Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2023

Ο επί Γης Παράδεισος είναι μια κατάσταση την οποία μπορεί να δημιουργήσει ο καθένας μας

Ο επί Γης Παράδεισος δεν είναι κάποιος μυστηριώδης, υπερφυσικός τόπος στον οποίο ελπίζουμε. Δεν είναι κάποιο αποκλειστικό βασίλειο, μόνο για άγιους, για μάντεις και σοφούς. Κάθε άλλο. Ανακάλυψα -κι εδώ που τα λέμε, έζησα ενδιαφέρουσα και έντονη ζωή όλα αυτά τα χρόνια- ότι ο επί Γης Παράδεισος είναι μια κατάσταση την οποία μπορεί να δημιουργήσει ο καθένας μας».
Ο δισεκατομμυριούχος οδηγούσε τώρα τη συζήτηση σε βαθύτερα νερά…
«Αισθάνομαι, κυριολεκτικά, ευλογημένος στη ζωή μου». «Το μεγαλύτερο μέρος της το ζω σε έναν μαγικό κόσμο»…
«Έμαθα ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη ήττα από το να είσαι επιτυχημένος χωρίς να αισθάνεσαι πλούτο ψυχής»…
«Μολονότι ήμουν πάντα παθιασμένος με την πρόοδο των εταιρειών μού και την επέκταση των εμπορικών συμφερόντων μου —κυρίως για να διαπιστώνω μέχρι πού μπορώ να φτάσω και για να τροφοδοτώ το φιλανθρωπικό έργο μου—, είμαι εξίσου αφοσιωμένος στην απόλαυση της κάθε μαγικής πλευράς της ζωής. Κέρδη χωρίς χαρά δεν είναι τίποτα»…
«Αγαπάω τη δουλειά μου πάρα πολύ. Και ευχαριστιέμαι πολύ τα αγαθά που έχω. Αλλά δεν χρειάζομαι τίποτε από αυτά. ‘Έχω τα ατομικά μου πράγματα και τη δημόσια φήμη ως επιχειρηματίας με παγκόσμια εμβέλεια. Όμως δεν ταυτίζομαι με αυτά. Δεν είμαι εξαρτημένος με τίποτε από αυτά. Καθώς γερνάω, εξακολουθώ να αγαπάω πάρα πολύ τις απολαύσεις αυτού του κόσμου αλλά δεν τις έχω ανάγκη για την ευτυχία μου και την εσωτερική μου ειρήνη. Έχω φτάσει να αντιμετωπίζω τα πάντα σαν μεγάλο παιχνίδι, ένα είδος σπορ.
»Έχω τα πράγματα υπό την κατοχή μού, δεν είμαι εγώ υπό την κατοχή των πραγμάτων», συνέχισε ο βαρόνος των επιχειρήσεων. «Και μολονότι κινούμαι μέσα στον κόσμο, απολαμβάνω και τη μοναξιά, όχι μόνο μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά -όπως εδώ, στην εμπειρία των θαυμάτων της φύσης σε αυτή την ονειρική κοιλάδα του Φρανσχέκ. Και όλο αυτό ανήκει επίσης στον τρόπο που ζω εγώ το μοντέλο των δίδυμων κύκλων. Δημιουργώ κύκλο για να απολαμβάνω τη ζωή ολοκληρωτικά…
«Θεέ μου, η ζωή είναι όμορφη. Μη χάσετε καμία ευκαιρία να γευτείτε πόσο τέλεια και πόσο απίστευτη είναι. Είναι όλες εκεί και σας περιμένουν – ανεξάρτητα από το τι μπορεί να περνάτε. Επειδή ο χρόνος που ζούμε, όλοι μας, είναι δανεικός. Και η ζωή περνάει από μπροστά μας σαν θύελλα. Κι εσείς, θα γεράσετε πριν το καταλάβετε» … είπε χαμογελώντας.
«Η Ουτοπία, η Σάνγκρι-Λα, η Νιρβάνα, ο επί Γης Παράδεισος είναι απλώς ονομασίες μιας κατάστασης της ύπαρξης, όχι κάποιου μέρους που μπορούμε να επισκεφθούμε. Θα μπείτε στη μαγεία της ζωής και θα αρχίσετε να νιώθετε καθημερινά την απόλυτη μακαριότητα μόλις ανακτήσετε την έμφυτη δύναμη που περιμένει στον πυρήνα της ύπαρξής σας. Και όταν δεν αναβάλλετε να δείχνετε ευγνωμοσύνη ακόμη και για την πιο μικρή από τις καθημερινές ευλογίες που απολαμβάνετε. Θα αρχίσετε να γίνεστε κάτι σαν μάγοι και θα γίνετε μαγνήτες θαυμάτων»…
Η ζωή μου είναι γενικά ένα ήρεμο ποτάμι ομορφιάς. Και ανακάλυψα ότι αυτό δεν έχει να κάνει με το πόσο πολλά χρήματα έχω. Έχει να κάνει περισσότερο με την αναζήτηση της εκπλήρωσης στα πιο μικρά από όλα τα πράγματα. Για παράδειγμα, στον τρόπο που με ζέσταινε και μου έδινε έμπνευση η φωτιά χθες βράδυ. Έχει να κάνει με τον πολύ χρόνο που περνάω στη φύση, αδιάφορο αν είναι σε αμπέλια όπως αυτά εδώ», είπε δείχνοντας με το δάχτυλο τα κρασοστάφυλα που γέμιζαν την κοιλάδα, «ή με βόλτες στο δάσος, με ορειβασία, με ώρες που περνάω στην παραλία ή διασχίζοντάς τους αμμόλοφους στη γυμνή έρημο. Έχει να κάνει με την επανασύνδεση με το δέος, το θαύμα, το μεγαλείο που διαθέτει κάθε άνθρωπος μέσα του, την επανασύνδεση που πραγματοποιείται όταν επισκεπτόμαστε καλλιτεχνικά εκθέματα κι αφήνουμε την ενέργεια και τη μεγαλοφυΐα των δημιουργών να προσφέρουν έμπνευση στη νοοτροπία, στην καρδιοτροπία, στην υγειοτροπία και την ψυχοτροπία μας. Έχει να κάνει με τη διατροφή με αγνά τρόφιμα, μαγειρεμένα απλά, παρέα με ενδιαφέροντες, αυθεντικούς καλόκαρδους, δημιουργικούς και συμπονετικούς ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις καλά. Η είσοδος στον χώρο αυτής της μαγείας έχει επίσης μεγάλη σχέση με τον αποχαιρετισμό του παρελθόντος, με την αποδοχή του παρόντος και την επιστροφή στη δημιουργικότητα, την αθωότητα, τη ζωντάνια και την τρυφερότητα που νιώθατε αναπόσπαστο κομμάτι σας όταν ήσαστε παιδιά. Οι ενήλικοι είναι παρηκμασμένα παιδιά. Ο επί Γης Παράδεισος θα εμφανιστεί φυσιολογικά στην καρδιά σας όταν θα έχετε την ευφυΐα και τη γενναιότητα να αρχίσετε να ανοίγετε ξανά την καρδιά σας. Όπως κάνατε όταν ήσαστε μικρά παιδιά».

Μαστίγωσε τη θάλασσα – Η ύβρις του Ξέρξη όταν περνούσε τον Ελλήσποντο

Ο Ξέρξης Α΄ ήταν βασιλιάς της Περσίας και φαραώ της Αιγύπτου, ένας από τους κορυφαίους βασιλείς από την περσική δυναστεία των Αχαιμενιδών. Το όνομά του είναι παραφθορά του αρχαίου περσικού Χσαγιαρσά και σημαίνει Κυρίαρχος Ηρώων. Βασίλεψε από το 486 π.Χ. έως το 465 π.Χ.

Η απόφαση για εισβολή στην Ελλάδα

Ο πατέρας του Ξέρξη του άφησε πριν πεθάνει μια διαταγή: να τιμωρήσει τους Αθηναίους και τους υπόλοιπους Έλληνες για τη ντροπή που προξένησαν στην μεγάλη τους αυτοκρατορία. Ο Ξέρξης βέβαια δεν χρειαζόταν να δεσμευτεί από αυτή την υπόσχεση για να επιτεθεί στην Ελλάδα. Στο τρίτο έτος της βασιλείας του, λοιπόν, συγκάλεσε συνέδριο με τη συμμετοχή των αρχόντων και των ευγενών όλων των επαρχιών της χώρας αλλά και των ξένων ευγενών, που είχαν δηλώσει υποταγή στη Περσία. Στο συνέδριο ακούστηκαν διαφορετικές απόψεις. Ο θείος του αυτοκράτορα, αδελφός του Δαρείου, Αρτάβανος δεν επιθυμούσε την επίθεση στην Ελλάδα και εκπροσωπούσε τους ευγενείς που δεν επιθυμούσαν άλλη ήττα μετά τον Μαραθώνα. Από την άλλη πλευρά, τη μερίδα των στρατηγών, εκπρόσωπος ήταν ο στρατηγός Μαρδόνιος, ξάδελφος και γαμπρός του αυτοκράτορα. Ακόμα στην αυτοκρατορική αυλή του Ξέρξη υπήρχαν και ορισμένοι ευγενείς από την Ελλάδα, που έχασαν τους θρόνους τους και έλπιζαν ότι αν βοηθούσαν τον Πέρση αυτοκράτορα στην εισβολή του, θα κέρδιζαν το θρόνο τους πάλι. Μερικοί από αυτούς ήταν: ο Δημάρατος, έκπτωτος βασιλιάς της Σπάρτης, ο Αιαντίδης, γαμπρός του έκπτωτου τυράννου της Αθήνας, Ιππία, η οικογένεια των Αλευαδών, έκπτωτη δυναστεία που ηγούνταν του Κοινού των Θεσσαλών, και ο μάντης Ονομάκριτος, ο οποίος είχε πληρωθεί από οικογένειες έκπτωτων ευγενών για να δίνει ευνοϊκούς χρησμούς στο Ξέρξη ώστε να πειστεί να εκστρατεύσει στην Ελλάδα. Το συνέδριο κράτησε έξι μήνες και αποφασίστηκε τελικά η επίθεση κατά της Ελλάδας ενώ στο τέλος του συνεδρίου παρατέθηκε συμπόσιο επτά ημερών.

Η εισβολή στην Ελλάδα

Ο Ξέρξης ξεκίνησε αμέσως τις προετοιμασίες για να πολεμήσει τους Έλληνες και η εκστρατεία προετοιμαζόταν για τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Ο περσικός στρατός, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, αριθμούσε 1.700.000 πεζούς άνδρες και 100.000 βοηθητικό προσωπικό που προέρχονταν από 46 έθνη ενώ ο Κορνήλιος Νέπως αναφέρει 700.000 πεζούς και 400.000 ιππείς. Οι σύγχρονοι μελετητές θεωρούν αυτούς τους αριθμούς εξαιρετικά διογκωμένους.

Την ηγεσία όλου του πεζικού είχαν οι Μαρδόνιος και Τριτανταίχμης, εξάδελφοι του Ξέρξη, ο Μασίστης, μικρότερος αδελφός του βασιλιά, ο Μεγαβύζος και ο Σμερδομένης. Το ιππικό διοικούσαν οι αδελφοί Τίθαιος και Αρμαμίθρας, γιοι του στρατηγού Δάτη, που είχε πάρει μέρος στη Μάχη του Μαραθώνα. Την επίλεκτη προσωπική σωματοφυλακή του Ξέρξη, τους 10.000 «Αθάνατους» διοικούσε ο Υδάρνης. Ο περσικός στόλος προερχόταν από τις υποτελείς περιοχές της Περσικής Αυτοκρατορίας, καθώς οι Πέρσες δεν ήταν ναυτικός λαός. Την ανώτερη ηγεσία του στόλου είχε ο Αριαμένης.

Ο Ξέρξης με το στρατό του πέρασε χωρίς δυσκολία τον Ελλήσποντο, με γέφυρες που κατασκεύασαν οι μηχανικοί του. Τη πρώτη φορά οι γέφυρες κατέρρευσαν ύστερα από τρικυμία και έτσι ο Ξέρξης αποκεφάλισε τους μηχανικούς του και διέταξε να μαστιγώσουν τη θάλασσα γιατί δεν υπάκουσε στις διαταγές του, ενώ της πέταξε και αλυσίδες για να τη δέσουν. Ακόμα για να περάσει ο στόλος του άνοιξε μια διώρυγα στη χερσόνησο του Άθω και έθεσε επικεφαλής του έργου, τους Βούβαρη του Μεγαβάζου και Αρταχαίη του Αρταίου. Πέρασε χωρίς προβλήματα τη Θράκη, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία και έφτασε στις Θερμοπύλες, όπου αντιμετώπισε τους 300 Σπαρτιάτες του Λεωνίδα και τους 700 Θεσπιείς του Δημόφιλου στην τελική φάση της μάχης. Μετά τη νίκη του στις Θερμοπύλες έφτασε στην Αθήνα και την κατέλαβε. Οι κάτοικοί της είχαν φύγει πρόσφυγες στα γύρω νησιά.

Ο τεράστιος στόλος του Ξέρξη, που στο μεταξύ είχε πάθει μεγάλες καταστροφές από τρικυμίες και από τη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο με τους Αθηναίους, κατανικήθηκε στην περίφημη ναυμαχία της Σαλαμίνας στα 480 π.Χ. Αφήνοντας τον γαμπρό του Μαρδόνιο στην Ελλάδα, που νικήθηκε κι αυτός στη μάχη των Πλαταιών στα 479 π.Χ., ο Ξέρξης γύρισε στις Σάρδεις. Η μάχη της Μυκάλης το 479 π.Χ., ήταν το τελειωτικό χτύπημα για την εκστρατεία του Ξέρξη, καθώς ύστερα από αυτή οι δυνάμεις του αποσύρθηκαν στην Περσία και οι ελληνικές δυνάμεις ξεκίνησαν απελευθερωτικό αγώνα στα παράλια της Μικράς Ασίας.

Το τέλος του Ξέρξη Α΄

Ο Ξέρξης Α΄ μετά την ήττα στη Σαλαμίνα, αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Βαβυλώνα για να καταπνίξει νέα επανάσταση που υποκινούσαν οι ιερείς του Μαρδούκ. Ύστερα από την καταστολή της επανάστασης σκότωσε τους αυλικούς του που, όσο έλειπε, έκλεψαν το βασιλικό θησαυρό του. Τα νέα για τις ήττες στις Πλαταιές και στη Μυκάλη τον συντάραξαν ψυχολογικά, με αποτέλεσμα να κλειστεί στον εαυτό του και να περνάει ώρες μελετώντας πολεοδομικά σχέδια καθώς είχε στο μυαλό του την ανοικοδόμηση της Περσέπολης και τη δημιουργία ενός θαυμαστού πολεοδομικού συγκροτήματος εκεί. Όμως καθώς ήταν κλειστός στον εαυτό του και εύκολος στόχος των ραδιούργων εμφανίστηκαν πολλοί επίδοξοι διάδοχοί του. Αυτός αγανακτισμένος και στα όρια της παράνοιας δολοφόνησε όλους τους επίδοξους διαδόχους, ανάμεσα στους οποίους ήταν και αρκετοί στενοί συγγενείς του. Τελικά έπεσε ο ίδιος θύμα μιας αυλικής συνωμοσίας το 465 π.Χ.. Μετά από εικοσάχρονη βασιλεία, δολοφονήθηκε από τον Αρτάβανο που φιλοδοξούσε να ανέβει στο θρόνο της Περσίας. Ο Αρτάβανος βασίλεψε για ένα χρόνο μέχρι που ο γιος του Ξέρξη Α΄, ο Αρταξέρξης ο Μακρόχειρ, τον παραμέρισε για να ανεβεί ο ίδιος στο θρόνο το 464 π.Χ.

Τα αγκάθια της ύπαρξής μας

Τέσσερις είναι απόλυτες υπαρξιακές ανησυχίες. Αυτές είναι υπεύθυνες για τις εσωτερικές συγκρούσεις που βιώνει ο κάθε άνθρωπος, στο υπαρξιακό πλαίσιο αναφοράς, ενώ έχουν βαρύνουσα σημασία σε μία ενδεχόμενη προσπάθεια ψυχοθεραπείας. Ποιες είναι όμως αυτές οι 4 ανησυχίες; Δεν είναι άλλες από τον θάνατο, την ελευθερία, την απομόνωση και την έλλειψη νοήματος στη ζωή.

Ο θάνατος: Είναι η πιο οφθαλμοφανής απόλυτη ανησυχία. Είναι προφανές σε όλους ότι ο θάνατος θα έρθει και ότι δεν υπάρχει διαφυγή. Είναι μια φοβερή αλήθεια στην οποία τα άτομα αποκρίνονται με τρόμο και συχνά αναπτύσσουν άμυνες, που επηρεάζουν σημαντικά το χαρακτήρα τους. Το παιδί από μικρή ηλικία είναι απασχολημένο με το θάνατο και η εξάλειψη του τρόμου του θανάτου είναι ένα σημαντικό αναπτυξιακό στάδιο στη ζωή του. Συχνά ψυχοπαθολογικά συμπτώματα οφείλονται σε αδυναμία υπέρβασης του φόβου του θανάτου.

Ελευθερία: Φυσιολογικά δεν θα θεωρούσαμε την ελευθερία ως πηγή ανησυχίας. Μάλλον το αντίθετο. Η ελευθερία θεωρείται γενικά μια θετική έννοια. Η ιστορία του δυτικού πολιτισμού σημαδεύτηκε από λαχτάρα και αγώνα για ελευθερία, ωστόσο στο υπαρξιακό πλαίσιο η έννοια της ελευθερίας τρομάζει. Η ελευθερία αναφέρεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος και συγγραφέας του δικού του κόσμου, του δικού του σχεδιασμού ζωής, των δικών του επιλογών και δράσεων. Αν είναι αλήθεια ότι δημιουργούμε τον Εαυτό μας και το δικό μας κόσμο, αυτό σημαίνει ότι δεν πατάμε σε στέρεο έδαφος και κάτω μας υπάρχει μια άβυσσος, το τίποτα. Σε αντίθεση με την καθημερινή μας εμπειρία, είμαστε περαστικοί από τη ζωή, ερχόμαστε και φεύγουμε από ένα σύμπαν που δεν είναι συνεκτικό, ούτε δομημένο με ένα μεγάλο σχέδιο. Η άσκηση της ελευθερίας ανοίγει το δρόμο για την ανάδειξη της ευθύνης, που αποτελεί σημαντική πηγή άγχους για τους ανθρώπους. Τ’ άτομα διαφέρουν σημαντικά ως προς το βαθμό ευθύνης που μπορούν να αναλάβουν στη ζωή τους. Μερικοί ρίχνουν την ευθύνη για ότι τους συμβαίνει στους άλλους, στις συνθήκες της ζωής, στα αφεντικά και στις συζύγους τους. Άλλοι την αρνούνται τελείως θεωρώντας τους Εαυτούς τους «αθώα θύματα» που πάσχουν από εξωτερικά γεγονότα, αδιαφορώντας ενδεχομένως αν οι ίδιοι έχουν βάλει σε κίνηση τα γεγονότα αυτά.Ορισμένοι δεν διστάζουν να αρνηθούν τελείως την ύπαρξη της ευθύνης τους, βγάζοντας την τελείως «απ’ το μυαλό τους», σα να μην είναι υπόλογοι της συμπεριφοράς τους. Μια άλλη πτυχή της ελευθερίας είναι η θέληση. Η θέληση περνά από την επιθυμία, στην απόφαση και τελικά στη δράση. Πολλά άτομα έχουν τεράστιες δυσκολίες να εκφράσουν επιθυμίες. Άλλα μπορεί να είναι εξαιρετικά σαφή για το τι θέλουν, αλλά δεν είναι σε θέση να αποφασίσουν ή να επιλέξουν και πολύ περισσότερο να δράσουν. Συχνά βιώνουν τη λήψη αποφάσεων ως πανικό. Μπορεί να επιχειρήσουν να μεταβιβάσουν το δικαίωμα της απόφασης σε κάποιον άλλον ή να ενεργήσουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η απόφαση να παίρνεται γι’ αυτούς από τις περιστάσεις. Το πέρασμα από την ελευθερία, στην επιθυμία, στην απόφαση, στη δράση, είναι για πολλούς ανθρώπους μια επώδυνη διαδικασία, που προτιμούν να αποφεύγουν.

Η απομόνωση: Μια τρίτη απόλυτη ανησυχία είναι η απομόνωση. Είναι σημαντικό να γίνει διάκριση της υπαρξιακής από τους άλλους τύπους απομόνωσης. Η διαπροσωπική απομόνωση αναφέρεται στο χάσμα που υπάρχει μεταξύ του «Εαυτού» και των άλλων ανθρώπων, λόγω έλλειψης κοινωνικών δεξιοτήτων και ψυχοπαθολογίας στο θέμα της οικειότητας. Η υπαρξιακή απομόνωση είναι ένας όρος, που καθιερώθηκε για πρώτη φορά από τον Φρόιντ και αναφέρεται στο γεγονός ότι είμαστε απομονωμένοι από κομμάτια του Εαυτού μας. Θύλακες του Εαυτού μας, εμπειρίες, συναισθήματα και επιθυμίες, διασπώνται από τη συνείδηση και αγνοούμε ότι υπάρχουν. Ωστόσο, λειτουργούν υπόγεια και ταράζουν τη ζωή μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Ο στόχος της ψυχοθεραπείας σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να βοηθήσει τα άτομα αυτά να ανακτήσουν και να επανενώσουν τα αποσχισμένα τμήματα του Εαυτού τους.

Πολλοί προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την απομόνωση μέσω της διάχυσης. Αποφεύγουν την προσωπική τους ανάπτυξη και την αίσθηση απομόνωσης που τη συνοδεύει, προτιμώντας να μαλακώσουν τα όρια του Εγώ τους, να ελαχιστοποιήσουν τις επιθυμίες τους και να ζήσουν μέσα από τη ζωή ενός άλλου ατόμου. Άλλοι μπορεί να διαχυθούν σε μια ομάδα, μια αιτία, μια χώρα, ένα έργο. Με το να είναι κανείς όπως οι άλλοι, να ταιριάζει στο ντύσιμο, στην ομιλία και στα έθιμα, να μην έχει δικές του σκέψεις, συναισθήματα, επιθυμίες, σώζεται από την απομόνωση του μοναχικού του Εαυτού. Μια άλλη συνηθισμένη απάντηση στην απομόνωση είναι η ψυχαναγκαστική σεξουαλικότητα. Τα σεξουαλικά καταναγκαστικά άτομα δεν σχετίζονται με όλη την Ύπαρξη των άλλων, αλλά μόνο με το τμήμα της που ικανοποιεί τις ατομικές τους ανάγκες. Ειδικότερα, ενδιαφέρονται μόνο για τα τμήματα εκείνα που διευκολύνουν την αποπλάνηση και τη σεξουαλική πράξη.

Η έλλειψη νοήματος: Η τέταρτη τελική ανησυχία είναι η έλλειψη νοήματος. Εάν κάθε άτομο είναι μόνο, ζει στον κόσμο του, μέσα σ’ ένα αδιάφορο σύμπαν και τελικά πεθαίνει μόνο του, τότε τι νόημα μπορεί να ‘χει η ζωή; Γιατί ζούμε; Αν δεν υπάρχει σχεδιασμένη προαποφασισμένη ζωή, τότε ο καθένας πρέπει να οικοδομήσει το δικό του νόημα στη ζωή. Το ερώτημα όμως είναι, «μπορεί ο καθένας να δημιουργήσει ένα αυτόνομο νόημα για να αντέξει τη ζωή του»;

Ο άνθρωπος φαίνεται να απαιτεί νόημα. Η νευροψυχολογική μας οργάνωση είναι τέτοια, που τυποποιεί τα τυχαία ερεθίσματα. Τα οργανώνει αυτόματα σε σχήμα και ουσία. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν ελλιπή κύκλο, τον φανταζόμαστε αυτόματα πλήρη. Όταν μια οποιαδήποτε κατάσταση δεν σχηματοποιείται, βιώνουμε δυσφορία. Με τον ίδιο τρόπο που οργανώνουμε τυχαία ερεθίσματα, αντιμετωπίζουμε και τις υπαρξιακές καταστάσεις. Σε ένα άτακτο κόσμο νοιώθουμε ασταθείς και ψάχνουμε σχέδιο. Η τέταρτη εσωτερική σύγκρουση πηγάζει από αυτό το δίλημμα: Πως ένα Ον που απαιτεί νόημα, μπορεί να βρει νόημα σε ένα σύμπαν που δεν έχει κανένα νόημα;

Ἡ παρακμή τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας καί ἡ εὐθύνη τῶν πολιτῶν της.

Τὸ κατωτέρω κείμενο εἶναι μία σύντομη σπουδή καί κριτική στήν Δημοκρατία∙ καί κυρίως στήν ἄκρατη, ριζοσπαστική, Ἀθηναϊκή Δημοκρατία μετά τίς μεταρρυθμίσεις τοῦ Ἐφιάλτη. Πρόθεσή μας εἶναι νά καταδείξουμε τήν εὐθύνη τῶν πολιτῶν καί ὄχι μόνο τῶν ἡγετῶν τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας γιά τήν πτώση καί τήν παρακμή της. Ἡ δημοκρατία εἶναι τό πολίτευμα τῆς εὐθύνης, ἀτομικῆς καί συλλογικῆς. Γιά τήν εὔρυθμη λειτουργία της εὐθύνονται ὄχι μόνο οἱ ἡγέτες, ἀλλά καί ὁ λαός, οἱ πολῖτες. Προϋπόθεση sine qua non τῆς δημοκρατίας εἶναι ὄχι μόνο ἡ ἐνεργός, ἀλλά καί ἡ νηφάλια, ἡ νουνεχής, ἡ ἔμφρων συμμετοχή τῶν πολιτῶν στά δημοκρατικά δρώμενα. Ὅ,τιδήποτε ὑπερβαίνει τήν λογική καί τό μέτρο ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ καταστροφή τό εὐπαθές πολίτευμα τῆς δημοκρατίας.

Τό γενικῶς ἐπικρατοῦν πνεῦμα μιᾶς κοινωνίας, αὐτό πού ὀνομάζει ὁ Μάξ Βέμπερ, «νομολογική γνώση» μιᾶς κοινωνίας (πού καθορίζει στά ἐπιμέρους ἄτομα τί εἶναι καλό καί τί κακό, τί εἶναι ἐπιτρεπτό καί τί ἀνεπίτρεπτο, τί εἶναι νόμιμο καί τί ἀθέμιτο), τό διαμορφώνει ἡ κοινωνία στό σύνολό της καί σχετικῶς μικρότερη συμμετοχή ἔχουν στήν διαμόρφωσή του οἱ ἐκλεγμένοι πολιτικοί (βεβαίως σημαντική εἶναι καί ἡ συμβολή τῶν Μ.Μ.Ε., ἀλλά καί αὐτά, καθορίζουν βεβαίως, ἀλλά καί καθορίζονται ἀπό τήν κοινή γνώμη τῆς κοινωνίας).

Βεβαίως ἔχει λεχθεῖ ἀπό τόν Ἰσοκράτη ὅτι τό ἦθος τῶν ἀρχόντων διαμορφώνει τό ἦθος τῶν ἀρχομένων, ἀλλά σέ μία δημοκρατική καί «ἀνοικτή» κοινωνία ἰσχύει ἐξίσου καί τό ἀντίστροφο, ὅτι τό ἦθος τῶν ἀρχομένων διαμορφώνει τό ἦθος τῶν ἀρχόντων. Στήν οὐσία πρόκειται γιά δυναμική ἀλληλεπίδραση καί ἀλληλεπενέργεια. Μάλιστα τολμῶ νά πῶ ὅτι περισσότερο εὐθυγραμμίζονται οἱ πολιτικοί πρός τό γενικώτερο πνεῦμα τοῦ λαοῦ, παρά ὅτι ὁ λαός εὐθυγραμμίζεται πρός τό γενικώτερο πνεῦμα τῶν πολιτικῶν.

Τοὐλάχιστον τοῦτο ἰσχυρίζεται ὁ Γύλιππος, ὁ Λακεδαιμόνιος στρατηγός, στόν λόγο του μετά τήν συντριπτική ἧττα τῶν Ἀθηναίων στήν Σικελία καί τήν ἄνευ ὅρων παράδοσή τους στούς Συρακουσίους, ἀντικρούοντας τήν ἐπιχειρηματολογία τοῦ Συρακοσίου Νικολάου ὅτι πρέπει νά δείξουν φιλανθρωπία στούς Ἀθηναίους, ἐπειδή παρεσύρθησαν ἀπό τόν Ἀλκιβιάδη:

«Ἀλλ᾿εὑρήσομεν τούς συμβούλους κατά τό πλεῖστον στοχαζομένους τῆς τῶν ἀκουόντων βουλήσεως, ὥσθ᾿ ὁ χειροτονῶν τῷ ῥήτορι λόγον οἰκεῖον ὑποβάλλει τῆς ἑαυτοῦ προαιρέσεως. οὐ γάρ ὁ λέγων κύριος τοῦ πλήθους, ἀλλ᾿ ὁ δῆμος ἐθίζει τόν ῥήτορα τά βέλτιστα λέγειν χρηστά βουλευόμενος».[1]

«Διαπιστώνουμε, ὅμως, ὅτι τίς περισσότερες φορές οἱ εἰσηγητές ἐκφράζουν τήν θέληση τῶν ἀκροατῶν, ἔτσι ὥστε ὁ ψηφοφόρος νά ὑποβάλλει στόν ρήτορα τά λόγια πού ταιριάζουν μέ τίς δικές του ἐπιθυμίες. Διότι ὁ ὁμιλητής δέν εἶναι κύριος τοῦ πλήθους, ἀλλά ὁ λαός συνηθίζει τόν ρήτορα νά προτείνει τό καλύτερο, μέ τό νά υἱοθετεῖ τά σωστά».

Ἡ μετοχή βουλευόμενος εἶναι ὑποθετική μετοχή. Ἀπαραίτητη λοιπόν προϋπόθεση γιά νά προτείνει καί νά λέγει τά βέλτιστα ὁ ρήτωρ εἶναι ὁ λαός νά βουλεύεται (=νά σκέπτεται) χρηστά, διότι ὁ λαός κατευθύνει τόν ρήτορα καί ὄχι τό ἀντίθετο. Σημειωτέον ὅτι ὁ “ρήτωρ” εἶναι ὁ πολιτικός ἡγέτης στήν πολιτική ὁρολογία τῆς ἀρχαιότητος.

Ἀκόμη καί στήν ἔσω φιλοσοφία κυριαρχεῖ ἡ ἀντίληψη ὅτι ὁ Θεός ἐγκαθιστᾶ ἄρχοντες ἀναλόγως τοῦ ποιοῦ τῶν πολιτῶν. Ἄν οἱ πολῖτες εἶναι χρηστοί ἔχουν χρηστούς ἄρχοντες, ἄν οἱ πολῖτες εἶναι φαῦλοι ἔχουν φαύλους ἄρχοντες. Ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης λέγει ὅτι:

«Οἱ ἄξιοι ἄρχοντες προωθοῦνται στίς πόλεις πού τούς ἀξίζουν, ἐνῶ οἱ ἀνάξιοι, μέ παραχώρηση, ἤ ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ, προχειρίζονται στούς ἀνάξιους πολίτες. Γι᾿ αὐτό, ἄν δεῖς κάποιον ἀνάξιο καί πονηρό ἄρχοντα ἤ ἐπίσκοπο, μή ἀπορήσεις, καί μή συκοφαντεῖς τό Θεό ἀλλά μᾶλλον πίστευε, ὅτι παραδοθήκαμε σέ τέτοιους τυράννους, πού καί ἡ κακία τους δέν εἶναι ἀνάλογη μέ τό κακό ποὐ μᾶς ἀξίζει»[2].

Ὥστε ὁ Θεός προωθεῖ ἄρχοντες, ἀνάλογα μέ τήν ποιότητα τῶν πολιτῶν. Στούς καλούς πολῖτες προωθεῖ καλούς ἄρχοντες καί στούς κακούς παραχωρεῖ (ἀνέχεται) κακούς ἄρχοντες». Προσέτι καί ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας διατυπώνει τήν γνώμη ὅτι «δίδωσιν ἄρχοντα τοῖς πονηροῖς κατά τάς καρδίας αὐτῶν»[3]. «δίνει ὁ Θεός στούς πονηρούς ἄρχοντα σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία τους».

Βέβαια θά μποροῦσε νά ἀντιτείνει κάποιος ὅτι σύμφωνα μέ τόν Ἀπ. Παῦλο ἡ ἐξουσία, ἡ κάθε ἐξουσία, εἶναι ἀπό τόν Θεό ἐγκαθιδρυμένη: «αἱ δέ οὖσαι ἐξουσίαι ὑπό τοῦ Θεοῦ τεταγμέναι εἰσίν» (Ρωμ. ιγ´1). Ὅμως ἐδῶ, σύμφωνα μέ τή Πατερική ἑρμηνεία, ἐννοεῖται ὅτι ἀπό τόν Θεό εἶναι ἐγκαθιδρυμένος ὁ ἀπρόσωπος θεσμός τῆς ἐξουσίας καί ὄχι οἱ κατέχοντες τήν ἐξουσία, δηλαδή οἱ ἄρχοντες. Κατά τό Πατερικόν λόγιον: «Οὐ γάρ εἶπε οὐκ ἔστιν ἄρχων καί ἐξουσιαστής, ἀλλ᾿ εἶπεν οὐκ ἔστι ἐξουσία εἰ μή ὑπό Θεοῦ».[4]

Ἀκόμη ὁ Μέγας Βασίλειος ἀποφαίνεται ὅτι: «Πολλάκις ἀκρισία δήμου τόν χείριστον εἰς ἀρχήν προεστήσατο»[5]. Ἡ ἀκρισία τοῦ λαοῦ πολλές φορές ἐγκαθιστᾶ στήν ἐξουσία τόν χειρότερο. Μάλιστα ὁ Βασίλειος, σχολιάζοντας τήν διά κλήρου ἀνάδειξη στά ἀξιώματα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ πολιτεύματος, λέγει «ἄλογοι αἱ συντυχίαι τῶν κλήρων ἐπί τόν πάντων ἔσχατον πολλάκις τό κράτος φέρουσαι»[6]. Οἱ συμπτώσεις τῶν κλήρων εἶναι ἄλογες/ἐξωλογικές καί δίδουν τήν ἐξουσία στόν τελευταῖο ὅλων. Ἡ ἔλλειψη λοιπόν κρίσεως, ἡ ἀπερισκεψία τοῦ δήμου, ἀλλά καί ἡ κλήρωση πολλές φορές τούς χειρότερους ἀνέδειξαν στήν ἐξουσία.

Τά ἱστορικά παραδείγματα συλλογικῆς ἀκρισίας μέ ὀλέθρια ἀποτελέσματα εἶναι πάμπολλα. Θά ἀναφερθῶ στήν περίπτωση τῆς κλασσικῆς, δημοκρατικῆς Ἀθήνας. Ὁ Ἀθηναϊκός δῆμος ἀπεφάσισε ἐλευθέρως καί οἰκειοθελῶς τήν καταστροφική γι᾿ αὐτόν Σικελική ἐκστρατεία:

«Ἔρως ἐνέπεσε τοῖς πᾶσι ὁμοίως ἐκπλεῦσαι… ὥστε διά τήν ἄγαν τῶν πλειόνων ἐπιθυμίαν, εἴ τῳ ἄρα καί μή ἤρεσκε, δεδιώς μή ἀντιχειροτονῶν κακόνους δόξειεν εἶναι τῇ πόλει ἡσυχίαν ἦγεν»[7] γράφει ὁ Θουκυδίδης.

«Καί πάντες ἀνεξαιρέτως κατελήφθησαν ἀπό ζωηροτάτην ἐπιθυμίαν νά μετάσχουν τῆς ἐκστρατείας… οὕτως ὥστε, ἕνεκα τοῦ γενικοῦ ἐνθουσιασμοῦ, οἱ τυχόν διαφωνοῦντες, φοβούμενοι μήπως καταψηφίζοντες θεωρηθοῦν κακοί πατριῶται, ἐσιώπων».[8]

Ἡ ἀμνήστευση τοῦ λαοῦ ἀπό τίς ἀπαραμείωτες εὐθύνες του γιά τήν ὁμαλή λειτουργία τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἡ κολακεία καί ἡ ἄκριτη καί ἄμετρη ἱκανοποίηση τῶν ὁποιοδήποτε ὑπερβολῶν του ὁδηγεῖ στήν ἀπορρύθμιση τῆς δημοκρατίας. Αὐτό ἀποτελεῖ τήν πικρή, ἀλλά πολύτιμη ἐμπειρία ἀπό τήν τραγική μοῖρα τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας. Ὅσο προΐστατο αὐτῆς ὁ Περικλῆς λειτουργοῦσε ὁμαλά. Ὁ Θουκυδίδης λέγει γιά τόν Περικλῆ:

«Αἴτιον δ᾿ ἦν ὅτι ἐκεῖνος μέν δυνατός ὤν τῷ τε ἀξιώματι καί τῇ γνώμῃ, χρημάτων τε διαφανῶς ἀδωρότατος γενόμενος, κατεῖχε τό πλῆθος ἐλευθέρως καί οὐκ ἤγετο μᾶλλον ὑπ᾿ αὐτοῦ ἤ αὐτός ἦγε, διά τό μή κτώμενος ἐξ οὐ προσηκόντων τήν δύναμιν πρός ἡδονήν τι λέγειν, ἀλλ᾿ ἔχων ἐπ᾿ ἀξιώσει καί πρός ὀργήν τι ἀντιπεῖν»[9]

«Αἰτία τούτου ἦτον ὅτι ὁ Περικλῆς, ἔχων μεγάλην ἐπιρροήν, πηγάζουσαν ἀπό τήν πρός αὐτόν κοινήν ἐκτίμησιν καί τήν προσωπικήν του ἱκανότητα, καί πασιφανῶς ἀναδειχθείς εἰς ὕψιστον βαθμόν ἀνώτερος χρημάτων, συνεκράτει τόν λαόν, μολονότι σεβόμενος τάς ἐλευθερίας του, καί αὐτός μᾶλλον ὡδήγει αὐτόν παρά ὡδηγεῖτο ἀπό αὐτόν. Καθόσον μή ἐπιδιώκων ν᾿ ἀποκτήσῃ ἐπιρροήν δι᾿ ἀθεμίτων μέσων, δέν ὡμίλει πρός κολακείαν, ἀλλά στηριζόμενος εἰς τήν κοινήν πρός αὐτόν ἐκτίμησιν, ἠδύνατο ν᾿ ἀντιταχθῇ κατ᾿ αὐτῶν, προκαλῶν ἐν ἀνάγκῃ καί τήν ὀργήν των.»[10]

Οἱ μετά ἀπό αὐτόν πολιτικοί ἡγέτες κολάκευαν τόν δῆμο ὁδηγώντας τον στήν καταστροφή. Γράφει ὁ Θουκυδίδης:

«Ἐνῷ οἱ διάδοχοί του, ὄντες μᾶλλον ἴσοι ὁ εἷς πρός τόν ἄλλον, ἐπιδιώκοντες ὅμως ἕκαστος νά γίνῃ πρῶτος, ἦσαν ἕτοιμοι καί αὐτήν τήν κατεύθυνσιν τῶν δημοσίων ὑποθέσεων νά θυσιάζουν εἰς τάς ἑκάστοτε ὀρέξεις τοῦ πλήθους. Τοιαύτη ὅμως ἀδυναμία, ὅπως εἶναι ἑπόμενον, προκειμένου περί πόλεως μεγάλης καί ἀσκούσης ἡγεμονίαν, ὡδήγησε καί εἰς ἄλλα πολλά σφάλματα καί εἰς τήν Σικελικήν ἐκστρατείαν, τῆς ὁποίας ἡ ἀποτυχία ὠφείλετο ὄχι τόσον εἰς κακόν ὑπολογισμόν, λαμβανομένης ὑπ᾿ ὄψιν τῆς δυνάμεως τοῦ ἐχθροῦ, ὅσον εἰς τό ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι διά τήν ἐκστρατείαν, μετά τήν ἀποστολήν της, δέν εἶχαν ὑπ᾿ ὄψιν τό συμφέρον της, ἀλλά κατεγίνοντο νά διαβάλλουν οἱ μέν τούς δέ, διά νά ἐπιτύχουν τήν λαϊκήν ἡγεσίαν, καί ὡς ἐκ τούτου ὄχι μόνον ἔγιναν αἰτία τῆς χαλαρώσεως τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, ἀλλά καί διά πρώτην φοράν ἀνεφύησαν εἰς τήν πόλιν ἐσωτερικαί διχόνοιαι.

Ἐν τούτοις οἱ Ἀθηναῖοι, μετά τήν ἀπώλειαν τοῦ στρατοῦ των καί τοῦ μεγαλητέρου μέρους τοῦ στόλου των εἰς τήν Σικελίαν, καί ἐνῷ οἱ ἐμφύλιοι σπαραγμοί ἐλυμαίνοντο ἤδη τήν πόλιν, κατώρθωσαν ὅμως ν᾿ ἀνθέξουν ἐπί δέκα ἔτη, ὄχι μόνον κατά τῶν ἀρχικῶν ἐχθρῶν, ἀλλά καί κατά τῶν ἐκ Σικελίας, ὅσοι ἡνώθησαν μέ αὐτούς, ἀκόμη δέ καί κατά τῶν περισσοτέρων συμμάχων των, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπαναστατήσει, βραδύτερον δέ καί κατ᾿ αὐτοῦ τοῦ Κύρου, υἱοῦ τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἡνώθη μέ τούς Πελοποννησίους καί παρεῖχεν εἰς αὐτούς χρήματα διά τόν στόλον των, καί τότε μόνον ὑπέκυψαν, ὅταν, συνεπείᾳ τῶν προσωπικῶν των διενέξεων, συνεκρούσθησαν πρός ἀλλήλους καί αὐτοκατεστράφησαν.»[11]

Εἶναι χαρακτηριστική τῆς νοοτροπίας τῶν Ἀθηναίων ἡ ἰταμή δικαιολογία πού προέβαλαν μετά τήν ναυμαχία στίς Ἀργινοῦσες, ὅταν οἱ στρατηγοί μετά τήν περιφανῆ νίκη τους ἐναντίον τῶν Λακεδαιμονίων, λόγῳ τῆς θαλασσοταραχῆς δέν μπόρεσαν νά περισυλλέξουν τούς νεκρούς, γιά τήν καταστρατήγηση τοῦ νόμου νά δικασθοῦν ὅλοι μαζί καί ὄχι ὁ κάθε ἕνας χωριστά, ὅπως ὅριζε καί προέβλεπε ὁ νόμος:

«τό πλῆθος ἐβόα δεινόν εἶναι εἰ μή τις ἐάσει τόν δῆμον πράττειν ὅ ἄν βούληται»[12].

«Οἱ πιό πολλοί φώναξαν ὅτι εἶναι ἀνήκουστο νά μήν ἀφήνουν τόν λαό νά κάνει ὅ,τι θέλει»[13].

Ὁ Διόδωρος Σικελιώτης γράφει ἐπ᾽ αὐτοῦ χαρακτηριστικά:

«Οὕτως δ᾽ ὁ δῆμος τότε παρεφρόνησε, καί παροξυνθείς ἀδίκως ὑπό τῶν δημαγωγῶν τήν ὀργήν ἀπέσκηψεν εἰς ἄνδρας οὐ τιμωρίας, ἀλλά πολλῶν ἐπαίνων καί στεφάνων ἀξίους»[14]:

«Τόσο πολύ παρεφρόνησε τότε ὁ λαός καί παρεσύρθη σέ μία ἄδικη πρόκλησι ἀπό τούς δημαγωγούς, ὥστε ἐκόρεσε τήν ὀργή του πάνω σέ ἀνθρώπους πού ἦσαν ἄξιοι ὄχι τιμωρίας, ἀλλά πολλῶν ἐπαίνων καί στεφάνων.»[15]

Ἡ συντριβή τῆς Ἀθήνας ὀφειλόταν στήν ἐξαχρείωση τοῦ ἤθους πολιτικῶν ἡγετῶν καί πολιτῶν καί στήν ἀμοιβαία καταστροφική ἀλληλεπίδρασή τους. Ἡ ἐπίρριψη τῆς εὐθύνης ἀποκλειστικά μόνο στούς πολιτικούς ἡγέτες διαστρέφει τήν ἀλήθεια τῆς πραγματικότητος, ἀφοῦ αὐτοί πολιτεύονται ὄχι ἐρήμην τοῦ λαοῦ, ἀλλά ἐναρμονιζόμενοι καί στοιχοῦντες ἐπακριβῶς πρός τίς διαθέσεις καί τίς ὀρέξεις αὐτοῦ. Ἐάν τό σύνολον τῶν πολιτῶν ὑγιαίνει, πολιτεύονται ὀρθῶς καί οἱ ἐκλεγμένοι ἄρχοντες, εἰ δ᾿ ἄλλως ἀποβάλλονται ἀπό τόν πολιτικό ὀργανισμό ὡς νοσοῦντα μέλη αὐτοῦ. Εἶναι ἀδύνατον νά ἐπιβιώσουν διεφθαρμένοι πολιτικοί σ᾿ ἕνα ἀδιάφθορο σῶμα πολιτῶν. Τοὐναντίον ἐάν ἡ κοινωνία νοσεῖ στό σύνολό της μοιραῖα νοσοῦν καί οἱ ἡγέτες της.

Εἶναι χαρακτηριστική ἡ περίπτωση τοῦ Ἀριστείδη, ὁ ὁποῖος ὅσο ἐπολιτεύετο χρηστῶς ἐκίνησε τήν μῆνι τῶν συμπολιτῶν του, ἐνῶ ὅταν συμμορφώθηκε μέ τήν διαφθορά καί ἀναλόγως ἐπολιτεύθηκε ἐπέσυρε τόν ἔπαινο αὐτῶν.

«Τῶν δέ δημοσίων προσόδων αἱρεθείς ἐπιμελητής οὐ μόνον τούς καθ᾿ αὐτόν, ἀλλά καί τούς πρό αὐτοῦ γενομένους ἄρχοντας ἀπεδείκνυε πολλά νενοσφισμένους, καί μάλιστα τόν Θεμιστοκλέα· Σοφός γάρ ἀνήρ, τῆς δέ χειρός οὐ κρατῶν. Διό καί συναγαγών πολλούς ἐπί τόν Ἀριστείδην ἐν ταῖς εὐθύναις διώκων κλοπῆς καταδίκῃ περιέβαλεν, ὥς φησιν Ἰδομενεύς. Ἀγανακτούντων δέ τῶν πρώτων ἐν τῇ πόλει καί βελτίστων, οὐ μόνον ἀφείθη τῆς ζημίας, ἀλλά καί πάλιν ἄρχων ἐπί τήν αὐτήν διοίκησιν ἀπεδείχθη. Προσποιούμενος δέ τῶν προτέρων μεταμέλειν αὐτῷ καί μαλακώτερον ἐνδιδούς ἑαυτόν, ἤρεσκεν τοῖς τά κοινά κλέπτουσιν οὐκ ἐξελέγχων οὐδ᾿ ἀκριβολογούμενος, ὥστε καταπιμπλαμένους τῶν δημοσίων ὑπερεπαινεῖν τόν Ἀριστείδην καί δεξιοῦσθαι τόν δήμον ὑπέρ αὐτοῦ, σπουδάζοντας ἄρχοντα πάλιν αἱρεθῆναι. Μελλόντων δέ χειροτονεῖν ἐπετίμησε τοῖς Ἀθηναίοις· «Ὅτε μέν γάρ,» ἔφη, «πιστῶς καί καλῶς ὑμῖν ἦρξα, προυπηλακίσθην· ἐπει δέ πολλά τῶν κοινῶν καταπροεῖμαι τοῖς κλέπτουσι θαυμαστός εἶναι δοκῶ πολίτης. Αὐτός μέν οὖν αἰσχύνομαι τῇ νῦν τιμῇ μᾶλλον ἤ τῇ πρώην καταδίκῃ, συνάχθομαι δ᾿ ὑμῖν, παρ᾿ οἷς ἐνδοξότερόν ἐστι τοῦ σῴζειν τά δημόσια τό χαρίζεσθαι τοῖς πονηροῖς»[16]:

«Ὅταν τόν ἐξέλεξαν ἐπιμελητή τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἐφανέρωσε ὅτι ὄχι μόνον οἱ σύγχρονοί του ἄρχοντες, ἀλλά καί οἱ προηγούμενοι εἶχαν κάμει καταχρήσεις, καί πρό πάντων ὁ Θεμιστοκλῆς “ἄνθρωπος σοφός, ἀλλά πού δέν εἶναι κύριος τοῦ χεριοῦ του”. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Θεμιστοκλῆς, ἀφοῦ συνεκέντρωσε πολλούς κατά τοῦ Ἀριστείδου, ὅταν ἔκανε τήν λογοδοσία του, τόν κατηγόρησε, καί κατόρθωσε νά τόν καταδικάσουν γιά κλοπή, καθώς λέγει ὁ Ἰδομενεύς. Ἐπειδή ὅμως οἱ ἀριστοκρατικοί καί οἱ καλύτεροι πολῖτες ἀγανάκτησαν γι᾿ αὐτό, ὄχι μονάχα τοῦ χαρίστηκε τό πρόστιμο, ἀλλά ἐξελέγη καί πάλι ἄρχων στήν ἴδια ἐξουσία. Ὕστερα, προσποιήθηκε πώς μετάνοιωσε γιά τόν τρόπο πού διοίκησε πρωτύτερα, καί φερόταν πολύ μαλακώτερος· ἔτσι ἄρεσε σέ ἐκείνους πού ἔκλεβαν τό δημόσιο χρῆμα, γιατί οὔτε τούς ἔκανε ἔλεγχο, οὔτε ἀκριβολογοῦσε, ὥστε ἐκείνοι ἐχόρταιναν ἀπό τά δημόσια καί ἐπαινοῦσαν μέ τό παραπάνω τόν Ἀριστείδη, καί περιποιόταν τό λαό, ζητώντας νά τόν ἐκλέξη καί πάλι ἄρχοντα. Καί τή στιγμή πού ἐπρόκειτο νά τόν ἐκλέξουν, ὁ ἴδιος κατηγόρησε τούς Ἀθηναίους καί τούς εἶπε: «Τότε πού διοίκησα καλά καί πιστά, μέ ἐξευτελίσατε· τώρα πού ἄφησα νά κλέβουν τό δημόσιο χρῆμα, σᾶς φαίνομαι ἀξιοθαύμαστος πολίτης. Γιά τόν ἑαυτό μου ντρέπομαι περισσότερο γιά τή σημερινή τιμή, παρά γιά τήν καταδίκη μου τότε. Λυποῦμαι ὅμως γιά λογαριασμό σας, γιατί θεωρεῖτε ἐνδοξότερο τό νά χαρίζεται κανείς στούς κακούς, παρά τό νά σώζη τό συμφέρον τοῦ δημοσίου».[17]

Ἀκόμη ὁ Ἰσοκράτης, τόν 4ο αἰῶνα, ὅταν πλέον ἡ παρακμή τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας ἦταν πασιφανής, κατηγορεῖ τούς Ἀθηναίους:

«…καί γάρ τοι πεποιήκατε τούς ῥήτορας μελετᾶν καί φιλοσοφεῖν οὐ τά μέλλοντα τῇ πόλει συνοίσειν (=αὐτά πού συμφέρουν), ἀλλ᾿ ὅπως ἀρέσκοντας ὑμῖν λόγους ἐροῦσιν»[18]:

«Ἔτσι ὅμως ἔχετε κάνει τούς ρήτορες νά ἐρευνοῦν καί νά φροντίζουν ὄχι ἐκεῖνα πού θά εἶναι συμφέροντα (πλεονεκτήματα) στήν πόλη ἀλλά πῶς θά ἐκφωνήσουν λόγους πού θά σᾶς εἶναι ἀρεστοί»[19].

Καί ἐπιπλέον θεωρεῖ ὁ Ἰσοκράτης ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι τῆς ἐποχῆς του ἐνόμιζαν:

«…τήν μέν ἀκολασίαν δημοκρατίαν, τήν δέ παρανομίαν ἐλευθερίαν, τήν δέ παρρησίαν (=ἀθυροστομία) ἰσονομίαν, τήν δέ ἐξουσίαν τοῦ ταῦτα ποιεῖν εὐδαιμονίαν…»[20]

Γράφω αὐτά τά αὐτονόητα καί κοινότοπα γιατί ἐμεῖς οἱ Νεοέλληνες συνηθίζουμε νά ἀποδίδουμε τήν κακοδαιμονία τῆς Ἑλλάδος στούς «διεφθαρμένους» πολιτικούς, ἀποσιωπώντας τίς δικές μας εὐθῦνες, ἀφοῦ ἐμεῖς τούς ψηφίζουμε, τούς στηρίζουμε καί ἐν γένει, ἐάν δέν ἀποδεχόμαστε τήν πολιτική τους, ὁπωσδήποτε τήν ἀνεχόμαστε. Συνηθίζουμε νά θέτουμε στό ἀπυρόβλητο τόν λαό, ἀποδίδοντάς του τούς στίχους τοῦ ποιητῆ, “πάντα εὐκολόπιστε καί πάντα προδομένε”. Γιατί ὅμως ὁ λαός νά δείχνει τέτοια εὐκολοπιστία; Τοῦ συγχωρεῖται τέτοια ἐπιπολαιότητα; Τί λέει ὁ Γύλιππος στόν ἀνωτέρω μνημονευθέντα λόγο του, κατηγορώντας τούς Ἀθηναίους;

«Καί γενικά, ἄν διέπραξαν τήν ἀδικία (ἐννοεῖ τήν πάνδημη ἐκστρατεία ἐναντίον τῆς Σικελίας) μέ πλήρη ἐπίγνωση, γι᾿ αὐτή τους τήν πρόθεση εἷναι ἄξιοι τιμωρίας, ἄν πάλι κήρυξαν τόν πόλεμο χωρίς σοβαρή σκέψη (εἰκῇ βουλευσάμενοι στό πρωτότυπο), οὔτε σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση πρέπει νά ἀπαλλαγοῦν γιά νά μή συνηθίζουν νά παίζουν μέ τήν ζωή τῶν ἄλλων»[21].

Ἡ Δημοκρατία ἀπαιτεῖ ὑψηλή αἴσθηση εὐθύνης ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν, εἰ δ᾿ ἄλλως εἶναι καταστροφική. Τό δημοκρατικό πολίτευμα εἶναι ἕνα αἰσιόδοξο, ἀλλά καί ἀπαιτητικό πολίτευμα: προϋποθέτει τήν διανοητική καί πνευματική ὡριμότητα καί τήν ἠθική ἀκεραιότητα τῶν πολιτῶν. Ἡ ὁμαλή λειτουργία τῆς Δημοκρατίας δέν προϋποθέτει μόνο τούς ἀνάλογους θεσμούς, ἀλλά ἐξίσου καί τό ἀνάλογο ἦθος τῶν πολιτῶν. Καί τό δημοκρατικό ἦθος, ἐκτός τῶν ἄλλων στοιχείων πού πρέπει νά ἔχει, πρέπει ὁπωσδήποτε νά περιλαμβάνει ὑψηλή αἴσθηση τῆς εὐθύνης καί τοῦ μέτρου. Ἀνευθυνότητα καί ἀμετρία τῶν πολιτῶν δυναμιτίζουν τά θεμέλια τῆς Δημοκρατίας.

«Ἡ γάρ ἄγαν ἐλευθερία ἔοικεν οὐκ εἰς ἄλλο τι ἤ εἰς ἄγαν δουλείαν μεταβάλλειν καί ἰδιώτῃ καί πόλει» γράφει ὁ Πλάτων στήν Πολιτεία 564a.

«Γιατί, καθώς φαίνεται, ἡ ὑπερβολική ἐλευθερία γυρίζει σέ ὑπερβολική δουλεία καί γιά τόν πολίτη καί γιά τήν πόλη»[22].

Ὁ Πλάτων διαζωγραφίζει ὡς ἑξῆς τίς ἐπιπτώσεις τῆς ἄκρατης ἐλευθερίας καί τίς ἀμφίδρομες σχέσεις μεταξύ τῶν ἀρχόντων καί τῶν ἀρχομένων.

«Ὅταν, θαρρῶ, μιά δημοκρατημένη πόλη διψασμένη γιά ἐλευθερία τύχη νά εὕρη προϊσταμένους πού εἶναι κακοί οἰνοχόοι καί, πίνοντας ἄκρατη περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο πρέπει τήν ἐλευθερία, μεθύση, τότε πιά τούς ἄρχοντές της, ἄν δέν εἶναι πολύ ἐπιεικεῖς κι᾿ ἄν δέν τῆς δίνουν ἐλευθερία χωρίς μέτρο, τούς βάζει τιμωρίες κατηγορόντας τους ὡς μιαρούς καί ὁλιγαρχικούς. Στ’ αλήθεια, εἶπε, αὐτό τό κάνουν. Τούς πολίτες, εἶπα, ὅσοι δείχνουν ὑπακοή στούς ἄρχοντες τούς ποδοπατοῦν, ἐπειδή τούς θεωροῦν ἐραστές τῆς δουλείας καί τιποτένιους, τούς ἄρχοντες πάλι πού φέρνονται ὡσάν νά εἶναι ἀρχόμενοι καί τούς ἀρχομένους πού φέρνονται ὡσάν νά εἶναι ἄρχοντες, αὐτούς καί στίς ἰδιωτικές συγκεντρώσεις καί στίς δημόσιες συνελεύσεις τούς ἐπαινοῦν καί τούς τιμοῦν…

Αὐτά, εἶπα ἐγώ, γίνονται καί ἀκόμη κι᾿ ἄλλα μικροπράγματα ὡσάν αὐτά· μέσα σέ μιά τέτοια κατάσταση ὁ δάσκαλος φοβᾶται τούς μαθητές καί τούς χαϊδεύει, οἱ μαθητές δέν δείχνουν κανένα σεβασμό οὔτε στούς δασκάλους οὔτε δά καί στούς παιδαγωγούς· καί γενικά οἱ νέοι παίρνουν τό ὕφος τῶν ἀνθρώπων τῆς προχωρημένης ἡλικίας καί προσπαθοῦν καί στά λόγια καί στά ἔργα νά τούς ξεπεράσουν, οἱ γέροι ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ῥίχνοντας τόν ἑαυτό τους στό ἐπίπεδο τῶν νέων θέλουν νά εἶναι ἀνεξάντλητη πηγή εὐτραπελίας καί λεπτῶν χαριεντισμῶν καί ἀντιγράφουν τή νεανική συμπεριφορά, γιά νά μή δίνουν τήν ἐντύπωση πώς εἶναι ἄνθρωποι δυσάρεστοι καί δεσποτικοί»[23].

Βλέπουμε λοιπόν πῶς ὁ Πλάτων περιγράφει τήν φαύλη κατάσταση στήν παρηκμασμένη δημοκρατία, ὅπου οἱ φορεῖς τῆς ἐξουσίας (ἄρχοντες, γονεῖς, δάσκαλοι) καί οἱ ὑποκείμενοι σ᾿ αὐτήν (ἀρχόμενοι, παιδιά, μαθητές) ἀλληλεπενεργοῦν καταστροφικά παρασύροντες ἀλλήλους στήν διαφθορά. Πράγματι στήν δημοκρατία ὑπάρχει μία ἀμφίδρομη σχέση ἐπιδράσεως μεταξύ ἀρχόντων καί ἀρχομένων καί ὄχι μονομερής σχέση ἐπιδράσεως τῶν ἀρχόντων ἐπί τῶν ἀρχομένων, ὅπως ἀφελῶς θεωροῦν πολλοί.

Ἡ διαφθορά, ἡ ἀνευθυνότητα, ἡ ἀμετρία, καί ἡ μαξιμαλιστική διεκδικητικότητα τῶν πολιτῶν ἐπηρεάζει ἀνάλογα τό ἦθος τῶν ἀρχόντων καί προκαλεῖ τήν ἀνάλογη διαχείριση τῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τους. Τοῦτο προσπαθοῦσαν νά ποῦν οἱ τραγικοί ποιητές στούς Ἀθηναίους γιά τήν ἄκρατη Δημοκρατία τους: Ὅταν τό κακό ὑπερβεῖ ὁρισμένα ὅρια, τότε γίνεται ἀθεράπευτο.Ὑπάρχει ἕνα ἀμετακίνητο ὅριο στήν ἀνθρώπινη δράση, εἴτε στήν πολιτική εἴτε στή γενικώτερη διάστασή της, ἡ ὑπέρβαση τοῦ ὁποίου ὁδηγεῖ ἀφεύκτως στόν ὄλεθρο καί τήν καταστροφή.

Τήν ἴδια κριτική εἶχε ἀσκήσει καί ὁ Ἡρόδοτος στήν Ἀθηναϊκή δημοκρατία διά στόματος δύο Περσῶν ἀριστοκρατῶν, τοῦ Μεγάβυζου καί τοῦ Ὀτάνη. Ὁ Μεγάβυζος ἀσκώντας κριτική στήν ἀπεριόριστη ἐξουσία τοῦ δήμου λέγει:

«Ὁμίλου γάρ ἀχρηίου οὐδέν ἐστι ἀσυνετώτερον οὐδέ ὑβριστότερον. Καίτοι τυράννου ὕβριν φεύγοντας ἄνδρας ἐς δήμου ἀκολάστου ὕβριν πεσεῖν ἐστί οὐδαμῶς ἀνασχετόν. Ὁ μέν γάρ εἴ τι ποιέει, γινώσκων ποιέει, τῷ δέ οὐδέ γινώσκειν ἔνι· κῶς γάρ ἄν γινώσκοι ὅς οὔτ᾿ ἐδιδάχθη οὔτε εἶδε καλόν οὐδέν [οὐδ᾿] οἰκήιον, ὠθέει τε ἐμπεσών τά πρήγματα ἄνευ νόου, χειμάρρῳ ποταμῷ εἴκελος;»[24]:

«Δέν ὑπάρχει τίποτε πιό ἀσύνετο καί πιό ἀλαζονικό ἀπό ἕνα ἀπαίδευτο πλῆθος. Εἶναι παράλογο νά ὑποστηριχθεῖ ὅτι γιά νά ἀποφύγομε τήν ἀλαζονεία ἑνός τυράννου πρέπει νά καταλήξομε στήν ἀχαλίνωτη ἀλαζονεία τοῦ πλήθους. Ὁ τύραννος ὅ,τι πράττει τό πράττει ἐνσυνείδητα, ἐνῶ στό πλῆθος δέν ὑπάρχει οὔτε γνώση. Πῶς θά μποροῦσε ἄλλωστε, ἀφοῦ δέν ἔμαθε τίποτε ποτέ του, οὔτε ξέρει ὁτιδήποτε τό σωστό ἀπ᾿ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, καί ὅταν ἀναμιχθεῖ στά πράγματα τά σπρώχνει μέ ἀσυλλόγιστη ὁρμή, σάν πλημμυρισμένος χείμμαρος;»[25]

Ὁ Ὀτάνης ἐξάλλου ἀποφαίνεται:

«Δήμου τε αὖ ἄρχοντος ἀδύνατα μή οὐ κακότητα ἐγγίνεσθαι»[26].

«Ἄν πάλι ὁ δῆμος ἔχει τήν ἐξουσία, εἶναι ἀδύνατο νά μήν ἐξαχρειωθεῖ».[27]

Βεβαίως οἱ ἀνωτέρω θέσεις δέν ἰσχύουν καθολικά ἀλλά μερικῶς καί ἀναλόγως ἐάν ἰσχύουν ὁρισμένες προϋποθέσεις, κυριώτερη τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ἔλλειψη συνετῶν καί στιβαρῶν ἡγετῶν. Ἀλλά καί ὁ Θουκυδίδης δέν ὑστερεῖ σέ καυστικότητα ἀπέναντι στήν Δημοκρατία, ὅταν βάζει στόν Ἀλκιβιάδη τά ἑξῆς λόγια χαρακτηρίζοντας τή Δημοκρατία ὡς πανθομολογούμενη ἀνοησία:

«ἐπεί δημοκρατίαν γε καί ἐγιγνώσκομεν οἱ φρονοῦντες τι, καί αὐτός οὐδενός ἄν χεῖρον, ὅσῳ καί λοιδορήσαιμι. ἀλλά περί ὁμολογημένης ἀνοίας οὐδέν ἄν καινόν λέγοιτο». (Ἱστορίαι, Ζ, 89, 5):

«Διότι, βέβαια, τί σημαίνει κυριαρχία τοῦ πλήθους (δημοκρατία στό πρωτότυπο) τό γνωρίζαμε ὅσοι ἔχουμε μιά στάλα γνώση, καί μάλιστα ἐγώ ὁ ἴδιος καλύτερα ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλο, ἀφοῦ θά εἶχα καί τίς περισσότερες ἀφορμές γιά νά τήν κατακρίνω. Ἀλλά γιά μιά πανθομολογούμενη μωρία τίποτα καινούργιο δέν θά μποροῦσε νά εἰπωθεῖ».[28]

Ὁ χαρακτηρισμός τῆς δημοκρατίας ὡς ὁμολογημένης ἀνοίας ἀπό τόν Ἀλκιβιάδη, μαθητή τοῦ Σωκράτη, ἀπηχεῖ τίς ἀντιλήψεις γιά τή δημοκρατία τοῦ δασκάλου του, τοῦ Σωκράτη.

Ὡσαύτως καί στήν ψευδο-Ξενοφώντεια “Ἀθηναίων Πολιτεία” συναντοῦμε τήν ἴδια σκληρή καί ἀπαξιωτική γιά τήν δημοκρατία κριτική:

«1) Ὅσο γιά τό πολίτευμα τῶν Ἀθηναίων, δέν τούς ἐπαινῶ πού ἐπέλεξαν τή συγκεκριμένη μορφή. Καί ὁ λόγος εἶναι ὅτι μέ τήν ἐπιλογή τους αὐτή προτίμησαν τήν εὐημερία τῶν φαύλων καί ὄχι τῶν χρηστῶν. Γιά τόν παραπάνω λόγο, λοιπόν, δέν τούς ἐπαινῶ. Ἀπό τή στιγμή ὅμως πού ἔτσι ἀποφάσισαν, θά δείξω ὅτι διαφυλάσσουν ἀποτελεσματικά τό σύστημά τους καί ὅτι, κατά τά ἄλλα, τά καταφέρνουν σέ ὅσα οἱ ὑπόλοιποι Ἕλληνες τούς καταλογίζουν ἀποτυχία.

2) Τό πρῶτο πού θά πῶ εἶναι τοῦτο: στόν τόπο αὐτόν, ὁ φτωχός λαός θεωρεῖ πώς μέ τό δίκιο του ἀπολαμβάνει περισσότερα ἀπ’ὅσα οἱ εὐγενεῖς καί οἱ πλούσιοι, γιατί ὁ λαός εἶναι αὐτός πού ἐπανδρώνει τά πλοῖα καί προσφέρει στήν πόλη τή δύναμή της, καθώς καί οἱ κυβερνῆτες, οἱ κελευστές, οἱ πεντηκόνταρχοι, οἱ πρωράτες καί οἱ ναυπηγοί−αὐτοί εἶναι πού προσφέρουν στήν πόλη τή δύναμή της, πολύ περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι οἱ ὁπλίτες, οἱ εὐγενεῖς καί οἱ χρηστοί».[29].

Στό ἀνωτέρω ἀπόσπασμα βλέπουμε τή σαφῆ νύξη τοῦ συγγραφέα στόν ἰμπεριαλιστικό χαρακτῆρα τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας, τήν ὁποία τῆς ἐξασφάλισε ἡ θαλασσοκρατορία. Οἱ ναῦτες σέ ἀντίθεση μέ τούς ὁπλίτες ἀνῆκαν στούς φτωχότερους Ἀθηναίους πολίτες καί ἀποτελοῦσαν τήν καρδιά τῆς δημοκρατικῆς μερίδας. Καί συνεχίζει ὁ ψευδο-Ξενοφῶν:

«Ἀφοῦ λοιπόν ἔχουν ἔτσι τά πράγματα, θεωρεῖται δίκαιο νά μετέχουν ὅλοι στά ἀξιώματα, εἴτε μέ κλήρωση, ὅπως γίνεται σήμερα, εἴτε μέ ἐκλογή, καί νά μπορεῖ νά ἀγορεύει ὅποιος πολίτης θέλει.

3 Ὑπάρχουν ὅμως ἀξιώματα πού ὅταν ἀσκοῦνται σωστά προσφέρουν ἀσφάλεια, ὅταν ὅμως ἀσκοῦνται λανθασμένα θέτουν σέ κίνδυνο ὁλόκληρο τόν λαό. Στά ἀξιώματα αὐτά ὁ δῆμος δέν ἐπιδιώκει καθόλου τή συμμετοχή του: κρίνουν πώς δέν τούς χρειάζεται νά μετέχουν μέ κλῆρο οὔτε στή στρατηγία οὔτε στήν ἱππαρχία. Ἀντιλαμβάνεται, βέβαια, ὁ δῆμος ὅτι τό κέρδος εἶναι μεγαλύτερο ἄν δέν ἀσκεῖ ὁ ἴδιος αὐτά τά ἀξιώματα, ἀλλά ἀφήνει νά τά ἀσκοῦν οἱ ἱκανότεροι. Ὁ δῆμος ἐνδιαφέρεται γιά τά ἀξιώματα πού ὑπάρχουν γιά τόν μισθό καί τό ἰδιωτικό ὄφελος.

4 Ὁρισμένοι πάλι ἀποροῦν γιατί παντοῦ μοιράζουν περισσότερα προνόμια στούς φαύλους, τούς φτωχούς καί τούς ποταπούς ἀπ’ὅ,τι στούς χρηστούς. Ἀλλά μέ αὐτόν ἀκριβῶς τόν τρόπο θά ἀποδειχτεῖ ὅτι διασφαλίζουν τή δημοκρατία. Ὅταν εὐημεροῦν οἱ φτωχοί, οἱ ποταποί καί οἱ φαῦλοι, καί ὁ ἀριθμός τῶν ἱκανοποιημένων αὐξάνεται, τότε ἐνδυναμώνεται ἡ δημοκρατία. Ὅταν, ἀντίθετα, εὐημεροῦν οἱ πλούσιοι καί οἱ χρηστοί, τότε τά μέλη τοῦ δήμου καθιστοῦν ἰσχυρούς τούς ἀντιπάλους τους.

5 Γιατί σέ κάθε τόπο τό καλύτερο τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ εἶναι ἀντίθετο στή δημοκρατία. Ἀνάμεσα στούς καλύτερους θά συναντήσεις ἐλάχιστη ἀσυδοσία καί ἀδικία, μεγάλη ὅμως σχολαστικότητα στήν τήρηση τοῦ ἔντιμου τρόπου ζωῆς. Ἡ μάζα, ἀντίθετα, χαρακτηρίζεται ἀπό τεράστια ἀμάθεια, ἀταξία καί φαυλότητα. Γιατί ἡ φτώχεια τούς ἐξωθεῖ περισσότερο σέ πράξεις ἐπονείδιστες, καθώς καί ἡ ἀπαιδευσία καί ἡ ἀμάθεια, ἡ ὁποία, στήν περίπτωση ὀρισμένων, ὀφείλεται στή χρηματική ἔνδεια.

6 Θά μποροῦσε κανείς νά ὑποστηρίξει πώς δέν θά ἔπρεπε νά ἀφήνουν τούς πάντες νά ἀγορεύουν στήν ἐκκλησία ἤ νά συσκέπτονται στή βουλή, ἀλλά μόνο τούς εὐφυέστερους καί τούς καλύτερους. Ἀλλά καί σέ αὐτό τό θέμα οἱ Ἀθηναῖοι σκέφτονται ἄριστα, ἐπιτρέποντας τήν ἔκφραση γνώμης καί στούς φαύλους. Ἄν ἀγόρευαν καί συσκέπτονταν ἀποκλειστικά οἰ χρηστοί, αὐτό θά ἦταν καλό γιά τούς ὁμοίους τους, δέν θά ἦταν ὅμως καλό γιά τόν ὄχλο. Τώρα ὅμως, μέ τό νά μιλάει ὅποιος θέλει, κάθε παλιάνθρωπος ἀνεβαίνει στό βῆμα καί βρίσκει αὐτό πού εἶναι καλό γιά τόν ἴδιο καί γιά τούς ὁμοίους του.

7 Θά ἔλεγε κάποιος: «Μά τί καλό γιά τόν ἴδιο ἤ γιά τόν δῆμο θά μποροῦσε νά σκεφτεῖ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος;» Ἐκεῖνοι ὅμως ἀντιλαμβάνονται πώς ὠφελεῖ περισσότερο νά εἶναι κανείς φαῦλος, ἀνόητος καί ἀφοσιωμένος παρά ἔντιμος, εὔστροφος καί ἐχθρικός».[30].

Ὁ ἀνωτέρω λίβελλος κατά τῆς δημοκρατίας καί προκατειλημμένος καί ἄδικος εἶναι. Ὅμως παρά τήν πρόδηλη ἐμπάθειά του περιέχει καί στοιχεῖα ἀληθείας. Ὅπως ἔχει γραφεῖ κατά τόν ψευδο-Ξενοφῶντα «ἡ δημοκρατία ἀντιπροσωπεύει τόν θρίαμβο τοῦ ἐπιτήδειου ἀνθρωπάκου[31]». Αὐτό εἶναι ἀναληθές ὅσον ἀφορᾶ στήν ἀκμή τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας∙ ὅμως δέν ἀπέχει ὅμως πολύ ἀπό τήν ἀλήθεια ὅσον ἀφορᾶ στήν παρακμή τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας.

Ὅπως ἀναφέρει καί ὁ Πλούταρχος, ὁ Ἀθηναϊκός δῆμος, ὅταν πῆρε ὅλη τήν ἐξουσία στά χέρια του καί δέν εἶχε κανένα πάνω ἀπό τό κεφάλι του μετά τήν μεταρρύθμιση τοῦ Ἐφιάλτη, ἀφηνίασε (ὅσο βέβαια ζοῦσε ὁ Περικλῆς τόν συγκρατοῦσε, μετά ἡ κατρακύλα…) Ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς ἀναφέρουν ὅτι ἦταν καί ὁ Ἐφιάλτης, ὁ ὁποῖος κατέλυσε τήν δύναμη τῆς Βουλῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου, προσφέροντας, κατά τόν Πλάτωνα, στούς πολίτες ἄφθονο καί ἀνέρωτο κρασί ἐλευθερίας, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου, ἀφηνιάσας, καθώς λένε οἱ κωμωδιογράφοι, ὁ λαός σάν ἄλογο ἄρχισε νά δαγκάνη…χωρίς νά τολμᾶ κανείς πλέον νά τόν πειθαρχήση[32].

Πόσο δίκιο εἶχε ὁ Σόλων, ὁ θεμελιωτής τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας, ὅταν διεκήρυττε ὅτι ὁ λαός δέν χρειάζεται οὔτε ὑπερβολική ἐλευθερία, οὔτε καταναγκασμό:

«Δῆμος δ’ὧδε ἄν ἄριστα σύν ἡγεμόνεσσιν ἕποιτο/μήτε λίαν ἀνεθείς μήτε βιαζόμενος» (ἀπ. 6):

«Ὁ λαός μέ τόν ἀκόλουθο τρόπο μπορεῖ νά ἀκολουθῆ ἄριστα τούς ἀρχηγούς του/ἐάν δέν ἀφίνεται ἐντελῶς ἀπεριόριστος καί ἐάν δέν περιορίζεται ὑπερβολικά»[33].

Ἡ μετοχή ἀνεθείς εἶναι τοῦ ἀνίημι πού σημαίνει χαλαρώνω, ἀφήνομαι ἐντελῶς ἐλεύθερος ἐξ οὗ καί ἄνεσις. Ἡ μετοχή βιαζόμενος τοῦ βιάζομαι πού σημαίνει καταναγκάζομαι. Ἄρα ὁ λαός δέν πρέπει οὔτε νά ἀφεθεῖ ἐντελῶς ἐλεύθερος οὔτε νά καταναγκασθεῖ. Ὁ ἡγέτης πρέπει νά βρεῖ τό κατάλληλο, τό προσῆκον μέτρο ἐλευθερίας καί περιορισμοῦ πού πρέπει νά δοθοῦν στόν λαό. Καί αὐτό εἶναι ἰδιαζόντως δύσκολο ἔργο. Ὁ Σόλων ὁμολογεῖ:

«Γνωμοσύνης δ’ἀφανές χαλεπώτατον νοῆσαι μέτρον/ὅ δή πάντων πείρατα μοῦνον ἔχει» (ἀπ. 16):

«Εἶναι πολύ δύσκολο νά ἀντιληφθῆς τό ἀφανές μέτρο τῆς ὀρθῆς κρίσεως/τό ὁποῖο ὅμως μόνο του ἔχει τά πέρατα ὅλων τῶν πραγμάτων»[34].

Γι’ αὐτό καί ἡ Δημοκρατία ἐκτός τῶν ἄλλων εἶναι λίαν ἀπαιτητικό πολίτευμα: πρέπει οἱ ἡγέτες, κυρίως αὐτοί, ἀλλά καί ὁ λαός νά ἀναδιφήσουν τό ἀφανές μέτρον τῆς γνωμοσύνης=τῆς ὀρθῆς κρίσεως.

Εἶναι χαρακτηριστικό τῆς διορατικότητας τοῦ Σόλωνα ὅτι θέσπισε καί ἐνίσχυσε καί τίς δύο βουλές, καί τήν ἀριστοκρατική τοῦ Ἀρείου Πάγου καί τήν δημοκρατική τῶν 400. Ὁ Πλούταρχος γράφει σχετικά στόν βίο τοῦ Σόλωνος:

«Ἀφοῦ σύστησε τή βουλή τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπ’ὅσους εἶχαν χρηματίσει ἐνιαύσιοι ἄρχοντες, καθώς αὐτός, πού κι ὁ ἴδιος ἔλαβε μέρος, κι ἐπειδή ἔβλεπε τό λαό νά παραφουσκώνῃ καί νά ἀποθρασύνεται μέ τήν ἄφεση τῶν χρεῶν, ἔκαμε καί δεύτερη βουλή διαλέγοντας ἑκατό ἄνδρες ἀπό τήν κάθε φυλή – τέσσαρες ἦταν οἱ φυλές˙ σ’αὐτούς ὥρισε νά γνωματεύουν ἀπό πρίν γιά τά νομοσχέδια πού θά περνοῦσαν ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ δήμου καί τίποτα νά μήν ἀφήσουν νά περνάῃ χωρίς πρωτήτερα αὐτοί νά τό ἐξετάσουν καί νά ποῦνε τή γνώμη τους. Ὅσο γιά τόν Ἄρειο Πάγο, τόν ὥρισε ἐπιτηρητή σέ ὅλα καί φρουρό τῆς δικαιοσύνης, γιατί νόμιζε πώς ἡ πολιτεία ἔχοντας δυό βουλές κι ἔτσι μοιάζοντας σά νἆχε ἀράξει μέ δύο ἄγκυρες, πολύ λιγώτερο θά ἀναταραζόταν κι ὁ λαός περισσότερο θά ἡρεμοῦσε. Οἱ περισσότεροι λοιπόν λένε πώς ὁ Σόλων, καθώς εἴπαμε, ἵδρυσε τή βουλή τοῦ Ἀρείου Πάγου»[35].

Ἡ βουλή τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπῆρχε βέβαια ἀπό παλαιοτάτων χρόνων πρό τοῦ Σόλωνος. Ἦταν ἀριστοκρατικός θεσμός καί ἦταν, μέχρι τή μεταρρύθμιση τῶν Ἐφιάλτη-Περικλῆ τό 462, ὁ ἐπιτηρητής καί ὁ φύλακας τῆς Ἀθηναϊκῆς πολιτείας. Μετά τή μεταρρύθμιση τοῦ Ἐφιάλτη, ὁ ὁποῖος ἀπεψίλωσε τόν Ἄρειο Πάγο σχεδόν ἀπό ὅλες τίς ἐξουσίες του, ὁ Ἀθηναϊκός δῆμος ἀποβαίνει ὁ μόνος κύριος τῆς πολιτείας καί δέν ἔχει κανένα πάνω ἀπό τό κεφάλι του. Ὁ Σόλων πίστευε στήν ὕπαρξη καί ταυτόχρονη καί συμπληρωματική λειτουργία καί τῶν δύο βουλῶν, καί τοῦ ἀριστοκρατικοῦ Ἀρείου Πάγου καί τῆς δημοκρατικῆς βουλῆς τῶν 400.

Μάλιστα ὁ Κλεισθένης μέ τίς μεταρρυθμίσεις του ἐνίσχυσε τή δημοκρατική βουλή καί ὅρισε νά ἔχει 500 βουλευτές, 50 ἀπό κάθε φυλή – οἱ φυλές, ἀντί γιά τέσσερις, ὅρισε ὁ Κλεισθένης νά εἶναι δέκα. Ἔτσι βλέπουμε ἡ Σολώνεια δημοκρατία νά εἶναι μετριοπαθής δημοκρατία καί μεμιγμένη μέ ἀριστοκρατικά στοιχεῖα. Ἡ Κλεισθένεια δημοκρατία εἶναι πιό διευρυμένη καί διαθέτει σέ μεγαλύτερο βαθμό τή συμμετοχή τοῦ δήμου διατηρώντας ταυτόχρονα ὁρισμένα ἀριστοκρατικά στοιχεῖα. Ἡ Περίκλεια δημοκρατία εἶναι μία ἄκρατη, ριζοσπαστική δημοκρατία, ὅπου τήν ἐξουσία ἔχει ὁλοκληρωτικά ὁ δῆμος. Γράφω ἐπιγραμματικά τά ἀνωτέρω διότι σέ κάθε πολίτευμα πρέπει νά ἐξετάζουμε τόν «βαθμό» δημοκρατίας.

Ὁ Θουκυδίδης θεωρεῖ ὡς ἰδανικό πολίτευμα ὄχι τήν ἄκρατη, ριζοσπαστική δημοκρατία τοῦ Περικλῆ, ἀλλά τό πολίτευμα πού ἐπεκράτησε γιά μερικούς μῆνες, ἀπό τόν Ἰούνιο ὡς τόν Σεπτέμβριο τοῦ 411 π.κ.ε. καί ἦταν μικτῆς ὑφῆς, συνδύαζε δηλ. ὀλιγαρχικά καί δημοκρατικά στοιχεῖα:

«Καί φαίνεται ὅτι ὁ πρῶτος καιρός ἦταν μιά περίοδος πού τά πράγματα τῆς Ἀθήνας ἀντιμετωπίστηκαν μέ τόν καλύτερο τρόπο, ἐπί τῶν ἡμερῶν μου τουλάχιστον∙ διότι ἔγινε τότε ἕνας συγκερασμός ὀλιγαρχίας καί δημοκρατίας (ξύγκρασις ἐς τούς ὀλίγους καί τούς πολλούς), μέ τόν ὁποῖο ἀνορθώθηκε ἡ πόλη ἀπό μιά ἄθλια κατάσταση στήν ὁποία εἶχε περιπέσει.»[36]

Ὁ Θουκυδίδης θεωρεῖ λοιπόν ὡς ὀρθή πολιτεία, ὡς ἰδεῶδες πολίτευμα, τήν μεῖξιν Ὀλιγαρχίας καί Δημοκρατίας.

Ὡσαύτως καί ὁ Ἀριστοτέλης θεωροῦσε ὡς ἰδεώδη πολιτεία, ὄχι τήν ἀμιγῶς δημοκρατική, ἀλλά αὐτή πού συνδύαζε ἀριστοκρατικά καί δημοκρατικά στοιχεῖα.[37]

Ἐπ᾿αὐτοῦ ὁ Παναγιώτης Δαμάσκος γράφει:

«Ἡ καλύτερη μορφή διακυβέρνησης εἶναι τό μικτό ἤ μέσο πολίτευμα, μεῖγμα ὀλιγαρχίας καί δημοκρατίας, τό ὁποῖο ὁ Ἀριστοτέλης ἀποκαλεῖ ἁπλῶς πολιτεία»[38].

Ἀπό τά παραπάνω προκύπτει ὅτι ἡ ἀρίστη πολιτεία τῶν βιβλίων 7 και 8 (τοῦ ἀριστοτελικοῦ ἔργου Πολιτικά) οὐδεμία σχέση μπορεῖ νά ἔχει μέ τή δημοκρατία, καί μάλιστα μέ καμία περίοδο τῆς πραγματικῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας. Πρόκειται περί μιᾶς ὀλιγαρχίας ἤ «ἀριστοκρατικῆς ὀλιγαρχίας» ὑπό τήν ἀριστοτελική ἔννοια, δηλαδή περί τῆς πολιτείας τῶν ἀρίστων κατ’ἀρετήν»[39].

Ὁ Ἀριστοτέλης ἄλλωστε τήν «δημοκρατία» θεωρεῖ ὡς παρεκβατικό πολίτευμα τῆς «πολιτείας», τοῦ ὀρθοῦ πολιτεύματος καί «λαμβάνει τήν δημοκρατίαν ὡς συνώνυμον μέ τήν ὀχλοκρατίαν»[40]. Ἐξάλλου ὁ Ἀριστοτέλης ἀρνιόταν τήν διά κλήρου ἀνάδειξη στά ἀξιώματα τῆς πολιτείας καί θεωροῦσε ὅτι αὐτά πρέπει νά ἀπονέμονται μέ κριτήριο τήν ἀξία, τά προσόντα καί τίς ἱκανότητες τοῦ πολίτη.[41]

Γιά τήν ἀντίθεση τοῦ Πλάτωνα στήν Αθηναϊκή Δημοκρατία τῆς ἐποχῆς του ὅ,τι καί νά λεχθεῖ εἶναι λίγο. Κατά τόν Κ. Καστοριάδη ὁ Πλάτων ἦταν ὁρκισμένος ἐχθρός τῆς Δημοκρατίας. Ὁ Leo Strauss λέγει γιά τήν Πολιτεία τοῦ Πλάτωνα:

«Ἡ Πολιτεία, τό πιό φημισμένο πολιτικό σύγγραμμα τοῦ Πλάτωνα, τό πιό φημισμένο πολιτικό σύγγραμμα ὅλων τῶν ἐποχῶν, εἶναι ἕνας ἀφηγηματικός διάλογος τό θέμα τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ δικαιοσύνη…Τό πιό δριμύ κατηγορητήριο πού ἐκφράστηκε ποτέ γιά τή δεσπόζουσα δημοκρατία, τήν καινοτόμο πολιτεία ἡ ὁποία εὐνοεῖ τήν καινοτομία, ἐκφράζεται στήν Πολιτεία χωρίς νά ὑψωθεῖ μιά φωνή πρός ὑπεράσπισή της»[42].

Ἀπό τήν ἀδυσώπητη κριτική τοῦ Πλάτωνος στήν Ἀθηναϊκή Δημοκρατία δέν ξεφεύγουν οὔτε οἱ πρωτεργάτες της, ὁ Περικλῆς καί ὁ Θεμιστοκλῆς. Ὁ Πλάτων ἀσκεῖ σκληρή κριτική καί στόν Περικλῆ:

«Ταυτί γάρ ἔγωγε ἀκούω, Περικλέα πεποιηκέναι Ἀθηναίους ἀργούς καί δειλούς καί λάλους καί φιλαργύρους, εἰς μισθοφορίαν πρῶτον καταστήσαντα». (Γοργίας 515 e):

«Διότι ἐγώ τοὐλάχιστον αὐτό ἀκούω, ὅτι δηλαδή ὁ Περικλῆς ἔκαμε τούς Ἀθηναίους φυγοπόνους καί δειλούς καί φλυάρους καί φιλαργύρους, διότι πρῶτος εἰσήγαγε τήν πληρωμήν μισθῶν διά τάς εἰς τήν πόλιν προσφερομένας ὑπηρεσίας ὑπό τῶν πολιτῶν.»[43]

Ἰσχυρίζεται ὁ Πλάτων ὅτι ἔκανε ὁ Περικλῆς τούς Ἀθηναίους ἀργούς (=τεμπέληδες, ραθύμους, φυγοπόνους), διότι προτιμοῦσαν τόν δικαστικό μισθό ἀπό τά κέρδη πού προέρχονταν ἀπό τήν ἐργασία, ἐπειδή τόν μισθό αὐτό τόν ἐλάμβαναν ἀκόπως. Ὡσαύτως ὑποβάλλει σέ σκληρή κριτική ἐκτός ἀπό τόν Περικλῆ καί τόν Θεμιστοκλῆ καί τόν Κίμωνα (Γοργίας 529):

«Ἐγκωμιάζεις ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν προσφέρει στούς πολῖτες τῶν Ἀθηνῶν τροφές, ἐμφυσώντας τους τήν εὐχαρίστηση μέ ὅσα ἐπιθυμοῦσαν καί οἱ ἴδιοι οἱ πολῖτες ἰσχυρίζονται ὅτι αὐτοί ἔχουν καταστήσει μεγαλοπρεπῆ τήν πόλη. Ὅτι ἡ πόλη ἔχει νοσηρά διογκωθεῖ καί εἶναι ὑποδόρια διεφθαρμένη, ἐξ αἰτίας ἐκείνων τῶν παλαιῶν πολιτικῶν, δέν τό ἀντιλαμβάνονται. Γιατί ἐκεῖνοι χωρίς σωφροσύνη καί δικαιοσύνη ἔχουν γεμίσει τήν πόλη μέ λιμάνια, ναυστάθμους, τείχη, φόρους καί ἀνάλογες φλυαρίες· ὅταν λοιπόν ἐπέλθει ἡ ἐκδήλωση τῆς ἀσθένειας, θά κατηγορήσουν τούς τότε παρευρισκομένους συμβούλους, ἐνῶ τόν Θεμιστοκλῆ βέβαια καί τόν Κίμωνα καί τόν Περικλῆ, τούς πραγματικούς ὑπαιτίους τῶν κακῶν, θά τούς ἐγκωμιάσουν.»[44]

Ἐκ τῶν ἀνωτέρω μποροῦμε βάσιμα νά συμπεράνουμε ὅτι ἡ πλειονότητα τῶν διανοητῶν τῆς ἀρχαιότητος δέν ἐμπιστευόταν τήν ἄκρατη-ριζοσπαστική Περίκλεια δημοκρατία. Θεωροῦσε ὡς ἰδεῶδες πολίτευμα αὐτό πού συγκροτεῖται ἀπό δημοκρατικά καί ἀριστοκρατικά στοιχεῖα.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι, ὅπως σημειώνει ἡ Claude Mossé, δέν ὑπάρχει θεωρητικό κείμενο ὑπέρ τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας[45] κατά τήν κλασσική ἀρχαιότητα ‒ ἐξαίρεση ἀποτελεῖ κατά τήν γνώμη μου ὁ Ἐπιτάφιος τοῦ Περικλῆ-Θουκυδίδη. Οἱ φιλόσοφοι κατεδίκαζαν τήν δημοκρατία. Δέν ὑπῆρξε ποτέ στήν Ἀθήνα θεωρητική ὑποστήριξη τῆς δημοκρατίας καί τῆς νομιμότητάς της.[46]

Ὁμοίως καί ὁ Moses Finley γράφει ὅτι οἱ διανοούμενοι ἀπεδοκίμαζαν τήν δημοκρατία καί ὅτι στήν ἀρχαιότητα καί μέχρι τόν 18ο αἰῶνα ὁ ὅρος «δημοκρατία» ἦταν ἀρνητικά φορτισμένος.[47] Οἱ φιλόσοφοι, οἱ τραγικοί ποιητές, οἱ ἱστορικοί καί οἱ ρήτορες ἦσαν ἐπιφυλακτικοί ἕως ἀρνητικοί ἔναντι τῆς ἄκρατης, ριζοσπαστικῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας. Κατά τήν Jaqueline De Romilly οἱ Ἀθηναῖοι στοχαστές ἔχοντας ἐμπειρία τῶν ἐγγενῶν ἀδυναμιῶν τῆς δημοκρατίας (ὅπως εἶναι ἐπί παραδείγματι ἡ δημαγωγία) ὁραματίσθηκαν μορφές διακυβέρνησης πού ἀφήνουν λιγώτερα περιθώρια στό λάθος καί τίς ἀκρότητες.[48]

Μποροῦμε βάσιμα νά ποῦμε ὅτι ἐξάπαντος οἱ εὐθύνες τῶν πολιτῶν εἶναι ἀπαραμείωτες καί κρισιμώτατες στίς δημοκρατικές κοινωνίες. Οἱ παγίδες τῆς ἀμετρίας καί τοῦ ἀλόγου ἐλλοχεύουν πάντοτε στήν πορεία τῆς δημοκρατίας. Τό μέτρο, ὁ λόγος, ὁ αὐτοπεριορισμός καί ἡ εὐβουλία εἶναι sine qua non ὅροι τῆς ὁμαλῆς καί εὔρυθμης λειτουργίας τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ὁ Moses Finley γράφει χαρακτηριστικά:

«Ἡ αὐτονομία δέν εἶναι δυνατή παρά ἄν ἡ κοινωνία ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι ἡ πηγή τῶν νορμῶν της. Κατά συνέπεια, ἡ κοινωνία δέν μπορεῖ νά ἀποφύγει αὐτό τό ἐρώτημα: Γιατί αὐτή ἡ νόρμα κι ὄχι ἐκείνη ἡ ἄλλη… Δέν μπορεῖ ἐπίσης νά ἀποφύγει τό ἐρώτημα τῶν ὁρίων τῶν πράξεών της. Σέ μιά δημοκρατία ὁ λαός μπορεῖ νά κάνει ὁτιδήποτε – καί ὀφείλει νά ξέρει ὅτι δέν πρέπει νά κάνει ὁτιδήποτε. Ἡ δημοκρατία εἶναι τό καθεστώς τοῦ αὐτοπεριορισμοῦ· εἶναι συνεπῶς ἐπίσης τό καθεστώς τοῦ ἱστορικοῦ ρίσκου -ἄλλος τρόπος νά ποῦμε ὅτι εἶναι τό καθεστώς τῆς ἐλευθερίας- καί ἕνα καθεστώς τραγικό. Ἡ μοίρα τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας δείχνει αὐτό τό πράγμα. Ἡ πτώση τῆς Ἀθήνας -ἡ ἧττα της στόν Πελοποννησιακό πόλεμο- ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ὕβρεως τῶν Ἀθηναίων. Τώρα ἡ ὕβρις δέν ὑποθέτει ἁπλῶς τήν ἐλευθερία· ὑποθέτει ἐπίσης τήν ἀπουσία πάγιων νορμῶν, τήν θεμελιώδη ἀβεβαιότητα τῶν ἔσχατων σημασιῶν γιά τίς πράξεις μας. (Ἡ χριστιανική ἁμαρτία εἶναι, φυσικά μιά ἔννοια ἑτερονομίας). Ἡ παραβίαση τοῦ νόμου δέν εἶναι ὕβρις, εἶναι ἕνα ὁρισμένο καί περιορισμένο παράπτωμα. Ἡ ὕβρις ὑπάρχει ὅταν ὁ αὐτοπεριορισμός εἶναι ἡ μόνη νόρμα, ὅταν παραβιάζονται ὅρια πού δέν ἦταν πουθενά ὁρισμένα.»[49]

Ὁμοίως καί ὁ καθηγητής Κυριάκος Κατσιμάνης στό περισπούδαστο ἔργο του Πρακτική φιλοσοφία καί πολιτικό ἦθος τοῦ Σωκράτη γράφει:

«Ἡ ἀκατάσχετη ὁρμή γιά ἐλευθερία κατέστρεψε τελικά τή δημοκρατία καί μαζί μ’αὐτήν τήν Ἀθήνα. Ἐπιμένοντας νά αὐτοκαθορίζονται σέ βαθμό πού νά μήν ἀνέχονται κανέναν περιορισμό, ἔστω καί ἄν αὐτός ἀπέρρεε ἀπό τούς νόμους τῆς πολιτείας, οἱ Ἀθηναῖοι ὑπονόμευσαν τό πάτριο πολίτευμα καί δέν μποροῦσαν νά ἐφαρμόσουν μιά συνεπή καί ἀποτελεσματική ἐξωτερική πολιτική…Ἔτσι τό ὑψηλό ἰδεῶδες τῆς ἐλευθερίας πού ἔκανε τόν Ἀθηναῖο -καί κατ’ἐπέκταση τόν Ἕλληνα- ἱκανό νά ὀργανώσει πρῶτος αὐτός τόν πολιτικό βίο “μετά λόγου” ἦταν μοιραῖο νά κλείνει μέσα του τό σπέρμα τῆς κρίσης καί τῆς τελικῆς φθορᾶς. Ἡ ἐλευθερία καί ἡ δημοκρατία θεμελιώνονται στήν ἔννοια τοῦ μέτρου. Καί εἶναι εἰρωνεία τῆς ἱστορίας τό ὅτι ὁ λαός πού συνέλαβε αὐτή τήν ἔννοια καί τήν εἶδε ὡς ὑπέρτατη ἔκφραση τῶν πνευματικῶν του κατακτήσεων δέ στάθηκε ἱκανός νά τή μετουσιώσει γιά πολύ καιρό σέ πολιτική πράξη.»[50]

Οἱ Ρωμαῖοι μέ τό πρακτικό καί βαθιά συντηρητικό πνεῦμα πού τούς διέκρινε οὐδέποτε ἐγκαθίδρυσαν ἄκρατη, ριζοσπαστική δημοκρατία Ἀθηναϊκοῦ τύπου. Τό Ρωμαϊκό πολίτευμα, ἡ res publica, στό ὁποῖο κατά τόν Πολύβιο ὀφειλόταν πρωτίστως καί κυρίως τό ρωμαϊκό μεγαλεῖο καί ἡ ρωμαϊκή κοσμοκρατορία, ἦταν τριμερές: οἱ δύο ὕπατοι, ἡ Σύγκλητος καί ὁ λαός (populus).

Μέ τόν θεσμό τῶν ὑπάτων, στούς ὁποίους προσιδίαζε ἡ dignitas (=ἀξία) εἶχε τά πλεονεκτήματα τῆς μοναρχίας, μέ τήν Σύγκλητο, στήν ὁποία προσιδίαζε ἡ auctoritas (=κῦρος) ἀντλοῦσε τά πλεονεκτήματα τῆς ἀριστοκρατίας, καί μέ τόν λαό (populus), στόν ὁποῖο προσιδίαζε ἡ libertas (=ἐλευθερία), προσεκτᾶτο τά πλεονεκτήματα τῆς δημοκρατίας[51]. Ἔτσι σ᾿ αὐτό τό “μικτό πολίτευμα” τά τρία μέρη ἀλληλοεπικαλύπτονταν ὀργανικά καί ἀλληλοσυμπληρώνoνταν ἁρμονικά ἀκόμη δέ καί ἀλληλοπεριορίζονταν δραστικά εἰς τρόπον ὥστε κανένα δέν μποροῦσε νά ὑπερισχύσει καί νά κατισχύσει πάνω στ᾿ ἄλλα δύο.

Διετηρεῖτο μία λεπτή ἰσορροπία δυνάμεων, ἐφόσον κάθε μέρος ἐξηρτᾶτο ἀπό τά ἄλλα δύο, γιά τήν ἐπιτυχῆ ἐκτέλεση τῶν λειτουργιῶν του.[52] Ἔτσι ἡ libertas τοῦ λαοῦ, οὐδέποτε ὑπερέβαλε καί ἐξουδετέρωσε τήν dignitas τῶν ὑπάτων ἤ τήν auctoritas τῆς Συγκλήτου. Σημειωθήτω ἐπί πλέον ὅτι τά ἀξιώματα τῆς πολιτείας στήν Ρώμη δέν ἦσαν κληρωτά, ὅπως ἦσαν κατά 95% στήν Ἀθήνα, ἀλλά αἱρετά.

Ἄς λεχθεῖ ἀκόμη ὅτι ὁ Πολύβιος, ὁ μεγάλος ἱστορικός καί θεωρητικός τοῦ ρωμαϊκοῦ πολιτεύματος, ἀσκεῖ δριμεῖα κριτική στό ἀθηναϊκό πολίτευμα. Καταλογίζει στό ἀθηναϊκό πολίτευμα ἄστατη φύση, ἀκυβερνησία, διχόνοια καί διχοστασία τῶν πολιτῶν:

Ἀνάλογη πρέπει νά εἶναι ἡ κρίση μας καί γιά τό πολίτευμα τῶν Ἀθηναίων, γιατί καί οἱ Ἀθηναῖοι πολλές φορές ἴσως βρέθηκαν σέ ἀκμή -ἔλαμψαν πάρα πολύ χάρη στίς ἱκανότητες τοῦ Θεμιστοκλῆ- ἀλλά γρήγορα βρέθηκαν στήν ἄλλη ἄκρη, γιατί ἡ φύση τοῦ πολιτεύματός τους ἦταν ἄστατη. Γιατί πάντοτε ὁ λαός τῶν Ἀθηνῶν εἶναι σάν τά ἀκυβέρνητα σκάφη. Ὅταν δηλαδή οἱ ἐπιβάτες τῶν καραβιῶν ἀπό φόβο γιά τό ἀνοιχτό πέλαγος ἤ τήν καταιγίδα πού τούς κυκλώνει ἀποφασίζουν ὁλόψυχα νά συμφρονοῦν καί νά ὑπακούουν στόν κυβερνήτη, ὅλα πᾶνε πολύ καλά.

Ὅταν ὅμως, ξεθαρρεύοντας, ἀρχίσουν νά περιφρονοῦν τούς ἀξιωματικούς τοῦ καραβιοῦ καί νά διχονοοῦν, γιατί δέν ἔχουν ὅλοι πιά τήν ἴδια γνώμη, τότε λοιπόν, ἐπειδή οἱ μισοί θέλουν νά συνεχιστεῖ τό ταξίδι, ἐνῶ οἱ ἄλλοι βιάζουν τόν κυβερνήτη νά πιάσει στεριά, καί σηκώνουν οἱ ἀπ’ ἐδῶ τά πανιά, ἐνῶ οἱ ἀπό κεῖ τούς ἐμποδίζουν καί φωνάζουν νά τά κατεβάσουν, τό θέαμα τῆς διχόνοιας καί διχοστασίας ἀνάμεσά τους εἶναι ἄθλιο γιά τούς ἔξω παρατηρητές, καί κινδυνεύουν ὅσοι ταξιδεύουν.

Γιά τοῦτο, ἐνῶ γλίτωσαν ἀπό τίς μεγαλύτερες θάλασσες καί τίς φοβερότερες τρικυμίες ναυαγοῦν στά λιμάνια, δίπλα στήν στεριά. Αὐτό ἀκριβῶς ἔχει συμβεῖ πάρα πολλές φορές μέ τήν Ἀθηναϊκή πολιτεία. Ἐνῶ ἀπομάκρυνε ἐντελῶς ἀρκετές φορές μέγιστους καί φοβερότατους κινδύνους, χάρη στή γενναιότητα τοῦ λαοῦ καί τῶν ἀρχόντων, στόν καιρό τῆς ἀσφάλειας καί τῆς ἡσυχίας ἀπρόσεχτα καί ἀδικαιολόγητα ἀστοχεῖ. Λοιπόν δέν χρειάζεται νά γίνει περισσότερος λόγος γιά τό πολίτευμα τῆς Ἀθήνας καί τῆς Θήβας, ἀφοῦ στίς πόλεις αὐτές ὁ ὄχλος τά διευθύνει ὅλα σύμφωνα μέ τίς ἐπιθυμίες του, οἱ Ἀθηναῖοι φοβερά ὀξεῖς καί πικροί, οἱ Θηβαῖοι μεγαλωμένοι μέσα στήν βία καί τά πάθη.[53]

Ὅμως καί ἡ σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία ἔχει συναισθανθεῖ τήν ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ σημασία τῆς πολιτικῆς ἀρετῆς τῶν πολιτῶν καί ἔχει ἐπιδοθεῖ μέ ἰδιαίτερη προσπάθεια στήν συγκρότηση θεωριῶν γιά τήν ἰδιότητα τοῦ πολίτη (citizenship).[54] Ἀρκετοί σύγχρονοι πολιτικοί φιλόσοφοι, ἰδιαίτερα ἀπό τήν δεκαετία τοῦ ᾽90 καί μετά, ἔχουν ἐπισημάνει τό γεγονός ὅτι ἡ εὔρυθμη λειτουργία τῶν συγχρόνων δημοκρατιῶν δέν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπό τό ἀντικειμενικό θεσμικό πλαίσιό τους, ἀλλά καί ἀπό τήν ἰδιαίτερη ψυχική ὑφή καί ποιότητα τῆς προσωπικότητας τῶν πολιτῶν τους. Γι᾿ αὐτό καί ἔχουν ἀναπτυχθεῖ ὁλόκληρες θεωρίες γιά τήν ἰδιότητα τοῦ πολίτη καί τίς ἀρετές πού πρέπει νά κοσμοῦν τήν δημοκρατική προσωπικότητά του. Ἐπί παραδείγματι ὁ William Galston θεωρεῖ ὅτι:

«Ὁ δημοκρατικός πολίτης πρέπει νά ἔχει τέσσερις τύπους πολιτειακῶν ἀρετῶν: α) γενικές ἀρετές: θάρρος· ὑπακοή στούς νόμους· ἀφοσίωση· β) κοινωνικές ἀρετές: ἀνεξαρτησία καί εὐρύτητα πνεύματος· γ) οἰκονομικές ἀρετές: ἠθική ἐργατικότητας· ἱκανότητα καθυστερήσεως τῆς προσωπικῆς ἀπόλαυσης καί προσαρμοστικότητα στήν οἰκονομική καί τεχνολογική ἀλλαγή· δ) πολιτικές ἀρετές: ἱκανότητα νά διακρίνει καί νά σέβεται τά δικαιώματα τῶν ἄλλων· προθυμία νά ἀπαιτεῖ μόνο αὐτό, γιά τό ὁποῖο ὑπάρχει δυνατότητα νά τοῦ δοθεῖ· ἱκανότητα ἀξιολογήσεως τῶν ἐπιδόσεων ὅσων κατέχουν ἀξιώματα καί προθυμία συμμετοχῆς στόν δημόσιο διάλογο.»[55]

Τό χαρακτηριστικό στήν ὅλη συζήτηση γιά τήν ἰδιότητα τοῦ πολίτη καί τήν βαρύνουσα σημασία της εἶναι ὅτι ἐπ᾿ αὐτοῦ συμφωνοῦν τόσο οἱ φιλελεύθεροι (libertarians) ὅσο καί οἱ κοινοτιστές ἤ καλύτερα κοινωνιοκράτες (communitarians) καί μάλιστα ἀποτελεῖ τόν συνδετικό κρῖκο μεταξύ των.[56]

Γράφοντας τά ἀνωτέρω γιά τήν δημοκρατία τῆς κλασσικῆς Ἀθήνας οὐδόλως ἀποσκοπῶ στήν ἄρνηση καί ἀποδοκιμασία τῆς Δημοκρατίας ὡς πολιτεύματος. Τοὐναντίον. Θέλω νά ἐπισημάνω ὅτι ἡ Δημοκρατία εἶναι ἕνα αἰσιόδοξο ἀλλά ἀπαιτητικό καί εὐπαθές πολίτευμα. Στηρίζεται στήν πίστη της στόν Ἄνθρωπο ὡς ἔλλογο ὄν καί στίς δυνατότητές του. Προϋποθέτει τήν ἀρτιότητα καί ἀκεραιότητα τῶν πνευματικῶν καί ἠθικῶν λειτουργιῶν του. Ὅπως γράφει καί ὁ καθηγητής Κυριάκος Κατσιμάνης:

«Ἡ ἐπιβίωση τῆς δημοκρατίας δέν εἶναι μόνο ζήτημα νομοθετικῶν ρυθμίσεων καί πολιτειακῶν δομῶν ἀλλά ταυτόγχρονα κάτι βαθύτερο: εἶναι ζήτημα εἰλικρινοῦς ἀγάπης γιά τόν ἄνθρωπο καί συνεποῦς προσήλωσης στίς ἠθικές ἀξίες πού τόν προάγουν.»[57]
-----------------
Παραπομπές

[1] Διοδώρου Σικελιώτου, Βιβλιοθήκη Ἱστορική, Βίβλος Τρισκεδαικάτη 31,2-3, ἐκδ. Κάκτος, τόμος ἕνατος, Ἀθήνα 1992, σελ. 100.

[2] Ν.Θ. Μπουγάτσου, Ἡ πολιτική ζωή καί σκέψη τῶν Ἑλλήνων πατέρων, ἐκδ. Μήνυμα, Ἀθήνα 1986, σελ. 51.

[3] Νικολάου Καβάσιλα, Θεομήτωρ, Λόγος εἰς τόν Εὐαγγελισμόν 9, κείμενο-εἰσαγωγή-μετάφραση-σχόλια Παναγιώτη Νέλλα, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 1974, σελ. 156.

[4] Βλ. ΘΗΕ, τόμος 10ος, λῆμμα Πολιτεία.

[5] Μ. Βασιλείου, Εἰς Ἑξαήμερον, Ὁμιλία 8, Ρ.G. 29, 173Α.

[6] Μ. Βασιλείου, ό.π., 173Α.

[7] Θουκυδίδου Ἱστορίαι, βιβλίο ΣΤ΄, 24.

[8] Θουκυδίδου Ἱστορίαι, μετάφρασις Ἐ.Κ. Βενιζέλου, ἐκδ. Ἐστίας, Ἀθῆναι χ.χ., σελ. 313.

[9] Θουκυδίδου Ἱστορίαι, Βιβλίο Β΄, 65, 8-10.

[10] Θουκυδίδου Ἱστορίαι, μετάφρασις Ἐ.Κ. Βενιζέλου, Ἑστία, Ἀθῆναι, χ.χ, σελ. 111.

[11] Θουκυδίδου Ἱστορίαι, μετάφρασις Ἐλευθερίου Κ. Βενιζέλου, Ἐστία, Ἀθῆναι χ.χ. σελ. 111.

[12] Ξενοφῶντος Ἑλληνικά, 1, 7, 12.

[13] Ξενοφῶντος Ἑλληνικά, τόμος Α΄, μετάφραση Ρόδη Ρούφου, Ὠκεανίδα, Ἀθήνα 2000, σ. 84.

[14] Διοδώρου Σικελιώτου, Ιστορική Βιβλιοθήκη, Βιβλίον ΙΓ́΄, 102, 5.

[15] Διοδώρου Σικελιώτου, Ιστορική Βιβλιοθήκη, τόμος Ι΄, μετάφρασις Ἀποστόλου Παπανδρέου, ἐκδ. Γεωργιάδης, Ἀθήνα 2011, σελ. 75.

[16] Πλουτάρχου, Ἀριστείδης, 4.

[17] Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι, Ἀριστείδης, εἰσαγωγή-μετάφραση Ἀνδρέα Ι. Πουρνάρα, ἐκδ, Πάπυρος, Ἀθήνα 1975, σελ. 271 καί 273.

[18] Ἰσοκράτους, Περί εἰρήνης 5.

[19] Ἰσοκράτη, Περί εἰρήνης, εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια Δαυίδ Ἀντωνίου, ἐκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 1993, σελ. 27.

[20] Ἰσοκράτους, Ἀρεοπαγιτικός 20.

[21] Διοδώρου Σικελιώτου, Βιβλιοθήκη Ἱστορική, Βίβλος Τρισκεδαικάτη 31,2-3, ἐκδ. Κάκτος, τόμος ἕνατος, Ἀθήνα 1992, σελ. 103.

[22] Πλάτωνος Πολιτεία, εἰσαγωγή, ἑρμηνεία, σημειώσεις Κ. Δ. Γεωργούλη, Γ΄ ἔκδοσις, ἐκδ. Ἰ. Σιδέρης, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 268.

[23] Πλάτωνος Πολιτεία 562d- 563a. ΠλάτωνοςΠολιτεία, ό.π., σελ. 266-267.

[24] Ἡροδότου, Ἱστορίαι, Θάλεια ΙΙΙ, 81.

[25] Ἡροδότου Ἱστορίαι, τόμος Β΄, Βιβλίο Γ΄, Θάλεια, μετάφραση Ἄγγελου Σ. Βλάχου, ἐκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, σελ. 75.

[26] Ἡροδότου, Ἱστορίαι, Θάλεια ΙΙΙ, 82.

[27] Ἡροδότου Ἱστορίαι, τόμος Β΄, Βιβλίο Γ΄, Θάλεια, μετάφραση Ἄγγελου Σ. Βλάχου, ἐκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, σελ. 76.

[28] Θουκυδίδη Ἱστορία, εἰσαγωγή-μετάφραση-σημειώσεις Ν.Μ. Σκουτερόπουλου, ἐκδ. Πόλις, Ἀθήνα 2011, σελ. 909.

[29] Ξενοφῶντος, Ἀθηναίων Πολιτεία, εἰσαγωγή-μετάφραση-σχόλια Βασίλη Λεντάκη, ἐκδόσεις Στιγμή, Ἀθήνα 2010, σελ. 29.

[30] Ξενοφῶντος, Ἀθηναίων Πολιτεία, ὅ.π., σελ. 29-31-33.

[31] Ξενοφῶντος, Ἀθηναίων Πολιτεία, ὅ.π., σελ. 18.

[32] Πλουτάρχου, ΠερικλῆςVII, εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια Θ. Παπακωνσταντίνου, ἐκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 17 καί 19.

[33] Κωνσταντίνου Βουδούρη, Ἱστορία τῆς πολιτικῆς καί κοινωνικῆς φιλοσοφίας, Ἀθήνα 1984, σελ. 78.

[34] Κωνσταντίνου Βουδούρη, ὅ.π., σελ. 78.

[35] Πλουτάρχου, Σόλων, εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ἀ. Λαζάρου,ἐκδ. Ἰ. Ζαχαρόπουλος, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 41.

[36] Θουκυδίδη Ἱστορία, εἰσαγωγή-μετάφραση-σημειώσεις Ν.Μ. Σκουτερόπουλου, ἐκδ. Πόλις, Ἀθήνα 2011, σελ. 1177.

[37] Ἀριστοτέλη, Πολιτικά 1294 b.

[38] Παναγιώτη Κ. Δαμάσκου, Κοινωνική καί πολιτική φιλοσοφία, ἐκδ. Συμμετρία, Ἀθήνα 2009, σελ. 111.

[39] Γιώργου Ν. Οἰκονόμου, Ἡ Ἀριστοτελική πολιτεία, ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 2008, σελ. 100.

[40] Κωνσταντίνου Γεωργούλη, Ἀριστοτέλης ὁ Σταγιρίτης, Ἐκδόσεις Ἱστορικῆς καί Λαογραφικῆς Ἑταιρείας Χαλκιδικῆς, Θεσσαλονίκη 1962, σελ.369.

[41] Ἀριστοτέλη, Πολιτικά 1278a 19-20, 1288a 14-15, 1294a 9-10.

[42] Leo Strauss, Ἡ πόλη καί ὁ ἄνθρωπος, μετάφραση Γιώργου Μερτίκα, ἐκδόσεις Κουκκίδα, Ἀθήνα 2020, σελ. 113-114.

[43] Πλάτωνος, Γοργίας, εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια Στ. Τζουμελέας, ἐκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Ἀθήνα χ.χ., σσ. 229-231

[44] Πλάτωνος, Γοργίας, πρόλογος Τερέζα Πεντζοπούλου-Βαλαλᾶ, εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ἠλίας Βαβούρας, ἐκδόσεις Ζῆτρος, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 665

[45] Claude Mossé, Μικρή ἱστορία τῆς Ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας καί ἡ πρόσληψή της στούς αἰῶνες, μετάφραση Σώτη Τρανταφύλλου,ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 2015, σελ. 30

[46] Claude Mossé, ὅ.π., σσ.187-188

[47] M.I. Finley, Ἡ ἀρχαία καί σύγχρονη Δημοκρατία, μετάφραση Θεόφιλος Βανδῶρος, ἐκδ. Εὐρύαλος, Ἀθήνα 1989, σσ. 73-74

[48] Jaqueline De Romilly, Πόσο ἐπίκαιρη εἶναι ἡ ἀθηναϊκή δγμοκρατία σήμερα;, ἑλληνικό κείμενο τῆς Ἑλένης Οἰκονόμου, ἐκδ. Ἐρμῆς 2009, σελ. 32

[49] M.I. Finley, Ἡ ἀρχαία καί σύγχρονη Δημοκρατία, μετάφραση Θεόφιλος Βανδῶρος, ἐκδ. Εὐρύαλος, Ἀθήνα 1989, σσ. 79-83

[50] Κυριάκου Σ. Κατσιμάνη, Πρακτική φιλοσοφία καί πολιτικό ἦθος τοῦ Σωκράτη, ἐκδ. Ἐπικαιρότητα, Ἀθήνα 1981, σελ. 39.

[51] Πολυβίου, Ἱστορίαι, βιβλ. ΣΤ΄, 11 κ.ἑξ.

[52] Janet Colemman, Ἡ ἱστορία τῆς πολιτικῆς σκέψης, μετφρ. Γιώργου Ε. Χρηστίδη, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα 2004, σελ. 461. Ἐπίσης βλ. Α.Croiset, Οἱ ἀρχαῖες Δημοκρατίες, μετφρ. Ἀ. Πάγκαλου, ἐκδ. Μορφές, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 237-238.

[53] Πολυβίου, Ἱστορία ἕκτη, 44, μετάφραση Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, ἐκδ. Στιγμή, Ἀθήνα 2000, σελ. 44-45.

[54] Βλ.Will Kymlicka, Ἡ πολιτική φιλοσοφία τῆς ἐποχῆς μας, εἰσαγωγή-μετάφραση Γρηγόρη Μολύβα, ἐκδ. Πόλις, Ἀθήνα 2005, σελ. 401 κ.ἐξ.

[55] Will Kymlicka, ὅ.π., σελ. 406.

[56] Will Kymlicka, ὅ.π., σελ. 401.

[57] Κυριάκου Σ. Κατσιμάνη, ὅ.π., σελ. 9.

Αριστοτέλης: «Αθηναίων Πολιτεία». Ο Κλεισθένης. Η Βουλή των πεντακοσίων, οι δέκα φυλές και οι δήμοι.

Αφού δε κατηργήθη η τυραννίς, ευρέθησαν εις διάστασιν προς αλλήλους (χάριν της εξουσίας) ο Ισαγόρας ο υιός του Τεισάνδρου, ο οποίος ήτο φίλος των τυράννων, και ο Κλεισθένης, ο καταγόμενος εκ του γένους των Αλκμεωνιδών. Νικηθείς δε εις τα πολιτικά σωματεία (ήτοι έχων με το μέρος του ολιγώτερα πολιτικά σωματεία) ο Κλεισθένης προσεταιρίσθη τον λαόν, υποσχόμενος ν’ αποδώση εις τούτον την διοίκησιν της πολιτείας. Ο δε Ισαγόρας ευρεθείς (ούτως) ασθενέστερος ως προς την δύναμιν, καλέσας και πάλιν προς βοήθειάν του τον Κλεομένην, ο οποίος συνεδέετο μετ’ αυτού διά δεσμού φιλοξενίας· έπεισε συνάμα αυτόν να εκδιώξη από την πόλιν την ανοσιουργίαν (το άγος), διότι επιστεύετο ότι οι Αλκμεωνίδαι ήσαν από τα γένη των ανοσιουργών. Ότε δε (ένεκα τούτου) εξήλθε κρυφίως της πόλεως ο Κλεισθένης με ολίγους οπαδούς του, εξορίζει εκείνος ως εναγείς επτακοσίας οικογενείας· αυτά δε διαπράξας, την μεν βουλήν έκαμεν απόπειραν να καταργήση, τον δε Ισαγόραν και τριακοσίους των φίλων μαζί με αυτόν να καταστήση κυρίους της πόλεως. Επειδή δε η βουλή αντεστάθη και ο λαός συνηθροίσθη (προς επίθεσιν), οι μεν περί τον Κλεομένην και τον Ισαγόραν κατέφυγαν εις την ακρόπολιν, ο δε λαός δύο μεν ημέρας σταθείς εκεί τους επολιόρκει, την δε τρίτην ημέραν αφήσας ελευθέρους να εξέλθουν συνεπεία ενόρκου συμφωνίας τον Κλεομένην και τους στρατιώτας του, έστειλε και προσεκάλεσε τον Κλεισθένην και τους άλλους φυγάδας. Αφού δε (ούτω) κύριος των πραγμάτων έγινεν ο λαός, έγινεν αρχηγός αυτού ο Κλεισθένης και προστάτης της λαϊκής τάξεως. Διότι κυριώτατα αίτιοι σχεδόν της εκδιώξεως των τυράννων έγιναν οι Αλκμεωνίδαι και ως επί το πλείστον (τον καιρόν της τυραννίδος) διετέλεσαν στασιώται. Και πρότερον δε ακόμη ο Κήδων, του γένους των Αλκμεωνιδών, επετέθη[1] εναντίον των τυράννων, διά τούτο δε και τον ανέφεραν και αυτόν εις τα παροίνια άσματα (σκολιά):

Βάλε και του Κήδωνος, δούλε υπηρέτη, και μη τον λησμονείς,
‘σάν που πρέπει τους γενναίους άνδρας να τους κερνάμε κρασί.[2]

Διά τους λόγους μεν λοιπόν τούτους ο λαός είχεν εμπιστοσύνην εις τον Κλεισθένην. Τότε δε προϊστάμενος του λαού αυτός, το τέταρτον έτος μετά την εκδίωξιν των τυράννων, επί άρχοντος Ισαγόρου, πρώτον μεν διήρεσεν όλους εις δέκα φυλάς, αντί των τεσσάρων, θέλων να αναμίξη ούτως αυτούς (τους Αθηναίους) προς τον σκοπόν ν’ αποκτήσουν τοιουτοτρόπως περισσότεροι πολιτικά δικαιώματα, εξ ου και προέκυψεν η φράσις «δεν πρέπει να γίνεται διάκρισις φυλών», αναφερομένη εναντίον εκείνων οι οποίοι θέλουν να εξετάζουν τα γένη.

Έπειτα την βουλήν απετέλεσεν εκ πεντακοσίων αντί τετρακοσίων, (ορίσας) πεντήκοντα από καθεμίαν φυλήν· τότε δε ήσαν εκατόν από κάθε φυλήν, διά τούτο δε και δεν διήρεσεν εις δώδεκα φυλάς,[3] διά να μη συμπέση με την υποδιαίρεσιν εις τριττύας, η οποία προϋπήρχε· ώστε η λαϊκή τάξις (το πλήθος) δεν συνέπιπτε να ευρίσκεται όλη εις ένα δήμον. Εχώρισε δε και την χώραν κατά δήμους εις τριάκοντα μέρη, δέκα μεν δήμους περί την πόλιν, δέκα δε της παραλίας και δέκα της μεσογείου χώρας, και αυτάς ονομάσας τριττύς ώρισε διά κλήρου να ληφθούν τρεις δήμοι διά να σχηματίζουν μίαν φυλήν, κατά τρόπον ώστε καθεμία φυλή να ευρίσκεται εις όλα τα μέρη της χώρας.[4] Και διέστειλεν ως συνδημότας (έχοντας κοινήν δηλαδή προσωνυμίαν) τους κατοικούντας έκαστον δήμον, προς τον σκοπόν να μη φανερώνεται ποίοι έχουν λάβη νεωστί πολιτικά δικαιώματα διά της προσαγορεύσεως του οικογενειακού (πατρικού) ονόματος· έκτοτε δε επονομάζονται οι Αθηναίοι μεταξύ των εκ του ονόματος του δήμου (εις τον οποίον έκαστος ανήκει). Συνέστησε δε και αξίωμα δημάρχων, των οποίων αι δικαιοδοσίαι ήσαν αι αυταί με τας δικαιοδοσίας των προτέρων ναυκράρων· καθόσον αντικατέστησε τας ναυκραρίας με τους δήμους. Έδωκε δε εις τους δήμους ονόματα εις άλλους μεν εκ της τοποθεσίας, εις άλλους δε έδωκεν εκ των ιδρυτών αυτών διότι ουχί όλοι οι δήμοι υπήρχον εις προγενεστέρως εχούσας όνομα τοποθεσίας.[5] Τα δε γένη και τας φρατρίας[6] και τα ιερατικά νόμιμα αφήκεν εις καθένα να έχουν κατά τα πατροπαράδοτα· εις τας φυλάς δε έδωκεν εκ των προεκλεγέντων εκατόν πατρογονικών ηρώων τα ονόματα των δέκα εξ αυτών, εκείνων τους οποίους υπέδειξεν η Πυθία.
-------------------------------
Σημειώσεις και παραπομπές

[1] Εις το Λειψύδριον, περί του οποίου γίνεται ανωτέρω λόγος.

[2] Έγχει και Κήδωνι, διάκονε, μηδ’ επιλήθου.

ει χρη τοις αγαθοίς ανδράσιν οινοχοείν.

[3] Η διαίρεσις εις τέσσαρας φυλάς έγινεν από τον Ίωνα και διετηρήθη και τον Σόλωνα, ως βάσις των υποδιαιρέσεών του, γενομένη αρχικώς σύμφωνα με την τοπικήν των κατοίκων διαίρεσιν. Του Κλεισθένους η διαίρεσις εις 10 φυλάς δεν έλαβεν υπ’ όψιν την διαμονήν των κατοίκων εις έν μέρος, διότι κατ’ αυτήν κάθε φυλή είχε διάφορα μέρη της χώρας.

[4] Τοιουτοτρόπως συνεπεία της κληρώσεως το Φάληρον και ο Μαραθών ανήκον εις τον αυτόν δήμον.

[5] «Ου γαρ άπαντες υπήρχον εν τοις τόποις». Ήτοι όσον ηύξανεν ο πληθυσμός με τον καιρόν νέα χωρία εσχηματίζοντο.

[6] Των φρατριών υποδιαίρεσις ήσαν τα γένη. Καθεμία των τεσσάρων αρχαίων φυλών περιελάμβανε τρεις φρατρίας. Αι υποδιαιρέσεις δε αυταί εν συνόλω και μάλιστα οι δεσμοί των γενών είχον σημασίαν διά το κληρονομικόν ιδίως δίκαιον.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ

ΠΛ Ευθυδ 304b–307c

Επίλογος: ο Σωκράτης υπερασπίζεται τη φιλοσοφία έναντι της ρητορικής

Οι σοφιστές Ευθύδημος και Διονυσόδωρος, μολονότι κλήθηκαν να απαντήσουν στο ερώτημα αν η πολιτική τέχνη μπορεί να κάνει όλους τους ανθρώπους ικανούς και αγαθούς, περιορίστηκαν σε σοφίσματα, προκαλώντας θυμηδία στο ακροατήριό τους. Ο Σωκράτης, που σε αυτόν τον διάλογο διηγείται στον Κρίτωνα όσα είχε συζητήσει την προηγούμενη ημέρα με τους δύο σοφιστές, τον νεαρό Κλεινία και τον φίλο του Κτήσιππο, κλείνει στο σημείο αυτό την αφήγηση εκείνης της συζήτησης και προχωρά στα συμπεράσματά του:


Ταῦτα, ὦ Κρίτων, καὶ ἄλλα ἄττα ἔτι βραχέα διαλε-
χθέντες ἀπῇμεν. σκόπει οὖν ὅπως συμφοιτήσεις παρὰ τὼ
[304c] ἄνδρε, ὡς ἐκείνω φατὸν οἵω τε εἶναι διδάξαι τὸν ἐθέλοντ’
ἀργύριον διδόναι, καὶ οὔτε φύσιν οὔθ’ ἡλικίαν ἐξείργειν
οὐδεμίαν ―ὃ δὲ καὶ σοὶ μάλιστα προσήκει ἀκοῦσαι, ὅτι οὐδὲ
τοῦ χρηματίζεσθαί φατον διακωλύειν οὐδέν― μὴ οὐ παρα-
λαβεῖν ὁντινοῦν εὐπετῶς τὴν σφετέραν σοφίαν.

ΚΡ. Καὶ μήν, ὦ Σώκρατες, φιλήκοος μὲν ἔγωγε καὶ
ἡδέως ἄν τι μανθάνοιμι, κινδυνεύω μέντοι κἀγὼ εἷς εἶναι
τῶν οὐχ ὁμοίων Εὐθυδήμῳ, ἀλλ’ ἐκείνων ὧν δὴ καὶ σὺ
[304d] ἔλεγες, τῶν ἥδιον ἂν ἐξελεγχομένων ὑπὸ τῶν τοιούτων
λόγων ἢ ἐξελεγχόντων. ἀτὰρ γελοῖον μέν μοι δοκεῖ εἶναι
τὸ νουθετεῖν σε, ὅμως δέ, ἅ γ’ ἤκουον, ἐθέλω σοι ἀπαγ-
γεῖλαι. τῶν ἀφ’ ὑμῶν ἀπιόντων ἴσθ’ ὅτι προσελθών τίς
μοι περιπατοῦντι, ἀνὴρ οἰόμενος πάνυ εἶναι σοφός, τούτων
τις τῶν περὶ τοὺς λόγους τοὺς εἰς τὰ δικαστήρια δεινῶν,
Ὦ Κρίτων, ἔφη, οὐδὲν ἀκροᾷ τῶνδε τῶν σοφῶν; ―Οὐ μὰ
τὸν Δία, ἦν δ’ ἐγώ· οὐ γὰρ οἷός τ’ ἦ προσστὰς κατακούειν
ὑπὸ τοῦ ὄχλου. ―Καὶ μήν, ἔφη, ἄξιόν γ’ ἦν ἀκοῦσαι. ―Τί
[304e] δέ; ἦν δ’ ἐγώ. ―Ἵνα ἤκουσας ἀνδρῶν διαλεγομένων οἳ νῦν
σοφώτατοί εἰσι τῶν περὶ τοὺς τοιούτους λόγους. ―Κἀγὼ
εἶπον· Τί οὖν ἐφαίνοντό σοι; ―Τί δὲ ἄλλο, ἦ δ’ ὅς, ἢ οἷάπερ
ἀεὶ ἄν τις τῶν τοιούτων ἀκούσαι ληρούντων καὶ περὶ οὐδενὸς
ἀξίων ἀναξίαν σπουδὴν ποιουμένων; (οὑτωσὶ γάρ πως καὶ
εἶπεν τοῖς ὀνόμασιν). ―Καὶ ἐγώ, Ἀλλὰ μέντοι, ἔφην, χαρίεν
γέ τι πρᾶγμά ἐστιν ἡ φιλοσοφία. ―Ποῖον, ἔφη, χαρίεν, ὦ
[305a] μακάριε; οὐδενὸς μὲν οὖν ἄξιον. ἀλλὰ καὶ εἰ νῦν παρεγένου,
πάνυ ἄν σε οἶμαι αἰσχυνθῆναι ὑπὲρ τοῦ σεαυτοῦ ἑταίρου·
οὕτως ἦν ἄτοπος, ἐθέλων ἑαυτὸν παρέχειν ἀνθρώποις οἷς
οὐδὲν μέλει ὅτι ἂν λέγωσιν, παντὸς δὲ ῥήματος ἀντέχονται.
καὶ οὗτοι, ὅπερ ἄρτι ἔλεγον, ἐν τοῖς κράτιστοί εἰσι τῶν
νῦν. ἀλλὰ γάρ, ὦ Κρίτων, ἔφη, τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καὶ οἱ
ἄνθρωποι οἱ ἐπὶ τῷ πράγματι διατρίβοντες φαῦλοί εἰσιν καὶ
καταγέλαστοι. Ἐμοὶ δέ, ὦ Σώκρατες, τὸ πρᾶγμα ἐδόκει
[305b] οὐκ ὀρθῶς ψέγειν οὔθ’ οὗτος οὔτ’ εἴ τις ἄλλος ψέγει· τὸ
μέντοι ἐθέλειν διαλέγεσθαι τοιούτοις ἐναντίον πολλῶν
ἀνθρώπων ὀρθῶς μοι ἐδόκει μέμφεσθαι.

ΣΩ. Ὦ Κρίτων, θαυμάσιοί εἰσιν οἱ τοιοῦτοι ἄνδρες.
ἀτὰρ οὔπω οἶδα ὅτι μέλλω ἐρεῖν. ποτέρων ἦν ὁ προσελθών
σοι καὶ μεμφόμενος τὴν φιλοσοφίαν; πότερον τῶν ἀγωνί-
σασθαι δεινῶν ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ῥήτωρ τις, ἢ τῶν τοὺς
τοιούτους εἰσπεμπόντων, ποιητὴς τῶν λόγων οἷς οἱ ῥήτορες
ἀγωνίζονται;

[305c] ΚΡ. Ἥκιστα νὴ τὸν Δία ῥήτωρ, οὐδὲ οἶμαι πώποτ’ αὐτὸν
ἐπὶ δικαστήριον ἀναβεβηκέναι· ἀλλ’ ἐπαΐειν αὐτόν φασι
περὶ τοῦ πράγματος νὴ τὸν Δία καὶ δεινὸν εἶναι καὶ δεινοὺς
λόγους συντιθέναι.

ΣΩ. Ἤδη μανθάνω· περὶ τούτων καὶ αὐτὸς νυνδὴ ἔμελ-
λον λέγειν. οὗτοι γάρ εἰσιν μέν, ὦ Κρίτων, οὓς ἔφη Πρό-
δικος μεθόρια φιλοσόφου τε ἀνδρὸς καὶ πολιτικοῦ, οἴονται
δ’ εἶναι πάντων σοφώτατοι ἀνθρώπων, πρὸς δὲ τῷ εἶναι
καὶ δοκεῖν πάνυ παρὰ πολλοῖς, ὥστε παρὰ πᾶσιν εὐδοκιμεῖν
[305d] ἐμποδὼν σφίσιν εἶναι οὐδένας ἄλλους ἢ τοὺς περὶ φιλο-
σοφίαν ἀνθρώπους. ἡγοῦνται οὖν, ἐὰν τούτους εἰς δόξαν
καταστήσωσιν μηδενὸς δοκεῖν ἀξίους εἶναι, ἀναμφισβητήτως
ἤδη παρὰ πᾶσιν τὰ νικητήρια εἰς δόξαν οἴσεσθαι σοφίας
πέρι. εἶναι μὲν γὰρ τῇ ἀληθείᾳ σφᾶς σοφωτάτους, ἐν δὲ
τοῖς ἰδίοις λόγοις ὅταν ἀποληφθῶσιν, ὑπὸ τῶν ἀμφὶ Εὐθύ-
δημον κολούεσθαι. σοφοὶ δὲ ἡγοῦνται εἶναι πάνυ ―εἰκότως·
μετρίως μὲν γὰρ φιλοσοφίας ἔχειν, μετρίως δὲ πολιτικῶν,
[305e] πάνυ ἐξ εἰκότος λόγου― μετέχειν γὰρ ἀμφοτέρων ὅσον ἔδει,
ἐκτὸς δὲ ὄντες κινδύνων καὶ ἀγώνων καρποῦσθαι τὴν σοφίαν.

ΚΡ. Τί οὖν; δοκοῦσί σοί τι, ὦ Σώκρατες, λέγειν; οὐ
γάρ τοι ἀλλὰ ὅ γε λόγος ἔχει τινὰ εὐπρέπειαν τῶν ἀνδρῶν.

ΣΩ. Καὶ γὰρ ἔχει ὄντως, ὦ Κρίτων, εὐπρέπειαν μᾶλλον
[306a] ἢ ἀλήθειαν. οὐ γὰρ ῥᾴδιον αὐτοὺς πεῖσαι ὅτι καὶ ἄνθρωποι
καὶ τἆλλα πάντα ὅσα μεταξύ τινοιν δυοῖν ἐστιν καὶ ἀμφο-
τέροιν τυγχάνει μετέχοντα, ὅσα μὲν ἐκ κακοῦ καὶ ἀγαθοῦ,
τοῦ μὲν βελτίω, τοῦ δὲ χείρω γίγνεται· ὅσα δὲ ἐκ δυοῖν
ἀγαθοῖν μὴ πρὸς ταὐτόν, ἀμφοῖν χείρω πρὸς ὃ ἂν ἑκάτερον
ᾖ χρηστὸν ἐκείνων ἐξ ὧν συνετέθη· ὅσα δ’ ἐκ δυοῖν κακοῖν
συντεθέντα μὴ πρὸς τὸ αὐτὸ ὄντοιν ἐν τῷ μέσῳ ἐστίν, ταῦτα
[306b] μόνα βελτίω ἑκατέρου ἐκείνων ἐστίν, ὧν ἀμφοτέρων μέρος
μετέχουσιν. εἰ μὲν οὖν ἡ φιλοσοφία ἀγαθόν ἐστιν καὶ ἡ
πολιτικὴ πρᾶξις, πρὸς ἄλλο δὲ ἑκατέρα, οὗτοι δ’ ἀμφοτέρων
μετέχοντες τούτων ἐν μέσῳ εἰσίν, οὐδὲν λέγουσιν ―ἀμφο-
τέρων γάρ εἰσι φαυλότεροι― εἰ δὲ ἀγαθὸν καὶ κακόν, τῶν
μὲν βελτίους, τῶν δὲ χείρους· εἰ δὲ κακὰ ἀμφότερα, οὕτως
ἄν τι λέγοιεν ἀληθές, ἄλλως δ’ οὐδαμῶς. οὐκ ἂν οὖν οἶμαι
[306c] αὐτοὺς ὁμολογῆσαι οὔτε κακὼ αὐτὼ ἀμφοτέρω εἶναι οὔτε
τὸ μὲν κακόν, τὸ δὲ ἀγαθόν· ἀλλὰ τῷ ὄντι οὗτοι ἀμφο-
τέρων μετέχοντες ἀμφοτέρων ἥττους εἰσὶν πρὸς ἑκάτερον
πρὸς ὃ ἥ τε πολιτικὴ καὶ ἡ φιλοσοφία ἀξίω λόγου ἐστόν,
καὶ τρίτοι ὄντες τῇ ἀληθείᾳ ζητοῦσι πρῶτοι δοκεῖν εἶναι.
συγγιγνώσκειν μὲν οὖν αὐτοῖς χρὴ τῆς ἐπιθυμίας καὶ μὴ
χαλεπαίνειν, ἡγεῖσθαι μέντοι τοιούτους εἶναι οἷοί εἰσιν·
πάντα γὰρ ἄνδρα χρὴ ἀγαπᾶν ὅστις καὶ ὁτιοῦν λέγει ἐχό-
[306d] μενον φρονήσεως πρᾶγμα καὶ ἀνδρείως ἐπεξιὼν διαπονεῖται.

ΚΡ. Καὶ μήν, ὦ Σώκρατες, καὶ αὐτὸς περὶ τῶν ὑέων,
ὥσπερ ἀεὶ πρός σε λέγω, ἐν ἀπορίᾳ εἰμὶ τί δεῖ αὐτοῖς
χρήσασθαι. ὁ μὲν οὖν νεώτερος ἔτι καὶ σμικρός ἐστιν,
Κριτόβουλος δ’ ἤδη ἡλικίαν ἔχει καὶ δεῖταί τινος ὅστις
αὐτὸν ὀνήσει. ἐγὼ μὲν οὖν ὅταν σοὶ συγγένωμαι, οὕτω
διατίθεμαι ὥστ’ ἐμοὶ δοκεῖ μανίαν εἶναι τὸ ἕνεκα τῶν παίδων
ἄλλων μὲν πολλῶν σπουδὴν τοιαύτην ἐσχηκέναι, καὶ περὶ
[306e] τοῦ γάμου ὅπως ἐκ γενναιοτάτης ἔσονται μητρός, καὶ
περὶ τῶν χρημάτων ὅπως ὡς πλουσιώτατοι, αὐτῶν δὲ περὶ
παιδείας ἀμελῆσαι· ὅταν δὲ εἴς τινα ἀποβλέψω τῶν φα-
σκόντων ἂν παιδεῦσαι ἀνθρώπους, ἐκπέπληγμαι καί μοι
δοκεῖ εἷς ἕκαστος αὐτῶν σκοποῦντι πάνυ ἀλλόκοτος εἶναι,
[307a] ὥς γε πρὸς σὲ τἀληθῆ εἰρῆσθαι· ὥστε οὐκ ἔχω ὅπως
προτρέπω τὸ μειράκιον ἐπὶ φιλοσοφίαν.

ΣΩ. Ὦ φίλε Κρίτων, οὐκ οἶσθα ὅτι ἐν παντὶ ἐπιτηδεύ-
ματι οἱ μὲν φαῦλοι πολλοὶ καὶ οὐδενὸς ἄξιοι, οἱ δὲ σπουδαῖοι
ὀλίγοι καὶ παντὸς ἄξιοι; ἐπεὶ γυμναστικὴ οὐ καλὸν δοκεῖ
σοι εἶναι, καὶ χρηματιστικὴ καὶ ῥητορικὴ καὶ στρατηγία;

ΚΡ. Ἔμοιγε πάντως δήπου.

ΣΩ. Τί οὖν; ἐν ἑκάστῃ τούτων τοὺς πολλοὺς πρὸς
[307b] ἕκαστον τὸ ἔργον οὐ καταγελάστους ὁρᾷς;

ΚΡ. Ναὶ μὰ τὸν Δία, καὶ μάλα ἀληθῆ λέγεις.

ΣΩ. Ἦ οὖν τούτου ἕνεκα αὐτός τε φεύξῃ πάντα τὰ
ἐπιτηδεύματα καὶ τῷ ὑεῖ οὐκ ἐπιτρέψεις;

ΚΡ. Οὔκουν δίκαιόν γε, ὦ Σώκρατες.

ΣΩ. Μὴ τοίνυν ὅ γε οὐ χρὴ ποίει, ὦ Κρίτων, ἀλλ’ ἐάσας
χαίρειν τοὺς ἐπιτηδεύοντας φιλοσοφίαν, εἴτε χρηστοί εἰσιν
εἴτε πονηροί, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα βασανίσας καλῶς τε καὶ εὖ,
[307c] ἐὰν μέν σοι φαίνηται φαῦλον ὄν, πάντ’ ἄνδρα ἀπότρεπε,
μὴ μόνον τοὺς ὑεῖς· ἐὰν δὲ φαίνηται οἷον οἶμαι αὐτὸ ἐγὼ
εἶναι, θαρρῶν δίωκε καὶ ἄσκει, τὸ λεγόμενον δὴ τοῦτο, αὐτός
τε καὶ τὰ παιδία.

***
Αυτές, Κρίτων, και άλλες μικροκουβέντες εκάναμε και φύγαμε. Κοίταξε λοιπόν πώς να σπουδάσης μαζί μου κοντά τους. Γιατί εκείνοι λένε πως είναι ικανοί να διδάξουν όποιον θέλει να πληρώση, και ότι ούτε το φυσικό του, ούτε η ηλικίαεμποδίζει κανέναν, οποιονδήποτε, να αποκτήση εύκολα τη σοφία τους. Και μάλιστα, πράγμα που ενδιαφέρει κυρίως εσένα να το ακούσης, λένε πως καθόλου δεν εμποδίζεται κανείς να κοιτάζη τις επιχειρήσεις του.

ΚΡ. Και βέβαια, Σωκράτη, μου αρέσει να παρακολουθώ συζητήσεις και ευχαρίστως θα διδασκόμουν, φοβούμαι όμως, πως είμαι και εγώ από εκείνους που δεν είναι όμοιοι με τον Ευθύδημο. Είμαι από εκείνους που όπως τώρα δα και συ έλεγες, πιο ευχάριστα θα δέχονταν έλεγχο με τέτοιου είδους συλλογισμούς, παρά να ελέγχουν.

Μου φαίνεται φυσικά γελοίο να σε νουθετώ εγώ, όμως θέλω να σου μεταδώσω όσα άκουσα. Γνώριζε πως κάποιος απ' αυτούς που ήταν μαζί σας, βγαίνοντας ήλθε κοντά μου στον περίπατο, κάποιος που νομίζει πως είναι πολύ σοφός, ένας απ' αυτούς τους φοβερούς στους λόγους των δικαστηρίων και μου είπε: Κρίτων, δεν πηγαίνεις καθόλου να ακούσης τούτους τους σοφούς; ― Μα το Δία όχι, είπα εγώ· από το πολύ πλήθος δεν τα κατάφερα να σταθώ κοντά για να ακούσω.

Και όμως, είπε, άξιζε να ακούσης.

Μα γιατί; είπα εγώ.

Να, θα άκουες να συζητούν άνθρωποι, που σήμερα είναι οι πιο σοφοί σε τέτοιες συζητήσεις.

Κι εγώ είπα: Πως σου φάνηκαν λοιπόν;

Πως να μου φανούν; είπεν εκείνος. Είπαν πράγματα σαν αυτά που μπορεί να ακούη κανείς πάντα τους ανθρώπους αυτού του είδους να φλυαρούν, και να καταγίνονται με τρόπο ανάξιο με πράγματα που δεν έχουν καμμιά αξία.

Έτσι απάνω κάτω είπε και με αυτές τις λέξεις. Κι εγώ του είπα: Όμως η φιλοσοφία είναι όμορφο πράγμα.

Ποιο είναι όμορφο, είπεν, ευλογημένε μου. Δεν έχει καμμιά αξία. Κι αν ήσουν τώρα σ' αυτή τη συζήτηση, φαντάζομαι πως θα ντρεπόσουν πολύ και για λογαριασμό του φίλου σου. Τόσο πολύ παράλογος ήταν, θέλοντας να παραδώση τον εαυτό του σε ανθρώπους, που δεν τους νοιάζει καθόλου τι λένε, μόνο αρπάζονται από όποια λέξη. Και αυτοί, όπως τώρα έλεγα, είναι σήμερα από τους πρώτους. ― Τι τα θες, Κρίτων, είπε, και η ίδια η ασχολία αυτή και οι άνθρωποι, που καταγίνονται μ' αυτήν είναι κατώτεροι και εντελώς γελοίοι.

Εγώ, Σωκράτη, έβλεπα πως δεν είχε δίκιο να ψέγη την ασχολία, ούτε αυτός ούτε οποιοσδήποτε άλλος την ψέγει· το να καταδέχεται όμως κανείς να συζητά με τέτοιους μπροστά σε πολύ κόσμο, έβλεπα πως δίκαια το κατηγορούσε.

ΣΩ. Θαυμάσιοι είναι, Κρίτων, αυτού του είδους οι άνθρωποι. Δεν ξέρω όμως ακόμη τι πρέπει να πω. Από ποιους ήταν αυτός που σε πλησίασε και κατηγορούσε τη φιλοσοφία; Από αυτούς που είναι πολύ ικανοί να βγάζουν λόγους στα δικαστήρια, κανένας ρήτορας, ή από εκείνους που στέλνουν άλλους στα δικαστήρια, από κείνους που φτιάνουν τους λόγους με τους οποίους οι ρήτορες υποστηρίζουν την υπόθεσή τους;

ΚΡ. Καθόλου ρήτορας, μα το Δία, ούτε νομίζω πως παρουσιάστηκεποτέ ως τώρα στο δικαστήριο· λένε όμως πως είναι έμπειρος αυτών των πραγμάτων και, μα το Δία, πως είναι πολύ ικανός και φτιάνει και σπουδαίους λόγους.

ΣΩ. Τώρα μπήκα στο νόημα. Γι' αυτούς ακριβώς ήθελα τώρα δα να μιλήσω κι εγώ. Αυτοί είναι, Κρίτων, που ο Πρόδικος είπε πως στέκονται στα σύνορα του φιλοσόφου και του πολιτικού και φαντάζονται πως είναι πιο σοφοί από όλους τους ανθρώπους·κι όχι μόνο τούτο, μα πως και πολλοί τους πιστεύουν τέτοιους. Τόσο που το μόνο εμπόδιο για να απολαύσουν την εκτίμηση όλων, φαντάζονται πως τουςείναι μόνο όσοι καταγίνονται με τη φιλοσοφία. Φαντάζονται λοιπόν πως αν δημιουργήσουν για τους φιλοσόφους τη γνώμη, ότι δεν αξίζουν τίποτε, χωρίς καμμιά αμφισβήτηση θα κερδίσουν πια στη γνώμη όλων τα νικητήρια στη σοφία. Γιατί πιστεύουν στ' αλήθεια ότι είναι σοφώτατοι, κι όταν σε καμμιά ιδιωτική συζήτηση τους μαγκώση κανείς, πιστεύουν πωςγια την αποτυχία τους φταίνε οι οπαδοί του Ευθύδημου. Και είναι φυσικό να πιστεύουν πως είναι πολύ σοφοί. Γιατί λένε ότι κατέχουν με μέτρο τη φιλοσοφία, με μέτρο και τα πολιτικά· πολύ εύλογη σκέψη, αφού έτσι έχουν και από τα δυο όσο χρειάζεται και χαίρονται τουςκαρπούς της σοφίας όντας μακριά από κινδύνους και αγώνες.

ΚΡ. Λοιπόν, Σωκράτη, η γνώμη σου ποια είναι; Έχουν καμμιά αξία τα λόγια τους; Δεν ξέρω, αλλά το επιχείρημά τους έχει κάποια ευπρέπεια.

ΣΩ. Και έτσι ακριβώς είναι, Κρίτων, μάλλον ευπρέπεια παρά αλήθεια. Γιατί δεν είναι εύκολο να τους πείση κανείς πως και οι άνθρωποι και όσα άλλα βρίσκονται στα σύνοραδυο πραγμάτων και τυχαίνει να μετέχουν και στα δυο, πως όσα μετέχουν σε κακό και σε καλό, από κείνο γίνονται καλύτερα από τούτο χειρότερα. Κι όσα μετέχουν σε δυο καλά που δεν τείνουν στο ίδιο πράγμα, γίνονται χειρότερα κι από τα δυο, για το σκοπό στον οποίον απέβλεπε το καθένα από κείνα τα δυο που τα αποτέλεσαν. Κι όσα αποτελέστηκαν από δυο κακά, που δεν αποβλέπουν στο ίδιο, και είναι στη μέση, μόνο αυτά είναι ανώτερα από το καθένα από τα δυο εκείνα, από τα οποία έχουν ένα μέρος. Αν λοιπόν η φιλοσοφία είναι καλό πράγμα και η πολιτική πράξη επίσης, αλλά αλλού τείνει η καθεμιά τους, κι αυτοί μετέχουν και στα δυο αυτά και βρίσκωνται στη μέση, δε λένε τίποτε ― γιατί είναι κι από τα δυο κατώτεροι· αν όμως το ένα είναι καλό και το άλλο κακό, τότε είναι ανώτεροι από τους οπαδούς του κακού, κατώτεροι από τους οπαδούς του καλού. Αν πάλι και τα δυο είναι κακά, τότε πια θα είχαν δίκιο, αλλιώτικα καθόλου. Αλλά δε νομίζω πως θα δέχονταν αυτοί ούτε ότι και τα δυο αυτά είναι κακά, ούτε ότι το ένα είναι κακό και το άλλο καλό. Μόνο στ' αλήθεια αυτοί, μετέχοντας και στα δυο είναι κατώτεροι και στα δυο, σε κείνο για το οποίο η κάθε μια τους, και η πολιτική και η φιλοσοφία, είναι άξιες, και ενώ στην πραγματικότητα είναι τρίτοι, επιδιώκουν να νομίζωνται πρώτοι. Πρέπει όμως να τους συγχωρήσωμε αυτή τους τη φιλοδοξία και να μη θυμώνουμε μαζί τους, να τους παίρνωμε όμως για κείνο πού πραγματικά είναι. Γιατί πρέπει να καλοδεχόμαστε οποιονδήποτε που λέγει έστω και κάτι λίγο με φρόνηση και μοχθεί εργαζόμενος γενναία.

ΚΡ. Αλήθεια, Σωκράτη, κι εγώ ο ίδιος, όπως στο λέγω πάντα, βρίσκομαι σε στενοχώρια για τα παιδιά μου, τι να κάμω. Όσο για τον νεώτερο, είναι και μικρός ακόμα· ο Κριτόβουλος όμως είναι πια σε ηλικία και έχει ανάγκη από κάποιον που να του είναι ωφέλιμος. Εγώ λοιπόν, όταν βρίσκωμαι μαζί σου, έρχομαι σε τέτοια ψυχική διάθεση, ώστε μου φαίνεται τρέλλα που σκοτίστηκα τόσο πολύ για ένα σωρό άλλα πράγματα για τα παιδιά μου, και στο γάμο μου, για να βγουν από μητέρα πολύ μεγάλης γενιάς, και στην περιουσία, για να είναι πολύπλούσιοι, και αμέλησα τη μόρφωσή τους. Μα όταν γυρίσω και δω κανέναν απ' αυτούς που διαλαλούν πως μπορούν να μορφώνουν ανθρώπους, τα χάνω, και καθένας απ' αυτούς μου φαίνεται, όσο τον σκέπτομαι, πως είναι πολύ αλλόκοτος, για να πω σε σένα τουλάχιστο την αλήθεια. Ώστε δεν ξέρω πώς να προτρέψω το γιο μου στη φιλοσοφία.

ΣΩ. Δεν ξέρεις, αγαπητέ Κρίτων, ότι σε όλες τις ασχολίες οι ασήμαντοι και χωρίς καμμιάν αξία είναι πολλοί και λίγοι οι σπουδαίοι και με μεγάλη αξία; Πες μου, η γυμναστική δε σου φαίνεται καλό πράγμα, και το εμπόριο και η ρητορική και η στρατηγία;

ΚΡ. Βεβαιότατα, σε μένα ναι.

ΣΩ. Ε, τι; σε κάθε μια από αυτές δε βλέπεις πόσο γελοίοι είναι οι πολλοί στο έργο της κάθε μιας;

ΚΡ. Ναι, μα το Δία, έχεις πολύ δίκιο.

ΣΩ. Και λοιπόν; επειδή είναι έτσι, και συ ο ίδιος θα αποφύγης αυτές τις ασχολίες και το παιδί σου θα το αποτρέψης;

ΚΡ. Δε φαίνεται σωστό, Σωκράτη, όχι.

ΣΩ. Μην κάνης λοιπόν, Κρίτων, εκείνο πού δεν πρέπει. Άσε να πάνε στο καλό τους αυτούς πού ασχολούνται με τη φιλοσοφία, είτε καλοί είναι, είτε κακοί, και βασάνισε το ίδιο το πράγμα καλά–καλά. Και αν στον έλεγχο σου φαίνεται κατώτερο, απότρεπε κάθε άνθρωπο, όχι μόνο τα παιδιά σου. Αν όμως σου φαίνεται όπως εγώ το νομίζω, να το κυνηγάς με θάρρος και να το ασκής, κι όπως το λέγει η παροιμία: «και συ και τα παιδάκια σου».

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

3. Υποκοριστικό -υ(λ)λο-


§ 326. Το - lo - εξυπηρετούσε από παλιά τη δήλωση της μείωσης και γι' αυτό ήταν κατάλληλο για χαϊδευτικά ονόματα· πρβ. γερμ. Wulf - ila, Att - ilaκαι το πλήθος λατινικών υποκοριστικών σε -lus -la -lum (-ulus -ellus -illus κτλ.). Στα ελληνικά αυτή η έννοια συνδέθηκε ιδίως με το -υλος και παρόμοια επιθήματα:

παχυλός 'κάπως παχύς, κάπως αδρανής' (Αριστοτ.) από το παχύς 'παχύς',

δρῑμύλος 'κάπως οξύς' (Μόσχος· σχετικά με τη μετάθεση του τόνου πρβ. κουρο-τρόφος § 152) από το δριμύς 'οξύς'.

Σύμφωνα με τέτοια παραδείγματα σχηματίζονται επίσης

μικκύλος (Μόσχος) από το μικκός μικρός,

ἀρκτύλος 'νεαρή αρκούδα, αρκουδάκι' (Πολυδεύκης) από το ἄρκτος.

§ 327. Στα κύρια ονόματα το -υλος έχει μάλλον διπλή προέλευση, χωρίς όμως να μπορούμε να τραβήξουμε μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δύο ομάδες. Από τη μια μεριά μπορεί να προέρχεται από συντμημένα ονόματα με διατήρηση του αρχικού φθόγγου του β΄ συνθετικού: π.χ. Ἀστύλος αντί για Ἀστύ-λαος όπως Σθένελος αντί για Σθενέ-λαος κτλ.· έπειτα το -υλος προστίθεται γενικά σε εκείνα τα διπλόθεμα ονόματα, που το α΄ συνθετικό τους λήγει σε -υ-: Ἡδύλος από το Ἡδυ-· σε αυτά τα συντμημένα ονόματα έχει επίσης υιοθετηθεί από παλιά ο διπλασιασμός του συμφώνου (§ 23): Θράσυλλος Βάθυλλος όπως Θέολλος (αντί για Θεόλαος) Χάριλλος και επιπλέον Φίλλιος Σθέννις Ἀγαθθώ κτλ. Από την άλλη μεριά η παραγωγή με το -υλος (και άλλα επιθήματα) από προσηγορικά που χρησιμοποιούνται ως κύρια ονόματα είναι κληρονομιά της προϊστορικής εποχής: Χοιρύλος από το Χοῖρος (χοῖρος 'γουρουνάκι'). Κατ' αναλογία το -υλος -υλλος προσκολλήθηκε τελικά σε διαφόρων ειδών α΄ συνθετικά: Δημύλος αντί για Δημο-, Νίκυλλος αντί για Νικο-.

Συζητήσιμο είναι πώς ακριβώς συσχετίζονται τα προσηγορικά υποκοριστικά σε -ύλλιον (§ 294).

Ο θυμός προς τους άλλους είναι θυμός προς τον εαυτό μας

Κάθε φορά που νομίζουμε πως θυμώνουμε με τους άλλους, στην ουσία θυμώνουμε με τον εαυτό μας. Και αν αρχίσουμε να παρατηρούμε τι γίνεται μέσα μας, αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ψάξει βαθύτερα, θα το διαπιστώσουμε αυτό.

Ο θυμός μας προς τους άλλους είναι απλά η προβολή του δικού μας, κεκαλυμμένου εσωτερικού θυμού, για την απογοήτευση που νιώθουμε, για τις προσδοκίες που δεν επαληθεύτηκαν, για την έλλειψη ικανοτήτων ή σωστής κρίσης από μέρους μας ενδεχομένως…

Νομίζουμε πως θυμώνουμε γιατί κάποιος μας κορόιδεψε για παράδειγμα και στην ουσία ο θυμός μας είναι προς τον εαυτό μας που δεν κατάλαβε τι άνθρωπος ήταν, που του έδωσε περισσότερα από όσα έπρεπε να του δώσει, που εθελοτυφλούσε ίσως στα σημάδια του χαρακτήρα που δεν ήθελε να δει.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε για το ψέμα και την προδοσία κάποιου και στην ουσία θυμώνουμε με τον εαυτό μας που επέτρεψε να έχει προσδοκίες μεγαλύτερες από αυτές που άξιζε ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Προσδοκίες που πονούν, αφού δεν ικανοποιήθηκαν και προκαλούν θυμό προς εμάς που επιτρέψαμε αυτόν τον πόνο, τον οποίο μπορούσαμε να αποτρέψουμε, έχοντας λιγότερες προσδοκίες.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε για την απαξίωση που μας δείχνει κάποιος ή την απόρριψή του και στην ουσία θυμώνουμε με τον εαυτό μας που δεν κατάφερε να τον κάνει να δει την αξία μας, τις ικανότητές μας, όλα όσα έχουμε να προσφέρουμε. Ή ίσως θυμώνουμε γιατί νιώθουμε και οι ίδιοι ανεπαρκείς, οπότε επαληθεύεται μέσω της συμπεριφοράς του, η άσχημη αυτοεικόνα μας κι αυτό μας θυμώνει πολύ.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε γιατί δεν μας καταλαβαίνουν, αλλά βαθιά μέσα μας θυμώνουμε με εμάς που δεν γίναμε κατανοητοί.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε γιατί δεν μας φροντίζουν, στην ουσία όμως θυμώνουμε με τον εαυτό μας που δεν γίνεται πιο διεκδικητικός ή που νιώθει πως δεν αξίζει φροντίδα κι επιβεβαιώνεται.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε με όσους μας κακοποιούν, αλλά θυμώνουμε με εμάς είτε γιατί δεν καταφέραμε να βάλουμε σαφή όρια απέναντί τους, είτε γιατί δεν καταφέραμε να τους κάνουμε να τα δουν και να τα σεβαστούν.

Θυμώνουμε ακόμη και απρόσωπα. Με την πολιτεία, το κράτος, τους θεσμούς που δεν τηρούνται, για παράδειγμα. Και πάλι όμως, θυμώνουμε με τον εαυτό μας που νιώθει τόσο μικρός απέναντί τους και τόσο αδύναμος να τους αντισταθεί και να τους νικήσει.

Κι επειδή κανείς δεν μπορεί να σε πληγώσει αν δεν του το επιτρέψεις, την επόμενη φορά που θα νιώσεις τον θυμό σου να προβάλλεται στο πρόσωπο κάποιου άλλου, κοίταξε στον καθρέφτη σου και προσπάθησε να αναγνωρίσεις το θυμό προς τον εαυτό σου.

Κι αφού το κάνεις αυτό, συγχώρεσε τις αδυναμίες που εντόπισες σε εσένα, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσεις να συγχωρήσεις κι εκείνον, που έγινε απλά ο καθρέφτης του δικού σου θυμού.

Ο Άφθαρτος Θησαυρός: Μια Φιλοσοφική Εξερεύνηση

Εισαγωγή

Στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης, πλοηγούμαστε συνεχώς στα μεταβαλλόμενα όρια της γνώσης, των πεποιθήσεων και της αντίληψης. Αυτό το ταξίδι μας οδηγεί συχνά στο να αναλογιστούμε τη φύση της πραγματικότητας, την ύπαρξη του θείου και τη βαθιά επίδραση της δικής μας συνείδησης. Στην αναζήτηση του νοήματος και της κατανόησης, πέφτουμε πάνω σε μια έννοια που υπερβαίνει τα εγκόσμια πλούτη: Ο Ακατάλυτος Θησαυρός.

Σοφία: Ο εσωτερικός πλούτος

Η Σοφία, μια μεταφορική ενσάρκωση της εσωτερικής σοφίας και της φώτισης, δεν μπορεί να κλαπεί από εμάς. Μάλλον, είναι μια πηγή που εμπλουτίζει τόσο τον κάτοχό της όσο και αυτούς που έρχονται σε επαφή μαζί της. Αυτός ο πολύτιμος θησαυρός δεν είναι μια φυσική οντότητα αλλά μια μεταφυσική, που βρίσκεται στα βάθη της συνείδησής μας. Είναι το αποκορύφωμα των βιωμένων εμπειριών, της γνώσης και της κατανόησης της πραγματικότητας. Όσο περισσότερο καλλιεργούμε τη Σοφία μέσα μας, τόσο περισσότερα έχουμε να προσφέρουμε στον κόσμο, και παραδόξως, τόσο πλουσιότεροι γινόμαστε στο πνεύμα.

Βεβαιότητα και παραδοχή

Η ανθρώπινη γνώση είναι μια επισφαλής ισορροπία μεταξύ βεβαιότητας και παραδοχής. Οι βεβαιότητές μας προέρχονται από την άμεση εμπειρία, ενώ οι υποθέσεις μας διαμορφώνονται ελλείψει τέτοιων εμπειριών. Σκεφτείτε τον παραλληλισμό μεταξύ της βεβαιότητας εκείνων που έχουν βιώσει την «Αιωνιότητα» και του σκεπτικισμού εκείνων που δεν έχουν αποτολμήσει στη σφαίρα του άπειρου. Οι πρώτοι έχουν μια ακλόνητη πίστη στην ύπαρξη του Θεού, ενώ οι δεύτεροι αφήνονται να περιηγηθούν στα σκοτεινά νερά της αμφιβολίας.

Φαντασία και Αλήθεια

Η ανθρώπινη φαντασία είναι μια ισχυρή δύναμη, ικανή να εμπνεύσει ζωή και δύναμη στο άγνωστο. Ωστόσο, μπορεί επίσης να μας παρασύρει, καθώς μερικές φορές αντικαθιστούμε την αλήθεια με ψέματα στις αφηγήσεις μας για τον κόσμο. Αυτή η τάση για φαντασία έναντι της λογικής είναι μια υπενθύμιση ότι η σοφία δεν βρίσκεται στις ιδιοτροπίες του νου, αλλά στην ένωση της εμπειρίας και του ορθολογισμού. Η σοφία βρίσκεται στην κατανόηση των ορίων της γνώσης και της φαντασίας μας.

Σταθερά πράγματα στον ψευδή αντικατοπτρισμό

Στην αντανάκλαση του κόσμου, βρίσκουμε συχνά σταθερές οντότητες όπως η Αρετή, η Γνώση και η Ελευθερία. Αυτές οι έννοιες δίνουν νόημα και σκοπό στη ζωή μας, ακόμα κι αν υπάρχουν κυρίως στο μυαλό μας. Είναι μέσα από αυτά τα σταθερά ιδανικά που πλοηγούμαστε στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Καθοδηγούν τις ενέργειές μας, διαμορφώνουν τις κοινωνίες μας και μας δίνουν μια ηθική πυξίδα με την οποία καθοδηγούμαστε.

Ο άφθαρτος θησαυρός

Μέσα στη ροή της ανθρώπινης ύπαρξης, ένας θησαυρός παραμένει άφθαρτος: η αληθινή κατανόηση της πραγματικότητας, ο Διαφωτισμός. Είναι ένας θησαυρός που ξεπερνά τα όρια του φυσικού μας κόσμου, προσφέροντας φώτιση σε αυτή τη ζωή και την υπόσχεση για κάτι μεγαλύτερο. Η φώτιση δεν είναι μια πεπερασμένη πηγή. Είναι κάτι απεριόριστο και ανοιχτό σε όλους όσους το αναζητούν. Είναι το αποκορύφωμα της σοφίας, της βεβαιότητας και της αρμονικής ένωσης λογικής και εμπειρίας.

Συμπέρασμα

Στη συνεχώς εξελισσόμενη ταπισερί της ανθρώπινης σκέψης, η έννοια του Ακατάλυτου Θησαυρού χρησιμεύει ως φάρος ελπίδας και φώτισης. Μας υπενθυμίζει ότι ανάμεσα στις αβεβαιότητες και τις υποθέσεις της ζωής, υπάρχει κάτι διαρκές και ανεκτίμητο μέσα μας - μια πηγή σοφίας και κατανόησης που εμπλουτίζει όχι μόνο τη δική μας ύπαρξη αλλά και τον κόσμο γύρω μας. Καθώς περιηγούμαστε στα όρια της φαντασίας και της αλήθειας, ας προσπαθήσουμε να καλλιεργήσουμε την εσωτερική μας Σοφία και να ξεκλειδώσουμε τον αληθινό θησαυρό που μας συνοδεύει σε αυτή και την επόμενη ζωή: το αιώνιο φως της φώτισης.

Το τίμημα που δεν είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλουμε για τον έρωτα

Ο έρωτας γεννιέται μαζί με την αντίληψη της καμπύλης μιας πλάτης, του μήκους ενός φρυδιού, με το σκάσιμο ενός χαμόγελου.

"Συμβαίνει!"

Η παρουσία ενός άλλου πλάσματος κινητοποιεί την προσοχή, τις αισθήσεις.

Η φαντασία αναλαμβάνει αυτή την πραγματικότητα κι αρχίζει να χτίζει φαντασιώσεις, όνειρα, σχέδια...

Δημιουργεί τη δική της ανάγκη, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις περικλείει ολόκληρη τη ζωή.

Γίνεται η φωνή εκείνη μέσα στη νύχτα που σου λέει "σ' αγαπώ", αποσταθεροποιώντας συθέμελα την ύπαρξή σου.

Τέλος, εκτείνεται μέχρι τις σφαίρες εκείνες όπου αρχίζεις να διερωτάσαι για ολόκληρο το Σύμπαν εξημερώνει τη σκέψη και τελικά γίνεται εθισμός.

Τότε, στις τραγικότερες περιπτώσεις, βυθίζεται στην άβυσσο, εκεί όπου αντηχούν κραυγές οδύνης, εκεί όπου οι εραστές χάνουν κάθε αίσθηση του χώρου και της πραγματικότητας.

Σε τέτοιες στιγμές ένας ποιητής θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο έρωτας αλλάζει τη ροή του χρόνου.

Αυτή η κατάσταση του ερωτευμένου είναι μια άβολη κατάσταση: είναι ασταθής, ανοιχτή σε όλους τους ανέμους, σχεδόν παράλογη.

Εύκολα προκαλεί μια αίσθηση τρόμου, γίνεται εμμονή.

Αυτό συμβαίνει όταν αυξάνουν οι χτύποι της καρδιάς, και κάποιος σβήνει τα φώτα, ξαπλώνει πλάι σε ένα άλλο σώμα και βυθίζεται σε ένα είδος απελπισμένης ευδαιμονίας.

Όταν κανείς ερωτεύεται γίνεται παιδί: τεντώνει το λαιμό του κι ακούει ένα τραγούδι που δεν προορίζεται να τραγουδηθεί.

Μένει άναυδος.

Ωστόσο ολοένα και πληθαίνουν όλοι εκείνοι που δεν θα ρισκάρουν τη ζωή τους για τη στιγμή αυτή.

Δεν θα ρισκάρουν ούτε και πολύ λιγότερα, δεν θα κάνουν το παραμικρό.

Φοβούνται, αισθάνονται καλύτερα μέσα στη μετριότητά τους.

Τους καταλαβαίνουμε: ο έρωτας σε όλες του τις μορφές είναι το σημαντικότερο πράγμα με το οποίο ερχόμαστε ποτέ αντιμέτωποι, αλλά επίσης και το πιο επικίνδυνο, το πιο απρόβλεπτο, το πιο ενοχλητικό.

Όμως είναι και ο μοναδικός τρόπος σωτηρίας που γνωρίζουμε.