Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2024

Για την Αισιοδοξία

«Είναι τρομερό να επικαλείται μια ζωηρή φαντασία, μόνο για να την καταπνίγει όταν είναι έτοιμη να ωριμάσει τους μαιάνδρους της, σε πιο πειστικές προκλήσεις ως προς το γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι κι όχι διαφορετικά. Έτσι η αισιοδοξία μου δεν είναι μια ήπια και παράλογη ικανοποίηση. Ένας ποιητής είπε κάποτε ότι πρέπει να είμαι χαρούμενη γιατί δεν είδα το γυμνό, κρύο δώρο, αλλά έζησα σ’ ένα όμορφο όνειρο. Ζω σε ένα όμορφο όνειρο. αλλά αυτό το όνειρο είναι το πραγματικό, το παρόν -όχι κρύο, αλλά ζεστό. όχι γυμνό, αλλά επιπλωμένο με χίλιες ευλογίες. Το ίδιο το κακό που ο ποιητής υποτίθεται ότι θα ήταν μια σκληρή απογοήτευση είναι απαραίτητο για την πλήρη γνώση της χαράς. Μόνο με την επαφή με το κακό θα μπορούσα να έχω μάθει να νιώθω αντίθετα την ομορφιά της αλήθειας και της αγάπης και της καλοσύνης». -Έγγραφο της Helen Keller «Optimism».

«Εάν μη έλπηται ανέλπιστον, ουκ εξευρήσει
(Αν δεν ελπίζεις το ανέλπιστο, δεν θα το βρεις).
Ηράκλειτος. Ίων φιλόσοφος (544-484 π.κ.ε.)

Η ώθηση για την συγγραφή ενός βιβλίου που εστιάζεται στην αισιοδοξία ως το πρωταρχικό του θέμα, φαινομενικά πιστεύεται ότι στην συνέχεια θα πεταχτεί γρήγορα στον λάκκο των λεόντων από έναν θυμωμένο όχλο ή θα εξοριστεί από τους επικριτές της «κοινωνίας των πολιτών» ως ασυγχώρητα ανόητο, με την επισήμανση ότι όσοι είναι αρκετά έξυπνοι για να ακολουθήσουν ένα τέτοιο μονοπάτι, αισιοδοξίας, ονείρου και χαράς, οδηγούνται, σχεδόν αναπόφευκτα σε μια τρομερά τραγική καταστροφή κι έτσι όσοι έχουν μολυνθεί με μια ‘διανοητική διαταραχή αισιοδοξίας’ μένουν καλύτερα μόνοι… αφού κατά περίπτωση, είναι μολυσματικοί. Λοιπόν, θα πρέπει να ενημερώσω τον αναγνώστη προτού προχωρήσει περαιτέρω, ότι μια τέτοια κατάσταση είναι πράγματι μολυσματική… κι έτσι έχετε προειδοποιηθεί!

Αισιοδοξία η: ANT απαισιοδοξία. 1. η ψυχική διάθεση εκείνου που βλέπει τον κόσμο ή τα γεγονότα από την ευχάριστη πλευρά τους καθώς και η πεποίθηση ότι κάθε υπόθεσή του θα έχει ευνοϊκή έκβαση: Άνθρωπος που αντιμετωπίζει την ζωή με αγάπη κι ~. Συγκρατημένη ~. Υπερβολική ~, υπεραισιοδοξία. Παρά τις δυσχέρειες αντιμετωπίζει την κατάσταση με ~. 2. φιλοσοφική άποψη που υποστηρίζει ότι ο κόσμος είναι ο καλύτερος που θα μπορούσε να υπάρχει και ότι καθετί στον κόσμο είναι καλό ή οδηγεί προς το καλό· οπτιμισμός: Εμπειρική / μεταφυσική ~.

Η αισιοδοξία, θυμίζει έναν διάλογο του Πλάτωνα, όπου ο Σωκράτης (στα μεγάλα του χρόνια) χλευάζεται από τον Καλλικλή επειδή ήταν φιλόσοφος στα γεράματά του:

«Καλλικλής: Και αυτό είναι αλήθεια, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε, αν θα αφήσετε την φιλοσοφία και θα προχωρήσετε σε ανώτερα πράγματα: για την φιλοσοφία, ο Σωκράτης, αν επιδιώκεται με μέτρο και στην κατάλληλη ηλικία, είναι ένα κομψό επίτευγμα, αλλά η υπερβολική φιλοσοφία είναι καταστροφή της ανθρώπινης ζωής. Ακόμα κι αν ένας άνθρωπος έχει καλή πρόθεση, παρόλα αυτά, αν μεταφέρει την φιλοσοφία στην μετέπειτα ζωή του, αγνοεί απαραίτητα όλα εκείνα τα πράγματα που ένας κύριος και ένα άτομο τιμής πρέπει να γνωρίζει. Είναι άπειρος στους νόμους του Κράτους και στην γλώσσα που πρέπει να χρησιμοποιείται στις σχέσεις του ανθρώπου με τον άνθρωπο, είτε ιδιωτική, είτε δημόσια, και παντελώς αγνοεί τις απολαύσεις και τις επιθυμίες της ανθρωπότητας και τον ανθρώπινο χαρακτήρα γενικότερα. Και άνθρωποι αυτού του είδους, όταν μπαίνουν στην πολιτική ή τις επιχειρήσεις, είναι τόσο γελοίοι όσο φαντάζομαι τους πολιτικούς, όταν κάνουν την εμφάνισή τους στον στίβο της φιλοσοφίας.

Η φιλοσοφία, ως μέρος της εκπαίδευσης, είναι ένα εξαιρετικό πράγμα, και δεν υπάρχει ντροπή για έναν άνθρωπο όσο είναι νέος να επιδιώκει μια τέτοια μελέτη. αλλά όταν είναι πιο προχωρημένος στα χρόνια, το πράγμα γίνεται γελοίο, και αισθάνομαι για τους φιλοσόφους όπως και για εκείνους που χαϊδεύουν και μιμούνται τα παιδιά. Γιατί μου αρέσει να βλέπω ένα μικρό παιδί, που δεν είναι σε ηλικία για να μιλάει ξεκάθαρα, να ξεκαρδίζεται στο παιχνίδι του, υπάρχει μια εμφάνιση χάρης και ελευθερίας στην ομιλία του, κάτι που είναι φυσικό στα παιδικά του χρόνια. Αλλά όταν ακούω κάποιο μικρό πλάσμα να αρθρώνει προσεκτικά τα λόγια του, προσβάλλομαι, ο ήχος είναι δυσάρεστος, και έχει στα αυτιά μου το κύμα της σκλαβιάς. Έτσι, όταν ακούω έναν άντρα να ψιθυρίζει ή τον βλέπω να παίζει σαν παιδί, η συμπεριφορά του μου φαίνεται γελοία και αντρική και άξια χλεύης. Και έχω την ίδια αίσθηση για τους φοιτητές της φιλοσοφίας.

Όταν βλέπω έναν νεαρό να ασχολείται μ’ αυτόν τον τρόπο, -η μελέτη μου φαίνεται να είναι χαρακτήρας και να γίνεται άνθρωπος με φιλελεύθερη μόρφωση, και αυτόν που παραμελεί την φιλοσοφία τον θεωρώ κατώτερο άνθρωπο, που ποτέ δεν θα επιδιώξει τίποτα σπουδαίο ή ευγενές. Αλλά αν τον δω να συνεχίζει την μελέτη στην μετέπειτα ζωή του και να μην την αφήνει, θα ήθελα να τον νικήσω, Σωκράτη, γιατί, όπως έλεγα, ένας τέτοιος, αν και έχει καλά φυσικά μέρη, γίνεται θηλυκό. Πετά από το πολυσύχναστο κέντρο και την αγορά, όπου, όπως λέει ο ποιητής, οι άντρες διακρίνονται, σέρνεται σε μια γωνιά για το υπόλοιπο της ζωής του και μιλάει ψιθυριστά με τρεις ή τέσσερις θαυμαστές νεαρούς, αλλά ποτέ δεν μιλάει σαν ελεύθερος άνθρωπος, με ικανοποιητικό τρόπο;»

Για τον Καλλικλή, η φιλοσοφία είναι ένα αποδεκτό, ακόμη και απαραίτητο μέρος της ανάπτυξης στην νεολαία για να αποκτήσει ευγένεια. Ωστόσο, γίνεται κάτι ξαφνικά απεχθές όταν ασκείται κατά την διάρκεια των ενηλίκων και είναι απολύτως αηδιαστικό να το βλέπει κανείς στα μεγαλύτερα χρόνια, στο βαθμό που ο Καλλικλής δηλώνει ότι αισθάνεται την επιθυμία να νικήσει ένα τέτοιο άτομο (υποδηλώνοντας τον Σωκράτη), επειδή μυρίζουν αδυναμία και θηλυκότητα. Σ’ αυτό δεν μπορεί να σταθεί.

Υπό αυτή την έννοια, η αισιοδοξία μοιράζεται μια παρόμοια κατάσταση με αυτή της φιλοσοφίας. Η αισιοδοξία θεωρείται επίσης ως κάτι γοητευτικό και υπέροχο να βλέπει κανείς σε ένα μικρό παιδί και, αν το παιδί διαποτιζόταν από το αντίθετό του και ήταν κυνικό με όλα τα πράγματα, θα νομίζαμε ότι κάτι ήταν τρομερά λάθος.

Αυτό είναι ένα μάλλον περίεργο πράγμα, καθώς αναμένεται ότι μέχρι να φτάσουμε στην ενηλικίωση, θα συμμετέχουμε περισσότερο στον κυνισμό, παρά στην αισιοδοξία, με το χάσμα να διευρύνεται όσο μεγαλώνουμε. Στην πραγματικότητα, καθώς προχωράμε στα ενήλικα χρόνια μας, τις περισσότερες φορές δεν έχουμε πια ιδέα για το τι είναι αισιοδοξία, μοιάζει περισσότερο με αντικατοπτρισμό, με φαντασίωση, παρά με κάτι απτό για να συμμετέχουμε στην πραγματικότητα, ή στην καλύτερη περίπτωση το υποβιβάζουμε, είναι «μια κατάσταση του μυαλού» όπου μπορεί κανείς να ξεπεράσει τα προσωπικά εμπόδια.

Η πλειονότητα καταλήγει στα μέσα της ηλικίας της, ότι η αισιοδοξία δεν επηρεάζει πραγματικά την διακυβέρνηση του κόσμου στον οποίο ζούμε -δεν μπορεί να τερματίσει τους πολέμους, να μειώσει την φτώχεια ή να κάνει την κοινωνία πιο δίκαιη. Κανείς δεν αλλάζει πρώτα τον εαυτό του για να χωρέσει ένα αισιόδοξο μέλλον που δεν έχει γίνει ακόμα, οι άνθρωποι είναι πραγματιστές και θ’ αλλάξουν μόνο αν υπάρχει κάτι να κερδίσουν …και πάλι, δύσκολα.

Εάν αυτή είναι πραγματικά η κατάσταση των πραγμάτων και ο κόσμος διέπεται από εγωιστικό πραγματισμό, γιατί ενθαρρύνουμε τα παιδιά μας να ονειρεύονται, να πιστεύουν στην καλοσύνη, να αντιτίθενται στην αδικία και να είναι υπερασπιστές της αρετής στον κόσμο που ζουν; Γιατί λέμε στα παιδιά μας επικές ιστορίες ηρωισμού και υπέρβασης των πιθανοτήτων, επικαλούμενοι την ξέφρενη ζωηρή φαντασία του φανταστικού επί του φανταστικού;

Γιατί κάνουμε κάτι τέτοιο αν ο κόσμος στον οποίο θα μπουν είναι πραγματικά άσχημος, ψυχρός, χωρίς φαντασία, αμετανόητος και τελικά αμετάβλητος; Δεν προετοιμάζουμε το πνεύμα τους για να γκρεμιστεί και να σπάσει; Δεν τους σερβίρουμε ψέμματα για να τους κατασπαράξουν; Γιατί να ενθαρρύνουμε την καλλιέργεια, την αισθητική, την τέχνη, το ηρωικό, στην νεότητα, μόνο και μόνο για να απορρίψουμε την εφαρμογή τους στην ενήλικη ζωή και να καταδικάσουμε τα θύματά του σε μια ζωή βασανισμού;

Είναι τρομερό να επικαλείστε μια ζωηρή φαντασία, μόνο και μόνο για να την καταπνίγεται όταν είναι έτοιμη να ωριμάσει τους μαιάνδρους της σε πιο πειστικές προκλήσεις ως προς το γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι κι όχι διαφορετικά.

Στην πραγματικότητα, το να βλέπουμε ένα παιδί μας κάνει όλους στιγμιαία, αισιόδοξους, χαρούμενους, ενθουσιώδεις. Ένα παιδί είναι μια από τις πιο εντυπωσιακές διαψεύσεις μιας κυνικής αντίληψης για την ανθρωπότητα, γιατί ένα παιδί είναι γεμάτο αγάπη, ακόρεστη περιέργεια, θέληση για περιπέτεια και είναι φυσικός επαναστάτης για οτιδήποτε αυταρχικό. Έτσι, πολλές κλασικές παιδικές ιστορίες μπορεί να κατανοηθούν καλύτερα ως κάτι που δεν γράφτηκε για απλά παιδιά, αλλά μάλλον, ως αποτέλεσμα της παρουσίας του μυαλού ενός παιδιού, δηλαδή, είναι το παιδί που επικαλείται εκ νέου το αρχαϊκό λείψανο, της φαντασίας σ’ εκείνους τους ενήλικες που μπορούν να «ακούν» και να «θυμούνται» την μυστική γλώσσα της φαντασίας ενός παιδιού.

Επομένως, θα πρέπει να αναρωτηθούμε, γιατί πιστεύουμε σε έναν κόσμο καλοσύνης και αρετής όταν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ξαναμπεί στο ευφάνταστο μυαλό ενός παιδιού, ως ενήλικας; Είναι αυτή μια μορφή παλινδρόμησης; Ένας τέτοιος άνθρωπος που ξεφεύγει από την κυνική πραγματικότητα, δεν διαφέρει από έναν τρελό, εντελώς δυσλειτουργικό και επομένως δεν ωφελεί την κοινωνία;

Όπως είπε ο Καλλικλής, σε τι χρησιμεύει η φιλοσοφία ως «καριέρα»; Τι συνεισφορά στον κόσμο των μεγάλων ανδρών μπορεί να έχει η φιλοσοφία; Είναι επίσης η πεποίθηση του Καλλικλή ότι η δικαιοσύνη είναι η κυριαρχία του ανώτερου έναντι του κατώτερου, του ισχυρού πάνω στον αδύναμο. Αν και κατά κάποιο τρόπο η κοινωνία μας είναι διαφορετική από αυτή του Καλλικλή στην αρχαία Αθήνα, σ’ αυτήν την αντίληψη μοιάζουμε πολύ μεταξύ μας. Στον κόσμο μας, το χρήμα και η επιρροή αποδίδονται εξίσου σ’ αυτό που συνιστά δύναμη και «αυτό που κάνει τον κόσμο να περιστρέφεται» όπως και κατά την εποχή του Καλλικλέους.

Αλλά “…όταν ακούω κάποιο μικρό πλάσμα να αρθρώνει προσεκτικά τα λόγια του, προσβάλλομαι, ο ήχος είναι δυσάρεστος, και έχει στα αυτιά μου το κύμα της σκλαβιάς.” Είναι ενδιαφέρον ότι αυτό που ο Καλλικλής θεωρεί ευγενές στην ανάπτυξη ενός παιδιού, είναι το ίδιο πράγμα που συνδέει με έναν μόνιμο δούλο τα επόμενα χρόνια. Ο λόγος για αυτό είναι επειδή ο Καλλικλής εξισώνει έναν «πραγματικό άντρα» με αυτόν που επικαλείται την εξουσία.

Ένα παιδί παίζει φιλοσοφία ως ασκήσεις για το μυαλό, αλλά αναμένεται να πετάξει αυτή την μορφή παιχνιδιού όταν ενηλικιωθεί και να χρησιμοποιήσει τέτοια μαθήματα καθαρά για την επιδίωξη της εξουσίας/ισχύος. Στα μάτια του Καλλικλή, όποιος δεν επιδιώκει την εξουσία είναι αδύναμος και θηλυκός και συμμετέχει περισσότερο στην σκλαβιά παρά στην ελευθερία, γιατί είναι οι πιο ισχυροί που είναι οι πιο ελεύθεροι και οι λιγότερο ισχυροί είναι οι πιο σκλάβοι.

Τι θα γινόταν όμως αν τα χρήματα και η επιρροή δεν ήταν το απόλυτο αποκορύφωμα της εξουσίας; Κι αν η αληθινή δύναμη βρίσκεται κάπου αλλού; Δεν θα έπρεπε επίσης να συμπεράνουμε ότι όπου κι αν βρίσκεται αυτή η αληθινή δύναμη θα πρέπει επίσης να είναι η καθοριστική κυβερνητική δύναμη του κόσμου στον οποίο ζούμε και αυτό που τελικά διαμορφώνει τον ίδιο μας τον χαρακτήρα;

«Από το αχαρτογράφητο, αδιανόητο σκοτάδι ήρθαμε.
Μετά ήρθε η Αγάπη, κρατώντας στο χέρι της,
την δάδα, που είναι το φως στα πόδια μου,
Και μίλησε απαλά στην Αγάπη: «Μπήκες στους θησαυρούς του σκότους;
Έχεις μπει στους θησαυρούς της νύχτας;»
–Απόσπασμα από το ποίημα της Helen Keller ‘A Chant of Darkness’

Για να απαντήσουμε σε μια τέτοια ερώτηση, θα δούμε ένα από τα πιο απίθανα άτομα, την Helen Keller. Η Helen Keller γεννήθηκε στις 27 Ιουνίου 1880, στην Tuscumbia, σε μια μικρή πόλη της βόρειας Αλαμπάμα. Περίπου δεκαεννέα μήνες αργότερα, τον θλιβερό μήνα Φεβρουάριο, η Έλεν έπαθε μια οξεία συμφόρηση στομάχου και εγκεφάλου.

Η Helen Keller είναι το πρόσωπο/σύμβολο της ακατάβλητης θέλησης, που κατανίκησε την κακή της μοίρα και έκανε το αδιαπέραστο σκοτάδι, φως χαρωπό, την νεκρική σιγή, χαρούμενο τραγούδι, την ανείπωτη δυστυχία ευφροσύνη κι ευτυχία. Η ιστορία της είναι η εποποιία του αγώνα μιας τυφλής και κουφής παιδούλας, που θέλει να ζήσει, να δημιουργήσει και να νιώσει ό,τι και οι άλλοι γύρω της.

Με τιτάνιες προσπάθειες, και με την βοήθεια της θαυμαστής δασκάλας της, τα καταφέρνει. Το «ζωντανό κούτσουρο» πετυχαίνει να κάνει το «είναι» της μάτια κι αφτιά, κι έτσι νιώθει και ζει πράγματα που θα τα ζήλευε κάθε φυσιολογικός άνθρωπος. Με την συγκλονιστική ζωή της, η Έλεν Κέλερ καταθέτει την δική της μεγαλειώδη προσφορά στο κοινωνικό έργο της αναβάθμισης της μοίρας των τυφλών/κωφαλάλων σε όλο τον κόσμο. Το φωτεινό παράδειγμά της παραμένει αιώνια πηγή αγωνιστικής έμπνευσης, ανάτασης και ελπίδας για κάθε άνθρωπο… Η Helen περιγράφει την κατάστασή της στην αυτοβιογραφία της:

«Ο γιατρός νόμιζε ότι δεν μπορούσα να ζήσω. Ένα πρωί, όμως, ο πυρετός με άφησε τόσο ξαφνικά και μυστηριωδώς όσο είχε έρθει. Υπήρχε μεγάλη χαρά στην οικογένεια εκείνο το πρωί, αλλά κανείς, ούτε ο γιατρός, δεν ήξερε ότι δεν θα ξαναδώ ή θ’ ακούσω ποτέ. Φαντάζομαι ότι έχω ακόμα μπερδεμένες αναμνήσεις από εκείνη την ασθένεια. Θυμάμαι ιδιαίτερα την τρυφερότητα με την οποία η μητέρα μου προσπάθησε να με ηρεμήσει τις ώρες που ξύπνησα με στενοχώρια και πόνο, και την αγωνία και την αμηχανία με την οποία ξύπνησα μετά από μισό ύπνο και έστρεψα τα μάτια μου, τόσο στεγνά και ζεστά, στον τοίχο, μακριά από το κάποτε αγαπημένο φως, αλλά μου ήρθε αμυδρό κι ακόμα πιο αμυδρό κάθε μέρα.

Όμως, εκτός από αυτές τις φευγαλέες αναμνήσεις, όλα φαίνονται πολύ εξωπραγματικά, σαν εφιάλτης. Σιγά σιγά συνήθισα την σιωπή και το σκοτάδι που με περικύκλωναν και ξέχασα ότι ήταν ποτέ διαφορετικά, μέχρι που ήρθε εκείνη -η δασκάλα μου- που έμελλε να ελευθερώσει το πνεύμα μου. Αλλά κατά την διάρκεια των πρώτων δεκαεννέα μηνών της ζωής μου είχα ρίξει μια ματιά σε πλατιά, πράσινα χωράφια, φωτεινό ουρανό, δέντρα και λουλούδια, ώστε το σκοτάδι που ακολούθησε δεν μπορούσε να τα σβήσει εντελώς. Αν έχουμε δει κάποτε, «η μέρα είναι δική μας, και αυτό που έδειξε η μέρα».

Για περίπου πεντέμισι χρόνια η Ελένη μεγάλωνε σε απόλυτο σκοτάδι και σιωπή χωρίς κανένα μέσο να συλλέξει πληροφορίες για το περιβάλλον της ή μέσα επικοινωνίας, εκτός από τις βασικές επιθυμίες. Έζησε από στιγμή σε στιγμή, ο κόσμος της διαμορφώθηκε καθαρά από έναν ανεμοστρόβιλο ακατέργαστων συναισθημάτων από ευχαρίστηση ευφορίας, όταν έπαιρνε αυτό που ήθελε, και σε μια μανία οργής με την μορφή άγριων κραυγών και κλοτσιών όταν δεν γινόταν το δικό της.

Η Ελένη περιγράφει μια από αυτές τις στιγμές οργής που παραλίγο να οδηγήσει στον θάνατο την μικρότερη αδερφής της:

“Κάποτε ανακάλυψα την μικρή μου αδερφή να κοιμάται ήσυχα στην κούνια. Μ’ αυτό το τεκμήριο από την πλευρά κάποιου με τον οποίο δεν με έδενε ακόμη κανένας δεσμός αγάπης, θύμωσα. Όρμισα πάνω στο λίκνο και το ανέτρεψα, και το μωρό μπορεί να είχε σκοτωθεί αν η μητέρα μου δεν το έπιανε καθώς έπεφτε. Έτσι, όταν περπατάμε στην κοιλάδα της διπλής μοναξιάς, γνωρίζουμε ελάχιστα από τις τρυφερές στοργές που προκύπτουν από τα αξιαγάπητα λόγια και τις πράξεις και την συντροφικότητα. Αλλά μετά, όταν αποκαταστάθηκε η ανθρώπινη κληρονομιά μου, η Mildred κι εγώ μεγαλώσαμε ο ένας στην καρδιά του άλλου, έτσι ώστε ήμασταν ικανοποιημένοι να πηγαίνουμε χέρι-χέρι όπου μας οδηγούσε η ιδιοτροπία, αν και εκείνη δεν μπορούσε να καταλάβει την γλώσσα των δακτύλων μου, ούτε εγώ την παιδική παρωδία.”

Η Έλεν έζησε με αυτόν τον τρόπο, σε σχεδόν ημιάγρια ​​κατάσταση μέχρι που συνάντησε την δασκάλα της, την Ανν Σάλιβαν, η οποία στάλθηκε από το Ινστιτούτο Τυφλών Πέρκινς. Ευτυχώς, η μητέρα της Έλεν είχε ακούσει για το ινστιτούτο από τις «Αμερικανικές Σημειώσεις» του Τσαρλς Ντίκεν, το οποίο περιγράφει την Λόρα Μπρίτζμαν, το πρώτο τυφλό κωφό άτομο που εκπαιδεύτηκε ποτέ, κι αυτό επιτεύχθηκε στο Πέρκινς.

Η Ελένη ήταν ένα ατίθασο παιδί και άτακτη. Την πρώτη μέρα που η Anne Sullivan έφτασε στο σπίτι τους (έπρεπε να ζήσει στο ίδιο σπίτι με την δασκάλα της Helen), η Helen κατάφερε να κλειδώσει την Anne Sullivan στο δωμάτιό της και έκρυψε το κλειδί. Καμία τιμωρία δεν μπορούσε να παρακινήσει την Έλεν να αποκαλύψει την θέση του κλειδιού και ο πατέρας της χρειάστηκε να βοηθήσει την Άννα να βγει από το δωμάτιό της μέσα από το παράθυρο του υπνοδωματίου της με μια σκάλα. Η Έλεν έδωσε το κλειδί μήνες αργότερα. Όπως το περιγράφει η ίδια η Έλεν:

“…Στον «ακίνητο, σκοτεινό κόσμο της δεν υπήρχε έντονο συναίσθημα ή τρυφερότητα. Η Έλεν δεν μπορούσε να αγαπήσει τίποτα σ’ αυτή την κατάσταση, γιατί δεν είχε καμία σχέση με τον κόσμο της σκέψης, των ιδεών. Ο κόσμος της Ελένης ήταν ένας ανυπόμονος κόσμος επιθυμιών και απογοητεύσεων, πώς θα μπορούσε κανείς να κάνει υπομονή αν δεν είχε καν ιδέα μιας ημέρας, πόσο μάλλον μια ιδέα για τους θησαυρούς του παρελθόντος και τα πλούτη του μέλλοντος;”

Η Anne Sullivan βρισκόταν στην διαδικασία να διδάξει στην Helen τα σημάδια για τα αντικείμενα γύρω από το σπίτι. Στην αρχή διασκέδαζε με το νέο παιχνίδι, η Helen ήταν πρόθυμη να μάθει τα κόλπα με τα χέρια, ωστόσο, σύντομα βαρέθηκε υποψιασμένη ότι ήταν περισσότερο μια υποχρεωτική αγγαρεία παρά ένα πραγματικό παιχνίδι. Η Έλεν ήταν ιδιαίτερα απογοητευμένη με το πώς θα μπορούσε να υπάρχει μια λέξη για το φλιτζάνι και μια διαφορετική λέξη για το νερό στο φλιτζάνι. Για την Ελένη, ήταν απολύτως λογικό το νερό στο φλιτζάνι να λέγεται και κύπελλο και η άσκηση έμενε για μια άλλη μέρα.

Την επόμενη μέρα, η Έλεν εξαγριώθηκε με την Άννα που προσπαθούσε να επιστρέψει στην άσκηση “φλιτζάνι εναντίον νερού” και πέταξε την κούκλα που της δόθηκε ως δώρο την ημέρα της άφιξης της (η Έλεν θ’ ανακάλυπτε πολύ αργότερα ότι η κούκλα που είχε, φτιάχτηκε προσεκτικά από τα τυφλά κορίτσια στο Ινστιτούτο Πέρκινς), περιγράφει την κατάσταση ως εξής:

“Έγινα ανυπόμονη στις επαναλαμβανόμενες προσπάθειές της και, πιάνοντας την νέα κούκλα, την πέταξα στο πάτωμα. Χάρηκα πολύ όταν ένιωσα τα θραύσματα της σπασμένης κούκλας στα πόδια μου. Ούτε λύπη, ούτε χαρά, ακολούθησαν το παθιασμένο ξέσπασμά μου. Δεν είχα αγαπήσει την κούκλα. Στον ήσυχο, σκοτεινό κόσμο στον οποίο ζούσα δεν υπήρχε έντονο συναίσθημα ή τρυφερότητα. Ένιωσα την δασκάλα μου να σκουπίζει τα θραύσματα στην μια πλευρά της εστίας και ένιωσα μια αίσθηση ικανοποίησης που αφαιρέθηκε η αιτία της ταλαιπωρίας μου. Μου έφερε το καπέλο μου και ήξερα ότι θα έβγαινα στον ζεστό ήλιο. Αυτή η σκέψη, αν μια αίσθηση χωρίς λόγια μπορεί να ονομαστεί σκέψη, με έκανε να πηδήξω με ευχαρίστηση.

Κατηφορίσαμε το μονοπάτι προς το πηγάδι, μαγνητισμένοι από το άρωμα του μελισσόχορτου με το οποίο ήταν καλυμμένο. Κάποιος έβγαζε νερό και η δασκάλα μου έβαλε το χέρι μου κάτω από το στόμιο. Καθώς το δροσερό ρυάκι ανάβλυζε από το ένα χέρι, έγραψε στο άλλο την λέξη νερό, πρώτα αργά και μετά γρήγορα. Έμεινα ακίνητη, με όλη μου την προσοχή στραμμένη στις κινήσεις των δακτύλων της. Ξαφνικά ένιωσα μια θολή συνείδηση ​​σαν κάτι ξεχασμένο, μια συγκίνηση σκέψης που επιστρέφει και κάπως έτσι μου αποκαλύφθηκε το μυστήριο της γλώσσας. Τότε ήξερα ότι το «νερό» σήμαινε το υπέροχο δροσερό κάτι, που κυλούσε πάνω από το χέρι μου. Εκείνος ο ζωντανός λόγος ξύπνησε την ψυχή μου, της έδωσε φως, ελπίδα, χαρά, την ελευθέρωσε! Υπήρχαν ακόμη εμπόδια, είναι αλήθεια, αλλά εμπόδια που θα μπορούσαν με τον καιρό να σαρωθούν.

Έφυγα από το πηγαδάκι ανυπόμονη να μάθω. Όλα είχαν ένα όνομα, και κάθε όνομα γεννούσε μια νέα σκέψη. Καθώς επιστρέφαμε στο σπίτι, κάθε αντικείμενο που άγγιξα φαινόταν να τρέμει από ζωή. Αυτό έγινε γιατί τα έβλεπα όλα με το παράξενο, νέο θέαμα που μου είχε έρθει. Μπαίνοντας στην πόρτα θυμήθηκα την κούκλα που είχα σπάσει. Ένιωσα τον δρόμο προς την εστία και μάζεψα τα κομμάτια. Μάταια προσπάθησα να τα συνδυάσω. Τότε τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. γιατί κατάλαβα τι είχα κάνει και για πρώτη φορά ένιωσα μετάνοια και λύπη.”

Είναι πιο εντυπωσιακό να σημειωθεί εδώ, ότι η Helen περιέγραψε την πρώτη της συνειδητοποίηση ότι υπήρχε κάτι, όπως η γλώσσα ως άμεση σύνδεση, μια άμεση κατανόηση ότι υπήρχε κάτι τέτοιο όπως οι σκέψεις, που απαιτούσαν την χρήση της γλώσσας όχι μόνο για να επικοινωνήσει άλλους, αλλά και με τον εαυτό της, με την μορφή εσωτερικού διαλόγου. Όχι μόνο αυτό, αλλά η Ελένη πιστώνει την νέα της επίγνωση της σκέψης, ως αυτό που της έδωσε άμεσα, πρόσβαση στο αίσθημα της μετάνοιας και της λύπης.

Η Ελένη αφηγείται πώς λίγο μετά, κατάλαβε την έννοια της αγάπης:

«Θυμάμαι το πρωί που ρώτησα για πρώτη φορά την σημασία της λέξης «αγάπη». Αυτό ήταν πριν μάθω πολλά λόγια. Είχα βρει μερικές πρώιμες βιολέτες στον κήπο και τις έφερα στην δασκάλα μου. Προσπάθησε να με φιλήσει: αλλά εκείνη την στιγμή δεν μου άρεσε να με φιλάει κανένας εκτός από την μητέρα μου. Η δεσποινίς Σάλιβαν ακούμπησε απαλά το μπράτσο της γύρω μου και μου είπε στο χέρι: «Αγαπώ την Έλεν».
​​«Τι είναι αγάπη;» Ρώτησα.
Με τράβηξε πιο κοντά της και είπε: «Είναι εδώ», δείχνοντας την καρδιά μου, της οποίας τους χτύπους συνειδητοποίησα για πρώτη φορά. Τα λόγια της με μπέρδεψαν πολύ γιατί δεν καταλάβαινα τίποτα αν δεν το άγγιζα.
Μύρισα τις βιολέτες στο χέρι της και ρώτησα, μισή με λόγια, μισή με σημάδια, μια ερώτηση που σήμαινε: «Είναι η αγάπη η γλύκα των λουλουδιών;»
«Όχι», είπε η δασκάλα μου.
Και πάλι σκέφτηκα. Ο ζεστός ήλιος έλαμπε πάνω μας.
«Αυτό δεν είναι αγάπη;» Ρώτησα, δείχνοντας την κατεύθυνση από την οποία ήρθε η ζέστη. «Αυτό δεν είναι αγάπη;»
Μου φάνηκε ότι δεν μπορούσε να υπάρξει τίποτα πιο όμορφο από τον ήλιο, του οποίου η ζεστασιά κάνει τα πάντα να μεγαλώνουν. Αλλά η δεσποινίς Σάλιβαν κούνησε το κεφάλι της και ήμουν πολύ μπερδεμένη και απογοητευμένη.

Μου φάνηκε περίεργο που η δασκάλα μου δεν μπορούσε να μου δείξει την αγάπη. Μια ή δύο μέρες μετά έσπειρα χάντρες διαφορετικών μεγεθών σε συμμετρικές ομάδες δύο μεγάλες χάντρες, τρεις μικρές κ.ο.κ. Είχα κάνει πολλά λάθη και η δεσποινίς Σάλιβαν τα είχε επισημάνει ξανά και ξανά με απαλή υπομονή. Τελικά παρατήρησα ένα πολύ εμφανές λάθος στην σειρά και για μια στιγμή συγκέντρωσα την προσοχή μου στο μάθημα και προσπάθησα να σκεφτώ πώς έπρεπε να τακτοποιήσω τις χάντρες. Η δεσποινίς Σάλιβαν άγγιξε το μέτωπό μου και έγραψε με αποφασιστική έμφαση: «Σκέψου».

Αστραπιαία κατάλαβα ότι η λέξη ήταν το όνομα της διαδικασίας που γινόταν στο κεφάλι μου. Αυτή ήταν η πρώτη μου συνειδητή αντίληψη μιας αφηρημένης ιδέας. Για πολύ καιρό ακόμα δεν σκεφτόμουν τις χάντρες στην αγκαλιά μου, αλλά προσπαθούσα να βρω ένα νόημα για την «αγάπη» υπό το πρίσμα αυτής της νέας ιδέας. Ο ήλιος ήταν κάτω από ένα σύννεφο όλη την ημέρα, και υπήρχαν σύντομες βροχές, αλλά ξαφνικά ο ήλιος αναδύθηκε με όλη του την νότια λαμπρότητα.

Ρώτησα ξανά την δασκάλα μου, «Αυτό δεν είναι αγάπη;» «Η αγάπη είναι κάτι σαν τα σύννεφα που ήταν στον ουρανό πριν βγει ο ήλιος», απάντησε. Μετά με πιο απλά λόγια από αυτά, που τότε δεν μπορούσα να τα καταλάβω, μου εξήγησε: «Δεν μπορείς να αγγίξεις τα σύννεφα, ξέρεις, αλλά νιώθεις την βροχή και ξέρεις πόσο χαίρονται τα λουλούδια και η διψασμένη γη που την έχουν μετά, μια ζεστή μέρα. Δεν μπορείς να αγγίξεις ούτε την αγάπη, αλλά νιώθεις την γλύκα που χύνει σε όλα. Χωρίς αγάπη δεν θα ήμασταν ευτυχισμένοι ή δεν θα θέλαμε να παίξουμε». Η όμορφη αλήθεια έσκασε στο μυαλό μου Ένιωσα ότι υπήρχαν αόρατες γραμμές απλωμένες ανάμεσα στο πνεύμα μου και στα πνεύματα των άλλων.»

Αυτό είναι και πάλι απίστευτα εντυπωσιακό, η Ελένη περιγράφει εδώ ότι η πρώτη της συνειδητοποίηση, η πρώτη της κατανόηση της αγάπης δεν ήταν μέσω μιας φυσικής πράξης αγάπης, για παράδειγμα, μια ζεστή αγκαλιά, ένα τρυφερό χάδι, ένα φιλί στο μάγουλο, ένα χτύπημα στο κεφάλι κ.λπ., αλλά, μέσω της ικανότητάς της να αντιλαμβάνεται την αγάπη ως αφηρημένη ιδέα, μέσω της έμφασης της δασκάλας της στην διαδικασία της σκέψης. Μόνο όταν η Έλεν κατάλαβε την αγάπη ως κάτι που περικλείει τα πάντα και όμως κάτι που δεν μπορούσε να αγγίξει, κατάλαβε την πιο βαθιά μορφή αγάπης, όπως “αόρατες γραμμές που απλώνονται ανάμεσα στο πνεύμα μου και τα πνεύματα των άλλων.”

«Έτσι βγήκα από την Αίγυπτο και στάθηκα μπροστά στο Σινά, και μια θεϊκή δύναμη άγγιξε το πνεύμα μου και του έδωσε όραση, έτσι που είδα πολλά θαύματα. Και από το ιερό βουνό άκουσα μια φωνή που είπε: «Η γνώση είναι αγάπη και φως και όραμα». …Έχετε βρεθεί ποτέ στην θάλασσα μέσα σε μια πυκνή ομίχλη, όταν φαινόταν σαν ένα απτό λευκό σκοτάδι να σας έκλεισε μέσα, και το μεγάλο πλοίο, τεταμένο και ανήσυχο, βάδιζες προς την ακτή με κατακόρυφη και ηχηρή γραμμή και περίμενες με την καρδιά να χτυπάει για να γίνει κάτι;

Ήμουν σαν αυτό το πλοίο πριν ξεκινήσει η εκπαίδευσή μου, μόνο που ήμουν χωρίς πυξίδα ή ηχητική γραμμή, και δεν μπορούσα να ξέρω πόσο κοντά ήταν το λιμάνι. “Φως! δώσε μου φως!». ήταν η κραυγή της ψυχής μου χωρίς λόγια, και το φως της αγάπης έλαμψε πάνω μου εκείνη την ώρα… Καθώς η γνώση μου για τα πράγματα μεγάλωνε, ένιωθα όλο και περισσότερο την απόλαυση του κόσμου στον οποίο βρισκόμουν.»

Έτσι δεν ήταν η αίσθηση της αφής που μου έφερε γνώση. Ήταν το ξύπνημα της ψυχής μου που απέδωσε για πρώτη φορά τις αισθήσεις μου την αξία τους, την γνώση αντικειμένων, ονομάτων, ιδιοτήτων και ιδιοτήτων. Η σκέψη με έκανε να συνειδητοποιήσω την αγάπη, την χαρά και όλα τα συναισθήματα. Ήμουν πρόθυμη να μάθω, μετά να καταλάβω, μετά να αναλογιστώ αυτά που ήξερα και καταλάβαινα, και η τυφλή ώθηση, που με είχε οδηγήσει εδώ κι εκεί, με τις επιταγές των αισθήσεών μου, εξαφανίστηκε για πάντα. -«Ο κόσμος στον οποίο ζω».

Νομίζω ότι είναι μια καλή στιγμή για να αντιμετωπίσουμε μερικές από τις επικρίσεις που έχουμε συναντήσει για την Helen Keller, δηλαδή ότι είναι ένα «προνομιούχο, λευκό άτομο» από μια πολύ εύπορη οικογένεια, και έτσι είχε πρόσβαση στους καλύτερους πόρους (παρά την ζωή της πεντέμισι χρόνια στο σιωπηλό σκοτάδι) και ότι τα «επιτεύγματά» της είναι επομένως υπερβολικά διογκωμένα και αναδεικνύουν περισσότερο το προνόμιό της παρά οτιδήποτε πέτυχε με δική της αξία.

Αυτή η κριτική κατά της Κέλερ φαίνεται να επισημαίνει ότι οτιδήποτε επιτυγχάνεται με προνόμια, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης, δεν οφείλεται σε προσωπική αξία κι ότι όσοι γεννήθηκαν φτωχοί, καθώς και κωφοί/τυφλοί, υποβιβάζονται στις σκιές που δεν μπορούν να λάμψουν και να λάβουν την άξια αναγνώριση για τους αγώνες τους, στον απόηχο της τιτάνιας διασημότητας της Helen Keller, όπως η Geraldine Lawhorn, μια μαύρη κωφάλαλη γυναίκα που έζησε την ίδια περίοδο με την Helen Keller και που είχε την ευκαιρία να πάρει πτυχίο σε ηλικία 67 ετών το 1983 (η Helen Keller ήταν η πρώτη κωφάλαλη που έλαβε πτυχίο σε ηλικία 24 ετών το 1916).

Νομίζω ότι αυτή είναι μια επικίνδυνη επιχειρηματολογία, όπου αντί να εξετάζει τον τρόπο επίλυσης της ανισότητας και της φτώχειας των τομέων της κοινωνίας, επιλέγει να καταδικάζει όσους έχουν πρόσβαση σε πόρους και εργαλεία μάθησης. Η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως προνόμιο, δεν πρέπει να συμβαίνει, αλλά έτσι είναι, δεν έχουν όλοι πρόσβαση σε ισότιμη εκπαίδευση. Ωστόσο, δεν είναι η λύση αυτής της ανισότητας να επιτεθούμε στην εκπαίδευση.

Ή, μάλλον, δεν είναι πιο λογικό ότι η άνιση ευκαιρία πρόσβασης σε μια τέτοια εκπαίδευση είναι αυτό που πρέπει να αντιμετωπιστεί και να διορθωθεί; Μια ποιοτική εκπαίδευση, δηλαδή μια εκπαίδευση για το πώς να καλλιεργήσετε την σκέψη, τον προβληματισμό, τις υποθέσεις, την επίλυση προβλημάτων, αυτή είναι η αληθινή λύση για τον τερματισμό της μεγαλύτερης επιδημίας φτώχειας –της φτώχειας της άγνοιας. Δεν σηκωνόμαστε τραβώντας τους άλλους προς τα κάτω.

Είναι παράλογο να δηλώνουμε ότι το προνόμιο της Κέλερ αποτελούσε οπισθοδρόμηση για τους άλλους, αλλά η επιτυχία της ήταν απόδειξη ότι η κατανόηση του νου δεν εξαρτιόταν τελικά από την αισθητηριακή μας αντίληψη για τον προσδιορισμό της πραγματικότητας και ότι ο νους κατανόησε την πραγματικότητα μέσω της αφηρημένης σκέψης. Δεν συζητείται συχνά υπό αυτό το πρίσμα, αλλά η ίδια η ύπαρξη της Keller ως φαινομένου ήταν μια πρόκληση για το πώς διδάσκονταν η επιστήμη και η εμπειρική γνώση. Η Keller ήταν μια ζωντανή απόδειξη αυτών των κυρίαρχων θεωριών για το τι συνιστά «Νους» και «Πραγματικότητα».

Αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι ανόητοι επικριτές της Κέλερ είναι ότι ο θρίαμβος της δεν είναι αυτός του απλού ατομικού θριάμβου, είναι ένας κοινός θρίαμβος γι’ αυτό που μας κάνει πραγματικά καλούς κι αληθινούς ανθρώπους, ανεξάρτητα απ’ το μέρος του κόσμου από τον οποίο προερχόμαστε, την γλώσσα που μιλάμε και σε ποια κουλτούρα έχουμε βυθιστεί, η ιστορία της Keller είναι μια παγκόσμια ιστορία με την οποία μπορούμε όλοι να σχετιστούμε και να μάθουμε. Δείχνει πώς έχουμε πρόσβαση στον πιο βαθύ εαυτό μας, μέσα από το βασίλειο της σκέψης και φυσικά… την φωτοδότη φιλοσοφία.

Τι είναι το να είσαι αισιόδοξος.

“Ο σιωπηλός εργάτης είναι η φαντασία που ορίζει την πραγματικότητα από το χάος” -Helen Keller

“Καθώς οι εμπειρίες μου διευρύνονταν και βάθυναν, ​​τα απροσδιόριστα, ποιητικά συναισθήματα της παιδικής ηλικίας άρχισαν να καθηλώνονται σε συγκεκριμένες σκέψεις. Η φύση -ο κόσμος της αφής- διπλώθηκε και γέμισε με τον εαυτό μου. Έχω την τάση να πιστέψω εκείνους τους φιλοσόφους που δηλώνουν ότι δεν ξέρουμε τίποτε άλλο παρά μόνο τα δικά μας συναισθήματα και ιδέες. Με λίγο έξυπνο συλλογισμό μπορεί κανείς να δει στον υλικό κόσμο απλώς έναν καθρέφτη, μια εικόνα μόνιμων ψυχικών αισθήσεων.

Και στις δύο σφαίρες η αυτογνωσία είναι η προϋπόθεση και το όριο της συνείδησής μας. Γι’ αυτό, ίσως, πολλοί άνθρωποι γνωρίζουν τόσο λίγα για το τι είναι πέρα ​​από το σύντομο εύρος της εμπειρίας τους. Ψάχνουν μέσα τους -και δεν βρίσκουν τίποτα! Επομένως καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον εαυτό τους. Ένας κωφός/τυφλός πρέπει να βρει ιδιαίτερο νόημα στον Ιδανικό κόσμο του Πλάτωνα. Αυτά τα πράγματα που βλέπετε, ακούτε και αγγίζετε δεν είναι η πραγματικότητα των πραγματικοτήτων, αλλά ατελείς εκδηλώσεις της Ιδέας, της Αρχής, του Πνευματικού, η Ιδέα είναι η αλήθεια, τα υπόλοιπα είναι αυταπάτη… Η ιδέα είναι η Αλήθεια, τα υπόλοιπα είναι αυταπάτη»

Αν και η Keller είχε ριχτεί σ’ έναν κόσμο σιωπηλού σκότους, μπόρεσε να βρει τον δρόμο της επιστροφής στο μυαλό και την ψυχή της, κι αυτό το μονοπάτι ήταν εντελώς απαλλαγμένο από οποιαδήποτε εμπειρία μέσω της αίσθησης/βεβαιότητας. Η Keller είχε αντιμετωπίσει σε τόσο νεαρή ηλικία μια τρομακτική αντιξοότητα, την είχε κατακτήσει και τώρα ήταν πιο μπροστά από τους περισσότερους. Διότι μέσα από τις δοκιμασίες της ανακάλυψε που βρίσκεται η Αλήθεια και αναγνώρισε την ανοησία μιας «πρακτικής πραγματικότητας», που αν και οι άνθρωποι την αντιμετωπίζουν ως συγκεκριμένο γεγονός, είναι στην πραγματικότητα μια αυταπάτη, «έχαναν το δάσος για τα δέντρα».

«…Νομίζω ότι τα Ελληνικά είναι η πιο όμορφη γλώσσα που ξέρω. Αν είναι αλήθεια ότι το βιολί είναι το πιο μουσικό απ’ όλα τα όργανα, τότε η Ελληνική γλώσσα είναι το βιολί της ανθρώπινης σκέψης… Όταν διαβάζω τα ωραιότερα κομμάτια της Ιλιάδας, μια ψυχική δύναμη με ανεβάζει πάνω από τα μικρά και τα καθημερινά. Τα φυσικά μου όρια ξεχνιούνται, κι ο κόσμος μου είναι ψηλά, το μήκος, το πλάτος και το βάθος του ουρανού είναι δικά μου!…

«…Έτσι, από την φιλοσοφία μαθαίνω ότι βλέπουμε μόνο σκιές και γνωρίζουμε μόνο εν μέρει, κι ότι όλα τα πράγματα αλλάζουν, αλλά ο Νους, ο ακατανίκητος Νους, περικλείει όλη την Αλήθεια, αγκαλιάζει το σύμπαν όπως είναι, μετατρέπει τις σκιές σε πραγματικότητες και κάνει τις ταραχώδεις αλλαγές να φαίνονται μόνο στιγμές σε μια αιώνια σιωπή ή σύντομες γραμμές στο άπειρο θέμα της τελειότητας και του κακού. -«Μια στάση στον δρόμο προς το καλό». Helen Keller ‘Η Ιστορία της Ζωής μου’

Η Keller επισημαίνει ότι ο Νους μας, ακόμη και ένας Νους βυθισμένος στο σιωπηλό σκοτάδι είναι ακατανίκητος κι αγκαλιάζει το σύμπαν όπως είναι, δηλαδή, η οργάνωση της κατανόησης μέσα στο Νου είναι παρόμοια με μια καθολική κατανόηση, μια κατανόηση που βασίζεται στον φυσικό νόμο. Το μυαλό μας διαμορφώθηκε από τον φυσικό νόμο και έτσι είμαστε οπαδοί του.

Ο άνθρωπος κοιτάζει μέσα του και με τον καιρό βρίσκει το μέτρο και το νόημα του σύμπαντος. Έτσι, με αυτήν την κατανόηση, το κακό δεν είναι κάτι που υπάρχει έξω από εμάς, αλλά σίγουρα, υπάρχει μέσα μας, αντιπροσωπεύει τον αγώνα μεταξύ άγνοιας και γνώσης, κι αυτός ο αγώνας είναι πάντα πνευματικά επώδυνος, γιατί νιώθουμε ότι ένα μέρος μας πρέπει πεθάνει, για να μεγαλώσει το άλλο μέρος. Το να γνωρίζεις το κακό σημαίνει να γνωρίζεις αυτόν τον αγώνα κι αν κάποιος καταφέρει να τον κατακτήσει, δεν μπορεί παρά να γίνει αισιόδοξος, κατά συνέπεια:

Το ίδιο το κακό, που ο ποιητής λαλεί ότι είναι μια σκληρή απογοήτευση, είναι απαραίτητο για την πλήρη γνώση της χαράς. Μόνο η επαφή με το κακό μας μαθαίνει να νιώθουμε το αντίθετο, την ομορφιά της αλήθειας, της αγάπης και της καλοσύνης.

Η αισιοδοξία, μα, όχι η αισιοδοξία του ανόητου ή του ονειροπαρμένου, αλλά του γνώστη, του φιλόσοφου/καλλιτέχνη, είναι επομένως κάτι που δεν συμμετέχει στο παρόν (ενώ εμείς είναι ανάγκη να βρισκόμαστε στον παρόντα χρόνο) και είναι, κατά μία έννοια, η κατανόηση του τι συνιστά την κατεύθυνση του μέλλοντος· που βασίζεται στην αναγνώριση στους θεμελιώδεις νόμους του σύμπαντος, που βασίζονται στο καλό, το αληθινό και το διαρκώς τελειοποιούν.

Η φιλοσοφία επισημαίνει συνεχώς την αναξιοπιστία των πέντε αισθήσεων και το σημαντικό έργο της λογικής που διορθώνει τα λάθη της όρασης κι αποκαλύπτει τις ψευδαισθήσεις της. Αν δεν μπορούμε να βασιστούμε στις πέντε αισθήσεις, πόσο λιγότερο μπορούμε να βασιστούμε σε τρεις! Τι λόγο έχουμε για να απορρίψουμε το φως, τον ήχο και το χρώμα ως αναπόσπαστο μέρος του κόσμου μας; Πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι έχουν πάψει να υπάρχουν για εμάς; Πρέπει να θεωρούμε δεδομένη την πραγματικότητά τους, ακόμη και όταν ο φιλόσοφος υποθέτει την πραγματικότητα του κόσμου χωρίς να μπορεί να την δει φυσικά συνολικά.

Η αρχαία φιλοσοφία προσφέρει ένα επιχείρημα που φαίνεται ακόμα έγκυρο. Υπάρχει στους τυφλούς όπως και στους βλέποντας ένα Απόλυτο που δίνει Αλήθεια σ’ αυτό που ξέρουμε ό,τι είναι αληθινό, ευρυθμία σ’ ό,τι είναι τακτοποιημένο, ομορφιά στο όμορφο, αγγίσιμο σ’ αυτό που είναι απτό. Εάν αυτό χορηγηθεί, προκύπτει ότι αυτό το Απόλυτο δεν είναι ατελές, ελλιπές, μερικό. Πρέπει να ξεπεράσει τα περιορισμένα στοιχεία των αισθήσεών μας κι επίσης να δώσει φως σ’ αυτό που είναι αόρατο, μουσική στο μιούζικαλ που η σιωπή θαμπώνει. Έτσι ο ίδιος ο νους, μας αναγκάζει να αναγνωρίσουμε ότι βρισκόμαστε σ’ έναν κόσμο πνευματικής αρμονίας, ευρυθμίας, ομορφιάς κι αρμονίας.

Ο Αισιόδοξος, Ορθολογιστής Gottfried Wilhelm Leibniz.

Η ουσία, ή η απολυτότητα αυτών των ιδεών, αναγκαστικά διαλύουν τα αντίθετά τους που ανήκουν στο κακό, την ασχήμια, την αταξία και την διχόνοια. Έτσι η κώφωση και η τύφλωση δεν υπάρχουν στον άυλο νου, που είναι φιλοσοφικά ο πραγματικός κόσμος, αλλά εξορίζονται με τις φθαρτές υλικές αισθήσεις. Η πραγματικότητα, της οποίας τα ορατά πράγματα είναι το σύμβολο, λάμπει μπροστά στο μυαλό μας. Ενώ περπατάμε στην φυλακή μας με ασταθή βήματα, το πνεύμα μας σαρώνει προς τον ουρανό πάνω σε φτερά αετού και κοιτάζει έξω με άσβεστη όραση τον κόσμο της αιώνιας ομορφιάς.

Υπάρχει καλός λόγος για τον οποίο ο μεγάλος επιστήμονας κι ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 17ου-18ου αιώνα, που θεωρείται ως καθολικό πνεύμα της εποχής του (homo universalis) κι έχει αποκληθεί «ο πολυμαθέστερος ανήρ μετά τον Αριστοτέλη», ο ορθολογιστής Gottfried Wilhelm Leibniz δήλωσε πως «ζούμε στον καλύτερο από όλους τους δυνατούς κόσμους», τον οποίο ο Βολταίρος χλεύασε στην υπερβολή του «Γιατί ένας από τους μεγαλύτερους επιστήμονες όλων των εποχών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ζούμε στον καλύτερο από όλους τους δυνατούς κόσμους;»

Ο Leibniz παρατήρησε τους νόμους του σύμπαντος, όπως η αρχή της ελάχιστης δράσης, στην οποία ακόμη και κατά την διάρκεια των ημερών του Φερμά στην μελέτη της συμπεριφοράς του φωτός μέσω της ελάχιστης δράσης, αναγνωρίστηκε ως «ηθικό χαρακτηριστικό» στις αρχές της φυσικής. Το σύμπαν δεν ήταν τυχαίο, αλλά ήταν μάλλον διατεταγμένο και η ευταξία ήταν μια αρμονική ευταξία!

Ήδη από τον 20ο αιώνα ο νόμος της Συνέχειας και του Υπερβατικού Δικαίου της ομοιογένειας βρήκαν μαθηματική εφαρμογή (μέσω της μη-τυπικής ανάλυσης). Έγινε ένας από τους πιο παραγωγικούς εφευρέτες στον τομέα της μηχανικής αριθμομηχανών. Ενώ εργαζόταν για την προσθήκη αυτόματου πολλαπλασιασμού και διαίρεσης στην αριθμομηχανή του Πασκάλ, ήταν ο πρώτος που περιέγραψε μια αριθμομηχανή pinwheel το 1685 και εφηύρε τον τροχό Leibniz, που χρησιμοποιείται στην αριθμομετρία, η πρώτη μαζικής παραγωγής μηχανική αριθμομηχανή. Όρισε επίσης το δυαδικό αριθμητικό σύστημα, το οποίο είναι το θεμέλιο όλων σχεδόν των ψηφιακών υπολογιστών.

Στην φιλοσοφία, ο Leibniz είναι πιο γνωστός για την αισιοδοξία του, δηλαδή το συμπέρασμά του ότι το Σύμπαν μας είναι, σε μια περιορισμένη έννοια, το καλύτερο δυνατό που θα μπορούσε να δημιουργήσει ο Θεός, μια ιδέα που συχνά διακωμωδείται από άλλους, όπως ο Βολταίρος. Ο Leibniz, μαζί με τον Ρενέ Ντεκάρτ και τον Μπαρούχ Σπινόζα, ήταν ένας από τους τρεις μεγάλους υποστηρικτές του ορθολογισμού τον 17ο αιώνα.

Είχε σημαντική συνεισφορά στην φυσική και την τεχνολογία, σε έννοιες που εμφανίστηκαν πολύ αργότερα στην φιλοσοφία, την θεωρία πιθανοτήτων, την βιολογία, την ιατρική, την γεωλογία, την ψυχολογία, την γλωσσολογία και την επιστήμη των υπολογιστών. Έγραψε έργα για την φιλοσοφία, την πολιτική, το δίκαιο, την ηθική, την θεολογία, την ιστορία και την φιλολογία. Οι συνεισφορές του Leibniz σ’ αυτό το ευρύ θεματικό φάσμα διασκορπίστηκαν σε διάφορα γνωστά περιοδικά, σε δεκάδες χιλιάδες επιστολές και αδημοσίευτα χειρόγραφα. Έγραψε σε πολλές γλώσσες, αλλά κυρίως στην λατινική, την γαλλική και την γερμανική. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει πλήρης συλλογή των γραπτών του. Έγραψε μόνο 2 φιλοσοφικές διατριβές σε μέγεθος βιβλίου, από τις οποίες μόνο ένα ονόματι Theodicee εκδόθηκε το 1710.

Ως απαρχή της δράσης του ως φιλόσοφος θεωρείται η Μεταφυσική Πραγματεία, ένα έργο που συνετέθη το 1686 ως σχολιασμός στην επικείμενη διαφορά λειτουργίας μεταξύ του Νικόλαου Μαλμπράνς και του Άντωνι Άρναουλντ.

Ο Leibniz συνάντησε τον Σπινόζα το 1676, διάβασε κάποια από τα ανέκδοτα γραπτά του και θεωρείται έκτοτε ως σφετεριστής κάποιων ιδεών του Σπινόζα. Ενώ ο Λάιμπνιτς θαύμαζε τις διανοητικές ικανότητες του Σπινόζα, ήταν επίσης ευθέως συγκλονισμένος από τα συμπεράσματα του Σπινόζα, ιδίως όταν αυτά ήταν και αντίθετα με την χριστιανική ορθοδοξία.

Ο Leibniz επικαλείται μία σειρά από επτά θεμελιώδεις Αρχές:

• Ταυτότητα / αντίφαση. Αν μια πρόταση είναι αληθής, τότε η άρνησή της είναι ψευδής και το αντίστροφο.

• Ταυτότητα του indiscernibles. Δύο ξεχωριστά πράγματα δεν μπορούν να έχουν όλες τις ιδιότητες τους στο κοινό. Αν κάθε κατηγόρημα διακατέχεται από χ, επίσης θα διακατέχεται από y και το αντίστροφο, τότε οι οντότητες x και y είναι ίδιες; Συχνότερη η επίκληση στην σύγχρονη λογική και την φιλοσοφία, η «ταυτότητα του indiscernibles», αναφέρεται συχνά ως «νόμος του Λάιμπνιτς». Έχει προσελκύσει τις πιο πολλές αντιπαραθέσεις και κριτικές, ιδιαίτερα από την σωματιδιακή φιλοσοφία και την κβαντική μηχανική.

• Επαρκής λόγος. Πρέπει να υπάρχει ένας επαρκής λόγος για να υπάρχει κάτι, για οποιοδήποτε γεγονός που μπορεί να συμβεί, για την απόκτηση οποιασδήποτε αλήθειας.

• Προκαθορισμένη αρμονία. Ο κατάλληλος χαρακτήρας της κάθε ουσίας που επιφέρει πως ό,τι συμβαίνει σε κάποιον αντιστοιχεί σε ό,τι συμβαίνει σε όλους τους άλλους, χωρίς, ωστόσο, να ενεργήσει ο ένας στον άλλον άμεσα. (Λόγος για την Μεταφυσική, XIV) Όταν πέσει ένα γυαλί θρυμματίζεται, διότι «γνωρίζει» ότι έχει χτυπήσει στο έδαφος, και όχι επειδή η πρόσκρουση με το έδαφος «αναγκάζει» το ποτήρι να σπάσει.

• Νόμος της συνέχειας (κυριολεκτικά: «Η φύση δεν κάνει κανένα άλμα»).

• Αισιοδοξία: «Ο Θεός επιλέγει σίγουρα πάντα το καλύτερο».

• Η πληρότητα του Leibniz πιστεύεται ότι είναι η καλύτερη όλων των δυνατών κόσμων που θα πραγματοποιήσουμε κάθε πραγματική δυνατότητα και η Théodicée υποστήριξε ότι αυτή η καλύτερη όλων των δυνατών κόσμων θα περιέχει όλες τις δυνατότητες, με πεπερασμένη εμπειρία από την αιωνιότητα και δεν θα δίνει κανένα λόγο να αμφισβητήσει την τελειότητα της φύσης. Ο Λάιμπνιτς σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν έτοιμος να δώσει μια ορθολογική άμυνα μιας συγκεκριμένης αρχής, αλλά τις περισσότερες φορές την λάμβανε ως δεδομένη.

Ο ίδιος ο Leibniz έγραψε:

«Οι φιλοσοφικές μου απόψεις προσεγγίζουν πολύ εκείνες της μακαρίτισσας Κόμισσας του Κόνγουεϊ και βρίσκονται μεταξύ των απόψεων του Πλάτωνα και του Δημόκριτου, γιατί υποστηρίζω πως όλα τα πράγματα συμβαίνουν μηχανικά όπως υποστήριξαν ο Δημόκριτος και ο Καρτέσιος ενάντια στις απόψεις του Χένρι Μουρ και των οπαδών του, αλλά υποστηρίζω επίσης πως όλα συμβαίνουν σύμφωνα με μία ζωντανή αρχή και σύμφωνα με τα τελικά αίτια -όλα τα πράγματα είναι γεμάτα ζωή και συνείδηση, αντίθετα με τις απόψεις των Ατομιστών.»

Σύμφωνα με τον Leibniz, οι μονάδες (άτομα) είναι στοιχειώδη σωματίδια με θολές αντιλήψεις του ενός προς το άλλο. Οι μονάδες μπορούν επίσης να συγκριθούν και με τα σωματίδια της Μηχανικής Φιλοσοφίας του Ντεκάρτ και άλλων. Οι μονάδες αποτελούν «ουσιώδεις μορφές της ύπαρξης» με τις ακόλουθες ιδιότητες: είναι αιώνιες, αδιάσπαστες, ατομικές, υποκείμενες στους δικούς τους νόμους, αλληλεπιδραστικές, με την καθεμία να αντανακλά ολόκληρο το Σύμπαν σε μία προκαθορισμένη αρμονία (ένα ιστορικής σημασίας παράδειγμα του παμψυχισμού). Οι μονάδες είναι κέντρα της ισχύος: η ουσία είναι ισχύς, ενώ ο χρόνος, η ύλη και η κίνηση είναι απλώς φαινομενικά.

Η οντολογική ουσία μιας μονάδας είναι η αμείωτη απλότητά της. Σε αντίθεση με τα άτομα, οι μονάδες δεν κατέχουν υλικό ή χωροχρονικό χαρακτήρα. Διαφέρουν επίσης από τα άτομα λόγω της ολοκληρωμένης αμοιβαίας ανεξαρτησίας, έτσι ώστε οι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στις μονάδες είναι μόνο φαινομενικές. Αντ’ αυτού, προς χάριν της αρχής της προκαθορισμένης αρμονίας, κάθε μονάδα ακολουθεί ένα προκαθορισμένο σύστημα «οδηγιών», το οποίο προσαρμόζεται στην ιδιομορφία του καθενός, έτσι ώστε κάθε μονάδα «γνωρίζει» τι να κάνει κάθε στιγμή. Λόγω αυτών των εσωτερικών οδηγιών, κάθε μονάδα λειτουργεί ως ένας καθρέφτης του σύμπαντος. Οι μονάδες δεν χρειάζεται να είναι μικρές. Για παράδειγμα, κάθε ανθρώπινο ον αποτελεί μία μονάδα, στην οποία η ελεύθερη βούληση είναι προβληματική.

Οι μονάδες σκοπεύουν να απαλλαγούν από τα προβλήματα:

• Της αλληλεπίδρασης μεταξύ μυαλού και ύλης, όπως προκύπτει στο σύστημα του Ντεκάρτ.

• Της έλλειψης ατομικότητας που κληροδοτήθηκε στο σύστημα του Σπινόζα, η οποία αναπαριστά τα ατομικά πλάσματα ως απλώς αντικείμενα τύχης.

Ο Leibniz ήταν ένας από τους πολύ σημαντικούς επιστήμονες της λογικής μεταξύ της εποχής του Αριστοτέλη και το 1847, όταν ο George Boole και ο Augustus De Morgnan εξέδωσαν ο καθένας βιβλία, τα οποία εισήγαγαν την σύγχρονη τυπική λογική. Ο Leibniz διατυπώνει τις κύριες ιδιότητες από αυτά που σήμερα αποκαλούμε συνδυασμό, διάζευξη, άρνηση, ταυτότητα, ένταξη και κενό σύνολο. Οι αρχές της λογικής του Leibniz και αναμφίβολα ολόκληρης της φιλοσοφίας του, διακρίνονται σε δύο.

1. Όλες μας οι ιδέες συγκροτούνται από ένα πολύ μικρό αριθμό απλών ιδεών, οι οποίες σχηματίζουν το αλφάβητο της ανθρώπινης σκέψης. 2. Οι πολύπλοκες ιδέες εξελίσσονται από αυτές τις απλές ιδέες από έναν ομοιόμορφο και συμμετρικό συνδυασμό, ανάλογο του αριθμητικού πολλαπλασιασμού.

Η τυπική λογική, η οποία αναδείχθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα απαιτεί επίσης στο ελάχιστο την μοναδιαία άρνηση και τις ποσοτικές μεταβλητές, που κυμαίνονται σε κάποιο σύμπαν του λόγου. Ο Leibniz δεν δημοσίευσε τίποτα επάνω στην τυπική λογική όσο ζούσε. Τα περισσότερα που έγραψε επάνω στο θέμα αποτελούν σχέδια εργασίας. Στο βιβλίο του «Η Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας», ο Bertrand Russell ισχυρίστηκε ότι ο Leibniz είχε αναπτύξει την λογική σε αδημοσίευτα γραπτά του σε τέτοιο επίπεδο, το οποίο επιτεύχθηκε μόνο 200 χρόνιο αργότερα.

Έτσι, ένας αισιόδοξος δεν διαφέρει από έναν φιλόσοφο που δεν διαφέρει από έναν επιστήμονα που δεν διαφέρει από έναν ποιητή, από έναν καλλιτέχνη. Όλ’ αυτά βασίζονται στην ικανότητα να δούμε τον κόσμο πέρα ​​από την αίσθηση/αντίληψη, ακόμη και πέρα ​​από αυτό που είναι στο παρόν, γι’ αυτό που είναι το μέλλον. Με άλλα λόγια, οι σκέψεις τους βρίσκονται σε ένα μέλλον που δεν έχει γίνει ακόμη.

Επομένως, η δύναμη δεν βρίσκεται στον πλούτο και την επιρροή που είναι η αληθινή κοιλάδα των κωφών και των τυφλών (αυτών που δεν έχουν ακόμη αφυπνιστεί στο μυαλό και την ψυχή τους κι είναι έτσι αληθινοί σκλάβοι), αλλά η Δύναμη είναι το να είσαι σε ένωση μ’ αυτές οι ανώτερες αρχές του σύμπαντος, που βασίζονται στον φυσικό νόμο όπως κατανοείται μέσα από τα έργα των Ηράκλειτου/Δημόκριτου/Αναξαγόρα.

Τίποτε δεν είναι το ίδιο δύο φορές, τα πάντα κινούνται, αλλάζουν, τροποποιούνται, πολύ πέρα από την αντίληψή μας. Ό,τι έχει χτιστεί μπορεί και να γκρεμιστεί, το γκρεμισμένο μπορεί να είναι καλύτερο από το κτιστό, αλλά ο Λόγος/Πυρ δεν ανήκει ποτέ σ’ ένα άτομο, στην πραγματικότητα, η προέλευσή του δεν εντοπίζεται καν σε άτομο ή έστω σε συλλογικό. Ο Λόγος/Πυρ υπάρχει ως Αλήθεια ανεξάρτητα από εμάς. Αυτή είναι η αιτία όπου ο Λόγος/Πυρ που σχετίζεται με την Αλήθεια δεν μπορεί να καταστραφεί, γιατί τελικά δεν εξαρτάται από την φευγαλέα και ασυνεπή αναγνώριση τέτοιων πραγμάτων.

Η Αλήθεια δεν έρχεται ξαφνικά στην ύπαρξη επειδή την ισχυριζόμαστε, ή έχουμε την Πρόθεση γι’ αυτήν κι έτσι, είναι πέρα ​​από την καταστολή και είναι πέρα ​​από την καταστροφή. Αυτός είναι επίσης ο λόγος που ο Νους (κατά τον Αναξαγόρα) έχει πάντα πρόσβαση στον Λόγο/Πυρ που σχετίζεται με την Αλήθεια, όταν του δίνονται τα κατάλληλα εργαλεία για αισθητική, ποιότητα, ομορφιά, καλλιτεχνία, φαντασία, ποιητική και σκέψη, έτσι ώστε ο Νους να βρίσκει τον δρόμο του πίσω στην πηγή του. Η Αλήθεια, προκύπτει μέσα από την αγάπη για την γνώση, για το όνειρο.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, είναι παγερά αδιάφορο το να κοροϊδεύεται κάποιος από τους πολλούς/σκλάβους, επειδή τηρεί τις αρχές της αισιοδοξίας, επειδή ονειρεύεται, γιατί το να είσαι φύσει και θέσει αισιόδοξος σημαίνει να ‘χεις πρόσβαση στα όνειρα, να ζεις σ’ ένα όμορφο όνειρο, αλλά, αυτό το όνειρο να είναι το πραγματικό, ο Παρόν Χρόνος κι όχι κρύο, αλλά ζεστό, όχι γυμνό, αλλά επιπλωμένο με χίλιες ομορφιές… αφάνταστης ομορφιάς!

Ωστόσο, αφαίρεσε τον ονειρικό κόσμο και η απώλεια είναι ασύλληπτη. Το μαγικό ξόρκι που ενώνει την αισθητική έχει σπάσει. Η λαμπρότητα της τέχνης και η στα ύψη δύναμη της φαντασίας μειώνονται επειδή κανένα φάντασμα από ηλιοβασιλέματα και λουλούδια που ξεθωριάζουν δεν προτρέπει προς τον στόχο. Έχει φύγει η βουβή, άδεια, η συνεννόηση που ενθαρρύνει την ψυχή να κοροϊδεύει και να υπερβαίνει τα όρια του χρόνου και του χώρου, να προβλέπει και να συγκεντρώνει σε σοδειές επιτευγμάτων για ακόμη, αγέννητους αιώνες.

Σβήστε τα όνειρα και οι τυφλοί χάνουν την βασική ελπίδα τους, γιατί στα οράματα του ύπνου βλέπουν την δύναμή τους στο Νου που βλέπει και την προσδοκία τους για ομορφιά πέρα ​​από την κενή, στενή νύχτα. Ναι, χωρίς τα όνειρα, η αντίληψή μας για την αθανασία κλονίζεται. Η δύναμη, η κινητήρια ενέργεια της ανθρώπινης ζωής, τρεμοπαίζει. Από τέτοια κενή θέση και γύμνια από όνειρα, το σοκ των κατεστραμμένων κόσμων είναι πράγματι ευπρόσδεκτο. Στην πραγματικότητα, τα όνειρα μας φέρνουν πιο κοντά στον Λόγο, ανεξάρτητα από εμάς και σε πείσμα μας, ώστε η ψυχή μας να δικαιωθεί και να πετάξει στην πηγή της, στην αρμονία και στην ομορφιά…

Αν περιμένεις το χειρότερο ελπίζοντας για το καλύτερο, θα σου ‘ρθει το χειρότερο. Τα πράγματα που σου συμβαίνουν είναι σε πλήρη συμφωνία μ’ αυτά που πιστεύεις/περιμένεις. Αν πιστέψεις/περιμένεις ότι θα σε πατήσουν, θα σε κάνουν λιώμα, άλλωστε τα πράγματα ποτέ δεν είναι τόσο άσχημα ώστε να μην μπορούν να χειροτερέψουν. Στην ζωή υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων: οι αισιόδοξοι και οι απαισιόδοξοι. Οι απαισιόδοξοι έχουν συνήθως δίκιο. Αν όμως η ανθρωπότητα έφτασε ως εδώ, αυτό το χρωστάει στους αισιόδοξους. Δεν πρέπει κανείς να συμβιβάζεται στο να προχωράει έρποντας, όταν έχει την παρόρμηση, την θέληση και την ικανότητα να πετάξει ψηλά. Κανένας απαισιόδοξος δεν ανακάλυψε ποτέ το μυστικό των αστεριών, ούτε ταξίδεψε ποτέ σε μια άγνωστη γη. Προσωπικά, είμαι φύσει και θέσει, αισιόδοξη. Δεν έχει καμιά χρησιμότητα το να είμαι οτιδήποτε άλλο!

…Να είστε αισιόδοξοι, κι ορμίσετε στο Άπειρο, μ’ ενθουσιασμό!!!

Οι Αλλόθροοι Άνθρωποι

«Πλέων επί οινόπα πόντον επ΄αλλοθρόους ανθρώπους» -Ομήρου Οδύσσεια, (Α, 183-84)

Ο Σεφέρης απογοητευμένος από την Ελλάδα της εποχής του είχε αποτυπώσει αυτό το συναίσθημα με τον εμβληματικό στίχο «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει».

Ωστόσο, υπάρχουν στιγμές που ο Έλληνας μπορεί να αισθάνεται υπερήφανος όταν βρεθεί σε ξένες χώρες και αντικρίσει όχι μόνο στους χώρους των πανεπιστημίων αλλά και σε άλλους ελληνικές επιγραφές που κοσμούν με την σκέψη τους τον περιβάλλοντα χώρο. Ταυτόχρονα, όμως, αυτές οι επιγραφές μας υπενθυμίζουν το χρέος μας προς την παράδοση και ιδιαίτερα την ανάγκη μιας βαθιάς γνώσης του αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος. Μία αρχαιομάθεια όχι στο όνομα της ανάδειξης της μοναδικότητας του ελληνικού πνεύματος αλλά της οικουμενικότητας του.

Εξάλλου αυτό είναι και το κριτήριο με το οποίο οι ξένοι επιλέγουν γνώμες-σκέψεις Ελλήνων φιλοσόφων, ποιητών ή ιστορικών για να εκφράσουν με συμβολικό τρόπο την δική τους κοσμοθεωρία στην σύγχρονη εποχή. Η οικουμενικότητα σε συνδυασμό με την διαχρονικότητα της σκέψης των αρχαίων Ελλήνων διευκολύνουν το έργο των ξένων που στοχεύουν στην ανάδειξη εκείνων των στοιχείων που θεωρούν πως συμβάλλουν στην ειρηνική συνύπαρξη ανθρώπων και λαών αλλά και στην αυτογνωσία ως βασική προϋπόθεση για την αυτοπραγμάτωσή τους και την ένταξή τους στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες.

Ο στίχος του Ομήρου «Πλέων επί οινόπα πόντον επ΄ αλλοθρόους ανθρώπους» (Πλέοντας μέσα στο μελανό πέλαγος με αλλόγλωσσους ανθρώπους) δεσπόζει στην σιδερένια πεζογέφυρα της Φρανκφούρτης που ενώνει τις δύο όχθες του ποταμού Μάϊν.

Η επιλογή του Ομηρικού στίχου δεν προτιμήθηκε μόνο συμβολικά γιατί η συγκεκριμένη γέφυρα ενώνει δύο διαφορετικές περιοχές του οικονομικού κέντρου της Γερμανίας αλλά και για να καταδείξει την ανάγκη και την αξία της ειρηνικής συνύπαρξης ανθρώπων με διαφορετικά γλωσσικά (αλλοθρόους), θρησκευτικά και εθνικό-φυλετικά χαρακτηριστικά.

Εκτός από το τουριστικό ενδιαφέρον ο στίχος της Οδύσσειας υπενθυμίζει και διδάσκει στον επισκέπτη την ενότητα του ανθρώπινου είδους, ανεξάρτητα από κάποια – επίκτητα – διαφορετικά στοιχεία (θρησκεία, γλώσσα…). Ο Όμηρος, δηλαδή, χιλιάδες χρόνια πριν, σοφά διείδε την πραγματικότητα της ενότητας του ανθρώπινου είδους περιγράφοντας το «μεγάλο» ταξίδι του πολυμήχανου Οδυσσέα.

Προφητικά ο Όμηρος κατέγραψε μία πραγματικότητα που σήμερα προβάλλει ως αναγκαιότητα μέσα στις συνθήκες και τους όρους που επέβαλε η παγκοσμιοποίηση. Η επικοινωνία και ο συγχρωτισμός ανθρώπων με διαφορετικά γνωρίσματα κατέστη αναπότρεπτος, αφού η περιχαράκωση στις γλωσσικές και εθνικές ιδιαιτερότητες ή είναι αδύνατη ή λειτουργεί ανασταλτικά στην ατομική πρόοδο, στην κοινωνική ευημερία και στην παγκόσμια ειρήνη.

Έτσι ο στίχος αυτός σε συνδυασμό με την συμβολική επιλογή της πεζογέφυρας λειτουργεί ως μία διδαχή/προτροπή για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι θα πρέπει να χτίσουν «γέφυρες» κι όχι «τείχη». Οι γέφυρες ενώνουν, ενώ τα τείχη χωρίζουν και τρέφουν τον ατομικό ναρκισσισμό.

«Τα έθνη θα πρέπει να χτίσουν γέφυρες και όχι τείχη μεταξύ τους» -Χόκινγκ

Οι «αλλόθροοι» άνθρωποι.

Οι «αλλόθροοι» άνθρωποι χρησιμοποιούν διαφορετικές λέξεις (θρους=θρόϊσμα, θόρυβος, λέξη…..) για να εκφράσουν την σκέψη και τα συναισθήματά τους όπως και να δώσουν «όνομα» στα αντικείμενα. Τα κύματα των μεταναστεύσεων και η κινητικότητα μεγάλου αριθμού ανθρώπων από διαφορετικές χώρες προς το Δυτικό κόσμο έφεραν κοντά διαφορετικούς πολιτισμούς και γλώσσες δημιουργώντας νέα γλωσσικά και κοινωνικά δεδομένα. Αυτό, όμως, δεν τους εμποδίζει να επικοινωνούν μεταξύ τους και να μοιράζονται τα αγαθά του πνεύματος και του πολιτισμού. Τουναντίον οι διαφορετικές γλώσσες είναι ο πλούτος της ανθρωπότητας και του πολιτισμού.

Ο πολιτιστικός συγκρητισμός και ο σεβασμός της διαφορετικότητας αποτελούν τους αναγκαίους όρους για τον εμπλουτισμό του ανθρώπινου είδους και την ηθική του αρτίωση. Αντίθετα η ξενοφοβία, η ξενηλασία, η έλλειψη ανεκτικότητας στο διαφορετικό, ο εθνικός ναρκισσισμός και ο εγκλωβισμός στο εγώ (ατομικό ή εθνικό) αδυνατίζουν τις άμυνες του ανθρώπου και των αφυδατώνουν από την αναγκαία πολυχρωμία και πολιτιστική ποικιλότητα.

Εκείνο που μας καθιστά καλύτερους είναι η απόφασή μας να καταστούμε ταυτόχρονα πομποί και δέκτες πολιτιστικών στοιχείων και να αποδεχτούμε ως κοινωνική αξία το σεβασμό στη διαφορετικότητα. Εξάλλου το αντίθετο και διαφορετικό, το «άλλο» (σε οποιαδήποτε εκδοχή του, «αλλόθροοι», αλλόθρησκοι, αλλοεθνείς…) αποτελούν πνοή ζωής αλλά και το βάθρο πάνω στο οποίο δομείται η πρόοδος και η ηθική εξέλιξη του ανθρώπου.

Μπορούμε, επομένως, να γίνουμε καλύτεροι γνωρίζοντας και μοιραζόμενοι τον πολιτισμό μας με τους άλλους και δείχνοντας σεβασμό σε αυτό που διαφέρει από το δικό μας. Η ταυτότητά μας (ατομική και εθνική) δεν κινδυνεύει από την επικοινωνία και τον συγχρωτισμό μας με «αλλόθροους» ανθρώπους αλλά από την απόρριψη του «άλλου», τις ξενοφοβικές μας ανασφάλειες και την υπερεκτίμηση της μοναδικότητάς μας ως λαού και έθνους.

Ως σύγχρονοι Οδυσσείς.

Και για να επιστρέψουμε στο δύσκολο ταξίδι του Οδυσσέα «πλέων επί οινόπα πόντον» που δεν δείλιασε στα εμπόδια που βρήκε και δεν φοβήθηκε το άγνωστο και το «άλλο». Αντίθετα έκανε το άγνωστο σύμμαχό του και το «άλλο» σύντροφό του. Η επιστροφή στην Ιθάκη δεν επιτεύχθηκε μόνο χάρη στη γενναιότητά του και την πολυμηχανία αλλά πρωτίστως χάρη στην «τέχνη» του και την προνοητικότητά του να συμβιώνει με το διαφορετικό και το «άλλο» όποια μορφή κι αν αυτό είχε (άνθρωποι, θεοί, φυσικό περιβάλλον, τύχη).

Ο «οίνωψ πόντος» και οι «αλλόθροοι άνθρωποι» θα υπάρχουν πάντα δίπλα μας, μπροστά μας ή απέναντί μας. Σε μας εναπόκειται να βρούμε τον τρόπο να συνυπάρξουμε μαζί τους και να μοιραστούμε τα όποια θετικά υπάρχουν και στις δύο όχθες του ποταμού.

Μόνον έτσι θα γνωρίσουμε και θα κατανοήσουμε την απεραντοσύνη του κόσμου και του πνεύματος αλλά και την περατότητα του ανθρώπου ως φθαρτού όντος. Κι αυτό θα το πετύχουμε μόνο αν λειτουργήσουμε συνειδητά ως σύγχρονοι Οδυσσείς.

Ο «οίνωψ πόντος» της παγκοσμιοποίησης και οι «αλλόθροοι άνθρωποι» των πολυπολιτισμικών κοινωνιών είναι η σύγχρονη πραγματικότητα. Αν την αγνοήσουμε, θα νικηθούμε ως ανθρωπότητα από την Σκύλλα και την Χάρυβδη ή κι από την οργή του Ποσειδώνα. Αν την δεχτούμε ως μία αναγκαιότητα και την μετατρέψουμε σε ευκαιρία, τότε μπορούμε να πετύχουμε τον άθλο του Οδυσσέα που «Πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω»

Είναι τα γενετικώς τροποποιημένα φυτά ασφαλή για την υγεία του καταναλωτή;

Πριν ένα φάρμακο κυκλοφορήσει στην αγορά, υπόκειται σε εξαντλητικές και μακροχρόνιες δοκιμές όχι μόνο ως προς την αποτελεσματικότητά του, αλλά και ως προς τις ενδεχόμενες παρενέργειες. Ο στόχος είναι να βρεθεί η χρυσή τομή, δηλαδή εκείνη η δόση που θα έχει μεν θεραπευτικό αποτέλεσμα χωρίς να “στείλει” τον ασθενή. Και αυτό επειδή όλα τα φάρ­μακα σε μεγάλες δόσεις είναι δηλητήρια. Η συνιστώμενη δόση είναι ένας συμβιβασμός μεταξύ θεραπευτικής ενέργειας και τοξικής παρενέργειας.

Οι δοκιμές ως προς την ασφάλεια της δόσης δεν είναι μόνον εργαστηρια­κές, σε πειραματόζωα, αλλά και κλινικές, σε εθελοντές ασθενείς. Πολλές φορές οι προκαταρκτικές δοκιμές δεν είναι αρκετά εξονυχιστικές, όπως αποδεικνύει η εκ των υστέρων απόσυρση κάποιων σκευασμάτων. Θυ­μηθείτε τη θαλιδομίδη και τα τραγικά της αποτελέσματα. Ωστόσο, οι φαρμακευτικές εταιρείες και οι υπεύθυνοι για την έγκριση κυβερνητικοί οργανισμοί έχουν μια δικαιολογία για την πρόωρη, ίσως, απελευθέρωση του φαρμάκου στην αγορά: τον αδημονούντα και απελπισμένο ασθενή.

Οι φιλύποπτοι θα αντιτείνουν ότι το οικονομικό κέρδος των εταιρειών αποτελεί μια ισχυρή και ίσως ανυπέρβλητη δύναμη, που μπορεί να παρακάμψει τους ελέγχους ή να παραπλανήσει (και ενίοτε δελεάσει) τους ελεγκτές. Ας δεχτούμε όμως ότι ζούμε σε κοινωνία αγγέλων και ας προ­χωρήσουμε στο επόμενο ερώτημα: χρειάζεται να υποστούν ανάλογους ελέγχους τα γενετικώς τροποποιημένα φυτά πριν πάρουν το δρόμο για το πιάτο του καταναλωτή; Οι τέσσερεις από τις πέντε μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής και εμπορίας σπόρων γενετικά τροποποιημένων φυτών έχουν την έδρα τους στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου πρακτικά δεν υπάρχει συσκευασμένη τροφή που να μην περιέχει κάποιο συστατικό από τα φυτά αυτά.

Οι εται­ρείες είναι υποχρεωμένες να παραδώσουν στο κρατικό γραφείο ελέγχου τροφίμων και φαρμάκων πρωτόκολλα δοκιμών που να εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τον αμερικανικό νόμο, ότι το προϊόν είναι ασφαλές για την υγεία του καταναλωτή. Οι έλεγχοι, που γίνονται από τις ίδιες τις εταιρεί­ες, περιλαμβάνουν τη διατροφή πειραματόζωων με το προϊόν επί τρίμηνο και επίσης την εργαστηριακή εξακρίβωση ότι οι περιεχόμενες στο βρώ­σιμο μέρος ουσίες «δεν διαφέρουν σημαντικά» από τις αντίστοιχες φυτών του ίδιου είδους που δεν έχουν υποστεί γενετική τροποποίηση.

Επειδή σε μερικές περιπτώσεις ανιχνεύτηκαν στα προϊόντα αυτά αλλεργιογόνα (με συνέπεια τα προϊόντα να αποσυρθούν από την αγορά, εκ των υστέρων), ο έλεγχος εστιάζεται ιδιαίτερα σε αυτό το σημείο. Το Γραφείο Τροφί­μων και Φαρμάκων των IIΠ Α μπορεί, πριν δώσει άδεια για τη διάθεση των σπόρων στους καλλιεργητές, να προβεί σε δικούς του ανεξάρτητους ελέγχους προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών της εταιρείας.

Με καλή διάθεση, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι οι έλεγχοι αυτοί εξασφαλίζουν τον καταναλωτή. Εξάλλου, δεν απαιτείται τέτοια εξο­νυχιστική έρευνα για την εισαγωγή στην κατανάλωση προϊόντων από ποικιλίες που έχουν προέλθει με τον παραδοσιακό τρόπο. Τα γενετικώς τροποποιημένα υφίστανται -δικαίως- τον έλεγχο αυτό, μια και για να παραχθούν οι μεταλλαγμένοι σπόροι μεσολαβεί μια εξαιρετικά αφύσι­κη και περίπλοκη εργαστηριακή διαδικασία: γονίδια μετακινούνται από βακτήρια σε δοκιμαστικούς σωλήνες, από εκεί σε πλασμίδια άλλων βα­κτηρίων και πάλι σε τρίτα βακτήρια, για να καταλήξουν στο τέλος σε κάποιο σημείο του γονιδιώματος του προς τροποποίηση φυτού. Τα ξένα αυτά σώματα, τα οποία θα του προσδώσουν μεν κάποιον επιθυμητό χα­ρακτήρα, ενδέχεται να αποσταθεροποιήσουν την ομαλή λειτουργία του.

Ωστόσο, η αξιοπιστία των ελέγχων βάλλεται από διάφορες πλευρές.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι τρεις μήνες δοκιμών σε ποντίκια δεν είναι επαρκείς, όταν οι άνθρωποι θα καταναλώνουν τις τροφές αυτές για μια ζωή. Στην επιστημονική βιβλιογραφία υπάρχουν ανεξάρτητες μελέτες που υποδεικνύουν ότι η μακροχρόνια, έως και δύο έτη (αντί για τους τρεις μήνες που ο νόμος υποχρεώνει τις εταιρείες) κατανάλωση γενετικά τροποποιημένων τροφών από ποντίκια έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία τους. Επίσης, ότι η διατύπωση του νόμου πως τα μεταλλαγμένα και τα φυσικά δεν πρέπει να διαφέρουν σημαντικά» ως προς τη χημική σύ­σταση, είναι πολύ γενική και αόριστη και αφήνει τόσο στις εταιρείες όσο και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς ευρέα περιθώρια ανεκτικότητας ως προς την επιτρεπτή αδιάφορά». Τέλος, οι πολέμιοι των μεταλλαγμένων θεωρούν από ύποπτο έως τουλάχιστον άκομψο το γεγονός ότι πολλά στε­λέχη των ιδιωτικών βιοτεχνολογικών εταιρειών μεταπηδούν σε καίριες θέσεις του κρατικού γραφείου τροφίμων και φαρμάκων, και αντιστρόφως.

Οι υπέρμαχοι των μεταλλαγμένων όμως, τόσο στην επιστημονική όσο και στην επιχειρηματική κοινότητα, έχουν ένα ατράνταχτο επιχείρημα: η υγεία του μέσου Αμερικανού πολίτη δεν φαίνεται να έχει διαταραχθεί, στα είκοσι περίπου χρόνια που καταναλώνει γενετικός τροποποιημένα προϊόντα. Επιχείρημα εξίσου άκομψο, νομίζω, μια και ουσιαστικά μας λέγουν κατάμουτρα ότι έκαναν ένα τεράστιας εμβέλειας πείραμα στου κασίδη το κεφάλι. Έπειτα διαπίστωσαν ότι οι Αμερικανοί δεν πεθαίνουν σαν τις μύγες, και άρα μπορούν να συνεχίσουν ανενόχλητοι.

Ένας άλλος κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία που συζητείται αρκετά, έχει να κάνει με μια «παρενέργεια», ούτως ειπείν, της μεθόδου για την εισαγωγή ξένων γονιδίων στους οργανισμούς. Όπως αναφέρεται και στο πορτρέτο του Arabidopsis thaliana, η εισαγωγή ξένου γονιδίου σε κύττα­ρα είναι ένας πυροβολισμός στο σκοτάδι. Σε κάποια από αυτά το γονίδιο θα ενσωματωθεί στο DNA, σε κάποια άλλα όμως η ενσωμάτωση θα αποτύχει. Για να αυξηθούν οι πιθανότητες της ενσωμάτωσης, το προς μετα­φοράν γονίδιο φορτώνεται σε ένα βακτηριακό πλασμίδιο.

Ο λόγος είναι ότι τα πλασμίδια διαθέτουν από τη φύση τους μηχανισμούς που διευκολύ­νουν το γονίδιο να βρει τον δρόμο του προς το γονιδίωμα. Και πάλι όμως η επιτυχία δεν είναι εξασφαλισμένη και πολλά κύτταρα του δέκτη θα αρνηθούν την προσφορά. Αν, παραδείγματος χάριν, βομβαρδίσουμε σπό­ρους με πλασμίδια, κάποιοι θα τα δεχτούν και κάποιοι όχι. Ο πιο απλός τρόπος να διακρίνουμε τους μεταλλαγμένους από τους άθικτους, είναι να αφήσουμε τους σπόρους να φυτρώσουν και να ελέγξουμε αν τα παρα- γόμενα ώριμα φυτά έχουν την επιθυμητή ιδιότητα.

Αυτό απαιτεί χώρο, χρόνο και χρήμα. Και τα τρία εξοικονομούνται αν εκμεταλλευτούμε μια ακόμη φυσική ιδιότητα των πλασμιδίων: πολλά από αυτά, όπως προανα- φέραμε, περιέχουν γονίδια αντοχής στα αντιβιοτικά. Στους σπόρους λοι­πόν που η μεταβίβαση του φορτωμένου επιθυμητού γονιδίου έγινε επι- τυχώς, έχει επίσης μεταβιβαστεί αναπόφευκτα και το γονίδιο αντοχής στα αντιβιοτικά. Μπορούμε λοιπόν στα γρήγορα να συν-καλλιεργήσουμε τους σπόρους με βακτήρια, προσθέτοντας και το κατάλληλο αντιβιοτικό.

Σε εκείνες τις καλλιέργειες όπου τα βακτήρια θα αναπτύξουν αποικίες, η τροποποίηση των σπόρων υπήρξε επιτυχής. Ωστόσο, το φυτό που θα αναπτυχθεί (και στη συνέχεια θα καταναλώσουμε) θα περιέχει (ως παρά­δειγμα) πενικιλινάση, ένα ένζυμο που διασπά την πενικιλίνη. Μικρό το κακό, μια και το ένζυμο θα διασπαστεί στον πεπτικό μας σωλήνα και δεν θα εμπλακεί στη δράση της πενικιλίνης, που ενδεχομένως χρειαστεί να πάρουμε. Ωστόσο, ο κίνδυνος να περάσει το γονίδιο αυτό στα βακτήρια της φυσιολογικής εντερικής χλωρίδας δεν είναι αμελητέος. Ούτε αυτό μας πειράζει, τα βακτήρια αυτά τα χρειαζόμαστε για να παράγουν απα­ραίτητες βιταμίνες και δεν θα σκεφτόμασταν ποτέ να τα εξολοθρεύσουμε. Τα προβλήματα αρχίζουν από τη στιγμή που το επίμαχο γονίδιο θα περάσει από τα ωφέλιμα σε παθογόνα βακτηριακά στελέχη και θα τα κα­ταστήσει ανθεκτικά στην αντιβίωση. «Και πού υπάρχει το πρόβλημα:», θα αναρωτηθούν οι αθεράπευτα αισιόδοξοι υπέρμαχοι της τεχνολογικής προόδου, «η χημεία θα παρασκευάσει ένα νέο ισχυρότερο αντιβιοτικό».

Οι σκεπτικιστές και αιρετικοί θα αναρωτηθούν αν όλα αυτά είναι, τελι­κός, αναγκαία.
Τα φάρμακα απευθύνονται στο μέρος του πληθυσμού που ασθενεί, είναι σχετικά καλά ελεγμένα, δίνονται μετά από ιατρική συμβουλή και διατί­θενται (κατά κανόνα) από φαρμακεία. Σε τελευταία ανάλυση, ο μεν βα­ριά ασθενής κάνει τους συμβιβασμούς του, ο δε ελαφρά ασθενής μπορεί και να τα αρνηΟεί. Τα τρόφιμα αφορούν το σύνολο του πληθυσμού. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι αυτά που προέρχονται από γενετικός τροποποιημέ­να φυτά είναι απολύτως ασφαλή, αναμφισβήτητα έχουμε το δικαίωμα να επιλέξουμε την προέλευση της τροφής μας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η προέλευση αυτή δεν αναγράφεται στη συσκευασία.

Η ιερή ανατομία του σύμπαντος μέσα στον άνθρωπο κατά τον Πλάτωνα

Ο Πλάτωνας στο βιβλίο του Τίμαιος ή Περί Φύσεως, εξηγεί διεξοδικά την κατασκευή του ανθρώπινου σώματος.

Ο εγκέφαλος έλεγε, είναι το όργανο στο ανθρώπινο σώμα που μέσα σε αυτόν βρίσκεται αναμεμιγμένη η ψυχή. Μέσα στον εγκέφαλο βρίσκεται η θεία συνείδηση. Ο εγκέφαλος βρίσκεται στο κεφάλι, το υψηλότερο μέρος του ανθρώπινου σώματος. Ο νωτιαίος μυελός που είναι η συνέχεια του εγκεφάλου, διατρέχει όλη την σπονδυλική στήλη. (Οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν ιερά σήραγγα ή ιερό καλάμι ή σωλήνα). Ο νωτιαίος μυελός καταλήγει στο χαμηλότερο σημείο του σώματος που είναι και το πλησιέστερο στη γη. Το σπέρμα είναι στην ουσία ένα είδος εγκεφαλονωτιαίου μυελού. Αυτός ο μυελός ή η πνευματική ουσία είναι τόσο ισχυρή που μπορεί με την είσοδο της στη μήτρα να παράγει καινούρια ζωή. Η θεία συνείδηση αναμεμιγμένη με τις ουσίες του σώματος, κατεβαίνει από ψηλά στο κεφάλι και καταλήγει στο χαμηλότερο ενεργειακό κέντρο.

Αυτό το κέντρο ονομάζεται Μουλαντάρ στα σανσκριτικά και σημαίνει υποστηρικτική ρίζα. Όλες οι ουσίες του σώματος καταλήγουν σε αυτή την υποστηρικτική ρίζα. Σε αυτή την υποστηρικτική ρίζα υπάρχει υψηλή συγκέντρωση χυμού ή μυελού. Μέσα στον μυελό κρύβεται η πνευματική ενέργεια και αυτή καταλήγει μέσω των υγρών του σώματος στο κατώτερο κέντρο. Όταν γίνεται άσκοπη κατασπατάληση των υγρών του σώματος γίνεται κατασπατάληση της ενέργειας της ψυχής. Ή γίνεται κατασπατάληση της πνευματικής καθαρότητας. Αυτό συμβαίνει γιατί η φυσική ουσία που στο σώμα συγκεντρώνει τον αιθέρα και το άρωμα της ψυχής, είναι το εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Δεν υπάρχει όμως καμία «αμαρτία» πίσω από την κατασπατάληση της ενέργειας της ψυχής. Απλά πίσω από την άσκοπη κατασπατάληση, υπάρχει η άγνοια για την φύση των πραγμάτων και ταυτόχρονα η λεγόμενη προσκόλληση στα κατώτερα στρώματα.

Ας σταθούμε για λίγο στα λόγια του Πλάτωνα για την κατασκευή του ανθρώπινου σώματος.

Μέσα σε αυτή την κατασκευή και μέσα στο υλικό σώμα βρίσκεται ο Θεός. Ο Θεός είναι αναμεμιγμένος με μαεστρία μέσα στο υλικό σώμα. Η συγκεκριμένη θεολογική γνώση του Πλάτωνα, έρχεται και κουμπώνει με την ανατολική γνώση περί θεότητας. Η ανατολική θεολογία στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην γνώση της ύπαρξης του Θεού μέσα στο σώμα. Μέσα σε κάθε σώμα και αναμεμιγμένο μέσα στα υγρά, τις σάρκες και τον σκελετό, έχει γίνει πρόβλεψη να βρίσκεται ο δημιουργός. Αυτό σαν γνώση είναι πολύ-πολύ σημαντική. Έτσι, το γεγονός ότι οι άνθρωποι κάνουν διαλογισμό γυρνώντας μέσα σε αυτούς για να βρουν τον Θεό, ακούγεται όμορφο και φυσιολογικό. Αναπαύει την καρδιά του ανθρώπου μια αληθινή γνώση σαν και αυτή.

Είναι χρειαζούμενο να ξέρεις ότι ο Θεός βρίσκεται, όντως, μέσα στον άνθρωπο. Υπάρχει σαν δυνατότητα μέσα σε αυτόν, εάν ο ίδιος κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Μέσα στο σώμα το ίδιο και σε υλική μορφή, υπάρχει η ανάμιξη της θεϊκής ενέργειας. Εάν δεν κινηθεί όμως κάποιος προς τα επάνω, δεν πρόκειται ποτά να το διαπιστώσει. Το ανθρώπινο σώμα, μικρογραφία ολάκερης της ύπαρξης, εμπεριέχει μέσα σε αυτό, ακόμα και την υψηλότερη μορφή δημιουργίας. Ο άνθρωπος είναι ένα ακριβές αντίγραφο της δημιουργίας. Είναι υλοποιημένος καθ’εικόνα και ομοίωση. Είναι καιρός να ακούσεις αυτά τα λόγια, γνωρίζοντας ότι αυτά, αντιπροσωπεύουν ολάκερη την αλήθεια. Ακριβώς, επειδή ο Θεός ήδη βρίσκεται μέσα σε αυτόν, υπάρχει η δυνατότητα να τον βρει. Οι άνθρωποι κοιτώντας προς τα επάνω, (μιλώντας για το θείο), αναγνωρίζουν το μέρος της δημιουργίας που βρίσκεται έξω από αυτούς. Το σωστότερο όμως, θα ήταν να εστιάζονταν μέσα σε αυτούς.

Χολωμένος ο Δαρείος από την ήττα έδωσε εντολή να τον ξυπνούν κάθε πρωί με την φράση «Μέμνησο των Αθηναίων»

Στη μάχη του Μαραθώνα, που διεξήχθη τον Σεπτέμβριο του 490 π.Χ., 10.000 Αθηναίοι και 1.000 Πλαταιείς με αρχηγό τον στρατηγό Μιλτιάδη (οι Σπαρτιάτες προσήλθαν καθυστερημένα), αντιμετώπισαν τον περσικό στρατό (50.000 πεζοί και ιππείς) υπό τον Δαρείο και τους νίκησαν. Η νίκη των Ελλήνων, σπουδαίο κατόρθωμα στρατιωτικό, λειτούργησε ως σταθμός στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, διότι στάθηκε εμπόδιο στην εξάπλωση της ασιατικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη.

Χολωμένος ο Δαρείος (550-486) από αυτή τη δεύτερη ήττα του στρατού του, άρχισε την προετοιμασία της τρίτης εκστρατείας εναντίον της Ελλάδος, δίδονταςεντολή να τον ξυπνούν κάθε πρωί με τη φράση «Μέμνησο των Αθηναίων». Δεν ολοκλήρωσε, όμως, τις προετοιμασίες. Πέθανε από βαρύ καημό, επειδή δεν πρόλαβε να υποτάξει τους Έλληνες, τους «Ρωμαίους, τους φρικτότατους εχθρούς».Πάντως, η ανάληψητης εξουσίας του αχανούς περσικού κράτους από τον γιο του Ξέρξη, ήταν ευτύχημα για την Ελλάδα. Τον νέο βασιλιά,τον διέκρινε ματαιοδοξία, αλαζονική αυτοπεποίθηση, παιδιάστικη υπεροψία και αδυναμία να εκτιμά τις καταστάσεις. Ηταν κατώτερος του πατέρα του, ήταν και δειλός. Τελειώνοντας την τετράχρονη γιγαντιαία προετοιμασία, ξεκίνησε να κατακτήσει την Ελλάδα.

Πριν από 2.500 χρόνια, αρχές του 480, 2.500.000 οπλίτες, ιππείς και πληρώματα πλοίων 46 εθνών εισήλθαν στον Ελλαδικό χώρο, μια τεράστια στρατιωτική δύναμη, – άλλοι τόσοι ήταν οι είλωτες. Αρχές Αυγούστου στρατοπέδευσαν νότια της Θεσσαλίας, κοντά στην Τραχίνια, πριν από τις Θερμοπύλες, ενώ δίπλα στη θάλασσα αγκυροβόλησαν πολυάριθμα πολεμικά πλοία 8 εθνών.

Εν όψει της περσικής απειλής, οι ηγεσίες 30 ελληνικών πόλεων, με πρωτοφανές αίσθημα πολιτικής ενότητας, αποφάσισαν να δράσουν από κοινού. Οχύρωσαν το στενό των Θερμοπυλών και ανέμεναν την κάθοδο των εκατομμύριων Περσών. Ήταν η πρώτη φορά που οι Ελληνες (14.000 άνδρες με αρχηγούς τους Σπαρτιάτες, Λεωνίδα στην ξηρά και Ευρυβιάδη στη θάλασσα), βρέθηκαν απέναντι από τέτοιο πολυπληθή στρατό. Ήδη, το κλίμα μεταξύ των αντιπάλων ήταν τεταμένο, γιατί τους κήρυκες, που είχε στείλει τον χειμώνα ο Ξέρξης να ζητήσουν «Γη και Υδωρ», οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες τους σκότωσαν.

Ο Ξέρξης, ωστόσο, επιμένει. Ζητά από τον Λεωνίδα να καταθέσει τα όπλα, αλλά ο Λακεδαιμόνιος βασιλιάς, αγέρωχος, απαντά «Μολών λαβέ», εκφράζοντας με αυτή την ιστορική, λακωνική φράση, την υπερηφάνεια και τον πατριωτισμό, δυο εκ των υψηλών ιδανικών της Σπαρτιατικής αγωγής. Ύστερα, ο Πέρσης ηγέτης για να τρομάξει τον Ελληνα πολέμαρχο, διεμήνυσε «ο ήλιος θα κρυφτεί, μόλις οι τοξότες μου ρίξουν τα βέλη εναντίον σας»! Η απάντηση του Λεωνίδαήταν περιπαικτική, ήταν και αντρίκια: «Καλύτερα, έτσι θα πολεμήσουμε υπό σκιά»! Η μάχη στις Θερμοπύλες έγινε το τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου του 480 π.Χ., αν δεχθούμε τους ιστορικούς, οι οποίοι έλαβαν υπ’ όψιν τους τις γιορτές των Καρνείων και την 75η Ολυμπιάδα.

Ο Λεωνίδας εκμεταλλεύθηκε άριστα τη μορφολογία του χώρου. Κατά τη συμπλοκή, η φάλαγγα του σώματος των 300 επίλεκτων οπλιτών, κατευθυνόταν προς τις γραμμές των Περσών, αλλά όταν αυτοί έκαναν την επίθεση, οι Σπαρτιάτες υποχωρούσαν προσποιητά. Τα περσικά στρατεύματα, επιτιθέμενα, έχαναν τη συνοχή τους και μόλις έφθαναν στο στενότερο σημείο του περάσματος, οι ενισχυμένες σπαρτιατικές δυνάμεις διέκοπταν ξαφνικά την οπισθοχώρηση και, οργανωμένα, χτυπούσαν τις πρώτες γραμμές του εχθρού. Οι Πέρσες οπισθοχωρούσαν με πολλές απώλειες.

Μετά τις επιτυχίες των δύο ημερών, στο ξημέρωμα της τρίτης, ήρθαν τα κακά μαντάτα. Ο περσικός στρατός, έχοντας ως οδηγό τον Μαλιέα προδότη Εφιάλτη, έναν βοσκό που ήξερε τα περάσματα της περιοχής, οδηγήθηκε μέσω της Ανοπαίας ατραπού, ένα δύσβατο άγνωστο μονοπάτι, περικύκλωσε αιφνιδίως τους 1.000 Φωκείς και τους διέλυσε. Ο Λεωνίδας, μόλις πληροφορήθηκε την άσχημη για τα Ελληνικά στρατεύματα εξέλιξη, διέταξε την άμεση αποχώρηση των υπολοίπων μονάδων από τον χώρο των Θερμοπυλών, για να αποφύγουν την βεβαία καταστροφή. Παρέμεναν οι 700 Θεσπιείς με αρχηγό τον Δημόφιλο, ενώ οι 400 Θηβαίοι απεχώρησαν αμαχητί ή παραδόθηκαν. Ο ίδιος και οι 300 Σπαρτιάτες παρέμεναν στη θέση τους. Δεν ήθελαν να χαρακτηριστούν δειλοί.

Ο αρχηγός, προκειμένου να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον εχθρό, διέταξε τους Σπαρτιάτες και τους 700 Θεσπιείς να καταλάβουν θέσεις στην πλατύτερη τοποθεσία.Οι Πέρσες, όμως, με πλήθος στρατιωτών και συνεπικουρούμενοι, δεύτερη φορά, με τους «Αθάνατους», επιτέθηκαν με ορμή, κατέβαλαν την αντίσταση των αμυνομένων και κατήγαγαν συντριπτική νίκη. Οι Έλληνες έπεσαν μέχρις ενός. Σε αυτό το σημείο της συμπλοκής σκοτώθηκε και ο Λεωνίδας…

Στις Θερμοπύλες μετρήθηκαν νεκροί 4.000 Ελληνες, όπως επαληθεύεται και από το επίγραμμα, που χαράχτηκε με διαταγή των αμφικτυόνων: «Κάποτε εδώ πολέμησαν τους μυριάδες, τριακόσιοι και τέσσερις χιλιάδες από την Πελοπόννησο». Αργότερα, δίπλα σε αυτό, γράφτηκε συμπληρωματικό επίγραμμα, κυρίως προς τιμήν των Σπαρτιατών: «Ξένε, να πεις στους Λακεδαιμονίους ότι εδώ είμαστε θαμμένοι, πιστοί στα δικά τους λόγια». Τον φονιά του προδότη Εφιάλτη, οι Σπαρτιάτες τον τίμησαν ως ευεργέτη της πατρίδος.

Ο Λεωνίδας, σύμβολο ηρωισμού και πατριωτισμού (από το 488 βασιλιάς των Λακεδαιμονίων), πατέρας ανήλικου γιου, όπως ήταν και οι 300, στη μάχη αυτή έκανε αυτό που έπρεπε, χωρίς να λάβει διαταγή να το κάνει από κανέναν, παρόλο που η υπόθεση ήταν χαμένη από χέρι. «Κοιμήθηκε» ήρεμος. Ο μόνος που, ανήσυχος, δεν μπορούσε να κοιμηθεί ατέλειωτες νύχτες ήταν ο Θεμιστοκλής, ο οποίος παραπονιόταν, λέγοντας, «Ουκ εά με καθεύδειν το του Μιλτιάδου τρόπαιον». Ήρεμος κοιμήθηκε μετά τη νικηφόρα ναυμαχία στη Σαλαμίνα, ένα μήνα αργότερα.

Ο στοχαστικός Κων/νος Καβάφης, θεωρώντας υποχρέωσή του να τιμήσει όλους εκείνους, που καθημερινά αγωνίζονται για τη φύλαξη των ιερών και των οσίων της πατρίδος, συγκινημένος, κυρίως, από την αυτοθυσία των Σπαρτιατών στις Θερμοπύλες, συνέθεσε το ομώνυμο δίστροφο ποίημά του, που αρχίζει με αυτούς τους δυο στίχους:

«Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες…».

Τι είναι η πλατωνική φιλοσοφία;

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

1. Η παρουσία του Σωκράτη

Είναι αλήθεια πως ο Πλάτων επηρεάστηκε τόσο βαθιά και καθοριστικά από τον Σωκράτη, ως το κατ’ εξοχήν πρόσωπο της φιλοσοφικής πράξης, ώστε αποφάσισε να αφοσιωθεί αποκλειστικά και πλήρως στη φιλοσοφία. Ο κύριος επομένως χαρακτήρας της φιλοσοφικής εργασίας του Πλάτωνα έχει ως αρχή και βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της φιλοσοφικής δραστηριότητας του Σωκράτη. Εξάλλου, πριν από τον Πλάτωνα, δεν υπήρχε άλλο σημαίνον φιλοσοφικό πρόσωπο σαν τον Σωκράτη με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διδασκαλίας του. Όλα τούτα βέβαια δεν σημαίνουν ότι μπορεί να αποδοθεί όλη η φιλοσοφική διαδρομή και δραστηριότητα του Πλάτωνα στον Σωκράτη. Αναμφίβολα, τα τυπικά και θεμελιώδη χαρακτηριστικά της πλατωνικής σκέψης δεν έχουν καμιά σχέση με το γράμμα της σωκρατικής διδασκαλίας. Από την άλλη πλευρά πάλι, ο Πλάτων δεν παύει να ανιχνεύει διαρκώς τη ζωτική σημασία του έργου και της μορφής του Σωκράτη. Και προς τούτο δεν διστάζει να προχωρήσει πέρα ​​από την ορισμένη κληρονομιά που «κληρονόμησε» από τον δάσκαλο, διατυπώνοντας αρχές και θεωρίες που ο Σωκράτης, είναι αλήθεια, δεν είχε διδάξει ποτέ, αλλά που θέλουν να εκφράσουν αυτό που ο ίδιος ενσάρκωσε. Υπό ένα ευρύ πνεύμα, συνεπώς, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς βάσιμα ότι η πλατωνική έρευνα τείνει εν πολλοίς να λάβει τη μορφή μιας δυναμικής ερμηνευτικής της φιλοσοφικής προσωπικότητας του Σωκράτη.

Ο Πλάτων υιοθέτησε στα γραπτά του, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, τον διάλογο, ως κύριο τρόπο έκφρασης. Αυτός ο τρόπος έκφρασης υποδηλώνει μια πράξη πίστης στο ομιλητικό φιλοσοφείν του Σωκράτη, κατά το οποίο συνομιλεί και δεν μονολογεί: αμφότεροι έχουν την ίδια βάση, δηλαδή αντιλαμβάνονται τη φιλοσοφία ως μια ανοικτή διεργασία γνώσης. Η ίδια πεποίθηση που εμπόδισε τον Σωκράτη να γράψει ώθησε λοιπόν τον Πλάτωνα να επιλέξει τη διαλογική μορφή για τα γραπτά του. Άλλωστε, ο διάλογος είναι το μόνο μέσο, με το οποίο μπορεί να εκφραστεί και να γνωστοποιηθεί στους άλλους η μέθοδος της φιλοσοφικής έρευνας. Αναπαράγει την ίδια την πρόοδο της έρευνας, η οποία προχωρά αργά και επίπονα, από στάδιο σε στάδιο, και κυρίως αναπαράγει εκείνο τον χαρακτήρα της κοινωνικότητας και της κοινότητας που συλλέγει τις προσπάθειες των ατόμων που καλλιεργούν τη φιλοσοφία.

Αυτή η αντίληψη της φιλοσοφίας ως διαλόγου - η οποία μαρτυρεί πώς ο Πλάτων κουβαλούσε μαζί του τον δαίμονα του Σωκράτη σε όλη του τη ζωή – σημαίνει πως ο φιλόσοφος, παρά την έντονη, σχεδόν απόλυτη τάση να θέλει να βρει βεβαιότητες σκέψης και ζωής, βασισμένες σε αιώνιες και αμετάβλητες πραγματικότητες, στην ουσία άσκησε τη φιλοσοφία ως μια ανεξάντλητη και ατέρμονη έρευνα, δηλαδή ως μια απέραντη πορεία προς την πραγματική αλήθεια που ο άνθρωπος ποτέ δεν κατέχει πλήρως, αλλά για την οποία είναι απαραίτητο να συνεχίσει αδιάκοπα να αμφισβητεί αυτό που πιστεύει ως την εαυτού αλήθεια.

2. Φιλοσοφία και μύθος

Παράλληλα με τη διαλογική μορφή και τη μέθοδο του εν κινήσει φιλοσοφείν, ένα άλλο από τα κύρια χαρακτηριστικά του έργου του Πλάτωνα είναι η χρήση «μύθων», δηλαδή φανταστικών ιστοριών μέσα από τις οποίες εκτίθενται φιλοσοφικές έννοιες και θεωρίες. Οι λόγοι, για τους οποίους ο Πλάτων καταφεύγει στους μύθους, εξακολουθούν να αποτελούν θέμα συζήτησης μεταξύ των μελετητών. Σε γενικές γραμμές - αναφερόμενοι στα σημεία στα οποία οι περισσότεροι συγγραφείς δείχνουν βασική συμφωνία - μπορεί να ειπωθεί ότι ο μύθος, στον Πλάτωνα, έχει δυο θεμελιώδεις σημασίες.

Εν πρώτοις, ο μύθος είναι ένα εργαλείο στα χέρια του φιλοσόφου για να μεταδώσει στο συνομιλητή ή τον αναγνώστη τα φιλοσοφικά του θεωρήματα, νοήματα ή ιδέες με τρόπο προσιτό, άμεσο και κατανοητό. Έτσι, ο μύθος αποδεικνύεται ένας λεκτικός τρόπος πνευματικής επικοινωνίας, μια τεχνική δυνατότητα της πλατωνικής σκέψης να έρθει σε οικείωση τους συνομιλητές της.

Δεύτερον, υπό μια βαθύτερη έννοια, ο μύθος είναι ένα μέσο που χρησιμοποιεί ο φιλόσοφος για να μπορεί να μιλήσει για πραγματικότητες που υπερβαίνουν τα όρια, μέσα στα οποία πρέπει να περιέχεται η αυστηρά ορθολογική έρευνα. Με άλλα λόγια, η φιλοσοφία, έχοντας να αντιμετωπίσει τα υψηλότερα και πιο δύσκολα προβλήματα του νου, συχνά αναγκάζεται να κινηθεί στα όρια αυτού που τελεί υπό σκέψη. Όταν έτσι βρίσκεται αντιμέτωπη με μονοπάτια που δεν βγάζουν σε καμιά ευθεία και σε κανένα τέλος, αναγκάζεται να επιστρέψει ή να προχωρήσει σε άλλο και σε άλλο μονοπάτι. Αυτό ακριβώς προσδιορίζει ο Πλάτων στη μυθική νύξη. Από αυτή την άποψη, ο μύθος είναι κάτι που ταιριάζει στα κενά της φιλοσοφικής έρευνας, επιτρέποντάς του σε ορισμένες περιπτώσεις να διατυπώσει μια εύλογη θεωρία η οποία, ως τέτοια, δεν είναι ούτε ένας απλός μύθος ούτε ένα πλήρως αποδεικτικό επιχείρημα, αλλά μάλλον κάτι που, παρά το γεγονός ότι είναι αναπόδεικτο, μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι είναι αληθινό.

Χρειάζεται να τονιστεί πώς ο πλατωνικός μύθος - με τις δυο σημασίες που εκτέθηκαν πιο πάνω - έχει νόημα μόνο αν ιδωθεί σε στενό δεσμό με τον φιλοσοφικό λόγο, στο πλαίσιο του οποίου δεσμού αποκτά για τον λόγο πειστική ή και συμπληρωματική αξία. Αυτό βέβαια δεν έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι ο μύθος διαθέτει ένα βάθος και τον πλούτο των δικών του αναφορών, που καμιά ορθολογική του ανάγνωση δεν θα μπορούσε να εξαντλήσει. Επιπλέον, αφενός άμα η χρήση των μύθων δυσχεραίνει την ερμηνεία της πλατωνικής φιλοσοφίας, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι σαφές πού τελειώνει ο μύθος και πού αρχίζει η φιλοσοφία και αντίστροφα, αφετέρου δίνει στον πλατωνισμό αναμφισβήτητα υπαινικτικό πτυχή, η οποία συνέβαλε, με την πάροδο του χρόνου, στην επιτυχία της σε ένα ευρύτερο κοινό.

3. Ενδιαφέροντα και κίνητρα της πλατωνικής φιλοσοφίας

Ένα από τα επιτεύγματα της φιλοσοφικής ιστοριογραφίας του εικοστού αιώνα ήταν η ανάδειξη του πολιτικού ενδιαφέροντος που διέπει την πλατωνική σκέψη. Αυτή η προοπτική επιβεβαιώνεται με τα λόγια του ίδιου του Πλάτωνα, ο οποίος στην Επιστολή VII δηλώνει ότι το πάθος που τον ώθησε στη φιλοσοφία ήταν η αναζήτηση μιας κοινότητας, στην οποία ο άνθρωπος θα μπορούσε να ζήσει με ειρήνη και δικαιοσύνη με τους συνανθρώπους του. Εξηγώντας το παιδαγωγικό-εκπαιδευτικό ενδιαφέρον που συνδέεται με το πολιτικό, σκιαγραφήθηκε στη συνέχεια η μορφή ενός «παιδαγωγού» Πλάτωνα.

Η πολιτική-εκπαιδευτική διάσταση, ωστόσο, δεν πρέπει να γίνει η μόνη προοπτική για τη μελέτη του πλατωνισμού, γιατί σε αυτή την περίπτωση θα υπήρχε ο κίνδυνος να δημιουργηθεί μια εικόνα εξίσου αναγωγική με την παραδοσιακή, που θα έβλεπε τον Πλάτωνα ως απλώς «μεταφυσικό και θρησκευτικό, όλα βγαλμένα από τη μετά θάνατον ζωή. Αντίθετα, η πρόοδος των πλατωνικών σπουδών και μελετών μας επιτρέπει να πούμε ότι ο Πλάτων ήταν ένας πολύπλευρος και καθολικός/οικουμενικός νους, που κυμαινόταν από τη γνωσιολογία στη μεταφυσική, από τη θρησκεία στην ηθική, από την παιδαγωγική στα μαθηματικά.

Η σωκρατική ηθική

Στους πλατωνικούς διαλόγους βλέπουμε τον Σωκράτη να αναζητεί μια θεωρία που να εφαρμόζεται στην ανθρώπινη αρετή. Σε μερικές περιπτώσεις δε αναζητεί μια θεωρία ενός από τα συστατικά στοιχεία της αρετής δηλαδή μια ιδιαίτερη αρετή (όπως η θεοσέβεια στον Ευθύφρονα, το θάρρος στον Λάχη και η σωφροσύνη στον Χαρμίδη), ενώ σε άλλους διαλόγους (Μένων, Πρωταγόρας) αναζητεί μια γενική θεωρία της αρετής. Σε όλους αυτούς τους διαλόγους η έρευνα είναι, τουλάχιστον φαινομενικά, ανεπιτυχής, αφού κάθε διάλογος τελειώνει με την παραδοχή Σωκράτη και των συνομιλητών του ότι δεν έχουν φθάσει στην περιγραφή της αρετής ή των στοιχείων της που αναζητούσαν. Υπάρχουν, ωστόσο, μερικές ευδιάκριτες διαφορές στους διαλόγους.

Στους τρεις που πραγματεύονται τις ιδιαίτερες αρετές, η συζήτηση είναι πιο ανιχνευτική, ο Σωκράτης δεν ταυτίζεται πρόθυμα με καμία συγκεκριμένη γνώμη, και είναι τουλάχιστον εύλογο να δεχθούμε το τελικό αδιέξοδο που δημιουργείται.

Στον Μένωνα και τον Πρωταγόρα από την άλλη πλευρά, ο Σωκράτης επιχειρηματολογεί σταθερά υπέρ της θέσης ότι η αρετή είναι γνώση.

Υπάρχει, λοιπόν, ακόμη και μέσα στους διαλόγους που πραγματεύονται τους ορισμούς, μια εξέλιξη της εικόνας του Σωκράτη, από έναν καθαρά κριτικό ερευνητή σε έναν υποστηρικτή θεωρίας.

Η βάση της θεωρίας είναι ο συνδυασμός της αντίληψης της αρετής ως της ιδιότητας που εγγυάται συνολική επιτυχία στη ζωή με την πραγματική θέση ότι εκείνο που στην πραγματικότητα εγγυάται αυτή την επιτυχία είναι η γνώση του τι είναι καλύτερο για το υποκείμενο. Αυτό με τη σειρά του βασίζεται σε μια περιεκτική θεωρία των ανθρώπινων κινήτρων δηλαδή στο ότι η αντίληψη του υποκειμένου για το τι είναι συνολικά το καλύτερο γι’ αυτόν ή αυτήν (π.χ. τι προάγει με τον καλύτερο τρόπο την ευδαιμονία, τη συνολική επιτυχία στη ζωή) είναι επαρκής για να προκαλέσει τη δράση με σκοπό την πραγματοποίηση του στόχου.

Αυτό το κίνητρο συμπεριλαμβάνει την επιθυμία καθώς και την πίστη· ο Σωκράτης υποστηρίζει (Μένων 77c – 78b) ότι όλοι επιθυμούν τα ενάρετα πράγματα. Γι’ αυτόν το λόγο, εκείνο που απαιτείται για την ορθή συμπεριφορά είναι η ορθή εστίαση, η οποία πρέπει να είναι μια ορθή αντίληψη για τη συνολική ευδαιμονία του υποκειμένου.

Κάθε υποκείμενο αποβλέπει πάντα σε αυτό που θεωρεί ότι είναι το καλύτερο για εκείνον ή για εκείνη και η αποτυχία να επιτύχει αυτόν το σκοπό πρέπει να εξηγηθεί από την αποτυχία να τον κατανοήσει σωστά, δηλαδή από μια γνωσιολογική έλλειψη και όχι από οποιαδήποτε έλλειψη κινήτρου. Ο Σωκράτης το εξηγεί αυτό με σαφήνεια στον Πρωταγόρα με την προϋπόθεση, την οποία αποδίδει στους ανθρώπους γενικά, ότι το συνολικό συμφέρον του υποκειμένου πρέπει να ορισθεί με ηδονιστικούς όρους, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη ζωή η οποία προσφέρει την ισορροπία ανάμεσα στην ηδονή και τη θλίψη.

Δεδομένης αυτής της προϋπόθεσης, είναι αφελές να εξηγήσουμε ότι η αδικία οφείλεται στο ότι υπερνικάται κανείς από την ηδονή ή από οποιοδήποτε είδος επιθυμίας· κάποιος θα έχει κάνει απλώς λάθος στην εκτίμηση του για το τι θα έφερνε τη μεγαλύτερη ηδονή ή από οποιοδήποτε είδος επιθυμίας. Όπως λέει ο Σωκράτης (358d), «δεν είναι στην ανθρώπινη φύση να είναι πρόθυμη να επιλέγει αυτό που θεωρεί κάποιος ότι είναι κακό μάλλον παρά καλό». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, η άποψη πως η αντίληψη του υποκειμένου για το καλό είναι η μοναδική εστία κινήτρου (που υποστηρίζεται επίσης στον Μένωνα) ανήκει στον Σωκράτη.

Αυτή η περιγραφή της αρετής ως γνώσης προέρχεται άμεσα από τον περίφημο ισχυρισμό του Σωκράτη, ότι ο άνθρωπος εάν γνωρίζει ποιο είναι το αγαθό δεν το πράττει ή αντίστροφα, εάν γνωρίζει ότι είναι κακό, δεν έχει τη δύναμη να αντισταθεί και να μην το πράξει (ακρασία)· σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Ηθικά Νικομάχεια 1145b 26-7) ο Σωκράτης υποστήριξε ότι «κανένας δεν ενεργεί αντίθετα με αυτό που πιστεύει ότι είναι το καλύτερο, αλλά το κάνει αυτό λόγω σφάλματος», θέση η οποία εκφράζεται πιο συνοπτικά με το απόφθεγμα «κανείς δεν κάνει λάθος από πρόθεση» [«οὑδεὶς ἑκὼν ἁμαρτάνει» (Πρωταγόρας, 345e)].

Ως εδώ η θεωρία ταυτίζει την αρετή με την ιδιότητα που εγγυάται ευδαιμονία στη ζωή, και την ιδιότητα αυτή, μέσω της θεωρίας του κινήτρου, με την γνώση αυτού που είναι καλύτερο για το υποκείμενο. Ωστόσο, η παραπάνω θεωρία στερείται ηθικού περιεχομένου· τίποτε σε αυτή δεν δηλώνει, ούτε καν υπονοεί, ότι αυτό που είναι το καλύτερο για το υποκείμενο είναι να ζει μια ενάρετη ζωή. Αλλά αν υπάρχει κάτι που είναι χαρακτηριστικό στον Σωκράτη, αυτό είναι η επιμονή του για την υπεροχή της ηθικότητας. Όπως είδαμε, στην Απολογία λέει ότι γνωρίζει πως, ότι και αν συμβεί, δεν πρέπει να παρανομήσει παραβαίνοντας τη θεϊκή εντολή να φιλοσοφεί, και στον Κρίτωνα η θεμελιώδης θέση ότι δεν πρέπει ποτέ κανείς να παρανομεί (ή να διαπράττει αδικία») αποτελεί την καθοριστική αρχή της απόφασης του να μην επιχειρήσει να δραπετεύσει από τη φυλακή (49a-b). Η σύνδεση με τη θεωρία του κινήτρου εδραιώνεται με τη θέση ότι η καλύτερη ζωή για το υποκείμενο είναι εκείνη σύμφωνα με τις επιταγές της ηθικής. Δεδομένης αυτής της θέσης, η ρήση ότι κανείς δεν αδικεί από πρόθεση προσλαμβάνει την ηθική διάσταση ότι κανένας δεν αδικεί με τη θέλησή του, αλλά όσοι παρανομούν το κάνουν ακουσίως (Γοργίας, 509e). Έτσι καταγράφεται η πλήρης ηθική ερμηνεία αυτού που έχει γίνει γνωστό ως «Σωκρατικό παράδοξο».

Η θέση ότι η ηθική ζωή είναι η καλύτερη ζωή για το υποκείμενο διαδραματίζει συνεπώς τον κεντρικό ρόλο της σύνδεσης των διαισθήσεων του Σωκράτη για την υπεροχή της ηθικότητας με τη θεωρία του ιδιοτελούς κινήτρου, που είναι η θεμελίωση της συνταύτισης της αρετής, με τη γνώση. Εδώ βρίσκεται ο ακρογωνιαίος λίθος. Με δεδομένη αυτή τη σπουδαιότητα, προκαλεί, ωστόσο, κατάπληξη το πόσο μικρή επιχειρηματολογική υποστήριξη δέχεται. Στον Κρίτωνα 47e, η δικαιοσύνη και η αδικία περιγράφονται ως αντίστοιχη της υγείας και της νόσου της ψυχής· γι’ αυτόν το λόγο, όπως ακριβώς δεν αξίζει να ζει κανείς μ’ ένα νοσηρό και μολυσμένο σώμα, έτσι δεν αξίζει να ζει με μια νοσηρή και διεφθαρμένη ψυχή. Αυτό, όμως, δεν συνιστά επιχείρημα.

Ο Πλάτων προσφέρει μερικά επιχειρήματα στον Γοργία, αλλά είναι αδύνατα. Ο Σωκράτης επιχειρηματολογεί κατά του Πώλου ότι οι επιτυχημένοι τύραννοι, οι οποίοι, όπως συμφωνούν και οι δύο, επιδεικνύουν το έπακρο της αδικίας, δεν εξασφαλίζουν τη καλύτερη ζωή για τους εαυτούς τους, όπως ισχυρίζεται ο Πώλος. Αντιθέτως, ποτέ δεν αποκτούν αυτό που αληθινά θέλουν, γιατί αυτό που θέλουν είναι να φροντίζουν για τους εαυτούς τους, ενώ η αδικία τους βλάπτει τους ίδιους. Η απόδειξη ότι βλάπτει αυτούς (473e-475c) αρχίζει από την παραδοχή του Πώλου ότι το να ενεργούν άδικα, αν και είναι καλό (αγαθόν) για το υποκείμενο, είναι αισχρό για το σύνολο. Ο Σωκράτης, στη συνέχεια, εξασφαλίζει τη σύμφωνη γνώμη του Πώλου για την αρχή πως οτιδήποτε είναι αισχρό είναι έτσι, είτε επειδή είναι δυσάρεστο είτε επειδή είναι επιζήμιο.

Αργότερα στο διάλογο (503e-504d), ο Σωκράτης επιχειρηματολογεί κατά του Καλλικλή ότι, αφού το καλό των πάντων (π.χ. μιας βάρκας ή ενός σπιτιού) εξαρτάται από τη σωστή αναλογία και τάξη των συστατικών του μερών, το καλό του σώματος και της ψυχής θα πρέπει να εξαρτάται από τη σωστή αναλογία κα τάξη των συστατικών τους μερών: αντιστοίχως υγεία για το σώμα και δικαιοσύνη και αυτοπειθαρχία για την ψυχή. Ο παραλληλισμός της σωματικής υγείας και της αρετής, που απλώς διακηρύχθηκε στον Κρίτωνα, εδώ υποστηρίζεται από τη γενική αρχή ότι η αρετή εξαρτάται από την οργάνωση των στοιχείων που την αποτελούν.

Το φιλοσοφικό δόγμα ότι η αρετή είναι γνώση αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση της επονομαζόμενης Ενότητας των Αρετών, που υποστηρίζεται από το Σωκράτη στον Πρωταγόρα. Σε αυτόν το διάλογο, ο Πρωταγόρας δέχεται ως δεδομένη τη παραδοσιακή εικόνα των αρετών ως συνόλου ιδιοτήτων διακριτών η μια από την άλλη, όπως, για παράδειγμα, είναι διακριτές οι διαφορετικές σωματικές αισθήσεις. Ένα ανθρώπινο ον που λειτουργεί σωστά πρέπει να τις έχει όλες σε σωστή λειτουργία, είναι όμως δυνατό να έχει μερικές και να στερείται κάποιες άλλες· ειδικότερα, είναι δυνατό να διαθέτει φοβερό θάρρος και να υπολείπεται σημαντικά, όσον αφορά τις άλλες αρετές (329d-e). Αντιθέτως ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι τα ονόματα των διακριτών αρετών, θάρρος, αυτοπειθαρχία κ.α., είναι όλα «ονόματα του ενός και ιδίου πράγματος» (329c-d) και στη συνέχεια του διαλόγου διασαφηνίζει πως πρέπει να γίνει αυτό κατανοητό, δηλώνοντας (316b) ότι «προσπαθεί να δείξει ότι όλα τα είδη, δικαιοσύνη, αυτοπειθαρχία και θάρρος είναι γνώση». Το πλαίσιο μέσα στο οποίο καθεμία από τις αρετές είναι γνώση αποτελεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη θεωρία του κινήτρου που περιγράφηκε παραπάνω, η γνώση αυτού που είναι καλύτερο για το υποκείμενο είναι αναγκαία και επαρκής, ώστε να εγγυάται τη σωστή συμπεριφορά σε οποιονδήποτε τομέα της ζωής εφαρμόζεται η γνώση. Δεν θα έπρεπε να θεωρήσουμε τις διακριτές αρετές ως διαφορετικά είδη μιας γενικής γνώσης· σύμφωνα με αυτό, η ευσέβεια είναι η γνώση των θρησκευτικών και το θάρρος είναι η γνώση που έχει να κάνει με ότι είναι επικίνδυνο, και τα δύο, όμως, είναι τόσο διαφορετικά όσο, για παράδειγμα, η γνώση της αριθμητικής και η γνώση της γεωμετρίας, που είναι διαφορετικά είδη μαθηματικής γνώσης, ενώ ισχύει και η πιθανότητα ότι κάποιος μπορεί να έχει το ένα χωρίς το άλλο. Η Σωκρατική θεώρηση ισοδυναμεί με το ότι υπάρχει μια και μόνη ενοποιημένη γνώση -γνώση του τι είναι καλύτερο για το υποκείμενο-, που εφαρμόζεται σε διάφορους τομείς της ζωής και της οποίας τα διαφορετικά ονόματα ισχύουν σχετικά με αυτούς τους διαφορετικούς τομείς.

Η θεωρία της αρετής ως γνώσης, όπως είδαμε, είναι ρευστή, με την έννοια ότι μια από τις βασικές της προτάσεις, ότι δηλαδή η αρετή είναι πάντα προς όφελος του υποκειμένου, δεν υποστηρίζεται επαρκώς πουθενά στους Σωκρατικούς διαλόγους. Τη διακρίνει επίσης ένα βαθύτερο μειονέκτημα, καθώς στερείται συνοχής. Η έλλειψη συνοχής ανακύπτει όταν ρωτάμε «Τίνος πράγματος γνώση είναι η αρετή;» Η απάντηση στον Μένωνα και τον Πρωταγόρα είναι ότι η αρετή συνιστά γνώση του καλού του υποκειμένου, επειδή, δεδομένου του διαρκούς κινήτρου για την επίτευξη του καλού, το να γνωρίζει κάποιος ποιο είναι αυτό το καλό, θα είναι αναγκαίο, αν πρέπει να το επιδιώξει αποφασιστικά και να εξασφαλίσει με τη γνώση την επιτυχή έκβαση στην επιδίωξη του αυτή. Αυτό, όμως, απαιτεί το καλό του υποκειμένου να είναι κάτι διαφορετικό από τη γνώση, που εγγυάται ότι κάποιος θα επιτύχει αυτό το καλό: «η αρετή είναι γνώση του καλού του υποκειμένου» είναι ανάλογο με το «η ιατρική είναι γνώση της υγείας».

Η έλλειψη συνοχής της θεωρίας, λοιπόν, συνίσταται στο γεγονός ότι ο Σωκράτης υποστηρίζει τόσο ότι η αρετή είναι γνώση του καλού του υποκειμένου όσο και ότι η αρετή είναι το καλό καθεαυτό, θέσεις που είναι ασυμβίβαστες η μια με την άλλη. Έτσι, αν ο Σωκράτης επιθυμεί να εμείνει στον ισχυρισμό ότι η αρετή είναι γνώση, πρέπει είτε να καθορίσει αυτή τη γνώση ως γνώση κάποιου πράγματος διαφορετικού από αυτό που είναι το καλό του υποκειμένου, είτε να εγκαταλείψει τη θέση ότι η αρετή είναι το καλό του υποκειμένου.

Ο Πλάτων παρουσιάζει τον Σωκράτη να ασχολείται με αυτό το πρόβλημα στον Ευθύδημο. Ο συγκεκριμένος διάλογος αποτυπώνει μια αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο φιλοσοφικές αντιλήψεις, που εκπροσωπούνται αντίστοιχα από τον Σωκράτη και τους δύο σοφιστές, τους αδελφούς Ευθύδημο και Διονυσόδωρο. Οι τελευταίοι παρουσιάζουν την αντίληψη τους προσθέτοντας μια εντυπωσιακή επίδειξη των τεχνικών των απατηλών επιχειρημάτων, που τους επιτρέπει να «μάχονται με επιχειρήματα και να αντικρούουν οτιδήποτε λέει οποιοσδήποτε, είτε είναι αληθές είτε ψευδές» (272a-b). Από την πλευρά του, ο Σωκράτης επιδιώκει να επιχειρηματολογήσει υπέρ του κεντρικού ρόλου της σοφίας στην επίτευξη της ευδαιμονίας. Το πρώτο μέρος αυτού του επιχειρήματος (278e - 281e) είναι κατ’ ουσίαν το ίδιο με αυτό που χρησιμοποιείται στον Μένωνα (87d – 89a), για να αποδείξει ότι η αρετή είναι γνώση∙ η γνώση ή η σοφία (οι όποιοι εναλλάσσονται) συνιστά το μόνο ανεπιφύλακτα καλό, αφού όλα τ’ άλλα αγαθά, είτε αγαθά της τύχης, είτε επιθυμητικά γνωρίσματα του χαρακτήρα, είναι ωφέλιμα για το υποκείμενο, μόνο αν χρησιμοποιούνται ορθά, και χρησιμοποιούνται ορθά μόνο αν κατευθύνονται από τη σοφία. Έως αυτού του σημείου, ο Σωκράτης αναπαράγει τη θέση του Μένωνα, αλλά στο δεύτερο μέρος του επιχειρήματος του (288d – 292e) προχωρά πιο πέρα. Εδώ τονίζει πως το προηγούμενο επιχείρημα έχει δείξει ότι η επιδεξιότητα που εξασφαλίζει την ευδαιμονία του υποκειμένου είναι εκείνη που συντονίζει την παραγωγή και χρήση όλων των υποδεέστερων αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων όλων των άλλων επιδεξιοτήτων. Υπάρχει, συνεπώς, μια επιδεξιότητα που κατευθύνει ή κυβερνά και ονομάζεται πολιτική ή βασιλική τέχνη. Όμως, ποιος είναι ο σκοπός της βασιλικής τέχνης; Όχι πάντως να παρέχει στους ανθρώπους αγαθά, όπως ο πλούτος ή η ελευθερία, αφού το προηγούμενο επιχείρημα έδειξε ότι τα αγαθά, είναι τέτοια, μόνο με την προϋπόθεση ότι κατευθύνονται από τη σοφία. Ο σκοπός, λοιπόν, της βασιλικής τέχνης μπορεί να είναι μόνο η δημιουργία σοφών ανθρώπων. Αλλά σοφών σε τι; ως εκ τούτου, ο σκοπός της βασιλικής τέχνης δεν μπορεί να είναι άλλος από το να καταστήσει τους ανθρώπους επιδέξιους στην ίδια τη βασιλική τέχνη. Όμως όπως παραδέχεται ο Σωκράτης (292d-e), αυτό είναι απολύτως μη κατατοπιστικό, αφού στερούμαστε οποιαδήποτε ιδέας για το τι είναι η βασιλική τέχνη.

Ο Σωκράτης αφήνει το γρίφο άλυτο και αυτό μπορεί κάλλιστα να οφείλεται στο γεγονός ότι ο Πλάτων δεν ανακάλυψε τη δική του διέξοδο από το γρίφο. Αυτό που δείχνει ο συγκεκριμένος διάλογος είναι ότι ο Πλάτων είχε αντιληφθεί την έλλειψη συνοχής του συστήματος της Σωκρατικής ηθικής, τα δύο κεντρικά αξιώματα της οποίας είναι ότι η αρετή είναι γνώση (του ανθρώπινου καλού) και ότι η αρετή είναι ανθρώπινο αγαθό. Αν το ανθρώπινο αγαθό πρέπει να ταυτιστεί και με τη γνώση και με την αρετή, τότε αυτή η γνώση πρέπει να έχει ένα σκοπό διαφορετικό από τον εαυτό της. Η τελική λύση του Πλάτωνα ήταν να αναπτύξει (στην Πολιτεία) μια αντίληψη του ανθρώπινου αγαθού ότι αυτό έχει να κάνει με την ίδια την προσωπικότητα, στην οποία οι μη ορθολογιστικές παρορμήσεις κατευθύνονται από τη νόηση, που διαποτίζεται από τη γνώση όχι του ανθρώπινου καλού αλλά της ίδιας της αρετής, η οποία με τη σειρά της, συνιστά καθολική αρχή της λογικότητας. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη α) ανθρώπινο αγαθό είναι η αρετή, β) η αρετή δεν είναι ταυτόσημη με τη γνώση, αλλά κατευθύνεται από αυτήν, και γ) η υπό αμφισβήτηση γνώση αποτελεί γνώση του καθολικού αγαθού. Είναι ασφαλώς εύλογο να θεωρήσουμε ότι ο Ευθύδημος επισημαίνει τη μετάβαση από τη σωκρατική θέση, η οποία παρουσιάστηκε με περισσότερη σαφήνεια στον Μένωνα, σε αυτή την ανεπτυγμένη Πλατωνική θέση.

Ο Πρωταγόρας μπορεί να θεωρηθεί ως διερεύνηση μιας άλλης λύσης σε αυτό το γρίφο, αφού στο συγκεκριμένο διάλογο ο Σωκράτης εκθέτει μια περιγραφή της αρετής, της οποίας οι βασικές θέσεις είναι: α) η αρετή είναι γνώση του ανθρώπινου αγαθού (όπως στον Μένωνα)∙ β) το ανθρώπινο αγαθό είναι μια συνολικά ευχάριστη ζωή. Η σημασία της περιγραφής είναι ανεξάρτητη από το αν ο Σωκράτης εμφανίζεται να υιοθετεί αυτή τη λύση ή απλώς τον προτείνει ως θεωρία, την οποία οι απλοί άνθρωποι και ο Πρωταγόρας θα έπρεπε να την αποδεχτούν. Πάντως η λύση αυτή παρουσιάζει μια διέξοδο από το αδιέξοδο της αρχικής μορφής της σωκρατικής θεωρίας, ωστόσο όχι μια διέξοδο που ο ίδιος ο Πλάτων επρόκειτο να υιοθετήσει. Έχοντας ήδη πειραματιστεί με την αρχική θεωρία, που διατηρεί την ταύτιση της αρετής με το ανθρώπινο αγαθό, συμβιβάστηκε με την εναλλακτική λύση που μόλις περιγράφηκε, η οποία υποστηρίζει την τελευταία ταύτιση, ενώ εγκαταλείπει την πρώτη.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΠΛ Πολ 611a–612a

Ο Σωκράτης παραινεί για τη θέαση της καθαρής μορφής της ψυχής

Αφού καθορίστηκαν το πρόγραμμα της εκπαίδευσης των φυλάκων και η διαδικασία με την οποία θα επιλέγονταν όσοι από αυτούς επρόκειτο να σπουδάσουν διαλεκτική και να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της ιδανικής πολιτείας, οι συνομιλητές επέστρεψαν στη διερεύνηση της αδικίας στην ψυχή και τα πολιτεύματα και έτσι έγινε λόγος για τα ἡμαρτημένα πολιτεύματα και τους αντίστοιχους ανθρώπινους χαρακτήρες. Σε αντίθεση με όσα είχε υποστηρίξει στην αρχή του έργου ο σοφιστής Θρασύμαχος (βλ. σχετικά και ΠΛ Πολ 346e–348b), αποδείχτηκε ότι ο τύραννος είναι ο πιο άδικος και δυστυχισμένος από τους ανθρώπους. Μετά την εκ νέου καταδίκη και των μιμητικών τεχνών, αποδείχτηκε η αθανασία της ψυχής.

Ἀλλ’, ἦν δ’ ἐγώ, μήτε τοῦτο οἰώμεθα ―ὁ γὰρ λόγος οὐκ
[611b] ἐάσει― μήτε γε αὖ τῇ ἀληθεστάτῃ φύσει τοιοῦτον εἶναι
ψυχήν, ὥστε πολλῆς ποικιλίας καὶ ἀνομοιότητός τε καὶ
διαφορᾶς γέμειν αὐτὸ πρὸς αὑτό.

Πῶς λέγεις; ἔφη.

Οὐ ῥᾴδιον, ἦν δ’ ἐγώ, ἀίδιον εἶναι σύνθετόν τε ἐκ πολ-
λῶν καὶ μὴ τῇ καλλίστῃ κεχρημένον συνθέσει, ὡς νῦν ἡμῖν
ἐφάνη ἡ ψυχή.

Οὔκουν εἰκός γε.

Ὅτι μὲν τοίνυν ἀθάνατον ψυχή, καὶ ὁ ἄρτι λόγος καὶ οἱ
ἄλλοι ἀναγκάσειαν ἄν· οἷον δ’ ἐστὶν τῇ ἀληθείᾳ, οὐ λελω-
[611c] βημένον δεῖ αὐτὸ θεάσασθαι ὑπό τε τῆς τοῦ σώματος κοινω-
νίας καὶ ἄλλων κακῶν, ὥσπερ νῦν ἡμεῖς θεώμεθα, ἀλλ’ οἷόν
ἐστιν καθαρὸν γιγνόμενον, τοιοῦτον ἱκανῶς λογισμῷ δια-
θεατέον, καὶ πολύ γε κάλλιον αὐτὸ εὑρήσει καὶ ἐναργέστερον
δικαιοσύνας τε καὶ ἀδικίας διόψεται καὶ πάντα ἃ νῦν διήλθομεν.
νῦν δὲ εἴπομεν μὲν ἀληθῆ περὶ αὐτοῦ, οἷον ἐν τῷ παρόντι
φαίνεται· τεθεάμεθα μέντοι διακείμενον αὐτό, ὥσπερ οἱ τὸν
[611d] θαλάττιον Γλαῦκον ὁρῶντες οὐκ ἂν ἔτι ῥᾳδίως αὐτοῦ ἴδοιεν
τὴν ἀρχαίαν φύσιν, ὑπὸ τοῦ τά τε παλαιὰ τοῦ σώματος
μέρη τὰ μὲν ἐκκεκλάσθαι, τὰ δὲ συντετρῖφθαι καὶ πάντως
λελωβῆσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων, ἄλλα δὲ προσπεφυκέναι,
ὄστρεά τε καὶ φυκία καὶ πέτρας, ὥστε παντὶ μᾶλλον θηρίῳ
ἐοικέναι ἢ οἷος ἦν φύσει, οὕτω καὶ τὴν ψυχὴν ἡμεῖς θεώμεθα
διακειμένην ὑπὸ μυρίων κακῶν. ἀλλὰ δεῖ, ὦ Γλαύκων, ἐκεῖσε
βλέπειν.

Ποῖ; ἦ δ’ ὅς.

[611e] Εἰς τὴν φιλοσοφίαν αὐτῆς, καὶ ἐννοεῖν ὧν ἅπτεται καὶ
οἵων ἐφίεται ὁμιλιῶν, ὡς συγγενὴς οὖσα τῷ τε θείῳ καὶ
ἀθανάτῳ καὶ τῷ ἀεὶ ὄντι, καὶ οἵα ἂν γένοιτο τῷ τοιούτῳ
πᾶσα ἐπισπομένη καὶ ὑπὸ ταύτης τῆς ὁρμῆς ἐκκομισθεῖσα
ἐκ τοῦ πόντου ἐν ᾧ νῦν ἐστίν, καὶ περικρουσθεῖσα πέτρας
[612a] τε καὶ ὄστρεα ἃ νῦν αὐτῇ, ἅτε γῆν ἑστιωμένῃ, γεηρὰ καὶ
πετρώδη πολλὰ καὶ ἄγρια περιπέφυκεν ὑπὸ τῶν εὐδαιμόνων
λεγομένων ἑστιάσεων. καὶ τότ’ ἄν τις ἴδοι αὐτῆς τὴν ἀληθῆ
φύσιν, εἴτε πολυειδὴς εἴτε μονοειδής, εἴτε ὅπῃ ἔχει καὶ
ὅπως· νῦν δὲ τὰ ἐν τῷ ἀνθρωπίνῳ βίῳ πάθη τε καὶ εἴδη,
ὡς ἐγᾦμαι, ἐπιεικῶς αὐτῆς διεληλύθαμεν.

Παντάπασι μὲν οὖν, ἔφη.

***
Αλλ' ούτε τούτο θα μας επιτρέψη ο ορθός λόγος να πιστέψωμε, ούτε ακόμη να παραδεχτούμε ότι η ψυχή, θεωρούμενη κατά την αληθέστατη φύση της, είναι κάτι ποικιλόμορφο και γεμάτο από ανομοιότητα και διαφορά, αυτό απέναντι στον εαυτό του.

Πώς λες;

Δεν είναι εύκολο, κάτι πού αποτελείται από τη σύνθεση πολλών μερών, εκτός αν η σύνθεση είναι τόσο τέλεια, να είναι συνάμα αιώνιο, όπως δείξαμε ότι είναι η ψυχή.

Φυσικά όχι.

Το επιχείρημα λοιπόν που αναφέραμε πριν και άλλα μας αναγκάζουν να παραδεχτούμε ότι η ψυχή είναι αθάνατη· αλλά για να γνωρίσωμε την αληθινή φύση της, δεν πρέπει να την ιδούμε όπως τη βλέπομε σήμερα, στην κατάσταση της διαφθοράς από την ένωσή της με το σώμα και από τα άλλα κακά, αλλά πρέπει να τη μελετήσωμε προσεκτικά με το λογισμό, ποια είναι καθ' εαυτήν και καθαρή από κάθε ξένο στοιχείο, και τότε θα εννοήσωμε πόσο πολύ ωραιότερη είναι, και τότε ακόμη θα γνωρίσωμε ακριβέστερα τη φύση της δικαιοσύνης και της αδικίας και όλων των άλλων, για όσα μιλήσαμε ήδη. Αυτά που είπαμε για κείνην είναι βέβαια αληθινά, αλλά σχετικά με την τωρινή της κατάσταση· την είδαμε καθώς εκείνοι που βλέπουν τον θαλάσσιο Γλαύκο και δεν μπορούν ν' αναγνωρίσουν εύκολα την πρώτη του μορφή, επειδή τα παλαιά μέρη του σώματός του είναι άλλα σπασμένα, άλλα πάλι φαγωμένα και εντελώς παραμορφωμένα από τα κύματα, κι απάνω του έχουν άλλα προσκολληθή, κοχύλια και φύκια και πέτρες, ώστε με κάθε άλλο θηρίο να μοιάζη μάλλον παρά όπως ήταν η αρχική του φύση· έτσι παρουσιάζεται και σε μας η ψυχή, παραμορφωμένη από μύρια κακά. Αλλά πρέπει, Γλαύκων, εκεί ν' αποβλέπωμε.

Πού;

Στη φιλοσοφική της έφεση, και να στοχαστούμε τα όσα εγγίζει και επιζητεί μαζί τους να επικοινωνήση, σα συγγενής που είναι με ό,τι θείο και αθάνατο και αιώνιο, για να καταλάβωμε τι μπορεί να γίνη, άμα ακολουθώντας καθ' ολοκληρίαν αυτό το θείο και αθάνατο και αιώνιο και με αυτή την ορμή πηδώντας έξω από τα βάθη της θάλασσας, όπου βρίσκεται τώρα, κατορθώση ν' αποτινάξη πέτρες και κοχύλια που τώρα είναι κολλημένα απάνω της, επειδή τρέφεται από τη γη με πολλά πράγματα γαιώδη και πετρώδη και άγρια στα μακαριστά από τους πολλούς θεωρούμενα γεύματά της. Και τότε θα ήταν δυνατόν να ιδή κανείς την αληθινή της φύση, είτε είναι πολυειδής ή μονοειδής, είτε οποιαδήποτε άλλη είναι η ουσία και η σύνθεσή της· για την ώρα μου φαίνεται ότι αρκετά καλά έχομε εκθέσει τα πάθη και τις μορφές της κατά τον ανθρώπινο βίο της.

Με το παραπάνω.