αίσθηση διαστολής του χρόνου.

Στην παιδική ηλικία που τα πάντα είναι πρωτόγνωρα η μνήμη «γράφει» διαρκώς και έτσι τα καλοκαίρια μας φαίνονται πως διαρκούν περισσότερο.

Μια πιο περίεργη επίδραση στη μνήμη έχει η κορτιζόλη, ορμόνη του άγχους. [5] Το άγχος μας κάνει και ζούμε ταυτόχρονα και συνδυασμένα σε δύο τουλάχιστο καταστάσεις, εκεί που πραγματικά είμαστε και θέλουμε να ξεφύγουμε γρήγορα και εκεί που θα θέλαμε ή θα «έπρεπε» να βρισκόμαστε. Ο εγκέφαλος καταγράφει δύο καταστάσεις ταυτόχρονα στη μνήμη με αποτέλεσμα το πύκνωμα της εγγραφής και την αίσθηση διαστολής του χρόνου.

Στο ρομαντικό ραντεβού απαγκιστρωνόμαστε σχεδόν εντελώς από την πραγματικότητα και το μυαλό μας ζει στην πιθανότητα μελλοντικών ονειρικών καταστάσεων. Αποτέλεσμα είναι η απώλεια εγγραφών της μνήμης για την παρούσα κατάσταση και έχουμε την αίσθηση της συστολής του πραγματικού χρόνου. Ο χρόνος φαίνεται να καταγράφεται στην ανθρώπινη συνείδηση σε μονάδες μνήμης 14.

Ο βιολογικός ή φυσικός χρόνος: Το άγχος συνδέεται άμεσα με την κορτιζόλη. Η κορτιζόλη παράγεται και κατά την έντονη άσκηση δρώντας όπως τα στεροειδή, επιταχύνοντας βιολογικές διαδικασίες. Αυξημένα επί μακρόν επίπεδα κορτιζόλης μικραίνουν τη ζωή καθώς υπό συνθήκες στρες οι μηχανισμοί προστασίας δεν προλαβαίνουν να δράσουν. Η συγγενής με την κορτιζόλη αδρεναλίνη δρα με παρόμοιο τρόπο στο βιολογικό ρολόι των κυττάρων και δίνει έκρηξη δύναμης σε καταστάσεις ανάγκης. Οι ορμόνες του εγκεφάλου που μας προκαλούν ευχαρίστηση φαίνεται να δρουν αντίθετα και να βοηθούν στη μακροζωία.

Η αλλαγή στο ρυθμό που έχει το «καρδιοχτύπι» που δίνει αθροιστικά τη βιολογική ηλικία ενός ποντικού ή ενός ανθρώπου, ενός αγχώδους ή ενός μη αγχώδους προσώπου, ενός καταπονημένου ή μη οργανισμού επεκτείνεται στη φύση πέραν των έμβιων όντων. Είναι σχετικά πρόσφατη η εισαγωγή της έννοιας του «φυσικού χρόνου», ως δείκτη εξέλιξης των φυσικών φαινομένων. 15.

Ο χρόνος στη Φιλοσοφία: Η φύση του χρόνου υπήρξε ένα από τα μείζονα προβλήματα της φιλοσοφίας από την αρχαιότητα ήδη. Είναι ορθό να βλέπουμε τον χρόνο να κυλά; Κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, κυλά από το μέλλον στο παρελθόν με την ανθρωπότητα κολλημένη σαν βάρκα στη μέση του ποταμού; Ή μήπως κυλά από το παρελθόν προς το μέλλον, παρασύροντας τη βάρκα με τη ροή του; Δύσκολα ερωτήματα ή πολύ αφηρημένα για να απαντηθούν και να μας ωθήσουν να απορρίψουμε τη ‘μεταφορική’ εικόνα του χρόνου ως ροή. Αν, ωστόσο επιθυμούμε να απορριψουμε την εικόνα της ροής, πώς μπορούμε να συλλάβουμε το πέρασμά του; Τι είναι αυτό που διακρίνει το παρελθόν από το παρόν ή το μέλλον ή μήπως δεν υφίσταται αντικειμενική διάκριση και ο χρόνος είναι μια ενιαία οντότητα που αποκαλείται παρόν; Τι είναι αυτό που δίνει στο χρόνο την κατεύθυνσή του; Τι είναι εκείνο που συνηγορεί υπέρ της ασυμμετρίας μεταξύ παρελθόντος και παρόντος; Υφίσταται η άχρονη ύπαρξη ή μήπως η ύπαρξη γίνεται αντιληπτή μόνο μέσα στα όρια του χρόνου;

Πολλά από αυτά τα προβλήματα τέθηκαν στα Φυσικά του Αριστοτέλη, με τη μορφή παράδοξων ή προβλημάτων που αφορούσαν στην ίδια την ύπαρξη του χρόνου. Το ένα πρόβλημα είναι ότι ο χρόνος δεν μπορεί να υπάρχει, γιατί δεν υπάρχει κανένα από τα επί μέρους τμήματά του (π.χ. η παρούσα στιγμή,ως μη έχουσα διάρκεια, δεν μπορεί να υπολογιστεί ως τμήμα του χρόνου). Αν πάλι αναρωτηθούμε πότε παύει να υπάρχει η παρούσα στιγμή, οποιαδήποτε πιθανή απάντηση εμπεριέχει αντίφαση: όχι στο παρόν, γιατί όσο υπάρχει υπάρχει.

Ούτε στο μέλλον, στην επόμενη στιγμή, γιατί στο συνεχές δεν υπάρχει επόμενη στιγμή. Αλλά δεν μπορούμε να αντιληφθούμε την παρούσα στιγμή ως διαρκώς υπάρχουσα, γιατί τότε, όσα συνέβησαν πριν από 10.000 χρόνια υπάρχουν ταυτόχρονα με όσα συμβαίνουν στο παρόν. Τα παράδοξα του Αριστοτέλη και του Ζήνωνα για τον χρόνο και τον χώρο, ώθησαν Ατομιστές όπως ο Επίκουρος και ο Διόδωρος Κρόνος να θεωρήσουν τη δομή του χρόνου κοκκιώδη, αλλά σε αυτή τους την άποψή συνάντησαν αντίσταση από τους Στωικούς, κυρίως τον Σέξτο Εμπειρικό. Η θεμελιώδης ιδεαλιστική λύση, που επιτρέπει σε διαφορετικές χρονικές στιγμές να συνυπάρχουν στο αντικείμενο της ενόρασης προτάθηκε από τον άγιο Αυγουστίνο της Ιππώνος (Εξομολογήσεις, ΧΙ 14) και είναι ορατή στη φιλοσοφία του Λάιμπνιτς, του Τζορτζ Μπέρκλεϊ, του Εμμάνουελ Καντ και του Ανρί Μπεργκσόν 3.

Από το 1895, τότε που ο Χέρμαν Γκίνκελ δημοσίευσε το διάσημο έργο του για τη δημιουργία και το χάος στον αρχέγονο και τον έσχατο χρόνο 4. έχουν γίνει πολλές αλλαγές στην ιστορία των θρησκειών και τα σχετικά πεδία της εθνολογίας, της ανθρωπολογίας και της ψυχολογίας. Ωστόσο, η σύλληψή του αρχέγονου και του έσχατου χρόνου ως των δύο πόλων της ίδιας ιστορίας, υποστηρίχθηκε από δύο σημαντικές μελέτες, όπως το Νόημα στην Ιστορία, του Καρλ Λέβιθ 5. και Ο μύθος της αιώνιας επιστροφής, του Μίρτσεα Ελιάντε.

Το αίνιγμα του χρόνου είναι εν μέρει το αίνιγμα της έναρξης, γιατί εκεί βρίσκεται η βάση του παρελθόντος. Η έναρξη είναι το παρελθόν. Ωστόσο, καθημερινά γίνεται μια νέα έναρξη μέσα στην περιοδική κίνηση της ημέρας. Βάσει τη σύλληψης του Γκίνγκελ το σύνολο όλων αυτών των επαναλαμβανόμενων ενάρξεων το αποκαλούμε χρόνο. Ζούμε στο χρόνο και καθημερινά βιώνουμε τη νέα έναρξη σε κάθε έργο που αναλαμβάνουμε να εκπληρώσουμε. Εκείνο που λείπει κατά την άποψή του είναι το γεγονός ότι η ανθρωπότητα δεν κατανοεί τη μαγεία της νέας έναρξης, δηλαδή την αέναη μετάβαση από το παρελθόν στο παρόν.

Τι είναι, λοιπόν, ο χρόνος; Αν δε με ρωτά κανείς, γνωρίζω. Αν, όμως,, θέλω να το εξηγήσω σε κάποιον που με ρωτά, δε γνωρίζω. Αλλά σε κάθε περίπτωση τολμώ να πω πως τούτο γνωρίζω Αν τίποτε δεν τελείωνε, δε θα υπήρχε παρελθόν. Αν τίποτε δεν πλησίαζε, δε θα υπήρχε μέλλον. Αν τίποτε δεν υπήρχε, δε θα υπήρχε και παρόν. Όμως, πώς είναι δυνατόν να υπάρχει το παρελθόν και το μέλλον, αφού τo παρελθόν πέρασε και το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμη; Από την άλλη, αν το παρόν ήταν πάντα παρόν και δεν κυλούσε, το παρελθόν δε θα ήταν χρόνος αλλά αιωνιότητα Αλλά, αν ήταν το παρόν μόνο χρόνος, γιατί κυλά στο παρελθόν, πώς μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει; Υπάρχει, μόνον γιατί κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει. To μόνο, λοιπόν, που μπορούμε να βεβαιώσουμε είναι ότι ο χρόνος οδηγεί στη μη-ύπαρξη. -Αυγουστίνος 6.

Εδώ χρειάζεται να θυμηθούμε τον περίφημο διαχωρισμό του Ανρί Μπεργκσόν ανάμεσα στον χωροχρόνο και τον καθαρό χρόνο 7. Ο χωροχρόνος είναι ο χρόνος των ρολογιών μας, μια υβριδική έννοια που προκύπτει από την εισβολή της ιδέας του χώρου στην επικράτεια της καθαρής συνείδησης. Πρόκειται για την εμπειρία του χρόνου, έτσι όπως την οργανώνει ο άνθρωπος στο χώρο, ως ακολουθία χρονικών μονάδων. Στην πραγματικότητα αυτές οι χρονικές μονάδες δεν υπάρχουν, γιατί ο χρόνος είναι μια μελωδία, ένα ποτάμι. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο γεγονός ότι κυλά μέσα από τα χέρια μας σαν νερό, είναι αψηλάφητος, όπως το έθεσε ο άγιος Αυγουστίνος. Δεν υπάρχει σταθερό παρόν. Είτε είναι ήδη παρελθόν ή είναι ακόμη μέλλον. Όταν λέμε ότι είναι δέκα και μισή δεν είναι πια δέκα και μισή. Ένα ισχυρό ρεύμα μεταφέρει την ανθρωπότητα στο ποτάμι του χρόνου. Ο άνθρωπος είναι προσωρινός, φευγαλέος, καθώς δεν μπορεί να αδράξει σταθερά ένα σημείο και να αντισταθεί στο ρεύμα. Ο άνθρωπος των δέκα και μισή δεν είναι ίδιος με τον άνθρωπο των έντεκα. Στην πραγματικότητα είμαστε ο χρόνος.

Παρόλα αυτά έχουμε το παρελθόν μας και κάνουμε σχέδια για το μέλλον μας. Εδώ υπεισέρχεται η ιδέα του «ταυτόχρονου», όπως το έθεσε ο Καρλ Χάιμ. Τη στιγμή που βιώνουμε ένα ψήγμα του χρόνου, υπάρχει μια σχέση «ταυτόχρονου», σε σχέση με τις άλλες διαδοχικές χρονικές μονάδες. Οι νότες ενός μουσικού κομματιού δεν παίζονται μόνον ως διακεκριμένες νότες, αλλά και ως συγχορδίες, δηλαδή ταυτόχρονα.
Ναυτιλιακός χρόνος

Ως Αστρονομικός ή Ναυτιλιακός χρόνος χαρακτηρίζεται η έννοια του χρόνου σε αστρονομικούς υπολογισμούς ή ναυτικού ενδιαφέροντος που αφορά τη σχετική θέση της Ουράνιας σφαίρας προς τη Γήινη σφαίρα κατά τη στιγμή κάποιας παρατήρησης όπου και προσδιορίζεται αυτή από την γωνιακή απόσταση (δυτική ωρική γωνία) σημείου Γης και ουρανίου σώματος. Το Τρίγωνο θέσεως και η ωρική γωνία σχετίζονται με αυτόν τον χρόνο.

Φωτογραφίες: Κάνε κλικ επάνω τους

1. Οριζόντιο ηλιακό ρολόι στο Ταγκανροκ (1833)
3. 5. Ένας tesseract (τετραδιάστατος κύβος), ένας κύβος σε 3 διαστάσεις εκτεινόμενος σε μια τέταρτη, σαν περιγραφή του χρόνου.

Κυκλικός χρόνος: Η ιδέα του «ταυτόχρονου» συνδέθηκε από αμνημονεύτων εποχών με την εικόνα του κύκλου, καθώς η σχέση χώρου και χρόνου είναι ίδια με αυτήν που έχει η ευθεία σε σχέση με τον κύκλο. Το πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου δεν είναι ιδιοτροπία των μαθηματικών, αλλά ένα πρόβλημα ριζωμένο στην εσώτατη ύπαρξή μας. Ο κύκλος δεν είναι μια σειρά απειροστών ευθειών. Κάθε σημείο του είναι ταυτόχρονα το επόμενο σημείο. Μπορούμε να γράψουμε μια εφαπτομένη στον κύκλο, αλλά στην πραγματικότητα δεν πρόκειται να αγγίξει τον κύκλο, εκτός και αν δούμε το θέμα αυστηρώς μαθηματικά.

Κατά τον ίδιο τρόπο μπορούμε να περάσουμε από το χρόνο στο χώρο, μόνο αν τον δούμε ως ένα συνεχές, πάλι με τη μαθηματική έννοια. Ο αυθεντικός χώρος δεν είναι μια επιφάνεια που μπορεί να διαιρεθεί, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν μπορεί να διαιρεθεί ο αυθεντικός χρόνος. Από φιλοσοφικής άποψης ο χώρος δεν βιώνεται ως συνεχές, αλλά ως ένας αριθμός νησίδων ανάμεσα στις οποίες υπάρχει μόνον κενό. Συνεπώς, τόσο ο χώρος όσο και ο χρόνος δεν είναι παρά μορφές της ζωής, που δημιουργεί επιλέγοντας καθοριστικά σημεία και διαστήματα στο χωροχρονικό συνεχές.

Ο χώρος στην πραγματικότητα που βιώνουμε δεν είναι ένα αφηρημένο μέγεθος, αλλά μια σειρά «τόπων», όπως ο χρόνος είναι μια σειρά φευγαλέων στιγμών. Συνήθως, από αυτές τις οτιγμές επιλέγουμε κάποιες ως σταθερά σημεία εναλλαγής του κυκλικού χρόνου. Αυτές τις στιγμές τις αποκαλούμε εορτασμούς και συνδέονται στενά μέσω του ημερολογίου με τις κυκλικές εναλλαγές του χρόνου. Ο θερισμός, η σπορά, η ανατολή ή η δύση ενός ουράνιου σώματος είναι τα πραγματικά δεδομένα, οι «πληροφορίες» από τις οποίες εξαρτάται η ζωή μας μέσα στο χρόνο.

Στο έργο του «Ο Άνθρωπος και το Ιερό» 8. ο Σαλουά λέγει πως «ο γιορτασμός δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η εκ νέου ανακάλυψη και συγκεκριμενοποίηση του χάους» και από αυτή την άποψη κατέχει μια θεμελιακή σχέση με τη δημιουργία. Το πρωταρχικό χάος είναι άχρονο και απεριόριστο, άναρχο και αδιαμόρφωτο. Από τη στιγμή που μορφοποιείται, υφίσταται τους νόμους του χρόνου είτε στην ενοποιημένη είτε στη διαφοροποιημένη μορφή του. Η περιοδικότητα των φαινομένων είναι το μέγεθος που μορφοποιεί, που παρέχει το καλούπι για να εκδηλωθεί το άναρχο δυναμικό του χάους. Από αυτή την άποψη οι αρχέγονοι εορτασμοί συνδέονται με αστρονομικές κοσμικές περιόδους, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δεδομένες αξίες στη ζωή. Κάποτε έρχεται η στιγμή της σποράς, του θερισμού, του ύπνου και της αφύπνισης, της δύσης και της ανατολής.

Αρχικά, το έτος δεν ήταν όπως το γνωρίζουμε σήμερα, αλλά σχετιζόταν άμεσα με την εναλλαγή των εποχών και την εναλλαγή σημαντικών περιόδων. Σύμφωνα με την Τζέιν Έλεν Χάρισον ο ελληνικός ενιαυτός είναι το έτος της συγκομιδής, οι «Ώρες» φέρνουν άνθη και καρπούς. Την ίδια στιγμή είναι δαίμονες, δηλαδή Θεοί που ανανεώνουν διαρκώς τη ζωή. Έτσι, το έτος είναι έτος της ψυχής και ο χρόνος είναι χρόνος της ζωής. Βέβαια, αυτό που πρέπει να διακρίνουμε εδώ είναι το γεγονός ότι η σχέση μας με τον εξωτερικό κόσμο μας παρέχει μια σταθερή βάση, πάνω στην οποία επεξεργαζόμαστε ένα ημερολόγιο, τις dies fasti και nefasti, τις εορταστικές και αποφράδες ημέρες του ρωμαϊκού ημερολογίου για παράδειγμα.

Μαθαίνουμε, δηλαδή να βάζουμε τις σωστές διαχωριστικές γραμμές, προκειμένου να επιβεβαιώσουμε το χρόνο. [6] Στην αρχαία Ρώμη το ημερολόγιο -δηλαδή οι μέρες τη σποράς, του θερισμού, του γάμου κ.λπ.- διακηρύσσονταν με επίσημο τρόπο από τον rex sacrorum, Βασιλέα των Ιερουργιών και διάδοχο του βασιλιά κατά τις Νόνες, στο πρώτο τέταρτο της σελήνης. Οι Αζτέκοι με τη σειρά τους ονόμαζαν την περίοδο των πενήντα δύο χρόνων, «δεμάτι του χρόνου». Στο τέλος αυτής της περιόδου όλες οι φωτιές έσβηναν για να ανάψουν εκ νέου, υποδεικνύοντας τη φωτιά ως μέσο μέτρησης των χρονικών διαστημάτων. Αν δεν προκηρυσσόταν το νέο ημερολόγιο τα πάντα σταματούσαν, περνώντας στη λήθη της Ωραίας Κοιμωμένης του Κάστρου.

Ποιος είναι αυτός που προκηρύσσει το νέο ημερολόγιο; Ο άνθρωπος, ως αντιπρόσωπος και αγγελιαφόρος της αρχέγονης οντότητας που προκήρυξε τον αρχέγονο χρόνο. Η ανθρώπινη προκήρυξη δεν είναι παρά μίμηση και επανάληψη της αρχικής προκήρυξης, της αρχέγονης οντότητας, της ίδιας της Αρχής που βρίσκεται πίσω από τη Δημιουργία. Σύμφωνα με τα λόγια του Βάλτερ βαν ντερ Βόγκελβαϊντ: Εκείνος που δεν είχε ποτέ αρχή, Εκείνος που μπορεί να φτιάξει μια νέα αρχή, Εκείνος σίγουρα μπορεί να φέρει και το τέλος ή την αιωνιότητα.

Μυθικός χρόνος: Σημαντική παράμετρος στην αντίληψη του χρόνου είναι η συνείδηση του μύθου ως «αληθινής ιστορίας» και όχι ως παραμυθιού, όπως τον αντιλαμβάνεται ένας μεγάλο τμήμα της ανθρωπότητας. Και τούτο γιατί η έννοια μύθος και η έννοια χρόνος είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες, καθώς ο μύθος παράγει το χρόνο, του δίνει περιεχόμενο και μορφή. Ανάμεσα στα αποκτήματα του πρωτόγονου ανθρώπου, έτσι όπως τα αξιολογούν οι σύγχρονοι ανθρωπολόγοι, εκτός από τα όπλα, τα σκεύη και τα εργαλεία αναφέρονται επίσης οι χοροί, τα τραγούδια, οι ιστορίες, οι τελετουργίες και τα ονόματα. Όλα αυτά είναι μορφές έκφρασης του μύθου που περνά από γενεά σε γενεά. Ο μύθος και η πραγματικότητα είναι άρρηκτα συνυφασμένες έννοιες με κυριολεκτική έκφραση μέσα στη ζωή. Υπό αυτή την έννοια ο μύθος είναι ζωή και η ζωή μύθος 9.

Πέρα από αυτό ο μύθος ανάγει τη συνείδηση στην αδιαφοροποίητη αρχή του κόσμου, στον αρχέγονο χρόνο. Η αρχή του κόσμου, της ανθρωπότητας, η αρχή της ζωής και του θανάτου, του ζωικού και του φυτικού βασιλείου, η αρχή του κυνηγιού και της καλλιέργειας, η αρχή της φωτιάς, της λατρείας, των μυητικών τυπικών και των θεραπευτικών δυνάμεων είναι γεγονότα απομακρυσμένα στο χρόνο. Εκεί έχει τα θεμέλιά της η σημερινή ζωή και από εκεί αντλούν την καταγωγή τους οι σύγχρονες κοινωνικές δομές. Οι θείες ή υπερφυσικές οντότητες που δραστηριοποιούνται στο μύθο, τα κατορθώματά τους, οι μοναδικές τους περιπέτειες, όλος αυτός ο θαυμαστός κόσμος είναι μια υπερβατική πραγματικότητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Πρόκειται για μια sine qua non συνθήκη στην παρούσα πραγματικότητα.

Ο μύθος είναι ιερή ιστορία. Και τούτο όχι μόνο για το περιεχόμενό της αλλά για τις συγκεκριμένες ιεροφάνειες που θέτει σε κίνηση. Η αφήγηση των μύθων της δημιουργίας ενσωματώνεται στις παγκόσμιες λατρείες, γιατί οι μύθοι είναι από μόνοι τους λατρεία και συνεισφέρουν στο σκοπό για τον οποίο έχουν εγκαθιδρυθεί οι λατρείες σε όλον τον κόσμο. Η υπενθύμιση της δημιουργίας βοηθά τη ζωή του ανθρώπινου γένους, δηλαδή της κοινότητας ή της φυλής. Η υπενθύμιση των μυητικών τελετουργιών βοηθά στην επιβεβαίωση της διάρκειας και της αποτελεσματικότητας της ανθρωπότητας.

Αυτά που ο ο Κ. Τ. Πρέους (K. T. Preuss), ο Μπρόνισλαβ Μαλινόβσκι (Bronislaw Malinowski) και πολλοί άλλοι ακαδημαϊκοί διατύπωσαν με πολυάριθμα και χαρακτηριστικά παραδείγματα, αναφέρονται ουσιαστικά στο γεγονός ότι ο μύθος δεν είναι απλά η αφήγηση μιας ιστορίας, αλλά η βίωση της πραγματικότητας -όχι μια διανοητική αντίδραση σ’ ένα αίνιγμα, αλλά μια εξέχουσα πράξη πίστης- μια αναφορά της αρχέγονης πραγματικότητας που ζει στην παρούσα ζωή10. Άλλωστε, η ύπαρξη του κόσμου είτε τη μελετά κανείς μακροκοσμικά ή μικροκοσμικά δεν είναι συμπαγής και αδρανής. Ανανεώνεται διαρκώς μέσω της αναφοράς στο μύθο. Ο μύθος και η ιερή δράση που συνδέεται μαζί του εγγυάται στην πραγματικότητα την επιβίωση του κόσμου.

Σύμφωνα με τον Πρέους, «ο πρωτόγονος άνθρωπος όχι μόνον επαναλαμβάνει, αλλά ανασυνθέτει μέσω του μύθου την αρχική πράξη της Δημιουργίας» 11. Ο αρχέγονος χρόνος είναι δημιουργικός. Δημιουργεί αυτό που συμβαίνει σήμερα, μέσω της επανάληψης του μύθου. Διατηρεί μια εικόνα του κόσμου κατά πολύ διαφορετική από τις συνηθισμένες μας συλλήψεις. Στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι καθορισμένο, τίποτε δεν μπορεί να υπάρξει, εκτός και αν ανανεώνεται διαρκώς, αφού ενεργοποιείται από τον μύθο. Αλλά κάτι τέτοιο σημαίνει ότι ο μύθος είναι αιτιολογικός, όχι γιατί εξηγεί κάτι, αλλά γιατί παρέχει εγγύηση για την ύπαρξη του γεγονότος. Τούτο βρίσκει την εφαρμογή του όχι μόνο στις ιδιαίτερες όψεις της ζωής, αλλά στο σύνολο της δημιουργίας. Με άλλα λόγια βρίσκει την εφαρμογή του στη δημιουργική δύναμη που βρίσκεται πίσω από την εκδήλωση κάθε γεγονότος.

Στη σύγχρονη εποχή μόνον υπολείμματα αυτής της μυθικής άποψης για τον κόσμο επιβιώνουν. Αυτό δε σημαίνει ότι η μυθική άποψη είναι νεκρή. Προσπαθεί να επιβιώσει στις θρησκείες, που ζουν ακριβώς εξαιτίας της μυθικής τους άποψης για την δημιουργία και της αιτιολογικής τους σχέσης με το σωτηριολογικό μύθο. Στην εβραϊκή, στη χριστιανική, στο Βουδισμό, τον Ινδουϊσμό, τον Ισλαμισμό, τον Μανδαϊσμό, σε όλες σχεδόν τις αποκαλούμενες μεγάλες ή μικρές θρησκείες του κόσμου υπάρχει ο μύθος της δημιουργίας αλλά και της λύτρωσης, που είναι στην πραγματικότητα μια δεύτερη δημιουργία. Υπάρχουν επίσης τα μυστήρια, καθιερωμένα από τα κεντρικά πρόσωπα κάθε θρησκείας. Σε κάθε, λοιπόν, ενεργοποίηση των μυστηρίων, οποιαδήποτε και αν είναι η εξωτερική μορφή τους, αυτό που αναβιώνει είναι το ρεύμα της ανανέωσης της δημιουργίας που κουβαλούν «εν δυνάμει» μέσα τους οι θρησκείες.

Σήμερα η θρησκεία είναι ο κατεξοχήν αντιπρόσωπος της μυθοποιητικής σκέψης, γιατί στα δρώμενά της απεικονίζονται οι σημαντικότερες μορφές της πραγμάτωσης του μύθου. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, η συμμετοχή στα δρώμενα μετατρέπει το βιωμένο χρόνο σε μυθικό χρόνο, τον χρόνο της έναρξης της Δημιουργίας, της μέσης και του τέλους που υποδεικνύεται από την «πρόνοια» ή τους ίδιους τους εαυτούς μας ως συμμέτοχους στη δημιουργία. Ένα έξοχο παράδειγμα αυτής της αλληλοσύνδεσης της αρχής της μέσης και του τέλους βρίσκεται στους πρώτους στίχους της Θείας Κωμωδίας του Δάντη. Στο μέσο της ζωής του ο ποιητής βρίσκεται στο σκοτάδι. Ένα τέρας απειλεί να τον οδηγήσει στον τόπο όπου «ο ήλιος είναι σιωπηλός». Σε αυτό το σημείο μια νέα αρχή πρέπει να γίνει, ένας νέος μύθος να προφερθεί. Κι έτσι γίνεται! Η αρχαιότητα τον παίρνει από το χέρι και τότε όλα τα πλούτη της κόλασης, του καθαρτήριου και του παράδεισου διαχύνονται μέσα στη ζωή του ως νέο περιεχόμενο. Εξαγνισμένος, μεταμορφωμένος τραβά το δρόμο του.

Ετσι συνεχίζει να υπάρχει η δημιουργία και να τρέφεται ο δημιουργός της. Μην ξεχνάμε ότι, Χρόνος = Κρόνος. Γι αυτό λέμε πως οι θρησκείες είναι οι καταστροφείς του ανθρώπινου Πνεύματος, επειδή το ανακυκλώνουν μέσα στην δημιουργία του Χρόνου για να ταίζουν τον Κρόνο. Όταν εξαλειφθούν οι θρησκείες υπάρχει ελπίδα ελευθερίας για τον άνθρωπο, μέχρι τότε … !

Όπως το εξέφρασε ο Κ. Γκ. Γιουνγκ, «Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι ο ποιητής εργάζεται με υλικά που παίρνει από δεύτερο χέρι. Πηγή της δημιουργικότητάς του είναι η αρχέγονη εμπειρία, για αυτό χρειάζεται μυθολογικό υλικό για να της δώσει μορφή. Ο Γκαίτε ψαχουλεύει στον Κάτω Κόσμο της ελληνικής αρχαιότητας. Ο Βάγκνερ αντλεί από όλο το σώμα της σκανδιναβικής μυθολογίας, ενώ ο Νίτσε επιστρέφει στην ιερατική λειτουργία και αναδημιουργεί το θρυλικό προφήτη των προϊστορικών εποχών».

Από αυτή την άποψη οι αυθεντικοί ποιητές είναι εκείνοι που βιώνουν το μυθικό χρόνο. Όλοι οι υπόλοιποι συνηθίζουντον ομογενοποιημένο χρόνο του ρολογιού, αυτόν που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Πετάξτε τα ρολόγια σας για να μην ζείτε σκλαβωμένοι σε αόρατα δεσμά. [11][12] Ο Χρόνος όπως σου τον προσφέρουν έτοιμο … απλά δεν υπάρχει. [7]

Ο Έσχατος Χρόνος: Με τον έσχατο χρόνο, ή εσχατολογία όπως έχουμε συνηθίσει να την ακούμε, εννοούμε την άποψη του ανθρώπου για γεγονότα που συμβαίνουν στα όρια του δημιουργημένου κόσμου, για το τι υπήρχε πριν τη δημιουργία του και για το τι θα υπάρξει μετά το τέλος του. Περιλαμβάνει τη δόξα και το μεγαλείο της πρώτης ημέρας, καθώς και τον τρόμο της τελευταίας ημέρας. Όμως, ο αποκαλούμενος πρωτόγονος άνθρωπος δε γνωρίζει τίποτα για την εσχατολογία. Γνωρίζει μόνο τον αρχέγονο χρόνο, που κατά την άποψή του κυριαρχεί σε όλη τη ζωή. Ένα χρόνο που ανανεώνεται διαρκώς μέσα από τα συμβάντα του παρόντος, που εγγυούνται τη ζωή του. Η πραγματικότητα αποκτάται μόνον μέσω της επανάληψης και της συμμετοχής στα τελετουργικά δρώμενα 12. Όσο τελεί τις τελετουργίες σωστά, κάθε μέρα ξαναδημιουργεί τον κόσμο ή μάλλον τον αναδημιουργεί για εκείνον ο δημιουργικός λόγος του μύθου. Τούτη η διαδικασία της καθημερινής ανανέωσης της ζωής είναι παρούσα ακόμη και σήμερα στους απόγονους των Μάγια και των γηγενών (αβορίγινων) της αυστραλιανής ηπείρου.

Όμως, εδώ λείπει το τέλος της ιστορίας. Ο χρόνος παραμένει ακίνητος, όπως στο παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης. Όπως η έναρξη υπονοεί μια αρχέγονη αρχή, έτσι και κάθε τέλος προϋποθέτει μια ολοκλήρωση μια «τελική κρίση». Οπωσδήποτε μέσα σε ένα εκδηλωμένο και συνεπώς δυαδικό σύμπαν ο αρχέγονος χρόνος βρίσκει το ταίρι του στον έσχατο χρόνο, αλλά μόνον όταν η ανθρωπότητα προχωρήσει αρκετά στην οδυνηρή συνειδησιακή της αφύπνιση, επιλέγοντας για τον εαυτό της είτε τον υπέρτατο τρόμο ή την αιώνια ευδαιμονία.

Η πιο ριζοσπαστική εικόνα του τέλους είναι πιθανώς εκείνη του Ράγκναροκ, της σκανδιναβικής μυθολογίας, της στιγμής κατά την οποία οι Θεοί πεθαίνουν μαζί με τους ανθρώπους. Αλλά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλοι οι λαοί που δημιούργησαν έναν κόσμο για την ύπαρξή τους, οι Ινδοί, οι Πέρσες, οι Έλληνες, οι Άραβες, οι Εβραίοι, οι Μάγια και πολλοί άλλοι, όρισαν επίσης και το τέλος του. Η ιδέα του τέλους του χρόνου είναι πιθανώς προσπάθεια αναίρεσης της αιώνιας στάσης, μια προσπάθεια για να σπάσει ο κύκλος και να αρχίσει ξανά.

«Στην Σχετικότητα και την Κβαντοφυσική, οι θεωρίες πεδίου και αιθέρα δεν λαμβάνουν υπ΄ όψιν τους τις θαυμαστές ιδιότητες της, άμεσα συγγενείς με τους στροβίλους των πεδίων και του αιθέρα. Περί οξύνειας και διανοίας των λαμπρών επιστημόνων σας μεταφέρω τούτο μόνο. Οι γαλαξίες – λένε οι αστροφυσικοί – περιστρέφονται ως συμπαγείς δίσκοι, σαν περιστρεφόμενα ταψιά. «Το μετρήσαμε» είναι το επιχείρημα τους. Ξέρετε πόσοι εξωγήινοι πέθαναν γελώντας όταν το άκουσαν; Σχεδόν όλοι τους, γι αυτό και δεν τους εντοπίσαμε ακόμα και ούτε πρόκειται!» Mythaon Pontix

«Ότι δεν υπάρχει ο χρόνος που ρέει προς μια κατεύθυνση και κυριολεκτικά χρόνος σε συμπαντική κλίμακα ΔΕΝ υφίσταται» Richard Feynman

***
Παραπομπές-Σημειώσεις

1: Δηλαδή ποσότητες που δεν μπορούν να μετρηθούν μέσω άλλων ποσοτήτων,καθώς δεν υπάρχει κάτι πιο θεμελιώδες επί του παρόντος.
2: «time», The Oxford Dictionary of Philosophy, Simon Blackburn, Oxford University Press, 1996.
3: «time», A Dictionary of Physics, (Ed. John Daintith), Oxford University Press, 2000.
4: Βλ. Schopfung und Chaos in Urseit und Endzeit, Gottingen, 1895
5: Lowith Carl, Meaning in History, Chicago 1949.
6: Αγ, Αυγουστίνου, Εξομολογήσεις, XI, 14.
7: Βλ. Henri Bergson, Time and Free Will: An Essay on the Immediate Data of Consciousness, (μτφρ F.L. Pogson), London: George Allen and Unwin (1910).
8: Βλ. Caillois Roger, L’ Homme et le Sacre, Paris, 1939: 34-38
9: Pettazzoni, Mitti e legende, τομ. Ι, (Turin 1948): v
10: Malinowski, Myth in Primitive Psychology, (London, 1926): 21,43,124
11: Preuss, K.T., Der religiose Gehalt der Mythen, (Tubingen, 1933): 7.
12: Βλ. Eliade M., The Myth of the Eternal Return, (London, 1954):10,15,34.
13: Chess Stetson, Matthew P. Fiesta, David M. Eagleman (2007). «Does Time Really Slow Down during a Frightening Event?»
14: David Eagleman (2008) Discovery Channel . David Eagleman on the Discovery Channel (Αγγλικά) >0λ:0δ – 4λ:45δ< Gregory Brown vimeo
15: P. A. Varotsos, Is time continuous?, 2006