Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

ΤΟ ΠΥΡ!

Από την ελληνική Κοσμολογία,
στην πυρομανία των χριστιανών


To πυρ-φωτιά αποτελεί ίσως την απλούστερη και βασικότερη μορφή ενέργειας, που συνοδεύει τον άνθρωπο απʼ τις απαρχές της ύπαρξής του εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Οι πυρκαϊές, που προέρχονταν απʼ τα πυρακτωμένα ποτάμια λάβας ενός ηφαιστείου, οι πτώσεις των κεραυνών στην γη και οι τυχαίες αυταναφλέξεις λόγω ξηρασίας και υψηλών θερμοκρασιών, αποτέλεσαν το φυσικό φαινόμενο, που πολύ αργότερα ο έλλογος άνθρωπος ονόμασε πυρ η φωτιά. Ο φόβος, η απορία και ο θαυμασμός του για το φυσικό και ανεξέλεγκτο αυτό φαινόμενο χάραξαν ανεξίτηλα σημάδια στα βαθιά στρώματα του ψυχισμού του, αλλά και μνήμες, που τον συνοδεύουν σε όλη την διάρκεια της εξέλίξής του. Ο πρωτόγονος άνθρωπος αρχικά προσπαθούσε να συντηρεί ζωντανή την φωτιά και να την αναζωπυρώνei κατά βούληση, διατηρώντας την στις κρύες περιόδους και στα παγωμένα σκοτάδια της νύκτας, αποκτώντας έτσι το φως και την θερμότητα. Όμως η ανακάλυψη της δημιουργίας της φωτιάς απετέλεσε το μεγαλύτερο βήμα στην εξέλιξη και στην πορεία της ανθρωπότητας.
 
Ετυμολογικά οι ρίζες «πυ-ρ», «φυ-ρ», «φυ-σ», «φω-σ», «φω-τ», «φα-ο» είναι κοινές (Λεξικό Σκαρλάτου Βυζαντίου). Απʼ την ρίζα πυ- γεννιούνται οι λέξεις πυρά, πυραμίςτο της φλογός σχήμα πυραμοειδές εστι», Δημόκριτος), πύργος, πυρήν, πύθων (ο δράκος που φυσά φωτιά). Από την ρίζα φυ- γεννιούνται οι λέξεις φύσις (κατά τον Αριστοτέλη «πάσα ουσία φύσις λέγεται»), φύσα (ενέργεια, εισπνοή), φύω, φυτόν (αυτό που γεννιέται-ζη), φυλή (γενεά-γέννησις), φύλον, φύλαξις κ.α. Επίσης οι λέξεις φως, φωτιά, φωνή παράγονται από την ίδια ρίζα. Από όλες αυτές τις λέξεις γεννιώνται χιλιάδες άλλες σύνθετες λέξεις στην Ελληνική και τη Λατινική Γλώσσα, όπως πυρκαϊά, πυροβασία, φύραμα, φυσιολογικός, φυσάω, φυτόν, φωνόγραφος, φωστήρ, φωσφόρος, φάος, φαιδρόν και fire (φωτιά), fur (γούνα), physic (φυσικό), physiology (φυσιολογία) και άλλες αντίστοιχα. Ο Πλάτων στον «Κρατύλο» εκ στόματος Σωκράτους μας λέει, ότι πιθανόν η λέξη πυρ να είναι αντιδάνειο, που επανήλθε στην Ελληνική Γλώσσα, απʼ τους Φρύγες. Ίσως και η λαϊκή ρήση «στο πι και φι», δηλαδή κάτι που γίνεται πολύ γρήγορα, να συμβολίζει την ταχύτατη ανάφλεξη και εμφάνιση του πυρός.
 







Στην τριλογία του Αισχύλου «Προμηθεύς» ο Τιτάνας Προμηθέας εμφανίζεται ως ο δωρητής της φωτιάς, των τεχνών και των επιστημών στους ανθρώπους. Ο Ζευς τιμώρησε τον Προμηθέα σταυρώνοντάς τον στον Καύκασο. Ο Προμηθέας, αν και είχε καλές και αγνές προθέσεις έναντι των ανθρώπων, άνοιξε το κουτί της Πανδώρας, απʼ όπου ξεπήδησε το πιο χρήσιμο μα και επικίνδυνο αγαθό, το «πυρ». [Ο εικονιζόμενος πίνακας είναι του Γάλλου ζωγράφου Γκυστάβ Μορώ (1826-1898).]

Σε όλες τις αρχαίες θρησκείες το πυρ αποτέλεσε την βασική συμβολική απεικόνιση των θεών. Η ελληνική μυθολογία βρίθει από ιστορίες θεών και μυθικών ανθρώπων, που σχετίζονται με την φωτιά. Ο Ήφαιστος είναι ο θεός της φωτιάς, που κατασκεύασε τα πύρινα όπλα των Ολυμπίων για την μεγάλη αναμέτρησή τους με τους Τιτάνες. Οι τρεις Κύκλωπες Βρόντης (βροντή), Στερόπης (αστραπή) και Άργης (φως) δώρισαν τις δεξιότητές τους στον Δία. Γιʼ αυτό ο Ζευς χαρακτηρίζεται στον Oρφικό Ύμνο του «φλογόεις», «βρονταίος», «κεραύνιος» και «πυρίδρομος». Εκείνος με όπλο του το «ουράνιο πυρ», δηλαδή τον κεραυνό, κατατρόπωσε τους Τιτάνες και έγινε κυρίαρχος του Ολύμπου. Ο Διόνυσος γεννήθηκε μέσα απʼ την φωτιά του κεραυνού του πατέρα του Δία, γιʼ αυτό και ονομάζεται «πυρίσπορος», «πυριφεγγής», «πυρόεις», «πυρίπαις» και «πυριγενής» στον Ορφικό του Ύμνο. Η κόρη του Κρόνου και αδελφή του Διος, Εστία, είναι η θηλυκή θεϊκή εκδοχή του πυρός. Στον Ορφικό Ύμνο της αναφέρεται ως εκείνη, η οποία κατέχει τον «μέσο οίκο του αιωνίου και μεγίστου πυρός». Αλλά και οι Κάβειροι, οι Τελχίνες και οι Κουρήτες ήταν οι τεχνίτες της φωτιάς, που έδωσαν τα επιτεύγματά τους στους ανθρώπους.
 
Κατά την εποχή του Παυσανία στο Άργος υπήρχε βωμός, που έκαιγε άσβεστο πυρ, προς τιμή του πανάρχαιου ήρωα και δημιουργού της πόλης, Φορωνέως. Σύμφωνα με την Μυθολογία των Αργείων ο Φορωνεύς ήταν εκείνος, που ανακάλυψε το πυρ και το έδωσε στους ανθρώπους. Στις παραδόσεις όλων των λαών της αρχαιότητας το πυρ υπήρχε σε πολλούς μύθους και τελετουργικά. Στους Ρωμαίους η Vesta-Εστία, το αιώνιο πυρ, ήταν ο αγγελιαφόρος μεταξύ των θεών και των ανθρώπων, η δε φωτιά έπρεπε να διατηρείται άσβεστη από τις Εστιάδες παρθένες ιέρειες της φωτιάς. Οι λαμπαδηδρομίες, που τελούνταν βράδια σε όλη την Μεσόγειο, ήταν πομπές, που συμβόλιζαν την εμφάνιση του πρωταρχικού ουρανίου πυρός μέσα στο έρεβος και τη νύχτα.



Οι λαμπαδηδρομίες ήταν πομπές, που συμβόλιζαν την εμφάνιση του πρωταρχικού ουρανίου πυρός μέσα στο έρεβος και τη νύχτα.

Οι περισσότερες θρησκείες των αρχαίων πολιτισμών ήταν ηλιολατρικές. Ο Ήλιος, ως ο πύρινος και αισθητός δημιουργός της ζωής, λατρεύτηκε όσο κανείς άλλος θεός. Στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο η ηλιολατρεία αντιπροσωπεύεται απʼ τους θεούς: Ήλιο-Sol, Απόλλωνα, Άδωνι, Διόνυσο-Βάκχο, Ηρακλή στην Ελληνική Επικράτεια, τον Όσιρι στην Αίγυπτο, τον Οντίν στην Βόρειο Ευρώπη, τους Μίθρα, Μπελ, Θαμμούζ και Σαμάς στην Μέση Ανατολή και Μεσοποταμία και την Αματεράσου στην Ιαπωνία. Στην Αμερικανική Ήπειρο ανάμεσα στους λαούς των Ίνκας, Μάγιας, Αζτέκων και των λοιπών Ινδιάνων ο θεός Ήλιος κατείχε την σημαντικότερη θέση λατρείας. Στην Σκανδιναβική Μυθολογία ο Θωρ είναι γυιός της Γιορτ και του θεού Ηλίου Οντίν και είναι ο πολεμιστής θεός της φωτιάς και των κεραυνών. Στην αρχαία ιρανική Ζωροαστρική θρησκεία ο μέγιστος θεός Αχούρα Μάζντα συμβολιζόταν από το πυρ. Στον Μιθραϊσμό επικράτησε η περσική πυρολατρία και η λατρεία του πυρφόρου θεού Ηλίου-Μίθρα. Στην ινδική θρησκεία ο Άγκνι είναι ο θεός της φωτιάς, που γεννήθηκε απʼ την τριβή δύο ξύλων και καταβρόχθισε τους γονείς του και έκτοτε τρέφεται απʼ τις προσφερόμενες θυσίες.
 
H φιλοσοφική έννοια και η Κοσμολογία του πυρός
Στην αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη, η έννοια και ο συμβολισμός του πυρός έχουν εξέχουσα θέση. Στα φιλοσοφικά κείμενα όμως, υφίσταται ένας θεμελιακός διαχωρισμός δύο διαφορετικών ειδών πυρός. Ο διαχωρισμός αυτός αναφέρεται καθαρά στον Περιπατητικό φιλόσοφο Θεόφραστο: «Αυτό είναι που έλεγαν και οι παλαιοί, ότι το πυρ ζητεί πάντοτε τροφή και δεν ενδέχεται να διατηρήται χωρίς την καύσιμη ύλη. Γιʼ αυτό φαίνεται άτοπο να το χαρακτηρίζουμε πρωταρχική ουσία και αρχή, αν δεν μπορή να υπάρξη χωρίς ύλη. Διότι ούτε ως απλό στοιχείο ούτε προηγούμενο του υποκειμένου και της καύσιμης ύλης μπορεί να είναι (το πυρ), εκτός αν υπάρχη τέτοια φύσις στην πρώτη σφαίρα, η οποία είναι αμιγής και καθαρή θερμότητα. Έτσι δεν θα καίη καθόλου. Αυτή όμως είναι η φύσις του πυρός (το να καίη), πλην εάν υπάρχουν πολλές και διαφορετικές φύσεις του πυρός. Και η μεν πρώτη φύσις είναι καθαρή και αμιγής, η δε περί την γήινη σφαίρα είναι αναμεμειγμένη (με άλλα στοιχεία) και πάντοτε σε διαδικασία γενέσεως» («Περί Πυρός», παρ. 4).
 
Αλλά και ο δάσκαλός του, ο Αριστοτέλης, κάνει τον ίδιο διαχωρισμό: «Από μίαν άποψη υπάρχει το πυρ ως στοιχείον (που είναι ίσως αυτό καθʼ εαυτό το άπειρον ή κάτι άλλο παρόμοιο), από μίαν άλλη άποψη όχι, διότι πυρ δεν είναι το ίδιο στοιχείο. Το πυρ είναι στοιχείο θεωρούμενο σαν κάτι το φυσικό, το όνομα όμως σημαίνει το τι έχει συμβεί σʼ αυτό, δηλαδή γίνεται κάτι εξ αυτού ως πρώτου ενυπάρχοντος.» («Μετά τα Φυσικά», 1052, παρ. 9.) Δηλαδή το πρώτο «ενυπάρχον πυρ» του Αριστοτέλους η «η θερμότητα της πρώτης σφαίρας» του μαθητή του Θεοφράστου μας δίνουν ξεκάθαρα μίαν άλλη, διαφορετική ποιότητα του πυρός ως ενέργειας, ως κάτι που προϋπήρχε.
 
Κατά τον Ηράκλειτο το «αείζωον πυρ» είναι αυτό το κοσμογονικό στοιχείο, που «εποίησε» τον κόσμο και όχι κάποιος θεός η άνθρωπος. «Κόσμον τόνδε των αυτών απάντων ούτε τις θεών ούτε τις ανθρώπων εποίησεν, αλλά ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα.» (Μετ.: «Τον κόσμο τούτο τον κοινό για όλους μήτε θεός μήτε άνθρωπος τον εποίησε, μα ήταν, είναι και θα είναι πυρ αείζωον, που ανάβει και σβήνει με μέτρο.») Ο Αριστοτέλης στο έργο του «Μετά τα Φυσικά», 984 α, αναφέρει για την Κοσμολογία του Ηρακλείτου: «Ο Ίππασος ο Μεταποντίνος και ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος λένε, ότι το Σύμπαν είναι ένα, κινούμενο και πεπερασμένο, και το πυρ θεωρούν ως την αρχή των όλων αλλά και των όντων, και δημιουργούνται τα όντα από την φωτιά με πύκνωση και αραίωση, ενώ διαλύονται και πάλι στο πυρ, ως αυτή να είναι μία υποκείμενη φύση που υπάρχει. Θεωρούν, ότι τα πάντα μεταβάλλονται με την φωτιά, και υπάρχει κάποια τάξη και καθωρισμένος χρόνος της μεταβολής του κόσμου, που διέπεται από ειμαρμένη – ανάγκη.»
 
Ο Αριστοτέλης ήταν εκείνος, που τεκμηρίωσε τις ηρακλείτειες απόψεις περί του πρωταρχικού πυρός, υποστηρίζοντας, ότι το πυρ ως στοιχείο συνιστά κοσμολογική αρχή, καθʼ ότι είναι το περισσότερο ασώματο στοιχείο σε σχέση με τʼ άλλα στοιχεία, ενώ είναι αυτό που κινείται συνεχώς και κινεί τα υπόλοιπα πρωτίστως.
 


«Κόσμον τόνδε των αυτών απάντων ούτε τις θεών ούτε τις ανθρώπων εποίησεν, αλλά ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα.» Ηράκλειτος


(«Τον κόσμο τούτο τον κοινό για όλους μήτε θεός μήτε άνθρωπος τον εποίησε, μα ήταν, είναι και θα είναι πυρ αείζωον, που ανάβει και σβήνει με μέτρο.»)


Ο Διογένης Λαέρτιος στο έργο του («Βίοι Φιλοσόφων», βιβλίο 9, παρ. 7-1) μας λέει για τον Ηράκλειτο: «Εκ του πυρός τα πάντα συνέστησαν και σε αυτό τα πάντα διαλύονται. Τα πάντα τελούνται συμφώνως προς τους νόμους της ειμαρμένης και δια της αντιθέσεως τελείται η αρμονία του κόσμου (…). Το πυρ είναι στοιχείο και δια της μετατροπής του γεννώνται τα πάντα, δια της αραιώσεως και της πυκνώσεως. Ωστόσο δεν ξεκαθαρίζει (ο Ηράκλειτος) τελείως την σκέψη του. Λέει, ότι τα πάντα γίνονται δια της εναντιώσεως και ότι τα πάντα ρέουν ως ποταμός. Το Σύμπαν είναι πεπερασμένο και ένας μόνο κόσμος υπάρχει, εγεννήθη δε εκ πυρός και στο πυρ θα επανέλθη μετά από κάποιες περιόδους εναλλάξ, αιωνίως, συμφώνως προς τους νόμους της ειμαρμένης. Μεταξύ των αντιθέτων υφίσταται ένας αγών, και όταν το αποτέλεσμα της διαμάχης πηγαίνει προς την γένεση καλείται πόλεμος και έρις, όταν δε προς την εκπύρωση ομόνοια και ειρήνη. Η κίνηση προς τα άνω και προς τα κάτω παράγει τον κόσμο κατά τον εξής τρόπο: Το πυρ συμπυκνούμενο υγροποιείται και καθίσταται ύδωρ, το δε ύδωρ, όταν πήζη, μετατρέπεται σε γη, αυτή δε είναι η προς τα κάτω πορεία. Αντιθέτως η γη μεταβάλλεται σε ύδωρ, και από αυτό παράγονται τα λοιπά, διότι ανάγει σχεδόν τα πάντα σε αναθυμίαση (εξάτμιση) της θαλάσσης. Αυτή δε είναι η πορεία προς τα άνω.»
 
Εδώ βλέπουμε μία ακριβή περιγραφή της φυσικής δημιουργίας από το κοσμογονικό πυρ μέσω της μετατροπής του στα τρία άλλα στοιχεία: ύδωρ, γη, αέρα, αλλά και την μεταβολή του ξανά σε πυρ. Επομένως το «άπειρον» του Αναξιμάνδρου, το «ύδωρ» του Θαλή, ο «αήρ» του Αναξιμένη και παρόμοιες τέτοιες αναφορές έχουν να κάνουν με πρωταρχικές κοσμογονικές καταστάσεις, που μόνο οι «Δήλιοι κολυμβητές» της σκέψης θα μπορέσουν νʼ αποκρυπτογραφήσουν. Αλλά και ο Πλούταρχος στο «Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς», 388 Ε, αναφέρει: «Τα πάντα προκύπτουν απʼ την ανταμοιβή της φωτιάς και με την σειρά τους όλα φωτιά γίνονται, όπως το χρυσάφι γίνεται χρήμα και το χρήμα χρυσάφι.»
 
Ο Αέτιος υπήρξε ένας έλληνας δοξογράφος, που έζησε κατά το τέλος του α΄ έως τις αρχές του β΄ μ.Χ. αιώνα. Απʼ το έργο του «Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις φυσικών δογμάτων, Επιτομή», μπορούμε να δούμε γενικά διάφορες φιλοσοφικές απόψεις περί πυρός: Στο «Περί θεού», 302, 13, μας λέει, ότι ο Δημόκριτος αποκαλεί τον θεό νου πύρινο και σφαιροειδή: «Δημόκριτος νουν τον θεόν εν πυρί σφαιροειδεί.» Για την ψυχή ο Δημόκριτος λέει, ότι είναι πύρινο κράμα εκ θεωρητών λόγων, όπου φέρει σφαιρικές τις ιδέες της, πύρινη την δύναμή της, η οποία σώμα (άυλο) αποτελεί: «Δημόκριτος πυρώδες σύγκριμα εκ λόγων θεωρητών, σφαιρικάς μεν εχόντων τας ιδέας, πυρίνην δε την δύναμιν, όπερ σώμα είναι.» («Περί ψυχής», 388, 5.)
Οι πυθαγόρειοι, λέει, ότι θεωρούσαν το Σύμπαν ως σφαιρικό αποκύημα των τεσσάρων στοιχείων. Το δε πυρ ήταν ανώτατο των άλλων στοιχείων και είχε σχήμα κώνου. Αυτό μπορούμε να το δούμε και από το σχήμα της φλόγας, που ομοιάζει με πυραμίδα. «Οι από Πυθαγόρου τον κόσμον σφαίραν κατά σχήμα των τεττάρων στοιχείων. Μόνον δε το ανώτατον πυρ κωνοειδές.» («Περί ελαχίστου», 312, 14.) Για τους Πυθαγορείους η αρχή της γένεσης του Σύμπαντος έγινε απʼ το πυρ και το πέμπτο στοιχείο μαζί, τον αιθέρα. «Άρξασθαι δε την γένεσιν του κόσμου από πυρός και του πέμπτου στοιχείου.» («Πόθεν τρέφεται ο κόσμος», σελ. 333, 19.)
 
Όπως ο Αέτιος μας πληροφορεί, παρόμοια άποψη περί της πυρώδους φύσης της ψυχής φέρουν και οι Παρμενίδης, Ίππασος, Ηρακλείδης, Λεύκιππος και οι Στωικοί. Κατά τον Παρμενίδη το γήρας επέρχεται από την έλλειψη του θερμού στοιχείου: «Παρμενίδης γήρας γίνεσθαι παρά την του θερμού υπόλειψιν.» («Περί τροφής», σελ. 443, 8.) Στο «Περί βροντών, αστραπών, κεραυνών, πρηστήρων, τυφώνων», 367-70, 19-22, αναφέρει και για ένα άλλο είδος πυρός, που εκδηλώνεται και στην φύση, τον «πρηστήρα», που είναι ένας θερμός και ορμητικός ανεμοστρόβιλος, που κατέρχεται ως θύελλα και εκτονώνεται μέσω κεραυνών.
 
Ο Αριστοτέλης στα «Μετεωρολογικά», 371a, 16-19, αναφέρει για τον πρηστήρα: «Όταν δε κατασπώμενον εκπυρωθή (τούτο δʼ εστίν εάν λεπτότερον το πνεύμα γένηται) καλείται πρηστήρ.» Δηλαδή όταν κατερχόμενο (το πνεύμα) σπάσει και εκπυρωθεί (και αυτό γίνεται, εάν το πνεύμα γίνει λεπτότερο) καλείται πρηστήρ. Πάλι εδώ βλέπουμε μία διαφορετική πρωταρχική έννοια του πρηστήρος.





Ο Πυθαγόρας δίδασκε, ότι όλα τα ουράνια σώματα περιστρέφονται γύρω από ένα «κεντρικό πυρ» με αρμονία. Σύμφωνα με το κοσμολογικό πρότυπο του Πυθαγόρειου Φιλόλαου, στο κέντρο του κόσμου βρίσκεται η κεντρική Εστία. Στην εικονιζόμενη μεσαιωνική ζωγραφιά απεικονίζεται ο Πυθαγόρας με τον Φιλόλαο να πειραματίζονται στις σχέσεις μουσικής και αριθμών.

Οι πυθαγόρειοι θεωρούσαν, ότι όλα τα ουράνια σώματα περιστρέφονται κυκλικά και με αρμονία γύρω από ένα «κεντρικό πυρ». Ο Ιωάννης Στοβαίος στο «Ανθολόγιο», βιβλίο 1, παρ. 22, 1, αναφέρει: «Ο Φιλόλαος τοποθετεί το πυρ στο μέσον, στο κέντρο. Το ονομάζει εστία των πάντων, οίκον του Διος, μητέρα των θεών, βωμό και συνοχή και μέτρο φύσεως. Επίσης τοποθετεί ένα δεύτερο πυρ, ανώτατο όλων, που περιέχει μέσα του τον κόσμο. Το κέντρο, λέει, είναι από την φύση του πρώτο, γύρω απʼ αυτό τα δέκα διαφορετικά σώματα εκτελούν τον ομαδικό τους χορό.»
 
Η ύπαρξη ενός τέτοιου πυρώδους κέντρου συμβολιζόταν από την ιερή και άσβεστη εστία κάθε βωμού και ναού, αποτελώντας την έδρα της τιμώμενης θεότητος σε κάθε οικία με την κεντρική εστία, όπου η οικογένεια μαζευόταν γύρω απʼ την φωτιά-τζάκι, αλλά και απʼ το τιμητικό και άσβεστο πυρ του Πρυτανείου.

Κατά την ελληνική φιλοσοφική σκέψη. τα φαινόμενα, που εξελίσσονται στο φυσικό Σύμπαν, είναι προϊόντα αντανάκλασης αντιστοίχων διεργασιών που συμβαίνουν σε ένα κοσμογονικό επίπεδο. Πρόκειται για την αντιστοιχία του μικρόκοσμου και του μακρόκοσμου.
 
Το πυρ στην εβραϊκή μυθολογία
Στους εβραίους το πυρ δεν είχε τόσο συμβολικό χαρακτήρα, όσο κυρίως αποκαλυπτικό, μαγικό και ταχυδακτυλουργικό. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Γιαχβέ παρουσιάζεται αρκετές φορές ως θεός πυρομανής. Και οι δέκα εντολές του Γιαχβέ δόθηκαν στον Μωυσή μέσω αστραπών, βροντών και καπνών: «Και πας ο λαός έβλεπε τας βροντάς και τας αστραπάς και την φωνήν της σάλπιγγος και το όρος καπνίζον.» («Έξοδος», κεφ. 21, παρ. 18.) Παρακάτω πάλι ο Γιαχβέ αποκαλύπτεται στον Μωυσή ως «πυρ κατατρώγον»: «Και η θέα της δόξης του Κυρίου ήτο εις τους οφθαλμούς των υιών Ισραήλ ως πυρ κατατρώγον επί της κορυφής του όρους.» («Έξοδος», κεφ. 24, παρ. 17.) Η τελετή της θυσίας και του ολοκαυτώματος ως προσφορά στον Γιαχβέ ήταν καθημερινή ρουτίνα για τους Εβραίους. Η καιόμενη βάτος εμφανίζεται ως θεϊκό σημάδι στους Εβραίους: «Βάτος εκαίετο υπό του πυρός και δεν κατεκαίετο» («Έξοδος», κεφ. 3, παρ. 2). Άλλο ένα θεϊκό πυρ εκ Γιαχβέ ήταν η «νάφθα του Νεεμία», που αναφέρεται στο «Μακκαβαίων Β », κεφ. 1, παρ. 20.
 
Η συμφωνία του Γιαχβέ με τον πατριάρχη των εβραίων Αβραάμ για την γενοκτονία των λαών της Χαναάν, που θα επακολουθούσε («και θέλουσι δουλώσει αυτούς και θέλουσι καταθλίψει αυτούς»: «Γένεσις», κεφ. 15, παρ. 13), κλείσθηκε μέσω της εμφάνισης του πυρός εν μέσω της νύχτας ως θεϊκό σημάδι: «Ότε δε ο ήλιος έδυσε και έγινε πυκνόν σκότος, ιδού κάμινος καπνίζουσα και λαμπάς πυρός, ήτις διεπέρασε μεταξύ των διχοτομημάτων τούτων. Την ημέραν εκείνην έκαμε διαθήκην ο Κύριος προς τον Αβραάμ» (κεφ. 15, παρ. 17). Οι εμπρησμοί και οι σφαγές αποτελούσαν θεϊκή εντολή και είχαν χαρακτήρα εκδίκησης προς τους ξένους: «Και ως ετελείωσε προσφέρων το ολοκαύτωμα, είπεν ο Ιησού προς τους δορυφόρους και προς τους ταγματάρχας: Εισέλθετε πατάξατε αυτούς, μηδείς ας μην εξέλθη. Και επάταξαν αυτούς εν στόματι μαχαίρας και έρριψαν έξω και υπήγαν έως της πόλεως του οίκου του Βάαλ. Και εξέβαλον τα είδωλα του οίκου του Βάαλ και κατέκαυσαν αυτά. Και κατεσύντριψαν το είδωλο του Βάαλ και κατεκρήμνισαν τον οίκον του Βάαλ και έκαμον αυτόν κοπρώνα έως της ημέρας ταύτης.» («Βασιλέων Β », κεφ. 21, παρ. 25-27.)
 
Ο Ησαΐας απειλεί τους Ασσυρίους μέσω του Γιαχβέ με φωτιά: «Δια τούτο ο Κύριος των δυνάμεων θέλει αποστείλει εις τους παχείς αυτούς ισχνότητα και υπό την δόξαν αυτού θέλει εξαφθή καύσις, ως καύσις πυρός. Και το φως του Ισραήλ θέλει γίνει πυρ και ο Άγιος αυτού φλοξ και θέλει καύσει και καταφάγει τας ακάνθας αυτού και τους τριβόλους αυτού εν μία ημέρα. Και θέλει αφανίσει την δόξα του δάσους αυτού και του καρποφόρου αγρού αυτού από ψυχής έως σαρκός.» («Ησαΐας», κεφ. 9, παρ. 16-18.) Ο Γιαχβέ γίνεται «πυρ και μανία» στον Ιερεμία: «πυρ εξήχθη εν τω θυμώ μου, το οποίον θέλει εκκαυθή καθʼ υμών» («Ιερεμίας» κεφ. 15, παρ. 14).
Ο πρώτος μεγάλος εμπρησμός πόλεων από την Εβραϊκή πυρομανία εμφανίζεται στην Πεντάπολη των Σοδόμων. Σύμφωνα με την Π. Διαθήκη ο Γιαχβέ έξαλλος θα πυρπολήσει τέσσερις πόλεις: «Ο ήλιος ανέτειλεν επί την γην, ότε ο Λωτ εισήλθεν εις Σηγώρ. Και έβρεξεν ο Κύριος επί τα Σόδομα και Γόμορρα θείον και πυρ παρά Κυρίου εκ του ουρανού. Και κατέστρεψε τας πόλεις αυτάς και πάντα τα περίχωρα και πάντας τους κατοίκους των πόλεων και τα φυτά της γης.» («Γένεσις», κεφ. 19, παρ. 24.) Θα ακολουθήσουν κι άλλοι πολλοί εμπρησμοί πόλεων απʼ τους Εβραίους, που περιγράφονται γλαφυρά σε όλη την Π. Διαθήκη.
 






Ο προφήτης Ηλίας, αφού έσφαξε 850 ιερείς του Βάαλ (Βασιλειών Γ , ιη 22-40) αναλήφθηκε στην ουράνια Σιών από τον Γιαχβέ πάνω σε ένα πύρινο άρμα, ανταμοιβόμενος για την θεάρεστη αυτή πράξη του.

Αλλά και ο προφήτης Ηλίας, πριν σφάξει με τα χέρια του τους 850 ιερείς του Βάαλ, έκανε το «θαύμα» της φωτιάς, για νʼ αποδείξει την ύπαρξη του θεού του μέσω των μαγικών κόλπων του και των πύρινων προσευχών του: «Και φώναξε ο Ηλίας ο προφήτης. Κύριε θεέ του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, επάκουσόν με σήμερον εν πυρί, δια να γνωρίσουν ότι εσύ είσαι ο θεός (…) και έπεσε πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγε το ολοκαύτωμα και τα ξύλα και τους λίθους και το χώμα και το ύδωρ το εν αυλάκι.» («Α Βασιλέων», κεφ. 18, παρ. 37-38.) Για τις υπηρεσίες του αναλήφθηκε στην ουράνια Σιών από τον Γιαχβέ πάνω σʼ ένα πύρινο άρμα.
 
Η χριστιανική πυρομανία
Ο χριστιανισμός χρησιμοποίησε την ίδια πύρινη τακτική, που παρέλαβε απʼ τους Εβραίους πατριάρχες του. Η τελετουργική και η συμβολική έννοια του πυρός των αρχαίων λαών εξοβελίστηκε, αφού συμβόλιζε τους «ειδωλολατρικούς» θεούς και την κόλαση. Περιορίστηκε στα φτωχά κεριά και στα καντηλέρια. Αντʼ αυτού το πυρ απέκτησε καθαρά χαρακτήρα τιμωρίας και διʼ εμπρησμού εξαγνισμό έναντι όλων των «ειδωλολατρικών» λαών της Γης.
 
Οι εντολές της Π. Διαθήκης «και τα γλυπτά αυτών καύσει εν πυρί» («Δευτερονόμιον», κεφ. 7 παρ. 5), «δια τούτο οι κάτοικοι της γης κατεκαύθησαν και ολίγοι άνθρωποι έμειναν» («Ησαΐας», κεφ. 24, παρ. 6), «και θέλει κατακαύσει αυτήν (την Βαβυλώνα) εν πυρί» («Ιερεμίας», κεφ. 34 παρ. 2) εκτελέστηκαν κατά γράμμα προς όλους τους λαούς της ανθρωπότητας.

Σύμφωνα με τη χριστιανική δοξασία, ο πρώην άγγελος του θεού Σατανάς ύψωσε το ανάστημά του ψηλά στον Γιαχβέ και κατακάηκε, πέφτοντας δια παντός τιμωρημένος στο πυρ της Κόλασης. Εκεί θα τιμωρείται και θα καίγεται αιώνια μαζί με όλους τους κακούς και σοφούς («η σοφία είναι μωρία» κατά τον Παύλο) «ειδωλολάτρες». Στην «Αποκάλυψη» του Ιωάννη, στο μέγιστο δεισιδαιμονικό αυτό έργο, πύρινες απειλές προορίζονται απʼ τον Γιαχβέ, για να πυρπολήσουν τα πάντα πάνω στην Γη κατά την ώρα της εσχατολογικής κρίσης, την στιγμή του Αρμαγγεδώνα: «Και ο πρώτος άγγελος εσάλπισε και έγινε χάλαζα και πυρ μεμιγμένα με αίμα και ερρίφθησαν εις την γην, και το τρίτο των δένδρων κατεκάη, και πας χλωρός χόρτος κατεκάη» (κεφ. 8, παρ. 7). «Και ο τέταρτος άγγελος εξέχεε την φιάλην αυτού επί τον ήλιον. Και εδόθη εις αυτόν να καυματίση τους ανθρώπους με πυρ. Και εκαυματίσθηκαν οι άνθρωποι με καύμα μέγα» (κεφ. 15, παρ. 8).  
Το πυρ στο χριστιανισμό απέκτησε χαρακτήρα τιμωρίας. Στη φρικιαστική αγιογραφία εικονίζεται «Η Γέενα του Πυρός», με θέμα το πυρ της έσχατης κρίσης.
 
Στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς απειλεί να κάψει όσους δεν θέλουν να τον ακολουθήσουν: «Ήδη δε και η αξίνη κείται προς την ρίζαν των δένδρων. Παν λοιπόν δένδρον μη κάμνον καρπόν καλόν εκκόπτεται και εις το πυρ εμβάλλεται.» («Ματθαίος», κεφ. 3, παρ. 10.) Όσοι δεν υπακούουν τον ίδιο απειλούνται απʼ τις φωτιές της Κόλασης και το πυρ το εξώτερον: «Τότε θέλει ειπεί και προς τους εξ αριστερών· Υπάγετε απʼ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένον δια τον διάβολον και τους αγγέλους αυτού. Διότι επείνασα και δεν μοι εδώκατε να φάγω, εδίψησα και δεν με εποτίσατε.» («Ματθαίος», κεφ. 25, παρ. 41.) Για τους αρνητές του, που θα κριθούν ένοχοι, τους περιμένει η γέεννα του πυρός: «Μωρέ, θέλει είσθαι ένοχος εις την γέενναν του πυρός.» («Ματθαίος» κεφ. 5, παρ. 22.) (Πρόκειται για τον σκουπιδότοπο-χωματερή, όπου οι εβραίοι έκαιγαν τα σκουπίδια τους!

Οι απόστολοι του Ιησού περιβάλλονταν από πύρινες γλώσσες κατά την διάρκεια των κηρυγμάτων τους. Η ψυχωτική πυρομανία των χριστιανών ξεπέρασε κάθε νοσηρή φαντασία. Γρήγορα οι απειλές τιμωρίας, εκδίκησης και εξαγνισμού μέσω της φωτιάς έγιναν πράξεις απʼ τους φανατικούς χριστιανούς. Όπως αποδείχθηκε ιστορικά, η φωτιά που κατέκαυσε την Ρώμη επί Νέρωνα ήταν έργο του αποστόλου Παύλου και των χριστιανών, κάτι που πρώτος μας διαβεβαιώνει ο Ρωμαίος συγγραφέας Τάκιτος: «Ο αυτοκράτορας (Νέρων), για να εκδικηθή την καταστροφή της Ρώμης, διέταξε να τιμωρηθούν εκείνοι τους οποίους ο λαός μισούσε για την αισχρότητα και τα εγκλήματά τους, τους χριστιανούς.» (Τάκιτος, «Annales», 15, 38-39.) Η νεώτερη χριστιανικά ελεγχόμενη Ιστορία άδικα και ψευδώς κατηγόρησε τον φιλέλληνα ρωμαίο βασιλιά ως εμπρηστή της Ρώμης. Χιλιάδες ναοί, δημόσια κτήρια, σπίτια, άλση, τεμένη, κατακάηκαν απʼ την πυρομανία των χριστιανών.
 
Οι πυρές τους εξάγνιζαν τους δαίμονες από τους αρχαίους ναούς των ειδωλολατρών, ενώ στα βυζαντινά ασβεστοκάμινα έκαιγαν τα γλυπτά και τα μάρμαρα για εκατοντάδες χρόνια, εξαφανίζοντας χιλιάδες αριστουργήματα του Ελληνικού Πολιτισμού. «Μυών γαρ οικητήριον ην ο Αιγύπτιος θεός (Σέραπις), εις μικρά δε αυτόν διελόντες τα μεν παρέδωσαν τω πυρί.» (Θεοδώρητος, «Εκκλησιαστική Ιστορία», 321, παρ. 13.) Οι βυζαντινές πυρές θα κατακαύσουν χιλιάδες ανθρώπους, που έπασχαν από την «ιερόσυλον ψυχικήν νόσον των ελλήνων» (Ιουστινιάνειος Κώδιξ Ι, 11, 10).
 
«Εκ τούτου δε συλληφθέντες Θεόδωρός τε και οι του τρίποδος τεχνίται οι μεν εν πυρί οι δε ξίφει απολέσθαι προσετάχθησαν. Παραπλησίως δε δια την αυτήν αιτίαν διεφθάρησαν και οι ανά πάσαν την αρχομένην λαμπρώς φιλοσοφούντες ασχέτου δε της του βασιλέως οργής ούσης και εις μη φιλοσόφους.» (Σωζομενός, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 6, κεφ. 35, παρ. 6.) «Άλλων τε γυναικών τα αυτά μόρια τούτο μεν σιδήρω, τούτο δε ωόσι εις άκρον πυρί θερμανθείσι προσφέροντες έκαιον.» (Σωκράτης, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 2, κεφ. 38, παρ. 32.)
 
Το 415 μ.Χ. ο χριστιανικός όχλος της Αλεξάνδρειας καθοδηγούμενος από τον Πέτρο, πρωτοσύγκελλο του πατριάρχη Κύριλλου, τεμάχισε ζωντανή και σε μικρά κομμάτια την μέγιστη της εποχής της Αλεξανδρινή φιλόσοφο Υπατία, τα οποία εν συνεχεία έκαψαν σε πυρά. Αλλά και όλες οι χριστιανικές αιρέσεις (Αρειανοί, Νοβατιανοί, Μονοφυσίτες κ.α.) και λοιπές ασιατικές θρησκείες (Μανιχαϊστές, Μιθραϊστές και λοιποί), αλλά και οι ίδιοι οι γεννήτορες των χριστιανών Εβραίοι, εφάρμοσαν την τιμωρία της πυράς. Στο έργο της «Αλεξιάς» η Άννα Κομνηνή (κόρη του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού, 1204-1222 μ.Χ.) αναφέρεται στα «πύρινα δρώμενα», δηλαδή στις κατά χιλιάδες καύσεις των αντιφρονούντων Βογόμιλων χριστιανών, που έγιναν στην Βυζαντινή επικράτεια.
 
Στην Δύση οι καθολικές «ιερές εξετάσεις» θα ακολουθήσουν τον δρόμο που χάραξε πρωτίστως ο άγιος των χριστιανών αυτοκράτορας Θεοδόσιος και οι μετέπειτα Βυζαντινοί. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα αμέτρητες αρχαίες πόλεις σταματούν βίαια την ιστορία τους ξαφνικά κατά το τέλος του 4ου μ.Χ αιώνα. Κατά τον αρχαιολόγο Ν. Παπαδάκη η πόλη Λεύκη, που υπήρξε στο σημερινό Κουφονήσι, ακολούθησε την ίδια τύχη: «Τα ανασκαφικά μας συμπεράσματα ομιλούν για μία βίαιη και ολική καταστροφή. Όλα σταματούν στο τέλος του 4ου αιώνος. Υπάρχουν παντού στρώματα φωτιάς, μισοκαμμένες κολώνες, αγάλματα κι αρχιτεκτονήματα βίαια τεμαχισμένα, που φέρουν καίρια τραύματα από σιδερένια λοστάρια και άλλα θλώντα και τέμνοντα όργανα, όπως δείχνει η αρχαιολογική νεκροψία.» (Περιοδικό «Αρχαιολογία», τεύχος 6, Φεβρουάριος 1983.)
 
Οι τεράστιες βιβλιοθήκες της Αλεξανδρείας, του Σεραπείου, της Περγάμου και εκατοντάδες άλλες θα γίνουν παρανάλωμα του πυρός. Χιλιάδες πάπυροι και συγγράμματα ελλήνων συγγραφέων χρησιμοποιούνταν κατά το βυζαντινό μεσαίωνα για προσάναμμα στα μοναστήρια της επικράτειας.
 
Κατά τη σκοτεινή βυζαντινή περίοδο, έκανε την εμφάνισή του και το θαύμα-απάτη, γνωστό μέχρι σήμερα ως «το Άγιον φως της Ιερουσαλήμ», όπου δήθεν το πυρ ανάβει στα κεριά και τις λαμπάδες εξ ουρανού.


 
Παρατίθενται δειγματοληπτικά και χωρίς σχόλια oρισμένα αποσπάσματα επιλεγμένα ανάμεσα από αναρίθμητα χριστιανικά κείμενα, προκειμένου να πάρετε μία ιδέα για τη θεοκρατική νομιμοποίηση της πυρομανίας και των εμπρησμών στην ιδεολογία αυτής της θρησκείας.
 
Παλαιά Διαθήκη
  • «Τους βωμούς αυτών καθελείτε και τας στήλας αυτών συντρίψετε και τα άλση αυτών εκκόψετε και τα γλυπτά των θεών αυτών κατακαύσετε εν πυρί.» («Έξοδος», λδ΄ 13.)
  • «Αλλά ούτω θέλετε κάμει προς αυτούς. Τους βωμούς αυτών θέλετε καταστρέψει, και τα αγάλματα αυτών θέλετε συντρίψει, και τα άλση αυτών θέλετε κατακόψει, και τα αγάλματα αυτών θέλετε καύσει εν πυρί.» («Δευτερονόμιον», ζ΄ 5.)
  • «Ξηρά βρωθήσεται υπό πυρός· και καυθήσεται εν τοις δάσεσι του δρυμού, και συγκαταφάγεται τα κύκλω των βουνών πάντα. Δια θυμόν οργής Κυρίου συγκέκαυται η γη όλη, και έσται ο λαός ως κατακεκαυμένος υπό πυρός.» («Ησαΐας», θ΄ 17-18.)
  • «Και το φως του Ισραήλ θέλει γίνει πυρ και ο Άγιος αυτού φλοξ και θέλει καύσει και καταφάγει τας ακάνθας αυτού και τους τριβόλους αυτού εν μια ημέρα. Και θέλει αφανίσει την δόξαν του δάσους αυτού και του καρποφόρου αγρού αυτού από ψυχής έως σαρκός.» («Ησαΐας», ι΄ 17-18.)
  • «Άνοιξον, Λίβανε, τας θύρας σου, και ας καταφάγη πυρ τας κέδρους σου (...) δρυς της Βασάν, διότι το δάσος το απρόσιτον κατεκόπη.» («Ζαχαρίας», ια΄ 1-2.) 
  • «Ότι πυρ εκκέκαυται εκ του θυμού μου, καυθήσεται έως Άδου κάτω, καταφάγεται γην και τα γεννήματα αυτής, φλέξει θεμέλια ορέων.» («Δευτερονόμιον», λβ΄ 22.)
  • «Και έβρεξεν ο Κύριος επί τα Σόδομα και Γόμορρα θείον και πυρ παρά Κυρίου εκ του ουρανού. Και κατέστρεψε τας πόλεις ταύτας, και πάντα τα περίχωρα, και πάντας τους κατοίκους των πόλεων, και τα φυτά της γης.» («Γένεσις», ιθ΄ 24-25.
  • «Διότι Κύριος ο Θεός σου είναι πυρ καταναλίσκον, Θεός ζηλωτής.» («Δευτερονόμιον», δ 24.)
  • «Αλλά θέλω εξαποστείλει πυρ εις το τείχος της Γάζης, και θέλει καταφάγει τα παλάτια αυτής (...). Θέλω εξαποστείλει πυρ εις το τείχος της Τύρου, και θέλει καταφάγει τα παλάτια αυτής.» («Αμώς», α΄ 7-10.)
  • «Και η θέα της δόξης του Κυρίου ήτο εις τους οφθαλμούς των υιών Ισραήλ ως πυρ κατατρώγον επί της κορυφής του όρους.» («Έξοδος», κδ΄ 17.)
  • «Πυρ εξήχθη εν τω θυμώ μου, το οποίον θέλει εκκαυθή καθʼ υμών.» («Ιερεμίας», ιε΄ 14.)
  • «Και εφώναξε ο Ηλίας ο προφήτης. Κύριε, θεέ του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, επάκουσόν με σήμερον εν πυρί, δια να γνωρίσουν ότι εσύ είσαι ο Θεός (…) και έπεσε πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγε το ολοκαύτωμα και τα ξύλα και τους λίθους και το χώμα και το ύδωρ το εν αύλακι.» («Βασιλειών Γ΄», ιη΄ 37-38.)
Η φωτιά που κατέκαυσε τη Ρώμη επί Νέρωνα ήταν έργο του αποστόλου Παύλου και των χριστιανών. «Ο αυτοκράτορας (Νέρων), για να εκδικηθή την καταστροφή της Ρώμης, διέταξε να τιμωρηθούν εκείνοι, τους οποίους ο λαός μισούσε για την αισχρότητα και τα εγκλήματά τους, τους χριστιανούς.» (Τάκιτος, «Annales», 15, 38-39.) Η νεότερη χριστιανικά ελεγχόμενη Ιστορία άδικα και ψευδώς κατηγόρησε τον φιλέλληνα Ρωμαίο βασιλιά ως εμπρηστή της Ρώμης κι ότι επί πλέον έπαιζε μουσική περιχαρής βλέποντας τις φλόγες. Ο Νέρων την ημέρα της πυρκαϊάς όμως, είχε κηρύξει την πόλη σε πένθος, ενώ έλαβε άμεσα σοβαρά μέτρα για την ενίσχυση των πυροπαθών.

Kαινή Διαθήκη
  • «Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην» («Λουκάς», ιβ΄ 49).
  • «Και ο πρώτος άγγελος εσάλπισε και έγινε χάλαζα και πυρ μεμιγμένα με αίμα και ερρίφθησαν εις την γην, και το τρίτον των δένδρων κατεκάη, και πας χλωρός χόρτος κατεκάη. Και ο δεύτερος άγγελος εσάλπισε και ως όρος μέγα πυρί καιόμενον εβλήθη εις την θάλασσαν (...) Και ο τρίτος άγγελος εσάλπισε και έπεσεν εκ του ουρανού αστήρ μέγας καιόμενος ως λαμπάς.» («Αποκάλυψις», η΄ 7-12.)
Βίοι Αγίων
  • «Λαβών το είδωλον της μητρός των θεών Ρέας, ως φλυαρούσιν οι έλληνες, έρριψεν αυτό εις την φωτιάν και το κατέκαυσεν.» («Συναξαριστής», Άγιος μεγαλομάρτυρας Θεόδωρος Τήρων, 17 Φεβρουαρίου.)
  • «Επειδή δε ο δαίμων δεν εδυνήθη πλέον να φέρη εμπόδιον, ήναψαν τα ξύλα και κατέκαυσαν τον ναόν.» («Συναξαριστής», Άγιος ιερομάρτυρας Μάρκελλος, 14 Αυγούστου.)
Πατέρες της Εκκλησίας
  • «Και τους εμβάλλοντάς σε εις το πυρ κατακαύσει.» (Ι. Χρυσόστομος, «Αd Theodorum lapsum», 3,73.)
  • «Εις γέενναν εμβάλω και τω πυρί παραδώ.» (Ι. Χρυσόστομος, «Αd Theodorum lapsum», 8,49.)
  • «Και γίνεται τα συστήματα των ασεβών πυρίκαυστα(Μ. Βασίλειος, «Εnarratio in prophetam», 1,19,33.)

Εκκλησιαστικοί συγγραφείς
  • «Μυών γαρ οικητήριον ην ο Αιγύπτιος θεός (Σέραπις), εις μικρά δε αυτόν διελόντες τα μεν παρέδωσαν τω πυρί...» (Θεοδώρητος, «Εκκλησιαστική Ιστορία», 321, παρ. 13.)
  • «Εκ τούτου δε συλληφθέντες Θεόδωρός τε και οι του τρίποδος τεχνίται οι μεν πυρί οι δε ξίφει απολέσθαι προσετάχθησαν. Παραπλησίως δε δια την αυτήν αιτίαν διεφθάρησαν και οι ανά πάσαν την αρχομένην λαμπρώς φιλοσοφούντες, ασχέτου δε της του βασιλέως οργής ούσης, και εις μη φιλοσόφους.» (Σωζομενός, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 6, κεφ. 35, παρ. 6.)
  • «Άλλων τε γυναικών τα αυτά μόρια τούτο μεν σιδήρω, τούτο δε ωοίς εις άκρον πυρί θερμανθείσι προσφέροντες έκαιον.» (Σωκράτης, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 2, κεφ. 38, παρ. 32.)



Φυλακτό από Τίμιο Ξύλο


Η αρπαγή της Ευρώπης

Η αρπαγή της Ευρώπης, πίνακας του Τιτσιάνο
Στην Ελληνική μυθολογία με το όνομα Ευρώπη είναι γνωστή κυρίως η κόρη του Φοίνικα και της Τηλέφασσας. Από μερικούς θεωρείται κόρη του Αγήνορα (ο Φοίνιξ ήταν γιος του Αγήνορα). Ο Δίας απήγαγε την Ευρώπη και μαζί απέκτησαν τρία τουλάχιστον παιδιά: τον βασιλιά Μίνωα, τον Ραδάμανθυ και τον Σαρπηδόνα. «Ευρ-ώπη» σημαίνει αυτή που έχει πλατύ, στρογγυλό πρόσωπο.
Η Αρπαγή της Ευρώπης
Σύμφωνα με τον μύθο, η Ευρώπη ήταν αδελφή του Κάδμου, ιδρυτή της Θήβας και κόρη του Αγήνορα και της Τηλεφάσσας, ηγεμόνων της Φοινίκης. Όταν μεγάλωσε, μια μέρα πήγε στα λιβάδια της παραλία, για να παίξει με τις φίλες της και να μαζέψει λουλούδια. Εκεί συνάντησε τον θεό Δία. Εκείνον αμέσως τον χτύπησε ο Έρωτας και για να την πλησιάσει μεταμορφώθηκε σε ήρεμο, εύσωμο και δυνατό ταύρο και πήγε δίπλα της κάνοντας δήθεν ότι βόσκει, σκεπτόμενος με τι τρόπο θα την κατακτούσε. Εκείνη τότε πλησίασε τον ταύρο - Δία και άρχισε να τον χαϊδεύει γοητευμένη από την ωραία κορμοστασιά του και τη μυϊκή του δύναμη.
Σε λίγο δε δίστασε και να τον ιππεύσει. Τότε αυτός άρχισε να τρέχει με αστραπιαία ταχύτητα. Η Ευρώπη έκλαιγε, μα δεν μπορούσε να πηδήσει, γιατί φοβόταν μη σκοτωθεί.
Ο μεταμορφωμένος σε ταύρο θεός διέσχισε τη θάλασσα συνοδευόμενος από Τρίτωνες και Νηρηίδες και έφτασε στην Κρήτη. Όταν αποβιβάστηκε στο νησί, ο ταύρος δεν φαινόταν πια, αλλά ο Δίας πήρε από το χέρι την Ευρώπη και την οδήγησε στο Δικταίον Άντρο. Καρπός των ερωτικών ενώσεων του Δία και της Ευρώπης στην Κρήτη ήταν ο Μίνωας, ο Ραδάμανθυς και ο Σαρπηδόνας.
Αργότερα, όταν ο Δίας εγκατέλειψε την Ευρώπη και πήγε στον Όλυμπο, η Ευρώπη πήρε για δεύτερο σύζυγό της το βασιλιά της Κρήτης Αστερίωνα, που υιοθέτησε και τα παιδιά που είχε αποκτήσει αυτή από το Δία. Μετά το θάνατο του βασιλιά Αστέριου, το θρόνο της Κρήτης πήρε ο μεγαλύτερος από τους θετούς γιους του, ο Μίνωας, ο οποίος έγινε ο πρώτος Έλληνας θαλασσοκράτορας και νομοθέτης.
Υπάρχουν όμως και άλλες παραλλαγές του μύθου της Ευρώπης: Μία αναφέρει ότι ήταν κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος ή της Παρθενόπης, αδελφή της Θράκης και ετεροθαλής αδελφή της Ασίας και της Λιβύης. Δηλαδή η Ευρώπη υπήρξε επώνυμη της ηπειρωτικής Ελλάδας και μετά τους Περσικούς Πολέμους του τρίτου τμήματος του τότε γνωστού κόσμου, της Ευρώπης.
Στην Ήπειρο έλεγαν ότι ο Δώδων, από τον οποίο πήρε το όνομά της η Δωδώνη, ήταν επίσης γιος του Δία και της Ευρώπης, όπως και ο Αιακός, γενάρχης των Αιακιδών. Παιδί της Ευρώπης λέγεται ότι ήταν και ο Κάρνος, αγαπημένος του θεού Απόλλωνα.
Η λατρεία της Ευρώπης διαδόθηκε σε όλη την Ελλάδα. Στο Πήλιο υπήρχε το «Λουτρόν της Ευρώπης». Η θεσσαλική πόλη Γυρτώνη ή Γυρτών είναι παραλλαγή της Γόρτυνος, του κέντρου της λατρείας της Ευρώπης στην Κρήτη.
Από τον Όλυμπο πήγαζε ομώνυμό της ποτάμι, ο Εύρωπος.
Ο Θάσος ήταν αδελφός της Ευρώπης, όπως και οι Κάδμος, Ρινέας, Σύρος και άλλοι. Γενικώς, οι ελληνικές πόλεις ήθελαν να έχουν κάποια σχέση με την Ευρώπη, της οποίας ο μύθος ήταν διαδεδομένος παντού, με παραλλαγές από πόλη σε πόλη.
Εκτός Ελλάδας, ο Λουκιανός (2ος αι. μ.Χ.) πληροφορήθηκε ότι ο ναός της Αστάρτης στη Σιδώνα ήταν αφιερωμένος στην πραγματικότητα στην Ευρώπη:
«Υπάρχει παρομοίως στη Φοινίκη μέγας ναός των Σιδωνίων. Τον αποκαλούν ναό της Αστάρτης. Πιστεύω ότι αυτή η Αστάρτη είναι η σεληνιακή θεότητα. Αλλά σύμφωνα με ένα εκ των ιερέων, αυτός ο ναός είναι αφιερωμένος στην πραγματικότητα στην Ευρώπη, την αδελφή του Κάδμου. ..., όταν έφυγε από τη Γη οι Φοίνικες την τίμησαν με ναό και διηγούνταν ένα ιερό θρύλο γι' αυτή, πώς ο Δίας την ερωτεύθηκε για την ομορφιά της και μεταμορφωμένος σε ταύρο την μετέφερε στην Κρήτη. Αυτό τον μύθο τον άκουσα και από άλλους Φοίνικες. Και το νόμισμα των Σιδωνίων φέρει επάνω του την Ευρώπη καθήμενη επί ταύρου...»
Επίσης σύμφωνα με τον ίδιο τον Λουκιανό, η πρώτη ερωτική ένωση του Δία και της Ευρώπης έγινε στο Δικταίο Άντρο, το σπήλαιο δηλαδή όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Δίας. («επεί δε επέβη τη νήσω (Κρήτη) ο μεν ταύρος ουκέτι εφαίνετο, επιλαβόμενος δε της χειρός o Ζεύς απήγε την Ευρώπην εις το Δικταίον άντρον ερυθριώσαν και κάτω ορώσαν…», Λουκιανός Σαμωσατέας, Ενάλιοι Διάλογοι, 15, 4)
Αντίθετα σύμφωνα με την παράδοση των Γορτυνίων, η ερωτική ένωση του Δία και της Ευρώπης έγινε στην περιοχή της Γόρτυνας, στη σκιά ενός πλατάνου που από τότε παρέμεινε αειθαλής, κάτι που αποτυπώνεται σε πάρα πολλά νομίσματά της πόλης αυτής.
Παιδιά του Δία και της Ευρώπης, σύμφωνα με τον Όμηρο, ήταν μόνο ο Μίνωας και ο Ραδάμανθυς (και οι δυο φέρονται ως κριτές στον Άδη των Ελλήνων): «μηδέ του κοσμολόητου Φοίνικα την κόρη ως αγαπούσα, που το Ραδάμανθυ μου γέννησε και τον ισόθεο Μίνω» (Iλιάδα Ξ 310-322).
Αντίθετα, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Α 2 και Α 170 - 173), ο Μίνωας ήταν γιος ενός Έλληνα, μάλλον Κρητικού, που δεν αναφέρει το όνομά του (υπονοεί τον βασιλιά Αστέριο) και της Ευρώπης, πριγκίπισσας της Φοινίκης και αδελφός όχι του Ραδάμανθυ, αλλά του Σαρπηδόνα, ο οποίος συνεπλάκη με το Μίνωα για το ποιος θα πάρει τη βασιλεία και ηττηθείς πήρε τους στασιαστές του και πήγαν στη Μίλητο της Μ. Ασίας.
Σύμφωνα όμως πάλι με τον Όμηρο, ο Σαρπηδόνας ήταν γιος του Δία και της Λαοδάμειας, κόρης του Βελλεροφόντη, του ήρωα και ηγεμόνα της Λυκίας: «Τρία παιδιά απ' αυτήν ανάστησε μετά ο Βελλεροφόντης, τον Ίσαντρο και τον Ιππόλοχο, στερνά τη Λαοδάμεια. Μαζί της πλάγιασε ο βαθύγνωμος ο Δίας, κι η Λαοδάμεια το χαλκαρματωμένο γέννησε ισόθεο Σαρπηδόνα» (Ιλιάδα Ζ 199-200).

Ο αγωνιστής της ζωής…

Η ζωή είναι περιπέτεια, αρκεί να θέλουμε να την ζήσουμε. Σκέφτομαι άρα υπάρχω και πράττω άρα ζω. Πολλοί μένουν στην θεωρία. Αυτοπροσδιορίζονται ως ενάρετοι, αλλά δεν υλοποιούν την αρετή τους με πράξεις. Αρκετές φορές ακούμε μεγάλα λόγια, όταν έρθει όμως η ώρα της μετουσίωσης, χωλαίνει το πράγμα.
Ο λαός λέει: «όποιος γνωρίζει δεν μιλεί και όποιος μιλεί δεν ξέρει». Ο αγωνιστής της ζωής ξέρει να σωπαίνει όποτε πρέπει. Επικεντρώνεται στις πράξεις, τις οποίες δεν διαφημίζει. Δεν ανακατεύεται σε ανούσιες συζητήσεις και καυγάδες. Γνωρίζει όμως να διεκδικεί με πυγμή το δίκιο του, όταν και εφόσον αδικείται.
Ο αγωνιστής της ζωής βλέπει με συμπόνια τον συνάνθρωπο, μιας και φέρεται όπως θα ήθελαν να του φέρονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Δεν παριστάνει τον ξερόλα αλλά συζητάει με όλους, προκειμένου να μοιραστεί την γνώση του μαζί τους. Όταν αντιληφθεί ισχυρογνωμοσύνη, σταματάει την κουβέντα, καθότι θεωρεί εγωιστικό το να μπορεί να τους πείσει όλους. Ρίχνει τον σπόρο και όπου φυτρώσει, φύτρωσε.
Ο αγωνιστής της ζωής κατανοεί ότι είναι παιδί της εποχής. Δεν βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου. Δεν «αμπελοφιλοσοφεί» αναπολώντας ή κατασκευάζοντας ουτοπίες.
Ο αγωνιστής της ζωής δεν προτιμάει τον εύκολο δρόμο, παρά του αρέσουν τα δύσκολα. Επιλέγει την περιπέτεια από την απραγία. Είναι καλόπιστα δύσπιστος. Δεν υιοθετεί άκριτα ότι του πλασάρουν, πάρα «ψάχνεται», πριν δεχτεί το οτιδήποτε.
Ο αγωνιστής της ζωής ενεργοποιεί την συνεργασία νου και καρδιάς. Η συγκεκριμένη συνεργασία αποτελεί τον τέλειο μηχανισμό διαχωρισμού σωστού από λάθος, δίκαιου από άδικο, αληθινού από ψεύτικο. Αντίθετα όσοι χρησιμοποιούν μόνο τον νου παρασύρονται λόγω σκληροκαρδίας σε λάθος συμπεράσματα και μπερδεμένες ατραπούς. Στον αντίποδα όποιοι λειτουργούν μόνο βάσει καρδιάς κινδυνεύουν να κυριευτούν από τα συναισθήματά τους, μην μπορώντας να διακρίνουν το ορθό σε κάθε περίπτωση. Τις περισσότερες φορές μάλιστα πέφτουν θύματα κακοπροαίρετων επιτήδειων, δήθεν μορφωμένων.
Ο αγωνιστής της ζωής γνωρίζει ότι όση γνώση κι αν συσσωρεύσει στο κεφάλι του, όσες αλήθειες κι αν προσεγγίσει, χωρίς πρακτική αγάπη και κατανόηση για τον συνάνθρωπο και τις αδυναμίες του, κάνει μια τρύπα στο νερό.
Ο αγωνιστής της ζωής δεν περιμένει από άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Παίρνει θέση όταν πρέπει. Η «ουδετερότητα» ευνοεί το άδικο, άρα την απορρίπτει.
Ο αγωνιστής της ζωής βγαίνει μπροστά, εκεί που άλλοι διστάζουν, έχοντας πλήρη συναίσθηση του σκοπού του. Δεν φοβάται μην χαρακτηριστεί από την μάζα. Δεν λιποτακτεί ποτέ από την «μάχη».
Λοιπόν τι προτιμάτε να είστε αγωνιστές της ζωής ή «ουδέτεροι»;

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

ΔΙΟΔΟΤΟΣ ΕΥΚΡΑΤΟΥΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ


Προσωπικότητα και συλλογικότητα εναντίον ατομισμού και μάζας

Οποιαδήποτε προσπάθεια, η οποία θα αποσκοπούσε στον προσδιορισμό της έννοιας της συλλογικότητας, όπως αυτή ανιχνεύεται στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, θα πρέπει να αποφύγει να προβάλλει στο παρελθόν ορισμένες εκφράσεις της σημερινής εποχής. Π.χ. λέξεις όπως «ατομισμός», «ατομιστής», «μάζα» κ.λπ. θα ήσαν ακατανόητες σε έναν αρχαίο και φυσικά συσκοτίζουν το νόημα που έδιναν οι ίδιοι οι αρχαίοι στην έννοια της συλλογικής δράσης.

Άτομο, πρόσωπο και συλλογικότητα στον ελληνικό πολιτισμό

Οι πολιτισμοί είναι φυσικώ τω τρόπω συλλογικές διαδικασίες και δημιουργίες. Δημιουργίες, όχι απλώς ανθρώπων, που ζουν στον ίδιο χώρο, αλλά και ανθρώπων διαφορετικών εποχών, που συνεπεμβαίνουν ετεροχρονισμένα επί ήδη δοκιμασμένων κοινωνικών, αισθητικών, ή άλλων σχημάτων.Η διαδικασία αυτή, που μέχρις ενός ιστορικού σημείου γινόταν παγκοσμίως φυσικώ τω τρόπω, στην Ελλάδα της κλασσικής εποχής αποτέλεσε επιπλέον ενσυνείδητο ζητούμενο, το οποίο απαίτησε εξ’ αρχής τη δική του επιστημονική μεθοδολογία (πολιτικός στοχασμός). Αυτό δεν στέρησε βέβαια την πολιτισμική δημιουργία από την προηγούμενη φυσικότητά της αλλά την ισχυροποίησε ως κατακτημένο ανθρώπινο αγαθό (αντί μιας, μέχρι τότε, απλής διαδοχής εφήμερων πολιτισμικών μορφωμάτων, χωρίς αξία χρήσης για τις επόμενες γενεές –«η πείρα κάθε γενιάς, εκτός από ορισμένα καθαρώς πρακτικά θέματα, χανόταν μαζί της»(1)). Για πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία εμφανίζεται ένα κοινωνικό μόρφωμα, η πόλις, το οποίο διαθέτει αυτοπαράσταση(2), «βλέπει» δηλαδή τον εαυτό του με ένα συγκεκριμένο τρόπο και, κατά αυτόν τον τρόπο, ωθείται να προσδιορίζει και να επιδιώκει κατά βούληση πολιτισμικούς στόχους (δηλ. επιλέγει πού θέλει να κατευθυνθεί και δεν άγεται και φέρεται από τους άρχοντες, την τύχη, ή κάποια άλλη «μεταφυσική» της ιστορίας).

Εντός του πλαισίου μιας αρχαίας ελληνικής πόλης, αντιθετικά ζεύγη όπως άτομο-κοινωνία δεν έχουν νόημα. Η κοινότητα (ως κοινότητα χώρου και χρόνου –«έχουμε κοινό παρελθόν, παρόν, και μέλλον») γεφυρώνει την αντίθεση όχι μετατρέποντας την κοινωνία σε ατομιστική (νεο)φιλελεύθερη ζούγκλα ή το άτομο σε αναλώσιμο εξάρτημα μιας σαρκοβόρας κοινωνικής οργάνωσης αλλά ούτε καν αναζητώντας έναν χλιαρό συμβιβασμό, μία υποτιθέμενη χρυσή τομή ανάμεσά τους. Επίσης η κοινότητα δεν καταφεύγει σε ισοπεδωτικές θεοκρατικές πρακτικές, όπου άτομο και κοινωνία καταργούνται κυριολεκτικά δια της αναγωγής τους σε κάποια μεταφυσική, εξωκοσμική Αρχή, η οποία υποτίθεται, ότι τα «ξεπερνάει» και τα «καθαγιάζει» εξεικονιζόμενη επάνω τους ως χριστιανική «Εκκλησία».

Στον κλασικό ελληνικό κόσμο η κατοχύρωση της προσωπικότητας εγγυάτο την ενδυνάμωση της συλλογικότητας. Η ανυπαρξία κράτους, κυβέρνησης, πολιτικής εκπροσώπησης κ.λπ. και η απευθείας και άμεση άσκηση της πολιτικής εξουσίας από την συνέλευση των πολιτών (δηλ. χωρίς την ύπαρξη πολιτικών μεσαζόντων), αποτελεί το σταθερό σημείο αναφοράς των νεοτέρων πολιτικών θεωριών. Σε μια αρχαία ελληνική πόλη το άτομο έτρεφε τη συλλογικότητα. Ενώ στην περίπτωση ενός ανθρώπινου κοπαδιού, ή όχλου συμβαίνει το αντίθετο: η ομαδική ισχύς δυναμώνει (=φανατίζει) τα ελλειμματικά άτομα.

Στα πλαίσια της κοινότητας το άτομο και η κοινωνία αποτελούν συμπληρωματικές όψεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Η κοινότητα για να υπάρξει ως τέτοια χωρίς να κινδυνεύει να ολισθήσει είτε προς την κατεύθυνση της ανταγωνιστικής ατομιστικής ασυδοσίας, είτε προς αυτήν του ισοπεδωτισμού και της μαζοποίησης, πρέπει να παράξει μια εξισορροπητική οντολογική σταθερά: το πρόσωπο. Το πρόσωπο είναι το σημείο συνάντησης και σύνθεσης ατόμου και κοινωνίας και επίσης το σημείο εκκίνησης της ενσυνείδητα και αυτόβουλα κατευθυνόμενης πολιτισμικής δραστηριότητας. Επι πλέον το πρόσωπο αποτελεί μία σχέση ανάμεσα στο άτομο και στην κοινωνία, από την ποιότητα της οποίας εξαρτάται όχι μόνο το πολιτισμικό της αποτέλεσμα αλλά η ίδια η συνοχή της. Οποιαδήποτε διαταραχή αυτής της σχέσης οδηγεί διαπιστωμένα, είτε σε κοινωνίες γενικευμένης επιθετικής ιδιώτευσης, είτε σε κοινωνίες λιγότερο ή περισσότερο συγκαλυμμένου ολοκληρωτισμού (και γενικευμένης αμυντικής ιδιώτευσης).

Πρώτη ύλη του προσώπου αποτελεί αναμφισβήτητα το άτομο. Το άτομο είναι από τη φύση του κάτι απρόσωπο -όλοι είμαστε άτομα. Ωστόσο για να μπορεί να υπάρχει το άτομο προϋποτίθεται, ότι κατ’ αρχήν η κοινωνία τού αναγνωρίζει το δικαίωμα να είναι, έστω, τέτοιο (δικαίωμα, που δεν πρέπει να θεωρείται καθόλου αυτονόητο για πολλές κοινωνίες και για πολλές ιστορικές περιόδους). Εν συνεχεία και σε ό,τι αφορά στην ελληνική κλασική αρχαιότητα το απρόσωπο άτομο εισάγεται στη διαδικασία αναβάθμισής του και ταυτοποίησής του σε πρόσωπο. Αυτό επετεύχθη μέσω της εκπαίδευσής του και της ανάληψης από αυτό αντίστοιχων ευθυνών ως προς τις ζωτικές λειτουργίες της κοινωνίας (θεσμοί). Αυτή η εκπαίδευση και η ανάληψη ευθυνών οδηγούν σε μία άνευ προηγουμένου διεύρυνση του περιορισμένου ατομικού ορίζοντα. Η κοινότητα δεν αντιμετωπίζει το άτομο μηχανιστικά και αδιάφορα, ως μελλοντικό ιδιώτη, αλλά επενδύει σε αυτό ως αναντικατάστατο συστατικό της. Από την άλλη, η ίδια δεν αντιμετωπίζεται από το πρόσωπο (πρώην άτομο) σαν ένα πεδίο ωφελιμιστικής δράσης, αλλά σαν μία προσωπικής σημασίας υπόθεση. Με αυτόν τον τρόπο, το πρόσωπο πραγματώνει την αυτοσυνείδηση ως την πιο προηγμένη μορφή της κοινωνικής συνείδησης.


Στην αρχαία ελληνική σκέψη και ιδιοσυγκρασία, άτομο και κοινωνία ανέπτυξαν τη σχέση του ειδικού προς το γενικό με έναν άνευ ιστορικού προηγουμένου τρόπο: «Ανακαλύπτουμε εδώ πράγματι ένα χαρακτηριστικό ειδικό της ελληνικής κουλτούρας: συνίσταται στη συνένωση μιας συγκεκριμένης μορφής και μιας αφηρημένης σημασίας κατά τρόπο ώστε αυτά τα δύο να συμπίπτουν όσο το δυνατόν περισσότερο»(4).

Ένα παράδειγμα συνηθισμένου προσώπου από τον Θουκυδίδη

Ο Διόδοτος, γυιός του Ευκράτους, καταγόταν από έναν από τους πολλούς δήμους της Αττικής. Σαν παιδί πήγε στο σχολείο, όπου -βάσει ενός πολιτειακώς ενιαίου προγράμματος- διδάχθηκε ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, γεωμετρία, σωματική αγωγή, μουσική και, φυσικά, τα ομηρικά έπη. Στην εφηβεία του έμαθε πιθανόν το επάγγελμα του πατέρα του, ή κάποιο άλλο, χωρίς ποτέ να ενδιαφερθεί να κάνει περιουσία (οι συμπολίτες του δεν θα τον υπολόγιζαν περισσότερο αν γινόταν πλούσιος).

Όταν ενηλικιώθηκε εκπαιδεύθηκε για κάποια τιμητική περίοδο στην πολεμική τέχνη (και δεν παρίστανε την καμαριέρα κάποιου αξιωματικού, ή τον οδοκαθαριστή κάποιου στρατοπέδου, ή τον ένοπλο βαστάζο κάποιου πραξικοπηματία, ή τον αγγαρειοδόχο της κοινωνίας του). Πολέμησε για πρώτη του φορά, ίσως ως οπλίτης στον πέμπτο ή έκτο στίχο -μαζί δηλαδή με τους λιγότερο έμπειρους- της αθηναϊκής φάλαγγας σε κάποια από τις αναρίθμητες συμπλοκές μεταξύ των ελλήνων εκείνης της εποχής. Πιο μπροστά από αυτόν είχαν παραταχθεί οι εμπειρότεροι, οι ευκατάστατοι, οι οικογενειάρχες και οι ολυμπιονίκες, όλοι δηλαδή αυτοί, που είχαν περισσότερους λόγους για να κινδυνεύσουν, ή για να επικυρώσουν την αξία τους.

Για δύο ώρες, συμπαγής η σιδηρόφρακτη φάλαγγα, εκτελούσε με ακρίβεια κοπιαστικούς ελιγμούς αναχαίτισης, ή υπερφαλάγγισης, ή μετωπικής σύγκρουσης, επί ενός αντιπάλου, που πολεμούσε εξ ίσου αριστοτεχνικά με τον ίδιο τρόπο. Για δύο ώρες προστάτεψε αποτελεσματικά με την ασπίδα του, τον φίλο του από τη γειτονιά του, που βρισκόταν στη θέση αριστερά του αλλά και ο ίδιος προστατεύτηκε εξ ίσου αποτελεσματικά από την ασπίδα του αγροτόπαιδου, που βρισκόταν στη θέση δεξιά του (στο κτήμα του πατέρα του οποίου, συνήθιζε μικρός να ικανοποιεί την πανάρχαια παιδική ανάγκη για κλοπή φρούτων). Ούτε στιγμή δεν του πέρασε από τον νου, ότι μετά από τόσες ώρες θα δικαιολογείτο να λυγίσει το χέρι του από τα 10+ κιλά βάρος της ασπίδας και να αφήσει εκτεθειμένο τον διπλανό του. Άλλωστε και στην εκπαίδευση τού είχαν μάθει, ότι πολεμάει πρωτίστως για τον άντρα, που βρισκόταν δίπλα του.

Σε καιρό ειρήνης, αφού τελείωνε την εργασία της ημέρας, πήγαινε αρκετές φορές μέχρι την Αγορά για να ακούσει διάφορους ταξιδεμένους και διαβασμένους, από ό,τι του φαινόταν, ανθρώπους, να συζητούν και να δέχονται δημοσίως ερωτήσεις για σπουδαία ζητήματα σχετικά με τη φύση του Κόσμου, των Νόμων του και για το πώς αυτοί πρέπει να ερμηνεύονται από τους θνητούς, ώστε να τους οδηγούν σε αυτό που τότε αποκαλείτοευδαίμων βίος.

Επίσης, συμμετείχε σχεδόν ανελλιπώς στις συχνές λαϊκές συνελεύσεις της εκκλησίας του Δήμου και άκουγε με σπουδή όσους αγόρευαν (μάλιστα η πόλη τον αποζημίωνε οικονομικά θεωρώντας ως παραγωγικές τις ώρες που αφιέρωνε εκεί). Στις συνελεύσεις, το συνηθέστερο θέμα ήταν η επεξεργασία ενός νέου νόμου, ή η τροποποίηση κάποιου παλαιότερου.

Η λέξη «νόμος» προέρχεται από το ρήμα «νέμω», ήταν δηλ. ο νόμος μια νομή δικαιωμάτων και καθηκόντων, η οποία αποφασιζόταν κοινή συναινέσει από όλους τους πολίτες, αφού δεν υπήρχε κυβέρνηση και η εξουσία ασκείτο απ’ ευθείας από τον Δήμο (= σύνολο αυτοτελών προσωπικοτήτων). Κατά συνέπεια η εφαρμογή των νόμων θεωρείτο αυτονόητη, αφού αυτοί δεν είχαν δημιουργηθεί και επιβληθεί από μια εξουσία διαχωρισμένη από την κοινότητα.

Δύο φορές στη ζωή του είχε κληρωθεί και θητεύσει για κάποιους μήνες σε δημόσια αξιώματα, την πρώτη ως δικαστής στο δικαστήριο της Ηλιαίας και την δεύτερη σε κάποια από τις οικονομικές υπηρεσίες της πόλης. Πήγαινε συχνά στο θέατρο (πιθανώς είχε παρακολουθήσει τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, έργο που είχε πετύχει να κάνει αρκετούς συμπολίτες του να ταυτιστούν με τις ξεκληρισμένες ηρωίδες και να σκεφτούν πολύ επάνω στα τραγικά γυρίσματα της ζωής).

Η ζωή στην Αθήνα ήταν ένα υψηλού επιπέδου καθημερινό σχολείο, μια διαρκής εκπαίδευση επάνω στα θεμελιώδη ζητήματα της κοινωνίας και της ύπαρξης. Μέρα με την μέρα, κάθε πολίτης ένιωθε πως γινόταν πλουσιότερος και πιο ολοκληρωμένος. Αυτή την πόλη ήταν αδύνατο να την βαρεθείς. Μια ζωή πληρότητας(1) ήταν προσιτή σε όλους, ντόπιους και –σε μικρότερο βαθμό- ξένους. Ο Διόδοτος του Ευκράτους ήξερε, ότι σε γενικές γραμμές παρόμοιος ήταν ο τρόπος ζωής στις περισσότερες πόλεις της Ελλάδας. Ήταν ο ελληνικός τρόπος. Η Αθήνα όμως είχε αρχίσει να προηγείται με εμφανή διαφορά.

Τα τελευταία τρία χρόνια η πόλη του και οι σύμμαχές της, βρισκόταν σε πόλεμο με τον πελοποννησιακό συνασπισμό. Όπως και πολλοί άλλοι, ο Διόδοτος είχε αρχίσει να προβληματίζεται σχετικά με το νόημα όλων αυτών των συγκρούσεων μεταξύ των ελληνικών πόλεων, οι οποίες είχαν επι πλέον αρχίσει να διαρκούν και να κοστίζουν σε χρήμα και αίμα, ασυνήθιστα πολύ σε σχέση με τον παλιό καλό καιρό. Επίσης είχαν αρνητικές επιπτώσεις στην καθημερινή συλλογική ηθική και νοοτροπία.

Σαν να μην έφταναν αυτά, ένας λοιμός είχε περάσει από την πόλη, σπέρνοντας αδιακρίτως τον θάνατο. Ο ίδιος ίσως ήταν πλέον αρκετά μεγάλος για να πάρει θέση στην φάλαγγα. Ίσως όμως είχε γιούς, που πολεμούσαν ήδη ως πεζοναύτες και μία κόρη, που ο μνηστήρας της επίσης πολεμούσε. Ίσως έπρεπε να δικαιολογηθεί και στη γυναίκα του (την είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα σε κάποια δημοτελή γιορτή), η οποία μονίμως τον καλόπιανε να μαζέψει τους φίλους του, να βγούνε στη Συνέλευση και να μιλήσουν έξω από τα δόντια, για να σταματήσει επιτέλους αυτή η τρέλα για πανελλήνια κυριαρχία.

 
Το πόσο μεγάλη σημασία είχε η ανάδειξη της προσωπικότητας του ατόμου κι όχι η (κ)οπαδοποίησή του για τον ελληνικό πολιτισμό φαίνεται από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου είχαν καθιερωθεί αποκλειστικά ατομικά και κανένα ομαδικό αγώνισμα.
 
Αυτή η αλαζονεία της Αθήνας απασχολούσε εδώ και καιρό τον Διόδοτο. Οι υπαιθρίως φιλοσοφούντες της Αγοράς είχαν αρχίσει να συσχετίζουν όλο και πιο ανοιχτά την Αθηναϊκή υπεροψία με την τρομερή έννοια της Ύβρεως. Ωστόσο η Αθήνα ήταν ακόμη αρκετά δυνατή για να τους δώσει σημασία. Η πόλη του προτιμούσε προς το παρόν να ακούει δεινούς δημαγωγούς, όπως εκείνος ο δαιμόνιος βυρσοδέψης, ο Κλέων, που περνιόταν για συνεχιστής του, νεκρού από τον λοιμό, Περικλή.

Ο Διόδοτος δεν συμπαθούσε τον Κλέωνα. Μάλιστα ο Αριστοφάνης, αυτός ο «δηλητηριώδης» κωμικός με την ευγενική ψυχή, είχε χαρακτηρίσει τον τελευταίο ως άξεστο, αγράμματο και γελοίο υποκείμενο, κατηγορίες βαρύτατες για μια κοινωνία, όπου η παιδεία ήταν ίσως το καταρχήν ζητούμενο για έναν πολίτη.

Ο Διόδοτος πήγαινε συχνά στα κουρεία, όχι πάντα για να κουρευτεί αλλά γιατί εκεί ήταν ο τόπος συνάντησης των αντρικών παρεών (κάτι σαν το νεοελληνικό καφενείο). Εκεί μοιραζόταν με τους φίλους του τις ίδιες αόριστες ανησυχίες για την εξωτερική πολιτική της Αθήνας. Αλλά δεν είχαν κάτι συγκεκριμένο να αντιτάξουν στη Συνέλευση απέναντι σε ρήτορες όπως ο Κλέων, που υποστήριζαν την συνέχιση, με κάθε μέσο, του πολέμου για την διατήρηση της αθηναϊκής ηγεμονίας.

Ήταν λοιπόν η κοινότητα μια κοινωνία διαρκώς νηφάλιων ανθρώπων; Όχι βέβαια. Όλοι γνώριζαν, ότι όπου συνυπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν και οι συγκρούσεις τους. Σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις υπήρχε η άτυπη πολιτική ομαδοποίηση ανάμεσα σε ολιγαρχικούς και δημοκρατικούς (οι ολιγαρχικοί μάλιστα οργανώνονταν σε μυστικές λέσχες και συνομωτούσαν ενάντια στον Δήμο). Παρ’ όλα αυτά, ο Διόδοτος και οι φίλοι του ούτε στιγμή δεν σκέφτηκαν να σχηματοποιήσουν με άκομψο τρόπο τις απόψεις τους σα μια συνταγή «σωτηρίας» από τα κάθε είδους κοινωνικά δεινά (κάτι σαν τις σημερινές ιδεολογίες) και να προσπαθήσουν να την επιβάλλουν ιδρύοντας μια πολιτική παράταξη ομαδικώς ιδιωτευόντων «σωτήρων», διαχωρισμένη και αποστασιοποιημένη από την κοινωνία (κάτι σαν τα σημερινά κόμματα). Παρά την γνωστή αγάπη των ελλήνων για την εξαγωγή γενικών κανόνων από τα επιμέρους ζητήματα, γνώριζαν, ότι και οι γενικεύσεις έχουν τα όριά τους και, ότι η ευδαιμονία, ατομική, ή συλλογική, κατακτάται μέσα από τη κοπιαστική αντιμετώπιση των επιμέρους προβλημάτων της και όχι με ετοιματζίδικες λύσεις. Γνώριζαν επίσης, ότι καμμία ιδεολογικού τύπου γενίκευση δεν μπορεί να στέκεται επάνω από την ίδια την κοινότητα ως την ανώτερη και ιερότερη γενίκευση.

Αν και ήταν κοινός τόπος για όλους τους έλληνες, ότι η διοίκηση μιας κοινωνίας πρέπει να ασκείται από τους άριστους (δηλ. τους κατέχοντες την πολιτική αρετή), υπήρχε διαφωνία σχετικά με το πώς έπρεπε να οριστούν αυτοί. Για τους οπαδούς της παλιάς ολιγαρχίας, που είχαν χάσει τα προνόμιά τους, η κατοχή της πολιτικής αρετής ήταν ζήτημα έμφυτο και «ευγενούς» καταγωγής και τους φαινόταν αδιανόητο ένας π.χ. βυρσοδέψης, ή ένας ξυλουργός να έχουν άποψη επί ζητημάτων, που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση μιας πόλης.

Για τους δημοκρατικούς η πολιτική αρετή ήταν κάτι επίκτητο, που μπορούσε να διδαχθεί και να γίνει κτήμα όλων των ελεύθερων ανθρώπων: όλοι μπορούσαν να γίνουν άριστοι άν εθίζονταν στη φιλοσοφική σκέψη και άσκηση π.χ. μέσω του θεάτρου, ή μέσω των συζητήσεων στην Αγορά, ή αν αναλάμβαναν εκ περιτροπής πολιτειακές αρμοδιότητες και κυρίως αν πείθονταν με χειροπιαστό τρόπο, ότι η ευημερία της κοινωνίας ισοδυναμεί με την προσωπική τους. Για μια δημοκρατία κυρίαρχη επιδίωξη και πρόκληση αποτελούσε η έμπρακτα θεμελιωμένη ταύτιση ατομικού και κοινωνικού συμφέροντος. («Φαίνεται δε όχι μόνον από ένα παράδειγμα, αλλά, γενικώς πόσον σπουδαίο πράγμα είναι η ισότης. Διότι οι Αθηναίοι εφ’ όσον μεν εδιοικούντο τυραννικώς, δεν ήσαν καθόλου καλύτεροι εις τα πολεμικά από κανέναν των γειτόνων τους, απαλλαγέντες όμως από τους τυράννους έγιναν πρώτιστοι όλων. Τούτο φανερώνει ότι, ότε ήσαν δούλοι, συμπεριεφέροντο εκουσίως ως δειλοί, σκεπτόμενοι ότι ειργάζοντο δια τον κύριόν των, ότε όμως ηλευθερώθησαν, ο καθένας εδείκνυε προθυμίαν να εργασθή σκεπτόμενος ότι εργάζεται δια τον εαυτόν του», Ηροδότου Ιστορία Ε 78, εκδόσεις Πάπυρος, απόδοση Κ.Θ. Αραπόπουλου)(5).

Ωστόσο η αφορμή να αναμετρηθούν με τον Κλέωνα και τους ομοϊδεάτες του επάνω σε κάτι συγκεκριμένο δεν άργησε να δοθεί. Η Λέσβος -υπολογίσιμη σύμμαχος- επαναστάτησε αλλά το πανίσχυρο και πανταχού παρόν αθηναϊκό πολεμικό ναυτικό κατέστειλε έγκαιρα την ανταρσία. Έμενε να αποφασιστεί η τύχη των ηττημένων. Συγκλήθηκε έκτακτη συνέλευση των πολιτών, όπου ο Κλέων με έναν ρητορικό περίπατο έπεισε να θανατωθούν οι επιζήσαντες άνδρες και να πουληθούν ως δούλοι τα γυναικόπαιδα τής πρώην συμμάχου. Απέπλευσε μάλιστα ένα πολεμικό πλοίο για τη Λέσβο, με σκοπό να μεταφέρει στον εκεί αθηναϊκό στόλο την απόφαση-εντολή της Συνέλευσης.

Το βράδυ, που ο Διόδοτος επέστρεψε από την Συνέλευση, είχε να αντιμετωπίσει τα «μούτρα» που του έκανε η γυναίκα του. Τα νέα σχετικά με την ληφθείσα απόφαση είχαν ήδη προλάβει να φτάσουν στις γειτονιές. Σε όλα σχεδόν τα σπίτια οι γυναίκες επιτίθεντο στους άντρες, που είχαν ανεχτεί κάτι τέτοιο. Ήταν και τα θεατρικά έργα εκείνου του ιδιόρρυθμου, του Ευριπίδη, οι «Τρωάδες» και η «Εκάβη», που είχαν πρόσφατα υπενθυμίσει στους αθηναίους, ότι ίσως κάποτε δεν θα εξαιρούνταν ούτε οι ίδιοι από μια παρόμοια τραγική μοίρα. Η πόλη ήταν σαν να σιγόβραζε. Κάποιοι είχαν κάνει «πηγαδάκια» στους δρόμους και λογομαχούσαν σχετικά με την σκοπιμότητα μιας πιθανής επανεξέτασης της απόφασης. Ήταν φανερό, ότι επικρατούσε κλίμα μιας εκ των υστέρων αμφιβολίας, αν και όχι ακόμα μεταστροφής. Ωστόσο μέχρι το πρωί είχε γίνει φανερό, ότι έπρεπε να συγκληθεί νέα έκτακτη Συνέλευση.

Τα χαράματα ο Διόδοτος (που δεν είχε κοιμηθεί καθόλου όλη τη νύχτα) πήγε και βρήκε τους φίλους του. Αποφάσισαν να κάνουν κάτι σχετικά με το ζήτημα. Γνώριζαν πολύ καλά τον κορμό της επιχειρηματολογίας των υποστηρικτών του «ολοκληρωτικού πολέμου», όπως ήταν ο Κλέων. Εξέτασαν όλες τις πιθανές τροπές, που θα μπορούσε να πάρει μια δημόσια ρητορική αναμέτρηση. Έφτιαξαν ένα σχεδιάγραμμα αγόρευσης. Θα χτυπούσαν τον Κλέωνα και τους υποστηρικτές του, όχι επικαλούμενοι ευθέως -και αφελώς- το συναίσθημα οίκτου απέναντι στους σιδηροδέσμιους λέσβιους, αλλά αναπτύσσοντας όλες τις λογικές -δηλ. τις φιλοσοφικές και πολιτικές- προεκτάσεις του ζητήματος. Ήσαν ελεύθεροι άνθρωποι, που οι υποθέσεις της πόλης τους τούς αφορούσαν άμεσα και δεν θα ανέχονταν να σέρνονται από κάποιους μεγαλομανείς.


Θουκυδίδης Ολόρου.
Χάρη σε αυτόν γνωρίζουμε την περίφημη αγόρευση του Διόδοτου του αθηναίου. Το σημαντικότερο -και συναρπαστικότερο- στοιχείο στην ιστοριογραφία του Θουκυδίδη, δεν είναι τόσο η καταγραφή των καθ’ αυτό ιστορικών γεγονότων, όσο η ανάδειξη του διανοητικού τους υποστρώματος: μέσα από τις νευρώδεις συζητήσεις και δημηγορίες, που αναπτύσσονταν στις λαϊκές συνελεύσεις των εμπολέμων πόλεων, η ιστορία κατανοείται ως ζωντανή ανθρώπινη δημιουργία και όχι ως υπόθεση κάποιων δήθεν «γεννημένων ηγετών», ή ως ψευδοϊστορική μεταφυσική.

Το επόμενο πρωί κάμποσες δεκάδες χιλιάδες αθηναίοι είχαν συγκεντρωθεί στην Πνύκα. Όσοι επιθυμούσαν να αγορεύσουν (ελάχιστοι αυτή τη φορά), γράφτηκαν στον κατάλογο των ομιλητών. Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη. H αγόρευση του Κλέωνος ήταν μια, κατά πολύ βελτιωμένη, επανάληψη αυτής του τής προηγούμενης ημέρας: ένα υπεροπτικό κήρυγμα υπέρ της πολιτικής της πυγμής και της παραδειγματικής τιμωρίας επί των ηττημένων, έτσι ώστε στο μέλλον κανείς σύμμαχος να μην διανοηθεί να αποστατήσει. Επισήμανε για άλλη μια φορά τους κινδύνους που θα είχε για την Αθήνα, αν δειχνόταν ο παραμικρός οίκτος στους λέσβιους: οι υπόλοιποι σύμμαχοι θα το εξελάμβαβαν πιθανότατα σαν ένδειξη αδυναμίας της αθηναϊκής ηγεμονίας να επιβληθεί και θα αυτομολούσαν ο ένας μετά τον άλλον στο πελοποννησιακό στρατόπεδο. Η Συνέλευση είχε σιωπήσει σκεπτική. Φαινόταν σαν κανείς να μην μπορούσε να αντικρούσει τέτοια στέρεη επιχειρηματολογία. Έδειχνε σαν να είχαν καμφθεί και οι τελευταίες αντιστάσεις όσων μέχρι πριν λίγη ώρα επέμεναννα ξανασκεφτούν το ζήτημα. Το κλίμα πολύ απείχε από το να μεταστραφεί υπέρ των νηφαλιοτέρων.

Όταν ήλθε η σειρά του Διόδοτου να ανεβεί στο βήμα, οι φίλοι του τον χτύπησαν ενθαρρυντικά στην πλάτη. Ωστόσο μίλησε λίγη ώρα, με τρόπο ήρεμο και σταθερό. Επικαλέστηκε την λογική: oι αποφάσεις που παίρνονται εν θερμώ, όπως αυτή της προηγούμενης ημέρας, δεν είναι προφυλαγμένες από την ανοησία. Οι αιτίες, που σπρώχνουν κάποιους, όπως οι λέσβιοι, να εξεγερθούν είναι περίπλοκες και γι’ αυτό η αυστηρότητα των ποινών δεν μπορεί να τούς αποτρέψει. Η δίκαιη μεταχείριση του ηττημένου και η επίδειξη μεγαλοψυχίας, θα ενίσχυε το γόητρο της Αθήνας, αφού θα έπειθε ότι συμπεριφερόταν με σεβασμό τους συμμάχους της. Ας δικάζονταν οι υποκινητές της ανταρσίας και οι υπόλοιποι ας αφήνονταν να ζήσουν. Στο κάτω-κάτω την ανταρσία είχαν οργανώσει οι ολιγαρχικοί του νησιού και δεν υπήρχε λόγος για μια άσκοπη σφαγή και των δημοκρατικών, που ίσως είχαν αιφνιδιαστεί και εξαναγκαστεί να συμμετάσχουν.

Η Συνέλευση γύρισε τα πάνω κάτω. Η «γραμμή» των ψυχραιμοτέρων επικράτησε, έστω και με μικρή πλειοψηφία. Απέπλευσε αμέσως ένα πλοίο για να προλάβει εκείνο με την εντολή εξανδραποδισμού, που είχε φύγει την προηγούμενη. Οι ναύτες το είχαν πάρει προσωπικά και κωπηλάτησαν ασταμάτητα. Έφτασαν τη στιγμή, που ο αθηναίος διοικητής είχε τελειώσει την ανάγνωση της προηγούμενης καταδικαστικής απόφασης και ετοιμαζόταν να την εκτελέσει. Η Λέσβος μόλις που πρόλαβε να γλυτώσει.

Ο Διόδοτος κέρδισε μόνο μια αψιμαχία εναντίον της άμετρης επιθυμίας για πανελλήνια ηγεμονία, που είχε καταλάβει την πόλη του. Η νίκη του σίγουρα δεν αποτελεί αυτό, που θα χαρακτηρίζαμε ως «ιστορικό γεγονός». Είκοσι πέντε περίπου χρόνια αργότερα, η Αθήνα θα έχανε τον πόλεμο με τους Πελοποννήσιους και θα πλήρωνε το τίμημα της υπεροψίας της, υφιστάμενη μια ολιγόχρονη αλλά, στυγνή τυραννία (κυρίως από μαθητές του φιλόσοφου Σωκράτη) και μια -αναμενόμενη- εσωτερική σύρραξη.
 
Είναι μάλλον απίθανο ο Διόδοτος του Ευκράτους να έζησε για να τα δει όλα αυτά. Ωστόσο, η Αθήνα, όπως και όλη η αρχαία Ελλάδα, είναι σήμερα περισσότερο γνωστή για τα επιτεύγματά της παρά για τα ατοπήματά της. Τα επιτεύγματα αυτά δεν θα είχαν κατορθωθεί αν ένας ολόκληρος πολιτισμός δεν είχε κινητοποιηθεί σύσσωμος προς την κατεύθυνση της «μαζικής παραγωγής» προσώπων, όπως ήσαν οι χιλιάδες άσημοι Διόδοτοι. Οι συλλογικές διαδικασίες, που ανέπτυξε αυτός ο πολιτισμός σε κάθε τομέα του επιστητού (επιστήμη, πολιτική, πόλεμος, τέχνη κλπ.) δεν θα είχαν παράγει τέτοια άνευ ιστορικού προηγουμένου αποτελέσματα, αν δεν είχαν στηριχθεί στην πεποίθηση, ότι το άτομο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν άμορφο στοιχείο μιας εξ ίσου άμορφης μάζας. Το άτομο είναι εν δυνάμει φορέας του φυσικού Λόγου, τον οποίο μπορεί και δικαιούται να εξερευνήσει και να καλλιεργήσει. Η κοινωνία υποχρεούται να του παρέξει όλα τα προς αυτό διαθέσιμα μέσα. Η αποτύπωση αυτού του Λόγου στις διάφορες πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι μια διαδικασία επισφαλούς -και ενίοτε τραγικής- αναζήτησης, η οποία πιθανότατα θα διαρκέσει όσο και η ύπαρξη του ανθρώπινου είδους.

Στην περίπτωση της αρχαίας Ελλάδας, η ανάγκη ενός λαού για έμπρακτη αναζήτηση του Λόγου, οδήγησε στην συν-Λογικότητα. Η συλλογικότητα μεταμόρφωσε την κοινωνία, από μια στοιχειώδη –και, περίπου, αναγκαστική- συνύπαρξη, σε κοινότητα. Η κοινότητα αναζήτησε τη δύναμη και το εργαλείο διαιώνισής της στο άτομο, εξελίσσοντάς το σε πρόσωπο.

Στον Διόδοτο του Ευκράτους ο Θουκυδίδης δεν αφιερώνει καμία άλλη πληροφορία, πέραν του ονόματος του πατέρα του και της περίφημης δημηγορίας του. Πράγμα, που δείχνει, ότι δεν επρόκειτο για κάποιον διακεκριμένο πολίτη, αλλά μάλλον για έναν καθημερινό τύπο της Αθήνας του 5ου π.Χ. αιώνα.

Ο γράφων κινήθηκε από ένα αίσθημα οφειλής προς αυτόν και ευελπιστεί, ότι δεν έκανε κάποια εικασία, που θα τον προσέβαλλε.

Σημειώσεις

(1) Ντ. Χ. Κίττο, Οι Έλληνες , εκδόσεις Η Δαμασκός , Αθήνα 1968.

(2) Κορνήλιος Καστοριάδης , Η άνοδος της ασημαντότητας, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα

2000.

(3) Arnold Toynbee, Oι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992.

(4) Ζακλίν ντε Ρομιγύ, Γιατί η Ελλάδα; εκδόσεις Το Άστυ, Αθήνα 1993.
(5) Σε πόσο θολά νερά κινείται η σύγχρονη περί ατόμου προβληματική, επισημαίνει ο Μάρραιυ Μπούκτσιν (Ιεραρχία και Κυριαρχία, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1977): «Το αντικειμενοποιημένο άτομο –ο «ελεύθερος επιχειρηματίας» της οικονομικής θεωρίας, ο «ελεύθερος πολίτης» της νομικής επιστήμης- βγαίνει από τη σύγχυση κι αποκτάει την κοινωνική του θέση (μόνο) μέσα σε μια εσωτερικά διχασμένη κοινωνία, που βασίζεται σε αντιμαχόμενα ταξικά συμφέροντα και καταπιεστικές σχέσεις». Είναι, νομίζουμε, φανερό ότι, οποιαδήποτε συζήτηση περί συσχετισμού ατομικού και κοινωνικού συμφέροντος, κάτω από τέτοιες ανταγωνιστικές κοινωνικές συνθήκες, δεν θα είναι παρά μια συσκοτιστική παρωδία της αρχαίας αυθεντικής πολιτικής αναζήτησης