ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩ∆ΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙ∆Η «ΕΛΕΝΗ»
Μια από τις τραγωδίες του Ευριπίδη που έχει διασωθεί στο ακέραιο είναι η “Ελένη”.
Η υπόθεσή της εκτυλίσσεται στην Αίγυπτο και συγκεκριµένα στο νησί Φάρος.
Εκεί η ηρωίδα έχει µεταφερθεί από τον Ερµή και διαµένει στο ανάκτορο του βασιλιά Πρωτέα ενώ το είδωλό της ακολουθεί τον Πάρη
στην Τροία. Ο Πρωτέας πεθαίνει και ο διάδοχός του Θεοκλύµενος τη ζητά σε γάµο. Η Ελένη όµως παραµένει πιστή στο Μενέλαο,
τον άντρα της, και αρνείται να τον παντρευτεί. Ο Τεύκρος την πληροφορεί για την καταστροφή της Τροίας και της λέει πως ο
Μενέλαος πιθανόν να έχει σκοτωθεί. Η Ελένη τον συµβουλεύει να κρυφτεί, γιατί ο βασιλιάς σκοτώνει όλους τους Έλληνες που
φτάνουν στη χώρα του, ενώ εκείνη (συµβουλευόµενη το χορό) επισκέπτεται τη µάντισσα Θεονόη για να εξακριβώσει την αλήθεια.
Ο Μενέλαος εµφανίζεται και διηγείται πώς περιπλανήθηκε πολύ στη θάλασσα και πώς έφτασε σ΄αυτό τον άγνωστο τόπο µε
την – όπως πιστεύει- γυναίκα του. Όµως, η γερόντισσα που είναι υπηρέτρια στο παλάτι, τον πληροφορεί πως η πραγµατική του
γυναίκα βρίσκεται εκεί.
Επακολουθεί η αναγνώριση των δύο συζύγων και η χαρά τους είναι µεγάλη αλλά δεν κρατάει πολύ δυστυχώς.
Ο Μενέλαος κινδυνεύει από τον Θεοκλύµενο και πρέπει να κρυφτεί. Αυτός αρνείται να το κάνει και η µάντισσα που τον αναγνωρίζει,
πείθεται να µην τον προδώσει.
Η Ελένη ξεγελά τον Θεοκλύµενο και παίρνει πλοίο µε ναύτες τάχα για να σκορπίσει την τέφρα του
Μενέλαου ενώ στην πραγµατικότητα φεύγει µαζί του. Ο Θεοκλύµενος το µαθαίνει όταν αυτοί έχουν φύγει και θέλει να σκοτώσει την
Θεονόη που τους κάλυψε, όµως οι ∆ιόσκουροι που εµφανίζονται τον αποτρέπουν.
Είναι – φαίνεσθαι
Στην τραγωδία αυτή παρατηρούμε πως οτιδήποτε νομίζουμε αληθινό, αποδεικνύεται ψέμα, και ό,τι είναι ψέμα μπορεί να είναι η μεγαλύτερη αλήθεια. Ο υπαινιγμός είναι σαφής. Δεν είναι πάντα τα φαινόμενα αυτά που πρέπει να καθορίζουν τη δράση μας, μα η εξέταση τους σε βάθος μέχρι να φανεί η αλήθεια. Αυτό φαίνεται στους στίχους 80-82 με την αντίθεση «όνομα», «σώμα». Συνεπώς, ο άνθρωπος δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο στις αισθήσεις του αλλά και στη νόηση του και πως πρέπει να αναζητάμε την αλήθεια στην ουσία και όχι στην εικόνα των καταστάσεων. Η πλάνη, που ζουν οι άνθρωποι, φαίνεται στην εμφάνιση του Τεύκρου όπου ενισχύεται η βασική ιδέα του Ευριπίδη πως οι Έλληνες πιστεύουν ότι πολεμούν εξαιτίας της άπιστης Ελένης, ενώ στην πραγματικότητα η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία και ο πόλεμος ήταν μάταιος. Μέσα από τα λόγια της Ελένης εξελίσσεται η ιδέα της βασικής αντίθεσης του έργου ανάμεσα στη φαινομενικότητα και την πραγματικότητα. Δύο φορές η Ελένη αναφέρεται στο όνομα της που είναι ντροπιασμένο σε όλη την Ελλάδα και αποτελεί την αιτία συμφορών, σε αντίθεση με την ίδια που παραμένει αγνή, αμόλυντη και πληρώνει χωρίς να φταίει.
Ειδικότερα, στην τραγωδία βρίσκονται αντιμέτωποι ο κόσμος της πραγματικότητας και ο κόσμος της ψευδαίσθησης. Παρατηρούμε όμως ότι ο Μενέλαος μένει προσκολλημένος πεισματικά στο «φαίνεσθαι», παρότι βρίσκεται σε βαθιά σύγχυση από τα λόγια της γερόντισσας. Ο Ευριπίδης οδηγεί τους θεατές να προχωρήσουν σε δικούς τους προβληματισμούς γύρω από αυτή την αντίθεση με τις ρητορικές ερωτήσεις που βάζει στο στόμα του Μενέλαου: «υπάρχει Σπάρτη αλλού…;¨», «Δεύτερη υπάρχει στον κόσμο Λακεδαίμονα;». Άρα υπάρχει το ερώτημα αν τελικά αυτός ο πόλεμος γίνεται για αληθινούς λόγους.
Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023
Ο Μεγάλος Θεός Καρνάβαλος
«Και όταν έρχεται η άνοιξη, χαρά δίνουν στον Διόνυσο, ερεθίσματα χορών μ’ ωραίες φωνές και μουσική βαρύβροντη με αυλούς».
«Ο Διόνυσος είναι Θεός του γλεντιού, βασιλεύει στα συμπόσια ανάμεσα σε λουλουδένια στέφανα, ζωηρεύοντας τους χαρούμενους χορούς στον ήχο της φλογέρας. Γέλια τρελά προκαλεί και διώχνει τις μαύρες έγνοιες. Και στο τραπέζι των Θεών, το νέκταρ του αυξάνει τη μακαριότητά τους κι αντλούν οι θνητοί από τη γελαστή του κύλικα τον ύπνο και ξεχνούν τα βάσανά τους». -Ευρυπίδης
«Όμοιοι με τους Κορύβαντες, που χορεύουν μόνο σαν έξαλλοι είναι. Οι λυρικοί ποιητές δε βρίσκουν στη νηφαλιότητά τους ωραίους τους στίχους. Μέσα στην ψυχή τους πρέπει να μπουν η αρμονία και το μέτρο και να τη μεθύσουν. Οι Βάκχες, μονάχα μέσα στην παράκρουσή τους, από τα ποτάμια αντλούν το γάλα και το μέλι. Τελειώνει η δύναμή τους σαν και το παραλήρημά τους τελειώσει» -Πλάτωνας
Ο Αριστοφάνης λέει στον Θεό της Ζωής, της Θείας Ποίησης και Μουσικής «Διόνυσε κισσοστεφανωμένε, τις χορωδίες μας διεύθυνε. Σ’ εσένα απευθύνονται οι ύμνοι κι οι χοροί μας, ω Εύιε, ω Βρόμιε, ω της Σεμέλης γιε, ω συ Διόνυσε που σου αρέσει ν’ ανακατεύεσαι στις χορωδίες των Νυμφών τις τρισχαριτωμένες επάνω στα βουνά και που χορεύοντας δε σταματάς να τραγουδάς τον ιερό σου ύμνο «Εύιος, Εύιος». Και γύρω σου αντιλαλεί του Κιθαιρώνα η ηχώ κι αναριγούν τα βουνά με τις φυλλωσιές τις μαύρες και τους πηχτούς τους ίσκιους, αναριγούν κι οι βράχοι μέσα στο δάσος»
Η Καρναβαλική Εύθυμη Μαγική Ελεύθερη Ζωή
Το Καρναβάλι είναι μια Ιερή μαγικοθρησκευτική γιορτή που εξυμνεί τη χαρά της ζωής, την αναγέννηση και την ανανέωση του ανθρώπου, της φύσης και ολόκληρης της Δημιουργίας. Οι άνθρωποι μεταμορφώνονται, υπερβαίνουν τα στενά όρια της ύπαρξης, χάνουν το γνώριμο εαυτό τους και ταυτίζονται με την ζωντανή ζωή, κατά τη διάρκεια μιας γιορτής που ανατρέπει την κατεστημένη εικόνα του κόσμου και τις κοινωνικές συμβάσεις. Αποτελεί έναν «ύμνο» στην Ελευθερία που εκφράζεται χωρίς περιορισμούς μετουσιώνοντας και αναγεννώντας τα πάντα.
Με άλλα λόγια, τα δρώμενα του Καρναβαλιού μας προσφέρουν την ευκαιρία για μια πηγαία έκφραση των βαθύτερων περιεχομένων του εαυτού μας, αλλά και την εμπειρία μιας άμεσης αυθεντικής επαφής με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε, υπερβαίνοντας έτσι κάθε χωριστική τεχνητή κοινωνική διάκριση. Είναι μια γιορτή που ικανοποιεί την ανάγκη μας να βρεθούμε όλοι μαζί, να διασκεδάσουμε, να γιορτάσουμε, πέρα από το μονότονο ρυθμό της καθημερινότητας. Η ψυχική ευφορία και το πολύτιμο θεραπευτικό γέλιο απελευθερώνονται τότε και ενισχύονται μέσα από τη γενικότερη διονυσιακή ατμόσφαιρα της γιορτής.
Η λέξη «καρναβάλι» προέρχεται από τη λατινική έκφραση: carne vale, που σημαίνει «κρέας αντίο» Η Encyclopaedia Britannica κάτω από τον τίτλο «Καρναβάλι» αναφέρει: «Η προέλευση της λέξης είναι αβέβαιη, παρ’ ότι πιθανόν να προέρχεται από το Μεσαιωνικό Λατινικό carnem levare ή carnelevarium, που σημαίνει να παίρνεις ή να αφαιρείς κρέας.
Σύμφωνα με το «Standard Dictionary of Folklore, Mythology and Legend» των Funk και Wagnalls: «Το καρναβάλι προέρχεται από τη φράση: «carrus navalis» που σημαίνει: κάρο της θάλασσας, ένα τροχοφόρο όχημα με μορφή πλοίου το οποίο χρησιμοποιούσαν στις πομπές του Διόνυσου και από το οποίο έψαλλαν όλα τα είδη των σατυρικών τραγουδιών». Η λέξη επίσης σχετίζεται με τα Κάρνεια και τον Θεό Κάρνειο Απόλλωνα, αλλά τα Κάρνεια γιορτάζονταν τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο και δεν είχαν τα έθιμα των μασκαράδων, ανάμνηση νεκρών κτλ.
Επίσης σχετίζεται με τον χοροπηδηχτό χορό των Σατύρων που είναι μεταμφιεσμένοι ως τράγοι. Έτσι το καρναβάλι μπορεί να σημαίνει βαλλισμός των κάρνων. Κάρνος κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο είναι κάρνος· φθείρ. βόσκημα, πρόβατον. Έτσι οι τράγοι που είναι τα βοσκήματα, βαλλίζουν δηλ. χοροπηδάνε. Ίσως αυτή η ετυμολογία είναι πιο σωστή από τις άλλες και να συμβαδίζει και με τα αρχαία έθιμα.
Όσα στοιχεία ενσωμάτωσε το καρναβάλι τις αρχαίες γιορτές, τα διαιωνίζει μέχρι σήμερα. Δεν νοείται παρέλαση καρναβαλιού δίχως άρματα. Με πρώτο και καλύτερο αυτό του Βασιλιά Καρνάβαλου. Στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία και την Γαλλία, το Καρναβάλι έχει για πρωταγωνιστή του, μια κωμική μορφή η οποία έπειτα από μια σύντομη σταδιοδρομία γεμάτη δόξα και παραλυσία, καίεται δημόσια. Αυτός ο περίεργος τύπος, ο Ευρωπαίος Καρνάβαλος δεν είναι άλλος από τον διάδοχο του αρχαίου Βασιλιά των οργίων, των Σατουρναλίων.
Το Καρναβάλι είναι μια περίοδος ευθυμίας και χαρούμενης ελευθερίας, όπου οι κανόνες του κόσμιου βίου [ειδικά του θρησκευτικού δογματισμού] αναστέλλονται προσωρινά και βασιλεύει η λησμονιά της καθημερινότητας. Τα ταμπού και οι απαγορεύσεις παραμερίζονται και όλες οι εκτροπές επιτρέπονται. Εκδηλώσεις, γλέντια και πλουσιοπάροχα συμπόσια, όπου κυριαρχούν η έξαρση του αισθησιασμού, η μέθη, η αθυροστομία, οι ξέφρενοι χοροί, οι μεταμφιέσεις και οι πομπές προσωπιδοφόρων, συνθέτουν την όλη εικόνα. «Αγριάνθρωποι» που φορούν δέρματα ζώων, φυλλώματα δέντρων, άχυρα και κουδούνια και κρατούν ρόπαλα ή μαγκούρες, άνθρωποι ντυμένοι αρκούδες και άλλα ζώα αναστατώνουν τα πάντα.
Αποτελούσε την κορύφωση των μιμητικών πράξεων που σκοπό είχαν να καλοπιάσουν τη γη και να την πείσουν να προσφέρει πλούσια τα ελέη της την εποχή του θερισμού και της συγκομιδής.
Προκαλούν με πειράγματα τους περαστικούς, παράγουν εκκωφαντικούς θορύβους, πετούν αντικείμενα, μπαίνουν μέσα στα σπίτια και ξεφαντώνουν. Ποικίλα είναι τα έθιμα και τα τελετουργικά δρώμενα του Καρναβαλιού, μεταξύ των οποίων καθαρμοί, απομάκρυνση των δαιμόνων, άναμμα και σβήσιμο των φώτων ή της πυράς, αγώνες μεταξύ αντίπαλων ομάδων, στέψη και καθαίρεση ενός πλασματικού βασιλιά, κάψιμο ή ενταφιασμός ενός ανδρεικέλου, αναπαραστάσεις της γενετήσιας πράξης, του θανάτου και της νεκρανάστασης, παρωδίες του γάμου και της κηδείας.
Όμως, τα καρναβαλικά δρώμενα διακρίνονται γενικότερα από την τάση τους να αντιστρέφουν επίμονα και συστηματικά την τάξη του κόσμου και τις ιεραρχικές δομές της κοινωνίας. Ολόκληρος ο κόσμος ξεπροβάλει μέσα από ένα καθολικό αναποδογύρισμα, οι άνθρωποι βγάζουν τα ρούχα και τα ξαναφορούν ανάποδα, οι άντρες ντύνονται γυναίκες και οι γυναίκες άντρες. Καθετί «ανώτερο» υποβιβάζεται, τη στιγμή που οτιδήποτε «κατώτερο» αναβιβάζεται και εξυμνείται.
Ο ζητιάνος ενθρονίζεται βασιλιάς και ο καντηλανάφτης παπάς, ο τρελός ανακηρύσσεται σοφός, ο διάβολος δοξολογείται, η θεία λειτουργία τρέπεται σε βωμολοχία. Σύμβολα, θεσμοί, τίτλοι και αξιώματα, ιερά και όσια διακωμωδούνται και εκθρονίζονται, ενώ στη θέση τους ενθρονίζεται η τρέλα και το αλλόκοτο. Κάθε υψηλή ιδέα γελοιοποιείται και στη θέση της δοξάζεται μεταξύ άλλων η ανδρική και γυναικεία «φύση».
Όλα αυτά και ακόμα περισσότερα συνθέτουν ένα οργιώδες ανατρεπτικό κλίμα, μέσα από το οποίο αναδύεται το αρχέτυπο του «τρελού», που ξεσκεπάζει με τις κουβέντες του κάθε ψέμα ή υποκρισία και ανακοινώνει δημόσια δυσάρεστες αλήθειες, που συγκαλύπτονται στην καθημερινή μας ζωή. Και επειδή στο καρναβάλι όλοι γίνονται «τρελοί», τούτο σημαίνει πως ακόμα και ο λαός κατορθώνει τότε να πει στην εξουσία, χάρη στην ασυλία της γιορτής, τη δική του αλήθεια· να κρίνει και να επικρίνει, να ελέγξει τους δυνατούς, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται, να επισημάνει τα στραβά, να καταγγείλει το άδικο, να σατιρίσει την εξουσία, διορθώνοντας ή βελτιώνοντας την κοινωνία.
Το Καρναβάλι στην Αρχαιότητα
Όταν, λοιπόν, λέμε Καρναβάλι εννοούμε κάθε εκδήλωση μεταμφιέσεων, που έχει ως κεντρικό θέμα τον περιοδικό εορτασμό της ανακύκλωσης των εποχών και της αναγέννησης του κόσμου, με το τέλος του παλιού, την αρχή του καινούργιου και την ανατροπή όλων των πραγμάτων. Τα δρώμενα του Καρναβαλιού τελούνται όχι μόνο κατά την περίοδο των Αποκριών του χριστιανικού κόσμου, αλλά και κατά το Δωδεκαήμερο ή ακόμα και σε άλλες περιόδους του έτους. Αυτά τα έθιμα είναι πολύ παλιά και η σύνδεσή τους με το χριστιανικό εορτολόγιο αιώνες μεταγενέστερη.
Γιορτές Καρναβαλιού διαπιστώνονται ήδη από το 2000 π.κ.ε. στην Ασία, και συγκεκριμένα στη Μεσοποταμία και τη Βαβυλώνα, όπου υπήρχε το έθιμο οι υπηρέτες να ντύνονται αφέντες και οι δούλες κυράδες. Ανάλογα έθιμα υπήρχαν στην Ινδία, κατά την ανοιξιάτικη γιορτή της αγάπης, Ηοli, όταν οι νέοι υποδύονταν τους γέρους προεστούς, οι υπηρέτες τους αφέντες και οι γυναίκες τον αυταρχικό σύζυγό τους. Σε γιορτές της αρχαίας Κίνας, οι άντρες πάλευαν με τις γυναίκες, για την αρπαγή των ρούχων ο ένας του άλλου. Καρναβαλικά δρώμενα περιλαμβάνονταν και στα πανάρχαια Σάκαινα των Βαβυλωνίων, στο Πουρίμ των Ιουδαίων και στο Κουρμπάνι των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, αλλά και σε ακόμα περισσότερες γιορτές.
Οι βαθύτερες όμως ρίζες των καρναβαλικών εθίμων βρίσκονται στα αρχαία μαγικοθρησκευτικά δρώμενα των ποιμενοαγροτικών κοινωνιών, στα οποία συναντάμε τη φωτιά, ως μέσο καθαρμού και αποτροπής του κακού, τη μεταμφίεση (μάσκα, κεφαλοκάλυμμα, κοστούμι), το εικονικό όργωμα, τη σπορά, την πάλη, το θάνατο και την ανάσταση, το χορό και τη μουσική.
Οι φυλές των Οτεντότων της Νότιας και των Μπαντού της Ανατολικής Αφρικής δεν γνώριζαν το Καρναβάλι αλλά την κατάλληλη εποχή τελούσαν λατρευτικές γιορτές που μπορούσαν και άγιο να σκανδαλίσουν. Στη στροφή του ΙΘ’ προς τον εικοστό αιώνα, ο αιδεσιμότατος H. Rowley βρέθηκε σε μια τέτοια τελετή των Μπαντού κι έγραψε ότι επρόκειτο για «αληθινά βακχικά όργια»: «Είναι αδύνατο να παρευρεθεί κάποιος (λέει) και να μην αισθανθεί ντροπή. Όχι μόνο επιτρέπεται στον επισκέπτη η πλήρης σεξουαλική ελευθερία αλλά συχνά του επιβάλλεται υποχρεωτική συμμετοχή. Η πορνεία είναι ελεύθερη και η μοιχεία κανέναν δεν ενοχλεί. Το μόνο που απαγορεύεται στους άνδρες, είναι να κάνουν σεξ με τις νόμιμες γυναίκες τους».
Ανάλογες γιορτές στην Αγγλία συνδέονται με την Πρωτομαγιά. Στον μεσαίωνα ήταν παντού διάσημες στην «γιορτή των Τρελών». Στην αρχαία Ρώμη, συνέπιπταν με τα Σατουρνάλια. Στην Ελλάδα, με τις γιορτές της Διονυσιακής λατρείας. Στις πλαγιές του Κιθαιρώνα, γιόρταζαν τα Τριετηρικά, κάθε τρία χρόνια. Μόνο γυναίκες συμμετείχαν: Νύχτα, στο φως των πυρσών, φορώντας προβιές ελαφιών, με ξέπλεκα μαλλιά, στεφανωμένες με κισσούς και κρατώντας ιερούς θύρσους (ραβδιά τυλιγμένα με φύλλα κισσού) το έριχναν σε ξέφρενο χορό κι αχαλίνωτο τρέξιμο, καλώντας τον Διόνυσο με ουρλιαχτά.
Το Καρναβάλι ως Διονυσιακή Λατρεία
Ανάλογα δρώμενα υπήρχαν και στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο και συγκεκριμένα στα Διονύσια, τα Ανθεστήρια, τα Λήναια, τα Θεσμοφόρια, τα Κρόνια, τα Θεσσαλικά Πελώρια, τις γιορτές του Ερμή στην Κρήτη και διάφορες άλλες μικρότερες, με έντονο πάντα το Διονυσιακό στοιχείο, όπου οι άνθρωποι διατηρούσαν μια πίστη σε μαγικές γονιμικές πράξεις.
Σύμφωνα με τον πανάρχαιο μύθο, ο Διόνυσος ή Βάκχος λατρευόταν φανατικά στον Ορχομενό της Βοιωτίας αλλά οι κόρες του μυθικού βασιλιά Μινύα (Λευκίππη, Αλικιθόη και Αρσίππη) περιφρονούσαν τις τελετές. Ο Θεός θύμωσε με την ασέβειά τους και τις τρέλανε. Γεμάτες μανία, ρίχτηκαν στον Ίππασο, τον γιο της Λευκίππης, τον κατασπάραξαν κι έπειτα φύγανε στα βουνά. Από τότε, οι γυναίκες απόγονοι του Μινύα ονομάζονταν «ολείαι», ολέθριες.
Και υποχρεώνονταν σε βαρύ τίμημα: Στο βουνό της Γρανίτσας, το αρχαίο Λαφύστιο, οι κάτοικοι του Ορχομενού, επί τέσσερις συνεχείς νύχτες, τελούσαν τα Αγριώνια, προς τιμήν του Αγριώνιου Διονύσου. Τις τρεις πρώτες νύχτες, γυναίκες του Ορχομενού, με παρθένες του οίκου του Μινύα ανάμεσά τους, περιφέρονταν εκστασιασμένες στο βουνό ψάχνοντας να βρουν τον Διόνυσο, καλώντας τον να παρουσιαστεί. Αποκαμωμένες, την τέταρτη νύχτα ετοίμαζαν συμπόσιο και το έριχναν στο φαγοπότι.
Τη γιορτή παρακολουθούσαν υποχρεωτικά οι άνδρες της οικογένειας του μυθικού Μινύα, ντυμένοι με κουρέλια, βρόμικοι και τελείως αμέτοχοι στα δρώμενα. Πάνω στην έξαψη, εμφανιζόταν ο ιερέας του Διονύσου, μεταμφιεσμένος σε δαίμονα εχθρό του Θεού και με γυμνό ξίφος έστρωνε τις γυναίκες στο κυνήγι, χωρίς οι άνδρες να έχουν το δικαίωμα να επέμβουν. Οι γυναίκες έφευγαν πανικόβλητες αλλά ο ιερέας κυνηγούσε κυρίως τις παρθένες από την οικογένεια του Μινύα. Όποια προλάβαινε πρώτη, την σκότωνε θυσιάζοντάς την στον Βάκχο.
Αργότερα, όταν πια δεν υπήρχαν απόγονοι του Μινύα, ο ιερέας θυσίαζε την όποια παρθένα έπιανε πρώτη. Μετά, το έθιμο ατόνησε. Στους ιστορικούς χρόνους, η σφαγή της παρθένας είχε αντικατασταθεί από συμβολική θυσία. Μια μόνο φορά, πολύ αργότερα, στα χρόνια του Πλουτάρχου (Β’ μ.κ.ε. αι.), ο ιερέας Ζωίλος θέλησε να τηρήσει το έθιμο κι έσφαξε μια παρθένα. Αποτέλεσμα ήταν οι Ρωμαίοι κατακτητές να απαγορεύσουν τις τελετές, ο Ορχομενός να πληρώσει βαρύ πρόστιμο και η οικογένεια του Ζωίλου να αποκλειστεί από το ιερατικό επάγγελμα.
Ήταν τα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού, που προσπαθούσε να εξαλείψει το φαινόμενο των ανθρωποθυσιών από τη ρωμαϊκή λατρεία, καθώς ανάλογα κρούσματα δεν έλειπαν ούτε στην ίδια τη Ρώμη. Η ανθρωποθυσία είχε βαθιές ακόμα ρίζες, καθώς ερχόταν από τους εβραίους (θυσία του Αβραάμ), τους Αιγυπτίους και τους Φοίνικες, που θυσίαζαν στον Μολώχ.
Διόνυσος Ζαγρέας και Ορφέας, με περίπου κοινή μοίρα, αποτέλεσαν τον μοχλό της πίστης των ορφικών που τελούσαν τα ορφικά μυστήρια, ανοιχτά μόνο στους μυημένους. Ο Ορφισμός λατρευόταν με όργια και αναπτύχθηκε με κέντρο λατρείας τον Διόνυσο Ζαγρέα, τον Θεό που δίνει ψυχή στα πάντα. Ο άνθρωπος που εκπλήρωνε τις επιταγές της ορφικής διδασκαλίας, μπορούσε να ελπίζει στη λυτρωτική χάρη του Διονύσου και να απαλλαγεί από τη μεταθανάτια κόλαση του Άδη. Αλλιώς, η ψυχή του κινδύνευε να υποστεί τα μύρια όσα, ώσπου να φθάσει στον καθαρμό.
Ξεκινώντας από τη Θράκη, ο Ορφισμός εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και γύρω στον Στ’ π.κ.ε. αιώνα, είχε καταντήσει αληθινή μάστιγα, καθώς διάφοροι απατεώνες οι «ορφεοτελεστές» περιφέρονταν από τόπο σε τόπο και έναντι αμοιβής, αναλάμβαναν να απαλλάξουν από τις αμαρτίες τους, όχι μόνο τους ζωντανούς αλλά και τους πεθαμένους. Στην πραγματικότητα, ήταν οι εφευρέτες της επιχείρησης που μετά από 2000 χρόνια, ο πάπας Λέων Ι’ (1513 – 1521) ξεκίνησε με τα συγχωροχάρτια, προκαλώντας το σχίσμα της δυτικής Εκκλησίας σε καθολικούς και διαμαρτυρόμενους που συνεχίζεται μέχρι σήμερα στις χριστιανικές κυρίως εκκλησίες. Κάτι ανάλογο έγινε και στην αρχαία Αθήνα του Στ’ π.κ.ε. αιώνα. Ήταν γύρω στα 535 π.κ.ε. όταν ο τύραννος Πεισίστρατος, άνθρωπος ξύπνιος και βαθιά μορφωμένος, καθιέρωσε τα Μεγάλα Διονύσια. Η λαμπρότητα του θεάματος αντιμέτωπη με τη θρησκοληψία και τη δεισιδαιμονία.
Οι γιορτές προς τιμήν του Θεού Διονύσου ήταν ξεχωριστές και περιλάμβαναν εύθυμες λατρευτικές πομπές, στις οποίες συμμετείχαν άνδρες και γυναίκες χορευτές, τραγουδιστές, προσωπιδοφόροι, μεταμφιεσμένοι σε σατύρους και κενταύρους, ενώ αργότερα στις γιορτές της κλασικής εποχής συμμετείχαν ιδιαίτερες φαλλικές μορφές, πέρα από τους μασκοφορεμένους χορευτές. Η μεταμφίεση, και ιδιαίτερα η μάσκα είναι χαρακτηριστικό των εορτών του Διονύσου, που ενίοτε αποκαλείται Θεός – προσωπείο, καθώς το προσωπείο αποτελούσε την λατρευτική εικόνα του. Η μάσκα συμβόλιζε επίσης τη νέα μορφή του αναγεννημένου ανθρώπου, ενώ υπήρξε και σύμβολο μετουσίωσης, αλλά και επικοινωνίας με τους αόρατους κόσμους. Σύμφωνα μάλιστα με τον Γ. Φ. Όττο ο μασκοφόρος βιώνει την ιερή τρέλα, το πνεύμα του μαινόμενου Θεού, που εμποτίζει το προσωπείο του.
Για παράδειγμα, σε τελετουργίες του Διονύσου στη Θράκη, που θεωρείται η πλέον πιθανή πατρίδα του, υπήρχαν «ταυρόφθογγοι μίμοι» που μούγκριζαν προς τον Θεό, ενώ οι γυναίκες που τον λάτρευαν ως Διόνυσο Λαφύστιο έφεραν οι ίδιες κέρατα, μιμούμενες τον Θεό, γιατί τον φαντάζονταν ως ταυροκέφαλο. Αργότερα, μέσα από τις γιορτές του Διονύσου, γεννήθηκε το Ιερό Θέατρο, που σε πολλές παραστάσεις, όπως εκείνες του Αριστοφάνη, ο χορός μεταμφιεζόταν σε όρνιθες, νεφέλες, βατράχους, σφήκες κ.λ.π.
Ο Διόνυσος παρουσιάζεται πάντοτε ανάμεσα σε μια θορυβώδικη ακολουθία, όπου οι Μαινάδες αποτελούν το θηλυκό στοιχείο και οι Σάτυροι, οι Σειληνοί και ο Πάνας το αρσενικό. Οι Μαινάδες, που ονομάζονταν επίσης και Βάκχες, ήταν Νύμφες. Οι Νύμφες είχαν αναθρέψει τον Διόνυσο στο βουνό Νύσα. Έγιναν οι πιστές ακόλουθες και συντρόφισσες του θεού του αμπελιού και τις βλέπουμε να καταγίνονται πρόθυμα με τον τρύγο, μαζί με τους Σειληνούς συχνά. Εμψυχωμένες από τον Διόνυσο, από το πνεύμα του θεού, ρίχνονταν αναμαλλιασμένες σε τρελές ορμητικές και ακανόνιστες διαδρομές, σαν με πηδήματα ελαφίνας, που προσπαθεί να ξεφύγει από την καταδίωξη του κυνηγού. Βγάζουν δυνατές κραυγές, χτυπώντας κρόταλα σαν μανιασμένες.
Ο Πλάτωνας ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα των δυνατοτήτων του, μόνο μέσω Μανίας σε δόση θεϊκά ρυθμισμένη: «νῦν δὲ τὰ μέγιστα τῶν ἀγαθῶν ἡμῖν γίγνεται διὰ μανίας θείᾳ μέντοι δόσει διδομένης». Δικαιολογεί δε τη φαινομενική αυτή παραδοξολογία του με το ότι η Μανία είναι «Θείο δώρο» και αναφέρει 4 τύπους Μανίας: α) την προφητική (που εμπνέεται από τον Απόλλωνα), β) τη θρησκευτική (από τον Διόνυσο), γ) την ποιητική (από τις Μούσες) και δ) την ερωτική (από την Αφροδίτη και τον Έρωτα): «Τῆς δὲ θείας (μανίας) τέτταρα μέρη διελόμενοι μαντικὴν μὲν ἐπίπνοιαν Ἀπόλλωνος θέντες, Διονύσου δὲ τελεστικὴν, Μουσῶν δ’ αὖ ποιητικὴν, τετάρτην δὲ Ἀφροδίτης καὶ Ἔρωτος, ἐρωτικὴν μανίαν».
Η Θεία Διονυσιακή Μανία είναι ομαδική και μεταδοτική
«Θιασεύεται ψυχάν, ἐν ὄρεσι βακχεύων ὁσίοις καθαρμοῖσιν» (Βάκχες, 75). Οι δυο τεχνικές του Διονύσου είναι το κρασί κι ο χορός` σκοπός του δε η «κάθαρσις» με την ψυχολογική σημασία. Η μανία του χορού κι η ομαδική υστερία οδηγεί κατευθείαν στην κάθαρσιν, δηλαδή: στην απελευθέρωση του ανθρώπου. Ο Θεός Διόνυσος είναι ο Ελευθέριος, ο Λύσιος Θεός, δηλαδή ο Απελευθερωτής Θεός, που κάνει τον άνθρωπο να πάψει να είναι ο εαυτός του και να απολυτρωθεί. Του δείχνει τον δρόμο της Ελευθερίας.
Ο οργιαστικός απελευθερωτικός χαρακτήρας της λατρείας του Διονύσου είναι ολοφάνερος. Η ύπαρξή του για τους ανθρώπους του είναι μια αδιάκοπη συνέχεια από θορυβώδικα γλέντια, που κατέληγαν σε όργια, όπου προπάντων έπαιρναν μέρος οι γυναίκες. Από όπου πέρναγε ο Διόνυσος, συνέβαιναν θαυμαστά φαινόμενα. Πηγές κρασιού και νερού στο έδαφος κι από τα βράχια ανάβλυζαν κι από τα ποτάμια κυλούσε μέλι και γάλα. Κι ήταν τα κορφοβούνια αγαπημένος του τόπος διαμονής, όπου τελούνταν οι γιορτές του, κατά προτίμηση τη νύχτα. Όμως ο ρόλος του Διονύσου δεν περιορίζεται στο να διώχνει θλίψεις και καημούς από τους ανθρώπους και να τους κάνει να ξεχνούν τις καθημερινές έγνοιες με τα χαρούμενα μεθύσια.
Ο Διόνυσος τιμωρούσε τους εχθρούς της λατρείας του, μεταδίδοντάς τους την ίδια φρενίτιδα που έπιανε τις Μαινάδες και σπρώχνοντάς τους σε πράξεις αλλόφρονες κι εξωφρενικές. Μάλιστα η μανία των Μαινάδων δεν γνώριζε όρια. Ξεσκίζανε ζώα και έτρωγαν ωμές τις σάρκες τους. Δεν γλίτωναν μήτε οι άνθρωποι από τη φονική τους παράκρουση όπως στον μύθο του Ορφέα που τον κατασπάραξαν οι Βάκχες, οι μαινόμενες.
Ο Διόνυσος ήταν και ο ευεργέτης της ανθρωπότητας. Τρέλαινε όσους ήταν αντίθετοι στη λατρεία του και δεν ήθελαν να συμμετάσχουν σ’ αυτή, από την άλλη όμως μεριά εξασφάλιζε την ησυχία και τη γαλήνη των δικών του με τον πλούτο που χαρίζει η γεωργία. Του απέδιδαν την εφεύρεση του αρότρου, όπου πρώτος αυτός έζεψε βόδια. Ο Διόνυσος, συνέβαλε στην ανάπτυξη του πολιτισμού -υποβοηθώντας την ύπαρξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων- και την καλή διοργάνωση πόλεων, όπου παρουσιάζεται ως υπερασπιστής των αδυνάτων ενάντια σε όσους τους καταπιέζουν. Από τη λατρεία του Διονύσου γεννήθηκε το ελληνικό θέατρο, πράγμα που μας επιτρέπει να θεωρήσουμε το γιο του Διός και της Σεμέλης Θεό της ποίησης και της μουσικής.
Ανθεστήρια
Η κλασική αθηναϊκή γιορτή προς τιμήν του Θεού Διόνυσου ήταν τα Ανθεστήρια, τριήμερη και γεμάτη γλέντια και κρασί, καθώς τότε άνοιγαν τους πίθους με το γιοματάρι. Τα Ανθεστήρια ήταν πομπή, με άνθη, τραγούδια, μουσικούς και σκώμματα (σατιρικοί αστεϊσμοί, από το ρήμα σκώπτω = κοροϊδεύω, χλευάζω, σατιρίζω) που έλεγαν ντυμένοι ως σάτυροι -ακόλουθοι του Διονύσου, κρατώντας θύρσους κοσμημένους με κισσό (σύμβολο γονιμότητας)- και φορώντας προσωπίδες οι συμποσιαστές.
Δηλαδή, οι κωμαστές (κωμάζω = γυρίζω με άλλους στους δρόμους, λέγοντας τραγούδια και πειράγματα και κώμος = νυχτερινή έξοδος – πομπή συμποσιαστών στους δρόμους, με προσωπίδες, λαμπάδες, μουσικά όργανα και σατιρικά τραγούδια. Εξ ου και κωμωδία. Ο κορυφαίος, σε άρμα, όπως κάθε κωμαστής «τρεκλίζει ο κισσοστέφανος, χορεύει ο θυρσοφόρος» έλεγε ο Α. Σικελιανός – με τα πειράγματά του έσουρνε σε άλλους «τα εξ αμάξης»
Τέλειωνε με την τελετή της χύτρας που περιφερόταν μουτζουρωμένη, γεμάτη σπόρους για προσφορά στον Διόνυσο, ενώ την ημέρα αυτή έζωναν τους ναούς με μια κορδέλα, απαγορεύοντας την είσοδο σ’ αυτούς. Οι εκδηλώσεις έκλειναν με θυσία σε δεκατέσσερις βωμούς, για τους επτά Τιτάνες και τις επτά Τιτανίδες, που είχαν κομματιάσει τον Διόνυσο όταν ήταν μωρό. Την ίδια ημέρα, οι ψυχές των νεκρών ξαναγύριζαν στον Άδη και οι νοικοκυραίοι ξόρκιζαν αυτές που αρνιόνταν να φύγουν φωνάζοντας: «Έξω από το σπίτι, ψυχές! Τα Ανθεστήρια τέλειωσαν».
Το Καρναβάλι στην Αιώνια Πόλη
Γιορτές καρναβαλικού περιεχομένου υπήρξαν και στους Ρωμαίους, όπως τα Βακχανάλια, τα Σατουρνάλια, τα Λιμπεράλια, τα Λουπερκάλια, τα Φεράλια [ή Φε-(β)ρουάλια], τα Παρεντάλια· στο Βυζάντιο ήταν οι Καλένδες (ή Καλάνδες) και στη μεσαιωνική Δύση η Γιορτή των Τρελών, ένα παραεκκλησιαστικό Καρναβάλι, που τελούνταν κατά τη διάρκεια του Δωδεκαήμερου. Στη Γιορτή των Τρελών κατώτεροι κληρικοί, διάκοι και παπαδοπαίδια, εξέλεγαν τον ψευδοκαρδινάλιο ή τον πάπα των τρελών και τον χειροτονούσαν μέσα στην εκκλησία.
Εκεί χόρευαν μασκαρεμένοι, έψελναν φάλτσα αθυρόστομες παρωδίες εκκλησιαστικών ύμνων, έπιναν, έτρωγαν και έπαιζαν ζάρια. Μετά έβγαιναν στους δρόμους, χοροπηδούσαν διαβολεμένα, έριχναν μαγαρισιές στον κόσμο, και πήγαιναν στις ταβέρνες, συνεχίζοντας το πιόμα και τα ανόσια τραγούδια. Η παντοδύναμη Εκκλησία ήξερε πως εάν δεν έδινε στον καταπιεσμένο, φοβισμένο λαό έστω και μα ημέρα για να εκτονωθεί, δεν θα συνέχιζε να «πουλά τον Χριστό με το ζύγι», καταπώς έλεγε κι ο Καζαντζάκης, κρατώντας τον υποταγμένο υπό την απειλή της Κόλασης.
Παρόμοιες καταστάσεις συνέβαιναν στις Καλένδες, τις πλέον επίσημες και λαμπρές εορτές των βυζαντινών χρόνων με μεταμφιέσεις, στις οποίες αν και συμμετείχαν κληρικοί, κρίνονταν μη αποδεκτές και απαγορευμένες από την Εκκλησία. Στις Καλένδες οι βυζαντινοί έψελναν χορεύοντας, μεταμφιεσμένοι σε ζώα, τράγους, καμήλες, ελάφια, πιστεύοντας ότι έτσι θα εξασφάλιζαν ευθυμία για όλο το έτος. Τέτοια έθιμα υπήρξαν και σε νεότερους χρόνους, μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, ακόμα και στην Ελλάδα.
Τα έθιμα του Καρναβαλιού πέρασαν με τον καιρό από την ύπαιθρο στις αναπτυσσόμενες πόλεις, όπου τα περιεχόμενά τους διαμορφώθηκαν ανάλογα και απέκτησαν καινούργια σημασία, αντανακλώντας νέους κοινωνικούς συσχετισμούς. Η μαγική αγροτική τελετουργία μετατράπηκε βαθμιαία σε πάνδημο αστικό θέαμα και ψυχαγωγία, με το λαό θεατή και πρωταγωνιστή. Στους νεώτερους χρόνους τα σύγχρονα Καρναβάλια έλαμψαν στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία και Πορτογαλία, με τις γιορτές και τις πομπές των μασκοφόρων.
Στην Ιταλία τα Καρναβάλια απέκτησαν μεγάλη φήμη
Η Φλωρεντία του 15ου-16ου αιώνα γιόρταζε με τραγούδια, που είχαν αρχικά μυθολογικό περιεχόμενο, αλλά στη συνέχεια έγιναν επίκαιρα, αποκτώντας μεγαλύτερη απήχηση στο λαό. Την εποχή του ρομαντισμού είχε γίνει ξακουστό και το Καρναβάλι της Ρώμης· μια εικόνα του μας δίνει ο Γκαίτε, όταν μιλάει για ποικιλία κοστουμιών, που παρίσταναν φασουλήδες, δικηγόρους, ζητιάνους και γυναίκες του λαού, με κομφετί, εκκεντρικές κομμώσεις, αλλά και αλλόκοτα δρώμενα, όπως εκείνο της τελευταίας βραδιάς, που περιφέρονταν με κεριά τα οποία προσπαθούσαν μεταξύ τους να σβήσουν. Εκείνο όμως που ξεχώριζε πάντοτε για τη μεγαλοπρέπειά του ήταν το Καρναβάλι της Βενετίας, με εντυπωσιακές μάσκες και μεταμφιέσεις, πυροτεχνήματα, ακροβατικές επιδείξεις, παρελάσεις και ψευτομάχες.
Στη Γαλλία, από το 15ο αιώνα υπήρχαν οι «χοροί των μεταμφιεσμένων», γνωστοί ως μπαλ-μασκέ, ενώ κατά το 16ο αιώνα ήταν στη δόξα τους τα «momons», οχλαγωγίες από μασκαράδες και μουσικούς, που εισέβαλλαν απρόσκλητοι στα σπίτια και έπαιρναν μέρος στους χορούς και τις διασκεδάσεις· το 18ο αιώνα καθιερώθηκαν και τα μπαλ-μασκέ της Όπερας του Παρισιού. Στη Βόρεια Γαλλία χαρακτηριστικές ήταν οι παρελάσεις γιγάντων, στο Νότια Γαλλία οι πομπές των ζώων, στην Κεντρική Γαλλία οι «κερατάδες» του Σωγκζιλάνζ, και στα ανατολικά της χώρας οι «χοντροί» του Σαιν-Κλωντ.
Οι αποικισμοί και οι μεταναστεύσεις των λαών συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάμιξη των καρναβαλικών παραδόσεων που προέρχονταν από διαφορετικούς πολιτισμούς και στη διαμόρφωση της σύγχρονη μορφής τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αμερική, με την ανάμιξη ευρωπαϊκών, αφρικανικών, ασιατικών και αυτοχθόνων εθίμων, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων καρναβαλικών εορτών, όπως στο Σαλβαντόρ ντα Μπαΐα και στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, στη Λουϊζιάνα και στη Νέα Ορλεάνη της Κεντρικής Αμερικής, στα νησιά Τρινιντάντ και Τομπάγκο της Καραϊβικής· αυτά τα δύο νησιά αποτελούν μάλιστα ένα όμορφο παράδειγμα του πώς το Καρναβάλι μπορεί να ενώσει τον κόσμο, αφού σε αυτό το μικρό έθνος οι πεποιθήσεις και οι παραδόσεις πολλών πολιτισμών ενώνονται κάθε χρόνο, ξεχνώντας τις διαφορές τους και γιορτάζοντας το θαύμα της ζωής!
Τα δρώμενα του Καρναβαλιού δανείστηκαν πολλά στοιχεία από τις αρχαίες αφρικανικές παραδόσεις, όπως παρελάσεις μεταμφιεσμένων μασκοφόρων με ρυθμούς τυμπάνων, μεγάλες μαριονέτες, ραβδούχους μαχητές και ξυλοπόδαρους χορευτές. Στα έθιμα αυτά συχνά συμπεριλάμβαναν κυκλικές πορείες γύρω από το χωριό, για να προκαλέσουν καλή τύχη, θεραπεία και εξευμενισμό των αποθανόντων συγγενών, αλλά και φυσικά αντικείμενα (οστά, φτερά, χόρτα, χάντρες, κοχύλια, ύφασμα) για να δημιουργούν μάσκες, καπέλα και φορεσιές με πνευματικές δυνάμεις και ιδιότητες. Η μάσκα αποτελούσε ιερό αντικείμενο σε νεκρικές τελετές, ενώ τα φτερά συμβόλιζαν τη δυνατότητά μας ως άνθρωποι να ανυψωθούμε πάνω από τα προβλήματα, τους πόνους και την ασθένεια της καθημερινότητας, αναγεννημένοι σε ένα νέο κόσμο. Σήμερα, τα φτερά χρησιμοποιούνται με πολλούς τρόπους στη δημιουργία αποκριάτικων στολών.
Η Αποκριά
Μια σημαντικότατη γιορτή καρναβαλικού χαρακτήρα, που τελείται σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο πριν από την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής είναι η γιορτή της Αποκριάς (ή των Αποκριών ή Αποκρεών), μια περίοδος διασκέδασης κι ανεμελιάς, που σημάνει το οργιαστικό ξέσπασμα της ζωής και την εκδίωξη του θανάτου, τον ερχομό της άνοιξης και το τέλος του χειμώνα, την ευφορία της γης και τη γονιμότητα -φυσική και πνευματική- όλων των υπάρξεων. Η γιορτή αυτή είναι ένα χαρούμενο καλωσόρισμα στο Πνεύμα της Θεότητας που κατακλύζει τα πάντα, και μεταβάλει το θάνατο σε ζωή, τη θλίψη σε χαρά, συμπαρασύροντας τους ανθρώπους και τη φύση σε μια θεία ιερή μέθη, γεμάτη από την αγάπη για τη ζωή και το χτίσιμο ιδανικών.
Η Αποκριά σε οποιοδήποτε μέρος γιορταζόταν, περιλάμβανε μεταμφιέσεις και αποκτούσε πάνδημο χαρακτήρα. Οι ρωμαιοκαθολικοί την καθιέρωσαν πριν από εκατοντάδες χρόνια στην Ιταλία. Ήταν μια ξέφρενη εορτή αμφίεσης, που την ονόμαζαν Carnevale, από το λατινικό carnem levare ή carnis levamen, που σημαίνει «αποχή από το κρέας», εφόσον τη γιορτή ακολουθούσε η Σαρακοστή, όπου δεν επιτρεπόταν η βρώση κρέατος. Οι κυριότερες εκδηλώσεις της Αποκριάς των καθολικών συνηθίζονται πλέον κατά τις τρεις τελευταίες μέρες της κρεοφαγίας, δηλαδή Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη (γνωστή στα γαλλικά ως Mardi Gras, Αμαρτωλή Τρίτη). Η επόμενη μέρα, η Καθαρή Τετάρτη (Mercredi des Cendres = Τετάρτη των Τεφρών) είναι η αρχή της νηστείας της Σαρακοστής (Careme), αντίστοιχη της δικής μας Καθαρής Δευτέρας.
Οι Αποκριές στην Ελλάδα
Οι Αποκριές στην Ελλάδα, που αποκαλούνται από το λαό και «Μεγάλες Αποκριές» στην Κύπρο «Μεγάλες Σήκωσες» διαρκούν τρεις εβδομάδες και ξεκινούν την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μαζί με το Τριώδιο -το βιβλίο των εκκλησιαστικών ύμνων, που ψάλλονται στην εκκλησία από την εν λόγω Κυριακή μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Οι επόμενες τρεις Κυριακές των Αποκριών είναι η Κυριακή του Ασώτου, της Απόκρεω και της Τυρινής. Η Κυριακή της Τυρινής σημάνει τη λήξη αυτή της περιόδου και την έναρξη της μεγάλης Σαρακοστής, από την Καθαρά Δευτέρα. Η πρώτη εβδομάδα ονομάζεται Προφωνή, Προφανή, Προφωνέσιμη ή Προφωνήσιμη, επειδή προφωνείται (ανακοινώνεται) η έναρξη των Αποκριών, επίσης Συγκόκαλη ή Απόλυτη, επειδή δεν εφαρμόζεται η νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής, καθώς και Αμολυτή, Αποβολή ή Απόλυτη, γιατί τότε απολύονται οι ψυχές των αποθαμένων και βγαίνουν στον Επάνω Κόσμο· επιπλέον, αποκαλείται Λόκρια, Αρνοβδομάδα, Αρτσι Βούρτσι ή Αρτσι Μπούρτσι.
Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται Κρεατινή, γιατί θεωρείται η περίοδος της κρεοφαγίας που σταματάει την Κυριακή της Απόκρεω, τελευταία ημέρα που οι χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε κρέας. Η τρίτη και τελευταία εβδομάδα, που ξεκινάει μετά την Κυριακή της Απόκρεω, ονομάζεται της Τυρινής ή Τυροφάγου, γιατί περιλαμβάνει βρώση τυροκομικών.
Ιδιαίτερη θέση στην Κρεατινή εβδομάδα κατέχει η Τσικνοπέμπτη (ή Τσικνοπέφτη) και το Ψυχοσάββατο (ή Σάββατο των Ψυχών). Την Τσικνοπέμπτη η τσίκνα είναι διάχυτη παντού, καθώς οι άνθρωποι γιορτάζουν ψήνοντας κρέατα έξω από το σπίτι, κάτι που έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες, επειδή πίστευαν ότι οι νεκροί πετούσαν γύρω από τις φωτιές και γευμάτιζαν από τον καπνό και την τσίκνα. Ανάλογα, το Ψυχοσάββατο είναι αφιερωμένο στη λατρεία των νεκρών με προσφορά γευμάτων πάνω στους τάφους. Αυτά τα δύο έθιμα προέρχονται από τα Ανθεστήρια, που περιλάμβαναν προσφορές σπονδών και τροφίμων στους νεκρούς, για τους οποίους πίστευαν ότι τριγυρνούσαν εκείνες τις μέρες ανάμεσα στους ζωντανούς.
Αποκριάτικα Έθιμα στην Ελλάδα
Η Ανακύκλωση της Ζωής
Τα παλαιότερα χρόνια στον τόπο μας οι μέρες της Αποκριάς προσλάμβαναν ένα ιδιαίτερο λαϊκό χρώμα. Στο πλαίσιο του παραδοσιακού πανηγυρισμού οι άντρες μεταμφιέζονταν σε γυναίκες και αντίθετα, γινόταν η περιφορά του καρνάβαλου, του γαϊτανακιού και της καμήλας, με ομίλους χορευτών να γυρνάνε τις συνοικίες σκορπίζοντας το κέφι. Αναβίωναν διάφορες προλήψεις, μαντείες και δεισιδαιμονίες, ψάλλονταν εύθυμα και άσεμνα τραγούδια, γίνονταν εικονικές δίκες και επικρατούσε ένα γενικό ξεφάντωμα, μια γενική ευωχία.
Αναβαν φωτιές, που ονόμαζαν «Φανούς», «Κλαδαριές», «Μπουμπούνες», «Καψαλιές», «Χαλαούζιες» ή «Καλολόγους»· γύρω τους έστηναν χορούς και τις πηδούσαν με ευχές για υγεία και καλή τύχη, αντλώντας τη δύναμη που η φωτιά πίστευαν ότι έκρυβε. Στις μεταμφιέσεις χαρακτηριστικές μορφές ήταν ο γέρος, η νύφη και ο γαμπρός, ο αράπης και η αραπίνα, ο γιατρός και ο βοηθός του, ο παπάς και ο σατανάς, η καμήλα, η αρκούδα κ.λ.π. Άλλοτε πάλι έδιναν υπαίθριες παραστάσεις, κωμικού περιεχομένου, ενώ διαδεδομένα ήταν και τα κοινά συμπόσια.
Γέννηση, ανάπτυξη, γάμος, θάνατος και αναγέννηση του ήρωα, είναι ένα δράμα που παίζεται ακατάπαυστα. Είναι η ανακύκλωση της ζωής, στην οποία συμμετέχει ολόκληρη η κοινότητα, στην αγορά του χωριού ή της πόλης. Μέσα από τις μάσκες, τα ανδρείκελα, τις μεταμφιέσεις οι άνθρωποι «γίνονταν ένα σώμα» και βίωναν την αναγεννητική διαδικασία. Γιόρταζαν πάνω από όλα τον ερχομό του νέου -του νέου χρόνου, της νέας άνοιξης, της νέας ζωής- το καινούργιο που εμφανίζεται στον κόσμο.
Αυτά τα αποκριάτικα έθιμα διατηρούνται ακόμα και σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδας, όπως στο Σοχό Λαγκαδά στη Θεσσαλονίκη, με πανηγυρισμούς, με αγερμούς και τραγούδι, από μεταμφιεσμένους με προβιές τράγου, ψηλά καλύμματα στο κεφάλι από πολύχρωμες κορδέλες, γουρουνοτσάρουχα στα πόδια και μάσκες με πούλιες και μακριά μουστάκια· κρατώντας ξύλινο γιαταγάνι ή αγκλίτσα, ταγάρι με ούζο, κρασί και πορτοκάλια, περπατούν ρυθμικά, πηδούν και σείονται, κουδουνίζουν και τραγουδούν, κερνούν τους ανθρώπους, πότε στα μαγαζιά και τις ταβέρνες, πότε στους δρόμους.
Στη Θράκη, κατά το παλιό αποκριάτικο δρώμενο του «Καλόγερου», η καμπουρίτσα Μπάμπω γεννάει ένα εφταμηνίτικο μωρό που μεγαλώνει στο άψε-σβήσε. Το καλάθι δεν το χωράει, τρώει και πίνει τον περίδρομο, ανδρώνεται, γυρεύει γυναίκα, παντρεύεται, έρχεται στα χέρια με τον κουμπάρο του, σκοτώνεται, μοιρολογιέται και κηδεύεται. Ξαφνικά όμως ανασταίνεται θαυματουργά και οργώνει τη γη μαζί με το μετανιωμένο του φονιά. Ο θάνατος και η ανάσταση του γαμπρού μας παραπέμπουν στο θάνατο του Διόνυσου το χειμώνα και στην ανάστασή του την άνοιξη, ενώ το καλάθι της γριάς το Λίκνο του, που χρησίμευε ως κόσκινο και κούνια (Λικνίτης ήταν γνωστή επωνυμία του Διόνυσου).
Στην ίδια περιοχή τη Δευτέρα της Τυρινής εβδομάδας τελείται ο «Μπέης» ή «Κιοπέκ Μπέης», ευετηριακό δρώμενο, με αγερμούς, ευχές σε κάθε σπίτι για «καλοχρονιά με πολύ στάρι και πολύ κριθάρι», εικονικό όργωμα, εικονική σπορά και αγώνες -πήδημα, ρίξιμο πέτρας, τρέξιμο, πάλη- χορούς και τραγούδια. Στη Νάουσα «Μπούλες» και «Γενίτσαροι» με παραδοσιακές στολές και προσωπίδες, χορεύουν σε ομάδες, με ήχους ζουρνάδων και νταουλιών, σε ανάμνηση των αρματολών της τουρκοκρατίας, που κυκλοφορούσαν μεταμφιεσμένοι τις Αποκριές για να κρύβονται.
Στα χωριά του Παγγαίου, κατά το πανάρχαιο διονυσιακό έθιμο της Ντερβένας, που ανάγεται στην πυρολατρεία των αρχαίων χρόνων, οι άνθρωποι πηδούν πάνω από μεγάλες φωτιές (ντερβένες), που έχουν διπλό σκοπό· αφενός ζεσταίνουν τις καρδιές, αφετέρου εξαγνίζουν τους ανθρώπους, απαλλάσσοντάς τους από τα παλιά ακάθαρτα στοιχεία, σε μια φυσική και πνευματική αναγέννηση, με τον ερχομό της άνοιξης και της Ανάστασης του Πάσχα. Εξάλλου, η φωτιά είχε ανέκαθεν εξαγνιστικό χαρακτήρα και προκαλεί την κάθαρση, την αναγέννηση.
Στη Σκύρο έχουμε τους τραγόμορφους Γέρους και τις Κορέλες, σε ένα ερωτικό παιχνίδι, με μεταμφιεσμένους που σηκώνουν πάνω τους πολλά κουδούνια, συχνά τριάντα, πενήντα ή και περισσότερα, προκαλώντας πανδαισία ήχων. Στη Ζάκυνθο γίνονται θεατρικές παραστάσεις, οι λεγόμενες «Ομιλίες», αλλά και απαγγελίες αυτοσχέδιων σατιρικών στίχων με έντονη αθυροστομία. Στο Δαφνί της Σπάρτης οι άνδρες μεταμφιέζονται σε νύφη και γαμπρό, και επικρατούν αυτοσχέδιοι διάλογοι, χοροί γύρω από εθιμικές φωτιές, τραγούδια, κέφι, τολμηρά πειράγματα και κρασί.
Ο «Πεθαμένος στη Γκούβα», ένα Δρώμενο των Σαρακατσάνων της Ηπείρου με έντονο το στοιχείο της μαγείας, άρχιζε με το ηλιοβασίλεμα της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς και τελείωνε τα χαράματα της Καθαρής Δευτέρας. Ένας θίασος ανδρών υποδυόταν το γαμπρό, τη νύφη, τα πεθερικά, τους γέρους, το γύφτο και άλλα πρόσωπα. Οι γέροι φορούσαν μάσκες και κάπες από προβιές ζώων, κουδούνια στη μέση, ενώ κρατούσαν μεγάλα ραβδιά, με τα οποία χτυπούσαν τη γη. Ένας τσοπάνης ξάπλωνε πεθαμένος μέσα σε μια γκούβα (γούβα ή λάκκος) και ο θίασος τον μοιρολογούσε, ενώ στο τέλος χόρευαν, με πρωτοχορευτή τον πεθαμένο και αναστημένο τσοπάνη.
Η λήξη των Αποκριών σηματοδοτείται από την πομπή και το κάψιμο του καρνάβαλου. Είναι σημάδι ότι η γεύση της Ελευθερίας, της ανεμελιάς και της ουσίας της Ζωής τελείωσε και ο σκλάβος-άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στην φυλακή της καθημερινότητας του αναλαμβάνοντας και πάλι τον ρόλο του πεπρωμένου του. Μέχρι τον επόμενο χρόνο … αν είναι ζωντανός!
Ακολουθεί η Καθαρά Δευτέρα
Εκείνη τη μέρα στην Αγία 'Αννα της Εύβοιας οι γυναίκες τραγουδούν τα «γαμοτράγουδα», μαζί με τολμηρά αστεία, πειράγματα και λόγια χωρίς «ηθικούς φραγμούς», με θέμα το φαλλό και το αιδοίο, των οποίων οι μετέχοντες φέρουν ομοιώματα· ένα δρώμενο που ανάγεται στα Μικρά ή Κατ’ Αγρούς Διονύσια, και στα Μεγάλα Διονύσια, που ήταν χαρούμενες ελεύθερες γιορτές με πομπή φαλλού, τον οποίο συνόδευαν με χορωδίες, τραγούδια και προσφορές, ακόμα και οι δούλοι. Ο φαλλός ήταν σύμβολο του Διονύσου ως Θεού της γονιμότητας, και κάθε τέτοια μαζική πομπή αποσκοπούσε στο να προκαλέσει την ευφορία των αγρών και των κήπων, αλλά και τη γονιμότητα των σπιτικών.
Η χρησιμοποίηση, λοιπόν, σεξουαλικών και ερωτικών συμβόλων, που συνδυάζεται συχνά με τις παραδοσιακές λαϊκές εκδηλώσεις αυτής της περιόδου, δεν δηλώνει μόνο την σεξουαλική πράξη. Συμβολίζει ευρύτερα την πηγή, τη μήτρα της ζωής, τη ρίζα της ανανέωσης, την πηγή της ανάστασης. Αποτελούν ένδειξη της εκδήλωσης των γονιμοποιών δυνάμεων της ζωής και τη διαδικασία γέννησης ενός νέου «σώματος», με την ευρύτερή του έννοια, είτε πρόκειται για το ανθρώπινο σώμα, είτε για το σώμα της κοινωνίας ή ακόμα και ολόκληρης της φύσης και της Δημιουργίας.
Επιπλέον, το έθιμο του εικονικού γάμου, που περιλαμβάνεται στα καρναβαλικά έθιμα, ανάγεται στην αρχαιότητα και ήταν λατρευτικό στοιχείο των διονυσιακών τελετών· η «Ιερογαμία» του Θεού Διονύσου με τη σύζυγο του βασιλιά της πόλης, στο «Βουκολείον» Ιερό, αποτελούσε μέρος των αθηναϊκών Ανθεστηρίων και αποτελούσε μια μαγική πράξη επίκλησης της γονιμικής δύναμης για την καρποφορία, αλλά και την εξασφάλιση της καλής χρονιάς στην ευρύτερή της έννοια, που θα πρόσφεραν οι Θεοί. Όμως, πέρα από αυτά ο γάμος συμβολίζει την ενότητα και την υπέρβαση των χωριστικών τάσεων του ανθρώπου και της κοινωνίας. Και κάθε Καρναβάλι γιορτάζει την κρυμμένη ενότητα του παλιού και του καινούργιου, του γήρατος και της νεότητας, της άνοιξης και του χειμώνα, της ζωής και του θανάτου, είναι μια γιορτή που ανατρέπει, αλλά και συνταιριάζει.
Μες στην Τρελή Αποκριά
Όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Αποκριές και γενικότερα τα καρναβαλικά δρώμενα, συνδέονται με αναγεννητικές, εξευμενιστικές δυνάμεις, που επιφέρουν λύτρωση και απελευθερώνουν τον άνθρωπο, την κοινωνία, τη φύση από τα δεσμά του φόβου και του θανάτου, που συγκρατούν τον κόσμο σε συγκεκριμένους χωροχρονικούς περιορισμούς, κάτω από την επιρροή οποιασδήποτε μορφής εξουσίας και κατεστημένου. Επιπλέον, οι γιορτές αυτές συμφιλίωναν ανέκαθεν τον άνθρωπο με το στοιχείο του θανάτου και του έδιναν τη δυνατότητα να λειτουργεί ελεύθερα σε σχέση με αυτό το ζήτημα, συμμετέχοντας στην διαδικασία του αέναου αναγεννητικού κύκλου των εποχών και της δημιουργίας.
Στις μέρες μας ο κόσμος βιώνει βαριά «την ανάσα του θανάτου και του νεκρού να περιπλανιούνται γύρω του», βιώνει έναν χειμώνα, μια σκοτεινή νύχτα της ψυχής. Όμως ο κύκλος του θανάτου και της ζωής είναι αέναος και σπειροειδής [αναζήτησε το σχετικό άρθρο] και οδηγεί την ανθρωπότητα μέσα από δυσκολίες και εμπόδια, μέσα από δοκιμασίες, μάχες και ανατροπές σε μια αναγέννηση, σε μια ανανέωση. Η μέθη και η χαρά της Ζωής, η ορμή του Φωτός και η Ιερή Μανία φέρνει ανάταση, και μαζί με την αναγέννηση του Θεού, αναγεννιέται κι ο άνθρωπος.
Ο άνθρωπός, η ζωή, ολόκληρος ο κόσμος μεταμορφώνεται, αλλάζει διαρκώς προσωπεία και μεταμφιέσεις παροδικές. Πίσω όμως από αυτές τις εφήμερες όψεις κρύβεται το αιώνιο, το άφθαρτο, το πνευματικό φως, ο τελικός θρίαμβός της ζωής, και οι άνθρωποι, μέσα από τις πανάρχαιες τελετές που φτάνουν σε εμάς ως Αποκριές, συμμετείχαν ανέκαθεν και ενίσχυαν την έλευση του καινούργιου. Ήταν μια σύμπραξη με τη Θεότητα, ένα κάλεσμα για το δυναμικό, πανηγυρικό ερχομό της, στη μορφή του Αρχαίου Διονύσου, στη μορφή του θυσιασμένου Θεού-Λυτρωτή.
Σήμερα, σε μια σύγχρονη εποχή οι άνθρωποι καλούμαστε να ανατρέψουμε μέσα στην ίδια μας τη συνείδηση την εικόνα που έχουμε χτίσει για τον κόσμο και τον εαυτό μας, δίνοντας τη δυνατότητα σε κάτι καινούργιο να λάμψει. Η Άνοιξη και ο Χειμώνας, η Ζωή και ο Θάνατος ουσιαστικά βρίσκονται μέσα μας. Ο κύκλος των εποχών δεν είναι ξεχωριστός από εμάς. Ο ρόλος του ανθρώπου είναι να συμμετέχει ενεργά στην εκδήλωση των δημιουργικών δυνάμεων της Ζωντανής Ζωής, ωθώντας σε ανανέωση κι εξέλιξη, σε κίνηση και αλλαγή. Αυτό ακριβώς γινόταν και παλιότερα, μέσα από τις Ιερές Τελετές και τα Μυστήρια, ενώ στις μέρες μας, σε μια εποχή που όλα ανατρέπονται, παρέχεται η ευκαιρία για μια εκ νέου Ιερή Μανία του ανθρώπου, του δημιουργικού, ανώτερου, πνευματικού ανθρώπου, που θα εξευμενίσει τον Θάνατο και θα φέρει Ελευθερία από την Ζωή.
Φέτος μην κάψετε τον Μεγάλο Θεό Καρνάβαλο κρατήστε τον ζωντανό μέσα σας κι ακολουθήστε τα κελεύσματα του για Ελευθερία και Ιερή Μανία. Κάντε τον υπόδειγμα της ζωής σας, αλλά ΚΡΥΦΑ μην το μοιραστείτε με κανέναν βέβηλο και ιερόσυλο. Εξάλλου, το Διονυσιακό στοιχείο είναι βαθιά ριζωμένο στην ψυχή των Ελλήνων, συνυφασμένο με την Δύναμη και την Ανεξαρτησία, το γλέντι και την χαρά, την δημιουργικότητα και την ανάταση, πάνω από τις καθημερινές ψευδείς κι ασήμαντες δυσκολίες· το πνεύμα του Θεού Διονύσου είναι ζωντανό ανάμεσα μας, έτοιμο να μας ξεσηκώσει, μέσα στη Θεία Ιερή Μέθη και Μανία Του. Αυτήν την Ιερή Μανία την ακολουθούν μονάχα οι Δυνατοί!
Ο Αριστοφάνης λέει στον Θεό της Ζωής, της Θείας Ποίησης και Μουσικής «Διόνυσε κισσοστεφανωμένε, τις χορωδίες μας διεύθυνε. Σ’ εσένα απευθύνονται οι ύμνοι κι οι χοροί μας, ω Εύιε, ω Βρόμιε, ω της Σεμέλης γιε, ω συ Διόνυσε που σου αρέσει ν’ ανακατεύεσαι στις χορωδίες των Νυμφών τις τρισχαριτωμένες επάνω στα βουνά και που χορεύοντας δε σταματάς να τραγουδάς τον ιερό σου ύμνο «Εύιος, Εύιος». Και γύρω σου αντιλαλεί του Κιθαιρώνα η ηχώ κι αναριγούν τα βουνά με τις φυλλωσιές τις μαύρες και τους πηχτούς τους ίσκιους, αναριγούν κι οι βράχοι μέσα στο δάσος»
Η Καρναβαλική Εύθυμη Μαγική Ελεύθερη Ζωή
Το Καρναβάλι είναι μια Ιερή μαγικοθρησκευτική γιορτή που εξυμνεί τη χαρά της ζωής, την αναγέννηση και την ανανέωση του ανθρώπου, της φύσης και ολόκληρης της Δημιουργίας. Οι άνθρωποι μεταμορφώνονται, υπερβαίνουν τα στενά όρια της ύπαρξης, χάνουν το γνώριμο εαυτό τους και ταυτίζονται με την ζωντανή ζωή, κατά τη διάρκεια μιας γιορτής που ανατρέπει την κατεστημένη εικόνα του κόσμου και τις κοινωνικές συμβάσεις. Αποτελεί έναν «ύμνο» στην Ελευθερία που εκφράζεται χωρίς περιορισμούς μετουσιώνοντας και αναγεννώντας τα πάντα.
Με άλλα λόγια, τα δρώμενα του Καρναβαλιού μας προσφέρουν την ευκαιρία για μια πηγαία έκφραση των βαθύτερων περιεχομένων του εαυτού μας, αλλά και την εμπειρία μιας άμεσης αυθεντικής επαφής με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε, υπερβαίνοντας έτσι κάθε χωριστική τεχνητή κοινωνική διάκριση. Είναι μια γιορτή που ικανοποιεί την ανάγκη μας να βρεθούμε όλοι μαζί, να διασκεδάσουμε, να γιορτάσουμε, πέρα από το μονότονο ρυθμό της καθημερινότητας. Η ψυχική ευφορία και το πολύτιμο θεραπευτικό γέλιο απελευθερώνονται τότε και ενισχύονται μέσα από τη γενικότερη διονυσιακή ατμόσφαιρα της γιορτής.
Η λέξη «καρναβάλι» προέρχεται από τη λατινική έκφραση: carne vale, που σημαίνει «κρέας αντίο» Η Encyclopaedia Britannica κάτω από τον τίτλο «Καρναβάλι» αναφέρει: «Η προέλευση της λέξης είναι αβέβαιη, παρ’ ότι πιθανόν να προέρχεται από το Μεσαιωνικό Λατινικό carnem levare ή carnelevarium, που σημαίνει να παίρνεις ή να αφαιρείς κρέας.
Σύμφωνα με το «Standard Dictionary of Folklore, Mythology and Legend» των Funk και Wagnalls: «Το καρναβάλι προέρχεται από τη φράση: «carrus navalis» που σημαίνει: κάρο της θάλασσας, ένα τροχοφόρο όχημα με μορφή πλοίου το οποίο χρησιμοποιούσαν στις πομπές του Διόνυσου και από το οποίο έψαλλαν όλα τα είδη των σατυρικών τραγουδιών». Η λέξη επίσης σχετίζεται με τα Κάρνεια και τον Θεό Κάρνειο Απόλλωνα, αλλά τα Κάρνεια γιορτάζονταν τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο και δεν είχαν τα έθιμα των μασκαράδων, ανάμνηση νεκρών κτλ.
Επίσης σχετίζεται με τον χοροπηδηχτό χορό των Σατύρων που είναι μεταμφιεσμένοι ως τράγοι. Έτσι το καρναβάλι μπορεί να σημαίνει βαλλισμός των κάρνων. Κάρνος κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο είναι κάρνος· φθείρ. βόσκημα, πρόβατον. Έτσι οι τράγοι που είναι τα βοσκήματα, βαλλίζουν δηλ. χοροπηδάνε. Ίσως αυτή η ετυμολογία είναι πιο σωστή από τις άλλες και να συμβαδίζει και με τα αρχαία έθιμα.
Όσα στοιχεία ενσωμάτωσε το καρναβάλι τις αρχαίες γιορτές, τα διαιωνίζει μέχρι σήμερα. Δεν νοείται παρέλαση καρναβαλιού δίχως άρματα. Με πρώτο και καλύτερο αυτό του Βασιλιά Καρνάβαλου. Στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία και την Γαλλία, το Καρναβάλι έχει για πρωταγωνιστή του, μια κωμική μορφή η οποία έπειτα από μια σύντομη σταδιοδρομία γεμάτη δόξα και παραλυσία, καίεται δημόσια. Αυτός ο περίεργος τύπος, ο Ευρωπαίος Καρνάβαλος δεν είναι άλλος από τον διάδοχο του αρχαίου Βασιλιά των οργίων, των Σατουρναλίων.
Το Καρναβάλι είναι μια περίοδος ευθυμίας και χαρούμενης ελευθερίας, όπου οι κανόνες του κόσμιου βίου [ειδικά του θρησκευτικού δογματισμού] αναστέλλονται προσωρινά και βασιλεύει η λησμονιά της καθημερινότητας. Τα ταμπού και οι απαγορεύσεις παραμερίζονται και όλες οι εκτροπές επιτρέπονται. Εκδηλώσεις, γλέντια και πλουσιοπάροχα συμπόσια, όπου κυριαρχούν η έξαρση του αισθησιασμού, η μέθη, η αθυροστομία, οι ξέφρενοι χοροί, οι μεταμφιέσεις και οι πομπές προσωπιδοφόρων, συνθέτουν την όλη εικόνα. «Αγριάνθρωποι» που φορούν δέρματα ζώων, φυλλώματα δέντρων, άχυρα και κουδούνια και κρατούν ρόπαλα ή μαγκούρες, άνθρωποι ντυμένοι αρκούδες και άλλα ζώα αναστατώνουν τα πάντα.
Αποτελούσε την κορύφωση των μιμητικών πράξεων που σκοπό είχαν να καλοπιάσουν τη γη και να την πείσουν να προσφέρει πλούσια τα ελέη της την εποχή του θερισμού και της συγκομιδής.
Προκαλούν με πειράγματα τους περαστικούς, παράγουν εκκωφαντικούς θορύβους, πετούν αντικείμενα, μπαίνουν μέσα στα σπίτια και ξεφαντώνουν. Ποικίλα είναι τα έθιμα και τα τελετουργικά δρώμενα του Καρναβαλιού, μεταξύ των οποίων καθαρμοί, απομάκρυνση των δαιμόνων, άναμμα και σβήσιμο των φώτων ή της πυράς, αγώνες μεταξύ αντίπαλων ομάδων, στέψη και καθαίρεση ενός πλασματικού βασιλιά, κάψιμο ή ενταφιασμός ενός ανδρεικέλου, αναπαραστάσεις της γενετήσιας πράξης, του θανάτου και της νεκρανάστασης, παρωδίες του γάμου και της κηδείας.
Όμως, τα καρναβαλικά δρώμενα διακρίνονται γενικότερα από την τάση τους να αντιστρέφουν επίμονα και συστηματικά την τάξη του κόσμου και τις ιεραρχικές δομές της κοινωνίας. Ολόκληρος ο κόσμος ξεπροβάλει μέσα από ένα καθολικό αναποδογύρισμα, οι άνθρωποι βγάζουν τα ρούχα και τα ξαναφορούν ανάποδα, οι άντρες ντύνονται γυναίκες και οι γυναίκες άντρες. Καθετί «ανώτερο» υποβιβάζεται, τη στιγμή που οτιδήποτε «κατώτερο» αναβιβάζεται και εξυμνείται.
Ο ζητιάνος ενθρονίζεται βασιλιάς και ο καντηλανάφτης παπάς, ο τρελός ανακηρύσσεται σοφός, ο διάβολος δοξολογείται, η θεία λειτουργία τρέπεται σε βωμολοχία. Σύμβολα, θεσμοί, τίτλοι και αξιώματα, ιερά και όσια διακωμωδούνται και εκθρονίζονται, ενώ στη θέση τους ενθρονίζεται η τρέλα και το αλλόκοτο. Κάθε υψηλή ιδέα γελοιοποιείται και στη θέση της δοξάζεται μεταξύ άλλων η ανδρική και γυναικεία «φύση».
Όλα αυτά και ακόμα περισσότερα συνθέτουν ένα οργιώδες ανατρεπτικό κλίμα, μέσα από το οποίο αναδύεται το αρχέτυπο του «τρελού», που ξεσκεπάζει με τις κουβέντες του κάθε ψέμα ή υποκρισία και ανακοινώνει δημόσια δυσάρεστες αλήθειες, που συγκαλύπτονται στην καθημερινή μας ζωή. Και επειδή στο καρναβάλι όλοι γίνονται «τρελοί», τούτο σημαίνει πως ακόμα και ο λαός κατορθώνει τότε να πει στην εξουσία, χάρη στην ασυλία της γιορτής, τη δική του αλήθεια· να κρίνει και να επικρίνει, να ελέγξει τους δυνατούς, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται, να επισημάνει τα στραβά, να καταγγείλει το άδικο, να σατιρίσει την εξουσία, διορθώνοντας ή βελτιώνοντας την κοινωνία.
Το Καρναβάλι στην Αρχαιότητα
Όταν, λοιπόν, λέμε Καρναβάλι εννοούμε κάθε εκδήλωση μεταμφιέσεων, που έχει ως κεντρικό θέμα τον περιοδικό εορτασμό της ανακύκλωσης των εποχών και της αναγέννησης του κόσμου, με το τέλος του παλιού, την αρχή του καινούργιου και την ανατροπή όλων των πραγμάτων. Τα δρώμενα του Καρναβαλιού τελούνται όχι μόνο κατά την περίοδο των Αποκριών του χριστιανικού κόσμου, αλλά και κατά το Δωδεκαήμερο ή ακόμα και σε άλλες περιόδους του έτους. Αυτά τα έθιμα είναι πολύ παλιά και η σύνδεσή τους με το χριστιανικό εορτολόγιο αιώνες μεταγενέστερη.
Γιορτές Καρναβαλιού διαπιστώνονται ήδη από το 2000 π.κ.ε. στην Ασία, και συγκεκριμένα στη Μεσοποταμία και τη Βαβυλώνα, όπου υπήρχε το έθιμο οι υπηρέτες να ντύνονται αφέντες και οι δούλες κυράδες. Ανάλογα έθιμα υπήρχαν στην Ινδία, κατά την ανοιξιάτικη γιορτή της αγάπης, Ηοli, όταν οι νέοι υποδύονταν τους γέρους προεστούς, οι υπηρέτες τους αφέντες και οι γυναίκες τον αυταρχικό σύζυγό τους. Σε γιορτές της αρχαίας Κίνας, οι άντρες πάλευαν με τις γυναίκες, για την αρπαγή των ρούχων ο ένας του άλλου. Καρναβαλικά δρώμενα περιλαμβάνονταν και στα πανάρχαια Σάκαινα των Βαβυλωνίων, στο Πουρίμ των Ιουδαίων και στο Κουρμπάνι των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, αλλά και σε ακόμα περισσότερες γιορτές.
Οι βαθύτερες όμως ρίζες των καρναβαλικών εθίμων βρίσκονται στα αρχαία μαγικοθρησκευτικά δρώμενα των ποιμενοαγροτικών κοινωνιών, στα οποία συναντάμε τη φωτιά, ως μέσο καθαρμού και αποτροπής του κακού, τη μεταμφίεση (μάσκα, κεφαλοκάλυμμα, κοστούμι), το εικονικό όργωμα, τη σπορά, την πάλη, το θάνατο και την ανάσταση, το χορό και τη μουσική.
Οι φυλές των Οτεντότων της Νότιας και των Μπαντού της Ανατολικής Αφρικής δεν γνώριζαν το Καρναβάλι αλλά την κατάλληλη εποχή τελούσαν λατρευτικές γιορτές που μπορούσαν και άγιο να σκανδαλίσουν. Στη στροφή του ΙΘ’ προς τον εικοστό αιώνα, ο αιδεσιμότατος H. Rowley βρέθηκε σε μια τέτοια τελετή των Μπαντού κι έγραψε ότι επρόκειτο για «αληθινά βακχικά όργια»: «Είναι αδύνατο να παρευρεθεί κάποιος (λέει) και να μην αισθανθεί ντροπή. Όχι μόνο επιτρέπεται στον επισκέπτη η πλήρης σεξουαλική ελευθερία αλλά συχνά του επιβάλλεται υποχρεωτική συμμετοχή. Η πορνεία είναι ελεύθερη και η μοιχεία κανέναν δεν ενοχλεί. Το μόνο που απαγορεύεται στους άνδρες, είναι να κάνουν σεξ με τις νόμιμες γυναίκες τους».
Ανάλογες γιορτές στην Αγγλία συνδέονται με την Πρωτομαγιά. Στον μεσαίωνα ήταν παντού διάσημες στην «γιορτή των Τρελών». Στην αρχαία Ρώμη, συνέπιπταν με τα Σατουρνάλια. Στην Ελλάδα, με τις γιορτές της Διονυσιακής λατρείας. Στις πλαγιές του Κιθαιρώνα, γιόρταζαν τα Τριετηρικά, κάθε τρία χρόνια. Μόνο γυναίκες συμμετείχαν: Νύχτα, στο φως των πυρσών, φορώντας προβιές ελαφιών, με ξέπλεκα μαλλιά, στεφανωμένες με κισσούς και κρατώντας ιερούς θύρσους (ραβδιά τυλιγμένα με φύλλα κισσού) το έριχναν σε ξέφρενο χορό κι αχαλίνωτο τρέξιμο, καλώντας τον Διόνυσο με ουρλιαχτά.
Το Καρναβάλι ως Διονυσιακή Λατρεία
Ανάλογα δρώμενα υπήρχαν και στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο και συγκεκριμένα στα Διονύσια, τα Ανθεστήρια, τα Λήναια, τα Θεσμοφόρια, τα Κρόνια, τα Θεσσαλικά Πελώρια, τις γιορτές του Ερμή στην Κρήτη και διάφορες άλλες μικρότερες, με έντονο πάντα το Διονυσιακό στοιχείο, όπου οι άνθρωποι διατηρούσαν μια πίστη σε μαγικές γονιμικές πράξεις.
Σύμφωνα με τον πανάρχαιο μύθο, ο Διόνυσος ή Βάκχος λατρευόταν φανατικά στον Ορχομενό της Βοιωτίας αλλά οι κόρες του μυθικού βασιλιά Μινύα (Λευκίππη, Αλικιθόη και Αρσίππη) περιφρονούσαν τις τελετές. Ο Θεός θύμωσε με την ασέβειά τους και τις τρέλανε. Γεμάτες μανία, ρίχτηκαν στον Ίππασο, τον γιο της Λευκίππης, τον κατασπάραξαν κι έπειτα φύγανε στα βουνά. Από τότε, οι γυναίκες απόγονοι του Μινύα ονομάζονταν «ολείαι», ολέθριες.
Και υποχρεώνονταν σε βαρύ τίμημα: Στο βουνό της Γρανίτσας, το αρχαίο Λαφύστιο, οι κάτοικοι του Ορχομενού, επί τέσσερις συνεχείς νύχτες, τελούσαν τα Αγριώνια, προς τιμήν του Αγριώνιου Διονύσου. Τις τρεις πρώτες νύχτες, γυναίκες του Ορχομενού, με παρθένες του οίκου του Μινύα ανάμεσά τους, περιφέρονταν εκστασιασμένες στο βουνό ψάχνοντας να βρουν τον Διόνυσο, καλώντας τον να παρουσιαστεί. Αποκαμωμένες, την τέταρτη νύχτα ετοίμαζαν συμπόσιο και το έριχναν στο φαγοπότι.
Τη γιορτή παρακολουθούσαν υποχρεωτικά οι άνδρες της οικογένειας του μυθικού Μινύα, ντυμένοι με κουρέλια, βρόμικοι και τελείως αμέτοχοι στα δρώμενα. Πάνω στην έξαψη, εμφανιζόταν ο ιερέας του Διονύσου, μεταμφιεσμένος σε δαίμονα εχθρό του Θεού και με γυμνό ξίφος έστρωνε τις γυναίκες στο κυνήγι, χωρίς οι άνδρες να έχουν το δικαίωμα να επέμβουν. Οι γυναίκες έφευγαν πανικόβλητες αλλά ο ιερέας κυνηγούσε κυρίως τις παρθένες από την οικογένεια του Μινύα. Όποια προλάβαινε πρώτη, την σκότωνε θυσιάζοντάς την στον Βάκχο.
Αργότερα, όταν πια δεν υπήρχαν απόγονοι του Μινύα, ο ιερέας θυσίαζε την όποια παρθένα έπιανε πρώτη. Μετά, το έθιμο ατόνησε. Στους ιστορικούς χρόνους, η σφαγή της παρθένας είχε αντικατασταθεί από συμβολική θυσία. Μια μόνο φορά, πολύ αργότερα, στα χρόνια του Πλουτάρχου (Β’ μ.κ.ε. αι.), ο ιερέας Ζωίλος θέλησε να τηρήσει το έθιμο κι έσφαξε μια παρθένα. Αποτέλεσμα ήταν οι Ρωμαίοι κατακτητές να απαγορεύσουν τις τελετές, ο Ορχομενός να πληρώσει βαρύ πρόστιμο και η οικογένεια του Ζωίλου να αποκλειστεί από το ιερατικό επάγγελμα.
Ήταν τα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού, που προσπαθούσε να εξαλείψει το φαινόμενο των ανθρωποθυσιών από τη ρωμαϊκή λατρεία, καθώς ανάλογα κρούσματα δεν έλειπαν ούτε στην ίδια τη Ρώμη. Η ανθρωποθυσία είχε βαθιές ακόμα ρίζες, καθώς ερχόταν από τους εβραίους (θυσία του Αβραάμ), τους Αιγυπτίους και τους Φοίνικες, που θυσίαζαν στον Μολώχ.
Διόνυσος Ζαγρέας και Ορφέας, με περίπου κοινή μοίρα, αποτέλεσαν τον μοχλό της πίστης των ορφικών που τελούσαν τα ορφικά μυστήρια, ανοιχτά μόνο στους μυημένους. Ο Ορφισμός λατρευόταν με όργια και αναπτύχθηκε με κέντρο λατρείας τον Διόνυσο Ζαγρέα, τον Θεό που δίνει ψυχή στα πάντα. Ο άνθρωπος που εκπλήρωνε τις επιταγές της ορφικής διδασκαλίας, μπορούσε να ελπίζει στη λυτρωτική χάρη του Διονύσου και να απαλλαγεί από τη μεταθανάτια κόλαση του Άδη. Αλλιώς, η ψυχή του κινδύνευε να υποστεί τα μύρια όσα, ώσπου να φθάσει στον καθαρμό.
Ξεκινώντας από τη Θράκη, ο Ορφισμός εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και γύρω στον Στ’ π.κ.ε. αιώνα, είχε καταντήσει αληθινή μάστιγα, καθώς διάφοροι απατεώνες οι «ορφεοτελεστές» περιφέρονταν από τόπο σε τόπο και έναντι αμοιβής, αναλάμβαναν να απαλλάξουν από τις αμαρτίες τους, όχι μόνο τους ζωντανούς αλλά και τους πεθαμένους. Στην πραγματικότητα, ήταν οι εφευρέτες της επιχείρησης που μετά από 2000 χρόνια, ο πάπας Λέων Ι’ (1513 – 1521) ξεκίνησε με τα συγχωροχάρτια, προκαλώντας το σχίσμα της δυτικής Εκκλησίας σε καθολικούς και διαμαρτυρόμενους που συνεχίζεται μέχρι σήμερα στις χριστιανικές κυρίως εκκλησίες. Κάτι ανάλογο έγινε και στην αρχαία Αθήνα του Στ’ π.κ.ε. αιώνα. Ήταν γύρω στα 535 π.κ.ε. όταν ο τύραννος Πεισίστρατος, άνθρωπος ξύπνιος και βαθιά μορφωμένος, καθιέρωσε τα Μεγάλα Διονύσια. Η λαμπρότητα του θεάματος αντιμέτωπη με τη θρησκοληψία και τη δεισιδαιμονία.
Οι γιορτές προς τιμήν του Θεού Διονύσου ήταν ξεχωριστές και περιλάμβαναν εύθυμες λατρευτικές πομπές, στις οποίες συμμετείχαν άνδρες και γυναίκες χορευτές, τραγουδιστές, προσωπιδοφόροι, μεταμφιεσμένοι σε σατύρους και κενταύρους, ενώ αργότερα στις γιορτές της κλασικής εποχής συμμετείχαν ιδιαίτερες φαλλικές μορφές, πέρα από τους μασκοφορεμένους χορευτές. Η μεταμφίεση, και ιδιαίτερα η μάσκα είναι χαρακτηριστικό των εορτών του Διονύσου, που ενίοτε αποκαλείται Θεός – προσωπείο, καθώς το προσωπείο αποτελούσε την λατρευτική εικόνα του. Η μάσκα συμβόλιζε επίσης τη νέα μορφή του αναγεννημένου ανθρώπου, ενώ υπήρξε και σύμβολο μετουσίωσης, αλλά και επικοινωνίας με τους αόρατους κόσμους. Σύμφωνα μάλιστα με τον Γ. Φ. Όττο ο μασκοφόρος βιώνει την ιερή τρέλα, το πνεύμα του μαινόμενου Θεού, που εμποτίζει το προσωπείο του.
Για παράδειγμα, σε τελετουργίες του Διονύσου στη Θράκη, που θεωρείται η πλέον πιθανή πατρίδα του, υπήρχαν «ταυρόφθογγοι μίμοι» που μούγκριζαν προς τον Θεό, ενώ οι γυναίκες που τον λάτρευαν ως Διόνυσο Λαφύστιο έφεραν οι ίδιες κέρατα, μιμούμενες τον Θεό, γιατί τον φαντάζονταν ως ταυροκέφαλο. Αργότερα, μέσα από τις γιορτές του Διονύσου, γεννήθηκε το Ιερό Θέατρο, που σε πολλές παραστάσεις, όπως εκείνες του Αριστοφάνη, ο χορός μεταμφιεζόταν σε όρνιθες, νεφέλες, βατράχους, σφήκες κ.λ.π.
Ο Διόνυσος παρουσιάζεται πάντοτε ανάμεσα σε μια θορυβώδικη ακολουθία, όπου οι Μαινάδες αποτελούν το θηλυκό στοιχείο και οι Σάτυροι, οι Σειληνοί και ο Πάνας το αρσενικό. Οι Μαινάδες, που ονομάζονταν επίσης και Βάκχες, ήταν Νύμφες. Οι Νύμφες είχαν αναθρέψει τον Διόνυσο στο βουνό Νύσα. Έγιναν οι πιστές ακόλουθες και συντρόφισσες του θεού του αμπελιού και τις βλέπουμε να καταγίνονται πρόθυμα με τον τρύγο, μαζί με τους Σειληνούς συχνά. Εμψυχωμένες από τον Διόνυσο, από το πνεύμα του θεού, ρίχνονταν αναμαλλιασμένες σε τρελές ορμητικές και ακανόνιστες διαδρομές, σαν με πηδήματα ελαφίνας, που προσπαθεί να ξεφύγει από την καταδίωξη του κυνηγού. Βγάζουν δυνατές κραυγές, χτυπώντας κρόταλα σαν μανιασμένες.
Ο Πλάτωνας ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα των δυνατοτήτων του, μόνο μέσω Μανίας σε δόση θεϊκά ρυθμισμένη: «νῦν δὲ τὰ μέγιστα τῶν ἀγαθῶν ἡμῖν γίγνεται διὰ μανίας θείᾳ μέντοι δόσει διδομένης». Δικαιολογεί δε τη φαινομενική αυτή παραδοξολογία του με το ότι η Μανία είναι «Θείο δώρο» και αναφέρει 4 τύπους Μανίας: α) την προφητική (που εμπνέεται από τον Απόλλωνα), β) τη θρησκευτική (από τον Διόνυσο), γ) την ποιητική (από τις Μούσες) και δ) την ερωτική (από την Αφροδίτη και τον Έρωτα): «Τῆς δὲ θείας (μανίας) τέτταρα μέρη διελόμενοι μαντικὴν μὲν ἐπίπνοιαν Ἀπόλλωνος θέντες, Διονύσου δὲ τελεστικὴν, Μουσῶν δ’ αὖ ποιητικὴν, τετάρτην δὲ Ἀφροδίτης καὶ Ἔρωτος, ἐρωτικὴν μανίαν».
Η Θεία Διονυσιακή Μανία είναι ομαδική και μεταδοτική
«Θιασεύεται ψυχάν, ἐν ὄρεσι βακχεύων ὁσίοις καθαρμοῖσιν» (Βάκχες, 75). Οι δυο τεχνικές του Διονύσου είναι το κρασί κι ο χορός` σκοπός του δε η «κάθαρσις» με την ψυχολογική σημασία. Η μανία του χορού κι η ομαδική υστερία οδηγεί κατευθείαν στην κάθαρσιν, δηλαδή: στην απελευθέρωση του ανθρώπου. Ο Θεός Διόνυσος είναι ο Ελευθέριος, ο Λύσιος Θεός, δηλαδή ο Απελευθερωτής Θεός, που κάνει τον άνθρωπο να πάψει να είναι ο εαυτός του και να απολυτρωθεί. Του δείχνει τον δρόμο της Ελευθερίας.
Ο οργιαστικός απελευθερωτικός χαρακτήρας της λατρείας του Διονύσου είναι ολοφάνερος. Η ύπαρξή του για τους ανθρώπους του είναι μια αδιάκοπη συνέχεια από θορυβώδικα γλέντια, που κατέληγαν σε όργια, όπου προπάντων έπαιρναν μέρος οι γυναίκες. Από όπου πέρναγε ο Διόνυσος, συνέβαιναν θαυμαστά φαινόμενα. Πηγές κρασιού και νερού στο έδαφος κι από τα βράχια ανάβλυζαν κι από τα ποτάμια κυλούσε μέλι και γάλα. Κι ήταν τα κορφοβούνια αγαπημένος του τόπος διαμονής, όπου τελούνταν οι γιορτές του, κατά προτίμηση τη νύχτα. Όμως ο ρόλος του Διονύσου δεν περιορίζεται στο να διώχνει θλίψεις και καημούς από τους ανθρώπους και να τους κάνει να ξεχνούν τις καθημερινές έγνοιες με τα χαρούμενα μεθύσια.
Ο Διόνυσος τιμωρούσε τους εχθρούς της λατρείας του, μεταδίδοντάς τους την ίδια φρενίτιδα που έπιανε τις Μαινάδες και σπρώχνοντάς τους σε πράξεις αλλόφρονες κι εξωφρενικές. Μάλιστα η μανία των Μαινάδων δεν γνώριζε όρια. Ξεσκίζανε ζώα και έτρωγαν ωμές τις σάρκες τους. Δεν γλίτωναν μήτε οι άνθρωποι από τη φονική τους παράκρουση όπως στον μύθο του Ορφέα που τον κατασπάραξαν οι Βάκχες, οι μαινόμενες.
Ο Διόνυσος ήταν και ο ευεργέτης της ανθρωπότητας. Τρέλαινε όσους ήταν αντίθετοι στη λατρεία του και δεν ήθελαν να συμμετάσχουν σ’ αυτή, από την άλλη όμως μεριά εξασφάλιζε την ησυχία και τη γαλήνη των δικών του με τον πλούτο που χαρίζει η γεωργία. Του απέδιδαν την εφεύρεση του αρότρου, όπου πρώτος αυτός έζεψε βόδια. Ο Διόνυσος, συνέβαλε στην ανάπτυξη του πολιτισμού -υποβοηθώντας την ύπαρξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων- και την καλή διοργάνωση πόλεων, όπου παρουσιάζεται ως υπερασπιστής των αδυνάτων ενάντια σε όσους τους καταπιέζουν. Από τη λατρεία του Διονύσου γεννήθηκε το ελληνικό θέατρο, πράγμα που μας επιτρέπει να θεωρήσουμε το γιο του Διός και της Σεμέλης Θεό της ποίησης και της μουσικής.
Ανθεστήρια
Η κλασική αθηναϊκή γιορτή προς τιμήν του Θεού Διόνυσου ήταν τα Ανθεστήρια, τριήμερη και γεμάτη γλέντια και κρασί, καθώς τότε άνοιγαν τους πίθους με το γιοματάρι. Τα Ανθεστήρια ήταν πομπή, με άνθη, τραγούδια, μουσικούς και σκώμματα (σατιρικοί αστεϊσμοί, από το ρήμα σκώπτω = κοροϊδεύω, χλευάζω, σατιρίζω) που έλεγαν ντυμένοι ως σάτυροι -ακόλουθοι του Διονύσου, κρατώντας θύρσους κοσμημένους με κισσό (σύμβολο γονιμότητας)- και φορώντας προσωπίδες οι συμποσιαστές.
Δηλαδή, οι κωμαστές (κωμάζω = γυρίζω με άλλους στους δρόμους, λέγοντας τραγούδια και πειράγματα και κώμος = νυχτερινή έξοδος – πομπή συμποσιαστών στους δρόμους, με προσωπίδες, λαμπάδες, μουσικά όργανα και σατιρικά τραγούδια. Εξ ου και κωμωδία. Ο κορυφαίος, σε άρμα, όπως κάθε κωμαστής «τρεκλίζει ο κισσοστέφανος, χορεύει ο θυρσοφόρος» έλεγε ο Α. Σικελιανός – με τα πειράγματά του έσουρνε σε άλλους «τα εξ αμάξης»
Τέλειωνε με την τελετή της χύτρας που περιφερόταν μουτζουρωμένη, γεμάτη σπόρους για προσφορά στον Διόνυσο, ενώ την ημέρα αυτή έζωναν τους ναούς με μια κορδέλα, απαγορεύοντας την είσοδο σ’ αυτούς. Οι εκδηλώσεις έκλειναν με θυσία σε δεκατέσσερις βωμούς, για τους επτά Τιτάνες και τις επτά Τιτανίδες, που είχαν κομματιάσει τον Διόνυσο όταν ήταν μωρό. Την ίδια ημέρα, οι ψυχές των νεκρών ξαναγύριζαν στον Άδη και οι νοικοκυραίοι ξόρκιζαν αυτές που αρνιόνταν να φύγουν φωνάζοντας: «Έξω από το σπίτι, ψυχές! Τα Ανθεστήρια τέλειωσαν».
Το Καρναβάλι στην Αιώνια Πόλη
Γιορτές καρναβαλικού περιεχομένου υπήρξαν και στους Ρωμαίους, όπως τα Βακχανάλια, τα Σατουρνάλια, τα Λιμπεράλια, τα Λουπερκάλια, τα Φεράλια [ή Φε-(β)ρουάλια], τα Παρεντάλια· στο Βυζάντιο ήταν οι Καλένδες (ή Καλάνδες) και στη μεσαιωνική Δύση η Γιορτή των Τρελών, ένα παραεκκλησιαστικό Καρναβάλι, που τελούνταν κατά τη διάρκεια του Δωδεκαήμερου. Στη Γιορτή των Τρελών κατώτεροι κληρικοί, διάκοι και παπαδοπαίδια, εξέλεγαν τον ψευδοκαρδινάλιο ή τον πάπα των τρελών και τον χειροτονούσαν μέσα στην εκκλησία.
Εκεί χόρευαν μασκαρεμένοι, έψελναν φάλτσα αθυρόστομες παρωδίες εκκλησιαστικών ύμνων, έπιναν, έτρωγαν και έπαιζαν ζάρια. Μετά έβγαιναν στους δρόμους, χοροπηδούσαν διαβολεμένα, έριχναν μαγαρισιές στον κόσμο, και πήγαιναν στις ταβέρνες, συνεχίζοντας το πιόμα και τα ανόσια τραγούδια. Η παντοδύναμη Εκκλησία ήξερε πως εάν δεν έδινε στον καταπιεσμένο, φοβισμένο λαό έστω και μα ημέρα για να εκτονωθεί, δεν θα συνέχιζε να «πουλά τον Χριστό με το ζύγι», καταπώς έλεγε κι ο Καζαντζάκης, κρατώντας τον υποταγμένο υπό την απειλή της Κόλασης.
Παρόμοιες καταστάσεις συνέβαιναν στις Καλένδες, τις πλέον επίσημες και λαμπρές εορτές των βυζαντινών χρόνων με μεταμφιέσεις, στις οποίες αν και συμμετείχαν κληρικοί, κρίνονταν μη αποδεκτές και απαγορευμένες από την Εκκλησία. Στις Καλένδες οι βυζαντινοί έψελναν χορεύοντας, μεταμφιεσμένοι σε ζώα, τράγους, καμήλες, ελάφια, πιστεύοντας ότι έτσι θα εξασφάλιζαν ευθυμία για όλο το έτος. Τέτοια έθιμα υπήρξαν και σε νεότερους χρόνους, μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, ακόμα και στην Ελλάδα.
Τα έθιμα του Καρναβαλιού πέρασαν με τον καιρό από την ύπαιθρο στις αναπτυσσόμενες πόλεις, όπου τα περιεχόμενά τους διαμορφώθηκαν ανάλογα και απέκτησαν καινούργια σημασία, αντανακλώντας νέους κοινωνικούς συσχετισμούς. Η μαγική αγροτική τελετουργία μετατράπηκε βαθμιαία σε πάνδημο αστικό θέαμα και ψυχαγωγία, με το λαό θεατή και πρωταγωνιστή. Στους νεώτερους χρόνους τα σύγχρονα Καρναβάλια έλαμψαν στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία και Πορτογαλία, με τις γιορτές και τις πομπές των μασκοφόρων.
Στην Ιταλία τα Καρναβάλια απέκτησαν μεγάλη φήμη
Η Φλωρεντία του 15ου-16ου αιώνα γιόρταζε με τραγούδια, που είχαν αρχικά μυθολογικό περιεχόμενο, αλλά στη συνέχεια έγιναν επίκαιρα, αποκτώντας μεγαλύτερη απήχηση στο λαό. Την εποχή του ρομαντισμού είχε γίνει ξακουστό και το Καρναβάλι της Ρώμης· μια εικόνα του μας δίνει ο Γκαίτε, όταν μιλάει για ποικιλία κοστουμιών, που παρίσταναν φασουλήδες, δικηγόρους, ζητιάνους και γυναίκες του λαού, με κομφετί, εκκεντρικές κομμώσεις, αλλά και αλλόκοτα δρώμενα, όπως εκείνο της τελευταίας βραδιάς, που περιφέρονταν με κεριά τα οποία προσπαθούσαν μεταξύ τους να σβήσουν. Εκείνο όμως που ξεχώριζε πάντοτε για τη μεγαλοπρέπειά του ήταν το Καρναβάλι της Βενετίας, με εντυπωσιακές μάσκες και μεταμφιέσεις, πυροτεχνήματα, ακροβατικές επιδείξεις, παρελάσεις και ψευτομάχες.
Στη Γαλλία, από το 15ο αιώνα υπήρχαν οι «χοροί των μεταμφιεσμένων», γνωστοί ως μπαλ-μασκέ, ενώ κατά το 16ο αιώνα ήταν στη δόξα τους τα «momons», οχλαγωγίες από μασκαράδες και μουσικούς, που εισέβαλλαν απρόσκλητοι στα σπίτια και έπαιρναν μέρος στους χορούς και τις διασκεδάσεις· το 18ο αιώνα καθιερώθηκαν και τα μπαλ-μασκέ της Όπερας του Παρισιού. Στη Βόρεια Γαλλία χαρακτηριστικές ήταν οι παρελάσεις γιγάντων, στο Νότια Γαλλία οι πομπές των ζώων, στην Κεντρική Γαλλία οι «κερατάδες» του Σωγκζιλάνζ, και στα ανατολικά της χώρας οι «χοντροί» του Σαιν-Κλωντ.
Οι αποικισμοί και οι μεταναστεύσεις των λαών συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάμιξη των καρναβαλικών παραδόσεων που προέρχονταν από διαφορετικούς πολιτισμούς και στη διαμόρφωση της σύγχρονη μορφής τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αμερική, με την ανάμιξη ευρωπαϊκών, αφρικανικών, ασιατικών και αυτοχθόνων εθίμων, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων καρναβαλικών εορτών, όπως στο Σαλβαντόρ ντα Μπαΐα και στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, στη Λουϊζιάνα και στη Νέα Ορλεάνη της Κεντρικής Αμερικής, στα νησιά Τρινιντάντ και Τομπάγκο της Καραϊβικής· αυτά τα δύο νησιά αποτελούν μάλιστα ένα όμορφο παράδειγμα του πώς το Καρναβάλι μπορεί να ενώσει τον κόσμο, αφού σε αυτό το μικρό έθνος οι πεποιθήσεις και οι παραδόσεις πολλών πολιτισμών ενώνονται κάθε χρόνο, ξεχνώντας τις διαφορές τους και γιορτάζοντας το θαύμα της ζωής!
Τα δρώμενα του Καρναβαλιού δανείστηκαν πολλά στοιχεία από τις αρχαίες αφρικανικές παραδόσεις, όπως παρελάσεις μεταμφιεσμένων μασκοφόρων με ρυθμούς τυμπάνων, μεγάλες μαριονέτες, ραβδούχους μαχητές και ξυλοπόδαρους χορευτές. Στα έθιμα αυτά συχνά συμπεριλάμβαναν κυκλικές πορείες γύρω από το χωριό, για να προκαλέσουν καλή τύχη, θεραπεία και εξευμενισμό των αποθανόντων συγγενών, αλλά και φυσικά αντικείμενα (οστά, φτερά, χόρτα, χάντρες, κοχύλια, ύφασμα) για να δημιουργούν μάσκες, καπέλα και φορεσιές με πνευματικές δυνάμεις και ιδιότητες. Η μάσκα αποτελούσε ιερό αντικείμενο σε νεκρικές τελετές, ενώ τα φτερά συμβόλιζαν τη δυνατότητά μας ως άνθρωποι να ανυψωθούμε πάνω από τα προβλήματα, τους πόνους και την ασθένεια της καθημερινότητας, αναγεννημένοι σε ένα νέο κόσμο. Σήμερα, τα φτερά χρησιμοποιούνται με πολλούς τρόπους στη δημιουργία αποκριάτικων στολών.
Η Αποκριά
Μια σημαντικότατη γιορτή καρναβαλικού χαρακτήρα, που τελείται σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο πριν από την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής είναι η γιορτή της Αποκριάς (ή των Αποκριών ή Αποκρεών), μια περίοδος διασκέδασης κι ανεμελιάς, που σημάνει το οργιαστικό ξέσπασμα της ζωής και την εκδίωξη του θανάτου, τον ερχομό της άνοιξης και το τέλος του χειμώνα, την ευφορία της γης και τη γονιμότητα -φυσική και πνευματική- όλων των υπάρξεων. Η γιορτή αυτή είναι ένα χαρούμενο καλωσόρισμα στο Πνεύμα της Θεότητας που κατακλύζει τα πάντα, και μεταβάλει το θάνατο σε ζωή, τη θλίψη σε χαρά, συμπαρασύροντας τους ανθρώπους και τη φύση σε μια θεία ιερή μέθη, γεμάτη από την αγάπη για τη ζωή και το χτίσιμο ιδανικών.
Η Αποκριά σε οποιοδήποτε μέρος γιορταζόταν, περιλάμβανε μεταμφιέσεις και αποκτούσε πάνδημο χαρακτήρα. Οι ρωμαιοκαθολικοί την καθιέρωσαν πριν από εκατοντάδες χρόνια στην Ιταλία. Ήταν μια ξέφρενη εορτή αμφίεσης, που την ονόμαζαν Carnevale, από το λατινικό carnem levare ή carnis levamen, που σημαίνει «αποχή από το κρέας», εφόσον τη γιορτή ακολουθούσε η Σαρακοστή, όπου δεν επιτρεπόταν η βρώση κρέατος. Οι κυριότερες εκδηλώσεις της Αποκριάς των καθολικών συνηθίζονται πλέον κατά τις τρεις τελευταίες μέρες της κρεοφαγίας, δηλαδή Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη (γνωστή στα γαλλικά ως Mardi Gras, Αμαρτωλή Τρίτη). Η επόμενη μέρα, η Καθαρή Τετάρτη (Mercredi des Cendres = Τετάρτη των Τεφρών) είναι η αρχή της νηστείας της Σαρακοστής (Careme), αντίστοιχη της δικής μας Καθαρής Δευτέρας.
Οι Αποκριές στην Ελλάδα
Οι Αποκριές στην Ελλάδα, που αποκαλούνται από το λαό και «Μεγάλες Αποκριές» στην Κύπρο «Μεγάλες Σήκωσες» διαρκούν τρεις εβδομάδες και ξεκινούν την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μαζί με το Τριώδιο -το βιβλίο των εκκλησιαστικών ύμνων, που ψάλλονται στην εκκλησία από την εν λόγω Κυριακή μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Οι επόμενες τρεις Κυριακές των Αποκριών είναι η Κυριακή του Ασώτου, της Απόκρεω και της Τυρινής. Η Κυριακή της Τυρινής σημάνει τη λήξη αυτή της περιόδου και την έναρξη της μεγάλης Σαρακοστής, από την Καθαρά Δευτέρα. Η πρώτη εβδομάδα ονομάζεται Προφωνή, Προφανή, Προφωνέσιμη ή Προφωνήσιμη, επειδή προφωνείται (ανακοινώνεται) η έναρξη των Αποκριών, επίσης Συγκόκαλη ή Απόλυτη, επειδή δεν εφαρμόζεται η νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής, καθώς και Αμολυτή, Αποβολή ή Απόλυτη, γιατί τότε απολύονται οι ψυχές των αποθαμένων και βγαίνουν στον Επάνω Κόσμο· επιπλέον, αποκαλείται Λόκρια, Αρνοβδομάδα, Αρτσι Βούρτσι ή Αρτσι Μπούρτσι.
Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται Κρεατινή, γιατί θεωρείται η περίοδος της κρεοφαγίας που σταματάει την Κυριακή της Απόκρεω, τελευταία ημέρα που οι χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε κρέας. Η τρίτη και τελευταία εβδομάδα, που ξεκινάει μετά την Κυριακή της Απόκρεω, ονομάζεται της Τυρινής ή Τυροφάγου, γιατί περιλαμβάνει βρώση τυροκομικών.
Ιδιαίτερη θέση στην Κρεατινή εβδομάδα κατέχει η Τσικνοπέμπτη (ή Τσικνοπέφτη) και το Ψυχοσάββατο (ή Σάββατο των Ψυχών). Την Τσικνοπέμπτη η τσίκνα είναι διάχυτη παντού, καθώς οι άνθρωποι γιορτάζουν ψήνοντας κρέατα έξω από το σπίτι, κάτι που έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες, επειδή πίστευαν ότι οι νεκροί πετούσαν γύρω από τις φωτιές και γευμάτιζαν από τον καπνό και την τσίκνα. Ανάλογα, το Ψυχοσάββατο είναι αφιερωμένο στη λατρεία των νεκρών με προσφορά γευμάτων πάνω στους τάφους. Αυτά τα δύο έθιμα προέρχονται από τα Ανθεστήρια, που περιλάμβαναν προσφορές σπονδών και τροφίμων στους νεκρούς, για τους οποίους πίστευαν ότι τριγυρνούσαν εκείνες τις μέρες ανάμεσα στους ζωντανούς.
Αποκριάτικα Έθιμα στην Ελλάδα
Η Ανακύκλωση της Ζωής
Τα παλαιότερα χρόνια στον τόπο μας οι μέρες της Αποκριάς προσλάμβαναν ένα ιδιαίτερο λαϊκό χρώμα. Στο πλαίσιο του παραδοσιακού πανηγυρισμού οι άντρες μεταμφιέζονταν σε γυναίκες και αντίθετα, γινόταν η περιφορά του καρνάβαλου, του γαϊτανακιού και της καμήλας, με ομίλους χορευτών να γυρνάνε τις συνοικίες σκορπίζοντας το κέφι. Αναβίωναν διάφορες προλήψεις, μαντείες και δεισιδαιμονίες, ψάλλονταν εύθυμα και άσεμνα τραγούδια, γίνονταν εικονικές δίκες και επικρατούσε ένα γενικό ξεφάντωμα, μια γενική ευωχία.
Αναβαν φωτιές, που ονόμαζαν «Φανούς», «Κλαδαριές», «Μπουμπούνες», «Καψαλιές», «Χαλαούζιες» ή «Καλολόγους»· γύρω τους έστηναν χορούς και τις πηδούσαν με ευχές για υγεία και καλή τύχη, αντλώντας τη δύναμη που η φωτιά πίστευαν ότι έκρυβε. Στις μεταμφιέσεις χαρακτηριστικές μορφές ήταν ο γέρος, η νύφη και ο γαμπρός, ο αράπης και η αραπίνα, ο γιατρός και ο βοηθός του, ο παπάς και ο σατανάς, η καμήλα, η αρκούδα κ.λ.π. Άλλοτε πάλι έδιναν υπαίθριες παραστάσεις, κωμικού περιεχομένου, ενώ διαδεδομένα ήταν και τα κοινά συμπόσια.
Γέννηση, ανάπτυξη, γάμος, θάνατος και αναγέννηση του ήρωα, είναι ένα δράμα που παίζεται ακατάπαυστα. Είναι η ανακύκλωση της ζωής, στην οποία συμμετέχει ολόκληρη η κοινότητα, στην αγορά του χωριού ή της πόλης. Μέσα από τις μάσκες, τα ανδρείκελα, τις μεταμφιέσεις οι άνθρωποι «γίνονταν ένα σώμα» και βίωναν την αναγεννητική διαδικασία. Γιόρταζαν πάνω από όλα τον ερχομό του νέου -του νέου χρόνου, της νέας άνοιξης, της νέας ζωής- το καινούργιο που εμφανίζεται στον κόσμο.
Αυτά τα αποκριάτικα έθιμα διατηρούνται ακόμα και σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδας, όπως στο Σοχό Λαγκαδά στη Θεσσαλονίκη, με πανηγυρισμούς, με αγερμούς και τραγούδι, από μεταμφιεσμένους με προβιές τράγου, ψηλά καλύμματα στο κεφάλι από πολύχρωμες κορδέλες, γουρουνοτσάρουχα στα πόδια και μάσκες με πούλιες και μακριά μουστάκια· κρατώντας ξύλινο γιαταγάνι ή αγκλίτσα, ταγάρι με ούζο, κρασί και πορτοκάλια, περπατούν ρυθμικά, πηδούν και σείονται, κουδουνίζουν και τραγουδούν, κερνούν τους ανθρώπους, πότε στα μαγαζιά και τις ταβέρνες, πότε στους δρόμους.
Στη Θράκη, κατά το παλιό αποκριάτικο δρώμενο του «Καλόγερου», η καμπουρίτσα Μπάμπω γεννάει ένα εφταμηνίτικο μωρό που μεγαλώνει στο άψε-σβήσε. Το καλάθι δεν το χωράει, τρώει και πίνει τον περίδρομο, ανδρώνεται, γυρεύει γυναίκα, παντρεύεται, έρχεται στα χέρια με τον κουμπάρο του, σκοτώνεται, μοιρολογιέται και κηδεύεται. Ξαφνικά όμως ανασταίνεται θαυματουργά και οργώνει τη γη μαζί με το μετανιωμένο του φονιά. Ο θάνατος και η ανάσταση του γαμπρού μας παραπέμπουν στο θάνατο του Διόνυσου το χειμώνα και στην ανάστασή του την άνοιξη, ενώ το καλάθι της γριάς το Λίκνο του, που χρησίμευε ως κόσκινο και κούνια (Λικνίτης ήταν γνωστή επωνυμία του Διόνυσου).
Στην ίδια περιοχή τη Δευτέρα της Τυρινής εβδομάδας τελείται ο «Μπέης» ή «Κιοπέκ Μπέης», ευετηριακό δρώμενο, με αγερμούς, ευχές σε κάθε σπίτι για «καλοχρονιά με πολύ στάρι και πολύ κριθάρι», εικονικό όργωμα, εικονική σπορά και αγώνες -πήδημα, ρίξιμο πέτρας, τρέξιμο, πάλη- χορούς και τραγούδια. Στη Νάουσα «Μπούλες» και «Γενίτσαροι» με παραδοσιακές στολές και προσωπίδες, χορεύουν σε ομάδες, με ήχους ζουρνάδων και νταουλιών, σε ανάμνηση των αρματολών της τουρκοκρατίας, που κυκλοφορούσαν μεταμφιεσμένοι τις Αποκριές για να κρύβονται.
Στα χωριά του Παγγαίου, κατά το πανάρχαιο διονυσιακό έθιμο της Ντερβένας, που ανάγεται στην πυρολατρεία των αρχαίων χρόνων, οι άνθρωποι πηδούν πάνω από μεγάλες φωτιές (ντερβένες), που έχουν διπλό σκοπό· αφενός ζεσταίνουν τις καρδιές, αφετέρου εξαγνίζουν τους ανθρώπους, απαλλάσσοντάς τους από τα παλιά ακάθαρτα στοιχεία, σε μια φυσική και πνευματική αναγέννηση, με τον ερχομό της άνοιξης και της Ανάστασης του Πάσχα. Εξάλλου, η φωτιά είχε ανέκαθεν εξαγνιστικό χαρακτήρα και προκαλεί την κάθαρση, την αναγέννηση.
Στη Σκύρο έχουμε τους τραγόμορφους Γέρους και τις Κορέλες, σε ένα ερωτικό παιχνίδι, με μεταμφιεσμένους που σηκώνουν πάνω τους πολλά κουδούνια, συχνά τριάντα, πενήντα ή και περισσότερα, προκαλώντας πανδαισία ήχων. Στη Ζάκυνθο γίνονται θεατρικές παραστάσεις, οι λεγόμενες «Ομιλίες», αλλά και απαγγελίες αυτοσχέδιων σατιρικών στίχων με έντονη αθυροστομία. Στο Δαφνί της Σπάρτης οι άνδρες μεταμφιέζονται σε νύφη και γαμπρό, και επικρατούν αυτοσχέδιοι διάλογοι, χοροί γύρω από εθιμικές φωτιές, τραγούδια, κέφι, τολμηρά πειράγματα και κρασί.
Ο «Πεθαμένος στη Γκούβα», ένα Δρώμενο των Σαρακατσάνων της Ηπείρου με έντονο το στοιχείο της μαγείας, άρχιζε με το ηλιοβασίλεμα της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς και τελείωνε τα χαράματα της Καθαρής Δευτέρας. Ένας θίασος ανδρών υποδυόταν το γαμπρό, τη νύφη, τα πεθερικά, τους γέρους, το γύφτο και άλλα πρόσωπα. Οι γέροι φορούσαν μάσκες και κάπες από προβιές ζώων, κουδούνια στη μέση, ενώ κρατούσαν μεγάλα ραβδιά, με τα οποία χτυπούσαν τη γη. Ένας τσοπάνης ξάπλωνε πεθαμένος μέσα σε μια γκούβα (γούβα ή λάκκος) και ο θίασος τον μοιρολογούσε, ενώ στο τέλος χόρευαν, με πρωτοχορευτή τον πεθαμένο και αναστημένο τσοπάνη.
Η λήξη των Αποκριών σηματοδοτείται από την πομπή και το κάψιμο του καρνάβαλου. Είναι σημάδι ότι η γεύση της Ελευθερίας, της ανεμελιάς και της ουσίας της Ζωής τελείωσε και ο σκλάβος-άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στην φυλακή της καθημερινότητας του αναλαμβάνοντας και πάλι τον ρόλο του πεπρωμένου του. Μέχρι τον επόμενο χρόνο … αν είναι ζωντανός!
Ακολουθεί η Καθαρά Δευτέρα
Εκείνη τη μέρα στην Αγία 'Αννα της Εύβοιας οι γυναίκες τραγουδούν τα «γαμοτράγουδα», μαζί με τολμηρά αστεία, πειράγματα και λόγια χωρίς «ηθικούς φραγμούς», με θέμα το φαλλό και το αιδοίο, των οποίων οι μετέχοντες φέρουν ομοιώματα· ένα δρώμενο που ανάγεται στα Μικρά ή Κατ’ Αγρούς Διονύσια, και στα Μεγάλα Διονύσια, που ήταν χαρούμενες ελεύθερες γιορτές με πομπή φαλλού, τον οποίο συνόδευαν με χορωδίες, τραγούδια και προσφορές, ακόμα και οι δούλοι. Ο φαλλός ήταν σύμβολο του Διονύσου ως Θεού της γονιμότητας, και κάθε τέτοια μαζική πομπή αποσκοπούσε στο να προκαλέσει την ευφορία των αγρών και των κήπων, αλλά και τη γονιμότητα των σπιτικών.
Η χρησιμοποίηση, λοιπόν, σεξουαλικών και ερωτικών συμβόλων, που συνδυάζεται συχνά με τις παραδοσιακές λαϊκές εκδηλώσεις αυτής της περιόδου, δεν δηλώνει μόνο την σεξουαλική πράξη. Συμβολίζει ευρύτερα την πηγή, τη μήτρα της ζωής, τη ρίζα της ανανέωσης, την πηγή της ανάστασης. Αποτελούν ένδειξη της εκδήλωσης των γονιμοποιών δυνάμεων της ζωής και τη διαδικασία γέννησης ενός νέου «σώματος», με την ευρύτερή του έννοια, είτε πρόκειται για το ανθρώπινο σώμα, είτε για το σώμα της κοινωνίας ή ακόμα και ολόκληρης της φύσης και της Δημιουργίας.
Επιπλέον, το έθιμο του εικονικού γάμου, που περιλαμβάνεται στα καρναβαλικά έθιμα, ανάγεται στην αρχαιότητα και ήταν λατρευτικό στοιχείο των διονυσιακών τελετών· η «Ιερογαμία» του Θεού Διονύσου με τη σύζυγο του βασιλιά της πόλης, στο «Βουκολείον» Ιερό, αποτελούσε μέρος των αθηναϊκών Ανθεστηρίων και αποτελούσε μια μαγική πράξη επίκλησης της γονιμικής δύναμης για την καρποφορία, αλλά και την εξασφάλιση της καλής χρονιάς στην ευρύτερή της έννοια, που θα πρόσφεραν οι Θεοί. Όμως, πέρα από αυτά ο γάμος συμβολίζει την ενότητα και την υπέρβαση των χωριστικών τάσεων του ανθρώπου και της κοινωνίας. Και κάθε Καρναβάλι γιορτάζει την κρυμμένη ενότητα του παλιού και του καινούργιου, του γήρατος και της νεότητας, της άνοιξης και του χειμώνα, της ζωής και του θανάτου, είναι μια γιορτή που ανατρέπει, αλλά και συνταιριάζει.
Μες στην Τρελή Αποκριά
Όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Αποκριές και γενικότερα τα καρναβαλικά δρώμενα, συνδέονται με αναγεννητικές, εξευμενιστικές δυνάμεις, που επιφέρουν λύτρωση και απελευθερώνουν τον άνθρωπο, την κοινωνία, τη φύση από τα δεσμά του φόβου και του θανάτου, που συγκρατούν τον κόσμο σε συγκεκριμένους χωροχρονικούς περιορισμούς, κάτω από την επιρροή οποιασδήποτε μορφής εξουσίας και κατεστημένου. Επιπλέον, οι γιορτές αυτές συμφιλίωναν ανέκαθεν τον άνθρωπο με το στοιχείο του θανάτου και του έδιναν τη δυνατότητα να λειτουργεί ελεύθερα σε σχέση με αυτό το ζήτημα, συμμετέχοντας στην διαδικασία του αέναου αναγεννητικού κύκλου των εποχών και της δημιουργίας.
Στις μέρες μας ο κόσμος βιώνει βαριά «την ανάσα του θανάτου και του νεκρού να περιπλανιούνται γύρω του», βιώνει έναν χειμώνα, μια σκοτεινή νύχτα της ψυχής. Όμως ο κύκλος του θανάτου και της ζωής είναι αέναος και σπειροειδής [αναζήτησε το σχετικό άρθρο] και οδηγεί την ανθρωπότητα μέσα από δυσκολίες και εμπόδια, μέσα από δοκιμασίες, μάχες και ανατροπές σε μια αναγέννηση, σε μια ανανέωση. Η μέθη και η χαρά της Ζωής, η ορμή του Φωτός και η Ιερή Μανία φέρνει ανάταση, και μαζί με την αναγέννηση του Θεού, αναγεννιέται κι ο άνθρωπος.
Ο άνθρωπός, η ζωή, ολόκληρος ο κόσμος μεταμορφώνεται, αλλάζει διαρκώς προσωπεία και μεταμφιέσεις παροδικές. Πίσω όμως από αυτές τις εφήμερες όψεις κρύβεται το αιώνιο, το άφθαρτο, το πνευματικό φως, ο τελικός θρίαμβός της ζωής, και οι άνθρωποι, μέσα από τις πανάρχαιες τελετές που φτάνουν σε εμάς ως Αποκριές, συμμετείχαν ανέκαθεν και ενίσχυαν την έλευση του καινούργιου. Ήταν μια σύμπραξη με τη Θεότητα, ένα κάλεσμα για το δυναμικό, πανηγυρικό ερχομό της, στη μορφή του Αρχαίου Διονύσου, στη μορφή του θυσιασμένου Θεού-Λυτρωτή.
Σήμερα, σε μια σύγχρονη εποχή οι άνθρωποι καλούμαστε να ανατρέψουμε μέσα στην ίδια μας τη συνείδηση την εικόνα που έχουμε χτίσει για τον κόσμο και τον εαυτό μας, δίνοντας τη δυνατότητα σε κάτι καινούργιο να λάμψει. Η Άνοιξη και ο Χειμώνας, η Ζωή και ο Θάνατος ουσιαστικά βρίσκονται μέσα μας. Ο κύκλος των εποχών δεν είναι ξεχωριστός από εμάς. Ο ρόλος του ανθρώπου είναι να συμμετέχει ενεργά στην εκδήλωση των δημιουργικών δυνάμεων της Ζωντανής Ζωής, ωθώντας σε ανανέωση κι εξέλιξη, σε κίνηση και αλλαγή. Αυτό ακριβώς γινόταν και παλιότερα, μέσα από τις Ιερές Τελετές και τα Μυστήρια, ενώ στις μέρες μας, σε μια εποχή που όλα ανατρέπονται, παρέχεται η ευκαιρία για μια εκ νέου Ιερή Μανία του ανθρώπου, του δημιουργικού, ανώτερου, πνευματικού ανθρώπου, που θα εξευμενίσει τον Θάνατο και θα φέρει Ελευθερία από την Ζωή.
Φέτος μην κάψετε τον Μεγάλο Θεό Καρνάβαλο κρατήστε τον ζωντανό μέσα σας κι ακολουθήστε τα κελεύσματα του για Ελευθερία και Ιερή Μανία. Κάντε τον υπόδειγμα της ζωής σας, αλλά ΚΡΥΦΑ μην το μοιραστείτε με κανέναν βέβηλο και ιερόσυλο. Εξάλλου, το Διονυσιακό στοιχείο είναι βαθιά ριζωμένο στην ψυχή των Ελλήνων, συνυφασμένο με την Δύναμη και την Ανεξαρτησία, το γλέντι και την χαρά, την δημιουργικότητα και την ανάταση, πάνω από τις καθημερινές ψευδείς κι ασήμαντες δυσκολίες· το πνεύμα του Θεού Διονύσου είναι ζωντανό ανάμεσα μας, έτοιμο να μας ξεσηκώσει, μέσα στη Θεία Ιερή Μέθη και Μανία Του. Αυτήν την Ιερή Μανία την ακολουθούν μονάχα οι Δυνατοί!
ΘΕΩΡΟΣ – ΘΕΩΡΙΑ – ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ
Η ευρωπαϊκή λέξη «tour» σημαίνει περιήγηση, περιοδεία («τουρισμός»). Ο «τουρίστας» (tourist) είναι ο «περιηγητής». Πάρτε για παράδειγμα την περίπτωση του αρχαίου Έλληνα σοφού Σόλωνα, που πολλοί τον θεωρούσαν ως τον σοφότερο άντρα της εποχής του. Λέγεται πως ήταν ο πρώτος «θεωρητικός» και γι’ αυτό ήταν και ο πρώτος «τουρίστας». Θα μου πείτε, τι σχέση έχει η Θεωρία με τον Τουρισμό…
Οι Έλληνες (οι αρχαίοι) διόριζαν συγκεκριμένα έμπιστα και σοφά άτομα για να λειτουργούν ως ταξιδιωτικοί αντιπρόσωποι και ως επίσημοι απεσταλμένοι της Πολιτείας σε άλλες πολιτείες, ως περιηγητές, ως κατάσκοποι, ή ακόμη και ως σύμβουλοι σε θέματα ιδιαίτερης πολιτικής ή κοινωνικής σημασίας. Ένα τέτοιο άτομο είχε τον τίτλο «Θεωρός», αυτός είχε ως αποστολή να συντάξει μια «θεωρία» –αλλά και όλοι μαζί οι Θεωροί αποτελούσαν επίσης μία «Θεωρία».
Οι Θεωροί προσκαλούνταν σε ειδικές περιπτώσεις για να πιστοποιήσουν και να επιβεβαιώσουν ένα γεγονός, ή για να γίνουν αυτόπτες μάρτυρες ενός συμβάντος, και έπειτα να βεβαιώσουν προφορικά ότι αυτό συνέβη ή να του δώσουν τις σωστές ερμηνείες.
Πολλοί άλλοι μπορούσαν να είναι μάρτυρες ενός γεγονότος και να υποστηρίξουν οτιδήποτε, αλλά οι μαρτυρίες τους ήταν απλές αντιλήψεις και υποθέσεις. Μονάχα η αναφορά της «Θεωρίας» παρείχε τη βεβαιότητα, επικυρώνοντας τις λεπτομέρειες ενός συμβάντος ώστε αυτό να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «γεγονός», και ερμηνεύοντάς το ικανοποιητικά. Η «Θεωρία» συνήθως ήταν το αποτέλεσμα της σύνθεσης των αναφορών –και συχνά του συμβουλίου– των Θεωρών. Οι πιο σοφοί από τους Θεωρούς, μπορούσαν όμως και από μόνοι τους να καταλήξουν σε μία Θεωρία.
Όμως, τι ήταν αυτό που έκανε τους Θεωρούς περισσότερο έμπιστους από έναν απλό μάρτυρα; Ήταν η παιδεία και η σοφία τους, η εξασκημένη παρατηρητικότητά τους, η μεγάλη γκάμα των εμπειριών τους, η αυξημένη συνείδησή τους. Έβλεπαν και καταλάβαιναν πράγματα που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούσαν να δουν ή να καταλάβουν…
«Η Μεγαλοφυΐα είναι η ικανότητα να βλέπεις δέκα πράγματα εκεί που ο συνηθισμένος άνθρωπος βλέπει μόνο ένα…» -Ezra Pound
Τα ταξίδια ήταν πολύ βασικό στοιχείο της αρχαϊκής «Θεωρίας».
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι η Θεωρία ήταν η αιτία για την επίσκεψη του Σόλωνα στον ηγεμόνα της Λυδίας. Αρχικά, η «Θεωρία» σήμαινε να βλέπει κανείς τα «αξιοθέατα» (εκείνα τα πράγματα που είναι άξια να θεαθούν), όπως τα ονόμαζαν οι Θεωροί, να βλέπει κανείς τα αξιόλογα και αξιομνημόνευτα πράγματα με τα ίδια του τα μάτια, όπου κι αν βρίσκονται αυτά, και έτσι να αποκτά μία θέα του κόσμου, μία θέα που αποτελούσε μία «Κοσμοθεωρία». Γι’ αυτόν τον λόγο, οι πρώτοι Θεωροί ήταν περιηγητές, «τουρίστες», οι σοφοί άνθρωποι που ταξίδευαν για να «επιθεωρήσουν» τον κόσμο.
Ο Σόλωνας, που οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις του γύρω στο 590 π.κ.ε. ανανέωσαν την Πολιτεία της Αθήνας, είναι ο πρώτος «θεωρητικός» στον δυτικό κόσμο. Νομίζω πως ο τελευταίος από τους αρχαίους ήταν ο Παυσανίας, που κατέθεσε την Θεωρία του με τις Περιηγήσεις του, δηλαδή τους «τουρισμούς» του. Ένας τέτοιος σοφός «Θεωρός», εκτελούσε αποστολές ή έκανε περιηγήσεις, τις «Επιθεωρήσεις», για να δει τα «Αξιοθέατα» και έπειτα να σχηματίσει μία «Θεωρία» και έπειτα περισσότερες, η σύνθεση των οποίων δημιουργούσε μία «Κοσμοθεωρία». (Όλοι αυτοί, κ.ά., είναι όροι που προέρχονται από τους Θεωρούς…)
Λοιπόν, η «Θεωρία» δεν σήμαινε το είδος εκείνο της παρατήρησης και της μαρτυρίας που περιορίζεται στην αίσθηση της όρασης. Ο όρος «Θεωρία» (αυτό που έκαναν οι Θεωροί) συνεπαγόταν μία πολύπλοκη αλλά λειτουργική μέθοδο ενεργητικής παρατήρησης (όχι παθητικής όπως η απλή όραση), ένα ειδικό αντιληπτικό σύστημα που συμπεριλάμβανε τα εξής:
Ο Θεωρός ταξίδευε σε έναν τόπο, έκανε περιηγήσεις εκεί, παρατηρούσε τα πάντα, έκανε ερωτήσεις, άκουγε ιστορίες και τοπικούς μύθους, συγκέντρωνε τα «Αναμνηστικά» (άλλος ένας όρος των Θεωρών –δηλαδή τα στοιχεία και τα αντικείμενα εκείνα που θα τον βοηθούσαν αργότερα να θυμηθεί τις λεπτομέρειες και τους συμβολισμούς κάποιων «αξιοθέατων»), ερμήνευε τις συμπτώσεις, διερευνούσε τους συμβολισμούς, έκανε μυστικιστικές αναλύσεις, συχνά μεταμφιεζόταν για να μην επηρεάσει η παρουσία του την εξέλιξη ενός γεγονότος, χρησιμοποιούσε ψυχολογία, διαίσθηση, εντόπιζε όλες τις προεκτάσεις ενός θέματος, παρατηρούσε αληθινά τα πάντα, κατασκόπευε, σημείωνε, διαλογιζόταν, έβλεπε, άκουγε, ένιωθε…
Η γνώση και η σοφία και η πληροφορία που συγκέντρωνε και εξασκούσε ένας Θεωρός, ήταν απίστευτη, ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα.
Η Θεωρία ενθάρρυνε μία τελείως ανοικτή και ευρεία αντίληψη των πραγμάτων, μία εξασκημένη αντίληψη κάθε είδους γνωστικής, συναισθηματικής, συμβολικής, ψυχολογικής, φανταστικής και αισθητικής εμπειρίας. Οι μορφωμένοι άνθρωποι του αρχαίου ελληνικού κόσμου, πίστευαν πως μόνο οι Θεωροί είχαν απόλυτη αντίληψη για την πραγματικότητα του κόσμου.
Οι Θεωροί ήταν ταυτόχρονα: περιηγητές και ταξιδευτές, εξερευνητές, συγγραφείς, λόγιοι, δάσκαλοι, μάρτυρες, διπλωμάτες, κατάσκοποι, πειραματιστές, ψυχολόγοι, νομικοί, μνήμονες, αναλυτές, μελετητές, στοχαστές, φιλόσοφοι, υψηλά μυημένοι, μυστικιστές, ανθρωπολόγοι, κοινωνιολόγοι, μυθολόγοι, διάμεσοι, διαισθητικοί, ψυχικοί, σύμβουλοι, εμπειρογνώμονες, λαογράφοι, φυσιογνωμιστές, αγγελιαφόροι, παρατηρητές, άρχοντες της Τέχνης της Περιπλάνησης.
Έτσι, οι Θεωροί καλούνταν για να επισκοπήσουν μία κατάσταση, να μαρτυρήσουν για τις αληθινές λεπτομέρειες ενός γεγονότος (για να το καταστήσουν αξιόπιστο και εμπεριστατωμένο), να εντοπίσουν τις συνδέσεις και τις προεκτάσεις του, να το ερμηνεύσουν σύμφωνα με την –ή να το προσθέσουν στην– Κοσμοθεωρία τους.
Επίσης, προσκαλούνταν σε μία ξένη χώρα για να εγκαταστήσουν μία επικοινωνία μεταξύ των χωρών, εξηγώντας τις υποθέσεις της κάθε χώρας στην άλλη, μεταφέροντας Θεωρίες από τη μία χώρα στην άλλη, κάνοντας ακόμη και διπλωματικές επαφές όπως τις εννοούμε σήμερα, ή ακόμη και κατασκοπία.
Τα ταξίδια ενός Θεωρού, που συνήθως είχαν τον σκοπό της «Επι-Θεώρησης», συχνά αποτελούσαν την ανταπόκριση σε μία πρόσκληση, ενώ μερικές φορές ήταν και εντεταλμένη αποστολή βολιδοσκόπησης, αλλά τις περισσότερες φορές ήταν μια διερευνητική αφηρημένη περιπλάνηση.
Αναλογιστείτε ότι, για παράδειγμα, το Μαντείο των Δελφών έστελνε Θεωρούς σε όλη την Ελλάδα και σε όλο τον γνωστό κόσμο, από τους οποίους συγκέντρωνε την γνώση και την υψηλή εποπτεία που είχε στα πράγματα, κι έτσι το Μαντείο γνώριζε τα πάντα, (κι ίσως και με αυτό τον τρόπο –μεταξύ άλλων πιο μυστηριακών– να γνώριζε τα πράγματα ακόμη και πριν αυτά συμβούν…)
Για παράδειγμα, το κίνητρο για την επίσκεψη του Σόλωνα στην Λυδία, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ήταν η «περιέργεια», ο Σόλων πήγε εκεί «για να δει ό,τι μπορεί να ιδωθεί» (το αξιοθέατο, δηλαδή). Και ήταν ακριβώς αυτό το χάρισμα της «περιέργειας», και της βαθύτατης επιθυμίας να δουν θαυμαστά πράγματα (πυραμίδες, πλημμύρες, τελετουργίες, πόλεις, ουράνια τόξα, μάχες, τέρατα, κλπ), που έκανε τους Θεωρούς: αγγελιαφόρους γνώσεων που μετέφεραν στοιχεία από άλλους πολιτισμούς στην Ελλάδα. Ακόμη και όλη η ιστορία για την Ατλαντίδα, ο Πλάτωνας διηγείται ότι αποτελούσε Θεωρία του Σόλωνα από τους αρχιερείς της Αιγύπτου.
Λοιπόν, νομίζω πως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον Σόλωνα (τον πρώτο Θεωρό) ως την αρχετυπική φιγούρα της αληθινής Τέχνης της Περιπλάνησης, του εμπνευσμένου τουρισμού, της αληθινής αντιληπτικής και πρακτικής απόδρασης από την στενή καθημερινή πραγματικότητα. Και επειδή ο όρος τουρισμός στην καθομιλουμένη φέρνει στον νου άλλα πράγματα, μπορούμε ίσως, γι’ αυτή την ανοικτή περιηγητική αντίληψη της Θεωρίας, να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «Σολωνισμός», που θεωρείται και δόκιμος…
Πάντως, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς αν τα γνωρίζει όλα αυτά, όλες οι λεπτομέρειες της πρακτικής του σύγχρονου τουρισμού –ταξίδι, περιήγηση, αξιοθέατα, σουβενίρ και αναμνηστικά, επισκέψεις σε μνημεία, εμπειρίες από ξένους τρόπους ζωής, ταξιδιωτικά ημερολόγια, ταξιδιωτικά προγράμματα, διαβατήρια για διάβαση, ξεναγοί, κλπ– προέρχονται από τους Θεωρούς και τη Θεωρία. Και, όσον αφορά στην περιήγηση στα πεδία της Γνώσης, η σύγχρονη μας έννοια της θεωρίας –όπως όταν λέμε για μια επιστημονική θεωρία, αλλά και όταν λέμε για μια επιστημονική επιθεώρηση, κλπ– που συντίθεται και παρουσιάζεται από έναν ειδήμονα, προέρχεται επίσης από τους Θεωρούς.
Και το ίδιο ισχύει για τη σύγχρονη έννοια μας της σύνθεσης των αντιλήψεων και των πεποιθήσεών μας ή μιας ομάδας ανθρώπων, που λέμε ότι αποτελεί την «κοσμοθεωρία» μας, βασισμένη πάνω στην δική μας «κοσμοθέαση»… Υπάρχει και μια μεγάλη διαφορά με τον σύγχρονο συνηθισμένο όρο της Θεωρίας σε σχέση με τον αυθεντικό: το «θεωρητικό», ή το να έχεις μια «θεωρία», αυθεντικά σημαίνει το αντίθετο από το πώς το βλέπουμε σήμερα, διότι το θεωρητικό, όπως καταλαβαίνει κανείς, σημαίνει κάτι παραπάνω από πρακτικό και πραγματικό, κι όχι κάτι που είναι έξω από την ρεαλιστική πρακτικότητα ως απλά ένα σχέδιο ή μια απλή σύνθεση σκέψεων. Η Θεωρία είναι το ίδιο το περιηγητικό ταξίδι έξω από την εγκλωβισμένη μας στενή αντιληπτική πραγματικότητα, εκεί έξω στον αληθινό κόσμο με τον πιο αληθινό τρόπο, και η εμπεριστατωμένη εμπειρία και γνώση που έχει αποκτηθεί από αυτό…
Ο Θεωρός είναι μια βαθύτατη παραβολή για τον βίο μας.
Ότι έχουμε έρθει εδώ σε αυτόν τον κόσμο, από την μακρινή εξωκοσμική πατρίδα μας, ως Θεωροί. Για να ζήσουμε αξιόλογες εμπειρίες, να αποκτήσουμε ιδιαίτερες ικανότητες, να περιπλανηθούμε στον κόσμο, να αντιληφθούμε τους κόσμους μέσα σε κόσμους που περιέχει, να δούμε όλα τα αξιοθέατα, να συγκεντρώσουμε όλα τα αξιομνημόνευτα, να παρατηρήσουμε τα πάντα, να βιώσουμε θαυμαστές εμπειρίες, να βγάλουμε συνταρακτικά συμπεράσματα, να αποκτήσουμε γνώση, κι αυτογνωσία, να κάνουμε τη δική μας Θεωρία, να καταλήξουμε στη δική μας Κοσμοθεωρία. Κι έπειτα να επιστρέψουμε εκεί από όπου προήλθαμε, μαζί με τη Θεωρία μας, και να την καταθέσουμε. Νιώθω ότι αυτή η Θεωρία μας, είναι το ίδιο μας το Πνεύμα, κι η ίδια μας η Ψυχή. (Σαν ένα «μαύρο κουτί» αεροπλάνου). Και καλούμαστε να παραδώσουμε την ψυχή μας θεωρημένη.
Κοιτάξτε σήμερα τον εαυτό σας, πώς ζει, πού βρίσκεται, τι στ’ αλήθεια κάνει.
Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι στην μικρή καθημερινή τους πραγματικότητα, χωρίς σχεδόν καθόλου Θεωρία.
Πρέπει να αρχίσουμε να γινόμαστε Θεωροί, για να αποδράσουμε από τον εγκλωβισμό μας αυτόν, να αντισταθούμε στην ομοιογένεια, να έχουμε κίνητρο την περιέργεια και την εξέλιξη, να βγούμε έξω από τον μικρό εαυτό μας και τον περιορισμένο μικρόκοσμο μας και τις αυτοματικές μας συνήθειες, να «περιηγηθούμε», να μάθουμε στ’ αλήθεια τον κόσμο και τον εαυτό μας.
Να ανακαλύψουμε θαυμαστά πράγματα, να ενημερωθούμε για νέες ιδέες, να έλθουμε σε επαφή με καινούργια συναρπαστικά πράγματα, να αντιληφθούμε νέα νοήματα, να αποκτήσουμε μεγάλη θέα και καλύτερη «άποψη» και υψηλότερη εποπτεία και άρα μεγαλύτερες δυνατότητες κι ελπίδες.
Να αποκτήσουμε νέες ικανότητες, να παρατηρήσουμε το απαρατήρητο, να γνωρίσουμε το άγνωστο, να μπούμε σε περιπέτειες του πνεύματος, τελικά να κατορθώσουμε το ακατόρθωτο, (διότι κάποτε ήταν «ακατόρθωτο» για κάποιον άλλο μικρό εαυτό μας, που θα είναι πια κάποιος άλλος, μεγαλύτερος).
Ανοίγοντας τον εαυτό μας στον κόσμο, ο εαυτός μας γίνεται όλος ο κόσμος.
Τίποτε δεν μπορεί να μας φυλακίσει, να μας περιορίσει, να μας εμποδίσει.
Στην πορεία της Θεωρίας μας, προτείνω να θυμόμαστε πάντα κάτι: Αν αλλάζεις τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τα πράγματα, τα πράγματα που βλέπεις αλλάζουν…
Οι Έλληνες (οι αρχαίοι) διόριζαν συγκεκριμένα έμπιστα και σοφά άτομα για να λειτουργούν ως ταξιδιωτικοί αντιπρόσωποι και ως επίσημοι απεσταλμένοι της Πολιτείας σε άλλες πολιτείες, ως περιηγητές, ως κατάσκοποι, ή ακόμη και ως σύμβουλοι σε θέματα ιδιαίτερης πολιτικής ή κοινωνικής σημασίας. Ένα τέτοιο άτομο είχε τον τίτλο «Θεωρός», αυτός είχε ως αποστολή να συντάξει μια «θεωρία» –αλλά και όλοι μαζί οι Θεωροί αποτελούσαν επίσης μία «Θεωρία».
Οι Θεωροί προσκαλούνταν σε ειδικές περιπτώσεις για να πιστοποιήσουν και να επιβεβαιώσουν ένα γεγονός, ή για να γίνουν αυτόπτες μάρτυρες ενός συμβάντος, και έπειτα να βεβαιώσουν προφορικά ότι αυτό συνέβη ή να του δώσουν τις σωστές ερμηνείες.
Πολλοί άλλοι μπορούσαν να είναι μάρτυρες ενός γεγονότος και να υποστηρίξουν οτιδήποτε, αλλά οι μαρτυρίες τους ήταν απλές αντιλήψεις και υποθέσεις. Μονάχα η αναφορά της «Θεωρίας» παρείχε τη βεβαιότητα, επικυρώνοντας τις λεπτομέρειες ενός συμβάντος ώστε αυτό να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «γεγονός», και ερμηνεύοντάς το ικανοποιητικά. Η «Θεωρία» συνήθως ήταν το αποτέλεσμα της σύνθεσης των αναφορών –και συχνά του συμβουλίου– των Θεωρών. Οι πιο σοφοί από τους Θεωρούς, μπορούσαν όμως και από μόνοι τους να καταλήξουν σε μία Θεωρία.
Όμως, τι ήταν αυτό που έκανε τους Θεωρούς περισσότερο έμπιστους από έναν απλό μάρτυρα; Ήταν η παιδεία και η σοφία τους, η εξασκημένη παρατηρητικότητά τους, η μεγάλη γκάμα των εμπειριών τους, η αυξημένη συνείδησή τους. Έβλεπαν και καταλάβαιναν πράγματα που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούσαν να δουν ή να καταλάβουν…
«Η Μεγαλοφυΐα είναι η ικανότητα να βλέπεις δέκα πράγματα εκεί που ο συνηθισμένος άνθρωπος βλέπει μόνο ένα…» -Ezra Pound
Τα ταξίδια ήταν πολύ βασικό στοιχείο της αρχαϊκής «Θεωρίας».
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι η Θεωρία ήταν η αιτία για την επίσκεψη του Σόλωνα στον ηγεμόνα της Λυδίας. Αρχικά, η «Θεωρία» σήμαινε να βλέπει κανείς τα «αξιοθέατα» (εκείνα τα πράγματα που είναι άξια να θεαθούν), όπως τα ονόμαζαν οι Θεωροί, να βλέπει κανείς τα αξιόλογα και αξιομνημόνευτα πράγματα με τα ίδια του τα μάτια, όπου κι αν βρίσκονται αυτά, και έτσι να αποκτά μία θέα του κόσμου, μία θέα που αποτελούσε μία «Κοσμοθεωρία». Γι’ αυτόν τον λόγο, οι πρώτοι Θεωροί ήταν περιηγητές, «τουρίστες», οι σοφοί άνθρωποι που ταξίδευαν για να «επιθεωρήσουν» τον κόσμο.
Ο Σόλωνας, που οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις του γύρω στο 590 π.κ.ε. ανανέωσαν την Πολιτεία της Αθήνας, είναι ο πρώτος «θεωρητικός» στον δυτικό κόσμο. Νομίζω πως ο τελευταίος από τους αρχαίους ήταν ο Παυσανίας, που κατέθεσε την Θεωρία του με τις Περιηγήσεις του, δηλαδή τους «τουρισμούς» του. Ένας τέτοιος σοφός «Θεωρός», εκτελούσε αποστολές ή έκανε περιηγήσεις, τις «Επιθεωρήσεις», για να δει τα «Αξιοθέατα» και έπειτα να σχηματίσει μία «Θεωρία» και έπειτα περισσότερες, η σύνθεση των οποίων δημιουργούσε μία «Κοσμοθεωρία». (Όλοι αυτοί, κ.ά., είναι όροι που προέρχονται από τους Θεωρούς…)
Λοιπόν, η «Θεωρία» δεν σήμαινε το είδος εκείνο της παρατήρησης και της μαρτυρίας που περιορίζεται στην αίσθηση της όρασης. Ο όρος «Θεωρία» (αυτό που έκαναν οι Θεωροί) συνεπαγόταν μία πολύπλοκη αλλά λειτουργική μέθοδο ενεργητικής παρατήρησης (όχι παθητικής όπως η απλή όραση), ένα ειδικό αντιληπτικό σύστημα που συμπεριλάμβανε τα εξής:
Ο Θεωρός ταξίδευε σε έναν τόπο, έκανε περιηγήσεις εκεί, παρατηρούσε τα πάντα, έκανε ερωτήσεις, άκουγε ιστορίες και τοπικούς μύθους, συγκέντρωνε τα «Αναμνηστικά» (άλλος ένας όρος των Θεωρών –δηλαδή τα στοιχεία και τα αντικείμενα εκείνα που θα τον βοηθούσαν αργότερα να θυμηθεί τις λεπτομέρειες και τους συμβολισμούς κάποιων «αξιοθέατων»), ερμήνευε τις συμπτώσεις, διερευνούσε τους συμβολισμούς, έκανε μυστικιστικές αναλύσεις, συχνά μεταμφιεζόταν για να μην επηρεάσει η παρουσία του την εξέλιξη ενός γεγονότος, χρησιμοποιούσε ψυχολογία, διαίσθηση, εντόπιζε όλες τις προεκτάσεις ενός θέματος, παρατηρούσε αληθινά τα πάντα, κατασκόπευε, σημείωνε, διαλογιζόταν, έβλεπε, άκουγε, ένιωθε…
Η γνώση και η σοφία και η πληροφορία που συγκέντρωνε και εξασκούσε ένας Θεωρός, ήταν απίστευτη, ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα.
Η Θεωρία ενθάρρυνε μία τελείως ανοικτή και ευρεία αντίληψη των πραγμάτων, μία εξασκημένη αντίληψη κάθε είδους γνωστικής, συναισθηματικής, συμβολικής, ψυχολογικής, φανταστικής και αισθητικής εμπειρίας. Οι μορφωμένοι άνθρωποι του αρχαίου ελληνικού κόσμου, πίστευαν πως μόνο οι Θεωροί είχαν απόλυτη αντίληψη για την πραγματικότητα του κόσμου.
Οι Θεωροί ήταν ταυτόχρονα: περιηγητές και ταξιδευτές, εξερευνητές, συγγραφείς, λόγιοι, δάσκαλοι, μάρτυρες, διπλωμάτες, κατάσκοποι, πειραματιστές, ψυχολόγοι, νομικοί, μνήμονες, αναλυτές, μελετητές, στοχαστές, φιλόσοφοι, υψηλά μυημένοι, μυστικιστές, ανθρωπολόγοι, κοινωνιολόγοι, μυθολόγοι, διάμεσοι, διαισθητικοί, ψυχικοί, σύμβουλοι, εμπειρογνώμονες, λαογράφοι, φυσιογνωμιστές, αγγελιαφόροι, παρατηρητές, άρχοντες της Τέχνης της Περιπλάνησης.
Έτσι, οι Θεωροί καλούνταν για να επισκοπήσουν μία κατάσταση, να μαρτυρήσουν για τις αληθινές λεπτομέρειες ενός γεγονότος (για να το καταστήσουν αξιόπιστο και εμπεριστατωμένο), να εντοπίσουν τις συνδέσεις και τις προεκτάσεις του, να το ερμηνεύσουν σύμφωνα με την –ή να το προσθέσουν στην– Κοσμοθεωρία τους.
Επίσης, προσκαλούνταν σε μία ξένη χώρα για να εγκαταστήσουν μία επικοινωνία μεταξύ των χωρών, εξηγώντας τις υποθέσεις της κάθε χώρας στην άλλη, μεταφέροντας Θεωρίες από τη μία χώρα στην άλλη, κάνοντας ακόμη και διπλωματικές επαφές όπως τις εννοούμε σήμερα, ή ακόμη και κατασκοπία.
Τα ταξίδια ενός Θεωρού, που συνήθως είχαν τον σκοπό της «Επι-Θεώρησης», συχνά αποτελούσαν την ανταπόκριση σε μία πρόσκληση, ενώ μερικές φορές ήταν και εντεταλμένη αποστολή βολιδοσκόπησης, αλλά τις περισσότερες φορές ήταν μια διερευνητική αφηρημένη περιπλάνηση.
Αναλογιστείτε ότι, για παράδειγμα, το Μαντείο των Δελφών έστελνε Θεωρούς σε όλη την Ελλάδα και σε όλο τον γνωστό κόσμο, από τους οποίους συγκέντρωνε την γνώση και την υψηλή εποπτεία που είχε στα πράγματα, κι έτσι το Μαντείο γνώριζε τα πάντα, (κι ίσως και με αυτό τον τρόπο –μεταξύ άλλων πιο μυστηριακών– να γνώριζε τα πράγματα ακόμη και πριν αυτά συμβούν…)
Για παράδειγμα, το κίνητρο για την επίσκεψη του Σόλωνα στην Λυδία, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ήταν η «περιέργεια», ο Σόλων πήγε εκεί «για να δει ό,τι μπορεί να ιδωθεί» (το αξιοθέατο, δηλαδή). Και ήταν ακριβώς αυτό το χάρισμα της «περιέργειας», και της βαθύτατης επιθυμίας να δουν θαυμαστά πράγματα (πυραμίδες, πλημμύρες, τελετουργίες, πόλεις, ουράνια τόξα, μάχες, τέρατα, κλπ), που έκανε τους Θεωρούς: αγγελιαφόρους γνώσεων που μετέφεραν στοιχεία από άλλους πολιτισμούς στην Ελλάδα. Ακόμη και όλη η ιστορία για την Ατλαντίδα, ο Πλάτωνας διηγείται ότι αποτελούσε Θεωρία του Σόλωνα από τους αρχιερείς της Αιγύπτου.
Λοιπόν, νομίζω πως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον Σόλωνα (τον πρώτο Θεωρό) ως την αρχετυπική φιγούρα της αληθινής Τέχνης της Περιπλάνησης, του εμπνευσμένου τουρισμού, της αληθινής αντιληπτικής και πρακτικής απόδρασης από την στενή καθημερινή πραγματικότητα. Και επειδή ο όρος τουρισμός στην καθομιλουμένη φέρνει στον νου άλλα πράγματα, μπορούμε ίσως, γι’ αυτή την ανοικτή περιηγητική αντίληψη της Θεωρίας, να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «Σολωνισμός», που θεωρείται και δόκιμος…
Πάντως, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς αν τα γνωρίζει όλα αυτά, όλες οι λεπτομέρειες της πρακτικής του σύγχρονου τουρισμού –ταξίδι, περιήγηση, αξιοθέατα, σουβενίρ και αναμνηστικά, επισκέψεις σε μνημεία, εμπειρίες από ξένους τρόπους ζωής, ταξιδιωτικά ημερολόγια, ταξιδιωτικά προγράμματα, διαβατήρια για διάβαση, ξεναγοί, κλπ– προέρχονται από τους Θεωρούς και τη Θεωρία. Και, όσον αφορά στην περιήγηση στα πεδία της Γνώσης, η σύγχρονη μας έννοια της θεωρίας –όπως όταν λέμε για μια επιστημονική θεωρία, αλλά και όταν λέμε για μια επιστημονική επιθεώρηση, κλπ– που συντίθεται και παρουσιάζεται από έναν ειδήμονα, προέρχεται επίσης από τους Θεωρούς.
Και το ίδιο ισχύει για τη σύγχρονη έννοια μας της σύνθεσης των αντιλήψεων και των πεποιθήσεών μας ή μιας ομάδας ανθρώπων, που λέμε ότι αποτελεί την «κοσμοθεωρία» μας, βασισμένη πάνω στην δική μας «κοσμοθέαση»… Υπάρχει και μια μεγάλη διαφορά με τον σύγχρονο συνηθισμένο όρο της Θεωρίας σε σχέση με τον αυθεντικό: το «θεωρητικό», ή το να έχεις μια «θεωρία», αυθεντικά σημαίνει το αντίθετο από το πώς το βλέπουμε σήμερα, διότι το θεωρητικό, όπως καταλαβαίνει κανείς, σημαίνει κάτι παραπάνω από πρακτικό και πραγματικό, κι όχι κάτι που είναι έξω από την ρεαλιστική πρακτικότητα ως απλά ένα σχέδιο ή μια απλή σύνθεση σκέψεων. Η Θεωρία είναι το ίδιο το περιηγητικό ταξίδι έξω από την εγκλωβισμένη μας στενή αντιληπτική πραγματικότητα, εκεί έξω στον αληθινό κόσμο με τον πιο αληθινό τρόπο, και η εμπεριστατωμένη εμπειρία και γνώση που έχει αποκτηθεί από αυτό…
Ο Θεωρός είναι μια βαθύτατη παραβολή για τον βίο μας.
Ότι έχουμε έρθει εδώ σε αυτόν τον κόσμο, από την μακρινή εξωκοσμική πατρίδα μας, ως Θεωροί. Για να ζήσουμε αξιόλογες εμπειρίες, να αποκτήσουμε ιδιαίτερες ικανότητες, να περιπλανηθούμε στον κόσμο, να αντιληφθούμε τους κόσμους μέσα σε κόσμους που περιέχει, να δούμε όλα τα αξιοθέατα, να συγκεντρώσουμε όλα τα αξιομνημόνευτα, να παρατηρήσουμε τα πάντα, να βιώσουμε θαυμαστές εμπειρίες, να βγάλουμε συνταρακτικά συμπεράσματα, να αποκτήσουμε γνώση, κι αυτογνωσία, να κάνουμε τη δική μας Θεωρία, να καταλήξουμε στη δική μας Κοσμοθεωρία. Κι έπειτα να επιστρέψουμε εκεί από όπου προήλθαμε, μαζί με τη Θεωρία μας, και να την καταθέσουμε. Νιώθω ότι αυτή η Θεωρία μας, είναι το ίδιο μας το Πνεύμα, κι η ίδια μας η Ψυχή. (Σαν ένα «μαύρο κουτί» αεροπλάνου). Και καλούμαστε να παραδώσουμε την ψυχή μας θεωρημένη.
Κοιτάξτε σήμερα τον εαυτό σας, πώς ζει, πού βρίσκεται, τι στ’ αλήθεια κάνει.
Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι στην μικρή καθημερινή τους πραγματικότητα, χωρίς σχεδόν καθόλου Θεωρία.
Πρέπει να αρχίσουμε να γινόμαστε Θεωροί, για να αποδράσουμε από τον εγκλωβισμό μας αυτόν, να αντισταθούμε στην ομοιογένεια, να έχουμε κίνητρο την περιέργεια και την εξέλιξη, να βγούμε έξω από τον μικρό εαυτό μας και τον περιορισμένο μικρόκοσμο μας και τις αυτοματικές μας συνήθειες, να «περιηγηθούμε», να μάθουμε στ’ αλήθεια τον κόσμο και τον εαυτό μας.
Να ανακαλύψουμε θαυμαστά πράγματα, να ενημερωθούμε για νέες ιδέες, να έλθουμε σε επαφή με καινούργια συναρπαστικά πράγματα, να αντιληφθούμε νέα νοήματα, να αποκτήσουμε μεγάλη θέα και καλύτερη «άποψη» και υψηλότερη εποπτεία και άρα μεγαλύτερες δυνατότητες κι ελπίδες.
Να αποκτήσουμε νέες ικανότητες, να παρατηρήσουμε το απαρατήρητο, να γνωρίσουμε το άγνωστο, να μπούμε σε περιπέτειες του πνεύματος, τελικά να κατορθώσουμε το ακατόρθωτο, (διότι κάποτε ήταν «ακατόρθωτο» για κάποιον άλλο μικρό εαυτό μας, που θα είναι πια κάποιος άλλος, μεγαλύτερος).
Ανοίγοντας τον εαυτό μας στον κόσμο, ο εαυτός μας γίνεται όλος ο κόσμος.
Τίποτε δεν μπορεί να μας φυλακίσει, να μας περιορίσει, να μας εμποδίσει.
Στην πορεία της Θεωρίας μας, προτείνω να θυμόμαστε πάντα κάτι: Αν αλλάζεις τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τα πράγματα, τα πράγματα που βλέπεις αλλάζουν…
ΔΙΩΝ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: Ακολούθησέ με για να δεις ξεκάθαρα αυτά που περνούν απαρατήρητα από τους ανόητους
«Θα συναντήσεις», είπε, «κάποτε έναν ισχυρό άνδρα που εξουσιάζει χώρες και ανθρώπους· σε αυτόν ποτέ μη διστάσεις να πεις τούτον εδώ τον μύθο, αν και κάποιοι πρόκειται να σε περιφρονήσουν ως φλύαρο και αγύρτη.»
Απεσταλμένος του Δία ο Ερμής έφτασε στη Θήβα, όπου ανατρεφόταν ο Ηρακλής όταν ήταν νέος, του είπε ποιος είναι και από ποιον στάλθηκε, και τον πήρε και τον οδήγησε σε έναν μυστικό και απάτητο από ανθρώπους δρόμο, έως ότου έφτασε σε μια κορφή βουνού περίβλεπτη και πολύ ψηλή, τρομερά απότομη από την εξωτερική μεριά, με κάθετους γκρεμούς και βαθύ φαράγγι ποταμού που έτρεχε κυκλικά και έκανε πολύ θόρυβο και βουητό, ώστε σε όσους την έβλεπαν από κάτω να φαίνεται μία η κορφή από πάνω, αλλά στην πραγματικότητα ήταν δύο με μια ρίζα, και μάλιστα απείχαν πολύ μεταξύ τους. Από αυτές η μία αποκαλείτο βασιλική κορφή, αφιερωμένη στον βασιλιά Δία, και η άλλη τυραννική, έχοντας λάβει την ονομασία της από τον Τυφώνα”. Απέξω είχαν δύο δρόμους προς τον εαυτό τους, η βασιλική ασφαλή και πλατύ, ώστε κάποιος επιβαίνοντας σε άρμα να μπαίνει από αυτόν ακίνδυνα και απρόσκοπτα, η άλλη είχε στενό, με στροφές και ανώμαλο, ώστε οι περισσότεροι που τον δοκίμασαν να πέσουν στους γκρεμούς και στο ρέμα, επειδή, πιστεύω, πήγαιναν αντίθετα με το δίκιο. Φαίνονται λοιπόν, όπως έλεγα, στους περισσότερους, επειδή κοιτάζουν από μακριά, και οι δύο μία και σχεδόν ενωμένες, όμως η βασιλική κορυφή υπερέχει τόσο, ώστε εκείνη βρίσκεται υπεράνω των νεφών, στον καθαρό και αίθριο αέρα, ενώ η άλλη βρίσκεται πολύ πιο κάτω, κυρίως γύρω από τους όγκους των νεφών, σκοτεινή και ομιχλώδης.
Οδηγώντας τον, λοιπόν, εκεί ο Ερμής του έδειξε τη φύση της τοποθεσίας. Και επειδή ο Ηρακλής, μιας και ήταν νέος και φιλόδοξος, ήθελε να δει τα εντός, “λοιπόν ακολούθησέ με”, του λέει, “ για να δεις ξεκάθαρα και τη διαφορά των υπολοίπων, που περνούν απαρατήρητα από τους ανόητους”. Του έδειχνε, λοιπόν, πρώτα πάνω στη μεγαλύτερη κορφή καθισμένη σε λαμπρό θρόνο μια γυναίκα ευπαρουσίαστη και μετ γαλόσωμη, ντυμένη με άσπρη ενδυμασία, κρατώντας σκήπτρο όχι χρυσό ούτε ασημένιο, αλλά από άλλη ουσία καθαρή και λαμπερότερη, όπως κυρίως ζωγραφίζουν την Ήρα το πρόσωπό της ήταν χαρούμενο και ταυτόχρονα επιβλητικό, ώστε όλοι οι ενάρετοι να την κοιτάζουν με θάρρος, αλλά κανείς κακός να μην μπορεί να την αντικρίσει, όχι περισσότερο απ’ όσο ο αδύνατος στα μάτια μπορεί να κοιτάξει προς τον δίσκο του ηλίου το παρουσιαστικό της ήταν σταθερό και αμετάβλητο στην όψη και το βλέμμα της αδιατάρακτο· βαθιά σιωπή και αθόρυβη ησυχία διακατείχε τον τόπο. Όλα ήταν γεμάτα με άφθονους καρπούς και ζώα από κάθε είδος υπήρχε εκεί σωρευμένο άπλετο χρυσάφι και ασήμι και χαλκός και σίδηρος. Ωστόσο εκείνη δεν έδινε καμία σημασία στο χρυσάφι ούτε ευχαριστιόταν με αυτό, αλλά περισσότερο με τους καρπούς και τα ζώα.
Ο Ηρακλής λοιπόν, μόλις την είδε, ντράπηκε και κοκκίνισε, αποδίδοντας τιμή και σεβασμό σαν καλό παιδί στην ευγενή μητέρα. Και ρώτησε τον Ερμή ποια θεά είναι εκείνος είπε: “Αυτή είναι η μακάρια θεά Βασιλεία, παιδί του βασιλιά Δία”. Ο Ηρακλής χάρηκε και πήρε θάρρος μαζί της. Και πάλι ρώτησε για τις γυναίκες που ήταν μαζί της. “Ποιες είναι;” είπε· “γιατί είναι κόσμιες, μεγαλοπρεπείς και αρρενωπές”. “Τούτη εδώ”, του απάντησε, “που κοιτάει αυστηρά και ήρεμα, καθισμένη από τα δεξιά, είναι η Δικαιοσύνη, η οποία λάμπει με πάμπολλη και εκτυφλωτική ομορφιά. Πλάι της η Ευνομία, πολύ όμοια και λίγο διαφορετική στην εμφάνιση. Από την άλλη μεριά μια γυναίκα πολύ ωραία, ντυμένη με χάρη, χαμογελώντας γαλήνια: Ειρήνη την αποκαλούν και τούτος ο ισχυρός άντρας που έχει σταθεί κοντά στη Βασιλεία, κοντά στο ίδιο το σκήπτρο και μπροστά, ασπρομάλλης και υπερήφανος, αυτός λοιπόν αποκαλείται Νόμος, ενώ ο ίδιος έχει κληθεί και Ορθός Λόγος, σύμβουλος και συμπαραστάτης, χωρίς τον οποίο δεν επιτρέπεται σε εκείνες να πράξουν ή να διανοηθούν τίποτε”.
Ακούγοντας, λοιπόν, και βλέποντας αυτά, χαιρόταν και είχε στραμμένη την προσοχή του, για να μην τα ξεχάσει ποτέ. Αφού κατέβηκαν από εκεί και έφτασαν στην τυραννική είσοδο, είπε: “Εδώ δες και την άλλη, που πολλοί την αγαπούν και για την οποία μπαίνουν σε πολλούς και κάθε λογής μπελάδες, φονεύοντας οι ταλαίπωροι, συνωμοτώντας πολλές φορές τα παιδιά εναντίον των γονιών τους και οι γονείς εναντίον των παιδιών τους και τα αδέρφια εναντίον των αδερφών τους, ποθώντας και μακαρίζοντας το μεγαλύτερο κακό, την εξουσία με αμυαλιά””. Πρώτα λοιπόν του έδειχνε την είσοδο, πώς φαινόταν προφανώς μία, και αυτή σχεδόν όπως προηγουμένως είπα, επικίνδυνη, που οδηγούσε στον ίδιο τον γκρεμό, ενώ υπήρχαν πολλές κρυφές και αόρατες διαβάσεις, και όλος ο τόπος τριγύρω ήταν υπόγεια σκαμμένος και διορυγμένος κάτω από τον ίδιο, πιστεύω, τον θρόνο, ενώ όλοι οι παράδρομοι και τα μονοπάτια ήταν πασαλειμμένα με αίμα και γεμάτα νεκρούς. Δεν τον οδήγησε σε κανένα από αυτά, αλλά από τον εξωτερικό δρόμο, πιστεύω, που ήταν καθαρότερος, επειδή επρόκειτο πιστεύω, να είναι μόνο θεατής.
Μόλις μπήκαν, βρίσκουν την Τυραννία να κάθεται ψηλά επίτηδες, καθώς προσποιόταν και προσπαθούσε να εξομοιώσει τον εαυτό της με τη Βασιλεία, σε πολύ, όπως νόμιζε, υψηλότερο και καλύτερο θρόνο, ο οποίος είχε χιλιάδες άλλες ανάγλυφες παραστάσεις και ήταν στολισμένος με ένθετη διακόσμηση από χρυσό, ελεφαντόδοντο, κεχριμπάρι, έβενο και υλικά κάθε λογής χρωμάτων. Στη βάση ο θρόνος δεν ήταν ασφαλής ούτε στερεωμένος, αλλά κουνιόταν και έγερνε. Και τίποτα άλλο δεν ήταν βαλμένο με τάξη, αλλά όλα με σκοπό τη ματαιοδοξία, την αλαζονεία και την ξιπασιά, πολλά σκήπτρα, πολλές τιάρες και διαδήματα” στο κεφάλι. Προσπαθώντας, λοιπόν, να μιμηθεί το ήθος εκείνης, αντί για το προσφιλές χαμόγελο σάρκαζε ταπεινά και ύπουλα, και αντί για το σεβάσμιο βλέμμα κοίταζε σκυθρωπά και άγρια. Για να φαίνεται μεγαλόπρεπη, δεν κοίταζε όσους πλησίαζαν, αλλά τους περιφρονούσε και τους ατίμαζε. Από αυτό ήταν μισητή σε όλους, και υποπτευόταν τους πάντες. Όσο καθόταν, δεν μπορούσε να μείνει ατάραχη, αλλά κοίταζε συνεχώς τριγύρω και αναπηδούσε πολλές φορές από τον θρόνο. Φυλούσε το χρυσάφι πρόστυχα στην αγκαλιά της, και πάλι τρομαγμένη το πετούσε όλο μεμιάς, κι έπειτα αμέσως άρπαζε ό,τι είχε κανείς απ’ όσους ήταν κοντά της, και το παραμικρό. Η ενδυμασία της ήταν ποικιλόχρωμη, αλλού πορφυρή, αλλού καφετιά, αλλού κρόκινη κάποια από τα πέπλα της φαίνονταν λευκά και η περιβολή της ήταν σχισμένη σε πολλά σημεία. Άλλαζε όλων των ειδών τα χρώματα, καθώς φοβόταν και αγωνιούσε και υποπτευόταν και οργιζόταν, άλλοτε ήταν ταπεινή από τη λύπη, και άλλοτε φαινόταν ενθουσιασμένη από τη χαρά, άλλοτε με το πρόσωπό της γελούσε πολύ πρόστυχα, και πάλι αμέσως θρηνούσε. Υπήρχε γύρω της και μια ομήγυρη γυναικών σε τίποτα όμοιων με εκείνες που έλεγα ότι υπάρχουν γύρω από τη Βασιλεία, αλλά η Ωμότητα, η Ξιπασιά, η Ανομία και η Διχόνοια, που όλες τη διέφθειραν και την κατέστρεφαν με τον χειρότερο τρόπο. Αντί για τη Φιλία ήταν δίπλα της η Κολακεία, δουλοπρεπής και ανελεύθερη, η οποία δεν την επίδου λευόταν λιγότερο από καμιά τους, αλλά περισσότερο απ’ όλες ζητούσε να την καταστρέψει.
Μόλις είχε παρατηρήσει αρκετά και αυτά, ο Ερμής τον ρώτησε ποια από τα δύο πράγματα του αρέσουν και ποια από τις δύο γυναίκες. “Μα, την άλλη”, είπε, “τη θαυμάζω και την αγαπώ και μου φαίνεται ότι είναι πραγματικά θεά, αξιοζήλευτη και αξιομακάριστη τούτη τη δεύτερη εγώ τουλάχιστον τη θεωρώ εντελώς μισητή και μικρή, ώστε με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση θα την γκρέμιζα από τούτο το βράχο και θα την εξαφάνιζα”. Αυτά, λοιπόν, επαίνεσε ο Ερμής και τα είπε στον Δία. Κι εκείνος του επέτρεψε να βασιλεύει σε όλο το γένος των ανθρώπων, με την ιδέα ότι είναι ικανός. Έτσι, όπου έβλεπε τυραννία και τύραννο, τον τιμωρούσε και τον σκότωνε, τόσο μεταξύ των Ελλήνων όσο και μεταξύ των βαρβάρων όπου όμως έβλεπε βασιλεία και βασιλιά, τον τιμούσε και τον προστάτευε».
Και γι’ αυτό έλεγε ότι είναι σωτήρας της γης και των ανθρώπων, όχι επειδή τους προστάτευε από τα θηρία – γιατί πόσο θα μπορούσε να τους βλάψει ένα λιοντάρι ή αγριογούρουνο; – αλλά επειδή τιμωρούσε τους ανήμερους και κακούς ανθρώπους και κατέλυε και αφαιρούσε την εξουσία των υπεροπτικών τυράννων. Και τώρα ακόμη αυτό κάνει…
ΔΙΩΝ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Απεσταλμένος του Δία ο Ερμής έφτασε στη Θήβα, όπου ανατρεφόταν ο Ηρακλής όταν ήταν νέος, του είπε ποιος είναι και από ποιον στάλθηκε, και τον πήρε και τον οδήγησε σε έναν μυστικό και απάτητο από ανθρώπους δρόμο, έως ότου έφτασε σε μια κορφή βουνού περίβλεπτη και πολύ ψηλή, τρομερά απότομη από την εξωτερική μεριά, με κάθετους γκρεμούς και βαθύ φαράγγι ποταμού που έτρεχε κυκλικά και έκανε πολύ θόρυβο και βουητό, ώστε σε όσους την έβλεπαν από κάτω να φαίνεται μία η κορφή από πάνω, αλλά στην πραγματικότητα ήταν δύο με μια ρίζα, και μάλιστα απείχαν πολύ μεταξύ τους. Από αυτές η μία αποκαλείτο βασιλική κορφή, αφιερωμένη στον βασιλιά Δία, και η άλλη τυραννική, έχοντας λάβει την ονομασία της από τον Τυφώνα”. Απέξω είχαν δύο δρόμους προς τον εαυτό τους, η βασιλική ασφαλή και πλατύ, ώστε κάποιος επιβαίνοντας σε άρμα να μπαίνει από αυτόν ακίνδυνα και απρόσκοπτα, η άλλη είχε στενό, με στροφές και ανώμαλο, ώστε οι περισσότεροι που τον δοκίμασαν να πέσουν στους γκρεμούς και στο ρέμα, επειδή, πιστεύω, πήγαιναν αντίθετα με το δίκιο. Φαίνονται λοιπόν, όπως έλεγα, στους περισσότερους, επειδή κοιτάζουν από μακριά, και οι δύο μία και σχεδόν ενωμένες, όμως η βασιλική κορυφή υπερέχει τόσο, ώστε εκείνη βρίσκεται υπεράνω των νεφών, στον καθαρό και αίθριο αέρα, ενώ η άλλη βρίσκεται πολύ πιο κάτω, κυρίως γύρω από τους όγκους των νεφών, σκοτεινή και ομιχλώδης.
Οδηγώντας τον, λοιπόν, εκεί ο Ερμής του έδειξε τη φύση της τοποθεσίας. Και επειδή ο Ηρακλής, μιας και ήταν νέος και φιλόδοξος, ήθελε να δει τα εντός, “λοιπόν ακολούθησέ με”, του λέει, “ για να δεις ξεκάθαρα και τη διαφορά των υπολοίπων, που περνούν απαρατήρητα από τους ανόητους”. Του έδειχνε, λοιπόν, πρώτα πάνω στη μεγαλύτερη κορφή καθισμένη σε λαμπρό θρόνο μια γυναίκα ευπαρουσίαστη και μετ γαλόσωμη, ντυμένη με άσπρη ενδυμασία, κρατώντας σκήπτρο όχι χρυσό ούτε ασημένιο, αλλά από άλλη ουσία καθαρή και λαμπερότερη, όπως κυρίως ζωγραφίζουν την Ήρα το πρόσωπό της ήταν χαρούμενο και ταυτόχρονα επιβλητικό, ώστε όλοι οι ενάρετοι να την κοιτάζουν με θάρρος, αλλά κανείς κακός να μην μπορεί να την αντικρίσει, όχι περισσότερο απ’ όσο ο αδύνατος στα μάτια μπορεί να κοιτάξει προς τον δίσκο του ηλίου το παρουσιαστικό της ήταν σταθερό και αμετάβλητο στην όψη και το βλέμμα της αδιατάρακτο· βαθιά σιωπή και αθόρυβη ησυχία διακατείχε τον τόπο. Όλα ήταν γεμάτα με άφθονους καρπούς και ζώα από κάθε είδος υπήρχε εκεί σωρευμένο άπλετο χρυσάφι και ασήμι και χαλκός και σίδηρος. Ωστόσο εκείνη δεν έδινε καμία σημασία στο χρυσάφι ούτε ευχαριστιόταν με αυτό, αλλά περισσότερο με τους καρπούς και τα ζώα.
Ο Ηρακλής λοιπόν, μόλις την είδε, ντράπηκε και κοκκίνισε, αποδίδοντας τιμή και σεβασμό σαν καλό παιδί στην ευγενή μητέρα. Και ρώτησε τον Ερμή ποια θεά είναι εκείνος είπε: “Αυτή είναι η μακάρια θεά Βασιλεία, παιδί του βασιλιά Δία”. Ο Ηρακλής χάρηκε και πήρε θάρρος μαζί της. Και πάλι ρώτησε για τις γυναίκες που ήταν μαζί της. “Ποιες είναι;” είπε· “γιατί είναι κόσμιες, μεγαλοπρεπείς και αρρενωπές”. “Τούτη εδώ”, του απάντησε, “που κοιτάει αυστηρά και ήρεμα, καθισμένη από τα δεξιά, είναι η Δικαιοσύνη, η οποία λάμπει με πάμπολλη και εκτυφλωτική ομορφιά. Πλάι της η Ευνομία, πολύ όμοια και λίγο διαφορετική στην εμφάνιση. Από την άλλη μεριά μια γυναίκα πολύ ωραία, ντυμένη με χάρη, χαμογελώντας γαλήνια: Ειρήνη την αποκαλούν και τούτος ο ισχυρός άντρας που έχει σταθεί κοντά στη Βασιλεία, κοντά στο ίδιο το σκήπτρο και μπροστά, ασπρομάλλης και υπερήφανος, αυτός λοιπόν αποκαλείται Νόμος, ενώ ο ίδιος έχει κληθεί και Ορθός Λόγος, σύμβουλος και συμπαραστάτης, χωρίς τον οποίο δεν επιτρέπεται σε εκείνες να πράξουν ή να διανοηθούν τίποτε”.
Ακούγοντας, λοιπόν, και βλέποντας αυτά, χαιρόταν και είχε στραμμένη την προσοχή του, για να μην τα ξεχάσει ποτέ. Αφού κατέβηκαν από εκεί και έφτασαν στην τυραννική είσοδο, είπε: “Εδώ δες και την άλλη, που πολλοί την αγαπούν και για την οποία μπαίνουν σε πολλούς και κάθε λογής μπελάδες, φονεύοντας οι ταλαίπωροι, συνωμοτώντας πολλές φορές τα παιδιά εναντίον των γονιών τους και οι γονείς εναντίον των παιδιών τους και τα αδέρφια εναντίον των αδερφών τους, ποθώντας και μακαρίζοντας το μεγαλύτερο κακό, την εξουσία με αμυαλιά””. Πρώτα λοιπόν του έδειχνε την είσοδο, πώς φαινόταν προφανώς μία, και αυτή σχεδόν όπως προηγουμένως είπα, επικίνδυνη, που οδηγούσε στον ίδιο τον γκρεμό, ενώ υπήρχαν πολλές κρυφές και αόρατες διαβάσεις, και όλος ο τόπος τριγύρω ήταν υπόγεια σκαμμένος και διορυγμένος κάτω από τον ίδιο, πιστεύω, τον θρόνο, ενώ όλοι οι παράδρομοι και τα μονοπάτια ήταν πασαλειμμένα με αίμα και γεμάτα νεκρούς. Δεν τον οδήγησε σε κανένα από αυτά, αλλά από τον εξωτερικό δρόμο, πιστεύω, που ήταν καθαρότερος, επειδή επρόκειτο πιστεύω, να είναι μόνο θεατής.
Μόλις μπήκαν, βρίσκουν την Τυραννία να κάθεται ψηλά επίτηδες, καθώς προσποιόταν και προσπαθούσε να εξομοιώσει τον εαυτό της με τη Βασιλεία, σε πολύ, όπως νόμιζε, υψηλότερο και καλύτερο θρόνο, ο οποίος είχε χιλιάδες άλλες ανάγλυφες παραστάσεις και ήταν στολισμένος με ένθετη διακόσμηση από χρυσό, ελεφαντόδοντο, κεχριμπάρι, έβενο και υλικά κάθε λογής χρωμάτων. Στη βάση ο θρόνος δεν ήταν ασφαλής ούτε στερεωμένος, αλλά κουνιόταν και έγερνε. Και τίποτα άλλο δεν ήταν βαλμένο με τάξη, αλλά όλα με σκοπό τη ματαιοδοξία, την αλαζονεία και την ξιπασιά, πολλά σκήπτρα, πολλές τιάρες και διαδήματα” στο κεφάλι. Προσπαθώντας, λοιπόν, να μιμηθεί το ήθος εκείνης, αντί για το προσφιλές χαμόγελο σάρκαζε ταπεινά και ύπουλα, και αντί για το σεβάσμιο βλέμμα κοίταζε σκυθρωπά και άγρια. Για να φαίνεται μεγαλόπρεπη, δεν κοίταζε όσους πλησίαζαν, αλλά τους περιφρονούσε και τους ατίμαζε. Από αυτό ήταν μισητή σε όλους, και υποπτευόταν τους πάντες. Όσο καθόταν, δεν μπορούσε να μείνει ατάραχη, αλλά κοίταζε συνεχώς τριγύρω και αναπηδούσε πολλές φορές από τον θρόνο. Φυλούσε το χρυσάφι πρόστυχα στην αγκαλιά της, και πάλι τρομαγμένη το πετούσε όλο μεμιάς, κι έπειτα αμέσως άρπαζε ό,τι είχε κανείς απ’ όσους ήταν κοντά της, και το παραμικρό. Η ενδυμασία της ήταν ποικιλόχρωμη, αλλού πορφυρή, αλλού καφετιά, αλλού κρόκινη κάποια από τα πέπλα της φαίνονταν λευκά και η περιβολή της ήταν σχισμένη σε πολλά σημεία. Άλλαζε όλων των ειδών τα χρώματα, καθώς φοβόταν και αγωνιούσε και υποπτευόταν και οργιζόταν, άλλοτε ήταν ταπεινή από τη λύπη, και άλλοτε φαινόταν ενθουσιασμένη από τη χαρά, άλλοτε με το πρόσωπό της γελούσε πολύ πρόστυχα, και πάλι αμέσως θρηνούσε. Υπήρχε γύρω της και μια ομήγυρη γυναικών σε τίποτα όμοιων με εκείνες που έλεγα ότι υπάρχουν γύρω από τη Βασιλεία, αλλά η Ωμότητα, η Ξιπασιά, η Ανομία και η Διχόνοια, που όλες τη διέφθειραν και την κατέστρεφαν με τον χειρότερο τρόπο. Αντί για τη Φιλία ήταν δίπλα της η Κολακεία, δουλοπρεπής και ανελεύθερη, η οποία δεν την επίδου λευόταν λιγότερο από καμιά τους, αλλά περισσότερο απ’ όλες ζητούσε να την καταστρέψει.
Μόλις είχε παρατηρήσει αρκετά και αυτά, ο Ερμής τον ρώτησε ποια από τα δύο πράγματα του αρέσουν και ποια από τις δύο γυναίκες. “Μα, την άλλη”, είπε, “τη θαυμάζω και την αγαπώ και μου φαίνεται ότι είναι πραγματικά θεά, αξιοζήλευτη και αξιομακάριστη τούτη τη δεύτερη εγώ τουλάχιστον τη θεωρώ εντελώς μισητή και μικρή, ώστε με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση θα την γκρέμιζα από τούτο το βράχο και θα την εξαφάνιζα”. Αυτά, λοιπόν, επαίνεσε ο Ερμής και τα είπε στον Δία. Κι εκείνος του επέτρεψε να βασιλεύει σε όλο το γένος των ανθρώπων, με την ιδέα ότι είναι ικανός. Έτσι, όπου έβλεπε τυραννία και τύραννο, τον τιμωρούσε και τον σκότωνε, τόσο μεταξύ των Ελλήνων όσο και μεταξύ των βαρβάρων όπου όμως έβλεπε βασιλεία και βασιλιά, τον τιμούσε και τον προστάτευε».
Και γι’ αυτό έλεγε ότι είναι σωτήρας της γης και των ανθρώπων, όχι επειδή τους προστάτευε από τα θηρία – γιατί πόσο θα μπορούσε να τους βλάψει ένα λιοντάρι ή αγριογούρουνο; – αλλά επειδή τιμωρούσε τους ανήμερους και κακούς ανθρώπους και κατέλυε και αφαιρούσε την εξουσία των υπεροπτικών τυράννων. Και τώρα ακόμη αυτό κάνει…
ΔΙΩΝ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
SENECA: Ήταν πρόθεση της Φύσης να μη χρειάζεται κάποιος σπουδαίος εξοπλισμός για μια καλή ζωή
Πολλές από τις ιδέες των Στωικών συνοψίζονται σε ένα απόσπασμα του Σενέκα από μια παρηγορητική επιστολή που έστειλε στη μητέρα του όταν θρηνούσε για την απώλεια του γιου της, εξόριστου στην Κορσική, μην ξέροντας ποια θα ήταν η επόμενη κίνηση εναντίον του.
Ήταν πρόθεση της Φύσης να μη χρειάζεται κάποιος σπουδαίος εξοπλισμός για μια καλή ζωή: κάθε άτομο μπορεί να κάνει τον εαυτό του ευτυχισμένο. Τα εξωτερικά αγαθά είναι δευτερεύουσας σημασίας και δεν το επηρεάζουν ιδιαίτερα προς καμία κατεύθυνση: η ευημερία δεν αυξάνει τη σοφία του και η αντιξοότητα δεν το καταθλίβει. Γιατί πάντα κάνει προσπάθεια να βασίζεται όσο περισσότερο μπορεί στον εαυτό του και να βρίσκει χαρά μέσα του.
Οι ιδέες αυτές ήταν σημαντικές από τότε. Ο Σενέκας διαβαζόταν ευρύτατα στον Μεσαίωνα, στην Αναγέννηση αλλά και στον Διαφωτισμό του 18ου αιώνα. Το Εγχειρίδιον του Επίκτητου προσαρμόστηκε και χρησιμοποιήθηκε ως οδηγός για μοναχούς στις αρχές του Μεσαίωνα. Τα Εις Εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου έγιναν μπεστ σέλερ στη βικτωριανή Αγγλία και έκτοτε παρέμειναν ένα από τα πιο δημοφιλή φιλοσοφικά βιβλία. Πολλές από τις βασικές ιδέες των Στωικών επηρέασαν σημαντικά την ανάπτυξη μορφών της γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας στα μέσα του 20ού αιώνα, όπως η Λογικοθυμική Συμπεριφορική Θεραπεία.
Από το 2019 κι έπειτα περισσότεροι από 20.000 άνθρωποι έχουν συμμετάσχει σε ένα παγκόσμιο διαδικτυακό πείραμα, για να δουν αν ζώντας κάποιος ως Στωικός για μία εβδομάδα βελτιώνει το αίσθημα ευημερίας του. Τα αποτελέσματα δείχνουν πως ναι. Όσοι ακολούθησαν το πείραμα για έναν μήνα είδαν ακόμα μεγαλύτερα οφέλη. Σε αντίθεση με όλα τα στερεότυπα, τα χαρακτηριστικά που αυξάνονται περισσότερο για όσους ακολουθούν τη στωική καθοδήγηση είναι το αίσθημα ενθουσιασμού και ενέργειας για τη ζωή.
Μπορούμε, ελπίζω, να ωφεληθούμε όλοι αν αναλογιστούμε τα ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκαν οι Στωικοί. Το πραγματικό όφελος, ωστόσο, προκύπτει όπως θα επέμεναν- μόνο αν ενσωματώσουμε τις ιδέες τους στην καθημερινότητά μας. Από εκεί ξεκινά πραγματικά σκληρή δουλειά.
Ήταν πρόθεση της Φύσης να μη χρειάζεται κάποιος σπουδαίος εξοπλισμός για μια καλή ζωή: κάθε άτομο μπορεί να κάνει τον εαυτό του ευτυχισμένο. Τα εξωτερικά αγαθά είναι δευτερεύουσας σημασίας και δεν το επηρεάζουν ιδιαίτερα προς καμία κατεύθυνση: η ευημερία δεν αυξάνει τη σοφία του και η αντιξοότητα δεν το καταθλίβει. Γιατί πάντα κάνει προσπάθεια να βασίζεται όσο περισσότερο μπορεί στον εαυτό του και να βρίσκει χαρά μέσα του.
Οι ιδέες αυτές ήταν σημαντικές από τότε. Ο Σενέκας διαβαζόταν ευρύτατα στον Μεσαίωνα, στην Αναγέννηση αλλά και στον Διαφωτισμό του 18ου αιώνα. Το Εγχειρίδιον του Επίκτητου προσαρμόστηκε και χρησιμοποιήθηκε ως οδηγός για μοναχούς στις αρχές του Μεσαίωνα. Τα Εις Εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου έγιναν μπεστ σέλερ στη βικτωριανή Αγγλία και έκτοτε παρέμειναν ένα από τα πιο δημοφιλή φιλοσοφικά βιβλία. Πολλές από τις βασικές ιδέες των Στωικών επηρέασαν σημαντικά την ανάπτυξη μορφών της γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας στα μέσα του 20ού αιώνα, όπως η Λογικοθυμική Συμπεριφορική Θεραπεία.
Από το 2019 κι έπειτα περισσότεροι από 20.000 άνθρωποι έχουν συμμετάσχει σε ένα παγκόσμιο διαδικτυακό πείραμα, για να δουν αν ζώντας κάποιος ως Στωικός για μία εβδομάδα βελτιώνει το αίσθημα ευημερίας του. Τα αποτελέσματα δείχνουν πως ναι. Όσοι ακολούθησαν το πείραμα για έναν μήνα είδαν ακόμα μεγαλύτερα οφέλη. Σε αντίθεση με όλα τα στερεότυπα, τα χαρακτηριστικά που αυξάνονται περισσότερο για όσους ακολουθούν τη στωική καθοδήγηση είναι το αίσθημα ενθουσιασμού και ενέργειας για τη ζωή.
Μπορούμε, ελπίζω, να ωφεληθούμε όλοι αν αναλογιστούμε τα ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκαν οι Στωικοί. Το πραγματικό όφελος, ωστόσο, προκύπτει όπως θα επέμεναν- μόνο αν ενσωματώσουμε τις ιδέες τους στην καθημερινότητά μας. Από εκεί ξεκινά πραγματικά σκληρή δουλειά.
Η σοφιστική ρητορική: Δισσοί Λόγοι
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΙΣΣΟΙ ΛΟΓΟΙ;
§1. Δισσοί Λόγοι: το συγκεκριμένο κείμενο είναι μια σοφιστική πραγματεία, που γράφτηκε γύρω στα 400 π.Χ. και της οποίας ο συγγραφέας είναι άγνωστος. Έχει σωθεί σε ορισμένα χειρόγραφα του Σέξτου του Εμπειρικού χωρίς τίτλο. Τον τίτλο Δισσοὶ λόγοι [=δυο ειδών λόγοι (αντιθετικοί μεταξύ τους)] τον πήρε από μεταγενέστερους μελετητές με βάση τις αρκτικές λέξεις του εν λόγω έργου:
«Δισσοὶ λόγοι λέγονται ἐν τῇ Ἑλλάδι ὑπὸ τῶν φιλοσοφούντων περὶ τῶ ἀγαθῶ καὶ τῶ κακῶ»
(=Δυο ειδών απόψεις υποστηρίζονται στην Ελλάδα από όσους φιλοσοφούν για το καλό και το κακό).
Πιο ειδικά, κατά τη διάρκεια των αιώνων, έχουν γίνει πολλές προτάσεις ως απάντηση στο ερώτημα πότε δημιουργήθηκε αυτό το κείμενο, από ποιον, με ποια πρόθεση και υπό την επίδραση ποιων άλλων συγγραφέων. Ωστόσο, από την πρώτη δημοσίευση της έκδοσής του το 1979, οι περισσότεροι μελετητές συμφώνησαν με την εκτίμηση του Robinson, σύμφωνα με την οποία οι Δισσοί Λόγοι γράφτηκαν κάποια στιγμή γύρω στο 403-395 π.Χ. και είναι μια συλλογή από αρκετά πλήρεις αλλά ανεπεξέργαστες σημειώσεις διαλέξεων, που δεν έχουν πραγματικά προγραμματιστεί για δημοσίευση. Θα πρέπει να είναι σημειώσεις διαλέξεων ενός σοφιστή ιωνικής προέλευσης ενώπιον ενός ακροατηρίου που ομιλεί τη δωρική διάλεκτο, πιθανώς από τα Μέγαρα, τη Σικελία ή τη Νότια Ιταλία. Η σκέψη του εμφανίζεται σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένη από τον Πρωταγόρα και σε μικρότερο βαθμό από τον Ιππία, τον Γοργία, ίσως τον ίδιο τον Σωκράτη και έναν αριθμό εθνογράφων.
§2. Είναι αλήθεια πω το έργο αυτό αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία για τη μορφή, με την οποία αναπτύχθηκε η λεγόμενη παλαιότερη Σοφιστική (Γοργίας, Πρωταγόρας, Ιππίας και Πρόδικος) γύρω στο τέλος του 5ου και προς τον 4ο αιώνα π.Χ. Αξίζει ιδιαίτερα να αναφερθεί ότι στο έργο έχουν εισχωρήσει και γνήσιες σωκρατικές ανησυχίες, όπως προαναφέρθηκε. Το κείμενο, γραμμένο σε μια δωρική διάλεκτο, αναμεμειγμένη με κάποιες ιωνικές και αττικές μορφές της γλώσσας, συντίθεται από εννέα σύντομα επί μέρους δοκίμια και μοιάζει με τις -χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές αξιώσεις- σημειώσεις ενός μαθητή από διαλέξεις των σοφιστών. Οι πέντε πρώτες ενότητες συγκροτούν μια σειρά από διαλεκτικά, ρητορικώς αντιλογικά ή εριστικά επιχειρήματα, τα οποία, έχοντας δομηθεί σύμφωνα με ένα χαρακτηριστικό σχήμα, στοχεύουν να αποδείξουν ως αληθείς δυο αμοιβαία αποκλειόμενους, αντιθετικούς ισχυρισμούς. Οι αντιθέσεις αυτές υποδηλώνονται εν μέρει στις επικεφαλίδες: «Περί καλού και κακού» (1). «Σχετικά με το όμορφο και το άσχημο» (2), «Σχετικά με το δίκαιο και το άδικο» (3), «Σχετικά με την αλήθεια και το ψεύδος» (4). Το πέμπτο δοκίμιο είναι μια παράλληλη συνέχεια του σχετικού με τον Λογισμό και τον Παραλογισμό. Από το 6 και μετά, τα διαλεκτικά επιχειρήματα σταδιακά δίνουν τη θέση τους σε άλλα, γενικότερα ρητορικά-σοφιστικά μοτίβα που συγκροτούν την κινητήρια δύναμη της φιλοσοφικής συζήτησης της εποχής. Η σοφιστική λογική της αντιθετικής επιχειρηματολογίας δεν είναι γενικά αρνητική και απορριπτέα, όπως είθισται να πιστεύει ο κοινός νους, αλλά ένα τολμηρό άνοιγμα στη σκέψη του εαυτού και του άλλου.
§3. Έτσι, στο 7, ο συγγραφέας κάνει λόγο σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να καθορίζονται με κλήρωση τα αξιώματα των δημοσίων υπαλλήλωνꞏ με άλλα λόγια στρέφεται ενάντια στο αττικό έθιμο της κλήρωσης των δημοσίων υπαλλήλων στα αξιώματά τους, στο 8, με το στυλ του Ιππία, εξυμνεί τις τεράστιες ικανότητες του αληθινού σοφιστή και τέλος στο 9, πάλι με το στυλ του Ιππία, εξυμνεί την αξία της μνημονικής ικανότητας και τεχνικής. Εν μέρει, το κείμενο μοιάζει σαν απεικόνιση της πρότασης του Πρωταγόρα ότι υπάρχουν δύο αντιθετικές αποφάνσεις για κάθε πράγμα. Ξανά και ξανά μας θυμίζει σκέψεις από το περίφημο βιβλίο αυτού του κορυφαίου σοφιστή Αντιλογίαι. Όσο πιθανές κι αν ακούγονται αυτές οι υποθέσεις, όσο σίγουρες κι αν είναι οι αναφορές, η μορφή και το περιεχόμενο του υπό συζήτηση κειμένου σίγουρα δεν επιτρέπουν σε κάποιον να σχηματίσει μια ιδέα για τις Αντιλογίες του Πρωταγόρα. Μάλλον, φαίνεται ότι εδώ έχουν συγκεντρωθεί σκέψεις διαφόρων παλαιότερων σοφιστών και εμπειρικό υλικό από την παλαιότερη εθνογραφία και καθιστούν δυνατή μια κάποια κατανόηση της εικόνας της σοφιστικής, όπως τούτη διδασκόταν στα επαρχιακά σχολεία ή σχολές εκείνη την εποχή. Από άποψη επιχειρημάτων, οι Δισσοί Λόγοι καταπιάνονται με ένα θέμα που μας θυμίζει σε μεγάλο βαθμό όψεις από το έργο του Γοργία Περί του Μη-Όντος έως την ιστορία του Θουκυδίδη για τον Πελοποννησιακό πόλεμο και περαιτέρω έως τον Θεαίτητο του Πλάτωνα.
§4. Συνοπτικά δηλαδή πρόκειται για τη θέση που αποδίδεται κυρίως στους Σοφιστές ότι όλες οι διαφοροποιήσεις είναι απλώς σχετικές και επομένως τελικά α-διάφορες. Τούτο σημαίνει για την πρακτική δράση πως, αν η ίδια πράξη άλλοτε φαίνεται δίκαιη και άλλοτε άδικη, τότε καταρρέει η διαφοροποίηση μεταξύ δικαιοσύνης και αδικίας και επιτρέπεται πλέον στον καθένα να κάνει ό,τι θέλει. Στο πλαίσιο αυτού του γενικού πνεύματος της συγκεκριμένης πραγματείας, συζητούνται επίσης διάφορα θέματα κεντρικού ενδιαφέροντος για δασκάλους, πολίτες και ρήτορες στην αττική δημοκρατία: η δυνατότητα διδασκαλίας της αρετής και της σύνεσης, η σωστή επιλογή των αξιωματούχων, οι απαραίτητες γνώσεις για την πολιτική δραστηριότητα και τον λόγο και τέλος τις τεχνικές μνήμης. Η σύνθεση των θεμάτων, η χαλαρή αλληλουχία τους και ο συχνά ανεπεξέργαστος χαρακτήρας του κειμένου δίνουν την εντύπωση ότι οι Δισσοί Λόγοι ήταν μια πρόταση εν είδει προτύπου ή τουλάχιστον εν είδει «σεναρίου» για σοφιστική διδασκαλία. Προσφέρει έτσι μια άμεση εικόνα της σοφιστικής διδακτικής κατάστασης. Η προσπάθεια να αποκτήσει κανείς πρόσβαση στις τρέχουσες διανοητικές συζητήσεις της εποχής του είναι αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο φαίνεται επίσης προφανές ότι πίσω από την πραγματεία υπάρχει μια αντικειμενική στάση απέναντι στις θέσεις σε αυτές τις συζητήσεις. Η σπουδαιότητά του επομένως είναι ένα περαιτέρω βήμα προς τη σωστή αποτίμηση της σοφιστικής ουσίας της γνώσης, η οποία είχε ήδη αναπτύξει υψηλά πρότυπα επιχειρηματολογίας πριν από τον Πλάτωνα.
§5. Σκοπός βέβαια του συγκεκριμένου έργου, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι να αναπαραγάγει μεμονωμένες φιλοσοφικές συζητήσεις, αλλά κυρίως να εξοπλίσει τους ακροατές με δια-νοητική δύναμη, δηλαδή με την τυπική ικανότητα να επιχειρηματολογούν υπέρ της δικής τους άποψης. Στο πλαίσιο, για παράδειγμα, μιας πολιτικής διαμάχης πρέπει κανείς να διαθέτει την ικανότητα να αντικρούσει, όταν είναι απαραίτητο, τις αντίθετες αντιρρήσεις και να αγωνιστεί, με κάθε τρόπο, για την υπερίσχυση της δικής του γνώμης. Το γενικό πνεύμα λοιπόν αυτής της πραγματείας συνδέεται με την κουλτούρα της επιχειρηματολογίας και ο συγγραφέας της, που κατά πάσα πιθανότητα εκπαιδεύτηκε στην Αθήνα, έχει τη χαρακτηριστική αξίωση, αφενός, να παρουσιάσει υποδειγματικά ρητορικά επιχειρήματα και, αφετέρου, να εισαγάγει φιλοσοφικές θέσεις, όπως ο σχετικισμός και ο αντισχετικισμός, για να τους επιτεθεί και από τις δύο πλευρές, έτσι ώστε να πέσουν σε εριστικές επιχειρηματολογικές παγίδες απομυθοποίησης. Πρόκειται, εν τέλει, για την προπλατωνική κουλτούρα της επιχειρηματολογίας, που περιλαμβάνει την εμφάνιση της επαγγελματικής ρητορικής και τον επαναπροσανατολισμό της φιλοσοφίας στις σφαίρες της ηθικής και της πολιτικής. Στο πλαίσιο της επαγγελματικής ρητορικής αναπτύσσεται κατ’ εξοχήν η δημόσια επιχειρηματολογία στο δικαστήριο και στις πολιτικές συνελεύσεις, ενώ στην περίπτωση της φιλοσοφίας τείνει να αναπτυχθεί ένας κριτικός και αυτόνομος λόγος γύρω από την παράδοση και την αναγκαία υπέρβαση.
§1. Δισσοί Λόγοι: το συγκεκριμένο κείμενο είναι μια σοφιστική πραγματεία, που γράφτηκε γύρω στα 400 π.Χ. και της οποίας ο συγγραφέας είναι άγνωστος. Έχει σωθεί σε ορισμένα χειρόγραφα του Σέξτου του Εμπειρικού χωρίς τίτλο. Τον τίτλο Δισσοὶ λόγοι [=δυο ειδών λόγοι (αντιθετικοί μεταξύ τους)] τον πήρε από μεταγενέστερους μελετητές με βάση τις αρκτικές λέξεις του εν λόγω έργου:
«Δισσοὶ λόγοι λέγονται ἐν τῇ Ἑλλάδι ὑπὸ τῶν φιλοσοφούντων περὶ τῶ ἀγαθῶ καὶ τῶ κακῶ»
(=Δυο ειδών απόψεις υποστηρίζονται στην Ελλάδα από όσους φιλοσοφούν για το καλό και το κακό).
Πιο ειδικά, κατά τη διάρκεια των αιώνων, έχουν γίνει πολλές προτάσεις ως απάντηση στο ερώτημα πότε δημιουργήθηκε αυτό το κείμενο, από ποιον, με ποια πρόθεση και υπό την επίδραση ποιων άλλων συγγραφέων. Ωστόσο, από την πρώτη δημοσίευση της έκδοσής του το 1979, οι περισσότεροι μελετητές συμφώνησαν με την εκτίμηση του Robinson, σύμφωνα με την οποία οι Δισσοί Λόγοι γράφτηκαν κάποια στιγμή γύρω στο 403-395 π.Χ. και είναι μια συλλογή από αρκετά πλήρεις αλλά ανεπεξέργαστες σημειώσεις διαλέξεων, που δεν έχουν πραγματικά προγραμματιστεί για δημοσίευση. Θα πρέπει να είναι σημειώσεις διαλέξεων ενός σοφιστή ιωνικής προέλευσης ενώπιον ενός ακροατηρίου που ομιλεί τη δωρική διάλεκτο, πιθανώς από τα Μέγαρα, τη Σικελία ή τη Νότια Ιταλία. Η σκέψη του εμφανίζεται σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένη από τον Πρωταγόρα και σε μικρότερο βαθμό από τον Ιππία, τον Γοργία, ίσως τον ίδιο τον Σωκράτη και έναν αριθμό εθνογράφων.
§2. Είναι αλήθεια πω το έργο αυτό αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία για τη μορφή, με την οποία αναπτύχθηκε η λεγόμενη παλαιότερη Σοφιστική (Γοργίας, Πρωταγόρας, Ιππίας και Πρόδικος) γύρω στο τέλος του 5ου και προς τον 4ο αιώνα π.Χ. Αξίζει ιδιαίτερα να αναφερθεί ότι στο έργο έχουν εισχωρήσει και γνήσιες σωκρατικές ανησυχίες, όπως προαναφέρθηκε. Το κείμενο, γραμμένο σε μια δωρική διάλεκτο, αναμεμειγμένη με κάποιες ιωνικές και αττικές μορφές της γλώσσας, συντίθεται από εννέα σύντομα επί μέρους δοκίμια και μοιάζει με τις -χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές αξιώσεις- σημειώσεις ενός μαθητή από διαλέξεις των σοφιστών. Οι πέντε πρώτες ενότητες συγκροτούν μια σειρά από διαλεκτικά, ρητορικώς αντιλογικά ή εριστικά επιχειρήματα, τα οποία, έχοντας δομηθεί σύμφωνα με ένα χαρακτηριστικό σχήμα, στοχεύουν να αποδείξουν ως αληθείς δυο αμοιβαία αποκλειόμενους, αντιθετικούς ισχυρισμούς. Οι αντιθέσεις αυτές υποδηλώνονται εν μέρει στις επικεφαλίδες: «Περί καλού και κακού» (1). «Σχετικά με το όμορφο και το άσχημο» (2), «Σχετικά με το δίκαιο και το άδικο» (3), «Σχετικά με την αλήθεια και το ψεύδος» (4). Το πέμπτο δοκίμιο είναι μια παράλληλη συνέχεια του σχετικού με τον Λογισμό και τον Παραλογισμό. Από το 6 και μετά, τα διαλεκτικά επιχειρήματα σταδιακά δίνουν τη θέση τους σε άλλα, γενικότερα ρητορικά-σοφιστικά μοτίβα που συγκροτούν την κινητήρια δύναμη της φιλοσοφικής συζήτησης της εποχής. Η σοφιστική λογική της αντιθετικής επιχειρηματολογίας δεν είναι γενικά αρνητική και απορριπτέα, όπως είθισται να πιστεύει ο κοινός νους, αλλά ένα τολμηρό άνοιγμα στη σκέψη του εαυτού και του άλλου.
§3. Έτσι, στο 7, ο συγγραφέας κάνει λόγο σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να καθορίζονται με κλήρωση τα αξιώματα των δημοσίων υπαλλήλωνꞏ με άλλα λόγια στρέφεται ενάντια στο αττικό έθιμο της κλήρωσης των δημοσίων υπαλλήλων στα αξιώματά τους, στο 8, με το στυλ του Ιππία, εξυμνεί τις τεράστιες ικανότητες του αληθινού σοφιστή και τέλος στο 9, πάλι με το στυλ του Ιππία, εξυμνεί την αξία της μνημονικής ικανότητας και τεχνικής. Εν μέρει, το κείμενο μοιάζει σαν απεικόνιση της πρότασης του Πρωταγόρα ότι υπάρχουν δύο αντιθετικές αποφάνσεις για κάθε πράγμα. Ξανά και ξανά μας θυμίζει σκέψεις από το περίφημο βιβλίο αυτού του κορυφαίου σοφιστή Αντιλογίαι. Όσο πιθανές κι αν ακούγονται αυτές οι υποθέσεις, όσο σίγουρες κι αν είναι οι αναφορές, η μορφή και το περιεχόμενο του υπό συζήτηση κειμένου σίγουρα δεν επιτρέπουν σε κάποιον να σχηματίσει μια ιδέα για τις Αντιλογίες του Πρωταγόρα. Μάλλον, φαίνεται ότι εδώ έχουν συγκεντρωθεί σκέψεις διαφόρων παλαιότερων σοφιστών και εμπειρικό υλικό από την παλαιότερη εθνογραφία και καθιστούν δυνατή μια κάποια κατανόηση της εικόνας της σοφιστικής, όπως τούτη διδασκόταν στα επαρχιακά σχολεία ή σχολές εκείνη την εποχή. Από άποψη επιχειρημάτων, οι Δισσοί Λόγοι καταπιάνονται με ένα θέμα που μας θυμίζει σε μεγάλο βαθμό όψεις από το έργο του Γοργία Περί του Μη-Όντος έως την ιστορία του Θουκυδίδη για τον Πελοποννησιακό πόλεμο και περαιτέρω έως τον Θεαίτητο του Πλάτωνα.
§4. Συνοπτικά δηλαδή πρόκειται για τη θέση που αποδίδεται κυρίως στους Σοφιστές ότι όλες οι διαφοροποιήσεις είναι απλώς σχετικές και επομένως τελικά α-διάφορες. Τούτο σημαίνει για την πρακτική δράση πως, αν η ίδια πράξη άλλοτε φαίνεται δίκαιη και άλλοτε άδικη, τότε καταρρέει η διαφοροποίηση μεταξύ δικαιοσύνης και αδικίας και επιτρέπεται πλέον στον καθένα να κάνει ό,τι θέλει. Στο πλαίσιο αυτού του γενικού πνεύματος της συγκεκριμένης πραγματείας, συζητούνται επίσης διάφορα θέματα κεντρικού ενδιαφέροντος για δασκάλους, πολίτες και ρήτορες στην αττική δημοκρατία: η δυνατότητα διδασκαλίας της αρετής και της σύνεσης, η σωστή επιλογή των αξιωματούχων, οι απαραίτητες γνώσεις για την πολιτική δραστηριότητα και τον λόγο και τέλος τις τεχνικές μνήμης. Η σύνθεση των θεμάτων, η χαλαρή αλληλουχία τους και ο συχνά ανεπεξέργαστος χαρακτήρας του κειμένου δίνουν την εντύπωση ότι οι Δισσοί Λόγοι ήταν μια πρόταση εν είδει προτύπου ή τουλάχιστον εν είδει «σεναρίου» για σοφιστική διδασκαλία. Προσφέρει έτσι μια άμεση εικόνα της σοφιστικής διδακτικής κατάστασης. Η προσπάθεια να αποκτήσει κανείς πρόσβαση στις τρέχουσες διανοητικές συζητήσεις της εποχής του είναι αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο φαίνεται επίσης προφανές ότι πίσω από την πραγματεία υπάρχει μια αντικειμενική στάση απέναντι στις θέσεις σε αυτές τις συζητήσεις. Η σπουδαιότητά του επομένως είναι ένα περαιτέρω βήμα προς τη σωστή αποτίμηση της σοφιστικής ουσίας της γνώσης, η οποία είχε ήδη αναπτύξει υψηλά πρότυπα επιχειρηματολογίας πριν από τον Πλάτωνα.
§5. Σκοπός βέβαια του συγκεκριμένου έργου, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι να αναπαραγάγει μεμονωμένες φιλοσοφικές συζητήσεις, αλλά κυρίως να εξοπλίσει τους ακροατές με δια-νοητική δύναμη, δηλαδή με την τυπική ικανότητα να επιχειρηματολογούν υπέρ της δικής τους άποψης. Στο πλαίσιο, για παράδειγμα, μιας πολιτικής διαμάχης πρέπει κανείς να διαθέτει την ικανότητα να αντικρούσει, όταν είναι απαραίτητο, τις αντίθετες αντιρρήσεις και να αγωνιστεί, με κάθε τρόπο, για την υπερίσχυση της δικής του γνώμης. Το γενικό πνεύμα λοιπόν αυτής της πραγματείας συνδέεται με την κουλτούρα της επιχειρηματολογίας και ο συγγραφέας της, που κατά πάσα πιθανότητα εκπαιδεύτηκε στην Αθήνα, έχει τη χαρακτηριστική αξίωση, αφενός, να παρουσιάσει υποδειγματικά ρητορικά επιχειρήματα και, αφετέρου, να εισαγάγει φιλοσοφικές θέσεις, όπως ο σχετικισμός και ο αντισχετικισμός, για να τους επιτεθεί και από τις δύο πλευρές, έτσι ώστε να πέσουν σε εριστικές επιχειρηματολογικές παγίδες απομυθοποίησης. Πρόκειται, εν τέλει, για την προπλατωνική κουλτούρα της επιχειρηματολογίας, που περιλαμβάνει την εμφάνιση της επαγγελματικής ρητορικής και τον επαναπροσανατολισμό της φιλοσοφίας στις σφαίρες της ηθικής και της πολιτικής. Στο πλαίσιο της επαγγελματικής ρητορικής αναπτύσσεται κατ’ εξοχήν η δημόσια επιχειρηματολογία στο δικαστήριο και στις πολιτικές συνελεύσεις, ενώ στην περίπτωση της φιλοσοφίας τείνει να αναπτυχθεί ένας κριτικός και αυτόνομος λόγος γύρω από την παράδοση και την αναγκαία υπέρβαση.
Ο Αριστοτέλης και η προσφορά της αγάπης ως ύψιστη ευχαρίστηση
Συνεχίζοντας τη διερεύνηση της φιλίας στο έβδομο βιβλίο από τα «Ηθικά Ευδήμια» ο Αριστοτέλης θεωρεί σκόπιμο να εμβαθύνει στο ζήτημα της ευχαρίστησης διερωτώμενος αν είναι δυνατό να υπάρξει φιλία χωρίς να αντλείται ηδονή από τους ανθρώπους που την πλαισιώνουν: «Εδώ πρέπει να δείξουμε προσοχή και να εξετάσουμε αν υπάρχει φιλία άνευ ηδονής, και αν ναι, σε τι διαφέρει αυτή· επίσης, πού έγκειται εν τέλει η φιλία· άραγε στο ότι κάποιος είναι αγαθός, έστω κι αν δεν είναι ηδύς; Και γίνεται φιλία χωρίς ηδονή;» (1237a 23-27).
Οι προβληματισμοί αυτού του είδους σηματοδοτούν την ιεράρχηση των ανθρωπίνων αναγκών (ή προσδοκιών) που θα καθορίσουν τα κριτήρια της φιλίας. Το ερώτημα του κατά πόσο ο αγαθός μπορεί να γίνει φίλος, ακόμη κι αν δεν είναι ευχάριστος, αντικατοπτρίζει το δίλημμα των προτεραιοτήτων που πρέπει να εκπληρωθούν για τη σύναψη μιας ποιοτικής φιλικής σχέσης. Μοιραία, τίθεται με τρόπο συγκριτικό η προτίμηση στην αρετή ή την ευχαρίστηση.
Ο Αριστοτέλης θα απαντήσει κάνοντας έναν παραλληλισμό: «Όπως στο πεδίο της επιστήμης οι πρόσφατες παρατηρήσεις κι γνώσεις προκαλούν πολύ ισχυρό αίσθημα ηδονής, έτσι συμβαίνει και με τις συναντήσεις μεταξύ φίλων· ο λόγος είναι ο ίδιος και στην επιστήμη και στη φιλία» (1237a 29-32).
Για να δοθούν εξηγήσεις: «εκ φύσεως το γενικώς αγαθό είναι και γενικώς ηδύ, και για όποιους είναι αγαθό, για τους ίδιους είναι και ηδύ. Γι’ αυτό και τα όμοια χαίρονται αυτομάτως το ένα το άλλο, και το πιο ηδύ για τον άνθρωπο είναι ο άνθρωπος. Εάν, λοιπόν, η ενεργητική εκδήλωση αγάπης και φιλίας που συνοδεύεται από ηδονή είναι αμοιβαία επιλογή της συγκεκριμένης σχέσης, είναι φανερό ότι και γενικώς η φιλία στην πρωταρχική της σημασία θα είναι αμοιβαία επιλογή των γενικώς αγαθών και ηδέων, ακριβώς για το λόγο ότι αυτά είναι αγαθά και ηδέα» (1237a 33-41).
Με άλλα λόγια, το αγαθό (με όποια κριτήρια κρίνεται ως τέτοιο) δεν μπορεί παρά να είναι και ευχάριστο, αφού κανείς δε δυσαρεστείται με αυτά που κρίνει αγαθά. Από αυτή την άποψη, το ερώτημα που αφορά τη δυνατότητα της φιλίας με κάτι αγαθό που δεν κρίνεται ευχάριστο είναι κενό περιεχομένου, ως κάτι αδύνατο. Κι αν πρέπει να το πούμε αλλιώς, οτιδήποτε κρίνεται αγαθό κρίνεται κατ’ ανάγκη και ευχάριστο χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ισχύει και το αντίστροφο (αυτό που κρίνεται ευχάριστο δεν είναι κατ’ ανάγκη αγαθό).
Η συμπεριφορά εκείνων που εκθειάζουν πράξεις ή συνήθειες ως αγαθές, αλλά ποτέ δεν τις κάνουν επικαλούμενοι εμπόδια, έλλειψη χρόνου κλπ., κρίνεται από θέση αρχής υποκριτική, αφού, αν πράγματι τις έκριναν αγαθές, θα επιδίωκαν οπωσδήποτε την ευχαρίστηση της πραγμάτωσής τους. Τέτοιοι άνθρωποι αρέσκονται να αναπαράγουν αυτά που γενικώς κρίνονται αγαθά (και να τα υποστηρίζουν) περισσότερο για να εντάξουν τον εαυτό τους στα ενδεδειγμένα κοινωνικά πλαίσια.
Στην ουσία τα απορρίπτουν αναζητώντας την ευχαρίστηση σε άλλες ασχολίες που (προφανώς) τους ταιριάζουν περισσότερο. Το παράδειγμα του ανθρώπου που εκθειάζει τα βιβλία αλλά ξοδεύει τον περισσότερο χρόνο του στην τηλεόραση (την οποία και επικρίνει) είναι εξόχως ενδεικτικό. Οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται σε διάσταση ανάμεσα σε αυτά που πράγματι (θεωρητικά τουλάχιστον) αναγνωρίζουν ως αγαθά κι αυτά που λόγω εθισμού βρίσκουν ευχάριστα.
Σε τελική ανάλυση, η φιλία είναι αυστηρά καθορισμένη από τον εθισμό. Αυτά που συνηθίζει κανείς αυτά του αρέσουν. Κι εφόσον του αρέσουν τα θεωρεί αγαθά είτε το παραδέχεται είτε όχι. Ο άνθρωπος που πράγματι θεωρήσει αγαθές άλλες συνήθειες από αυτές που έχει συνηθίσει δεν έχει άλλη επιλογή από το να μετασχηματίσει τον εαυτό του προς την νέα κατεύθυνση. Αν δεν το κάνει αυτό, παραμένει (και ιδεολογικά) στην προτεραία κατάσταση, όσο κι αν διατείνεται το αντίθετο.
Κι αν η διάσταση ανάμεσα σε αυτό που αναγνωρίζει κανείς ως αγαθό κι αυτό που του δίνει ευχαρίστηση έχει ηθικό περιεχόμενο, υπάρχει ο κίνδυνος της πιο ολοκληρωτικής δυστυχίας. Η απόρριψη αυτών που προσδίδουν ευχαρίστηση (ως πράξεις εντελώς αντίθετες με την αρετή) δεν είναι τίποτε άλλο από την απόρριψη του ίδιου του εαυτού που εισπράττει χαρά από ανήθικα πράγματα.
Είναι το σημείο που τα πάθη κυριαρχούν τη ζωή σηματοδοτώντας την πιο επώδυνη ψυχική ανισορροπία. Κι όσο πιο ανήθικα είναι τα πάθη, τόσο βαθύτερη και η απόρριψη του εαυτού. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι σχεδόν αδύνατο να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Εκτός αν φτάσει στο θηριώδες. Όμως, τότε (αριστοτελικά τουλάχιστον) δεν ανήκει στους ανθρώπους. Εκείνος που εισπράττει χαρά κακοποιώντας μικρά παιδιά ή σκοτώνοντας, και δε νιώθει άσχημα γι’ αυτό, δεν είναι άνθρωπος. Είναι ένα άλογο κτήνος.
Σε κάθε περίπτωση, ο εθισμός θα καθορίσει όλα εκείνα που θα αγαπήσει κανείς: «Και η φιλία στη συγκεκριμένη της μορφή είναι εκείνη η πάγια διάθεση της ψυχής (έξη), από την οποία πηγάζει η επιλογή των αγαθών και των ηδέων» (1237a 41-42).
Κατόπιν αυτών είναι σαφές ότι η φιλία μεταξύ των ανθρώπων είναι η έκφραση της αμοιβαίας τους αγάπης: «Αφού, λοιπόν, η εκδήλωση αγάπης σημαίνει να αντιμετωπίζει κανείς το αντικείμενο της αγάπης του ως ακριβώς τέτοιο, τότε και ο φίλος γίνεται αντικείμενο της αγάπης του φίλου του, ακριβώς διότι είναι στην ουσία φίλος του και όχι μουσικός ή γιατρός· και μόνο η ηδονή που αντλεί από αυτόν ακριβώς ως φίλο είναι η ηδονή της φιλίας» (1237b 1-5).
Το δεδομένο της αναγκαιότητας του αγαθού για τη σύναψη κάθε φιλίας εξασφαλίζει και την ευχαρίστηση. Η ίδια η φύση της φιλίας, ως αμέριστης αγάπης που θα επιφέρει τη βαθύτερη συναισθηματική μοιρασιά, αποτελεί εγγύηση της ηδονής που θα εισπραχθεί. Ο προβληματισμός για το φίλο που δεν προξενεί ευχαρίστηση έχει οριστικά ακυρωθεί. Αν δεν προξενεί ευχαρίστηση, δεν είναι φίλος: «Οπότε, αν δε χαίρεται (κανείς) το φίλο του ακριβώς για το λόγο ότι είναι αγαθός, δεν πρόκειται για τη φιλία στην πρωταρχική της σημασία. Και κανένα τυχαίο και άσχετο με τη φιλία γνώρισμα δεν πρέπει να στέκεται εμπόδιο στην απόλαυση του αγαθού» (1237b 5-7).
Ακόμη και αντικειμενικά απωθητικά χαρακτηριστικά, όπως η δυσοσμία, δεν μπορούν να αποτρέψουν τη γέννηση της φιλίας, αν υπάρχει το δεδομένο της αρετής: «Με έναν σφόδρα δύσοσμο, δηλαδή, τι θα γίνει; Είναι κάτι που ξεπερνιέται. Θα αγαπιέται και αυτός με την αντίστοιχη φιλική διάθεση· αλλά δεν είναι ανάγκη να συζεί κανείς μαζί του» (1237b 8-9).
Το δεδομένο της δυσκολίας να συζήσει κανείς με το δύσοσμο, ακόμη κι αν κριθεί ως αδυναμία στην αναζήτηση του έρωτα, με τίποτε δε θα δράσει ανασταλτικά στην προσέγγιση φίλων. Εξάλλου, είναι φανερό ότι το συγκεκριμένο σχόλιο γίνεται μάλλον περιπαικτικά από τον Αριστοτέλη.
Η αγάπη έχει στέρεες βάσεις μονάχα όταν θεμελιώνεται στην αρετή. Σε αντίθετη περίπτωση κρίνεται εφήμερη, αφού η έλλειψη αρετής θα επιφέρει και την έλλειψη εμπιστοσύνης και χωρίς εμπιστοσύνη είναι αδύνατο να γίνει λόγος για σταθερότητα: «Διότι όλοι δέχονται ότι η φιλία είναι κάτι σταθερό, και η μόνη σταθερή φιλία είναι η πρωταρχική φιλία. Ακόμη, σταθερή φιλία δε γίνεται χωρίς εμπιστοσύνη, και η εμπιστοσύνη θέλει επίσης το χρόνο της, αφού προϋποθέτει τη δοκιμή και την πείρα» (1237b 12-16).
Αυτός είναι και ο λόγος που ο χρόνος τίθεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την οικοδόμηση της φιλίας. Οι φίλοι δε γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη, αφού η εμπιστοσύνη χτίζεται μόνο σταδιακά. Εκείνοι που θεωρούν ότι αποκτούν φίλους με κάθε ελάχιστη-τυχαία συναναστροφή είναι προφανές ότι στερούνται κριτηρίων: «Χωρίς τον αναγκαίο χρόνο δεν μπορεί να υπάρξει φίλος, μπορεί να υπάρχει απλώς η βούληση να γίνουν κάποιοι φίλοι· και αυτή η διάθεση της ψυχής πολλές φορές μάς μπερδεύει και τη λέμε φιλία. Αλλά φίλοι είναι μόνο εκείνοι που πραγματώνουν μεταξύ τους όσα απαιτεί μια αληθινή φιλική σχέση» (1237b 20-23).
Κι αν κάποιος θεωρεί ότι το ζήτημα δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Ιδού η απόδειξη: Εύκολα διαβάλλεται η σχέση όσων λένε ότι είναι φίλοι αλλά η φιλία τους δεν έχει δοκιμαστεί. Ασφαλώς, στα θέματα που έχουν δοκιμάσει ο ένας τον άλλο και τον έχουν γνωρίσει καλά, δε θα πιστέψουν σε διαβολές. Στα υπόλοιπα, όμως, όπου δεν έχουν εμπειρία, θα πιστέψουν τους συκοφάντες και τα αληθοφανή επιχειρήματα που αυτοί θα επιστρατεύσουν» (1237b 28-31).
Η εμπιστοσύνη δεν είναι τίποτε άλλο από την επιβεβαίωση της αρετής του άλλου προσώπου. Μόνο τους ενάρετους εμπιστεύεται κανείς και αυτός είναι ο λόγος που η αληθινή φιλία απευθύνεται μονάχα σε αυτούς: «Παράλληλα, διαπιστώνουμε ότι φιλία αληθινή δε συναντάται ανάμεσα σε ανθρώπους κακούς. Εμπιστοσύνη μεταξύ τους δεν μπορεί να υπάρχει, κι ο κακός είναι κακός με όλους· με τον εαυτό του για μέτρο, μετράει και τους άλλους. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι οι καλοί εξαπατώνται πιο εύκολα από τους κακούς: δεν έχουν την πείρα να φανούνε δύσπιστοι» (1237b 32-36).
Κι όχι μόνο αυτό: «Και, ακόμη, οι κακοί άνθρωποι επιλέγουν αντί του φίλου πράγματα, που μπορεί εκ φύσεως να είναι καλά, πλην όμως τα αγαπούν πιο πολύ από τον άνθρωπο· άρα δεν είναι φίλοι. Διότι με αυτό τον τρόπο δε γίνονται κοινά όσα έχουν οι φίλοι, και χαρίζεται ο φίλος στα πράγματα και όχι τα πράγματα στο φίλο» (1237b 36-42).
Η ρηχότητα της συμφεροντολογικής οπτικής του κακού που βάζει τα πράγματα πάνω από τους ανθρώπους είναι η καταδίκη της αέναης ατομικότητας που θα ζήσει για πάντα περιχαρακωμένη. Οι άνθρωποι αυτοί δε θα απολαύσουν ποτέ τη συναισθηματική ολοκλήρωση της ανιδιοτελούς προσφοράς. Στην ουσία είναι ανίκανοι να βιώσουν την αγάπη. Κι αυτός είναι ο ύψιστος συναισθηματικός ακρωτηριασμός. Για τον Αριστοτέλη η προσφορά της αγάπης είναι σημαντικότερη από την αποδοχή της, αφού η ανεπιτήδευτη χαρά που βιώνει κανείς προσφέροντας σηματοδοτεί την πιο ολοκληρωμένη οπτική της συντροφικότητας.
Σε τελική ανάλυση, το δεδομένο ότι η χαρά του φίλου είναι και προσωπική χαρά (αν αυτό δεν ισχύει, τότε δεν υπάρχει φιλία) καθιστά σαφές ότι η επίγνωση της προσωπικής συμμετοχής στην εδραίωσή της κάνει τη συναισθηματική ευφορία εντονότερη. Εξάλλου, η εκδήλωση της αγάπης διαχωρίζει τα έμψυχα από τα άψυχα.
Από αυτή την άποψη, οι άνθρωποι που αδυνατούν να εκδηλώσουν την αγάπη τους υπολογίζοντας περισσότερο το υλιστικό τους συμφέρον είναι σαν να αρνούνται την ίδια την ψυχική τους υπόσταση: «Γι’ αυτό και το να δείχνει κανείς αγάπη είναι χαρά, ενώ το να δέχεται αγάπη μπορεί να μην είναι. Το να δέχεται κανείς αγάπη δεν είναι δική του ενέργεια αλλά του αντικειμένου της αγάπης, ενώ η εκδήλωση αγάπης χαρακτηρίζει τη φιλία· και το να εκδηλώνουν αγάπη χαρακτηρίζει μόνο τα έμψυχα, ενώ το να δέχονται το έχουν και τα άψυχα, αφού και αυτά γίνονται αντικείμενα αγάπης» (1237a 45-49).
Η προσφορά της χαράς, ως έμπρακτη απόδειξη αγάπης, αποτελεί ενεργητική εκδήλωση της ψυχής και γι’ αυτό κρίνεται ηδονικότερη. Ο φίλος χαίρεται περισσότερο όταν προσφέρει αγάπη παρά όταν τη δέχεται. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι και η αποδοχή της αγάπης ή της ενθάρρυνσης δεν είναι εξόχως σημαντική για την ισορροπία της ψυχής.
Η αντικατάσταση των ανθρώπων από τα πράγματα σε επίπεδο αξιών και συναισθημάτων σηματοδοτεί την αντίληψη που μετατρέπει τα πάντα σε κατανάλωση. Κατά τον Αριστοτέλη μια τέτοια εκδοχή για τις ανθρώπινες σχέσεις αποτελεί τον ύψιστο παραλογισμό: «… δεν μπορεί να είναι ισοδύναμη επιλογή ένα ρούχο κι ένας φίλος. Και είναι αλήθεια –έτσι πιστεύουμε– ότι σε κάθε περίπτωση ένας άνθρωπος λογικός επιλέγει ανάμεσα σε δύο πράγματα το καλύτερο, και αν στο παρελθόν χρησιμοποιούσε πάντα το χειρότερο και όχι το καλύτερο, τώρα πρέπει να πάει το πράγμα στο καλύτερο. Αλλά με τους φίλους δεν είναι όπως με τα πράγματα: δεν αφήνεις τον παλιό φίλο για έναν άγνωστο, κι ας είναι αυτός καλύτερος» (1237b 43-47).
Η αντίληψη που θέλει την εναλλαγή των φίλων σαν να πρόκειται για ρούχα εκμηδενίζει κάθε έννοια φιλίας, αφού δεν εκπληρώνει ούτε το κριτήριο της σταθερότητας ούτε της εμπιστοσύνης. Οι δημιουργία νέων φίλων δε σηματοδοτεί την αντικατάσταση των παλιών και οι φίλοι που τελικά χάνονται με το πέρασμα του χρόνου, όχι από κάποια τυχαία συγκυρία αλλά από έλλειψη ενδιαφέροντος για συναναστροφή, προφανώς δεν εκπλήρωναν τα εχέγγυα της πρωταρχικής φιλίας.
Οι αναντίρρητες προϋποθέσεις του χρόνου και της εμπιστοσύνης καθιστούν σαφές ότι ο αριθμός των φίλων θα είναι κατ’ ανάγκη περιορισμένος. Η ολιγοφιλία κρίνεται αναπόφευκτη, αφού το αντικειμενικό πλαίσιο του χρόνου δεν επιτρέπει την εκπλήρωση των προϋποθέσεων με πολλούς ανθρώπους. Ο Αριστοτέλης είναι ξεκάθαρος: «δε γίνεται να υπάρχει φιλία αληθινή ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους, αφού δε γίνεται να τους δοκιμάσουμε και να τους γνωρίσουμε όλους· κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε να τους ζήσουμε από κοντά» (1237b 41-43).
Ο άνθρωπος που θεωρεί ότι έχει πολλούς φίλους απλώς και μόνο επειδή συναναστρέφεται πολλούς σε τυχαίες κοσμικές εκδηλώσεις έχει παντελή άγνοια του θέματος. Επί της ουσίας δεν έχει κανένα φίλο: Επιπλέον, «να είναι κανείς φίλος με πολλούς, τον δυσκολεύει να τους δείχνει αγάπη και να τους έχει φίλους· δεν μπορεί κανείς να εκδηλώνει τη φιλία του έμπρακτα σε πολλούς ανθρώπους» (1238a 11-13).
Αυτό που μένει είναι η αυτογνωσία για να μπορεί να επιλέγει κανείς τους φίλους που του ταιριάζει: «δεν αρκεί να είναι γενικά αγαθός ο φίλος, αλλά πρέπει και ειδικά για σένα, αν πρόκειται για φίλο δικό σου. Το να είναι κανείς γενικά αγαθός σημαίνει απλά να είναι αγαθός, ενώ φίλος δικός σου σημαίνει να είναι αγαθός ακριβώς για σένα» (1238a 3-9).
Είναι σαφές ότι για κάθε άνθρωπο το αγαθό, πέρα από τα αντικειμενικά-καθολικά κριτήρια της εντιμότητας, της εχεμύθειας, της δικαιοσύνης, του σεβασμού κλπ. (που πρέπει να εκπληρώνονται οπωσδήποτε), έχει και υποκειμενικά-ειδικά κριτήρια, όπως τα ενδιαφέροντα, η αντίληψη του χιούμορ, με δυο λόγια όλα εκείνα που αποτιμούν το σύνολο της προσωπικότητας. Αυτός είναι και ο λόγος που σε κάθε περίπτωση το αγαθό ταυτίζεται με το ευχάριστο, αφού όλα αυτά που κρίνονται αγαθά επιφέρουν ευχαρίστηση και συμπυκνώνονται στην εικόνα του φίλου που είναι σε θέση να τα εκπληρώσει.
Κι αυτό ακριβώς είναι το πορτρέτο του ιδανικού φίλου. Η δυσκολία του να βρεθούν άνθρωποι που να ανταποκρίνονται σε όλες αυτές τις προσδοκίες είναι ακόμη μια απόδειξη ότι οι αληθινοί φίλοι (με την πρωταρχική σημασία του όρου) δεν μπορούν παρά να είναι λίγοι.
Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια
Οι προβληματισμοί αυτού του είδους σηματοδοτούν την ιεράρχηση των ανθρωπίνων αναγκών (ή προσδοκιών) που θα καθορίσουν τα κριτήρια της φιλίας. Το ερώτημα του κατά πόσο ο αγαθός μπορεί να γίνει φίλος, ακόμη κι αν δεν είναι ευχάριστος, αντικατοπτρίζει το δίλημμα των προτεραιοτήτων που πρέπει να εκπληρωθούν για τη σύναψη μιας ποιοτικής φιλικής σχέσης. Μοιραία, τίθεται με τρόπο συγκριτικό η προτίμηση στην αρετή ή την ευχαρίστηση.
Ο Αριστοτέλης θα απαντήσει κάνοντας έναν παραλληλισμό: «Όπως στο πεδίο της επιστήμης οι πρόσφατες παρατηρήσεις κι γνώσεις προκαλούν πολύ ισχυρό αίσθημα ηδονής, έτσι συμβαίνει και με τις συναντήσεις μεταξύ φίλων· ο λόγος είναι ο ίδιος και στην επιστήμη και στη φιλία» (1237a 29-32).
Για να δοθούν εξηγήσεις: «εκ φύσεως το γενικώς αγαθό είναι και γενικώς ηδύ, και για όποιους είναι αγαθό, για τους ίδιους είναι και ηδύ. Γι’ αυτό και τα όμοια χαίρονται αυτομάτως το ένα το άλλο, και το πιο ηδύ για τον άνθρωπο είναι ο άνθρωπος. Εάν, λοιπόν, η ενεργητική εκδήλωση αγάπης και φιλίας που συνοδεύεται από ηδονή είναι αμοιβαία επιλογή της συγκεκριμένης σχέσης, είναι φανερό ότι και γενικώς η φιλία στην πρωταρχική της σημασία θα είναι αμοιβαία επιλογή των γενικώς αγαθών και ηδέων, ακριβώς για το λόγο ότι αυτά είναι αγαθά και ηδέα» (1237a 33-41).
Με άλλα λόγια, το αγαθό (με όποια κριτήρια κρίνεται ως τέτοιο) δεν μπορεί παρά να είναι και ευχάριστο, αφού κανείς δε δυσαρεστείται με αυτά που κρίνει αγαθά. Από αυτή την άποψη, το ερώτημα που αφορά τη δυνατότητα της φιλίας με κάτι αγαθό που δεν κρίνεται ευχάριστο είναι κενό περιεχομένου, ως κάτι αδύνατο. Κι αν πρέπει να το πούμε αλλιώς, οτιδήποτε κρίνεται αγαθό κρίνεται κατ’ ανάγκη και ευχάριστο χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ισχύει και το αντίστροφο (αυτό που κρίνεται ευχάριστο δεν είναι κατ’ ανάγκη αγαθό).
Η συμπεριφορά εκείνων που εκθειάζουν πράξεις ή συνήθειες ως αγαθές, αλλά ποτέ δεν τις κάνουν επικαλούμενοι εμπόδια, έλλειψη χρόνου κλπ., κρίνεται από θέση αρχής υποκριτική, αφού, αν πράγματι τις έκριναν αγαθές, θα επιδίωκαν οπωσδήποτε την ευχαρίστηση της πραγμάτωσής τους. Τέτοιοι άνθρωποι αρέσκονται να αναπαράγουν αυτά που γενικώς κρίνονται αγαθά (και να τα υποστηρίζουν) περισσότερο για να εντάξουν τον εαυτό τους στα ενδεδειγμένα κοινωνικά πλαίσια.
Στην ουσία τα απορρίπτουν αναζητώντας την ευχαρίστηση σε άλλες ασχολίες που (προφανώς) τους ταιριάζουν περισσότερο. Το παράδειγμα του ανθρώπου που εκθειάζει τα βιβλία αλλά ξοδεύει τον περισσότερο χρόνο του στην τηλεόραση (την οποία και επικρίνει) είναι εξόχως ενδεικτικό. Οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται σε διάσταση ανάμεσα σε αυτά που πράγματι (θεωρητικά τουλάχιστον) αναγνωρίζουν ως αγαθά κι αυτά που λόγω εθισμού βρίσκουν ευχάριστα.
Σε τελική ανάλυση, η φιλία είναι αυστηρά καθορισμένη από τον εθισμό. Αυτά που συνηθίζει κανείς αυτά του αρέσουν. Κι εφόσον του αρέσουν τα θεωρεί αγαθά είτε το παραδέχεται είτε όχι. Ο άνθρωπος που πράγματι θεωρήσει αγαθές άλλες συνήθειες από αυτές που έχει συνηθίσει δεν έχει άλλη επιλογή από το να μετασχηματίσει τον εαυτό του προς την νέα κατεύθυνση. Αν δεν το κάνει αυτό, παραμένει (και ιδεολογικά) στην προτεραία κατάσταση, όσο κι αν διατείνεται το αντίθετο.
Κι αν η διάσταση ανάμεσα σε αυτό που αναγνωρίζει κανείς ως αγαθό κι αυτό που του δίνει ευχαρίστηση έχει ηθικό περιεχόμενο, υπάρχει ο κίνδυνος της πιο ολοκληρωτικής δυστυχίας. Η απόρριψη αυτών που προσδίδουν ευχαρίστηση (ως πράξεις εντελώς αντίθετες με την αρετή) δεν είναι τίποτε άλλο από την απόρριψη του ίδιου του εαυτού που εισπράττει χαρά από ανήθικα πράγματα.
Είναι το σημείο που τα πάθη κυριαρχούν τη ζωή σηματοδοτώντας την πιο επώδυνη ψυχική ανισορροπία. Κι όσο πιο ανήθικα είναι τα πάθη, τόσο βαθύτερη και η απόρριψη του εαυτού. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι σχεδόν αδύνατο να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Εκτός αν φτάσει στο θηριώδες. Όμως, τότε (αριστοτελικά τουλάχιστον) δεν ανήκει στους ανθρώπους. Εκείνος που εισπράττει χαρά κακοποιώντας μικρά παιδιά ή σκοτώνοντας, και δε νιώθει άσχημα γι’ αυτό, δεν είναι άνθρωπος. Είναι ένα άλογο κτήνος.
Σε κάθε περίπτωση, ο εθισμός θα καθορίσει όλα εκείνα που θα αγαπήσει κανείς: «Και η φιλία στη συγκεκριμένη της μορφή είναι εκείνη η πάγια διάθεση της ψυχής (έξη), από την οποία πηγάζει η επιλογή των αγαθών και των ηδέων» (1237a 41-42).
Κατόπιν αυτών είναι σαφές ότι η φιλία μεταξύ των ανθρώπων είναι η έκφραση της αμοιβαίας τους αγάπης: «Αφού, λοιπόν, η εκδήλωση αγάπης σημαίνει να αντιμετωπίζει κανείς το αντικείμενο της αγάπης του ως ακριβώς τέτοιο, τότε και ο φίλος γίνεται αντικείμενο της αγάπης του φίλου του, ακριβώς διότι είναι στην ουσία φίλος του και όχι μουσικός ή γιατρός· και μόνο η ηδονή που αντλεί από αυτόν ακριβώς ως φίλο είναι η ηδονή της φιλίας» (1237b 1-5).
Το δεδομένο της αναγκαιότητας του αγαθού για τη σύναψη κάθε φιλίας εξασφαλίζει και την ευχαρίστηση. Η ίδια η φύση της φιλίας, ως αμέριστης αγάπης που θα επιφέρει τη βαθύτερη συναισθηματική μοιρασιά, αποτελεί εγγύηση της ηδονής που θα εισπραχθεί. Ο προβληματισμός για το φίλο που δεν προξενεί ευχαρίστηση έχει οριστικά ακυρωθεί. Αν δεν προξενεί ευχαρίστηση, δεν είναι φίλος: «Οπότε, αν δε χαίρεται (κανείς) το φίλο του ακριβώς για το λόγο ότι είναι αγαθός, δεν πρόκειται για τη φιλία στην πρωταρχική της σημασία. Και κανένα τυχαίο και άσχετο με τη φιλία γνώρισμα δεν πρέπει να στέκεται εμπόδιο στην απόλαυση του αγαθού» (1237b 5-7).
Ακόμη και αντικειμενικά απωθητικά χαρακτηριστικά, όπως η δυσοσμία, δεν μπορούν να αποτρέψουν τη γέννηση της φιλίας, αν υπάρχει το δεδομένο της αρετής: «Με έναν σφόδρα δύσοσμο, δηλαδή, τι θα γίνει; Είναι κάτι που ξεπερνιέται. Θα αγαπιέται και αυτός με την αντίστοιχη φιλική διάθεση· αλλά δεν είναι ανάγκη να συζεί κανείς μαζί του» (1237b 8-9).
Το δεδομένο της δυσκολίας να συζήσει κανείς με το δύσοσμο, ακόμη κι αν κριθεί ως αδυναμία στην αναζήτηση του έρωτα, με τίποτε δε θα δράσει ανασταλτικά στην προσέγγιση φίλων. Εξάλλου, είναι φανερό ότι το συγκεκριμένο σχόλιο γίνεται μάλλον περιπαικτικά από τον Αριστοτέλη.
Η αγάπη έχει στέρεες βάσεις μονάχα όταν θεμελιώνεται στην αρετή. Σε αντίθετη περίπτωση κρίνεται εφήμερη, αφού η έλλειψη αρετής θα επιφέρει και την έλλειψη εμπιστοσύνης και χωρίς εμπιστοσύνη είναι αδύνατο να γίνει λόγος για σταθερότητα: «Διότι όλοι δέχονται ότι η φιλία είναι κάτι σταθερό, και η μόνη σταθερή φιλία είναι η πρωταρχική φιλία. Ακόμη, σταθερή φιλία δε γίνεται χωρίς εμπιστοσύνη, και η εμπιστοσύνη θέλει επίσης το χρόνο της, αφού προϋποθέτει τη δοκιμή και την πείρα» (1237b 12-16).
Αυτός είναι και ο λόγος που ο χρόνος τίθεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την οικοδόμηση της φιλίας. Οι φίλοι δε γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη, αφού η εμπιστοσύνη χτίζεται μόνο σταδιακά. Εκείνοι που θεωρούν ότι αποκτούν φίλους με κάθε ελάχιστη-τυχαία συναναστροφή είναι προφανές ότι στερούνται κριτηρίων: «Χωρίς τον αναγκαίο χρόνο δεν μπορεί να υπάρξει φίλος, μπορεί να υπάρχει απλώς η βούληση να γίνουν κάποιοι φίλοι· και αυτή η διάθεση της ψυχής πολλές φορές μάς μπερδεύει και τη λέμε φιλία. Αλλά φίλοι είναι μόνο εκείνοι που πραγματώνουν μεταξύ τους όσα απαιτεί μια αληθινή φιλική σχέση» (1237b 20-23).
Κι αν κάποιος θεωρεί ότι το ζήτημα δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Ιδού η απόδειξη: Εύκολα διαβάλλεται η σχέση όσων λένε ότι είναι φίλοι αλλά η φιλία τους δεν έχει δοκιμαστεί. Ασφαλώς, στα θέματα που έχουν δοκιμάσει ο ένας τον άλλο και τον έχουν γνωρίσει καλά, δε θα πιστέψουν σε διαβολές. Στα υπόλοιπα, όμως, όπου δεν έχουν εμπειρία, θα πιστέψουν τους συκοφάντες και τα αληθοφανή επιχειρήματα που αυτοί θα επιστρατεύσουν» (1237b 28-31).
Η εμπιστοσύνη δεν είναι τίποτε άλλο από την επιβεβαίωση της αρετής του άλλου προσώπου. Μόνο τους ενάρετους εμπιστεύεται κανείς και αυτός είναι ο λόγος που η αληθινή φιλία απευθύνεται μονάχα σε αυτούς: «Παράλληλα, διαπιστώνουμε ότι φιλία αληθινή δε συναντάται ανάμεσα σε ανθρώπους κακούς. Εμπιστοσύνη μεταξύ τους δεν μπορεί να υπάρχει, κι ο κακός είναι κακός με όλους· με τον εαυτό του για μέτρο, μετράει και τους άλλους. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι οι καλοί εξαπατώνται πιο εύκολα από τους κακούς: δεν έχουν την πείρα να φανούνε δύσπιστοι» (1237b 32-36).
Κι όχι μόνο αυτό: «Και, ακόμη, οι κακοί άνθρωποι επιλέγουν αντί του φίλου πράγματα, που μπορεί εκ φύσεως να είναι καλά, πλην όμως τα αγαπούν πιο πολύ από τον άνθρωπο· άρα δεν είναι φίλοι. Διότι με αυτό τον τρόπο δε γίνονται κοινά όσα έχουν οι φίλοι, και χαρίζεται ο φίλος στα πράγματα και όχι τα πράγματα στο φίλο» (1237b 36-42).
Η ρηχότητα της συμφεροντολογικής οπτικής του κακού που βάζει τα πράγματα πάνω από τους ανθρώπους είναι η καταδίκη της αέναης ατομικότητας που θα ζήσει για πάντα περιχαρακωμένη. Οι άνθρωποι αυτοί δε θα απολαύσουν ποτέ τη συναισθηματική ολοκλήρωση της ανιδιοτελούς προσφοράς. Στην ουσία είναι ανίκανοι να βιώσουν την αγάπη. Κι αυτός είναι ο ύψιστος συναισθηματικός ακρωτηριασμός. Για τον Αριστοτέλη η προσφορά της αγάπης είναι σημαντικότερη από την αποδοχή της, αφού η ανεπιτήδευτη χαρά που βιώνει κανείς προσφέροντας σηματοδοτεί την πιο ολοκληρωμένη οπτική της συντροφικότητας.
Σε τελική ανάλυση, το δεδομένο ότι η χαρά του φίλου είναι και προσωπική χαρά (αν αυτό δεν ισχύει, τότε δεν υπάρχει φιλία) καθιστά σαφές ότι η επίγνωση της προσωπικής συμμετοχής στην εδραίωσή της κάνει τη συναισθηματική ευφορία εντονότερη. Εξάλλου, η εκδήλωση της αγάπης διαχωρίζει τα έμψυχα από τα άψυχα.
Από αυτή την άποψη, οι άνθρωποι που αδυνατούν να εκδηλώσουν την αγάπη τους υπολογίζοντας περισσότερο το υλιστικό τους συμφέρον είναι σαν να αρνούνται την ίδια την ψυχική τους υπόσταση: «Γι’ αυτό και το να δείχνει κανείς αγάπη είναι χαρά, ενώ το να δέχεται αγάπη μπορεί να μην είναι. Το να δέχεται κανείς αγάπη δεν είναι δική του ενέργεια αλλά του αντικειμένου της αγάπης, ενώ η εκδήλωση αγάπης χαρακτηρίζει τη φιλία· και το να εκδηλώνουν αγάπη χαρακτηρίζει μόνο τα έμψυχα, ενώ το να δέχονται το έχουν και τα άψυχα, αφού και αυτά γίνονται αντικείμενα αγάπης» (1237a 45-49).
Η προσφορά της χαράς, ως έμπρακτη απόδειξη αγάπης, αποτελεί ενεργητική εκδήλωση της ψυχής και γι’ αυτό κρίνεται ηδονικότερη. Ο φίλος χαίρεται περισσότερο όταν προσφέρει αγάπη παρά όταν τη δέχεται. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι και η αποδοχή της αγάπης ή της ενθάρρυνσης δεν είναι εξόχως σημαντική για την ισορροπία της ψυχής.
Η αντικατάσταση των ανθρώπων από τα πράγματα σε επίπεδο αξιών και συναισθημάτων σηματοδοτεί την αντίληψη που μετατρέπει τα πάντα σε κατανάλωση. Κατά τον Αριστοτέλη μια τέτοια εκδοχή για τις ανθρώπινες σχέσεις αποτελεί τον ύψιστο παραλογισμό: «… δεν μπορεί να είναι ισοδύναμη επιλογή ένα ρούχο κι ένας φίλος. Και είναι αλήθεια –έτσι πιστεύουμε– ότι σε κάθε περίπτωση ένας άνθρωπος λογικός επιλέγει ανάμεσα σε δύο πράγματα το καλύτερο, και αν στο παρελθόν χρησιμοποιούσε πάντα το χειρότερο και όχι το καλύτερο, τώρα πρέπει να πάει το πράγμα στο καλύτερο. Αλλά με τους φίλους δεν είναι όπως με τα πράγματα: δεν αφήνεις τον παλιό φίλο για έναν άγνωστο, κι ας είναι αυτός καλύτερος» (1237b 43-47).
Η αντίληψη που θέλει την εναλλαγή των φίλων σαν να πρόκειται για ρούχα εκμηδενίζει κάθε έννοια φιλίας, αφού δεν εκπληρώνει ούτε το κριτήριο της σταθερότητας ούτε της εμπιστοσύνης. Οι δημιουργία νέων φίλων δε σηματοδοτεί την αντικατάσταση των παλιών και οι φίλοι που τελικά χάνονται με το πέρασμα του χρόνου, όχι από κάποια τυχαία συγκυρία αλλά από έλλειψη ενδιαφέροντος για συναναστροφή, προφανώς δεν εκπλήρωναν τα εχέγγυα της πρωταρχικής φιλίας.
Οι αναντίρρητες προϋποθέσεις του χρόνου και της εμπιστοσύνης καθιστούν σαφές ότι ο αριθμός των φίλων θα είναι κατ’ ανάγκη περιορισμένος. Η ολιγοφιλία κρίνεται αναπόφευκτη, αφού το αντικειμενικό πλαίσιο του χρόνου δεν επιτρέπει την εκπλήρωση των προϋποθέσεων με πολλούς ανθρώπους. Ο Αριστοτέλης είναι ξεκάθαρος: «δε γίνεται να υπάρχει φιλία αληθινή ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους, αφού δε γίνεται να τους δοκιμάσουμε και να τους γνωρίσουμε όλους· κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε να τους ζήσουμε από κοντά» (1237b 41-43).
Ο άνθρωπος που θεωρεί ότι έχει πολλούς φίλους απλώς και μόνο επειδή συναναστρέφεται πολλούς σε τυχαίες κοσμικές εκδηλώσεις έχει παντελή άγνοια του θέματος. Επί της ουσίας δεν έχει κανένα φίλο: Επιπλέον, «να είναι κανείς φίλος με πολλούς, τον δυσκολεύει να τους δείχνει αγάπη και να τους έχει φίλους· δεν μπορεί κανείς να εκδηλώνει τη φιλία του έμπρακτα σε πολλούς ανθρώπους» (1238a 11-13).
Αυτό που μένει είναι η αυτογνωσία για να μπορεί να επιλέγει κανείς τους φίλους που του ταιριάζει: «δεν αρκεί να είναι γενικά αγαθός ο φίλος, αλλά πρέπει και ειδικά για σένα, αν πρόκειται για φίλο δικό σου. Το να είναι κανείς γενικά αγαθός σημαίνει απλά να είναι αγαθός, ενώ φίλος δικός σου σημαίνει να είναι αγαθός ακριβώς για σένα» (1238a 3-9).
Είναι σαφές ότι για κάθε άνθρωπο το αγαθό, πέρα από τα αντικειμενικά-καθολικά κριτήρια της εντιμότητας, της εχεμύθειας, της δικαιοσύνης, του σεβασμού κλπ. (που πρέπει να εκπληρώνονται οπωσδήποτε), έχει και υποκειμενικά-ειδικά κριτήρια, όπως τα ενδιαφέροντα, η αντίληψη του χιούμορ, με δυο λόγια όλα εκείνα που αποτιμούν το σύνολο της προσωπικότητας. Αυτός είναι και ο λόγος που σε κάθε περίπτωση το αγαθό ταυτίζεται με το ευχάριστο, αφού όλα αυτά που κρίνονται αγαθά επιφέρουν ευχαρίστηση και συμπυκνώνονται στην εικόνα του φίλου που είναι σε θέση να τα εκπληρώσει.
Κι αυτό ακριβώς είναι το πορτρέτο του ιδανικού φίλου. Η δυσκολία του να βρεθούν άνθρωποι που να ανταποκρίνονται σε όλες αυτές τις προσδοκίες είναι ακόμη μια απόδειξη ότι οι αληθινοί φίλοι (με την πρωταρχική σημασία του όρου) δεν μπορούν παρά να είναι λίγοι.
Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΛΥΣΙΑΣ, ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΙΣ ΚΟΡΙΝΘΙΩΝ ΒΟΗΘΟΙΣ
ΛΥΣ 2.67–81
Ακολουθώντας τη συνήθη δομή των επιτάφιων λόγων, μετά την εκτενή αναφορά στους πολεμικούς άθλους του ένδοξου αθηναϊκού παρελθόντος και στον αγώνα των δημοκρατικών για την κατάλυση του καθεστώτος των Τριάκοντα, λίγο πριν περάσει στον ἐπίλογον, ο ομιλητής εξυμνεί τα κατορθώματα των προκείμενων νεκρών.
[67] Οἱ δὲ νῦν θαπτόμενοι, βοηθήσαντες Κορινθίοις ὑπὸ
παλαιῶν φίλων ἀδικουμένοις καινοὶ σύμμαχοι γενόμενοι,
οὐ τὴν αὐτὴν γνώμην Λακεδαιμονίοις ἔχοντες (οἱ μὲν γὰρ
τῶν ἀγαθῶν αὐτοῖς ἐφθόνουν, οἱ δὲ ἀδικουμένους αὐτοὺς
ἠλέουν, οὐ τῆς προτέρας ἔχθρας μεμνημένοι, ἀλλὰ τὴν
παροῦσαν φιλίαν περὶ πολλοῦ ποιούμενοι) πᾶσιν ἀνθρώποις
φανερὰν τὴν αὑτῶν ἀρετὴν ἐπεδείξαντο. [68] ἐτόλμησαν γὰρ με-
γάλην ποιοῦντες τὴν Ἑλλάδα οὐ μόνον ὑπὲρ τῆς αὑτῶν
σωτηρίας κινδυνεύειν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς τῶν πολεμίων
ἐλευθερίας ἀποθνῄσκειν· τοῖς γὰρ Λακεδαιμονίων συμμά-
χοις περὶ τῆς ἐκείνων ἐλευθερίας ἐμάχοντο. νικήσαντες μὲν
γὰρ ἐκείνους τῶν αὐτῶν ἠξίουν, δυστυχήσαντες δὲ βέβαιον
τὴν δουλείαν τοῖς ἐν τῇ Πελοποννήσῳ κατέλιπον.
[69] Ἐκείνοις μὲν οὖν οὕτω διακειμένοις ὁ βίος οἰκτρὸς
καὶ ὁ θάνατος εὐκτός· οὗτοι δὲ καὶ ζῶντες καὶ ἀποθανόν-
τες ζηλωτοί, παιδευθέντες μὲν ἐν τοῖς τῶν προγόνων ἀγα-
θοῖς, ἄνδρες δὲ γενόμενοι τήν τε ἐκείνων δόξαν διασώσαν-
τες καὶ τὴν αὑτῶν ἀρετὴν ἐπιδείξαντες. [70] πολλῶν μὲν γὰρ
καὶ καλῶν αἴτιοι γεγένηνται τῇ ἑαυτῶν πατρίδι, ἐπηνώρ-
θωσαν δὲ τὰ ὑφ’ ἑτέρων δυστυχηθέντα, πόρρω δ’ ἀπὸ τῆς
αὑτῶν τὸν πόλεμον κατέστησαν. ἐτελεύτησαν δὲ τὸν βίον,
ὥσπερ χρὴ τοὺς ἀγαθοὺς ἀποθνῄσκειν, τῇ μὲν γὰρ πατρίδι
τὰ τροφεῖα ἀποδόντες, τοῖς δὲ θρέψασι λύπας καταλιπόν-
τες. [71] ὥστε ἄξιον τοῖς ζῶσι τούτους ποθεῖν καὶ σφᾶς αὐτοὺς
ὀλοφύρεσθαι καὶ τοὺς προσήκοντας αὐτῶν ἐλεεῖν τοῦ ἐπι-
λοίπου βίου. τίς γὰρ αὐτοῖς ἔτι ἡδονὴ καταλείπεται τοιού-
των ἀνδρῶν θαπτομένων, οἳ πάντα περὶ ἐλάττονος τῆς
ἀρετῆς ἡγούμενοι αὑτοὺς μὲν ἀπεστέρησαν βίου, χήρας δὲ
γυναῖκας ἐποίησαν, ὀρφανοὺς δὲ τοὺς αὑτῶν παῖδας ἀπέ-
λιπον, ἐρήμους δ’ ἀδελφοὺς καὶ πατέρας καὶ μητέρας κατ-
έστησαν; [72] πολλῶν δὲ καὶ δεινῶν ὑπαρχόντων τοὺς μὲν
παῖδας αὐτῶν ζηλῶ, ὅτι νεώτεροί εἰσιν ἢ ὥστε εἰδέναι οἵων
πατέρων ἐστέρηνται, ἐξ ὧν δ’ οὗτοι γεγόνασιν, οἰκτείρω,
ὅτι πρεσβύτεροι ἢ ὥστε ἐπιλαθέσθαι τῆς δυστυχίας τῆς
ἑαυτῶν. [73] τί γὰρ ἂν τούτων ἀνιαρότερον γένοιτο, ἢ τεκεῖν
μὲν καὶ θρέψαι καὶ θάψαι τοὺς αὑτῶν, ἐν δὲ τῷ γήρᾳ ἀδυ-
νάτους μὲν εἶναι τῷ σώματι, πασῶν δ’ ἀπεστερημένους
τῶν ἐλπίδων ἀφίλους καὶ ἀπόρους γεγονέναι, ὑπὲρ δὲ τῶν
αὐτῶν πρότερον ζηλοῦσθαι καὶ νῦν ἐλεεῖσθαι, ποθεινότερον
δ’ αὐτοῖς εἶναι τὸν θάνατον τοῦ βίου; ὅσῳ γὰρ ἄνδρες ἀμεί-
νους ἦσαν, τοσούτῳ τοῖς καταλειπομένοις τὸ πένθος μεῖζον.
[74] πῶς δ’ αὐτοὺς χρὴ λῆξαι τῆς λύπης; πότερον ἐν ταῖς τῆς
πόλεως συμφοραῖς; ἀλλὰ τότε αὐτῶν εἰκὸς καὶ τοὺς ἄλλους
μεμνῆσθαι. ἀλλ’ ἐν ταῖς εὐτυχίαις ταῖς κοιναῖς; ἀλλ’ ἱκα-
νὸν λυπῆσαι, τῶν μὲν σφετέρων τέκνων τετελευτηκότων,
τῶν δὲ ζώντων ἀπολαυόντων τῆς τούτων ἀρετῆς. ἀλλ’ ἐν
τοῖς ἰδίοις κινδύνοις, ὅταν ὁρῶσι τοὺς μὲν πρότερον ὄντας
φίλους φεύγοντας τὴν αὑτῶν ἀπορίαν, τοὺς δ’ ἐχθροὺς μέγα
φρονοῦντας ἐπὶ ταῖς δυστυχίαις ταῖς τούτων; [75] μόνην δ’ ἄν
μοι δοκοῦμεν ταύτην τοῖς ἐνθάδε κειμένοις ἀποδοῦναι χά-
ριν, εἰ τοὺς μὲν τοκέας αὐτῶν ὁμοίως ὥσπερ ἐκεῖνοι περὶ
πολλοῦ ποιοίμεθα, τοὺς δὲ παῖδας οὕτως ἀσπαζοίμεθα
ὥσπερ αὐτοὶ πατέρες ὄντες, ταῖς δὲ γυναιξὶν εἰ τοιούτους
βοηθοὺς ἡμᾶς αὐτοὺς παρέχοιμεν, οἷοίπερ ἐκεῖνοι ζῶντες
ἦσαν. [76] τίνας γὰρ ἂν εἰκότως μᾶλλον τιμῷμεν τῶν ἐνθάδε
κειμένων; τίνας δ’ ἂν τῶν ζώντων δικαιότερον περὶ πολ-
λοῦ ποιοίμεθα ἢ τοὺς τούτοις προσήκοντας, οἳ τῆς μὲν
τούτων ἀρετῆς τὸ ἴσον τοῖς ἄλλοις ἀπέλαυσαν, ἀποθανόν-
των δὲ μόνοι γνησίως τῆς δυστυχίας μετέχουσιν;
[77] Ἀλλὰ γὰρ οὐκ οἶδ’ ὅ τι δεῖ τοιαῦτα ὀλοφύρεσθαι· οὐ
γὰρ ἐλανθάνομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ὄντες θνητοί· ὥστε τί δεῖ,
ἃ πάλαι προσεδοκῶμεν πείσεσθαι, ὑπὲρ τούτων νῦν ἄχθε-
σθαι, ἢ λίαν οὕτω βαρέως φέρειν ἐπὶ ταῖς τῆς φύσεως
συμφοραῖς, ἐπισταμένους ὅτι ὁ θάνατος κοινὸς καὶ τοῖς
χειρίστοις καὶ τοῖς βελτίστοις; οὔτε γὰρ τοὺς πονηροὺς
ὑπερορᾷ οὔτε τοὺς ἀγαθοὺς θαυμάζει, ἀλλ’ ἴσον ἑαυτὸν
παρέχει πᾶσιν. [78] εἰ μὲν γὰρ οἷόν τε ἦν τοῖς τοὺς ἐν τῷ πο-
λέμῳ κινδύνους διαφυγοῦσιν ἀθανάτους εἶναι τὸν λοιπὸν
χρόνον, ἄξιον τοῖς ζῶσι τὸν ἅπαντα χρόνον πενθεῖν τοὺς
τεθνεῶτας· νῦν δὲ ἥ τε φύσις καὶ νόσων ἥττων καὶ γήρως,
ὅ τε δαίμων ὁ τὴν ἡμετέραν μοῖραν εἰληχὼς ἀπαραίτητος.
[79] ὥστε προσήκει τούτους εὐδαιμονεστάτους ἡγεῖσθαι, οἵτι-
νες ὑπὲρ μεγίστων καὶ καλλίστων κινδυνεύσαντες οὕτω
τὸν βίον ἐτελεύτησαν, οὐκ ἐπιτρέψαντες περὶ αὑτῶν τῇ
τύχῃ, οὐδ’ ἀναμείναντες τὸν αὐτόματον θάνατον, ἀλλ’ ἐκλε-
ξάμενοι τὸν κάλλιστον. καὶ γάρ τοι ἀγήρατοι μὲν αὐτῶν
αἱ μνῆμαι, ζηλωταὶ δὲ ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων αἱ τιμαί·
[80] οἳ πενθοῦνται μὲν διὰ τὴν φύσιν ὡς θνητοί, ὑμνοῦνται δὲ
ὡς ἀθάνατοι διὰ τὴν ἀρετήν. καὶ γάρ τοι θάπτονται δη-
μοσίᾳ, καὶ ἀγῶνες τίθενται ἐπ’ αὐτοῖς ῥώμης καὶ σοφίας
καὶ πλούτου, ὡς ἀξίους ὄντας τοὺς ἐν τῷ πολέμῳ τετελευ-
τηκότας ταῖς αὐταῖς τιμαῖς καὶ τοὺς ἀθανάτους τιμᾶσθαι.
[81] ἐγὼ μὲν οὖν αὐτοὺς καὶ μακαρίζω τοῦ θανάτου καὶ ζηλῶ,
καὶ μόνοις τούτοις ἀνθρώπων οἶμαι κρεῖττον εἶναι γενέ-
σθαι, οἵτινες, ἐπειδὴ θνητῶν σωμάτων ἔτυχον, ἀθάνατον
μνήμην διὰ τὴν ἀρετὴν <τὴν> αὑτῶν κατέλιπον· ὅμως δ’
ἀνάγκη τοῖς ἀρχαίοις ἔθεσι χρῆσθαι, καὶ θεραπεύοντας
τὸν πάτριον νόμον ὀλοφύρεσθαι τοὺς θαπτομένους.
ΛΥΣ 2.67–81
Έπαινος των προκείμενων νεκρών και προτροπή για συμπαράσταση στους γονείς τους – Ἐπίλογος: Η θνητή φύση των νεκρών και η αθάνατη δόξα τους
Ακολουθώντας τη συνήθη δομή των επιτάφιων λόγων, μετά την εκτενή αναφορά στους πολεμικούς άθλους του ένδοξου αθηναϊκού παρελθόντος και στον αγώνα των δημοκρατικών για την κατάλυση του καθεστώτος των Τριάκοντα, λίγο πριν περάσει στον ἐπίλογον, ο ομιλητής εξυμνεί τα κατορθώματα των προκείμενων νεκρών.
[67] Οἱ δὲ νῦν θαπτόμενοι, βοηθήσαντες Κορινθίοις ὑπὸ
παλαιῶν φίλων ἀδικουμένοις καινοὶ σύμμαχοι γενόμενοι,
οὐ τὴν αὐτὴν γνώμην Λακεδαιμονίοις ἔχοντες (οἱ μὲν γὰρ
τῶν ἀγαθῶν αὐτοῖς ἐφθόνουν, οἱ δὲ ἀδικουμένους αὐτοὺς
ἠλέουν, οὐ τῆς προτέρας ἔχθρας μεμνημένοι, ἀλλὰ τὴν
παροῦσαν φιλίαν περὶ πολλοῦ ποιούμενοι) πᾶσιν ἀνθρώποις
φανερὰν τὴν αὑτῶν ἀρετὴν ἐπεδείξαντο. [68] ἐτόλμησαν γὰρ με-
γάλην ποιοῦντες τὴν Ἑλλάδα οὐ μόνον ὑπὲρ τῆς αὑτῶν
σωτηρίας κινδυνεύειν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς τῶν πολεμίων
ἐλευθερίας ἀποθνῄσκειν· τοῖς γὰρ Λακεδαιμονίων συμμά-
χοις περὶ τῆς ἐκείνων ἐλευθερίας ἐμάχοντο. νικήσαντες μὲν
γὰρ ἐκείνους τῶν αὐτῶν ἠξίουν, δυστυχήσαντες δὲ βέβαιον
τὴν δουλείαν τοῖς ἐν τῇ Πελοποννήσῳ κατέλιπον.
[69] Ἐκείνοις μὲν οὖν οὕτω διακειμένοις ὁ βίος οἰκτρὸς
καὶ ὁ θάνατος εὐκτός· οὗτοι δὲ καὶ ζῶντες καὶ ἀποθανόν-
τες ζηλωτοί, παιδευθέντες μὲν ἐν τοῖς τῶν προγόνων ἀγα-
θοῖς, ἄνδρες δὲ γενόμενοι τήν τε ἐκείνων δόξαν διασώσαν-
τες καὶ τὴν αὑτῶν ἀρετὴν ἐπιδείξαντες. [70] πολλῶν μὲν γὰρ
καὶ καλῶν αἴτιοι γεγένηνται τῇ ἑαυτῶν πατρίδι, ἐπηνώρ-
θωσαν δὲ τὰ ὑφ’ ἑτέρων δυστυχηθέντα, πόρρω δ’ ἀπὸ τῆς
αὑτῶν τὸν πόλεμον κατέστησαν. ἐτελεύτησαν δὲ τὸν βίον,
ὥσπερ χρὴ τοὺς ἀγαθοὺς ἀποθνῄσκειν, τῇ μὲν γὰρ πατρίδι
τὰ τροφεῖα ἀποδόντες, τοῖς δὲ θρέψασι λύπας καταλιπόν-
τες. [71] ὥστε ἄξιον τοῖς ζῶσι τούτους ποθεῖν καὶ σφᾶς αὐτοὺς
ὀλοφύρεσθαι καὶ τοὺς προσήκοντας αὐτῶν ἐλεεῖν τοῦ ἐπι-
λοίπου βίου. τίς γὰρ αὐτοῖς ἔτι ἡδονὴ καταλείπεται τοιού-
των ἀνδρῶν θαπτομένων, οἳ πάντα περὶ ἐλάττονος τῆς
ἀρετῆς ἡγούμενοι αὑτοὺς μὲν ἀπεστέρησαν βίου, χήρας δὲ
γυναῖκας ἐποίησαν, ὀρφανοὺς δὲ τοὺς αὑτῶν παῖδας ἀπέ-
λιπον, ἐρήμους δ’ ἀδελφοὺς καὶ πατέρας καὶ μητέρας κατ-
έστησαν; [72] πολλῶν δὲ καὶ δεινῶν ὑπαρχόντων τοὺς μὲν
παῖδας αὐτῶν ζηλῶ, ὅτι νεώτεροί εἰσιν ἢ ὥστε εἰδέναι οἵων
πατέρων ἐστέρηνται, ἐξ ὧν δ’ οὗτοι γεγόνασιν, οἰκτείρω,
ὅτι πρεσβύτεροι ἢ ὥστε ἐπιλαθέσθαι τῆς δυστυχίας τῆς
ἑαυτῶν. [73] τί γὰρ ἂν τούτων ἀνιαρότερον γένοιτο, ἢ τεκεῖν
μὲν καὶ θρέψαι καὶ θάψαι τοὺς αὑτῶν, ἐν δὲ τῷ γήρᾳ ἀδυ-
νάτους μὲν εἶναι τῷ σώματι, πασῶν δ’ ἀπεστερημένους
τῶν ἐλπίδων ἀφίλους καὶ ἀπόρους γεγονέναι, ὑπὲρ δὲ τῶν
αὐτῶν πρότερον ζηλοῦσθαι καὶ νῦν ἐλεεῖσθαι, ποθεινότερον
δ’ αὐτοῖς εἶναι τὸν θάνατον τοῦ βίου; ὅσῳ γὰρ ἄνδρες ἀμεί-
νους ἦσαν, τοσούτῳ τοῖς καταλειπομένοις τὸ πένθος μεῖζον.
[74] πῶς δ’ αὐτοὺς χρὴ λῆξαι τῆς λύπης; πότερον ἐν ταῖς τῆς
πόλεως συμφοραῖς; ἀλλὰ τότε αὐτῶν εἰκὸς καὶ τοὺς ἄλλους
μεμνῆσθαι. ἀλλ’ ἐν ταῖς εὐτυχίαις ταῖς κοιναῖς; ἀλλ’ ἱκα-
νὸν λυπῆσαι, τῶν μὲν σφετέρων τέκνων τετελευτηκότων,
τῶν δὲ ζώντων ἀπολαυόντων τῆς τούτων ἀρετῆς. ἀλλ’ ἐν
τοῖς ἰδίοις κινδύνοις, ὅταν ὁρῶσι τοὺς μὲν πρότερον ὄντας
φίλους φεύγοντας τὴν αὑτῶν ἀπορίαν, τοὺς δ’ ἐχθροὺς μέγα
φρονοῦντας ἐπὶ ταῖς δυστυχίαις ταῖς τούτων; [75] μόνην δ’ ἄν
μοι δοκοῦμεν ταύτην τοῖς ἐνθάδε κειμένοις ἀποδοῦναι χά-
ριν, εἰ τοὺς μὲν τοκέας αὐτῶν ὁμοίως ὥσπερ ἐκεῖνοι περὶ
πολλοῦ ποιοίμεθα, τοὺς δὲ παῖδας οὕτως ἀσπαζοίμεθα
ὥσπερ αὐτοὶ πατέρες ὄντες, ταῖς δὲ γυναιξὶν εἰ τοιούτους
βοηθοὺς ἡμᾶς αὐτοὺς παρέχοιμεν, οἷοίπερ ἐκεῖνοι ζῶντες
ἦσαν. [76] τίνας γὰρ ἂν εἰκότως μᾶλλον τιμῷμεν τῶν ἐνθάδε
κειμένων; τίνας δ’ ἂν τῶν ζώντων δικαιότερον περὶ πολ-
λοῦ ποιοίμεθα ἢ τοὺς τούτοις προσήκοντας, οἳ τῆς μὲν
τούτων ἀρετῆς τὸ ἴσον τοῖς ἄλλοις ἀπέλαυσαν, ἀποθανόν-
των δὲ μόνοι γνησίως τῆς δυστυχίας μετέχουσιν;
[77] Ἀλλὰ γὰρ οὐκ οἶδ’ ὅ τι δεῖ τοιαῦτα ὀλοφύρεσθαι· οὐ
γὰρ ἐλανθάνομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ὄντες θνητοί· ὥστε τί δεῖ,
ἃ πάλαι προσεδοκῶμεν πείσεσθαι, ὑπὲρ τούτων νῦν ἄχθε-
σθαι, ἢ λίαν οὕτω βαρέως φέρειν ἐπὶ ταῖς τῆς φύσεως
συμφοραῖς, ἐπισταμένους ὅτι ὁ θάνατος κοινὸς καὶ τοῖς
χειρίστοις καὶ τοῖς βελτίστοις; οὔτε γὰρ τοὺς πονηροὺς
ὑπερορᾷ οὔτε τοὺς ἀγαθοὺς θαυμάζει, ἀλλ’ ἴσον ἑαυτὸν
παρέχει πᾶσιν. [78] εἰ μὲν γὰρ οἷόν τε ἦν τοῖς τοὺς ἐν τῷ πο-
λέμῳ κινδύνους διαφυγοῦσιν ἀθανάτους εἶναι τὸν λοιπὸν
χρόνον, ἄξιον τοῖς ζῶσι τὸν ἅπαντα χρόνον πενθεῖν τοὺς
τεθνεῶτας· νῦν δὲ ἥ τε φύσις καὶ νόσων ἥττων καὶ γήρως,
ὅ τε δαίμων ὁ τὴν ἡμετέραν μοῖραν εἰληχὼς ἀπαραίτητος.
[79] ὥστε προσήκει τούτους εὐδαιμονεστάτους ἡγεῖσθαι, οἵτι-
νες ὑπὲρ μεγίστων καὶ καλλίστων κινδυνεύσαντες οὕτω
τὸν βίον ἐτελεύτησαν, οὐκ ἐπιτρέψαντες περὶ αὑτῶν τῇ
τύχῃ, οὐδ’ ἀναμείναντες τὸν αὐτόματον θάνατον, ἀλλ’ ἐκλε-
ξάμενοι τὸν κάλλιστον. καὶ γάρ τοι ἀγήρατοι μὲν αὐτῶν
αἱ μνῆμαι, ζηλωταὶ δὲ ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων αἱ τιμαί·
[80] οἳ πενθοῦνται μὲν διὰ τὴν φύσιν ὡς θνητοί, ὑμνοῦνται δὲ
ὡς ἀθάνατοι διὰ τὴν ἀρετήν. καὶ γάρ τοι θάπτονται δη-
μοσίᾳ, καὶ ἀγῶνες τίθενται ἐπ’ αὐτοῖς ῥώμης καὶ σοφίας
καὶ πλούτου, ὡς ἀξίους ὄντας τοὺς ἐν τῷ πολέμῳ τετελευ-
τηκότας ταῖς αὐταῖς τιμαῖς καὶ τοὺς ἀθανάτους τιμᾶσθαι.
[81] ἐγὼ μὲν οὖν αὐτοὺς καὶ μακαρίζω τοῦ θανάτου καὶ ζηλῶ,
καὶ μόνοις τούτοις ἀνθρώπων οἶμαι κρεῖττον εἶναι γενέ-
σθαι, οἵτινες, ἐπειδὴ θνητῶν σωμάτων ἔτυχον, ἀθάνατον
μνήμην διὰ τὴν ἀρετὴν <τὴν> αὑτῶν κατέλιπον· ὅμως δ’
ἀνάγκη τοῖς ἀρχαίοις ἔθεσι χρῆσθαι, καὶ θεραπεύοντας
τὸν πάτριον νόμον ὀλοφύρεσθαι τοὺς θαπτομένους.
***
Οι σήμερον δε θαπτόμενοι βοηθήσαντες τους Κορινθίους αδικουμένους υπό των παλαιών των φίλων γενόμενοι προ ολίγου σύμμαχοι αυτών, διότι δεν είχαν την ιδίαν γνώμην με τους Λακεδαιμονίους (διότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι τους εφθόνουν διά τον πλούτον των, οι δε Αθηναίοι τους ελυπούντο διά την γενομένην εις αυτούς αδικίαν, λησμονήσαντες την παλαιάν έχθραν και εκτιμώντες πολύ την σημερινήν φιλίαν), έδειξαν φανερά εις όλους τους ανθρώπους την αρετήν των.
Διότι ετόλμησαν προσπαθούντες να κάμουν μεγάλην την Ελλάδα όχι μόνον υπέρ της σωτηρίας των να διακινδυνεύσουν, αλλά και υπέρ της ελευθερίας των εχθρών των να αποθνήσκουν· διότι εμάχοντο εναντίον των συμμάχων τών Λακεδαιμονίων διά την ελευθερίαν των ιδίων. Διότι εάν μεν ενίκων αυτούς θα τους έδιδον όσα και αυτοί είχον (θα τους έκαμναν ελευθέρους), επειδή δε ενικήθησαν κατέλιπον εις τους εν Πελοποννήσω (συμμάχους των Σπαρτιατών) σταθεράν την δουλείαν.
Εις εκείνους μεν λοιπόν (τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων) ευρισκομένους εις αυτήν την κατάστασιν η ζωή είναι οικτρά και ο θάνατος επιθυμητός· ούτοι δε (οι θαπτόμενοι) και εφ' όσον έζων και διότι απέθανον είναι ζηλευτοί, διότι ανετράφησαν μεν εις τα αγαθά των προγόνων τους, εδείχθησαν δε γενναίοι, διασώσαντες την δόξαν εκείνων και έδειξαν την ανδρείαν των. Διότι πολλών και ενδόξων έχουν γίνει αίτιοι εις την πατρίδα των, επηνώρθωσαν δε όσα άλλοι κατέστρεψαν, μετέφερον δε τον πόλεμον μακράν της πατρίδος των. Απέθανον δε ως αρμόζει να αποθνήσκουν οι γενναίοι, διότι απέδωσαν μεν εις την πατρίδα των τα τροφεία, κατέλιπον δε εις τους γονείς των λύπας.
Ώστε αξίζει οι ζώντες να ποθούν τούτους και να οδύρωνται διά τον εαυτόν τους, και τους συγγενείς (των θανόντων) να λυπούνται διά τον υπόλοιπον βίον των. Διότι ποία ευχαρίστησις πλέον μένει εις αυτούς, αφού τοιούτοι όντες (οι συγγενείς των) απέθανον και ετάφησαν, οίτινες θεωρούντες πάντα κατώτερα της αρετής, αυτοί μεν έχασαν την ζωήν των, τας συζύγους των δε έκαμαν χήρας, άφησαν ορφανά τα παιδιά τους, εστέρησαν δε της παρουσίας των τας αδελφάς, τους πατέρας των και τας μητέρας των; Αν και υπάρχουν πολλά και φοβερά τους μεν παίδας αυτών μακαρίζω, διότι είναι μικροί και δεν καταλαβαίνουν τίνων πατέρων εστερήθησαν, λυπούμαι δε τους γονείς (των φονευθέντων), διότι είναι γέροντες και δεν δύνανται να λησμονήσουν την δυστυχίαν των. Διότι τι δύναται να υπάρξη λυπηρότερον από ταύτα, δηλαδή από το να γεννήσουν, να αναθρέψουν και με στοργήν να περιποιηθούν τα παιδιά τους, εις τα γεράματά τους δε να είναι αδύνατοι κατά το σώμα, στερημένοι δε πάσης ελπίδος να μη έχουν φίλους, να είναι πτωχοί, να κινούν δε τον οίκτον εκείνων, που πρότερον τους εζήλευαν (διά την ευτυχίαν των), και να τους είναι προσφιλέστερος ο θάνατος από την ζωήν; Διότι όσο οι παίδες των ήσαν καλύτεροι των άλλων, τόσο και η λύπη και εις τους ζώντας γονείς και συγγενείς είναι μεγαλυτέρα. Πώς λοιπόν πρέπει να παύσουν αυτοί να λυπούνται; Με τας συμφοράς της πόλεως; Αλλά εις την τοιαύτην περίπτωσιν φυσικόν είναι όχι μόνον οι γονείς αλλά και οι άλλοι (πολίται) να ενθυμούνται αυτούς (τους υπέρ της πατρίδος πεσόντας). Αλλά με τας κοινάς ευτυχίας (θα παύσουν οι γονείς να λυπούνται διά τον θάνατον των τέκνων των); Αλλ' αυταί ικαναί είναι μόνον να τους προξενούν λύπην, αφού τα μεν παιδιά τους εφονεύθησαν, οι δε ζώντες απολαμβάνουν τα αγαθά τα πηγάσαντα από την ανδρείαν εκείνων. Αλλά θα παρηγορηθούν με τας ιδιωτικάς των συμφοράς (διά την απώλειαν των τέκνων των), όταν βλέπουν εκείνους, που πρωτύτερα ήσαν φίλοι των, να τους αποφεύγουν ένεκα της φτώχειας των, να υπερηφανεύωνται δε οι εχθροί των διά την δυστυχίαν αυτών; Μου φαίνεται δε ότι μόνην χάριν ταύτην δυνάμεθα να αποδώσωμεν εις τους ταφέντας, εάν δηλαδή τιμώμεν τους γονείς αυτών, όπως εκείνοι τους ετίμων, τους δε παίδας αυτών αγαπώμεν, και εάν ημείς είμεθα πατέρες των, και αν τας συζύγους των τόσον βοηθούμεν, όπως εκείνοι τας εβοήθουν όταν έζων. Διότι ποίους άλλους αποθανόντας δυνάμεθα ευλόγως να τιμώμεν περισσότερον από τους εν τω νεκροταφείω τούτω ταφέντας; Ποίους δε από τους ζώντας δικαιότερον δυνάμεθα να τιμώμεν από τους συγγενείς τούτων, οι οποίοι απήλαυσαν μεν τα αγαθά τα πηγάσαντα από την ανδρείαν τούτων εξίσου με τους άλλους, όταν δ' εκείνοι εφονεύθησαν μετέχουν της δυστυχίας (της προελθούσης εκ του θανάτου εκείνων) εντελώς μόνοι;
Αλλά βέβαια δεν ξεύρω γιατί πρέπει τοιαύτα να θρηνολογώ· διότι δεν λησμονούμε πως είμεθα θνητοί ώστε γιατί πρέπει να λυπούμεθα τώρα για πράγματα, που προ πολλού είχαμεν πεισθή πως θα πάθωμε, ή γιατί πρέπει να στενοχωρούμεθα τόσον υπερβολικά διά τας αναποφεύκτους συμφοράς μας, αφού ξεύρομεν ότι ο θάνατος είναι κοινός και διά τους χειρίστους και διά τους αρίστους; Διότι ούτε τους φαύλους περιφρονεί (ο θάνατος) ούτε τους χρηστούς θαυμάζει, αλλά δείχνεται ίσος σε όλους. Γιατί αν ήτο δυνατόν οι διαφυγόντες τους πολεμικούς κινδύνους να είναι αθάνατοι τον υπόλοιπον χρόνον, θα άξιζε οι ζώντες να πενθούν αιωνίως τους εν πολέμω πεσόντας. Τώρα όμως εκ φύσεως προωρίσθημεν και να ασθενούμε και να γερνούμε, και η προορισθείσα (δι' έκαστον) μοίρα είναι αμετάτρεπτος. Ώστε αρμόζει να θεωρώμεν αυτούς ευτυχεστάτους, οίτινες απέθανον αγωνισθέντες υπέρ των μεγίστων και καλλίστων, χωρίς να επιτρέψουν στην τύχη να αποφασίση διά τον εαυτόν τους, χωρίς να περιμείνουν τον φυσικόν θάνατον, αλλά εκλέξαντες τον κάλλιστον. Διότι και αιωνίως βέβαια θα τους ενθυμούνται, και θα ζηλεύουν τας τιμάς των όλοι οι άνθρωποι· τους οποίους πενθούν μεν διά τον θάνατόν των ως θνητούς, υμνούν δε διά την ανδρείαν των ως αθανάτους. Διότι και θάπτονται βέβαια πανηγυρικώς (με δημόσια έξοδα) και προκηρύσσονται αγώνες προς τιμήν αυτών, ρώμης, σοφίας, και πλούτου, διότι οι εις τον πόλεμον πεσόντες αξίζει να τιμώνται με τας ιδίας τιμάς που τιμώνται και οι αθάνατοι θεοί· εγώ μεν λοιπόν και τους μακαρίζω (τους θεωρώ ευτυχείς) και τους ζηλεύω, και νομίζω πως μόνον οι άνθρωποι αυτοί καλύτερον είναι να γεννώνται, οι οποίοι αν και έλαβαν θνητά σώματα, άφησαν αθάνατον μνήμην εξαιτίας της ανδρείας των· είναι όμως ανάγκη να τηρώμεν τα παλαιά έθιμα, και ακολουθούντες τον πατροπαράδοτον νόμον να κλαίωμεν τους θαπτομένους.
Οι σήμερον δε θαπτόμενοι βοηθήσαντες τους Κορινθίους αδικουμένους υπό των παλαιών των φίλων γενόμενοι προ ολίγου σύμμαχοι αυτών, διότι δεν είχαν την ιδίαν γνώμην με τους Λακεδαιμονίους (διότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι τους εφθόνουν διά τον πλούτον των, οι δε Αθηναίοι τους ελυπούντο διά την γενομένην εις αυτούς αδικίαν, λησμονήσαντες την παλαιάν έχθραν και εκτιμώντες πολύ την σημερινήν φιλίαν), έδειξαν φανερά εις όλους τους ανθρώπους την αρετήν των.
Διότι ετόλμησαν προσπαθούντες να κάμουν μεγάλην την Ελλάδα όχι μόνον υπέρ της σωτηρίας των να διακινδυνεύσουν, αλλά και υπέρ της ελευθερίας των εχθρών των να αποθνήσκουν· διότι εμάχοντο εναντίον των συμμάχων τών Λακεδαιμονίων διά την ελευθερίαν των ιδίων. Διότι εάν μεν ενίκων αυτούς θα τους έδιδον όσα και αυτοί είχον (θα τους έκαμναν ελευθέρους), επειδή δε ενικήθησαν κατέλιπον εις τους εν Πελοποννήσω (συμμάχους των Σπαρτιατών) σταθεράν την δουλείαν.
Εις εκείνους μεν λοιπόν (τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων) ευρισκομένους εις αυτήν την κατάστασιν η ζωή είναι οικτρά και ο θάνατος επιθυμητός· ούτοι δε (οι θαπτόμενοι) και εφ' όσον έζων και διότι απέθανον είναι ζηλευτοί, διότι ανετράφησαν μεν εις τα αγαθά των προγόνων τους, εδείχθησαν δε γενναίοι, διασώσαντες την δόξαν εκείνων και έδειξαν την ανδρείαν των. Διότι πολλών και ενδόξων έχουν γίνει αίτιοι εις την πατρίδα των, επηνώρθωσαν δε όσα άλλοι κατέστρεψαν, μετέφερον δε τον πόλεμον μακράν της πατρίδος των. Απέθανον δε ως αρμόζει να αποθνήσκουν οι γενναίοι, διότι απέδωσαν μεν εις την πατρίδα των τα τροφεία, κατέλιπον δε εις τους γονείς των λύπας.
Ώστε αξίζει οι ζώντες να ποθούν τούτους και να οδύρωνται διά τον εαυτόν τους, και τους συγγενείς (των θανόντων) να λυπούνται διά τον υπόλοιπον βίον των. Διότι ποία ευχαρίστησις πλέον μένει εις αυτούς, αφού τοιούτοι όντες (οι συγγενείς των) απέθανον και ετάφησαν, οίτινες θεωρούντες πάντα κατώτερα της αρετής, αυτοί μεν έχασαν την ζωήν των, τας συζύγους των δε έκαμαν χήρας, άφησαν ορφανά τα παιδιά τους, εστέρησαν δε της παρουσίας των τας αδελφάς, τους πατέρας των και τας μητέρας των; Αν και υπάρχουν πολλά και φοβερά τους μεν παίδας αυτών μακαρίζω, διότι είναι μικροί και δεν καταλαβαίνουν τίνων πατέρων εστερήθησαν, λυπούμαι δε τους γονείς (των φονευθέντων), διότι είναι γέροντες και δεν δύνανται να λησμονήσουν την δυστυχίαν των. Διότι τι δύναται να υπάρξη λυπηρότερον από ταύτα, δηλαδή από το να γεννήσουν, να αναθρέψουν και με στοργήν να περιποιηθούν τα παιδιά τους, εις τα γεράματά τους δε να είναι αδύνατοι κατά το σώμα, στερημένοι δε πάσης ελπίδος να μη έχουν φίλους, να είναι πτωχοί, να κινούν δε τον οίκτον εκείνων, που πρότερον τους εζήλευαν (διά την ευτυχίαν των), και να τους είναι προσφιλέστερος ο θάνατος από την ζωήν; Διότι όσο οι παίδες των ήσαν καλύτεροι των άλλων, τόσο και η λύπη και εις τους ζώντας γονείς και συγγενείς είναι μεγαλυτέρα. Πώς λοιπόν πρέπει να παύσουν αυτοί να λυπούνται; Με τας συμφοράς της πόλεως; Αλλά εις την τοιαύτην περίπτωσιν φυσικόν είναι όχι μόνον οι γονείς αλλά και οι άλλοι (πολίται) να ενθυμούνται αυτούς (τους υπέρ της πατρίδος πεσόντας). Αλλά με τας κοινάς ευτυχίας (θα παύσουν οι γονείς να λυπούνται διά τον θάνατον των τέκνων των); Αλλ' αυταί ικαναί είναι μόνον να τους προξενούν λύπην, αφού τα μεν παιδιά τους εφονεύθησαν, οι δε ζώντες απολαμβάνουν τα αγαθά τα πηγάσαντα από την ανδρείαν εκείνων. Αλλά θα παρηγορηθούν με τας ιδιωτικάς των συμφοράς (διά την απώλειαν των τέκνων των), όταν βλέπουν εκείνους, που πρωτύτερα ήσαν φίλοι των, να τους αποφεύγουν ένεκα της φτώχειας των, να υπερηφανεύωνται δε οι εχθροί των διά την δυστυχίαν αυτών; Μου φαίνεται δε ότι μόνην χάριν ταύτην δυνάμεθα να αποδώσωμεν εις τους ταφέντας, εάν δηλαδή τιμώμεν τους γονείς αυτών, όπως εκείνοι τους ετίμων, τους δε παίδας αυτών αγαπώμεν, και εάν ημείς είμεθα πατέρες των, και αν τας συζύγους των τόσον βοηθούμεν, όπως εκείνοι τας εβοήθουν όταν έζων. Διότι ποίους άλλους αποθανόντας δυνάμεθα ευλόγως να τιμώμεν περισσότερον από τους εν τω νεκροταφείω τούτω ταφέντας; Ποίους δε από τους ζώντας δικαιότερον δυνάμεθα να τιμώμεν από τους συγγενείς τούτων, οι οποίοι απήλαυσαν μεν τα αγαθά τα πηγάσαντα από την ανδρείαν τούτων εξίσου με τους άλλους, όταν δ' εκείνοι εφονεύθησαν μετέχουν της δυστυχίας (της προελθούσης εκ του θανάτου εκείνων) εντελώς μόνοι;
Αλλά βέβαια δεν ξεύρω γιατί πρέπει τοιαύτα να θρηνολογώ· διότι δεν λησμονούμε πως είμεθα θνητοί ώστε γιατί πρέπει να λυπούμεθα τώρα για πράγματα, που προ πολλού είχαμεν πεισθή πως θα πάθωμε, ή γιατί πρέπει να στενοχωρούμεθα τόσον υπερβολικά διά τας αναποφεύκτους συμφοράς μας, αφού ξεύρομεν ότι ο θάνατος είναι κοινός και διά τους χειρίστους και διά τους αρίστους; Διότι ούτε τους φαύλους περιφρονεί (ο θάνατος) ούτε τους χρηστούς θαυμάζει, αλλά δείχνεται ίσος σε όλους. Γιατί αν ήτο δυνατόν οι διαφυγόντες τους πολεμικούς κινδύνους να είναι αθάνατοι τον υπόλοιπον χρόνον, θα άξιζε οι ζώντες να πενθούν αιωνίως τους εν πολέμω πεσόντας. Τώρα όμως εκ φύσεως προωρίσθημεν και να ασθενούμε και να γερνούμε, και η προορισθείσα (δι' έκαστον) μοίρα είναι αμετάτρεπτος. Ώστε αρμόζει να θεωρώμεν αυτούς ευτυχεστάτους, οίτινες απέθανον αγωνισθέντες υπέρ των μεγίστων και καλλίστων, χωρίς να επιτρέψουν στην τύχη να αποφασίση διά τον εαυτόν τους, χωρίς να περιμείνουν τον φυσικόν θάνατον, αλλά εκλέξαντες τον κάλλιστον. Διότι και αιωνίως βέβαια θα τους ενθυμούνται, και θα ζηλεύουν τας τιμάς των όλοι οι άνθρωποι· τους οποίους πενθούν μεν διά τον θάνατόν των ως θνητούς, υμνούν δε διά την ανδρείαν των ως αθανάτους. Διότι και θάπτονται βέβαια πανηγυρικώς (με δημόσια έξοδα) και προκηρύσσονται αγώνες προς τιμήν αυτών, ρώμης, σοφίας, και πλούτου, διότι οι εις τον πόλεμον πεσόντες αξίζει να τιμώνται με τας ιδίας τιμάς που τιμώνται και οι αθάνατοι θεοί· εγώ μεν λοιπόν και τους μακαρίζω (τους θεωρώ ευτυχείς) και τους ζηλεύω, και νομίζω πως μόνον οι άνθρωποι αυτοί καλύτερον είναι να γεννώνται, οι οποίοι αν και έλαβαν θνητά σώματα, άφησαν αθάνατον μνήμην εξαιτίας της ανδρείας των· είναι όμως ανάγκη να τηρώμεν τα παλαιά έθιμα, και ακολουθούντες τον πατροπαράδοτον νόμον να κλαίωμεν τους θαπτομένους.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)




