Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΛΥΣΙΑΣ, ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΙΣ ΚΟΡΙΝΘΙΩΝ ΒΟΗΘΟΙΣ

ΛΥΣ 2.67–81

Έπαινος των προκείμενων νεκρών και προτροπή για συμπαράσταση στους γονείς τους – Ἐπίλογος: Η θνητή φύση των νεκρών και η αθάνατη δόξα τους

Ακολουθώντας τη συνήθη δομή των επιτάφιων λόγων, μετά την εκτενή αναφορά στους πολεμικούς άθλους του ένδοξου αθηναϊκού παρελθόντος και στον αγώνα των δημοκρατικών για την κατάλυση του καθεστώτος των Τριάκοντα, λίγο πριν περάσει στον ἐπίλογον, ο ομιλητής εξυμνεί τα κατορθώματα των προκείμενων νεκρών.

[67] Οἱ δὲ νῦν θαπτόμενοι, βοηθήσαντες Κορινθίοις ὑπὸ
παλαιῶν φίλων ἀδικουμένοις καινοὶ σύμμαχοι γενόμενοι,
οὐ τὴν αὐτὴν γνώμην Λακεδαιμονίοις ἔχοντες (οἱ μὲν γὰρ
τῶν ἀγαθῶν αὐτοῖς ἐφθόνουν, οἱ δὲ ἀδικουμένους αὐτοὺς
ἠλέουν, οὐ τῆς προτέρας ἔχθρας μεμνημένοι, ἀλλὰ τὴν
παροῦσαν φιλίαν περὶ πολλοῦ ποιούμενοι) πᾶσιν ἀνθρώποις
φανερὰν τὴν αὑτῶν ἀρετὴν ἐπεδείξαντο. [68] ἐτόλμησαν γὰρ με-
γάλην ποιοῦντες τὴν Ἑλλάδα οὐ μόνον ὑπὲρ τῆς αὑτῶν
σωτηρίας κινδυνεύειν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς τῶν πολεμίων
ἐλευθερίας ἀποθνῄσκειν· τοῖς γὰρ Λακεδαιμονίων συμμά-
χοις περὶ τῆς ἐκείνων ἐλευθερίας ἐμάχοντο. νικήσαντες μὲν
γὰρ ἐκείνους τῶν αὐτῶν ἠξίουν, δυστυχήσαντες δὲ βέβαιον
τὴν δουλείαν τοῖς ἐν τῇ Πελοποννήσῳ κατέλιπον.

[69] Ἐκείνοις μὲν οὖν οὕτω διακειμένοις ὁ βίος οἰκτρὸς
καὶ ὁ θάνατος εὐκτός· οὗτοι δὲ καὶ ζῶντες καὶ ἀποθανόν-
τες ζηλωτοί, παιδευθέντες μὲν ἐν τοῖς τῶν προγόνων ἀγα-
θοῖς, ἄνδρες δὲ γενόμενοι τήν τε ἐκείνων δόξαν διασώσαν-
τες καὶ τὴν αὑτῶν ἀρετὴν ἐπιδείξαντες. [70] πολλῶν μὲν γὰρ
καὶ καλῶν αἴτιοι γεγένηνται τῇ ἑαυτῶν πατρίδι, ἐπηνώρ-
θωσαν δὲ τὰ ὑφ’ ἑτέρων δυστυχηθέντα, πόρρω δ’ ἀπὸ τῆς
αὑτῶν τὸν πόλεμον κατέστησαν. ἐτελεύτησαν δὲ τὸν βίον,
ὥσπερ χρὴ τοὺς ἀγαθοὺς ἀποθνῄσκειν, τῇ μὲν γὰρ πατρίδι
τὰ τροφεῖα ἀποδόντες, τοῖς δὲ θρέψασι λύπας καταλιπόν-
τες. [71] ὥστε ἄξιον τοῖς ζῶσι τούτους ποθεῖν καὶ σφᾶς αὐτοὺς
ὀλοφύρεσθαι καὶ τοὺς προσήκοντας αὐτῶν ἐλεεῖν τοῦ ἐπι-
λοίπου βίου. τίς γὰρ αὐτοῖς ἔτι ἡδονὴ καταλείπεται τοιού-
των ἀνδρῶν θαπτομένων, οἳ πάντα περὶ ἐλάττονος τῆς
ἀρετῆς ἡγούμενοι αὑτοὺς μὲν ἀπεστέρησαν βίου, χήρας δὲ
γυναῖκας ἐποίησαν, ὀρφανοὺς δὲ τοὺς αὑτῶν παῖδας ἀπέ-
λιπον, ἐρήμους δ’ ἀδελφοὺς καὶ πατέρας καὶ μητέρας κατ-
έστησαν; [72] πολλῶν δὲ καὶ δεινῶν ὑπαρχόντων τοὺς μὲν
παῖδας αὐτῶν ζηλῶ, ὅτι νεώτεροί εἰσιν ἢ ὥστε εἰδέναι οἵων
πατέρων ἐστέρηνται, ἐξ ὧν δ’ οὗτοι γεγόνασιν, οἰκτείρω,
ὅτι πρεσβύτεροι ἢ ὥστε ἐπιλαθέσθαι τῆς δυστυχίας τῆς
ἑαυτῶν. [73] τί γὰρ ἂν τούτων ἀνιαρότερον γένοιτο, ἢ τεκεῖν
μὲν καὶ θρέψαι καὶ θάψαι τοὺς αὑτῶν, ἐν δὲ τῷ γήρᾳ ἀδυ-
νάτους μὲν εἶναι τῷ σώματι, πασῶν δ’ ἀπεστερημένους
τῶν ἐλπίδων ἀφίλους καὶ ἀπόρους γεγονέναι, ὑπὲρ δὲ τῶν
αὐτῶν πρότερον ζηλοῦσθαι καὶ νῦν ἐλεεῖσθαι, ποθεινότερον
δ’ αὐτοῖς εἶναι τὸν θάνατον τοῦ βίου; ὅσῳ γὰρ ἄνδρες ἀμεί-
νους ἦσαν, τοσούτῳ τοῖς καταλειπομένοις τὸ πένθος μεῖζον.
[74] πῶς δ’ αὐτοὺς χρὴ λῆξαι τῆς λύπης; πότερον ἐν ταῖς τῆς
πόλεως συμφοραῖς; ἀλλὰ τότε αὐτῶν εἰκὸς καὶ τοὺς ἄλλους
μεμνῆσθαι. ἀλλ’ ἐν ταῖς εὐτυχίαις ταῖς κοιναῖς; ἀλλ’ ἱκα-
νὸν λυπῆσαι, τῶν μὲν σφετέρων τέκνων τετελευτηκότων,
τῶν δὲ ζώντων ἀπολαυόντων τῆς τούτων ἀρετῆς. ἀλλ’ ἐν
τοῖς ἰδίοις κινδύνοις, ὅταν ὁρῶσι τοὺς μὲν πρότερον ὄντας
φίλους φεύγοντας τὴν αὑτῶν ἀπορίαν, τοὺς δ’ ἐχθροὺς μέγα
φρονοῦντας ἐπὶ ταῖς δυστυχίαις ταῖς τούτων; [75] μόνην δ’ ἄν
μοι δοκοῦμεν ταύτην τοῖς ἐνθάδε κειμένοις ἀποδοῦναι χά-
ριν, εἰ τοὺς μὲν τοκέας αὐτῶν ὁμοίως ὥσπερ ἐκεῖνοι περὶ
πολλοῦ ποιοίμεθα, τοὺς δὲ παῖδας οὕτως ἀσπαζοίμεθα
ὥσπερ αὐτοὶ πατέρες ὄντες, ταῖς δὲ γυναιξὶν εἰ τοιούτους
βοηθοὺς ἡμᾶς αὐτοὺς παρέχοιμεν, οἷοίπερ ἐκεῖνοι ζῶντες
ἦσαν. [76] τίνας γὰρ ἂν εἰκότως μᾶλλον τιμῷμεν τῶν ἐνθάδε
κειμένων; τίνας δ’ ἂν τῶν ζώντων δικαιότερον περὶ πολ-
λοῦ ποιοίμεθα ἢ τοὺς τούτοις προσήκοντας, οἳ τῆς μὲν
τούτων ἀρετῆς τὸ ἴσον τοῖς ἄλλοις ἀπέλαυσαν, ἀποθανόν-
των δὲ μόνοι γνησίως τῆς δυστυχίας μετέχουσιν;

[77] Ἀλλὰ γὰρ οὐκ οἶδ’ ὅ τι δεῖ τοιαῦτα ὀλοφύρεσθαι· οὐ
γὰρ ἐλανθάνομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ὄντες θνητοί· ὥστε τί δεῖ,
ἃ πάλαι προσεδοκῶμεν πείσεσθαι, ὑπὲρ τούτων νῦν ἄχθε-
σθαι, ἢ λίαν οὕτω βαρέως φέρειν ἐπὶ ταῖς τῆς φύσεως
συμφοραῖς, ἐπισταμένους ὅτι ὁ θάνατος κοινὸς καὶ τοῖς
χειρίστοις καὶ τοῖς βελτίστοις; οὔτε γὰρ τοὺς πονηροὺς
ὑπερορᾷ οὔτε τοὺς ἀγαθοὺς θαυμάζει, ἀλλ’ ἴσον ἑαυτὸν
παρέχει πᾶσιν. [78] εἰ μὲν γὰρ οἷόν τε ἦν τοῖς τοὺς ἐν τῷ πο-
λέμῳ κινδύνους διαφυγοῦσιν ἀθανάτους εἶναι τὸν λοιπὸν
χρόνον, ἄξιον τοῖς ζῶσι τὸν ἅπαντα χρόνον πενθεῖν τοὺς
τεθνεῶτας· νῦν δὲ ἥ τε φύσις καὶ νόσων ἥττων καὶ γήρως,
ὅ τε δαίμων ὁ τὴν ἡμετέραν μοῖραν εἰληχὼς ἀπαραίτητος.
[79] ὥστε προσήκει τούτους εὐδαιμονεστάτους ἡγεῖσθαι, οἵτι-
νες ὑπὲρ μεγίστων καὶ καλλίστων κινδυνεύσαντες οὕτω
τὸν βίον ἐτελεύτησαν, οὐκ ἐπιτρέψαντες περὶ αὑτῶν τῇ
τύχῃ, οὐδ’ ἀναμείναντες τὸν αὐτόματον θάνατον, ἀλλ’ ἐκλε-
ξάμενοι τὸν κάλλιστον. καὶ γάρ τοι ἀγήρατοι μὲν αὐτῶν
αἱ μνῆμαι, ζηλωταὶ δὲ ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων αἱ τιμαί·
[80] οἳ πενθοῦνται μὲν διὰ τὴν φύσιν ὡς θνητοί, ὑμνοῦνται δὲ
ὡς ἀθάνατοι διὰ τὴν ἀρετήν. καὶ γάρ τοι θάπτονται δη-
μοσίᾳ, καὶ ἀγῶνες τίθενται ἐπ’ αὐτοῖς ῥώμης καὶ σοφίας
καὶ πλούτου, ὡς ἀξίους ὄντας τοὺς ἐν τῷ πολέμῳ τετελευ-
τηκότας ταῖς αὐταῖς τιμαῖς καὶ τοὺς ἀθανάτους τιμᾶσθαι.
[81] ἐγὼ μὲν οὖν αὐτοὺς καὶ μακαρίζω τοῦ θανάτου καὶ ζηλῶ,
καὶ μόνοις τούτοις ἀνθρώπων οἶμαι κρεῖττον εἶναι γενέ-
σθαι, οἵτινες, ἐπειδὴ θνητῶν σωμάτων ἔτυχον, ἀθάνατον
μνήμην διὰ τὴν ἀρετὴν <τὴν> αὑτῶν κατέλιπον· ὅμως δ’
ἀνάγκη τοῖς ἀρχαίοις ἔθεσι χρῆσθαι, καὶ θεραπεύοντας
τὸν πάτριον νόμον ὀλοφύρεσθαι τοὺς θαπτομένους.

***
Οι σήμερον δε θαπτόμενοι βοηθήσαντες τους Κορινθίους αδικουμένους υπό των παλαιών των φίλων γενόμενοι προ ολίγου σύμμαχοι αυτών, διότι δεν είχαν την ιδίαν γνώμην με τους Λακεδαιμονίους (διότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι τους εφθόνουν διά τον πλούτον των, οι δε Αθηναίοι τους ελυπούντο διά την γενομένην εις αυτούς αδικίαν, λησμονήσαντες την παλαιάν έχθραν και εκτιμώντες πολύ την σημερινήν φιλίαν), έδειξαν φανερά εις όλους τους ανθρώπους την αρετήν των.

Διότι ετόλμησαν προσπαθούντες να κάμουν μεγάλην την Ελλάδα όχι μόνον υπέρ της σωτηρίας των να διακινδυνεύσουν, αλλά και υπέρ της ελευθερίας των εχθρών των να αποθνήσκουν· διότι εμάχοντο εναντίον των συμμάχων τών Λακεδαιμονίων διά την ελευθερίαν των ιδίων. Διότι εάν μεν ενίκων αυτούς θα τους έδιδον όσα και αυτοί είχον (θα τους έκαμναν ελευθέρους), επειδή δε ενικήθησαν κατέλιπον εις τους εν Πελοποννήσω (συμμάχους των Σπαρτιατών) σταθεράν την δουλείαν.

Εις εκείνους μεν λοιπόν (τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων) ευρισκομένους εις αυτήν την κατάστασιν η ζωή είναι οικτρά και ο θάνατος επιθυμητός· ούτοι δε (οι θαπτόμενοι) και εφ' όσον έζων και διότι απέθανον είναι ζηλευτοί, διότι ανετράφησαν μεν εις τα αγαθά των προγόνων τους, εδείχθησαν δε γενναίοι, διασώσαντες την δόξαν εκείνων και έδειξαν την ανδρείαν των. Διότι πολλών και ενδόξων έχουν γίνει αίτιοι εις την πατρίδα των, επηνώρθωσαν δε όσα άλλοι κατέστρεψαν, μετέφερον δε τον πόλεμον μακράν της πατρίδος των. Απέθανον δε ως αρμόζει να αποθνήσκουν οι γενναίοι, διότι απέδωσαν μεν εις την πατρίδα των τα τροφεία, κατέλιπον δε εις τους γονείς των λύπας.

Ώστε αξίζει οι ζώντες να ποθούν τούτους και να οδύρωνται διά τον εαυτόν τους, και τους συγγενείς (των θανόντων) να λυπούνται διά τον υπόλοιπον βίον των. Διότι ποία ευχαρίστησις πλέον μένει εις αυτούς, αφού τοιούτοι όντες (οι συγγενείς των) απέθανον και ετάφησαν, οίτινες θεωρούντες πάντα κατώτερα της αρετής, αυτοί μεν έχασαν την ζωήν των, τας συζύγους των δε έκαμαν χήρας, άφησαν ορφανά τα παιδιά τους, εστέρησαν δε της παρουσίας των τας αδελφάς, τους πατέρας των και τας μητέρας των; Αν και υπάρχουν πολλά και φοβερά τους μεν παίδας αυτών μακαρίζω, διότι είναι μικροί και δεν καταλαβαίνουν τίνων πατέρων εστερήθησαν, λυπούμαι δε τους γονείς (των φονευθέντων), διότι είναι γέροντες και δεν δύνανται να λησμονήσουν την δυστυχίαν των. Διότι τι δύναται να υπάρξη λυπηρότερον από ταύτα, δηλαδή από το να γεννήσουν, να αναθρέψουν και με στοργήν να περιποιηθούν τα παιδιά τους, εις τα γεράματά τους δε να είναι αδύνατοι κατά το σώμα, στερημένοι δε πάσης ελπίδος να μη έχουν φίλους, να είναι πτωχοί, να κινούν δε τον οίκτον εκείνων, που πρότερον τους εζήλευαν (διά την ευτυχίαν των), και να τους είναι προσφιλέστερος ο θάνατος από την ζωήν; Διότι όσο οι παίδες των ήσαν καλύτεροι των άλλων, τόσο και η λύπη και εις τους ζώντας γονείς και συγγενείς είναι μεγαλυτέρα. Πώς λοιπόν πρέπει να παύσουν αυτοί να λυπούνται; Με τας συμφοράς της πόλεως; Αλλά εις την τοιαύτην περίπτωσιν φυσικόν είναι όχι μόνον οι γονείς αλλά και οι άλλοι (πολίται) να ενθυμούνται αυτούς (τους υπέρ της πατρίδος πεσόντας). Αλλά με τας κοινάς ευτυχίας (θα παύσουν οι γονείς να λυπούνται διά τον θάνατον των τέκνων των); Αλλ' αυταί ικαναί είναι μόνον να τους προξενούν λύπην, αφού τα μεν παιδιά τους εφονεύθησαν, οι δε ζώντες απολαμβάνουν τα αγαθά τα πηγάσαντα από την ανδρείαν εκείνων. Αλλά θα παρηγορηθούν με τας ιδιωτικάς των συμφοράς (διά την απώλειαν των τέκνων των), όταν βλέπουν εκείνους, που πρωτύτερα ήσαν φίλοι των, να τους αποφεύγουν ένεκα της φτώχειας των, να υπερηφανεύωνται δε οι εχθροί των διά την δυστυχίαν αυτών; Μου φαίνεται δε ότι μόνην χάριν ταύτην δυνάμεθα να αποδώσωμεν εις τους ταφέντας, εάν δηλαδή τιμώμεν τους γονείς αυτών, όπως εκείνοι τους ετίμων, τους δε παίδας αυτών αγαπώμεν, και εάν ημείς είμεθα πατέρες των, και αν τας συζύγους των τόσον βοηθούμεν, όπως εκείνοι τας εβοήθουν όταν έζων. Διότι ποίους άλλους αποθανόντας δυνάμεθα ευλόγως να τιμώμεν περισσότερον από τους εν τω νεκροταφείω τούτω ταφέντας; Ποίους δε από τους ζώντας δικαιότερον δυνάμεθα να τιμώμεν από τους συγγενείς τούτων, οι οποίοι απήλαυσαν μεν τα αγαθά τα πηγάσαντα από την ανδρείαν τούτων εξίσου με τους άλλους, όταν δ' εκείνοι εφονεύθησαν μετέχουν της δυστυχίας (της προελθούσης εκ του θανάτου εκείνων) εντελώς μόνοι;

Αλλά βέβαια δεν ξεύρω γιατί πρέπει τοιαύτα να θρηνολογώ· διότι δεν λησμονούμε πως είμεθα θνητοί ώστε γιατί πρέπει να λυπούμεθα τώρα για πράγματα, που προ πολλού είχαμεν πεισθή πως θα πάθωμε, ή γιατί πρέπει να στενοχωρούμεθα τόσον υπερβολικά διά τας αναποφεύκτους συμφοράς μας, αφού ξεύρομεν ότι ο θάνατος είναι κοινός και διά τους χειρίστους και διά τους αρίστους; Διότι ούτε τους φαύλους περιφρονεί (ο θάνατος) ούτε τους χρηστούς θαυμάζει, αλλά δείχνεται ίσος σε όλους. Γιατί αν ήτο δυνατόν οι διαφυγόντες τους πολεμικούς κινδύνους να είναι αθάνατοι τον υπόλοιπον χρόνον, θα άξιζε οι ζώντες να πενθούν αιωνίως τους εν πολέμω πεσόντας. Τώρα όμως εκ φύσεως προωρίσθημεν και να ασθενούμε και να γερνούμε, και η προορισθείσα (δι' έκαστον) μοίρα είναι αμετάτρεπτος. Ώστε αρμόζει να θεωρώμεν αυτούς ευτυχεστάτους, οίτινες απέθανον αγωνισθέντες υπέρ των μεγίστων και καλλίστων, χωρίς να επιτρέψουν στην τύχη να αποφασίση διά τον εαυτόν τους, χωρίς να περιμείνουν τον φυσικόν θάνατον, αλλά εκλέξαντες τον κάλλιστον. Διότι και αιωνίως βέβαια θα τους ενθυμούνται, και θα ζηλεύουν τας τιμάς των όλοι οι άνθρωποι· τους οποίους πενθούν μεν διά τον θάνατόν των ως θνητούς, υμνούν δε διά την ανδρείαν των ως αθανάτους. Διότι και θάπτονται βέβαια πανηγυρικώς (με δημόσια έξοδα) και προκηρύσσονται αγώνες προς τιμήν αυτών, ρώμης, σοφίας, και πλούτου, διότι οι εις τον πόλεμον πεσόντες αξίζει να τιμώνται με τας ιδίας τιμάς που τιμώνται και οι αθάνατοι θεοί· εγώ μεν λοιπόν και τους μακαρίζω (τους θεωρώ ευτυχείς) και τους ζηλεύω, και νομίζω πως μόνον οι άνθρωποι αυτοί καλύτερον είναι να γεννώνται, οι οποίοι αν και έλαβαν θνητά σώματα, άφησαν αθάνατον μνήμην εξαιτίας της ανδρείας των· είναι όμως ανάγκη να τηρώμεν τα παλαιά έθιμα, και ακολουθούντες τον πατροπαράδοτον νόμον να κλαίωμεν τους θαπτομένους.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου