Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ο απαίδευτος νους.

Ποιός κυβερνά αυτόν τον κόσμο;
Ο απαίδευτος νους.
 
Ο απαίδευτος νους;
Είναι ο πλούσιος;
Είναι ο αμόρφωτος;
Είναι ο..;
 
Είναι ο απαίδευτος νους.
Τι εννοείς;
Τι σημαίνει αυτό;
Ο απαίδευτος νους άγεται και φέρεται.
Γίνεται έρμαιο της συγκυρίας. Γίνεται αυτό που συμβαίνει- και τίποτα άλλο.
Ο απαίδευτος νους προσκολλάται πάντοτε στον εκάστοτε Δυνατό.
Είναι μια αυτόματη, αντανακλαστική κίνηση.

Ο απαίδευτος νους δέχεται τη δωροδοκία, την εύνοια, την υπεροπτική ανοχή του Δυνατού.
Μια δουλειά, λίγα χρήματα, ένα αντάλλαγμα.
Θα δεχτεί να βελτιώσει πρόσκαιρα τη θέση του και θα επιτρέψει στον βασιλιά, τον κυβερνήτη, τον πρωθυπουργό να συντηρήσει το εκάστοτε διεφθαρμένο καθεστώς του.

Ο απαίδευτος νους επιτρέπει την αθλιότητα, όσο εκείνη λειτουργεί υπέρ του.
Με τον καιρό θα καμαρώσει κρυφά τη δύναμη της Εξουσίας και τη βαρβαρότητα που την συντηρεί.

Όταν ο Δυνατός δεν έχει πια τα μέσα- το χρήμα και την επιρροή- για να τον κρατήσει πιστό, τότε αμέσως στρέφεται στον επόμενο Δυνατό.

Σβήνει ξαφνικά με απαξία τη συμμετοχή και την ανοχή του στο θλιβερό παρελθόν.
Γίνεται με θρασύτητα ο πιο σκληρός πολέμιος του παλαιού κι ο πιο πιστά οργισμένος ακόλουθος του καινούριου Δυνατού.
Και παράλληλα με αυτόν τον φαύλο κύκλο της εξουσίας και τα σερνόμενα πλήθη του, ο απαίδευτος νους πάντοτε εντοπίζει τον αδύναμο.

Ο απαίδευτος νους συντρίβει τον αδύναμο.
Ο πλούσιος τον φτωχό.
Ο φτωχός τον ακόμα πιο φτωχό.
Ο πιο φτωχός τον παρία.
Ο παρίας τον ανέγγιχτο («the untouchables», η έσχατη κάστα στην Ινδία).
Συχνά οι εξαθλιωμένοι γίνονται ακόμα πιο σκληροί απ' τους βασανιστές τους – έτσι η Αδικία διαιωνίζεται.

Ο απαίδευτος νους πιστεύει.
Ο θεός του είναι η Ισχύς.
Αυτή είναι η ιερή του δύναμη.
Μόνο αυτή μπορεί να αντιληφθεί.
Μπορεί να περιφέρει λεκτικά έννοιες όπως η Αγάπη και η Ελευθερία, να τις περιγράφει, να τις κορνιζάρει με μεγάλα γράμματα, αλλά ποτέ δεν τις ενσωματώνει χωρίς αντάλλαγμα στη μικρή ζωή του.

Μόνο μέσα στην επιφάνεια του συγκριτικού βαθμού βρίσκει νόημα. «Είμαι πιο καλός.
Ο θεός μου είναι πιο καλός.
Είμαι ανώτερος».

Ο απαίδευτος νους δεν ξαγρυπνά τις νύχτες.
«Πώς έζησα σήμερα;
Τι έκανα;
Τι δεν έκανα;»
«Μήπως αδίκησα κάποιον;
Μήπως τον πόνεσα;».
Δεν αναρωτιέται.
Γιατί ο απαίδευτος νους είναι πάντοτε αδικημένος.
Θιγμένος.
Κι επομένως, πάντοτε δικαιολογημένος.
Αυτός είναι ο αγαπημένος του ρόλος.

Ο απαίδευτος νους δηλώνει απερίφραστα και μεγαλόφωνα την ύπαρξη του.
Είναι η παράλογη προβολή του πλούτου του, είναι η μίζερη προβολή της ατυχίας του, είναι η αλαζονική προβολή της τιμιότητάς του, της ηθικής του ανωτερότητας.

Ο απαίδευτος νους φοβάται. Φοβάται το Άγνωστο – δηλαδή τα πάντα.
Δεν μπορεί να δώσει εξήγηση, δεν έχει την πνευματική ζωή που θα γαληνέψει την άγνοιά του.
Κι έτσι αρχετυπικά μετατρέπει το Άγνωστο σε καλό ή κακό θεό, σε δαίμονα ή προστάτη.
Τελικά φοβάται και τα δυο.

Ο απαίδευτος νους δεν διστάζει ν' αφεθεί στα πιο βάρβαρα ένστικτά του – γιατί είναι ό,τι πιο εύκολο μπορεί να κάνει.
Η κάθε εποχή θα του δώσει συνθήματα/ επιχειρήματα για κάθε άθλιο εαυτό του.

Ο απαίδευτος νους πηγαίνει στο Σχολείο, στο Πανεπιστήμιο, λαμβάνει τις πληροφορίες της εποχής του, διαβάζει, αποκτά πείρα, διδάσκει.
Αλλά ποτέ δεν διδάσκεται.

Ο απαίδευτος νους ακολουθεί τυφλά την Αυθεντία του καιρού του.
Συχνά ταυτίζει τον εαυτό του με την Αυθεντία.

Ο απαίδευτος νους ξέρει.
Κατέχει την αλήθεια.
Την Απόλυτη Αλήθεια.

Δημιουργεί ένα σύννεφο, ένα νεφέλωμα ιδεοληψιών, προκαταλήψεων, στερεοτύπων κι απαράβατων κανόνων.
Κρέμεται με υστερία πάνω απ' το σύννεφο αυτό και πιστεύει πως τον σηκώνει ψηλά, πως μαζί πηγαίνουν βόλτα πάνω απ' τις ζωές των άλλων πλασμάτων.
Νιώθει θεός τους για μια μέρα – για μια ζωή.
Πάνω στο σύννεφο κάνει περίεργες κινήσεις με το σώμα και τα χέρια του, λατρεύει ξύλα, χρυσάφια, υφάσματα και ρούχα, φτιάχνει τελετές και καταναγκασμούς, αλλά αδυνατεί να πει μια καλημέρα – και να την εννοεί.

Ο απαίδευτος νους ζει μέσα μια διαρκή σύγχυση.
Η Σύγχυση σημαίνει πάντοτε Σύγκρουση.

Ο απαίδευτος νους ζει μέσα σε μια διαρκή αντίφαση.
Πολεμά στο όνομα της Ειρήνης, Σκοτώνει στο όνομα της Ζωής, Πονά στο όνομα της Αγάπης, Σκλαβώνει στο όνομα της Ελευθερίας, Αδικεί στο όνομα της Δικαιοσύνης, Παρανομεί στο όνομα του Νόμου, Καταστρέφει στο όνομα της Ύπαρξης.

Ο απαίδευτος νους έχει ως σημείο αναφοράς τους εχθρούς.
Τους φαντάζεται, τους δημιουργεί, τους ελκύει.

Ο απαίδευτος νους ζει μέσα απ' τους άλλους.
Παραμονεύει.
Χάνει χρόνο, απ τον ελάχιστο που διαθέτει στην ενσαρκωμένη ζωή του, για να ασχοληθεί με τα πλάσματα που πιστεύει πως κλέβουν κάτι από τον ζωτικό του χώρο.
Δεν αντέχει τη μοναξιά της περισυλλογής.
Δεν εμβαθύνει.

Ο απαίδευτος νους είναι ο Δικτάτορας.
Του κράτους του, της ομάδας του, της οικογένειας, των παιδιών, των συντρόφων του, των φίλων, της καθημερινότητας.

Ο απαίδευτος νους κρίνει, δεν δημιουργεί.

Ο απαίδευτος νους δεν ζει στο παρόν.
Θα στοιχημάτιζε και τη ζωή του για το τι έγινε πριν από χιλιάδες χρόνια, έχει τη βεβαιότητα για το τι πρόκειται να συμβεί.
Αλλά στην πραγματικότητα δεν ξέρει τίποτα για το Τώρα.

Ο απαίδευτος νους δεν αναγνωρίζει το ταλέντο, την ομορφιά των άλλων.

Ο απαίδευτος νους δημιουργεί τη γραφειοκρατία.
Αγαπά τους τύπους, γιατί δεν απαιτούν βαθύτερη αντίληψη της ζωής, δεν ζητούν κάποια πνευματική διαδρομή, είναι ευκόλως αναγνώσιμοι.
Υπάρχουν εκεί, αμετακίνητα παρόντες, ένα έτοιμο εγχειρίδιο.

Ο απαίδευτος νους στηρίζει με τη σιωπή του κάθε φαύλο καθεστώς. Καταστρέφει με το θόρυβό του κάθε δημοκρατία.
Γιατί ο λόγος του δεν είναι ποτέ απόσταγμα σκέψης.
Βιάζεται να σωπάσει ή να επιβάλει τον λόγο του.
Ο απαίδευτος νους είναι ανυπόμονος.
Δεν έχει τον αυθορμητισμό ενός παιδιού, τη λαχτάρα του ερωτευμένου.
Δεν κατανοεί τη στωικότητα, την καρτερικότητα, την αξία του λόγου και τη σοφία της σιωπής.
Ζει σπασμωδικά, ακριβώς όπως σκέφτεται.

Ο απαίδευτος νους δεν έχει καμία εσωτερική ευγένεια.
Ο αληθινά ευγενής άνθρωπος φαίνεται μόνο από τους τρόπους του απέναντι σε εκείνους, τους οποίους δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη.

Ο απαίδευτος νους δεν έχει χιούμορ.
Λέει αστεία, γίνεται εύθυμος, σκωπτικός, πικρόχολος και χαιρέκακος.
Αλλά δεν επιτρέπει να αγγίξει κανείς – ούτε λεκτικά- την κοσμοθεωρία του.

Ο απαίδευτος νους συγχωρεί τον εαυτό του.
Όχι τους άλλους.

Ο απαίδευτος νους μπορεί να είναι μορφωμένος, σοβαρός, καλοντυμένος, να κατέχει φήμη κι αξιώματα, δύναμη, επιρροή και πλούτο.

Ο απαίδευτος νους μπορεί να είναι αμόρφωτος, κακοντυμένος, χωρίς κοινωνική θέση κι αξιώματα. Σχηματίζει ομάδες , φράξιες, παρατάξεις, στρατούς, διαχωρισμούς.

Οι περισσότερες εποχές της ανθρώπινης ιστορίας ευνοούν τον απαίδευτο νου.
Γιατί εκείνος βρίσκει πάντοτε το κατάλληλο έδαφος μέσα στις αυστηρές δομές, στις έτοιμες απαντήσεις, σε ιδεολογικά κατασκευάσματα και θρησκείες.

Ο απαίδευτος νους είναι υπάκουος – ή οργανωμένα, κατόπιν προσταγής, ανυπάκουος. Ψάχνει πάντοτε για την πιο ασφαλή φυλακή και τη βαφτίζει ζωή του.

Ο απαίδευτος νους δεν ξέρει τι είναι η καλοσύνη ή η αγάπη άνευ όρων.
Δε θα άντεχε ποτέ μια τέτοια αναρχία.

Ο απαίδευτος νους δεν αντέχει τα πλούτη του – γίνεται άπληστος.

Ο απαίδευτος νους δεν αντέχει τη φτώχια του – γίνεται κτήνος.

Ο Μακιαβέλι για τον Έρωτα

Τη δύναμή σου την τρανή
Έρωτα, όποιος δε σε γνωρίζει
μάταια ελπίζει
να ιδεί τι μέγα κρύβουν οι ουρανοί.

Μακιαβέλι, τραγούδι στο θεατρικό έργο «Μανδραγόρας».

Τον Δεκέμβριο του 1513, ο Μακιαβέλι βρίσκεται εκτοπισμένος στο Σαν Κασιάνο της Ιταλίας, αφού φυλακίστηκε με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνωμοσία εναντίον της ισχυρής οικογένειας των Μεδίκων. Περνάει τον καιρό του στην ύπαιθρο με χασομέρια, σχεδόν άπραγος, κυνηγώντας τσίχλες και παίζοντας χαρτιά σ’ ένα χάνι, παρέα με τους χωρικούς. Στα γραπτά αυτής της περιόδου φαίνεται καθαρά η απογοήτευση και η αγωνία του να τον καλέσουν «οι αφεντάδες» στην υπηρεσία τους, ας είναι και «για να κυλάει μια πέτρα». Ζει με την οικογένειά του στην επαρχία και δύσκολα τα φέρνει βόλτα. Την ίδια χρονιά, προαναγγέλλει τη συγγραφή του Ηγεμόνα και διατηρεί αλληλογραφία με κάποιους φίλους του, ανάμεσά τους και ο Φραγκίσκος Βεττόρι, που βρίσκεται επίσης εξόριστος. Οι συναναστροφές στην ιταλική επαρχία είναι πάντα μια ευκαιρία να στοχαστεί πάνω στις συνήθειες και τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Σ’ ένα γράμμα προς τον Φραγκίσκο Βεττόρι διαβάζουμε:

«Ύστερα, τραβάω από το δρόμο κατά το χάνι, μιλάω με τους περαστικούς, ρωτώ τα νέα από τον τόπο τους, μαθαίνω διάφορα και παρατηρώ τα χίλια γούστα και τις διαφορετικές φαντασίες των ανθρώπων»

Οι άνθρωποι μαλώνουν κυριολεκτικά για ένα φραγκοδίφραγκο, δηλαδή για το τίποτα: «Μόλις αποφάω, ξαναγυρίζω στο χάνι· εκεί είναι ο χανιτζής και συνήθως κι ένας χασάπης, ένας μυλωνάς και δυο φουρναραίοι. Μαζί με δαύτους βουτιέμαι όλη μέρα σε πράματα τιποτένια, παίζοντας κρίκα και τρικ-τρακ, ώσπου στο τέλος απ’ τα παιχνίδια γεννιούνται χίλιοι καυγάδες κι αμέτρητες βρισιές με λόγια βαριά· ένα φραγκοδίφραγκο παίζουμε τις πιο πολλές φορές κι οι φωνές μας ακούγονται μέχρι το Σαν Κασιάνο. Έτσι, βουτηγμένος μέσα σε τέτοιες ψείρες, δεν αφήνω το μυαλό μου να μουχλιάσει και χορταίνω την κακία της μοίρας μου, αφήνοντάς την μ’ όλη μου την καρδιά να με σέρνει σε τούτη τη στράτα, για να ιδώ μήπως και ντραπεί καμιά φορά.»

Το ύφος της αλληλογραφίας είναι ανάλαφρο, κάποτε συνθηματικό και χιουμοριστικό, με πολλές προσωπικές αναφορές σε πραγματικά περιστατικά: «Όποιος θα ΄βλεπε τα γράμματά μας, τιμημένε μου σύντεκνε, θ’ απορούσε πολύ, γιατί τη μια φορά θα του φαινόταν πως είμαστε άνθρωποι σοβαροί, δοσμένοι ολάκερα σε πράγματα τρανά, που δεν μπορεί στα στήθια μας να ξεπηδήσει κάποια σκέψη χωρίς να ‘χει απάνω της ευπρέπεια και μεγαλοσύνη. Στερνά όμως, μόλις γύριζε φύλλο, θα του φαινόταν πως οι ίδιοι εμείς είμαστε επιπόλαιοι, άστατοι, λάγνοι και δοσμένοι σε πράγματα κούφια. Τούτος ο τρόπος να πορευόμαστε, αν φαίνεται σε κάποιους ντροπιαστικός, σε μένα φαίνεται αξιέπαινος, γιατί μιμούμαστε τη φύση που είναι άστατη· κι όποιος μιμείται τη φύση δεν μπορεί να κατηγορηθεί.»

Για πολύν καιρό, ο ίδιος ο Μακιαβέλι διατηρούσε σχέσεις με την Μπάρμπερα, μια τραγουδίστρια και θεατρίνα ελευθερίων ηθών, που μνημονεύεται σε πολλές επιστολές του:

«Κι επειδή ξέρω πόσο σε τέρπουνε παρόμοιες σκέψεις, καθώς και η γνωριμιά με παρόμοιους τρόπους ζωής, στενοχωριέμαι που δε σ’ έχω εδώ για να γελάσεις, άλλοτε με τους στεναγμούς κι άλλοτε με τις χαρές μου· κι όλη τη χαρά που θα ‘παιρνες τώρα τη σηκώνει ο φίλος μου ο Δονάτος, που του λόγου του, μαζί με τη φιλενάδα που σού ‘λεγα την άλλη φορά, είναι τα μοναδικά λιμάνια και καταφύγια για το καράβι μου, που απ’ την ασταμάτητη τρικυμία ξέμεινε δίχως τιμόνι και πανιά. Κι ακόμα δεν έκλεισαν δυό βραδιές από τότε που μού ΄λαχε να πω κι εγώ, σαν το Φοίβο στη Δάφνη:

Παρακαλώ σε, στάσου Νύμφη του Πηνειού· εχθρός δεν είμαι
Νύμφη, στάσου· τ’ αρνί απ’ το λύκο κι απ’ το λιόντα τ’ αλάφι,
κι απ’ τον αητό με τρεμιστό φτερό τα περιστέρια,
Έτσι ξεφεύγουν, τ’ είν’ εχθροί τους.


Κι όπως το Φοίβο λίγο τον ωφελήσανε τούτοι οι στίχοι, έτσι και μένα τα ίδια λόγια καθόλου δεν πιάσανε σε κείνη που μου ‘φευγε.»

Η φύση είναι απρόβλεπτη, άστατη κι επιπόλαια· ο ερωτευμένος είναι ένας άνθρωπος παραδομένος στη φύση και τη δύναμη της· όποιος δεν ερωτεύτηκε στ’ αλήθεια «δεν ξέρει τι είναι ζήση αντάμα και θανή, πώς πέφτεις στο κακό και στο καλό το χάνεις / πως σου ξεσκίζουν την καρδιά / φόβος μαζί κι αποθυμιά / και πως μπορείς για κάποιον άλλο να πεθάνεις.» Σχετικά με την ηθική, ο Έρωτας παρουσιάζεται ως φυσικός, δηλαδή μάλλον ουδέτερος από ηθική άποψη: η φύση δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή, το περιεχόμενο ορίζεται από τους ανθρώπους. Με αφορμή τους έρωτες του Φραγκίσκου, γράφει ο Μακιαβέλι: «Στο δικό Σου γράμμα άλλο δεν έχω να Σου πω παρά ν’ ακολουθείς τον Έρωτα μ’ όλα τα χαλινάρια Σου λυτά, γιατί τη χαρά που παίρνεις σήμερα αύριο δε θα την έχεις· κι αν η υπόθεση είναι όπως μου τη γράφεις, πιότερο ζηλεύω Εσένα παρά το βασιλιά της Αγγλίας. Παρακαλώ Σε, ακολούθα το αστέρι Σου και μην αφήνεις ούτε γιώτα να σου ξεφύγει από τα πράγματα του κόσμου, γιατί πιστεύω, πίστευα και πάντα θα πιστεύω πως είναι αλήθεια αυτό που λέει ο Βοκκάκιος: ότι καλύτερα να κάνεις και να μετανιώνεις παρά να μην κάνεις και να μετανιώνεις.»

Η μόνη επιλογή, αυτό τουλάχιστον συμβουλεύει ο Μ. στον ερωτευμένο Φραγκίσκο, είναι να καλοπιάσουμε τον Έρωτα, να δεχτούμε τα καπρίτσια και τα παιχνίδια του:

«Όσο για τον Έρωτά σου, σου θυμίζω πως απ’ τον έρωτα ξεσκίζονται όσοι πάνε να του ψαλιδίσουν τις φτερούγες ή να τον δέσουν όταν τους πέφτει στην αγκαλιά. Σε εκείνους, όντας παιδί και άστατος, βγάνει τα μάτια, τα συκώτια και την καρδιά. Μα όσοι κάνουν μαζί του χαρές, και τον χαϊδεύουν, όταν τους έρχεται, τον αφήνουν να φύγει, όταν τους φεύγει, και τον καλοδέχονται όταν ξαναγυρίζει, αυτοί πάντα έχουν τιμές και καλοπιάσματα από δαύτον και θριαμβεύουνε κάτω απ’ τις προσταγές του. Για τούτο, καλέ μου σύντεκνε, μη δοκιμάσεις να βάλεις σε τάξη κάποιον που πετάει, ούτε και να ψαλιδίσεις κάποιον που για καθένα φτερό ξεπετάει χίλια· και τότε θα ευτυχείς.»

Ο στοχαστής που αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη των ανθρώπινων πραγμάτων παραδίδεται αμαχητί μπροστά στη μαγεία και τις προσταγές του Έρωτα· ακόμα κι αν ήθελε να ξεφύγει από τα δίχτυα του, είναι αμφίβολο αν θα το επέλεγε: «…Κι αν είναι τόσο δυνατές οι αλυσίδες που μου φόρεσε, ώστε ολότελα απελπίστηκα για τη λευτεριά μου κι ούτε μπορώ να σκεφτώ τρόπο για να λυθώ· κι αν όμως η μοίρα ή κάποια ανθρώπινη πονηριά μού ανοίξουνε κάποιο δρόμο για να φύγω, ίσως και να μην ήθελα, τόσο μού φαίνονται άλλοτε γλυκιές, άλλοτε ελαφριές κι άλλοτε βαρειές τούτες οι αλυσίδες, και φτιάνουν ένα τέτοιο αμάγαλμα, που κρίνω πως αν δε ζω έτσι, δεν μπορώ να ζω μ’ ευχαρίστηση στην καρδιά.»

Ο πραγματικός σκοπός της ζωής ενός ανθρώπου

Εάν ο άμεσος και πραγματικός σκοπός της ζωής ενός ανθρώπου δεν είναι να υποφέρει τα δεινά του κόσμου, τότε η ύπαρξή του δεν έχει επ’ ουδενί προσαρμοστεί στον προορισμό της. Θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε πως τα ατελείωτα δεινά που πλήττουν τους ανθρώπους και που προκύπτουν από ανάγκες και συμφορές συνυφασμένες ουσιαστικά με την ίδια τη ζωή, είναι άσκοπα και καθαρά συμπτωματικά.

Σοπενχάουερ – Για τη δυστυχία του κόσμου

Δίχως αμφιβολία, κάθε προσωπική περίπτωση δυστυχίας μοιάζει με μεμονωμένο περιστατικό, όμως η δυστυχία γενικότερα είναι που αποτελεί τον κανόνα.

Όπως ένα ρυάκι κυλά ομαλά όσο δεν συναντά κανένα εμπόδιο, έτσι και η φύση των ανθρώπων και των ζώων είναι τέτοια που δεν μας βοηθάει ούτε να αντιλαμβανόμαστε στ’ αλήθεια ούτε να συνειδητοποιούμε ποτέ τι συντάσσεται με τη βούλησή μας.

Τα πράγματα υποπίπτουν στην αντίληψή μας μόνο εφόσον ματαιώνουν τη βούλησή μας ή ανατρέπουν τα σχέδιά μας.

Από την άλλη, ότι αντιτίθεται στους στόχους μας, ή ματαιώνει και εμποδίζει τις επιθυμίες μας, με άλλα λόγια, ότι είναι δυσάρεστο και οδυνηρό, αφήνει ακαριαία και άμεσα πάνω μας ένα σαφές στίγμα.

Ακριβώς όπως δεν διατηρούμε διαρκώς συναίσθηση της γενικότερης υγιούς σωματικής κατάστασης, αλλά επικεντρωνόμαστε μόνο στο μικρό σημείο όπου μας χτυπάει το παπούτσι, έτσι δεν αναλογιζόμαστε το σύνολο των δραστηριοτήτων μας που βαίνουν επιτυχώς, αλλά αναλώνουμε την προσοχή μας σε ασήμαντα συμβάντα και μικροπράγματα που επιμένουν να μας εκνευρίζουν.

Σε αυτό το δεδομένο βασίζεται μια θέση που έχω υπογραμμίσει επανειλημμένα: Ο αρνητικός χαρακτήρας της καλοπέρασης και της ευτυχίας, σε αντίθεση με τον θετικό χαρακτήρα του πόνου.

Επομένως κανένας παραλογισμός δεν είναι μεγαλύτερος από τον παραλογισμό που χαρακτηρίζει σχεδόν όλα τα μεταφυσικά συστήματα: την ερμηνεία του κακού ως κάτι το αρνητικό.

Διότι το κακό, και μόνο το κακό, έχει θετικό πρόσημο, αφού μόνο αυτό είναι απτό· στον αντίποδα το καλό, δηλαδή όλες οι εκφάνσεις της ευτυχίας και της ικανοποίησης, διαθέτει αρνητικό πρόσημο, καθώς συνδέεται είτε με την καταστολή μιας επιθυμίας (μέσω της ικανοποίησης της) είτε με την εξάλειψη ενός πόνου.

Η θέση αυτή συνάδει και με την τάση να υποτιμάμαι την ικανοποίηση που αντλούμε από μια ευχάριστη κατάσταση, ενώ αντίθετα μια οδυνηρή περίσταση μας προξενεί περισσότερο πόνο απ’ ότι φανταζόμασταν.

Μια γρήγορη διάψευση της θέσης που υποστηρίζει ότι η ευχαρίστηση βαραίνει περισσότερο στη ζωή από τον πόνο, ή ότι υπάρχει έστω κάποια ισορροπία ανάμεσα στα δύο, προκύπτει αν συγκρίνει κανείς τα αισθήματα ενός ζώου που κατασπαράζεται από κάποιο άλλο με αυτά εκείνου που το κατασπαράζει.

Ο νους που εμμένει στον φόβο, ανοίγει χώρο για να τον ζήσει

Σε όλους έχει συμβεί: όσο περισσότερο φοβόμαστε κάτι, τόσο περισσότερο μοιάζει να πλησιάζει. Μια απόρριψη, μια αποτυχία, μια απώλεια. Είναι σαν να τις φέρνουμε πιο κοντά με τη σκέψη μας, σαν να προσελκύουμε ακριβώς αυτό που θέλουμε να αποφύγουμε. Είναι όμως έτσι; Κι αν ναι, γιατί;

Η αίσθηση ότι “ελκύουμε αυτό που φοβόμαστε” δεν είναι μυστικιστική. Είναι ανθρώπινη. Και εξηγείται μέσα από τη λειτουργία της προσοχής, της μνήμης, των συναισθηματικών μοτίβων και της προσδοκίας. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για κατάρα, αλλά για μοτίβο που μπορούμε να καταλάβουμε και να αλλάξουμε.

Η προσοχή μαγνητίζεται από την απειλή

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει εξελιχθεί για να δίνει προτεραιότητα σε ό,τι μοιάζει επικίνδυνο. Οι ειδικοί το ονομάζουν «αρνητική προκατάληψη» (negativity bias). Απειλές, λάθη, αποτυχίες, αμφιβολίες — όλα αυτά καταγράφονται ισχυρότερα στη μνήμη, προκαλούν μεγαλύτερη εγρήγορση και μας κρατούν σε εσωτερική επιφυλακή.

Όταν λοιπόν φοβόμαστε κάτι, η προσοχή μας αρχίζει να το σκανάρει παντού. Κάθε μικρό σημάδι ερμηνεύεται μέσα από τον φακό της απειλής. Το μυαλό προετοιμάζεται, αλλά χωρίς να ξεχωρίζει αν αυτό που φοβάται είναι πιθανό ή απλώς επίμονα σκεπτόμενο. Έτσι, η πραγματικότητα μοιάζει να επιβεβαιώνει τον φόβο, όχι επειδή αυτός ήταν αληθινός, αλλά επειδή τον “βλέπουμε” παντού.

Ο φόβος αλλάζει τη συμπεριφορά

Ο φόβος δεν μένει στη σκέψη. Επηρεάζει τη στάση μας, τον τόνο μας, τις σχέσεις μας. Αν κάποιος φοβάται την απόρριψη, μπορεί να γίνει υπερβολικά προσεκτικός, απόμακρος ή να αποσύρεται πρώτος για να μην πληγωθεί. Αν φοβάται την αποτυχία, ίσως αποφεύγει προκλήσεις ή υπονομεύει τις ίδιες του τις προσπάθειες.

Η συμπεριφορά αυτή οδηγεί ακριβώς σε αυτό που φοβόμαστε. Μπορεί να μην το θέλουμε, αλλά εμμένουμε σε αυτό, το περιμένουμε και το προετοιμάζουμε — όχι ως πρόθεση, αλλά ως άμυνα.

Φοβόμαστε ό,τι έχουμε μάθει να περιμένουμε

Οι φόβοι μας δεν είναι τυχαίοι. Συχνά έχουν τις ρίζες τους σε παλιές εμπειρίες, σε στιγμές που νιώσαμε απώλεια, απόρριψη, έλλειψη ελέγχου, απειλή. Το μυαλό, προσπαθώντας να προστατεύσει τον εαυτό, δημιουργεί σχήματα: «όταν συμβαίνει αυτό, ακολουθεί εκείνο». Ακόμα κι αν το τότε διαφέρει από το τώρα, το παλιό σενάριο παραμένει ενεργό

Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αναζητούμε στο παρόν αυτά που μάθαμε να φοβόμαστε. Όχι γιατί τα επιθυμούμε, αλλά γιατί μας είναι οικεία. Το γνώριμο, έστω και δυσάρεστο, μοιάζει πιο ασφαλές από το άγνωστο. Και η ψυχή —όπως κάθε ζωντανός οργανισμός— τείνει προς το προβλέψιμο.

Η εσωτερική αφήγηση ζητά επιβεβαίωση

Μέσα μας κουβαλάμε ιστορίες για το ποιοι είμαστε: «δεν είμαι αρκετός», «δεν με επιλέγουν», «όλο κάτι πάει στραβά». Αυτές οι πεποιθήσεις είναι φίλτρα με τα οποία διαβάζουμε τον κόσμο.

Όταν πιστεύεις κάτι για καιρό, ψάχνεις ασυνείδητα να το επιβεβαιώσεις. Και πολλές φορές, δημιουργείς τις συνθήκες που το κάνουν να φαίνεται αληθινό. Κανείς δε θέλει να πονέσει, αλλά ο ψυχισμός αναζητά συνοχή. Καλύτερα να έχεις άδικο για τη ζωή, παρά να έχεις άδικο για τον εαυτό σου.

Η ανάγκη να επαναλάβουμε αυτό που δεν καταλάβαμε

Μια ιδέα που ξεκινά από τον Φρόυντ και συνεχίζεται σε σύγχρονες ψυχοδυναμικές θεωρίες είναι ότι επαναλαμβάνουμε εμπειρίες που δεν μπορέσαμε να επεξεργαστούμε. Το κάνουμε όχι από επιθυμία, αλλά από ανάγκη. Προσπαθούμε, κάθε φορά, να δώσουμε νέο τέλος σε μια παλιά ιστορία.

Έτσι μπορεί να έλκουμε (ή να μένουμε) σε καταστάσεις που μοιάζουν με παλιά τραύματα για να τις διορθώσουμε. Μόνο που χωρίς επίγνωση δεν γράφουμε νέο τέλος, αλλά ζούμε την ίδια ιστορία.

Η απουσία εναλλακτικής αφήγησης

Υπάρχει κι ένας άλλος, λιγότερο εμφανής λόγος. Μερικές φορές, ελκύουμε αυτό που φοβόμαστε επειδή δεν ξέρουμε πώς μοιάζει κάτι διαφορετικό. Αν δεν έχουμε μάθει πώς είναι μια σχέση ασφάλειας, μια ήρεμη επιτυχία, μια σταθερή πορεία, τότε το «μη τρομακτικό» δεν αναγνωρίζεται ως οικείο.

Η ψυχή δεν ακολουθεί αυτό που λέει το μυαλό ότι είναι καλύτερο. Ακολουθεί αυτό που της είναι γνώριμο. Κι αν το μόνο γνώριμο είναι ο φόβος, εκεί πηγαίνει.

Πώς αλλάζει αυτό το μοτίβο;

Η πρώτη αλλαγή δεν είναι συμπεριφορική, αλλά συνειδησιακή. Να αναγνωρίσουμε ότι αυτό που φοβόμαστε δεν είναι απαραίτητα πιθανό – είναι απλώς τονισμένο στο μυαλό μας. Ότι οι προσδοκίες μας δεν είναι ουδέτερες, αλλά επηρεασμένες από εμπειρίες.

Μετά έρχεται η παρατήρηση: να βλέπουμε πότε αντιδρούμε σαν να επιβεβαιώνεται ο φόβος και πότε τον προβλέπουμε πριν καν υπάρξει. Να αμφισβητούμε την εσωτερική αφήγηση. Να ρωτάμε: “Αυτό που περιμένω, είναι πράγματι δικό μου; Μήπως το έμαθα κάποτε και τώρα απλά το κουβαλάω;” Και τέλος, έρχεται η δοκιμή: να κάνουμε χώρο για εμπειρίες που δεν ακολουθούν το παλιό μοτίβο. Που δεν είναι επιβεβαίωση του φόβου, αλλά ευκαιρία νέας ανάγνωσης.

Δεν ελκύουμε αυτά που φοβόμαστε από αδυναμία, αλλά επειδή λειτουργούμε με μηχανισμούς που προσπαθούν να μας προστατεύσουν. Ο φόβος είναι χάρτης, αλλά όχι πάντα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αν καταλάβουμε πώς δημιουργούνται οι δρόμοι του, μπορούμε να σχεδιάσουμε καινούργιους. Γιατί ο φόβος δεν προλέγει το μέλλον· χρωματίζει την πραγματικότητα που βλέπουμε.

Θεωρητικό μοντέλο προβλέπει το ταξίδι πίσω στον χρόνο

Το ταξίδι στον χρόνο θα μπορούσε να είναι μια πραγματικότητα στο μέλλον, και όχι μόνο αποκύημα της φαντασίας, σύμφωνα τους ισχυρισμούς του καθηγητή της φυσικής Amos Ori (1956), από το Τεχνολογικό Ίδρυμα του Ισραήλ. Λέει ότι έχει βρει ένα θεωρητικό μοντέλο μιας χρονικής μηχανής βασισμένης στη θεωρία της γενικής σχετικότητας του Αϊνστάιν, που δείχνει πως ο χωροχρόνος μπορεί να στρεβλωθεί από τη βαρυτική έλξη των μεγάλων αντικειμένων.

Κάτω από υποθετικές συνθήκες, οι μαθηματικές εξισώσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο σχηματισμό μιας χρονικής μηχανής, γνωστές ως “κλειστές καμπύλες σαν του χρόνου”, οι οποίες θα επέτρεπαν στους ανθρώπους να ταξιδέψουν πίσω στον χρόνο για να ερευνήσουν το παρελθόν.

Η μαθηματική εξίσωση δηλώνει ότι στα μίγματα του χώρου και του χρόνου, τον “χωροχρόνο”, ο χρόνος θα ήταν σε θέση να καμφθεί στον εαυτό του, έτσι ώστε ένα πρόσωπο που ταξιδεύει γύρω από το βρόχο να είναι σε θέση να πάει πίσω στον χρόνο με κάθε πλήρη στροφή.

Επίσης, ο Amos Ori έχει μιλήσει για την έξοδο του ταξιδιώτη από μία μαύρη τρύπα στο γνωστό Σύμπαν, αλλά σε εντελώς διαφορετικό σημείο του χωροχρόνου.

Ο καθηγητής Ori είπε ότι στο παρελθόν, μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις ήταν η υποτιθέμενη ανάγκη για την ύπαρξη ενός εξωτικού υλικού με παράξενες ιδιότητες – που οι φυσικοί ονομάζουν αρνητική πυκνότητα – για να δημιουργηθούν αυτοί οι χρονικοί βρόχοι.

“Αλλά, αυτό το υλικό πλέον δεν χρειάζεται. Μπορείτε να κατασκευάσετε μια χρονική μηχανή χωρίς εξωτική ύλη”, λέει ο Ori.

Έτσι, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί οποιοδήποτε υλικό, ακόμη και σκόνη, εφ’ όσον υπάρχει αρκετή από αυτήν για να κάμψει το χωροχρόνο σε έναν βρόχο, τονίζει.

Ακόμα και έτσι όμως, δεν έχει δώσει κανένα υπαινιγμό για το πότε θα χτιζόταν μια χρονική μηχανή, ή ακόμα και εάν θα ήταν ποτέ δυνατή.

“Υπάρχουν ακόμα μερικές ανοικτές ερωτήσεις. Το κύριο ζήτημα που απομένει είναι η σταθερότητα του χωροχρόνου, ο ίδιος ο ιστός του Κόσμου, στο σενάριο του ταξιδιού”, ανέφερε.

“Αλλά η υπερνίκηση αυτού του εμποδίου μπορεί να απαιτεί την ανάπτυξη μιας νέας γενιάς θεωρίας, την κβαντική βαρύτητα, που προσπαθεί να συνδυάσει τη γενική σχετικότητα με τις ιδέες της κβαντικής θεωρίας, τις μαθηματικές ιδέες που κυβερνούν τον ατομικό κόσμο”, πρόσθεσε.

Βέβαια, ο Stephen Hawking, ο οποίος το 1990 είχε προτείνει την “υπόθεση της χρονικής προστασίας”, που λέει ότι οι νόμοι της φυσικής απαγορεύουν τις χρονικές μηχανές, είχε πει ότι υπάρχουν πειραματικά στοιχεία ότι το ταξίδι στον χρόνο δεν υπάρχει.

“Δεν έχουμε κανένα αξιόπιστο στοιχείο των επισκεπτών από το μέλλον. Απορρίπτω τη θεωρία συνωμοσίας ότι UFO προέρχονται από το μέλλον και ότι η κυβέρνηση το ξέρει και το καλύπτει”, έλεγε ο Hawking.

Η θεωρία του Ori εμφανίζεται στην επιθεώρηση Physical Review.

Νίτσε: Ο ανώτερος άνθρωπος φέρεται με ιδιαίτερο τρόπο απέναντι στους άλλους και ιδίως απέναντι στον εαυτό του

Ποιοι είναι λοιπόν οι “ανώτεροι άνθρωποι” του Νίτσε;[1] Ας σημειωθεί πως στα γραπτά του ο Νίτσε προσφέρει αρκετά παραδείγματα όσων θεωρεί αναντίρρητα “ανώτερους ανθρώπους”: τον Γκαίτε τον Μπετόβεν, και (ίσως το σημαντικότερο) τον ίδιο τον εαυτό του.[2] Βέβαια ο Νίτσε εκφράζει συχνά θαυμασμό και για άλλους ανθρώπους – τον Ναπολέοντα, ενίοτε τον Καίσαρα, τα “ελεύθερα πνεύματα” τα οποία πραγματεύεται σε όλη τη Χαρούμενη επιστήμη – αλλά δημιουργικές ιδιοφυίες όπως ο Γκαίτε και ο ίδιος ο Νίτσε ξεχωρίζουν για την υπόληψη της οποίας χαίρουν στο νιτσεϊκό έργο.[3] Τι καθιστά αυτές τις προσωπικότητες πρότυπα “ανωτέρου” τύπου για τον Νίτσε, πέρα από τη μεγάλη δημιουργικότητά τους (αφού όπως λέει “οι πραγματικά δημιουργικοί άνθρωποι”, είναι “οι κατεξοχήν σπουδαίοι κατά την άποψή μου” (Θέληση για Δύναμη: 957); Τα γραπτά του Νίτσε περιγράφουν πέντε διακριτά, και στενά συνυφασμένα, χαρακτηριστικά του ανώτερου ανθρώπινου τύπου.

1. Ο ανώτερος τύπος είναι μοναχικός και ασχολείται με τους άλλους μονάχα εργαλειακά. “Κάθε επίλεκτος άνθρωπος”, λέει ο Νίτσε, “πασχίζει ενστικτωδώς να βρει φρούριο και τη μυστικότητά του, όπου διασώζεται από το πλήθος, τους πολλούς, τη συντριπτική πλειονότητα” (Πέρα από το Καλό και το Κακό: 26). Αυτή η μοναχικότητα, ωστόσο, “δεν επιλέγεται αλλά είναι δεδομένη” (ΘΔ: 943): ένα “καλοφτιαγμένο άτομο” “βρίσκεται πάντα στη δική του παρέα, όταν έρχεται σε επαφή είτε με βιβλία, είτε με ανθρώπους, είτε με τοπία” (Ίδε ο Άνθρωπος Ι:2). Ο ανώτερος τύπος είναι λοιπόν κατ’ ανάγκη μοναχικός: “Υπάρχει μέσα του μια μοναχικότητα απρόσιτη στο εγκώμιο ή στη μομφή, μια δική του δικαιοσύνη πάνω από κάθε αρχή” (ΘΔ: 962). “[Η] έννοια του “μεγαλείου” συνεπάγεται το να είναι κανείς ευγενής, να θέλει να βρίσκεται με τον εαυτό του, να μπορεί να διαφέρει, να στέκει μόνος και να πρέπει να ζει ανεξάρτητα” (ΠΚΚ: 212). Πράγματι ο ανώτερος τύπος επιζητά τη μοναχικότητα με κάτι σαν εμμονή, καθώς “ξέρει πώς να κάνει παντού εχθρούς Διαρκώς αντιφάσκει με τη συντριπτική πλειονότητα, όχι στα λόγια αλλά στα έργα” (ΘΔ: 944).

Δεν εκπλήσσει λοιπόν το γεγονός ότι ο σπουδαίος ή ο ανώτερος άνθρωπος δεν διαθέτει την “οικειότητα” και την “καλοσύνη” που πόσο συχνά εξυμνούνται στη σύγχρονη λαϊκή κουλτούρα. “Ένας σπουδαίος άνθρωπος είναι απόμακρος: θεωρεί έλλειψη καλαισθησίας το να είναι φιλικός” (ΘΔ: 962). Επιπλέον ο ανώτερος τύπος ασχολείται με τους άλλους, όταν πρέπει, με έναν μάλλον ξεχωριστό τρόπο: “Ενας άνθρωπος που πασχίζει για κάτι σπουδαίο θεωρεί καθέναν που συναντά στο δρόμο του είτε μέσο είτε καθυστέρηση και εμπόδιο –είτε προσωρινό αναπαυτήριο” (ΠΚΚ: 273). Επομένως, “ένας σπουδαίος άνθρωπος δεν θέλει “συμπονετικούς” ανθρώπους, αλλά υπηρέτες, εργαλεία· όταν συναναστρέφεται ανθρώπους, έχει πάντα την πρόθεση να κερδίσει κάτι από αυτούς” (ΘΔ:962).

2. Ο ανώτερος άνθρωπος αναζητά εμπόδια και ευθύνες, καθώς ωθείται προς την ολοκλήρωση ενός ενοποιητικού σχεδίου. “Τι είναι ευγενές;” ρωτά επανειλημμένα ο Νίτσε σε μια σημείωση του 1888 από τα Κατάλοιπα. Η απάντηση του: “Το να επιζητά κανείς ενστικτωδώς σημαντικές ευθύνες” (ΘΔ: 944). Αυτό συνέβαινε και με τον Γκαίτε: “δεν ήταν δειλός, αναλάμβανε όσο το δυνατός περισσότερα πάνω του, πάνω απ’ αυτόν, μέσα του” (Το Λυκόφως των Ειδώλων ΙΧ:49). Όμως ο ανώτερος άνθρωπος δεν επιζητά ευθύνες και καθήκοντα αυθαίρετα. “Ένας σπουδαίος άνθρωπος”, λέει ο Νίτσε, παρουσιάζει “μια μακρόχρονη λογική σε όλη του τη δραστηριότητα έχει την ικανότητα να απλώνει τη θέλησή του σε μεγάλες εκτάσεις της ζωής του, να απεχθάνεται και να απορρίπτει καθετί ασήμαντο πάνω του” (ΘΔ: 962). Αυτό είναι το γνώρισμα που ο Νίτσε ενίοτε αναφέρει ως “ύφος” στον “χαρακτήρα” (ΧΕ: 290). Ο Νίτσε έβλεπε την ίδια του τη ζωή υπό το πρίσμα της εκδήλωσης αυτού του χαρακτηριστικού:

Η οργανωτική “ιδέα” που είναι μοιραίο να κυριαρχήσει [στη ζωή και το έργο κάποιου] εξακολουθεί να αναπτύσσεται στο βάθος – αρχίζει να διατάζει∙ αργά αργά μας οδηγεί πίσω από παράδρομους και λάθος δρόμους∙ προετοιμάζει μοναδικές ιδιότητες και δεξιότητες που κάποια μέρα θα αποδειχθούν απαραίτητες ως μέσα για το όλο – μια προς μια, εκπαιδεύει όλες τις υποδεέστερες ικανότητες προτού κάνει οποιαδήποτε νύξη για την επικρατούσα αποστολή, τον “σκοπό”, τον “στόχο” ή το “νόημα”. Από αυτή την άποψη, η ζωή μου είναι απλώς υπέροχη. Για την αποστολή της επαναξιολόγησης των αξιών ενδέχεται να χρειάζονταν περισσότερες ικανότητες απ’ όσες μαζεύτηκαν ποτέ σε ένα και μοναδικό άτομο, ούτε καν υποψιάστηκα ποτέ τι αναπτυσσόταν μέσα μου – και μια μέρα όλες μου οι ικανότητες, ξάφνου ώριμες, ξεπήδησαν στην έσχατη τελειότητα τους (ΙΑ ΙΙ:9)

Γνωρίζουμε από προηγούμενο σημείο στο Ίδε ο άνθρωπος ότι ο Νίτσε θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο τύπο, “ένα καλοφτιαγμένο άτομο” (ΙΑ Ι:2), συνεπώς μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αποτελεί χαρακτηριστικό μόνο του ανώτερου τύπου το ότι παρορμείται στο να επιδιώκει ένα σχέδιο με τον τρόπο που περιγράφηκε εδώ.

3. Ο ανώτερος τύπος είναι ουσιωδώς υγιής και ανθεκτικός. Ένα ουσιώδες κατηγόρημα του “καλοφτιαγμένου ατόμου” είναι ότι “του αρέσει μονάχα ότι του κάνει καλό∙ η ευχαρίστησή του, η ηδονή του αναστέλλονται όταν υπερβαίνει το μέτρο για ότι είναι καλό για εκείνον. Μαντεύει ποιες θεραπείες χρησιμεύουν ενάντια στο επιβλαβές, αξιοποιεί τα βαριά ατυχήματα προς όφελος του” (ΙΑ Ι:2). Αυτός όμως είναι απλώς ένας τρόπος να πούμε ότι ο ανώτερος τύπος είναι υγιής, καθώς η υγεία, μας λέει ο Νίτσε, σημαίνει απλώς “να επιλέγεις ενστικτωδώς τα κατάλληλα μέσα ενάντια σε άθλιες καταστάσεις” (ΙΑ Ι:2). Αυτό μας επιτρέπει να καταλάβουμε τη δήλωση του ίδιου του Νίτσε στο Ίδε ο άνθρωπος ότι ήταν “κατά βάθος υγιής” (ΙΑ Ι: 2), ένας φαινομενικά παράδοξους ισχυρισμός για έναν φιλόσοφο με πλήθος σωματικές ασθένειες. Για τον Νίτσε, ωστόσο, η “υγεία” είναι τεχνικός όρος, δεν σημαίνει την απουσία ασθένειας, μα κάτι πλησιέστερο στην ανθεκτικότητα, στο πως αντιμετωπίζει κανείς τις κοινές (σωματικές) ασθένειες και υποτροπές. “Για ένα τυπικά υγιές άτομο”, λέει ο Νίτσε, “η αρρώστια μπορεί να γίνει ακόμα και ένα ενεργητικό ερέθισμα για ζωή, για περισσότερη ζωή. Έτσι μου φαίνεται τώρα στην πράξη η [δική μου] μακρά περίοδος αρρώστιας στα χρόνια της χαμηλότερης ζωτικότητας μου έπαψα να είμαι πεσιμιστής: το ένστικτο της αυτοαποκατάστασης μου απαγόρευε μια φιλοσοφία της φτώχειας και της αποθάρρυνσης…” (ΙΑ Ι: 2). Το να είναι κανείς υγιής συνεπάγεται με τη σειρά του μια ιδιαίτερη μη πεσιμιστική στάση απέναντι στη ζωή – που αποτελεί το τέταρτο χαρακτηριστικό του ανώτερου τύπου.

4. Ο ανώτερος τύπος καταφάσκει στη ζωή, είναι δηλαδή έτοιμος να επιθυμήσει την αιώνια επιστροφή της ζωής του. Στο Πέρα από το καλό και το κακό, ο Νίτσε περιγράφει “το αντίθετο ιδεώδες” από εκείνο των ηθικολόγων και πεσιμιστών, όπως ο Σοπενχάουερ, ως “το ιδεώδες του πιο υπεροπτικού, του πιο ζωντανού, του πιο καταφατικού προς τον κόσμο ανθρώπου, που όχι μόνο έχει συμβιβαστεί και έχει μάθει να τα βγάζει πέρα με οτιδήποτε ήταν και είναι, αλλά που θέλει ότι ήταν και είναι να επαναλαμβάνεται αιώνια” (ΠΚΚ: 56). Να το θέσουμε πιο απλά: ο ανώτερος τύπος ενστερνίζεται το δόγμα της αιώνιας επανάληψης και συνεπώς καταδεικνύει αυτό που ο Νίτσε συχνά ονομάζει “διονυσιακή” ή “καταφατική προς τη ζωή” στάση.

Ο λόγος περί “κατάφασης” προς τη ζωή είναι, ωστόσο, μάλλον ασαφής∙ ευτυχώς, μπορούμε να πούμε κάτι πιο ακριβές για το τι εννοεί ο Νίτσε. Ένα άτομο, κατά τον Νίτσε, έχει διονυσιακή στάση απέναντι στη ζωή στον βαθμό που καταφάσκει ανεπιφύλακτα στη ζωή του∙ συγκεκριμένα, στον βαθμό που καταφάσκει σε αυτή συμπεριλαμβανομένης της “οδύνης” ή άλλων δυσχερειών τις οποίες αυτή ενέχει. Έτσι, εάν έλεγε κανείς: “Ευχαρίστως θα ξαναζούσα τη ζωή μου, με εξαίρεση τον πρώτο μου γάμο”, δεν θα κατάφασκε στη ζωή με την απαιτούμενη έννοια. Επομένως, μπορούμε να πούμε πως ένα άτομο καταφάσκει τη ζωή του με τη νιτσεϊκή έννοια μονάχα στον βαθμό που ευχαρίστως θα επιθυμούσε την αιώνια επιστροφή της: δηλαδή, θα επιθυμούσε την αιώνια επανάληψη ολόκληρης της ζωής του. Ουσιαστικά, ο Νίτσε ονομάζει “την ιδέα της αιώνιας επανάληψης” την “ύψιστη διατύπωση της κατάφασης, που είναι καθ’ όλα εφικτή” (ΙΑ ΙΙΙ: Ζ-1∙ πρβλ. ΠΚΚ: 56). Συνεπώς τους ανώτερους ανθρώπους τους διακρίνει μια χαρακτηριστική διονυσιακή στάση απέναντι στη ζωή: ευχαρίστως θα επιθυμούσαν την αιώνια επανάληψη της ζωής τους.

Ας σημειωθεί πως ο Νίτσε ισχυρίζεται ότι ακριβώς αυτή η στάση χαρακτηρίζει και τον ίδιο και τον Γκαίτε. Μιλώντας, για παράδειγμα, για το ότι οι συγκαιρινοί του αγνοούν το έργο του, γράφει: “Εγώ ο ίδιος δεν υπέφερα ποτέ απ’ όλο αυτό∙ το αναγκαίο δεν με πληγώνει∙ το amor fati [αγάπη της μοίρας] είναι η πιο ενδόμυχη φύση μου” (ΙΑ ΙΙΙ: ΠΒ-4). Αναφορικά με τον Γκαίτε, ο Νίτσε λέει ότι: “Ένα τέτοιο πνεύμα βρίσκεται στον κόσμο πιστεύοντας σε μια εύθυμη και έμπιστη μοιροκρατία, πιστεύοντας στη λύτρωση και στην κατάφαση ως προς τα πάντα. Μια τέτοια πίστη, ωστόσο, είναι ανώτερη από κάθε άλλη δυνατή μορφή πίστης: τη βάφτισα με το όνομα του Διονύσου (ΛΕ ΙΧ: 49).

5. Ο ανώτερος άνθρωπος φέρεται με ιδιαίτερο τρόπο απέναντι στους άλλους και ιδίως απέναντι στον εαυτό του: διαθέτει αυτοσεβασμό. “H “ανώτερη φύση” του σπουδαίου ανθρώπου”, λέει ο Νίτσε σε μια εντυπωσιακή σημείωση του 1888 από τα Κατάλοιπα, “έγκειται στο ότι είναι διαφορετικός, απόμακρος, βρίσκεται πολύ ψηλότερα από τους άλλους, και σε κάποια επιρροή οποιουδήποτε είδους, ακόμα κι αν έκανε όλη την υφήλιο να τρέμει” (ΘΔ: 876· πρβλ. ΧΕ: 55). Αυτό είναι ίσως το πιο ασυνήθιστο γνώρισμα της νιτσεϊκής πραγμάτευσης του ανώτερου τύπου, διότι υποδηλώνει πως, κατά βάθος, το να είναι κανείς ανώτερος τύπος αποτελεί ζήτημα “στάσης” ή “συμπεριφοράς”. Σε μια ενότητα του Πέρα από το καλό και το κακό, ο Νίτσε και πάλι δίνει απάντηση στο ερώτημα “Τι είναι ευγενές;” αυτή τη φορά ως εξής: “Εδώ δεν είναι τα έργα, αλλά η πίστη το αποφασιστικό στοιχείο, αυτό που καθορίζει την ιεραρχική τάξη κάποια θεμελιώδη βεβαιότητα που η ευγενής ψυχή έχει για τον εαυτό της, κάτι που δεν γίνεται ούτε να αναζητηθεί, ούτε να βρεθεί, ούτε ίσως να χαθεί. “Η ευγενής ψυχή σέβεται τον εαυτό της” (ΠΚΚ: 287). Η αυτοαπέχθεια, η αυτοαμφισβήτηση και ο αυτοτραυματισμός είναι ο κανόνας μεταξύ των ανθρώπινων όντων· το να κατέχει κανείς μια “θεμελιώδη βεβαιότητα” σε ότι αφορά τον εαυτό του πιστεύει ο Νίτσε αρκετά εύλογα, συνιστά μια μοναδική κατάσταση πραγμάτων.[4]

Με αυτή τη στάση του αυτοσεβασμού συνδέονται και άλλες ξεχωριστές στάσεις που διακρίνουν το φέρσιμο του ανώτερου ανθρώπου. “Ο ευγενής άνθρωπος”, λέει ο Νίτσε, “τιμά στον εαυτό του τον ισχυρό, επίσης αυτόν που έχει αυτοκυριαρχία, που ξέρει πως να μιλά και να σωπαίνει, που αρέσκεται στο να είναι αυστηρός και σκληρός με τον εαυτό του και να σέβεται κάθε αυστηρότητα και σκληρότητα” (ΠΚΚ: 260). (Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ο ανώτερος τύπος δεν είναι ηδονοκράτης: “Τι είναι ευγενές;” ρωτά ο Νίτσε: “Ότι αφήνει κανείς την ευτυχία στη συντριπτική πλειονότητα” [ΘΔ: 944].) Σε ένα προηγούμενο έργο ο Νίτσε εξηγεί πως:

Το πάθος που καταλαμβάνει τους ευγενείς είναι περίεργο. Περιλαμβάνει τη χρήση ενός σπάνιου και μοναδικού μέτρου και σχεδόν μιας τρέλας· το αίσθημα της θέρμης για πράγματα που άλλοι τα αισθάνονται ψυχρά· την επινόηση αξιών για τις οποίες δεν έχει βρεθεί ακόμα η ζυγαριά· το θάρρος χωρίς την επιθυμία για τιμές· την αυτάρκεια που υπερχειλίζει και που προσφέρει σε ανθρώπους και πράγματα. (ΧΕ: 55)

Πράγματι, η ικανότητα του ανώτερου ανθρώπινου τύπου να θέτει το δικό του μέτρο αξιολόγησης αποτελεί ένα από τα πιο ξεχωριστά επιτεύγματά του, όπως είδαμε όταν πραγματευόμασταν τη μοναχικότητα. Και “ο ανώτερος άνθρωπος”, λέει ο Νίτσε, “είναι αυτός που καθορίζει αξίες και κατευθύνει τη θέληση χιλιετιών καθοδηγώντας τις ανώτερες φύσεις” (ΘΔ: 999).

Αν ληφθούν όλα αυτά υπόψη, γίνεται σαφές το γιατί οι δημιουργικές ιδιοφυΐες όπως ο Γκάιτε, ο Μπετόβεν και ο ίδιος ο Νίτσε θα έπρεπε να αποτελούν τα προτιμητέα παραδείγματα του ανώτερου ανθρώπινου τύπου όντος: διότι τα χαρακτηριστικά του ανώτερου τύπου είναι ακριβώς εκείνα που προσφέρονται για καλλιτεχνικό και δημιουργικό έργο. Κλίση προς τη μοναχικότητα, απόλυτη αφοσίωση στην αποστολή, αδιαφορία για τη γνώμη των άλλων, θεμελιώδης βεβαιότητα για τον εαυτό και τις αξίες (που σε άλλους φαντάζει συχνά ως ύβρις) – όλα αυτά είναι γνωρίσματα που βρίσκουμε, ξανά και ξανά, σε καλλιτεχνικές ιδιοφυΐες.

Νίτσε και ηθική
-------------------------------------
Σημειώσεις/ Διευκρινίσεις

[1] Στο Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα ο Νίτσε έκανε λόγο για τον “υπεράνθρωπο” ως ένα είδος ιδεώδους ανώτερου τύπου. Αυτή η συγκεκριμένη έννοια, ωστόσο, απλώς παραλείπεται από το ύστερο έργο του (με εξαίρεση μια σύντομη αναφορά στο Ίδε ο άνθρωπος, στο πλαίσιο της πραγμάτευσης του Ζαρατούστρα).

[2] Ο Νίτσε περιγράφει εκτενώς και σε πολλά μέρη (π.χ. Ρ: 201∙ ΧΕ: 55∙ ΠΚΚ:287∙ ΝΒ Επίλογος: 2∙ ΘΔ: 943) τους τύπους ατόμων τους οποίους θαυμάζει∙ και περιγράφει και τον εαυτό του ως τέτοιο άτομο – βλέπε για παράδειγμα, ΙΑ Ι:2.

[3] Ο Brobjer (1995, Παράρτημα 2) έδειξε ότι στο νιτσεϊκό έργο κανείς δεν αναφέρεται όσο ο Γκαίτε (135 αναφορές), και οι αναφορές είναι ομοιόμορφα πολύ θετικές. (Ο Σοπενχάουερ ακολουθεί με μικρή διαφορά, έχοντας 122 αναφορές, των οποίων το περιεχόμενο είναι ωστόσο πολύ πιο σύνθετο). Ο Νίτσε αναφέρει τον Μπετόβεν 27 φορές […] και το σημαντικότερο, οι αναφορές στον Μπετόβεν είναι όπως και στον Γκαίτε, ομοιόμορφα θετικές. Ο Ναπολέων αναφέρεται 26 φορές, και οι Σπινόζα και Βολτέρος από 25 φορές ο καθένας.

[4] Ας σημειωθεί ότι η πραγμάτευση του Νίτσε απηχεί τον ανώτερο άνθρωπο του Αριστοτέλη, στην περίφημη πραγμάτευση της μεγαλοψυχίας στα Ηθικά Νικομάχεια (1123b-1125a16).

Η ζωή στην Γη έφτασε από το διάστημα; – Τι πίστευαν οι Αρχαίοι Έλληνες

Από τα συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων φιλόσοφων διαπιστώνουμε ότι τους απασχολούσε ιδιαίτερα η προέλευση και η μοίρα του ανθρώπου και του κόσμου που τον περιέβαλε.

Ένεκα τούτου είχαν ιδρυθεί σχολές σε διάφορα μέρη της Ελλάδος που ανέπτυσσαν ολόκληρα φιλοσοφικά συστήματα….

Το ενδιαφέρον αυτό που διατηρήθηκε μέχρι τις ημέρες μας, είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχτούν οι επιστήμες και να διατυπωθούν πολλές θεωρίες από τους ερευνητές γύρω από αυτό το θέμα.

Μια από αυτές είναι η θεωρία της κατευθυνόμενης πανσπερμίας, την οποία διατύπωσαν οι καθηγητές Francis Crick (Βραβείο Νόμπελ) Φυσιολογίας – Ιατρικής 1962, για την ανακάλυψη του DNA και ο L. Orgel.

Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία, η ζωή που γνωρίζουμε σήμερα δεν εμφανίστηκε αυτοδύναμα στον πλανήτη μας, αλλά ήρθε από ένα ουράνιο σώμα έξω από το πλανητικό μας σύστημα με φορείς μικροοργανισμούς, τους οποίους μετέφεραν εξελιγμένα λογικά όντα.

Τα όντα αυτά σύμφωνα με τους δυο ερευνητές, μεταφέρθηκαν με διαστημόπλοια και ράντισαν κυριολεκτικά τον πλανήτη μας με μικροοργανισμούς.

Αναφέρουν επίσης ότι μετά από μακροχρόνιες έρευνες, ανακάλυψαν πως δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της χημικής σύνθεσης του Γήινου περιβάλλοντος και εκείνης των εμβίων οργανισμών.

Ως παράδειγμα αναφέρουν ότι σπουδαίο ρόλο στις γήινες ενζυμικές και χημικές διεργασίες δεν παίζουν τα στοιχεία χρώμιο και νικέλιο, που αφθονούν στη Γη, αλλά το σπάνιο στοιχείο μολυβδένιο και υποθέτουν, ότι η ζωή έφτασε στη Γη από ένα άλλο ουράνιο σώμα που διαθέτει άφθονο μολυβδένιο.

ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ.

Οι επίκουροι καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μάνος Δανέζης και Σταύρος Θεοδοσίου, στο εξαίρετο δίτομο βιβλίο τους «Το Σύμπαν που αγάπησα», εκδόσεις Δίαυλος, πιστεύουν ότι δεν είμαστε μόνοι στο Σύμπαν, αφού υπάρχουν εκατοντάδες εκατομμύρια αστέρια στον Γαλαξία μας, που έχουν την δυνατότητα να συνοδεύονται όπως και ο Ήλιος μας από πλάνητες, που πληρούν τις συνθήκες ανάπτυξης ευφυούς ζωής ανάλογης με αυτήν της Γης. Πεποίθηση τους είναι ότι οι κάτοικοι του Σύμπαντος θα μας απλώσουν κάποτε φιλικά το χέρι.

Θερμός υποστηρικτής της ίδιας θεωρίας είναι ο Σουηδός χημικός Σ. Αρένιους (Βραβείο Νόμπελ Χημείας), κατά τον οποίον, η γήινη ζωή δεν ξεκίνησε από την Γη, αλλά από σπέρματα ζωής, που ήρθαν από το διάστημα και βρήκαν κατάλληλες συνθήκες για να εξελιχτούν.

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, Ο ΓΑΛΑΞΙΑΣ, Ο ΗΡΙΔΑΝΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ, Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΜΑΣ, Ο ΠΕΡΣΕΑΣ ΚΑΙ Η ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.

Οι Αρχαίοι Έλληνες έλεγαν τον Γαλαξία «Γαλακτίτη Κύκλο» και «Ηριδανό Ποταμό» ή «Δρόμο του Διός». Πίστευαν ότι ο Γαλαξίας μας ήταν ο δρόμος που ακολούθησε ο ήρωας ΠΕΡΣΕΑΣ για να σώσει την ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ, πάνω στον ΠΗΓΑΣΟ, δημιουργώντας με τον «καλπασμό» του άφθονη αστρική σκόνη. Η Ελληνική Μυθολογία είναι γεμάτη από θεϊκά όντα, που κατέρχονται στην Γη, για να πάρουν συζύγους.

Όλες οι παραδόσεις των αρχαίων λαών ομιλούν για ουράνια φλεγόμενα άρματα που έφθασαν στην Γη από τα άστρα, καθώς επίσης για ανώτερες εξωγήινες υπάρξεις που χάρισαν στους ανθρώπους νόμους και όργανα, για να οικοδομήσουν τον πολιτισμό τους.

Οι αρχαίες Ελληνικές δοξασίες ομιλούν για τον Τιτάνα Προμηθέα, που έδωσε στους ανθρώπους την «Φωτιά» από τους ουρανούς και έγινε ως εκ τούτου ο θεμελιωτής του ανθρωπίνου πολιτισμού.

Ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει ότι «ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΓΕΝΟΣ».

Είναι οι «ΠΡΟΜΥΘΕΙΣ», που έφεραν το ΠΥΡ της Γνώσεως στα ανθρωποειδή της Γης, που μέχρι τότε ζούσαν σαν ζώα σε λαγούμια και βαθιές σπηλιές, όπως αναφέρει ο Αισχύλος στην τραγωδία του «Προμηθεύς Δεσμώτης»: «Μα ακουστέ εδώ τις ταλαιπωρίες των ανθρώπων, που χωρίς μυαλό πρώτα, πλάσματα με νου και πνεύμα τους έκανα να είναι. Ψυχή είχαν, γιατί η Ψυχή των ανθρώπων προϋπάρχει. Μα και τα δώρα μου να δείτε τι καλόγνωμα που ήταν.

Πρώτα, βλέποντας οι άνθρωποι, βλέπανε του κάκου και ακούοντας δεν άκουαν. Και όμοιοι με των ονείρων τους ίσκιους ανακάτευαν τα πάντα δίχως τάξη και ούτε τα πλινθόκτιστα σπίτια που προστατεύουν γνώριζαν, ούτε την τέχνη του ξύλου. Μα σε σκαφτές σπηλιές αυτοί ζούσαν σαν τα πολυκίνητα μυρμήγκια που στον άνθρωπο σε πολλά μοιάζουν, μες στ” ανήλια βάθη των άντρων.

Μα τα πάντα έπρατταν δίχως κρίση, ως την ώρα που των άστρων τους έδειξα τις ανατολές και τις δύσεις να ξεκρίνουν και την έξοχη τέχνη του αριθμού τους βρήκα και των γραμμάτων που ‘ναι η θύμηση όλων, η μνήμη, η εργατική μουσογεννήτρα. Και πρώτος στον ζυγό έζεψα τα ζώα, βοηθούς του ανθρώπου ιερούς, τους πιο βαριούς να πάρουν από τους μόχθους του, μα και αυτοί με αγάπη να τα βλέπουν.

Το σπουδαιότερο είναι πως αν σ” αρρώστια έπεφταν κανένα γιατρικό δεν είχαν να πιούν ή να αλείψουν, μα χωρίς γιατρειά αδυνάτιζαν, ώσπου τους έδειξα εγώ πάλι τα γιατρικά ν” ανακατεύουν και όλες τις αρρώστιες να πολεμούν, τους διάφορους τρόπους της μαντικής τέχνης όρισα. Κοντολογίς, μ” ένα λόγο μάθε το, όλες οι τέχνες από τον Προμηθέα στους θνητούς δόθηκαν».

ΣΤΗΝ ΑΧΛΥΝ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Κατά (την Ιερά μας Παράδοση) την Μυθολογία μας, οι άνθρωποι ευρίσκοντο σε μια ζωώδη κατάσταση, πριν ο Προμηθέας φέρει σ” αυτούς το Πυρ εξ ουρανού. Η ΒΙΑ (Χάος) κυριαρχούσε στον προηγούμενο κόσμο.

Οι πρωτόγονοι άνθρωποι που προέκυψαν από τ” αποκοπέντα γεννητικά όργανα του Ουρανού, που τα έκοψε με το τσεκούρι του ο Κρόνος, γεννιόνταν από την Γη, χωρίς γονείς και ζούσαν σαν ζώα σε λαγούμια. Ο Προμηθέας όμως, κατά κάποιον τρόπο πρόδωσε τους Τιτάνες και προσχώρησε στους ΘΕΟΥΣ (όπως ο θεός Ασσούρ, που αναφέρεται στα ασσυριακά κείμενα). Ξέκοψε από τους φυσικούς του συμμάχους και χρησιμοποίησε την πείρα του εναντίον τους.

Ο Δίας εκμεταλλεύτηκε την προσχώρηση του Τιτάνα, για να εκθρονίσει τον Κρόνο και να τον ρίξει στα Τάρταρα. Ο Προμηθέας εν συνεχεία λυπήθηκε τους ανθρώπους που ήταν χωρίς λογική και τους χάρισε την ελπίδα της αιωνιότητας με την μεταφορά του ουρανίου Πυρός, που αντιστοιχεί με τον σπινθήρα της λογικής.

Η θυσία του δεν πήγε χαμένη. Με την χρήση του πυρός επήλθε η ανάπτυξη του πολιτισμού. Ο Ζεύς όμως «οργίστηκε». Στον «Φίληβο» όμως δίδεται μια άλλη εξήγηση του Μύθου, όταν μας λέει ο Σωκράτης ότι οι ίδιοι οι Θεοί έδωσαν δώρο στους ανθρώπους την γνώση της αλήθειας, μαζί με το φωτεινό πυρ. Πολλοί ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι πάνω στη Γη, υπάρχουν δυο φυλές ανθρώπων.

Μία γήινη και μια ουράνια, η οποία μετέφερε το πυρ της γνώσης και μετάλλαξε τα ανθρωποειδή που υπήρχαν και τα μετέβαλε σε σώφρονας ανθρώπους.

(HOMO SAPIENS). Η ονομασία Έλληνες, απ” ότι γνωρίζουμε από την Ιστορία, προέρχεται από τον Έλληνα, τον γιο του Δευκαλίωνος, ο οποίος με την σειρά του, ήταν γιός του Προμηθέως! Πριν τα χρόνια του Έλληνος δεν υπήρχε η ονομασία ΕΛΛΑΣ και έδιναν στην χώρα κατά τόπους το όνομα τους τα διάφορα προγονικά φύλα, που κατοικούσαν την πατρίδα μας, ως επί το πλείστον Πελασγοί! «Δοκει δε μοι, αλλά τα μεν προ Έλληνος του Δευκαλίωνος και παν ουδέ είναι η επίκλησις αυτή, κατά έθνη δε άλλα τε και το Πελασγικόν επί πλείστον εφ” εαυτών την επωνυμίαν παρέχεσθαι».

ΑΠΟΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Σύμφωνα με την πινακίδα του Ιδαλίου της Κύπρου, που αποκρυπτογραφήθηκε πρόσφατα με την μέθοδο Chandwick, οι Μόες – Ελλοί (Έλληνες) ήρθαν στην Γη από τον Σείριο (που νοείται αποικία του η Γη), με αρχηγό τους τον Μίνωα και δίδαξαν τις τέχνες και τον πολιτισμό. Στην αρχή είχαν αιθέρια μορφή (Χρυσούν Γένος), αλλά μετά που αναμείχτηκαν με τους κατοίκους της γης, απέκτησαν υλική υπόσταση (δερμάτινους χιτώνες).

Ο Μίνωας και ο Προμηθέας ταυτίζονται, μια και οι δυο είχαν γυιό τους τον Δευκαλίωνα, δηλαδή τους Ελλούς, που ήλθαν με την Λάρνακα τους (κιβωτό – σκάφος) στην Γη, μεταφέροντας του ουράνιο Πυρ στους γήινους. Έκτοτε έμειναν σταυρωμένοι στο γήινο περιβάλλον.

Ο σταυρός που βρέθηκε χαραγμένος μαζί με άλλα Ελληνικά σύμβολα (όπως ο μαίανδρος και το οκτάκτινο αστέρι), σε όλα τα αρχαία μνημεία της Γης, έγινε έμβλημα τους και δήλωνε το εκπολιτιστικό έργο τους.

Είναι η φυλή των Ελλήνων, οι Προμηθείς, που δέθηκαν μεταξύ Ουρανού και Γής. Πολέμησαν με τους Άτλαντες και τους Κρόνιους δαίμονες, που είχαν έμβλημα τους την Σελήνη (μισοφέγγαρο) κατά την Τιτανομαχία.ο πόλεμος ήταν κοσμικός και αφορούσε την Γη και το Διάστημα!

Η Φλόγα του Ανικανοποίητου

Υπάρχει μια απλή, σχεδόν παιδική πράξη με αληθινά ανατρεπτική δύναμη. “Να καθίσεις ήσυχα και να δεις τί συμβαίνει μέσα σου”. Όχι να «κάνεις διαλογισμό», ούτε να βάλεις στόχο να ελέγξεις τον νου, αλλά να παρατηρήσεις — καθαρά, χωρίς κρίση — την ίδια του την κίνηση. Ο νους, όταν τον αφήσεις ήσυχο, μοιάζει με ποτάμι, ρέει αδιάκοπα, μεταφέρει εικόνες και μνήμες, επιθυμίες και φόβους, κλαδιά και φύλλα. Πηδάει σαν πεταλούδα από σκέψη σε σκέψη. Κι όπως ακούμε ένα τραγούδι όχι μόνο στις νότες αλλά και στις σιωπές ανάμεσά τους, έτσι και εδώ η παρατήρηση δεν είναι το «κόψιμο» της σκέψης· είναι η αίσθηση του ρυθμού της, μαζί με τα κενά της.

Όταν η προσοχή παύει να λειτουργεί ως λογοκριτής —όταν δεν υπάρχει «δικαστής» να επιβάλλει τι πρέπει και τι όχι— ο νους ησυχάζει μόνος του. Αυτή η ησυχία δεν είναι προϊόν βίας· είναι αυθόρμητη. Και στο βάθος της, ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι είναι φτιαγμένος για χαρά. Για το καθαρό γέλιο χωρίς αφορμή, για την ευχαρίστηση της απλής ζωής, για το θάρρος ενός βλέμματος που δεν κουβαλά την παραμικρή σκιά φόβου.

Δοκιμάστε να κοιτάξετε έναν άνθρωπο στα μάτια —έναν δάσκαλο, έναν προϊστάμενο, έναν σερβιτόρο, έναν ζητιάνο— χωρίς πρόκληση, χωρίς υποτέλεια, απλώς παρόντες. Θα δείτε πόσο σπάνιο είναι αυτό το είδος επαφής. Οι περισσότεροι φοβόμαστε να φανερωθούμε και να δούμε τον άλλον όπως είναι. Κρυβόμαστε πίσω από τοίχους συνήθειας και μικρής εξαπάτησης, γιατί η εκτεθειμένη ματιά κάνει ορατές τις λαχτάρες και τις ανασφάλειές μας. Κι όμως, χωρίς το εσωτερικό τραγούδι —χωρίς την λεπτή μουσική της χαράς— η ζωή θαμπώνει. Μπορείς να περπατάς από ναό σε ναό ή από οργάνωση σε οργάνωση, να κυνηγάς δασκάλους και πιστοποιήσεις· αν μέσα δεν έχει ανάψει χαρά, όλα αυτά μένουν σκηνικά.

Ο μέσος άνθρωπος συχνά αντιτείνει: «Το ανικανοποίητο θολώνει την σκέψη. Μήπως καλύτερα να ησυχάσουμε;» Η ένσταση είναι εύλογη μόνο για την επιφανειακή εκδοχή του ανικανοποίητου, εκείνη δηλαδή που γεννιέται από την λαχτάρα για «περισσότερα» — περισσότερα χρήματα, κύρος, ασφάλεια, επιβεβαίωση. Αυτό το ανικανοποίητο είναι πεινασμένο, θορυβώδες και, πράγματι, θολώνει τον νου.

Άλλο όμως η επιθυμία για «περισσότερο» και άλλο μια ριζική, ολόκληρη έλλειψη ικανοποίησης με ό,τι είναι συμβατικό και νεκρό μέσα μας, με τις προκαταλήψεις μας, με τις έτοιμες πίστεις μας, με την ψυχολογική ανάγκη για καταφύγιο. Αυτή η ριζική ανικανοποίηση δεν στοχεύει κάπου· δεν ζητά ανταμοιβή. Είναι φωτιά που ξεκαθαρίζει. Φέρνει διαύγεια, επειδή δεν σε σπρώχνει προς «λύσεις»· σε σπρώχνει προς βλέμμα.

Πρωτοβουλία και Δημιουργικότητα

Από την ριζική ανικανοποίηση γεννιέται η πρωτοβουλία. Πρωτοβουλία δεν είναι κατ’ ανάγκην μεγάλα προγράμματα και δηλώσεις. Είναι η μικρή κίνηση που δεν σου την υπέδειξαν. Να φυτέψεις ένα δέντρο, να μετακινήσεις μια πέτρα από τον δρόμο, να χαμογελάσεις σε εκείνον που κουβαλάει βάρος, να χαϊδέψεις ένα ζώο χωρίς λόγο. Αυτές οι απλές πράξεις είναι σαν ρωγμές στον τοίχο του αυτονόητου. Από αυτές μπαίνει φως. Κι εκεί, αθόρυβα, ξεκινά η δημιουργικότητα, όχι ως τέχνασμα, αλλά ως τρόπος ύπαρξης.

Δεν είναι δημιουργικότητα μόνο οι πίνακες και τα ποιήματα — όσο κι αν τα τιμούμε. Δημιουργικότητα είναι κατάσταση νου: ο τόπος όπου η πρωτοβουλία ωριμάζει σε ελευθερία. Σε αυτήν την κατάσταση, ο άνθρωπος συναντά εκείνο που οι παραδόσεις ονόμασαν «θείο» — όχι ως δόγμα αλλά ως ζωντανή ποιότητα. Γι’ αυτό και η δημιουργικότητα δεν διδάσκεται· καλλιεργείται με την ζωή. Όπου υπάρχει φόβος και υστερόβουλη επιδίωξη, ο δημιουργικός νους σβήνει· όπου υπάρχει ώριμο ανικανοποίητο μαζί με χαρά, ο νους αναπνέει.

Η κοινωνική μηχανή μας εκπαιδεύει στην ησυχία της συμμόρφωσης. Η οικογένεια, η δουλειά, οι ρόλοι, οι βλέψεις των άλλων και το βλέμμα του κοινωνικού κύκλου λειτουργούν ως αργό καθαρτικό της εσωτερικής φλόγας. Όταν το πραγματικό ανικανοποίητο τσούζει, τρέχουμε να το αναισθητοποιήσουμε κυρίως μέσω της τεχνολογίας και του θορύβου, ευκαιριακές απολαύσεις, πνευματικοί «πάτρωνες», αλκοόλ, νέες «ταυτότητες». Όλα χρήσιμα ως διασκέδαση, κανένα ως λύση. Χωρίς την φλόγα, δεν εμφανίζεται η πρωτοβουλία· χωρίς την πρωτοβουλία, η δημιουργικότητα νεκρώνει.

Η πρόκληση είναι καθαρή. Μη φοβηθείτε το ανικανοποίητο. Θρέψτε το, ώσπου η σπίθα να γίνει φλόγα — όχι φανατισμός, φλόγα.

Ο Νους δεν αποζητά το Κέρδος

Η καθαρότητα της σκέψης δεν συνυπάρχει με την ψυχολογική επιδίωξη κέρδους. Όσο ο νους «θέλει» να φτάσει σε αποτέλεσμα, να επιβεβαιώσει μια πίστη, να κατοχυρώσει μια ταυτότητα, σκέφτεται με την ελαστικότητα ενός σκύλου δεμένου σε πάσσαλο. Κινείται, αλλά ως εκεί που φτάνει το σχοινί. Η σκέψη γίνεται πραγματικά διάφανη μόνο όταν ο νους δεν προσπαθεί να φτάσει «κάπου», όταν είναι ελεύθερος από την λαχτάρα για ασφάλεια και από το βάρος της προκατάληψης.

Τότε, η ριζική ανικανοποίηση δεν κατευθύνει — καθαρίζει. Δεν σε βάζει σε «γραμμή»· κάνει την σκέψη απλή, άμεση, ευθύβολη.

Ο συνηθισμένος νους ρωτά: «Πώς αποκτώ αυτογνωσία; Με ποια μέθοδο; Με πόση πειθαρχία;» Αυτή η νοοτροπία —να ανταλλάξω χρόνο και κόπο με εσωτερικό αποτέλεσμα— είναι μηχανική. Η αυτογνωσία δεν αγοράζεται, ούτε «αποκτάται». Συμβαίνει όταν ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του όπως είναι, μέσα στον καθρέφτη των σχέσεών του, στον τρόπο που μιλά, που ζητά, που θυμώνει, που κολακεύει και κολακεύεται· στον τρόπο που αντιδρά στο βλέμμα του άλλου.

Όπως ο καθρέφτης δεν ωραιοποιεί, έτσι και η προσοχή, αν μπορείς να παρατηρείς τον εαυτό σου χωρίς καταδίκη, χωρίς σύγκριση, χωρίς ευχές «να ήσουν αλλιώς», ανοίγει ένας ωκεανός χωρίς ακτές. Δεν υπάρχει τέλος σε αυτό το ταξίδι — κι εδώ βρίσκεται η ομορφιά του.

Οι πολιτισμοί ονομάτισαν το άφθαρτο «ψυχή» και το έντυσαν με παραδόσεις. Ίσως κάποιοι σπάνιοι άνθρωποι γεύτηκαν μια κατάσταση πέρα από το χρόνο και τον θάνατο και μας μίλησαν γι’ αυτήν. Το πρόβλημα ξεκινά όταν οι πολλοί αντικαθιστούμε την έρευνα με την αποδοχή «Έτσι θα είναι». Τότε παγιώνεται η λέξη και γεννιούνται στρατόπεδα πίστης.

Ο άνθρωπος που πράγματι θέλει να δει αν υπάρχει κάτι πέρα από το χρονικό γίγνεσθαι οφείλει πρώτα να σταθεί στα πόδια του· να αποσπαστεί από την συλλογική θέληση, να μη δανείζεται βεβαιότητες. Με απλή ειλικρίνεια, δεν χορταίνεις διαβάζοντας το μενού έξω από το εστιατόριο· αν πεινάς, μπαίνεις και τρως. Έτσι και εδώ καμία αυθεντία δεν θα σε θρέψει — η υπόθεση είναι προσωπική. Ακριβώς γι’ αυτό, η σωστή εκπαίδευση δεν είναι μηχανισμός τοποθέτησης σε δουλειές ούτε σκάλα κοινωνικής ανάβασης, αλλά άνοιγμα χώρου στον νου για να αναπτυχθεί χωρίς φόβο και δόγμα· να μάθει να σκέφτεσαι και να ρωτά, όχι να επαναλαμβάνει και να προσαρμόζεται· να διαφυλάσσει το δημιουργικό ανικανοποίητο, δένοντάς το με χαρά και γενναιοδωρία, ώστε να μη σβήνει από τις απαιτήσεις της καθημερινότητας.

Υπάρχει μια κρίσιμη σύζευξη, που είναι η απόλυτη έλλειψη ικανοποίησης μαζί με χαρά και αγάπη. Το ανικανοποίητο χωρίς χαρά γίνεται μιζέρια που παραπονιέται για τα πάντα. Η χαρά χωρίς ανικανοποίητο καταντά ευκολία που νυστάζει. Η δημιουργική πορεία απαιτεί και τα δύο, την φωτιά που δεν συμβιβάζεται και το φως που δεν καίει τους άλλους.

Καλλιέργησε λοιπόν την σιωπηλή παρατήρηση, όχι τον εξαναγκασμό. Μάθε ξανά το ειλικρινές βλέμμα. Άφησε το ανικανοποίητο να γίνει φλόγα, όχι ιδεολογία. Πάρε μικρές, άμεσες πρωτοβουλίες που ραγίζουν την συνήθεια. Σκέψου χωρίς στόχο κέρδους και χωρίς δόγμα. Στάσου στα πόδια σου, πέρα από συλλογικές βεβαιότητες.

Τότε η δημιουργικότητα δεν θα είναι ρόλος ή χόμπι, αλλά τρόπος να ζεις. Κι εκεί —στον τρόπο— το αληθινό, το άχρονο, γίνεται οικείο χωρίς να χρειάζεται όνομα.

Οι Αρχές της Εσωτερικής Δράσης

Οι «κανόνες του δρόμου» για την πνευματική δράση ξεκινούν από μια απλή αλλά ριζοσπαστική διαπίστωση. Αυτό που κάνουμε στον κόσμο έχει άμεση σχέση με αυτό από πού μέσα μας ξεκινά.

Όταν η δράση γεννιέται από θυμό, φόβο ή απελπισία, όσο «δίκαιος» κι αν είναι ο στόχος, το αποτύπωμα που αφήνει είναι βαρύ, σκληρό και εξαντλητικό. Όταν όμως η ίδια δράση τρέφεται από συμπόνια, αγάπη και σκοπό, τότε αλλάζει ποιότητα· παύουμε να «πολεμάμε ενάντια στο κακό» και αρχίζουμε να εργαζόμαστε «υπέρ της». Εξωτερικά μπορεί να μοιάζει ότι κάνουμε ακριβώς τα ίδια πράγματα, εσωτερικά όμως έχουμε μετακινηθεί από το πεδίο της σύγκρουσης στο πεδίο της δημιουργίας. Μια θετική πραγματικότητα δεν μπορεί να προκύψει από έναν νου βυθισμένο στον θυμό και στην απόγνωση· χρειάζεται μια συνειδητή μεταμόρφωση κινήτρων.

Μέσα σε αυτήν την διαδρομή, η μη προσκόλληση στο αποτέλεσμα είναι μια βαθιά, δύσκολη αλλά σωτήρια στάση. Κρατάμε καθαρή πρόθεση και κατεύθυνση, αλλά δεν δένουμε την αξία μας επάνω στο αν «πέτυχε» ή «δεν πέτυχε» κάτι. Όταν η ταυτότητά μας μπλέκεται με το αποτέλεσμα, ανεβοκατεβαίνουμε μαζί με τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, μέχρι εξουθένωσης. Η στάση του εσωτερικού αγωνιστή είναι η εξής: κάνω ό,τι πιο αληθινό μπορώ, με πλήρη υπευθυνότητα, και αφήνω χώρο σε μια μεγαλύτερη σοφία να κινείται μέσα από τα γεγονότα. Ο σωστός σχεδιασμός είναι πολύτιμος, αλλά τα ίδια τα «σχέδια» είναι πάντα προσωρινά· η ζωή μάς ζητά να είμαστε ευέλικτοι, όχι άκαμπτοι.

Σε έναν τέτοιο δρόμο, η ακεραιότητα λειτουργεί σαν πραγματική προστασία. Όταν αυτά που πιστεύουμε, αυτά που λέμε και αυτά που κάνουμε ευθυγραμμίζονται, τότε ό,τι «αρνητικό» μάς συναντά δεν βρίσκει εύκολα σημείο να γαντζωθεί. Υπάρχει μια εσωτερική τέχνη, σαν «ψυχικό αϊκίντο», όπου δεν μπαίνουμε σε μάχη με την τοξικότητα, αλλά γινόμαστε διάφανοι. Την αφήνουμε να περνά από μέσα μας χωρίς να μας τραυματίζει, γιατί μέσα μας δεν υπάρχει πια κάτι να την ταΐσει. Η ίδια η ακεραιότητα στα μέσα που χρησιμοποιούμε γεννά ακεραιότητα και στα αποτελέσματα· ένας ευγενής σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με ανέντιμα, χειριστικά ή βίαια μέσα χωρίς να αλλοιωθεί.

Ένα κρίσιμο σκέλος αυτής της πνευματικής δράσης είναι να πάψουμε να δαιμονοποιούμε όσους θεωρούμε αντιπάλους. Όσο περισσότερο τους αντιμετωπίζουμε ως «κακούς», τόσο σκληραίνουν, κλείνονται, αμύνονται. Η υπεροψία γεννά υπεροψία, και η πόλωση βαθαίνει. Το κάλεσμα είναι να παραμένουμε μαθητές, να μην θεωρούμε ποτέ τις απόψεις μας τελικές, να εξετάζουμε διαρκώς τα δικά μας τυφλά σημεία. Μπορούμε να είμαστε αλύγιστοι πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και σε ψέματα, αλλά πιο μαλακοί με τους ανθρώπους, αναγνωρίζοντας ότι πίσω από σκληρές θέσεις πιθανό να υπάρχουν φόβοι, τραύματα, ιστορίες.

Μέσα σε όλο αυτό, ο κάθε άνθρωπος καλείται να βρει την δική του μοναδική τροχιά. Δεν έχουμε έρθει όλοι να κάνουμε το ίδιο πράγμα με τον ίδιο τρόπο. Η αληθινή κλήση δεν είναι πάντα λαμπερή και θεαματική· μπορεί να είναι ταπεινή, αθόρυβη, αλλά εσωτερικά να είναι απολύτως δική μας. Είναι προτιμότερο να περπατά κανείς τον δικό του δρόμο, έστω και ατελώς, παρά να πετυχαίνει εντυπωσιακά στο μονοπάτι κάποιου άλλου. Η πνευματική δράση δεν είναι αντιγραφή, είναι ευθυγράμμιση με το βαθύτερο «ναι» της ύπαρξής μας.

Εξίσου προκλητική είναι η πρόσκληση να καλλιεργούμε συμπόνια ακόμα και για εκείνους που μας πληγώνουν ή στέκονται απέναντί μας. Αυτό δεν σημαίνει να δικαιολογούμε την διαφθορά, το ψέμα ή την καταπίεση, αλλά να μετακινούμαστε από το «εμείς εναντίον τους» σε μια συνείδηση «εμείς», όπου βλέπουμε την κοινή μας ανθρώπινη ρίζα. Μπορούμε να είμαστε σκληροί με τις δομές αδικίας, αλλά να μην αφήνουμε το μίσος να φωλιάζει μέσα μας. Η πραγματική πνευματική δύναμη ξέρει να κρατά καθαρά όρια χωρίς να χάνει την καρδιά της.

Ένας βαθύτερος άξονας αυτών των αρχών είναι η κατανόηση ότι η δουλειά μας δεν γίνεται για να φτιάξουμε την προσωπική μας εικόνα, αλλά για τον κόσμο και συχνά για γενιές που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ. Ο καρπός του έργου μας μπορεί να ωριμάσει πολύ αργότερα από την δική μας ζωή. Η ικανοποίηση δεν έρχεται μόνο από το «αποτέλεσμα» αλλά από το γεγονός ότι μας δόθηκε η τιμή να υπηρετήσουμε κάτι μεγαλύτερο, με όσο περισσότερη αυθεντικότητα, γενναιότητα και συγχώρεση μπορούμε να αντέξουμε.

Ταυτόχρονα, η ιδέα της «απόλυτα ανιδιοτελούς» προσφοράς είναι, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, ψευδαίσθηση. Όταν υπηρετούμε τους άλλους, ενεργοποιούμε το πιο αληθινό μας κομμάτι. Δίνοντας, στην πραγματικότητα λαμβάνουμε· όχι με τον παιδικό τρόπο της ανταμοιβής, αλλά επειδή η ίδια η καρδιά μας διευρύνεται. Όσο περισσότερο συμπεριλαμβάνουμε τους άλλους στο κέντρο της μέριμνάς μας, τόσο μεγαλώνει και το αίσθημα του «εγώ» μέχρι που αρχίζει να συμπίπτει με το «εμείς».

Μια ακόμη καθοριστική διάσταση είναι να μην απομονώνουμε τον εαυτό μας από τον πόνο του κόσμου. Το να τυλιγόμαστε σε ένα πνευματικό «κουκούλι» για να μην πονάμε, μας στερεί και την δυνατότητα να μεταμορφώσουμε κάτι. Η πρόκληση είναι να αφήσουμε την καρδιά να ραγίσει, χωρίς να καταρρεύσουμε, και να μάθουμε να κινούμαστε μέσα στον κόσμο με αυτή την ανοιχτή, ευάλωτη καρδιά. Ο πόνος γίνεται τότε φάρμακο και απαλύνει την σκληρότητα, μεγαλώνει την συμπόνια και γινόμαστε οι ίδιοι μέρος της θεραπείας.

Σε αυτό το μονοπάτι, γίνεται φανερό ότι γινόμαστε αυτό στο οποίο στρέφουμε επίμονα την προσοχή μας. Η συνείδησή μας είναι εύπλαστη· αν ζούμε διαρκώς σε καθεστώς μάχης, στο τέλος θα νιώθουμε μόνο πολεμιστές, περικυκλωμένοι από αντιπάλους. Αν όμως εκπαιδεύουμε τον εαυτό μας να επιστρέφει ξανά και ξανά στην συνειδητότητα, στην αλήθεια και στην ομορφιά, κάποια στιγμή αυτά παύουν να είναι απλώς «αξίες» και γίνονται η ίδια μας η φύση. Η καθημερινή επιλογή σε τι θα δώσουμε την ενέργεια και την προσοχή μας είναι πνευματική πράξη.

Επειδή ο νους δεν μπορεί να «λύσει» τα πάντα, ένα κομμάτι της πνευματικής δράσης είναι να στηριζόμαστε σε κάτι που ξεπερνά την λογική μας. Υπάρχουν δυνάμεις, ρυθμοί και νοήσεις μεγαλύτερες από την δική μας, με τις οποίες μπορούμε να συνεργαστούμε χωρίς να τις κατανοούμε πλήρως. Η πίστη εδώ δεν είναι τυφλή παραίτηση, αλλά εμπιστοσύνη στο άγνωστο, μαζί με την διάθεση να ακούμε σιωπηλά μέσα μας και να ακολουθούμε με προσοχή την εσωτερική καθοδήγηση όταν αυτή εμφανίζεται.

Τελικά, αυτό που διαμορφώνει την μορφή της δράσης μας είναι η ποιότητα της αγάπης που την κινεί και όχι το αντίστροφο. Ο νους χτίζει γέφυρες και ταυτόχρονα ανοίγει χάσματα· η καρδιά είναι αυτή που μπορεί να διασχίσει το κενό και να επουλώσει ό,τι η σκέψη έχει διαχωρίσει.

Αν μείνουμε εγκλωβισμένοι σε απαισιόδοξες ιδέες για την ανθρώπινη φύση χωρίς να ισορροπούμε με εμπιστοσύνη σε κάτι πιο βαθύ και φωτεινό, θα παραβλέπουμε πάντα την δυνατότητα της χάρης, της απρόσμενης μεταστροφής. Όταν αφήνουμε τα παραπάνω να εμποτίζουν την δράση μας, μπορεί να μη γίνουν τα πράγματα όπως ακριβώς τα φανταζόμασταν, αλλά σε ένα βαθύτερο επίπεδο δεν μπορούμε να αποτύχουμε. Η ίδια η διαδρομή γίνεται τότε ο πραγματικός καρπός.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Πότε λέτε ότι ο πετεινός που αγωνίζεται τα πήγε άσχημα; Όταν έχει νικήσει και έχει τραυματιστεί ή όταν έχει ηττηθεί χωρίς να γρατσουνιστεί;

«Ποια ποινή επιβάλλεται στον άνθρωπο που φυλακίζει τον ίδιο του τον σκλάβο, αν το κρίνει σωστό;»

Η ίδια η πράξη της φυλάκισης είναι η τιμωρία του, και αυτό θα το παραδεχτείτε και εσείς οι ίδιοι, αν κρατήσετε γερά την αρχή ότι ο άνθρωπος δεν είναι θηρίο αλλά πολιτισμένο πλάσμα. Γιατί πότε ένα κλήμα κάνει κακό; Όταν ενεργεί ενάντια στη φύση του. Πότε ένας πετεινός κάνει κακό; Υπό τις ίδιες συνθήκες. Το ίδιο ισχύει και για έναν άνθρωπο. Ποια είναι λοιπόν η φύση του; Είναι να δαγκώνει και να κλωτσάει και να ρίχνει στη φυλακή και να αποκεφαλίζει; Όχι, αλλά να κάνει το καλό, να συνεργάζεται με τους άλλους και να προσεύχεται γι’ αυτούς. Επομένως, είτε το θέλετε είτε όχι, ο άνθρωπος κάνει κακό όταν ενεργεί χωρίς ενσυναίσθηση.

“Δεν τα πήγε άσχημα τότε ο Σωκράτης;”

Όχι, αλλά οι δικαστές και οι κατήγοροί του τα πήγαν άσχημα.

“Δεν τα πήγε άσχημα ο Ελβίδιος στη Ρώμη.”

Όχι, αλλά ο δολοφόνος του τα πήγε άσχημα.

«Τι εννοείς;»

Όπως ακριβώς δεν λέτε ότι ο πετεινός που αγωνίζεται τα πήγε άσχημα όταν έχει νικήσει και έχει τραυματιστεί, αλλά όταν έχει ηττηθεί χωρίς να γρατσουνιστεί, και δεν θεωρείτε ένα κυνηγόσκυλο ευτυχισμένο όταν δεν καταπονείται στην καταδίωξη, αλλά όταν τον βλέπετε να ιδρώνει, να αγωνιά, με τα πλευρά του να ξεχειλίζουν από το κυνήγι. Τι λάθος υπάρχει στη δήλωση ότι το κακό κάθε ανθρώπου είναι αυτό που έρχεται σε αντίθεση με τη φύση του; Είναι αυτό λάθος; Δεν είναι αυτό που εύκολα αντιλαμβάνεσθε σε κάθε άλλο τομέα; Γιατί λοιπόν υιοθετείτε διαφορετική γραμμή μόνο όταν πρόκειται για άνθρωπο; Ή μήπως είναι λάθος η άλλη μας δήλωση – ότι η φύση του ανθρώπου είναι πολιτισμένη, στοργική και αξιόπιστη;

«Όχι, ούτε αυτό είναι.»

Πώς γίνεται λοιπόν, επιπλέον, να μην παθαίνει κακό ακόμα κι αν μαστιγωθεί, φυλακιστεί ή αποκεφαλιστεί; Δεν είναι αλήθεια ότι, αν υποφέρει αυτά τα πράγματα με ευγενές πνεύμα, φεύγει κερδισμένος και ωφελείται, ενώ αυτός που υφίσταται κακό είναι ο άνθρωπος που υφίσταται την πιο αξιολύπητη και επαίσχυντη μοίρα, ο άνθρωπος που μετατρέπεται από άνθρωπο σε λύκο ή φίδι ή σφήκα;

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Δ΄ Διατριβή, α΄ «Περὶ ἐλευθερίας»

Γιατί Δεν Είμαστε Ανίσχυροι Παρατηρητές — Η Επιστήμη Πίσω από τη Συλλογική Πρόθεση

Θα ακουστεί ριζοσπαστικό, όμως για να παραφράσω τον Edmund Burke, το μόνο που χρειάζεται για να θριαμβεύσει το κακό είναι…οι καλοί άνθρωποι να μη κάνουν τίποτα.

Ουσιαστικά, λοιπόν, αγγίζει το γεγονός ότι η πρόθεση δεν είναι απλώς ένα προσωπικό «μαγικό κόλπο» — Κλιμακώνεται.

Όταν κάνουμε ένα βήμα πίσω και δούμε τη μεγάλη εικόνα, η ψυχολογία και οι μεγάλες κοινωνικές μελέτες δείχνουν ότι η συλλογική εστίαση και η κοινή πρόθεση διαμορφώνουν πραγματικά τα μοτίβα συμπεριφοράς, την κουλτούρα και τα αποτελέσματα.

Είναι σαν το φαινόμενο της πεταλούδας, αλλά με πολύ περισσότερη πρόθεση από πίσω.

Και ο Burke λέει πως το μόνο που χρειάζεται για να θριαμβεύσει το κακό είναι οι καλοί άνθρωποι να μην κάνουν τίποτα.

Μπορούμε να σταθούμε λίγο σε αυτό; Γιατί εμένα μου “χτυπάει” μεγάλες καμπάνες.

Το μόνο που χρειάζεται για να θριαμβεύσει το κακό είναι οι καλοί άνθρωποι να μην κάνουν τίποτα.

Γνωρίζουμε ήδη για την πρόθεση — στον ρόλο της στον Νόμο της Έλξης τουλάχιστον. Αλλά γνωρίζουμε πώς λειτουργεί σε μεγαλύτερη κλίμακα;

Αν κοιτάξουμε την ψυχολογία, τις επιστήμες του Διαλογισμού και της Ενσυνειδητότητας, ακόμα και κάποια μεγάλης κλίμακας κοινωνικά πειράματα, υπάρχει ένα μοτίβο που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε.

Η εστιασμένη πρόθεση αλλάζει τα πράγματα.

Όχι μαγικά, αλλά μετρήσιμα. Υπάρχουν βιβλία, όπως The Power of Intention της Lynn McTaggart, το Ινστιτούτο του HeartMath, υπάρχει ακόμα και ντοκιμαντέρ πάνω σε αυτό, που μιλούν για την Πρόθεση ως μια δύναμη στην οποία συμμετέχουμε ενεργά — όχι κάτι που απλώς κρατάμε παθητικά μέσα μας.

Η Πρόθεση είναι μια δύναμη στην οποία συμμετέχουμε ενεργά.

Τι συμβαίνει όταν η ανθρώπινη Προσοχή, το Συναίσθημα και η Εστίαση κινούνται όλα προς την ίδια κατεύθυνση;

Τη δεκαετία του ’70 και του ’80, επιστήμονες μελέτησαν τον Διαλογισμό και τις Συλλογικές Πρακτικές. Παρατήρησαν ότι κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε όταν ομάδες ανθρώπων διαλογίζονταν μαζί — είτε χρησιμοποιούσαν προσευχή, είτε στοχασμό, είτε εστιασμένη πρόθεση.

Τοπικές κοινότητες μερικές φορές βίωναν μετρήσιμες αλλαγές. Δεν μιλάω για θαύματα, δεν μιλάω για μεταμορφώσεις από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά για αλλαγές στα μοτίβα συμπεριφοράς ολόκληρης της κοινότητας.

Το λεγόμενο Maharishi Effect — μελέτες που έγιναν στην Ουάσινγκτον το 1993 — παρατήρησαν μείωση των ποσοστών εγκληματικότητας κατά τη διάρκεια αυτών των μεγάλων ομαδικών περιόδων διαλογισμού.

Τώρα, αυτές οι μελέτες παραμένουν αντικείμενο συζήτησης και αμφισβήτησης, και αυτό έχει σημασία. Όμως τα δεδομένα έδειξαν μια συσχέτιση που άξιζε προσοχής, όπως συμβαίνει με όλες τις σοβαρές έρευνες. Σύμφωνα με το Maharishi Effect, η ανθρώπινη προσοχή δεν είναι παθητική.

H ανθρώπινη προσοχή δεν είναι παθητική

Δεν πρόκειται για “απόδειξη υπερφυσικής δύναμης”. Πρόκειται για ενδείξεις ότι η ανθρώπινη εστίαση, η ηρεμία και η συνοχή μπορούν να επηρεάσουν το συναισθηματικό πεδίο μιας κοινότητας.

Ακόμα και στον ιατρικό κόσμο έχουν γίνει μελέτες βασισμένες στην Πρόθεση, γύρω από την Ίαση.

Όχι του τύπου «σκέφτομαι κάποιον καλά και γίνεται», αλλά ελεγχόμενη έρευνα πάνω στην προσευχή, στη συμπονετική πρόθεση, στον κατευθυνόμενο διαλογισμό ίασης. Ο ανθρώπινος νους, όταν είναι εστιασμένος, δεν είναι αδρανής.

Ο ανθρώπινος νους, όταν είναι εστιασμένος, δεν είναι αδρανής.

Κράτα το αυτό! Ο νους σου συμμετέχει ενεργά. Και έχει καταγραφεί ότι η κοινή εστίαση έχει μετρήσιμα αποτελέσματα στα μοτίβα του καρδιακού ρυθμού, στη συναισθηματική ρύθμιση, στην κοινωνική σύνδεση, ακόμα και στην επίλυση συγκρούσεων. Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι “μυστικιστικό”. Είναι η ανθρώπινη βιολογία που ανταποκρίνεται στη συντονισμένη προσοχή.

Λοιπόν, αφού ξεκαθαρίσαμε την επιστήμη και την ιστορία, να η πραγματική ερώτηση που τίθεται εδώ:
Αν η πρόθεση μπορεί να μετακινήσει μικρά πράγματα, τι θα μπορούσε να κάνει αν εκατομμύρια άνθρωποι στόχευαν την ίδια πρόθεση την ίδια στιγμή;
  • Όχι για να εξαναγκάσουμε την πραγματικότητα.
  • Όχι για να παρακάμψουμε τη δράση.
  • Αλλά για να προσθέσουμε βαρύτητα προς την σωστή κατεύθυνση.
Φανταστείτε όλους μας να εστιάζουμε στο ίδιο αποτέλεσμα. Να διαλογιστούμε πάνω σε αυτές τις τέσσερις ποιότητες:

Θεραπεία εκεί όπου τα συστήματα έχουν τραυματιστεί και έχουν λυγίσει.
  • Αλήθεια εκεί που εκείνοι σε θέσεις εξουσίας την έχουν παρακάμψει.
  • Ασφάλεια εκεί όπου η αστάθεια αυξάνεται.
  • Διαύγεια εκεί που η σύγχυση έχει κατασκευαστεί.
  • Και ενότητα εκεί όπου προωθείται ο διχασμός.
Χωρίς οθόνες, χωρίς θόρυβο, χωρίς multitasking — μόνο εστιασμένη πρόθεση προς το καλό.

Ατομικά, η πρόθεση διαμορφώνει την αντίληψη του Ατομικού Νου.
Συλλογικά, διαμορφώνει τον πολιτισμό του Συλλογικού Νου.

Και η ιστορία το δείχνει αυτό: από μαζικά κινήματα προσευχής, μέχρι αγρυπνίες ειρήνης και παγκόσμια γεγονότα συλλογικού διαλογισμού που έχουν καταγραφεί από κοινωνιολόγους.

Το νόημα είναι απλό: δεν είμαστε ανίσχυροι παρατηρητές.

Είμαστε συμμετέχοντες σε ένα πεδίο προσοχής που επηρεάζει το πώς αισθάνονται οι κοινότητες, το πώς αντιδρούν και το πώς συμπεριφέρονται.

Αν αρκετοί από εμάς εστιάσουμε σε ένα κοινό όραμα, μπορούμε να μετακινήσουμε βουνά.

Δεν μιλάμε μεταφορικά· μιλάμε ιστορικά, επιστημονικά και ανθρώπινα.

Γιατί ο κόσμος πάντα άλλαζε όταν οι άνθρωποι ενώνονταν γύρω από την ίδια καθαρότητα σκοπού.

Και η πρόθεση — η πραγματική, εστιασμένη και πειθαρχημένη πρόθεση — είναι ένας από τους αρχαιότερους τρόπους με τους οποίους η ανθρωπότητα έχει διαμορφώσει την πραγματικότητα.

Η Σκιά των πραγμάτων που είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε:

Πώς προάγεται μαζικά η συνείδηση του Ψευδή Εαυτού αυτές τις μέρες:

Κατευθύνεται από τα mass media να σε πείθει ότι είσαι ανίσχυρος.

Σε πείθει ότι μια στάση απάθειας ή ουδετερότητας είναι μια σοφή επιλογή.

Σε πείθει ότι το να αποσύρεσαι, να σιωπάς ή “περιμένεις να περάσει” σκρολάροντας στις ειδήσεις και στα social media είναι μια σοφή στάση.

Αναλώνεται σε αντιδράσεις που τρέφουν ακόμα περισσότερο κοινωνικό χάος και διαχωρισμό.

Εν ολίγοις ο Ψευδής Εαυτός σου σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν περνά από το χέρι του κάτι, έτσι ώστε να αλλάξει τα δρώμενα που συμβαίνουν στον κόσμο.

Ο Ψευδής Εαυτός σου σε πείθει ότι είσαι αβοήθητος και ανίσχυρος.

Και αυτό είναι ένα μεγάλο Ψέμα. Παρακαλώ διάβασε και πάλι τις αναφορές στις επιστημονικές έρευνες παραπάνω που έχουν αποδείξει το αντίθετο.

Ο εαυτός μας αναζητά συνεχώς έναν «αντίπαλο» για να νιώθει πως έχει ταυτότητα… ακόμη κι αν πρέπει να τον εφεύρει

«Ο εχθρός χαρίζει ταυτότητα. Η απουσία του αποκαλύπτει ποιος είσαι»

Υπάρχει κάτι σχεδόν αρχέγονο στην ανάγκη του ανθρώπου να σταθεί απέναντι. Απέναντι σε μια ιδέα, σε έναν θεσμό, σε έναν άλλο. Ο εαυτός αποκτά πιο καθαρά όρια όταν αντικρίζει αντίσταση. Σαν να καθρεφτίζεται καλύτερα όταν κάποιος στέκεται απ’ την άλλη πλευρά. Η ψυχή αναζητά αναγνώριση και παράλληλα οριοθέτηση. Κι αυτό συχνά προκύπτει μέσω αντιπαλότητας.

Ο εχθρός — ακόμη και φανταστικός — χαρίζει σχήμα. Προσφέρει ένταση, ταχύτητα, αναγκαιότητα. Απουσία αντίπαλου, η ταυτότητα αποκτά ηπιότητα και δυσκολεύεται να πάρει μορφή. Ο Carl Jung μίλησε για τη «σκιά» — εκείνο το σύνολο εσωτερικών στοιχείων που προτιμάμε να προβάλλουμε αλλού. Μέσα από τη σκιά, γεννιέται ο εχθρός. Ο άλλος φέρει όλα όσα δεν αντέχουμε να παραδεχτούμε στον εαυτό μας. Η αντιπαράθεση λειτουργεί ως κάθαρση, ως προβολή του εσωτερικού χάους σε μια εξωτερική μορφή που γίνεται διαχειρίσιμη.

Ο Jung υποστήριζε ότι η σκιά περιλαμβάνει όχι μόνο τα καταπιεσμένα συναισθήματα και τις αρνητικές παρορμήσεις, αλλά και δυνατότητες, δημιουργικότητα και ανεξερεύνητες εκδοχές του εαυτού. Όταν αναγνωρίζεται στον «άλλον» η σκιά, χάνεται η ευκαιρία για ενοποίηση. Η μάχη με τον εχθρό μετατρέπεται σε «μεταμφιεσμένη» μάχη με τον εαυτό.

Η ταυτότητα χτίζεται στη σύγκριση

Καθώς αναπτυσσόμαστε, ορίζουμε το «ποιοι είμαστε» σε σχέση με το «πως μοιάζουν άλλοι», γιατί η διαφοροποίηση φέρνει αυτοσυνειδησία. Ο έφηβος που εκφράζει την απόσταση από την οικογένεια ή την κοινωνία, αναζητά προσωπικό στίγμα. Μέσα από την απόρριψη, επιδιώκει ορατότητα.

Αργότερα, στην ενήλικη ζωή, η ανάγκη για διαφοροποίηση συνεχίζει, πιο εκλεπτυσμένη. Ο αντίπαλος μετατρέπεται σε σύστημα, κουλτούρα, φιλοσοφία. Ο «αντί» εαυτός εξυπηρετεί την ψυχική συνοχή. Δίνει τη σιγουριά πως «κάπου ανήκω» και «σε κάτι πιστεύω». Η ταυτότητα σταθεροποιείται μέσα από διαχωριστικές γραμμές.

Ο ψυχολόγος Erik Erikson ανέπτυξε τη θεωρία της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης και προσδιόρισε το στάδιο της ταυτότητας έναντι της σύγχυσης ρόλων ως κρίσιμο σημείο στην εφηβεία. Η οικοδόμηση ταυτότητας, σύμφωνα με εκείνον, απαιτεί συγκρούσεις, δοκιμές, εξερεύνηση εναλλακτικών και συμβολικές ρήξεις. Ο αντίπαλος, είτε ως εξωτερικός είτε ως εσωτερικός εχθρός, ενεργοποιεί αυτόν τον μηχανισμό διαφοροποίησης και εδραίωσης προσωπικού στίγματος.

Ο εχθρός ως σταθερό σημείο

Σε περιόδους αλλαγής και κοινωνικής ρευστότητας, η ύπαρξη ενός αντιπάλου λειτουργεί σαν αγκίστρι, παρέχοντας γραμμικότητα σε έναν αποδιοργανωμένο κόσμο. Ο εχθρός δεν είναι μόνο απειλή — είναι και καταφύγιο. Χαρίζει σαφήνεια, νόημα, αίσθηση σκοπού. Ο άνθρωπος βρίσκει προσανατολισμό, ακόμη κι αν η διαδρομή του βασίζεται σε αντίδραση και όχι σε δημιουργία.

Όταν οι κοινωνικοί ρόλοι θολώνουν, η ταύτιση με μια συλλογική σύγκρουση προσφέρει αίσθηση ένταξης. Γινόμαστε «εμείς» απέναντι στους «άλλους». Ο εχθρός καθιστά την ταυτότητα ενεργή και κινητοποιημένη. Οι εσωτερικές αμφιβολίες σιωπούν, καθώς η σύγκρουση με τον έξω κόσμο επικαλύπτει τις υπαρξιακές ερωτήσεις.

Η ανακούφιση του θυμού

Ο θυμός είναι εκρηκτική ενέργεια. Κινεί, κινητοποιεί, προσανατολίζει. Εκτονώνει εσωτερική ένταση και χαρίζει το αίσθημα του δίκιου. Μέσα στη ροή μιας κουρασμένης καθημερινότητας, ο θυμός αποκτά θεραπευτική υφή, καθώς λειτουργεί σαν προσωρινή επανάκτηση ελέγχου.

Ο Haidt υποστηρίζει ότι η ηθική μας σκέψη καθοδηγείται από συναισθήματα και αναδρομικές δικαιολογήσεις. Ο θυμός ενισχύει αυτή τη λειτουργία, κάνοντας τον κόσμο απλούστερο, σαφέστερο και πιο χειροπιαστό. Οι εσωτερικές αντιφάσεις εξαφανίζονται καθώς το μυαλό ευθυγραμμίζεται γύρω από έναν σκοπό. Ο εχθρός έτσι, από πρόβλημα γίνεται ευκαιρία ταύτισης.

Μέσα από τον θυμό, το άτομο νιώθει σημαντικό μιας και κατοχυρώνει ηθική υπεροχή. Ενεργοποιεί τη φαντασίωση δικαίου. Η ύπαρξη αποκτά μορφή ήρωα και κάθε ήρωας χρειάζεται την αίσθηση απειλής για να ανθίσει.

Όταν απουσιάζει η σύγκρουση

Η απουσία αντίστασης προκαλεί σιγή και στη σιγή ενεργοποιείται η φωνή του εσωτερικού εαυτού. Η ειρήνη απαιτεί επαφή με ό,τι κρύβεται πίσω από τις συγκρούσεις – επιθυμίες, φόβους, ανασφάλειες, ματαιώσεις. Χωρίς εχθρό, ο άνθρωπος καλείται να συνθέσει ταυτότητα μέσα από εσωτερική αναφορά κι όχι αντίθεση.

Εκεί εμφανίζεται η πρόκληση. Πώς διατηρείς προσανατολισμό χωρίς εξωτερικό ερέθισμα; Πώς ορίζεις τον εαυτό χωρίς τον καθρέφτη του άλλου; Η εσωτερική δομή ξεδιπλώνεται σταδιακά μέσα από πράξεις, επιλογές, σχέσεις. Ο άνθρωπος που αντέχει την απουσία αντιπαλότητας ανοίγει χώρο για δημιουργία.

Η πιο γενναία πράξη

Η πιο γενναία μορφή ταυτότητας δεν χτίζεται στη σύγκρουση, αλλά στην αποδοχή της πολυπλοκότητας. Ο άνθρωπος που τολμά να ζήσει χωρίς αντίπαλο δηλώνει «Επιλέγω να υπάρχω με επίγνωση κι όχι με αντίδραση», χτίζοντας μια ζωή με θετικό πρόσημο.

Η ταυτότητα που δεν ορίζεται από το «αντί» αντλεί ρίζες από μέσα. Εκφράζεται με δημιουργικότητα, σχετίζεται με ενσυναίσθηση, ενδυναμώνει αντί να πολώνει. Ενώ παντού προσφέρονται αφορμές για διχασμό, η επιλογή της ενότητας, της εσωτερικής ευθυγράμμισης και της ήρεμης ισχύος συνιστά ριζοσπαστική στάση.

Όταν ο εαυτός σταθεροποιείται χωρίς εξωτερικά στηρίγματα, γεννιέται μια μορφή ύπαρξης που αντλεί τη δύναμή της από τη σιωπηλή βεβαιότητα του «είμαι». Εκεί, η ελευθερία παύει να μετριέται με συγκρούσεις και αρχίζει να καθρεφτίζεται στην πληρότητα του εαυτού.

Η σκιά του Σαμουράι

Ένας νεαρός πολεμιστής, γεμάτος φιλοδοξία, πλησίασε τον γέροντα δάσκαλο Ζεν για να του ζητήσει να γίνει μαθητής του.

«Δάσκαλε», είπε με αυτοπεποίθηση, «έχω πολεμήσει σε πολλές μάχες. Γνώρισα τον φόβο, νίκησα τους εχθρούς μου, τιμήθηκα για την ανδρεία μου. Τώρα θέλω να νικήσω και τον εαυτό μου.»

Ο δάσκαλος τον κοίταξε ήσυχα. «Ποιος είναι ο εχθρός σου;»

«Δεν υπάρχει άλλος πια. Τους νίκησα όλους. Τώρα απομένει η μάχη με το εγώ μου.»

Ο δάσκαλος τον οδήγησε σε μια μικρή αίθουσα με έναν καθρέφτη στον τοίχο. «Κάτσε εδώ και κάθε μέρα κοίταζε τον εαυτό σου, μέχρι να πάψεις να βλέπεις εχθρό.»

Ο νεαρός γέλασε. «Αυτό είναι όλο; Δεν θα μου δώσεις διδασκαλίες, καθήκοντα, διαλογισμούς;»

«Αν ο εαυτός σου δεν σου φτάνει για διδασκαλία, τίποτε άλλο δεν θα σου τη δώσει», απάντησε ο δάσκαλος και έφυγε.

Πέρασαν εβδομάδες. Ο νεαρός καθόταν καθημερινά μπροστά στον καθρέφτη. Την πρώτη εβδομάδα θύμωσε. Τη δεύτερη ένιωσε πλήξη. Την τρίτη ήρθε μια βουβή θλίψη. Καμιά μάχη. Καμιά νίκη. Καμιά υπόσχεση δόξας.

Μια νύχτα, κοιτάζοντας το πρόσωπό του, που μόλις φαινόταν στο φως του κεριού, παρατήρησε τη σκιά του στον τοίχο πίσω του. Κινιόταν όπως εκείνος, μα δεν είχε βλέμμα. Δεν είχε φωνή. Δεν είχε ουσία.

Τότε, σαν κάτι να φωτίστηκε μέσα του, ψιθύρισε: «Ήμουν πάντα σκιά απέναντι σε σκιά. Έδινα μορφή στον εαυτό μου μόνο μέσα από μάχες.»

Το επόμενο πρωί, πήγε στον δάσκαλο και υποκλίθηκε.

«Βρήκες τον εχθρό;» τον ρώτησε εκείνος.

«Όχι. Αλλά βρήκα κάτι πιο αληθινό. Τον άνθρωπο που κοιτούσε για χρόνια τη σκιά του και νόμιζε πως ήταν καθρέφτης.»

Ο δάσκαλος χαμογέλασε. «Τώρα μπορείς να ξεκινήσεις.»

Να ελπίζεις σημαίνει να είσαι έτοιμος, ανά πάσα στιγμή, για αυτό που ακόμη δεν έχει γεννηθεί

Ο ψυχολόγος Charles Snyder, ένας από τους πρώτους που μελέτησαν επιστημονικά την έννοια της ελπίδας, περιέγραψε την ελπίδα όχι ως αίσθημα ή ευχή, αλλά ως δομημένη ψυχική ικανότητα. Μια ψυχική διαδικασία που ενεργοποιείται όταν ο άνθρωπος:
  • Σχηματίζει έναν στόχο
  • Σχεδιάζει διαδρομές για να τον φτάσει
  • Εμπιστεύεται ότι μπορεί να βαδίσει αυτές τις διαδρομές
Η ελπίδα δηλαδή, δεν ταυτίζεται με αισιοδοξία. Δεν προϋποθέτει βεβαιότητες, ούτε φιλτράρει την πραγματικότητα προς το ευχάριστο. Αντίθετα, αφορά τη σύνδεση με ένα νόημα που κινεί τον άνθρωπο προς τα μπροστά, ακόμη και μέσα σε δύσκολες ή ασαφείς συνθήκες.

Κι εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα:
Τι συμβαίνει όταν το μέλλον χάνει τον προσανατολισμό του; Όταν ο κόσμος δεν προσφέρει πια το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η ελπίδα;

Όταν ο κόσμος δεν υπόσχεται πια τίποτα

Σήμερα, η απώλεια ελπίδας δεν έρχεται μέσα από κάποια εσωτερική θλίψη, αλλά από το ίδιο το εξωτερικό περιβάλλον: έναν κόσμο που μοιάζει κάθε μέρα πιο ασταθής, απειλητικός και μη φιλόξενος για τη συνέχεια.

Πτυχία χωρίς επαγγελματική προοπτική. Ανθρώπινες σχέσεις υπό πίεση. Πόλεις που γίνονται απρόσιτες, ανεργία που επεκτείνεται σιωπηλά, οικονομική ανασφάλεια που διαβρώνει την καθημερινή ζωή. Και στο βάθος, μακροκοινωνικές απειλές: κλιματική κρίση, γεωπολιτική αστάθεια, πόλεμοι, κρίσεις που διαδέχονται η μία την άλλη.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η ελπίδα υποχωρεί σταδιακά. Ο κόσμος χάνει τη δυνατότητα να προσφέρει εναλλακτική, προοπτική, υπόσχεση. Όταν οι θεσμοί, οι αφηγήσεις και οι προσδοκίες καταρρέουν, μαζί τους οπισθοδρομεί και η ικανότητα του ανθρώπου να συνδεθεί με το μέλλον του.

Όταν οι προοπτικές ξεθωριάζουν

Μια καθημερινότητα δίχως προσμονή δεν γίνεται απαραίτητα δυσλειτουργική. Ο άνθρωπος συνεχίζει να εκτελεί ρόλους, να απαντά στις υποχρεώσεις του, να συντηρεί σχέσεις. Όμως μέσα του διαμορφώνεται ένα είδος ψυχικής σιωπής. Ένα κλίμα ακινησίας που δεν μοιάζει με κατάθλιψη, αλλά με αποσύνδεση από την ιδέα της συνέχειας.

Η ψυχολογία το έχει περιγράψει: σε καταστάσεις όπου η προσπάθεια δεν οδηγεί σε αλλαγή, ο άνθρωπος αναπτύσσει μια μορφή παθητικής επιβίωσης. Ο Martin Seligman μίλησε για τη learned helplessness, τη μαθημένη αβοηθησία – μια εσωτερική εγκατάλειψη της πίστης ότι η δράση έχει αποτέλεσμα.

Σε τέτοιες περιόδους, η επιθυμία χωρίς να σβήνει, περιορίζεται. Οι στόχοι μικραίνουν και το μέλλον δεν εμφανίζεται ως συνέχεια, αλλά ως κάτι ασαφές και ομιχλώδες. Κι έτσι, ο άνθρωπος λειτουργεί, αλλά χωρίς να κατοικεί πλήρως τη ζωή του.

Κι αν κάποιος συνεχίζει να ελπίζει;

Υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να διατηρούν μέσα τους μια μορφή εμπιστοσύνης στη συνέχεια — όχι επειδή περιμένουν κάτι ευνοϊκό, αλλά γιατί έχουν επιλέξει έναν τρόπο να ζουν με νόημα, ακόμη και μέσα στο αβέβαιο.

Στην ψυχολογία της αυτο-αποτελεσματικότητας (Albert Bandura), αυτή η ικανότητα συνδέεται με την πίστη ότι η προσωπική δράση μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Δεν απαιτεί θετικές προβλέψεις. Απλώς στηρίζεται σε έναν εσωτερικό διάλογο που λέει: “Ακόμα κι έτσι, κάτι αξίζει να προσπαθήσω.”

Η ελπίδα έτσι, χωρίς να μοιάζει με φλόγα που καίει, θυμίζει περισσότερο εσωτερική κατεύθυνση: ένα βλέμμα που παραμένει στραμμένο προς το νόημα, ακόμη κι όταν όλα γύρω κινούνται απρόβλεπτα. Οι άνθρωποι που ζουν έτσι δεν αναζητούν διαβεβαιώσεις. Επιλέγουν να συνεχίζουν, γιατί κάτι μέσα τους επιμένει ότι η συνέχεια αξίζει, επειδή είναι πράξη νοήματος από μόνη της.

Τι γεννά την ελπίδα και πώς αυτή ανθίζει

Η ελπίδα δεν είναι προνόμιο χαρακτήρα. Είναι δεξιότητα που μπορεί να καλλιεργηθεί. Απαιτεί όμως περιβάλλοντα που επιτρέπουν στον άνθρωπο να τη βιώσει. Σχέσεις που τον αποδέχονται. Καθημερινότητες που αφήνουν χώρο για επιθυμία. Εμπειρίες που δικαιώνουν την προσπάθειά του.

Από νευροβιολογικής άποψης, η ελπίδα συνδέεται με την ενεργοποίηση του συστήματος ανταμοιβής και την έκκριση ντοπαμίνης. Όπως εξηγεί η νευροεπιστήμονας Tali Sharot, η ελπίδα ενισχύει τη γνωστική ευελιξία και κινητοποιεί προς δράση, ακόμα και σε περιβάλλοντα μεγάλης αβεβαιότητας.

Η μνήμη παίζει κρίσιμο ρόλο. Όσοι άνθρωποι έχουν διανύσει δύσκολες περιόδους και θυμούνται πώς στάθηκαν μέσα σε αυτές, έχουν στη διάθεσή τους εσωτερικά σημεία σταθερότητας. Αλλά και η φαντασία ως ικανότητα να σχηματίζεις εικόνες ενός πιθανού μέλλοντος, αποτελεί βασικό μηχανισμό ελπίδας.

Και τέλος, οι σχέσεις: η εμπειρία πως κάποιος πιστεύει σε εσένα, ακόμη και όταν εσύ δυσκολεύεσαι να πιστέψεις στον εαυτό σου, γίνεται θεμέλιο για τη δημιουργία ψυχικής προοπτικής.

Πώς συνεχίζει ο άνθρωπος μέσα σε έναν αβέβαιο κόσμο

Όταν ο κόσμος δοκιμάζει συνεχώς τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, η ελπίδα δεν εμφανίζεται ως υπόσχεση. Λειτουργεί περισσότερο σαν εσωτερική πίστη. Όχι πίστη ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά ότι η ίδια η κίνηση προς τα μπροστά έχει αξία.

Η ελπίδα δεν θορυβεί κι εκείνος που συνεχίζει να ελπίζει παραμένει παρών. Δημιουργεί σχέσεις που έχουν ουσία, φροντίζει πράγματα που δεν εξασφαλίζουν ανταπόδοση, επιλέγει κάθε μέρα να δίνει υπόσταση σε ένα αύριο που δεν έχει ακόμη φανεί

Σε εποχές που το εξωτερικό τοπίο χάνει τη σταθερότητά του, το εσωτερικό γίνεται το τελευταίο καταφύγιο. Εκεί διατηρείται η δυνατότητα της επιλογής. Να αντιμετωπίζεις τη ζωή με πρόθεση, να πιστεύεις ότι αξίζει να μείνεις παρών, να επιτρέπεις στα αισθήματά σου να αναπνέουν, να σηκώνεσαι κάθε πρωί και να συνεχίζεις, με εκείνη την αίσθηση που λέει: «Ακόμα έχει νόημα να συμμετέχω».

“Να ελπίζεις σημαίνει να είσαι έτοιμος, ανά πάσα στιγμή, για αυτό που ακόμη δεν έχει γεννηθεί.“-Erich Fromm

Hegel: Όλες οι αγελάδες δεν είναι μαύρες

G. W. Fr. HEGEL: 1770–1831

Φαινομενολογία του πνεύματος:

Πώς η Διαλεκτική αποσυνθέτει τον Δογματισμό & Φορμαλισμό;

§1

Ι. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά επιτεύγματα του Χέγκελ είναι να σκέφτεται την ενεργό πραγματικότητα διαλεκτικά και αναλογικά να αποτιμά την εμπειρία στο σύνολό της. Τούτο του επιτρέπει να μην ασχολείται αποκλειστικά, όπως έκαναν πολλοί προγενέστεροί του φιλόσοφοι, με έναν ορισμένο και εν πολλοίς περιορισμένο αριθμό αντικειμένων, ας πούμε με την ηθική, με την έννοια της υπόστασης, με τον θεό ως δημιουργό του σύμπαντος κ.λπ., αλλά να διανοίγεται σε όλα τα θέματα της αντικειμενικής πραγματικότητας, μηδέ εξαιρουμένων και τέτοιων, όπως το ηλιακό σύστημα, η φυσιολογία των φυτών, οι θεραπείες της τρέλας, η συμβολική φαντασία, ο ιουδαϊσμός, η κινεζική θρησκεία κ.λπ. Όλα αυτά τα περιεχόμενα μελετώνται με διαλεκτικό τρόπο, δηλαδή μέσα από την εσωτερική κίνηση των κοινών αλλά και των αντιθετικών τους στοιχείων, και όχι με εκείνον της απαρίθμησης. Εξετάζονται στη συνολική τους δυναμική, ιστορική κοινωνική, πολιτική, πνευματική, και στις αμοιβαίες τους σχέσεις. Η βλέψη του Χέγκελ είναι να συλλάβει την εμπειρία διαλεκτικά ως μια αυτο-διαμορφωτική κίνηση, που μπορεί να προσδώσει στο υπάρχον βαθμιαία αντικειμενικότητα και αυτονομία (Objektivität und Autonomie).

ΙΙ. Αυτή η κίνηση έχει μεν χαρακτήρα προόδου –ακόμη κι αν η αδικία, η πτώση, η συντριβή, η αποτυχία, ο θάνατος κ.λ.π. είναι μόνιμες και συνεχείς απειλές– αλλά ποτέ δεν είναι απλή και ήρεμη. Οι συγκρούσεις και οι αντιφάσεις που ενυπάρχουν στην πραγματικότητα δεν παραγνωρίζονται από τον Χέγκελꞏ απεναντίας κατανοούνται και ερμηνεύονται με περισσή ακρίβεια, σύμφωνα και με το εκάστοτε ιστορικό και φιλοσοφικό πλαίσιο. Στο πλαίσιο αυτό, ο κορυφαίος διαλεκτικός φιλόσοφος της νεωτερικής εποχής είναι μάρτυρας βίαιων ιστορικών αλλαγών, οι οποίες, ακόμη κι αν τη μια ή την άλλη στιγμή προκάλεσαν έντονη απογοήτευση, δεν αποκλείουν ωστόσο κάποια ελπίδα για τη βελτίωση της ανθρωπότητας. Η Γαλλική Επανάσταση, πριν μετατραπεί σε καθεστώς Τρόμου, εξέφρασε τη βούληση της πολιτείας να ασκήσει την εξουσία με τρόπο που να την εναρμονίζει, να τη συμφιλιώνει με τη βούληση των πολιτών. Ο Χέγκελ διείδε, ας πούμε, πως ο Ναπολέων, ακόμα κι αν ηττήθηκε από έθνη που αρνούνταν εκ των προτέρων τα συντάγματα που επιδίωκε να τους επιβάλει, επιχείρησε να επεκτείνει σε όλη την Ευρώπη μια συνεκτική πολιτική οργάνωση. Επίσης ότι τα προτεσταντικά κράτη της Γερμανίας ήξεραν πώς να καταργήσουν τα τελευταία υπολείμματα της φεουδαρχίας υπέρ μιας άσκησης της εξουσίας που να βασίζεται στην κοινή βούληση των πολιτών.

§2

Ι. Στη σημερινή εποχή, που η βιαιο-πραξία της πολιτικής δεν εξεικονίζει τη δημιουργική πράξη μιας ανεπτυγμένης κοινωνίας παρά κατασπαράζει τον άνθρωπο, αξίζει να ξεκινάει κανείς από μια συνολική άποψη για αυτό που κρίνει και να στέκεται ερωτηματικά απέναντι σε αυτό που του συντυχαίνει. Τι μας συντυχαίνει; Η θεωρία και η πράξη της πολιτικής (κοινωνίας) ταυτίζει το χώρο του ανθρώπου με την πλήρη αποσυναρμογή του: ανεστιότητα, αυθαιρεσία, καταστροφή, πολιτική μωρία, ανορθολογισμός, ολική συσκότιση του κόσμου. Και το πνεύμα; Εδώ διαμορφώνεται περίπου ως εξής η κατάσταση: οι λεγόμενοι «προοδευτικοί», «εκσυγχρονιστές» και παρόμοιοι ταρτούφοι εξουσιομανείς εντοιχίζουν καθετί το αυθεντικό από το πεδίο της σκέψης, του πολιτισμού, της παιδείας, της γενικότερης πνευματικότητας σε μια θεολογική του πρόσληψη, γιατί το θεωρούν ως το επουράνιο φάντασμα που πλανιέται απειλητικά πάνω από τη δική τους καθεστηκυία ραστώνη και γι’ αυτό θέλουν να το εξορίσουν από τον βίο μας ως επιδημική χολέρα. Τότε συμβαίνει το εξής παράδοξο: όσο το εξαποστέλλουν, ως δήθεν θεολογικό, τόσο το επαναφέρουν στο προσκήνιο ως επιδημική χολέρα με το μεταφορικό νόημα της απόλυτης διαφθοράς του δημόσιου βίου.

ΙΙ. Τι συμβαίνει εδώ; Η ανεστραμμένη και διεστραμμένη λογική διεφθαρμένων καθεστωτικών ατόμων ή ομάδων από την πολιτική και τον συνδικαλισμό, τη «διανόηση» και τον «πολιτισμό», κ.λπ. ανυψώνεται μέσω της «εκπροσώπησης», που πάντα αποξενώνει και ποτέ δεν συνενώνει, σε ρυθμιστή της κοινωνίας και της πολιτείας. Η έννοια του πνεύματος τότε από θεολογική ιερεμιάδα μεταποιείται από τους ίδιους σε νοησιαρχική εξυπνάδα, σε εργαλειακό λόγο του νου που υπηρετεί χρησιμοθηρικούς σκοπούς. Με δεδομένη μια τέτοια παραφθορά του πνεύματος σε χρησιμοθηρική εξυπνάδα και σε διακοσμητικό στοιχείο μηδενιστικών πρακτικών, ο Χέγκελ συμπυκνώνει όλο το νόημα της Φαινομενολογίας του πνεύματος στο εξής ερώτημα: Μπορεί ο άνθρωπος να σκέφτεται και να πραγματοποιεί την ελευθερία του μέσα στην πραγματικότητα που του δίνεται; Είναι το ίδιο ερώτημα που βρίσκει ουσιωδώς την βαθύτερη αλήθεια του στο γλωσσικό σήμα: Οδυσσέας υπό τη μορφή του εαυτού, ο οποίος, εν όψει μιας δεδομένης πραγματικότητας, εκτυλίσσεται ως περιπετειώδες μεν πνεύμα, αλλά πάντοτε με αυτοκυριαρχία, προκειμένου να φτάσει στην Ιθάκη. Το ως άνω ερώτημα δεν προσήκει μόνο στο ένα ή το άλλο ξεχωριστό άτομο, αλλά συνοδεύει τον άνθρωπο μέχρι τα έγκατα του βίου του, μέχρι το σημείο που μεταπίπτει από τη ζωή στο θάνατο ή από το Είναι στο μηδέν και από εκεί πάλι στο Είναι.

§3

Ι. Έτσι, αυτό που μας καθορίζει δεν είναι έτσι απλά η ευφορία ή η απελπισία της στιγμής, ή ακόμη κι ο μηδενισμός, αλλά τα όρια του πιο πάνω ερωτήματος. Και τούτο διότι με το ερώτημα αυτό ο άνθρωπος καλλιεργεί συνεχώς την τάση να υπερβαίνει την αισθητή του προφάνεια και να προσβλέπει σε μια πνευματική αυτάρκεια, την οποία δεν εγγυάται το εκάστοτε παρόν. Στη συνάφεια τούτη, η όλη δομή του πνεύματος, στη φαινομενολογική του πορεία, αποτελεί ισχυρή προϋπόθεση για να επαναπροσδιορίζεται η ουσία του ανθρώπου με ένα μάτι πιο προσεκτικό, πιο διεισδυτικό, πιο αποκαλυπτικό. Η φιλοσοφία που μας απασχολεί εδώ έχει μεν τις πρωταρχικές της πηγές στην αρχαία παράδοση, αλλά επεξεργάζεται και τις μεγάλες εμπειρίες των αιώνων που θα ακολουθήσουν μέχρι και τη Γαλλική επανάσταση. Η αλήθεια, συνεπώς, για τον Χέγκελ είναι ιστορική και μεταστοχαστικά ολική συν καθολική. Στη Φαινομενολογία του πνεύματος ο φιλόσοφος συνοψίζει αυτή την εμπειρία σε μια πρόταση:

«Το αληθές είναι το όλο»[1].

Τούτη η θεωρησιακή [=φιλοσοφική-θεωρητική] πρόταση κατευθύνει το βλέμμα μας στη διαλεκτική σύλληψη της αλήθειας ως μιας συνεχούς κίνησης. Μας προσανατολίζει σε μια διαλεκτική κίνηση, που εφοδιάζει το ανθρώπινο άτομο με τη δυνατότητα, ήτοι την ικανότητα του Λόγου, να θέτει τον εαυτό του ως υποκείμενο συνειδητής και γι’ αυτό καθολικής δράσης απέναντι σε αυτό που το καθορίζει. Παράλληλα μπορεί να υποβάλλει τη δική του υποκειμενική αλήθεια στην πιο διάπυρη αυτο-εξέταση και

«να απαιτεί από την επιστήμη[=τη φιλοσοφία] να το εφοδιάζει με την ανεμόσκαλα που θα το οδηγούσε σε αυτή την κορυφή [της γνώσης]»[2].

ΙΙ. Κατ’ αυτό τον τρόπο δε γίνεται αντικείμενο της συλλογικής αδράνειας της κοινωνίας ούτε εξάρτημα ξένων ιδεών, αλλά ανασυλλέγει την ουσία του, ανακτώντας, μέσα σε μια ολοποιητική ενότητα, τις κατατετμημένες πλευρές της ζωής που άφησε κατά μήκος της πορείας του. Αυτό δε σημαίνει πως ο Χέγκελ φαντάζεται την ολοκλήρωση του ανθρώπου έξω από τα όρια του κοινωνικού του Είναι. Απεναντίας θεωρεί πως η έκφραση της αληθινής του ουσίας πρέπει να περάσει το δικό της Γολγοθά και να υποστεί την απόλυτη ένταξη, δηλ. αποξένωση, ως μεταβατική δυνατότητα. Με τα λόγια του Χέγκελ:

«Το πνεύμα κατακτά την αλήθεια του μόνο, όταν βρίσκει τον εαυτό του μέσα στον απόλυτο διχασμό...Το πνεύμα είναι αυτή η δύναμη μόνο, όταν κοιτάζει το αρνητικό κατάματα και ενδιατρίβει σ’ αυτό. Τούτο το ενδιατρίβειν είναι η μαγική δύναμη που μεταστρέφει το αρνητικό σε Είναι»[3].

Υπ’ αυτό το πνεύμα, ο Χέγκελ αντιπαρατίθεται μέσα στο έργο του με τον αντιδιαλεκτικό, φορμαλιστικό και συνάμα δογματικό τρόπο σκέψης, κατά τον οποίο

«όλες οι αγελάδες είναι μαύρες»[4].

Ο αντιδιαλεκτικός/κοινός νους, ως εκ της φύσης του, μπορεί να κινηθεί μόνο στο επίπεδο του «δογματικού ισχυρισμού» και της αντίστοιχης διαβεβαίωσης. Γι’ αυτό αντιμετωπίζει τα αδιέξοδά του είτε με την άκριτη προσκόλληση στην ελπίδα ή το φόβο είτε με την αναπαραγωγή ξένων προς την ανθρώπινη ουσία αποφάσεων, δηλητηριάζοντας τον ορίζοντα συνεννόησης των ανθρώπων και γεμίζοντας τον κοινωνιο-πολιτικό χώρο με ψευδαισθήσεις και αυταπάτες. Σημειώνει σχετικά ο Χέγκελ:

«Όταν ο κοινός νους επικαλείται το συναίσθημα, τον εσωτερικό του χρησμό, έχει τελειώσει με εκείνον που δε συμφωνεί μαζί του… ποδοπατεί τη ρίζα της ανθρωπότητας»[5].

§4

Ι. Χωρίς τον διαλεκτικό Λόγο δεν μπορεί κανείς να οχυρώνεται πίσω από τη δική του «αλήθεια», την υποκειμενική ιδιογνωμία του και να την παρουσιάζει ως καθολική, ως απόλυτο αξίωμα, ως το φιλοσοφικά αποδεδειγμένο Απόλυτο. Οι μεμονωμένες αλήθειες μπορεί να έχουν το χαρακτήρα των φαινομένων και να υπόκεινται στη φθορά του χρόνου, δηλ. να είναι πεπερασμένες. Πίσω από τα φαινόμενα, τη φαινομενική γνώση, ενεργοποιείται το πνεύμα με τη δική του εσωτερική κίνηση. Η τελευταία δεν εκφράζει μια γραμμική πορεία, αλλά περιέχει την τεράστια δύναμη του αρνητικού ως την εκρηκτική ύλη της ενεργότητας του νου του ανθρώπου, δηλ. του πνεύματος. Για την ανθρώπινη συνείδηση, η οποία, ως άμεση ύπαρξη του πνεύματος, είναι εκτεθειμένη μέσα σε ένα πλέγμα παρατεταμένων αντιφάσεων και συλλαμβάνει το όλο ως μια ξεχωριστή έννοια και τον εαυτό της ως το απόλυτο άλλο, το αρνητικό είναι ο «Μεφιστοφελής» του Γκαίτε, που ενεργοποιεί την αναζήτηση μιας αυθεντικής αρμονίας και ολοκλήρωσης έξω από την πλάνη της άμεσης πραγματικότητας.

ΙΙ. Η νομιμότητά του λοιπόν έγκειται στο να θέτει σε απόλυτη αμφισβήτηση την εμπράγματη βεβαιότητα του Εγώ και να οδηγεί τη συνείδηση του ανθρώπου σε μια γνωσιοθεωρητική κριτική των περιεχομένων που καταδυναστεύουν την ελευθερία της και στην έξοδο από τη νύχτα της καθεύδουσας κοινωνικο-πολιτικής ανωνυμίας. Με τα λόγια του Χέγκελ αυτό σημαίνει πως καθετί που εκφράζει την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου απορρέει από την αρνητικότητα του αντικειμένου. Έτσι η εργασία, στην οποία επιδίδεται ο άνθρωπος για να μεταμορφώσει τον εξωτερικό κόσμο, ανατιμάται ως δύναμη άρνησης αυτού που ήδη υπάρχει και ως δυνατότητα προσέγγισης στο αντί-θετό του. Τότε αναπτύσσεται μια ακαταμάχητη αντι-θετική κίνηση, ενεργητικό στοιχείο της οποίας είναι το ζωντανό ον και παθητικό στοιχείο το αντικείμενο. Στη διαπλοκή αυτή το ενεργητικό στοιχείο, η ζωή αντλεί από τον εαυτό της την ικανότητα να διατηρείται μέσα στο άλλο χωρίς να γίνεται πράγμα. την ικανότητα, με άλλα λόγια, να αρνείται τη μεταποίηση του εαυτού της σε κάτι το πραγμοειδές. Τη στιγμή, λοιπόν, που το ζωντανό ον μπορεί και αναπτύσσει αυτή την ικανότητα, από συνείδηση γίνεται αυτοσυνείδηση. Αυτό δείχνει πως αντικείμενο της εργασίας του ανθρώπου γίνεται ο ίδιος ο εαυτός του.

§5

Ι. Δεν είναι αρκετό να οικειώνεται κανείς με τον εαυτό του, χρειάζεται και να τον γνωρίζει. Αυτό παραπέμπει ευθέως στην πραγμάτωση του αιτήματος της ελευθερίας: το υποκείμενο, αυτο-γνωριζόμενο, αισθάνεται την ανάγκη του άλλου. επιθυμεί, ορέγεται την παρουσία του. Και με εγελιανούς όρους: η αυτοσυνείδηση ικανοποιείται μέσα σε μια άλλη αυτοσυνείδηση. Καθόσον τέτοια, η αυτοσυνείδηση βυθίζεται μέσα στο Είναι της ζωής και διεξάγει ένα αγώνα για αναγνώριση. Αυτή-εδώ όμως δεν είναι μια μεμονωμένη επιθυμία και δεν επιτυγχάνεται με μια απλή, εξωτερική προσέγγιση του άλλου. Είναι ένας αγώνας ζωής και θανάτου. Μόνο όταν ο άνθρωπος ριψοκινδυνεύει, λέει ο Χέγκελ, δηλ. μόνο όταν διεξάγει θανάσιμο αγώνα υπέρβασης της άλλης ουσίας, φτάνει να αναγνωρισθεί από αυτήν. Ο αγώνας για επικράτηση είναι αμοιβαίος, γι’ αυτό γίνεται ορατός «ένας πόλεμος όλων εναντίον όλων». Ο τελευταίος αναδεικνύεται εν τέλει σε ενδιάμεση βαθμίδα μετάβασης από την αφηρημένη κοινωνία στην ελεύθερη κοινότητα.

ΙΙ. Τότε είναι που ο άνθρωπος φτάνει να πραγματώνει την ελευθερία του, και ως ελεύθερο ον, χωρίς ενδοιασμούς και κλονισμούς, μπορεί να συμφιλιώνεται με τον κόσμο. Η ζωή γίνεται μοναδική και διαλεκτική ενότητα ή ταυτότητα: εκφράζει την κοινότητα ως την αναπαλλοτρίωτη υπόσταση των ατόμων, καθένα εκ των οποίων γίνεται ένα Εγώ που είναι Εμείς και ένα Εμείς που είναι Εγώ. Η ένταξη όμως αυτή μέσα στην κοινότητα σημαίνει παράλληλα και ένταξη μέσα στο χρόνο. Ο άνθρωπος, εντασσόμενος μέσα στο χρόνο, βιώνει μια νέα αγωνία, την αγωνία της θνητότητάς του, αφού ο χρόνος αυτός καθεαυτόν είναι η υπόμνηση της ατέλειάς του. Υπ’ αυτή την έννοια ζει με τον τρόμο του χρόνου· με τη γλώσσα του Χέγκελ: εφόσον ο άνθρωπος είναι, δεν είναι και, εφόσον δεν είναι, είναι. Ο χρόνος, κατά ταύτα, αποτελεί την αναγκαιότητα, που μεταδίδει ενέργεια στον άνθρωπο και τον ωθεί στη δημιουργία και την αυτοδημιουργία. Για να αυτογνωρίζεται ο άνθρωπος μέσα στο χρόνο πρέπει να εξωτερικεύεται. Δια της εξωτερίκευσης εκδηλώνει τη δράση του και την εγγράφει ως εμπειρία της ιστορίας. Η τελευταία τότε γίνεται έγχρονη εκδίπλωση μιας σκοπιμότητας δράσης, η οποία οδηγεί τα ανθρώπινα όντα σε αναμετρήσεις συμφερόντων και ενδιαφερόντων και το νόημά της ισχυροποιεί την παρουσία της αλήθειας μέσα στη λήθη του πολιτισμού.

ΙΙΙ. Μέσα στη Φαινομενολογία του πνεύματος η ιστορία αρχίζει στην Ελλάδα και προχωρεί με ένα τραγικό, τραγικότατο τρόπο και χαρακτήρα. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Χέγκελ, δεν αποτελεί απλά και μόνο το ξεκίνημα της φιλοσοφικής επιστήμης, αλλά είναι το «αληθινό πνεύμα». Ο σκοπός της ιστορίας είναι να ξαναβρεί αυτή την αλήθεια, αυτή την «υπέροχη ολότητα», η οποία, επαναπροσδιοριζόμενη στη διαχρονική της δεσμευτικότητα, μεταστρέφει την ανταγωνιστική κινητικότητα της κοινωνίας από δύναμη γενικευμένης παράλυσης σε πηγή αυτογνωσίας. Αλλά η εγελιανή αυτογνωσία δεν σημαίνει άλλο από τη γνώση του Εγώ και του Εμείς. Και τούτο στην ευρύτερη αποδοχή του κατανοείται ως εξής: Να αποκτάμε, κατά κύριο λόγο, συνείδηση της διαφοράς ανάμεσα σε αυτό που είναι το υποκείμενο και το αντικείμενο και σε αυτό που είναι η ουσία τους. Χάρη σε τούτη τη συνείδηση της διαφοράς, αντί να παραδιδόμαστε στο δεδομένο, αφηνόμαστε στο εγνωσμένο και εκμηδενίζουμε έτσι τη θριαμβολογία του αποσπασματικού πάνω στη μοναδικότητα του συνολικού. Σε αυτό το μονοπάτι, η κινητήρια δύναμη πίσω από τα πάντα είναι η διαλεκτική που δρα μέσω της άρνησης. Ωστόσο, είναι μια ιδιαίτερη μορφή άρνησης. Η ιστορικο-φιλοσοφική φιγούρα που ενσαρκώνει την άρνηση είναι ο σκεπτικισμός, αλλά περιορίζεται στην άρνηση, επομένως καταφέρνει να παράγει μόνο το τίποτα, το κενό, ενώ η διαδικασία του Χέγκελ σκοπεύει την άρνηση με καθορισμένο τρόπο. Αρνείται ορισμένες πτυχές μιας φιγούρας, αλλά ποτέ δεν τη θεωρεί εντελώς «λάθος»: όταν η καθεμία εξετάζεται και μετά «αρνείται», παράγει, με τη σειρά της, μια νέα φιγούρα που φέρει μέσα της το ίχνος αυτού που αρνήθηκε. Με λίγα λόγια, είναι μια μορφή άρνησης που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε «παραγωγική». Σημασία έχει η συνολική διαδικασία, ο πλήρης κύκλος των μορφών της συνείδησης, που πραγματοποιείται σε όλη τη σειρά των μορφών και των μορφών.
-------------------------------
[1] Χέγκελ: Φαινομενολογία του πνεύματος τ. Ι Εκδόσεις Δωδώνη: Αθήνα 1993, σ. 141.

[2] Ό.π., σσ. 146-147.

[3] Ό.π., σ. 153.

[4] Ό.π., σ. 137.

[5] Ό.π., σ. 153.