Κυριακή 27 Απριλίου 2025

Συμφωνία με τον Διάβολο

«Καθ’ όλη την διάρκεια ζωής του κατοικούμενου κόσμου, σε όλες τις εποχές και σε κάθε περίσταση, οι μύθοι του ανθρώπου άνθιζαν και αποτελούσαν πάντα, την ζωντανή έμπνευση οτιδήποτε άλλου έχει εμφανιστεί από τις δραστηριότητες του ανθρώπινου σώματος και νου. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι ο μύθος είναι το μυστικό άνοιγμα, μέσω του οποίου οι ανεξάντλητες κοσμικές Δυνάμεις ποτίζουν την ανθρώπινη πολιτιστική εκδήλωση. Οι θρησκείες, οι φιλοσοφίες, οι τέχνες, οι κοινωνικές φόρμες του πρωτόγονου και ιστορικού ανθρώπου, οι σπουδαίες ανακαλύψεις στην επιστήμη και την τεχνολογία, τα ίδια τα όνειρα που παραφουσκώνουν τον ύπνο, αναδεύονται από το βασικό, μαγικό πεδίο του μύθου» -Τζόζεφ Κάμπελ “Ο Ήρωας με τα Χίλια Πρόσωπα”

«Τα μυστήρια εν αλληγορίαις λέγονται. Η φύση απεχθάνεται την σαφή κι απερίφραστη αποκάλυψη. Επιθυμεί τα μυστικά της να τα χειρίζεται ο μύθος. Κατά συνέπεια, τα ίδια τα μυστήρια κρύβονται στις υπόγειες διόδους της συμβολικής έκφρασης, έτσι ώστε ούτε καν στους μυημένους να είναι δυνατό να παρουσιαστεί γυμνή η φύση τέτοιων πραγματικοτήτων, αλλά μόνο επίλεκτοι να μπορούν να γνωρίζουν το πραγματικό μυστικό, με την βοήθεια της ερμηνείας που παρέχει η δύναμη, ενώ οι υπόλοιποι μπορεί να είναι ικανοποιημένοι με το να τιμούν το μυστήριο, το οποίο προασπίζουν αυτές οι συμβολικές εκφράσεις από την κοινοτοπία» -Macrobius Ambrosius Theodosius

Λένε ότι οι μύθοι και τα σύμβολα εκφράζονται πιο έντονα στους μύθους των πρωτόγονων φυλών, παρά στις περισσότερο “αναπτυγμένες” κοινωνίες όπου οι αποκαλούμενες “λογικές” ακολουθίες είναι δήθεν ισχυρότερες. Αλλά η “Συμφωνία με τον Διάβολο” συναντάται και σε κοινωνίες με μεγαλύτερες “λογικές” ακολουθίες, γεγονός που οφείλεται στην αδυναμία των ανθρώπων να γνωρίζουν την αλήθεια των συμβόλων που βρίσκονται μπροστά στα μάτια τους, άλλωστε ότι δεν κατανοούν ή φοβούνται να το κάνουν, το ρίχνουν στον Διάβολο. Επιπλέον η πίστη τυφλώνει. Αυτό που είναι ισχυρότερο στις σύγχρονες κοινωνίες, είναι η αποκοπή από την Φύση και τις Δυνάμεις της κι όχι κάποια “λογική ακολουθία”… κάθε άλλο. Η Δύναμη της Φύσης όμως εξακολουθητικά είναι εδωνά και καθορίζει κάθε πτυχή της ζωή μας.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα ανθρώπων που, σύμφωνα με την εκκλησία, έκαναν “Συμφωνία με τον Διάβολο” κι όπως λένε οι εύπιστοι αμνοί, έχασαν την Ψυχή τους.

Ο Θεόφιλος ο Μετανοών

Ο Θεόφιλος ο Μετανοών ή των Αδάνων, ήταν κληρικός του 6ου αιώνα, ο οποίος είχε κάνει “Συμφωνία με τον Διάβολο” για ν’ αποκτήσει επισκοπική θέση. Η ιστορία του είναι σημαντική, αν κι αστεία, μιας και είναι η παλαιότερη ιστορία “Συμφωνία με τον Διάβολο” αφού ο Διάβολος είναι χριστιανική επινόηση (ο μπαμπούλας για να τρομάζει το ποίμνιο) και σχετικά όψιμο φρούτο.

Ο Θεόφιλος έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου και Ειρήνης (780 – 795 μ.κ.ε.). Γεννήθηκε κι ανατράφηκε στην Κωνσταντινούπολη. Έγινε στρατηγός και τοποθετήθηκε στο «θέμα» των Κιβυραιωτών με έδρα την Κιβύρα της Μικράς Ασίας, ήταν ο αρχιδιάκονος των Αδάνων της Κιλικίας στην σημερινή Τουρκία. Εκλέχθηκε παμψηφεί ως επίσκοπος, αλλά αρνήθηκε την θέση κι εξελέγη κάποιος άλλος στην θέση του. Όταν ο νέος επίσκοπος στέρησε την θέση του αρχιδιάκονου από τον Θεόφιλο κι ο Θεόφιλος εξέφρασε την δυσαρέσκεια του ψάχνοντας να βρει έναν μάγο να τον βοηθήσει στην “Συμφωνία με τον Διάβολο” όπου σε αντάλλαγμα ο Διάβολος του ζήτησε να αποκηρύξει τον Χριστό- Γιαχβέ σ’ ένα συμβόλαιο που θα υπέγραφε με το αίμα του. Ο Θεόφιλος το έκανε και ο Διάβολος τον έκανε επίσκοπο. (εικόνα επάνω)

Χρόνια αργότερα, φοβούμενος για την ψυχή του, ο Θεόφιλος αποφάσιε να αθετήσει τον λόγο του στον Διάβολο και προσευχήθηκε για συγχώρεση, κάνοντας αυστηρή νηστεία, ικετεύοντας γιά άφεση αμαρτιών. Ωστόσο, ο Διάβολος δεν ήταν πρόθυμος να παραιτηθεί κι όταν ο Θεόφιλος ξύπνησε βρήκε στο στήθος του το συμβόλαιο υπογεγραμμένο με το αίμα του. Πήγε τότε το συμβόλαιο στον επίσκοπο και ομολόγησε όσα είχε κάνει. Ο επίσκοπος έκαψε το έγγραφο κι ο Θεόφιλος ήταν απαλλαγμένος από το βάρος του συμβολαίου του. (LOL) Κοντολογίς, κάνε μια “Συμφωνία με τον Διάβολο” να πετύχεις ό,τι γουστάρεις και μετά βρες έναν επίσκοπο να σε απαλλάξει από τον λόγο σου, που έτσι κι αλλιώς δεν έχει καμία αξία … πολύ βολικό !!! Αυτός ο τυπάκος φυσικά, αγίασε!!!

Δρ Γιόχαν Φάουστ

Ο θρυλικός Γιόχαν Φάουστ (Johann Georg Faust, 1480 – 1541) ήταν ιστορικά υπαρκτό πρόσωπο, ήταν Γερμανός αποκρυφιστής, αστρονόμος και ιατρός, που γεννήθηκε στην πόλη Γκέτλιγκεν (Götlingen) της Βυρτεμβέργης και πέθανε στην πόλη Στάουφεν. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Τα σχετικά με την ζωή του γεγονότα εξαφανίσθηκαν μέσα σε μύθους. Από τα διασωθέντα αποσπάσματα αυτών των γεγονότων επρόκειτο περί ενός αλχημιστή-μάγου που περιόδευε στις μεγαλουπόλεις της Δυτικής Ευρώπης προσφέροντας τις ιατρικές του υπηρεσίες με απρόσμενη επιτυχία. Στο Βίτενμπεργκ διαδόθηκε η φήμη πως οι νίκες των αυτοκρατορικών στρατευμάτων στην Ιταλία ήταν αποτέλεσμα των δικών του μαγικών δυνάμεων που εξαπέλυσε κατά των αντιπάλων.

Η φήμη του παράξενου Δρ. Φάουστ εξαπλωνόταν με μεγάλη ταχύτητα φθάνοντας σ’ όλες τις γωνιές της Γης όπου οι άνθρωποι συζητούν για τα κάθε λογής θαυμαστά έργα και κατορθώματα του Γερμανού αλχημιστή. Τέτοια ίχνη της ζωής του υπάρχουν μεταξύ των ετών 1507 – 1540. Το 1507 αναφέρεται υπό το όνομα Georgius Sabelicus Faustus Junior. Πολλές παράξενες ιστορίες εμπλέκονται σε αυτόν τον θαυμαστό άνθρωπο και πολλοί κληρικοί, θεολόγοι, διανοούμενοι, λόγιοι κι επιστήμονες της εποχής διαβεβαίωναν πως είχαν γίνει αυτόπτες μάρτυρες σκηνών με κύριο ήρωα τον Δρ. Φάουστ στις οποίες όμως, προσερχόταν κι ο Διάβολος με τον οποίον, όπως έλεγαν, ο δόκτωρ Φάουστ είχε συνάψει «σύμφωνο αμοιβαίας υποστήριξης και συμμαχίας».

Το πρώτο φιλολογικό έργο με ήρωα τον Φάουστ εκδόθηκε στην Φραγκφούρτη από τον Ιωάννη Σπις με τίτλο «Historia von Dr. Johann Faust» που όμως τρομοκρατημένος διέψευδε όλες τις περί συμφώνου ειδήσεις τονίζοντας αντίθετα για την σωτηρία των χριστιανών, πως απειλούνταν σοβαροί κίνδυνοι για την ανθρωπότητα (το ποίμνιο) η επικοινωνία με το Πονηρό Πνεύμα.

Το 1589 εκδίδεται η αγγλική μετάφραση του βιβλίου εκείνου και το 1590 νέα γερμανική έκδοση με σημαντικές προσθήκες και βελτιώσεις. Η μεγάλη τραγωδία του Άγγλου ποιητή Μάρλω «Η τραγική ιστορία του Δρ Φάουστ» που εκδόθηκε το 1589 είχε βασισθεί στην αγγλική μετάφραση του Σπις. Το 1599 η θρυλική πλέον ιστορία του Φάουστ εκδόθηκε στο Αμβούργο υπό νέα μορφή και αφήγηση του Γ. Ρ. Βίντμαν. Το 1674 στην έκδοση με πολλές αλλαγές του Πφίτσερ, ανακαλύπτεται για πρώτη φορά το σπέρμα, που βλάστησε και έδωσε την Μαργαρίτα, στην τραγωδία του Γκαίτε, την κόρη εκείνη της οποίας η μοίρα ήταν τόσο τραγικά συνδεδεμένη με την μοίρα του Φάουστ στο ποίημα του Γκαίτε.

Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε γεννήθηκε στην Φρανκφούρτη της Γερμανίας το 1749 και πέθανε το 1832 μετά από μια ζωή γεμάτη μετακινήσεις, ταξίδια, γνώσεις και παθιασμένους έρωτες, παίρνοντας τον τίτλο του τελευταίου «καθολικού ανθρώπου», καθώς ασχολήθηκε πέρα από την συγγραφή και με την ζωγραφική, την φιλολογία, το θέατρο, την βιολογία, την ορυκτολογία και με άλλες επιστήμες όπως η αρχιτεκτονική, η βοτανολογία, η κηπουρική και η οικονομία. Ο θεατρικός του ήρωας Φάουστ, «γεννήθηκε» το 1790 και αποτύπωσε πολλές από τις απόψεις του Γκαίτε για το μεταφυσικό, την κοινωνία και την ψυχολογία, καθώς κι ένα κομμάτι του εαυτού του. Η συγκεκριμένη τραγωδία του Γκαίτε έχει μελετηθεί διεξοδικά από πολλούς λόγιους. Κάθε σχεδόν στίχος του είναι γεμάτος από βαθύτερα νοήματα που αντανακλούν την σκέψη του συγγραφέα και της κοινωνίας του. Είναι άκρως ενδιαφέρουσα η κολοσσιαία τραγωδία του Γκαίτε, και φυσικά την προτείνω για μελέτη, μα εδωνά θα περιοριστώ στην διάσημη “Συμφωνία με τον Διάβολο”

Ο βασικός ήρωας του έργου, ο Φάουστ, είναι ένας άνθρωπος καλλιεργημένος, καταξιωμένος και ευκατάστατος, όπως περίπου κι ο δημιουργός του. Όταν όμως η ματαιότητα της ζωής και των κατακτήσεων του έγινε καταπιεστική, επικαλέστηκε τον Μεφιστοφελή, ώστε να δώσει μια διέξοδο στην πεζή ζωή του. Κάνοντας τις απαραίτητες προετοιμασίες, μια νύχτα στο τρίστρατο του δάσους Σπένσερ, κοντά στο Βίτενμπεργκ, κατά τις δέκα σχημάτισε ορισμένους κύκλους με το μαγικό ραβδί του και επικαλέστηκε τον Διάβολο. Θυμωμένος γιατί κλήθηκε παρά την θέλησή του ο διάβολος κατέφθασε εν τω μέσω μιας μανιασμένης θύελλας. Μόλις κόπασαν οι άνεμοι και οι αστραπές, ο Διάβολος ζήτησε από τον Δρ. Φάουστ να αποκαλύψει την θέλησή του. Ο λόγιος – μάγος απάντησε ότι ήταν πρόθυμος να συνάψει Συμφωνία μαζί Του.

Από την μεριά του ο Διάβολος θα συμφωνούσε:

1. Να υπηρετεί τον Δρ. Φάουστ όσο θα ζούσε.
2. Να παρέχει στον Δρ. Φάουστ όποιες πληροφορίες ζητούσε.
3. Ποτέ να μην του πεί ψέμματα.

Ο Διάβολος συμφώνησε, με τον όρο ότι ο Δρ Faustus θα συμφωνούσε:

1. Στην λήξη του συμβολαίου να παραδώσει το σώμα και την ψυχή του στον Διάβολο.
2. Να επιβεβαιώσει το συμβόλαιο υπογράφοντας με το αίμα του.
3. Να απαρνηθεί την χριστιανική πίστη του.

Με βάση την Συμφωνία ο Διάβολος πήρε τον Φάουστ και τον οδήγησε μακριά. Μέσα από την περιπλάνηση ο ήρωας ανακάλυψε, την απαγορευμένη από τον Θεό Γνώση, που πρότερα δεν ήξερε ότι υπήρχε, βίωσε καταστάσεις και συναισθήματα πρωτόγνωρα, ανακάλυψε εκ νέου τον Κόσμο και την Ουσία του. Όταν όμως στο τέλος, το οποίο γραμματολογικά κορυφώνεται με συγκλονιστικό τρόπο, θέλησε να γευτεί όσα έμαθε με την βοήθεια του Μεφιστοφελή, ήταν πια αργά. Ο Γκαίτε στο έργο του αναπροσεγγίζει και κομματιάζει ιδέες, πίστη, δόγματα, αξιώματα και παραδοχές του ποιμνίου της εκκλησίας, με τρόπο απαράμιλλο. Ο Δρ. Φάουστ με την βοήθεια του Μεφιστοφελή ξεπερνάει όλες τις ηθικές αναστολές του και οι παρεκβάσεις από την καθημερινότητα διαδέχονται η μια την άλλη. Η νιότη σαν έννοια διαποτίζει όλο το έργο και το ταξίδι αποκτά μια διάσταση μαγική. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός πως η διάχυτη πνευματικότητα του έργου συμβαδίζει σε όλη την διάρκεια του με την βέβηλη θρησκευτικότητα του.

Ο Φάουστ του Γκαίτε ανήκει στα έργα που έχουν απόλυτη καλλιτεχνική αξία. Εσωτερικός και εξωτερικός κόσμος συγχωνεύονται μέσα του και πλαστουργούνται σε ποιητική ενότητα που εκφράζει τον ανώτατο βαθμό αυτοσυνειδησίας του Πνευματικού πλάσματος. Όση πνευματική Δύναμη κι αν έχει η γερμανική φιλοσοφία και μεταφυσική, όσο κι αν επηρέασε την σύγχρονη πνευματική ζωή της Ευρώπης, δεν είναι αυτή που επεσφράγισε το είδος του γερμανικού πνεύματος, αλλά η ποίηση του Γκαίτε και ιδιαίτερα ο Φάουστ, με τον οποίον ο ποιητής διεκδικεί την ισοτιμία με άλλα μεγάλα ποιητικά πνεύματα και την κερδίζει απάξια.

Αν αφήσουμε κατά μέρος τον Σαίξπηρ (1564-1616) όπου τα έργα που του αποδίδονται είναι κλεψίτυπα από προγενέστερες γραφές και από τους αριστοκράτες Φράνσις Μπέηκον, Κρίστοφερ Μάρλοου, Ουίλλιαμ Στάνλεϊ, Edward de Vere κι άρα άνετα αποκαλείται ο Σαίξπηρ απατεώνας … Μετά την Άλωση της Κων/πολης το 1204 (κι όχι το 1453) υπάρχουν μαρτυρίες ότι πολλά έργα της περίφημης βιβλιοθήκης της Πόλης πουλήθηκαν σ’ όλη την Ευρωπαϊκή αριστοκρατία! π.χ. το έργο “Ρωμαίος και Ιουλιέτα” είναι κλεμμένη αντιγραφή από την ερωτική ιστορία του Πύραμου και της Θίσβης. (Δείτε την ταινία “Anonymous” του σκηνοθέτη Roland Emmerich. Γύρισε κι ένα βιντεάκι στο οποίο δίνει αποδείξεις πως το όνομα Shakespeare ήταν ψευδώνυμο… “Μας κορόιδεψαν όλους” λέγει. Υπάρχει στο YouTube)

Ο Γκαίτε lλοιπόν, (1749-1832) παραμένει Ο Ποιητής της νεώτερης εποχής. Μέσα του ολοκληρώνεται ο τραγικός άνθρωπος, ο οποίος εγεννήθηκε με την Αναγέννηση και την Μεταρρύθμιση. Ως τιμή στον Γιόχαν Βόλφγκανγκ Φον Γκαίτε, ας διαβάσουμε δυνατά, τον πρώτο μονόλογο του Φάουστ.

“Αχ! σπούδασα φιλοσοφία και νομική και γιατρική, και αλί μου και θεολογία με κόπο και μ’ επιμονή· και να με δω με τόσα φώτα, εγώ μωρός, όσο και πρώτα! Με λένε μάγιστρο, ακόμα δόκτορα, και σέρνω δέκα χρόνια τώρα από την μύτη εδώ κι εκεί τους μαθητές μου -και το βλέπω δεν μπορεί κανένας κάτι να γνωρίζει! Λες την καρδιά μου αυτό φλογίζει. Ναι, πιότερα ξέρω παρά όλοι μαζί, γιατροί, δικηγόροι, παπάδες, σοφοί· δισταγμοί, υποψίες δεν με ταράζουν, κόλασες, διάολοι δεν με τρομάζουν- έτσι όμως κι η χαρά μού είναι φευγάτη, δεν το φαντάζομαι πως ξέρω κάτι καλό στον κόσμο να το διδάξω, να τον φωτίσω, να τον αλλάξω. Ούτ’ έχω δα καλά και πλούτο, δόξα, τιμές στον κόσμο τούτο. Μήτε σκυλί έτσι θα ‘θελα να ζει! Γι’ αυτό έχω στην μαγεία παραδοθεί, μήπως το πνεύμα το στόμα ανοίξει κι η δύναμή του μη μου δείξει κάποια μυστήρια, ώστε άλλο εδώ να μην παιδεύουμαι να πω ό,τι δεν ξέρω, να γνωρίσω τι βαθιά τον κόσμο συγκρατεί, κάθε αφορμή και σπόρο ν’ αντικρίσω και κούφια λόγια πια να μην πουλήσω. Να ‘βλεπες, φως του φεγγαριού, τον πόνο μου στερνή φορά, τις ώρες του μεσονυχτιού, που εδώ σε πρόσμενα συχνά, πώς σε βιβλία, χαρτιά σωρό σύντροφο σ’ είχα θλιβερό. Αχ! να μπορούσα στις ψηλές μ’ εσέ ν’ ανέβαινα κορφές, με στοιχειά στα σπήλαια να πετούσα, στο θάμπος σου λιβάδια να γυρνώ, κάθε γνώσης τινάζοντας καπνό στο δρόσος σου να ξαρρωστούσα”

Κορνήλιος Αγρίππας

Ο Κορνήλιος Αγρίππας ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που αναζητούν την ΓΝΩΣΗ πίσω από την φαινομενικότητα. Υπήρξε σημαντικότατος συγγραφέας της Αναγέννησης, μάγος, αποκρυφιστής συγγραφέας, θεολόγος, αστρολόγος και αλχημιστής. Ο Αγρίππας ήταν απείθαρχος, εκκεντρικός, εφευρετικός αλλά και εξαίρετος ρήτορας. Σπούδασε νομικά και ιατρική. Ως δικηγόρος στο Μετς υπερασπίστηκε μια νεαρή γυναίκα που είχε κατηγορηθεί από την Ιερά Εξέταση για μαγεία. Με την ρητορική του πέτυχε την απαλλαγή της, αλλά θεώρησε φρόνιμο να αλλάξει τόπο διαμονής και να επιστρέψει στην Κολωνία, επειδή είχε προκαλέσει την οργή της Ιεράς Εξέτασης και των χριστιανών παπάδων. Έγραψε 3 σπουδαία βιβλία για τον αποκρυφισμό που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα. Το 1535 χαρακτηρίστηκε αιρετικός (αλλοίμονο) από την αμαρτωλή εκκλησία και καταδικάστηκε σε θάνατο. Δραπέτευσε και σε άγνωστες συνθήκες ασθένησε και πέθανε. Μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησαν φήμες ότι είχε συνάψει “Συμφωνία με τον Διάβολο” Ειπώθηκε πως στο νεκροκρέβατο του, εμφανίστηκε από το πουθενά ένα μαύρο σκυλί που ήταν γνωστό του. Αυτό το μαύρο σκυλί επανήλθε σε διάφορους μύθους όπως στον θάνατο του Φάουστ αλλά και στον Γκαίτε που έγινε ο Μεφιστοφελής.

Ο Κορνήλιος Αγρίππας ως φυσιοδίφης, θεολόγος, και αστρολόγος του 16ου αιώνα ασχολήθηκε και με την κατασκευή μαγικών τετραγώνων τα οποία αναπαριστούν ουράνια σώματα του ηλιακού συστήματος (τάξεων 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9, για Κρόνο, Δία, Άρη, Ήλιο, Αφροδίτη, Ερμή και Σελήνη αντίστοιχα) και θεωρούσε πως τα μαγικά τετράγωνα τάξεως 1 (1×1 κελιού) αντιπροσώπευαν την τελειότητα του Θεού. Τα τετράγωνα αυτά είχαν ιδιαίτερη επιρροή στην Ευρώπη από τον 16ο έως τα μέσα του 17ου αιώνα, ενώ συνεχίζουν να έχουν χρήση και στην σύγχρονη εποχή.

Το μαγικό τετράγωνο αποτελεί διάταξη αριθμών σε συστοιχία ίσου συνόλου γραμμών και στηλών, όπου η αριθμητική πράξη μεταξύ των αριθμών στην ίδια σειρά ή στήλη ή διαγώνιο του τετραγώνου επιστρέφει πάντα το ίδιο αποτέλεσμα. Το κοινό αποτέλεσμα ονομάζεται μαγική σταθερά του μαγικού τετραγώνου. Η πλέον συνήθης αριθμητική πράξη στα μαγικά τετράγωνα είναι η πρόσθεση μεταξύ των αριθμών, ενώ υπάρχουν και άλλες εκδοχές τους όπως η τέλεση αφαίρεσης ή πολλαπλασιασμού, καθώς και είναι δυνατό να αναπαρασταθούν σε τρισδιάστατη μορφή ως μαγικοί κύβοι, ή να υπάρξουν τροποποιήσεις όπου αντί για αριθμούς χρησιμοποιούνται σχήματα.

Η πρώτη περιγραφή μαγικού τετραγώνου υπήρξε στην Βαβυλώνα κατόπιν στην Αίγυπτο, από εκεί μεταφέρθηκε στους Ινδούς και τους Κινέζους κατά την ύστερη αρχαιότητα και μετέπειτα στους Άραβες, κι από ‘κεί αργότερα στους Βυζαντινούς απ’ όπου μεταδόθηκε στην Ευρώπη. Κατά τον Μεσαίωνα τα μαγικά τετράγωνα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή ως φυλακτά και αποτροπαϊκά σύμβολα. Στην σύγχρονη εποχή αποτελούν συχνό πεδίο ενασχόλησης των ψυχαγωγικών μαθηματικών και των μαθηματικών κλάδων της συνδυαστικής και στατιστικής, καθώς επίσης της τέχνης και του μυστικισμού, και επίσης σε ότι αφορά τις πρακτικές εφαρμογές τους χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της κρυπτογράφησης ψηφιακών εικόνων, ενώ στην μηχανική ρευστών για τον υπολογισμό κατακράτησης υδάτων σε επιφάνειες.

Ενας από τους θεμέλιους λίθους της Δυτικής Εσωτερικής Παράδοσης, μια Αναγεννησιακή εγκυκλοπαίδεια του αποκρυφισμού, δεν είναι άλλη από τα “Τρία Βιβλία Απόκρυφης Φιλοσοφίας” του Κορνηλίου Αγρίππα. Ο Αγρίππας, φανερά επηρεασμένος από Πλατωνικές προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Μαρσίλιο Φιτσίνο και ο Γιόχαν Ρόιχλιν, αποφάσισε να γράψει μια πραγματεία περί μαγείας, την οποία είχε ήδη ολοκληρώσει το 1510, σε ηλικία μόλις είκοσι τεσσάρων ετών. Τόσο μεγάλη ήταν η ΔΥΝΑΜΗ του.

Με το έργο αυτό έχει επίγνωση ότι ανοίγει έναν πολυμέτωπο αγώνα. Γράφει στον πρόλογό του, «Αντιλαμβάνομαι καλά ποιά αιματηρή μάχη πρόκειται να διεξάγω, πρώτα οι κακόμοιροι γραμματικοί θα δημιουργήσουν θόρυβο και θα ακολουθήσουν οι ανόητοι ποιητές, οι προχειρολόγοι ιστορικοί, οι πομπώδεις ρήτορες, οι πεισματάρηδες λογικοί, οι μοιραίοι αστρολόγοι, οι φρικτοί μάγοι, οι αυτάρεσκοι φιλόσοφοι». Συνεχίζοντας σε ένα άλλο σημείο του βιβλίου σχολιάζει την τρέχουσα ηθική, που ποικίλλει ανάλογα με τον τόπο και το χρόνο, «…ώστε κατάντησε εκείνο που κάποτε θεωρείτο κακία να χαρακτηρίζεται ως αρετή και εκείνο που κάποτε ήταν αρετή να παρουσιάζεται ως κακία».

Τα μέρη του βιβλίου του ήταν τρία, ακριβώς γιατί κατ’ αυτόν τρεις ήταν και οι κατηγορίες της μαγείας. Το πρώτο μέρος ήταν αφιερωμένο στη λεγόμενη Φυσική Μαγεία, δηλαδή στις ΔΥΝΑΜΕΙΣ που περιέχονται στα υλικά αντικείμενα κι όντα, στα τέσσερα στοιχεία, στα ορυκτά, στα φυτά και στα ζώα. Η δεύτερη κατηγορία της μαγείας, στην οποία αφιερώνει το δεύτερο βιβλίο της Απόκρυφης Φιλοσοφίας του, είναι η Ουράνια Μαγεία, η αστρολογική μαγεία. Σύμφωνα με τις αρχές της αστρολογικής μαγείας, μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις των ζωδίων, των πλανητών, των ουρανίων δεκανών και των απλανών αστέρων για θεραπευτικούς ή άλλους σκοπούς, συνήθως κατασκευάζοντας ένα τάλισμαν κάτω από τις αντίστοιχες αστρολογικές επιδράσεις. Το τρίτο είδος μαγείας, είναι αυτό που σχετίζεται με τον πνευματικό κόσμο, δηλαδή με τα πνεύματα των στοιχείων, τους αγγέλους και τους δαίμονες.

Στην Φυσική Μαγεία παρατηρούμε ότι μια από τις κύριες πηγές του Αγρίππα είναι ένα βιβλίο κατά δύο αιώνες παλαιότερο, το Liber Aggregationis, ή αλλιώς Βιβλίο των Μυστικών του Μεγάλου Αλβέρτου, παρόλο που είναι γνωστό πως δεν το συνέταξε ο Αλβερτος, ένας Γερμανός Ρωμαιοκαθολικός επίσκοπος και θεολόγος του 13ου αιώνα, ο οποίος απέκτησε φήμη ως φυσικός φιλόσοφος, ως υπομνηματιστής του Αριστοτέλη κι ως υποστηρικτής της ανεξαρτησίας της επιστήμης από την θρησκεία. Ο Μέγας Αλβέρτος ήταν πολυγραφότατος, και τα έργα του, τα οποία συγκεντρώθηκαν το 1899 σε τριάντα οκτώ τόμους, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, όπως λογική, θεολογία, βοτανολογία, αστρονομία, αστρολογία, αλχημεία, ζωολογία, φυσιολογία κ.α.

Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα τμήματα του Liber Aggregationis είναι ένα ένας κατάλογος με επτά βότανα που αποδίδονται στους επτά πλανήτες, μαζί με τις μαγικές τους ιδιότητες. Το μικρό αυτό βοτανολόγιο είχε συνταχθεί από ισχυρούς μάγους. Ο ίδιος κατάλογος παρατίθεται κι από τον Κορνήλιο Αγρίππα, ονομαστικά. Ο Αγρίππας αναφέρει ότι τον έχει αντιγράψει από τον Μεγάλο Αλβέρτο. Ο Αγρίππας αναφέρει επίσης κι έναν κατάλογο δώδεκα βοτάνων που αντιστοιχούν στα δώδεκα ζώδια, τον οποίο αποδίδει και πάλι στον Απουλήιο, αλλά αποδίδει την πατρότητα του καταλόγου σε “Μαγικές Συμφωνίες” …

Το είδος μαγείας, το οποίο αναπτύσσεται στο τρίτο βιβλίο της Απόκρυφης Φιλοσοφίας του πρόκειται για την μαγεία που σχετίζεται με τον υπερφυσικό κόσμο και τα πλάσματά του, δηλαδή τους αγγέλους και τους δαίμονες. Μια από τις πηγές του, την οποία κατονομάζει ο ίδιος, είναι το Επταήμερο, το οποίο αποδίδεται στον Πέτρο ντ’ Αμπανο. Πρόκειται για έναν γνωστό Ιταλό γιατρό, αστρολόγο και φιλόσοφο που έζησε κατά το τέλος του 13ου και τις αρχές του 14ου αιώνα, και ασχολήθηκε επίσης με την φυσιογνωμική, την χειρομαντεία και την γεωμαντεία. Ο Πέτρος ντ’ Αμπανο κατηγορήθηκε για άσκηση μαγείας, για “Συμφωνία με τον Διάβολο” και για κατοχή της Φιλοσοφικής Λίθου, φυλακίστηκε από την Ιερά Εξέταση και πέθανε στην φυλακή το 1316.

Αμφισβήτησε έντονα όχι μόνο την κοσμική εξουσία που είχε ο Πάπας και οι χριστιανοί παπάδες αλλά ακόμα και την πνευματική τους αξία, όταν διαπιστώνει ότι αντιτίθενται στις Γραφές τους. Εξαπολύει πυρά εναντίον της Ιεράς Εξέτασης με το πρόσχημα ότι πείθει τους ανθρώπους όχι με την λογική και την Γραφή αλλά με «το πυρ και τα δεμάτια». Εκφράζει την ευχή πως η εκκλησία θα έπρεπε να δαπανά λιγότερα για μητροπόλεις και περισσότερα για έργα φιλανθρωπίας. Αυτή του η δήλωση ήταν η τελευταία σταγόνα στο ποτήρι και είχε ως αποτέλεσμα ο Κάρολος ο Ε΄ να απαιτήσει από τον Αγρίππα να απαρνηθεί στο σύνολό της την κριτική που ασκούσε κατά της Εκκλησίας, κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε. Έκτοτε κυνηγήθηκε από τον Αυτοκράτορα κι εξορίστηκε από τα εδάφη της αυτοκρατορίας για να φύγει μαζί του και η επιρροή της “Συμφωνίας με τον Διάβολο” όπως τον κατηγορούσε η διεφθαρμένη εκκλησία. Είναι γνωστό ό,τι τα χριστιανικά μιάσματα έχουν αλεργία στην Αλήθεια και την ΓΝΩΣΗ.

Ίδρυσε το 1507 στο Παρίσι μια αδελφότητα για την έρευνα των απόκρυφων φαινομένων όπως είναι η μαγεία και η αλχημεία, τα μέλη της οποίας λειτουργούσαν αποβλέποντας στο κοινό καλό. Υπήρξε ένας από τους πρώτους που εμβάθυναν στην Αιγυπτιακή κι Ελληνική εσωτερική παράδοση. Τα βιβλία του για την μαγεία και τον αποκρυφισμό ήταν ευρέως γνωστά και λειτούργησαν ως βιβλία αναφοράς στα δικαστήρια και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Δυτικής Ευρώπης. Το 1509, οι διαλέξεις του στο Πανεπιστήμιο Ντολ της Γαλλίας, για την πραγματεία του Γιόχαν Ρόυχλιν (Johann Reuchlin), De Verbo Μirifico, που ήταν σχετική με θρησκεία και τα σατιρικά σχόλια που έκανε για τους μοναχούς, προκάλεσαν την αντίδραση της Εκκλησίας. Κατηγορήθηκε για ασέβεια και σύρθηκε στην δικαιοσύνη διότι αρνήθηκε να ανακαλέσει την κριτική του για την εκκλησία.

Ήταν από τους πρώτους που διεχώρισε την μαγεία σε υψηλή και χαμηλή, έλεγε πως η μαγεία «…παράγει καταπληκτικά αποτελέσματα, συνενώνοντας τις ιδιότητες των διαφόρων πραγμάτων μέσα από την αλληλεπίδραση που υπάρχει μεταξύ τους, και μέσα από την επιρροή που έχουν τα ανώτερα σώματα πάνω στα κατώτερα»

Στο έργο του «Η ευελιξία του Γυναικείου Φύλου και η Υπεροχή των Γυναικών πάνω στους Άνδρες» «De Nobilitate et Praecellentia Foeminei Sexus» που γράφτηκε το 1529 υποστηρίζει με τόλμη την υπεροχή του γυναικείου φύλου, συγκεκριμένα αναφέρει ότι «…η γυναίκα είναι ανώτερη από τον άνδρα, χάρη στο υλικό από το οποίο δημιουργήθηκε, διότι δεν κατασκευάστηκε από άψυχο υλικό, όπως είναι ο πηλός, από τον οποίο δημιουργήθηκε ο άνδρας, αλλά από εξαγνισμένη ύλη, που της εμφύσησε ζωή και ψυχή, έλλογη ψυχή, εκείνη που εμπεριέχει την θεϊκή διάνοια. Επί πλέον, ο άνδρας, δημιουργήθηκε από γη, από την οποία ο Θεός δημιούργησε και τα κάθε είδους ζώα, σε συνεργασία με τις ουράνιες επιρροές. Η γυναίκα όμως δημιουργήθηκε από τον Θεό και μόνο, μακριά από κάθε ουράνια επιρροή, και από κάθε συμμετοχή της φύσης, χωρίς την συμβολή οποιασδήποτε δύναμης, είναι τέλεια και πλήρης».

«…Υπάρχει ένας τρισυπόστατος κόσμος, ο υλικός, ο ουράνιος και ο πνευματικός, κάθε ένας από αυτούς τους κόσμους συνδέεται με τον άλλον, διότι ο πνευματικός κόσμος δίνει ώθηση στον ουράνιο, και ο ουράνιος στον υλικό. Κάθε κατώτερο είδος κυβερνάται από το ανώτερό του και δέχεται επιρροή από τις ιδιότητές του (του ανώτερου). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Δημιουργός μέσα από τους αγγέλους, τον ουρανό, τα αστέρια, τα τέσσερα στοιχεία, τα ζώα, τα φυτά, τα μέταλλα και τις πέτρες μεταβιβάζει τις ιδιότητες της παντοδυναμίας του σ’ εμάς».

«…Οπως η ανθρώπινη ψυχή διαπερνά και κυβερνά το σώμα, έτσι και ο «πνευματικός κόσμος» «spiritus mundi» διαπερνά και κυβερνά το σύμπαν κι από την μεγάλη αυτή δεξαμενή Ψυχικής ΔΥΝΑΜΗΣ μπορεί να επωφεληθεί ένα Πνεύμα ηθικά εξαγνισμένο που έχει σπουδάσει με υπομονή τις μαγικές μεθόδους. Το Πνεύμα μπορεί να ανακαλύψει τις κρυφές ιδιότητες των πραγμάτων, των αριθμών, των γραμμάτων, των λέξεων, μπορεί να εισχωρήσει με ένα τρόπο μαγικό στα μυστικά των άστρων και να αποκτήσει μια απεριόριστη ΔΥΝΑΜΗ στο στοιχείο της γης και του αέρα».

«…Μόνο για σάς, τέκνα της Μάθησης και της Σοφίας, γράψαμε το έργο αυτό. Ερευνήστε αυτό το βιβλίο, αφοσιωθείτε σ’ αυτόν τον σκοπό που τον διασκορπίσαμε και τον βάλαμε σε τόπους ποικίλους. Αυτό που συσκοτίσαμε κάπου, το καταδείξαμε αλλού, ώστε να γίνει αντιληπτό μόνο από την Νόηση σας…» Κορνήλιος Αγρίππας, De Occulta Philosophia.

Αλεσάντρο Καλιόστρο

«Εάν είσθε τέκνα του Θεού, εάν η ψυχή σας δεν ήτο τόσο ματαία και περίεργος, θα είχατε ήδη εννοήσει! Αλλά σας χρειάζονται λεπτομέρειαι, σημεία και παραβολαί. Λοιπόν ακούσατε! Ας αναδράμωμεν εις το απώτερον παρελθόν, διότι το επιθυμείτε. Εξ ανατολών το φως! (EX ORIENTE LUX!) Εξ Αιγύπτου πάσα μύησις.» Α. Cagliostro προς την Ιερά Εξέταση.

Χωρίς τον ασίγαστο αλχημιστή Καλιόστρο, (Alessandro Cagliostro, 2 Ιουνίου 1743- 26 Αυγούστου 1795) ο Ουίλιαμ Μπλέικ δεν θα είχε γράψει μερικά από τα καλύτερα ποιήματά του, ούτε ο Μότσαρτ τον «Μαγικό αυλό» ή ο Γκαίτε τον «Φάουστ». Στον δρόμο του μπλέχτηκαν από την “Μεγάλη” Αικατερίνη, η οποία τον έδιωξε κακήν κακώς από την Ρωσία και τον Λουδοβίκο ΙΣΤ’, που έσπευσε να τον κλείσει στην Βαστίλη, μέχρι και τον Πάπα Πίο ΣΤ’ που τον έστειλε στην Ιερά Εξέταση (!!) ως μέλος των Πεφωτισμένων.

Σπουδαίος θεραπευτής, λόγιος, μάγος κι ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του αποκρυφισμού. Υιοθέτησε ως τεκτονικό σύμβολο τον ουροβόρο όφι και ίδρυσε τεκτονική στοά στην Χάγη, έκανε ταξίδια σε Ρωσία, Γερμανία και Γαλλία και θεράπευε μέσω του μαγνητισμού με αξιοθαύμαστη επτυχία. Οι ρηξικέλευθες ιδέες του απειλούσαν την εδραιωμένη μοναρχία Γαλλίας και Ρωσίας κι ό,τι έκανε ο Καλιόστρο υπονόμευε ανοιχτά τις ατζέντες τους για το ποίμνιο τους.

Τρεις είναι οι κυριότερες απόψεις γύρω από την αινιγματική αυτή φυσιογνωμία του 18ου αιώνα: Αρχικά ήταν Αλχημιστής και Μάγος, δηλ. είχε υπογράψει “Συμφωνία με τον Διάβολο” κι άρα εχθρός του Θεού των παπάδων. Το χειρότερο, ήταν Ελεύθερο και Δυναμικό Πνεύμα, ικανός θεραπευτής και άξιος λόγιος και άρα θύμα της βδελυρής Ιεράς Εξέτασης και της πολιτικής αντίδρασης που εξαπολύθηκε στην Ιταλία μετά την έκρηξη της Γαλλικής “Επανάστασης”.

Ήταν εξάλλου μασόνος τρομερός και κινούμενος σε κύκλους, φτάνοντας να γίνει ο μεγάλος ευνοούμενος των αριστοκρατικών κύκλων της Ευρώπης. Πριν γίνει ο όλεθρός τους! Με αυτά και με αυτά, έφτασε να φιγουράρει ως μια από τις πιο εξέχουσες προσωπικότητες του 18ου αιώνα, ένας άνθρωπος που ξεπερνώντας την ταπεινή καταγωγή του μεταμορφώθηκε σε βαρύ πυροβολικό του αποκρυφισμού, πριν χαρακτηριστεί αιρετικός και περάσει από την Ιερά Εξέταση ως μέλος των Πεφωτισμένων.

Ο 18ος αιώνας ήταν η εποχή του Ορθού Λόγου κι άνθρωποι ικανοί σαν τον Καλιόστρο λειτουργούσαν ως συνδετικός κρίκος του παλιού με το καινούριο, όντας διάσημος από το Λονδίνο ως την Βαρσοβία και το Παρίσι ως την Αγία Πετρούπολη! σαν να του έκλεινε η μοίρα το μάτι, ο Ιταλός περιηγητής και τέκτονας ήταν σωσίας ενός διαβόητου εγκληματία, κάτι που του έδινε το κατιτίς παραπάνω σε όρους φήμης.

Ο Καλιόστρο θεράπευε μέσω του μαγνητισμού, όπως ορκιζόταν όλη η Ευρώπη, το αξιοπερίεργο της προσωπικότητάς του είναι πάντως αναντίρρητο, καθώς αυτός ο κόντες, Τζουζέπε Μπάλσαμο κατά κόσμον, δεν είχε τίτλο ευγενείας, (αν και καταγόταν από οικογένεια ευγενών χριστιανών που τον εμπιστεύτηκαν στο ιπποτικό τάγμα της Μάλτας) ούτε περιουσία στα χέρια του. Είχε όμως μια ταλαντούχα έφεση στην Γνώση και την Δύναμη, κι απέκτησε πλούτη, σεβασμό και φήμη, και τα απέκτησε και με το παραπάνω, περιδιαβαίνοντας τον κόσμο ως κάτοχος τρομερών απόκρυφων γνώσεων, καθώς κατείχε την Φιλοσοφική Λίθο που μεταστοιχείωνε τα μέταλλα σε χρυσάφι (ειδικού τύπου) αλλά και το νερό της νεότητας κι άλλα μυστικά αθανασίας …. λογικό ήταν να περάσει από τα μεγαλύτερα σαλόνια της Ευρωπαϊκής αριστοκρατίας.

Έτσι πέρασε και στα κατάστιχα της Ιστορίας, ως μια αινιγματική φιγούρα του 18ου αιώνα, ένα σωστό μυστήριο που καθετί που τον αφορά καλύπτεται από τον μανδύα του θρύλου ή του μύθου. Ένας μάγος εξάλλου στην εποχή του ορθολογισμού δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο μικρό πράγμα! Το μόνο που ξέρουμε με αμφίβολη “βεβαιότητα” είναι ότι βρήκε τραγικό θάνατο στις φυλακές της Ιεράς Εξέτασης το 1795, στραγγαλισμένος και φυσικά κανείς δεν γνωρίζει που βρίσκεται ο τάφος του.

Όπως είπαμε, η ιστορία του ανθρώπου που έμεινε γνωστός ως κόμης Αλεσάντρο ντι Καλιόστρο καλύπτεται όχι μόνο από θρύλους και φημολογία, αλλά και από εσκεμμένες απόπειρες είτε να κηλιδωθεί το όνομά του είτε να αποθεωθεί κι ο ίδιος βέβαια έκανε ό,τι μπορούσε για να κρύψει την πραγματική του ταυτότητα, ξεπηδώντας ως ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα της Ευρώπης.

Μια καλή αναφορά για τον Καλιόστρο έρχεται από τον ίδιο τον Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, ο οποίος στο «Ταξίδι στην Ιταλία» μας ενημερώνει πως η πραγματική ταυτότητα του μυστηριώδους κόμη ήταν Τζουζέπε Μπάλσαμο. Ο Γκαίτε γνώρισε έναν δικηγόρο από το Παλέρμο το 1787, ο οποίος είχε έναν ογκώδη φάκελο με μια σειρά ντοκουμέντα που τον αφορούσαν.

Ο Τζουζέπε Μπάλσαμο γεννιέται κάπου κοντά στις 2 Ιουνίου 1743 στην παλιά συνοικία του σιτσιλιάνικου Παλέρμο (όπως δήλωσε ο ίδιος κατά την διάρκεια της πολύκροτης δίκης του στην Γαλλία για την κλοπή του διαμαντένιου κολιέ της Μαρίας Αντουανέτας, προς στους δικαστές). Το 1765 βρίσκει τον δρόμο του προς την Μάλτα, όπου θεραπεύει με αξιοθαύμαστα αποτελέσματα επιδεικνύοντας τις άριστες γνώσεις του στην φαρμακολογία και γίνεται ο επίσημος φαρμακοποιός του Κυρίαρχου Στρατιωτικού Τάγματος της Μάλτας, οι Ιωαννίτες τον λάτρευαν…

Μέχρι τις αρχές του 1768, η Μάλτα δεν τον χωρούσε πια. Εγκαταλείπει το ιπποτικό νησί για την Ρώμη, όπου θα εξασφαλίσει άλλη μια καλή θέση, ως προσωπικός γραμματέας ενός καρδιναλίου. Ο Καλιόστρο σε ένα ταξίδι του στο Λονδίνο βρήκε σ’ ένα παλαιοπωλείο ένα σπάνιο χειρόγραφο γύρω από την αγγλική μαγεία και τα μυστικά του τεκτονισμού. Με αυτή την περγαμηνή μυήθηκε (ή εφηύρε) την «Αιγυπτιακή Τελετή», μια πολύπλοκη μυητική τελετουργία που αν γινόταν σωστά, σε έφερνε σε επαφή με τα Μυστικά του Σύμπαντος.

Στην Αγγλία θα αποκτούσε πρωτόγνωρη φήμη ως μάγος κι αλχημιστής, θεραπεύοντας τα πάντα με τον μαγνητισμό του αλλά και τις αποκρυφιστικές γνώσεις τους. Μέσα σε λίγα χρόνια είχε ταξιδέψει στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, ήταν γνωστός σε όλες τις βασιλικές αυλές και τους αυτοκρατορικούς οίκους και μπαινόβγαινε με άνεση στα σαλόνια της αριστοκρατίας ως θεραπευτής. Τέτοια ήταν η φήμη και ο σεβασμός που απολάμβανε που όταν βρέθηκε κάποια στιγμή στο Παρίσι και αρρώστησε ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, τον Καλιόστρο του πήγαν ως γιατρό!

Ο Καλιόστρο έφερε την «Αιγυπτιακή Τελετή» στα σαλόνια των αποκρυφιστών, τις τεκτονικές Στοές, τις αδελφότητες, τις λέσχες και στις βασιλικές Αυλές. Αποκάλυπτε πολλά μυστικά στους ανθρώπους που συμπαθούσε ή στους ισχυρούς που τον ευνοούσαν. Όσο για τους τίτλους που έπαιρνε, ποίκιλαν ανάλογα με την περίπτωση. Θεραπευτής, οραματιστής και πνευματιστής για κάποιους, για άλλους ήταν μάγος και αλχημιστής, ικανός να δημιουργεί χρυσάφι. Άλλοτε παρουσιαζόταν ως συνταγματάρχης ή κόμης και άλλοτε ως ο ίδιος ο Μεγάλος Κόπτης -ο μυθικός ιερέας που ίδρυσε την Αιγυπτιακή Στοά- ή ακόμα και ως Περιπλανώμενος Ιουδαίος! Και θεράπευε φυσικά τους πάντες, από φτωχούς των πόλεων μέχρι αριστοκράτες και βασιλιάδες.

Διέταζε παράλυτους να περπατήσουν, κι εκείνοι το έκαναν χωρίς πρόβλημα. Θεράπευε δερματικές παθήσεις με ένα θαυματουργό μείγμα, ανακούφιζε τους πόνους με ένα φιλί και βοήθησε αμέτρητους ανθρώπους με την δύναμη της σκέψης του και μόνο.

Οι πνευματιστικές επιδείξεις που οργάνωνε μάλιστα στα μεγάλα σαλόνια, χρησιμοποιώντας κυρίως παιδιά, τον είχαν μετατρέψει σε ζωντανό θρύλο της μαγείας σε ολάκερη την Ευρώπη. Γεγονός είναι πάντως πως ο ίδιος είχε πάντοτε μαζί του τέτοιες ποσότητες χρυσών νομισμάτων που όλοι πίστευαν πως είχε βρει πράγματι τη φιλοσοφική λίθο, καθώς φαινόταν να γνωρίζει το μυστικό της μεταστοιχείωσης των μετάλλων σε χρυσό. Καρδινάλιοι και δούκες ορκίζονταν άλλωστε πως τον είχαν δει να φτιάχνει διαμάντια μέσα σε λίγα λεπτά! Για άλλους βέβαια δεν ήταν παρά ένας πάμφτωχος τσαρλατάνος που κέρδιζε με τις απατεωνιές την εύνοια των βασιλιάδων και των εύπιστων αριστοκρατών…

Η υπόθεση του κλεμμένου περιδέραιου

Ο Καλιόστρο αναμείχθηκε και φυλακίστηκε μάλιστα για την εμπλοκή του στην πολύκροτη στην εποχή της ιστορία με την κλοπή του διαμαντένιου κολιέ της Μαρίας Αντουανέτας. Ένα από τα κοσμήματα του γαλλικού στέμματος έκανε φτερά το 1785 από την αυλή του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ και οι φήμες ήθελαν ακόμα και τη βασίλισσα να εμπλέκεται στην υπόθεση.

Ο καρδινάλιος Ντε Ροάν είχε μετατραπεί μέχρι τότε σε άβουλο πιόνι στα μαεστρικά χέρια του Καλιόστρο και ο θρύλος θέλει τον μάγο να τον επηρεάζει στην πολύπλοκη δολοπλοκία που θα κατέληγε στο θρυλικό «Σκάνδαλο του Περιδέραιου της Βασίλισσας», κάτι που έβλαψε ανεπανόρθωτα τη φήμη της Μαρίας Αντουανέτας και απαθανάτισε ο Αλέξανδρος Δουμάς στους «Τρεις σωματοφύλακές» του.

Αυτή η ιστορία διαδραμάτισε τον δικό της ρόλο στην ιστορική πορεία ως τη Γαλλική Επανάσταση και ο Καλιόστρο ξεπήδησε άθελά του πρωταγωνιστής. Γι’ αυτό ίσως ο Μέγας Ναπολέων του επεφύλαξε τη μεγαλύτερη τιμή, ότι ήταν ο Καλιόστρο αυτός που πυροδότησε τη Γαλλική Επανάσταση!

Ο Καλιόστρο το πλήρωσε περνώντας εννιά μήνες στη Βαστίλη, αν και τελικά αθωώθηκε λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων. Παρά ταύτα, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ έσπευσε καλού κακού να τον διώξει από τη χώρα…

Μπορεί ο κόμης Καλιόστρο να ήταν περίφημος σε όλη την Ευρώπη, ο Τζουζέπε Μπάλσαμο ήταν ωστόσο εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου που καταζητούνταν σε πολλές χώρες και σίγουρα στην Ιταλία και την Αγγλία! Ένας γάλλος εκπατρισμένος στο Λονδίνο τον αναγνωρίζει κάποια στιγμή και τον κατονομάζει ως τον διαβόητο κακοποιό Μπάλσαμο, αν και ο κόντες αρνείται τις κατηγορίες και πανέξυπνος καθώς ήταν, εκδίδει μια μπροσούρα, μια «Ανοιχτή Επιστολή στον Αγγλικό Λαό», η οποία θα καταλήξει σε δημόσια συγνώμη από τον κατήγορό του.

Ήταν όμως σαφές πως για μια ακόμα φορά δεν τον χωρούσε ο τόπος. Κι έτσι εγκαταλείπει την Αγγλία για τη Ρώμη, μόνο που καταφτάνει στο προπύργιο του καθολικισμού ως τέκτονας τρομερός και μέλος της σέχτας των Ιλουμινάτι. Δυο άνθρωποι προφασίζονται τους θαυμαστές του, δεν είναι όμως παρά κατάσκοποι της Ιεράς Εξέτασης.

Τόσο ο Πάπας όσο και οι Ιησουίτες τον εχθρεύονταν εξάλλου θανάσιμα, κι έτσι δεν έχασαν τον καιρό τους. Τον κατηγορούν ως αιρετικό, τον συλλαμβάνουν στις 27 Δεκεμβρίου 1789 και τον φυλακίζουν στο διαβόητο φρούριο-κολαστήριο Κάστρο των Αγγέλων. Η Ιερά Εξέταση τον καταδικάζει μεν σε θάνατο ως τέκτονα και Πεφωτισμένο, αλλά την τελευταία στιγμή παίρνει χάρη από τον Πάπα και η ποινή του μετατρέπεται σε ισόβια κάθειρξη στο κολαστήριο. Δεν ήταν χάρη, ήταν ισόβια τιμωρία!

Κάποια στιγμή ο Καλιόστρο προσπάθησε να αποδράσει, κι έτσι μεταφέρθηκε σε ακόμη πιο διαβόητο φρούριο-φυλακή (Κάστρο Σαν Λεό) και πλέον δεν έβλεπε καν το φως της ημέρας. Τα κελιά ήταν λαξεμένα πάνω στην πέτρα και ο μάγος θάφτηκε κυριολεκτικά μέσα στο σκοτάδι. Η όμορφη σύζυγός του, που υπάρχουν πηγές που θέλουν εκείνη να τον καταδίδει στις εκκλησιαστικές αρχές, φυλακίστηκε στο μοναστήρι της Αγίας Πελαγίας, περνώντας κι αυτή τα πάνδεινα μπας και βρει τη λύτρωση. Η επικρατέστερη εκδοχή λέει ότι μια νύχτα έκοψε τις φλέβες της, αν και υπάρχουν πολλά ακόμα εναλλακτικά τέλη για τον θάνατό της.

Οι Ιεροεξεταστές φρόντισαν μάλιστα να μην καταχωρήσουν το όνομα του Καλιόστρο στα μητρώα της φυλακής, καθώς ο κόμης είχε πλήθος πιστών ακολούθων που θα έκαναν τα πάντα για να τον βγάλουν από το κελί. Και από το σιδερένιο προσωπείο που του φόρεσαν φυσικά ως το Νο 1 βασανιστήριο στα μπουντρούμια της Ιεράς Εξέτασης.

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια γραμμή ιστορικής σκέψης που θέλει Καλιόστρο και Μπάλσαμο να είναι πράγματι διαφορετικά πρόσωπα. Παρά τα πειστήρια που παραθέτουν όμως οι ιστορικοί, είναι τόσο αποσπασματικές οι αναφορές και τόσο μεροληπτικές οι πηγές που καταληκτική ετυμηγορία δεν μπορεί να υπάρξει.

Ο Αλεσάντρο Καλιόστρο άφησε την τελευταία του πνοή, όπως όλα δείχνουν, στη φυλακή του Πάπα στις 26 Αυγούστου 1795, πιθανότατα από στραγγαλισμό. Λίγο μετά, οι Γάλλοι του Βοναπάρτη μπήκαν στο κολαστήριο και τον αναζήτησαν για να τον τιμήσουν ως ήρωα της Γαλλικής Επανάστασης! Δεν βρήκαν όμως κανέναν, μιας και σύμφωνα με τον θρύλο, ο Καλιόστρο ήταν ήδη στις ΗΠΑ ως ηγέτης των εκεί Ιλουμινάτι. Έτσι πέρασε στην ιστορία του αποκρυφισμού ο μέγας μάγος. Όλοι αναρωτήθηκαν εκ των υστέρων αν ήταν θύμα ή θύτης, πρωτεργάτης ή πιόνι, πλατύς εγκυκλοπαιδικός νους ή άλλος ένας φιλόδοξος μεγαλομανής απατεώνας; Η Ιστορία θα κατέληγε απλώς πως ήταν αίνιγμα, ένα μυστήριο για τους σύγχρονούς του.

Τζουζέπε Ταρτίνι

Ήταν Ιταλός συνθέτης και βιολιστής και έχει γράψει πάνω από 400 έργα. Σε αντίθεση με τους περισσότερους συγχρόνους του, δεν έγραψε εκκλησιαστική μουσική ή όπερες, και έγραψε κονσέρτα για βιολιά και σονάτες. Περίφημη είναι η σονάτα του «Η τρίλια του διαβόλου». Η ιστορία πίσω από το έργο αυτό ξεκινά με ένα όνειρο. Φέρεται να είπε στον Γάλλο αστρονόμο Ζερόμ Λαλάντ ότι ονειρεύτηκε πως του εμφανίστηκε ο Διάβολος και του ζήτησε να τον υπηρετήσει. Στο τέλος των μαθημάτων τους ο Ταρτίνι έδωσε στον Διάβολο το βιολί του, για να δοκιμάσει τις ικανότητες του και ο Διάβολος αμέσως άρχισε να παίζει με τέτοια δεξιοτεχνία που ο Ταρτίνι αισθάνθηκε να του κόβεται η αναπνοή. Όταν ξύπνησε ο συνθέτης αμέσως άρχισε να γράφει τη σονάτα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να θυμηθεί ότι είχε ακούσει στο όνειρο. Παρά το γεγονός πως η σονάτα είχε μεγάλη απήχηση στο κοινό του, ο Ταρτίνι παραπονέθηκε ότι το κομμάτι απείχε πολύ ακόμα από αυτό που είχε ακούσει στο όνειρό του. Είχε γράψει, “είναι τόσο πολύ κατώτερό από αυτό που είχα ακούσει, που αν θα μπορούσα να επιβίωνα αλλιώς, θα είχα σπάσει το βιολί μου και θα σταματούσα τη μουσική για πάντα”. Ακούστε ένα μέρος της σονάτας και από τη Βανέσα Μέι.

Robert Johnson

Η περίπτωση του Robert Johnson αποτελεί μια από τις πιο αινιγματικές και μυστηριώδεις φυσιογνωμίες. Ο R. Johnson γεννήθηκε στις 8 Μαϊου του 1911 στο Χέιζελχαρστ του Μισισιπή και μεγάλωσε σε μια χωρισμένη οικογένεια, γυρνώντας από τόπο σε τόπο. Μεγαλώνοντας ακολούθησε τη μοίρα κάθε φτωχού μαύρου της εποχής, δουλεύοντας από μικρός στα απέραντα χωράφια του αμερικάνικου Νότου. Σε μικρή ηλικία γνώρισε μεγάλους μπλουζίστες της εποχής, όπως ο Σον Χάουζ, ο Τσάρλι Πάτον και ο Γουΐλι Μπράουν και άρχισε να ασχολείται με την μουσική. Στα τέλη της δεκαετίας του ’30 έγινε επαγγελματίας κιθαρίστας και παράλληλα, παντρεύτηκε. Ο γάμος του όμως έληξε με τρόπο επώδυνο καθώς λίγο αργότερα έχασε την γυναίκα και το παιδί του κατά την διάρκεια της γέννας, γεγονός που αποτέλεσε σταθμό στην ζωή του.

Προσπαθώντας να λυτρωθεί από το βαρύ φορτίο, άρχισε να περιοδεύει από πόλη σε πόλη, παίζοντας με σπουδαίους μουσικούς. Το 1931 επέστρεψε στο Χέιζελχαρστ και ξαναπαντρεύτηκε, με σκοπό να μείνει πλέον μόνιμα. Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά, που έζησε σχετικά ήρεμος. Στην περίπτωση του Johnson η ήρεμη ζωή δεν ικανοποιούσε τις βαθύτερες ανάγκες, που υπαγόρευε το Εγώ του, να πραγματοποιήσει. Όταν αισθάνθηκε ότι ήταν έτοιμος για κάτι άλλο, τα παράτησε όλα, πήρε την οικογένεια του και εξαφανίστηκε στο Δέλτα του Μισισιπή. Όπως ήταν φυσικό, όμως, η γυναίκα του κουράστηκε να τον ακολουθεί και έπειτα από λίγο τον παράτησε. Έκτοτε ο Johnson μεταμορφώθηκε σε έναν ακούραστο ταξιδιώτη και κιθαρίστα που μπορούσε να παίξει οπουδήποτε. Ο σκοπός του πλέον ήταν μόνο το ταξίδι, το οποίο σταμάτησε οριστικά το 1938.

Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα για την ζωή του Johnson είναι πολύ λίγα και κρυμμένα πίσω από τον μύθο που δημιούργησαν για αυτόν. Σύμφωνα με τον μύθο, λοιπόν, ο νεαρός μπλουζίστας επιθυμούσε πολύ την φήμη και τα χρήματα. Δεν ήταν όμως ικανοποιημένος με τις ικανότητές του και αναζητούσε μεγαλύτερες ικανότητες, προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του. Όντας ήδη πικραμένος ενάντια στον Δημιουργό του, κατηγορώντας τον Θεό για το θάνατο της γυναίκας του και του αγέννητου παιδιού του, θυμωμένος και παράφορος πήρε την απόφαση.

Ένα βράδυ, μεσάνυχτα, ο Robert Johnson συντροφιά με το κόκκαλο μιας μαύρης γάτας και την κιθάρα του, με τα νύχια του κομμένα όσο πιο κοντά γινόταν έφτασε σε ένα τρίστρατο στην συμβολή των λεωφόρων 61 και 49 στο Κλαρκσντέιλ. Κάθισε κάτω και άρχισε να παίζει, επιθυμώντας την παρουσία του Διαβόλου. Ξαφνικά, ενώ έπαιζε, μια παράξενη μουσική ακούστηκε πίσω του. Δίχως να σηκώσει τα μάτια του συνέχισε να παίζει, καθώς η περίεργη μουσική δυνάμωνε. Ο Johnson κουνώντας ασταμάτητα τα δάχτυλά του ένιωσε μια «μορφή» να αντικαθιστά την κιθάρα του με την δικιά του. Έπαιξαν μαζί αρκετή ώρα μέχρι που ο Διάβολος έσφιξε τα νύχια του Johnson μέχρι να ματώσουν, πήρε πίσω τη κιθάρα του και απομακρύνθηκε, αφήνοντας τον Robert να παίζει ασταμάτητα. Από τότε ο νεαρός κιθαρίστας άρχισε να παίζει με ένα αιθέριο στυλ και τα δάχτυλά του χόρευαν πάνω στις χορδές. Η φωνή του βρυχάτο και θρηνούσε, εκφράζοντας την βαθύτατη θλίψη ενός καταδικασμένου. Ο Robert Johnson μπορούσε πλέον να παίζει τα πάντα, αλλά η ψυχή του δεν του ανήκε…

Τα τρίστατα είναι συμβολικά και τοπογραφικά σημαντικά σημεία στην επίπεδη γη του Δέλτα. Ένας άλλος κιθαρίστας ο Tommy Johnson λέγεται πως συνάντησε ένα πελώριο μαύρο σ’ ένα τρίστρατο κατά τα μεσάνυκτα. Αυτός ο μαύρος κούρδισε την κιθάρα του Johnson έτσι που να μπορεί να παίξει όποιο κομμάτι ήθελε. Ο Robert Johnson έγραψε το «Crossroads Blues» με στίχους όπως: «φεύγει ο ήλιος αγόρι, το σκοτάδι εδώ θα με προλάβει». Σε τέτοιους στίχους αποτυπώνεται καθαρά ο φόβος μιας πανάρχαιας πρόληψης, που θυμίζει πολύ τις μαγικές συναντήσεις με την Εκάτη στα αρχαία τρίστρατα. Ο μύθος ούτως ή άλλως είναι πανάρχαιος.

Ο τρόπος που επέλεξαν οι άνθρωποι να παρουσιάσουν τον Johnson να «συναλλάσσεται» με τον Διάβολο δεν ήταν τυχαίος. Ύστερα από την περιήγηση του Δέλτα ο Johnson επέστρεψε πολύ διαφορετικός. Ο τρόπος που έπαιζε κιθάρα ήταν συγκλονιστικός. Παράλληλα απολάμβανε τον έρωτα, το ποτό, την μουσική και την διασκέδαση. Ο μοναδικός τρόπος που έπαιζε κιθάρα και ο εθισμός του στις γήινες απολαύσεις, ήταν οι λόγοι που ώθησαν τους ανθρώπους να «χαρίσουν» την ψυχή του στον Διάβολο.

Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει πως ο Johnson μέσα από την περιπλάνησή του στον Μισισιπή μεταμορφώθηκε σε ένα τόσο σπουδαίο κιθαρίστα, ενώ και ο ίδιος απέφευγε επιμελώς να δείχνει τα μυστικά της τέχνης του, γεγονός που κέντριζε ακόμα περισσότερο την ανθρώπινη περιέργεια. Ποτέ δεν έκρυψε την αγάπη του για τις παρεκβάσεις από τους παρανοϊκά φοβικούς κανόνες της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της βιαίως επιβαλλόμενης νομιμότητας. Αφιέρωσε με πάθος όλη την ζωή του στην μουσική και τον έρωτα, έζησε χωρίς συμβάσεις κάθε είδους, κι αγάπησε εκείνες τις απολαύσεις που η εκκλησία θεωρεί απαγορευμένες κι αμαρτωλές και που οι κοινοί άνθρωποι, οι πιστοί, δεν έχουν την δύναμη να τις απολαύσουν κι επομένως, τις ονομάζουν Διάβολο.

Ο γαλήνιος και σιωπηλός Johnson είχε μόνο έναν σκοπό. Να παίζει καλή μουσική και να ταξιδεύει, μέχρι που ο θάνατος τον σταμάτησε σε ηλικία 27 ετών, στις 16 Αυγούστου του 1938, όταν δηλητηριάστηκε από στρυχνίνη στο ποτό του από έναν ζηλιάρη σύζυγο, σε ένα πάρτυ στο Three Forks Store, στο Quito του Mississippi. Σφαδάζοντας ο Johnson έφθασε στο γειτονικό Greenwood, όπου υπέφερε επί ημέρες πριν καταλήξει. Ο Robert Johnson πρόλαβε να ηχογραφήσει λίγα σχετικά τραγούδια από το 1936 ως το 1938, αρκετά όμως για να κληροδοτήσουν το απαράμιλλο ταλέντο του στις επόμενες γενιές και να επηρεάσουν πολλούς σπουδαίους μουσικούς, όπως ο Jimmy Page (Led Zeppelin), ο Eric Clapton (Cream), οι Rolling Stones κι ο Elvis Presley εμπνεύστηκαν από τα έργα του Robert Johnson.

Στην μυθολογία βρίσκονται οι απαρχές της φιλοσοφικής σκέψης, στους μύθους η ψυχή διηγείται την ιστορία της. Η επαφή με τον μύθο είναι η επαφή με την υπέρ-συνείδηση, την καθολική μνήμη. Αντιστοίχως τα παραμύθια σύμφωνα με τον Carl Jung, είναι μέρος του «συλλογικού ασυνείδητου», τις αρχετυπικές δηλ, ιδέες που έχουν αποτυπωθεί από γενιά σε γενιά, και τις οποίες κουβαλάμε μέσα μας, ανεξάρτητα από την κοινωνία στην οποία ερχόμαστε. Όπως χαρακτηριστικά υποστήριζε: «Η αξία τους είναι αναμφισβήτητα παιδευτική και διδακτική». Ιδέες όπως η τροφοδότης μητέρα-φύση, ο κύκλος της ζωής, το σκοτεινό και μαύρο άγνωστο, το νερό ως έκφραση αναγέννησης, είναι μονάχα μερικές από τις κοινές αρχέτυπικές ιδέες που υπάρχουν στις ιστορίες όλων των πολιτισμών.

Είναι λογικό και καθόλου μεταφυσικό, αφού όλοι οι λαοί που αποτελούνται από ανθρώπους διαθέτουν το ίδιο μυαλό, έχουν τα ίδια μιμίδια και ταΐζουν τα ίδια αλλόκοσμα όντα του σκοτεινού Big Boss Yaldabaoth με τα χιχλιάδες ονόματα, σαν καλός μαφιόζος, για να μπερδεύει τα θύματα του και να τα απομυζά. Θα τον ακούσεις με τα ονόματα Θεός, Γιαχβέ, Χρηστός, (κι όχι Χριστός) Πρώτος 'Αρχων, Σαβαώθ, Σακλάς, Αμπράξας, Δράκων ὁ Μέγας, Οφις ο Αρχαίος, ο καλούμενος Διάβολος και Σατανάς …και το κακό συναπάντημα.

Ο δρόμος από το πνευματικό στο αισθησιακό περ­νάει από την μεταφυσική, το υπερφυσικό, από φυλακισμένες ψυχές, δαίμονες με φλογερά μάτια, αγγέλους με φτερά και πούπουλα, και φυσικά από ΜΑΓΕΙΑ. Είναι ο δρόμος της αρχέγονης παράδοσης, με τα αμέτρητα καλά και κακά πνεύματα και με τους αδαείς πιστούς-θνητούς που εκτρέπονται και παρα­σύρονται και που ο “καλός Θεός” με τα μαντρόσκυλα του, τους ξαναφέρνει πίσω στο δικό του μαντρί σαν καλός τσοπάνης. Η παράδοση αυτή δεν είναι μόνο θρησκευτική, αλλά και θεατρική. Είναι ο κόσμος των Έργων και των Μυστηρίων, που δεν αντιλαμβάνονταν το οικουμενικό ως απόρροια των ανθρώπινων πράξεων και δρα­στηριοτήτων, όπως οι μετέπειτα δραματικοί συγγρα­φείς, αλλά τοποθετούσαν τον άνθρωπο στο κέντρο ενός σύμπαντος, όπου αντάμωναν όλες οι επίγειες και με­ταφυσικές δυνάμεις και καταπολεμούσαν η μια την άλλη, σε ισότιμη βάση, γιατί μόνο έτσι μπορούσε ο θνητός-πιστός να ξεχωρίσει στο τέλος το αιώνιο από το εφή­μερο, το καλό από το κακό και την τύφλα του την μαύρη, γιατί μόνο έτσι μπορούν να υπάρχουν τα ιερατεία και να τον απομυζούν.

Για τους χριστιανούς συγγραφείς τα πράγματα είναι απλά και τακτοποιημέ­να, με την απλή χριστιανική τύφλωση (πίστη) ως οδηγό τους, ταυτίζουν το πνευματικό με το καλό (Θεό) και το αισθησιακό με το κακό (Διάβολος).

Ο Μεφιστοφελής, στον Γκαίτε εντούτοις, δεν συμφωνεί καθόλου μ’ αυτή την εξίσωση και σε όλη την διάρκεια του έργου προσπαθεί να την ανατρέψει. Ο Φάουστ συμφωνεί κατά βάση μαζί του, μόνο που του είναι δύσκολο να παραιτηθεί από τις ηθικές του επιτα­γές και αξίες. Έτσι, ακολουθεί τον Μεφιστοφελή, άλ­λοτε με ενθουσιασμό, όπως στη «Νύχτα της Βαλπούργης», και άλλοτε με δυσφορία, ακόμα και με οργή, όπως στις σκηνές της Μαργαρίτας. Παρά την άρνηση του πνεύματος και την συνοδοιπορία με τον Μεφιστοφελή, δεν μπορεί ακόμη να απαλλαγεί από τις δυο ψυχές που φωλιάζουν μέσα του και που είναι, εν τελεί, γι’ αυτόν μαρτύριο και λύτρωση μαζί.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι δύο ακρογωνιαίοι λίθοι του Φάουστ είναι οι δύο «Νύχτες της Βαλπούργης», η πρώτη, η «βόρεια», με τους δαίμονες, τις μά­γισσες, τα κακά πνεύματα και τα ξωτικά της, και η δεύτερη, η «κλασική» όπως την ονομάζει ο Γκαίτε, με τα μυθικά πρόσωπα της κλασικής αρχαιότητας. Θεα­τρικά, αυτό σημαίνει από την μια τα Μυστήρια και τα Ηθοπλαστικά Έργα που δεσπόζουν στο δυτικοευρωπαϊ­κό θέατρο από τον Μεσαίωνα ως την Αναγέννηση, και από την άλλη το Αρχαίο Δράμα και την Αττική Κω­μωδία. Από τη μια ο Δάντης, ο Σαίξπηρ και ο Καλντερόν, από την άλλη ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης -κατά κύ­ριο λόγο- κι ο Αριστοφάνης.

Ο Φάουστ, ο Ρόμπερτ Τζόνσον, αλλά και ο Νικολό Παγκανίνι, λαϊκοί βιρτουόζοι της λύρας, παραμύθια της κεντρικής Ευρώπης αλλά και εκατοντάδες μύθοι και θρύλοι που αντλούνται από την παγκόσμια μυθολογική δεξαμενή έχουν ως κεντρικό θέμα μια Συμφωνία του ερευνητή-ανθρώπου με το υπερφυσικό για Γ Ν Ω Σ Η, αύξηση ικανοτήτων, επιστροφή στην νιότη, επίτευξη ενός σκοπού που βρίσκεται πέρα από τα όρια των φυσικών δυνατοτήτων του μέσου καταπιεσμένου ανθρωπάκου. Το υπερφυσικό στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Διάβολος, αλλά ταυτορχόνως με την λέξη «Διάβολος» δηλώνεται σε όλες αυτές τις “Συμφωνίες” μια κρυμμένη ΔΥΝΑΜΙΚΗ διάσταση μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, απωθημένη (από ποιόν άραγε) στα βάθη του ασυνείδητου. Μια ΔΥΝΑΜΗ μη αποδεκτή στα κλειστά, δογματικά όρια της χριστιανικής, θεολογικής κοσμοαντίληψης. Ειδικά αν αυτή η ΔΥΝΑΜΗ καθιστά τον άνθρωπο από ισοδύναμο έως κι ΑΝΩΤΕΡΟ του χριστιανικού Θεού κι άρα εχθρό των δογμάτων του φόβου και της καταπίεσης των ποιμνίων.

Ο Carl Jung ανέπτυξε την αναλυτική ψυχολογία, και υπέδειξε την σημασία του ασυνείδητου νου. Σύνδεσε τα όνειρα με την μυθολογία και το θρησκευτικό όραμα, θεωρώντας ότι είναι η έκφραση μιας ασυνείδητης ιδέας ή νοητικών προτύπων, τα οποία κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας και είναι παρόντα στην ανθρώπινη ψυχή. Επίσης θεωρούσε ότι η ψυχολογική και πνευματική ολοκλήρωση επιτυγχάνεται με την ενσωμάτωση τον ασυνείητου στο συνειδητό νου και ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να συνειδητοποιηθεί η «έσχατη πραγματικότητα».

Η Alice Raphael μαθήτρια του Carl Jung το 1965, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο “Ο Γκαίτε και η Φιλοσοφική Λίθος” στο οποίο αναλύει τον Φάουστ στο φως των θεωριών του Jung. Θεωρεί ότι ο Goethe ήταν ένας από τους λίγους που γνώριζαν την ΔΥΝΑΜΗ και την σημασία του Ασυνείδητου. Θεωρεί επίσης ότι ο Φάουστ εκφράζει πολλές από τις εγγενείς μυθολογικές και θρησκευτικές εικόνες της ανθρώπινης ψυχής.

Αυτό που λέγει ο Γκαίτε, αναφέρει η Alice Raphael είναι ότι: «Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζει επί μακρόν στην συνειδητή του κατάσταση. Πρέπει πάλι να βρει καταφύγιο στο ασυνείδητο, γιατί εκεί βρίσκονται οι ρίζες της ζωής του». Τούτο το αναφέρει βέβαια ως απόδειξη ότι ο Γκαίτε γνώριζε πόσο σημαντικός είναι ο ασυνείδητος κόσμος προσκειμένου να επιτευχθεί ένα υψηλότερο επίπεδο συνείδησης της ύπαρξης. Στο κείμενο του Φάουστ η Raphael βλέπει αναρίθμητες αναφορές σε αρχαία φιλοσοφικά, μυθολογικά και επιστημονικά πρότυπα της σκέψης και θεωρεί ότι τέτοιες αναφορές είναι απλές εκδηλώσεις των εγγενών ιδεών που αντλούνται από την παγκόσμια δεξαμενή της ανθρώπινης ψυχικής ενέργειας. Μια ενέργεια βέβαια που σοφά υπενθυμίζει ο Γκαίτε χρησιμοποιώντας το ανθρώπινο αίμα, τον φορέα της ψυχικής ενέργειας σύμφωνα με τις πανάρχαιες αντιλήψεις περί συμπαθητικής μαγείας για την σύναψη της συμφωνίας.

Η Raphael λέγει ότι ο Γκαίτε υπήρξε μύστης, επαναστατική φυσιογνωμία και πολύ μπροστά από την εποχή του, (ακόμη κι από την σημερινή εποχή των ηλιθίων του facebook), λέγει επίσης, ότι εξαιτίας όλων αυτών των συμβόλων και των μεταφορών που χρησιμοποιήθηκαν στον Φάουστ το βιβλίο μπορούν ν’ αντιληφθούν και να εκτιμήσουν μόνον εκείνοι που κατανοούν την ύπαρξη του Νου πέρα από τις επικράτειες της καθημερινής συνείδησης και μόνον αυτοί που μπορούν να μελετήσουν χωρίς τον Νου, δηλ. με την Δεύτερη Προσοχή.

Κοινός παρανομαστής των μυστών ήταν οι περιπλανήσεις τους, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα μιασματικά ιερατεία που απαιτούν από τους ανθρώπους να ριζώνουν, σε οικογένεια και ποίμνια για να είναι εύκολα χειρίσιμοι. Η περιπλανώμενη ζωή του Johnson, όπως και η περιπλανώμενη ζωή του Φάουστ, του Καλιόστρο, του Αγρίππα τους έκαναν να φαίνονται μυστηριώδεις και γοητευτικές μορφές και οι φυσικές επιτεύξεις τους να φαντάζουν μαγικές στα μάτια των κοινών αδαών ανθρώπων, τυφλών- πιστών, ειδικά όταν δεν μπορούσαν ούτε να επαναληφθούν από άλλους, αλλά ούτε και να απορριφθούν. Όταν ο Καλιόστρο ή ο Φάουστ θεράπευε, ο ασθενής γινόταν καλά, τελεία και παύλα.

Οι μύστες ήταν προχωρημένοι επιστήμονες, αλλά στα μάτια των τυφλών-πιστών έμοιαζαν με μάγους και φυσικά ήταν επικίνδυνοι για τα ιερατεία. Έτσι οι μύστες έγιναν πρωταγωνιστές μύθων με “Συμφωνίες Διαβολικές” για τον αδαή που αδυνατεί να εξηγήσει την αρχέγονη δίψα για ΔΥΝΑΜΗ και ΓΝΩΣΗ των φυσικών επιστημών.

Άλλος κοινός παρονομαστής είναι η Προμηθεϊκή δίψα για ολοκληρωμένη ζωή και το μοναδικό μέσο της επίτευξης της είναι η μαγεία. Μια μαγεία βέβαια που θεωρείται με την άσχημη έννοια της μονάχα από τους πιστούς, γιατί από τους ανθρώπους της ΓΝΩΣΗΣ, και για όλους τους μύστες όπως ο Αλεσάντρο Καλιόστρο κι ο Κορνήλιος Αγρίππας θεωρείται επιστήμη: «Η φυσική μαγεία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η κύρια δύναμη όλων των φυσικών επιστημών». Για τον Τζιορντάνο Μπρούνο, “Magus significant hominem sapientem cum virtute agendi” (η λέξη μάγος σημαίνει τον άνθρωπο της ΓΝΩΣΗΣ με την ΔΥΝΑΜΗ της δράσης). Ούτως η άλλως ακόμη και σήμερα -πόσο μάλλον τότε- η επιστήμη φαίνεται τρομακτική στα μάτια του τυφλού-πιστού και εχθρική της ιερατικής εξουσίας (κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής, θρησκευτικής, τα ιερατεία δεν είναι μονάχα εκκλησιαστικά). Έτσι, η παρουσία ενός φημισμένου αλχημιστή, δηλ. ενός ρηξικέλευθου επιστήμονα (Μπρούνο, Τέσλα, Ράιχ κλπ) ή ενός εκπληκτικού δεξιοτέχνη (Παγκανίνι, Ταρτίνι, Johnson) προκαλεί φόβο στα φοβισμένα πρόβατα και τους αφέντες τους, καχυποψία και την εύκολη λύση της απόδοσης αυτών των δυνατοτήτων σε “Συμφωνίες με τον Διάβολο” κλπ. κ.λπ. Καχυποψία, ζήλια και φθόνο βέβαια, που έστειλαν στην πυρά της μοχθηρής χριστιανικής Ιεράς Εξέτασης εκατομμύρια ανθρώπους.

Η μαγεία, αν και ασκείτο ευρέως στην ύστερη αρχαιότητα, θεωρείτο από τους δήθεν διανοούμενους ως χυδαία δεισιδαιμονία και χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως σοβαρό λογοτεχνικό μοτίβο για να ενδυναμώσει την απεικόνιση των μυθικών και ιστορικών τρόμων. Όταν οι μεσανατολικές θρησκείες διαπέρασαν τον ελληνορωμαϊκό κόσμο και προσπάθησαν να αυξήσουν την επιρροή τους, ανέπτυξαν μια λογοτεχνία θεολογικής προπαγάνδας και δαιμονοποίησης του αρχαίου θρησκευτικού κόσμου. Άλλωστε από εκεί προέρχονται και οι περισσότερες από τις χριστιανικές απεικονίσεις του Διαβόλου. Στην ίδια λογοτεχνία -κύρια την χριστιανική- εμφανίζονται και οι ανταγωνιστές της μάγοι, οι οποίοι φυσικά νικιούνται από την χριστιανική “θαυματοποιία” εξαιτίας της απαγορευμένης τους δύναμης. (sic)

Οι εκπληκτικοί άνθρωποι της Δύναμης που εξετάζουμε εδωνά είναι τέτοιες περιπτώσεις μάγων. Η δήθεν “Συμφωνία με το Διάβολο” είναι η αιτιολογία του βλακός, για την ξαφνική ανάδυση δυνατοτήτων που δεν είναι προσεγγίσιμες στον μέσο άνθρωπο. Η αλήθεια είναι πως όταν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της ζωής μας και της ύπαρξης γενικότερα, χρειαζόμαστε μεσολαβητές. Ο πιο συνήθης μεσολαβητής βέβαια είναι ο τραγόμορφος διαβολάκος, ο αποτροπαϊκός τράγος της αρχαιότητας, ο όφις του πειρασμού της Εύας -ή ο αποτροπαϊκός Μειλίχιος Δίας των αρχαίων Διασίων – κ.ο.κ. Ό,τι δεν κατανοούμε, αποδίδεται σε υπερφυσικές διαμεσολαβήσεις. Μήπως, όμως, θα έπρεπε πλέον να κατανοήσουμε ότι αυτές οι υπερφυσικές διαμεσολαβήσεις δεν είναι τίποτα άλλο από κομμάτια του ασυνείδητου κόσμου μας;

Αυτό που είναι σημαντικό και στις δύο περιπτώσεις είναι να δούμε αν επιτυγχάνεται τελικά η εξιδανίκευση των στόχων των πρωταγωνιστών και πώς αποσυμβολίζεται ο μύθος της συμφωνίας με τον διάβολο. Είδαμε, άλλωστε, να εμφανίζονται κοινά χαρακτηριστικά και στις δύο περιπτώσεις. Είναι εξαρχής αντιφατικό να μιλάμε για εξιδανίκευση των στόχων των ηρώων μέσα από μια ανίερη συμφωνία με το διάβολο. Εδώ, όμως, συνίσταται και η διαφορετικότητα. Μήπως η συμφωνία ως έννοια συμβολίζει τον αγώνα των ανθρώπων για το καλύτερο, για το ιδανικό; Για πολλούς ανθρώπους το ιδανικό είναι και ανέφικτο, άρα η προσπάθεια για την απόκτηση του έχει αυτομάτως περιορισμένη εμβέλεια. Συχνά μάλιστα, όλα όσα ενδόμυχα επιθυμεί ένας άνθρωπος, περιβάλλονται από μια τάση αφοριστικής διάθεσης, βασισμένη σε στερεότυπα.

Η υπέρβαση των ορίων λοιπόν, με στόχο αυτό που κάθε άνθρωπος επιθυμεί για τον εαυτό του συνιστά αμέσως και ένα είδος συμφωνίας με το απόλυτο κακό. Ένα «κακό» που λαμβάνει διαβολικές διαστάσεις. Αυτό που εξύψωσε τους δύο ήρωες πέρα από τα ανθρώπινα μέτρα, αλλά παράλληλα τους οδήγησε στην πτώση και τον θάνατο, ήταν το γεγονός ότι επέτρεψαν στο ασυνείδητό τους να τους οδηγήσει σε δημιουργικές παρεκβάσεις από την καθημερινότητα, με ένα τρόπο ανεξήγητο και μη αποδεκτό από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Αυτή η διαδικασία ήταν που τους μυθοποίησε μέσω του διαδοχικού κύκλου που περιλαμβάνει την ωρίμανση, την εξύψωση, την πτώση, τον θάνατο και κατόπιν τη μυθοποίηση, δίχως όμως τη βοήθεια του διαβόλου, μιας ιδέας καθόλα φανταστικής και υπαρκτής μόνο μέσα στα όρια της απατεωνίστικης θεολογικής επικράτειας.
ΔΕΣ

Πώς διαδίδονταν οι ειδήσεις στην αρχαιότητα

Σε έναν κόσμο χωρίς ραδιόφωνο, εφημερίδες ή κοινωνικά δίκτυα, πώς μαθαίνονταν τα νέα; Ποιος έλεγχε την πληροφορία και πώς επηρέαζε τις ζωές των ανθρώπων; Οι αρχαίες κοινωνίες, από την Αθήνα και τη Σπάρτη έως τη Ρώμη και την Περσία, είχαν τα δικά τους “μέσα μαζικής ενημέρωσης”. Ήταν πρωτόγονα, αλλά όχι απλοϊκά. Κι αν τα εξετάσουμε προσεκτικά, θα δούμε ότι οι μηχανισμοί αυτοί δεν απέχουν τόσο πολύ από τους σημερινούς.

Η φήμη ως ενημερωτικό δίκτυο

Στην αρχαία Ελλάδα και Ρώμη, η πληροφόρηση ταξίδευε πρώτα και κύρια μέσα από τον προφορικό λόγο. Τα νέα μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα, από τους εμπόρους, τους στρατιώτες που επέστρεφαν, τους ποιητές, τους ταξιδιώτες. Ήταν ένα άτυπο αλλά πανίσχυρο δίκτυο, όπου η πληροφορία εμπλουτιζόταν, παραποιούνταν ή ενισχυόταν με κάθε επανάληψη.

Στη ρωμαϊκή φαντασία, η fama (φήμη) δεν ήταν απλώς έννοια. Ο Βιργίλιος στην “Αινειάδα” τη χαρακτηρίζει “τέρατα με πολλά μάτια και στόματα”, υποδηλώνοντας την πανταχού παρούσα, ασταμάτητη φύση της. Όπως και σήμερα, οι ειδήσεις, αληθείς ή όχι, είχαν δύναμη. Μπορούσαν να διαμορφώσουν αποφάσεις, να καταστρέψουν ή να σώσουν ζωές.

Η πόλη ως πλατφόρμα – Αγορά, εκκλησία του δήμου, φόρουμ

Η δημόσια ζωή ήταν η καρδιά της ενημέρωσης. Στην Αθήνα, η Εκκλησία του Δήμου ήταν το πιο άμεσο και διαδραστικό μέσο πληροφόρησης. Οι πολίτες ενημερώνονταν, συζητούσαν και ψήφιζαν για ό,τι αφορούσε την πόλη. Παράλληλα, η αγορά λειτουργούσε ως χώρος διάδοσης της πληροφορίας. Εκεί διαδίδονταν νέα, φήμες, αλλά και επίσημες ανακοινώσεις μέσω των κηρύκων.

Στη Ρώμη, το φόρουμ είχε αντίστοιχο ρόλο. Ήταν ο τόπος όπου ο λαός μάθαινε για τις εξελίξεις, άκουγε ρητορικές ομιλίες και έβλεπε να αναρτώνται επίσημες αποφάσεις.

Acta Diurna: Η πρώτη “εφημερίδα”

Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα πρώιμου μαζικού μέσου ενημέρωσης είναι τα Acta Diurna, τα “Ημερήσια Πράγματα” της Ρώμης. Εισάγονται τον 1ο αιώνα π.Χ. από τον Ιούλιο Καίσαρα και περιλάμβαναν δημόσιες ανακοινώσεις, δικαστικές αποφάσεις, γεννήσεις, θανάτους, ακόμη και κουτσομπολιά. Καταγράφονταν σε πίνακες και αναρτώνταν σε δημόσιους χώρους. Ήταν προσβάσιμα στους εγγράμματους πολίτες, αλλά και όσοι δεν ήξεραν γράμματα τα μάθαιναν μέσω αναγνώσεων ή διηγήσεων. Ήταν μια μορφή διαφάνειας, αλλά και ελέγχου της πληροφορίας από την εξουσία.

Προπαγάνδα και μονόπλευρη πληροφορία

Όπως και σήμερα, έτσι και τότε, η εξουσία επιδίωκε να ελέγχει την πληροφόρηση. Τα νομίσματα της εποχής ήταν φορείς πολιτικών μηνυμάτων. Ένας αυτοκράτορας μπορούσε να προπαγανδίσει τη νίκη του ή την ευσέβειά του μέσω των εικονογραφήσεων. Οι θρίαμβοι, τα αγάλματα, οι ναοί και οι επιγραφές ήταν όλα μέσα που επικοινωνούσαν μια συγκεκριμένη εικόνα της πραγματικότητας. Η πληροφόρηση δεν ήταν ποτέ ουδέτερη – ήταν πολιτικό εργαλείο.

Πόλεμος και πληροφορία: Τα συστήματα φρυκτωριών

Σε περιόδους πολέμου, η ανάγκη για γρήγορη πληροφόρηση γινόταν ζωτική. Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τις φρυκτωρίες, δηλαδή πύργους από όπου ανάβονταν φωτιές σε προκαθορισμένους σχηματισμούς, ώστε να μεταδίδονται σύντομα μηνύματα. Ήταν ένας πρώιμος τηλεπικοινωνιακός μηχανισμός, που απαιτούσε ακρίβεια και συντονισμό. Αντίστοιχα, στην Περσία και αργότερα στη Ρώμη υπήρχαν δίκτυα ταχυδρομείων και αγγελιοφόρων με ταχείες διαδρομές.

Τι μας διδάσκει το παρελθόν;

Η μελέτη των πρώιμων μορφών ενημέρωσης δείχνει ότι η ανάγκη του ανθρώπου για πληροφόρηση, κατανόηση και σύνδεση είναι διαχρονική. Είτε μέσα από την αγορά της Αθήνας είτε από τον τοίχο με τα Acta Diurna, η πληροφορία ήταν πάντα κοινωνικό και πολιτικό αγαθό.

Σήμερα, παρά τον τεχνολογικό κορεσμό, τα θεμελιώδη ερωτήματα παραμένουν ίδια: Ποιος ελέγχει την πληροφορία; Ποια είναι η αλήθεια; Ποιον εξυπηρετεί η διάδοσή της; Η ιστορία της αρχαίας ενημέρωσης μας προτρέπει να είμαστε όχι μόνο καταναλωτές, αλλά και κριτικοί αναγνώστες των ειδήσεων του παρόντος.

Η δίψα του πνεύματος για τη διονυσιακή εμπειρία στις «Βάκχες» του Ευριπίδη

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος σηματοδότησε την αρχή του τέλους για τον θεσμό της αρχαιοελληνικής πόλης. Σε αντίθεση με τους Περσικούς πολέμους, που όλοι μαζί αντιμετώπισαν με αξιοθαύμαστη γενναιότητα τον εξωτερικό εχθρό, τώρα στρέφονται η μία πόλη εναντίον της άλλης, διαλύοντας ό, τι είχε επιτύχει η ενότητα. Ζώντας μέσα στη φρίκη του πολέμου επί τρεις δεκαετίες, οι Αθηναίοι κατέρρευσαν οικονομικά, πολιτικά και ηθικά. «Κατάντησε να θεωρείται καλό και ωφέλιμο, το άμεσο κέρδος και η ευχαρίστηση της στιγμής. Δεν τους συγκρατούσαν ούτε ο φόβος των θεών ούτε οι ανθρώπινοι νόμοι», γράφει ο Θουκυδίδης. Η συλλογική ζωή της πόλης έγινε εφιάλτης που έμοιαζε πως δεν θα τελειώσει ποτέ.

Η ψυχολογική κατάρρευση των πολιτών της άλλοτε ισχυρότερης πόλης, οδήγησε αναπόφευκτα στην αναζήτηση «παυσίπονου», όπου και αν μπορούσε αυτό να βρεθεί. Έχοντας ζήσει την αποθέωση του ορθολογισμού, που δεν τους γλίτωσε όμως από την καταστροφή, στρέφονται τώρα σε ότι μπορεί να τονώσει το συναίσθημα, να ξεκουράσει την ψυχή. Αναζητούν οτιδήποτε μπορεί να χαρίσει λίγες στιγμές ενότητας και ασφάλειας και η αναζήτηση αυτή οδηγεί σε εκείνα που ο ορθολογισμός είχε απομακρύνει από την αστική ζωή: Οι μυστηριακές λατρείες, που απαιτούν χαλαρότητα και επαφή με τη φύση, αναβιώνουν.

Οι λατρείες αυτές υπήρχαν ενσωματωμένες στις αστικές θρησκευτικές τελετές, τώρα όμως αποκτούν και πάλι τον αχαλίνωτο, αρχέγονο χαρακτήρα τους. Ο θεός Διόνυσος καταφέρνει μία σημαντική νίκη εναντίον του Απόλλωνα. Κατεβαίνει κοντά στον άνθρωπο, να τον ξεκουράσει από τα βάσανά του. Ο Διόνυσος ήταν ο θεός από τον οποίο γεννήθηκε η ιδέα του θεάτρου. Από τις δικές του γιορτές ξεκίνησε η υποκριτική τέχνη για να εξελιχθεί μέσα στην οργανωμένη πόλη σε ύψιστη τέχνη. Εκεί, στο θέατρο, ο θεατής εγκαταλείπει τον εαυτό του για να ταυτιστεί με τον ήρωα και τις αγωνίες του. Τον ήρωα, που όπως λέει ο Νίτσε, είναι «ο Διόνυσος των μυστηρίων που υποφέρει, ο θεός που νιώθει μέσα του τις οδύνες της εξατομίκευσης».

Ωστόσο, ο Διόνυσος δεν υπήρξε ποτέ ήρωας κάποιας τραγωδίας. Δεν εμφανίστηκε ποτέ ως χαρακτήρας στη σκηνή, μέχρι τον τελευταίο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Εκείνη τη χρονιά (405 π.Κ.Χ) ο γιος του Ευριπίδη διαγωνίζεται στα Διονύσια με τις «Βάκχες», το τελευταίο έργο του πατέρα του, ο οποίος είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο. Μία τραγωδία που δεν μοιάζει με καμία άλλη απ’ όσες μας έχουν διασωθεί. Ως τότε, οι θεοί εμφανίζονται μόνο «από μηχανής» ή επάνω στο θεολογείο, στις «Βάκχες», όμως, ο Διόνυσος είναι πρόσωπο που δρα επάνω στη σκηνή μαζί με τους ανθρώπους.

Η Υπόθεση

Ο Πενθέας, ο νεαρός βασιλιάς της Θήβας, είναι πραγματιστής, αντιπροσωπευτικό δείγμα του σκληροπυρηνικού ορθολογιστή του 5ου αιώνα, ο οποίος επαίρεται για την αδούλωτη στις δεισιδαιμονίες σκέψη του. Φυσικά, δεν δέχεται καν την ύπαρξη ούτε του Διονύσου ούτε κανενός άλλου θεού.

Αλλά ο Διόνυσος, έχει έρθει από την Ανατολή για να εδραιώσει στον τόπο αυτό την λατρεία του, η οποία έχει παραγκωνιστεί εξαιτίας των νέων ηθών. Στην αρχή είναι μεταμφιεσμένος, ώστε να μην καταλάβει κανείς πως είναι ο θεός και μυεί στη λατρεία του πολλούς από τους Θηβαίους και κυρίως τις γυναίκες.

Ο Πενθέας συνέλαβε όσες γυναίκες, πιστές του Διονύσου, βρήκαν οι άνθρωποί του στο βουνό να λατρεύουν τον νέο θεό και χλευάζει τον παππού του και τον μάντη Τειρεσία που «βακχεύουν», μένοντας πιστοί στην αρχαία λατρεία. Ο Τειρεσίας προσπαθεί να τον συνετίσει: « … δύο πρόσωπα είναι τα πιο σπουδαία στον κόσμο: το ένα είναι η θεά Δήμητρα –η γη, πες την εσύ με όποιο όνομα θέλεις – κι αυτή με τους ώριμους καρπούς τρέφει τους θνητούς· το άλλο αυτός που ήρθε μετά· ο γιος της Σεμέλης (ο Διόνυσος) βρήκε κι έφερε στους θνητούς το υγρό ποτό του σταφυλιού, που διώχνει τη λύπη απ’ τους ταλαίπωρους ανθρώπους».

«Ο ίδιος αυτός ο θεός προσφέρεται ως σπονδή στον Δία για το καλό των ανθρώπων», συνεχίζει ο Τειρεσίας, αλλά ο Πενθέας είναι εξαγριωμένος! Ούτε στα λόγια του πατέρα του πείθεται όταν τον παρακαλεί να είναι τουλάχιστον συγκαταβατικός κι ας μην πιστεύει ο ίδιος. Ο νεαρός βασιλιάς είναι αποφασισμένος να καταστρέψει ό,τι και όποιον σχετίζεται με τούτον τον θεό που παρασύρει τις γυναίκες στην ερωτική ακολασία και ανατρέπει την τάξη.

Συλλαμβάνει τον παράξενο ξένο (που δεν ξέρει ακόμα πως είναι ο Διόνυσος), μέχρι να μαζέψει από τον Κιθαιρώνα όλες τις γυναίκες που επιδίδονται στη λατρεία του (τις Βάκχες), αλλά εκείνος σπάει τα δεσμά και βγαίνει από τη φυλακή. Και δεν έφτανε αυτό, αλλά φτάνει και η είδηση πως ανάμεσα στις Βάκχες που εντόπισαν στο βουνό ήταν και η Αγαύη, η μητέρα του Πενθέα. Αυτός όμως, ούτε τώρα αλλάζει γνώμη.

Ο Διόνυσος θα οδηγήσει τον Πενθέα στην παράνοια. Θα τον ντύσει με ρούχα γυναικεία και θα τον οδηγήσει στον Κιθαιρώνα. Εκεί υπό την επήρεια της ιερής μανίας, η Αγαύη με τις αδερφές της θα τον διαμελίσουν. Η κατάληξη είναι δραματική τόσο για τον Πενθέα όσο και για την οικογένειά του, που εξορίζεται από την Θήβα.

Και ο χορός κλείνει το έργο με τα εξής λόγια: «πολλά τα τελειώνουν απροσδόκητα οι θεοί. Όσα απ’ τον νου μας πέρασαν, δεν έγιναν και για εκείνα που δεν ελπίζαμε βρήκε τρόπο ο θεός».

Πίσω από τον μύθο

Σε περιόδους έντονης ανησυχίας και δυστυχίας, οι άνθρωποι βιώνουν καταστάσεις τις οποίες δεν μπορούν να τιθασεύσουν με τη δύναμη της λογικής. Θυμώνουν, αρνούνται να σκεφτούν, να εξετάσουν. Εύκολα στρέφονται προς το παλιό, το γνωστό, το ασφαλές, οτιδήποτε τους κάνει να νιώθουν σημαντικοί και χαρούμενοι.

Ο Διόνυσος προσφέρει απλόχερα την ελευθερία από τα δεσμά του πολιτισμού σε όλους, ακόμα και στους δούλους. Δεν έχει ούτε ιερείς ούτε μάντεις. Είναι ανατρεπτικός, αχαλίνωτος και ανάλγητος, όπως η φύση. Είναι αυτό που πρόκειται να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος έξω από την ασφάλεια της πόλης. Σωστά είχε πει ο Αριστοτέλης πως αν κάποιος ζει εκτός της πόλης, δεν μπορεί να είναι άνθρωπος. Είναι είτε θηρίο είτε θεός.

Σε τέτοιες ταραγμένες περιόδους, ο ικανός ηγέτης εντοπίζει το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην άλογη παρόρμηση και την ορθολογική σκέψη, τη μέση οδό που θα κατευνάσει τα πνεύματα, θα δώσει μιάν ανάσα και θα ανοίξει δρόμο για το μέλλον, με βήμα αργό και σταθερό. Ικανότητα που διέθεταν οι ηγέτες που οδήγησαν την Αθήνα στη μεγάλη της δόξα κατά τους Περσικούς πολέμους.

Ο Πενθέας χειρίστηκε το ζήτημα επιπόλαια. Υπερεκτίμησε την δύναμη του ορθολογισμού και υποτίμησε τη δύναμη των άλογων δυνάμεων του ανθρώπινου πνεύματος, ακόμα και του δικού του. Γιατί ο Διόνυσος κατόρθωσε, όχι με τη βία, αλλά χρησιμοποιώντας το υπερ-όπλο του ορθολογισμού, την πειθώ, να τον πείσει να υποκύψει στις δικές του άλογες ορμές. Και το διδάσκει αυτό ο «αρχιερέας» του ορθολογισμού, ο ποιητής του αρχαιοελληνικού διαφωτισμού, ο Ευριπίδης!

Χειριστείτε έξυπνα τον Διόνυσο

Την ανάγκη να ξεκουράζεται το ανθρώπινο πνεύμα, εντρυφώντας στην Διονυσιακή εμπειρία, υποδήλωνε η λατρεία από κοινού στους Δελφούς του γλεντζέ Διονύσου και του ορθολογιστή Απόλλωνα. Ο άνθρωπος ως μονάδα, μέσα από τη φαντασία γνωρίζει τα μυστικά της ψυχής του, χαλαρώνει, ενδυναμώνεται και ύστερα είναι έτοιμος να δημιουργήσει και να μεγαλουργήσει για τη δική του πρόοδο, αλλά και της κοινότητας. Λατρεύει τον Διόνυσο για να προσεγγίσει και να κατανοήσει τον Απόλλωνα.

Αλλά πρέπει να το κάνει προσεκτικά, όπως επισημαίνει ο Νίτσε: «Από το διονυσιακό θεμέλιο δεν πρέπει να εισχωρήσει στη συνείδηση του ανθρώπου τίποτα παραπάνω από ό, τι μπορεί να ξεπεράσει πάλι από την απολλώνια δύναμη της μεταμόρφωσης».

Η ισορροπημένη διαχείριση αυτής της αρχέγονης δύναμης είναι ο μόνος τρόπος να διαχειριστεί κανείς με το μικρότερο δυνατό κόστος ταραγμένες περιόδους που οδηγούν στην παρακμή. Ο στείρος ορθολογισμός δεν έχει κανένα αποτέλεσμα όταν ο εσωτερικός πόνος έχει απενεργοποιήσει τις λογικές δυνάμεις. Δεν μπορεί κανείς να νικήσει αυτό που δεν κατανοεί και δεν μπορεί να το κατανοήσει αν το υποτιμά. Ας μην γελιόμαστε. Ο Διόνυσος είναι παλιός, είναι πολύ ισχυρός και θυμώνει όταν τον αγνοούν. Αν δεν ξέρεις πώς να τον χειριστείς, οδηγεί τους πάντες στα άκρα και πάντα κερδίζει!

Είναι επιτακτική ανάγκη η γνώση να επανασυνδεθεί με τις ανθρώπινες αξίες. Αλλιώς… χάσαμε

Ο Κοπέρνικος θεωρείται συχνά ως η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον Μεσαίωνα και τη νεότερη εποχή. Αλλά οι απόψεις του για τη γνώση βρίσκονται πιο κοντά στον Πλάτωνα και τον Αυγουστίνο παρά στους νεότερους εμπειριοκράτες, γιατί και οι τρεις αυτοί στοχαστές δεν έβλεπαν τη γνώση ως ένα σύνολο δεδομένων και πληροφοριών που αποθηκεύονται στη μνήμη, αλλά ως αναπόσπαστο στοιχείο του ανθρώπινου είναι. Και οι τρεις θεωρούσαν τη γνώση αξεχώριστη από τις πράξεις και τις κρίσεις ενός ανθρώπου, έτσι ώστε η σωστή γνώση (με την έννοια που έδινε σ’ αυτό τον όρο ο Αυγουστίνος) είναι η βάση της σωστής διαγωγής. Ακόμα και ο Νεύτων, τον οποίο οι εμπειριοκράτες θεωρούν το βαρύ πυροβολικό τους, κάθε άλλο παρά πίστευε ότι οι γνώσεις είναι «απλές πληροφορίες», άσχετες ή ανεξάρτητες από τα άλλα μελήματα του ανθρώπου. Ο Νεύτων προσπάθησε ν’ αποδείξει την τελειότητα του Θεού μέσα από την αρμονία του σύμπαντος του, που, όπως υποστήριζε, φανερωνόταν με την ενότητα των φυσικών νόμων που διέπουν τη συμπεριφορά των επίγειων και των ουράνιων σωμάτων.

Ανάμεσα στο 1700 και το 1900 συνέβη κάτι βαρυσήμαντο. Διαιρέσαμε τον άνθρωπο σε δύο κομμάτια. Χωρίσαμε τη γνώση του ανθρώπου από την ουσία του, από τις αξίες του, από τα υπερβατικά ενδιαφέροντα του. Η γνώση απομονώθηκε, περιορίσθηκε σ’ ένα ειδικό δοχείο που λέγεται εγκέφαλος. Αυτό το δοχείο κατέληξε να θεωρείται σαν ένα κουτί με εργαλεία: παίρνουμε από μέσα του το τάδε ή το δείνα εργαλείο για να κάνουμε μια συγκεκριμένη δουλειά. Δεν υπάρχει πια η ενότητα του ανθρώπου και της γνώσης του. Υπάρχουν μόνον εξειδικευμένα εργαλεία για εξειδικευμένες εργασίες. Σ’ αυτό το σημείο η γνώση γίνεται απλή πληροφορία. Σε λίγο θα μεταφραστεί σε στοιχειώδεις ποσότητες αυτοματοποιημένων πληροφοριών, τα λεγόμενα «βίτια» (bytes). Ολόκληρη η διαδικασία αποπροσωποποιείται, μηχανοποιείται, κομπιουτεροποιείται.

Ο διαχωρισμός των πραγματολογικών δεδομένων από τις αξίες, του ανθρώπου από τη γνώση του, των φυσικών φαινομένων απ’ όλα τα «άλλα» φαινόμενα, κατέληξε στον κατακερματισμό του φυσικού όσο και του ανθρώπινου κόσμου. Η διαδικασία απομόνωσης, αφαίρεσης και αποξένωσης (του ενός φαινόμενου από τα άλλα) – προϋπόθεση για την πρακτική επιτυχία των σημερινών φυσικών επιστημών – ήταν στην πραγματικότητα μια διαδικασία εννοιολογικής αλλοτρίωσης. Αυτή η εννοιολογική αλλοτρίωση έγινε, με τη σειρά της, ανθρώπινη αλλοτρίωση: ο άνθρωπος αποξενώθηκε τόσο από τις γνώσεις του όσο κι από τις αξίες του. Η πρωταρχική αιτία της σύγχρονης αλλοτρίωσης είναι μια σφαλερή αντίληψη για το σύμπαν, στην οποία όλα χωρίζονται και διαιρούνται και ο άνθρωπος κομματιάζεται και αποσυντίθεται.

Ο σημερινός κατακερματισμός μας είναι αφύσικος. Για να αποκαταστήσουμε την υγεία μας και για να ανασυνθέσουμε το διχασμένο εγώ μας πρέπει να αναθεωρήσουμε μερικές βασικές αρχές. Πρώτα-πρώτα, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η κατάσταση των γνώσεων ενός ανθρώπου είναι σημαντικό χαρακτηριστικό της κατάστασης της ίδιας της ύπαρξης τον. Πρόκειται δηλαδή για μια επαναβεβαίωση της αντίληψης που είχαν για τη γνώση ο Πλάτων, ο Αυγουστίνος και ο Κοπέρνικος. Αυτή η άποψη εξακολουθεί να υπάρχει σε πρωτόγονες κοινωνίες, και συγκεκριμένα σε ορισμένες ινδιάνικες φυλές της Αμερικής.

Η θέση ότι η γνώση είναι μια σημαντική πλευρά της ύπαρξης μας, ότι ως ενιαίοι βιο-κοινωνικοί οργανισμοί δεν μπορούμε να δράσουμε (και δεν δρούμε) ανεξάρτητα από τις γνώσεις μας, δεν είναι καμιά έκφραση νοσταλγίας για κάποιον χαμένο παράδεισο. Απλώς περιγράφει την ιδιοσυστασία του ανθρώπου. Πώς όμως μπορούμε να επικυρώσουμε αυτό τον ισχυρισμό, ιδιαίτερα σε μια εποχή που η γνώση φαίνεται να έχει διαζευχθεί ολότελα από τη ζωή; Αν οι κατάλληλες γνώσεις είναι απαραίτητες για τη συνοχή της ζωής ενός ανθρώπου, βγαίνει αναγκαία το συμπέρασμα ότι η αποστέρηση των ανθρώπων από τέτοιες γνώσεις μπορεί να γίνει πηγή σύγχυσης και αποδιοργάνωσης στη ζωή τους. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οξυδερκής παρατηρητής για ν’ αντιληφθεί ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Οι νέοι άνθρωποι (κι όχι μόνον αυτοί) είναι χαμένοι, μπερδεμένοι και αλλοτριωμένοι, επειδή δεν διαθέτουν τις κατάλληλες γνώσεις για να τους καθοδηγούν δεν έχουν πυξίδα, δεν έχουν την αίσθηση ότι υπάρχει ένα κέντρο που θα έδινε νόημα στον γύρω τους κόσμο. Αντί γι’ αυτό εφοδιάζονται με τυποποιημένες πληροφορίες και ξερά δεδομένα, με μια ειδημοσύνη που συχνά διαπιστώνουν ότι είναι απρόσφορες γνώσεις.

Πρόκειται για μια παθολογική κατάσταση: η γνώση δεν διαφωτίζει παρά προκαλεί σύγχυση˙ η συσσώρευση πληροφοριών δεν κάνει άλλο από το να διαιωνίζει τη διαδικασία αλλοτρίωσης. Η κατάσταση αυτή είναι ιδιαίτερα παθολογική, επειδή ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας η μάθηση (και, υποτίθεται, η γνώση) δεν επιδιωκόταν σε τόσο τεράστια κλίμακα όσο σήμερα και, ωστόσο, ποτέ η αποξένωση του ανθρώπου από τον κόσμο κι από τον συνάνθρωπο του δεν ήταν μεγαλύτερη από σήμερα. Η αιτία λοιπόν πρέπει να βρίσκεται στη φύση των γνώσεων που επιδιώκουμε ν’ αποκτήσουμε. Οι γνώσεις που είναι αποξενωμένες από τον ανθρώπινο νου και τις ανθρώπινες αξίες αναισθητοποιούν και αποξενώνουν, με τη σειρά τους, τους ανθρώπους που τις αποκτούν.

Αλλά πρέπει να είμαστε πολύ προσεχτικοί όταν λέμε ότι αυτές οι γνώσεις είναι «απρόσφορες». Γιατί από μια άποψη είναι πολύ πρόσφορες: είναι πρόσφορες για το οικονομικό σύστημα, που αποβλέπει κυρίως στη μεγιστοποίηση του κέρδους. Είναι πρόσφορες για την τεχνολογική κοινωνία, όπως την ξέρουμε. Είναι πρόσφορες για την αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος είναι ένα εργοστάσιο. Το σύστημα της οικονομικής, οικολογικής και ανθρώπινης εκμετάλλευσης δεν ενδιαφέρεται για τη γνώση και, πολύ λιγότερο, για τη σοφία. Αλλά ενδιαφέρεται ζωτικά για την πληροφορία και την εξειδίκευση· ενδιαφέρεται για την ομαλή λειτουργία του, που βασίζεται στην τεχνολογική αποτελεσματικότητα. Γι’ αυτό τον λόγο τροφοδοτούμε τους φοιτητές μας και τους εαυτούς μας με εξειδικευμένες πληροφορίες, αλλά όχι με γνώσεις.

Εδώ πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας ένα πολύ γενικό ερώτημα. Υπάρχει άραγε κάποιος βαθύτερος λόγος γι’ αυτή την έκλειψη αξιών και για όλα τα άλλα δεινά που απορρέουν απ’ αυτήν; Ίσως την πιο συνοπτική και μεστή απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα να την έδωσε ο Μαξ Σέλερ, που είπε: « Όταν οι άνθρωποι έθεσαν στον εαυτό τους το καθήκον να δουν τον κόσμο απαλλαγμένο από αξίες, στηρίζονταν σε μια συγκεκριμένη αξία: τη ζωτική αξία της κατίσχυσης και της κυριαρχίας πάνω στα πράγματα». Σήμερα συνειδητοποιούμε ότι αυτή η κατίσχυση υπήρξε μια ψευδαίσθηση, ότι δεν μπορούμε να υποτάξουμε τον κόσμο στη θέληση μας, χωρίς να καταστρέψουμε ή τουλάχιστο να βλάψουμε σοβαρά τους εαυτούς μας. Κι ωστόσο διατηρούμε και διαιωνίζουμε το σύστημα που σχεδιάσθηκε γι’ αυτή τη μεγαλειώδη, αλλά σε τελευταία ανάλυση αξιοθρήνητη τρέλα.

Υπάρχει κι ένα άλλο γενικό ερώτημα που πρέπει να θέσουμε: το ερώτημα ποια σχέση έχει η θεωρία με την πράξη. Σ’ ένα ορισμένο επίπεδο, ο διαχωρισμός των αξιών από τη γνώση μπορεί να θεωρηθεί ως ένα αφηρημένο φιλοσοφικό ζήτημα. Όμως αυτός ο διαχωρισμός είναι αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας μετατροπής των ανθρώπων σε Μπαζάρωφ, για να διατηρηθεί η σημερινή καταναλωτική κοινωνία και η αντίληψη ότι ο κόσμος είναι ένα εργοστάσιο. Ας μην παραπονούμαστε ότι δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη. Γιατί υπάρχει: πολλές ραφινάτες θεωρίες δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν με σκοπό να δικαιολογήσουν και να διατηρήσουν παρασιτικές πρακτικές εις βάρος άλλων ανθρώπων και της φύσης γενικά. Πρέπει να τονίσουμε ότι το σημερινό σύστημα παρασιτεί εξίσου στους ανθρώπους και τη φύση. Έχει τεράστια σημασία να κατανοήσουμε τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις οικονομικές δυνάμεις μιας κοινωνίας και την αντίληψη της για τη φύση και το σύμπαν, ανάμεσα στις καθημερινές μας πράξεις και την εικόνα που έχουμε για τον κόσμο. Αυτές οι γενικότερες αντιλήψεις, ή κοσμοείδωλα, που μας επιβάλλονται ανεπαίσθητα και μερικές φορές ύπουλα, δικαιολογούν και υποκινούν τις καθημερινές πράξεις μας. Και πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αν δεχτούμε το επιστημονικό, ορθολογικό κοσμοείδωλο και την προέκταση του – τη σύγχρονη τεχνολογία – τότε έχουμε χάσει εξαρχής το παιχνίδι. Γιατί αυτό το κοσμοείδωλο συνεπιφέρει και δικαιολογεί τη μετατροπή της γνώσης σε πληροφορία, των αξιών σε οικονομικά εμπορεύματα, των ανθρώπων σε «εμπειρογνώμονες». Η επικίνδυνη διάσταση της σημερινής επιστήμης βρίσκεται στις συνέπειες, στις οποίες μας οδήγησε, βρίσκεται στις απαιτήσεις που έμμεσα θέτει στους ανθρώπους και στο οικοσύστημα. Είναι μάταιο να προβάλουμε το επιχείρημα ότι δεν είναι η επιστήμη που έκανε κακό, αλλά οι άνθρωποι που την εφάρμοσαν. Η γνώση είναι αξεχώριστη από τους ανθρώπους. Η επιστήμη διέπλασε τα μυαλά των ανθρώπων στον ίδιο βαθμό που οι άνθρωποι διέπλασαν την επιστήμη. Το λυκόφως της επιστημονικής λογικής, που βιώνουμε σήμερα, δεν είναι καλά και σώνει το λυκόφως της ανθρωπότητας. Η επιστημονική λογική πρέπει να σβήσει και να μας απαλλάξει από το σφιχταγκάλιασμα της, για να μπορέσουμε να εξυγιάνουμε τη σχέση ανάμεσα στη γνώση και τις αξίες.

Αυτό μας ξαναφέρνει στο φαινόμενο της γνώσης ως αναπόσπαστου στοιχείου του ανθρώπινου είναι. Αυτό το φαινόμενο δεν εκδηλώνεται μόνο στους απογοητευμένους και αλλοτριωμένους νέους, που η γνώση δεν τους καθοδηγεί στη ζωή, γιατί είναι φορτωμένοι με άσχετες και τυποποιημένες πληροφορίες, αλλά και στο αντίθετο φαινόμενο: τον σεβασμό και τη νοσταλγία μας για σοφούς ανθρώπους. Οι σοφοί είναι εκείνοι που η γνώση τους έχει πράγματι σημασία, εκείνοι που βρίσκονται σ’ ένα επίπεδο όπου η γνώση έχει αληθινή αξία, είναι οι ολοκληρωμένοι, με την έννοια ότι η γνώση τους τους υπηρετεί ως ανθρώπινα όντα. Τους ζηλεύουμε επειδή έχουν φτάσει σε μια στάθμη που δύσκολα μπορεί να φτάσει κανείς στον σημερινό κόσμο. Η σοφία τους είναι απλώς η οργανική συνένωση των γνώσεων με τις αξίες˙ είναι μια απόδειξη ότι η γνώση δεν είναι ένα απόθεμα μάταιων πληροφοριών, αλλά μια ζωτική δύναμη που στηρίζει τη ζωή σ’ όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ύπαρξης· είναι η ανάσταση της γενικής ιδιότητας της γνώσης, η ενότητα ζωής και γνώσης.

Η επανένωση της γνώσης με τις αξίες δεν πρέπει να γίνει για να μας κάνει όλους σοφούς, αλλά για να εξασφαλίσει την επιβίωση της ανθρωπότητας. Πρέπει να βάλουμε καλά στο μυαλό μας ότι δεν θα μπορέσουμε ν’ ανταπεξέλθουμε στο πλήθος των προβλημάτων που δημιούργησε ο σημερινός (επιστημονικο-τεχνολογικός) τρόπος αλληλεπίδρασης μας με τη φύση και τους άλλους ανθρώπους, παρά μόνον αν φτάσουμε σ’ ένα επίπεδο όπου οι γνώσεις μας να έχουν αληθινή αξία για εμάς ως ανθρώπινα όντα. Πρέπει να είναι γνώσεις συνυφασμένες με αξίες και να υπηρετούν αυτές τις αξίες. Αυτές οι γνώσεις πρέπει να είναι μια επανενσάρκωση, σε καινούργιο επίπεδο, της αντίληψης του Πλάτωνα και του Αυγουστίνου ότι το να σκέφτεται κανείς σωστά είναι προϋπόθεση για να συμπεριφέρεται καλά˙ με τον όρο, όμως, ότι το να σκέφτεται κανείς σωστά δεν είναι απλώς ένα αφηρημένο χαρακτηριστικό του εγκέφαλου, αλλά η έκφραση μιας κατάστασης του είναι· ένας συνδυασμός διανοητικής ενόρασης και ηθικής δύναμης.

Αυτή η κατάσταση του είναι, που υπάρχει στους σοφούς, συγγενεύει με την κατάσταση της χάρης. Ο όρος «χάρη» είναι εξαιρετικά φορτισμένος. Κάθε διανοούμενος που «σέβεται τον εαυτό του» τον αποφεύγει. Αλλά η παλιότερη θρησκευτική συνεκδοχή του δεν πρέπει να μας εμποδίσει να τον χρησιμοποιήσουμε σωστά, γιατί αυτός ο όρος μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι το να σκέφτεται κανείς καλά δεν σημαίνει να σκέφτεται επιτήδεια, στυγνά, λογικά: το να σκέφτεται κανείς καλά προϋποθέτει μια ειδική κατάσταση του νου και ολόκληρου του είναι. Αυτή την κατάσταση του νου πρέπει να την υποθάλψουμε και να την καλλιεργήσουμε όσο καλλιεργούμε – από τότε που θεοποιήσαμε την αφηρημένη σκέψη – την τάση του νου να ν’ αποβλέπει στην «επιστημονική αντικειμενικότητα».

Έχουμε να μάθουμε πολλά από τους ανατολικούς πολιτισμούς, από την ιστορία του δικού μας πολιτισμού και από πρωτόγονες κοινωνίες που υπάρχουν σήμερα, έτσι ώστε να καταλάβουμε, ν’ αποκτήσουμε και να διατηρήσουμε αυτή την κατάσταση του νου όπου «το να σκέφτεται κανείς καλά είναι προϋπόθεση για να συμπεριφέρεται καλά». Αυτό που μας χρειάζεται δεν είναι η απόκτηση μερικών πρόσθετων γνώσεων – για το πώς σκέφτονταν και ενεργούσαν οι «άλλες» κοινωνίες – αλλά μια αλλαγή στη δομή των γνώσεων και του νου μας που, όπως ελπίζουμε, θα μας οδηγήσει στην άρση του σχίσματος αξίας-γνώσης και στο ξεπέρασμα της σημερινής αλλοτρίωσης μας.

Αυτή η θεμελιακή αλλαγή θα λύσει πολλά ειδικά προβλήματα που μας ταλαιπωρούν σήμερα, όπως: πώς μπορούμε να ξέρουμε ποιο είδος έρευνας πρέπει να προάγουμε; Πώς θα εξακριβώσουμε αν μια συγκεκριμένη έρευνα είναι ευεργετική ή επιζήμια; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι (με απλουστευμένη μορφή): για να κάνουμε καλή έρευνα πρέπει να κάνουμε καλή ζωή· πρέπει να σκεφτόμαστε «σωστά», με το πιο οικουμενικό νόημα της λέξης «σωστά». Αυτό το είδος σκέψης είναι πολύ δυσκολότερο από την αφηρημένη, ατομιστική, αναλυτική σκέψη. Αν μερικοί θεωρήσουν πως είναι σαν να λέγαμε ότι πρέπει να βρίσκεται κανείς σε κατάσταση χάρης για να κάνει καλή έρευνα, δεν θα είναι μακριά από την αλήθεια. Γιατί ο σημερινός ακρωτηριασμός του γύρω μας κόσμου και των άλλων ανθρώπων μπορεί ν’ αποδοθεί άμεσα σε μια στάση του νου που είναι ά-χαρη, που αντιπροσωπεύει το κουτσουρεμένο, το δουλοπρεπές μυαλό, και που είναι ανάξια για πλάσματα που αυτοαποκαλούνται άνθρωποι.

Αν κάποιος θελήσει να καταδικάσει αυτή τη στάση, που την ονομάζουμε επιφυλακτικά «χάρη», λέγοντας μας ότι είναι επιστροφή σε προεπιστημονικές προλήψεις, σκοταδισμός και τα τέτοια, θ’ απαντήσουμε: γιατί τάχα μια κατάσταση του νου, στην οποία μερικές αφηρημένες οντότητες με το όνομα «φυσικομαθηματικά δεδομένα» προσκυνούνται σα θεότητες, είναι προτιμότερη από μια κατάσταση του νου στην οποία εξαίρονται οι εσωτερικές αξίες; Η «κατάσταση χάρης» δεν είναι παρά μια άλλη έκφραση για την κατάσταση εκείνη του νου, στην οποία εξαίρονται οι εσωτερικές αξίες. Όταν λέμε: «Η αξιοπρέπεια είναι βασικό στοιχείο της ανθρωπιάς», «η ελευθερία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανθρωπιά», τότε ουσιαστικά «προικίζουμε με χάρη» τον άνθρωπο. Πρέπει ν’ αλλάξουμε τον γύρω κόσμο, τις συντεταγμένες του νου μας και τη δομή των γνώσεων μας, έτσι ώστε αυτές οι εκφράσεις να μην είναι κούφια λόγια.

Για να συνοψίσουμε, στους τελευταίους τρεις αιώνες επαναπροσδιορίσαμε τον κόσμο γύρω μας κι αυτός ο επαναπροσδιορισμός κατέληξε στον βιασμό του κόσμου και των εαυτών μας. Πρέπει ν’ απορρίψουμε ένα μεγάλο μέρος από τη «σοφία» των προφητών της υλικής προόδου, γιατί αυτή η πρόοδος μας οδηγεί στον όλεθρο. Πρέπει να άρουμε πολλές πλαστές διχοτομίες και διακρίσεις, γιατί συχνά είναι η ρίζα της αλλοτρίωσης που παρατηρούμε σήμερα στον κόσμο. Πάνω απ’ όλα, πρέπει ν’ αποκαταστήσουμε την ενότητα γνώσης και αξιών πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η σοφία ή η «φωτισμένη γνώση» είναι το κλειδί για το νόημα της ζωής του ανθρώπου. Πρέπει επίσης ν’ αναπτύξουμε μια νέα περιεκτική φιλοσοφία, που να δίνει καινούργιο νόημα στον γύρω μας κόσμο.
---------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣΗ: σημερινή αναλυτική φιλοσοφία είναι μια ενσάρκωση του θετικιστικού ήθους, που βασίζεται στη λατρεία της τεχνικής και την αποφυγή των προβλημάτων. Η αναλυτική φιλοσοφία δεν είναι απελευθέρωση του νου (όπως επιμένουν οι θιασώτες της), αλλά εγκλωβισμός του νου στο τσίρκο του τεχνικού ζογκλερισμού. Οι ατέλειωτες διαμάχες για έννοιες όπως «νόημα» και «αναφορά», που έχουν για πρωταγωνιστές τους «κορυφαίους φιλόσοφους» των πιο «ονομαστών πνευματικών κέντρων», όπως η Οξφόρδη και το Καίμπριτζ, το Χάρβαρντ και το Πρίνστον, το Μπέρκλεϋ και το Αν’ Αρμπορ, είναι ένα περίεργο θέαμα. Οι ίδιες θέσεις, επιχειρήματα και λύσεις επαναλαμβάνονται συνεχώς εδώ και πενήντα χρόνια! Με τον Φρέγκε και τον Ράσελ, τον Λεσνιέφσκι και τον Τάρσκι, οι γόνιμες πλευρές του προβλήματος διερευνήθηκαν και εξαντλήθηκαν πια. Γι’ αυτό τον λόγο, τα τελευταία σαράντα χρόνια της διαμάχης αντιπροσωπεύουν έναν ανούσιο λογιοτατισμό που αναλύεται σε σχολαστικές γλωσσικές ασκήσεις. Ο εκχυδαϊσμός των προβλημάτων και του νου είναι το τίμημα που πληρώνουμε για την επίπλαστη τεχνική επιδεξιότητα.

Παθητικός θυμός: Η σιωπηλή κραυγή μέσα μας

Πόσες φορές θελήσαμε να φωνάξουμε, για να ακουστούν τα θέλω μας, αλλά δεν είπαμε λέξη; Πόσες φορές θελήσαμε να αφήσουμε τα βλέμματα μας να «ουρλιάξουν» και αντί γι’ αυτό, τα χαμηλώσαμε, χαμογελώντας σιωπηλά; Πόσες φορές είπαμε «δεν πειράζει» και πείσαμε τον εαυτό μας πως δεν νιώθουμε. Κι όμως

Νιώθαμε. Και κάπως έτσι, η κραυγή μας, έγινε σιωπή.

Αυτή η σιωπή λέγεται παθητικός θυμός. Ένας θυμός που δεν ξεσπά με φωνές και γκρίνιες. Αντίθετα, παίρνει τη μορφή μιας συγκαταβατικής συγγνώμης, ενός τυπικού χαμόγελου και μιας δήθεν αδιαφορίας. Μοιάζει με μια πόρτα που κλείνει αργά, τόσο αργά που δεν ακούγεται ο ήχος της. Μοιάζει με ένα άγγιγμα που δεν ήρθε ποτέ, με μια κουβέντα που έμεινε στη μέση.

Δεν είναι εύκολο να παραδεχτούμε όσα η οικογένεια μας, μας κληροδότησε μέσα από το δικό της παθητικό θυμό. Αυτή η πάντοτε σιωπηλή απαίτηση να μη σκεφτούμε διαφορετικά, να μην εκφράσουμε τα όνειρά μας, να μην αντιδράσουμε στο μη επιθυμητό, μας έκανε ενήλικες που μέσα μας κρατάμε, όλα εκείνα που δεν έπρεπε ποτέ να πούμε.

Κάθε φορά που κάποιος μας πληγώνει και δεν το λέμε, κάθε φορά που νιώθουμε προδομένοι και απλά «κάνουμε ότι δε συμβαίνει τίποτα», κάθε που φόρα που στο θέλω του εαυτού μας, απαντάμε με το σκληρό «πρέπει να μη θες», ένα κομμάτι μας κλείνει. Μαζεύεται. Χάνεται. Γινόμαστε πιο ψυχροί, πιο αδιάφοροι, πιο μακρινοί. Μέσα μας όμως, δεν υπάρχει αδιαφορία—υπάρχει ένα παράπονο, μια πίκρα, ένα γιατί που δεν βρίσκει διέξοδο.

Και η σχέση μας με αυτούς που αγαπάμε; Ο παθητικός θυμός είναι ένας αόρατος τοίχος ανάμεσα σε εμάς και στους αγαπημένους μας. Δεν είναι μια ένταση που ξεσπά και μετά ηρεμεί, αλλά μια απόσταση που μεγαλώνει σιγά-σιγά, μια αποξένωση που δεν την καταλαβαίνεις, μέχρι πλέον να είναι αργά. Είναι οι στιγμές που σταματάμε να απαντάμε σε μηνύματα, οι φορές που ακυρώνουμε τις συναντήσεις μας χωρίς λόγο, οι μέρες που κάποιος μας λείπει, αλλά διστάζουμε να το πούμε.

Κι όμως φαινόμαστε καλά, απλά λίγο αλλαγμένοι από τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Και εκείνοι που μας αγαπούν, εκείνοι που εμείς είχαμε επιλέξει να υπάρχουν στη ζωή μας, μοιάζουν να μην καταλαβαίνουν. Δεν μπορούν να φανταστούν πως μέσα μας κατοικεί ένας παθητικός θυμός. Και κάπως έτσι, οι σχέσεις μας τελειώνουν, όχι με καυγάδες, αλλά με τη φθορά του χρόνου. Αυτό συνηθίζουμε να λέμε.

Όμως αξίζουμε σχέσεις αληθινές, ειλικρινείς, ζωντανές. Και αυτές οι σχέσεις χτίζονται μόνο όταν επικοινωνούμε τα θέλω μας, όταν εκφράζουμε τις ανάγκες μας και συζητάμε όσα μας ενοχλούν.

Ας μην αφήνουμε άλλο την ψυχή μας να κουβαλάει βάρη που δεν της ανήκουν. Ας μιλήσουμε. Ας εκφράσουμε επιτέλους τα φιμωμένα θέλω μας. Η ζωή μας είναι πολύ σημαντική για να την εγκλωβίζουμε σε σχέσεις μισές και σε συναισθήματα που δεν βρήκαν ποτέ τον δρόμο τους.

Nietzsche: ο θεός είναι νεκρός

Φρίντριχ Νίτσε: 1844–1900

Πού είναι ο θεός;

§1. Είναι πολύ συνηθισμένο για την πλειονότητα του κοινού νου, γι’ αυτούς δηλαδή που περιορίζουν τη σκέψη τους στα όρια της ιδιωτικής γνώμης σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, να απομονώνει ορισμένες διατυπώσεις ή ρήσεις από μεγάλους φιλοσόφους και να επιχειρεί, με περισσή αυταρέσκεια, να κατανοήσει το σύνολο της σκέψης του ενός ή του άλλου στοχαστή. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη σκέψη του Νίτσε: απομονώνονται κάποιες διατυπώσεις του για το θάνατο του θεού –ιδιαίτερα τέτοιες σαν τη φράση «ο θεός είναι νεκρός»- και συνάγονται λαθεμένα συμπεράσματα σχετικά με τα απώτερα νοήματα της περί θεού θεωρίας του. Ανάλογα δε και με την εποχή εδραιώνονται και ως μεγάλο στοχαστικό επίτευγμα, ενώ επί της ουσίας πρόκειται για ένα άκρως υποβαθμισμένο πολιτιστικό αγαθό. Συνέπεια μιας τέτοιας μεθόδευσης είναι το γεγονός ότι η μονοδιάστατη αξιοποίησή τους για μια αθεϊστική ατζέντα αλλοιώνει τις προθέσεις του Νίτσε περί θανάτου του θεού στην ίδια αναλογία με τη δογματική/σκοταδιστική αντίδραση σε αυτές. Παράλληλα χρειάζεται να λαμβάνεται υπόψη ότι σημαντικό ρόλο στη σημασιολογική καταστροφή και την πολιτισμική απονέκρωση της έννοιας του Θεού έπαιξαν η ιστορικο-φιλολογική κριτική της Βίβλου, η ριζοσπαστική λογοτεχνία του Διαφωτισμού και η θεωρητικο-ιστορική ερμηνευτική κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, όπως και οι κοινωνικές θεωρητικές αντιλήψεις του φιλελευθερισμού, του θετικισμού και του σοσιαλισμού.

§2. Επομένως, ο Νίτσε δεν είναι ούτε η αφετηρία ούτε η βασική φιγούρα ενός νέου είδους κινήματος κριτικής της θρησκείας, αλλά μάλλον ένας φιλοσοφικός παρατηρητής της και ένας ερμηνευτής των συνεπειών που προκύπτουν από αυτήν για την άθεη πλέον ανθρώπινη αυτοκατανόηση. Στα κατάλοιπά του του 1881, η δική του θεωρητική προσέγγιση του θέματος γίνεται εμφανής στα βασικά του περιγράμματα: Ασχολείται με το φωτισμό μιας εμπειρίας που, αν και μπορεί να επιβεβαιωθεί, δεν έχει ακόμη κατανοηθεί επαρκώς στην έκτασή της: «Ο Θεός πέθανε — ποιος τον σκότωσε τότε; Αυτό το συναίσθημα επίσης ότι σκότωσαν τον Παντοδύναμο πρέπει να εξακολουθεί να διακατέχει μεμονωμένους ανθρώπους...- τώρα είναι ακόμα πολύ νωρίς! πολύ αδύναμο!» (KSA 9, 590). Με βάση αυτή τη διαπίστωση, ο Νίτσε αναπτύσσει μια πρωτότυπη θεωρία περί της άθεης ύπαρξης, που δεν αφορά πλέον την ίδια την είδηση (ή ακόμη και το μήνυμα) του θανάτου, αλλά δίνει έμφαση στον συμπαντικό του χαρακτήρα και, με τον τρόπο αυτό, τονίζει είτε τις συγκλονιστικές συνέπειές του είτε τις απελευθερωτικές δυνατότητες που προσφέρει για το μέλλον.

§3. Το πρόβλημα, όπως το σκιαγραφεί ο Νίτσε στο δημοσιευμένο έργο του, προεικονίζεται σε έναν αφορισμό από τη Χαρούμενη Επιστήμη με τον χαρακτηριστικό τίτλο Νέοι αγώνες. Η εκπληκτική αλλαγή στο πολιτισμικό πλαίσιο θα πρέπει πρώτα απ' όλα να αποσαφηνίσει την πραγματική διάσταση του εγχειρήματος. Γράφει σχετικά ο Νίτσε:

«Νέοι αγώνες. – Μετά το θάνατο του Βούδα, η σκιά του εξακολουθούσε να εμφανίζεται για αιώνες σε μια σπηλιά –μια τρομερή, φρικτή σκιά. Ο θεός είναι νεκρός· αλλά έτσι όπως είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι, ίσως να υπάρχουν για χιλιετίες ακόμη σπηλιές, όπου θα εμφανίζεται η σκιά του. Κι εμείς –εμείς πρέπει ακόμη οπωσδήποτε να νικήσουμε και τη σκιά του!» (KSA 3, 467).

Το γεγονός εδώ είναι ο θάνατος του θεού. Εκκινώντας από τούτο το γεγονός ο Νίτσε μετατοπίζει την προβληματική του στις συνέπειες και τα προβλήματα που απορρέουν απ’ αυτό το γεγονός. Τούτη η μετατόπιση υποδηλώνεται προσεκτικά και άμεσα με τη μεταφορά των σκιών, χωρίς να υπόκειται σε πιο διεξοδική εκδίπλωση. Αυτό που μας δίνει με αποφασιστικό τρόπο εδώ ο Νίτσε η κατεύθυνση του αγώνα ενάντια στην κυριαρχία των σκιών· δηλαδή μας δίνει μια καθαρά προγραμματική κατεύθυνση, όπως δηλώνουν και οι τελευταίες σειρές του ως άνω αποσπάσματος: «εμείς … και τη σκιά του». §4. Σε έναν άλλο αφορισμό του, με τίτλο: ο τρελός, ο Νίτσε μιλάει για τη δολοφονία του θεού. Μας λέει συγκεκριμένα:

«Ο τρελός. Δεν έχετε ακούσει για εκείνον τον τρελό, που άναψε ένα φανάρι μέρα μεσημέρι, έτρεχε στην αγορά και φώναζε ακατάπαυστα: «Ψάχνω τον Θεό! Ψάχνω τον Θεό!» –Και, καθώς υπήρχαν πολλοί εκεί γύρω απ’ αυτούς που δεν πίστευαν στον Θεό, προκάλεσε πολύ γέλιο. Μήπως έχει χαθεί; είπε κάποιος. Μήπως έχει χάσει το δρόμο του σαν παιδί; είπε ένας άλλος. Ή μήπως κρύβεται; Μας φοβάται; Μπήκε σε πλοίο; Μετανάστευσε; –Έτσι φώναζαν και γελούσαν ο ένας με τον άλλον. Ο τρελός πήδηξε ανάμεσά τους και τους διαπέρασε με το βλέμμα του. «Πού είναι ο Θεός;» φώναξε, «Θα σας πω εγώ! Τον σκοτώσαμε –εσείς κι εγώ! Όλοι είμαστε δολοφόνοι του! Αλλά πώς το κάναμε αυτό; Πώς καταφέραμε να αδειάσουμε τη θάλασσα πίνοντάς την μέχρι την τελευταία σταγόνα; Ποιος μας έδωσε το σφουγγάρι για να σβήσουμε ολόκληρο τον ορίζοντα; Τι κάναμε, όταν κόψαμε την αλυσίδα που συνδέει τούτη τη γη με τον ήλιο της; Προς τα πού κινείται αυτή τώρα; Προς τα πού κινούμαστε εμείς; Μακριά απ’ όλους τους ήλιους; Δεν είναι η δική μας μια αιώνια πτώση; Και προς τα πίσω, προς τα πλάγια, προς τα μπρος, προς όλες τις πλευρές; Υπάρχει ακόμα ένα πάνω κι ένα κάτω; Δεν περιπλανιόμαστε, λες, μέσα σε ένα άπειρο μηδέν/τίποτα; Δεν νιώθουμε την ανάσα του κενού στο πρόσωπό μας; Δεν κάνει περισσότερο κρύο; Δεν έρχεται πάντα η νύχτα κι όλο και περισσότερο νύχτα; Δεν χρειάζεται ν’ ανάβουμε φανάρια το πρωί; Δεν ακούμε ακόμα τίποτα από το θόρυβο που κάνουν οι νεκροθάφτες, ενώ θάβουν τον Θεό; Δεν μυρίζουμε ακόμα τη δυσωδία της θεϊκής σήψης; –Και οι θεοί σήπονται! Ο Θεός είναι νεκρός! Ο Θεός παραμένει νεκρός! Κι εμείς τον σκοτώσαμε! Πώς μπορούμε εμείς, οι φονιάδες όλων των φονιάδων, να παρηγορηθούμε; Το πιο ιερό και το πιο ισχυρό που είχε ποτέ ο κόσμος έχει αιμορραγήσει μέχρι θανάτου κάτω από τα μαχαίρια μας –ποιος θα σκουπίσει αυτό το αίμα από πάνω μας; Με ποιο νερό μπορούμε να πλυθούμε; Ποιες γιορτές εξιλέωσης, ποια ιερά παιχνίδια πρέπει να επινοήσουμε; Δεν είναι πολύ μεγάλο το μέγεθος αυτής της πράξης για μας; Δεν πρέπει να γίνουμε κι εμείς οι ίδιοι θεοί μόνο και μόνο για να φαινόμαστε αντάξιοί της; Ποτέ δεν υπήρξε μεγαλύτερη πράξη – και όποιος γεννηθεί μετά από εμάς θα ανήκει, χάρη σε αυτή την πράξη, σε μια ανώτερη ιστορία από όλη τη μέχρι τώρα ιστορία!» –Εδώ σώπασε ο τρελός και ξανακοίταξε τους ακροατές του: κι αυτοί έμειναν σιωπηλοί και τον κοίταζαν έκπληκτοι. Στο τέλος πέταξε το φανάρι του στο έδαφος, κι αυτό έσπασε σε κομμάτια και έσβησε. «Ήρθα πολύ νωρίς», είπε τότε, «δεν είναι ακόμα η ώρα μου. Αυτό το τρομερό γεγονός είναι ακόμα καθ’ οδόν και περιπλανιέται, –δεν έχει φτάσει ακόμα στ’ αυτιά των ανθρώπων. Οι αστραπές και οι βροντές χρειάζονται χρόνο, το φως των αστεριών χρειάζεται χρόνο, οι πράξεις χρειάζονται χρόνο, ακόμα και αφού έχουν γίνει, για να ιδωθούν και να ακουστούν. Αυτή η πράξη είναι ακόμα πιο μακριά απ’ αυτούς απ’ ό,τι τα πιο απομακρυσμένα αστέρια –και όμως αυτοί την έχουν κάνει!». Λένε ακόμη πως την ίδια μέρα ο τρελός μπήκε με το ζόρι σε διάφορες εκκλησίες, όπου έψαλλε το Requiem aeternam deo του. Όταν τον πέταξαν έξω και του ζήτησαν να λογοδοτήσει, το μόνο που απάντησε ήταν: «μα τι είναι τελικά αυτές οι εκκλησίες, αν δεν είναι οι τάφοι και τα μαυσωλεία του θεού;» (KSA 3, 480).

Στον ως άνω αφορισμό ο Νίτσε περιγράφει, με πολύ πιο πυκνό τρόπο και με μια καθοριστική προσήλωση στον δικό του πολιτισμικό αστερισμό το κεντρικό του θέμα: τη δολοφονία του θεού: ο θεός είναι νεκρός, επειδή τον σκοτώσαμε εμείς. Εκείνος που αναζητά μάταια τον Θεό απεικονίζεται εδώ ως διαγνώστης κρίσεων και αποκαλυπτικός μιας νέας εποχής, όπου ο θεός έχει δολοφονηθεί. Ο αστερισμός της σκηνής είναι σημαντικός: ο τρελός μιλάει ήδη μπροστά σε εκείνους «που δεν πίστευαν στον Θεό» και «προκάλεσε [...] μεγάλα γέλια».

§5. Με τη φαινομενικά αυτονόητη αθεΐα τους, οι εκεί παρευρισκόμενοι θεωρούν τους εαυτούς τους ώριμους στη σκέψη και με νηπιακό μυαλό όλους εκείνους που έχουν γοητευτεί από το μήνυμά του. Με την ερμηνεία του θανάτου ως δολοφονίας, το επίκεντρο μετατοπίζεται στη συνέχεια στην αποφασιστική πλέον περίσταση της δικαιολόγησης ή της ανάληψης ευθύνης για την πράξη και τις συνέπειές της. Με δραστικές εικόνες, οι διαφωτισμένοι έρχονται τώρα αντιμέτωποι με την παιδική τους αφέλεια: «Το πιο ιερό και ισχυρό πράγμα που είχε ποτέ ο κόσμος αιμορραγούσε μέχρι θανάτου κάτω από τα μαχαίρια μας - ποιος θα σκουπίσει αυτό το αίμα από πάνω μας; [...] Δεν είναι πολύ μεγάλο για μας το μέγεθος αυτής της πράξης; [...] Ποτέ δεν υπήρξε μεγαλύτερη πράξη, - και όποιος γεννηθεί μετά από εμάς ανήκει, χάρη σε αυτή την πράξη, σε μια ανώτερη ιστορία από όλη την ιστορία που υπήρξε ποτέ!» Η έξοδος από την ιστορία της σωτηρίας ερμηνεύεται έτσι ως είσοδος σε εκείνη τη φρικτή ιστορία, όπου ο άνθρωπος πρέπει να επαναδιατυπώσει πλήρως τον εαυτό του, το νόημά του και τα καθήκοντά του στον κόσμο. Και αυτό χωρίς προσφυγή σε υπερβατικές αναφορές. Προκειμένου να κινητοποιήσει έναν νέο άνθρωπο, ο τρελός συγκομίζει την αποξένωση και τη σιωπή, για να δηλώσει τελικά με μια παράδοξη διαπίστωση: «Αυτό το τρομερό γεγονός είναι ακόμα καθ’ οδόν και περιπλανιέται, - δεν έχει φτάσει ακόμα στα αυτιά των ανθρώπων. [...] Αυτή η πράξη είναι ακόμα πιο μακρινή απ’ αυτούς από τα πιο μακρινά αστέρια, - και όμως αυτοί την έχουν κάνει!». Αυτό που δείχνεται για μια ακόμη φορά αλλά πιο ορατά τώρα είναι ότι υπάρχει επίγνωση του χαρακτήρα που έχει το γεγονός του θανάτου του Θεού. Και μια τέτοια επίγνωση δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην εμπειρία του μηδενισμού. Ο μηδενισμός πλέον είναι προ των πυλών μας. Δεν μπορούμε να μένουμε άπραγοι· πρέπει κατ’ ανάγκη να τον αντιμετωπίσουμε αποφασιστικά. Αυτό ακριβώς κάνει ο Νίτσε σε όλο το ώριμο έργο του.