Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2023

Περί του Ιούδα και της προδοσίας του

Σήμερα θα δούμε ένα άλλο ενδιαφέρον θέμα που κραυγάζει για την ανιστορικότητα και τη μυθοπλασία των Ευαγγελίων. Ένα θέμα πάνω στο οποίο έχει χυθεί πολύ θεολογικό μελάνι. Την περίπτωση του Ιούδα του Ισκαριώτη και της προδοσίας του.

Ως γνωστόν τα πρώτα χριστιανικά κείμενα που γνωρίζουμε σίγουρα είναι οι Επιστολές, αλλά σε αυτές δεν υπάρχει τίποτα καταχωρημένο περί Ιούδα, τίποτα που να μιλάει για προδοσία και γενικά κανένα σίγουρο στοιχείο για ιστορική εμφάνιση του Ιησού. Τα σενάρια αυτά τα βλέπουμε μόνο στα Ευαγγέλια και ακολούθως κάτι σχετικό θα δούμε στις Πράξεις.

Έχουμε ήδη αναφερθεί στα Ευαγγέλια, ότι είναι πλαστογραφημένα* και δεν ξέρουμε τους συγγραφείς τους, Γνωρίζουμε όμως πλέον ότι όλα αντιγράφουν το Κατά Μάρκον, που γράφηκε μακριά από την Παλαιστίνη και δεν έχει ιδέα για την γεωγραφία της, εμπλουτίζοντάς το, διορθώνοντάς το και διαστρέφοντάς το ανά σημεία, για να τονίσουν διαφορετική θεολογία. Έτσι ξεκινάμε από τα Συνοπτικά, συνεχίζουμε με τις Πράξεις και τέλος θα καταλήξουμε στο το Κατά Ιωάννην για να δούμε όλες τις πληροφορίες που μπορούμε να έχουμε και πως διαμορφώνεται πιο εμπλουτισμένο το αρχικό σενάριο.

1.1 το Κατά Μάρκον

13 Καὶ ἀναβαίνει εἰς τὸ ὄρος, καὶ προσκαλεῖται οὓς ἤθελεν αὐτός · καὶ ἀπῆλθον πρὸς αὐτόν. 14 καὶ ἐποίησε δώδεκα, ἵνα ὦσι μετ’ αὐτοῦ, καὶ ἵνα ἀποστέλλῃ αὐτοὺς κηρύσσειν 15 καὶ ἔχειν ἐξουσίαν θεραπεύειν τὰς νόσους, καὶ ἐκβάλλειν τὰ δαιμόνια· 16 καὶ ἐπέθηκε τῷ Σίμωνι ὄνομα Πέτρον· 17 καὶ Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν τοῦ Ἰακώβου· καὶ ἐπέθηκεν αὐτοῖς ὀνόματα Βοανεργές, ὅ ἐστιν, Υἱοὶ βροντῆς· 18 καὶ Ἀνδρέαν, καὶ Φίλιππον, καὶ Βαρθολομαῖον, καὶ Ματθαῖον, καὶ Θωμᾶν, καὶ Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ἁλφαίου, καὶ Θαδδαῖον, καὶ Σίμωνα τὸν Κανανίτην, 19 καὶ Ἰούδαν Ἰσκαριώτην, ὃς καὶ παρέδωκεν αὐτόν. Μαρ 3.13.

1.2 Το σημαντικό εδώ εκτός από τα ονόματα των ακολούθων είναι το «προσκαλεῖται οὓς ἤθελεν αὐτός· καὶ ἀπῆλθον πρὸς αὐτόν. καὶ ἐποίησε δώδεκα». Η σχετική μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας, γράφει:

Ο Ιησούς…καλεί κοντά του αυτούς που ήθελε, κι όταν εκείνοι ήρθαν σ’ αυτόν διάλεξε δώδεκα, για να είναι μαζί του και να τους στέλνει να κηρύττουν·

Άρα ο Ιησούς διάλεξε αυτούς που ήθελε ο ίδιος. Ήταν επιλογή του και αν δεχτούμε ότι ήταν θεός και μάλιστα παντογνώστης, ήξερε τι ακριβώς θα συνέβαινε. Στην συνέχεια θα δούμε ότι οι ακόλουθοι αναβαθμίζονται σε μαθητές και τέλος σε αποστόλους.

1.3. Λίγο παρακάτω αναφέρεται ένας Ιούδας, αλλά δείχνει να είναι άλλο πρόσωπο:

3 οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τέκτων, ὁ υἱὸς Μαρίας, ἀδελφὸς δὲ Ἰακώβου καὶ Ἰωσῆ καὶ Ἰούδα καὶ Σίμωνος; Μαρ. 6.3

Ο Ιούδας αυτός δεν φαίνεται να είναι ο Ισκαριώτης, αναφέρεται συχνά ως ο «Άλλος Ιούδας» και εδώ μας λέει ότι είναι αδερφός του Ιησού και των υπολοίπων. Σε άλλα Ευαγγέλια αναφέρεται ως απόστολος. Έχει όμως ενδιαφέρον ότι υπάρχει η καθολική επιστολή του Ιούδα που δεν αναφέρει ότι είναι αδερφός του Ιησού, αλλά μόνο του Ιακώβου, αυτού που τον αναφέρουν συχνά ως «αδελφόθεο» ή κάποιου άλλου(;), ας δούμε πως ξεκινάει:

1 Ἰούδας Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος, ἀδελφὸς δὲ Ἰακώβου. Ιούδα 1.1

Μάλιστα στην συγκεκριμένη επιστολή, αν όντως ήταν δικιά του, διαχωρίζει τη θέση του από τους αποστόλους.

Ακόμα πιο περίεργο στις Πράξεις αυτός ο Ιούδας αναφέρεται ως απόστολος και γιος Ιακώβου.

καὶ Ἰούδας Ἰακώβου.
Πρξ 1.13

Επειδή δεν είναι αυτό το θέμα μας, όσο και αν τονίζει την μη αληθοφάνεια, θα προχωρήσουμε στο Κατά Μὰρκον:

1.4 Στο επόμενο σχετικό συμβάν βρισκόμαστε στη Βηθανία, στην οικία Σίμωνος του λεπρού, και έχουμε το μπάνιο με το πανάκριβο μύρο και μια ανώνυμη γυναίκα που ανέλαβε την διεξαγωγή του:

3 Καὶ ὄντος αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ, ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, κατακειμένου αὐτοῦ, ἦλθε γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς· καὶ συντρίψασα τὸ ἀλάβαστρον, κατέχεεν αὐτοῦ κατὰ τῆς κεφαλῆς. 4 ἦσαν δέ τινες ἀγανακτοῦντες πρὸς ἑαυτούς, καὶ λέγοντες, Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη τοῦ μύρου γέγονεν; 5 ἠδύνατο γὰρ τοῦτο πραθῆναι ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων, καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς. καὶ ἐνεβριμῶντο αὐτῇ. 6 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν, Ἄφετε αὐτήν·
Μαρ 14.3.

Η αναφορά αυτή θα δούμε στα επόμενα ευαγγέλια τι σχέση μπορεί να έχει με το θέμα μας. Να σημειωθεί εδώ το “ἦσαν δέ τινες ἀγανακτοῦντες πρὸς ἑαυτούς, καὶ λέγοντες” δηλαδή βρισκόντουσαν εκεί και κάποιοι που αγανάκτησαν για το συμβάν, θα δούμε πως θα μεταμορφωθεί στα επόμενα.

1.5 Στην συνέχεια μπαίνουμε στην ουσία της παράδοσης:

10 Καὶ ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, εἷς τῶν δώδεκα, ἀπῆλθε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς, ἵνα παραδῷ αὐτὸν αὐτοῖς. 11 οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐχάρησαν, καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύριον δοῦναι· καὶ ἐζήτει πῶς εὐκαίρως αὐτὸν παραδῷ…

19 οἱ δὲ ἤρξαντο λυπεῖσθαι, καὶ λέγειν αὐτῷ εἷς καθ’ εἷς, Μή τι ἐγώ; καὶ ἄλλος, Μή τι ἐγώ; 20 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς, Εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ ἐμβαπτόμενος μετ’ ἐμοῦ εἰς τὸ τρυβλίον. 21 ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει, καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ· οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι’ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος.
Μαρ. 14.3-21

1.6 Βλέπουμε λοιπόν μετά το μπάνιο μια αλληλουχία συγκεκριμένων γεγονότων που μας οδηγούν στο Μυστικό Δείπνο, όπου διαδραματίζεται η επόμενη πράξη, αφού προηγουμένως υπήρξε συνεννόηση του Ιούδα με τους αρχιερείς, χωρίς να εξηγεί πως του ήρθε και αποφάσισε ο Ιούδας την προδοσία.

Ενδιαφέρον έχει η κατάρα στο τέλος για τον προδότη που δείχνει να τον γνωρίζει αλλά δεν τον κατονομάζει και επιπλέον η ερώτηση όλων των μαθητών όπως αναφέρει «Μή τι ἐγώ;».
Έχουμε τέλος την ασαφή απάντηση ότι «προδότης είναι αυτός που έκανε παπάρα μαζί μου»

1.7 Ακολουθεί η πορεία όλων προς το χωρίο Γεσθημανή όπου και εκεί γίνεται και η αναγγελία στον Πέτρο ότι θα απαρνηθεί τον Ιησού τρεις φορές. Δεν αναφέρεται πουθενά το πότε ο Ιούδας έφυγε από την παρέα, ενώ τον βλέπουμε ξαφνικά να εμφανίζεται από το πουθενά, με τον όχλο και τους Γραμματείς:

42 ἐγείρεσθε, ἄγωμεν· ἰδού, ὁ παραδιδούς με ἤγγικε. 43 Καὶ εὐθέως, ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος, παραγίνεται Ἰούδας, εἷς ὢν τῶν δώδεκα, καὶ μετ’ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων, παρὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν γραμματέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων. 44 δεδώκει δὲ ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν σύσσημον αὐτοῖς, λέγων, Ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστι· κρατήσατε αὐτόν, καὶ ἀπαγάγετε ἀσφαλῶς. 45 καὶ ἐλθών, εὐθέως προσελθὼν αὐτῷ λέγει, Ῥαββί, ῥαββί· καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 46 οἱ δὲ ἐπέβαλον ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας αὐτῶν, καὶ ἐκράτησαν αὐτόν.
Μαρ. 14.42-46

1.8 Εδώ είδαμε, το φιλί, την σύλληψη και αμέσως μετά ο Ιούδας εξαφανίζεται.
Για το Κατά Μάρκον δεν υπάρχει καμία άλλη πλέον νύξη.

Ήδη υπάρχουν κάποια ερωτήματα. Πως έφυγε ο Ιούδας από την παρέα των μαθητών, χωρίς να γίνει αντιληπτός και να μην συζητηθεί η αποχώρησή του και σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρθηκαν πριν. Και φυσικά προς τι η κατάρα τη στιγμή που ο Ιούδας όπως είδαμε ήταν επιλογή του ίδιου του Ιησού που υποτίθεται ήξερε τί θα συμβεί; Ή δεν ήταν καλός στις επιλογές του ή ήξερε τι έκανε, όλα ήταν σχεδιασμένα οπότε η κατάρα δείχνει κακία.

2.1 Στο Κατά Λουκάν

Το ευαγγέλιο αυτό όπως είπαμε ήδη αντιγράφει το Κατά Μάρκον και προσθέτει τα δικά του.

Η πρώτη φορά και εδώ που αναφέρεται ο Ιούδας όπως και στο προηγούμενο, είναι στην κλήση των μαθητών:

12 Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις, ἐξῆλθεν εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι· καὶ ἦν διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Θεοῦ. 13 καὶ ὅτε ἐγένετο ἡμέρα, προσεφώνησε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· καὶ ἐκλεξάμενος ἀπ’ αὐτῶν δώδεκα, οὓς καὶ ἀποστόλους ὠνόμασε, 14 Σίμωνα ὃν καὶ ὠνόμασε Πέτρον, καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, Φίλιππον καὶ Βαρθολομαῖον, 15 Ματθαῖον καὶ Θωμᾶν, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ἀλφαίου, καὶ Σίμωνα τὸν καλούμενον Ζηλωτήν, 16 Ἰούδαν Ἰακώβου, καὶ Ἰούδαν Ἰσκαριώτην, ὃς καὶ ἐγένετο προδότης.
Λου. 6.12

Εδώ βλέπουμε ότι υπάρχουν πολλοί μαθητές και από αυτούς εξέλεξε 12. Ο “Θαδδαῖος” του Κατά Μάρκον εδώ αντικαταστάθηκε με τον άλλο Ιούδα που είναι και εδώ γιος Ιακώβου. Το σημαντικό είναι ότι ο Ιησούς εξέλεξε ο ίδιος τους δώδεκα από ένα αδιευκρίνιστο σύνολο.

2.2 Να σημειωθεί ότι το Κατά Λουκάν, δεν αναφέρει καθόλου το συμβάν στο σπίτι του Σίμωνος του λεπρού στη Βηθανία και το πανάκριβο μύρο ή την ανώνυμη γυναίκα.

2.3 Συνεχίζουμε με το βασικό συμβάν:

3 Εἰσῆλθε δὲ ὁ Σατανᾶς εἰς Ἰούδαν τὸν ἐπικαλούμενον Ἰσκαριώτην, ὄντα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δώδεκα. 4 καὶ ἀπελθὼν συνελάλησε τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς στρατηγοῖς τὸ πῶς αὐτὸν παραδῷ αὐτοῖς. 5 καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύριον δοῦναι. 6 καὶ ἐξωμολόγησε, καὶ ἐζήτει εὐκαιρίαν τοῦ παραδοῦναι αὐτὸν αὐτοῖς ἄτερ ὄχλου.
Λου. 22.3.

Η διαφοροποίηση εδώ από το Κατά Μάρκον είναι η είσοδος του Σατανά στο παιχνίδι και ότι μαζί με τους αρχιερείς μπήκαν και οι “στρατηγοί” ό,τι και να σημαίνει αυτό.

2.4 Ακολουθεί ο Μυστικός Δείπνος:

21 πλὴν ἰδού, ἡ χεὶρ τοῦ παραδιδόντος με μετ’ ἐμοῦ ἐπὶ τῆς τραπέζης. 22 καὶ ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου πορεύεται κατὰ τὸ ὡρισμένον· πλὴν οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι’ οὗ παραδίδοται. 23 καὶ αὐτοὶ ἤρξαντο συζητεῖν πρὸς ἑαυτοὺς τὸ τίς ἄρα εἴη ἐξ αὐτῶν ὁ τοῦτο μέλλων πράσσειν. 24 Ἐγένετο δὲ καὶ φιλονεικία ἐν αὐτοῖς τὸ τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων.
Λου. 22.21.

Εδώ έχουμε τα ίδια περίπου με το Κατά Μάρκον και τη γνωστή κατάρα, αλλά λείπει η ερώτηση «Μή τι ἐγώ». Αντί αυτής στο Κατά Λουκάν έχουμε συζήτηση και φιλονικία μεταξύ των μαθητών, περί του ποιος μπορεί να είναι ο καταδότης.

2.5 Ακολούθως εδώ γίνεται στο ίδιο τον χώρο του Μυστικού Δείπνου η αναγγελία στον Πέτρο ότι θα τον απαρνηθεί τρεις φορές, σε αντίθεση με το Κατά Μάρκον που έγινε όπως είδαμε πριν, όταν βρισκόντουσαν στη Γεσθημανή, και ακολούθως πάνε γενικά στο Όρος των Ελαιών. (Η Γεσθημανή είναι στους πρόποδες του όρους).

39 Καὶ ἐξελθὼν ἐπορεύθη κατὰ τὸ ἔθος εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν· ἠκολούθησαν δὲ αὐτῷ καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.

Οι μαθητές, όλοι; Δεν αναφέρει κάτι. Ούτε εδώ έχουμε πληροφορία για το πως και πότε έφυγε ο Ιούδας για να πάει στους Γραμματείς και στρατηγούς εδώ.

2.6 Ακολουθεί η Σύλληψη:

47 Ἔτι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος, ἰδού, ὄχλος, καὶ ὁ λεγόμενος Ἰούδας, εἷς τῶν δώδεκα, προήρχετο αὐτῶν, καὶ ἤγγισε τῷ Ἰησοῦ φιλῆσαι αὐτόν. 48 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ, Ἰούδα, φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως; 49 ἰδόντες δὲ οἱ περὶ αὐτὸν τὸ ἐσόμενον εἶπον αὐτῷ, Κύριε, εἰ πατάξομεν ἐν μαχαίρᾳ;
Λου. 22.47.

Η βασική διαφορά εδώ είναι η προσθήκη με τα μαχαίρια που ζήτησε ο Ιησούς νωρίτερα για να πάρουν πριν φύγουν:

36 εἶπεν οὖν αὐτοῖς, Ἀλλὰ νῦν ὁ ἔχων βαλάντιον ἀράτω, ὁμοίως καὶ πήραν· καὶ ὁ μὴ ἔχων, πωλησάτω τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ, καὶ ἀγορασάτω μάχαιραν

και δικαιολογεί το συμβάν με την συμπλοκή, που αναφέρεται και στο Κατά Μάρκον. Ούτε εδώ έχουμε τίποτα επιπλέον περί Ιούδα.

3.1 Στο Κατά Ματθαίον

καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν 2 Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά ἐστι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος, καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ· Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ· 3 Φίλιππος, καὶ Βαρθολομαῖος· Θωμᾶς, καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης· Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἀλφαίου, καὶ Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος· 4 Σίμων ὁ Κανανίτης, καὶ Ἰούδας Ἰσκαριώτης ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν.
Ματ. 10.1

Εδώ βλέπουμε ότι επανήλθε ο Θαδδαίος και εξοστρακίστηκε ο άλλος Ιούδας που παρεμβλήθηκε στο Κατά Λουκάν. Οι “ακόλουθοι” που έγιναν “μαθητές και απόστολοι”, τώρα ξαναγύρισαν ως “μαθητές”. Εδώ η λέξη κλειδί γίνεται λίγο πιο στρογγυλεμένη. Θυμίζω «Προσκάλεσε αυτούς που αυτός ήθελε», και «εξέλεξε» στα δύο προηγούμενα που δείχνουν ισοδύναμα. Εδώ απλώς «προσκάλεσε».

3.2 Ακολουθώντας το Κατά Μάρκον έχει και αυτός το συμβάν με το μπάνιο και το πανάκριβο μύρο που ξέχασε να αναφέρει ή αγνοεί το Κατά Λουκάν:

6 Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γενομένου ἐν Βηθανίᾳ ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, 7 προσῆλθεν αὐτῷ γυνὴ ἀλάβαστρον μύρου ἔχουσα βαρυτίμου, καὶ κατέχεεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἀνακειμένου. 8 ἰδόντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠγανάκτησαν, λέγοντες, Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη;
Ματ. 26.2.

Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι οι “κάποιοι” που βρέθηκαν εκεί τυχαία στο Κατά Μάρκον εδώ εμφανίζονται ως “οι μαθητές” του προφανώς όλοι.

3.3 Ακολούθως ο Ιούδας αναφέρεται πάλι στο γνωστό επεισόδιο κατά τον Μυστικό Δείπνο:

Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με. 22 καὶ λυπούμενοι σφόδρα ἤρξαντο λέγειν αὐτῷ ἕκαστος αὐτῶν, Μήτι ἐγώ εἰμι, Κύριε; 23 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν, Ὁ ἐμβάψας μετ’ ἐμοῦ ἐν τῷ τρυβλίῳ τὴν χεῖρα, οὗτός με παραδώσει. 24 ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει, καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ· οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ, δι’ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος. 25 ἀποκριθεὶς δὲ Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν εἶπε, Μήτι ἐγώ εἰμι, ῥαββί; λέγει αὐτῷ, Σὺ εἶπας.
Ματ. 26.21.

Εδώ έχουμε πάλι την αναγγελία της προδοσίας, την αδιευκρίνιστη παπάρα, τη γνωστή κατάρα και μια επιπλέον πινελιά. Δεν γίνεται έντονη συζήτηση μεταξύ τους όπως στο Κατά Λουκάν. Όλοι οι μαθητές λένε το «Μήτι ἐγώ εἰμι» όπως στο Κατά Μάρκον, αλλά αφού γίνει η αναφορά στην παπάρα, ο ίδιος ο Ιούδας μόνο ξαναρωτάει τον Ιησού και εκείνος απαντάει «Σὺ εἶπας».

3,4 Ακολούθως όπως και στο Κατά Λουκάν:

30 Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν.

Ακολουθεί η δήλωση για την απάρνηση του Πέτρου και

36 Τότε ἔρχεται μετ’ αὐτῶν ὁ Ἰησοῦς εἰς χωρίον λεγόμενον Γεθσημανῆ

Που εδώ ταυτίζεται με το Κατά Μάρκον, αφού έσπασε το συμβάν σε δύο.

3.5 Ακολουθεί η σύλληψη:

47 Καὶ ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος, ἰδού, Ἰούδας εἷς τῶν δώδεκα ἦλθε, καὶ μετ’ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων, ἀπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ. 48 ὁ δὲ παραδιδοὺς αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς σημεῖον, λέγων, Ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστι· κρατήσατε αὐτόν. 49 καὶ εὐθέως προσελθὼν τῷ Ἰησοῦ εἶπε, Χαῖρε, ῥαββί· καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 50 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ, Ἑταῖρε, ἐφ’ ᾧ πάρει; τότε προσελθόντες ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐκράτησαν αὐτόν.
Ματ. 26.47.

Εδώ το σενάριο είναι παρόμοιο σχεδόν με των υπολοίπων, όμως και για πρώτη φορά έχουμε μια νέα προσθήκη που μας εξηγεί τι έγινε με τον Ιούδα μετά το συμβάν:

3 Τότε ἰδὼν Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν ὅτι κατεκρίθη, μεταμεληθεὶς ἀπέστρεψε τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς πρεσβυτέροις, 4 λέγων, Ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον. οἱ δὲ εἶπον, Τί πρὸς ἡμᾶς; σὺ ὄψει. 5 καὶ ῥίψας τὰ ἀργύρια ἐν τῷ ναῷ, ἀνεχώρησε· καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο. 6 οἱ δὲ ἀρχιερεῖς λαβόντες τὰ ἀργύρια εἶπον, Οὐκ ἔξεστι βαλεῖν αὐτὰ εἰς τὸν κορβανᾶν, ἐπεὶ τιμὴ αἵματός ἐστι. 7 συμβούλιον δὲ λαβόντες ἠγόρασαν ἐξ αὐτῶν τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως, εἰς ταφὴν τοῖς ξένοις. 8 διὸ ἐκλήθη ὁ ἀγρὸς ἐκεῖνος ἀγρὸς αἵματος, ἕως τῆς σήμερον. 9 τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν διὰ Ἰερεμίου τοῦ προφήτου, λέγοντος, Καὶ ἔλαβον τὰ τριάκοντα ἀργύρια, τὴν τιμὴν τοῦ τετιμημένου, ὃν ἐτιμήσαντο ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ· 10 καὶ ἔδωκαν αὐτὰ εἰς τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως, καθὰ συνέταξέ μοι Κύριος.
Ματ. 27.3.

Εδώ έχουμε την μεταμέλεια και την αυτοκτονία του που οι άλλοι Ευαγγελιστές αγνοούν.

3.6 Μην σας παραπλανήσει η υποτιθέμενη ρήση του Ιερεμία, δεν υπάρχει. Υπάρχει κάτι σχετικό μόνο στον Ζαχαρία 11.12, παντελώς άσχετο με το θέμα, που μας δείχνει άγνοια των γραφών και συγγραφή από μνήμης. Για το κείμενο του Ζαχαρία και τι θέλει να πει, μπορείτε να πάρετε μια ιδέα από εδώ και ακόμα περισσότερες στη βιβλιογραφία που παρέχει η wiki και ειδικά αυτήν.

Το « ἕως τῆς σήμερον » έχει ενδιαφέρον, γιατί δείχνει μεγάλη χρονική απόσταση από τα γεγονότα

4.1 Στις Πράξεις

Στην αρχή των Πράξεων έχουμε κάποιες πληροφορίες που έχουν σχέση με το θέμα μας. Να θυμίσω ότι ο συντάκτης τους δείχνει να είναι ο ίδιος ο συντάκτης του Κατά Λουκάν. Συμφωνεί λοιπόν στην απαρίθμηση των μαθητών με τους αντίστοιχους του Κατά Λουκάν, δηλαδή αναφέρει στους μαθητές τον Ιούδα (Τον άλλον Ιούδα) και όχι τον Θαδδαίο.

Έχει όμως μια άλλη εκδοχή για την συνέχεια του Ιούδα μετά από τη σύλληψη και το τέλος του από το Κατά Ματθαίον και μάλιστα τελείως διαφορετικό:

16 Ἄνδρες ἀδελφοί, ἔδει πληρωθῆναι τὴν γραφὴν ταύτην, ἣν προεῖπε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον διὰ στόματος Δαβὶδ περὶ Ἰούδα, τοῦ γενομένου ὁδηγοῦ τοῖς συλλαβοῦσι τὸν Ἰησοῦν. 17 ὅτι κατηριθμημένος ἦν σὺν ἡμῖν, καὶ ἔλαχε τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης. 18 (οὗτος μὲν οὖν ἐκτήσατο χωρίον ἐκ τοῦ μισθοῦ τῆς ἀδικίας, καὶ πρηνὴς γενόμενος ἐλάκησε μέσος, καὶ ἐξεχύθη πάντα τὰ σπλάγχνα αὐτ οῦ 19 καὶ γνωστὸν ἐγένετο πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν Ἱερουσαλήμ, ὥστε κληθῆναι τὸ χωρίον ἐκεῖνο τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ αὐτῶν Ἀκελδαμά, τοῦτ’ ἔστι Χωρίον αἵματος).
Πρξ. 1.16.

4.2 Δηλαδή « οὗτος μὲν οὖν ἐκτήσατο χωρίον ἐκ τοῦ μισθοῦ τῆς ἀδικίας, καὶ πρηνὴς γενόμενος ἐλάκησε μέσος, καὶ ἐξεχύθη πάντα τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ», δηλαδή:

«Αυτός λοιπόν αγόρασε έναν αγρό με την αμοιβή για την άδικη του πράξη και, όπως έπεσε μπρούμυτα, σχίστηκε στο μέσον και όλα τα σπλάχνα του χύθηκαν έξω», που έρχεται σε αντίθεση με το Κατά Ματθαίον που μετανόησε, επέστρεψε τα χρήματα και αυτοκτόνησε με απαγχονισμό: «ῥίψας τὰ ἀργύρια ἐν τῷ ναῷ, ἀνεχώρησε· καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο», τον δε περίφημο αγρό υποτίθεται εκεί ότι τον αγόρασαν οι Γραμματείς.

Ενδιαφέρον έχει το « ἔλαχε τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης », που δείχνει εκλογή στην τύχη και που έρχεται σε αντίθεση με την κατάληψη του διαβόλου κλπ, όσο και με την κατάρα του Ιησού, αλλά διακονία δηλαδή εξυπηρέτηση – προσφορά που κάποιος έπρεπε να αναλάβει, που μας δείχνει κάτι διαφορετικό από τα περί προδοσίας και κατάρας.

5.1 Στο Κατά Ιωάννην

Που δείχνει και το τελευταίο χρονικά. Εδώ δεν έχουμε απαρίθμηση των μαθητών για να τους συγκρίνουμε με τους Συνοπτικούς, αλλά να σημειωθεί ότι ο άλλος Ιούδας αναφέρεται ως μαθητής του (14.22), δηλαδή συμφωνεί με τον Λουκά και διαφωνεί με τους άλλους δύο, αφού κανένας Θαδδαῖος δεν αναφέρεται, έχουμε όμως το πως τους εξέλεξε:

70 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Οὐκ ἐγὼ ὑμᾶς τοὺς δώδεκα ἐξελεξάμην, καὶ ἐξ ὑμῶν εἷς διάβολός ἐστιν; 71 ἔλεγε δὲ τὸν Ἰούδαν Σίμωνος Ἰσκαριώτην· οὗτος γὰρ ἤμελλεν αὐτὸν παραδιδόναι, εἷς ὢν ἐκ τῶν δώδεκα.
Ιωα. 6.70.

Εδώ ούτε λίγο ούτε πολύ μας λέει ξεκάθαρα ότι ήδη από την εκλογή των μαθητών, εξέλεξε και έναν διαβολικό και μάλιστα μαθαίνουμε ότι ήταν γιος του Σίμωνος. Συνειδητά δηλαδή ο θεός της αγάπης, έβαλε τον λύκο μέσα στα πρόβατα που έρχεται φυσικά σε αντίθεση με την «διακονία» των Πράξεων, αλλά και με την αγάπη του Θεού.

5.2 Ακολούθως βρισκόμαστε στο σπίτι του Λάζαρου που αναστήθηκε, σε αντίθεση με τους Συνοπτικούς που αγνοούν το συμβάν, της ανάστασης αυτής αλλά και τον ίδιο τον Λάζαρο.

Ὁ οὖν Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν ……… ἡ οὖν Μαρία λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι, 5 Διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων, καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο, οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλὰ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε, καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν.
Ιωα. 12.1

Η Μαρία η αδερφή της Μάρθας και του Λάζαρου δείχνει να κάνει ότι και η ανώνυμη γυναίκα στο σπίτι του Σίμωνος του λεπρού του Κατά Μάρκον. Δηλαδή το μπάνιο με το πανάκριβο μύρο. Εδώ όμως το «κάποιοι περαστικοί» του Κατά Μάρκον, που μετατράπηκε σε «οι μαθητές», εδώ έγινε ένας συγκεκριμένος μαθητής, δηλαδή ο Ιούδας, ως αυτός που αντιδρά για τη σπατάλη, ενώ ταυτόχρονα τον αναφέρει για πρώτη φορά ως κλέπτη του ταμείου των πτωχών.

Να σημειώσω πάλι ότι το συμβάν με το μύρο το αγνοεί το Κατά Λουκάν. Επίσης όλοι οι Συνοπτικοί αγνοούν την ανάσταση του Λαζάρου και γενικά τον Λάζαρο. Αντί αυτού οι δύο μόνο αναφέρουν τον Σίμωνα τον λεπρό όπου έγινε το συμβάν με το μύρο.

5.3 Επανερχόμαστε στον Ιούδα.

Πρὸ δὲ τῆς ἑορτῆς τοῦ πάσχα, εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐλήλυθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα ἵνα μεταβῇ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου πρὸς τὸν πατέρα, ἀγαπήσας τοὺς ἰδίους τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ, εἰς τέλος ἠγάπησεν αὐτούς. 2 καὶ δείπνου γενομένου, τοῦ διαβόλου ἤδη βεβληκότος εἰς τὴν καρδίαν Ἰούδα Σίμωνος Ἰσκαριώτου ἵνα αὐτὸν παραδῷ.
Ιωα. 13.1

Έχουμε και εδώ την επέμβαση του Διαβόλου.

5.4 Πάμε τώρα στο Δείπνο, που εδώ δεν είναι ο γνωστός μας Μυστικός δηλαδή πασχαλινός, αλλά ένας απλός δείπνος, αφού γίνεται την παραμονή του Πάσχα (ως γνωστόν το Κατά Ιωάννην θεωρεί ως ημέρα του Πάσχα την Παρασκευή μετά τη Σταύρωση και όχι τη μέρα της Σταύρωσης των Συνοπτικών):

21 Ταῦτα εἰπὼν ὁ Ἰησοῦς ἐταράχθη τῷ πνεύματι, καὶ ἐμαρτύρησε καὶ εἶπεν, Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με. 22 ἔβλεπον οὖν εἰς ἀλλήλους οἱ μαθηταί, ἀπορούμενοι περὶ τίνος λέγει. 23 ἦν δέ ἀνακείμενος εἷς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ Ἰησοῦ, ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς· 24 νεύει οὖν τούτῳ Σίμων Πέτρος πυθέσθαι τίς ἂν εἴη περὶ οὗ λέγει. 25 ἐπιπεσὼν δὲ ἐκεῖνος ἐπὶ τὸ στῆθος τοῦ Ἰησοῦ, λέγει αὐτῷ, Κύριε, τίς ἐστιν; 26 ἀποκρίνεται ὁ Ἰησοῦς, Ἐκεῖνός ἐστιν ᾧ ἐγὼ βάψας τὸ ψωμίον ἐπιδώσω. καὶ ἐμβάψας τὸ ψωμίον, δίδωσιν Ἰούδᾳ Σίμωνος Ἰσκαριώτη. 27 καὶ μετὰ τὸ ψωμίον, τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ Σατανᾶς. λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, Ὃ ποιεῖς, ποίησον τάχιον. 28 τοῦτο δὲ οὐδεὶς ἔγνω τῶν ἀνακειμένων πρὸς τί εἶπεν αὐτῷ… 30 λαβὼν οὖν τὸ ψωμίον ἐκεῖνος, εὐθέως ἐξῆλθεν· ἦν δὲ νύξ.
Ιωα 13.21.

Ο συγγραφέας δίνει πολλές λεπτομέρειες που επεξηγούν και ενίοτε διαφωνούν με τα προηγούμενα. Εδώ οι μαθητές ούτε ρωτάνε, ούτε μαλώνουν αλλά κοιτιούνται μεταξύ τους. Ο καλούμενος και «ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς», υποτίθεται ο Ιωάννης, ρωτάει μόνο αυτός ποιος θα είναι ο καταδότης και ο Ιησούς απαντάει «αυτός που θα δώσω την παπάρα του ψωμιού». Την δίνει στον Ιούδα και του λέει «ό,τι είναι να κάνεις κάνε το γρήγορα». Το θέμα είναι ότι κανείς δεν κατάλαβε τι έγινε, ούτε ο Ιωάννης, αλλά είναι το μόνο κείμενο που μας δείχνει ότι τότε έφυγε ο Ιούδας, κάτι που όλοι οι άλλοι αγνοούν ή δεν σκέφτηκαν να το βάλουν στα δικά τους σενάρια.

Ας έρθουμε τώρα στο « ἐμβάψας τὸ ψωμίον, δίδωσιν Ἰούδᾳ Σίμωνος Ἰσκαριώτη. 27 καὶ μετὰ τὸ ψωμίον, τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ Σατανᾶς. » Δηλαδή το ψωμί που έδωσε ο Ιησούς περιείχε τον Σατανά; Εδώ έχουμε ξεκάθαρα σατανιστική φόρτιση του υποκειμένου, για να κάνει αυτό που πρέπει. Τελικά ο Σατανάς είναι αντίθετος με τον Ιησού ή υπηρέτης του για να πετύχει το σχέδιο;

5.5 Πάμε τώρα στην τελευταία πράξη:

2 ᾔδει δὲ καὶ Ἰούδας, ὁ παραδιδοὺς αὐτόν, τὸν τόπον· ὅτι πολλάκις συνήχθη ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖ μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ. 3 ὁ οὖν Ἰούδας, λαβὼν τὴν σπεῖραν, καὶ ἐκ τῶν ἀρχιερέων καὶ Φαρισαίων ὑπηρέτας, ἔρχεται ἐκεῖ μετὰ φανῶν καὶ λαμπάδων καὶ ὅπλων. 4 Ἰησοῦς οὖν, εἰδὼς πάντα τὰ ἐρχόμενα ἐπ’ αὐτόν, ἐξελθὼν εἶπεν αὐτοῖς, Τίνα ζητεῖτε; 5 ἀπεκρίθησαν αὐτῷ, Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Ἐγώ εἰμι. εἱστήκει δὲ καὶ Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν μετ’ αὐτῶν. 6 ὡς οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Ἐγώ εἰμι, ἀπῆλθον εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ ἔπεσον χαμαί.
Ιωα. 18.2.

Εδώ δεν υπάρχει φιλί, μάλλον το θεώρησε ανάρμοστο. Ο Ιούδας οδηγεί στρατιώτες και υπηρέτες των αρχιερέων προς τους μαθητές και ο ίδιος Ιησούς παραδίδεται, ενώ ο Ιούδας μόλις είδε την αυτόβουλη παράδοση, υποχώρησε και έπεσε κάτω. Δεν ξαναναφέρεται το θέμα του Ιούδα.

5.6 Αυτό που έχει ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο είναι η αναφορά

24 αὐτὸς δὲ ὁ Ἰησοῦς οὐκ ἐπίστευεν ἑαυτὸν αὐτοῖς, διὰ τὸ αὐτὸν γινώσκειν πάντας, 25 καὶ ὅτι οὐ χρείαν εἶχεν ἵνα τις μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ ἀνθρώπου· αὐτὸς γὰρ ἐγίνωσκε τί ἦν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ.
Ιωα. 2.24

Εδώ μας λέει ότι ο Ιησούς δεν εμπιστευόταν τους ανθρώπους γιατί γνώριζε για τον κάθε ένα, τι σόι άνθρωπος ήταν.

Αντίστοιχα στο 1.48-49, ο Ιησούς διαλέγει τον Ναθαναήλ γιατί γνωρίζει ότι είναι ηθικός και ο Ναθαναήλ εξεπλάγη για την διαπίστωση του Ιησού.

Στο 5.1 αναφέρθηκε το σημείο (6.70) που ο Ιησούς λέει ότι τους εξέλεξε ως μαθητές και ήξερε ότι ο ένας από αυτούς είναι διάβολος.

Όπως διαπιστώνει και ο Φάνης Φάνητος, από όλα αυτά τα στοιχεία:

Ύστερα από αυτό τον εντοπισμό των συγκεκριμένων ευαγγελικών περιγραφών βγαίνει το συμπέρασμα και ειδικά σύμφωνα με τους παραπάνω στίχους του 2ου κεφαλαίου ότι ο Ιησούς δεν εμπιστευόταν τον εαυτό του σε ανήθικους επειδή γνώριζε τα εσώψυχα του καθενός και εκθείαζε την αδολότητα των συμπατριωτών του και υποψηφίων μαθητών όπως έκανε με τον Ναθαναήλ που αυτό δείχνει ότι αποστρέφεται την δολιότητα και τιμά την αδολότητα.

Αφού λοιπόν στους επίμαχους στίχους αναφέρεται ότι ομολογεί ότι δική του επιλογή είναι ο κάθε μαθητής πως επιλέγει ένα δόλιο κλέφτη ανήθικο άνθρωπο τον Ιούδα στο στενό κύκλο των μαθητών του από τη στιγμή που γνωρίζει ως υποτιθέμενος Θεϊκός προορατικός προγνώστης το ηθικό κακό ποιόν του ότι και είναι υποψήφιος κλέφτης και προδότης; Ένας άνθρωπος σαν τον Ιούδα που μπαίνει σε ένα κύκλο ανθρώπων και τους κλέβει και μετά για το χρήμα ξεπουλάει τον δάσκαλο του και φίλο του έναν άγιο άνθρωπο,είναι απ’ την αρχή χαλασμένη στόφα, ανήθικος και αδίστακτος. Δεν ήταν καλός άνθρωπος και ξαφνικά του γύρισε. Διαλέγει λοιπόν κατά τον ψευδοευαγγελιστή ο πανάγιος θεϊκός προγνώστης Ιησούς αυτόν τον τύπο για μαθητή του.

Και μάλιστα τον επιλέγει στον στενό κύκλο των πρωτοκλασάτων 12 και όχι στον υπόλοιπο των 70 ακόλουθων παρατρεχάμενων. Εδώ ο πλαστογράφος απατεώνας ψευτοευαγγελιστής επειδή είναι απρόσεκτος πέφτει σε αντίφαση.

Και ερχόμαστε και στο αποκορύφωμα αυτής της παραλογίας των ψεμμάτων στο αρχαιότερο Ευαγγέλιο το δήθεν Κατά Μάρκον που στο κεφάλαιο 14 στίχος 21 αναφέρεται ότι ο Ιησούς στο μυστικό δείπνο δηλώνει για τον Ιούδα, (τον δόλιο προδότη και κλέφτη που ο ίδιος διάλεξε) ότι καλό θα ήταν να μην είχε γεννηθεί από αυτό που τον περιμένει για την προδοτική του πράξη!!! Και προσθέτουμε και αυτό το στοιχείο από το υποτιθέμενο κατά Μάρκον στο κάδρο της σύγκρισης για να αποδείξουμε ότι το κάθε ευαγγέλιο δεν αλληλοσυμπληρώνει το άλλο όπως υποστηρίζει η ψευδοθεολογία αλλά καλύτερα συμπληρώνει το κάδρο της γενικής αντίφασης και παραλογίας.

Και αναρωτιόμαστε λοιπόν θεολογικότατα για τα αναίσχυντα αυτά ψεύδη απατεώνων πλαστογράφων (που γιορτάζονται την Μεγάλη Εβδομάδα με αναγνώσματα και ψαλμωδίες μέσα στις χριστιανικές εκκλησίες) ποιός Θεός αγάπης που γνωρίζει το ανήθικο ποιον ενός υποψηφίου μαθητή και πρωτογνωρίζει τη πράξη του τον επιλέγει για να τον φέρει ενώπιον τέτοιας ευθύνης και συνεπειών; Ποιά άπειρη θεϊκή αγάπη και αγαθότητα επιλέγει έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να βαστήξει ηθικά μια τέτοια αποστολή έμπιστου μαθητή ώστε να τον κάψει με τέτοιες συνέπειες και να δηλώνει ότι καλύτερα να μην είχε γεννηθεί; Ποιά Αγία αγάπη επιλέγει έναν τέτοιο αδύναμο ηθικά άνθρωπο για έμπιστο του ενώ γνωρίζει ότι αδυνατεί να ανταπεξέλθει ηθικά και θα οδηγηθεί από τις πράξεις του σε αυτοκτονία και αυτοκαταστροφή;

5.7 Αντίστοιχα στο άρθρο μου: “Η προδοσία του Ιούδα – Βασανιστικά ερωτήματα που ζητούν σαφείς απαντήσεις”, εξηγώ την αφέλεια της αιτίας της προδοσίας για τα περίφημα τρίακοντα αργύρια, ένα ευτελές ποσό που αντιστοιχούσε στην αξία ενός δούλου στην Παλαιά Διαθήκη και ρωτάει τον λόγο που έγινε η υποτιθέμενη προδοσία και δίνει τις αντίστοιχες απαντήσεις που έχουν οι απολογητές:

Για να εκπληρωθούν οι Γραφές
Ότι αυτό ήταν το Σχέδιο του Θεού
ή αυτό ήθελε ο Θεός

Και τα τρία είναι απαράδεκτα με την υποτιθέμενη ξεκάθαρη θεολογική θέση για την αγαθότητα του θεού και την ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου. Άλλωστε αν ήταν ο Ιούδας αποτέλεσμα του Σχεδίου του Θεού, σημαίνει ότι δεν είχε ελεύθερη βούληση, κάτι τελείως αντιθεολογικό και φυσικά δεν ήταν προδότης και η περίφημη κατάρα εναντίον του ήταν έωλη.

Τα σενάρια, το κάθε ένα χωριστά αλλά και όλα μαζί, αν προσπαθήσει κανείς να τα κάνει μια ιστορία –κάτι που δεν γίνεται, είναι αντίθετα με κάθε λογική ακόμα και θεολογική.

Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο προδοσίας, αφού ο Ιησούς φαίνεται να ήταν γνωστός, ήταν στην Ιερουσαλήμ, εμφανίστηκε σύμφωνα με τα ίδια τα κείμενα στον ναό και σε πλήθος ανθρώπων, αν τον ήθελαν τόσο πολύ μπορούσαν να τον παρακολουθήσουν και να τον συλλάβουν με ησυχία ένα βράδυ. Το μόνο που θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί είναι ότι τον κατηγόρησε για κάτι συγκεκριμένο, μόνο που αυτό δεν φαίνεται πουθενά, σε κανένα από τα σενάρια που είδαμε και δεν αναφέρεται τέλος να παραβρίσκεται ούτε καν στην “δίκη” σαν μάρτυρας. Η άγνοια των τριών για το τέλος του και τα τελείως διαφορετικά σενάρια των άλλων δύο, δείχνουν μια λογοτεχνική επινόηση για συγκεκριμένους λόγους.

Το μόνο λογικό, η εφεύρεση της προδοσίας είχε ένα ξεκάθαρο συναισθηματικής επίδρασης στόχο:

Οι αφηγήσεις των Ευαγγελίων απαιτούν την δημιουργία ενός ισχυρότατου ξαφνικού σοκ μαζί με μία τραγική έξαρση συναισθηματισμού. Με κανένα τρόπο δεν αφήνουν χώρο στη λογική, στον ορθολογισμό και στην απαγωγική μέθοδο «αιτίας και αποτελέσματος».

6. Παρουσίαση συγκεκριμένων συμβάντων

Με βάση τα αναφερθέντα μπορούμε να βγάλουμε μια ενδιαφέρουσα λίστα κάποιων συμφωνιών ή διαφωνιών.

6.1 Με ποια διαδικασία έχουμε την συλλογή των αποστόλων από τον Ιησού

Μαρ: Προσκάλεσε αυτούς που ο ίδιος ήθελε και από αυτούς διάλεξε
Λου: Τους εξέλεξε από τους μαθητές του
Ματ: Τους προσκάλεσε ως μαθητές
Ιωα: Τους εξέλεξε, γνωρίζοντας ότι ο ένας από όλους ήταν ο διάβολος

6.2 Συμφωνούν οι Ευαγγελιστές στα ονόματα των μαθητών;
Όχι υπάρχει διχογνωμία μεταξύ Θαδδαίου και άλλου Ιούδα.
Μάρ. και Ματ.: Θαδδαίος
Λου., Πρξ. και Ιωα.: Ο άλλος Ιούδας

6.3 Ο άλλος Ιούδας πώς παρουσιάζεται;
Μαρ. και Ματ: Αδερφός του Ιησού και του Ιακώβου και του Ιωσή και του Σίμωνος, προφανώς υιός Ιωσήφ και δεν είναι μαθητής.
Λου: Υιός του Ιακώβου, μαθητής του Ιησού
Επιστολή Ιούδα: Αδελφός Ιακώβου, δούλος του Ιησού
Πρξ: Υιός Ιακώβου μαθητής του Ιησού
Ιωα: Χωρίς διευκρίνιση, ως « Ιούδας όχι ο Ισκαριώτης », μαθητής του Ιησού.

6.4 Σε ποιό σπίτι έγινε το πανάκριβο μπάνιο στη Βηθανία;
Μαρ. και Ματ: Οικία Σίμωνος του λεπρού
Λου: Το αγνοεί.
Ιωα: Οικία του Λαζάρου

6.5 Ποιά ήταν η γυναίκα που έκανε το μπάνιο;
Μαρ. και Ματ: Ανώνυμη
Λου: Το αγνοεί
Ιωα: Η Μαρία, αδερφή της Μάρθας και του Λαζάρου

6.6 Ποιός ή ποιοί αντέδρασαν για το μύρο;
Μαρ: Κάποιοι που ήσαν εκεί
Λου: Το αγνοεί
Ματ: Οι μαθητές του
Ιωα: Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης που ήταν και κλέπτης

6.7 Πώς αντέδρασαν οι μαθητές στην αναγγελία περί προδοσίας;
Μαρ: Λυπήθηκαν και ρωτούσαν ο καθείς «μήπως είμαι εγώ;»
Λου: Διαφιλονίκησαν μεταξύ τους για το ποιος είναι ο πιθανότερος ένοχος
Ματ: Λυπήθηκαν και ρωτούσαν ο καθείς «μήπως είμαι εγώ;» αλλά μόνο ο Ιούδας επέμεινε και ξαναρώτησε στο τέλος.
Ιωα: Κοιταχτήκαν μεταξύ τους και μόνο ο αγαπημένος μαθητής ρώτησε κρυφά.

6.8 Σε ποιόν ή ποιούς απάντησε ο Ιησούς για το ποιος είναι ο προδότης
Συνοπτικά:
σε όλους.
Ιωα: Στον μαθητή που αγαπούσε, αλλά αυτός δεν το κατάλαβε.

6.9 Σε ποιόν χώρο έγινε η αναγγελία στον Πέτρο ότι θα Τον απαρνηθεί τρεις;
Μαρ: Στη Γεσθημανή
Λου. και Ιωα.: Στον χώρο που έγινε ο Μυστικός Δείπνος
Ματ: Στο όρος των Ελαιών και πριν πάνε στη Γεσθημανή

6.10 Ποιούς συνόδευε ο Ιούδας για την σύλληψη του Ιησού;
Μαρ. και Ματ.: Πολύς όχλος οπλισμένος με μαχαίρια και ξύλα σταλμένους από τους αρχιερείς, γραμματείς και πρεσβύτερους.
Λου.: Όχλος
Ιωα: Στρατιωτική σπείρα με χιλίαρχο και υπηρέτες αρχιερέων και φαρισαίων

6.11 Ποιό ήταν το σημάδι για την παράδοση;
Συνοπτικά: Να φιλήσει ο Ιούδας τον Ιησού.
Ιωα: Κανένα, ο Ιησούς αυτοπαραδόθηκε

6.12 Τί γνωρίζουμε για τον Ιούδα αμέσως μετά την σύλληψη του Ιησού;
Μαρ. Λου.: Τίποτα
Ματ: Μεταμελήθηκε, επέστρεψε τα 30 αργύρια, και αυτοκτόνησε με απαγχονισμό.
Πρξ: Αγόρασε με τα αργύρια αγρό, και πέφτοντας πρηνήρης από το σώμα του βγήκαν έξω τα σπλάχνα.
Ιωα: Έπεσε κάτω τη στιγμή της σύλληψης και δεν έχουμε άλλη πληροφορία.
-----------------------
*Παραχαράξεις 
Τα ιερά τους κείμενα (της Κ.Δ.) έχουν επεξεργαστεί, διαφοροποιηθεί και παραχαραχθεί πάρα πολλές φορές, σε σημείο να μην μπορούμε ακόμα να βρούμε το πως ξεκίνησαν αρχικά.
Τα κείμενα έχουν μεταξύ τους σοβαρές αντιφάσεις και ακόμα και λάθη, που τους αναγκάζουν να καταφεύγουν συνεχώς σε ερμηνείες για να βγει ένα “λογικό” συμπέρασμα.
Τα ιερά τους κείμενα, σχεδόν όλα, δεν είναι γραμμένα από αυτούς που φανταζόντουσαν, στην ουσία είναι ανώνυμα και μπορεί οι ίδιοι να τα ερμηνεύουν κατά βούληση με βάση την δική τους σέκτα, συνήθως διαφορετική ερμηνεία από άλλες. Αυτό φαίνεται και από την πληθώρα ερμηνειών που υπάρχουν για όλα αυτά και την αντίστοιχη πληθώρα αιρέσεων και σεκτών.
Τα κείμενα αυτά (και εδώ μιλάμε κυρίως για την Καινή Διαθήκη) είναι ελάχιστα από τα αντίστοιχης λογικής κείμενα, που δεν θεωρούνται επίσημα σωστά, αλλά αιρετικά ή απόκρυφα, που σημαίνει πως ο διαχωρισμός, η διαφορετική κατανόηση και οι σέκτες είναι εγγενείς με την εμφάνιση του Χριστιανισμού, η δε επικράτηση κάθε συγκεκριμένης σέκτας ή ομολογίας όπως λένε, που έχει την θρησκευτική εξουσία σε κάθε τόπο, είναι ευκαιριακή και καθαρά πολιτική.

Η χαρά και η ευτυχία του γονιού

Ευτυχία είναι το να νιώθεις ότι τα παιδιά σου έχουν γίνει καλοί άνθρωποι. Έτσι δεν είναι;

«Γονιός είναι ένα επάγγελμα με αμοιβή τα φιλάκια, τις μύξες, τα δάκρυα και τις αγκαλιές. Είναι ένας ρόλος που πρέπει να διατηρηθεί όλη τη ζωή. Οι γονείς πρέπει να κατέχουν πάμπολλες γνώσεις για να ανταπεξέλθουν, όπως ιατρικές, εκπαιδευτικές, μηχανικές και ραπτικές, να έχουν απίστευτα πολλές αρμοδιότητες, όπως διευθυντικές, οργανωτικές, αστυνομικές και άλλες».

Τι είναι γονιός;

Γονιός είναι η διαδικασία της παροχής, προώθησης και υποστήριξης της φυσικής, συναισθηματικής, κοινωνικής και νοητικής ανάπτυξης ενός παιδιού από τη βρεφική ηλικία μέχρι την ενήλικη ζωή. Η λέξη Γονιός αναφέρεται στο «ανάγιωμα» ενός παιδιού και λιγότερο στη βιολογική σχέση.

Στον «ανθρώπινο κόσμο» το ρόλο του γονιού έχουν τις περισσότερες φορές οι βιολογικοί γονείς, παρόλο που η κοινωνία ως δομή/σύστημα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία αυτή. Σε κάποιες περιπτώσεις παιδιών το ρόλο αυτό αναλαμβάνουν θετοί γονείς, ανάδοχες οικογένειες ή ιδρύματα. Οι στόχοι του γονεϊκού ρόλου είναι συχνά συζητήσιμοι. Συνήθως οι γονείς καλύπτουν τις φυσικές και τις συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών, προστατεύουν και παρέχουν τα εργαλεία και τις ηθικές αρχές σε αυτά μέχρι να ενηλικιωθούν. Στο ζωικό βασίλειο η διαδικασία αυτή είναι πιο μικρής διάρκειας και λιγότερο πολύπλοκη.

Πότε είναι ένα άτομο έτοιμο να γίνει γονιός; H προετοιμασία για ανάληψη γονικού ρόλου από τους νέους είναι μια διαδικασία η οποία πρέπει να ξεκινήσει από την παιδική ηλικία και είναι στενά συνδεδεμένη με την εκπαίδευση και πρόληψη στα θέματα ψυχοκοινωνικής υγείας.

Για να είναι έτοιμοι οι νέοι να αναλάβουν καθήκοντα γονιών θα πρέπει να αναπτύξουν μια ώριμη και ολοκληρωμένη προσωπικότητα, έτσι ώστε να μπορούν να έχουν υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις, να είναι σε θέση να εργάζονται και να είναι ανεξάρτητοι. Μόνο τότε βρίσκονται στη συναισθηματική και πρακτική θέση να γίνουν γονείς.

Μια ώριμη, υγιής προσωπικότητα είναι η βασική προϋπόθεση της συναισθηματικής ετοιμότητας και σταθερότητας ενός ατόμου για την ανάληψη γονεϊκού ρόλου, που είναι η προϋπόθεση για να είναι κάποιος «καλός γονιός».

Ποιοί παράγοντες καθορίζουν τον «καλό γονιό»;

Βασικοί παράγοντες οι οποίοι συμβάλουν, επηρεάζουν και είναι καθοριστικοί στη δημιουργία μια υγιούς προσωπικότητας είναι η οικογένεια, οι κοινωνικοί θεσμοί, το σχολείο και βιολογικοί παράγοντες.

Πώς συμβάλει η οικογένεια; Ο βασικός ρόλος της οικογένειας είναι να καλύψει βασικές ανάγκες των παιδιών, η πλήρωση των οποίων πρέπει να ξεκινήσει στα πρώτα χρόνια ζωής και είναι τεράστιας σημασίας για την κατοπινή εξέλιξή τους. Aυτές οι ανάγκες πρέπει να συνεχίσουν να παρέχονται από την οικογένεια μέσα στην οποία το παιδί μεγαλώνει μέχρι την ενηλικίωσή του. H παροχή αγάπης και ασφάλειας, η ανάγκη για εμπειρίες, επιτυχία και αναγνώριση, είναι μόνο κάποιες από τις βασικές ανάγκες που καλείται ένας γονιός να καλύψει.

Τι μπορεί να συμβεί αν ο γονιός δεν είναι σε θέση να καλύψει τις ανάγκες του παιδιού; Αν για παράδειγμα ένα βρέφος, στην ηλικία μεταξύ 0-19 μηνών όπου εγκαθίσταται η πρώιμη μορφή ταυτότητας μέσα από τη φροντίδα της μητέρας προς το βρέφος και την κάλυψη των αναγκών, μείνει ικανοποιημένο, (για τροφή, αγάπη) τότε αναπτύσσεται ένας ασφαλής δεσμός και μπαίνουν οι βάσεις για την ανάπτυξη εμπιστοσύνης και αισιοδοξίας. Όταν σε αντίθεση υπάρχουν ελλείμματα στη μητρική φροντίδα, τότε αναπτύσσονται αισθήματα δυσπιστίας και απαισιοδοξίας απέναντι στη ζωή. Ένα παράδειγμα μη επαρκούς εγκατάστασης εμπιστοσύνης, είναι η δυσκολία του παιδιού καθώς μεγαλώνει να αναπτύσσει συνεργασίες και φιλική στάση προς το περιβάλλον, όπως και η τάση να απογοητεύεται εύκολα και να εγκαταλείπει την προσπάθεια.

Αν τα επόμενα χρόνια ενός παιδιού, τότε που ο γονιός καλείται να ενθαρρύνει την αυτονομία και να θέσει όρια στη συμπεριφορά, αποτύχει, τότε το παιδί θα χρειάζεται συνεχή υποστήριξη για να τα καταφέρει ή θα παρουσιάζει υπέρμετρα αντιδραστική συμπεριφορά και θα αδυνατεί να κάνει επιλογές για βασικά του προσωπικά θέματα χωρίς καθοδήγηση από άλλους.

Στην περίοδο της εφηβείας οι γονείς θα πρέπει να λειτουργήσουν υποστηρικτικά και να θέσουν τα κατάλληλα όρια και κανόνες χωρίς να «αντεπιτίθενται» ή να «καταρρέουν», λόγω των εντάσεων που δημιουργούνται. Αν δεν μπορέσουν να καλύψουν την ανάγκη αυτή, τότε μεγαλώνοντας οι έφηβοι θα έχουν δυσκολία να χειριστούν απογοήτευση και αποτυχία.

Ποιος είναι ο ρόλος της κοινωνίας και της παιδείας;

Η κοινωνία στην οποία αναπτύσσεται ένα παιδί με τις αξίες και νόρμες της, επηρεάζει τη διαμόρφωση της προσωπικότητας και συμβάλει στο πώς θα αντιληφθούν οι νέοι το γονεϊκό ρόλο. Οι εξελίξεις και μεταβολές της κοινωνίας δημιουργούν συχνά σύγχιση και δυσκολία στον καθορισμό του γονεϊκού ρόλου.

Δίπλα στην οικογένεια και την κοινωνία, σημαντικός και καθοριστικός παράγοντας στη διαμόρφωση της γονεϊκής ετοιμότητας είναι και η παιδεία. Το σχολείο θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα παιδιά ως ολότητα και να λειτουργήσει ως χώρος παροχής κατάλληλης πληροφόρησης των παιδιών στα θέματα της ευρύτερης ψυχοσυναισθηματικής αγωγής.

Η ανάπτυξη ενός παιδιού δεν εξαρτάται μόνο από την οικογένεια, κοινωνία και εκπαίδευση αλλά και από βιολογικούς και ενδοψυχικούς παράγοντες (αυτό το οποίο ονομάζουμε γενετικό υπόβαθρο), οι οποίοι είναι σημαντικοί στην εξέλιξη της προσωπικότητας των ανθρώπων.

Οι νέοι προτού αποφασίσουν να γίνουν γονείς πρέπει να αξιολογήσουν την ετοιμότητά τους, γιατί με τον ερχομό ενός παιδιού θα εισέλθουν σε μια νέα, διαφορετική φάση ζωής καθώς και τη σχέση τους.

Μπορούμε άραγε να κατονομάσουμε τα στοιχεία μιας υγιούς προσωπικότητας, τα χαρακτηριστικά δηλαδή, τα οποία καθορίζουν τον «καλό γονιό»;

Πολλοί επιστήμονες έχουν ασχοληθεί και έχουν προσφέρει θεωρίες για το τι είναι υγιής προσωπικότητα.

Ένας καλός ορισμός είναι αυτός του Jourard, ο οποίος λέει:

«Υγιής προσωπικότητα υπάρχει όταν τα άτομα έχουν καταφέρει να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους έτσι ώστε η προσωπικότητά τους και η συμπεριφορά τους να μην τους είναι πια εμπόδιο. Μπορούν να αποδεκτούν σε μεγάλο βαθμό τον εαυτό τους και μπορούν να διοχετεύσουν την ενέργεια και τις σκέψεις τους σε σημαντικά και κύρια ενδιαφέροντα και προβλήματα, πέραν από αυτά τα οποία έχουν να κάνουν με τη δική τους ασφάλεια, ή και αποδοχή».
Ας απαρριθμήσουμε λοιπόν κάποια χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει να έχει ένα άτομο ώστε να είναι «καλός γονιός»:

– Να είναι λειτουργικά αυτόνομος

– Να μπορεί να δεί πέραν του εαυτού του

– Να έχει μια ρεαλιστική αντίληψη του εαυτού του και αυτογνωσία

– Να έχει κατακτήσει συναισθηματικό έλεγχο

– Να διέπεται από ηθικές αρχές

Ο Royers λέει ότι η προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας υγιούς προσωπικότητας είναι η χωρίς όρους θετική αναγνώριση ενός παιδιού, δηλαδή όταν ο «γονιός» δίνει αγάπη και αναγνώριση, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του παιδιού.
Είμαι καλός γονιός; Ναι αν . . .

1. Ακούς και προσπαθείς να καταλάβεις τι λέει το παιδί σου.

2. Προσπαθείς να δίνεις τον καλύτερο εαυτό σου, έστω κι αν κάποτε κάνεις λάθη.

3. Δε φοβάσαι να βάλεις όρια και όπως σ’ αρέσουν οι αγκαλιές και τα φιλιά του παιδιού σου, αντέχεις το θυμό και τα δάκρυα του.

4. Του επιτρέπεις να αναπτύξει τις ικανότητές του και τα ταλέντα του, αυτά που εκείνος έχει, όχι αυτά που εσύ επιθυμείς ή ονειρεύεσαι.

5. Είσαι πάντα διαθέσιμος και δείχνεις έμπρακτα ότι το παιδί σου είναι σημαντικό για σένα.

6. Εκτιμάς αυτά που κάνει, λέει και αισθάνεται.

7. Δείχνεις τρυφερότητα και αγάπη.

Ποτέ να μην ξεχάσεις το καλό που σου έκαναν

Ήταν μια φορά ένας βασιλιάς που ταξίδευε και, περνώντας μέσα από ένα δάσος, του επιτέθηκε μια αγέλη πεινασμένων λύκων. Ο βασιλιάς κατάλαβε πώς δεν μπορούσε να αμυνθεί, οπότε σπιρούνισε το άλογό του προσπαθώντας να ξεφύγει.

Μπαίνοντας πιο βαθιά στο δάσος κατάφερε να απομακρυνθεί από τους λύκους, αλλά χάθηκε. Όσο κι αν προσπαθούσε να προσανατολιστεί, δεν μπορούσε να βρει το δρόμο για να γυρίσει στην πόλη και, όσο πιο πολύ έψαχνε, τόσο περισσότερο χανόταν.

Οι ώρες πέρασαν κι αυτός έκανε κύκλους χωρίς αποτέλεσμα, όταν τρεις ληστές του έκλεισαν το δρόμο. Ήξερε πως ήταν δύσκολο να βγει ζωντανός από αυτή την κατάσταση, ακόμα κι αν τους παρέδιδε τα λίγα πράγματα που είχε μαζί του.

Ο βασιλιάς έβγαλε το στιλέτο του και κατάφερε να πληγώσει τον έναν από αυτούς αλλά δεν μπόρεσε να αποφύγει τον άλλον που, χτυπώντας τον από πίσω, τον έριξε στο έδαφος, και με τη βοήθεια του τρίτου τον ακινητοποίησαν, καθώς του έψαχναν την τσάντα.

Ο βασιλιάς από μέσα του αποχαιρέτησε τη ζωή και, χωρίς να αντιστέκεται άλλο, παραδόθηκε στο θάνατό του. Όλα θα είχαν τελειώσει με τον θάνατο του βασιλιά, αν δεν είχε εμφανιστεί και ένας πέμπτος άντρας στη σκηνή.

Βλέποντας την επίθεση κατά του ταξιδιώτη, και παρόλο που ήταν άοπλος, πλησίασε για να βοηθήσει φωνάζοντας: “Εδώ είναι. Προχωρήστε. Επίθεση! Τρεις αλήτες τον ληστεύουν… Πάνω τους…”

Οι ληστές δεν στάθηκαν για να εξακριβώσουν πόσοι άντρες έφταναν. Έφυγαν τρέχοντας και εξαφανίστηκαν στο πυκνό δάσος. Ο άντρας βοήθησε τον άρχοντα να σταθεί στα πόδια του, κι εκείνος κοίταξε πάνω από τον ώμο του σωτήρα του, ψάχνοντας για τους υπόλοιπους άντρες, αλλά αμέσως κατάλαβε πως δεν υπήρχαν.

Ξανά πάνω στο άλογό του, και καθώς τον συνόδευε μέχρι έξω από το δάσος, ο άντρας αναγνώρισε τον βασιλιά και προσφέρθηκε να τον συνοδέψει μέχρι το παλάτι. Ο βασιλιάς τον αντάμειψε με πολλά δώρα και, εκτιμώντας το κουράγιο και την εξυπνάδα του, τον έκανε υπουργό της αυλής.

Τα χρόνια πέρασαν. Ο φθόνος και οι αντιπαλότητες ποτέ δεν έλειψαν από το βασίλειο. Μια προδοσία ή κάποιο ψέμα οδήγησαν τον ισχυρό και με επιρροή υπουργό στο εδώλιο του κατηγορουμένου, επειδή είχε απαντήσει με τρόπο που – καθ’ υπερβολήν – θεωρήθηκε πράξη ανυπακοής προς το στέμμα.

Οι δικαστές, επηρεασμένοι από τις ποταπές προθέσεις εκείνων που αποσκοπούσαν στη θέση του υπουργού, τον καταδίκασαν άδικα σε θάνατο.

Αφού του διάβασε την καταδίκη, ο βασιλιάς του είπε: “Επειδή υπήρξες υπουργός της αυλής, έχεις δικαίωμα για μια τελευταία επιθυμία, πριν οδηγηθείς στο ικρίωμα και εκτελεστείς. Ζήτα οτιδήποτε και θα το έχεις.

Ο άντρας απάντησε: “Θέλω να φορέσω τα ρούχα που φορούσα όταν συνόδεψα την μεγαλειότητά σας τη μέρα που σας βρήκα χαμένο στο δάσος, και επίσης η μεγαλειότητά σας να φοράει κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης τα ρούχα εκείνης της μέρας”.

Ο βασιλιάς, ξαφνικά, θυμήθηκε. Μετέτρεψε την ποινή και επέστρεψε στον άντρα τη θέση που ποτέ δεν έπρεπε να του είχε αφαιρέσει. Ο εκ νέου υπουργός, από τη μεριά του, αναγνώρισε το λάθος που είχε κάνει κι έτσι εξασφάλισε την οριστική συγχώρεση του βασιλιά.

Συσχετισμός Αίσθησης και Γνώσης

Α­ρι­στο­τέ­λους Με­τά τά Φυ­σι­κά Α΄

Αρχαίο Κεί­με­νο: Πάντες ἄν­θρω­ποι τοῦ εἰ­δέ­ναι ὀ­ρέ­γον­ται φύ­σει. ση­μεῖ­ον δ’ ἡ τῶν αἰ­σθή­σε­ων ἀ­γά­πη­σις· καὶ γὰρ χω­ρὶς τῆς χρε­ί­ας ἀ­γα­πῶν­ται δι’ αὑ­τάς, καὶ μά­λι­στα τῶν ἄλ­λων ἡ διὰ τῶν ὀμ­μά­των.

Απόδοση στην Νεοελληνική: Όλοι οι άνθρωποι έχουν από τη φύση τους έφεση για γνώση. A­υ­τό φαί­νε­ται α­πό την ι­δι­αί­τε­ρη ε­κτί­μη­ση που έ­χου­με για τις αι­σθή­σεις μας. Για­τί, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τη χρη­σι­μό­τη­τά τους, μας εί­ναι προ­σφι­λείς οι ί­δι­ες οι αι­σθή­σεις, και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ό­λες η αί­σθη­ση της ό­ρα­σης.

Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει

Αυτή είναι η πρώτη πρόταση που γράφει ο Αριστοτέλης στο βιβλίο Α των “Μετά τα Φυσικά” για να αναφέρει αμέσως ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν φυσική κλίση προς τη γνώση. Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας από μας – ανεξαρτήτως των διαφορών που μας διακρίνουν – διαθέτει μια έμφυτη δύναμη που τον ωθεί να ρωτήσει και να μάθει για όσα συμβαίνουν γύρω του. Αν, λοιπόν, η επιθυμία των ανθρώπων να μαθαίνουν υπαγορεύεται από την ιδιαίτερη φύση τους, έχουμε μια πρώτη σύνδεση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση και τη γνώση.

Στο ίδιο κείμενο η πρόταση που ακολουθεί δικαιολογεί την προηγούμενή της ‘Σημειον δ’ η των αισθησεων αγαπησις’ απόδοση: η φυσική έφεση ημών των ανθρώπων για γνώση αποδεικνύεται από την εκτίμηση που έχουμε στις αισθήσεις μας. Στο σημείο αυτό σχηματοποιείται μια δεύτερη σύνδεση, αυτή ανάμεσα στη γνώση και στις αισθήσεις. Από όλες τις αισθήσεις, μάλιστα, αγαπάμε ιδιαίτερα την όραση η οποία μας πληροφορεί για τις ιδιότητες των πραγμάτων.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε εξ αρχής τη στενή συσχέτιση ανάμεσα στη γνώση και τις αισθήσεις, καθώς η συσχέτιση αυτή επεξηγεί όλη τη θεωρία του Αριστοτέλη για την αφετηρία και την πορεία της γνωστικής διαδικασίας. Εκκινεί κανείς από την αφετηρία και στοχεύει στο τέρμα. Τη διαδρομή αυτή θα παρακολουθήσουμε για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο φτάνει κανείς στη γνώση, στην επιστήμη ή, διαφορετικά, στο καθόλ-ΟΝ. Θα μας προβληματίσει ο βαθμός εμπλοκής αφ’ενός της εμπειρίας και αφ’ετέρου της καθαρής νόησης στην ανθρώπινη γνωστική διενέργεια. Με λίγα λόγια, θα εξετάσουμε πόσο εμπειριστής ή πόσο ορθολογιστής είναι ο Αριστοτέλης.

Η πορεία της γνωστικής επιτέλεσης είναι μια πορεία που αρχίζει από την αίσθηση, οδεύει μέσα από διαδοχικούς αναβαθμούς και καταλήγει σε αυτό που ονομάζουμε γνώση. Ας δούμε τα βήματα. Όλα τα ζώα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, έχουν από τη φύση τους την αίσθηση. Είναι ικανά να προσλαμβάνουν τα ατομικά αισθητηριακά δεδομένα. Η γνωστική διαδικασία, λοιπόν, εκκινεί από τις αισθήσεις, μέσω των οποίων όλα τα ζώα λαμβάνουν πληροφορίες από το εξωτερικό περιβάλλον.

Σε ορισμένα ζώα από την αίσθηση προκύπτει η μνήμη, η οποία σε συνδυασμό με την ακοή τα καθιστά επιδεκτικά μάθησης. Η γνωστική πορεία των ζώων, εξαιρουμένου του ανθρώπου, σταματά σε αυτό το σημείο των παραστάσεων (φαντασία) και της μνήμης. Στο είδος των ανθρώπων συμβαίνει κάτι επιπλέον. Οι πολλές αναμνήσεις του ίδιου πράγματος παράγουν την εμπειρία και στη συνέχεια οι πολλές συλλήψεις (εννοήματα) της εμπειρίας παράγουν μια καθολική πεποίθηση (υπόληψη) για τα όμοια πράγματα, δηλαδή παράγουν το καθόλΟΝ. Αυτό είναι και το τελευταίο γνωστικό στάδιο στο οποίο δημιουργείται η τέχνη και η επιστήμη που είναι ό, τι ο Αριστοτέλης ονομάζει ΓΝΩΣΗ.

Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα που δίνεται στο ίδιο χωρίο: Αν δώσω ένα φάρμακο στον Καλλία που πάσχει από μια ασθένεια και μετά στον Σωκράτη που πάσχει από την ίδια ασθένεια, θα το κάνω από εμπειρία. Αν, όμως, σχηματίσω την καθολική κρίση ότι το φάρμακο αυτό είναι κατάλληλο για όλους όσοι πάσχουν από τη συγκεκριμένη ασθένεια, δηλαδή για ένα συγκεκριμένο είδος ανθρώπων που μπορώ να ορίσω, τότε κάνω τέχνη, επιστήμη. Φαίνεται, λοιπόν, ότι στο επίπεδο της τέχνης και της επιστήμης τα όμοια πράγματα κατηγοριοποιούνται, καθορίζονται με ευκρίνεια και γίνονται αντικείμενα μιας ενιαίας θεωρίας.

Σε αντίθεση προς την εμπειρία, η οποία είναι περισσότερο πρακτικού χαρακτήρα και αντικρύζει το καθ’ έκαστον πράγμα ως μέρος μιας πολλαπλότητας, η τέχνη / επιστήμη αναγνωρίζει μια ενότητα πίσω από το καθ’ έκαστον πράγμα. Αυτό γίνεται με μια ξαφνική αναγωγή σε καθολικές έννοιες. Πόσο ξαφνική είναι, όμως, η εμφάνιση του καθόλΟΝ; Είπαμε ότι το καθόλον δημιουργείται όταν από πολλές εμπειρίες συντεθεί μια υπόληψη για τα όμοια πράγματα. Όμως είναι εύλογο να ισχυριστούμε ότι η υπόληψη προϋποθέτει το καθόλΟΝ, διότι πώς να φτιάξει κανείς μια γενική θεωρία αν δεν έχει ήδη καθολικές έννοιες;

Συνεπώς, η εμπειρία μοιάζει να εμπεριέχει το καθόλΟΝ.

Όμως, το ίδιο συμβαίνει και με την αίσθηση;

Στην περίπτωση αυτή η αίσθηση δεν θα ήταν μόνο αισθητηριακή πρόσληψη, αλλά και γνώση.

Στη συνέχεια του ίδιου χωρίου ο Αριστοτέλης μιλά πιο ελεύθερα και συσχετίζει περαιτέρω την εμπειρία με την τέχνη. Η πραγματική ζωή αποτελείται από καθ’ έκαστον πράγματα και όλες οι πράξεις και οι μεταβολές αφορούν το καθ’ έκαστον, ενώ το καθόλΟΝ μόνο συμπτωματικά (κατά συμβεβηκός). Για παράδειγμα, όταν κανείς θεραπεύει τον Καλλία, δεν θεραπεύει τον άνθρωπο γενικά, αλλά συγκεκριμένα τον Καλλία, ο οποίος τυχαίνει να είναι άνθρωπος. Παρά το γεγονός ότι στη ζωή η πράξη αφορά το καθ’ έκαστον, η γνώση ανήκει στην τέχνη καί την επιστήμη που αφορούν τα καθόλΟΝ. Μάλιστα, όλοι θεωρούν τους τεχνίτες και τους επιστήμονες σοφότερους από τους εμπειρικούς διότι οι πρώτοι γνωρίζουν την αιτία των πραγμάτων.

Συμπεραίνει κανείς ότι η καθολική γνώση είναι γνώση της αιτίας και ακριβώς αυτό είναι που την καταξιώνει. Κάπου εδώ ο Αριστοτέλης παύει το ζήτημα που αφορά την κατάκτηση της γνώσης στο βιβλίο Α των Μετά τα Φυσικά. Άλλωστε, ο στόχος του στην πραγματεία αυτή είναι να δείξει τι είναι η σοφία και να την ορίσει ως γνώση κάποιων αρχών και αιτίων. Αν κοιτάξουμε με προσοχή όλη τη διαδρομή για την κατάκτηση της γνώσης θα διαπιστώσουμε ότι αφ’ενός η όδευση εκκινεί από τις αισθήσεις και αφ’ετέρου η γνωστική εκπλήρωση τελείται μέσω της εμπειρίας.

Τα δυο αυτά χαρακτηριστικά συνιστούν μια σαφή διακήρυξη εμπειρισμού εκ μέρους του Αριστοτέλη. Μάλιστα, ο ρόλος της νόησης ως αυτόνομης λειτουργίας μέσα στην πορεία προς την επιστήμη είναι προς το παρόν αφανής. Έτσι, στo Α των Μετά τα Φυσικά δεν διαφαίνεται κάποιο δείγμα ορθολογιστικής θεώρησης της γνωστικής διεκπεραίωσης, όπως την είδαμε παραπάνω. Με τη βοήθεια άλλων αριστοτελιικών έργων θα αποσαφηνιστεί η προοπτική του εμπειρισμού, αλλά επιπλέον θα αναδειχθεί και η προοπτική του ορθολογισμού όσον αφορά την εκπλήρωση του επίστασθαι.

Προτού αναζητήσουμε την ακριβή εμφάνιση του καθόλΟΝ, θεωρώ χρήσιμο να δούμε τι σημαίνει η έννοια καθόλΟΝ στον Αριστοτέλη. Έως τώρα είδαμε ότι στο Α η αινιγματική αυτή λέξη παρουσιάζεται ως η καθολική υπόληψη για τα όμοια πράγματα, ως η γενική έννοια που μας επιτρέπει να κάνουμε επιστήμη. Είδαμε καθαρά ότι δεν υπάρχει επιστήμη χωρίς καθόλΟΝ και ότι η επιστήμη είναι μόνο των καθολικών πραγμάτων. Η εν λόγω έννοια εξετάζεται και μάλιστα ορίζεται στα Αναλυτικά Ύστερα.

“Καθ’ ολου δε λέγω ο αν κατα παντος τε υπαρχει και καθ’αυτο και η αυτο”
Καθολικό είναι αυτό που μπορεί να τεθεί ως κατηγορούμενο στο σύνολο κάποιου υποκειμένου.

Το κατά παντός σημαίνει ότι το κατηγορούμενο δεν μπορεί να αποδίδεται μόνο σε ένα μέρος του υποκειμένου και ούτε μπορεί άλλοτε να αποδίδεται και άλλοτε όχι. Είναι απαραίτητο η κατηγόρηση να ισχύει για το σύνολο του υποκειμένου και σε κάθε περίπτωση. Για παράδειγμα, στην πρόταση «ο άνθρωπος είναι ζώο» η απόδοση του κατηγορουμένου «ζώο» στο υποκείμενο «άνθρωπος» οφείλει να ισχύει πάντα και για όλους τους ανθρώπους. Σε άλλο χωρίο ο Αριστοτέλης διατείνεται με σαφήνεια ότι μπορούμε να κάνουμε επιστήμη μόνο του καθόλΟΝ.

Τα διάφορα επιμέρους πράγματα, ως συντεθειμένα από μορφή και ύλη, είναι φθαρτά και μεταβλητά, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει απόλυτη γνώση γι’αυτά, παρά μόνο προσωρινή και συμπτωματική. Αντίθετα, η γνώση του καθόλΟΝ είναι αιώνια. Μάλιστα, ο επιστήμονας γνωρίζει, θα λέγαμε, μόνο καθολικά και χειρίζεται τα επιμέρους πράγματα ως παραδείγματα των καθόλΟΝ. Αν ο Αριστοτέλης αναγνώριζε μια επιστήμη του καθ’ έκαστον, αυτό θα σήμαινε ότι λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψιν του την ύλη, πράγμα αδύνατο, εφόσον η ύλη δεν είναι μια οντολογική υπόσταση, αλλά υπάρχει μόνο λογικά.

Στο σημείο αυτό προκύπτει μια σοβαρή δυσκολία. Αν το καθόλΟΝ τίθεται ως κατηγορούμενο σε κάποιο υποκείμενο, δεν μπορεί να είναι υπόσταση, διότι η υπόσταση δεν αποτελεί ποτέ κατηγορούμενο. Όμως για τον Αριστοτέλη, ό,τι υπάρχει πραγματικά είναι η υπόσταση, το επιμέρους αισθητό πράγμα, το τόδε τι. Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα είναι το σύνολο των επιμέρους πραγμάτων. Τότε γιατί γνωρίζουμε μόνο το καθόλΟΝ; Γιατί γνωρίζουμε μόνο αφαιρέσεις των αισθητών πραγμάτων και όχι τα ίδια τα πράγματα; Πώς θα γνωρίσουμε τις πραγματικές υποστάσεις που είναι γύρω μας; Το πρόβλημα αυτό θα λυθεί στη συνέχεια όταν φωτιστεί η σχέση του καθόλΟΝ με το επιμέρους πράγμα και η ακριβής θέση του μέσα στη γνώση.

Σχετικά με το ζήτημα της εμφάνισης του καθόλΟΝ ας επιλέξουμε έναν πιο ασφαλή δρόμο ξεκινώντας από τη ρίζα της αριστοτελικής γνωσιολογίας για να παρακολουθήσουμε τη διακλάδωση του προβλήματος. Το σκοπό αυτό θα βοηθήσει η θεωρία της γνώσης όπως την εκθέτει ο Αριστοτέλης στα Αναλυτικά Ύστερα. Επειδή τα περισσότερα αριστοτελικά έργα ξεκινούν με προτάσεις μάλλον κρίσιμες και καθοριστικές, είναι σκόπιμο να κοιτάξουμε κι εδώ με προσοχή την εναρκτήρια πρόταση.

Πασα διδασκαλία και πασα μαθησις διανοητική εκ προϋπαρχουσης γίνεται γνώσεως

Δηλαδή, κάθε διδασκαλία και κάθε διανοητική μαθηση παράγεται από μια προϋπάρχουσα γνώση. Για κάθε γνώση υπάρχει μια α priori γνώση που υπόκειται ως βάση, που υφίσταται ως προϋπόθεση. Αυτό ισχύει και για τα δυο είδη γνώσης που είναι α) ο συλλογισμός ή αλλιώς η παραγωγή και β) η επαγωγή. Τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση είναι αναγκαίο να έχουμε στη διάθεσή μας εκ των προτέρων γνωστά δεδομένα. Πρέπει να ξέρουμε ήδη ότι το πράγμα το οποίο θα γνωρίσουμε υπάρχει και επίσης να ξέρουμε τι σημαίνει (τον ορισμό του).

Ο Αριστοτέλης ονομάζει χαρακτηριστικά τα τέσσερα πιθανά αντικείμενα της επιστημονικής έρευνας: “Το ότι, το διότι, το ει εστί και το τι εστίν”. Το καθένα από τα θέματα αυτά έχει μια συγκεκριμένη θέση στη σειρά που ακολουθεί η επιστημονική διαδικασία. Αρχικά, τίθεται το όνομα του προς εξέταση αντικειμένου και η πρώτη ερώτηση αφορά το αν υπάρχει κάποιο πράγμα που αντιστοιχεί στο όνομα αυτό (ει εστι).

Αν το αντικείμενο αυτό υπάρχει, πρέπει να ρωτήσουμε τι είναι, τι εστίν. Αφού γνωρίσουμε τον ορισμό του, θα μάθουμε οτι του αποδίδονται κάποια κατηγορήματα και τέλος θα αναρωτηθούμε για ποιό λόγο έχει τα κατηγορήματα αυτά (διότι). Συγκεκριμένα, για να γίνει ένας συλλογισμός πρέπει να έχουμε δεδομένες προκείμενες που εκλαμβάνονται ως γνωστές και κοινά αποδεκτές, ενώ στην περίπτωση της επαγωγής πρέπει το ατομικό πράγμα να είναι προφανές. Φαίνεται, λοιπόν, ότι προτού μάθουμε οτιδήποτε πρέπει να ξέρουμε ήδη κάτι.

Αυτό μας οδηγεί αμέσως στον Πλάτωνα όπου η γνώση προϋπάρχει ως ανάμνηση. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι, εφόσον έχουμε δεδομένα γνωστά στοιχεία, με κάποιο τρόπο γνωρίζουμε το συμπέρασμα από πριν, όχι βεβαίως απόλυτα και όχι όπως πρόκειται να το γνωρίσουμε. Με την αναφορά αυτή ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι αποφεύγει την παγίδα του πλατωνικού Μένωνα ּ την παγίδα να εγκλωβιστούμε στο παράδοξο της μάθησηςֹ δηλαδή να θεωρήσουμε ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να γνωρίσουμε κάτι, αφού αν το αγνοούμε, δεν μπορούμε να το ερευνήσουμε και αν το γνωρίζουμε, τότε το ξέρουμε ήδη.

Πώς κινείται η γνώση στο συλλογισμό και πώς στην επαγωγή;

Στην περίπτωση του συλλογισμού το συμπέρασμα παράγεται από αληθείς, πρώτες, άμεσες, οικειότερες και προγενέστερες προκείμενες που λειτουργούν ως αιτίες, καθώς για να γνωρίσουμε επιστημονικά πρέπει να γνωρίσουμε την αιτία του πράγματος και να ξέρουμε ότι αυτό δεν μπορεί να είναι αλλιώς. Αυτή είναι, άλλωστε, η διαφορά ανάμεσα στη γνώση και την απλή γνώμη / δόξα.

O συλλογισμός είναι διαδικασία παραγωγική και μεταβαίνει από το καθολικό στο μερικό

Αυτό σημαίνει ότι οι προκείμενες προτάσεις του είναι όσο το δυνατόν γενικότερες και οδηγούν σε γνώση συγκεκριμένου χαρακτήρα. Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι τα διάφορα επιμέρους πράγματα είναι πρότερα προς ημας, αφού τα συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις και είναι τα πρώτα με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή. Αντίθετα, τα καθόλου είναι φυσει πρότερα, αλλά χρειάζεται μια μακρά πορεία για να τα αδράξουμε. Συνεπώς, οι προκείμενες προτάσεις του συλλογισμού είναι οικειότερες και προγενέστερες διότι ως καθολικές είναι φύσει πρότερες.

Το καθοριστικό σημείο είναι ότι πρόκειται για προτάσεις άμεσες και αναπόδεικτες. Μιλάμε για προκείμενες που θέτουν σε κίνηση τον επιστημονικό συλλογισμό. Οι ίδιες, όμως, δεν παράγονται αποδεικτικά. Θα λέγαμε ότι είναι τα πρώτα, τα απλούστερα, μη αναγώγιμα στοιχεία, αυτά που δεν εξαρτούν την αλήθεια της ύπαρξής τους από ανώτερες και καθολικότερες προτάσεις. Μοιάζουν με όρια, καθώς δεν υπάρχουν άλλες προτάσεις πέρα από αυτές. Είναι οι πρώτες αρχές που δεν αποδεικνύονται και δεν χρειάζεται να αποδειχθούν.

Φαίνεται ότι όταν μπαίνουμε στα δύσκολα χωράφια της γνώσης συμβαίνει να φωτίζουμε κάποιες έννοιες ή προτάσεις ακριβώς επειδή συσκοτίζουμε κάποιες άλλες. Χρειαζόμαστε δεδομένα και αυτονόητα στοιχεία, προκειμένου να θεματοποιήσουμε τα ερωτήματά μας και να διεξαγάγουμε την αποδεικτική διαδικασία. Μάλιστα, αν οι πρώτες αρχές δεν ήταν πεπερασμένες σε αριθμό και αναπόδεικτες, θα οδηγούμασταν σε μια άπειρη αναγωγή από προκείμενη σε προκείμενη, όπου τίποτα δεν θα ήταν αποδεκτό ως δεδομένο και αναπόδεικτο.

Αν έπρεπε να δώσουμε έναν ορισμό στην έννοια του συλλογισμού, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η μορφή της λογικής απόδειξης. Για να παραχθεί το συμπέρασμα οι προκείμενες πρέπει να είναι τουλάχιστον δυο. Η πρώτη και καθολικότερη είναι η μείζων πρόταση και η δεύτερη είναι η ελάσσων. Η αποδεικτικότητα του συμπεράσματος εναπόκειται στις προκείμενες. Αν οι προκείμενες είναι αληθείς, το συμπέρασμα θα είναι οπωσδήποτε αληθές. Το σώμα του αποδεικτικού συλλογισμού περιλαμβάνει συγκεκριμένους όρους που έχουν είτε θέση υποκειμένου είτε θέση κατηγορήματος. Κάποιοι θα είναι οι άκροι όροι και μια λέξη θα είναι ο μέσος όρος. Ας δούμε το παράδειγμα:

Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί.
Ο Σωκράτης είναι άνθρωπος.
Ο Σωκράτης είναι θνητός.

Το πιο σημαντικό είναι να δούμε το μέσο όρο του συλλογισμού και τη λειτουργία του

Η λέξη «άνθρωπος» είναι ο όρος που υπάρχει κοινός στις προκείμενες και απουσιάζει από το συμπέρασμα. Είναι ο συνενωτικός και διαμεσολαβητικός όρος που επικαθορίζει τη διαπροτασιακή σχέση. Μεσολαβεί και αιτιολογεί το συμπέρασμα. Γι’ αυτό και ο μέσος όρος είναι πάντα η αιτία του συμπεράσματος. Στο παράδειγμα που έχουμε ο συλλογισμός εκκινεί από μια αληθή προκείμενη καθολικού χαρακτήρα που αφορά το σύνολο των ανθρώπων. Με γέφυρα τη διαμεσολαβητική αιτία της λέξης «άνθρωπος» που βρίσκεται και στη δεύτερη αληθή προκείμενη αποδεικνύεται με εγκυρότητα το συμπέρασμα το οποίο είναι εξειδικευμένου περιεχομένου. Αφορά, δηλαδή, ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, τον Σωκράτη.

Έχει ενδιαφέρον να σκεφτούμε κατά πόσο η πλατωνική διαίρεση αποτελεί την ιδρυτική πράξη του αριστοτελικού συλλογισμού. Στον Πολιτικό συναντάμε ένα πολύ καλό παράδειγμα της μεθόδου με την οποία μπορούμε να ορίσουμε μια γενική έννοια. Ο Πλάτωνας θέλει να ορίσει την έννοια της «πολιτικής» και την καθιστά διαιρετική βάση. Την επιμερίζει σε ειδικότερες κατηγορίες από τις οποίες ασχολείται κάθε φορά με αυτήν που προσδιορίζει την αρχική του έννοια. Την κατηγορία αυτή διαιρεί περαιτέρω και με τον ίδιο τρόπο έως ότου εξαντλήσει τη δυνατότητα της διαίρεσης καταλήγει στην έσχατη έννοια.

Με αργούς βηματισμούς και χωρίς καμιά παράλειψη σχηματοποιείται η διακλάδωση που οδηγεί από την καθολική έννοια στη μερική. Είναι η πλατωνική πορεία κατάβασης από το αφηρημένο στο πιο συγκεκριμένο, από την ιδέα σε κάτι περισσότερο αισθητό για να επιτευχθεί ένας ορισμός. Είναι η υπό πλατωνική προοπτική αποδεικτικότητα που τείνει να γεφυρώσει εννοιολογικά το χάσμα νοητού-αισθητού. Έχω τη γνώμη πως δεν θα ήταν αδόκιμο να διαβάσουμε ομοιότητες ανάμεσα σε αυτήν την γνωσιολογική διαδρομή και τον αποδεικτικό συλλογισμό του Αριστοτέλη.

Και στις δυο περιπτώσεις υπάρχει ένα νοηματικό συνεχές που εκφέρει την έκπτυξη του καθολικού στη διαφορά. Οι υπερκείμενες καθολικές έννοιες και κρίσεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη αντιστοίχως αναλύονται αποδεικτικά στο συγκεκριμένο.

Ας επανέλθουμε, όμως, στις πρώτες και αναπόδεικτες αρχές που προϋποτίθενται γαι να διεξαχθεί ένας συλλογισμός. Ο Αριστοτέλης ονομάζει τα αφετηριακά σημεία της γνώσης: α) Τα αξιώματα, όπως είναι η αρχή της αντίφασης και η αρχή του αποκλειόμενου τρίτου. Πρόκειται για προτάσεις που οπωσδήποτε πρέπει να γνωρίζει κάποιος προτού προχωρήσει στην επιστημονική διαδικασία της απόδειξης. Τα αξιώματα δεν συνιστούν προκείμενες του συλλογισμού, αλλά κανόνες σύμφωνα με τους οποίους θα εκδιπλωθεί η απόδειξη και είναι κοινά σε περισσότερες από μια επιστήμες.

β) Οι θέσεις είναι προτάσεις διαφορετικές για κάθε επιστήμη. Όταν αφορούν την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη του πράγματος λέγονται υποθέσεις και όταν αφορούν το τι είναι το πράγμα λέγονται ορισμοί. Τα Αναλυτικά Ύστερα Β περιλαμβάνουν εκτενή περιγραφή της έννοιας του ορισμού και σύγκρισή του με το συλλογισμό. Όπως είναι αναμενόμενο, οι ορισμοί δεν αποδεικνύονται, αλλά είναι οι αφετηριακές αρχές της απόδειξης.

Συνοπτικά αναφέρω τα τρία είδη ορισμών που διακρίνει ο Αριστοτέλης

α) οι αναπόδεικτοι ορισμοί που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες ως θεμελιώδεις έννοιες, β) οι αιτιολογικοί ορισμοί που είναι οιονεί απόδειξη και γ) οι ονοματικοί ορισμοί που δηλώνουν τι σημαίνει η λέξη του πράγματος.

Είναι φανερό ότι αυτές οι πρώτες και καθολικές προκείμενες, που είναι η προϋπάρχουσα γνώση του συλλογισμού, συλλαμβάνονται με κάποιο διαφορετικό γνωστικό τρόπο από αυτόν της αποδεικτικής παραγωγής. Εδώ το αρχικό μας πρόβλημα γίνεται σαφέστερο και αρχίζει για πρώτη φορά να διαφαίνεται μια πιο συγκεκριμένη λύση. Ας εξετάσουμε, λοιπόν, την έννοια που θα μας βοηθήσει.

Το δεύτερο είδος γνώσης που αναγνωρίζει ο Αριστοτέλης: την επαγωγή. Η επαγωγή είναι η αντίστροφη πορεία του παραγωγικού συλλογισμού, δηλαδή η κίνηση που προβαίνει από το μερικό στο καθολικό. Είναι εμπειρική δραστηριότητα, κατά την οποία η αίσθηση συλλέγει επιμέρους περιπτώσεις με σκοπό να γενικεύσει. Η παρατήρηση πολλών ή όλων των ατομικών περιπτώσεων οικοδομεί ένα καθολικό συμπέρασμα. Αν η απαρίθμηση είναι πλήρης, δηλαδή αν εξαντλεί το σύνολο των αισθητών περιπτώσεων, έχουμε τέλεια επαγωγή. Όταν η εμπειρική απαρίθμηση είναι ελλιπής, τότε η επαγωγή είναι ατελής και το συμπέρασμά της αβέβαιο.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι το δεύτερο είδος γνώσης προηγείται και προϋποτίθεται για να διεξαχθεί το πρώτο. Η επαγωγή μας οδηγεί από την αίσθηση στις καθολικές προτάσεις και αντιστρόφως ο συλλογισμός εκκινεί από αυτές για να μας αποδείξει ένα συμπέρασμα μερικού χαρακτήρα. Έτσι, η γνώση μοιάζει να είναι διπλής κατεύθυνσης: να πορεύεται από το μερικό στο καθολικό και έπειτα από το καθολικό στο μερικό.

Κατά την επαγωγική πράξη η αίσθηση οπωσδήποτε δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά που κάνει ο συλλογισμός, γιατί δεν γνωρίζει την αιτία. Δεν μπορεί να δει τα καθόλου που είναι αιώνια και άφθαρτα και συνεπώς δεν μας χορηγεί επιστημονική γνώση. Αντικείμενο της αίσθησης είναι τα αισθητά ατομικά πράγματα που βρίσκονται σε συγκεκριμένο χωροχρόνο και υπόκεινται στην αλλαγή (των γαρ καθ’ έκαστον η αίσθησις). Το καθόλΟΝ είναι το τέρμα στο οποίο θα φτάσει η αίσθηση. Σύμφωνα με το παράδειγμα που αναφέρει ο Αριστοτέλης στα Αναλυτικά Ύστερα, αν ρωτήσουμε τι είναι έκλειψη της σελήνης ή ποια είναι η αιτία της έκλειψης, και στις δυο περιπτώσεις ζητούμε την αιτία του εν λόγω φαινομένου, δηλαδή το μέσο όρο του συλλογισμού στον οποίο θα προέβαινε κανείς εν προκειμένω.

Σε περίπτωση, όμως, που βρισκόμασταν στη σελήνη δεν θα κάναμε αυτές τις ερωτήσεις διότι η αίσθησή μας θα μας πληροφορούσε για το φαινόμενο της έκλειψης, ότι δηλαδή εκείνη τη στιγμή η γη θα έκρυβε τη σελήνη από τον ήλιο. Τότε, με την αίσθηση θα αποκτούσαμε γνώση του καθόλΟΝ (εκ γαρ του αισθεσθαι και το καθ’ ολου εγενετο αν ημιν ειδεναι). Βεβαίως, το να βρεθεί κανείς στη σελήνη και να δει από κοντά τη γη να της στερεί το φως δεν του χορηγεί αμέσως την αιτία της έκλειψης, αλλά μόνο μέσα από μια πορεία που πρέπει να εξελιχθεί.

Έτσι, αν λείψει η αίσθηση, θα λείψει και η επιστήμη, αφού οι καθολικές αλήθειες που επεξεργάζεται η τελευταία προκύπτουν μέσω επαγωγής από την αισθητηριακή πρόσληψη.

Συνεπώς, δεν υπάρχει γνώση χωρίς επαγωγή. Όμως, δεν υπάρχει επαγωγή χωρίς αισθητηριακή αντίληψη. Άρα, δεν υπάρχει γνώση χωρίς αισθητηριακή αντίληψη. Με έναν κατά τέτοιο τρόπο αριστοτελικά σχηματιζόμενο συλλογισμό καταλαβαίνουμε το λόγο για τον οποίο οι άνθρωποι αγαπούν, όπως είδαμε (Μετά τα Φυσικά, Α) τις αισθήσεις τους.

Όμως, καθώς είναι πολύ δύσκολο να εξετάζονται όλα τα επιμέρους παραδείγματα, η επαγωγή είναι συνήθως ατελής. Αυτό φαίνεται να είναι πρόβλημα γιατί μας εμποδίζει να τη θεωρήσουμε ασφαλή μέθοδο. Είναι απαραίτητο, ωστόσο, να την καταστήσουμε με κάποιο τρόπο αξιόπιστη, διότι αυτή μας προσπορίζει τις καθολικές έννοιες με τις οποίες συγκροτείται η επιστήμη. Πράγματι, θα δούμε στη συνέχεια με περισσότερες λεπτομέρειες πώς στέκεται ο Αριστοτέλης απέναντι στη μέθοδο της επαγωγής και πώς της αναθέτει το δύσκολο έργο του σχηματισμού των πρώτων αρχών.

Στο τελευταίο μέρος Β19 των Αναλυτικών Ύστερων, ο Αριστοτέλης διατυπώνει με ακρίβεια το ερώτημα σχετικά με τον τρόπο σύλληψης των πρώτων αρχών. Στο χωρίο αυτό συναντάμε τις πιο σαφείς σκέψεις που μπορούν να μας λύσουν το πρόβλημα, βεβαίως πάντοτε μέσα στο γνωστό πλαίσιο της αριστοτελικής αμφισημίας. Είναι ήδη μερικώς σκοτεινή η έννοια των πρώτων αρχών και μια παραχώρηση εκ μέρους μας να μην την εξετάσουμε περαιτέρω. Ο Αριστοτέλης μοιάζει να αρκείται στις πληροφορίες που μας δίνει κι εμείς δικαιολογημένα ταυτίζουμε τις πρώτες αρχές με τα αφετηριακά σημεία του συλλογισμού, δηλαδή με τα αξιώματα, τις υποθέσεις και τους ορισμούς. Ταυτόχρονα, οι πρώτες αρχές αναφέρονται και σε έννοιες που πρέπει να είναι οι πιο γενικές και απλές, όπως είναι οι κατηγορίες. Φαίνεται, πάντως, ότι όταν ο Αριστοτέλης αναφέρεται στα καθόλΟΝ δεν εννοεί μόνο καθολικές έννοιες, αλλά και καθολικές κρίσεις.

Να, λοιπόν, τα πρώτα ερωτήματα του Αριστοτέλη. Η γνώση των πρώτων αρχών είναι επιστημονική; Είναι έμφυτη ή επίκτητη; Ποια είναι η γνωστική λειτουργία που μας τη χορηγεί; Ακολουθούν αμέσως οι απαντήσεις. Οφείλουμε να απορρίψουμε την υπόθεση ότι η γνώση των πρώτων αρχών είναι έμφυτη διότι αν ήταν, θα έπρεπε να την αντιλαμβανόμαστε. Όμως, δεν καταλαβαίνουμε την ύπαρξή της. Για παράδειγμα, τα βρέφη δεν φαίνεται να έχουν την ικανότητα να γνωρίζουν με αφηρημένο τρόπο.

Όμως, η γνώση των πρώτων αρχών δεν μπορεί να είναι ούτε επίκτητη, γιατί τότε θα έπρεπε να προκύπτει από μια προϋπάρχουσα γνώση. Τελικά, ο Αριστοτέλης διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος διαθέτει μια ικανότητα που του χορηγεί αργότερα τη γνώση των αρχών. Έτσι, η τελευταία δεν είναι παραγόμενη γνώση γιατί δεν προκύπτει από κάπου, αλλά εξαρτάται από την άσκηση της ανθρώπινης γνωστικής ικανότητας. Η λειτουργία αυτή εδράζεται στην αίσθηση που έχουν όλα τα ζώα, δηλαδή την ικανότητα να διακρίνουν ατομικά αισθητηριακά δεδομένα. Από την αίσθηση η οποία διαχωρίζει τα φαινόμενα αρχίζει η γνωστική όδευση προς την κατανόηση.

Η πορεία, δηλαδή, εκκινεί από τα πιο οικεία προς ημάς στα πιο δύσκολα προς ημάς, τα οποία είναι, όμως, τα φύσει πρότερα. Το επόμενο στάδιο είναι η μνήμη που ενυπάρχει σε ορισμένα ζώα. Είναι η ικανότητα να διατηρούν το αισθητό πράγμα ως νοητική εικόνα, ως φάντασμα, ως αποτύπωμα μετά το πέρας της αισθητηριακής πρόσληψης. Η επανάληψη πολλών αναμνήσεων του ίδιου πράγματος δημιουργεί σε ορισμένα πάλι ζώα μια εμπειρία εναποθέτοντας στην ψυχή τους ένα καθόλου. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των αναμνήσεων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάθος της εμπειρίας.

Το καθόλΟΝ που βρίσκεται σε αυτό το στάδιο περιορίζεται σε παρελθούσες παρατηρημένες περιπτώσεις και δεν επιτρέπει ακόμα στον εμπειρικό να σχηματίσει καθολικές προτάσεις. Η πορεία φτάνει στο τέρμα της όταν το καθόλΟΝ δημιουργεί την τέχνη – αν πρόκειται για το γίγνεσθαι – και την επιστήμη – αν πρόκειται για το είναι. Είναι η στιγμή που η παρουσία του καθολικΟΝ μέσα στο νου χάρις στις διαδοχικές εντυπώσεις του συγκεκριμένου πράγματος σχηματοποιεί την έννοια, την καθολική πεποίθηση για τα όμοια πράγματα, όπως είδαμε και στο Α των Μετά τα Φυσικά. Είναι φανερό ότι και σε αυτό το απόσπασμα έχουμε μια συνεπή περιγραφή της ίδιας γνωστικής διαδικασίας που μας ανέλυσε ο Αριστοτέλης στο Α . Εδώ είναι πιο ξεκάθαρη η φυσική κλίση του ανθρώπου προς τη γνώση, αφού είναι η σύσταση της ανθρώπινης ψυχής που διαθέτει τη δυνατότητα των παραπάνω γνωστικών μεταβάσεων.

Ο Αριστοτέλης συνεχίζει με μια ενδιαφέρουσα παρομοίωση σαν να μην είναι μόνο ο Πλάτωνας που χρησιμοποιεί μεταφορές. Το πέρασμα από τα καθ’ έκαστον στο καθόλΟΝ μοιάζει με ένα στράτευμα που ενώ είχε τραπεί σε φυγή την ώρα της μάχης, επανασυντάσσεται σιγά σιγά, έως ότου επιστρέψει στην αρχική κατάσταση της απόλυτης πειθαρχίας του. Την απαραίτητη μετάβαση από την αταξία στην τάξη ακολουθεί και η αίσθηση. Τα ασύνδετα ατομικά δεδομένα συγκλίνουν σταδιακά προς μια ομοιότητα μεταξύ τους μέχρι να απομείνει το κοινό τους στοιχείο που είναι ένα καθόλΟΝ.

Ομοίως, οι άτακτοι στρατιώτες είναι διασκορπισμένα και ασύνδετα άτομα που οδηγούνται στην εξ-ομοίωσή τους για να γίνουν ένα κοινό σώμα, καλύτερα μια κοινή γενική έννοια: στρατός. Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Αριστοτέλης μιλάει για μια επιστροφή του στρατού στην αρχική του κατάσταση σαν να προηγείται η τάξη της αταξίας. Πράγματι, όπως ξέρουμε ήδη, παρόλο που δεν μπορούμε να συλλάβουμε εξ αρχής το καθόλου, αλλά συλλαμβάνουμε πρώτα τα επιμέρους αισθητά πράγματα, το καθόλΟΝ είναι φύσει πρότερο του καθ’ έκαστον. Έτσι, η απόκτηση της γενικής έννοιας είναι μια επιστροφή στο φύσει πιο οικείο.

Η διαδρομή από τα συγκεκριμένα πράγματα στο καθόλΟΝ περιγράφεται ως επαγωγή

Μάλιστα, η πορεία μπορεί να συνεχιστεί από κάποια καθόλΟΝ σε ακόμα πιο γενικές έννοιες μέσα από διαδοχικές αφαιρέσεις. Για παράδειγμα, από τον Σωκράτη μπορούμε να φτάσουμε στο είδος «άνθρωπος» και ακόμα στο γένος «ζώο». Τώρα που είδαμε και την περιγραφή της επαγωγικής μεθόδου στα Αναλυτικά Ύστερα μπορούμε να θέσουμε το ερώτημα εκ νέου. Πόσο ξαφνική είναι η εμφάνιση του καθόλΟΝ; Γνωρίζουμε ότι η αίσθηση βλέπει μόνο τα καθ’ έκαστον. Αυτό σημαίνει ότι για να μεταβούμε στην καθολική έννοια πρέπει να γεφυρώσουμε κάποιο χάσμα.

Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν υποθέσουμε ότι το καθόλΟΝ δεν εμφανίζεται εκ του μηδενός ή δια μαγείας, αλλά με κάποιο τρόπο υπάρχει ήδη από το πρώιμο στάδιο της αίσθησης. Αρκεί να εννοήσουμε καλύτερα την έννοια του καθόλΟΝ. Αν θυμηθούμε τη σύσταση μιας αριστοτελικής κρίσης και τη σχέση του υποκειμένου με το κατηγορούμενο, θα δούμε ότι το καθόλΟΝ είναι ακριβώς το κατηγορούμενο που αποδίδεται ως ιδιότητα στο τόδε τί υποκείμενο πράγμα. Στην προοπτική αυτή, η καθολική έννοια που απομονώνουμε από τα επιμέρους αισθητά πράγματα στο τελευταίο στάδιο της επαγωγής είναι η κοινή τους ιδιότητα.

Επομένως, όταν προσλαμβάνουμε αισθητηριακά ένα πράγμα, το καθόλΟΝ ενοικεί σε αυτό ως το κοινό χαρακτηριστικό που το πράγμα μοιράζεται και με άλλα πράγματα. Ωστόσο, δεν μπορούμε να έχουμε καθαρή και αρθρωμένη κατανόησή του, προτού φτάσουμε στο τελευταίο στάδιο, αυτό της τέχνης και της επιστήμης. Κάθε καθολική έννοια υπάρχει συμπτωματικά ως ιδιότητα ενός υποκειμένου και η αίσθηση έρχεται σε επαφή μαζί της μόνο κατά συμβεβηκός. Έτσι, όταν κανείς βλέπει τον Καλλία βλέπει τον άνθρωπο Καλλία.

Από τις αισθητηριακές πληροφορίες πραγματώνεται προοδευτική αφαίρεση με σκοπό να διαχωριστεί η κοινή έννοια από τα συγκεκριμένα πράγματα και να συλληφθεί ως καθολική, ως Ένα «πέρα» από τα πολλά. Το τελευταίο στάδιο είναι η στιγμή που γίνεται η καθαρή αναγωγή και αποσπάται η μορφή από την υλική της εκδήλωση.

Οι παραπάνω περιγραφές σχετικά με τη μέθοδο που αποκτάται το καθόλΟΝ καταδεικνύουν την εμπειρική σκέψη του Αριστοτέλη. Είναι σαφής ο πρωτεύων ρόλος της αίσθησης, η οποία αντικρύζει συμπτωματικά το καθολικό και δίνει το έναυσμα για την μετέπειτα αναγνώρισή του. Έτσι, η επαγωγή περιγράφεται ως η κατεξοχήν εμπειρική δραστηριότητα τόσο στο Α των Μετά τα Φυσικά όσο και στα Αναλυτικά Ύστερα. Ενώ, όμως, ο αριστοτελικός εμπειρισμός είναι καθαρός στο Α, στα Αναλυτικά Ύστερα μια ορθολογική πλευρά αφήνει τα ίχνη της.

Στην τελευταία παράγραφο του έργου εμφανίζεται για πρώτη φορά ο νους είτε για να φωτίσει περισσότερο το τοπίο είτε για να το συσκοτίσει. Στις τελευταίες σειρές ενός γραπτού κειμένου περιμένουμε, συνήθως, λόγια που συγκεφαλαιώνουν ή ανασυγκροτούν τα προηγούμενα. Φαίνεται, όμως, πως ο Αριστοτέλης άνοιξε καινούριους λογαριασμούς λέγοντας ότι:

επει δ’ουδεν αληθεστερον ενδεχεται ειναι επιστημης η νουν, νους αν ειη των αρχων…
Τελικά είναι ο νους αυτός που συλλαμβάνει ή κατανοεί τις πρώτες αρχές διότι είναι το ακριβέστερο και αληθέστερο γένος που υπάρχει μετά την επιστήμη.

Όπως είδαμε, δεν μπορεί να υπάρχει επιστήμη των πρώτων αρχών, αφού οι αρχές δεν αποδεικνύονται, αλλά γίνονται αντικείμενο σύλληψης από το νου. Κι επειδή οι πρώτες αρχές είναι περισσότερο γνωρίσιμες από τα συμπεράσματα μιας απόδειξης, είναι λογικό να γίνεται η σύλληψή τους με έναν τρόπο ασφαλέστερο και ανώτερο από την επιστήμη. Έτσι, αρχή της επιστήμης είναι ο νους.

Η επίδραση του νου στο χώρο της γνώσης μεταφράζεται ως κατανόηση των αρχών ή ως ενορατικός λόγος που συλλαμβάνει τις αρχές. Η ενορατική λειτουργία οφείλεται στη φυσική δυνατότητα του νου να κατανοεί την τάξη του εξωτερικού κόσμου. Στο σημείο αυτό εγείρονται αναπόφευκτα θεμελιώδη ερωτήματα. Ποια η σχέση του νου με την επαγωγή; Έρχονται σε αντιπαράθεση; Με ποιο τρόπο συλλαμβάνεται τελικά το καθόλου;

Ο Αριστοτέλης μοιάζει να μετεωρίζεται ανάμεσα στον πλατωνισμό της νεότητάς του και στον εμπειρισμό που καταβάθος υποστηρίζει. Ο νους είναι η τέλεια λειτουργία της ψυχής και συλλαμβάνει ενορατικά την αλήθεια των πρώτων αρχών από τις οποίες θα ξεκινήσει η απόδειξη. Μέσα στους αναβαθμούς της επαγωγικής διαδρομής η μορφή αποχωρίζεται σταδιακά την ύλη και προετοιμάζεται το έδαφος για την περαιτέρω αφαίρεση που θα πραγματοποιήσει τελικά ο νους.

Εδώ οι μελετητές βλέπουν το μεγάλο πρόβλημα που αφορά τη σύλληψη του καθόλΟΝ και κάποιοι επιχειρούν να συμβιβάσουν την εμπειρική με την ορθολογική όψη του ζητήματος. Ο Ross , αν και δεν φαίνεται να προβληματίζεται ιδιαίτερα από μια ενδεχόμενη αντίφαση, προβαίνει στον παρακάτω διαχωρισμό. Η επαγωγή αφορά τη μετάβαση από το επιμέρους στο γενικό, ενώ η ενόραση είναι η ανθρώπινη λειτουργία που συλλαμβάνει το καθόλΟΝ. Από το πρίσμα αυτό, ο νους και η επαγωγή είναι ονόματα για διαφορετικά πράγματα και δεν αλληλοαναιρούνται. Η επαγωγή περιγράφει ολόκληρη τη διαδρομή, το σύνολο των στιγμών έως την απόκτηση του καθόλΟΝ. Όμως, η τελική και καθοριστική πράξη διενεργείται από την ύψιστη ικανότητα του ανθρώπου: το νου.

Ο Barnes αφιερώνει αρκετό χώρο και χρόνο στο πρόβλημα της σύλληψης των πρώτων αρχών. Υποθέτει ότι η αδυναμία της επαγωγής να μας οδηγήσει από μόνη της στη γνώση των αρχών καθιστά αναγκαία την παρουσία της ενόρασης. Καταχρηστικά, ίσως, ο Barnes χρησιμοποιεί τον όρο ενορατική επαγωγή για να συνδέσει και στην πράξη τις δυο επίμαχες έννοιες. Ωστόσο, διαχωρίζει τον εαυτό του από όσους αναγνωρίζουν στο νου ένα ενορατικό ενέργημα, ένα ενορατικό βλέμμα που ορά τις αλήθειες. Θεωρεί ότι και ο νους μοιάζει περισσότερο με την αίσθηση όταν ενεργεί, εφόσον πραγματεύεται ατομικά πράγματα. Αυτό καθιστά τη χρήση της έννοιας «ενόραση» άστοχη.

Ο Barnes συμβιβάζει την επαγωγή με το νου ισχυριζόμενος ότι η κάθε έννοια αντιπροσωπεύει μια διαφορετική λειτουργία. Η επαγωγή σημαίνει τον τρόπο, τη μέθοδο, τη διαδικασία. Ο νους είναι η έξη, η ανθρώπινη ικανότητα. Αν μεταφράζαμε με τη λέξη ενόραση θα εννοούσαμε το νου ως μέθοδο και θα τον συγχέαμε με την επαγωγή. Καλύτερα, λοιπόν, ο νους είναι κατανόηση. Έτσι, ο νους που κατανοεί τις πρώτες αρχές είναι η αρχή της γνώσης. Μέσα από τη θεώρηση αυτή, ο Barnes αναγνωρίζει τον εμπειρικό χαρακτήρα της μεθόδου με την οποία συλλαμβάνεται το καθόλΟΝ, αλλά δεν θεωρεί ορθολογική παρέμβαση την επίδραση του νου, εφόσον ο τελευταίος δεν συνιστά τη μέθοδο, αλλά την ανθρώπινη γνωστική λειτουργία.

Η σχέση του επιμέρους με το καθόλου και μια ίσως πιο ορθολογική κλίση του Αριστοτέλη φαίνεται με έναν διαφορετικό τρόπο στο Περί Ψυχής. Στην πραγματεία αυτή η ανθρώπινη ψυχή είναι μια ψυχή που περνά σταδιακά από την άγνοια στη γνώση αναγνωρίζοντας τη σύστασή της και τη συμβατότητά της με τον εξωτερικό κόσμο. Ο Αριστοτέλης χειρίζεται το δίδυμο αίσθηση – νους σε συνδυασμό με το άλλο γνωστό δίδυμο δυναμει – ενεργεια. Κάτι είναι δυνάμει όταν υπάρχει μόνο ως δυνατότητα και δεν έχει ακόμα πραγματωθεί.

Ενεργεία είναι αυτό που θέτει σε πραγματική κίνηση τη λειτουργία του εκπληρώνοντας το σκοπό του (σε εντελέχεια). Είναι, θα λέγαμε, η δυνατότητα που έγινε πραγματικότητα. Ας δούμε μια πρώτη σύγκριση ανάμεσα στην αίσθηση και στο νου. Η ενεργεία αίσθηση ασχολείται με τα καθ’ έκαστον, ενώ η επιστήμη με τα καθόλΟΝ. Τα ατομικά πράγματα ανήκουν στον εξωτερικό κόσμο και η ύπαρξή τους είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει η αίσθηση. Αντίθετα, τα καθόλΟΝ υπάρχουν με κάποιο τρόπο μέσα στην ψυχή κι έτσι ο νους τα νοεί κατά βούληση χωρίς να εξαρτάται από κάτι εξωτερικό. Έτσι, η εντελέχεια της αίσθησης είναι εξαρτημένη, ενώ του νου ανεξάρτητη.

Το συγκεκριμένο επιχείρημα μου μοιάζει προβληματικό καθώς, θέτει την αίσθηση και το νου σε απόλυτη διάζευξη, σαν να μην είναι η αίσθηση απαραίτητη προϋπόθεση για την μετέπειτα λειτουργία του νου. Τα καθόλΟΝ είναι, βεβαίως, φύσει πρότερα, αλλά δεν παύουν να βρίσκονται εντός των αισθητών αντικειμένων. Φαίνεται ότι ο νους αξιώνει εδώ μια ειδική αυτονομία έναντι της αίσθησης, ώστε να εξαρθεί αργότερα η ξεχωριστή θέση του. Ας μην είμαστε, όμως, βιαστικοί. Η συνέχεια ξετυλίγει σκέψεις για την ύπαρξη των πέντε αισθήσεων.

Κάθε αίσθηση έχει κάποιο μέγεθος που αντιστοιχεί σε ένα αισθητήριο όργανο. Αν λείπει κάποια αίσθηση, θα λείπει και το αισθητήριό της. Επίσης, τα αισθητήρια όργανα είναι συντεθειμένα από τα πρωταρχικά στοιχεία: νερό και αέρας. Όλα τα υγιή ζώα διαθέτουν τις πέντε αισθήσεις και μάλιστα αν οι ιδιότητες του κόσμου είναι αυτές και τα σώματα των όντων τέτοια δεν μπορεί να υπάρχει έκτη αίσθηση. Όμως, πώς συλλαμβάνονται τα συμπτωματικά κοινά αισθητά, όπως είναι η κίνηση, η στάση, το σχήμα, το μέγεθος, ο αριθμός και η ενότητα;

Ο Αριστοτέλης απαντά ότι γι’αυτά δεν υπάρχει ιδιαίτερο αισθητήριο όργανο κι επομένως ούτε επιπλέον αίσθηση που να τα συλλαμβάνει. Αν υπήρχε ξεχωριστή αίσθηση για τα κοινά αισθητά, θα τα αισθανόμασταν τυχαία με τις άλλες αισθήσεις, όπως για παράδειγμα αισθανόμαστε όχι ότι ο γιος του Κλέωνα είναι γιος του Κλέωνα, αλλά ότι είναι λευκός και τυχαίνει αυτός ο λευκός να είναι γιος του Κλέωνα. Όμως, τα κοινά αισθητά δεν τα συλλαμβάνουμε κατά συμβεβηκός, αλλά με την κοινή αίσθηση.

Δεν πρόκειται για μια έκτη αίσθηση πέρα από τις πέντε, αλλά για την κοινή φύση των πέντε αισθήσεων. Όταν δυο ειδικές αισθήσεις στρέφονται ταυτόχρονα σε ένα πράγμα, η καθεμιά αισθάνεται το ιδιαίτερο αισθητό της άλλης ως μια κοινή αίσθηση. Κατά την πορεία τους στο αισθητό πράγμα οι δυο αισθήσεις μοιάζουν να συνενώνονται σε μια μοναδική που αναγνωρίζει τα δυο αισθητά χαρακτηριστικά τα οποία υπάρχουν ταυτόχρονα στο πράγμα. Κρίσιμο είναι ότι κάθε αίσθηση ως κοινή αίσθηση αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και την πράξη της.

Για να αποφύγουμε μια άπειρη αναγωγή από αίσθηση σε αίσθηση, είναι αναγκαίο να καταλήξουμε σε μια αίσθηση που συλλαμβάνει εαυτήν. Η κοινή αίσθηση διακρίνει τα διαφορετικά αισθητά χαρακτηριστικά, όπως το λευκό και το γλυκό και δίνει την ενότητα στην αισθητηριακή μας γνώση. Διακρίνει ότι τα αισθητά τώρα διαφέρουν και αντιλαμβάνεται ότι τώρα τα διακρίνει.

Η πράξη της αυτοκατανόησης υπό την έννοια μιας ανακλαστικής ενέργειας που επιστρέφει στον εαυτό της μοιάζει με νοητικό ενέργημα στο επίπεδο των καθόλΟΝ. Η κοινή αίσθηση έχει πράγματι έναν καθολικό χαρακτήρα. Αισθάνεται τα κοινά χαρακτηριστικά των αισθητών, δηλαδή τις όμοιες ιδιότητές τους. Είναι η συνενωτική δύναμη των επιμέρους ειδικών αισθήσεων που διαβάζει το καθόλΟΝ μέσα στα ατομικά πράγματα. Έτσι, η κοινή αίσθηση φαίνεται αρχικά να προβληματίζει ως προς την ενότητα της γνώσης που μας παρέχει. Το αισθητό αντικείμενο της κοινής αίσθησης είναι ταυτόχρονα αδιαίρετο και διαιρετό.

Είναι ένα μεμονωμένο αντικείμενο με πολλά διαφορετικά χαρακτηριστικά που εντοπίζει η κοινή αίσθηση. Η τελευταία είναι ομοίως και μια και πολλαπλή. Ενώ είναι αδιαίρετη και αντιλαμβάνεται τον εαυτό της σε αδιαίρετο χρόνο, την ίδια στιγμή κινείται με διαφορετικές κινήσεις σε διάφορες κατευθύνσεις (π.χ. στο γλυκό και στο πικρό), σαν να είναι ταυτόχρονα και ένα και δυο πράγματα.

Καθώς είναι η κοινή φύση των πέντε αισθήσεων που λειτουργεί ως μια αίσθηση, αποτελεί και η ίδια ένα καθόλου, ενώ όταν ετεροιώνεται λειτουργεί εξατομικευμένα. Το πρόβλημα λύνεται στο μέτρο που η κοινή αίσθηση σε δυναμικότητα είναι μια και μόνη, ενώ σε εντελέχεια επιμερίζεται σε διακριτές κατευθύνσεις σαν να αισθητοποιείται ατομικά. Είναι το Ένα που δυνάμει ενοποιεί την πολλαπλότητα.

Μετά το καθόλΟΝ της κοινής αίσθησης έχει ενδιαφέρον να δούμε την εντονότερη σχέση του νου με το καθολικό. Ο νους είναι το μέρος της ψυχής που διανοείται, πιστεύει και δεν είναι ποτέ σε εντελέχεια πριν αρχίσει να σκέφτεται. Είναι αρχικά η δύναμη που μπορεί να δέχεται επίδραση από τα νοητά. Ο νους δεν έχει αισθητήριο όργανο και είναι χωριστός από το σώμα. Είναι το μόνο μέρος της ψυχής όπου κατοικούν οι ιδέες ως δυναμικότητες και όχι ως υποστάσεις, όπως υποδεικνύει ο Πλάτωνας.

Η ψυχή αντιλαμβάνεται αφ’ενός τα αισθητά μεγέθη και αφ’ετέρου την ουσία τους.

Η πρώτη δουλειά είναι έργο της αίσθησης η οποία αισθάνεται τα ένυλα αισθητά πράγματα, ενώ ο νους συλλαμβάνει τις ουσίες τους. Αντικείμενο του νου είναι, λοιπόν, οι άυλες μορφές των πραγμάτων, τα νοητά αντικείμενα που έχουν αποχωριστεί την ύλη τους και συλλαμβάνονται στην καθολικότητά τους. Ήδη από τα Αναλυτικά Ύστερα ξέρουμε ότι ο νους συλλαμβάνει τα καθόλΟΝ. Από αυτό το πρίσμα, ο νους ως δύναμη είναι χωριστός από τα νοητά, εφόσον συνιστά τη δυνατότητα της ύπαρξής τους. Όμως, όταν νοεί ταυτίζεται με τα νοητά και αυτή ακριβώς είναι η σημαντική πράξη του.

Τι ακριβώς συμβαίνει και ο νους στην εντελέχειά του είναι τα ίδια τα σκεπτά πράγματα; Όταν ο νους ενεργεί και νοεί τα νοητά αντικείμενα στο επίπεδο της θεωρίας νοεί και τον ίδιο τον εαυτό του. Έτσι, μοιάζει να εκβάλλει στην ετερότητα, καθώς σκέπτεται τα νοητά πράγματα και να επιστρέφει την ενέργειά του εις εαυτόν. Άρα, όταν ο νους είναι νοητός θεωρεί και κατανοεί τον εαυτό του. Αυτή η αναστοχαστική ενέργεια ταυτίζει τη θεωρητική γνώση με το αντικείμενό της. Το ίδιο ακριβώς θέμα αναπτύσσει ο Αριστοτέλης και στο Λ των Μετά τα Φυσικά: Εαυτον δε νοει ο νους κατα μετάληψιν του νοητού.

Το νοητό, δηλαδή το καθόλΟΝ υπάρχει ως δυνατότητα μέσα στα υλικά αισθητά πράγματα. Με τον τρόπο αυτό συνδέεται η ύλη με τη νοητή μορφή και τα εξωτερικά πράγματα είναι δυνάμει κατανοητά. Κατά την πορεία προς τη γνώση οι μορφές αποσυνδέονται από την ύλη και επιβάλλονται στο νου. Όμως, ο Αριστοτέλης μιλάει για δυο τύπους νου. Όπως μέσα στη φύση υπάρχει η ύλη για κάθε γένος και η ενεργητική αιτία που το πραγματώνει, έτσι και μέσα στην ψυχή υπάρχει ο παθητικός νους που εν είδη ύλης γίνεται όλα τα νοητά και ο ενεργητικός νους που πραγματώνει τον παθητικό.

Ο παθητικός νους είναι αυτός που συλλαμβάνει τις νοητές μορφές των πραγμάτων και χωρίς αυτόν δεν υπάρχει ατομική σκέψη. Ο ενεργητικός νους θέτει σε λειτουργία τον παθητικό. Είναι η συνθήκη του μέσου που επιτρέπει στις νοητές μορφές να επιδράσουν στη νόηση. Είναι ο τρίτος όρος δίπλα στον παθητικό νου και το πράγμα. Αναλογεί στη δραστική αιτία που ιδρύει τα πράγματα, καθώς είναι το ενεργό που ήδη γνωρίζει. Είναι η μορφή που προϋπάρχει ως ενέργεια για να μπορεί να κάνει τη δυνατότητα πραγματικότητα.

Είναι η πρώτη πραγματικότητα της ανθρώπινης σκέψης που ήδη γνωρίζει και καθιστά ενεργή τη δυνατότητα του παθητικού νου. Μάλιστα, ενώ ο παθητικός νους είναι φθαρτός και θνητός, ο ενεργητικός είναι θεϊκός κι αθάνατος. Ο ενεργητικός νους προηγείται του παθητικού χρονικά και οντολογικά, διότι η ενέργεια προηγείται πάντα της δύναμης. Κατά πρώτον, προηγείται ως ορισμός, αφού είναι πιο απλό να είναι κανείς από το να μπορεί να είναι. Επίσης, για να μπορεί κάτι πρέπει πρώτα να είναι κάτι. Έτσι, η δυνατότητα πρέπει αναγκαστικά να προκύπτει από κάτι που ήδη υπάρχει.

Η ενέργεια, λοιπόν, προϋποτίθεται χρονικά, γιατί μόνο κάτι που υπάρχει ενεργεία μπορεί να παραγάγει τη δυνατότητα. Η ενέργεια είναι, ακόμα, η ουσία, η μορφή ή το τέλος (σκοπός) της δύναμης και αυτό δικαιολογεί την οντολογική της προτεραιότητα, καθώς η μορφή προϋπάρχει της ύλης ως τελικό αίτιο, ως σκοπός. Αυτό που υπάρχει δυνάμει δεν μπορεί να είναι αιώνιο, αλλά μόνο προσωρινό. Αυτό σημαίνει ότι για να υπάρχει χρειάζεται το αιώνιο. Η ενέργεια είναι ανεξάρτητη και αυτόνομη ακριβώς επειδή είναι αιώνια. Είναι η πρώτη και η τελευταία πραγματικότητα ή καλύτερα η πραγματικότητα που δεν τελειώνει ποτέ. Η προοπτική αυτή μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αν και στο άτομο προηγείται χρονικά η επιστήμη ως δυνατότητα έναντι της ενεργής επιστήμης, φύσει και απολύτως προηγείται η επιστήμη στην εντελέχειά της.

Συμπερασματικά, θα είχα να παρατηρήσω ότι το Περί Ψυχής δείχνει να συμπληρώνει τα Αναλυτικά Ύστερα στο μέτρο που εμφανίζει το καθόλου τόσο μέσα στην αίσθηση υπό τη μορφή της κοινής αίσθησης, όσο και στο νοητό αντικείμενο του παθητικού νου. Στο Περί Ψυχής δεν τίθεται θέμα επαγωγής ή ενόρασης, αλλά φαίνεται έντονα πώς το καθόλου ενυπάρχει εμμενώς στις εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχής.

Η έννοια της αυτοκατανόησης στις περιπτώσεις της κοινής αίσθησης που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και του παθητικού νου που νοεί εαυτόν φανερώνει μια ορθολογική ροπή εκ μέρους του Αριστοτέλη. Κάνοντας μια ανασυγκρότηση της έννοιας του καθόλΟΝ θα λέγαμε ότι τα καθόλΟΝ δεν είναι οι μορφές που υπάρχουν πέρα/πάνω από τα πράγματα και υποστασιοποιούνται ως ιδέες, όπως συμβαίνει στον Πλάτωνα. Είναι οι κοινές ιδιότητες που ενυπάρχουν στα επιμέρους αισθητά πράγματα και μπορούν να λειτουργήσουν ως μέση έννοια στο συλλογισμό. Αυτό σημαίνει ότι η γνώση του καθόλΟΝ είναι η γνώση του καθολικού που ανήκει στο επιμέρους.

Όπως είδαμε, το καθόλΟΝ είναι φύσει πρότερο από το καθ’ έκαστον. Έτσι, ως γενικές έννοιες διαιρούνται σε επιμέρους ατομικές και αν γνωρίζουμε τις πρώτες, τότε γνωρίζουμε και τις δεύτερες. Το καθόλΟΝ είναι ο απαραίτητος κανόνας για να υπάρξει η γνώση, διαφορετικά θα προσκρούαμε σε ατομικά ασύνδετα πράγματα. Και είναι, βεβαίως, αντικείμενο του διανοήματος και όχι της αίσθησης. Ως φύσει πρότερο το καθόλΟΝ θα έπρεπε να είναι ενέργεια. Όμως, ενέργεια, δηλαδή πραγματική υπόσταση είναι μόνο το επιμέρους πράγμα, αυτό το συντεθειμένο από ύλη και μορφή. Έτσι, η γνώση του καθόλΟΝ είναι δυνατότητα.

Για παράδειγμα, όταν βλέπει κανείς ένα αντικείμενο, βλέπει πραγματικά το συγκεκριμένο χρώμα του, ενώ το χρώμα γενικά το βλέπει μόνο κατά σύμπτωση. Θέλω να πιστεύω ότι ως εδώ έγινε μια επαρκής προσέγγιση της έννοιας του καθόλΟΝ και της θέσης που έχει μέσα στη διαδρομή της ανθρώπινης ψυχής προς τη γνώση. Η συνεργασία της ανθρώπινης ψυχής με τον αισθητό κόσμο απλώνει τις γέφυρες για την αναγωγή στις καθολικές αρχές και η μελέτη αυτής της συνεργασίας εκ μέρους μας καταυγάζει τους δρόμους και τους τρόπους της αναγωγής αυτής. Είναι αλήθεια ότι δεν μας αρκεί να παρατηρούμε τα φαινόμενα. Θέλουμε να ξέρουμε και γιατί συμβαίνουν.

Το «γιατί» είναι αυτό που αναζητούμε για να κατανοήσουμε. Είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε μας και τον κόσμο τόσο ως ερωτηματικό όσο και ως απαντητικό «γιατί». Όμως, η μελέτη της συνεργασίας ανάμεσα στην ανθρώπινη ψυχή και τον εξωτερικό κόσμο γίνεται ακριβώς με την ίδια συνεργασία. Η πράξη της κατανόησης του κόσμου είναι μια πράξη κατανόησης της ίδιας της κατανόησης, δηλαδή της φιλοσοφικής σκέψης.

Φαίνεται ότι για να κατανοήσουμε τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, πρέπει να κάνουμε κι εμείς φιλοσοφία. Μια και ο αναστοχασμός είναι από τα δυσκολότερα εγχειρήματα, ας μείνουμε, προς το παρόν τουλάχιστον, στις συμβιβαστικές λύσεις του Ross και του Barnes. Ας αρκεστούμε στην προσπάθεια να κατανοήσουμε την κατανόηση, αυτήν την δύσκολη έννοια που παρουσιάζει ο Αριστοτέλης στη “σκοτεινή” γνωσιολογία του. Άλλωστε, ο νους είναι «σημαντικότερος» από την επιστήμη.

Ερμηνείες του μύθου της αρπαγής της Περσεφόνης

Η Περσεφόνη ήταν κόρη της θεάς Δήμητρας. Πατέρας της ήταν ο Ζεύς και σύζυγος της ο Άδης. Μαζί του γέννησε τον Ζαγρέα, τον Ευβουλέα και τον Σαβάζιο. Ο Άδης την πήρε στον κάτω κόσμο για την ομορφιά της. Η Θεά Δήμητρα όμως τη ζήτησε πίσω. Ο Άδης συμφώνησε να ανεβαίνει η Περσεφόνη έξι μήνες στον πάνω κόσμο και να κατεβαίνει τους επόμενους έξι στον κάτω. Έτσι τους μήνες που η Περσεφόνη είναι στον πάνω κόσμο η Θεά Δήμητρα χαιρόταν και υπήρχε καλοκαιρία, ενώ τους άλλους κακοκαιρία.

Ο μύθος της αρπαγής πρωτοεμφανίζεται στην “Θεογονία” του Ησιόδου. Ο Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα είναι η σημαντικότερη πηγή μας, περιγράφει πως συνέβη η αρπαγή στο Νύσιον πεδίον, όταν η Κόρη μάζευε άνθη σε ένα λιβάδι με συντροφιά παρθένων, των Ωκεανιδών νυμφών, της Αθηνάς και της Άρτεμης. Και ενώ μάζευε ένα νάρκισσο, άνοιξε η γη, ξεπήδησε ο Άδης με το άρμα του και την άρπαξε. Οι κραυγές για βοήθεια δεν ακούστηκαν από κανένα, εκτός από την Εκάτη και τον Ήλιο. Ο Δίας ήταν μακριά.

Άνθρωποι ανίδεοι και μωροί, τη μοίρα που σας πέφτει καλή και αν είναι ή κακή,
δεν τη μαντεύετε!
Και συ πολύ παραπλανήθηκες με την αστοχασιά σου.
Δόξα θα χάριζα άφθαρτη στο λατρεμένο σου το γιο,
αθάνατο και αγέραστο θα σου τον είχα κάνει.
ΝΑΙ! Μα τον όρκο των θεών, τα’ αμάλαγο, άτεγκτο νερό της Στύγας!
Αλλά τώρα πια, του θανάτου τη μοίρα να τη γλιτώσει δε μπορεί στ’ αλήθεια.
Μα θα του δοθεί άφθαρτη δόξα και τιμές, αφού στα γόνατά μου κάθισε
και στην αγκαλιά μου έγειρε ν’ αποκοιμηθεί.
Η τιμημένη Δήμητρα, θεών και ανθρώπων η χαρά το πιο τρανό χάρισμα,
εγώ είμαι, ΝΑΙ


Ερμηνείες του μύθου της αρπαγής της Περσεφόνης

Η φυσική θεωρία της βλάστησης και του αγροτικού κύκλου. Πρωτοδιατυπώνεται στην αρχαιότητα από τους Στωϊκούς . Η Κόρη ταυτίζεται με τα δημητριακά και η απουσία της με τη φύλαξή τους στο υπέδαφος. Η απαγωγή της είναι η αλληγορία του κύκλου της ευφορίας της φύσης: η κάθοδος της Κόρης στον Κάτω κόσμο κάθε φθινόπωρο ταυτίζεται με την απουσία των καρπών, οι οποίοι αναφύονται την άνοιξη με την άνοδό της.

Μια τέτοια άποψη κρίνεται όμως ως απορριπτέα διότι, όπως μας αναφέρει η κυριότερη πηγή μας ο Ομηρικός Ύμνος, η Κόρη έμενε τέσσερις μήνες στον Κάτω Κόσμο και οκτώ μήνες στον Πάνω Κόσμο. Όμως τα δημητριακά βλασταίνουν μόλις λίγες εβδομάδες μετά τη σπορά.

Επίσης η συλλογή των λουλουδιών από την Κόρη η οι περιπλανήσεις της Δήμητρας σε αναζήτηση της κόρης της δεν μπορούν να συσχετισθούν με γεωργικές πράξεις.

Η θεωρία της αναγέννησης και της αιωνιότητας της ζωής, που πηγάζει από τις γενεές που ξεπηδάν η μία από την άλλη. Αυτή ήταν η ουσία του εορτασμού της “ανόδου” της Περσεφόνης στα Ελευσίνια Μυστήρια. Η επιστροφή (άνοδος) της Περσεφόνης γιορταζόταν με τη σπορά του φθινοπώρου. Ο Πλούτος συμβολίζει τον πλούτο του σιταριού που αποθηκευόταν σε υπόγεια σιλό η πίθους κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών. Παρόμοιοι πίθοι χρησιμοποιούνταν παλαιότερα για ταφές , και ο Πλούτος, ταυτίζεται με τον Άδη, τον άρχοντα του κάτω κόσμου.

Τους καλοκαιρινούς μήνες η “Κόρη” βρίσκεται μέσα στο σιτάρι των υπόγειων σιλό, στο βασίλειο του ‘Αδη, και ταυτίζεται με την “Περσεφόνη”, την βασίλισσα του κάτω κόσμου. Την αρχή του φθινοπώρου , όταν οι σπόροι της παλιάς συγκομιδής σπέρνονται στους αγρούς, η “Κόρη” ανεβαίνει (άνοδος), και ενώνεται πάλι με την μητέρα της Δήμητρα, γιατί ο παλιός σπόρος ενώνεται με το νέο βλαστό.

Για τους μυημένους, αυτή η ένωση ήταν το σύμβολο της αιωνιότητας της ανθρώπινης ζωής, που πηγάζει από τις γενεές που ξεπηδάν η μία απ’ την άλλη.

Η ανθρωπολογική διάσταση του μύθου

Αυτή επικεντρώνεται κυρίως στις ανθρώπινες διαστάσεις του μύθου: γάμος και θάνατος- που είναι κυρίαρχος μέσα στον μύθο- ο τραυματικός χωρισμός της μητέρας από τη νεαρή κόρη, λύπη και θυμός και τελικά συμφιλίωση. Δεν λέιπει και η άποψη που λέει πως ο Άδης πρέπει να θεωρηθεί «στείρος, σεξουαλικά αδύναμος, ενώ η Περσεφόνη αντιπροσωπεύει τις ερωτικές περιπέτειες της εφηβείας»

Ο μύθος της αρπαγής της θεάς της βλάστησης είναι Προελληνικός , όπως φαίνεται στο Σουμεριακό και Συριακό μύθο της αρπαγής της θεάς της γονιμότητας και βλάστησης Ιννάνα η Ιστάρ (Αστάρτη). Το μέρος της αρπαγής είναι διαφορετικό σε κάθε τοπική λατρεία, και η τοποθεσία πιθανόν υποδεικνύει ότι κάποια μαγική μακρινή χώρα είχε επινοηθεί στο απώτατο παρελθόν.

Ο Ομηρικός ‘Υμνος αναφέρει την πεδιάδα της «Νύσας». Στην Ελληνική Μυθολογία η «Νύσα» είναι ένα μυθικό βουνό με άγνωστη τοποθεσία, το μέρος που γεννήθηκε ο θεός Διόνυσος. Η παλαιότερη αναπαράσταση μιας θεάς που μπορεί να ταυτισθεί με την Περσεφόνη που βγαίνει από το έδαφος, είναι ένα διακοσμημένο πιάτο από την Παλαιο-Παλατιακή περίοδο στην Φαιστό. Η θεά έχει μια μορφή που μοιάζει με λαχανικό, και συνοδεύεται από κοπέλες που χορεύουν ανάμεσα σε ανθισμένα λουλούδια. Η αναπαράσταση είναι παρόμοια με νεώτερες αναπαραστάσεις της «Ανόδου της Φερεφάτα».

Η Περσεφόνη ήταν μια αρχαία χθόνια θεότητα των αγροτικών κοινωνιών, που δεχόταν τις ψυχές των νεκρών μέσα στη γή, αλλά απέκτησε δύναμη για την γονιμότητα του εδάφους κάτω από το οποίο βασίλευε. Σύντροφός της ήταν ο Πλούτωνας (‘Αδης) που ταυτίζεται με τον Πλούτο γιατί σαν χθόνια θεότητα βασίλευε μέσα στη γή όπου σε υπόγεια σιλό αποθηκεύονταν οι σπόροι του σιταριού, αλλά και περιείχε τους σπόρους που ήταν απαραίτητοι για μια καλή συγκομιδή.

Σε μερικές αναπαραστάσεις ο Αδης εμφανίζεται με τα άλογά του. Ο μύθος της αρπαγής της «Κόρης» προέρχεται από την ιδέα ότι ο Άδης αρπάζει τις ψυχές των νεκρών σαν την λεία του, και μετά τις μεταφέρει στο βασίλειό του. Η ιδέα εμφανίζεται αμυδρά στον Ομηρο, αλλά είναι έντονη στις Ελληνικές λαϊκές παραδόσεις.Ο Χάροντας εμφανίζεται με το άλογό του, και μεταφέρει τον νεκρό στον κάτω κόσμο.

Ορφικός Ύμνος Περσεφόνης

Ώ Περσεφόνη, θυγατέρα του μεγάλου Διός
έλα ώ μακαριά, συ η μονογενής θεά, και δέξου την θυσίαν την ευάρεστη πολύτιμε σύζυγε του Πλούτωνος, ένδοξε, πού δίδεις ζωήν πού κατέχεις τάς πύλας του Αδου εις τα υποχθόνια της γης.

Πραξιδίκη με τα επέραστα πλοκάμια, της Δηούς αγνό βλαστάρι (τέκνον). μητέρα των Ευμενίδων, βασίλισσα των καταχθόνιων (των νεκρών), την κόρην πού εγέννησεν ό Ζευς με ανέκφραστον τοκετό ώ μητέρα του πολύβροντου και πολύμορφου Ευβουλέως πού παίζεις μαζί με τις εποχές και φέρεις το φώς εσύ με την ώραίαν μορφήν σεμνή, παντοδύναμος κόρη πού είσαι γεμάτη από καρπούς, και φέγγεις λαμπρά έχεις κέρατα

και εσύ μόνον είσαι περιπόθητη εις τους ανθρώπους διότι είσαι εαρινή και χαίρεσαι με τις πνοές των λιβαδιών, και φανερώνεις το ιερόν σώμα σου τους βλαστούς, πού παράγουν χλωρούς καρπούς ενυμφεύθης το φθινόπωρον κατόπιν αρπαγής μόνη εσύ είοαι ή ζωή και Ο θάνατος εις τους ανθρώπους τους πολυβασανισμένους, διότι συ ή Φερσεφόνη (η Περσεφόνη) φέρεις πάντοτε την ζωήν (την άνοιξιν) και τα πάντα φονεύεις (τον χειμώνα).

Ακουσε με μακαρία θεά και φέρε καρπούς εις την γήν, δίδε είρήνην και ευχάριστον οιδε ειρήνην και εύχάριστον υγείαν και βίον ευτυχή, πού οδηγεί ώ βασίλισσα, τα ήσυχα γηρατειά κάτω προς τον ίδικόν σου χώρον και προς τον δυνατόν Πλούτωνα
.

Ποιότητα ζωής και (ψυχική) υγεία

Η αξία της υγείας ως το πολυτιμότερο ‘αγαθό’ αποτελεί κοινή παραδοχή, τείνουμε όμως να την ανακαλούμε όταν αυτή απειλείται ή πλήττεται. Τα πρόσφατα γεγονότα έχουν φέρει στην επιφάνεια την σημασία της υγείας και έχουν κλονίσει την αντίληψη αυτής ως δεδομένη, μετατρέποντάς την απροσδόκητα στο κέντρο της προσοχής, σε κοινωνικό και διαπροσωπικό επίπεδο. Με την υγεία (σωματική και ψυχική) να κλονίζεται και να βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα για την πλειονότητα, παρά τον μόχθο για την διατήρησή της, δημιουργούνται ερωτηματικά για την φύση αυτής, τους παράγοντες που την επηρεάζουν, και τον τρόπο κατάκτησής της, στα οποία λίγη προσοχή αφιερώνεται, παρά το τεράστιο εύρος και την συχνότητα αναφορών στον όρο τελευταία. Παρά το ότι τα ερωτήματα μοιάζουν σχεδόν αυτονόητα, έχουν χαρακτήρα πολύπλευρο, ουσιώδη, και διαχρονικό (χωρίς να περιορίζεται στην παρούσα κατάσταση), με την πολυπλοκότητα να αυξάνεται όταν αναφερόμαστε στην ψυχική υγεία.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) αρνείται την περιγραφή της υγείας ως απλά αντίθετη έννοια από την ασθένεια, μιας και κάτι τέτοιο είναι περιοριστικό, ελλιπές και έντονα ιατρό-κεντρικό, μα διευκρινίζει χαρακτηρίζοντας απλά και ξεκάθαρα την υγεία ως ‘μία ευρύτερη κατάσταση ευεξίας’! Ο ορισμός όμως, παρά τον άμεσο χαρακτήρα του, έχει ιδιαίτερα σημαντικές επεκτάσεις. Η υγεία γίνεται αντιληπτή ως πολύπλευρη, χωρίς να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ σωματικής και ψυχικής, μα με τις δύο πτυχές να βρίσκονται σε έντονη και διαρκή αλληλεπίδραση. Επιπλέον, η υγεία δεν θεωρείται αντίθετη της ασθένειας, με κάθε κατάσταση να έχει απόλυτο ή ‘ασπρόμαυρο’ χαρακτήρα, ενώ ο υποκειμενικός της χαρακτήρας έρχεται στην επιφάνεια. Κατ’ επέκταση, υπονοείται πως ακόμα και άτομα με κάποιας μορφής ψυχική ή σωματική πάθηση, μπορούν να βιώσουν ‘μία ευρύτερη κατάσταση ευεξίας’, έκαστος στα δικά του ‘μέτρα’, κάτι που είναι ιδιαίτερα και ουσιαστικά ελπιδοφόρο, μα και πραγματιστικό.

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΣΧΕΤΙΖΕΤΑΙ ΑΜΕΣΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ, ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΕΧΕΙ ΠΑΡΟΜΟΙΟ ΥΦΟΣ.

Η ποιοτική ζωή αποτελεί το παράγωγο της αλληλεπίδρασης συνθηκών κοινωνικών, περιβαλλοντικών και υγείας, που επηρεάζουν την εξέλιξη του ατόμου και του συνόλου, και περιλαμβάνει την σωματική υγεία, την ψυχολογική κατάσταση, το επίπεδο αυτονομίας, τις κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις, τις πεποιθήσεις του ατόμου και την σχέση του με το ευρύτερο περιβάλλον του.

Συνδυαστικά, οι δύο όροι είναι πολύπλευροι και υποκειμενικοί, και όχι απόλυτοι: τόσο η υγεία όσο και η ποιότητα ζωής δεν είναι ‘αντίθετα’ με την ασθένεια ή την ‘κακή’ ζωή, παρά μπορούν να οπτικοποιηθούν ως τα δύο άκρα ενός συνεχούς. Η ‘ολοκληρωτική’ υγεία (κατάσταση μη ρεαλιστική, εκφερόμενη μεταφορικά) βρίσκεται στο ένα άκρο μιας νοητής ευθείας γραμμής, και η ‘ολοκληρωτική’ ασθένεια στο άλλο- παρόμοια και η ποιοτική ή μη ποιοτική ζωή. Κάθε ένας από εμάς βρίσκεται σε κάποιο σημείο του συνεχούς, μα δεν παραμένει εκεί στατικά- ανά φάσεις ζωής μετατοπίζεται προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση (συνήθως με μετατοπίσεις περιορισμένες σε ένα εύρος, μα με μεγάλες μετατοπίσεις να μην είναι απίθανες).

Συνδέοντας με το παρόν, και εφαρμόζοντας την ‘θεωρεία’ στην πράξη, οι δύο έννοιες και οι ορισμοί τους έχουν ιδιαίτερη σημασία και μπορούν να αποτελέσουν ρεαλιστικούς και συγκεκριμένους (αντί για αφηρημένους) στόχους για εμάς. Η διατήρηση της υγείας θα επιτευχθεί όταν αυτή στοχοποιηθεί πολύπλευρα- έτσι η παραμέληση κάποιας πτυχής, ταυτόχρονα με προσπάθειες απόκτησης άλλης δεν θα φέρει αποτέλεσμα (για παράδειγμα ο ακραίος και αλόγιστος περιορισμός κινήσεων και αλληλεπιδράσεων με στόχο την προφύλαξη μπορεί να μειώσει την ψυχική υγεία, η οποία με την σειρά της να επηρεάσει αρνητικά την σωματική). Μπορεί η ψυχική υγεία να μοιάζει αφηρημένη ή ακόμα και λιγότερο σημαντική, όμως χωρίς αυτή (ή χωρίς οποιαδήποτε άλλη πτυχή) η ‘ευρύτερη κατάσταση ευεξίας’ δεν θα επιτευχθεί. Επιπλέον, η αναγνώριση του σημείου επί του συνεχούς στο οποίο βρισκόμαστε στην εκάστοτε φάση, και η προώθηση της μετατόπισης προς την ‘θετική’ πλευρά μοιάζουν πολύπλοκες και μπορούν να αποτελέσουν πρόκληση. Ως ‘απλή λύση’ μπορεί να εφαρμοστεί το κριτήριο της λειτουργικότητας: παρατηρώντας τα επίπεδα λειτουργικότητάς μας (σωματικά, ψυχολογικά, κοινωνικά και επαγγελματικά) μπορούμε να διακρίνουμε τυχών ‘αρνητικές’ μετατοπίσεις, και χρησιμοποιώντας την αύξηση της λειτουργικότητας ως μέσο, μπορούμε να ωθηθούμε προς την ‘θετική’ πλευρά.

Τέλος, και πάνω από όλα, τόσο η υγεία όσο και η ποιοτική ζωή είναι καταστάσεις επιτεύξιμες από όλους, παρά τις προσωπικές διαφορές ή τις δυσκολίες και περιορισμούς που μπορεί κανείς να βιώνει, καθώς η έννοιες καθρεφτίζονται διαφορετικά σε κάθε άτομο. Στην παρούσα απρόσμενη κατάσταση, κληθήκαμε όλοι να αντιμετωπίσουμε προβλήματα και προβληματισμούς, που υπονόμευσαν την (σωματική και ψυχική) υγεία και ποιότητα ζωής του συνόλου, και των ατόμων. Εστιάζοντας στην ρεαλιστικά θετική χροιά των όρων, διακρίνουμε πως μπορούμε να διαχειριστούμε τα εμπόδια του απροσδόκητου παρόντος, διατηρώντας την υγεία και την ποιότητα ζωή μας.

Ρίλκε: Για τον έρωτα

Δεν υπάρχει στον κόσμο δύναμη σαν τον έρωτα. Κι όταν τον έχει κάποιος μέσα του, όταν απλά και μόνο τον διαθέτει, έστω κι αν δεν ξέρει πώς να τον χρησιμοποιήσει, εκείνος θα επιδράσει και θα ακτινοβολήσει και θα βοηθήσει να βγει κανείς απ' το καβούκι του και να πάει παραπέρα.

Ποτέ δεν πρέπει να χάνει κανείς τούτη την πίστη, απλά θα πρέπει ν' αντέξει διατηρώντας την (ακόμη κι αν δεν είναι παρά μια πίστη μονάχα!).

Ο έρωτας, αν τον λογαριάσουμε μαζί με την τέχνη, δεν είναι άραγε τα μόνα διαβατήρια υπέρβασης των ανθρώπινων όρων, ώστε να γίνουμε πιο μεγάλοι, πιο γενναιόδωροι, πιο δυστυχισμένοι, αν χρειαστεί, απ' τον κοινό άνθρωπο; Ας υπάρξουμε ως τέτοιοι με ηρωισμό, ας μην απαρνηθούμε κανένα απ' τα πλεονεκτήματα που μας παρέχει το γεγονός ότι είμαστε έμψυχα όντα.

Διότι ο έρωτας είναι το πραγματικό κλίμα της μοίρας. Όσο μακριά κι αν φτάνει η τροχιά του στα ουράνια, ο γαλαξίας του των εκατομμυρίων αστεριών του αίματος, σπαρμένη από τα δεινά της ειμαρμένης κείτεται κάτω από τούτα τα ουράνια η γη. Ούτε καν οι θεοί, μες στις μεταμορφώσεις του πάθους τους, δεν υπήρξαν αρκετά ισχυροί για να απελευθερώσουν τη γήινη αγαπημένη, που φεύγει τρομαγμένη, απ' τα δίχτυα του γόνιμου αυτού εδάφους.

Αν δεν αντιστάθηκα σ' αυτήν που μ' αγάπησε, είναι γιατί απ' όλους τους τρόπους, με τους οποίους μπορεί ένας άνθρωπος να κατακτήσει έναν άλλον, μοναχά ο δικός της ασυγκράτητος τρόπος μού φάνηκε δίκαιος. Όντως έτσι όπως είμαι εκτίθεμαι και δεν θέλησα να αποφύγω ούτε κι αυτήν. Λαχταρούσα όμως να τη διαπεράσω! Να γίνει παράθυρο για ν' ατενίζω διευρυμένο το σύμπαν της ύπαρξης... (όχι καθρέφτης).

Το θαύμα, που ζουν κάθε φορά όσοι αγαπούν πραγματικά, έγκειται στο ότι όσο πιο πολλά δίνουν, τόσο πιο πολλή αποκτούν από την απολαυστική, θρεπτική εκείνη αγάπη, απ' την οποία αντλούν τη δύναμή τους τα λουλούδια και τα παιδιά και που θα μπορούσε να βοηθήσει όλους τους ανθρώπους, αρκεί να την αποδέχονταν, χωρίς να αμφιβάλλουν.

—Αγαπιέμαι θα πει τυλίγομαι στις φλόγες. Αγαπώ σημαίνει φέγγω καίγοντας λάδι ανεξάντλητο. Αγαπιέμαι σημαίνει παρέρχομαι, αγαπώ σημαίνει διαρκώ.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε