Κυριακή 16 Απριλίου 2023

Η χριστιανική Ανάσταση και Ανάληψη

Στο παρόν άρθρο, θα ασχοληθούμε με τα γεγονότα των Ευαγγελίων που αναφέρονται μετά την ταφή του Ιησού, στην οποία είχαμε ασχοληθεί την καλούμενη και Μεγάλη Παρασκευή με την εμφάνιση του Ιωσήφ από την Αριμαθαία. Θα δούμε τι ακριβώς λένε τα Ευαγγέλια για το θέμα αυτό και θα κάνουμε τις απαραίτητες συγκρίσεις και σκέψεις.


Η διαπίστωση του άδειου τάφου, δηλαδή η... Ανάσταση

Ας δούμε το Ευαγγέλιο του Μάρκου,  ο οποίος, αν και δεν ήταν ο ίδιος μαθητής, θεωρείται το παλαιότερο.

“1 Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. 2 καὶ λίαν πρωῒ τς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. 5 καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. 6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. 7 ἀλλ' ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. 8 καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.” (Κατά Μάρκον, 16: 1-8).

Αν ψάξετε στην Αγία Γραφή, θα διαπιστώσετε ότι το κείμενο έχει και συνέχεια, που μιλάει ξεκάθαρα για Ανάσταση, εμφανίσεις στους μαθητές και την Ανάληψη. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα: Η συνέχεια αυτή είναι πλαστογραφία, δηλαδή αποδεδειγμένη προσθήκη που μπήκε τον 4ο αι. από κάποιον χριστιανό αντιγραφέα και αυτό φαίνεται από τους αρχαιότερους κώδικες που έχουμε (Σιναϊτικό και Βατικανού) στους οποίους απουσιάζει, προφανώς για να μην μείνει το κείμενο ανολοκλήρωτο με τις νεώτερες δοξασίες του αρχικού και ραγδαία μεταβαλλόμενου Χριστιανισμού -διαβάστε και εδώ. Έτσι, δεν θα ασχοληθώ με το τι γράφει αυτό από εκεί και πέρα.

Έχουμε λοιπόν τρεις επώνυμες γυναίκες, που κατά την ανατολή του Σαββάτου (που ήταν και ημέρα του Πάσχα των Εβραίων), φθάνουν στον λαξεμένο τάφο και βλέπουν τον λίθο μετακινημένο και έναν λευκοντυμένο νέο καθισμένο δεξιά. Τους λέει λοιπόν, ότι ο Ιησούς ο Ναζαρηνός που είχε σταυρωθεί, σηκώθηκε και δεν είναι εκεί, χωρίς να μας εξηγεί πως σηκώθηκε. Αυτό που τους λέει πάντως, είναι να πάνε στον Πέτρο και τους άλλους μαθητές και να οδηγηθούν στην Γαλιλαία και εκεί θα τους δει, αλλά αυτές φοβήθηκαν και δεν είπαν σε κανένα τίποτα. Το πως το μάθαμε φυσικά είναι ένα άλλο θέμα.

Πάμε τώρα στον Ματθαίο που ήταν -υποτίθεται- και μαθητής του Ιησού:

“1 Ὀψὲ δὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων, ἦλθεν μαρία ἡ μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφον. 2 καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας· ἄγγελος γὰρ κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ καὶ προσελθὼν ἀπεκύλισεν τὸν λίθον καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. 3 ἦν δὲ ἡ εἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡς χιών. 4 ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες καὶ ἐγενήθησαν ὡς νεκροί. 5 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπεν ταῖς γυναιξίν, μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς, οἶδα γὰρ ὅτι Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε· 6 οὐκ ἔστιν ὧδε, ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπεν· δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο. 7 καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι Ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε· ἰδοὺ εἶπον ὑμῖν. 8 καὶ ἀπελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ. 9 καὶ ἰδοὺ Ἰησοῦς ὑπήντησεν αὐταῖς λέγων, Χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ. 10 τότε λέγει αὐταῖς ὁ Ἰησοῦς, μὴ φοβεῖσθε· ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς μου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με ὄψονται.” (Κατά Ματθαίον, 28: 1-10).

Εδώ, έχουμε την ίδια ημέρα και ώρα, αλλά είναι μόνο 2 γυναίκες επισκέπτριες του τάφου (αν θεωρήσουμε ότι η άλλη είναι του Ιακώβου, μας λείπει η Σαλώμη, ίσως ο Ματθαίος αν και μαθητής να την ξέχασε). Εδώ όμως, σε αντίθεση με τον Μάρκο, έχουμε και μεγάλο σεισμό για τον οποίο προφανώς ο Μάρκος και οι άλλοι δεν άκουσαν τίποτα, γιατί θα δούμε παρακάτω, ότι ούτε οι άλλοι μιλάνε για σεισμό. Ο τάφος είναι κλειστός και ένας άγγελος που κατέβηκε από τον ουρανό, μετακίνησε τον βράχο (προφανώς αυτόν που κάλυπτε τον λαξεμένο τάφο) και κάθισε πάνω στον βράχο και όχι μέσα, όπως ο νέος στον Μάρκο. Τους λέει λοιπόν και αυτός, να πουν στους μαθητές του, ότι ο Ιησούς σηκώθηκε από τους νεκρούς και θα τους δει στην Γαλιλαία. Σε αυτό το εντυπωσιακό σενάριο, οι γυναίκες έφυγαν με φόβο αλλά και χαρά για να τα πουν στους μαθητές, αλλά στον δρόμο συναντούν τον αναστημένο Ιησού και αφού τον προσκύνησαν του κράτησαν τα πόδια. Τέλος, ο Ιησούς τους ξαναλέει αυτά που τους είπε ήδη ο άγγελος, δηλαδή να πάνε στους μαθητές, ένας από τους οποίους υποτίθεται είναι και ο συγγραφέας και να τους ενημερώσουν ότι θα τους δει στην Γαλιλαία.

Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι σε αντίθεση με τον Μάρκο (αλλά και τους άλλους δύο) λίγο νωρίτερα μας ενημερώνει ότι:

65 ἔφη αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος, Ἔχετε κουστωδίαν· ὑπάγετε ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε. 66 οἱ δὲ πορευθέντες ἠσφαλίσαντο τὸν τάφον σφραγίσαντες τὸν λίθον μετὰ τῆς κουστωδίας.” (Κατά Ματθαίον, 27: 65-66).

Μόνο που, στην συνέχεια του σεναρίου αυτού, η κουστωδία των στρατιωτών είναι εξαφανισμένη. Αλλά ξαναεμφανίζεται μαγικά χωρίς να αλληλεπιδράσει με τις γυναίκες...

11 Πορευομένων δὲ αὐτῶν ἰδού τινες τῆς κουστωδίας ἐλθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἅπαντα τὰ γενόμενα. 12 καὶ συναχθέντες μετὰ τῶν πρεσβυτέρων συμβούλιόν τε λαβόντες ἀργύρια ἱκανὰ ἔδωκαν τοῖς στρατιώταις 13 λέγοντες, Εἴπατε ὅτι Οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς ἐλθόντες ἔκλεψαν αὐτὸν ἡμῶν κοιμωμένων. 14 καὶ ἐὰν ἀκουσθῇ τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος, ἡμεῖς πείσομεν αὐτὸν καὶ ὑμᾶς ἀμερίμνους ποιήσομεν. 15 οἱ δὲ λαβόντες τὰ ἀργύρια ἐποίησαν ὡς ἐδιδάχθησαν. Καὶ διεφημίσθη ὁ λόγος οὗτος παρὰ Ἰουδαίοις μέχρι τῆς σήμερον [ἡμέρας].

Τώρα, πως συνέβη να μην δουν οι μεν τους δε, να μην τους απαγορεύσουν οι στρατιώτες να πλησιάσουν, να μην σχολιάσουν οι γυναίκες κάτι από την αντίδραση των στρατιωτών στον σεισμό και το θαυμαστό αυτό συμβάν, είναι ένα θέμα. Άλλο ένα σημαντικό θέμα είναι ότι οι αρχιερείς πίστεψαν τους στρατιώτες και τους επιβράβευσαν αντί να τους τιμωρήσουν, ή να ζητήσουν από τον Πιλάτο την τιμωρία τους, που κάποιοι έκλεψαν το σώμα, όπως θα ήταν το λογικό να πουν, θεωρώντας τα υπόλοιπα δικαιολογίες χρηματισμού ή χαζομάρες. Η δικαιολογία που θα έλεγαν δήθεν στους άλλους, από ποιόν σήμερα ή τότε θα ήταν πιστευτή χωρίς να τιμωρηθούν;

Πάμε τώρα στον Λουκά, που στην εισαγωγή του φιλοδοξεί να μας δώσει όλη την αλήθεια:

55 Κατακολουθήσασαι δὲ αἱ γυναῖκες, αἵτινες ἦσαν συνεληλυθυῖαι αὐτῷ ἐκ τῆς Γαλιλαίας, ἐθεάσαντο τὸ μνημεῖον καὶ ὡς ἐτέθη τὸ σῶμα αὐτοῦ, 56 ὑποστρέψασαι δὲ ἡτοίμασαν ἀρώματα καὶ μύρα. καὶ τὸ μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν.

Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων ὄρθρου βαθέως ἦλθον ἐπὶ τὸ μνῆμα φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καὶ τινες σὺν αὐταῖς. 2 εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου, 3 καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. 4 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήτεσιν ἀστραπτούσαις. 5 ἐμφόβων δὲ γενομένων καὶ κλινουσῶν τὸ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν εἶπον πρὸς αὐτάς· Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; 6 οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλ' ἠγέρθη· μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, 7 λέγων ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. 8 καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, 9 καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. 10 ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα. 11 καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. 12 ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε πρὸς ἑαυτὸν θαυμάζων τὸ γεγονός” (Κατά Λουκάν, 23: 55 έως 24: 12).

Εδώ οι γυναίκες είναι πολλές. Δεν αναφέρεται η Σαλώμη, αλλά κάποια Ιωάννα και άλλες μαζί με αυτές. Στο σενάριο αυτό δεν έχουμε ένα νέο, ή έναν άγγελο όπως στους προηγούμενους, ούτε σεισμό όπως στον Ματθαίο. Ο τάφος ήταν ήδη ανοικτός, όπως στο σενάριο του Μάρκου και μπαίνουν μέσα και ενώ αναρωτιούνται τι έγινε το σώμα του Ιησού. Εμφανίζονται δύο άνδρες με αστραφτερά ενδύματα, που τις ενημερώνουν ότι ο Ιησούς όπως είχε προαναγγείλει, αναστήθηκε την τρίτη ημέρα και αφού αυτές θυμήθηκαν την σχετική προφητεία, φεύγουν από τον τάφο αλλά δεν συναντούν τον Ιησού όπως μας λέει ο Ματθαίος (που σημειωτέον ήταν και μαθητής), αλλά πάνε στους 11 μαθητές και τους υπόλοιπους για να αναγγείλουν τα συμβάντα, μόνο που αυτά που είπαν, φάνηκαν ανοησίες (σε αντίθεση με την κουστωδία του Μάρκου), και ο Πέτρος πήγε στον τάφο να επιβεβαιώσει, όπου βρήκε μόνο το σάβανο και θαύμασε το γεγονός. Να σημειωθεί ότι εδώ δεν αναφέρονται στρατιώτες.

Πάμε τώρα στον Ιωάννη που ήταν επίσης μαθητής:

Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου. 2 τρέχει οὖν καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. 3 ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον. 4 ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, 5 καὶ παρακύψας βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. 6 ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, 7 καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. 8 τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε καὶ ἐπίστευσεν· 9 οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν γραφὴν ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. 10 ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ μαθηταί. 11 Μαρία δὲ εἱστήκει πρὸς τῷ μνημείῳ κλαίουσα ἔξω. 12 ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 13 καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι· Γύναι, τί κλαίεις; λέγει αὐτοῖς· Ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. 14 καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. 15 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστι, λέγει αὐτῷ· Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας αὐτόν, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ. 16 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μαρία. στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ· Ραββουνί, ὃ λέγεται, διδάσκαλε. 17 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μή μου ἅπτου· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου· πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν. 18 ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.” (Κατά Ιωάννην, 20: 1-18).

Εδώ δεν έχουμε δυο ή τρεις γυναίκες, αλλά μόνο μία, την Μαρία την Μαγδαληνή που πάει στον τάφο, τον βλέπει ανοικτό αλλά δεν μπαίνει μέσα, ούτε συναντά κανέναν, αλλά πηγαίνει και το λέει σε δύο μαθητές, τον Πέτρο και τον άλλο. Ο “άλλος” αναφέρεται ως “ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς” και θέλει να μας πει ότι είναι ο ίδιος ο συγγραφέας δηλαδή ο Ιωάννης. Αφού και αυτοί είδαν τον τάφο άδειο έφυγαν. Να αγνοήσουμε το γεγονός ότι οι δύο άντρες πήγαν στα σπίτια τους και παράτησαν την Μαρία μόνη στον τάφο να κλαίει. Η Μαρία όμως είχε και συνάντηση με δυο αγγέλους στα λευκά, αλλά και με τον ίδιο τον Ιησού, που αρχικά νόμισε ότι ήταν ο κηπουρός μέσα στον τάφο. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο Ιησούς δεν θέλησε να τον αγγίξει η Μαρία, με την αιτιολογία ότι δεν ανέβηκε ακόμα στον πατέρα του (σε αντίθεση με τον Ματθαίο που οι δυο γυναίκες του σεναρίου του πιάνουν τα πόδια του Ιησού καθώς τον προσκυνούν). Επίσης δεν υπάρχει καμία εντολή προς τους μαθητές ότι θα τον δουν στην Γαλιλαία, σε αντίθεση με τους Μάρκο και Ματθαίο, ούτε αναφέρονται τα περί στρατιωτικής κουστωδίας.

Αυτά υποτίθεται είναι τα γεγονότα που μας δείχνουν άμεσα ή έμμεσα την Ανάσταση του σταυρωθέντος Ιησού σύμφωνα με τα Ευαγγέλια.

Προς την Ανάληψη.

Αγνοώντας το παραχαραγμένο κείμενο του Μάρκου, προχωράμε στον Ματθαίο:

“16 Οἱ δὲ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, 17 καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν, οἱ δὲ ἐδίστασαν. 18 καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων, Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. 19 πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος, 20 διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος.” (Κατά Ματθαίον, 28: 16-20).

Οι 11 μαθητές περπάτησαν μέχρι ένα βουνό της Γαλιλαίας, στο οποίο τους είχε πει ο Ιησούς και μόλις τον είδαν, άλλοι τον προσκύνησαν και άλλοι δίστασαν. Και ο Ιησούς τους λέει ότι του έχει δοθεί κάθε εξουσία στον ουρανό και την γη (που νωρίτερα δεν είχε;) και τους δίνει εντολή να μαθητεύσουν πάντα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αφού τους διδάξουν να τηρούν τις εντολές του και ότι αυτός θα είναι κάθε μέρα μαζί τους μέχρι την συντέλεια του αιώνος. Ο Μάρκος δεν αναφέρει τίποτα άλλο περί Ανάληψης, ή τι έγινε ο Ιησούς μετά και εδώ τελειώνει το Ευαγγέλιο του.

Πάμε στον Λουκά:

“13 Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαοῦς. 14 καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. 15 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς· 16 οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν. 17 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες καί ἐστε σκυθρωποί; 18 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν· Σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις; 19 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ποῖα; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ, 20 ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρίμα θανάτου καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν. 21 ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ·... 25 καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς· Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται! 26 οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; 27 καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν διερμήνευσεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. 28 Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο πορρωτέρω πορεύεσθαι· 29 καὶ παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες· Μεῖνον μεθ' ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα. καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς. 30 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ' αὐτῶν λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. 31 αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν· καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ' αὐτῶν. 32 καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· Οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς;(Κατά Λουκάν, 24 :13-31).

Εδώ, σε σχέση με την μία και μοναδική συνάντηση στην Γαλιλαία του Ματθαίου, έχουμε την εμφάνιση σε δύο δευτερεύοντες μαθητές, από τους οποίους ο ένας λέγεται Κλεόπας, όπως κατευθύνονται προς Εμμαούς. Εδώ, μάλλον υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα, γιατί η πόλη αυτή είναι σε απόσταση 32 χλμ. από την Ιερουσαλήμ και όχι 12 χλμ. (160 στάδια), αλλά τα προβλήματα γεωγραφίας των Ευαγγελίων, ούτως ή άλλως, δεν είναι λίγα. Το ενδιαφέρον είναι, ότι οι δύο μαθητές συναντούν ένα συνταξιδιώτη, συνομιλούν μαζί του, αναφέρουν τον Ιησού ως προφήτη, τον καλούν στο σπίτι τους και μόνο αφού έκοψε το ψωμί με τα χέρια και τους το έδωσε, κατάλαβαν ότι ήταν ο Ιησούς, ο οποίος όμως ξαφνικά και μαγικά εξαφανίστηκε. Ας δούμε την συνέχεια:

“33 Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, 34 λέγοντας ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως καὶ ὤφθη Σίμωνι. 35 καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου. 36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 37 πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. 38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 39 ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. 40 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. 41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; 42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου, 43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. 44 εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. 45 τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς, 46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, 47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. 48 ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. 49 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ' ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους.” (Κατά Λουκάν, 24: 13-49).

Εδώ, έχουμε την επιστροφή των 2 μαθητών στην Ιερουσαλήμ για να πουν την εμπειρία τους και την νέα μαγική επανεμφάνιση του Ιησού στην ομήγυρη όλων, με τους οποίους συνέφαγε. Το ενδιαφέρον είναι, ότι τους φαινόταν σαν πνεύμα. Τους λέει και εδώ την γνωστή εντολή, να κηρύξουν μετάνοια και άφεση αμαρτιών σε όλα τα έθνη, αλλά τους λέει επιπλέον να ξεκινήσουν από την Ιερουσαλήμ (στην οποία ο ίδιος μάλλον ατύχησε). Τονίζει ότι αυτοί είναι οι μάρτυρες του συμβάντος και τους δίνει εντολή του πατέρα του και επιπλέον να καθίσουν στην Ιερουσαλήμ μέχρι να πάρουν δύναμη “από ψηλά”.

Πάμε τέλος στον Ιωάννη:

“19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. 21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· Εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. 22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· 23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. 24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. 26 Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ' αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· Εἰρήνη ὑμῖν. 27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. 28 καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. 29 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. 30 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.” (Κατά Ιωάννην, 20: 19-31).

Ούτε εδώ δεν έχουμε εντολή να πάνε στην Γαλιλαία, αλλά το συμβάν γίνεται στην Ιερουσαλήμ, όπου όλοι οι μαθητές είναι κλεισμένοι μέσα, γιατί φοβούνται τους ιουδαίους και ο Ιησούς εμφανίζεται μαγικά και ξαναεμφανίζεται σε 8 μέρες, γιατί στην πρώτη συνάντηση έλειπε ο Θωμάς. Στην δεύτερη συνάντηση έχουμε τον Ιησού να προτείνει στον άπιστο Θωμά να αγγίξει τις πληγές του για να πεισθεί. Στο σημείο αυτό και στον επίλογο, γίνεται προσπάθεια να μας πει ότι πόσο σημαντικό πράγμα είναι η πίστη για αυτούς που θα τα ακούσουν και δεν θα τα δουν. Και εδώ δείχνει φυσιολογικά να κλείνει το κείμενο, λέγοντας μας ότι ο Ιησούς έκανε και άλλα πολλά θαύματα, που το κείμενο δεν μπορεί να περιλάβει. Παρόλα αυτά υπάρχει και άλλο ένα κεφάλαιο σαν συνέχεια, που μάλλον είναι προσθήκη το κεφ. 21, ακολουθήστε τον σύνδεσμο και διαβάστε το μόνοι σας, εδώ (αν και στον Λουκά έχουμε την ρητή εντολή να παραμείνουν στην Ιερουσαλήμ) έχουμε μια τρίτη επανεμφάνιση του Ιησού σύμφωνα με τον Ιωάννη, στην λίμνη της Τιβεριάδας, που ενώ οι μαθητές ψαράδες δεν έπιαναν πάλι (αν θυμάστε από τα προηγούμενα θαύματα θα πρέπει να ήταν πολύ καντέμηδες ως ψαράδες) κανένα ψάρι, με μαγικό τρόπο γέμισε το δίχτυ τους με 153 μεγάλα ψάρια και ταυτόχρονα...ψωμιά. Δεν μας εξήγησε αν τα ψωμιά τα έφαγαν μουλιασμένα ή αν βγήκαν από την λίμνη στεγνά. Ακολουθεί μια συνομιλία μεταξύ Ιησού Πέτρου και Ιωάννη και εκεί κλείνει οριστικά και το πρόσθετο μέρος του Ιωάννη, φυσικά και ο Ιωάννης αν και μαθητής, αγνοεί την Ανάληψη όπως και ο άλλος μαθητής ο Ματθαίος.

Η Ανάληψη από όλα τα Ευαγγέλια αναφέρεται μόνο στον Λουκά. Ας δούμε πως κλείνει το Ευαγγέλιό του:

“50 Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. 51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ' αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. 52 καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης, 53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν.” (Κατά Λουκάν, 24: 49-53).

Να ξανασημειώσω, με το “αυτούς” αναφέρεται τουλάχιστον στους 11 μαθητές άρα και στον Ματθαίο και τον Ιωάννη που την αγνοούν. Εδώ, για πρώτη φορά βλέπουμε την Ανάληψη και πως έγινε. Αφού τους έβγαλε στην Βηθανία και ενώ τους ευλογούσε, άρχισε να αιωρείται (προφανώς) και να ανεβαίνει στον ουρανό.

Έχουμε όμως ένα άλλο κείμενο που μιλάει για την Ανάληψη και είναι οι Πράξεις, που ξεκινούν με το θέμα αυτό ακριβώς:

“2 ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος ἁγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη· 3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι' ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· 5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας. 6 οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; 7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, 8 ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ' ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. 9 καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, 11 οἳ καὶ εἶπον· Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ'ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανὸν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν. 12 Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος, ὅ ἐστιν ἐγγὺς Ἱερουσαλὴμ, σαββάτου ἔχον ὁδόν” (Πράξεις, 1: 2-12).

Εδώ, ας αγνοήσουμε για τώρα την αγωνιώδη ερώτηση των μαθητών προφανώς και του συγγραφέα, για την αποκατάσταση της “βασιλείας του Ισραήλ” που κάτι περίεργο μας δείχνει, και ας προσέξουμε ότι μας λέει κάτι καινούργιο που δεν δείχνει να συμβαδίζει με τον Λουκά. Η ανάληψη έγινε σε 40 μέρες. Αλλά δεν έχουμε διακριτές εμφανίσεις όπως στα Ευαγγέλια, επί 40 μέρες τον έβλεπαν συνέχεια. Επίσης σε αντίθεση με του Λουκά (να αγνοήσουμε ότι υποτίθεται τις Πράξεις τις έγραψε ο ίδιος ο Λουκάς) μετά την εξαφάνιση του Ιησού στον Ουρανό, έχουμε δυο άνδρες με λευκά ρούχα που λένε ότι με τον τρόπο που έφυγε με τον ίδιο τρόπο θα επανέλθει. Ο τρόπος επίσης είναι διαφορετικός, στον Λουκά ανυψώθηκε μόνος του στον ουρανό, εδώ στις Πράξεις τον βοήθησε ένα σύννεφο που τον περιέλαβε και τον ανέβασε στον ουρανό. Οι δύο τόποι, η Βηθανία και το όρος του Ελαιώνος, είναι σαν να λέμε Γλυφάδα και Υμηττός, είναι δηλαδή στις υπώρειες του βουνού αλλά δεν είναι στο βουνό όταν το καλούμε με το όνομά του ή λέμε ότι θα πάμε εκεί.

Ας δούμε πάλι τις διαφορές συνοπτικά:

Κουστωδία στρατιωτών στον τάφο:
Υπήρχε μόνο στον Ματθαίο, όλοι οι άλλοι την αγνοούν.
 
Ο λίθος κυλίστηκε και έγινε σεισμός:
Μόνο στον Ματθαίο.
 
Στον τάφο πηγαίνουν:
Τρεις γυναίκες στον Μάρκο.
Δυο γυναίκες στον Ματθαίο.
Πολλές στον Λουκά.
Μία μόνο στον Ιωάννη.
 
Συναντούν:
Έναν νέο στον Μάρκο.
Έναν άγγελο στον Ματθαίο.
Δυο άνδρες στον Λουκά.
Κανέναν στον Ιωάννη.
 
Μαθητές πάνε στον τάφο μετά από τις γυναίκες:
Κανένας στον Μάρκο.
Μόνο ο Πέτρος στον Λουκά.
Ο Πέτρος και ο άλλος (Ιωάννης) στον Ιωάννη.
 
Παίρνουν εντολή από τον Ιησού μέσω των γυναικών:
Να πάνε στην Γαλιλαία όπου θα δουν τον Ιησού στον Μάρκο και τον Ματθαίο.
Τίποτα στον Λουκά.
Ότι θα ανέβει στον πατέρα του στον Ιωάννη.
 
Στην επιστροφή:
Οι γυναίκες συναντούν τον Ιησού μόνο στον Ματθαίο και τον πιάνουν.
Η Μαρία βλέπει τον Ιησού στον Ιωάννη αφού φύγουν οι μαθητές από τον τάφο και δεν την αφήνει να τον πιάσει.
 
ο Ιησούς εμφανίζεται:
Μια φορά στον Ματθαίο.
Δυο φορές στον Λουκά.
Τρεις φορές στον Ιωάννη.
Συνέχεια, για 40 μέρες, στις Πράξεις.
 
Οι μαθητές όταν εμφανίζεται ο Ιησούς βρίσκονται:
Στην Γαλιλαία στον Ματθαίο.
Στην πορεία προς Εμμαούς και στα Ιεροσόλυμα στον Λουκά.
Στα Ιεροσόλυμα 2 φορές και στην λίμνη Τιβεριάδας με τα ψάρια στον Ιωάννη.
Στα Ιεροσόλυμα για 40 μέρες στις Πράξεις.
 
Η ανάληψη γίνεται:
Αμέσως μετά την εμφάνιση του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, στην Βηθανία στον Λουκά με ανύψωση του Ιησού.
Σε 40 μέρες στο όρος του Ελαιώνος στις Πράξεις με ανύψωση μέσα σε ένα σύννεφο.

ΔΕΣ: ΤΟ ΚΟΥΙΖ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ!
 
Πέρα από τις αντιφάσεις που είδαμε, στον Μάρκο το σενάριο σταματάει με την επιστροφή των γυναικών και δεν αναφέρει τίποτα άλλο στα παλαιώτερα αντίγραφα που έχουμε (είπαμε, τα νεώτερα πλαστογραφήθηκαν).

Του Ματθαίου μοιάζει σε κάποια σημεία με του Μάρκου, αλλά περιλαμβάνει και προσθήκες, η πλέον ενδιαφέρουσα, η κουστωδία που δεν αναφέρεται και σε κανέναν άλλο.

Στον Λουκά έχουμε την μοναδική στα Ευαγγέλια αναφορά στην Ανάληψη, που όλοι οι υπόλοιποι αγνοούν (ακόμα και οι δύο μαθητές Ματθαίος και Ιωάννης). Όλη η αναφορά στον Λουκά περιλαμβάνει έναν άλλο Ιησού που εμφανίζεται και εξαφανίζεται ή πετάει μαγικά.

Στον Ιωάννη εντύπωση προκαλεί, η άρνηση του Ιησού να τον αγγίξει αμέσως μετά την Ανάσταση η Μαρία, ενώ μερικές ώρες αργότερα προκαλεί τον Θωμά να αγγίξει τις πληγές του. Είναι θέμα διάκρισης ανδρών και γυναικών, ή κάτι άλλο, όπως η περίεργη δικαιολογία ότι δεν έχει ακόμα ανέβει στον πατέρα του; Δεν θα ήταν ίδιος πριν και μετά;

Η διαφορά στις αφηγήσεις των υποτιθέμενων δύο μαθητών του Ματθαίου και του Ιωάννη είναι ενδεικτική της μυθοπλασίας που περιλαμβάνει τα κείμενα αυτά και κατά πόσον οι συντάκτες τους όποιοι και να ήσαν ήταν τελικά ή όχι θεόπνευστοι.

Υπάρχει βέβαια και η πλαστογραφημένη προσθήκη του Μάρκου που δεν την λάβαμε υπόψη μας. Αξίζει όμως να την διαβάσετε και μετά να δείτε στην σχετική σελίδα της ΟΟΔΕ, ότι αν και η Εκκλησία παραδέχεται την παραχάραξη, θεωρεί το κείμενο σωστό και ευαγγελικό! Αν λοιπόν, το τονίζω, αν δεχθούμε την απαίτηση αυτή της Εκκλησίας, τότε η ιστορία αυτή τονίζει τις αντιφάσεις, γιατί εκεί θα διαπιστώσετε ότι η Μαγδαληνή παρ' όλο που νωρίτερα έγραφε ότι δεν είπαν οι γυναίκες τίποτα, πήγε και το είπε στους μαθητές και δεν την πίστεψαν, αμέσως μετά δύο (;) είδαν τον Ιησού στον αγρό το είπαν στους μαθητές και ούτε αυτούς πίστεψαν, αμέσως μετά εμφανίσθηκε ο Ιησούς στους 11 και τους κατηγόρησε ως άπιστους και είπε τα ίδια περίπου που είπε και στον Ματθαίο, η μόνη διάκριση ότι προσθέτει το “ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται·” που έχει ενδιαφέρον στο από ποιους θα κατακριθεί ο μη πιστός. Αμέσως μετά γίνεται η Ανάληψη αλλά εδώ μας λέει ότι “ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ”. Προφανώς θα το είδε πως αλλιώς; Όπως και να έχει, συμφωνεί με τον Λουκά ότι η Ανάληψη έγινε την ίδια μέρα και διαφωνεί με τις Πράξεις που αναφέρει σαράντα μέρες, μόνο που εδώ δείχνει μάλλον να γίνεται στην Γαλιλαία.

Αλήθεια, ποιό από όλα αυτά τα σενάρια μπορεί να είναι αληθινό; Γιατί το να είναι όλα αληθινά είναι αδύνατο. Το μεγαλύτερο θαύμα, το μεγαλύτερο γεγονός της χριστιανοσύνης, την Ανάσταση του Ιησού, δεν την είδε κανείς ακόμα και στα ίδια τα Ευαγγέλια. Υπάρχουν αντικρουόμενες αναφορές στο ποιες ή πόσες γυναίκες ήταν αυτές που διαπίστωσαν τον άδειο τάφο και εμμέσως από αυτές πληροφορούμαστε το συμβάν. Τα συμβάντα που ακολουθούν είναι επίσης αντικρουόμενα ακόμα και από τους δύο μαθητές Ευαγγελιστές που υποτίθεται ήταν παρόντες στα συμβάντα αυτά. Συμβαίνουν ένας σωρός περίεργα και μη φυσιολογικά συμβάντα, όπως η μόνο στη μία αφήγηση κουστωδία των στρατιωτών, αντί να τιμωρηθεί που δεν έκανε σωστά τη δουλειά της επιβραβεύεται. Αξίζει να αναρωτηθείτε για την αλήθεια των επεισοδίων αυτών ως πραγματικά, ή για μυθικές διηγήσεις του προηγούμενου αιώνα από αυτόν που ίσως γράφτηκαν.

Το γεγονός ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη ιστορική μαρτυρία της εποχής για να επιβεβαιώσει κάτι από τα φανταστικά αυτά γεγονότα, που σύμφωνα με τα Ευαγγέλια είχαν ταράξει την Ιερουσαλήμ, την Γαλιλαία, αλλά και όλη την περιοχή, ούτε καν ιστορικά στοιχεία της έστω ύπαρξης κάποιου από όλους αυτούς, μας δείχνει το μέγεθος της παραπλάνησης που έχει πάθει ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας ακόμα και σήμερα.

ΔΕΣ: Γιατί είναι παραπλανητική η εναρμόνιση των ευαγγελικών διηγήσεων

Ο Μύθος της Ανάστασης

Από τα πιστά πρόβατα του χριστιανισμού η «Νεκρανάσταση του Ναζωραίου» θεωρείται ως η μεγαλύτερη απόδειξη για την Θεϊκή φύση του Θεού τους. Η αλήθεια, όμως, είναι εντελώς διαφορετική αφού από τα αρχαία κείμενα μαθαίνουμε, ότι στο σύνολο τους οι αρχαίες θρησκείες πίστευαν σε Θεούς που είχαν πεθάνει και στη συνέχεια αναστηθεί· άρα ακόμη κι αυτό κλέμενο το ‘χουν τα χριστιανικά ζωντανά.

Ο Πλούταρχος, αναφέρει: «Οι Φρύγες, επίσης, που πίστευαν ότι ο Θεός κοιμάται τον χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι είναι ξυπνητός, έκαναν βακχικές τελετές προς τιμήν του, τον χειμώνα τους κατευνασμούς και το καλοκαίρι τις ανεγέρσεις. Οι Παφλαγόνες, τέλος, πιστεύουν ότι τον χειμώνα είναι ο Θεός δεμένος και φυλακισμένος, ενώ την άνοιξη κινείται κι ελευθερώνεται» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 378E).

«Είτε είμαστε άνθρωποι είτε είμαστε αστρική σκόνη, όλοι μαζί χορεύουμε στη μελωδία ενός αόρατου ερμηνευτή» -Νιλς Μπορ

Η ανάσταση των Θεών στην Αρχαιότητα

Στην αρχαία Ελλάδα, γράφει ο Μ. Τιβέριος, όπως και σε πολλές θρησκείες του αρχαίου κόσμου, απαντώνται παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες Θεοί γνώρισαν τον θάνατο και στη συνέχεια την ανάσταση. Ο Διόνυσος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα Θεού που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο. Ο Απρίλης είναι ο μήνας στη διάρκεια του οποίου γιορτάζουν την γιορτή των χριστιανών, που είναι τα πάθη και η ανάσταση του Ναζωραίου.

Που οφειλόταν, άραγε αυτή η πανάρχαια πεποίθηση ότι κάποιος (όποιος) Θεός αναγεννιέται την Άνοιξη; Ο Πλούταρχος, το αποδίδει στην ίδια την φύση της εποχής:

«Η ίδια η εποχή υποβάλλει τη σκέψη πως η κατήφεια οφείλεται στην εξαφάνιση των καρπών, τους οποίους οι παλιοί δεν θεωρούσαν βέβαια Θεούς, αλλά δώρα των Θεών αναγκαία και μεγάλα για να μη ζούμε σαν τα άγρια θηρία. Την εποχή, λοιπόν, που έβλεπαν από τη μια τους καρπούς να εξαφανίζονται εντελώς από τα δέντρα και να λείπουν, ενώ, από την άλλη, οι ίδιοι τους φύτευαν με πολλή δυσκολία και μεγάλα προβλήματα ξύνοντας τη γη με τα χέρια και με τα χέρια καλύπτοντάς τους πάλι, βάζοντας τους εκεί, χωρίς να ξέρουν, αν θα εμφανιστούν ξανά, έκαναν πράγματα παρόμοια με εκείνα που κάνουν όσοι θάβουν τους νεκρούς και τους πενθούν. Έπειτα, όπως εμείς λέμε γι’ αυτόν που αγοράζει τα βιβλία του Πλάτωνα ότι αγοράζει Πλάτωνα και όποιον παρουσιάζει τα ποιήματα του Μενάνδρου ότι παίζει Μένανδρο, έτσι κι εκείνοι δεν δίσταζαν να ονομάσουν τα δώρα και τα έργα των Θεών με τα ονόματα των Θεών, τιμώντας τα, επειδή τους ήταν αναγκαία, και λατρεύοντάς τα.

Οι επόμενοι όμως, απαίδευτοι κι αμαθείς, τα παραλάμβαναν, κατ’ αντιστροφή απέδιδαν τα παθήματα των καρπών στους Θεούς και δεν αποκαλούσαν μόνον, αλλά και πίστευαν, την εμφάνιση και την εξαφάνιση των αναγκαίων καρπών ως γέννηση και θάνατο των Θεών, γεμίζοντας έτσι το μυαλό τους με άτοπες, αυθαίρετες και συγκεχυμένες δοξασίες, μολονότι έβλεπαν καθαρά το άτοπο και τον παραλογισμό.

Ο Ξενοφάνης, λοιπόν, ο Κολοφώνιος έθεσε ως αρχή στους Αιγυπτίους, αν τους θεωρούν Θεούς, να μην τους θρηνούν και, αν πάλι τους θρηνούν, να μην τους πιστεύουν για Θεούς, αλλά ότι είναι γελοίο να τους θρηνούν και συνάμα να προσεύχονται στους καρπούς (σαν σε Θεούς) να ξαναφανούν πάλι και να ωριμάσουν για χάρη τους, ώστε να τους καταναλώσουν πάλι και να τους θρηνούν. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι, αλλά θρηνούν τους καρπούς και προσεύχονται στους Θεούς, που τους γεννούν και τους δωρίζουν, να δημιουργήσουν πάλι άλλους καινούριους και να τους κάνουν να φυτρώσουν στη θέση εκείνων που χάθηκαν. Για τούτο πολύ σωστά λένε οι φιλόσοφοι πως όσοι δεν ασκούνται να καταλάβουν σωστά τις λέξεις, χρησιμοποιούν λανθασμένα τα πράγματα» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» 379A έως C)

Ο Πλούταρχος, αναφέρει, ότι η ανάσταση του (όποιου) Θεού συμβολίζει την αναγέννηση της φύσης ύστερα από τον χειμερινό της λήθαργο. Σε πολλές θρησκείες του αρχαίου κόσμου και στην αρχαία Ελλάδα απαντώνται παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες Θεοί γνώρισαν τον θάνατο και στη συνέχεια την ανάσταση, όπως π.χ. ο Φοινικικός Άδωνις ή ο Ελληνικός Διόνυσος. Επειδή μάλιστα συχνά οι τεθνεώτες και αναστάντες αυτοί Θεοί συμβαίνει να είναι Θεοί της γονιμότητας, είναι ολοφάνερο, ότι η ιδέα αυτή του θανάτου και της ανάστασης εκ νεκρών είναι παρμένη από την ετήσια εναλλαγή των εποχών, όπου το νέκρωμα της φύσης κατά τη διάρκεια του παγερού χειμώνα το διαδέχεται το ξαναζωντάνεμά της κατά τη διάρκεια της ζωοδότρας άνοιξης. Επομένως με τα πάθη αυτά των Θεών συμβολίζονται οι λειτουργίες της ίδιας της φύσης κι όπως είναι γνωστό, η πίστη 9και η ηλιθιότητα) εκφράζεται με συμβολισμούς.

Γύρω από τον ετήσιο αυτό αγώνα ανάμεσα στην ακαρπία και την ευφορία της γης υφάνθηκε και ο ιστός αρκετών αρχαίων μυστηριακών τελετών, γι’ αυτό ακριβώς και η συνήθης εποχή διεξαγωγής τους ήταν το τέλος του καλοκαιριού ή η αρχή του φθινοπώρου, με τα πρώτα πρωτοβρόχια. Τα μυστήρια, που γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση κατά τους χρόνους της ύστερης αρχαιότητας, υπόσχονταν στους μυημένους σ’ αυτά μόνιμη σωτηρία και μια ευτυχισμένη μετά θάνατον ζωή. Ετσι, σε δημόσιες αλλά κυρίως σε απόκρυφες τελετουργίες, οι πιστοί-πρόβατα σκηνοθετούσαν τις διάφορες φάσεις αυτού του αγώνα, αναπαριστώντας τις ποικίλες περιπέτειες του πάσχοντος Θεού τους.

Ο θάνατος και η ανάσταση

Όπως παρατηρεί ο Πλάτων, καθώς ο άνθρωπος πλησιάζει προς τον θάνατο αρχίζει να σκέπτεται για πράγματα που πριν δεν τον απασχολούσαν καθόλου, ενώ συγχρόνως αρχίζει να δίνει πίστη και σε δοξασίες υπερφυσικές. Έτσι και στην αρχαιότητα, πολλοί πίστευαν ότι με τις μυήσεις αυτές θα βοηθηθούν να κερδίσουν την πολυπόθητη αθανασία και ακόμη θα αποκτήσουν τη δυνατότητα και μετά θάνατον «να διασκεδάζουν και να χορεύουν» σε καταπράσινους λειμώνες στον καθαρό αέρα.

Ορισμένοι θρησκειολόγοι έχουν υποστηρίξει ότι η κεντρική ιδέα όλων αυτών των μυστηριακών θρησκειών ήταν ο θάνατος και η ανάσταση και έχουν συνδέσει τους σχετικούς μυστηριακούς μύθους με τα πάθη κάποιου Θεού. Έτσι έχουμε τον θάνατο του Διονύσου, του Αττεως, του Οσίριδος. Στα μυστήρια που σχετίζονται με τους Θεούς αυτούς συναντούμε ακολουθίες πένθους που στη συνέχεια τις διαδέχονται τελετουργίες χαράς και αγαλλίασης.

Το αβάστακτο πένθος της Ισιδος για τον φόνο του αγαπημένου της αδελφού και συντρόφου, του Οσίριδος, που τον είχε κατακρεουργήσει ο θεός της σκιάς Σετ (ή Σεθ), σταματά όταν βρίσκει και συναρμολογεί όλα τα διαμελισμένα κομμάτια του, δίνοντάς του ξανά τη ζωή. Το ίδιο συμβαίνει και με τους πιστούς της. Μιμούμενοι τη Θεά τους, αναζητούν τον Οσιρι, κτυπώντας με αλαλαγμούς τα στήθη τους. Μόλις ξαναντικρίζουν τον Θεό, τότε τον θρήνο τον διαδέχεται ανείπωτη χαρά. Ο Πλούταρχος προτρέπει τα βάσανα της Ισιδας, όπως αναπαριστάνονται στις σχετικές τελετές, να γίνονται μαθήματα ευσέβειας και παρηγοριάς για όλους τους θνητούς που τους βρίσκουν τέτοια κακά.

Ο Ιούλιος Φίρμικος Ματερνός, πολιτικός και συγγραφέας του 4ου αι. μ.κ.ε., που αλλαξοπίστησε κι έγινε χριστιανός, μας παραδίδει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες σχετικές με παγανιστικές μυστηριακές τελετές. Ετσι ανάμεσα σε άλλα μας περιγράφει και μια σκηνή κατά την οποία μπροστά σε ένα ομοίωμα κάποιου Θεού, που κείτονταν νεκρός πάνω σε ένα φορείο, εξελίσσονταν σκηνές οδυρμού και θρήνου.

Ο Διόνυσος, χωρίς αμφιβολία, ήταν κι αυτός ένας Θεός της βλάστησης και σαν τέτοιος ήταν ένας πάσχων Θεός, που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο. Ωστόσο τα επεισόδια που σχετίζονται με τον θάνατό του, ο οποίος προκαλούσε τον μαρασμό της φύσης, μπορούμε να πούμε ότι δεν αποτελούσαν σημαντικό μέρος της όλης διήγησης. Εκτός από αναφορές στον βίαιο θάνατό του και τον διαμελισμό του υπήρχαν και παραδόσεις που έκαναν λόγο και για μια ομαλή κατάβασή του στον Αδη, προκειμένου να φέρει στον πάνω κόσμο, στον κόσμο των ζωντανών, τη μάνα του τη Σεμέλη.

Η κάθοδός του αυτή έγινε από την Αλκυονία λίμνη στη Λέρνα της Αργολίδας, για την οποία υπήρχε παράδοση ότι ήταν απύθμενη. Ετσι κανένας στην αρχαιότητα, ούτε και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Νέρων, δεν είχε μπορέσει να μετρήσει το βάθος της. Στους Δελφούς, μέσα στο άδυτο του ναού του Απόλλωνος, «παρά το χρηστήριον», έδειχναν τον τάφο του Θεού. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, που έζησε προς τα τέλη του 1ου αι. π.κ.ε., μιλά για θρήνους κατά τη διάρκεια «των διονυσιακών παθών».

Αλλά για τις τελετουργίες τις σχετικές με τον θάνατό του, όπως άλλωστε και γι’ αυτές που σχετίζονται με την ανάστασή του, ξέρουμε λιγοστά πράγματα. Κύρια αιτία ήταν η ευσέβεια των αρχαίων συγγραφέων που δεν ήθελαν να κοινοποιήσουν τίποτε «περί ων ου θέμις τοις αμυήτοις ιστορείν». Ενα χαρακτηριστικό στοιχείο των τελετουργιών που συνδέονται με την ανάσταση του Θεού ήταν και το κάλεσμά του, η «επίκλησις», απ’ τους πιστούς του, που τον καλούσαν, ακόμη και με μικρές σάλπιγγες, να ανέβει και να παρουσιαστεί σ’ αυτούς. Στον κόσμο των Ιώνων η «επιφάνεια» του Θεού γινόταν κατά τη διάρκεια των Ανθεστηρίων.

Ενα σημαντικό δρώμενο της γιορτής αυτής, που είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι γιορταζόταν και αυτή κατά τη διάρκεια της άνοιξης, ήταν ο ερχομός του Θεού πάνω σ’ ένα τροχοφόρο πλοίο. Το ότι ο Διόνυσος ερχόταν με ένα πλεούμενο πιθανόν να οφειλόταν στο ότι ο Θεός είχε κατεβεί στον Κάτω Κόσμο μέσα από μια λίμνη, την Αλκυονία. Αλλά και ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» του βάζει τον Διόνυσο να κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο από μια περιοχή της Αθήνας, που την έλεγαν Λίμναι, και της οποίας το όνομα σαφώς υποδηλώνει και πάλι κάποια λίμνη ή έστω ένα βαλτότοπο.

Με τη θριαμβευτική επανεμφάνιση του Θεού οι πιστοί του ξεσπούσαν σε ουρανομήκεις φωνές και χαρούμενα τραγούδια και ξεφάντωναν με χορούς και πανηγύρια κι εκτός από πάσχοντες Θεούς στην αρχαία μυθολογία υπάρχουν και ήρωες που είχαν κατορθώσει να νικήσουν τον θάνατο, όπως ο Ηρακλής, ο Ορφέας, ο Καπανέας κ.ά.

Θάνατος και Ανάσταση του Διονύσου

Στην Αρχαία Ελλάδα όμως εορταζόταν ο θάνατος και η Ανάσταση του Διονύσου με δύο διαφορετικούς τρόπους. Ο πρώτος δεν είναι ευρέως γνωστός αλλά υπήρχε. Ο Διόνυσος σχετίζεται και αυτός με την φύση, την γονιμοποίηση και την καρποφορία της. Χάρισε στους ανθρώπους την καλλιέργεια του αμπελιού. Σύμφωνα με τον μύθο ο Διόνυσος κατέβηκε στον Άδη για να φέρει πίσω στην ζωή την μητέρα του Σεμέλη.

Η κάθοδό τους έγινε από μία λίμνη στην Αργολίδα που λεγόταν «Αλκυονία». Ο Αριστοφάνης στους βατράχους τον τοποθετεί να κατεβαίνει στον κάτω κόσμο από μία λίμνη των Αθηνών, που ονομαζόταν «Λίμναι». Τότε οι άνθρωποι θρηνούσαν τον αναχώρηση του Διονύσου. Δηλαδή τον θάνατο του Διονύσου. Κι ενώ η φύση ήταν ήδη ανθισμένη, τα άνθη μαραίνονταν. Αυτό συνέβαινε περίπου την εαρινή ισημερία, όπου ναι μεν η φύση ανθίζει αλλά σε λίγο τα άνθη μαραίνονται για να μετατραπούν σε καρπούς.

Τον θρήνο αυτόν συνόδευαν διάφορες επικλήσεις προς τον Θεό, με συνοδεία σάλπιγγας, με τις οποίες τον παρακαλούσαν να επιστρέψει στον επάνω κόσμο. Η «επιφάνεια», η επάνοδος, η Ανάσταση του Διονύσου εορταζόταν την θερινή τροπή του ήλιου (θερινό ηλιοστάσιο) όπου και τοποθετείται η γενέθλιος ημερομηνία του Θεού. Ενα χαρακτηριστικό του εορτασμού αυτού ήταν ότι ο Διόνυσος επέστρεφε στον επάνω κόσμο με ένα πλοίο. Τότε οι Αρχαίοι Έλληνες εόρταζαν την επάνοδο του Θεού και συγχρόνως την καρποφορία της γης.

Ο δεύτερος εορτασμός του Διονύσου είναι εκείνος όπου κατασπαράζεται από τους Τιτάνες

Συγκεκριμένα στα Ορφικά μυστήρια κατά την εαρινή ισημερία ο Διόνυσος ο Ζαγρέας (τιτανική φύση) πεθαίνει με οδυνηρό θάνατο αφού κατασπαράζεται από τους Τιτάνες. Η Θεά Αθηνά όμως σώζει την καρδιά του, την πηγαίνει στον Δία και εκείνος μεταμορφώνει τον Διόνυσο τον Άνθιο – Ελευθερέα – Λυσία, ο οποίος επιστρέφει στην γη για να διδάξει στους ανθρώπους πώς να απελευθερώσουν την ψυχή τους από τα δεσμά της ύλης. Ο Διόνυσος σε διάφορες απεικονίσεις απεικονίζεται από τα αρχαία χρόνια με ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι.

Τόσο στα Ορφικά όσο και στα Κορυβαντικά μυστήρια συμπλήρωναν τον εορτασμό με την ωμοφαγία και την οινοποσία, όπου έτσι μεταλάμβαναν το «σώμα και το αίμα» του Θεού Διονύσου. Ο συμβολισμός του συγκεκριμένου εορτασμού ήταν η αναγέννηση του πνευματικού ανθρώπου. Κατόπιν οι Ορφικοί την θερινή τροπή του ήλιου (θερινό ηλιοστάσιο) εόρταζαν την Ανάσταση του Διονύσου ως Διόνυσος ο Ελευθερέας.

Τον θάνατο και την Ανάσταση στην Αρχαία Ελλάδα συμβόλιζαν και τα Ελευσίνια μυστήρια με την επάνοδο της Περσεφόνης από τον Άδη, την Άνοιξη. Αλλά και οι Μύστες των Δελφών στο διάστημα από την εαρινή ισημερία έως το θερινό ηλιοστάσιο τελούσαν μυστήρια σχετικά με την επάνοδο του Απόλλωνα Φοίβου. Στην Φωκίδα κατά την εποχή του Δευκαλίωνα μετά τον κατακλυσμό υπήρχε η πόλη Πανοπεύς. Οι Πανοπείς κατάγονται από τους Μινύες την φυλή των Αργοναυτών και ήταν μέτοικοι από τον Ορχομενό.

Όταν λοιπόν ήταν βασιλιάς ο Πανοπέας, τον οποίο ο Όμηρος τον αποκαλεί «καλλίχορον», τότε κάθε δύο χρόνια, την Άνοιξη, τελούσαν εορτές προς τιμή του Διονύσου. Από την Αττική και την Βοιωτία ερχόντουσαν οι Θυιάδες και μαζί με τους Βοιωτείς και τους Πανοπείς ανέβαιναν στο Κωρύκειο Άντρο του Παρνασσού. Εκεί τελούσαν την περιφορά του Λικνίτη, του νεκρού Διονύσου και μετά εόρταζαν με μεγαλοπρέπεια την Ανάσταση του θεού. Όπως διαπιστώνουμε λοιπόν όλα τα μεταγενέστερα έθιμα έχουν την ρίζα τους στην Αρχαία Ελλάδα.

Ο Ζωροάστρης πέθανε και αναστήθηκε

«Ο Πλάτωνας αναφέρει ότι αυτός ο Ζωροάστρης, δώδεκα μέρες μετά τον θάνατο του, όταν είχε ήδη τοποθετηθεί πάνω στην πυρά, ξαναγύρισε στην ζωή» (Κλήμης, «Στρωματείς», Βιβλίο Πέμπτο, σελ 711).

Ο Μανίλιος αναφέρει, ότι τα άστρα που θεωρούνταν και θεοί, όταν έδυαν και χάνονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα έκαναν τους απλούς ανθρώπους να πιστεύουν, ότι ο Θεός (άστρο) ήταν νεκρός. Κατά την επιτολή του άστρου, έλεγαν, ότι ο Θεός με τον οποίον ταυτιζόταν είχε αναστηθεί ή είχε γεννηθεί. «Οι άνθρωποι κοίταζαν την εξωτερική εμφάνιση της δημιουργίας δίχως να την καταλαβαίνουν, με κατάπληξη έβλεπαν το καινούργιο φως του σύμπαντος. Μερικές φορές θρηνούσαν επειδή πίστευαν πως το είχαν χάσει, ύστερα πάλι χαίρονταν επειδή τα άστρα έμοιαζαν να ξαναγεννιούνται» (Μανίλιος, «Αστρονομικόν», 1.25-112).

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν, ότι κάθε άνθρωπος αποτελείται από το Νοητό (Θεϊκό στοιχείο) και από την Ύλη. Το πρώτο, έπρεπε να αφυπνισθεί. Η διαδικασία αυτή, αφύπνισης του εσωτερικού Θείου, συμβολιζόταν μέσα από τα μυστήρια και τις τελετές της ανάστασης. Η αναγέννηση του Θείου, ήταν πρωτίστως μία εσωτερική νίκη του ανθρώπου η οποία εξελισσόταν στην οδό που στο τέλος τον ένωνε με το Θείον. Ο κοσμικός άνθρωπος για να το πετύχει αυτό, πρέπει να εναρμονιστεί (Νοητό – Ύλη) με τρόπο ανάλογο του σύμπαντος.

Ο Πλάτων, λέει σχετικά: «Η σωστή φροντίδα για όλα τα πράγματα είναι μία και μοναδική, να προσφέρεις στο καθένα τις οικείες τροφές και κινήσεις. Οικείες όμως και συγγενείς κινήσεις για το θεϊκό στοιχείο που υπάρχει μέσα μας είναι οι σκέψεις και οι περιφορές του σύμπαντος. Αυτές πρέπει να ακολουθούμε όλοι και τους δικούς μας κύκλους, που διαστρεβλώθηκαν κατά την γέννηση μας, πρέπει να τους επαναφέρουμε στην ορθή τροχιά μαθαίνοντας την αρμονία και την ομαλή περιφορά του σύμπαντος. Έτσι θα εξομοιώσουμε τη νόηση μας με το αντικείμενο της – ομοιότητα σύμφωνη με την πρωταρχική της φύση. Με την εξομοίωση αυτή θα κατακτήσουμε την προδιαγεγραμμένη άριστη ζωή, (άριστος σημαίνει πολεμιστής, άριστη ζωή ζει μονάχα ο πολεμιστής) έχοντας εκπληρώσει τον σκοπό που έθεσαν και θα συνεχίσουν να θέτουν πάντα στους ανθρώπους οι Θεοί» (Πλάτων «Τίμαιος» 90c).

Τα Αδώνεια

Σε ανάμνηση του θανάτου και της αναστάσεως του θεού ετελούντο κάθε χρόνο τα Αδώνεια. Σε άλλες περιοχές η γιορτή γινόταν στα μέσα του μηνός Βοηδρομίωνος (Αύγουστος – Σεπτέμβριος ) κι αλλού, στην κυρίως Ελλάδα την Ανοιξη κατά την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία. Η πρώτη ημέρα των «Αδωνείων», που λεγόταν «Αφανισμός» ήταν ημέρα πένθους για το θάνατο του θεού, που απεικονίσεις του τον παρουσιάζουν εστεμμένο με ταινίες που τις διακοσμούν ισοσκελείς σταυροί , με το στόλισμα των λεγόμενων «Κήπων του Αδώνιδος» (που τους φύτευαν και τους προετοίμαζαν οι γυναίκες οκτώ ημέρες πριν) καθώς και με μοιρολόγια και λυπητερές μουσικές από πένθιμο αυλό την λεγόμενη «γίγγρα». Η δεύτερη ημέρα των εορτασμών η Εύρεσις (Ανάστασις) ήταν ημέρα χαράς για την Ανάσταση του Θεού εκ νεκρών και την ανάληψή του δίπλα στη θεά Αφροδίτη για το μισό χρόνο.

Οι κήποι του Αδώνιδος ήσαν πανέρια η γλάστρες γεμάτες χώμα μέσα στις οποίες έσπερναν και καλλιεργούσαν ειδικά για τα Αδώνεια, πολύτριχο και αλλά φυτά ταχέως αυξανόμενα, καθώς και σιτάρι, κριθάρι, μαρούλι, μάραθο και διάφορα είδη λουλουδιών που τα περιποιούντο επί 8 ημέρες, κατά κύριο λόγο η αποκλειστικά, οι γυναίκες. Τη ημέρα του «Αφανισμού» οι λατρευτές κυρίως γυναίκες με λυμμένα τα μαλλιά τους, ξυπόλητες και γυμνόστηθες, περιέφεραν με θρήνους και οδυρμούς τα ομοιώματα του Θεού και τους «Κήπους» στους δρόμους των πόλεων και κατόπιν τα οδηγούσαν στη θάλασσα (ή σε πηγές και ποτάμια σε άλλες πόλεις), τα έριχναν στα νερά και παρακαλούσαν να επιστρέψει ο Θεός από τον κάτω κόσμο.

Στα «Αδώνεια» προσφερόταν ως θυμίαμα μύρα, ενώ ψάλλονταν και ειδικά άσματα, τα λεγόμενα «Αδωνίδια», από τα οποία έχει διασωθεί ένα πολύ αξιόλογο δείγμα. Πρόκειται για τον «Επιτάφιον Αδώνιδος» του Βίωνος. Σε κάποια από τα ανά τόπους «Αδώνεια» γίνονταν και μυήσεις σε Μυστήρια του Θεού (Ο Λουκιανός διασώζει ότι οι μύστες θυσίαζαν πρόβατο και έπαιρναν μετάληψη).

Πολλοί λαοί πολλοί Θεοί, πολλοί θάνατοι κι αναστάσεις

Ο Κρίσνα, το δεύτερο πρόσωπο της Ινδικής τριάδας αντίστοιχο της χριστιανικής τριάδας, ο οποίος ονομάζεται και «Υιός Θεού», σταυρώθηκε όπως κι ο εβραϊκός Ναζωραίος. Πρόκειται για την ενσάρκωση του Βισνού. Οι ουρανοί σκοτείνιασαν την ώρα του θανάτου. Ο Κρίσνα κατέβηκε στον άλλο κόσμο, και αναστήθηκε την τρίτη μέρα, και ανελήφθη στους ουρανούς. Ο Κρίσνα, θεωρείται επίσης «άνθρωπος και Θεός» καταρρίπτοντας το χριστιανικό επιχείρημα πως ο Ιησούς ήταν ο πρώτος άνθρωπος-Θεός που νίκησε τον θάνατο.

Ο Πέρσης Θεός Μίθρα αποκαλούνταν «ο καλός ποιμένας» και σταυρώθηκε τουλάχιστον μια χιλιετία πριν τον Ναζωραίο, για να λυτρώσει την ανθρωπότητα.

Ο Ασσυροβαβυλώνιος Ταμμούζ (Damuzu) σταυρώθηκε και αναστήθηκε από την Αστάρτη.

Ο Άττις, αποκαλούμενος «ο αμνός του Θεού» περνάει το μαρτύριο της σταύρωσης και ανασταίνεται.

Ο Μεξικανός Κετσατκοάτλ θανατώθηκε με σταύρωση και αναστήθηκε την τρίτη μέρα.

Ο Όσιρης σκοτώνεται από τον Σεθ, και ανασταίνεται από την Ίσιδα, ενώ ο γιος τους Ώρος σταυρώνεται μεταξύ δύο κλεφτών.

Ο Όντιν σταυρώθηκε στο δέντρο της ζωής, ενώ ο γιος του Μπάλντερ σκοτώνεται από τον πανούργο Λόκι με γκυ. Αμφότεροι ανασταίνονται.

Οι Θεοί Ιαω και Χέσους σταυρώθηκαν και αναστήθηκαν για να σώσουν την ανθρωπότητα χιλιάδες χρόνια πριν την εμφάνιση του Ναζωραίου.

Ο Ίντρα αναπαριστάται με οπές από καρφιά.

Ο Χαλδαίος Κριτε και ο Ασιάτης Μπαλού αναφέρονται στα αντίστοιχα ιερά τους κείμενα ως «εσταυρωμένοι λυτρωτές».

Ο Αιγύπτιος Θούλις πέθανε στο σταυρό, θάφτηκε, αναστήθηκε και ανήλθε στους ουρανούς.

Ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης (Αξιόκερσα κατά τα Καβείρια) περιέχει την κάθοδο στον Άδη, την παραμονή εκεί για ένα χρονικό διάστημα και την επιστροφή στη ζωή.

Ο μύθος της Ευρυδίκης.

Ο Ρωμαίος ήρωας Κουιρίνους, σταυρώθηκε και η γη σκοτείνιασε.

Η ανάσταση νεκρών και η νίκη επάνω στο θάνατο, δεν είναι μια ιδέα που γεννήθηκε στον χριστιανισμό. Στις αρχαίες θρησκείες υπήρξε πληθώρα Θεών κι Ανθρώπων που είτε θυσιάστηκαν και ξαναγύρισαν στη ζωή, ή ήρθαν σε συμφωνία με τις Θεότητες του Άδη να μοιράζουν τη ζωή τους ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η ιδέα της ανάστασης πιθανολογείται πως προήλθε από την παρατήρηση της «νεκρανάστασης» της φύσης.

Οι εμπνευστές της χριστιανικής θρησκείας παρέλαβαν τους αρχαίους μύθους, τους άλλαξαν ελαφρώς και τους παρουσίασαν ως δική τους αποκάλυψη. Κανένας χριστιανός ιερέας δεν έχει την ικανότητα να απαντήσει (εκτός από ασυναρτησίες) στο ερώτημα, σε τι ακριβώς διαφέρει η σταύρωση κι η ανάσταση του Θεού σας από τις αντίστοιχες των προαναφερθέντων Θεών; Τα βασικά συστατικά του μύθου της νεκρανάστασης, εμφανίζονται στις παραδόσεις όλων των λαών της Μέσης Ανατολής αλλά και της Ασίας και του Βορρά. Απλά μια επανάληψη βιώνουμε των ίδιων και των ίδιων, τίποτε πρότυπο ή έστω διαφορετικό και σίγουρα τίποτε άξιο λόγου.

Όπως διαπιστώνουμε λοιπόν όλα τα έθιμα περί του Ναζωραίου, έχουν την ρίζα τους στην Αρχαιότητα. Στην ουσία των πραγμάτων οι συμβολισμοί είναι οι ίδιοι με την μόνη διαφορά ότι στην αρχαιότητα τίποτα δεν σου επιβαλλόταν βιαίως, ενώ τα μεταγενέστερα δόγματα επέβαλλαν με βία κι αίμα. Τόσο ήταν η βίαιη καταστολή και αποκοπή από τις αρχέτυπες ρίζες που το σοκ που υπέστησαν οι άνθρωποι τους έριξε ένα πέπλο μπροστά στα μάτια και δεν αναγνώριζαν ότι αυτά που τους επιβλήθηκαν με βία και φόβο ήταν ακριβώς τα ίδια με αυτά που ήδη γνώριζαν. Με μία ακόμα σημαντική διαφορά. Τα νέα δόγματα υποστήριξαν ότι εάν δεν τα έκανες έτσι όπως τα επέβαλλαν τότε θα πήγαινες στην κόλαση. Ενώ στην Αρχαιότητα δεν υπήρχε αυτός ο δογματισμός, είχες μια κάποια ψευδαίσθηση ελευθερίας επιλογής.

… ΑΝΕΣΤΗ (βάλε όποιον Θεό κάνεις κέφι ν’ αναστηθεί ή φτιάξε έναν νέο δικό σου, κανείς δεν θα καταλάβει την διαφορά, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει καμία διαφορά)
------------------------
Ανοιξη: Σπάνια λέξη της αρχαίας ελληνικής (ἡ ἄνοιξις, -εως). Ετυμολογείται από το ρήμα ἀνοίγνυμι ή ἀνοίγω. Αρχικά λοιπόν σήμαινε το άνοιγμα. Η σημερινή σημασία είναι μεσαιωνική: Ὦ μυρισμένη μου ἄνοιξις, τοῦ χρόνου ἀρχή καί νιότης (Μιχαήλ Σουμμάκης, Παστώρ φίδος, ἤγουν Ποιμήν πιστός, Βενετία 1638). Τότε, υποκατέστησε στη δημώδη Βυζαντινή την αρχαία λέξη ἔαρ (που σήμερα επιβιώνει στο παράγωγο επίθετο εαρινός, δηλ. ανοιξιάτικος: εαρινή ισημερία), προφανώς για να δηλώσει εκφραστικότερα το «άνοιγμα» του καιρού μετά το χειμώνα. Διαβάζουμε στο Λεξικόν τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἑλληνικῆς Διαλέκτου του Σκαρλάτου Δ. τοῦ Βυζαντίου: ἄνοιξις, ὄχι διότι τότε ἀνοίγει πρός πλοῦν ἡ θάλασσα, ἀλλά διότι τότε ἀνοίγουν τά ἄνθη. Παροιμιώδης φράση: Ένας κού(κ)κος / ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη: οι μεμονωμένες προσπάθειες δεν αρκούν για την πραγματοποίηση σημαντικών αλλαγών.

Αγάπη: Η Αρχαία Ελληνική Λέξη

Η αιώνια μάχη ανάμεσα στην αισιοδοξία και τον πεσσιμισμό, κερδίζεται εύκολα και κατά κράτος από την επέλαση της απαισιοδοξίας. Αυτή όμως ακριβώς είναι και η φιλοσοφική αδυναμία του καθώς όλη αυτή η έκφραση μιζέριας, σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, δεν είναι καθόλου πρωτότυπη. Ένα παράδειγμα, ήδη από τον 1ο αιώνα μ.κ.ε. έρχεται από τον Πλίνιο στην Φυσική Ιστορία (Naturalis Historia):

«Πρώτα απ’ όλα, τον άνθρωπο μονάχα, απ’ όλα τα ζώα, τον καλύπτει με δανεικά υλικά. Όλα τα υπόλοιπα όντα, σε όλη τους την απειράριθμη ποικιλία, σοφά τα ντύνει με σκεπάσματα –κελύφη, φλοιούς, λέπια, φτερά, πούπουλα, γούνες, αγκάθια, προβιές, τομάρια, χνούδια, φολίδες, θώρακες, πανοπλίες … ακόμη και τους κορμούς των δέντρων, τους έχει προστατέψει από το κρύο και την ζέστη με σκληρό και παχύ φλοιό, συχνά διπλό και τριπλό: αλλά μόνο τον άνθρωπο, από την ημέρα της γέννησής του, τον ξεβράζει στον κόσμο γυμνό, πάνω στο αφιλόξενο γυμνό έδαφος, για να ξεσπάσει αμέσως σε θρήνο και κλάμα».

«Καθ’ εαυτή η κάθε ιδέα είναι ουδέτερη, ή θα έπρεπε να είναι -αλλά ο άνθρωπος την εμψυχώνει, προβάλλει πάνω της τις φλόγες και τις παραφροσύνες του και μιαρή, μεταμορφωμένη σε πίστη, εισδύει στον χρόνο, παίρνει την μορφή γεγονότος: το πέρασμα από την λογική στην επιληψία έχει συντελεστεί…Έτσι γεννιούνται οι ιδεολογίες, οι θεωρίες και οι αιμοσταγείς φάρσες». -Ε. Μ. Σιοράν

Φιλίαν Φύλαττε (Θαύμαζε την Φιλία) – Δελφικό Παράγγελμα

Η Φιλότης (ή Φιλότητα στα νεότερα Ελληνικά) ήταν Θεότητα της Ελληνικής θρησκείας, η οποία αποτελούσε την προσωποποίηση του Θεού Έρωτα. Στα αρχαία Ελληνικά, η λέξη φιλότης σήμαινε κυρίως την φιλία, τον θαυμασμό, την αγάπη και την στοργή, ενώ δεν ήταν άγνωστη και η χρήση της με την έννοια της συνουσίας. Η μεγάλη και σημαντική αυτή Θεότητα (αφού από αυτήν πηγάζει η ζωντανή ζωή) έδωσε το όνομά της σε γένος πεταλούδας της Βόρειας Αμερικής, ένα μοναδικό είδος το philotes sonorensis.

Η Φιλότης (που γεννήθηκε με παρθενογένεση), σύμφωνα με τον Ησίοδο, ανήκε στο γένος της Νυκτός, κόρης του Χάους και της Γαίας, όπως ο Μόρος, η Κηρ, ο Θάνατος, ο Ύπνος, τα Όνειρα, ο Μώμος, η Οϊζύς, οι Εσπερίδες, οι Μοίρες, οι Κήρες, η Νέμεσις, η Απάτη, η Έρις και το Γήρας.

Στην κοσμολογική αντίληψη της Θεογονίας η σημασία της Φιλότητος είναι κυρίαρχη. Το ίδιο συμβαίνει με την κοσμολογία του Εμπεδοκλή. Η Φιλότης και το Νείκος (η Φιλονικία) έχουν σπουδαιότητα ανάλογη των πρωταρχικών στοιχείων γη – αέρας – φωτιά – νερό. Τα δυο άκρα του αέναου κύκλου του μετασχηματισμού αυτών των στοιχείων είναι η σύμπηξή τους, οπότε επικρατεί και ευδοκιμεί η Φιλότης, και ο πλήρης διαχωρισμός τους, οπότε επικρατεί και διαχέεται το Νείκος (η Φιλονικία). Από αυτήν τη σκοπιά, η Φιλότης στον Εμπεδοκλή ενέχει το ρόλο του Έρωτος στον Ησίοδο.

«/…/ τίκτε δὲ καὶ Νέμεσιν, πῆμα θνητοῖσι βροτοῖσι, / Νὺξ ὀλοή· μετὰ τὴν δ᾽ Ἀπάτην τέκε καὶ Φιλότητα» Θεογονία (223-225)

Στην Θεογονία οι Φιλονικίες (Νείκη), μαζί με τον Πόνο, τη Λήθη, το Λιμό, τα Άλγη, τις Υσμίνες, τους Φόβους, τις Μάχες, τις Ανδρικτασίες, τις Ψευδολογίες, τις Αμφιλογίες, την Δυσνομία, την Άτη και τον Όρκο, είναι τέκνα της Έριδος.

Η Φιλότης δεν πρόκειται για μεταγενέστερη λέξη, απαντά ήδη στα Ομηρικά Έπη, τόσο στην Ιλιάδα (έξι φορές) όσο και στην Οδύσσεια (τέσσερις φορές), συνοψίζοντας όλες περίπου τις εκδοχές και τις εφαρμογές που υπόκεινται στο ρήμα φιλέω, στο επίθετο φίλος και στο επίρρημα φίλως – επίσης Ομηρικά, με πυκνή μσυχνότητα τα δύο πρώτα. Γύρω από αυτόν τον πυρήνα περιστρέφονται δεκατέσσερα σύνθετα (ρηματικά ουσιαστικά, επίθετα αλλά και κύρια ονόματα), με θετική ή αρνητική σημασία. Όπως φιλοφροσύνη, φιλόξενος, φιλομειδής, φιλοπαίγμων κι ως απωθητικά: φιλοκτέανος (άπληστος, πλεονέκτης), φιλοκέρτομος (χλευαστικός), φιλοψευδής. Και τρία ευρηματικά κύρια ονόματα: Φιλοίτιος, Φιλητορίδης, Φιλοκτήτης.

Ο Λεκατσάς αποδίδει την Φιλότητα ως Ερωτική Ηδονή.

Από την Φιλότητα περοέρχεται και το Ελληνικό “Φιλότιμο” (τίμα τον φίλο)

ΑΓΑΠΗ: Αρχαία Ελληνική Λέξη;

Η λέξη “αγάπη” όχι μόνον ήταν γνωστή στους αρχαίους Έλληνες, αλλά και πολλοί συγγραφείς χρησιμοποιούσαν τον όρο αυτό, μαζί με τα παράγωγά του, σε πλήθος συγγραμμάτων τους. Ηταν γνωστότατη στους αρχαίους Έλληνες αιώνες πριν την ιδιοποιήθούν – κλέψουν στην Παλαιά Διαθήκη οι εβδομήκοντα δύο εβραίοι συγγραφείς της. Ο Ευσέβιος, με την βοήθεια μεγάλου επιτελείου θεολόγων και θεολογούντων γραφιάδων [εβδομήκοντα δυο] μελέτησε, έκοψε, έραψε και ένωσε τους θρύλους και τους μύθους όλων των θρησκευτικών δογμάτων του κόσμου που είχαν φέρει μαζί τους οι αξιωματούχοι των δογμάτων. Αντλώντας τις πληροφορίες από τα χειρόγραφα των επισκόπων και ανακατεύοντας ανατολικές και δυτικές παραδόσεις, πέτυχε να διαμορφώσει μια θρησκεία γύρω από έναν Μεσσία και “Υιό Θεού” (πιο σωστά τον Υιό του Θεού) που θα ήταν η θρησκεία ολόκληρης της αυτοκρατορίας. Ο Ευσέβιος, λόγω της καταγωγής του, έβαλε τον Ιησού, που ταίριαζε ηχητικά το όνομά του με τον Ήσους, και τον συνέδεσε και με την Παλαιά Διαθήκη, ως υιό του Γιαχβέ απόγονο του Δαβίδ.

Αγάπη: Στα αρχαία ελληνικά, εκ του «άγαμαι» και του ποιητικού τύπου του «αγάζομαι» (θαυμάζω, παραξενεύομαι). Στη εβραιοχριστιανική γραμματεία έλαβε την έννοια, όχι μόνον της αντιθέσεως προς το μίσος, αλλά και της φιλότητος, μόνο υπό την σκέπη του χριστιανικού Θεού, και μόνο στους ομοίους, δηλαδή μόνο στους χριστιανούς της ιδίας σέχτας, κατά τους βιβλικούς συγγραφείς.

Αλλά, η έννοια της αγάπης προϋπήρχε του χριστιανικού ιού, που την ιδιοποιήθηκε, την διαστρέβλωσε και την κακοποίησε. Ως κοινωνική, χριστιανική “αρετή” η αγάπη είναι θεμελιώδης και η έλλειψή της δεν δικαιολογείται. Στην πράξη εκφράζεται ως υλική και πνευματική βοήθεια στις δυσκολίες και στις ανάγκες του χριστιανού πλησίον, ακόμη και εις βάρος του εαυτού.

Η ετυμολογική ρίζα της λέξεως “αγάπη” προέρχεται από το ρήμα αγαπώ, που χρησιμοποιούσαν κατά κόρον οι αρχαίοι Έλληνες, (με διαφορετική από την ιουδαϊκή έννοια) όπως γίνεται συνήθως με πολλά ρήματα που έχουν και το αντίστοιχο ουσιαστικό τους ή και το αντίστροφο, αγάπη > αγαπώ, γέννηση > γεννώ, πόνος > πονώ, δίωξη > διώκω, και ούτω καθ’ εξής.

Ετυμολογικά, λοιπόν, η λέξη “αγάπη” είναι ο λεγόμενος υποχωρητικός σχηματισμός από το ρήμα ἀγαπῶ. Η λέξη “αγάπη” από τους αρχαίους χρόνους, χρησιμοποιείται με άλλους παρεμφερείς όρους (φιλώ, στέργω, αφοσιώνομαι, θαυμάζω, φυλάσσω, λαμβάνω, κλπ) χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η λέξη αγάπη ήταν άγνωστη στους αρχαίους αφού: Γνώριζαν το ρήμα αγαπώ, που μπορεί να μην την βρίσκει κανείς εύκολα στα σύγχρονα ηλεκτρονικά προγράμματα, αλλά μην λησμονούμε ότι, για παράδειγμα, ο «Μουσαίος» περιλαμβάνει περίπου 2.500 αρχαία ελληνικά χειρόγραφα, ενώ στην πραγματικότητα αυτά ήσαν απείρως περισσότερα. Μόνον στη Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας υπήρχαν 690.000 κύλινδροι παπύρων ή άλλα αρχαία χειρόγραφα !! πράγμα που σημαίνει ότι η λέξη «αγάπη» θα υπήρχε σε πολλά εξ αυτών. Μόνον ο Δίδυμος ο Γραμματικός, ο επονομαζόμενος και «Βιβλιολάθας» επειδή δεν θυμόταν τους τίτλους των έργων του, είχε συγγράψει περίπου 4.000 βιβλία !!

Γνώριζαν τα παράγωγα της λέξεως αγάπη, όπως αγαπατός, αγαπητός, που διαβάζουμε στον Θεόκριτο «ωδίνεσσιν. ά δέ οί ενμενέονσα παρίστατο, χαδ’ δ’ αρα παντων νωδννίαν χατέχενε μελών ό δέ πατρι έοιχως παις αγαπατός εγεν(ε)το.» ή στα σωζόμενα στον Πίνδαρο «εν ά πρώτον ευνάσθην αγαπατός υπό σπαργάνοις, λέγεται δε θεωρούς άπιούσιν εις Αμμωνος αιτήσαι Πίνδαρος και το τό έν ανθρώπους άριστον και αποθανείν εν εκείνω τώ ενιαυτώ) και αλλού.

Την λέξη “αγάπη” περιλαμβάνει ο μεγάλος Έλληνας φιλόλογος και γλωσσολόγος Ιωάννης Σταματάκος, μέσα στο περίφημο «Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης» όπως ακριβώς την βρίσκουμε στη σελίδα 15 με διάφορα παράγωγα που συνεχίζουν και στη σελίδα 16 (Βιβλιοπρομηθευτική, 1999) στην λέξη “αγάπη” έχει εντός παρενθέσεως και το ρήμα αγαπάω, που δεικνύει, ασφαλώς, από που προέρχεται η λέξη, δεδομένου ότι η ετυμολογική ρίζα του ρήματος “αγαπάω” προέρχεται από το αγα+πα = λαμβάνω, φυλάσσω κλπ.

Δεν είναι όμως μόνον ο Ι. Σταματάκος ακόμη και στην «Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας» των H.G. Liddell & R. Scott (εκδ. Πελεκάνος 2007) ακόμη και η λέξη αγαπήνωρ, είναι Ομηρική λέξη, αναφέρεται στην Ιλιάδα και σημαίνει ο αγαπών, αυτός που αγαπά την ανδρεία, ενώ λέξεις όπως αγαπητέος, αγαπητικός, αγαπητός κλπ. αναφέρονται και σε άλλους συγγραφείς Πλάτωνας, Πλούταρχος κλπ.

Οι Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι χρησιμοποιούν την λέξη «αγάπη» και τα παράγωγα της

–Αγαπάσθαι τον πλησίον μικρά ελαττούμενος. [Αγάπα τον πλησίον σου και με μικρή ζημιά σε βάρος σου] Θαλής ο Μιλήσιος ο οποίος συγκαταλέγεται ανάμεσα στους «Επτά Σοφούς των Ελλήνων» και σύμφωνα με τον Ιερώνυμο μέτρησε το ύψος των πυραμίδων από την σκιά τους, τη στιγμή ακριβώς που ο δικός του ίσκιος ήταν ίσος με το πραγματικό του ύψος. (Διογένης Λαέρτιος Ι, 277), η Φύση και ο Κόσμος γενικότερα, είναι«έμψυχοι και δαιμόνων πλήρεις». Σύμφωνα με την παράδοση που αναφέρει ο Πλούταρχος, όταν επισκέφτηκε ο Σόλωνας τον Θαλή και τον ρώτησε γιατί δεν παντρεύεται να αποκτήσει διάδοχους, αυτός απάντησε από φιλότητα προς τα παιδιά. Στον Θαλή τον ο Μιλήσιο αποδίδονται τα γνωμικά:

«Μη πάσι πίστευε» / «Ειρήνην φύλαττε» / «Χαλεπόν εαυτόν γνώναι» και «Ουδέν τον Θάνατον διαφέρειν του Ζειν» (Σε τίποτα δεν διαφέρει ο θάνατος από την ζωή).

-Ούς τρέφεις θαύμαζε. [Να αισθάνεσαι θαυμασμό γι’ αυτούς που μεγαλώνεις] Ηράκλειτος

-Φιλίαν άκαιρος ίσον εστί τω μισείν. [Φιλία που δεν εκφράζεται στην κατάλληλη στιγμή μοιάζει να είναι μίσος] Σωκράτης, Στοβαίος, Ανθολόγιο

Ο Αριστοτέλης για το θέμα έχει αναφερθεί στην Ρητορική του (Βιβλίο Β΄3, 1381α) ως εξής: «Έστω δει το φιλείν το βούλεσθαί τινι ά οίεται αγαθά, εκείνου ένεκα, αλλά μη αυτού και το κατά δύναμιν πρακτικόν είναι τούτων». [Απόδοση: Ας τεθεί σαν βάση ότι φιλότητα σημαίνει, το να επιθυμεί κανείς για κάποιον όσα νομίζει καλά για κείνον, κι όχι για τον εαυτό του, και να ενεργεί όσο μπορεί για να τ’ αποκτήσει εκείνος]

«Αγάπησις απόδεξις παντελής.» -Πλάτων (Ορισμοί)

«Όλους φύλαττε» -Φωκυλίδης

«Ο ανώτερος άνθρωπος, περισσότερο από κάθε τι, αφιερώνεται στην Σοφία και την Φιλότητα» -Επίκουρος (Επικ. Προσφ. 78)

«Φιλοφρόνει πάσιν» (φιλοφρονώ = φρονώ φίλα = σκέφτομαι με φιλόττητα για κάποιον/κάτι) -Δελφικό Παράγγελμα

«Φιλότητα αντί διαφοράς εθέλειν» -Ανδοκίδης

«Αγαπάσθαι και οικείν ευδαιμόνως» -Πλάτων (Πολιτεία)

«Ν ανταποδίδης την φιλίαν, με φιλίαν» -Ησίοδος Έργ. Και.Ημ.

«Φιλίαν Φύλαττε» -Δελφικό Παράγγελμα

«Χρω φιλανθρώπως και δικαίως τοις εντυγχάνουσι.» -Πλούταρχος (Ηθ, 88c)

«Εχούσης γάρ τι της ψυχής αγαπητικόν εν εαυτή και πεφυκυίας, ώσπερ αισθάνεσθαι και διανοείσθαι και μνημονεύειν, ούτω και φιλείν» Η ψυχή κλείνει μέσα της δύναμη φιλότητας, καθώς επλάστηκε για να αισθάνεται, να σκέπτεται και να θυμάται, έτσι επλάστηκε και για να φιλεί. -Πλούταρχος (Σόλων,7,3,1-4) Ο Πλούταρχος ήταν Ιερέας των Δελφών.

«Φιλοφρονήσασθαι αλλήλους» -Πλάτων (Νομ. 738 D) Επίσης, Ξενοφών (Κυρ. Αναβ.4.5,34).)

«Ούτοι συνέχθειν, αλλά συμφιλείν έφυν.» -Σοφοκλής -Αντιγόνη

«Φιλίαν φύλαττε» -Δελφικό παράγγελμα

«Του φρονίμου τοίνυν εστί μόνου το φιλείν» -Επίκτητος (Περι φιλίας, D.a.A.d,2,22,3,5-6)

«Φιλίαν δε ουδέν μείζον ούτε ίσον εστί» -Μένανδρος

«Ει δε γεύεται ανδρός ανήρ τι, φαίμέν κε γείτον έμμεναι νόω φιλήσαντ ατενέι γείτονι χάρμα πάντων επάξιον.» Αν ο άνθρωπος κάτι από τον άνθρωπο γεύεται, να πούμε μπορούμε πως γείτονας που μ’ όλη του την σκέψη συμφιλείν τον γείτονά του, είναι ευτυχία που αξίζει ό,τι κι αν πεις. -Πίνδαρος (Νεμεονίκες, Ζ 127)

«Κάλιστον η φιλία των αγαθών» -Στοβαίος (Ανθολόγιο, 2, 32, t, 1)

«Μάλλον βασιλικωτέρα φιλανθρωπία του λοιπού χορού των αρετών» -Θεμίστιος (Ομ.1,11.26-27 Schenkl)

«Καλλιέργησε την φιλότητα με έναν εχθρό» -Πιττακός ο Μυτιληναίος

Όποιος αναφέρει ότι η λέξη “αγάπη” με τον ορθό φιλάνθρωπο ορισμό της, δεν ήταν γνωστή στους αρχαίους και πως η λέξη αυτή (άκουσον, άκουσον!) ήταν επινόηση των 72 Εβραίων … Ουδέν ψευδέστερον τούτου! Η λέξη “αγάπη” ως Φιλότητα κι Ερως υπήρχε στα αρχαία ελληνικά κείμενα εκατοντάδες χρόνια πριν συγγραφεί η Παλαιά Διαθήκη.

Θεός: Στα Αρχαία Ελληνικά, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η λέξη προκύπτει εκ του ρήματος «Θέω» (δράμω, σπεύδω, τρέχω). Η ετυμολογία της λέξεως, φανερώνει την ανθρωπομορφική, περί Θεών, αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων. Κατόπιν, «Θεός» εκλήθη το εξωσυμπαντικό-υπερκόσμιο ον (Γιαχβέ), που κατά τη σημιτική αντίληψη εξουσιάζει τον κόσμο. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο («Ευτέρπη» 52) η λέξη προκύπτει από το ρήμα «τίθημι» «θεοὺς δὲ προσωνόμασαν σφέας ἀπὸ τοῦ τοιούτου, ὅτι κόσμῳ θέντες τὰ πάντα πρήγματα καὶ πάσας νομὰς εἶχον»

Αντιλαμβανόμεθα λοιπόν ότι η κλοπή και ιδιοποίηση όπως και η κακοποίηση της ελληνικής γλώσσας είναι ίδιον της χριστιανικής πανούκλας.

Πολλοί Θεοί έχουν το επίθετο Φίλιος ή Φιλία: Φίλιος Δίας, Φίλιος Ερμής, Φιλία Νυξ, Φιλία Φύσις, Φίλιος Έρως, Φίλιος Απόλλων, κ.λπ. Όλοι οι Θεοί αποκαλούνται Φίλος ή Φιλη, Φίλιος Ήφαιστος, Φίλη Αθηνά, κ.λπ. Ο Δίας έχει πολλά επίθετα που σημαίνουν αγάπη: Φίλιος, Φίλος, Εταιρείος, Οικείος, Πρευμενής, Ομονώος, Ομολώιος, Πίστιος, Φράτριος, Θεόταιρος, Φιλότεκνος, Ξένιος, Εύξεινος, κ.λπ.

Υπάρχουν πολλές αρχαίες ελληνικές λέξεις που εκφράζουν την «αγάπη για τον άνθρωπο»: φιλία, αγάπησις, αμφαγάπησις, φιλότης, φιλείν, στοργή, φιλανθρωπία, συμπόνοια, φιλαλληλία, αγαπησμός, οικείωσις, φιλοσυμπάθεια, φιλόδημος, φιλευσπλαχνία, φιλίωσις, φιλεταιρεία, φιλόγονος, φιλάνωρ, φιλογυνία, φιλόστοργος, φιλιωτικός, φιλοτήσιος, φιλιακός, φιλιαστής, υπεραγαπώ, αγαπητέος, φολοφροσύνη, φιλόκοινος, φιλόλαος, φιλόμβροτος, φιλοποίησις, φιλογνωμία, κ.λπ.

Επίσης πολλά αρχαία ελληνικά κύρια ονόματα φέρουν την έννοια της αγάπης και προέρχονται από τα ρήματα: φιλώ (και ως αγάπη) και τα ονόματα: Έρως, Ίμερος, Πόθος, όπως: Αγαπήνωρ, Αγαπαίος, Δημόφιλος, Δίφιλος, Ερασίνος, Ερασινίδης, Ερασίκλεια, Ερατοκλείδης, Έρατος, Ερατοσθένης, Ερασίξενος, Ερατώ, Θεοφιλίς, Ιμεραίος, Ιμέριος, Πάμφιλος, Ποθεινή, Φιλώτας, Φίλα, Φιλαινίς, Φιλαίος, Φιλάων, Φιλέας, Φιλήμων, Φιλήσιος, Φιλήτας, Φιλητάς, Φιλιάδης, Φιλίνος, Φιλίσκος, Φίλιστος, Φιλίστα, Φιλοίτιος, Φιλώνδας, Φιλωνίδης, Φιλοστόργιος, Φιλουμενός, Φίλων, Φιλώ, Φιλωνίς, Φιλωτέρα, Φιλωτερίς, Φιλέταιρος, Φιλόξενος, Φιλοξένη, Φιλόλαος, Φιλόδημος, Φιλάμενος, Φιλασίας, Φιλοίτας, Φιλώνα, κλπ.

Σε καμία άλλη γλώσσα δεν υπάρχουν τόσα κύρια ονόματα που να φέρουν μέσα τους την έννοια της “αγάπης” όσο στην Αρχαία Ελληνική, με την σωστό ορισμό της ως Φιλότητα και Έρωτας.

Η αγάπη μισεί τον Έρωτα και την Φιλότητα.

Όποιος αγαπάει μπορεί και να μισεί. Μάλιστα συχνότερα μισεί ο «αγαπών» παρά «αγαπάει». Η αγάπη είναι ο δολιότερος εγωισμός, μια καρκινική εγωπάθεια, όπως τα καρκινώματα ενός σώματος, ένας φρικτός, βδελυρός, σάπιος ανθρωποκεντρισμός, που εισήγαγε η χριστιανική βαρβαρότητα για να έχει δούλους του θεού και γενικώς (εθελοντικούς) δούλους.

Η Φιλότητα και ο Έρωτας είναι το Ψυχόρμητο του Ελευθέρου ανθρώπου.

Η Φιλότητα και ο Έρωτας είναι κάτι άλλο από την Αβρααμική νερόβραστη “αγάπη”. Είναι, ο Ελληνικός Ζωντανός Κόσμος. Ο τόπος της Δημιουργίας, τους Έρωτος και του Φωτός. Έχω δει ερωτευμένους και ερωτεύσιμους να λάμπουν. Ποτέ δεν είδα αγαπώντα και αγαπησιάρη ευδαίμονα, μάλιστα το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει, οι αγαπούληδες είναι πιο μαύροι κι από την κόλαση που ζουν. Δεν υπάρχει ούτε μια αράδα στην ελεεινή Αβρααμική Βίβλο του Γιαχβέ που να υμνεί την Φιλότητα, τον Έρωτα, την Ευτυχία ή την Εξυπνάδα, μάλιστα κατά κόρον μιλάει, για δούλους, αμνοερίφια, ταπεινότητα, φόβο, αγάπη, υποτέλεια, ταπεινότητα και λοιπές λέξεις για δούλους.

Ο Ντάντε Αλιγκιέρι αναπτύσσει την ιδέα, που είναι και το νήμα ολόκληρης της Θείας Κωμωδίας ότι η αγάπη είναι η δημιουργική αρχή και η ζωτική ενέργεια ολόκληρου του σύμπαντος. Για τον Ιταλό ποιητή η έννοια και το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και του πεπρωμένου, εξαρτάται από τον τρόπο της αγάπης. Ο τρόπος της αγάπης δεν βλέπει τον κόσμο ναρκισσιστικά, μέσα από το πρίσμα του εγωισμού, ούτε αναζητά τις απαντήσεις με όρους οφέλους και ζημίας, αλλά με όρους αγάπης:
«Να έχουμε το θάρρος να κάνουμε θρύψαλα το Εγώ και να αντιμετωπίσουμε το κτήνος. Το να αγαπάς σημαίνει να φροντίζεις».

Η μητρότητα και η πατρότητα είναι πράξεις κορυφαίας έκφρασης αγάπης, είναι η δημιουργική συνέχεια της ζωής και μια νίκη επί του θανάτου. Χαρίζουν νόημα και ολοκληρώνουν τον άνθρωπο, αλλά δεν είναι γραφειοκρατικές διεκπεραιώσεις, ούτε έχουν την ανάγκη υπαρξιακής συγκατάθεσης, από την πλευρά του εμβρύου, ώστε να μην κατηγορηθούν οι γονείς για χρήση του βρέφους ως μέσο επίτευξης των προσωπικών τους σκοπών.

Αντί του εντός των χριστιανικών ομάδων περιορισμένου ή του γενικώς αορίστου «αγαπάτε αλλήλους» η κεντρική ιδέα του χριστιανισμού, πέραν από εκδίκηση κατάρα και έσχατη τιμωρία, αντιπροσωπεύεται πλήρως με το «εκφοβίζετε αλλήλους». Στον χριστιανισμό παντού και πάντοτε διαχέεται ένας διαρκής, έντονος και αγχώδης φόβος, γεγονός κυριολεκτικά αποδεδειγμένο από την θεωρία, την διδασκαλία και την ιστορική διαδρομή του. Ο απροκάλυπτος και άκρατος εκφοβισμός δηλαδή.

«Αν κρίνουμε την αγάπη από τα αποτελέσματά της, τότε μοιάζει πιότερο με μίσος παρά με φιλία» Λα Ροσφουκώ, 1613-1680

Κλοπή και ιδιοτελή παραχάραξη του «Αγαπάτε αλλήλους»

Αυτές οι δυο λέξεις αποτελούν μια παροιμιώδη εβραιοχριστιανική φράση την οποία χρησιμοποιούν πολλοί για να μας αποδείξουν ότι το μήνυμα του χριστιανισμού είναι η αγάπη· ότι η εντολή της αγάπης είναι η υπέρτατη εντολή και ότι ο χριστιανισμός είναι η κατ’ εξοχήν θρησκεία της αγάπης, τίποτε ψευδέστερο τούτου.

Αυτή η φράση ως έχει, εμφανίζεται ΜΟΝΟΝ στα εξής δύο κείμενα του «Κατά Ιωάννην» ευαγγελίου -το πως διέφυγε απ’ τους άλλους ευαγγελιστές μια τόσο σημαντική επιθυμία του Ιησού-Γιαχβέ είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο- όπου ο Ιός Θεού εν μέσω «θεολογικών» λόγων λέει: «Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγά­πη­σα υμάς ίνα και υμείς αγαπάτε αλλήλους. εν τούτω γνώ­σονται πάντες ότι εμοί μα­θη­ταί έστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» Κατά Ιωάννην 13: 34-35. Αυτό και τέλος. Απόδοση: «Σας δίνω μια καινούργια εντολή, να αγαπάτε ο ένας τον άλλο, όπως σας αγάπησα εγώ, έτσι ακριβώς να αγαπάτε κι εσείς ο ένας τον άλλο. Aπ’ αυτό θα μάθουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας».

Και: «Ταύτα λελάληκα υμίν ίνα η χαρά η εμή εν υμίν μείνη και η χαρά υμών πληρωθή. Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους καθώς ηγάπησα υμάς» Κατά Ιωάννην 15: 11-12. Απ: «Σας τα έχω πει αυτά, ώστε η χαρά η δική μου να παραμείνει μέσα σας, κι έτσι η χαρά σας να ολοκληρωθεί. Tούτη είναι η δική μου εντολή: N’ αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως ακριβώς σας αγάπησα».

Ας κοιτάξουμε προσεκτικά τα κείμενα αυτά. Απ’ αυτά βλέπουμε ότι, την εντολή αυτή ο Ιησούς Γιαχβέ την δίνει στους μαθητές του και ότι είναι μια καινούργια εντολή: «Να αγαπάτε ο ένας τον άλλον όπως και εγώ αγάπησα εσάς. Έτσι θα γνωρίζουν όλοι ότι είστε μαθητές μου». Περίεργο! Δεν την ήξεραν νωρίτερα;

Εδώ ο Ιησούς Γιαχβέ τονίζει καθαρά και μόνο στους μαθητές του «αγαπάτε αλλήλους» όπως παρομοίως ο Θεός δίνει τις «δέκα εντολές» που απευθύνονται στους Εβραίους και μόνο σ’ αυτούς. Δεν τους είπε να αγαπάνε όλο τον κόσμο αδιακρίτως, αυτούς που δεν γνωρίζουν και αυτούς που διαφέρουν! Η νέα εντολή είναι σαφής και δεν έχει να κάνει με τον καθολικό χαρακτήρα της γενικής αγάπης ως Πλατωνικής Ιδέας. Ούτε υπονοείται η αγάπη όλων των ανθρώπων για όλους τους ανθρώπους. Στο «Κατά Λουκάν» ευαγγέλιο λέει: «Πλην τους εχθρούς μου εκείνους, τους μη θελήσαντάς με βασιλεύσαι επ’ αυτούς, αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθέν μου» Κατά Λουκάν 19: 27. Απόδοση: «Όσο για τους εχθρούς μου εκείνους, που δεν με θέλησαν για βασιλιά τους, φέρτε τους εδώ και σφάξτε τους μπροστά μου». [όπως ακριβώς το λέει κι ο Αλλάχ]

Είναι λοιπόν μια εσωτερική εντολή, δηλαδή εντολή για τους εντός της ομάδος των μαθητών. Εκ των υστέρων κατ’ επέκταση γίνεται εντολή και γι’ αυτούς που θέλησαν να γίνουν μαθητές κατά τις επιταγές του χριστιανισμού. Είναι δηλαδή εντολή προς τους χριστιανούς και για τους χριστιανούς. Μπορεί η εντολή αυτή, όπως ανακοινώνεται, να ήταν καινούργια γι’ αυτήν την ομάδα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι δεν την είχαν σκεφτεί και προφέρει πριν από την χριστιανική μεσσιανική κίνηση.

Οι Στωικοί, οι Πλατωνικοί, ο Σωκράτης, ο Κικέρων και άλλα φιλοσοφικά ρεύματα είχαν διακηρύξει την αγάπη (ως ΕΡΩΤΑ και ΦΙΛΟΤΗΤΑ) αιώνες πριν από τα ευαγγέλια, είτε με μερικό είτε με καθολικό ανθρωπιστικό χαρακτήρα. Η έννοια της αγάπης είτε εντός μιας ομάδας, είτε καθολικά υπήρχε ήδη. Δεν την πρωτοδίδαξε ο Γιαχβέ Χριστός στην ανθρωπότητα. Η ιδέα της αγάπης ήταν ήδη γνωστή. Όλα αυτά, ήταν ήδη πολύ γνωστά και μεταξύ των Εβραίων και δεν χρειαζόταν κάποιον, Ιο Θεού, για να τους τα κάνει πιο γνωστά. Ο Υιός Γιαχβέ σ’ αυτά τα χωρία δεν τους είπε κάτι καινούργιο. Απλώς αναμασάει τα ήδη από πολλών αιώνων γεγραμμένα.
ΔΕΣ

Στην «Επί του Όρους Ομιλία» ο Γιαχβέ Ιησούς για να νεωτερίσει κάπως, ξεπερνά τα όρια των σχετικών χωρίων της Παλαιάς Διαθήκης και διδάσκει μια ασυγκράτητη και άνευ όρων αγάπη και καμία αντίδραση κατά του κακού: «Ηκούσατε ότι ερρέθη, οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος· Εγώ δε λέγω υμίν μη αντιστήναι τω πονηρω· αλλ’ όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην· και τω θέλοντί σοι κριθήναι και τον χιτώνα σου λαβείν, άφες αυτώ και το ιμάτιον· και όστις σε αγγαρεύσει μίλιον εν, ύπαγε μετ’ αυτού δύο· τω αιτούντι σε δίδου και τον θέλοντα από σου δανείσασθαι μη αποστραφής» Κατά Ματθαίον 5: 38-42.

Απόδοση: «Ακούσατε πως ειπώθηκε: Mάτι σου έβγαλαν, μάτι να βγάλεις· δόντι σου έβγαλαν, δόντι να βγάλεις. Eγώ όμως σας λέω να μην αντιστέκεστε στον κακόβουλο, αλλά όποιος σε χτυπήσει στο δεξί μάγουλο, στρέψε του και το άλλο. Kαι σ’ εκείνον που θέλει να σε πάει στο δικαστήριο και να σου πάρει τον χιτώνα, άφησέ του και το πανοφώρι σου. Kαι όποιος σε αγγαρέψει ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δυο μίλια. Σ’ εκείνον που σου ζητά, δίνε, κι εκείνον που θέλει να δανειστεί από σένα μην τον αποστραφείς».

Ο ίδιος ο Γιαχβέ Ιησούς όμως όταν δέχθηκε ράπισμα από έναν υπηρέτη του αρχιερέα, δεν έστρεψε και το άλλο μάγουλο και ούτε δέχθηκε το χαστούκι αδιαμαρτύρητα: «Ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περὶ του κακού· ει δε καλῶς, τι με δέρεις;» Κατά Ιωάννην 18: 23. Απόδοση: «Αν μίλησα άσχημα, απόδειξέ το. Aν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;».

Επιστρέφοντας στο «Κατά Ματθαίον» ευαγγέλιο, διαβάζουμε: «Ος εάν μη δέξηται υμάς μηδέ ακούση τους λόγους υμών, εξερχόμενοι έξω της οικίας ή της πόλεως εκείνης εκτινάξατε τον κονιορτόν των ποδών υμών. Αμήν λέγω υμίν, ανεκτότερον έσται γη Σοδόμων και Γομόρρας εν ημέρα κρίσεως ή τη πόλει εκείνη» Ματθαίον 10: 14-15 και παρομοίως και στα άλλα ευαγγέλια.

Απόδοση: «Αν κάποιος δεν σας δεχτεί κι ούτε ακούσει τα λόγια σας, βγαίνοντας έξω από το σπίτι εκείνο ή την πόλη εκείνη, τινάξτε ακόμη και τη σκόνη από τα πόδια σας. Πράγματι, σας λέω, επιεικέστερη θα είναι η τιμωρία στις πόλεις των Σοδόμων και των Γομόρρων την Hμέρα της Kρίσης, παρά στην πόλη εκείνη».

Η ιστορία διδάσκει ότι η αγάπη των χριστιανών για τους χριστιανούς είναι ότι χειρότερο παράδειγμα υπάρχει κατά την έννοια της αγάπης. Με αυτό βεβαίως εννοούμε όλα όσα συνέβησαν ανάμεσα στις διάφορες χριστιανικές αιρέσεις και σχίσματα. Η δε αγάπη των χριστιανών για μη χριστιανούς ξεπέρασε κάθε όριο φαντασίας σε εκδίκηση και θηριωδία. Και πως αλλιώς θα μπορούσε να γίνει, αν λάβει κανείς υπόψιν του την «θεϊκή αγάπη» που «ακτινοβολά» μέσα από την Παλαιά Διαθήκη!!!

Περιττό να αναφερθούν λεπτομέρειες από την «Αποκάλυψη του Ιωάννη». Διαβάστε την. Γεμάτη από κάθε είδους ασχήμιες, πληγές, απειλές, φόνους, φόβους, τρόμους, διαστροφές, επιβλαβή έντομα, καταστροφές, λίμνες με πυρ και θείον και με μια μανιακή συμπλεγματική εκδικητικότητα ενός παντοδυνάμου και παναγάθου Θεού, για τον οποίον ο Ιωάννης έχει δηλώσει ότι «ο Θεός αγάπη εστίν» Α’ Ιωάννου 4: 16! Τύφλα να ‘χει ο Ντε Σαντ!

«Πάτερ άφες αυτοίς»

Όπως την αγάπη έτσι και την συγχώρεση επικαλούνται πολλοί χριστιανοί απολογητές ως ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματα του χριστιανισμού. Μας λένε μάλιστα ότι αγάπη και συγχώρεση πάνε μαζί και ότι μόνο στον χριστιανισμό υπάρχει καθολική και άνευ όρων συγχώρεση. Οπότε πρέπει να εξετάσομε εδώ κατά πόσον αυτά ισχύουν και με το ζήτημα της συγχώρεσης.

Πρώτα απ’ όλα στον Ιουδαϊσμό, την πατρική θρησκεία του χριστιανισμού δηλαδή, δεν υπάρχει συγχώρεση αλλά σκληρή και ωμή ανταπόδοση, σύμφωνα με τον ακρογωνιαίο λίθο της θεϊκής νομοθεσίας που ο ίδιος ο Θεός έδωσε στον φίλο του και προφήτη Μωυσή. Πρόκειται για τον ίδιο Θεό του χριστιανισμού, ο οποίος χάραξε στην πέτρα τον Νόμον της Ανταποδόσεως ή Αντεκδικήσεως και μάλιστα τρεις φορές (Έξοδος 21: 23-25, Λευιτικόν 24: 17-21 και Δευτερονόμιον 19: 21): «Θα δώσεις ψυχήν αντί ψυχής, οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος, χείραν αντί χειρός, πόδαν αντί ποδός, έγκαυμα αντί εγκαύματος, μώλωπα αντί μώλωπος».

Ο ίδιος Θεός, διά του Υιού του Ιησού Χριστού Γιαχβέ, προτρέπει, να στρέφουμε και το άλλο μάγουλο, αν κι ο ίδιος δεν τήρησε αυτή τη διδαχή, δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις.

Αυτό που λένε πολλοί χριστιανοί, ότι μόνο στον χριστιανισμό υπάρχει συγχώρεση, είναι τουλάχιστον λάθος και κατάφωρο ψέμα. Εκτός του ότι συγχώρεση υπάρχει σε πολλές φιλοσοφίες και θρησκείες, στον χριστιανισμό η συγχώρεση δεν είναι ούτε καθολική ούτε άνευ όρων. Η χριστιανική δογματική το δηλώνει απεριφράστως: «Το προπατορικό αμάρτημα το φέρει κάθε άνθρωπος ερχόμενος εις τον κόσμο». Εξαιτίας αυτού του φρικιαστικού, ανηθίκου, αχαρακτηρίστου και αντιφατικού αξιώματος (και ορισμένων άλλων ακόμα) οι χριστιανοί θεολόγοι χρειάστηκαν να δημιουργήσουν το δόγμα της «αμώμου συλλήψεως» του Θείου Ιού.

Ο Εβραίος Ιησούς Χριστός Γιαχβέ, ως Υιός του Θεού του ζώντος, που τελικά ήταν Θεός κι αυτός ο ίδιος, ακόμα και ως άνθρωπος έπρεπε να είναι αναμάρτητος και ως εκ τούτου να μην φέρει το προπατορικό αμάρτημα του Αδάμ και της Εύας! Έτσι η Εβραιοπούλα Μαριάμ έπρεπε να καταστεί έγκυος όχι διά της πεπατημένης οδού αλλά διά του αγίου πνεύματος του Αβρααμικού Θεού – Γιαχβέ και να παραμείνει παρθένος τόσο κατά τη σύλληψη όσο και κατά τη γέννηση, στον χριστιανισμό η Ερωτική συνεύρεση είναι βαρύτατη αμαρτία, η παρθενία υπέρτατη αρετή, ενώ τα γεννητικά όργανα αποκαλούνται στις «ιερές» γραφές, ως «ασχημοσύνη». Η καθολική εκκλησία απαίτησε «άμωμο σύλληψη» όχι μόνο για τον Υιό Θεού Γιαχβέ Χριστό αλλά και για την ίδια τη μητέρα του, ως “Παναγία Θεομήτορα Μαριάμ”. Μόνο έτσι απέφυγαν και οι δύο το αβάσταχτο βάρος του προπατορικού αμαρτήματος!!! και το φόρτωσαν σε σένα ζωντόβολο.
ΔΕΣ
Το προπατορικό αμάρτημα, συγχωρείται μόνο με το βάπτισμα, την απόταξη του Σατανά και με το να παραμείνεις ακράδαντα πιστός χριστιανός! Όσα μωρά γεννιούνται πεθαμένα και όσα (ή όσοι) πεθάνουν πριν βαπτιστούν γίνονται «διαβολάκια» και καταδικάζονται στην αιώνια κόλαση, λόγω του προπατορικού αμαρτήματος. Από την άλλη πλευρά ισχυρίζονται ότι, όσα νήπια πεθάνουν μετά το βάπτισμα και προτού ενηλικιωθούν γίνονται αγγελάκια δίπλα στον θεό τους Γιαχβέ! Σε κάνουν δηλαδή να παρακαλείς να πεθάνεις όσο πιο μικρός γίνεται για να μην σου δοθεί χρόνος να διαπράξεις αμαρτίες και έτσι να γίνεις αγγελάκι του βδελυρού Γιαχβέ! Καταστροφική και βδελυρή θρησκεία κάθε έννοιας λογικής, από πάσης απόψεως!

Πέραν του προπατορικού αμαρτήματος έχομε και την εξής αμαρτία που είναι η μόνη παντελώς ασυγχώρητη. Αυτή είναι η «βλασφημία κατά του αγίου πνεύματος». Αν και δεν είναι σαφές σε τι ακριβώς συνίσταται αυτή η βλασφημία και αμαρτία, οι διάφοροι κληρικοί την απέδιδαν στους λαϊκούς κατά το δοκούν. Εξαιτίας αυτής της αόριστης και ασαφούς αμαρτίας κατεστράφησαν εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές, προσωπικότητες και υπάρξεις ανά τους αιώνες.

Αυτή συμπληρώνει το προπατορικό αμάρτημα γιατί αποδίδονταν και σε πολλούς γονείς που είχαν την κακοτυχία να χάσουν αβάπτιστα παιδιά. Οι λαϊκοί αυτοί για να εξιλεωθούν, παρ’ όλο που σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δόγμα αυτό δεν ήταν πλέον δυνατόν, δώριζαν όλη την περιουσία τους, ό,τι είχαν και δεν είχαν, στις εκκλησίες και έτσι μετατρέπονταν σε πάμφτωχους επαίτες με εξαθλιωμένες οικογένειες. Με αυτούς τους εκφοβισμούς και την επιβολή ενοχών οι χριστιανικές εκκλησίες καταλήστευαν τον δεισιδαίμονα κοσμάκη και συσσώρευαν αμύθητα πλούτη και ακίνητη περιουσία. Καταστροφική θρησκεία λοιπόν ο Ιός Θεού, σε όλο του το μεγαλείο!

Η αγάπη, είναι το μίσος που ενώνει τους χριστιανούς δούλους εναντίον του Έρωτα.

Κακή τύχη είχαν και απειράριθμοι χριστιανοί πιστοί κατά το μυστήριο της εξομολογήσεώς τους.

Ανάλογα με τις αμαρτίες για τις οποίες ζητούσαν συγχώρεση και ανάλογα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες και πολλές φορές με την διάθεση του εξομολόγου ιερέως έπρεπε να υποστούν πολλά σκληρά επιτίμια. Μερικά τέτοια επιτίμια επί παρατεταμένα χρονικά διαστήματα ήταν: Τεράστιος αριθμός μετανοιών, χρονοβόρα επανάληψη προσευχών, επιβλαβείς νηστείες, αγρυπνίες, εκφοβισμοί, αναθέματα, απαγόρευση της θείας μεταλήψεως, βαρύτιμα τάματα, κλπ. Τα επιτίμια αποτελούσαν μια μέθοδο πλύσεως εγκεφάλου και θρησκευτικού παραληρήματος των πιστών των οποίων η προσωπικότητα καταρρακωνόταν από τις ενοχές που αυτά υποκινούσαν. Όλα αυτά είναι καταγραμμένα στα πολλά και διάφορα δογματικά βιβλία του χριστιανισμού. Με τα τάματα αυτά πολλές οικογένειες επτώχευσαν και οι εκκλησίες πλούτησαν.

Για πολλούς αιώνες είχαμε και τον θαυμάσιο θεσμό των «συγχωροχαρτίων». Αυτός ο θεσμός κατά εποχές και κατά τόπους υπήρχε τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Είναι ψέμα το ότι τα συγχωροχάρτια ήταν εφεύρημα μόνο της Δυτικής Εκκλησίας. Ο πιστός πλήρωνε όσα σου ζητούσαν οι κληρικοί των διαφόρων βαθμίδων και πατριαρχείων και αναλόγως αγόραζε τη συγχώρεση που ήθελε ή αυτήν που αυτοί του έταζαν. Αν δεν είχε να πληρώσεις τότε αγόραζε μερική λιγότερη συγχώρεση ή δεν του πωλούσαν καθόλου. Να κόψει τον λαιμό του δηλαδή, αν δεν έχει να πληρώσει. Υπήρχαν ακριβά συγχωροχάρτια πολυτελείας και φτωχικά φτηνά. Να τι θα πει εκκλησία που θεμελίωσε ο Εβραίος Γιαχβέ Ιησούς και καθοδηγείται από το άγιο πνεύμα του Γιαχβέ.

Ο ίδιος ο Ιησού Γιαχβέ, όπως αναφέρεται ΜΟΝΟ στο «Κατά Λουκάν» («Πατέρα συγχώρεσέ τους· δεν ξέρουν τι κάνουν», [23: 34]), συγχώρεσε τους διώκτες του από τον σταυρό. Ακόμα λένε ότι συγχώρεσε την πόρνη ΜΟΝΟ στο «Κατά Ιωάννην (8: 1-11). Δεν έκανε όμως το ίδιο με τους Αρχιερείς, Γραμματείς και Φαρισαίους προς τους οποίους συχνά και με ξέφρενη οργή εξαπολύει τρομερές ύβρεις και απειλές σε όλα τα ευαγγέλια. Όπως σε όλα τα χριστιανικά θέματα έτσι και σε τούτο πρυτανεύει η αντίφαση.

Στην παραβολή του αχάριστου και απάνθρωπου δούλου «οφειλέτου μυρίων ταλάντων», ο κύριός του θα τον παραδώσει στους βασανιστές μέχρις ότου να του επιστρέψει τα ωφειλόμενα χρήματα και καταλήγοντας ο Γιχαβέ λέει: «Tο ίδιο θα κάνει και ο πατέρας μου ο ουράνιος σ’ εσάς, αν δεν συγχωρήσετε ο καθένας σας τον αδελφό του, μέσα από την καρδιά του, τα παραπτώματά του» Κατά Ματθαίον 18: 23-35. Όπως ακριβώς με το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού κ.λπ.» του θεϊκού Μωσαϊκού Νόμου. Βλέπουμε δηλαδή εν προκειμένω ότι η συγχώρεση τελείται υπό ορισμένες συνθήκες. Ας μην μας διατυμπανίζουν οι διάφοροι αδαείς ή εκ προθέσεως ιεροκήρυκες ότι η χριστιανική συγχώρεση και αγάπη είναι τυφλή, καθολική και χωρίς συνθήκες, γιατί ΔΕΝ είναι!

Η συγχώρεση όπως λαμβάνει τόπο στον χριστιανισμό είναι ουσιαστικά ένα χριστιανικό τέχνασμα εξαιρετικά αποδοτικό και καταστροφικό συνάμα. Έχοντας κατατάξει σχεδόν τα πάντα στον κατάλογο των αμαρτιών -π. χ. το τί και πόσο τρώει ή πίνει κανείς (επικίνδυνες και ανθυγιεινές νηστείες) να είσαι εθνικός ή τελώνης, να είσαι πλούσιος, το διαζύγιο και το να ξαναπαντρευτείς (Ματθαίος 5: 32, 19: 1-12, Μάρκος 10: 1-12, Λουκάς 16: 18) την ιδέα του Ερωτος (Ματθαίος 5: 28 «Εγώ δε λέγω υμίν ότι πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού») το να σκέπτεσαι το αύριο, κ.λπ.- είναι σίγουρο ότι ο χριστιανισμός δεν θα αποκτούσε οπαδούς ακόμα και από τα περιθωριακά στοιχεία και αποβράσματα της κοινωνίας που προσείλκυσε στην αρχή. Δεν θα είχε παραμείνει κανείς εκεί μέσα. Αλλά όπως καθόρισε σχεδόν τα πάντα ως αμαρτίες έτσι απέδιδε και τη συγχώρεσή τους κάτω από κατάλληλες συνθήκες όταν αυτές κρίνονταν ικανοποιητικές και, προπάντων, καλοπληρωμένες!

Οι εκκλησίες με τις φρούδες υποσχέσεις, συγχωρήσεις και τα συγχωροχάρτια τους απέκτησαν αμέτρητους σκλάβους και συσσώρευσαν αμύθητα πλούτη και περιουσίες. Οι ενοχές, λύπες, συντριβές και οι νευρώσεις, ακόμα και μετά την συγχώρεση, έγιναν το καθημερινό σαράκι της κοινωνίας και της ψυχολογικής υγείας των ανθρώπων. Από την άλλη πλευρά όμως πολλοί βρίσκουν πολύ βολικό μέσο την συνεχή εξομολόγηση και συγχώρεση έστω και με όλα τα επιτίμια για να διαπράττουν παντός είδους αμαρτίες, αφού στο τέλος θα συγχωρηθούν όσες φορές και αν αμαρτήσουν και ό,τι και αν κάνουν. Έτσι λένε: «Θα κάνω ό,τι θέλω και όταν πλησιάζει το τέλος θα εξομολογηθώ, θα κοινωνήσω και θα συγχωρεθώ» τρανό παράδειγμα ο μονοκράτορας Κωνσταντίνος, ο οποίος αν και μέγας εγκληματίας στο τέλος «αγίασε» αφού έκανε πάμπλουτη την ανίερη χριστιανική εκκλησία.

Σε όλη την ιστορία και θεολογία του εβραιοχριστιανισμού ο διαχωρισμός πιστών και απίστων τίθεται κατηγορηματικώς, είναι σαφής και αδιάλλακτος. Οι άπιστοι δεν θα βρούνε καμία συγχώρεση και έχει ήδη αποφασισθεί ότι κατά την κρίση θα βρεθούν ένοχοι. «Εν δε το άδη ουκ έστι μετάνοια»· δεν υπάρχει συγχώρεση και δεύτερη ευκαιρία. Θα καταδικαστούν αιωνίως. Στην ιστορία της χριστιανικής λαίλαπας δεν υπήρχε καμία συγχώρεση, λύπη, οίκτος, κατανόηση, κ.λπ. προς κάθε αλλόθρησκο, μέλος άλλου πολιτισμού, ή όποιον δεν πείθονταν για να υπακούει τις εβραιοχριστιανικές επιταγές, διδασκαλίες και δεισιδαιμονίες. [ακριβώς όπως και στο Ισλάμ]

Εσχάτως διάφοροι ιερωμένοι και απολογητές δεν μπορούν να καλύψουν τη σχιζοφρενική αντίφαση μεταξύ της αγάπης και φιλευσπλαχνίας ενός παντοδυνάμου, φιλευσπλάχνου και παναγάθου Θεού και της ατελεύτητης τιμωρίας, της μη συγχωρήσεως, του εκφοβισμού, της καταδίκης στην αιώνια κόλαση της φωτιάς των βασανιστηρίων και των διαβόλων και όλα όσα αναφέρομε εδώ. Έτσι βρήκαν διάφορα πονηρά και δόλια μέσα για ψευτοδικαιολογίες. Π. χ. λένε: «Καταδικάζομε την κακή πράξη και την αμαρτία, αλλά όχι τον πράξαντα και τον αμαρτωλό». (LOL)

Μα καλά, γίνεται πράξη και αμαρτία χωρίς υποκείμενο; Έτσι βγαίνει μια πράξη μόνη της χωρίς κανείς να την έχει σκεφθεί και μετά να την διαπράξει; Δηλαδή πώς τιμωρείται μόνο η κακή πράξη και η αμαρτία; Απλώς ως ιδέα και αφήνεται ο αμαρτωλό ελεύθερος και όπως ήταν και πριν αμαρτήσει; Τότε γιατί συνεχώς αναγγέλλονται αιώνιες τιμωρίες και τα φρικτά βασανιστήρια; Γιατί επαναλαμβάνονται φράσεις όπως: «Θα σε τιμωρήσει ο Θεός», «Θα έχεις να δώσεις απολογία επί του φοβερού βήματος του Χριστού» και «καλήν απολογίαν την επί τού φοβερού βήματος τού Χριστού αιτησόμεθα» κλπ; Γιατί εκφοβίζεται ο μαζάνθρωπος χριστιανός με τέτοιες φράσεις;

Ο Υιός του Αβρααμισμού /χριστιανισμού από το 313 μέχρι και σήμερον διδάσκει κάθε άλλο από συγχώρεση και αγαθή ή ανυπόκριτη αγάπη που τα πάντα υπομένει. Όταν ο μονοκράτορας Κωνσταντίνος έδωσε το πράσινο φως στους εβραιοχριστιανούς, η επιλογή κάθε ανθρώπου που βρέθηκε κοντά τους ήταν, ή χριστιανός ή νεκρός. [ακριβώς όπως και στο Ισλάμ] Τα εγκλήματα των χριστιανικών εκκλησιών είτε μεταξύ των είτε εναντίον των άλλων θρησκειών και λαών είναι το χειρότερο κακό που συνέβη ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο υπερχιλιετής Μεσαίωνας, το σφαγείο της Σκυθόπολης, η ολοκληρωτική αμορφωσιά, η καύση των μάγων και μαγισσών, οι σταυροφορίες, η Ιερά Εξέταση, η σωματική και η ηθική τυραννία των ατόμων, οι εξοντώσεις των αιρετικών, οι θρησκευτικοί πόλεμοι, ο σαδιστικά βίαιος εκχριστιανισμός της Ευρώπης και της αμερικανικής ηπείρου, η εναντιότητά του κατά της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της προόδου και πάρα πολλά άλλα τοιαύτα αποτελούν τις πλέον φρικιαστικές σελίδες της ιστορίας.

Πολλοί αμαθείς ή πιθηκίζοντες θα ρωτήσουν: Αν δεν είναι η αγάπη, τότε ποιο είναι το μήνυμα του Χριστιανισμού στον κόσμο;

Η απάντηση είναι σύντομη και απλή: Ο εβραιοχριστιανισμός δεν μας είπε τίποτα για την εδώ ζωή ή για την αγάπη που δεν το είχαμε σκεφτεί, συζητήσει, αναπτύξει, και φιλοσοφήσει αιώνες πριν απ’ αυτόν. Αν υπάρχει κάτι που να καθορίζει την κεντρική ιδέα και το άξονα περιστροφής της θεολογίας του εβραιοχριστιανισμού αυτό είναι η άνευ ορίων οργή του «Παντοδυνάμου και Παναγάθου Γιαχβέ» και ο συνεχής και άκρατος εκφοβισμός μαζί με τον αέναο αγώνα κατά του σατανά και την από στιγμή σε στιγμή εσχατολογική κρίση. Οργή, φόβος, τρόμος, αγγέλοι, σατανάς, διάβολοι και τριβόλοι, την προσμονή της εσχάτης κρίσεως από στιγμή σε στιγμή. Πάνω απ’ όλα όμως ο διαρκής και μόνιμος εκφοβισμός: «και εγένετο φόβος μέγας εφ’ όλην την εκκλησίαν και επί πάντας τους ακούοντας ταύτα» Πράξεις 5: 11.

Ο ΦΟΒΟΣ κι ο ΑΛΛΗΛΟΣΠΑΡΑΓΜΟΣ είναι το μήνυμα του Γιαχβέ Ιησού στην ανθρωπότητα.-

Θεϊκά Λόγια Αγάπης

«Εάν δεν υπακούσης εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σου, διά να προσέχης να εκτελής πάσας τας εντολάς αυτού και τα διατάγματα αυτού, τα οποία εγώ προστάζω εις σε σήμερον, πάσαι αι κατάραι αύται θέλουσιν ελθεί επί σε και θέλουσι σε ευρεί.

Κατηραμένος θέλεις είσθαι εν τη πόλει, και κατηραμένος θέλεις είσθαι εν τω αγρώ.

Κατηραμένον το καλάθιόν σου και η σκάφη σου.

Κατηραμένος ο καρπός της κοιλίας σου και τα γεννήματα της γης σου, αι αγέλαι των βοών σου και τα ποίμνια των προβάτων σου.

Κατηραμένος θέλεις είσθαι όταν εισέρχησαι, και κατηραμένος θέλεις είσθαι όταν εξέρχησαι.

Ο Κύριος θέλει εξαποστείλει επί σε την κατάραν, την θλίψιν και την φθοράν, εις πάντα όσα επιβάλης την χείρα σου διά να πράξης, εωσού εξολοθρευθής και εωσού αφανισθής ταχέως, διά την πονηρίαν των έργων σου, διότι εγκατέλειπες εμέ.

Ο Κύριος θέλει προσκολλήσει εις σε το θανατικόν, εωσού σε εξολοθρεύση από της γης, όπου υπάγεις να κληρονομήσης αυτήν.

Ο Κύριος θέλει σε πατάξει με μαρασμόν και με πυρετόν και με ρίγος και με φλόγωσιν και με μάχαιραν και με ανεμοφθορίαν και με ερυσίβην και θέλουσι σε καταδιώκει εωσού αφανισθής. Και ο ουρανός σου ο υπεράνω της κεφαλής σου θέλει είσθαι χαλκός, και η γη η υποκάτω σου σίδηρος.

Ο Κύριος θέλει δώσει την βροχήν της γης σου κονιορτόν και χώμα, εκ του ουρανού θέλει καταβαίνει επί σε, εωσού εξολοθρευθής.

Ο Κύριος θέλει σε κάμει να συντριφθής έμπροσθεν των εχθρών σου, από μιας οδού θέλεις εξέλθει επ’ αυτούς, και από επτά οδών θέλεις φύγει από προσώπου αυτών και θέλεις διασκορπισθή εις πάντα τα βασίλεια της γης. Και το πτώμα σου θέλει είσθαι τροφή εις πάντα τα όρνεα του ουρανού και εις τα θηρία της γης, και δεν θέλει είσθαι ο αποδιώκων.

Ο Κύριος θέλει σε πατάξει με την αιγυπτιακήν πληγήν και με αιμορροΐδας και με ψώραν και με ξυσμόν, ώστε να μη δύνασαι να ιατρευθής.

Ο Κύριος θέλει σε πατάξει με αφροσύνην και με τύφλωσιν και με έκστασιν καρδίας, και θέλεις ψηλαφά εν τω μέσω της ημέρας, ως ο τυφλός ψηλαφά εν τω σκότει, και δεν θέλεις ευοδούσθαι εις τας οδούς σου και θέλεις είσθαι μόνον καταδυναστευόμενος και διαρπαζόμενος πάσας τας ημέρας, και δεν θέλει είσθαι ο σώζων.

Θέλεις αρραβωνισθή γυναίκα, και άλλος ανήρ θέλει κοιμηθή μετ’ αυτής, οικίαν θέλεις οικοδομήσει, και δεν θέλεις κατοικήσει εν αυτή, αμπελώνα θέλεις φυτεύσει, και δεν θέλεις τρυγήσει αυτόν.

Ο βους σου θέλει είσθαι εσφαγμένος ενώπιόν σου, και δεν θέλεις φάγει εξ αυτού, ο όνος σου θέλει αρπαχθή απ’ έμπροσθέν σου και δεν θέλει αποδοθή εις σέ, τα πρόβατά σου θέλουσι παραδοθή εις τους εχθρούς σου, και δεν θέλει είσθαι εις σε ο σώζων.

Οι υιοί σου και αι θυγατέρες σου θέλουσι παραδοθή εις άλλον λαόν, και οι οφθαλμοί σου θέλουσι βλέπει και μαραίνεσθαι δι’ αυτούς όλην την ημέραν και δεν θέλει είσθαι δύναμις εν τη χειρί σου.

Τον καρπόν της γης σου και πάντας τους κόπους σου θέλει φάγει έθνος το οποίον δεν γνωρίζεις, και θέλεις είσθαι μόνον καταδυναστευόμενος και καταπατούμενος πάσας τας ημέρας. Και θέλεις γείνει παράφρων διά τα θεάματα των οφθαλμών σου, τα οποία θέλεις ιδεί.

Ο Κύριος θέλει σε πατάξει εις τα γόνατα και εις τα σκέλη με πληγήν κακήν, ώστε να μη δύνασαι να ιατρευθής από του ίχνους των ποδών σου έως της κορυφής σου»

Παλαιά Διαθήκη -Δευτερονόμιο 28:15-35

Η Βίβλος σας διδάσκει να αγαπάτε τον πλησίον σας, να αγαπάτε και τον εχθρό σας …επειδή πρόκειται για τα ίδια άτομα.
-------------------
*Το “Φιλίαν Αγάπα” είναι φράση του Ξενοκράτους, που σημαίνει ΘΑΥΜΑΖΕ ΤΗΝ ΦΙΛΙΑΝ αυτό ακριβώς σημαίνει κυριολεκτικά και η λέξη αγάπη = ΘΑΥΜΑΣΜΟΣ

Κάποτε οι ήρωες πολεμούσαν για να σώσουν τους ανθρώπους. Σήμερα οι ήρωες πολεμούν για να σώσουν την ανθρωπιά

Οι άνθρωποι πάντοτε αναγνώριζαν ήρωες. Πρώτα λάτρεψαν ήρωες και έπειτα θεούς. Η δημιουργία ηρώων συνδέεται άμεσα με τις εποχές και τις ανάγκες των ανθρώπων. Συνεπώς τα κριτήρια ηρωοποίησης διαφέρουν από εποχή σε εποχή. Στην αρχαιότητα για να συμπεριληφθεί κάποιος στο πάνθεον των ηρώων έπρεπε να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο το λιγότερο έναν μεγάλο άθλο. Ας θυμηθούμε τον Ηρακλή ή τον Θησέα. Στους αγώνες του '21 καταστερώθηκαν άντρες όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης ή ο Ανδρούτσος. Σήμερα βέβαια τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν χρειάζεται κάποιος να σκοτώσει το λιοντάρι της Νεμέας, να γίνει τουρκοφάγος ή να εξοντώσει τον Προκρούστη για να γίνει ήρωας. Στην σημερινή πραγματικότητα ήρωας θεωρείται και αυτός ο οποίος λειτουργεί με βάση τις αρχές του ανθρωπισμού. Η αυτοθυσία, η τιμιότητα, η καλοσύνη, η ανθρωπιά είναι αρετές που αν εκφραστούν κοινωνικά είναι δυνατόν να αναδείξουν κάποιον σε ήρωα.

Κάποτε οι ήρωες πολεμούσαν για τους ανθρώπους. Οι ήρωες της εποχής μας πολεμούν για να σώσουν την ανθρωπιά. Όλοι όσοι συμπάσχουν όταν βλέπουν τους άλλους να πονάνε ή να πεινάνε και σπεύδουν αλληλέγγυοι να τους βοηθήσουν, χωρίς να προσδοκούν προσωπικά οφέλη, είναι σύγχρονοι ήρωες. Ηρωικά παρακάμπτουν το γνωστό «ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος» και το ίδιο ηρωικά μεταβάλλονται σε αγγέλους βοήθειας. Ο σύγχρονος λοιπόν ήρωας φορά το ένδυμα της καθημερινότητας, την φόρμα του εργάτη, την ποδιά της νοικοκυράς, την στολή του στρατιώτη και αγωνιστή της ισότητας και της δικαιοσύνης και συντρέχει στον ανθρώπινο πόνο και στην ανθρώπινη ανάγκη.

Παράλληλα με τον ήρωα της προσφοράς και της αλληλεγγύης συμπορεύεται και ο ήρωας της διπλανής πόρτας. Είναι αυτός που μοχθεί για να βγάλει το ψωμί του χωρίς να καταφεύγει σε αθέμιτους τρόπους πλουτισμού. Είναι ο ηρωισμός της καθημερινότητας, που γίνεται ακόμη πιο σημαντικός, όταν ο άνθρωπος βαδίζει τον δρόμο του σκληρού μόχθου ασυμβίβαστος και αξιοπρεπής. Εκεί φτάσαμε. Στην εποχή των πλαστικών συνειδήσεων το να επιλέγει κανείς την τιμιότητα, να αντιστέκεται στις εύκολες προκλήσεις του καιρού, να μένει πιστός στον εαυτό του και να μην τον ψευτίζει είναι ηρωισμός. Σε αυτούς τους αφανείς ήρωες αναφέρεται ο Σεφέρης όταν λέει: ‘’Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά’’ (Ο τελευταίος Σταθμός, συλλογή: Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄). Είναι αυτοί οι οποίοι υπηρετούν τους πάσχοντες συνανθρώπους τους και με αταλάντευτη την συνείδηση παραμένουν σταθεροί στις αιώνιες αξίες της ανθρωπιάς και της δημοκρατίας.

Για μας αυτοί είναι οι πραγματικοί ήρωες, που δρουν έξω και πέρα από τα φώτα της δημοσιότητας για το κοινό καλό κάθε στιγμή που το απαιτεί. Η κοινωνία μας, κοινωνία της άμετρης κατανάλωσης, έχει γεννήσει πολλούς ανθρώπους έτοιμους για κοινωνικούς άθλους, ανθρώπους άξιους να γίνουν ηρωικά πρότυπα στις νέες γενιές. Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να προβάλλονται στους νέους. Οι ήρωες αυτοί όμως δεν ανταποκρίνονται στα πρότυπα ζωής που η διαφήμιση θέλει να επιβάλει. Επιβάλλεται λοιπόν οι νέοι μας να καθοδηγηθούν έτσι, ώστε να μάθουν να διακρίνουν και να εκτιμούν τον πραγματικό ήρωα από τον φτιαχτό που υπηρετεί σκοπιμότητες. Σε αυτήν την περίπτωση, αν η διαφώτιση λειτουργήσει στο πλαίσιο της κοινωνικής παιδαγωγικής, αν τελικά επιτύχει να στρέψει την κοινή γνώμη προς την κατεύθυνση της ανθρωπιάς και της δημοκρατίας, αν κερδίσει την μάχη στην προσπάθεια να επιβάλει τις αιώνιες αξίες του ανθρωπισμού ως ύψιστες ηρωικές πράξεις, (άθλος τεράστιος, ισάξιος με αυτόν της Λερναίας Ύδρας), τότε θα μπορούμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτόν τον κόσμο.

Κορύβαντες

Στην Ελληνική μυθολογία οι Κορύβαντες ήταν κατά μία παράδοση οι «πρώτοι άνθρωποι» πάνω στη Γη, ενώ κατά μία άλλη ήταν υπερφυσικές οντότητες που γεννήθηκαν πριν γεννηθούν οι ολύμπιοι θεοί.

Οι Κορύβαντες αναφέρονται συνήθως ως εννέα ή δέκα, ή ως τρεις, αλλά συχνά, και ιδιαίτερα στις γενεαλογικές παραδόσεις, γίνεται λόγος για έναν Κορύβα ή Κύρβα.

Καταγωγή

Τον πρώτο μύθο ενισχύει η μαρτυρία ότι οι Κορύβαντες αποκαλούνταν «δενδροφυείς» (πρβλ. την καταγωγή του ανθρώπινου είδους κατά τον Δαρβίνο). Σύμφωνα όμως με άλλη παράδοση, οι Κορύβαντες γεννήθηκαν από τα δάκρυα του Δία, δηλαδή από τη βροχή, που γονιμοποιεί τη γη. Τέλος, άλλες παραδόσεις λένε ότι οι Κορύβαντες ήταν απόγονοι των Ιδαίων Δακτύλων (Στράβων Ι 473) ή γιοι της Ρέας.

Επειδή οι Κορύβαντες σχετίζονταν στενά με τη λατρεία της Κυβέλης, αναφέρονται συχνά ως γιοι της, τους οποίους απέκτησε με κάποιο ήρωα της Σαμοθράκης (Διόδωρος Γ΄ 55). Στη Ρόδο τους θεωρούσαν παιδιά του Ηλίου και της Αθηνάς, ενώ στη Σαμοθράκη γιους του Απόλλωνα και της Ρυτίας. Η σύνδεση των Κορυβάντων με τον χορό οδήγησε στη σκέψη ότι ίσως είχαν σχέση με τις Μούσες, κι έτσι από πολλούς αναφέρονται ως γιοι της Θάλειας και του Απόλλωνα (Βιβλιοθήκη Απολλοδώρου, Α΄ 3, 4) ή του Δία και της Καλλιόπης. Οι Κορύβαντες αναφέρονται και ως γιοι του Κρόνου, ενώ κατά τους Ορφικούς κατάγονταν από την Περσεφόνη.

Λατρεία και «κορυβαντιώντες»

Οι Κορύβαντες λατρεύονταν με οργιαστικούς χορούς των πιστών, που χαρακτηρίζονταν ως «κορυβαντιώντες» (Αριστοφ. Σφήκες 8, Πλάτ. Κριτίας 54, Συμπόσιον 215). Οι πιστοί καλούσαν τους Κορύβαντες με άγριες κραυγές και κινήσεις. Από τη μανία τους αυτοτραυματίζονταν κάποτε, καθώς χτυπούσαν τα κύμβαλα και τα τύμπανα με τη συνοδεία αυλού. Οι αρχαίοι αποκαλούσαν την κατάσταση αυτή της εκστάσεως ως «πλήρωση», η οποία χαριζόταν από το θείο. Ταύτιζαν τη μανία αυτή με το μεθύσι ή την ευγλωττία. Η ένταξη ενός ανθρώπου στους κορυβαντιώντες γινόταν με τη «Θρόνωση»: ο μυούμενος καθόταν πάνω σε ένα θρόνο, ενώ χόρευαν γύρω του.

Τοπικές λατρείες

Τόπος καταγωγής των Κορυβάντων θεωρείται γενικώς η Μικρά Ασία. Περί τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. η λατρεία τους καθιερώθηκε στην περιοχή της Αιολίας και της Ιωνίας, όπου και συνδέθηκαν με τους Καβείρους. Αργότερα λατρεύθηκαν στη Ρόδο και στην Κρήτη, όπου ταυτίσθηκαν με τους Κουρήτες. Τόποι λατρείας τους στην Αιολία και στις ακτές της Προποντίδας ήταν η Ίδα, το Σίγειο, η Αμαξιτία, η Σκήψις, η Μυτιλήνη, η Πέργαμος, οι Ερυθρές, η Αλικαρνασσός, κ.ά., ενώ κύριο λατρευτικό κέντρο στην Κρήτη ήταν η Ιεράπυτνα, η οποία ονομαζόταν παλαιότερα Κύρβα. Την παλαιότητα της λατρείας των Κορυβάντων στη Ρόδο στηρίζουν η μαρτυρία του Διοδώρου για κάποια πόλη «Κυρβία» και μία επιγραφή.

Στην ηπειρωτική Ελλάδα, οι Κορύβαντες λατρεύονταν για αρκετούς αιώνες και στην Αθήνα. Ο Παυσανίας γράφει ότι αγάλματά τους υπήρχαν πριν από το ιερό της Δεσποίνης στη Λυκόσουρα της Αρκαδίας.

Κορύβαντες και Κυβέλη

Οι Κορύβαντες συνδέθηκαν στενά με την Κυβέλη, πιθανώς για πρώτη φορά στη Μικρά Ασία. Μέσα από τη λατρεία της Κυβέλης έγιναν γνωστοί και στους Ρωμαίους. Από ένα χρονικό σημείο και μετά, οι Κορύβαντες εμφανίζονται στη θέση των «Γάλλων», δηλαδή των ιερέων της Κυβέλης, ενώ ήταν και οι χορευτές που τη λάτρευαν με τον χορό τους. Τα λιοντάρια που έσερναν το άρμα της Κυβέλης τα περνούσαν για Κορύβαντες μεταμορφωμένους. Ο επικεφαλής Κορύβας, επειδή ταυτιζόταν με τον Άττιν, κατείχε υψηλή θέση: καθόταν στον ίδιο θρόνο με τη Μητέρα (την Κυβέλη).

Η συσχέτιση των Κορυβάντων με τους Ιδαίους Δακτύλους, που και αυτοί έπαιζαν κάποιο ρόλο κατά καιρούς στη λατρεία της Κυβέλης, αποτελεί μία ακόμα σύνδεση.

Οι Κορύβαντες συσχετίσθηκαν με τον θεό Διόνυσο όταν ταυτίσθηκαν με τους Κουρήτες, ενώ σχετίσθηκαν και με τους Τελχίνες της Ρόδου.

Πλάτων: Πολιτική και Φιλοσοφία

Πλάτων: Η Πολιτική ως τεχνική κυριαρχίας


1. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, από τη γέννησή του ως τον θάνατό του, ο Πλάτων έμελλε να δει και να ζήσει την πιο τραγική εικόνα της Αθηναϊκής πολιτείας. Κατά τη γέννησή του, το 428 π.Χ., η Αθήνα βρίσκεται σε πόλεμο εναντίον των Σπαρτιατών και των συμμάχων τους, ενώ συγχρόνως εξακολουθεί να μετράει τους νεκρούς μιας τρομερής επιδημίας, που παρέσυρε περισσότερο από το ένα τέταρτο του πληθυσμού της το 430-429. Το έτος του θανάτου του, το 347, η Αθηναϊκή Αυτοκρατορία ήταν μόνο μια μακρινή ανάμνηση. Η δημοκρατική πολιτεία βρισκόταν σε μια χωρίς επιστροφή παρακμή και όλα προμήνυαν το λυκόφως της παλιάς της δόξας. Ο Πλάτων δεν προσκολλήθηκε στην περιγραφή και την ανάλυση αυτού του λυκόφωτος της αθηναϊκής δημοκρατίας, αλλά μάλλον προσπάθησε να το επισπεύσει.

2. Προς τούτο δεν ακολούθησε κανέναν από τους δύο δρόμους που ήταν ανοιχτοί σε έναν έντιμο, μορφωμένο Αθηναίο, διακείμενο εχθρικά προς τη δημοκρατία, αυτόν της συντηρητικής ιδεολογικής δέσμευσης και αυτόν της λόγιας συνταγματικής κριτικής, αλλά προτίμησε τη φιλοσοφία και την πολιτική σκέψη. Η ευγενής καταγωγή του φιλοσόφου –προερχόταν από μια από τις ισχυρότερες αθηναϊκές οικογένειες– του επεφύλασσε μια υψηλή θέση στον κύκλο των αριστοκρατών και στο κέντρο της πολιτικής σκηνής. Το αρνήθηκε, όπως αναφέρει και ο ίδιος, με αφορμή τη δολοφονία του Σωκράτη από την Αθηναϊκή δημοκρατία και με δεδομένο ότι πάντα αρνιόταν να υπερασπίζεται την παραμικρή ομάδα συμφερόντων στην Πόλη, είτε αριστοκρατική είτε δημοκρατική, που επιδίωκε να ασκήσει εξουσία. Ο Πλάτων δεν περιορίστηκε απλώς στην εξέταση των συνθηκών λειτουργίας των θεσμών για να τους μεταρρυθμίσει ή να αναζητήσει εναλλακτική λύση.

3. Αυτό το έργο διερεύνησης και παρατήρησης γινόταν πιθανότατα στη σχολή που είχε ιδρύσει ο φιλόσοφος στην Αθήνα γύρω στο 387, την Ακαδημία, της οποίας το λειτούργημα ήταν εν μέρει πολιτικό, γιατί εκπαίδευε μαθητές για τις υποθέσεις της Πόλεως. Όμως η εξέταση των διαφόρων υφιστάμενων πολιτικών συστημάτων υπό την προοπτική της μεταρρύθμισής τους είναι ξένη στους πλατωνικούς διαλόγους (με τη μορφή που τη βρίσκουμε, από την άλλη πλευρά, στο έργο ενός από τους μαθητές του, του Αριστοτέλη) . Πριν κατηγορήσει τους ηγεμόνες ή τους θεσμούς των παλαιών ή σημερινών πόλεων για τα λάθη τους ή την ακυρότητά τους, πριν καταγγείλει ένα συγκεκριμένο είδος αστικής τάξης ή μια συγκεκριμένη μορφή δημόσιας συζήτησης, ο φιλόσοφος αναπτύσσει μια πρωτότυπη κριτική, έργο της οποίας είναι να αναπτύξει για όλες τις γνωστές μορφές πολιτικής οργάνωσης μια στοχαστική τελείωση, μια σκέψη της Πόλεως.

4. Το κύριο χαρακτηριστικό της πολιτικής φιλοσοφίας του είναι ότι η θεωρητική έρευνα, το θεωρείν εν γένει συνυφαίνεται καθοριστικά με την πολιτική. Στη συνάφεια τούτη, το αντικείμενο της εν λόγω έρευνας δεν είναι τα τρέχοντα γεγονότα, η επίκαιρη απλώς πραγματικότητα ή η ιστορία των πολιτικών δυνάμεων, των εξουσιών, των διαφόρων πολιτευμάτων κ.λπ. αλλά η κοινή φύση της ζωής, ο τρόπος ύπαρξης της κοινής, ήτοι κοινοτικής, ζωής. Μια πολιτική που δεν θα βασιζόταν σε μια τέτοια έρευνα και ανάπτυξη θα ήταν μάταιη και αναποτελεσματική. Η μέγιστη σημασία αυτής της έρευνας έγκειται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι ως φιλοσοφική αναζήτηση υπερβαίνει την απλή γνώμη και την αθεμελίωτη, αδιαμεσολάβητη, άρα αυθαίρετη υποκειμενικότητα Αν δεν ξέρουμε τι είναι κοινή ζωή, αν δεν ξέρουμε την προέλευσή της, τις συνθήκες και τους σκοπούς της, η ζωή της Πόλεως παραμένει αυτή των συγκρούσεων και των διαμαχών για την εξουσία, και η πολιτική είναι μόνο το όνομα των μέσων που τίθενται στην υπηρεσία αυτής της εξουσίας: είναι μια τεχνική κυριαρχίας. Τούτο είναι που επικρίνουν έντονα οι Πλατωνικοί διάλογοι, όταν κάνουν λόγο για την Αθήνα και τον ελληνικό κόσμο.

5. Η φιλοσοφική κριτική συνεχίζεται με τρόπο που να φτάνει να θέτει υπό αμφισβήτηση, στο όνομα ενός ορισμού της Πόλεως και μιας ορισμένης Ιδέας για το καλό της, στο όνομα επομένως των σκέψεων, την ίδια την ύπαρξη πόλεων, ελληνικών ή άλλων. Θέτει υπό αμφισβήτηση το ίδιο το θεμέλιο της εκπροσώπησης που είχαν οι συμπολίτες του για να ανήκουν στην ίδια κοινότητα, στην ίδια Πόλη, που την ένωναν οι δεσμοί του νόμου και της γλώσσας. Ο Πλάτων λέει για την Αθηναϊκή δημοκρατία ότι ουσιαστικά δεν είναι διαφορετική πολιτεία από άλλες πόλεις με ολιγαρχικά ή μοναρχικά καθεστώτα, ότι όλα αυτά τα καθεστώτα είναι μόνο συναθροίσεις, που μπορεί μερικές φορές να βασίζονται σε καλά ήθη ή σε λογικούς νόμους, αλλά δεν παύουν να παραμένουν διεφθαρμένες συναθροίσεις, ανίκανες να επιτύχουν αυτό που είναι ο τελικός τους σκοπός: μια κοινή ζωή. Όχι μια καλή, μια χαρούμενη ή μια όμορφη κοινή ζωή, αλλά απλώς ένας τρόπος ζωής που είναι κοινός για όλους τους πολίτες, δεσμευμένους πάντοτε στην ενότητα της ίδιας πόλης.

6. Η διαφθορά, που είναι ακριβώς χαρακτηριστικό της καταστροφικής διαδικασίας ενός ζωντανού όντος, είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι σύγχρονοι του Πλάτωνα: ο φιλόσοφος παρατηρεί, εν συντομία, ότι οι άνθρωποι ζουν άσχημα σε κακώς συγκροτημένες και κακοδιοικούμενες Πόλεις. Το κακό δεν είναι ιστορικό, όπως λένε οι αντιδραστικοί υποστηρικτές της ολιγαρχίας. Αυτό που απειλεί κάθε μορφή ανθρώπινης συνύπαρξης είναι οι συγκρούσεις, οι διαφωνίες, οι διαμάχες, οι αντιπαλότητες κ.λπ. Η Αθηναϊκή δημοκρατία δίνει φρικτά παραδείγματα σχετικά με όλες αυτές τις διχαστικές τάσεις της κοινότητας, ενώ συγχρόνως συνεχίζει να επαναλαμβάνει το ίδιο ψέμα: όλοι είναι ικανοί για όλα και όλοι συμμετέχουν ισότιμα στη διακυβέρνηση της Πόλεως. Μήπως το ίδιο ψέμα δεν επικαλούνται και οι σύγχρονες δημοκρατίες και δη όλοι εκείνοι οι κομματικοί οργανισμοί, που αυτάρεσκα αυτοαποκαλούνται δημοκρατική παράταξη, σοσιαλιστές, κομμουνιστές, προοδευτικοί και παρόμοιες μωρολογίες. Στην πολιτική πράξη, όλοι τούτοι οι οργανισμοί δεν ενδιαφέρονται για καμιά ισότητα, δικαιοσύνη, καθολική συμμετοχή στη διακυβέρνηση της πολιτείας κ.λπ. παρά μόνο για τη δική τους αναρρίχηση στην εξουσία.

Ο Αριστοτέλης για την επιείκεια

Ολοκληρώνοντας το πέμπτο βιβλίο από τα «Ηθικά Νικομάχεια» ο Αριστοτέλης θεωρεί αναγκαίο να διερευνήσει την έννοια της επιείκειας: «Η συνέχεια της έρευνάς μας απαιτεί να μιλήσουμε για την επιείκεια και το επιεικές: σε ποια σχέση βρίσκεται η επιείκεια προς τη δικαιοσύνη και σε ποια το επιεικές προς το δίκαιο· γιατί η εξέταση κάνει φανερό ότι ούτε είναι απολύτως το ίδιο πράγμα ούτε ότι είναι διαφορετικά το ένα από το άλλο» (1137a 10, 36-40).

Η δεδομένη σύγχυση που επικρατεί γύρω από την έννοια της επιείκειας αλλά και τον τρόπο που σχετίζεται με τη δικαιοσύνη είναι ο λόγος που θα παρακινήσει τον Αριστοτέλη να προχωρήσει στην αποσαφήνισή της: «άλλοτε επαινούμε το επιεικές και τον άνθρωπο που έχει αυτή την ιδιότητα, με αποτέλεσμα, όταν θέλουμε να επαινέσουμε κι άλλες ιδιότητες, να χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη στη θέση της λέξης καλός, θέλοντας με τη λέξη επιεικέστερο να πούμε ότι ένα πράγμα είναι καλύτερο, και άλλοτε, όταν παρακολουθούμε το πράγμα λογικά, μας φαίνεται παράξενο να μπορεί το επιεικές να είναι άξιο επαίνου, αν είναι διαφορετικό από το δίκαιο» (1137b 10, 1-5).

Για τον Αριστοτέλη οι προβληματισμοί αυτού του είδους είναι απολύτως λογικοί και δεν έρχονται σε αντίφαση μεταξύ τους. Το επιεικές, ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν ταυτίζεται επακριβώς με το γράμμα του νόμου, δε σημαίνει ότι έρχεται σε αντίθεση με το δίκαιο: «Αυτές περίπου είναι οι σκέψεις από τις οποίες γεννιέται όλος ο προβληματισμός για τη φύση του επιεικούς· όλες τους, πάντως, είναι, κατά κάποιον τρόπο, σωστές, και δε βρίσκονται σε κανενός είδους αντίφαση μεταξύ τους· γιατί το επιεικές, καλύτερο από κάποια συγκεκριμένη μορφή δικαίου, είναι και αυτό δίκαιο» (1137b 10, 7-11).

Κι αν αυτό δεν είναι πλήρως κατανοητό, ο Αριστοτέλης προτίθεται να το επαναλάβει: «Είναι το ίδιο πράγμα, λοιπόν, το δίκαιο και το επιεικές, και ενώ είναι και τα δύο καλά, το επιεικές είναι ανώτερο» (1137b 10, 12-13).

Η ανωτερότητα της επιείκειας συνίσταται στο ότι αποτελεί διόρθωση του δικαίου σε κάποιες περιπτώσεις που ενδέχεται να μην ξεκαθαρίζονται με απόλυτη ευκρίνεια από το γράμμα του νόμου: «Αυτό που δημιουργεί το πρόβλημα είναι ότι το επιεικές είναι, βέβαια, δίκαιο, όχι όμως το κατά το νόμο δίκαιο, αλλά μια διόρθωσή του. Ο λόγος είναι ότι ο νόμος έχει πάντοτε γενικό/καθολικό χαρακτήρα, υπάρχουν όμως κάποια πράγματα για τα οποία είναι αδύνατο, με τα γενικά/καθολικά σχήματα να διατυπωθεί λόγος που να είναι σωστός. Όπου λοιπόν υπάρχει ανάγκη η διατύπωση να είναι γενική/καθολική, η διατύπωση όμως αυτή δεν μπορεί να εφαρμόζει σωστά σε όλες τις περιπτώσεις, ο νόμος λαμβάνει υπόψη του την πλειονότητα των περιπτώσεων, χωρίς βέβαια να αγνοεί το σφάλμα που γίνεται με αυτόν τον τρόπο» (1137b 10, 14-20).

Με άλλα λόγια, ο νόμος στην προσπάθειά του να προβλέψει όλα τα πιθανά παραπτώματα και να ορίσει ποινές δεν μπορεί παρά να είναι γενικός, αφού είναι αδύνατο να αποσαφηνιστούν εκ των προτέρων όλες οι λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης παραβατικότητας. Θα έλεγε κανείς ότι ο νόμος είναι καταδικασμένος στο ελλιπές, καθώς η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των κινήτρων που την κατευθύνουν καθιστούν αδύνατη την πλήρη ομαδοποίηση των παραβάσεων.

Γι’ αυτό και δεν μπορούν να επιρριφθούν ευθύνες στο νομοθέτη: «το σφάλμα δε βρίσκεται στο νόμο ούτε στο νομοθέτη, αλλά στη φύση της συγκεκριμένης περίπτωσης/υπόθεσης· γιατί η ουσία των ανθρώπινων πράξεων είναι, στο βάθος βάθος της, αυτού του είδους». (1137b 10, 21-23).

Από αυτή την άποψη, ο νόμος δεν έχει άλλη επιλογή από το να λειτουργεί χοντροκομμένα (έχοντας πλήρη επίγνωση αυτού), ορίζοντας κάποιες γενικές κατευθύνσεις, που θα πρέπει να προσαρμόζονται από υπόθεση σε υπόθεση. Αυτός είναι, εξάλλου, και ο ρόλος του δικαστή ο οποίος πρέπει να ερμηνεύει το νόμο σε κάθε περίπτωση ανάλογα με τα δεδομένα που προκύπτουν. Η εναλλαγή των υποθέσεων και η συνακόλουθη διαφοροποίηση των ποινών δεν αφορά την πολλαπλή ερμηνεία του νόμου (χωρίς, βέβαια και να την ακυρώνει), αλλά την προσαρμογή του νομικού πλαισίου μέσα στην ακριβή απόχρωση κάθε παράβασης.

Κι ακριβώς αυτός είναι ο ρόλος της επιείκειας, που καλύπτει τα αναπόφευκτα νομοθετικά κενά, όπως προκύπτουν μέσα στο άπειρο των δικαστικών υποθέσεων: «Όταν λοιπόν ο νόμος μιλάει γενικά/καθολικά και υπάρξει μια περίπτωση/υπόθεση σχετική με αυτόν, που όμως δεν καλύπτεται από τη γενική/καθολική διατύπωσή του, τότε το σωστό είναι, εκεί που ο νομοθέτης έκανε παράλειψη και έσφαλε εξαιτίας της γενικότητας της διατύπωσής του, να διορθώνεται η παράλειψη με το να ορίζεται αυτό που και ο ίδιος ο νομοθέτης θα όριζε, αν ήταν εκεί παρών, και που θα το είχε ασφαλώς περιλάβει στο νόμο του, αν είχε λάβει γνώση της συγκεκριμένης περίπτωσης/υπόθεσης» (1137b 10, 24-28).

Θα έλεγε κανείς ότι η επιείκεια είναι η συμπληρωματική παρουσία του νομοθέτη σε κάθε υπόθεση που ο νόμος αδυνατεί να εκφράσει επακριβώς. Από αυτή την άποψη, πρόκειται για την ύψιστη μορφή δικαίου, καθώς λειτουργεί ως προϋπόθεση της ακριβέστερης νομοθετικής ερμηνείας. Θα έλεγε κανείς ότι η επιείκεια είναι η εγγύηση της πληρότητας στην απονομή της δικαιοσύνης: «Γι’ αυτόν λοιπόν το λόγο το επιεικές είναι δίκαιο, και είναι καλύτερο από κάποια συγκεκριμένη μορφή δικαίου – όχι, φυσικά, από το δίκαιο στην απόλυτη μορφή του, αλλά από εκείνο που, λόγω της γενικής/καθολικής διατύπωσης, υπόκειται σε σφάλματα. Και αυτή ακριβώς είναι η φύση του επιεικούς: το επιεικές είναι διόρθωση του νόμου εκεί που αυτός παρουσιάζει κενά λόγω του γενικού/καθολικού χαρακτήρα του» (1137b 10, 28-32).

Η αδυναμία της απόλυτης προσαρμογής του νόμου σε όλες τις διενέξεις που μπορεί να προκύψουν μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις δεν αφορά μόνο το αδύνατο της πρόβλεψης όλων των περιστάσεων, αλλά και τη συνακόλουθη ανάγκη της ελαστικότητάς του, ώστε να προσαρμοστεί όσο το δυνατό στα δεδομένα κάθε υπόθεσης. Ο άκαμπτος νόμος δεν μπορεί παρά να λειτουργεί ισοπεδωτικά εξομοιώνοντας όλες τις καταστάσεις χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα επιμέρους ξεχωριστά χαρακτηριστικά γνωρίσματα κάθε περίπτωσης, που την καθιστά διαφορετική.

Μια τέτοια νομοθετική προσέγγιση τείνει στην καταπίεση, αφού εν τέλει θα λειτουργήσει εκφοβιστικά. Η γνώση ότι το δικαστήριο δε θα λάβει υπόψη τίποτε άλλο πέρα από την ίδια την εκτός νόμου πράξη, με άλλα λόγια η εκ των προτέρων δεδομένη συνθήκη της μηδενικής επιείκειας, είναι η εξασφάλιση της μέγιστης ποινής. Κι αυτό είναι η πραγμάτωση της αδικίας.

Η νομοθετική εκδοχή αυτού του είδους αρμόζει περισσότερο στα απολυταρχικά καθεστώτα. Από αυτή την άποψη, η επιείκεια παίρνει διαστάσεις πολιτικές, καθώς η έλλειψή της εμπεριέχει την ακαμψία του ολοκληρωτισμού. Η άκρατη αυστηρότητα, που εσκεμμένα παραβλέπει όλες τις ιδιαιτερότητες ενός παραπτώματος, που μπορεί να λειτουργήσουν ελαφρυντικά, δεν μπορεί παρά να σηματοδοτεί την εκδίκηση. Στην ουσία είναι άρνηση δικαιοσύνης. Κι όσο πιο αυστηρά καθορίζεται το νομοθετικό πλαίσιο, τόσο πιο έκδηλο γίνεται το ανελεύθερο. Οι εξοντωτικές ποινές που θα προκύψουν είναι η επισφράγιση της καταπίεσης, που παριστάνει τη διατήρηση της τάξης. Τελικά, αυτό που γεννιέται είναι η αντίδραση. Η εξάντληση της νομοθετικής αυστηρότητας, κατά κανόνα, κάθε άλλο παρά εξασφαλίζει την κοινωνική γαλήνη.

Οι δημοκρατίες δεν έχουν ανάγκη από τέτοιες μεθοδεύσεις. Ενδιαφέρονται να αποδώσουν τη δικαιοσύνη με την πληρότητα που της αρμόζει γνωρίζοντας καλά ότι δικαιοσύνη χωρίς επιείκεια είναι από θέση αρχής ακρωτηριασμένη. Η εκδίκηση δεν αρμόζει στις δημοκρατίες. Εξάλλου, το ενδιαφέρον εστιάζεται πρωτίστως στην επανένταξη του παραβάτη κι όχι στην εξόντωσή του. Γιατί σε μια δημοκρατία κανένας πολίτης δεν είναι περιττός.

Οι υγιείς δημοκρατίες ξέρουν ότι η εγκληματικότητα είναι πρόβλημα κοινωνικό. Γι’ αυτό και τη θεωρούν προσωπική τους αποτυχία. Αν εμφανιστούν κρούσματα που καταδεικνύουν την έξαρσή της γεννιέται προβληματισμός. Διερευνούνται τα αίτια. Η εύκολη λύση της μετάθεσης της ευθύνης στον ίδιο τον παραβάτη που είναι (μάλλον εκ φύσεως) κακοποιός δεν αρμόζει στις υγιείς δημοκρατίες. Αρμόζει σ’ εκείνες που τις παριστάνουν.

Και βέβαια, η επιείκεια δεν είναι μόνο αντίληψη που σχετίζεται με τον τρόπο της εφαρμογής του νόμου, αλλά συνολική στάση ζωής. Η εκπαίδευση, οι οικογενειακές σχέσεις, οι φιλίες, οι ευρύτερες συναναστροφές είναι πάντοτε πληρέστερες, όταν κοσμούνται από επιείκεια. Η άκρατη αυστηρότητα δεν μπορεί παρά να εκφράζει την αδυναμία της κατανόησης του άλλου. Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για αδυναμία συνύπαρξης, αφού καταδεικνύει τη διαρκή επιμονή στο τέλειο που απαιτεί κανείς από τους γύρω του.

Ένας τέτοιος άνθρωπος σταδιακά θα απομονωθεί. Από αυτή την άποψη, η επιείκεια παίρνει διαστάσεις προσωπικής ολοκλήρωσης. Γίνεται προϋπόθεση της ευτυχίας. Η έλλειψή της οδηγεί στη μεμψιμοιρία, την εριστικότητα, το ανευχαρίστητο, τη μικροπρέπεια. Σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να συνδυαστεί με την υποψία, την αθεράπευτη πίστη ότι όλοι συμπεριφέρονται άσχημα, τη μόνιμη αίσθηση της αδικίας.

Η επιείκεια ταιριάζει με τη μεγαλοψυχία. Είναι γενναιότητα της ψυχής κι αυτό γιατί τρέφει τη συγχώρεση μέσα της. Το τελικό συμπέρασμα του Αριστοτέλη για την επιείκεια είναι απολύτως σαφές: «Είναι λοιπόν φανερό τι είναι το επιεικές· είναι επίσης φανερό ότι είναι δίκαιο, και ακόμη από ποια μορφή του δικαίου είναι καλύτερο» (1137b 10, 38-40).

Από κει και πέρα, αυτό που μένει είναι να καθοριστεί και το ποιος είναι ο επιεικής άνθρωπος: «Έτσι, γίνεται επίσης φανερό τι είναι και ο επιεικής άνθρωπος: είναι ο άνθρωπος που έχει την τάση να επιλέγει αυτού του είδους τις πράξεις, και που τις κάνει, που δεν είναι ο αυστηρός τηρητής του γράμματος του νόμου πάντοτε προς το χειρότερο, αλλά μένει ευχαριστημένος με το μικρότερο πάντοτε μερτικό, μολονότι έχει την υποστήριξη του νόμου. Αυτή η έξη είναι η επιείκεια, ένα είδος δικαιοσύνης και, πάντως, όχι μια διαφορετική από αυτήν έξη» (1137b 10, 40-41 και 1138a 10, 1-4).

Κι επειδή η επιείκεια είναι η ολοκλήρωση της δικαιοσύνης, πρέπει να διευκρινιστεί ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συνδέεται με την ατιμωρησία και την ακύρωση του νόμου. Γιατί αυτό είναι η επισφράγιση της αδικίας. Επιεικής δεν είναι αυτός που ανέχεται να τον αδικούν, αλλά εκείνος που θα αποδώσει τη δικαιοσύνη, ακόμη κι αν πάρει το «μικρότερο μερτικό». Η κακώς εννοούμενη επιείκεια που δικαιολογεί το ασύδοτο είναι το άλλο άκρο της ανελαστικής αυστηρότητας. Θα έλεγε κανείς ότι έχει χτιστεί για μια ακόμη φορά το πλαίσιο των άκρων (υπερβολή – έλλειψη), όπου η μεσότητα προτείνεται ως μοναδική λύση.

Αυτού του είδους η στρεβλή εκδοχή της επιείκειας είναι μια ακόμη πρόκληση για κάθε υγιή δημοκρατία. Η διατήρηση του δικαίου, η αξιοκρατία, η ορθή διαπαιδαγώγηση των πολιτών, η αίσθηση του καθήκοντος είναι αδύνατο να καλλιεργηθούν μέσα στο πλαίσιο του ασύδοτου που παριστάνει το επιεικές. Γιατί αυτό είναι το πεδίο του θράσους που θα καταφέρει να υποσκελίσει την αξία.

Οι δημοκρατίες που στο όνομα της επιείκειας ισοπεδώνουν τα πάντα δεν μπορούν να είναι υγιείς. Κι αυτό γιατί υπονομεύουν, αντί να αναδείξουν, τα καλύτερα στοιχεία τους. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορούμε να μιλάμε για την ορθή εκδοχή της επιείκειας, αλλά για το λαϊκισμό που καπηλεύεται το όνομά της. Κι αυτό δεν έχει καμία σχέση με την αριστοτελική οπτική.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

ΞΕΝ Απομν 1.4.1–1.4.4

Ο Σωκράτης δάσκαλος της αρετής

Ο Ξενοφώντας παραθέτει τον διάλογο του Σωκράτη με τον Αριστόδημο, που ήταν αντίθετος με τη λατρεία των θεών, για να διαψεύσει όσους δυσπιστούσαν για την ικανότητα του μεγάλου δασκάλου να προάγει τους ανθρώπους στην αρετή. Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από την αρχή αυτού του διαλόγου.


[1.4.1] Εἰ δέ τινες Σωκράτην νομίζουσιν, ὡς ἔνιοι γράφουσί τε
καὶ λέγουσι περὶ αὐτοῦ τεκμαιρόμενοι, προτρέψασθαι μὲν
ἀνθρώπους ἐπ’ ἀρετὴν κράτιστον γεγονέναι, προαγαγεῖν δ’
ἐπ’ αὐτὴν οὐχ ἱκανόν, σκεψάμενοι μὴ μόνον ἃ ἐκεῖνος
κολαστηρίου ἕνεκα τοὺς πάντ’ οἰομένους εἰδέναι ἐρωτῶν
ἤλεγχεν, ἀλλὰ καὶ ἃ λέγων συνημέρευε τοῖς συνδιατρί-
βουσι, δοκιμαζόντων εἰ ἱκανὸς ἦν βελτίους ποιεῖν τοὺς
συνόντας. [1.4.2] λέξω δὲ πρῶτον ἅ ποτε αὐτοῦ ἤκουσα περὶ τοῦ
δαιμονίου διαλεγομένου πρὸς Ἀριστόδημον τὸν μικρὸν ἐπικα-
λούμενον. καταμαθὼν γὰρ αὐτὸν οὔτε θύοντα τοῖς θεοῖς
οὔτε μαντικῇ χρώμενον, ἀλλὰ καὶ τῶν ποιούντων ταῦτα
καταγελῶντα, Εἰπέ μοι, ἔφη, ὦ Ἀριστόδημε, ἔστιν οὕσ-
τινας ἀνθρώπους τεθαύμακας ἐπὶ σοφίᾳ; Ἔγωγ’, ἔφη.
καὶ ὅς, Λέξον ἡμῖν, ἔφη, τὰ ὀνόματα αὐτῶν. [1.4.3] Ἐπὶ μὲν
τοίνυν ἐπῶν ποιήσει Ὅμηρον ἔγωγε μάλιστα τεθαύμακα,
ἐπὶ δὲ διθυράμβῳ Μελανιππίδην, ἐπὶ δὲ τραγῳδίᾳ Σοφοκλέα,
ἐπὶ δὲ ἀνδριαντοποιίᾳ Πολύκλειτον, ἐπὶ δὲ ζωγραφίᾳ Ζεῦξιν.
[1.4.4] Πότερά σοι δοκοῦσιν οἱ ἀπεργαζόμενοι εἴδωλα ἄφρονά τε
καὶ ἀκίνητα ἀξιοθαυμαστότεροι εἶναι ἢ οἱ ζῷα ἔμφρονά τε
καὶ ἐνεργά; Πολὺ νὴ Δία οἱ ζῷα, εἴπερ γε μὴ τύχῃ τινί,
ἀλλ’ ὑπὸ γνώμης ταῦτα γίγνεται. Τῶν δὲ ἀτεκμάρτως
ἐχόντων ὅτου ἕνεκα ἔστι καὶ τῶν φανερῶς ἐπ’ ὠφελείᾳ
ὄντων πότερα τύχης καὶ πότερα γνώμης ἔργα κρίνεις; Πρέπει
μὲν τὰ ἐπ’ ὠφελείᾳ γιγνόμενα γνώμης εἶναι ἔργα.

***
Εάν δε τινές συμπεραίνοντες από όσα μερικοί γράφουν και λέγουν περί του Σωκράτους, νομίζουν ότι αυτός εις το να προτρέψη μεν ανθρώπους εις την αρετήν υπήρξεν ικανώτατος, ανίκανος δε να χειραγωγήση αυτούς εις κτήσιν αυτής, αφού λάβουν υπ' όψιν όχι μόνον εκείνα, τα οποία χάριν σωφρονισμού ερωτών τους φανταζομένους ότι τα πάντα γνωρίζουν έλεγεν ελέγχων αυτούς, αλλά και όσα λέγων διήρχετο την ημέραν μετά των ομιλητών του, ας κρίνουν, αν ήτο ικανός να καθιστά χρηστοτέρους αυτούς. Θα διηγηθώ δε πρώτον αυτά, τα οποία κάποτε ήκουσα παρ' αυτού περί του θεού, ότε διελέγετο μετά του Αριστοδήμου του επικαλουμένου μικρού.

Πληροφορηθείς δηλαδή ότι ο Αριστόδημος ούτε εθυσίαζεν εις τους θεούς, ούτε έκαμνε χρήσιν της μαντικής, αλλ' ότι και περιέπαιζε τους ποιούντας ταύτα, Ειπέ μου, είπεν, ω Αριστόδημε, υπάρχουν άνθρωποι, τους οποίους θαυμάζεις διά την σοφίαν των; Ναι, είπεν. Και αυτός, Ειπέ μας, είπε, τα ονόματα αυτών. Εις μεν λοιπόν την επικήν ποίησιν εγώ τουλάχιστον έχω θαυμάσει τον Όμηρον μάλιστα, εις τον διθύραμβον τον Μελανιππίδην, εις την τραγωδίαν τον Σοφοκλέα, εις την ανδριαντοποιίαν τον Πολύκλειτον, εις δε την ζωγραφικήν τον Ζεύξιν. Ποίοι εκ των δύο φρονείς ότι είναι αξιοθαυμαστότεροι, οι κατασκευάζοντες είδωλα και άφρονα και ακίνητα ή οι κατασκευάζοντες ζώα έχοντα νουν και κινούμενα; Κατά πολύ, μα τον Δία, οι κατασκευάζοντες ζώα, εάν βέβαια γίνωνται αυτά ουχί εκ τύχης, αλλ' εκ του νου. Εκ των πραγμάτων δε, των οποίων δεν γινώσκεται ο σκοπός της υπάρξεως, και εκείνων, άτινα προφανώς υπάρχουν χάριν ωφελείας, ποία κρίνεις ότι είναι έργα τύχης και ποία έργα προνοίας; Βεβαίως πρέπει να είναι έργα προνοίας τα γινόμενα χάριν ωφελείας.