Πέμπτη 23 Μαρτίου 2023

Η ανάκτηση της ιταλικής χερσονήσου από τον Ιουστινιανό

Πριν καλά-καλά ολοκληρωθεί η κατάκτηση της βόρειας Αφρικής από τους Βανδάλους, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ενεπλάκη σε νέο πόλεμο, πολύ πιο μακροχρόνιο και καταστροφικό. Στα πλαίσια της επιθυμίας του Ιουστινιανού για ανάκτηση των κατεχόμενων από τους βαρβάρους αυτοκρατορικών εδαφών, τα βυζαντινά στρατεύματα εισέβαλαν το 535 μ.Χ. στην Ιταλία. Στόχος τους ήταν η κατάλυση του βασιλείου των Οστρογότθων που κατείχαν τη χώρα

Το λάθος του Ιουστινιανού ήταν ότι, αρχικά τουλάχιστον, δεν απέστειλε σοβαρές δυνάμεις στην Ιταλία.

Γι΄ αυτό το λόγο οι στρατηγοί του δεν κατόρθωσαν να επιτύχουν γρήγορα το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Ο πόλεμος επιμηκύνθηκε χρονικά, αδειάζοντας τα κρατικά θησαυροφυλάκια και προκαλώντας τους Πέρσες να επιτεθούν στην Ανατολή.

Το 535 μ.Χ. ο Βελισάριος, επικεφαλής 7.500 μόλις αντρών, αποβιβάστηκε στη Σικελία. Παράλληλα, μια άλλη βυζαντινή δύναμη –4.000 άντρες– υπό τον στρατηγό Μούνδο, κινήθηκε από τη Δαλματία προς τα ιταλικά σύνορα.

Η μικρή όμως αυτή δύναμη ηττήθηκε από τους Οστρογότθους. Στον Νότο όμως ο Βελισάριος είχε ανακτήσει ολόκληρη τη Σικελία, όπου είχε γίνει δεκτός ως ελευθερωτής από τους κατοίκους, και είχε μάλιστα περάσει με τον στρατό στη νότια Ιταλία.

Οι Οστρογότθοι όμως αντέδρασαν.

Πρώτα δολοφόνησαν τον βασιλιά τους Θευδάτο, ο οποίος αποδείχθηκε ανίκανος να αντιμετωπίσει τον Βελισάριο, και τον αντικατέστησαν με τον Ουιτίγη, έναν γενναίο πολεμιστή και έμπειρο διπλωμάτη.

Αυτός, αφού συγκέντρωσε τον στρατό του, απέστειλε πρεσβεία στον βασιλιά των Περσών Χοσρόη Α΄, παρακινώντας τον να επιτεθεί κατά της αυτοκρατορίας, πράγμα που έγινε. Στο μεταξύ ο Βελισάριος είχε φτάσει έξω από τη Νεάπολη (Νάπολη) την οποία και πολιόρκησε.

Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν με το μέρος του. Η γοτθική φρουρά, όμως, σε συνεργασία με τους Εβραίους της πόλης, προέβαλε αντίσταση επί 20 περίπου μέρες. Τελικά οι Βυζαντινοί εισήλθαν στη πόλη, μέσω των αγωγών του υδραγωγείου, και την κατέλαβαν.

Η γοτθική φρουρά και οι Εβραίοι σφαγιάστηκαν από τους κατοίκους και τους Ούννους στρατιώτες του Βελισάριου.

Μετά την επιτυχία αυτή, ο Βελισάριος κινήθηκε με ταχύτητα κατά της Ρώμης την οποία και κατέλαβε, με τη βοήθεια κατοίκων της.

Η γοτθική φρουρά πάντως –4.000 άντρες υπό τον Λευδάρι– κατόρθωσε να διαφύγει. Ακολούθησε η παράδοση στον Βυζαντινό Στρατό όλων σχεδόν των πόλεων της κεντρικής Ιταλίας.

Οι κάτοικοι παντού υποδέχονταν τους άντρες του ως ελευθερωτές από τον βαρβαρικό ζυγό. Ο Ουιτίγις πάντως, από τη Ραβέννα στην οποία είχε καταφύγει, είχε κηρύξει πανστρατιά των Οστρογότθων.

Ο Προκόπιος αναφέρει ότι είχαν συγκεντρωθεί 150.000 μάχιμοι Οστρογότθοι. Ο αριθμός αυτός μάλλον είναι υπερβολικά διογκωμένος.

Νεότεροι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο Οστρογοτθικός Στρατός δεν μπορούσε να ξεπερνά τους 30.000 άντρες. Η αλήθεια μάλλον θα πρέπει να βρίσκεται κάπου στη μέση. Ακόμα όμως και αν ο Ουιτίγης είχε στη διάθεσή του 30.000 μόνο άντρες, υπερείχε του Βελισαρίου σε αναλογία 6 προς 1! Ο Βελισάριος είχε ήδη οργανώσει την άμυνα της «Αιώνιας Πόλης», και αποφάσισε να περιμένει τους Γότθους εκεί, καθώς οι δυνάμεις του δεν ήταν επαρκείς για να επιχειρήσει κατά παράταξη μάχη.

Ένα πρωινό, ο στρατηγός, συνδεόμενος από 1.000 βουκελάριους, εξήλθε των τειχών της Ρώμης για να κατοπτεύσει τον χώρο και τις κινήσεις του εχθρού. Αμέσως επιτέθηκαν εναντίον τους πολυάριθμα γοτθικά αποσπάσματα.

Οι Γότθοι μαχητές αναγνώρισαν τον στρατηγό από το περήφανο άτι που ίππευε και προσπάθησαν να το πλήξουν με μαζικές βολές ακοντίων. Δεν κατόρθωσαν όμως να τον βλάψουν και, σα να μην έφτανε αυτό, οι βουκελάριοι τους επιτέθηκαν και τους έτρεψαν σε φυγή.

Τότε εισήλθε στη μάχη και μια μονάδα γοτθικού πεζικού, η οποία όμως τράπηκε με τη σειρά της σε φυγή από τους αποφασισμένους βουκελάριους.

Οι εχθροί όμως ήταν πολλοί και ο Βελισάριος με τους άντρες του κατέφυγαν σε παρακείμενο λόφο, αδυνατώντας να εισέλθουν εντός της πόλης. Χρειάστηκε και νέα επίθεση των ηρωικών βουκελάριων για να διασπαστεί ο εχθρικός κλοιός και να επιτευχθεί η είσοδος του αποσπάσματος στην πόλη.

Μετά το επεισόδιο αυτό, οι Γότθοι άρχισαν τακτική πολιορκία της Ρώμης. Δύο φορές ο Βελισάριος προσπάθησε με τις μικρές δυνάμεις που διέθετε να αντιπαραταχθεί στους Γότθους.

Την πρώτη ηττήθηκε. Τη δεύτερη νίκησε και κατόρθωσε να αποστείλει αποσπάσματα του στρατού του στα νώτα των εχθρών, αποκόπτοντας τις γραμμές των συγκοινωνιών τους.

Μπροστά στις εξελίξεις αυτές, ο Ουιτίγης διέλυσε την πολιορκία και οπισθοχώρησε κινούμενος προς τα βόρεια, την ώρα που ο Βελισάριος κατέκοπτε την οπισθοφυλακή του. Η πρωτοβουλία των κινήσεων είχε πλέον περιέλθει στους Βυζαντινούς.

Μάταια ο Ουιτίγης προσπάθησε να κυριεύσει την πόλη Αριμίνιο. Η βυζαντινή φρουρά πυρπόλησε τις πολεμικές του μηχανές και τον εξανάγκασε σε νέα υποχώρηση στην πρωτεύουσά του Ραβέννα. Εκεί τελικά παραδόθηκε, ύστερα από την πυρπόληση των αποθηκών τροφίμων της πόλης. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Ουιτίγης είχε προσπαθήσει να δελεάσει τον μεγάλο του αντίπαλο, προσφέροντάς του τη μισή Ιταλία και το στέμμα της Δυτικής Αυτοκρατορίας. Ο Βελισάριος όμως δεν πρόδωσε τον Ιουστινιανό.

Μετά την παράδοση του Ουιτίγη (540 μ.Χ.) και τη μεταφορά του στην Κωνσταντινούπολη, ο πόλεμος στην Ιταλία θεωρητικά είχε τελειώσει.

Τόσο οι Γότθοι, όσο και οι Φράγκοι, οι Γεπίδες και οι Βουργουνδοί σύμμαχοί τους είχαν όμως αντίθετη άποψη.

Οι Φράγκοι είχαν ήδη εισβάλει στην Ιταλία –ως σύμμαχοι των Οστρογότθων ομοφύλων τους– και είχαν καταλάβει το Μιλάνο.

Οι Γεπίδες σύμμαχοί τους είχαν καταλάβει το Σίρμιο της Δαλματίας, οι Κουτριγούροι επέδραμαν κατά της αυτοκρατορίας στο μέτωπο του Δούναβη και οι Πέρσες είχαν εισβάλει στις βυζαντινές ανατολικές επαρχίες. Η κατάσταση ήταν εξαιρετικά κρίσιμη για την αυτοκρατορία, η οποία απειλούνταν από παντού. Στο μεταξύ ο Βελισάριος ανακλήθηκε από την Ιταλία για να αναλάβει τον αγώνα κατά των Περσών.

Η ανάκλησή του πάντως οφείλεται και στον φόβο του Ιουστινιανού για την πίστη του μεγάλου στρατηγού. Η διοίκηση των βυζαντινών στρατευμάτων στην Ιταλία ανατέθηκε τώρα σε 11 στρατηγούς!

Έτσι, όταν σε λίγο οι Οστρογότθοι επαναστάτησαν και ανακήρυξαν βασιλιά τους τον Τοτίλα, ο Βυζαντινός Στρατός έσπευσε να τους αντιμετωπίσει, καθοδηγούμενος από 11 διαφορετικούς στρατηγούς, οι οποίοι εξέφραζαν 11 διαφορετικές γνώμες.

Η πρώτη μάχη του επαναλαμβανόμενου πολέμου δόθηκε στην περιοχή της Φεβεντίας (542 μ.Χ.). Οι Βυζαντινοί διέθεταν υπερδιπλάσιες δυνάμεις από τους Γότθους – 12.300 Βυζαντινοί έναντι 5.300 Γότθων.

Ηττήθηκαν όμως κατά κράτος και διαλύθηκαν. Ακολούθησε νέα νίκη του Τοτίλα στο Μουγκέλο. Ολόκληρη η βόρεια Ιταλία βρισκόταν και πάλι υπό την εξουσία των Γότθων.

Το έργο του Βελισάριου κινδύνευε να ανατραπεί. Μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο ο Βελισάριος ξαναστάλθηκε στην Ιταλία ( 544 μ.Χ.), διαθέτοντας όμως 4.000 μόλις άντρες. Φυσικά με τις μικρές αυτές δυνάμεις ο Βελισάριος λίγα μπορούσε να πράξει. Αν και προσπάθησε, δεν κατόρθωσε ούτε τη Ρώμη, που πολιορκήθηκε ξανά, να σώσει, ούτε την κατάληψη της νότιας Ιταλίας να αποτρέψει. Το 546 η Ρώμη έπεσε στα χέρια των Γότθων.

Ακολούθησε το Ρήγιο, ο Τάραντας, και τελικά και η Σικελία. Ολόκληρη η Ιταλία ήταν και πάλι στα χέρια των βαρβάρων. Ο Ιουστινιανός, μπροστά σε αυτή την άνευ προηγουμένου καταστροφή, ανέθεσε στον εξάδελφο Γερμανό την αποστολή ανακατάληψης της Ιταλίας. Ο Γερμανός όμως πέθανε αιφνιδίως.

Έτσι η εντολή δόθηκε στον αρμενικής καταγωγής στρατηγό Ναρσή. Ο Ιταλικός Πόλεμος εισερχόταν στην τελική φάση του. Στο μεταξύ, ο δραστήριος Τοτίλας είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει στόλο με τον οποίο κυριαρχούσε στην Αδριατική. Κατέλαβε μάλιστα και την Κέρκυρα.

Το μοναδικό αγκάθι που παρέμενε στο πλευρό των Γότθων ήταν η Ανκόνα, το μεγάλο λιμάνι της Αδριατικής, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ορμητήριο των Βυζαντινών για να ανακαταλάβουν την ιταλική χερσόνησο.

Οι Γότθοι πολιόρκησαν την πόλη από στεριά και θάλασσα. Επενέβη όμως ο βυζαντινός στόλος (50 πλοία), ο οποίος κατανίκησε τον αντίστοιχο γοτθικό (47 πλοία). Έτσι οι Γότθοι αποχαιρέτησαν το όνειρο της θαλάσσιας κυριαρχίας στην Αδριατική και περιορίστηκαν στην από ξηράς άμυνα των ιταλικών τους κτήσεων.

Την άνοιξη του 552, ο Ναρσής κινήθηκε επικεφαλής ισχυρού στρατού κατά της Ιταλίας. Οι Γότθοι ανέμεναν τη βυζαντινή επίθεση. Την ανέμεναν όμως από τη θάλασσα. Ο Ναρσής διέψευσε τις προσδοκίες τους και κινήθηκε από την επαρχία του Ιλλυρικού προς τη βόρεια Ιταλία.

Ο βασιλιάς των Οστρογότθων, ο Τοτίλας, δεν κατόρθωσε να προβλέψει τις κινήσεις του Ναρσή, ούτε να ανακόψει την πορεία του. Πριν καλά-καλά συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε, ο Ναρσής είχε φτάσει στη Ραβέννα.

Χωρίς να ανακόψει τον ρυθμό κίνησής του, ο Ναρσής βάδισε προς τη Ρώμη. Οι Γότθοι έπρεπε να πολεμήσουν για την κατοχή της.

Ο Τοτίλας συγκέντρωσε τις δυνάμεις του κοντά στο χωριό Ταγίνες – στο σημερινό Γκουάλντο Ταντίνο. Η περιοχή ήταν κατάλληλη για το ιππικό του. Εκεί θα ανέμενε τον στρατό του Ναρσή για να τον καταστρέψει.

Σε λίγο έφτασε στη περιοχή και ο Βυζαντινός Στρατός, ενισχυμένος με διάφορα «εθνικά» αποσπάσματα Ούννων, Ερούλων, Περσών, καθώς και από 5.500 Λογγοβάρδους μισθοφόρους.

Η συνολική δύναμη της βυζαντινής στρατιάς πλησίαζε τους 29.000 άντρες. Απέναντί τους, οι Οστρογότθοι ήταν λιγότεροι – περίπου 18-20.000 άντρες. Από αυτούς όμως οι 12.000 ήταν βαριά οπλισμένοι ιππείς.

Οι ιππείς αυτοί θα σχημάτιζαν έναν τεράστιο «κριό», ο οποίος θα τράνταζε συθέμελα το βυζαντινό μέτωπο. Στο άκρο αριστερό της βυζαντινής διάταξης υπήρχε ένας μικρός λοφίσκος. Για την κατοχή αυτού του εδαφικού ερείσματος διεξήχθησαν οι πρώτες συγκρούσεις.

Οι Βυζαντινοί είχαν υπό την κατοχή τους τον λόφο. Ο Ναρσής είχε τοποθετήσει εκεί ως φρουρά 50 σκουτάτους. Ο Τοτίλας εποφθαλμιούσε τον λόφο. Αν τον καταλάμβανε, θα ήταν σε θέση να πλαγιοκοπήσει τον Βυζαντινό Στρατό από το αριστερό του κέρας και να τον συντρίψει.

Εναντίον της μικρής φρουράς, ο Γότθος ηγεμόνας απέστειλε σημαντικό αριθμό από τους περίφημους ιππείς του.

Οι λιγοστοί όμως Βυζαντινοί σκουτάτοι σχημάτισαν «φούλκον» και ανάγκασαν τους Γότθους να σταματήσουν την επίθεση. Οι τοξότες μάλιστα των λοχαγιών, οι οποίοι είχαν καλυφθεί πίσω από τις ασπίδες των σκουτάτων, σκότωσαν αρκετούς Γότθους με τα βέλη τους και ανάγκασαν τους άντρες του Τοτίλα να υποχωρήσουν.

Ακολούθησαν αρκετές μέρες με σχετική ησυχία. Και οι δύο αντίπαλοι προετοιμάζονταν για την καθοριστική σύγκρουση.

Όταν αφίχθησαν ορισμένες ενισχύσεις στο γοτθικό στρατόπεδο, ο Τοτίλας έκρινε πως είχε φτάσει η κατάλληλη στιγμή για να αναμετρηθεί με τους Βυζαντινούς.

Αφού εκφώνησε θερμό λόγο στους άντρες του, ο Γότθος ηγέτης ίππευσε το άλογό του και έλαβε θέση μαζί με τους προμάχους του στην εμπροσθοφυλακή.

Ο Γοτθικός Στράτος τάχθηκε σε δύο γραμμές μάχης. Στην πρώτη τάχθηκε το ιππικό –εξ ολοκλήρου ιππικό κρούσης– και στη δεύτερη τάχθηκαν οι δορυφόροι και οι τοξότες πεζοί.

Το σχέδιο του Τοτίλα προέβλεπε συγκεντρωτική επίθεση και των δύο γραμμών του κατά του βυζαντινού κέντρου, προς διάσπαση και ανατροπή του.

Το γοτθικό ιππικό και το πεζικό θα ενεργούσαν επί του ιδίου άξονα επίθεσης, ως πρώτο και δεύτερο κλιμάκιο αντίστοιχα.

Το σχέδιο του Τοτίλα ήταν πολύ φιλόδοξο και στηριζόταν στη βεβαιότητα ότι το βυζαντινό κέντρο δεν θα άντεχε στην έφοδο του επίλεκτου ιππικού του.

Με αυτό το σκεπτικό, ο Γότθος ηγεμόνας δεν τήρησε την παραμικρή εφεδρεία και δεν σύστησε γραμμές πλαγιοφυλακών. Ήταν το μοιραίο του λάθος. Βλέποντας τον εχθρό να λαμβάνει διάταξη μάχης, ο Ναρσής αντιλήφθηκε το λάθος αυτό. Αν το βυζαντινό κέντρο άντεχε την εχθρική έφοδο, τότε η υπεροχή του στρατού σε άντρες θα του επέτρεπε να επιτύχει διπλή υπερκέραση του αντίπαλου στρατού και εξολόθρευσή του. Για τον σκοπό αυτό ενίσχυσε ιδιαίτερα το κέντρο του, στο οποίο έταξε 5.500 Λογγοβάρδους αφιππευμένους ιππείς, 4.000 Έρουλους αφιππευμένους ιππείς και 4.000 Βυζαντινούς σκουτάτους.

Οι Λογγοβάρδοι και οι Έρουλοι τάχθηκαν ως δορυφόροι σε πυκνές γραμμές, ώστε να είναι σε θέση να αντέξουν το βάρος της εχθρικής κρούσης. Στα πλευρά της φάλαγγας του πεζικού τάχθηκαν 6.000 ιππείς, εκ των οποίων οι 600 ήταν Ούννοι, οι 500 Πέρσες –λιποτάκτες του Περσικού Στρατού– και οι υπόλοιποι Βυζαντινοί. Άλλοι 1.500 Βυζαντινοί καβαλάριοι τάχθηκαν στο άκρο αριστερό, ως ενέδρα, με αποστολή να επιπέσουν στο πλευρό των Γότθων ιππέων, όταν αυτοί θα είχαν εμπλακεί σε μάχη με το βυζαντινό πεζικό στο κέντρο.

Εκατέρωθεν των κυρίων σωμάτων ιππικού τάχθηκαν 8.000 Βυζαντινοί τοξότες – 4.000 σε κάθε πλευρό. Αποστολή τους ήταν η κατατόξευση των πλευρικών τμημάτων της γοτθικής σφήνας ιππικού.

Η βυζαντινή παράταξη σχημάτιζε ημικύκλιο. Σύμφωνα όμως με τον Sir Charles Oman, oι Βυζαντινοί τοξότες είχαν ταχθεί μπροστά από το φίλιο ιππικό και όχι στα πλευρά του.

Η θεώρηση αυτή δεν πρέπει να ευσταθεί. Αν οι τοξότες είχαν ταχθεί μπροστά από το ιππικό ήταν πολύ πιθανό να δέχονταν εκείνοι τη γοτθική έφοδο, ώστε να διασπαστούν, να τραπούν σε φυγή και να αναμειχθούν με το φίλιο ιππικό προκαλώντας αταξία ή, ακόμα χειρότερα, να το παρασύρουν σε φυγή μαζί τους.

Το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσουν οι τοξότες επιτυχώς τη γοτθική έφοδο ακάλυπτοι από δορυφόρους και χωρίς οχυρωματικά έργα ήταν απίθανο.

Ο Ναρσής, γνωρίζοντας ασφαλώς την αδυναμία των τοξοτών του, μάλλον θα ήταν δύσκολο να διακινδυνεύσει την επιτυχή έκβαση της μάχης, τοποθετώντας τους μπροστά από το ιππικό του. Άλλωστε, αν είχε πράξει κάτι τέτοιο, θα περιόριζε την ευκινησία του ιππικού, αρετή στην οποία στηριζόταν η επιτυχία του στις μάχες.

Αντίθετα η τοποθέτηση των τοξοτών στις εξωτερικές πτέρυγες των τμημάτων του ιππικού εξασφάλιζε σειρά πλεονεκτημάτων στον Βυζαντινό στρατηγό.

Πρώτον, ακόμα και αν ένα ή και τα δύο σώματα τοξοτών συντρίβονταν από τους Γότθους, το γεγονός δεν θα επηρέαζε την εξέλιξη της μάχης και, δεύτερον, από μια τέτοια θέση θα μπορούσαν να συνεισφέρουν περισσότερο στην καταστροφή του εχθρού. Παραμένει ωστόσο μυστήριο το γιατί ο Τοτίλας, εφόσον είδε τη διάταξη των Βυζαντινών, δεν άλλαξε το σχέδιο μάχης του. Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί έχει σχέση με την υπερβολική σιγουριά του όσον αφορά τις ικανότητες του ιππικού του.

Οι δύο στρατοί στέκονταν τώρα αντιμέτωποι χωρίς να εκδηλώνεται η παραμικρή κίνηση από καμία πλευρά. Τότε ένας ιππέας κάλπασε μακριά από τον Γοτθικό Στρατό και προκάλεσε σε μονομαχία όποιον Βυζαντινό «εβούλετο».

Η πρόκληση απαντήθηκε, και σε λίγο ο ιππέας του Τοτίλα ήταν νεκρός στο χώμα. Ύστερα από το συμβάν, οι Γότθοι διέλυσαν την παράταξή τους και άρχισαν να γευματίζουν. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν και οι Βυζαντινοί.

Πριν καλά-καλά ολοκληρώσουν όμως το γεύμα τους, οι Γότθοι ήταν και πάλι έτοιμοι για μάχη. Προφανώς, ο Τοτίλας προσπάθησε να αιφνιδιάσει τον Ναρσή. Σε λίγα λεπτά όμως οι Βυζαντινοί είχαν πάρει τα όπλα τους και τον ανέμεναν.

Η επίθεση δεν άργησε να εκδηλωθεί. Χιλιάδες επίλεκτοι Γότθοι ιππείς εξόρμησαν κραυγάζοντας τις φοβερές πολεμικές τους ιαχές. Το έδαφος άρχισε να σείεται κάτω από τα πόδια των Βυζαντινών, καθώς ένα σμήνος ιππέων πλησίαζε τις γραμμές τους. Με το σήμα του Ναρσή, οι Βυζαντινοί τοξότες άρχισαν το έργο τους. Τα βέλη άφηναν τις χορδές με έναν οξύ, θανατηφόρο συριγμό. Σε κάθε «ομοβροντία», ο ουρανός σκοτείνιαζε από τα χιλιάδες βέλη που έσκιζαν τη σάρκα του.

Οι Γότθοι, βαλλόμενοι από παντού, κατόρθωσαν να πλησιάσουν στις θέσεις των δορυφόρων πεζών, οι οποίοι συγκροτούσαν το κέντρο.

Μικρή όμως μόνο εντύπωση προκάλεσαν στους αποφασισμένους πεζούς. Η επίθεσή τους αποκρούστηκε με μεγάλες απώλειες. Αν και ήδη ήταν καταφανέστατη η αποτυχία του σχεδίου του, ο Τοτίλας συνέχισε τις άκαρπες και ιδιαίτερα αιματηρές για τον στρατό του επιθέσεις, ώσπου ο Ναρσής έδωσε το σήμα, και το ενεδρεύον ιππικό του εξόρμησε κατά του πλευρού των εξαντλημένων Γότθων.

Το άλλοτε περήφανο Γοτθικό ιππικό είχε τώρα μεταμορφωθεί σε μια «μάζα» ιππέων, ευρισκομένων σε πλήρη σύγχυση, που βάλλονταν και από τις δύο πλευρές και δέχονταν την εχθρική έφοδο στα νώτα σχεδόν.

Αμέσως ο Ναρσής διέταξε γενική αντεπίθεση. Οι Γότθοι δεν άντεξαν.

Έστρεψαν τα νώτα στους αντιπάλους τους και τράπηκαν όπως μπορούσαν σε άτακτη φυγή, διωκόμενοι από τους Βυζαντινούς ιππείς.

Σε αυτήν ακριβώς τη φάση της μάχης ήταν που οι Γότθοι υπέστησαν τις βαρύτερες τους απώλειες. Τα βέλη των βουκελάριων, των Ούννων και των καβαλαρίων τούς θέριζαν κυριολεκτικά. Ανάμεσα στα 8.000 θύματα του Γοτθικού Στρατού ήταν και ο Τοτίλας. Δύο ιστορίες σχετικά με τον θάνατό του έχουν διασωθεί.

Η πρώτη αναφέρει ότι ο Τοτίλας βρήκε τον θάνατο κατά την υποχώρηση από βέλος Βυζαντινού ιππέα. Η δεύτερη είναι παρεμφερής και αναφέρει ότι ο Τοτίλας πληγώθηκε από βέλος κατά τη διάρκεια της μάχης και πέθανε από το τραύμα του λίγες ημέρες αργότερα. Η νίκη του Ναρσή ήταν πλήρης και σχεδόν ανέξοδη σε αίμα.

Οι Γότθοι πάντως, παρά τη συντριπτική τους ήττα, δεν εγκατέλειψαν τον αγώνα. Ανακήρυξαν βασιλιά τους τον υπαρχηγό του Τοτίλα, Τεία, και άρχισαν να συγκεντρώνουν εκ νέου δυνάμεις. Στο μεταξύ ο Ναρσής ανακατέλαβε τη Ρώμη και βάδισε κατά της Κύμης, της οχυρής πόλης της Καμπανίας, στην οποία φυλάσσονταν οι γοτθικοί θησαυροί. Προς ενίσχυση της φρουράς της Κύμης, έσπευσε φυσικά και ο Τείας, ώστε να προστατεύσει τους θησαυρούς του – χωρίς χρήματα δεν θα ήταν δυνατό να συνεχίσει επί μακρόν τις επιχειρήσεις.

Ο Ναρσής είχε φτάσει πρώτος στην Κύμη και είχε αρχίσει να την πολιορκεί. Σε λίγες μέρες έφτασε και ο Γοτθικός Στρατός στην περιοχή. Επιχειρώντας να άρουν την πολιορκία της πόλης, οι Γότθοι συγκρούονταν καθημερινά με τους Βυζαντινούς.

Τους δύο στρατούς χώριζε ο μικρός ποταμός Δράκοντας. Οι Γότθοι είχαν κατασκευάσει γέφυρα επί του ποταμού, την οποία είχαν οχυρώσει με ξύλινους πύργους και πολεμικές μηχανές.

Μέσω της γέφυρας αυτής, περνούσαν στην ελεγχόμενη από τους Βυζαντινούς όχθη και αψιμαχούσαν μαζί τους. Οι Γότθοι είχαν στα νώτα τους τη θάλασσα.

Έτσι ανεφοδιάζονταν από Μοίρα του στόλου τους. Σύντομα όμως η δυνατότητά τους αυτή εξαλείφθηκε. Ορισμένοι αναφέρουν ότι η γοτθική Μοίρα αυτοδιαλύθηκε όταν ο Ναρσής δωροδόκησε τον επικεφαλής της. Άλλοι πάλι κάνουν λόγο για διάλυσή της από το βυζαντινό ναυτικό. Ό,τι και αν συνέβη πάντως, το αποτέλεσμα ήταν η διακοπή του εφοδιασμού του Γοτθικού Στρατού με τις ανάλογες συνέπειες.

Ο Τείας αναγκάστηκε κατόπιν αυτού να αποσύρει τον στρατό και να στρατοπεδεύσει στις υπώρειες του όρους Γάλακτος (Lactarius). Αποκλεισμένος εκεί, ο Γοτθικός Στρατός άρχισε να λιμοκτονεί. Έτσι ο Τείας αναγκάστηκε να εξαπολύσει αιφνιδιαστική επίθεση κατά των αντιπάλων, φιλοδοξώντας να εξέλθει από την παγίδα στην οποία τον είχε παρασύρει η τυφλή του τόλμη. Η πρώτη επίθεση των Γότθων αποκρούστηκε.

Ακολούθησε και δεύτερη, η οποία αποκρούστηκε επίσης. Ύστερα από τις αποτυχημένες εφόδους, στις οποίες έπεσε και ο Τείας, οι Γότθοι άρχοντες αναγκάστηκαν να ζητήσουν συνθηκολόγηση (553 μ.Χ.). Τελικά επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών, βάσει της οποίας οι Οστρογότθοι υπόσχονταν να αποχωρήσουν από την Ιταλία.

Αρκετοί τήρησαν την υπόσχεσή τους. Άλλοι πάλι κινήθηκαν βόρεια και εγκαταστάθηκαν στη βόρεια Ιταλία. Συνέχισαν ωστόσο να δημιουργούν προβλήματα στον Ναρσή.

Παρά τις νίκες του Βυζαντινού Στρατού, η ειρήνη δεν έμελλε να επικρατήσει ακόμα στην Ιταλία. Οι ηττημένοι Γότθοι βρήκαν έναν αναπάντεχο σύμμαχο στο πρόσωπο του Φράγκου βασιλιά Θεοδεβάλδου. Αυτός ο βασιλιάς της Μεροβίγιας δυναστείας απέστειλε σημαντική βοήθεια στους Γότθους ομοφύλους του.

Ένας στρατός 75.000 Φράγκων, Αλαμανών, Θουρίγγιων και άλλων Γερμανών, υπό τους δούκες Λοθάριο και Βουτελίνο, διέσχισαν τον Πάδο και κινήθηκαν προς την κάτω Ιταλία. Ο Ναρσής εκείνη την περίοδο (553 μ.Χ.) βρισκόταν ακόμα στη νότια Ιταλία. Στο άκουσμα όμως της είδησης της φραγκικής εισβολής κινήθηκε ταχύτατα, επικεφαλής ισχυρών δυνάμεων προς την περιοχή.

Ο χειμώνας όμως του 554 μ.Χ. αποδείχτηκε ιδιαίτερα δριμύς. Έτσι οι επιχειρήσεις διακόπηκαν και οι δύο στρατοί διαχείμασαν στις περιοχές που κατείχαν. Την άνοιξη του 555 μ.Χ., οι επιχειρήσεις επαναλήφθηκαν.

Οι Φράγκοι χώρισαν τις δυνάμεις τους. Οι δυνάμεις του Λοθάριου κινήθηκαν προς Βορρά, προσπαθώντας να γυρίσουν στην πατρίδα αφού μαστίζονταν από επιδημική ασθένεια, ενώ οι δυνάμεις του Βουτελίνου, ευρισκόμενες σε καλύτερη κατάσταση, κινήθηκαν νότια για να κατακτήσουν την Ιταλία.

Η εμπροσθοφυλακή της στρατιάς του Λοθάριου έπεσε τελικά σε βυζαντινή ενέδρα και διαλύθηκε.

Ελάχιστα μόνο υπολείμματα της στρατιάς αυτής έφτασαν στις φραγκικές χώρες. Ο ίδιος ο Λοθάριος πέθανε από ασθένεια.

Ο Βουτελίνος όμως συνέχισε την πορεία του επί ιταλικού εδάφους. Τελικά οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στην περιοχή της Καμπανίας κοντά στην πόλη Καπύη, στην τοποθεσία Κασίλινουμ. Ο Βουτελίνος επιθυμούσε να επισπεύσει τη σύγκρουση γιατί και ο δικός του στρατός μαστιζόταν τώρα από επιδημία.

Υπερείχε άλλωστε και αριθμητικά. Σύμφωνα με τον Αγαθία, ο Φραγκικός Στρατός διέθετε περί τους 30.000 άντρες, πεζούς στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Απέναντί τους ο Ναρσής δεν διέθετε περισσότερους από 18.000 στρατιώτες.

Ο Βουτελίνος έταξε τους άντρες του σε τρεις τεράστιες σφήνες, με μεγάλο βάθος. Πρόθεσή του ήταν να διασπάσει το βυζαντινό κέντρο. Για να αντιμετωπίσει αυτή την απειλή, ο Ναρσής σχημάτισε το κέντρο του από τμήματα βαρέως πεζικού, με βαριά θωρακισμένους «προμάχους» στην πρώτη γραμμή. Η βυζαντινή φάλαγγα ήταν ενισχυμένη στα άκρα της, όπως περίπου η αθηναϊκή οπλιτική φάλαγγα στη μάχη του Μαραθώνα.

Πίσω από το βαρύ πεζικό τάχθηκαν σώματα τοξοτών για να υποστηρίζουν το βαρύ πεζικό με υπερκείμενα πυρά. Πίσω από το πεζικό τάχθηκε ένα τμήμα ιππικού.

Άλλοι 3.000 ιππείς τάχθηκαν στο δεξιό, με επικεφαλής τον ίδιο τον Ναρσή. Στο αριστερό τάχθηκαν 1.500 ιππείς. Άλλοι 2.000 ιππείς τάχθηκαν σε ενέδρα, πίσω από το δεξιό πλευρό των Φράγκων, καλυμμένοι από δάσος.

Η μάχη άρχισε με ορμητική επίθεση του φραγκικού πεζικού κατά του βυζαντινού κέντρου.

Αυτή τη φορά όμως οι βάρβαροι κατόρθωσαν να επιτύχουν ρήγμα στο βυζαντινό μέτωπο. Η την κατάλληλη στιγμή εμπλοκή των εφεδρειών όμως έφραξε το ρήγμα. Ακολούθησε γενική αντεπίθεση του βυζαντινού ιππικού. Οι Φράγκοι σχεδόν περικυκλώθηκαν, και κυριολεκτικά αφανίστηκαν. Οι πηγές αναφέρουν ότι από τους 30.000 άντρες του Βουτελίνου, μόνο πέντε επέστρεψαν στην πατρίδα τους!

Ύστερα από την επιτυχία αυτή, η Ιταλία έγινε επιτέλους βυζαντινή επαρχία. Ωστόσο ένας Γότθος αρχηγός, ο Ράγναρης ή Γάγναρης, συγκέντρωσε 7.000 άντρες και επαναστάτησε κατά των Βυζαντινών.

Σύντομα όμως η επανάσταση αυτή καταπνίγηκε από τον Ναρσή. Τελικά ο πόλεμος έληξε οριστικά το 561 μ.Χ., ύστερα από την καταστολή και νέας επανάστασης των Γότθων, σε συνεργασία με τους Φράγκους.

Ύστερα από 28 έτη σκληρού αγώνα, η Ιταλία ήταν και πάλι βυζαντινή. Πρώτος διοικητής (Έξαρχος) της επαρχίας διορίστηκε δικαιωματικά ο Ναρσής. Σύντομα πάντως το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας θα χανόταν και πάλι για τους Βυζαντινούς από την εισβολή των Λογγοβάρδων στη χώρα.

Η αυτοκρατορία ωστόσο διατήρησε κτήσεις στην Κάτω Ιταλία έως τον 12ο αιώνα μ.Χ. Στα χωριά της Σικελίας και της Καλαβρίας άλλωστε ακόμα οι «Γκρεκάνοι» κάτοικοί τους μιλούν κάποια Ελληνική διάλεκτο.

Ο Αριστοτέλης, η φιλία και η έννοια της αυτάρκειας

Συνεχίζοντας τη διερεύνηση της φιλίας ο Αριστοτέλης θα ασχοληθεί με το ζήτημα της αυτάρκειας: «Το επόμενο θέμα μας είναι η αυτάρκεια και ο αυτάρκης: μήπως ο αυτάρκης χρειάζεται δίπλα σε όλα τα άλλα και τη φιλία, ή δεν τη χρειάζεται, οπότε η αυτάρκειά του, του ιδίου για τον εαυτό του, το καλύπτει και αυτό;» (1212b 15.1).

Κι όχι μόνο: «Άραγε ένας άνθρωπος που έχει όλα τα αγαθά και είναι αυτάρκης, χρειάζεται δίπλα σε τούτα και τη φιλία; Μήπως τότε είναι που κατεξοχήν τη χρειάζεται; Γιατί ποιον θα ευεργετήσει και με ποιον θα μοιραστεί τη ζωή του; (1212b 15.1).

Η απάντηση θα δοθεί αμέσως: «Αν, λοιπόν, τα θέλει αυτά τα δύο, και αν αυτά είναι πράγματα που προϋποθέτουν οπωσδήποτε τη φιλία, τότε ο αυτάρκης, δίπλα σε όλα τα άλλα, θα χρειαστεί και τη φιλία» (1212b 15.2).

Προσπαθώντας να τεκμηριώσει την παραπάνω άποψη ο Αριστοτέλης θα ξεκαθαρίσει ότι δεν πρέπει (όπως εσφαλμένα κάνουν πολλοί) να τίθεται ο θεός ως κάτι ανάλογο με την ανθρώπινη συμπεριφορά: «Είναι συνηθισμένο και λέγεται συχνά πως για το ζήτημα αυτό χρήσιμη αναλογία αποτελούν τα όσα ισχύουν με το θεό· αλλά ούτε και στην περίπτωση του θεού είναι τούτα τα λεγόμενα ορθά ούτε και στην περίπτωσή μας χρήσιμα» (1212b 15.3 και 15.4).

Για να εξηγήσει: «Όντως λέγονται κάποιοι τέτοιοι ισχυρισμοί για το θεό: αφού ο θεός έχει όλα τα αγαθά και είναι αυτάρκης, τι θα κάνει; Στα σίγουρα δε θα κάτσει να κοιμάται. Θα προβεί –συνεχίζει το επιχείρημα– σε κάποια θεωρητική ενατένιση (αυτή είναι το αποκορύφωμα του κάλους, ό,τι πιο οικείο στο θεό)· σε τι, λοιπόν, θα στρέψει τη θεωρητική του ενατένιση;» (1212b 15.4 και 1213a 15.4).

Ο προβληματισμός σχετικά με το τι μπορεί να απασχολεί τις θεωρητικές αναζητήσεις του θεού καταδεικνύει την καθαρά ανθρωποκεντρική θρησκευτικότητα της εποχής, δηλαδή την προσπάθεια των ανθρώπων να ερμηνεύσουν τους θεούς σύμφωνα με τον εαυτό τους. Ο σύγχρονος θεός, από θέση αρχής, δεν έχει καμία σχέση με τα ανθρώπινα και ένας τέτοιος προβληματισμός αποτελεί προσβολή, αφού μόνο υποτιμητικά μπορεί να λειτουργήσει.

Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι και στα αρχαία χρόνια δεν υπήρχαν κατηγορητήρια και καταδίκες για λόγους θρησκευτικούς. Η κατηγορία της ασέβειας ήταν συχνή (θα τη γνωρίσει και ο Αριστοτέλης και θα αναγκαστεί να αποχωρήσει από την Αθήνα), αλλά συνήθως ήταν το πρόσχημα για να συγκαλυφθούν οι (πραγματικοί) πολιτικοί λόγοι των διώξεων. Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει σαφώς ότι αυτού του είδους οι προβληματισμοί αποτελούν επιχειρηματολογία (συλλογιστική) άλλων κι όχι δική του.

Και θα συνεχίσει: «εάν τη στρέψει» (εννοείται ο θεός τη θεωρητική του ενατένιση) «σε κάτι πέρα από τον ίδιο του τον εαυτό, αυτό θα είναι ανώτερό του. Αλλά έτσι, λέει το επιχείρημα, προκύπτει άτοπο: δεν υπάρχει κάτι πέρα από τον θεό, ανώτερο από αυτόν» (1212a 15.4).

Η υπόθεση ότι ο θεός σκέφτεται κάτι ανώτερο από τον ίδιο είναι προφανώς παράλογη: «Δεν απομένει παρά να στρέψει τη θεωρητική του ενατένιση στον ίδιο του τον εαυτό. Αλλά και τούτο άτοπο είναι πάλι· αφού και ο άνθρωπος που τυχόν στρέφει όλη του την προσοχή στον ίδιο του τον εαυτό, κερδίζει την επίκρισή μας και τον λέμε αναίσθητο. Πάλι σε άτοπο βγάζει ο αρχικός ισχυρισμός: ο θεός δε θα στρέψει τη θεωρητική του ενατένιση στον ίδιο του τον εαυτό» (1213a 15.4).

Σε κάθε περίπτωση η προσπάθεια να αναζητηθούν οι θεωρητικές επιδιώξεις του θεού κρίνεται αδιέξοδη. Ο Αριστοτέλης δεν ενδιαφέρεται να δώσει απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα, αλλά να καταδείξει του ανούσιο της διερεύνησής του. Αυτό που έχει σημασία είναι ο άνθρωπος: «Το πού θα στρέψει ο θεός τη θεωρητική του ενατένιση, ας το αφήσουμε καλύτερα· το θέμα μας δεν είναι η θεϊκή αυτάρκεια αλλά η ανθρώπινη· άραγε ο αυτάρκης θα χρειαστεί ή δε θα χρειαστεί τη φιλία;» (1213a 15.5).

Για τον Αριστοτέλη η φιλία είναι ο μόνος δρόμος για την αυτογνωσία: «Με δεδομένα, τώρα, πρώτον ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο από την αυτογνωσία (το έχουνε πει και κάποιοι σοφοί) και πιο ηδύ από αυτήν (είναι ηδύ το να γνωρίζεις τον εαυτό σου), και δεύτερον ότι δεν έχουμε τη δυνατότητα να αποκτήσουμε την αυτογνωσία βασισμένοι αποκλειστικά στον εαυτό μας (το ότι δεν μπορούμε οι ίδιοι μόνοι μας να φτάσουμε στη γνώση του εαυτού μας φαίνεται από το εξής: υπάρχουν πράγματα για τα οποία κατηγορούμε τους άλλους, αλλά χωρίς να το συνειδητοποιούμε τα κάνουμε και οι ίδιοι, είτε λόγω εύνοιας είτε λόγω πάθους· η εύνοια και το πάθος συσκοτίζουν την κρίση πολλών από εμάς και μας οδηγούν σε λάθη)» (1213a 15.6-7).

Η σημασία της αυτογνωσίας για την επίτευξη της ψυχικής ισορροπίας, δηλαδή για την κατάκτηση της ευτυχίας, δε χρειάζεται ιδιαίτερες διευκρινίσεις. Στην ουσία πρόκειται για τον τελικό στόχο της ψυχανάλυσης, αφού μόνο η αναγνώριση και η παραδοχή των πιο σκοτεινών σημείων του εαυτού μπορούν να οδηγήσουν στη συμφιλίωση μαζί του.

Οι κακίες, όποια μορφή κι αν έχουν, πριν από όλα υποκρύπτουν την άγνοια του εαυτού –κι ως ένα βαθμό την άρνηση της γνωριμίας του. Δεν είναι εύκολη η αναγνώριση της εσφαλμένης συμπεριφοράς. Δεν είναι εύκολο να διεισδύει κανείς στην προσωπικότητά του φέρνοντας στην επιφάνεια τα πάθη του. Το ξεγύμνωμα του εαυτού είναι επίπονο. Κάποιες φορές είναι αδύνατο να γίνει χωρίς τη βοήθεια ειδικού.

Η συγκάλυψη, η άρνηση παραδοχής των λαθών, η απόπειρα ιδεολογικοποίησης της εσφαλμένης συμπεριφοράς, η επίρριψη των ευθυνών σε άλλους είναι απείρως ευκολότερα. Μόνο που αντί να εξισορροπούν την ψυχή κάνουν ακόμη εντονότερη τη δυσαρμονία της. Επί της ουσίας επιτείνουν τη δυστυχία. Κι επιδεινώνουν τις σχέσεις με τους άλλους.

Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι αδύνατο να χαρακτηριστεί αυτάρκης. Εν τέλει δεν έχει ούτε τα στοιχειώδη. Οι επιφανειακές σχέσεις, η άγνοια του εαυτού, η διαρκής προσπάθεια να καταπολεμηθεί η δυσαρέσκεια, της οποίας τα αίτια δεν πρέπει ποτέ να έρθουν στο προσκήνιο, συνθέτουν το πορτρέτο της κενότητας, δηλαδή του ασφαλέστερου δρόμου προς τη δυστυχία.

Υπό αυτές τις συνθήκες τα υλικά αγαθά αποτελούν μοναδική διέξοδο για την άντληση ευχαρίστησης. Αποκτούν δηλαδή διαστάσεις σχεδόν υπαρξιακές, αφού όχι μόνο προσφέρουν ηδονή –έστω και πρόσκαιρη– αλλά συγκαλύπτουν και την κενότητα της ύπαρξης που δεν πρέπει να ομολογηθεί. Το πολυτελές σπίτι, το πολυτελές αυτοκίνητο, τα ακριβά ρούχα, ξενοδοχεία κλπ μετατρέπονται σε νόημα ύπαρξης, καθώς (πέρα του ότι δίνουν χαρά) προσδίδουν και κοινωνικό κύρος τοποθετώντας τον εαυτό στο επίπεδο των πετυχημένων.

Κι εδώ δεν προτάσσεται η άρνηση κάθε πολυτέλειας στο όνομα μιας ασκητικής ζωής ή (πολύ περισσότερο) η καταδίκη της οικονομικής άνεσης που επιτρέπει τέτοιες χαρές, αλλά η κενότητα της ύπαρξης που μετατρέπει την πολυτέλεια σε αυτοσκοπό και σε τρόπο επίδειξης και που κατ’ ανάγκη συμπορεύεται με τη ρηχότητα. Το κυνήγι των αξιωμάτων, η χρήση όλων των μέσων για την ανέλιξη κάθε είδους, η επίδειξη του πλούτου, η διαρκής ανάγκη του να είναι κάποιος το επίκεντρο της προσοχής είναι τα στοιχεία που δίνουν στην κενότητα της ύπαρξης πολιτικές διαστάσεις.

Για τους ανθρώπους αυτού του είδους η αναρρίχηση μετατρέπεται σε υπόθεση ζωτικής σημασίας. Φυσικά, δε γίνεται λόγος για την υγιή εκδοχή της φιλοδοξίας που εμπεριέχει την έννοια της προσφοράς ή της δίκαιης αναγνώρισης του μόχθου και της αξίας, αλλά για τη ματαιοδοξία της ύπαρξης που στερείται περιεχομένου και που θέλει να νιώθει υπεροχή ακριβώς για να συγκαλύψει την κενότητά της. Τα κίνητρα αυτών των ανθρώπων για αναρρίχηση είναι τόσο ισχυρά που τους καθιστούν ανίκητους. Διατίθενται να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο. Ο πραγματικά άξιος δεν έχει καμία τύχη μπροστά τους. Το επίπεδο της αξίας του λειτουργεί αποτρεπτικά. Δεν έχει άλλη επιλογή από το να αποσυρθεί.

Η πόλη που δεν έχει τους απαραίτητους νομοθετικούς μηχανισμούς για την προστασία της αξιοκρατίας θα αναδείξει τους ανάξιους με τρόπο σχεδόν νομοτελειακό. Και θα προωθήσει και τα αντίστοιχα πρότυπα ευτυχίας. Η κενότητα της ύπαρξης βρίσκεται στο στοιχείο της. Αυτό που μένει είναι η διαστρέβλωση των εννοιών για να δοθούν και οι απαραίτητες ιδεολογικές διαστάσεις.

Ο ματαιόδοξος παριστάνει το φιλόδοξο, ο ανάξιος υποδύεται τον άξιο, ο αδίστακτος περνιέται για πετυχημένος, το κυνήγι της κατανάλωσης γίνεται κυρίαρχη ιδεολογία. Αυτό που μένει είναι η θεοποίηση του χρήματος, το επιφανειακό των σχέσεων, ο άκρατος ανταγωνισμός και οι φιλίες της μιας χρήσεως. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ακόμη και ο βλάκας περνιέται για έξυπνος. Η ευτυχία των πολιτών γίνεται ιδιαιτέρως επίφοβη, αφού τίθεται πάνω στις σαθρότερες βάσεις.

Κι όπως οι κενοί περιεχομένου άνθρωποι δεν μπορούν να είναι αυτάρκεις, έτσι και η πόλη που αναδεικνύει τέτοιους ανθρώπους δεν μπορεί (επίσης) να είναι αυτάρκης. Γιατί η κενότητα έχει να κάνει με την έλλειψη, ενώ η αυτάρκεια με την πληρότητα. Η έλλειψη φίλων παραπέμπει στην ανισόρροπη ψυχή που αδυνατεί να συνάψει σχέσεις ουσίας. Από αυτή την άποψη, αποτελεί ξεκάθαρο δείκτη για την ποιότητα της ψυχής. Το ίδιο και η ποιότητα των φίλων. Εκείνος που συνάπτει φιλίες με ανθρώπους χαμηλής ποιότητας προφανώς τέτοιας ποιότητας είναι και ο ίδιος.

Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Όπως, λοιπόν, όταν θέλουμε να δούμε οι ίδιοι το πρόσωπό μας, στρέφουμε το βλέμμα μας μέσα σε ένα κάτοπτρο και το βλέπουμε εκεί, έτσι και όταν θέλουμε να γνωρίσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας, μπορούμε να το κάνουμε στρέφοντας το βλέμμα μας στο φίλο μας· διότι το έχουμε πει: ο φίλος είναι ο άλλος μας εαυτός» (1213a 15.7).

Το αρχικό ερώτημα του κατά πόσο ο υλικά αυτάρκης χρειάζεται και φίλους, ώστε να είναι πλήρως αυτάρκης ή, αντιστρόφως, αν μπορεί να υπάρξει αυτάρκης άνθρωπος χωρίς να έχει φίλους θα απαντηθεί και πάλι με τον ίδιο κατηγορηματικό τρόπο: «Αν, συνεπώς, η αυτογνωσία είναι κάτι το ηδύ, και αν αυτή είναι ανέφικτη χωρίς τον φίλο, τότε ο αυτάρκης θα πρέπει να έχει ανάγκη τη φιλία προκειμένου να αποκτήσει αυτογνωσία» (1213a 15.8).

Η αυτογνωσία είναι ζήτημα εξόχως σημαντικό τόσο για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας όσο και για την κατάκτηση της ευτυχίας. Ταυτόχρονα είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη φιλία. Ο στερούμενος φίλων κρίνεται επίφοβος στο ζήτημα της αυτογνωσίας. Από αυτή την άποψη είναι αδύνατο να χαρακτηριστεί αυτάρκης.

Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για τυπική περίπτωση αριστοτελικής εκδοχής του ορθού λόγου, αφού για να καταδειχθεί η έλλειψη αυτάρκειας γι’ αυτόν που δεν έχει φίλους έπρεπε να βρεθεί εκείνο που θα του έλειπε. Κι αυτό εξυπηρετεί η αναφορά της αυτογνωσίας. Από τη στιγμή που η αυτογνωσία λείπει δεν μπορούμε να μιλάμε για αυτάρκεια.

Το βέβαιο είναι ότι η κατάδειξη της έλλειψης αυτάρκειας για τον άνθρωπο που δεν έχει φίλους θα μπορούσε να γίνει και με τρόπο λιγότερο τυπικό. Έτσι κι αλλιώς οι φίλοι συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας εκπληρώνοντας την υπέρτατη συναισθηματική μοιρασιά. Ο άνθρωπος ως φύσει κοινωνικό ον είναι αδύνατο να νιώσει ευτυχία χωρίς να σχετίζεται με άλλους ανθρώπους.

Κι όσο βαθύτερες γίνονται οι σχέσεις του, τόσο βαθύτερη είναι και η ευτυχία που εισπράττει. Αναγνωρίζοντας αυτό είναι απολύτως σαφές ότι η ευτυχία δεν αφορά μονάχα την εκπλήρωση (αυτάρκεια) των υλικών αναγκών. Από αυτή την άποψη, η έλλειψη φίλων αποτελεί από θέση αρχής απόδειξη της έλλειψης αυτάρκειας ή, για να το πούμε αλλιώς, δεν μπορεί να υπάρξει αυτάρκεια χωρίς την παρουσία ποιοτικών φίλων.

Την αυτονόητη αυτή αλήθεια ο Αριστοτέλης (ασφαλώς) τη γνωρίζει πολύ καλά. Γι’ αυτό και συμπληρώνει: «Εξάλλου, εφόσον είναι κάτι καλό –και όντως είναι– το να προβαίνει σε ευεργεσίες όποιος τυχόν ευνοήθηκε από την τύχη και κατέχει τα αγαθά που οφείλονται σε αυτή, ποιον θα ευεργετήσει αυτός;» (εννοείται ο άφιλος) «Και με ποιον θα μοιραστεί τη ζωή του; Δεν πρόκειται, βέβαια, να την περάσει μοναχός του· το να έχεις ένα σύντροφο είναι ευχάριστο και αναγκαίο· και, απούσης της φιλίας, αυτά είναι ανέφικτα· άρα ο αυτάρκης, δίπλα σε όλα τα άλλα, χρειάζεται και τη φιλία» (1213a 15.9 και 1213b 15.9).

Από κει και πέρα ο Αριστοτέλης θα ασχοληθεί με το αν πρέπει να έχει κανείς πολλούς ή λίγους φίλους: «Ποιο από τα δύο είναι πιο καλό, να έχει κανείς πολλούς φίλους ή λίγους; Με ένα λόγο, δεν πρέπει να έχει κανείς ούτε πολλούς ούτε λίγους φίλους. Διότι, όταν κάποιος έχει πολλούς φίλους, είναι δύσκολο να μοιράσει την αγάπη του σε όλους. Η αιτία: όπως συμβαίνει και σε όλους τους υπόλοιπους τομείς, αδυνατεί η ασθενής ανθρώπινη φύση μας να απλωθεί σε πολλές κατευθύνσεις. Διότι και στην περίπτωση της όρασης συμβαίνει να μην μπορούμε να δούμε πολύ μακριά, αλλά αν ξεφύγουμε πολύ πέρα από μια σύμμετρη απόσταση, η όραση αμβλύνεται, κι αυτό οφείλεται ακριβώς στην ασθένεια της ανθρώπινης φύσης· το ίδιο συμβαίνει και με την ακοή και με όλες τις άλλες αισθήσεις» (1213b 16.1).

Με τον ίδιο τρόπο που οι αισθήσεις θέτουν όρια στις ανθρώπινες δυνατότητες περιορίζοντάς τες, έτσι τίθενται και όρια στη δυνατότητα της διατήρησης πολλών φίλων. Η ασθενής-αδύναμη ανθρώπινη φύση δεν επιτρέπει την ταυτόχρονη συνέχιση τεράστιου αριθμού από φιλίες: «όταν λόγω της ανθρώπινης ασθένειας αμβλυνθεί η φιλία, δίκαια θα προβεί κανείς σε διάφορες κατηγορίες, και δε θα είναι πια φίλος· η αγάπη του θα είναι μόνο στα λόγια· αλλά αυτό δεν είναι κάτι που ταιριάζει στη φύση της φιλίας» (1213b 16.2).

Κι όχι μόνο αυτό: «Ύστερα, αν έχει κανείς πολλούς φίλους, θα είναι συνέχεια μέσα στη στεναχώρια· πολλοί φίλοι σημαίνει αυξημένες πιθανότητες να παρουσιαστεί σε κάποιον από αυτούς μια αναποδιά της τύχης· και τέτοιες αναποδιές μοιραία φέρνουν στενοχώρια» (1213b 16.3).

Το τελευταίο επιχείρημα δεν κρίνεται πειστικό. Αντιστρέφοντάς το θα έλεγε κανείς ότι οι πολλοί φίλοι θα οδηγούσαν και σε πολλές χαρές (οι άνθρωποι δεν είναι μόνο λύπες) που θα μοιραζότανε κανείς μαζί τους. Μια τέτοια εκδοχή θα λειτουργούσε ενισχυτικά για την πολυφιλία. Όπως και να έχει, η αποφυγή φίλων για να μην υπάρξει στενοχώρια σε περίπτωση που τους τύχουν συμφορές είναι μάλλον παρακινδυνευμένη. Οι φιλίες δε γίνονται με τέτοια κριτήρια. Θα έλεγε κανείς ότι όποιος σκέφτεται έτσι δε θα μπορέσει να κάνει φίλους.

Όμως, ο Αριστοτέλης θα καταδικάσει και το να έχει κανείς ελάχιστους φίλους: «Από την άλλη, δεν είναι καλό να έχει κανείς μόνο ένα ή δύο φίλους, αλλά να ακολουθεί το μέτρο, κατά πώς το θέλει η συγκυρία και η προσωπική του έφεση προς τη φιλία» (1213b 16.3).

Ο μέγας δάσκαλος του μέτρου δε θα μπορούσε να οδηγηθεί σε άλλο συμπέρασμα. Το αδύνατο της διατήρησης πολλών φίλων, λόγω της ίδιας της ανθρώπινης φύσης που θέτει όλες τις δραστηριότητες μέσα σε όρια (εξ ανάγκης δεν μπορεί κανείς να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός τεράστιου αριθμού φίλων), δεν πρέπει να υποδείξει την κατεύθυνση των ελάχιστων φίλων. Το κριτήριο είναι το μέτρο και ο χαρακτήρας του καθενός. Όπως σχεδόν σε όλα που έχουν να κάνουν με την ορθότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΛΥΣΙΑΣ, ΠΡΟΣ ΣΙΜΩΝΑ ΑΠΟΛΟΓΙΑ

ΛΥΣ 3.44–48

Ο Σίμωνας είναι θρασύς και εριστικός άνθρωπος – Ἐπίλογος: Επίκληση του προτέρου εντίμου βίου και έκκληση για ευσπλαγχνία των δικαστών

Στην ἀπόδειξιν ο κατηγορούμενος προσπάθησε να αποδείξει ότι ο ίδιος δεν είχε προμελετήσει την επίθεση που οδήγησε στον τραυματισμό του Σίμωνα (βλ. και ΛΥΣ 3.1–4) και ότι για το ατυχές γεγονός θα έπρεπε να λογοδοτήσει ο τελευταίος, καθώς το είχε προκαλέσει με τις πράξεις του. Ολοκληρώνοντας την επιχειρηματολογία του, προσθέτει:


[44] Θαυμάζω δὲ μάλιστα τούτου τῆς διανοίας. οὐ γὰρ τοῦ
αὐτοῦ μοι δοκεῖ εἶναι ἐρᾶν τε καὶ συκοφαντεῖν, ἀλλὰ τὸ
μὲν τῶν εὐηθεστέρων, τὸ δὲ τῶν πανουργοτάτων. ἐβουλό-
μην δ’ ἂν ἐξεῖναί μοι παρ’ ὑμῖν καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ἐπιδεῖ-
ξαι τὴν τούτου πονηρίαν, ἵνα ἠπίστασθε ὅτι πολὺ ἂν δι-
καιότερον αὐτὸς περὶ θανάτου ἠγωνίζετο ἢ ἑτέρους ὑπὲρ
τῆς πατρίδος εἰς κίνδυνον καθίστη. [45] τὰ μὲν οὖν ἄλλα ἐάσω·
ὃ δ’ ἡγοῦμαι ὑμῖν προσήκειν ἀκοῦσαι καὶ τεκμήριον ἔσε-
σθαι τῆς τούτου θρασύτητος καὶ τόλμης, περὶ τούτου μνη-
σθήσομαι. ἐν Κορίνθῳ γάρ, ἐπειδὴ ὕστερον ἦλθε τῆς πρὸς
τοὺς πολεμίους μάχης καὶ τῆς εἰς Κορώνειαν στρατείας,
ἐμάχετο τῷ ταξιάρχῳ Λάχητι καὶ ἔτυπτεν αὐτόν, καὶ
πανστρατιᾷ τῶν πολιτῶν ἐξελθόντων, δόξας ἀκοσμότατος
εἶναι καὶ πονηρότατος, μόνος Ἀθηναίων ὑπὸ τῶν στρα-
τηγῶν ἐξεκηρύχθη.

[46] Ἔχοιμι δ’ ἂν καὶ ἄλλα πολλὰ εἰπεῖν περὶ τούτου, ἀλλ’
ἐπειδὴ παρ’ ὑμῖν οὐ νόμιμόν ἐστιν ἔξω τοῦ πράγματος
λέγειν, ἐκεῖνο ἐνθυμεῖσθε· οὗτοί εἰσιν οἱ βίᾳ εἰς τὴν ἡμε-
τέραν οἰκίαν εἰσιόντες, οὗτοι οἱ διώκοντες, οὗτοι οἱ βίᾳ
ἐκ τῆς ὁδοῦ συναρπάζοντες ἡμᾶς. [47] ὧν ὑμεῖς μεμνημένοι τὰ
δίκαια ψηφίζεσθε, καὶ μὴ περιίδητε ἐκ τῆς πατρίδος
ἀδίκως ἐκπεσόντα, ὑπὲρ ἧς ἐγὼ πολλοὺς κινδύνους
κεκινδύνευκα καὶ πολλὰς λῃτουργίας λελῃτούργηκα, καὶ
κακοῦ μὲν αὐτῇ οὐδενὸς αἴτιος γεγένημαι, οὐδὲ τῶν ἐμῶν
προγόνων οὐδείς, ἀγαθῶν δὲ πολλῶν· [48] ὥστε δικαίως ἂν
ὑφ’ ὑμῶν καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων ἐλεηθείην, οὐ μόνον εἴ τι
πάθοιμι ὧν Σίμων βούλεται, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἠναγκάσθην ἐκ
τοιούτων πραγμάτων εἰς τοιούτους ἀγῶνας καταστῆναι.

***
Θαυμάζω δε πάρα πολύ τον χαρακτήρα του Σίμωνος. Διότι νομίζω ότι δεν είναι χαρακτηριστικόν του ιδίου να αγαπά ή να συκοφαντή, αλλά το μεν πρώτον είναι ίδιον των κάπως απλοϊκών και ανοήτων, το δε δεύτερον των λίαν πανούργων. Θα επεθύμουν δε να μου επιτραπή να δείξω εις σας και από άλλα περιστατικά την πονηρίαν τούτου, ίνα γνωρίζητε καλώς ότι πολύ δικαιότερον θα έπρεπε να εκτεθή εις τον κίνδυνον να τιμωρηθή διά της ποινής του θανάτου παρά να εκθέση τους άλλους εις τον κίνδυνον της εξορίας. Τα μεν άλλα θα αφήσω κατά μέρος, θα σας φέρω δε εις την μνήμην σας μόνον εκείνο, το οποίον αρμόζει να ακούσετε και θα είναι απόδειξις της θρασύτητος και της τόλμης του. Εις την Κόρινθον δηλαδή, επειδή έφθασε κατόπιν από την μάχην προς τους εχθρούς και την εκστρατείαν εις την Κορώνειαν ήλθεν εις ρήξιν με τον ταξίαρχον Λάχην και εκτύπησεν αυτόν· όλοι οι πολίται είχον μετάσχει της εκστρατείας, και μόνος αυτός από όλους τους Αθηναίους, επειδή εθεωρήθη πολύ απείθαρχος και σκληροτράχηλος, εξεβλήθη των τάξεων του στρατού διά κηρύγματος του κήρυκος κατόπιν διαταγής των στρατηγών.

Θα ηδυνάμην να είπω και άλλα περί τούτου, αλλ' επειδή δεν είναι νόμιμον να ομιλώ ενώπιόν σας διά ζητήματα έξω της υποθέσεως, εκείνο μόνον έχετε κατά νουν· ούτοι είναι οι εισελθόντες διά της βίας εις την οικίαν μου, ούτοι είναι εκείνοι που μας κατεδίωξαν, ούτοι είναι εκείνοι που μας έπιασαν και μας έσυρον διά της βίας έξω της οδού. Όλα αυτά σεις ενθυμούμενοι κρίνατε διά της ψήφου σας κατά τρόπον δίκαιον και να μη ανεχθήτε να με ιδήτε αδίκως εκδιωκόμενον εκ της πατρίδος, διά την οποίαν εγώ εξετέθην εις πολλούς κινδύνους, ανέλαβον και εξετέλεσα τόσας λειτουργίας και εις την οποίαν δεν έγινα αιτία κανενός κακού, τουναντίον δε αίτιος πολλών αγαθών, όπως οι πρόγονοί μου. Ώστε δικαίως ήθελον αξιώσει την ευσπλαγχνίαν σας, καθώς και των άλλων συμπολιτών μου, προς εμέ, όχι μόνον αν πάθω κάτι από όσα θέλει ο Σίμων, αλλά και διότι ηναγκάσθην διά τοιούτου είδους ζητήματα να εμπλακώ εις παρομοίαν δίκην.

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 2α ΟΙ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

(ii) Κτητικές αντωνυμίες


§2.39. Οι κτητικές αντωνυμίες λειτουργούν συνήθως ως επιθετικοί προσδιορισμοί ουσιαστικών, δηλώνοντας τον κάτοχο ενός πράγματος ή τον φορέα μιας σχέσης, συγγενικής, φιλικής, κλπ.

ΔΗΜ 18.193 μὴ δὴ τοῦθ' ὡς ἀδίκημ' ἐμὸν θῇς || αυτό λοιπόν μην το θεωρήσεις αδίκημα δικό μου.

ΛΥΣ 1.4 τοὺς παῖδας τοὺς ἐμοὺς ᾔσχυνε || ντρόπιασε τα παιδιά μου.

ΑΝΔΟΚ 1.141δέομαι οὖν ἁπάντων <ὑμῶν> περὶ ἐμοῦ τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχειν, ἥνπερ καὶ περὶ τῶν ἐμῶν προγόνων || σας παρακαλώ, λοιπόν, όλους σας να έχετε για μένα την ίδια γνώμη που είχατε και για τους προγόνους μου.

ΘΟΥΚ 1.33.4 ἡμέτερον δέ γ' αὖ ἔργον προτερῆσαι || καθήκον δικό μας είναι να τους προλάβουμε και να κινηθούμε πρώτοι.

ΛΥΣ 13.96 οἱ τριάκοντα τοίνυν τῶν μὲν ἀνδρῶν τούτων, οἳ ἦσαν ὑμέτεροι φίλοι, θάνατον κατέγνωσαν || οι Τριάκοντα, λοιπόν, τους άνδρες αυτούς, που ήταν φίλοι σας, τους καταδίκασαν σε θάνατο.

ΛΥΣ 2.6 οὐδ' (έξεγένετο) οἴκαδε ἀπελθούσαις ἀπαγγεῖλαι τήν τε σφετέραν αὐτῶν δυστυχίαν καὶ τὴν τῶν ἡμετέρων προγόνων ἀρετήν || ούτε στάθηκε δυνατόν γι' αυτές να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να αναγγείλουν τη δική τους συμφορά και την ανδρεία των προγόνων μας.

§2.40. Οι κτητικές αντωνυμίες ισοδυναμούν με γενική κτητική, γι' αυτό και συχνά αντικαθίστανται από τη γενική της προσωπικής αντωνυμίας στο πρώτο και στο δεύτερο πρόσωπο (μου, σου, ἡμῶν, ὑμῶν) κι από τη γενική δεικτικών αντωνυμιών ή της επαναλητικής αντωνυμίας στο τρίτο πρόσωπο (αὐτοῦ, αὐτῆς, αὐτοῦ, αὐτῶν, ἐκείνου, τούτου κλπ.). Η αντικατάσταση αυτή είναι συνηθέστερη στην περίπτωση του τρίτου προσώπου, για το οποίο σπάνια χρησιμοποιείται η κτητική αντωνυμία (η αντωνυμία σφέτερος, -α, -ον είναι ωστόσο συχνότερη σε σχέση με την ἑός, ἑή, ἑόν).

ΑΝΔΟΚ 1.42 τὸν δ' αὖ κηδεστήν μου οὕτως ἀπώλλυεν || τον γαμπρό μου πάλι με αυτόν τον τρόπο τον κατέστρεψε.

ΙΣΟΚΡ επιστ 7.2 τὰ διηγγελμένα περὶ τοῦ πατρός σου || όσα έχουν ακουστεί για τον πατέρα σου.

ΛΥΣ 19.61 εἰ νῦν γε ἐξαπατηθείητε ὑπὸ τούτων καὶ δημεύσαιθ' ἡμῶν τὴν οὐσίαν || αν τώρα εξαπατηθείτε από αυτούς και δημεύσετε την περιουσία μας.

ΙΣΟΚΡ 5.32 Θηβαῖοι δὲ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ γένους ὑμῶν τιμῶσι || οι Θηβαίοι τιμούν τον γενάρχη σας.

ΛΥΣ 2.11 οἱ δὲ παῖδες αὐτοῦ ἔφευγον μὲν Εὐρυσθέα || τα παιδιά του προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τον Ευρυσθέα.

ΛΥΣ 25.3 τούτων μὲν γὰρ ἔργον ἐστὶ καὶ τοὺς μηδὲν ἡμαρτηκότας εἰς αἰτίαν καθιστάναι || γιατί έργο δικό τους είναι να κατηγορούν ακόμη κι αυτούς που δεν έχουν διαπράξει κανένα αδίκημα.

ΙΣΟΚΡ 7.73 πρὸς γὰρ τὴν ἐκείνων ἀρετὴν […] ἁμιλλητέον ἡμῖν ἐστιν || πρέπει να συναγωνιζόμαστε προς την αρετή εκείνων (των προγόνων).

§2.41. Σε περιπτώσεις αυτοπάθειας (όταν το πρόσωπο που δηλώνει η κτητική αντωνυμία είναι ίδιο με το υποκείμενο του ρήματος), συχνά η κτητική αντωνυμία

προσδιορίζεται για έμφαση από τη γενική παραθετική αὐτοῦ ή αὐτῶν: ἐμὸς αὐτοῦ, σὸς αὐτοῦ, ἑὸς αὐτοῦ, ἡμέτερος αὐτῶν, ὑμέτερος αὐτῶν, σφέτερος αὐτῶν. Στον πεζό λόγο εύχρηστοι είναι μόνο οι τρεις τελευταίοι τύποι για τα πρόσωπα του πληθυντικού.

ΟΜ Ιλ 6.446 ἀρνύμενος πατρός τε μέγα κλέος ἠδ᾽ ἐμὸν αὐτοῦ || προσπαθώντας να διαφυλάξω τη μεγάλη δόξα του πατέρα μου και τη δική μου.

ΣΟΦ ΟΤ 415-416καὶ λέληθας ἐχθρὸς ὢν τοῖς σοῖσιν αὐτοῦ || και δεν έχεις καταλάβει ότι είσαι εχθρός των συγγενών σου.

ΙΣΟΚΡ 8.43 ἡμεῖς δ' οὐδ' ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας αὐτῶν πλεονεξίας κινδυνεύειν ἀξιοῦμεν || εμείς όμως δεν θεωρούμε άξιο να διακινδυνεύουμε ούτε για τα δικά μας συμφέροντα.

ΙΣΟΚΡ 14.44 καὶ τῶν μὲν κτημάτων τῶν ὑμετέρων αὐτῶν ἀπέστητε || εσείς τις κτήσεις σας τις εγκαταλείψατε.

ΛΥΣ 24.14 ὑμεῖς δὲ […] μᾶλλον πιστεύετε τοῖς ὑμετέροις αὐτῶν ὀφθαλμοῖς ἢ τοῖς τούτου λόγοις || εσείς δίνετε περισσότερη πίστη στα μάτια σας, παρά στα λόγια του κατηγόρου.

ΘΟΥΚ 7.75.5 καὶ οἱ ὁπλῖται καὶ οἱ ἱππῆς παρὰ τὸ εἰωθὸς αὐτοὶ τὰ σφέτερα αὐτῶν σιτία (ἔφερον) || και οι οπλίτες και οι ιππείς, αντίθετα προς τη συνήθεια, κουβαλούσαν οι ίδιοι τα τρόφιμά τους.

§2.42.Για να δοθεί έμφαση στην αυτοπάθεια, η κτητική αντωνυμία μπορεί επίσης να αντικατασταθεί από τη γενική της αυτοπαθούς αντωνυμίας. Αυτό ισχύει για τα τρία πρόσωπα του ενικού και για το τρίτο του πληθυντικού: αντί των κτητικών αντωνυμιών ἐμός, σός, ἐός, σφέτερος, χρησιμοποιούνται οι γενικές ἐμαυτοῦ, σεαυτοῦ / σαυτοῦ, ἑαυτοῦ / αὑτοῦ, ἑαυτῶν / αὑτῶν. Για το πρώτο και δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο η εμφατική αυτοπάθεια δηλώνεται μόνο με τον τρόπο που περιγράφτηκε στην προηγούμενη παράγραφο.

ΛΥΣ 10.1 τὸν πατέρα μ᾽ ἔφασκεν ἀπεκτονέναι τὸν ἐμαυτοῦ || ισχυριζόταν ότι σκότωσα τον πατέρα μου.

ΘΟΥΚ 5.26.5 καὶ ξυνέβη μοι φεύγειν τὴν ἐμαυτοῦ ἔτη εἴκοσι || κι έτυχε να είμαι εξόριστος από την πατρίδα μου για είκοσι χρόνια.

ΙΣΟΚΡ 2.31 ἀλλὰ τὴν σαυτοῦ σωφροσύνην παράδειγμα τοῖς ἄλλοις καθίστη || αλλά τη σωφροσύνη σου να την κάνεις παράδειγμα για τους άλλους.

ΘΟΥΚ 8.58.2 καὶ περὶ τῆς χώρας τῆς ἑαυτοῦ βουλευέτω βασιλεὺς ὅπως βούλεται || και την επικράτειά του ο Βασιλιάς ας την κυβερνά όπως θέλει.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 6.4.5 εἴ τις καὶ ἄλλη πώποτε γυνὴ τὸν ἑαυτῆς ἄνδρα μεῖζον τῆς αὑτῆς ψυχῆς ἐτίμησεν || αν κάποτε και κάποια άλλη γυναίκα αγάπησε τον άντρα της περισσότερο από τη ζωή της.

ΛΥΣ 2.23 οὐκ ἐφοβήθησαν τὸ πλῆθος τῶν ἐναντίων, ἀλλὰ τῇ αὑτῶν ἀρετῇ μᾶλλον ἐπίστευσαν || δεν φοβήθηκαν το πλήθος των εχθρών, αλλά είχαν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην ανδρεία τους.

§2.43. Όταν από τα συμφραζόμενα είναι φανερός ο κτήτορας, τότε η κτητική αντωνυμία ή η γενική κτητική συνήθως παραλείπεται· στην πραγματικότητα, στις περιπτώσεις αυτές, το άρθρο έχει την αξία κτητικής αντωνυμίας.

ΛΥΣ 16.10 πρὸς τὸν ἀδελφὸν δ' οὕτως ἐνειμάμην (αντί τὸν ἀδελφὸν τὸν ἐμόν) || και με τον αδελφό μου έτσι μοίρασα την περιουσία.

ΑΙΣΧΙΝ 1.28 ἐάν τις λέγῃ ἐν τῷ δήμῳ τὸν πατέρα τύπτων ἢ τὴν μητέρα (αντί τὸν αὑτοῦ πατέρα ἢ τὴν αὑτοῦ μητέρα) || αν κάποιος αγορεύει ενώπιον του λαού, ενώ χτυπά τον πατέρα του και τη μητέρα του.

ΛΥΣ 16.4 ἡμᾶς γὰρ ὁ πατὴρ […] ὡς Σάτυρον τὸν ἐν τῷ Πόντῳ διαιτησομένους ἐξέπεμψε (αντί ὁ πατὴρ ἡμῶν) || γιατί ο πατέρας μας μάς έστειλε στον Σάτυρο που ζούσε στον Εύξεινο Πόντο, για να ζήσουμε εκεί.

ΞΕΝ Απομν 1.2.20 δι' ὃ καὶ τοὺς υἱεῖς οἱ πατέρες […] ἀπὸ τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων εἴργουσιν (αντί τοὺς αὑτῶν υἱεῖς) || γι' αυτό οι πατεράδες κρατάνε τους γιους τους μακριά από τους κακούς ανθρώπους.

ΔΗΜ 18.220 ἀλλ' οὕτως ἐπεπείσμην μέγαν εἶναι τὸν κατειληφότα κίνδυνον τὴν πόλιν (αντί τὴν ἡμετέραν πόλιν) || αλλά ήμουν τόσο πεπεισμένος ότι είναι μεγάλος ο κίνδυνος που βρήκε την πόλη.

Ο άνθρωπος που σε αγάπησε κι εσύ πλήγωσες γίνεται αγρίμι

Αλήθεια πείτε μου.

Με τη λογική προσπαθείτε να κολλήσετε τα κομμάτια μίας καρδιάς που εσείς οι ίδιοι κάνατε σμπαράλια;
Με τι θράσος εισβάλετε ξανά στη ζωή ενός ανθρώπου που ήσασταν υπαίτιοι για τα συντρίμμια που αφήσατε;
Πώς έχετε την απαίτηση να σας δώσει ακόμα μια ευκαιρία, όταν πετάξατε στα σκουπίδια αυτές που ήδη είχατε;
Πώς τολμάτε να τον λέτε εγωιστή επειδή δεν θέλει να ξαναπονέσει;

Και τώρα είστε πάλι εδώ...
“Σε αγαπώ” βροντοφωνάζετε, λες και με αυτή τη λέξη θα ξεχαστούν όλα.
Καταλάβατε λέτε το λάθος σας, και δεν μπορείτε να ζήσετε χωρίς αυτόν.

Εσείς ξεχάσατε, εκείνος όμως όχι.

Πού ήσασταν όταν πυροβολούσατε την καρδιά του ανθρώπου που χτυπούσε μόνο για εσάς;

Πού ήσασταν όταν είχε ανάγκη την αγκαλιά σας κι εσείς επιδεικτικά του γυρίζατε την πλάτη;

Πού ήσασταν όταν με την άθλια συμπεριφορά σας γεμίζατε πίκρα και πόνο αυτόν τον άνθρωπο;

Πού ήσασταν γαμώ το μυαλό σας όταν τον σκοτώνατε μέρα με τη μέρα με τις βλακείες σας;

Αλήθεια τώρα πείτε μου.
Τσίπα δεν έχετε έτσι;

Σκεφτείτε λίγο τι κάνατε.
Καταφέρατε να χάσετε τον άνθρωπο που σας λάτρευε σαν θεό.
Καταφέρατε να χάσετε τον άνθρωπο που μετέτρεψε την λύπη σας σε χαρά.

Και τώρα ζητάτε ακόμα μια ευκαιρία;
Αλήθεια έχετε πλάκα έτσι;

Κάποτε ξέρετε και ο ανόητος ξυπνάει.
Μην διαμαρτύρεστε τώρα που απομακρύνθηκε την στιγμή που όταν έπρεπε δεν κάνατε τίποτα να τον κρατήσετε.
Μην περιμένετε να τον κατακτήσετε πάλι, όταν εσείς οι ίδιοι καταφέρατε και τον χάσατε.
Βλέπετε, κάποιοι άνθρωποι περνούν μια φορά από τη ζωή μας κι αν δεν τον εκτιμήσουμε όταν πρέπει θα φύγει, κλείνοντας την πόρτα πίσω του οριστικά.

Μάθετε λοιπόν να φροντίζετε την αγάπη, κι όταν την έχετε να την κρατάτε στην ώρα της.
Βλέπεις φίλη/φίλε μου, ο άνθρωπος που σε αγάπησε κι εσύ πλήγωσες γίνεται αγρίμι. Έγλυψε τις πληγές του, τις γιάτρεψε αλλά δεν ξεχνάει ποτέ πόσο πόνεσε, πόσο μάλλον εκείνον που ήταν υπαίτιος γι’ αυτόν τον πόνο.

Και τώρα εάν έχετε τσίπα, πάρτε δρόμο!!!

Βολευτείτε στη μίζερη ζωή σας και παίξτε το και λίγο θύματα, έτσι για το θεαθήναι.
Αφήστε να τρέξουν τα κροκοδείλια δάκρυα από τα μάτια σας, αν και δεν πείθετε κανέναν πια.

Απλά θα σας θυμίσω μόνο τούτο.
Ανταπόδοση λέγεται…

Όσο κοιτάζεις τα άστρα...

Όσο κοιτάζεις τα άστρα, πας καλά. Δεν έχεις χάσει το όραμα, και δεν σε αποσπούν από αυτό οι δυσκολίες στις οποίες σκοντάφτουν τα πόδια σου.

Όσο πιο πολύ σκέφτεσαι το όνειρο, πας πολύ καλά. Ενεργοποιείς συνεχώς όλους τους μηχανισμούς της ζωής για να το ζήσεις, και έτσι δεν θα ζήσεις το όνειρο κάποιου άλλου.

Όσο δεν ακούς την οχλαγωγία των γύρω, πας υπέροχα. Αυτό σημαίνει ότι ακούς τη φωνή της σιωπή σου, και εκεί βρίσκεται όλη η καθοδήγηση του σύμπαντος.

Όσο νοιώθεις με την καρδιά σου, πας θεσπέσια. Αυτή είναι ο χάρτης και η πυξίδα του ταξιδιού σου, αυτή σου δείχνει το σωστό με την ευτυχία της και το λάθος με το μαρασμό της.

Όσο γελάς, πας ονειρεμένα. Κρατάς την υγεία σου, προσαρμόζεις αυτό που θέλουν να σου δείχνουν σε αυτό που θέλεις να βλέπεις και μικραίνεις συνεχώς σε ένα κόσμο που μεγαλώνει.

Όσο αγαπάς, είσαι τα πάντα. Είσαι η πηγή και είσαι το ρέμα. Να σε ντύσουν θέλουν με το φόβο τους. Ξεγύμνωνέ τους με την αγάπη σου. Ουδέν ισχυρότερο και αρχαιότερο της πηγής.

Τζορτζ Όργουελ: Μια ματιά στο μέλλον

Δύναμη είναι να επιβάλλεις πόνο και ταπείνωση. Δύναμη είναι να κομματιάσεις το ανθρώπινο μυαλό και να το συναρμολογήσεις πάλι δίνοντάς του το σχήμα που θέλεις εσύ.

Αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι κόσμο δημιουργούμε; Είναι ακριβώς το αντίθετο από τις ανόητες, ηδονιστικές ουτοπίες που είχαν οραματιστεί οι παλιοί μεταρρυθμιστές. Οι παλιοί πολιτισμοί ισχυρίζονταν πως βασίζονταν πάνω στην αγάπη και τη δικαιοσύνη. Ο δικός μας βασίζεται στο μίσος. Στον δικό μας κόσμο δεν θα υπάρχουν άλλα συναισθήματα εκτός από τον φόβο, την οργή, τη θριαμβολογία και την ταπείνωση. Όλα τα άλλα θα τα καταπνίξουμε -όλα!

Σπάσαμε τα δεσμά που ένωναν τους γονείς με τα παιδιά, τους άνδρες με τους άνδρες και τον άνδρα με τη γυναίκα. Κανένας δεν τολμά πια να εμπιστευτεί τη γυναίκα του, το παιδί του ή τον φίλο του.

Στο μέλλον όμως δεν θα υπάρχουν ούτε γυναίκες, ούτε φίλοι.

Τα παιδιά θα τα παίρνουμε από τη μητέρα τους μόλις γεννιόνται, όπως παίρνει κανείς τα αυγά από την κότα. Το σεξουαλικό ένστικτο θα ξεριζωθεί. Η αναπαραγωγή θα είναι μια ετήσια τυπική διαδικασία όπως η ανανέωση του δελτίου τροφίμων.

Δεν θα υπάρχει γέλιο παρά μόνο το γέλιο του θριάμβου για κάποιο νικημένο εχθρό.

Δεν θα υπάρχει τέχνη, λογοτεχνία, επιστήμη.

Όταν θα είμαστε παντοδύναμοι, δεν θα έχουμε πια ανάγκη την επιστήμη.

Δεν θα υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην ομορφιά και την ασχήμια. Δεν θα υπάρχει πια η περιέργεια ούτε η χαρά της ζωής. Δεν θα υπάρχει άμιλλα.

Αν θέλεις μια εικόνα του μέλλοντος, φαντάσου μια μπότα να πατάει το πρόσωπο ενός ανθρώπου -για πάντα…

Τζορτζ Όργουελ, 1984

Η ζωή θέλει παρέα

Μεγαλώνεις και χτίζεις προσωπικότητα. Και μαζί με αυτή, χτίζεις και τις άμυνες σου. Τα τείχη που θα σε προστατεύσουν από τον κάθε ένα που θα θελήσει να σε πληγώσει, να σε προδώσει, να σε κατατροπώσει.

Γιατί ξέρεις πως ο εαυτός σου, ό,τι και να λένε, αξίζει κάτι παραπάνω από όλα τα άλλα.

Κι αφού αξίζει, πρέπει να τον υπερασπιστείς απέναντι στους εισβολείς.

Κι είναι πολλοί.

Ω ναι, είναι τόσοι πολλοί οι εχθροί που ντύθηκαν φίλοι και ζήτησαν να παρακάμψεις γι’αυτούς τις άμυνές σου. Κι εσύ ήταν φορές που το έκανες, στηριζόμενος στην εμπιστοσύνη που είχες. Και την πάτησες. Χίλιες φορές την πάτησες. Μα είπες δεν πειράζει. Έκλαψες, πόνεσες και συνέχισες.

Γεμάτος ο κόσμος εχθρούς, μάτια μου. Γεμάτος πληγές και τρικλοποδιές. Μα εσύ αντέχεις.

Πάντα;

Όχι.

Θα ήθελες να μπορούσες. Έλεγες πως το ελέγχεις. Πως όσο περνά από το χέρι σου δε θα γονατίσεις. Μα προδώθηκες. Κι ήταν ο ίδιος σου ο εαυτός που κατάφερε να σε γονατίσει.

Κρίση πανικού στην είπαν. Ένα μικρό θάνατο την ένιωσες.

Στρες κι άγχος σου είπαν. Προδοσία του μυαλού και της ψυχής σου τα ένιωσες.

Είχες υποσχεθεί πως θα είσαι δυνατός. Πως θα αντέχεις τα χαστούκια, την πίεση, την ένταση. Πίστευες σε σένα. Πόνταρες σε σένα. «Δε θα με λυγίσετε», έλεγες.

Και το πίστευες.

Κι όμως, σε μια στιγμή, μια μικρούλα στιγμή που σου φάνηκε αιώνας, όλα κατέρρευσαν. Μαζί με αυτά κι εσύ.

Πως είναι να νιώθεις την ίδια στιγμή να σε κρατούν από το λαιμό δέκα χέρια;

Πως είναι να νιώθεις τις ιδρωμένες παλάμες τους στο δέρμα σου, να σε αηδιάζουν και ταυτόχρονα να σε πανικοβάλλουν;

Πως είναι να σε κόβει ιδρώτας, να σου μουδιάζουν χέρια και πόδια, να βουίζει το κεφάλι σου και την ίδια στιγμή να κλαις σπαρακτικά δίχως εμφανή λόγο;

Ο εαυτός σου, η τελευταία και πιο ισχυρή γραμμή άμυνάς σου, έπεσε.

Δίχως προειδοποίηση.

Κι εσύ έμεινες έκθετος.

Μικρές κι ασήμαντες λεπτομέρειες έμπλεξαν με κάθε τι σημαντικό σε ένα λεπτό στρώμα φόβου, σκέψεων, ανησυχίας, άγχους. Ένα στρώμα πάγου που το νομίζεις ασφαλές, κι όμως, το ανεπαίσθητο κρακ του έρχεται να γκρεμίσει όσα ήξερες για τον εαυτό σου.

Γεμίζεις ραγίσματα, άναρχα απλωμένα προς κάθε κατεύθυνση.

Κι αυτό το κάτι μέσα σου που σπάει, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη πως δεν είσαι τόσο δυνατός όσο νόμιζες.

Δεν είναι κακό. Μην τρομάζεις. Η συνειδητοποίηση της αδυναμίας του ανθρώπου δεν είναι τιμωρία, μήτε καταδίκη. Δεν είναι το τέλος, παρά μόνο η αρχή.

Είναι ευκαιρία.

Η ευκαιρία που έχεις να καταλάβεις τον εαυτό σου. Να νιώσεις πως δεν είναι παντοδύναμος και θέλει βοήθεια. Θέλει να μοιράζεσαι όσα σε βασανίζουν, να μην κλείνεσαι.

Στο έχω ξαναπεί. Ο άνθρωπος δε γεννήθηκε για τη μοναξιά. Βαρύ φορτίο οι σκέψεις, τα άγχη και οι φόβοι για να τα κουβαλάς μόνος.

Γι’ αυτό σου λέω: Θέλει παρέα η ζωή, μάτια μου.

Μοιράσου τη.

Οι έντονες ανησυχίες και τα δυσάρεστα συναισθήματα προκαλούν απώλεια μνήμης και γνωσιακές μειονεξίες

Οι άνθρωποι που υποφέρουν από χρόνιο στρες και έχουν τάση να παρουσιάζουν συχνά αρνητικά συναισθήματα όπως θυμό, κατάθλιψη, στεναχώρια και ανησυχίες, κινδυνεύουν πολύ περισσότερο να έχουν απώλεια μνήμης και γνωσιακές μειονεξίες.

Οι ήπιες γνωσιακές μειονεξίες, θεωρούνται ως ένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ της κανονικής γήρανσης και της άνοιας της οποίας η συχνότερη μορφή είναι η νόσος Αλτσχάιμερ.

Πολλοί από τους ηλικιωμένους που παρουσιάζουν ήπιες γνωσιακές μειονεξίες, θα προσβληθούν αργότερα στη ζωή τους από νόσο του Αλτσχάιμερ.

Περίπου 15% των ηλικιωμένων παρουσιάζουν ήπιας μορφής γνωσιακές μειονεξίες. Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων από μόνιμες δυσκολίες της μνήμης χωρίς όμως σοβαρές ανεπάρκειες. Τα άτομα αυτά ξεχνούν τα ονόματα, τοποθετούν σε λάθος τόπο αντικείμενα και δεν θυμούνται ορισμένα πράγματα.

Παρατηρείται σήμερα σημαντική αύξηση των νέων περιπτώσεων της νόσου Αλτσχάιμερ. Στα χρόνια που έρχονται η αύξηση αναμένεται να είναι δραματική. Για τους λόγους αυτούς, είναι επιτακτικό να κατανοηθούν οι παράγοντες που προάγουν τη γένεση της εν λόγω εκφυλιστικής πάθησης.

Ο ρόλος του χρόνιου στρες, της κατάθλιψης και των άλλων αρνητικών συναισθημάτων στις λειτουργικές ικανότητες του εγκεφάλου απασχολεί έντονα τους ερευνητές.

Μια πρόσφατη εργασία από γιατρούς του πανεπιστημίου του Σικάγο και της Φιλαδέλφειας, είχε ως στόχο να εξετάσει γιατί μερικοί άνθρωποι παρουσιάζουν ήπιες γνωσιακές μειονεξίες ενώ άλλοι όχι. Μελετήθηκαν 1256 ηλικιωμένοι. Στην αρχή της έρευνας κανένας από αυτούς δεν είχε πρόβλημα μνήμης.

Οι συμμετέχοντες αξιολογούνταν για το πόσο επιρρεπείς ήταν για χρόνιο στρες, ανησυχίες, κατάθλιψη, θυμό, στεναχώρια και άλλα αρνητικά συναισθήματα. Μεταξύ άλλων έπρεπε να δηλώνουν το βαθμό συμφωνίας τους με δηλώσεις όπως “Δεν είμαι άνθρωπος που στενοχωριέται εύκολα”, “Συχνά αισθάνομαι ένταση και νευρικότητα”, “Συχνά θυμώνω για τον τρόπο με τον οποίο με μεταχειρίζονται οι άνθρωποι”.

Μετά από 12 χρόνια παρακολούθησης, 482 άνθρωποι παρουσίασαν ήπιες γνωσιακές μειονεξίες.

Η ανάλυση των αποτελεσμάτων έδειξε ότι οι ηλικιωμένοι με τη μεγαλύτερη τάση για στρες, ανησυχίες, κατάθλιψη και άλλα αρνητικά συναισθήματα, είχαν 40% περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν αργότερα στη ζωή τους ήπιες γνωσιακές μειονεξίες σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες με τη χαμηλότερη τάση για αρνητικά συναισθήματα.

Προηγούμενη έρευνα από την ίδια ερευνητική ομάδα, είχε δείξει ότι οι άνθρωποι που ψυχολογικά καταπονούνται εύκολα, έχουν περισσότερες πιθανότητες να προσβληθούν από Αλτσχάιμερ σε σύγκριση με ανθρώπους που παίρνουν τη ζωή πιο χαλαρά.

Τονίζεται από τους ερευνητές ότι υπάρχουν αρκετά στοιχεία που στηρίζουν τη θέση ότι το στρες είναι παράγοντας που προάγει τα προβλήματα μνήμης και ότι δεν αποτελεί ένα από τα πρώτα σημεία της νόσου Αλτσχάιμερ.

Για παράδειγμα το επίπεδο ψυχολογικής καταπόνησης το οποίο εξαρτάται από την τάση για στρες, ανησυχίες, στεναχώρια, νευρικότητα, θυμό, δεν φαίνεται να αυξάνεται με την αύξηση της ηλικίας. Αντίθετα οι παθολογικές αλλοιώσεις στον εγκέφαλο που σχετίζονται με προβλήματα μνήμης και Αλτσχάιμερ, αυξάνονται με την αύξηση της ηλικίας.

Οι άνθρωποι διαφέρουν στον τρόπο με τον οποίο βιώνουν και χειρίζονται τα αρνητικά συναισθήματα και την ψυχολογική καταπόνηση. Ωστόσο ο τρόπος του καθενός έχει την τάση να παραμένει ο ίδιος καθόλη τη διάρκεια της ζωής του.

Βλέπουμε λοιπόν ότι καθόλη τη διάρκεια της ζωής, η χρόνια έκθεση στο στρες πιθανόν να επηρεάζει τις νευρωνικές δομές στον εγκέφαλο που ρυθμίζουν το στρες που τυγχάνει ταυτόχρονα να ελέγχουν και τη μνήμη.

Θα συγκρατήσουμε ότι η πρόληψη και αντιμετώπιση των αρνητικών συναισθηματικών καταστάσεων και της ψυχολογικής καταπόνησης, πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα στη ζωή μας. Είναι πολλά τα δεδομένα που δείχνουν τις επιβλαβείς τους συνέπειες για τον εγκέφαλο, τη μνήμη και τις νοητικές ικανότητες γενικότερα.

Έτσι με σωματική άσκηση και βελτίωση του τρόπου ζωής γενικότερα, θα πρέπει να ελαχιστοποιούμε στο μέγιστο δυνατό βαθμό την ψυχολογική μας καταπόνηση και τα αρνητικά συναισθήματα που μας κυριεύουν.

Περίανδρος: διάλεξε να μην πεθάνει απλά, αλλά να εξαφανιστεί

Περίανδρος ήταν γιος του Κύψελου και απόγονος των Ηρακλειδών, όπως γράφει ο Διογένης Λαέρτιος στους «Βίους Φιλοσόφων». Γεννήθηκε το 668 π.Χ. και μεγάλωσε στην Κόρινθο όπου ο πατέρας του ήταν τύραννος. Ήταν πολύ έξυπνος, σοφός και πολυπράγμων αποδείχθηκε όμως και πολύ σκληρός τύραννος.

Είχε παντρευτεί την Λυσίδη, κόρη του τυράννου των Επιδαυρίων του Προκλέους. Τη φώναζε χαϊδευτικά Μέλισσα και απέκτησε μαζί της δύο αγόρια. Όταν η Λυσίδη ήταν έγκυος στο τρίτο παιδί τους, οι παλλακίδες του Περίανδρου την κακολόγησαν και ο τύραννος οργισμένος την έσπρωξε και την έριξε από τη σκάλα, προκαλώντας το θάνατό της.

Ο Περίανδρος έκλαψε πικρά τη γυναίκα του, η οργή και η απόγνωση για το χαμό της τον έφερε σε έξαλλη κατάσταση ώστε διέταξε να καούν ζωντανές οι παλλακίδες που του είχαν βάλει λόγια. Έτσι κι έγινε.

Με την Λυσίδη όπως είπαμε είχε δύο αγόρια: τον Κύψελο και τον Λυκόφρονα. Ο μεν πρώτος, όπως αναφέρουν οι πηγές, ήταν πνευματικά καθυστερημένος, ο δε δεύτερος, ένας ευγενικός, έξυπνος και ευπροσήγορος νέος, δεν συγχωρούσε τον πατέρα του για το φόνο της μητέρας του και τη θρηνούσε.

Ο Περίανδρος αποφάσισε να τον στείλει στον παππού τον Προκλή, στην Επίδαυρο για να μην τον βλέπει. Το αγόρι μεγαλώνοντας, μισούσε τον πατέρα του, όλο και περισσότερο, αφού και ο Προκλής του καλλιεργούσε το αίσθημα. Έτσι ο Λυκόφρονας όταν ενηλικιώθηκε αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του παππού του και να εγκαταστήσει δική του τυραννία, στην περιοχή όπως γράφεται από τους αρχαίους συγγραφείς, μεταξύ Επιδαυρίας και Κορινθίας, περίπου στην περιοχή της Σολυγείας. Ένα αγκάθι δηλαδή στα ανατολικά πλευρά του πατέρα του.

Ο Περίανδρος αντέδρασε ακαριαία. Ενώ γενικά δεν έκανε πολεμικές επιχειρήσεις, σ’ αυτήν την περίπτωση δεν άφησε τίποτα στην τύχη. Οδήγησε το στρατό του κατά του γιου και του πεθερού του, κατέκτησε και την Επίδαυρο και την προσάρτησε στην Κόρινθο. Τον Λυκόφρονα τον έστειλε στην Κέρκυρα, εξόριστο, να διοικεί το νησί.

Προς το τέλος της ζωής του, όμως, τον ανακάλεσε, για να του παραδώσει την εξουσία. Ο Λυκόφρονας, όμως, αρνήθηκε την πατρική και δημόσια θέση λέγοντας πως δεν μπορεί να συζεί με τον φονιά της μητέρας του. Τότε ο Περίανδρος δέχθηκε να παραιτηθεί υπέρ του γιου του και να αποσυρθεί στην Κέρκυρα.

Οι Κερκυραίοι που το αντιλήφθηκαν, και φοβήθηκαν την σκληρή διοίκηση του τυράννου της Κορίνθου, σκότωσαν τον Λυκόφρονα προκαλώντας την οργή του Περίανδρου, ο οποίος διέταξε να συλληφθούν 300 νέοι των Κερκυραίων και να σταλούν στο βασιλιά της Λυδίας για να ευνουχιστούν! Για καλή τους τύχη τα 300 παλικάρια της Κέρκυρας σώθηκαν από Σάμιους, που τους απελευθέρωσαν. Αυτά συνέβησαν το 586 π.Χ., ένα χρόνο πριν διατάξει τον περίεργο θάνατό του, απογοητευμένος.

Προς το τέλος της ζωής του, όμως, τον ανακάλεσε, για να του παραδώσει την εξουσία. Ο Λυκόφρονας, όμως, αρνήθηκε την πατρική και δημόσια θέση λέγοντας πως δεν μπορεί να συζεί με τον φονιά της μητέρας του. Τότε ο Περίανδρος δέχθηκε να παραιτηθεί υπέρ του γιου του και να αποσυρθεί στην Κέρκυρα.

Οι Κερκυραίοι που το αντιλήφθηκαν, και φοβήθηκαν την σκληρή διοίκηση του τυράννου της Κορίνθου, σκότωσαν τον Λυκόφρονα προκαλώντας την οργή του Περίανδρου, ο οποίος διέταξε να συλληφθούν 300 νέοι των Κερκυραίων και να σταλούν στο βασιλιά της Λυδίας για να ευνουχιστούν! Για καλή τους τύχη τα 300 παλικάρια της Κέρκυρας σώθηκαν από Σάμιους, που τους απελευθέρωσαν. Αυτά συνέβησαν το 586 π.Χ., ένα χρόνο πριν διατάξει τον περίεργο θάνατό του, απογοητευμένος.

Μια δροσερή μαγιάτικη νύχτα του 585 π.Χ. σε μια σκοτεινή γωνιά στις παρυφές της πόλης της Κορίνθου, δύο στρατιώτες κρύβονται στις σκιές και περιμένουν τον διαβάτη που σκυφτός έρχεται από την άλλη άκρη του δρόμου. Η εντολή που έχουν από τον ηγέτη τους, είναι σαφής: Ο πρώτος διαβάτης που θα περάσει από εκείνο το σημείο πρέπει να πέσει νεκρός.

Ο γερασμένος ξένος πλησιάζει. Τα κουρέλια που φοράει και το σκυφτό κορμί του διακρίνονται μέσα στη νύχτα όταν οι δύο στρατιώτες πέφτουν πάνω του και τον σκοτώνουν σε λίγα λεπτά. Κουβαλούν το πτώμα του και το θάβουν λίγο πιο πέρα σε μια έρημη γη, μακριά από την πλούσια πολιτεία. Παίρνουν το δρόμο του γυρισμού…

Ξαφνικά τέσσερις άνδρες πετάγονται μέσα από το σκοτάδι και τους επιτίθενται. Το στοιχείο του αιφνιδιασμού, η άνιση μάχη φέρνουν το λογικό αποτέλεσμα: Οι δύο στρατιώτες πέφτουν νεκροί. Οι τέσσερις άνδρες τους θάβουν πρόχειρα σε μιαν άκρη και προχωρούν προς την πόλη …όταν ξαφνικά, οκτώ άλλοι στρατιώτες ορμούν στα σκοτάδια και τους σκοτώνουν κι αυτούς!

Με το ξημέρωμα, οι έκπληκτοι Κορίνθιοι ανακαλύπτουν τα πτώματα των στρατιωτών και υποθέτουν ότι έμπλεξαν σε αψιμαχίες, καβγάδες και διαφωνίες. Εξάλλου, την Κόρινθο την απασχολεί άλλο σοβαρότερο θέμα: Ο Περίανδρος, ο σοφός τύραννος της πόλης έχει εξαφανιστεί!

Οι φήμες φουντώνουν και νωρίς το απόγευμα οργιάζουν για το τι συμβαίνει όταν ξαφνικά το φως του ήλιου χάνεται, ένα μαύρο σκοτάδι καταπίνει τον ζωοδότη αστέρα και βυθίζει την πόλη σε ένα κρύο μαύρο πέπλο κι ένας αέρας – κρύος κι αυτός – σαρώνει τα πάντα!

Οι Κορίνθιοι τρομαγμένοι κοιτάζουν τον ουρανό και βλέπουν γύρω από τον μαύρο κύκλο να αστράφτει ολόφωτο ένα στέμμα τόσο εκθαμβωτικό, που τους τυφλώνει!

Σε λίγα λεπτά όλα έχουν ξαναπάρει την παλιά μορφή τους και μόνο το δέος και ο φόβος έχει μείνει να τρυπά την καρδιά τους. Όλα εκτός από ένα: Ο τύραννος Περίανδρος έχει χαθεί για πάντα! Κανείς δεν ξέρει πως, κανείς δεν ξέρει πού! Οι πιο ζωηρές φαντασίες ιστορούν ότι χάθηκε την ώρα που έσβησε ο ήλιος…

Αυτός ο διφορούμενος, κραταιός, αδυσώπητος και συνάμα σοφός ηγέτης πήρε υπό την αιγίδα του τα γράμματα και τις τέχνες, ενισχύοντας κάθε πολιτιστική δραστηριότητα. Επί των ημερών του τα κορινθιακά κεραμικά έγιναν διάσημα σε όλη τη Μεσόγειο, ενώ ο ποιητής Αρίων βρήκε καταφύγιο στην αυλή του, τελειοποιώντας τον διθύραμβο, τον πρόγονο της Τραγωδίας. Ο ίδιος ο Περίανδρος έγραψε ένα έργο σε ελεγειακό μέτρο, αποτελούμενο από 2000 στίχους υπό τον τίτλο «Υποθήκες στον ανθρώπινο βίο», εκ του οποίου σώζονται αποσπάσματα, που ξαφνιάζουν γιατί έρχονται σε αντίθεση με πολλές από τις αποφάσεις και τις ενέργειες του τυράννου.

Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό υπάρχει η απόσταση μεταξύ τυράννου και φιλοσόφου που κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς προσπάθησαν να το δικαιολογήσουν λέγοντας ότι ήταν δύο διαφορετικά πρόσωπα, γεγονός βέβαια που δεν ισχύει.

Μερικά λοιπόν από τα αποφθέγματά του είναι: 
  • Να προσηλώνεσαι στην αλήθεια. 
  • Η Δημοκρατία προτιμότερη της τυραννίδας. 
  • Να τιμάς τους δίκαιους. 
  • Οι ηδονές είναι εφήμερες, οι αρετές όμως αθάνατες. 
  • Να ελπίζεις ως θνητός και να οικονομείς ως αθάνατος. 
  • Όταν ευτυχείς να είσαι μετριόφρων όταν δυστυχείς να δείχνεις φρόνηση. 
  • Μελέτα το παν. 
  • Να μην υπερηφανεύεσαι για δόξα. 
  • Μη τιμωρείς μόνο τους παρανόμους αλλά και τους μελλοντικούς εμπόδιζε. 
  • Ευημερεί η πόλη στην οποία όλα θεωρούνται ίσα, αλλά η αρετή περισσότερο ως άριστη ενώ η κακία ως χείριστη.
Ρωτήθηκε κάποτε γιατί δεν εγκαταλείπει την εξουσία και απάντησε: Για εκείνον που κυβερνά δια της βίας και η εκούσια παραίτηση συνεπάγεται κίνδυνο.

Ίσως έτσι εξηγείται γιατί διάλεξε να μην πεθάνει απλά, αλλά να εξαφανιστεί!

Το περιστατικό με τον Θρασύβουλο

Ο Ηρόδοτος αφηγείται ότι ο Περίανδρος έστειλε κάποιον έμπιστό του στον Θρασύβουλο, τύραννο της Μιλήτου, για να του ζητήσει τη συμβουλή του, σχετικά με την επιτυχία της τυραννίδας του. Ο Θρασύβουλος πήρε τον απεσταλμένο του Περίανδρου σε ένα χωράφι με σπαρτά και, χωρίς να βγάλει κουβέντα από το στόμα του, με ένα ραβδί άρχισε να χτυπά και να τσακίζει όλους τους μεγαλύτερους και ευρωστότερους βλαστούς.

Ύστερα από αυτόν τον παράξενο περίπατο στο χωράφι, ο απεσταλμένος του Περίανδρου ρώτησε τον Θρασύβουλο να του πει τι παράγγελνε στον αφέντη του. Και ο τύραννος της Μιλήτου του απάντησε ότι έπρεπε να αφηγηθεί στον κύριό του τη βόλτα τους στο χωράφι και αυτός θα καταλάβει!

Ο Περίανδρος έπιασε το νόημα της πράξης και πήρε απόφαση να συμπεριφερθεί όπως τον συμβούλευε ο Θρασύβουλος: σκοτώνοντας όσους πολίτες της Κορίνθου ξεχώριζαν με οποιονδήποτε τρόπο, έτσι ώστε να σιγουρέψει την εξουσία του!

Ο Περίανδρος για την Κόρινθο

Η Κόρινθος την εποχή του Περίανδρου γνώρισε μεγάλη ακμή. Παραδόξως ο τύραννος παρά τη βιαιότητα και σκληρότητα του χαρακτήρα του αποδείχθηκε ικανός ηγέτης. Στην οργάνωση της τοπικής κοινωνίας και της άμβλυνσης των ταξικών αντιθέσεων, πήρε μέτρα υπέρ των φτωχών μικροκαλλιεργητών γης, απαγορεύοντας την αγορά νέων δούλων από τους πλούσιους κτηματίες για την αύξηση της παραγωγής τους. Επιπλέον, δίνοντας εργασία στον φτωχό αστικό πληθυσμό της Κορίνθου, στα πολλά τεχνικά έργα που εκτελούσε, κατάφερε να ενισχύσει το βιοτικό επίπεδό τους δημιουργώντας συνθήκες ισορροπίας μεταξύ των κοινωνικών τάξεων.

Όσον αφορά στην αποικιακή πολιτική συνέχισε την ήδη προδιαγεγραμμένη πορεία του πατέρα του ενισχύοντας τον αποικισμό, σε Βόρεια Ήπειρο (Απολλωνία) και Χαλκιδική (Ποτίδαια) κατακτώντας παράλληλα την Κέρκυρα ώστε να διευκολύνονται τα κορινθιακά πλοία στο εμπόριό τους στη Δυτική Μεσόγειο.

Στην ίδια την πόλη επί των ημερών του εκτελέστηκαν πολλά τεχνικά έργα μεγάλης σημασίας. Πρώτο και καλύτερο βέβαια, ήταν η κατασκευή της Διόλκου, όταν κατάλαβε ότι ήταν αδύνατον με τα τεχνικά μέσα που κατείχε να «κόψει» τον Ισθμό. Ο Δίολκος, ένας ιδιαίτερος δρόμος που χρησιμοποιούταν για τη μεταφορά πλοίων από το Σαρωνικό στον Κορινθιακό και αντίστροφα, μέσω της στενής στεριάς του Ισθμού, έδωσε τη δυνατότητα στην Κόρινθο να αξιοποιήσει και τα δύο λιμάνια της (Λέχαιο και Κεγχρεές) και να γίνει η ισχυρότερη ναυτική δύναμη της εποχής.

Ο πλούτος που εισέρρευσε από το εμπόριο στην πόλη, ήταν τεράστιος και συνεχής, έτσι που η Κόρινθος ονομάστηκε «αφνειός» δηλαδή πλούσια. Μάλιστα, τα έσοδα από τα δύο λιμάνια λόγω δασμών και φόρων ήταν τόσο μεγάλα που οι Κορίνθιοι δεν πλήρωναν κανέναν άλλο φόρο στην πολιτεία τους.

Επίσης, ο Περιάνδρος επιχείρησε να δώσει λύση στο προαιώνιο πρόβλημα της διαχείρισης του νερού στην πόλη κατασκευάζοντας υδραγωγείο και εκμεταλλευόμενος το νερό της πηγής Πειρήνης.

Αυτός ο διφορούμενος, κραταιός, αδυσώπητος και συνάμα σοφός ηγέτης πήρε υπό την αιγίδα του τα γράμματα και τις τέχνες, ενισχύοντας κάθε πολιτιστική δραστηριότητα. Επί των ημερών του τα κορινθιακά κεραμικά έγιναν διάσημα σε όλη τη Μεσόγειο, ενώ ο ποιητής Αρίων βρήκε καταφύγιο στην αυλή του, τελειοποιώντας τον διθύραμβο, τον πρόγονο της Τραγωδίας. Ο ίδιος ο Περίανδρος έγραψε ένα έργο σε ελεγειακό μέτρο, αποτελούμενο από 2000 στίχους υπό τον τίτλο «Υποθήκες στον ανθρώπινο βίο», εκ του οποίου σώζονται αποσπάσματα, που ξαφνιάζουν γιατί έρχονται σε αντίθεση με πολλές από τις αποφάσεις και τις ενέργειες του τυράννου.

Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό υπάρχει η απόσταση μεταξύ τυράννου και φιλοσόφου που κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς προσπάθησαν να το δικαιολογήσουν λέγοντας ότι ήταν δύο διαφορετικά πρόσωπα, γεγονός βέβαια που δεν ισχύει.

Φλόρα: η Ελληνορωμαϊκή θεά των λουλουδιών και της άνοιξης

Η Ελληνορωμαϊκή θεά Φλόρα, ήταν θεά των λουλουδιών, της Άνοιξης και της ομορφιάς, για την οποία κάθε χρόνο στην αρχαιότητα, από τις 28 Απριλίου ως τις 3 Μαΐου, γίνονταν προς τιμή της τα Φλοράλια, γιορτή που συμβόλιζε την ανανέωση του κύκλου της ζωής και γιορταζόταν με χορούς και πότισμα των λουλουδιών.

Σύζυγος της ήταν ο Αίολος, θεός του ανέμου.

Στην Ελληνική μυθολογία ταυτιζόταν με τη Χλωρίδα. Εξ ου και τα χρώματα του συλλόγου (πράσινο και άσπρο) που συμβολίζουν την ανάπτυξη, την καθαρότητα και την ειλικρίνεια.

Και με την ίδρυση του συλλόγου του Ταλίν της Εσθονίας, αλλά και της δημιουργίας του οικοσήμου μέσω συνεργασίας ενός οπαδού και του προέδρου τότε, στάλθηκε το μήνυμα ότι η ομάδα είναι πομπός των αξιών της θεάς Φλόρα και θα συνοδεύει Αρχές όπως η Νεολαία, η Συνέχεια (δηλαδή το να βλέπει κανείς μπροστά) και η Διαφάνεια.

Η Άνοιξη λατρεύτηκε από τους αρχαίους Έλληνες κυρίως στο πρόσωπο της νύμφης Χλωρίδας (της Φλώρας των Ρωμαίων), πιθανότατα μιας από τις εννιά Πιερίδες νύμφες, κόρες του Πίερου (γιου του Μακεδνού, επώνυμου βασιλιά της Μακεδονίας), ο οποίος έδωσε το όνομά του στην Πιερία, και της νύμφης Ευίππης ή Αντιόπης.

Οι άλλες οχτώ ήταν οι εξής: Κολυμβάς (ή Κολυμβίς), Ίυγξ, Κεγχρίς, Κίσσα, Ακαλανθίς, Νήσσα, Πιπώ και Δρακοντίς (κατά τον Νίκανδρο τον Κολοφώνιο), που ήταν ονόματα πουλιών, στα οποία μεταμορφώθηκαν οι Πιερίδες νύμφες από τις Ελικωνιάδες Μούσες, τις κόρες του Δία, αφού τόλμησαν να συγκριθούν μαζί τους και να τις προκαλέσουν σε αγώνες.

Η Χλωρίδα λοιπόν, η θεά της άνοιξης, των λουλουδιών (ανθέων) και της ανάπτυξης, η οποία αρπάχτηκε από τον άνεμο Ζέφυρο (όπως και ο αδερφός του, Βορέας, άρπαξε την κόρη του Ερεχθέα, Ωρείθυια) και έγινε κατόπιν γυναίκα του, συνδέθηκε με τους μύθους του Άδωνη, του Υάκινθου, του Νάρκισσου, του Κυπάρισσου, του Κρόκου και άλλων μυθολογικών προσώπων, δηλαδή με μύθους ζωής, θανάτου, αναγέννησης της φύσης και δημιουργίας ενός φυτού ή μεταμόρφωσης σε φυτό.

William Blake: Οι γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης

«Οι Φυλακές είναι χτισμένες με τις πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με τις πλίνθους της Θρησκείας.»

«Οι χαρές γονιμοποιούν. Οι λύπες γεννούν.»

«Από το στάσιμο νερό να περιμένεις δηλητήριο.»

«Ο βρυχηθμός των λιονταριών, το ουρλιαχτό των λύκων, το μάνιασμα της ταραγμένης θάλασσας και το σπαθί του ολέθρου είναι κομμάτια αιωνιότητας, πολύ μεγάλα για το μάτι του ανθρώπου.» -William Blake.

Στα τέλη του 18ου αιώνα, κι ενώ η Γαλλική Επανάσταση θέριζε σαν στάχυα τα κεφάλια αλλά και τις αποξηραμένες αντιλήψεις του τότε κόσμου, κάπου βορειότερα, στην Αγγλία, ένας κεραυνός έσκιζε στα δυο τον συννεφιασμένο νυχτερινό ουρανό. Από τη μία ξεχύθηκε βροχή, από την άλλη φως. Και κάπου εκεί, στο πάντρεμά τους, ξεπρόβαλε, δαιμονισμένος προφήτης με μάτια που έλαμπαν, ο William Blake.

Ο Ουίλιαμ Μπλέικ (William Blake, 1757-1827) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Άγγλους ποιητές και παράλληλα ζωγράφος, χαράκτης, εικονογράφος, μυστικιστής και οραματιστής. Χαρακτηρίζεται συχνά ως ο «Προφήτης» της αγγλικής λογοτεχνίας και υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους πλέον εκκεντρικούς και πολύπλευρους καλλιτέχνες. Αν και στην εποχή του χλευάστηκε ως παράφρων, σήμερα τιμάται ως μεγαλοφυΐα και συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μείζονες ποιητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Περισσότερα για τον ποιητή, μπορείτε να βρείτε εδώ. Ορισμένα από τα έργα του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά είναι τα “Οράματα των θυγατέρων του Αλβιόνα”, “Τα τραγούδια της πείρας” και “Τα τραγούδια της αθωότητας”.

Ο Blake, με την βοήθεια της γυναίκας του Catherine, σχεδίαζε και φιλοτεχνούσε μόνος του τις σελίδες με τα ποιήματά του κατά τρόπο που αποτελούσαν ένα πλήρες καλλιτεχνικό έργο. Η ολοκληρωμένη παρουσίασή τους προσφέρει προστιθέμενη αξία που, σε συνδυασμό με την γενικότερη φροντίδα την καθιστούν αληθινό κόσμημα, χαρά για κάθε φίλο της ποίησης και της λογοτεχνίας γενικότερα.

Τον καιρό που έζησε λίγοι τον θαύμασαν και αφουγκράστηκαν με προσοχή τα λόγια του. Οι περισσότεροι προσπέρασαν, όπως θα προσπερνούσαν έναν τρελό στο δρόμο. Μα στον Μπλέικ ανήκε το μέλλον, όχι το παρόν. Σε μια εποχή που κήρυττε το πάθος του συστήματος, ο Μπλέικ θέλησε να γκρεμίσει κάθε σύστημα. Σε μια κοινωνία βουτηγμένη στην άβυσσο της θρησκευτικής υποκρισίας, ο Μπλέικ επιχείρησε να παντρέψει τους αγγέλους με τους διαβόλους. Σε ένα περιβάλλον διαποτισμένο από την κοινωνική αδικία, στάθηκε υπέρμαχος της εξέγερσης.

Στο βάθρο της λογικής, ο Μπλέικ τοποθέτησε την φαντασία. Τέχνη του ήταν η ενόραση, το όραμα. Οι στίχοι του ξεπρόβαλαν από μέσα του σαν όνειρο. Η ζωγραφική του έμοιαζε περισσότερο με έκσταση. Αυτός δεν ήταν καλλιτέχνης, δεν ήταν ποιητής. Ήταν ο κεραυνός ο ίδιος· τα μάτια της τίγρης στο σκοτάδι. Όσο τρομαχτικά, άλλο τόσο θεϊκά στην ομορφιά τους.

Μεταξύ 1790 και 1793 έγραψε τους «Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης» [The Marriage Of Heaven And Hell].

Ο μυστικιστής Ουίλιαμ Μπλέικ, ακραιφνής μαχητής στις επάλξεις του αγγλικού ρομαντισμού, γράφει και εικονογραφεί το 1790 το πεζό του ποίημα «Οι γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης», ένα απ’ τα μείζονα έργα της αγγλικής λογοτεχνίας και μέγα μανιφέστο του πανευρωπαϊκού ρομαντικού κινήματος. Βίαιοι άνεμοι μας παρασύρουν μέσα στο έργο και μας πετούν εδώ κι εκεί: Θύελλες της ανεμοδαρμένης βρετανικής νήσου, φλογερές ριπές από μια οραματική παράφορη Κόλαση, αύρες που φυσούν μέσα από βιβλικά όνειρα.

Ο Μίλτον και ο Σβέντεμποργκ, ο προφήτης Ησαΐας και ο Ιεζεκιήλ, ο Ιώβ, ο Χριστός, ο Διάβολος, οι Αγγελοι και οι Δαίμονες, η Ρώμη, η Γαλλία και η Επανάσταση: όλα μας προσφέρονται σ’ ένα απίθανο μείγμα διάλεξης και οράματος, προς τεμαχισμόν, καταβρόχθιση και απόλαυση. Αισθησιασμός, παρορμητικότητα, ιερότητα του σύμπαντος κόσμου, πόλεμος κατά του μέτρου και των ορίων της σκέψης, λατρεία της ιδιοφυΐας, της ελευθερίας και της επανάστασης, οι εμμονές του ρομαντισμού εν είδει αφορισμών ή παροιμιών, διασαλπίζονται πάνω από φλόγες, αβύσσους και τέρατα βγαλμένα θαρρείς από τα έργα του Ιερώνυμου Μπος.

Ορμώντας μέσα κι έξω από συμβολικά τοπία ή αιωρούμενος σε ανάποδους ουρανούς, ο Μπλέικ αντιστρέφει μία μία όλες τις ηθικές και φιλοσοφικές έννοιες που ο Διαφωτισμός είχε βάλει σε τάξη. Ενα παράφορο αγόρι, μια παραληρούσα μεγαλοφυΐα, ο ποιητής ανοίγει τα καλοσυγυρισμένα συρτάρια των κραταιών επίπλων του 18ου αιώνα και τα αναποδογυρίζει γεμάτος χαιρέκακο ενθουσιασμό στο πάτωμα του καλλιτεχνικού του εργαστηρίου. «Η Λογική σφετερίζεται την θέση της (επιθυμίας) και κυβερνά τον άβουλο».

Από το βιβλίο θα σας παρουσιάσω μια σειρά αφορισμών, αποκαλυπτικών και μυστηριακών ταυτόχρονα, που μοιάζουν βγαλμένες από κάποιο άδυτο. Ένα μέρος που ξεχειλίζει ηδονή, δύναμη, φόβο, σοφία και πραότητα -όλα μαζί. Το κείμενο συνοδεύουν ορισμένες από τις χαρακτηριστικές χαλκογραφίες με τις οποίες έντυσε τους στίχους του ο Μπλέικ.

Οι γάμοι του ουρανού με την κόλαση έχουν αρχίσει και είσαι καλεσμένος.

Μια Αξιομνημόνευτη Φαντασίωση.

«Καθώς περπατούσα ανάμεσα στις φλόγες της κόλασης, γοητευμένος από τις απολαύσεις του Πνεύματος, που οι Άγγελοι θεωρούν μαρτύριο και παραφροσύνη, συνέλεξα μερικές από τις Παροιμίες τους, με την σκέψη ότι όπως τα γνωμικά ενός λαού φωτίζουν τον χαρακτήρα του, έτσι και οι Παροιμίες της Κόλασης φανερώνουν την φύση της Δαιμονικής σοφίας καλύτερα από οποιαδήποτε περιγραφή κτιρίων ή ενδυμάτων.

Όταν επέστρεψα: στην άβυσσο των πέντε αισθήσεων, όπου ένα απόκρημνο βάραθρο στέκει απειλητικό πάνω από τον παρόντα κόσμο, είδα έναν παντοδύναμο Διάβολο τυλιγμένο σε μαύρα σύννεφα, να περιφέρεται στην άκρη του βράχου, και με διαβρωτικές φλόγες να γράφει τον ακόλουθο λόγο που συνέλαβε ο νους των ανθρώπων, και τώρα διαβάζεται απ’ αυτούς στην γη: Πως ξέρεις αν κάθε πουλί που σκίζει τους δρόμους τ’ ουρανού, δεν είναι ένας απέραντος κόσμος ηδονής, περίκλειστος στις πέντε σου αισθήσεις;»

Οι Παροιμίες της Κόλασης, λόγια και εικονογράφηση του Ουίλιαμ Μπλέικ

“Proverbs of Hell” by William Blake

*Τον καιρό της σποράς μάθαινε, τον καιρό του θερισμού δίδασκε, τον χειμώνα απολάμβανε.

*Οδήγησε το κάρο και το αλέτρι σου πάνω από τα κόκαλα των νεκρών.

*Ο δρόμος της υπερβολής καταλήγει στο παλάτι της σοφίας.

*Η σύνεση είναι μια πλούσια άσχημη γεροντοκόρη, που την φλερτάρει η ανικανότητα.

*Αυτός που επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.

*Το κομμένο σκουλήκι δίνει άφεση στο αλέτρι.

*Βούτηξε στο ποτάμι εκείνον που αγαπάει το νερό.

*Ο ηλίθιος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο που βλέπει ο σοφός.

*Αυτός που το πρόσωπο του δεν αναδίνει φως, δεν θα γίνει ποτέ άστρο.

*Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τους καρπούς του χρόνου.

*Η εργατική μέλισσα δεν έχει καιρό για θλίψη.

*Τις ώρες της τρέλας τις μετράει το ρολόι της σοφίας όμως κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.

*Η τροφή που χορταίνει δεν πιάνεται με δίχτυ ή παγίδα.

*Την κακή χρονιά βγάλε το τεφτέρι, το ζύγι και το μέτρο.

*Κανένα πουλί δεν ανεβαίνει στα ύψη αν πετάει με τις δικές του φτερούγες.

*Το νεκρό κορμί δεν παίρνει εκδίκηση για τις πληγές του.

*Η πιο υψηλή πράξη είναι να επιδιώκεις μιαν άλλη.

*Αν ο τρελός επέμενε στην τρέλα του θα γινόταν σοφός.

*Η τρέλα είναι ο μανδύας της απάτης.

*Η ντροπή είναι ο μανδύας της έπαρσης.

*Οι φυλακές είναι χτισμένες με τις πέτρες του νόμου, τα πορνεία με τις πλίνθους της θρησκείας.

*Η έπαρση του παγονιού είναι η δόξα του Θεού.

*Η λαγνεία του τράγου είναι η γενναιοδωρία του Θεού.

*Η οργή του λιονταριού είναι η σοφία του Θεού.

*Η γύμνια της γυναίκας είναι το έργο του Θεού.

*Η υπερβολική λύπη γελάει. Η υπερβολική χαρά θρηνεί.

*Ο βρυχηθμός των λιονταριών, το ουρλιαχτό των λύκων, το μάνιασμα της ταραγμένης θάλασσας και το σπαθί του ολέθρου είναι κομμάτια αιωνιότητας, πολύ μεγάλα για το μάτι του ανθρώπου.

*Η αλεπού καταριέται το δόκανο, όχι τον εαυτό της.

*Οι χαρές γονιμοποιούν. Οι λύπες γεννούν.

*Ο άντρας ας φορέσει το τομάρι του λιονταριού, η γυναίκα την προβιά του αμνού.

*Το πουλί μια φωλιά, η αράχνη έναν ιστό, ο άνθρωπος την φιλία.

*Ο τρελός με το αυτάρεσκο χαμόγελο και ο σκυθρωπός βαρύθυμος τρελός μια μέρα θα νομιστούν σοφοί• για όλους, ράβδος.

*Αυτό που σήμερα είναι αποδεδειγμένο, κάποτε δεν ήταν παρά γέννημα της φαντασίας.

*Ο αρουραίος, ο ποντικός, η αλεπού, ο λαγός κοιτάζουν τις ρίζες• το λιοντάρι, η τίγρη, το άλογο, ο ελέφαντας κοιτάζουν τους καρπούς.

*Η στέρνα περιέχει, η κρήνη ξεχειλίζει.

*Μια σκέψη γεμίζει το άπειρο.

*Λέγε πάντα ελεύθερα την γνώμη σου και ο τιποτένιος θα σε αποφύγει.

*Ό,τι πιστευτό, είναι μια εικόνα της αλήθειας.

*Ο αετός δεν έχασε ποτέ του τόσο χρόνο όσο τότε που βάλθηκε να μάθει απ’ το κοράκι.

*Η αλεπού προνοεί για τον εαυτό της, αλλά ο Θεός προνοεί για το λιοντάρι.

*Το πρωί να σκέφτεσαι. Το μεσημέρι να πράττεις. Το βράδυ να τρως. Την νύχτα να κοιμάσαι.

*Αυτός που άφησε να τον εξαπατήσεις, σε γνωρίζει.

*Όπως το αλέτρι υπακούει στις λέξεις, έτσι και ο Θεός ανταμείβει τις προσευχές.

*Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες από τα άλογα της μάθησης.

*Από το στάσιμο νερό να περιμένεις δηλητήριο.

*Ποτέ δεν θα μάθεις τι είναι αρκετό αν δεν μάθεις τι είναι περισσότερο από αρκετό.

*Ν’ ακούς τις κατηγόριες του τρελού. Είναι βασιλικός τίτλος!

*Τα μάτια της φωτιάς, τα ρουθούνια του αέρα, το στόμα του νερού, τα γένια της γης.

*Ο άτολμος είναι τολμηρός στον δόλο.

*Η μηλιά δεν ρωτάει ποτέ την οξιά πως να μεγαλώσει, ούτε το λιοντάρι το άλογο πως να πιάσει την λεία του.

*Ο ευγνώμων αποδέκτης χαίρεται πλούσια σοδειά.

*Αν άλλοι δεν ήταν ανόητοι, θα ‘πρεπε να ‘μασταν εμείς.

*Η ψυχή της γλυκιάς ηδονής ποτέ δεν μιαίνεται.

*Όταν κοιτάζεις έναν Αετό, κοιτάζεις ένα μέρος του Πνεύματος. Ύψωσε το βλέμμα σου!

*Όπως η κάμπια διαλέγει τα πιο όμορφα φύλλα για ν’ αποθέσει τ’ αυγά της, έτσι και ο παπάς εξαπολύει την κατάρα του πάνω στις πιο όμορφες χαρές.

*Για να γεννηθεί ένα αγριολούλουδο χρειάζεται τοκετός αιώνων.

*Η κατάρα δυναμώνει, η ευχή χαλαρώνει.

*Το καλύτερο κρασί είναι το πιο παλιό, το καλύτερο νερό είναι το πιο φρέσκο.

*Οι προσευχές δεν οργώνουν! Οι ύμνοι δεν θερίζουν! Οι χαρές δεν γελούν! Οι θλίψεις δεν κλαίνε!

*Το κεφάλι Ευγένεια, η καρδιά Πάθος, τα γεννητικά όργανα Ομορφιά, τα χέρια και τα πόδια Αναλογία.

*Ό,τι ο αέρας για το πουλί κι η θάλασσα για το ψάρι, έτσι κι η καταφρόνια για τον αξιοκαταφρόνητο.

*Το κοράκι θα ήθελε όλα να είναι μαύρα• η κουκουβάγια όλα να είναι λευκά.

*Το Σφρίγος είναι Ομορφιά.

*Αν το λιοντάρι έπαιρνε συμβουλές από την αλεπού, τότε θα γινόταν πονηρό.

*Η Πρόοδος φτιάχνει ίσιους δρόμους• αλλά οι ανώμαλοι δρόμοι χωρίς την Πρόοδο είναι οι δρόμοι της Ιδιοφυΐας.

*Καλύτερα να πνίξεις ένα μωρό στην κούνια του παρά να τρέφεις ανικανοποίητους πόθους.

*Εκεί που απουσιάζει ο άνθρωπος, η φύση είναι στείρα.

*Η Αλήθεια δεν μπορεί να ειπωθεί έτσι που να είναι κατανοητή, αλλά όχι πιστευτή.

*Φτάνει! ή Περισσεύει.»

Κεντρική θέση μέσα στους «Γάμους» κατέχει η κατ’ εξοχήν αντιδιαφωτιστική ιδέα πως η ανθρωπότητα είχε ουσιωδέστερη αίσθηση του κόσμου την εποχή που χρησιμοποιούσε τους μύθους προς εξήγησίν του. Τότε δηλαδή που οι θεότητες κατοικούσαν μέσα στα πράγματα και οι έννοιες ήταν αδιαχώριστες απ’ τον υλικό κόσμο και τις αισθήσεις μας. Τότε που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν τον κόσμο ως αδιαίρετο όλον:

«Ωσπου σχηματίστηκε ένα σύστημα, που μερικοί το εκμεταλλεύτηκαν, και σκλάβωσαν τον κοινό άνθρωπο επιχειρώντας να εκποιήσουν ή να αποσπάσουν τις νοητές θεότητες από τα αντικείμενά τους. Ετσι οι άνθρωποι λησμόνησαν πως Όλες οι θεότητες κατοικούν μέσα στο στήθος τους».

Πολύ κοντά στην παραφροσύνη και στην βλασφημία πρέπει να ηχούσε η φωνή του Μπλέικ στην εποχή του. Ωστόσο, παρόλο που αρνείται τα όρια μεταξύ ευλάβειας και ύβρεως, καθώς και κάθε λογική ταξινόμησης της ζωής, η σκέψη του Μπλέικ εκβάλλει τελικά κοντά στα χωράφια της θεολογίας. Και παθιασμένος αναδύεται ο πόθος του να επιστρέψουν όλα σε μια προπτωτική, προϊστορική απλότητα και να καταργηθεί κάθε απόσταση από τον Θεό, από την Φύση, κάθε αντιπαλότητα επιθυμίας και νόμου, σώματος και ψυχής.

Ο Μπλέικ προτείνει στους «Γάμους» ένα καθολικό έργο τέχνης, εικονογραφώντας και σελιδοποιώντας ο ίδιος το έργο. Τα σύμβολα, το μυθολογικό του σύστημα, τους ομοτέχνους που σχολιάζει και τα βιβλικά χωρία και πρόσωπα στα οποία αναφέρεται. Ενα εμβληματικό και συναρπαστικό έργο που αξίζει να ξαναδιαβάσουμε.

Αριστοτέλης: Ο σχηματισμός της πόλεως

Τα Πολιτικά του Αριστοτέλη δεν αποτελούν ενιαίο έργο αλλά συνένωση διαφορετικών πραγματειών, στις οποίες συζητούνται θέματα πολιτικής φιλοσοφίας: η οργάνωση της οικογένειας ως προστάδιου του κράτους (βιβλίο Ι), παλαιότερα υπαρκτά και ιδανικά πολιτεύματα (βιβλίο II), η έννοια του πολίτη και η κατάταξη των πολιτευμάτων (βιβλίο III), κατηγορίες και υποκατηγορίες πολιτευμάτων (βιβλία IV-VI), το ιδανικό πολίτευμα (βιβλία VII-VIII). Το απόσπασμα που ακολουθεί αποτελεί τμήμα ενός κεφαλαίου, στο οποίο ο Αριστοτέλης εφαρμόζει με λαμπρό τρόπο τη γενετική μέθοδο: ανασυνθέτει -στηριζόμενος μάλλον περισσότερο στη φαντασία παρά σε ιστορικά δεδομένα- τα στάδια της κοινωνικής εξέλιξης μέχρι τη δημιουργία της πόλεως (της υψηλότερης κατά τη γνώμη του μορφής πολιτικής οργάνωσης). Επιδίωξή του είναι να προσδιορίσει την ουσία της πόλεως-κράτους και να υπερασπίσει τον “φυσικό” της χαρακτήρα απέναντι στις απόψεις ορισμένων σοφιστών, που υποστήριζαν ότι οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής οργάνωσης αποτελεί σύμβαση μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Αφού έχει αναφερθεί στην οικογένεια, τη μικρότερη μορφή κοινωνίας, και στην κώμη (χωριό), που δεν αποτελεί παρά άθροισμα περισσότερων οικογενειών, εκθέτει τις απόψεις του για τη δημιουργία της πόλεως. Στην έκθεση του Αριστοτέλη είναι εμφανής η επίδραση των βιολογικών του μελετών καθώς και η τελολογική οπτική στην εξέταση των φαινομένων.

Η ολοκληρωμένη κοινωνία που σχηματίζεται από περισσότερες κώμες αποτελεί πόλη, η οποία διαθέτει ήδη, για να το πούμε απλά, πλήρη αυτάρκεια. Και ενώ σχηματίστηκε για να εξασφαλίζει την επιβίωση, διατηρείται, επειδή διασφαλίζει την ευζωία.

Συνεπώς, κάθε πόλη υπάρχει φύσει, εφόσον βέβαια αυτό ισχύει και για τις πρώτες μορφές κοινωνίας. Γιατί η πόλη είναι ο σκοπός χάριν του οποίου υπάρχουν οι άλλες μορφές κοινωνίας, και η φύση είναι καθεαυτήν σκοπός, αφού η κατάληξη της εξελικτικής ανάπτυξης ενός πράγματος λέμε ότι αποτελεί τη φύση του (όπως στην περίπτωση ενός ανθρώπου, ενός αλόγου, ενός σπιτιού). Επιπλέον, σκοπός και τέλος ταυτίζονται με την τελειότητα. Και η αυτάρκεια συνιστά συγχρόνως και σκοπό και τελειότητα.

Από τα παραπάνω λοιπόν είναι φανερό ότι η πόλη ανήκει στα πράγματα που υπάρχουν εκ φύσεως, ότι ο άνθρωπος είναι ον που ζει από τη φύση του σε πόλη, και ότι όποιος είναι από τη φύση του και όχι λόγω τυχαίων συνθηκών άπολις είναι ή αχρείος ή ανώτερος από τους κοινούς ανθρώπους. Όπως εκείνος που λοιδορείται από τον Όμηρο ότι είναι «χωρίς γενιά, χωρίς νόμους, χωρίς εστία». Γιατί, όποιος είναι εκ φύσεως έτσι, είναι συγχρόνως και φιλοπόλεμος, όπως ακριβώς ένα μοναχικό πιόνι σε παιχνίδι με πεσσούς.

Η αιτία για την οποία ο άνθρωπος είναι σε μεγαλύτερο βαθμό προορισμένος να ζει σε κοινωνία πόλης απ᾽ όσο η μέλισσα ή οποιοδήποτε ζώο που ζει σε αγέλη είναι λοιπόν προφανής. Διότι η φύση, σύμφωνα με όσα υποστηρίζουμε, δεν κάνει τίποτα μάταια. Από την άλλη, ο άνθρωπος είναι το μόνο από τα ζώα που διαθέτει λόγο. Η φωνή βέβαια εξυπηρετεί την έκφραση της οδύνης και της χαράς, γι᾽ αυτό και υπάρχει και στα άλλα ζώα (η φύση τους, με άλλα λόγια, έχει εξελιχθεί μέχρι του σημείου να αισθάνονται την οδύνη και τη χαρά, και να δείχνουν τα αισθήματα αυτά το ένα στο άλλο). Αλλά ο λόγος υπάρχει για να εκφράζει το επωφελές και το επιζήμιο, και επομένως και το δίκαιο και το άδικο. Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα του ανθρώπου σε σχέση με τα άλλα ζώα: μόνος αυτός έχει αντίληψη του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου. Και είναι η κοινότητα αυτών των πραγμάτων που κάνει την οικογένεια και την πόλη.

Ας προσθέσουμε ότι ως προς τη φυσική τάξη των πραγμάτων η πόλη προηγείται της οικογένειας και του καθενός από εμάς ξεχωριστά. Διότι το όλον προηγείται κατ᾽ ανάγκην του μέρους. Εάν, για παράδειγμα, καταστρέψει κανείς το σώμα ως σύνολο, δεν θα υπάρχει πόδι ούτε χέρι, παρά μόνον ως όνομα -όπως όταν μιλά κανείς για “πέτρινο χέρι” (γιατί ένα νεκρό χέρι θα είναι πράγματι “πέτρινο”). Όλα τα πράγματα καθορίζονται από το έργο τους και τη δύναμή τους. Συνεπώς, όταν δεν έχουν πια τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά, δεν θεωρούνται τα ίδια πράγματα παρά μόνο κατ᾽ όνομα. Είναι λοιπόν φανερό ότι η πόλη υπάρχει εκ φύσεως και προηγείται του ατόμου. Διότι, αν ο καθένας, όταν χωριστεί από το σύνολο, δεν είναι αυτάρκης, θα είναι στην ίδια κατάσταση, όπως όλα τα μέρη προς το σύνολο. Όποιος δεν είναι ικανός να συμμετέχει σε μια κοινότητα ή δεν του χρειάζεται επειδή είναι αυτάρκης, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί μέρος της πόλης, και κατά συνέπεια είναι ή άγριο ζώο ή θεός.

Είναι λοιπόν φυσική η ορμή που υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους για την κοινωνία αυτού του είδους. Και εκείνος που πρώτος την οργάνωσε υπήρξε μέγιστος ευεργέτης. Γιατί όπως ο άνθρωπος είναι το ανώτερο από όλα τα ζώα, όταν φτάσει στην τελειότητα του, έτσι γίνεται και το χειρότερο, όταν απομακρυνθεί από τον νόμο και το δίκαιο. Διότι η αδικία που έχει όπλα είναι τρομερή. Ο άνθρωπος γεννιέται έχοντας όπλα που σκοπό έχουν να υπηρετούν τη φρόνηση και την αρετή, τα οποία όμως πάρα πολύ εύκολα μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για το αντίθετο. Αυτός είναι ο λόγος που ο άνθρωπος χωρίς αρετή είναι το πιο ανό­σιο και άγριο ον, και το χειρότερο όσον αφορά στις ερωτικές ηδονές και στη λαιμαργία. Η δικαιοσύνη όμως είναι χαρακτηριστικό της πόλης, αφού η απονομή δικαιοσύνης αποτελεί θεσμό της κοινωνίας της πόλης, ενώ η δικαιοσύνη η ίδια είναι ο καθορισμός του τί είναι δίκαιο.

Αριστοτέλης, Πολιτικὰ 1, 1252b27-1253a39

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΛΥΣΙΑΣ, ΠΡΟΣ ΣΙΜΩΝΑ ΑΠΟΛΟΓΙΑ

ΛΥΣ 3.1–4

Προοίμιον: Ο χαρακτήρας καθενός από τους αντιδίκους

Ο Σίμωνας οδήγησε τον ομιλητή στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με την κατηγορία ότι ο τελευταίος τον είχε τραυματίσει, αποσιωπώντας, ωστόσο, το γεγονός ότι τη συμπλοκή με τον κατηγορούμενο την είχε προκαλέσει ο ίδιος για λόγους ερωτικής αντιζηλίας.


[1] Πολλὰ καὶ δεινὰ συνειδὼς Σίμωνι, ὦ βουλή, οὐκ ἄν
ποτ’ αὐτὸν εἰς τοσοῦτον τόλμης ἡγησάμην ἀφικέσθαι,
ὥστε ὑπὲρ ὧν αὐτὸν ἔδει δοῦναι δίκην, ὑπὲρ τούτων ὡς
ἀδικούμενον ἔγκλημα ποιήσασθαι καὶ οὕτω μέγαν καὶ σεμ-
νὸν ὅρκον διομοσάμενον εἰς ὑμᾶς ἐλθεῖν. [2] εἰ μὲν οὖν
ἄλλοι τινὲς ἔμελλον περὶ ἐμοῦ διαγνώσεσθαι, σφόδρα
ἂν ἐφοβούμην τὸν κίνδυνον, ὁρῶν ὅτι καὶ παρασκευαὶ
καὶ τύχαι ἐνίοτε τοιαῦται γίγνονται, ὥστε πολλὰ καὶ
παρὰ γνώμην ἀποβαίνειν τοῖς κινδυνεύουσιν. εἰς ὑμᾶς
δ’ εἰσελθὼν ἐλπίζω τῶν δικαίων τεύξεσθαι. [3] μάλιστα
δ’ ἀγανακτῶ, ὦ βουλή, ὅτι περὶ τῶν πραγμάτων εἰπεῖν
ἀναγκασθήσομαι πρὸς ὑμᾶς, ὑπὲρ ὧν ἐγὼ αἰσχυνόμενος,
εἰ μέλλοιεν πολλοί μοι συνείσεσθαι, ἠνεσχόμην ἀδικού-
μενος. ἐπειδὴ δὲ Σίμων με εἰς τοιαύτην ἀνάγκην κατ-
έστησεν, οὐδὲν ἀποκρυψάμενος ἅπαντα διηγήσομαι πρὸς
ὑμᾶς τὰ πεπραγμένα. [4] ἀξιῶ δέ, ὦ βουλή, εἰ μὲν ἀδικῶ,
μηδεμιᾶς συγγνώμης τυγχάνειν· ἐὰν δὲ περὶ τούτων
ἀποδείξω ὡς οὐκ ἔνοχός εἰμι οἷς Σίμων διωμόσατο, ἄλ-
λως δὲ ὑμῖν φαίνωμαι παρὰ τὴν ἡλικίαν τὴν ἐμαυτοῦ
ἀνοητότερον πρὸς τὸ μειράκιον διατεθείς, αἰτοῦμαι ὑμᾶς
μηδέν με χείρω νομίζειν, εἰδότας ὅτι ἐπιθυμῆσαι μὲν ἅπα-
σιν ἀνθρώποις ἔνεστιν, οὗτος δὲ βέλτιστος ἂν εἴη καὶ σω-
φρονέστατος, ὅστις κοσμιώτατα τὰς συμφορὰς φέρειν δύ-
ναται. οἷς ἅπασιν ἐμποδὼν ἐμοὶ γεγένηται Σίμων οὑτοσί,
ὡς ἐγὼ ὑμῖν ἐπιδείξω.

***
Επειδή γνωρίζω καλώς, κύριοι δικασταί, ότι ο Σίμων έχει διαπράξει πολλά και φοβερά, ποτέ δεν θα ενόμιζον ότι αυτός θα φθάση εις τοιούτον σημείον τόλμης, ώστε, δι' όσα αυτός ο ίδιος έπρεπε να τιμωρηθή, δι' αυτά να με κατηγορήση ως αδικούμενος δήθεν και αφού ωρκίσθη τόσον μέγαν και σεβαστόν όρκον να παρουσιασθή ενώπιόν σας. Εάν μεν λοιπόν κάποιοι άλλοι έμελλον να αποφανθούν περί εμού, θα εφοβούμην πάρα πολύ τον δικαστικόν τούτον αγώνα, βλέπων ότι και προπαρασκευαί διά την δίκην και συμφοραί ενίοτε γίνονται τοιαύται, ώστε πολλά και παρά την γνώμην των να συμβαίνουν εις τους δικαζομένους· παρουσιασθείς όμως ενώπιόν σας ελπίζω ότι θα εύρω το δίκαιόν μου. Προ πάντων δε αγανακτώ, κύριοι δικασταί, διότι θα αναγκασθώ να ομιλήσω προς σας περί τοιούτων λεπτών ζητημάτων, διά τα οποία εγώ εντρεπόμενος, διότι πολλοί επρόκειτο να μάθουν τας αδυναμίας μου, ηνέχθην να αδικούμαι υπό του Σίμωνος. Επειδή όμως ο Σίμων με έφερεν εις τοιαύτην ανάγκην, χωρίς να αποκρύψω τίποτε, θα σας τα διηγηθώ όλα. Έχω δε την αξίωσιν, κύριοι δικασταί, εάν είμαι ένοχος, να μη τύχω καθόλου συγγνώμης· εάν όμως αποδείξω ότι είμαι αθώος δι' όσα μεθ' όρκου κατηγόρησεν ο Σίμων, και αν ακόμη φαίνωμαι εις σας ότι παρά την ηλικίαν μου διετέθην κάπως ερωτικώς προς το μειράκιον, σας παρακαλώ να μη σχηματίσετε κακήν γνώμην περί εμού· όλοι οι άνθρωποι, όπως γνωρίζετε, δοκιμάζουν το πάθος τούτο, εκείνος δε είναι ο καλύτερος και σωφρονέστερος, ο οποίος δύναται να υποφέρη τας ενοχλήσεις του πάθους αυτού, με μεγαλυτέραν αξιοπρέπειαν. Εις όλα αυτά αυτός εδώ ο Σίμων υπήρξε δι' εμέ εμπόδιον, όπως θα ίδετε.