Το ον πάνω από όλα Αποτελεί Μία Ενότητα και Μία Ενοποιητική Δύναμη αφού τα Ενώνει όλα Μέσα Του. Κι όσοι Προσέρχονται στο ον κι Ενώνονται Μαζί Του και γίνονται Ένα, μέσα στη Πραγματικότητα, Βιώνουν αυτή την Ενοποιητική Δράση και Δραστηριότητα και Κατάσταση... Σε μία τέτοια Κατάσταση υπάρχει Ενότητα. Στην Ζωή υπάρχει Ενότητα...
Η «Κοινωνία Με Τον Ζωντανό ον» (η «Αληθινή Κοινωνία») είναι δυνατή όταν ο άνθρωπος βιώσει πραγματικά και στραφεί με όλη του την δύναμη (κι όλες τις ψυχονοητικές-ψυχοσωματικές και σωματικές δυνάμεις του) προς τον εαυτό του... όταν όλες οι κατώτερες ψυχονοητικές δυνάμεις προσανατολιστούν προς τον εαυτό του κι απορροφηθούν στον ον μέχρι να «εκμηδενιστούν» μέσα στην εσωτερική Παρουσία... όταν με όλη την ψυχή του (το ψυχοσωματικό εγώ) ο άνθρωπος στραφεί προς τον εαυτό του κι «αδειάσει» από κάθε «εγώ»... όταν με όλη του την καρδιά (δηλαδή με την πραγματική μεταφυσική ουσία του, που είναι ο Ίδιος ο Θεός – σαν Θεία Ενέργεια – που τον «ουσιώνει») ο άνθρωπος «ανοιχτεί» προς τον εαυτό του... όταν δηλαδή ο άνθρωπος αδειάσει τελείως (σαν συνείδηση, σαν νους) από κάθε ατομικό (ψυχοσωματικό) στοιχείο και λειτουργεί σαν καθαρός νους (καθαρή ψυχή, χωρίς να αποχωρίζεται από το σώμα που διευθετείται σωστά τώρα) μπορεί να Δεχτεί το παν μέσα του, σε μία Πραγματική Ζωντανή Θεία Κοινωνία (κι όχι θεωρητική ή φανταστική...)...
Αυτή η Πραγματική Ζωντανή Θεία Κοινωνία που συμβαίνει σε πραγματικό, «ζωντανό χρόνο» (έξω από τον τυπικό χρόνο, σε ένα υπερβατικό χώρο εμπειρίας...) δεν έχει καμία σχέση με την «θεία κοινωνία» (την μετάληψη «του άρτου και του οίνου») που δίνουν στις εκκλησίες. Οι σοφοί Μιλούσαν για Ζωντανή Μετάληψη κι όχι για λήψη ενός υλικού συμβόλου. Στις εξωτερικές εκκλησίες, δύο χιλιάδες χρόνια τώρα, δεν μπορούν να «ξεχωρίσουν» την Ζωντανή Πραγματικότητα, που Υφίσταται και Λειτουργεί σε Πραγματικό, Υπερβατικό, Αιώνιο, Χρόνο, και το σύμβολο, την συμβολική γλώσσα που χρησιμοποιούν οι «μύστες».
Ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στην θέωση μόνο με την Ζωντανή Μετάληψη του Ζωντανού όντος κι όχι με μετάληψη υλικών πραγμάτων (όσο κι αν στην φαντασία κάποιων ανθρώπων αυτά τα «υλικά» μετουσιώνονται σε «σώμα και αίμα» του Θεού...)... Κανένας δεν έχει φτάσει στην θέωση με τον άρτο και τον οίνο... πολλοί όμως έχουν φτάσει με το να αγαπήσουν τον Θεό με όλη τους την Δύναμη, με το να στραφούν προς τον εαυτό τους με όλες τους τις (ψυχονοητικές) δυνάμεις, με το να καθαρίσουν τον εαυτό τους (την ψυχή) από το (ψυχοσωματικό) εγωικό στοιχείο, με το να «ανοίξουν» την «καρδιά» τους (δηλαδή την ίδια τους την ύπαρξη, την οντολογική ουσία τους) και να Δεχτούν μέσα τους την «Θεία Παρουσία»...
Στην πραγματικότητα το ον Είναι Ζωντανός και Μεταλαμβάνουν του όντος μόνο όσοι Προσέρχονται Ζωντανά προς Αυτόν... Στις εξωτερικές εκκλησίες απλά «κοροϊδεύουν» τους «αφελείς»... Όλη η εξωτερική λατρευτική ζωή κι οι τελετουργίες κι οι εξορκισμοί είναι όλα μάταια: Η ζωή Αγάπη Θέλει κι όχι θυσία...
Η Πραγματική Ζωντανή Κοινωνία Με Το ον (η «Αληθινή Θεία Κοινωνία») μετουσιώνει τον άνθρωπο, τον μεταμορφώνει σε αληθινό αιώνιο άνθρωπο, κατ΄ Εικόνα του όντος (Πραγματική κι όχι εν-δυνάμει)... Η κάθαρση της ψυχής (ο καθαρός νους), η ανύψωση πάνω από τις κατώτερες ψυχονοητικές λειτουργίες και τον κόσμο, δεν είναι παρά μία Προϋπόθεση και μία Προετοιμασία και μία Είσοδος στην Θεία Πραγματικότητα. Αδειάζουμε τον χώρο της ψυχής από κάθε ατομικό στοιχείο, Γεμίζουμε την Ψυχή μας με την Θεία Παρουσία που μας ουσιώνει πραγματικά, συνειδητά, στον Αιώνιο Ζωντανό Χρόνο και γινόμαστε έτσι «θεοφόροι»... Η έξοδός μας προς το παν, ή η Είσοδος του όντος μέσα μας (δεν έχει σημασία πως θα το περιγράψουμε), δεν είναι μία απώλεια του προσώπου που είμασταν και μία λιγοθυμιά και μία εξαφάνιση αλλά μία «μεταμόρφωση» μία «διεύρυνση της συνείδησης» που γίνεται Θεϊκή (αφού ουσιώνεται από τον παν). Η καλή αυτή αλλοίωση της ύπαρξης σημαίνει μία ανύψωση, μία άνοδο, μία βελτίωση, μία διαπλάτυνση της αντίληψης και της ζωής... κι όχι μία υποχώρηση της ύπαρξης... Στην πραγματικότητα όταν Κοινωνούμε Με Τον παν και Γινόμαστε Ένα Μαζί Του, εμείς επωφελούμαστε αφού η Συνείδησή μας Διευρύνεται, Οξύνεται και Βαθαίνει για να Συμπεριλάβει το Παν... Το παν μας Φωτίζει Άγνωστους Δρόμους Εξέλιξης, Πλατύτερους Ορίζοντες Ύπαρξης, Πλουσιότερη Ζωή, που είναι Αιώνια Ζωή στους Κόλπους του ... Αντίθετα, η οπισθοχώρηση στο εγώ είναι πραγματικά μία κατάπτωση κι ένας εκφυλισμός...
Η Ένωση Με Τον παν (σε μία Πραγματική Ζωντανή Κοινωνία Μαζί Του) Διευρύνει και Πλαταίνει την ύπαρξή μας. Το να Απορροφιόμαστε στην Θεία Πραγματικότητα, το να Βιώνουμε την Θεία Παρουσία μέσα μας (το να γινόμαστε θεοφόροι), ξεπερνώντας τα κατώτερα ατομικά στοιχεία, είναι μία Ανώτερη Εξέλιξη του Ανθρώπου που μεταμορφώνεται σε Αληθινό Αιώνιο Παγκόσμιο Άνθρωπο (κατά το Πρότυπο του Ιησού)... Όλοι οι μυστικοί πατέρες, κι ο Ιωάννης, κι ο Ωριγένης, κι ο Ευάγριος, κι ο Γρηγόριος Νύσσης, κι ο Διονύσιος, κι ο Μάξιμος, κι ο Συμεών, κι άλλοι, μίλησαν για την ίδια εξέλιξη προς τον ον Μέσα Στο παν... Ο θεωμένος άνθρωπος, ο θεοφόρος, είναι ένας Φωτισμένος, Διευρυμένος Παγκόσμιος Άνθρωπος κι όχι ένα αυτόματο, ή μία μαριονέτα του Θεού. Το Πρόσωπο (η Ύπαρξη), έχοντας ξεπεράσει τους ψυχονοητικούς περιορισμούς, το σώμα, τον κόσμο, μεταμορφώνεται στο Αληθινό Πρόσωπο του (που Ζωοποιεί όλους τους «δικούς» του). Είναι ο Ένας Θεός που Ενεργεί μέσα σε όλους τους θεωμένους ανθρώπους, έτσι που υπάρχει Ένας Ποιμήν, μία ποίμνη, και Μία Πραγματική Εσωτερική Πνευματική Ενότητα... κι όχι μία τεχνητή εξωτερική ένωση, όπως οι εξωτερικές εκκλησίες...
Ο Θεός μέσα σε όλους τους πραγματικούς πιστούς Του, που Προσέρχονται σε Αυτόν σε Μία Πραγματική Ζωντανή Κοινωνία (σε μία «Αληθινή Θεία Κοινωνία») σε ένα Ζωντανό (αλλά Αιώνιο κι Υπερβατικό) Χρόνο αποτελεί την Ουσία της Ενότητας, την Ολοκλήρωση της Αγάπης Ως Την Ένωση... Όταν τα πολλά Ενώνονται στους Κόλπους του Ενός, με Τον Ένα Ζωντανό Θεό, τότε πραγματικά Υπάρχει η «Πολιτεία του Θεού». Αυτή η «Πολιτεία του Θεού», η Κοινότητα των Αγίων, Υπάρχει, αλλά δεν εκδηλώνεται εξωτερικά με εξωτερικές οργανώσεις, οργανισμούς, συνάξεις και λατρείες... Όσοι Εισέρχονται στην Θεία Πραγματικότητα, την Βιώνουν, αλλά είναι μάταιο να προσπαθούν να την περιγράψουν σε άλλους... Αρκεί που Βιώνουμε την Αλήθεια, αρκεί που όλα αυτά είναι Αληθινά και Συμβαίνουν... Μακάριοι όσοι Εισέρχονται στην Βασιλεία του Θεού...
Αυτή η Ζωντανή Πολιτεία του Θεού, το Βασίλειο του Θεού, είναι Ένας Χώρος Βιώματος, Ιερός κι Απαραβίαστος για τους βέβηλους... κι ασφαλώς δεν έχει καμία σχέση με εξωτερικές εκκλησίες κι οργανισμούς κι ανθρώπινα πράγματα... Το Βασίλειο του Θεού Είναι Εδώ, Τώρα. Η Πύλη του είναι η Συνείδηση του καθενός. Στον καθένα εναπόκειται να περάσει την Πύλη ή προς τα Έσω, προς τον Θεό, ή προς τα έξω, προς το εγώ, τον κόσμο και την ψεύτικη δύναμη της απώλειας...
Τα πράγματα είναι διαφορετικά όμως για τους ανθρώπους που «απομακρύνονται» από τον Θεό... Όσοι ακολουθούν μία κεντρόφυγο δραστηριότητα, μακριά από τον Θεό, επικεντρώνονται στην αντίληψη μίας ατομικής ύπαρξης, ενός εγώ (με δικές του αντιλήψεις, ανάγκες, ενδιαφέροντα, συμφέροντα)...
Ένας κόσμος από πολλά τέτοια εγώ είναι ένας κόσμος χαοτικός αφού κάθε εγώ έχει την δική του πορεία. Η προσπάθεια ενοποίησης, οργάνωσης κοινών, προσανατολισμένων, δραστηριοτήτων, (κοινωνίες, ομάδες, κοινωνική ζωή, κλπ.), είτε προέρχεται από βιολογικές οργανωτικές δομές των ανθρώπινων κοινωνιών, είτε από πολιτισμική και πολιτική ανάπτυξη, παραμένει στην πραγματικότητα, και στην ουσία της, τεχνητή και δεν μπορεί να ξεπεράσει (παρά μόνο με βίαιο τρόπο) τις χαοτικές δραστηριότητες των πολλών ανθρώπων που αποτελούν τις κοινωνικές ομάδες...Το αποτέλεσμα είναι ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες (εδώ και 500.000 χρόνια που ο άνθρωπος άρχισε να ξεχωρίζει από το ζώο) ποτέ δεν αναπτύχθηκαν τόσο ώστε να είναι ειρηνικές, δίκαιες, με κοινωνική και οικονομική ισότητα... Οι ανθρώπινες κοινωνίες είναι πάντα προβληματικές.
Ακόμα και κοινότητες θρησκευτικές ποτέ δεν βιώνουν το θρησκευτικό ιδανικό, την Υπερβατική Πραγματικότητα κι Ενότητα... και συνήθως, άνθρωποι εγωιστές κι ατελείς, καταστρέφουν κάθε προσπάθεια Ενοποίησης των όντων, στους Κόλπους Μίας Ανώτερης Πραγματικότητας... Ακόμα και σε μικρές θρησκευτικές κοινότητες (μοναστήρια όλων των θρησκειών) δεν πραγματοποιείται ποτέ το ιδανικό της Ιδανικής Πολιτείας του Θεού... είναι πάντα ανθρώπινες κοινότητες, ενώσεις πολλών εγώ, που πάντα δημιουργούν πρόβλημα με την χαώδη και χαοτική συμπεριφορά τους...
Κυριακή 16 Απριλίου 2023
Ανάσταση, η εορτή της Άνοιξης
Εκτός από τις θεότητες που στην εξωτερική πολυθεϊστική λατρεία αποκαλούνται «ηλιακές» και «σεληνιακές» εξ αιτίας της ενσωμάτωσης μέσα στην υπόστασή τους φυσικών ενεργειών των δύο αρχέγονων θεών Ηλίου και Σελήνης, στην εσωτερική παράδοση των Εθνικών συναντάμε και άλλες, που κατατάσσονται στις δυό αυτές κατηγορίες, όχι με την πιο πάνω λογική, αλλά με κριτήριο κάποιες αιώνιες πνευματικές αρχές που αυτές «διδάσκουν» ή «αντιπροσωπεύουν». Υπό αυτή την έννοια, μιλάμε για «σεληνιακές» και «ηλιακές» θεότητες όταν αυτές:
Οι λατρείες των ενιαύσιων και αναβλαστικών θεοτήτων, που θα μπορούσαμε με την πιο πάνω λογική να τις πούμε και «σεληνιακές», κορυφώνονται, συνήθως με μυστηριακά δρώμενα και ιεροπραξίες στην Εαρινή Ισημερία ή κατά την πανσέληνο της Εαρινής Ισημερίας, οπότε και σηματοδοτείται το πέρασμα από τη «νεκρή» φάση του ενιαυτού στη «ζώσα» της αναβλάστησης και μετέπειτα καρποφορίας, το πέρασμα του Ηλίου πάνω από το φράγμα ανάμεσα στον Χειμώνα και το Θέρος.
Από εκεί και το όνομα του εβραϊκού Πεσάχ (δηλαδή «πέρασμα») από το οποίο κατάγεται το ορθόδοξο χριστιανικό Πάσχα (που αρχικά ταυτιζόταν απόλυτα με το Πεσάχ και μάλιστα ο χρονογράφος του 11ου αιώνα Κεδρηνός παρουσιάζει τον Ιησού να σταυρώνεται στις 23 και να ανασταίνεται στις 25 Μαρτίου), αλλά και ο από τους Πέρσες συμβολισμός του κοσμικού χώρου και χρόνου με ένα αυγό χωρισμένο σε 12 τμήματα, έξι για τον φωτεινό Θεό Μάσδα (Θέρος και Σύνθεση) και έξι για τον σκοτεινό Αρριμάν (Χειμώνας και Αποσύνθεση).
Τέτοιες «σεληνιακές» θνήσκουσες και ανασταινόμενες θεότητες έχουμε πάμπολλες. Καλό ίσως θα ήταν να αναφέρουμε εδώ τον Αιγύπτιο Όσιρι (προβάλλεται διαφάνεια). Το ενδιαφέρον με αυτόν τον αναβλαστικό Θεό του Αγαθού Πνεύματος της Φύσης και προστάτη των νεκρών, άρχοντα της Αιωνιότητας και εκπολιτιστή, θεσμοφόρο και προστάτη της γεωργίας, της θρησκευτικότητας και της νομοθεσίας, είναι, όπως παρατηρεί ο T. W. Doane στο “Bible Myths And Their Parallels In Other Religions” (1882, σελ.350), ότι το μετέπειτα χριστιανικό μονόγραμμα Χι-Ρο αποτελούσε αρχικά ένα από τα μονογράμματά του.
Εμμένοντας μόνο στις σωτηριακές θεότητες, κατά κανόνα «ηλιακές» που ακολουθούνται από 12 «μαθητές», «παραστάτες» ή «συντρόφους», ο Άγγλος ανατολικολόγος Godfrey Higgins, στο δίτομο έργο του Anacalypsis (1836) ήλθε να κάνει λόγο για δεκαέξι συνολικά εσταυρωμένους Σωτήρες-Θεούς, με ανάμεσά τους τον Αιγύπτιο Θούλη (18ος αιώνας π.α.χ.χ.), τον Ινδό Κρίσνα (12ος αιώνας), τον Θεό των Κελτών Δρυϊδων ΄Ησους (9ος), τον Θιβετιανό Ίντρα (8ος), τον Πέρση Μίθρα και τον Βιτόμπα της Λομβαρδίας (6ος). Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η αφήγηση για τον αρχαίο Θεό των Ινδιάνων του Μεξικού Κβετζαλκοάτλι, που κατέβηκε στη γή, γεννημένος από την Παρθένο Χίμαλμαν για να σώσει με τον μαρτυρικό του θάνατο την ανθρωπότητα από την αμαρτία.
Ο Κβετζαλκοάτλι, σταυρώθηκε πάνω σε ένα βουνό εν μέσω δύο εγκληματιών, τάφηκε για τρείς ημέρες και ανεστήθη εκ νεκρών, υποσχόμενος ότι θα επιστρέψει ως νέος ήλιος σε μία δεύτερη παρουσία του επί γής που θα σώσει οριστικά το γένος των ανθρώπων. Είναι γνωστό ότι η λατρεία του Κβετζαλκοάτλι έκανε τους Ινδιάνους να δεχθούν με θανατηφόρα για αυτούς αφέλεια τους εισβολείς Ισπανούς ως.. υιούς των Θεών, αφού είχαν όντως.. έλθει από την Ανατολή και επιπλέον έφεραν τα.. σύμβολά τους.
Οι 16 προ-χριστιανοί «εσταυρωμένοι» του Higgins, δεν εξαντλούν ωστόσο τον κατάλογο των «εσταυρωμένων» Θεών-Σωτήρων των Εθνικών, που είναι σε παγκόσμιο επίπεδο τουλάχιστον τριπλάσιος (!!). Ανάμεσα στους δεκάδες «μαρτυρήσαντες» για το καλό των ανθρώπων Θεούς, ξεχωρίζει και ο ύπατος του Σκανδιναβογερμανικού Πανθέου Θεός Όντιν που σταυρώθηκε πάνω στο Δένδρο της Ζωής Yggdrasil (με αποτέλεσμα να πεθάνει και ν' αναστηθεί ωστόσο μετά από 9 ημέρες) για να κερδίσει σε αντάλλαγμα για λογαριασμό των Θεών και των ανθρώπων τη γνώση των Ρουνών, τον ανθρώπινο λόγο και την προφητική δύναμη.
Στην αρχαία Ελλάδα, ως βλαστικός- γονιμικός ενιαύσιος Θεός, που θνήσκει και ανασταίνεται ετιμάτο ο Κρηταγενής Ζεύς ή Φελχανός, θεός κερασφόρος, προστάτης του αμπελιού και της μελισσοκομίας. Ο θάνατός του συμβολικά απεικονίζεται πάνω σε ισοσκελή σταυρό, στις τέσσερις δηλαδή δυνάμεις της (ανα)δημιουργίας και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, γήϊνα και συμπαντικά. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε την εκτεταμένη θρησκευτική χρήση του Σταυρού και στον ελλαδικό και νοτιοϊταλικό χώρο, όπως φαίνεται στην εικόνα (προβάλλεται διαφάνεια) όπου δεξιά απεικονίζεται προχριστιανικός θεσσαλικός σταυρός και δεξιά ιταλιώτικη σαρκοφάγος με τέσσερις μορφές γύρω από Σταυρό.
Προς τιμήν του κρηταγενούς Διός-Φελχανού ετελούντο την Εαρινή Ισημερία τα Αγχισπόρια Μυστήρια, όπου ανάμεσα σε άλλα, διδασκόταν στους μύστες το «άρρητο» μυστικό της κυκλικής «γέννησης» (και κατά συνέπεια του κυκλικού «θανάτου») των Θεών. Μπορούμε να σημειώσουμε εδώ τη μαρτυρούμενη, από ένα fragmentum που αναφέρει ο Παναγής Λεκατσάς στο «Η Καταγωγή Των Θεσμών, Των Εθίμων και των Δοξασιών» και ο Farnell στο «Cults Of The Greek States», εμφάνιση ενός παράξενου ισχυρού φωτός στο Δικταίο Άντρο της Κρήτης, περίφημου λατρευτικού κέντρου του Φελχανού Διός από την τρίτη κιόλας χιλιετία π.α.χ.χ., τη συγκεκριμένη ημέρα που εωρταζόταν η ανά έτος «Ανάσταση» του Θεού:
Στο Δικταίο Άντρο, που ανασκάφθηκε το 1900 από την Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή, ανακαλύφθηκε ο (ελλιπής δυστυχώς) σκαλισμένος πάνω σε μάρμαρο κλητικός “Δικταίος Υμνος” προς τιμή του Θεού Διός (4ος αιώνας π.α.χ.χ., διάλεκτος δωρική), που πιστεύεται ότι ψαλλόταν μέχρι τη βίαιη (για αυτό και η άγρια εκθεμελίωση του Ιερού) κατάλυση της Αρχαίας Θρησκείας από τους Βυζαντινούς:
Ο Αλέξανδρος Λέτσας σημειώνει μάλιστα χαρακτηριστικά ότι προφανώς ο «Δικταίος Ύμνος» αντιγράφηκε από τους χριστιανούς, αφού είναι σε εκπληκτικό βαθμό μεγάλη η ομοιότητά του προς τα λεγόμενα «Ειρηνικά» των χριστιανικών ακολουθιών (Λέτσας, τόμος 2ος, σελ. 28).
Αργότερα, ο Φελχανός Ζεύς ταυτίσθηκε από τους Έλληνες με τον Φρύγα βλαστικό και ηλιακό Θεό Άττι (που την κάθε Εαρινή Ισημερία σταυρώνεται πάνω σε πεύκο με τον ισημεριακό ουράνιο αμνό στα πόδια του, πεθαίνει και ανασταίνεται μετά από τρείς ημέρες μέσα σε μεγάλους εορτασμούς, τα λεγόμενα «Ιλάρια»). Ο αιμορραγών Ισημεριακός Ουράνιος Αμνός, ένα αστρολατρευτικό σύμβολο των Περσών που αποτελούσε έμβλημα του πυρφόρου ηλιακού Θεού Περσέως, μπροστά μάλιστα από το Σταυρό της συμβολιστικής του Άττιδος, υιοθετήθηκε αργότερα από τη χριστιανική συμβολιστική για επτά ολόκληρους αιώνες, μέχρι την 6η Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (Κανών 82), οπότε και αντικαταστάθηκε οριστικά από τον Εσταυρωμένο.
Επίσης, ο Φελχανός Ζεύς από τον 8ο αιώνα κι εντεύθεν ταυτίσθηκε και με τον συροκυπριακό Θεό της βλάστησης και του σίτου Άδωνι που εισάγεται κανονικά και στα ελλαδικά Πάνθεα σε μία δραματική συλλατρεία με την ερωτική, μαντική και αυξησία Θεά Αφροδίτη.
Προς τιμή των δύο Θεών, οι Έλληνες, σε άλλες πόλεις κατά την πανσέληνο της Εαρινής Ισημερίας και αλλού κατά το μεσοκαλόκαιρο, εώρταζαν τα λεγόμενα «Αδώνεια». Ενδιαφέρον θα ήταν ίσως να αναφέρουμε εδώ ότι η τοποθεσία που η ιουδαϊκή Βίβλος ορίζει ως γενέτειρα του Ιησού, υπήρξε προαιώνιο λατρευτικό κέντρο του Αδώνιδος, το οποίο φιλοξενούσε λαμπρό Ναό ακόμη και επί των χρόνων του αυτοκράτορα Αδριανού. (Ο Αλέξανδρος Λέτσας στο τρίτομο βιβλίο του «Η Μυθολογία Της Γεωργίας», τόμος πρώτος, σελ. 241, κεφάλαιο «Ομοιότης Των Αδώνιδος Κήπων Και Του Επιταφίου Του Θεανθρώπου» σημειώνει ότι η λέξη «Βηθλεέμ» σημαίνει «Οίκος του Άρτου», δηλαδή οίκος του Θεού του σίτου Αδώνιδος).
Η πρώτη ημέρα των «Αδωνείων», που λεγόταν «αφανισμός», ήταν ημέρα πένθους για το θάνατο του Θεού, που απεικονίσεις του τον παρουσιάζουν εστεμμένο με ταινίες που τις διακοσμούν ισοσκελείς σταυροί (προβάλλεται διαφάνεια), με το στόλισμα των λεγόμενων «Κήπων του Αδώνιδος» (που τους φύτευαν και τους προετοίμαζαν οι γυναίκες οκτώ ημέρες πριν), καθώς και με μοιρολόγια και λυπητερές μουσικές από πένθιμο αυλό (τη λεγόμενη «γίγγρα»). Η δεύτερη ημέρα των εορτασμών (η «ανάστασις») ήταν ημέρα χαράς για την ανάσταση του Θεού εκ νεκρών και την ανάληψή του δίπλα στη Θεά Αφροδίτη για το μισό του ενιαυτού. Μεγάλο τμήμα των πλούσιων (με χορηγό τον ίδιο τον βασιλιά) δρώμενων των «Αδωνείων» στην Αλεξάνδρεια επί Πτολεμαίων, έχει διασωθεί από τον βουκολικό ποιητή Θεόκριτο (στο γραμμένο το 275 π.α.χ.χ. 15ο «Ειδύλλιό» του, που χαρακτηριστικά τιτλοφορείται «Συρακούσιαι ή Αδωνιάζουσαι»): κατά την πρώτη ημέρα εξυμνείτο ο γάμος των δύο Θεών με την επάνοδο του Αδώνιδος μετά από εξάμηνη παραμονή στα σκότη του Αχέροντος, και τα δύο χρωματιστά αγαλματίδιά τους έβγαιναν πάνω σε ασημένιο λέκτρο, στολισμένο με καρπούς, πλακούντες από λευκό αλεύρι και μέλι ή λάδι, μυροδοχεία και μικρές γλάστρες με γλυκάνισο, κριθάρι, μάραθο, θέλκτρο ανίσοσμο, πολύτριχο ή θρίδακα (οι λεγόμενοι «Κήποι Αδώνιδος»).
Την επόμενη ημέρα, γυναίκες με λυμμένα τα μαλλιά τους, ξυπόλητες και γυμνόστηθες, οδηγούσαν με θρήνους ομοιώματα του Θεού και τους «Κήπους» του στη θάλασσα (ή σε πηγές και ποτάμια σε άλλες πόλεις), τα έριχναν στα νερά και τον παρακαλούσαν να επιστρέψει πίσω ξανά και το επόμενο έτος. Πλήν των Αλεξανδρινών εορτασμών, που ήταν όπως προείπαμε μεγαλοπρεπείς και υπό την αιγίδα του ίδιου του βασιλιά της πόλης, τα «Αδώνεια» των υπόλοιπων πόλεων (από τις οποίες ξεχώριζαν για την λαμπρότητα των τοπικών εορτασμών το Άργος και η πόλη των Αθηνών) διοργανώνονταν με τις προσωπικές οικονομικές εισφορές των συμμετεχουσών γυναικών, ενώ στη Ρόδο πρωτοστατούσε στη διοργάνωση των εορτών μια μικτή θρησκευτική αδελφότητα, οι λεγόμενοι «Αδωνιασταί» ή «Αδωνισταί».
Στα «Αδώνεια» προσφερόταν ως θυμίαμα μύρα, ενώ ψάλλονταν και ειδικά άσματα, τα λεγόμενα «Αδωνίδια», από τα οποία έχει διασωθεί ένα πολύ αξιόλογο δείγμα. Πρόκειται για τον «Επιτάφιον Αδώνιδος» του Βίωνος. Σε κάποια από τα ανά τόπους «Αδώνεια» γίνονταν και μυήσεις σε Μυστήρια του Θεού (Ο Λουκιανός διασώζει ότι οι μύστες θυσίαζαν πρόβατο και έπαιρναν μετάληψη). Μετά την απαγόρευση των «εθνικών» λατρειών και την ιδιοποίηση των τελετικών των «Αδωνείων» από τους Χριστιανούς για τη διαμόρφωση των εορτασμών της δικής τους Μεγάλης Εβδομάδος, σε αρκετά μέρη της Ελλάδος, αλλά και στην Κύπρο και την Καλαβρία, τα αρχαία «Αδώνεια», στερημένα βεβαίως από κάθε λατρευτική δυναμική, επιβίωσαν, παρά την βυζαντινή άγρια καταδίωξη όλων των «εθνικών» επιβιώσεων, ως θολό φολκλόρ μέχρι τον αιώνα μας (ο «Ζαφείρης» του Ζαγορίου, τα «Λάζαρα» ή «Λαζαρικά» της Αμμοχώστου, ο «Λειδινός» της Αιγίνης, οι «Επιτάφιοι» της Μεγάλης Παρασκευής στην Καλαβρία κ.ά)
Ο Διόνυσος Ζαγρεύς που κατασπαράσσεται από τους Τιτάνες και ανασταίνεται από τον Δία εκ νεκρών ως «Θεός Σωτήρ», αλλά και ο Ίακχος (στην ελευσίνια μυστηριακή παράδοση) και ο Βάκχος (στην ομώνυμη μυστηριακή παράδοση), ουσιαστικά επικλήσεις και λατρευτικά ονόματα του ίδιου «Σωτήρος Θεού», παρουσιάζονται υιοί της Μεγάλης Θεομητέρας, κάτω από διαφορετικά ονόματα, όπως Δηώ-Δήμητρα, Περσεφόνη, Σεμέλη. Σε αφιερωματική επιγραφή που αναφέρει ο T. W. Doane στο γνωστό βιβλίο του «Bible Myths» (1882) διαβάζουμε «Εγώ Είμαι που σε προστατεύω και σε καθοδηγώ. Εγώ που Είμαι το Άλφα και το Ωμέγα». Προς τιμή του Θεού αυτού τελούνται οι μυστηριακές «Εορτές της Τελείας Νυκτός», όπου καθαγιαζόταν το αυγό και αναπαριστάτο Μυστικός Δείπνος, ιεροπραξία που αποτελεί και την κορύφωση των Μυστηρίων του Σαβαζίου (προβάλλεται διαφάνεια), κερασφόρου και οφιούχου θεού που από τον 5ο αιώνα π.α.χ.χ. κι εντεύθεν, ταυτίσθηκε σε θεοκρασία με τον Βάκχο, ως υιός της Περσεφόνης και του Χθονίου Διός.
Η ιδιόμορφη θεολογία των Ορφικών που τοποθέτησε τον Ζαγρέα Διόνυσο στο κέντρο της, ως το θεϊκό κομμάτι της ανθρώπινης φύσης που καθαγιάζει το «τιτανικό» υπόλοιπο, μετεξέλιξε κατά την ύστερη αρχαιότητα και τον ίδιο τον Ορφέα (που κάποιες ετυμολογήσεις του ονόματός του το θέλουν να προέρχεται από το όρφνη, ορφνός, ορφναίος, δηλαδή νυκτερινός, σεληνιακός) σε «εσταυρωμένο Βακχικό Σωτήρα» (προβάλλεται διαφάνεια με τη γνωστή εικόνα από σφραγιδόλιθο που φιλοξενείται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βερολίνου, του Ορφέως Βακχικού Εσταυρωμένου κάτω από επτά σταυρόμορφα άστρα, ημισέληνο και δίφαλλο), που, όπως ακριβώς και ο Θεός Διόνυσος Ζαγρεύς, πεθαίνει και αυτός κομματιασμένος και έρχεται επίσης να αντιπροσωπεύσει την πνευματική ροή από το Θείο στο Ανθρώπινο και από το Έν στο Πολλαπλό. Να αλληγορήσει κοντολογής το «ξόδεμα» των Θεών για χάρη του κόσμου των θνητών και πεπερασμένων πραγμάτων, μέσα από το πολύ γνωστό μας «Θείο Δράμα» του Θανάτου, της Ανάστασης, της Επιφάνειας, της Αναγνώρισης και της Αποθέωσης.
- Καταδεικνύουν την κυκλική εναλλαγή των εποχών του ενιαυτού, η οποία αποτελεί για τους ανθρώπους μικρή εικόνα της αέναης κυκλικής εναλλαγής των μορφών της πολυεπίπεδης ζωής (μέσα από ταυτόχρονες αλλεπάλληλες στιγμές θανάτου και αλλεπάλληλες επίσης στιγμές αναβλάστησης) για εξασφάλιση της Αιωνιότητας του Παντός, ή
- Διδάσκουν στον άνθρωπο τον δρόμο της διαύγειας και της πόρευσής του σε ανώτερα πνευματικά επίπεδα, έως πλήρους θεώσεως, μέσα από διάφορες αφηγήσεις ενός θεϊκού δράματος που αναδεικνύει τις θεότητες αυτές σε οδηγητές και σωτήρες της ανθρώπινης συνείδησης ή ψυχής
Οι λατρείες των ενιαύσιων και αναβλαστικών θεοτήτων, που θα μπορούσαμε με την πιο πάνω λογική να τις πούμε και «σεληνιακές», κορυφώνονται, συνήθως με μυστηριακά δρώμενα και ιεροπραξίες στην Εαρινή Ισημερία ή κατά την πανσέληνο της Εαρινής Ισημερίας, οπότε και σηματοδοτείται το πέρασμα από τη «νεκρή» φάση του ενιαυτού στη «ζώσα» της αναβλάστησης και μετέπειτα καρποφορίας, το πέρασμα του Ηλίου πάνω από το φράγμα ανάμεσα στον Χειμώνα και το Θέρος.
Από εκεί και το όνομα του εβραϊκού Πεσάχ (δηλαδή «πέρασμα») από το οποίο κατάγεται το ορθόδοξο χριστιανικό Πάσχα (που αρχικά ταυτιζόταν απόλυτα με το Πεσάχ και μάλιστα ο χρονογράφος του 11ου αιώνα Κεδρηνός παρουσιάζει τον Ιησού να σταυρώνεται στις 23 και να ανασταίνεται στις 25 Μαρτίου), αλλά και ο από τους Πέρσες συμβολισμός του κοσμικού χώρου και χρόνου με ένα αυγό χωρισμένο σε 12 τμήματα, έξι για τον φωτεινό Θεό Μάσδα (Θέρος και Σύνθεση) και έξι για τον σκοτεινό Αρριμάν (Χειμώνας και Αποσύνθεση).
Τέτοιες «σεληνιακές» θνήσκουσες και ανασταινόμενες θεότητες έχουμε πάμπολλες. Καλό ίσως θα ήταν να αναφέρουμε εδώ τον Αιγύπτιο Όσιρι (προβάλλεται διαφάνεια). Το ενδιαφέρον με αυτόν τον αναβλαστικό Θεό του Αγαθού Πνεύματος της Φύσης και προστάτη των νεκρών, άρχοντα της Αιωνιότητας και εκπολιτιστή, θεσμοφόρο και προστάτη της γεωργίας, της θρησκευτικότητας και της νομοθεσίας, είναι, όπως παρατηρεί ο T. W. Doane στο “Bible Myths And Their Parallels In Other Religions” (1882, σελ.350), ότι το μετέπειτα χριστιανικό μονόγραμμα Χι-Ρο αποτελούσε αρχικά ένα από τα μονογράμματά του.
Εμμένοντας μόνο στις σωτηριακές θεότητες, κατά κανόνα «ηλιακές» που ακολουθούνται από 12 «μαθητές», «παραστάτες» ή «συντρόφους», ο Άγγλος ανατολικολόγος Godfrey Higgins, στο δίτομο έργο του Anacalypsis (1836) ήλθε να κάνει λόγο για δεκαέξι συνολικά εσταυρωμένους Σωτήρες-Θεούς, με ανάμεσά τους τον Αιγύπτιο Θούλη (18ος αιώνας π.α.χ.χ.), τον Ινδό Κρίσνα (12ος αιώνας), τον Θεό των Κελτών Δρυϊδων ΄Ησους (9ος), τον Θιβετιανό Ίντρα (8ος), τον Πέρση Μίθρα και τον Βιτόμπα της Λομβαρδίας (6ος). Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η αφήγηση για τον αρχαίο Θεό των Ινδιάνων του Μεξικού Κβετζαλκοάτλι, που κατέβηκε στη γή, γεννημένος από την Παρθένο Χίμαλμαν για να σώσει με τον μαρτυρικό του θάνατο την ανθρωπότητα από την αμαρτία.
Ο Κβετζαλκοάτλι, σταυρώθηκε πάνω σε ένα βουνό εν μέσω δύο εγκληματιών, τάφηκε για τρείς ημέρες και ανεστήθη εκ νεκρών, υποσχόμενος ότι θα επιστρέψει ως νέος ήλιος σε μία δεύτερη παρουσία του επί γής που θα σώσει οριστικά το γένος των ανθρώπων. Είναι γνωστό ότι η λατρεία του Κβετζαλκοάτλι έκανε τους Ινδιάνους να δεχθούν με θανατηφόρα για αυτούς αφέλεια τους εισβολείς Ισπανούς ως.. υιούς των Θεών, αφού είχαν όντως.. έλθει από την Ανατολή και επιπλέον έφεραν τα.. σύμβολά τους.
Οι 16 προ-χριστιανοί «εσταυρωμένοι» του Higgins, δεν εξαντλούν ωστόσο τον κατάλογο των «εσταυρωμένων» Θεών-Σωτήρων των Εθνικών, που είναι σε παγκόσμιο επίπεδο τουλάχιστον τριπλάσιος (!!). Ανάμεσα στους δεκάδες «μαρτυρήσαντες» για το καλό των ανθρώπων Θεούς, ξεχωρίζει και ο ύπατος του Σκανδιναβογερμανικού Πανθέου Θεός Όντιν που σταυρώθηκε πάνω στο Δένδρο της Ζωής Yggdrasil (με αποτέλεσμα να πεθάνει και ν' αναστηθεί ωστόσο μετά από 9 ημέρες) για να κερδίσει σε αντάλλαγμα για λογαριασμό των Θεών και των ανθρώπων τη γνώση των Ρουνών, τον ανθρώπινο λόγο και την προφητική δύναμη.
Στην αρχαία Ελλάδα, ως βλαστικός- γονιμικός ενιαύσιος Θεός, που θνήσκει και ανασταίνεται ετιμάτο ο Κρηταγενής Ζεύς ή Φελχανός, θεός κερασφόρος, προστάτης του αμπελιού και της μελισσοκομίας. Ο θάνατός του συμβολικά απεικονίζεται πάνω σε ισοσκελή σταυρό, στις τέσσερις δηλαδή δυνάμεις της (ανα)δημιουργίας και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, γήϊνα και συμπαντικά. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε την εκτεταμένη θρησκευτική χρήση του Σταυρού και στον ελλαδικό και νοτιοϊταλικό χώρο, όπως φαίνεται στην εικόνα (προβάλλεται διαφάνεια) όπου δεξιά απεικονίζεται προχριστιανικός θεσσαλικός σταυρός και δεξιά ιταλιώτικη σαρκοφάγος με τέσσερις μορφές γύρω από Σταυρό.
Προς τιμήν του κρηταγενούς Διός-Φελχανού ετελούντο την Εαρινή Ισημερία τα Αγχισπόρια Μυστήρια, όπου ανάμεσα σε άλλα, διδασκόταν στους μύστες το «άρρητο» μυστικό της κυκλικής «γέννησης» (και κατά συνέπεια του κυκλικού «θανάτου») των Θεών. Μπορούμε να σημειώσουμε εδώ τη μαρτυρούμενη, από ένα fragmentum που αναφέρει ο Παναγής Λεκατσάς στο «Η Καταγωγή Των Θεσμών, Των Εθίμων και των Δοξασιών» και ο Farnell στο «Cults Of The Greek States», εμφάνιση ενός παράξενου ισχυρού φωτός στο Δικταίο Άντρο της Κρήτης, περίφημου λατρευτικού κέντρου του Φελχανού Διός από την τρίτη κιόλας χιλιετία π.α.χ.χ., τη συγκεκριμένη ημέρα που εωρταζόταν η ανά έτος «Ανάσταση» του Θεού:
«ΕΝ ΔΕ ΧΡΟΝΩΙ ΑΦΟΡΙΣΜΕΝΩΙ ΟΡΑΤΑΙ ΚΑΘ' ΕΚΑΣΤΟΝ ΕΤΟΣ ΠΛΕΙΣΤΟΝ ΕΚΛΑΜΠΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΠΥΡ. ΤΟΥΤΟ ΔΕ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΜΥΘΟΛΟΓΟΥΣΙΝ ΟΤΑΝ ΕΚΖΕΗΙ ΤΟ ΤΟΥ ΔΙΟΣ ΕΚ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΑΙΜΑ».
Στο Δικταίο Άντρο, που ανασκάφθηκε το 1900 από την Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή, ανακαλύφθηκε ο (ελλιπής δυστυχώς) σκαλισμένος πάνω σε μάρμαρο κλητικός “Δικταίος Υμνος” προς τιμή του Θεού Διός (4ος αιώνας π.α.χ.χ., διάλεκτος δωρική), που πιστεύεται ότι ψαλλόταν μέχρι τη βίαιη (για αυτό και η άγρια εκθεμελίωση του Ιερού) κατάλυση της Αρχαίας Θρησκείας από τους Βυζαντινούς:
“ΙΩ, ΜΕΓΙΣΤΕ ΚΟΥΡΕ, ΧΑΙΡΕ ΜΟΙ, ΚΡΟΝΙΕ ΠΑΓΚΡΑΤΕΣ ΓΑΝΟΥΣ..”
Σ' αυτόν τον ωραίο Ελληνικό Ύμνο ο αγένειος, νεαρός Ζεύς, καλείται από τους θρησκευτές στο όνομα των Κουρητών προστατών του να προσέλθει και να φέρει ως αναβλαστικός και βιοδότης Θεός το μέγα δώρο της καρποφορίας και της ευτυχίας για ανθρώπους, καρπούς, ζωντανά και πολιτείες.
Ο Αλέξανδρος Λέτσας σημειώνει μάλιστα χαρακτηριστικά ότι προφανώς ο «Δικταίος Ύμνος» αντιγράφηκε από τους χριστιανούς, αφού είναι σε εκπληκτικό βαθμό μεγάλη η ομοιότητά του προς τα λεγόμενα «Ειρηνικά» των χριστιανικών ακολουθιών (Λέτσας, τόμος 2ος, σελ. 28).
Αργότερα, ο Φελχανός Ζεύς ταυτίσθηκε από τους Έλληνες με τον Φρύγα βλαστικό και ηλιακό Θεό Άττι (που την κάθε Εαρινή Ισημερία σταυρώνεται πάνω σε πεύκο με τον ισημεριακό ουράνιο αμνό στα πόδια του, πεθαίνει και ανασταίνεται μετά από τρείς ημέρες μέσα σε μεγάλους εορτασμούς, τα λεγόμενα «Ιλάρια»). Ο αιμορραγών Ισημεριακός Ουράνιος Αμνός, ένα αστρολατρευτικό σύμβολο των Περσών που αποτελούσε έμβλημα του πυρφόρου ηλιακού Θεού Περσέως, μπροστά μάλιστα από το Σταυρό της συμβολιστικής του Άττιδος, υιοθετήθηκε αργότερα από τη χριστιανική συμβολιστική για επτά ολόκληρους αιώνες, μέχρι την 6η Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (Κανών 82), οπότε και αντικαταστάθηκε οριστικά από τον Εσταυρωμένο.
Επίσης, ο Φελχανός Ζεύς από τον 8ο αιώνα κι εντεύθεν ταυτίσθηκε και με τον συροκυπριακό Θεό της βλάστησης και του σίτου Άδωνι που εισάγεται κανονικά και στα ελλαδικά Πάνθεα σε μία δραματική συλλατρεία με την ερωτική, μαντική και αυξησία Θεά Αφροδίτη.
Προς τιμή των δύο Θεών, οι Έλληνες, σε άλλες πόλεις κατά την πανσέληνο της Εαρινής Ισημερίας και αλλού κατά το μεσοκαλόκαιρο, εώρταζαν τα λεγόμενα «Αδώνεια». Ενδιαφέρον θα ήταν ίσως να αναφέρουμε εδώ ότι η τοποθεσία που η ιουδαϊκή Βίβλος ορίζει ως γενέτειρα του Ιησού, υπήρξε προαιώνιο λατρευτικό κέντρο του Αδώνιδος, το οποίο φιλοξενούσε λαμπρό Ναό ακόμη και επί των χρόνων του αυτοκράτορα Αδριανού. (Ο Αλέξανδρος Λέτσας στο τρίτομο βιβλίο του «Η Μυθολογία Της Γεωργίας», τόμος πρώτος, σελ. 241, κεφάλαιο «Ομοιότης Των Αδώνιδος Κήπων Και Του Επιταφίου Του Θεανθρώπου» σημειώνει ότι η λέξη «Βηθλεέμ» σημαίνει «Οίκος του Άρτου», δηλαδή οίκος του Θεού του σίτου Αδώνιδος).
Η πρώτη ημέρα των «Αδωνείων», που λεγόταν «αφανισμός», ήταν ημέρα πένθους για το θάνατο του Θεού, που απεικονίσεις του τον παρουσιάζουν εστεμμένο με ταινίες που τις διακοσμούν ισοσκελείς σταυροί (προβάλλεται διαφάνεια), με το στόλισμα των λεγόμενων «Κήπων του Αδώνιδος» (που τους φύτευαν και τους προετοίμαζαν οι γυναίκες οκτώ ημέρες πριν), καθώς και με μοιρολόγια και λυπητερές μουσικές από πένθιμο αυλό (τη λεγόμενη «γίγγρα»). Η δεύτερη ημέρα των εορτασμών (η «ανάστασις») ήταν ημέρα χαράς για την ανάσταση του Θεού εκ νεκρών και την ανάληψή του δίπλα στη Θεά Αφροδίτη για το μισό του ενιαυτού. Μεγάλο τμήμα των πλούσιων (με χορηγό τον ίδιο τον βασιλιά) δρώμενων των «Αδωνείων» στην Αλεξάνδρεια επί Πτολεμαίων, έχει διασωθεί από τον βουκολικό ποιητή Θεόκριτο (στο γραμμένο το 275 π.α.χ.χ. 15ο «Ειδύλλιό» του, που χαρακτηριστικά τιτλοφορείται «Συρακούσιαι ή Αδωνιάζουσαι»): κατά την πρώτη ημέρα εξυμνείτο ο γάμος των δύο Θεών με την επάνοδο του Αδώνιδος μετά από εξάμηνη παραμονή στα σκότη του Αχέροντος, και τα δύο χρωματιστά αγαλματίδιά τους έβγαιναν πάνω σε ασημένιο λέκτρο, στολισμένο με καρπούς, πλακούντες από λευκό αλεύρι και μέλι ή λάδι, μυροδοχεία και μικρές γλάστρες με γλυκάνισο, κριθάρι, μάραθο, θέλκτρο ανίσοσμο, πολύτριχο ή θρίδακα (οι λεγόμενοι «Κήποι Αδώνιδος»).
Την επόμενη ημέρα, γυναίκες με λυμμένα τα μαλλιά τους, ξυπόλητες και γυμνόστηθες, οδηγούσαν με θρήνους ομοιώματα του Θεού και τους «Κήπους» του στη θάλασσα (ή σε πηγές και ποτάμια σε άλλες πόλεις), τα έριχναν στα νερά και τον παρακαλούσαν να επιστρέψει πίσω ξανά και το επόμενο έτος. Πλήν των Αλεξανδρινών εορτασμών, που ήταν όπως προείπαμε μεγαλοπρεπείς και υπό την αιγίδα του ίδιου του βασιλιά της πόλης, τα «Αδώνεια» των υπόλοιπων πόλεων (από τις οποίες ξεχώριζαν για την λαμπρότητα των τοπικών εορτασμών το Άργος και η πόλη των Αθηνών) διοργανώνονταν με τις προσωπικές οικονομικές εισφορές των συμμετεχουσών γυναικών, ενώ στη Ρόδο πρωτοστατούσε στη διοργάνωση των εορτών μια μικτή θρησκευτική αδελφότητα, οι λεγόμενοι «Αδωνιασταί» ή «Αδωνισταί».
Στα «Αδώνεια» προσφερόταν ως θυμίαμα μύρα, ενώ ψάλλονταν και ειδικά άσματα, τα λεγόμενα «Αδωνίδια», από τα οποία έχει διασωθεί ένα πολύ αξιόλογο δείγμα. Πρόκειται για τον «Επιτάφιον Αδώνιδος» του Βίωνος. Σε κάποια από τα ανά τόπους «Αδώνεια» γίνονταν και μυήσεις σε Μυστήρια του Θεού (Ο Λουκιανός διασώζει ότι οι μύστες θυσίαζαν πρόβατο και έπαιρναν μετάληψη). Μετά την απαγόρευση των «εθνικών» λατρειών και την ιδιοποίηση των τελετικών των «Αδωνείων» από τους Χριστιανούς για τη διαμόρφωση των εορτασμών της δικής τους Μεγάλης Εβδομάδος, σε αρκετά μέρη της Ελλάδος, αλλά και στην Κύπρο και την Καλαβρία, τα αρχαία «Αδώνεια», στερημένα βεβαίως από κάθε λατρευτική δυναμική, επιβίωσαν, παρά την βυζαντινή άγρια καταδίωξη όλων των «εθνικών» επιβιώσεων, ως θολό φολκλόρ μέχρι τον αιώνα μας (ο «Ζαφείρης» του Ζαγορίου, τα «Λάζαρα» ή «Λαζαρικά» της Αμμοχώστου, ο «Λειδινός» της Αιγίνης, οι «Επιτάφιοι» της Μεγάλης Παρασκευής στην Καλαβρία κ.ά)
Ο Διόνυσος Ζαγρεύς που κατασπαράσσεται από τους Τιτάνες και ανασταίνεται από τον Δία εκ νεκρών ως «Θεός Σωτήρ», αλλά και ο Ίακχος (στην ελευσίνια μυστηριακή παράδοση) και ο Βάκχος (στην ομώνυμη μυστηριακή παράδοση), ουσιαστικά επικλήσεις και λατρευτικά ονόματα του ίδιου «Σωτήρος Θεού», παρουσιάζονται υιοί της Μεγάλης Θεομητέρας, κάτω από διαφορετικά ονόματα, όπως Δηώ-Δήμητρα, Περσεφόνη, Σεμέλη. Σε αφιερωματική επιγραφή που αναφέρει ο T. W. Doane στο γνωστό βιβλίο του «Bible Myths» (1882) διαβάζουμε «Εγώ Είμαι που σε προστατεύω και σε καθοδηγώ. Εγώ που Είμαι το Άλφα και το Ωμέγα». Προς τιμή του Θεού αυτού τελούνται οι μυστηριακές «Εορτές της Τελείας Νυκτός», όπου καθαγιαζόταν το αυγό και αναπαριστάτο Μυστικός Δείπνος, ιεροπραξία που αποτελεί και την κορύφωση των Μυστηρίων του Σαβαζίου (προβάλλεται διαφάνεια), κερασφόρου και οφιούχου θεού που από τον 5ο αιώνα π.α.χ.χ. κι εντεύθεν, ταυτίσθηκε σε θεοκρασία με τον Βάκχο, ως υιός της Περσεφόνης και του Χθονίου Διός.
Η ιδιόμορφη θεολογία των Ορφικών που τοποθέτησε τον Ζαγρέα Διόνυσο στο κέντρο της, ως το θεϊκό κομμάτι της ανθρώπινης φύσης που καθαγιάζει το «τιτανικό» υπόλοιπο, μετεξέλιξε κατά την ύστερη αρχαιότητα και τον ίδιο τον Ορφέα (που κάποιες ετυμολογήσεις του ονόματός του το θέλουν να προέρχεται από το όρφνη, ορφνός, ορφναίος, δηλαδή νυκτερινός, σεληνιακός) σε «εσταυρωμένο Βακχικό Σωτήρα» (προβάλλεται διαφάνεια με τη γνωστή εικόνα από σφραγιδόλιθο που φιλοξενείται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βερολίνου, του Ορφέως Βακχικού Εσταυρωμένου κάτω από επτά σταυρόμορφα άστρα, ημισέληνο και δίφαλλο), που, όπως ακριβώς και ο Θεός Διόνυσος Ζαγρεύς, πεθαίνει και αυτός κομματιασμένος και έρχεται επίσης να αντιπροσωπεύσει την πνευματική ροή από το Θείο στο Ανθρώπινο και από το Έν στο Πολλαπλό. Να αλληγορήσει κοντολογής το «ξόδεμα» των Θεών για χάρη του κόσμου των θνητών και πεπερασμένων πραγμάτων, μέσα από το πολύ γνωστό μας «Θείο Δράμα» του Θανάτου, της Ανάστασης, της Επιφάνειας, της Αναγνώρισης και της Αποθέωσης.
Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ
Θεωρείται σήμερα ασφαλές πόρισμα της έρευνας η είσοδος του Διονύσου ως ξένου στην Ελλάδα και η αναγνώρισή του μόνο κατόπιν της υπέρβασης σφοδρών αντιδράσεων. Ως πατρώα γη βλέπουν την Θράκη και την κατοικημένη από έναν συγγενή πληθυσμό Φρυγία. Αρχικώς είχαν την γνώμη ότι ο Διόνυσος μετοίκησε άμεσα από την Θράκη στην Ελλάδα. Εσχάτως όμως πιστεύουν ότι έχουν βρεθή πειστικοί λόγοι για την διά θαλάσσης έλευσή του από την Φρυγία ή την Λυδία. Τελευταία ο Nilsson συνέδεσε τις δύο αντιλήψεις (Η Μινωικο-μυκηναϊκή Θρησκεία. 1927, σ. 396 κ.ε.): τόσο από την Θράκη όσο και από την Φρυγία, λέει, πρέπει να εισήλθε ο Διόνυσος στην μητρική γη, τη μία κατά την αρχαιοθρακική την άλλη κατά την παρηλλαγμένη από την επίδραση μικρασιατικών γειτονικών θρησκειών μορφή του. Δεν αρκούνται όμως σ’ αυτό. Ως τρίτη εστία της διονυσιακής κίνησης χαρακτηρίζουν τώρα, αντίθετα από την έως τώρα κρατούσα άποψη, την ίδια την ελληνική μητρώα γη· γιατί η μεγάλη έξαρση που προκάλεσε η έλευση του θεού εδώ θεωρείται αναβίωση μιας πανάρχαιας λατρείας του θεού- πρέπει κανείς, κατά τον Nilsson να υποθέση ότι οι συνημμένες με το όνομα του Διονύσου ιδέες και τελετουργίες ανήκαν ήδη στον προελληνικό πληθυσμό.
Αν ρωτήσουμε για την χρονική στιγμή κατά την οποία φέρεται ο αλλοδαπός να εισέδυσε στους θεούς της Ελλάδος, ο Wilamowitz (Πίστη των Ελλήνων II 61) εξηγεί ότι κατά τον 8ο αιώνα, το ενωρίτερο, πρέπει να έφθασε στην μητρώα γη και η νίκη του επί της αρχαίας πίστης δεν πρέπει να συντελέστηκε προ του έτους 700· οι Έλληνες της Ασίας θα έπρεπε να τον γνώριζαν «αναλόγως νωρίτερα»· «όμως», συμπεραίνει, «η κοινωνία μέσα στην οποία και για την οποία συνέθετε την ποίηση του ο Όμηρος ήθελε να γνωρίζη τον Διόνυσο τόσο λίγο όσο η Ελλάδα έπειτα, μέχρις ότου υποχρεώθηκε να ενδώση σε μία αναθρώσκουσα δύναμη».
Όποια κρίση κι αν διατυπώνη κανείς για την καταγωγή και την πατρίδα της διονυσιακής θρησκείας, είναι αδιανόητο να την έχουν τόσο όψιμα γνωρίσει οι Έλληνες. Γιατί πώς θα ήταν τότε δυνατό να μην έχη διατηρηθή κανένα αίσθημα αλλοτρίου και καμμία ανάμνηση βίαιης εισβολής. Γιατί ο τόσο συχνά επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός ότι ωρισμένοι μύθοι και λατρείες μαρτυρούν μία τέτοια ανάμνηση στηρίζεται, όπως θα δούμε στην συνέχεια, σε μία σύγχυση λατρευτικής μετανάστευσης και Επιφάνειας. Οι ίδιοι οι έλληνες θεωρούσαν την βάση της λατρείας τους του Διονύσου πανάρχαια. Το πόσο δίκιο είχαν μαρτυρείται από το γεγονός ότι τα «αρχαία Διονύσια» όπως ονομάζει ο Θουκυδίδης (2,15) τα Ανθεστήρια, ήταν κοινά στην ιωνική φυλή και ως διονυσιακή γιορτή — όπως σωστά παρατηρεί ο Deubner (Arch. Jahrb. 1927, 189. Αττ. Γιορτές 122 κ.ε.) — πρέπει να είναι αρχαιότερα του χωρισμού και της μετανάστευσης των Ιώνων. Στους Δελφούς μπορούσε κανείς να θεωρήση την λατρεία του Διονύσου αρχαιότερη από αυτήν του Απόλλωνα (βλ. κεφ. 18). Για την Σμύρνη όπου τα Ανθεστήρια εορτάζονταν με την είσοδο του Διονύσου πάνω σε ένα πλωτό άρμα (πβ. Deubner Αττ. Γιορτές σ. 122), μαρτυρείται μία διονυσιακή γιορτή ήδη για τα χρόνια που η πόλη ήταν ακόμη αιολική (Ηροδ. I, 150). Ως ο σημαντικώτερος μάρτυρας για την ύστερη αρχαιότητα του έλληνα Διονύσου πρέπει να θεωρήται το ομηρικό έπος που είναι εντελώς οικείο με την λατρεία και τους μύθους του θεού και μιλά γι’ αυτόν όπως για τις θεότητες που λατρεύονταν από αμνημονεύτων χρόνων, όποια κι αν ήταν τα αισθήματα του ποιητή και του ακροατηρίου του.
Στο επίκεντρο των διονυσιακών λατρειών και μύθων στέκει η μορφή του μαινομένου θεού και των συνεπαρμένων από την αγριότητά του γυναικών που υιοθέτησαν και ανέθρεψαν το νογέννητο και που γι’ αυτό ονομάζονται τροφοί του. Σε ωρισμένες γιορτές ήταν θεσπισμένες διώξεις που μπορούσαν να λάβουν αιματηρή έκβαση και σε πλήθος παραδόσεων και εθίμων προβάλλει σαφέστατα η ιδέα ενός τραγικού χαμού. Το κεφαλαιώδες αυτό τμήμα της διονυσιακής θρησκείας είναι τόσο γνωστό στην Ιλιάδα ώστε μπορεί να παρουσιάζεται εκεί με κάθε λεπτομέρεια.
Στο 6ο βιβλίο της Ιλιάδος (130 κ.ε.) ο Διομήδης μιλάει για το πεπρωμένο το άφευκτο, που μάχεται τους θεούς και θυμάται σχετικά τον κραταιό Λυκούργο που κατεδίωξε τις τροφούς του μανιώδους (μαινόμενος) Διονύσου στο ιερό Νυσήιον έτσι που αυτές, χτυπημένες από το φοβερό του όπλο άφησαν να πέσουν κατά γης τα θύσθλα τους και ο ίδιος ο Διόνυσος κατέφυγε στην θάλασσα όπου η Θέτις υποδέχθηκε με στοργή τον τρομοκρατημένο θεό. Οι ακόλουθες του Διονύσου χαρακτηρίζονται εδώ ρητώς ως μαινόμενες. Το πόσο πολύ όμως ο ποιητής και ο κύκλος του ήταν συνηθισμένος στην μορφή της Μαινάδος και σ’ αυτό της το όνομα προδίδει ο στίχος που συγκρίνει την έντρομη Ανδρομάχη που ξεχύνεται αγριεμένη με μία Μαινάδα (μαινάδι ἴση. Ιλιαδ. 22, 4561). Ήθελε πράγματι ο ποιητής, όπως πιστεύει ο Wilamowitz (Πίστη των Ελλ. II 60, 3) να εννοήση μόνο ότι αυτή ήταν όμοια με μία παράφρονα; Η σύγκρισή του όμως, όπως κάθε γνήσια σύγκριση, έχει νόημα μόνον όταν θυμίζη μία πολύ γνωστή μορφή. «Η μαινόμενη» όμως, η εικόνα της οποίας πρέπει να ήταν γνωστή σε όλους δεν μπορεί να είναι άλλη από την Βάκχη είτε αυτή, όπως εδώ, χαρακτηρίζεται από το ουσιαστικό μχινχς είτε όπως στο 6, 389 της Ιλιάδος από την μετοχή μαινομένη. Αυτό που θέλει να πη εδώ ο Όμηρος φανερώνεται υπερεπαρκώς στον Ύμνον εις Δήμητραν όπου (386) η Δήμητρα που αναπηδά συγκρίνεται με μία Μαινάδα που «τρέχει με μανία στους ορεινούς δρυμούς». Η προσθήκη αποκλείει για μας κάθε παρανόηση- για τους ακροατές όμως του Ομήρου μπορούσε και το μαινάς από μόνο του να μην επιτρέπη καμμία παρανόηση.
Ο «μαινόμενος» Διόνυσος και οι «μαινόμενες» ακόλουθοί του είναι λοιπόν οικείες για τον Όμηρο μορφές. Και ο θεός του οίνου; Είναι όντως αληθές ότι ο Όμηρος δεν γνωρίζει ακόμη τίποτε γι’ αυτόν; Ο Αρίσταρχος παρατηρεί αναφορικά με το 9, 198 της Οδύσσειας ότι ο ποιητής που μνημονεύει πάντως τόσο συχνά και στα δύο έπη το κρασί, πουθενά δεν χαρακτηρίζει τον Διόνυσο δωρητή του. Το σημείο αυτό τόνισε με έμφαση και ο Κ. Ο. Muller σχολιάζοντας την Αντισυμβολική του I.H. Voss (Ελάσ. Γραπτά II, 1825 σ. 28 κ.ε) και από τότε θεωρείται δεδομένο ότι το κρασί δεν έχει τίποτε να κάνη με την αρχέγονη ουσία του Διονύσου αλλά υστερογενώς τέθηκε υπό την προστασία του. Δεν έχει καμμία βαρύτητα, υποτίθεται, η διήγηση για την χρυσή υδρία που κατά την Οδύσ. 24, 73 έστειλε ο Διόνυσος στην Θέτιδα, μολονότι ο ίδιος ο Muller ήταν της άποψης ότι μπορεί να προβληθή ως ένσταση κατά της ισχύος της θέσεώς του. Ας μην επικαλεσθούμε και το όνομα του πατέρα του ιερέα εκείνου του Απόλλωνα, του Μάρωνα στον οποίο ο Οδυσσεύς οφείλει το κρασί με το οποίο μέθησε τους Κύκλωπες (Οδύσ. 9, 196 κ.ε.) που ήταν Ευάνθης, φέρει δηλαδή ένα όνομα που συναντούμε στον ίδιο τον Διόνυσο ή σ’ έναν από τους γιούς του· ο Ησίοδος λοιπόν θέλει αυτόν τον Μάρωνα να κατάγεται από τον Διόνυσο (απ. 120) και ο Ευριπίδης (Κύκλωψ 141 κ.ε.) τον χαρακτηρίζει ευθέως γιο του Διονύσου. Όμως το (θεωρούμενο πάντως από τον Αριστοφάνη και τον Αρίσταρχο ως αταίριαστο σημείο της Ιλιάδος όπου ο γιος του Δία και της Θηβαίος Σεμέλης ονομάζεται «τέρψη των ανθρώπων» (χάρμα βροτοῖσιν), Ιλιάδος 14, 325, παραπέμπει αναμφίβολα στον δωρητή του οίνου. Γιατί όταν ο Ηρακλής στον αμέσως προηγούμενο στίχο ονομάζεται «γενναιόκαρδος» (κρατερόφρων), αυτά τα λόγια πρέπει να χαρακτηρίζουν τον γιο της Σεμέλης και δεν μπορούν να σημαίνουν κάτι άλλο από αυτό που λέει ο Ησίοδος ονομάζοντάς τον στην ίδια ακριβώς συνάφεια «περιχαρή» (πολυγηθῆ), Θεογ. 94Γ τούτος όμως είναι ο χαρακτηρισμός που ο Ησίοδος αλλού προσγράφει στον Διόνυσο ως τον θεό του οίνου ( Έργα 614). Ο Mulller θεώρησε κρίσιμο το ότι ο Όμηρος ονομάζει μεν το σιτάρι δώρο της Δήμητρας αλλά πουθενά δεν συνάπτει ρητώς τον Διόνυσο με το κρασί. Δεν μπορεί όμως κανείς να παραβλέπη ότι στους στίχους που γίνεται λόγος για την ίδια την Δήμητρα (Ιλιάδ. 14, 326· Οδύσσ. 5, 125) δεν αναφέρεται το δώρο της και ότι υπάρχει εντυπωσιακά μικρός αριθμός σημειών όπου συνάπτεται η ευλογία του αγρού με το όνομά της. Ο ποιητής των ηρώων δεν είναι κατά βάση επιφυλακτικώτερος με τον Διόνυσο από ό,τι με την Δήμητρα. Και όποιος γνωρίζει τους θεούς που κυβερνούν στον Όμηρο τον κόσμο αυτός γνωρίζει επίσης πόσο εύλογη είναι αυτή η επιφυλακτική στάση. Αποσιωπά πολλά στοιχεία ξένα προς το πνεύμα του κόσμου του και συχνά προδίδει την γνώση του γι’ αυτά με μιά μόνο λέξη. Τι το πιο ξένο γι’ αυτόν από έναν μαινόμενο Θεό! Ο θεός του οίνου λοιπόν, ο Διόνυσος, δεν του ήταν λιγότερο γνωστός από την θεά του σίτου, Δήμητρα.
Το ομηρικό έπος φαίνεται κατατοπισμένο επακριβώς και για τους δεσμούς του Διονύσου με άλλες θεότητες που γνωρίζουμε από την μυθική παράδοση ή την λατρευτική ιστορία. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η φιλία του με την Θέτιδα. Στους κόλπους της προσπέφτει αναζητώντας καταφύγιο από τον άγριο Λυκούργο (Ιλιάδ.6, 132) και σ’ αυτήν κάνει δώρο τον χρυσό αμφορέα όπου τοποθετείται αργότερα το λείψανο του Αχιλλέα (Οδύσ. 24, 73 κ.ε.). Ό,τι μαρτυρείται από τόσο πολλά λατρευτικά έθιμα: ότι ο Διόνυσος αισθάνεται οικεία μέσα στα υγρά βάθη, εκφράζεται με αρκετή σαφήνεια σ’ αυτόν τον ομηρικό μύθο. Η χρυσή υδρία, δώρο του θεού στην Θέτιδα, που είναι έργο του Ηφαίστου, μπορεί να θεωρηθή υπόδειξη της περίφημης φιλίας του με τον Ήφαιστο· στον Νόννο (19, 120 κ.ε.) η Αφροδίτη του δίνει έναν κατασκευασμένο από τον Ήφαιστο κρατήρα. Πολύ σημαντικό είναι, τέλος, ότι η Νέκυια της Οδύσσειας (11, 325) τον παρουσιάζει συνδεδεμένο με την Αριάδνη, την βασίλισσα των γυναικών του Διονύσου. Η όμορφη κόρη του Μίνωα, λέγεται εκεί, απήχθη από τον Θησέα από την Κρήτη, Θησέας που ήθελε να την φέρη στην Αθήνα αλλά προτού γίνη αυτό, η Άρτεμις την θανάτωσε καθ’ υπόδειξη του Διονύσου. Ο Διόνυσος πρέπει να είχε κάποια δικαιώματα επί της Αριάδνης- γιατί η διήγηση αντιστοιχεί ακριβώς στην ιστορία του θανάτου της Κορωνίδος (πβ. Πινδάρου, Πυθ. 3, 9 κ.ε. και 32 κ.ε. Φερεκύδ. απ. 8 Παυσαν. 2, 26, 6) την οποία επίσης σκότωσε η Άρτε- μις και μάλιστα με την άδεια του Απόλλωνα επειδή πρόδωσε τον θεό μ’ έναν θνητό εραστή. Η Άρτεμις είναι, ως γνωστόν, η θεά που φέρνει τον θάνατο στις εγκύους. Η Κορωνίδα πεθαίνει προτού ακόμη γεννήση τον Ασκληπιό, για την Αριάδνη όμως η παράδοση της λατρείας της στην Κύπρο (Πλούταρχος, Θησ. 20) λέει ότι πέθανε στην λοχεία.
Κατόπιν όλων αυτών πιστεύει κανείς πρόθυμα τον Παυσανία (10, 4, 2) που λέει ότι ο Πανοπεύς στην Οδύσσεια (11, 580) έλαβε τον χαρακτηρισμό «τόπος του όμορφου χορού» (καλλίχορος) από την συνήθεια των κατευθυνόμενών στον Παρνασσό αττικών Θυιάδων να διοργανώνουν τους χορούς τους εκεί.
Ο Όμηρος επομένως όχι απλώς γνωρίζει τον Διόνυσο αλλά θίγει σχεδόν ό,τι είναι χαρακτηριστικό για τον μύθο και την λατρεία του. Αυτό είναι ακόμη πιο αξιοπρόσεκτο όταν ο ίδιος ο Διόνυσος δεν έχη καμμία απολύτως σημασία για τον ομηρικό κόσμο όταν, επομένως, κάθε τι που τον αφορά εκφράζεται μόνον περιστασιακά. Και μάλιστα είναι η Ιλιάδα όπου αυτός προβάλλει ως «μαινόμενος», περιστοιχισμένος από «τροφούς», από «μαινάδες», Ιλιάδα που γνωρίζει την αιματηρή καταδίωξη του θεού και του εσμού των γυναικών του καθώς και την εξαφάνισή του στα βάθη της θάλασσας. Η Ιλιάδα είναι επίσης που μπορεί να υποδεικνύει τον θεό του οίνου ενώ η Οδύσσεια τον συντροφεύει με τον Ήφαιστο, την Αρτέμιδα και, προ παντός, την Αριάδνη. Και πουθενά το παραμικρό ίχνος ότι η λατρεία του γινόταν αισθητή ως κάτι το νέο, κάτι που εισέβαλε έξωθεν.
Η στενή αυτή οικειότητα του ομηρικού έπους με την διονυσιακή θρησκεία οδηγεί στο ίδιο αυτό συμπέρασμα που είμασταν ήδη σε θέση να συναγάγουμε από την ιωνική γιορτή των Ανθεστηρίων: ο Διόνυσος πρέπει, τουλάχιστον ήδη από τα τέλη της δεύτερης χιλιετίας, να ήταν ενταγμένος στον ελληνικό κύκλο λατρείας. Το εάν είχε σε προγενέστερα χρόνια, για τα οποία δεν διαθέτουμε αξιόπιστα στοιχεία, εισαχθή από το εξωτερικό στους Έλληνες, αυτό ανήκει στα ερωτήματα που δεν μπορούν φυσικά ποτέ να απαντηθούν με βεβαιότητα. Μπορούμε όμως οριστικά να πούμε ότι κάθε στοιχείο προσαχθέν κατά τα παλαιότερα ή νεώτερα χρόνια προς απόδειξη της εκ Θράκης ή Φρυγίας μετανάστευσής του δεν έχει κανενός είδους πειστική ισχύ. Σε μία παλαιότερη εκδοχή της η υπόθεση αυτή εκπροσωπήθηκε ως γνωστόν από τον Erwin Rohde (Ψυχή II, 5 κ.ε. 23 κ.ε.). Ο Rohde κάνει λόγο για την «θρακική λατρεία της έκστασης» που εισέβαλε στην Ελλάδα με τρομακτική αγριότητα και έγινε αποδεκτή μόνο μετά την υπέρβαση σφοδρής αντίστασης.
Ο ζήλος με τον οποίο λατρευόταν ο Διόνυσος στην Θράκη είναι γνωστός και έχει αρκετά συχνά τονισθή. Ο A. Rapp έχει με επιμέλεια συνοψίσει την αρχαία παράδοση (Οι σχέσεις της διονυσιακής λατρείας με την Θράκη και την Μικρά Ασία, Στουττγάρδη 1882). Εξήρε επίσης το γεγονός ότι η διονυσιακή λατρεία είχε στην Ελλάδα την πλέον ζωηρή της έκφραση εκεί όπου είχε διατηρηθή η γνώση της από παλαιό θρακικό πληθυσμό, στην Φωκίδα δηλαδή και την Βοιωτία (πβ. σχετικά μ’ αυτούς τους Θράκες της κεντρικής Ελλάδος τώρα και στον Wilamowitz, Πίστη των Ελλήνων I, 52). Με τις περιστάσεις αυτές προκύπτει εύλογα η σκέψη ότι οι Θράκες θα μπορούσαν να έχουν φέρει την λατρεία αυτή στην κεντρική Ελλάδα. Με την ίδια όμως ευχέρεια μπορεί η λατρεία αυτή ξεκινώντας από την Ελλάδα να πορεύθηκε προς την Θράκη και οι γνωστές οργιαστικές λατρείες της Θράκης, τις οποίες συνεχώς επικαλούνται, για να καταστήσουν περισσότερο πιστευτή την καταγωγή του θεού από εκεί, μπορούν να χρησιμεύσουν, αντίθετα, προς απόδειξη του ότι οι Θράκες ήταν πολύ δεκτικοί για την υιοθέτηση ενός Έλληνα Διονύσου· υπήρξαν πάντως, αφ’ ότου γνώρισαν το κλήμα, διαβόητοι εραστές του ακράτου οίνου. Είναι πολύ αξιοπρόσεκτος ο τόσο εξαιρετικά μικρός ρόλος της Θράκης στον διονυσιακό μύθο. Γι’ αυτόν τον λόγο ένας ειδήμων όπως ο K.O.Muller δεν ανεγνώρισε καμμία σημασία στην θρακική ύπαιθρο κατά τους σχετικούς με την καταγωγή της διονυσιακής λατρείας συλλογισμούς του' και ένας τόσο εμβριθής μελετητής όπως ο Ο. Gruppe μπορούσε περισσότερο από μία δεκαετία μετά την δημοσίευση της Ψυχής του Rohde να καταλήγη στην πεποίθηση ότι «αναμφίβολα» Έλληνες άποικοι εμφύτευσαν τον Διόνυσο στην Θράκη (Ελληνική Μυθολογία και Ιστορία της ελληνικής θρησκείας, I, 1410). Η κρατούσα, ωστόσο, σήμερα γνώμη (βλ. π.χ. Wilamowitz, Πίστη των Ελλήνων II 60) θέλει την Ιλιάδα μ’ αυτό το Νυσείον (6, 133), όπου έλαβε χώρα μία καταδίωξη του διονυσιακού εσμού από τον Λυκούργο να εννοή έναν τόπο στην Θράκη. Ο λόγος είναι ότι ο Λυκούργος αργότερα (π.β. επί παραδείγματι, Σοφ. Αντιγ. 965 κ.ε.) ονομάζεται βασιλέας των Ηδωνών και ως τοποθεσία του χαμού του κατονομάζεται το Παγγαίο όρος (Απολλόδ. 3, 35), όπου κατά τον Ησύχιο φέρεται ότι υπήρξε ένας τόπος με το όνομα Νύσα. Έτσι και τα Ιλιάδος Σχόλια μιλούν επίσης για μία Νύσα στην Θράκη. Στην αντίληψη αυτή ο Muller (Ελ. Γρ. II, 27) αντέτεινε ότι «πουθενά σε ολόκληρη την γεωγραφία της Θράκης δεν υπάρχει αναφορά σ’ έναν τόπο που να ονομάζεται όντως Νύσα». Πώς θα μπορούσε και ο Αντίμαχος (βλ. Διόδωρος 3, 64) να εντοπίση τον αγώνα του Λυκούργου με τον Διόνυσο σε μία αραβική Νύσα αν η αρχέγονη εκδοχή της παράδοσης είχε εννοήση τελεσίδικα μία θρακική.
Τελευταία, όπως ήδη ειπώθηκε, κυριάρχησε η αντίληψη ότι ο Διόνυσος ήλθε στους Έλληνες όχι απ’ ευθείας από την Θράκη αλλά από την Φρυγία, διά μέσου του Αιγαίου Πελάγους, από τους Θράκες που μετοίκησαν στην Μικρά Ασία. Την διά ξηράς εισέλαση από την Θράκη θεωρεί ο Wilamowitz (Πίστη των Ελλ. II 61) απίθανη ήδη επειδή στην Θεσσαλία, από την οποία θα έπρεπε τότε να περάση ο Θεός, μπορούν ελάχιστα μόνον ίχνη του να βρεθούν. Για τον Wilamowitz θεωρείται αποδεδειγμένο ότι οι Έλληνες παρέλαβαν τον δικό τους Διόνυσο από την Μικρά Ασία. Αυτό ενισχύεται από την επί πλοίου είσοδό του που σημαίνει το γνωστό λατρευτικό έθιμο των Ανθεστηρίων. Αλλά κάθε αμφιβολία διασκεδάζεται, κατ’ αυτόν, από την ανακάλυψη ότι η Σεμέλη είναι το φρυγικό όνομα της θεάς της γης και Βάκχος το λυδικό αντίστοιχο για το Διόνυσος. Έτσι, συνεχίζει, πιστοποιείται τέλεια το τι νόημα είχε ο λυδικός βακχικός χορός του Ευριπίδη και ο Τμώλος ως διονυσιακό βουνό. Η αξία των παρατηρήσεων αυτών του Wilamowitz θα δειχθή στην πορεία των ερευνών μας. Ορισμένες όμως από αυτές μπορούν ήδη τώρα να υποβληθούν σε ακριβέστερη εξέταση. Στις λυδικές επιγραφές η ρίζα Baki — (Βάκχος επομένως) χρησιμεύει στην κατονομασία του ίδιου του θεού, περαιτέρω στον χαρακτηρισμό του κυρίου ονόματος Bakiva που σε ελληνική μετάφραση είναι Διονυσικλης (π.β. Littman, Αμερικανική Εταιρεία ανασκαφών στις Σάρ8εις VI1, σ. 38 κ.ε.). Το συμπέρασμα, ότι πρέπει το Βάκχος να υπήρξε, σύμφωνα με αυτά, λυδική (ή φρυγική μετεφρασμένη στα λυδικά) λέξη εξάγεται από τον ίδιο τον Littman με δισταγμό, από τον Wilamowitz όμως (Πίνδαρος 45) με μεγάλη βεβαιότητα (π.β. επίσης Nilsson, Μινωικο-μυκην. Θρησκεία 500). Δεν μπορεί όμως κανείς να πη ότι είναι πειστικό. Μπορούμε πάντως, τουλάχιστον με την ίδια ευχέρεια, να σκεφθούμε ότι το όνομα Βάκχος εισήλθε σε πολύ πρώιμα χρόνια από τα ελληνικά στα φρυγικά και τα λυδικά και για λόγους άγνωστους παρέμεινε μόνο στα λυδικά. Είναι όμως περισσότερο πιθανό να ανήκε στον προελληνικό πληθυσμό — την γλώσσα του οποίου μαρτυρεί και το όνομα του Παρνασσού, του όρους των διονυσιακών οργίων — και ακριβώς στα λυδικά να διατηρήθηκε ως κύριο όνομα του Διονύσου. Επομένως θα ήταν πολύ απρόσεκτο να θεωρούμε το λυδικό εύρημα αδιαμφισβήτητη απόδειξη μικρασιατικής καταγωγής της διονυσιακής λατρείας. Σχετικά όμως με την υπόθεση ότι πίσω από την Σεμέλη κρύβεται η φρυγική θεά της γης ας ειπωθή επί του παρόντος ότι το σύνολο της παράδοσής μας την αρνείται τελεσιδίκως.
Είτε η καταγωγή της διονυσιακής θρησκείας εντοπίζεται στην Θράκη είτε στην Μικρά Ασία, παραμένει η δυσκολία συνυφής της με τις αρχαίες αντιλήψεις για την Νύσα όπου λέγεται ότι γεννήθηκε και ανατράφηκε ό νέος θεός (π.β. Ομ. ύμνοι 34, 8. Πινδ. απ. 247 κ.α.). Νύσα ήταν χωρίς αμφιβολία το όνομα μιας ορεινής χώρας στα όρια του θρύλου παρόμοια με την χώρα των Υπερβορείων (π.β. L. Malten Arch. f. Religionswiss. 12, 285 κ.ε.). Λέγεται ότι εκεί απήχθη η Περσεφόνη την ώρα πού έπαιζε με τις κόρες του Ωκεανού και μάζευε λουλούδια από τον θεό των νεκρών που αιφνίδια πρόβαλε από τα έγκατα της γης (Ύμνος εις Δήμητραν 17, όπου θεωρώ σωστή την παραδεδομένη γραφή παρά τα όσα αναπτύσσει ο Malten). Η ιδέα που είχε κανείς γι’ αυτήν την χώρα του παραμυθιού είναι τόσο σημαντική επειδή αναμφίβολα το όνομά της είναι το κύριο συστατικό του ονόματος του Διονύσου. Ο Ρ. Kretschmer {Εκ της Ανομίας σσ. 22 κ.ε.) έκανε άριστες παρατηρήσεις σχετικά. Οι διάφορες διαλεκτικές μορφές του ονόματος: Διόνυσος, Διώνυσος και Διόννυσος ανάγονται σε δύο βασικούς τύπους που συνδυάζουν την λέξη νόσος, τη μία με την ρίζα (Διο —), την άλλη με την γενική του ονόματος του Δία. Το ότι αυτό το νόσος ως θρακική λέξη αντιστοιχεί στην ελληνική νύμφη, σημαίνει δηλαδή «γιος», όπως πίστεψε ο Kretschmer, μου φαίνεται, παρά την πιθανότητα που επιτρέπει η γλώσσα, όχι απλώς αναπόδεικτο αλλά απίθανο. Την πρωταρχική του σημασία δεν μπορούμε πλέον να την γνωρίσουμε, δεν ισχύει όμως το ίδιο για την περιοχή στην οποία ανήκει. Ο θηλυκός τύπος εμφανίζεται στο όνομα της Νύσας που κατά τον Τέρπανδρο (απ. 8) ήταν τροφός του Διονύσου. Προς τιμήν της φέρεται ότι έδωσε το όνομα στην ινδική πόλη Νύσα. Ο Διόδωρος (3, 70) την ονομάζει κόρη του Αρισταίου. Τρεις Νύσαι λαμβάνουν τον Διόνυσο ως παιδί σ’ ένα αγγείο του Σοφίλου (Ath. Mitt.14, Πίν. 1), και αργότερα γίνεται έτσι κοινός τόπος η αναφορά σε Νύσιες και Νυσιάδες στον πληθυντικό ως θεραπαινίδες του θεού. Η θρυλική λοιπόν χώρα της Νύσας έλαβε το όνομά της από τις κατοίκους τους, τις Νύσες και ο Διό-νυσος, «ο θείος Νύσος» ή «ο Νύσος του Διός» χαρακτηρίζεται μ’ αυτό το όνομα ως ένας από αυτές. Η κοινότητα μάλιστα της ζωής του με τις γυναίκες ιδιάζει στην φύση του- και όπως ως Βάκχος περιστοιχίζεται από Βάκχες έτσι ως Νύσος βρίσκεται στο κέντρο του εσμού των Νυσών. Σ ’ αυτές, το θεϊκό τους ορεινό λιβάδι, μεταφέρθηκε το νήπιο Διόνυσος και εκείθεν έρχεται ο θεός στους ανθρώπους όπως ο Απόλλων από τους Υπερβορείους.
Η Νύσα αυτή εντοπίστηκε όχι απλώς σε μακρυνές χώρες αλλά και τόποι επίσης του κοντινού περίγυρου συνήφθησαν διά του ονόματος της με τον Διόνυσο. Έτσι ο Σοφοκλής {Αντιγ. 1131) ονομάζει μια Νύσα στην Εύβοια η οποία είναι αυτή προφανώς που εννοείται και στις Βάκχες του Ευριπίδη (556). Μία τοποθεσία στον Ελικώνα ονομαζόταν Νύσα κατά τον Στράβωνα (9, 405) που επί πλέον παρατηρεί ότι πολλοί αναγνώριζαν σ’ αυτήν, την Νύσα στο 2, 508 της ΙλιάΒος. Επίσης στον Παρνασσό τοποθετείται μία Νύσα (Σέρβιος Verg. Aen. 6,805 κώδ. D' πβ. Σχόλια εις τους Πέρσας προ λ. 2· επίσης Σχόλια εις την Σοφ. Αντιγ. 1131). Όμως ούτε στην Θράκη ούτε στην Φρυγία και στην Μικρά Ασία εν γένει φαίνεται να υπήρξε ένας τόπος μ’ αυτό το όνομα. Γιατί οι σχετικές με μία θρακική Νύσα πληροφορίες ανάγονται προφανώς όλες στην ομηρική θέση που παρουσιάσθηκε προηγουμένως αν δεν εννοούσαν, όπως πίστευε ο Muller, πράγματι μία Θράκη ευρισκόμενη στον Ελικώνα και τον Παρνασσό (Στεφ. Βυζ., Ησύχιος, Ιλιά8ος Σχόλια). Για την Μικρά Ασία όμως αναφέρεται μόνον άπαξ μιά λυδική Νύσα στην αλφαβητική απογραφή του Ησυχίου. Η γνωστή Νύσα στην Καρία έλαβε το όνομά της από μιά σύζυγο του Αντιόχου (π.β. Malten, Arch. f. Religionswiss. 12, 288 κ.ε.). Αυτή η αξιοπρόσεκτη έλλειψη σίγουρα δεν είναι υπέρ της υπόθεσης ότι ο Διόνυσος ήλθε από την Θράκη ή την Φρυγία. Το περίφημο χορικό της σοφόκλειας Αντιγόνης (1115 κ.ε.) κατονομάζει ως αγαπημένους τόπους του θεού, πλην των μητρώων (Θήβες, Ελευσίνα, Δελφοί, Εύβοια), μόνον την Ιταλία. Από τα αρχαία στοιχεία τεκμαίρεται ότι η Νύσα όπου μεγάλωσε ο Διόνυσος και από όπου έκανε την είσοδό του στα βασίλεια των ανθρώπων αναζητήθηκε κατ’ εξοχήν μακρυά προς ανατολάς και νότον, στην χώρα δηλαδή του ήλιου. Κατά τον Ηρόδοτο (2,146) πιστευόταν ότι ο Δίας έφερε το ραμμένο μέσα στον μηρό του νεογέννητο στην Νύσα της Αιθιοπίας (ἐς Νύσην τήν ὑπέρ Αἴγυπτον ἔθυσαν ἐν τῇ Αἰθιοπίῃ· πβ. 3,97: Αἰθίοπες οἱ πρόσουροι Αἰγυπτω... οἵ περί τε Νύσην τήν ἱρήν κατοίκηνται και τῷ Διονύσῳ ἀνάγουσι τάς ὁρτάς). 0 Αντίμαχος (βλ. Διόδωρος 3,65) μετατόπιζε την σύγκρουση του Διονύσου με τον Λυκούργο σε μία αραβική Νύσα και ο Διόδωρος (3,66) πιστεύει ότι η Νύσα που κατονομάζεται στον Ομηρικό Ύμνο 34,8 ως γενέθλιος τόπος του θεού (τηλοῦ Φοινίκης σχεδόν Αἰγύπτοιο ῥοάων) είναι ακριβώς η αραβική. Αυτό το γνωρίζουν και ο Νόννος, ο Ησύχιος και τα Ιλιάδος Σχόλια. Μία αιγυπτιακή Νύσα αναφέρει, πλην του Ησυχίου και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος (2,1217). Μία εντοπισμένη στην Συρία γνωρίζει ήδη ο Ξενοφών (Κυνηγ. 11,1 π.β. Πλιν. Nat. hist. 5,74). Τέλος, μπορεί τουλάχιστον να αναφερθή η από τα (αλεξανδρινά χρόνια τόσο πολύ γνωστή ινδική Νύσα.
Ως μία ιδιαιτέρως διαφωτιστική ενίσχυση της θεωρίας ότι η διονυσιακή λατρεία ήλθε από την Μικρά Ασία στην Ελλάδα θεωρείται, τέλος, η πομπή με το πλοίο που ετελείτο κατά τις ιωνικές γιορτές του Διονύσου. Στην Αθήνα και, κατά πάσα πιθανότητα, την μέρα των Χοών (πβ. Deubner, Arch. Jahrb. 1927. Αττ. Εορτές 102) λάμβανε χώρα η τελετουργική είσοδος του θεού πάνω σε ένα πλωτό άρμα. Η αντίληψή τους δηλαδή ήταν ότι ο θεός έρχεται από την θάλασσα όπως τον δείχνει μάλιστα και η περίφημη κύλιξ του Εξηκία να καταπλέη μέσα σ ’ ένα στεφανωμένο από κληματίδες ιστιοφόρο. Από εδώ συνάγεται ότι η λατρεία του μια φορά πρέπει να κατέφθασε από την Μικρά Ασία στους Έλληνες της μητρικής γης (αυτή είναι, π.χ. η θέση του Ο. Kern, Realencykl. V 1020 κ.ε., του Deubner ό.π. και άλλων. Η τελείως αυθαίρετη υπόθεση του Nilsson ως προς το νόημα και την καταγωγή του εθίμου, Arch. Jahrb. 1916, 334, μπορεί εδώ εύκολα να τεθή κατά μέρος). Είναι εκπληκτικό ότι και ο Wilamowitz ήταν της αυτής άποψης (Πίστη των Ελλήνων II 61) ενώ ο ίδιος, πάντως, υποσήμαινε ότι ο Διόνυσος, κατά την παράδοση που αναφέρει ο Όμηρος, καταδύεται στην θάλασσα, επομένως «μπορούσε και να αναδυθή από την θάλασσα», και περαιτέρω υπενθύμιζε ότι, κατά την παράδοση που υπάρχει στο μέρος Βρασιαί της ανατολικής ακτής της Λακωνίας (Παυσαν. 3,24,3), ο Διόνυσος βρέφος ξεβράστηκε στην ακτή μέσα σ’ ένα κιβώτιο μαζί με την Σεμέλη και, καθώς η μητέρα του δεν ήταν πλέον ζωντανή, ανατράφηκε από την Ινώ σ’ ένα σπήλαιο. Αποτελεί λοιπόν τρόπο του Διονύσου να εμφανίζεται από την θάλασσα. Η συγγένειά του με το στοιχείο του νερού θα συζητηθή αναλυτικά σ’ ένα κατοπινό κεφάλαιο. Όπως για να ξεφύγη από τον Λυκούργο εξαφανίζεται στην θάλασσα, έτσι πίστευαν οι Αργείοι ότι βυθίστηκε στην Λερναία λίμνη’ γιατί τον καλούσαν τακτικά στην γιορτή της εμφάνειάς του από τα βάθη της (Πλούταρχος Περί Ισ. και Οσίρ 35). Όταν λοιπόν την ημέρα της γιορτής εισέρχεται πάνω σ’ ένα πλοίο, αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο από την Επιφάνειά του εκ της θαλάσσης. Ως εκ του περισσού γνωρίζουμε ακόμη ότι η τελετή με το πλοίο που ετελείτο γενικά στα ιωνικά Ανθεστήρια ήταν θεσμός και στην Σμύρνη, πέραν δηλαδή της θάλασσας στην μικρασιατική ακτή (πβ. Deubner ό.π.), κάτι τελείως παράλογο αν το τελετουργικό έθιμο ήθελε να επικυρώση την ανάμνηση μιας πραγματικής άφιξης τους Διονύσου από την Φρυγία ή την Λυδία. Οι παρατηρήσεις του Wilamowitz (Πίστη των Ελλήνων II, 61,2) δεν μπορούν να μειώσουν την αξία της σημαντικής αυτής μαρτυρίας.
Κατόπιν αυτών των προκαταρκτικών παρατηρήσεων που έγιναν απλώς για να δείξουν πόσο παλαιά είναι η οικειότητα των Ελλήνων με την διονυσιακή θρησκεία και πόσο λίγο πειστικές είναι οι υποθέσεις περί της μετανάστευσής της από την Θράκη ή την Φρυγία, στρεφόμαστε τώρα στην ίδια την μορφή του θεού Διονύσου. Άπαξ και καταστή αυτή σαφής, μπορεί οποιοσδήποτε να αναρρωτηθή αν εξακολουθή να έχη νόημα η παραβολή της λατρείας του με οργιαστικές λατρείες θεών της Μικράς Ασίας.
Αν ρωτήσουμε για την χρονική στιγμή κατά την οποία φέρεται ο αλλοδαπός να εισέδυσε στους θεούς της Ελλάδος, ο Wilamowitz (Πίστη των Ελλήνων II 61) εξηγεί ότι κατά τον 8ο αιώνα, το ενωρίτερο, πρέπει να έφθασε στην μητρώα γη και η νίκη του επί της αρχαίας πίστης δεν πρέπει να συντελέστηκε προ του έτους 700· οι Έλληνες της Ασίας θα έπρεπε να τον γνώριζαν «αναλόγως νωρίτερα»· «όμως», συμπεραίνει, «η κοινωνία μέσα στην οποία και για την οποία συνέθετε την ποίηση του ο Όμηρος ήθελε να γνωρίζη τον Διόνυσο τόσο λίγο όσο η Ελλάδα έπειτα, μέχρις ότου υποχρεώθηκε να ενδώση σε μία αναθρώσκουσα δύναμη».
Όποια κρίση κι αν διατυπώνη κανείς για την καταγωγή και την πατρίδα της διονυσιακής θρησκείας, είναι αδιανόητο να την έχουν τόσο όψιμα γνωρίσει οι Έλληνες. Γιατί πώς θα ήταν τότε δυνατό να μην έχη διατηρηθή κανένα αίσθημα αλλοτρίου και καμμία ανάμνηση βίαιης εισβολής. Γιατί ο τόσο συχνά επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός ότι ωρισμένοι μύθοι και λατρείες μαρτυρούν μία τέτοια ανάμνηση στηρίζεται, όπως θα δούμε στην συνέχεια, σε μία σύγχυση λατρευτικής μετανάστευσης και Επιφάνειας. Οι ίδιοι οι έλληνες θεωρούσαν την βάση της λατρείας τους του Διονύσου πανάρχαια. Το πόσο δίκιο είχαν μαρτυρείται από το γεγονός ότι τα «αρχαία Διονύσια» όπως ονομάζει ο Θουκυδίδης (2,15) τα Ανθεστήρια, ήταν κοινά στην ιωνική φυλή και ως διονυσιακή γιορτή — όπως σωστά παρατηρεί ο Deubner (Arch. Jahrb. 1927, 189. Αττ. Γιορτές 122 κ.ε.) — πρέπει να είναι αρχαιότερα του χωρισμού και της μετανάστευσης των Ιώνων. Στους Δελφούς μπορούσε κανείς να θεωρήση την λατρεία του Διονύσου αρχαιότερη από αυτήν του Απόλλωνα (βλ. κεφ. 18). Για την Σμύρνη όπου τα Ανθεστήρια εορτάζονταν με την είσοδο του Διονύσου πάνω σε ένα πλωτό άρμα (πβ. Deubner Αττ. Γιορτές σ. 122), μαρτυρείται μία διονυσιακή γιορτή ήδη για τα χρόνια που η πόλη ήταν ακόμη αιολική (Ηροδ. I, 150). Ως ο σημαντικώτερος μάρτυρας για την ύστερη αρχαιότητα του έλληνα Διονύσου πρέπει να θεωρήται το ομηρικό έπος που είναι εντελώς οικείο με την λατρεία και τους μύθους του θεού και μιλά γι’ αυτόν όπως για τις θεότητες που λατρεύονταν από αμνημονεύτων χρόνων, όποια κι αν ήταν τα αισθήματα του ποιητή και του ακροατηρίου του.
Στο επίκεντρο των διονυσιακών λατρειών και μύθων στέκει η μορφή του μαινομένου θεού και των συνεπαρμένων από την αγριότητά του γυναικών που υιοθέτησαν και ανέθρεψαν το νογέννητο και που γι’ αυτό ονομάζονται τροφοί του. Σε ωρισμένες γιορτές ήταν θεσπισμένες διώξεις που μπορούσαν να λάβουν αιματηρή έκβαση και σε πλήθος παραδόσεων και εθίμων προβάλλει σαφέστατα η ιδέα ενός τραγικού χαμού. Το κεφαλαιώδες αυτό τμήμα της διονυσιακής θρησκείας είναι τόσο γνωστό στην Ιλιάδα ώστε μπορεί να παρουσιάζεται εκεί με κάθε λεπτομέρεια.
Στο 6ο βιβλίο της Ιλιάδος (130 κ.ε.) ο Διομήδης μιλάει για το πεπρωμένο το άφευκτο, που μάχεται τους θεούς και θυμάται σχετικά τον κραταιό Λυκούργο που κατεδίωξε τις τροφούς του μανιώδους (μαινόμενος) Διονύσου στο ιερό Νυσήιον έτσι που αυτές, χτυπημένες από το φοβερό του όπλο άφησαν να πέσουν κατά γης τα θύσθλα τους και ο ίδιος ο Διόνυσος κατέφυγε στην θάλασσα όπου η Θέτις υποδέχθηκε με στοργή τον τρομοκρατημένο θεό. Οι ακόλουθες του Διονύσου χαρακτηρίζονται εδώ ρητώς ως μαινόμενες. Το πόσο πολύ όμως ο ποιητής και ο κύκλος του ήταν συνηθισμένος στην μορφή της Μαινάδος και σ’ αυτό της το όνομα προδίδει ο στίχος που συγκρίνει την έντρομη Ανδρομάχη που ξεχύνεται αγριεμένη με μία Μαινάδα (μαινάδι ἴση. Ιλιαδ. 22, 4561). Ήθελε πράγματι ο ποιητής, όπως πιστεύει ο Wilamowitz (Πίστη των Ελλ. II 60, 3) να εννοήση μόνο ότι αυτή ήταν όμοια με μία παράφρονα; Η σύγκρισή του όμως, όπως κάθε γνήσια σύγκριση, έχει νόημα μόνον όταν θυμίζη μία πολύ γνωστή μορφή. «Η μαινόμενη» όμως, η εικόνα της οποίας πρέπει να ήταν γνωστή σε όλους δεν μπορεί να είναι άλλη από την Βάκχη είτε αυτή, όπως εδώ, χαρακτηρίζεται από το ουσιαστικό μχινχς είτε όπως στο 6, 389 της Ιλιάδος από την μετοχή μαινομένη. Αυτό που θέλει να πη εδώ ο Όμηρος φανερώνεται υπερεπαρκώς στον Ύμνον εις Δήμητραν όπου (386) η Δήμητρα που αναπηδά συγκρίνεται με μία Μαινάδα που «τρέχει με μανία στους ορεινούς δρυμούς». Η προσθήκη αποκλείει για μας κάθε παρανόηση- για τους ακροατές όμως του Ομήρου μπορούσε και το μαινάς από μόνο του να μην επιτρέπη καμμία παρανόηση.
Ο «μαινόμενος» Διόνυσος και οι «μαινόμενες» ακόλουθοί του είναι λοιπόν οικείες για τον Όμηρο μορφές. Και ο θεός του οίνου; Είναι όντως αληθές ότι ο Όμηρος δεν γνωρίζει ακόμη τίποτε γι’ αυτόν; Ο Αρίσταρχος παρατηρεί αναφορικά με το 9, 198 της Οδύσσειας ότι ο ποιητής που μνημονεύει πάντως τόσο συχνά και στα δύο έπη το κρασί, πουθενά δεν χαρακτηρίζει τον Διόνυσο δωρητή του. Το σημείο αυτό τόνισε με έμφαση και ο Κ. Ο. Muller σχολιάζοντας την Αντισυμβολική του I.H. Voss (Ελάσ. Γραπτά II, 1825 σ. 28 κ.ε) και από τότε θεωρείται δεδομένο ότι το κρασί δεν έχει τίποτε να κάνη με την αρχέγονη ουσία του Διονύσου αλλά υστερογενώς τέθηκε υπό την προστασία του. Δεν έχει καμμία βαρύτητα, υποτίθεται, η διήγηση για την χρυσή υδρία που κατά την Οδύσ. 24, 73 έστειλε ο Διόνυσος στην Θέτιδα, μολονότι ο ίδιος ο Muller ήταν της άποψης ότι μπορεί να προβληθή ως ένσταση κατά της ισχύος της θέσεώς του. Ας μην επικαλεσθούμε και το όνομα του πατέρα του ιερέα εκείνου του Απόλλωνα, του Μάρωνα στον οποίο ο Οδυσσεύς οφείλει το κρασί με το οποίο μέθησε τους Κύκλωπες (Οδύσ. 9, 196 κ.ε.) που ήταν Ευάνθης, φέρει δηλαδή ένα όνομα που συναντούμε στον ίδιο τον Διόνυσο ή σ’ έναν από τους γιούς του· ο Ησίοδος λοιπόν θέλει αυτόν τον Μάρωνα να κατάγεται από τον Διόνυσο (απ. 120) και ο Ευριπίδης (Κύκλωψ 141 κ.ε.) τον χαρακτηρίζει ευθέως γιο του Διονύσου. Όμως το (θεωρούμενο πάντως από τον Αριστοφάνη και τον Αρίσταρχο ως αταίριαστο σημείο της Ιλιάδος όπου ο γιος του Δία και της Θηβαίος Σεμέλης ονομάζεται «τέρψη των ανθρώπων» (χάρμα βροτοῖσιν), Ιλιάδος 14, 325, παραπέμπει αναμφίβολα στον δωρητή του οίνου. Γιατί όταν ο Ηρακλής στον αμέσως προηγούμενο στίχο ονομάζεται «γενναιόκαρδος» (κρατερόφρων), αυτά τα λόγια πρέπει να χαρακτηρίζουν τον γιο της Σεμέλης και δεν μπορούν να σημαίνουν κάτι άλλο από αυτό που λέει ο Ησίοδος ονομάζοντάς τον στην ίδια ακριβώς συνάφεια «περιχαρή» (πολυγηθῆ), Θεογ. 94Γ τούτος όμως είναι ο χαρακτηρισμός που ο Ησίοδος αλλού προσγράφει στον Διόνυσο ως τον θεό του οίνου ( Έργα 614). Ο Mulller θεώρησε κρίσιμο το ότι ο Όμηρος ονομάζει μεν το σιτάρι δώρο της Δήμητρας αλλά πουθενά δεν συνάπτει ρητώς τον Διόνυσο με το κρασί. Δεν μπορεί όμως κανείς να παραβλέπη ότι στους στίχους που γίνεται λόγος για την ίδια την Δήμητρα (Ιλιάδ. 14, 326· Οδύσσ. 5, 125) δεν αναφέρεται το δώρο της και ότι υπάρχει εντυπωσιακά μικρός αριθμός σημειών όπου συνάπτεται η ευλογία του αγρού με το όνομά της. Ο ποιητής των ηρώων δεν είναι κατά βάση επιφυλακτικώτερος με τον Διόνυσο από ό,τι με την Δήμητρα. Και όποιος γνωρίζει τους θεούς που κυβερνούν στον Όμηρο τον κόσμο αυτός γνωρίζει επίσης πόσο εύλογη είναι αυτή η επιφυλακτική στάση. Αποσιωπά πολλά στοιχεία ξένα προς το πνεύμα του κόσμου του και συχνά προδίδει την γνώση του γι’ αυτά με μιά μόνο λέξη. Τι το πιο ξένο γι’ αυτόν από έναν μαινόμενο Θεό! Ο θεός του οίνου λοιπόν, ο Διόνυσος, δεν του ήταν λιγότερο γνωστός από την θεά του σίτου, Δήμητρα.
Το ομηρικό έπος φαίνεται κατατοπισμένο επακριβώς και για τους δεσμούς του Διονύσου με άλλες θεότητες που γνωρίζουμε από την μυθική παράδοση ή την λατρευτική ιστορία. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η φιλία του με την Θέτιδα. Στους κόλπους της προσπέφτει αναζητώντας καταφύγιο από τον άγριο Λυκούργο (Ιλιάδ.6, 132) και σ’ αυτήν κάνει δώρο τον χρυσό αμφορέα όπου τοποθετείται αργότερα το λείψανο του Αχιλλέα (Οδύσ. 24, 73 κ.ε.). Ό,τι μαρτυρείται από τόσο πολλά λατρευτικά έθιμα: ότι ο Διόνυσος αισθάνεται οικεία μέσα στα υγρά βάθη, εκφράζεται με αρκετή σαφήνεια σ’ αυτόν τον ομηρικό μύθο. Η χρυσή υδρία, δώρο του θεού στην Θέτιδα, που είναι έργο του Ηφαίστου, μπορεί να θεωρηθή υπόδειξη της περίφημης φιλίας του με τον Ήφαιστο· στον Νόννο (19, 120 κ.ε.) η Αφροδίτη του δίνει έναν κατασκευασμένο από τον Ήφαιστο κρατήρα. Πολύ σημαντικό είναι, τέλος, ότι η Νέκυια της Οδύσσειας (11, 325) τον παρουσιάζει συνδεδεμένο με την Αριάδνη, την βασίλισσα των γυναικών του Διονύσου. Η όμορφη κόρη του Μίνωα, λέγεται εκεί, απήχθη από τον Θησέα από την Κρήτη, Θησέας που ήθελε να την φέρη στην Αθήνα αλλά προτού γίνη αυτό, η Άρτεμις την θανάτωσε καθ’ υπόδειξη του Διονύσου. Ο Διόνυσος πρέπει να είχε κάποια δικαιώματα επί της Αριάδνης- γιατί η διήγηση αντιστοιχεί ακριβώς στην ιστορία του θανάτου της Κορωνίδος (πβ. Πινδάρου, Πυθ. 3, 9 κ.ε. και 32 κ.ε. Φερεκύδ. απ. 8 Παυσαν. 2, 26, 6) την οποία επίσης σκότωσε η Άρτε- μις και μάλιστα με την άδεια του Απόλλωνα επειδή πρόδωσε τον θεό μ’ έναν θνητό εραστή. Η Άρτεμις είναι, ως γνωστόν, η θεά που φέρνει τον θάνατο στις εγκύους. Η Κορωνίδα πεθαίνει προτού ακόμη γεννήση τον Ασκληπιό, για την Αριάδνη όμως η παράδοση της λατρείας της στην Κύπρο (Πλούταρχος, Θησ. 20) λέει ότι πέθανε στην λοχεία.
Κατόπιν όλων αυτών πιστεύει κανείς πρόθυμα τον Παυσανία (10, 4, 2) που λέει ότι ο Πανοπεύς στην Οδύσσεια (11, 580) έλαβε τον χαρακτηρισμό «τόπος του όμορφου χορού» (καλλίχορος) από την συνήθεια των κατευθυνόμενών στον Παρνασσό αττικών Θυιάδων να διοργανώνουν τους χορούς τους εκεί.
Ο Όμηρος επομένως όχι απλώς γνωρίζει τον Διόνυσο αλλά θίγει σχεδόν ό,τι είναι χαρακτηριστικό για τον μύθο και την λατρεία του. Αυτό είναι ακόμη πιο αξιοπρόσεκτο όταν ο ίδιος ο Διόνυσος δεν έχη καμμία απολύτως σημασία για τον ομηρικό κόσμο όταν, επομένως, κάθε τι που τον αφορά εκφράζεται μόνον περιστασιακά. Και μάλιστα είναι η Ιλιάδα όπου αυτός προβάλλει ως «μαινόμενος», περιστοιχισμένος από «τροφούς», από «μαινάδες», Ιλιάδα που γνωρίζει την αιματηρή καταδίωξη του θεού και του εσμού των γυναικών του καθώς και την εξαφάνισή του στα βάθη της θάλασσας. Η Ιλιάδα είναι επίσης που μπορεί να υποδεικνύει τον θεό του οίνου ενώ η Οδύσσεια τον συντροφεύει με τον Ήφαιστο, την Αρτέμιδα και, προ παντός, την Αριάδνη. Και πουθενά το παραμικρό ίχνος ότι η λατρεία του γινόταν αισθητή ως κάτι το νέο, κάτι που εισέβαλε έξωθεν.
Η στενή αυτή οικειότητα του ομηρικού έπους με την διονυσιακή θρησκεία οδηγεί στο ίδιο αυτό συμπέρασμα που είμασταν ήδη σε θέση να συναγάγουμε από την ιωνική γιορτή των Ανθεστηρίων: ο Διόνυσος πρέπει, τουλάχιστον ήδη από τα τέλη της δεύτερης χιλιετίας, να ήταν ενταγμένος στον ελληνικό κύκλο λατρείας. Το εάν είχε σε προγενέστερα χρόνια, για τα οποία δεν διαθέτουμε αξιόπιστα στοιχεία, εισαχθή από το εξωτερικό στους Έλληνες, αυτό ανήκει στα ερωτήματα που δεν μπορούν φυσικά ποτέ να απαντηθούν με βεβαιότητα. Μπορούμε όμως οριστικά να πούμε ότι κάθε στοιχείο προσαχθέν κατά τα παλαιότερα ή νεώτερα χρόνια προς απόδειξη της εκ Θράκης ή Φρυγίας μετανάστευσής του δεν έχει κανενός είδους πειστική ισχύ. Σε μία παλαιότερη εκδοχή της η υπόθεση αυτή εκπροσωπήθηκε ως γνωστόν από τον Erwin Rohde (Ψυχή II, 5 κ.ε. 23 κ.ε.). Ο Rohde κάνει λόγο για την «θρακική λατρεία της έκστασης» που εισέβαλε στην Ελλάδα με τρομακτική αγριότητα και έγινε αποδεκτή μόνο μετά την υπέρβαση σφοδρής αντίστασης.
Ο ζήλος με τον οποίο λατρευόταν ο Διόνυσος στην Θράκη είναι γνωστός και έχει αρκετά συχνά τονισθή. Ο A. Rapp έχει με επιμέλεια συνοψίσει την αρχαία παράδοση (Οι σχέσεις της διονυσιακής λατρείας με την Θράκη και την Μικρά Ασία, Στουττγάρδη 1882). Εξήρε επίσης το γεγονός ότι η διονυσιακή λατρεία είχε στην Ελλάδα την πλέον ζωηρή της έκφραση εκεί όπου είχε διατηρηθή η γνώση της από παλαιό θρακικό πληθυσμό, στην Φωκίδα δηλαδή και την Βοιωτία (πβ. σχετικά μ’ αυτούς τους Θράκες της κεντρικής Ελλάδος τώρα και στον Wilamowitz, Πίστη των Ελλήνων I, 52). Με τις περιστάσεις αυτές προκύπτει εύλογα η σκέψη ότι οι Θράκες θα μπορούσαν να έχουν φέρει την λατρεία αυτή στην κεντρική Ελλάδα. Με την ίδια όμως ευχέρεια μπορεί η λατρεία αυτή ξεκινώντας από την Ελλάδα να πορεύθηκε προς την Θράκη και οι γνωστές οργιαστικές λατρείες της Θράκης, τις οποίες συνεχώς επικαλούνται, για να καταστήσουν περισσότερο πιστευτή την καταγωγή του θεού από εκεί, μπορούν να χρησιμεύσουν, αντίθετα, προς απόδειξη του ότι οι Θράκες ήταν πολύ δεκτικοί για την υιοθέτηση ενός Έλληνα Διονύσου· υπήρξαν πάντως, αφ’ ότου γνώρισαν το κλήμα, διαβόητοι εραστές του ακράτου οίνου. Είναι πολύ αξιοπρόσεκτος ο τόσο εξαιρετικά μικρός ρόλος της Θράκης στον διονυσιακό μύθο. Γι’ αυτόν τον λόγο ένας ειδήμων όπως ο K.O.Muller δεν ανεγνώρισε καμμία σημασία στην θρακική ύπαιθρο κατά τους σχετικούς με την καταγωγή της διονυσιακής λατρείας συλλογισμούς του' και ένας τόσο εμβριθής μελετητής όπως ο Ο. Gruppe μπορούσε περισσότερο από μία δεκαετία μετά την δημοσίευση της Ψυχής του Rohde να καταλήγη στην πεποίθηση ότι «αναμφίβολα» Έλληνες άποικοι εμφύτευσαν τον Διόνυσο στην Θράκη (Ελληνική Μυθολογία και Ιστορία της ελληνικής θρησκείας, I, 1410). Η κρατούσα, ωστόσο, σήμερα γνώμη (βλ. π.χ. Wilamowitz, Πίστη των Ελλήνων II 60) θέλει την Ιλιάδα μ’ αυτό το Νυσείον (6, 133), όπου έλαβε χώρα μία καταδίωξη του διονυσιακού εσμού από τον Λυκούργο να εννοή έναν τόπο στην Θράκη. Ο λόγος είναι ότι ο Λυκούργος αργότερα (π.β. επί παραδείγματι, Σοφ. Αντιγ. 965 κ.ε.) ονομάζεται βασιλέας των Ηδωνών και ως τοποθεσία του χαμού του κατονομάζεται το Παγγαίο όρος (Απολλόδ. 3, 35), όπου κατά τον Ησύχιο φέρεται ότι υπήρξε ένας τόπος με το όνομα Νύσα. Έτσι και τα Ιλιάδος Σχόλια μιλούν επίσης για μία Νύσα στην Θράκη. Στην αντίληψη αυτή ο Muller (Ελ. Γρ. II, 27) αντέτεινε ότι «πουθενά σε ολόκληρη την γεωγραφία της Θράκης δεν υπάρχει αναφορά σ’ έναν τόπο που να ονομάζεται όντως Νύσα». Πώς θα μπορούσε και ο Αντίμαχος (βλ. Διόδωρος 3, 64) να εντοπίση τον αγώνα του Λυκούργου με τον Διόνυσο σε μία αραβική Νύσα αν η αρχέγονη εκδοχή της παράδοσης είχε εννοήση τελεσίδικα μία θρακική.
Τελευταία, όπως ήδη ειπώθηκε, κυριάρχησε η αντίληψη ότι ο Διόνυσος ήλθε στους Έλληνες όχι απ’ ευθείας από την Θράκη αλλά από την Φρυγία, διά μέσου του Αιγαίου Πελάγους, από τους Θράκες που μετοίκησαν στην Μικρά Ασία. Την διά ξηράς εισέλαση από την Θράκη θεωρεί ο Wilamowitz (Πίστη των Ελλ. II 61) απίθανη ήδη επειδή στην Θεσσαλία, από την οποία θα έπρεπε τότε να περάση ο Θεός, μπορούν ελάχιστα μόνον ίχνη του να βρεθούν. Για τον Wilamowitz θεωρείται αποδεδειγμένο ότι οι Έλληνες παρέλαβαν τον δικό τους Διόνυσο από την Μικρά Ασία. Αυτό ενισχύεται από την επί πλοίου είσοδό του που σημαίνει το γνωστό λατρευτικό έθιμο των Ανθεστηρίων. Αλλά κάθε αμφιβολία διασκεδάζεται, κατ’ αυτόν, από την ανακάλυψη ότι η Σεμέλη είναι το φρυγικό όνομα της θεάς της γης και Βάκχος το λυδικό αντίστοιχο για το Διόνυσος. Έτσι, συνεχίζει, πιστοποιείται τέλεια το τι νόημα είχε ο λυδικός βακχικός χορός του Ευριπίδη και ο Τμώλος ως διονυσιακό βουνό. Η αξία των παρατηρήσεων αυτών του Wilamowitz θα δειχθή στην πορεία των ερευνών μας. Ορισμένες όμως από αυτές μπορούν ήδη τώρα να υποβληθούν σε ακριβέστερη εξέταση. Στις λυδικές επιγραφές η ρίζα Baki — (Βάκχος επομένως) χρησιμεύει στην κατονομασία του ίδιου του θεού, περαιτέρω στον χαρακτηρισμό του κυρίου ονόματος Bakiva που σε ελληνική μετάφραση είναι Διονυσικλης (π.β. Littman, Αμερικανική Εταιρεία ανασκαφών στις Σάρ8εις VI1, σ. 38 κ.ε.). Το συμπέρασμα, ότι πρέπει το Βάκχος να υπήρξε, σύμφωνα με αυτά, λυδική (ή φρυγική μετεφρασμένη στα λυδικά) λέξη εξάγεται από τον ίδιο τον Littman με δισταγμό, από τον Wilamowitz όμως (Πίνδαρος 45) με μεγάλη βεβαιότητα (π.β. επίσης Nilsson, Μινωικο-μυκην. Θρησκεία 500). Δεν μπορεί όμως κανείς να πη ότι είναι πειστικό. Μπορούμε πάντως, τουλάχιστον με την ίδια ευχέρεια, να σκεφθούμε ότι το όνομα Βάκχος εισήλθε σε πολύ πρώιμα χρόνια από τα ελληνικά στα φρυγικά και τα λυδικά και για λόγους άγνωστους παρέμεινε μόνο στα λυδικά. Είναι όμως περισσότερο πιθανό να ανήκε στον προελληνικό πληθυσμό — την γλώσσα του οποίου μαρτυρεί και το όνομα του Παρνασσού, του όρους των διονυσιακών οργίων — και ακριβώς στα λυδικά να διατηρήθηκε ως κύριο όνομα του Διονύσου. Επομένως θα ήταν πολύ απρόσεκτο να θεωρούμε το λυδικό εύρημα αδιαμφισβήτητη απόδειξη μικρασιατικής καταγωγής της διονυσιακής λατρείας. Σχετικά όμως με την υπόθεση ότι πίσω από την Σεμέλη κρύβεται η φρυγική θεά της γης ας ειπωθή επί του παρόντος ότι το σύνολο της παράδοσής μας την αρνείται τελεσιδίκως.
Είτε η καταγωγή της διονυσιακής θρησκείας εντοπίζεται στην Θράκη είτε στην Μικρά Ασία, παραμένει η δυσκολία συνυφής της με τις αρχαίες αντιλήψεις για την Νύσα όπου λέγεται ότι γεννήθηκε και ανατράφηκε ό νέος θεός (π.β. Ομ. ύμνοι 34, 8. Πινδ. απ. 247 κ.α.). Νύσα ήταν χωρίς αμφιβολία το όνομα μιας ορεινής χώρας στα όρια του θρύλου παρόμοια με την χώρα των Υπερβορείων (π.β. L. Malten Arch. f. Religionswiss. 12, 285 κ.ε.). Λέγεται ότι εκεί απήχθη η Περσεφόνη την ώρα πού έπαιζε με τις κόρες του Ωκεανού και μάζευε λουλούδια από τον θεό των νεκρών που αιφνίδια πρόβαλε από τα έγκατα της γης (Ύμνος εις Δήμητραν 17, όπου θεωρώ σωστή την παραδεδομένη γραφή παρά τα όσα αναπτύσσει ο Malten). Η ιδέα που είχε κανείς γι’ αυτήν την χώρα του παραμυθιού είναι τόσο σημαντική επειδή αναμφίβολα το όνομά της είναι το κύριο συστατικό του ονόματος του Διονύσου. Ο Ρ. Kretschmer {Εκ της Ανομίας σσ. 22 κ.ε.) έκανε άριστες παρατηρήσεις σχετικά. Οι διάφορες διαλεκτικές μορφές του ονόματος: Διόνυσος, Διώνυσος και Διόννυσος ανάγονται σε δύο βασικούς τύπους που συνδυάζουν την λέξη νόσος, τη μία με την ρίζα (Διο —), την άλλη με την γενική του ονόματος του Δία. Το ότι αυτό το νόσος ως θρακική λέξη αντιστοιχεί στην ελληνική νύμφη, σημαίνει δηλαδή «γιος», όπως πίστεψε ο Kretschmer, μου φαίνεται, παρά την πιθανότητα που επιτρέπει η γλώσσα, όχι απλώς αναπόδεικτο αλλά απίθανο. Την πρωταρχική του σημασία δεν μπορούμε πλέον να την γνωρίσουμε, δεν ισχύει όμως το ίδιο για την περιοχή στην οποία ανήκει. Ο θηλυκός τύπος εμφανίζεται στο όνομα της Νύσας που κατά τον Τέρπανδρο (απ. 8) ήταν τροφός του Διονύσου. Προς τιμήν της φέρεται ότι έδωσε το όνομα στην ινδική πόλη Νύσα. Ο Διόδωρος (3, 70) την ονομάζει κόρη του Αρισταίου. Τρεις Νύσαι λαμβάνουν τον Διόνυσο ως παιδί σ’ ένα αγγείο του Σοφίλου (Ath. Mitt.14, Πίν. 1), και αργότερα γίνεται έτσι κοινός τόπος η αναφορά σε Νύσιες και Νυσιάδες στον πληθυντικό ως θεραπαινίδες του θεού. Η θρυλική λοιπόν χώρα της Νύσας έλαβε το όνομά της από τις κατοίκους τους, τις Νύσες και ο Διό-νυσος, «ο θείος Νύσος» ή «ο Νύσος του Διός» χαρακτηρίζεται μ’ αυτό το όνομα ως ένας από αυτές. Η κοινότητα μάλιστα της ζωής του με τις γυναίκες ιδιάζει στην φύση του- και όπως ως Βάκχος περιστοιχίζεται από Βάκχες έτσι ως Νύσος βρίσκεται στο κέντρο του εσμού των Νυσών. Σ ’ αυτές, το θεϊκό τους ορεινό λιβάδι, μεταφέρθηκε το νήπιο Διόνυσος και εκείθεν έρχεται ο θεός στους ανθρώπους όπως ο Απόλλων από τους Υπερβορείους.
Η Νύσα αυτή εντοπίστηκε όχι απλώς σε μακρυνές χώρες αλλά και τόποι επίσης του κοντινού περίγυρου συνήφθησαν διά του ονόματος της με τον Διόνυσο. Έτσι ο Σοφοκλής {Αντιγ. 1131) ονομάζει μια Νύσα στην Εύβοια η οποία είναι αυτή προφανώς που εννοείται και στις Βάκχες του Ευριπίδη (556). Μία τοποθεσία στον Ελικώνα ονομαζόταν Νύσα κατά τον Στράβωνα (9, 405) που επί πλέον παρατηρεί ότι πολλοί αναγνώριζαν σ’ αυτήν, την Νύσα στο 2, 508 της ΙλιάΒος. Επίσης στον Παρνασσό τοποθετείται μία Νύσα (Σέρβιος Verg. Aen. 6,805 κώδ. D' πβ. Σχόλια εις τους Πέρσας προ λ. 2· επίσης Σχόλια εις την Σοφ. Αντιγ. 1131). Όμως ούτε στην Θράκη ούτε στην Φρυγία και στην Μικρά Ασία εν γένει φαίνεται να υπήρξε ένας τόπος μ’ αυτό το όνομα. Γιατί οι σχετικές με μία θρακική Νύσα πληροφορίες ανάγονται προφανώς όλες στην ομηρική θέση που παρουσιάσθηκε προηγουμένως αν δεν εννοούσαν, όπως πίστευε ο Muller, πράγματι μία Θράκη ευρισκόμενη στον Ελικώνα και τον Παρνασσό (Στεφ. Βυζ., Ησύχιος, Ιλιά8ος Σχόλια). Για την Μικρά Ασία όμως αναφέρεται μόνον άπαξ μιά λυδική Νύσα στην αλφαβητική απογραφή του Ησυχίου. Η γνωστή Νύσα στην Καρία έλαβε το όνομά της από μιά σύζυγο του Αντιόχου (π.β. Malten, Arch. f. Religionswiss. 12, 288 κ.ε.). Αυτή η αξιοπρόσεκτη έλλειψη σίγουρα δεν είναι υπέρ της υπόθεσης ότι ο Διόνυσος ήλθε από την Θράκη ή την Φρυγία. Το περίφημο χορικό της σοφόκλειας Αντιγόνης (1115 κ.ε.) κατονομάζει ως αγαπημένους τόπους του θεού, πλην των μητρώων (Θήβες, Ελευσίνα, Δελφοί, Εύβοια), μόνον την Ιταλία. Από τα αρχαία στοιχεία τεκμαίρεται ότι η Νύσα όπου μεγάλωσε ο Διόνυσος και από όπου έκανε την είσοδό του στα βασίλεια των ανθρώπων αναζητήθηκε κατ’ εξοχήν μακρυά προς ανατολάς και νότον, στην χώρα δηλαδή του ήλιου. Κατά τον Ηρόδοτο (2,146) πιστευόταν ότι ο Δίας έφερε το ραμμένο μέσα στον μηρό του νεογέννητο στην Νύσα της Αιθιοπίας (ἐς Νύσην τήν ὑπέρ Αἴγυπτον ἔθυσαν ἐν τῇ Αἰθιοπίῃ· πβ. 3,97: Αἰθίοπες οἱ πρόσουροι Αἰγυπτω... οἵ περί τε Νύσην τήν ἱρήν κατοίκηνται και τῷ Διονύσῳ ἀνάγουσι τάς ὁρτάς). 0 Αντίμαχος (βλ. Διόδωρος 3,65) μετατόπιζε την σύγκρουση του Διονύσου με τον Λυκούργο σε μία αραβική Νύσα και ο Διόδωρος (3,66) πιστεύει ότι η Νύσα που κατονομάζεται στον Ομηρικό Ύμνο 34,8 ως γενέθλιος τόπος του θεού (τηλοῦ Φοινίκης σχεδόν Αἰγύπτοιο ῥοάων) είναι ακριβώς η αραβική. Αυτό το γνωρίζουν και ο Νόννος, ο Ησύχιος και τα Ιλιάδος Σχόλια. Μία αιγυπτιακή Νύσα αναφέρει, πλην του Ησυχίου και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος (2,1217). Μία εντοπισμένη στην Συρία γνωρίζει ήδη ο Ξενοφών (Κυνηγ. 11,1 π.β. Πλιν. Nat. hist. 5,74). Τέλος, μπορεί τουλάχιστον να αναφερθή η από τα (αλεξανδρινά χρόνια τόσο πολύ γνωστή ινδική Νύσα.
Ως μία ιδιαιτέρως διαφωτιστική ενίσχυση της θεωρίας ότι η διονυσιακή λατρεία ήλθε από την Μικρά Ασία στην Ελλάδα θεωρείται, τέλος, η πομπή με το πλοίο που ετελείτο κατά τις ιωνικές γιορτές του Διονύσου. Στην Αθήνα και, κατά πάσα πιθανότητα, την μέρα των Χοών (πβ. Deubner, Arch. Jahrb. 1927. Αττ. Εορτές 102) λάμβανε χώρα η τελετουργική είσοδος του θεού πάνω σε ένα πλωτό άρμα. Η αντίληψή τους δηλαδή ήταν ότι ο θεός έρχεται από την θάλασσα όπως τον δείχνει μάλιστα και η περίφημη κύλιξ του Εξηκία να καταπλέη μέσα σ ’ ένα στεφανωμένο από κληματίδες ιστιοφόρο. Από εδώ συνάγεται ότι η λατρεία του μια φορά πρέπει να κατέφθασε από την Μικρά Ασία στους Έλληνες της μητρικής γης (αυτή είναι, π.χ. η θέση του Ο. Kern, Realencykl. V 1020 κ.ε., του Deubner ό.π. και άλλων. Η τελείως αυθαίρετη υπόθεση του Nilsson ως προς το νόημα και την καταγωγή του εθίμου, Arch. Jahrb. 1916, 334, μπορεί εδώ εύκολα να τεθή κατά μέρος). Είναι εκπληκτικό ότι και ο Wilamowitz ήταν της αυτής άποψης (Πίστη των Ελλήνων II 61) ενώ ο ίδιος, πάντως, υποσήμαινε ότι ο Διόνυσος, κατά την παράδοση που αναφέρει ο Όμηρος, καταδύεται στην θάλασσα, επομένως «μπορούσε και να αναδυθή από την θάλασσα», και περαιτέρω υπενθύμιζε ότι, κατά την παράδοση που υπάρχει στο μέρος Βρασιαί της ανατολικής ακτής της Λακωνίας (Παυσαν. 3,24,3), ο Διόνυσος βρέφος ξεβράστηκε στην ακτή μέσα σ’ ένα κιβώτιο μαζί με την Σεμέλη και, καθώς η μητέρα του δεν ήταν πλέον ζωντανή, ανατράφηκε από την Ινώ σ’ ένα σπήλαιο. Αποτελεί λοιπόν τρόπο του Διονύσου να εμφανίζεται από την θάλασσα. Η συγγένειά του με το στοιχείο του νερού θα συζητηθή αναλυτικά σ’ ένα κατοπινό κεφάλαιο. Όπως για να ξεφύγη από τον Λυκούργο εξαφανίζεται στην θάλασσα, έτσι πίστευαν οι Αργείοι ότι βυθίστηκε στην Λερναία λίμνη’ γιατί τον καλούσαν τακτικά στην γιορτή της εμφάνειάς του από τα βάθη της (Πλούταρχος Περί Ισ. και Οσίρ 35). Όταν λοιπόν την ημέρα της γιορτής εισέρχεται πάνω σ’ ένα πλοίο, αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο από την Επιφάνειά του εκ της θαλάσσης. Ως εκ του περισσού γνωρίζουμε ακόμη ότι η τελετή με το πλοίο που ετελείτο γενικά στα ιωνικά Ανθεστήρια ήταν θεσμός και στην Σμύρνη, πέραν δηλαδή της θάλασσας στην μικρασιατική ακτή (πβ. Deubner ό.π.), κάτι τελείως παράλογο αν το τελετουργικό έθιμο ήθελε να επικυρώση την ανάμνηση μιας πραγματικής άφιξης τους Διονύσου από την Φρυγία ή την Λυδία. Οι παρατηρήσεις του Wilamowitz (Πίστη των Ελλήνων II, 61,2) δεν μπορούν να μειώσουν την αξία της σημαντικής αυτής μαρτυρίας.
Κατόπιν αυτών των προκαταρκτικών παρατηρήσεων που έγιναν απλώς για να δείξουν πόσο παλαιά είναι η οικειότητα των Ελλήνων με την διονυσιακή θρησκεία και πόσο λίγο πειστικές είναι οι υποθέσεις περί της μετανάστευσής της από την Θράκη ή την Φρυγία, στρεφόμαστε τώρα στην ίδια την μορφή του θεού Διονύσου. Άπαξ και καταστή αυτή σαφής, μπορεί οποιοσδήποτε να αναρρωτηθή αν εξακολουθή να έχη νόημα η παραβολή της λατρείας του με οργιαστικές λατρείες θεών της Μικράς Ασίας.
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΑΓΧΙΒΑΣΙΑ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΕΙΟΥ ΛΟΓΟΥ
Ὁ λόγος τῶν θεωρούμενων σάν «αὐθεντικῶν» ρήσεων τοῦ Ἡράκλειτου γεννάει προβλήματα: δέν εἶναι πάντα τοῦ αὐτοῦ ὕφους - παρά πού ὑποτίθεται πώς παραδίνεται σάν «αὐτούσιος» [καί γι’αὐτό ἄλλωστε ἡ φιλολογική κριτική τόν «ἀποδέχεται» (ἔστω καί μ’«ἐπιφυλάξεις») καί τόν παραθέτει, μετά τούς ἐλέγχους καί τίς ἐπεξεργασίες της, σά «δικό του», (εἶναι τά Β τοῦ Diels, ὅπου σταθερά παραπέμπω, ὅπως κι ὅλες οἱ κλασσικές ἐκδόσεις κι ὅλα τά μεγάλα λεξικά, γιατ’εἶν’ ἡ βασικώτερη κ’ ἡ πιό ἔγκυρη συλλογή Ἀποσπασμάτων τῶν Προσωκρατικῶν, ἀλλά κ’ ἡ προσιτώτερη στόν ἕλληνα καί τόν μή ἐξειδικευμένο μελετητή)] —, οὔτ’ ἔχει τούς αὐτούς ρυθμούς (ἀπ’ τούς ὁποίους τεκμαίρονται κυριώτατα οἱ «γνησιότητες» τῶν κειμένων), οὔτε σταθερή γεύση, οὔτε τό λεξιλόγιο πάντα τό ἴδιο εὖρος κ’ οἱ σημασίες ἤ ἀποχρώσεις τους τίς ἴδιες κλίμακες, οὔτ’ οἱ συντάξεις πείθουν πώς ἀπ’ τόν ἴδιον ἐκφραστικό αὐτοματισμό τοῦ αὐτοῦ προσώπου παράγονται, καί ἐν γένει, ἄσχετα καί μ’ ὅποια «καθαρά φιλολογική» βάσανο, ὁ προσωπικά ἔμπειρος τῶν δομών καί τῶν ποιοτήτων τῆς Ἑλληνικῆς, σ’ ὅλο της τό βάθος καί τό διαχρονικό πλάτος, μάλιστα μέ ειδικά ἀνεπτυγμένη δημιουργική διαίσθηση, πού πιάνει ἄμεσα τίς ὀργανικές ἐκεῖνες ὑφές τοῦ λόγου, τίς ταυτοτικές του τροποντινά, δέν βεβαιώνεται — ἤ, ὁπωσδήποτε: γιά τίς πλεῖστες προσφερόμενες σάν «αὐθεντικές» ρήσεις — πώς εἶναι πράγματι λόγος τοῦ Σκοτεινοῦ. Ὁλοφάνερα, σέ πολλές, οἱ χροιές εἶναι τοῦ παραδίδοντος ὑστέρου συγγραφέως ἤ δοξογράφου, καί μάλιστα ὅταν εἶναι χριστιανός, ὅπου ἡ ἰσχυρή προπαγανδιστική τάση τοῦ πιστοῦ γιά τήν πίστη του καί τά δόγματά της, ἡ ἐν πολλοῖς προκρούστεια συμπίεση ὅλων να φανοῦν «ἐπαληθεύοντα», «ἐπιβεβαιώνοντα», «προφητεύοντα» κ.λ. γνωστά τῶν φανατισμῶν, κρυπτοαλλοιώνει τά πᾶν, κρυπτοεκχριστιανίζει ἤ ἀναφανδόν ἀσύστολα ἐκχριστιανίζει! Ἀνάλογα δέ κ’ οἱ ἄλλοι, ὄχι μόνο οἱ χριστιανοί: οἱ στωικοί τίς στωικίζουν, οἱ νεοπλατωνικοί τίς νεοπλατωνίζουν, ἀλλοι τίς διανοητικοποιοῦν κι ἄλλοι τίς μυστικοποιοῦν ἤ τίς λυρικοποιοῦν, ὅλοι συμμιγνύουν τά σχόλιά τους, τίς παραβιάζουν νά «ἐπικυροῦν» τίς κρίσεις τους κ.τ.τ., μέ ἀποτέλεσμα οἱ ρήσεις, κ’ οἱ πιό «αὐθεντικές», ν’ ἀποτελοῦν ἐλάχιστα ἀσφαλῆ βάση γιά στέρεα «ἀνασύσταση» τῆς «αὐθεντικῆς» σκέψης τοῦ Ἡράκλειτου- ἔδαφος γεμάτο ἐνέδρες, ὅπου διόλου δέ φτάνει ὁ ἀποκλειστικά φιλολογικός ὁπλισμός, ὁσοδήποτε «αὐστηρός» καί «ὑπεύθυνος», μόνος νά τά βγάλη πέρα. Ὁ ἰδιαίτερα φιλοσοφικός ὁπλισμός, ἐξ ἄλλου, ἐγκυμονεῖ τόν κίνδυνο ὑπέρμετρης «φιλοσοφικοποίησης» τῶν ρήσεων, ἄν ἐλεύθερος ἀ- φεθῇ νά ἑρμηνεύῃ καί ν’ ἀποδίδῃ, ἐνῶ άνέμελος κι ἀνυποψίαστος ὁ ἁπλοϊκώτερος λυρικός-ποιητικός, μάλιστα χωρίς ἄλλο στοχαστικό βάρος, μπορεῖ νά βγάλῃ τον Αἰνικτή περίπου «ἀφελῆ» καί «ποιητική ψυχή» φτεροκοποῦσα καί χαιρόμενη τήν τραγουδιστική «ἐλευθερία» τοῦ ἐξωλογικοῦ-διαλεκτικοῦ ἔρωτά της μέ ἰδέες καί μεταφυσικά «ὁράματα» τοῦ ἀπομυστικοποιοῦ καί ἀποκαθηλωτικοῦ (τῶν παλιῶν αὐστηρῶν θεῶν καί τῶν μυθολογιῶν) καιροῦ της. Ὅλ’ αὐτά, καί ἄλλα, εἶναι δυνατά πράγματι, μέ τέτοια ἐπισφαλῆ βάση: ρήσεις παραδομένες ἀπό διαφορώτατους, λογῆς-λογῆς νοοτροπιῶν καί ψυχοσυνθέσεων, πιστούς ποικιλώτατων ἰδεῶν καί δογμάτων, φανατικούς καί μυστικοπαθεῖς κάθε εἴδους, ἄλλους ἀττικίζοντες κι ἄλλους ἑβραΐζοντες ἤ ἀνατολίζοντες ἤ ἐρωτοτροποῦντες μέ κάθε σχισματικῆς ἐπίνευσης αἱρέσεις τοῦ ἰουδαιοχριστιανισμοῦ τῶν πρώτων αἰώνων, ἄλλους ἐπισείοντες καθ’ ὅλων τό ἡρακλείτειο κεραυνικό ἐκεῖνο πῦρ, πού ἐπελθόν κρίνει καί καταλήψεται τά πάντα (Β 64-6, Dι 65,1-7) — κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς δηλαδή! — σέ τραγελαφική ἔτσι ἐφεσοχριστιανοεβραϊκώτατη βιβλική Βαβέλ ἤ κόλαση.
Γραπτός ἤ προφορικός ὁ λόγος τοῦ Σκοτεινοῦ;
Κοντά, λοιπόν, στίς οὐσιαστικές δυσκολίες ἑρμηνείας καί σωστῆς ἀπόδοσης τῶν ρήσεων, εἶναι κ’ οἱ πρόσθετες αὐτές πού παράγονται ἀπ’ τίς τόσο ἑτερογενεῖς καί πολυποίκιλες παραδόσεις τῶν ἀποσπασμάτων, ἀπό τόσους ὕστερους συγγραφεῖς, στοχαστές, πιστούς, φιλοσόφους, δοξογράφους, τόσο διάφορων γραμματειῶν, πού παρακομίζουν τόσο ἄλλα κλίματα, χρώματα, γεύσεις, λειτουργίες τῆς Ἑλληνικῆς, σημασίες, τόνους τῶν λέξεων, τῶν ἐκφράσεων, τῶν συντάξεων, τῶν μεταφορῶν, τῶν συνηχήσεων-παρηχήσεων, τῶν ρυθμῶν, τῶν σχημάτων, ὅλων τῶν στοιχείων ἐν γένει τοῦ λόγου καί τοῦ Λόγου.
Ἄλλα κι ὅταν, ἔστω, διαφαίνεται κάποια πρωτεϊκή γνησιότητα λόγου πού μοιάζει μᾶλλον ἡρακλείτειος - ἔ, καί τί βέβαιο πάλι κατέχουμε; Ὁ λόγος αὐτός ἦταν ὄντως γραπτός; Ἀπό τόν ἴδιον; Ἤ καταγραμμένος ἀπό ὑστερνούς; Κι ἀπό μνήμης, τάχα, ἤ ἀπό ἔμμεση προφορική παράδοση; Κι ἀπό καταγραφέα-ἀντιγραφέα σέ καταγραφέα-ἀντιγραφέα τί γίνεται, τί ἀλλοιώνεται, τί προσμίγνυται, τί παράγεται τό παράλληλο καί προσκολλᾶται σάν τάχα «γνήσιο» κι αύτό, τί συνδέεται μ’ ὅ,τι δέν συνδεόταν καί τί ἀποσυνδέεται αὐθαίρετα ἐξ ὅσων μόνο συλλειτουργοῦ σε μέσα τους ἐκφραστικά, χωρίς καί νά σημαίνῃ ὅ,τι, ἀποκομμένο τώρα, φαίνεται δῆθεν νά λέῃ, ἐνῶ διόλου ἴσως δέν τό νοοῦσε ἔτσι ὁ Ἡράκλειτος, ὅπου ὡστόσο τό «ἀποδίδουμε»;.. Μόνο τά μεταξύ «σωζόντων» ἡρακλείτειες ρήσεις, συγγραφέων καί δοξογράφων πού μᾶς βρίσκονται, νά δῇ κανείς πῶς παλεύει ὁ Marcovich νά ξεκαθαρίσῃ, νά ὁρίσῃ «ποιός, ἀπό ποιόν», ποιός «πηγαιότερος», ποιός «πιστότερος», ποιός «ἐμμεσότερος», καί «τί» καί «πῶς», συλλαμβάνει γιά ποιό χάος πρόκειται!
Πλήν, καί στίς ἀξονικώτερες για τ’ ὅλο ἡρακλείτειο ἔργο περιπτώσεις τῶν πιό αὐθεντικοφανῶν ρήσεων, παραδιδόμενων ἀπ’ τούς ἐγκυρότερους «σώζοντας», τ' ἀποσπάσματα ἐμφανίζουν τίς οὕτως εἴτε ἄλλως βασικώτερες δυσχέρειες καί ἰδιοτυπίες μιᾶς ἀρχαϊκῆς Ἰωνικῆς, πού πρωθόρμητη ἀσκεῖται βαριά καί σά μαγκωμένη, πρωτοκαμινεύοντας θεωρητικό λόγο πρός ἔκφραση σκέψης ἰσχυρά προσωπικῆς, ἀντί ποίηση ἐπικολυρική κοινή, λαϊκή ἤ λαϊκότροπη, πού αἰῶνες ἀνεπίγνωστα ὡς τώρα ἐποίει - ἐνῶ καί διαρκῶς ἤχεῖ, ἔμμονα, ὄχι σάν γραπτός (παρά πού σαφῶς ἔντεχνος), ἀλλά προφορικός λόγος, σάν κατεβατό ἤ καταλογάδην τροπαριακό, ἀπό χείλια μόλις ἀκουσμένο, Σίβυλλας στόμα μαινόμενο, πού λαλοῦσε-παραλαλοῦσε ἐμπνευσμένο, λόγος μυστικός κι ἀπομυστικοποιός συνάμα παράξενα, ἱερατικός ἀκόμα ἔντονα — στίς χαοτικές ἀντηχήσεις (σά νά ἐκφωνῆται μέσα σ’ εὐρύστερνους ναούς) καί στίς δογματικές ἐκεῖνες ἰσοζυγίες τῶν αὐστηρῶν ζευγμάτων πού τόν σπονδυλώνουν ἐπιβλητικά (καί τί σιδηρᾶ πού ἐκφέρεται!) μά μαζί κι ἀνίερος ἤδη, αἱματηρός ἐπαναστατικά καί φλογερώτατος κατά τόσων «ἱερῶν καί ὁσίων» καί «κρατούντων» πού ὁλόισια καί ἀδίσταχτα πλήσσει κατά μέτωπο, πρωτίστως ὅμως διαλεκτικός: λόγος-ἀντίλογος ἀκατάπαυτα, σωρευτικός ἀντίθετων ἀνήμερων κι ἀσυμβίβαστων, φάσεων-ἀντιφάσεων συνεχῶν καί συλλειτουργουσῶν ἰσοδύναμα καί σχεδόν μαγικά, πρός ὑποβλητική παραγωγή διαρκῶς τῆς κάτω ἀπ’ τό κάθετι σπινθηρίζουσας ἀνταύγειας τοῦ διάπυρου γίγνεσθαι τῶν πάντων, ροπῶν ἀντίρροπων ἰσορροπουσῶν ἐσαεί - λόγος τραγικός ἄρα στή ρίζα του, καί ρυθμικός πάντως, ἐσώρρυθμος ὀργανικά του καί στά νοήματα, καί στίς συνηχήσεις-παρηχήσεις-ἀμφισημεῖες-πολυσημεῖες, πού σημαδεύουν σταθερά τίς ἀνώτατες στροφές καί τίς πιό ὑψηλές καύσεις πρός τίς ὑπέρτατες συλλήψεις του.
Λειτουργική/παραλειτουργική τοῦ διαλεκτικοῦ λόγου
Ὁ ταῦρος ὅμως δέν εἶν’ ὅλ’ αὐτά - τά τοῦ ἀνάσκητου ἀκόμα ἰωνικοῦ λόγου, τά τῆς πρωθόρμητης θεωρητικῆς ἔκφρασης βασικώτερα, μαγκωμένης σάν ἀπό βόδι[1], καί τῶν πελώριων ἀποστάσεων καί διαφορῶν, χαμένων ἐμπειριῶν καί μορφῶν ζωῆς, ἀντιλήψεων, αἰσθήσεων, στάσεων, πού χωρίζουν τό νεοελληνικό λόγο τῆς ἀπόδοσης ἀπό κεῖνο τῶν ρήσεων. Ὁ καθαυτό ταῦρος εἶν’ ὁ ἴδιος ὁ Σκοτεινός, ἡ σκέψη του ἡ ἀπύθμενη, ἡ συχνά ὁλότελα μυστηριώδης, ἡ τρόμο καί ρῖγος προξενοῦσα ὅταν κανείς ὑποψιάζεται ἀδιόρατα πίσω ἀπ’τήν πυκνή ἀχλή τῶν χρησμικά σημαινόμενων-ἀντισημαινόμενων-παρασημαινόμενων καί τοῦ ἀκατάπαυτου σπινθηρισμοῦ ἀλλεπάλληλων ἀμφισημειῶν-πολυσημειῶν, λεγόμενων-ἀντιλεγόμενων, θέσεων-ἀρνήσεων ἀναφλεγόμενων συνεχῶς, ἐνοράσεις πού «δέν εἶναι δυνατόν!» (παλεύει μέσα του ν’ αὐτοκαθησυχασθῇ στή «σύγχρονη ἀνωτερότητα» τῶν «προωθημένων» θεωρήσεών μας ὁ μελετητής), «δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπαινίσσεται αὐτές, ἀπό τότε, ὁ Αἰνικτής!», κι ὅμως αὐτές διαλάμπει δαιμονικώτερα ὁλοένα πώς ὑπαινίσσεται, αὐτές ἀνεξήγητα (ὁ προφήτης λοιπόν), αὐτές - δίχως (ὁ μάντης ἄρα) τόν αἰώνα τοῦτο, τά μέσα καί τά ἐφόδια τά δικά μας, τήν τερατώδη τεχνική, τήν ἐπιστήμη, τήν ἱστορική ἐμπειρία μας δυόμιση χιλιετιῶν!
Καί τότε;.. Πῶς ἀποδίδονται αὐτές, λανθάνουσες ἔτσι φωσφοριστά, κάτω ἀπό τίς ἄλλες, πού σέ πρῶτο ἐπίπεδο τάχα ἐκφέρονται; Πῶς σέ λόγο σημερνό, πού δέ διαθέτει τέτοια πρίσματα, τέτοιες διαπρήσσουσες κρυσταλλικότητες λέξεων καί ἤχων τους, τέτοιες ἐτυμολογήσεις-παρετυμολογήσεις συλλειτουργοῦσες, τέτοιες πολλαπλές ὑποβλητικότητες νοημάτων διά τῶν ρυθμῶν (καί διά τοῦ μέτρου ἀκόμα), διά τῶν συλλαβικῶν αὐτῶν μετάλλων, διά τῶν αὐτῶν παρασημασιῶν, παρηχήσεων, ἀντηχήσεων καί σ’ ἄλλους χώρους, σ’ἄλλες σφαῖρες θεμάτων καί ἰδεῶν, σ’ ὅλες τίς ἰδεατές σφαῖρες μαζί ἐν τέλει, ὅταν πιάνουν τά maxima τῶν πολυπρισματικῶν ὑποδηλώσεών τους;.. Εἶναι ν’ ἀπορῇ κανείς μετά, πού διαφωνοῦν οἱ δοξογράφοι περί τίνος τό ὑποτιθέμενο σύγγραμμα, κι ὁ Διόδοτος ἐκεῖνος λέει πώς οὐ περί φύσεως ἀλλά περί πολιτείας, τά δέ περί φύσεως ἐν παραδείγματος εἴδει κεῖσθαι;[2]
Ὁ λόγος κι ὁ κόσμος - ὁδός ἄνω/κάτω -Το Σύμπαν Ζῶο
Αύτός εἶν’ ὁ μαινόμενος ταῦρος λοιπόν!.. Κι αὐτόν καλεῖται ὁ μελετητής, ὁ ἑρμηνευτής, ὁ σχολιαστής κι ὁ κατ’ άνάγκην ἀναδημιουργός, ἀναπλάστης τῆς σκέψης τοῦ έφέσιου Δύσκολου, νά πιάσῃ σάν ἄλλος μινωικός ταυροκαθάπτης ἀπ’ τά κέρατα καί νά δαμάσῃ γιά τήν πρόσληψή μας, χωρίς νά σκοτώσῃ!..
Οί άποδόσεις τότε σωρεύονται ἀπανωτά, πολλαπλασιάζοντας παραλλάσσουν, ἐπανέρχονται, κάνουν νερά διαρκῶς προς νέες μορφές, δυναμικοποιοῦνται καί τείνουν ἀπ’ ἀλλοῦ πρός βαθύτερες ὑπαναστροφές στό αὐτό, στό ἀρχικό, τό καταβολικό, πού φαντάζει ἀπρόσιτο ἀκόμα (ὅπως καί μένει ὥς τό τέλος ἴσως, αἰνιγματικά σημαῖνον, σά Σφίγγα).
Ὁ νεοελληνικός λόγος ὑποφέρει, δοκιμάζεται, ἀδυνατεῖ, αὐθυπερβάλλεται, τανύζεται, στρεβλώνεται, ἐπαναχαλαρώνει, ξαναπλοποιεῖται προσφεύγων πάλι στή θερμή ἀμεσότητά του, ἀποπειρᾶται νά καταστῇ τάχα ἐπαναπρωτεϊκός, ἀστοχεῖ (κ’εὐστοχεῖ ἐνίοτε), οἱ ἀπόηχοί του εἶν’ ὡστόσο ξύλινοι, ὄχι μπρούντζινοι, σιδηροῖ, χρυσοῖ, τά ἠχεῖα μας ὅλα εἶναι στομωμένα, μουντά ἀπ’ τή χθαμαλότητα τῶν καιρῶν, τήν κλειστότητα τῶν χώρων, ἐνῶ τά ἄτρια ἐκεῖνα τῶν τρομερῶν ρήσεων εἶν’ ἀνοιχτά, κι ἀντηχοῦν μαρμάρινα, μέ οὐρανούς ἀμόλευτης εὐδίας τύμπανα ἀποπάνω..- ἤ, ἄλλοτε, θαρρεῖς πώς λειτουργός ἀρχιερέας «τά ἐξαγγέλλει» αὐτά, σέ ἁπλές αὐγινές ναῶν πελώριων, χαοτικῶν, ἤ τελετουργικά εἰσερχόμενος πάλι τά ἐκφωνεῖ καί βοΐζουν θολωτοί τάφοι πανάρχαιοι, παρατείνοντες τούς φθόγγους ὅλους, ἐπαναλαμβάνοντες σάν κρόταλα (ἐκφοβιστικά; δεητικά; ἐξιλαστήρια;) τά ταῦ, τά κάππα (σά βήματα θεῶν πού ἐπέρχονται πάνοπλοι), τά νῦ, τά -ον, τά -ου (σά δυνάμεις καί τρόμοι), τά σῖγμα (σάν ἐντολές ἀποσιώπησης, παρασιώπησης), τά ξί, τά ι, τά ἀεί, κι ὅλα τά -αϊή — ἀξύνετοι[3], κοπρίων[4], πῦρ ἀείζωον[5], Ἐρινῦες[6], πυρκαϊήν[7], παιδός ἡ βασιληίη[8], καί τά λοιπά διάτορα ὀξέα — αἰχμηρότατα ἀκουόμενα, διαπεραστικά, ξίφη ἀποστράπτοντα ὀργῆς πού ἐπαναφέρει στήν τάξη ἀξυνέτους9 βάναυσα, τραχύτατα, ἐλεγκτικά ἀναντίρρητα, κ’ ἐπαπειλῶντας Δίκης ἐπικούρους6, πού ἄλλους ἐξευρήσουσι[9] κ.λ.
Πῶς ν’ ἀποδοθοῦν αὐτά σέ λόγο πού δέν τόν φτερώνουν τά ἴδια φτερά, δέν διαθέτουν οἱ ξεπάρθενες λέξεις τίς ἴδιες μαρμαρυγές, πρός ἰσοδύναμες χορεῖες νοημάτων, νύξεων, πολυνοημάτων καί κατανύξεων κοσμικῶν, συμπαντικῶν τέτοιων;
Τί κάνει ἐδῶ ἡ τυπική ἑρμηνευτική; Συλλαβίζει τυπικές καί μοναδικές σημασίες παρατιθέμενων λέξεων; Δηλαδή τί; Κατακερματίζει - τί ἄλλο; Καί ἄρα κακουργεῖ τό λόγο[10] ἴσα-ἴσα, πού πάει ν’ἀποδώση! Ποῦ εἶναι τό ρεῦμα, ποῦ ἡ ὁρμή του ἀκριβῶς πολυπρισματίζει σημασιοδοτικά κάθε λέξη καί κάθε συλλαβή, κάθε φθόγγο καί κάθε ρυθμό, κάθε φωνῆεν καί κάθε σύμφωνο τῶν ἐνορμητικων αὐτῶν συγκροτήσεων, τῶν μύδρων αὐτῶν τέτοιου ἡφαιστείου;
Ὁ διαλεκτικός λόγος/λόγος ὁμόποιος τοῦ κόσμου
Ὁ στατικεύων το γίγνεσθαι ρασιοναλιστικός λόγος
Ὁ λόγος στόν Ἠράκλειτο λειτουργεῖ διττά τουλάχιστον, κατά βάση: καί σάν ὄργανο ἔκφρασης, καί σάν οὐσία καθαυτή (δεῖγμα-σπάσμα, τρόπον τινά, τοῦ ὄντος). Δηλαδή καί σά μέσο νοητικό, καί σάν ἄμεση παρουσία διάπυρου στοιχείου τοῦ ἀεί γινόμενου-ἀπογινόμενου κόσμου, συγκροτούμενου-ἀποσυγκροτούμενου διαρκῶς, συμπηγνύμενου-ξανατηκόμενου ἀκατάπαυτα, πρός ἐκπύρωση-ἐκμηδένιση κι ἀνασύνθεση-ἀναγέννηση ὁλοένα σέ νέους κύκλους - σάν ἀνάσα, περίπου, πελώριου ζώου, συμπαντικοῦ, «εἰσπνέοντος-ἐκπνέοντος» ἔτσι, κατά εὐρύστερνους μυστηριώδεις ρυθμούς, ἄπιαστους ἀπό μάς[11]. Σάν ἀνταποκριτική λοιπόν ἡ λέξη πρός τήν ἐνορατικά εἰκαζόμενη ποιότητα τοῦ ὄντος, δέν στέκει ποτέ, στίς φλεγόμενες σάν τόν κόσμο ρήσεις τοῦ Αἰνικτῆ του, μονοσήμαντη. Καί στό νοῦ, γι’ αὐτό, τοῦ ἀποπειρώμενου «νά ἑρμηνεύσῃ», «ν’ ἀποδώσῃ», νά κάνῃ νά λαλήσουν πάλι τά μαγικά μαζί ὅσο κι ἀπομυθεύοντα λόγια του, διωσμώνεται ἡ ὅλο κοσμική ἐμπνοή ἀναδημιουργική αὐτή μανία τῆς διαλεκτικῆς πολυσημίας τοῦ ὀργίλου προφήτη τῆς Ἄρτέμιδος[12], τῆς ἀμαζόνας πού πάντα φεύγει, κυνηγάει ἐμπαθής τό θήραμα (σάν τίς ὑπόνοιές του ὁ ἔνθεος μύστης της) καί τοῦ μέθυσου Διονύσου-Ἀπόλλωνος, πού κυκλοδίωκτος[13] διώκτης αἰώνια φέγγει-σκό- τίζει ἁρματοδρόμος» τόν ἔγκυκλο κι ἀνακυκλούμενο ἔγκλειστο-ἄκλειστο (καί «κατ’ ἐπιστήμην» πιά σήμερα τοῦ κλειστοῦ συμπαντος[14]) κόσμο.
Ὅλες του οἱ ρήσεις μοιάζουν ν’ ἀξιώνουν πώς εἶν’ ὁμόποιες[15] τοῦ δι’ ἀγχιβασίας[16] μαντευόμενου ὡς διαλεκτικοῦ κοσμικοῦ πυρήνα, παριστάμενες περίπου σάν ἀπόρροιες ἐνορατικῆς μέθεξης[17] σ’ αύτόν. Ἡ δαιμονιακά σπινθηρίζουσα διαρκῶς πολυσημία τῶν λέξεών του δέν ἀποτελεῖ μίμηση (σχηματική-συμβατική-συμβολική) τοῦ ἀέναου κοσμογίγνεσθαι πού κυνηγάει, παρά διεκδικεῖ ριζική ὁμοουσιότητα μαζί του, σημαίνουσα ἰσχυρά πώς εἶναι αύτό τοῦτο ἄμεσα συλληπτό ἀπ’ τόν ἔνθεο φορέα τους — ἤ κι ὅποιον ἄλλο μή ἀξυνετο τοῦ ἐόντος λόγου[18] — τό ἀκατάπαυτο ἀναβόσβημα: ὁ συνεχής ἐκεῖνος κεραυνός τοῦ ὄντος τε μή ὄντος, ἐγκλείοντος ὅλα τά μεγέθη καί τίς ὁδούς ἄνω-κάτω[19] τοῦ μικροκόσμου καί μεγακόσμου εἰς Ἐν. Ἡ συν-είδηση μετέχει τοῦ Ἑνός τούτου, πού εἶναι, τό Γίγνεσθαι — αὐτό φαίνεται νά πιστεύῃ, διαισθητικά, μές ἀπό τίς τόσες ἀγχιβασίες του, ὁ Ἡράκλειτος, ἔστω κι ἄν ἀδυνατῇ (μά κι ἀδιαφορεῖ) νά πορίσῃ τίς «ἐξ ἀντικειμένου» δῆθεν «ἀποδείξεις» πού θαρρεῖ (ἤ ἐθελότυφλα ἰσχυρίζεται) πώς παρέχει, γιά ὅ,τι ἄντικρυς ἀντίθετο, ἡ Λογοκρατία (καί μαζί της ἡ ὅποια ὥς χτές ρασιοναλιστική «ἐπιστήμη») —, ἐνῶ τό αἰώνιο «διπολικό» σπινθήρισμα τῶν φαινομένων— ἀπό τό τί στό μή-τί, τό εἶναι στό μή-εἶναι, τό ποτάμι (ὅπου ποτέ πράγματι δέν ξαναμπαίνεις[20] κι ἄς τό νομίζεις) στό μή-ποτάμι [ὅπου ὅλο πλανιέσαι (ἀπ’ τή στατικοποιοῦσα τά πράγματα διάνοια[21], μέ τήν τμητική-πηκτική «ἔκφρασή τους», τήν ἐξαλλοιωτική, γιά τήν κοινή[22] καθ’ ἡμέραν ζωή καί δράση), πώς τάχα «ξαναμπαίνεις»] —, ὅλο αὐτό λοιπόν δέν εἶν’ ἄλλο ἀπ’ τήν αὐτούσια ἀνταύγεια μές στόν ἐόντα λόγο — «τό σοφό πνεῦμα» νά λέγαμε; τό «ἀντικειμενικό»; — πού στέλνει διαρκῶς ἡ τρομερή νύχτα – μέρα στή ριζικά τραγική («θεοῦ-θηρίου», Διός τέ μή-Διός[23], θνητοῦ τε μή θνητοῦ, ξηρῆς-ὑγρῆς ψυχῆς[24] κ.λ.) προμηθεϊκή κράση τῶν ὄντων.
Ἔτσι, ὅπως σωστά τό συνέλαβε ὁ Νίτσε — κι ἄς μήν τό προσγράφει ad hoc στό Σκοτεινό—, ὁ Ἠράκλειτος κεῖται στή ρίζα τῆς Τραγωδίας. Εἶναι ὁ κοσμολογικός συλλήπτωρ τῆς μέγιστης ἀρχῆς της. Αὐτός πού τήν εἶδε ἄτρακτο Ἀνάγκης, καρήνα τοῦ πλέοντος-ρέοντος κόσμου, Μοῖρα Πάντων... Γι’ αὐτό κι ὅλες οἱ ρήσεις του, παριστάμενες σά στοιχειακά σπάσματα ἤ φεγγοβολές τοῦ ἀεί γιγνόμενου κοσμικοῦ πυρήνα, δηλοῦν καί δέ δηλοῦν, σημαίνουν καί δέ σημαίνουν καί ἄλλα σημαίνουν (ἀντισημαίνοντας ἤ ὑπεναντίως παρασημαίνοντας συνάμα ταυτά), ὁμόποιες δηλαδή πάντα τοῦ διαλεκτικοῦ-τραγικοῦ πυρός, πού «βλέπει» ὁ Αἰνικτής νά συνιστᾷ καί ν’ἀποσυνιστᾷ, διαρκῶς καί καθεστιγμικά, στόν «ἄπειρο» χρόνο καί στό αἰώνιο Ἕν, ὅλο τό γίγνεσθαι-φαίνεσθαι τοῦ κόσμου.
Ὁ ἀεί παίζων Λόγος/Κόσμος - Ὕβρις πυρκαϊή
Λεξιπαιγνία; «Ταχυδακτυλουργία τοῦ λόγου», τάχα, ὁ μοῦργος ὀχλολοίδορος[25] τῆς Ἐφέσου; Ἕνας ζογκλέρ δηλαδή περίπου; Παίκτης ἐννοιῶν καί φθόγγων, ἐτύμων καί παρετυμολογιῶν, ἀχῶν καί παρηχήσεων, κι ἀντηχήσεων κι ἀπηχήσεων, ὑπό τραγικές ἀνταύγειες συνεχῶν κεραυνικῶν πυρακτώσεων-συντήξεων-μεταλλαγῶν ἑνός κόσμου-σπινθῆρος ἀκόμα, συγκροτούμενου ἐν ἐκρήξει, διατεινόμενου καί ὑπερδιατεινόμενού σέ διαρκῆ ἀποστασιοποίηση κάθε φευγαλέας μορφῆς (πού μονοστιγμικά διαγράφεται-χάνεται) ἀπ’τόν πυρηνικό στρόφαλο τοῦ γίγνεσθαι;
Νά γίνῃ δεκτή, κατ’ ἀρχήν, ἡ ὕβρις;...Ἕνας ζογκλέρ, ἕνας παίκτης; ...Ἀλλά μές σ’ ἕναν κόσμο παίκτη ἐπίσης, ὑπαινισσόμενο διά τῶν φαινομένων του, διαλεκτικά, πώς οὐκ ἐθέλει καί ἐθέλει Ζηνός οὔνομα τό Ἐν, κι ἄλλο τόσο μανιακά ὀχλολοίδορο, μ’ ἕναν τρόπο, τοῦ «ὄχλου» ὅλων τῶν στατικευτικῶν τοῦ ὄντος λέξεων, ἐννοιῶν, ἰδεῶν καί κάθε διανοητικῆς πλάνης ἤ ἀνυπόστατου ρασιοναλιστικοῦ πλάσματος (fiction) ἐν γένει.
Ἄν ὁ κόσμος εἶναι πυρκαϊή, τότε ὕβριν ὄντως χρή σβεννύναι ἤ πυρκαϊήν[26] . Καί ἡ ὕβρις εἶναι τό ἐναντίον τῆς πυρκταϊῆς. Ἡ ὕβρις εἶναι κάθε λόγος γιά τόν κόσμο σά νάταν κόσμος νεκρός κι ὄχι παῖς· σβηστός κι ὄχι καθαρή φωτιά· τελειωμένος κι ὄχι τώρα γινόμενος, διαρκῶς γινόμενος, ἀκόμα ἐν ἐκρήξει!..
Τοῦτο συνέλαβε πράγματι ὅ Ἠράκλειτος: τόν διαρκῆ κι ἀτελεύτητο Κεραυνό[27] τῆς κοσμογονικῆς ἔκρηξης τῆς ἀλλεπάλληλα κυκλικῆς πού βρήκαμε σήμερα ἐμεῖς ἐπιστημονικά (καί μόνο μέ τήν ἐνόρασή του αὐτός, μέ τήν ἴδια τήν ἔμπνευση τοῦ κόσμου ἐντός του δρῶσα!) — κι ὅτι ἀκόμη ἀνοίγουμε, γεννῶντας χῶρο, χρόνο καί γίγνεσθαι-φαίνεσθαι σπινθηροβόλο ἀπειρίας θετικοαρνητικῶν ἐκφάνσεων (ἤ μορφῶν ἤ πλασμάτων ἤ πραγμάτων ἤ ὄντων). Ἄρα καί τό χρέος του σά μύστου στήν ἀληθινή οὐσία τοῦ κόσμου, καί μαζί ἀπομυστικοποιοῦ, σέ καιρό φωτισμοῦ μεγάλου καί διασκέδασης[28] σκοταδιῶν, καί πηγμάτων Τυπικοῦ, καταπνικτικά συσσωρευμένου ἀπό πανάρχαιους χορούς Ἐρινυῶν μές στό νοῦ καί τίς πλανερές πίστεις ἀξυνέτων, εἶναι ἴσα-ἴσα: σβεννῦναι ὕβριν, πού ἐγείρεται κατά πυρκαϊῆς τοῦ κόσμου τοῦ ὄντως ὄντος. Καί ὕβρις: τό σύν ἤ πλήν «τοῦτο» ἤ «ἐκεῖνο», τάχα, παρά πού σύν-πλήν εἶναι, πάντα, πράγματι, καί «τοῦτο» ἤ «ἐκεῖνο», καί τά πάντα, καθό γινόμενα κι ὄχι «παγίως ἔχοντα» ποτέ.
Ἡ ρήτρα τοῦ λόγου τῆς Σοφιστικῆς, Ρητορείας και Ἱστορίας
Οἱ μπερξονικές ἔννοιες: κλειδιά για την ἡρακλείτια σκέψη
Ἕπεται ἡ ἐποχή τῆς διαλεκτικῆς Σοφιστικῆς. Ἄλλα φυσικώτατα ἕπεται! Τό τραγικό-διαλεκτικό ὄργανο καμινεύτηκε σέ κοσμικά βάθη, παρήχθη ἀπό κόσμογονικές συντήξεις ὅλων τῶν ποιοτήτων, πού ἀστράφτουν στόν αἰθέρα τῆς τρομερῆς του κόψης... Ὁ Σκοτεινός τῆς Ἐφέσου τό ἀκόνισε μυστικά στίς δαιμονικά σπινθηροβολοῦσες συλλήψεις του καί τίς σάν ἀπ’ τήν ἴδια τήν πηγαία φωνή τοῦ κόσμου ὑπαγορευόμενες ραγδαῖες ρήσεις-ἀντιρρήσεις, σημάνσεις-ἀντισημάνσεις, δῆλ’ ἄδηλα, ἠχερά-νοητά σήμαντρα-ἀντισήμαντρα, πού σημαίνουν, τοῦ ἐν Δελφοῖς (καί μή ἐν Δελφοῖς) μαντείου (καί μή μαντείου ἀλλ’ ἠχείου καθαυτό τῆς μουσικῆς τοῦ ἀεί γινόμενου κόσμου) τοῦ «θεοῦ μή θεοῦ» (ἄνακτός τε μή ἄνακτος) πυρφόρου Ἀπόλλωνος, τοῦ Φωτός-Σκότους, Φωτός-Σκότους αἰώνια!..
Τό μαχαίρι πού κράτησαν οἱ τραγικοί κ’ οἱ σοφιστές, ὁ Αἰσχύλος κι ὁ Πρωταγόρας, ὁ Σοφοκλῆς κι ὁ Ἀναξαγόρας, ὁ Εὐριπίδης κι ὁ Γοργίας κι ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων — γιά ν’ ἀνατάμῃ κι αὐτός φοβερώτερα ὅσα ἔτεμναν οἱ ἐλεγχόμενοι μέ τό ἴδιο διαλεκτικό μαχαίρι —, τό ἴδιο τοῦ ἀνατόμου Ἱπποκράτη καί τοῦ ἀνατόμου Θουκυδίδη καί μάλιστα τοῦ τραγικοῦ Θουκυδίδη! —, τό ἴδιο τοῦ ὁρμητικοῦ κατόπιν ψυχοκινητῆρος Δημοσθένη, τό καθαρό φλεγόμενο ἐκεῖνο στό διάπυρο στόμα του, δέν ἦταν ἄλλο ἀπ’ αὐτό τῆς ἡρακλείτειας πυρκαϊῆς τοῦ αὐτοπαριστάμενου διαλεκτικοῦ κοσμικοῦ λόγου, τοῦ παράγοντος ἄμεσα — καί σάν κατ’ ἐπιταγήν τῆς φύσης τοῦ ὄντως ὄντος τίς ἔνθεες ἀστραπές τοῦ Σκοτεινοῦ! Τό «ἀτσάλι» τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ δέν εἶναι «τεχνητό», ἀλλά σάν ἀπ’ τήν ψίχα τοῦ κοσμικοῦ πυρήνα κατευθείαν ἀποσπασμένο μέ γυμνά χέρια πού δέν κάηκαν - πλάσμα κοσμικῆς οὐσίας, πού ὑπευθυνότατα κι ἀποφασιστικά, σά γνήσιος κ’ ἐμπνευσμένος μύστης-ἀπομυστικοποιός ποιητής, ἀνάρπαξε καί πόρισε γενναία στήν ἑλληνική σκέψη καί λόγο, καθώς πρωτοχάραζε, ὁ ἐνορμητικώτερος καί βαθύτερα εἰσδυτικός ἀπ’ ὅλους τοῦ καιροῦ του τραγικός Αἰνικτής κ’ ἐνορατικός μέ τίς ἰσχυρές διαισθητικές του κεραῖες τῆς χώρας τοῦ Ἑνός— τοῦ ἀκατάπαυτου φλογεροῦ Γίγνεσθαι κάθε ὄντος καί μή ὄντος, πρός τό ἄλλο πάντα κ’ ἐκτός ἑαυτοῦ φερομένου —, πού φυλᾶν ἄγρια φοβερίζουσες τό νοῦ οἱ τρομερές ἐκεῖνες ἐρινύες τῶν τυπικολογικῶν «ἀντιφάσεων» τοῦ: «ἄν αὐτό εἶν’ αύτό, πῶς καί μή αὐτό;», τοῦ: «ἄν ἔγω ἐγώ, πῶς κι ὄχι ἐγώ; καί πῶς διαρκῶς ἄλλος ὁ ἐγώ ἐγώ;» (κι ὅλες αὐτές οἱ αὐτοπεριπλεκτικές ἐν γένει τοῦ λογισμοῦ προτάσεις) πού τόσο τρόμαξαν λίγο ἀργότερα ὥς καί τό μεγάλο Ἀριστοτέλη, κάνοντάς τον νά μήν παρατάῃ τήν εὔκολη ὅσο κι αὐτοπειστική του «ἀσφάλεια» τῶν «ἐλέγχων» καί «βασάνων», τοῦ καθαυτό σπαστικοῦ ὅμως διανοητικοῦ μηχανήματος, τοῦ ἔτσι βαθιά μελετημένου καί σοφά ὁριοθετημένου ἀπ’ τόν ἴδιον, μά γι’ αὐτό καί παρεμποδιστικοῦ του νά περάσῃ «δίχως τεκμήρια κι ἀποδείξεις» πέρ’ ἀπ’ τίς ἄγονες κι αὐτοπεριοριστικές τῆς ἀναμφισβήτητης εὐαισθησίας κ’ ἰδιοφυίας του νοησιοκρατικές «βεβαιότητες» τῆς στείρας Τυπικῆς Λογικῆς καί τῆς τυφλῆς στατικευτικῆς τῶν ρευστῶν καί τῶν γίγνεσθαι ὅλων, τῆς θραυστικῆς εὐθειαστικῆς πάντα τῶν καμπυλῶν καί τετραγωνιστικῆς μάταια τῶν κύκλων, τῆς πηκτικῆς τμητικῆς τῶν συνεχειῶν καί φονικῆς ἀναπόφευκτα τῶν ὀργανικῶν καί τῶν δυνάμει ὅλων τοῦ ζῶντος κόσμου - τῆς μηχανιστικῆς ἀντιδιαλεκτικῆς συλλογιστικῆς, πού τίποτα δέν ἀποδίδει πράγματι, ταυτολογοῦσα αἰώνια κι αὐτοδιαγιγνωσκόμενη στό γελοῖο πάθημα: ὑποκείμενο αὐτή, νά θεωρῇ ἑαυτήν ἀντικείμενο, καί νά ἰσχυρίζεται πώς ἔτσι «γνωρίζει τόν κόσμο», ἐνῶ ἄλλο δέν κάνει παρά ναρκισσικά ν’ αὐτοκαθρεφτίζεται, κ’ἕν ἐσχάτῃ ἀναλύσει νά θεολογῇ, ἄλλο τόσο ἀπέχουσα ἀπό τόν κόσμον ὅσο καί κάθε ἀξιωματική θεολογία ἤ μεταφυσική μυθολογία.
Δηλαδή βεβαιότατα, θέλω νά πῶ, ἀκόμα κι ὁ δικανικός Λυσίας — τοῦ ἀπαστράπτοντος ἐκείνου ἐκφραστικοῦ μετάλλου ἐν ἐσχάτῃ κατακλείδι: ἀκηκόατε, ἑοράκατε, πεπόνθατε· ἔχετε, δικάζετε[29]! — παράγεται ἀπώτερα ἀπ’ τό ἴδιο καμίνευμα πού ὑφίσταται πρωταρχικά ὁ Λόγος κι ὁ λόγος, ὁ νοῦς καί τό κροσσωτό περιβάλλον του τῆς διαισθήσεως[30], στήν καθαρή κι αὐτοπαριστάμενη στίς συλλήψεις τοῦ Σκοτεινοῦ τῆς Ἐφέσου σάν αὐτούσια Φωτιά τοῦ Κόσμου.
Μιά εἶν’ ἡ ἐσώστρεφη κ’ ἐξώστρεφη δημιουργική φορά[31] — Ποίησης καί Στοχασμοῦ, Τραγωδίας καί Σοφιστικῆς καί Φιλοσοφίας καί Ρητορικῆς καί Ἱστορίας — πού πρωθόρμητη καί συμπαγής ἐκρήγνυται, κοσμικά διάπυρη κι ὅλο μύδρους σπερματικούς, στόν ἕκτο-πέμπτο καί τέταρτο αἰώνα, παράγουσα ἰσοσθενῆ χορικά καί ναούς, σκέμματα καί σοφίσματα, πυρῆνες κοσμογονικούς καί ροπές ἀνατινακτικές τῆς ἀδράνειας τῶν μαζῶν καί τῶν δήμων, ποιήματα μεστά σοφίας καί ρήσεις μελωδικώτερες κι ἀπό χελιδονίσματα τοῦ Ἀνακρέοντα.
------------------------------
[1] A. Κούσουλας, Θέλω προβάλλειν, Απ'2 1518, γιά τον Κάλβο: τί φοβερό/βόδι μάγγωσε τι) φωνή του!
[2] Διογένης Λαέρτιος, IX, 15 (D1, A1, 142, 31-2): ὄχι περί φύσεως - ὅπως ἴσως το ἐπέγραφαν ἄλλοι (ἤ ἐπιγράφονταν) - ἀλλά περί πολιτείας, τά δε περί φύσεως – πού λοιπόν περιέχονταν (ἤ θεωροῦσαν πώς περιέχονταν) – σάν παράδειγμα εἶν’ ἐκεῖ.
[3] B 96 (Di 150, 2): ἀσύνετοι ἄφρονες, πού δέν ἔχουν ἰδέα, μακρυά ἀπό τήν ἀλήθεια.
[4] Β 96 (Di 172, 14-5), νέκυες κοπρίων ἐκβλητότεροι: τά πτώματα πιό περιττώματα!..
[5] Β 30 (Di 158, 2): φωτιά πού ζῆ πάντα, αἰώνια ζωντανή, ἄσβεστη, πού δέ σβήνει.
[6] Β 94(Di 172, 9), Έρινύες [Δίκης ἐπίκουροι: Ἐρινύες, τῆς Δικαιοσύνης βοηθοί. (Παρακόρες τῆς Τιμωρίας.)
[7] Β 43 (Di 160, 12), πυρκαϊά, φωτιά.
[8] Β 52 (Di 162, 6), βασιλεία, κυριαρχία.
[9] Ἥλιος γάρ οὐχ ὑπερβήσεται μέτρα· εἰδεμή, Ἐρινύες μιν Δίκης ἐπίκουροι ἐξευρήσουσιν. [Β 94 (D1 172, 8-10)] Γιατί κι ὁ ἥλιος δέ θά βγῇ ἀπ’τήν τροχιά του - ἀλλιῶς οἱ Ἐρινύες, τῆς Δικαιοσύνης οἱ βοηθοί, θά τόν βροῦν! [Ἤ πιό «ἐλεύθερα» (ἀλλά καί πιό σύρριζα στό νόημα τῆς ρήσης καί τῆς βασικῆς σημασίας τοῦ μέτρου, πού μετέχει τῆς ἔννοιας τοῦ «προσδιορισμοῦ», τοῦ προκαθορισμοῦ, ἄρα τοῦ πεπρωμένου, τοῦ «προγραμματισμοῦ» θά λέγαμε σήμερα, τοῦ κατά προσυντεταγμένη νομοτέλεια κινουμένου κ.λ.): Γιατί κι ὁ ἥλιος δέν πηδάει πάν’ ἀπ’τά μέτρα του εἰδεμή τόν πιάνουν οἱ Ἐρινύες, οἱ βοηθές τῆς Δικαιοσύνης!..]
[10] Στήν πλατωνική σημασία τοῦ κακουργεῖν τόν λόγον.
[11] Σέ τελική ἐκπύρωση τοΰ κόσμου φέρνει, κατά τόν Ἠράκλειτο, ἡ ὁδός ἄνω, καί σέ κοσμοποίηση — σύμπηξη δηλαδή πρός τό εἶναι — ἡ ὁδός κάτω· σέ σύντηξη τῶν πάντων, πρός τό καθαρό πῦρ, ἡ κατά πάνω φορά τοῦ γίγνεσθαι, καί σ’ ἐπαναπύκνωση πρός κόσμο, ἡ κατά κάτω φορά του. Πλήν τό πράγμα μοιάζει μέ ζῶο - ἤ ὄχι; Κάτι ζωντανό, πελώριο — τό Σύμπαν Ζῶο, νά ποῦμε πού «εἰσπνεει-ἐκπνέει» ἔτσι (ὅπως κ’ ἡ φωτιά ἀναπνέει), σέ κάποιους πολύ μεγαλύτερους ἀπ’ τούς δικούς μας χρονικούς ρυθμούς, σάν εὐρύτερη (ἀπ’ τή χωρική δικιά μας) ὑπόσταση, πού ἐμπειριακά χωροχρονισμένοι ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά πιάσουμε. [Πρβλ κάτι ἀνάλογο, μικρότερης διάστασης ἀλλ’ ἡρακλείτειας ἔμπνευσης, κατ’ ἐπίδραση ἀπ'τά πρῶτα μου διαβάσματα τοῦ Σκοτεινοῦ, στήν ἀρχή τοῦ διηγήματός μου Ἡ Μηχανή πού ἔδινε τήν εὐτυχία (11, τέσσερεις τελευταῖες ἀράδες), τῆς Βορᾶς στό Θηρίο καί τοῦ Ἀπό τόν κόσμο ΡΑ, γραμμένο τό ’60-61): ἕνα τό Βράγχιο, ὁ Πνεύμων, σ’ ὅλο τόν πλανήτη· στο ἔδαφος, στό στῆθος καί στό ὑπέδαφος ἕνα τό Αἷμα! Τό Ζῶο πού πάσχει λέγεται Ὑδρόγειος.]
[12] Ὑποτίθεται πώς ὁ Ἠράκλειτος ἦταν ἀπόγονος τοΰ κτίστη τῆς Ἐφέσου, τοῦ γιοΰ τοΰ Κάδρου τῶν Ἀθηνῶν Ἀνδρόκλου, ἱδρυτῆ τῆς ἀποικίας τῶν Ἴωνων κ’ ὕστερα τῆς αἰολικῆς, πού καί βασίλεψε κεῖ, καί γι’ αὐτό οἱ τοῦ γένους του λέγονταν βασιλεῖς κι ἀσκοῦσαν λατρευτικές λειτουργίες. [Στράβων XIV, 3, 632-3. (D1 143, 21-27.)] Στην Ἔφεσο δέ καί οἱ Ἀμαζόνες καί τό τῆς Ἀρτέμιδος ἱερόν, ὅπου κατά τό Διογένη Λαέρτιο [IX, 6 (D1 141, I)] ἀνέθηκε [τό φερόμενον αὐτοῦ βιβλίον] ὁ Σκοτεινός. Κ’ ἐπειδή φεύγει πάντα ἡ Ἄρτεμις, καί φευγαλέοι οἱ διακαμοί ἤ σπινθῆρες τῆς ἄπιαστης διαλεκτικῆς ποιότητας τοῦ κόσμου, γι’αὐτό γράφω: προφήτης τῆς ἀμαζόνος Ἀρτέμιδος κ.λ.
[13] Ὁ ἥλιος κυκλοδίωκτος, / ὡς ἀράχνη, μ’ ἐδίπλωνε / καί μέ φῶς καί μέ θάνατον / ἀκαταπαύστως. Κάλβος, Εἰς Θάνατον, 20η στρ., 2-5 (Ἀπ. 480, α΄.)
[14]Πορίσματα τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀϊνστάιν, θέσεις τῆς σύγχρονης Φυσικῆς καί Ἀστρονομίας.
[15] Τῆς ἴδιας ποιότητας - ἀλλά καί μαζί συγκροτημένης, κοινῆς μά καί ὁμογενοῦς, συν-γενοῦς ἀπό καταβολῆς.
[16] Ἄγχιβασίην Ἠράκλειτος, στό Σουΐδα [A. Adler, Lexicographi Graeci I I, Suidae Lexicon, I A- Γ 1762, 157, 9. (B 122, D1 178, 6-7.) Κατά τόν Diels, ἁπλῶς: προσέγγισις.Ὅμως νομίζω πώς ἀκριβέστερα σημαίνει: ἐκ παρομοίων εἰκασία, σύλληψη ἄπ’ τά ὅμοια. Τό ἀγχιβατεῖν (ἄγχι-βαίνειν) αὐτή τήν ἔννοια ἔχει: ἀπό παραπλήσια προσπελάζω, ἄγομαι σέ σύλληψη τινός ἀπό παραπλήσιά του, παρόμοιά του· βρίσκομαι κοντά (ἔκφραση πού χρησιμοποιοῦμε στά Νέα Ἑλληνικά, κυρίως γιά σύλληψη νοημάτων). Κ’ ἐπειδή βασικός τρόπος τῆς ἀνερευνητικῆς σκέψης τοῦ Ἠράκλειτου εἶν’ αὐτός, ὁ δί’ ἀγχιβασίας ἐκ παραπλησίων, πού ἐμφανίζονται σύμμορφα, ὁμόποια, ὁμόρρυθμα κ.λ.π.
[17] Σ’ἐμᾶς εἶναι ὅρος πιά ἡ πλατωνικῆς προέλευσης μέθεξις, καί γι’αὐτό τή χρησιμοποιῶ ἐδῶ, ἐνῶ βέβαια δέν εἴν’ ἡρακλείτεια ἔννοια. [Κι ἄλλο, τώρα, τί τοῦ Πλάτωνα ναί ἤ ὄχι ἡρακλείτειο, κι ἀπό κεῖνα πού φαίνονται κι ἀπό κεῖνα πού λανθάνουν, εἴτε διά Κρατύλου, ὅπως σημειώνει ὁ Ἀριστοτέλης (Μετά τά φυσικά 987α-β), ἔμμεσα, εἴτε καί ἄλλως. Γιά μένα, ὁ Πλάτων ἀσφαλῶς κ’εἶναι ριζικά ἡρακλείτειος, παρά τήν ὅλη νοησιοκρατία του καί τήν ἐν γένει ρασιοναλιστικώτατη συστηματική του, πού σφοδρά ἀντιφέρονται (καί τοῦτο βοᾷ διαρκῶς) στίς διαλεκτικές του καταβολές, τίς πιό γόνιμες καί ποιοτικές ἄλλωστε ἀπ’ ὅλες τίς «ἀποδεικτικές» ἐκεῖνες τῶν ἡσσόνων διαλόγων του.]
[18] Ἀναφορά στήν ἐναρκτική, ὅπως τή θεωροῦν, ἡρακλείτεια ρήση 131, τοῦ Diels (D1 150, 3-11), ὅπου ὁ λόγος, καθό ἐών γι’αὐτό τ’ ἀραιώνω στό κείμενό μου — δέν ξέρω ἄν δέν σημαίνῃ καί ὅ,τι θά λέγαμε σήμερα ἐμεῖς: «ἐξ ἀντικειμένου», ὁ τοῖς πράγμασι ἐγκείμενος λόγος, ὁ μή «ὑποκειμενικός» ἀλλ’ «ἀντικειμενικός», ἤτοι ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων, ἡ «δομή» τοΰ κόσμου. Ὁπότε, ὁ «μή ἀξύνετος» τέτοιου ἐόντος λόγου δέν εἶναι παρά ὁ συλλαμβάνων ἄμεσα τήν οὐσία τοΰ κόσμου κι ἄρα οἱ ἐκφράσεις του: ἄμεσες ἐκφράσεις τῶν πραγμάτων - ὄχι συμβολικές, συμβατικές κ.λ..
[19] Ὁδός ἄνω κάτω μία καί ὡυτή. Β 60 (Π| 164, 5): Ὁδός ἄνω κάτω μιά κ' ἡ ἴδια.
[20] Ποταμῷ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δίς τῷ αὐτῷ [Β 91 (D1 17 1,9-10)]: Δυό φορές δέ μπαίνεις στό ἴδιο ποτάμι. [Καί κατά τόν Κρατύλο (Ἀριστοτέλης, Μετά τά φυσικά, Γ 5. 1010α 7. D2 69, 36) οὔτε μιά!] Ποταμοῖσι τοῖσιν αὐτοΐσιν ἐμβαίνουσιν ἕτερα καί ἕτερα ὕδατα ἐπιρρεῖ [Β 12 (D1 154, 4-6)]: Σ' ὅσους μπαίνουν στά ἴδια ποτάμια ὅλο ἄλλα κι ἄλλα νερά χύνονται ἀπάνω τους. (Τό πού ὑπαινίσσεται ὅτι πόσῳ μᾶλλον κ'οἱ ἴδιοι δέν εἴν’ ἴδιοι!) Ποταμοῖς τοῖς αὐτοῖς ἐμβαίνομεν τε καί οὐκ ἐμβαίνομεν, εἶμεν τε καί οὐκ εἶμεν (Β 49α (D1 161, 11-3)]: Στά ἴδια ποτάμια μπαίνουμε καί δέ μπαίνουμε. εἴμαστε καί δέν εἴμαστε.
[21] Στή μπερξονική σημασία τοῦ ὅρου. [H. Bergson, L’evolution creatrice, (ἑλληνική μετάφραση Κ. Θ. Παπαλεξάνδρου: Ἡ δημιουργός ἐξέλιξις, Ἀθ ‘25), καί κυρίως τό δεύτερο κεφάλαιο, ὅπου καί εἰδικώτερα γιά τή διάνοια.]
[22] Σέ μικτή σημασία, ἡρακλείτεια — ὁ λόγος: ξυνός, δηλαδή κοινός σέ ὅλους (ἄρα: ὄργανο κοινωνικό, τῆς ἐν κοινωνίᾳ πρακτικῆς καθημερινῆς ζωῆς καί δράσης) — καί μπερξονική: ὅτι ἡ διάνοια συγκροτήθηκε βιολογικά, σάν ὄργανο πρός πράξη κι ὄχι πρός γνώση, καί γι’ αὐτό τέμνει τίς συνέχειες, τίς διάρκειες, τά ρεύματα ὅλα τοῦ γίγνεσθαι, καί πήζει, στατικεύει τίς ἀποτμήσεις αὐτές τοῦ πάντα ρέοντος πραγματικοῦ, γιατί αὐτό βολεύει τήν πράξη, τή δράση, ἄρα καί τήν ἐν κοινωνίᾳ ζωή. (Γι’ αὐτό καί: κοινός νοΰς. Ὁ κοινός δέ αὐτός ἀκριβῶς καί τέμνει, καί στατικοποιεῖ, κι ἀλλοιώνει ἐν γένει τα ρέοντα γίγνεσθαι ὅλα.)
[23] Οὐκ ἐθέλει καί ἐθέλει Ζηνός οὔνομα [ Β 32 (D1 159, 2, ἀλλά μέ ὄνομα, ἀντί οὔνομα πού προτιμάω ἀπ’ τόν Mullach (Μu. 316, α', 14-18), ἀκολουθοῦντα τή γραφή παρισινοῦ κώδικoς τοῦ Εὐσεβίου, ὅπως σημειώνει (13, 16-18), γιατί ταιριάζει μέ τό ἐθέλει-οὐκ ἐθέλει ν’ἀκούγεται αὐτό τό οὔνομα (σάν οὐ-ὄνομα)]: Δέ θέλει καί θέλει τοῦ θεοῦ τ ὄνομα (μή-ὄνομα)! (Πρόκειται γιά ρήση ἀθεϊκη περίπου.)
[24]Διαλεκτικό σύμμικτο ἀπ’ τίς ἡρακλείτειες ρήσεις: Β 126 (D1 179, 7), Β 117 (D1 177, 2), Β I 18 (D1 177, 4), Β 126 (D1 179, 7), κι ἀπ’τά δοξογραφικά ἀποδιδόμενα στό Σκοτεινό: Α 12 (D1 146, 33, A 1 (D, 142, 9).
[25] Ὀχλολοίδορος - ὑβριστής τοῦ ὄχλου «Ἡράκλειτος, ἀπ' τον Τίμωνα τό σιλλογράφο, στό Διογένη Λαέρτιο, IX, 6 (D1 141,3-4).
[26] Ὕβριν χρή σβεννῦναι μᾶλλον ἤ πυρκαϊήν(Ἡ 43 (D1 160, 12)]: Ἡ ὕβρις νά σβήνεται περσότερο παρά ἡ πυρκαϊά! (Ἤ: Τήν ὕβρι σβῆστε - ὄχι τήν πυρκαϊά!) Κι ἀφήνω ἀμετάφραστη τήν ὕβρι, πού ἡ σημασία της εἶναι κεντρική τοῦ ὅλου ἀρχαίου κόσμου, Ὑπερδυναμη βέβαια καί τῆς ἑβραιοχριστιανικῆς «ἁμαρτίας», καί δέν ἀποδίδεται φυσικά μέ καμμιά μας λέξη - οὔτε δά μέ τήν ταπεινή «βρισιά», τοῦ καταπεσμένου μας κόσμου, ὅπου πρωτίστως ἔσβησε τό πρωτεϊκό δέος ἔναντι τῆς ὕβρεως... Ὅταν, ἐπί παραδείγματι, ὕβρις εἶναι γιά τόν ἀρχαῖο καί ἡ προμηθεϊκή ἀκόμη ὕβρις ἐναντίον τῆς πρωτόθετης «τάξης» τοῦ κόσμου, πούναι ὁ Δίας, καί τ’ ὅπλο του ἡ Φωτιά! —, ποιά νεοελληνική «βρισιά» νά ἐκφράσῃ, στά σοβαρά, τήν προσβολή αὐτή, τήν ὕπατη, τοῦ Κεντρικοῦ Ἄξονα, πού κινεῖ κατά βάση τά πάντα; Ἴσως ἀπόμακρο «ἀντίστοιχο» νά μπορῇ νά θεωρηθῇ ὄχι καμμιά «βρισιά», ἀλλ’ οἱ ἀντιδράσεις ἐκεῖνες τῶν χορικῶν πουλιῶν τοῦ Νεκροῦ ἀδελφοῦ (βλ. Ἀπ1, 260, 9, 13-4, 23-4), πού μαζί θάμμα κι ἀντίθαμμα, ἀλλά τό ἴδιο καί κρῖμα κι ἄδικο, παράξενο μεγάλο βλέπουν τό νά περπατοῦν οἱ ζωντανοί μέ τούς ἀποθαμμένονς!.. Τέτοιου βάρους ἡ ὕβρις λοιπόν - ἔξω πράγματι ἀπ’ τήν ἀποσυνεστημένη, τήν πεσμένη νεοελληνική ζωή μας, καί γι’ αὐτό κι ἀπό τή γλώσσα μας, κι ἀπ’ τήν ἀντίληψη κι ἀπ’ τό νοῦ μας! Οἱ παραδομένοι στή βρισιά κάθε λογῆς, ποῦ νά συλλάβουν τήν Ὕβριν μέ κεφαλαῖο; Καί πῶς νά τήν ἐκφράσουν μέ τό δέος, πού πρωτίστως αὐτούς θ' ἀφάνιζε καί θά καθῇρε,.. Κι ἄν τό «σάν ἀντίστοιχο» αὐτό πού θεωρῶ τοῦ δέους τῶν χορικῶν ἐκείνων πουλιῶν βρίσκεται σ’ ἕνα λαϊκό μας τραγούδι, δέν εἶναι δικό μας, τῶν σημερνῶν μεσαιωνικό εἶναι - τό ντύμα του μόνο, τό γλωσσικό, ἔγινε μέ τόν καιρό «δικό μας», χτεσινό μας· ἀλλιῶς, εἶν’ ὁ Μεσαίωνας ὅλος μέσα του σιδεροφορεμένος, θωρακᾶτος, συμπαγής, μέ ἄξονα ὄντως κι αὐτός τό δέος ἐντός του νά τόν συνέχῃ ἔναντι πάσης ὕβρεως, τό εὐλαβικό τῆς κοινῆς συνείδησης πρός τή «φυσική τάξη τοῦ κόσμου». Δέν εἶναι δικά μας ὅμως αὐτά. Γιά τοῦτο κι ἀδύνατο ἡ γλώσσα μας νά τ’ ἀποδώσῃ. Ἡ γλώσσα εἶναι τό ἦθος, ἡ γλώσσα εἶναι καί τά πράγματα - μήν τό ξεχνᾶμε! Μή λέξη, στό λόγο, ἴσον: μή πρᾶγμα, στήν ἐμπειρία. Μή πρᾶγμα, στό βίο, ἴσον: μή λέξη στή γλώσσα, μή ἔκφραση, μή ἔννοια, μή «στάση ζωῆς» τέτοια ἔναντι τοῦ κόσμου, μή πνεῦμα καί μή συνείδηση τέτοια. (Νά κι ἀπό δῶ λοιπόν, πάλι, ἡ πιό βασική δυσκολία «ἀπόδοσης» τῶν ἡρακλείτειων ρήσεων, πού ἔρχονται πράγματι ἀπ’ ἄλλον κόσμο - ἀπό καθαυτό ἄλλον κόσμο.)
[27] Β 64 {D1 166, I) τά πάντα οἰακίζει Κεραυνός: ὅλα τά κυβερνάει ὁ Κεραυνός!
[28] Σκεδάννυμι: (διά)σκορπίζω. Κι ἀπώτερα: μοιράζω, διαμοιράζω, χαρίζω. (Σέ καιρούς διαφωτισμοῦ, παράλληλα κ’ ἡ ζωή ξεφαντώνει, φουντώνει μαζί κ’ ἡ διασκέδαση, μέ κάθε λογής ἀπελευθερώσεις, καί σπασίματα τῶν μύθων, ἐκλαϊκεύσεις τῶν μυστηρίων κ.λ.
[29] Λυσία, Κατά Ἔρατοσθενους, κατάκλεις, μέ τή στίξη ὅπως στήν ἔκδοση τῆς Ζωγραφείου, ἀπ’ τόν παλιό μας Ἀ. Ζάκα (1-11, Ά0.’7-Ί0), I, 200. (Βλ. καί σχόλιο τοῦ Ἀριστοτέλη,Ῥητορική, 3, 19.)
[30] Κατά τόν Μπέρξον (Ἡ δημιουργός ἐξέλιξις), ἡ διάνοια ἀποτελεῖ, οὕτως εἰπεῖν, ἕνα σκληρότερο πυρῆνα, γύρω ἀπ’ τόν ὁποῖο μποροῦμε νά φανταστοῦμε κάτι σάν κροσσώματα γενικώτερων ἐνστικτωδῶν-μαντευτικῶν-διαισθητικῶν δυνάμεων, πού συλλειτουργοῦν μ’ αὐτόν σέ κάθε πνευματική ἐνέργεια γενικώτερη, σάν τῆς θεωρητικῆς σκέψης, ἤ κι ὁπουδήποτε ἐξειδικευμένη. Αὐτές τίς ἄλλες, πέρ’ ἀπό τή διάνοια, δυνάμεις, ἐννοῶ μέ τήν ἔκφραση: «κροσσωτό περιβάλλον τῆς διαισθήσεως» γύρω ἀπ’ τόν καθαυτό «νοῦ», πού ἐδῶ, στό σημεῖο τοῦτο, χρησιμοποιῶ σάν ὄρο ἀντί τῆς μπερξονικῆς διάνοιας (intelligence).
[31] Plan vital τοῦ Μπέρξον, πού ἄν καί δέν προκύπτει ἀπ’ τά ἔργα του ν’ ἀσχολήθηκε εἰδικώτερα μέ τόν Ἡράκλειτο ἐνῶ ναί μέ τόν Ἀριστοτέλη καί τόν Πλωτῖνο — ἡ σκέψη του ὅμως εἶναι κατεξοχήν ἡρακλείτεια, κ’ ἡ κριτική του τῆς διάνοιας— σάν ἀνίκανης νά συλλάβῃ τό συνεχές, τήν κίνηση, τ’ ὀργανικό, τό ζωντανό, γενικά τό γίγνεσθαι κ.λ.π. — συνιστᾶ σειρά πολύ ἀποδοτικῶν ἐννοιακῶν κλειδιῶν γιά τήν ἀνάλυση τῶν θέσεων τοῦ Αἰνικτῆ.
Γραπτός ἤ προφορικός ὁ λόγος τοῦ Σκοτεινοῦ;
Κοντά, λοιπόν, στίς οὐσιαστικές δυσκολίες ἑρμηνείας καί σωστῆς ἀπόδοσης τῶν ρήσεων, εἶναι κ’ οἱ πρόσθετες αὐτές πού παράγονται ἀπ’ τίς τόσο ἑτερογενεῖς καί πολυποίκιλες παραδόσεις τῶν ἀποσπασμάτων, ἀπό τόσους ὕστερους συγγραφεῖς, στοχαστές, πιστούς, φιλοσόφους, δοξογράφους, τόσο διάφορων γραμματειῶν, πού παρακομίζουν τόσο ἄλλα κλίματα, χρώματα, γεύσεις, λειτουργίες τῆς Ἑλληνικῆς, σημασίες, τόνους τῶν λέξεων, τῶν ἐκφράσεων, τῶν συντάξεων, τῶν μεταφορῶν, τῶν συνηχήσεων-παρηχήσεων, τῶν ρυθμῶν, τῶν σχημάτων, ὅλων τῶν στοιχείων ἐν γένει τοῦ λόγου καί τοῦ Λόγου.
Ἄλλα κι ὅταν, ἔστω, διαφαίνεται κάποια πρωτεϊκή γνησιότητα λόγου πού μοιάζει μᾶλλον ἡρακλείτειος - ἔ, καί τί βέβαιο πάλι κατέχουμε; Ὁ λόγος αὐτός ἦταν ὄντως γραπτός; Ἀπό τόν ἴδιον; Ἤ καταγραμμένος ἀπό ὑστερνούς; Κι ἀπό μνήμης, τάχα, ἤ ἀπό ἔμμεση προφορική παράδοση; Κι ἀπό καταγραφέα-ἀντιγραφέα σέ καταγραφέα-ἀντιγραφέα τί γίνεται, τί ἀλλοιώνεται, τί προσμίγνυται, τί παράγεται τό παράλληλο καί προσκολλᾶται σάν τάχα «γνήσιο» κι αύτό, τί συνδέεται μ’ ὅ,τι δέν συνδεόταν καί τί ἀποσυνδέεται αὐθαίρετα ἐξ ὅσων μόνο συλλειτουργοῦ σε μέσα τους ἐκφραστικά, χωρίς καί νά σημαίνῃ ὅ,τι, ἀποκομμένο τώρα, φαίνεται δῆθεν νά λέῃ, ἐνῶ διόλου ἴσως δέν τό νοοῦσε ἔτσι ὁ Ἡράκλειτος, ὅπου ὡστόσο τό «ἀποδίδουμε»;.. Μόνο τά μεταξύ «σωζόντων» ἡρακλείτειες ρήσεις, συγγραφέων καί δοξογράφων πού μᾶς βρίσκονται, νά δῇ κανείς πῶς παλεύει ὁ Marcovich νά ξεκαθαρίσῃ, νά ὁρίσῃ «ποιός, ἀπό ποιόν», ποιός «πηγαιότερος», ποιός «πιστότερος», ποιός «ἐμμεσότερος», καί «τί» καί «πῶς», συλλαμβάνει γιά ποιό χάος πρόκειται!
Πλήν, καί στίς ἀξονικώτερες για τ’ ὅλο ἡρακλείτειο ἔργο περιπτώσεις τῶν πιό αὐθεντικοφανῶν ρήσεων, παραδιδόμενων ἀπ’ τούς ἐγκυρότερους «σώζοντας», τ' ἀποσπάσματα ἐμφανίζουν τίς οὕτως εἴτε ἄλλως βασικώτερες δυσχέρειες καί ἰδιοτυπίες μιᾶς ἀρχαϊκῆς Ἰωνικῆς, πού πρωθόρμητη ἀσκεῖται βαριά καί σά μαγκωμένη, πρωτοκαμινεύοντας θεωρητικό λόγο πρός ἔκφραση σκέψης ἰσχυρά προσωπικῆς, ἀντί ποίηση ἐπικολυρική κοινή, λαϊκή ἤ λαϊκότροπη, πού αἰῶνες ἀνεπίγνωστα ὡς τώρα ἐποίει - ἐνῶ καί διαρκῶς ἤχεῖ, ἔμμονα, ὄχι σάν γραπτός (παρά πού σαφῶς ἔντεχνος), ἀλλά προφορικός λόγος, σάν κατεβατό ἤ καταλογάδην τροπαριακό, ἀπό χείλια μόλις ἀκουσμένο, Σίβυλλας στόμα μαινόμενο, πού λαλοῦσε-παραλαλοῦσε ἐμπνευσμένο, λόγος μυστικός κι ἀπομυστικοποιός συνάμα παράξενα, ἱερατικός ἀκόμα ἔντονα — στίς χαοτικές ἀντηχήσεις (σά νά ἐκφωνῆται μέσα σ’ εὐρύστερνους ναούς) καί στίς δογματικές ἐκεῖνες ἰσοζυγίες τῶν αὐστηρῶν ζευγμάτων πού τόν σπονδυλώνουν ἐπιβλητικά (καί τί σιδηρᾶ πού ἐκφέρεται!) μά μαζί κι ἀνίερος ἤδη, αἱματηρός ἐπαναστατικά καί φλογερώτατος κατά τόσων «ἱερῶν καί ὁσίων» καί «κρατούντων» πού ὁλόισια καί ἀδίσταχτα πλήσσει κατά μέτωπο, πρωτίστως ὅμως διαλεκτικός: λόγος-ἀντίλογος ἀκατάπαυτα, σωρευτικός ἀντίθετων ἀνήμερων κι ἀσυμβίβαστων, φάσεων-ἀντιφάσεων συνεχῶν καί συλλειτουργουσῶν ἰσοδύναμα καί σχεδόν μαγικά, πρός ὑποβλητική παραγωγή διαρκῶς τῆς κάτω ἀπ’ τό κάθετι σπινθηρίζουσας ἀνταύγειας τοῦ διάπυρου γίγνεσθαι τῶν πάντων, ροπῶν ἀντίρροπων ἰσορροπουσῶν ἐσαεί - λόγος τραγικός ἄρα στή ρίζα του, καί ρυθμικός πάντως, ἐσώρρυθμος ὀργανικά του καί στά νοήματα, καί στίς συνηχήσεις-παρηχήσεις-ἀμφισημεῖες-πολυσημεῖες, πού σημαδεύουν σταθερά τίς ἀνώτατες στροφές καί τίς πιό ὑψηλές καύσεις πρός τίς ὑπέρτατες συλλήψεις του.
Λειτουργική/παραλειτουργική τοῦ διαλεκτικοῦ λόγου
Ὁ ταῦρος ὅμως δέν εἶν’ ὅλ’ αὐτά - τά τοῦ ἀνάσκητου ἀκόμα ἰωνικοῦ λόγου, τά τῆς πρωθόρμητης θεωρητικῆς ἔκφρασης βασικώτερα, μαγκωμένης σάν ἀπό βόδι[1], καί τῶν πελώριων ἀποστάσεων καί διαφορῶν, χαμένων ἐμπειριῶν καί μορφῶν ζωῆς, ἀντιλήψεων, αἰσθήσεων, στάσεων, πού χωρίζουν τό νεοελληνικό λόγο τῆς ἀπόδοσης ἀπό κεῖνο τῶν ρήσεων. Ὁ καθαυτό ταῦρος εἶν’ ὁ ἴδιος ὁ Σκοτεινός, ἡ σκέψη του ἡ ἀπύθμενη, ἡ συχνά ὁλότελα μυστηριώδης, ἡ τρόμο καί ρῖγος προξενοῦσα ὅταν κανείς ὑποψιάζεται ἀδιόρατα πίσω ἀπ’τήν πυκνή ἀχλή τῶν χρησμικά σημαινόμενων-ἀντισημαινόμενων-παρασημαινόμενων καί τοῦ ἀκατάπαυτου σπινθηρισμοῦ ἀλλεπάλληλων ἀμφισημειῶν-πολυσημειῶν, λεγόμενων-ἀντιλεγόμενων, θέσεων-ἀρνήσεων ἀναφλεγόμενων συνεχῶς, ἐνοράσεις πού «δέν εἶναι δυνατόν!» (παλεύει μέσα του ν’ αὐτοκαθησυχασθῇ στή «σύγχρονη ἀνωτερότητα» τῶν «προωθημένων» θεωρήσεών μας ὁ μελετητής), «δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπαινίσσεται αὐτές, ἀπό τότε, ὁ Αἰνικτής!», κι ὅμως αὐτές διαλάμπει δαιμονικώτερα ὁλοένα πώς ὑπαινίσσεται, αὐτές ἀνεξήγητα (ὁ προφήτης λοιπόν), αὐτές - δίχως (ὁ μάντης ἄρα) τόν αἰώνα τοῦτο, τά μέσα καί τά ἐφόδια τά δικά μας, τήν τερατώδη τεχνική, τήν ἐπιστήμη, τήν ἱστορική ἐμπειρία μας δυόμιση χιλιετιῶν!
Καί τότε;.. Πῶς ἀποδίδονται αὐτές, λανθάνουσες ἔτσι φωσφοριστά, κάτω ἀπό τίς ἄλλες, πού σέ πρῶτο ἐπίπεδο τάχα ἐκφέρονται; Πῶς σέ λόγο σημερνό, πού δέ διαθέτει τέτοια πρίσματα, τέτοιες διαπρήσσουσες κρυσταλλικότητες λέξεων καί ἤχων τους, τέτοιες ἐτυμολογήσεις-παρετυμολογήσεις συλλειτουργοῦσες, τέτοιες πολλαπλές ὑποβλητικότητες νοημάτων διά τῶν ρυθμῶν (καί διά τοῦ μέτρου ἀκόμα), διά τῶν συλλαβικῶν αὐτῶν μετάλλων, διά τῶν αὐτῶν παρασημασιῶν, παρηχήσεων, ἀντηχήσεων καί σ’ ἄλλους χώρους, σ’ἄλλες σφαῖρες θεμάτων καί ἰδεῶν, σ’ ὅλες τίς ἰδεατές σφαῖρες μαζί ἐν τέλει, ὅταν πιάνουν τά maxima τῶν πολυπρισματικῶν ὑποδηλώσεών τους;.. Εἶναι ν’ ἀπορῇ κανείς μετά, πού διαφωνοῦν οἱ δοξογράφοι περί τίνος τό ὑποτιθέμενο σύγγραμμα, κι ὁ Διόδοτος ἐκεῖνος λέει πώς οὐ περί φύσεως ἀλλά περί πολιτείας, τά δέ περί φύσεως ἐν παραδείγματος εἴδει κεῖσθαι;[2]
Ὁ λόγος κι ὁ κόσμος - ὁδός ἄνω/κάτω -Το Σύμπαν Ζῶο
Αύτός εἶν’ ὁ μαινόμενος ταῦρος λοιπόν!.. Κι αὐτόν καλεῖται ὁ μελετητής, ὁ ἑρμηνευτής, ὁ σχολιαστής κι ὁ κατ’ άνάγκην ἀναδημιουργός, ἀναπλάστης τῆς σκέψης τοῦ έφέσιου Δύσκολου, νά πιάσῃ σάν ἄλλος μινωικός ταυροκαθάπτης ἀπ’ τά κέρατα καί νά δαμάσῃ γιά τήν πρόσληψή μας, χωρίς νά σκοτώσῃ!..
Οί άποδόσεις τότε σωρεύονται ἀπανωτά, πολλαπλασιάζοντας παραλλάσσουν, ἐπανέρχονται, κάνουν νερά διαρκῶς προς νέες μορφές, δυναμικοποιοῦνται καί τείνουν ἀπ’ ἀλλοῦ πρός βαθύτερες ὑπαναστροφές στό αὐτό, στό ἀρχικό, τό καταβολικό, πού φαντάζει ἀπρόσιτο ἀκόμα (ὅπως καί μένει ὥς τό τέλος ἴσως, αἰνιγματικά σημαῖνον, σά Σφίγγα).
Ὁ νεοελληνικός λόγος ὑποφέρει, δοκιμάζεται, ἀδυνατεῖ, αὐθυπερβάλλεται, τανύζεται, στρεβλώνεται, ἐπαναχαλαρώνει, ξαναπλοποιεῖται προσφεύγων πάλι στή θερμή ἀμεσότητά του, ἀποπειρᾶται νά καταστῇ τάχα ἐπαναπρωτεϊκός, ἀστοχεῖ (κ’εὐστοχεῖ ἐνίοτε), οἱ ἀπόηχοί του εἶν’ ὡστόσο ξύλινοι, ὄχι μπρούντζινοι, σιδηροῖ, χρυσοῖ, τά ἠχεῖα μας ὅλα εἶναι στομωμένα, μουντά ἀπ’ τή χθαμαλότητα τῶν καιρῶν, τήν κλειστότητα τῶν χώρων, ἐνῶ τά ἄτρια ἐκεῖνα τῶν τρομερῶν ρήσεων εἶν’ ἀνοιχτά, κι ἀντηχοῦν μαρμάρινα, μέ οὐρανούς ἀμόλευτης εὐδίας τύμπανα ἀποπάνω..- ἤ, ἄλλοτε, θαρρεῖς πώς λειτουργός ἀρχιερέας «τά ἐξαγγέλλει» αὐτά, σέ ἁπλές αὐγινές ναῶν πελώριων, χαοτικῶν, ἤ τελετουργικά εἰσερχόμενος πάλι τά ἐκφωνεῖ καί βοΐζουν θολωτοί τάφοι πανάρχαιοι, παρατείνοντες τούς φθόγγους ὅλους, ἐπαναλαμβάνοντες σάν κρόταλα (ἐκφοβιστικά; δεητικά; ἐξιλαστήρια;) τά ταῦ, τά κάππα (σά βήματα θεῶν πού ἐπέρχονται πάνοπλοι), τά νῦ, τά -ον, τά -ου (σά δυνάμεις καί τρόμοι), τά σῖγμα (σάν ἐντολές ἀποσιώπησης, παρασιώπησης), τά ξί, τά ι, τά ἀεί, κι ὅλα τά -αϊή — ἀξύνετοι[3], κοπρίων[4], πῦρ ἀείζωον[5], Ἐρινῦες[6], πυρκαϊήν[7], παιδός ἡ βασιληίη[8], καί τά λοιπά διάτορα ὀξέα — αἰχμηρότατα ἀκουόμενα, διαπεραστικά, ξίφη ἀποστράπτοντα ὀργῆς πού ἐπαναφέρει στήν τάξη ἀξυνέτους9 βάναυσα, τραχύτατα, ἐλεγκτικά ἀναντίρρητα, κ’ ἐπαπειλῶντας Δίκης ἐπικούρους6, πού ἄλλους ἐξευρήσουσι[9] κ.λ.
Πῶς ν’ ἀποδοθοῦν αὐτά σέ λόγο πού δέν τόν φτερώνουν τά ἴδια φτερά, δέν διαθέτουν οἱ ξεπάρθενες λέξεις τίς ἴδιες μαρμαρυγές, πρός ἰσοδύναμες χορεῖες νοημάτων, νύξεων, πολυνοημάτων καί κατανύξεων κοσμικῶν, συμπαντικῶν τέτοιων;
Τί κάνει ἐδῶ ἡ τυπική ἑρμηνευτική; Συλλαβίζει τυπικές καί μοναδικές σημασίες παρατιθέμενων λέξεων; Δηλαδή τί; Κατακερματίζει - τί ἄλλο; Καί ἄρα κακουργεῖ τό λόγο[10] ἴσα-ἴσα, πού πάει ν’ἀποδώση! Ποῦ εἶναι τό ρεῦμα, ποῦ ἡ ὁρμή του ἀκριβῶς πολυπρισματίζει σημασιοδοτικά κάθε λέξη καί κάθε συλλαβή, κάθε φθόγγο καί κάθε ρυθμό, κάθε φωνῆεν καί κάθε σύμφωνο τῶν ἐνορμητικων αὐτῶν συγκροτήσεων, τῶν μύδρων αὐτῶν τέτοιου ἡφαιστείου;
Ὁ διαλεκτικός λόγος/λόγος ὁμόποιος τοῦ κόσμου
Ὁ στατικεύων το γίγνεσθαι ρασιοναλιστικός λόγος
Ὁ λόγος στόν Ἠράκλειτο λειτουργεῖ διττά τουλάχιστον, κατά βάση: καί σάν ὄργανο ἔκφρασης, καί σάν οὐσία καθαυτή (δεῖγμα-σπάσμα, τρόπον τινά, τοῦ ὄντος). Δηλαδή καί σά μέσο νοητικό, καί σάν ἄμεση παρουσία διάπυρου στοιχείου τοῦ ἀεί γινόμενου-ἀπογινόμενου κόσμου, συγκροτούμενου-ἀποσυγκροτούμενου διαρκῶς, συμπηγνύμενου-ξανατηκόμενου ἀκατάπαυτα, πρός ἐκπύρωση-ἐκμηδένιση κι ἀνασύνθεση-ἀναγέννηση ὁλοένα σέ νέους κύκλους - σάν ἀνάσα, περίπου, πελώριου ζώου, συμπαντικοῦ, «εἰσπνέοντος-ἐκπνέοντος» ἔτσι, κατά εὐρύστερνους μυστηριώδεις ρυθμούς, ἄπιαστους ἀπό μάς[11]. Σάν ἀνταποκριτική λοιπόν ἡ λέξη πρός τήν ἐνορατικά εἰκαζόμενη ποιότητα τοῦ ὄντος, δέν στέκει ποτέ, στίς φλεγόμενες σάν τόν κόσμο ρήσεις τοῦ Αἰνικτῆ του, μονοσήμαντη. Καί στό νοῦ, γι’ αὐτό, τοῦ ἀποπειρώμενου «νά ἑρμηνεύσῃ», «ν’ ἀποδώσῃ», νά κάνῃ νά λαλήσουν πάλι τά μαγικά μαζί ὅσο κι ἀπομυθεύοντα λόγια του, διωσμώνεται ἡ ὅλο κοσμική ἐμπνοή ἀναδημιουργική αὐτή μανία τῆς διαλεκτικῆς πολυσημίας τοῦ ὀργίλου προφήτη τῆς Ἄρτέμιδος[12], τῆς ἀμαζόνας πού πάντα φεύγει, κυνηγάει ἐμπαθής τό θήραμα (σάν τίς ὑπόνοιές του ὁ ἔνθεος μύστης της) καί τοῦ μέθυσου Διονύσου-Ἀπόλλωνος, πού κυκλοδίωκτος[13] διώκτης αἰώνια φέγγει-σκό- τίζει ἁρματοδρόμος» τόν ἔγκυκλο κι ἀνακυκλούμενο ἔγκλειστο-ἄκλειστο (καί «κατ’ ἐπιστήμην» πιά σήμερα τοῦ κλειστοῦ συμπαντος[14]) κόσμο.
Ὅλες του οἱ ρήσεις μοιάζουν ν’ ἀξιώνουν πώς εἶν’ ὁμόποιες[15] τοῦ δι’ ἀγχιβασίας[16] μαντευόμενου ὡς διαλεκτικοῦ κοσμικοῦ πυρήνα, παριστάμενες περίπου σάν ἀπόρροιες ἐνορατικῆς μέθεξης[17] σ’ αύτόν. Ἡ δαιμονιακά σπινθηρίζουσα διαρκῶς πολυσημία τῶν λέξεών του δέν ἀποτελεῖ μίμηση (σχηματική-συμβατική-συμβολική) τοῦ ἀέναου κοσμογίγνεσθαι πού κυνηγάει, παρά διεκδικεῖ ριζική ὁμοουσιότητα μαζί του, σημαίνουσα ἰσχυρά πώς εἶναι αύτό τοῦτο ἄμεσα συλληπτό ἀπ’ τόν ἔνθεο φορέα τους — ἤ κι ὅποιον ἄλλο μή ἀξυνετο τοῦ ἐόντος λόγου[18] — τό ἀκατάπαυτο ἀναβόσβημα: ὁ συνεχής ἐκεῖνος κεραυνός τοῦ ὄντος τε μή ὄντος, ἐγκλείοντος ὅλα τά μεγέθη καί τίς ὁδούς ἄνω-κάτω[19] τοῦ μικροκόσμου καί μεγακόσμου εἰς Ἐν. Ἡ συν-είδηση μετέχει τοῦ Ἑνός τούτου, πού εἶναι, τό Γίγνεσθαι — αὐτό φαίνεται νά πιστεύῃ, διαισθητικά, μές ἀπό τίς τόσες ἀγχιβασίες του, ὁ Ἡράκλειτος, ἔστω κι ἄν ἀδυνατῇ (μά κι ἀδιαφορεῖ) νά πορίσῃ τίς «ἐξ ἀντικειμένου» δῆθεν «ἀποδείξεις» πού θαρρεῖ (ἤ ἐθελότυφλα ἰσχυρίζεται) πώς παρέχει, γιά ὅ,τι ἄντικρυς ἀντίθετο, ἡ Λογοκρατία (καί μαζί της ἡ ὅποια ὥς χτές ρασιοναλιστική «ἐπιστήμη») —, ἐνῶ τό αἰώνιο «διπολικό» σπινθήρισμα τῶν φαινομένων— ἀπό τό τί στό μή-τί, τό εἶναι στό μή-εἶναι, τό ποτάμι (ὅπου ποτέ πράγματι δέν ξαναμπαίνεις[20] κι ἄς τό νομίζεις) στό μή-ποτάμι [ὅπου ὅλο πλανιέσαι (ἀπ’ τή στατικοποιοῦσα τά πράγματα διάνοια[21], μέ τήν τμητική-πηκτική «ἔκφρασή τους», τήν ἐξαλλοιωτική, γιά τήν κοινή[22] καθ’ ἡμέραν ζωή καί δράση), πώς τάχα «ξαναμπαίνεις»] —, ὅλο αὐτό λοιπόν δέν εἶν’ ἄλλο ἀπ’ τήν αὐτούσια ἀνταύγεια μές στόν ἐόντα λόγο — «τό σοφό πνεῦμα» νά λέγαμε; τό «ἀντικειμενικό»; — πού στέλνει διαρκῶς ἡ τρομερή νύχτα – μέρα στή ριζικά τραγική («θεοῦ-θηρίου», Διός τέ μή-Διός[23], θνητοῦ τε μή θνητοῦ, ξηρῆς-ὑγρῆς ψυχῆς[24] κ.λ.) προμηθεϊκή κράση τῶν ὄντων.
Ἔτσι, ὅπως σωστά τό συνέλαβε ὁ Νίτσε — κι ἄς μήν τό προσγράφει ad hoc στό Σκοτεινό—, ὁ Ἠράκλειτος κεῖται στή ρίζα τῆς Τραγωδίας. Εἶναι ὁ κοσμολογικός συλλήπτωρ τῆς μέγιστης ἀρχῆς της. Αὐτός πού τήν εἶδε ἄτρακτο Ἀνάγκης, καρήνα τοῦ πλέοντος-ρέοντος κόσμου, Μοῖρα Πάντων... Γι’ αὐτό κι ὅλες οἱ ρήσεις του, παριστάμενες σά στοιχειακά σπάσματα ἤ φεγγοβολές τοῦ ἀεί γιγνόμενου κοσμικοῦ πυρήνα, δηλοῦν καί δέ δηλοῦν, σημαίνουν καί δέ σημαίνουν καί ἄλλα σημαίνουν (ἀντισημαίνοντας ἤ ὑπεναντίως παρασημαίνοντας συνάμα ταυτά), ὁμόποιες δηλαδή πάντα τοῦ διαλεκτικοῦ-τραγικοῦ πυρός, πού «βλέπει» ὁ Αἰνικτής νά συνιστᾷ καί ν’ἀποσυνιστᾷ, διαρκῶς καί καθεστιγμικά, στόν «ἄπειρο» χρόνο καί στό αἰώνιο Ἕν, ὅλο τό γίγνεσθαι-φαίνεσθαι τοῦ κόσμου.
Ὁ ἀεί παίζων Λόγος/Κόσμος - Ὕβρις πυρκαϊή
Λεξιπαιγνία; «Ταχυδακτυλουργία τοῦ λόγου», τάχα, ὁ μοῦργος ὀχλολοίδορος[25] τῆς Ἐφέσου; Ἕνας ζογκλέρ δηλαδή περίπου; Παίκτης ἐννοιῶν καί φθόγγων, ἐτύμων καί παρετυμολογιῶν, ἀχῶν καί παρηχήσεων, κι ἀντηχήσεων κι ἀπηχήσεων, ὑπό τραγικές ἀνταύγειες συνεχῶν κεραυνικῶν πυρακτώσεων-συντήξεων-μεταλλαγῶν ἑνός κόσμου-σπινθῆρος ἀκόμα, συγκροτούμενου ἐν ἐκρήξει, διατεινόμενου καί ὑπερδιατεινόμενού σέ διαρκῆ ἀποστασιοποίηση κάθε φευγαλέας μορφῆς (πού μονοστιγμικά διαγράφεται-χάνεται) ἀπ’τόν πυρηνικό στρόφαλο τοῦ γίγνεσθαι;
Νά γίνῃ δεκτή, κατ’ ἀρχήν, ἡ ὕβρις;...Ἕνας ζογκλέρ, ἕνας παίκτης; ...Ἀλλά μές σ’ ἕναν κόσμο παίκτη ἐπίσης, ὑπαινισσόμενο διά τῶν φαινομένων του, διαλεκτικά, πώς οὐκ ἐθέλει καί ἐθέλει Ζηνός οὔνομα τό Ἐν, κι ἄλλο τόσο μανιακά ὀχλολοίδορο, μ’ ἕναν τρόπο, τοῦ «ὄχλου» ὅλων τῶν στατικευτικῶν τοῦ ὄντος λέξεων, ἐννοιῶν, ἰδεῶν καί κάθε διανοητικῆς πλάνης ἤ ἀνυπόστατου ρασιοναλιστικοῦ πλάσματος (fiction) ἐν γένει.
Ἄν ὁ κόσμος εἶναι πυρκαϊή, τότε ὕβριν ὄντως χρή σβεννύναι ἤ πυρκαϊήν[26] . Καί ἡ ὕβρις εἶναι τό ἐναντίον τῆς πυρκταϊῆς. Ἡ ὕβρις εἶναι κάθε λόγος γιά τόν κόσμο σά νάταν κόσμος νεκρός κι ὄχι παῖς· σβηστός κι ὄχι καθαρή φωτιά· τελειωμένος κι ὄχι τώρα γινόμενος, διαρκῶς γινόμενος, ἀκόμα ἐν ἐκρήξει!..
Τοῦτο συνέλαβε πράγματι ὅ Ἠράκλειτος: τόν διαρκῆ κι ἀτελεύτητο Κεραυνό[27] τῆς κοσμογονικῆς ἔκρηξης τῆς ἀλλεπάλληλα κυκλικῆς πού βρήκαμε σήμερα ἐμεῖς ἐπιστημονικά (καί μόνο μέ τήν ἐνόρασή του αὐτός, μέ τήν ἴδια τήν ἔμπνευση τοῦ κόσμου ἐντός του δρῶσα!) — κι ὅτι ἀκόμη ἀνοίγουμε, γεννῶντας χῶρο, χρόνο καί γίγνεσθαι-φαίνεσθαι σπινθηροβόλο ἀπειρίας θετικοαρνητικῶν ἐκφάνσεων (ἤ μορφῶν ἤ πλασμάτων ἤ πραγμάτων ἤ ὄντων). Ἄρα καί τό χρέος του σά μύστου στήν ἀληθινή οὐσία τοῦ κόσμου, καί μαζί ἀπομυστικοποιοῦ, σέ καιρό φωτισμοῦ μεγάλου καί διασκέδασης[28] σκοταδιῶν, καί πηγμάτων Τυπικοῦ, καταπνικτικά συσσωρευμένου ἀπό πανάρχαιους χορούς Ἐρινυῶν μές στό νοῦ καί τίς πλανερές πίστεις ἀξυνέτων, εἶναι ἴσα-ἴσα: σβεννῦναι ὕβριν, πού ἐγείρεται κατά πυρκαϊῆς τοῦ κόσμου τοῦ ὄντως ὄντος. Καί ὕβρις: τό σύν ἤ πλήν «τοῦτο» ἤ «ἐκεῖνο», τάχα, παρά πού σύν-πλήν εἶναι, πάντα, πράγματι, καί «τοῦτο» ἤ «ἐκεῖνο», καί τά πάντα, καθό γινόμενα κι ὄχι «παγίως ἔχοντα» ποτέ.
Ἡ ρήτρα τοῦ λόγου τῆς Σοφιστικῆς, Ρητορείας και Ἱστορίας
Οἱ μπερξονικές ἔννοιες: κλειδιά για την ἡρακλείτια σκέψη
Ἕπεται ἡ ἐποχή τῆς διαλεκτικῆς Σοφιστικῆς. Ἄλλα φυσικώτατα ἕπεται! Τό τραγικό-διαλεκτικό ὄργανο καμινεύτηκε σέ κοσμικά βάθη, παρήχθη ἀπό κόσμογονικές συντήξεις ὅλων τῶν ποιοτήτων, πού ἀστράφτουν στόν αἰθέρα τῆς τρομερῆς του κόψης... Ὁ Σκοτεινός τῆς Ἐφέσου τό ἀκόνισε μυστικά στίς δαιμονικά σπινθηροβολοῦσες συλλήψεις του καί τίς σάν ἀπ’ τήν ἴδια τήν πηγαία φωνή τοῦ κόσμου ὑπαγορευόμενες ραγδαῖες ρήσεις-ἀντιρρήσεις, σημάνσεις-ἀντισημάνσεις, δῆλ’ ἄδηλα, ἠχερά-νοητά σήμαντρα-ἀντισήμαντρα, πού σημαίνουν, τοῦ ἐν Δελφοῖς (καί μή ἐν Δελφοῖς) μαντείου (καί μή μαντείου ἀλλ’ ἠχείου καθαυτό τῆς μουσικῆς τοῦ ἀεί γινόμενου κόσμου) τοῦ «θεοῦ μή θεοῦ» (ἄνακτός τε μή ἄνακτος) πυρφόρου Ἀπόλλωνος, τοῦ Φωτός-Σκότους, Φωτός-Σκότους αἰώνια!..
Τό μαχαίρι πού κράτησαν οἱ τραγικοί κ’ οἱ σοφιστές, ὁ Αἰσχύλος κι ὁ Πρωταγόρας, ὁ Σοφοκλῆς κι ὁ Ἀναξαγόρας, ὁ Εὐριπίδης κι ὁ Γοργίας κι ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων — γιά ν’ ἀνατάμῃ κι αὐτός φοβερώτερα ὅσα ἔτεμναν οἱ ἐλεγχόμενοι μέ τό ἴδιο διαλεκτικό μαχαίρι —, τό ἴδιο τοῦ ἀνατόμου Ἱπποκράτη καί τοῦ ἀνατόμου Θουκυδίδη καί μάλιστα τοῦ τραγικοῦ Θουκυδίδη! —, τό ἴδιο τοῦ ὁρμητικοῦ κατόπιν ψυχοκινητῆρος Δημοσθένη, τό καθαρό φλεγόμενο ἐκεῖνο στό διάπυρο στόμα του, δέν ἦταν ἄλλο ἀπ’ αὐτό τῆς ἡρακλείτειας πυρκαϊῆς τοῦ αὐτοπαριστάμενου διαλεκτικοῦ κοσμικοῦ λόγου, τοῦ παράγοντος ἄμεσα — καί σάν κατ’ ἐπιταγήν τῆς φύσης τοῦ ὄντως ὄντος τίς ἔνθεες ἀστραπές τοῦ Σκοτεινοῦ! Τό «ἀτσάλι» τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ δέν εἶναι «τεχνητό», ἀλλά σάν ἀπ’ τήν ψίχα τοῦ κοσμικοῦ πυρήνα κατευθείαν ἀποσπασμένο μέ γυμνά χέρια πού δέν κάηκαν - πλάσμα κοσμικῆς οὐσίας, πού ὑπευθυνότατα κι ἀποφασιστικά, σά γνήσιος κ’ ἐμπνευσμένος μύστης-ἀπομυστικοποιός ποιητής, ἀνάρπαξε καί πόρισε γενναία στήν ἑλληνική σκέψη καί λόγο, καθώς πρωτοχάραζε, ὁ ἐνορμητικώτερος καί βαθύτερα εἰσδυτικός ἀπ’ ὅλους τοῦ καιροῦ του τραγικός Αἰνικτής κ’ ἐνορατικός μέ τίς ἰσχυρές διαισθητικές του κεραῖες τῆς χώρας τοῦ Ἑνός— τοῦ ἀκατάπαυτου φλογεροῦ Γίγνεσθαι κάθε ὄντος καί μή ὄντος, πρός τό ἄλλο πάντα κ’ ἐκτός ἑαυτοῦ φερομένου —, πού φυλᾶν ἄγρια φοβερίζουσες τό νοῦ οἱ τρομερές ἐκεῖνες ἐρινύες τῶν τυπικολογικῶν «ἀντιφάσεων» τοῦ: «ἄν αὐτό εἶν’ αύτό, πῶς καί μή αὐτό;», τοῦ: «ἄν ἔγω ἐγώ, πῶς κι ὄχι ἐγώ; καί πῶς διαρκῶς ἄλλος ὁ ἐγώ ἐγώ;» (κι ὅλες αὐτές οἱ αὐτοπεριπλεκτικές ἐν γένει τοῦ λογισμοῦ προτάσεις) πού τόσο τρόμαξαν λίγο ἀργότερα ὥς καί τό μεγάλο Ἀριστοτέλη, κάνοντάς τον νά μήν παρατάῃ τήν εὔκολη ὅσο κι αὐτοπειστική του «ἀσφάλεια» τῶν «ἐλέγχων» καί «βασάνων», τοῦ καθαυτό σπαστικοῦ ὅμως διανοητικοῦ μηχανήματος, τοῦ ἔτσι βαθιά μελετημένου καί σοφά ὁριοθετημένου ἀπ’ τόν ἴδιον, μά γι’ αὐτό καί παρεμποδιστικοῦ του νά περάσῃ «δίχως τεκμήρια κι ἀποδείξεις» πέρ’ ἀπ’ τίς ἄγονες κι αὐτοπεριοριστικές τῆς ἀναμφισβήτητης εὐαισθησίας κ’ ἰδιοφυίας του νοησιοκρατικές «βεβαιότητες» τῆς στείρας Τυπικῆς Λογικῆς καί τῆς τυφλῆς στατικευτικῆς τῶν ρευστῶν καί τῶν γίγνεσθαι ὅλων, τῆς θραυστικῆς εὐθειαστικῆς πάντα τῶν καμπυλῶν καί τετραγωνιστικῆς μάταια τῶν κύκλων, τῆς πηκτικῆς τμητικῆς τῶν συνεχειῶν καί φονικῆς ἀναπόφευκτα τῶν ὀργανικῶν καί τῶν δυνάμει ὅλων τοῦ ζῶντος κόσμου - τῆς μηχανιστικῆς ἀντιδιαλεκτικῆς συλλογιστικῆς, πού τίποτα δέν ἀποδίδει πράγματι, ταυτολογοῦσα αἰώνια κι αὐτοδιαγιγνωσκόμενη στό γελοῖο πάθημα: ὑποκείμενο αὐτή, νά θεωρῇ ἑαυτήν ἀντικείμενο, καί νά ἰσχυρίζεται πώς ἔτσι «γνωρίζει τόν κόσμο», ἐνῶ ἄλλο δέν κάνει παρά ναρκισσικά ν’ αὐτοκαθρεφτίζεται, κ’ἕν ἐσχάτῃ ἀναλύσει νά θεολογῇ, ἄλλο τόσο ἀπέχουσα ἀπό τόν κόσμον ὅσο καί κάθε ἀξιωματική θεολογία ἤ μεταφυσική μυθολογία.
Δηλαδή βεβαιότατα, θέλω νά πῶ, ἀκόμα κι ὁ δικανικός Λυσίας — τοῦ ἀπαστράπτοντος ἐκείνου ἐκφραστικοῦ μετάλλου ἐν ἐσχάτῃ κατακλείδι: ἀκηκόατε, ἑοράκατε, πεπόνθατε· ἔχετε, δικάζετε[29]! — παράγεται ἀπώτερα ἀπ’ τό ἴδιο καμίνευμα πού ὑφίσταται πρωταρχικά ὁ Λόγος κι ὁ λόγος, ὁ νοῦς καί τό κροσσωτό περιβάλλον του τῆς διαισθήσεως[30], στήν καθαρή κι αὐτοπαριστάμενη στίς συλλήψεις τοῦ Σκοτεινοῦ τῆς Ἐφέσου σάν αὐτούσια Φωτιά τοῦ Κόσμου.
Μιά εἶν’ ἡ ἐσώστρεφη κ’ ἐξώστρεφη δημιουργική φορά[31] — Ποίησης καί Στοχασμοῦ, Τραγωδίας καί Σοφιστικῆς καί Φιλοσοφίας καί Ρητορικῆς καί Ἱστορίας — πού πρωθόρμητη καί συμπαγής ἐκρήγνυται, κοσμικά διάπυρη κι ὅλο μύδρους σπερματικούς, στόν ἕκτο-πέμπτο καί τέταρτο αἰώνα, παράγουσα ἰσοσθενῆ χορικά καί ναούς, σκέμματα καί σοφίσματα, πυρῆνες κοσμογονικούς καί ροπές ἀνατινακτικές τῆς ἀδράνειας τῶν μαζῶν καί τῶν δήμων, ποιήματα μεστά σοφίας καί ρήσεις μελωδικώτερες κι ἀπό χελιδονίσματα τοῦ Ἀνακρέοντα.
------------------------------
[1] A. Κούσουλας, Θέλω προβάλλειν, Απ'2 1518, γιά τον Κάλβο: τί φοβερό/βόδι μάγγωσε τι) φωνή του!
[2] Διογένης Λαέρτιος, IX, 15 (D1, A1, 142, 31-2): ὄχι περί φύσεως - ὅπως ἴσως το ἐπέγραφαν ἄλλοι (ἤ ἐπιγράφονταν) - ἀλλά περί πολιτείας, τά δε περί φύσεως – πού λοιπόν περιέχονταν (ἤ θεωροῦσαν πώς περιέχονταν) – σάν παράδειγμα εἶν’ ἐκεῖ.
[3] B 96 (Di 150, 2): ἀσύνετοι ἄφρονες, πού δέν ἔχουν ἰδέα, μακρυά ἀπό τήν ἀλήθεια.
[4] Β 96 (Di 172, 14-5), νέκυες κοπρίων ἐκβλητότεροι: τά πτώματα πιό περιττώματα!..
[5] Β 30 (Di 158, 2): φωτιά πού ζῆ πάντα, αἰώνια ζωντανή, ἄσβεστη, πού δέ σβήνει.
[6] Β 94(Di 172, 9), Έρινύες [Δίκης ἐπίκουροι: Ἐρινύες, τῆς Δικαιοσύνης βοηθοί. (Παρακόρες τῆς Τιμωρίας.)
[7] Β 43 (Di 160, 12), πυρκαϊά, φωτιά.
[8] Β 52 (Di 162, 6), βασιλεία, κυριαρχία.
[9] Ἥλιος γάρ οὐχ ὑπερβήσεται μέτρα· εἰδεμή, Ἐρινύες μιν Δίκης ἐπίκουροι ἐξευρήσουσιν. [Β 94 (D1 172, 8-10)] Γιατί κι ὁ ἥλιος δέ θά βγῇ ἀπ’τήν τροχιά του - ἀλλιῶς οἱ Ἐρινύες, τῆς Δικαιοσύνης οἱ βοηθοί, θά τόν βροῦν! [Ἤ πιό «ἐλεύθερα» (ἀλλά καί πιό σύρριζα στό νόημα τῆς ρήσης καί τῆς βασικῆς σημασίας τοῦ μέτρου, πού μετέχει τῆς ἔννοιας τοῦ «προσδιορισμοῦ», τοῦ προκαθορισμοῦ, ἄρα τοῦ πεπρωμένου, τοῦ «προγραμματισμοῦ» θά λέγαμε σήμερα, τοῦ κατά προσυντεταγμένη νομοτέλεια κινουμένου κ.λ.): Γιατί κι ὁ ἥλιος δέν πηδάει πάν’ ἀπ’τά μέτρα του εἰδεμή τόν πιάνουν οἱ Ἐρινύες, οἱ βοηθές τῆς Δικαιοσύνης!..]
[10] Στήν πλατωνική σημασία τοῦ κακουργεῖν τόν λόγον.
[11] Σέ τελική ἐκπύρωση τοΰ κόσμου φέρνει, κατά τόν Ἠράκλειτο, ἡ ὁδός ἄνω, καί σέ κοσμοποίηση — σύμπηξη δηλαδή πρός τό εἶναι — ἡ ὁδός κάτω· σέ σύντηξη τῶν πάντων, πρός τό καθαρό πῦρ, ἡ κατά πάνω φορά τοῦ γίγνεσθαι, καί σ’ ἐπαναπύκνωση πρός κόσμο, ἡ κατά κάτω φορά του. Πλήν τό πράγμα μοιάζει μέ ζῶο - ἤ ὄχι; Κάτι ζωντανό, πελώριο — τό Σύμπαν Ζῶο, νά ποῦμε πού «εἰσπνεει-ἐκπνέει» ἔτσι (ὅπως κ’ ἡ φωτιά ἀναπνέει), σέ κάποιους πολύ μεγαλύτερους ἀπ’ τούς δικούς μας χρονικούς ρυθμούς, σάν εὐρύτερη (ἀπ’ τή χωρική δικιά μας) ὑπόσταση, πού ἐμπειριακά χωροχρονισμένοι ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά πιάσουμε. [Πρβλ κάτι ἀνάλογο, μικρότερης διάστασης ἀλλ’ ἡρακλείτειας ἔμπνευσης, κατ’ ἐπίδραση ἀπ'τά πρῶτα μου διαβάσματα τοῦ Σκοτεινοῦ, στήν ἀρχή τοῦ διηγήματός μου Ἡ Μηχανή πού ἔδινε τήν εὐτυχία (11, τέσσερεις τελευταῖες ἀράδες), τῆς Βορᾶς στό Θηρίο καί τοῦ Ἀπό τόν κόσμο ΡΑ, γραμμένο τό ’60-61): ἕνα τό Βράγχιο, ὁ Πνεύμων, σ’ ὅλο τόν πλανήτη· στο ἔδαφος, στό στῆθος καί στό ὑπέδαφος ἕνα τό Αἷμα! Τό Ζῶο πού πάσχει λέγεται Ὑδρόγειος.]
[12] Ὑποτίθεται πώς ὁ Ἠράκλειτος ἦταν ἀπόγονος τοΰ κτίστη τῆς Ἐφέσου, τοῦ γιοΰ τοΰ Κάδρου τῶν Ἀθηνῶν Ἀνδρόκλου, ἱδρυτῆ τῆς ἀποικίας τῶν Ἴωνων κ’ ὕστερα τῆς αἰολικῆς, πού καί βασίλεψε κεῖ, καί γι’ αὐτό οἱ τοῦ γένους του λέγονταν βασιλεῖς κι ἀσκοῦσαν λατρευτικές λειτουργίες. [Στράβων XIV, 3, 632-3. (D1 143, 21-27.)] Στην Ἔφεσο δέ καί οἱ Ἀμαζόνες καί τό τῆς Ἀρτέμιδος ἱερόν, ὅπου κατά τό Διογένη Λαέρτιο [IX, 6 (D1 141, I)] ἀνέθηκε [τό φερόμενον αὐτοῦ βιβλίον] ὁ Σκοτεινός. Κ’ ἐπειδή φεύγει πάντα ἡ Ἄρτεμις, καί φευγαλέοι οἱ διακαμοί ἤ σπινθῆρες τῆς ἄπιαστης διαλεκτικῆς ποιότητας τοῦ κόσμου, γι’αὐτό γράφω: προφήτης τῆς ἀμαζόνος Ἀρτέμιδος κ.λ.
[13] Ὁ ἥλιος κυκλοδίωκτος, / ὡς ἀράχνη, μ’ ἐδίπλωνε / καί μέ φῶς καί μέ θάνατον / ἀκαταπαύστως. Κάλβος, Εἰς Θάνατον, 20η στρ., 2-5 (Ἀπ. 480, α΄.)
[14]Πορίσματα τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀϊνστάιν, θέσεις τῆς σύγχρονης Φυσικῆς καί Ἀστρονομίας.
[15] Τῆς ἴδιας ποιότητας - ἀλλά καί μαζί συγκροτημένης, κοινῆς μά καί ὁμογενοῦς, συν-γενοῦς ἀπό καταβολῆς.
[16] Ἄγχιβασίην Ἠράκλειτος, στό Σουΐδα [A. Adler, Lexicographi Graeci I I, Suidae Lexicon, I A- Γ 1762, 157, 9. (B 122, D1 178, 6-7.) Κατά τόν Diels, ἁπλῶς: προσέγγισις.Ὅμως νομίζω πώς ἀκριβέστερα σημαίνει: ἐκ παρομοίων εἰκασία, σύλληψη ἄπ’ τά ὅμοια. Τό ἀγχιβατεῖν (ἄγχι-βαίνειν) αὐτή τήν ἔννοια ἔχει: ἀπό παραπλήσια προσπελάζω, ἄγομαι σέ σύλληψη τινός ἀπό παραπλήσιά του, παρόμοιά του· βρίσκομαι κοντά (ἔκφραση πού χρησιμοποιοῦμε στά Νέα Ἑλληνικά, κυρίως γιά σύλληψη νοημάτων). Κ’ ἐπειδή βασικός τρόπος τῆς ἀνερευνητικῆς σκέψης τοῦ Ἠράκλειτου εἶν’ αὐτός, ὁ δί’ ἀγχιβασίας ἐκ παραπλησίων, πού ἐμφανίζονται σύμμορφα, ὁμόποια, ὁμόρρυθμα κ.λ.π.
[17] Σ’ἐμᾶς εἶναι ὅρος πιά ἡ πλατωνικῆς προέλευσης μέθεξις, καί γι’αὐτό τή χρησιμοποιῶ ἐδῶ, ἐνῶ βέβαια δέν εἴν’ ἡρακλείτεια ἔννοια. [Κι ἄλλο, τώρα, τί τοῦ Πλάτωνα ναί ἤ ὄχι ἡρακλείτειο, κι ἀπό κεῖνα πού φαίνονται κι ἀπό κεῖνα πού λανθάνουν, εἴτε διά Κρατύλου, ὅπως σημειώνει ὁ Ἀριστοτέλης (Μετά τά φυσικά 987α-β), ἔμμεσα, εἴτε καί ἄλλως. Γιά μένα, ὁ Πλάτων ἀσφαλῶς κ’εἶναι ριζικά ἡρακλείτειος, παρά τήν ὅλη νοησιοκρατία του καί τήν ἐν γένει ρασιοναλιστικώτατη συστηματική του, πού σφοδρά ἀντιφέρονται (καί τοῦτο βοᾷ διαρκῶς) στίς διαλεκτικές του καταβολές, τίς πιό γόνιμες καί ποιοτικές ἄλλωστε ἀπ’ ὅλες τίς «ἀποδεικτικές» ἐκεῖνες τῶν ἡσσόνων διαλόγων του.]
[18] Ἀναφορά στήν ἐναρκτική, ὅπως τή θεωροῦν, ἡρακλείτεια ρήση 131, τοῦ Diels (D1 150, 3-11), ὅπου ὁ λόγος, καθό ἐών γι’αὐτό τ’ ἀραιώνω στό κείμενό μου — δέν ξέρω ἄν δέν σημαίνῃ καί ὅ,τι θά λέγαμε σήμερα ἐμεῖς: «ἐξ ἀντικειμένου», ὁ τοῖς πράγμασι ἐγκείμενος λόγος, ὁ μή «ὑποκειμενικός» ἀλλ’ «ἀντικειμενικός», ἤτοι ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων, ἡ «δομή» τοΰ κόσμου. Ὁπότε, ὁ «μή ἀξύνετος» τέτοιου ἐόντος λόγου δέν εἶναι παρά ὁ συλλαμβάνων ἄμεσα τήν οὐσία τοΰ κόσμου κι ἄρα οἱ ἐκφράσεις του: ἄμεσες ἐκφράσεις τῶν πραγμάτων - ὄχι συμβολικές, συμβατικές κ.λ..
[19] Ὁδός ἄνω κάτω μία καί ὡυτή. Β 60 (Π| 164, 5): Ὁδός ἄνω κάτω μιά κ' ἡ ἴδια.
[20] Ποταμῷ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δίς τῷ αὐτῷ [Β 91 (D1 17 1,9-10)]: Δυό φορές δέ μπαίνεις στό ἴδιο ποτάμι. [Καί κατά τόν Κρατύλο (Ἀριστοτέλης, Μετά τά φυσικά, Γ 5. 1010α 7. D2 69, 36) οὔτε μιά!] Ποταμοῖσι τοῖσιν αὐτοΐσιν ἐμβαίνουσιν ἕτερα καί ἕτερα ὕδατα ἐπιρρεῖ [Β 12 (D1 154, 4-6)]: Σ' ὅσους μπαίνουν στά ἴδια ποτάμια ὅλο ἄλλα κι ἄλλα νερά χύνονται ἀπάνω τους. (Τό πού ὑπαινίσσεται ὅτι πόσῳ μᾶλλον κ'οἱ ἴδιοι δέν εἴν’ ἴδιοι!) Ποταμοῖς τοῖς αὐτοῖς ἐμβαίνομεν τε καί οὐκ ἐμβαίνομεν, εἶμεν τε καί οὐκ εἶμεν (Β 49α (D1 161, 11-3)]: Στά ἴδια ποτάμια μπαίνουμε καί δέ μπαίνουμε. εἴμαστε καί δέν εἴμαστε.
[21] Στή μπερξονική σημασία τοῦ ὅρου. [H. Bergson, L’evolution creatrice, (ἑλληνική μετάφραση Κ. Θ. Παπαλεξάνδρου: Ἡ δημιουργός ἐξέλιξις, Ἀθ ‘25), καί κυρίως τό δεύτερο κεφάλαιο, ὅπου καί εἰδικώτερα γιά τή διάνοια.]
[22] Σέ μικτή σημασία, ἡρακλείτεια — ὁ λόγος: ξυνός, δηλαδή κοινός σέ ὅλους (ἄρα: ὄργανο κοινωνικό, τῆς ἐν κοινωνίᾳ πρακτικῆς καθημερινῆς ζωῆς καί δράσης) — καί μπερξονική: ὅτι ἡ διάνοια συγκροτήθηκε βιολογικά, σάν ὄργανο πρός πράξη κι ὄχι πρός γνώση, καί γι’ αὐτό τέμνει τίς συνέχειες, τίς διάρκειες, τά ρεύματα ὅλα τοῦ γίγνεσθαι, καί πήζει, στατικεύει τίς ἀποτμήσεις αὐτές τοῦ πάντα ρέοντος πραγματικοῦ, γιατί αὐτό βολεύει τήν πράξη, τή δράση, ἄρα καί τήν ἐν κοινωνίᾳ ζωή. (Γι’ αὐτό καί: κοινός νοΰς. Ὁ κοινός δέ αὐτός ἀκριβῶς καί τέμνει, καί στατικοποιεῖ, κι ἀλλοιώνει ἐν γένει τα ρέοντα γίγνεσθαι ὅλα.)
[23] Οὐκ ἐθέλει καί ἐθέλει Ζηνός οὔνομα [ Β 32 (D1 159, 2, ἀλλά μέ ὄνομα, ἀντί οὔνομα πού προτιμάω ἀπ’ τόν Mullach (Μu. 316, α', 14-18), ἀκολουθοῦντα τή γραφή παρισινοῦ κώδικoς τοῦ Εὐσεβίου, ὅπως σημειώνει (13, 16-18), γιατί ταιριάζει μέ τό ἐθέλει-οὐκ ἐθέλει ν’ἀκούγεται αὐτό τό οὔνομα (σάν οὐ-ὄνομα)]: Δέ θέλει καί θέλει τοῦ θεοῦ τ ὄνομα (μή-ὄνομα)! (Πρόκειται γιά ρήση ἀθεϊκη περίπου.)
[24]Διαλεκτικό σύμμικτο ἀπ’ τίς ἡρακλείτειες ρήσεις: Β 126 (D1 179, 7), Β 117 (D1 177, 2), Β I 18 (D1 177, 4), Β 126 (D1 179, 7), κι ἀπ’τά δοξογραφικά ἀποδιδόμενα στό Σκοτεινό: Α 12 (D1 146, 33, A 1 (D, 142, 9).
[25] Ὀχλολοίδορος - ὑβριστής τοῦ ὄχλου «Ἡράκλειτος, ἀπ' τον Τίμωνα τό σιλλογράφο, στό Διογένη Λαέρτιο, IX, 6 (D1 141,3-4).
[26] Ὕβριν χρή σβεννῦναι μᾶλλον ἤ πυρκαϊήν(Ἡ 43 (D1 160, 12)]: Ἡ ὕβρις νά σβήνεται περσότερο παρά ἡ πυρκαϊά! (Ἤ: Τήν ὕβρι σβῆστε - ὄχι τήν πυρκαϊά!) Κι ἀφήνω ἀμετάφραστη τήν ὕβρι, πού ἡ σημασία της εἶναι κεντρική τοῦ ὅλου ἀρχαίου κόσμου, Ὑπερδυναμη βέβαια καί τῆς ἑβραιοχριστιανικῆς «ἁμαρτίας», καί δέν ἀποδίδεται φυσικά μέ καμμιά μας λέξη - οὔτε δά μέ τήν ταπεινή «βρισιά», τοῦ καταπεσμένου μας κόσμου, ὅπου πρωτίστως ἔσβησε τό πρωτεϊκό δέος ἔναντι τῆς ὕβρεως... Ὅταν, ἐπί παραδείγματι, ὕβρις εἶναι γιά τόν ἀρχαῖο καί ἡ προμηθεϊκή ἀκόμη ὕβρις ἐναντίον τῆς πρωτόθετης «τάξης» τοῦ κόσμου, πούναι ὁ Δίας, καί τ’ ὅπλο του ἡ Φωτιά! —, ποιά νεοελληνική «βρισιά» νά ἐκφράσῃ, στά σοβαρά, τήν προσβολή αὐτή, τήν ὕπατη, τοῦ Κεντρικοῦ Ἄξονα, πού κινεῖ κατά βάση τά πάντα; Ἴσως ἀπόμακρο «ἀντίστοιχο» νά μπορῇ νά θεωρηθῇ ὄχι καμμιά «βρισιά», ἀλλ’ οἱ ἀντιδράσεις ἐκεῖνες τῶν χορικῶν πουλιῶν τοῦ Νεκροῦ ἀδελφοῦ (βλ. Ἀπ1, 260, 9, 13-4, 23-4), πού μαζί θάμμα κι ἀντίθαμμα, ἀλλά τό ἴδιο καί κρῖμα κι ἄδικο, παράξενο μεγάλο βλέπουν τό νά περπατοῦν οἱ ζωντανοί μέ τούς ἀποθαμμένονς!.. Τέτοιου βάρους ἡ ὕβρις λοιπόν - ἔξω πράγματι ἀπ’ τήν ἀποσυνεστημένη, τήν πεσμένη νεοελληνική ζωή μας, καί γι’ αὐτό κι ἀπό τή γλώσσα μας, κι ἀπ’ τήν ἀντίληψη κι ἀπ’ τό νοῦ μας! Οἱ παραδομένοι στή βρισιά κάθε λογῆς, ποῦ νά συλλάβουν τήν Ὕβριν μέ κεφαλαῖο; Καί πῶς νά τήν ἐκφράσουν μέ τό δέος, πού πρωτίστως αὐτούς θ' ἀφάνιζε καί θά καθῇρε,.. Κι ἄν τό «σάν ἀντίστοιχο» αὐτό πού θεωρῶ τοῦ δέους τῶν χορικῶν ἐκείνων πουλιῶν βρίσκεται σ’ ἕνα λαϊκό μας τραγούδι, δέν εἶναι δικό μας, τῶν σημερνῶν μεσαιωνικό εἶναι - τό ντύμα του μόνο, τό γλωσσικό, ἔγινε μέ τόν καιρό «δικό μας», χτεσινό μας· ἀλλιῶς, εἶν’ ὁ Μεσαίωνας ὅλος μέσα του σιδεροφορεμένος, θωρακᾶτος, συμπαγής, μέ ἄξονα ὄντως κι αὐτός τό δέος ἐντός του νά τόν συνέχῃ ἔναντι πάσης ὕβρεως, τό εὐλαβικό τῆς κοινῆς συνείδησης πρός τή «φυσική τάξη τοῦ κόσμου». Δέν εἶναι δικά μας ὅμως αὐτά. Γιά τοῦτο κι ἀδύνατο ἡ γλώσσα μας νά τ’ ἀποδώσῃ. Ἡ γλώσσα εἶναι τό ἦθος, ἡ γλώσσα εἶναι καί τά πράγματα - μήν τό ξεχνᾶμε! Μή λέξη, στό λόγο, ἴσον: μή πρᾶγμα, στήν ἐμπειρία. Μή πρᾶγμα, στό βίο, ἴσον: μή λέξη στή γλώσσα, μή ἔκφραση, μή ἔννοια, μή «στάση ζωῆς» τέτοια ἔναντι τοῦ κόσμου, μή πνεῦμα καί μή συνείδηση τέτοια. (Νά κι ἀπό δῶ λοιπόν, πάλι, ἡ πιό βασική δυσκολία «ἀπόδοσης» τῶν ἡρακλείτειων ρήσεων, πού ἔρχονται πράγματι ἀπ’ ἄλλον κόσμο - ἀπό καθαυτό ἄλλον κόσμο.)
[27] Β 64 {D1 166, I) τά πάντα οἰακίζει Κεραυνός: ὅλα τά κυβερνάει ὁ Κεραυνός!
[28] Σκεδάννυμι: (διά)σκορπίζω. Κι ἀπώτερα: μοιράζω, διαμοιράζω, χαρίζω. (Σέ καιρούς διαφωτισμοῦ, παράλληλα κ’ ἡ ζωή ξεφαντώνει, φουντώνει μαζί κ’ ἡ διασκέδαση, μέ κάθε λογής ἀπελευθερώσεις, καί σπασίματα τῶν μύθων, ἐκλαϊκεύσεις τῶν μυστηρίων κ.λ.
[29] Λυσία, Κατά Ἔρατοσθενους, κατάκλεις, μέ τή στίξη ὅπως στήν ἔκδοση τῆς Ζωγραφείου, ἀπ’ τόν παλιό μας Ἀ. Ζάκα (1-11, Ά0.’7-Ί0), I, 200. (Βλ. καί σχόλιο τοῦ Ἀριστοτέλη,Ῥητορική, 3, 19.)
[30] Κατά τόν Μπέρξον (Ἡ δημιουργός ἐξέλιξις), ἡ διάνοια ἀποτελεῖ, οὕτως εἰπεῖν, ἕνα σκληρότερο πυρῆνα, γύρω ἀπ’ τόν ὁποῖο μποροῦμε νά φανταστοῦμε κάτι σάν κροσσώματα γενικώτερων ἐνστικτωδῶν-μαντευτικῶν-διαισθητικῶν δυνάμεων, πού συλλειτουργοῦν μ’ αὐτόν σέ κάθε πνευματική ἐνέργεια γενικώτερη, σάν τῆς θεωρητικῆς σκέψης, ἤ κι ὁπουδήποτε ἐξειδικευμένη. Αὐτές τίς ἄλλες, πέρ’ ἀπό τή διάνοια, δυνάμεις, ἐννοῶ μέ τήν ἔκφραση: «κροσσωτό περιβάλλον τῆς διαισθήσεως» γύρω ἀπ’ τόν καθαυτό «νοῦ», πού ἐδῶ, στό σημεῖο τοῦτο, χρησιμοποιῶ σάν ὄρο ἀντί τῆς μπερξονικῆς διάνοιας (intelligence).
[31] Plan vital τοῦ Μπέρξον, πού ἄν καί δέν προκύπτει ἀπ’ τά ἔργα του ν’ ἀσχολήθηκε εἰδικώτερα μέ τόν Ἡράκλειτο ἐνῶ ναί μέ τόν Ἀριστοτέλη καί τόν Πλωτῖνο — ἡ σκέψη του ὅμως εἶναι κατεξοχήν ἡρακλείτεια, κ’ ἡ κριτική του τῆς διάνοιας— σάν ἀνίκανης νά συλλάβῃ τό συνεχές, τήν κίνηση, τ’ ὀργανικό, τό ζωντανό, γενικά τό γίγνεσθαι κ.λ.π. — συνιστᾶ σειρά πολύ ἀποδοτικῶν ἐννοιακῶν κλειδιῶν γιά τήν ἀνάλυση τῶν θέσεων τοῦ Αἰνικτῆ.
ΣΟΦΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ
Ο αιώνας που ακολούθησε τους Περσικούς πολέμους συχνά αναφέρεται ως η εποχή του Ελληνικού διαφωτισμού, γιατί μερικοί από τους κυριότερους στοχαστές δείχνουν ορθολογισμό στην εξέταση του ανθρώπου και του κόσμου του κι έναν ενθουσιασμό για την πνευματική εμπειρία που υπαινίσσονται τον δέκατο όγδοο αιώνα. Συνετέλεσε αναμφίβολα σ' αυτό η μεθυστική νίκη του πολιτισμού επί της βαρβαρότητας, καθώς μεγάλωνε τις ελπίδες ότι ο κόσμος δεν είναι ένα παράλογο μέρος κι ότι ο άνθρωπος μπορούσε να αναπτύξει μέσα σ' αυτόν νέους θεσμούς διακυβέρνησης και κοινωνίας και νέες μορφές σκέψης και τέχνης για να ταιριάσουν στις ανάγκες του. Οι ονομαζόμενοι σοφιστές ήταν εκπρόσωποι για την πνευματική αυτή θέση[1]. Σοφιστής σημαίνει βασικά σοφός και είναι η λέξη που χρησιμοποιείται από τον Ηρόδοτο για τον Σόλωνα και τον Πυθαγόρα, αλλά όταν ο Ερμής την ξεστομίζει για τον Προμηθέα έχει ήδη μια ειρωνική χροιά, και η παρουσία σοφιστικών ιδεών και συνθημάτων στον Προμηθέα Δεσμώτη δείχνει ότι η κίνηση ήταν ήδη αρκετά προχωρημένη τουλάχιστο από τις αρχές της δεκαετίας του 450[2]. Οπωσδήποτε, στο δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα η λέξη σοφιστής μπορούσε συχνά να μεταφραστεί 'εμπειρογνώμων' κι ήταν ο αποδεκτός τίτλος εκείνων των καθηγητών της εριστικής, ρητορικής και αγωγής του πολίτη που ταξίδευαν στις κυριότερες ελληνικές πόλεις κάνοντας επίδειξη της διανοητικής και ρητορικής τους εξυπνάδας. Η παρακολούθηση της διδασκαλίας των σοφιστών ήταν του συρμού και συναρπαστική. Ήταν επίσης δαπανηρή, και οι οπαδοί τους ήταν συχνά τα νεότερα μέλη πλουσίων οικογενειών, όχι πάντα προς ευχαρίστηση των παλαιότερων και συντηρητικότερων συγγενών.
Οι σοφιστές ήταν μάλλον μέλη ενός επαγγέλματος παρά μια πολιτική, φιλοσοφική, ή λογοτεχνική σχολή, αλλά με το να επαγγέλλονται ότι διδάσκουν τον καθένα πώς να μιλά δημόσια και την αρετή, ή την αποτελεσματικότητα στη δημόσια ζωή, οι σοφιστές φαίνονταν αντι-αριστοκρατικοί, ενώ η επιδίωξή τους για επιτυχία στη συζήτηση σε βάρος της συνεπούς διάδοσης μεταφυσικών ή ηθικών αξιών εμφυσούσε ένα σκεπτικισμό που απειλούσε τις ελληνικές παραδόσεις της θρησκείας και της φιλοσοφίας. Ο Αριστοφάνης παρουσιάζει τους σοφιστές ως τσαρλατάνους, και ο αποτροπιασμός του Πλάτωνα απέναντι στο σοφιστικό σχετικισμό έχουν δώσει στη λέξη ένα μόνιμα υποτιμητικό χρωματισμό. Ωστόσο οι σοφιστές είχαν σημαντική επίδραση στη φιλοσοφία, που εδώ είναι έξω από τα ενδιαφέροντά μας, και στη λογοτεχνία, τη ρητορική και τη φιλολογία[3]. Ανέπτυξαν τις έννοιες και κατηγορίες των μερών του λόγου, εγκλίσεων, γενών και ύφους συνέβαλαν στις καλλιτεχνικές ιδιότητες του λογοτεχνικού πεζού λόγου· ανέπτυξαν παραδοξολογίες και κοινοτοπίες χρήσιμες στους δραματικούς και σ' άλλους συγγραφείς όξυναν τη συλλογιστική της συζήτησης, κι έβαλαν τα θεμέλια για λογοτεχνική κριτική. Η σοφιστική με τη μορφή αυτή αποδείχτηκε μόνιμη έλξη στους Έλληνες, συνεχίζοντας όπως φαίνεται όλον τον τέταρτο αιώνα π.Χ. και κάνοντας ξανά την εμφάνισή της στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αιώνα μ.Χ.
Ανάμεσα στους κυριότερους σοφιστές, μόνον ο Κριτίας ήταν Αθηναίος, αλλά η Αθήνα, και σε μικρότερη έκταση τα Πανελλήνια ιερά, έγιναν το κύριο βήμα της σοφιστικής. Μια ζωηρή, και ίσως όχι εντελώς άδικη, εικόνα των σοφιστών βρίσκεται στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα, το σκηνικό του οποίου τοποθετείται στο σπίτι του Καλλία που πολιορκείται από θαυμαστές του Πρωταγόρα, του Πρόδικου και του Ιππία (πβ. σ. 684 κ.ε.).
Ο Πρωταγόρας, ο παλαιότερος και πρώτος σοφιστής που διεκδίκησε τον τίτλο, καταγόταν από τα Άβδηρα της Θράκης, όπου μπορεί να γνώρισε τον Δημόκριτο. Επισκέφθηκε την Αθήνα επανειλημμένα, έγινε φίλος του Περικλή και του Ευριπίδη, και του ζητήθηκε από τους Αθηναίους να συντάξει τους νόμους για την καινούργια αποικία των Θουρίων στην Ιταλία. Αναφέρεται επίσης ότι αργότερα εξορίστηκε από την Αθήνα και ότι έκαψαν τα βιβλία του, αλλά αυτό γίνεται λιγότερο συχνά πιστευτό[4]. Ο Πλάτων δείχνει μεγαλύτερο σεβασμό στον Πρωταγόρα απ' ό,τι στους άλλους σοφιστές, και το ύφος και ο τρόπος που δίνεται στον Πρωταγόρα στο διάλογο που φέρει το όνομά του μπορεί να έχει κάποια αυθεντικότητα, ενώ ο μύθος τον οποίο αναπτύσσει για την καταγωγή της ανθρώπινης κοινωνίας και το δώρο του Προμηθέα σίγουρα αντανακλά τα ενδιαφέροντά του. Όπως στην περίπτωση άλλων σοφιστών και φιλοσόφων του καιρού του ακούμε για πολυάριθμα έργα του Πρωταγόρα, αλλά αυτά μπορεί στην πραγματικότητα να είναι μέρη λίγων, μεγαλύτερων, χαλαρά φτιαγμένων πραγματειών.
Μία από τις κυριότερες πραγματείες του Πρωταγόρα έφερε τον τίτλο Αλήθεια ή Καταβάλλοντες (= Ανασκευές). Άρχιζε με τις χτυπητές λέξεις πάντων χρημάτων μέτρον ἐστίν άνθρωπος, τῶν μέν ὄντων ὡς ἐστιν, τῶν δέ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἐστιν Ό άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, των πραγμάτων που υπάρχουν ότι υπάρχουν, και των πραγμάτων που δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν[5]. Η ακριβής σημασία του Πρωταγόρα εδώ έχει συζητηθεί πολύ, αλλά ίσως σκόπευε να πει ότι δεν υπάρχει απόλυτη πραγματικότητα, ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο φαίνεσθαι και είναι, κι ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ο κριτής του τι είναι αληθινό για τον εαυτό του. Μια δεύτερη πραγματεία, που έχει τον τίτλο, Αντιλογίαι, απεικόνιζε τον ισχυρισμό του Πρωταγόρα ότι για κάθε θέμα υπάρχουν δύο αντίθετα επιχειρήματα. Ήταν όπως φαίνεται ο πρώτος που ισχυρίστηκε ότι ήταν ικανός μέσω της τέχνης να κάνει την πιο αδύναμη υπόθεση την πιο δυνατή. Είναι επίσης γνωστό ότι υιοθέτησε μιαν αγνωστικιστική θέση για την ύπαρξη και φύση των θεών και ότι μοιραζόταν μαζί με άλλους σοφιστές ένα ενδιαφέρον στη γραμματική και την κριτική, εξετάζοντας, για παράδειγμα, τη δραματική λειτουργία των επεισοδίων στην Ιλιάδα.
Ο Πρόδικος ο Κείος επισκεπτόταν συχνά την Αθήνα όπου πρόσφερε στους μαθητές του μιαν επιλογή ανάμεσα στο μονόδραχμο ή το πενηντάδραχμο μάθημα του. Πιθανόν οι βασικές ιδέες να ήταν πολύ όμοιες, αλλά το πιο δαπανηρό μάθημα επεξηγούσε και διεύρυνε το κείμενο αναπτύσσοντας όλη τη δυναμική της μεθόδου. Αφού η παρακολούθηση της διδασκαλίας των σοφιστών ήταν κοινωνική μανία, ο Πρόδικος μπορεί να επωφελήθηκε από το γόητρο που προσφερόταν σ' όσους προεγγράφονταν για το πιο δαπανηρό μάθημα. Ενδιαφερόταν πολύ για τη γλώσσα, ιδιαίτερα τις λεπτές εννοιολογικές διακρίσεις ανάμεσα σε φαινομενικά συνώνυμα, και εξήγησε ορθολογικά την ύπαρξη των θεών ως εννοιών που αναπτύχθηκαν από τη συναίσθηση του ανθρώπου για τα ευεργετήματα της φύσης. Το πιο σημαντικό χωρίο από τα έργα του Πρόδικου ήταν σίγουρα η αφήγησή του για την εκλογή του Ηρακλή, που μας είναι καλύτερα γνωστή από τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα[6]. Άλλοι τυπικοί σοφιστές ήταν ο πολυμαθής Ιππίας ο Ηλείος, ο οποίος ανέλαβε συχνά πρεσβείες για την ιδιαίτερή του πατρίδα και ήταν ονομαστός για τη μνήμη του, και ο Θρασύμαχος ο Χαλκηδόνιος. Ο Πλάτων στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας εκλαμβάνει τον Θρασύμαχο ως τον εκπρόσωπο της ακραίας άποψης ότι η δύναμη κάνει το δίκαιο, και ο Αριστοτέλης στη Ρητορική αναφέρεται στα έργα του σαν σε πρώιμα δείγματα ρυθμικής πρόζας[7].
Ο μακρόβιος[8] Γοργίας ο Λεοντίνος αντιπροσωπεύει μια κάπως διαφορετική παράδοση ανάμεσα στους σοφιστές: πιθανόν να επηρεάστηκε από τον Κόρακα και τον Τεισία, τους ευρετές της ρητορικής στη Σικελία (π β. σ. 658), και ίσως από τον Εμπεδοκλή· παρουσιαζόταν κυρίως ως δάσκαλος της ρητορικής, που περιλάμβανε την εύρεση και το ύφος και η ευνοούμενή του λογοτεχνική μορφή ήταν η επιδεικτική ρητορική. Έχουμε δυο σύντομα δείγματα, το Ελένης Εγκώμιον και Υπέρ Παλαμήδους. Και τα δύο απεικονίζουν τη λογική τεχνική της εξάντλησης των εναλλακτικών λύσεων όπως και το παράξενο ύφος του πεζού λόγου που έκανε αίσθηση, όταν ο Γοργίας ήλθε στην Αθήνα σε μια πρεσβεία το 427 π.Χ. Το ύφος αυτό είναι βασικά μια προσαρμογή των ποιητικών ηχητικών σχημάτων σε πολύ αντιθετικό πεζό λόγο, και παρήγαγε ό, τι έγινε γνωστό ως Γοργίεια σχήματα, συμπεριλαμβανομένου και του ομοιοτέλευτου, δηλ. της χρήσης λέξεων που ομοιοκαταληκτούν στο τέλος διαδοχικών προτάσεων, και του πάρισου, δηλ. της αντιπαράθεσης προτάσεων με παρόμοιο ή, για το ισόκωλο, τον ίδιο αριθμό συλλαβών. Ένα ονομαστό δείγμα και των δύο, όπως και της επίδρασης του Γοργία σε άλλους συγγραφείς του καιρού του, είναι η θουκυδίδεια πρόταση στον επιτάφιο του Περικλή: φιλοκαλοῦμέν τε γάρ μετ' εὐτελείας καί φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας Αγαπούμε το ωραίο με απλότητα και τη σοφία χωρίς να γινόμαστε μαλθακοί[9].
Κάτι από τη στάση του Γοργία για την τέχνη του μπορεί να συναχθεί από το χωρίο στην Ελένη που περιγράφει την άλογη κυριαρχία της ψυχής από τον καλλιτεχνικό λόγο 'ένα μεγάλο δυνάστη, που με πάρα πολύ μικρό σώμα που καθόλου δεν φαίνεται δημιουργεί τα πιο θεϊκά έργα' και συνεχίζει καταγράφοντας τα αποτελέσματα του λόγου πάνω στο ακροατήριο με τρόπο που μπορεί να προμηνύει τη συζήτηση του ελέου και φόβου στην Ποιητική από τον Αριστοτέλη[10]. Μια άλλη άποψη της τέχνης που ενδιέφερε τον Γοργία ήταν δ καιρός, δηλ. η κρίσιμη στιγμή του χρόνου, μια έννοια εξίσου σημαντική στα πολιτικά, τη στρατηγική τακτική και την ιατρική[11].
Μια σύνοψη του έργου του Γοργία, Περί του μη όντος ή Περί φύσεως διατηρείται από τον Σέξτο Εμπειρικό[12]. Εδώ επιχειρηματολογεί ότι δεν υπάρχει τίποτε, ότι κι αν ακόμη υπάρχει δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από τον άνθρωπο, κι ότι κι αν ακόμη γινόταν κατανοητό δεν θα ήταν δυνατό να εκφραστεί ή να εξηγηθεί. Η απόδειξη και πάλι παίρνει τη μορφή σκιαγράφησης των δυνατοτήτων και ανασκευής της καθεμιάς με τη σειρά. Ίσως η τεχνική της συζήτησης ήταν το κυριότερο ενδιαφέρον του Γοργία, αλλά προφανώς δεν εύρισκε αποκρουστική τη φιλοσοφική επαγωγή.
Άλλα από εκείνα του Γοργία, λίγα σοφιστικά έργα σώζονται από τον πέμπτο αιώνα. Αποσπάσματα μιας πραγματείας Περί αληθείας σώζονται σε πάπυρο και αποδίδονται στον Αντιφώντα που μπορεί να ταυτιστεί με το ρήτορα και ολιγαρχικό πολιτικό, και το έργο υποστηρίζει οριστικά την ισότητα όλων των ανθρώπων[13]. Σώζεται ακόμη ένα μικρό έργο για την πολιτική άρετή και το νόμο, ο συγγραφέας του οποίου είναι γνωστός ως Ανώνυμος του Ιαμβλίχου, κι ένα ανώνυμο έργο σε δωρική διάλεκτο, οι Δισσοί λόγοι, που επεξηγεί τη διαφοροποίηση ή ταύτιση τέτοιων εννοιών όπως καλός και κακός, κόσμιος και επονείδιστος, δίκαιος και άδικος, αληθινός και ψευδής, και συζητεί άλλα θέματα που ενδιέφεραν τους σοφιστές και συμπεριελάμβαναν το διδακτό της αρετής, τα μειονεκτήματα της εκλογής των αρχόντων με κλήρο, τη χρησιμότητα της ρητορικής και της μνημονικής τέχνης.
Οι σοφιστές εκμεταλλεύτηκαν και δίδαξαν ορισμένες ιδέες και συνθήματα, πολλά από τα οποία πήγαζαν από προηγούμενους ποιητές και φιλοσόφους. Ο Ηράκλειτος, που αντιλαμβανόταν το σύμπαν ως σύγκρουση αντιθέτων, ταύτιζε φύση και λόγο και ενδιαφερόταν για τη γλώσσα, είναι ιδιαίτερα καθαρός πρόδρομος. Συχνά είναι αδύνατο να ταυτίσει κανείς την ακριβή πηγή μιας έννοιας που οι σοφιστές συνέχισαν εκ νέου· ένα καλό παράδειγμα είναι η αντίθεση λόγος-έργον που ήταν πιθανώς γνωστή σε κάθε μορφωμένο Έλληνα την εποχή του Γοργία, ο οποίος και την εκμεταλλεύτηκε πάρα πολύ, αν και σίγουρα δεν ήταν δική του επινόηση. Ωστόσο μπορούμε εύκολα να συλλέξουμε μιαν ομάδα ιδεών που σχετίζονται μεταξύ τους και να τις ταυτίσουμε ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικές των σοφιστών.
Για τους πιο πολλούς σοφιστές ένα καίριο ζήτημα ήταν το διδακτό της αρετής. Ωστόσο πρόκειται για μια όψη ενός ευρύτερου προβλήματος, της αντίθεσης ανάμεσα στη φύση και το νόμο: το έμφυτο ενάντια στο επίκτητο, ο φυσικός ενάντια στον γραπτό νόμο, ή ακόμη το προσωπικό συμφέρον ενάντια στην κοινωνική δικαιοσύνη. Ο Πρωταγόρας υπογράμμισε τη δυνατότητα του ανθρώπινου ηθικού και της πολιτικής προόδου και έκλινε στο να δώσει στην εξελικτική πορεία μεγαλύτερο βάρος στο νόμο παρά στη φύση.
Οι απόψεις του μπορούν να παραλληλισθούν και στους τρεις τραγικούς[14]. Εξάλλου το έργο του Αντιφώντα Περί Αληθείας φαίνεται να εκφράζει την άποψη ότι νόμος, στη μορφή της ηθικής που επιβάλλει ο νόμος ή μια σύμβαση, είναι παραβίαση της φύσης[15], και προφανώς ο Ιππίας νόμιζε ότι η φύση μπορούσε να καταστρέψει τους φραγμούς που δημιούργησε ανάμεσα στους ανθρώπους ο νόμος.
Στην επιστημολογική της έννοια η αντίθεση φύσις-νόμος εμφανίζεται ως η αντίθεση ανάμεσα στο πραγματικό και το φαινομενικό, ή του είναι και του φαίνεσθαι, ή της γνώσης και της πίστης, ή της απόδειξης και της πειθώς. Οι έννοιες αυτές είναι σημαντικές όχι μόνο για τη λογική των ίδιων των σοφιστών, αλλά για την ελληνική ρητορική, όπου οι επιδείξεις απόδειξης ή πιθανότητας βρήκαν πρακτική εφαρμογή. Οι κατηγορίες της αντίθεσης φύσις -νόμος μπορούσαν ακόμη να εφαρμοστούν στην ετυμολογία: δηλ. οι λέξεις έχουν τη σημασία τους από φυσικού τους, ή την αποκτούν από τη σύμβαση και τη χρήση; Το θέμα του είναι-φαίνεσθαι με τη σειρά του μπορεί να λεχθεί ότι θέτει το πρόβλημα της εγκυρότητας της παραδοσιακής πίστης και συνεπώς τέτοιων πραγμάτων όπως η ύπαρξη, η φύση και η γνωστικότητα των θεών. Οι σοφιστές σαν ομάδα αμφέβαλλαν για τη δυνατότητα θεολογικής γνώσης και μετέδιδαν τον αγνωστικισμό τους στους άλλους. Η αντίδραση ήταν έντονη, και ανάμεσα στα θύματα ήταν ο Σωκράτης. Η κάπως λεπτή διάκριση που έκανε ο Πλάτων ανάμεσα στο ρόλο και τη διδασκαλία του Σωκράτη και εκείνης των σοφιστών δεν μπορούσε να γίνει κατανοητή από μερικούς συγχρόνους του και παραποιούνταν από άλλους που έφεραν βαρέως την κριτική του, ή τον φοβούνταν.
Οι ιδέες αυτές ήταν ανάμεσα στις πιο αμφιλεγόμενες απ' αυτές που συζητούσαν οι σοφιστές, αλλά άλλες όψεις της διδασκαλίας τους ήταν τουλάχιστον το ίδιο μόνιμη συμβολή στην ελληνική πνευματική ιστορία. Υψηλά στον κατάλογο πρέπει να τοποθετηθεί η αντίληψη της τέχνης. Την εποχή των σοφιστών οι Έλληνες απέκτησαν συνείδηση για τη' δική τους γλώσσα, συμπεριλαμβανομένου και του λεξιλογίου, της γραμματικής, του ύφους και των λογικών δυνατοτήτων της, θεωρητικών ή πρακτικών, και στην ποίηση και στον πεζό λόγο. Από τη μια συνέβη μια διαδικασία σύλληψης εννοιών ορολογίας που είναι ανάλογη με την αυξανόμενη εκλέπτυνση του φιλοσοφικού ορισμού και της συζήτησης και η οποία έκανε δυνατή την επιστήμη της γραμματικής και την τέχνη της φιλολογικής κριτικής (κειμένου και λογοτεχνίας) στους επόμενους αιώνες. Από την άλλη, η αυτοσυνειδησία που δημιούργησαν οι σοφιστές δεν ήταν μια αυτοσυνειδησία αμήχανης σιωπής, αλλά καλλιτεχνικής δημιουργίας και πληθωρικής, ακόμη κι υπερβολικής συγκίνησης, σχετικά με το πνεύμα και το λόγο. Τα πράγματα αυτά τους ενδιέφεραν και τα εξέθεσαν για τη διαπαιδαγώγηση και απόλαυση των μαθητών τους. Από μιαν άποψη, οι πατέρες της ανώτερης εκπαίδευσης, είναι σίγουρα οι πρόδρομοι του Ισοκράτη και των σχολείων του τέταρτου αιώνα, και στους ανταγωνισμούς τους και την έμμονή τους ιδέα για τη λεκτική λεπτότητα αποτελούν επίσης την πρώτη εκδήλωση στην ιστορία, για καλύτερα ή χειρότερα, του ακαδημαϊκού πνεύματος.
Μια δεύτερη σημαντική ομάδα στοχαστών στον ελληνικό διαφωτισμό ήταν οι γιατροί, που μοιράζονταν μερικά χαρακτηριστικά με τους σοφιστές: συχνά ταξίδευαν από πόλη σε πόλη θεραπεύοντας ασθενείς και διδάσκοντας, αν και δεν απέκτησαν παρόμοια μ' εκείνους λαϊκή ακολουθία· κι αυτοί επίσης είχαν σοβαρό ενδιαφέρον για τη φύση[16], και όπως οι σοφιστές, κι αυτοί απομακρύνθηκαν από την παραδεκτή παράδοση, ιδιαίτερα στην απόρριψη του υπερφυσικού ως βάσης για την εξήγηση της αρρώστιας. Για παράδειγμα η πραγματεία Περί ιερής νούσου, που μπορεί να είναι τόσο πρώιμη όσο ο πέμπτος αιώνας και που στο ύφος δείχνει την επίδραση των σοφιστών, υποστηρίζει ότι η επιληψία δεν είναι περισσότερο (ούτε λιγότερο) ιερή από οποιαδήποτε άλλη αρρώστια, αλλά το αποτέλεσμα φυσικών αιτιών. Το έργο αυτό είναι μέρος του Ιπποκρατικού συντάγματος (corpus), μιας συλλογής επαγγελματικών έργων, μισο-λαϊκών παραδόσεων, συλλογών δεδομένων (ὑπομνήματα), και φιλοσοφικών πραγματειών, των οποίων μερικά μέρη χρονολογούνται από τον πέμπτο αιώνα π.Χ. Ύστερα από αιώνες συζητήσεων φαίνεται καθαρά ότι καμιά πραγματεία δεν μπορεί να αποδοθεί με κάποια εμπιστοσύνη στον ίδιο τον Ιπποκράτη, ή ακόμη στον κύκλο των εταίρων του, αφού τα δόγματα που εκτίθενται ποικίλλουν πάρα πολύ, αλλά η συλλογή μπορεί να δημιουργήθηκε στη βιβλιοθήκη της σχολής του Ιπποκράτη στην Κω[17] Λέγεται ότι ήταν σύγχρονος του Σωκράτη κι ένας Ασκληπιάδης, δηλ. μέλος ιατρικής συντεχνίας, ανάλογης με τη συντεχνία επαγγελματικών αοιδών, τους Ομηρίδες. Τέτοιες συντεχνίες ίσως άρχισαν ως οικογένειες που υιοθετούσαν φερέλπιδες μαθητές[18]. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα (Φαίδρος 210c) ο Ιπποκράτης δίδαξε ότι κατανόηση του σώματος δεν μπορεί να γίνει χωρίς την κατανόηση της φύσης στο σύνολό της, ένα δόγμα που δεν παρουσιάζεται λεπτομερώς σε οποιαδήποτε σωζόμενη πραγματεία.
Η λογοτεχνική σημασία του Ιπποκρατικού corpus είναι περιορισμένη. Οι πραγματείες είναι όλες στην ιωνική διάλεκτο κι έτσι παρουσιάζουν κάποιο γλωσσικό ενδιαφέρον, ιδιαίτερα για την ανάπτυξη τεχνικής ορολογίας. Ένα μέρος της ορολογίας αυτής ήταν γνωστή στον Θουκυδίδη, του οποίου η έκθεση του λοιμού στην Αθήνα είναι ένα κομμάτι ενός σημαντικού συγγραφέα του πέμπτου αιώνα που έχει άμεση σχέση με την ιατρική[19]. Η πραγματεία Περί αέρων, υδάτων, τόπων που ασχολείται με τις επιπτώσεις του κλίματος επί της υγείας και του χαρακτήρα, έχει αξία για τους μελετητές της ελληνικής πολεοδομίας και μπορεί να έχει κάποια σύνδεση με τις παρατηρήσεις του Ηροδότου για τα χαρακτηριστικά διαφόρων λαών. Ένας αριθμός πραγματειών διευκρινίζουν την ελληνική ροπή μάλλον για φιλοσοφική υπόθεση παρά για εμπειρική παρατήρηση, και μερικά απ' αυτά μπορούν να συνδεθούν με τις απόψεις ιδιαίτερων φιλοσόφων: για παράδειγμα το έργο Περί διαίτης, με τον Ηράκλειτο. Τα Ιπποκρατικά έργα ωστόσο είναι ένα σημαντικό προϊόν του ελληνικού νου· διευκρινίζουν τη δύναμή του για γενίκευση και διαλεκτική συζήτηση, και είχαν μεγάλη επίδραση στον Πλάτωνα και Αριστοτέλη όπως και στην ιστορία της ιατρικής.
--------------------------------
[1] Η έκθεση που δίνεται εδώ είναι πολύ επηρεασμένη από τον Guthrie (1969). Άλλες σημαντικές συζητήσεις είναι εκείνες των Jaeger (1939) 286-331, Solmsen (1975) και Kerferd (1981).
[2] Πβ. Herington (1970) 94-7
[3] Η πιο φιλοσοφική πραγμάτευση των σοφιστών είναι ίσως εκείνη του Untersteiner (1954). Για τους σοφιστές ως φιλολόγους πβ. Pfeiffer 15-56, ως ρήτορες Comperz (1912) και Kennedy (1963) 26-70.
[4] Πβ. Dover (1976) 34-7.
[5] Από τον Σέξτο Εμπειρικό, προς μαθημ. 7.60. Αυτή είναι η μετάφραση και ερμηνεία του Guthrie (1969) 183 κ.ε.
[6] 2.1.21-34.
[7] Ρητορ. 3.1409a 2, όπου συζητεί τον παιάνα.
[8] Αναφορές για την ηλικία του ποικίλλουν από 105 ως 109 χρόνια.
[9] 2.40.
[10] Πβ. Segal (1962) 99-155.
[11] Συζητήθηκε από τον Pohlenz (1933) 53-92.
[12] Προς μαθημ. 7.65-87.
[13] Πβ. Morrison (1961) 49-58.
[14] Πβ., π. χ., Αισχ. Πρ. Λεσμ. 442-68· 478-506· Σοφ. Αντ. 332-71 · Ευρ. Ικέτ. 201-13.
[15] Αυτό απηχείται λιγότερο ειδικά στους ποιητές. Ο Guthrie (1969) 113-14 παραθέτει το απ. 920 του Ευριπίδη και χωρία που υποδηλώνουν το δημοφιλές της άποψης ανασκευά-ζοντάς την.
[16] Ο Jaeger (1945) 6 νομίζει ότι η αντίληψη της φύσης αναπτύχθηκε από τους Ίωνες φιλοσόφους στους δασκάλους της ιατρικής, στους σοφιστές και στον Θουκυδίδη.
[17] Πβ. Kiihn (1956) και Di11er (1959) 271-87.
[18] Πβ. Jones (1923) Ι x1iv-x1vi.
[19] Πβ. Page (1953) 97-115 και Gomme (1956) στον Θουκυδίδη 2.48.3.
Οι σοφιστές ήταν μάλλον μέλη ενός επαγγέλματος παρά μια πολιτική, φιλοσοφική, ή λογοτεχνική σχολή, αλλά με το να επαγγέλλονται ότι διδάσκουν τον καθένα πώς να μιλά δημόσια και την αρετή, ή την αποτελεσματικότητα στη δημόσια ζωή, οι σοφιστές φαίνονταν αντι-αριστοκρατικοί, ενώ η επιδίωξή τους για επιτυχία στη συζήτηση σε βάρος της συνεπούς διάδοσης μεταφυσικών ή ηθικών αξιών εμφυσούσε ένα σκεπτικισμό που απειλούσε τις ελληνικές παραδόσεις της θρησκείας και της φιλοσοφίας. Ο Αριστοφάνης παρουσιάζει τους σοφιστές ως τσαρλατάνους, και ο αποτροπιασμός του Πλάτωνα απέναντι στο σοφιστικό σχετικισμό έχουν δώσει στη λέξη ένα μόνιμα υποτιμητικό χρωματισμό. Ωστόσο οι σοφιστές είχαν σημαντική επίδραση στη φιλοσοφία, που εδώ είναι έξω από τα ενδιαφέροντά μας, και στη λογοτεχνία, τη ρητορική και τη φιλολογία[3]. Ανέπτυξαν τις έννοιες και κατηγορίες των μερών του λόγου, εγκλίσεων, γενών και ύφους συνέβαλαν στις καλλιτεχνικές ιδιότητες του λογοτεχνικού πεζού λόγου· ανέπτυξαν παραδοξολογίες και κοινοτοπίες χρήσιμες στους δραματικούς και σ' άλλους συγγραφείς όξυναν τη συλλογιστική της συζήτησης, κι έβαλαν τα θεμέλια για λογοτεχνική κριτική. Η σοφιστική με τη μορφή αυτή αποδείχτηκε μόνιμη έλξη στους Έλληνες, συνεχίζοντας όπως φαίνεται όλον τον τέταρτο αιώνα π.Χ. και κάνοντας ξανά την εμφάνισή της στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αιώνα μ.Χ.
Ανάμεσα στους κυριότερους σοφιστές, μόνον ο Κριτίας ήταν Αθηναίος, αλλά η Αθήνα, και σε μικρότερη έκταση τα Πανελλήνια ιερά, έγιναν το κύριο βήμα της σοφιστικής. Μια ζωηρή, και ίσως όχι εντελώς άδικη, εικόνα των σοφιστών βρίσκεται στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα, το σκηνικό του οποίου τοποθετείται στο σπίτι του Καλλία που πολιορκείται από θαυμαστές του Πρωταγόρα, του Πρόδικου και του Ιππία (πβ. σ. 684 κ.ε.).
Ο Πρωταγόρας, ο παλαιότερος και πρώτος σοφιστής που διεκδίκησε τον τίτλο, καταγόταν από τα Άβδηρα της Θράκης, όπου μπορεί να γνώρισε τον Δημόκριτο. Επισκέφθηκε την Αθήνα επανειλημμένα, έγινε φίλος του Περικλή και του Ευριπίδη, και του ζητήθηκε από τους Αθηναίους να συντάξει τους νόμους για την καινούργια αποικία των Θουρίων στην Ιταλία. Αναφέρεται επίσης ότι αργότερα εξορίστηκε από την Αθήνα και ότι έκαψαν τα βιβλία του, αλλά αυτό γίνεται λιγότερο συχνά πιστευτό[4]. Ο Πλάτων δείχνει μεγαλύτερο σεβασμό στον Πρωταγόρα απ' ό,τι στους άλλους σοφιστές, και το ύφος και ο τρόπος που δίνεται στον Πρωταγόρα στο διάλογο που φέρει το όνομά του μπορεί να έχει κάποια αυθεντικότητα, ενώ ο μύθος τον οποίο αναπτύσσει για την καταγωγή της ανθρώπινης κοινωνίας και το δώρο του Προμηθέα σίγουρα αντανακλά τα ενδιαφέροντά του. Όπως στην περίπτωση άλλων σοφιστών και φιλοσόφων του καιρού του ακούμε για πολυάριθμα έργα του Πρωταγόρα, αλλά αυτά μπορεί στην πραγματικότητα να είναι μέρη λίγων, μεγαλύτερων, χαλαρά φτιαγμένων πραγματειών.
Μία από τις κυριότερες πραγματείες του Πρωταγόρα έφερε τον τίτλο Αλήθεια ή Καταβάλλοντες (= Ανασκευές). Άρχιζε με τις χτυπητές λέξεις πάντων χρημάτων μέτρον ἐστίν άνθρωπος, τῶν μέν ὄντων ὡς ἐστιν, τῶν δέ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἐστιν Ό άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, των πραγμάτων που υπάρχουν ότι υπάρχουν, και των πραγμάτων που δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν[5]. Η ακριβής σημασία του Πρωταγόρα εδώ έχει συζητηθεί πολύ, αλλά ίσως σκόπευε να πει ότι δεν υπάρχει απόλυτη πραγματικότητα, ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο φαίνεσθαι και είναι, κι ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ο κριτής του τι είναι αληθινό για τον εαυτό του. Μια δεύτερη πραγματεία, που έχει τον τίτλο, Αντιλογίαι, απεικόνιζε τον ισχυρισμό του Πρωταγόρα ότι για κάθε θέμα υπάρχουν δύο αντίθετα επιχειρήματα. Ήταν όπως φαίνεται ο πρώτος που ισχυρίστηκε ότι ήταν ικανός μέσω της τέχνης να κάνει την πιο αδύναμη υπόθεση την πιο δυνατή. Είναι επίσης γνωστό ότι υιοθέτησε μιαν αγνωστικιστική θέση για την ύπαρξη και φύση των θεών και ότι μοιραζόταν μαζί με άλλους σοφιστές ένα ενδιαφέρον στη γραμματική και την κριτική, εξετάζοντας, για παράδειγμα, τη δραματική λειτουργία των επεισοδίων στην Ιλιάδα.
Ο Πρόδικος ο Κείος επισκεπτόταν συχνά την Αθήνα όπου πρόσφερε στους μαθητές του μιαν επιλογή ανάμεσα στο μονόδραχμο ή το πενηντάδραχμο μάθημα του. Πιθανόν οι βασικές ιδέες να ήταν πολύ όμοιες, αλλά το πιο δαπανηρό μάθημα επεξηγούσε και διεύρυνε το κείμενο αναπτύσσοντας όλη τη δυναμική της μεθόδου. Αφού η παρακολούθηση της διδασκαλίας των σοφιστών ήταν κοινωνική μανία, ο Πρόδικος μπορεί να επωφελήθηκε από το γόητρο που προσφερόταν σ' όσους προεγγράφονταν για το πιο δαπανηρό μάθημα. Ενδιαφερόταν πολύ για τη γλώσσα, ιδιαίτερα τις λεπτές εννοιολογικές διακρίσεις ανάμεσα σε φαινομενικά συνώνυμα, και εξήγησε ορθολογικά την ύπαρξη των θεών ως εννοιών που αναπτύχθηκαν από τη συναίσθηση του ανθρώπου για τα ευεργετήματα της φύσης. Το πιο σημαντικό χωρίο από τα έργα του Πρόδικου ήταν σίγουρα η αφήγησή του για την εκλογή του Ηρακλή, που μας είναι καλύτερα γνωστή από τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα[6]. Άλλοι τυπικοί σοφιστές ήταν ο πολυμαθής Ιππίας ο Ηλείος, ο οποίος ανέλαβε συχνά πρεσβείες για την ιδιαίτερή του πατρίδα και ήταν ονομαστός για τη μνήμη του, και ο Θρασύμαχος ο Χαλκηδόνιος. Ο Πλάτων στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας εκλαμβάνει τον Θρασύμαχο ως τον εκπρόσωπο της ακραίας άποψης ότι η δύναμη κάνει το δίκαιο, και ο Αριστοτέλης στη Ρητορική αναφέρεται στα έργα του σαν σε πρώιμα δείγματα ρυθμικής πρόζας[7].
Ο μακρόβιος[8] Γοργίας ο Λεοντίνος αντιπροσωπεύει μια κάπως διαφορετική παράδοση ανάμεσα στους σοφιστές: πιθανόν να επηρεάστηκε από τον Κόρακα και τον Τεισία, τους ευρετές της ρητορικής στη Σικελία (π β. σ. 658), και ίσως από τον Εμπεδοκλή· παρουσιαζόταν κυρίως ως δάσκαλος της ρητορικής, που περιλάμβανε την εύρεση και το ύφος και η ευνοούμενή του λογοτεχνική μορφή ήταν η επιδεικτική ρητορική. Έχουμε δυο σύντομα δείγματα, το Ελένης Εγκώμιον και Υπέρ Παλαμήδους. Και τα δύο απεικονίζουν τη λογική τεχνική της εξάντλησης των εναλλακτικών λύσεων όπως και το παράξενο ύφος του πεζού λόγου που έκανε αίσθηση, όταν ο Γοργίας ήλθε στην Αθήνα σε μια πρεσβεία το 427 π.Χ. Το ύφος αυτό είναι βασικά μια προσαρμογή των ποιητικών ηχητικών σχημάτων σε πολύ αντιθετικό πεζό λόγο, και παρήγαγε ό, τι έγινε γνωστό ως Γοργίεια σχήματα, συμπεριλαμβανομένου και του ομοιοτέλευτου, δηλ. της χρήσης λέξεων που ομοιοκαταληκτούν στο τέλος διαδοχικών προτάσεων, και του πάρισου, δηλ. της αντιπαράθεσης προτάσεων με παρόμοιο ή, για το ισόκωλο, τον ίδιο αριθμό συλλαβών. Ένα ονομαστό δείγμα και των δύο, όπως και της επίδρασης του Γοργία σε άλλους συγγραφείς του καιρού του, είναι η θουκυδίδεια πρόταση στον επιτάφιο του Περικλή: φιλοκαλοῦμέν τε γάρ μετ' εὐτελείας καί φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας Αγαπούμε το ωραίο με απλότητα και τη σοφία χωρίς να γινόμαστε μαλθακοί[9].
Κάτι από τη στάση του Γοργία για την τέχνη του μπορεί να συναχθεί από το χωρίο στην Ελένη που περιγράφει την άλογη κυριαρχία της ψυχής από τον καλλιτεχνικό λόγο 'ένα μεγάλο δυνάστη, που με πάρα πολύ μικρό σώμα που καθόλου δεν φαίνεται δημιουργεί τα πιο θεϊκά έργα' και συνεχίζει καταγράφοντας τα αποτελέσματα του λόγου πάνω στο ακροατήριο με τρόπο που μπορεί να προμηνύει τη συζήτηση του ελέου και φόβου στην Ποιητική από τον Αριστοτέλη[10]. Μια άλλη άποψη της τέχνης που ενδιέφερε τον Γοργία ήταν δ καιρός, δηλ. η κρίσιμη στιγμή του χρόνου, μια έννοια εξίσου σημαντική στα πολιτικά, τη στρατηγική τακτική και την ιατρική[11].
Μια σύνοψη του έργου του Γοργία, Περί του μη όντος ή Περί φύσεως διατηρείται από τον Σέξτο Εμπειρικό[12]. Εδώ επιχειρηματολογεί ότι δεν υπάρχει τίποτε, ότι κι αν ακόμη υπάρχει δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από τον άνθρωπο, κι ότι κι αν ακόμη γινόταν κατανοητό δεν θα ήταν δυνατό να εκφραστεί ή να εξηγηθεί. Η απόδειξη και πάλι παίρνει τη μορφή σκιαγράφησης των δυνατοτήτων και ανασκευής της καθεμιάς με τη σειρά. Ίσως η τεχνική της συζήτησης ήταν το κυριότερο ενδιαφέρον του Γοργία, αλλά προφανώς δεν εύρισκε αποκρουστική τη φιλοσοφική επαγωγή.
Άλλα από εκείνα του Γοργία, λίγα σοφιστικά έργα σώζονται από τον πέμπτο αιώνα. Αποσπάσματα μιας πραγματείας Περί αληθείας σώζονται σε πάπυρο και αποδίδονται στον Αντιφώντα που μπορεί να ταυτιστεί με το ρήτορα και ολιγαρχικό πολιτικό, και το έργο υποστηρίζει οριστικά την ισότητα όλων των ανθρώπων[13]. Σώζεται ακόμη ένα μικρό έργο για την πολιτική άρετή και το νόμο, ο συγγραφέας του οποίου είναι γνωστός ως Ανώνυμος του Ιαμβλίχου, κι ένα ανώνυμο έργο σε δωρική διάλεκτο, οι Δισσοί λόγοι, που επεξηγεί τη διαφοροποίηση ή ταύτιση τέτοιων εννοιών όπως καλός και κακός, κόσμιος και επονείδιστος, δίκαιος και άδικος, αληθινός και ψευδής, και συζητεί άλλα θέματα που ενδιέφεραν τους σοφιστές και συμπεριελάμβαναν το διδακτό της αρετής, τα μειονεκτήματα της εκλογής των αρχόντων με κλήρο, τη χρησιμότητα της ρητορικής και της μνημονικής τέχνης.
Οι σοφιστές εκμεταλλεύτηκαν και δίδαξαν ορισμένες ιδέες και συνθήματα, πολλά από τα οποία πήγαζαν από προηγούμενους ποιητές και φιλοσόφους. Ο Ηράκλειτος, που αντιλαμβανόταν το σύμπαν ως σύγκρουση αντιθέτων, ταύτιζε φύση και λόγο και ενδιαφερόταν για τη γλώσσα, είναι ιδιαίτερα καθαρός πρόδρομος. Συχνά είναι αδύνατο να ταυτίσει κανείς την ακριβή πηγή μιας έννοιας που οι σοφιστές συνέχισαν εκ νέου· ένα καλό παράδειγμα είναι η αντίθεση λόγος-έργον που ήταν πιθανώς γνωστή σε κάθε μορφωμένο Έλληνα την εποχή του Γοργία, ο οποίος και την εκμεταλλεύτηκε πάρα πολύ, αν και σίγουρα δεν ήταν δική του επινόηση. Ωστόσο μπορούμε εύκολα να συλλέξουμε μιαν ομάδα ιδεών που σχετίζονται μεταξύ τους και να τις ταυτίσουμε ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικές των σοφιστών.
Για τους πιο πολλούς σοφιστές ένα καίριο ζήτημα ήταν το διδακτό της αρετής. Ωστόσο πρόκειται για μια όψη ενός ευρύτερου προβλήματος, της αντίθεσης ανάμεσα στη φύση και το νόμο: το έμφυτο ενάντια στο επίκτητο, ο φυσικός ενάντια στον γραπτό νόμο, ή ακόμη το προσωπικό συμφέρον ενάντια στην κοινωνική δικαιοσύνη. Ο Πρωταγόρας υπογράμμισε τη δυνατότητα του ανθρώπινου ηθικού και της πολιτικής προόδου και έκλινε στο να δώσει στην εξελικτική πορεία μεγαλύτερο βάρος στο νόμο παρά στη φύση.
Οι απόψεις του μπορούν να παραλληλισθούν και στους τρεις τραγικούς[14]. Εξάλλου το έργο του Αντιφώντα Περί Αληθείας φαίνεται να εκφράζει την άποψη ότι νόμος, στη μορφή της ηθικής που επιβάλλει ο νόμος ή μια σύμβαση, είναι παραβίαση της φύσης[15], και προφανώς ο Ιππίας νόμιζε ότι η φύση μπορούσε να καταστρέψει τους φραγμούς που δημιούργησε ανάμεσα στους ανθρώπους ο νόμος.
Στην επιστημολογική της έννοια η αντίθεση φύσις-νόμος εμφανίζεται ως η αντίθεση ανάμεσα στο πραγματικό και το φαινομενικό, ή του είναι και του φαίνεσθαι, ή της γνώσης και της πίστης, ή της απόδειξης και της πειθώς. Οι έννοιες αυτές είναι σημαντικές όχι μόνο για τη λογική των ίδιων των σοφιστών, αλλά για την ελληνική ρητορική, όπου οι επιδείξεις απόδειξης ή πιθανότητας βρήκαν πρακτική εφαρμογή. Οι κατηγορίες της αντίθεσης φύσις -νόμος μπορούσαν ακόμη να εφαρμοστούν στην ετυμολογία: δηλ. οι λέξεις έχουν τη σημασία τους από φυσικού τους, ή την αποκτούν από τη σύμβαση και τη χρήση; Το θέμα του είναι-φαίνεσθαι με τη σειρά του μπορεί να λεχθεί ότι θέτει το πρόβλημα της εγκυρότητας της παραδοσιακής πίστης και συνεπώς τέτοιων πραγμάτων όπως η ύπαρξη, η φύση και η γνωστικότητα των θεών. Οι σοφιστές σαν ομάδα αμφέβαλλαν για τη δυνατότητα θεολογικής γνώσης και μετέδιδαν τον αγνωστικισμό τους στους άλλους. Η αντίδραση ήταν έντονη, και ανάμεσα στα θύματα ήταν ο Σωκράτης. Η κάπως λεπτή διάκριση που έκανε ο Πλάτων ανάμεσα στο ρόλο και τη διδασκαλία του Σωκράτη και εκείνης των σοφιστών δεν μπορούσε να γίνει κατανοητή από μερικούς συγχρόνους του και παραποιούνταν από άλλους που έφεραν βαρέως την κριτική του, ή τον φοβούνταν.
Οι ιδέες αυτές ήταν ανάμεσα στις πιο αμφιλεγόμενες απ' αυτές που συζητούσαν οι σοφιστές, αλλά άλλες όψεις της διδασκαλίας τους ήταν τουλάχιστον το ίδιο μόνιμη συμβολή στην ελληνική πνευματική ιστορία. Υψηλά στον κατάλογο πρέπει να τοποθετηθεί η αντίληψη της τέχνης. Την εποχή των σοφιστών οι Έλληνες απέκτησαν συνείδηση για τη' δική τους γλώσσα, συμπεριλαμβανομένου και του λεξιλογίου, της γραμματικής, του ύφους και των λογικών δυνατοτήτων της, θεωρητικών ή πρακτικών, και στην ποίηση και στον πεζό λόγο. Από τη μια συνέβη μια διαδικασία σύλληψης εννοιών ορολογίας που είναι ανάλογη με την αυξανόμενη εκλέπτυνση του φιλοσοφικού ορισμού και της συζήτησης και η οποία έκανε δυνατή την επιστήμη της γραμματικής και την τέχνη της φιλολογικής κριτικής (κειμένου και λογοτεχνίας) στους επόμενους αιώνες. Από την άλλη, η αυτοσυνειδησία που δημιούργησαν οι σοφιστές δεν ήταν μια αυτοσυνειδησία αμήχανης σιωπής, αλλά καλλιτεχνικής δημιουργίας και πληθωρικής, ακόμη κι υπερβολικής συγκίνησης, σχετικά με το πνεύμα και το λόγο. Τα πράγματα αυτά τους ενδιέφεραν και τα εξέθεσαν για τη διαπαιδαγώγηση και απόλαυση των μαθητών τους. Από μιαν άποψη, οι πατέρες της ανώτερης εκπαίδευσης, είναι σίγουρα οι πρόδρομοι του Ισοκράτη και των σχολείων του τέταρτου αιώνα, και στους ανταγωνισμούς τους και την έμμονή τους ιδέα για τη λεκτική λεπτότητα αποτελούν επίσης την πρώτη εκδήλωση στην ιστορία, για καλύτερα ή χειρότερα, του ακαδημαϊκού πνεύματος.
Μια δεύτερη σημαντική ομάδα στοχαστών στον ελληνικό διαφωτισμό ήταν οι γιατροί, που μοιράζονταν μερικά χαρακτηριστικά με τους σοφιστές: συχνά ταξίδευαν από πόλη σε πόλη θεραπεύοντας ασθενείς και διδάσκοντας, αν και δεν απέκτησαν παρόμοια μ' εκείνους λαϊκή ακολουθία· κι αυτοί επίσης είχαν σοβαρό ενδιαφέρον για τη φύση[16], και όπως οι σοφιστές, κι αυτοί απομακρύνθηκαν από την παραδεκτή παράδοση, ιδιαίτερα στην απόρριψη του υπερφυσικού ως βάσης για την εξήγηση της αρρώστιας. Για παράδειγμα η πραγματεία Περί ιερής νούσου, που μπορεί να είναι τόσο πρώιμη όσο ο πέμπτος αιώνας και που στο ύφος δείχνει την επίδραση των σοφιστών, υποστηρίζει ότι η επιληψία δεν είναι περισσότερο (ούτε λιγότερο) ιερή από οποιαδήποτε άλλη αρρώστια, αλλά το αποτέλεσμα φυσικών αιτιών. Το έργο αυτό είναι μέρος του Ιπποκρατικού συντάγματος (corpus), μιας συλλογής επαγγελματικών έργων, μισο-λαϊκών παραδόσεων, συλλογών δεδομένων (ὑπομνήματα), και φιλοσοφικών πραγματειών, των οποίων μερικά μέρη χρονολογούνται από τον πέμπτο αιώνα π.Χ. Ύστερα από αιώνες συζητήσεων φαίνεται καθαρά ότι καμιά πραγματεία δεν μπορεί να αποδοθεί με κάποια εμπιστοσύνη στον ίδιο τον Ιπποκράτη, ή ακόμη στον κύκλο των εταίρων του, αφού τα δόγματα που εκτίθενται ποικίλλουν πάρα πολύ, αλλά η συλλογή μπορεί να δημιουργήθηκε στη βιβλιοθήκη της σχολής του Ιπποκράτη στην Κω[17] Λέγεται ότι ήταν σύγχρονος του Σωκράτη κι ένας Ασκληπιάδης, δηλ. μέλος ιατρικής συντεχνίας, ανάλογης με τη συντεχνία επαγγελματικών αοιδών, τους Ομηρίδες. Τέτοιες συντεχνίες ίσως άρχισαν ως οικογένειες που υιοθετούσαν φερέλπιδες μαθητές[18]. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα (Φαίδρος 210c) ο Ιπποκράτης δίδαξε ότι κατανόηση του σώματος δεν μπορεί να γίνει χωρίς την κατανόηση της φύσης στο σύνολό της, ένα δόγμα που δεν παρουσιάζεται λεπτομερώς σε οποιαδήποτε σωζόμενη πραγματεία.
Η λογοτεχνική σημασία του Ιπποκρατικού corpus είναι περιορισμένη. Οι πραγματείες είναι όλες στην ιωνική διάλεκτο κι έτσι παρουσιάζουν κάποιο γλωσσικό ενδιαφέρον, ιδιαίτερα για την ανάπτυξη τεχνικής ορολογίας. Ένα μέρος της ορολογίας αυτής ήταν γνωστή στον Θουκυδίδη, του οποίου η έκθεση του λοιμού στην Αθήνα είναι ένα κομμάτι ενός σημαντικού συγγραφέα του πέμπτου αιώνα που έχει άμεση σχέση με την ιατρική[19]. Η πραγματεία Περί αέρων, υδάτων, τόπων που ασχολείται με τις επιπτώσεις του κλίματος επί της υγείας και του χαρακτήρα, έχει αξία για τους μελετητές της ελληνικής πολεοδομίας και μπορεί να έχει κάποια σύνδεση με τις παρατηρήσεις του Ηροδότου για τα χαρακτηριστικά διαφόρων λαών. Ένας αριθμός πραγματειών διευκρινίζουν την ελληνική ροπή μάλλον για φιλοσοφική υπόθεση παρά για εμπειρική παρατήρηση, και μερικά απ' αυτά μπορούν να συνδεθούν με τις απόψεις ιδιαίτερων φιλοσόφων: για παράδειγμα το έργο Περί διαίτης, με τον Ηράκλειτο. Τα Ιπποκρατικά έργα ωστόσο είναι ένα σημαντικό προϊόν του ελληνικού νου· διευκρινίζουν τη δύναμή του για γενίκευση και διαλεκτική συζήτηση, και είχαν μεγάλη επίδραση στον Πλάτωνα και Αριστοτέλη όπως και στην ιστορία της ιατρικής.
--------------------------------
[1] Η έκθεση που δίνεται εδώ είναι πολύ επηρεασμένη από τον Guthrie (1969). Άλλες σημαντικές συζητήσεις είναι εκείνες των Jaeger (1939) 286-331, Solmsen (1975) και Kerferd (1981).
[2] Πβ. Herington (1970) 94-7
[3] Η πιο φιλοσοφική πραγμάτευση των σοφιστών είναι ίσως εκείνη του Untersteiner (1954). Για τους σοφιστές ως φιλολόγους πβ. Pfeiffer 15-56, ως ρήτορες Comperz (1912) και Kennedy (1963) 26-70.
[4] Πβ. Dover (1976) 34-7.
[5] Από τον Σέξτο Εμπειρικό, προς μαθημ. 7.60. Αυτή είναι η μετάφραση και ερμηνεία του Guthrie (1969) 183 κ.ε.
[6] 2.1.21-34.
[7] Ρητορ. 3.1409a 2, όπου συζητεί τον παιάνα.
[8] Αναφορές για την ηλικία του ποικίλλουν από 105 ως 109 χρόνια.
[9] 2.40.
[10] Πβ. Segal (1962) 99-155.
[11] Συζητήθηκε από τον Pohlenz (1933) 53-92.
[12] Προς μαθημ. 7.65-87.
[13] Πβ. Morrison (1961) 49-58.
[14] Πβ., π. χ., Αισχ. Πρ. Λεσμ. 442-68· 478-506· Σοφ. Αντ. 332-71 · Ευρ. Ικέτ. 201-13.
[15] Αυτό απηχείται λιγότερο ειδικά στους ποιητές. Ο Guthrie (1969) 113-14 παραθέτει το απ. 920 του Ευριπίδη και χωρία που υποδηλώνουν το δημοφιλές της άποψης ανασκευά-ζοντάς την.
[16] Ο Jaeger (1945) 6 νομίζει ότι η αντίληψη της φύσης αναπτύχθηκε από τους Ίωνες φιλοσόφους στους δασκάλους της ιατρικής, στους σοφιστές και στον Θουκυδίδη.
[17] Πβ. Kiihn (1956) και Di11er (1959) 271-87.
[18] Πβ. Jones (1923) Ι x1iv-x1vi.
[19] Πβ. Page (1953) 97-115 και Gomme (1956) στον Θουκυδίδη 2.48.3.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)




