Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023

Ο Αθεϊσμός στην Κλασική Ελλάδα

«Οι οπαδοί των νεράιδων δεν χτυπάνε την πόρτα σου για να σε προσηλυτίσουν. Δεν απαιτούν να διδάσκεται η ψευτοεπιστήμη τους στα σχολεία. Δεν καταδικάζουν σε θάνατο οπαδούς άλλων νεράιδων. Δεν ισχυρίζονται ότι οι ηθικοί κανόνες βγαίνουν από τις τελετές των νεράιδων και ότι χωρίς νεράιδες θα είχαμε συνουσίες στους δρόμους, καθώς και την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Δεν λένε ότι οι νεράιδες έφτιαξαν τον κόσμο και ως εκ τούτου πρέπει να κλίνουμε το γόνυ στον Μεγάλο Αδελφό των νεράιδων. Ούτε λένε ότι η νεράιδα θα σε διατάξει να σκοτώσεις την αδελφή σου, αν την δουν να κυκλοφορεί δημόσια με κάποιον που δεν είναι ο αδελφός της. Νομίζω λοιπόν ότι ισχύει αυτό που ο ποιητής Σέλλεϋ αποκαλούσε αναγκαιότητα του αθεϊσμού. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να πάρεις θέση. Είτε αποδίδεις την παρουσία σου εδώ στους νόμους της βιολογίας και της φυσικής είτε την αποδίδεις σε ένα θείο σχέδιο. (Μπορείς να διακρίνεις τον φίλο από τον εχθρό από το πως απαντούν σε αυτό το αναπόδραστο ερώτημα και από το πώς αντιμετωπίζουν τις επιπτώσεις του.) Ωστόσο, όπως και οι πιστοί, άπαξ και αποφασίσουμε, έχουμε ακόμη πολλή δουλειά μπροστά μας». -Κρίστοφερ Χίτσενς «Η Βίβλος του Αθεου»

Ο αθεϊσμός στην αρχαία Ελλάδα εμφανίστηκε τον πέμπτο αιώνα π.κ.ε. παράλληλα με την ανάπτυξη των υλιστικών φιλοσόφων. Παρόλο που μετά απο στρατιωτικές αποτυχίες λήφθηκαν μέτρα εναντίον του, άνθισε περαιτέρω κατά την Ελληνιστική περίοδο. Σε αντίθεση όμως με την κλασσική περίοδο όπου ο αθεϊσμός εκφραζόταν συνήθως ως θετικός ή ριζοσπαστικός, κατά την επόμενη περίοδο επικράτησε ο αρνητικός αθεϊσμός.

Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν ούτε Βίβλο ούτε συστηματική θεολογία. Δεν υπήρχε κανένας προκαθορισμένος τρόπος του πώς να φαντάζεται κανείς τους Θεούς, άρα δεν υπήρχε πραγματικό πρόβλημα με το να τους φαντάζεται ότι δεν υπήρχαν. Η μεγάλη εξαίρεση ήταν η Αθήνα στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.κ.ε. όταν νομοθεσία κατά της αθεΐας φαίνεται ότι εισήχθη για πολιτικούς λόγους, δηλαδή, με σκοπό να στραφεί κατά του κύκλου διανοητών που περιστοίχιζε τον Περικλή, συνεπώς κατά του ίδιου του Περικλή.

O αθεϊσμός στην αρχαία Ελλάδα εμφανίστηκε στα τέλη του πέμπτου αιώνα παράλληλα με την ανάπτυξη της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Οι φιλόσοφοι τότε αναζητούσαν τη φύση του κόσμου, αναζητούσαν δηλαδή το βασικό υλικό από το οποίο ήταν κατασκευασμένος ο κόσμος· οδηγήθηκαν έτσι αρκετά κοντά στην άποψη πως η φύση ήταν ο Θεός, πλησιάζοντας δηλαδή τον πανθεϊσμό. Ενα πανθεϊσμό, όμως, ο οποίος ήταν πιο κοντα στον υλισμό παρά τον ιδεαλισμό.

Αρκετοί φιλόσοφοι ανέπτυξαν ιδέες που προσέγγισαν τον Αθεϊσμό ή ήταν ξεκάθαρα αυτό που θα λέγαμε σήμερα αγνωστικιστές, ωστόσο ποτέ δεν αναπτύχθηκαν σε σημαντικό αριθμό, οι αθεϊστές στην αρχαία Ελλάδα αποτελούσαν μειοψηφία.

O Πρωταγόρας ήταν ένας από τους πρώτους που αμφισβήτησαν την ύπαρξη Θεών, ενώ ακολούθησαν οι Ξενοφάνης και Αναξαγόρας. Ο Αναξαγόρας διατύπωσε την θέση πως ο Ήλιος είναι μια πύρινη λάβα, κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με τη διαδεδομένη στην Αθήνα τότε θέση πως ο Ήλιος ήταν Θεός. Η καινοφανής αυτή άποψη σχολιάστηκε από τους δραματουργούς της εποχής.

Ο πιο ξακουστός σοφιστής ήταν ο Πρωταγόρας (480-412), από τα Άβδηρα της Θράκης, σύγχρονος του Δημόκριτου. Έγραψε πολλά συγγράμματα, αλλά το σπουδαιότερό του είναι το «Περί θεών». Από το έργο αυτό σώζονται μόνον ο τίτλος και η αρχή.«Περί μέν θεών ουκ έχω ειδέναι – λέει – ουθ’ ως εισίν ούθ ως ουκ εισίν, ουθ’ οποίοι τινές ιδέαν. πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι ή τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου». Diels Frag. 74.B.4. Από την φράση αυτή πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τον Πρωταγόρα σαν αγνωστικιστή. Κατά την γνώμη μας μια τέτοια άποψη είναι παρακινδυνευμένη.

Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο του υπόλοιπου έργου του, συνεπώς δεν γνωρίζουμε τι έλεγε για τους θεούς και την θρησκεία στην συνέχεια του βιβλίου του. Η παραπάνω φράση μπορεί επίσης να εκληφθεί και σαν μία ειρωνική, λεπτοδουλεμένη, παρατήρηση. Και έτσι, όμως, ακόμη, σαν αγνωστικιστή δηλαδή να τον δούμε, ήταν μία τολμηρή κίνηση από την πλευρά του Πρωταγόρα, ο οποίος ήξερε ότι περιβάλλεται από πολλούς εχθρούς, οι οποίοι δεν θα έχαναν την ευκαιρία προκειμένου να τον χτυπήσουν. Η αντιθρησκευτική του δράση πρέπει να ήταν πολύ έντονη και καίρια, κλόνιζε στην κυριολεξία τα θεμέλια της θρησκείας, κι αυτό είχε προκαλέσει το μίσος και την εχθρότητα των κρατούντων. Ο Πυθόδωρος του Πολύζηλου, ένας από τους Τετρακόσιους, τον κατηγόρησε για άθεο και ασεβή. Το βιβλίο του κάηκε δημόσια και ο ίδιος καταδικάστηκε σε θάνατο.

Για το τέλος του οι πληροφορίες είναι συγκεχυμένες. Αλλοι λένε ότι η ποινή εκτελέστηκε. Άλλοι πάλι ότι ο Πρωταγόρας πνίγηκε όταν το πλοίο στο οποίο επέβαινε προκειμένου να δραπετεύσει στην Σικελία ναυάγησε. Ο Πλάτων στον Μένωνα βάζει τον Σωκράτη να λέει ότι ο Πρωταγόρας γνώρισε τιμές μέχρι το τέλος της ζωής του, υπονοώντας ότι ο Αβδηρίτης φιλόσοφος πέθανε από φυσικά αίτια. Ο καταδικασμένος για αθεΐα δεν είχε ούτε δικαίωμα ούτε την δυνατότητα να «εφεσιβάλλει» την καταδικαστική απόφαση. Αυτή ήταν άμεσα εκτελεστή. Οι άλλες ιστορίες φαίνεται να είναι επινοήσεις προκειμένου να αποσείσουν από πάνω τους το άγος της καταδίκης ενός τόσο μεγάλου ανδρός αυτοί που τον είχαν καταδικάσει.

Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές (Gomperz I. 467) οι παρακάτω στίχοι του Ευριπίδη «έκανετ’ εκάνετε τάν πάνσοφον ω Δαναοί ταν ουδεν αλγύνουσαν αηδόνα μούσαν», δεν υπονούσαν τον Σωκράτη, όπως πιστεύονταν, αλλά τον Πρωταγόρα, με τον οποίο άλλωστε ο Ευριπίδης είχε περισσότερες φιλοσοφικές συγγένειες σε σχέση με τον Σωκράτη.

Άλλος γνωστός σοφιστής, ονομαστός για την ρητορική του δεινότητα, ήταν ο Γοργίας. Οπαδός της Ελεατικής Σχολής, αρνιόταν τον γύρω του κόσμο (φύση) και έμμεσα κατέληγε στην άρνηση και των Θεών. Η παράδοση λέει πως έγραψε και βιβλίο, το «περί φύσεως». Τίποτε, όμως, το θετικό δεν είναι γνωστό. Το μόνο που σίγουρα ξέρουμε είναι ότι στην Αθήνα και σ’ άλλες πόλεις τιμήθηκε υπερβολικά. Έτσι, μάλλον αποκλείεται η φανερή του ασέβεια, τουλάχιστον στα χρόνια που έκανε τον δάσκαλο της ρητορικής.

Την ίδια εποχή εμφανίστηκε και η κριτική στον ανθρωπομορφισμό της θρησκείας. Ο Ξενοφάνης ο Κολωφώνιος σχολίασε πως «αν τα άλογα και τα βόδια είχαν τα χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν οι θεοί τους θα έμοιαζαν πολύ με άλογα και βόδια». Ξεκάθαρο αγνωστικισμό έδειξε ο Πρωταγόρας τονίζοντας πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να ξέρουν την πραγματική φύση και την ύπαρξη των Θεών.

Ο Πρόδικος ο Κείος τον 5ο αιώνα π.κ.ε. προσέφερε μια θεωρία δυο σταδίων για να εξηγήσει τον πολυθεϊσμό. Αρχικά οι άνθρωποι ονόμασαν τα στοιχεία της φύσης Θεούς, κινούμενοι από την ευγνωμοσύνη τους προς την φύση (π.χ τα ποτάμια, τον ήλιο κτλ). Αργότερα, όταν έμαθαν να καλλιεργούν την γη, οδηγήθηκαν στον πολυθεϊσμό, πάλι ως έκφραση της ευγνωμοσύνης (για παράδειγμα θεοποίησαν την Δήμητρα για την γεωργία, τον Διόνυσο για το κρασί κτλ).

Ο Πρόδικος ακολουθεί μία καθαρά ιστορική βάση στην θρησκειολογική του έρευνα. Δεν πιστεύει πως υπάρχουν έξω από τον φυσικό κόσμο και πάνω απ’ αυτόν άλλες δυνάμεις. Οι Θεοί δεν είναι έξω από τον χρόνο και τον τόπο, δεν είναι υπερφυσικά όντα. Είναι ιστορικά προϊόντα, έχουν δηλαδή καθαρά ιστορική προέλευση. Έτσι ο Πρόδικος άνοιξε διάπλατα τον δρόμο της ιστορικής έρευνας και κριτικής της θρησκείας. Χωρίς να θίξει το μεταφυσικό σκέλος της θρησκείας «κατέβασε τους Θεούς από τα σύννεφα της μεταφυσικής και τους κάθισε στο σκαμνί της κριτικής». Η κριτική, όμως, αυτή ήταν ακίνδυνη για τους κρατούντες. Και ήταν ακίνδυνη, γιατί είχε καθαρά θεωρητική μορφή.

Δεν έθιγε το ζήτημα της ύπαρξης των Θεών, αλλά ερμήνευε θεωρητικά την καταγωγή του θρησκευτικού συναισθήματος. Η διδασκαλία του στην λεκτική της διατύπωση δεν ήταν πολεμική και επαναστατική, γι’ αυτό ίσως είχε και μερικές συμπάθειες από διανοούμενους της εποχής του, όπως τον Ξενοφώντα και τον Περσαίο, που αν και θρήσκοι συμπαθούσαν την διδασκαλία του. Ο Πρόδικος στην έρευνά του δεν μπόρεσε να προχωρήσει πιο πέρα από την εποχή που επικρατούσε η θεοποίηση των φυσικών δυνάμεων (λατρεία της φύσεως). Ωστόσο, όμως, η κριτική του, έστω και μέσα στα χρονικά όρια της θρησκευτικής φυσιολατρείας, ήταν απόλυτα σωστή, και από την άποψη αυτή έχει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί στέκει μακριά από κάθε ιδεαλιστική προσέγγιση.

Ο γνωστός τραγωδός Ευριπίδης, πέρασε απο δίκη για τον αθεϊσμό που περιέγραψε στην τραγωδία του Βελλεροφών.

Σε αυτή την περίοδο ιδιαίτερα γνωστοί για την αθεΐα τους ήταν ο Διαγόρας της Μήλου και ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος.

Σύμφωνα με την γραπτή παράδοση ο Ξενοφάνης (580-484) αναφέρεται σαν ο πρώτος που πολέμησε την θρησκοληψία. Μάλιστα θεωρείται ο πρώτος που διατύπωσε την άποψη ότι κάθε αντίληψη για την ύπαρξη και την παράσταση των Θεών είναι ανθρωπομορφική. Προηγήθηκε, έτσι, κατά μερικούς αιώνες του Ludwig Feuerbach, που είπε το γνωστό: «κάθε ιδέα για τον Θεό ή το Θείο είναι ανθρωπομορφισμός». Όπως έγραψε ο Ξενοφάνης:

«Οι θνητοί νομίζουν ότι οι Θεοί στο σώμα, στην γλώσσα και στα ρούχα μοιάζουν με τους ανθρώπους. Εάν τα βόδια και τα άλογα και τα λιοντάρια είχαν χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίζουν και να φτιάχνουν έργα τέχνης, σαν τους ανθρώπους, τότε τα άλογα θα ζωγράφιζαν τους Θεούς τους με μορφή ολότελα αλογίσια και τα βόδια βοδίσια. Έτσι και οι Μαύροι παριστάνουν τους Θεούς τους μαύρους και πλατσομύτηδες και οι Θράκες ξανθομάλληδες και με γαλανά μάτια». Fragm. Diels 49 (10-17).

Ο ποιητής και κωμωδιογράφος Επίχαρμος (540-450) δίδασκε πως οι Θεοί είναι «αέρας, νερό, γη, ήλιος, φωτιά, αστέρες». Ο φιλόσοφος Μητρόδωρος ο Λαμψακηνός προσπάθησε να αποδείξει πως οι περιπέτειες των θεών και οι μεταμορφώσεις τους απλά παριστάνουν τις διάφορες μεταβολές των φυσικών φαινομένων.

Ο Σοφιστής Κριτίας, δίνει μία άλλη διάσταση στο θέμα της θρησκείας.

«Ήταν κάποτε ένας καιρός που η ζωή των ανθρώπων ήταν άταχτη και θηριώδης, υπηρετούσε την δύναμη του ισχυρότερου και δεν υπήρχε αμοιβή του καλού ή τιμωρία του κακού. Με το κύλισμα του χρόνου, οι άνθρωποι έβαλαν Νόμους να τιμωρούν το κακό κι έτσι η Δίκη εξουσιάζει την Ύβρη. Αλλά οι άνθρωποι με τον εκβιασμό των Νόμων, δεν αμάρταναν φανερά, κρυφά όμως παρανομούσαν. Γι’ αυτό κάποιος σοφός και έμπειρος άντρας ανακάλυψε τους Θεούς για να φοβούνται οι κακοί όταν κρυφά κάνουν ή λένε ή σκέπτονται κάτι. Απ’ αυτήν την σύλληψη ξεκινώντας ο σοφός αυτός εισηγήθηκε πως ο Θεός ήταν ένας δαίμονας παντεπόπτης και παντογνώστης όχι μόνο των έργων αλλά και των σκέψεων των ανθρώπων. Είπε ακόμα πως ο Θεός κατοικεί κοντά τους και πως δείγματα της παρουσίας του είναι τα μετεωρολογικά φαινόμενα… Και έτσι, «ψεύδει καλύψας την αλήθειαν λόγω … έπεισεν τους θνητούς νομίζειν δαιμόνων είναι γένος». Diels II Kritias B 25.

Επινοήσεις, πλάσματα της φαντασίας οι Θεοί, μας λέει ο Κριτίας, όμως η θρησκεία χρειάζεται για να μπαίνει ένα χαλινάρι στον λαό. Αυτονόητο είναι ότι η θέση αυτή δεν συνιστούσε κανένα κίνδυνο για το καθεστώς. Γι’ αυτό και ο Κριτίας δεν διώχτηκε. Να σημειωθεί ότι αργότερα (404-403) ο Κριτίας ήταν ο αρχηγός των Τριάντα Τυράννων που κατέλυσαν το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας.

Την ίδια περίπου εποχή διαβόητος για τον αθεϊσμό του υπήρξε ο Διαγόρας. Ο Διαγόρας κατάγονταν από την Μίλητο, κι όταν η πατρίδα του υποδουλώθηκε ήρθε στην Αθήνα, όπου έκανε τον διθυραμβοποιό (ποιητή). Ποια ήταν η διδασκαλία του, και τι πίστευε για την θρησκεία και τους Θεούς δεν γνωρίζουμε. Υπάρχουν, πάντως, πολλές πηγές και μαρτυρίες, οι οποίες επιβεβαιώνουν την ασέβειά του. Για την οποία του ασκήθηκε, τελικά, δίωξη, αλλά πριν τον πιάσουν ο Διαγόρας έφυγε κρυφά από την Αθήνα (περίπου το 412). Έτσι γλύτωσε το κώνειο. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία τον επικήρυξε με ένα τάλαντο για εκείνον που θα τον σκότωνε και με δύο για εκείνον που θα τον έπιανε ζωντανό και θα τον παρέδιδε στις αρχές της Αθήνας…

Άλλος ονομαστός άθεος έξω από την σχολή των Σοφιστών υπήρξε ο μαθητής του Αρίστιππου Θεόδωρος. Ο Αρίστιππος ήταν αρχηγός σχολής. Η δικιά του ηθική στηρίζονταν στην Ηδονή που αποτελεί τον σκοπό της ζωής. Έζησε περίπου στα 380. Για τον Θεόδωρο λεπτομερειακές ιστορικές μαρτυρίες όσον αφορά τον αθεϊσμό του δεν υπάρχουν. Μόνον οι πατέρες της εκκλησίας τον μνημονεύουν μαζί με άλλους άθεους και προ πάντων μαζί με τον Ευήμερο. Η φήμη μόνον για φανατικό άθεο τον αναφέρει χωρίς το δογματικό μέρος της διδασκαλίας του. Φαίνεται πως πολέμησε με φανατισμό την θρησκεία, γι’ αυτό τις διδασκαλίες του και τα βιβλία του τα εξαφάνισαν. Υπάρχει μία μαρτυρία από τον Πλούταρχο ότι με το βιβλίο του «περί συντάγματος των Θεών» ο Θεόδωρος αποδείκνυε σαν ανοησίες τα όσα οι άνθρωποι πίστευαν για τους Θεούς. Ο Θεόδωρος είναι ο τελευταίος εκπρόσωπος της αθεϊστικής σχολής των σοφιστών, αν και δεν έχει άμεση σχέση μ’ αυτούς.

Οι αρχαίοι ιστοριογράφοι αναφέρουν κι έναν άλλο ακόμη άθεο. Τον Ευήμερο από την Μεσσηνία. Οι πατέρες της εκκλησίας, μάλιστα, τον βάζουν στην πρώτη σειρά των άθεων. Ο Ευήμερος, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, έζησε στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρου. Ήταν κοσμογυρισμένος, αφού έκανε πολλά ταξίδια στην Μεσόγειο και στην Ασία. Ήταν κι αυτός οπαδός της Κυρηναϊκής Σχολής και μαθητής του Θεόδωρου του άθεου. Πιθανόν έτσι να εξηγείται η αθεΐα του, αν και, όπως ήδη είπαμε, δεν ξέρουμε σε ποια φιλοσοφική βάση στήριζε τον αθεϊσμό του ο Θεόδωρος και η σχολή του.

Από τα ταξίδια του θα πρέπει να έμαθε πολλά, και προ πάντων θα του δόθηκε η ευκαιρία να συγκρίνει την μυθολογία την Ελληνική με τις Ασιατικές θεογονικές παραδόσεις. Πολλές πηγές τον αναφέρουν σαν ονομαστό για την αθεΐα του. Ο Κλήμης (Προτρεπ. ΙΙ 20-23) λέει: «Ευήμερος που μερικοί τον λένε Μεσσήνιο και που τον αναφέρει ο Καλλίμαχος στους χωλιάμβους του ήταν ένας γέρος αλαζόνας που έγραφε άδικα βιβλία και κατηγορούντανε για άθεος». Ο Αιλιανός τον αναφέρει σαν άθεο και ο Κικέρων σαν άθρησκο. Επίσης αναφορές για τον Ευήμερο κάνει και ο Πλούταρχος (περί ΄Ισιδ. και Όσιδ. 23, περί άρεσκ. φιλοσοφ. 34). Ο Ευημερισμός δημιούργησε σχολή και επηρέασε τους ποιητές και τους φιλόσοφους της ρωμαϊκής εποχής.

H ανεκτικότητα προς την θρησκευτική ελευθερία που υπήρχε στην Αθήνα, ανατράπηκε με την κακή πορεία του Πελοποννησιακού πολέμου. Η καταστροφή των Ερμών πριν απο την έναρξη της εκστρατείας στην Σικελία σηματοδότησε μια στροφή προς τον συντηρητισμό, η οποία κορυφώθηκε με τον υποτιθέμενο θάνατο του Σωκράτη. Οι φιλόσοφοι που έκλιναν προς τον αθεϊσμό, αντιμετωπίστηκαν ως ασεβείς, ενώ λήφθηκαν και νομικά μέτρα για να μειωθεί το φαινόμενο της αθεΐας. Υπέρμαχος αυτών των αλλαγών ήταν, φυσικά, ο Πλάτωνας.

Ο Πλάτωνας στα έργα του κατηγορεί τους Σοφιστές σαν άθεους και σαν υπονομευτές των θεσμών. Να σημειώσουμε, εδώ, βέβαια ότι ο πατριάρχης του ιδεαλισμού ξεχνάει πως πρώτοι και καλύτεροι υπονομευτές των θεσμών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας ήταν οι φίλοι του οι ολιγαρχικοί, οι οποίοι εκτός αυτού «γλυκοκοίταζαν» και προς τους Λακεδαιμόνιους, με τους οποίους η πατρίδα τους βρίσκονταν σε πόλεμο. Επίσης ξεχνάει ότι προκειμένου να προωθήσει τις πολιτειακές του αντιλήψεις δεν δίστασε να συνεργαστεί με τα πιο τυρρανικά και τα πιο ματοβαμμένα καθεστώτα. Και ακόμη πώς στα πρώτα φιλοσοφικά του βήματα, παρασυρμένος από την ιδεοκρατία του, αμφισβήτησε, με τρόπο βέβαια, τους Ολύμπιους Θεούς, για να κάνει στροφή 180 μοιρών, όταν αντιλήφθηκε την αποκοιμιστική δύναμη της θρησκείας πάνω στις μάζες, οπότε έγινε υπέρμαχος της κρατούσης θρησκείας, και μάλιστα ζητούσε να καταδικάζονται σε θάνατο οι άπιστοι! Αυτόν, πολύ βολικά, υιοθέτησε το χριστιανικό βδέλυγμα που κατέστρεψε τον άνθρωπο.

Εκείνοι, όμως, που άσκησαν δριμεία κριτική στην θρησκεία ήταν οι Σοφιστές. Οι Σοφιστές έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα τον 5ο αιώνα και με τις πρωτοποριακές τους ιδέες, τις πλέον προοδευτικές του καιρού τους, τάραξαν την φιλοσοφική και την πολιτική σκηνή. Επόμενο ήταν να γίνουν στόχος των αντιδραστικών. Ο Αριστοφάνης, ο αυθεντικώτερος εκπρόσωπος της πλέον συντηρητικής μερίδας των ολιγαρχικών, στην κωμωδία του Νεφέλαι επιτίθεται στους Σοφιστές, τους οποίους κατηγορεί ότι με τους νεωτερισμούς τους έφεραν δεινά στην πόλη.

Ο αρνητικός αθεϊσμός στην Ελληνιστική Περίοδο.

Στην Ελληνιστική εποχή, οι ιδέες του Πρόδικου βρήκαν αρκετή απήχηση, ιδίως στο έργο του Ευήμερου ο οποίος αναπαρήγαγε την βασική ιδέα πως οι Θεοί ήταν ευγενείς της αρχαιότητας. Οι φιλοσοφίες του στωικισμού και επικουρισμού πλησίαζαν αρκετά τον αθεϊσμό και για ένα διάστημα μετά τον 2ο αιώνα π.κ.ε. η λαϊκή βάση των διαφόρων θρησκειών είχε υποχωρήσει. Ωστόσο, παρ’ όλη την εξάπλωση του αθεϊσμού, η λέξη άθεος έμεινε να χρησιμοποιείται ως ύβρις για τους αντιπάλους, όπως και στα χρόνια του πρώιμου χριστιανισμού.

Η Επικουρική σχολή αποδεχόταν την ύπαρξη των Θεών, ωστόσο επηρεασμένοι καθώς ήταν απο την ατομική θεωρία, τους έδινε υλική υπόσταση, και για αυτό και είχαν κατηγορηθεί για κρυπτοαθεϊσμό. Μια εξήγηση για τον κρυπτοαθεϊσμό τους ήταν η έλλειψη ανεκτικότητας και ο συνεπακόλουθος κίνδυνος για διώξεις ο οποίος ελλόχευε. Ο Επίκουρος δίδασκε, συμφωνώντας με τον Δημόκριτο, πως ο κόσμος φτιάχτηκε από έναν πολύ μεγάλο αριθμό μικρών άτμητων κομματιών ύλης, τα οποία είναι εφοδιασμένα με μηχανικές κινήσεις, χάρις στις οποίες φέρονται τα μεν προς τα δε και δημιουργούν συνθετώτερες ενώσεις, ακόμη και κόσμους ολόκληρους.

Στις κινήσεις των ατόμων του Δημόκριτου πρόσθεσε μία δικιά του με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ποιοτικά διαφορετικά από τις μηχανικές κινήσεις του Δημόκριτου, την περίφημη κατά παρέγκλιση κίνηση. Εκτός από τα άτομα αυτά δεν υπάρχει τίποτε άλλο στον κόσμο. Οι Θεοί υπάρχουν μεν, δεν ζουν όμως ούτε πάνω ή έξω από την φύση, ούτε μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία. Αθάνατοι και μακάριοι βρίσκονται στο διάστημα που χωρίζει τον δικό μας γήινο χώρο από τον άλλο τον άγνωστό μας κόσμο και ζουν εκεί χωρίς φροντίδες και έννοιες, και χωρίς να ενδιαφέρονται ή να επεμβαίνουν στα ζητήματα του ανθρώπου. Με τον τρόπο αυτόν ο Επίκουρος ξεδόντιαζε τους Θεούς. Χωρίς να προκαλεί την κρατική εξουσία, η οποία δεν ανέχονταν την φανερή αθρησκεία, καθιστούσε τους Θεούς τελείως ακίνδυνους.

Οι άθεοι οι οποίοι ξεχώρισαν την Ελληνιστική εποχή ήταν ο Θεόδωρος ο Άθεος και ο Ευήμερος. Ο Θεόδωρος κατηγορήθηκε για την εξάπλωση του αθεϊσμού σε όλο τον γνωστό κόσμο ενώ η συνεισφορά του Ευήμερου ήταν στην απομυθοποίηση των Θεών, προσφέροντας ανθρωπογενή ερμηνεία.

Ήταν οι Επικούρειοι που αποκαλούνταν συνήθως «άθεοι». Ο Επίκουρος ίδρυσε τον περίφημο Κήπο του στην Αθήνα στα τέλη του 4ου αι. π.κ.ε. ίσως στο σημείο όπου η Οδός Πλαταιών διασχίζει από κάτω την Λεωφόρο Αθηνών. Δίδασκε ότι όλα είναι φτιαγμένα από άτομα και κενό, πως δεν υπάρχει «πνεύμα» στον κόσμο. Επίσης, ότι τίποτα δεν διαρκεί για πάντα και δεν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο. Παραδόξως, επέμενε ότι υπάρχουν Θεοί στον κόσμο, αλλά πουθενά σε κανένα σωζόμενο επικούρειο κείμενο δεν λέει πώς υποτίθεται ότι συμβαίνει αυτό όταν οι Θεοί είναι φτιαγμένοι από φθαρτό υλικό.

Σώζεται ένα μεγάλο ποίημα του Λουκρήτιου για το επικούρειο δόγμα, αλλά παρόλο που υπόσχεται να μας πει τι σκεφτόταν ο Επίκουρος για τους Θεούς, δεν το κάνει ποτέ. Ο Επίκουρος και οι Επικούρειοι είχαν διαμάχες ως προς το θέμα των Θεών. Γνώριζαν ότι ήταν επικίνδυνο στην κλασική Αθήνα να παίζεις τον άθεο (μην ξεχνάμε, ήταν η αντιαθεϊστική νομοθεσία που σκότωσε τον Σωκράτη), αλλά δεν είχαν έναν εύκολο τρόπο να προσαρμόσουν τους Θεούς στο σύστημά τους (εκτός ως ιδανικά παραδείγματα αρετής). Πιθανώς η πιο σημαντική θεϊστική φιλοσοφία ήταν ο Πλατωνισμός –σημαντική εξαιτίας της επιρροής της στον χριστιανισμό. Ο Τίμαιος του Πλάτωνα είναι το μόνο έργο της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας που επιβάλουν να διαβάζεται συνεχώς. Άλλωστε τον Πλάτωνα τον δημιούργησαν δεν υπήρξε. (ποιος τον δημιούργησε και πόσους ακόμη, πότε και γιατί;)

Το κρίσιμο σημείο ήταν ότι έως τον 3ο αιώνα μ.κ.ε. οι χριστιανοί είχαν συνειδητοποιήσει ότι θα έπρεπε να προσηλυτίσουν την άρχουσα τάξη, αν ήθελαν η θρησκεία τους να έχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Άρα ήταν πολύ σημαντικό να γίνει συμβατή με τις κυρίαρχες φιλοσοφικές πεποιθήσεις αυτών των τάξεων. Αυτή, βασικά, είναι και η προέλευση της θεολογίας: Μια προσπάθεια να συνδυαστεί η Ελληνική φιλοσοφία με τον χριστιανισμό.

Έτσι, για παράδειγμα, ο Στωικισμός απεδείχθη μια «θεόσταλτη» φιλοσοφία. Θεωρούσαν (οι Στωικοί) ότι τα πράγματα γίνονταν για κάποια αιτία ως μέρος ενός γενικού σχεδίου. Ο Πλατωνισμός έκανε έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ του επίγειου κόσμου του σώματος και του ανώτερου μεγαλείου της ψυχής. Και οι δυο αυτές πεποιθήσεις ήταν βολικές για την βασικό χριστιανικό δόγμα και εδραιώθηκαν ακόμα περισσότερο.

Από τις αρχές του 20ού αιώνα υπάρχει συλλογική άγνοια της μακράς ιστορίας της αθεΐας –κάτι που δεν ίσχυε ως τον 18ο-19ο αιώνα– γεγονός που αποδίδετε, σε μεγάλο ποσοστό, στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Το 1737, ο Βολταίρος έστειλε στον Φρειδερίκο τον Μέγα μια γραμμή του Λουκρήτιου (Ρωμαίου ποιητή και φιλόσοφου του 1ου αι. π.κ.ε.): «Η θρησκεία έχει πείσει τους ανθρώπους σε τόσο κακό». Είναι από ένα απόσπασμα όπου ο Λουκρήτιος κριτικάρει τον μύθο του Αγαμέμνονα, ο οποίος θυσίασε την κόρη του Ιφιγένεια για να κατευνάσει την Άρτεμη, ώστε να φυσήξουν οι άνεμοι και ο στόλος να φτάσει στην Τροία. Τι κακό, λέει ο Λουκρήτιος (και ο Βολταίρος συμφωνεί), να θυσιάζεις την ίδια την κόρη σου από άγνοια και δεισιδαιμονία!

Ο λόγος που λέω αυτή την ιστορία είναι ότι τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη η συζήτηση γύρω από την αθεΐα δεν ήταν απλώς θέμα επιστήμης και πίστης, αλλά ήταν επίσης θέμα ιστορίας και της μακράς ιστορίας των ιδεών. Πολύ λίγοι άνθρωποι διαβάζουν Λουκρήτιο αυτές τις ημέρες, αλλά ήταν μεγάλη είδηση στην εποχή του Βολταίρου. Δεν πιστεύω ότι η ιστορία δίνει απαντήσεις σε σύγχρονα ερωτήματα, αλλά μας επιτρέπει να δούμε αυτά τα ερωτήματα με πιο πλούσιο, σφαιρικό τρόπο και να κατανοούμε καλύτερα τους περιορισμούς των δικών μας προοπτικών.

Το πρώτο γνωστό στην ιστορία παράδειγμα πολιτικοποίηση της θρησκείας στην αρχαιότητα, είναι το ψήφισμα (νόμος) του Διοπείθη, μάντη του 5ου αι. π.κ.ε. που οδήγησε στην δίωξη πολλών φιλοσόφων, όπως του Αναξαγόρα (επιστήθιου φίλου του Περικλή) και του Σωκράτη, δασκάλου, μεταξύ άλλων, του Κριτία ενός από τους Τριάκοντα Τυράννους της Αθήνας και πιθανόν ενός από τους αρχαίους άθεους.

Είναι το πρώτο παράδειγμα στην καταγεγραμμένη ιστορία της νομοθεσίας που στρέφεται κατά της δυσπιστίας στους Θεούς. Παραδόξως οδήγησε επίσης, στην δημιουργία του αθεϊσμού ως κοινωνικά αναγνωρισμένης κατηγορίας. Ο νόμος αναφερόταν σε «όσους δεν πίστευαν στους θεούς» («οἱ μὴ νομίζοντες τοὺς θεούς», το ακριβές νόημα είναι πολύ συζητήσιμο). Πάντα υπήρχαν άνθρωποι που δεν πίστευαν στους θεούς, αλλά με τον νόμο του Διοπείθη αναγνωρίστηκαν δημοσίως. Αμέσως μετά ακολούθησε ένα τεράστιο κύμα ενδιαφέροντος για την αντι-θεϊστική σκέψη. Οι άνθρωποι είναι διεστραμμένοι: Όταν τους λες να μην κάνουν κάτι, πάντα το κάνουν!

Όσοι Θεοί τόσοι Άθεοι.

Σύμφωνα με την βρετανική εφημερίδα Guardian. Οι περισσότεροι άθεοι περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους όντας δύσπιστοι σε διάφορα θέματα και θέτοντας συνεχώς οντολογικά ερωτήματα. Αλλά τι είναι αυτό που κάνει κάποιες ιδιαίτερες μορφές δυσπιστίας πνευματικά γόνιμες ή κοινωνικά σημαντικές;

Για να θέσουμε αυτές τις συζητήσεις σε κάποιο είδος προοπτικής, έχει ενδιαφέρον να ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία του αθεϊσμού. Η πίστη στον Θεό απαιτεί κατ’ ανάγκη απώλεια κάθε λογικής. Είναι μια συνοπτική, ιστορία, πράγμα που δείχνει ότι ο αθεϊσμός δεν είναι απλώς το φυσικό αποτέλεσμα της αύξησης της επιστημονικής γνώσης, αλλά και ότι η θρησκεία είναι απομεινάρι τόσο της άγνοιας όσο και των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών.

Το πρώτο πράγμα που τραβά το ενδιαφέρον είναι ότι τα επιχειρήματα υπέρ της αθεΐας έχουν τις ρίζες τους αρκετά πίσω στο χρόνο. Συγκεκριμένα, ένα από τα παλαιότερα ευρήματα αποτελεί ένα βαβυλωνιακό δισκίο από το 1.000 π.κ.ε. που αναφέρεται στο βιβλίο του Ρόμπερτ Μπέλα. Επιπλέον, το βιβλίο του Ιώβ είναι σίγουρα ένα ισχυρό επιχείρημα ενάντια σε αυτό που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει «τμήμα δημοσίων σχέσεων του Θεού».

Η αθεΐα ήταν από την αρχή «ένα εποικοδομητικό και δημιουργικό φαινόμενο», που ενδιαφερόταν όχι μόνο να γκρεμίσει την παλιά τάξη, αλλά και να στήσει ένα καινούριο κόσμο πάνω στον ορθολογισμό. Η ιστορία του αθεϊσμού θα μπορούσε να συνδεθεί με την ιστορία της πάλης ενάντια σε κάθε αρχή. Για να αρνηθεί κανείς τον Θεό δεν έφτανε απλά να αρνηθεί τον Θεό, θα έπρεπε να αρνηθεί τον αυτοκράτορα ή το βασιλιά που κυβερνούσε, τις κοινωνικές δομές που επέβαλλε στις ζωές των ανθρώπων, τις κοινωνικές σχέσεις που ρύθμιζε, τις ελπίδες που ενέπνεε και τις απόφαση που τους καθησύχαζαν.

Αν και τα παραπάνω ενέχουν μια αλήθεια, αυτό δεν σημαίνει ότι η διαμάχη ανάμεσα στην θρησκεία και τον αθεϊσμό δεν είναι παρά μόνο πολιτική κι όχι θεολογική. Για παράδειγμα, τον 16ο αιώνα, εκατοντάδες χριστιανοί έγραψαν χιλιάδες σελίδες αφορισμού των θεολογικών ιδεολογιών των αντιπάλων τους, και γεγονός ότι οι θεολογικές διαφορές μπορεί να είναι ένα κρυπτογράφημα για τις διάφορες πολιτικές ή κοινωνικές απειλές, είναι απλά μια απόχρωση του θέματος.

Στην Ελλάδα, οι λογικές δυσκολίες ενός παντοδύναμου και φιλάνθρωπου Θεού έγιναν αμέσως σαφείς όταν οι άνθρωποι άρχισαν να επεξεργάζονται έννοιες όπως η παντοδυναμία και η καλοσύνη. Σύμφωνα με τον Guardian, ό,τι χρειαζόταν κανείς για να είναι πνευματικά δύσπιστος στον Θεό που ασπαζόταν ο χριστιανισμός, τέθηκε σε ισχύ από την γέννηση του Εβραίου Ιησού-Γιαχβέ.

Υπό αυτό το πρίσμα, είναι αξιοσημείωτο όχι το γεγονός ότι υπάρχουν τόσοι άθεοι σήμερα, αλλά ότι υπήρχαν πάντα κάποιοι λίγοι ανά τους αιώνες της δόξας της χριστιανοσύνης, αλλά και αιώνες πριν από αυτήν. Αν και πολλοί θα έλεγαν ότι οι διώξεις που δέχονταν οι μη χριστιανοί ή οι άθεοι θα μπορούσαν να καταστείλουν τέτοιες τάσεις, στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να είναι ο κύριος λόγος του τόσο μεγάλου αριθμού άθεων. Δεδομένου ότι οι διώξεις δεν κατάφεραν να καταστείλουν άλλες διαφορετικές αιρέσεις, γιατί θα έπρεπε να καταστείλουν με επιτυχία τις πιο λογικά προφανείς και ριζικές αντιρρήσεις για το σύνολο της θεϊκής πίστης;

Μια απάντηση, είναι ότι ο αθεϊσμός ερχόταν πάντα δεύτερος. Η ύπαρξη του αθεϊσμού προϋποθέτει την ύπαρξη ενός Θεού, τον οποίο να απορρίπτει. Έτσι, πολλές φορές αθεϊσμός συνδέεται με την έννοια της «ασέβειας». Την ίδια στιγμή, η έννοια του Θεού είναι εξαιρετικά ευέλικτη: υπάρχουν περιπτώσεις που η έννοια «Θεός» είναι τόσο γενική ή παράξενη, ακόμη και βδελυρή, που ακόμα και οι πρώτοι χριστιανοί είχαν αντιμετωπισθεί ως άθεοι από τους ειδωλολάτρες γύρω τους.

Εντούτοις, επιχειρήματα κατά της δικαιοσύνης του Θεού, όπως αυτά που βλέπουμε στην Βαβυλώνα, δεν είναι τα επιχειρήματα κατά της ύπαρξής του: είναι επιχειρήματα ως προς τον χαρακτήρα του, τα οποία προϋποθέτουν ότι έχει έναν.

Ο σύγχρονος αθεϊσμός, με την έννοια της απόρριψης των χριστιανικών μονοθεϊστικών δογμάτων για το Θεό, δεν είχε ξεκινήσει πραγματικά μέχρι τον 18ο αιώνα. Όμως, από την Γαλλική Επανάσταση, η σύγχρονη δυτική κουλτούρα και πολιτισμός, πρότεινε επιχειρήματα, τα οποία εδραιώθηκαν τα επόμενα 100 χρόνια.

Παρόλο που τέτοιου είδους θέματα απασχολούν την φιλοσοφία, η μελέτη για το πώς αυτά τα επιχειρήματα εξαπλώθηκαν και συνδέθηκαν άρρηκτα με τις σύγχρονες κοινωνίες, αποδεικνύει ότι έχουν ιστορικές και πολιτικές βάσεις, και όχι φιλοσοφικές. Καθώς ήταν αδύνατο να διαχωριστεί ο χριστιανισμός από την χριστιανική εκκλησία, οποιαδήποτε μορφή αντίρρησης σε αυτόν καθορίστηκε από τον ρόλο της εκκλησίας στις διάφορες κοινωνίες.

Άν δούμε τις θρησκευτικές διδασκαλίες, από την σκοπιά της ηθικής παρά από πραγματική ή ιστορική θεώρηση, θα δούμε ότι η άποψη αυτή χρονολογείται τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα, όταν ο Καρδινάλιος Καίσαρ Μπαρόνιο υποστήριξε ότι, η Αγία Γραφή μας πληροφορεί για τον δρόμο προς τον παράδεισο και όχι πως θα είναι αυτός. Προωθώντας την έννοια της «θρησκευτικότητας ως πρότυπο ζωής και όχι ένα σύνολο επαληθεύσιμων προτάσεων», αυτό που έχει σημασία δεν είναι τα δόγματα (όπως το εάν η αιώνια καταδίκη ή ακόμα και η ανάσταση του Ιησού-Γιαχβέ είναι αληθής ή ψευδής) αλλά το εάν μια ζωή που καθοδηγείται από αυτές τις ιδέες είναι κάπως πλουσιότερη ή πληρέστερη. Ξέρουμε πως δεν είναι.

Αν αυτό είναι σωστό, τότε οι άθεοι που έχουν επικρίνει την θρησκεία έχουν θεαματικά χάσει το σημείο ευτυχίας, «στροβιλιζόμενοι σε θεολογικούς ανεμόμυλους».

Όμως, υπάρχουν και οι πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες που εμπλέκονται στις διάφορες διαμάχες και σχίσματα. Επομένως, οι μάχες δεν είναι μόνο πολιτικές ή μόνο μεταφυσικές: είναι στην πραγματικότητα ένα συνονθύλευμα και των δύο.

Για παράδειγμα, το βάρος της Αγγλικανικής εγκαθίδρυσης θα μπορούσε να προσφέρει ένα πολύ πιο ισχυρό κίνητρο για την αθεΐα. Αλλά η παρουσία της ακμάζουσας παράδοσης των αριστερών χριστιανών ενίσχυσε τις κοινωνικά συνειδητές μορφές της Αγγλικανικής πεποίθησης: η Καθολική Εκκλησία στην χώρα αυτή ήταν με την πλευρά των εργατικών τάξεων.

Ο Ρίτσαρντ Ντόκινς στο βιβλίο του, «Η περί θεού αυταπάτη» (The God Delusion, 2006), υποστηρίζει ότι ο αθεϊσμός δεν είναι δόγμα που βασίζεται σε γραφές που δεν έχουν αλλάξει για χιλιάδες χρόνια (όπως τα ιερά βιβλία σχεδόν όλων των θρησκειών), αλλά μια λογική παρατήρηση του κόσμου γύρω μας, βασισμένη στην επιστημονική μέθοδο. Αντίθετα ο χριστιανισμός, ο ιουδαϊσμός, το ισλάμ, οι οποίες είναι οι κυριότερες θρησκείες παγκοσμίως, κηρύσσουν σήμερα τα ίδια πράγματα που κήρυτταν και πριν από εκατονταετίες ενώ τα ιερά βιβλία τους έχουν παραμείνει ίδια χωρίς ανανέωση.

Το μόνο που άλλαξε είναι η ερμηνεία των ιερών κειμένων, τακτική που ακολουθείται για να συνυπάρχει η θρησκεία με τις αναμφισβήτητες σύγχρονες επιστημονικές αλήθειες. Παραδείγματος χάριν η ερμηνεία των ιερών βιβλίων του χριστιανισμού καταδίκασε τον Γαλιλαίο σε θάνατο επειδή υποστήριζε ότι η Γη κινείται ενώ ακριβώς τα ίδια βιβλία θεωρούν σήμερα ότι η Μεγάλη Έκρηξη είναι απολύτως συμβατή με την χριστιανική διδασκαλία, εφ’ όσον ο θεός με έκρηξη έπλασε τον κόσμο, δηλαδή ότι βολεύει την ύπαρξή τους και την τσέπη τους.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι από την περίοδο της ακμής του αρχαίου κόσμου, μέχρι και σήμερα, η αθεΐα δεν ήταν ανεκτή από την Πολιτεία. Η Πολιτεία προστάτευε τους θεούς και η ποινή του θανάτου περίμενε τους άθεους. Μόνο μετά τα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς τα θρησκευτικά ήθη έχουν χαλαρώσει, η αθεΐα κάνει ξανά την εμφάνισή της σε πλατιές μάζες και πολλοί διάσημοι και επώνυμοι της εποχής διατυμπάνιζαν την άρνηση των θεών.

Εν τούτοις, παρά τις αυστηρές ποινές, φωτισμένα μυαλά και διανοητές με πρωτοπόρα σκέψη δεν δίστασαν να ερευνήσουν το θέμα της θρησκείας, της καταγωγής των θεών, της προέλευσης του θρησκευτικού συναισθήματος, και να διατυπώσουν τολμηρές, λογικές κι αυταπόδεικτες απόψεις πάνω στα ζητήματα αυτά, απόψεις, που όσο και εάν ήταν σε πολλές περιπτώσεις συγκεκαλυμμένες τους έφεραν αντιμέτωπους με τους κρατούντες και τους νόμους, με αποτέλεσμα να γνωρίσουν διώξεις ή να αναγκαστούν να πιουν το κώνειο.

Το μικρό αυτό άρθρο είναι αφιερωμένο σ’ αυτούς τους θαρραλέους διανοητές, που έζησαν και έδρασαν στην αρχαία Ελλάδα.

Ο ανθρώπινος νους είναι ένα θαυμάσιο αριστούργημα, αλλά μπορεί επίσης να είναι ένας επικίνδυνος αφέντης

Ο ανθρώπινος νους είναι ένα υπέροχο αριστούργημα που έχει τεράστιες δυνατότητες.

Οι περισσότερες από τις δυνατότητες, ωστόσο, παραμένουν αχρησιμοποίητες στους περισσότερους ανθρώπους, αφού δεν είμαστε εμείς οι υπεύθυνοι για τα πράγματα, ο νους μας παίρνει τον έλεγχο. Σπεύδει στη ζωή μαζί μας σαν ένα αυτοκίνητο που τρέχει χωρίς οδηγό, προκαλώντας μας συνεχή ταλαιπωρία και θλίψη. Αλλά αν μπορούσαμε να τον ελέγξουμε, η ζωή μας θα άλλαζε εντελώς. Αυτή η τρελή ταχύτητα θα άλλαζε σε έναν όμορφο, δημιουργικό χορό, δίνοντάς μας ευτυχία αντί για πόνο. Το ερώτημα λοιπόν είναι, πώς μπορούμε να αναλάβουμε τον έλεγχο του Νου μας;

Η Φύση του Νου

Προκειμένου να ελέγξουμε κάτι, πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε αυτό που μας ενδιαφέρει, οπότε πρέπει να γνωρίζουμε το μυαλό μας για να είμαστε υπεύθυνοι γι ‘αυτό. Το πιο σημαντικό πράγμα που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι δεν είναι κάτι που υπάρχει ξεχωριστά, μεμονωμένα, σαν κάποιο άψυχο αντικείμενο. Ο νους δεν είναι ένα αντικείμενο – είναι μια διαδικασία. Η διαδικασία συνεχούς ροής των σκέψεων. Αυτό το ρεύμα των σκέψεων είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως τον Νου. Όταν αυτές οι σκέψεις εξαφανιστούν, ο νους εξαφανίζεται μαζί τους, καθώς αυτά τα δύο μπορούν να υπάρξουν μόνο μαζί. Ο βασικός χαρακτήρας των σκέψεων είναι ότι βρίσκονται σε συνεχή κίνηση, και αυτή η κίνηση, σχεδόν αυτόματα δημιουργεί τον νου.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του νου μας είναι ότι συνεχώς περιπλανάται: λειτουργεί σε μια κατάσταση αυτόματου τρόπου λειτουργίας. Οι σκέψεις έρχονται και πηγαίνουν όλη την ώρα. Αν προσπαθήσουμε να τις καταστείλουμε, είναι δυνατό μόνο με σημαντικές προσπάθειες, και μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του ξύπνιου μας, ο Νους μας περιπλανάται είτε στο παρελθόν είτε στο μέλλον, στις σκέψεις που κάνουμε μας ασχολούμαστε με τις εμπειρίες του παρελθόντος, τα αδικήματα που έχουμε υποστεί στο παρελθόν ή με τα μελλοντικά μας σχέδια, τους στόχους και τους φόβους μας.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του νου μας είναι ότι συνεχώς αξιολογεί τα πράγματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν ζούμε απλά μέσα από τις εμπειρίες μας, αλλά τις κατηγοριοποιούμε σε καλές ή κακές. Κρίνουμε όλα όσα συμβαίνουν σε εμάς και σε όλους που συναντάμε στη ζωή μας. Αυτή η μόνιμη κατηγοριοποίηση μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε μια παραμορφωμένη αντίληψη του κόσμου, καθώς αξιολογούμε τις νέες εμπειρίες μας σύμφωνα με αυτές τις κατηγορίες. Εάν βρούμε μια αρνητική εμπειρία, θα έχουμε την τάση να διατηρήσουμε – και να ενισχύσουμε – αυτή την κατηγορία για παρόμοιες εμπειρίες στο μέλλον. Επομένως, η αντίληψή μας θα είναι επιλεκτική και θα δεχτούμε μόνο τα ερεθίσματα που ενισχύουν την κατηγοριοποίησή μας. Επίσης, τείνουμε να αγνοούμε εκείνα που δεν εμπίπτουν στις συνήθεις κατηγορίες μας.

Το τρίτο σημαντικό χαρακτηριστικό του νου είναι ότι παράγει μόνιμα ιστορίες. Αυτές οι ιστορίες έχουν συχνά ένα καταστροφικό τέλος. Για παράδειγμα, ξαφνικά προσπαθώ να θυμηθώ αν κλείδωσα την πόρτα του σπιτιού μου ή όχι. Το μυαλό κατασκευάζει αμέσως μια ολόκληρη ιστορία γύρω από την ιδέα: το άφησα ανοικτό, ήρθε ένας διαρρήκτης, τα τιμαλφή μου κλέφτηκαν και η αστυνομία, αντί να κυνηγήσει τον κλέφτη, θα με βασανίσει με τις ερωτήσεις τους. Συχνά βιώνουμε το τέλος τους και τις συναισθηματικές συνέπειες αυτών των ιστοριών. Ένας άλλος τύπος ιστοριών ασχολείται με εμάς, με το ποιοι είμαστε, τι μας αρέσει, τι πρέπει να κάνουμε ή τι έπρεπε να κάνουμε. Το σύνολο αυτών των ιστοριών περιλαμβάνει τις προσωπικές μας ιστορίες.

Ένα Ανόητο Παιχνίδι

Οι περισσότεροι άνθρωποι τείνουν να ταυτίζονται με τις σκέψεις τους και τις προσωπικές τους ιστορίες, δηλαδή με τον Νου τους. Πολλοί από εμάς δεν είμαστε ικανοποιημένοι από αυτό που είμαστε και θα θέλαμε να έχουμε μια καλύτερη και πιο όμορφη προσωπική ιστορία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δημιουργούμε μια διανοητική εικόνα της επιθυμητής προσωπικής εξέλιξής μας και των τρόπων για να καταστήσουμε αποτελεσματικότερη τη λειτουργεία του νου μας.

Προκειμένου να επιτύχουμε τη διανοητική εικόνα που έχουμε δημιουργήσει, ξεκινάμε ένα ανόητο παιχνίδι, καθώς προσπαθούμε να φέρουμε τον νου μας υπό τον έλεγχό μας και να είμαστε οι κύριοι της δικής μας ανάπτυξης. Δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε τη φύση του Νου, αυτό το εγχείρημα προορίζεται να αποτύχει εξ αρχής.

Αυτό το παιχνίδι είναι ανόητο, αφού στην πραγματικότητα ο μισός νους προσπαθεί να φέρει το άλλο μισό του υπό έλεγχο. Ο ίδιος ο Νους μας θεωρεί τη δική μας νοητική εικόνα της προσωπικής μας ανάπτυξης καλή. Ταυτόχρονα, αυτό το μισό του Νου θεωρεί το άλλο μισό, αυτό που θέλουμε να αλλάξουμε, κακό. Οι νοητικές εικόνες μάχονται η μία εναντίον της άλλης, προσπαθώντας να ξεπεράσουν η μία την άλλη, χρησιμοποιώντας τα όπλα της εκλεκτικής αντίληψης και της κατασκευής ιστοριών. Ο αγώνας συνεχίζεται καθ’ όλη τη ζωή μας. Μερικές φορές πιστεύουμε ότι σημειώνουμε κάποια πρόοδο, βελτιωνόμαστε, και μερικές εβδομάδες, μήνες ή χρόνια αργότερα πέφτουμε στην άβυσσο της απελπισίας.

Πολλοί από εμάς παίζουμε αυτό το ανόητο παιχνίδι καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, διότι δεν είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε το απλό γεγονός ότι ο Νους είναι ανίκανος να ξεπεράσει τον εαυτό του. Μπορούμε, ίσως, με τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια, να καταστείλουμε αυτό που πιστεύουμε ότι είναι κακό σε εμάς. Αυτό όμως είναι απλώς μια εικονική νίκη, οδηγώντας μας σε μια εικονική ηρεμία και προσωπική ανάπτυξη, γιατί όταν η δύναμη μας μειωθεί, οι καταπιεσμένες δυνάμεις ξεσπούν και πάλι, καταστρέφοντας όλα τα προσωρινά αποτελέσματα που έχουμε επιτύχει προηγουμένως, πετώντας έξω τα αποτελέσματα της προσωπικής μας ανάπτυξης.

Η Ελευθερία της Ανεκτικότητας

Τώρα μπορούμε να δούμε ότι ο δρόμος που οδηγεί στον έλεγχο μας πάνω στο μυαλό μας δεν οδηγεί στην καταστολή του. Δεν είναι δυνατόν να ελέγξουμε τον Νου με τη συνήθη έννοια της λέξης. Εν μέρει επειδή υπάρχει μόνο στις εργασίες και τη λειτουργία του, και εν μέρει επειδή δεν υπάρχει κανείς να τον ελέγξει. Το ήμισυ του Νου, όπως είδαμε, δεν ελέγχει, καταστέλλει μόνο το άλλο μισό.

Για να μπορέσουμε να ελέγξουμε τον νου, πρέπει να βγούμε “έξω” από αυτόν. Αυτή η δήλωση μπορεί να ξαφνιάζει πολλούς από εμάς, αφού τείνουμε να ταυτιζόμαστε πλήρως με τον νου μας και τις λειτουργίες του. Όσο αυτή η ταυτοποίηση είναι ισχυρή, δεν θα μπορέσουμε να βγούμε έξω από τον τρελό χορό του μυαλού μας. θα πρέπει να υποφέρουμε απλώς τις συνέπειές της.

Σήμερα, όμως, όλο και περισσότεροι από εμάς αρχίζουν να συνειδητοποιούν και να βιώνουν ότι είμαστε κάτι περισσότερο από τον νου μας, κάτι περισσότερο από τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας, και από την προσωπική ιστορία που δημιουργούν αυτές οι σκέψεις και τα συναισθήματα. Η προσοχή μας δεν είναι πλέον πλήρως αφοσιωμένη στο να λέει την προσωπική ιστορία μας και ταυτισμένη με αυτή την προσωπική ιστορία, και γινόμαστε όλο και πιο ευαίσθητοι στις βαθύτερες διαστάσεις της ζωής μας. Αρχίζουμε επίσης να παρατηρούμε τα διαλείμματα μεταξύ των σκέψεων και αρχίζουμε να στρεφόμαστε προς αυτές τις πύλες που οδηγούν πέρα ​​από τον Νου.

Σε αυτά τα διαλείμματα μεταξύ των σκέψεων, ο νους δεν λειτουργεί, δεν υπάρχει – απλώς εξαφανίζεται. Αυτό που έχει απομείνει εκεί είναι η επίγνωση σε εγρήγορση, που παρακολουθεί με προσοχή. Εάν είμαστε σε θέση να εμβαθύνουμε σε αυτή την συνειδητή επίγνωση, αναγνωρίζουμε ότι είναι ανεκτική με τον Νου και τις λειτουργίες του. Θα δούμε ότι δεν υπάρχει τίποτα λάθος με τις σκέψεις, τίποτα λάθος με τις λειτουργίες του νου. Δεν είναι απαραίτητο να αγωνιζόμαστε ενάντια στον νου, γιατί δεν είναι εχθρός, αλλά ένα όργανο που, χωρίς έλεγχο, τείνει να λειτουργεί χαοτικά.

Έχουμε μόνο την ευκαιρία να γνωρίσουμε την αληθινή φύση των σκέψεων και των λειτουργιών του νου, αν απομακρυνθούμε από αυτές, κρατήσουμε μια απόσταση και δεν τις θεωρήσουμε εχθρούς. Θα αποκαλύψουν τα μυστικά τους στη Συνειδητή Επίγνωση, παρακολουθώντας τες με αγάπη, και θα δούμε τις λεπτές αποχρώσεις του Νου, τα παιχνίδια που παίζει και τα όνειρα που προκαλεί.

Ελέγχοντας τον Νου

Αυτή η ανεκτική, με εγρήγορση και επίγνωση στάση απέναντι στις λειτουργίες του νου θα μας δώσει τη δυνατότητα να σταματήσουμε τη σκέψη μας αβίαστα. Όταν η σκέψη έχει ανασταλεί, η συνεχής ροή των σκέψεων σταματάει, ο ίδιος ο νους εξαφανίζεται και σταματά να λειτουργεί.

Τώρα δεν θα αναζητήσουμε τη δική μας ταυτότητα σε μια ταύτιση με τον Νου, αφού έχουμε βρει το πραγματικό μας κέντρο, τον πραγματικό μας εαυτό, τη συνειδητή μας επίγνωση σε εγρήγροση. Θα γνωρίζουμε ότι οι σκέψεις και ο νους δεν έχουν εξαφανιστεί, είναι ακόμα εκεί, αλλά σε αδρανή κατάσταση. Η στάση μας στις σκέψεις και στον νου θα αλλάξει εντελώς εκείνη τη στιγμή. Σκεφτόμαστε όταν είναι απαραίτητο και δεν χρειαζόμαστε τον νου, τον βάζουμε στην άκρη. Το μυαλό δεν κυριαρχεί πλέον στη ζωή μας, δεν είναι κάτι παραπάνω από ένα υπάκουο εργαλείο που χρησιμοποιούμε ή δεν χρησιμοποιούμε όπως θέλουμε.

Τότε είναι που συνειδητοποιούμε πόσο θαυμάσιο εργαλείο είναι ο Νους, και τώρα μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε για τον αρχικό του σκοπό. Και ο σκοπός του Νου είναι να χρησιμεύσει ως μέσο σύνδεσης, να μας συνδέει με τον κόσμο, τον έναν με τον άλλον. Μέσω του νου, με συνειδητή επίγνωση, οι δημιουργικές ενέργειες απελευθερώνονται στον κόσμο και δημιουργούν μια υπέροχη αρμονία.

Συναισθήματα: εσύ επιτρέπεις, εσύ απαγορεύεις! Εσύ επιλέγεις!

Συναισθήματα. Μέρα, και νύχτα γεμίζεις και αδειάζεις από αυτά, άυλες έννοιες αναντικατάστατες για την ζωή σου! Κάθε στιγμή και μια αίσθηση κάθε στιγμή και μια ανάγκη να την αγγίξεις πέρα από την λογική εγκεφαλική εξήγηση.

Στην βιβλιογραφία καταγράφεται πως ο φιλόσοφος Αριστοτέλης προσπάθησε να προσδιορίσει τον ακριβή αριθμό των βασικών συναισθημάτων. Αυτά αναφέρονται ως τα 14 ανάγωγα συναισθήματα και τα οποία περιέγραψε ως: φόβο, εμπιστοσύνη, θυμό, φιλία, ηρεμία, εχθρότητα, ντροπή, αναίδεια, κρίμα, ευγένεια, φθόνο, αγανάκτηση, άμιλλα και περιφρόνηση.

Μια από τις σημαντικές νεότερες θεωρίες, είναι ο τροχός των συναισθημάτων του Robert Plutchik, που εντοπίζει οκτώ βασικά συναισθήματα: Χαρά, θλίψη, εμπιστοσύνη, αηδία, φόβο, θυμό, έκπληξη και αναμονή.

Άλλες θεωρίες καταγράφουν μόνο τέσσερα συναισθήματα: Ευτυχία, θλίψη, θυμό, φόβο. “Οι ερευνητές θεωρούν πως οι σύνθετες παραλλαγές των συναισθημάτων έχουν εξελιχθεί από τις παραπάνω θεμελιώδεις δομικές μονάδες στη διάρκεια των χιλιετιών.”

Τόση έρευνα από αρχαιοτάτων χρόνων κι όμως ακόμη ο κόσμος των συναισθημάτων παραμένει σαν άλυτο μυστήριο! Τα αισθάνεσαι μέσα σου, τα βιώνεις στην καθημερινότητά σου μα σε τάξη δεν έχεις καταφέρει να τα βάλεις! Να τα ελέγχεις και να μην σε ελέγχουν! Να κρατάς τα ωφέλιμα, τα συναισθήματα της χαράς, της ηρεμίας, της ευγένειας και να μην επιτρέπεις να σε τρώνε όλα τα αρνητικά συναισθήματα! Να τα αισθάνεσαι ναι! Να υπάρχουν στη ζωή σου ναι αφού είναι τρόπος έκφρασης όμως το σημαντικό στα αρνητικά συναισθήματα είναι να κατακτήσεις την αδυναμία εκτόνωσής τους!

Στον θυμό σημαντικός υπεύθυνος είναι ο εγωισμός! Χρειάζεται μια ειλικρινής συζήτηση με την φωνή μέσα σου. Η παραδοχή στον εαυτό σου αυτού που σου θρέφει τον θυμό σου είναι η αρχή στο ήμισυ του παντός… Η αναγνώριση και αποδοχή αυτού που σου τον ταΐζει είναι η λύση στο πρόβλημά σου!

Πολλοί μπερδεύουν την αποδοχή με την πλήρη παράδοση και την άνευ όρων αποδοχή όλων όσων σου προκαλούν θυμό!

Το να τα καταπίνεις όλα και να βράζεις μέσα σου δεν είναι η λύση! Το να βρίσκεις την ρίζα της αιτίας, να αποδέχεσαι πέρα από εγωισμούς τα αίτια αυτά και να μπορείς να προχωράς χωρίς να μένεις στο θυμό είναι η λύση! Ο θυμός υποχρεώνει τα κύτταρά σου σε έναν άναρχο πολεμικό χορό. Πάλλονται, χτυπάνε το ένα δίπλα στο άλλο, πληγιάζουν και πληγιάζονται, πληγώνουν και πληγώνονται. Τι όμορφο υπάρχει στο να πληγώνεις; Σε βοηθά κάπου στη ζωή σου; Στη φωτίζει;

Η θλίψη είναι ένα συναίσθημα που πηγάζει από πολλές αιτίες. Ασθένεια, απώλεια, χωρισμός, ανεργία κτλ. Πώς να ζητήσεις από έναν άνθρωπο που βιώνει αυτό το συναίσθημα να έρθει αντιμέτωπος με το αίτιο που του το προκαλεί! Πώς να ζητήσεις από έναν άνθρωπο να έρθει ακόμη πιο κοντά ακούγοντας τη φωνή μέσα του να του μιλά για το “χειροπιαστό”, υπαρκτό πρόβλημά του; Ο άνθρωπος αυτός έχει ανάγκη από τη λύση του! Να βρει δουλειά, να θεραπευτεί, να ξαναγυρίσει στη ζωή του όπως ήταν!

Η αλήθεια είναι πως τίποτα και κανείς δεν μπορεί να του το εξαφανίσει! Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να του το ξεριζώσει τη στιγμή που αισθάνεται θλίψη. Αυτό που μπορεί να συμβεί όμως είναι να του το απαλύνει! Να του αλαφρώσει έστω και λίγο το πλάκωμα που αισθάνεται στο στήθος! Σιγά σιγά! Θέλει χρόνο!

Η παρουσία ενός ανθρώπου δικού σου κοντά σου, μία αγκαλιά, το σιωπηλό κράτημα του χεριού σου. Η παρουσία που δεν χρειάζεται να μιλήσει με κουβέντες αλλά με άγγιγμα ψυχής! Αυτό που σε οδηγεί να κλαις πιο πολύ μα σε λυτρώνει ταυτόχρονα γιατί αισθάνεσαι πως μόνος δεν είσαι!

Η επαφή με τη φύση, το περπάτημα στο δάσος είναι θεραπευτικό, το γυμνό περπάτημα στη θάλασσα πλάι στους ήχους της είναι λυτρωτικό! Οι βαθιές ανάσες σε ένα περιβάλλον με καθαρό οξυγόνο είναι ανακουφιστικές!

Η κλασσική μουσική ηρεμεί και χαλαρώνει. Η αρχαία ελληνική μουσική κατά τους αρχαίους Έλληνες θεραπεύει κάθε πάθηση!

Η ενασχόληση με οτιδήποτε μπορεί να σε βοηθήσει να αφήσεις την κατάσταση αυτή πίσω και να αρχίσεις την ζωή σου με τα νέα δεδομένα. Η συγγραφή των σκέψεων που τριγυρνούν μέσα σου ή η ζωγραφική! Όταν κάτι απεικονίζεται είναι πιο εύκολο να γίνει αντιληπτό.

Βίωσε την θλίψη σου μα μην την δεις ως λύση στο πρόβλημά σου! Είναι έκφραση αυτών που αισθάνεσαι, η λύση είναι να συνεχίσεις από εκεί ακριβώς που έχεις βρεθεί! Προχώρα στο εδώ και τώρα σου και κοίτα μπροστά γιατί πίσω δεν μπορείς να επιστρέψεις!

Ο φόβος είναι το συναίσθημα που νιώθεις όταν κινδυνεύεις ανεξαρτήτως αν ο κίνδυνος είναι υπαρκτός ή πλασματικός. Το πρόβλημα με το συναίσθημα του φόβου είναι πως σε ένα μεγάλο ποσοστό οι φόβοι μας είναι πλασματικοί. Ο άνθρωπος φοβάται το άγνωστο αυτό που κάποιοι το ονομάζουν και ως “αύριο” και λησμονούν να ζήσουν αυτό που υπάρχει στην ζωή τους ως σήμερα ως “τώρα”. Ανησυχούν συνέχεια για το τι “θα” συμβεί σε όλους τους τομείς της ζωής τους μα δεν αντιλαμβάνονται πως το “αύριο” το διαμορφώνει η επιλογή του σε κάθε “τώρα”! Όταν αδειάσεις τις σκέψεις σου μόνο τότε θα πάψεις να φοβάσαι!

Η ευτυχία είναι το συναίσθημα της πληρότητας, της ψυχικής ικανοποίησης του ανθρώπου. Άφησα την ευτυχία στο τέλος επειδή πίστευα πως θα μου ήταν εύκολο να μιλήσω γι αυτή! Κι όμως ο άνθρωπος της σημερινής κοινωνίας έχει γίνει ένας αγωνιώδης θηρευτής ευτυχίας. Την ψάχνει σε ψευδαισθήσεις, την ψάχνει με πάθος και ένταση στα χρήματα, στην προσωπική προβολή, στην τεχνολογία θέλοντας να την κατακτήσει μέσα από όλα όσα του προβάλλουν ως “ανάγκη” στη ζωή του! Εκείνος παύει να ακούει την φωνή μέσα του και γεμίζει την ψυχή του με φωνές ξένες και μακριά από εκείνον. Ακούει τη φωνή της κοινωνίας, των ΜΜΕ, των θρησκευτικών δογμάτων, των πολιτικών και όλων όσων επιδιώκουν να του πλασάρουν τον δικό τους τρόπο, την δική τους ευτυχία…

Ευτυχία είναι η απουσία κάθε είδους ανησυχίας, ευτυχία είναι η πληρότητα, ευτυχία είναι να ζεις τη στιγμή σου με την πρόθεση πως ότι κι αν συμβαίνει στη ζωή σου όπως κι αν φαίνεται, αρνητικό ή θετικό, εσύ κάνεις ό,τι περνά από το χέρι σου για να οδηγηθείς στο ωφέλιμο για εσένα μονοπάτι.

Η ευτυχία είναι τόσο προσωπική για τον καθένα και είναι η στιγμή που η ψυχή του αισθάνεται γεμάτη!
Άδειασε από ψευδαισθήσεις και θα αρχίσει σιγά σιγά η ευτυχία να σε γεμίζει χωρίς να σε πνίγει…

Η ζωή σου μια αλληλουχία συναισθημάτων, ο κόσμος γύρω σου ένα μπουκέτο ερεθίσματα έτοιμα να ανθίσουν την ψυχή σου. Επίλεξε τα λουλούδια που θα βάλεις στο βάζο σου. Επίλεξε τις ευωδιές που θες να σε ακολουθούν. Απομάκρυνε κάθε τι που τρέφεται σαν ζιζάνιο από εσένα και δημιούργησε το τοπίο που σε κάνει χαρούμενο, ευτυχισμένο και γαλήνιο.
Γιατί στην διαδρομή των συναισθημάτων…

Εσύ επιτρέπεις, εσύ απαγορεύεις! Εσύ επιλέγεις!

Ελληνικός πολιτισμός: η έννοια του Βαρβάρου

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ

1. Είναι πασίδηλο ότι οι Έλληνες εισήγαγαν τον όρο «βάρβαροι» για να διακρίνονται από τους μη Έλληνες, εκείνους δηλαδή που δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα με αυτούς. Είναι πιθανό η προέλευση του όρου, που ανάγεται στον Όμηρο, προέρχεται από μια ονοματοποιία. Στην κλασική εποχή, ο κόσμος των βαρβάρων εκτεινόταν από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας μέχρι τις ακτές της Ισπανίας. Ωστόσο, ανάμεσα σε αυτούς τους «βαρβάρους», υπήρχαν και εκείνοι που ενσάρκωναν κατ' εξοχήν αυτούς τους «άλλους» από τους οποίους ήθελαν να διακριθούν οι Έλληνες: δηλαδή από τους κατοίκους της απέραντης περσικής αυτοκρατορίας. Οι Έλληνες χρειάστηκε να τους αντιμετωπίσουν νικηφόρα κατά τη διάρκεια των περσικών πολέμων.

2. Ο Ηρόδοτος έγραψε σχετικά για αυτούς τους πολέμους και είναι αυτός που συνέβαλε περισσότερο από κάθε άλλον στη σφυρηλάτηση της εικόνας του βαρβάρου, ακόμη κι αν ένιωθε για αυτούς που τους περιέγραψε ως τέτοιους όχι μόνο περιέργεια, αλλά ακόμη και μια συμπάθεια, για την οποία οι επικριτές του θα τον κατηγορούσαν. Ο Ηρόδοτος περιγράφει τον βάρβαρο ως τον κατ’ εξοχήν άλλο, που διαφέρει θεμελιωδώς από τον Έλληνα ως προς το ότι πρωτίστως είναι υποταγμένος σε μια δεσποτική εξουσία, αυτή του βασιλιά, ενώ ο Έλληνας είναι ελεύθερος άνθρωπος. Στη συνάφεια τούτη τον χαρακτηρίζει περαιτέρω η αμετρία, η υπερβολή και η ύβρις, σε αντίθεση με την αίσθηση της τάξης, που είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Έλληνα.

3. Η ιστορία της μάχης της Σαλαμίνας είναι πολύ διδακτική από αυτή την άποψη: αντιμέτωπα με τα ελληνικά πλοία που προχωρούσαν με παραδειγματική τάξη, τα περσικά πλοία παρουσιάστηκαν με σύγχυση και αταξία, και οι απώλειές τους ήταν όλο και πιο βαριές καθώς οπισθοχωρούσαν χωρίς να διατηρούν καμία συνοχή. Αλλά αυτή η ετερότητα του βαρβάρου δεν είναι απαραίτητα αρνητική: είναι μόνο το αντίθετο του πολιτισμού που ενσαρκώνει ο Έλληνας. Αυτή η σύλληψη του βαρβάρου ως του απόλυτου άλλου θα διατηρηθεί, ακόμη και όταν η ασύλληπτη για τον κοινό νου εκστρατεία του Μέγα Αλέξανδρου, που είχε συνείδηση ότι είναι Έλληνας, στα βάθη της Ανατολής έφερε πολλούς από αυτούς τους ανατολίτες βαρβάρους στον Ελληνικό πολιτισμό.

ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ: ΜΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Είναι κοινώς παραδεκτό ότι οι βασικοί άξονες της σκέψης του Σωκράτη εντάσσονται στο πνευματικό κίνημα του σοφιστικού διαφωτισμού. Η ενδότερη συγγένειά του με τους σοφιστές είναι περισσότερο αισθητή σε θέματα που σχετίζονται με την κριτική του μύθου, τη φιλοσοφική κατανόηση του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους της κοινότητας, την καλλιέργεια πολιτικών και παιδαγωγικών ενδιαφερόντων, την παιδευτική σημασία του λόγου και του έλλογου πράττειν. Αλλά και η πρακτική όψη της φιλοσοφικής του δραστηριότητας παρουσιάζει τα ίδια σχεδόν γνωρίσματα με εκείνα των σοφιστών: η διδασκαλία του συνδέεται με τις έγνοιες και τους προβληματισμούς των νέων ανθρώπων, οι συζητήσεις με τους συμπολίτες του, όπως π.χ εκείνη με τον Ευθύφρονα, λαμβάνουν συχνά διαφωτιστικό χαρακτήρα, η κριτική διάθεση της σκέψης του τείνει να αυτοθεμελιώνει τον διαπαιδαγωγητικό της ρόλο, η θεωρητική του βλέψη αμφισβητεί ευθέως την προσήλωση σε εδραιωμένα δόγματα και αναζητεί νέα παιδευτικά πρότυπα.

Κι όμως ο Σωκράτης διαφέρει ουσιαστικά από τους σοφιστές. Η διαφορετικότητα που χαρακτηρίζει τις δύο πλευρές προωθεί νέους αναπροσδιορισμούς στη φιλοσοφική κατανόηση της παιδείας και σε γνωσιο-οντο-λογικό επίπεδο επιδρά καταλυτικά στην περαιτέρω εξέλιξη του φιλοσοφικού στοχασμού. Οι σοφιστές ομιλούν για μόρφωση, ο Σωκράτης για δια-μόρφωση1. Οι πρώτοι υπερασπίζονται την υποκειμενικότητα της γνώμης και την απόλυτη σχετικότητα της γνώσης, ο δεύτερος υπερασπίζεται την υποκειμενικότητα της σκέψης στη βάση της διαμόρφωσης ελεύθερης αυτοσυνείδησης ή πνευματικής απελευθέρωσης του εαυτού2. Εκείνοι υποτάσσουν το λόγο στην υπηρεσία της ρητορικής και ανασημαίνουν τα πράγματα δυνάμει της λεκτικής τους αναπαράστασης· ο Σωκράτης ανευρίσκει στο λόγο τη λογική μέθοδο πρωτίστως και δι’ αυτής προχωρεί στη σύλληψη της αλήθειας. Κατ' αυτό τον τρόπο, ο λόγος για τους σοφιστές είναι αντί-λογος, για τον Σωκράτη στοχαστικός κριτής των ανθρώπων και των πραγμάτων3. Με δεδομένη αυτή την αντιθετική ενότητα σκέψης, από την οποία εκπήγασε ο σωκρατικός διάλογος, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ότι αυτή η χρονικά πρώτη μορφή διασκεπτικού φιλοσοφείν δεν αποτελεί απλώς στιγμή -έστω και σημαντική- της ιστορίας της φιλοσοφίας, αλλά κυρίως αναγκαία μεθοδολογική αρχή για να πραγματοποιείται η φιλοσοφία ως ολοκληρωμένη παιδεία του ανθρώπου.

II. ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ

Στην έννοια της παιδείας έβλεπε κανείς την εποχή του Σωκράτη κι ακόμα περισσότερο βλέπει σήμερα μια πολύτροπη πράξη που αφορά την ανατροφή των παιδιών, την εκπαίδευση, τη μόρφωση, την αγωγή, τη διδασκαλία, τα μαθησιακά αποτελέσματα, το διδαχθέν αντικείμενο, την ειδική γνώση στην επιστήμη και στην τέχνη, τη γενική και καθολική κουλτούρα. Στην ουσία πρόκειται για μια ανεξάντλητη πράξη, η οποία, επειδή είναι τόσο ανεξάντλητη, δεν μπορεί να προσδιορίζεται επακριβώς γι' αυτό και κάθε απόπειρα οριστικής εννόησης της παιδείας έχει νόημα περισσότερο ως ιδεολογική περιχαράκωση της παρά ως αυθεντική σύλληψη της4. Θα μπορούσε κανείς ωστόσο να ξεκινήσει από ορισμένες διαχρονικές σταθερές, οι οποίες αναδείχνουν την παιδεία, ανεξάρτητα από την επί μέρους κατηγοριοποίηση της σε εκπαίδευση, μόρφωση, αγωγή κ.λπ., ως συστατική λειτουργία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η πρώτη σταθερά είναι ότι η παιδεία αποτελεί καθαρά ανθρώπινο επίτευγμα και θεμελιώνεται ως σχέση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα: ανάμεσα σε ένα Εγώ και σε ένα Εσύ, ανάμεσα στη μητέρα και στο παιδί, ανάμεσα στο δάσκαλο και στο μαθητή. Κατά τη δεύτερη σταθερά, η παδεία ως σχέση συνιστά μια σχέση συνείδησης, η οποία εκτείνεται σε όλη τη διάρκεια του πεπερασμένου βίου και διακρίνεται για την αμοιβαία ευθύνη και ελευθερία των συνιστωσών της. Μια τρίτη σταθερά έχει να κάνει με τον παιδαγωγικό χαρακτήρα αυτής της σχέσης, με τη μάθηση, την ηθική ενέργεια, την αισθητική καλλιέργεια, τις μετα-φυσικές ανησυχίες και με κάθε παρόμοιο έργο που ανυψώνει το ανθρώπινο ον πάνω από τη φυσική του ατομικότητα, δηλαδή το καθιστά πρόσωπο5. Μια τέταρτη σταθερά αφορά τις μορφές γνώσης που του καλλιεργούν το νου και το χαρακτήρα, έτσι ώστε να μπορεί να θεωρεί τα όντα και να κατακτά την πνευματική του αυτονομία. Μια πέμπτη σταθερά σχετίζεται με τη γενικότερη σημασία των αξιών στην αγωγή και παιδεία του ανθρώπου.

Αυτές οι σταθερές συνέχονται και αλληλονοηματοδοτούνται υπό την ισχύ του ερωτήματος "τι είναι παιδεία". Το ίδιο το ερώτημα ως τέτοιο ανάγεται απευθείας στο σωκρατικό ερώτημα «τί εστίν;»6· έχει επομένως φιλοσοφικό υπόβαθρο και συνάπτει τις διερευνήσεις γύρω από την έννοια της παιδείας με την ποιοτική κατεύθυνση του σωκρατικού ερωτήματος. Αλλά εδώ μπορούμε να διερωτηθούμε: Ποια γνωρίσματα της ποιοτικής του κατεύθυνσης οντοθέτει το σωκρατικό ερώτημα; Οντοθέτει την αμφισβήτηση του δεδομένου ή ιδεολογικοποιημενού, την απομυθοποίηση της παντοδυναμίας του, την απελευθέρωση της ουσίας του πράγματος από την ανύποπτη βεβαιότητα της αναπόδεικτης γνώμης αλλά και από την δεσπόζούσα επαγγελματικο-τεχνική γνώση που στήριζε το όλο κοινωνικο-πολιτικό οικοδόμημα, την ανάδειξη της εκάστοτε παρουσίας του σε αντικείμενο του κριτικού λόγου. Κατ' αυτό τον τρόπο, η θεμελιώδης προϋπόθεση παιδείας συμπίπτει με την εκδίπλωση της ζωντανής σκέψης και με μια διαλογιστική διείσδυση, η οποία ορθώνει απέναντι στη σοφιστική μέθοδο της υποκειμενικής οριοθέτησης της αλήθειας τη διαλογική μέθοδο απορητικής ζήτησης της αλήθειας και καλλιεργεί έτσι την ικανότητα -όχι απλώς τη δεξιότητα- για αυτοκατευθυνόμενη αγωγή του ανθρώπου.

Αλλά ποιο συγκεκριμένο νόημα λαμβάνει η καλλιέργεια αυτής της ικανότητας; Μια ουσιαστική θεώρηση του σωκρατικού ερωτήματος, κατ’ αρχάς, δείχνει ότι το ερώτημα εν γένει μαρτυρείται μέσα στην ηθική συνείδηση και υποδηλώνει συγκεκριμένα αξιολογικά και γνωσιολογικά κριτήρια για να εκπληρώνει η συνείδηση την πιο πάνω προϋπόθεση παιδείας. Τέτοια κριτήρια τοποθετούν τη γνώση και το αγαθό σε μια συνδυαστική κλίμακα λογικής έρευνας και εσωτερικής σύνεσης7. Στο βαθμό που αυτά δεν τα εγγυάται κανένα είδος αγωγής από τα κυρίαρχα στην κοινωνία της Αθήνας και δεν θα μπορούσε να τα εγγυάται γιατί η ίδια θα αυτοκαταργούνταν, η πρόσκτηση τους ανατίθεται σε εκείνη τη φιλοσοφική άσκηση της συνείδησης, δια της οποίας η ίδια μπορεί να αυτοχειραγωγείται και να αυτοκατευθύνεται. Έναντι οποιασδήποτε εξωτερικής διδασκαλίας, αυτή η άσκηση έχει το προβάδισμα, διότι εργάζεται με την προοπτική της αδιάψευστης αλήθειας, του απόλυτου αγαθού, και όχι με βάση εφήμερες ή πιθανές λύσεις. Γι’ αυτό αποτείνεται στη λογική ικανότητα του ανθρώπου, κυριολεκτικά στην υποστασιακή του δομή, κι αγκαλιάζει το σύνολο της ζωής του και της εμπειρικής του ύπαρξης. Αναγνωρίζει έτσι στην καθημερινή παρουσία της τελευταίας το έργο της κατά Λόγο θεμελίωσης της οντολογικής και ηθικής της εξέτασης8. Αυτό, κατά δεύτερο, δείχνει ότι η ύπαρξη του παιδευτικού φαινομένου είναι γενικά συνυφασμένη με την έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να σκέπτεται, να υπόκειται σε άσκηση, να μορφώνεται και να διαμορφώνεται, αλλά και στη δυνατότητα του να αντιμετωπίζει με ελευθερία και ευθύνη της πρακτικής του συνείδησης την εμπράγματη κατάσταση του. Αυτή τη δυνατότητα δεν αξιοποίησε ο Σωκράτης, όταν έπρεπε να αντιμετωπίσει τη δική του εμπράγματη κατάσταση που συνοψιζόταν στο δίλημμα: να αποδράσει ή να μην αποδράσει και υπάκουσε αταλάντευτα στον «βέλτιστο λόγο»;

Η καλλιέργεια, κατά συνέπεια, της ικανότητας για αυτοαγωγή συνδέεται με τη διαμόρφωση των λογικών προϋποθέσεων για μια αυτόνομη και κατά εσωτερική αναγκαιότητα μεθ-όδευση της παιδευτικής στάσης του ανθρώπου: εισάγει τον τελευταίο στην οδό της ομο-λογούμενης άγνοιας και τον θέτει εντελώς μόνο απέναντι σε αυτό που ο ίδιος είναι ως γνωρίζον υποκείμενο, για να τον ανυψώνει στη γνώση αυτού που γνωρίζει και στη γνώση που γνωρίζει τα όρια της και μέσω αυτής στην αυτενεργό προσέγγιση των πραγμάτων. Πού στηρίζεται όμως αυτή η μεθόδευση και πώς συλλαμβάνεται στην πρακτική της διάσταση; Στηρίζεται στους λόγους9, οι οποίοι συναρθρώνονται κατά το διάλογο ερωτώντος και ερωτώμενου και παριστούν το λόγο να συγκροτεί την ενδοσυνάφεια των πραγμάτων. Συλλαμβάνεται δε, ως διαλογική πράξη γνωριμίας των διαλεγομένων και των πραγμάτων συγχρόνως. Πρόσωπο και πραγματικότητα δεν νοούνται χωριστά. Προσπαθώντας να γνωρίσει ή να εξετάσει κανείς την πραγματικότητα, γνωρίζει ή εξετάζει συνάμα τον εαυτό του και αντίστροφα. Η ενύπαρξη του λόγου ως ενιαίας ρυθμιστικής αρχής της σχέσης προσώπων και πραγμάτων προσδίδει διυποκειμενικό χαρακτήρα στην πιο πάνω μεθ-όδευση της παιδευτικής στάσης και δεν αφήνει περιθώρια να νοείται η παιδεία του προσώπου έξω από την κοινότητα των σκοπών του διαλόγου και του διαλογικού πράττειν10.

Αυτό παραπέμπει στην ουσία του πράγματος: η σωκρατική μεθ-όδευση παιδείας οντολογικά θεμελιώνεται σε μια ορθολογική κατάκτηση της ενότητας του εαυτού με την κοινότητα, ήτοι σε μια ενότητα, που αναδύεται ως βαθιά μέριμνα του εαυτού, συνακόλουθα ως μια φιλοσοφική [=λογική] ανά-γνωση «της αλήθειας του ανθρώπου καθώς και της αλήθειας καθεαυτήν και διεαυτήν»11, και τον φέρει σε διαστοχαστική επικοινωνία με τον εαυτό του και με τους άλλους. Λαμπρό παράδειγμα εδώ είναι η διαλογική-διαστοχαστική επαφή Σωκράτη και Κρίτωνα στον Ευθύδημο, η οποία έφερε στην επιφάνεια την ενδότερη σημασία της φιλοσοφικής δραστηριότητας για τη σωστή μεθόδευση της παιδείας12. Γνωσιολογικά δε κατανοείται ως μια συγκεκριμένη, βήμα προς βήμα, διαδικασία προσωπικής παίδευσης του ανθρώπου και προαγωγής των παιδευτικών του σχέσεων. Πιο ειδικά, η διαδικασία τούτη, στηριζόμενη στον φιλοσοφικό διάλογο, επιχειρεί να ανασύρει το ανθρώπινο άτομο από τον αυτοπεριορισμό του σε απόλυτους σχετικισμούς, από την πνευματική του ακινησία μέσα στους ρόλους μιας κατά συνθήκη τεχνογνωσίας, από τη μονοδιάστατη συνείδηση μιας τεχνητής συμβίωσης13. Η αυθεντικότητα της, εν τέλει, ηχεί ως μια αλυσιτελής προσπάθεια του ανθρώπου να πραγματοποιεί τον εσωτερικό του μετασχηματισμό και να μετατρέπει κάθε επί μέρους έργο σε ενσυνείδητη πράξη γενικής ομοθυμίας και συνεννόησης.

III. ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ

Μια τέτοια πραγματοποίηση δεν αναζητείται κυρίως στην προβολή νέων θεωριών ή στην ατελεύτητη σώρευση γνώσεων όσο στη διαλεκτική διερεύνηση των γνωσιολογικών προϋποθέσεων, που έχει ανάγκη ο καθένας για να ενεργοποιεί τις λανθάνουσες δυνάμεις της ατομικής του ψυχής και να υψώνεται πάνω από τον εμπειροτεχνισμό της καθημερινότητας14. Στην πράξη πρόκειται για μια μεθ-οδική συμπόρευση «γνώσης και φρόνησης»15, όπου ο εξαντικειμενισμός της γνώσης δεν γίνεται αυτοσκοπός, αλλά μεταβατικό στάδιο για να αποκτά το ανθρώπινο άτομο συνείδηση της περιοριστικής χρήσης του αντικειμενικού λόγου16 και να περιάγεται σε κατάσταση ριζικής αμφιβολίας17. Έτσι, συμβαίνει μπροστά στην πλήρη αβεβαιότητα των πραγμάτων να θέτει το ερώτημα για τον ίδιο του τον εαυτό, δηλαδή να στρέφεται προς τη συνείδηση του εαυτού και να μετασχηματίζει τη γνώση που έχει για το Είναι.

Η στροφή αυτή είναι εκείνο που επιζητεί πάντοτε η ολοκλήρωση της ατομικής ύπαρξης και πάνω στο οποίο θεμελιώνεται η φιλοσοφική ιδέα της παιδείας. Η σύλληψη και η πραγμάτωση της έννοιας αυτής της στροφής αντιστοιχεί στην ίδια τούτη τη φιλοσοφική ιδέα· γι' αυτό και η τελευταία δεν μπορεί να ταυτίζεται με τα διάφορα περιεχόμενα γνώσης ή προγράμματα εκπαίδευσης, αλλά ενσαρκώνει τη γνώση ως επίγνωση των ορίων της ανθρώπινης γνώσης και ερευνά την ουσία του ανθρώπινου ατόμου στη διαλογική προσέγγιση της διαφορετικότητας του Εγώ και του Εσύ18. Ικανοποιητική εικόνα αυτής της φιλοσοφικής θεμελίωσης μας δίνει ο Πλάτων στην Απολογία του: Ο Σωκράτης δεν πιστεύει ότι υπερέχει σε σοφία, όπως π.χ. πιστεύει ο Πρωταγόρας19, και ότι έχει να μεταδώσει κάποια ειδική γνώση στους νέους της εποχής του ή γενικότερα στους συνανθρώπους του· γι' αυτό και δεν έσπευσε να υιοθετήσει άκριτα το χρησμό του μαντείου των Δελφών ότι είναι ο σοφότερος όλων, αλλά προτίμησε να ακούσει την εσωτερική του φωνή, δηλαδή να οδηγηθεί από την ελεύθερη ενέργεια της συνείδησης του, για να μην υπολείπεται της προσδοκίας του χρησμού, και να προχωρήσει σε δι-ερευνητικό διάλογο με υποτιθέμενους ειδήμονες και σοφούς.

Το όλο διαλογικό του εγχείρημα ομιλεί τη γλώσσα μιας φιλοσοφικής παιδείας που αναζητεί την ουσία της στην εννοιακή ανοιχτότητα της γνώσης [=γνώση της αρετής, του αγαθού, του εαυτού κ.λπ.] και όχι στην εννοιολογική περιχαράκωση των όρων της [=ρητορική, σοφιστική, πολιτική τέχνη κ.λπ.]· πραγματοποιεί δε αυτή την αναζήτηση ως μέθοδος γνώσης, ήτοι ως δια-πόρευση από ερώτημα σε νέο ερώτημα, από προβληματισμό σε βαθύτερο προβληματισμό, από τη βεβαιότητα της γνώμης στην αβεβαιότητα του στοχασμού20, από τη δεσμευτικότητα των οριστικά διατυπωμένων γνώσεων στη φωτεινότητα των αποσαφηνισμένων σκέψεων. Στη συζήτηση που είχε με τους πολιτικούς, τους ποιητές και τους τεχνίτες21 διαπίστωσε ότι και οι τρεις αυτές κατηγορίες πολιτών δεν απέκτησαν ποτέ συνείδηση αυτού που είναι και αυτού που πραγματικά γνωρίζουν, δεν μπόρεσαν να φτάσουν ποτέ στην έννοια της γνώσης και να την αντικρίσουν στην καθολικότητα της· γι' αυτό και δεν κατόρθωσαν να υπερβούν το στάδιο της απαιδευσίας και της αφροσύνης: αν και δεν διέθεταν καμιά διαστοχαστική εμπειρία του Είναι, εν τούτοις πίστευαν ότι διαθέτουν ανήγαγαν έτσι, κατά ψευδή συνείδηση, τις μερικές ή αποσπασματικές τους γνώσεις σε απόλυτη γνώση και αυτονομιμοποιούνταν να γνωμοδοτούν ασυγκράτητα για τα πιο σημαντικά ζητήματα της πόλης.

Ενώ γενικότερα ο Σωκράτης αναγνώριζε τις ορισμένες γνώσεις των τεχνιτών και την αναγκαιότητα να καλλιεργούνται οι δεξιότητες, θεωρούσε άκρως επικίνδυνο για τις πολιτικές υποθέσεις της πόλης - για τα «μέγιστα» - να εισακούγονται εκείνοι οι οποίοι ταύτιζαν την κατοχή συγκεκριμένων δεξιοτήτων με την αρμοδιότητα να παρουσιάζονται ειδικοί και σε ζητήματα ξένα προς την ειδικότητα τους.

Στον Πρωταγόρα ο φιλόσοφος δείχνεται να λέει ότι οι Αθηναίοι χρησιμοποιούν τους ειδικούς, όπου χρειάζονται τεχνικές γνώσεις, αλλά σε ζητήματα σχετικά με τη διοίκηση της πόλης δέχονται να τους συμβουλεύει «το ίδιο ξυλουργός και σιδηρουργός και σκυτοτόμος, έμπορος και ναυτικός, πλούσιος και φτωχός, ευγενής και ταπεινός»22.

Απέναντι σε τέτοια σαθρά σχήματα δομών και αντιλήψεων, οι προσφερόμενες μορφές γνώσης, όπως οι πολλαπλές εκδοχές της σοφιστικής, εξαντλούνταν στο να εκπαιδεύουν συναισθηματικά και διανοητικά τους νέους για να επιτύχουν στον πολιτικό στίβο και να τηρούν τους κανόνες της συμβατικής ηθικής· τα κριτήρια παιδείας που αφορούσαν τόσο τις μορφές γνώσης όσο και την αξία τους δεν απαιτούσαν ιδίαν κριτική σκέψη ως προς το εάν η μια ή η άλλη πολιτική επιλογή είναι σωστή, ως προς το εάν οι νόμοι είναι δίκαιοι ή άδικοι κ.λπ., γιατί δεν προωθούσαν τη διείσδυση του λόγου ως τα θεμέλια των σκέψεων και των πράξεων της κοινότητας και των μελών της. Απ’ αυτή την άποψη υστερούν σε ριζοσπαστικότητα έναντι της σωκρατικής θεώρησης, η οποία αναγνωρίζει την αξιολογική κλίμακα της γνώσης και τη θέση του ανθρώπου μέσα στο Είναι της, ώστε να μην αποτυγχάνει στο έργο του «εαυτόν πλάττειν».

Ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας αυτής της θεώρησης εγκατοικει μέσα στο διάλογο και είναι αυτός που ανυψώνει τη γνώση σε φιλοσοφικό θεμέλιο παιδείας: οδηγώντας τη σκέψη της εμπειρικής ύπαρξης στα όρια της αυτοκατάλυσής της ως διχοτομημένης συνείδησης -εδώ βρίσκει έκφραση η φιλοσοφική διάσταση της σωκρατικής αυτογνωσίας - υποχρεώνει το υποκείμενο να αναστατώνεται εσωτερικά και να ομο-λογεί το διχασμό του23. Έτσι το εξοπλίζει με ισχυρές προϋποθέσεις για να αντιμετωπίζει ως φιλοσοφικό αίτημα ζωής την αναίρεση κάθε ετερόνομης δέσμης πεποιθήσεων, να αποδυναμώνει την εξουσία του αντικειμενικού κόσμου απέναντι στον εαυτό του και να ακυρώνει κάθε εξουσιαστική αξίωση της γλώσσας αυτού του κόσμου να επιβάλλει ως οριστικά αληθινό και πραγματικό ό,τι είναι ήδη εξαντικειμενισμένο και παγιωμένο24. Για την ατομικότητα που ορέγεται την ανάκτηση της ενότητας της, αυτό σημαίνει ότι εκτίθεται στην κίνηση της γνώσης, η οποία, αφήνοντας πίσω της την απώλεια των αντικειμένων [=«πλούτος και άλλα αγαθά, ιδιωτικά και δημόσια» Απολογία 30b], αποκηρύσσει τον αντικειμενοποιημένο χαρακτήρα της [=δοξασίες, θεωρίες, κοσμοαντιλήψεις, δόγματα κ.λπ.] και συστηματοποιείται σε φιλοσοφική παίδευση [ = συγκρότηση] του υποκειμένου. Το προσανατολίζει σταθερά, υψώνοντας το στη λογικότητα της έννοιας, στο να αποκαθιστά ελεύθερη πρόσβαση στον κατανοητικό στοχασμό [begreifendes Denken] και να αξιολογεί τα (περι)ορισμένα νοήματα των πραγμάτων με βάση την ολόκληρη συνείδηση, την καθολική του φύση.

Μαθαίνει, κατ’ αυτό τον τρόπο, να μη στέκεται γενικά και αφηρημένα απέναντι στον κόσμο, αλλά να εισδύει στον εαυτό του, να τον αντιμετωπίζει στη συγκεκριμένη του ανθρωπινότητα, να τον ανα-λύει και να τον εκθέτει σε α-πορία. Κατ' αυτή την έννοια, ο διάλογος γίνεται γλώσσα και πράξη της παιδείας του ανθρώπου. Πρακτικά σημαίνει ότι παρακινεί το συνομιλητή να συμμετέχει στην αφαιρετική εργασία της γλώσσας και να δοκιμάζεται στην αυτόνομη παραγωγή φιλοσοφικής γνώσης· κατά τη δοκιμασία δε τούτη να μην εξαρπάζεται από εφήμερα επιτηδεύματα, αλλά να διακρίνει τα λεπτά σήματα της γλώσσας του κόσμου, να ανοίγεται πλήρως στο εννοιακό τους βάθος και μέσα από τη διαύγαση των φιλοσοφικών προτάσεων να καθιστά προσιτή στη γλώσσα την κοινή ζήτηση της ουσίας του πράγματος25.

Αυτή η λογική χρήση της γλώσσας συνιστά ήδη μια πρωταρχική πηγή γνώσης, διότι αυξάνει στο συνομιλητή τη συνείδηση αγνωσίας και διανοίγει νέες προοπτικές ερμηνείας της αντικειμενικής του σχέσης. Συγκεκριμένα τον φέρνει σε ζωντανή επικοινωνία, ως σκεπτόμενο υποκείμενο, με την ιδέα του πράγματος, η οποία υπάρχει ήδη μέσα στο υποκείμενο υπό τη μορφή ακαθόριστης σύλληψης, αυξάνει την εσωτερίκευση της διαλογικής του εμπειρίας, κυρίως ως αναγνώριση της άγνοιας του26, και συνακόλουθα την επίγνωση ότι υπάρχει κάτι περισσότερο απ’ αυτό που γνωρίζει· άρα ενισχύει την αυτοσυναίσθηση ότι, ως φορέας γνώσης, δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται ή πιστεύει πως είναι. Εμβαθύνοντας λοιπόν ο ίδιος σε τούτη την κατάσταση του συνειδητού-Είναι του, ουσιαστικά γίνεται όλο και περισσότερο ρεαλιστική αυτοσυνείδηση που ανακαλύπτει, εντός αυτής της ρεαλιστικότητας, την ανώλεθρη γλωσσική ισχύ, ώστε να διαμορφώνεται σε αυθεντικό συνομιλητή27 μέσα στη δίνη της συζήτησης και να μην εκφυλίζεται σε απλό ακροατή που απλώς συγκατατίθεται28.

Από εδώ συνάγεται ότι ο διάλογος διδάσκει στους διαλεγομένους την ευθύτητα της σκέψης και δύναται έτσι να τους υποβάλλει σε μια πολλαπλή λογική διεργασία, η οποία εξελίσσεται σε ερευνητική μέθοδο εξέτασης του Είναι του όντος, εξέτασης του άλλου και του εαυτού29. Τι είναι όμως αυτό που στη σωκρατική πρακτική της φιλοσοφίας αναδεικνύει το διάλογο σε μοναδική μεθοδολογική προϋπόθεση για να πραγματοποιείται η φιλοσοφία ως παιδεία του ανθρώπου; Είναι το ερώτημα που κατευθύνει το υποκείμενο στην αγωγή συνείδησης και στην ορθόφρονη κρίση, καθώς και η γνώση ως ικανότητα να θέτει και να απαντά κανείς στο ερώτημα30. Το ερώτημα ανταγωνίζεται την κυριαρχία της απαιδευσίας και την ανηθικότητα που αυτή συνεπαγόταν για την Αθήνα και συνεπάγεται για κάθε κοινωνία, ανεξάρτητα από τους επί μέρους αυτοχαρακτηρισμούς της (δημοκρατική, συντηρητική κ.λπ.)· για αμφότερους δε τους συνομιλητές λειτουργεί ως κίνητρο αυτογνωσίας, εσωτερικής πλήρωσης και κατά συνέπεια ως παιδαγωγικό κριτήριο για την εννοιακή ενότητα της συζήτησης.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η σχέση ερωτώντος-ερωτώμενου χωρεί πέρα από την ιεραρχικά δομημένη σχέση γνώσης, ειδικά όταν αυτή νοείται ως επιβολή του δασκάλου πάνω στο μαθητή31, και ευδοκιμεί ως μια εμπρόσωπη, όχι εκπρόσωπη σχέση32· γι’ αυτό αποτελεί και ένα μέτρο κρίσης για την ποιότητα των μορφών γνώσης. Η γνώση ως ικανότητα για να θέτουμε το ερώτημα αντιστρατεύεται τη συμβατικότητα όσο και την επιδεξιότητα, γιατί είναι ενδιάθετη γνώση συνυφασμένη με την εσωτερική λογική που κυβερνά τον άνθρωπο και τα πράγματα33. Σε τούτη τη γνώση στηρίζει ο Σωκράτης τη μαιευτική του τέχνη και αυτή επιχειρεί να εκμαιεύσει από τους συνομιλητές του, με το να δοκιμάζει να την φέρνει στο φως έτσι όπως έχει πρωτοϋπάρξει ως λογισμός του ανθρώπου και ενυπάρχει μέσα στον καθένα ως όχι ακόμη γνώση. Αυτή η γνώση συγκροτεί το λογικό υπόβαθρο των ερωτημάτων και θέτει σε εσωτερική δράση τον διαλεγόμενο34, ώστε να καθιστά δυνατή για τον εαυτό του «μια γνώση της μη-γνώσης [=όχι ακόμα γνώσης] και συγχρόνως έτσι την αποποίηση του εμπειρικού πεδίου [=σοφιστικής σύλληψης της γνώσης] ως θεωρητικά ατελούς»35.

Η παιδευτική αξία λοιπόν που προσλαμβάνει η γνώση υπό τη μορφή του φιλοσοφικού διαλόγου, επιβεβαιώναμενη διαρκώς από την ελεγκτική ισχύ του ερωτήματος, εξουδετερώνει το χάσμα ανάμεσα στο θεωρητικό και πρακτικό βίο -ένα χάσμα που (ανα)παράγει η λογική του ακτιβισμού36 - με το να αποδομεί τις απατηλές αυτοβεβαιότητες της βιολογικής ατομικότητας, να αποσυνθέτει τη φαινομενική αλήθεια, να αποκαλύπτει την ανεπάρκεια μεθόδων σκέψης και πράξης που υπηρετούσαν την πολιτική κυρίως σκοπιμότητα παρά οδηγούσαν σε ένα «λόγο της ουσίας» και να στρέφει τον άνθρωπο προς τον «έλεγχο του βίου». Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, η αξία των εννοιών που συνδομούν τη διαλογική προσέγγιση - π.χ. η αξία της ρητορικής, της φιλοσοφίας, της πολιτικής του ενάρετου βίου κ.λπ.- αναγνωρίζεται ως παιδευτικά αναγκαία για την αυτοεξέταση και την αυτοκατανόηση, διότι αναδύεται από εκείνη ακριβώς τη γραμμή σκέψης που κάνει πράξη την ερευνητική δυνατότητα της ανθρώπινης σχέσης ως πολύτροπης θεωρητικοπρακτικής δραστηριότητας, αμφισβητώντας εξ υπαρχής τον χρησιμοθηρικό περιορισμό του μορφωτικού ιδεώδους, τα απόλυτα μεγέθη των πολιτικών αποφάσεων, τη λογική στενότητα της προνομιακής «σοφίας» (πολιτικής, επιστημονικής, θρησκευτικής) και τις ωραίες αυταπάτες της κοινωνικής ηθικής.

IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Ο σωκρατικός διάλογος μπορεί να μην οδηγεί σε οριστικά αποτελέσματα και να μην επιδιώκει κάτι τέτοιο, αλλά κατορθώνει -και αυτό είναι ένα από τα κύρια επιτεύγματα του- να προτείνει μια μέθοδο έρευνας που συνάπτει την ιδέα της παιδείας με τη φιλοσοφική πράξη της συνείδησης, με τη διαλεκτική ακύρωση κάθε απόπειρας σύγχυσης ή ασάφειας σε αντιλήψεις και στόχους και με τον αδιάλειπτο επαναπροσδιορισμό της ανθρώπινης ύπαρξης, δυνάμει της κατακτώμενης αλήθειας της και όχι της στενής της ειδίκευσης. Αυτό αποτρέπει την εγκατάλειψη της αγωγής του προσώπου στην αντίληψη ότι η παιδεία είναι απλή εκπαίδευση για την κατάληψη μιας θέσης μέσα στους μηχανισμούς της κοινωνίας· σε ένα δε ευρύτερο πεδίο ανατιμά το φιλοσοφείν ως καθολική πράξη αμφισβήτησης που υπάγει την εφαρμογή της στην εσωτερική απαίτηση της σκεπτόμενης συνείδησης να μην υποκύπτει σε υποτιθέμενες αλήθειες ή σε πράξεις που βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση προς τα αληθινά νοήματα της ζωής: «ο δε ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω»37.

Γιατί όμως τέτοια αμφισβήτηση; Επειδή η κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική πραγματικότητα που ζούσε ο Σωκράτης είχε οδηγήσει το ανθρώπινο άτομο σε απόλυτη καταρράκωση, τον κόσμο σε επικίνδυνο χωρισμό και τη λειτουργία των θεσμών σε παραλυτικό λήθαργο. Η καθημερινή συμπεριφορά συνακόλουθα και η γενική κουλτούρα αναπαρήγαγαν την απατηλή συνείδηση και την ψευδαίσθηση της γνώσης. Αυτό είχε ως περαιτέρω συνέπεια η σωκρατική διδασκαλία, αντί για αυθεντική κίνηση φιλοσοφικής κατανόησης και προσωπικής ζήτησης παιδείας, να αντιμετωπίζεται από πολλούς με προκατάληψη38 και να διαστρεβλώνεται εύκολα με συνειδητές ή ασυνείδητες παραποιήσεις σχετικά με μορφωτικά, ηθικά, κοινωνικά, πολιτικά, φιλοσοφικά ζητήματα39

Αλλά στην πραγματικότητα η φιλοσοφική πρακτική της αμφιβολίας δεν περιοριζόταν σε εξωτερικές αρνήσεις: στην άρνηση της δεσπόζουσας μορφωτικής βλέψης για εκμάθηση της πολιτικής τέχνης και για επιτυχή ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα ή σε μια θεωρητική απόρριψη της αντίληψης περί μόρφωσης, την οποία έτεινε να εκπληρώνει η διαφωτιστική δραστηριότητα των σοφιστών απεναντίας αποσκοπούσε στο να συνδέσει τη σχέση γνώσης του ανθρώπου με την οντολογική ζωτικότητα της εσωτερικότητας του και με την κατάκτηση της φιλοσοφικής διαύγειας ως προϋπόθεσης για την επιδίωξη του άριστου και βέλτιστου. Η ανασκευή εξάλλου των επί μέρους ορισμών κατά τη συζήτηση επιτύγχανε να ρευστοποιεί κάθε μονοδιάστατη αξίωση για γνώση και να προωθεί την αξιακή ολοκλήρωση της αυτογνωσίας ως γνωσιοθεωρητικής αρχής «για μια θέση του ατόμου μέσα στον κόσμο»40 και συνακόλουθα για τη ζωτική αναγέννηση του πολιτισμικού και πολιτικού όλου, την οποία είχε τόσο ανάγκη η πολιτική κοινωνία της Αθήνας.
--------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα σαφές στην Απολογία του Πλάτωνα. Ο Σωκράτης παρουσιάζεται εδώ να χαρακτηρίζει θεία την αποστολή του με την έννοια ότι η όλη φιλοσοφική του προσπάθεια δεν είναι τυχαίο έργο της καθημερινής ζωής, αλλά η ίδια η σκέψη της πεπερασμένης μας ύπαρξης που δεσμεύεται από το Λόγο να μετασχηματίζει τη συνείδηση μας κατά τις επιταγές του και να μας εφοδιάζει με εκείνη την ηθική δύναμη της γνώσης που καθορίζει τους σκοπούς μας, νοηματοδοτεί τη δράση μας και φωτίζει τη σχετικότητα των εγχειρημάτων μας. Αυτή η γνώση είναι εν τέλει η υπέρτατη αρχή που πειθαρχεί το νου και κατ' επέκταση τη σύνολη προωπικό-τητα του ανθρώπου προς τη δική της ευκρίνεια και αρμονία.

2. Κατά τον Χέγκελ, η άπειρη υποκειμενικότητα και η ελευθερία της αυτοσυνείδησης ανάγουν την πρωταρχική τους σύλληψη στη σωκρατική φιλοσοφία. Βλ. σχετικά G.W.F. Hegel: Werke in zwanzig Baenden, Bd 18. Vorlesungen ueber die Geschichte der Philosophie I, Frankfurt a.M 1970, σσ. 442-443. Πώς λοιπόν κατανοείται, στη συνάφεια τούτη, η υποκειμενικότητα του νοείν και η γενικότερη πνευματική απελευθέρωση του εαυτού; Δυνάμει της ελεύθερης εργασίας της νόησης, το απόλυτο δεν παραμένει ένας παθητικός τρόπος του εαυτό-Είναι του, αλλά αυτοστοχάζεται την αντι-κειμενικότητά του και ως νοούσα συνείδηση πραγματοποιεί την ελευθερία ως ελευθερία της νόησης ή ως ελεύθερη αυτοσυνείδηση. Για την εμπειρική ύπαρξη τούτο σημαίνει ότι όσο αυτή εναρμονίζεται με εκείνη την ελεύθερη εργασία της νόησης τόσο πληρούται με συνείδηση βάθους και γνωρίζει τα όρια της μέσα στον κόσμο, δηλαδή αυτογνωρίζεται ως πεπερασμένο Είναι που αναζητεί την αυθεντικότητα του μέσα στην απόλυτη βεβαιότητα και έτσι εξαρπάζεται από την Ιδέα αυτής της αυθεντικότητας για να θέτει τον εαυτό του μπροστά στο οντολογικό ερώτημα: Να αναλώσει τη ζωή του για χάρη της απόλυτης επιταγής ή να την εκχωρήσει στη βαρβαρότητα των ωφελιμιστικά θεσμισμένων κοινωνικών σχέσεων; Ο Σωκράτης πάντως εξέθεσε τη ζωή του στον κίνδυνο του απόλυτου.

3. Ενδεικτικά βλ. Λάχης 187e-188a, όπου ο Νικίας εξαίρει την τάση του Σωκράτη να ερευνά, με τη δύναμη του λόγου, τον εσωτερικό κόσμο του συνομιλητή του. Στο Συμπόσιο (215c-d), άλλωστε, ο Αλκιβιάδης ομολογεί ότι η δια-λογική παρουσία του Σωκράτη κλόνιζε τα θεμέλια της ύπαρξης του. Βλ. επίσης Β. Witte, Die Wissenschaft vom Guten und Boesen, Walter de Gruyter & Co. Berlin 1970, σ. 72.

4. Απόπειρες για τελεσίδικους ορισμούς της παιδείας και για προκαθορισμένους σκοπούς της ευδοκιμούν συνήθως σε περιπτώσεις ορισμένων εγχειριδίων που διανέμονται μονοπωλιακά οτους φοιτητές και κατευθύνουν χρησιμοθηρικά τη μόρφωση τους. Προσβλέπουν σε ανάγκες της στιγμής και δεν κατορθώνουν παρά να αναπαράγουν ξένες ιδέες και να τις επιβάλλουν ως απροϋπόθετη γνώση. Κατ' αυτό τον τρόπο αποδυναμώνεται η παραγωγή επιστημονικής γνώσης και αντίστοιχης μεθόδου, η δε καλλιέργεια ελεύθερης συνείδησης τελεί υπό όρους. Αλλά το κακό είναι γενικευμένο σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Εδώ βρίσκουν το πραγματικό τους νόημα τα λόγια του Νίτσε: "Ως στόχο και σκοπό της παιδείας έχουμε τη χρησιμότητα ή, ακόμη πιο συγκεκριμένα, την υλική απολαβή, το όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρηματικό κέρδος" (Fr. Nietzsche: Μαθήματα για την παιδεί).

5. Κατά την πλατωνική θεωρία περί ατομικότητας "το συγκεκριμένο ανθρώπινο άτομο είναι η ατομική ψυχή" (R. W. Hall: Plato and the Individual, The Hague 1963, σ.16) και η προσωπικότητα εκτείνεται στο όλο αυτής της ψυχής, το οποίο περιλαμβάνει τα τρία γνωστά μέρη (ο.π.). Για τη σωκρατική αντίληψη η ατομική ψυχή ταυτίζεται γενικά με την άγρυπνη συνείδηση (ό.π. σ.64), η οποία αγωνιά για την τελείωση της. Σύμφωνα με τον Ε. Mounier (Personalism, London 1952, σ.19) ο άνθρωπος αναπτύσσεται ως πρόσωπο, όταν εξαγνίζει τον εαυτό του από το άτομο που φέρει μέσα του. Η μετάβαση, παρ' όλα αυτά, από το άτομο στο πρόσωπο δεν πρέπει να βλέπεται ως εξολόθρευση της ανθρώπινης ατομικότητας εν γένει, αλλά ως μια τέτοιας ποιότητας πνευματική ολοκλήρωση της τελευταίας, ώστε η βιολογική ή φυσική της διάσταση να συνιστά πρωταρχική δυνατότητα αρνητικής αυτοκινησίας της· αρνητικής με την έννοια ότι όσο το Εγώ υπερβαίνει τη γυμνότητα του και μέσω της αξιοποίησης της ατομικής εμπειρίας καλλιεργείται σε εαυτό-Είναι, τόσο αρνείται την ανεπεξέργαστη εξατομίκευση του, που αποτελεί πρώτο γνωσιακό πεδίο, για να γνωρίσει την πληρότητα του στο Εσύ ως το άλλως-Είναι του.

6. Στο βαθμό που το επί μέρους ερώτημα «τι είναι παιδεία» δεν αντιμετωπίζεται ως φιλοσοφικό ερώτημα και δεν ανάγεται στο καθολικότερο ερώτημα «τι εστίν», οδηγεί σε ανεξήγητα αντιθετικές έως αντιφατικές θεωρίες για την έννοια, τις μεθόδους και τους σκοπούς της παιδείας. Εάν η αντιθετικότητα τούτη, από μια πρώτη ματιά, κρίνεται αναγκαία, γιατί επιτρέπει την πολ λαπλότητα των ερμηνειών, στην πράξη νομιμοποιεί κάθε ανεπαρκή θεωρία ή ιδεολογική αντίληψη να ορίζει κατά το δοκούν τα προγράμματα παιδείας και να υπονομεύει μια αληθινή παιδεία χειραφέτησης. Η τάση του σωκρατικού φιλοσοφείν να επιζητεί ή να ανακαλύπτει ορισμούς, όταν επιχειρούσε να αποσπάσει το συνομιλητή του από το πεδίο της εξωτερικά αποδεκτής γνώσης, σε μια τέτοια παιδεία χειραφέτησης δεν σκόπευε;

7. Αλκιβιάδης Ι 134-135. Στον Ευθύδημο εξάλλου βλέπουμε το (σωκρατικό) λόγο να εκτυλίσσεται ως προτρεπτικός λόγος που υποσημαίνει την ανάγκη ενός τέτοιου συνδυασμού. Αυτό τον διαφοροποιεί από το σοφιστικό αντί-λογο, του οποίου η επιχειρηματολογία ερείδεται στη χρήση διφορούμενων λεκτικών σχημάτων και σημασιών. Ο ίδιος ο φιλόσοφος δείχνει να παρακολουθεί την ένταση των «εριστικών» λόγων του Ευθύδημου και του Διονυσιόδωρου, κατά την παρουσίαση της δικής τους διδακτικής μεθόδου της αρετής. Έτσι αφήνει να δείχνεται το άκαρπο της αντι-λογικής συζήτησης και να αναδείχνεται η αναγκαιότητα ιδίας εύρεσης, από την πλευρά του συνομιλητή, της σωστής μεθόδου που θα συμβάλει στη διαμόρφωση προσωπικής άποψης σχετικά με το θέμα της συζήτησης.

8. Πρβλ. Wolfang H. Pleger, Sokrates, Der Beginn des philosophischen Dialogs, Hamburg 1998, σ.185.

9. Φαίοων 99e-100a. Ο ισχυρισμός του J. Mittelstrass (Die Rettung der Phaenomene, Berlin 1962, σ. 114) ότι η καταφυγή στους λόγους ερμηνεύει την πρόθεση του Πλάτωνα να στρέψει την θεμελίωση της επιστήμης πέρα από τον κόσμο των φαινομένων δεν έχει αντικειμενικό έρεισμα, γιατί ο Πλάτων με την απαίτηση για καταφυγή στους λόγους αναζητεί μια άλλη μέθοδο γνώσης και όχι ένα άλλο αντικείμενο γνώσης. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε ότι ο πρώτος και ο δεύτερος πλους είναι δύο διαφορετικοί τρόποι για να γνωρίσει ο Σωκράτης την ουσία των όντων

10. Ο Σωκράτης λέει σχετικά στον Πρωταγόρα 333c: «Γιατί εγώ, κυρίως, εξετάζω την άποψη. Ίσως όμως συμβαίνει να εξεταζόμαστε συγχρόνως κι εγώ που ερωτώ και αυτός που απαντά».

11. G.W.F. Hegel: Η φιλοσοφία τον πνεύματος, μτφρ. Γ. Τζαβάρα, "Δωδώνη" Αθήνα-Γιάννινα 1993, σ.47.

12. Ευθύδημος 306d-307c. Επίσης Gernot Boehme, Der Typ Sokrates, Suhrkamp Frankfurt a.M. 1998, σ.59

13. Τούτο αποσαφηνίζεται αρκετά στη συζήτηση που διεξάγεται στο Χαρμίδη ενόψει του ορισμού της σωφροσύνης: Η γνώση κάποιου πράγματος, κάποιας τέχνης ή κάποιων κανόνων, δεν είναι γνώση της ουσίας του ανθρώπου. Είναι μια ειδική γνώση, που συνδέεται με τα εμπειρικά περιεχόμενα του εαυτού του και με την τάση να κυριαρχεί πάνω στα πράγματα. Ως τέτοια καλλιεργεί ίσως τις δεξιότητες και παραμένει μερική γνώση, η οποία συνδέεται με ορισμένους τομείς και με ορισμένη παραγωγή έργου αλλά δεν φωτίζει το όλο της ζωής του ανθρώπου . συνεπώς δεν τον βοηθά να αποκτά συνείδηση του όλου και να στρέφει το ενδιαφέρον του στο «ευ πράττειν». Στον αντίποδα αυτής της γνώσης γίνεται μια προσπάθεια να ορισθεί η γνώση της ουσίας του ανθρώπου ως «γνώση γνώσης και αγνωσίας» 166e· αλλά και αυτή αξιολογείται ως μια αφηρημένη αυτοαναφορά στο βαθμό που δεν προωθεί τη συγκεκριμένη πραγμάτωση της ανθρώπινης ουσίας. Η όλη διαλογική διερεύνηση τελικά δείχνει ότι η αλήθεια δεν είναι μια στατική τελείωση που βρίσκεται στο επέκεινα και μπορεί ως εξ αποκαλύψεως να γνωρίζεται, αλλά ενδημεί στη συνείδηση και στη σκέψη του εμπράγματου ανθρώπου ως ενεργός δοκιμασία του εαυτού. Αφορά λοιπόν, πρωτίστως, τη σχέση του ανθρώπου ως γνωσιακή σχέση του εαυτού του· καθόσον τέτοια όμως, αποκτά, κατά δεύτερον, πρακτική σημασία, όταν γεμίζει τη ζωή του με νόημα και τον οδηγεί από τη μερική γνώση και τα επί μέρους αγαθά στην αναζήτηση της καθολικής γνώσης: στη γνώση της ζωής και του αγαθού.

14. Περιεκτικά αναφέρει προς τούτο ο Σωκράτης στην Απολογία 29d: "όσο αναπνέω και ζω δεν θα πάψω να φιλοσοφώ". Με άλλα λόγια, ανάγοντας την αλήθεια της ζωής στην αντικειμενικότητα της έρευνας αίρεται πάνω από οποιαδήποτε εμπειρική κατάφαση που απαιτεί η θεσμισμένη γνώση [ρήτορες, ποιητές, πολιτικοί, πολιτικές θεωρήσεις, θρησκευτικά δόγματα κ.λπ.] και εννοεί να υποβάλλει στη φιλοσοφική κριτική την ίδια την ανθρώπινη γνώση ως τέτοια. Αυτό περαιτέρω του επιτρέπει να αρνείται μια ζωή εξωτερικής πλησμονής (Απολογία 29d-e: «Άξιε άνθρωπε...δεν ντρέπεσαι να φροντίζεις πώς θα αποκτήσεις περισσότερα χρήματα και δόξα και τιμές;») και να συναρτά την εμπειρική ύπαρξη με τη συνειδητή πράξη του φιλοσοφείν.

15. Αλκιβιάδης I 133c.

16. Αντικειμενικός με την έννοια ότι περιορίζεται σε μια ερμηνεία του πράγματος, προσκολλάται σε τούτη την ερμηνεία ως συμβατή προς τα εξωτερικά δεδομένα και δεν πραγματοποιεί εκείνη τη «γνώση που αφορά κάθε καλό και κακό και κάθε συμπεριφορά του» (Λάχης 199c), δηλαδή δεν οδηγεί σε εκείνη την αρχέγονη και γι’ αυτό σταθερή γνώση που μας περιέχει και μας προσανατολίζει στην έννοια του Είναι των όντων.

17. Κοντά στη σωκρατική αντίληψη των πλατωνικών διαλόγων για τη μέθοδο της αμφιβολίας βρίσκεται η άποψη του Χέγκελ. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την άποψη, υπό την έννοια της αμφιβολίας δεν καταλαβαίνουμε απλώς «μια ταλάντευση γύρω από τη μια ή την άλλη υποτιθέμενη αλήθεια...αλλά την κατά συνειδητό τρόπο νοητική διείσδυση στην αναλήθεια της φαινομενικής γνώσης. Η αμφιβολία είναι κυριολεκτικά, όπως αναφέρει ο φιλόσοφος στο ίδιο σημείο, ο δρόμος της από-γνωσης για τη συνείδηση, με την έννοια ότι η φιλοσοφική της παίδευση προϋποθέτει επίγνωση και αναίρεση της φαινομενικής της αλήθειας, άρα ριζική ανατροπή των γνωσιακών δομών του Είναι της και επώδυνη άρνηση του εαυτού της ως απόλυτης βεβαιότητας. Ιδωμένη στη σχετική της αναλογία η σωκρατική μέθοδος της αμφιβολίας, υπό τη μορφή πάντοτε της ελεγκτικής μεθόδου, έθετε σε απόλυτη άρνηση την ανύποπτη βεβαιότητα της αδρανοποιημένης συλλογικής συνείδησης της Αθήνας και έδειχνε να είναι «μια επώδυνη διαδικασία, από την οποία οι Αθηναίοι ήλπιζαν να απαλλαγούν με την καταδίκη του Σωκράτη, μια διαδικασία όμως, η οποία τελικά είναι ωφέλιμη» (William Jordan, Ancient concepts of philosophy, London and New York 1990, σ. 61).

18. Αλκιβιάδης I 135ό: «Προσθέτω και τούτο: λίγο θέλουμε να αλλάξουμε μορφή, Σωκράτη, εγώ να πάρω τη δική σου και εσύ τη δική μου· δεν είναι δυνατόν από σήμερα να μη σε διαπαιδαγωγήσω και εσύ να μην ακολουθήσεις τον παιδαγωγό σου». Στη νεότερη εποχή ο Feuerbach πραγματεύεται στο ίδιο πνεύμα τη ζήτηση της ανθρώπινης ουσίας. Στο δοκίμιο του θεμελιώδεις αρχές της φιλοσοφίας του μέλλοντος γράφει με ενάργεια: «Η ουσία του ανθρώπου περιέχεται μόνο στην κοινότητα, στην ενότητα του ανθρώπου με τον άνθρωπο - μια ενότητα όμως που στηρίζεται μόνο στην πραγματικότητα της διαφοράς του Εγώ και του Εσύ» ( L. Feuerbach, Gesammelte Werke T.9, Akademie Verlag Berlin 1970, σ.339).

19. Πρωταγόρας: «Παραδέχομαι ότι είμαι σοφιστής και μορφώνω τους ανθρώπους» (Πρωταγόρας 317b). Σωκράτης: «Εγώ δεν υπήρξα ποτέ δάσκαλος κανενός» (Απολογία 33a).

20. Απέναντι στον κοινό νου, ο φιλοσοφικός στοχασμός, που προσωποποιεί ο Σωκράτης, παρομοιάζεται με αλογόμυγα (Απολογία 30e) και με θαλάσσια νάρκη (Μένων 80a) που ερεθίζει τη συνείδηση και επιχειρεί να την ξυπνήσει από το λήθαργο. Αυτό το ξύπνημα χαρακτηρίζει ο Κ.Π. Μιχαηλίδης (Ο Σωκρατικός λόγος, Χριστάκης Αθήνα 1992, σ.84) ως αληθινή παιδεία.

21. Για τη σημασία που απέδιδε ο Σωκράτης στην ιεράρχηση της συζήτησης με τις διάφορες κατηγορίες των συμπολιτών του βλ. G. Figal, Sakrales, Muenchen 1995, σσ. 46-9.

22. Πρωταγόρας 319c-d. Άραγε είναι καλύτερα τα πράγματα στη σημερινή δημοκρατία, όπου καλούνται να διαμορφώνουν ή πιο ήπια να συνδιαμορφώνουν πολιτικές στρατηγικές αδιόρατοι μηχανισμοί ετερόκλητης συντεχνίας συνεπικουρούμενοι από την ακρισία «διάσημων ποδοσφαιριστών, ηθοποιών ή τραγουδιστών» (W.K.C. Guthrie: Σωκράτης, Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1990, σ.128). Σύμφωνα με τον A. E. Taylor: «η μεγάλη αδυναμία της αρχαίας δημοκρατίας ήταν η διακυβέρνηση από ανεύθυνους ρήτορες, όπως η σύγχρονη δημοκρατία τείνει να γίνει διακυβέρνηση από εξίσου ανεύθυνους δημοσιογράφους» (Plato- the Man & his Work, London 1986, 0.108).

23. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι, μεταξύ άλλων, ο Αλκιβιάδης όπως παρουσιάζεται να μιλάει για την επίδραση που δέχτηκε από το λόγο του Σωκράτη (Συμπόσιο 215e-216).

24. Η εξουσιαστική χρήση της γλώσσας είναι π.χ. η λεκτική επιβεβαίωση μιας σκέψης ως απόφασης ή ως εντύπωσης, η ονομαστική παραπομπή σε ένα αντικείμενο κ.λπ.· με μια λέξη η σοφιστική και η ρητορική της χρήση. Αυτήν αντιμάχεται ο σωκρατικός λόγος ως διάλογος, που κατευθύνει τη σκέψη προς την έννοια του αντικειμένου και προς το πλέγμα σχέσεων που αυτή η έννοια περικλείει. Έτσι καλεί σε ένα νόημα, πέρα από λεκτικές εικόνες ή συναισθηματικές δεσμεύσεις, που δεν αποσαφηνίζεται οριστικά στο αντικείμενο, αλλά μπορεί να φωτίζει μερικώς τη συνείδηση και να ξυπνά μέσα της την ερευνητική διάθεση. Βλ. π.χ. Πρωταγόρας 355 κ.εξ., επίσης Συμπόσιο ό.π.

25. Κρατύλος 385-387d. Βλ. ακόμη R. H. Weingartner, «Making Sense of the Cratylus», Phronesis 15, 1970:25.

26. Στον Ιππία Ελάσσονα (372c-e) ο Σωκράτης αναγνωρίζει ότι δεν αρνείται να μάθει και πως εξαιτίας της άγνοιας του αμφιταλαντεύεται κατά την έρευνα του πράγματος.

27. Στο πλαίσιο μιας γενικότερης αποτίμησης του σωκρατικού διαλόγου ο G. Boehme (ό.π. σ.31) θεωρεί «ότι η φιλοσοφία ως οδός της σοφίας στοχεύει στην ενότητα γνώσης και προσώπου και ότι πραγματικά αυτή δεν μεταδίδεται περαιτέρω μέσω βιβλίων, αλλά με σχέσεις δασκάλου-μαθητή».

28. W. Pleggerσjt. σ. 195.

29. Σύμφωνα με τον W. Plegger (ό.π. σσ.194-5) το μοτίβο του σωκρατικού διαλόγου δεν είναι κυρίως ο έλεγχος, η πρόθεση ανασκευής αλλά η αναζήτηση και η έρευνα. Ο έλεγχος λαμβάνει χώρα κατά την έρευνα παρεπιπτόντως. Απεναντίας, ο W. Jordan (ό.π. σ.62) θεωρεί ότι ο έλεγχος συνιστά την καρδιά της σωκρατικής πρακτικής της φιλοσοφίας. Ο Βλαστός («The Socratic Elenchos», Oxford Studies in Ancient Philosophy i 1983, σ.27-58) πιστεύει ότι ο έλεγχος δεν περιορίζεται στο να θέτει υπό δοκιμασία τη συνοχή των απόψεων των συνομιλητών του, αλλά αποβλέπει στην αναζήτηση της αλήθειας. Γενικώς θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ο έλεγχος παρεισδύει αντικειμενικά στην πρόθεση του Σωκράτη να υποβάλλει σε λογική εξέταση κάθε δεδομένη κατάσταση [ = επηρμένους νόες, απατηλές συνειδήσεις, λαθεμένες αντιλήψεις ή αποφάσεις κ.ά.], κάθε προσφερόμενη απάντηση ή ορισμό και μορφοποιείται γλωσσικά με τη διάρθρωση επιχειρημάτων για τη λογική ανέλιξη του διαλόγου.

30. Στον Κρατύλο 390c o Σωκράτης θεωρεί ως τον μόνο αρμόδιο να κρίνει για την ορθότητα των πραγμάτων τον άνθρωπο που γνωρίζει να ερωτά και να απαντά. Αυτόν ονομάζει διαλεκτικόν.

31. O J. Brun γράφει σχετικά: «Ο Σωκράτης δεν έχει τίποτε κοινό με ένα διευθυντή σχολείου που κάνει διαλέξεις κι έχει μαθητές επί πληρωμή. Η σχολή του Σωκράτη είναι η αγορά, ο δημόσιος χώρος, όπου τον βλέπουμε να περπατά μεταξύ των εμπόρων, των άσημων ανθρώπων όσο και των αριστοκρατών, φλυαρώντας με τον ένα, ερωτώντας τον άλλο και μη παύοντας να παίρνει σαν θέμα μελέτης τα χίλια δυο προβλήματα της καθημερινής ζωής.

32. Η ανομοιογένεια των συνομιλητών του Σωκράτη δεν αποτελούσε εμπόδιο για τη διεξαγωγή φιλοσοφικού διαλόγου· αντίθετα συντελούσε ώστε η κάθε συζήτηση να εξελίσσεται σε γνωριστική προσέγγιση προσώπων και τελικά να επιτυγχάνει την αυτοαγωγή και την ψυχική ενότητα των συζητητών. Βλ. Πρωταγόρας 348Α· στον Αλκιβιάδη I (130d), παρόμοια, ο Σωκράτης χαρακτηρίζει τη συζήτηση με τον Αλκιβιάδη ως συζήτηση ψυχής προς ψυχή. Μάλιστα ορίζει τον άνθρωπο ως την ψυχή που χρησιμοποιεί το σώμα· γι' αυτό και η ουσία του πρέπει να αναζητείται στη γνώση της ψυχής.

33. Στον Πρωταγόρα ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι «ο άνθρωπος έχει μέσα του τη γνώση» (352Β) και στο βαθμό που την αξιοποιεί σωστά, δηλαδή «γνωρίζει με ακρίβεια τι είναι καλό και τι κακό, δεν θα εξαναγκάζεται από τίποτα, ώστε να πράττει διαφορετικά πράγματα από αυτά που προστάζει η γνώση» (352ο). Κι όταν ο άνθρωπος αποτυγχάνει στις πράξεις του, σημαίνει ότι στερείται αυτής της γνώσης, δηλαδή η συνείδηση του δεν έχει εναρμονισθεί προς τη λογική της γνώσης τούτης, αλλά κατέχεται από αμάθεια: «πράξη που αποτυγχάνει από έλλειψη γνώσης, γνωρίζετε και εσείς οι ίδιοι ότι διαπράττεται από αμάθεια» (357Ε).

34. Θεαίτητος 150b κ.εξ.

35. J. Kube, Τέχνη und Αρετή. Sophistisches und Platonisches Tugendwissen, Walter de Gruyter & Co. Berlin 1969, σ. 164.

36. Ο Καλλικλής στον Γοργία ενσαρκώνει ακριβώς αυτή τη λογική του ακτιβισμού, κατά την οποία η φιλοσοφία είναι καλή μόνο για να αποκτούν παιδεία οι άνθρωποι όσο είναι νέοι, όχι όμως και για να αντεπεξέρχονται ως ενήλικες στα καθήκοντα της δημόσιας δράσης (485 κ.εξ).

37. Απολογία 38a.

38. Ο Σωκράτης αναφέρει ρητά στην Απολογία (18a-d) ότι δεν είναι εύκολο να ανασκευάσει τις διαβολές εναντίον του, γιατί είναι βαθιά ριζωμένες στη λαϊκή ψυχή και έχουν παγιωθεί ως περισσή αλήθεια, με αποτέλεσμα ο ίδιος να χρειάζεται να σκιαμαχεί κατά την απολογία του.

39. Απολογία d-e.

40. S. Cavell, The Claim ofRaeson, Clarendon Press, Oxford 1979, σ. 107.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΙΠΠΙΑΣ ΜΕΙΖΩΝ

ΠΛ ΙππΜ 303b–304e

Μπορεί το ὡραῖο να οριστεί ως εκείνο που ευχαριστεί την όραση και την ακοή; – Το τέλος της συζήτησης

Ο Σωκράτης και ο σοφιστής Ιππίας συζητούν, προσπαθώντας να καθορίσουν τι είναι ωραίο. Ωστόσο, κανένας από τους ορισμούς που δόθηκαν κατά τη διάρκεια της συζήτησης, είτε σχετίζονταν με την υλική σφαίρα είτε με την περιοχή της ηθικής, δεν κρίθηκε ικανοποιητικός. Λίγο πριν από το τέλος της συζήτησης, το ωραίο ορίστηκε ως εκείνο που είναι ευχάριστο στην όραση και την ακοή, γεγονός που προκάλεσε την παρακάτω απορία του Σωκράτη:


[303b] ΣΩ. Ποτέρων οὖν, ὦ Ἱππία, δοκεῖ σοι τὸ καλὸν εἶναι;
πότερον ὧν σὺ ἔλεγες· εἴπερ ἐγὼ ἰσχυρὸς καὶ σύ, καὶ ἀμ-
φότεροι, καὶ εἴπερ ἐγὼ δίκαιος καὶ σύ, καὶ ἀμφότεροι, καὶ
εἴπερ ἀμφότεροι, καὶ ἑκάτερος· οὕτω δὴ καὶ εἴπερ ἐγὼ καλὸς
καὶ σύ, καὶ ἀμφότεροι, καὶ εἴπερ ἀμφότεροι, καὶ ἑκάτερος;
ἢ οὐδὲν κωλύει, ὥσπερ ἀρτίων ὄντων τινῶν ἀμφοτέρων τάχα
μὲν ἑκάτερα περιττὰ εἶναι, τάχα δ’ ἄρτια, καὶ αὖ ἀρρήτων
ἑκατέρων ὄντων τάχα μὲν ῥητὰ τὰ συναμφότερα εἶναι, τάχα
[303c] δ’ ἄρρητα, καὶ ἄλλα μυρία τοιαῦτα, ἃ δὴ καὶ ἐγὼ ἔφην ἐμοὶ
προφαίνεσθαι; ποτέρων δὴ τιθεῖς τὸ καλόν; ἢ ὥσπερ ἐμοὶ
περὶ αὐτοῦ καταφαίνεται, καὶ σοί; πολλὴ γὰρ ἀλογία ἔμοιγε
δοκεῖ εἶναι ἀμφοτέρους μὲν ἡμᾶς εἶναι καλούς, ἑκάτερον δὲ
μή, ἢ ἑκάτερον μέν, ἀμφοτέρους δὲ μή, ἢ ἄλλο ὁτιοῦν τῶν
τοιούτων. οὕτως αἱρῇ, ὥσπερ ἐγώ, ἢ ’κείνως;

ΙΠ. Οὕτως ἔγωγε, ὦ Σώκρατες.

ΣΩ. Εὖ γε σὺ ποιῶν, ὦ Ἱππία, ἵνα καὶ ἀπαλλαγῶμεν
[303d] πλείονος ζητήσεως· εἰ γὰρ τούτων γ’ ἐστὶ τὸ καλόν, οὐκ
ἂν ἔτι εἴη τὸ δι’ ὄψεως καὶ ἀκοῆς ἡδὺ καλόν. ἀμφότερα
μὲν γὰρ ποιεῖ καλὰ τὸ δι’ ὄψεως καὶ ἀκοῆς, ἑκάτερον δ’ οὔ·
τοῦτο δ’ ἦν ἀδύνατον, ὡς ἐγώ τε καὶ σὺ δὴ ὁμολογοῦμεν,
ὦ Ἱππία.

ΙΠ. Ὁμολογοῦμεν γάρ.

ΣΩ. Ἀδύνατον ἄρα τὸ δι’ ὄψεως καὶ ἀκοῆς ἡδὺ καλὸν
εἶναι, ἐπειδή γε καλὸν γιγνόμενον τῶν ἀδυνάτων τι παρέ-
χεται.

ΙΠ. Ἔστι ταῦτα.

ΣΩ. «Λέγετε δὴ πάλιν», φήσει, «ἐξ ἀρχῆς, ἐπειδὴ
[303e] τούτου διημάρτετε· τί φατε εἶναι τοῦτο τὸ καλὸν τὸ ἐπ’
ἀμφοτέραις ταῖς ἡδοναῖς, δι’ ὅτι ταύτας πρὸ τῶν ἄλλων
τιμήσαντες καλὰς ὠνομάσατε;» ἀνάγκη δή μοι δοκεῖ εἶναι,
ὦ Ἱππία, λέγειν ὅτι ἀσινέσταται αὗται τῶν ἡδονῶν εἰσι
καὶ βέλτισται, καὶ ἀμφότεραι καὶ ἑκατέρα· ἢ σύ τι ἔχεις
λέγειν ἄλλο ᾧ διαφέρουσι τῶν ἄλλων;

ΙΠ. Οὐδαμῶς· τῷ ὄντι γὰρ βέλτισταί εἰσιν.

ΣΩ. «Τοῦτ’ ἄρα», φήσει, «λέγετε δὴ τὸ καλὸν εἶναι,
ἡδονὴν ὠφέλιμον;» Ἐοίκαμεν, φήσω ἔγωγε· σὺ δέ;

ΙΠ. Καὶ ἐγώ.

ΣΩ. «Οὐκοῦν ὠφέλιμον», φήσει, «τὸ ποιοῦν τἀγαθόν,
τὸ δὲ ποιοῦν καὶ τὸ ποιούμενον ἕτερον νυνδὴ ἐφάνη, καὶ εἰς
τὸν πρότερον λόγον ἥκει ὑμῖν ὁ λόγος; οὔτε γὰρ τὸ ἀγαθὸν ἂν
[304a] εἴη καλὸν οὔτε τὸ καλὸν ἀγαθόν, εἴπερ ἄλλο αὐτῶν ἑκάτερόν
ἐστι.» Παντός γε μᾶλλον, φήσομεν, ὦ Ἱππία, ἂν σωφρο-
νῶμεν· οὐ γάρ που θέμις τῷ ὀρθῶς λέγοντι μὴ συγχωρεῖν.

ΙΠ. Ἀλλὰ δή γ’, ὦ Σώκρατες, τί οἴει ταῦτα εἶναι συν-
άπαντα; κνήσματά τοί ἐστι καὶ περιτμήματα τῶν λόγων,
ὅπερ ἄρτι ἔλεγον, κατὰ βραχὺ διῃρημένα· ἀλλ’ ἐκεῖνο καὶ
καλὸν καὶ πολλοῦ ἄξιον, οἷόν τ’ εἶναι εὖ καὶ καλῶς λόγον
καταστησάμενον ἐν δικαστηρίῳ ἢ ἐν βουλευτηρίῳ ἢ ἐπὶ ἄλλῃ
[304b] τινὶ ἀρχῇ, πρὸς ἣν ἂν ὁ λόγος ᾖ, πείσαντα οἴχεσθαι φέροντα
οὐ τὰ σμικρότατα ἀλλὰ τὰ μέγιστα τῶν ἄθλων, σωτηρίαν
αὑτοῦ τε καὶ τῶν αὑτοῦ χρημάτων καὶ φίλων. τούτων οὖν
χρὴ ἀντέχεσθαι, χαίρειν ἐάσαντα τὰς σμικρολογίας ταύτας,
ἵνα μὴ δοκῇ λίαν ἀνόητος εἶναι λήρους καὶ φλυαρίας ὥσπερ
νῦν μεταχειριζόμενος.

ΣΩ. Ὦ Ἱππία φίλε, σὺ μὲν μακάριος εἶ, ὅτι τε οἶσθα
ἃ χρὴ ἐπιτηδεύειν ἄνθρωπον, καὶ ἐπιτετήδευκας ἱκανῶς, ὡς
[304c] φῄς· ἐμὲ δὲ δαιμονία τις τύχη, ὡς ἔοικε, κατέχει, ὅστις
πλανῶμαι μὲν καὶ ἀπορῶ ἀεί, ἐπιδεικνὺς δὲ τὴν ἐμαυτοῦ
ἀπορίαν ὑμῖν τοῖς σοφοῖς λόγῳ αὖ ὑπὸ ὑμῶν προπηλακί-
ζομαι, ἐπειδὰν ἐπιδείξω. λέγετε γάρ με, ἅπερ καὶ σὺ νῦν
λέγεις, ὡς ἠλίθιά τε καὶ σμικρὰ καὶ οὐδενὸς ἄξια πρα-
γματεύομαι· ἐπειδὰν δὲ αὖ ἀναπεισθεὶς ὑπὸ ὑμῶν λέγω ἅπερ
ὑμεῖς, ὡς πολὺ κράτιστόν ἐστιν οἷόν τ’ εἶναι λόγον εὖ καὶ
καλῶς καταστησάμενον περαίνειν ἐν δικαστηρίῳ ἢ ἐν ἄλλῳ
[304d] τινὶ συλλόγῳ, ὑπό τε ἄλλων τινῶν τῶν ἐνθάδε καὶ ὑπὸ
τούτου τοῦ ἀνθρώπου τοῦ ἀεί με ἐλέγχοντος πάντα κακὰ
ἀκούω. καὶ γάρ μοι τυγχάνει ἐγγύτατα γένους ὢν καὶ ἐν
τῷ αὐτῷ οἰκῶν· ἐπειδὰν οὖν εἰσέλθω οἴκαδε εἰς ἐμαυτοῦ
καί μου ἀκούσῃ ταῦτα λέγοντος, ἐρωτᾷ εἰ οὐκ αἰσχύνομαι
τολμῶν περὶ καλῶν ἐπιτηδευμάτων διαλέγεσθαι, οὕτω φανε-
ρῶς ἐξελεγχόμενος περὶ τοῦ καλοῦ ὅτι οὐδ’ αὐτὸ τοῦτο ὅτι
ποτέ ἐστιν οἶδα. «Καίτοι πῶς σὺ εἴσῃ», φησίν, «ἢ λόγον
[304e] ὅστις καλῶς κατεστήσατο ἢ μή, ἢ ἄλλην πρᾶξιν ἡντινοῦν,
τὸ καλὸν ἀγνοῶν; καὶ ὁπότε οὕτω διάκεισαι, οἴει σοι κρεῖτ-
τον εἶναι ζῆν μᾶλλον ἢ τεθνάναι;» συμβέβηκε δή μοι, ὅπερ
λέγω, κακῶς μὲν ὑπὸ ὑμῶν ἀκούειν καὶ ὀνειδίζεσθαι, κακῶς
δὲ ὑπ’ ἐκείνου. ἀλλὰ γὰρ ἴσως ἀναγκαῖον ὑπομένειν ταῦτα
πάντα· οὐδὲν γὰρ ἄτοπον εἰ ὠφελοίμην. ἐγὼ οὖν μοι δοκῶ,
ὦ Ἱππία, ὠφελῆσθαι ἀπὸ τῆς ἀμφοτέρων ὑμῶν ὁμιλίας· τὴν
γὰρ παροιμίαν ὅτι ποτὲ λέγει, τὸ «Χαλεπὰ τὰ καλά», δοκῶ
μοι εἰδέναι.

***
Σωκράτης: Εις ποίαν από τας δύο λοιπόν αυτάς τάξεις, Ιππία μου, νομίζεις ότι ανήκει το ωραίον; Άραγε εις αυτάς που έλεγες συ; Ότι δηλαδή, εάν εγώ είμαι ισχυρός και είσαι και συ, τότε είμεθα ισχυροί και οι δύο, και πάλιν, εάν εγώ είμαι δίκαιος και είσαι και συ, τότε είμεθα και οι δύο, και εάν είμεθα και οι δύο, τότε είναι και ο καθείς. Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον θέλεις να ειπούμεν και ότι, εάν εγώ είμαι ωραίος και είσαι και συ, τότε είμεθα και οι δύο ωραίοι, και πάλιν, εάν είμεθα και οι δύο, τότε είναι και ο καθείς μας; Ή μήπως δεν υπάρχει εμπόδιον, ενώ είναι κάπως περιττοί αριθμοί και οι δύο, να είναι το καθέν χωριστά αδιαφόρως περιττόν ή άρτιον, και πάλιν, ενώ είναι ανέκφραστον το καθέν χωριστά, να είναι αδιαφόρως τα δύο μαζί εκφραστικά ή ανέκφραστα, και άπειρα άλλα παρόμοια, καθώς είπα και εγώ ότι μου παρουσιάζονται; Εις ποίαν τάξιν λοιπόν θέτεις το ωραίον; Ή μήπως φαίνεται και εις σε περί αυτού καθώς και εις εμέ; Διότι μου φαίνεται πολύ παράλογον να είμεθα μεν και οι δύο μας ωραίοι, όχι όμως και ο καθείς μας, ή να είναι μεν ωραίος ο καθείς μας, όχι όμως και οι δύο, ή κάτι τι παρόμοιον με αυτά. Τούτο εδώ προτιμάς, καθώς και εγώ, ή εκείνο;

Ιππίας: Τούτο προτιμώ, Σωκράτη μου.

Σωκράτης: Και καλά κάμνεις βεβαίως, Ιππία μου, διά να απαλλαχθώμεν από την περισσοτέραν συζήτησιν. Διότι, εάν το ωραίον είναι έν από αυτά, τότε δεν είναι δυνατόν πλέον να είναι ωραίον το ηδονικόν εις την όρασιν και την ακοήν. Διότι και τα δύο ηδονικά τα κάμνει ωραία η μεσολάβησις της οράσεως και της ακοής, όχι όμως το καθέν χωριστά. Αυτό δε απεδείχθη αδύνατον, καθώς συμφωνούμεν και εγώ και συ, Ιππία μου.

Ιππίας: Βεβαίως συμφωνούμεν.

Σωκράτης: Επομένως είναι αδύνατον να είναι ωραίον το ηδονικόν εις την όρασιν και εις την ακοήν, διότι, εάν αυτό είναι ωραίον, παρουσιάζει ως αληθές κάτι τι από τα αδύνατα.

Ιππίας: Αυτό είναι αληθές.

Σωκράτης: Λέγετε λοιπόν πάλιν από την αρχήν, θα ειπή αυτός, αφού δεν επετύχατε εις αυτό· Τι πράγμα είναι αυτό το ωραίον το οποίον υπάρχει και εις τας δύο αυτάς ηδονάς, ένεκα του οποίου αυτάς επροτιμήσατε από όλας τας άλλας και τας ωνομάσατε ωραίας; Λοιπόν μου φαίνεται, Ιππία μου, ότι είναι ανάγκη να ειπούμεν, ότι αυταί αι δύο ηδοναί είναι αι αβλαβέστεραι και αι καλλίτεραι, όχι μόνον μαζί αι δύο, αλλά και χωριστά η καθεμία. Ή μήπως συ ημπορείς να ειπής άλλο τίποτε, ως προς το οποίον είναι διαφορετικαί από τας άλλας;

Ιππίας: Διόλου μάλιστα. Και πραγματικώς αυταί είναι αι καλλίτεραι.

Σωκράτης: Τότε λοιπόν, θα ειπή αυτός, τούτο άραγε θεωρείτε ως ωραίον, δηλαδή την ωφέλιμον ηδονήν; Αυτό νομίζομεν, θα ειπώ εγώ. Συ όμως;

Ιππίας: Και εγώ.

Σωκράτης: Λοιπόν, θα ειπή αυτός, δεν είναι άραγε ωφέλιμον εκείνο που κάμνει το αγαθόν, και αυτό που κάμνει δεν απεδείχθη προ ολίγου ως διάφορον από εκείνο που γίνεται, και δεν επιστρέφει πάλιν η συζήτησις εις τον προηγούμενον λόγον; Δηλαδή ούτε το αγαθόν ημπορεί να είναι ωραίον ούτε το ωραίον αγαθόν, εάν το καθέν είναι διαφορετικόν. Με το παραπάνω βεβαίως, θα ειπούμεν, καλέ Ιππία, εάν είμεθα σώφρονες. Διότι βεβαίως δεν είναι συγχωρημένον να μη συμφωνούμεν με τον ομιλούντα ορθώς.

Ιππίας: Και τι τάχα νομίζεις, Σωκράτη μου, ότι είναι και όλα αυτά; Αποξέσματα βεβαίως και αποκοπαί των λόγων είναι, καθώς έλεγα προ ολίγου, χωρισμένα εις μικρά μέρη. Εκείνο όμως είναι και ωραίον και έχει μεγάλην αξίαν, δηλαδή να ημπορή κανείς να παρουσιάση καλόν και ωραίον λόγον μέσα εις δικαστήριον ή εις βουλευτήριον ή εις καμμίαν άλλην αρχήν, εις την οποίαν απευθύνεται ο λόγος, και αφού καταπείση τους ακροατάς να αναχωρήση με πραγματικόν κέρδος όχι μικρόν, αλλά με το μεγαλίτερον βραβείον, δηλαδή την σωτηρίαν του εαυτού του και των πραγμάτων του και των φίλων του. Αυτά λοιπόν πρέπει να επιδιώκη κανείς και να αφήση αυτάς τας μικρολογίας, διά να μη φαίνεται ότι είναι πολύ ανόητος και ότι μεταχειρίζεται φλυαρίας και παραληρήματα καθώς τώρα.

Σωκράτης: Αγαπητέ μου Ιππία, συ μεν είσαι αξιομακάριστος, διότι και γνωρίζεις τι πρέπει να επιδιώκη ο άνθρωπος, και διότι αρκετά τα επεδίωξες, καθώς λέγεις· εμέ όμως, καθώς φαίνεται, με κυριαρχεί κάποια μοιραία τύχη και δι' αυτό πλανώμαι και ευρίσκομαι πάντοτε εις απορίαν και όταν εκθέσω την απορίαν μου εις σας τους σοφούς, τότε πάλιν εξευτελίζομαι με λόγους. Διότι μου λέγετε όλοι, καθώς και συ τώρα μου λέγεις, ότι εξετάζω πράγματα ηλίθια και μικρά και μηδαμινά. Όταν όμως πάλιν πεισθώ από σας να αλλάξω γνώμην και λέγω όσα λέγετε σεις, ότι δηλαδή είναι πολύ προτιμότερον να είναι κανείς ικανός να παρουσιάση λόγον καλόν και ωραίον και να τον τελειώση μέσα εις το δικαστήριον ή εις καμμίαν άλλην ομήγυριν, τότε και από άλλους πολλούς ανθρώπους του τόπου μας αλλά προ πάντων από τούτον τον άνθρωπον, ο οποίος με εξελέγχει πάντοτε, ακούω όλο άσχημα λόγια. Διότι έτυχε να μου είναι ο συγγενέστερός μου και να κατοική εις το ίδιον μέρος. Μόλις λοιπόν εμβώ εις την οικίαν μου και με ακούση να λέγω αυτά, με ερωτά, αν δεν εντρέπομαι που τολμώ να συζητώ περί ωραίων ασχολιών, αφού τόσον φανερά εντροπιάζομαι εις την συζήτησιν του ωραίου, ότι δεν γνωρίζω τι είναι ούτε αυτό ακόμη. Και λοιπόν, μου λέγει, πώς εσύ θα εννοήσης ή ποιος ανεκοίνωσε λόγον ωραίον ή όχι, ή οποιανδήποτε άλλην πράξιν, αφού δεν γνωρίζεις το ωραίον; Και αφού είσαι εις αυτά τα χάλια, νομίζεις ότι είναι προτιμότερον διά σε να ζης παρά να αποθάνης; Και λοιπόν το έφερε η τύχη, καθώς είπα, και από σας να κακολογούμαι και να ονειδίζωμαι και από εκείνον. Αλλά ίσως βεβαίως είναι ανάγκη να τα υπομένω όλα αυτά. Διότι δεν είναι διόλου παράδοξον να ωφεληθώ. Εγώ λοιπόν, Ιππία μου, νομίζω ότι ωφελούμαι από την συναναστροφήν και των δύο σας, διότι νομίζω ότι γνωρίζω τι εννοεί η παροιμία που λέγει ότι τα καλά θέλουν κόπον.

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

2. -τρος, -τρᾱ, -τρον


§ 351. Το -τρός είναι σπάνιο και δεν διαφέρει καθόλου στη σημασία από το -τήρ, που έχει μαζί του στενή ετυμολογική σχέση: ο Όμηρος έχει το ἰητρός 'γιατρός' δίπλα στο ἰητήρ (από το ἰᾶσθαι 'θεραπεύω'), πρβ. ακόμη δαιτρός 'τεμαχιστής' (Όμ.) από το δαίεσθαι 'τεμαχίζω'. Το -τρᾱ είναι εξίσου σπάνιο: ὀρχήστρα 'χώρος όρχησης' (κλασ.) από το ὀρχεῖσθαι 'χορεύω', ῥήτρα 'συμφωνία, ρητό' (Όμ.) από το ῥη- 'μιλώ' (ἐρρήθην ῥῆμα ῥητήρ ῥήτωρ), χύτρα 'δοχείο' (κλασ., και χύτρος) από το χυ- 'χύνω' (ἐχύθην χύσις). 

Περισσότερο έχει αναπτυχτεί το -τρον· το παλιότερο στρώμα δηλώνει το μέσο: ἄροτρον 'αλέτρι' (Όμ.) από το ἀρο- 'οργώνω', πρβ. λατ. ar ā- trum· σκῆπτρον 'στήριγμα, ράβδος' (Όμ.) από το σκήπτεσθαι 'στηρίζομαι', φέρτρον 'φορείο' (Όμ.) από το φέρειν 'μεταφέρω'· το τελευταίο γειτονεύει με ονομασίες χώρων όπως θέατρον 'χώρος παραστάσεων' (κλασ.) από το θεᾶσθαι 'βλέπω, παρακολουθώ'· οι μεθομηρικοί σχηματισμοί επικεντρώνονται συνήθως στο χώρο της 'αμοιβής για κάτι': θρέπτρᾰ 'ανταμοιβή για την ανατροφή' (Όμ.) από το τρέφειν 'ανατρέφω', λύτρον 'λύτρα' (κλασ.) από το λύειν 'λύνω', μήνυτρον 'αμοιβή για καταγγελία' (Ύμνος στον Ερμή και κλασ.), δίδακτρον 'δίδακτρα' (Πολυδεύκης) από το διδάσκειν (διδάξαι· § 281 υποσημ.)

Ο Φωτισμός της Γνώσης: Ένα Ταξίδι πέρα από το Εγκόσμιο

Στην απέραντη ταπισερί της ύπαρξης, υπάρχουν εκείνοι που περιπλανώνται στη ζωή δεσμευμένοι από τις αλυσίδες των κοινωνικών προσδοκιών, και μετά υπάρχουν εκείνοι που απελευθερώνονται από τους περιορισμούς του εγκόσμιου, αγκαλιάζοντας το αιθέριο βασίλειο της πνευματικής ελευθερίας. Αυτό το άρθρο διερευνά τη μεταμορφωτική δύναμη της γνώσης και πώς μας οδηγεί στο μονοπάτι της απόλυτης φώτισης, προσφέροντας μια μοναδική οπτική για την ύπαρξή μας, πέρα από τις επιπολαιότητες της ανθρώπινης κατάστασης.

Η αποκήρυξη του εγκόσμιου

Στην επιδίωξη της αληθινής πνευματικής ελευθερίας, το φωτισμένο άτομο συχνά βρίσκεται σε αντίθεση με τους κανόνες της κοινωνίας. Αυτοί είναι οι σοφοί της εποχής μας, που αποκηρύσσουν τη συμβατική πολιτισμένη κοινωνία των ανθρώπων, χωρίς να δεσμεύονται από τον πολιτισμό, τις έννοιες ή τις συνήθειές της.

Πράγματι, θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει εάν αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως «κουλτούρα των ανθρώπων» είναι καθόλου πολιτισμός. Δεν είναι μάλλον μια συγχώνευση ριζωμένων συνηθειών, κοινωνικών κατασκευών και προκατειλημμένων αντιλήψεων που πολύ συχνά περιορίζουν τα όρια της ύπαρξής μας;

Το μονοπάτι της απάρνησης και της αυτοενίσχυσης

Υπάρχουν δύο διακριτά μονοπάτια στα οποία μπορεί να πατήσει ένας πνευματικός αναζητητής. Το πρώτο είναι το μονοπάτι της απάρνησης, γνωστό και ως Λευκός Δρόμος, όπου κάποιος παραιτείται από το εγώ του, τις επιθυμίες του και την προσκόλλησή του στον φυσικό κόσμο. Αυτό το μονοπάτι, αν και γεμάτο προκλήσεις, οδηγεί τελικά στη Θεία ένωση, την συνειδητοποίηση της απόλυτης Αλήθειας.

Το δεύτερο είναι το μονοπάτι της αυτοενίσχυσης, ή το σκοτεινό μονοπάτι, όπου κάποιος καταναλώνεται από τις επιθυμίες του, το εγώ του και την προσκόλλησή του στον φυσικό κόσμο. Αυτό το μονοπάτι, αν και αρχικά δελεαστικό, οδηγεί μόνο σε περαιτέρω άγνοια, δεσμεύοντας το άτομο στον κύκλο της γέννησης και του θανάτου, ωθώντας το πιο κοντά στις ζωώδεις τάσεις του.

Ο Φωτισμός της Γνώσης

Όπως το φεγγάρι που διώχνει το σκοτάδι της νύχτας, το φως της γνώσης διώχνει τις σκιές της άγνοιας. Φωτίζει το μονοπάτι της αρετής, οδηγώντας μας σε μια ζωή αυθεντικότητας και αλήθειας.

Η γνώση, σε αυτό το μεταφυσικό πλαίσιο, δεν είναι η συσσώρευση γεγονότων και αριθμών. Δεν είναι η κυριαρχία των επιστημονικών θεωριών ή η κατανόηση σύνθετων εξισώσεων. Μάλλον, είναι η βαθιά κατανόηση του Εαυτού και του Σύμπαντος, η συνειδητοποίηση της διασύνδεσης όλων των πραγμάτων και της παροδικότητας του φυσικού κόσμου.

Η Αιώνια Πραγματικότητα

Όταν τα φαντάσματα του κουρασμένου μυαλού σου σβήσουν υπό το φως αυτής της βαθιάς γνώσης, συνειδητοποιείς ότι η πραγματικότητα, στην πιο αληθινή της μορφή, είναι πάντα εδώ, αιώνια, ρέει στη γαλήνη της. Δεν υπόκειται στους περιορισμούς του χρόνου ή του χώρου, ούτε επηρεάζεται από τα σκαμπανεβάσματα των ανθρώπινων εμπειριών.

Είναι σε αυτόν τον χώρο της αιώνιας πραγματικότητας, πέρα από την ψευδαίσθηση του φυσικού κόσμου, που βρίσκει κανείς την αληθινή ειρήνη, την αληθινή ελευθερία και την αληθινή φώτιση.

Το ταξίδι προς αυτή τη συνειδητοποίηση δεν είναι εύκολο, ούτε είναι άμεσο. Απαιτεί υπομονή, επιμονή και το πιο σημαντικό, προθυμία να αφήσεις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις και αντιλήψεις. Μόλις όμως πατήσεις το πόδι σου σε αυτό το μονοπάτι, με οδηγό το φως της γνώσης, ξεκινάς το πιο ανταποδοτικό ταξίδι, το ταξίδι προς την συνειδητοποίηση του αληθινού Εαυτού σου.

Υπό το φως της γνώσης, δεν βρίσκουμε απλώς κατανόηση, αλλά μια βαθιά ειρήνη και ελευθερία που υπερβαίνει τους περιορισμούς του φυσικού κόσμου. Αυτός είναι ο δρόμος του σοφού, ο δρόμος του φωτισμένου, ο δρόμος προς την πνευματική ελευθερία. Και είναι διαθέσιμο σε όλους, αρκεί να έχουμε το θάρρος να το αναζητήσουμε.

Eckhart Tolle: Αυτό που συμβατικά αποκαλούμε «αγάπη» είναι η στρατηγική του «εγώ» για να αποφύγει να αφεθεί

Αυτό που συμβατικά αποκαλούμε «αγάπη» είναι η στρατηγική του «εγώ» για να αποφύγει να αφεθεί.

Αναζητάτε κάποιον να σας δώσει κάτι το οποίο μπορεί να έρθει σε εσάς μόνο στην κατάσταση της παράδοσης, στην κατάσταση του να αφήνεστε.

Η Ισπανική γλώσσα είναι η πιο ειλικρινής σε αυτή την εκτίμηση. «Te quiero» σημαίνει ταυτόχρονα «σ' αγαπώ» και «σε θέλω» ενώ η αληθινή αγάπη δεν έχει μέσα της το «σε θέλω», δεν έχει επιθυμία να κατέχει κάποιον ή να θέλει να αλλάξει ο άλλος σύντροφος.

Το «εγώ» θεωρεί τον άλλον ξεχωριστό. Χρησιμοποιεί αυτό το άτομο για να καλύψει τη διαρκή αίσθηση της δυσφορίας που νιώθει, την αίσθηση του ανικανοποίητου, τον θυμό ή το μίσος που αισθάνεται και όλα αυτά συνδέονται στενά μεταξύ τους.

Αυτές είναι εκφάνσεις μιας υποκειμενικής στάσης η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κατάσταση του «εγώ».

Όταν το «εγώ» ξεχωρίζει κάτι και λέει «αγαπώ» αυτό ή εκείνο, είναι μια ασυνείδητη προσπάθεια να σκεπάσει ή να αφαιρέσει τα βαθιά ριζωμένα αισθήματα που πάντα συνοδεύουν το «εγώ»: τη δυσαρέσκεια, τη δυστυχία ή την αίσθηση της ανεπάρκειας η οποία είναι τόσο οικεία.

Για λίγο, αυτή η ψευδαίσθηση πραγματικά λειτουργεί.

Έπειτα αναπόφευκτα, σε κάποιο βαθμό, το άτομο που έχετε ξεχωρίσει στα μάτια σας, αποτυχαίνει να λειτουργήσει ως σκέπασμα του πόνου, του μίσους, της δυσαρέσκειας ή της δυστυχίας, τα οποία όλα αυτά έχουν τις ρίζες τους στην ανεπάρκεια και στην μη ολοκλήρωση που αισθάνεται το «εγώ» σας.

Έπειτα, έρχεται το συναίσθημα πως όλα σκεπάστηκαν και έτσι προβάλλετε στο ξεχωριστό εκείνο πρόσωπο την προσδοκία πως θα «σας σώσει».

Ξαφνικά όμως η αγάπη γυρνάει σε μίσος. Το «εγώ» δεν συνειδητοποιεί ότι το μίσος είναι προβολή του γενικού πόνου που ακόμη νιώθετε μέσα σας. Το «εγώ» πιστεύει ότι αυτό το πρόσωπο δημιουργεί αυτόν τον πόνο.

Κι έτσι δεν συνειδητοποιείτε πως ο πόνος είναι το γενικό συναίσθημα το οποίο προέρχεται από το γεγονός ότι δεν είσαστε συνδεδεμένοι με το βαθύτερο επίπεδο της ύπαρξής σας.

Το αντικείμενο της αγάπης είναι ανταλλάξιμο όπως ανταλλάξιμο είναι και το αντικείμενο που θέλει το «εγώ».

Μερικοί άνθρωποι κάνουν πολλές σχέσεις. Ερωτεύονται και παύουν να είναι ερωτευμένοι πολλές φορές. Αγαπούν έναν άνθρωπο για όσο καλύπτει τον πόνο τους, μέχρι να σταματήσει να το κάνει.

Μόνο το να αφήνεστε μπορεί να σας δώσει αυτό που αναζητάτε ως αντικείμενο αγάπης.

Το «εγώ» λέει πως το να αφήνεστε δεν είναι απαραίτητο επειδή αγαπάτε αυτό το άτομο. Είναι φυσικά μια ασυνείδητη διαδικασία.

Τη στιγμή που αποδέχεστε εντελώς αυτό που είναι στην παρούσα στιγμή, κάτι μέσα σας συνειδητοποιεί πως νιώθει μια έμφυτη, μόνιμη γαλήνη, ακίνητη και γεμάτη ζωντάνια.

Είναι άνευ όρων, είναι η αληθινή σας ουσία. Είναι αυτό που αναζητούσατε ως αντικείμενο αγάπης. Είναι ο εαυτός σας.

Όταν συμβαίνει, ένα εντελώς διαφορετικό είδος αγάπης είναι παρόν το οποίο δεν υπόκειται στο δίδυμο αγάπη / μίσος.

Αυτή η αγάπη δεν ξεχωρίζει κανέναν. Είναι παράλογο να χρησιμοποιείται ακόμη και η ίδια λέξη γι' αυτήν την κατάσταση.

Τώρα ακόμη και η φυσιολογική αγάπη / μίσος σχέση μπορεί να εισέλθει στην κατάσταση της απελευθέρωσης.

Προσωρινά και για σύντομο χρονικό διάστημα θα συμβαίνει: θα βιώνετε μια βαθύτερη, εσωτερική αγάπη η οποία αποδέχεται ολοκληρωτικά το γεγονός ότι μερικές φορές θα λάμπει ακόμη και μέσα από μια εγωιστική σχέση.

Αν αυτή η απελευθέρωση και παράδοση δεν επιτυγχάνεται, θα καλύπτεται ξανά με το παλιό εγωιστικό μοτίβο.

Οπότε, δεν λέω ότι η βαθιά, αληθινή αγάπη δεν μπορεί να είναι παρούσα σποραδικά, ακόμη και σε μια φυσιολογική αγάπη / μίσους σχέση. Αλλά είναι σπάνιο και κρατάει λίγο.

Όταν αποδεχθείτε αυτό που είναι στην παρούσα στιγμή, κάτι βαθύτερο συγχωνεύεται από αυτό που είναι. Οπότε, μπορεί να τύχει να παγιδευτείτε στο πιο επώδυνο εσωτερικό ή εξωτερικό δίλλημα, στα πιο επώδυνα αισθήματα ή καταστάσεις αλλά από τη στιγμή που αποδέχεστε όλα αυτά ακριβώς όπως είναι, πηγαίνετε πέρα από αυτά.

Ακόμη και αν αισθάνεστε μίσος, τη στιγμή που αποδέχεστε αυτό το μίσος, αυτό δηλαδή που αισθάνεστε, το υπερβαίνετε. Μπορεί ακόμη να βρίσκεται εκεί αλλά απρόσμενα θα βρεθείτε σε αυτό το βαθύτερο μέρος όπου το μίσος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία πλέον.

Όλη η φαινομενική ατομικότητα υπάρχει λόγο της έντασης μεταξύ των αντιθέτων. Ζέστη και κρύο, ανάπτυξη και φθορά, κέρδος και απώλεια, επιτυχία και αποτυχία, δηλαδή οι πολικότητες που είναι μέρος της ύπαρξης και φυσικά μέρος κάθε σχέσης.

Eckhart Tolle, Σχέσεις – Η αληθινή αγάπη και η υπέρβαση της δυαδικότητας

Άγχος στα παιδιά: πότε είναι παθολογικό και πότε φυσιολογικό

Το άγχος αναφέρεται σε μια αντίδραση του ανθρώπινου οργανισμού σε ένα ερέθισμα που θα προσπαθήσει να αποφύγει γιατί το αντιλαμβάνεται ως απειλητικό. Είναι ένα βασικό συναίσθημα που υπάρχει από την βρεφική και παιδική ηλικία με εκφράσεις που ποικίλλουν ως προς τον βαθμό έντασης που εκδηλώνονται.

Συνήθως το άγχος δεν είναι παθολογικό, καθώς βοηθά το άτομο που το βιώνει να προσαρμοστεί και να αποφύγει τον κίνδυνο. Μπορεί όμως να γίνει μια δυσλειτουργική αντίδραση όταν εμφανίζεται πολύ συχνά, σε υπερβολικό βαθμό, επιμένει και παρεμποδίζει την λειτουργικότητα του ατόμου που το βιώνει.

Πότε το άγχος είναι φυσιολογικό και πότε όχι;

Η διαφοροποίηση μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού άγχους μπορεί να γίνει ιδιαιτέρως δύσκολη στα παιδιά καθώς η εκδήλωση πολλών φόβων και αγχωδών συμπεριφορών είναι μέρος της φυσιολογικής ανάπτυξης. Για παράδειγμα, ο φόβος για τους ξένους εμφανίζεται ανάμεσα στους 7-12 μήνες, το άγχος αποχωρισμού συμβαίνει ανάμεσα στους 12 και 18 μήνες, ο φόβος για τις αστραπές, το σκοτάδι, τα ζώα, οι εφιάλτες στα 2-4 χρόνια, ο φόβος για το θάνατο στα 4-5 χρόνια, για τα φαντάσματα και τα τέρατα στα 5-7 χρόνια ενώ στην εφηβεία εμφανίζεται ανησυχία για τη σχολική επίδοση, για την κοινωνική αποδοχή και για θέματα υγείας.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι τέτοια άγχη εμφανίζονται κατα τη διάρκεια της ανάπτυξης των παιδιών αλλά συνήθως δεν επιμένουν, αυτό αποτελεί μια δυσκολία για τη διάκριση μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού άγχους στα παιδιά.

Μια ακόμη δυσκολία είναι η έλλειψη των γνωστικών, γλωσσικών, επικοινωνιακών και συναισθηματικών δεξιοτήτων των παιδιών που λόγω ηλικίας δεν μπορούν να μας μεταφέρουν τις πραγματικές διαστάσεις του άγχους που βιώνουν. Εξαιτίας αυτής της δυσκολίας διάκρισης ανάμεσα στο φυσιολογικό και το παθολογικό άγχος καθώς επίσης και λόγω του ότι πολλές φορές τα αγχώδη συμπτώματα δεν προκαλούν ενόχληση στο περιβάλλον και δεν έχουν επιβλαβείς συνέπειες για τους άλλους όπως για παράδειγμα οι επιθετικές συμπεριφορές, δεν δίνεται η ανάλογη προσοχή ενώ υπάρχουν υψηλά ποσοστά εμφάνισης διαταραχών άγχους στα παιδιά.

Ποια είναι τα ανησυχητικά συμπτώματα του άγχους στα παιδιά και τους εφήβους;

Τα παιδιά με αγχώδη διαταραχή εμφανίζουν φόβους και ανησυχίες που μπορεί να μην αντιλαμβάνονται ότι είναι παράλογοι. Μπορεί να ανησυχούν υπερβολικά για το σχολείο ή για κάθετι που κάνουν. Συχνά παραπονιούνται για σωματικά συμπτώματα όπως πονοκέφαλο, πόνο στην κοιλιά και το στομάχι, ταχυκαρδία ή τάση για εμετό. Μπορεί επίσης να έχουν ξεσπασματα θυμού και κλάματα, ευερεθιστότητα σε μια προσπάθεια να αποφύγουν το ερέθισμα που τα αγχώνει/φοβίζει ωστόσο να γίνονται λανθασμένα αντιληπτές αυτές οι αντιδράσεις ώς ανυπακοή ή άρνηση στον ενήλικα. Πολλές φορές παρουσιάζεται και ονυχοφαγία. Στους εφήβους μπορεί να εκδηλωθεί με απόσυρση και χαμηλή διάθεση. Αλλαγές στις συνήθειες του ύπνου ή της διατροφής είναι επίσης πιθανό να οφείλονται σε υπερβολικό άγχος.

Συμβουλές για γονείς:

Προσπαθήστε να διασφαλίσετε ένα ήρεμο περιβάλλον για τα παιδιά μέσα στο οποίο το παιδί να νιώθει ασφάλεια, αποδοχή, εμπιστοσύνη και αγάπη.

Προσπαθήστε να ελέγξετε τα δικά σας άγχη και φοβίες έτσι ώστε να μην τα μεταφέρετε στα παιδιά σας.

Μάθετε στο παιδί σας πως το να αναζητά βοήθεια όταν δεν καταφέρνει κάτι είναι σημάδι δύναμης και όχι αδυναμίας.

Ενισχύστε το παιδί σας να παίρνει πρωτοβουλίες και να συμμετέχει σε κοινωνικές δραστηριότητες εκτός σπιτιού.

Ακούστε τους φόβους και τα άγχη των παιδιών σας χωρίς να τα κρίνετε αρνητικά και συζητήστε μαζί του αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (με τα κατάλληλα λόγια και επιχειρήματα για την ηλικία του κάθε φορά).

Βοηθήστε το παιδί σας να έρθει αντιμέτωπο με αυτό που το αγχώνει βρισκόμενοι δίπλα του και διαβεβαιώνοντας το πως ο κίνδυνος δεν είναι πραγματικός (στο βαθμό που μπορεί να αντέξει).

Ενισχύστε την αυτοεκτίμηση του μέσα από μια θετική εικόνα που έχετε για αυτό ότι μπορεί να τα καταφέρει.

Αναγνωρίστε ότι το άγχος είναι ένα συναίσθημα φυσιολογικό που υπάρχει στη ζωή όλων και πως μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε και να το ελέγξουμε.

Να έχετε ρεαλιστικές προσδοκίες από το παιδί σας και να μην θέτετε πολύ υψηλούς στόχους.

Αν το άγχος επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα και με υψηλά σε ένταση συμπτώματα, μη διστάσετε να απευθυνθείτε σε κάποιον ειδικό για τις ανησυχίες σας. Έρευνες έχουν δείξει πως οι αγχώδεις διαταραχές της παιδικής και εφηβικής ηλικίας δεν υποχωρούν απο μόνες τους αλλά συνδέονται με προβλήματα στην ενήλικη ζωή.

Το παζλ

Τα κομμάτια του παζλ, του δικού σου παζλ θα τα δεις να κόβονται και να χάνονται, να ανακατεύονται και να μπερδεύονται. Θα τα δεις να μην ταιριάζουν στη δικιά σου θέληση και να απωθούνται σαν μαγνήτες στον ίδιο πόλο, να απομακρύνονται πιότερο και από τις Ηπείρους.

Έχουν το δικό τους ταξίδι να κάνουν και την ιδιόρρυθμη και μοναδική διαδρομή τους να ακολουθήσουν, όπως έχει οριστεί.

Από ποιον;

Δεν ξέρω μη με ρωτάς..

Από την τύχη;
Από το κάρμα;
Απο το γραμμένο;
Από την αύρα σου;

Δεν ξέρω μη με ρωτάς..

Όταν έρθει η ώρα τους όμως θα τα δεις να ενώνονται αβίαστα και να ταιριάζουν μεταξύ τους άψογα, χωρίς η δική σου προσπάθεια να υπερβαίνει τα δέοντα.

Θα δεις την δικιά σου ιστορία να ολοκληρώνεται και να αποκτά νόημα και σημασία σαν κινέζικο ραγισμένο βάζο που αποκτά την δικιά του κοσμοθεωρία κολλώντας το σε μια παροιμία.

Πότε θα γίνει αυτό;

Δεν ξέρω μη με ρωτάς...

Εσύ κοίτα να φτιάχνεις κομμάτια να μην διστάσεις να τα σκίσεις ούτε να τα κολλήσεις άμα χρειαστεί. Εσύ κοίτα να μην μένεις στο ίδιο σημείο. Πήγαινε μπροστά ή κάνε ένα βήμα πίσω μόνο μη μένεις στο ίδιο σημείο.

Εσύ ζήσε και άσε τη ζωή να σου φτιάξει το δικό σου παζλ όπως εκείνη γνωρίζει καλύτερα. Ότι είναι να γίνει θα γίνει χωρίς τον εγωισμό να το διεκδικεί. Ότι όχι θα φύγει θα ξεχαστεί και θα γίνει βάση για τα επόμενα.

Πώς θα γίνει αυτό;

Δεν ξέρω μη με ρωτάς..

Το κάθε παζλ έχει διαφορετικό σχεδιαστικό μοντέλο..

Εσύ μόνο κομμάτια να κάνεις και όταν η ώρα τους έρθει..

Εσύ, κομμάτια!