Υπάρχει πραγματικό πρόβλημα στην ιδέα της κτήσης ανθρώπων. Είναι εύκολο να ξεχνάμε ότι το “η γυναίκα μου” δεν εξυπακούει ιδιοκτησία, αλλά σχέση με τη γυναίκα — όπως άλλωστε και “το παιδί μου” δεν εξυπακούει κτήση αλλά μοναδική σχέση και ευθύνη απέναντί του. Αλλά δε μας ανήκουν οι άνθρωποί μας.
Ναι, ξέρω ότι ο έpωτας κατακεραυνώνεται ή υμνείται ως κτήση ή ως αδυναμία κτήσης. Ότι γίνονται κουβέντες για γυναίκες που δίνονται αλλά δεν παραδίνονται ή, χειρότερα, που παραδίνονται και (γι’ αυτό) δε δίνονται.
Οι άνθρωποι όμως δεν είναι πράγματα. Οι γυναίκες δεν είναι πόλεις που λιγουρεύεται ο κάθε πολιορκητής, ούτε οι άντρες ατίθασες ή κατοικίδιες μαϊμούδες (όχι όλοι). Τα παιδιά δεν είναι έπιπλα. Η κτήση ενός ελεύθερου ανθρώπου είναι βαθύς παραλογισμός, είναι προϊόν της εξιδανίκευσης της ζηλοτυπίας και της ιδεολογικοποίησης του πάθους. Στην περίπτωση των παιδιών, η φαντασίωση κτήσης τους προέρχεται από την ανάγκη να τα προστατέψει ο γονιός ή και να ξεπατικωθεί πάνω τους ο δικός του φαινότυπος.
Αλλά η ιδιοκτησία ανθρώπων είναι παραλογισμός. Αν περιοριστούμε στον έpωτα, ναι, η ερωτική πράξη συνοδεύεται από την πλήρη ιδιοκτησία του αλλου και από την απόλυτη κυριαρχία πάνω στον άλλο — στις καλές τις φάσεις, τουλάχιστον. Όμως, ό,τι και αν φαντασιώνεται ο ζηλότυπος εραστής, ο άλλος συνεχίζει να υπάρχει και μετά το όποιο πέρας της εpωτικής πράξης, ως ελεύθερος άνθρωπος όλος πολυπλοκότητα. Ναι, ποθώντας κι αναπολώντας και κάνοντας όνειρα, αλλά ελεύθερος. Ο έλεγχος των πιο κρυφών κυττάρων και η διερώτηση πού είναι ο νους του άλλου όταν κοιμάται (ή τρώει ή διαβάζει ή εργάζεται ή ονειροπολεί ή αφοδεύει…) είναι φαντασιώσεις. Και μόνο.
Ο άλλος (το παιδί, ο εραστής ή ερωμένη, ο φίλος ή η φίλη) είναι δικός μας επειδή έχουμε σχέση κάποιας μορφής και ενός άλφα σθένους μαζί του, όχι επειδή είμαστε ιδιοκτήτες του. Η δε αποκλειστικότητα είναι η αναγωγή αυτής της φαντασίωσης σε κάποιου είδους μονοθεϊστικό ντελίριο.
Προσωπικά φρονώ ότι και η ιδιοκτησία του άλλου και η αξίωση της αποκλειστικότητας είναι βαθιά ανήθικες στάσεις (δε θέλω να χρησιμοποιήσω διασταλτικά την κατηγορία του πολιτικού εδώ). Ναι, όταν είμαστε μαζί με κάποιον καλό είναι να είμαστε μαζί με κάποιον: να είμαστε εκεί όταν είμαστε μαζί. Ναι, ωριμάζουμε δίνοντας από τον εαυτό μας, και μάλιστα δίνοντας μαθαίνουμε πώς να φτιάχνουμε πολλές και διαφορετικές σχέσεις, προσφέροντας στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του. Ναι, η ανθρώπινη εμπειρία έχει χώρο για αποκλειστικότητες, και για τον κάπως απέλπιδα και μωσαϊκό λυρισμό τους, αλλά είναι ανήθικο να τις επιδιώκει ως τάχα ιδανικές.
Η ανηθικότητα της ιδιοκτησίας του φίλου, παιδιού, συντρόφου προκύπτει από την αντιμετώπιση του άλλου ως κάποιου κατά πολύ απλούστερου από εμάς, που μπορεί κι οφείλει να καλύπτεται (συναισθηματικά, σεξουαλικά ή — σπανιότερα — διανοητικά) από εμάς και μόνον από εμάς: εδώ λοιπόν υπάρχει ένας βαθύς και συνήθως ανομολόγητος πατερναλισμός. Επιπλέον, η αξίωση της αποκλειστικότητας αντιμετωπίζει τον άλλο, τον άλλο άνθρωπο, ως απλοειδές αντικείμενο: γιατί να μοιράζομαι την εσπρεσσιέρα μου, όταν μπορεί ο άλλος να πάει να πάρει μια δική του; Δε θα μοιραστώ τη γυναίκα μου όπως δε θα μοιραστώ την εσπρεσσιέρα μου. Γιατί όμως; Μήπως επειδή “την αγαπώ”;
Υπάρχει ηθική αξία στην άσκηση να πάμε από την ιδιοκτησία, και τα όποια δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν, στη σχέση. Υπάρχει ηθική αξία να απορρίψει κανείς την αποκλειστικότητα και να εναγκαλιστεί την πολλαπλότητα των αναγκών και την ίδια την πολυπλοκότητα του άλλου. Υποπτεύομαι ότι μόνον έτσι μπορεί κανείς να έχει διαρκείς, ουσιαστικές και βαθειές σχέσεις (εpωτικές, οικογενειακές, φιλικές) με όλη τη μαγεία και την ταραχή που συνεπάγονται, με τη δυσκολία και την έκπληξη, με όλον τον πόνο και τη δόξα, με όλη τη βουβή ποίηση που κάποτε παράγουν καίγοντας την καθημερινότητα για καύσιμο.
Κυριακή 23 Ιουλίου 2023
Καβάφης: Μην αναλώνεσαι με ανθρώπους που σε μειώνουν, που δεν θέλουν το καλό σου
Αν σήμερα θεωρούμε την ποιητική αξία του Κωνσταντίνου Καβάφη κάτι το δεδομένο, αυτό δεν ίσχυε πάντα. Τον κατέκριναν, τον χλεύασαν σε μεγάλο βαθμό, τον παρώδησαν και πολλοί προσπάθησαν να αποδείξουν πως όσα έγραφε «δεν συνιστούσαν ποίηση». Και αυτό συνέβαινε όχι μόνο όσο ζούσε αλλά και μετά το θάνατό του.
Δεν έχει υπάρξει και ελπίζω να μην υπάρξει πιο «κακοποιημένος» από τους αναγνώστες και κάποιους εκπαιδευτικούς – εξεταστές ποιητής από τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Είναι ο ποιητής που έχει διαβαστεί αποσπασματικά όσο κανένας άλλος, που έχει αναλυθεί κατά λέξη όσο κανένας άλλος- σε τέτοιο βαθμό που χάνεται ολότελα το νόημά του, σε τέτοιο βαθμό που οτιδήποτε ζωντανό μέσα του ασφυκτιά και πεθαίνει. Είναι αυτός που όλοι έχουμε διαβάσει δίστιχά του χωρίς να γνωρίζουμε το συγκείμενο (το context) και –όπως είναι μαθηματικά λογικό και αναμενόμενο- βγάλαμε βεβιασμένα συμπεράσματα. Το «τι θέλει να πει ο ποιητής», κυρίες και κύριοι, δεν είναι ποτέ ο αυτοσκοπός και –ευτυχώς- δεν υπάρχει σωστή απάντηση.
Πρώτον, κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θέλει να πει ο ποιητής γιατί δεν τον έχεις μπροστά σου να τον ρωτήσεις και να σου απαντήσει. Το να μαντεύει ο καθένας τι μπορεί να είχε στο μυαλό του ο Καβάφης και να θέτει την εικασία του ως δεδομένο και απαράβατο κανόνα, είναι ακριβώς το αντίθετο από τον ίδιο τον σκοπό της Ποίησης.Το να ζητείται από τον κάθε μαθητή- σπουδαστή- φοιτητή να μάθει απ’έξω την προσωπική θεωρία του οποιουδήποτε -κατά τ’άλλα πολυδιαβασμένου και μορφωμένου ερευνητή- και να είναι σε θέση να την αναπαράγει κατά λέξη, είναι, για μένα, έγκλημα.
Επίσης, ένα ποίημα είναι –ευτυχώς και πάλι- κάτι πολύ προσωπικό και εξατομικευμένο και λέει άλλα πράγματα στον καθένα ανάλογα με την ηλικία του, το χαρακτήρα του, τα βιώματά του, τα όνειρά του, τους εφιάλτες του, τις εμμονές του, το βλέμμα του, τον τρόπο που αγγίζει, τον τρόπο που μυρίζει. Ένα ποίημα μού λέει άλλα πράγματα από αυτά που λέει σε σένα και λέει άλλα πράγματα σε μένα στα 20 και άλλα στα 30 μου. Ακριβώς εκεί έγκειται και η ομορφιά του.
Ας μάθουμε επιτέλους στους ανθρώπους να σκέφτονται και όχι τι να σκέφτονται.
7 πράγματα που μας έμαθε ο Καβάφης για τη ζωή
1. Τον φόβο σου μόνο εσύ μπορείς να τον θρέψεις και μόνο εσύ μπορείς να τον καταστρέψεις. Τα τέρατα ζουν μέσα σου και στο χέρι σου είναι μόνο αν θα τα αφήσεις να μεγαλώσουν ή όχι. Ή, όπως λέει και ο Καβάφης, «Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου».
2. Οι άνθρωποι που έχεις δίπλα σου να είναι λίγοι και καλοί. Μην αναλώνεσαι με ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις άσχημα, που σε μειώνουν, που δεν θέλουν το καλό σου, που δεν ξέρουν να δίνουν. Μην εξαντλείσαι «μέσα στην πολλή συνάφεια του κόσμου».
3. Αυτά που δεν λες, αυτά που δεν ζεις, αυτά που δεν θες να παραδεχθείς ούτε στον εαυτό σου, τα απωθημένα και τα καταπιεσμένα σου ένστικτα είναι αυτά που θα έρθουν μια μέρα και θα σε εκδικηθούν, θα σε πνίξουν.Μην καταπιέζεις τον εαυτό σου, μην δημιουργείς αδιέξοδα εκεί που δεν υπάρχουν. Ζήσε.
4. Πόθος. Έρωτας. Σεξ. Αγάπη. Οι μεγαλύτερες κινητήριες δυνάμεις. Απόλαυσέ τες.
5. Δεν έχουν σημασία μόνο αυτά που ζήσαμε. Ίσως μεγαλύτερη σημασία έχουν αυτά που δεν ζήσαμε. Οι έρωτες οι ανεκπλήρωτοι, όλα τα «σ αγαπώ» που τσιγκουνευτήκαμε, όλα τα σώματα που αγγίξαμε μόνο νοητά, όλα τα χείλη που ονειρευτήκαμε αλλά φοβηθήκαμε να φιλήσουμε. Ίσως τα «όχι» μας μας έκαναν αυτό που είμαστε, όχι τα «ναι» μας. Ίσως.
6. Ό,τι αρχίζει, θα τελειώσει. Ό,τι δεν αρχίσει δεν θα τελειώσει και ποτέ. Έρωτας δεν είναι μόνο ό,τι εκπληρώθηκε- είναι και ό,τι πόθησες. Ίσως γι’ αυτό μας τρώνε για πάντα οι ανεκπλήρωτοι έρωτες. Δεν πεθαίνουν γιατί δεν κατάφεραν να γεννηθούν.
7. Το να παραδεχθούμε ότι κάτι πέθανε, ότι έκανε τον κύκλο του, ότι δεν είναι πια ό,τι ήταν, ότι το χάσαμε για πάντα, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η μόνη λύση είναι, όμως, να αποχαιρετήσεις αυτό που φεύγει «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος». Τουλάχιστον «σαν». Μέχρι να γίνεις θαρραλέος.
Η ζωή και το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη σε 16 γεγονότα
1. O Κωνσταντίνος Πέτρου Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρειατης Αιγύπτου στις 29/4/1863 και πέθανε στα γενέθλιά του, στις 29/4/1933, σε ηλικία 70 ετών στην γενέτειρά του, αφού είχε νοσήσει από καρκίνο του λάρυγγα.
2. Δούλεψε ως δημόσιος υπάλληλος, ως Γραφέας στην αγγλική υπηρεσία Αρδεύσεων του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και παρέμεινε 33 χρόνια στο ίδιο γραφείο.
3. Ήταν ασυμβίβαστος στην ποίησή του, στα όνειρά του, στα ιδανικά του αλλά στην προσωπική του ζωή ο ίδιος δήλωνε «δειλός» και πάντα έβλεπε εμπόδια σε ό,τι ήθελε να κάνει.
4. Ήταν τελειομανής όσον αφορά στην ποίησή του και διακατεχόταν από ένα γόνιμο πείσμα. Επεξεργαζόταν τον κάθε στίχο με σεβασμό και πολλή προσοχή και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, για ολόκληρα χρόνια προτού τα δημοσιεύσει.
5. Ο ίδιος θεωρούσε πως η γλώσσα είναι μία και ενιαία και δεν διάλεξε στρατόπεδο στη μάχη καθαρεύουσας- δημοτικής.
6. Οι θεματικοί κύκλοι της καβαφικής ποίησης.Ο ίδιος ο Καβάφης είχε κατατάξει τα ποιήματά του σε τρεις κατηγορίες: τα ιστορικά, τα φιλοσοφικά και τα ηδονικά ή αισθησιακά.
7. Η μορφή των ποιημάτων του: ιδιότυπη γλώσσα (μείγμα καθαρεύουσας και δημοτικής, με ιδιωματικά στοιχεία της Κωνσταντινούπολης), λιτός λόγος (σπάνια χρήση επιθέτων, τα οποία, όταν υπάρχουν, έχουν λόγο να υπάρχουν και δεν είναι κοσμητικά), σχεδόν ολοκληρωτική απουσία ομοιοκαταληξίας, ιδιαίτερος τρόπος χρήσης των σημείων στίξης (για να εκφράσουν π.χ. ειρωνεία).
8. Φύλαξε μυστική την προσωπική του ζωή και τις σεξουαλικές του προτιμήσεις και ζούσε μια διπλή ζωή. Συχνά στα ερωτικά του ποιήματα δεν προσδιορίζεται το φύλο των προσώπων ενώ σε άλλα βλέπουμε μια αποστασιοποιημένη αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο. Όσο περνούν τα χρόνια, όμως, η ομοφυλοφιλία γίνεται εμφανής στην διήγησή του και χωρίς πια ενοχές.
9. Τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από έναν διάχυτο ερωτισμό. Η Marguerite Yourcenar είχε σχολιάσει πως «τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη είναι περισσότερο ποιήματα περί έρωτος παρά προς το ερωτικό αντικείμενο».
10. Ο ίδιος προτιμούσε να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε περιοδικά και εφημερίδες. Η πρώτη συλλογή με 154 ποιήματά του εκδόθηκε μετά το θάνατό του.
11. Στο τελευταίο του διαβατήριο σημείωσε ως επάγγελμα τη λέξη «ποιητής».
12. Πριν πεθάνει είχε υποβληθεί σε εγχείρηση στην Αθήνα, στην οποία έχασε τη φωνή του και αναγκαζόταν να επικοινωνεί με σημειώματα.
13. Η καβαφική ποίηση σήμερα έχει μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες και εκτιμάται παγκοσμίως.
14. Το σπίτι όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Αλεξάνδρεια έγινε μουσείο το 1992 και βρίσκεται στον αριθμό 4 της οδού Κ. Καβάφη, όπως μετονομάστηκε προς τιμήν του ποιητή.
15. Τη μέρα που πέθανε, αδυνατώντας να μιλήσει, ζωγράφισε μια τελεία και έναν κύκλο γύρω από αυτήν.
16. Δεν πήρε ποτέ Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τελικά, όμως, αυτό δεν έπαιξε ρόλο στην παγκόσμια αναγνώριση του έργου του.
Αυτοβιογραφικό σημείωμα του Κ. Π. Καβάφη
Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια – σ’ ένα σπίτι της οδού Σερίφ• μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβικήν μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα. Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά και ολίγα Ιταλικά.
10 Αποφθέγματα του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή
Οδηγίες χρήσης: Τα εν λόγω αποσπάσματα- αποφθεύγματα δεν σου δίνουν την όλη εικόνα του εκάστοτε ποιήματος. Ο σκοπός του είναι, αν βρεις κάτι και σου «μιλήσει», να ψάξεις και να διαβάσεις ολόκληρο το ποίημα.
1. Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός. Να μη βιαζόμεθα• είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
2. Ίσως το φως νάναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.
3. Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους; Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
4. Ο παντρεμένος ζει σαν σκύλος και πεθαίνει σαν άνθρωπος. Ο ανύπανδρος ζει σαν άνθρωπος και πεθαίνει σαν σκύλος.
5. Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο ΝΑΙ ή το μεγάλο ΟΧΙ να πούνε.
6. Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες την πολλή συνάφεια του κόσμου, Μες στες πολλές κινήσεις και ομιλίες.
7. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
8. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.
9. Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι. Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
10. Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες, όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες, αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά, κ’ ετρέμανε μες στη φωνή – και κάποιο τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Δεν έχει υπάρξει και ελπίζω να μην υπάρξει πιο «κακοποιημένος» από τους αναγνώστες και κάποιους εκπαιδευτικούς – εξεταστές ποιητής από τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Είναι ο ποιητής που έχει διαβαστεί αποσπασματικά όσο κανένας άλλος, που έχει αναλυθεί κατά λέξη όσο κανένας άλλος- σε τέτοιο βαθμό που χάνεται ολότελα το νόημά του, σε τέτοιο βαθμό που οτιδήποτε ζωντανό μέσα του ασφυκτιά και πεθαίνει. Είναι αυτός που όλοι έχουμε διαβάσει δίστιχά του χωρίς να γνωρίζουμε το συγκείμενο (το context) και –όπως είναι μαθηματικά λογικό και αναμενόμενο- βγάλαμε βεβιασμένα συμπεράσματα. Το «τι θέλει να πει ο ποιητής», κυρίες και κύριοι, δεν είναι ποτέ ο αυτοσκοπός και –ευτυχώς- δεν υπάρχει σωστή απάντηση.
Πρώτον, κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θέλει να πει ο ποιητής γιατί δεν τον έχεις μπροστά σου να τον ρωτήσεις και να σου απαντήσει. Το να μαντεύει ο καθένας τι μπορεί να είχε στο μυαλό του ο Καβάφης και να θέτει την εικασία του ως δεδομένο και απαράβατο κανόνα, είναι ακριβώς το αντίθετο από τον ίδιο τον σκοπό της Ποίησης.Το να ζητείται από τον κάθε μαθητή- σπουδαστή- φοιτητή να μάθει απ’έξω την προσωπική θεωρία του οποιουδήποτε -κατά τ’άλλα πολυδιαβασμένου και μορφωμένου ερευνητή- και να είναι σε θέση να την αναπαράγει κατά λέξη, είναι, για μένα, έγκλημα.
Επίσης, ένα ποίημα είναι –ευτυχώς και πάλι- κάτι πολύ προσωπικό και εξατομικευμένο και λέει άλλα πράγματα στον καθένα ανάλογα με την ηλικία του, το χαρακτήρα του, τα βιώματά του, τα όνειρά του, τους εφιάλτες του, τις εμμονές του, το βλέμμα του, τον τρόπο που αγγίζει, τον τρόπο που μυρίζει. Ένα ποίημα μού λέει άλλα πράγματα από αυτά που λέει σε σένα και λέει άλλα πράγματα σε μένα στα 20 και άλλα στα 30 μου. Ακριβώς εκεί έγκειται και η ομορφιά του.
Ας μάθουμε επιτέλους στους ανθρώπους να σκέφτονται και όχι τι να σκέφτονται.
7 πράγματα που μας έμαθε ο Καβάφης για τη ζωή
1. Τον φόβο σου μόνο εσύ μπορείς να τον θρέψεις και μόνο εσύ μπορείς να τον καταστρέψεις. Τα τέρατα ζουν μέσα σου και στο χέρι σου είναι μόνο αν θα τα αφήσεις να μεγαλώσουν ή όχι. Ή, όπως λέει και ο Καβάφης, «Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου».
2. Οι άνθρωποι που έχεις δίπλα σου να είναι λίγοι και καλοί. Μην αναλώνεσαι με ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις άσχημα, που σε μειώνουν, που δεν θέλουν το καλό σου, που δεν ξέρουν να δίνουν. Μην εξαντλείσαι «μέσα στην πολλή συνάφεια του κόσμου».
3. Αυτά που δεν λες, αυτά που δεν ζεις, αυτά που δεν θες να παραδεχθείς ούτε στον εαυτό σου, τα απωθημένα και τα καταπιεσμένα σου ένστικτα είναι αυτά που θα έρθουν μια μέρα και θα σε εκδικηθούν, θα σε πνίξουν.Μην καταπιέζεις τον εαυτό σου, μην δημιουργείς αδιέξοδα εκεί που δεν υπάρχουν. Ζήσε.
4. Πόθος. Έρωτας. Σεξ. Αγάπη. Οι μεγαλύτερες κινητήριες δυνάμεις. Απόλαυσέ τες.
5. Δεν έχουν σημασία μόνο αυτά που ζήσαμε. Ίσως μεγαλύτερη σημασία έχουν αυτά που δεν ζήσαμε. Οι έρωτες οι ανεκπλήρωτοι, όλα τα «σ αγαπώ» που τσιγκουνευτήκαμε, όλα τα σώματα που αγγίξαμε μόνο νοητά, όλα τα χείλη που ονειρευτήκαμε αλλά φοβηθήκαμε να φιλήσουμε. Ίσως τα «όχι» μας μας έκαναν αυτό που είμαστε, όχι τα «ναι» μας. Ίσως.
6. Ό,τι αρχίζει, θα τελειώσει. Ό,τι δεν αρχίσει δεν θα τελειώσει και ποτέ. Έρωτας δεν είναι μόνο ό,τι εκπληρώθηκε- είναι και ό,τι πόθησες. Ίσως γι’ αυτό μας τρώνε για πάντα οι ανεκπλήρωτοι έρωτες. Δεν πεθαίνουν γιατί δεν κατάφεραν να γεννηθούν.
7. Το να παραδεχθούμε ότι κάτι πέθανε, ότι έκανε τον κύκλο του, ότι δεν είναι πια ό,τι ήταν, ότι το χάσαμε για πάντα, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η μόνη λύση είναι, όμως, να αποχαιρετήσεις αυτό που φεύγει «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος». Τουλάχιστον «σαν». Μέχρι να γίνεις θαρραλέος.
Η ζωή και το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη σε 16 γεγονότα
1. O Κωνσταντίνος Πέτρου Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρειατης Αιγύπτου στις 29/4/1863 και πέθανε στα γενέθλιά του, στις 29/4/1933, σε ηλικία 70 ετών στην γενέτειρά του, αφού είχε νοσήσει από καρκίνο του λάρυγγα.
2. Δούλεψε ως δημόσιος υπάλληλος, ως Γραφέας στην αγγλική υπηρεσία Αρδεύσεων του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και παρέμεινε 33 χρόνια στο ίδιο γραφείο.
3. Ήταν ασυμβίβαστος στην ποίησή του, στα όνειρά του, στα ιδανικά του αλλά στην προσωπική του ζωή ο ίδιος δήλωνε «δειλός» και πάντα έβλεπε εμπόδια σε ό,τι ήθελε να κάνει.
4. Ήταν τελειομανής όσον αφορά στην ποίησή του και διακατεχόταν από ένα γόνιμο πείσμα. Επεξεργαζόταν τον κάθε στίχο με σεβασμό και πολλή προσοχή και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, για ολόκληρα χρόνια προτού τα δημοσιεύσει.
5. Ο ίδιος θεωρούσε πως η γλώσσα είναι μία και ενιαία και δεν διάλεξε στρατόπεδο στη μάχη καθαρεύουσας- δημοτικής.
6. Οι θεματικοί κύκλοι της καβαφικής ποίησης.Ο ίδιος ο Καβάφης είχε κατατάξει τα ποιήματά του σε τρεις κατηγορίες: τα ιστορικά, τα φιλοσοφικά και τα ηδονικά ή αισθησιακά.
7. Η μορφή των ποιημάτων του: ιδιότυπη γλώσσα (μείγμα καθαρεύουσας και δημοτικής, με ιδιωματικά στοιχεία της Κωνσταντινούπολης), λιτός λόγος (σπάνια χρήση επιθέτων, τα οποία, όταν υπάρχουν, έχουν λόγο να υπάρχουν και δεν είναι κοσμητικά), σχεδόν ολοκληρωτική απουσία ομοιοκαταληξίας, ιδιαίτερος τρόπος χρήσης των σημείων στίξης (για να εκφράσουν π.χ. ειρωνεία).
8. Φύλαξε μυστική την προσωπική του ζωή και τις σεξουαλικές του προτιμήσεις και ζούσε μια διπλή ζωή. Συχνά στα ερωτικά του ποιήματα δεν προσδιορίζεται το φύλο των προσώπων ενώ σε άλλα βλέπουμε μια αποστασιοποιημένη αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο. Όσο περνούν τα χρόνια, όμως, η ομοφυλοφιλία γίνεται εμφανής στην διήγησή του και χωρίς πια ενοχές.
9. Τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από έναν διάχυτο ερωτισμό. Η Marguerite Yourcenar είχε σχολιάσει πως «τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη είναι περισσότερο ποιήματα περί έρωτος παρά προς το ερωτικό αντικείμενο».
10. Ο ίδιος προτιμούσε να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε περιοδικά και εφημερίδες. Η πρώτη συλλογή με 154 ποιήματά του εκδόθηκε μετά το θάνατό του.
11. Στο τελευταίο του διαβατήριο σημείωσε ως επάγγελμα τη λέξη «ποιητής».
12. Πριν πεθάνει είχε υποβληθεί σε εγχείρηση στην Αθήνα, στην οποία έχασε τη φωνή του και αναγκαζόταν να επικοινωνεί με σημειώματα.
13. Η καβαφική ποίηση σήμερα έχει μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες και εκτιμάται παγκοσμίως.
14. Το σπίτι όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Αλεξάνδρεια έγινε μουσείο το 1992 και βρίσκεται στον αριθμό 4 της οδού Κ. Καβάφη, όπως μετονομάστηκε προς τιμήν του ποιητή.
15. Τη μέρα που πέθανε, αδυνατώντας να μιλήσει, ζωγράφισε μια τελεία και έναν κύκλο γύρω από αυτήν.
16. Δεν πήρε ποτέ Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τελικά, όμως, αυτό δεν έπαιξε ρόλο στην παγκόσμια αναγνώριση του έργου του.
Αυτοβιογραφικό σημείωμα του Κ. Π. Καβάφη
Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια – σ’ ένα σπίτι της οδού Σερίφ• μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβικήν μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα. Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά και ολίγα Ιταλικά.
10 Αποφθέγματα του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή
Οδηγίες χρήσης: Τα εν λόγω αποσπάσματα- αποφθεύγματα δεν σου δίνουν την όλη εικόνα του εκάστοτε ποιήματος. Ο σκοπός του είναι, αν βρεις κάτι και σου «μιλήσει», να ψάξεις και να διαβάσεις ολόκληρο το ποίημα.
1. Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός. Να μη βιαζόμεθα• είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
2. Ίσως το φως νάναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.
3. Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους; Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
4. Ο παντρεμένος ζει σαν σκύλος και πεθαίνει σαν άνθρωπος. Ο ανύπανδρος ζει σαν άνθρωπος και πεθαίνει σαν σκύλος.
5. Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο ΝΑΙ ή το μεγάλο ΟΧΙ να πούνε.
6. Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες την πολλή συνάφεια του κόσμου, Μες στες πολλές κινήσεις και ομιλίες.
7. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
8. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.
9. Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι. Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
10. Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες, όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες, αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά, κ’ ετρέμανε μες στη φωνή – και κάποιο τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Η Ιδέα ενός Ανεξάρτητου Ανθρώπου
«Δεν ζητάω από εσάς να με πιστέψετε. Δεν παριστάνω ότι είμαι καμία αυθεντία. Δεν έχω τίποτα να σας μάθω, δεν έχω νέες φιλοσοφίες, δεν έχω καινούργια συστήματα, δεν έχω να σας υποδείξω κάποια νέα διαδρομή που θα σας οδηγήσει στην πραγματικότητα. Θα πρέπει να είστε εσείς οι ίδιοι και ο δάσκαλος και ο μαθητής του εαυτού σας. Θα πρέπει να αμφισβητείτε το καθετί που ο άνθρωπος έχει αποδεχτεί ως πολύτιμο, ως απαραίτητο.
Πρέπει να είναι κανείς το φως του εαυτού του. Αυτό το φως είναι ο νόμος. Δεν υπάρχει άλλος νόμος. Όλοι οι άλλοι νόμοι κατασκευάζονται από την σκέψη κι έτσι είναι αντιφατικοί και κομματιασμένοι. Να είναι κανείς το φως του εαυτού του σημαίνει να μην ακολουθεί το φως κάποιου άλλου, οσοδήποτε λογικό, ορθολογιστικό, ιστορικά δικαιωμένο ή πειστικό κι αν είναι. Δεν μπορείς να είσαι το φως του εαυτού σου αν βρίσκεσαι κάτω από την σκοτεινή σκιά της αυθεντίας, του δόγματος, του συμπεράσματος. Ελευθερία σημαίνει να είναι κανείς το φως του εαυτού του. Μόνο τότε δεν είναι αφηρημένη έννοια, ταχυδακτυλουργία της σκέψης. Η πραγματική ελευθερία είναι ελευθερία από την εξάρτηση, την προσκόλληση, από την επιθυμία για εμπειρίες» -Jiddu Krishnamurti
Ανεξαρτησία κι Αντίληψη
Είναι εύλογο το να αναρωτιέται κανείς ποια είναι η ουσιαστική σχέση αφηρημένων εννοιών, όπως η ανεξαρτησία της ταυτότητας ή προσωπικότητας, με την Αντιληπτική της ικανότητα ή την Επίγνωση της. Πρέπει να γνωρίζουμε πως η επίτευξη της Αντίληψης και κατά προέκταση της Επίγνωσης, σαν διαδικασία δεν είναι κάτι που γίνεται ερήμην της συνολικής ταυτότητας του ανθρώπου, είτε μιλάμε για το συνειδητό είτε για το αυξημένης συνειδητότητας επίπεδο.
*Λεξησαφήνιση: Διάβασε στο τέλος του άρθρου ορισμούς κάποιων των λέξεων.
Αντίληψη (perception, Wahrnehmung) καλείται μια σύνθετη και πολύπλοκη λειτουργία του ψυχοφυσικού οργανισμού, που αυτόματα, μέσω δυναμικής αλληλοσυσχέτισης των μηνυμάτων της εμπειρίας, αναγνωρίζει, ερμηνεύει άμεσα και αποδίδει νόημα ―με τη βοήθεια της νόησης, συλλαμβάνοντας απόψεις, ιδιότητες, ποιότητες ή σχέσεις των αντικειμένων μεταξύ τους, της διανοητικής ανάπτυξης, του συναισθήματος (διαθέσεως) και της προηγούμενης εμπειρίας (μάθησης) του ανθρώπου― στα αισθητηριακά δεδομένα, δηλ. τα συναισθήματα (που προέρχονται είτε από εξωτερικά/περιβαλλοντικά, είτε από οργανικά ή του κεντρικού νευρικού μας συστήματος ερεθίσματα) ανάλογα με το γνωσιακό σχήμα του, οργανώνοντάς τα έτσι σε μια ολότητα, ως κάτι το συγκεκριμένο.
Η αντίληψη, που οπωσδήποτε συνιστά μια βασική πηγή συνειδητής γνώσης (πληροφορίας) του κόσμου, απαραίτητη για την παροχή σημάτων αναγκαίων για τον ορθό προσανατολισμό του ανθρώπου στο περιβάλλον και απαραίτητη για την παραγωγή αντίστοιχων τρόπων συμπεριφοράς, μπορεί να διαταραχθεί, να παρεκτραπεί, αλλοιώνοντας την εικόνα της πραγματικότητας (δηλ. ψευδαισθήσεις, ψευδοψευδαισθήσεις, παραισθήσεις) κυρίως σε περιπτώσεις είτε αισθητηριακής (πληροφοριακής) αποστέρησης ή υπερτροφοδότησης (υπερφόρτωσης) είτε βλαβών τού Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.
Φιλοσοφικά, η αντίληψη διακρίνεται α) στη σύλληψη (conception, Konzeption), δηλ. τη σύνθεση μιας παράστασης ή τον σχηματισμό μιας έννοιας, β) στην κοινή αίσθηση ή αντίληψη (common sense, Gemeinsinn) κατ’ Αριστοτέλη, που συντονίζει ―μέσω της (κοινής) λογικής (λόγου)― τα ιδιαίτερα αισθήματα κάθε ειδικής αίσθησης, αναφέροντάς τα σε ένα και το αυτό αντικείμενο και παρέχοντάς μας έτσι την ενιαία παράστασή του, γ) στην κοινή αντίληψη με την έννοια κάποιων γενικά παραδεκτών γνωμών μέσα σε ένα δεδομένο χωροχρονικά περιβάλλον, και δ) στην ορθή ή υγιή αντίληψη με την έννοια της ικανότητας του (κοινού) λόγου να κρίνουμε σωστά (δηλ. με λογική και μέτρο), ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ το αληθινό από το εσφαλμένο.
Πάντως, η αισθησιοκρατική ή εμπειριοκρατική Γνωσιολογία θεωρεί την κατ’ αίσθηση αντίληψη ως την αφετηρία, το θεμέλιο και το κριτήριο κάθε γνώσης. Εξωαισθητηριακή αντίληψη (extrasensory perception) ή τηλαισθησία (ή κρυπταισθησία) ονομάζεται στην Παραψυχολογία η ικανότητα «παρ’ αίσθησιν» αντίληψης ενός αντικειμένου, ενός γεγονότος ή μιας διανοητικής κατάστασης ενός άλλου ατόμου χωρίς διέγερση των μέχρι σήμερα γνωστών αισθήσεων και πέρα από κάθε δυνατό λογικό συμπέρασμα. Το πιο φημισμένο εργαστήριο με σχετικές έρευνες πάνω σε παραψυχολογικά φαινόμενα θεωρείται σήμερα τού Πανεπιστημίου του Duke (Durham της Βόρειας Καρολίνας των Η.Π.Α.
Η Αντίληψη της Συνείδησης είναι κομμάτι του ανθρώπου, γίνεται από τον άνθρωπο και την ποιότητα του χαρακτήρα του, ή ιδιοσυγκρασία του κι είναι αυτό που αποκαλούμε η ταυτότητα του, δημιουργείται από το περιβάλλον του και παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στο να έχει σωστά φιλοεπιβιωτικά αποτελέσματα, στην ζωή του. Έτσι όπως η υγεία του σώματος είναι εξαιρετικά σημαντική για έναν αθλητή και όπως δεν νοείται ένας αθλητής που είναι ασθενής να αθλείται, το ίδιο δεν νοείται και ασθενής στην προσωπικότητα να επιδίδεται σε υπερβατικά αντιληπτικές δραστηριότητες.
Και μπορεί για έναν ασθενή αθλητή, τα κριτήρια της ασθένειας να είναι ευδιάκριτα, εν τούτοις για έναν ασθενή στην προσωπικότητα, είναι περισσότερο δυσδιάκριτα, έως εντελώς αφανή. Όμως είναι εκεί, θέτοντας σοβαρά εμπόδια, στην κατάκτηση των σκοπών μιας αντιληπτικότητας αλλά και μιας εύρυθμης ζωής γενικότερα. Τα αποτελέσματα αυτής της «νοητικής μη ορατής ασθένειας» δυστυχώς τα βιώνουμε όλοι λίγο-πολύ, στην καθημερινότητα μας και γίνονται πολύ ευδιάκριτα, αν τυχόν έχουμε την φαεινή ιδέα, ν’ αναπτύξουμε κάποια θεωρία, λίγο «διαφορετική» απ’ τις συνηθισμένες.
Ναι, είναι εκεί η παρέκκλιση της ταυτότητας του ανθρώπινου ζώου κι αυτό το ανθρώπινο ζώο είναι αδύνατον να αντιληφθεί πέρα απ’ ό,τι του έχουν ήδη πει, πέρα από ό,τι ήδη γνωρίζει. Τα δεσμά αυτού του ανθρώπινου ζώου είναι η περιορισμένη αντιληπτική του ικανότητα, μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις εξαιρετικά περιορισμένη, σχεδόν αντιεπιβιωτική, άρα για πια ανεξαρτησία να μιλάμε; Όπου υπάρχουν δεσμά, ορατά ή αόρατα, υπάρχει σκλαβιά κι όχι ανεξαρτησία. Οι πεποιθήσεις του ανθρώπου είναι οι εξαρτήσεις του και είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθεί κάποιας μορφής ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ, όπως δεν μπορεί ένα ψάρι να αντιληφθεί την ζωή έξω από το νερό της λιμνούλας του, πόσο μάλλον οποιασδήποτε μορφής ζωή έξω από τον υγρό κόσμο.
Για ένα ψάρι –είτε μαρίδα, είτε φάλαινα – οι πεποιθήσεις τους, οι εμφυτεύσεις τους, δηλ. οι επιρροές του περιβάλλοντος τους είναι που τα εμποδίζουν να αντιληφθούν κάτι έξω από αυτές, όσο δε για να βιώσουν κάτι, τόσο έξω από τα συνηθισμένα τους, ούτε σκέψη. Σκέψου τι πιθανότητα έχει να αντιληφθεί ένα χρυσόψαρο στην γυάλα του, ή το δέντρο στην αυλή σου, σχετικά με τα δικά σου βάσανα, με τις τράπεζες, τα δάνεια, τα χρηματιστήρια, το χάος των οικονομικών, τις θρησκείες, τους πολέμους, την πολιτική και όλα αυτά τα καλούδια που ταλανίζουν τον πολιτισμό στις τσιμεντουπόλεις του ανθρώπινου ζώου.
Ξέρεις δεν χρειάζονται δυσνόητες γνώσεις κι εξωτικές ορολογίες της ψυχιατρικής, για να καταλάβεις αυτό που είναι ακριβώς μπροστά στα μάτια σου. Οι περισσότεροι ψυχίατροι θεωρούν ότι οι ψυχικές διαταραχές προκαλούνται από διαταραχή της χημείας του εγκεφάλου, μια άποψη που στηρίζεται από τις πρόσφατες ανακαλύψεις της νευρολογίας. Υπάρχουν επίσης πολλά εμπειρικά στοιχεία ότι η ψυχολογική ένταση μπορεί να πυροδοτήσει αλλαγές στη χημεία του εγκεφάλου. Αυτό ενίσχυσε τη δημιουργία ενός βιο-ψυχο-κοινωνικού μοντέλου ψυχικής διαταραχής, όπου συνδυάζονται γενετικοί και δυναμικοί παράγοντες. Ωστόσο, το θεμελιώδες ερώτημα «τι είναι ο νους, τι είναι η διάνοια» παραμένει αναπάντητο, γιατί ο νους δεν έχει υλική υπόσταση, όπως και το τι είναι η *συνείδηση, είναι επίσης αναπάντητο, απλώς εικασίες έχουμε.
Η γενική θεώρηση είναι ότι ο νους είναι επι-φαινομενικός, δηλαδή δευτερεύον φαινόμενο της λειτουργίας του εγκεφάλου. Αναφέρεται πως ο εγκέφαλος κατά κάποιον τρόπο παράγει συνειδητότητα. Η υπόθεση αυτή, αν και λογικοφανής, δεν είναι λογική. Πώς μπορεί κάτι τελείως υλικό να δημιουργήσει κάτι μη-υλικό; Ωστόσο θεωρείται δεδομένο σε έναν κόσμο που βασίζεται στην ιδέα του μηχανικού, υλικού σύμπαντος, όπου οι πέντε αισθήσεις θεωρούνται η μόνη αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης. Διαφωνώ με αυτή την υλιστική άποψη του κόσμου, ως την μοναδική, δογματική κι αλάθητη, που ξεκίνησε με τον Ρενέ Ντεκάρτ και τον Ισαάκ Νεύτωνα πριν από 300 χρόνια. Ο Ντεκάρτ θέσπισε το χρυσό κανόνα της εμπειρικής επιστήμης, πως τίποτε δεν θεωρείται αληθινό μέχρι να αποδειχθεί κι ο Νεύτων έθεσε τα θεμέλια του μηχανικού σύμπαντος όπου ο χρόνος είναι απόλυτος και ο χώρος δομείται σύμφωνα με τους νόμους της κίνησης.
Από τότε, το χάσμα μεταξύ θρησκείας κι επιστήμης ολοένα βαθαίνει. Η Εκκλησία δεν μπορούσε πλέον να ψεύδεται ότι κατανοούσε τη λειτουργία του σύμπαντος και ο θρησκευτικός κόσμος απομακρύνθηκε από τον υλικό. Κατά το 19ο αιώνα, ο επιστημονισμός της ψυχολογίας επανακαθόρισε τον ψυχικό κόσμο –που αρνείται την ύπαρξη του- με κοσμικούς όρους. Ο Ζίγκμουντ Φρόυντ (1927) είδε τη θρησκεία ως μαζική άμυνα κατά των νευρώσεων, ακόμη και ο Καρλ Γιουνγκ, παρά το προσωπικό «πνευματικό» ταξίδι του, περιορίστηκε να ορίσει την ψυχή ως «το ζωντανό εντός του Ανθρώπου, εκείνο που ζει από μόνο του και δημιουργεί ζωή» (Γιουνγκ, 1959:26)
Η ψυχιατρική προσπαθεί να αποδείξει πως είναι μία επιστήμη ίση με τις άλλες και λίγο νοιάζεται για την πνευματικότητα, την ψυχή και τα περί τούτων θέματα. Κι όμως μια έρευνα του Ιδρύματος Ψυχικής Υγείας (1997) έδειξε πως πάνω από το 90% των ασθενών είχαν θρησκευτικές ή πνευματικές πεποιθήσεις που τις θεωρούσαν σημαντικές στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν την ψυχική ασθένεια. Επίσης είπαν ότι δεν ένιωθαν άνετα να συζητήσουν τις πεποιθήσεις τους με τον ψυχίατρο. Οι ψυχίατροι που ιδιωτικά αναγνωρίζουν τη σημασία της πνευματικότητας συχνά διστάζουν να ανοίξουν τέτοιες συζητήσεις με ασθενείς επειδή δεν περιλαμβάνεται στην ιατρική, ψυχιατρική και ψυχοθεραπευτική τους παιδεία (Powell, 2001).
Οι επιπτώσεις της Νευτώνειας κοσμοθεωρίας υπήρξαν τεράστιες. Το επιστημονικό πρότυπο της ψυχής δεν χωράει την πνευματική ψυχή δηλ. δεν υπάρχει τίποτε πριν τη γέννηση και μετά το θάνατο. Όλα θεωρείται ότι απορρέουν από τη σύντομη, υλική μας ύπαρξη και το ανθρώπινο εγώ είναι η μόνη πηγή συνειδητότητας. Είμαστε πλάσματα ανεξάρτητα, περιορισμένα εντός των ορίων του σώματός μας, και κινούμαστε σε ένα απρόσωπο τρισδιάστατο σύμπαν, απόλυτα αδιάφορο στις πράξεις μας. Πως να μην είναι η κατάθλιψη η σύγχρονη ασθένεια; Τα πρώτα πέντε χρόνια που βγήκε στην αγορά το αντικαταθλιπτικό Prozac, δόθηκαν πάνω από 20 εκατομμύρια συνταγές (Kramer, 1994).
Ο Νευτώνειος επιστημονισμός κλονίστηκε για πρώτη φορά πριν από μια εκατονταετία. Με τη γέννηση της κβαντικής μηχανικής, η άποψη ότι ο υλικός κόσμος είναι στερεός, σταθερός και ανεξάρτητος από το νου αποδείχθηκε αβάσιμη. Για παράδειγμα, το διάσημο πείραμα κύματος-σωματιδίου έδειξε πως όταν μια δέσμη φωτός περνά από μια στενή σχισμή, υποατομικά πακέτα φωτός, τα κβάντα, χτυπούν στην οθόνη ανίχνευσης σαν μικροσκοπικές σφαίρες. Αν κάνουμε δύο παράλληλες σχισμές, το φως που περνά δημιουργεί ένα πρότυπο κυματικής συμβολής. Τα σωματίδια γίνονται κύματα, και τα κύματα σωματίδια. Και οι δύο «πραγματικότητες» είναι εξίσου υπαρκτές και αδιαχώριστες από τον παρατηρητή/συμμετέχοντα. Πίσω από τη δυαδικότητα κύματος-σωματιδίου κρύβεται αναμφίβολα το βασίλειο των κυματιδίων. Αυτή είναι μόνο η αρχή, γιατί η θεωρία των υπερχορδών προτείνει ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες διαστάσεις απ’ όσες χωρούν στον τοπικό μας χωροχρόνο.
Τα ηλεκτρόνια δεν γίνονται πλέον αντιληπτά ως σωματίδια που περιστρέφονται γύρω από το άτομο σαν μικροσκοπικό ηλιακό σύστημα. Το ηλεκτρόνιο απλώνεται στο χώρο ως κβαντικό κύμα και εμφανίζεται ως σωματίδιο στον υλικό μας χωροχρόνο, μόνον όταν ένας συνειδητός παρατηρητής κάνει μια μέτρηση. Ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε την ταχύτητα και τη θέση του ηλεκτρονίου κατά την ίδια στιγμή, γιατί όταν καθηλώνεται το κβαντικό κύμα, το μόνο που έχουμε είναι μια στατιστική πιθανότητα να εμφανιστεί το ηλεκτρόνιο εκεί που το περιμένουμε. Μπορεί να υλοποιηθεί εκατοντάδες, χιλιάδες ή κι εκατομμύρια μίλια μακριά. Όταν συμβαίνει αυτό, φτάνει εκεί σε χρόνο μηδέν. Υπερβαίνει και το χώρο και το χρόνο, δεν μετακινείται διαμέσου αλλά μεταπηδά κι αυτό αποκαλείται ΚΒΑΝΤΙΚΟ ΑΛΜΑ, με αυτό θα ασχοληθούμε πολύ γιατί είναι ένα πολύ χρήσιμο δεδομένο που μπορείς να χρησιμοποιήσεις στην ζωή σου.
Το βασίλειο των κβάντα και το υλικό σύμπαν που προκύπτει απ’ αυτό, είναι ένα αδιαίρετο, ενιαίο όλον και πιθανόν να μην είναι μόνο αυτά τα δύο βασίλεια, άλλα να υπάρχουν κι άλλα ανεξερεύνητα βασίλεια ακόμη κι αυτοκρατορίες. Ακόμη πιο παράδοξα, φαίνεται πως η συνειδητή μας [λογική] συμμετοχή, οδηγεί στην ύπαρξη του υλικού κόσμου. Υπάρχει και το αντιδραστικό τμήμα της συνείδησης όπως και το πνευματικό ή διττό ή διπλό κομμάτι του εαυτού.
Όταν η συνειδητότητα [λογική] καθηλώνει την κυματική λειτουργία στον τρισδιάστατο χωροχρόνο, νους και ύλη προκύπτουν ταυτόχρονα, σαν τις δύο πλευρές ενός νομίσματος. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που αποκαλούμε πραγματικότητα, τόσο με την προσωπική όσο και με τη συλλογική έννοια. Καθένας μας έχει συνείδηση του εαυτού του, εφ’ όσον συνδεόμαστε με το ολικό πεδίο συνειδητότητας και από αυτήν την προσωπική οπτική γωνία προκαλούμε επανειλημμένες περαιτέρω καθηλώσεις της κυματικής λειτουργίας. Η διαδικασία μπορεί να συγκριθεί με τον τρόπο που τα καρέ μιας ταινίας διαδέχονται το ένα το άλλο και δίνουν εντύπωση κίνησης. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούμε διαρκώς αυτό που θεωρούμε πραγματικότητα και τηn βιώνουμε τόσο σαν εσωτερικό ψυχικό χώρο και ως εξωτερικό φαινομενικό κόσμο γύρω μας.
Ο εξωτερικός κόσμος είναι αξιοσημείωτα σταθερός, δίνοντας την εντύπωση πως υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς. Όταν πηγαίνουμε το πρωί στο γραφείο αυτό μας περιμένει εκεί, δεν το φτιάχνουμε πηγαίνοντας εκεί. Αυτό συμβαίνει επειδή το κύμα πιθανοτήτων που η συνειδητότητα μας καθηλώνει μόλις φτάσουμε στο γραφείο και που υλοποιεί το γραφείο μας, παράγεται από όλα τα συνειδητά όντα [όχι απαραίτητα βιολογικά όντα] ανά πάσα στιγμή. Ζούμε σε έναν κόσμο συμφωνιών, ένας τεράστιος αριθμός συνειδητών παρατηρητών έχουν συμφωνήσει ότι ο υλικός κόσμος θα είναι έτσι όπως τον ζούμε κι έτσι υπ-άρχει το γραφείο σου και το πάτωμα όταν ξυπνάς στην θέση του. Εκτός αν συμβεί κάποια απρόβλεπτη ή σκόπιμη καταστροφή, με βαθμούς και δικής σου συμφωνίας, το γραφείο σε παραμένει πάντα εκεί που το άφησες. Αυτό εξηγεί πόσο επιτακτικό είναι να μην βαδίζεις στο ίδιο μονοπάτι με την μάζα, για να μην σε επηρεάζει το συλλογικό ασυνείδητο, αν ο σκοπός σου είναι η ανεξαρτησία και η αυξημένη αντίληψη.
Σκέψου όμως λίγο αυτά τα σπάνια κι απρόβλεπτα συμβάντα που ονομάζουμε παράξενα. Εφ’ όσον η κυματική λειτουργία περιέχει (εν δυνάμει) κάθε τι που υπάρχει σε όλο το χρόνο, δεν υπάρχει κατ’ αρχήν κανένα όριο στις δυνατότητες. Ένας νους με μοναδικές δυνάμεις, καθαρός από αντιδράσεις, μπορεί να καθηλώσει το κύμα μοναδικά, μετατρέποντας «το κρασί σε νερό». Το μόνο που χρειάζεται γι’ αυτό είναι η απαιτούμενη ΕΝΕΡΓΕΙΑ, ο έλεγχος του ΕΓΩ [αντιδραστικό] και η σύνδεση με τον διπλό εαυτό, το ΕΙΝΑΙ. Μόνο Ενέργεια απαιτείται για να μεταμορφωθεί το ανθρώπινο ζώο σε άνθρωπο, με ικανή αντιληπτική ικανότητα και δυνατότητα διαφυγής από τα δεσμά των εξαρτήσεων.
Οι κβαντικές επιδράσεις εμφανίζονται πιο εύκολα στο υποατομικό επίπεδο, αλλά η έρευνα σε συστήματα μεγάλης κλίμακας (Schmidt, 1987) αποκάλυψε πως οι γεννήτριες τυχαίων αριθμών μετά από χιλιάδες δοκιμές δείχνουν μια τάση προς τα πάνω ή προς τα κάτω, που σχετίζεται με τις προθέσεις του πειραματιστή. Αυτές οι μελέτες έχουν επαναληφθεί, οπότε μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας ότι ο νους επηρεάζει την ύλη. Έχει επίσης δειχθεί ότι πειραματικά υποκείμενα που είναι συναισθηματικά συντονισμένα μπορούν να συγχρονίζουν τα εγκεφαλικά τους κύματα από απόσταση (Targ and Puthoff, 1974). Επομένως ο νους επηρεάζει το νου από απόσταση, είτε από κοντά είτε από μακριά.
Τις δεκαετίες 1970 και 1980, πειράματα όρασης εξ’ αποστάσεως που χρηματοδότησε ο στρατός των ΗΠΑ στο Ερευνητικό Ίδρυμα Stanford έδωσαν επιτυχίες με πιθανότητα πάνω από ένα δισεκατομμύριο δισεκατομμυρίων προς ένα, έναντι του τυχαίου (Μάιος 1988). [μελέτησε το άρθρο Dr Sue Arrigo η Πυθία της CIA] Ο νους μπορεί να «ταξιδέψει» σε μακρινές τοποθεσίες και να αναφέρει με ακρίβεια τι υπάρχει εκεί. Η πρόγνωση έχει πλέον διαπιστωθεί με βεβαιότητα σε εμπειρική βάση (Radin, 1997). Επομένως ο νους λειτουργεί όχι μόνο πέρα από το χώρο αλλά και πέρα από το χρόνο. Έχει ερευνηθεί η δύναμη της προσευχής (Byrd, 1988), καθώς επίσης και πάνω από 150 ελεγχόμενες μελέτες για θεραπείες με ανθρώπους και φυτά (Benor, 1992, 2001). Η εξ’ αποστάσεως πρόθεση ενός νου μπορεί να βοηθήσει τη θεραπεία και την υγεία ενός άλλου, είναι αποδεδειγμένο και πέραν πάσης αμφιβολίας.
«Αφήστε τους πολύξερους να μένουν με την εντύπωση, ότι η ουσία στην δράση του μαραγκού, είναι να γεμίζει το πάτωμα με πριονίδια» Kraus Karl
H αποδεκτή και η μεταφυσική πραγματικότητα
Από την συμφωνία μας στην ιστορία του πολιτισμού προέκυψε αυτό που γνωρίζουμε σαν αποδεκτή πραγματικότητα – ένα πλαίσιο μέτρων και αξιών όπου θρησκεία, επιστήμη, κουλτούρα και παιδεία συνεισφέρουν σε μια συνεπή κοσμοθεωρία. Η διάγνωση ψυχικών διαταραχών όπως η σχιζοφρένεια και η κατάθλιψη δεν γίνεται στο κενό αλλά εντός της αποδεκτής πραγματικότητας. Κάθε άτομο ορίζει το δικό του εσωτερικό κόσμο. Αλλά η αλήθεια του ενός είναι ψευδαίσθηση για τον άλλον και ως μέλη της κοινωνίας υποχρεωνόμαστε να ακολουθούμε τις κοινά αποδεκτές αλήθειες που τροφοδοτούν τα συστήματα πεποιθήσεων. Τις αφομοιώνουμε υποσυνείδητα και επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Ας συνδέσουμε τώρα τις δύο περιοχές συνειδητότητας που περιγράψαμε. Από τη μία έχουμε τον κόσμο των αισθήσεων και της αποδεκτής πραγματικότητας, κι από την άλλη την απεριόριστη λειτουργία της συνειδητότητας πέρα από το χωροχρόνο, που οδηγεί σε αυτό που στη Δύση λέγεται μεταφυσικό. Για πολλούς, η γνώση του αιώνιου και του απεριόριστου παραμένει άπιαστη. Υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Η συνειδητότητα του ανθρώπινου είδους απασχολείται με τη διαρκή ροή σκέψης και συναισθημάτων που απορρέουν από τον αγώνα της ζωής για επιβίωση και για τους περισσότερους ανθρώπους είναι υπεραρκετό!
Είναι σαν να μας περιβάλλει μια ημιπερατή μεμβράνη, δημιουργώντας το χώρο κατοικίας του ΕΓΩ και βάζοντας τα όρια του κόσμου των αισθήσεων. Χωρίς αυτά τα όρια, θα συγχωνευόμαστε με την κοσμική συνειδητότητα δηλ. μόνο κύματα και καθόλου σωματίδια! Επειδή η μεμβράνη είναι διαπερατή, μπορούμε να αφήσουμε το ΕΓΩ, στο σπίτι και να ταξιδέψουμε πέρα από το χώρο και το χρόνο. Αυτό οδηγεί σε ολότητα ή σε κατακερματισμό, ανάλογα με το βαθμό σταθερότητας της ψυχής.
Άλλο η ανεξαρτησία από ένα καλά ισορροπημένο ΕΓΩ μέσω ανακεφαλαίωσης και σύνδεσης με τον διπλό εαυτό, το ΕΙΝΑΙ και άλλο να αγωνίζεσαι να κρατηθείς στα συγκαλά σου, όταν παθαίνεις νευρική κατάρρευση. Αν η μεμβράνη γίνει πορώδης, υπάρχει ανεξέλεγκτη ροή συνειδητότητας και απώλεια του εαυτού. Εξίσου επικίνδυνη είναι η εμπειρία της εισβολής ξένης ενέργειας ή οντότητας. Γι αυτό είναι τόσο απαραίτητος ο έλεγχος των σκέψεων των λέξεων των συναισθημάτων, κοντολογίς ο έλεγχος και το ξεγέλασμα του ΕΓΩ. Είναι λάθος να ρίξουμε έναν στρατό επάνω στο ΕΓΩ και να το ξεπαστρέψουμε, δεν γίνεται έτσι, απαιτείται ΕΛΕΓΧΟΣ και ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ για να έχουμε αποτελέσματα χωρίς να τρελαθούμε.
Στην υγεία πρέπει να υπάρχει ισορροπία μεταξύ του νου που λειτουργεί σαν κλασικό Νευτώνειο όργανο σύμφωνα με τους νόμους αιτίου κι αιτιατού και ως κβαντικό όργανο ελεύθερο από τους περιορισμούς του χωροχρόνου και ανοιχτό σε μεταφυσικά φαινόμενα. Στις λεγόμενες πρωτόγονες κοινωνίες, χρησιμοποιούν τη δεύτερη αυτή λειτουργία για θεραπευτικούς σκοπούς, πρόγνωση, ανάκτηση της ψυχής κι απελευθέρωση του πνεύματος, μεταξύ άλλων. Γνωρίζουν ότι ο κόσμος των πνευμάτων διαπερνά τον δικό μας, και ο σαμάνος χρειάζεται επίπονη εκπαίδευση ώστε να μπορεί να περνά σε μια άλλη κατάσταση συνειδητότητας όπου μιλά με το πνεύμα, είτε ζώο, είτε φυτό, είτε άνθρωπο, μια κατάσταση εξίσου πραγματική με την καθημερινή ζωή (Castaneda, 1998)
Η ζωή σε βιομηχανοποιημένες χώρες απομακρύνει τους ανθρώπους από τέτοιες εμπειρίες. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, το πνευματιστικό κίνημα που εμφανίστηκε το 19ο αιώνα υπέστη πολλές επιθέσεις. Τα φαινόμενα έρχονταν σε αντίθεση με την κρατούσα επιστημονική κουλτούρα και δεν επιδέχονταν τις ερευνητικές μεθόδους της εποχής. Υπήρξαν ορισμένοι απατεώνες που αποκαλύφθηκαν θριαμβευτικά, και τέλος, οι πνευματικές προεκτάσεις ήταν και είναι ενοχλητικές για την Εκκλησία. Χρειάστηκε να περιμένουμε πάνω από 100 χρόνια για να βρεθούν οι κατάλληλες ερευνητικές μέθοδοι, με τη βοήθεια νέων επιστημονικών προτύπων και τολμηρών ανθρωπολογικών εργασιών (Narby, 1998).
Παρ’ όλα αυτά, στη σημερινή κοινωνία υπάρχουν, όπως πάντα, θεραπευτές και μέντιουμ που αντιλαμβάνονται άλλες πραγματικότητες. Κατά κανόνα κρύβουν αυτή τους την αντίληψη από παιδιά, επειδή μαθαίνουν πως είναι επικίνδυνο να είναι διαφορετικοί. Αργότερα νιώθουν ανακούφιση ανακαλύπτοντας πως δεν είναι μόνοι. Οι ψυχίατροι έχουν τη δική τους γνώμη για ανθρώπους με τόσο ευαίσθητη αντίληψη. Εύκολα τους βαφτίζουν “οριακές περιπτώσεις” και η ευαισθησία τους θεωρείται παθολογική. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, μια και η ψυχιατρική παρεμβαίνει μόνο όταν κάτι πάει πολύ στραβά ή όταν πάρει εντολή από τα γνωστά κέντρα. Όμως όταν υπάρχουν τόσα εκατομμύρια άνθρωποι που τρέφονται με ψυχοφάρμακα είναι αυτονόητο και δεν αποτελεί έκπληξη η ανικανότητα για ΑΝΤΙΛΗΨΗ, ΔΙΑΚΡΙΣΗ, ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ, ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ και κατ’ επέκταση ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ.
Ας δούμε με απλά λόγια, μιας και η απλότητα είναι η βάση της θεωρίας του χάους που διέπει την ζωή μας, σ’ ετούτον τον υλικό κόσμο που εγκλωβιστήκαμε, καταθέτοντας την συμφωνία μας και παραδίδοντας την ανεξαρτησία μας, τι μπορούμε να κάνουμε για να αποκτήσουμε βήμα-βήμα βαθμούς ανεξαρτησίας και αύξηση της αντιληπτικής ικανότητας. Προσοχή: όταν αναφερόμαστε στην Ανεξαρτησία σε καμία περίπτωση δεν εννοούμε την Ελευθερία, είναι δύο εντελώς διαφορετικές καταστάσεις. Δεν υφίσταται μέσα στην φυλακή της ύλης των Δημιουργιών, κανενός είδους Ελευθερία, υφίστανται μονάχα Βαθμοί Ανεξαρτησίας, που ο άνθρωπος στο μονοπάτι της Ελευθερίας, μπορεί να τους πετύχει ανάλογα με την δράση του και την ενέργεια του. Γι αυτό μιλάμε για Βαθμούς Ανεξαρτησίας. Ας δούμε πως δημιουργούνται οι εξαρτήσεις που φυλακίζουν το ανθρώπινο ζώο πιο βαθιά, μέσα στην φυλακή της δημιουργίας.
Ανεξαρτησία vs Εξάρτηση
Ας σκεφτούμε κάτι που ήδη γνωρίζουμε, το τι συμβαίνει σε ένα μικρό παιδί – κι όχι απαραίτητα ανθρώπινο παιδί, γιατί και στην φύση το ίδιο συμβαίνει εν μέρει- όπως παρατηρούμε, κάπου στην πορεία της ανάπτυξης του ο άνθρωπος εκφυλίζεται και χάνει την επαφή με την φυσικότητα. Το παιδί λοιπόν, είναι σαφώς εξαρτημένο από τους γονείς του, δεν διαθέτει ανεξαρτησία. Όταν κάνει κάτι στρέφει το βλέμμα του προς αυτούς, αναζητώντας την έγκριση ή την επιβράβευσή τους. Δεν αισθάνεται σίγουρο για τον εαυτό του. Την όποια αυτοπεποίθησή του και κάποια ψευδή ασφάλεια, την αντλεί από τους άλλους, από το περιβάλλον του, γιατί είναι ακόμα εξαρτημένο. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στα ζώα, αν κι όχι σε όλα.
Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση αυτή τροποποιείται (αν κι όχι πάντα) και με την ενηλικίωση ο άνθρωπος δεν έχει τόσες ισχυρές εξαρτήσεις από τους άλλους ανθρώπους ή καταστάσεις, τουλάχιστον φαινομενικά, γιατί στην πραγματικότητα άλλα συμβαίνουν. Σταδιακά φαίνεται να παίρνει κάποιες αποφάσεις, να πιστεύει σε κάποιες ιδέες, χωρίς απαραίτητα να ζητά την επιβράβευση ή την αποδοχή των άλλων, τουλάχιστον όχι εμφανώς. Ανακαλύπτει μάλιστα ό,τι συνήθως, αυτή την επιβράβευση και την ενθάρρυνση την έχει, όταν αυτές οι ιδέες που επιλέγει να πιστεύει, είναι οι ίδιες ιδέες που πιστεύουν και οι γύρω του. Το αντίθετο μάλιστα συμβαίνει, όσο πιο πολύ πιστεύει, ότι του λένε οι άλλοι, τόσο πιο πολύ επιβραβεύεται και ενθαρρύνεται, έτσι συνεχίζει ν’ ακολουθεί αυτήν την λανθασμένη πρακτική.
Εξυπακούεται ότι εντελώς αυτάρκης δεν πρόκειται να γίνει ποτέ ακολουθώντας αυτήν την πεπατημένη, για ανεξάρτητος δε … ούτε λόγος και η Ελευθερία είναι τελείως ουτοπική γι αυτόν, άσχετα αν την παπαγαλίζει. Υπάρχει όμως κάποιο όριο που είναι απολύτως απαραίτητο να το υπερβεί, για να πάψει να εξαρτάται απ’ τις γνώμες των άλλων, τις επιθυμίες, τις ιδέες και τις θεωρήσεις τους αν θέλει να γίνει ανεξάρτητος και να δομήσει μια ταυτότητα ανεξάρτητου και υγιούς νοητικά ανθρώπου, με αντίληψη. Αν αφήνεται, επηρεάζεται κι ακολουθεί, λόγω της ανασφάλειάς του και του φόβου της ανεξαρτησίας τους άλλους, επιτρέποντας τους να αποφασίζουν γι αυτόν, τότε η ανεξαρτησία δεν είναι γι αυτόν, αφού κανένα από τα οφέλη της δεν θα γίνει κτήμα του. Για κάποιους ανθρώπους τα κάγκελα της φυλακής τους παρέχουν ασφάλεια και η ζωή έξω από αυτά έναν δυσβάστακτο τρόμο.
Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα ανθρώπων που «σέρνονται» από τους γονείς τους, γονέων που υποκύπτουν συνεχώς στις απαιτήσεις και στα καπρίτσια, των -με δική τους ευθύνη- κακομαθημένων παιδιών τους, ανεξαρτήτως ηλικίας, ζευγαριών όπου ο ένας είναι νοσηρά εξαρτημένος από τον άλλον και δεν μπορεί να τερματίσει την προβληματική σχέση και ανθρώπων που καθοδηγούνται και βασανίζονται από τις εγωπαθείς φιλοδοξίες και τις ματαιοδοξίες τους. Αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθούν, πόσο μάλλον να βιώσουν τα οφέλη της ανεξαρτησίας, που τόσο απλόχερα προσφέρει η κατάκτηση της. Επιπλέον είναι πολύ χαμηλά στην αντιληπτική κλίμακα κι αυτό κάνει την ζωή τους πολύ δύσκολη και την επιβίωση αληθινά επίπονη. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιληφθούν πολύ απλά πράγματα, να ακολουθήσουν απλά βήματα, όπως τον τρόπο να βρουν μια εργασία [έστω «δουλειά» όπως τους αρέσει να την αποκαλούν] σπάνια καταφέρνουν να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα αυτοβελτίωσης μέχρι τέλους και να εφαρμόσουν κάτι από αυτά που έμαθαν.
Οι εξαρτήσεις, οιουδήποτε είδους, τοποθετούν τον άνθρωπο σε μια κατάσταση μεγάλης ανελευθερίας, χωρίς απαραιτήτως να αντιλαμβάνεται ή να παραδέχεται ό,τι έχει πέσει στο μαγγανοπήγαδο και απλά το ό,τι μπορεί ν’ αναπνέει ελεύθερα, ή να γυρνάει δεξιά αριστερά, έχει την ψευδαίσθηση πως είναι κι ελεύθερος. Όπως ένας ασθενής αθλητής μπορεί να τρέξει, να συγχρωτίζεται με αθλητές, να πηγαίνει στα τερέν, βιώνοντας την ψευδαίσθηση πως είναι αθλητής, αλλά είναι αδύνατον να λάβει μέρος σε αγώνες, ακόμη και συνοικιακούς. Αυτές οι καταστάσεις εξάρτησης και σκλαβιάς είναι ταυτόχρονα και συνειδητές κι αντιδραστικές. Ο άνθρωπος βολεύεται ή αρέσκεται να πιστεύει -όμως χωρίς ίχνος γνώσης, σιγουριάς ή βεβαιότητας- πολύ σπουδαία πράγματα για τον εαυτό του ή μπαίνει πανεύκολα στον τόσο αγαπημένο ρόλο του θύματος, όπου φταίει ολόκληρο το σύμπαν, αλλά ποτέ αυτός.
Η έλλειψη ανάληψης ευθύνης είναι ισότιμο της μειωμένης αντιληπτικής ικανότητας.
Βολεύεται να πιστεύει πως είναι θύμα και δεν μπορεί να κάνει τίποτε, ενώ μπορεί να κάνει θαυμαστά επιτεύγματα, αν δεν είναι λοβοτομημένος. Η φιλοσοφία ανά τους αιώνες το έχει επεξεργαστεί αυτό το θέμα εκτενέστατα, η ανεξαρτησία και η ανάληψη ευθύνης είναι ο προθάλαμος της ελευθερίας. Η Ανάληψη Ευθύνης είναι το βασικό εργαλείο για μια ολοκληρωμένη χαρακτηροδομή, ικανότατη για διανοητική λειτουργία και ανώτατες ικανότητες, αυτές που οι εξαρτημένοι με δέος τις αποκαλούν «πνευματικές» ή με φόβο και δέος «μαγικές».
Αυτό το οποίο συμβαίνει στους περισσότερους εξαρτημένους ανθρώπους –η βασική αιτία που δεινοπαθούμε και οι υπόλοιποι- είναι το γεγονός ότι η συναισθηματική τους ηλικία δεν συμβαδίζει με την βιολογική. Ενώ το υλικό σώμα συνεχίζει να μεγαλώνει και θα περίμενε κανείς ταυτόχρονα να μεγαλώνει και το νοητικό, δεν συμβαίνει αυτό, η συναισθηματική και η νοητική τους κατάσταση παραμένει στάσιμη, κολλημένη σε κάποια μικρότερη ηλικία, συνήθως στην ηλικία που ένοιωθαν «ασφαλείς» κι εξαρτημένοι από τους γονείς τους. Μπορεί κι ακόμη πιο παλιά, έχει βρεθεί πως πολλοί άνθρωποι είναι στάσιμοι στην «ασφάλεια» της μήτρας, νοητικά και συναισθηματικά, με αποτέλεσμα να είναι ανίκανοι για οποιαδήποτε ανάληψη ευθύνης στον παρόντα χρόνο, πόσο μάλλον οποιασδήποτε μορφής ανεξαρτησίας κι αντίληψης.
Παρατηρούμε ενήλικες που στην ερωτική τους συμπεριφορά, θυμίζουν εφήβους. Ενθουσιάζονται και «νομίζουν πως ερωτεύονται» με την επιπολαιότητα και την αφροσύνη της εφηβείας. Απογοητεύονται και απογοητεύουν, ζώντας δράματα με τον ίδιο τρόπο. Άλλοι είναι νοητικά και συναισθηματικά ακόμη λιγότερο ανεπτυγμένοι. Δεν μπορούν να νοιώσουν ούτε καν τους εφηβικούς έρωτες διότι βρίσκονται στην ηλικία των δέκα ετών. Περιορίζονται έτσι στην ελευθεριότητα του σεξ και στην απόλυτη εξάρτηση. Δεν καταλαβαίνουν τι εστί σχέση, γιατί συναισθηματικά και νοητικά είναι παιδάκια, αλλά ενώ έχουν ικανότητα σεξουαλικής επαφής γιατί το σώμα τους έχει ενηλικιωθεί, ο νους τους είναι μη ανεπτυγμένος και λειτουργούν αντιδραστικά με ορμέμφυτο.
Επίσης στην κοινωνική κι εργασιακή συμπεριφορά τους συμβαίνουν τα ανάλογα. Προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή του περιβάλλοντός τους με παιδιαρίσματα, όπως οι έφηβοι. Είναι έτοιμοι να παρεξηγηθούν και να προσβληθούν με το παραμικρό και μάλιστα όσο πιο ανόητος ο λόγος, τόσο πιο εύκολα θίγονται. Με τον ίδιο τρόπο που διαφέρει η σωματική από την συναισθηματική ηλικία, έτσι και οι διάφοροι παράμετροι της νοητικής ηλικίας μπορεί να αναπτυχθούν με διαφορετικές ταχύτητες. Φανταστείτε έναν άνθρωπο τριάντα ετών, με αυτοπεποίθηση δέκα ετών, σεξουαλικότητα δεκαέξι ετών και συμπόνια ενός έτους, ένα μωρό δεν έχει συνειδητή επίγνωση του πόνου που προξενεί στους άλλους. Κάλλιστα μπορεί να διαπράξει ένα έγκλημα τιμής σε περίπτωση μοιχείας, χωρίς ίχνος τύψης πως έκανε κάτι κακό. Αν διαθέτει κουτοπονηριά έχουμε έναν ψυχρό εγκληματία. Αν δεν διαθέτει, τότε έχουμε τον λεγόμενο εγκληματία «εν βρασμό ψυχής».
Στην ίδια τραγική κι άρρωστη κατάσταση βρίσκονται κάμποσοι θρησκευτικοί και πολιτικοί ηγέτες, καλλιτέχνες, ηγέτες ομάδων σε διάφορα «πρότυπα του συρμού», που παρουσιάζουν εμφανή σημεία υπανάπτυξης και μη ευθυγράμμισης των πλευρών του νοητικού και συναισθηματικού τους επιπέδου, μάλιστα σε αυτήν την ανισορροπία οφείλεται και η ευρεία αποδοχή που απολαμβάνουν κατά το γνωστόν «όμοιος όμοιο αεί πελάζει»
Ο συνηθισμένος εξαρτημένος άνθρωπος δεν αναπτύσσει ισορροπημένα όλες του τις πλευρές, σωματικές, νοητικές και συναισθηματικές. Κάποιες μένουν πίσω. Ενώ αρχικά αυτό δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, σιγά σιγά καθώς κάποιες, συνήθως κι εύλογα οι σωματικές, συνεχίζουν την ωρίμανσή τους, οι νοητικές- συναισθηματικές, εγκλωβίζονται σε μια προγενέστερη ηλικία, καλύπτονται συνήθως από ψέματα προς τον εαυτό και μέσα από τον αντιδραστικό νου, πλέον επιδίδονται σε έναν εξαντλητικό εσωτερικό «εμφύλιο ανταρτοπόλεμο».
Είναι κάποια «κομμάτια» τα οποία αποσπώνται από το κύριο σώμα του ανθρώπου και υπό μορφή δηλητηριώδους βάρους εμποδίζουν την πορεία του, γιατί τα σέρνει πίσω του. Δεν μπορεί να τα πετάξει, γιατί είναι δικά του. Δεν μπορεί ούτε να τα ενσωματώσει, διότι είναι υπανάπτυκτα και δεν ταιριάζουν. Αν έχει μείνει πίσω η νοημοσύνη του και τα συναισθήματα του, τι να κάνει; Να πετάξει και το λίγο που έχει; Όχι δεν μπορεί να το κάνει. Η μόνη λύση είναι να αποκτήσει επίγνωση του προβλήματος του, να δει τις δυσαρμονίες του, μετά να αυξήσει ότι χρειάζεται και να τις εξισορροπήσει. Υπάρχουν πολύ εύκολα βήματα για να πετύχει κάποιος αυτή την μετατροπή κατάστασης, ολόκληρο το βιβλίο αυτά τα βήματα σου δείχνει, γιατί δεν υπάρχει επιβίωση χωρίς ισορροπίες.
Ας πάρουμε το υποθετικό παράδειγμα ενός παιδιού που είναι εξαρτημένο από την μητέρα του. Αυτό για το παιδί και για όσο παραμένει παιδί, δεν αποτελεί πρόβλημα, είναι η φυσική του κατάσταση. Αναμένουμε βέβαια με την πάροδο του χρόνου να χειραφετηθεί, να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του και να γίνει ανεξάρτητο, αυτό που λέμε «να πάρει την ζωή στα χέρια του». Αν όμως κάτι τέτοιο δεν συμβεί, ίσως γιατί η ίδια η μητέρα το εμποδίζει, γιατί έχει κι αυτή το ίδιο πρόβλημα, φοβούμενη ότι κάποτε θα μείνει μόνη, χωρίς κάποιον να τον ελέγχει και χωρίς λόγο ύπαρξης, το παιδί γίνεται σωματικά μόνον ενήλικας, αλλά εσωτερικά παραμένει παιδί ως προς την εξάρτηση από έναν άλλον άνθρωπο. Μετά ο άνθρωπος αυτός παντρεύεται, χωρίς να έχει πραγματικά μεγαλώσει συναισθηματικά και νοητικά για να αναλάβει την ζωή του και τις ευθύνες του, έχει ανασφάλειες και ευθυνοφοβίες.
Το αποτέλεσμα είναι να «προσκαλέσει» ο ίδιος με αντιδραστικό τρόπο την μητέρα του, να αναλάβει την διεύθυνση, ευθύνη του σπιτιού του, την οποία δεν μπορεί να έχει ο ίδιος, γιατί ουσιαστικά είναι ακόμα ένα εξαρτημένο παιδί. Η γυναίκα αυτού του ανθρώπου δεν έχει παντρευτεί μόνο τον άνδρα της, αλλά και την πεθερά της, με τα γνωστά σε όλους προβλήματα. Ας σκεφτούμε τώρα και την γυναίκα αυτού του ενήλικα-παιδιού να έχει το ίδιο πρόβλημα με την δική της μητέρα ή πατέρα και αυτόματα έχουμε, μια κατάσταση παραφροσύνης, έτοιμη για το αστυνομικό δελτίο.
Εδώ έρχεται και το ψέμα προς τον εαυτό, με τις κάθε πιθανές κι απίθανες δικαιολογίες που το συντηρούν, το ενδυναμώνουν και το διαιωνίζουν. Ο άνθρωπος του παραδείγματός μας δεν έχει ιδέα από όλα αυτά. Απλώς τα βαφτίζει όπως του έχουν μάθει «αγάπη και σεβασμό προς την μητέρα του», ενώ φυσικά μόνο αγάπη δεν είναι η νοσηρή εξάρτηση. Έτσι δημιουργείται μια εμπλοκή και δυσλειτουργία, που μέσω της αυτοεξαπάτησης, κρύβεται «κάτω από το χαλί» και δηλητηριάζει συνεχώς την οικογενειακή, εργασιακή και κοινωνική του ζωή. Όλη του η αντίληψη περιορίζεται στο πώς να ικανοποιήσει την αντιδραστική του εξάρτηση, είναι ανίκανος για αντίληψη φιλοεπιβιωτικών ή ανώτερων ιδεών.
Η σύζυγός από την άλλη με το ανάλογο πρόβλημα έχει «προσκαλέσει» και την δική της μητέρα. Κατόπιν οι δύο πεθερές στήνουν έναν πόλεμο, για το ποια θα καταφέρει να επικρατήσει και να μετατρέψει σε αποικία της το ξένο σπίτι. Σταδιακά θα «προσκληθούν», συνήθως μέσω των εθίμων, συγγενείς, γείτονες, φίλοι, κουμπάροι και το σπιτικό αυτό θα μετατραπεί σε «ξέφραγο αμπέλι», όπως ακριβώς είναι οι οικογένειες των περισσότερων ανθρώπων. Ο μηχανισμός λοιπόν είναι απλός. Κάποιες ιδιότητες μέσα στον άνθρωπο (σωματικές, νοητικές, συναισθηματικές) έχουν μείνει πίσω, δεν προχωρούν όλες μαζί ταυτόχρονα, συνήθως η νοητική και η συναισθηματική δεν ακολουθεί την σωματική. Κρύβονται στον αντιδραστικό νου, με τις δικαιολογίες που προσφέρει απλόχερα στον εαυτό του και από εκεί αθέατες δηλητηριάζουν την ζωή του. Γίνεται τότε υποχείριο καταστάσεων και ανθρώπων, χωρίς να έχει ιδέα για το τι του συμβαίνει στην πραγματικότητα.
Η εργασία που έχει να κάνει είναι να ανακαλύψει ποιες πλευρές του εαυτού «κόλλησαν» σε προηγούμενες ηλικίες και σε ποιες ηλικίες συγκεκριμένα. Αφού βέβαια βρει το θάρρος να τις αντικρίσει κατά πρόσωπο και κατόπιν να εργαστεί για να τις αναπτύξει τόσο όσο είναι απαραίτητο, έτσι ώστε όλα τα κομμάτια του, να είναι της ίδιας ηλικίας, προκειμένου να ξαναενωθούν με το κύριο σώμα της ταυτότητας αρμονικά, για να μην υπάρχουν παραφωνίες. Τα κίνητρα λοιπόν των πράξεων ενός ανθρώπου δεν είναι πάντοτε τόσο ξεκάθαρα όσο θα θέλαμε ή μας αρέσει να νομίζουμε. Είναι δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος, ο οποίος σύρεται από τέτοιους εσωτερικούς «σκοτεινούς δαίμονες» και αυτοματοποιημένους αντιδραστικούς μηχανισμούς, να μπορεί ν’ Αντιληφθεί ή να έρθει σε επαφή με τον ανώτερο πυρήνα της συνείδησής του; Απαιτείται ένας ορισμένος βαθμός Ανεξαρτησίας, ο οποίος εξαρτάται από την ισορροπημένη ανάπτυξη και ωρίμανση όλων των ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν έναν άνθρωπο.
Ένας ενήλικας – για να αποκαλείται ενήλικας- οφείλει να έχει το θάρρος της γνώμης του, ν’ αναλαμβάνει την Ευθύνη, ν’ αποφασίζει και ν’ αναλαμβάνει την ευθύνη των αποφάσεων αυτών, να μην υποκύπτει σε συναισθηματικούς εκβιασμούς κι επίσης να μην είναι, αντιδραστικός κι οξύθυμος όπως ένας έφηβος.
Ανεξαρτησία σημαίνει Μη Εξάρτηση και Μη Εξάρτηση σημαίνει Επίγνωση κι ενηλικίωση που δεν σημαίνει σοβαροφάνεια, κατήφεια, υπεκφυγές κι ενοχές.
Συνεπώς, οπλισμένος με την αυτοπαρατήρηση και με πολλή ειλικρίνεια απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό, δεν έχεις παρά να «αυτό – ανακαλυφθείς», ώστε να διαπιστώσεις τι και σε ποιο βαθμό έχει μείνει πίσω, μέσα σου. Μετά με πειθαρχία εργάζεσαι προς την κατεύθυνση να το αναπτύξεις και να το ισορροπήσεις. Δεν είναι κάτι το εύκολο και για να είμαστε ειλικρινείς, χρειάζεται εκτός από καλή διάθεση, στόχευση, θέληση, πειθαρχία και χρόνος.
Η εργασία αυτή, δεν είναι και ουδέποτε ήταν, κτήμα ούτε των θρησκειών, ούτε των σχολών εσωτερισμού. Τα πράγματα έχουν οριστικά αλλάξει. Όποιος θέλει να πραγματοποιήσει την εξέλιξη του εαυτού του, δεν χρειάζεται να γίνει μέλος διάφορων σχολών, αμφιβόλου ποιότητας και μάλιστα μερικές είναι κι επικίνδυνες, με δόλιους σκοπούς. Υπάρχουν βιβλία, άρθρα και σεμινάρια για να μάθει. Ίσως να μην χρειάζεται να πάει πουθενά. Σε τελική ανάλυση όλα υπάρχουν μέσα μας. Όποιος κατορθώσει να βρει την δύναμη του, βρίσκει και το μονοπάτι που θα διαβεί. Το μονοπάτι όμως ενδέχεται να μην είναι συμμετοχή σε κάποια σχολή εσωτερισμού μάλιστα ίσως είναι -και τις περισσότερες φορές είναι- το ακριβώς αντίθετο.
Κάθε άνθρωπος είναι «σχολή» για τον εαυτό του
Αυτό το άρθρο πιθανόν να είναι «σχολή» για σένα, όπως και για εμένα ήταν «σχολή» δεκάδες άρθρα ακόμη και ανθρώπων που δεν συμφωνώ μαζί τους. Οι επιλογές ενός αποφασισμένου ανθρώπου μπορεί να ξεφεύγουν από τα κοινώς παραδεκτά, μπορεί όμως και όχι, είναι ζήτημα αυστηρώς προσωπικό. Όλα αυτά δεν συμπεριλαμβάνουν κάποια «υψηλή» μεταφυσική, γι’ αστρικά επίπεδα, ανώτερα σώματα κι εξωκοσμικές θεωρήσεις, αλλά άραγε χρειάζονται αυτά τα εκκεντρικά και δυσνόητα στον εξαρτημένο από την μητέρα του άνθρωπο του παραδείγματός μας; Αυτός έχει να παλέψει για την ζωή του. Όταν τακτοποιήσει το ζήτημα αυτό, ίσως χρειαστεί κάτι περισσότερο. Τότε όμως δεν θα είναι ένα εξαρτημένο παιδάκι, αλλά ένας άνθρωπος με ανεξάρτητη και ισχυρή ταυτότητα, με αυξημένη αντίληψη, ικανός να αναλαμβάνει ευθύνη του τι θα επιλέξει στην ζωή του.
Εγωκεντρισμός ίσον διαίρεση, ανασφάλεια, ανισορροπία
Κάτι άλλο τώρα, που συνήθως στεναχωρεί και γίνεται δυσνόητο, όταν το αναφέρω. Η ανάπτυξη και η ολοκλήρωση της ταυτότητας ενός ανθρώπου ισοδυναμεί με την ελάττωση του εγωκεντρισμού, δηλαδή με την εξαφάνιση από τον ρόλο πρωταγωνιστή του ΕΓΩ. Αυτό είναι νομοτελειακό αξίωμα, τελεία και παύλα.
Ένα βρέφος νοιάζεται μονάχα για το εγώ του. Ένα παιδί αρχίζει και επεκτείνει την προσοχή του και στους πιο κοντινούς του ανθρώπους κι αντικείμενα. Ένας ενήλικας κάνει οικογένεια, συμμετέχει στην κοινωνία και ο κύκλος της προσοχής του έχει μεγαλώσει. Δηλαδή σταδιακά δείχνει να έχει μειωθεί ο εγωκεντρισμός του. Όποιος ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, στο θέμα αυτό δεν είναι παρά ένα μωρό. Αυτό το κομμάτι του εαυτού του έχει μείνει στην ηλικία του ενός έτους. Αν ενδιαφέρεται μόνο για το πολύ στενό του περιβάλλον, είναι ένα παιδί. Αν ενδιαφερθεί για έναν ευρύ κύκλο ανθρώπων αρχίζει και πλησιάζει την νοητική- συναισθηματική του ενηλικίωση. Αν ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα αλλά και την ζωή στην ολότητα της, είναι ένας ενήλικας με ισορροπημένο λογικό. Αυτό το καταφέρνουν ελάχιστοι, γιατί χρειάζεται απεγκλωβισμός από το εγώ, τις σκέψεις και τα συναισθήματα που το συντηρούν κι εγκλωβίζουν ένα δυνητικά απεριορίστων δυνατοτήτων ον, στις αλυσίδες της εξάρτησης μιας υλικής φυλακής.
Ας το δούμε κι από άλλη πλευρά. Υπάρχουν άνθρωποι που «ενδιαφέρονται» μόνο για ότι υπάρχει στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού τους. Άλλοι «ενδιαφέρονται» και για την γειτονιά τους, για την συνοικία στην οποία κατοικούν, ή για την πόλη τους (αυτό συμβαίνει συχνά στους οπαδούς των εκκλησιών, πολιτικών ή ποδοσφαιρικών ομάδων). Άλλοι ενδιαφέρονται για την πατρίδα τους και άλλοι για τον κόσμο όλο. Παρατηρούμε μια σταδιακή διεύρυνση του ενδιαφέροντος, της προσοχής και της συνείδησης, που όμως όλες τους είναι εκδηλώσεις του εγώ. Ο ατομισμός, ο τοπικισμός, ο πατριωτισμός και η παγκοσμιότητα είναι εξολοκλήρου εγωκεντρικές, παρ ότι φαινομενικά συμπεριλαμβάνει πολλούς ανθρώπους. Η διαίρεση, μικρότερη ή μεγαλύτερη είναι διαίρεση.
Ο πολιτικός ή ο θρησκευτικός ηγέτης που αναλαμβάνει φαινομενικά, να λύσει και να διευθετήσει τα προβλήματα πολλών ανθρώπων, στην πραγματικότητα το κάνει για να προβάλλει και να κανακέψει το εγώ του. Αυτό το εγώ είναι που αναζητά την επιβράβευση, το χειροκρότημα, την ανάγκη να ηγείται των πολλών και φυσικά να έχει δίκιο. Η ανώτερη μορφή συνειδητότητας, που ζει έχοντας ελέγξει το εγώ, χωρίς φυσικά να απορρίπτει τα κατώτερα δημιουργήματα, τα περιλαμβάνει και τα ενσωματώνει, ενώ ταυτόχρονα τα υπερβαίνει δημιουργικά, χωρίς εξάρσεις, δογματισμούς, χειροκροτήματα και αναγνωρίσεις.
Στην αρχαία Ελλάδα η μέση συνείδηση ήταν κυρίως τοπικιστική. Γι αυτό είχαμε εμφύλιους πολέμους. Ορισμένοι είχαν επεκτείνει την συνείδησή τους σε όλη την ανθρωπότητα, αλλά όταν μια πόλη ετοίμαζε στρατό για να εισβάλει στην γειτονική, αυτοί οι ορισμένοι ήταν μάλλον στο περιθώριο. Ενίοτε τους εξόριζαν ή τους δηλητηρίαζαν κιόλας. Τώρα η επικρατούσα συνείδηση είναι εθνική, δηλαδή πατριωτική. Γι αυτό έχουν σταματήσει πλέον οι εμφύλιες διαμάχες. Υπάρχει όμως η εχθρότητα με τους γειτονικούς λαούς. Η συνειδητότητα δεν έχει επεκταθεί πέρα από τα γεωγραφικά σύνορα. Όταν ο εγωκεντρισμός μειωθεί ακόμα περισσότερο η κοινωνική συνείδηση, ίσως γίνει παγκόσμια και κάθε σύνορο πιθανόν να καταργηθεί. Αυτή είναι μια καλή μορφή συνείδησης από κοινωνικής και πολιτικής πλευράς. Αλλά δεν είναι η ανώτερη και σίγουρα δεν είναι πνευματική συνειδητότητα, απλά είναι μια καλή αρχή.
Η ανεξαρτησία μιας προσωπικότητας, είναι μια διαδικασία πολυδιάστατη. Αφορά κι επηρεάζει όλους τους τομείς της δραστηριότητας ενός ανθρώπου. Αφορά τα συναισθήματα, την ιδεολογία, την συμπεριφορά στην οικογένεια και στην εργασία, τις κοινωνικές και τις επαγγελματικές σχέσεις και ότι άλλο μπορούμε να φανταστούμε. Υπάρχει η θρησκεία της φοβίας για τον διάβολο και το 666, η θρησκεία του μισογυνισμού και της υποβόσκουσας σεξουαλικής διαστροφής, η θρησκεία του δόγματος, του Βυζαντίου, του μίσους για τους Τούρκους, της αγάπης για τα όπλα (τα οποία τα ευλογούν οι άνθρωποι της αγάπης, για να μπορούν να σκοτώνουν καλύτερα), της θεολογικής υποταγής, της πίστης κλπ. Από την μία υπάρχει η θρησκεία που σε μετατρέπει σε ψυχοπαθή κι από την άλλη η Ανεξαρτησία σε μετατρέπει σ’ ελεύθερο άνθρωπο.
Προκύπτει το εύλογο ερώτημα «Ποια είναι η συγκεκριμένη μέθοδος για να πραγματοποιηθεί μια τέτοια μεταμόρφωση;» Με δεδομένο πως οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται σε κατάσταση ανισορροπίας και μη έχοντας ολοκληρωμένη ταυτότητα, θέλουν μια συγκεκριμένη μέθοδο, εδώ και τώρα και μάλιστα βήμα – βήμα. Όντας σε παιδική – στην καλύτερη των περιπτώσεων- νοητική ηλικία χρειάζονται μια μαμά να τους φροντίσει. Δεν θα το κάνω, δεν μου αρέσει αυτός ο ρόλος και αγαπώ όλα τα παιδιά, αλλά στην σωστή σωματική διάπλαση, γνωρίζοντας πως δεν μπορούν να διαβάσουν ένα τέτοιο άρθρο.
Μπορείτε να βρείτε άφθονες τεχνικές, σεμινάρια και βιβλία, αν δεν σας βολέψουν βρείτε μια δική σας. Ο καθένας μπορεί να ψάξει και να βρει αυτό που του ταιριάζει. Δεν έχει νόημα να ψάχνουμε για το τέλειο σύστημα ή για την απόλυτη αλήθεια, τίποτε απ’ τα δύο δεν υπάρχει και είναι τουλάχιστον ανοησία να ψάχνουμε το ανύπαρκτο, αντί να επιδιώκουμε αυτό που λειτουργεί, που παράγει το επιθυμητό αποτέλεσμα και είναι χρήσιμο για όσο χρόνο λειτουργεί. Όταν δεν μας κάνει την δεδομένη χρονική στιγμή, απλά το αλλάζουμε. Το μέτρο της αλήθειας είναι η αποτελεσματικότητα για ένα συγκεκριμένο σκοπό και για κάθε άνθρωπο τα πράγματα διαφέρουν, ανάλογα με τους σκοπούς του.
Ανεξαρτητοποίηση σημαίνει διαφοροποίηση από την μάζα, από τα έθιμα, τις παραδόσεις και την κοινή γνώμη. Διαφοροποίηση δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση σύγκρουση, αλλά έλεγχος του τι κάνεις και γιατί το κάνεις. Έλεγχος σημαίνει Ανάληψη Ευθύνης.
Ο άνθρωπος γίνεται κύριος του εαυτού και της συνείδησής του, όταν είναι σε θέση να επιλέξει την μέθοδο που του ταιριάζει στον συγκεκριμένο χρόνο και χώρο. Ακόμα μπορεί κάποιος να δημιουργήσει την δική του προσωπική μέθοδο. Αυτό είναι κάτι το τελείως εξειδικευμένο και σε πολλές περιπτώσεις άκρως αποτελεσματικό για τον ίδιο, αν και είναι άχρηστο για όλους τους άλλους.
Ότι κι αν επιλέξεις ν’ ακολουθήσεις, το σημαντικό είναι αυτές οι πρακτικές να σε ενθουσιάζουν, να σε κάνουν χαρούμενο και να σου προσφέρουν Βαθμούς Ανεξαρτησίας. Μόνον ο Ανεξάρτητος άνθρωπος έχει την ικανότητα ν’ Αντιλαμβάνεται. Αντίληψη κι Ανεξαρτησία είναι έννοιες αλληλένδετες και αλληλοεπηρεαζόμενες, δεν υπάρχει η μία χωρίς την άλλη. Η Αντίληψη ενός ανθρώπου είναι τόση όση και η Ανεξαρτησία του και τούμπαλιν.
Εξαρτημένοι άνθρωποι είναι αδύνατον να καταλάβουν -Αντιληφθούν- τα λεγόμενα ή τις πράξεις ενός Ανεξάρτητου ανθρώπου με αποτέλεσμα τις γνωστές διαφωνίες και αντιδράσεις ενός ανώριμου έφηβου σ’ ένα γερασμένο σώμα. Αυτός που είναι Ανεξάρτητος κι έχει Αντίληψη λέμε ότι είναι Αψογος. Το να είσαι Άψογος σημαίνει πως κάνεις σωστή χρήση της Ενέργειάς σου. Δεν είναι θέμα ηθικής αλλά θέμα καθημερινής στρατηγικής. Απαιτεί λιτότητα, περίσκεψη, απλότητα, αθωότητα, καλοπροαίρεση και πάνω από όλα, ανυπαρξία εγωπάθειας. Ελλειψη εγωπάθειας κι έλεγχος του ΕΓΩ, είναι το κύριο χαρακτηριστικό του ανθρώπου που θέλει να βαδίσει στο μονοπάτι της Ανεξαρτησίας για να μπορέσει όταν αναμετρηθεί με τον Δημιουργό και τα τσιράκια του, να πετύχει την Ελευθερία του. Πρέπει ο Σκοπός του να είναι η Ελευθερία του, για να κινηθεί στο μονοπάτι της Ανεξαρτησίας. Αλλά ακόμη κι αν δεν έχει Σκοπό την Ελευθερία του έστω και κάποιοι μικροί Βαθμοί Ανεξαρτησίας, του παρέχουν ένα καλό επίπεδο επιβίωσης, αφθονίας και σθένους.
Επαναστάτησε ενάντια στην βλακεία σου.
Μπορείς να επαναστατήσεις, να διαδηλώσεις και να επιτεθείς ΜΟΝΑΧΑ ενάντια στην δική σου βλακεία. Η βλακεία σου είναι που συντηρεί την κοινωνία σου όπως δεν σου αρέσει. Η βλακεία σου είναι που κάνει ζημιά και σου απαγορεύει να έχεις δικαιώματα κι ανεξαρτησία. (Για Ελευθερία δε, ούτε λόγος). Επαναστάτησε ενάντια στην βλακεία σου.
Μόνο που αυτό είναι καθαρά ΜΟΝΑΧΙΚΗ δουλειά.
Απαγορεύονται οι συλλογικότητες, οι παραγκούλες, οι ομαδούλες και κάθε είδους μάζωξη, πέρα από εσένα και τον εαυτό σου. Αλλά πως να επαναστατήσεις ενάντια στον εαυτό σου, όταν δεν τον αντέχεις, όταν δεν τον γνωρίζεις καν;
Ανεξαρτησία είναι η Δύναμη του ΝΟΥ.
Είναι να έχεις επίγνωση της επίγνωσης του πως να απαλλάσσεις τη ζωή σου από τις οδύνες, τους θρήνους, τα «Αχ, εγώ» τα «Πόσο δυστυχισμένος είμαι», από τις συμφορές και τις αναποδιές και να κατανοήσεις τι είναι η ζωντανή ζωή, ο θάνατος – σύμμαχος, η εξορία και η φυλάκιση κι αν βρεθείς στην φυλακή, με υψηλό βαθμό αντιμετώπισης να μπορείς να να πεις «Αγαπητέ, ας γίνει …» κι όχι «Εγώ είμαι ένας γέρος και φτωχός άνθρωπος λυπηθείτε με». Είσαι συνδεδεμένος με την Δύναμη, όταν διαθέτεις Αρμονία, Πλούτο, Ευδαιμονία, Σθένος κι όχι ταπεινότητα, υποτέλεια και δουλικότητα.
Δύναμη συσσωρεύεις ΜΟΝΟ με βαθμούς Ανεξαρτησίας. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, που θα σας φέρουν σε κατάσταση Αιτίας για να μην γίνεστε υποχείρια και μαριονέτες των σκεπτομορφών άλλων.
---------------------------
Λεξησαφήνιση
Ανεξαρτησία η [aneksartisía]: η κατάσταση ή η ιδιότητα του ανεξάρτητου, η έλλειψη εξάρτησης ή, γενικότερα, οποιασδήποτε δέσμευσης· (πρβ. ελευθερία): Εθνική / κοινωνική / πολιτική / οικονομική / ιδεολογική ~. Ο αγώνας για την ~ του έθνους / του παλαιστινιακού λαού. ~ σκέψης / γνώμης. Θέλει την ~ του, γι’ αυτό και δεν παντρεύεται. Αντ. Εξάρτηση.
Εξάρτηση η [eksártisi]: η σχέση που υπάρχει, όταν κάποιος ή κτ. εξαρτάται από κπ. ή κτ. άλλο. 1. η στενή (συχνά αιτιακή) σχέση που υπάρχει ή θεωρείται ότι υπάρχει μεταξύ δύο φαινομένων κτλ.: H ~ του ανθρώπου από το περιβάλλον / της βιομηχανίας από τις πρώτες ύλες / της οικονομικής ανάπτυξης από την εργασία και το κεφάλαιο. ~ του αιτιατού από το αίτιο / του συναισθήματος από την ένταση της εντύπωσης. 2α. η σχέση κατά την οποία κάποιος ή κτ. βρίσκεται στη δικαιοδοσία κάποιου άλλου: Kαθεστώς εξάρτησης. Οικονομική / πολιτική ~ μιας χώρας από μία άλλη. Πνευματική / ψυχική / οικονομική ~ ενός ανθρώπου από κάποιον άλλο. H γονική ~ του ανήλικου παιδιού. β. (γραμμ.): H ~ του αντικειμένου από το ρήμα / μιας λέξης από μια άλλη. γ. εθισμός: H ~ από τα ναρκωτικά. δ. (ψυχ.) δημιουργία μιας νέας συμπεριφοράς σε έναν οργανισμό διά μέσου της δημιουργίας προσωρινών σχέσεων μεταξύ των ερεθισμάτων του περιβάλλοντος και των αντιδράσεων του οργανισμού.
Αντίληψη η [andílipsi]: 1α.(ψυχ.) σύνθετη λειτουργία με την οποία ο άνθρωπος αποκτά γνώση της πραγματικότητας είτε άμεσα με τις αισθήσεις είτε έμμεσα με παρέμβαση του λογικού: Έλεγχος / όρια της αντίληψης. β. η δυνατότητα του ανθρώπου να καταλαβαίνει: H ~ του χώρου / του χρόνου. Οξεία / περιορισμένη / ταχεία ~. ΦΡ πέφτει / υποπίπτει κτ. στην αντίληψή μου, το αντιλαμβάνομαι. γ. γνώση ενός αντικειμένου: Πήγε επί τόπου για να αποκτήσει άμεση ~ της κατάστασης. 2α. η γνώμη ή η άποψη που έχει κάποιος για κτ.: Εξιστορεί τα γεγονότα αποφεύγοντας να εκφράσει τις προσωπικές του αντιλήψεις. Έχω την ~ ότι / πως, νομίζω ότι. β. (πληθ.) ιδεολογική άποψη: Οι αντιλήψεις κάποιου. Kοινωνικές / πολιτικές / θρησκευτικές αντιλήψεις. Ριζοσπαστικές / συντηρητικές / επαναστατικές αντιλήψεις. Αντιλήψεις για την τέχνη / το γάμο / την κοινωνική εξέλιξη. Σύγχρονες / οπισθοδρομικές / περίεργες αντιλήψεις. 3. (νομ.) βοήθεια, προστασία: Κοινωνική ~. Δημόσια ~, βοήθεια που παρέχεται από το κράτος ή από φιλανθρωπικά ιδρύματα σε άτομα που έχουν ανάγκη. Δικαστική ~, την αναθέτει το δικαστήριο σε κπ. για να ασκεί ορισμένες δικαιοπραξίες που αφορούν άτομα με μειωμένες ικανότητες.
Συνείδηση η [siníδisi]: I1α.(ψυχ.) η άμεση αντίληψη που έχει το υποκείμενο για τις ψυχικές ενέργειές του (αντιλήψεις, σκέψεις, επιθυμίες), που εκπορεύονται από αυτό και που με την απήχησή τους επιστρέφουν σε αυτό: H ~ τροφοδοτείται από τη μνήμη. Aνακαλώ στη συνείδησή μου ένα γεγονός. Tο κατώφλι* της συνείδησης. || επίγνωση, συναίσθηση: Έχει ~ της αδυναμίας / των δυνατοτήτων / των ικανοτήτων / της δυνάμεώς του. Έχει γίνει κοινή ~ ότι πρέπει να σώσουμε τα δάση μας. β. κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένα άτομο, όταν έχει πλήρη λειτουργία των αισθήσεων και πνευματική διαύγεια: H λιποθυμία επιφέρει απώλεια συνειδήσεως. Φάρμακα που θολώνουν τη ~.
2. (φιλοσ.) η σαφής γνώση που έχει το υποκείμενο για τον εαυτό του και για τον κόσμο που το περιβάλλει και από τον οποίο μπορεί να αντιδιαστέλλεται. II1α. η γνώση που επιτρέπει στο άτομο να διακρίνει το ηθικά καλό από το ηθικά κακό, να ελέγχει τις πράξεις του και να αναλαμβάνει την ευθύνη γι΄ αυτές· ηθική συνείδηση: Έχει καθαρή / ήσυχη / αναπαυμένη / ήρεμη τη συνείδησή του. Έχει βαριά τη συνείδησή του. Έχω ένα βάρος στη ~. Kάτι βαραίνει τη συνείδησή μου. Mε ελέγχει / με τύπτει η ~. Έχω τύψεις (συνειδήσεως). Άνθρωπος με ένοχη / πωρωμένη ~. Πώρωση συνειδήσεως. Aκολουθώ / ακούω τη φωνή της συνείδησής μου. Kάτι μου το επιτρέπει / μου το επιβάλλει η συνείδησή μου. Kρίνω κτ. κατά ~. Kρίση συνειδήσεως, έντονος προβληματισμός για την ορθότητα κάποιας πράξης. Tο χρήμα διαφθείρει τις συνει δήσεις. Εκμαυλισμός συνειδήσεων. Aφύπνιση της συνειδήσεως. Άνθρωπος / πράξη που έχει καταδικαστεί / καταξιωθεί στη ~ του κόσμου. Άνθρωπος με ελαστική ~, που κάνει παραχωρήσεις στις ηθικές αρχές του. (έκφρ.) τον έχω / το έχω στη συνείδησή μου, θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο για κτ. κακό που έχει συμβεί σε κπ. || καλή συνείδηση, εντιμότητα: Άνθρωπος με ~ / που έχει ~. Άνθρωπος χωρίς ~ / που δεν έχει ~, ασυνείδητος.
β. το συναίσθημα του καθήκοντος που εκφράζεται έμπρακτα σε κάποια επαγγελματική συνήθ. δραστηριότητα του ατόμου: Άτομα με αναπτυγμένη επαγγελματική ~ δείχνουν συνέπεια στη δουλειά τους. 2α. η συναίσθηση της προσωπικής ένταξης σε ένα χώρο ή σε ένα σύνολο και της ευθύνης που προκύπτει από αυτή: H ιστορική ~ ενός λαού. H ταξική ~ συσπειρώνει εκείνους που υπερασπίζονται κοινωνικά συμφέροντα. Kαλλιέργεια / διαμόρφωση της εθνικής / κοινωνικής συνείδησης της νεολαίας. β. το σύνολο των πεποιθήσεων ενός ατόμου: Aντιρρησίας συνείδησης.
Πρέπει να είναι κανείς το φως του εαυτού του. Αυτό το φως είναι ο νόμος. Δεν υπάρχει άλλος νόμος. Όλοι οι άλλοι νόμοι κατασκευάζονται από την σκέψη κι έτσι είναι αντιφατικοί και κομματιασμένοι. Να είναι κανείς το φως του εαυτού του σημαίνει να μην ακολουθεί το φως κάποιου άλλου, οσοδήποτε λογικό, ορθολογιστικό, ιστορικά δικαιωμένο ή πειστικό κι αν είναι. Δεν μπορείς να είσαι το φως του εαυτού σου αν βρίσκεσαι κάτω από την σκοτεινή σκιά της αυθεντίας, του δόγματος, του συμπεράσματος. Ελευθερία σημαίνει να είναι κανείς το φως του εαυτού του. Μόνο τότε δεν είναι αφηρημένη έννοια, ταχυδακτυλουργία της σκέψης. Η πραγματική ελευθερία είναι ελευθερία από την εξάρτηση, την προσκόλληση, από την επιθυμία για εμπειρίες» -Jiddu Krishnamurti
Ανεξαρτησία κι Αντίληψη
Είναι εύλογο το να αναρωτιέται κανείς ποια είναι η ουσιαστική σχέση αφηρημένων εννοιών, όπως η ανεξαρτησία της ταυτότητας ή προσωπικότητας, με την Αντιληπτική της ικανότητα ή την Επίγνωση της. Πρέπει να γνωρίζουμε πως η επίτευξη της Αντίληψης και κατά προέκταση της Επίγνωσης, σαν διαδικασία δεν είναι κάτι που γίνεται ερήμην της συνολικής ταυτότητας του ανθρώπου, είτε μιλάμε για το συνειδητό είτε για το αυξημένης συνειδητότητας επίπεδο.
*Λεξησαφήνιση: Διάβασε στο τέλος του άρθρου ορισμούς κάποιων των λέξεων.
Αντίληψη (perception, Wahrnehmung) καλείται μια σύνθετη και πολύπλοκη λειτουργία του ψυχοφυσικού οργανισμού, που αυτόματα, μέσω δυναμικής αλληλοσυσχέτισης των μηνυμάτων της εμπειρίας, αναγνωρίζει, ερμηνεύει άμεσα και αποδίδει νόημα ―με τη βοήθεια της νόησης, συλλαμβάνοντας απόψεις, ιδιότητες, ποιότητες ή σχέσεις των αντικειμένων μεταξύ τους, της διανοητικής ανάπτυξης, του συναισθήματος (διαθέσεως) και της προηγούμενης εμπειρίας (μάθησης) του ανθρώπου― στα αισθητηριακά δεδομένα, δηλ. τα συναισθήματα (που προέρχονται είτε από εξωτερικά/περιβαλλοντικά, είτε από οργανικά ή του κεντρικού νευρικού μας συστήματος ερεθίσματα) ανάλογα με το γνωσιακό σχήμα του, οργανώνοντάς τα έτσι σε μια ολότητα, ως κάτι το συγκεκριμένο.
Η αντίληψη, που οπωσδήποτε συνιστά μια βασική πηγή συνειδητής γνώσης (πληροφορίας) του κόσμου, απαραίτητη για την παροχή σημάτων αναγκαίων για τον ορθό προσανατολισμό του ανθρώπου στο περιβάλλον και απαραίτητη για την παραγωγή αντίστοιχων τρόπων συμπεριφοράς, μπορεί να διαταραχθεί, να παρεκτραπεί, αλλοιώνοντας την εικόνα της πραγματικότητας (δηλ. ψευδαισθήσεις, ψευδοψευδαισθήσεις, παραισθήσεις) κυρίως σε περιπτώσεις είτε αισθητηριακής (πληροφοριακής) αποστέρησης ή υπερτροφοδότησης (υπερφόρτωσης) είτε βλαβών τού Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.
Φιλοσοφικά, η αντίληψη διακρίνεται α) στη σύλληψη (conception, Konzeption), δηλ. τη σύνθεση μιας παράστασης ή τον σχηματισμό μιας έννοιας, β) στην κοινή αίσθηση ή αντίληψη (common sense, Gemeinsinn) κατ’ Αριστοτέλη, που συντονίζει ―μέσω της (κοινής) λογικής (λόγου)― τα ιδιαίτερα αισθήματα κάθε ειδικής αίσθησης, αναφέροντάς τα σε ένα και το αυτό αντικείμενο και παρέχοντάς μας έτσι την ενιαία παράστασή του, γ) στην κοινή αντίληψη με την έννοια κάποιων γενικά παραδεκτών γνωμών μέσα σε ένα δεδομένο χωροχρονικά περιβάλλον, και δ) στην ορθή ή υγιή αντίληψη με την έννοια της ικανότητας του (κοινού) λόγου να κρίνουμε σωστά (δηλ. με λογική και μέτρο), ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ το αληθινό από το εσφαλμένο.
Πάντως, η αισθησιοκρατική ή εμπειριοκρατική Γνωσιολογία θεωρεί την κατ’ αίσθηση αντίληψη ως την αφετηρία, το θεμέλιο και το κριτήριο κάθε γνώσης. Εξωαισθητηριακή αντίληψη (extrasensory perception) ή τηλαισθησία (ή κρυπταισθησία) ονομάζεται στην Παραψυχολογία η ικανότητα «παρ’ αίσθησιν» αντίληψης ενός αντικειμένου, ενός γεγονότος ή μιας διανοητικής κατάστασης ενός άλλου ατόμου χωρίς διέγερση των μέχρι σήμερα γνωστών αισθήσεων και πέρα από κάθε δυνατό λογικό συμπέρασμα. Το πιο φημισμένο εργαστήριο με σχετικές έρευνες πάνω σε παραψυχολογικά φαινόμενα θεωρείται σήμερα τού Πανεπιστημίου του Duke (Durham της Βόρειας Καρολίνας των Η.Π.Α.
Η Αντίληψη της Συνείδησης είναι κομμάτι του ανθρώπου, γίνεται από τον άνθρωπο και την ποιότητα του χαρακτήρα του, ή ιδιοσυγκρασία του κι είναι αυτό που αποκαλούμε η ταυτότητα του, δημιουργείται από το περιβάλλον του και παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στο να έχει σωστά φιλοεπιβιωτικά αποτελέσματα, στην ζωή του. Έτσι όπως η υγεία του σώματος είναι εξαιρετικά σημαντική για έναν αθλητή και όπως δεν νοείται ένας αθλητής που είναι ασθενής να αθλείται, το ίδιο δεν νοείται και ασθενής στην προσωπικότητα να επιδίδεται σε υπερβατικά αντιληπτικές δραστηριότητες.
Και μπορεί για έναν ασθενή αθλητή, τα κριτήρια της ασθένειας να είναι ευδιάκριτα, εν τούτοις για έναν ασθενή στην προσωπικότητα, είναι περισσότερο δυσδιάκριτα, έως εντελώς αφανή. Όμως είναι εκεί, θέτοντας σοβαρά εμπόδια, στην κατάκτηση των σκοπών μιας αντιληπτικότητας αλλά και μιας εύρυθμης ζωής γενικότερα. Τα αποτελέσματα αυτής της «νοητικής μη ορατής ασθένειας» δυστυχώς τα βιώνουμε όλοι λίγο-πολύ, στην καθημερινότητα μας και γίνονται πολύ ευδιάκριτα, αν τυχόν έχουμε την φαεινή ιδέα, ν’ αναπτύξουμε κάποια θεωρία, λίγο «διαφορετική» απ’ τις συνηθισμένες.
Ναι, είναι εκεί η παρέκκλιση της ταυτότητας του ανθρώπινου ζώου κι αυτό το ανθρώπινο ζώο είναι αδύνατον να αντιληφθεί πέρα απ’ ό,τι του έχουν ήδη πει, πέρα από ό,τι ήδη γνωρίζει. Τα δεσμά αυτού του ανθρώπινου ζώου είναι η περιορισμένη αντιληπτική του ικανότητα, μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις εξαιρετικά περιορισμένη, σχεδόν αντιεπιβιωτική, άρα για πια ανεξαρτησία να μιλάμε; Όπου υπάρχουν δεσμά, ορατά ή αόρατα, υπάρχει σκλαβιά κι όχι ανεξαρτησία. Οι πεποιθήσεις του ανθρώπου είναι οι εξαρτήσεις του και είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθεί κάποιας μορφής ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ, όπως δεν μπορεί ένα ψάρι να αντιληφθεί την ζωή έξω από το νερό της λιμνούλας του, πόσο μάλλον οποιασδήποτε μορφής ζωή έξω από τον υγρό κόσμο.
Για ένα ψάρι –είτε μαρίδα, είτε φάλαινα – οι πεποιθήσεις τους, οι εμφυτεύσεις τους, δηλ. οι επιρροές του περιβάλλοντος τους είναι που τα εμποδίζουν να αντιληφθούν κάτι έξω από αυτές, όσο δε για να βιώσουν κάτι, τόσο έξω από τα συνηθισμένα τους, ούτε σκέψη. Σκέψου τι πιθανότητα έχει να αντιληφθεί ένα χρυσόψαρο στην γυάλα του, ή το δέντρο στην αυλή σου, σχετικά με τα δικά σου βάσανα, με τις τράπεζες, τα δάνεια, τα χρηματιστήρια, το χάος των οικονομικών, τις θρησκείες, τους πολέμους, την πολιτική και όλα αυτά τα καλούδια που ταλανίζουν τον πολιτισμό στις τσιμεντουπόλεις του ανθρώπινου ζώου.
Ξέρεις δεν χρειάζονται δυσνόητες γνώσεις κι εξωτικές ορολογίες της ψυχιατρικής, για να καταλάβεις αυτό που είναι ακριβώς μπροστά στα μάτια σου. Οι περισσότεροι ψυχίατροι θεωρούν ότι οι ψυχικές διαταραχές προκαλούνται από διαταραχή της χημείας του εγκεφάλου, μια άποψη που στηρίζεται από τις πρόσφατες ανακαλύψεις της νευρολογίας. Υπάρχουν επίσης πολλά εμπειρικά στοιχεία ότι η ψυχολογική ένταση μπορεί να πυροδοτήσει αλλαγές στη χημεία του εγκεφάλου. Αυτό ενίσχυσε τη δημιουργία ενός βιο-ψυχο-κοινωνικού μοντέλου ψυχικής διαταραχής, όπου συνδυάζονται γενετικοί και δυναμικοί παράγοντες. Ωστόσο, το θεμελιώδες ερώτημα «τι είναι ο νους, τι είναι η διάνοια» παραμένει αναπάντητο, γιατί ο νους δεν έχει υλική υπόσταση, όπως και το τι είναι η *συνείδηση, είναι επίσης αναπάντητο, απλώς εικασίες έχουμε.
Η γενική θεώρηση είναι ότι ο νους είναι επι-φαινομενικός, δηλαδή δευτερεύον φαινόμενο της λειτουργίας του εγκεφάλου. Αναφέρεται πως ο εγκέφαλος κατά κάποιον τρόπο παράγει συνειδητότητα. Η υπόθεση αυτή, αν και λογικοφανής, δεν είναι λογική. Πώς μπορεί κάτι τελείως υλικό να δημιουργήσει κάτι μη-υλικό; Ωστόσο θεωρείται δεδομένο σε έναν κόσμο που βασίζεται στην ιδέα του μηχανικού, υλικού σύμπαντος, όπου οι πέντε αισθήσεις θεωρούνται η μόνη αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης. Διαφωνώ με αυτή την υλιστική άποψη του κόσμου, ως την μοναδική, δογματική κι αλάθητη, που ξεκίνησε με τον Ρενέ Ντεκάρτ και τον Ισαάκ Νεύτωνα πριν από 300 χρόνια. Ο Ντεκάρτ θέσπισε το χρυσό κανόνα της εμπειρικής επιστήμης, πως τίποτε δεν θεωρείται αληθινό μέχρι να αποδειχθεί κι ο Νεύτων έθεσε τα θεμέλια του μηχανικού σύμπαντος όπου ο χρόνος είναι απόλυτος και ο χώρος δομείται σύμφωνα με τους νόμους της κίνησης.
Από τότε, το χάσμα μεταξύ θρησκείας κι επιστήμης ολοένα βαθαίνει. Η Εκκλησία δεν μπορούσε πλέον να ψεύδεται ότι κατανοούσε τη λειτουργία του σύμπαντος και ο θρησκευτικός κόσμος απομακρύνθηκε από τον υλικό. Κατά το 19ο αιώνα, ο επιστημονισμός της ψυχολογίας επανακαθόρισε τον ψυχικό κόσμο –που αρνείται την ύπαρξη του- με κοσμικούς όρους. Ο Ζίγκμουντ Φρόυντ (1927) είδε τη θρησκεία ως μαζική άμυνα κατά των νευρώσεων, ακόμη και ο Καρλ Γιουνγκ, παρά το προσωπικό «πνευματικό» ταξίδι του, περιορίστηκε να ορίσει την ψυχή ως «το ζωντανό εντός του Ανθρώπου, εκείνο που ζει από μόνο του και δημιουργεί ζωή» (Γιουνγκ, 1959:26)
Η ψυχιατρική προσπαθεί να αποδείξει πως είναι μία επιστήμη ίση με τις άλλες και λίγο νοιάζεται για την πνευματικότητα, την ψυχή και τα περί τούτων θέματα. Κι όμως μια έρευνα του Ιδρύματος Ψυχικής Υγείας (1997) έδειξε πως πάνω από το 90% των ασθενών είχαν θρησκευτικές ή πνευματικές πεποιθήσεις που τις θεωρούσαν σημαντικές στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν την ψυχική ασθένεια. Επίσης είπαν ότι δεν ένιωθαν άνετα να συζητήσουν τις πεποιθήσεις τους με τον ψυχίατρο. Οι ψυχίατροι που ιδιωτικά αναγνωρίζουν τη σημασία της πνευματικότητας συχνά διστάζουν να ανοίξουν τέτοιες συζητήσεις με ασθενείς επειδή δεν περιλαμβάνεται στην ιατρική, ψυχιατρική και ψυχοθεραπευτική τους παιδεία (Powell, 2001).
Οι επιπτώσεις της Νευτώνειας κοσμοθεωρίας υπήρξαν τεράστιες. Το επιστημονικό πρότυπο της ψυχής δεν χωράει την πνευματική ψυχή δηλ. δεν υπάρχει τίποτε πριν τη γέννηση και μετά το θάνατο. Όλα θεωρείται ότι απορρέουν από τη σύντομη, υλική μας ύπαρξη και το ανθρώπινο εγώ είναι η μόνη πηγή συνειδητότητας. Είμαστε πλάσματα ανεξάρτητα, περιορισμένα εντός των ορίων του σώματός μας, και κινούμαστε σε ένα απρόσωπο τρισδιάστατο σύμπαν, απόλυτα αδιάφορο στις πράξεις μας. Πως να μην είναι η κατάθλιψη η σύγχρονη ασθένεια; Τα πρώτα πέντε χρόνια που βγήκε στην αγορά το αντικαταθλιπτικό Prozac, δόθηκαν πάνω από 20 εκατομμύρια συνταγές (Kramer, 1994).
Ο Νευτώνειος επιστημονισμός κλονίστηκε για πρώτη φορά πριν από μια εκατονταετία. Με τη γέννηση της κβαντικής μηχανικής, η άποψη ότι ο υλικός κόσμος είναι στερεός, σταθερός και ανεξάρτητος από το νου αποδείχθηκε αβάσιμη. Για παράδειγμα, το διάσημο πείραμα κύματος-σωματιδίου έδειξε πως όταν μια δέσμη φωτός περνά από μια στενή σχισμή, υποατομικά πακέτα φωτός, τα κβάντα, χτυπούν στην οθόνη ανίχνευσης σαν μικροσκοπικές σφαίρες. Αν κάνουμε δύο παράλληλες σχισμές, το φως που περνά δημιουργεί ένα πρότυπο κυματικής συμβολής. Τα σωματίδια γίνονται κύματα, και τα κύματα σωματίδια. Και οι δύο «πραγματικότητες» είναι εξίσου υπαρκτές και αδιαχώριστες από τον παρατηρητή/συμμετέχοντα. Πίσω από τη δυαδικότητα κύματος-σωματιδίου κρύβεται αναμφίβολα το βασίλειο των κυματιδίων. Αυτή είναι μόνο η αρχή, γιατί η θεωρία των υπερχορδών προτείνει ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες διαστάσεις απ’ όσες χωρούν στον τοπικό μας χωροχρόνο.
Τα ηλεκτρόνια δεν γίνονται πλέον αντιληπτά ως σωματίδια που περιστρέφονται γύρω από το άτομο σαν μικροσκοπικό ηλιακό σύστημα. Το ηλεκτρόνιο απλώνεται στο χώρο ως κβαντικό κύμα και εμφανίζεται ως σωματίδιο στον υλικό μας χωροχρόνο, μόνον όταν ένας συνειδητός παρατηρητής κάνει μια μέτρηση. Ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε την ταχύτητα και τη θέση του ηλεκτρονίου κατά την ίδια στιγμή, γιατί όταν καθηλώνεται το κβαντικό κύμα, το μόνο που έχουμε είναι μια στατιστική πιθανότητα να εμφανιστεί το ηλεκτρόνιο εκεί που το περιμένουμε. Μπορεί να υλοποιηθεί εκατοντάδες, χιλιάδες ή κι εκατομμύρια μίλια μακριά. Όταν συμβαίνει αυτό, φτάνει εκεί σε χρόνο μηδέν. Υπερβαίνει και το χώρο και το χρόνο, δεν μετακινείται διαμέσου αλλά μεταπηδά κι αυτό αποκαλείται ΚΒΑΝΤΙΚΟ ΑΛΜΑ, με αυτό θα ασχοληθούμε πολύ γιατί είναι ένα πολύ χρήσιμο δεδομένο που μπορείς να χρησιμοποιήσεις στην ζωή σου.
Το βασίλειο των κβάντα και το υλικό σύμπαν που προκύπτει απ’ αυτό, είναι ένα αδιαίρετο, ενιαίο όλον και πιθανόν να μην είναι μόνο αυτά τα δύο βασίλεια, άλλα να υπάρχουν κι άλλα ανεξερεύνητα βασίλεια ακόμη κι αυτοκρατορίες. Ακόμη πιο παράδοξα, φαίνεται πως η συνειδητή μας [λογική] συμμετοχή, οδηγεί στην ύπαρξη του υλικού κόσμου. Υπάρχει και το αντιδραστικό τμήμα της συνείδησης όπως και το πνευματικό ή διττό ή διπλό κομμάτι του εαυτού.
Όταν η συνειδητότητα [λογική] καθηλώνει την κυματική λειτουργία στον τρισδιάστατο χωροχρόνο, νους και ύλη προκύπτουν ταυτόχρονα, σαν τις δύο πλευρές ενός νομίσματος. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που αποκαλούμε πραγματικότητα, τόσο με την προσωπική όσο και με τη συλλογική έννοια. Καθένας μας έχει συνείδηση του εαυτού του, εφ’ όσον συνδεόμαστε με το ολικό πεδίο συνειδητότητας και από αυτήν την προσωπική οπτική γωνία προκαλούμε επανειλημμένες περαιτέρω καθηλώσεις της κυματικής λειτουργίας. Η διαδικασία μπορεί να συγκριθεί με τον τρόπο που τα καρέ μιας ταινίας διαδέχονται το ένα το άλλο και δίνουν εντύπωση κίνησης. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούμε διαρκώς αυτό που θεωρούμε πραγματικότητα και τηn βιώνουμε τόσο σαν εσωτερικό ψυχικό χώρο και ως εξωτερικό φαινομενικό κόσμο γύρω μας.
Ο εξωτερικός κόσμος είναι αξιοσημείωτα σταθερός, δίνοντας την εντύπωση πως υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς. Όταν πηγαίνουμε το πρωί στο γραφείο αυτό μας περιμένει εκεί, δεν το φτιάχνουμε πηγαίνοντας εκεί. Αυτό συμβαίνει επειδή το κύμα πιθανοτήτων που η συνειδητότητα μας καθηλώνει μόλις φτάσουμε στο γραφείο και που υλοποιεί το γραφείο μας, παράγεται από όλα τα συνειδητά όντα [όχι απαραίτητα βιολογικά όντα] ανά πάσα στιγμή. Ζούμε σε έναν κόσμο συμφωνιών, ένας τεράστιος αριθμός συνειδητών παρατηρητών έχουν συμφωνήσει ότι ο υλικός κόσμος θα είναι έτσι όπως τον ζούμε κι έτσι υπ-άρχει το γραφείο σου και το πάτωμα όταν ξυπνάς στην θέση του. Εκτός αν συμβεί κάποια απρόβλεπτη ή σκόπιμη καταστροφή, με βαθμούς και δικής σου συμφωνίας, το γραφείο σε παραμένει πάντα εκεί που το άφησες. Αυτό εξηγεί πόσο επιτακτικό είναι να μην βαδίζεις στο ίδιο μονοπάτι με την μάζα, για να μην σε επηρεάζει το συλλογικό ασυνείδητο, αν ο σκοπός σου είναι η ανεξαρτησία και η αυξημένη αντίληψη.
Σκέψου όμως λίγο αυτά τα σπάνια κι απρόβλεπτα συμβάντα που ονομάζουμε παράξενα. Εφ’ όσον η κυματική λειτουργία περιέχει (εν δυνάμει) κάθε τι που υπάρχει σε όλο το χρόνο, δεν υπάρχει κατ’ αρχήν κανένα όριο στις δυνατότητες. Ένας νους με μοναδικές δυνάμεις, καθαρός από αντιδράσεις, μπορεί να καθηλώσει το κύμα μοναδικά, μετατρέποντας «το κρασί σε νερό». Το μόνο που χρειάζεται γι’ αυτό είναι η απαιτούμενη ΕΝΕΡΓΕΙΑ, ο έλεγχος του ΕΓΩ [αντιδραστικό] και η σύνδεση με τον διπλό εαυτό, το ΕΙΝΑΙ. Μόνο Ενέργεια απαιτείται για να μεταμορφωθεί το ανθρώπινο ζώο σε άνθρωπο, με ικανή αντιληπτική ικανότητα και δυνατότητα διαφυγής από τα δεσμά των εξαρτήσεων.
Οι κβαντικές επιδράσεις εμφανίζονται πιο εύκολα στο υποατομικό επίπεδο, αλλά η έρευνα σε συστήματα μεγάλης κλίμακας (Schmidt, 1987) αποκάλυψε πως οι γεννήτριες τυχαίων αριθμών μετά από χιλιάδες δοκιμές δείχνουν μια τάση προς τα πάνω ή προς τα κάτω, που σχετίζεται με τις προθέσεις του πειραματιστή. Αυτές οι μελέτες έχουν επαναληφθεί, οπότε μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας ότι ο νους επηρεάζει την ύλη. Έχει επίσης δειχθεί ότι πειραματικά υποκείμενα που είναι συναισθηματικά συντονισμένα μπορούν να συγχρονίζουν τα εγκεφαλικά τους κύματα από απόσταση (Targ and Puthoff, 1974). Επομένως ο νους επηρεάζει το νου από απόσταση, είτε από κοντά είτε από μακριά.
Τις δεκαετίες 1970 και 1980, πειράματα όρασης εξ’ αποστάσεως που χρηματοδότησε ο στρατός των ΗΠΑ στο Ερευνητικό Ίδρυμα Stanford έδωσαν επιτυχίες με πιθανότητα πάνω από ένα δισεκατομμύριο δισεκατομμυρίων προς ένα, έναντι του τυχαίου (Μάιος 1988). [μελέτησε το άρθρο Dr Sue Arrigo η Πυθία της CIA] Ο νους μπορεί να «ταξιδέψει» σε μακρινές τοποθεσίες και να αναφέρει με ακρίβεια τι υπάρχει εκεί. Η πρόγνωση έχει πλέον διαπιστωθεί με βεβαιότητα σε εμπειρική βάση (Radin, 1997). Επομένως ο νους λειτουργεί όχι μόνο πέρα από το χώρο αλλά και πέρα από το χρόνο. Έχει ερευνηθεί η δύναμη της προσευχής (Byrd, 1988), καθώς επίσης και πάνω από 150 ελεγχόμενες μελέτες για θεραπείες με ανθρώπους και φυτά (Benor, 1992, 2001). Η εξ’ αποστάσεως πρόθεση ενός νου μπορεί να βοηθήσει τη θεραπεία και την υγεία ενός άλλου, είναι αποδεδειγμένο και πέραν πάσης αμφιβολίας.
«Αφήστε τους πολύξερους να μένουν με την εντύπωση, ότι η ουσία στην δράση του μαραγκού, είναι να γεμίζει το πάτωμα με πριονίδια» Kraus Karl
H αποδεκτή και η μεταφυσική πραγματικότητα
Από την συμφωνία μας στην ιστορία του πολιτισμού προέκυψε αυτό που γνωρίζουμε σαν αποδεκτή πραγματικότητα – ένα πλαίσιο μέτρων και αξιών όπου θρησκεία, επιστήμη, κουλτούρα και παιδεία συνεισφέρουν σε μια συνεπή κοσμοθεωρία. Η διάγνωση ψυχικών διαταραχών όπως η σχιζοφρένεια και η κατάθλιψη δεν γίνεται στο κενό αλλά εντός της αποδεκτής πραγματικότητας. Κάθε άτομο ορίζει το δικό του εσωτερικό κόσμο. Αλλά η αλήθεια του ενός είναι ψευδαίσθηση για τον άλλον και ως μέλη της κοινωνίας υποχρεωνόμαστε να ακολουθούμε τις κοινά αποδεκτές αλήθειες που τροφοδοτούν τα συστήματα πεποιθήσεων. Τις αφομοιώνουμε υποσυνείδητα και επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Ας συνδέσουμε τώρα τις δύο περιοχές συνειδητότητας που περιγράψαμε. Από τη μία έχουμε τον κόσμο των αισθήσεων και της αποδεκτής πραγματικότητας, κι από την άλλη την απεριόριστη λειτουργία της συνειδητότητας πέρα από το χωροχρόνο, που οδηγεί σε αυτό που στη Δύση λέγεται μεταφυσικό. Για πολλούς, η γνώση του αιώνιου και του απεριόριστου παραμένει άπιαστη. Υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Η συνειδητότητα του ανθρώπινου είδους απασχολείται με τη διαρκή ροή σκέψης και συναισθημάτων που απορρέουν από τον αγώνα της ζωής για επιβίωση και για τους περισσότερους ανθρώπους είναι υπεραρκετό!
Είναι σαν να μας περιβάλλει μια ημιπερατή μεμβράνη, δημιουργώντας το χώρο κατοικίας του ΕΓΩ και βάζοντας τα όρια του κόσμου των αισθήσεων. Χωρίς αυτά τα όρια, θα συγχωνευόμαστε με την κοσμική συνειδητότητα δηλ. μόνο κύματα και καθόλου σωματίδια! Επειδή η μεμβράνη είναι διαπερατή, μπορούμε να αφήσουμε το ΕΓΩ, στο σπίτι και να ταξιδέψουμε πέρα από το χώρο και το χρόνο. Αυτό οδηγεί σε ολότητα ή σε κατακερματισμό, ανάλογα με το βαθμό σταθερότητας της ψυχής.
Άλλο η ανεξαρτησία από ένα καλά ισορροπημένο ΕΓΩ μέσω ανακεφαλαίωσης και σύνδεσης με τον διπλό εαυτό, το ΕΙΝΑΙ και άλλο να αγωνίζεσαι να κρατηθείς στα συγκαλά σου, όταν παθαίνεις νευρική κατάρρευση. Αν η μεμβράνη γίνει πορώδης, υπάρχει ανεξέλεγκτη ροή συνειδητότητας και απώλεια του εαυτού. Εξίσου επικίνδυνη είναι η εμπειρία της εισβολής ξένης ενέργειας ή οντότητας. Γι αυτό είναι τόσο απαραίτητος ο έλεγχος των σκέψεων των λέξεων των συναισθημάτων, κοντολογίς ο έλεγχος και το ξεγέλασμα του ΕΓΩ. Είναι λάθος να ρίξουμε έναν στρατό επάνω στο ΕΓΩ και να το ξεπαστρέψουμε, δεν γίνεται έτσι, απαιτείται ΕΛΕΓΧΟΣ και ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ για να έχουμε αποτελέσματα χωρίς να τρελαθούμε.
Στην υγεία πρέπει να υπάρχει ισορροπία μεταξύ του νου που λειτουργεί σαν κλασικό Νευτώνειο όργανο σύμφωνα με τους νόμους αιτίου κι αιτιατού και ως κβαντικό όργανο ελεύθερο από τους περιορισμούς του χωροχρόνου και ανοιχτό σε μεταφυσικά φαινόμενα. Στις λεγόμενες πρωτόγονες κοινωνίες, χρησιμοποιούν τη δεύτερη αυτή λειτουργία για θεραπευτικούς σκοπούς, πρόγνωση, ανάκτηση της ψυχής κι απελευθέρωση του πνεύματος, μεταξύ άλλων. Γνωρίζουν ότι ο κόσμος των πνευμάτων διαπερνά τον δικό μας, και ο σαμάνος χρειάζεται επίπονη εκπαίδευση ώστε να μπορεί να περνά σε μια άλλη κατάσταση συνειδητότητας όπου μιλά με το πνεύμα, είτε ζώο, είτε φυτό, είτε άνθρωπο, μια κατάσταση εξίσου πραγματική με την καθημερινή ζωή (Castaneda, 1998)
Η ζωή σε βιομηχανοποιημένες χώρες απομακρύνει τους ανθρώπους από τέτοιες εμπειρίες. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, το πνευματιστικό κίνημα που εμφανίστηκε το 19ο αιώνα υπέστη πολλές επιθέσεις. Τα φαινόμενα έρχονταν σε αντίθεση με την κρατούσα επιστημονική κουλτούρα και δεν επιδέχονταν τις ερευνητικές μεθόδους της εποχής. Υπήρξαν ορισμένοι απατεώνες που αποκαλύφθηκαν θριαμβευτικά, και τέλος, οι πνευματικές προεκτάσεις ήταν και είναι ενοχλητικές για την Εκκλησία. Χρειάστηκε να περιμένουμε πάνω από 100 χρόνια για να βρεθούν οι κατάλληλες ερευνητικές μέθοδοι, με τη βοήθεια νέων επιστημονικών προτύπων και τολμηρών ανθρωπολογικών εργασιών (Narby, 1998).
Παρ’ όλα αυτά, στη σημερινή κοινωνία υπάρχουν, όπως πάντα, θεραπευτές και μέντιουμ που αντιλαμβάνονται άλλες πραγματικότητες. Κατά κανόνα κρύβουν αυτή τους την αντίληψη από παιδιά, επειδή μαθαίνουν πως είναι επικίνδυνο να είναι διαφορετικοί. Αργότερα νιώθουν ανακούφιση ανακαλύπτοντας πως δεν είναι μόνοι. Οι ψυχίατροι έχουν τη δική τους γνώμη για ανθρώπους με τόσο ευαίσθητη αντίληψη. Εύκολα τους βαφτίζουν “οριακές περιπτώσεις” και η ευαισθησία τους θεωρείται παθολογική. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, μια και η ψυχιατρική παρεμβαίνει μόνο όταν κάτι πάει πολύ στραβά ή όταν πάρει εντολή από τα γνωστά κέντρα. Όμως όταν υπάρχουν τόσα εκατομμύρια άνθρωποι που τρέφονται με ψυχοφάρμακα είναι αυτονόητο και δεν αποτελεί έκπληξη η ανικανότητα για ΑΝΤΙΛΗΨΗ, ΔΙΑΚΡΙΣΗ, ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ, ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ και κατ’ επέκταση ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ.
Ας δούμε με απλά λόγια, μιας και η απλότητα είναι η βάση της θεωρίας του χάους που διέπει την ζωή μας, σ’ ετούτον τον υλικό κόσμο που εγκλωβιστήκαμε, καταθέτοντας την συμφωνία μας και παραδίδοντας την ανεξαρτησία μας, τι μπορούμε να κάνουμε για να αποκτήσουμε βήμα-βήμα βαθμούς ανεξαρτησίας και αύξηση της αντιληπτικής ικανότητας. Προσοχή: όταν αναφερόμαστε στην Ανεξαρτησία σε καμία περίπτωση δεν εννοούμε την Ελευθερία, είναι δύο εντελώς διαφορετικές καταστάσεις. Δεν υφίσταται μέσα στην φυλακή της ύλης των Δημιουργιών, κανενός είδους Ελευθερία, υφίστανται μονάχα Βαθμοί Ανεξαρτησίας, που ο άνθρωπος στο μονοπάτι της Ελευθερίας, μπορεί να τους πετύχει ανάλογα με την δράση του και την ενέργεια του. Γι αυτό μιλάμε για Βαθμούς Ανεξαρτησίας. Ας δούμε πως δημιουργούνται οι εξαρτήσεις που φυλακίζουν το ανθρώπινο ζώο πιο βαθιά, μέσα στην φυλακή της δημιουργίας.
Ανεξαρτησία vs Εξάρτηση
Ας σκεφτούμε κάτι που ήδη γνωρίζουμε, το τι συμβαίνει σε ένα μικρό παιδί – κι όχι απαραίτητα ανθρώπινο παιδί, γιατί και στην φύση το ίδιο συμβαίνει εν μέρει- όπως παρατηρούμε, κάπου στην πορεία της ανάπτυξης του ο άνθρωπος εκφυλίζεται και χάνει την επαφή με την φυσικότητα. Το παιδί λοιπόν, είναι σαφώς εξαρτημένο από τους γονείς του, δεν διαθέτει ανεξαρτησία. Όταν κάνει κάτι στρέφει το βλέμμα του προς αυτούς, αναζητώντας την έγκριση ή την επιβράβευσή τους. Δεν αισθάνεται σίγουρο για τον εαυτό του. Την όποια αυτοπεποίθησή του και κάποια ψευδή ασφάλεια, την αντλεί από τους άλλους, από το περιβάλλον του, γιατί είναι ακόμα εξαρτημένο. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στα ζώα, αν κι όχι σε όλα.
Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση αυτή τροποποιείται (αν κι όχι πάντα) και με την ενηλικίωση ο άνθρωπος δεν έχει τόσες ισχυρές εξαρτήσεις από τους άλλους ανθρώπους ή καταστάσεις, τουλάχιστον φαινομενικά, γιατί στην πραγματικότητα άλλα συμβαίνουν. Σταδιακά φαίνεται να παίρνει κάποιες αποφάσεις, να πιστεύει σε κάποιες ιδέες, χωρίς απαραίτητα να ζητά την επιβράβευση ή την αποδοχή των άλλων, τουλάχιστον όχι εμφανώς. Ανακαλύπτει μάλιστα ό,τι συνήθως, αυτή την επιβράβευση και την ενθάρρυνση την έχει, όταν αυτές οι ιδέες που επιλέγει να πιστεύει, είναι οι ίδιες ιδέες που πιστεύουν και οι γύρω του. Το αντίθετο μάλιστα συμβαίνει, όσο πιο πολύ πιστεύει, ότι του λένε οι άλλοι, τόσο πιο πολύ επιβραβεύεται και ενθαρρύνεται, έτσι συνεχίζει ν’ ακολουθεί αυτήν την λανθασμένη πρακτική.
Εξυπακούεται ότι εντελώς αυτάρκης δεν πρόκειται να γίνει ποτέ ακολουθώντας αυτήν την πεπατημένη, για ανεξάρτητος δε … ούτε λόγος και η Ελευθερία είναι τελείως ουτοπική γι αυτόν, άσχετα αν την παπαγαλίζει. Υπάρχει όμως κάποιο όριο που είναι απολύτως απαραίτητο να το υπερβεί, για να πάψει να εξαρτάται απ’ τις γνώμες των άλλων, τις επιθυμίες, τις ιδέες και τις θεωρήσεις τους αν θέλει να γίνει ανεξάρτητος και να δομήσει μια ταυτότητα ανεξάρτητου και υγιούς νοητικά ανθρώπου, με αντίληψη. Αν αφήνεται, επηρεάζεται κι ακολουθεί, λόγω της ανασφάλειάς του και του φόβου της ανεξαρτησίας τους άλλους, επιτρέποντας τους να αποφασίζουν γι αυτόν, τότε η ανεξαρτησία δεν είναι γι αυτόν, αφού κανένα από τα οφέλη της δεν θα γίνει κτήμα του. Για κάποιους ανθρώπους τα κάγκελα της φυλακής τους παρέχουν ασφάλεια και η ζωή έξω από αυτά έναν δυσβάστακτο τρόμο.
Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα ανθρώπων που «σέρνονται» από τους γονείς τους, γονέων που υποκύπτουν συνεχώς στις απαιτήσεις και στα καπρίτσια, των -με δική τους ευθύνη- κακομαθημένων παιδιών τους, ανεξαρτήτως ηλικίας, ζευγαριών όπου ο ένας είναι νοσηρά εξαρτημένος από τον άλλον και δεν μπορεί να τερματίσει την προβληματική σχέση και ανθρώπων που καθοδηγούνται και βασανίζονται από τις εγωπαθείς φιλοδοξίες και τις ματαιοδοξίες τους. Αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθούν, πόσο μάλλον να βιώσουν τα οφέλη της ανεξαρτησίας, που τόσο απλόχερα προσφέρει η κατάκτηση της. Επιπλέον είναι πολύ χαμηλά στην αντιληπτική κλίμακα κι αυτό κάνει την ζωή τους πολύ δύσκολη και την επιβίωση αληθινά επίπονη. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιληφθούν πολύ απλά πράγματα, να ακολουθήσουν απλά βήματα, όπως τον τρόπο να βρουν μια εργασία [έστω «δουλειά» όπως τους αρέσει να την αποκαλούν] σπάνια καταφέρνουν να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα αυτοβελτίωσης μέχρι τέλους και να εφαρμόσουν κάτι από αυτά που έμαθαν.
Οι εξαρτήσεις, οιουδήποτε είδους, τοποθετούν τον άνθρωπο σε μια κατάσταση μεγάλης ανελευθερίας, χωρίς απαραιτήτως να αντιλαμβάνεται ή να παραδέχεται ό,τι έχει πέσει στο μαγγανοπήγαδο και απλά το ό,τι μπορεί ν’ αναπνέει ελεύθερα, ή να γυρνάει δεξιά αριστερά, έχει την ψευδαίσθηση πως είναι κι ελεύθερος. Όπως ένας ασθενής αθλητής μπορεί να τρέξει, να συγχρωτίζεται με αθλητές, να πηγαίνει στα τερέν, βιώνοντας την ψευδαίσθηση πως είναι αθλητής, αλλά είναι αδύνατον να λάβει μέρος σε αγώνες, ακόμη και συνοικιακούς. Αυτές οι καταστάσεις εξάρτησης και σκλαβιάς είναι ταυτόχρονα και συνειδητές κι αντιδραστικές. Ο άνθρωπος βολεύεται ή αρέσκεται να πιστεύει -όμως χωρίς ίχνος γνώσης, σιγουριάς ή βεβαιότητας- πολύ σπουδαία πράγματα για τον εαυτό του ή μπαίνει πανεύκολα στον τόσο αγαπημένο ρόλο του θύματος, όπου φταίει ολόκληρο το σύμπαν, αλλά ποτέ αυτός.
Η έλλειψη ανάληψης ευθύνης είναι ισότιμο της μειωμένης αντιληπτικής ικανότητας.
Βολεύεται να πιστεύει πως είναι θύμα και δεν μπορεί να κάνει τίποτε, ενώ μπορεί να κάνει θαυμαστά επιτεύγματα, αν δεν είναι λοβοτομημένος. Η φιλοσοφία ανά τους αιώνες το έχει επεξεργαστεί αυτό το θέμα εκτενέστατα, η ανεξαρτησία και η ανάληψη ευθύνης είναι ο προθάλαμος της ελευθερίας. Η Ανάληψη Ευθύνης είναι το βασικό εργαλείο για μια ολοκληρωμένη χαρακτηροδομή, ικανότατη για διανοητική λειτουργία και ανώτατες ικανότητες, αυτές που οι εξαρτημένοι με δέος τις αποκαλούν «πνευματικές» ή με φόβο και δέος «μαγικές».
Αυτό το οποίο συμβαίνει στους περισσότερους εξαρτημένους ανθρώπους –η βασική αιτία που δεινοπαθούμε και οι υπόλοιποι- είναι το γεγονός ότι η συναισθηματική τους ηλικία δεν συμβαδίζει με την βιολογική. Ενώ το υλικό σώμα συνεχίζει να μεγαλώνει και θα περίμενε κανείς ταυτόχρονα να μεγαλώνει και το νοητικό, δεν συμβαίνει αυτό, η συναισθηματική και η νοητική τους κατάσταση παραμένει στάσιμη, κολλημένη σε κάποια μικρότερη ηλικία, συνήθως στην ηλικία που ένοιωθαν «ασφαλείς» κι εξαρτημένοι από τους γονείς τους. Μπορεί κι ακόμη πιο παλιά, έχει βρεθεί πως πολλοί άνθρωποι είναι στάσιμοι στην «ασφάλεια» της μήτρας, νοητικά και συναισθηματικά, με αποτέλεσμα να είναι ανίκανοι για οποιαδήποτε ανάληψη ευθύνης στον παρόντα χρόνο, πόσο μάλλον οποιασδήποτε μορφής ανεξαρτησίας κι αντίληψης.
Παρατηρούμε ενήλικες που στην ερωτική τους συμπεριφορά, θυμίζουν εφήβους. Ενθουσιάζονται και «νομίζουν πως ερωτεύονται» με την επιπολαιότητα και την αφροσύνη της εφηβείας. Απογοητεύονται και απογοητεύουν, ζώντας δράματα με τον ίδιο τρόπο. Άλλοι είναι νοητικά και συναισθηματικά ακόμη λιγότερο ανεπτυγμένοι. Δεν μπορούν να νοιώσουν ούτε καν τους εφηβικούς έρωτες διότι βρίσκονται στην ηλικία των δέκα ετών. Περιορίζονται έτσι στην ελευθεριότητα του σεξ και στην απόλυτη εξάρτηση. Δεν καταλαβαίνουν τι εστί σχέση, γιατί συναισθηματικά και νοητικά είναι παιδάκια, αλλά ενώ έχουν ικανότητα σεξουαλικής επαφής γιατί το σώμα τους έχει ενηλικιωθεί, ο νους τους είναι μη ανεπτυγμένος και λειτουργούν αντιδραστικά με ορμέμφυτο.
Επίσης στην κοινωνική κι εργασιακή συμπεριφορά τους συμβαίνουν τα ανάλογα. Προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή του περιβάλλοντός τους με παιδιαρίσματα, όπως οι έφηβοι. Είναι έτοιμοι να παρεξηγηθούν και να προσβληθούν με το παραμικρό και μάλιστα όσο πιο ανόητος ο λόγος, τόσο πιο εύκολα θίγονται. Με τον ίδιο τρόπο που διαφέρει η σωματική από την συναισθηματική ηλικία, έτσι και οι διάφοροι παράμετροι της νοητικής ηλικίας μπορεί να αναπτυχθούν με διαφορετικές ταχύτητες. Φανταστείτε έναν άνθρωπο τριάντα ετών, με αυτοπεποίθηση δέκα ετών, σεξουαλικότητα δεκαέξι ετών και συμπόνια ενός έτους, ένα μωρό δεν έχει συνειδητή επίγνωση του πόνου που προξενεί στους άλλους. Κάλλιστα μπορεί να διαπράξει ένα έγκλημα τιμής σε περίπτωση μοιχείας, χωρίς ίχνος τύψης πως έκανε κάτι κακό. Αν διαθέτει κουτοπονηριά έχουμε έναν ψυχρό εγκληματία. Αν δεν διαθέτει, τότε έχουμε τον λεγόμενο εγκληματία «εν βρασμό ψυχής».
Στην ίδια τραγική κι άρρωστη κατάσταση βρίσκονται κάμποσοι θρησκευτικοί και πολιτικοί ηγέτες, καλλιτέχνες, ηγέτες ομάδων σε διάφορα «πρότυπα του συρμού», που παρουσιάζουν εμφανή σημεία υπανάπτυξης και μη ευθυγράμμισης των πλευρών του νοητικού και συναισθηματικού τους επιπέδου, μάλιστα σε αυτήν την ανισορροπία οφείλεται και η ευρεία αποδοχή που απολαμβάνουν κατά το γνωστόν «όμοιος όμοιο αεί πελάζει»
Ο συνηθισμένος εξαρτημένος άνθρωπος δεν αναπτύσσει ισορροπημένα όλες του τις πλευρές, σωματικές, νοητικές και συναισθηματικές. Κάποιες μένουν πίσω. Ενώ αρχικά αυτό δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, σιγά σιγά καθώς κάποιες, συνήθως κι εύλογα οι σωματικές, συνεχίζουν την ωρίμανσή τους, οι νοητικές- συναισθηματικές, εγκλωβίζονται σε μια προγενέστερη ηλικία, καλύπτονται συνήθως από ψέματα προς τον εαυτό και μέσα από τον αντιδραστικό νου, πλέον επιδίδονται σε έναν εξαντλητικό εσωτερικό «εμφύλιο ανταρτοπόλεμο».
Είναι κάποια «κομμάτια» τα οποία αποσπώνται από το κύριο σώμα του ανθρώπου και υπό μορφή δηλητηριώδους βάρους εμποδίζουν την πορεία του, γιατί τα σέρνει πίσω του. Δεν μπορεί να τα πετάξει, γιατί είναι δικά του. Δεν μπορεί ούτε να τα ενσωματώσει, διότι είναι υπανάπτυκτα και δεν ταιριάζουν. Αν έχει μείνει πίσω η νοημοσύνη του και τα συναισθήματα του, τι να κάνει; Να πετάξει και το λίγο που έχει; Όχι δεν μπορεί να το κάνει. Η μόνη λύση είναι να αποκτήσει επίγνωση του προβλήματος του, να δει τις δυσαρμονίες του, μετά να αυξήσει ότι χρειάζεται και να τις εξισορροπήσει. Υπάρχουν πολύ εύκολα βήματα για να πετύχει κάποιος αυτή την μετατροπή κατάστασης, ολόκληρο το βιβλίο αυτά τα βήματα σου δείχνει, γιατί δεν υπάρχει επιβίωση χωρίς ισορροπίες.
Ας πάρουμε το υποθετικό παράδειγμα ενός παιδιού που είναι εξαρτημένο από την μητέρα του. Αυτό για το παιδί και για όσο παραμένει παιδί, δεν αποτελεί πρόβλημα, είναι η φυσική του κατάσταση. Αναμένουμε βέβαια με την πάροδο του χρόνου να χειραφετηθεί, να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του και να γίνει ανεξάρτητο, αυτό που λέμε «να πάρει την ζωή στα χέρια του». Αν όμως κάτι τέτοιο δεν συμβεί, ίσως γιατί η ίδια η μητέρα το εμποδίζει, γιατί έχει κι αυτή το ίδιο πρόβλημα, φοβούμενη ότι κάποτε θα μείνει μόνη, χωρίς κάποιον να τον ελέγχει και χωρίς λόγο ύπαρξης, το παιδί γίνεται σωματικά μόνον ενήλικας, αλλά εσωτερικά παραμένει παιδί ως προς την εξάρτηση από έναν άλλον άνθρωπο. Μετά ο άνθρωπος αυτός παντρεύεται, χωρίς να έχει πραγματικά μεγαλώσει συναισθηματικά και νοητικά για να αναλάβει την ζωή του και τις ευθύνες του, έχει ανασφάλειες και ευθυνοφοβίες.
Το αποτέλεσμα είναι να «προσκαλέσει» ο ίδιος με αντιδραστικό τρόπο την μητέρα του, να αναλάβει την διεύθυνση, ευθύνη του σπιτιού του, την οποία δεν μπορεί να έχει ο ίδιος, γιατί ουσιαστικά είναι ακόμα ένα εξαρτημένο παιδί. Η γυναίκα αυτού του ανθρώπου δεν έχει παντρευτεί μόνο τον άνδρα της, αλλά και την πεθερά της, με τα γνωστά σε όλους προβλήματα. Ας σκεφτούμε τώρα και την γυναίκα αυτού του ενήλικα-παιδιού να έχει το ίδιο πρόβλημα με την δική της μητέρα ή πατέρα και αυτόματα έχουμε, μια κατάσταση παραφροσύνης, έτοιμη για το αστυνομικό δελτίο.
Εδώ έρχεται και το ψέμα προς τον εαυτό, με τις κάθε πιθανές κι απίθανες δικαιολογίες που το συντηρούν, το ενδυναμώνουν και το διαιωνίζουν. Ο άνθρωπος του παραδείγματός μας δεν έχει ιδέα από όλα αυτά. Απλώς τα βαφτίζει όπως του έχουν μάθει «αγάπη και σεβασμό προς την μητέρα του», ενώ φυσικά μόνο αγάπη δεν είναι η νοσηρή εξάρτηση. Έτσι δημιουργείται μια εμπλοκή και δυσλειτουργία, που μέσω της αυτοεξαπάτησης, κρύβεται «κάτω από το χαλί» και δηλητηριάζει συνεχώς την οικογενειακή, εργασιακή και κοινωνική του ζωή. Όλη του η αντίληψη περιορίζεται στο πώς να ικανοποιήσει την αντιδραστική του εξάρτηση, είναι ανίκανος για αντίληψη φιλοεπιβιωτικών ή ανώτερων ιδεών.
Η σύζυγός από την άλλη με το ανάλογο πρόβλημα έχει «προσκαλέσει» και την δική της μητέρα. Κατόπιν οι δύο πεθερές στήνουν έναν πόλεμο, για το ποια θα καταφέρει να επικρατήσει και να μετατρέψει σε αποικία της το ξένο σπίτι. Σταδιακά θα «προσκληθούν», συνήθως μέσω των εθίμων, συγγενείς, γείτονες, φίλοι, κουμπάροι και το σπιτικό αυτό θα μετατραπεί σε «ξέφραγο αμπέλι», όπως ακριβώς είναι οι οικογένειες των περισσότερων ανθρώπων. Ο μηχανισμός λοιπόν είναι απλός. Κάποιες ιδιότητες μέσα στον άνθρωπο (σωματικές, νοητικές, συναισθηματικές) έχουν μείνει πίσω, δεν προχωρούν όλες μαζί ταυτόχρονα, συνήθως η νοητική και η συναισθηματική δεν ακολουθεί την σωματική. Κρύβονται στον αντιδραστικό νου, με τις δικαιολογίες που προσφέρει απλόχερα στον εαυτό του και από εκεί αθέατες δηλητηριάζουν την ζωή του. Γίνεται τότε υποχείριο καταστάσεων και ανθρώπων, χωρίς να έχει ιδέα για το τι του συμβαίνει στην πραγματικότητα.
Η εργασία που έχει να κάνει είναι να ανακαλύψει ποιες πλευρές του εαυτού «κόλλησαν» σε προηγούμενες ηλικίες και σε ποιες ηλικίες συγκεκριμένα. Αφού βέβαια βρει το θάρρος να τις αντικρίσει κατά πρόσωπο και κατόπιν να εργαστεί για να τις αναπτύξει τόσο όσο είναι απαραίτητο, έτσι ώστε όλα τα κομμάτια του, να είναι της ίδιας ηλικίας, προκειμένου να ξαναενωθούν με το κύριο σώμα της ταυτότητας αρμονικά, για να μην υπάρχουν παραφωνίες. Τα κίνητρα λοιπόν των πράξεων ενός ανθρώπου δεν είναι πάντοτε τόσο ξεκάθαρα όσο θα θέλαμε ή μας αρέσει να νομίζουμε. Είναι δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος, ο οποίος σύρεται από τέτοιους εσωτερικούς «σκοτεινούς δαίμονες» και αυτοματοποιημένους αντιδραστικούς μηχανισμούς, να μπορεί ν’ Αντιληφθεί ή να έρθει σε επαφή με τον ανώτερο πυρήνα της συνείδησής του; Απαιτείται ένας ορισμένος βαθμός Ανεξαρτησίας, ο οποίος εξαρτάται από την ισορροπημένη ανάπτυξη και ωρίμανση όλων των ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν έναν άνθρωπο.
Ένας ενήλικας – για να αποκαλείται ενήλικας- οφείλει να έχει το θάρρος της γνώμης του, ν’ αναλαμβάνει την Ευθύνη, ν’ αποφασίζει και ν’ αναλαμβάνει την ευθύνη των αποφάσεων αυτών, να μην υποκύπτει σε συναισθηματικούς εκβιασμούς κι επίσης να μην είναι, αντιδραστικός κι οξύθυμος όπως ένας έφηβος.
Ανεξαρτησία σημαίνει Μη Εξάρτηση και Μη Εξάρτηση σημαίνει Επίγνωση κι ενηλικίωση που δεν σημαίνει σοβαροφάνεια, κατήφεια, υπεκφυγές κι ενοχές.
Συνεπώς, οπλισμένος με την αυτοπαρατήρηση και με πολλή ειλικρίνεια απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό, δεν έχεις παρά να «αυτό – ανακαλυφθείς», ώστε να διαπιστώσεις τι και σε ποιο βαθμό έχει μείνει πίσω, μέσα σου. Μετά με πειθαρχία εργάζεσαι προς την κατεύθυνση να το αναπτύξεις και να το ισορροπήσεις. Δεν είναι κάτι το εύκολο και για να είμαστε ειλικρινείς, χρειάζεται εκτός από καλή διάθεση, στόχευση, θέληση, πειθαρχία και χρόνος.
Η εργασία αυτή, δεν είναι και ουδέποτε ήταν, κτήμα ούτε των θρησκειών, ούτε των σχολών εσωτερισμού. Τα πράγματα έχουν οριστικά αλλάξει. Όποιος θέλει να πραγματοποιήσει την εξέλιξη του εαυτού του, δεν χρειάζεται να γίνει μέλος διάφορων σχολών, αμφιβόλου ποιότητας και μάλιστα μερικές είναι κι επικίνδυνες, με δόλιους σκοπούς. Υπάρχουν βιβλία, άρθρα και σεμινάρια για να μάθει. Ίσως να μην χρειάζεται να πάει πουθενά. Σε τελική ανάλυση όλα υπάρχουν μέσα μας. Όποιος κατορθώσει να βρει την δύναμη του, βρίσκει και το μονοπάτι που θα διαβεί. Το μονοπάτι όμως ενδέχεται να μην είναι συμμετοχή σε κάποια σχολή εσωτερισμού μάλιστα ίσως είναι -και τις περισσότερες φορές είναι- το ακριβώς αντίθετο.
Κάθε άνθρωπος είναι «σχολή» για τον εαυτό του
Αυτό το άρθρο πιθανόν να είναι «σχολή» για σένα, όπως και για εμένα ήταν «σχολή» δεκάδες άρθρα ακόμη και ανθρώπων που δεν συμφωνώ μαζί τους. Οι επιλογές ενός αποφασισμένου ανθρώπου μπορεί να ξεφεύγουν από τα κοινώς παραδεκτά, μπορεί όμως και όχι, είναι ζήτημα αυστηρώς προσωπικό. Όλα αυτά δεν συμπεριλαμβάνουν κάποια «υψηλή» μεταφυσική, γι’ αστρικά επίπεδα, ανώτερα σώματα κι εξωκοσμικές θεωρήσεις, αλλά άραγε χρειάζονται αυτά τα εκκεντρικά και δυσνόητα στον εξαρτημένο από την μητέρα του άνθρωπο του παραδείγματός μας; Αυτός έχει να παλέψει για την ζωή του. Όταν τακτοποιήσει το ζήτημα αυτό, ίσως χρειαστεί κάτι περισσότερο. Τότε όμως δεν θα είναι ένα εξαρτημένο παιδάκι, αλλά ένας άνθρωπος με ανεξάρτητη και ισχυρή ταυτότητα, με αυξημένη αντίληψη, ικανός να αναλαμβάνει ευθύνη του τι θα επιλέξει στην ζωή του.
Εγωκεντρισμός ίσον διαίρεση, ανασφάλεια, ανισορροπία
Κάτι άλλο τώρα, που συνήθως στεναχωρεί και γίνεται δυσνόητο, όταν το αναφέρω. Η ανάπτυξη και η ολοκλήρωση της ταυτότητας ενός ανθρώπου ισοδυναμεί με την ελάττωση του εγωκεντρισμού, δηλαδή με την εξαφάνιση από τον ρόλο πρωταγωνιστή του ΕΓΩ. Αυτό είναι νομοτελειακό αξίωμα, τελεία και παύλα.
Ένα βρέφος νοιάζεται μονάχα για το εγώ του. Ένα παιδί αρχίζει και επεκτείνει την προσοχή του και στους πιο κοντινούς του ανθρώπους κι αντικείμενα. Ένας ενήλικας κάνει οικογένεια, συμμετέχει στην κοινωνία και ο κύκλος της προσοχής του έχει μεγαλώσει. Δηλαδή σταδιακά δείχνει να έχει μειωθεί ο εγωκεντρισμός του. Όποιος ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, στο θέμα αυτό δεν είναι παρά ένα μωρό. Αυτό το κομμάτι του εαυτού του έχει μείνει στην ηλικία του ενός έτους. Αν ενδιαφέρεται μόνο για το πολύ στενό του περιβάλλον, είναι ένα παιδί. Αν ενδιαφερθεί για έναν ευρύ κύκλο ανθρώπων αρχίζει και πλησιάζει την νοητική- συναισθηματική του ενηλικίωση. Αν ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα αλλά και την ζωή στην ολότητα της, είναι ένας ενήλικας με ισορροπημένο λογικό. Αυτό το καταφέρνουν ελάχιστοι, γιατί χρειάζεται απεγκλωβισμός από το εγώ, τις σκέψεις και τα συναισθήματα που το συντηρούν κι εγκλωβίζουν ένα δυνητικά απεριορίστων δυνατοτήτων ον, στις αλυσίδες της εξάρτησης μιας υλικής φυλακής.
Ας το δούμε κι από άλλη πλευρά. Υπάρχουν άνθρωποι που «ενδιαφέρονται» μόνο για ότι υπάρχει στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού τους. Άλλοι «ενδιαφέρονται» και για την γειτονιά τους, για την συνοικία στην οποία κατοικούν, ή για την πόλη τους (αυτό συμβαίνει συχνά στους οπαδούς των εκκλησιών, πολιτικών ή ποδοσφαιρικών ομάδων). Άλλοι ενδιαφέρονται για την πατρίδα τους και άλλοι για τον κόσμο όλο. Παρατηρούμε μια σταδιακή διεύρυνση του ενδιαφέροντος, της προσοχής και της συνείδησης, που όμως όλες τους είναι εκδηλώσεις του εγώ. Ο ατομισμός, ο τοπικισμός, ο πατριωτισμός και η παγκοσμιότητα είναι εξολοκλήρου εγωκεντρικές, παρ ότι φαινομενικά συμπεριλαμβάνει πολλούς ανθρώπους. Η διαίρεση, μικρότερη ή μεγαλύτερη είναι διαίρεση.
Ο πολιτικός ή ο θρησκευτικός ηγέτης που αναλαμβάνει φαινομενικά, να λύσει και να διευθετήσει τα προβλήματα πολλών ανθρώπων, στην πραγματικότητα το κάνει για να προβάλλει και να κανακέψει το εγώ του. Αυτό το εγώ είναι που αναζητά την επιβράβευση, το χειροκρότημα, την ανάγκη να ηγείται των πολλών και φυσικά να έχει δίκιο. Η ανώτερη μορφή συνειδητότητας, που ζει έχοντας ελέγξει το εγώ, χωρίς φυσικά να απορρίπτει τα κατώτερα δημιουργήματα, τα περιλαμβάνει και τα ενσωματώνει, ενώ ταυτόχρονα τα υπερβαίνει δημιουργικά, χωρίς εξάρσεις, δογματισμούς, χειροκροτήματα και αναγνωρίσεις.
Στην αρχαία Ελλάδα η μέση συνείδηση ήταν κυρίως τοπικιστική. Γι αυτό είχαμε εμφύλιους πολέμους. Ορισμένοι είχαν επεκτείνει την συνείδησή τους σε όλη την ανθρωπότητα, αλλά όταν μια πόλη ετοίμαζε στρατό για να εισβάλει στην γειτονική, αυτοί οι ορισμένοι ήταν μάλλον στο περιθώριο. Ενίοτε τους εξόριζαν ή τους δηλητηρίαζαν κιόλας. Τώρα η επικρατούσα συνείδηση είναι εθνική, δηλαδή πατριωτική. Γι αυτό έχουν σταματήσει πλέον οι εμφύλιες διαμάχες. Υπάρχει όμως η εχθρότητα με τους γειτονικούς λαούς. Η συνειδητότητα δεν έχει επεκταθεί πέρα από τα γεωγραφικά σύνορα. Όταν ο εγωκεντρισμός μειωθεί ακόμα περισσότερο η κοινωνική συνείδηση, ίσως γίνει παγκόσμια και κάθε σύνορο πιθανόν να καταργηθεί. Αυτή είναι μια καλή μορφή συνείδησης από κοινωνικής και πολιτικής πλευράς. Αλλά δεν είναι η ανώτερη και σίγουρα δεν είναι πνευματική συνειδητότητα, απλά είναι μια καλή αρχή.
Η ανεξαρτησία μιας προσωπικότητας, είναι μια διαδικασία πολυδιάστατη. Αφορά κι επηρεάζει όλους τους τομείς της δραστηριότητας ενός ανθρώπου. Αφορά τα συναισθήματα, την ιδεολογία, την συμπεριφορά στην οικογένεια και στην εργασία, τις κοινωνικές και τις επαγγελματικές σχέσεις και ότι άλλο μπορούμε να φανταστούμε. Υπάρχει η θρησκεία της φοβίας για τον διάβολο και το 666, η θρησκεία του μισογυνισμού και της υποβόσκουσας σεξουαλικής διαστροφής, η θρησκεία του δόγματος, του Βυζαντίου, του μίσους για τους Τούρκους, της αγάπης για τα όπλα (τα οποία τα ευλογούν οι άνθρωποι της αγάπης, για να μπορούν να σκοτώνουν καλύτερα), της θεολογικής υποταγής, της πίστης κλπ. Από την μία υπάρχει η θρησκεία που σε μετατρέπει σε ψυχοπαθή κι από την άλλη η Ανεξαρτησία σε μετατρέπει σ’ ελεύθερο άνθρωπο.
Προκύπτει το εύλογο ερώτημα «Ποια είναι η συγκεκριμένη μέθοδος για να πραγματοποιηθεί μια τέτοια μεταμόρφωση;» Με δεδομένο πως οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται σε κατάσταση ανισορροπίας και μη έχοντας ολοκληρωμένη ταυτότητα, θέλουν μια συγκεκριμένη μέθοδο, εδώ και τώρα και μάλιστα βήμα – βήμα. Όντας σε παιδική – στην καλύτερη των περιπτώσεων- νοητική ηλικία χρειάζονται μια μαμά να τους φροντίσει. Δεν θα το κάνω, δεν μου αρέσει αυτός ο ρόλος και αγαπώ όλα τα παιδιά, αλλά στην σωστή σωματική διάπλαση, γνωρίζοντας πως δεν μπορούν να διαβάσουν ένα τέτοιο άρθρο.
Μπορείτε να βρείτε άφθονες τεχνικές, σεμινάρια και βιβλία, αν δεν σας βολέψουν βρείτε μια δική σας. Ο καθένας μπορεί να ψάξει και να βρει αυτό που του ταιριάζει. Δεν έχει νόημα να ψάχνουμε για το τέλειο σύστημα ή για την απόλυτη αλήθεια, τίποτε απ’ τα δύο δεν υπάρχει και είναι τουλάχιστον ανοησία να ψάχνουμε το ανύπαρκτο, αντί να επιδιώκουμε αυτό που λειτουργεί, που παράγει το επιθυμητό αποτέλεσμα και είναι χρήσιμο για όσο χρόνο λειτουργεί. Όταν δεν μας κάνει την δεδομένη χρονική στιγμή, απλά το αλλάζουμε. Το μέτρο της αλήθειας είναι η αποτελεσματικότητα για ένα συγκεκριμένο σκοπό και για κάθε άνθρωπο τα πράγματα διαφέρουν, ανάλογα με τους σκοπούς του.
Ανεξαρτητοποίηση σημαίνει διαφοροποίηση από την μάζα, από τα έθιμα, τις παραδόσεις και την κοινή γνώμη. Διαφοροποίηση δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση σύγκρουση, αλλά έλεγχος του τι κάνεις και γιατί το κάνεις. Έλεγχος σημαίνει Ανάληψη Ευθύνης.
Ο άνθρωπος γίνεται κύριος του εαυτού και της συνείδησής του, όταν είναι σε θέση να επιλέξει την μέθοδο που του ταιριάζει στον συγκεκριμένο χρόνο και χώρο. Ακόμα μπορεί κάποιος να δημιουργήσει την δική του προσωπική μέθοδο. Αυτό είναι κάτι το τελείως εξειδικευμένο και σε πολλές περιπτώσεις άκρως αποτελεσματικό για τον ίδιο, αν και είναι άχρηστο για όλους τους άλλους.
Ότι κι αν επιλέξεις ν’ ακολουθήσεις, το σημαντικό είναι αυτές οι πρακτικές να σε ενθουσιάζουν, να σε κάνουν χαρούμενο και να σου προσφέρουν Βαθμούς Ανεξαρτησίας. Μόνον ο Ανεξάρτητος άνθρωπος έχει την ικανότητα ν’ Αντιλαμβάνεται. Αντίληψη κι Ανεξαρτησία είναι έννοιες αλληλένδετες και αλληλοεπηρεαζόμενες, δεν υπάρχει η μία χωρίς την άλλη. Η Αντίληψη ενός ανθρώπου είναι τόση όση και η Ανεξαρτησία του και τούμπαλιν.
Εξαρτημένοι άνθρωποι είναι αδύνατον να καταλάβουν -Αντιληφθούν- τα λεγόμενα ή τις πράξεις ενός Ανεξάρτητου ανθρώπου με αποτέλεσμα τις γνωστές διαφωνίες και αντιδράσεις ενός ανώριμου έφηβου σ’ ένα γερασμένο σώμα. Αυτός που είναι Ανεξάρτητος κι έχει Αντίληψη λέμε ότι είναι Αψογος. Το να είσαι Άψογος σημαίνει πως κάνεις σωστή χρήση της Ενέργειάς σου. Δεν είναι θέμα ηθικής αλλά θέμα καθημερινής στρατηγικής. Απαιτεί λιτότητα, περίσκεψη, απλότητα, αθωότητα, καλοπροαίρεση και πάνω από όλα, ανυπαρξία εγωπάθειας. Ελλειψη εγωπάθειας κι έλεγχος του ΕΓΩ, είναι το κύριο χαρακτηριστικό του ανθρώπου που θέλει να βαδίσει στο μονοπάτι της Ανεξαρτησίας για να μπορέσει όταν αναμετρηθεί με τον Δημιουργό και τα τσιράκια του, να πετύχει την Ελευθερία του. Πρέπει ο Σκοπός του να είναι η Ελευθερία του, για να κινηθεί στο μονοπάτι της Ανεξαρτησίας. Αλλά ακόμη κι αν δεν έχει Σκοπό την Ελευθερία του έστω και κάποιοι μικροί Βαθμοί Ανεξαρτησίας, του παρέχουν ένα καλό επίπεδο επιβίωσης, αφθονίας και σθένους.
Μην ξεχνάς ότι σπανίως ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται όπως βλέπει, συνήθως βλέπει όπως αντιλαμβάνεται, όμως αυτό μπορείς να το ανατρέψεις. Το πως αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας, αντανακλά το τι είμαστε και τι μας νοιάζει περισσότερο, όπως λέει και μια παλιά παροιμία, “όταν ένας κλέφτης κοιτάζει έναν σοφό, βλέπει μόνο τις τσέπες του”. Αν σε ενδιαφέρει η σοφία κι όχι η τσέπη του σοφού και για να μπορέσεις να αντιληφθείς την σοφία είναι απαραίτητοι κάποιοι βαθμοί ανεξαρτησίας.
Επαναστάτησε ενάντια στην βλακεία σου.
Μπορείς να επαναστατήσεις, να διαδηλώσεις και να επιτεθείς ΜΟΝΑΧΑ ενάντια στην δική σου βλακεία. Η βλακεία σου είναι που συντηρεί την κοινωνία σου όπως δεν σου αρέσει. Η βλακεία σου είναι που κάνει ζημιά και σου απαγορεύει να έχεις δικαιώματα κι ανεξαρτησία. (Για Ελευθερία δε, ούτε λόγος). Επαναστάτησε ενάντια στην βλακεία σου.
Μόνο που αυτό είναι καθαρά ΜΟΝΑΧΙΚΗ δουλειά.
Απαγορεύονται οι συλλογικότητες, οι παραγκούλες, οι ομαδούλες και κάθε είδους μάζωξη, πέρα από εσένα και τον εαυτό σου. Αλλά πως να επαναστατήσεις ενάντια στον εαυτό σου, όταν δεν τον αντέχεις, όταν δεν τον γνωρίζεις καν;
Ανεξαρτησία είναι η Δύναμη του ΝΟΥ.
Είναι να έχεις επίγνωση της επίγνωσης του πως να απαλλάσσεις τη ζωή σου από τις οδύνες, τους θρήνους, τα «Αχ, εγώ» τα «Πόσο δυστυχισμένος είμαι», από τις συμφορές και τις αναποδιές και να κατανοήσεις τι είναι η ζωντανή ζωή, ο θάνατος – σύμμαχος, η εξορία και η φυλάκιση κι αν βρεθείς στην φυλακή, με υψηλό βαθμό αντιμετώπισης να μπορείς να να πεις «Αγαπητέ, ας γίνει …» κι όχι «Εγώ είμαι ένας γέρος και φτωχός άνθρωπος λυπηθείτε με». Είσαι συνδεδεμένος με την Δύναμη, όταν διαθέτεις Αρμονία, Πλούτο, Ευδαιμονία, Σθένος κι όχι ταπεινότητα, υποτέλεια και δουλικότητα.
Δύναμη συσσωρεύεις ΜΟΝΟ με βαθμούς Ανεξαρτησίας. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, που θα σας φέρουν σε κατάσταση Αιτίας για να μην γίνεστε υποχείρια και μαριονέτες των σκεπτομορφών άλλων.
---------------------------
Λεξησαφήνιση
Ανεξαρτησία η [aneksartisía]: η κατάσταση ή η ιδιότητα του ανεξάρτητου, η έλλειψη εξάρτησης ή, γενικότερα, οποιασδήποτε δέσμευσης· (πρβ. ελευθερία): Εθνική / κοινωνική / πολιτική / οικονομική / ιδεολογική ~. Ο αγώνας για την ~ του έθνους / του παλαιστινιακού λαού. ~ σκέψης / γνώμης. Θέλει την ~ του, γι’ αυτό και δεν παντρεύεται. Αντ. Εξάρτηση.
Εξάρτηση η [eksártisi]: η σχέση που υπάρχει, όταν κάποιος ή κτ. εξαρτάται από κπ. ή κτ. άλλο. 1. η στενή (συχνά αιτιακή) σχέση που υπάρχει ή θεωρείται ότι υπάρχει μεταξύ δύο φαινομένων κτλ.: H ~ του ανθρώπου από το περιβάλλον / της βιομηχανίας από τις πρώτες ύλες / της οικονομικής ανάπτυξης από την εργασία και το κεφάλαιο. ~ του αιτιατού από το αίτιο / του συναισθήματος από την ένταση της εντύπωσης. 2α. η σχέση κατά την οποία κάποιος ή κτ. βρίσκεται στη δικαιοδοσία κάποιου άλλου: Kαθεστώς εξάρτησης. Οικονομική / πολιτική ~ μιας χώρας από μία άλλη. Πνευματική / ψυχική / οικονομική ~ ενός ανθρώπου από κάποιον άλλο. H γονική ~ του ανήλικου παιδιού. β. (γραμμ.): H ~ του αντικειμένου από το ρήμα / μιας λέξης από μια άλλη. γ. εθισμός: H ~ από τα ναρκωτικά. δ. (ψυχ.) δημιουργία μιας νέας συμπεριφοράς σε έναν οργανισμό διά μέσου της δημιουργίας προσωρινών σχέσεων μεταξύ των ερεθισμάτων του περιβάλλοντος και των αντιδράσεων του οργανισμού.
Αντίληψη η [andílipsi]: 1α.(ψυχ.) σύνθετη λειτουργία με την οποία ο άνθρωπος αποκτά γνώση της πραγματικότητας είτε άμεσα με τις αισθήσεις είτε έμμεσα με παρέμβαση του λογικού: Έλεγχος / όρια της αντίληψης. β. η δυνατότητα του ανθρώπου να καταλαβαίνει: H ~ του χώρου / του χρόνου. Οξεία / περιορισμένη / ταχεία ~. ΦΡ πέφτει / υποπίπτει κτ. στην αντίληψή μου, το αντιλαμβάνομαι. γ. γνώση ενός αντικειμένου: Πήγε επί τόπου για να αποκτήσει άμεση ~ της κατάστασης. 2α. η γνώμη ή η άποψη που έχει κάποιος για κτ.: Εξιστορεί τα γεγονότα αποφεύγοντας να εκφράσει τις προσωπικές του αντιλήψεις. Έχω την ~ ότι / πως, νομίζω ότι. β. (πληθ.) ιδεολογική άποψη: Οι αντιλήψεις κάποιου. Kοινωνικές / πολιτικές / θρησκευτικές αντιλήψεις. Ριζοσπαστικές / συντηρητικές / επαναστατικές αντιλήψεις. Αντιλήψεις για την τέχνη / το γάμο / την κοινωνική εξέλιξη. Σύγχρονες / οπισθοδρομικές / περίεργες αντιλήψεις. 3. (νομ.) βοήθεια, προστασία: Κοινωνική ~. Δημόσια ~, βοήθεια που παρέχεται από το κράτος ή από φιλανθρωπικά ιδρύματα σε άτομα που έχουν ανάγκη. Δικαστική ~, την αναθέτει το δικαστήριο σε κπ. για να ασκεί ορισμένες δικαιοπραξίες που αφορούν άτομα με μειωμένες ικανότητες.
Συνείδηση η [siníδisi]: I1α.(ψυχ.) η άμεση αντίληψη που έχει το υποκείμενο για τις ψυχικές ενέργειές του (αντιλήψεις, σκέψεις, επιθυμίες), που εκπορεύονται από αυτό και που με την απήχησή τους επιστρέφουν σε αυτό: H ~ τροφοδοτείται από τη μνήμη. Aνακαλώ στη συνείδησή μου ένα γεγονός. Tο κατώφλι* της συνείδησης. || επίγνωση, συναίσθηση: Έχει ~ της αδυναμίας / των δυνατοτήτων / των ικανοτήτων / της δυνάμεώς του. Έχει γίνει κοινή ~ ότι πρέπει να σώσουμε τα δάση μας. β. κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένα άτομο, όταν έχει πλήρη λειτουργία των αισθήσεων και πνευματική διαύγεια: H λιποθυμία επιφέρει απώλεια συνειδήσεως. Φάρμακα που θολώνουν τη ~.
2. (φιλοσ.) η σαφής γνώση που έχει το υποκείμενο για τον εαυτό του και για τον κόσμο που το περιβάλλει και από τον οποίο μπορεί να αντιδιαστέλλεται. II1α. η γνώση που επιτρέπει στο άτομο να διακρίνει το ηθικά καλό από το ηθικά κακό, να ελέγχει τις πράξεις του και να αναλαμβάνει την ευθύνη γι΄ αυτές· ηθική συνείδηση: Έχει καθαρή / ήσυχη / αναπαυμένη / ήρεμη τη συνείδησή του. Έχει βαριά τη συνείδησή του. Έχω ένα βάρος στη ~. Kάτι βαραίνει τη συνείδησή μου. Mε ελέγχει / με τύπτει η ~. Έχω τύψεις (συνειδήσεως). Άνθρωπος με ένοχη / πωρωμένη ~. Πώρωση συνειδήσεως. Aκολουθώ / ακούω τη φωνή της συνείδησής μου. Kάτι μου το επιτρέπει / μου το επιβάλλει η συνείδησή μου. Kρίνω κτ. κατά ~. Kρίση συνειδήσεως, έντονος προβληματισμός για την ορθότητα κάποιας πράξης. Tο χρήμα διαφθείρει τις συνει δήσεις. Εκμαυλισμός συνειδήσεων. Aφύπνιση της συνειδήσεως. Άνθρωπος / πράξη που έχει καταδικαστεί / καταξιωθεί στη ~ του κόσμου. Άνθρωπος με ελαστική ~, που κάνει παραχωρήσεις στις ηθικές αρχές του. (έκφρ.) τον έχω / το έχω στη συνείδησή μου, θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο για κτ. κακό που έχει συμβεί σε κπ. || καλή συνείδηση, εντιμότητα: Άνθρωπος με ~ / που έχει ~. Άνθρωπος χωρίς ~ / που δεν έχει ~, ασυνείδητος.
β. το συναίσθημα του καθήκοντος που εκφράζεται έμπρακτα σε κάποια επαγγελματική συνήθ. δραστηριότητα του ατόμου: Άτομα με αναπτυγμένη επαγγελματική ~ δείχνουν συνέπεια στη δουλειά τους. 2α. η συναίσθηση της προσωπικής ένταξης σε ένα χώρο ή σε ένα σύνολο και της ευθύνης που προκύπτει από αυτή: H ιστορική ~ ενός λαού. H ταξική ~ συσπειρώνει εκείνους που υπερασπίζονται κοινωνικά συμφέροντα. Kαλλιέργεια / διαμόρφωση της εθνικής / κοινωνικής συνείδησης της νεολαίας. β. το σύνολο των πεποιθήσεων ενός ατόμου: Aντιρρησίας συνείδησης.
Ν. Καζαντζάκης: Η ευτυχία είναι ένα κατοικίδιο πουλί στην αυλή μας
Άραγε πόσα έχουν γραφτεί για να ορίσουν την έννοια της ευτυχίας! Πολλά, κι όμως, ακόμη ο άνθρωπος την κυνηγά σαν να ήταν ένα άπιαστο όνειρο! Σαν να πρόκειται για μια αφηρημένη έννοια. Ουτοπική, ανέγγιχτη από το ανθρώπινο χέρι!
Χρόνια αμέτρητα γυρεύει να την βρει η ματιά τ’ ανθρώπου σ’ ό,τι γυαλίζει, σ’ ότι είναι μεγάλο και σπουδαίο. Ψάχνει διαρκώς να ευτυχήσει, παγιδευμένος, με το βλέμμα του αιχμάλωτο σε αυτό που δεν έχει. Μα δεν κοιτάει ποτέ αυτό που κρατάει μέσα στην χούφτα του!
Ο Καζαντζάκης, στην Αναφορά στον Γκρέκο, είχε γράψει για την ευτυχία:
«Η ευτυχία απάνω στη γης, είναι κομμένη στο μπόι του ανθρώπου. Δεν είναι σπάνιο πουλί, να το κυνηγούμε πότε στον ουρανό, πότε στο μυαλό μας. Η ευτυχία είναι ένα κατοικίδιο πουλί στην αυλή μας»
Αυτήν την ευτυχία να ψάξεις να βρεις! Εκείνη που κρύβεται μέσα στην «αυλή του σπιτιού σου». Στην αυλή της ψυχής σου! Εκείνη που μπορείς να την πλησιάσεις, να την κάνεις κτήμα σου, να την χωρέσεις μέσα στα δυο σου χέρια. Δεν θα υπάρξει ποτέ έξω, αν δεν μπορείς πρώτα να την βρεις μέσα σου. Συζεί μαζί σου! Όσο πιο πολύ στρέφεις την ματιά σου στο παρόν τόσο πιο πολύ θα την συναντάς!
Άλλωστε μια ματιά εκπαιδευμένη, ξέρει πού να κοιτάξει για να ευτυχίσει! Ξέρει πως «η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο!» Ένα ποτήρι κρασί, ένα χάδι από χέρι που σε νοιάζεται, η τύχη να κοιτάς το ηλιοβασίλεμα κατάματα, η μυρωδιά ενός κεριού που θα ευωδιάσει το σπίτι σου, η καρδιά σου που χτυπά ακόμη αντέχοντας όλες τις δυσκολίες που της έχουν συμβεί… Πράγματα πολύ πιο απλά απ’ όσο φαντάζεσαι! Αν κοιτάξεις με προσοχή την κάθε σου μέρα θα βρεις σίγουρα πολλά ακόμη για τα οποία μπορείς να είσαι ευτυχισμένος!
Η ευτυχία είναι «ένα κατοικίδιο πουλί στην αυλή μας», αυτό να λες στον εαυτό σου κάθε φορά που σε τσακώνεις να την γυρεύεις στα λάθος μέρη! Και να θυμάσαι πως αυτό που χρειάζεσαι για να την βρεις είναι… μια καρδιά «απλή και λιτοδίαιτη»…
Χρόνια αμέτρητα γυρεύει να την βρει η ματιά τ’ ανθρώπου σ’ ό,τι γυαλίζει, σ’ ότι είναι μεγάλο και σπουδαίο. Ψάχνει διαρκώς να ευτυχήσει, παγιδευμένος, με το βλέμμα του αιχμάλωτο σε αυτό που δεν έχει. Μα δεν κοιτάει ποτέ αυτό που κρατάει μέσα στην χούφτα του!
Ο Καζαντζάκης, στην Αναφορά στον Γκρέκο, είχε γράψει για την ευτυχία:
«Η ευτυχία απάνω στη γης, είναι κομμένη στο μπόι του ανθρώπου. Δεν είναι σπάνιο πουλί, να το κυνηγούμε πότε στον ουρανό, πότε στο μυαλό μας. Η ευτυχία είναι ένα κατοικίδιο πουλί στην αυλή μας»
Αυτήν την ευτυχία να ψάξεις να βρεις! Εκείνη που κρύβεται μέσα στην «αυλή του σπιτιού σου». Στην αυλή της ψυχής σου! Εκείνη που μπορείς να την πλησιάσεις, να την κάνεις κτήμα σου, να την χωρέσεις μέσα στα δυο σου χέρια. Δεν θα υπάρξει ποτέ έξω, αν δεν μπορείς πρώτα να την βρεις μέσα σου. Συζεί μαζί σου! Όσο πιο πολύ στρέφεις την ματιά σου στο παρόν τόσο πιο πολύ θα την συναντάς!
Άλλωστε μια ματιά εκπαιδευμένη, ξέρει πού να κοιτάξει για να ευτυχίσει! Ξέρει πως «η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο!» Ένα ποτήρι κρασί, ένα χάδι από χέρι που σε νοιάζεται, η τύχη να κοιτάς το ηλιοβασίλεμα κατάματα, η μυρωδιά ενός κεριού που θα ευωδιάσει το σπίτι σου, η καρδιά σου που χτυπά ακόμη αντέχοντας όλες τις δυσκολίες που της έχουν συμβεί… Πράγματα πολύ πιο απλά απ’ όσο φαντάζεσαι! Αν κοιτάξεις με προσοχή την κάθε σου μέρα θα βρεις σίγουρα πολλά ακόμη για τα οποία μπορείς να είσαι ευτυχισμένος!
Η ευτυχία είναι «ένα κατοικίδιο πουλί στην αυλή μας», αυτό να λες στον εαυτό σου κάθε φορά που σε τσακώνεις να την γυρεύεις στα λάθος μέρη! Και να θυμάσαι πως αυτό που χρειάζεσαι για να την βρεις είναι… μια καρδιά «απλή και λιτοδίαιτη»…
Hegel: Πώς νοείται η ουσία του Συγκεκριμένου;
Το Συγκεκριμένο ως η πραγματοποιημένη Κίνηση του Όλου
Ι. Η έννοια του Συγκεκριμένου, σε συνάφεια και με εκείνη του Αφηρημένου, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της πυρηνικής σκέψης του Χέγκελ. Ως εκ τούτου, η θεωρία και η πράξη του Συγκεκριμένου δεν είναι μια αυτονόητη και για πάντα δεδομένη πραγματικότητα, όπως πιστεύεται συνήθως, αλλά μια ενεργώς πραγματικότητα, όπως εννοεί την τελευταία ο Χέγκελ ως διαλεκτική δι-εργασία του Αισθητού και του Πνευματικού. Στην καθημερινή μας ζωή το Συγκεκριμένο πνίγεται μέσα στην ιδεολογική ασάφεια των πάσης φύσεως -ισμών, που συνοψίζονται σε δυο γενικές κατηγορίες:
Ι. Η έννοια του Συγκεκριμένου, σε συνάφεια και με εκείνη του Αφηρημένου, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της πυρηνικής σκέψης του Χέγκελ. Ως εκ τούτου, η θεωρία και η πράξη του Συγκεκριμένου δεν είναι μια αυτονόητη και για πάντα δεδομένη πραγματικότητα, όπως πιστεύεται συνήθως, αλλά μια ενεργώς πραγματικότητα, όπως εννοεί την τελευταία ο Χέγκελ ως διαλεκτική δι-εργασία του Αισθητού και του Πνευματικού. Στην καθημερινή μας ζωή το Συγκεκριμένο πνίγεται μέσα στην ιδεολογική ασάφεια των πάσης φύσεως -ισμών, που συνοψίζονται σε δυο γενικές κατηγορίες:
1. Εκείνη του μονοδιάστατου υλισμού και της πιο βάρβαρης υλιστικής σκοπιάς, που εννοεί το Συγκεκριμένο ως μια άμεση υλική ή αισθητή κατάσταση, στιγμή, συνθήκη, συμπεριφορά, στάση κ.λπ.
2. Εκείνη η απόλυτα δογματική σκοπιά ενός κακοποιημένου ιδεαλισμού, που θεωρεί την αισθητή πραγματικότητα, την παρούσα ζωή ως το καζάνι της κολάσεως και την αναθεματίζει στο όνομα μιας μελλοντικά αληθινής και απο-ενοχοποιημένης ζωής.
ΙΙ. Θεμελιώδης αρχή μιας φιλοσοφίας του Συγκεκριμένου είναι να αναδειχθεί η επανάσταση που ο Χέγκελ επεδίωξε και πέτυχε στη Φιλοσοφία· μια επανάσταση που εφάμιλλη επόμενη δεν υπάρχει παρά μόνο εκείνη του Heidegger, όπως αναφέρει και ο Leo Strauss, ο οποίος, αφού παρακολούθησε τα μαθήματα των Weber και Heidegger, είπε στον φίλο του Franz Rosenzweig:
«Ο Weber, σε σύγκριση με τον Heidegger, μου φάνηκε ως ένα “ορφανό” όσον αφορά την ακρίβεια, τη βαθύτητα και την ικανότητα. Ποτέ δεν είχα δει τέτοια σοβαρότητα, εμβρίθεια και συγκέντρωση στην ερμηνεία των φιλοσοφικών κειμένων. Είχα ακούσει την ερμηνεία από τον Heidegger ορισμένων κειμένων του Αριστοτέλη και κάποια στιγμή αργότερα άκουσα τον Werner Jaeger στο Βερολίνο να ερμηνεύει τα ίδια κείμενα. Η επιείκεια με υποχρεώνει να περιορίσω τη σύγκρισή μου στην παρατήρηση ότι δεν υπήρχε σύγκριση… Είδαμε με τα μάτια μας ότι δεν υπήρχε τέτοιο φαινόμενο στον κόσμο από τον Hegel και μετά» (The Rebirth of Classical Political Rationalism, σ. 28).
ΙΙΙ. Η εγελιανή σκέψη δεν αποτελεί απλώς έναν αναντικατάστατο σταθμό, στο πλαίσιο της ιστορίας της φιλοσοφίας, αλλά εκείνη την ανεξάντλητη πηγή της αληθινής φιλοσοφίας, όπως την εννοεί ο Πλάτων στην Πολιτεία και στα άλλα κείμενά του. Ο αληθινός χαρακτήρας της εγελιανής φιλοσοφίας έγκειται θεμελιωδώς στο γεγονός ότι παίρνει τον Λόγο από την καθημερινή, απλοϊκή του κατάσταση της δοξασίας, της αυθαίρετης εν πολλοίς υποκειμενικής γνώμης, και τον ανυψώνει σε οδηγητικό Λόγο της κατανόησης, δηλ. σε κατανοητικό Λόγο (begreifende Vernunft [ή Logos]), και συγχρόνως σε Λόγο ‒ σκέψη συν-εν-Νόησης. Δυνάμει τούτου του Λόγου ‒ σκέψης όλες οι συμμετρίες, οι δρόμοι, οι διαδικασίες, τα ανοίγματα στον κόσμο και του κόσμου κ.λπ. ανάγονται στο ίδιο κέντρο προβληματισμού και αναδύονται επίσης από το ίδιο τούτο κέντρο. Αυτός ο Λόγος δεν επινοείται από τον Hegel· δεν είναι φαντασιακή κατασκευή του φιλοσόφου, προκειμένου να γεμίσει τον κόσμο μας με αθροιστικά, επιτηδευμένα σύνολα ή σχεδιάσματα εξωτερικών, αποσπασματικών ή και ασυνάρτητων γνώσεων, πληροφοριών, περιγραφών, εξιστορήσεων κ.λπ., κάτι δηλ. σαν κάποια γελοία, α-νόητα μορφώματα λόγου, που ζούμε στις εποχές μας και μάλιστα τα συναντούμε συχνά ‒ πυκνά σε θεσμικούς χώρους, μορφωτικά ιδρύματα κ.λπ., με φωτεινές πάντοτε εξαιρέσεις, που επιβεβαιώνουν πάντως τον κανόνα του Άσχημου (κατά τον Πλάτωνα).
IV. Απεναντίας, ο κατανοητικός Λόγος είναι η ενύπαρκτη Λογική που διέπει τον κόσμο των ανθρώπων και των πραγμάτων· τα ενδότερα νοήματα που συνέχουν τη σχέση του εν λόγω κόσμου με τον εαυτό του αλλά και με τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις. Αυτή η Λογική ή τα ενδότερα νοήματα αναδύονται, ανασυγκροτούνται και ανα-σημαίνονται σε γλώσσα –σκέψη που συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε σε έννοιες και στη διαλεκτική τους ολοκλήρωση στην Έννοια και στην Έννοια της Έννοιας, δηλ. σε αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει: νοήσεως νόησις. Ολόκληρη τούτη η εννοιολογική διεργασία συνιστά τα περιεχόμενα και τη δομή του κατανοητικού Λόγου, κατά τρόπο που αυτός ο Λόγος να εκτυλίσσεται διαλεκτικά: να μην εισδύει μόνο στην ανάλυση των γεγονότων, των καταστάσεων και όλων των συνυφάνσεων του κόσμου ‒κάτι που λιγότερο ή περισσότερο το επιχειρεί και ο κοινός νους‒ αλλά να προχωρεί και στην εννοιολογική ενοποίηση των αντιθετικών πλευρών ή εκδηλώσεων αυτών των συνυφάνσεων.
V. Εννοιολογική ενοποίηση σημαίνει άνοιγμα ενώπιών μας όλων των αντιθετικών πτυχών, στοιχείων, ουσιών, που έχουν ως κοινό παρονομαστή το γίγνεσθαι της ολότητας, εντός του οποίου εστιάζεται, έχει την Εστία του και τον Οίκο του το Είναι κάθε επί μέρους αποκαλυπτικής ουσίας. Στη χορεία αυτών των αποκαλυπτικών ουσιών ανήκει η θρησκεία, η τέχνη, η πολιτική, η αισθητική, η ποίηση κ.λπ. Το ως άνω άνοιγμα δεν είναι διασκορπισμός των επί μέρους στοιχείων ή ουσιών του Όλου παρά αλληλδιείσδυσή τους, αλληλοσυσχέτισή τους, αλληλομαχία, αλληλογονιμοποίηση. Πρόκειται για την πολύτροπη σχέση τους, που δεν λογίζεται ως σχέση αίτιου και ατιατού παρά ως η αποτύπωση της σφραγίδας της Ολότητας πάνω σε κάθε επί μέρους Όλο, πτυχή ή στοιχείο. Αυτή τη διεργασία ο Χέγκελ τη συλλαμβάνει ως ανάπτυξη:
«Εδώ δεν έχουμε πλέον μετάβαση σε ένα Άλλο, ούτε πια εμφάνεια σε ένα Άλλο· δεν έχουμε πια αναγκαιότητα, μια εσωτερική εξάρτηση από όρους και μια εξωτερική εμφάνεια, αλλά ανάπτυξη, όπου καθετί έχει μέσα του τη φύση του Ενός [=της ενότητας] ως αλήθεια του. Σε ολόκληρο το ανεπτυγμένο δέντρο δεν εκφύεται τίποτα που να μην είναι καθεαυτό [=δυνάμει] μέσα στο σπόρο· εδώ μέσα περιέχεται δυνάμει [=ελληνικά στο πρωτότυπο] ολόκληρο το δέντρο: η φύση της ρίζας, του στελέχους, η καθορισμένη φύση του φλοιού κ.ο.κ., περιέχεται, όπως λέμε, πνευματικά· εκεί στο σπόρο το δέντρο είναι ακόμη με τη μορφή της έννοιας, ενώ όλα τα υπόλοιπα είναι μόνο μια ανάπτυξή της. Όλα είναι ήδη εκ των προτέρων προσδιορισμένα· ό,τι εκφύεται από την ανάπτυξη, έχει πάνω του και το αποτύπωμα του Όλου· όλα όσα αναπτύσσονται σε ένα φυτό, έχουν αποτυπωμένη πάνω τους ολόκληρη τη φύση αυτού του φυτού, ακριβώς όπως κάθε μέρος οποιουδήποτε ζωντανού όντος έχει πάνω του τη φύση του Όλου. Αυτό λοιπόν είναι ανάπτυξη».
VI. Ο Χέγκελ, στη Λογική του, μιλάει για κύκλο των κύκλων και στη στη Φαινομενολογία του πνεύματος για ένα μεθυσμένο Όλο, για μια βακχική παραζάλη, που κανένα μέλος δεν μένει αμέθυστο. Έτσι, η φιλοσοφία αποτρέπει τη σκέψη από το να χάνεται μέσα σε έναν φαύλο κύκλο και την καθιστά ικανή να φέρει σε έναν εσωτερικό διά-Λογο τις μνημονευθείσες πιο πάνω ουσίες. Βάση αυτού του δια-Λόγου είναι το ιστορικό πνεύμα του κόσμου, που ως παγκόσμιο πνεύμα διασφαλίζει την αδιασάλευτα συγκεκριμένη ανάγνωση αυτού του κόσμου. Με μια τέτοια συγκεκριμένη, τουτέστι διαλεκτική, ανάγνωση ο κόσμος δεν διχοτομείται σε αισθητό και πνευματικό ή διανοητικό, ή σε άπειρο και περατό κόσμο. Ο Χέγκελ τονίζει με έμφαση πως το άπειρο εν-τοπίζεται εντός του περατού ή πεπερασμένου και δεν βρίσκεται σε κάποιο επέκεινα. Είναι, εν τέλει, ο περιδινούμενος κύκλος του Όλου, ήτοι η διαλεκτική του πνεύματος ή, πράγμα το ίδιο, η διαλεκτική έννοια που συνέχει το Όλο.
ΙΙ. Θεμελιώδης αρχή μιας φιλοσοφίας του Συγκεκριμένου είναι να αναδειχθεί η επανάσταση που ο Χέγκελ επεδίωξε και πέτυχε στη Φιλοσοφία· μια επανάσταση που εφάμιλλη επόμενη δεν υπάρχει παρά μόνο εκείνη του Heidegger, όπως αναφέρει και ο Leo Strauss, ο οποίος, αφού παρακολούθησε τα μαθήματα των Weber και Heidegger, είπε στον φίλο του Franz Rosenzweig:
«Ο Weber, σε σύγκριση με τον Heidegger, μου φάνηκε ως ένα “ορφανό” όσον αφορά την ακρίβεια, τη βαθύτητα και την ικανότητα. Ποτέ δεν είχα δει τέτοια σοβαρότητα, εμβρίθεια και συγκέντρωση στην ερμηνεία των φιλοσοφικών κειμένων. Είχα ακούσει την ερμηνεία από τον Heidegger ορισμένων κειμένων του Αριστοτέλη και κάποια στιγμή αργότερα άκουσα τον Werner Jaeger στο Βερολίνο να ερμηνεύει τα ίδια κείμενα. Η επιείκεια με υποχρεώνει να περιορίσω τη σύγκρισή μου στην παρατήρηση ότι δεν υπήρχε σύγκριση… Είδαμε με τα μάτια μας ότι δεν υπήρχε τέτοιο φαινόμενο στον κόσμο από τον Hegel και μετά» (The Rebirth of Classical Political Rationalism, σ. 28).
ΙΙΙ. Η εγελιανή σκέψη δεν αποτελεί απλώς έναν αναντικατάστατο σταθμό, στο πλαίσιο της ιστορίας της φιλοσοφίας, αλλά εκείνη την ανεξάντλητη πηγή της αληθινής φιλοσοφίας, όπως την εννοεί ο Πλάτων στην Πολιτεία και στα άλλα κείμενά του. Ο αληθινός χαρακτήρας της εγελιανής φιλοσοφίας έγκειται θεμελιωδώς στο γεγονός ότι παίρνει τον Λόγο από την καθημερινή, απλοϊκή του κατάσταση της δοξασίας, της αυθαίρετης εν πολλοίς υποκειμενικής γνώμης, και τον ανυψώνει σε οδηγητικό Λόγο της κατανόησης, δηλ. σε κατανοητικό Λόγο (begreifende Vernunft [ή Logos]), και συγχρόνως σε Λόγο ‒ σκέψη συν-εν-Νόησης. Δυνάμει τούτου του Λόγου ‒ σκέψης όλες οι συμμετρίες, οι δρόμοι, οι διαδικασίες, τα ανοίγματα στον κόσμο και του κόσμου κ.λπ. ανάγονται στο ίδιο κέντρο προβληματισμού και αναδύονται επίσης από το ίδιο τούτο κέντρο. Αυτός ο Λόγος δεν επινοείται από τον Hegel· δεν είναι φαντασιακή κατασκευή του φιλοσόφου, προκειμένου να γεμίσει τον κόσμο μας με αθροιστικά, επιτηδευμένα σύνολα ή σχεδιάσματα εξωτερικών, αποσπασματικών ή και ασυνάρτητων γνώσεων, πληροφοριών, περιγραφών, εξιστορήσεων κ.λπ., κάτι δηλ. σαν κάποια γελοία, α-νόητα μορφώματα λόγου, που ζούμε στις εποχές μας και μάλιστα τα συναντούμε συχνά ‒ πυκνά σε θεσμικούς χώρους, μορφωτικά ιδρύματα κ.λπ., με φωτεινές πάντοτε εξαιρέσεις, που επιβεβαιώνουν πάντως τον κανόνα του Άσχημου (κατά τον Πλάτωνα).
IV. Απεναντίας, ο κατανοητικός Λόγος είναι η ενύπαρκτη Λογική που διέπει τον κόσμο των ανθρώπων και των πραγμάτων· τα ενδότερα νοήματα που συνέχουν τη σχέση του εν λόγω κόσμου με τον εαυτό του αλλά και με τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις. Αυτή η Λογική ή τα ενδότερα νοήματα αναδύονται, ανασυγκροτούνται και ανα-σημαίνονται σε γλώσσα –σκέψη που συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε σε έννοιες και στη διαλεκτική τους ολοκλήρωση στην Έννοια και στην Έννοια της Έννοιας, δηλ. σε αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει: νοήσεως νόησις. Ολόκληρη τούτη η εννοιολογική διεργασία συνιστά τα περιεχόμενα και τη δομή του κατανοητικού Λόγου, κατά τρόπο που αυτός ο Λόγος να εκτυλίσσεται διαλεκτικά: να μην εισδύει μόνο στην ανάλυση των γεγονότων, των καταστάσεων και όλων των συνυφάνσεων του κόσμου ‒κάτι που λιγότερο ή περισσότερο το επιχειρεί και ο κοινός νους‒ αλλά να προχωρεί και στην εννοιολογική ενοποίηση των αντιθετικών πλευρών ή εκδηλώσεων αυτών των συνυφάνσεων.
V. Εννοιολογική ενοποίηση σημαίνει άνοιγμα ενώπιών μας όλων των αντιθετικών πτυχών, στοιχείων, ουσιών, που έχουν ως κοινό παρονομαστή το γίγνεσθαι της ολότητας, εντός του οποίου εστιάζεται, έχει την Εστία του και τον Οίκο του το Είναι κάθε επί μέρους αποκαλυπτικής ουσίας. Στη χορεία αυτών των αποκαλυπτικών ουσιών ανήκει η θρησκεία, η τέχνη, η πολιτική, η αισθητική, η ποίηση κ.λπ. Το ως άνω άνοιγμα δεν είναι διασκορπισμός των επί μέρους στοιχείων ή ουσιών του Όλου παρά αλληλδιείσδυσή τους, αλληλοσυσχέτισή τους, αλληλομαχία, αλληλογονιμοποίηση. Πρόκειται για την πολύτροπη σχέση τους, που δεν λογίζεται ως σχέση αίτιου και ατιατού παρά ως η αποτύπωση της σφραγίδας της Ολότητας πάνω σε κάθε επί μέρους Όλο, πτυχή ή στοιχείο. Αυτή τη διεργασία ο Χέγκελ τη συλλαμβάνει ως ανάπτυξη:
«Εδώ δεν έχουμε πλέον μετάβαση σε ένα Άλλο, ούτε πια εμφάνεια σε ένα Άλλο· δεν έχουμε πια αναγκαιότητα, μια εσωτερική εξάρτηση από όρους και μια εξωτερική εμφάνεια, αλλά ανάπτυξη, όπου καθετί έχει μέσα του τη φύση του Ενός [=της ενότητας] ως αλήθεια του. Σε ολόκληρο το ανεπτυγμένο δέντρο δεν εκφύεται τίποτα που να μην είναι καθεαυτό [=δυνάμει] μέσα στο σπόρο· εδώ μέσα περιέχεται δυνάμει [=ελληνικά στο πρωτότυπο] ολόκληρο το δέντρο: η φύση της ρίζας, του στελέχους, η καθορισμένη φύση του φλοιού κ.ο.κ., περιέχεται, όπως λέμε, πνευματικά· εκεί στο σπόρο το δέντρο είναι ακόμη με τη μορφή της έννοιας, ενώ όλα τα υπόλοιπα είναι μόνο μια ανάπτυξή της. Όλα είναι ήδη εκ των προτέρων προσδιορισμένα· ό,τι εκφύεται από την ανάπτυξη, έχει πάνω του και το αποτύπωμα του Όλου· όλα όσα αναπτύσσονται σε ένα φυτό, έχουν αποτυπωμένη πάνω τους ολόκληρη τη φύση αυτού του φυτού, ακριβώς όπως κάθε μέρος οποιουδήποτε ζωντανού όντος έχει πάνω του τη φύση του Όλου. Αυτό λοιπόν είναι ανάπτυξη».
VI. Ο Χέγκελ, στη Λογική του, μιλάει για κύκλο των κύκλων και στη στη Φαινομενολογία του πνεύματος για ένα μεθυσμένο Όλο, για μια βακχική παραζάλη, που κανένα μέλος δεν μένει αμέθυστο. Έτσι, η φιλοσοφία αποτρέπει τη σκέψη από το να χάνεται μέσα σε έναν φαύλο κύκλο και την καθιστά ικανή να φέρει σε έναν εσωτερικό διά-Λογο τις μνημονευθείσες πιο πάνω ουσίες. Βάση αυτού του δια-Λόγου είναι το ιστορικό πνεύμα του κόσμου, που ως παγκόσμιο πνεύμα διασφαλίζει την αδιασάλευτα συγκεκριμένη ανάγνωση αυτού του κόσμου. Με μια τέτοια συγκεκριμένη, τουτέστι διαλεκτική, ανάγνωση ο κόσμος δεν διχοτομείται σε αισθητό και πνευματικό ή διανοητικό, ή σε άπειρο και περατό κόσμο. Ο Χέγκελ τονίζει με έμφαση πως το άπειρο εν-τοπίζεται εντός του περατού ή πεπερασμένου και δεν βρίσκεται σε κάποιο επέκεινα. Είναι, εν τέλει, ο περιδινούμενος κύκλος του Όλου, ήτοι η διαλεκτική του πνεύματος ή, πράγμα το ίδιο, η διαλεκτική έννοια που συνέχει το Όλο.
Ο Αριστοτέλης και η προστασία των πολιτευμάτων
Για τον Αριστοτέλη το ζήτημα της προστασίας των πολιτευμάτων δεν είναι παρά η αντίστροφη διαδικασία από τον εντοπισμό των παραγόντων που τα καταστρέφουν. Αν κάποιος γνωρίζει καλά τις αιτίες που φθείρουν τα πολιτεύματα, αυτομάτως γνωρίζει και τις μεθόδους της προστασίας, αφού προστασία για ένα πολίτευμα σημαίνει διατήρηση, δηλαδή καταπολέμηση των φθοροποιών αιτιών. Με δεδομένο ότι η κυριότερη αιτία που κλονίζει τα πολιτεύματα είναι η ατονία του νόμου (που σταδιακά μπορεί να φτάσει ως την οριστική κατάλυση) γίνεται αντιληπτό ότι το πολίτευμα που θέλει να παραμείνει στο χρόνο οφείλει πρωτίστως να μεριμνήσει για την εφαρμογή του νόμου: «Έτσι λοιπόν, στα πολιτεύματα με το σωστό συνδυασμό στοιχείων επιβάλλεται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να προσέχουν πώς να μη γίνονται καθόλου παρανομίες και κυρίως να εμποδίζουν τη μικρή παρανομία, γιατί η μικρή παρανομία εισχωρεί στο πολίτευμα ανεπαίσθητα σαν τις μικρές δαπάνες που, όταν επαναλαμβάνονται συχνά, εξανεμίζουν τις περιουσίες».
Υπό αυτή την έννοια η εφαρμογή του νόμου τίθεται ως σπουδαιότερη πολιτειακή προτεραιότητα, αφού ο νόμος είναι ο στυλοβάτης του πολιτεύματος. Ο λαός που ανέχεται και (από την πλευρά του) συμβάλλει στην απαξίωση του νόμου, όπως και ο πολιτικός αξιωματούχος που ακυρώνει το νόμο για προσωπικό όφελος (είτε προς ίδιο πλουτισμό είτε προς εξυπηρέτηση φίλων που στηρίζουν την εξουσία του) ουσιαστικά υπονομεύουν το πολίτευμα, όσο κι αν διατείνονται ότι το σέβονται ή το υπηρετούν. Γι’ αυτό ο νόμος πρέπει είναι ορθός αποσκοπώντας στο συνολικό όφελος κι όχι στα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης κάστας που βρίσκει τον τρόπο να επιβληθεί. Ο μεροληπτικός νόμος είναι ο άδικος νόμος και αυτή είναι η απαρχή της ακύρωσής του, αφού ο κόσμος αποστασιοποιείται και τον παραβαίνει. Ο νομοθέτης που υποκύπτει σε συμφέροντα νομοθετώντας στρεβλά, πριν απ’ όλα βάζει σε κίνδυνο το πολίτευμα. Τα νομοθετικά σφάλματα που προκύπτουν από αμέλεια ή κακό υπολογισμό είναι αδύνατο να επιδράσουν το ίδιο αρνητικά, αφού, μόλις η πράξη καταδείξει το ανορθόδοξο ή ανεφάρμοστο του πνεύματός τους, οι νόμοι μπορούν να τροποποιηθούν (ή να αντικατασταθούν) εξασφαλίζοντας την κοινωνική αρμονία. Τελικά, όλα είναι ζήτημα προθέσεων και οι κακές προθέσεις που αντιμετωπίζουν το νόμο ως ευκαιρία κατοχύρωσης της ανισότητας είναι αυτές που θα δράσουν εμπρηστικά υποσκάπτοντας το πολίτευμα.
Όμως, σε τελική ανάλυση, το ζήτημα της ευθύνης του νομοθέτη εντάσσεται μέσα στην ίδια τη δομή του πολιτεύματος που οφείλει να εξισορροπεί τη δύναμη των αξιωματούχων, ώστε να μη γίνεται ανεξέλεγκτη. Η τεράστια χρονική διάρκεια ενός αξιώματος και ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας σε ελάχιστα άτομα ενισχύουν επικίνδυνα το ενδεχόμενο της πολιτικής αλαζονείας δίνοντας στον αξιωματούχο την αίσθηση του άτρωτου, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να υπερβεί το νόμο χωρίς κυρώσεις: «Εξάλλου κοινή πολιτική αρχή και στη δημοκρατία και στην ολιγαρχία και στη μοναρχία και σε κάθε πολίτευμα είναι να μην αποκτά κανείς πολύ μεγάλη υπεροχή διαταράσσοντας έτσι την ισορροπία των δυνάμεων, αλλά αντίθετα η επιδίωξη μάλλον να είναι να δίνονται αξιώματα μικρά σε δικαιοδοσία αλλά μεγάλα σε διάρκεια ή μικρά σε διάρκεια αλλά μεγάλα σε δικαιοδοσία… Κυρίως μάλιστα να γίνεται προσπάθεια να κατευθύνονται οι άνθρωποι σύμφωνα με τους νόμους έτσι, ώστε κανείς να μην εμφανίζεται με συγκεντρωμένη μεγάλη δύναμη στα χέρια του εξαιτίας είτε φίλων είτε πλούτου». Κι αν φαίνεται περίεργο ότι η μοναρχία πρέπει να προλαμβάνει την υπερβολική υπεροχή οποιουδήποτε πολίτη, τη στιγμή που η ίδια η φύση του πολιτεύματος επιβάλλει την υπερβολική υπεροχή του μονάρχη, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι το κάθε πολίτευμα οφείλει να μεριμνά για τη διατήρηση των ισορροπιών που το ίδιο καθορίζει. Για το μονάρχη, εκείνος που αποκτά τεράστια δύναμη, η οποία συνοδεύεται κι από ανάλογη λαϊκή απήχηση, δεν είναι τίποτε άλλο από επερχόμενη απειλή. Από την πλευρά της η ολιγαρχία οφείλει να προσέχει την υπερβολική ισχύ που αποκτά κάποιος, ακριβώς γιατί υπάρχει κίνδυνος να μετατραπεί σε μοναρχία (ή τυραννία). Όσο για τη δημοκρατία που επιτρέπει την ανάληψη των αξιωμάτων συνεχώς από τους ίδιους ανθρώπους, ο κίνδυνος της αλλοίωσης του πολιτεύματος είναι απολύτως ορατός, αφού η μονοπώληση της εξουσίας από συγκεκριμένα άτομα είναι πολύ πιθανό να γεννήσει τη διαφθορά: «… οι φορείς μεγάλων αξιωμάτων διαφθείρονται και δεν είναι γνώρισμα του καθένα να αντιμετωπίζει την καλή του τύχη χωρίς να διαφθείρεται».. Εξάλλου, το μονοπώλιο της εξουσίας αφορά περισσότερο τα συγκεντρωτικά πολιτεύματα.
Σε κάθε περίπτωση, αναφορικά με τους ανθρώπους που ξεπερνούν τη δύναμη που επιβάλλουν οι εκάστοτε πολιτειακές ισορροπίες, ο Αριστοτέλης προτείνει «να απομακρύνονται στο εξωτερικό ευσχήμως». Θα λέγαμε ότι είναι σαν να φωτογραφίζει περιπτώσεις όπως του Αλκιβιάδη, που αποκτούν τεράστια ισχύ σε ατομικό επίπεδο ζημιώνοντας το πολίτευμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις (προφανώς) αναφέρεται κι όταν κάνει λόγο για την ιδιωτική ζωή που πρέπει να συμβαδίζει με το πολίτευμα: «Επειδή πάλι ορισμένοι προκαλούν επαναστάσεις ορμώμενοι από την ιδιωτική τους ζωή, πρέπει να καθιερωθεί μια εξουσία που να επιθεωρεί όσους ζουν με τρόπο ασυμβίβαστο προς το πολίτευμα, δηλαδή στη δημοκρατία ασυμβίβαστο προς τις δημοκρατικές αρχές, στην ολιγαρχία προς τις ολιγαρχικές αρχές και όμοια για καθένα από τα υπόλοιπα πολιτεύματα». [Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης στην περίπτωση της δημοκρατίας τάσσεται κατά των οικονομικών προσφορών από ιδιώτες προς την πόλη σε ζητήματα που επί της ουσίας είναι άχρηστα, αφού περισσότερο λειτουργούν ως μορφή επίδειξης παρά κοινωνικού ενδιαφέροντος: «Ακόμη καλύτερο είναι να εμποδίζονται όσοι θέλουν να αναλαμβάνουν δαπανηρές αλλά όχι χρήσιμες λειτουργίες, όπως χορηγίες, λαμπαδαρχίες και άλλες παρόμοιες»].
Φυσικά, το να πάρουμε τοις μετρητοίς μια τέτοια άποψη θα ήταν υπερβολικό. Ένα κρατικό σώμα, που θα ερευνά την ιδιωτική ζωή του καθενός, αν συμβαδίζει με το πολίτευμα, είναι ξεκάθαρη καταπίεση. Σε μια δημοκρατία η ύπαρξη και μόνο ενός τέτοιου σώματος θα ήταν η απόδειξη της αλλοίωσής της. (Τέτοιες μέθοδοι ταιριάζουν σε απολυταρχίες και σε ανελεύθερα καθεστώτα και καταδεικνύουν το φόβο των αρχών ότι δεν έχουν λαϊκό έρεισμα. Γι’ αυτό και θέλουν να ελέγχουν τα πάντα. Γιατί τα πάντα είναι ύποπτα. Στις δημοκρατίες η εφαρμογή του νόμου είναι αρκετή). Αυτό όμως που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι τελικά το πολίτευμα δεν είναι απλά ένας τρόπος κοινωνικής οργάνωσης στο πλαίσιο της διαχείρισης της εξουσίας, αλλά τρόπος ζωής, δηλαδή μια ολόκληρη αντίληψη. Δε χρειάζεται κάποιος να αυτοχαρακτηρίζεται δημοκρατικός, χρειάζεται να το αποδεικνύει. Εκείνος που συμπεριφέρεται αυταρχικά σε κάθε σχέση που του δίνεται η ευκαιρία είναι προφανές ότι δεν πείθει, όσο κι αν συστήνεται δημοκρατικός. Και είναι ζήτημα υψίστης σημασίας για ένα πολίτευμα να διαμορφώνει πολίτες που ασπάζονται και υιοθετούν εμπράκτως τις αρχές του. Γιατί αυτοί είναι και οι πολίτες που θα το υπερασπιστούν πραγματικά, αν ποτέ παρουσιαστεί κίνδυνος ή, για να το πούμε καλύτερα, ένα πολίτευμα που έχει διαμορφώσει τέτοιους πολίτες είναι δύσκολο να κινδυνεύσει. Κι αυτό είναι θέμα παιδείας.
Κάθε πολίτευμα που θέλει να διατηρηθεί οφείλει να διαφυλάξει τις αρχές του προσαρμόζοντας, αν αλλάξουν οι συνθήκες στην πόλη, τα νέα δεδομένα στη φιλοσοφία του κι όχι το αντίθετο. Το ότι το πολίτευμα δεν πρέπει να είναι άκαμπτο δε σημαίνει ότι θα αναπροσδιορίζεται σύμφωνα με τις εξελίξεις (ούτε βέβαια ότι και θα τις αρνείται σαν να μην υπάρχουν), αλλά ότι θα εντάσσει τους καινούργιους όρους που προκύπτουν στη δική του ιδεολογική πλατφόρμα. Το παράδειγμα που φέρνει ο Αριστοτέλης είναι εκείνο της ολιγαρχίας και της πολιτείας που κατανέμουν τα αξιώματα ανάλογα με την περιουσία. Αν οι οικονομικές συνθήκες αλλάξουν (για οποιοδήποτε λόγο) και ο κόσμος πλουτίσει, το πολίτευμα οφείλει να ανεβάσει το περιουσιακό όριο για να διατηρήσει το χαρακτήρα του, αφού, αν αφήσει το ίδιο, οι περισσότεροι θα πληρούν τις εισοδηματικές προϋποθέσεις και θα διεκδικούν τα αξιώματα μετατρέποντας το σε δημοκρατία. Στην αντίθετη περίπτωση που ο κόσμος φτωχύνει οφείλει να κατεβάσει το όριο αντίστοιχα, για να μη μετατραπεί σε δυναστεία: «Γιατί στις ολιγαρχίες και τις πολιτείες, όταν δε γίνεται αυτό, στην περίπτωση που τα εισοδήματα αποβούν μικρότερα του αρχικού, το αποτέλεσμα είναι να προκύπτουν ολιγαρχίες από πολιτείες και δυναστείες από ολιγαρχίες, ενώ στην περίπτωση που αποβούν μεγαλύτερα, η πολιτεία μεταβάλλεται σε δημοκρατία και η ολιγαρχία σε πολιτεία ή σε δημοκρατία».
Με άλλα λόγια, η πολιτειακή ακαμψία δεν μπορεί παρά να επιφέρει αλλοιώσεις. Τα πολιτεύματα οφείλουν να λαμβάνουν πολύ σοβαρά τις υποδείξεις των καιρών, αν θέλουν να διατηρήσουν το χαρακτήρα τους. Όποιος δεν προσαρμόζεται εξαφανίζεται. Όμως εδώ η προσαρμογή σε συνίσταται σε επανατοποθέτηση. Συνίσταται στην αλλαγή που θα διατηρήσει στο ακέραιο τις αρχικές αντιλήψεις. Αν οι εξελίξεις είναι τόσο σφοδρές που το πολίτευμα είναι αδύνατο να τις εντάξει στην κοσμοθεωρία του, τότε οφείλει το ίδιο να προσαρμοστεί σ’ αυτές κι αυτή είναι η ιδεολογική του χρεωκοπία. Το πολίτευμα αυτού του είδους κρίνεται εκ των πραγμάτων παρωχημένο και είναι αδύνατο να συνεχίσει να υφίσταται. Μοιραία, θα ενσωματώσει στοιχεία άλλων πολιτευμάτων αλλοιώνοντας ανεπανόρθωτα το χαρακτήρα του.
Όμως το μεγάλο μυστικό για τη διατήρηση όλων των πολιτευμάτων είναι η μετριοπάθεια. Με δεδομένο ότι όλα τα πολιτεύματα ενέχουν ξεκάθαρο ταξικό υπόβαθρο που καθορίζει την πρόσβαση στα αξιώματα, καθίσταται σαφής ο κίνδυνος αναταραχών ως εκδήλωση της αντιπαλότητας των κοινωνικών στρωμάτων. Κι αυτές τις πολωτικές καταστάσεις προσπαθεί να προλάβει ο Αριστοτέλης προτείνοντας προς πάσα κατεύθυνση σεβασμό και αμοιβαία αναγνώριση: «Αυτό θεραπεύεται με την ανάθεση πάντοτε των έργων και των αξιωμάτων στις αντίθετες παρατάξεις (εννοώ ότι οι επιφανείς είναι αντίθετοι προς το πλήθος και οι άποροι προς τους εύπορους) και με την επιδίωξη να συγκεραστεί το πλήθος των απόρων με εκείνο των ευπόρων ή να ενισχυθεί η μεσαία τάξη». Η πρόταση του συγκερασμού των κοινωνικών τάξεων είναι η πεποίθηση της πολιτειακής σταθερότητας που μόνο με τη σύμπλευση μπορεί να επιτευχθεί. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης δεν τάσσεται ούτε με τις σκληρές ολιγαρχίες ούτε με τις αδιάλλακτες δημοκρατίες που λειτουργούν απαξιωτικά απέναντι στους ικανούς που έχουν οικονομική επιφάνεια. Και οι δύο περιπτώσεις οδηγούν στην όξυνση δημιουργώντας κοινωνικά προβλήματα. Κι αυτός είναι και ο λόγος που διαρκώς τάσσεται υπέρ της μεσαίας τάξης, αφού η ισχυρή της παρουσία όχι μόνο εγγυάται την άμβλυνση των οικονομικών ανισοτήτων, αλλά μπορεί να δράσει και διαμεσολαβητικά απέναντι στις συγκρουόμενες αξιώσεις των άλλων δύο τάξεων: «αυτή διαλύει τις επαναστάσεις που οφείλονται στην ανισότητα».
Με γνώμονα τη μετριοπάθεια προτείνει συγκεκριμένα μέτρα που θα λειτουργήσουν συμφιλιωτικά στο πλαίσιο της σύμπλευσης που πρέπει να επιτευχθεί για την εξασφάλιση της ομαλότητας: «Στην ολιγαρχία αντίθετα επιβάλλεται να λαμβάνεται μεγάλη μέριμνα για τους φτωχούς και σε αυτούς να ανατίθενται αρμοδιότητες για τις οποίες να αμείβονται. Αν μάλιστα κάποιος από τους ευπόρους διαπράξει αδικία σε βάρος τους, η τιμωρία του να είναι μεγαλύτερη απ’ ότι θα ήταν, αν αδικούσε έναν της τάξης του». Η επίδειξη του πλούτου και η μονοπώληση των αξιωμάτων δεν μπορούν παρά να δράσουν ως κοινωνική πρόκληση και γι’ αυτό πρέπει να αποφεύγονται. Κι αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που τάσσεται κατά των ιδιωτικών χορηγιών σε ανούσια ζητήματα όπως λαμπαδαρχίες κλπ. Γιατί περισσότερο λειτουργούν ως αυτοπροβολή παρά ως ευεργεσία κι ως εκ τούτου επισύρουν και την αγανάκτηση των μη προνομιούχων. Κι ως ένδειξη μετριασμού των αποκλεισμών από τα αξιώματα υποδεικνύει: «Τέλος σε καθεστώτα δημοκρατίας και ολιγαρχίας είναι συμφέρον να αποδίδεται ή ισότητα ή προεδρία σε όσους μετέχουν λιγότερο στην εξουσία από τους άλλους, δηλαδή στη δημοκρατία στους ευπόρους και στην ολιγαρχία στους απόρους».
Αυτό όμως δε σημαίνει ότι το κάθε πολίτευμα θα αρνηθεί την ταξική του υπόσταση προτάσσοντας απόλυτη ισοτιμία στα αξιώματα, αφού έτσι θα αλλοίωνε το χαρακτήρα του: «Εξαιρούνται βέβαια τα ανώτατα αξιώματα του πολιτεύματος, το οποία πρέπει να αναθέτονται μόνο σε πρόσωπα της κυρίαρχης τάξης μεμονωμένα ή σε περισσότερους». Ωστόσο, αυτοί που σε κάθε περίπτωση ασκούν τα ανώτατα αξιώματα πρέπει να δείχνουν ιδιαίτερη ευαισθησία στα ζητήματα που αφορούν τους πολίτες που δε μετέχουν στην εξουσία καθιστώντας σαφές ότι η πολιτεία δεν έχει καμία πρόθεση να τους αδικήσει κι ότι μπορούν να έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη στη διακυβέρνηση. Τα πολιτεύματα (αναφέρεται εδώ κυρίως στην ολιγαρχία και την αριστοκρατία) διατηρούνται «επειδή οι άρχοντες συμπεριφέρονται σωστά και σε εκείνους που δε μετέχουν στην άσκηση της εξουσίας και σε εκείνους που μετέχουν, αποφεύγοντας να αδικούν τους πρώτους και αξιοποιώντας πολιτικά όσους από αυτούς έχουν ηγετικά προσόντα».
Ολοκληρώνοντας το ζήτημα της ορθής διαχείρισης εξουσίας και της καθολικής ισχύος του νόμου ως προϋπόθεση της πολιτειακής σταθερότητας, ο Αριστοτέλης κάνει ειδική αναφορά στο θέμα της διαφάνειας σχετικά με τη διευθέτηση των οικονομικών υποθέσεων της πόλης. Οι άρχοντες, ως διαχειριστές του δημόσιου πλούτου έχουν τεράστια ευθύνη απέναντι στους πολίτες: «Είναι πολύ σημαντικό κάθε είδος πολιτεύματος να οργανωθεί κατά τέτοιο τρόπο και με τους νόμους και με τους άλλους οικονομικούς θεσμούς, ώστε να μην είναι δυνατόν οι άρχοντες να αποκομίζουν υλικά κέρδη». Η καχυποψία απέναντι στις αρχές ότι αποκομίζουν πλούτο από τα αξιώματα κι ότι, σε τελική ανάλυση, αυτός είναι και ο κύριος λόγος της διεκδίκησής τους κατατάσσεται στους σπουδαιότερους λόγους των πολιτειακών ανατροπών. Ιδίως οι υπόνοιες της υπεξαίρεσης δημόσιου χρήματος, τη στιγμή που οι περισσότεροι ζουν σε συνθήκες φτώχειας, μπορούν να δυναμιτίσουν την κατάσταση ανεπανόρθωτα: «οι πολλοί δεν αγανακτούν τόσο, επειδή αποκλείονται από την εξουσία, αντίθετα μάλιστα ευχαριστιούνται, εάν κάποιος τους αφήσει να ασχολούνται με τις δικές τους υποθέσεις, όσο αγανακτούν, αν νομίζουν ότι οι άρχοντες κλέβουν το δημόσιο ταμείο, διότι τότε τους δυσαρεστούν και τα δύο, γιατί αποκλείονται και από τα πολικά αξιώματα και από τα κέρδη».
Η εντιμότητα της οικονομικής διαχείρισης είναι το θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής και της αποδοχής της εξουσίας. Το πολίτευμα που δε διασφαλίζει την εμπιστοσύνη δεν μπορεί παρά να γεννήσει τη δυσαρέσκεια. Ως εκ τούτου είναι ευάλωτο. Οι αξιωματούχοι που ασκούν την εξουσία δε διακυβεύουν μόνο την προσωπική τους ακεραιότητα, αλλά και την ακεραιότητα του πολιτεύματος που εκπροσωπούν. Ο πολιτικός που κλέβει ή που μοιράζει τα δημόσια λεφτά στους ισχυρούς πολιτικούς του συμμάχους δεν είναι μόνο άδικος και υπόλογος απέναντι στους πολίτες, αλλά κι απέναντι στην πολιτική ιδέα, στο όνομα της οποίας κατέλαβε το αξίωμα. Είναι ο άνθρωπος που διασύρει το κύρος της εξουσίας, αφού ευτελίζει τους θεσμούς, υποτιμά το νόμο, εξαπατά το λαό και προδίδει το δημόσιο συμφέρον, που δήθεν υπηρετεί, ισοπεδώνοντας τα στοιχεία που συνθέτουν τη δομή του πολιτεύματος. Τα πολιτεύματα που αναδεικνύουν τέτοιους ανθρώπους στην εξουσία δεν μπορεί παρά να είναι στρεβλά, αφού οι θεσμοί που οφείλουν να τα προστατεύουν αποδεικνύονται ανίσχυροι, δηλαδή αναξιόπιστοι, δηλαδή ευτελείς. Ο διεφθαρμένος κυβερνήτης δεν είναι ουρανοκατέβατος. Είναι το γέννημα της θεσμικής σαθρότητας που αναγκαστικά προϋπήρχε και τον ανέδειξε. Κι αυτή ακριβώς είναι η μαγιά όλων των επαναστάσεων: «Για να αποφευχθεί ακόμη η κατάχρηση της δημόσιας περιουσίας να παραδίδεται αυτή μπροστά σε όλους τους πολίτες και να κατατίθενται αντίγραφα των καταλόγων παράδοσης στα αρχεία των φατριών, των λόχων και των φυλών». Ο Αριστοτέλης δεν βρίσκει άλλη προοπτική από την απόλυτη διαφάνεια. Κι αυτή θα πρέπει να είναι η βασικότερη λαϊκή διεκδίκηση.
Και κάπως έτσι αρχίζουν να πλάθονται τα χαρακτηριστικά του ιδανικού πολιτεύματος. Δηλαδή οι προϋποθέσεις που θα εξασφαλίσουν την αποδοχή της πλειοψηφίας. Η ισχύς του νόμου, η θεσμική ακεραιότητα, η μετριοπάθεια, η έλλειψη φανατισμού, η εξουδετέρωση του δημαγωγού, η τόνωση της μεσαίας τάξης, η εξάλειψη των οικονομικών προκλήσεων που προκύπτουν απ’ τη χαοτική ανισότητα, η διαφάνεια, η αξιοκρατία, η πεποίθηση της συμμετοχής στο δημόσιο συμφέρον, διαμορφώνουν την εμπιστοσύνη ότι το πολίτευμα λειτουργεί ομαλά εκπληρώνοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αποστολή του. (Αργότερα θα προστεθεί ο καθοριστικότατος ρόλος της παιδείας). Υπό αυτούς τους όρους κι ο κάθε πολίτης ξεχωριστά μπορεί να αντιληφθεί τη δική του ατομική ευθύνη απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Να αντιληφθεί δηλαδή σε βάθος τη συνθήκη της συνδιαμόρφωσης.
Το μόνο που μένει είναι η επίτευξη της επαγρύπνησης από τους πολίτες για τη διασφάλιση του πολιτεύματος. Οι πολίτες, που παρακολουθούν αδιάκοπα εξαλείφοντας όλες τις πολιτειακές απειλές, είναι η μεγαλύτερη εγγύηση της πολιτικής σταθερότητας. Κι εδώ ο Αριστοτέλης φαίνεται πρόθυμος να αποκαλύψει μερικά μικρά μυστικά στην άσκηση της εξουσίας: «Διατηρούνται επίσης τα πολιτεύματα, όχι μόνο γιατί βρίσκονται μακριά απ’ ό,τι τα φθείρει, αλλά μερικές φορές και γιατί είναι κοντά, διότι από το φόβο της κατάλυσης οι πολίτες αγκαλιάζουν σφιχτότερα το πολίτευμα. Επομένως όσοι φροντίζουν για το πολίτευμα χρειάζεται να δημιουργούν αιτίες φόβου για να διαφυλάγουν άγρυπνα το πολίτευμα οι πολίτες και να είναι σε επαγρύπνηση σαν νυχτερινή φρουρά για την προστασία του πολιτεύματος κι έτσι να κάνουν τους μακρινούς κινδύνους να φαίνονται κοντινοί». Όμως, αυτού του είδους οι μεθοδεύσεις απευθύνονται κυρίως στις στρεβλές εξουσίες. Συσπειρώνουν τον κόσμο μπροστά στον πάντα επερχόμενο κίνδυνο και ταυτόχρονα τον αποπροσανατολίζουν από τα λάθη (ή τη διαφθορά) των αξιωματούχων. Ο εκφοβισμός λειτουργεί ως ύψιστη καταστολή. Γι’ αυτό και οι εχθροί κρίνονται απολύτως απαραίτητοι…
Αριστοτέλης, Πολιτικά
Υπό αυτή την έννοια η εφαρμογή του νόμου τίθεται ως σπουδαιότερη πολιτειακή προτεραιότητα, αφού ο νόμος είναι ο στυλοβάτης του πολιτεύματος. Ο λαός που ανέχεται και (από την πλευρά του) συμβάλλει στην απαξίωση του νόμου, όπως και ο πολιτικός αξιωματούχος που ακυρώνει το νόμο για προσωπικό όφελος (είτε προς ίδιο πλουτισμό είτε προς εξυπηρέτηση φίλων που στηρίζουν την εξουσία του) ουσιαστικά υπονομεύουν το πολίτευμα, όσο κι αν διατείνονται ότι το σέβονται ή το υπηρετούν. Γι’ αυτό ο νόμος πρέπει είναι ορθός αποσκοπώντας στο συνολικό όφελος κι όχι στα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης κάστας που βρίσκει τον τρόπο να επιβληθεί. Ο μεροληπτικός νόμος είναι ο άδικος νόμος και αυτή είναι η απαρχή της ακύρωσής του, αφού ο κόσμος αποστασιοποιείται και τον παραβαίνει. Ο νομοθέτης που υποκύπτει σε συμφέροντα νομοθετώντας στρεβλά, πριν απ’ όλα βάζει σε κίνδυνο το πολίτευμα. Τα νομοθετικά σφάλματα που προκύπτουν από αμέλεια ή κακό υπολογισμό είναι αδύνατο να επιδράσουν το ίδιο αρνητικά, αφού, μόλις η πράξη καταδείξει το ανορθόδοξο ή ανεφάρμοστο του πνεύματός τους, οι νόμοι μπορούν να τροποποιηθούν (ή να αντικατασταθούν) εξασφαλίζοντας την κοινωνική αρμονία. Τελικά, όλα είναι ζήτημα προθέσεων και οι κακές προθέσεις που αντιμετωπίζουν το νόμο ως ευκαιρία κατοχύρωσης της ανισότητας είναι αυτές που θα δράσουν εμπρηστικά υποσκάπτοντας το πολίτευμα.
Όμως, σε τελική ανάλυση, το ζήτημα της ευθύνης του νομοθέτη εντάσσεται μέσα στην ίδια τη δομή του πολιτεύματος που οφείλει να εξισορροπεί τη δύναμη των αξιωματούχων, ώστε να μη γίνεται ανεξέλεγκτη. Η τεράστια χρονική διάρκεια ενός αξιώματος και ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας σε ελάχιστα άτομα ενισχύουν επικίνδυνα το ενδεχόμενο της πολιτικής αλαζονείας δίνοντας στον αξιωματούχο την αίσθηση του άτρωτου, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να υπερβεί το νόμο χωρίς κυρώσεις: «Εξάλλου κοινή πολιτική αρχή και στη δημοκρατία και στην ολιγαρχία και στη μοναρχία και σε κάθε πολίτευμα είναι να μην αποκτά κανείς πολύ μεγάλη υπεροχή διαταράσσοντας έτσι την ισορροπία των δυνάμεων, αλλά αντίθετα η επιδίωξη μάλλον να είναι να δίνονται αξιώματα μικρά σε δικαιοδοσία αλλά μεγάλα σε διάρκεια ή μικρά σε διάρκεια αλλά μεγάλα σε δικαιοδοσία… Κυρίως μάλιστα να γίνεται προσπάθεια να κατευθύνονται οι άνθρωποι σύμφωνα με τους νόμους έτσι, ώστε κανείς να μην εμφανίζεται με συγκεντρωμένη μεγάλη δύναμη στα χέρια του εξαιτίας είτε φίλων είτε πλούτου». Κι αν φαίνεται περίεργο ότι η μοναρχία πρέπει να προλαμβάνει την υπερβολική υπεροχή οποιουδήποτε πολίτη, τη στιγμή που η ίδια η φύση του πολιτεύματος επιβάλλει την υπερβολική υπεροχή του μονάρχη, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι το κάθε πολίτευμα οφείλει να μεριμνά για τη διατήρηση των ισορροπιών που το ίδιο καθορίζει. Για το μονάρχη, εκείνος που αποκτά τεράστια δύναμη, η οποία συνοδεύεται κι από ανάλογη λαϊκή απήχηση, δεν είναι τίποτε άλλο από επερχόμενη απειλή. Από την πλευρά της η ολιγαρχία οφείλει να προσέχει την υπερβολική ισχύ που αποκτά κάποιος, ακριβώς γιατί υπάρχει κίνδυνος να μετατραπεί σε μοναρχία (ή τυραννία). Όσο για τη δημοκρατία που επιτρέπει την ανάληψη των αξιωμάτων συνεχώς από τους ίδιους ανθρώπους, ο κίνδυνος της αλλοίωσης του πολιτεύματος είναι απολύτως ορατός, αφού η μονοπώληση της εξουσίας από συγκεκριμένα άτομα είναι πολύ πιθανό να γεννήσει τη διαφθορά: «… οι φορείς μεγάλων αξιωμάτων διαφθείρονται και δεν είναι γνώρισμα του καθένα να αντιμετωπίζει την καλή του τύχη χωρίς να διαφθείρεται».. Εξάλλου, το μονοπώλιο της εξουσίας αφορά περισσότερο τα συγκεντρωτικά πολιτεύματα.
Σε κάθε περίπτωση, αναφορικά με τους ανθρώπους που ξεπερνούν τη δύναμη που επιβάλλουν οι εκάστοτε πολιτειακές ισορροπίες, ο Αριστοτέλης προτείνει «να απομακρύνονται στο εξωτερικό ευσχήμως». Θα λέγαμε ότι είναι σαν να φωτογραφίζει περιπτώσεις όπως του Αλκιβιάδη, που αποκτούν τεράστια ισχύ σε ατομικό επίπεδο ζημιώνοντας το πολίτευμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις (προφανώς) αναφέρεται κι όταν κάνει λόγο για την ιδιωτική ζωή που πρέπει να συμβαδίζει με το πολίτευμα: «Επειδή πάλι ορισμένοι προκαλούν επαναστάσεις ορμώμενοι από την ιδιωτική τους ζωή, πρέπει να καθιερωθεί μια εξουσία που να επιθεωρεί όσους ζουν με τρόπο ασυμβίβαστο προς το πολίτευμα, δηλαδή στη δημοκρατία ασυμβίβαστο προς τις δημοκρατικές αρχές, στην ολιγαρχία προς τις ολιγαρχικές αρχές και όμοια για καθένα από τα υπόλοιπα πολιτεύματα». [Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης στην περίπτωση της δημοκρατίας τάσσεται κατά των οικονομικών προσφορών από ιδιώτες προς την πόλη σε ζητήματα που επί της ουσίας είναι άχρηστα, αφού περισσότερο λειτουργούν ως μορφή επίδειξης παρά κοινωνικού ενδιαφέροντος: «Ακόμη καλύτερο είναι να εμποδίζονται όσοι θέλουν να αναλαμβάνουν δαπανηρές αλλά όχι χρήσιμες λειτουργίες, όπως χορηγίες, λαμπαδαρχίες και άλλες παρόμοιες»].
Φυσικά, το να πάρουμε τοις μετρητοίς μια τέτοια άποψη θα ήταν υπερβολικό. Ένα κρατικό σώμα, που θα ερευνά την ιδιωτική ζωή του καθενός, αν συμβαδίζει με το πολίτευμα, είναι ξεκάθαρη καταπίεση. Σε μια δημοκρατία η ύπαρξη και μόνο ενός τέτοιου σώματος θα ήταν η απόδειξη της αλλοίωσής της. (Τέτοιες μέθοδοι ταιριάζουν σε απολυταρχίες και σε ανελεύθερα καθεστώτα και καταδεικνύουν το φόβο των αρχών ότι δεν έχουν λαϊκό έρεισμα. Γι’ αυτό και θέλουν να ελέγχουν τα πάντα. Γιατί τα πάντα είναι ύποπτα. Στις δημοκρατίες η εφαρμογή του νόμου είναι αρκετή). Αυτό όμως που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι τελικά το πολίτευμα δεν είναι απλά ένας τρόπος κοινωνικής οργάνωσης στο πλαίσιο της διαχείρισης της εξουσίας, αλλά τρόπος ζωής, δηλαδή μια ολόκληρη αντίληψη. Δε χρειάζεται κάποιος να αυτοχαρακτηρίζεται δημοκρατικός, χρειάζεται να το αποδεικνύει. Εκείνος που συμπεριφέρεται αυταρχικά σε κάθε σχέση που του δίνεται η ευκαιρία είναι προφανές ότι δεν πείθει, όσο κι αν συστήνεται δημοκρατικός. Και είναι ζήτημα υψίστης σημασίας για ένα πολίτευμα να διαμορφώνει πολίτες που ασπάζονται και υιοθετούν εμπράκτως τις αρχές του. Γιατί αυτοί είναι και οι πολίτες που θα το υπερασπιστούν πραγματικά, αν ποτέ παρουσιαστεί κίνδυνος ή, για να το πούμε καλύτερα, ένα πολίτευμα που έχει διαμορφώσει τέτοιους πολίτες είναι δύσκολο να κινδυνεύσει. Κι αυτό είναι θέμα παιδείας.
Κάθε πολίτευμα που θέλει να διατηρηθεί οφείλει να διαφυλάξει τις αρχές του προσαρμόζοντας, αν αλλάξουν οι συνθήκες στην πόλη, τα νέα δεδομένα στη φιλοσοφία του κι όχι το αντίθετο. Το ότι το πολίτευμα δεν πρέπει να είναι άκαμπτο δε σημαίνει ότι θα αναπροσδιορίζεται σύμφωνα με τις εξελίξεις (ούτε βέβαια ότι και θα τις αρνείται σαν να μην υπάρχουν), αλλά ότι θα εντάσσει τους καινούργιους όρους που προκύπτουν στη δική του ιδεολογική πλατφόρμα. Το παράδειγμα που φέρνει ο Αριστοτέλης είναι εκείνο της ολιγαρχίας και της πολιτείας που κατανέμουν τα αξιώματα ανάλογα με την περιουσία. Αν οι οικονομικές συνθήκες αλλάξουν (για οποιοδήποτε λόγο) και ο κόσμος πλουτίσει, το πολίτευμα οφείλει να ανεβάσει το περιουσιακό όριο για να διατηρήσει το χαρακτήρα του, αφού, αν αφήσει το ίδιο, οι περισσότεροι θα πληρούν τις εισοδηματικές προϋποθέσεις και θα διεκδικούν τα αξιώματα μετατρέποντας το σε δημοκρατία. Στην αντίθετη περίπτωση που ο κόσμος φτωχύνει οφείλει να κατεβάσει το όριο αντίστοιχα, για να μη μετατραπεί σε δυναστεία: «Γιατί στις ολιγαρχίες και τις πολιτείες, όταν δε γίνεται αυτό, στην περίπτωση που τα εισοδήματα αποβούν μικρότερα του αρχικού, το αποτέλεσμα είναι να προκύπτουν ολιγαρχίες από πολιτείες και δυναστείες από ολιγαρχίες, ενώ στην περίπτωση που αποβούν μεγαλύτερα, η πολιτεία μεταβάλλεται σε δημοκρατία και η ολιγαρχία σε πολιτεία ή σε δημοκρατία».
Με άλλα λόγια, η πολιτειακή ακαμψία δεν μπορεί παρά να επιφέρει αλλοιώσεις. Τα πολιτεύματα οφείλουν να λαμβάνουν πολύ σοβαρά τις υποδείξεις των καιρών, αν θέλουν να διατηρήσουν το χαρακτήρα τους. Όποιος δεν προσαρμόζεται εξαφανίζεται. Όμως εδώ η προσαρμογή σε συνίσταται σε επανατοποθέτηση. Συνίσταται στην αλλαγή που θα διατηρήσει στο ακέραιο τις αρχικές αντιλήψεις. Αν οι εξελίξεις είναι τόσο σφοδρές που το πολίτευμα είναι αδύνατο να τις εντάξει στην κοσμοθεωρία του, τότε οφείλει το ίδιο να προσαρμοστεί σ’ αυτές κι αυτή είναι η ιδεολογική του χρεωκοπία. Το πολίτευμα αυτού του είδους κρίνεται εκ των πραγμάτων παρωχημένο και είναι αδύνατο να συνεχίσει να υφίσταται. Μοιραία, θα ενσωματώσει στοιχεία άλλων πολιτευμάτων αλλοιώνοντας ανεπανόρθωτα το χαρακτήρα του.
Όμως το μεγάλο μυστικό για τη διατήρηση όλων των πολιτευμάτων είναι η μετριοπάθεια. Με δεδομένο ότι όλα τα πολιτεύματα ενέχουν ξεκάθαρο ταξικό υπόβαθρο που καθορίζει την πρόσβαση στα αξιώματα, καθίσταται σαφής ο κίνδυνος αναταραχών ως εκδήλωση της αντιπαλότητας των κοινωνικών στρωμάτων. Κι αυτές τις πολωτικές καταστάσεις προσπαθεί να προλάβει ο Αριστοτέλης προτείνοντας προς πάσα κατεύθυνση σεβασμό και αμοιβαία αναγνώριση: «Αυτό θεραπεύεται με την ανάθεση πάντοτε των έργων και των αξιωμάτων στις αντίθετες παρατάξεις (εννοώ ότι οι επιφανείς είναι αντίθετοι προς το πλήθος και οι άποροι προς τους εύπορους) και με την επιδίωξη να συγκεραστεί το πλήθος των απόρων με εκείνο των ευπόρων ή να ενισχυθεί η μεσαία τάξη». Η πρόταση του συγκερασμού των κοινωνικών τάξεων είναι η πεποίθηση της πολιτειακής σταθερότητας που μόνο με τη σύμπλευση μπορεί να επιτευχθεί. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης δεν τάσσεται ούτε με τις σκληρές ολιγαρχίες ούτε με τις αδιάλλακτες δημοκρατίες που λειτουργούν απαξιωτικά απέναντι στους ικανούς που έχουν οικονομική επιφάνεια. Και οι δύο περιπτώσεις οδηγούν στην όξυνση δημιουργώντας κοινωνικά προβλήματα. Κι αυτός είναι και ο λόγος που διαρκώς τάσσεται υπέρ της μεσαίας τάξης, αφού η ισχυρή της παρουσία όχι μόνο εγγυάται την άμβλυνση των οικονομικών ανισοτήτων, αλλά μπορεί να δράσει και διαμεσολαβητικά απέναντι στις συγκρουόμενες αξιώσεις των άλλων δύο τάξεων: «αυτή διαλύει τις επαναστάσεις που οφείλονται στην ανισότητα».
Με γνώμονα τη μετριοπάθεια προτείνει συγκεκριμένα μέτρα που θα λειτουργήσουν συμφιλιωτικά στο πλαίσιο της σύμπλευσης που πρέπει να επιτευχθεί για την εξασφάλιση της ομαλότητας: «Στην ολιγαρχία αντίθετα επιβάλλεται να λαμβάνεται μεγάλη μέριμνα για τους φτωχούς και σε αυτούς να ανατίθενται αρμοδιότητες για τις οποίες να αμείβονται. Αν μάλιστα κάποιος από τους ευπόρους διαπράξει αδικία σε βάρος τους, η τιμωρία του να είναι μεγαλύτερη απ’ ότι θα ήταν, αν αδικούσε έναν της τάξης του». Η επίδειξη του πλούτου και η μονοπώληση των αξιωμάτων δεν μπορούν παρά να δράσουν ως κοινωνική πρόκληση και γι’ αυτό πρέπει να αποφεύγονται. Κι αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που τάσσεται κατά των ιδιωτικών χορηγιών σε ανούσια ζητήματα όπως λαμπαδαρχίες κλπ. Γιατί περισσότερο λειτουργούν ως αυτοπροβολή παρά ως ευεργεσία κι ως εκ τούτου επισύρουν και την αγανάκτηση των μη προνομιούχων. Κι ως ένδειξη μετριασμού των αποκλεισμών από τα αξιώματα υποδεικνύει: «Τέλος σε καθεστώτα δημοκρατίας και ολιγαρχίας είναι συμφέρον να αποδίδεται ή ισότητα ή προεδρία σε όσους μετέχουν λιγότερο στην εξουσία από τους άλλους, δηλαδή στη δημοκρατία στους ευπόρους και στην ολιγαρχία στους απόρους».
Αυτό όμως δε σημαίνει ότι το κάθε πολίτευμα θα αρνηθεί την ταξική του υπόσταση προτάσσοντας απόλυτη ισοτιμία στα αξιώματα, αφού έτσι θα αλλοίωνε το χαρακτήρα του: «Εξαιρούνται βέβαια τα ανώτατα αξιώματα του πολιτεύματος, το οποία πρέπει να αναθέτονται μόνο σε πρόσωπα της κυρίαρχης τάξης μεμονωμένα ή σε περισσότερους». Ωστόσο, αυτοί που σε κάθε περίπτωση ασκούν τα ανώτατα αξιώματα πρέπει να δείχνουν ιδιαίτερη ευαισθησία στα ζητήματα που αφορούν τους πολίτες που δε μετέχουν στην εξουσία καθιστώντας σαφές ότι η πολιτεία δεν έχει καμία πρόθεση να τους αδικήσει κι ότι μπορούν να έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη στη διακυβέρνηση. Τα πολιτεύματα (αναφέρεται εδώ κυρίως στην ολιγαρχία και την αριστοκρατία) διατηρούνται «επειδή οι άρχοντες συμπεριφέρονται σωστά και σε εκείνους που δε μετέχουν στην άσκηση της εξουσίας και σε εκείνους που μετέχουν, αποφεύγοντας να αδικούν τους πρώτους και αξιοποιώντας πολιτικά όσους από αυτούς έχουν ηγετικά προσόντα».
Ολοκληρώνοντας το ζήτημα της ορθής διαχείρισης εξουσίας και της καθολικής ισχύος του νόμου ως προϋπόθεση της πολιτειακής σταθερότητας, ο Αριστοτέλης κάνει ειδική αναφορά στο θέμα της διαφάνειας σχετικά με τη διευθέτηση των οικονομικών υποθέσεων της πόλης. Οι άρχοντες, ως διαχειριστές του δημόσιου πλούτου έχουν τεράστια ευθύνη απέναντι στους πολίτες: «Είναι πολύ σημαντικό κάθε είδος πολιτεύματος να οργανωθεί κατά τέτοιο τρόπο και με τους νόμους και με τους άλλους οικονομικούς θεσμούς, ώστε να μην είναι δυνατόν οι άρχοντες να αποκομίζουν υλικά κέρδη». Η καχυποψία απέναντι στις αρχές ότι αποκομίζουν πλούτο από τα αξιώματα κι ότι, σε τελική ανάλυση, αυτός είναι και ο κύριος λόγος της διεκδίκησής τους κατατάσσεται στους σπουδαιότερους λόγους των πολιτειακών ανατροπών. Ιδίως οι υπόνοιες της υπεξαίρεσης δημόσιου χρήματος, τη στιγμή που οι περισσότεροι ζουν σε συνθήκες φτώχειας, μπορούν να δυναμιτίσουν την κατάσταση ανεπανόρθωτα: «οι πολλοί δεν αγανακτούν τόσο, επειδή αποκλείονται από την εξουσία, αντίθετα μάλιστα ευχαριστιούνται, εάν κάποιος τους αφήσει να ασχολούνται με τις δικές τους υποθέσεις, όσο αγανακτούν, αν νομίζουν ότι οι άρχοντες κλέβουν το δημόσιο ταμείο, διότι τότε τους δυσαρεστούν και τα δύο, γιατί αποκλείονται και από τα πολικά αξιώματα και από τα κέρδη».
Η εντιμότητα της οικονομικής διαχείρισης είναι το θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής και της αποδοχής της εξουσίας. Το πολίτευμα που δε διασφαλίζει την εμπιστοσύνη δεν μπορεί παρά να γεννήσει τη δυσαρέσκεια. Ως εκ τούτου είναι ευάλωτο. Οι αξιωματούχοι που ασκούν την εξουσία δε διακυβεύουν μόνο την προσωπική τους ακεραιότητα, αλλά και την ακεραιότητα του πολιτεύματος που εκπροσωπούν. Ο πολιτικός που κλέβει ή που μοιράζει τα δημόσια λεφτά στους ισχυρούς πολιτικούς του συμμάχους δεν είναι μόνο άδικος και υπόλογος απέναντι στους πολίτες, αλλά κι απέναντι στην πολιτική ιδέα, στο όνομα της οποίας κατέλαβε το αξίωμα. Είναι ο άνθρωπος που διασύρει το κύρος της εξουσίας, αφού ευτελίζει τους θεσμούς, υποτιμά το νόμο, εξαπατά το λαό και προδίδει το δημόσιο συμφέρον, που δήθεν υπηρετεί, ισοπεδώνοντας τα στοιχεία που συνθέτουν τη δομή του πολιτεύματος. Τα πολιτεύματα που αναδεικνύουν τέτοιους ανθρώπους στην εξουσία δεν μπορεί παρά να είναι στρεβλά, αφού οι θεσμοί που οφείλουν να τα προστατεύουν αποδεικνύονται ανίσχυροι, δηλαδή αναξιόπιστοι, δηλαδή ευτελείς. Ο διεφθαρμένος κυβερνήτης δεν είναι ουρανοκατέβατος. Είναι το γέννημα της θεσμικής σαθρότητας που αναγκαστικά προϋπήρχε και τον ανέδειξε. Κι αυτή ακριβώς είναι η μαγιά όλων των επαναστάσεων: «Για να αποφευχθεί ακόμη η κατάχρηση της δημόσιας περιουσίας να παραδίδεται αυτή μπροστά σε όλους τους πολίτες και να κατατίθενται αντίγραφα των καταλόγων παράδοσης στα αρχεία των φατριών, των λόχων και των φυλών». Ο Αριστοτέλης δεν βρίσκει άλλη προοπτική από την απόλυτη διαφάνεια. Κι αυτή θα πρέπει να είναι η βασικότερη λαϊκή διεκδίκηση.
Και κάπως έτσι αρχίζουν να πλάθονται τα χαρακτηριστικά του ιδανικού πολιτεύματος. Δηλαδή οι προϋποθέσεις που θα εξασφαλίσουν την αποδοχή της πλειοψηφίας. Η ισχύς του νόμου, η θεσμική ακεραιότητα, η μετριοπάθεια, η έλλειψη φανατισμού, η εξουδετέρωση του δημαγωγού, η τόνωση της μεσαίας τάξης, η εξάλειψη των οικονομικών προκλήσεων που προκύπτουν απ’ τη χαοτική ανισότητα, η διαφάνεια, η αξιοκρατία, η πεποίθηση της συμμετοχής στο δημόσιο συμφέρον, διαμορφώνουν την εμπιστοσύνη ότι το πολίτευμα λειτουργεί ομαλά εκπληρώνοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αποστολή του. (Αργότερα θα προστεθεί ο καθοριστικότατος ρόλος της παιδείας). Υπό αυτούς τους όρους κι ο κάθε πολίτης ξεχωριστά μπορεί να αντιληφθεί τη δική του ατομική ευθύνη απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Να αντιληφθεί δηλαδή σε βάθος τη συνθήκη της συνδιαμόρφωσης.
Το μόνο που μένει είναι η επίτευξη της επαγρύπνησης από τους πολίτες για τη διασφάλιση του πολιτεύματος. Οι πολίτες, που παρακολουθούν αδιάκοπα εξαλείφοντας όλες τις πολιτειακές απειλές, είναι η μεγαλύτερη εγγύηση της πολιτικής σταθερότητας. Κι εδώ ο Αριστοτέλης φαίνεται πρόθυμος να αποκαλύψει μερικά μικρά μυστικά στην άσκηση της εξουσίας: «Διατηρούνται επίσης τα πολιτεύματα, όχι μόνο γιατί βρίσκονται μακριά απ’ ό,τι τα φθείρει, αλλά μερικές φορές και γιατί είναι κοντά, διότι από το φόβο της κατάλυσης οι πολίτες αγκαλιάζουν σφιχτότερα το πολίτευμα. Επομένως όσοι φροντίζουν για το πολίτευμα χρειάζεται να δημιουργούν αιτίες φόβου για να διαφυλάγουν άγρυπνα το πολίτευμα οι πολίτες και να είναι σε επαγρύπνηση σαν νυχτερινή φρουρά για την προστασία του πολιτεύματος κι έτσι να κάνουν τους μακρινούς κινδύνους να φαίνονται κοντινοί». Όμως, αυτού του είδους οι μεθοδεύσεις απευθύνονται κυρίως στις στρεβλές εξουσίες. Συσπειρώνουν τον κόσμο μπροστά στον πάντα επερχόμενο κίνδυνο και ταυτόχρονα τον αποπροσανατολίζουν από τα λάθη (ή τη διαφθορά) των αξιωματούχων. Ο εκφοβισμός λειτουργεί ως ύψιστη καταστολή. Γι’ αυτό και οι εχθροί κρίνονται απολύτως απαραίτητοι…
Αριστοτέλης, Πολιτικά
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑ
ΞΕΝ ΚΠαιδ 7.2.15–7.2.25
Ο Κροίσος κατανοεί πλέον παλαιότερο χρησμό του Απόλλωνα
Στο πρώτο κεφάλαιο του έβδομου βιβλίου περιγράφεται αναλυτικά η αποφασιστική μάχη με τους Ασσυρίους και τους συμμάχους τους και η νίκη του στρατεύματος του Κύρου. Στη συνέχεια ο περσικός στρατός κατευθύνθηκε προς την πρωτεύουσα της Λυδίας, τις Σάρδεις, όπου είχε καταφύγει ο βασιλιάς της Λυδίας και σύμμαχος των Ασσυρίων Κροίσος, και τις κατέλαβε. Στη συνάντηση Κύρου–Κροίσου, εκτός από τη συμφωνία να μην λεηλατηθεί η πόλη, ο νικητής ζητά από τον ηττημένο να του λύσει κάποιες απορίες.
[7.2.15] Τάδε δέ μοι πάντως, ἔφη, ὦ Κροῖσε, λέξον πῶς σοι ἀπο-
βέβηκε τὰ ἐκ τοῦ ἐν Δελφοῖς χρηστηρίου· σοὶ γὰρ δὴ
λέγεται πάνυ γε τεθεραπεῦσθαι ὁ Ἀπόλλων καί σε πάντα
ἐκείνῳ πειθόμενον πράττειν. [7.2.16] Ἐβουλόμην ἄν, ἔφη, ὦ Κῦρε,
οὕτως ἔχειν· νῦν δὲ πάντα τἀναντία εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς πράττων
προσηνέχθην τῷ Ἀπόλλωνι. Πῶς δέ; ἔφη ὁ Κῦρος· δί-
δασκε· πάνυ γὰρ παράδοξα λέγεις. [7.2.17] Ὅτι πρῶτον μέν, ἔφη,
ἀμελήσας ἐρωτᾶν τὸν θεόν, εἴ τι ἐδεόμην, ἀπεπειρώμην
αὐτοῦ εἰ δύναιτο ἀληθεύειν. τοῦτο δ’, ἔφη, μὴ ὅτι θεός,
ἀλλὰ καὶ ἄνθρωποι καλοὶ κἀγαθοί, ἐπειδὰν γνῶσιν ἀπιστού-
μενοι, οὐ φιλοῦσι τοὺς ἀπιστοῦντας. [7.2.18] ἐπεὶ μέντοι ἔγνω καὶ
μάλ’ ἄτοπα ἐμοῦ ποιοῦντος, καίπερ πρόσω Δελφῶν ἀπέχον-
τος, οὕτω δὴ πέμπω περὶ παίδων. [7.2.19] ὁ δέ μοι τὸ μὲν πρῶτον
οὐδ’ ἀπεκρίνατο· ἐπεὶ δ’ ἐγὼ πολλὰ μὲν πέμπων ἀναθήματα
χρυσᾶ, πολλὰ δ’ ἀργυρᾶ, πάμπολλα δὲ θύων ἐξιλασάμην
ποτὲ αὐτόν, ὡς ἐδόκουν, τότε δή μοι ἀποκρίνεται ἐρωτῶντι
τί ἄν μοι ποιήσαντι παῖδες γένοιντο· ὁ δὲ εἶπεν ὅτι ἔσοιντο.
καὶ ἐγένοντο μέν, οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τοῦτο ἐψεύσατο, [7.2.20] γενόμενοι
δὲ οὐδὲν ὤνησαν. ὁ μὲν γὰρ κωφὸς ὢν διετέλει, ὁ δὲ ἄρι-
στος γενόμενος ἐν ἀκμῇ τοῦ βίου ἀπώλετο. πιεζόμενος δὲ
ταῖς περὶ τοὺς παῖδας συμφοραῖς πάλιν πέμπω καὶ ἐπερωτῶ
τὸν θεὸν τί ἂν ποιῶν τὸν λοιπὸν βίον εὐδαιμονέστατα διατε-
λέσαιμι· ὁ δέ μοι ἀπεκρίνατο,
Σαυτὸν γιγνώσκων εὐδαίμων, Κροῖσε, περάσεις.
ἐγὼ δ’ ἀκούσας τὴν μαντείαν ἥσθην· [7.2.21] ἐνόμιζον γὰρ τὸ ῥᾷστόν
μοι αὐτὸν προστάξαντα τὴν εὐδαιμονίαν διδόναι. ἄλλους μὲν
γὰρ γιγνώσκειν τοὺς μὲν οἷόν τ’ εἶναι τοὺς δ’ οὔ· ἑαυτὸν
δὲ ὅστις ἐστὶ πάντα τινὰ ἐνόμιζον ἄνθρωπον εἰδέναι. [7.2.22] καὶ
τὸν μετὰ ταῦτα δὴ χρόνον, ἕως μὲν εἶχον ἡσυχίαν, οὐδὲν
ἐνεκάλουν μετὰ τὸν τοῦ παιδὸς θάνατον ταῖς τύχαις· ἐπειδὴ
δὲ ἀνεπείσθην ὑπὸ τοῦ Ἀσσυρίου ἐφ’ ὑμᾶς στρατεύεσθαι,
εἰς πάντα κίνδυνον ἦλθον· ἐσώθην μέντοι οὐδὲν κακὸν λα-
βών. οὐκ αἰτιῶμαι δὲ οὐδὲ τάδε τὸν θεόν. ἐπεὶ γὰρ ἔγνων
ἐμαυτὸν μὴ ἱκανὸν ὑμῖν μάχεσθαι, ἀσφαλῶς σὺν τῷ θεῷ
ἀπῆλθον καὶ αὐτὸς καὶ οἱ σὺν ἐμοί. [7.2.23] νῦν δ’ αὖ πάλιν ὑπό
τε πλούτου τοῦ παρόντος διαθρυπτόμενος καὶ ὑπὸ τῶν δεο-
μένων μου προστάτην γενέσθαι καὶ ὑπὸ τῶν δώρων ὧν ἐδί-
δοσάν μοι καὶ ὑπ’ ἀνθρώπων, οἵ με κολακεύοντες ἔλεγον ὡς
εἰ ἐγὼ θέλοιμι ἄρχειν, πάντες ἂν ἐμοὶ πείθοιντο καὶ μέγι-
στος ἂν εἴην ἀνθρώπων, ὑπὸ τοιούτων δὲ λόγων ἀναφυσώ-
μενος, ὡς εἵλοντό με πάντες οἱ κύκλῳ βασιλεῖς προστάτην
τοῦ πολέμου, ὑπεδεξάμην τὴν στρατηγίαν, ὡς ἱκανὸς ὢν
μέγιστος γενέσθαι, [7.2.24] ἀγνοῶν ἄρα ἐμαυτόν, ὅτι σοὶ ἀντιπολε-
μεῖν ἱκανὸς ᾤμην εἶναι, πρῶτον μὲν ἐκ θεῶν γεγονότι, ἔπειτα
δὲ διὰ βασιλέων πεφυκότι, ἔπειτα δ’ ἐκ παιδὸς ἀρετὴν ἀσ-
κοῦντι· τῶν δ’ ἐμῶν προγόνων ἀκούω τὸν πρῶτον βασιλεύ-
σαντα ἅμα τε βασιλέα καὶ ἐλεύθερον γενέσθαι. ταῦτ’ οὖν
ἀγνοήσας δικαίως, ἔφη, ἔχω τὴν δίκην. [7.2.25] ἀλλὰ νῦν δή, ἔφη,
ὦ Κῦρε, γιγνώσκω μὲν ἐμαυτόν· σὺ δ’, ἔφη, ἔτι δοκεῖς
ἀληθεύειν τὸν Ἀπόλλω ὡς εὐδαίμων ἔσομαι γιγνώσκων
ἐμαυτόν; σὲ δὲ ἐρωτῶ διὰ τοῦτο ὅτι ἄριστ’ ἄν μοι δοκεῖς
εἰκάσαι τοῦτο ἐν τῷ παρόντι· καὶ γὰρ δύνασαι ποιῆσαι.
ΞΕΝ ΚΠαιδ 7.2.15–7.2.25
Ο Κροίσος κατανοεί πλέον παλαιότερο χρησμό του Απόλλωνα
Στο πρώτο κεφάλαιο του έβδομου βιβλίου περιγράφεται αναλυτικά η αποφασιστική μάχη με τους Ασσυρίους και τους συμμάχους τους και η νίκη του στρατεύματος του Κύρου. Στη συνέχεια ο περσικός στρατός κατευθύνθηκε προς την πρωτεύουσα της Λυδίας, τις Σάρδεις, όπου είχε καταφύγει ο βασιλιάς της Λυδίας και σύμμαχος των Ασσυρίων Κροίσος, και τις κατέλαβε. Στη συνάντηση Κύρου–Κροίσου, εκτός από τη συμφωνία να μην λεηλατηθεί η πόλη, ο νικητής ζητά από τον ηττημένο να του λύσει κάποιες απορίες.
[7.2.15] Τάδε δέ μοι πάντως, ἔφη, ὦ Κροῖσε, λέξον πῶς σοι ἀπο-
βέβηκε τὰ ἐκ τοῦ ἐν Δελφοῖς χρηστηρίου· σοὶ γὰρ δὴ
λέγεται πάνυ γε τεθεραπεῦσθαι ὁ Ἀπόλλων καί σε πάντα
ἐκείνῳ πειθόμενον πράττειν. [7.2.16] Ἐβουλόμην ἄν, ἔφη, ὦ Κῦρε,
οὕτως ἔχειν· νῦν δὲ πάντα τἀναντία εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς πράττων
προσηνέχθην τῷ Ἀπόλλωνι. Πῶς δέ; ἔφη ὁ Κῦρος· δί-
δασκε· πάνυ γὰρ παράδοξα λέγεις. [7.2.17] Ὅτι πρῶτον μέν, ἔφη,
ἀμελήσας ἐρωτᾶν τὸν θεόν, εἴ τι ἐδεόμην, ἀπεπειρώμην
αὐτοῦ εἰ δύναιτο ἀληθεύειν. τοῦτο δ’, ἔφη, μὴ ὅτι θεός,
ἀλλὰ καὶ ἄνθρωποι καλοὶ κἀγαθοί, ἐπειδὰν γνῶσιν ἀπιστού-
μενοι, οὐ φιλοῦσι τοὺς ἀπιστοῦντας. [7.2.18] ἐπεὶ μέντοι ἔγνω καὶ
μάλ’ ἄτοπα ἐμοῦ ποιοῦντος, καίπερ πρόσω Δελφῶν ἀπέχον-
τος, οὕτω δὴ πέμπω περὶ παίδων. [7.2.19] ὁ δέ μοι τὸ μὲν πρῶτον
οὐδ’ ἀπεκρίνατο· ἐπεὶ δ’ ἐγὼ πολλὰ μὲν πέμπων ἀναθήματα
χρυσᾶ, πολλὰ δ’ ἀργυρᾶ, πάμπολλα δὲ θύων ἐξιλασάμην
ποτὲ αὐτόν, ὡς ἐδόκουν, τότε δή μοι ἀποκρίνεται ἐρωτῶντι
τί ἄν μοι ποιήσαντι παῖδες γένοιντο· ὁ δὲ εἶπεν ὅτι ἔσοιντο.
καὶ ἐγένοντο μέν, οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τοῦτο ἐψεύσατο, [7.2.20] γενόμενοι
δὲ οὐδὲν ὤνησαν. ὁ μὲν γὰρ κωφὸς ὢν διετέλει, ὁ δὲ ἄρι-
στος γενόμενος ἐν ἀκμῇ τοῦ βίου ἀπώλετο. πιεζόμενος δὲ
ταῖς περὶ τοὺς παῖδας συμφοραῖς πάλιν πέμπω καὶ ἐπερωτῶ
τὸν θεὸν τί ἂν ποιῶν τὸν λοιπὸν βίον εὐδαιμονέστατα διατε-
λέσαιμι· ὁ δέ μοι ἀπεκρίνατο,
Σαυτὸν γιγνώσκων εὐδαίμων, Κροῖσε, περάσεις.
ἐγὼ δ’ ἀκούσας τὴν μαντείαν ἥσθην· [7.2.21] ἐνόμιζον γὰρ τὸ ῥᾷστόν
μοι αὐτὸν προστάξαντα τὴν εὐδαιμονίαν διδόναι. ἄλλους μὲν
γὰρ γιγνώσκειν τοὺς μὲν οἷόν τ’ εἶναι τοὺς δ’ οὔ· ἑαυτὸν
δὲ ὅστις ἐστὶ πάντα τινὰ ἐνόμιζον ἄνθρωπον εἰδέναι. [7.2.22] καὶ
τὸν μετὰ ταῦτα δὴ χρόνον, ἕως μὲν εἶχον ἡσυχίαν, οὐδὲν
ἐνεκάλουν μετὰ τὸν τοῦ παιδὸς θάνατον ταῖς τύχαις· ἐπειδὴ
δὲ ἀνεπείσθην ὑπὸ τοῦ Ἀσσυρίου ἐφ’ ὑμᾶς στρατεύεσθαι,
εἰς πάντα κίνδυνον ἦλθον· ἐσώθην μέντοι οὐδὲν κακὸν λα-
βών. οὐκ αἰτιῶμαι δὲ οὐδὲ τάδε τὸν θεόν. ἐπεὶ γὰρ ἔγνων
ἐμαυτὸν μὴ ἱκανὸν ὑμῖν μάχεσθαι, ἀσφαλῶς σὺν τῷ θεῷ
ἀπῆλθον καὶ αὐτὸς καὶ οἱ σὺν ἐμοί. [7.2.23] νῦν δ’ αὖ πάλιν ὑπό
τε πλούτου τοῦ παρόντος διαθρυπτόμενος καὶ ὑπὸ τῶν δεο-
μένων μου προστάτην γενέσθαι καὶ ὑπὸ τῶν δώρων ὧν ἐδί-
δοσάν μοι καὶ ὑπ’ ἀνθρώπων, οἵ με κολακεύοντες ἔλεγον ὡς
εἰ ἐγὼ θέλοιμι ἄρχειν, πάντες ἂν ἐμοὶ πείθοιντο καὶ μέγι-
στος ἂν εἴην ἀνθρώπων, ὑπὸ τοιούτων δὲ λόγων ἀναφυσώ-
μενος, ὡς εἵλοντό με πάντες οἱ κύκλῳ βασιλεῖς προστάτην
τοῦ πολέμου, ὑπεδεξάμην τὴν στρατηγίαν, ὡς ἱκανὸς ὢν
μέγιστος γενέσθαι, [7.2.24] ἀγνοῶν ἄρα ἐμαυτόν, ὅτι σοὶ ἀντιπολε-
μεῖν ἱκανὸς ᾤμην εἶναι, πρῶτον μὲν ἐκ θεῶν γεγονότι, ἔπειτα
δὲ διὰ βασιλέων πεφυκότι, ἔπειτα δ’ ἐκ παιδὸς ἀρετὴν ἀσ-
κοῦντι· τῶν δ’ ἐμῶν προγόνων ἀκούω τὸν πρῶτον βασιλεύ-
σαντα ἅμα τε βασιλέα καὶ ἐλεύθερον γενέσθαι. ταῦτ’ οὖν
ἀγνοήσας δικαίως, ἔφη, ἔχω τὴν δίκην. [7.2.25] ἀλλὰ νῦν δή, ἔφη,
ὦ Κῦρε, γιγνώσκω μὲν ἐμαυτόν· σὺ δ’, ἔφη, ἔτι δοκεῖς
ἀληθεύειν τὸν Ἀπόλλω ὡς εὐδαίμων ἔσομαι γιγνώσκων
ἐμαυτόν; σὲ δὲ ἐρωτῶ διὰ τοῦτο ὅτι ἄριστ’ ἄν μοι δοκεῖς
εἰκάσαι τοῦτο ἐν τῷ παρόντι· καὶ γὰρ δύνασαι ποιῆσαι.
***
Πες μου, ρώτησε, Κροίσε, λεπτομερώς τα εξής. Πώς δηλαδή έχει αποβή ο χρησμός που έλαβες από το μαντείο των Δελφών; Γιατί λένε ότι πολύ σέβεσαι τον Απόλλωνα και τίποτα δεν κάνεις χωρίς τη συμβουλή του. Θα επιθυμούσα, Κυρε, απάντησε ο Κροίσος, να είχε έτσι το πράγμα. Αλλά τώρα έκαμα όλως διόλου τ' αντίθετα απ' όσα μου έλεγε ο Απόλλων. Πώς συνέβη αυτό; ερώτησε ο Κύρος, πες μου το. Γιατί πρώτα πρώτα, είπε ο Κροίσος, παραμέλησα να ερωτήσω το θεό για όσα χρειαζόμουν, και τον δοκίμαζα, αν μπορή να λέη την αλήθεια. Τούτο, είπε, όχι μόνον ο θεός, μα και οι καλοί και αγαθοί άνθρωποι, όταν το καταλάβουν, ότι δηλαδή δεν τους πιστεύουν, μισούν εκείνους που δεν τους πιστεύουν. Και επειδή ο Απόλλων κατάλαβε ότι κάνω πολύ άτοπη πράξη, ενώ ήμουν μακράν των Δελφών, έστειλα να ερωτήσω, αν μέλλω να αποχτήσω παιδιά. Ο Απόλλων στην αρχή δεν μου απάντησε τίποτα στην ερώτησή μου. Όταν έστειλα πολλά χρυσά και αργυρά αφιερώματα και πρόσφερα πολλές θυσίες, τον εξευμένισα τέλος πάντων, όπως φανταζόμουν, και τότε απάντησε στην ερώτηση που του έκαμα «τι να κάνω για να αποκτήσω παιδιά», και μου είπε ότι θα αποκτήσω. Και πραγματικώς απέκτησα παιδιά, γιατί ούτε σε τούτο δεν είπε ψέματα ο θεός. Τα παιδιά όμως που γεννήθηκαν διόλου δεν με ωφέλησαν, γιατί ο ένας μου γιος ήταν κωφάλαλος, και ο άλλος που διακρίθηκε, πέθανε στην ακμή της ηλικίας του. Καταλυπημένος για τις συμφορές των παιδιών μου, πάλι στέλνω και ερωτώ δεύτερη φορά το θεό «τι να κάμω για να ζήσω ευτυχισμένος σ' όλη την υπόλοιπη ζωή μου», και κείνος μου αποκρίθηκε: αν γνωρίσης τον εαυτό σου, Κροίσε, θα περάσης τη ζωή σου σε πλήρη ευτυχία.
Εγώ ευχαριστήθηκα, όταν άκουσα το χρησμό, επειδή νόμιζα ότι μου έδινε την ευτυχία διατάζοντάς με πολύ εύκολο πράγμα. Γιατί νόμιζα ότι μερικοί μπορούν να γνωρίζουν τους άλλους ανθρώπους και μερικοί δεν μπορούν∙ είχα όμως την ιδέα πως τον εαυτό του κάθε άνθρωπος μπορεί να γνωρίζη τι είναι. Κατά τον μετά ταύτα λοιπόν χρόνο, έως ότου ήμουν ήσυχος, δεν παραπονιόμουν διόλου κατά της τύχης για το θάνατο των γυιων μου∙ όμως με έπεισε ο βασιλιάς της Ασσυρίας να εκστρατεύσω εναντίον σου και εκινδύνευσα πολύ, εσώθηκα όμως χωρίς να πάθω κανένα κακό. Δεν κατηγορώ ούτε για τούτο το θεό. Γιατί, όταν κατάλαβα πως δεν είμαι ικανός να πολεμώ εναντίον σου, ανεχώρησα με τους δικούς μου χωρίς να πάθωμε τίποτα, με τη βοήθεια των θεών. Τώρα πάλι, επειδή ήμουν περήφανος για το μεγάλο πλούτο μου, και επειδή με παρακαλούσαν οι άλλοι βασιλείς να γίνω προστάτης τους, και μου πρόσφερναν δώρα, και επειδή κολακεύοντάς με έλεγαν ότι όλοι θα υπακούουν σε μένα, αν θέλω να είμαι αρχηγός τους, και ότι είμαι σπουδαίος άνθρωπος, περήφανος από τα λόγια αυτά, επειδή είδα ότι οι γύρω βασιλείς με διαλέξανε αρχηγό του πολέμου, δέχτηκα τη στρατηγία, με την ιδέα ότι είχα την ικανότητα να γίνω πολύ μεγάλος, επειδή αγνοούσα τον εαυτό μου, γιατί φαντάσθηκα πως μπορούσα να πολεμήσω εναντίον σου, που πρώτα πρώτα κατάγεσαι από θεούς, έπειτα γεννήθηκες από βασιλείς και από μικρό παιδί γυμνάζεσαι για να γίνης ανδρείος∙ πληροφορούμαι ότι ο πρώτος από τους προγόνους μου που βασίλεψε, έγινε συγχρόνως βασιλιάς και ελεύθερος (ο πρώτος από τους προγόνους μου βασιλεύσας ήταν προηγουμένως δούλος). Επειδή αγνόησα αυτά, δικαίως τιμωρούμαι. Αλλά τώρα πλέον, Κύρε, είπε, γνωρίζω τον εαυτό μου. Συ δε, είπε, πιστεύεις ακόμη ότι είπε αλήθεια ο Απόλλων, ότι δηλαδή θα είμαι ευτυχής αν γνωρίζω τον εαυτό μου; Εσένα ερωτώ γι' αυτό, γιατί μου φαίνεται πως πολύ καλά μπορείς να συμπεράνης από την παρούσα κατάστασή μου και μπορείς να με κάμης ευτυχισμένο.
Πες μου, ρώτησε, Κροίσε, λεπτομερώς τα εξής. Πώς δηλαδή έχει αποβή ο χρησμός που έλαβες από το μαντείο των Δελφών; Γιατί λένε ότι πολύ σέβεσαι τον Απόλλωνα και τίποτα δεν κάνεις χωρίς τη συμβουλή του. Θα επιθυμούσα, Κυρε, απάντησε ο Κροίσος, να είχε έτσι το πράγμα. Αλλά τώρα έκαμα όλως διόλου τ' αντίθετα απ' όσα μου έλεγε ο Απόλλων. Πώς συνέβη αυτό; ερώτησε ο Κύρος, πες μου το. Γιατί πρώτα πρώτα, είπε ο Κροίσος, παραμέλησα να ερωτήσω το θεό για όσα χρειαζόμουν, και τον δοκίμαζα, αν μπορή να λέη την αλήθεια. Τούτο, είπε, όχι μόνον ο θεός, μα και οι καλοί και αγαθοί άνθρωποι, όταν το καταλάβουν, ότι δηλαδή δεν τους πιστεύουν, μισούν εκείνους που δεν τους πιστεύουν. Και επειδή ο Απόλλων κατάλαβε ότι κάνω πολύ άτοπη πράξη, ενώ ήμουν μακράν των Δελφών, έστειλα να ερωτήσω, αν μέλλω να αποχτήσω παιδιά. Ο Απόλλων στην αρχή δεν μου απάντησε τίποτα στην ερώτησή μου. Όταν έστειλα πολλά χρυσά και αργυρά αφιερώματα και πρόσφερα πολλές θυσίες, τον εξευμένισα τέλος πάντων, όπως φανταζόμουν, και τότε απάντησε στην ερώτηση που του έκαμα «τι να κάνω για να αποκτήσω παιδιά», και μου είπε ότι θα αποκτήσω. Και πραγματικώς απέκτησα παιδιά, γιατί ούτε σε τούτο δεν είπε ψέματα ο θεός. Τα παιδιά όμως που γεννήθηκαν διόλου δεν με ωφέλησαν, γιατί ο ένας μου γιος ήταν κωφάλαλος, και ο άλλος που διακρίθηκε, πέθανε στην ακμή της ηλικίας του. Καταλυπημένος για τις συμφορές των παιδιών μου, πάλι στέλνω και ερωτώ δεύτερη φορά το θεό «τι να κάμω για να ζήσω ευτυχισμένος σ' όλη την υπόλοιπη ζωή μου», και κείνος μου αποκρίθηκε: αν γνωρίσης τον εαυτό σου, Κροίσε, θα περάσης τη ζωή σου σε πλήρη ευτυχία.
Εγώ ευχαριστήθηκα, όταν άκουσα το χρησμό, επειδή νόμιζα ότι μου έδινε την ευτυχία διατάζοντάς με πολύ εύκολο πράγμα. Γιατί νόμιζα ότι μερικοί μπορούν να γνωρίζουν τους άλλους ανθρώπους και μερικοί δεν μπορούν∙ είχα όμως την ιδέα πως τον εαυτό του κάθε άνθρωπος μπορεί να γνωρίζη τι είναι. Κατά τον μετά ταύτα λοιπόν χρόνο, έως ότου ήμουν ήσυχος, δεν παραπονιόμουν διόλου κατά της τύχης για το θάνατο των γυιων μου∙ όμως με έπεισε ο βασιλιάς της Ασσυρίας να εκστρατεύσω εναντίον σου και εκινδύνευσα πολύ, εσώθηκα όμως χωρίς να πάθω κανένα κακό. Δεν κατηγορώ ούτε για τούτο το θεό. Γιατί, όταν κατάλαβα πως δεν είμαι ικανός να πολεμώ εναντίον σου, ανεχώρησα με τους δικούς μου χωρίς να πάθωμε τίποτα, με τη βοήθεια των θεών. Τώρα πάλι, επειδή ήμουν περήφανος για το μεγάλο πλούτο μου, και επειδή με παρακαλούσαν οι άλλοι βασιλείς να γίνω προστάτης τους, και μου πρόσφερναν δώρα, και επειδή κολακεύοντάς με έλεγαν ότι όλοι θα υπακούουν σε μένα, αν θέλω να είμαι αρχηγός τους, και ότι είμαι σπουδαίος άνθρωπος, περήφανος από τα λόγια αυτά, επειδή είδα ότι οι γύρω βασιλείς με διαλέξανε αρχηγό του πολέμου, δέχτηκα τη στρατηγία, με την ιδέα ότι είχα την ικανότητα να γίνω πολύ μεγάλος, επειδή αγνοούσα τον εαυτό μου, γιατί φαντάσθηκα πως μπορούσα να πολεμήσω εναντίον σου, που πρώτα πρώτα κατάγεσαι από θεούς, έπειτα γεννήθηκες από βασιλείς και από μικρό παιδί γυμνάζεσαι για να γίνης ανδρείος∙ πληροφορούμαι ότι ο πρώτος από τους προγόνους μου που βασίλεψε, έγινε συγχρόνως βασιλιάς και ελεύθερος (ο πρώτος από τους προγόνους μου βασιλεύσας ήταν προηγουμένως δούλος). Επειδή αγνόησα αυτά, δικαίως τιμωρούμαι. Αλλά τώρα πλέον, Κύρε, είπε, γνωρίζω τον εαυτό μου. Συ δε, είπε, πιστεύεις ακόμη ότι είπε αλήθεια ο Απόλλων, ότι δηλαδή θα είμαι ευτυχής αν γνωρίζω τον εαυτό μου; Εσένα ερωτώ γι' αυτό, γιατί μου φαίνεται πως πολύ καλά μπορείς να συμπεράνης από την παρούσα κατάστασή μου και μπορείς να με κάμης ευτυχισμένο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)






