Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024

Μητρότητα Πέρα από τις Προσδοκίες: Οι Αόρατες Πιέσεις και η Αναγνώριση της Αλήθειας

Η μητρότητα έχει εξιδανικευτεί στη σύγχρονη κοινωνία ως η απόλυτη και ανώτερη εμπειρία για κάθε γυναίκα.

Αυτή η αφήγηση παρουσιάζει τη μητρότητα ως την πιο χαρούμενη και ολοκληρωτική περίοδο της ζωής, μια στιγμή που φέρνει μόνο χαρά, γαλήνη και συναισθηματική πληρότητα.

Για πολλές γυναίκες, όμως, αυτή η εξιδανίκευση της μητρότητας δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Οι κοινωνικές προσδοκίες που επιβάλλουν μια "τέλεια" μητέρα, δημιουργούν έναν αόρατο, αλλά έντονο ψυχολογικό κλοιό γύρω από τις μητέρες, οδηγώντας σε πιέσεις που συχνά παραμένουν ανομολόγητες.

Η ψυχική εξάντληση, η επιλόχεια κατάθλιψη, και η αίσθηση ανεπάρκειας είναι συχνά συμπτώματα μιας διαρκούς πάλης ανάμεσα σε αυτό που η κοινωνία απαιτεί από μια μητέρα και σε αυτό που η ίδια αισθάνεται πραγματικά.

Ας δούμε πώς αυτές οι κοινωνικές προσδοκίες συμβάλλουν στην κρίση της μητρότητας και πώς μπορούμε να στηρίξουμε τις γυναίκες που βρίσκονται αντιμέτωπες με αυτό το βάρος.

1. Οι Ρίζες των Κοινωνικών Προσδοκιών για τη Μητρότητα

Οι προσδοκίες γύρω από τη μητρότητα έχουν βαθιές ρίζες σε παλαιότερες κοινωνικές αντιλήψεις και πολιτισμικά πρότυπα. Στη δυτική κοινωνία, η ιδέα της «καλής μητέρας» είναι συχνά συνυφασμένη με ατέλειωτη αυτοθυσία, αντοχή, και αγάπη χωρίς όρια.

Η μητέρα θεωρείται υπεράνθρωπη φιγούρα, ικανή να συνδυάσει το μεγάλωμα των παιδιών με την επαγγελματική επιτυχία και τη διατήρηση των προσωπικών της σχέσεων, διατηρώντας ταυτόχρονα μια αψεγάδιαστη εικόνα.

Μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα κοινωνικά δίκτυα, αλλά και τους διαγενεακούς μύθους που κληρονομούμε από την οικογένεια και τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο, οι γυναίκες μαθαίνουν ότι πρέπει να ενσαρκώνουν την ιδανική μητέρα.

Όμως, για πολλές γυναίκες, αυτή η εικόνα απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Η έλλειψη ύπνου, το άγχος, οι σωματικές αλλαγές και οι απαιτήσεις της καθημερινότητας με ένα παιδί, συχνά δημιουργούν ένα χάσμα μεταξύ του πώς αναμένουν να αισθανθούν ως μητέρες και του πώς αισθάνονται πραγματικά.

2. Επιλόχεια Κατάθλιψη και Μελαγχολία

Οι Αποσιωπημένες Αλήθειες: Η επιλόχεια κατάθλιψη είναι ένα φαινόμενο που, παρά την αυξανόμενη ενημέρωση, εξακολουθεί να φέρει το στίγμα της ντροπής και της αποτυχίας.

Πολλές μητέρες που βιώνουν κατάθλιψη μετά τη γέννα αποφεύγουν να το παραδεχτούν, φοβούμενες την κριτική και την απόρριψη.

Οι κοινωνικές προσδοκίες δεν τους επιτρέπουν να παραδεχτούν ότι αισθάνονται εξάντληση, απογοήτευση ή ακόμα και αμφιβολίες για τη μητρότητα.

Η μελαγχολία της μητρότητας συχνά συνδέεται με το χάσμα ανάμεσα στο "πρέπει" και στο "είναι".

Όταν οι μητέρες αισθάνονται ότι δεν ανταποκρίνονται στις εξωπραγματικές προσδοκίες που τους έχουν επιβληθεί, έρχονται αντιμέτωπες με συναισθήματα ενοχής και απογοήτευσης. Η κυρίαρχη ιδέα ότι η μητρότητα είναι η καλύτερη περίοδος της ζωής τους μπορεί να γίνει μια ψυχική φυλακή για τις γυναίκες που δεν βιώνουν αυτήν την εμπειρία ως απόλυτα θετική.

3. Οι Αόρατες Πιέσεις και η Αντίφαση της Πραγματικότητας

Πολλές γυναίκες, εν μέσω της μητρότητας, νιώθουν να βρίσκονται παγιδευμένες ανάμεσα σε κοινωνικές νόρμες που τους λένε πως "πρέπει να είναι χαρούμενες" και σε μια καθημερινή πραγματικότητα γεμάτη άγχος, ευθύνες και αίσθημα ανεπάρκειας.

Αυτές οι αόρατες πιέσεις οδηγούν συχνά σε κρίσεις ταυτότητας, καθώς οι γυναίκες πασχίζουν να συμβιβαστούν με τις αντικρουόμενες απαιτήσεις της μητρότητας και των άλλων ρόλων τους.

Οι κοινωνικές προσδοκίες για το πώς πρέπει να είναι η μητρότητα δεν επιτρέπουν στις γυναίκες να αναγνωρίσουν και να επεξεργαστούν τα αρνητικά συναισθήματα που μπορεί να βιώνουν. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλές γυναίκες αισθάνονται απομονωμένες, αδύναμες να εκφράσουν τις πραγματικές τους ανάγκες και δυσκολίες.

4. Τι Μπορεί να Αλλάξει: Προς μια Νέα Κατανόηση της Μητρότητας

Για να μπορέσουμε να υποστηρίξουμε ουσιαστικά τις μητέρες, είναι απαραίτητο να επαναπροσδιορίσουμε τις κοινωνικές μας νόρμες και τις προσδοκίες γύρω από τη μητρότητα.

Ορισμένα βήματα που μπορούν να ληφθούν περιλαμβάνουν:

Εκπαίδευση και Ευαισθητοποίηση: Χρειάζεται ευρύτερη ενημέρωση για τις ψυχικές δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζουν οι νέες μητέρες, όπως η επιλόχεια κατάθλιψη. Η κατανόηση ότι η μητρότητα είναι ένα πολύπλευρο ταξίδι, με δυσκολίες και προκλήσεις, είναι το πρώτο βήμα για την αλλαγή της συζήτησης γύρω από τη μητρότητα.

Στήριξη και Αυτοφροντίδα: Η αυτοφροντίδα πρέπει να γίνει θεμέλιος λίθος για κάθε μητέρα. Οι μητέρες πρέπει να ενθαρρύνονται να ζητούν βοήθεια και να αναγνωρίζουν ότι οι δικές τους ανάγκες είναι εξίσου σημαντικές με αυτές των παιδιών τους. Υποστηρικτικά δίκτυα από φίλους, οικογένεια ή επαγγελματίες ψυχικής υγείας μπορούν να διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο.

Αλλαγή Κοινωνικών Προτύπων: Η απελευθέρωση από τις προσδοκίες της τελειότητας και η δημιουργία μιας κοινωνίας που επιτρέπει στις μητέρες να είναι ανθρώπινες, με αδυναμίες και ελαττώματα, είναι θεμελιώδης για την ψυχική υγεία τους. Πρέπει να δημιουργήσουμε μια κουλτούρα που επιτρέπει στις μητέρες να αναγνωρίζουν και να αποδέχονται ότι η μητρότητα δεν είναι πάντα εύκολη και δεν χρειάζεται να είναι τέλεια για να είναι αρκετή.Συμπέρασμα:

Η μητρότητα, όπως και κάθε άλλος ρόλος στη ζωή, είναι γεμάτη προκλήσεις και αντιφάσεις.

Οι κοινωνικές νόρμες και προσδοκίες που επιβάλλουν στις γυναίκες μια εξιδανικευμένη εικόνα της μητρότητας εντείνουν την πίεση και οδηγούν πολλές γυναίκες σε συναισθηματικές κρίσεις. Είναι καιρός να αναγνωρίσουμε την αλήθεια πίσω από τη μητρότητα και να επιτρέψουμε στις γυναίκες να εκφράσουν τις πραγματικές τους ανάγκες και δυσκολίες χωρίς φόβο κριτικής.

Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία που πραγματικά υποστηρίζει τις μητέρες, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να ζουν τη μητρότητα με τον δικό τους, αυθεντικό τρόπο.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΙΜΕΡΑΣ ΚΑΙ Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ

Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΗ ΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ                      


Η μάχη της Ιμέρας, η οποία ήταν η αιτία να εξαλειφθεί η απειλή των εβραιοκαρχηδονίων για την Ελληνική Σικελία και τις άλλες Ελληνικές κτήσεις της Νότιας Ευρώπης, αναγνωρίστηκε δικαίως σαν μία λαμπρή νίκη, ισάξια της ναυμαχίας της Σαλαμίνας.

Την 22α Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. ο Ελληνικός λαός συντρίβει ταυτόχρονα τους Πέρσες, τους Καρχηδόνιους και τους όπισθεν αυτών ευρισκόμενους αφανείς Εβραίους καθοδηγητές τους. Έτσι ναυάγησε το σχέδιο του «προφήτη» Ζαχαρία να εξοντώσει τον Ελληνικό λαό.

«ΘΑ ΘΑΨΟΥΜΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΠΕΤΡΕΣ» «Παλαιά
Διαθήκη» Βιβλίο Ζαχαρίας 9.13-15.


O «ΠΡΟΦΗΤΗΣ» ΖΑΧΑΡΙΑΣ.

ΣΤΟΝ ΤΑΛΑΙΠΩΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟ ΕΠΙΒΛΗΘΗΚΕ ΝΑ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ  ΚΑΙ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΕΒΡΑΙΟ ΣΤΙΣ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ, ΓΙΑΤΙ ΣΧΕΔΙΑΣΕ  ΤΟΝ ΑΦΑΝΙΣΜΟ ΤΟΥ  

Την επεξεργασία του σχεδίου για τον αφανισμό του Ελληνικού λαού την είχε κάνει ο ιουδαίος «προφήτης» Ζαχαρίας το 520 π.Χ. σαράντα χρόνια πριν.

« Θα εξεγείρω τα τέκνα της ΣΙΩΝ κατά των τέκνων των ΕΛΛΗΝΩΝ. θα πέσουμε πάνω τους σαν κεραυνός, θα πορευθούμε απειλητικά εναντίον τους
ΚΑΙ ΘΑ ΘΑΨΟΥΜΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΠΕΤΡΕΣ
».
«Παλαιά Διαθήκη» Βιβλίο Ζαχαρίας 9.13-15.

Την δήλωση αυτή – «να θάψουμε κάτω από πέτρες όλους τους έλληνες» – την έκανε και την κατέγραψε ο Εβραίος Ζαχαρίας το 520 π.Χ. δηλαδή ένα χρόνο μετά την άνοδο στον περσικό θρόνο του φιλοεβραίου και ανθέλληνα Δαρείου και έκτοτε ήταν το επίσημο δόγμα της πολιτικής της Περσίας.

«Προφήτης» Ζαχαρίας Θ΄13-15

«διότι ενέτεινα σε Ιούδα, εμαυτώ εις τόξον, έπλησα τον Εφραϊμ και εξεγερώ τα τέκνα σου, Σιών, επί τα τέκνα των Ελλήνων και ψηλαφήσω σε ως ρομφαίαν μαχητού. Και Κύριος έσται επ' αυτούς και εξελεύσεται ως αστραπή βολίς, και Κύριος παντοκράτωρ υπερασπιεί αυτούς, και καταναλώσουσιν αυτούς, και καταχώσουσιν αυτούς εν λίθοις σφενδόνης και εκπιόνται αυτούς ως οίνον και πλήσουσιν ως φιάλας θυσιαστηρίων»

Μετάφραση:
Ζαχαρίας 9.13-15.
«Διότι σε τέντωσα Ιούδα για τον εαυτό μου ως τόξο και σαν σπαθί μαχητού και (θα) εξεγείρω τα τέκνα σου Σιών, κατά των τεκνών των Ελλήνων και ο Κύριος θα πέσει πάνω τους σαν κεραυνού βολίδα. Ο Κύριος σαλπίζοντας θα πορευθεί απειλητικά εναντίον τους. Ο Κύριος θα βοηθήσει αυτούς (τα τεκνά της Σιών) και θα καταναλώσουν και θα θάψουν (τους Έλληνες) κάτω από λίθους σφενδόνης και σαν οίνο θα τους καταπιούν».

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

      Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ανήσυχα πνεύματα, δημιουργικοί, εφευρετικοί, με δυνατό τεχνολογικό μυαλό, λεπτολόγοι, με υψηλό το αίσθημα της φιλοπατρίας,και φυσικά πραγματικά προοδευτικοί. Ποτέ δεν επέλεγαν τυχαία τα σημεία οπού θα έκτιζαν τις νέες αποικίες. Πάντοτε είχαν συγκεκριμένες οδηγίες από τα ιερατεία των μητροπολιτικών πόλεων για το πού και πως θα κτίσουν τη νέα πόλη.

      Κάθε καινούρια Ελληνική πόλη έπρεπε οπωσδήποτε να είχε τείχη, στρατώνες, ναό στον πολιούχο θεό, αγορά, σχολεία ή ακαδημίες, θέατρα, ωδεία, γυμνάσια, αποθήκες, εργαστήρια, υδραγωγεία, λουτρά, αποχετευτικό σύστημα αλλάκαι να είναι οπωσδήποτε χτισμένη με καλαισθησία και αρμονία με το περιβάλλον!


Οι πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις ξένων ιστορικών αναφέρουν ότι οι αρχαίοι
Έλληνες είχαν φτάσει συνολικά τον 3ο αιώνα π.Χ κοντά στα 20.000.000.
(Την εποχή του Χριστού οι Έλληνες υπολογίζονται από 40.000.000 μέχρι 80.000.000).

Μέχρι το τέλος του 2ου αιώνα π.Χ είχαν καταγραφεί από τους γεωγράφους της αρχαιότητας πάνω από 1500 μεγάλες Ελληνικές πόλεις και αποικίες στις περιοχές της Μεσογείου, του Ευξείνου Πόντου και της Βόρειας Αφρικής και χιλιάδες άλλες
κωμοπόλεις και μικρότερα χωριά.

     Μάλιστα οι πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις των ξένων ιστορικών
αναφέρουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν φτάσει συνολικά τον 3ο αιώνα π.Χ κοντά στα 20.000.000. (Την εποχή του Χριστού οι Έλληνες
υπολογίζονται από 40.000.000 μέχρι 80.000.000).

    Η Αθήνα στο απόγειό της είχε πληθυσμό κοντά στις 500.000 κατοίκους ενώ μόνο η Σικελία έφτασε μέχρι και τους 1.000.000 Έλληνες!

Γι αυτό άλλωστε και εκείνη η περιοχή ονομαζόταν''Μεγάλη Ελλάδα'', επειδή έφτασε να έχει πληθυσμό Ελλήνων μεγαλύτερο από την κυρίως Ελλάδα!

    Μπορεί σήμερα η Ελλάδα να έχει περιοριστεί στα σημερινά της σύνορα, όμως η αρχαία κλασσική Ελλάδα αδιαμφισβήτητα ήταν η κοσμοκράτειρα δύναμη του τότε κόσμου και οι Έλληνες ήταν η κυρίαρχη ράτσα της Μεσογείου, με μεγάλη διαφορά
σε πληθυσμό, πολιτισμό και δυναμισμό από τους υπόλοιπους λαούς. .

    Οι θαλασσοπόροι και ποντοπόροι Έλληνες είχαν καταφέρει να αποικίσουν σε παρθένες τότε περιοχές περισσότερες από 1500 μεγάλες και περήφανες πόλεις σε κάθε γωνία του τότε γνωστού κόσμου !

       Στην Σικελία π.χ. οι πόλεις Γέλας και Ακράγας συγκρότησαν εκτενή και συμπαγή κράτη, όπως εκείνα της Θεσσαλικής Τετραρχίας και της Σπάρτης στην Ελλάδα. Τα εδάφη του Γέλωνος, έκτασης περίπου 11.500 τετρ. Χλμ. συγκέντρωναν περί το 45 % της έκτασης της Σικελίας. Το κράτος του Θήρωνος του Ακράγαντα, έκτασης 6.500 τετρ. Χλμ., ήλεγχε περί το 25 % της μεγαλονήσου. Προς σύγκριση, κατά τον πρώιμο 5ο αι., η Θεσσαλική Τετραρχία ήλεγχε περίπου 16.000 τετρ. Χλμ. με περίπου 600.000 κατοίκους, ενώ το κράτος των Λακεδαιμονίων είχε έκταση 8.400 τετρ. Χλμ. με περίπου 330.000 κατοίκους. Τα κράτη της Γέλας και του Ακράγαντα είχαν συνολική έκταση περίπου 18.000 τετρ. Χλμ (το 70 % της Σικελίας) με 700-800.000 κατοίκους (κατ’ εκτίμηση), ενώ τα στρατεύματα τους έφθαναν τις 100.000 άνδρες μαζί με τους μισθοφόρους, τις φρουρές και τις εφεδρείες, κρίνοντας από τις δυνάμεις που παρέταξαν στη μεγάλη μάχη της Ιμέρας (480 π.Χ.).

Μέσα σε δυο αιώνες (688-484 π.Χ.), το πολεμοχαρές πνεύμα των αρχικών Δωριέων αποίκων της Γέλας (μόλις μερικών εκατοντάδων ανθρώπων όπως εκτιμάται) επέτυχε τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της Σικελίας

      Το 480 π.Χ., ο Γέλων διέθετε πολεμικό στόλο 200 σκαφών, τριήρων, διήρων και πεντηκοντόρων, προερχόμενα κυρίως από τις Συρακούσες και τις χαλκιδικές πόλεις. Ο στόλος του ήταν ένας από τους ισχυρότερους στη Μεσόγειο. Επειδή η επικράτεια του Γέλωνος δεν μπορούσε να συγκεντρώσει αυτόν τον αριθμό σκαφών, το πιθανότερο είναι ότι συμπεριλαμβάνονταν τα πλοία του στόλου του πεθερού του, Θήρωνος του Ακράγαντα. Γενικά, φαίνεται ότι τα κράτη Γέλας και Ακράγαντα ήταν συνδεδεμένα συνομοσπονδιακά.


Ο ανθρωπόμορφος ταύρος σε νόμισμα της Γέλας (480-470 π.Χ.), δημοφιλές έμβλημα στις ασπίδες των Γελώων.

Ο βασιλιάς της Περσικής αυτοκρατορίας Δαρείος ο Α΄ απεβίωσε το έτος 486 π.Χ. χωρίς να κατορθώσει να υλοποιήσει το σχέδιό του, (το σχέδιο δεν ήταν δικό του, όπως είπαμε,
ήταν επεξεργασία του «προφήτη» Ζαχαρία. To επιτελείο του Δαρείου είχε άφθονους
Ιουδαίους, π.χ. ο προσωπικός φρουρός του Δαρείου ήταν ο Ιουδαίος Ζοροβάβελ).

Το μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο του εβραίου προφήτη Ζαχαρία ήταν η καταστροφή των Αθηνών και της υπόλοιπης Ελλάδος. Ο προσωπικός φρουρός του Δαρείου
(πιθανώς ο Ζοροβάβελ), είχε αναλάβει να τον ξυπνάει κάθε πρωί με την φράση: «Δέσποτα, μέμνησο των Αθηναίων». Έτσι δύο φορές τα όνειρα του Δαρείου μετατράπηκαν σε εφιάλτες, όταν στην χερσόνησο του Άθωνα και στον Μαραθώνα, καταστράφηκαν οι δυνάμεις του και οι στρατηγοί του επέστρεψαν στην Περσία ντροπιασμένοι.

Με την άνοδο στον περσικό θρόνο του Ξέρξη του Α’, γιού του Δαρείου και της Άτοσσας, το σχέδιο για την υποδούλωση της Ελλάδας ατόνησε, διότι ο Ξέρξης προετοίμαζε τον στρατό του, για να επιχειρήσει την κατάληψη της Αιγύπτου.

Όμως η επιρροή των ΕΒΡΑΙΩΝ στην αυλή των Περσών, δεν άργησε να διαφοροποιήσει τα επεκτατικά σχέδια του νέου Μονάρχη. Αυτή η επιρροή, έφθανε στον βασιλικό θρόνο, μέσω δύο ανθρώπων: α. της πρώτης παλλακίδας του βασιλικού χαρεμιού, της ιουδαίας Εσθήρ και β. του θείου και αρραβωνιαστικού της και ταυτόχρονα πρωθυπουργού της περσικής αυτοκρατορίας, του ιουδαίου Μαρδοχαίου.

      Η εκστρατεία αυτή των περσών θα είχε σαν στόχο την κατάληψη της Ελλάδος και της Μεγάλης Ελλάδος (της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας), ώστε αφ’ ενός μεν το Ελληνικό Γένος των βορείων ακτών της Μεσογείου να καταστραφεί ολοσχερώς, αφ’ ετέρου δε να ανοίξει ο δρόμος, γιά την προώθηση των Περσικών και εβραιοφοινικικών δυνάμεων στο εσωτερικό της Ευρώπης, αφού θα είχε καταλυθεί η δύναμη των Ελλήνων, η οποία αποτελούσε την ασπίδα προστασίας του μαλακού υπογαστρίου της Ευρώπης στην Μεσόγειο!

     Ο Ηρόδοτος στο Ζ΄βιβλίο της Ιστορίας του (Πολύμνια), αναφέρεται εκτεταμένα στις
συσκέψεις του συμβουλίου του Ξέρξη σχετικά με την επίθεση στην Ελλάδα. Διαβάζοντάς το νομίζει κανείς, ότι παρακολουθεί τις σημερινές συσκέψεις στον Λευκό Οίκο με τον Κίσινγκερ, τον Ροκφέλερ και τον Σιφ να συμβουλεύουν τους βλάκες αμερικανούς προέδρους.

Συνετοί Πέρσες αξιωματούχοι, όπως ο συνετός Αρτάβανος, θείος του Ξέρξη, προσπάθησαν να αποτρέψουν τον Ξέρξη από αυτό το τόλμημα.

Η απόφαση του Ξέρξη ήταν ήδη ειλημμένη:

Η πολεμική μηχανή των Περσών και των Φοινίκων θα επιτίθετο ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ στις δύο πλευρές της Ελληνικής επικράτειας.

Οι μεν Πέρσες θα ανελάμβαναν την υποταγή της Ηπειρωτικής Ελλάδος και των νήσων της, οι δε Εβραιοκαρχηδόνιοι, είχαν σαν αποστολή την κατάληψη της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας.

    (Πρέπει να προσέξουμε το «ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΟ»: Σίγουρα θα έγιναν φοβερές υπόγειες διαπραγματεύσεις (μέσω ποίων άραγε;), για τις οποίες δεν γνωρίζουμε τίποτε. Όταν ο Ξέρξης επιτέθηκε στην Ελλάδα έσερνε πίσω του 47 λαούς της περσικής αυτοκρατορίας, τους οποίους αναφέρει έναν – έναν ο Ηρόδοτος. Περιέργως ένας μόνο λαός στο κείμενο του Ηροδότου σβήστηκε, (από ποιούς; Πότε;) (Παπαρηγόπουλος, Ιστορία του Ελλ. ΄Εθνους). Ποιός άραγε λαός της περσικής αυτοκρατορίας λείπει από το κείμενο του Ηροδότου; Μήπως ο λαός στον οποίο ανήκε η Εσθήρ, η γυναίκα του Ξέρξη και ο πρωθυπουργός του ο Μαρδοχαίος;)

        Γιά την ΚΟΙΝΗ αυτή επιχείρηση και συμμαχία Περσών και Καρχηδονίων, ο ιστορικός Διόδωρος ο Σικελιώτης, αιώνες μετά, στο 11ο βιβλίο του έργου του «Ιστορική Βιβλιοθήκη» γράφει τα ακόλουθα:

«Ο Ξέρξης βουλόμενος πάντας τους Έλληνας, αναστάτους ποιήσαι, διεπρεσβεύσατο προς Καρχηδονίους, περί KOINOΠΡΑΓΙΑΣ και συνέθετο προς αυτούς, ώστε αυτόν μεν επί τους την Ελλάδα κατοικούντας Έλληνας στρατεύειν, Καρχηδονίους δε ΤΟΙΣ ΑΥΤΟΙΣ ΧΡΟΝΟΙΣ μεγάλας παρασκευάσασθαι δυνάμεις και καταπολεμήσαι των Ελλήνων τους περί Σικελίαν και Ιταλίαν οικούντας….»

 ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

«Ο Ξέρξης επιθυμώντας ΝΑ ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΕΙ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ, έστειλε πρέσβεις προς τους Καρχηδονίους να ΣΥΝΑΨΟΥΝ ΣΥΜΜΑΧΙΑ και συμφώνησε μαζί τους, ώστε αυτός μεν να εκστρατεύσει εναντίων των Ελλήνων της Ελλάδας, οι δε Καρχηδόνιοι ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ, αφού συγκεντρώσουν μεγάλη δύναμη, να υποτάξουν τους Έλληνες της Σικελίας και της Ιταλίας…..»

ΧΑΡΤΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΝΟΤΙΟΥ ΙΤΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΚΕΛΙΑΣ (ΣΕ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ ΟΙ ΜΗΤΡΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ) ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΤΕΣΤΡΕΦΑΝ ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΚΑΡΧΗΔΟΝΙΟΙ




ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΛΥΜΝΙΑ

165

1 λέγεται δὲ καὶ τάδε ὑπὸ τῶν ἐν τῇ Σικελίῃ οἰκημένων, ὡς ὅμως καὶ μέλλων ἄρχεσθαι ὑπὸ Λακεδαιμονίων ὁ Γέλων ἐβοήθησε ἂν τοῖσι Ἕλλησι, εἰ μὴ ὑπὸ Θήρωνος τοῦ Αἰνησιδήμου Ἀκραγαντίνων μουνάρχου ἐξελασθεὶς ἐξ Ἱμέρης Τήριλλος ὁ Κρινίππου τύραννος ἐὼν Ἱμέρης ἐπῆγε ὑπ᾽ αὐτὸν τὸν χρόνον τοῦτον Φοινίκων καὶ Λιβύων καὶ Ἰβήρων καὶ Λιγύων καὶ Ἐλισύκων καὶ Σαρδονίων καὶ Κυρνίων τριήκοντα μυριάδας καὶ στρατηγὸν αὐτῶν Ἀμίλκαν τὸν Ἄννωνος, Καρχηδονίων ἐόντα βασιλέα, κατὰ ξεινίην τε τὴν ἑωυτοῦ ὁ Τήριλλος ἀναγνώσας καὶ μάλιστα διὰ τὴν Ἀναξίλεω τοῦ Κρητίνεω προθυμίην, ὃς Ῥηγίου ἐὼν τύραννος τὰ ἑωυτοῦ τέκνα δοὺς ὁμήρους Ἀμίλκᾳ ἐπῆγε ἐπὶ τὴν Σικελίην τιμωρέων τῷ πενθερῷ· Τηρίλλου γὰρ εἶχε θυγατέρα Ἀναξίλεως, τῇ οὔνομα ἦν Κυδίππη. οὕτω δὴ οὐκ οἷόν τε γενόμενον βοηθέειν τὸν Γέλωνα τοῖσι Ἕλλησι ἀποπέμπειν ἐς Δελφοὺς τὰ χρήματα.

166

1 πρὸς δὲ καὶ τάδε λέγουσι, ὡς συνέβη τῆς αὐτῆς ἡμέρης ἔν τε τῇ Σικελίῃ Γέλωνα καὶ Θήρωνα νικᾶν Ἀμίλκαν τὸν Καρχηδόνιον καὶ ἐν Σαλαμῖνι τοὺς Ἕλληνας τὸν Πέρσην. τὸν δὲ Ἀμίλκαν Καρχηδόνιον ἐόντα πρὸς πατρός, μητρόθεν δὲ Συρηκόσιον, βασιλεύσαντά τε κατ᾽ ἀνδραγαθίην Καρχηδονίων, ὡς ἡ συμβολή τε ἐγίνετο καὶ ὡς ἑσσοῦτο τῇ μάχῃ, ἀφανισθῆναι πυνθάνομαι· οὔτε γὰρ ζῶντα οὔτε ἀποθανόντα φανῆναι οὐδαμοῦ γῆς· τὸ πᾶν γὰρ ἐπεξελθεῖν διζήμενον Γέλωνα.

167

1 ἔστι δὲ ὑπ᾽ αὐτῶν Καρχηδονίων ὅδε λόγος λεγόμενος, οἰκότι χρεωμένων, ὡς οἱ μὲν βάρβαροι τοῖσι Ἕλλησι ἐν τῇ Σικελίῃ ἐμάχοντο ἐξ ἠοῦς ἀρξάμενοι μέχρι δείλης ὀψίης (ἐπὶ τοσοῦτο γὰρ λέγεται ἑλκύσαι τὴν σύστασιν), ὁ δὲ Ἀμίλκας ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ μένων ἐν τῷ στρατοπέδῳ ἐθύετο καὶ ἐκαλλιερέετο ἐπὶ πυρῆς μεγάλης σώματα ὅλα καταγίζων, ἰδὼν δὲ τροπὴν τῶν ἑωυτοῦ γινομένην, ὡς ἔτυχε ἐπισπένδων τοῖσι ἱροῖσι, ὦσε ἑωυτὸν ἐς τὸ πῦρ· οὕτω δὴ κατακαυθέντα ἀφανισθῆναι. 2 ἀφανισθέντι δὲ Ἀμίλκᾳ τρόπῳ εἴτε τοιούτῳ ὡς Φοίνικες λέγουσι, εἴτε ἑτέρῳ ὡς Καρχηδόνιοι καὶ Συρηκόσιοι, τοῦτο μέν οἱ θύουσι, τοῦτο δὲ μνήματα ἐποίησαν ἐν πάσῃσι τῇσι πόλισι τῶν ἀποικίδων, ἐν αὐτῇ τε μέγιστον Καρχηδόνι.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

165

Αυτοί που είναι εγκατεστημένοι στη Σικελία προσθέτουν και τα εξής: πως ο Γέλων, κι ας ήταν να ᾽ναι κάτω από τις διαταγές των Λακεδαιμονίων, θα βοηθούσε τους Έλληνες, αν ο Τήριλλος, ο γιος του Κρινίππου, τύραννος της Ιμέρας, δεν εξοριζόταν από τον μονάρχη των Ακραγαντίνων, τον Θήρωνα, γιο του Αινησιδήμου, από την Ιμέρα και δεν έκανε να συναχτούν εναντίον του Θήρωνος εκείνο τον καιρό
στρατιωτικές δυνάμεις τριακοσίων χιλιάδων αντρών από Φοίνικες και Λίβυες και Ίβηρες και Λίγυες και Ελισύκους και Σαρδηνίους και Κυρνίους, με στρατηγό τους το βασιλιά των Καρχηδονίων Αμίλκα, το γιο του Άννωνος· αυτόν τον έπεισε ο Τήριλλος με τους δεσμούς φιλίας που είχε μαζί του, περισσότερο όμως με τη δραστηριότητα που έδειχνε ο Αναξίλας, ο γιος του Κρατίνου, τύραννος του Ρηγίου, που έδωσε τα παιδιά του ομήρους στον Αμίλκα και τον ξεσήκωσε εναντίον της Σικελίας, βοηθώντας τον πεθερό του· γιατί ο Αναξίλας είχε τη θυγατέρα του Τηρίλλου, που την έλεγαν Κυδίππη· κι έτσι δε στάθηκε δυνατό ο Γέλων να βοηθήσει τους Έλληνες κι έστειλε εκείνα τα χρήματα στους Δελφούς.

166

Και συμπληρώνουν τη διήγησή τους με τ᾽ ακόλουθα, πως συνέβη την ίδια μέρα να νικούν στη Σικελία ο Γέλων και ο Θήρων τον Αμίλκα τον Καρχηδόνιο και στη Σαλαμίνα οι Έλληνες τους Πέρσες. Και πληροφορήθηκα πως ο Αμίλκας, που από τη μεριά του πατέρα του ήταν Καρχηδόνιος, αλλά από της μητέρας του Συρακούσιος, κι έγινε βασιλιάς των Καρχηδονίων με τ᾽ ανδραγαθήματά του, όταν ήρθαν στα χέρια και νικιόταν στη μάχη, έγινε άφαντος· γιατί δε φάνηκε πουθενά πάνω στη γη, ούτε ζωντανός ούτε πεθαμένος, μολονότι ο Γέλων δεν άφησε μεριά που δεν την ερεύνησε αναζητώντας τον.

167

Τώρα, οι Καρχηδόνιοι από τη μεριά τους διηγούνται την εξής ιστορία, που φαίνεται πιθανή· ότι οι βάρβαροι πολεμούσαν με τους Έλληνες, και μάχονταν από την αυγή ώς αργά το δειλινό (γιατί λένε πως τόσο κράτησε η σύγκρουση), κι ο Αμίλκας όλο αυτό το διάστημα έμενε στο στρατόπεδο κι έκανε θυσίες για να πάρει αίσιο προμήνυμα, ρίχνοντας πάνω σε μεγάλη πυρά τα σφάγια μ᾽ όλα τους τα μέλη· κι όταν είδε το στράτευμά του να τρέπεται σε φυγή, όπως βρέθηκε να κάνει σπονδές πάνω στα σφάγια, ρίχτηκε από μόνος του στη φωτιά· κι έτσι λοιπόν έγινε στάχτη κι εξαφανίστηκε Και για τον Αμίλκα, που εξαφανίστηκε είτε με τον τρόπο που λένε οι Φοίνικες είτε με κάποιον άλλο, κάνουν θυσίες για να τον τιμήσουν κι έχτισαν κενοτάφια σ᾽ όλες τις πόλεις των αποικιών τους, και το μεγαλύτερο στην ίδια την Καρχηδόνα.

Αυτά λοιπόν για τα γεγονότα της Σικελίας.

 Η επιθυμία του Ξέρξη να προχωρήσει με τον στρατό του και στο εσωτερικό της Ευρώπης, μετά την κατάληψη της Ελλάδος, αποδεικνύεται και από την συγκέντρωση των τεραστίων μαχίμων δυνάμεών του, οι οποίες υπερέβαιναν το ένα εκατομμύριο άνδρες. Μεγάλο μέρος αυτών των δυνάμεων θα χρησιμοποιούσε, ως στρατεύματα κατοχής των υποδουλωμένων πόλεων και χωρών, ενώ εκείνος θα προχωρούσε στην υποταγή όλης της Ευρώπης.

Είναι γνωστή η τύχη του Ξέρξη, αλλά και του Μαρδονίου και του τεραστίου στρατεύματός του, όταν μέσα σε δύο έτη (480 και 479), απώλεσε και την δύναμη και τις κτήσεις επί Ελληνικού εδάφους, αλλά και την υπερηφάνειά του, συγκρουόμενος με τους Έλληνες στις Θερμοπύλες, στο Αρτεμίσιο, στην Σαλαμίνα, στις Πλαταιές και στην Μυκάλη.

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΕΤOΙΜΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΟΚΑΡΧΗΔΟΝΙΩΝ

       Το σκέλος της επίθεσης κατά του Ελληνισμού, το οποίον είχαν αναλάβει να φέρουν εις πέρας οι ΕΒΡΑΙΟΚΑΡΧΗΔΟΝΙΟΙ, για άγνωστους λόγους, δεν μας το διδάσκουν στο σχολείο. Οι λεπτομέρειες της σύγκρουσης αναφέρονται από τον Διόδωρο Σικελιώτη, του οποίου οι πηγές φτάνουν μέχρι τον Έφορο.

         Μετά τη μάχη του Μαραθώνα και τη μεγάλη προετοιμασία του Ξέρξη, οι Πέρσες εισέβαλλαν στην Ελλάδα (480 π.Χ.). Κατά τον Ηρόδοτο και τον Αριστοτέλη (ο οποίος θεωρούσε ότι ο συγχρονισμός ήταν καθαρά τυχαίος), η μάχη της Ιμέρας πραγματοποιήθηκε την ίδια ημερομηνία με τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Κατά τον Τίμαιο, ο οποίος είναι η πηγή του Διόδωρου του Σικελιώτη για την ιστορία της Σικελίας, συνέπεσε με τη μάχη των Θερμοπυλών. Και ο φημισμένος ποιητής Πίνδαρος τους επανέλαβε σε ωδή του.

Εν τω μεταξύ στη Δυτική Μεσόγειο, σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη, οι Καρχηδόνιοι είχαν έρθει σε συμφωνία με τους Πέρσες για να δημιουργήσουν αντιπερισπασμό στους Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδας, για να μη στείλουν ενισχύσεις στους Έλληνες της Ανατολικής Μεσογείου. Σύμφωνα όμως με τον Ηρόδοτο, ο Θήρωνας ο Ακραγαντίνος, τύραννος του Ακράγαντα έδιωξε τον τύραννο της Ιμέρας, τον Τέριλλο το 483 π.Χ. ο οποίος δεν είχε λαϊκή υποστήριξη κάτι που πιθανά εκμεταλλεύτηκε ο Θήρων , για να μπορεί να έχει ο Ακράγαντας την Ιμέρα ως λιμάνι στην βόρεια Σικελία ,κομβικό σημείο στον έλεγχο του Τυρρηνικού πελάγους αλλά και στο διαμετακομιστικό εμπόριο με το ασήμι της Ιβηρικής. Κατόπιν και μετά το γεγονός αυτό ο Τέριλλος, γιος του Κρίνιππου ζήτησε βοήθεια από τους Καρχηδόνιους, ο Αναξίλας επίσης ασκούσε πιέσεις στους Καρχηδόνιους για λογαριασμό του και έστειλε τα παιδιά του ως ομήρους στην Καρχηδόνα ως ένδειξη πίστης. Οι Καρχηδόνιοι άδραξαν την ευκαιρία προκειμένου να προλάβουν τη συνένωση της Σικελίας υπό τον τύραννο της Γέλας και των Συρακουσών, Γέλωνα.

Η Καρχηδόνα εξάλλου ήθελε να εξαφανίσει μια ισχυρή ελληνική απειλή, στη συνέχεια, σε εύθετο χρόνο να κινηθούν ανατολικά και μία- μία να καταλάβει όλες τις ελληνικές πόλεις, αυτό ήταν πάντα μέρος της μακροπρόθεσμης στρατηγικής τους.

Μετά την σύναψη της συμμαχίας με τους Πέρσες, το 483 π.Χ. οι εβραιοκαρχηδόνιοι άρχισαν μεθοδικά (από το 483 μέχρι το 480 π.Χ.) να στρατολογούν πολλούς μισθοφόρους από όλες τις περιοχές της Δυτικής Μεσογείου, όπως Φοίνικες, Λίβυους, Ίβηρες, Λίγυρες, Ελίσυκες, Σαρδήνιους, Κύρνιους, (Κορσικανούς) καθώς και επίλεκτους Καρχηδόνιους στρατιώτες. Είναι σημαντικό ότι οι Κορσικανοί και οι Σαρδηνοί , οι οποίοι ένοιωθαν μεγάλο φθόνο από τον πλούτο της ελληνικής Ιταλικής και Σικελικής γης αλλά και την τεχνολογία τους, ήταν μεταξύ των μισθοφόρων από τον τεράστιο στρατό ο οποίος συνόδευε τον Αμίλκα. Το εκστρατευτικό σώμα έφτανε, κατά τους αρχαίους ιστορικούς, τους 300.000 άνδρες και ο στόλος αποτελούνταν από 200 πολεμικά και 1.000 μεταγωγικά πλοία. Στρατηγός των εβραιοκαρχηδονίων, εξελέγη ο Αμίλκας, γιό του Άννονα, βασιλιά της Καρχηδόνας.


ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΤΗΣ ΚΑΡΧΗΔΟΝΑΣ

Αύγουστος 480 π.Χ.

         Ο Αμίλκας, αφού επιβίβασε το στράτευμά του στα πλοία, απέπλευσε από την Καρχηδόνα το καλοκαίρι του 480. Διασχίζοντας όμως το Λιβυκόν πέλαγος, από κακό σχεδιασμό και
πρόγνωση της κατάστασης, συνάντησε ισχυρή τρικυμία, η οποία του κατέστρεψε πολλά από τα μεταγωγικά του πλοία και ένα σημαντικό μέρος του ιππικού και των αρμάτων του.

Προσορμίσθηκε στο ελληνικό λιμάνι της Πανόρμου (σημερινό Παλέρμο) και διά τρείς ημέρες ξεκούραζε και ετοίμαζε το στρατό του και διόρθωνε τις ζημιές, τις οποίες είχαν υποστεί τα πλοία του από την τρικυμία. Κατόπιν παραλαμβάνοντας το στράτευμα, βάδισε ανατολικά, εναντίον της πόλεως της Ιμέρας, της πρώτης πόλεως στην βόρεια ακτή της Σικελίας, η οποία συμμετείχε στον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ, μαζί με τις Συρακούσες και τον Ακράγαντα, ενώ στον ΕΒΡΑΙΟΚΑΡΧΗΔΟΝΙΑΚΟ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ είχαν αναγκασθεί να συμμετέχουν οι Ελληνικές
πόλεις του Σελινούντος, της Πανόρμου, της Ζάγκλης και του Ρηγίου.

Σε αντίθεση με την εισβολή του Ξέρξη, όπου η διαδρομή του στρατεύματος ήταν
προβλέψιμη, η εισβολή στην Σικελία θα μπορούσε να αρχίσει σε διάφορα σημεία.
Το πιο πιθανό ίσως να ήταν η πόλη του Σελινούντα στο νότο, που είχε συμμαχήσει με την Καρχηδόνα. Οι Έλληνες οι οποίοι τον κύριο στόλο τον είχαν στις Συρακούσες, δεν είχαν
καμία δυνατότητα να γνωρίζουν που θα γινόταν το πρώτο χτύπημα.

Μόλις έφτασε ο τεράστιος στρατός του Αμίλκα έξω από την Ιμέρα έστησε δύο στρατόπεδα , ένα παραθαλάσσιο και οχυρωμένο για τις ναυτικές του δυνάμεις, βόρεια της πόλεως, πλησίον του δυτικώς ευρισκόμενου ποταμού και άφησε και 20 τριήρεις να περιπολούν στην θάλασσα και ένα οχυρωμένο στρατόπεδο για το πεζικό στην ενδοχώρα, έτσι ώστε να φτάνει στους λόφους στα δυτικά της πόλης και η Ιμέρα να αποκοπεί. Αφού ετοιμάστηκαν τα στρατόπεδα, μετέφερε σ’ αυτά με τον στόλο του, σιτάρι και εφόδια από την Λιβύη και την Σαρδηνία και άρχισε τις πολεμικές επιχειρήσεις καταλήψεως της Ιμέρας.

       Οι Ιμεραίοι τρομοκρατήθηκαν από τον τεράστιο στρατό. Ο Αμίλκας έκανε την πρώτη κίνηση και έστειλε ένα ισχυρό απόσπασμα στρατιωτών να δοκιμάσουν τα τείχη και την άμυνα της πόλης. Την πόλη υποστήριζε η φρουρά της, με αρχηγό τον Θήρωνα, τύραννο του Ακράγαντος. Οι πρώτες συμπλοκές όμως, οι οποίες έγιναν εκτός των τειχών της πόλεως, απέβησαν εις βάρος των Ελλήνων, κι έτσι ο Θήρων έστειλε και ζήτησε βοήθεια από τον Γέλωνα, τον τύραννο των Συρακουσών.

Σεπτέμβριος 480 π.Χ.

       Ο Γέλων, συνετός και ικανότατος στρατηγός, έχοντας τις δυνάμεις του σε ετοιμότητα, ξεκίνησε γρήγορα με 50.000 πεζούς και 5.000 ιππείς (σ’αυτούς περιλαμβάνονταν οι 20.000 οπλίτες που είχε υποσχεθεί για την υπεράσπιση της μητροπολιτικής Ελλάδας, καθώς και αρκετές χιλιάδες τοξότες, σφενδονιστές και ελαφρύ πεζικό) και σε λίγες ημέρες βρέθηκε κοντά στην πόλη της Ιμέρας. Αφού στρατοπέδευσε στα περίχωρά της και οχύρωσε το στρατόπεδό του με βαθειά τάφρο και χαράκωμα εξαπέστειλε τους ιππείς του εναντίον των δυνάμεων του Αμίλκα, οι οποίες λεηλατούσαν την ύπαιθρο χώρα της Ιμέρας. Αιφνιδιάζοντας τα διασκορπισμένα και ασχολούμενα με την λεηλασία τμήματα του εχθρού, οι ιππείς του Γέλωνος, σκότωσαν πολλούς και συνέλαβαν 10.000 αιχμαλώτους. Όταν τους οδήγησαν στην πόλη, έδωσαν μεγάλο θάρρος στους πολιορκούμενους, οι οποίοι απέφραξαν πάλι τις πύλες του τείχους, τις οποίες είχε κτίσει ο Θήρων, διά καλύτερη προστασία από τις επιθέσεις του εχθρού.

Επειδή όμως η δύναμη των εβραιοκαρχηδονίων παρέμενε μεγάλη και ισχυρή και συνεχώς τροφοδοτούνταν διά θαλάσσης, ο Γέλων με την στρατηγική του δεινότητα, δεν παρασύρθηκε, αλλά καιροφυλακτούσε την ευκαιρία, η οποία θα του επέτρεπε να καταστρέψει τους βαρβάρους, χωρίς να διατρέξει η δική του δύναμη τον κίνδυνο ήττας. Σχεδίαζε να βρει τον τρόπο για να κάψει τον εχθρικό στόλο και να αποκόψει τις δυνάμεις των Καρχηδονίων στην Σικελία.

Ο Αμίλκας κατείχε ακόμη το αριθμητικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους Έλληνες αντιπάλους του, αλλά παρεμποδίζεται από το γεγονός ότι είχε χάσει τόσα πολλά άλογα στο ναυαγισμένα μεταφορικά πλοία - μειώνοντας έτσι πολύ από το τεράστιο ιππικό του. Έτσι έστειλε ένα επείγον μήνυμα στους συμμάχους του στην Σελινούντα ζητώντας να στείλουν όλο το διαθέσιμα ιππικό τους.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΣΙΚΕΛΙΑΣ. ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΕΒΡΑΙΟΚΑΡΧΗΔΟΝΙΟΥΣ

21 Σεπτεμβρίου 480 π.Χ.

        Το πρωΐ της 21ης Σεπτεμβρίου κάποιοι ιππείς του Γέλωνα, από αυτούς που διενεργούσαν αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε βαρβαρικά τμήματα, τα οποία λεηλατούσαν την ύπαιθρο, συνέλαβαν αιχμάλωτο έναν ταχυδρόμο και τον οδήγησαν στον Γέλωνα. Ο ταχυδρόμος έφερε μαζί του γράμματα των Σελινουντίων προς τον Αμίλκα, στα οποία του κοινοποιούσαν ότι το ιππικό, το οποίο τους είχε ζητήσει να του στείλουν, θα έφθανε στο βαρβαρικό στρατόπεδο την επομένη ημέρα, την οποία τους είχε προκαθορίσει, και κατά την οποία, ο Αμίλκας θα βρίσκονταν, όπως τους είχε πει, στο ναυτικό του στρατόπεδο, ασχολούμενος με την προετοιμασία μιας θυσίας προς τον Ποσειδώνα, την οποίαν θα τελούσε.

Έτσι ο Γέλωνας συνέλαβε το τολμηρό σχέδιο να εισβάλλει αμαχητί στο καρχηδονιακό στρατόπεδο, στέλνοντας δικούς του ιππείς αντί για τους Σελινούντιους. Ο Σελινούντας, αν και σύμμαχος της Καρχηδόνας, ήταν μια ελληνική πόλη και οι στρατιώτες και ιππείς του έφεραν τις ίδιες στολές, πανοπλίες, και άλογο-στολίδια, όπως και οποιοσδήποτε άλλος από τους Έλληνες της Σικελίας. Οι ιππείς αυτοί του Γέλωνα θα έκαιγαν τα εχθρικά πλοία, θα σκότωναν τον Αμίλκα και θα έδιναν το σύνθημα για γενική επίθεση.

Επίσης έστειλε και σκοπούς στους λόφους πάνω από την πόλη, διατάζοντάς τους να τον ειδοποιήσουν με σήματα, όταν δουν τους ιππείς να μπαίνουν μέσα στο τείχος του εχθρικού ναυτικού στρατοπέδου. Αφού έδωσε αυτές τις εντολές ο Γέλων, συγκέντρωσε τις δυνάμεις του και ανέμενε το σήμα των σκοπών από τους λόφους.

22 Σεπτεμβρίου 480 π.Χ.     

         Με το ξημέρωμα της 22 Σεπτεμβρίους, οι ιππείς του Γέλωνα, προσποιούμενοι τους Σελινούντιους, πλησίασαν το ναυτικό στρατόπεδο των βαρβάρων και ξεγελώντας τους φρουρούς εισήλθαν στο ξύλινο τείχος. Πριν προλάβει κανείς από τους εβραιοκαρχηδόνιους να καταλάβει τι συνέβαινε, όρμησαν επάνω τους και επάνω στον Αμίλκα, ο οποίος με τους αξιωματούχους του ετοίμαζε την θυσία, και τον σκότωσαν, ρίχνοντάς τον επάνω στην αναμμένη πυρά του βωμού. Στην συνέχεια, χωρίς αντίσταση, πυρπόλησαν τον προσαραγμένο στόλο των εβραιοκαρχηδονίων. Κατά την εκδοχή του Ηροδότου, η οποία προέρχεται από την καρχηδονιακή πλευρά και εντάσσεται στην ηρωική παράδοση γύρω από το πρόσωπο του Καρχηδόνιου στρατηγού, ο Αμίλκας ρίχτηκε απελπισμένος στη φωτιά, όταν είδε τη φυγή των στρατιωτών του.

Ο Γέλων, ειδοποιημένος από το σήμα των σκοπών, βάδισε γρήγορα με όλη την δύναμή του εναντίον του στρατοπέδου των πεζικών δυνάμεων του εχθρού.

Οι εβραιοκαρχηδόνιοι εξήλθαν του στρατοπέδου τους για να αντιμετωπίσουν τους Έλληνες και η μάχη η οποία συνήφθηκε ήταν αιματηρή και στην αρχή αμφίρροπη, επειδή οι δυνάμεις του εχθρού ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες των Ελληνικών. Όταν όμως στον ουρανό φάνηκε ο καπνός των καιγόμενων πλοίων, οι εβραιοκαρχηδόνιοι λύγισαν, ενώ οι Έλληνες οπλίσθηκαν με υπερβολικό θάρρος.

Το αποτέλεσμα ήταν Η ΣΥΝΤΡΙΒΗ των Καρχηδονίων, από την Ελληνική παράταξη.

Επειδή ο Γέλων είχε δώσει εντολή να μην συλλαμβάνουν αιχμαλώτους, επακολούθησε μία φοβερή σφαγή.

Περισσότεροι από 150.000 εβραιοκαρχηδόνιοι και οι μισθοφόροι τους σκοτώθηκαν.

Ένας μεγάλος αριθμός των επιζώντων, ωστόσο, κατάφεραν να διαφύγουν στο Όρος
Καλόγερος , περίπου 8 χιλιόμετρα δυτικά της Ιμέρας. Ο Γέλων περικύκλωσε το λόφο, αλλά δεν έκανε καμία επίθεση στην θέση των Καρχηδονίων. Ήξερε κάτι που οι ξένοι δεν το ήξεραν. Ο Καλόγερος είναι όρος άνυδρο και τελικά όλοι παραδόθηκαν. Οι ζωές τους γλίτωσαν,
( περί το ήμισυ του στρατού του Αμίλκα), όμως έγιναν τώρα δούλοι των Ελλήνων, θα εργάζονταν για το υπόλοιπο της ζωής τους, εμπλουτίζοντας με την εργασία τους τις πόλεις της Σικελίας.

Διόδωρος ο Σικελιώτης: «ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΡΑΤΟ ΤΩΝ ΚΑΡΧΗΔΟΝΙΩΝ ΔΕΝ ΓΛΥΤΩΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΧΗΔΟΝΑ».

Ένα μικρό πλοιάριο με ελάχιστους ναύτες κατάφερε, ύστερα από πολύ καιρό, να φθάσει στην Καρχηδόνα, φέρνοντας την σύντομη είδηση: «Χάθηκαν όλοι».

          Η περίλαμπρη αυτή νίκη των Ελλήνων οφείλεται τόσον στο Ελληνικό ακμαίο ηθικό, όσο και στο στρατηγικό σχέδιο του Γέλωνος, ο οποίος απέκτησε μεγάλη δόξα και φήμη.

Συνέπεσε δε, όπως εξιστορεί ο Ηρόδοτος στο Ζ΄ βιβλίο (Πολύμνια 166) της Ιστορίας του, η ημέρα της μάχης της Ιμέρας να είναι Η ΙΔΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΝΑΥΜΑΧΙΑΣ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ δηλαδή η 22α Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ.

              Έτσι την ίδια ημέρα ναυάγησαν τα σχέδια των συνασπισμένων βαρβάρων ΕΒΡΑΙΟΠΕΡΣΩΝ και ΕΒΡΑΙΟΚΑΡΧΗΔΟΝΙΩΝ, για την κατάληψη της Ελλάδος και της Μεγάλης Ελλάδος, καθώς και η σχεδιαζόμενη εισβολή τους από εκεί στο εσωτερικό της Ευρώπης.


Η κορυφή του όρους Καλόγερος όπου οπισθοχώρησαν οι μισθοφόροι των Καρχηδονίων και τελικά παραδόθηκαν λόγο δίψας

Η Καρχηδόνα, τρομοκρατημένη από την θριαμβευτική νίκη των Ελλήνων και με τον φόβο ότι θα μπορούσαν οι Έλληνες να αποκλείσουν την πόλη τους από τη θάλασσα, έστειλαν πρέσβεις στον Γέλωνα για συνθηκολόγηση. Ο Γέλων ήταν μετριοπαθής, δεν επιθυμούσε πόλεμο μεγαλύτερης διάρκειας με την Καρχηδόνα και έτσι δεν ζήτησε την αποχώρηση των καρχηδονιακών φρουρών και την απαγόρευση εγκατάστασης αποίκων τους στη Σικελία. Οι Καρχηδόνιοι θα κατέβαλλαν αποζημίωση 2.000 αργυρών ταλάντων και θα κατασκεύαζαν δύο ναούς όπου θα χαραζόταν το κείμενο της συνθήκης . Οι Σελινούντιοι παρέμειναν σύμμαχοι των Καρχηδονίων αλλά, όπως και ο Αναξίλας, τύραννος της Ζάγκλης και του Ρηγίου, ήρθαν σε συμβιβασμό με τον Γέλωνα, ενώ η Ιμέρα φαίνεται πως εντάχθηκε στον άξονα Συρακουσών-Ακράγαντα.


Ο ναός της Ομόνοιας ήταν αφιερωμένος στην ενότητα των Ελλήνων της Σικελίας.

Ο Γέλων κέρδισε μια περήφανη νίκη και απέκτησε τεράστια δόξα στην πατρίδα του και οι Συρακούσες αναδείχτηκαν στο μεγαλύτερο πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της ελληνικής Δύσης. Από τα λάφυρα και την αποζημίωση, οι Συρακούσιοι και οι Ακραγαντίνοι έχτισαν πολλούς ναούς, έστειλαν αναθήματα στους Δελφούς και την Ολυμπία και κόπηκαν ειδικά κέρματα για να γιορτάσουν τη νίκη . Επιπλέον, ο Θήρωνας, με τα χρήματα από τα λάφυρα και την εργασία των αιχμαλώτων, έκανε τον Ακράγαντα την πιο όμορφη πόλη της Σικελίας.

«Ὁ δὲ Γέλων μετὰ τὴν νίκην τούς τε ἱππεῖς τοὺς ἀνελόντας τὸν Ἀμίλκαν δωρεαῖς ἐτίμησε καὶ τῶν ἄλλων τοὺς ἠνδραγαθηκότας ἀριστείοις ἐκόσμησε. τῶν δὲ λαφύρων τὰ καλλιστεύοντα παρεφύλαξε»

Οι ήττα οδήγησε τους Καρχηδόνιους σε δραστική αλλαγή πολιτικής για τις επόμενες δεκαετίες. Σταμάτησαν τις προστριβές με τους Έλληνες της Σικελίας, περιόρισαν τις εκεί κτήσεις τους στο νοτιοδυτικό άκρο της και αφοσιώθηκαν στην παγίωση της αφρικανικής αυτοκρατορίας τους και τα ταξίδια προς τη Δυτική Μεσόγειο και τον Ατλαντικό Ωκεανό. Τα αρχαιολογικά ευρήματα από την περίοδο αυτή δείχνουν σημαντική μείωση των καρχηδονιακών εισαγωγών από τους Έλληνες, τους Ετρούσκους και τη Φοινίκη.

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Θα ήθελα καταρχάς να ανακεφαλαιώσω και να ολοκληρώσω το θέμα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας διευκρινίζοντας τα εξής τέσσερα σημεία, διατυπώνοντάς τα αρνητικά: η ελληνική θρησκεία δεν είναι εξ αποκαλύψεως θρησκεία· δεν δίνει προνομιακή θέση στην ανθρωπογονία· δεν περιέχει καμία υπόσχεση αθανασίας· οι θεοί της δεν έχουν καθόλου «εθνικό» χαρακτήρα, έχουν θέση οικουμενική.

«Η θρησκεία των αρχαίων διέφερε πολύ από τις σύγχρονες θρησκείες όπως ο χριστιανισμός και ο ιουδαϊσμός. Δεν υπήρχε μια βασική ομολογία πίστης στην παγανιστική Ελλάδα, ούτε ιερό βιβλίο, ούτε ένα σύνολο θρησκευτικών κανόνων που να διέπει όλους τους τομείς της ζωής των ανθρώπων· πυρήνας της αρχαίας ελληνικής θρησκείας ήταν η λατρεία και οι τελετές, όχι το δόγμα και η πίστη.» -Donald Kagan

Κατά πρώτον λοιπόν, η ελληνική θρησκεία δεν είναι εξ αποκαλύψεως θρησκεία. Για μας είναι ίσως οφθαλμοφανές γεγονός, του οποίου η υπενθύμιση έχει νόημα μόνο για όσους ζουν στους κόλπους μιας εξ αποκαλύψεως θρησκείας. Το βασικό όμως είναι ο σύνδεσμος μεταξύ αυτής της απουσίας αποκαλύψεως και της πρωταρχικής φαντασιακής σύλληψης του κόσμου στην Ελλάδα. Απουσία αποκάλυψης, άρα απουσία δόγματος, απουσία ne varietur αλήθειας θεμελιωμένης σε μια υπερβατική εξουσία. Αυτό επιτρέπει καταρχάς σημαντικές παραλλαγές στη θεολογική παράδοση, επιτρέπει τη συνύπαρξη διαφορετικών θεογονιών - του Ομήρου, του Ησιόδου και αναμφίβολα άλλων-, καθώς και τοπικές παραλλαγές πολλών μύθων. Δυνατότητα μεταρρύθμισης, κίνησης, που θα έμενε αφηρημένη αν δεν υπήρχαν επίσης ανθρώπινες κοινότητες οι οποίες θα ήθελαν και θα μπορούσαν να τη χρησιμοποιήσουν. Και αυτό συνέβη πράγματι: αυτή η αφηρημένη δυνατότητα μεταμορφώθηκε σε συζήτηση για την κοινωνική αναπαράσταση. Βλέπουμε και εδώ τις παγίδες που μας στήνουν οι αιτιοκρατικές ερμηνείες, οι εξηγήσεις που επιμένουν να παραπέμπουν σε μονοσήμαντους ιστορικούς παράγοντες, διότι η απουσία αποκάλυψης και δόγματος δεν αποτελεί αποκλειστικό δημιούργημα των Ελλήνων. Πρόκειται μάλιστα για την πιο συνηθισμένη περίπτωση, τουλάχιστον πριν από την εμφάνιση του ιουδαϊσμού. Ομοίως δε, τίποτα το πλέον κοινότοπο από τις παραλλαγές των παραδόσεων και των μύθων κάθε κοινωνίας. Παίρνοντας ως αφετηρία ένα μύθο των Ινδιάνων της Αμερικής, ο Levi- Strauss έγραψε τέσσερις τόμους Μυθολογικών (Mythologiques), επεκτείνοντας τις αναλύσεις του μέσω αναρίθμητων παραλλαγών και μεταμορφώσεων σε εκατοντάδες άλλες διηγήσεις. Η απλή παραλλαγή της παράστασης καθαυτή δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αιτία αμφισβήτησης της κοινωνικής παράστασης ούτε στην Ελλάδα ούτε και αλλού. Ωστόσο, μέσω και άλλων στοιχείων, επιτρέπει τη συζήτηση και τελικά την ίδια της την αμφισβήτηση. Συνεχίζοντας την αντιπαράθεσή μας με τη μονοθεϊστική παράδοση, παρατηρούμε ότι στον εβραϊκό κόσμο, παρά την ύπαρξη διαφορετικών παραδόσεων, από μια στιγμή και πέρα οι συντάκτες αυτού που αποκαλείται Παλαιά Διαθήκη προσπαθούν στο μέτρο του δυνατού να επεξεργαστούν ένα συνεκτικό και μονοσήμαντο κείμενο - πράγμα αδύνατο φυσικά, αφού παραμένουν πάμπολλοι αναχρονισμοί και αντιφάσεις. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθούν να το πετύχουν, και τελικά αυτό θα γίνει το ιερό κείμενο των Εβραίων. Από τη στιγμή αυτή, δεν μένει παρά μία μόνο επιλογή: όχι η ανοιχτή αμφισβήτηση του κόσμου των κοινωνικών παραστάσεων που ενσαρκώνονται στο δόγμα, αλλά η ερμηνεία. Εργασία που ξεκινά σίγουρα μετά την Έξοδο και θα καταλήξει στο γιγαντιαίο corpus αμέτρητων συζητήσεο3ν και ερμηνειών του βιβλικού κειμένου, το Ταλμούδ.

Χάρη λοιπόν σ’ αυτή την ελευθερία που δίνει η απουσία αποκάλυψης, η απουσία κανονικής διατύπωσης ενός δόγματος - και με τη μεσολάβηση ενός άλλου παράγοντα για τον οποίο θα μιλήσουμε αργότερα -, υπήρξε στην Ελλάδα συνεχής αναδημιουργία του μύθου (θα μπορούσαμε ασφαλώς να μιλήσουμε και για παρερμηνεία, δεν θα ήταν όμως επαρκές, εκτός αν δώσει κανείς πιο ισχυρή έννοια στον όρο). Το πιο χτυπητό, το πιο συναρπαστικό και το πιο πλούσιο παράδειγμα αυτής της αναδημιουργίας είναι η τραγωδία. Μιλήσαμε ήδη για την τραγωδία και για το γεγονός ότι όλα τα δρώμενα είναι εκ των προτέρων γνωστά, ότι δεν υπάρχει αβεβαιότητα, και διερωτηθήκαμε άλλωστε ποιο θα μπορούσε να είναι το ενδιαφέρον των θεατών σ' αυτή την περίπτωση. Ωστόσο, υπάρχει σαφώς αναμονή και αβεβαιότητα, όχι ως προς τα γεγονότα, ως προς το τι τελικά θα συμβεί, αλλά ως προς τη νέα σημασία που παίρνει ο μύθος σε κάθε καινούργιο έργο, όταν ο τραγικός ποιητής το αναδημιουργεί χάρη σε μικρές η μεγάλες αλλαγές της πλοκής. Και αυτό μας επιτρέπει να δούμε μέχρι πού μπορεί να φθάσει η ελευθερία αυτή. Διότι εκείνο που παρουσιάζει ο ποιητής α- αποτελεί μέρος μιας επίσημης γιορτής της πόλης, των Διονυσίων, επομένως αποτελεί τμήμα της πολιτικής λατρείας. Πρόκειται, τρόπον τινά, για έκφραση της πολιτικής κοινότητας. Και όμως, παρατηρούμε ότι ο ποιητής μπορεί να αλλοιώσει σημαντικά μέρη του μύθου, και κυρίως είναι σε θέση, με βάση ανεπαίσθητες αλλοιώσεις, να του προσδώσει νέα σημασία. Πράγμα που θα ήταν αδιανόητο χωρίς το πρώτο χαρακτηριστικό, δηλαδή την απουσία αποκάλυψης.

Ας περάσουμε στο δεύτερο χαρακτηριστικό. Σε αντίθεση με τη μονοθεϊστική παράδοση, η ελληνική θρησκεία δεν δίνει κανένα πλεονέκτημα στην ανθρωπογονία, στη δημιουργία του ανθρώπινου όντος. Δεν υφίσταται κατασκευή, δημιουργία ή παραγωγή ενός προνομιούχου και μοναδικού όντος, του ανθρώπου, εκ μέρους μιας ανώτερης δύναμης. Ο άνθρωπος είναι ένα ον όπως όλα τα άλλα. Διαθέτει βέβαια μια ιδιαίτερη θέση, στην οποία επανέρχεται συνέχεια ο ελληνικός στοχασμός, και που μπορούμε να βρούμε ήδη στους μύθους. Εν πάση περιπτώσει, στην ομηρική θρησκεία δεν υπάρχει οντολογική σχέση -αν μπορώ να το εκφράσω έτσι - ούτε ειδική πράξη δημιουργίας του ανθρώπου. Παρά τις μεγάλες διαφορές για τις οποίες μιλήσαμε, ο άνθρωπος βρίσκεται σ’ ένα επίπεδο που δεν διαχωρίζεται ριζικά από το επίπεδο των θεών. Και δεν θα μπορούσαμε να εκφράσουμε την κατάσταση αυτή καλύτερα από τον Dodds στη φράση που ήδη αναφέραμε για τους «πρίγκιπες του Ομήρου». Θα ήταν σίγουρα λάθος αν λέγαμε ότι ο Δίας είναι ένας υπερήρωας, ένας Αγαμέμνων στη νιοστή δύναμη, πλην όμως δεν χωρίζει τους δυο τους καμία άβυσσος, δεν υπάρχει οντολογική ρήξη.

Εδώ βρίσκεται ένα θεμελιώδες σημείο, που μας αναγκάζει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί, διότι πρέπει να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι σημαίνει η απουσία διαχωρισμού. Πάρτε, για παράδειγμα, τις πιο πρόσφατες εργασίες για την ελληνική μυθολογία, από το ρεύμα που εκπροσωπούν έξοχα στη Γαλλία ο Jean-Pierre Vernant, ο Pierre Vidal-Naquet και ο Marcel Detienne. Σας συμβουλεύω να διαβάσετε κυρίως, από τα βιβλία του τελευταίου, το Dionysos mis a mort, καθώς και την εισαγωγή του Vernant στο Jardins d’Adonis[1]. Ο Ver­nant επιμένει, και δικαίως, στο γεγονός ότι η ελληνική μυθολογία διακρίνει πάντα αυστηρά τρία επίπεδα. Το επίπεδο της μη ανθρώπινης φύσης, των μη «εξανθρωπισμένων» φυτών και των ζώων, το ανθρώπινο επίπεδο, που περιλαμβάνει και όσα

εξανθρώπισε η ανθρωπότητα, δηλαδή κατοικίδια ζώα, καλλιεργήσιμα φυτά κ.λπ., ιδιότητες του ανθρώπου οι οποίες ως τέτοιες δεν είναι δυνατό να διαχωρίσουν απ' αυτόν, και τέλος το πεδίο των θεών. Δείχνει ότι η θυσία δεν προορίζεται να αποδώσει μόνο τιμή στους θεούς, αλλά ότι προορίζεται επίσης να θυμίζει, χάρη σε κάποια διακριτικά σημεία -ο ίδιος δεν χρησιμοποιεί τον όρο αυτό - τη διαφορά όχι μόνο μεταξύ θείου και ανθρώπινου κόσμου, αλλά και μεταξύ του ανθρώπινου κόσμου και όσων βρίσκονται έξω από αυτόν. Είναι π.χ. αδιανόητο να θυσιαστεί αγριόχοιρος, διότι Θυσιάζονται μόνο κατοικίδια ζώα, κυρίως βόδια, ενώ στους θεούς προσφέρονται μόνο καλλιεργημένα σιτηρά. Η θυσία οφείλει να ανήκει στον ανθρώπινο κόσμο, που αποχωρίζεται ένα κομμάτι του εαυτού του για να το προσφέρει στους θεούς.

Δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε. Είναι φανερό ότι ο ελληνικός κόσμος - όπως και κάθε άλλος κόσμος άλλωστε - δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει, ή θα βυθιζόταν στην τρέλα, αν ζούσε στην άμεση και αδιαφοροποίητη ενότητα του ανθρώπινου, του προανθρώπου και του υπεράνθρωπου στοιχείου. Πρέπει να υπάρχει διάρθρωση και η διάρθρωση αυτή χαρακτηρίζεται από χίλια δυο πράγματα. Βλέπουμε άλλωστε ένα σημάδι της - ή μάλλον πληθώρα απολύτως χαρακτηριστικών σημαδιών - στην περίφημη ιστορία των Κυκλώπων της Οδύσσειας, όπου η διάκριση μεταξύ ανθρώπινου και μη γίνεται με κατηγορηματικό και πλούσιο σε σημασίες τρόπο. Αν όμως υπάρχει διάρθρωση, δεν υπάρχει ρήξη. Αυτό ακριβώς πρέπει να υπογραμμισθεί. Δεν υφίσταται πραγματική υπέρβαση, άπειρη απόσταση μεταξύ ανθρώπινου και μη, είτε - αν μπορώ να πω - αυτό το μη ανθρώπινο τοποθετείται πάνω είτε κάτω από τον άνθρωπο.

Την ποιότητα αυτής της κοινωνικής παράστασης -έναν κόσμο συγχρόνως ενιαίο και διαρθρωμένο, κι εδώ όμως θα Μπορούσαμε να έχουμε αρκετούς δισταγμούς, αλλά θα επανέλθουμε όταν μιλήσουμε για το χάος και τον κόσμο- είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να τη συλλάβουμε εμείς που είμαστε ακόμα βυθισμένοι στη χριστιανική θεολογία. Παρά την ιδέα της δημιουργίας του ανθρώπου από τον Θεό κατ' εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, τη θεία χάρη και τόσα άλλα στοιχεία, παρά τον ανθρωπομορφισμό του χριστιανικού, ακόμα και του εβραϊκού θεού, που αποκλείεται να αγνοήσουμε, υπάρχει στη χριστιανική παράδοση αυτή η οντολογία της ρήξης, της πτώσης, της ριζικής διαφοράς. Και κατά μία έννοια μπορούμε να διερωτηθούμε αν καταφέρνουμε πράγματι να απαλλαγούμε από τη συγκεκριμένη θεώρηση της θέσης του ανθρώπου στο είναι (στην ύπαρξη), που επί αιώνες ήταν η θεώρηση του κόσμου μέσα στον οποίο γεννηθήκαμε. Μόνο η τριβή με τα κείμενα και η αναδημιουργική φαντασία επιτρέπουν ίσως να προσεγγίσουμε αυτή την άλλη όψη του κόσμου όπου υπάρχει διάρθρωση και όχι διαχωρισμός, τίποτα όμως δεν μας εγγυάται ότι θα τα καταφέρουμε. Πρόκειται εξάλλου για ερώτημα το οποίο είναι αδύνατό να απαντηθεί εκ των προτέρων. Εν πάση περιπτώσει, και για να περιοριστούμε προς το παρόν σε καθαρά αρνητικές παρατηρήσεις, είναι εμφανές ότι δεν υπάρχει ριζικός διαχωρισμός και μόνο εφόσον το πέρασμα ανάμεσα στα τρία επίπεδα παραμένει πάντα δυνατό. Υπάρχουν αμέτρητες περιπτώσεις στους μύθους όπου οι άνθρωποι μετατρέπονται σε ζώα ή φυτά από τους θεούς. Οι μισοί σχεδόν ελληνικοί μύθοι αναφέρονται σε μεταμορφώσεις. Ομοίως, δεν λείπουν και οι περιπτώσεις - είναι βέβαια πολύ πιο σπάνιες, αλλά υπάρχουν - όπου ένα εξαιρετικό ανθρώπινο ον, σαν τον Ηρακλή ή τον Γανυμήδη, μεταμορφώνεται σε θεό ή ημίθεο ή σε κάποιο θείο ον άλλου τύπου, όπως π.χ. σε αστερισμό. Τα περάσματα αυτά δεν είναι, όπως στην περίπτωση της ενσάρκωσης του Θεού των χριστιανών, της τάξεως του θαύματος. (Θα είχαμε άλλωστε πολλά να πούμε πάνω στο θέμα των θαυμάτων...) Κατά δεύτερο λόγο, ας μην ξεχνάμε όχι τον ανθρωπομορφικό αλλά τον ανθρώπινο χαρακτήρα των θεών, για τον οποίο σας μίλησα την τελευταία φορά. Τέλος, πράγμα ακόμα πιο σημαντικό, το οποίο μας επαναφέρει στο πρόβλημα της ανθρωπογονίας, ο άνθρωπος και όλα τα άλλα όντα δεν αποτελούν δημιουργήματα των θεών. Πέτρες, άγρια και κατοικίδια ζώα, άνθρωποι και θεοί, αναδύονται συγχρόνως και ανεξαρτήτως, κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας, και ξεκινώντας από ένα αρχικό δεδομένο, που είναι, κατά τον Ησίοδο, το χάος -και όλα υπόκεινται στη μοίραν. Σε σχέση με την έσχατη αυτή κοσμική τάξη - ανάδυση από το χάος και υποταγή των πάντων στη μοίραν -, δεν υφίσταται ιδιαίτερη θέση των θεών που θα τους διέκρινε από τους ανθρώπους. Βλέπουμε εδώ όλα όσα μας χωρίζουν από τη χριστιανική, ακόμα και από την εβραϊκή θεολογία[2].

Μια παρέκβαση τώρα σχετικά με την ειδωλολατρία. Περί τίνος πρόκειται; Επιτρέψτε μου να σας παραπέμψω επ’ αυτού στο κείμενό μου «Θέσμιση της κοινωνίας και θρησκεία» (του οποίου το περιεχόμενο πρέπει να είναι γνωστό σε όσους παρακολούθησαν τα σεμινάρια των δύο τελευταίων ετών), όπου υποστηρίζω τη θέση ότι κάθε θρησκεία είναι αναγκαστικά ειδωλολατρική. Διότι κάθε θρησκεία οφείλει αναγκαστικά, προκειμένου να υπάρξει ως κοινωνικά θεσμισμένη θρησκεία, να δώσει μορφή σε ό, τι αυτή ονομάζει υπερβατικό - όταν το ονομάζει έτσι -, σε αυτό που εμείς θα ονομάσουμε Χάος, Άβυσσο ή Απύθμενο. Αυτή η μορφή μπορεί να είναι ένα άγαλμα, αλλά και μια ιστορία (γιατί και μια ιστορία είναι δυνατό να αποτελεί εικόνιση), ομιλία, λόγος, ή ο Λόγος. Το να πεις ότι ο Θεός είναι Λόγος αποτελεί φυσικά και αυτό ειδωλολατρία. Οι μόνοι που το κατάλαβαν καλά είναι οι θεολόγοι της αρνητικής ή αποφατικής θεολογίας, για τους οποίους η θεολογία έχει ακριβώς καθήκον την απόρριψη όλων των κατηγορημάτων που οι άνθρωποι θα μπορούσαν να αποδώσουν στον Θεό. Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη, και ιδίως στον προφήτη Ησαΐα, που συγκαταλέγεται μεταξύ των παλαιότερων συγγραφέων, βρίσκουμε κριτική της ειδωλολατρίας, της λατρείας των ξόανων, όπως λέγεται στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, δηλαδή υλικών μορφών, κριτική που εγκαλεί τον κοινό νου, αρκετά βολταιριανή: πώς είναι δυνατό να πιστεύουμε ότι αυτά τα κομμάτια ξύλου που καίμε είναι θεοί κ.λπ.; Δεν έχω μελετήσει το θέμα και δεν γνωρίζω αν μπορούμε να μάθουμε ποια ήταν η πραγματική σχέση των λαών που περιστοίχιζαν την Παλαιστίνη την εποχή του Ησαΐα, των Μαδιανιτών και άλλων Μωαβιτών, με τα είδωλά τους. Πίστευαν πραγματικά ότι εκείνα τα κομμάτια ξύλου ή πέτρας ήσαν όντως ο Θεός; Τεράστιο ερώτημα για το οποίο μάλλον δεν υπάρχει απάντη­ση. Είναι πιθανό και ίσως βέβαιο πως υπήρξαν κοινωνίες όπου ένα οποιοδήποτε υλικό αντικείμενο θεωρείτο ο ίδιος ο Θεός, αυτοπροσώπως. Πιστεύω όμως ότι με το πέρασμα του χρόνου δημιουργείται αναπόφευκτα μια διττή πραγματικότητα: το άγαλμα δεν αποτελεί πλέον φετίχ, σίγουρα διαθέτει ιερό χαρακτήρα και μετέχει του θείου με τρόπο απερίγραπτο, δεν είναι όμως ο ίδιος ο Θεός. Αποτελεί σύμβολο της θεότητας, σεβαστό σύμβολο που ωστόσο δεν την ενσαρκώνει. Ωστόσο, για μεγάλη μερίδα του πληθυσμού εξακολουθεί ίσως να επιβιώνει μια φετιχιστική διάσταση αυτής της σχέσης με τα εμβλήματα, ως εμμενείς παραστάσεις της υπερβατικότητας.

Και οι Έλληνες; Δεν σκέφτηκα ποτέ πως στην αρχαία Ελλάδα ήταν συνήθης η περίπτωση του θρησκευομένου που πίστευε ότι το τάδε άγαλμα, το οποίο ήξεραν όλοι πως είχε μόλις φτιάξει ο Φειδίας, ήταν ο ίδιος ο θεός. Λίγο όμως ενδιαφέρει εδώ αυτό που έχουμε την πρόθεση να πιστέψουμε. Θα σας αναφέρω καλύτερα τα λόγια του Ιππόλυτου από το ομώνυμο έργο του Ευριπίδη[3]. (Θα μπορούσε να μου αντιτάξει κανείς ότι πρόκειται για σχετικά ύστερη εποχή, πιθανότατα το τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα, και ότι ο Ευριπίδης είναι ο πλέον «διανοούμενος» των μεγάλων τραγικών, αλλά δεν έχει σημασία). Ο Ιππόλυτος λοιπόν, απευθυνόμενος στην Άρτεμη, τη θεά που κατεξοχήν λατρεύει, της λέει μια πολύ όμορφη φράση, μια φράση ερωτευμένου: «Βρίσκομαι μαζί σου και συζητώ με σένα, ακούω τη φωνή σου, μα δεν βλέπω τα μάτια σου (το όμμα, το «μάτι», είναι εδώ μετωνυμία για το «πρόσωπο»). Και όμως, ο Ιππόλυτος βρίσκεται στη σκηνή, μπροστά στο άγαλμα της Άρτεμης. Και μπροστά στο άγαλμα λέει: «Βρίσκομαι μαζί σου, συζητώ με σένα, ακούω τη φωνή σου (ένα άγαλμα δεν μιλάει), δεν βλέπω όμως το πρόσωπό σου (τη βλέπει)». Πράγμα που σημαίνει ακριβώς ότι ο Ιππόλυτος γνωρίζει καλά, και το εκφράζει, ενώ ο ποιητής το αναπαράγει και αυτός ενώπιον του αθηναϊκού κοινού, που ίσως δεν το εκλαμβάνει ως αυτονόητο, σίγουρα όμως ως αποδεκτό, πως όταν βρισκόμαστε μπροστά στο άγαλμα του θεού δεν βλέπουμε τον ίδιο τον θεό. Παρατηρούμε άλλωστε τη διπλή μετάθεση: βρίσκεται μπροστά στο άγαλμα, αλλά δεν βλέπει τη θεά. Το άγαλμα, φυσικά, δεν μιλάει, αλλά ακούει τη φωνή της. Προφανώς, φωνή είναι το νόημα, ο λόγος, η επικοινωνία με τη θεά. Η θεά του μιλάει ή του απαντά, πρόκειται όμως πάντα για φωνή και όχι για όψη. Νομίζω ότι δεν θα ήταν δύσκολο να βρεθούν και άλλα στοιχεία που θα έδειχναν πολύ καθαρά πως όταν αναφερόμαστε στην ειδωλολατρία, τουλάχιστον στους Έλληνες, δεν πρέπει να μένουμε στη μαχητική οπτική των Πατέρων της Εκκλησίας των πρώτων χριστιανικών αιώνων και να φανταζόμαστε ότι ο πιστός θεωρούσε απλώς πως η θεότητα βρισκόταν εκεί, μέσα στο άγαλμα.

Όχι, υπήρχε μια σχέση, διαμεσολαβημένη από το άγαλμα, δίχως πραγματική παρουσία, αλλά με ιερότητα.

Είναι αλήθεια πως υπάρχει επίσης η εμπειρία της θείας «παρουσίας». Το έζησα πρόσφατα, ήταν κάτι σαν τη «νύχτα του Pascal», αν θέλετε, αλλά εκ των έξω. Ήμουνα στο Ισραήλ κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και κάποιοι φίλοι με προ- έτρεψαν να επισκεφθώ τη Βηθλεέμ. Κατέβηκα λοιπόν στην κρύπτη όπου υποτίθεται ότι γεννήθηκε το θείο βρέφος. Οι πιστοί παρακολουθούσαν τη λειτουργία. Επρόκειτο για το ίδιο ακριβώς πράγμα που παρατήρησα πολλές φορές στην Ινδία, βλέποντας πιστούς μπροστά στα αγάλματα του Βισνού ή του Σίβα: ο θεός ήταν παρών. Κοινωνιολογικά, ο Χριστός βρισκόταν μέσα σ' εκείνη την κρύπτη. Όχι από την άποψη των φυσικών επιστημών ούτε ίσως της φιλοσοφίας, αλλά από κοινωνιολογικής άποψης, ο Χριστός ήταν εκεί, είναι πάντα εκεί από τη στιγμή που γεννιέται. Και οι άνθρωποι που παρευρίσκονται, είχαν την αίσθηση της πραγματικής παρουσίας του θείου. Πρόκειται για εμπειρία που ίσως έχετε ζήσει σε μέρη όπου η χριστιανική λατρεία συνδέεται με υπερφυσικά φαινόμενα, όπως στη Λούρδη ή και αλλού. Υπάρχει λοιπόν μια κατηγορία πιστών οι οποίοι βιώνουν εμφανώς τη σχέση τους με τον τόπο και με αυτά που συνέβησαν ή συμβαίνουν εκεί ως παρουσία της θεότητας. Ωστόσο, το μόνο που μπορεί να κάνει ο παρατηρητής είναι να ανασυνθέσει την κατάσταση αυτή βλέποντας τη συμπεριφορά, τις χειρονομίες κ.λπ. και προσπαθώντας να μη λάβει υπόψη τους περιφερόμενους μικροπωλητές. Στην κρύπτη της Βηθλεέμ δεν υπάρχουν μικροπωλητές και η ατμόσφαιρα σας σφίγγει την καρδιά: για τους πιστούς, ο θεός είναι παρών.

Τελικά, πώς νοείται η ειδωλολατρία; Είναι αδύνατο να συλλάβουμε μια πραγματική θρησκεία, κοινωνικά υπαρκτή, για την οποία η υπερβατικότητα δεν είναι «παρούσα» στον κόσμο, και, σε τελευταία ανάλυση, αν δεν είναι παρούσα σε κάποια σπηλιά, υπάρχει σε λόγους, σε βιβλία, ή ίσως απλώς - για ορισμένους φιλοσόφους - στο γεγονός ότι μπορούν να διατυπώσουν οι ίδιοι την κατηγορική προσταγή. Η υπερβατικότητα είναι παρούσα, «αναγγέλλεται».

Τρίτο σημείο: στην ελληνική θρησκεία δεν υπάρχει ούτε υπόσχεση ούτε ελπίδα. Είδαμε ότι η αθανασία, στο βαθμό που υπάρχει, είναι χειρότερη από τον οριστικό θάνατο- πρόκειται για επιβίωση άθλιων σκιών δίχως πνεύμα, αισθήσεις και αναμνήσεις - σκεφτείτε τις σκιές στα Τάρταρα που περιγράφονται στην Οδύσσεια - , όντα των οποίων η υπόσταση βρίσκεται εξάλλου στα όρια του νοητού. Αυτή είναι η θέση του κυρίαρχου ρεύματος στην ελληνική θρησκεία. Είναι αλήθεια ότι, πιθανόν από τον 6ο αιώνα π.Χ. ήδη, εμφανίζονται αντίθετα ρεύματα, τα οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε μυστικιστικά, αν και ο όρος αυτός είναι εν προκειμένω τελείως αδόκιμος. Πρόκειται όμως για περιθωριακά ρεύματα, αποκλίνοντα από το κύριο ρεύμα. Εκπροσωπούνται κυρίως από τον Ορφισμό, στη συνέχεια δε από τις ακόμα πιο ολιγάριθμες πυθαγόρειες σέχτες. Τα ρεύματα αυτά αντιτίθενται προφανώς στη θρησκεία των ολύμπιων θεών όπως περιγράφεται από τον Όμηρο. Προτείνουν π.χ. μια άλλη κοσμογονία, κατά την οποία το χάος δεν αποτελεί την αρχή των πάντων. Είναι σαφέστατα α-κοσμικά και τάσσονται συνεπώς κατά της πόλης, ακόμη και όταν δεν το δηλώνουν ρητά. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι στον Ορφισμό η ανθρωπογονία, η στιγμή της δημιουργίας του ανθρώπινου όντος, έχει κεντρικότατη θέση, πράγμα που έχει προφανώς βαρύνουσα σημασία. Οι σέχτες αυτές κηρύσσουν, από τη μια μεριά, διατροφή μερικώς ή τελείως χορτοφαγική και από την άλλη, αν όχι την απόλυτη σεξουαλική αποχή, τουλάχιστον μια ερωτική συμπεριφορά που υπόκειται σε περισσότερους περιορισμούς απ' αυτούς που ήσαν τότε ευρέως αποδεκτοί, Τέλος δε, Ορφικοί και Πυθαγόρειοι απορρίπτουν τη θυσία ζώων, απορρίπτουν δηλαδή αυτό το βασικό γνώρισμα της διασύνδεσης του ανθρώπινου με το θείο.

Αυτό που διατυπώνεται έτσι ρητά - τα κείμενα του Vernant και του Detienne που μόλις ανέφερα είναι πολύ πλούσια και απολύτως πειστικά επ’ αυτού - είναι η θέληση να φθάσουν σε κάποιου είδους θεοποίηση των ανθρώπινων όντων. Να γίνει ο άνθρωπος όμοιος με τους θεούς, όχι σαν πρόκληση, όπως συμβαίνει στην ιστορία του όφεως στη Γένεση, αλλά με την ηθική άσκηση και την ευλάβεια. Δεν εκπλήσσει, επομένως, το γεγονός ότι τα ρεύματα αυτά - σίγουρα τα ορφικά και τα πιο αυστηρά πυθαγόρεια - είναι συγχρόνως α-κοσμικά, α-πολιτικά και μάλιστα αντιπολιτικά, εχθροί της πόλης. Διότι είναι εμφανές πως αν ένας τέτοιος στόχος - η θεοποίηση- είναι επιτεύξιμος, αν είναι δυνατό να τεθεί και να ακολουθηθεί, ενώ το ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν εδώ κάτω, στη γη, εμφανίζεται ως εντελώς αμελητέο. Στο συμπέρασμα αυτό ακριβώς καταλήγουν ρητά οι Ορφικοί και ορισμένοι Πυθαγόρειοι, διότι είναι το μόνο στο οποίο μπορεί να φθάσει μια θρησκεία του υπερβατικού, ακολουθώντας τη λογική της με αυστηρότητα. Αν είναι πράγματι δυνατό το ἀθανατίζειν, η εξομοίωση με τον θεό, δεν μπορεί να δει κανείς τι ενδιαφέρον παρουσιάζει η αγορά, η εκκλησία, η τραγωδία, η Σαλαμίνα, οι Πέρσες, η ανέγερση ναών ή οτιδήποτε άλλο. Για τη σημασία αυτών των θεωρήσεων κατά την απομάκρυνση από τα εγκό­σμια, σας παραπέμπω στον Pascal. Σε αυτή ακριβώς την τάση των Ορφικών απαντά ο Πίνδαρος στις αρχές του 5ου αιώνα με τους περίφημους στίχους του, στους οποίους λέει ότι είναι παράλογο να θέλουμε να γίνουμε αθάνατοι και οφείλουμε θνατά φρονεῖν: η σκέψη μας, η πνευματική διάθεσή μας, να αντιστοιχεί στη θέση του θνητού όντος[4]. Και λέει ακόμα ότι τίποτα δεν είναι πιο κενό και καταγέλαστο από το να περιφρονούμε αυτό που βρίσκεται μπροστά μας και να επιδιώκουμε πάντα κάτι που είναι μακριά και αλλού[5]. Οι στίχοι αυτοί εκφράζουν μια ουσιώδη συνιστώσα της κλασικής ελληνικής στάσης.

Το τέταρτο και τελευταίο σημείο αφορά στον «εθνικό» ή μη χαρακτήρα των θεών. Πρόκειται για ενδογενώς δύσκολο πρόβλημα, που θα απαιτούσε τη συμβολή τεράστιας ποσότητας δεδομένων της συγκριτικής μελέτης θρησκειών. Ωστόσο, δεν φαίνεται υπερβολικό να πούμε ότι γενικά - τουλάχιστον πριν εμφανιστούν οι λεγόμενες οικουμενικές θρησκείες σωτηρίας, ο βουδισμός, ο χριστιανισμός και το Ισλάμ- κάθε λαός διαλέγει τους θεούς του, τους θέτει ως δικούς του θεούς και τους αντιπαραθέτει στους θεούς των άλλων. Νομίζω όμως ότι, εν προκειμένω, μπορούμε να ισχυριστούμε πως για τους Έλληνες οι θεοί δεν είναι οι «θεοί των Ελλήνων» αλλά απλώς οι θεοί. Με άλλα λόγια, στη θρησκεία αυτή υπάρχουν δύο όψεις. Από τη μια πλευρά, μετά τον Gernet, ίσως και νωρίτερα, η ελληνική θρησκεία θεωρούνταν - και δικαίως, διότι πρόκειται για θεμελιώδη άποψη - πολιτική θρησκεία, θρησκεία της πόλεως. Η «πολιτική» λατρεία αφορά στην πόλη, η οποία την επωμίζεται, την οργανώνει, τη ρυθμίζει και επικυρώνει την τήρησή της. Αυτοί που αναλαμβάνουν κάποιες ιεροτελεστίες δεν ανήκουν σε σώμα κληρικών που αυτοαναπαράγεται διοριζόμενο με συγκεκριμένες διαδικασίες. Διορίζονται από την πόλη. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, οι θεοί προς τους οποίους απευθύνεται η λατρεία, ακόμα και όταν έχουν κάποια προνομιακή σχέση με τη μία ή με την άλλη πόλιν (η Αθηνά με την Αθήνα, η Ήρα με το Άργος...), δεν είναι αποκλειστικοί θεοί των πόλεων αυτών ούτε καν αποκλειστικοί θεοί των Ελλήνων, αλλά απλώς «οι θεοί», οι θεοί όλου του κόσμου. Αυτό ακριβώς φαίνεται καθαρά τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια: οι Τρώες δεν έχουν άλλους θεούς, ενώ τέρατα, όπως οι Κύκλωπες, μπορούν να περιφρονούν τους Ολύμπιους θεούς και να αρνούνται να τους τιμήσουν, πλην όμως πρόκειται γι’ αυτούς τους ίδιους θεούς. Δεν γνωρίζουν άλλους θεούς ούτε και υποστηρίζουν π.χ. ότι δεν υπάρχουν θεοί. Βασισμένα στη μεγάλη δύναμή τους, τα τέρατα πιστεύουν απλώς ότι μπορούν να έχουν την πολυτέλεια να τους αντισταθούν. Είναι γεγονός ότι αυτή η διαπίστωση είναι δίκοπο μαχαίρι, διότι σε όσους υποστηρίζουν πως στην ελληνική θρησκεία οι θεοί έχουν τεθεί ως οικουμενικοί μπορεί να αντιταχθεί το γεγονός ότι οι Έλληνες, είτε το θέλουν είτε όχι, επιβάλλουν με τον τρόπο αυτό τους συγκεκριμένους οικουμενικούς θεούς σε όλους. Αντίρρηση μη ανασκευάσιμη, κατά μια έννοια, πλην όμως δεν αποτελεί την ουσία του θέματος. Στο πλαίσιο της συζήτησης μας, το σημαντικό για μας είναι ότι, αν και οι θεοί αυτοί συνδέονται πάντα μέσω μιας ιδιαίτερης λατρείας με την πόλη, δεν αποκτούν τοπικό ή «εθνικό» χαρακτήρα και, με την έννοια αυτή, είναι πράγματι «οικουμενικοί». Έχει σημασία εν προκειμένω ότι οι Έλληνες αναζήτησαν πάντοτε αναλογίες ή αναγνώρισαν δάνεια: αυτόν που αποκαλούμε Δία οι Αιγύπτιοι τον ονόμαζαν έτσι, ο Ηρακλής συναντάται στους Αιγυπτίους με την τάδε μορφή, τον δανειστήκαμε από αυτούς κ.λπ. Η στάση αυτή, ήδη παρούσα στον Ηρόδοτο, θα επιβεβαιωθεί στη συνέχεια.

Έρχομαι τώρα στο στοιχείο που στα έπη, και ιδίως στην Οδύσσεια, αποτελεί κατά τη γνώμη μου επιβεβαίωση σημασιών που αφορούν στο κοινωνικό είναι και στην εν κοινωνία ανθρωπότητα, και που ως εκ τούτου διαχωρίζεται από το μη ανθρώπινο όχι μόνο ως απουσία ορισμένων ανθρώπινων χαρακτηριστικών, αλλά ως τερατώδες. Θα μελετήσουμε ιδιαίτερα το περίφημο επεισόδιο των Κυκλώπων[6], που από την αρχαιότητα έχει συζητηθεί χιλιάδες φορές αρχής γενομένης με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη). Οι Κύκλωπες αναφέρονται και στη Θεογονία του Ησιόδου, πρόκειται όμως για σύντομη αναφορά[7]. (Στη συνέχεια, χρησιμοποιώ συχνά τη θαυμάσια εργασία μιας νεαρής φοιτήτριας της Ecole Normale, της Μυρτώς Γόντικα, όπου επισημαίνονται πολύ σωστά ορισμένα σημαντικά σημεία). Όλοι γνωρίζετε βέβαια το επεισόδιο, γι’ αυτό και θα περιοριστώ να σας θυμίσω τα ουσιώδη: ο Οδυσσέας αποβιβάζεται με τους συντρόφους του στο νησί των Κυκλώπων και φυλακίζεται από έναν εξ αυτών, τον Πολύφημο, ένα ανθρωποφάγο τέρας. Αφού τον μεθάει και του βγάζει το μοναδικό του μάτι με έναν τεράστιο πάσσαλο, ο Οδυσσέας καταφέρνει να αποδράσει καταφεύγοντας σε ένα περίφημο τέχνασμα: πείθει τον Πολύφημο ότι το όνομά του είναι Οὗτις, δηλαδή «κανείς», και όταν το τέρας φωνάζει για βοήθεια τους άλλους Κύκλωπες, εκείνοι του απαντούν: αφού κανείς δεν σε απειλεί, σημαίνει πως είσαι άρρωστος, οπότε κάνε επίκληση στον πατέρα μας, τον Ποσειδώνα. Η ιστορία αυτή εντάσσεται στις περιπέτειες που ο ίδιος ο Οδυσσέας αφηγείται στον Αλκίνοο, βασιλέα των Φαιάκων. Ανήκει στην ομάδα των περιπετειών που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «εξωτικές», μη ελληνικές, και που, με μία μόνο εξαίρεση[8], εκτυλίσσονται σε τόπους λίγο πολύ φανταστικών όντων, όπως οι Λωτοφάγοι, οι Κύκλωπες και οι Λαιστρυγόνες. Οι Φαίακες, ακροατές των διηγήσεων, βρίσκονται στα σύνορα μεταξύ του εξωτικού, ίσως και τερατώδους, αυτού κόσμου και του ελληνικού κόσμου, του κόσμου του Τρωικού Πολέμου, του κόσμου που συναντά ο Τηλέμαχος στα παλάτια του Νέστορα και του Μενέλαου. Δεν θα επιμείνω στους Φαίακες - η ίδια η λέξη σημαίνει «γκρίζοι άνθρωποι». Ορισμένα χαρακτηριστικά τους τούς τοποθετούν στις παρυφές του ορατού και του φανταστικού κόσμου[9], άλλα όμως χαρακτηριστικά τους υπογραμμίζουν έντονα ότι ανήκουν στον ανθρώπινο, «πολιτισμένο» θα λέγαμε, κόσμο. Έχουν π.χ. βασιλιά που προΐσταται άλλων «βασιλέων», που κρατά σκήπτρον, διαθέτουν ένα είδος αγοράς και κήρυκες. Η θέση της βασίλισσας σε σχέση με τον βασιλιά είναι αρκετά ιδιόμορφη, δεδομένου ότι φαίνεται να διαδραματίζει ρόλο εξίσου σημαντικό με αυ­τόν, πράγμα που την εποχή εκείνη δεν είναι ελληνικό στοιχείο. Εν πάση περιπτώσει, οι Φαίακες συνδέονται επίσης με τον ανθρώπινο κόσμο, έτσι ώστε ο Οδυσσέας να μπορεί να γί­νει δεκτός αξιοπρεπώς, να μπορεί να καθήσει ήσυχα ανάμεσά τους και να διηγηθεί τις περιπέτειές του μπροστά σ’ ένα ακροατήριο που δείχνει πραγματικό ενδιαφέρον γι’ αυτές.

Ας επιστρέψουμε στους Κύκλωπες. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι περιγράφονται κατά κύριο λόγο αρνητικά. Φυσικά, παρεμβάλλονται και θετικά στοιχεία στην περιγραφή τους, όπως η παρουσίαση του γιγαντιαίου Πολύφημου που παρομοιάζεται με δασωμένη κορυφή ανάμεσα σε γυμνά βουνά. Ωστόσο, εξαρχής, όταν ο Οδυσσέας θέλει να δώσει στους ακροατές του να καταλάβουν τι είναι οι Κύκλωπες, τους λέει: μετά την αναχώρησή μας από το νησί των Λωτοφάγων, συνεχίσαμε το ταξίδι μας και φθάσαμε στη γη των Κυκλώπων (Κύκλωπας σημαίνει στρογγυλομάτης), που είναι ὑπερφίαλοι και ἀθέμιστοι. Υπερφίαλος είναι ο εγωιστής σε υπερθετικό βαθμό, που δεν ακούει κανένα και δεν υποτάσσεται σε τίποτα. Αθέμιστοί είναι αυτοί που δεν έχουν θέμιστας, δηλαδή νομοθεσία και θεσμούς. (Ο Berard μεταφράζει τους αθέμιστους ως «χωρίς πίστη και χωρίς νόμο»). Φθάσανε στη χώρα των ανθρώπων που ούτε φυτεύουν ούτε οργώνουν, και που δεν έχουν ούτε βουληφόρους αγοράς (συνελεύσεις μέσα στις οποίες εκφράζονται, φέρονται ή διαμορφώνονται βουλαί, δηλαδή γνώμες και αποφάσεις), ούτε θέμιστας (δηλαδή θεσμούς). Ο καθένας βασιλεύει στη γυναίκα του και τα παιδιά του (οὐδ’ ἀλλήλων ἀλέγουσιν), και δεν νοιάζονται ο ένας για τον άλλο, δεν συναναστρέφονται μεταξύ τους.

Έχουμε λοιπόν εδώ την περιγραφή αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε, αν θέλετε, φυσική κατάσταση, με μόνη διαφορά ότι εκφράζεται ειρωνικά, διότι πρόκειται πράγματι περί τερατώδους κατάστασης. Πρόκειται για όντα που δεν εργάζονται, και, εν πάση περιπτώσει, δεν καταγίνονται με την κατεξοχήν εργασία για τους Έλληνες, την καλλιέργεια της γης. Άλλωστε, δεν το έχουν καθόλου ανάγκη: εμπιστεύονται τους αθάνατους θεούς και όλα φυτρώνουν μόνα τους. Ωστόσο, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ο Πολύφημος καταγίνεται σαφώς με κάποια δραστηριότητα: φροντίζει τα πρόβατά του και παράγει τυρί, πράγμα όχι αμελητέο. Αυτό αξίζει να υπογραμμιστεί, διότι η απουσία πραγματικής πολικότητας ή δυαδικών αντιθέσεων θα μπορούσε να θέσει προβλήματα σε αναλύσεις στρουκτουραλιστικού τύπου. Εν πά­ση περιπτώσει, δεν βρίσκουμε στους άλλους Κύκλωπες ασχολία ή τεχνική άξια λόγου, παρά το γεγονός ότι ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του διακρίνουν από μακριά καπνούς...[10] Αντίθετα, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο Οδυσσέας παρατηρεί τον κόσμο των Κυκλώπων με βλέμμα που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε σχεδόν τεχνικό, όταν προσπαθεί να απαριθμήσει τι κάνουν και τι δεν κάνουν φθάνει δε μέχρι να υποδείξει τις δυνατότητες εκμετάλλευσης που θα προσέφεραν αυτά τα νησιά σε πολιτισμένους ανθρώπους[11], σε σημείο που ορισμένοι διέγνωσαν εδώ ένα είδος πρόσκλησης σε αποικισμό. Το σημείο όμως στο οποίο θα ήθελα να επιμείνω είναι ο ορισμός του καθαυτό ανθρώπινου που προκύπτει κατ' ^ αντίθεση όταν, όπως το είδαμε ήδη, ο Οδυσσέας παρουσιάζει τα τέρατα αυτά λέγοντας ότι δεν διαθέτουν ούτε βουληφόρους ἀγοράς ούτε θέμιστας. Ο όρος αυτός μεταφράστηκε ορισμένες φορές ως «δικαστήρια», νομίζω όμως ότι πρέπει να προσέξουμε τη ρίζα της λέξης: πρόκειται για νόμους, για θεσμούς. Είναι γεγονός ότι λέγεται πως ο κάθε Κύκλωπας θεμιστεύει, νομοθετεί για τη γυναίκα και τα παιδιά του, προστίθεται όμως αμέσως: χωρίς να ενδιαφέρεται για τους άλλους. Οι Κύκλωπες είναι λοιπόν ένα είδος pater familins, το ρήμα όμως θεμιστεύω αφαιρεί από τον Κύκλωπα τη δυνατότητα να θανατώνει αυθαίρετα τη γυναίκα του ή τα παιδιά του. Άλλη σημαντική πλευρά στην οποία δεν μπορούμε να επεκταθούμε εδώ: η τερατώδης φύση τους σχετικοποιείται από το γεγονός ότι μιλούν, πράγμα που επιτρέπει άλλωστε την ύπαρξη της ιστορίας των Κυκλώπων και όχι την αφήγηση μιας δοκιμασίας, όπως με τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Το ουσιαστικό όμως, ας το επαναλάβουμε, αυτό που μαθαίνουν τα παιδιά των Ελλήνων ακούγοντας τους ραψωδούς να απαγγέλλουν την Οδύσσεια, είναι ότι όσοι δεν διαθέτουν βουληφόρους ἀ­γοράς είναι τέρατα. Ότι εκείνοι που δεν έχουν θέμιστας, νομοθεσία, είναι τέρατα και όχι άνθρωποι.

Μπορούμε βέβαια να εισάγουμε κάποιες διαφοροποιήσεις. Η Οδύσσεια δεν είναι θεωρητικό κείμενο, και κυρίως δεν είναι εγχειρίδιο πολιτικής επιστήμης ή γεωμετρίας. Οι σημασίες για τις οποίες μιλάμε είναι διαφορετικής τάξης, κάτι που τείνουν να ξεχνούν οι σύγχρονοι ερμηνευτές. Διότι, όπως είδαμε, στον μη ανθρώπινο κόσμο υπάρχουν διαβαθμίσεις, ενδιάμεσοι σταθμοί, δεν πρόκειται για πίνακα με + και με —. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του φθάνουν στους Λαιστρυγόνες οι οποίοι είναι κι αυτοί αρκετά τερατώδη όντα, ψηλοί σαν βουνά και ανθρωποφάγοι επίσης. Πρόκειται όμως για κοινωνικούς ανθρωποφάγους, που ζουν σε πόλη, που διαθέτουν συνελεύσεις και βασιλιά[12], έστω κι αν δεν είναι «αρτοφάγοι» - η έκ­φραση «σῖτον ἔδοντες» απαντά στην Οδύσσεια ως στερεότυπη ρυθμική ενότητα. Όσο για τους Κιμμερίους, οι οποίοι αναφέρονται στη ραψωδία λ. συγκροτούν δῆμον, διαθέτουν πό­λιν[13] και, όπως οι Αιθίοπες, ο άλλος αυτός λαός που κατοικεί στην άκρη του κόσμου, είναι κάτι περισσότερο από άνθρωποι, αλλά σίγουρα δεν είναι τέρατα.

Χρειάζεται να επιμείνουμε επ’ αυτού: βρίσκουμε ήδη στα ομηρικά έπη, εξαρχής, την αναφορά στις βουληφόρονς ἀγο­ράς και στους θέμιστας ως χαρακτηριστικά στοιχεία της αν­θρώπινης ιδιότητας. (Ειρήσθω εν παρόδω, η σχετικά διφορούμενη έννοια του όρου βουληφόρος απαντά και στον γαλλικό όρο deliberatif - «διαβουλευτικός» που δεν σημαίνει μόνο την αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων αλλά και τη διαδικασία σκέψης και προβληματισμού πάνω στο αντικείμενο για το οποίο πρόκειται να παρθεί ή όχι κάποια απόφαση. Το θέμα όμως της αγοράς - πράγμα που ενδιαφέρει άμεσα την έρευνά μας - επανέρχεται και σε άλλα σημεία των επών. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει αρκετά σαφής διαφορά στο περιεχόμενο του όρου αγορά ανάμεσα στα δύο έπη, είναι όμως λιγότερο βαθιά απ' όσο θέλησαν ορισμένοι να την παρουσιάσουν. Στην Ιλιάδα, αγορά είναι η συνέλευση των ελεύθερων πολεμιστών -όχι μόνο των ηρώων -, παίρνουν το λόγο όμως αποκλειστικά οι ήρωες, οι μεγάλοι ηγεμόνες. Είδαμε ότι όταν ο Θερσίτης, άνθρωπος του λαού, πήρε το λόγο, ο Οδυσσέας τον εξύβρισε και τον χτύπησε με το σκήπτρο του διότι δεν έπρεπε να μιλήσει. Αν και είναι σαφές ότι η αγορά αυτή αποτελεί μέσο έκφρασης των απόψεων των ηρώων, παρά ταύτα μερικές φορές είναι και μέσο που χρησιμοποιεί ο ηγεμόνας προκειμένου να σταθμίσει τις διαθέσεις της «κοινής γνώμης». Και η αγορά μπορεί τότε να αντιδράσει, όπως στη ραψωδία Β της Ιλιάδας όταν, μπροστά στη συνέλευση, ο Αγαμέμνων προσποιείται ότι θέλει την άρση της πολιορκίας, οι δε πολεμιστές το εκλαμβάνουν κατά λέξη και τρέχουν στα καράβια για να φύγουν[14]. Είναι όμως αληθές ότι στην Ιλιάδα αυτός ο ενεργητικός ρόλος της αγοράς είναι αρκετά περιορισμένος. Στην Οδύσσεια, η κατάσταση είναι διαφορετική, τόσο για την αγορά των θεών[15], όσο και για την αγορά της Ιθάκης[16] όπου ο Τηλέμαχος αντιμετωπίζει τους μνηστήρες του θρόνου. Εκεί γίνεται πραγματικός διάλογος, κάτι που δεν επαναλαμβάνεται σε άλλα επεισόδια. Παραδείγματος χάρη, όταν ο Οδυσσέας με τους δικούς του φθάνει στο παραδεισένιο νησί απέναντι από τους Κύκλωπες[17] και συγκαλεί συνέλευση (ἀγοράν θέμενος) όπου λέει στους συντρόφους του ότι το κυρίως στράτευμά θα παραμείνει επιτόπου ενώ ο ίδιος με μια χούφτα άνδρες θα περάσει στο κοντινό νησί για να δει τι είδους άνθρωποι το κατοικούν, αν είναι ὑβρισταί («αψηφούντες κάθε κανόνα», η λέξη όμως πράγματι δεν μεταφράζεται), άγριοι και άδικοι, ή αν είναι φιλόξενοι και θεοσεβούμενοι. Δεν μας εκπλήσσει, βέβαια, ότι ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι του, που αντιμετώπισαν τρομακτικές δοκιμασίες, ονειρεύονται να βρουν ένα μέρος με φιλόξενους κατοίκους. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι τα χαρακτηριστικά που έρχονται αυθόρμητα στο νου και ορίζουν όσους δεν είναι άγριοι και άδικοι (ὑβρισταί) είναι η φιλοξενία και ο σεβασμός προς τους θεούς -και ιδίως προς τον Δία, τον προστάτη ασθενών και οδοιπόρων. Εν πάση περιπτώσει, είναι εδώ εμφανές ότι έχουμε να κάνουμε με μια συνέλευση που φαίνεται να συγκλήθηκε μόνο και μόνο προκειμένου να ανακοινώσει ο ηγέτης τις αποφάσεις του.

Είδαμε όμως ότι στο επεισόδιο με τους Κύκλωπες βρίσκουμε κι ένα άλλο στοιχείο, σαν να ανεβαίνουμε κατά κάποιον τρόπο σε άλλο επίπεδο: πρόκειται γι’ αυτό που εκφράζει ο όρος βουληφόροι - φορείς βουλήσεως, γνώμης, ίσως και απόφασης -, ο οποίος χαρακτηρίζει τις συνελεύσεις. Ορισμένοι είναι δυνατό βέβαια να το ερμηνεύσουν ως μια από τις πιο ακραίες περιπτώσεις ύστερης προσθήκης στο κείμενο των επών. Είναι πολύ πιθανό. Ωστόσο, όπως είπα εξαρχής, αυτό δεν αλλάζει τίποτα για μας, αντιθέτως μάλιστα, έρχεται να ε- ενισχύσει αυτά που υποστηρίζαμε, διότι εκφράζει το γεγονός ότι ο ίδιος ο ποιητής, ο μνημειώδης συνθέτης, έχει εμποτιστεί με κοινωνικές φαντασιακές σημασίες - στη συγκεκριμένη πρόπτωση, με πολιτικές σημασίες - τις οποίες εισάγει στα έπη, έστω κι αν κινδυνεύει να διαπράξει τεράστιο κοινωνικο-ιστο­ρικό αναχρονισμό αποδίδοντας στον ηρωικό κόσμο ή στην περίοδο που αποκαλούμε «Σκοτεινούς Αιώνες» θεσμούς της Ιωνίας του 8ου αιώνα, όταν αρχίζουν να συγκροτούνται οι πόλεις με τις βουληφόρους ἀγοράς τους.

Για να ολοκληρώσουμε αυτή τη σύντομη εποπτεία των ομηρικών επών, ας δούμε συνοπτικά τα σπέρματα που περιέχουν κόσμο και τα οποία δεν αναφέραμε ρητά μέχρι τώρα. Ωστόσο, ας αναρωτηθούμε πρώτα ποια είναι τα στοιχεία του κόσμου των επών που θα εξαφανιστούν με την ελληνική δημιουργία του 7ου, του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ. Πρόκειται κυρίως βέβαια γι' αυτή την εξόφθαλμη αντίθεση - αναπόσπαστο μέρος των αξιών του ηρωικού κόσμου- μεταξύ του ήρωα και του vulgum pecus, αυτή την υποτίμηση των κοινών ανθρώπων που εικονογραφείται με σχεδόν γελοιογραφικό τρόπο στο επεισόδιο του Θερσίτη. Υπάρχουν οι πολέμαρχοι και οι άλλοι, κι αν κάποιος απλός μαχητής ανακατευτεί με κάτι που δεν τον αφορά, συμμορφώνεται με τη βέργα ή το σκήπτρο. Το στοιχείο αυτό εξαφανίζεται στη συνέχεια, έστω κι αν στην πολιτική ιστορία υπάρχουν μαρτυρίες επιβίωσής του στην έκφραση ορισμένων αξιών από την αριστοκρατία ή από τους ποιητές της αριστοκρατίας, όπως ο Θέογνις και ο Πίνδαρος.

Αυτό που θα μείνει βέβαια είναι καταρχάς η απάντηση στο ερώτημα: τι μπορεί να ελπίζει το ανθρώπινο ον μέσα σ’ έναν κόσμο που δεν έγινε γι’ αυτό και που καθαυτός δεν προσφέρει καμία προφανή απάντηση; Από τον Όμηρο μέχρι τον Αλέξανδρο περίπου, η απάντηση υπήρξε το κλέος και το κῡδος - η δόξα και η φήμη - αν όχι ως ύψιστες, τουλάχιστον ως κεφαλαιώδεις αξίες. Τα δύο αυτά στοιχεία ακριβώς δίνουν στον ελληνικό πολιτισμό και στην ελληνική δημιουργία τον αγωνιστικό εκείνο χαρακτήρα που πολύ σωστά υπογραμμίζουν ορισμένοι[18], εξαιρετικά εναργή στη διατύπωσή του δύο φορές στην Ιλιάδα[19]: τελικά, το ουσιώδες είναι Αἰέν ἀριστενειν, να είσαι πάντα στην αριστεία, ο καλύτερος (άριστος, υπερθετικός βαθμός του «αγαθός», όχι με την ηθική έννοια αλλά ως υπέρτατη εξοχότητα) και ὑπέροχον ἔμμεναι άλλων, να υπερέχεις πάντοτε των άλλων, είτε στη μάχη, όπως στα ομηρικά έπη, είτε στα αθλήματα, στην Ολυμπία και στη Νεμέα. Και θα ξαναβρούμε το στοιχείο αυτό στην πόλη, με την έννοια ότι η αλληλεγγύη των πολιτών, η ύπαρξη της κοινότητας, δεν είναι δυνατό να διαχωριστούν από τον αγωνιστικό χαρακτήρα του: ποιος θα είναι ο καλύτερος. Αν εξαιρέσουμε το θέμα του περιεχομένου, ακόμα και οι ίδιοι οι τραγικοί ποιητές γράφουν για να κερδίσουν το διαγωνισμό, θέλουν να στεφανωθούν, να έχουν το πρώτο, το δεύτερο ή τουλάχιστον το τρίτο βραβείο. Είναι βέβαιο ότι η πλευρά αυτή συνδέεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με όλα όσα συμβαίνουν στο καθαυτό πεδίο της γνώσης. Η αγωνιστικότητα μπορεί βέβαια να διολισθήσει προς την πολεμική και εριστική στάση: γνωρίζω καλύτερα από σένα, μπορώ να αποδείξω ότι αυτά που λες είναι λανθασμένα, ο λόγος μου είναι ανώτερος από τον δικό σου. Καθώς δεν υφίσταται υπερβατική πηγή της αλήθειας, ιερός νόμος ή δόγμα - οι θεοί δεν μιλούν παρά μέσω των χρησμών,! οι χρησμοί όμως είναι τελείως άλλο Θέμα -, επειδή δεν υπάρχει επίσημος ερμηνευτής της αλήθειας, με θεία έμπνευση, τοj πεδίο παραμένει ανοιχτό στην άμιλλα, που είναι κυρίως άμιλλα στο επίπεδο του λόγου. Ποιος θα μιλήσει καλύτερα, ποιος θα πείσει περισσότερο τους άλλους, ποιος θα δείξει ότι διαθέτει μεγαλύτερη πειθώ ή θα αναπτύξει τα ισχυρότερα επιχειρήματα. Είναι χαρακτηριστικό από την άποψη αυτή ότι η κλασική έκφραση για «το πιο ισχυρό επιχείρημα» είναι ο κρείττων λόγος. Κρείττων είναι ο συγκριτικός βαθμός του ά- αγαθός όταν η λέξη σχετίζεται με την ανδρεία και τη δύναμη. Ο κρείττων λόγος δεν είναι μόνο το πιο ισχυρό επιχείρημα, είναι το επιχείρημα που επιβάλλεται. Ας συγκρατήσουμε λοι­πόν απ' όλα αυτά τον κεντρικό χαρακτήρα του κλέους και του κύδους, που είναι άλλωστε αξεχώριστα από την τιμήν (για την οποία μιλά ο Αχιλλέας), την ανώτερη αξία που αναγνωρίζει στο άτομο η κοινωνία στην οποία ζει, αξία συνεπώς αφομοιωμένη από αυτό. Ας σημειώσουμε, τέλος, ένα ακόμα στοιχείο που οι Έλληνες της κλασικής περιόδου θα τοποθετήσουν στο επίκεντρο της στάσης του πολίτη και το οποίο βρίσκουμε ήδη στην Ιλιάδα: την παρρησίαν, την ελεύθερη έκφραση, το να λες ό, τι σκέφτεσαι, να μην κρύβεις τη γνώμη σου όταν πρόκειται για σοβαρές υποθέσεις. Ιδού τα θετικά, ας πούμε, στοιχεία.

Από αρνητική άποψη, μπορούμε να διακρίνουμε στα έπη - αλλά δεν πρόκειται να επιμείνω επ’ αυτού - την απαρχή μιας κριτικής της βασιλείας, όπως φαίνεται π.χ. στη ραψω­δία I της Ιλίάδας, όταν ο Διομήδης επιτίθεται στον Αγαμέμνονα λέγοντάς του ότι «ο Δίας σου έδωσε το σκήπτρο, αλλά σου αρνήθηκε την ανδρεία[20]». Πρόκειται πράγματι για κριτική, για αποσύνδεση του βασιλικού λειτουργήματος από τα προσόντα που δικαιολογούν το γεγονός ότι κάποιος είναι βασιλιάς. Απαρχή επίσης μιας κριτικής της ηρωικής ηθικής, για την οποία ήδη μίλησα, όταν στη ραψωδία I ρωτά ο Αχιλλέας: γιατί λοιπόν πρέπει οι Αργείοι να πολεμήσουν τους Τρώες; Και προσθέτει: τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή, θα γυρίσω σπίτι μου. Είναι σαν να θέτει σε αμφισβήτηση το κλέος και το κῦδος του ήρωα ρωτώντας: προς τι όλ’ αυτά;

Συναντάμε επίσης στα έπη - το σημείο αξίζει να σχολιαστεί εκτενέστερα- τις πρώτες μαρτυρίες μιας κάποιας αντίληψης για τη δικαιοσύνη. Πρέπει να καταλάβουμε καλά τη σπουδαιότητα του πράγματος. Από τον Ησίοδο κυρίως και μετά είναι αλήθεια ότι βλέπουμε να εμφανίζεται μια απάντηση στη μη νοητή κατάσταση του κόσμου, μια απάντηση ανθρώπινη, έστω κι αν παρουσιάζεται ως προϊόν της θέλησης του Δία. Σε σχέση με αυτή την πρωταρχική σύλληψη του κόσμου, κατά την οποία κανένα νόημα δεν προτείνεται στον άνθρωπο, όπου δεν υφίσταται ούτε λύτρωση ούτε ελπίδα, εκτός από την οιονεί-αθανασία της φήμης και της δόξας, βλέπουμε να αναδύεται η ιδέα ότι ο κόσμος δεν περιορίζεται στην απλή υποκατάσταση ενός όντος από κάποιο άλλο, η συνεχής διαδοχή γένεσης και καταστροφής δεν είναι το χαρακτηριστικό του είναι (θα επανέλθουμε εκτενώς σε αυτό), αλλά το γεγονός ότι υπάρχει επίσης και μια δίκη, μια δικαιοσύνη. Τι είναι ακριβώς αυτή η δικαιοσύνη; Τεράστιο βέβαια ερώτημα, το οποίο παραμένει πάντα ανοιχτό. Όμως, αν και είναι αλήθεια ότι διατυπώνεται ρητά από τον Ησίοδο και μετά, οφείλουμε επίσης να παραδεχτούμε ότι το πρόβλημα της δικαιοσύνης είναι ήδη παρόν στα ομηρικά έπη -η ιδέα ότι δεν υπάρχουν μόνο πράγματα που «κάνουμε», τα πρέποντα, ή ανδραγαθήματα που φέρνουν δόξα, αλλά και πράγματα δίκαια ή άδικα, χωρίς άλλωστε να είμαστε σε θέση να θεμελιώσουμε οριστικά τη διάκριση αυτή. Έχει λεχθεί κατ’ επανάληψη ότι το στοιχείο αυτό βρίσκεται ήδη στην Οδύσσεια, και το γεγονός είναι αναμφισβήτητο. Στη ραψωδία χ, όταν η υπηρέτρια Ευρύκλεια κραυγάζει από τη χαρά της μπροστά στα πτώματα των μνηστήρων, ο Οδυσσέας της ζητάει να σωπάσει, λέγοντας ότι δεν πρέπει να θριαμβολογεί, διότι οι θεοί είναι αυτοί που τους σκότωσαν, που τους τιμώρησαν για τις παρανομίες τους[21]. Και υπάρχουν πολλά χωρία ακόμα όπου βρίσκουμε αναφορές στη δικαιοσύνη του Δία[22], και όπου στους βίαιους και άδικους αντιπαρατίθενται όσοι σέβονται τη δικαιοσύνη και τους θεούς[23]. Ωστόσο, θα βρούμε ανάλογα στοιχεία και στην Ιλιάδα, που κατά τη γνώμη όλων είναι προγενέστερη της Οδύσσειας. Θα μπορούσε να πει κανείς, το λέω και πάλι, ότι οι στίχοι που θα εξετάσουμε αποτελούν πολύ μεταγενέστερες προσθήκες. Ωστόσο, ας το επαναλάβουμε, αυτό δεν μας δημιουργεί κανένα πρόβλημα, τουναντίον. Θα πάρουμε εδώ ένα από τα πολλά παραδείγματα. Στη ραψωδία Ω, μετά το θάνατο του Έκτορα, ο Αχιλλέας όχι μόνο αρνείται να επιτρέψει την κηδεία αλλά καθημερινά δένει το πτώμα πίσω από το άρμα του και το σέρνει γύρω από τον τάφο του Πατρόκλου. Τη δωδέκατη μέρα ο Απόλλων επαναστατεί (στίχοι 33-54) και ενώπιον της συνέλευσης των θεών τους αποκαλεί σχετλίους και δηλήμονες, βάναυσους και κακούργους, κατηγορώντας τους ότι ξέχασαν τις προσφορές του Έκτορα. Πάνω στο θυμό του, ο Αχιλλέας δεν περιορίζεται, όπως όλος ο κόσμος, να κλάψει το προσφιλές του πρόσωπο, αποδεχόμενος τελικά αυτό που η μοίρα επιφυλάσσει στους πάντες. Συνεχίζει να προσβάλλει τη σορό του Έκτορα, πράγμα που δεν είναι ούτε καλό ούτε ωραίο. Πρέπει να επιτραπεί κάτι τέτοιο; Η επέμβαση των θεών αποτελεί τρέχουσα πρακτική στα έπη και, ως τέτοια, δεν μας ενδιαφέρει εδώ. Αντιθέτως όμως, αυτό που πρέπει να συγκρατήσουμε στην περίπτωση αυτή είναι ότι οφείλει να υπάρξει επέμβαση ως απάντηση στην υπέρβαση ενός δίκαιου κανόνα - ή τουλάχιστον μπορούμε να δούμε εδώ την ιδέα ενός τέτοιου κανόνα, μιας δίκης, κάποιου πράγματος που «όφειλε να υπάρχει». Η δίκη εφαρμόζεται ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατό να τεθεί θέμα θείου νόμου. Ότι υπήρχαν κανόνες που καθόριζαν τις σχέσεις μεταξύ των Ελλήνων, ότι η κλοπή, ο φόνος, η μοιχεία απαγορεύονταν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είναι προφανές. Δεν πρόκειται όμως εδώ για θετικό δίκαιο - ο Αχιλλέας βρίσκεται μπροστά στο πτώμα ενός εχθρού. Αυτό που παρατηρεί ο Απόλλων δεν είναι ότι ο Αχιλλέας παραβιάζει ένα νόμο, αλλά ότι η πράξη του δεν είναι η «πρέπουσα», δεν είναι δίκαιη, με την έννοια του δίκαιον ἐστί. Πρόδρομος της ιδέας μιας αρχής, ενός κανόνα, που ακόμα κι αν δεν είναι διατυπωμένος αυστηρά, ως γραπτός νόμος, οφείλει να καθοδηγεί και να επιτρέπει τη στάθμιση των πράξεων και της συμπεριφοράς[24].

Και ένα ακόμα τελευταίο σπέρμα: το ξεπέρασμα του ηρωικού κόσμου, τρόπον τινά, ως εξατομικευμένου κόσμου, όπου τα πάντα επικεντρώνονται εντελώς ρητά στον ήρωα, στα κατορθώματά του και στο πεπρωμένο του. Ιδέα που συναντάμε ήδη στην Ιλιάδα, σ’ ένα στίχο του οποίου αμφισβητήθηκε - εντελώς εσφαλμένα κατά τη γνώμη μου- το προφανές νόημα. Ο τρώας Πολυδάμας υποδεικνύει στον Έκτορα ότι οι οιωνοί δείχνουν πως δεν πρέπει να μονομαχήσει - οι οιωνοί δεν είναι καλοί. Και ο ήρωας απαντά: «Εἷς οἰωνός ἄριστος, ἀμννεσθαι περί πάτρης» (Υπάρχει μόνον ένας καλός οιωνός, να αμύνεσαι υπέρ της πατρίδας σου[25]). Ειπώθηκε ότι δεν πρέπει να αποδοθεί μεγάλη σημασία στη λέξη πατρίδα, ότι η ιδέα της υποχρέωσης απέναντι στην κοινότητα αντιστοιχεί σε μεταγενέστερη φάση. Νομίζω ότι αν επανατοποθετήσουμε τον όρο στο πλαίσιο του συνόλου των λόγων που απευθύνει ο Έκτωρ στους Τρώες και οι έλληνες ήρωες στους Αχαιούς, είναι δύσκολο να ξεφύγουμε από το συμπέρασμα ότι υπάρχει στα έπη μια πραγματική αντίληψη κοινότητας - που υπερβαίνει την απλή θεώρηση του κλέους και του κύδους του ήρωα -, αντίληψη της ολότητας που βρίσκεται υπό συγκρότηση.

Θα ήθελα να κλείσω υπογραμμίζοντας ότι η ένταση μεταξύ των δύο αυτών στοιχείων θα είναι παρούσα καθ' όλη τη διάρκεια της ελληνικής ιστορίας. Αν θέλαμε να παραφράσουμε τους παλαιούς, θα λέγαμε ότι εδώ βρίσκεται η πηγή και της ευτυχίας και της δυστυχίας του ελληνικού κόσμου, αυτή όμως η πλευρά δεν θα μας απασχολήσει εδώ. Θα περιοριστώ να σημειώσω ότι στην ελληνική δημιουργία και εδώ επίσης υφίσταται ένα είδος καλά ρυθμισμένης, θα έλεγα, πολικότητας μεταξύ του κλέους και του κύδους, αυτού του ρεύματος που συνδέεται ουσιαστικά με το άτομο, και όπου κυριαρχεί το ανταγωνιστικό στοιχείο από τη μια μεριά, και της αλληλεγγύης της πολιτείας από την άλλη. Ένα τελευταίο παράδειγμα δίκην συμπεράσματος. Στα μέσα του 5ου αιώνα η περίφημη επιτύμβια επιγραφή του Αισχύλου λέει με μια εξαί­σια διατύπωση: «Αἰσχύλον Εύφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει/μνῆμα, καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·/ἀλκήν δ’ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι/καί βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος» (Ο Αισχύλος, ο Αθηναίος, γιος του Ευφορίωνα βρίσκεται σε τούτο το μνήμα./Έκλεισε τα μάτια στη Γέλα (πόλη της Σικελίας), την εύφορη σε δημητριακά./Την αποτε­λεσματική του (ή δοκιμασμένη) γενναιότητα (ή τη δύναμη) μαρτυρεί το δάσος του Μαραθώνα,/και ο πυκνόμαλλος Μή­δος που τη γνώρισε καλά). Λίγο μας ενδιαφέρει αν γράφτηκε από τον ίδιο τον Αισχύλο ή όχι. Πρόκειται σίγουρα για την επιγραφή που του αρμόζει. Ο Αισχύλος είναι έξοχος, διαθέτει και κλέος και κῦδος. Γιατί; Όχι χάρη στα γραπτά του (την Ορέστεια, τον Προμηθέα κ.λπ.), αλλά επειδή πολέμησε, γενναίος μεταξύ γενναίων, στη μάχη του Μαραθώνα. Δηλαδή, είναι έξοχος ως Αθηναίος πολίτης και πολεμιστής. Είναι φανερό ότι, λαμβάνοντας υπόψη την εποχή που γράφτηκε αυτή η επιτύμβια επιγραφή, διακρίνουμε σαφώς μια πρόκληση: λί­γο πριν από το θάνατο του Αισχύλου, τα έργα του εξακολουθούσαν να παίζονται στη Μεγάλη Ελλάδα· κάθε Έλληνας, αν δεν ήταν χαμένος στα βάθη της υπαίθρου, ήξερε ποιος ήταν και τι είχε κάνει. Ωστόσο, η επιγραφή λέει σαν πρόκληση: δεν θα γίνει αναφορά στις τραγωδίες αλλά στον Μαραθώνα. Για όσους ενδιαφέρονται, θυμίζω ότι στο ποίημα του Καβάφη Νέοι της Σιδώνος, 400 μ.Χ., εννέα αιώνες αργότερα, ακούγεται ένας ηθοποιός να απαγγέλει τον επιτάφιο του Αισχύλου κατά τη διάρκεια συμποσίου. Κάποιος νεαρός συνδαιτυμόνας, παθιασμένος με τη λογοτεχνία, σηκώνεται και ξεσπά: επιτέλους, είναι απαράδεκτο, όταν έχει γράψει αυτά που έχει γράψει να μνημονεύεται μόνο το ότι πολέμησε στον Μαραθώνα, όπως άλλωστε όλοι οι Αθηναίοι!

Βρισκόμαστε πλέον σε μια περίοδο παρακμής. Διότι αυτό που βλέπουμε ακριβώς στον επιτάφιο είναι η εξέχουσα σημασία του ανήκειν στην πόλη, της αλληλεγγύης μέσα στο σώμα των πολεμιστών-πολιτών.
----------------------------
[1] <Βλ. Μ. Detienne, Dionysos mis a mort, Paris, Gallimard 1977, επανέκδ. συλλ. «Tel» 1998· Les Jardins d' Adonis, εισαγωγή του J.-P. Vernant, Paris, Gallimard 1972, επανέκδ. 1989 με επίμετρο του συγ­γραφέαν [Ελλ. έκδ. Οι κήποι του Άδωνη, μτφρ.: Κ. Αλεξοπούλου, Σπ. Γεωργακόπουλος, Στ. Οικονόμου, Αθήνα, Πατάκης 2006.]

[2] [Σημ. περιθ.: Αν υπάρχουν πού και πού ψήγματα «θεϊκής δημιουργίας», αυτή <δεν παίζει ρόλο> προνομιακό.]

[3] <Ευριπίδη, Ιππόλυτος, 85-86.>

[4] <«Χρή τά ἐοικότα πάρ/δαιμόνων μαστευέμεν θναταῖς φρασίν/γνόντα τό πάρ ποδός, οἵας εἰμέν αἴσας./Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον/σπεῦδε, τάν δ’ ἔμπρακτον ἄντλε μηχανάν». «Πρέπει να ζητάμε από τους θεούς μόνο εκείνο που ταιριάζει σε θνητές καρδιές, οφείλουμε να κοιτάμε χαμηλά προς τα πόδια μας, να μην ξεχνάμε τη θέση μας. Ω, ψυχή μου, μην επιζητάς την αιώνια ζωή, αλλά εξά­ντλησε τα όρια του δυνατού!». Πίνδαρος, Πυθιόνικοι III, 59-62.>

[5] <«’Έστι δέ φῦλον ἐν ἀνθρώποισι ματαιότατον,/ὅστις αἰσχύ­νων έπιχώρια παπταίνει τά πόρσω,/μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν». «Οι πιο ματαιόδοξοι των ανθρώπων είναι όσοι περιφρο- νούν αυτά που τους περιβάλλουν και ονειρεύονται όσα βρίσκονται μακριά, αφήνοντας τις ελπίδες τους ανεκπλήρωτες να κυνηγούν φαντάσματα!» Στο ίδιο, 23-25.>

[6] <Οδ., ι, 105-555.>

[7] <Βλ. Ησίοδος, Θεογονία, 139-146, όπου οι Κύκλωπες αναφέρονται ως τέκνα της Γης και όχι του Ποσειδώνα.>

[8] <Η λεηλασία της πόλης των Κικόνων, Οδ., ι, 37-61.>

[9] <Βλ. Οδ., η,199-200.>

[10] <Οδ., ι, 167.>

[11] <Οδ., ι, 130 κ.εξ.>

[12] <Οδ., κ, 100-134.>

[13] <Οδ., λ, 14.>

[14] <Ιλ, Β, 86-156.>

[15] <Οδ., α, 95, και ε, 1-42.>

[16] <Οδ., β, 1-259, και π, 375-382.>

[17] <Οδ., ι, 170-178.>

[18] [Σημ. περιθ.: Βλ. Burckhardt, <ό.π., σ. 999>, και Arendt, <όπ., σ. 888>].

[19] <Αἰέν ἀριστενειν καί ὑπέροχον ἔμμεναι ἄλλων: «να αριστεύεις πάντοτε και να υπερέχεις όλων των άλλων», Ιλ., Ζ, 208 (Ο Ιππόλοχος στο γιο του, Γλαύκο, από τη μεριά των Τρώων), και /λ., Λ, 784 (ο Πηλέας στον γιο του, Αχιλλέα).>

[20] <Ιλ, I, 37-39.>

[21] Οδ.,χ, 407-416.>

[22] <Οδ., ν, 213-214, ξ, 85 κ.εξ. και 259 κ.εξ., καθώς και ω, 351- 352.>

[23] <Οδ., θ, 575-576, ι, 214-215, ν, 200-202, σ, 141-142.>

[24] [Σημ. περιθ.: Πέραν του «θετού δικαίου». Βλ. την Αντιγόνη του Σοφοκλή.]

[25] <Ιλ, Μ, 243.>

Ορισμένες σκέψεις τώρα για τις σχέσεις αυτών των θεών με τους ανθρώπους. 

Σύμφωνα με τον Finley, οι Έλληνες θεοί στερούνται ηθικής υπόστασης. Είναι αληθές και κεφαλαιώδες. Τα παραδείγματα βρίθουν. Έτσι, στην Ιλιάδα, μας κάνει εντύπωση πόσο συχνά οι θεοί ψεύδονται και ραδιουργούν. Στο πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο, προς το τέλος του έπους, ο θάνατος του Έκτορα θα έπρεπε λογικά να αποδείξει την ηρωική υπεροχή του αντιπάλου του, Αχιλλέα. Αν όμως διαβάσετε τον Όμηρο, θα δείτε ότι δεν είναι καθόλου έτσι: πράγματι, ο θάνατος αυτός οφείλεται μόνο στον ποταπό δόλο της Αθηνάς, η οποία με τη μορφή του τρώα Δείφοβου πείθει τον Έκτορα να μείνει εκτός των τειχών της πόλης, αφήνοντάς τον να υποθέσει ότι οι δύο μαζί θα νικήσουν τον Αχιλλέα. Ύστερα, κατά τη διάρκεια της μονομαχίας, θα ξαναδώσει στον Αχιλλέα το δόρυ που έχει ήδη ρίξει… και πρόκειται για ένα μόνο παράδειγμα μεταξύ πολλών. Όταν μιλώ για ποταπότητα, εννοείται πως ο όρος είναι εντελώς ακατάλληλος, διότι κατά την αρχαία ελληνική αντίληψη δεν μπορεί να υπάρξει ηθική αξιολόγηση αυτού του τύπου συμπεριφοράς.

Σε καμία περίπτωση, η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν έχει ως κανονική και προβλέψιμη συνέπεια την ανταμοιβή ή την τιμωρία των θεών. Ομοίως ο ομηρικός κόσμος –και γενικότερα όλος ο ελληνικός κόσμος- αγνοεί φυσικά την αμαρτία, δεν γνωρίζει ούτε την εξιλέωση με τη χριστιανική έννοια ούτε τον ευλαβή φόβο του χριστιανού απέναντι στον Θεό. Και για να παραπέμψουμε ακόμα μια φορά στον Finley, «ο άνθρωπος ζητούσε από τους θεούς να τον συνδράμουν στις διάφορες δραστηριότητές του. Στρεφόταν προς αυτούς για τις δωρεές που θα μπορούσαν να του παράσχουν ή να του αρνηθούν. Ο άνθρωπος όμως δεν περίμενε τίποτα από τους θεούς ως συμβουλή για την ηθική του διαγωγή. Αυτό ήταν εκτός των αρμοδιοτήτων τους. Οι θεοί του Ολύμπου δεν έπλασαν τον κόσμο, συνεπώς δεν αισθάνονται υπεύθυνοι για αυτόν».Υπάρχει μια υπέροχη φράση του Dodds, την οποία δανείζεται ο Finley, που εικονογραφεί άριστα αυτό τον τύπο σχέσεων μεταξύ θεών και ανθρώπων: “οι ομηρικοί πρίγκιπες δρασκελίζουν υπερήφανα τον κόσμο. Αν φοβούνται τους θεούς, τους φοβούνται με τον ίδιο τρόπο που φοβούνται τους ανθρώπους ηγεμόνες τους”. Δε θα βρείτε πουθενά στον Όμηρο, ή αργότερα, διατυπώσεις σαν αυτές που επανέρχονται συχνά στο χριστιανισμό, στην εβραϊκή θρησκεία ή στο Ισλάμ: “Θεέ μου, είμαι ανάξιός σου, ανάξιος των ευεργετημάτων σου, είμαι ένα σκουλήκι κ.λ.π.”. Κανένας ομηρικός ήρωας, κανένας Έλληνας δεν θεωρεί εαυτόν ανάξιο σε σχέση με τους θεούς. Είναι μόνο πιο αδύναμος. Οι θεοί μπορεί να είναι πιο δυνατοί, αλλά δεν βρίσκονται κατ’ ουσίαν σε άλλο επίπεδο αξίας. Και φυσικά η οπτική αυτή έχει απελευθερωτικά αποτελέσματα για τη δράση και τη συνείδηση των ανθρώπων.

Ο Finley ορθά παρατηρεί ότι η μάζα δεν είχε περισσότερους λόγους από τους ήρωες να φοβάται τους θεούς. Αυτό όμως που δεν λέει, και που κατά τη γνώμη μου βαραίνει πολύ, είναι ότι η ανωτερότητα ορισμένων ανθρώπων σε σχέση με τους υπόλοιπους, καθώς δεν βασίζεται σε κάποια θεία εγγύηση, στηρίζεται αναγκαστικά είτε στην πειθώ είτε στην καθαρή ισχύ. Ωστόσο, μέσα σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει θεός που να λέει την αλήθεια, όπου η αλήθεια είναι το αποτέλεσμα της ανθρώπινης προσπάθειας, η πεποίθηση της νομιμοποίησης της κοινωνικής εξουσίας θα διαλυθεί, πράγμα που βλέπουμε ήδη στην Ιλιάδα, όταν ο Διομήδης λέει στον Αγαμέμνονα, το βασιλέα των βασιλέων: «Ναι μπορεί να είσαι ο βασιλιάς, να κρατάς το σκήπτρο, αλλά στην πραγματικότητα δεν αξίζεις τίποτα». Η βασιλεία υπόκειται ήδη σε κριτική, πράγμα που θα ενταθεί όλο και περισσότερο στο βαθμό που αναδύεται ο κοινός λόγος (διαδικασία που ξεκινά ήδη στον Όμηρο). Όσο για την ισχύ, από τη στιγμή που κλονίζεται η πεποίθηση για τη νομιμότητα των κατεστημένων εξουσιών, αυτή θα ανήκει φυσικά στο δῆμον, στην πλειοψηφία, που θα τη χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά προκειμένου να εγκαθιδρύσει τη δική του εξουσία. Με την έννοια αυτή, μια θρησκεία όπως η ομηρική δεν υπήρξε βέβαια η αιτία, αλλά μία από τις προϋποθέσεις που επέτρεψαν την ταυτόχρονη ανάδυση της ελεύθερης έρευνας και της δημοκρατικής κοινότητας.

Όταν ο Έκτορας θα αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα, η Αθηνά παίρνει την όψη ενός από τους γιους του Πρίαμου. Ενθαρρύνει τον Έκτορα, τον συνοδεύει και την τελευταία στιγμή εξαφανίζεται. Ο Έκτορας μάταια την καλεί και τότε καταλαβαίνει. Εδώ θα παραθέσουμε ένα άλλο κείμενο με τα ίδια λόγια:

«Πω πω, αλήθεια οι θεοί με έχουν καλέσει για να πεθάνω. Εγώ έλεγα πως είναι εδώ ο ήρωας Δηίφοβος, όμως εκείνος βρίσκεται μέσα στο τείχος, και εμένα με γέλασε η Αθηνά. Τώρα πια με πλησίασε ο κακός θάνατος, δεν είναι μακριά, και δεν υπάρχει σωτηρία. (Χ, 297-303).

Πικρία; Και αξιοπρέπεια επίσης. Κι ακόμα περισσότερο. Γιατί αν ο Όμηρος αφήνει να φανεί καθαρά η ανισότητα των ευκαιριών και η αναλγησία που δείχνουν εδώ οι θεοί, όλες αυτές οι διαπιστώσεις δεν παρασύρουν τους ήρωές μας σε μια μοιρολατρική υποταγή και δεν τους παροτρύνουν σε εξέγερση.

Ο Έκτορας ξεσηκώνεται και διακηρύσσει: «Τουλάχιστο να μην πεθάνω δίχως πόλεμο και δίχως δόξα, μόνο αφού κάνω κάτι μεγάλο, για να το μάθουν και οι κατοπινοί άνθρωποι» (Χ, 304-306)

Οι θεοί μπορούν να χτυπούν, να εξαπατούν, να καταδικάζουν. Ο ανθρώπινος ηρωισμός δεν μειώνεται, αντίθετα προβάλλεται. Ο άνθρωπος διατηρεί την υπερηφάνεια και το ιδανικό του. Διατηρεί τη θέση του.

Ο έλεγχος των μαζών

Η διαφορά μεταξύ της αληθινής εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης έχει με έξυπνο τρόπο θολωθεί.

Ακολουθούν μερικές ιδέες για τον τρόπο με τον οποίο οι έξυπνοι – επιτήδειοι άνθρωποι μπορούν να ελέγξουν τους άλλους ανθρώπους: Αν κάτι από όλα αυτά σας φαίνεται γνώριμο, ε τότε είναι καιρός να ξυπνήσετε!

Το πιο σημαντικό στον έλεγχο των ανθρώπων είναι να μην το ξέρουν πως τους ελέγχεις. Εάν οι άνθρωποι ήξεραν, αυτή η γνώση θα έφερνε τη δυσαρέσκεια και ενδεχομένως την εξέγερση, κατάσταση που θα απαιτούσε ωμή βία και τρόμο για να κατασταλεί και αυτό δεν θα βόλευε τους ελέγχοντες.

Είναι ευκολότερο από ό,τι νομίζετε να ελεγχθούν οι άνθρωποι έμμεσα, και να τους χειριζόσαστε έτσι ώστε να σκέφτονται αυτό που θέλετε να σκέφτονται, και να κάνουν αυτό που θέλετε να κάνουν.

Μια βασική τεχνική είναι να κρατηθούν ανίδεοι. Οι μορφωμένοι άνθρωποι δεν είναι το ίδιο εύκολοι να τους χειριστείς. Η κατάργηση της δημόσιας εκπαίδευσης ή ο περιορισμός της πρόσβασης στην εκπαίδευση θα ήταν η άμεση προσέγγιση. Αυτό όμως θα ήταν πολύ φανερό. Η έμμεση προσέγγιση είναι να ελεγχθεί η εκπαίδευση που λαμβάνουν. Είναι δυνατό να είναι ένας Ph.D., γιατρός, δικηγόρος, επιχειρηματίας, δημοσιογράφος, ή λογιστής, για να δώσουμε μερικά μερικά παραδείγματα, και να είναι συγχρόνως ένα αμόρφωτο άτομο.

Η διαφορά μεταξύ της αληθινής εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης έχει θολωθεί έξυπνα στην εποχή μας έτσι ώστε έχουμε τους ανθρώπους που ασκούν με επιτυχία τις ειδικότητές τους, ενώ συγχρόνως είναι τελείως ανίδεοι για τα μεγαλύτερα ζητήματα του κόσμου στον οποίο ζουν.

Το πιο προφανές σύμπτωμα είναι η απουσία της πρωτογενούς, αυθεντικής σκέψης. Αν τους υποβάλλετε μια ερώτηση, θα καταλήξουν να αναπαράγουν κάτι που σκέφτηκε κάποιος άλλος σαν απάντηση. Τι πιστεύουν οι ίδιοι όμως; Ε λοιπόν, αυτό δεν τους απασχολεί. Η εκπαίδευσή τους αποτελείται από την εκμάθηση του πώς να χρησιμοποιήσει τη βιβλιοθήκη και να αναφέρει τις πηγές.

Αυτό απλοποιεί πολύ τα πράγματα για αυτόν που θέλει να ελέγχει την σκέψη των άλλων, επειδή με αρκετά χρήματα, με τις χρηματοδοτήσεις των πανεπιστημίων, με τα ιδρύματα δωρεών, ιδρύματα επιχορηγήσεων, και μέσω της ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης, είναι σχετικά εύκολο να ελέγξειςποιούς θα θεωρούν ως τις αυθεντίες που θα αναφέρουν, αντί να τους αφήσεις να σκεφτούν από μόνοι τους.

Μια άλλη τεχνική είναι να τους κρατάς πάντα διασκεδαζόμενους. Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες οργάνωναν τσίρκα και μονομαχίες στις αρένες επειδή δεν είχαν την τηλεόραση. Εμείς έχουμε την τηλεόραση επειδή δεν έχουμε τσίρκα και μονομαχίες στις αρένες.

Με οποιοδήποτε τρόπο, ο σκοπός είναι να κρατηθεί η σκέψη των ανθρώπων στη ψυχαγωγία, τον αθλητισμό, και τα περιφερειακά πολιτικά θέματα. Με αυτό τον τρόπο δεν θα χρειαστεί να να ανησυχήσετε ότι κάποτε θα καταλάβουν τα πραγματικά ζητήματα και τον τρόπο με τον οποίο σας δίνουν την δυνατότητα να τους ελέγχετε.

Ακριβώς όπως ένα αληθινά μορφωμένο άτομο είναι δύσκολο να ελεγχθεί, το ίδιο ισχύει και για ένα οικονομικά ανεξάρτητο άτομο. Επομένως, θέλετε να δημιουργήσετε τις συνθήκες που θα παράγουν ανθρώπους που εργάζονται με μισθό, δεδομένου ότι οι μισθωτοί έχουν μόνο μικρό έλεγχο του οικονομικού πεπρωμένου τους. Θα θελήσετε επίσης να ελέγξετε το νομισματικό, το πιστωτικό και τραπεζικό σύστημα. Έτσι, και με τον πληθωρισμό του νομίσματος θα καταστεί σχεδόν αδύνατο για τους μισθωτούς να συσσωρεύσουν κεφάλαιο.

Μπορείτε επίσης με περιοδικές υποτιμήσεις να οδηγήσετε σε κατάρρευση τις οικογενειακές επιχειρήσεις, τους μικρούς αγρότες, και τους ανεξάρτητους επιχειρηματίες, συμπεριλαμβανομένων και των ανεξάρτητων κοινοτικών τραπεζών. Για να κρατήσετε τα συνδικάτα υπό έλεγχο, προωθείτε ένα σχέδιο που επιτρέπει σε σας να μετατοπίζετε τις θέσης εργασίας της παραγωγής εκτός της χώρας και μετά να επαναφέρετε τα προϊόντα αυτά ως εισαγωγές (free trade). Με αυτό τον τρόπο, θα απαλλαγείτε από τα συνδικάτα ή θα έχετε μόνο υπάκουα συνδικάτα.

Μια άλλη τεχνική είναι να...αγοράζονται αμφότερα τα πολιτικά κόμματα.., έτσι ώστε από μιά στιγμή και μετά οι άνθρωποι θα θεωρούν πως είτε ψηφίσουν για τον υποψήφιο Α είτε για τον υποψήφιο Β, αυτοί θα εφαρμόζουν τις ίδιες πολιτικές.

Αυτό θα δημιουργήσει μια μεγάλη απάθεια και μια πεποίθηση ότι η πολιτική διαδικασία είναι άχρηστη και δεν πρόκειται να φέρει πραγματική αλλαγή. Αρκετά σύντομα θα έχετε έναν πληθυσμό που αισθάνεται απολύτως ανίσχυρος, και που θα σκέφτεται ότι για όλα τα άσχημα πράγματα που του συμβαίνουν δεν φταίει κάποιος συγκεκριμένα, αλλά είναι ένα αποτέλεσμα παγκόσμιων δυνάμεων ή της "εξέλιξης" ή κάποια άλλη εξαϋλωμένη και αφηρημένη έννοια. Αν είναι απαραίτητο, μπορείτε να προσφέρετε και τους αποδιοπομπαίους τράγους.

Έτσι, θα μπορείτε να τους αφήνετε να αιμορραγούν μέχρι τελευταίας σταγόνας, χωρίς να έχετε να ανησυχείτε ότι ένας από αυτούς θα γλιστρήσει μέσα στο σπίτι σας μια νύχτα να σας κόψει το λαιμό.

Αν τα κάνετε όλα σωστά και όπως πρέπει, δεν θα ξέρουν ούτε καν ποιανού λαιμό να κόψουν...