Τι είναι ο έρωτας; Μια καραμέλα σε χιλιάδες στόματα, ενδεχομένως, που κατά καιρούς κοιμούνται και ξυπνάνε δίνοντάς της εκατοντάδες ερμηνείες για να καταλήξουμε στο -επίσης- χιλιοειπωμένο: «τα πάντα είναι έρωτας». Κι αν τα πάντα είναι έρωτας, γιατί τόσοι άνθρωποι εκεί έξω τον ψάχνουν ταυτόχρονα και δεν τον βρίσκουν; Μόνο μαζί τους παριστάνει τον καμπόσο και παίζει κρυφτό ή εκείνοι δεν έχουν πάει οφθαλμίατρο και δεν μπορούν να τον δουν όταν είναι μπροστά τους και παντού γύρω τους; Μάλλον σ’ αυτό το σημείο πρέπει να παραδεχθούμε ότι τελικά δεν είναι τα πάντα έρωτας, διαλύοντας έτσι τη ρομαντική ψευδαίσθηση που έχει δημιουργηθεί γύρω του.
Δεν αγαπάμε πάντα ό,τι κάνουμε, δεν βλέπουμε κάποιον και νιώθουμε σκίρτημα στην καρδιά μας, βλέποντας καρδούλες κι αστεράκια στον ουρανό, δε ζούμε κάθε μέρα μας σαν να έχουμε βγει από διαφήμιση που τρέχαμε ανέμελοι στο λιβάδι. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές κάνουμε πράγματα ή βρισκόμαστε σ’ έναν χώρο εργασίας που είναι μίλια μακριά από ό,τι αποκαλείται έρωτας, αλλά πρέπει να είμαστε εκεί γιατί χρειαζόμαστε τη δουλειά -κανένας λογαριασμός δεν πληρώθηκε ποτέ με έρωτα-, διαβάζουμε κάτι που δεν είναι έρωτας, επειδή όντως μας είναι χρήσιμο, ερωτευόμαστε κάποιον και δε μας ερωτεύεται ή μας ερωτεύεται αλλά δεν τον ερωτευόμαστε, γιατί μας προσφέρει ασφάλεια. Όσο κυνικό κι αν ακούγεται, ξέρεις ότι είναι αλήθεια, απλώς βολεύει να ρίχνουμε λίγη χρυσόσκονη και να τα ονομάζουμε όλα έρωτα, θέλοντας να δώσουμε μια άλλη διάσταση σε οτιδήποτε κάνουμε.
Ερωτευόμαστε κάποιον και δε μας ερωτεύεται ή μας ερωτεύεται, αλλά δεν τον ερωτευόμαστε κι αυτό είναι απλώς τυχαίο∙ αυτή είναι ίσως η πιο κοινή παραδοχή για τον έρωτα. Μπορεί εσένα να σ’ ερωτευτεί ένας από τους υπέροχους ανθρώπους αυτού του πλανήτη, να σε βλέπει και να θέλει να σου χαρίσει τον ουρανό με τ’ άστρα, αλλά εσύ να μη νιώθεις τη δύναμη και την τρέλα αυτών που νιώθει ο άλλος άνθρωπος, γιατί δε σου είναι αρκετό- όχι επειδή δε σου προσφέρει πληθώρα συναισθημάτων ή επειδή δεν υπάρχει προθυμία για προσπάθεια αλλά επειδή τίποτα δε μας είναι αρκετό αν δεν είναι αμοιβαίο!
Κάποιος άλλος μπορεί να σου δώσει ψίχουλα φροντίδας κι ενδιαφέροντος, να μην έχει τη διάθεση να επενδύσει τίποτα σε προσπάθεια για να δουλέψει το μεταξύ σας αλλά εσύ να νιώθεις ότι επειδή προέρχεται από αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο κι επειδή υπάρχει το λίγο παραπάνω συναίσθημα από τη δική σου πλευρά, σου φθάνει και σου περισσεύει. Έτσι, ξεκινάς κάτι που στο τέλος θα σε βρει με την ατάκα «μετά από τόσο καιρό που προσπαθούμε, κατάλαβα ότι δεν μπορώ να σ’ ερωτευτώ». Κι άντε μετά ν’ αναπληρώσεις τον χαμένο χρόνο όσο εσύ ερωτευόσουν και για τους δύο.
Αν επιστρέφαμε τώρα στην αρχική μας ερώτηση περί ορισμού του έρωτα, ίσως λέγαμε ότι είναι μια σύμβαση, αφού ο άνθρωπος προτιμά να ζει με παρέα κι όχι τελείως μόνος του, οπότε ψάχνει κι επιλέγει -αλλά κι επιλέγεται- συνήθως κάποιον κι από κάποιον με κοινά στοιχεία στον χαρακτήρα του προκειμένου να «ταιριάζουν», να τα πηγαίνουν καλά, οπότε κι η συνύπαρξή τους να είναι σχετικά εύκολη. Σαφέστατα κι ο καθένας βιώνει τον δικό του έρωτα, τη δική του έκρηξη συναισθημάτων διαφορετικά από κάποιον άλλον, με τον ολόδικό του τρόπο, αλλά ενίοτε δεν είναι κακό να παραδεχθούμε ότι δεν είναι όλα στη ζωή έρωτας, ούτε μας βρίσκει σε μια στιγμή και μας συντροφεύει για πάντα, ούτε είναι πάντα αμοιβαίος κι έρχεται στρώνοντας τον δρόμο με ροδοπέταλα. Κι αυτό είναι απλώς μια πραγματικότητα.
Σάββατο 18 Μαρτίου 2023
Αγάπη και Επιθετικότητα
Δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για αγάπη, χωρίς να αναφερθεί ταυτόχρονα και στην επιθετικότητα. Είναι δύο μορφές της λίμπιντο που λειτουργούν παράλληλα και δεν αναιρεί η μία την άλλη.
Πρωταρχικός σκοπός του ανθρώπου, αλλά και κάθε ζώου είναι η διαιώνιση του είδους του (ένστικτο επιβίωσης), προτού μετατραπούμε σε ανόργανη ύπαρξη (ένστικτο θανάτου). Έτσι, θα ήταν ασφαλές να ισχυριστούμε πως η τεκνοποιία είναι μια νίκη κατά του θανάτου. Τα γονίδια μου συνεχίζονται πέρα, έξω και μακριά από εμένα. Κομμάτια μου θα ζουν ακόμα και, όταν θα έχω νεκρωθεί.
Είναι σημαντικό να διακρίνουμε πως το ένστικτο της επιβίωσης έρχεται ταυτόχρονα με την απόλαυση και την ευχαρίστηση. Τρώμε για να επιβιώσουμε, αλλά ταυτόχρονα το ευχαριστιόμαστε (αρχή της ηδονής).
Η ικανοποίηση και η απόλαυση θα πρέπει να εξετάζονται ως κίνητρα για την ίδια την επιβίωσή μας.
Από τη γέννηση του το βρέφος, λοιπόν προσεγγίζει το στήθος ενστικτωδώς. Ταυτόχρονα όμως, ο μαστός μετατρέπεται σε καλό ή κακό αντικείμενο, εάν ταΐζει επαρκώς, όχι μονο την τροφή αλλά και, εάν προσφέρει την συναισθηματική αποδοχή, συναισθηματική κάλυψη και τρυφερότητα.
Το στόμα ικανοποιείται, ενώ βασανίζει το στήθος, καθώς, δεν το πιπιλίζει μόνο, αλλά και το δαγκώνει. Το βρέφος, έχοντας καταβροχθιστικές ιδιότητες, επιθυμεί να το κάνει δικό του, να το φάει.
Έτσι, διαπιστώνουμε πως από βρεφική ηλικία οι άνθρωποι δεν επιθυμούν την ετερότητα.
Το παιδί, κυρίως κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής του, θέλει να γίνει ένα με τη μητέρα του, να συγχωνευτεί και να αφομοιωθεί. Είναι η λεγόμενη συμβιωτική φάση βρέφους και μητέρας.
Η δε απομάκρυνση του παιδιού από τη μητέρα του είναι μια ιδιαιτέρως τραυματική εμπειρία, η οποία είναι πιθανό να οδηγήσει σε νευρωτική σχάση. Αυτή στην ενήλικη ζωή μορφοποιείται με το ότι δεν μπορούν να συμβαδίσουν οι ιδιότητες του καλού και του κακού σε ένα άλλο άτομο.
Με απλά λόγια, το άτομο με νευρωτική σχάση δεν μπορεί να αγαπήσει, να επιθυμήσει και να θυμώσει με ένα άλλο άτομο. Θα συμβεί είτε το ένα (θα το αγαπήσει) είτε το άλλο (θα μισήσει). Ο Φρόυντ στην “Εισαγωγή Στην Ψυχανάλυση” αναφέρει σχετικά “...όσοι αγαπούν δεν επιθυμούν και όσοι επιθυμούν δεν αγαπούν.”
Ήδη, δηλαδή, από τις πρώτες κιόλας στιγμές της ζωής, παρατηρείται ότι έχει σχηματιστεί το δίπολο αγάπης και επιθετικότητας, καθώς από τη γέννηση συνυπάρχει το ένστικτο επιβίωσης και θανάτου.
Αξίζει να σημειωθεί βέβαια, πως η απομάκρυνση του παιδιού από τη μητέρα του, δε συμβαίνει πάντα ή αποκλειστικά από εξωγενείς παράγοντες, όπως υποχρεώσεις της καθημερινότητας, επιστροφή στην εργασία ή οικονομικούς λόγους. Ενδέχεται να κρύβει μια επιθετικότητα σε ασυνείδητο επίπεδο της μάνας προς το παιδί.
Ομοίως η λίμπιντο, (όπως την εννοούμε ως αγάπη και σεξουαλική ενέργεια/ διάθεση), πέρα από το ενστικτώδη φύση της, είναι γεγονός ότι υπόκειται και σε κοινωνικό έλεγχο. Υπάρχει μια προτεραιοποίηση στη σύγχρονη ζωή, που συνήθως ακολουθεί τη διαδρομή δουλειά, λεφτά, οικογένεια.
Παρατηρούμε δηλαδή, ότι υπάρχει ένας έλεγχος της σεξουαλικότητας και της αγάπης της ίδιας κατ’ επέκταση, με αποτέλεσμα οι γυναίκες να αναγκάζονται να καταψύξουν τα ωάρια, να καταψύξουν την αγάπη συμβολικά και να την ξαναζεστάνουν και να τη θρέψουν αργότερα, όταν θα είναι ώριμες οι συνθήκες, σύμφωνα με το κοινωνικό γίγνεσθαι.
Κατά ανάλογο τρόπο, στην ενήλικη ζωή η σεξουαλική προσέγγιση του άλλου καταλήγει σε μια βίαιη πράξη πόνου και ηδονής.
Ακόμα και η αγάπη στην πραγματικότητα είναι εγωιστική. Εκείνος που αγαπάει, τα θέλει όλα. Η αγάπη μόνο σε υπερβατικές μορφές είναι αλτρουιστική.
Κατά κύριο λόγο, διατυπώνουμε στους γύρω μας ένα κυρίαρχο αίτημα: να αγαπηθούμε ολοκληρωτικά, να γίνουμε ένα με τον άλλον, να τον καταβροχθίσουμε.
Πολύ συχνά βέβαια ο άλλος είτε δεν είναι έτοιμος για την ολοκληρωτική αγάπη είτε δε τη θέλει.
Ζητάμε να αγαπηθούμε συνήθως, διότι δεν το μάθαμε. Διεκδικούμε δε συχνά με λάθος τρόπο να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, τη στιγμή που δε μπορούμε καν να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, να αγαπήσουμε εμείς εμάς.
Είναι πλέον φανερό πως παράλληλα με τη λίμπιντο (επιθυμία για παιδιά, σεξουαλική επιθυμία, αγάπη προς εμάς και προς τον άλλον) εκφράζεται και μια επιθετικότητα. Έρως και θάνατος πάνε χέρι χέρι.
Πρωταρχικός σκοπός του ανθρώπου, αλλά και κάθε ζώου είναι η διαιώνιση του είδους του (ένστικτο επιβίωσης), προτού μετατραπούμε σε ανόργανη ύπαρξη (ένστικτο θανάτου). Έτσι, θα ήταν ασφαλές να ισχυριστούμε πως η τεκνοποιία είναι μια νίκη κατά του θανάτου. Τα γονίδια μου συνεχίζονται πέρα, έξω και μακριά από εμένα. Κομμάτια μου θα ζουν ακόμα και, όταν θα έχω νεκρωθεί.
Είναι σημαντικό να διακρίνουμε πως το ένστικτο της επιβίωσης έρχεται ταυτόχρονα με την απόλαυση και την ευχαρίστηση. Τρώμε για να επιβιώσουμε, αλλά ταυτόχρονα το ευχαριστιόμαστε (αρχή της ηδονής).
Η ικανοποίηση και η απόλαυση θα πρέπει να εξετάζονται ως κίνητρα για την ίδια την επιβίωσή μας.
Από τη γέννηση του το βρέφος, λοιπόν προσεγγίζει το στήθος ενστικτωδώς. Ταυτόχρονα όμως, ο μαστός μετατρέπεται σε καλό ή κακό αντικείμενο, εάν ταΐζει επαρκώς, όχι μονο την τροφή αλλά και, εάν προσφέρει την συναισθηματική αποδοχή, συναισθηματική κάλυψη και τρυφερότητα.
Το στόμα ικανοποιείται, ενώ βασανίζει το στήθος, καθώς, δεν το πιπιλίζει μόνο, αλλά και το δαγκώνει. Το βρέφος, έχοντας καταβροχθιστικές ιδιότητες, επιθυμεί να το κάνει δικό του, να το φάει.
Έτσι, διαπιστώνουμε πως από βρεφική ηλικία οι άνθρωποι δεν επιθυμούν την ετερότητα.
Το παιδί, κυρίως κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής του, θέλει να γίνει ένα με τη μητέρα του, να συγχωνευτεί και να αφομοιωθεί. Είναι η λεγόμενη συμβιωτική φάση βρέφους και μητέρας.
Η δε απομάκρυνση του παιδιού από τη μητέρα του είναι μια ιδιαιτέρως τραυματική εμπειρία, η οποία είναι πιθανό να οδηγήσει σε νευρωτική σχάση. Αυτή στην ενήλικη ζωή μορφοποιείται με το ότι δεν μπορούν να συμβαδίσουν οι ιδιότητες του καλού και του κακού σε ένα άλλο άτομο.
Με απλά λόγια, το άτομο με νευρωτική σχάση δεν μπορεί να αγαπήσει, να επιθυμήσει και να θυμώσει με ένα άλλο άτομο. Θα συμβεί είτε το ένα (θα το αγαπήσει) είτε το άλλο (θα μισήσει). Ο Φρόυντ στην “Εισαγωγή Στην Ψυχανάλυση” αναφέρει σχετικά “...όσοι αγαπούν δεν επιθυμούν και όσοι επιθυμούν δεν αγαπούν.”
Ήδη, δηλαδή, από τις πρώτες κιόλας στιγμές της ζωής, παρατηρείται ότι έχει σχηματιστεί το δίπολο αγάπης και επιθετικότητας, καθώς από τη γέννηση συνυπάρχει το ένστικτο επιβίωσης και θανάτου.
Αξίζει να σημειωθεί βέβαια, πως η απομάκρυνση του παιδιού από τη μητέρα του, δε συμβαίνει πάντα ή αποκλειστικά από εξωγενείς παράγοντες, όπως υποχρεώσεις της καθημερινότητας, επιστροφή στην εργασία ή οικονομικούς λόγους. Ενδέχεται να κρύβει μια επιθετικότητα σε ασυνείδητο επίπεδο της μάνας προς το παιδί.
Ομοίως η λίμπιντο, (όπως την εννοούμε ως αγάπη και σεξουαλική ενέργεια/ διάθεση), πέρα από το ενστικτώδη φύση της, είναι γεγονός ότι υπόκειται και σε κοινωνικό έλεγχο. Υπάρχει μια προτεραιοποίηση στη σύγχρονη ζωή, που συνήθως ακολουθεί τη διαδρομή δουλειά, λεφτά, οικογένεια.
Παρατηρούμε δηλαδή, ότι υπάρχει ένας έλεγχος της σεξουαλικότητας και της αγάπης της ίδιας κατ’ επέκταση, με αποτέλεσμα οι γυναίκες να αναγκάζονται να καταψύξουν τα ωάρια, να καταψύξουν την αγάπη συμβολικά και να την ξαναζεστάνουν και να τη θρέψουν αργότερα, όταν θα είναι ώριμες οι συνθήκες, σύμφωνα με το κοινωνικό γίγνεσθαι.
Κατά ανάλογο τρόπο, στην ενήλικη ζωή η σεξουαλική προσέγγιση του άλλου καταλήγει σε μια βίαιη πράξη πόνου και ηδονής.
Ακόμα και η αγάπη στην πραγματικότητα είναι εγωιστική. Εκείνος που αγαπάει, τα θέλει όλα. Η αγάπη μόνο σε υπερβατικές μορφές είναι αλτρουιστική.
Κατά κύριο λόγο, διατυπώνουμε στους γύρω μας ένα κυρίαρχο αίτημα: να αγαπηθούμε ολοκληρωτικά, να γίνουμε ένα με τον άλλον, να τον καταβροχθίσουμε.
Πολύ συχνά βέβαια ο άλλος είτε δεν είναι έτοιμος για την ολοκληρωτική αγάπη είτε δε τη θέλει.
Ζητάμε να αγαπηθούμε συνήθως, διότι δεν το μάθαμε. Διεκδικούμε δε συχνά με λάθος τρόπο να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, τη στιγμή που δε μπορούμε καν να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, να αγαπήσουμε εμείς εμάς.
Είναι πλέον φανερό πως παράλληλα με τη λίμπιντο (επιθυμία για παιδιά, σεξουαλική επιθυμία, αγάπη προς εμάς και προς τον άλλον) εκφράζεται και μια επιθετικότητα. Έρως και θάνατος πάνε χέρι χέρι.
Ο μύθος των κατάλληλων συνθηκών
Μια αναμονή-άλλοθι που οδηγεί στη στασιμότητα. Ο Μ. ανήκει στην πλειοψηφία των σημερινών 30άρηδων- μένει στο πατρικό σπίτι, δουλεύει περισσότερο και αμείβεται λιγότερο, τρομάζει και θυμώνει με τα νέα μέτρα, θέλει να μείνει μόνος του, θέλει να βρει άλλη δουλειά, θέλει να κάνει οικογένεια, θέλει να αλλάξει τη ζωή του... αλλά μάλλον τώρα οι συνθήκες δεν είναι κατάλληλες...Ο Μ. περιμένει τις κατάλληλες συνθήκες...
... Κάποια στιγμή θα υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες- πότε; Σύντομα; Κανείς δεν ξέρει την απάντηση, κανείς δε μπορεί να το προσδιορίσει αυτό με σιγουριά.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη παγίδα από τις κατάλληλες συνθήκες. Μπορούμε να τις περιμένουμε μια ζωή και να μην έρθουν ποτέ. Σαφώς και μερικές φάσεις στη ζωή μας είναι πιο δύσκολες ή πιο εύκολες, αλλά κατάλληλες, ιδανικές συνθήκες υπάρχουν; Και ποιος τις ορίζει τελικά τις κατάλληλες συνθήκες;
Οι κατάλληλες συνθήκες είναι ένα άλλοθι που έχουμε δημιουργήσει στο μυαλό μας και μας απαλλάσσει από την ευθύνη απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό- το εξιλαστήριο θύμα για όσα θέλουμε να κάνουμε αλλά φοβόμαστε τις αλλαγές που θα φέρουν στη ζωή μας. Το να περιμένουμε τις κατάλληλες συνθήκες είναι σα να ζούμε τη ζωή μας στη φαντασία μας, in vitro. Zούμε με ασφάλεια- ζούμε όμως καλά; Ζούμε όπως θα θέλαμε;
Προχωρώντας στο γνωστό μονοπάτι, αποκλείουμε χίλιους άλλους δρόμους που θα μας οδηγούσαν σε χίλιες άλλες επιλογές.
Αξίζει η ασφάλεια να αρνηθούμε τις τόσες διαφορετικές ζωές που θα μπορούσαμε να ζήσουμε;
Αξίζει το τίμημα της ελευθερίας να ζήσουμε με τρόπο μοναδικό, με ένα τρόπο που εκφράζει αυτό που είμαστε;
Και τελικά, υπάρχει μεγαλύτερη ασφάλεια σε έναν σταθερά απρόβλεπτο κόσμο από το να πατάς στα πόδια σου και να χαράσσεις το δικό σου χάρτη, με τα προσωπικά σου μονοπάτια- να δημιουργείς μόνος τις κατάλληλες συνθήκες;
Γιατί τελικά όλες συνθήκες στη ζωή μας δεν είναι παρά πηλός στα χέρια μας.
... Κάποια στιγμή θα υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες- πότε; Σύντομα; Κανείς δεν ξέρει την απάντηση, κανείς δε μπορεί να το προσδιορίσει αυτό με σιγουριά.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη παγίδα από τις κατάλληλες συνθήκες. Μπορούμε να τις περιμένουμε μια ζωή και να μην έρθουν ποτέ. Σαφώς και μερικές φάσεις στη ζωή μας είναι πιο δύσκολες ή πιο εύκολες, αλλά κατάλληλες, ιδανικές συνθήκες υπάρχουν; Και ποιος τις ορίζει τελικά τις κατάλληλες συνθήκες;
Οι κατάλληλες συνθήκες είναι ένα άλλοθι που έχουμε δημιουργήσει στο μυαλό μας και μας απαλλάσσει από την ευθύνη απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό- το εξιλαστήριο θύμα για όσα θέλουμε να κάνουμε αλλά φοβόμαστε τις αλλαγές που θα φέρουν στη ζωή μας. Το να περιμένουμε τις κατάλληλες συνθήκες είναι σα να ζούμε τη ζωή μας στη φαντασία μας, in vitro. Zούμε με ασφάλεια- ζούμε όμως καλά; Ζούμε όπως θα θέλαμε;
Προχωρώντας στο γνωστό μονοπάτι, αποκλείουμε χίλιους άλλους δρόμους που θα μας οδηγούσαν σε χίλιες άλλες επιλογές.
Αξίζει η ασφάλεια να αρνηθούμε τις τόσες διαφορετικές ζωές που θα μπορούσαμε να ζήσουμε;
Αξίζει το τίμημα της ελευθερίας να ζήσουμε με τρόπο μοναδικό, με ένα τρόπο που εκφράζει αυτό που είμαστε;
Και τελικά, υπάρχει μεγαλύτερη ασφάλεια σε έναν σταθερά απρόβλεπτο κόσμο από το να πατάς στα πόδια σου και να χαράσσεις το δικό σου χάρτη, με τα προσωπικά σου μονοπάτια- να δημιουργείς μόνος τις κατάλληλες συνθήκες;
Γιατί τελικά όλες συνθήκες στη ζωή μας δεν είναι παρά πηλός στα χέρια μας.
Έρμαν Έσσε: Χωρίς προσωπικότητα δεν υπάρχει Αγάπη
Το δημοφιλές παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Το Ασχημόπαπο, έχει ως ερμηνευτικό κλειδί για τον ενήλικο αναγνώστη την αναζήτηση του εαυτού.
Το ασχημόπαπο γεννιέται ανάμεσα σε άλλα παπάκια, όμως είναι διαφορετικό. Δεν το αναγνωρίζουν ως ίδιο με εκείνα και το απορρίπτουν.
Προσπαθεί να τα κάνει να το αγαπήσουν, ελπίζει να γίνει σαν εκείνα, αλλά δε μπορεί, γιατί στο βάθος είναι διαφορετικό.
Νιώθει κατώτερο και περιφρονημένο και πασχίζει να γίνει αποδεκτό.
Αλλά, όσο το ασχημόπαπο δεν ανακαλύπτει την ταυτότητά του, δε βρίσκει την αγάπη -όσο δεν ανακαλύπτει πως είναι κύκνος και δεν αποδέχεται αυτό που είναι, δε μπορεί να αγαπήσει αληθινά, ούτε να αγαπηθεί.
Η αναζήτηση αποδοχής από το ασχημόπαπο ξεκινάει με κατεύθυνση προς τα έξω, καθώς προσπαθεί να ενταχθεί, θέλει να είναι κάτι που δεν είναι.
Αλλά, στην περίπτωση του παραμυθιού, το ασχημόπαπο δεν ξεγελάει με τη θέλησή του, απλώς βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση χωρίς να ξέρει το γιατί.
Πρέπει να ξεκινήσει μια πορεία που θα το οδηγήσει να ανακαλύψει ποιο είναι, και αυτό θα του επιτρέψει να βρει την αγάπη των άλλων.
Πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να δείχνουν κάτι που δεν είναι, είτε γιατί νομίζουν πως αυτό θέλουν οι άλλοι είτε γιατί δεν τους αρέσει το πώς είναι.
Είναι εξαρτημένοι από τη γνώμη των άλλων και χρειάζονται απελπισμένα την επιδοκιμασία τους.
Όμως, η αληθινή αγάπη δε γεννιέται από τη στέρηση, με το να περιμένουμε να καλύψει ο άλλος τα εσωτερικά μας κενά ή να μας πει τι πρέπει να κάνουμε.
Αγαπάμε κάτι αληθινά, μόνο αποδεχόμενοι αυτό που είναι.
Μόνο αν αποδεχτούμε τον εαυτό μας όπως είναι, συμπεριλαμβανομένων των πληγών μας, θα μπορέσουμε να είμαστε κύριοι της ζωής μας.
Και γι’ αυτό πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας.
Κι έτσι, οι άλλοι θα μπορέσουν να αγαπήσουν το πρόσωπο που πραγματικά είμαστε και όχι ένα προσωπείο που έχουμε δημιουργήσει.
Ένα γνωστό τάνγκο με στίχους του Κάρλος Αντρές Μπαρ λέει:
«Δε θα μπορέσω να γίνω καλύτερος, αν και το θέλεις αφού με παροτρύνεις ν’ αλλάξω, δε θα μπορέσω να γίνω καλύτερος, αν και το θέλω, και για τη δική σου αγάπη και για τη δική μου.
Αγάπα με όπως είμαι, με την αγάπη μου και τα πιστεύω μου, αγάπα με όπως είμαι, με την ενοχή μου και τη μνησικακία μου, μην περιμένεις από μένα, για να μ’ αγαπήσεις, να πάψω να είμαι εγώ».
Έρμαν Έσσε
Το ασχημόπαπο γεννιέται ανάμεσα σε άλλα παπάκια, όμως είναι διαφορετικό. Δεν το αναγνωρίζουν ως ίδιο με εκείνα και το απορρίπτουν.
Προσπαθεί να τα κάνει να το αγαπήσουν, ελπίζει να γίνει σαν εκείνα, αλλά δε μπορεί, γιατί στο βάθος είναι διαφορετικό.
Νιώθει κατώτερο και περιφρονημένο και πασχίζει να γίνει αποδεκτό.
Αλλά, όσο το ασχημόπαπο δεν ανακαλύπτει την ταυτότητά του, δε βρίσκει την αγάπη -όσο δεν ανακαλύπτει πως είναι κύκνος και δεν αποδέχεται αυτό που είναι, δε μπορεί να αγαπήσει αληθινά, ούτε να αγαπηθεί.
Η αναζήτηση αποδοχής από το ασχημόπαπο ξεκινάει με κατεύθυνση προς τα έξω, καθώς προσπαθεί να ενταχθεί, θέλει να είναι κάτι που δεν είναι.
Αλλά, στην περίπτωση του παραμυθιού, το ασχημόπαπο δεν ξεγελάει με τη θέλησή του, απλώς βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση χωρίς να ξέρει το γιατί.
Πρέπει να ξεκινήσει μια πορεία που θα το οδηγήσει να ανακαλύψει ποιο είναι, και αυτό θα του επιτρέψει να βρει την αγάπη των άλλων.
Πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να δείχνουν κάτι που δεν είναι, είτε γιατί νομίζουν πως αυτό θέλουν οι άλλοι είτε γιατί δεν τους αρέσει το πώς είναι.
Είναι εξαρτημένοι από τη γνώμη των άλλων και χρειάζονται απελπισμένα την επιδοκιμασία τους.
Όμως, η αληθινή αγάπη δε γεννιέται από τη στέρηση, με το να περιμένουμε να καλύψει ο άλλος τα εσωτερικά μας κενά ή να μας πει τι πρέπει να κάνουμε.
Αγαπάμε κάτι αληθινά, μόνο αποδεχόμενοι αυτό που είναι.
Μόνο αν αποδεχτούμε τον εαυτό μας όπως είναι, συμπεριλαμβανομένων των πληγών μας, θα μπορέσουμε να είμαστε κύριοι της ζωής μας.
Και γι’ αυτό πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας.
Κι έτσι, οι άλλοι θα μπορέσουν να αγαπήσουν το πρόσωπο που πραγματικά είμαστε και όχι ένα προσωπείο που έχουμε δημιουργήσει.
Ένα γνωστό τάνγκο με στίχους του Κάρλος Αντρές Μπαρ λέει:
«Δε θα μπορέσω να γίνω καλύτερος, αν και το θέλεις αφού με παροτρύνεις ν’ αλλάξω, δε θα μπορέσω να γίνω καλύτερος, αν και το θέλω, και για τη δική σου αγάπη και για τη δική μου.
Αγάπα με όπως είμαι, με την αγάπη μου και τα πιστεύω μου, αγάπα με όπως είμαι, με την ενοχή μου και τη μνησικακία μου, μην περιμένεις από μένα, για να μ’ αγαπήσεις, να πάψω να είμαι εγώ».
Έρμαν Έσσε
Πως ο εγκέφαλός μας διαστρεβλώνει την πραγματικότητα
Τρόποι με τους οποίους ο εγκέφαλός μας διαστρεβλώνει την πραγματικότητα: Η γνώση που συγκεντρώνουμε από τις επιστημονικές μελέτες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πως ερμηνεύουμε τα στοιχεία. Οι ερμηνείες, όμως, υπακούν στους ίδιους κανόνες που διέπουν τις αντιλήψεις μας για την πραγματικότητα. Είναι γεμάτες παραδοχές, γενικεύσεις, παραλείψεις και λάθη. Στις κοινωνικές επιστήμες, αυτά τα λάθη αποκαλούνται γνωστικές προκαταλήψεις.
Αυτές οι προκαταλήψεις είναι ενσωματωμένες τόσο στους αντιληπτικούς και τους συναισθηματικούς μηχανισμούς του εγκεφάλου όσο και στους γνωστικούς.
Μέχρι να φτάσει η αντιληπτική πληροφορία στη συνείδηση, το άτομο έχει προλάβει να την μετατρέψει σε κάτι καινούργιο και μοναδικό. Αυτή η ανακατασκευή της πραγματικότητας αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζουμε τα πιστεύω μας για τον κόσμο. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των πιστεύω μας παίζει επίσης η λογική, η ορθή σκέψη και η κοινωνική συναίνεση. Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον κόσμο. Αν εντοπίσουμε αυτές τις προκαταλήψεις, μπορούμε να γίνουμε πιο πιστοί.
Τα τελευταία 50 χρόνια, ερευνητές, επιστήμονες, ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι ταυτοποίησαν εκατοντάδες γνωστικές, κοινωνικές και συμπεριφορικές διαδικασίες, αλλά και διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Παρακάτω, συγκέντρωσα 27 προκαταλήψεις τις οποίες θεωρώ απαραίτητες για την αξιολόγηση των αντιλήψεών μας και των πιστεύω μας για τον κόσμο.
Η προκατάληψη της οικογένειας. Όλοι μας έχουμε την προδιάθεση να πιστεύουμε αυτόματα τις πληροφορίες που μας παρέχουν μέλη της οικογένειάς μας και στενοί φίλοι. Από τότε που γεννιόμαστε, ο εγκέφαλός μας βασίζεται σε αυτά τα άτομα, γι’ αυτό και τείνουμε να αποδεχόμαστε τον κόσμο χωρίς να ελέγχουμε τα γεγονότα.
Η προκατάληψη της εξουσίας. Τείνουμε να πιστεύουμε ανθρώπους που κατέχουν θέσεις ισχύος και γοήτρου. Τους θεωρούμε πιο αξιόπιστους, χωρίς να ελέγχουμε τις πηγές τους.
Η προκατάληψη της γοητείας. Θεωρούμε πιο αξιόπιστους τους πιο ψηλούς και γοητευτικούς ανθρώπους, επειδή ο εγκέφαλός μας έλκεται από αυτό που τον ευχαριστεί αισθητικά. Οι πιο ευπαρουσίαστοι άνθρωποι έχουν περισσότερες πιθανότητες να μας πείσουν.
Η προκατάληψη της επιβεβαίωσης. Έχουμε την τάση να δίνουμε έμφαση σε πληροφορίες που στηρίζουν τα πιστεύω μας, ενώ υποσυνείδητα αγνοούμε ή απορρίπτουμε πληροφορίες που τα αντικρούουν. Από τη στιγμή που τα πιστεύω μας έχουν ενσωματωθεί στο νευρικό μας κύκλωμα, στοιχεία που αντιτίθεται σε αυτά δεν μπορούν πολλές φορές να εισβάλλουν στις υπάρχουσες διαδικασίες του εγκεφάλου.
Η προκατάληψη της αυτοεξυπηρέτησης. Σε συνδυασμό με την προκατάληψη της επιβεβαίωσης, εμφανίζουμε επίσης την τάση να συντηρούμε πεποιθήσεις που ευνοούν τα προσωπικά μας συμφέροντα και τους προσωπικούς μας στόχους.
Η προκατάληψη της ομάδας. Υποσυνείδητα, υιοθετούμε ευνοϊκή μεταχείριση για τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας και σπάνια αμφισβητούμε τα πιστεύω τους, επειδή ο εγκέφαλός μας είναι έτσι κατασκευασμένος, ώστε να αναζητά τη συμφωνία με τους γύρω του.
Η προκατάληψη για άτομα εκτός ομάδας. Γενικά, απορρίπτουμε ή υποτιμούμε τα πιστεύω ανθρώπων που δεν ανήκουν στην ομάδα μας, κυρίως όταν οι πεποιθήσεις τους διαφέρουν αισθητά από τις δικές μας. Επιπλέον, έχουμε τη βιολογική προδιάθεση να αναστατωνόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους διαφορετικού εθνοτικού και πολιτιστικού υποβάθρου – έστω κι αν είναι μέλη της ομάδας μας.
Η προκατάληψη της κοινωνικής συναίνεσης. Όσο περισσότερο οι άλλοι συμφωνούν μαζί μας, τόσο περισσότερο πιστεύουμε ότι οι πεποιθήσεις μας είναι αληθινές. Αντίθετα, όσο περισσότερο διαφωνούν οι άλλοι μαζί μας, τόσο πιθανότερο είναι να καταπιέσουμε και να αμφισβητήσουμε τα ίδια μας τα πιστεύω – ακόμα κι όταν είναι σωστά.
Η προκατάληψη του πλήθους. Αυτή η προκατάληψη αντικατοπτρίζει την τάση μας να υιοθετούμε το σύστημα πεποιθήσεων της ομάδας στην οποία ανήκουμε. Όσο περισσότεροι άνθρωποι μας περιβάλλουν, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να τροποποιήσουμε τα πιστεύω μας για να ταιριάζουν με τα δικά τους.
Η προκατάληψη της προβολής. Συχνά υποθέτουμε, χωρίς να το επαληθεύουμε, ότι τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας έχουν παρόμοια πιστεύω, παρόμοιες ηθικές αξίες και βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια μας. Η CIA περιγράφει αυτή την προκατάληψη ως τη νοοτροπία “όλοι σκέφτονται όπως εμείς” και τη θεωρεί μια από τις πιο επικίνδυνες – επειδή οι διαφορετικοί πολιτισμοί και οι διαφορετικοί τύποι ανθρώπων (όπως οι τρομοκράτες) δεν σκέφτονται όπως εμείς.
Η προκατάληψη της προσμονής. Όταν ψάχνουμε για πληροφορίες, ή όταν κάνουμε κάποια έρευνα, έχουμε την τάση να “ανακαλύπτουμε” αυτό ακριβώς που ψάχνουμε. Στην ιατρική, οι διπλά τυφλές μελέτες έχουν σκοπό να εξαλείψουν αυτή τη διαβρωτική προκατάληψη.
Η προκατάληψη των “μαγικών αριθμών”. Οι αριθμοί επηρεάζουν τα πιστεύω μας εξαιτίας των ισχυρών ποσοτικών λειτουργιών του εγκεφάλου. Όσο πιο μεγάλος και υποβλητικός είναι ένας αριθμός, τόσο μεγαλύτερη είναι και η συναισθηματική του αντίδραση. Κι αυτή με τη σειρά της ενδυναμώνει την εμπιστοσύνη μας στην πληροφορία που προσδιορίζεται ποσοτικά.
Η προκατάληψη της πιθανότητας. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο τυχεροί από τους άλλους και ότι μπορούμε να καταπολεμήσουμε τις ανισότητες (άτομα με κατάθλιψη τείνουν να πιστεύουν το αντίθετο). Αυτή η αισιοδοξία είναι επίσης γνωστή ως η προκατάληψη του τζογαδόρου.
Αν στρίψεις ένα νόμισμα, και φέρεις κορώνα 9 φορές στη σειρά, οι περισσότεροι άνθρωποι θα στοιχηματίσουν πολλά λεφτά ότι την επόμενη φορά θα είναι γράμματα. Φυσικά, οι πιθανότητες παραμένουν ίδιες κάθε φορά που στρίβεις ένα νόμισμα: πάντα υπάρχουν 50 τοις εκατό πιθανότητες να φέρεις γράμματα.
Επίσης, όλοι κουβαλάμε “μαγικές” προκαταλήψεις από την παιδική μας ηλικία. Έτσι, πολλοί ενήλικες, κυρίως οι τζογαδόροι, έχουν πάνω τους διάφορα φυλαχτά (ένα τετράφυλλο τριφύλλι, ένα λαγοπόδαρο, ένα νόμισμα) που υποτίθεται ότι τους φέρνουν τύχη.
Η προκατάληψη της αιτίας-αποτελέσματος. Ο εγκέφαλός μας έχει την προδιάθεση να κάνει συνειρμούς ανάμεσα σε δύο γεγονότα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ τους. Αν πιεις κάποιο βότανο και σου περάσει το κρυολόγημα, τότε αποδίδεις την ανάρρωσή σου στο βότανο αυτό, έστω κι αν σε αυτό συνέβαλαν στην πραγματικότητα δεκάδες άλλοι άσχετοι παράγοντες.
Η προκατάληψη της ευχαρίστησης. Τείνουμε να πιστεύουμε ότι οι ευχάριστες εμπειρίες αντικατοπτρίζουν μεγαλύτερες αλήθειες απ’ ό,τι οι δυσάρεστες εμπειρίες. Εν μέρει επειδή τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου βοηθούν στον έλεγχο της δύναμης των αντιλήψεων, των αναμνήσεων και των σκέψεων.
Η προκατάληψη της προσωποποίησης. Δείχνουμε ιδιαίτερη προτίμηση στο να δίνουμε αρετές έμψυχων όντων σε άψυχα αντικείμενα. Επίσης. συνηθίζουμε να δίνουμε ανθρώπινη μορφή ή μορφή ζώου σε αφηρημένα ερεθίσματα (σκιές, συγκεχυμένους θορύβους, κ.λπ.). Αυτή η αντιληπτική και γνωστική λειτουργία πυροδοτεί διάφορες δεισιδαιμονίες.
Η προκατάληψη της αντίληψης. Ο εγκέφαλός μας υποθέτει αυτόματα ότι οι αντιλήψεις και τα πιστεύω μας αντιπροσωπεύουν αντικειμενικές αλήθειες για τον εαυτό μας και τον κόσμο. Εξ ου και η έκφραση “Αν δεν το δω, δεν το πιστεύω”.
Η προκατάληψη της επιμονής. Όταν πιστεύουμε σε κάτι, επιμένουμε ότι είναι αληθινό, ακόμη κι όταν έχουμε στη διάθεσή μας στοιχεία που λένε το αντίθετο. Και όσο περισσότερο συντηρούμε ορισμένες πεποιθήσεις, τόσο πιο βαθιά εντυπώνονται στο νευρικό μας κύκλωμα.
Η προκατάληψη της ψευδούς μνήμης. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συγκρατεί για περισσότερο χρονικό διάστημα ψευδείς απ’ ότι αληθείς μνήμες. Επίσης, είναι εύκολο να εμφυτεύσεις ψευδείς μνήμες σε άλλους όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και οι πληροφορίες είναι αληθοφανείς.
Η προκατάληψη της θετικής μνήμης. Όταν αναπολούμε το παρελθόν, τείνουμε να ωραιοποιούμε τα γεγονότα και να τους δίνουμε μια πιο θετική δύναμη από την πραγματική.
Η προκατάληψη της λογικής. Έχουμε την τάση να πιστεύουμε επιχειρήματα που μας φαίνονται πιο λογικά. Επίσης, συνηθίζουμε να αγνοούμε πληροφορίες που δεν μας φαίνεται ότι βγάζουν νόημα. Όπως έχει πει ο Γουίλιαμ Τζέημς: “Κατά κανόνα, δεν πιστεύουμε τα γεγονότα και τις θεωρίες που φαίνονται άχρηστες”.
Η προκατάληψη της πειθούς. Όταν διαφωνούμε για κάποιο θέμα, πιστεύουμε συνήθως εκείνον που έχει πιο δραματικά και συναισθηματικά επιχειρήματα για μια άποψη. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συντονίζεται με τους καλούς ομιλητές, με αποτέλεσμα αν κινδυνεύουμε να πιαστούμε αιχμάλωτοι των συναισθημάτων και των πεποιθήσεών τους.
Η προκατάληψη του πρώτου. Δίνουμε περισσότερο βάρος και θυμόμαστε πιο εύκολα ονόματα και πληροφορίες που αναγράφονται πρώτα σε μια λίστα.
Η προκατάληψη της αβεβαιότητας. Ο εγκέφαλός μας δεν συμπαθεί την αβεβαιότητα και την αοριστία. Γι’ αυτό, από το να μην είμαστε σίγουροι, προτιμάμε είτε να πιστεύουμε είτε να μην πιστεύουμε.
Η προκατάληψη των συναισθημάτων. Τα δυνατά συναισθήματα συνήθως παρεμποδίζουν τη λογική και την ορθή κρίση. Ο θυμός έχει την τάση να μας δημιουργεί την πεποίθηση ότι έχουμε δίκιο και το σωστό με το μέρος μας. Η αγωνία υπονομεύει αυτήν ακριβώς την πεποίθηση, ενώ η κατάθλιψη επισκιάζει τις αισιόδοξες πεποιθήσεις.
Η προκατάληψη της δημοσιότητας. Οι εκδότες βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών προτιμούν να εκδίδουν έργα με αίσιο τέλος, ενώ απορρίπτουν έργα με αρνητική έκβαση. Έτσι, μια έρευνα που δεν έχει επίδραση στον κόσμο έχει λιγότερες πιθανότητες να δημοσιευθεί σε σχέση με ένα εύρημα με θετικά αποτελέσματα. Μια άλλη διάσταση αυτής της προκατάληψης είναι η τάση των αναγνωστών να θεωρούν αυτόματα αλήθεια ό,τι δημοσιεύεται, ακόμη κι αν αποτελεί δημοσίευμα του κίτρινου τύπου.
Η προκατάληψη του τυφλού σημείου. Τελευταία, αλλά πολύ σημαντική, είναι η προκατάληψη που οι επιστήμονες αποκαλούν “προκατάληψη του τυφλού σημείου”. Οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν πόσες γνωστικές προκαταλήψεις έχουν στην πραγματικότητα ή πόσο συχνά πέφτουν θύμα αυτών τους των προκαταλήψεων.
Οι διαφημιστές και οι πολιτικοί έχουν πλήρη επίγνωση αυτών των τυφλών σημείων και στοχεύουν επίτηδες στις δικές μας προκαταλήψεις για να πουλήσουν τα προϊόντα ή τις ιδέες τους. Ως ένα βαθμό, όλοι μας χειραγωγούμε τους άλλους προκειμένου να τους πείσουμε να ενστερνιστούν τα δικά μας πιστεύω.
Το κάνουν οι γονείς με τα παιδιά τους, οι δάσκαλοι με τους μαθητές τους, οι ερευνητές με τους συναδέλφους τους, οι εραστές μεταξύ τους. Δυστυχώς, συχνά το κάνουμε χωρίς να συνειδητοποιούμε τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες του άλλου.
Αυτές οι προκαταλήψεις είναι ενσωματωμένες τόσο στους αντιληπτικούς και τους συναισθηματικούς μηχανισμούς του εγκεφάλου όσο και στους γνωστικούς.
Μέχρι να φτάσει η αντιληπτική πληροφορία στη συνείδηση, το άτομο έχει προλάβει να την μετατρέψει σε κάτι καινούργιο και μοναδικό. Αυτή η ανακατασκευή της πραγματικότητας αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζουμε τα πιστεύω μας για τον κόσμο. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των πιστεύω μας παίζει επίσης η λογική, η ορθή σκέψη και η κοινωνική συναίνεση. Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον κόσμο. Αν εντοπίσουμε αυτές τις προκαταλήψεις, μπορούμε να γίνουμε πιο πιστοί.
Τα τελευταία 50 χρόνια, ερευνητές, επιστήμονες, ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι ταυτοποίησαν εκατοντάδες γνωστικές, κοινωνικές και συμπεριφορικές διαδικασίες, αλλά και διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Παρακάτω, συγκέντρωσα 27 προκαταλήψεις τις οποίες θεωρώ απαραίτητες για την αξιολόγηση των αντιλήψεών μας και των πιστεύω μας για τον κόσμο.
Η προκατάληψη της οικογένειας. Όλοι μας έχουμε την προδιάθεση να πιστεύουμε αυτόματα τις πληροφορίες που μας παρέχουν μέλη της οικογένειάς μας και στενοί φίλοι. Από τότε που γεννιόμαστε, ο εγκέφαλός μας βασίζεται σε αυτά τα άτομα, γι’ αυτό και τείνουμε να αποδεχόμαστε τον κόσμο χωρίς να ελέγχουμε τα γεγονότα.
Η προκατάληψη της εξουσίας. Τείνουμε να πιστεύουμε ανθρώπους που κατέχουν θέσεις ισχύος και γοήτρου. Τους θεωρούμε πιο αξιόπιστους, χωρίς να ελέγχουμε τις πηγές τους.
Η προκατάληψη της γοητείας. Θεωρούμε πιο αξιόπιστους τους πιο ψηλούς και γοητευτικούς ανθρώπους, επειδή ο εγκέφαλός μας έλκεται από αυτό που τον ευχαριστεί αισθητικά. Οι πιο ευπαρουσίαστοι άνθρωποι έχουν περισσότερες πιθανότητες να μας πείσουν.
Η προκατάληψη της επιβεβαίωσης. Έχουμε την τάση να δίνουμε έμφαση σε πληροφορίες που στηρίζουν τα πιστεύω μας, ενώ υποσυνείδητα αγνοούμε ή απορρίπτουμε πληροφορίες που τα αντικρούουν. Από τη στιγμή που τα πιστεύω μας έχουν ενσωματωθεί στο νευρικό μας κύκλωμα, στοιχεία που αντιτίθεται σε αυτά δεν μπορούν πολλές φορές να εισβάλλουν στις υπάρχουσες διαδικασίες του εγκεφάλου.
Η προκατάληψη της αυτοεξυπηρέτησης. Σε συνδυασμό με την προκατάληψη της επιβεβαίωσης, εμφανίζουμε επίσης την τάση να συντηρούμε πεποιθήσεις που ευνοούν τα προσωπικά μας συμφέροντα και τους προσωπικούς μας στόχους.
Η προκατάληψη της ομάδας. Υποσυνείδητα, υιοθετούμε ευνοϊκή μεταχείριση για τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας και σπάνια αμφισβητούμε τα πιστεύω τους, επειδή ο εγκέφαλός μας είναι έτσι κατασκευασμένος, ώστε να αναζητά τη συμφωνία με τους γύρω του.
Η προκατάληψη για άτομα εκτός ομάδας. Γενικά, απορρίπτουμε ή υποτιμούμε τα πιστεύω ανθρώπων που δεν ανήκουν στην ομάδα μας, κυρίως όταν οι πεποιθήσεις τους διαφέρουν αισθητά από τις δικές μας. Επιπλέον, έχουμε τη βιολογική προδιάθεση να αναστατωνόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους διαφορετικού εθνοτικού και πολιτιστικού υποβάθρου – έστω κι αν είναι μέλη της ομάδας μας.
Η προκατάληψη της κοινωνικής συναίνεσης. Όσο περισσότερο οι άλλοι συμφωνούν μαζί μας, τόσο περισσότερο πιστεύουμε ότι οι πεποιθήσεις μας είναι αληθινές. Αντίθετα, όσο περισσότερο διαφωνούν οι άλλοι μαζί μας, τόσο πιθανότερο είναι να καταπιέσουμε και να αμφισβητήσουμε τα ίδια μας τα πιστεύω – ακόμα κι όταν είναι σωστά.
Η προκατάληψη του πλήθους. Αυτή η προκατάληψη αντικατοπτρίζει την τάση μας να υιοθετούμε το σύστημα πεποιθήσεων της ομάδας στην οποία ανήκουμε. Όσο περισσότεροι άνθρωποι μας περιβάλλουν, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να τροποποιήσουμε τα πιστεύω μας για να ταιριάζουν με τα δικά τους.
Η προκατάληψη της προβολής. Συχνά υποθέτουμε, χωρίς να το επαληθεύουμε, ότι τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας έχουν παρόμοια πιστεύω, παρόμοιες ηθικές αξίες και βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια μας. Η CIA περιγράφει αυτή την προκατάληψη ως τη νοοτροπία “όλοι σκέφτονται όπως εμείς” και τη θεωρεί μια από τις πιο επικίνδυνες – επειδή οι διαφορετικοί πολιτισμοί και οι διαφορετικοί τύποι ανθρώπων (όπως οι τρομοκράτες) δεν σκέφτονται όπως εμείς.
Η προκατάληψη της προσμονής. Όταν ψάχνουμε για πληροφορίες, ή όταν κάνουμε κάποια έρευνα, έχουμε την τάση να “ανακαλύπτουμε” αυτό ακριβώς που ψάχνουμε. Στην ιατρική, οι διπλά τυφλές μελέτες έχουν σκοπό να εξαλείψουν αυτή τη διαβρωτική προκατάληψη.
Η προκατάληψη των “μαγικών αριθμών”. Οι αριθμοί επηρεάζουν τα πιστεύω μας εξαιτίας των ισχυρών ποσοτικών λειτουργιών του εγκεφάλου. Όσο πιο μεγάλος και υποβλητικός είναι ένας αριθμός, τόσο μεγαλύτερη είναι και η συναισθηματική του αντίδραση. Κι αυτή με τη σειρά της ενδυναμώνει την εμπιστοσύνη μας στην πληροφορία που προσδιορίζεται ποσοτικά.
Η προκατάληψη της πιθανότητας. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο τυχεροί από τους άλλους και ότι μπορούμε να καταπολεμήσουμε τις ανισότητες (άτομα με κατάθλιψη τείνουν να πιστεύουν το αντίθετο). Αυτή η αισιοδοξία είναι επίσης γνωστή ως η προκατάληψη του τζογαδόρου.
Αν στρίψεις ένα νόμισμα, και φέρεις κορώνα 9 φορές στη σειρά, οι περισσότεροι άνθρωποι θα στοιχηματίσουν πολλά λεφτά ότι την επόμενη φορά θα είναι γράμματα. Φυσικά, οι πιθανότητες παραμένουν ίδιες κάθε φορά που στρίβεις ένα νόμισμα: πάντα υπάρχουν 50 τοις εκατό πιθανότητες να φέρεις γράμματα.
Επίσης, όλοι κουβαλάμε “μαγικές” προκαταλήψεις από την παιδική μας ηλικία. Έτσι, πολλοί ενήλικες, κυρίως οι τζογαδόροι, έχουν πάνω τους διάφορα φυλαχτά (ένα τετράφυλλο τριφύλλι, ένα λαγοπόδαρο, ένα νόμισμα) που υποτίθεται ότι τους φέρνουν τύχη.
Η προκατάληψη της αιτίας-αποτελέσματος. Ο εγκέφαλός μας έχει την προδιάθεση να κάνει συνειρμούς ανάμεσα σε δύο γεγονότα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ τους. Αν πιεις κάποιο βότανο και σου περάσει το κρυολόγημα, τότε αποδίδεις την ανάρρωσή σου στο βότανο αυτό, έστω κι αν σε αυτό συνέβαλαν στην πραγματικότητα δεκάδες άλλοι άσχετοι παράγοντες.
Η προκατάληψη της ευχαρίστησης. Τείνουμε να πιστεύουμε ότι οι ευχάριστες εμπειρίες αντικατοπτρίζουν μεγαλύτερες αλήθειες απ’ ό,τι οι δυσάρεστες εμπειρίες. Εν μέρει επειδή τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου βοηθούν στον έλεγχο της δύναμης των αντιλήψεων, των αναμνήσεων και των σκέψεων.
Η προκατάληψη της προσωποποίησης. Δείχνουμε ιδιαίτερη προτίμηση στο να δίνουμε αρετές έμψυχων όντων σε άψυχα αντικείμενα. Επίσης. συνηθίζουμε να δίνουμε ανθρώπινη μορφή ή μορφή ζώου σε αφηρημένα ερεθίσματα (σκιές, συγκεχυμένους θορύβους, κ.λπ.). Αυτή η αντιληπτική και γνωστική λειτουργία πυροδοτεί διάφορες δεισιδαιμονίες.
Η προκατάληψη της αντίληψης. Ο εγκέφαλός μας υποθέτει αυτόματα ότι οι αντιλήψεις και τα πιστεύω μας αντιπροσωπεύουν αντικειμενικές αλήθειες για τον εαυτό μας και τον κόσμο. Εξ ου και η έκφραση “Αν δεν το δω, δεν το πιστεύω”.
Η προκατάληψη της επιμονής. Όταν πιστεύουμε σε κάτι, επιμένουμε ότι είναι αληθινό, ακόμη κι όταν έχουμε στη διάθεσή μας στοιχεία που λένε το αντίθετο. Και όσο περισσότερο συντηρούμε ορισμένες πεποιθήσεις, τόσο πιο βαθιά εντυπώνονται στο νευρικό μας κύκλωμα.
Η προκατάληψη της ψευδούς μνήμης. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συγκρατεί για περισσότερο χρονικό διάστημα ψευδείς απ’ ότι αληθείς μνήμες. Επίσης, είναι εύκολο να εμφυτεύσεις ψευδείς μνήμες σε άλλους όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και οι πληροφορίες είναι αληθοφανείς.
Η προκατάληψη της θετικής μνήμης. Όταν αναπολούμε το παρελθόν, τείνουμε να ωραιοποιούμε τα γεγονότα και να τους δίνουμε μια πιο θετική δύναμη από την πραγματική.
Η προκατάληψη της λογικής. Έχουμε την τάση να πιστεύουμε επιχειρήματα που μας φαίνονται πιο λογικά. Επίσης, συνηθίζουμε να αγνοούμε πληροφορίες που δεν μας φαίνεται ότι βγάζουν νόημα. Όπως έχει πει ο Γουίλιαμ Τζέημς: “Κατά κανόνα, δεν πιστεύουμε τα γεγονότα και τις θεωρίες που φαίνονται άχρηστες”.
Η προκατάληψη της πειθούς. Όταν διαφωνούμε για κάποιο θέμα, πιστεύουμε συνήθως εκείνον που έχει πιο δραματικά και συναισθηματικά επιχειρήματα για μια άποψη. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συντονίζεται με τους καλούς ομιλητές, με αποτέλεσμα αν κινδυνεύουμε να πιαστούμε αιχμάλωτοι των συναισθημάτων και των πεποιθήσεών τους.
Η προκατάληψη του πρώτου. Δίνουμε περισσότερο βάρος και θυμόμαστε πιο εύκολα ονόματα και πληροφορίες που αναγράφονται πρώτα σε μια λίστα.
Η προκατάληψη της αβεβαιότητας. Ο εγκέφαλός μας δεν συμπαθεί την αβεβαιότητα και την αοριστία. Γι’ αυτό, από το να μην είμαστε σίγουροι, προτιμάμε είτε να πιστεύουμε είτε να μην πιστεύουμε.
Η προκατάληψη των συναισθημάτων. Τα δυνατά συναισθήματα συνήθως παρεμποδίζουν τη λογική και την ορθή κρίση. Ο θυμός έχει την τάση να μας δημιουργεί την πεποίθηση ότι έχουμε δίκιο και το σωστό με το μέρος μας. Η αγωνία υπονομεύει αυτήν ακριβώς την πεποίθηση, ενώ η κατάθλιψη επισκιάζει τις αισιόδοξες πεποιθήσεις.
Η προκατάληψη της δημοσιότητας. Οι εκδότες βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών προτιμούν να εκδίδουν έργα με αίσιο τέλος, ενώ απορρίπτουν έργα με αρνητική έκβαση. Έτσι, μια έρευνα που δεν έχει επίδραση στον κόσμο έχει λιγότερες πιθανότητες να δημοσιευθεί σε σχέση με ένα εύρημα με θετικά αποτελέσματα. Μια άλλη διάσταση αυτής της προκατάληψης είναι η τάση των αναγνωστών να θεωρούν αυτόματα αλήθεια ό,τι δημοσιεύεται, ακόμη κι αν αποτελεί δημοσίευμα του κίτρινου τύπου.
Η προκατάληψη του τυφλού σημείου. Τελευταία, αλλά πολύ σημαντική, είναι η προκατάληψη που οι επιστήμονες αποκαλούν “προκατάληψη του τυφλού σημείου”. Οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν πόσες γνωστικές προκαταλήψεις έχουν στην πραγματικότητα ή πόσο συχνά πέφτουν θύμα αυτών τους των προκαταλήψεων.
Οι διαφημιστές και οι πολιτικοί έχουν πλήρη επίγνωση αυτών των τυφλών σημείων και στοχεύουν επίτηδες στις δικές μας προκαταλήψεις για να πουλήσουν τα προϊόντα ή τις ιδέες τους. Ως ένα βαθμό, όλοι μας χειραγωγούμε τους άλλους προκειμένου να τους πείσουμε να ενστερνιστούν τα δικά μας πιστεύω.
Το κάνουν οι γονείς με τα παιδιά τους, οι δάσκαλοι με τους μαθητές τους, οι ερευνητές με τους συναδέλφους τους, οι εραστές μεταξύ τους. Δυστυχώς, συχνά το κάνουμε χωρίς να συνειδητοποιούμε τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες του άλλου.
Οι γονεϊκές αλυσίδες που τις λένε «υποχρέωση», «ανάγκη» και «όνειρα άλλων»
Πουλάκι μου! Μα τι γλυκιά και μελιστάλαχτη αυτή η προσφώνηση των μαμάδων -και όχι μόνο- στην Ελλάδα. Να το ακούς από το στόμα της μαμάς όλο αποδοχή και επιδοκιμασία, σε ανεβάζει στον έβδομο ουρανό. Άλλες φορές πάλι ακούς να το λέει με σφιγμένα δόντια, προσπαθώντας να συγκρατήσει το θυμό της, αλλά όπως και να ‘χει είσαι πάντα το πουλάκι της.
Πόσες φορές θα άκουσες τη μαμά σου, τη γιαγιά σου ή τη θεία σου να σου λένε όλο παράπονο Πουλάκι μου φάε το φαγάκι σου, Πουλάκι μου πρόσεχε να μην κρυώσεις, Πουλάκι μου έκανες τα μαθήματά σου;, Πουλάκι μου πρόσεχε να μη χτυπήσεις!, Αχ το πουλάκι μου πόσο μεγάλωσε!…
…και το πουλάκι μεγαλώνει. Τρώει όλα τα φρέσκα μελάτα του αυγά και όλο του το φαί. Πίνει όλο του το γάλα με το ζόρι πριν φύγει για το σχολείο. Δεν αργεί ποτέ να γυρίσει στο σπίτι, όταν αργεί πάντοτε ειδοποιεί και κοιτάζει μόνο τα μαθήματά του. Το πουλάκι αποφεύγει τις κακές παρέες, τις βόλτες με τα μηχανάκια, τα αγόρια που το θέλουν μόνο για να καλοπεράσουν, τα κορίτσια που το θέλουν μόνο για να το τυλίξουν. Δεν κάνει τατουάζ, δεν βάζει σκουλαρίκι σε κάποιο μη εγκεκριμένο σημείο, δεν αντιμιλά στους μεγαλύτερους και φυσικά αριστεύει στο σχολείο. Το πουλάκι της μαμάς μπαίνει στο πανεπιστήμιο, αλλά κάπου μακριά. Το πουλάκι πρέπει να φύγει, πρέπει να μάθει να πετάει. Τα καταφέρνει και θέλει να πετάξει ακόμα πιο μακριά. Η μαμά ανησυχεί, στεναχωριέται, φοβάται. Η μαμά θέλει να ξέρει που είναι ανά πάσα στιγμή. Η μαμά το αγαπάει, δε θέλει να περνάει καλά μακριά της. Η μαμά ΔΕΝ θέλει να φύγει μακριά της! Τότε παύει να είναι το πουλάκι της μαμάς.
Θα σου φορέσω δύο αλυσίδες για να σε τραβάω πίσω κοντά μου όποτε το θελήσω λέει η μαμά, τη μια θα την ονομάσω Ενοχές και την άλλη Φόβο.
Πουλάκι θα είσαι, αλλά μόνο στο κλουβί μου!
Το πουλάκι της μαμάς και του μπαμπά, των φίλων και των συγγενών, του σχολείου και της γειτονιάς, του πανεπιστημίου, της εργασίας και της κοινωνίας. Once poulaki, always poulaki.
Ένα πουλάκι με αόρατες αλυσίδες να το τραβάνε πίσω, να μην μπορεί να κάνει βήμα παραπέρα χωρίς φόβο, χωρίς την ανασφάλεια της έγκρισης των πράξεων και των αποφάσεών του, χωρίς να απολογείται. Με τσακισμένα φτερά και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αυτές οι αλυσίδες έχουν πολλά ονόματα. Αγάπη, Ανασφάλεια, Ανάγκη, Υποχρέωση, Όνειρα Άλλων.
Πόσο στ’ αλήθεια αναθεωρώ αυτή την τόσο τρυφερή έκφραση… Τα πουλιά όταν καταφέρουν να πετάξουν μακριά από τη φωλιά θεωρείται το μεγαλύτερο επίτευγμά τους, ενηλικιώνονται και γυρίζουν πίσω μόνο από επιλογή. Όμως υπάρχουν και κάποια πουλάκια που ακόμα προσπαθούν να μεγαλώσουν. Να πιστέψουν στον εαυτό τους, πως έχουν το δικαίωμα και μπορούν να τα καταφέρουν μόνα τους, χωρίς το δεκανίκι της οικογένειας που λειτουργεί γι’ αυτά ως τροχοπέδη. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα φύγουν μακριά. Μακριά από τα όρια που τους επιβάλει η οικογένεια και τα θέλω της. Μακριά από τα όρια μιας μίζερης κοινωνίας που μόνο τρικλοποδιές ξέρει να βάζει και να καταβαραθρώνει τα όνειρα για μια αξιοπρεπή ζωή. Η κοινωνία άλλωστε είναι ο καθρέφτης της οικογένειας.
Δεν αγαπάς αρκετά τους γονείς σου αν δεν φύγεις για να κυνηγήσεις τα όνειρά σου, με την προϋπόθεση ότι θα γυρίσεις πίσω στο τριώροφο που έχουν χτίσει για σένα και τα αδέρφια σου, ώστε να τελειώσει επιτέλους ο εφιάλτης και να είστε πια μια μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια. Ή μάλλον αγαπάς υπερβολικά τους γονείς σου κι έτσι θα φύγεις από το πατρογονικό σπίτι όταν παντρευτείς, γιατί δε θες να τους αφήσεις μόνους και απροστάτευτους από την ανία του να ασχολούνται μόνο με τη δική τους ζωή και όχι με τη δική σου. Άσε που με την κρίση, που να φεύγεις τώρα, καλά είσαι εκεί που κάθεσαι.
Δεν αγαπάς αρκετά την πατρίδα σου αν δεν φύγεις για μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό και δεν ποθήσεις διακαώς να γυρίσεις πίσω, από την πρώτη στιγμή που θα πατήσεις το πόδι σου στην κακούργα ξενιτιά. Ασχέτως αν αυτή η πατρίδα το μόνο που κάνει είναι να σε διώχνει όλο και πιο μακριά, για να σωθείς από την ανεπάρκειά της να σε κρατήσει σε ένα υγιές περιβάλλον όπου θα μπορείς να ονειρευτείς, να δημιουργήσεις, να ζήσεις.
Κάποια πουλάκια συνηθίζουν στην αιχμαλωσία, κάποια μαραζώνουν και κάποια βρίσκουν την ευκαιρία και το σκάνε. Είναι ΕΠΙΛΟΓΗ τους.
Πουλάκι πολλών ετών.
Πόσες φορές θα άκουσες τη μαμά σου, τη γιαγιά σου ή τη θεία σου να σου λένε όλο παράπονο Πουλάκι μου φάε το φαγάκι σου, Πουλάκι μου πρόσεχε να μην κρυώσεις, Πουλάκι μου έκανες τα μαθήματά σου;, Πουλάκι μου πρόσεχε να μη χτυπήσεις!, Αχ το πουλάκι μου πόσο μεγάλωσε!…
…και το πουλάκι μεγαλώνει. Τρώει όλα τα φρέσκα μελάτα του αυγά και όλο του το φαί. Πίνει όλο του το γάλα με το ζόρι πριν φύγει για το σχολείο. Δεν αργεί ποτέ να γυρίσει στο σπίτι, όταν αργεί πάντοτε ειδοποιεί και κοιτάζει μόνο τα μαθήματά του. Το πουλάκι αποφεύγει τις κακές παρέες, τις βόλτες με τα μηχανάκια, τα αγόρια που το θέλουν μόνο για να καλοπεράσουν, τα κορίτσια που το θέλουν μόνο για να το τυλίξουν. Δεν κάνει τατουάζ, δεν βάζει σκουλαρίκι σε κάποιο μη εγκεκριμένο σημείο, δεν αντιμιλά στους μεγαλύτερους και φυσικά αριστεύει στο σχολείο. Το πουλάκι της μαμάς μπαίνει στο πανεπιστήμιο, αλλά κάπου μακριά. Το πουλάκι πρέπει να φύγει, πρέπει να μάθει να πετάει. Τα καταφέρνει και θέλει να πετάξει ακόμα πιο μακριά. Η μαμά ανησυχεί, στεναχωριέται, φοβάται. Η μαμά θέλει να ξέρει που είναι ανά πάσα στιγμή. Η μαμά το αγαπάει, δε θέλει να περνάει καλά μακριά της. Η μαμά ΔΕΝ θέλει να φύγει μακριά της! Τότε παύει να είναι το πουλάκι της μαμάς.
Θα σου φορέσω δύο αλυσίδες για να σε τραβάω πίσω κοντά μου όποτε το θελήσω λέει η μαμά, τη μια θα την ονομάσω Ενοχές και την άλλη Φόβο.
Πουλάκι θα είσαι, αλλά μόνο στο κλουβί μου!
Το πουλάκι της μαμάς και του μπαμπά, των φίλων και των συγγενών, του σχολείου και της γειτονιάς, του πανεπιστημίου, της εργασίας και της κοινωνίας. Once poulaki, always poulaki.
Ένα πουλάκι με αόρατες αλυσίδες να το τραβάνε πίσω, να μην μπορεί να κάνει βήμα παραπέρα χωρίς φόβο, χωρίς την ανασφάλεια της έγκρισης των πράξεων και των αποφάσεών του, χωρίς να απολογείται. Με τσακισμένα φτερά και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αυτές οι αλυσίδες έχουν πολλά ονόματα. Αγάπη, Ανασφάλεια, Ανάγκη, Υποχρέωση, Όνειρα Άλλων.
Πόσο στ’ αλήθεια αναθεωρώ αυτή την τόσο τρυφερή έκφραση… Τα πουλιά όταν καταφέρουν να πετάξουν μακριά από τη φωλιά θεωρείται το μεγαλύτερο επίτευγμά τους, ενηλικιώνονται και γυρίζουν πίσω μόνο από επιλογή. Όμως υπάρχουν και κάποια πουλάκια που ακόμα προσπαθούν να μεγαλώσουν. Να πιστέψουν στον εαυτό τους, πως έχουν το δικαίωμα και μπορούν να τα καταφέρουν μόνα τους, χωρίς το δεκανίκι της οικογένειας που λειτουργεί γι’ αυτά ως τροχοπέδη. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα φύγουν μακριά. Μακριά από τα όρια που τους επιβάλει η οικογένεια και τα θέλω της. Μακριά από τα όρια μιας μίζερης κοινωνίας που μόνο τρικλοποδιές ξέρει να βάζει και να καταβαραθρώνει τα όνειρα για μια αξιοπρεπή ζωή. Η κοινωνία άλλωστε είναι ο καθρέφτης της οικογένειας.
Δεν αγαπάς αρκετά τους γονείς σου αν δεν φύγεις για να κυνηγήσεις τα όνειρά σου, με την προϋπόθεση ότι θα γυρίσεις πίσω στο τριώροφο που έχουν χτίσει για σένα και τα αδέρφια σου, ώστε να τελειώσει επιτέλους ο εφιάλτης και να είστε πια μια μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια. Ή μάλλον αγαπάς υπερβολικά τους γονείς σου κι έτσι θα φύγεις από το πατρογονικό σπίτι όταν παντρευτείς, γιατί δε θες να τους αφήσεις μόνους και απροστάτευτους από την ανία του να ασχολούνται μόνο με τη δική τους ζωή και όχι με τη δική σου. Άσε που με την κρίση, που να φεύγεις τώρα, καλά είσαι εκεί που κάθεσαι.
Δεν αγαπάς αρκετά την πατρίδα σου αν δεν φύγεις για μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό και δεν ποθήσεις διακαώς να γυρίσεις πίσω, από την πρώτη στιγμή που θα πατήσεις το πόδι σου στην κακούργα ξενιτιά. Ασχέτως αν αυτή η πατρίδα το μόνο που κάνει είναι να σε διώχνει όλο και πιο μακριά, για να σωθείς από την ανεπάρκειά της να σε κρατήσει σε ένα υγιές περιβάλλον όπου θα μπορείς να ονειρευτείς, να δημιουργήσεις, να ζήσεις.
Κάποια πουλάκια συνηθίζουν στην αιχμαλωσία, κάποια μαραζώνουν και κάποια βρίσκουν την ευκαιρία και το σκάνε. Είναι ΕΠΙΛΟΓΗ τους.
Πουλάκι πολλών ετών.
Η ευτυχία κρύβεται μέσα στον πυρήνα σου
Το κλειδί της ευτυχίας κρύβεται μέσα στον πυρήνα σου.
Αυτός όμως ο πυρήνας δεν έχει καμία σχέση με τα όνειρά σου.
Αυτός επίσης ο πυρήνας δεν έχει καμία σχέση με εκείνον που ονειρεύεται τα συγκεκριμένα όνειρα.
Αυτός ο πυρήνας δεν έχει καμία σχέση με τις δυσκολίες σου στην περιφέρεια.
Επίσης δεν έχει καμία σχέση με αυτόν που κατοχύρωσε ή μπλέχτηκε σε αυτές τις δυσκολίες.
Ο πυρήνας σου είναι η ίδια η πηγή της ζωής και δεν έχει καμία σχέση με τον κόσμο των…ψευδαισθήσεων. Υπάρχει πέρα από τον χρόνο όπως τον αντιλαμβάνεσαι, και το σπουδαιότερο είναι ότι βρίσκεται μέσα σε εσένα.
Το κλειδί της ευτυχίας βρίσκεται μέσα σ’ εσένα γιατί αυτό είναι το αληθινό σου πρόσωπο.
Έχει αφεθεί μέσα σου για να βρεις τον δρόμο του γυρισμού εύκολα.
Υπόσχεται ευτυχία, όχι γιατί αυτή θα είναι η επιβράβευσή σου για την επιτυχία του εγχειρήματος.
Υπόσχεται ευτυχία γιατί ο πυρήνας σου είναι η ίδια η κατοικία της ευτυχίας.
Αυτός όμως ο πυρήνας δεν έχει καμία σχέση με τα όνειρά σου.
Αυτός επίσης ο πυρήνας δεν έχει καμία σχέση με εκείνον που ονειρεύεται τα συγκεκριμένα όνειρα.
Αυτός ο πυρήνας δεν έχει καμία σχέση με τις δυσκολίες σου στην περιφέρεια.
Επίσης δεν έχει καμία σχέση με αυτόν που κατοχύρωσε ή μπλέχτηκε σε αυτές τις δυσκολίες.
Ο πυρήνας σου είναι η ίδια η πηγή της ζωής και δεν έχει καμία σχέση με τον κόσμο των…ψευδαισθήσεων. Υπάρχει πέρα από τον χρόνο όπως τον αντιλαμβάνεσαι, και το σπουδαιότερο είναι ότι βρίσκεται μέσα σε εσένα.
Το κλειδί της ευτυχίας βρίσκεται μέσα σ’ εσένα γιατί αυτό είναι το αληθινό σου πρόσωπο.
Έχει αφεθεί μέσα σου για να βρεις τον δρόμο του γυρισμού εύκολα.
Υπόσχεται ευτυχία, όχι γιατί αυτή θα είναι η επιβράβευσή σου για την επιτυχία του εγχειρήματος.
Υπόσχεται ευτυχία γιατί ο πυρήνας σου είναι η ίδια η κατοικία της ευτυχίας.
Οι αναστημένοι θεοί άλλων παραδόσεων...
...χιλιάδες χρόνια πριν το χριστιανισμό.
Είναι γεγονός ότι ο θάνατος απασχόλησε την ανθρωπότητα από τις πρώτες στιγμές που συνειδητοποίησε τον εαυτό της.
Δεν είναι εξάλλου καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το παλιότερο σωζόμενο γραπτό μνημείο του ανθρώπινου πολιτισμού, το πανάρχαιο Έπος του Γκιλγκαμές, περιστρέφεται γύρω από το οντολογικό ερώτημα γιατί υπάρχει ο θάνατος.
Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη γιατί ο άνθρωπος μετέφερε τη συζήτηση για τα της ζωής και τα μετά της ζωής στις λατρευτικές του πίστεις, καθώς η οργανωμένη θρησκεία ήρθε τώρα να απαντήσει στην προαιώνια αυτή ανθρώπινη περιέργεια.
Όπως κάθε χρόνο διανύουν οι πιστοί χριστιανοί τη ''Μεγάλη Εβδομάδα'' και τα ''Πάθη του Χριστού'' σκόπιμο είναι να ρίξουμε μια ματιά σε θεϊκές οντότητες που επέστρεψαν από την άλλη πλευρά του ποταμού της ζωής, καθώς η παγκόσμια μυθολογία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα.
Το μοτίβο του θεού που πεθαίνει και επιστρέφει στη ζωή επαναλαμβάνεται διαρκώς σε ολότελα διαφορετικά πολιτισμικά και θρησκευτικά περιβάλλοντα, από τον ευρωπαϊκό Βορρά και τη Μέση Ανατολή μέχρι και τις εσχατιές της Αμερικής.
Η ανάσταση του θεού ενέχει συχνά τόσο κυριολεκτική όσο και συμβολική χροιά και τα αναρίθμητα ιστορικά παραδείγματα συνεχίζουν να επιβεβαιώνουν τη σαγήνη που ασκούσε και συνεχίζει να ασκεί ο θάνατος στον άνθρωπο.
Από τις λεγόμενες αβραμικές θρησκείες και τις παγανιστικές και νεοπαγανιστικές θρησκευτικές παραδόσεις μέχρι και τις λατρείες της Ανατολής και του Νέου Κόσμου, η ανάσταση του νεκρού θεού έρχεται και επανέρχεται, με την ίδια δυναμική που επιμένει να έρχεται και να επανέρχεται στον νου του ανθρώπου ο θάνατος…
ΌΣΙΡΙΣ
Ο ταπεινός θεός της Φύσης αρχικά στο αιγυπτιακό θεϊκό στερέωμα αναδείχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες θεότητες του αιγυπτιακού σύμπαντος όταν άρχισε να διαφεντεύει τη βλάστηση, ακολουθώντας την πορεία της καλλιέργειας: ο Όσιρις πέθαινε κατά τον θερισμό και αναγεννιόταν με τη σπορά. Κι έτσι μετατράπηκε σε «Κύριο του Κάτω Κόσμου» και «Άρχοντα των Νεκρών».
Οι αναρίθμητοι αιγυπτιακοί μύθοι για την καταγωγή του Όσιρι κάνουν όλοι λόγο για τις περιπέτειές του στις δύο όχθες της ζωής και στον δρόμο προς τη θεοποίησή του πέθανε και αναγεννήθηκε τουλάχιστον δύο φορές. Είναι γνωστές από τον Πλούταρχο και τον Διόδωρο τον Σικελιώτη οι μυθολογικές εκδοχές για την επαναφορά του στη ζωή. Στην πρώτη περίπτωση, ο Όσιρις δολοφονήθηκε από τον ζηλιάρη αδερφό του Σεθ και το πτώμα του εναποτέθηκε στον Νείλο. Η αδερφή και σύζυγός του Ίσιδα περιμάζεψε τη σορό και με τη βοήθεια μαγικών τελετουργικών τον επανάφερε στη ζωή. Ο Όσιρις όμως πέθανε λίγο αργότερα και ήταν πάλι ο Σεθ υπαίτιος: αυτή τη φορά διαμέλισε το σώμα του και διασκόρπισε τα κομμάτια του στις τέσσερις γωνιές της οικουμένης.
Η Ίσιδα περιμάζεψε με κόπο τα απομεινάρια του για να τα ενταφιάσει παραδοσιακά και οι αιγύπτιοι θεοί αναγνωρίζοντας την αφοσίωσή της τον επανέφεραν από τον κόσμο των νεκρών, θεοποιώντας τον αυτή τη φορά. Πλέον ήταν ο Θεός των Νεκρών και με την ιδιότητα αυτή αναρριχήθηκε μέχρι τις πρώτες θέσεις του αιγυπτιακού πανθέου…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Δεν ήταν λίγοι οι μελετητές που έσπευσαν να αναγνωρίσουν αναλογίες μεταξύ Όσιρι και θεοτήτων του ελληνικού Δωδεκάθεου, φτάνοντας να τον εξομοιώσουν τελικά με τον Διόνυσο. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν διάφοροι μύθοι για το πώς απέκτησε ο θεός την επωνυμία «δισσότοκος» και για το πόσο λυσσαλέα τον κυνήγησε η πάντοτε ζηλιάρα Ήρα, ο δημοφιλέστερος παραμένει αυτός που θέλει τον Δία να θαμπώνεται από την ομορφιά της παρθένας κόρης του Κάδμου, Σεμέλης, και να ενώνεται μαζί της. Καρπός του έρωτά τους ήταν ο Διόνυσος.
Έξαλλη από τη ζήλεια της και θέλοντας να τους εκδικηθεί, η Ήρα εμφανίζεται στη Σεμέλη και την πείθει να ζητήσει από τον Δία να εμφανιστεί μπροστά της με τη θεϊκή μορφή του, ως απόδειξη της αγάπης του. Όταν λοιπόν εμφανίστηκε μπροστά της ο Ζευς σε όλο του το θεϊκό μεγαλείο, η θνητή Σεμέλη δεν άντεξε τη λάμψη των κεραυνών και των βροντών που έφευγαν από τα χέρια του. Την τύλιξαν οι φλόγες, αν και ο Δίας πρόλαβε και έσωσε το παιδί που είχε στα σπλάχνα της, ράβοντάς το τώρα στον μηρό του.
Έπειτα από εννιά μήνες, ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε από το πόδι του πατέρα του, κάτι που έφερε τα παρατσούκλια «μηρορραφής», «διμήτωρ» και «δισσότοκος»! Σύμφωνα με την άλλη εκδοχή, η Ήρα ξαπέστειλε τους Τιτάνες να τον σκοτώσουν. Αυτοί τον έκοψαν κομμάτια και τον έφαγαν, αφήνοντας μόνο την καρδιά του. Έπειτα ο Δίας τον ανέστησε κυοφορώντας τον στον μηρό του. Ο μύθος του θανάτου και της ανάστασης συνδέθηκε και στο ελληνικό πάνθεο με τη βλάστηση και την καρποφορία και ο Διόνυσος έμεινε τελικά γνωστός ως θεός του οίνου και της αμπέλου…
ΆΔΩΝΙΣ
Στις παραδόσεις των λαών της Ανατολικής Μεσογείου υπάρχουν τουλάχιστον μια ντουζίνα θεοί που βιώνουν το δράμα του θανάτου αλλά και τη λύτρωση της ανάστασης. Πλατιά διαδεδομένη στη Φοινίκη και την Ασία, αιώνες πριν από τη γέννηση του Ιησού, ήταν η λατρεία του θεού Άδωνι, ενός σημιτικού θεού δηλαδή που έγινε δεκτός από τους Έλληνες από πολύ νωρίς, ήδη από τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Άδωνις υπήρξε καρπός μιας άνομης συνεύρεσης πατέρα και κόρης (του Κινύρα και της Αμαζόνας Σμύρνας), γεννήθηκε όμως τόσο ωραίος ώστε η ίδια η Αφροδίτη, που προκάλεσε την ειδεχθή αιμομιξία, τον ερωτεύτηκε παράφορα.
Έδωσε έτσι το βρέφος στην Περσεφόνη να το μεγαλώσει στο βασίλειο του Άδη και ο Άδωνης έγινε αργότερα ένας πανέμορφος άντρας. Τόσο η Περσεφόνη όσο και η Αφροδίτη τον ερωτεύτηκαν και τη θεϊκή διαμάχη ανέλαβε να λύσει ο Δίας, ο οποίος κατέληξε τελικά ότι ο Άδωνις το ένα τρίτο του χρόνου του θα το περνούσε με την Περσεφόνη, το άλλο τρίτο με την Αφροδίτη και το υπόλοιπο του χρόνου όπου εκείνος ήθελε. Κάθε φορά που κατέβαινε ο Άδωνις στον κάτω κόσμο, η φύση πάγωνε και τα λουλούδια μαραίνονταν, καθώς η κάθοδος του Άδωνι στο βασίλειο του Άδη συμβόλιζε τον χειμώνα.
Όμως ο Άρης καραδοκούσε. Αιώνια ερωτευμένος με την Αφροδίτη, θέλησε να βγάλει τον Άδωνι από τη μέση, στέλνοντάς τον οριστικά στο σκοτεινό βασίλειο του κάτω κόσμου. Έτσι μια μέρα που ο Άδωνις είχε πάει για κυνήγι, ο Άρης μεταμορφώθηκε σε αγριογούρουνο και τον σκότωσε. Προς τιμή του Άδωνι, εορταζόταν τα Αδώνια, με συμμετοχή αποκλειστικά γυναικών, που πενθηφορούσαν και τελούσαν «πάντα τα εις κηδείας καθιερωμένα». Οι γυναίκες θρηνούσαν γοερά και κόπτονταν για τον θανόντα θεό και την επόμενη μέρα γιόρταζαν την ανάστασή του…
ΌΝΤΙΝ
Το βαρύ πυροβολικό του βορειοευρωπαϊκού παγανισμού δεν ήταν άλλο από τον πατέρα των τοπικών θεών, τον φοβερό Όντιν. Η σκανδιναβική μυθολογία προέρχεται από τα αρχαία γερμανικά φύλα, τα οποία μετανάστευαν επί αιώνες στον Βορρά και μετέφεραν εκεί τη λατρεία του Θορ, του Όντιν, του Τιρ, της Φρέγια και των άλλων μελών του αρχαίου τευτονικού πανθέου. Κορυφαίος όλων ήταν ο θεός Οντιν, ο οποίος δεν δίστασε να θυσιάσει ένα από τα μάτια του για να λάβει ως αντάλλαγμα την απόλυτη σοφία.
Ο πατέρας όλων των θεών των Βίκινγκ, μια συναρπαστική και πολύπλευρη φιγούρα που λειτουργούσε ως σαμάνος θεραπευτής όταν δεν ήταν θεός του πολέμου, της μάχης, του θανάτου, αλλά και της ποίησης, της μουσικής, της προφητείας και της μαγείας, κατέβαινε στο πεδίο της μάχης πάνω στο άλογό του με τα οκτώ πόδια, έχοντας τα κοράκια Σκέψη και Μνήμη πάντα στους ώμους του. Το μάτι δεν ήταν όμως το μόνο που θυσίασε ο Όντιν στην οδύσσειά του για την απόλυτη γνώση και το δώρο της προφητείας, καθώς σύντομα θα ακολουθούσε και η ίδια του η ζωή.
Σύμφωνα με την ισλανδική μυθολογία, ο Όντιν κρεμάστηκε πάνω στο Δέντρο της Ζωής (όπου και παρέμεινε για εννιά μέρες) και τρυπήθηκε στα πλευρά με λόγχη ώστε να αποκτήσει για λογαριασμό θεών και ανθρώπων τη γνώση των ρούνων και του κόσμου των νεκρών, αλλά και την ικανότητα να προφητεύει το μέλλον. Μετά την αυτοθυσία του, ο Όντιν επέστρεψε στον κόσμο των ανθρώπων πιο δυνατός από ποτέ…
ΓΚΑΝΕΣΑ
Ο Γκανέσα, εξαιτίας της ελεφαντίσιας κεφαλής του, παραμένει ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους θεούς του ινδουισμού. Τόσο οι πανάρχαιες ρίζες της θρησκείας όσο και ο μεγάλος αριθμός των παραδόσεων μάς έχουν κληροδοτήσει μια μεγάλη ποικιλία από ιστορίες που εξηγούν πώς απέκτησε αυτό το μάλλον ανορθόδοξο κεφάλι. Κατά μια εκδοχή, ο Γκανέσα ήταν γιος του Σίβα και της Παρβάτι και η μητέρα του τον είχε βάλει να φυλάει τα ιδιαίτερα διαμερίσματά της. Μια μέρα, ο Σίβα επιχείρησε να μπει στην κρεβατοκάμαρα της Παρβάτι και συνάντησε την αντίθετη γνώμη του Γκανέσα, γι’ αυτό και του έκοψε με μια κίνηση το κεφάλι.
Η μητέρα του ενοχλήθηκε φυσικά από το τραγικό γεγονός, οπότε ο Σίβα υποχρεώθηκε να αντισταθμίσει τον βιαστικό αποκεφαλισμό του Γκανέσα επαναφέροντάς τον από τον κόσμο των νεκρών. Κατά τη διάρκεια της ανάστασης όμως ο Σίβα σκέφτηκε να δώσει στον νεκρό ακόμα Γκανέσα το κεφάλι ελέφαντα, πιθανότατα για να τον κάνει λιγότερο όμορφο. Γι’ αυτό και είναι ο θεός της σοφίας, των τεχνών, των γραμμάτων και της ευημερίας, αλλά όχι και του κάλλους…
ΛΕΜΙΝΚΑΙΚΕΝ
Ο κοκκινοτρίχης θεός του φινλανδικού παγανισμού ήταν ένας λαϊκός ήρωας που επιδόθηκε σε μια προσωπική οδύσσεια, μια αποστολή δηλαδή να αιχμαλωτίσει έναν από τους μαύρους κύκνους του ποταμού του κάτω κόσμου. Σκοτώθηκε βέβαια προσπαθώντας και η σορός του βυθίστηκε στο νερό, παρασύρθηκε από το ρεύμα και χάθηκε από προσώπου γης. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το σώμα του διαμελίστηκε καθώς συγκρουόταν στα βράχια και τα απομεινάρια του διασκορπίστηκαν στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Η μητέρα του όμως, που δεν σταμάτησε ποτέ να τον αναζητεί, περιμάζεψε ένα-ένα τα κομμάτια του και τα έραψε κατόπιν, αν και αυτό δεν τον επανέφερε στη ζωή. Γιατί χρειαζόταν γι’ αυτό το ειδικό μέλι των θεών, τη συγκολλητική ουσία που διέθετε τη μαγική δύναμη να επαναφέρει κάποιον στη ζωή. Κι έτσι η χαροκαμένη μάνα, με τη βοήθεια κάποιων θεών, έστειλε μια μέλισσα να κλέψει μια στάλα από το θεϊκό μέλι, το οποίο έκανε τελικά το μαγικό.
ΤΑΜΟΥΖ
Η αρχαία σημιτική θεότητα της ευφορίας και της βλάστησης ήταν ένας θεός των Σουμερίων η λατρεία του οποίου γενικεύτηκε στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και περιλήφθηκε στο πάνθεο των Ασσύριων και των Βαβυλώνιων. Ο Ταμούζ ξεκίνησε μάλιστα τη θεϊκή του καριέρα ως κοινός θνητός, αν και βασιλιάς. Τον επέλεξε κάποια στιγμή ως αντικείμενο έρωτα η θεά Ινάννα και από δω ξεκινούν οι περιπέτειές του.
Γιατί, σύμφωνα με το Έπος του Γκιλγκαμές, ό,τι κι αν αγαπούσε η Ιστάρ (η βαβυλωνιακή εκδοχή της Ινάνα, η Αστάρτη), κατέληγε χωρίς πνοή μέσα του και ο Ταμούζ δεν αποτέλεσε εξαίρεση, κι έτσι βρέθηκε πριν καλά-καλά το καταλάβει στον κόσμο των νεκρών. Η Ινάνα μαλάκωσε όμως στις αντιδράσεις της και πήγε να τον σώσει από το βασίλειο του σκότους. Κι έτσι τον επανέφερε στη ζωή και τον έκανε θεό, αν και όχι μια φορά, αλλά πολλές, σε έναν αδιάκοπο κύκλο θανάτου και ανάστασης. Κάθε χρόνο, ο Ταμούζ πέθαινε και η Μέση Ανατολή βυθιζόταν στον καύσωνα και την ξηρασία.
Όταν επέστρεφε η περίοδος των βροχών και οι σπόροι άρχιζαν να βλασταίνουν, αυτό ήταν σημάδι της ανάστασής του. Σύμφωνα με άλλη -επίσης πανάρχαια- παραλλαγή του σουμερικού μύθου, ο Ταμούζ ήταν ο θεός ποιμένας που επέλεξε να κατέβει στον Άδη στη θέση της αγαπημένης του συζύγου, θεάς Ινάνα. Η αδελφή του, Γεστινάνα, δέχτηκε να περνά τον μισό χρόνο στον κάτω κόσμο για λογαριασμό του. Ο μύθος παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την ιστορία του Άδωνι…
ΚΕΤΖΑΛΚΟΑΤΛ
Μια από τις κυρίαρχες θεότητες των πολιτισμών της Κεντρικής Αμερικής που παρουσιάζει χτυπητές ομοιότητες με τη χριστιανική ιστορία της ανάστασης είναι ο περίφημος Κετζαλκόατλ, η εικονογραφία του οποίου τον θέλει φτερωτό φίδι, όταν το πανάσχημο και παραμορφωμένο παρουσιαστικό του μεταμορφώθηκε στην τρομακτική αυτή μορφή. Ο θεός των Αζτέκων, των Μάγια (Κουκουλκάν στον πολιτισμό αυτό) και των γειτονικών φυλών του Μεξικού ήταν ο αφέντης των ουρανού και ο δημιουργός των νόμων, αν και είναι η ιδιαίτερη ιστορία του που μας ενδιαφέρει εδώ.
Μεθυσμένος λοιπόν και τυφλωμένος από έρωτα, επιδόθηκε σε σεξουαλικές περιπτύξεις με την αδερφή του και όταν ξεμέθυσε δεν είχε πού να κρυφτεί από την ντροπή του. Κλείστηκε λοιπόν σε μια σαρκοφάγο και ρίχτηκε στο ποτάμι για να πνιγεί, αν και η θεϊκή του φύση δεν κατέθετε εύκολα τα όπλα της ζωής. Κι έτσι ρίχτηκε στην πυρά με όλα του τα υπάρχοντα: οι στάχτες του ανήλθαν στους αιθέρες και έγιναν πουλιά, την ίδια ώρα που η καρδιά του έφτασε στα ανώτερα στρώματα του ουρανού και αποκρυσταλλώθηκε στον Αυγερινό. Έπειτα από τέσσερις μέρες στον κάτω κόσμο, βρήκε τελικά τη θέση του στο πάνθεο των Αζτέκων.
Ο θάνατος και η ανάστασή του συνδέθηκαν με τη μυθολογία της δημιουργίας και καταστροφής του κόσμου στις Τέσσερις (πρώτες) Εποχές, ενώ ήταν ο κύριος άρχοντας της Πέμπτης Εποχής του κόσμου. Σύμφωνα με άλλο μύθο, ο Κετζαλκόατλ κατέβηκε στον κόσμο των νεκρών και μάζεψε τα οστά των ανθρώπων από τις προηγούμενες εποχές δημιουργίας, τα οποία ράντισε με το αίμα του σε μια πράξη ύστατης αυτοθυσίας και έπλασε έτσι τους ανθρώπους της νέας εποχής. Ο ισπανός κατακτητής του Μεξικού Ερνάν Κορτές εκμεταλλεύτηκε τον θρύλο του Κετζαλκόατλ και παρουσιάστηκε στον Μοντεζούμα Β’ ως προσωποποίηση της θεότητας…
ΚΡΙΣΝΑ
Η σημαντικότατη ινδουιστική θεότητα, η ίδια η μετενσάρκωση του σπουδαίου Βισνού ή το υπέρτατο ον των ινδουιστών, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Σύμφωνα με το άλλο ιερό κείμενο της θρησκείας, το έπος Μαχαμπαράτα, η ανθρώπινη ενσάρκωση του Βισνού σε Κρίσνα (που απεικονίζεται συνήθως ως παιδί που παίζει φλάουτο ή νεαρός πρίγκιπας) του έδινε τη δυνατότητα να καταλαβαίνει καλύτερα την ανθρώπινη φύση και να αλληλεπιδρά με τους πιστούς.
Έπειτα από πάμπολλες περιπέτειες, πολέμους και εξερευνητικές αποστολές στις εσχατιές του σύμπαντος, ο Κρίσνα πήγε σε μια θρησκευτική γιορτή και από τις διαμάχες που ξέσπασαν εκεί αναγκάστηκε να αποσυρθεί σε ένα δάσος για διαλογισμό. Την ώρα λοιπόν που συλλογιζόταν στην πλατιά σκιά ενός δέντρου, ένας κυνηγός τον μπέρδεψε με ελάφι και τον τραυμάτισε θανάσιμα με το βέλος του. Ο Κρίσνα πέθανε και το σώμα του κάηκε τελετουργικά, αν και όντας θεός ήταν μόνο η ανθρώπινη φύση του που άφησε την τελευταία της πνοή. Ο άφθαρτος Κρίσνα ανήλθε στους ουρανούς μετά τη θεϊκή του ανάσταση.
Τη στιγμή του θανάτου του μάλιστα ο ουρανός σκοτείνιασε και ο Κρίσνα κατέβηκε στον κάτω κόσμο, αν και την τρίτη μέρα αναστήθηκε και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Πολλοί μύθοι και θρύλοι έχουν βαλθεί να απαθανατίσουν τα χρονικά του και δεν συμφωνούν όλοι, όπως η ιστορία που απαθανατίζεται στο ιερό κείμενο του ινδουισμού Μπαγκαβάτ Γκίτα.
ΜΙΘΡΑΣ
Την ώρα που ο θεός Άττις της Φρυγίας, άλλη μια υπερφυσική οντότητα συνδεδεμένη με τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, θα μπορούσε κάλλιστα να περιληφθεί στη λίστα μας καθώς αναστήθηκε την τρίτη μέρα του θανάτου του (είχε σταυρωθεί πάνω σε δέντρο), ο Μίθρας των Περσών του έκλεψε όλη τη δόξα. Γνωστός και ως «παγανιστής Χριστός», ο θεός των Περσών και μεγάλο όνομα του ζωροαστρισμού γενικεύτηκε στη Δύση: η λατρεία του Μίθρα ανήκει στις μυστηριακές λατρείες που αναδύθηκαν κατά την ελληνιστική εποχή ως μια νέα μορφή θρησκευτικότητας, η οποία έμεινε γνωστή ως μιθραϊσμός.
Ο κόσμος της Ανατολής παντρεύτηκε με τον ελληνορωμαϊκό και η οικουμενική γέννηση του Μίθρα ήταν γεγονός, ως θεός πλέον του ουράνιου φωτός, εγγυητής του όρκου, προστάτης της αλήθειας και εχθρός του ψεύδους. Η λατρεία του εξαπλώθηκε στη Μεσόγειο κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ. και ενείχε εντυπωσιακές ομοιότητες με τη χριστιανική ιστορία του Ιησού από τη Ναζαρέτ, όπως η θεία ευχαριστία. Η ελληνιστική και ρωμαϊκή μυστηριακή λατρεία αντλούσε φυσικά στοιχεία από τον περσικό θεό, ο οποίος στα ιερά ζωροαστρικά συγγράμματα ήταν ο Σωτήρας, ο θεός του Ήλιου και το πνεύμα του καλού.
Ο Μίθρας πέθανε και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, την ίδια ώρα που οι αναλογίες του με τον Ναζωραίο παραμένουν αξιοσημείωτες. Ο μιθραϊσμός άκμασε στη Ρώμη και το Βατικανό μάλιστα είναι χτισμένο στα ερείπια αρχαίου μιθραίου. Όσο για την επιγραφή...
«Αυτός που δεν θα φάει από το σώμα μου ούτε θα πιει από το αίμα μου έτσι ώστε να γίνει ένα με μένα και εγώ με αυτόν, αυτός δεν θα σωθεί», αυτή η επιγραφή που σώζεται στο Βατικανό, δεν είναι χριστιανική αλλά μιθραϊκή.
Είναι γεγονός ότι ο θάνατος απασχόλησε την ανθρωπότητα από τις πρώτες στιγμές που συνειδητοποίησε τον εαυτό της.
Δεν είναι εξάλλου καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το παλιότερο σωζόμενο γραπτό μνημείο του ανθρώπινου πολιτισμού, το πανάρχαιο Έπος του Γκιλγκαμές, περιστρέφεται γύρω από το οντολογικό ερώτημα γιατί υπάρχει ο θάνατος.
Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη γιατί ο άνθρωπος μετέφερε τη συζήτηση για τα της ζωής και τα μετά της ζωής στις λατρευτικές του πίστεις, καθώς η οργανωμένη θρησκεία ήρθε τώρα να απαντήσει στην προαιώνια αυτή ανθρώπινη περιέργεια.
Όπως κάθε χρόνο διανύουν οι πιστοί χριστιανοί τη ''Μεγάλη Εβδομάδα'' και τα ''Πάθη του Χριστού'' σκόπιμο είναι να ρίξουμε μια ματιά σε θεϊκές οντότητες που επέστρεψαν από την άλλη πλευρά του ποταμού της ζωής, καθώς η παγκόσμια μυθολογία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα.
Το μοτίβο του θεού που πεθαίνει και επιστρέφει στη ζωή επαναλαμβάνεται διαρκώς σε ολότελα διαφορετικά πολιτισμικά και θρησκευτικά περιβάλλοντα, από τον ευρωπαϊκό Βορρά και τη Μέση Ανατολή μέχρι και τις εσχατιές της Αμερικής.
Η ανάσταση του θεού ενέχει συχνά τόσο κυριολεκτική όσο και συμβολική χροιά και τα αναρίθμητα ιστορικά παραδείγματα συνεχίζουν να επιβεβαιώνουν τη σαγήνη που ασκούσε και συνεχίζει να ασκεί ο θάνατος στον άνθρωπο.
Από τις λεγόμενες αβραμικές θρησκείες και τις παγανιστικές και νεοπαγανιστικές θρησκευτικές παραδόσεις μέχρι και τις λατρείες της Ανατολής και του Νέου Κόσμου, η ανάσταση του νεκρού θεού έρχεται και επανέρχεται, με την ίδια δυναμική που επιμένει να έρχεται και να επανέρχεται στον νου του ανθρώπου ο θάνατος…
ΌΣΙΡΙΣ
Ο ταπεινός θεός της Φύσης αρχικά στο αιγυπτιακό θεϊκό στερέωμα αναδείχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες θεότητες του αιγυπτιακού σύμπαντος όταν άρχισε να διαφεντεύει τη βλάστηση, ακολουθώντας την πορεία της καλλιέργειας: ο Όσιρις πέθαινε κατά τον θερισμό και αναγεννιόταν με τη σπορά. Κι έτσι μετατράπηκε σε «Κύριο του Κάτω Κόσμου» και «Άρχοντα των Νεκρών».
Οι αναρίθμητοι αιγυπτιακοί μύθοι για την καταγωγή του Όσιρι κάνουν όλοι λόγο για τις περιπέτειές του στις δύο όχθες της ζωής και στον δρόμο προς τη θεοποίησή του πέθανε και αναγεννήθηκε τουλάχιστον δύο φορές. Είναι γνωστές από τον Πλούταρχο και τον Διόδωρο τον Σικελιώτη οι μυθολογικές εκδοχές για την επαναφορά του στη ζωή. Στην πρώτη περίπτωση, ο Όσιρις δολοφονήθηκε από τον ζηλιάρη αδερφό του Σεθ και το πτώμα του εναποτέθηκε στον Νείλο. Η αδερφή και σύζυγός του Ίσιδα περιμάζεψε τη σορό και με τη βοήθεια μαγικών τελετουργικών τον επανάφερε στη ζωή. Ο Όσιρις όμως πέθανε λίγο αργότερα και ήταν πάλι ο Σεθ υπαίτιος: αυτή τη φορά διαμέλισε το σώμα του και διασκόρπισε τα κομμάτια του στις τέσσερις γωνιές της οικουμένης.
Η Ίσιδα περιμάζεψε με κόπο τα απομεινάρια του για να τα ενταφιάσει παραδοσιακά και οι αιγύπτιοι θεοί αναγνωρίζοντας την αφοσίωσή της τον επανέφεραν από τον κόσμο των νεκρών, θεοποιώντας τον αυτή τη φορά. Πλέον ήταν ο Θεός των Νεκρών και με την ιδιότητα αυτή αναρριχήθηκε μέχρι τις πρώτες θέσεις του αιγυπτιακού πανθέου…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Δεν ήταν λίγοι οι μελετητές που έσπευσαν να αναγνωρίσουν αναλογίες μεταξύ Όσιρι και θεοτήτων του ελληνικού Δωδεκάθεου, φτάνοντας να τον εξομοιώσουν τελικά με τον Διόνυσο. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν διάφοροι μύθοι για το πώς απέκτησε ο θεός την επωνυμία «δισσότοκος» και για το πόσο λυσσαλέα τον κυνήγησε η πάντοτε ζηλιάρα Ήρα, ο δημοφιλέστερος παραμένει αυτός που θέλει τον Δία να θαμπώνεται από την ομορφιά της παρθένας κόρης του Κάδμου, Σεμέλης, και να ενώνεται μαζί της. Καρπός του έρωτά τους ήταν ο Διόνυσος.
Έξαλλη από τη ζήλεια της και θέλοντας να τους εκδικηθεί, η Ήρα εμφανίζεται στη Σεμέλη και την πείθει να ζητήσει από τον Δία να εμφανιστεί μπροστά της με τη θεϊκή μορφή του, ως απόδειξη της αγάπης του. Όταν λοιπόν εμφανίστηκε μπροστά της ο Ζευς σε όλο του το θεϊκό μεγαλείο, η θνητή Σεμέλη δεν άντεξε τη λάμψη των κεραυνών και των βροντών που έφευγαν από τα χέρια του. Την τύλιξαν οι φλόγες, αν και ο Δίας πρόλαβε και έσωσε το παιδί που είχε στα σπλάχνα της, ράβοντάς το τώρα στον μηρό του.
Έπειτα από εννιά μήνες, ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε από το πόδι του πατέρα του, κάτι που έφερε τα παρατσούκλια «μηρορραφής», «διμήτωρ» και «δισσότοκος»! Σύμφωνα με την άλλη εκδοχή, η Ήρα ξαπέστειλε τους Τιτάνες να τον σκοτώσουν. Αυτοί τον έκοψαν κομμάτια και τον έφαγαν, αφήνοντας μόνο την καρδιά του. Έπειτα ο Δίας τον ανέστησε κυοφορώντας τον στον μηρό του. Ο μύθος του θανάτου και της ανάστασης συνδέθηκε και στο ελληνικό πάνθεο με τη βλάστηση και την καρποφορία και ο Διόνυσος έμεινε τελικά γνωστός ως θεός του οίνου και της αμπέλου…
ΆΔΩΝΙΣ
Στις παραδόσεις των λαών της Ανατολικής Μεσογείου υπάρχουν τουλάχιστον μια ντουζίνα θεοί που βιώνουν το δράμα του θανάτου αλλά και τη λύτρωση της ανάστασης. Πλατιά διαδεδομένη στη Φοινίκη και την Ασία, αιώνες πριν από τη γέννηση του Ιησού, ήταν η λατρεία του θεού Άδωνι, ενός σημιτικού θεού δηλαδή που έγινε δεκτός από τους Έλληνες από πολύ νωρίς, ήδη από τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Άδωνις υπήρξε καρπός μιας άνομης συνεύρεσης πατέρα και κόρης (του Κινύρα και της Αμαζόνας Σμύρνας), γεννήθηκε όμως τόσο ωραίος ώστε η ίδια η Αφροδίτη, που προκάλεσε την ειδεχθή αιμομιξία, τον ερωτεύτηκε παράφορα.
Έδωσε έτσι το βρέφος στην Περσεφόνη να το μεγαλώσει στο βασίλειο του Άδη και ο Άδωνης έγινε αργότερα ένας πανέμορφος άντρας. Τόσο η Περσεφόνη όσο και η Αφροδίτη τον ερωτεύτηκαν και τη θεϊκή διαμάχη ανέλαβε να λύσει ο Δίας, ο οποίος κατέληξε τελικά ότι ο Άδωνις το ένα τρίτο του χρόνου του θα το περνούσε με την Περσεφόνη, το άλλο τρίτο με την Αφροδίτη και το υπόλοιπο του χρόνου όπου εκείνος ήθελε. Κάθε φορά που κατέβαινε ο Άδωνις στον κάτω κόσμο, η φύση πάγωνε και τα λουλούδια μαραίνονταν, καθώς η κάθοδος του Άδωνι στο βασίλειο του Άδη συμβόλιζε τον χειμώνα.
Όμως ο Άρης καραδοκούσε. Αιώνια ερωτευμένος με την Αφροδίτη, θέλησε να βγάλει τον Άδωνι από τη μέση, στέλνοντάς τον οριστικά στο σκοτεινό βασίλειο του κάτω κόσμου. Έτσι μια μέρα που ο Άδωνις είχε πάει για κυνήγι, ο Άρης μεταμορφώθηκε σε αγριογούρουνο και τον σκότωσε. Προς τιμή του Άδωνι, εορταζόταν τα Αδώνια, με συμμετοχή αποκλειστικά γυναικών, που πενθηφορούσαν και τελούσαν «πάντα τα εις κηδείας καθιερωμένα». Οι γυναίκες θρηνούσαν γοερά και κόπτονταν για τον θανόντα θεό και την επόμενη μέρα γιόρταζαν την ανάστασή του…
ΌΝΤΙΝ
Το βαρύ πυροβολικό του βορειοευρωπαϊκού παγανισμού δεν ήταν άλλο από τον πατέρα των τοπικών θεών, τον φοβερό Όντιν. Η σκανδιναβική μυθολογία προέρχεται από τα αρχαία γερμανικά φύλα, τα οποία μετανάστευαν επί αιώνες στον Βορρά και μετέφεραν εκεί τη λατρεία του Θορ, του Όντιν, του Τιρ, της Φρέγια και των άλλων μελών του αρχαίου τευτονικού πανθέου. Κορυφαίος όλων ήταν ο θεός Οντιν, ο οποίος δεν δίστασε να θυσιάσει ένα από τα μάτια του για να λάβει ως αντάλλαγμα την απόλυτη σοφία.
Ο πατέρας όλων των θεών των Βίκινγκ, μια συναρπαστική και πολύπλευρη φιγούρα που λειτουργούσε ως σαμάνος θεραπευτής όταν δεν ήταν θεός του πολέμου, της μάχης, του θανάτου, αλλά και της ποίησης, της μουσικής, της προφητείας και της μαγείας, κατέβαινε στο πεδίο της μάχης πάνω στο άλογό του με τα οκτώ πόδια, έχοντας τα κοράκια Σκέψη και Μνήμη πάντα στους ώμους του. Το μάτι δεν ήταν όμως το μόνο που θυσίασε ο Όντιν στην οδύσσειά του για την απόλυτη γνώση και το δώρο της προφητείας, καθώς σύντομα θα ακολουθούσε και η ίδια του η ζωή.
Σύμφωνα με την ισλανδική μυθολογία, ο Όντιν κρεμάστηκε πάνω στο Δέντρο της Ζωής (όπου και παρέμεινε για εννιά μέρες) και τρυπήθηκε στα πλευρά με λόγχη ώστε να αποκτήσει για λογαριασμό θεών και ανθρώπων τη γνώση των ρούνων και του κόσμου των νεκρών, αλλά και την ικανότητα να προφητεύει το μέλλον. Μετά την αυτοθυσία του, ο Όντιν επέστρεψε στον κόσμο των ανθρώπων πιο δυνατός από ποτέ…
ΓΚΑΝΕΣΑ
Ο Γκανέσα, εξαιτίας της ελεφαντίσιας κεφαλής του, παραμένει ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους θεούς του ινδουισμού. Τόσο οι πανάρχαιες ρίζες της θρησκείας όσο και ο μεγάλος αριθμός των παραδόσεων μάς έχουν κληροδοτήσει μια μεγάλη ποικιλία από ιστορίες που εξηγούν πώς απέκτησε αυτό το μάλλον ανορθόδοξο κεφάλι. Κατά μια εκδοχή, ο Γκανέσα ήταν γιος του Σίβα και της Παρβάτι και η μητέρα του τον είχε βάλει να φυλάει τα ιδιαίτερα διαμερίσματά της. Μια μέρα, ο Σίβα επιχείρησε να μπει στην κρεβατοκάμαρα της Παρβάτι και συνάντησε την αντίθετη γνώμη του Γκανέσα, γι’ αυτό και του έκοψε με μια κίνηση το κεφάλι.
Η μητέρα του ενοχλήθηκε φυσικά από το τραγικό γεγονός, οπότε ο Σίβα υποχρεώθηκε να αντισταθμίσει τον βιαστικό αποκεφαλισμό του Γκανέσα επαναφέροντάς τον από τον κόσμο των νεκρών. Κατά τη διάρκεια της ανάστασης όμως ο Σίβα σκέφτηκε να δώσει στον νεκρό ακόμα Γκανέσα το κεφάλι ελέφαντα, πιθανότατα για να τον κάνει λιγότερο όμορφο. Γι’ αυτό και είναι ο θεός της σοφίας, των τεχνών, των γραμμάτων και της ευημερίας, αλλά όχι και του κάλλους…
ΛΕΜΙΝΚΑΙΚΕΝ
Ο κοκκινοτρίχης θεός του φινλανδικού παγανισμού ήταν ένας λαϊκός ήρωας που επιδόθηκε σε μια προσωπική οδύσσεια, μια αποστολή δηλαδή να αιχμαλωτίσει έναν από τους μαύρους κύκνους του ποταμού του κάτω κόσμου. Σκοτώθηκε βέβαια προσπαθώντας και η σορός του βυθίστηκε στο νερό, παρασύρθηκε από το ρεύμα και χάθηκε από προσώπου γης. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το σώμα του διαμελίστηκε καθώς συγκρουόταν στα βράχια και τα απομεινάρια του διασκορπίστηκαν στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Η μητέρα του όμως, που δεν σταμάτησε ποτέ να τον αναζητεί, περιμάζεψε ένα-ένα τα κομμάτια του και τα έραψε κατόπιν, αν και αυτό δεν τον επανέφερε στη ζωή. Γιατί χρειαζόταν γι’ αυτό το ειδικό μέλι των θεών, τη συγκολλητική ουσία που διέθετε τη μαγική δύναμη να επαναφέρει κάποιον στη ζωή. Κι έτσι η χαροκαμένη μάνα, με τη βοήθεια κάποιων θεών, έστειλε μια μέλισσα να κλέψει μια στάλα από το θεϊκό μέλι, το οποίο έκανε τελικά το μαγικό.
ΤΑΜΟΥΖ
Η αρχαία σημιτική θεότητα της ευφορίας και της βλάστησης ήταν ένας θεός των Σουμερίων η λατρεία του οποίου γενικεύτηκε στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και περιλήφθηκε στο πάνθεο των Ασσύριων και των Βαβυλώνιων. Ο Ταμούζ ξεκίνησε μάλιστα τη θεϊκή του καριέρα ως κοινός θνητός, αν και βασιλιάς. Τον επέλεξε κάποια στιγμή ως αντικείμενο έρωτα η θεά Ινάννα και από δω ξεκινούν οι περιπέτειές του.
Γιατί, σύμφωνα με το Έπος του Γκιλγκαμές, ό,τι κι αν αγαπούσε η Ιστάρ (η βαβυλωνιακή εκδοχή της Ινάνα, η Αστάρτη), κατέληγε χωρίς πνοή μέσα του και ο Ταμούζ δεν αποτέλεσε εξαίρεση, κι έτσι βρέθηκε πριν καλά-καλά το καταλάβει στον κόσμο των νεκρών. Η Ινάνα μαλάκωσε όμως στις αντιδράσεις της και πήγε να τον σώσει από το βασίλειο του σκότους. Κι έτσι τον επανέφερε στη ζωή και τον έκανε θεό, αν και όχι μια φορά, αλλά πολλές, σε έναν αδιάκοπο κύκλο θανάτου και ανάστασης. Κάθε χρόνο, ο Ταμούζ πέθαινε και η Μέση Ανατολή βυθιζόταν στον καύσωνα και την ξηρασία.
Όταν επέστρεφε η περίοδος των βροχών και οι σπόροι άρχιζαν να βλασταίνουν, αυτό ήταν σημάδι της ανάστασής του. Σύμφωνα με άλλη -επίσης πανάρχαια- παραλλαγή του σουμερικού μύθου, ο Ταμούζ ήταν ο θεός ποιμένας που επέλεξε να κατέβει στον Άδη στη θέση της αγαπημένης του συζύγου, θεάς Ινάνα. Η αδελφή του, Γεστινάνα, δέχτηκε να περνά τον μισό χρόνο στον κάτω κόσμο για λογαριασμό του. Ο μύθος παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την ιστορία του Άδωνι…
ΚΕΤΖΑΛΚΟΑΤΛ
Μια από τις κυρίαρχες θεότητες των πολιτισμών της Κεντρικής Αμερικής που παρουσιάζει χτυπητές ομοιότητες με τη χριστιανική ιστορία της ανάστασης είναι ο περίφημος Κετζαλκόατλ, η εικονογραφία του οποίου τον θέλει φτερωτό φίδι, όταν το πανάσχημο και παραμορφωμένο παρουσιαστικό του μεταμορφώθηκε στην τρομακτική αυτή μορφή. Ο θεός των Αζτέκων, των Μάγια (Κουκουλκάν στον πολιτισμό αυτό) και των γειτονικών φυλών του Μεξικού ήταν ο αφέντης των ουρανού και ο δημιουργός των νόμων, αν και είναι η ιδιαίτερη ιστορία του που μας ενδιαφέρει εδώ.
Μεθυσμένος λοιπόν και τυφλωμένος από έρωτα, επιδόθηκε σε σεξουαλικές περιπτύξεις με την αδερφή του και όταν ξεμέθυσε δεν είχε πού να κρυφτεί από την ντροπή του. Κλείστηκε λοιπόν σε μια σαρκοφάγο και ρίχτηκε στο ποτάμι για να πνιγεί, αν και η θεϊκή του φύση δεν κατέθετε εύκολα τα όπλα της ζωής. Κι έτσι ρίχτηκε στην πυρά με όλα του τα υπάρχοντα: οι στάχτες του ανήλθαν στους αιθέρες και έγιναν πουλιά, την ίδια ώρα που η καρδιά του έφτασε στα ανώτερα στρώματα του ουρανού και αποκρυσταλλώθηκε στον Αυγερινό. Έπειτα από τέσσερις μέρες στον κάτω κόσμο, βρήκε τελικά τη θέση του στο πάνθεο των Αζτέκων.
Ο θάνατος και η ανάστασή του συνδέθηκαν με τη μυθολογία της δημιουργίας και καταστροφής του κόσμου στις Τέσσερις (πρώτες) Εποχές, ενώ ήταν ο κύριος άρχοντας της Πέμπτης Εποχής του κόσμου. Σύμφωνα με άλλο μύθο, ο Κετζαλκόατλ κατέβηκε στον κόσμο των νεκρών και μάζεψε τα οστά των ανθρώπων από τις προηγούμενες εποχές δημιουργίας, τα οποία ράντισε με το αίμα του σε μια πράξη ύστατης αυτοθυσίας και έπλασε έτσι τους ανθρώπους της νέας εποχής. Ο ισπανός κατακτητής του Μεξικού Ερνάν Κορτές εκμεταλλεύτηκε τον θρύλο του Κετζαλκόατλ και παρουσιάστηκε στον Μοντεζούμα Β’ ως προσωποποίηση της θεότητας…
ΚΡΙΣΝΑ
Η σημαντικότατη ινδουιστική θεότητα, η ίδια η μετενσάρκωση του σπουδαίου Βισνού ή το υπέρτατο ον των ινδουιστών, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Σύμφωνα με το άλλο ιερό κείμενο της θρησκείας, το έπος Μαχαμπαράτα, η ανθρώπινη ενσάρκωση του Βισνού σε Κρίσνα (που απεικονίζεται συνήθως ως παιδί που παίζει φλάουτο ή νεαρός πρίγκιπας) του έδινε τη δυνατότητα να καταλαβαίνει καλύτερα την ανθρώπινη φύση και να αλληλεπιδρά με τους πιστούς.
Έπειτα από πάμπολλες περιπέτειες, πολέμους και εξερευνητικές αποστολές στις εσχατιές του σύμπαντος, ο Κρίσνα πήγε σε μια θρησκευτική γιορτή και από τις διαμάχες που ξέσπασαν εκεί αναγκάστηκε να αποσυρθεί σε ένα δάσος για διαλογισμό. Την ώρα λοιπόν που συλλογιζόταν στην πλατιά σκιά ενός δέντρου, ένας κυνηγός τον μπέρδεψε με ελάφι και τον τραυμάτισε θανάσιμα με το βέλος του. Ο Κρίσνα πέθανε και το σώμα του κάηκε τελετουργικά, αν και όντας θεός ήταν μόνο η ανθρώπινη φύση του που άφησε την τελευταία της πνοή. Ο άφθαρτος Κρίσνα ανήλθε στους ουρανούς μετά τη θεϊκή του ανάσταση.
Τη στιγμή του θανάτου του μάλιστα ο ουρανός σκοτείνιασε και ο Κρίσνα κατέβηκε στον κάτω κόσμο, αν και την τρίτη μέρα αναστήθηκε και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Πολλοί μύθοι και θρύλοι έχουν βαλθεί να απαθανατίσουν τα χρονικά του και δεν συμφωνούν όλοι, όπως η ιστορία που απαθανατίζεται στο ιερό κείμενο του ινδουισμού Μπαγκαβάτ Γκίτα.
ΜΙΘΡΑΣ
Την ώρα που ο θεός Άττις της Φρυγίας, άλλη μια υπερφυσική οντότητα συνδεδεμένη με τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, θα μπορούσε κάλλιστα να περιληφθεί στη λίστα μας καθώς αναστήθηκε την τρίτη μέρα του θανάτου του (είχε σταυρωθεί πάνω σε δέντρο), ο Μίθρας των Περσών του έκλεψε όλη τη δόξα. Γνωστός και ως «παγανιστής Χριστός», ο θεός των Περσών και μεγάλο όνομα του ζωροαστρισμού γενικεύτηκε στη Δύση: η λατρεία του Μίθρα ανήκει στις μυστηριακές λατρείες που αναδύθηκαν κατά την ελληνιστική εποχή ως μια νέα μορφή θρησκευτικότητας, η οποία έμεινε γνωστή ως μιθραϊσμός.
Ο κόσμος της Ανατολής παντρεύτηκε με τον ελληνορωμαϊκό και η οικουμενική γέννηση του Μίθρα ήταν γεγονός, ως θεός πλέον του ουράνιου φωτός, εγγυητής του όρκου, προστάτης της αλήθειας και εχθρός του ψεύδους. Η λατρεία του εξαπλώθηκε στη Μεσόγειο κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ. και ενείχε εντυπωσιακές ομοιότητες με τη χριστιανική ιστορία του Ιησού από τη Ναζαρέτ, όπως η θεία ευχαριστία. Η ελληνιστική και ρωμαϊκή μυστηριακή λατρεία αντλούσε φυσικά στοιχεία από τον περσικό θεό, ο οποίος στα ιερά ζωροαστρικά συγγράμματα ήταν ο Σωτήρας, ο θεός του Ήλιου και το πνεύμα του καλού.
Ο Μίθρας πέθανε και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, την ίδια ώρα που οι αναλογίες του με τον Ναζωραίο παραμένουν αξιοσημείωτες. Ο μιθραϊσμός άκμασε στη Ρώμη και το Βατικανό μάλιστα είναι χτισμένο στα ερείπια αρχαίου μιθραίου. Όσο για την επιγραφή...
«Αυτός που δεν θα φάει από το σώμα μου ούτε θα πιει από το αίμα μου έτσι ώστε να γίνει ένα με μένα και εγώ με αυτόν, αυτός δεν θα σωθεί», αυτή η επιγραφή που σώζεται στο Βατικανό, δεν είναι χριστιανική αλλά μιθραϊκή.
Πώς προέκυψαν τα μαθηματικά
Τα Ελληνικά μαθηματικά ήταν προϊόν εσωτερικής αναζήτησης και φιλοσοφίας, ή προέκυψαν από τις πρακτικές ανάγκες των ανθρώπων;
Τα Ελληνικά μαθηματικά παραπέμπουν στα μαθηματικά που είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα από την εποχή του Θαλή του Μιλήσιου (~ 600 π.Χ.) μέχρι το κλείσιμο της Ακαδημίας των Αθηνών, το 529 μ.Χ..
Οι Έλληνες μαθηματικοί ζούσαν σε πόλεις που εξαπλώθηκαν σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, από την Ιταλία έως τη Βόρεια Αφρική, αλλά παρέμεναν ενωμένοι γλωσσικά και πολιτισμικά. Τα ελληνικά μαθηματικά μετά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, συχνά ονομάζονται και Ελληνιστικά Μαθηματικά.
Τα ελληνικά μαθηματικά ήταν πολύ πιο περίπλοκα από τα μαθηματικά που αναπτύχθηκαν σε προγενέστερους πολιτισμούς. Όλα τα σωζόμενα αρχεία των προ-ελληνικών μαθηματικών, μας δείχνουν τη χρήση της επαγωγικής λογικής, δηλαδή, τις επαναλαμβανόμενες παρατηρήσεις που χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό των κανόνων του αντίχειρα.
Οι Έλληνες Μαθηματικοί, αντίθετα, έκαναν χρήση του επαγωγικού συλλογισμού. Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τη λογική για να εξάγουν συμπεράσματα από τους ορισμούς και τα αξιώματα και χρησιμοποιώντας μαθηματική ακρίβεια, να τα αποδείξουν.
Τα ελληνικά μαθηματικά, θεωρείται ότι έχουν ξεκινήσει με το Θαλή το Μιλήσιο (περ. 624-546 π.Χ.) και τον Πυθαγόρα τον Σάμιο (περ. 583-507 π.Χ.). Αν και το εύρος της επιρροής αμφισβητείται, πιθανότατα εμπνεύστηκαν από τα αιγυπτιακά και τα βαβυλωνιακά μαθηματικά.
Σύμφωνα με το μύθο, ο Πυθαγόρας ταξίδεψε στην Αίγυπτο για να μάθει μαθηματικά, γεωμετρία και αστρονομία από τους Αιγύπτιους ιερείς.
Ο Θαλής χρησιμοποιούσε γεωμετρία για την επίλυση προβλημάτων όπως ο υπολογισμός του ύψους των πυραμίδων και την απόσταση των πλοίων από την ακτή. Σε αυτόν αποδίδεται η πρώτη χρήση παραγωγικού συλλογισμού που εφαρμόζεται στη γεωμετρία, το οποίο απορρέει από τα τέσσερα θεωρήματα που υποστηρίζεται ότι απέδειξε ο ίδιος.
Ως αποτέλεσμα, έχει αναγνωριστεί ως ο πρώτος αληθινός μαθηματικός αλλά και ο πρώτος γνωστός άνθρωπος στον οποίο έχει αποδοθεί μια μαθηματική ανακάλυψη. Ο Πυθαγόρας ίδρυσε την Πυθαγόρεια Σχολή, η οποία υποστήριζε ότι τα μαθηματικά κυβερνούν το σύμπαν και σύνθημα της ήταν «Το παν είναι αριθμός».
Ήταν οι Πυθαγόρειοι που επινόησαν τον όρο ¨μαθηματικά» και εκείνοι που ξεκίνησαν, για δικούς του λόγους, τη μελέτη των μαθηματικών. Στους Πυθαγόρειους αποδίδεται η πρώτη απόδειξη του Πυθαγορείου θεωρήματος, αν και η δήλωση του θεωρήματος έχει μια μεγάλη ιστορία, όπως και η απόδειξη της ύπαρξης των άρρητων αριθμών.
Ο Πλάτων (428/427 π.Χ. – 348/347 π.Χ.) παίζει σημαντικό ρόλο στην ιστορία των μαθηματικών κυρίως γιατί ενέπνεε και διεύθυνε τους υπόλοιπους. Η Ακαδημία του Πλάτωνα στην Αθήνα, έγινε το μαθηματικό κέντρο του κόσμου τον 4ο αιώνα π.Χ. και ήταν η Ακαδημία απ’ την οποία προήλθαν κορυφαίοι μαθηματικοί της εποχής όπως ο Εύδοξος από την Κνίδο.
Ο Πλάτωνας ασχολήθηκε επίσης και με τα θεμέλια των μαθηματικών, διευκρίνισε κάποιους ορισμούς και αναδιοργάνωσε τις υποθέσεις. Η αναλυτική μέθοδος αποδίδεται στον Πλάτωνα ενώ και μια φόρμουλα εύρεσης πυθαγορείων τριάδων φέρει το όνομα του.
Ο Εύδοξος (408-περ.355 π.Χ.) ανέπτυξε τη μέθοδο της εξάντλησης, έναν πρόδρομο για τη σύγχρονη ολοκλήρωση και μια θεωρία που αφορούσε λόγους, αποφεύγοντας έτσι το πρόβλημα των ασύμμετρων μεγεθών.
Η πρώτη επέτρεψε τους υπολογισμούς των επιφανειών και των όγκων των καμπυλών, ενώ η τελευταία επέτρεψε στους επόμενους γεωμέτρες να κάνουν σημαντικές προόδους στη γεωμετρία. Αν και ο ίδιος δεν έκανε ειδικές τεχνικές μαθηματικές ανακαλύψεις, ο Αριστοτέλης (384-περ.322 π.Χ.) συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη των μαθηματικών, θέτοντας τις βάσεις της λογικής.
Τον 3ο αιώνα π.Χ., το κορυφαίο κέντρο της μαθηματικής εκπαίδευσης και της έρευνας ήταν το Μουσείο της Αλεξάνδρειας. Εκεί δίδαξε ο Ευκλείδης και έγραψε τα Στοιχεία (περ. 300 π.Χ.), τα οποία θεωρούνται ευρέως ως τα πιο επιτυχημένα και με την μεγαλύτερη επιρροή, βιβλία όλων των εποχών.
Τα Στοιχεία, τα οποία εισήγαγαν τη μαθηματική ακρίβεια μέσω της αξιωματικής μεθόδου, είναι το αρχαιότερο παράδειγμα που χρησιμοποίησε τη μορφή, ορισμός, αξίωμα, θεώρημα και απόδειξη, που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα. Αν και τα περισσότερα από τα περιεχόμενα των Στοιχείων ήταν γνωστά, ο Ευκλείδης τα τοποθέτησε σε ένα ενιαίο, συνεκτικό και λογικό πλαίσιο.
Τα Στοιχεία ήταν γνωστά σε όλους τους μορφωμένους ανθρώπους της Δύσης μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα και το περιεχόμενο τους εξακολουθεί να διδάσκεται σε τάξεις γεωμετρίας μέχρι και σήμερα.
Εκτός από τα γνωστά θεωρήματα της Ευκλείδειας γεωμετρίας, τα Στοιχεία γράφτηκαν και ως ένα εισαγωγικό εγχειρίδιο που κάλυπτε όλα τα στοιχειώδη μαθηματικά της εποχής, όπως η θεωρία αριθμών, η άλγεβρα και η στερεά γεωμετρία, ενώ περιείχε και τις αποδείξεις ότι η ρίζα του 2 είναι άρρητος αριθμός και ότι υπάρχουν άπειροι πρώτοι αριθμοί.
Ο Ευκλείδης έγραψε και για άλλα θέματα όπως για κωνικές τομές, οπτική, και σφαιρική γεωμετρία, και την μηχανική, αλλά μόνο τα μισά από αυτά έχουν σωθεί.
Ο Αρχιμήδης (287 – 212 π.Χ.) ο Συρακούσιος, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς της αρχαιότητας, χρησιμοποίησε τη μέθοδο της εξάντλησης για να υπολογίσει την περιοχή κάτω από το τόξο μίας παραβολής με το άθροισμα των άπειρων σειρών, με τρόπο όχι ιδιαίτερα ανόμοιο σε σχέση με τους μοντέρνους λογισμούς.
Επιπλέον απέδειξε ότι κάποιος μπορεί να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο της εξάρτησης για να υπολογίσει την τιμή του π με όσο περισσότερη ακρίβεια γίνεται, και να αποσπάσει την πιο ακριβή τιμή του π που έχει υπάρξει, 310⁄71 < π < 310⁄70 .
Επιπλέον σπούδασε την σπείρα, δίνοντας της το όνομα του, εξάγοντας συναρτήσεις από τους όγκους των γεωμετρικών επιφανειών (παραβολή, έλλειψη, υπερβολή), και ενός ευφυέστατου συστήματος για να εκφράζει πολύ μεγάλους αριθμούς.
Ενώ είναι γνωστός για τη συνεισφορά του στη φυσική και σε πολλές μηχανικές συσκευές, ο Αρχιμήδης εγκαθίδρυσε τον εαυτό του ανώτερο από κάθε σκέψη και γενικούς μαθηματικούς κανόνες. Θεώρησε ως το μέγιστο κατόρθωμα του την ανακάλυψη μέτρησης της επιφάνειας και του όγκου μίας σφαίρας, η οποία ισούται με τα 2/3 της επιφάνειας και του όγκου ενός εγγεγραμμένου κυλίνδρου στη σφαίρα.
Ο Απολλώνιος ο Περγαίος (262-190 π.Χ.) έκανε σημαντικές βελτιώσεις στην μελέτη του κώνου, αποδεικνύοντας ότι μπορεί κανείς να παρατηρήσει και τις τρεις διαστάσεις του κώνου μεταβάλλοντας την άκρη του σχήματος έτσι ώστε να δημιουργηθούν δύο αντίθετοι κώνοι με την ίδια άκρη.
Επίσης χάραξε την ορολογία για τους κώνους όπως αυτή χρησιμοποιείται έως και σήμερα, με το όνομα παραβολή (“πλάγιο επίπεδο” ή “σύγκριση”), “έλλειψη” (“‘έλλειψη”), ”υπερβολή” (“μπροστινό επίπεδο”).
Η δουλεία του πάνω στην θεωρία των Κώνων είναι μία από τις καλύτερες όλων των εποχών, ή οποία διατηρείται από την αρχαιότητα έως και σήμερα και από την οποία εκπορεύονται πολλά ανεκτίμητα θεωρήματα για τους κώνους που θα χρησιμοποιηθούν αργότερα από μαθηματικούς και αστρονόμους που θα μελετήσουν την κίνηση των πλανητών, όπως ο Isaac Newton.
Ενώ ούτε ο Απολλώνιος, αλλά ούτε και κανένας άλλος Έλληνα μαθηματικός έκανε την υπέρβαση στον τομέα της γεωμετρίας, η προσέγγιση των καμπυλών από τον Απολλώνιο τείνει να μοιάζει με την μοντέρνα και μέρος του έργου του θα βοηθήσει στην ανάπτυξη της αναλυτικής γεωμετρίας από τον Descartes περίπου 1800 χρόνια μετά.
Περίπου την ίδια εποχή, Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (c. 276-194 BC) επινόησε το Κόσκινο του Ερατοσθένη το οποίο έβρισκε τους πρώτους αριθμούς. Ο 3ος αιώνα π.Χ θεωρείται ως ο ” Χρυσός Αιώνας” για τους Έλληνες μαθηματικούς, με προόδους στα καθαρά μαθηματικά σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο ύφεση.
Παρόλα αυτά, στους αιώνες που ακολούθησαν έγιναν σημαντικές πρόοδοι στα εφαρμοσμένα μαθηματικά, και ιδιαίτερα στην τριγωνομετρία , όπου σε μεγάλο βαθμό απευθυνόταν στις ανάγκες των αστροναυτών. Ο Ίππαρχος της Νίκαιας(c. 190-120 π.Χ) θεωρείται ο θεμελιωτής της τριγωνομετρίας και ιδιαίτερα του πρώτου γνωστού τριγωνομετρικού πίνακα, και σε αυτόν οφείλεται επίσης και η συστηματική χρήση του κύκλου με 360 μοίρες.
Ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς (c. 10–70 μ.Χ) είναι γνωστός για τον Τύπο του Ήρωνα με τον οποίο βρήκε την περιοχή ενός σκαλινού τριγώνου και ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε την πιθανότητα οι αρνητικοί αριθμοί να έχουν τετραγωνική ρίζα.
Ο Μενέλαος ο Αλεξανδρεύς (c. 100 μ.Χ) πρωτοστάτησε στην σφαιρική τριγωνομετρία μέσω του θεωρήματος Μενέλαου. Η πιο ολοκληρωμένη και σημαντική τριγωνομετρική συνεισφορά στην αρχαιότητα ήταν η Αλμαγέστη του Κλαύδιου Πτολεμαίου(c. AD 90-168), ορόσημο στην αστρονομική διατριβή εκ των οποίων οι τριγωνομετρικοί πίνακες χρησιμοποιήθηκαν από αστροναύτες για χιλιάδες χρόνια.
Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος έχει διατυπώσει επίσης και ένα θεώρημα, το θεώρημα του Πτολεμαίου από όπου απορρέουν τριγωνομετρικές ποσότητες, και η πιο ακριβής τιμή του π έξω από την Κίνα μέχρι την μεσαιωνική περίοδο, 3.1416.
Μετά από τον Κλαύδιο ακολούθησε μια περίοδος στασιμότητας, η περίοδος μεταξύ 250 και 350 μερικές φορές αναφέρεται ως ” Ασημένια Χρόνια” των Ελλήνων μαθηματικών. Σε αυτή την περίοδο, ο Διόφαντος ο Αλεξανδρεύς έκανε σημαντικές βελτιώσεις στην άλγεβρα, και συγκεκριμένα την απροσδιόριστη ανάλυση,η οποία είναι επίσης γνωστή ως “Διοφαντική Ανάλυση”.
Η μελέτη των Διοφαντικών εξισώσεων και της Διοφαντικής προσέγγισης είναι μια σημαντική συνεισφορά στις έρευνες που γίνονται εως και σήμερα. Η βασική του δουλεία ήταν πάνω στην Αριθμητική, μια συλλογή από 150 αλγεβρικά προβλήματα τα οποία σχετίζονται με ακριβής λύσεις για τις απροσδιόριστες εξισώσεις.
Η Αριθμητική είχε μια σημαντική επιρροή στους μεταγενέστερους μαθηματικούς, όπως τον Πιέρ Ντε Φερμά , ο οποίος κατέληξε στο φημισμένο του θεώρημα, το Τελευταίο θεώρημα μετά από την προσπάθειά του να γενικεύσει το πρόβλημα που είχε διαβάσει στην Αριθμητική ( αυτό που χωρίζει ένα τετράγωνο σε δύο μικρότερα τετράγωνα). Ο Διόφαντος έκανε επίσης σημαντικές βελτιώσεις στον συμβολισμό, η Αριθμητική ήταν το πρώτο δείγμα από αλγεβρικούς συμβολισμούς και συγκοπές.
Η πρώτη γυναίκα μαθηματικός στην ιστορία ήταν η Υπατία της Αλεξάνδρειας (350 – 415 μ.Χ.). Διαδέχθηκε τον πατέρα της ως Βιβλιοθηκάριος τηε Μεγίστης Βιβλιοθήκης και συνέγραψε μεγάλο έργο πάνω στα εφαρμοσμένα μαθηματικά.
Λόγω μίας πολιτικής αντιπαράθεσης, τιμωρήθηκε από την Χριστιανική αδελφότητα της Αλεξάνδρειας, θεωρώντας την ως συνένοχο, μαστιγώνοντας την γυμνή και αφαιρώντας της το δέρμα χρησιμοποιώντας όστρακα (φήμες κάνουν λόγο για κεραμίδια).
Τα Ελληνικά μαθηματικά παραπέμπουν στα μαθηματικά που είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα από την εποχή του Θαλή του Μιλήσιου (~ 600 π.Χ.) μέχρι το κλείσιμο της Ακαδημίας των Αθηνών, το 529 μ.Χ..
Οι Έλληνες μαθηματικοί ζούσαν σε πόλεις που εξαπλώθηκαν σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, από την Ιταλία έως τη Βόρεια Αφρική, αλλά παρέμεναν ενωμένοι γλωσσικά και πολιτισμικά. Τα ελληνικά μαθηματικά μετά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, συχνά ονομάζονται και Ελληνιστικά Μαθηματικά.
Τα ελληνικά μαθηματικά ήταν πολύ πιο περίπλοκα από τα μαθηματικά που αναπτύχθηκαν σε προγενέστερους πολιτισμούς. Όλα τα σωζόμενα αρχεία των προ-ελληνικών μαθηματικών, μας δείχνουν τη χρήση της επαγωγικής λογικής, δηλαδή, τις επαναλαμβανόμενες παρατηρήσεις που χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό των κανόνων του αντίχειρα.
Οι Έλληνες Μαθηματικοί, αντίθετα, έκαναν χρήση του επαγωγικού συλλογισμού. Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τη λογική για να εξάγουν συμπεράσματα από τους ορισμούς και τα αξιώματα και χρησιμοποιώντας μαθηματική ακρίβεια, να τα αποδείξουν.
Τα ελληνικά μαθηματικά, θεωρείται ότι έχουν ξεκινήσει με το Θαλή το Μιλήσιο (περ. 624-546 π.Χ.) και τον Πυθαγόρα τον Σάμιο (περ. 583-507 π.Χ.). Αν και το εύρος της επιρροής αμφισβητείται, πιθανότατα εμπνεύστηκαν από τα αιγυπτιακά και τα βαβυλωνιακά μαθηματικά.
Σύμφωνα με το μύθο, ο Πυθαγόρας ταξίδεψε στην Αίγυπτο για να μάθει μαθηματικά, γεωμετρία και αστρονομία από τους Αιγύπτιους ιερείς.
Ο Θαλής χρησιμοποιούσε γεωμετρία για την επίλυση προβλημάτων όπως ο υπολογισμός του ύψους των πυραμίδων και την απόσταση των πλοίων από την ακτή. Σε αυτόν αποδίδεται η πρώτη χρήση παραγωγικού συλλογισμού που εφαρμόζεται στη γεωμετρία, το οποίο απορρέει από τα τέσσερα θεωρήματα που υποστηρίζεται ότι απέδειξε ο ίδιος.
Ως αποτέλεσμα, έχει αναγνωριστεί ως ο πρώτος αληθινός μαθηματικός αλλά και ο πρώτος γνωστός άνθρωπος στον οποίο έχει αποδοθεί μια μαθηματική ανακάλυψη. Ο Πυθαγόρας ίδρυσε την Πυθαγόρεια Σχολή, η οποία υποστήριζε ότι τα μαθηματικά κυβερνούν το σύμπαν και σύνθημα της ήταν «Το παν είναι αριθμός».
Ήταν οι Πυθαγόρειοι που επινόησαν τον όρο ¨μαθηματικά» και εκείνοι που ξεκίνησαν, για δικούς του λόγους, τη μελέτη των μαθηματικών. Στους Πυθαγόρειους αποδίδεται η πρώτη απόδειξη του Πυθαγορείου θεωρήματος, αν και η δήλωση του θεωρήματος έχει μια μεγάλη ιστορία, όπως και η απόδειξη της ύπαρξης των άρρητων αριθμών.
Ο Πλάτων (428/427 π.Χ. – 348/347 π.Χ.) παίζει σημαντικό ρόλο στην ιστορία των μαθηματικών κυρίως γιατί ενέπνεε και διεύθυνε τους υπόλοιπους. Η Ακαδημία του Πλάτωνα στην Αθήνα, έγινε το μαθηματικό κέντρο του κόσμου τον 4ο αιώνα π.Χ. και ήταν η Ακαδημία απ’ την οποία προήλθαν κορυφαίοι μαθηματικοί της εποχής όπως ο Εύδοξος από την Κνίδο.
Ο Πλάτωνας ασχολήθηκε επίσης και με τα θεμέλια των μαθηματικών, διευκρίνισε κάποιους ορισμούς και αναδιοργάνωσε τις υποθέσεις. Η αναλυτική μέθοδος αποδίδεται στον Πλάτωνα ενώ και μια φόρμουλα εύρεσης πυθαγορείων τριάδων φέρει το όνομα του.
Ο Εύδοξος (408-περ.355 π.Χ.) ανέπτυξε τη μέθοδο της εξάντλησης, έναν πρόδρομο για τη σύγχρονη ολοκλήρωση και μια θεωρία που αφορούσε λόγους, αποφεύγοντας έτσι το πρόβλημα των ασύμμετρων μεγεθών.
Η πρώτη επέτρεψε τους υπολογισμούς των επιφανειών και των όγκων των καμπυλών, ενώ η τελευταία επέτρεψε στους επόμενους γεωμέτρες να κάνουν σημαντικές προόδους στη γεωμετρία. Αν και ο ίδιος δεν έκανε ειδικές τεχνικές μαθηματικές ανακαλύψεις, ο Αριστοτέλης (384-περ.322 π.Χ.) συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη των μαθηματικών, θέτοντας τις βάσεις της λογικής.
Τον 3ο αιώνα π.Χ., το κορυφαίο κέντρο της μαθηματικής εκπαίδευσης και της έρευνας ήταν το Μουσείο της Αλεξάνδρειας. Εκεί δίδαξε ο Ευκλείδης και έγραψε τα Στοιχεία (περ. 300 π.Χ.), τα οποία θεωρούνται ευρέως ως τα πιο επιτυχημένα και με την μεγαλύτερη επιρροή, βιβλία όλων των εποχών.
Τα Στοιχεία, τα οποία εισήγαγαν τη μαθηματική ακρίβεια μέσω της αξιωματικής μεθόδου, είναι το αρχαιότερο παράδειγμα που χρησιμοποίησε τη μορφή, ορισμός, αξίωμα, θεώρημα και απόδειξη, που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα. Αν και τα περισσότερα από τα περιεχόμενα των Στοιχείων ήταν γνωστά, ο Ευκλείδης τα τοποθέτησε σε ένα ενιαίο, συνεκτικό και λογικό πλαίσιο.
Τα Στοιχεία ήταν γνωστά σε όλους τους μορφωμένους ανθρώπους της Δύσης μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα και το περιεχόμενο τους εξακολουθεί να διδάσκεται σε τάξεις γεωμετρίας μέχρι και σήμερα.
Εκτός από τα γνωστά θεωρήματα της Ευκλείδειας γεωμετρίας, τα Στοιχεία γράφτηκαν και ως ένα εισαγωγικό εγχειρίδιο που κάλυπτε όλα τα στοιχειώδη μαθηματικά της εποχής, όπως η θεωρία αριθμών, η άλγεβρα και η στερεά γεωμετρία, ενώ περιείχε και τις αποδείξεις ότι η ρίζα του 2 είναι άρρητος αριθμός και ότι υπάρχουν άπειροι πρώτοι αριθμοί.
Ο Ευκλείδης έγραψε και για άλλα θέματα όπως για κωνικές τομές, οπτική, και σφαιρική γεωμετρία, και την μηχανική, αλλά μόνο τα μισά από αυτά έχουν σωθεί.
Ο Αρχιμήδης (287 – 212 π.Χ.) ο Συρακούσιος, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς της αρχαιότητας, χρησιμοποίησε τη μέθοδο της εξάντλησης για να υπολογίσει την περιοχή κάτω από το τόξο μίας παραβολής με το άθροισμα των άπειρων σειρών, με τρόπο όχι ιδιαίτερα ανόμοιο σε σχέση με τους μοντέρνους λογισμούς.
Επιπλέον απέδειξε ότι κάποιος μπορεί να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο της εξάρτησης για να υπολογίσει την τιμή του π με όσο περισσότερη ακρίβεια γίνεται, και να αποσπάσει την πιο ακριβή τιμή του π που έχει υπάρξει, 310⁄71 < π < 310⁄70 .
Επιπλέον σπούδασε την σπείρα, δίνοντας της το όνομα του, εξάγοντας συναρτήσεις από τους όγκους των γεωμετρικών επιφανειών (παραβολή, έλλειψη, υπερβολή), και ενός ευφυέστατου συστήματος για να εκφράζει πολύ μεγάλους αριθμούς.
Ενώ είναι γνωστός για τη συνεισφορά του στη φυσική και σε πολλές μηχανικές συσκευές, ο Αρχιμήδης εγκαθίδρυσε τον εαυτό του ανώτερο από κάθε σκέψη και γενικούς μαθηματικούς κανόνες. Θεώρησε ως το μέγιστο κατόρθωμα του την ανακάλυψη μέτρησης της επιφάνειας και του όγκου μίας σφαίρας, η οποία ισούται με τα 2/3 της επιφάνειας και του όγκου ενός εγγεγραμμένου κυλίνδρου στη σφαίρα.
Ο Απολλώνιος ο Περγαίος (262-190 π.Χ.) έκανε σημαντικές βελτιώσεις στην μελέτη του κώνου, αποδεικνύοντας ότι μπορεί κανείς να παρατηρήσει και τις τρεις διαστάσεις του κώνου μεταβάλλοντας την άκρη του σχήματος έτσι ώστε να δημιουργηθούν δύο αντίθετοι κώνοι με την ίδια άκρη.
Επίσης χάραξε την ορολογία για τους κώνους όπως αυτή χρησιμοποιείται έως και σήμερα, με το όνομα παραβολή (“πλάγιο επίπεδο” ή “σύγκριση”), “έλλειψη” (“‘έλλειψη”), ”υπερβολή” (“μπροστινό επίπεδο”).
Η δουλεία του πάνω στην θεωρία των Κώνων είναι μία από τις καλύτερες όλων των εποχών, ή οποία διατηρείται από την αρχαιότητα έως και σήμερα και από την οποία εκπορεύονται πολλά ανεκτίμητα θεωρήματα για τους κώνους που θα χρησιμοποιηθούν αργότερα από μαθηματικούς και αστρονόμους που θα μελετήσουν την κίνηση των πλανητών, όπως ο Isaac Newton.
Ενώ ούτε ο Απολλώνιος, αλλά ούτε και κανένας άλλος Έλληνα μαθηματικός έκανε την υπέρβαση στον τομέα της γεωμετρίας, η προσέγγιση των καμπυλών από τον Απολλώνιο τείνει να μοιάζει με την μοντέρνα και μέρος του έργου του θα βοηθήσει στην ανάπτυξη της αναλυτικής γεωμετρίας από τον Descartes περίπου 1800 χρόνια μετά.
Περίπου την ίδια εποχή, Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (c. 276-194 BC) επινόησε το Κόσκινο του Ερατοσθένη το οποίο έβρισκε τους πρώτους αριθμούς. Ο 3ος αιώνα π.Χ θεωρείται ως ο ” Χρυσός Αιώνας” για τους Έλληνες μαθηματικούς, με προόδους στα καθαρά μαθηματικά σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο ύφεση.
Παρόλα αυτά, στους αιώνες που ακολούθησαν έγιναν σημαντικές πρόοδοι στα εφαρμοσμένα μαθηματικά, και ιδιαίτερα στην τριγωνομετρία , όπου σε μεγάλο βαθμό απευθυνόταν στις ανάγκες των αστροναυτών. Ο Ίππαρχος της Νίκαιας(c. 190-120 π.Χ) θεωρείται ο θεμελιωτής της τριγωνομετρίας και ιδιαίτερα του πρώτου γνωστού τριγωνομετρικού πίνακα, και σε αυτόν οφείλεται επίσης και η συστηματική χρήση του κύκλου με 360 μοίρες.
Ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς (c. 10–70 μ.Χ) είναι γνωστός για τον Τύπο του Ήρωνα με τον οποίο βρήκε την περιοχή ενός σκαλινού τριγώνου και ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε την πιθανότητα οι αρνητικοί αριθμοί να έχουν τετραγωνική ρίζα.
Ο Μενέλαος ο Αλεξανδρεύς (c. 100 μ.Χ) πρωτοστάτησε στην σφαιρική τριγωνομετρία μέσω του θεωρήματος Μενέλαου. Η πιο ολοκληρωμένη και σημαντική τριγωνομετρική συνεισφορά στην αρχαιότητα ήταν η Αλμαγέστη του Κλαύδιου Πτολεμαίου(c. AD 90-168), ορόσημο στην αστρονομική διατριβή εκ των οποίων οι τριγωνομετρικοί πίνακες χρησιμοποιήθηκαν από αστροναύτες για χιλιάδες χρόνια.
Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος έχει διατυπώσει επίσης και ένα θεώρημα, το θεώρημα του Πτολεμαίου από όπου απορρέουν τριγωνομετρικές ποσότητες, και η πιο ακριβής τιμή του π έξω από την Κίνα μέχρι την μεσαιωνική περίοδο, 3.1416.
Μετά από τον Κλαύδιο ακολούθησε μια περίοδος στασιμότητας, η περίοδος μεταξύ 250 και 350 μερικές φορές αναφέρεται ως ” Ασημένια Χρόνια” των Ελλήνων μαθηματικών. Σε αυτή την περίοδο, ο Διόφαντος ο Αλεξανδρεύς έκανε σημαντικές βελτιώσεις στην άλγεβρα, και συγκεκριμένα την απροσδιόριστη ανάλυση,η οποία είναι επίσης γνωστή ως “Διοφαντική Ανάλυση”.
Η μελέτη των Διοφαντικών εξισώσεων και της Διοφαντικής προσέγγισης είναι μια σημαντική συνεισφορά στις έρευνες που γίνονται εως και σήμερα. Η βασική του δουλεία ήταν πάνω στην Αριθμητική, μια συλλογή από 150 αλγεβρικά προβλήματα τα οποία σχετίζονται με ακριβής λύσεις για τις απροσδιόριστες εξισώσεις.
Η Αριθμητική είχε μια σημαντική επιρροή στους μεταγενέστερους μαθηματικούς, όπως τον Πιέρ Ντε Φερμά , ο οποίος κατέληξε στο φημισμένο του θεώρημα, το Τελευταίο θεώρημα μετά από την προσπάθειά του να γενικεύσει το πρόβλημα που είχε διαβάσει στην Αριθμητική ( αυτό που χωρίζει ένα τετράγωνο σε δύο μικρότερα τετράγωνα). Ο Διόφαντος έκανε επίσης σημαντικές βελτιώσεις στον συμβολισμό, η Αριθμητική ήταν το πρώτο δείγμα από αλγεβρικούς συμβολισμούς και συγκοπές.
Η πρώτη γυναίκα μαθηματικός στην ιστορία ήταν η Υπατία της Αλεξάνδρειας (350 – 415 μ.Χ.). Διαδέχθηκε τον πατέρα της ως Βιβλιοθηκάριος τηε Μεγίστης Βιβλιοθήκης και συνέγραψε μεγάλο έργο πάνω στα εφαρμοσμένα μαθηματικά.
Λόγω μίας πολιτικής αντιπαράθεσης, τιμωρήθηκε από την Χριστιανική αδελφότητα της Αλεξάνδρειας, θεωρώντας την ως συνένοχο, μαστιγώνοντας την γυμνή και αφαιρώντας της το δέρμα χρησιμοποιώντας όστρακα (φήμες κάνουν λόγο για κεραμίδια).
Γιατί στην αρχαία Ελλάδα ανάσταιναν τους Θεούς τους;
Στην αρχαία Ελλάδα όπως και σε πολλές θρησκείες του αρχαίου κόσμου, απαντώνται παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες θεοί γνώρισαν τον θάνατο και στη συνέχεια την ανάσταση.
Ο Διόνυσος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα θεού που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο.
Ο Απρίλης είναι ο μήνας στη διάρκεια του οποίου έχουμε την πιο μεγάλη γιορτή των ορθοδόξων Χριστιανών, που είναι τα πάθη και η Ανάσταση του ψευτο-Ναζωραίου.
Ιδιαίτερα για τους Έλληνες η γιορτή αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία, αφού αρκετές φορές η Ανάσταση του Θεανθρώπου συσχετίστηκε με την ανάσταση της ίδιας της φυλής, ενώ συγχρόνως τους θύμιζε και πανάρχαια θρησκευτικά και λατρευτικά δρώμενα που η αρχή τους χάνεται στο βάθος των αιώνων, σε χρόνους πολύ πριν από τον ερχομό του Σωτήρα.
Σε πολλές θρησκείες του αρχαίου κόσμου και στην αρχαία Ελλάδα απαντώνται παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες θεοί γνώρισαν τον θάνατο και στη συνέχεια την ανάσταση, όπως π.χ. ο φοινικικός Αδωνις ή ο ελληνικός Διόνυσος.
Επειδή μάλιστα συχνά οι τεθνεώτες και αναστάντες αυτοί θεοί συμβαίνει να είναι θεοί της γονιμότητας, πολλοί έχουν υποστηρίξει ότι η ιδέα αυτή του θανάτου και της ανάστασης εκ νεκρών είναι παρμένη από την ετήσια εναλλαγή των εποχών, όπου το νέκρωμα της φύσης κατά τη διάρκεια του παγερού χειμώνα το διαδέχεται το ξαναζωντάνεμά της κατά τη διάρκεια της ζωοδότρας άνοιξης. Επομένως με τα πάθη αυτά των θεών συμβολίζονται οι λειτουργίες της ίδιας της φύσης και, όπως είναι γνωστό, η πίστη συχνά εκφράζεται με συμβολισμούς.
Γύρω από τον ετήσιο αυτό αγώνα ανάμεσα στην ακαρπία και την ευφορία της γης υφάνθηκε και ο ιστός αρκετών αρχαίων μυστηριακών τελετών, γι’ αυτό ακριβώς και η συνήθης εποχή διεξαγωγής τους ήταν το τέλος του καλοκαιριού ή η αρχή του φθινοπώρου, με τα πρώτα πρωτοβρόχια.
Τα μυστήρια, που γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση κατά τους χρόνους της ύστερης αρχαιότητας, υπόσχονταν στους μυημένους σ’ αυτά μόνιμη σωτηρία και μια ευτυχισμένη μετά θάνατον ζωή. Έτσι, σε δημόσιες αλλά κυρίως σε απόκρυφες τελετουργίες, οι πιστοί σκηνοθετούσαν τις διάφορες φάσεις αυτού του αγώνα, αναπαριστώντας τις ποικίλες περιπέτειες του πάσχοντος θεού τους.
Ο θάνατος και η ανάσταση
Όπως παρατηρεί ο Πλάτων, καθώς ο άνθρωπος πλησιάζει προς τον θάνατο αρχίζει να σκέπτεται για πράγματα που πριν δεν τον απασχολούσαν καθόλου, ενώ συγχρόνως αρχίζει να δίνει πίστη και σε δοξασίες υπερφυσικές. Έτσι και στην αρχαιότητα, πολλοί πίστευαν ότι με τις μυήσεις αυτές θα βοηθηθούν να κερδίσουν την πολυπόθητη αθανασία και ακόμη θα αποκτήσουν τη δυνατότητα και μετά θάνατον «να διασκεδάζουν και να χορεύουν» σε καταπράσινους λειμώνες στον καθαρό αέρα.
Ορισμένοι θρησκειολόγοι έχουν υποστηρίξει ότι η κεντρική ιδέα όλων αυτών των μυστηριακών θρησκειών ήταν ο θάνατος και η ανάσταση και έχουν συνδέσει τους σχετικούς μυστηριακούς μύθους με τα πάθη κάποιου θεού. Έτσι έχουμε τον θάνατο του Διονύσου, του Αττεως, του Οσίριδος. Στα μυστήρια που σχετίζονται με τους θεούς αυτούς συναντούμε ακολουθίες πένθους που στη συνέχεια τις διαδέχονται τελετουργίες χαράς και αγαλλίασης.
Το αβάστακτο πένθος της Ισιδος για τον φόνο του αγαπημένου της αδελφού και συντρόφου, του Οσίριδος, που τον είχε κατακρεουργήσει ο θεός της σκιάς Σετ (ή Σεθ), σταματά όταν βρίσκει και συναρμολογεί όλα τα διαμελισμένα κομμάτια του, δίνοντάς του ξανά τη ζωή. Το ίδιο συμβαίνει και με τους πιστούς της.
Μιμούμενοι τη θεά τους, αναζητούν τον Οσιρι, κτυπώντας με αλαλαγμούς τα στήθη τους. Μόλις ξαναντικρίζουν τον θεό, τότε τον θρήνο τον διαδέχεται ανείπωτη χαρά. Ο Πλούταρχος προτρέπει τα βάσανα της Ισιδας, όπως αναπαριστάνονται στις σχετικές τελετές, να γίνονται μαθήματα ευσέβειας και παρηγοριάς για όλους τους θνητούς που τους βρίσκουν τέτοια κακά.
Ο Ιούλιος Φίρμικος Ματερνός, πολιτικός και συγγραφέας του 4ου αι. μ.Χ., που αλλαξοπίστησε και έγινε Χριστιανός, μας παραδίδει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες σχετικές με παγανιστικές μυστηριακές τελετές. Έτσι ανάμεσα σε άλλα μας περιγράφει και μια σκηνή κατά την οποία μπροστά σε ένα ομοίωμα κάποιου θεού, που κείτονταν νεκρός πάνω σε ένα φορείο, εξελίσσονταν σκηνές οδυρμού και θρήνου.
Η «επίκλησις» του Διονύσου
Ο Διόνυσος, χωρίς αμφιβολία, ήταν κι αυτός ένας θεός της βλάστησης και σαν τέτοιος ήταν ένας πάσχων θεός, που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο. Ωστόσο τα επεισόδια που σχετίζονται με τον θάνατό του, ο οποίος προκαλούσε τον μαρασμό της φύσης, μπορούμε να πούμε ότι δεν αποτελούσαν σημαντικό μέρος της όλης διήγησης.
Εκτός από αναφορές στον βίαιο θάνατό του και τον διαμελισμό του υπήρχαν και παραδόσεις που έκαναν λόγο και για μια ομαλή κατάβασή του στον Αδη, προκειμένου να φέρει στον πάνω κόσμο, στον κόσμο των ζωντανών, τη μάνα του τη Σεμέλη.
Η κάθοδός του αυτή έγινε από την Αλκυονία λίμνη στη Λέρνα της Αργολίδας, για την οποία υπήρχε παράδοση ότι ήταν απύθμενη. Έτσι κανένας στην αρχαιότητα, ούτε και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Νέρων, δεν είχε μπορέσει να μετρήσει το βάθος της. Στους Δελφούς, μέσα στο άδυτο του ναού του Απόλλωνος, «παρά το χρηστήριον», έδειχναν τον τάφο του θεού.
Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, που έζησε προς τα τέλη του 1ου αι. π.Χ., μιλά για θρήνους κατά τη διάρκεια «των διονυσιακών παθών». Αλλά για τις τελετουργίες τις σχετικές με τον θάνατό του, όπως άλλωστε και γι’ αυτές που σχετίζονται με την ανάστασή του, ξέρουμε λιγοστά πράγματα. Κύρια αιτία ήταν η ευσέβεια των αρχαίων συγγραφέων που δεν ήθελαν να κοινοποιήσουν τίποτε «περί ων ου θέμις τοις αμυήτοις ιστορείν».
Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο των τελετουργιών που συνδέονται με την ανάσταση του θεού ήταν και το κάλεσμά του, η «επίκλησις», από τους πιστούς του, που τον καλούσαν, ακόμη και με μικρές σάλπιγγες, να ανέβει και να παρουσιαστεί σ’ αυτούς.
Στον κόσμο των Ιώνων η «επιφάνεια» του θεού γινόταν κατά τη διάρκεια των Ανθεστηρίων. Ένα σημαντικό δρώμενο της γιορτής αυτής, που είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι γιορταζόταν και αυτή κατά τη διάρκεια της άνοιξης, ήταν ο ερχομός του θεού πάνω σ’ ένα τροχοφόρο πλοίο.
Το ότι ο Διόνυσος ερχόταν με ένα πλεούμενο πιθανόν να οφειλόταν στο ότι ο θεός είχε κατεβεί στον Κάτω Κόσμο μέσα από μια λίμνη, την Αλκυονία. Αλλά και ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» του βάζει τον Διόνυσο να κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο από μια περιοχή της Αθήνας, που την έλεγαν Λίμναι, και της οποίας το όνομα σαφώς υποδηλώνει και πάλι κάποια λίμνη ή έστω ένα βαλτότοπο.
Με τη θριαμβευτική επανεμφάνιση του θεού οι πιστοί του ξεσπούσαν σε ουρανομήκεις φωνές και χαρούμενα τραγούδια και ξεφάντωναν με χορούς και πανηγύρια. Και εκτός από πάσχοντες θεούς στην αρχαία μυθολογία υπάρχουν και ήρωες που είχαν κατορθώσει να νικήσουν τον θάνατο, όπως ο Ηρακλής, ο Ορφέας, ο Καπανέας κ.ά.
Μετά από τα παραπάνω μπορούμε να υποθέσουμε ότι το μέγα θαύμα της Ανάστασης του Χριστού, το σημαντικότερο ασφαλώς γεγονός της επίγειας ζωής Του, κατά το οποίο έχουμε τη νίκη της ζωής και την ήττα του θανάτου, έγινε πιο εύκολα κατανοητό από τους Έλληνες· και από τους υπόλοιπους ελληνίζοντες της όψιμης αρχαιότητας, που αποτελούσαν το πιο σημαντικό και συνάμα το πιο ζωντανό κομμάτι του τότε γνωστού και πολιτισμένου κόσμου.
Γιατί ανάλογα συμβάντα διηγούνταν και για τους θεούς και ήρωες που είχαν στεριώσει και είχαν κυριαρχήσει στα μέρη τους πολύ πριν κάνει την εμφάνισή του ο ψευτο-Ναζωραίος.
Ο Διόνυσος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα θεού που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο.
Ο Απρίλης είναι ο μήνας στη διάρκεια του οποίου έχουμε την πιο μεγάλη γιορτή των ορθοδόξων Χριστιανών, που είναι τα πάθη και η Ανάσταση του ψευτο-Ναζωραίου.
Ιδιαίτερα για τους Έλληνες η γιορτή αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία, αφού αρκετές φορές η Ανάσταση του Θεανθρώπου συσχετίστηκε με την ανάσταση της ίδιας της φυλής, ενώ συγχρόνως τους θύμιζε και πανάρχαια θρησκευτικά και λατρευτικά δρώμενα που η αρχή τους χάνεται στο βάθος των αιώνων, σε χρόνους πολύ πριν από τον ερχομό του Σωτήρα.
Σε πολλές θρησκείες του αρχαίου κόσμου και στην αρχαία Ελλάδα απαντώνται παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες θεοί γνώρισαν τον θάνατο και στη συνέχεια την ανάσταση, όπως π.χ. ο φοινικικός Αδωνις ή ο ελληνικός Διόνυσος.
Επειδή μάλιστα συχνά οι τεθνεώτες και αναστάντες αυτοί θεοί συμβαίνει να είναι θεοί της γονιμότητας, πολλοί έχουν υποστηρίξει ότι η ιδέα αυτή του θανάτου και της ανάστασης εκ νεκρών είναι παρμένη από την ετήσια εναλλαγή των εποχών, όπου το νέκρωμα της φύσης κατά τη διάρκεια του παγερού χειμώνα το διαδέχεται το ξαναζωντάνεμά της κατά τη διάρκεια της ζωοδότρας άνοιξης. Επομένως με τα πάθη αυτά των θεών συμβολίζονται οι λειτουργίες της ίδιας της φύσης και, όπως είναι γνωστό, η πίστη συχνά εκφράζεται με συμβολισμούς.
Γύρω από τον ετήσιο αυτό αγώνα ανάμεσα στην ακαρπία και την ευφορία της γης υφάνθηκε και ο ιστός αρκετών αρχαίων μυστηριακών τελετών, γι’ αυτό ακριβώς και η συνήθης εποχή διεξαγωγής τους ήταν το τέλος του καλοκαιριού ή η αρχή του φθινοπώρου, με τα πρώτα πρωτοβρόχια.
Τα μυστήρια, που γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση κατά τους χρόνους της ύστερης αρχαιότητας, υπόσχονταν στους μυημένους σ’ αυτά μόνιμη σωτηρία και μια ευτυχισμένη μετά θάνατον ζωή. Έτσι, σε δημόσιες αλλά κυρίως σε απόκρυφες τελετουργίες, οι πιστοί σκηνοθετούσαν τις διάφορες φάσεις αυτού του αγώνα, αναπαριστώντας τις ποικίλες περιπέτειες του πάσχοντος θεού τους.
Ο θάνατος και η ανάσταση
Όπως παρατηρεί ο Πλάτων, καθώς ο άνθρωπος πλησιάζει προς τον θάνατο αρχίζει να σκέπτεται για πράγματα που πριν δεν τον απασχολούσαν καθόλου, ενώ συγχρόνως αρχίζει να δίνει πίστη και σε δοξασίες υπερφυσικές. Έτσι και στην αρχαιότητα, πολλοί πίστευαν ότι με τις μυήσεις αυτές θα βοηθηθούν να κερδίσουν την πολυπόθητη αθανασία και ακόμη θα αποκτήσουν τη δυνατότητα και μετά θάνατον «να διασκεδάζουν και να χορεύουν» σε καταπράσινους λειμώνες στον καθαρό αέρα.
Ορισμένοι θρησκειολόγοι έχουν υποστηρίξει ότι η κεντρική ιδέα όλων αυτών των μυστηριακών θρησκειών ήταν ο θάνατος και η ανάσταση και έχουν συνδέσει τους σχετικούς μυστηριακούς μύθους με τα πάθη κάποιου θεού. Έτσι έχουμε τον θάνατο του Διονύσου, του Αττεως, του Οσίριδος. Στα μυστήρια που σχετίζονται με τους θεούς αυτούς συναντούμε ακολουθίες πένθους που στη συνέχεια τις διαδέχονται τελετουργίες χαράς και αγαλλίασης.
Το αβάστακτο πένθος της Ισιδος για τον φόνο του αγαπημένου της αδελφού και συντρόφου, του Οσίριδος, που τον είχε κατακρεουργήσει ο θεός της σκιάς Σετ (ή Σεθ), σταματά όταν βρίσκει και συναρμολογεί όλα τα διαμελισμένα κομμάτια του, δίνοντάς του ξανά τη ζωή. Το ίδιο συμβαίνει και με τους πιστούς της.
Μιμούμενοι τη θεά τους, αναζητούν τον Οσιρι, κτυπώντας με αλαλαγμούς τα στήθη τους. Μόλις ξαναντικρίζουν τον θεό, τότε τον θρήνο τον διαδέχεται ανείπωτη χαρά. Ο Πλούταρχος προτρέπει τα βάσανα της Ισιδας, όπως αναπαριστάνονται στις σχετικές τελετές, να γίνονται μαθήματα ευσέβειας και παρηγοριάς για όλους τους θνητούς που τους βρίσκουν τέτοια κακά.
Ο Ιούλιος Φίρμικος Ματερνός, πολιτικός και συγγραφέας του 4ου αι. μ.Χ., που αλλαξοπίστησε και έγινε Χριστιανός, μας παραδίδει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες σχετικές με παγανιστικές μυστηριακές τελετές. Έτσι ανάμεσα σε άλλα μας περιγράφει και μια σκηνή κατά την οποία μπροστά σε ένα ομοίωμα κάποιου θεού, που κείτονταν νεκρός πάνω σε ένα φορείο, εξελίσσονταν σκηνές οδυρμού και θρήνου.
Η «επίκλησις» του Διονύσου
Ο Διόνυσος, χωρίς αμφιβολία, ήταν κι αυτός ένας θεός της βλάστησης και σαν τέτοιος ήταν ένας πάσχων θεός, που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο. Ωστόσο τα επεισόδια που σχετίζονται με τον θάνατό του, ο οποίος προκαλούσε τον μαρασμό της φύσης, μπορούμε να πούμε ότι δεν αποτελούσαν σημαντικό μέρος της όλης διήγησης.
Εκτός από αναφορές στον βίαιο θάνατό του και τον διαμελισμό του υπήρχαν και παραδόσεις που έκαναν λόγο και για μια ομαλή κατάβασή του στον Αδη, προκειμένου να φέρει στον πάνω κόσμο, στον κόσμο των ζωντανών, τη μάνα του τη Σεμέλη.
Η κάθοδός του αυτή έγινε από την Αλκυονία λίμνη στη Λέρνα της Αργολίδας, για την οποία υπήρχε παράδοση ότι ήταν απύθμενη. Έτσι κανένας στην αρχαιότητα, ούτε και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Νέρων, δεν είχε μπορέσει να μετρήσει το βάθος της. Στους Δελφούς, μέσα στο άδυτο του ναού του Απόλλωνος, «παρά το χρηστήριον», έδειχναν τον τάφο του θεού.
Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, που έζησε προς τα τέλη του 1ου αι. π.Χ., μιλά για θρήνους κατά τη διάρκεια «των διονυσιακών παθών». Αλλά για τις τελετουργίες τις σχετικές με τον θάνατό του, όπως άλλωστε και γι’ αυτές που σχετίζονται με την ανάστασή του, ξέρουμε λιγοστά πράγματα. Κύρια αιτία ήταν η ευσέβεια των αρχαίων συγγραφέων που δεν ήθελαν να κοινοποιήσουν τίποτε «περί ων ου θέμις τοις αμυήτοις ιστορείν».
Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο των τελετουργιών που συνδέονται με την ανάσταση του θεού ήταν και το κάλεσμά του, η «επίκλησις», από τους πιστούς του, που τον καλούσαν, ακόμη και με μικρές σάλπιγγες, να ανέβει και να παρουσιαστεί σ’ αυτούς.
Στον κόσμο των Ιώνων η «επιφάνεια» του θεού γινόταν κατά τη διάρκεια των Ανθεστηρίων. Ένα σημαντικό δρώμενο της γιορτής αυτής, που είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι γιορταζόταν και αυτή κατά τη διάρκεια της άνοιξης, ήταν ο ερχομός του θεού πάνω σ’ ένα τροχοφόρο πλοίο.
Το ότι ο Διόνυσος ερχόταν με ένα πλεούμενο πιθανόν να οφειλόταν στο ότι ο θεός είχε κατεβεί στον Κάτω Κόσμο μέσα από μια λίμνη, την Αλκυονία. Αλλά και ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» του βάζει τον Διόνυσο να κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο από μια περιοχή της Αθήνας, που την έλεγαν Λίμναι, και της οποίας το όνομα σαφώς υποδηλώνει και πάλι κάποια λίμνη ή έστω ένα βαλτότοπο.
Με τη θριαμβευτική επανεμφάνιση του θεού οι πιστοί του ξεσπούσαν σε ουρανομήκεις φωνές και χαρούμενα τραγούδια και ξεφάντωναν με χορούς και πανηγύρια. Και εκτός από πάσχοντες θεούς στην αρχαία μυθολογία υπάρχουν και ήρωες που είχαν κατορθώσει να νικήσουν τον θάνατο, όπως ο Ηρακλής, ο Ορφέας, ο Καπανέας κ.ά.
Μετά από τα παραπάνω μπορούμε να υποθέσουμε ότι το μέγα θαύμα της Ανάστασης του Χριστού, το σημαντικότερο ασφαλώς γεγονός της επίγειας ζωής Του, κατά το οποίο έχουμε τη νίκη της ζωής και την ήττα του θανάτου, έγινε πιο εύκολα κατανοητό από τους Έλληνες· και από τους υπόλοιπους ελληνίζοντες της όψιμης αρχαιότητας, που αποτελούσαν το πιο σημαντικό και συνάμα το πιο ζωντανό κομμάτι του τότε γνωστού και πολιτισμένου κόσμου.
Γιατί ανάλογα συμβάντα διηγούνταν και για τους θεούς και ήρωες που είχαν στεριώσει και είχαν κυριαρχήσει στα μέρη τους πολύ πριν κάνει την εμφάνισή του ο ψευτο-Ναζωραίος.
Ο Αριστοτέλης και η φιλοσοφική μεθοδολογία στη διερεύνηση του αγαθού
Ο Αριστοτέλης ολοκληρώνοντας το πρώτο βιβλίο από τα «Ηθικά Ευδήμια» θα θέσει ευθέως τον τελικό στόχο τη συνολικής διερεύνησης του έργου: «Τι είναι η ευτυχία; Όλοι συμφωνούν ότι είναι το μέγιστο και άριστο ανάμεσα στα ανθρώπινα αγαθά» (1217a 26-27).
Και αμέσως συμπληρώνεται: «Αναφερόμαστε σε αγαθά ανθρώπινα, διότι άνετα μπορεί να υπάρχει ευτυχία και κάποιου άλλου όντος ανώτερου, όπως ο θεός. Όσο για τα άλλα ζωντανά όντα, όσα έχουν φύση κατώτερη από την ανθρώπινη, κανένα τους δε δικαιούται την προσηγορία του ευτυχούς. Δεν υπάρχει άλογο ευτυχές, ούτε πουλί ούτε ψάρι ούτε κάποιο άλλο ον. Τα ζώα νέμονται με άλλον τρόπο τα αγαθά, και ζουν το ένα καλύτερα, το άλλο χειρότερα» (1217a 28-36).
Η αναζήτηση της ευτυχίας με βάση τα δεδομένα του ανθρώπου επιβεβαιώνει την πάγια αριστοτελική αντίληψη ότι η φιλοσοφία (από θέση αρχής) δεν μπορεί να υπερβαίνει τις ανθρώπινες δυνατότητες (ούτε βέβαια και να υπολείπεται αυτών). Για τον Αριστοτέλη κάθε φιλοσοφική απόπειρα που δεν εντάσσεται στα ανθρώπινα μέτρα ακυρώνεται εννοιολογικά (πρέπει να βρεθεί κάποιο άλλο όνομα για τέτοιου είδους αναζητήσεις), αφού η φιλοσοφία, ως αποκλειστικό ανθρώπινο δημιούργημα, δεν μπορεί παρά να εκφράζει με τρόπο απόλυτο την ανθρώπινη οπτική. Αν η φιλοσοφία αφορούσε τα ζώα θα φιλοσοφούσαν κι αυτά. Σε κάθε περίπτωση την οπτική των ζώων ας τη δώσουν τα ζώα (και κατ’ επέκταση του θεού ο θεός).
Το βέβαιο είναι ότι η ευτυχία τίθεται ανάλογα με τις δυνατότητες αυτού που τη διεκδικεί. Τα ζώα δεν μπορούν να έχουν υψηλές αξιώσεις. Η ευτυχία τους αφορά μόνο το κατώτερο είδος της ευχαρίστησης που επέρχεται από την εκπλήρωση των βιολογικών αναγκών. Αντιστοίχως, ο θεός, ως κάτι υπέρτατο, θα απολαμβάνει και την υπέρτατη εκδοχή της.
Αποδεχόμενοι αυτό γίνεται σαφές ότι η ευτυχία δεν μπορεί να είναι ίδια για όλους τους ανθρώπους. Το μέγεθός της εξαρτάται από την ποιότητα του καθενός. Οι χαμηλής ποιότητας άνθρωποι που ταυτίζουν την ευτυχία με τις σωματικές ηδονές δε θα βιώσουν ποτέ την ψυχική ολοκλήρωση που υπόσχεται «το μέγιστο και άριστο ανάμεσα στα ανθρώπινα αγαθά». (1217a 27).
Μετά από αυτές τις διευκρινίσεις η φιλοσοφική μεθοδολογία του Αριστοτέλη απαιτεί την αναλυτική προσέγγιση των εννοιών με την πρέπουσα σειρά. Με άλλα λόγια, εφόσον η ευτυχία έχει τεθεί ως άριστο και ύψιστο αγαθό, αυτό που πρέπει πριν από όλα να διευκρινιστεί είναι η έννοια του αγαθού ή, για να ειπωθεί διαφορετικά, αν κάποιος θέλει να μάθει τι είναι η ευτυχία, πρέπει πρώτα να κατανοήσει τα σχετικά με το αγαθό. Η σκέψη ξετυλίγεται με απόλυτη εννοιολογική αυστηρότητα, αφού η παραμικρή σύγχυση στον καθορισμό των εννοιών είναι σε θέση να ακυρώσει το συλλογιστικό οικοδόμημα.
Από αυτή την άποψη, ο φιλοσοφικός λόγος δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ακρίβεια και την άκρατη μεθοδικότητα στο ξετύλιγμα του εννοιολογικού κουβαριού. Μόνο η οργανωμένη διευθέτηση της βήμα-βήμα σκέψης μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα. Κι αυτή είναι η διαφορά της φιλοσοφικής σκέψης από την καθημερινή επιφανειακή προσέγγιση των πραγμάτων.
Η φιλοσοφία εκπροσωπεί τη συστηματοποιημένη ταξινόμηση των δεδομένων, δηλαδή τη βαθύτατη κατανόηση των εννοιών, που θα επιτρέψει την παραγωγή νέων συλλογισμών. Η κατάδειξη και η υιοθέτηση της μεθοδολογίας αυτής, σε συνδυασμό με την οριοθέτηση των κανόνων της λογικής, αποτελούν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού. Η άποψη ότι ο Αριστοτέλης είναι ο πατέρας της δυτικής σκέψης δεν είναι υπερβολική.
Κι αφού ο καθορισμός του αγαθού κρίνεται αναγκαίος για τη διερεύνηση της ευτυχίας, δε μένει παρά η συστηματικότητα της προσέγγισής του: «Τώρα λέμε ότι άλλα αγαθά είναι πραγματοποιήσιμα ειδικά από τον άνθρωπο και άλλα όχι. Και το λέμε αυτό, διότι μερικά όντα δεν έχουν τη δυνατότητα της μεταβολής, επομένως ούτε και των πραγματοποιήσιμων αγαθών (χωρίς να σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα όντα δεν έχουν άριστη τη φύση τους). Υπάρχουν όμως και αγαθά που είναι μεν πραγματοποιήσιμα, πλην όμως από όντα ανώτερα του ανθρώπου» (1217a 38-43).
Σε τελική ανάλυση, αγαθό για κάθε ον είναι αυτό που μπορεί να πραγματοποιήσει. Η φιλοσοφία δε θα μπορούσε να τεθεί ως αγαθό για τα ζώα, αφού είναι αδύνατο να μετέχουν του ορθού λόγου. Από αυτή την άποψη, άλλο το αγαθό των ανθρώπων κι άλλο των ζώων, πράγμα που αμέσως σηματοδοτεί ότι άλλη η ευτυχία των ανθρώπων κι άλλη των ζώων. Ασφαλώς, εκείνος που μετέχει του υψηλότερου αγαθού θα διεκδικήσει και την ανώτερη μορφή ευτυχίας.
Όμως, το ανώτερο αγαθό κρίνεται από τη δυνατότητα της μεταβολής που υπάρχει σε κάθε ον. Τα ζώα είναι αδύνατο να μεταβληθούν παρά ελάχιστα, θα λέγαμε στοιχειωδώς. Ο άνθρωπος όμως έχει τεράστιες δυνατότητες μεταβολής τόσο σε πνευματικό όσο και σε ηθικό επίπεδο. Αυτή του η δυνατότητα να μεταβάλλεται τον καθιστά ικανό να πραγματοποιεί όλο και περισσότερα πράγματα. Να εξελίσσεται. Να ανεβάζει διαρκώς το επίπεδο του αγαθού που μπορεί να πετύχει. Δηλαδή το επίπεδο της ευτυχίας του.
Κι όταν γίνεται λόγος για το ανθρωπίνως πραγματοποιήσιμο, πρέπει κι αυτό να διευκρινιστεί: «Το πραγματοποιήσιμο, τώρα, λέγεται με δύο τρόπους (πρώτον για το σκοπό των πράξεών μας, και δεύτερον για τα έμπρακτα αποτελέσματα: π.χ., εντάσσουμε στα πραγματοποιήσιμα αγαθά τόσο την υγεία και τον πλούτο, όσο και όσα πράττουμε χάρη στην υγεία και τον πλούτο, δηλαδή τα υγιεινά και τα οικονομικά). Έτσι, είναι φανερό ότι και η ευτυχία πρέπει να θεωρηθεί ως το άριστο των αγαθών των πραγματοποιήσιμων από τον άνθρωπο» (1217a 44-50).
Η ευτυχία τίθεται ως το ανώτερο αγαθό που μπορεί να επιτευχθεί από τον άνθρωπο. Και η διερεύνηση συνεχίζεται: «Αλλά τώρα πρέπει να εξετάσουμε τι σημαίνει το άριστο· έχει πολλές σημασίες. Κυρίαρχες όμως είναι τρεις αντιλήψεις. Λένε, λοιπόν, ότι άριστο είναι το αγαθό καθ’ εαυτό, και ότι το αγαθό καθ’ εαυτό έχει την ιδιότητα να είναι αφενός το πρωταρχικό αγαθό, και αφετέρου με την παρουσία του το αίτιο της αγαθότητας των υπολοίπων· και ότι αυτά τα δύο γνωρίσματα συναντώνται στην ιδέα του αγαθού» (1217b 1-7).
Είναι φανερό ότι ο Αριστοτέλης επικαλείται τη διδασκαλία του δασκάλου του Πλάτωνα σχετικά με τον κόσμο των ιδεών και την ιδέα του αγαθού που τίθεται ως κυρίαρχη αρχή για τον καθορισμό της ανθρώπινης ευτυχίας. Οι διαφωνίες του Αριστοτέλη με αυτή την αντίληψη έχουν πλήρως ξεκαθαριστεί στο έργο του «Ηθικά Νικομάχεια» κι έχουν να κάνουν τόσο με την ασάφεια των όρων (ο Πλάτωνας δεν ξεκαθάρισε ποτέ επακριβώς τη σημασία αυτού που ονομάζει αγαθό, πράγμα που αντίκειται στην αριστοτελική εκδοχή της απόλυτης διασαφήνισης όλων των εννοιών), όσο και με την υποτίμηση των αισθήσεων ως δυνατότητα του ανθρώπου να αντιληφθεί τον κόσμο. Για τον Αριστοτέλη οι αισθήσεις και η εμπειρία που προκύπτει από αυτές αποτελούν καθοριστική πηγή γνώσης –κανένας συλλογισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί σωστός αν αντιβαίνει στα διδάγματα της εμπειρίας– σε αντίθεση με τον Πλάτωνα που θεωρεί τις αισθήσεις εμπόδιο για την κατανόηση του ανώτερου κόσμου των ιδεών.
Στο σημείο αυτό θα επαναλάβει συνοπτικά τις αντιρρήσεις του παρουσιάζοντας τις πλατωνικές αντιλήψεις (χωρίς εδώ να τον κατονομάζει) ως μια θεωρητική κατασκευή, η οποία στερούμενη πρακτικής επαλήθευσης δεν μπορεί να διεκδικήσει πειστικότητα: «Αν παρόλα αυτά οφείλουμε να πούμε με συντομία κάτι για το συγκεκριμένο θέμα, λέμε, πρώτον, ότι η ύπαρξη ιδέας, της ιδέας όχι μόνο του αγαθού αλλά και οποιουδήποτε άλλου πράγματος, είναι κάτι που λέγεται απλώς θεωρητικά και άνευ πραγματικού αντικρίσματος. Ύστερα, λέμε ότι, κι αν ακόμη υπήρχαν οι ιδέες –που δεν υπάρχουν– και ειδικά η ιδέα του αγαθού, δε θα ήταν σε καμιά περίπτωση χρήσιμη ούτε για μια ζωή αγαθή ούτε για πράξεις αγαθές» (1217b 22-30).
Επιπλέον, ο Αριστοτέλης διαφωνεί και με τη μοναδικότητα του αγαθού: «το αγαθό έχει πολλές σημασίες, ακριβώς αντίστοιχες με τις σημασίες του όντος (της ύπαρξης). Διότι το ον (η ύπαρξη) σημαίνει πολλά: την ουσία, την ποιότητα, την ποσότητα, το χρόνο. Συνεπώς, το αγαθό συναντάται στον καθένα από αυτούς τους τρόπους ύπαρξης. Έτσι, όσον αφορά στην ουσία, αγαθό είναι ο νους και ο θεός· στην ποιότητα η δικαιοσύνη, στην ποσότητα το μέτρο, στο χρόνο η κατάλληλη στιγμή, στην κίνηση ο δάσκαλος και ο διδασκόμενος» (1217b 30-39).
Το συμπέρασμα είναι σαφές: «Όπως, λοιπόν, ο τρόπος ύπαρξης των όντων δεν είναι ένας και μοναδικός, έτσι δεν είναι ένα και μοναδικό ούτε το αγαθό, καθώς και η επιστήμη δεν είναι μία και μοναδική, ούτε του όντος ούτε του αγαθού» (1217b 39-41).
Με το ίδιο σκεπτικό ο Αριστοτέλης θα απορρίψει και την εκδοχή της μοναδικής θεωρίας για το καθ’ εαυτό αγαθό, δηλαδή της άποψης ότι είναι ένα και το ίδιο για όλους: «ακόμα και τα αγαθά που εμπίπτουν στον ίδιο τρόπο ύπαρξης, ερευνώνται από διαφορετικές επιστήμες, όπως η κατάλληλη στιγμή και όπως το μέτρο: διαφορετική είναι η αρμόδια επιστήμη για τη μια περίπτωση κατάλληλης στιγμής και διαφορετική για την άλλη· διαφορετική για τη μια περίπτωση μέτρου, διαφορετική για την άλλη. Για παράδειγμα, την κατάλληλη στιγμή και το μέτρο στο θέμα της διατροφής, τα ορίζουν η ιατρική και η γυμναστική και αντίστοιχα είναι διαφορετική η επιστήμη για διαφορετικές πράξεις» (1217b 40-47). Για να καταλήξει: «Άρα, και για το αγαθό καθ’ εαυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο να υπάρξει μία και μόνη θεωρία» (1217b 47-48).
Από κει και πέρα, ο Αριστοτέλης παραθέτει την αντίληψη των Πυθαγορείων που θέλουν το αγαθό να ταυτίζεται με τους αριθμούς. «Μετά τα Φυσικά» (985b 23 – 986a 3) σε μετάφραση του Βασίλη Κάλφα: «οι λεγόμενοι Πυθαγόρειοι ήταν οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με τα μαθηματικά και οι πρώτοι που ανέπτυξαν. Η ενασχόληση με τα μαθηματικά τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι οι αρχές των μαθηματικών είναι αρχές όλων των πραγμάτων. Και επειδή στα μαθηματικά οι αριθμοί είναι εκ φύσεως πρωταρχικοί, θεώρησαν ότι μπορούν μέσα στους αριθμούς (πολύ περισσότερο από ό,τι στη φωτιά, στη γη ή στο νερό) να διακρίνουν πολλές ομοιότητες με τα πράγματα που υπάρχουν και που μεταβάλλονται –λέγοντας δηλαδή ότι η μία ιδιότητα των αριθμών είναι η δικαιοσύνη, η άλλη είναι η ψυχή και ο νους, η τρίτη ο καιρός, και κατά παρόμοιο περίπου τρόπο όλα τα άλλα».
Για να ολοκληρωθεί το απόσπασμα από τα «Μετά τα Φυσικά»: «Επειδή ακόμη έβλεπαν ότι οι ιδιότητες και οι αναλογίες των μουσικών αρμονιών ανάγονται στους αριθμούς, και επειδή όλα τα πράγματα φαίνονταν να εξομοιώνουν τη φύση τους με τους αριθμούς, ενώ οι αριθμοί ήταν το πρωταρχικό σε όλη τη φύση, κατέληξαν στη θέση ότι τα στοιχεία των αριθμών είναι στοιχεία όλων των όντων, και ότι όλος ο ουρανός είναι αρμονία και αριθμός».
Επιστρέφοντας στα «Ηθικά Ευδήμια» και στη διερεύνηση του αγαθού ο Αριστοτέλης παραθέτει για τις πυθαγόρειες αντιλήψεις (επίσης –όπως και στην περίπτωση του Πλάτωνα– χωρίς να τις κατονομάζει: «βάσει των αριθμών αποδεικνύουν ότι η δικαιοσύνη και η υγεία είναι αγαθά. Λένε πως οι αριθμοί χαρακτηρίζονται από τάξη, με το επιχείρημα ότι το αγαθό υπάρχει στους αριθμούς και τις μονάδες, αφού το ίδιο το εν είναι το αγαθό» (1218a 20-23).
Ο Αριστοτέλης διαφωνεί με αυτή τη συλλογιστική πρώτα-πρώτα γιατί θεωρεί ότι τίθεται με τον αντίστροφο τρόπο από ό,τι θα έπρεπε: «Η απόδειξη πρέπει να γίνεται αντίστροφα προς τον τρόπο με τον οποίο αυτοί αποδεικνύουν την ύπαρξη του αγαθού καθ’ εαυτό. Διότι τώρα βάσει πραγμάτων για τα οποία δεν υπάρχει ομοφωνία ότι είναι αγαθά, αποδεικνύουν την ύπαρξη των πραγμάτων που όλοι τα δέχονται ως αγαθά» (1218a 17-20).
Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατό να καταδεικνύει κανείς τα κοινώς αποδεκτά αγαθά της δικαιοσύνης ή της υγείας έχοντας ως θεμέλιο του συλλογισμού τη θεωρία για τους αριθμούς που καθένας μπορεί να αμφισβητήσει. Η εγκυρότατα ενός συλλογισμού προϋποθέτει μια αναμφισβήτητη αφετηρία. Αν η πρώτη προκείμενη κριθεί αναληθής, τότε όλος ο συλλογισμός στερείται ορθότητας.
Από θέση αρχής ένας συλλογισμός οφείλει να ξεκινά από αυτά που θεωρούνται ορθά για το σύνολο των ανθρώπων προκειμένου να τεκμηριώσει την υποκειμενική αλήθεια που θα στηρίξει κι όχι το αντίθετο: «Αντιστρόφως πρέπει να γίνεται η απόδειξη: με βάση τα κοινώς παραδεκτά, δηλαδή την υγεία και την ισχύ και τη σωφροσύνη· διότι στα αμετάβλητα μάλλον έγκειται το καλό, και η υγεία, η ισχύς και η σωφροσύνη αποτελούν τάξη και αμεταβλησία. Εάν αυτό ισχύει, συνεπάγεται πως πιο πολύ τα προηγούμενα συνδέονται με το αγαθό, αφού σε αυτά πιο πολύ συναντάται η τάξη και η αμεταβλησία» (1218a 24-28).
Είναι αδύνατο έχοντας ως δεδομένο ότι το αγαθό είναι κάτι το αμετάβλητο («στα αμετάβλητα μάλλον έγκειται το καλό») να τίθενται όλες οι εκδοχές του (υγεία, σωφροσύνη κλπ.) ως απόρροια των αριθμών που είναι αμετάβλητοι, τη στιγμή που κατά κοινή ομολογία τα συγκεκριμένα αγαθά από θέση αρχής «αποτελούν τάξη και αμεταβλησία». Θα έλεγε κανείς ότι θα ταίριαζε περισσότερο με βάση την αμεταβλησία των αγαθών να αποδείξουν οι πυθαγόρειοι την αμεταβλησία των αριθμών παρά το αντίθετο. Εξάλλου, η άποψη ότι οι αριθμοί αποτελούν αμετάβλητο (καθ’ εαυτόν) αγαθό πρέπει να αποδειχθεί.
Ο Αριστοτέλης δε φαίνεται να έχει πεισθεί: «Όσο για την απόδειξη ότι το εν είναι αγαθό καθ’ εαυτό με το επιχείρημα ότι οι αριθμοί έχουν την έφεσή του: είναι τραβηγμένη. Διότι ούτε το πώς έχουν την έφεση μας το λένε ξεκάθαρα αλλά μάλλον πολύ απλοϊκά, και πώς να πιστέψει κανείς ότι έχουν επιθυμία αυτά που δεν έχουν ζωή; Αυτό είναι ένα ζήτημα που απαιτεί ενδελεχή ανάπτυξη, αλλά και να μην εκλαμβάνεται τίποτε αξιωματικά και άνευ λόγου, ειδικά όταν πρόκειται για πράγματα που και μετά λόγου γίνονται δύσκολα πιστευτά» (1218a 29-35).
Κι όχι μόνο αυτό: «Και το να πούμε ότι όλα τα όντα επιθυμούν ένα και μοναδικό αγαθό, δεν αληθεύει· γιατί το καθένα ορέγεται το δικό του αγαθό: το μάτι την όραση, το σώμα την υγεία, και ούτω καθεξής» (1218a 36-38).
Η άποψη του καθ’ εαυτού αγαθού ως κάτι κοινό για όλους καταρρίπτεται, αν παρατηρήσει κανείς την ίδια την ανθρώπινη συμπεριφορά, που καθορίζεται κάθε στιγμή από τα ιδιαίτερα αγαθά που επιδιώκονται: «Αυτοί είναι, λοιπόν, οι προβληματισμοί για το ότι δεν υπάρχει κάποιο αγαθό καθ’ εαυτό, και ότι αυτό, ακόμα κι αν υπήρχε, θα ήταν άχρηστο για τη ζωή των πολιτών· και για τη ζωή των πολιτών υπάρχει μόνο το ιδιαίτερό της αγαθό, όπως για τη γυμναστική η ευεξία» (1218a 39-42).
Σε τελική ανάλυση, αυτή η εκδοχή του καθ’ εαυτού αγαθού θα το καθιστούσε μη πραγματοποιήσιμο: «Ας εξετάσουμε και εκείνο που έχει γραφεί: είτε σε τίποτε δε χρησιμεύει το είδος του αγαθού καθ’ εαυτό είτε στα πάντα με τον ίδιο τρόπο· επίσης, δεν είναι πραγματοποιήσιμο. Κατά τον ίδιο τρόπο και το κοινό αγαθό ούτε είναι το καθ’ εαυτό αγαθό, (γιατί έτσι το καθ’ εαυτό αγαθό θα υπήρχε και σε κάτι ασήμαντο), ούτε είναι πραγματοποιήσιμο» (1218a 42-45 και 1218b 1-2).
Συνοψίζοντας: «Είναι φανερό, λοιπόν, ότι το ζητούμενο, δηλαδή το αγαθό καθ’ εαυτό, δεν είναι ούτε η ιδέα του αγαθού, ούτε το κοινό αγαθό (διότι το ένα είναι αμετάβλητο και μη πραγματοποιήσιμο, ενώ το άλλο είναι μεν μεταβλητό αλλά και πάλι μη πραγματοποιήσιμο). Αντιθέτως, αυτό για το οποίο γίνεται κάτι, αποτελεί απώτερο σκοπό άριστο, και τελικό αίτιο όσων υπόκεινται σε αυτό, και πρώτο όλων» (1218b 9-13).
Το τελικό συμπέρασμα είναι απολύτως σαφές: για τον Αριστοτέλη το αγαθό δεν μπορεί να τεθεί ούτε ως ιδέα (όπως το έθεσε ο Πλάτωνας) ούτε ως κάτι καθεαυτό με την έννοια ότι μπορεί να είναι κοινό για όλους (όπως ήθελαν οι Πυθαγόρειοι). Το αγαθό είναι καθ’ εαυτό με την έννοια του τελικού αιτίου το οποίο εξυπηρετούν όλα τα άλλα αγαθά.
Η τελική διατύπωση δε θα αφήσει κανένα περιθώριο παρερμηνείας: «Άρα, αυτό πρέπει να είναι το αγαθό καθ’ εαυτό: το τελικό αίτιο όλων των ανθρωπίνως πραγματοποιήσιμων αγαθών. Και αυτό είναι το τελικό αίτιο της κυρίαρχης ανθρώπινης ενέργειας, η οποία είναι πολιτική και οικονομική και πρακτική σοφία. Οι συγκεκριμένες ενέργειες διαφέρουν από τις υπόλοιπες ακριβώς στο ότι είναι οι κυρίαρχες» (1218b 14-18).
Το αγαθό είναι ο τελικός σκοπός όλης της ανθρώπινης δράσης. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορεί να είναι το ίδιο για όλους. Το δεδομένο ότι ως αγαθό θα οριστεί η ανθρώπινη ευτυχία καθιστά σαφές ότι δεν μπορεί να υπάρξει ευτυχία έξω από το πλαίσιο της πόλης, τόσο γιατί μονάχα στην πόλη μπορεί ο άνθρωπος να εκπληρώσει όλες του τις ανάγκες, να έχει δηλαδή επάρκεια σε όλα αυτά που χρειάζεται, όσο και γιατί είναι πλασμένος από τη φύση του να ζει με άλλους ανθρώπους.
Στο πλαίσιο αυτής της επάρκειας, δηλαδή της αυτάρκειας της πόλης που θα παρέχει όλα τα αγαθά στους πολίτες της, είναι σαφές ότι άλλο είναι το αγαθό για το γεωργό και άλλο για τον ψαρά. Αλλιώς θα επιτευχθεί το αγαθό από οικονομική κι αλλιώς από στρατιωτική άποψη. Γι’ αυτό και απαιτείται και η πολιτική και η οικονομική και η πρακτική σοφία. Η εκδοχή του καθ’ εαυτού αγαθού που είναι κοινό για όλους θα ισοδυναμούσε με την αντίληψη ότι όλοι επιδιώκουν το ίδιο πράγμα, πράγμα που δεν ισχύει.
Η αριστοτελική εκδοχή που θέλει το καθ’ εαυτό αγαθό ως τελικό αίτιο όλων των επιμέρους αγαθών βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια, καθώς συνδυάζει την εκπλήρωση της διαφορετικότητας των αγαθών που προσφέρονται και που αποτελούν επιμέρους στόχους όλων των ανθρώπων μεμονωμένα. Εξάλλου, ακόμη κι αν κάποιος ισχυριζόταν ότι η ευτυχία μπορεί να τεθεί ως κοινό για όλους καθ’ εαυτό αγαθό, πάλι δε θα μπορούσε να είναι πειστικός, καθώς και σε αυτή την περίπτωση η ευτυχία εκλαμβάνεται με κριτήρια υποκειμενικά που διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Κι αυτή ακριβώς είναι η αριστοτελική εκδοχή της φιλοσοφικής μεθοδολογίας. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις τρέχουσες εκδοχές ο φιλόσοφος οφείλει να λεπτολογήσει διερευνώντας και τις πιο ανεπαίσθητες εκφάνσεις όλων των εννοιών που τίθενται μέχρι να φτάσει στη δική του τελική αλήθεια. Μόνο έτσι μπορεί να σταθεί κανείς κριτικά απέναντι στα ήδη υπάρχοντα φιλοσοφικά δεδομένα.
Κατόπιν αυτών είναι σε θέση να καταλήξει στο δικό του συμπέρασμα: «Το ανθρώπινο αγαθό που αποτελεί τελικό αίτιο και είναι το άριστο των πραγματοποιήσιμων αγαθών, αυτό είναι που πρέπει να εξετάσουμε, με ποιες έννοιες είναι το άριστο όλων, ακριβώς το άριστο, [κάνοντας πια μια καινούρια αρχή]» (1218b 29-33).
Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια
Και αμέσως συμπληρώνεται: «Αναφερόμαστε σε αγαθά ανθρώπινα, διότι άνετα μπορεί να υπάρχει ευτυχία και κάποιου άλλου όντος ανώτερου, όπως ο θεός. Όσο για τα άλλα ζωντανά όντα, όσα έχουν φύση κατώτερη από την ανθρώπινη, κανένα τους δε δικαιούται την προσηγορία του ευτυχούς. Δεν υπάρχει άλογο ευτυχές, ούτε πουλί ούτε ψάρι ούτε κάποιο άλλο ον. Τα ζώα νέμονται με άλλον τρόπο τα αγαθά, και ζουν το ένα καλύτερα, το άλλο χειρότερα» (1217a 28-36).
Η αναζήτηση της ευτυχίας με βάση τα δεδομένα του ανθρώπου επιβεβαιώνει την πάγια αριστοτελική αντίληψη ότι η φιλοσοφία (από θέση αρχής) δεν μπορεί να υπερβαίνει τις ανθρώπινες δυνατότητες (ούτε βέβαια και να υπολείπεται αυτών). Για τον Αριστοτέλη κάθε φιλοσοφική απόπειρα που δεν εντάσσεται στα ανθρώπινα μέτρα ακυρώνεται εννοιολογικά (πρέπει να βρεθεί κάποιο άλλο όνομα για τέτοιου είδους αναζητήσεις), αφού η φιλοσοφία, ως αποκλειστικό ανθρώπινο δημιούργημα, δεν μπορεί παρά να εκφράζει με τρόπο απόλυτο την ανθρώπινη οπτική. Αν η φιλοσοφία αφορούσε τα ζώα θα φιλοσοφούσαν κι αυτά. Σε κάθε περίπτωση την οπτική των ζώων ας τη δώσουν τα ζώα (και κατ’ επέκταση του θεού ο θεός).
Το βέβαιο είναι ότι η ευτυχία τίθεται ανάλογα με τις δυνατότητες αυτού που τη διεκδικεί. Τα ζώα δεν μπορούν να έχουν υψηλές αξιώσεις. Η ευτυχία τους αφορά μόνο το κατώτερο είδος της ευχαρίστησης που επέρχεται από την εκπλήρωση των βιολογικών αναγκών. Αντιστοίχως, ο θεός, ως κάτι υπέρτατο, θα απολαμβάνει και την υπέρτατη εκδοχή της.
Αποδεχόμενοι αυτό γίνεται σαφές ότι η ευτυχία δεν μπορεί να είναι ίδια για όλους τους ανθρώπους. Το μέγεθός της εξαρτάται από την ποιότητα του καθενός. Οι χαμηλής ποιότητας άνθρωποι που ταυτίζουν την ευτυχία με τις σωματικές ηδονές δε θα βιώσουν ποτέ την ψυχική ολοκλήρωση που υπόσχεται «το μέγιστο και άριστο ανάμεσα στα ανθρώπινα αγαθά». (1217a 27).
Μετά από αυτές τις διευκρινίσεις η φιλοσοφική μεθοδολογία του Αριστοτέλη απαιτεί την αναλυτική προσέγγιση των εννοιών με την πρέπουσα σειρά. Με άλλα λόγια, εφόσον η ευτυχία έχει τεθεί ως άριστο και ύψιστο αγαθό, αυτό που πρέπει πριν από όλα να διευκρινιστεί είναι η έννοια του αγαθού ή, για να ειπωθεί διαφορετικά, αν κάποιος θέλει να μάθει τι είναι η ευτυχία, πρέπει πρώτα να κατανοήσει τα σχετικά με το αγαθό. Η σκέψη ξετυλίγεται με απόλυτη εννοιολογική αυστηρότητα, αφού η παραμικρή σύγχυση στον καθορισμό των εννοιών είναι σε θέση να ακυρώσει το συλλογιστικό οικοδόμημα.
Από αυτή την άποψη, ο φιλοσοφικός λόγος δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ακρίβεια και την άκρατη μεθοδικότητα στο ξετύλιγμα του εννοιολογικού κουβαριού. Μόνο η οργανωμένη διευθέτηση της βήμα-βήμα σκέψης μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα. Κι αυτή είναι η διαφορά της φιλοσοφικής σκέψης από την καθημερινή επιφανειακή προσέγγιση των πραγμάτων.
Η φιλοσοφία εκπροσωπεί τη συστηματοποιημένη ταξινόμηση των δεδομένων, δηλαδή τη βαθύτατη κατανόηση των εννοιών, που θα επιτρέψει την παραγωγή νέων συλλογισμών. Η κατάδειξη και η υιοθέτηση της μεθοδολογίας αυτής, σε συνδυασμό με την οριοθέτηση των κανόνων της λογικής, αποτελούν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού. Η άποψη ότι ο Αριστοτέλης είναι ο πατέρας της δυτικής σκέψης δεν είναι υπερβολική.
Κι αφού ο καθορισμός του αγαθού κρίνεται αναγκαίος για τη διερεύνηση της ευτυχίας, δε μένει παρά η συστηματικότητα της προσέγγισής του: «Τώρα λέμε ότι άλλα αγαθά είναι πραγματοποιήσιμα ειδικά από τον άνθρωπο και άλλα όχι. Και το λέμε αυτό, διότι μερικά όντα δεν έχουν τη δυνατότητα της μεταβολής, επομένως ούτε και των πραγματοποιήσιμων αγαθών (χωρίς να σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα όντα δεν έχουν άριστη τη φύση τους). Υπάρχουν όμως και αγαθά που είναι μεν πραγματοποιήσιμα, πλην όμως από όντα ανώτερα του ανθρώπου» (1217a 38-43).
Σε τελική ανάλυση, αγαθό για κάθε ον είναι αυτό που μπορεί να πραγματοποιήσει. Η φιλοσοφία δε θα μπορούσε να τεθεί ως αγαθό για τα ζώα, αφού είναι αδύνατο να μετέχουν του ορθού λόγου. Από αυτή την άποψη, άλλο το αγαθό των ανθρώπων κι άλλο των ζώων, πράγμα που αμέσως σηματοδοτεί ότι άλλη η ευτυχία των ανθρώπων κι άλλη των ζώων. Ασφαλώς, εκείνος που μετέχει του υψηλότερου αγαθού θα διεκδικήσει και την ανώτερη μορφή ευτυχίας.
Όμως, το ανώτερο αγαθό κρίνεται από τη δυνατότητα της μεταβολής που υπάρχει σε κάθε ον. Τα ζώα είναι αδύνατο να μεταβληθούν παρά ελάχιστα, θα λέγαμε στοιχειωδώς. Ο άνθρωπος όμως έχει τεράστιες δυνατότητες μεταβολής τόσο σε πνευματικό όσο και σε ηθικό επίπεδο. Αυτή του η δυνατότητα να μεταβάλλεται τον καθιστά ικανό να πραγματοποιεί όλο και περισσότερα πράγματα. Να εξελίσσεται. Να ανεβάζει διαρκώς το επίπεδο του αγαθού που μπορεί να πετύχει. Δηλαδή το επίπεδο της ευτυχίας του.
Κι όταν γίνεται λόγος για το ανθρωπίνως πραγματοποιήσιμο, πρέπει κι αυτό να διευκρινιστεί: «Το πραγματοποιήσιμο, τώρα, λέγεται με δύο τρόπους (πρώτον για το σκοπό των πράξεών μας, και δεύτερον για τα έμπρακτα αποτελέσματα: π.χ., εντάσσουμε στα πραγματοποιήσιμα αγαθά τόσο την υγεία και τον πλούτο, όσο και όσα πράττουμε χάρη στην υγεία και τον πλούτο, δηλαδή τα υγιεινά και τα οικονομικά). Έτσι, είναι φανερό ότι και η ευτυχία πρέπει να θεωρηθεί ως το άριστο των αγαθών των πραγματοποιήσιμων από τον άνθρωπο» (1217a 44-50).
Η ευτυχία τίθεται ως το ανώτερο αγαθό που μπορεί να επιτευχθεί από τον άνθρωπο. Και η διερεύνηση συνεχίζεται: «Αλλά τώρα πρέπει να εξετάσουμε τι σημαίνει το άριστο· έχει πολλές σημασίες. Κυρίαρχες όμως είναι τρεις αντιλήψεις. Λένε, λοιπόν, ότι άριστο είναι το αγαθό καθ’ εαυτό, και ότι το αγαθό καθ’ εαυτό έχει την ιδιότητα να είναι αφενός το πρωταρχικό αγαθό, και αφετέρου με την παρουσία του το αίτιο της αγαθότητας των υπολοίπων· και ότι αυτά τα δύο γνωρίσματα συναντώνται στην ιδέα του αγαθού» (1217b 1-7).
Είναι φανερό ότι ο Αριστοτέλης επικαλείται τη διδασκαλία του δασκάλου του Πλάτωνα σχετικά με τον κόσμο των ιδεών και την ιδέα του αγαθού που τίθεται ως κυρίαρχη αρχή για τον καθορισμό της ανθρώπινης ευτυχίας. Οι διαφωνίες του Αριστοτέλη με αυτή την αντίληψη έχουν πλήρως ξεκαθαριστεί στο έργο του «Ηθικά Νικομάχεια» κι έχουν να κάνουν τόσο με την ασάφεια των όρων (ο Πλάτωνας δεν ξεκαθάρισε ποτέ επακριβώς τη σημασία αυτού που ονομάζει αγαθό, πράγμα που αντίκειται στην αριστοτελική εκδοχή της απόλυτης διασαφήνισης όλων των εννοιών), όσο και με την υποτίμηση των αισθήσεων ως δυνατότητα του ανθρώπου να αντιληφθεί τον κόσμο. Για τον Αριστοτέλη οι αισθήσεις και η εμπειρία που προκύπτει από αυτές αποτελούν καθοριστική πηγή γνώσης –κανένας συλλογισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί σωστός αν αντιβαίνει στα διδάγματα της εμπειρίας– σε αντίθεση με τον Πλάτωνα που θεωρεί τις αισθήσεις εμπόδιο για την κατανόηση του ανώτερου κόσμου των ιδεών.
Στο σημείο αυτό θα επαναλάβει συνοπτικά τις αντιρρήσεις του παρουσιάζοντας τις πλατωνικές αντιλήψεις (χωρίς εδώ να τον κατονομάζει) ως μια θεωρητική κατασκευή, η οποία στερούμενη πρακτικής επαλήθευσης δεν μπορεί να διεκδικήσει πειστικότητα: «Αν παρόλα αυτά οφείλουμε να πούμε με συντομία κάτι για το συγκεκριμένο θέμα, λέμε, πρώτον, ότι η ύπαρξη ιδέας, της ιδέας όχι μόνο του αγαθού αλλά και οποιουδήποτε άλλου πράγματος, είναι κάτι που λέγεται απλώς θεωρητικά και άνευ πραγματικού αντικρίσματος. Ύστερα, λέμε ότι, κι αν ακόμη υπήρχαν οι ιδέες –που δεν υπάρχουν– και ειδικά η ιδέα του αγαθού, δε θα ήταν σε καμιά περίπτωση χρήσιμη ούτε για μια ζωή αγαθή ούτε για πράξεις αγαθές» (1217b 22-30).
Επιπλέον, ο Αριστοτέλης διαφωνεί και με τη μοναδικότητα του αγαθού: «το αγαθό έχει πολλές σημασίες, ακριβώς αντίστοιχες με τις σημασίες του όντος (της ύπαρξης). Διότι το ον (η ύπαρξη) σημαίνει πολλά: την ουσία, την ποιότητα, την ποσότητα, το χρόνο. Συνεπώς, το αγαθό συναντάται στον καθένα από αυτούς τους τρόπους ύπαρξης. Έτσι, όσον αφορά στην ουσία, αγαθό είναι ο νους και ο θεός· στην ποιότητα η δικαιοσύνη, στην ποσότητα το μέτρο, στο χρόνο η κατάλληλη στιγμή, στην κίνηση ο δάσκαλος και ο διδασκόμενος» (1217b 30-39).
Το συμπέρασμα είναι σαφές: «Όπως, λοιπόν, ο τρόπος ύπαρξης των όντων δεν είναι ένας και μοναδικός, έτσι δεν είναι ένα και μοναδικό ούτε το αγαθό, καθώς και η επιστήμη δεν είναι μία και μοναδική, ούτε του όντος ούτε του αγαθού» (1217b 39-41).
Με το ίδιο σκεπτικό ο Αριστοτέλης θα απορρίψει και την εκδοχή της μοναδικής θεωρίας για το καθ’ εαυτό αγαθό, δηλαδή της άποψης ότι είναι ένα και το ίδιο για όλους: «ακόμα και τα αγαθά που εμπίπτουν στον ίδιο τρόπο ύπαρξης, ερευνώνται από διαφορετικές επιστήμες, όπως η κατάλληλη στιγμή και όπως το μέτρο: διαφορετική είναι η αρμόδια επιστήμη για τη μια περίπτωση κατάλληλης στιγμής και διαφορετική για την άλλη· διαφορετική για τη μια περίπτωση μέτρου, διαφορετική για την άλλη. Για παράδειγμα, την κατάλληλη στιγμή και το μέτρο στο θέμα της διατροφής, τα ορίζουν η ιατρική και η γυμναστική και αντίστοιχα είναι διαφορετική η επιστήμη για διαφορετικές πράξεις» (1217b 40-47). Για να καταλήξει: «Άρα, και για το αγαθό καθ’ εαυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο να υπάρξει μία και μόνη θεωρία» (1217b 47-48).
Από κει και πέρα, ο Αριστοτέλης παραθέτει την αντίληψη των Πυθαγορείων που θέλουν το αγαθό να ταυτίζεται με τους αριθμούς. «Μετά τα Φυσικά» (985b 23 – 986a 3) σε μετάφραση του Βασίλη Κάλφα: «οι λεγόμενοι Πυθαγόρειοι ήταν οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με τα μαθηματικά και οι πρώτοι που ανέπτυξαν. Η ενασχόληση με τα μαθηματικά τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι οι αρχές των μαθηματικών είναι αρχές όλων των πραγμάτων. Και επειδή στα μαθηματικά οι αριθμοί είναι εκ φύσεως πρωταρχικοί, θεώρησαν ότι μπορούν μέσα στους αριθμούς (πολύ περισσότερο από ό,τι στη φωτιά, στη γη ή στο νερό) να διακρίνουν πολλές ομοιότητες με τα πράγματα που υπάρχουν και που μεταβάλλονται –λέγοντας δηλαδή ότι η μία ιδιότητα των αριθμών είναι η δικαιοσύνη, η άλλη είναι η ψυχή και ο νους, η τρίτη ο καιρός, και κατά παρόμοιο περίπου τρόπο όλα τα άλλα».
Για να ολοκληρωθεί το απόσπασμα από τα «Μετά τα Φυσικά»: «Επειδή ακόμη έβλεπαν ότι οι ιδιότητες και οι αναλογίες των μουσικών αρμονιών ανάγονται στους αριθμούς, και επειδή όλα τα πράγματα φαίνονταν να εξομοιώνουν τη φύση τους με τους αριθμούς, ενώ οι αριθμοί ήταν το πρωταρχικό σε όλη τη φύση, κατέληξαν στη θέση ότι τα στοιχεία των αριθμών είναι στοιχεία όλων των όντων, και ότι όλος ο ουρανός είναι αρμονία και αριθμός».
Επιστρέφοντας στα «Ηθικά Ευδήμια» και στη διερεύνηση του αγαθού ο Αριστοτέλης παραθέτει για τις πυθαγόρειες αντιλήψεις (επίσης –όπως και στην περίπτωση του Πλάτωνα– χωρίς να τις κατονομάζει: «βάσει των αριθμών αποδεικνύουν ότι η δικαιοσύνη και η υγεία είναι αγαθά. Λένε πως οι αριθμοί χαρακτηρίζονται από τάξη, με το επιχείρημα ότι το αγαθό υπάρχει στους αριθμούς και τις μονάδες, αφού το ίδιο το εν είναι το αγαθό» (1218a 20-23).
Ο Αριστοτέλης διαφωνεί με αυτή τη συλλογιστική πρώτα-πρώτα γιατί θεωρεί ότι τίθεται με τον αντίστροφο τρόπο από ό,τι θα έπρεπε: «Η απόδειξη πρέπει να γίνεται αντίστροφα προς τον τρόπο με τον οποίο αυτοί αποδεικνύουν την ύπαρξη του αγαθού καθ’ εαυτό. Διότι τώρα βάσει πραγμάτων για τα οποία δεν υπάρχει ομοφωνία ότι είναι αγαθά, αποδεικνύουν την ύπαρξη των πραγμάτων που όλοι τα δέχονται ως αγαθά» (1218a 17-20).
Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατό να καταδεικνύει κανείς τα κοινώς αποδεκτά αγαθά της δικαιοσύνης ή της υγείας έχοντας ως θεμέλιο του συλλογισμού τη θεωρία για τους αριθμούς που καθένας μπορεί να αμφισβητήσει. Η εγκυρότατα ενός συλλογισμού προϋποθέτει μια αναμφισβήτητη αφετηρία. Αν η πρώτη προκείμενη κριθεί αναληθής, τότε όλος ο συλλογισμός στερείται ορθότητας.
Από θέση αρχής ένας συλλογισμός οφείλει να ξεκινά από αυτά που θεωρούνται ορθά για το σύνολο των ανθρώπων προκειμένου να τεκμηριώσει την υποκειμενική αλήθεια που θα στηρίξει κι όχι το αντίθετο: «Αντιστρόφως πρέπει να γίνεται η απόδειξη: με βάση τα κοινώς παραδεκτά, δηλαδή την υγεία και την ισχύ και τη σωφροσύνη· διότι στα αμετάβλητα μάλλον έγκειται το καλό, και η υγεία, η ισχύς και η σωφροσύνη αποτελούν τάξη και αμεταβλησία. Εάν αυτό ισχύει, συνεπάγεται πως πιο πολύ τα προηγούμενα συνδέονται με το αγαθό, αφού σε αυτά πιο πολύ συναντάται η τάξη και η αμεταβλησία» (1218a 24-28).
Είναι αδύνατο έχοντας ως δεδομένο ότι το αγαθό είναι κάτι το αμετάβλητο («στα αμετάβλητα μάλλον έγκειται το καλό») να τίθενται όλες οι εκδοχές του (υγεία, σωφροσύνη κλπ.) ως απόρροια των αριθμών που είναι αμετάβλητοι, τη στιγμή που κατά κοινή ομολογία τα συγκεκριμένα αγαθά από θέση αρχής «αποτελούν τάξη και αμεταβλησία». Θα έλεγε κανείς ότι θα ταίριαζε περισσότερο με βάση την αμεταβλησία των αγαθών να αποδείξουν οι πυθαγόρειοι την αμεταβλησία των αριθμών παρά το αντίθετο. Εξάλλου, η άποψη ότι οι αριθμοί αποτελούν αμετάβλητο (καθ’ εαυτόν) αγαθό πρέπει να αποδειχθεί.
Ο Αριστοτέλης δε φαίνεται να έχει πεισθεί: «Όσο για την απόδειξη ότι το εν είναι αγαθό καθ’ εαυτό με το επιχείρημα ότι οι αριθμοί έχουν την έφεσή του: είναι τραβηγμένη. Διότι ούτε το πώς έχουν την έφεση μας το λένε ξεκάθαρα αλλά μάλλον πολύ απλοϊκά, και πώς να πιστέψει κανείς ότι έχουν επιθυμία αυτά που δεν έχουν ζωή; Αυτό είναι ένα ζήτημα που απαιτεί ενδελεχή ανάπτυξη, αλλά και να μην εκλαμβάνεται τίποτε αξιωματικά και άνευ λόγου, ειδικά όταν πρόκειται για πράγματα που και μετά λόγου γίνονται δύσκολα πιστευτά» (1218a 29-35).
Κι όχι μόνο αυτό: «Και το να πούμε ότι όλα τα όντα επιθυμούν ένα και μοναδικό αγαθό, δεν αληθεύει· γιατί το καθένα ορέγεται το δικό του αγαθό: το μάτι την όραση, το σώμα την υγεία, και ούτω καθεξής» (1218a 36-38).
Η άποψη του καθ’ εαυτού αγαθού ως κάτι κοινό για όλους καταρρίπτεται, αν παρατηρήσει κανείς την ίδια την ανθρώπινη συμπεριφορά, που καθορίζεται κάθε στιγμή από τα ιδιαίτερα αγαθά που επιδιώκονται: «Αυτοί είναι, λοιπόν, οι προβληματισμοί για το ότι δεν υπάρχει κάποιο αγαθό καθ’ εαυτό, και ότι αυτό, ακόμα κι αν υπήρχε, θα ήταν άχρηστο για τη ζωή των πολιτών· και για τη ζωή των πολιτών υπάρχει μόνο το ιδιαίτερό της αγαθό, όπως για τη γυμναστική η ευεξία» (1218a 39-42).
Σε τελική ανάλυση, αυτή η εκδοχή του καθ’ εαυτού αγαθού θα το καθιστούσε μη πραγματοποιήσιμο: «Ας εξετάσουμε και εκείνο που έχει γραφεί: είτε σε τίποτε δε χρησιμεύει το είδος του αγαθού καθ’ εαυτό είτε στα πάντα με τον ίδιο τρόπο· επίσης, δεν είναι πραγματοποιήσιμο. Κατά τον ίδιο τρόπο και το κοινό αγαθό ούτε είναι το καθ’ εαυτό αγαθό, (γιατί έτσι το καθ’ εαυτό αγαθό θα υπήρχε και σε κάτι ασήμαντο), ούτε είναι πραγματοποιήσιμο» (1218a 42-45 και 1218b 1-2).
Συνοψίζοντας: «Είναι φανερό, λοιπόν, ότι το ζητούμενο, δηλαδή το αγαθό καθ’ εαυτό, δεν είναι ούτε η ιδέα του αγαθού, ούτε το κοινό αγαθό (διότι το ένα είναι αμετάβλητο και μη πραγματοποιήσιμο, ενώ το άλλο είναι μεν μεταβλητό αλλά και πάλι μη πραγματοποιήσιμο). Αντιθέτως, αυτό για το οποίο γίνεται κάτι, αποτελεί απώτερο σκοπό άριστο, και τελικό αίτιο όσων υπόκεινται σε αυτό, και πρώτο όλων» (1218b 9-13).
Το τελικό συμπέρασμα είναι απολύτως σαφές: για τον Αριστοτέλη το αγαθό δεν μπορεί να τεθεί ούτε ως ιδέα (όπως το έθεσε ο Πλάτωνας) ούτε ως κάτι καθεαυτό με την έννοια ότι μπορεί να είναι κοινό για όλους (όπως ήθελαν οι Πυθαγόρειοι). Το αγαθό είναι καθ’ εαυτό με την έννοια του τελικού αιτίου το οποίο εξυπηρετούν όλα τα άλλα αγαθά.
Η τελική διατύπωση δε θα αφήσει κανένα περιθώριο παρερμηνείας: «Άρα, αυτό πρέπει να είναι το αγαθό καθ’ εαυτό: το τελικό αίτιο όλων των ανθρωπίνως πραγματοποιήσιμων αγαθών. Και αυτό είναι το τελικό αίτιο της κυρίαρχης ανθρώπινης ενέργειας, η οποία είναι πολιτική και οικονομική και πρακτική σοφία. Οι συγκεκριμένες ενέργειες διαφέρουν από τις υπόλοιπες ακριβώς στο ότι είναι οι κυρίαρχες» (1218b 14-18).
Το αγαθό είναι ο τελικός σκοπός όλης της ανθρώπινης δράσης. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορεί να είναι το ίδιο για όλους. Το δεδομένο ότι ως αγαθό θα οριστεί η ανθρώπινη ευτυχία καθιστά σαφές ότι δεν μπορεί να υπάρξει ευτυχία έξω από το πλαίσιο της πόλης, τόσο γιατί μονάχα στην πόλη μπορεί ο άνθρωπος να εκπληρώσει όλες του τις ανάγκες, να έχει δηλαδή επάρκεια σε όλα αυτά που χρειάζεται, όσο και γιατί είναι πλασμένος από τη φύση του να ζει με άλλους ανθρώπους.
Στο πλαίσιο αυτής της επάρκειας, δηλαδή της αυτάρκειας της πόλης που θα παρέχει όλα τα αγαθά στους πολίτες της, είναι σαφές ότι άλλο είναι το αγαθό για το γεωργό και άλλο για τον ψαρά. Αλλιώς θα επιτευχθεί το αγαθό από οικονομική κι αλλιώς από στρατιωτική άποψη. Γι’ αυτό και απαιτείται και η πολιτική και η οικονομική και η πρακτική σοφία. Η εκδοχή του καθ’ εαυτού αγαθού που είναι κοινό για όλους θα ισοδυναμούσε με την αντίληψη ότι όλοι επιδιώκουν το ίδιο πράγμα, πράγμα που δεν ισχύει.
Η αριστοτελική εκδοχή που θέλει το καθ’ εαυτό αγαθό ως τελικό αίτιο όλων των επιμέρους αγαθών βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια, καθώς συνδυάζει την εκπλήρωση της διαφορετικότητας των αγαθών που προσφέρονται και που αποτελούν επιμέρους στόχους όλων των ανθρώπων μεμονωμένα. Εξάλλου, ακόμη κι αν κάποιος ισχυριζόταν ότι η ευτυχία μπορεί να τεθεί ως κοινό για όλους καθ’ εαυτό αγαθό, πάλι δε θα μπορούσε να είναι πειστικός, καθώς και σε αυτή την περίπτωση η ευτυχία εκλαμβάνεται με κριτήρια υποκειμενικά που διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Κι αυτή ακριβώς είναι η αριστοτελική εκδοχή της φιλοσοφικής μεθοδολογίας. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις τρέχουσες εκδοχές ο φιλόσοφος οφείλει να λεπτολογήσει διερευνώντας και τις πιο ανεπαίσθητες εκφάνσεις όλων των εννοιών που τίθενται μέχρι να φτάσει στη δική του τελική αλήθεια. Μόνο έτσι μπορεί να σταθεί κανείς κριτικά απέναντι στα ήδη υπάρχοντα φιλοσοφικά δεδομένα.
Κατόπιν αυτών είναι σε θέση να καταλήξει στο δικό του συμπέρασμα: «Το ανθρώπινο αγαθό που αποτελεί τελικό αίτιο και είναι το άριστο των πραγματοποιήσιμων αγαθών, αυτό είναι που πρέπει να εξετάσουμε, με ποιες έννοιες είναι το άριστο όλων, ακριβώς το άριστο, [κάνοντας πια μια καινούρια αρχή]» (1218b 29-33).
Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΛΥΣΙΑΣ, ΚΑΤΑ ΦΙΛΩΝΟΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ
ΛΥΣ 31.8–23
ΛΥΣ 31.8–23
(ΛΥΣ 31) Διήγησις: Οι κατακριτέες πράξεις του Φίλωνα
[8] Οὗτος γάρ, ὦ βουλή, ὅτε ἡ συμφορὰ τῇ πόλει ἦν (ἧς
ἐγώ, καθ’ ὅσον ἀναγκάζομαι, κατὰ τοσοῦτον μέμνημαι),
ἐκκεκηρυγμένος ἐκ τοῦ ἄστεως ὑπὸ τῶν τριάκοντα μετὰ
τοῦ ἄλλου πλήθους τῶν πολιτῶν τέως μὲν ᾤκει ἐν ἀγρῷ,
ἐπειδὴ δὲ οἱ ἀπὸ Φυλῆς κατῆλθον εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ
οὐ μόνον οἱ ἐκ τῶν ἀγρῶν ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκ τῆς ὑπερορίας
οἱ μὲν εἰς τὸ ἄστυ οἱ δ’ εἰς τὸν Πειραιᾶ συνελέγοντο,
καὶ καθ’ ὅσον ἕκαστος οἷός τ’ ἦν, κατὰ τοσοῦτον ἐβοήθει
τῇ πατρίδι, τὰ ἐναντία ἅπασι τοῖς ἄλλοις πολίταις ἐποίησε·
[9] συσκευασάμενος γὰρ τὰ ἑαυτοῦ ἐνθένδε εἰς τὴν ὑπερορίαν
ἐξῴκησε, καὶ ἐν Ὠρωπῷ μετοίκιον κατατιθεὶς ἐπὶ προστά-
του ᾤκει, βουληθεὶς παρ’ ἐκείνοις μετοικεῖν μᾶλλον ἢ
μεθ’ ἡμῶν πολίτης εἶναι. οὐ τοίνυν οὐδ’ ὥσπερ ἔνιοί τινες
τῶν πολιτῶν μετεβάλοντο, ἐπειδὴ ἑώρων τοὺς ἀπὸ Φυλῆς
ἐν οἷς ἔπραττον εὐτυχοῦντας, οὐδὲ τούτων τι τῶν εὐτυχη-
μάτων ἠξίωσε μετασχεῖν, ἐπὶ κατειργασμένοις μᾶλλον ἐλ-
θεῖν βουλόμενος ἢ συγκατελθεῖν κατεργασάμενός τι τῶν
τῇ κοινῇ πολιτείᾳ συμφερόντων· οὐ γὰρ ἦλθεν εἰς τὸν Πει-
ραιᾶ, οὐδ’ ἔστιν ὅπου ἑαυτὸν ὑμῖν τάξαι παρέσχεν. [10] καίτοιγε
ὅστις εὐτυχοῦντας ὁρῶν ἡμᾶς ἐτόλμα προδιδόναι, τί ποτε
ὡς μὴ ἐβουλόμεθά γε πράττοντας ἐποίησεν ἄν; ὅσοι μὲν
τοίνυν διὰ συμφορὰς ἰδίας οὐ μετέσχον τῶν τότε γενομέ-
νων τῇ πόλει κινδύνων, συγγνώμης τινὸς ἄξιοί εἰσι τυχεῖν·
οὐδενὶ γὰρ οὐδὲν ἑκούσιον δυστύχημα γίγνεται· [11] ὅσοι δὲ
γνώμῃ τοῦτο ἔπραξαν, οὐδεμιᾶς συγγνώμης ἄξιοί εἰσιν· οὐ
γὰρ διὰ δυστυχίαν ἀλλὰ δι’ ἐπιβουλὴν ἐποίησαν αὐτό. κα-
θέστηκε δέ τι ἔθος δίκαιον πᾶσιν ἀνθρώποις τῶν αὐτῶν
ἀδικημάτων μάλιστα ὀργίζεσθαι τοῖς μάλιστα δυναμένοις
μὴ ἀδικεῖν, τοῖς δὲ πένησιν ἢ ἀδυνάτοις τῷ σώματι συγ-
γνώμην ἔχειν διὰ τὸ ἡγεῖσθαι ἄκοντας αὐτοὺς ἁμαρτάνειν.
[12] οὗτος τοίνυν οὐδεμιᾶς συγγνώμης ἄξιός ἐστι τυχεῖν· οὔτε
γὰρ τῷ σώματι ἀδύνατος ἦν ταλαιπωρεῖν, ὡς καὶ ὑμεῖς
ὁρᾶτε, οὔτε τῇ οὐσίᾳ ἄπορος λῃτουργεῖν, ὡς ἐγὼ ἀπο-
δείξω. ὅστις οὖν ὅσον δυνατὸς ἦν ὠφελεῖν, τοσοῦτον κακὸς
ἦν, πῶς οὐκ ἂν εἰκότως ὑπὸ πάντων ὑμῶν μισοῖτο; [13] ἀλλὰ
μὴν οὐδ’ ἀπεχθήσεσθέ γε τῶν πολιτῶν οὐδενὶ τοῦτον ἀπο-
δοκιμάσαντες, <ὃς> οὔ τι τοὺς ἑτέρους ἀλλ’ ἀμφοτέρους
φανερός ἐστι προδούς, ὥστε μήτε τοῖς ἐν τῷ ἄστει γενο-
μένοις φίλον προσήκειν εἶναι τοῦτον (οὐ γὰρ ἠξίωσεν ὡς
αὐτοὺς ἐλθεῖν κινδυνεύοντας), μήτε τοῖς τὸν Πειραιᾶ κατα-
λαβοῦσιν· οὐδὲ γὰρ τούτοις ἠθέλησε συγκατελθεῖν,
καὶ ταῦτα καὶ ἀστὸς γενόμενος. [14] εἰ μέντοι τι μέρος περίε-
στι τῶν πολιτῶν ὅ τι τῶν αὐτῶν μετέσχε τούτῳ πραγμά-
των, μετ’ ἐκείνων, ἐάν ποτε (ὃ μὴ γένοιτο) λάβωσι τὴν
πόλιν, βουλεύειν ἀξιούτω.
Ὡς οὖν ᾤκει τε ἐν Ὠρωπῷ ἐπὶ προστάτου καὶ ἐκέ-
κτητο ἱκανὴν οὐσίαν καὶ οὔτ’ ἐν τῷ Πειραιεῖ οὔτ’ ἐν τῷ
ἄστει ἔθετο τὰ ὅπλα, ἵνα εἰδῆτε ὅτι ταῦτα πρῶτον ἀληθῆ
λέγω, ἀκούσατε τῶν μαρτύρων.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
[15] Ὑπολείπεται τοίνυν αὐτῷ λέγειν ὡς τῷ μὲν σώματι
δι’ ἀσθένειάν τινα γενομένην ἀδύνατος κατέστη βοηθῆσαι
εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἀπὸ δὲ τῶν ὑπαρχόντων ἐπαγγειλάμενος
αὐτὸς ἢ χρήματ’ εἰσενεγκεῖν εἰς τὸ πλῆθος τὸ ὑμέτερον ἢ
ὁπλίσαι τινὰς τῶν ἑαυτοῦ δημοτῶν, ὥσπερ καὶ ἄλλοι πολ-
λοὶ τῶν πολιτῶν αὐτοὶ οὐ δυνάμενοι λῃτουργεῖν τοῖς σώ-
μασιν. [16] ἵνα οὖν μὴ ἐγγένηται αὐτῷ ψευσαμένῳ ἐξαπατῆσαι,
καὶ περὶ τούτων ἤδη σαφῶς ὑμῖν ἀποδείξω, ἐπειδὴ ὕστε-
ρον οὐκ ἐξέσται μοι παρελθόντι ἐνθάδ’ ἐλέγχειν αὐτόν.
καί μοι κάλει Διότιμον τὸν Ἀχαρνέα καὶ τοὺς αἱρεθέν-
τας μετ’ αὐτοῦ τοὺς δημότας ὁπλίσαι ἀπὸ τῶν εἰσενεχθέν-
των χρημάτων.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΘΕΝΤΩΝ ΜΕΤΑ ΔΙΟΤΙΜΟΥ
[17] Οὗτος τοίνυν οὐχ ὅπως ὠφελήσει τὴν πόλιν ἐν τοιούτῳ
καιρῷ καὶ τοιαύτῃ καταστάσει διενοήθη, ἀλλ’ ὅπως τι
κερδανεῖ ἀπὸ τῶν ὑμετέρων συμφορῶν παρεσκευάσατο· ὁρ-
μώμενος γὰρ ἐξ Ὠρωποῦ, τοτὲ μὲν αὐτὸς μόνος, τοτὲ δ’ ἑτέ-
ροις ἡγούμενος οἷς τὰ ὑμέτερα δυστυχήματα εὐτυχήματα
ἐγεγόνει, [18] περιιὼν κατὰ τοὺς ἀγροὺς καὶ ἐντυγχάνων τῶν
πολιτῶν τοῖς πρεσβυτάτοις, οἳ κατέμειναν ἐν τοῖς δήμοις
ὀλίγα μὲν τῶν ἐπιτηδείων ἔχοντες, ἀναγκαῖα δέ, εὖνοι μὲν
ὄντες τῷ πλήθει, ἀδύνατοι δὲ ὑπὸ τῆς ἡλικίας βοηθεῖν,
τούτους ἀφῃρεῖτο τὰ ὑπάρχοντα, περὶ πλείονος ποιούμενος
αὐτὸς μικρὰ κερδαίνειν ἢ ἐκείνους μηδὲν ἀδικεῖν· οἳ νῦν
αὐτὸν δι’ αὐτὸ τοῦτο οὐχ οἷοί τέ εἰσιν ἐπεξελθεῖν ἅπαν-
τες, δι’ ὅπερ καὶ τότε ἀδύνατοι τῇ πόλει βοηθεῖν ἦσαν.
[19] οὐ μέντοι τοῦτόν γε χρὴ διὰ τὴν ἐκείνων ἀδυναμίαν δὶς
ὠφεληθῆναι, τότε τ’ ἀφελόμενον ἃ εἶχον, νῦν τε δοκιμα-
σθέντα ὑφ’ ὑμῶν· ἀλλὰ κἂν ὁστισοῦν παραγένηται τῶν ἀδι-
κηθέντων, μέγα αὐτὸ ἡγήσασθε εἶναι, καὶ τοῦτον ὑπερμι-
σήσατε, ὅστις ἐτόλμησεν, οἷς ἕτεροι διδόναι παρ’ ἑαυτῶν
τι προῃροῦντο διὰ τὴν ἀπορίαν οἰκτίραντες αὐτούς, τούτων
ἀφαιρεῖσθαι τὰ ὑπάρχοντα. κάλει μοι τοὺς μάρτυρας.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
[20] Οὐ τοίνυν ἔγωγε οἶδα ὅ τι ὑμᾶς διαφερόντως δεῖ
γιγνώσκειν περὶ αὐτοῦ ἢ οἱ οἰκεῖοι γιγνώσκουσι· τοιαῦτα
γάρ ἐστιν, ὥστ’ εἰ καὶ μηδὲν αὐτῷ ἄλλο ἡμάρτητο, διὰ
μόνα ταῦτα δίκαιον εἶναι ἀποδοκιμασθῆναι. οἷα μὲν οὖν
ζῶσα ἡ μήτηρ αὐτοῦ κατηγόρει, παρήσω· ἐξ ὧν δὲ τελευ-
τῶσα τὸν βίον διεπράξατο τεκμαιρομένοις ῥᾴδιόν ἐστιν ὑμῖν
γνῶναι ὁποῖός τις ἦν περὶ αὐτήν. [21] ἐκείνη γὰρ τούτῳ μὲν
ἠπίστησεν ἀποθανοῦσαν ἑαυτὴν ἐπιτρέψαι, Ἀντιφάνει δὲ
οὐδὲν προσήκουσα πιστεύσασα ἔδωκεν εἰς τὴν ἑαυτῆς ταφὴν
τρεῖς μνᾶς ἀργυρίου, παραλιποῦσα τοῦτον ὑὸν ὄντα ἑαυτῆς.
ἆρα δῆλον ὅτι εὖ ᾔδει αὐτὸν οὐδὲ διὰ τὸ προσήκειν αὐτῇ
τὰ δέοντα ἂν ποιήσοντα; [22] καίτοι εἰ μήτηρ, ἣ πέφυκε καὶ
ἀδικουμένη ὑπὸ τῶν ἑαυτῆς παίδων μάλιστα ἀνέχεσθαι
καὶ μίκρ’ ὠφελουμένη μεγάλα ἔχειν ἡγεῖσθαι διὰ τὸ εὐνοίᾳ
μᾶλλον ἢ ἐλέγχῳ τὰ γιγνόμενα δοκιμάζειν, ἐνόμιζε τοῦ-
τον κἂν ἀπὸ τεθνεώσης φέρειν ἑαυτῆς, τί χρὴ ὑμᾶς περὶ
αὐτοῦ διανοηθῆναι; [23] ὅστις γὰρ περὶ τοὺς ἑαυτοῦ ἀναγκαίους
τοιαῦτα ἁμαρτάνει ἁμαρτήματα, τί ἂν περί γε τοὺς ἀλλο-
τρίους ποιήσειεν; ὡς οὖν καὶ ταῦτ’ ἀληθῆ ἐστιν, ἀκού-
σατε αὐτοῦ τοῦ λαβόντος τὸ ἀργύριον καὶ θάψαντος αὐτήν.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ
[8] Οὗτος γάρ, ὦ βουλή, ὅτε ἡ συμφορὰ τῇ πόλει ἦν (ἧς
ἐγώ, καθ’ ὅσον ἀναγκάζομαι, κατὰ τοσοῦτον μέμνημαι),
ἐκκεκηρυγμένος ἐκ τοῦ ἄστεως ὑπὸ τῶν τριάκοντα μετὰ
τοῦ ἄλλου πλήθους τῶν πολιτῶν τέως μὲν ᾤκει ἐν ἀγρῷ,
ἐπειδὴ δὲ οἱ ἀπὸ Φυλῆς κατῆλθον εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ
οὐ μόνον οἱ ἐκ τῶν ἀγρῶν ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκ τῆς ὑπερορίας
οἱ μὲν εἰς τὸ ἄστυ οἱ δ’ εἰς τὸν Πειραιᾶ συνελέγοντο,
καὶ καθ’ ὅσον ἕκαστος οἷός τ’ ἦν, κατὰ τοσοῦτον ἐβοήθει
τῇ πατρίδι, τὰ ἐναντία ἅπασι τοῖς ἄλλοις πολίταις ἐποίησε·
[9] συσκευασάμενος γὰρ τὰ ἑαυτοῦ ἐνθένδε εἰς τὴν ὑπερορίαν
ἐξῴκησε, καὶ ἐν Ὠρωπῷ μετοίκιον κατατιθεὶς ἐπὶ προστά-
του ᾤκει, βουληθεὶς παρ’ ἐκείνοις μετοικεῖν μᾶλλον ἢ
μεθ’ ἡμῶν πολίτης εἶναι. οὐ τοίνυν οὐδ’ ὥσπερ ἔνιοί τινες
τῶν πολιτῶν μετεβάλοντο, ἐπειδὴ ἑώρων τοὺς ἀπὸ Φυλῆς
ἐν οἷς ἔπραττον εὐτυχοῦντας, οὐδὲ τούτων τι τῶν εὐτυχη-
μάτων ἠξίωσε μετασχεῖν, ἐπὶ κατειργασμένοις μᾶλλον ἐλ-
θεῖν βουλόμενος ἢ συγκατελθεῖν κατεργασάμενός τι τῶν
τῇ κοινῇ πολιτείᾳ συμφερόντων· οὐ γὰρ ἦλθεν εἰς τὸν Πει-
ραιᾶ, οὐδ’ ἔστιν ὅπου ἑαυτὸν ὑμῖν τάξαι παρέσχεν. [10] καίτοιγε
ὅστις εὐτυχοῦντας ὁρῶν ἡμᾶς ἐτόλμα προδιδόναι, τί ποτε
ὡς μὴ ἐβουλόμεθά γε πράττοντας ἐποίησεν ἄν; ὅσοι μὲν
τοίνυν διὰ συμφορὰς ἰδίας οὐ μετέσχον τῶν τότε γενομέ-
νων τῇ πόλει κινδύνων, συγγνώμης τινὸς ἄξιοί εἰσι τυχεῖν·
οὐδενὶ γὰρ οὐδὲν ἑκούσιον δυστύχημα γίγνεται· [11] ὅσοι δὲ
γνώμῃ τοῦτο ἔπραξαν, οὐδεμιᾶς συγγνώμης ἄξιοί εἰσιν· οὐ
γὰρ διὰ δυστυχίαν ἀλλὰ δι’ ἐπιβουλὴν ἐποίησαν αὐτό. κα-
θέστηκε δέ τι ἔθος δίκαιον πᾶσιν ἀνθρώποις τῶν αὐτῶν
ἀδικημάτων μάλιστα ὀργίζεσθαι τοῖς μάλιστα δυναμένοις
μὴ ἀδικεῖν, τοῖς δὲ πένησιν ἢ ἀδυνάτοις τῷ σώματι συγ-
γνώμην ἔχειν διὰ τὸ ἡγεῖσθαι ἄκοντας αὐτοὺς ἁμαρτάνειν.
[12] οὗτος τοίνυν οὐδεμιᾶς συγγνώμης ἄξιός ἐστι τυχεῖν· οὔτε
γὰρ τῷ σώματι ἀδύνατος ἦν ταλαιπωρεῖν, ὡς καὶ ὑμεῖς
ὁρᾶτε, οὔτε τῇ οὐσίᾳ ἄπορος λῃτουργεῖν, ὡς ἐγὼ ἀπο-
δείξω. ὅστις οὖν ὅσον δυνατὸς ἦν ὠφελεῖν, τοσοῦτον κακὸς
ἦν, πῶς οὐκ ἂν εἰκότως ὑπὸ πάντων ὑμῶν μισοῖτο; [13] ἀλλὰ
μὴν οὐδ’ ἀπεχθήσεσθέ γε τῶν πολιτῶν οὐδενὶ τοῦτον ἀπο-
δοκιμάσαντες, <ὃς> οὔ τι τοὺς ἑτέρους ἀλλ’ ἀμφοτέρους
φανερός ἐστι προδούς, ὥστε μήτε τοῖς ἐν τῷ ἄστει γενο-
μένοις φίλον προσήκειν εἶναι τοῦτον (οὐ γὰρ ἠξίωσεν ὡς
αὐτοὺς ἐλθεῖν κινδυνεύοντας), μήτε τοῖς τὸν Πειραιᾶ κατα-
λαβοῦσιν· οὐδὲ γὰρ τούτοις ἠθέλησε συγκατελθεῖν,
καὶ ταῦτα καὶ ἀστὸς γενόμενος. [14] εἰ μέντοι τι μέρος περίε-
στι τῶν πολιτῶν ὅ τι τῶν αὐτῶν μετέσχε τούτῳ πραγμά-
των, μετ’ ἐκείνων, ἐάν ποτε (ὃ μὴ γένοιτο) λάβωσι τὴν
πόλιν, βουλεύειν ἀξιούτω.
Ὡς οὖν ᾤκει τε ἐν Ὠρωπῷ ἐπὶ προστάτου καὶ ἐκέ-
κτητο ἱκανὴν οὐσίαν καὶ οὔτ’ ἐν τῷ Πειραιεῖ οὔτ’ ἐν τῷ
ἄστει ἔθετο τὰ ὅπλα, ἵνα εἰδῆτε ὅτι ταῦτα πρῶτον ἀληθῆ
λέγω, ἀκούσατε τῶν μαρτύρων.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
[15] Ὑπολείπεται τοίνυν αὐτῷ λέγειν ὡς τῷ μὲν σώματι
δι’ ἀσθένειάν τινα γενομένην ἀδύνατος κατέστη βοηθῆσαι
εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἀπὸ δὲ τῶν ὑπαρχόντων ἐπαγγειλάμενος
αὐτὸς ἢ χρήματ’ εἰσενεγκεῖν εἰς τὸ πλῆθος τὸ ὑμέτερον ἢ
ὁπλίσαι τινὰς τῶν ἑαυτοῦ δημοτῶν, ὥσπερ καὶ ἄλλοι πολ-
λοὶ τῶν πολιτῶν αὐτοὶ οὐ δυνάμενοι λῃτουργεῖν τοῖς σώ-
μασιν. [16] ἵνα οὖν μὴ ἐγγένηται αὐτῷ ψευσαμένῳ ἐξαπατῆσαι,
καὶ περὶ τούτων ἤδη σαφῶς ὑμῖν ἀποδείξω, ἐπειδὴ ὕστε-
ρον οὐκ ἐξέσται μοι παρελθόντι ἐνθάδ’ ἐλέγχειν αὐτόν.
καί μοι κάλει Διότιμον τὸν Ἀχαρνέα καὶ τοὺς αἱρεθέν-
τας μετ’ αὐτοῦ τοὺς δημότας ὁπλίσαι ἀπὸ τῶν εἰσενεχθέν-
των χρημάτων.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΘΕΝΤΩΝ ΜΕΤΑ ΔΙΟΤΙΜΟΥ
[17] Οὗτος τοίνυν οὐχ ὅπως ὠφελήσει τὴν πόλιν ἐν τοιούτῳ
καιρῷ καὶ τοιαύτῃ καταστάσει διενοήθη, ἀλλ’ ὅπως τι
κερδανεῖ ἀπὸ τῶν ὑμετέρων συμφορῶν παρεσκευάσατο· ὁρ-
μώμενος γὰρ ἐξ Ὠρωποῦ, τοτὲ μὲν αὐτὸς μόνος, τοτὲ δ’ ἑτέ-
ροις ἡγούμενος οἷς τὰ ὑμέτερα δυστυχήματα εὐτυχήματα
ἐγεγόνει, [18] περιιὼν κατὰ τοὺς ἀγροὺς καὶ ἐντυγχάνων τῶν
πολιτῶν τοῖς πρεσβυτάτοις, οἳ κατέμειναν ἐν τοῖς δήμοις
ὀλίγα μὲν τῶν ἐπιτηδείων ἔχοντες, ἀναγκαῖα δέ, εὖνοι μὲν
ὄντες τῷ πλήθει, ἀδύνατοι δὲ ὑπὸ τῆς ἡλικίας βοηθεῖν,
τούτους ἀφῃρεῖτο τὰ ὑπάρχοντα, περὶ πλείονος ποιούμενος
αὐτὸς μικρὰ κερδαίνειν ἢ ἐκείνους μηδὲν ἀδικεῖν· οἳ νῦν
αὐτὸν δι’ αὐτὸ τοῦτο οὐχ οἷοί τέ εἰσιν ἐπεξελθεῖν ἅπαν-
τες, δι’ ὅπερ καὶ τότε ἀδύνατοι τῇ πόλει βοηθεῖν ἦσαν.
[19] οὐ μέντοι τοῦτόν γε χρὴ διὰ τὴν ἐκείνων ἀδυναμίαν δὶς
ὠφεληθῆναι, τότε τ’ ἀφελόμενον ἃ εἶχον, νῦν τε δοκιμα-
σθέντα ὑφ’ ὑμῶν· ἀλλὰ κἂν ὁστισοῦν παραγένηται τῶν ἀδι-
κηθέντων, μέγα αὐτὸ ἡγήσασθε εἶναι, καὶ τοῦτον ὑπερμι-
σήσατε, ὅστις ἐτόλμησεν, οἷς ἕτεροι διδόναι παρ’ ἑαυτῶν
τι προῃροῦντο διὰ τὴν ἀπορίαν οἰκτίραντες αὐτούς, τούτων
ἀφαιρεῖσθαι τὰ ὑπάρχοντα. κάλει μοι τοὺς μάρτυρας.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
[20] Οὐ τοίνυν ἔγωγε οἶδα ὅ τι ὑμᾶς διαφερόντως δεῖ
γιγνώσκειν περὶ αὐτοῦ ἢ οἱ οἰκεῖοι γιγνώσκουσι· τοιαῦτα
γάρ ἐστιν, ὥστ’ εἰ καὶ μηδὲν αὐτῷ ἄλλο ἡμάρτητο, διὰ
μόνα ταῦτα δίκαιον εἶναι ἀποδοκιμασθῆναι. οἷα μὲν οὖν
ζῶσα ἡ μήτηρ αὐτοῦ κατηγόρει, παρήσω· ἐξ ὧν δὲ τελευ-
τῶσα τὸν βίον διεπράξατο τεκμαιρομένοις ῥᾴδιόν ἐστιν ὑμῖν
γνῶναι ὁποῖός τις ἦν περὶ αὐτήν. [21] ἐκείνη γὰρ τούτῳ μὲν
ἠπίστησεν ἀποθανοῦσαν ἑαυτὴν ἐπιτρέψαι, Ἀντιφάνει δὲ
οὐδὲν προσήκουσα πιστεύσασα ἔδωκεν εἰς τὴν ἑαυτῆς ταφὴν
τρεῖς μνᾶς ἀργυρίου, παραλιποῦσα τοῦτον ὑὸν ὄντα ἑαυτῆς.
ἆρα δῆλον ὅτι εὖ ᾔδει αὐτὸν οὐδὲ διὰ τὸ προσήκειν αὐτῇ
τὰ δέοντα ἂν ποιήσοντα; [22] καίτοι εἰ μήτηρ, ἣ πέφυκε καὶ
ἀδικουμένη ὑπὸ τῶν ἑαυτῆς παίδων μάλιστα ἀνέχεσθαι
καὶ μίκρ’ ὠφελουμένη μεγάλα ἔχειν ἡγεῖσθαι διὰ τὸ εὐνοίᾳ
μᾶλλον ἢ ἐλέγχῳ τὰ γιγνόμενα δοκιμάζειν, ἐνόμιζε τοῦ-
τον κἂν ἀπὸ τεθνεώσης φέρειν ἑαυτῆς, τί χρὴ ὑμᾶς περὶ
αὐτοῦ διανοηθῆναι; [23] ὅστις γὰρ περὶ τοὺς ἑαυτοῦ ἀναγκαίους
τοιαῦτα ἁμαρτάνει ἁμαρτήματα, τί ἂν περί γε τοὺς ἀλλο-
τρίους ποιήσειεν; ὡς οὖν καὶ ταῦτ’ ἀληθῆ ἐστιν, ἀκού-
σατε αὐτοῦ τοῦ λαβόντος τὸ ἀργύριον καὶ θάψαντος αὐτήν.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ
***
Ούτος δηλαδή κύριοι βουλευταί, όταν εις την πόλιν υπήρχε η μεγάλη εκείνη συμφορά (την οποίαν σας υπενθυμίζω διότι εξ αιτίας του αναγκάζομαι να πράξω τούτο) διωχθείς εκ της πόλεως υπό των Τριάκοντα μαζί με τους άλλους πολίτας, μέχρι τινός μεν κατώκει εις εξοχικήν τινά οικίαν εις τον αγρόν του, όταν όμως καταλαβόντες την Φυλήν κατήλθον εις τον Πειραιά, και όχι μόνον οι μένοντες εις τους αγρούς, αλλά και οι εις εξορίαν ευρισκόμενοι, άλλοι μεν εις την πόλιν άλλοι δε εις τον Πειραιά συνηθροίζοντο, και έκαστος εβοήθει την πόλιν όσον ηδύνατο, έπραξε τα εναντία εκείνων που έπραξαν οι άλλοι πολίται. Αφού ητοίμασε τα πράγματά του, αναχωρήσας εκ της πατρίδος του μετώκησεν, εις ξένην χώραν και κατώκει εν Ωρωπώ πληρώνων φόρον μετοίκου και έχων προστάτην του ένα εκ των εντοπίων, προτιμήσας να ζη ως μέτοικος εις ξένην χώραν παρά εις την πατρίδα του ως ελεύθερος πολίτης. Ούτος προσέτι δεν μετέβαλε φρονήματα, όπως μετεβλήθησαν μερικοί και από τους πολίτας, όταν είδον υπερισχύοντας τους καταλαβόντας την Φυλήν, ουδέ έκρινεν άξιον να μετάσχη εις καμμίαν από τας επιτυχίας τούτων, διότι ήθελε να επανέλθη εις τας Αθήνας αφού οι δημοκρατικοί φέρουν εις πέρας τον σκοπόν των, παρά να επανέλθη μαζί με αυτούς, αφού κατορθώση τι εξ εκείνων τα οποία συνέφερον εις το κοινόν πολίτευμα δι' όλους τους πολίτας, ούτε έκρινεν άξιον να μεταβή εις τον Πειραιά, ουδαμού δε παρετάχθη υπό των στρατηγών. Και βέβαια εκείνος ο οποίος ετόλμα να σας προδίδη, ενώ έβλεπεν ότι επιτυγχάνετε, τι άρα γε θα έπραττεν εναντίον σας, εάν απετυγχάνετε; Όσοι μεν λοιπόν ένεκα ατομικών συμφορών δεν έλαβον μέρος εις τους τότε κινδύνους της πόλεως, είναι άξιοι κάπως να συγχωρηθούν· διότι ουδείς επιθυμεί την δυστυχίαν του. Όσοι όμως εκουσίως και εσκεμμένως απέσχον των τότε κινδύνων της πόλεως, ουδεμιάς συγγνώμης είναι άξιος· διότι έπραξαν αυτό ουχί ακουσίως, αλλά εκουσίως και με σκοπόν να σας βλάψουν. Κάποια συνήθεια δε κατήντησε να θεωρήται από όλους τους ανθρώπους δίκαιον, δηλαδή διά τα ίδια αδικήματα να αγανακτούν εναντίον εκείνων οι οποίοι αδικούν αν και δύνανται να μη αδικούν, να συγχωρούν δε τους πένητας και αδυνάτους, διότι νομίζουν ότι αυτοί ακουσίως αδικούν. Ούτος λοιπόν ουδεμιάς συγγνώμης είναι άξιος διότι ούτε κατά το σώμα ήτο αδύνατος, ώστε να μη δύναται να υποφέρη τους κόπους, καθώς και σεις το βλέπετε, ούτε πτωχός ήτο, ώστε να μη δύναται να συνεισφέρη χρήματα, όπως εγώ θα αποδείξω. Αλλ' ασφαλώς δεν θα διεγείρετε την έχθραν ουδενός εκ των πολιτών, εάν δεν εγκρίνητε την εκλογήν τούτου, ο οποίος είναι φανερόν ότι επρόδωσεν όχι μόνην την μίαν εκ των διαμαχομένων τότε μερίδων, αλλά και τας δύο, ώστε μήτε υπό των ολιγαρχικών πρέπει να θεωρήται φίλος των (διότι δεν ηθέλησε να τρέξη προς βοήθειάν των), μήτε οι καταλαβόντες τον Πειραιά δημοκρατικοί δύνανται να τον θεωρούν φίλον των· διότι ουδέ με τούτους ηθέλησε να μεταβή εις Φυλήν, και να κατέλθη μαζί των εις Πειραιά, και μάλιστα, αφού έφερε την προσωνυμίαν του πολίτου. Εάν υπολείπωνται πολίται τινές, οι οποίοι έδειξαν την ιδίαν συμπεριφοράν με τον Φίλωνα, μαζί με εκείνους, αν καμμιά φορά (που ο θεός να μη το δώση) πάρουν την κυβέρνησιν του κράτους, ας έχη την αξίωσιν να είναι βουλευτής.
Ότι λοιπόν κατώκει εις τον Ωρωπόν υπό την προστασίαν ενός εκ των εντοπίων, ότι είχεν αρκετήν περιουσίαν, και ότι ούτε με τους δημοκρατικούς, ούτε με τους αριστοκρατικούς, ως στρατιώτης, παρετάχθη ακούσατε πρώτον τους μάρτυρας, διά να εννοήσετε την αλήθειαν των λεγομένων μου.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Υπολείπεται λοιπόν εις αυτόν να ισχυρίζεται ότι ένεκα ασθενείας συμβάσης εις αυτόν τότε κατέστη αδύνατον να σπεύση εις τον Πειραιά προς βοήθειαν των εκ Φυλής κατελθόντων, και ότι εξ ιδίας προαιρέσεως εκ της περιουσίας του συνεισέφερε χρήματα εις τον αγώνα υπέρ της δημοκρατίας, ή ότι ώπλισε μερικούς από τους συνδημότας του, καθώς και άλλοι πολλοί πολίται συνεισέφερον χρήματα, και ώπλισαν δι' εξόδων των συνδημότας των, επειδή αυτοί διά ασθένειαν δεν ηδύναντο αυτοπροσώπως να υπηρετήσουν. Διά να μη δυνηθή λοιπόν αυτός να σας εξαπατήση με τα ψεύδη του, και περί τούτων σαφώς τώρα θα σας αποδείξω, επειδή δεν θα μου επιτραπή να ανέλθω εκ δευτέρου εις το βήμα και να ελέγξω όσα αυτός θα είπη. Κάλεσε, παρακαλώ, τον συνδημότην αυτού Διότιμον τον Αχαρνέα και εκείνους οι οποίοι μετ' αυτού εξελέγησαν διά να οπλίσουν τους δημότας (τους Αχαρνείς) από τα χρήματα τα προελθόντα εκ των γενομένων συνεισφορών.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΘΕΝΤΩΝ ΜΕΤΑ ΔΙΟΤΙΜΟΥ
Ούτος λοιπόν όχι μόνον δεν εσκέφθη να ωφελήση την πόλιν ευρισκομένην εις τόσον κρίσιμον περίστασιν διά τον διεξαγόμενον εμφύλιον πόλεμον, αλλά τουναντίον εσκέφθη πώς θα κερδίση από τας συμφοράς μας· ώστε έχων ορμητήριον τον Ωρωπόν και εξ αυτού εκκινών άλλοτε μεν μόνος, άλλοτε δε οδηγών άλλους των οποίων αι συμφοραί σας εξυπηρέτουν τα συμφέροντα περιερχόμενος εις τους αγρούς, και συναντών τους γέροντας, οι οποίοι έμενον εις τους δήμους έχοντες ολίγα μεν τρόφιμα, απαραίτητα όμως διά την συντήρησίν των, αν και ηυνόουν τους δημοκρατικούς, δεν ηδύναντο δε να σπεύσουν προς βοήθειάν των ένεκα του γήρατος, ήρπαζε από αυτούς τα υπάρχοντά τους, περισσότερον φροντίζων αυτός ολίγα να κερδίζη παρά από εκείνους να μη αφαιρή τα υπάρχοντα που ήσαν ελάχιστα· οι οποίοι τώρα διά τον ίδιον λόγον δεν δύνανται να προσέλθουν όλοι να μαρτυρήσουν εναντίον του, διά τον οποίον και τότε δεν ηδύναντο να βοηθούν την πόλιν. Αλλ' όμως δεν πρέπει βέβαια να ωφεληθή ούτος δύο φοράς ένεκα της αδυναμίας εκείνων, και τότε δηλαδή ότε αφήρει τα υπάρχοντα αυτών, και τώρα ότε σεις εξετάζετε τον βίον και τας πράξεις του διά να αποφανθήτε αν είναι δίκαιον να εγκρίνητε την εκλογήν του· αλλά οφείλετε να δώσετε μεγάλην σημασίαν εις την περιουσίαν οιουδήποτε εκ των αδικηθέντων, και οφείλετε να μισήσετε υπερβολικά αυτόν, ο οποίος ετόλμησε να αφαιρή τα υπάρχοντα ανθρώπων εις τους οποίους άλλοι επροθυμοποιούντο να δίδουν ελεημοσύνην διότι τους ελυπούντο διά την πτωχείαν των. Καλέσατε προς τούτο τους μάρτυρας.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Δεν δύναμαι εγώ τουλάχιστον να εννοήσω διατί πρέπει σεις να έχετε διαφορετικήν γνώμην περί αυτού από εκείνην την οποίαν έχουν οι συγγενείς του· διότι γνωρίζουν τοιαύτα αμαρτήματα αυτού, ώστε, και αν ουδέν άλλο αμάρτημα είχε διαπράξει, να αρκούν αυτά ώστε να μη εγκριθή η εκλογή του. Όσα μεν του κατηγόρει η μήτηρ του, εν όσω έζη, θα παραλείψω. Συμπεραίνοντες όμως σεις, από όσα έπραξεν η μήτηρ του αποθνήσκουσα ευκόλως θα εννοήσετε την προς αυτήν συμπεριφοράν του. Εκείνη δηλαδή δεν είχε καμμίαν εμπιστοσύνην αποθνήσκουσα να εμπιστευθή τον εαυτόν της εις τούτον, εις τον Αντιφάνην δε, έχουσα πεποίθησιν, χωρίς ουδόλως να είναι συγγενής της έδωσε τρεις μνας διά την κηδείαν της καταφρονήσασα τούτον αν και ήτο παιδί της. Άρα γε δεν φανερώνει τούτο ότι αυτή εγνώριζε καλώς ότι ο υιός της ουδέ διά την συγγένειαν δεν θα εξετέλει τα πρέποντα διά τον ενταφιασμόν της; Και όμως εάν η μητέρα η οποία υπ' αυτής της φύσεως έχει πλασθή να δεικνύη μεγάλην υπομονήν, και όταν ακόμη αδικήται υπό των τέκνων της, και όταν ελαχίστην ωφέλειαν εξ αυτών λαμβάνη να θεωρή ως μεγάλην ευεργεσίαν, διότι κρίνει τας γιγνομένας εις αυτήν αδικίας ή ωφελείας εκ μέρους των τέκνων της έχουσα ως κριτήριον την προς αυτά αγάπην της μάλλον παρά τον έλεγχον διά την προς αυτήν συμπεριφοράν των, ενόμιζεν ότι ούτος είναι δυνατόν να ωφεληθή και από τον θάνατόν της ακόμη, τι πρέπει να σκέπτεσθε περί αυτού; Εκείνος ο οποίος τους συγγενείς του τόσον πολύ αδικεί, φαντάζεσθε βέβαια πόσον περισσότερον θα βλάψη τους άλλους (όταν του δοθή ευκαιρία). Ακούσατε τον ίδιον τον λαβόντα τα χρήματα και θάψαντα αυτήν, και μάθετε εκ της μαρτυρίας αυτού ότι τα λεχθέντα είναι αληθή.
Ούτος δηλαδή κύριοι βουλευταί, όταν εις την πόλιν υπήρχε η μεγάλη εκείνη συμφορά (την οποίαν σας υπενθυμίζω διότι εξ αιτίας του αναγκάζομαι να πράξω τούτο) διωχθείς εκ της πόλεως υπό των Τριάκοντα μαζί με τους άλλους πολίτας, μέχρι τινός μεν κατώκει εις εξοχικήν τινά οικίαν εις τον αγρόν του, όταν όμως καταλαβόντες την Φυλήν κατήλθον εις τον Πειραιά, και όχι μόνον οι μένοντες εις τους αγρούς, αλλά και οι εις εξορίαν ευρισκόμενοι, άλλοι μεν εις την πόλιν άλλοι δε εις τον Πειραιά συνηθροίζοντο, και έκαστος εβοήθει την πόλιν όσον ηδύνατο, έπραξε τα εναντία εκείνων που έπραξαν οι άλλοι πολίται. Αφού ητοίμασε τα πράγματά του, αναχωρήσας εκ της πατρίδος του μετώκησεν, εις ξένην χώραν και κατώκει εν Ωρωπώ πληρώνων φόρον μετοίκου και έχων προστάτην του ένα εκ των εντοπίων, προτιμήσας να ζη ως μέτοικος εις ξένην χώραν παρά εις την πατρίδα του ως ελεύθερος πολίτης. Ούτος προσέτι δεν μετέβαλε φρονήματα, όπως μετεβλήθησαν μερικοί και από τους πολίτας, όταν είδον υπερισχύοντας τους καταλαβόντας την Φυλήν, ουδέ έκρινεν άξιον να μετάσχη εις καμμίαν από τας επιτυχίας τούτων, διότι ήθελε να επανέλθη εις τας Αθήνας αφού οι δημοκρατικοί φέρουν εις πέρας τον σκοπόν των, παρά να επανέλθη μαζί με αυτούς, αφού κατορθώση τι εξ εκείνων τα οποία συνέφερον εις το κοινόν πολίτευμα δι' όλους τους πολίτας, ούτε έκρινεν άξιον να μεταβή εις τον Πειραιά, ουδαμού δε παρετάχθη υπό των στρατηγών. Και βέβαια εκείνος ο οποίος ετόλμα να σας προδίδη, ενώ έβλεπεν ότι επιτυγχάνετε, τι άρα γε θα έπραττεν εναντίον σας, εάν απετυγχάνετε; Όσοι μεν λοιπόν ένεκα ατομικών συμφορών δεν έλαβον μέρος εις τους τότε κινδύνους της πόλεως, είναι άξιοι κάπως να συγχωρηθούν· διότι ουδείς επιθυμεί την δυστυχίαν του. Όσοι όμως εκουσίως και εσκεμμένως απέσχον των τότε κινδύνων της πόλεως, ουδεμιάς συγγνώμης είναι άξιος· διότι έπραξαν αυτό ουχί ακουσίως, αλλά εκουσίως και με σκοπόν να σας βλάψουν. Κάποια συνήθεια δε κατήντησε να θεωρήται από όλους τους ανθρώπους δίκαιον, δηλαδή διά τα ίδια αδικήματα να αγανακτούν εναντίον εκείνων οι οποίοι αδικούν αν και δύνανται να μη αδικούν, να συγχωρούν δε τους πένητας και αδυνάτους, διότι νομίζουν ότι αυτοί ακουσίως αδικούν. Ούτος λοιπόν ουδεμιάς συγγνώμης είναι άξιος διότι ούτε κατά το σώμα ήτο αδύνατος, ώστε να μη δύναται να υποφέρη τους κόπους, καθώς και σεις το βλέπετε, ούτε πτωχός ήτο, ώστε να μη δύναται να συνεισφέρη χρήματα, όπως εγώ θα αποδείξω. Αλλ' ασφαλώς δεν θα διεγείρετε την έχθραν ουδενός εκ των πολιτών, εάν δεν εγκρίνητε την εκλογήν τούτου, ο οποίος είναι φανερόν ότι επρόδωσεν όχι μόνην την μίαν εκ των διαμαχομένων τότε μερίδων, αλλά και τας δύο, ώστε μήτε υπό των ολιγαρχικών πρέπει να θεωρήται φίλος των (διότι δεν ηθέλησε να τρέξη προς βοήθειάν των), μήτε οι καταλαβόντες τον Πειραιά δημοκρατικοί δύνανται να τον θεωρούν φίλον των· διότι ουδέ με τούτους ηθέλησε να μεταβή εις Φυλήν, και να κατέλθη μαζί των εις Πειραιά, και μάλιστα, αφού έφερε την προσωνυμίαν του πολίτου. Εάν υπολείπωνται πολίται τινές, οι οποίοι έδειξαν την ιδίαν συμπεριφοράν με τον Φίλωνα, μαζί με εκείνους, αν καμμιά φορά (που ο θεός να μη το δώση) πάρουν την κυβέρνησιν του κράτους, ας έχη την αξίωσιν να είναι βουλευτής.
Ότι λοιπόν κατώκει εις τον Ωρωπόν υπό την προστασίαν ενός εκ των εντοπίων, ότι είχεν αρκετήν περιουσίαν, και ότι ούτε με τους δημοκρατικούς, ούτε με τους αριστοκρατικούς, ως στρατιώτης, παρετάχθη ακούσατε πρώτον τους μάρτυρας, διά να εννοήσετε την αλήθειαν των λεγομένων μου.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Υπολείπεται λοιπόν εις αυτόν να ισχυρίζεται ότι ένεκα ασθενείας συμβάσης εις αυτόν τότε κατέστη αδύνατον να σπεύση εις τον Πειραιά προς βοήθειαν των εκ Φυλής κατελθόντων, και ότι εξ ιδίας προαιρέσεως εκ της περιουσίας του συνεισέφερε χρήματα εις τον αγώνα υπέρ της δημοκρατίας, ή ότι ώπλισε μερικούς από τους συνδημότας του, καθώς και άλλοι πολλοί πολίται συνεισέφερον χρήματα, και ώπλισαν δι' εξόδων των συνδημότας των, επειδή αυτοί διά ασθένειαν δεν ηδύναντο αυτοπροσώπως να υπηρετήσουν. Διά να μη δυνηθή λοιπόν αυτός να σας εξαπατήση με τα ψεύδη του, και περί τούτων σαφώς τώρα θα σας αποδείξω, επειδή δεν θα μου επιτραπή να ανέλθω εκ δευτέρου εις το βήμα και να ελέγξω όσα αυτός θα είπη. Κάλεσε, παρακαλώ, τον συνδημότην αυτού Διότιμον τον Αχαρνέα και εκείνους οι οποίοι μετ' αυτού εξελέγησαν διά να οπλίσουν τους δημότας (τους Αχαρνείς) από τα χρήματα τα προελθόντα εκ των γενομένων συνεισφορών.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΘΕΝΤΩΝ ΜΕΤΑ ΔΙΟΤΙΜΟΥ
Ούτος λοιπόν όχι μόνον δεν εσκέφθη να ωφελήση την πόλιν ευρισκομένην εις τόσον κρίσιμον περίστασιν διά τον διεξαγόμενον εμφύλιον πόλεμον, αλλά τουναντίον εσκέφθη πώς θα κερδίση από τας συμφοράς μας· ώστε έχων ορμητήριον τον Ωρωπόν και εξ αυτού εκκινών άλλοτε μεν μόνος, άλλοτε δε οδηγών άλλους των οποίων αι συμφοραί σας εξυπηρέτουν τα συμφέροντα περιερχόμενος εις τους αγρούς, και συναντών τους γέροντας, οι οποίοι έμενον εις τους δήμους έχοντες ολίγα μεν τρόφιμα, απαραίτητα όμως διά την συντήρησίν των, αν και ηυνόουν τους δημοκρατικούς, δεν ηδύναντο δε να σπεύσουν προς βοήθειάν των ένεκα του γήρατος, ήρπαζε από αυτούς τα υπάρχοντά τους, περισσότερον φροντίζων αυτός ολίγα να κερδίζη παρά από εκείνους να μη αφαιρή τα υπάρχοντα που ήσαν ελάχιστα· οι οποίοι τώρα διά τον ίδιον λόγον δεν δύνανται να προσέλθουν όλοι να μαρτυρήσουν εναντίον του, διά τον οποίον και τότε δεν ηδύναντο να βοηθούν την πόλιν. Αλλ' όμως δεν πρέπει βέβαια να ωφεληθή ούτος δύο φοράς ένεκα της αδυναμίας εκείνων, και τότε δηλαδή ότε αφήρει τα υπάρχοντα αυτών, και τώρα ότε σεις εξετάζετε τον βίον και τας πράξεις του διά να αποφανθήτε αν είναι δίκαιον να εγκρίνητε την εκλογήν του· αλλά οφείλετε να δώσετε μεγάλην σημασίαν εις την περιουσίαν οιουδήποτε εκ των αδικηθέντων, και οφείλετε να μισήσετε υπερβολικά αυτόν, ο οποίος ετόλμησε να αφαιρή τα υπάρχοντα ανθρώπων εις τους οποίους άλλοι επροθυμοποιούντο να δίδουν ελεημοσύνην διότι τους ελυπούντο διά την πτωχείαν των. Καλέσατε προς τούτο τους μάρτυρας.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Δεν δύναμαι εγώ τουλάχιστον να εννοήσω διατί πρέπει σεις να έχετε διαφορετικήν γνώμην περί αυτού από εκείνην την οποίαν έχουν οι συγγενείς του· διότι γνωρίζουν τοιαύτα αμαρτήματα αυτού, ώστε, και αν ουδέν άλλο αμάρτημα είχε διαπράξει, να αρκούν αυτά ώστε να μη εγκριθή η εκλογή του. Όσα μεν του κατηγόρει η μήτηρ του, εν όσω έζη, θα παραλείψω. Συμπεραίνοντες όμως σεις, από όσα έπραξεν η μήτηρ του αποθνήσκουσα ευκόλως θα εννοήσετε την προς αυτήν συμπεριφοράν του. Εκείνη δηλαδή δεν είχε καμμίαν εμπιστοσύνην αποθνήσκουσα να εμπιστευθή τον εαυτόν της εις τούτον, εις τον Αντιφάνην δε, έχουσα πεποίθησιν, χωρίς ουδόλως να είναι συγγενής της έδωσε τρεις μνας διά την κηδείαν της καταφρονήσασα τούτον αν και ήτο παιδί της. Άρα γε δεν φανερώνει τούτο ότι αυτή εγνώριζε καλώς ότι ο υιός της ουδέ διά την συγγένειαν δεν θα εξετέλει τα πρέποντα διά τον ενταφιασμόν της; Και όμως εάν η μητέρα η οποία υπ' αυτής της φύσεως έχει πλασθή να δεικνύη μεγάλην υπομονήν, και όταν ακόμη αδικήται υπό των τέκνων της, και όταν ελαχίστην ωφέλειαν εξ αυτών λαμβάνη να θεωρή ως μεγάλην ευεργεσίαν, διότι κρίνει τας γιγνομένας εις αυτήν αδικίας ή ωφελείας εκ μέρους των τέκνων της έχουσα ως κριτήριον την προς αυτά αγάπην της μάλλον παρά τον έλεγχον διά την προς αυτήν συμπεριφοράν των, ενόμιζεν ότι ούτος είναι δυνατόν να ωφεληθή και από τον θάνατόν της ακόμη, τι πρέπει να σκέπτεσθε περί αυτού; Εκείνος ο οποίος τους συγγενείς του τόσον πολύ αδικεί, φαντάζεσθε βέβαια πόσον περισσότερον θα βλάψη τους άλλους (όταν του δοθή ευκαιρία). Ακούσατε τον ίδιον τον λαβόντα τα χρήματα και θάψαντα αυτήν, και μάθετε εκ της μαρτυρίας αυτού ότι τα λεχθέντα είναι αληθή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)









