Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Η Άδικη Μοίρα των Φεγγαροπαρμένων

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ.

Όταν ο άνεμος, φυσώντας το τραγούδι του επάνω στα κλαδιά των δέντρων και τα κεραμίδια των σπιτιών, φέρνει την νύχτα από τους μακρινούς λόφους, εδώ στον τόπο που κατοικώ και ονειρεύομαι, ντύνομαι με το σκοτεινό μανδύα της και διηγούμαι τις ιστορίες μου…

Ξέρω καλά, πως ο χρόνος που όλα τα σβήνει, σαν το κύμα που σβήνει οτιδήποτε γραφτεί πάνω στην αμμουδιά της ακτής, το κύμα αυτό απλά δροσίζει και βρέχει τα πόδια των ποιητών. Η Ελπίδα και η Μνήμη είναι τα μόνα τους όπλα, ενάντια στη θάλασσα του χρόνου. Μα οι δυο τους είναι καλοί σύμμαχοι. Αυτές οι δύο θολές αδελφές, η Ελπίδα και η Μνήμη, με συντροφεύουν κι εμένα τώρα, μέσα στην αγρύπνια της νύχτας μου. Βγάζω το καπέλο μου και το κουνώ από τ’ αριστερά προς τα δεξιά, παραμερίζοντας το χρόνο και τον τόπο, στέλνοντας τον άνεμο στις μοναχικές καρδιές αυτών που τις ιστορίες μου θέλουν ν’ ακούσουν.

Ακούστε εσείς, ακούστε τον άνεμο που σιγοσφυρίζει το μυστικό μου σύνθημα από τα παράθυρά σας. Κλείστε τα μάτια, χαμογελάστε μ’ ένα μούδιασμα κι ένα ρίγος στην πλάτη, κι αφήστε την σκέψη σας να καβαλήσει τον άνεμο και να ‘ρθει να με βρει… Και ‘Σεις χλωμές αδελφές, συμπονετικοί μου σύμμαχοι στον πόλεμο ενάντια στο χρόνο, σταθείτε δίπλα μου, με το σπαθί και το φτερό σας, δεν έχω κανέναν πέρα από εσάς.

Το φεγγάρι από πάνω μας, χαράζει μονοπάτια μέσα στην νύχτα, και βάρδος αόρατος εγώ, σας τραγουδώ με φεγγαρόσκονη, γρύλους, και μελαγχολική φωνή κουκουβάγιας, το καλωσόρισμα που αρμόζει στους γενναίους ταξιδευτές του ονείρου, που αφήσανε τα σπίτια τους, να βρουν καλέσματα στον άνεμο που κάθε δειλινό διηγείται ιστορίες… Να, κάπου εδώ κατοικώ κι εγώ, αόρατος για τους άπιστους -όπως όλα τα θαύματα- και περπατώ δίπλα σας, σκιά μέσ’ στις σκιές του βραδινού. Τα μάτια μας, ναι, γεμάτα άστρα λάμπουν μέσα στο σκοτάδι, καθώς κοιτάμε κάτω, στο μικρό χωριό…

Οι στέγες του κατηφορίζουν το λόφο. Το φεγγαράκι κρέμεται από πάνω τους σαν ψεύτικο, ή σαν παράξενα αληθινό. Ρίχνει το μελαγχολικό του φως πάνω στα κεραμίδια, στοιχειώνει τις καμινάδες, και γλυκαίνει τον ύπνο των πουλιών. Η νύχτα μπλε, το φεγγαράκι κίτρινο, τα κεραμίδια κόκκινο θαμπό, που σβήνει καθώς το μάτι αγναντεύει τις σκεπές που χάνονται στην κατηφόρα.

Ο άνεμος, πότε ντροπαλός και πότε για λίγο οργισμένος, μουρμουρίζει τον μονόλογό του, που ο άπιστος δεν καταλαβαίνει. Οι λιγοστές λάμπες των μικρών δρόμων, κίτρινες κι αυτές μέσα στο βαθύ μπλε της νύχτας, θολώνουν τα πλινθόστρωτα στενάκια, μικροί λαβύρινθοι που ξετυλίγονται κάτω από τις σκεπές, ανάμεσα στους κήπους….

Αυτή είναι η εικόνα μας. Μ’ αυτήν αρχίζει η στοιχειωμένη απ’ το φεγγάρι ιστοριούλα μας. Η εικόνα μας αυτή, του χωριού με τις σκεπές του και το φεγγάρι του και τους γρύλους του, είναι πιο μεγάλη από κάποια μικρή εικονίτσα στον τοίχο του σπιτιού της γιαγιάς, αλλά πιο μικρή από την θέα ενός μεγάλου παράθυρου.

Κανείς σας δεν είναι μέσα της. Είμαστε από πάνω της, και καταδυόμαστε αργά -πολύ αργά- για να περιπλανηθούμε χαμηλά πάνω από τις καμινάδες της. Λοιπόν, είμαστε πλάσματα της νύχτας (αυτό δεν είναι όλοι οι ονειρευτές;) πετάμε μαγικά, μαζί με τις μικρές νυχτερίδες που φτερουγίζουν νευρικά γύρω από τις λάμπες του δρόμου (με το θολό κίτρινο φως) ή, αν προτιμάτε, αιωρούμαστε καθισμένοι στις πολυθρόνες μας, πάνω από το χωριό, αλλά δεν μας βλέπει κανείς, ή δεν είναι κανείς εκεί για να μας δει.

Ακολουθήστε με, άγνωστοι μου φίλοι. Ακολουθείστε με σιωπηλοί, γιατί κανείς δεν πρέπει να μας αντιληφθεί… Χαμηλώνουμε πάνω από τις στέγες, και καθώς είναι έτσι κοντά η μια με την άλλη, φτιάχνουν μια μικρή θάλασσα από κεραμίδια και καμινάδες, με τα αυλάκια των στενών δρόμων από κάτω τους να τις χωρίζουν, και με τις ανταύγειες από το φεγγαράκι μας να λαμπυρίζουν σαν κυματάκια μαγικά, πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων που κοιμούνται μέσα στα σπίτια.

Πλησιάστε σ’ αυτήν την γκρίζα καμινάδα, και στήστε αυτί… Ακούστε… Μέσα από την καμινάδα ακούγονται μουρμουρητά. Η καμινάδα κάτι μουρμουρίζει. Αλλά, δεν μπορούμε να διακρίνουμε τι λέει. Τα μουρμουρητά δυναμώνουν… Ώσπου, ένα κεφάλι ξεπετάγεται μέσα από την καμινάδα… Το κεφάλι έχει λίγα μαλλιά, ξερά σαν του σκιάχτρου, έχει μια μεγάλη γαμψή μύτη, και λαμπερά μικρά μάτια. Το κεφάλι μουρμουρίζει κάτι, κι ο άνεμος παρασέρνει τα λόγια του από τις σκεπές, και τα ρίχνει κάτω στους λαβύρινθους των δρόμων:

«…Καλικαντζαρόσκονη κι αγγελοφεγγαρόσκονη
τύφλωσ’ τον να μη με δει
για κακό να μην με βρει
φτου, κι ας γίνει κριθαράκι
να το φάει το φεγγαράκι
ξού, κι ας πάει από ζερβά
για να μου ‘ρθει δεξιά…»

Αυτά είπε το κεφάλι, και τα λαμπερά ματάκια του παιχνίδισαν δεξιά κι αριστερά, κι έπειτα τέντωσε τον λαιμό του, τινάχτηκε λίγο, βγήκε κι ένα χέρι, κι έπειτα ακόμα ένα, αρπάχτηκαν από την κορυφή της καμινάδας, και τράβηξαν το κοκαλιάρικο σώμα του έξω. Ο ανθρωπάκος, σαν τρομαγμένη αράχνη, στηρίχτηκε με τα τέσσερα, αναπνέοντας γρήγορα, πάνω στα κεραμίδια της στέγης, και κοίταξε γύρω του με χίλιες προφυλάξεις. Τον βλέπουμε μόνο εμείς, και κανένας άλλος. Μια λιγνή φιγούρα που σέρνεται νευρικά, σαν έντομο, πάνω στην σκεπή -μια από τις πολλές του χωριού- δίπλα από τις καμινάδες και κάτω από το φεγγαρόφωτο.

Προσπαθεί με πολύ κόπο να μην κάνει κανένα θόρυβο. Ο άνεμος θροΐζει τα φυλλώματα των δέντρων που γέρνουν πάνω από τον δρόμο, και βοηθά στο πέταγμα τους τις νυχτερίδες, που κάνουν τις ριψοκίνδυνες βουτιές τους στο θολό φως από τις λάμπες, στα σοκάκια. Ο ανθρωπάκος δεν έκανε μεγαλύτερο θόρυβο, από αυτόν που κάνει μια τρελή νυχτερίδα όταν πετά.

Με τα γόνατα του να τρέμουν σαν της μαριονέτας που το αφεντικό της τραβά χωρίς στοργή τους σπάγκους, πλησίασε μια πιο μικρή καμινάδα στην άκρη της σκεπής -που γειτόνευε κι αυτή με μια άλλη σκεπή- γαντζώθηκε με το ένα χέρι απ’ αυτήν, και τέντωσε το στραβό κορμί του από την άκρη της στέγης. Το κεφάλι τρεμόπαιξε, ερευνώντας με τα λαμπερά του μάτια τους δρόμους ολόγυρα… Τι έψαχνε να δει;

Κοιτάξτε τον πως τεντώνει τα μεγάλα του αυτιά, δεξιά κι αριστερά απ’ τη γαμψή του μύτη…
Τί προσπαθεί ν’ ακούσει;

Ακολουθείστε με λίγο πιο πέρα, πάνω από το μικρό χωριό, για να σας δείξω… Αλλά πρώτα, ακούστε! Τεντώστε κι εσείς τ’ αυτιά σας, και ακούστε…

Οι γρύλοι χαμηλόφωνα κρατάνε το ρυθμό, ο άνεμος παίζει την μουσική του με άρπα τα κλαδιά των δέντρων, μια-δυο-τρεις γάτες νιαουρίζουν θλιμμένα, ένας γέρος ροχαλίζει, μια πόρτα τρίζει… Όχι, όχι δεν εννοώ όλα αυτά. Ακούστε πέρα απ’ αυτά, ακούστε με την καρδιά κι όχι με το νου… Τ’ ακούτε;;

Ακούγεται μέσα από τα σοκάκια, και πλησιάζει προς τα εδώ… Όχι, δεν είναι απλά ο αέρας. Όχι. Έρχεται… Τ’ ακούτε;

Εκεί, κάτω από τις σκεπές, στο φεγγαρόφωτο των μικρών δρόμων, μέσα στην νύχτα, ακούγεται ένας απόμακρος καλπασμός που όλο και πλησιάζει… Έρχεται!

Γρήγορα! Κρυφτείτε μαζί μου πίσω απ’ αυτές τις καμινάδες. Ίσως μπορέσει να μας δει και δεν πρέπει να γίνει κάτι τέτοιο. Εμείς βλέπουμε την ιστοριούλα μας, και όχι αυτή εμάς. Αν και μερικές ιστορίες μπορούν να μας δουν, μπορούν να κοιτάξουν βαθιά μέσα στην μικρή μας καρδιά και να ξυπνήσουν κάτι μέσα εκεί, με το παράξενο βλέμμα τους. Αυτή η ιστορία, όμως, δεν πρέπει να μας δει. Είναι μυστική. Κρυφά την διηγούμαι, και δεν θέλω να μ’ ακούσει… Κρυφτείτε!

Ο καλπασμός δυναμώνει και τώρα ακούγεται σχεδόν από κάτω μας. Βγάλτε προσεκτικά το κεφάλι σας πάνω από την καμινάδα που μας κρύβει, και κοιτάξτε κάτω… Είναι ο πιο παράξενος καβαλάρης που έχετε δει ποτέ. Ο Κολοκυθοκέφαλος, με μαύρη μπέρτα ν’ ανεμίζει στην πλάτη του, πάνω σε μαύρο άλογο…

Ο Κολοκυθοκέφαλος, ο μαύρος καβαλάρης χωρίς σκιά, που τρέχει σαν τον άνεμο -ή μήπως με τον άνεμο;- κάτω στο λιθόστρωτο και στο χλωμό φως του φεγγαριού, μέσα στην νύχτα του χωριού… Ο ανθρωπάκος πάνω στα κεραμίδια τον βλέπει κι αυτός, καθώς κρέμεται γαντζωμένος από την καπνοδόχο στην άκρη της στέγης. Ανασηκώνεται, χοροπηδά και μουρμουρίζει από κατάπληξη, διπλώνεται και τεντώνεται σαν ελατήριο, και τα μικρά του μάτια έχουν τρελαθεί μέσα στις κόγχες τους, καθώς λάμπουν από τον πυρετό των στιγμών…

Ο Κολοκυθοκέφαλος, ένας καβαλάρης με σώμα ανθρώπινο αλλά ακέφαλο, που στην θέση του κεφαλιού έχει μιά μεγάλη κολοκύθα, χαραγμένη με το χαμογελαστό πρόσωπο ενός σκιάχτρου, με μπέρτα που ανεμίζει στο δαιμονικό του καλπασμό, και φεύγει με τον άνεμο σαν τους δαίμονες της νύχτας, και γυρνά πάλι με τον άνεμο, απρόβλεπτος και τρομερός, μπορεί να φοβίσει τον διαβάτη παίρνοντας το κολοκυθοπρόσωπο κεφάλι του στα χέρια, κι ακέφαλος ν’ αρχίσει να χορεύει, σαν φριχτή κούκλα ή σαν μανιασμένο ξωτικό, ή να κλέψει τον ταξιδιώτη και να τον πάει ποιος ξέρει πού, κι αν θα γυρίσει από ‘κει θα είναι τρελός ή πεθαμένος…

Καλπάζει με θόρυβο, κι όμως κανείς από τους κατοίκους του χωριού δεν ξυπνάει, κι αν κάποιος ξυπνήσει τρομαγμένος μέσ’ στην νύχτα από τον καλπασμό του Κολοκυθοκέφαλου, αγκαλιάζει το μεγάλο του μαξιλάρι και σκεπάζεται καλά μέχρι το κεφάλι, αλλά ταυτόχρονα φροντίζει να μην βγαίνουν τα πόδια του έξω από τα σκεπάσματα…γιατί…αν προεξέχουν… χέρι παγερό θα τ’ αρπάξει για να τα παρασύρει στον ξέφρενο καλπασμό του εφιάλτη στα δρομάκια. Γι’ αυτό, τα σκεπάσματα του κοιμισμένου πρέπει πάντα να είναι όσο πιο μακριά γίνεται, για να μπορεί να κουκουλώνεται χωρίς να προεξέχουν τα πόδια…

Ο ανθρωπάκος πάνω στην σκεπή, γαντζωμένος από την καμινάδα όπως θα γαντζωνόταν κάποιος από το μαξιλάρι και τα σεντόνια αν είχε ξυπνήσει από τον καλπασμό, κοιτούσε τον Κολοκυθοκέφαλο αλλά ο Κολοκυθοκέφαλος δεν τον είχε δει. Ούτε εμάς δεν μας έχει δει, και φροντίστε να μην μας δει.

Μην αναπνέετε για λίγο…
Μην κουνιέστε καθόλου…

Κατεβάζουμε για λίγο τα κεφάλια μας πίσω από την καμινάδα, κρυβόμαστε, κι όταν ετοιμαζόμαστε να ξεπροβάλλουμε πάλι, αποκαλύπτουμε στα μάτια μας μια εικόνα μαγική! Πώς να την περιγράψω; Καλπάζοντας μ’ ένα αέρινο σάλτο, ο νυχτερινός καβαλάρης είχε υψωθεί πάνω στις ταράτσες και στις στέγες, με την μπέρτα του να μοιάζει σαν μαύρα φτερά.

Βλέπετε την εικόνα; Δείτε την σαν ένα μικρό παλιό πινακάκι πάνω στον τοίχο του σπιτιού της γιαγιάς. Πλησιάστε τον τοίχο, ελάτε, όλοι μαζί… Το πινακάκι είναι πολύ σκονισμένο, κι εγώ φυσάω πάνω του μ’ ένα μικρό θόρυβο, κι η σκόνη παραμερίζει το πέπλο της. Βλέπετε; Είναι νύχτα στο πινακάκι, μια σκούρη μπλε νύχτα, μ’ ένα κίτρινο -σχεδόν γεμάτο- φεγγάρι, που φωτίζει ένα μικρό δαίδαλο από σκεπές. Δίπλα σε μια καμινάδα, πάνω από μερικά μαύρα δέντρα, μια λιγνή σκιά με μυτερά γόνατα και μυτερή μύτη, στέκεται μ’ ανοιχτά τα χέρια, φοβισμένη.

Λίγο πιο εκεί, λίγο ψηλότερα από τις στέγες, ένας καβαλάρης με το άλογο του, πετάει στο φεγγαρόφωτο, κι ο μανδύας του ανεμίζει δαιμονικά. Αν και δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από μια σκιά, με λίγες πιτσιλιές φεγγαρόχρωμα πάνω της, ξεχωρίζετε το κεφάλι της να φαίνεται δυσανάλογο με την υπόλοιπη φιγούρα, και να μοιάζει με κολοκύθα…

Μην φοβάστε. Κοιτάξτε. Ο καβαλάρης χάνεται μέσα στις σκιές της νύχτας, πετώντας αθόρυβα πέρα από τις σκεπές. Μένει μονάχα ο άνεμος να σιγοψιθυρίζει το μονόλογό του, ακατανόητο για τους άπιστους. Ώσπου ο άνεμος οργίζεται και πάλι, και μουγκρίζει, και…να!…ξανάρχεται ο καβαλάρης, μέσα από τις σκιές της νύχτας. Κρυφτείτε πάλι! Γρήγορα!

Τώρα καλπάζει με θόρυβο πάνω στα κεραμίδια, που σπάζουν και πετάγονται κάτω από τις οπλές του μαύρου αλόγου, ή τρίζουν και αντέχουν και παίζουν την τρομερή μουσική του καλπασμού πάνω στις στέγες. Σαλτάρει από σκεπή σε σκεπή, κι ο δίσκος του φεγγαριού είναι από πίσω του, και αντικρίζουμε την σκιά του να πηδά, με τ’ άλογο όρθιο στα πίσω πόδια, πάνω σε μια μεγάλη καμινάδα. Και πίσω του το φεγγάρι.

Μαύρος καβαλάρης πάνω σε κίτρινο φεγγάρι.

Πιο εκεί, ο ανθρωπάκος πέφτει από την άκρη της στέγης, ουρλιάζοντας. Και προσγειώνεται κάτω στο λιθόστρωτο. Και σπάζει το πόδι του.

Το άλλο πρωί, όλοι θα τον κοροϊδεύουν όταν θα λέει τις τρελές ιστορίες του, παρ’ όλο που προσέχανε πολύ την νύχτα να μην βγαίνουν τα πόδια τους έξω από τα σκεπάσματα…

Κι οι νυχτερίδες πετούν τον ξέφρενο χορό τους γύρω από τις θαμπές λάμπες των δρόμων, κι εμείς πετάμε μαζί τους, πλάσματα της νύχτας ανάμεσα στα πλάσματα της νύχτας, κι ο άνεμος μας βοηθά στις ριψοκίνδυνες βουτιές μας.

(Ποιοι είστε εσείς κι από πού έρχεστε, ταξιδιώτες της Μνήμης και της Ελπίδας; Ποια παράδοξη χίμαιρα να σας κυνηγά, ή να την κυνηγάτε, για να βρεθείτε στους μυστικούς τόπους που κατοικώ και ονειρεύομαι; Ας είναι. Δεν θέλω να ξέρω. Ποτέ δεν ξέρω…)

Ακολουθείστε με πάλι. Αφήστε τους φόβους σας ή τους συνετούς δισταγμούς σας, εσείς που την φωνή μου στον άνεμο των διηγήσεων ακούτε… Ακολουθείστε με πιο κάτω, εμένα, που δεν είμαι παρά μια ιστορία μέσα σε μια ιστορία, που διηγείται τον εαυτό της…

ΕΞΩ ΑΠΟ ‘ΔΩ

Άραγε, ποιος να γνωρίζει την παράξενη -και πολλές φορές άδικη- μοίρα των Φεγγαροπαρμένων; Σε άλλους, μακρινούς τόπους, (που μέσα στα δάση τους και κάτω από τους αρχαίους λόφους τους κρύβονται οι νεράιδες), τους φωνάζουν «Νεραϊδοπαρμένους», και τους αποφεύγουν όλοι, από φόβο ή από απέχθεια.

Δεν πρόκειται όμως για κείνους τους ιδιαίτερους ανθρώπους που δραπετεύουν μέσα στο όνειρο, αναζητώντας τα θαύματα που παραμένουν κρυμμένα για τα τυφλά μάτια των άλλων. Όχι, δεν πρόκειται για «ονειροπαρμένους» ή ονειροπόλους.

Αυτοί για τους οποίους σας μιλώ, είναι χαζούληδες, τίποτε παραπάνω, τίποτε λιγότερο… Η μοίρα τους είναι παγιδευμένη από το φεγγαρόφωτο (που τρελαίνει τους άμυαλους και τους λύκους) από τότε που γεννήθηκαν. Δεν είναι σταυροφόροι του ονείρου, (όπως εσείς που ακούσατε το κάλεσμά μου στον άνεμο), που με σπαθί μαγικό, μέρα με την μέρα κατακτούν τους αγίους τόπους των ονείρων τους. Όχι. Αυτοί για τους οποίους σας μιλώ, βρεθήκανε στους αγίους τόπους κατά λάθος, από κάποιο παράξενο παιχνίδι της μοίρας ή της γενετικής. Στέκουν εκεί αποσβολωμένοι, και με το στόμα ανοικτό και γεμάτο σάλια, παρασέρνονται σαν φτερά στον άνεμο, και δεν ξέρουν καθόλου να πετούν…

Ο Ονειροπόλος γνωρίζει καλά τον κόσμο, που είναι γεμάτος φτώχεια και πόνο και αδικία κι ελπίδα και θαύματα, και τον πολεμά με όλη του την ψυχή. Γνωρίζει καλά και το όνειρο, που σαν εξερευνητής το περπατά με φτερά στα πόδια, σαν τον Ερμή…

Ο Φεγγαροπαρμένος, όμως, είναι ένας καημένος χαζούλης, που δεν γνωρίζει ούτε τον κόσμο ούτε το όνειρο. Δεν ξέρει τίποτε. Όμως τα πιο παράξενα πράγματα του συμβαίνουν, χωρίς να τα προκαλεί, ή χωρίς να ξέρει ότι τα προκαλεί… Είναι αυτός που, όπως λέει ο λαός, «του λείπει κάποια μικρή βίδα» από τότε που ήταν μικρός. Στέκει στην άκρη του κόσμου, σε μια γωνιά, αποδιωγμένος, κι έρχονται όλων των ειδών τα πλάσματα και τα πνεύματα, για να τον πειράξουν, να τον κοροϊδέψουν, να τον θαμπώσουν.

Καθώς μεγαλώνει, αποκτά παράξενες συνήθειες, και τα φερσίματα του είναι πάντοτε ακατανόητα για τους αυστηρούς και πρακτικούς ανθρώπους που τον περιστοιχίζουν. Ο ίδιος είναι άμυαλος και άπρακτος, πράγμα που θα συμφωνήσετε ότι είναι πολύ καλύτερο από το να είναι ένας συνετός επιτυχημένος μπακάλης, που κάνει καλούς λογαριασμούς στο λερωμένο του τεφτέρι και κλέβει στο τυρί.

Έτσι λοιπόν, το μόνο κοινό που έχει ο Φεγγαροπαρμένος με τους Ονειροπόλους, είναι ότι μοιράζεται μαζί τους μια παράξενη καθημερινότητα, και το χλευασμό, το φόβο, ή την κοροϊδία των άλλων ανθρώπων…

Άλλωστε, οι Ονειροπόλοι μας είναι κάτι σαν ανιχνευτές, και αργά ή γρήγορα η ανθρωπότητα τους ακολουθεί, και πολλές φορές τους μνημονεύει, πάντα αργά. Ο χαζούλης μας, όμως, ο Φεγγαροπαρμένος, είναι αυτό που θα λέγαμε «μια παράξενη σαβούρα», κάτι σαν ένα πολύ περίεργο σπυράκι στο πλαδαρό και δυσκίνητο σώμα της ανθρωπότητας. Και όχι, όπως ο Ονειροπόλος, ένα νέο μέλος του σώματος, που ξεπροβάλλει από μια θαυμαστή ανάγκη για να εξερευνήσει κάποια νέα χρησιμότητα.

Στις μικρές κοινωνίες των απλών ανθρώπων, ο Φεγγαροπαρμένος είναι απλά «ο τρελός του χωριού», και όχι ο Ονειροπόλος που παίρνει το δισάκι του και χάνεται σε ξένους τόπους για να μην ξαναγυρίσει ποτέ… Ποιός όμως, άραγε, να γνωρίζει την παράξενη -και πολλές φορές άδικη- μοίρα των Φεγγαροπαρμένων;

Ένα μωρό δεν πρέπει ποτέ να μένει εκτεθειμένο στο φως του φεγγαριού ή στην αστροφεγγιά. Κάτι πολύ ανησυχητικό ταξιδεύει πάνω στην αστροφεγγιά, όταν αυτή κατεβαίνει στα δρομάκια, στα μπαλκόνια και στα κεραμίδια των ανθρώπων. Κάτι που τρυπώνει στο σώμα του μωρού από το στόμα ή από τα ρουθούνια, και κάνει τα μάτια να γυαλίζουν, το πρόσωπο να χλωμαίνει, και την μιλιά να χάνεται…

Το Φεγγαροπαρμένο παιδί, συχνά οι γιατροί το αποκαλούν «επιληπτικό» ή «καθυστερημένο», δεν έχουν όμως πάντοτε δίκιο. Είναι κάτι παραπάνω από μια απλή επιληψία, αυτό που πολλές φορές αρπάζει από τα μαλλιά κάποιο παιδί και το ρίχνει στο πάτωμα, με αφρούς στο στόμα, και σπαρταράει σαν ψάρι έξω από το νερό.

Το φεγγάρι, παγιδεύει ένα παιδί, είτε με την αστροφεγγιά και την φεγγαράδα, είτε με εφιάλτες και με ξυπνήματα τις νύχτες με πανσέληνο, είτε με μια λυσσασμένη νυχτερίδα που μπλέκεται ένα βράδυ στα μαλλιά του, είτε με κάποια γητειά μιας γριάς μάγισσας που θέλει να εκδικηθεί τους γονείς, είτε με μια μεγάλη κουκουβάγια που θα καθίσει την νύχτα στην κούνια του, ή αν ο ένας του γονιός είναι ξωτικό, νεράιδα ή στοιχειό. Πολλές φορές, μια μέλλουσα μητέρα κάνει μπάνιο σε μια παράξενη λιμνούλα ή στο ποτάμι, μια νύχτα με φεγγάρι, τότε που το φεγγαρόφωτο χρωματίζει τα νερά, και τότε το μοιραίο συμβαίνει χωρίς αυτή ούτε να το υποψιαστεί… Το φεγγάρι μπαίνει μέσα της μαζί με το νερό.

Κάποιες φορές συμβαίνει με μικρά παράξενα παιδικά ποιήματα, ψιθυρισμένα μέσα στο δάσος ή σε κάποια νυχτερινή αυλή… κάποιες άλλες φορές έρχεται με το χάιδεμα μιας μαύρης γάτας, ή με αστροφωτισμένα βελανίδια που θα του ρίξουν στο κεφάλι τ’ άλλα παιδιά και θα ζαλιστεί…

Δεν θα συνεχίσω τον παράδοξο κατάλογό μου, γιατί δεν χρειάζεται. Το κάνω περισσότερο για να σας στείλω τα συναισθήματα που θέλω να νιώσετε, παρά για να σας διδάξω κάτι που, από την φύση του, δεν μπαίνει σε λόγια κι εξηγήσεις.

Τώρα όμως, έχετε στα μάτια σας ζωγραφισμένη από τον άνεμο της ανήκουστης φωνής μου, την εικόνα του καημένου του Φεγγαροπαιδιού, του Φεγγαροπαρμένου, που θα μεγαλώσει με πειράγματα και απομόνωση, θα είναι φίλος με τους γρύλους και τις νυχτοπεταλούδες, θα μαθαίνει ακατανόητα ποιηματάκια από γριές μάγισσες, θα δίνει δικά του ονόματα σε ανθρώπους, ζώα και πράγματα. Θα φοβάται ένα μανταλάκι, ένα γέρικο δέντρο ή ένα ποντίκι, και θα στέκει άφοβος μπροστά σε καταστροφές, φονικά, φωτιές και πολέμους.

Δεν θα μαθαίνει πολλά ούτε θα μπορεί να δουλέψει, θα κάνει τα πιο απρόσμενα πράγματα τις νύχτες, και τις μέρες θα κρύβεται στο δωμάτιό του. Κι αν γεράσει, θα είναι ένας τρελόγερος, ένας γεροπαράξενος που θα κρύβεται από την λιακάδα και θα χαίρεται την καταιγίδα, θα κυνηγάει με πέτρες τα μικρά παιδιά, και θα ρίχνει καυτό λάδι στις γάτες…

Αυτή είναι η εικόνα του φεγγαροπαρμένου. Παίξτε μαζί της. Νιώστε την, χρησιμοποιείστε την στις φαντασιώσεις σας, ή πετάξτε την. Δεν θα είναι έξω από την φύση του, είναι ένα πλάσμα ακατανόητο, όχι επειδή κρύβει κάτι που δεν γίνεται εύκολα κατανοητό, αλλά επειδή δεν υπάρχει τίποτε να καταλάβετε, μονάχα να νιώσετε, ναι, να νιώσετε… Νιώστε την απλή παιδική ψυχή του ανθρώπου αυτού, νιώστε την άχρηστη αλλά τόσο συμπαθητική μοναδικότητα του, νιώστε την άγνοια της αγωνίας του…

Αυτή η αλλόκοτη αίσθηση, αυτή η κατάρα του, αυτό το αγνά διαβολικό δράμα του, που ο ίδιος το αγνοεί εντελώς, πρέπει να έχουν κάπου την ρίζα τους. Πρέπει να κατάγονται από κάπου, όπως κάθε ποταμάκι έχει την πηγή του σε κάποια σκοτεινή σπηλιά πάνω στο βουνό… Βυθιστείτε μέσα σ’ αυτά τα ακαθόριστα συναισθήματα, που σας στέλνω μέσα στην νύχτα, κι αφήστε με να σας οδηγήσω όπως εγώ θέλω, ή όπως θέλει η ιστοριούλα μας, που πλανιέται ασχημάτιστη ακόμη μέσα στο νου σας…

Μια αχτένιστη γριά με μάλλινη ζακέτα, φτύνει τον κόρφο της και μουρμουρίζει σαν τρελή κότα:
«Έξω από ‘δώ, μακριά,
στα όρη στ’ άγρια βουνά!…»

Θέλει να διώξει ένα κακό συναίσθημα, μια φράση γρουσούζικη, μια κακή σκέψη ή έναν σατανικό οιωνό.

Από τα πολύ παλιά χρόνια (οι πιο πολλοί από σας το ξέρετε), για να μην βάλουν στο στόμα τους το όνομα του Διαβόλου, και για να τον εξορκίσουν ονοματίζοντας τον (γιατί συνήθως το να προφέρεις ένα όνομα είναι σαν να το καλείς, έτσι αν πεις τη λέξη «Σατανάς» είναι σαν να τον φωνάζεις να ‘ρθει, να σταθεί χαμογελαστός δίπλα σου, να σ’ ακουμπήσει στον ώμο, και να σε κοιτάξει μέσα στα μάτια), έτσι λοιπόν, όταν θέλουν ν’ αναφερθούν «σ’ αυτόν», τον ονομάζουν «ο Έξω από ‘δώ», κι έτσι τον διώχνουν την ίδια στιγμή που τον επικαλούνται στην κουβέντα.

Ο «Τρισκατάρατος», αυτός που πρέπει να τον καταραστείς τρεις φορές για να τον αποφύγεις, παραμονεύει κάθε λέξη, κάθε κίνηση, για να την πάρει σαν πρόφαση και να καταφθάσει με τους πιο περίεργους τρόπους για να διαταράξει την ασφαλή και σταθερή καθημερινότητα σου… Τουλάχιστον, αυτό θα έλεγε η γριά η αχτένιστη, με τα τρία δόντια και την τρύπια μάλλινη ζακέτα, αν την ρωτούσατε… Δεν πρέπει να την ρωτήσετε όμως, γιατί δεν πρέπει να μας δει…. Θυμάστε τι σας είπα; Πρέπει να παρακολουθούμε απαρατήρητοι…

Όμως σ’ αυτήν την συγκεκριμένη εικόνα του «Έξω από ‘δώ», θα βρούμε την πηγή της παράξενης μοίρας του Φεγγαροπαρμένου. Στα όρη, στα άγρια βουνά.

Η βραχνή γριά με την γκρίζα ζακέτα και τις τρύπιες κάλτσες, θα κράξει σαν κοράκι και θα πει: «Φτου, σκουληκομυρμηγκότρυπα!» Όμως εσείς μην της δίνετε καμία σημασία.

Μιλάμε για κάτι πολύ ανεπαίσθητο, σχεδόν διάφανο, κάτι που το νιώθεις να σε αγγίζει στον άνεμο, την νύχτα, σ’ ένα ήσυχο μέρος που κοιτά προς τους λόφους, ή προς το βουνό, όταν κάθεσαι στο φως του φεγγαριού. Είναι τόσα πολλά τα παράξενα πράγματα που βιαστικά οι άνθρωποι έχουν διώξει «στα όρη στ’ άγρια βουνά», έξω, μακριά από εδώ, που έχουν συγκεντρωθεί όλα μαζί εκεί, σαν στοιχειά των μακρινών τόπων, στις ερημιές της νύχτας. Και ποιος ξέρει πόσα παράξενα πράγματα να συμβαίνουν τις νύχτες, στα έρημα μέρη της εξοχής, όταν κανένας άνθρωπος δεν είναι εκεί για να τα δει!

Αφήστε με να σας ξεδιψάσω μ’ ένα νερό αλλιώτικο από τ’ άλλα, με μια απλή μαγεία, που θα δώσει στο στόμα σας τις λέξεις που προσπαθώ να πω… Λοιπόν, προσέξτε… Πάρτε στα χέρια σας ένα γυάλινο καθαρό ποτήρι με κρύο νερό. Βγείτε έξω, μέσα στην νύχτα, κι αφήστε τον άνεμο να σας χαϊδέψει τα μαλλιά. Σκεφτείτε πως ο ίδιος αυτός άνεμος, πριν από λίγη ώρα, χάιδευε τα κλαδιά των δέντρων του σκοτεινού βουνού, τους θάμνους και τους έρημους βράχους του. Παρασέρνει κάτι ακαθόριστο από εκείνους τους τόπους, και το φέρνει τώρα πάνω στο πρόσωπό σας.

Σηκώστε το ποτήρι με το νερό στον άνεμο, κι αφήστε τον για λίγες στιγμές να ταράξει την ήρεμη επιφάνεια του κρύου νερού. Φέρτε το διάφανο ποτήρι μπροστά στα μάτια σας, και παίρνοντας βαθιές αναπνοές, κοιτάξτε μέσα από το γυαλί του τον έναστρο ουρανό. Νιώστε το νερό σαν ένα πρίσμα, σαν ένα παράδοξο μικρό τηλεσκόπιο που μέσα του θαυμάζετε την λάμψη των μακρινών άστρων. Έπειτα βάλτε το ποτήρι ανάμεσα στο βλέμμα σας και στο φεγγάρι. Δείτε το φεγγάρι μέσα από το νερό, δείτε το φεγγάρι να τρεμοπαίζει από τον άνεμο που ταράζει το νερό. Τότε, φανταστείτε, ο κίτρινος δίσκος του φεγγαριού δεν είναι πια μεγάλος και άφταστος, ψηλά στον ουρανό, αλλά είναι μικρός και δικός σας, μέσα στο ποτήρι…

Δείτε για λίγο την εικόνα του, σαν το φεγγάρι να ήταν ένα μικρό φωτεινό αντικείμενο βουτηγμένο μέσα στο νερό του ποτηριού σας… Κουνήστε ελαφρά το νερό, και θαυμάστε το φεγγάρι που τώρα το έχετε φυλακισμένο μέσα στο ποτήρι σας.

Τώρα, ήρεμα, κατεβάστε τα χέρια σας με το ποτήρι μπροστά στο στήθος σας, και χαμηλώστε το βλέμμα πάνω στην επιφάνεια του νερού. Μετακινηθείτε ολόγυρα, ώσπου να δείτε το φεγγαρόφωτο να ασημίζει το νερό, και να φωτίζει τους μικρούς κυματισμούς του. Είστε μόνοι σας. Εσείς, το νερό, το ημίφως και το φεγγάρι… Ψιθυρίστε αργά, πολύ αργά: «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ…»

Αναπνεύστε πάλι βαθιά, πολύ βαθιά, τον νυχτερινό άνεμο. Σηκώστε αργά το ποτήρι και φέρτε το νερό στα χείλη σας. Μην παραξενευτείτε από την περίεργη γεύση του, είναι η γεύση του φεγγαριού και του ανέμου. Πιείτε αργά και απολαυστικά, το κρύο νερό. Έτσι, έχετε πιει το φεγγάρι! Έχετε μέσα σας κάτι που οι άλλοι αγνοούν, και το διώχνουν από φόβο «έξω από ‘δώ» χωρίς να γνωρίζουν την απλή -σχεδόν παιδιάστικη- μαγεία, που μπορεί να το κάνει φιλικό, και να μεταδώσει συναισθήματα, ήχους, εικόνες, γεύσεις και λέξεις, που δεν μπορούν να εξηγηθούν με την φτωχή περιφραστική λογική, που βασιλεύει στα σοφά τεφτέρια των μπακάληδων. Τώρα, με μια γουλιά, ίσως νιώθετε μέσα σας τις λέξεις που προσπαθούσα να σας πω…

Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ, ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ ΤΟ ΒΡΑΔΥ…

Το φεγγάρι είναι κρύο σαν νερό πηγής, και το φεγγαρόφωτο είναι ο καταρράκτης της νύχτας. Τ΄ αστέρια είναι μάτια ψαριών, που κολυμπούν στη μεγάλη μαύρη θάλασσα του ουρανού. Περιπλανώμενοι μέσα στις σκιές της νύχτας, είμαστε σαν μικρά μυστικά που δεν πρόκειται να αποκαλύψει το φως της αυγής. Βλέπουμε τα πάντα μέσα από το καθαρό κρύσταλλο του ονείρου μας, που κρυφοξεδιπλώνει αθόρυβα τις φτερούγες του και κανείς δεν ξέρει τ’ αληθινό του όνομα. Το άγνωστο των ερημικών τόπων, δεν είναι πολύ διαφορετικό από το άγνωστο που φωλιάζει στα κεραμίδια των σπιτιών τις νύχτες. Και ο άνεμος πάντοτε μεταφέρει παράξενα μηνύματα γι’ αυτούς που μπορούν να τ’ ακούσουν.

Εδώ, στον τόπο που κατοικώ και ονειρεύομαι, βλέπω τα μάτια σας που περιπλανιούνται πάνω στις σελίδες, πάνω στις εικόνες, πάνω στην νύχτα του μικρού χωριού, με τα κεραμίδια του, τα νυχτοπούλια του που κλαίνε για τους καιρούς που ‘φύγαν, και με τα σοκάκια του που τις νύχτες γεμίζουν φαντάσματα και φευγαλέες γάτες. Ελάτε πιο κάτω μαζί μου, μακρινοί μου φίλοι της Μνήμης και της Ελπίδας… Βλέπετε εκείνο το ερειπωμένο σπίτι, πνιγμένο από τα δέντρα κι απ’ το σκοτάδι; Περιμένετε λίγο μέχρι τα μάτια σας να συνηθίσουν στο σκοτάδι, γιατί το φεγγαρόφωτο δεν φτάνει μέχρι εδώ…

Τώρα, κοιτάξτε καλύτερα στο χαλασμένο κατώφλι αυτού του σπιτιού, μπροστά από την ξεχαρβαλωμένη πόρτα. Βλέπετε εκείνη την ακίνητη σιλουέτα; Αυτή η σκιερή φιγούρα, που μοιάζει να παραμονεύει μέσα στο σκοτάδι, είναι ένα αγόρι περίπου δεκαέξι χρονών. Αυτό που κρατάει στα χέρια του είναι ένας μεγάλος σβηστός φακός. Τα μάτια του γυαλίζουν, όχι όπως θα γυάλιζαν τα μάτια του Φεγγαροπαρμένου, απλά έχουν την πονηρή λάμψη του ασυνείδητου που ετοιμάζει μια φάρσα.

Ακούτε τα βήματα κάποιου που πλησιάζει;… Ακούγονται από το βάθος του μικρού δρόμου, που περνάει μπροστά από το ερειπωμένο σπίτι και καταλήγει λίγο πιο πέρα από την μικρή εκκλησία, σε μια στενή αυλή που την σκεπάζουν τα κεραμίδια των διπλανών σπιτιών. Οι παρέες των παιδιών λένε πως εκείνη η εκκλησία είναι στοιχειωμένη, και τις νύχτες τριγυρνά στο προαύλιο της το φάντασμα του άγιου. Τώρα μπορείτε πια να διακρίνετε την λιγνή φιγούρα του διαβάτη, που ανυποψίαστος για την πονηρή ενέδρα, περπατά μέσα στις σκιές των χαμηλών δέντρων…

Ο διαβάτης ονομάζεται Τρύφων, και δεν είναι άλλος από τον Φεγγαροπαρμένο μας. Αναγνωρίζετε αμέσως πάνω του τα χαρακτηριστικά του ανθρωπάκου της σκεπής. Ο ανθρωπάκος κουτσαίνει πολύ, κι αυτό σας θυμίζει το παράξενο περιστατικό που παρακολουθήσαμε κρυφά μαζί, στις καμινάδες και τα κεραμίδια του φεγγαρολουσμένου χωριού.

Ο Τρύφων έχει ένα περίεργο χαμόγελο, γαμψή μύτη και πεταχτά αυτιά, μαλλιά σαν του σκιάχτρου, κι ένα λερωμένο γιλεκάκι. Τα μάτια του, μικρά κι ευκίνητα, λάμπουν με μια διαφορετική λάμψη από εκείνη στα μάτια του αγοριού, που παραμονεύει λίγα μέτρα πιο πέρα.

Πόσων χρονών να είναι άραγε ο Τρύφων; Η ηλικία του είναι απροσδιόριστη, είναι από εκείνα τα σπάνια όντα που δεν μπορείς να πεις αν είναι τριάντα ή σαρανταπέντε. Ξεχωρίζετε όμως κάτι πολύ παιδιάστικο στο περπάτημα του και στις κινήσεις του, είναι από εκείνα τα σπάνια όντα που όταν τα συναντάς στο δρόμο, ένα χαμόγελο συμπάθειας ή ένα χαμόγελο ειρωνείας σχηματίζεται στο πρόσωπό σου…

Το δικό σας χαμόγελο, τι χαμόγελο θα είναι; Γνωρίζω ότι πολλοί από εσάς θα έχετε το χαμόγελο του αγοριού που ενεδρεύει στο σπασμένο κατώφλι του ερειπωμένου σπιτιού… Εσείς οι άλλοι όμως, θα πρέπει να ξέρετε ότι το χαμόγελο του Ονειρευτή, δεν είναι σαν του αγοριού, αλλά ούτε και σαν του Τρύφωνα. Αλλά, γιατί να μιλάμε για χαμόγελα; Αυτά εμφανίζονται έτσι κι αλλιώς, όπως θέλουν, χωρίς την έγκριση του ιδιοκτήτη τους…

Γρήγορα! Κρυφτείτε πίσω απ’ αυτές τις φυλλωσιές, για να μην μας αντιληφθούν. Πρέπει να παρακολουθούμε αυτήν την κωμωδία -ή αυτό το δράμα (ανάλογα από το πώς το νιώθει το χαμόγελό σας)- πάντοτε κρυμμένοι…

Όταν ο Τρύφωνας φτάνει μπροστά στο σκοτάδι του ερειπωμένου σπιτιού, ο πονηρομάτης της ενέδρας μουγκρίζει κακόφωνα, και ανάβει τον φακό πάνω στο πρόσωπό του, ακουμπώντας τον στο σαγόνι του.

«Ούουουου! Τρύφων, Τρύφων!!…
Είμαι ο Κολοκυθοκέφαλος
και μ’ έστειλε ο άγιος
για να σε πάααρωωω!!!…»

Αντικρίζοντας, ο Τρύφωνας, το αλλόκοτα φωτισμένο πρόσωπο, και ακούγοντας τα λόγια αυτά και τα μουγκρητά, αναπήδησε ξεχνώντας το χτυπημένο του πόδι, έπιασε το αριστερό του αυτί με το δεξί του χέρι, χαμήλωσε το σκιάχτρινο κεφάλι του κι άρχισε να φωνάζει ξόρκια, πολύ τρομαγμένος. Μόλις βρήκε το κουράγιο, άρχισε να τρέχει σαν να τον κυνηγούσε μια στρατιά από δαίμονες. Το πονηρό αγόρι έπεσε στο χώμα από τα γέλια. Ο Τρύφωνας έτρεχε προς την μικρή αυλή του σπιτιού της θείας του, φωνάζοντας ακατάληπτα για βοήθεια… Οι νυχτερίδες πετούσαν σαν τρελές γύρω από τα κεραμίδια, ο άνεμος σιγοσφύριζε τα γέλια του αγοριού, κι εμείς κρυβόμασταν μαζί πίσω από τα φυλλώματα των δέντρων. Εμείς και τα τζιτζίκια…

Δεν ήταν καθόλου παράξενο που μονάχα ο Τρύφωνας είχε δει τον Κολοκυθοκέφαλο να καλπάζει μέσα στην νύχτα. Έπρεπε να παραμονεύσεις υπομονετικά για να τον δεις. Και για να παραμονεύσεις έπρεπε να πιστεύεις πως ο Κολοκυθοκέφαλος καλπάζει τις νύχτες με φεγγάρι, με το μαύρο άλογό του. Οι άλλοι δεν πίστευαν.

Παραμόνευαν όμως συχνά τον καημένο τον Τρύφωνα, για να τον τρομάξουν ή να τον κοροϊδέψουν, επειδή πίστευε τέτοια πράγματα. Βαθιά μέσα στην καρδιά τους όμως, όλοι φοβόντουσαν τον Κολοκυθοκέφαλο, αλλά δεν πίστευαν ότι στ’ αλήθεια υπάρχει. Αν πίστευαν θα έπρεπε να παραδεχτούν και τον τρόμο τους -όλους τους βαθύτερους τρόμους τους- κι αν αναγνώριζαν τον τρόμο τους, κανείς τους δεν θα ξανατολμούσε να βγει από το σπίτι του. Θα φωλιάζανε όλοι μέσα στα ζεστά μακριά τους σκεπάσματα, που δεν αφήνουν τα πόδια να προεξέχουν όταν το κεφάλι είναι κουκουλωμένο…

Έτσι, με το να κοροϊδεύουν τον Τρύφωνα, καθησύχαζαν τους δικούς τους τρόμους, μπορούσαν να εξορκίζουν τα πάντα από μέσα τους, πάνω στην ράχη του Τρύφωνα. Όλο το χωριό εξόρκιζε τους τρόμους του πάνω στον Τρύφωνα. Ίσως γι’ αυτό να ήταν ο Τρύφων τρομακτικός για κάποιους. Κι όταν γελούσαν με τον Τρύφωνα, γελούσαν με τους φόβους τους. Είναι μια αρχαία και παράξενη αλχημεία αυτό…

Το σκοτεινό δωμάτιο του Τρύφωνα ήταν γεμάτο από τρόμους και θαύματα. Ο φόβος περίμενε στο κρεβάτι του, και τα θαύματα στο παράθυρο. Από εκεί έμπαινε τις νύχτες το φεγγαρόφωτο και τον κρατούσε ξάγρυπνο, από εκεί έμπαινε τις νύχτες και ο Φόβος και ξάπλωνε στο κρεββάτι του το χαλασμένο, και τον παραμόνευε κάτω από τα σεντόνια.

Μέσα στο σκοτάδι του δωματίου, ακίνητος ο Τρύφων στην μικρή καρέκλα, κοιτούσε το φεγγαροφωτισμένο παράθυρο. Μια κουκουβάγια καθόταν στο περβάζι, και τον κοιτούσε με τα μελαγχολικά της μάτια. Οι κουκουβάγιες είναι πολύ παράξενα πουλιά. Με τα δικά της μάτια, πλάσματα της νύχτας εμείς, κοιτούμε τον Τρύφωνα τον Φεγγαροπαρμένο. Εξετάζουμε την παράξενη φιγούρα του, καθώς κάθεται εκεί στην καρέκλα, βυθιζόμαστε στο γυάλινο βλέμμα του, και ψαρεύουμε τις εικόνες σαν ψάρια, μέσα απ’ τον σεληνιακό βυθό του μυαλού του.

Ο Τρύφων, όταν ήταν πιο νέος, είχε αγαπήσει παράφορα ένα κορίτσι, που είχε γελάσει πολύ όταν οι φίλες της ψιθύρισαν στ’ αυτί της για τον τρόπο που την κοιτούσε συνέχεια ο Φεγγαροπαρμένος. Όσο γι’ αυτόν, συνήθιζε να πηγαίνει τις νύχτες και ν’ ακολουθεί την διαδρομή που αυτή είχε περπατήσει την ημέρα, ψάχνοντας για κάποιο ίχνος της, κι όταν νόμιζε ότι έβρισκε ένα, ίσως κάποιο σπασμένο ξεροκλαδάκι που είχε πατήσει με το πόδι της, καθόταν από πάνω του με τις ώρες…

Το κορίτσι ήταν πολύ μικρότερό του στην ηλικία, κι οι παρέες της ήταν τα νεότερα παιδιά που συνήθως έστηναν αμέτρητες φάρσες στον Τρύφωνα. Βέβαια, ο Τρύφωνας ήταν ενήλικος, αλλά είχε το μυαλό ενός μικρού παιδιού.

Ένα απόγευμα τον πήρανε σ’ ένα σπίτι, που βρισκόταν πολλά αγόρια και κορίτσια, κι ανάμεσα τους και η Δουλτσινέα του, για να παίξουν την Τυφλόμυγα. Του έδεσαν τα μάτια και τον στριφογύρισαν μέχρι να ζαλιστεί. Γυρνούσε ο Τρύφωνας, γύρω-γύρω και ζαλιζόταν, και ζαλιζόταν, και ζαλιζόταν… Κι έπειτα όλοι άρχισαν να γελούν και να τον χτυπούν. Δεν τον ένοιαζε. Μέσα στα γέλια τους, προσπαθούσε να διακρίνει το όμορφο γελάκι της αγαπημένης του, για να τρέξει να την αρπάξει. Ήξερε πως ήταν η μοναδική ευκαιρία που είχε, για να την αγγίξει, να την χαϊδέψει, να την σφίξει γερά στην αγκαλιά του.

Δεν ξέρουμε αν τα κατάφερε. Ίσως να της άγγιξε φευγαλέα το μπράτσο, ή το πόδι, ίσως και όχι. Δεν μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα την εικόνα μέσα στον νου του. Και δεν μπορούμε να διακρίνουμε αν οι εικόνες που βλέπουμε είναι αυτό που έγινε, ή αυτό που θα ήθελε αυτός να είχε γίνει… Ίσως και να μην έπαιξε την Τυφλόμυγα μαζί τους ποτέ.

Μερικά χρόνια αργότερα, το κορίτσι παντρεύτηκε έναν κοκκινομάλλη από το διπλανό χωριό. Έκανε τρία παιδιά. Ο Τρύφωνας είχε τραυματιστεί ανεπανόρθωτα απ’ αυτόν τον αντιπαθητικό γάμο. Αυτός ήταν που έβαζε τους βατράχους στο παράθυρό της, και κάποιος άλλος ήρθε και την πήρε μακριά του, κι αυτή ήταν ευτυχισμένη και χαρούμενη μ’ αυτόν τον άλλον. Έτσι λοιπόν, ο Τρύφωνας δεν ξανακοίταξε άλλη γυναίκα από τότε.

Ξαφνικά άρχισαν να του αρέσουν τα πολύ μικρά κορίτσια. Αυτό τουλάχιστον ψιθύριζαν οι ξέφρενες παρέες των καλοκαιρινών βραδινών. Ερωτευόταν κάθε όμορφο δεκατριάχρονο κοριτσάκι, μ’ έναν δικό του αγνό τρόπο -γιατί ο Τρύφωνας δεν ήταν πονηρός- κι έκανε τα πάντα για να βρίσκεται μαζί με τις παρέες των παιδιών, και ανεχόταν τα πειράγματά τους για να κάθεται δίπλα στα κοριτσάκια… Αυτά, βέβαια, τον απέφευγαν όσο μπορούσαν… Ξεχωρίζουμε τις χαρούμενες εικόνες τους, σαν από όνειρο βγαλμένες, να τρέχουν και να χασκογελάνε, με τα πολύχρωμα φορεματάκια τους, και να μουρμουρίζουν η μια στην άλλη ότι ο Τρύφωνας μύριζε άσχημα και χαμογελούσε σαν χαζός όταν καθόταν δίπλα τους…

Ο Τρύφων φοβόταν το νερό. Ή έστω, το νερό φοβόταν τον Τρύφωνα. Όταν ξυπνούσε, βουτούσε το δάκτυλο στην λεκάνη με το νερό, κι έβρεχε το ένα του μάτι κι έπειτα το άλλο. Αυτό ήταν όλο, κι είχε πλυθεί. Γινόταν μάχη ολόκληρη, όταν η θεία του αποφάσιζε πως έπρεπε να πλυθεί γιατί «τα τριαντάφυλλα του κήπου έχαναν την μυρωδιά τους, όταν βρισκόταν αυτός δίπλα…»
Κι αυτός έλεγε ξανά και ξανά εκείνο το ηλίθιο ποιηματάκι :

«Το ψάρι μέσα στο νερό
κι ο Τρύφωνας απ’ έξω
κι αν, ωχ, βραχεί η μύτη μου
δεν θα μπορώ να παίξω!…»

Δεν ήταν λίγες οι φορές που σκαρφάλωνε στην στέγη, τις νύχτες με φεγγάρι, και καθόταν εκεί με τις ώρες, σαν κάποιο παράξενο νυχτοπούλι. Οι νυχτερίδες τον ήξεραν με τ’ όνομα του, κι έλεγε πως του τραγουδούσαν τραγούδια που μόνο αυτός μπορούσε ν’ ακούσει, η κουκουβάγια τον συντρόφευε από κάποια απόσταση, κοιτώντας με απορία τα καμώματα αυτού του ανθρωπάκου, που σερνόταν στα κεραμίδια και σκαρφάλωνε πάνω στις καμινάδες αγναντεύοντας την μικρή θάλασσα από σκεπές του νυχτερινού χωριού.

«Η νυχτερίδα -νάτη!- πετάει
κι όλο στο φως τριγυρνάει
γύρω-γύρω και ζαλίζεται
και με τις φίλες της οργίζεται
κι όλο στο φως τριγυρνάει
κι όμως η νύχτα είναι που της αρέσει
και τη μέρα για ύπνο θα πέσει…»

Μουρμούριζε αυτό το παράξενο νανούρισμα, και πολλές φορές κοιμόταν πάνω στην σκεπή. Οι χωριάτες που ξεκινούσαν πριν από το χάραμα για να πάνε να φροντίσουν τα πρόβατα τους ή τα χωράφια τους, όταν περνούσαν κοντά από εκεί, συνήθιζαν να πετάνε πετραδάκια πάνω στην σκεπή, χασκογελώντας και λέγοντας: «Πού ξέρεις; Όλο και κάποιον Τρύφωνα θα ρίξουμε κάτω…» Καμιά φορά χτυπούσαν κάποια γάτα, που της άρεσε να κάθεται στα κεραμίδια, κι αυτή νιαούριζε τρομαγμένη, και τότε έλεγαν: «Θα είναι ο Τρύφωνας που θα κατάπιε καμιά γάτα!…» ή «Είναι ο Τρύφωνας που κάνει μιάου-μιάου στα κεραμίδια!…» και γελούσαν. Αν και ο Τρύφων δεν συμπαθούσε τις γάτες. Πίστευε ότι του έφερναν γρουσουζιά, κι όποτε τις έβλεπε τις κυνηγούσε, ίσως γιατί ήταν οι μόνες που μπορούσαν να διεκδικήσουν το κεραμιδένιο του βασίλειο. Έφτυνε τον κόρφο του, κι έκανε σβούρες γύρω από τον εαυτό του, και χτυπούσε με δύναμη το πόδι του στο έδαφος, και ψιθύριζε βιαστικά:

«Όπου γάτα
και κακά μαντάτα
φτου, γατομουστάκι
να γλυτώσει το παιδάκι…»

Μέσα στο σκοτάδι του δωματίου, ακίνητος ο Τρύφων στην μικρή καρέκλα, κοιτούσε το φεγγαροφωτισμένο παράθυρο. Ο άνεμος της νύχτας που εισχωρεί από ‘κει, χαϊδεύει τα αστροφωτισμένα φτερά της κουκουβάγιας, γυρνάει τις σελίδες της μικρής ιστοριούλας μας, κι ανακατεύει και ταράζει τις μνήμες του Τρύφωνα μέσα στο κεφάλι του.

Κι αν τα μάτια είναι τα παράθυρα της ψυχής, τότε τα παράθυρα του Τρύφωνα είναι πάντα φωτισμένα μ’ ένα παράξενο φως, ίσως μιας μικρής σελήνης που λάμπει μέσα εκεί, και περιστρέφεται γύρω από έναν κόσμο ξένο για τους ανθρώπους: τον γεμάτο τρόμους και θαύματα νου του Φεγγαροπαρμένου…

Κοιτώντας εμείς μέσα από το παράθυρο (του δωματίου ή του Τρύφωνα;) με βλέμμα κουκουβάγιας, ονειρευτές ενός νυχτερινού καλέσματος, βλέπουμε το σκοτάδι γύρω του να γεμίζει εικόνες…

Μικροί φτερωτοί δαίμονες πετούν γύρω του και του πειράζουν τ΄ αυτιά και την μύτη, τραγουδώντας ένα εκνευριστικό τραγουδάκι που του στέλνει ρίγη στην πλάτη. Ένα μικροσκοπικό μαύρο άλογο, καλπάζει ξέφρενα κάτω στο ξύλινο πάτωμα του δωματίου, και χλιμιντρίζει με μια λεπτή φωνή. Νάτος κι ο Κολοκυθοκέφαλος, μικρός σαν μαριονέτα που κρέμεται από αόρατες κλωστές, χοροπηδάει σαν φριχτός σκελετός, μπροστά στα μάτια του ζαλισμένου Τρύφωνα. Χαμογελάει με το κολοκυθοχαμόγελο του, και συστρέφοντας όλο του το σώμα, τινάζει πάνω-κάτω τα χέρια και τα πόδια του, σ’ έναν τρομακτικό χορό…

Ο άνεμος σφυρίζει μελωδίες από τα άγρια βουνά, έξω από ‘δώ, και η πολύχρωμη αυλαία ενός ολόκληρου νυχτερινού τσίρκου, έχει ανοίξει, για να αποκαλύψει τα πιο αλλόκοτα πλάσματα. Τα ξωτικά σκαρφαλώνουν με μικρές νευρικές κινήσεις πάνω στους τοίχους του σπιτιού, και στέκουν ακίνητα στο παράθυρο, με μάτια σαν γυάλινες χάντρες που αντιφεγγίζουν το φεγγαρόφωτο.

Και, να! Εκεί… Ένα γκριζόλευκο φάντασμα ουρλιάζει, σαν να τραγουδά κάποιον κακό οιωνό, κι ανοίγει τις φτερούγες του και φτερουγίζει αργά, πολύ αργά, για να χαθεί για λίγο πίσω απ’ τα φυλλώματα των δέντρων, και να ξαναφανεί ακίνητο, πάνω στα κεραμίδια του απέναντι σπιτιού, με μάτια σαν αστέρια, έτοιμο να ορμήξει ξανά στον άνεμο και να φτερουγίσει πάλι στο περβάζι….

Κι ο Τρύφωνας ακίνητος, με γουρλωμένα μάτια, κοιτά τις εικόνες να ξετυλίγονται μέσα στο σκοτάδι του δωματίου, κι ακούει τα τραγούδια τους, κι η παιδιάστικη καρδιά του χορεύει με τον χορό τους.

Όμως, εσείς νυχτερινοί μου φίλοι της Μνήμης και της Ελπίδας, βουτήξτε έξω από τα παράθυρα του προσώπου του Τρύφωνα, κι αφήστε με να σβήσω για λίγο την φωτιά αυτών των μικρών και τρομακτικών θαυμάτων… Κοιτάξτε, να! Οι μικροί φτερωτοί δαίμονες δεν είναι παρά δυο-τρεις μύγες, μαγνητισμένες από την απλυσιά του Τρύφωνα. Το μικροσκοπικό μαύρο άλογο που καλπάζει στα σανίδια, είναι ένα μικρό μαύρο ποντικάκι, που ψάχνει για ψίχουλα. Ο Κολοκυθοκέφαλος που χορεύει το δαιμονικό χορό του, δεν είναι παρά μια μεγάλη αράχνη, που κρέμεται απ’ τον αόρατο ιστό της μπροστά στο πρόσωπο του Τρύφωνα, και παίζει παιχνίδια με το φεγγαρόφωτο. Τα ξωτικά που σκαρφαλώνουν τους τοίχους, δυο-τρεις σαύρες που κάνουν την νυχτερινή τους βόλτα. Το γκριζόλευκο φάντασμα, είναι μια μεγάλη κουκουβάγια. Και η πολύχρωμη αυλαία του τσίρκου αυτού, δεν είναι παρά η κουρτίνα του παραθύρου, που ανεμίζει στο δροσερό αέρα της νύχτας…

Τί σημασία όμως έχει; Ποιός είναι αυτός που μπορεί να κρίνει, έτσι απλά, τι είναι ψέμα και τι αλήθεια; (Θα πρέπει να ‘ναι ένας σκληρός και δυστυχισμένος δικαστής) Ή μήπως δεν ξέρετε ότι πολύ συχνά το θαύμα για κάποιον, δεν είναι παρά μια πλάνη για κάποιον άλλον; Ή μήπως δεν έχετε ποτέ περάσει για φάντασμα, μια παράξενη και τρομακτική κουκουβάγια που έχει φτερουγίσει μέχρι την αντικρινή σκεπή, μέσα στη νύχτα, όταν είστε μόνοι σας σ’ ένα μπαλκόνι, και κάθεται εκεί και σας παρακολουθεί και τραγουδά το δυσοίωνο τραγούδι της;

Ο Τρύφωνας είναι μόνος του. Στο σκοτεινό δωμάτιό του. Και πρέπει ν’ αποκαλύψω αυτό το μικρό μυστικό: η Μοναξιά είναι ο φόρος που βάζει η Φύση στα Θαύματα…

Κι αν κάποιος δεν μπορεί να διακρίνει το ξωτικό πίσω από μια σαύρα, ή τον Κολοκυθοκέφαλο να χορεύει στον ιστό της αράχνης, τότε αυτό σημαίνει πως αυτός ο κάποιος δεν είναι αρκετά μόνος… Όμως, ποιος ξέρει τι παράξενο φόρο να πληρώνουν οι Φεγγαροπαρμένοι, και ποιος να είναι αυτός που έρχεται για να τον εισπράξει;…

Ω, είναι μια σκιά, πιο σκιά κι απ’ τις σκιές, που καβαλάει τον άνεμο που έρχεται από «έξω από ‘δώ» και ταξιδεύει στο σκοτάδι. Βλέπει την λάμψη στο παράθυρο του Τρύφωνα, και βουτάει στο μικρό κρυφό δωμάτιο του. Ο Τρύφωνας κουκουλώνεται με τα σεντόνια, αλλά δεν μπορεί να της κρυφτεί. Άγνωστα συναισθήματα τον κατακλύζουν, νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν γνώρισε, θλίψη για κάτι χαρούμενο, φόβος για κάτι που μοιάζει φιλικό, όνειρα μιας καθημερινότητας που δεν έζησε, οικειότητα με κάτι τελείως άγνωστο… Η σκιά τον αγκαλιάζει και τον παρασέρνει μέσα στον αόρατο κόσμο, που πολλοί επιθύμησαν αλλά λίγοι του ξέφυγαν, και τον αφήνει εκεί μόνο του. Ολομόναχο μαζί με τα θαύματα…

Και λίγο πριν η αυγή φανεί, τον εκσφενδονίζει πάλι εδώ πίσω, σαν ναυαγό που τον ξεβράζει το κύμα σ’ ένα αφιλόξενο νησί. Και η σκιά, λίγο πριν χαθεί στ’ απομεινάρια της νύχτας, αγκαλιάζει τον Τρύφωνα και του ψιθυρίζει στ’ αυτί: «Ό,τι και να γίνει, θα ξανάρθω το βράδυ!»

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ, Ο ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ ΚΙ Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Λένε πως τα παράθυρα είναι τα μάτια του σπιτιού…

Κι ο Τρύφωνας πολλές φορές έβλεπε τα σπίτια σαν τεράστια ακίνητα ζώα, πολύ τεμπέλικα για να αφήσουν τον τόπο τους και να ταξιδέψουν σε μακρινά μέρη, μόνο τους άρεσε να κάθονται όλα μαζί, σαν κοπάδι ελεφάντων, κάτω απ’ τον ήλιο και το φεγγάρι, φορώντας τα τριγωνικά κεραμιδένια καπελάκια τους, ακίνητα σε μιά αιωνιότητα πέτρινου ύπνου.

Οι άνθρωποι ζούσαν μέσα στα στομάχια αυτών των ακίνητων κοπαδιών, κι όταν πολλές φορές ένιωθαν την ίδια μοναξιά με τους ξενιστές τους, σερνόντουσαν μέχρι τα μεγάλα μάτια τους, τα παράθυρα, για να κοιτάξουν έξω, έξω από ‘δώ, προς τα βουνά, τη θάλασσα, και τα άστρα στον ουρανό, που είναι φωτεινά ψάρια που κολυμπούν αργά στο μαύρο ωκεανό που κρέμεται από πάνω μας…

Και είναι αλήθεια πως τα σπίτια ονειρεύονται.

Ονειρεύονται καιρούς περασμένους και ξεχασμένους, και ποιος ξέρει πόσα άλλα θαυμαστά πράγματα… Κι οι άνθρωποι, καμιά φορά, όταν κάθονται μόνοι τους μέσα στα σκοτεινά δωμάτια στα σωθικά των σπιτιών, ονειρεύονται κι αυτοί τα όνειρα των σπιτιών, και ποιος ξέρει πόσα άλλα θαυμαστά πράγματα.

Κι αν τα παράθυρα, μακρινοί μου φίλοι, είναι τα μάτια των σπιτιών, τότε, ω, τότε ακολουθήστε με, αφήστε τα φτερά της μεγάλης κουκουβάγιας που φτερουγίζουν τώρα έξω από ‘δώ, και καβαλήστε μαζί μου τον άνεμο, κι ας πετάξουμε πάλι μέχρι εκείνο το μάτι, που στο περβάζι του είναι σκαρφαλωμένος ο φεγγαροπαρμένος, κι ας του χαϊδέψουμε με τον άνεμό μας τα λιγοστά του μαλλιά. Κάθεται εκεί, τον βλέπετε; Πάνω στο ετοιμόρροπο περβάζι του ματιού, και αγναντεύει πέρα μακριά, ποιος ξέρει πού, μέσα στην νύχτα. Κι αφού τα μάτια είναι τα παράθυρα της ψυχής, ας κοιτάξουμε κρυφά μέσα απ’ τα παράθυρά του, για μια φορά ακόμη, με την δροσιά του νυχτερινού ανέμου…

Λένε πως ένα ερειπωμένο και εγκατελειμένο χωριό, γεμάτο από νεκρά και σκελετωμένα σπίτια, ένα χωριό φάντασμα, όπως θα έλεγαν κάποιοι άλλοι, είναι σαν ένα νεκροταφείο. Ίσως σαν ένα νεκροταφείο ελεφάντων. Λένε πως οι αναμνήσεις είναι ταφόπλακες μέσα στο κεφάλι μας, μέσα στο αχανές νεκροταφείο της μνήμης, και πως τα φαντάσματα του τριγυρνούν στις σκοτεινές στοές του νου μας, και μας στοιχειώνουν με τους ψιθύρους τους.

Αυτά τα λένε οι ποιητές, και τι περιμένετε από μένα πέρα από το να είμαι ένας μικρός χάρτινος ποιητής, όπως άλλωστε είναι όλες οι μαγικές ιστοριούλες;…

Κι εσείς, σύντροφοί μου της Μνήμης και της Ελπίδας, ίσως να κρύβετε έναν ποιητή μέσα σας, για να είστε τόση ώρα μαζί μου. Όμως, ποιος στ’ αλήθεια να γνωρίζει τι κρύβουν μέσα τους οι Ονειρευτές; Ταξιδιώτες είμαστε, που παρακολουθούμε ιστορίες, και διηγούμαστε ιστορίες, και τίποτε παραπάνω. Κι αν είμαι μια ιστορία, που διηγείται σ’ αυτές τις σελίδες τον εαυτό της, πώς είσαστε τόσο σίγουροι ότι δεν την διηγείστε εσείς σε μένα;

Ά, πόσες κρυφές ιστορίες μπορεί να κρύβει μία και μόνο μία ιστορία. Κι όμως η ίδια ξέρει μόνο μία: τον εαυτό της. Και, όπως κάθε πλάσμα του Θεού, κρύβει, χωρίς το ίδιο να το γνωρίζει, αμέτρητα καθρεφτίσματα του εαυτού του, που μπορεί να τα γνωρίζουν μόνο οι άλλοι… Όμως, ας μη χαθούμε στα μυστήρια της ύπαρξης. Το μυστήριο της ιστορίας μου είναι μικρό, απλό και παιδικό, όπως άλλωστε είναι το μυστήριο όλων των θαυμάτων.

Και τώρα, είμαστε μια σκιά που καβαλάει τον άνεμο της νύχτας, πιο σκιά κι απ’ τις σκιές, κι ελάτε ν’ αγκαλιάσουμε τον Τρύφωνα και να βουτήξουμε μέσα από τα παράθυρά του, προς το νεκροταφείο της μνήμης. Μην φοβάστε. Σας κρατώ από το χέρι και σας οδηγώ.

Κοιτάξτε γύρω σας. Ο άνεμος σφυρίζει το τραγούδι του μέσα από τα σκοτεινά δέντρα, που δεν αποκαλύπτουν το φύλλωμά τους στο φεγγαρόφωτο, όμως το φως του φεγγαριού φανερώνει γύρω μας ένα μικρό δάσος από ταφόπλακες. Δεν είμαστε μόνοι μας εδώ, υπάρχουν εκατοντάδες άνθρωποι γύρω μας, ξαπλωμένοι κάτω από το έδαφος, μέσα στα τούνελ που κρύβουν οι μαρμάρινες καταπακτές των τάφων. Εδώ κατοικούν οι νεκροί!

Μέσα στο μικρό, φεγγαροφωτισμένο νεκροταφείο της νύχτας, οι μαρμάρινες επιγραφές διηγούνται την ιστορία των ενοίκων τους. Είναι η πιο μικρή ιστορία που ειπώθηκε ποτέ. Τα παιδιά -τι παράξενο- ακούνε μεγάλα παραμύθια την νύχτα στο κρεβάτι, που ριζώνουν βαθιά μέσα τους και τους διηγούνται μια μαγική ζωή που δεν έζησαν ακόμη. Κι όταν η ζωή αυτή τους προδώσει, και τους παγιδέψει δύο μέτρα κάτω από το χώμα, μια πέτρα από πάνω τους διηγείται το πιο μικρό παραμύθι, καθόλου μαγικό, γιατί είναι για όλους το ίδιο. «Τον λέγανε έτσι, γεννήθηκε τότε, πέθανε τότε, δεν ξέρουμε τίποτε γι’ αυτόν…»

Κοιτάξτε γύρω σας τις διηγήσεις των νεκρών, και δείτε πώς ο ύπνος του θανάτου προδίδει όλες τις ιστορίες που ειπώθηκαν ποτέ. Κι όμως… Τί είναι μια ιστορία, έστω μικρή σαν κι εμένα, αν όχι ένας κηρυγμένος πόλεμος ενάντια στο θάνατο;

Ακούστε! Όχι, όχι τον άνεμο. Ούτε τα νυχτοπούλια. Ούτε το μακάβριο τρίξιμο των κλαδιών. Ακούστε πίσω απ’ όλα αυτά… Τ’ ακούτε; Βήματα… Μη φοβάστε. Δεν είναι οι νεκροί που περπατούν θλιμμένοι τις νύχτες πάνω στις πέτρινες σκεπές τους. Όχι. Κοιτάξτε εκεί, πίσω από τα γκρεμισμένα κάγκελα, δίπλα από εκείνον το μεγάλο σταυρό… Δυο σκιές πλησιάζουν με αργά βήματα… Δυο μαύρες σιλουέτες μέσα στη νύχτα του νεκροταφείου μας (που είναι ταυτόχρονα και το νεκροταφείο της μνήμης του Τρύφωνα), δυο σκιές που σε λίγο το φεγγαρόφωτο θα αποκαλύψει τα πρόσωπά τους. Όμως, θα αποκαλύψει κι εμάς στα φοβισμένα τους μάτια. Ελάτε γρήγορα να κρυφτούμε, δεν πρέπει να μας δουν, η παρουσία μας σ’ αυτήν την ιστορία -σας το θυμίζω ξανά- είναι μυστική, παράνομη, κι αν δεν ήμασταν τόσο ριψοκίνδυνοι θα ‘πρεπε να ‘ναι και σιωπηλή…

Όμως, γρήγορα, ακολουθήστε με όσο πιο αθόρυβα μπορείτε, νυχτερινοί μου φίλοι. Γρήγορα! Πίσω απ’ αυτήν την μεγάλη χορταριασμένη ταφόπλακα. Κρυφτείτε…

Οι δυο φιγούρες, σαν καρικατούρες ενός θεάτρου σκιών, περπατούν με γόνατα που τρέμουν. Και το φεγγάρι ξεπροβάλλει πίσω από το μικρό σύννεφο που το είχε κρύψει για λίγο, για να κοιτάξει κάτω στο γκρίζο νεκροταφείο, να κοιτάξει τις δυο σκιές, ρίχνοντας το ημίφως του στα πρόσωπα των δύο εισβολέων… Κοιτάξτε… Είναι ο Τρύφωνας μαζί με κάποιον άλλον…

Αυτός ο κάποιος άλλος, λέγεται Έκτορας -πολύ ηρωικό όνομα για τον φοβητσιάρη ιδιοκτήτη του- και θα μπορούσα να πω ότι είναι φίλος του Τρύφωνα. Όμως ο Τρύφωνας δεν έχει φίλους, ποτέ δεν είχε φίλους. Στην αρχή ήταν αναγκασμένος να μην έχει. Έπειτα το συνήθισε και δεν ήθελε να έχει. Άλλωστε όλοι τον κορόιδευαν ή τον φοβόντουσαν. Ήταν ένα αστείο παιχνίδι της μοίρας, που είχε ενώσει για λίγο καιρό τις ζωές των δύο νεαρών. (Γιατί ο Τρύφωνας που βλέπετε τώρα μπροστά σας, είναι νεαρός. Πίσω στο νεκροταφείο της μνήμης, όλοι είναι πιο νέοι…)

Ο Έκτορας, ήταν ένας χοντρούλης κοκκινοπρόσωπος, πάντα ιδρωμένος και λερωμένος, και τους χειμώνες μ’ ένα τρύπιο κόκκινο σκουφί, αφελής μέσα στην κουτοπονηριά του. Αλλά δεν ήταν για όλα αυτά που τον πείραζαν όλα τα άλλα παιδιά. Ήταν γιατί ήταν λίγο τσιβδός, και είχε αστεία φωνή, σχεδόν κοριτσίστικη, κι έλεγε το σίγμα με θήτα, και το ρω με γάμα. Δεν ξέρω πώς το νιώθει το χαμόγελό σας, αλλά μη γελάσετε: ο καημένος ο Έκτορας δεν μπορούσε να πει «σιδηρόδρομος» αλλά έλεγε: «θιδηγόδγομοθ»! Έτσι λοιπόν, ήταν φυσικό πού οι δύο «εξόριστοι» του χωριού, βρέθηκαν να κάνουν λίγο παρέα. Ο ένας εξ αιτίας του φεγγαριού, κι ο άλλος εξ αιτίας της γραμματικής… Ο Τρύφωνας ήταν ο μόνος που δεν έδινε σημασία στην γραμματική του Έκτορα, κι ο Έκτωρ του το πλήρωνε με την ανοχή του…

Νάτοι που στέκονται διστακτικά, εκεί στο ξέφωτο των τάφων, πιασμένοι χέρι – χέρι.

«Νυχτερίδας κοκαλάκι
του λαγού το ποδαράκι
βοηθήστε με κι εμένα
που πηγαίνω για τα ξένα…»

«Αχ, Τγύφων, θταμάτα τα κθόρκια και τα ποιηματάκια, γιατί με φοβίδειθ και δεν μ’ αγέθει καθόλου εδώ πέρα. Πάω θτοίχημα ότι εδώ είναι γεμάτο βγυκόλακεθ. Ναι, βγυκόλακεθ… Αχ, θυμφογά που με βγήκε… Τί ήθελα εγώ ο καημένοθ ν’ αφήθω το κγεβατάκι μου, για να έγθω εδώ να με καταθπαγάκθουν οι βγυκόλακεθ; Πάμε να φύγουμε Τγύφωνα… Έλα τώγα. Πάμε θου λέω!!]

«Του λαγού το ποδαράκι
νυχτερίδας κοκαλάκι
να μου φέρετε καλό
να το ρίξω στο γιαλό…»

Εκείνη την στιγμή, ένα μουγκρητό ακούστηκε από πίσω τους, και αντήχησε σ’ όλο το λόφο του νεκροταφείου. Τα νυχτοπούλια φτερούγισαν τρομαγμένα, και οι δυο σιλουέτες χοροπήδησαν από την τρομάρα τους. Έπειτα, το μουγκρητό άλλαξε ξαφνικά σε βραχνά κακόφωνα γέλια. Ο Έκτορας ψιθύρισε: «Ήγθε ο Μπαμπούλαθ!…» Τα άσχημα γέλια τους πλησίαζαν όλο και πιο πολύ, και ξεχωρίζουμε μια μεγαλόσωμη φιγούρα ν’ ανακατεύεται άτσαλα με τις σκιές των σταυρών και των δέντρων.

Ο Τρύφωνας φωνάζει με προσποιητό κουράγιο:
«Μπαμπούλα εδώ είμαστε,
δεν σε φοβόμαστε!…»

Ο Έκτορας τον πιάνει απότομα από το μπράτσο:
«Αχ, Τγύφωνα, μη του λεθ τέτοια, θα θυμώθει και θα μαθ αγχίθει πάλι θτιθ θφαλιάγεθ! Και ποιόθ μαθ θώδει!…»

Η άτσαλη σκιά, σκοντάφτοντας λίγο σε μια σπασμένη ταφόπλακα, φωνάζει: «Μη μου το παίζετε εμένα γενναίοι, γιατί το βλέπω ότι έχετε κατουρηθεί επάνω σας. Ή μήπως θέλετε να σας αρχίσω πάλι στις σφαλιάρες; Πιάστε τα φτυάρια και σκάβετε… Εμπρός! Γρήγορα!»

Μακρινοί μου φίλοι, μην απορείτε. Η άτσαλη μεγαλόσωμη σκιά με την άσχημη φωνή, είναι ένας μοχθηρός αλήτης της περιοχής, που οι χωρικοί τον φωνάζουν «Μπαμπούλα» για την ασχήμια του και τους κακούς του τρόπους. Και για τις καθόλου λίγες φορές που έδειρε ανθρώπους για τις πιο ασήμαντες αιτίες. Ισοδυναμούσε με σπασμένα πλευρά, το να στραβοκοιτάξεις τον Μπαμπούλα.

Οι φήμες έλεγαν ότι η μάνα του τον είχε γεννήσει μέσα σε μια γούρνα με γουρούνια, και ότι ο πατέρας του τον είχε μάθει να κλέβει ακόμη και ζητιάνους, από μικρό παιδί!…

Ο Μπαμπούλας βασάνιζε συχνά τον Τρύφωνα και τον Έκτορα, και τους ανάγκαζε να κάνουν πράγματα για λογαριασμό του. Τον φοβόντουσαν πάρα πολύ για να του αρνηθούν οτιδήποτε. Ο Τρύφωνας συνήθως κατάφερνε και τον απέφευγε, ο Έκτορας όμως ήταν τυραννισμένος πολύ από τον Μπαμπούλα, που τον εκμεταλλευόταν με τους χειρότερους τρόπους…

Φίλοι μου, ο άνεμος που μας οδήγησε εδώ, στους τόπους της μνήμης του Φεγγαροπαρμένου, έξω από ‘δώ, μας παρέσυρε πίσω στην εποχή των μεγάλων πολέμων. Σε μια εποχή μεγάλης πείνας και φτώχειας, όπου ο Τρύφωνας έτρωγε βελανίδια και ντομάτες με ξύδι, και τα παπούτσια του ήταν γεμάτα με τόσες τρύπες που ήταν σαν να μην τα φορούσε καθόλου. Το φεγγάρι όμως ήταν το ίδιο. Οι γάτες δεν νιαούριζαν στα κεραμίδια, και τα καναρίνια δεν κελαηδούσαν στα κλουβάκια τους. Καταλαβαίνετε, η πείνα ήταν πολύ μεγάλη…

Λοιπόν, ήταν ο Μπαμπούλας που είχε εκείνη την αηδιαστική ιδέα, βγαλμένη από το μοχθηρό μυαλό του, «που τα σκουλήκια θα αηδιάσουν να το φάνε όταν πεθάνει». Αυτός -και όχι μόνο- θα έκανε τα πάντα για λίγο φαγητό ή για λίγα λεφτά. Οι νεκροί θάβονταν στις χωμάτινες κατοικίες τους, μαζί με τα ρούχα τους. Με τα σακάκια τους και τα φορέματά τους, τις κάλτσες τους και τα παπούτσια τους. Όμως δεν τα χρειαζόντουσαν πια, εκεί που πήγαιναν. Έσκαβε λοιπόν, τις νύχτες κάθε τόσο (γιατί πολλοί πέθαιναν, συνέχεια, από πείνα ή από αρρώστια), ξέθαβε τους παγωμένους ενοίκους των μικρών τάφων, και τους έγδυνε. Έπειτα πουλούσε τα ρούχα τους, κάτω στην πόλη, για να βγάλει το πιο μακάβριο μεροκάματο.

Αυτός πουλούσε, ο Τρύφων και ο Έκτωρ έσκαβαν, έπειτα τους έδινε μερικά κέρματα ή λίγο κρέας ή λίγο λάδι.

Ο Μπαμπούλας, απεσταλμένος ποιος ξέρει ποιών δαιμόνων, έφτιαχνε μικρούς νυχτερινούς εφιάλτες, κι έβαζε μέσα τους τις δυο αγαθές μαριονέτες του. Εφιάλτες γεμάτοι από νεκρά παγωμένα κορμιά, ξεριζωμένα μέσα από τις τρύπες τους, με ανοικτά στόματα και μαύρες γλώσσες, γυμνά, μελανιασμένα κορμιά, που σαν κούτσουρα με μαλλιά και χέρια και πόδια, ήταν κάποτε αγαπημένοι κάποιων ανθρώπων, και τα κεφάλια τους ήταν γεμάτα εικόνες, μνήμες, και ελπίδες…

Κάτω στην πόλη, όλοι φορούσαν ανυποψίαστοι τα ρούχα του Μπαμπούλα…

Κι ο Τρύφωνας έκλαιγε τα ξημερώματα, κρυμμένος στην κουφάλα του γέρικου πλάτανου, και έβλεπε τα κενά μάτια των γυμνών πεθαμένων να καθρεφτίζονται στο νερό και στο γυαλί, του ποταμού και του καθρέφτη. Κι έπειτα από τον πόλεμο, ήρθε η κατοχή των ξένων στρατευμάτων, κι έπειτα κι άλλος πόλεμος, κι άλλη φτώχεια, κι άλλοι θάνατοι, κι άλλες τρύπες, κι άλλα γυμνά ξύλινα κορμιά… Κι ο Έκτορας κατουριόταν επάνω του, από το φόβο των φαντασμάτων που θα γυρίσουν για να πάρουν πίσω τα ρούχα τους, τα κλεμμένα τους ρούχα, κι έτρεμε για την ανείπωτη φρίκη της τιμωρίας που θα ερχόταν από τον Θεό…

Στρέψτε το βλέμμα σας μακριά! Μακριά απ’ την μακάβρια και ιερόσυλη σκηνή που ξετυλίγεται μπροστά μας. Μην κοιτάτε την τρύπα στο χώμα, ούτε τις τρεις σκιές που σκύβουν από πάνω της. Μην αφήσετε το μάτι σας να δει τους βλάσφημους καρπούς τους, ούτε τους απαίσιους τρόπους με τους οποίους κάνουν την συγκομιδή…

Δεν είναι εύκολο να γδύσεις έναν νεκρό. Η νεκρική ακαμψία απαγορεύει στα μέλη να λυγίσουν, και στο κορμί να διπλώσει ή να συστραφεί. Ο Μπαμπούλας τραβούσε και έβγαζε τα χέρια των πεθαμένων, σαν να ξερίζωνε τα χέρια μιας κούκλας. Τα χέρια έσπαζαν, σαν ξερά κλαδιά δέντρων χτυπημένων από τον κεραυνό. Ο Έκτορας έκλεινε τα μάτια του και κλαψούριζε σαν κότα, και ο Τρύφωνας κοιτούσε ψηλά τ’ αστέρια που λαμπύριζαν σαν τα μάτια των ψυχών στον ουρανό. Ώσπου να έρθει η στιγμή να ξαναθάψουν τα σπασμένα μαύρα κορμιά.

Πετάξτε! Πετάξτε να φύγουμε από τις εφιαλτικές μνήμες του Τρύφωνα, που τον στοιχειώνουν τις νύχτες μέσα στους λαβύρινθους του κεφαλιού του. Μακριά.

Κι αν θέλετε να μάθετε πώς τέλειωσαν οι τυμβωρυχικές περιπέτειες του Τρύφωνα, του Έκτορα και του Μπαμπούλα, δεν έχω πολλά να σας πω, πέρα από αυτά τα λίγα:

Μια μέρα πέθανε ένας πλούσιος άντρας του χωριού, ένας από τους προύχοντες. Φυσικά δεν ήταν πια πλούσιος -σ’ εκείνες τις εποχές πολέμου και φτώχειας- όμως είχε ακόμη τα πλούσια ρούχα του… Έτσι λοιπόν, τον έθαψαν πολύ καλοντυμένο. Ο Μπαμπούλας έτριβε τα χέρια του, καθώς σκεφτόταν πόσα λεφτά θα έβγαζε στην πόλη, από το κασμίρινο σακάκι με τα κοκάλινα κουμπιά και τα ασημένια μανικετόκουμπα, τα καλογυαλισμένα αγγλικά παπούτσια και τις ολόμαλλες κάλτσες. Φανταζόταν πως μέχρι και το βρακί του νεκρού θα έπρεπε να είναι μεταξωτό.

Ο μακαρίτης ήταν ένας θεόρατος άνθρωπος, σχεδόν δύο μέτρα, κάποτε πολύ χοντρός, τώρα πια αρκετά χοντρός, με πολύ επιβλητική φωνή και αυστηρούς τρόπους. Το βράδυ που πήγαν, ο Μπαμπούλας με τις δύο μαριονέτες του, για να σκάψουν στον μεγάλο του τάφο, ήταν συννεφιασμένο και το φεγγάρι κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα, μην θέλοντας να αντικρίσει τα πρόσωπα των ιερόσυλων.

Δυσκολεύτηκαν πολύ για να τον ξετρυπώσουν από την βαθιά του κρυψώνα, κι όταν τα κατάφεραν, άρχισε να βρέχει, και το νεκροταφείο του λόφου γέμισε λάσπες. Τον σήκωσαν όρθιο, και τον στήριξαν σ’ έναν τοίχο. Ο Τρύφωνας κι ο Έκτορας τον κρατούσαν όρθιο, κλαψουρίζοντας, και ο Μπαμπούλας τίναζε και ξανατίναζε τα χέρια του νεκρού, για να του τα ξεκολλήσει…

Όμως, όσο καλά κι αν εφάρμοζε την τέχνη του, τα χοντρά κόκαλα δεν έσπαζαν, κι η παχιά του σάρκα δεν ξεριζωνόταν. Τα χέρια ξαναγύριζαν στην άκαμπτη θέση τους, διπλωμένα πάνω στο στήθος. Τότε διέταξε τον Τρύφωνα και τον Έκτορα να προσπαθήσουν να κρατήσουν τα χέρια του ανοικτά, για να δοκιμάσει να του βγάλει το σακάκι και το πουκάμισο. Όμως έτσι όπως ήτανε βαρύς, πήγε να πέσει πάλι μέσα στις λάσπες, κι ο Τρύφωνας τινάχτηκε για να τον συγκρατήσει, αφήνοντας το τεντωμένο χέρι. Από κάποιο πολύ μακάβριο παιχνίδι της μοίρας, οι μύες του χεριού δεν είχαν σπάσει από τα τραβήγματα του Μπαμπούλα, κι είχαν ακόμη μια τελευταία ελαστικότητα. Έτσι, όταν το χέρι αφέθηκε ελεύθερο, ξαναγύρισε με δύναμη στην νεκρική του θέση, δίνοντας ένα βαρύ χαστούκι στο πρόσωπο του Έκτορα, που προσπαθούσε να ξεκουμπώσει το πουκάμισο, ενώ ο Μπαμπούλας είχε για λίγο σκύψει για το παντελόνι…

Κεραυνοβολημένος από το νεκρικό χαστούκι, ο Έκτορας ούρλιαξε από τρομάρα και λιποθύμησε. Ο παγωμένος νεκρός έπεσε με θόρυβο στις λάσπες, ο Τρύφωνας έκλαιγε και ο Μπαμπούλας έβριζε και φώναζε πώς έτσι που είχαν λασπωθεί τα ρούχα, δεν θα κατάφερνε να τα πουλήσει ακριβά, και οι δυο χαζούληδες δεν θα έπαιρναν απ’ αυτόν ούτε δεκάρα…

Το ίδιο βράδυ, ο Έκτορας, ξαπλωμένος στο μικρό κρεββάτι του, είχε χάσει την μιλιά του από το φόβο του, και είχε κιτρινίσει σαν πανσέληνος. Ένας πεθαμένος τον είχε χαστουκίσει για τις αμαρτίες του, και οι εφιάλτες του είχαν ζωντανέψει και τον περικύκλωναν. Ο καημένος ο Έκτορας ήταν πια μουγκός και είχε κιτρινίσει σαν λεμόνι, γιατί είχε πάθει ίκτερο. Αρρώστια παράξενη, του τρομακτικού ξαφνιάσματος, που σ’ εκείνες τις δύσκολες εποχές κανείς δεν μπορούσε να θεραπεύσει. Ο Έκτορας πέθανε σε μια εβδομάδα, από το χαστούκι εκείνης της νύχτας…

Ο Μπαμπούλας, έβγαλε πολλά λεφτά πουλώντας εκείνα τα ρούχα σ’ έναν αξιωματικό του εχθρού, και κατάφερε να δραπετεύσει από την χώρα μ’ ένα καΐκι. Λένε ότι ένα-δυο μήνες αργότερα, τον μαχαίρωσε ένας Τούρκος σ’ ένα χαρτοπαίγνιο.

Ο Τρύφωνας ήταν μόνος πάλι, χωρίς την συντροφιά της αστείας γραμματικής του φοβητσιάρη Έκτορα, αλλά και ελεύθερος από την τυραννία του Μπαμπούλα. Δεν ήταν όμως λίγες οι φορές, που ξανάβλεπε φευγαλέα τα πρόσωπα τους μέσα στον καθρέφτη του διαδρόμου τις νύχτες. Ο Τρύφωνας -όπως κάθε Φεγγαροπαρμένος- φοβόταν πολύ τον καθρέφτη την νύχτα. Συχνά έβλεπε στο γυαλί του εκείνη την παλιά αγαπημένη, τον Κολοκυθοκέφαλο ασώματο να χαμογελά, τον Έκτορα κατακίτρινο, ή τον Μπαμπούλα με τα σάπια του δόντια.

Την μέρα, συχνά στηνόταν μπροστά στον παλιό καθρέφτη (που εγώ κι εσείς, φίλοι μου, γνωρίζουμε καλά πως είναι ένα παράθυρο που βλέπει στην άλλη όχθη) και έκανε γκριμάτσες, ή επαναλάμβανε τις κινήσεις και τις ομιλίες της χθεσινής ημέρας για να δει πώς φαινόταν στους άλλους…

Τις νύχτες όμως, φοβόταν να δρασκελίσει εκείνον το διάδρομο, γιατί έπρεπε να περάσει μπροστά από το μεγάλο καθρέφτη, και ποιος ξέρει ποιος να τον περίμενε καιροφυλακτώντας στο γυαλί του, για να τον αρπάξει… Δεν ήταν λίγες οι φορές, που όταν ήθελε να περάσει τη νύχτα από ‘κει, σερνόταν σαν σκουλήκι στο δάπεδο, και ξέφευγε έτσι, για να μην αντικρίσει τον καθρέφτη. Ή μάλλον για να μην τον αντικρίσει ο καθρέφτης…

Και το φεγγάρι, φίλοι μου μακρινοί, που καθρεφτίζεται κι αυτό στο νερό των πηγαδιών, ή μέσα στο ποτήρι σας, ήταν πάντοτε το ίδιο, χωρίς ο χρόνος ν’ αφήνει τα σημάδια του πάνω στο φωτεινό του δίσκο, και χαμογελούσε πάντα με το ίδιο αόρατο χαμόγελο, που οι παλιοί πίστευαν πως ήταν από τυρί.

Χαμογελούσε και τότε, που η κυρία Μαρία, η χήρα του πλούσιου προύχοντα με τα γερά κόκαλα, είδε έντρομη κάτω στην πόλη, κάποιον άγνωστο να φορά τα καλογυαλισμένα αγγλικά παπούτσια του νεκρού συζύγου της -με τα χοντρά κορδόνια που είχε πλέξει αυτή η ίδια- και λιποθύμησε πριν κοιτάξει το πρόσωπο του διαβάτη, που νόμισε πως ήταν ο πεθαμένος που ‘χε ζωντανέψει και τριγύρναγε στην πόλη.

ΚΑΙΓΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ

Κάπου, σε κάποιο παράθυρο της Μνήμης και της Ελπίδας (ποια να ‘ναι άραγε η παράξενη ελπίδα των Φεγγαροπαρμένων;), κάθεται ο κοκαλιάρης Τρύφωνας, μυρίζοντας με τη μυτερή του μύτη τον άνεμο της νύχτας. Κάθεται ριψοκίνδυνα, πάνω στο χαλασμένο περβάζι του παραθύρου εκείνου, και αγναντεύσει πέρα, στο δάσος, όπου σε κάποιο ξέφωτο του καίει μια μεγάλη φωτιά.

«Νάτοι που καίνε τον Ιούδα
κάτω απ’ του φεγγαριού τη φλούδα
να που γελάει ο καημένος
και δεν νοιάζεται που ‘ναι καμένος…»

Γουρλώνει τα μάτια του ο Φεγγαροπαρμένος, και στέλνει το βλέμμα του πέρα στο δάσος, εκεί που καίνε τον Ιούδα. Κι η φωτιά του φαίνεται από μακριά, πολύ μακριά, έξω από ‘δώ… Και ποιος να γνωρίζει την παράξενη, και πολλές φορές άδικη μοίρα των Φεγγαροπαρμένων;

Πόσοι από σας, άγνωστοι μου φίλοι, θυμάστε εκείνο το παλιό αλλόκοτο έθιμο του καψίματος του Ιούδα; Μια φορά το χρόνο, οι χωριάτες μαζεύονται για να γλεντήσουν σε κάποιο ερημικό μέρος, με κρασί και ψημένα κρέατα. Εκεί φτιάχνουν μια κρεμάλα, και κρεμάνε ένα μεγάλο σκιάχτρο, που είναι ο Ιούδας που πρόδωσε λένε, τον Χριστό, και του βάζουν φωτιά και χορεύουν γύρω-γύρω όλοι….

«Γύρω-γύρω όλοι, στην μέση ο Μανώλης,
μ’ έκαψες, αχ, που να καείς
κι από την γλώσσα σου να κρεμαστείς
χέρια-πόδια στην αυλή
κι όλοι κάθονται στην γη…»

Ο Τρύφωνας άκουγε το κοροϊδευτικό τους τραγουδάκι, στον άνεμο που παρασέρνει τα λόγια μακριά, και έτρεμε ολόκληρος. Ποτέ δεν πήγαινε σ’ αυτό το γλέντι, γιατί φοβόταν πολύ αυτό το σκιάχτρο. Την εικόνα του αχυράνθρωπου να καίγεται στην μέση του πλήθους. Μέσα από τις φλόγες, φαινόταν ένα πρόσωπο σαν του Κολοκυθοκέφαλου, να φλέγεται και να γελά, και να λιώνει, έτοιμο να τιναχτεί από την κρεμάλα και ν’ αρπάξει τον Τρύφωνα, και να καλπάσουν μαζί μέχρι την Κόλαση, για να χορέψουν ένα πύρινο βαλς.

Ο ακέφαλος καβαλάρης της νύχτας, παραμόνευε μέσα στο δάσος, εκεί που ο Τρύφωνας έβλεπε τις γλώσσες της φωτιάς να υψώνονται στο φεγγαροφωτισμένο ουρανό.

Κι εμείς, ταξιδευτές που ακούτε την ονειρική μου φωνή να σας καθοδηγεί, δεν είμαστε παρά μια σκιά του δρόμου, απέναντι από το παράθυρο του Τρύφωνα. Μια σκιά πιο σκιά κι απ’ τις σκιές, που καβαλάει τον άνεμο, και ορμάει πάνω στον Τρύφωνα να τον αρπάξει απ’ το περβάζι και να τον παρασύρει στους αόρατους κόσμους. Και πριν την αυγή -που σε λίγο θα φανεί- να τον ξαναφέρει πάλι εδώ πίσω, ανάμεσα σ’ αυτούς που καίνε τους Ιούδες.

Γιατί, πιστέψτε με, αυτό είναι οι Φεγγαροπαρμένοι μας: Ιούδες. Χαζούληδες προδότες που πρόδωσαν τον κόσμο και τους υπόλοιπους ανθρώπους, για τα φευγαλέα θαύματα κάποιου άλλου κόσμου, αόρατου για τα μάτια των απίστων. Έστω κι αν πολλοί απ’ αυτούς είναι μικροί άτσαλοι Μεσσίες, που κανένας δεν θα μάθει ποτέ τίποτε για τον ερχομό τους, θα καούν σαν Ιούδες στον μεγάλο αυλόγυρο του λαού, ντυμένοι με τα ρούχα του παλιάτσου, του τρελού του χωριού, του Μανώλη, που γύρω-γύρω όλοι, τον κλωτσούν και τον χτυπούν, που ‘ναι ψεύτης ο καημένος κι όλο θα βγαίνει χαμένος…

Και δεν είναι μέσα στις επιταγές ούτε της δικής μας μοίρας να διηγηθούμε την ιστορία του. Εμείς διηγούμαστε τις ιστορίες των αδελφών μας, φτιάχνοντας τα θρυλικά έπη των Ονειρευτών, και δεν έχουμε παρά να αφιερώσουμε μιά συμπαθητική ματιά στην ιστοριούλα του Τρύφωνα. Κι αφού, ούτε καν εμείς δεν γνωρίζουμε την παράξενη και άδικη μοίρα του Φεγγαροπαρμένου, τότε δεν την γνωρίζει κανείς. Και γιατί θα ‘πρεπε να την γνωρίζει;

Κανείς δεν ξέρει τίποτε για την θαυμαστή ιστοριούλα μιας τρελής γάτας, ή ενός φοβητσιάρη ποντικού που κρύβεται στις σκιές της τρυπούλας του στον τοίχο. Κανείς δεν ξέρει τις περιπέτειες μιας καρφίτσας. Κανείς δεν ξέρει τίποτε για τη μικρή αγωνία της καρδούλας ενός παιδιού, αν και όλοι κάποτε την έχουν ζήσει.

Γιατί κανείς δεν έχει αληθινή μνήμη.

Και γιατί κανείς δεν γνωρίζει την μαγική τέχνη της Ελπίδας.

Εγώ δεν είμαι παρά μια απλή ιστορία, από ‘κείνες που δεν διηγείται ποτέ κανείς, που μέσα στην μικρή μαγεία της σας παρέσυρε με τον άνεμο του καλέσματος της από τα ανοιχτά παράθυρα του σπιτιού σας. Κι αν τα μάτια είναι τα παράθυρα της ψυχής, τότε η ψυχή είναι το σπίτι, κι η φωτιά στο τζάκι είναι αναμμένη και φιλόξενη για τους ταξιδευτές. Άραγε, εσείς ταξιδέψατε μέσα σε μένα; Ή μήπως εγώ ταξίδεψα μέσα σ’ εσάς;

Είμαι βέβαιος ότι εσείς θα θυμάστε την θλιμμένη ιστοριούλα του Τρύφωνα, και θα ελπίζετε πως κάποτε ο κόσμος μας -αυτός ο σκληρός και δυστυχισμένος δικαστής- θα γίνει τόσο δίκαιος κι ευτυχισμένος, που θα μπορεί να διηγηθεί την ιστορία του Τρύφωνα και των αμέτρητων άγνωστων αδελφών του… Και σας ορκίζομαι ότι αυτή είναι μια αληθινή ιστορία.

Τώρα, φύγετε! Φύγετε μακριά, πίσω εκεί απ’ όπου σας άρπαξα με τον άνεμο μου. Βγάζω το καπέλο μου και το κουνώ απ’ τα δεξιά προς τ’ αριστερά, διώχνοντας σας μακριά. Σας αποχαιρετώ με δροσερό άνεμο και γρύλους, νυχτοπούλια και μια μικρή μελαγχολία που γρήγορα θα ξεχαστεί…

Ο Τρύφωνας πέθανε μια κρύα νύχτα του Φθινοπώρου, σε ηλικία ίσως σαρανταπέντε χρονών, γιατί δεν ήξερε κανείς να πει τ’ αληθινά του χρόνια. Πέθανε από γαστρορραγία, που τον βασάνισε για τρία μερόνυχτα, αλλά κανείς από τους συγγενείς του δεν θέλησε να τον περιποιηθεί. Κανείς δεν ήθελε να έχει στις πλάτες του τον βρομιάρη τον Τρύφωνα τον χαζό, για να τον πάει στον γιατρό. Ούτε θα καταλάβαινε κανείς την απουσία του. Δεν ήτανε ποτέ παρών. Δεν έκανε ποτέ καλό σε κανέναν, εκτός κι αν μετρήσουν τα χαχανητά για καλό. Ούτε έβλαψε ποτέ κανέναν. Τον θάψανε βιαστικά (γιατί είχε ήδη βρομίσει όταν τον ανακάλυψαν ακίνητο στο κρεββάτι του) σε μια απόμερη γωνιά του νεκροταφείου, χωρίς πέτρινη πλάκα γιατί δεν βρέθηκε κανείς να πληρώσει για το μάρμαρο.

Κάποια χρόνια αργότερα, κάποιος γιος ήθελε να ξεθάψει την μητέρα του για να βάλει τα κόκαλα της στο οστεοφυλάκιο της μικρής παλιάς εκκλησίας του κοιμητηρίου. Κάποιος άλλος, που θυμήθηκε τυχαία ότι ο Τρύφωνας ήτανε θαμμένος εκεί κοντά, του είπε: «Ρε ‘συ… Δε ξεθάβεις και τον Τρύφωνα;» Ο άλλος έβαλε απρόθυμα τα κοκαλάκια του Τρύφωνα μέσα σ’ ένα χάρτινο τσουβάλι, απ’ αυτά που έβαζαν το τσιμέντο, και τον πέταξε σε μια γωνιά της αραχνιασμένης εκκλησίτσας, δίπλα σ’ ένα μεγάλο κηροπήγιο. Έπειτα, τον ξέχασε εκεί, κι έφυγε γιατί είχε ήδη νυχτώσει. Δεν ξέρουμε αν είχε φεγγάρι…

Ένας πολύ δυνατός άνεμος, που φύσηξε απ’ τα παράθυρα, έριξε το κηροπήγιο με τα αναμμένα κεριά πάνω στο τσουβάλι. Τα απομεινάρια του Τρύφωνα κάηκαν μέσα στην νύχτα, εκεί, πάνω στο λόφο που δεν μένει κανείς για να τρέξει να σβήσει την φωτιά.

Μετά από μέρες βρήκαν την μισή εκκλησίτσα καμένη, και μόνο τότε ο άλλος θυμήθηκε ότι εκεί στην γωνία είχε αφήσει τα κόκαλα εκείνου του – «πώς τον λέγανε;…» Μόνο εγώ θυμάμαι πια τ’ όνομά του, φίλοι μου λιγοστοί της Μνήμης και της Ελπίδας. Κι η δική μου μελάνη, τελειώνει κι αυτή… Όποιοι κι αν είστε, όπου κι αν είστε, γράψτε την μικρή ιστοριούλα του Τρύφωνα, όταν θα λιώσει αυτό το χαρτί. Ίσως μείνει κάτι απ’ αυτόν στην αβέβαιη μνήμη των ανθρώπων. Όμως, ποιος να γνωρίζει την παράξενη και πολλές φορές άδικη, μοίρα των Φεγγαροπαρμένων;

«For our feet would linger
where beauty has lived, its life of sorrow,
to make us understand
that it is not of this world…»
W. B. YEATS

Γλώσσα και Πολιτική

Η εξουσιαστική χρήση της γλώσσας

§1 Η γλώσσα ανήκει, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, στην πιο κοντινή γειτνίαση με το Είναι του ανθρώπου. Ως ανθρώπινα όντα, κατ’ αυτό το πνεύμα, συναντούμε παντού, πάντοτε και με κάθε τρόπο τη γλώσσα. Πώς κατανοείται κυρίως τούτη η συνάντηση; Ουσιαστικά ως ομιλία. Από την εποχή ακόμα του Αριστοτέλη, η ομιλία λογίζεται ως κατ’ εξοχήν πολιτικό ενέργημα, με το νόημα ότι ο πολίτης ομιλεί στον ανοικτό χώρο της αγοράς και λέγει ό,τι βούλεται. Η ομιλία τότε γίνεται η ελεύθερη πράξη στοχασμού και απόφανσης πέρα από κάθε καταναγκαστική επιβολή αλλότριων ιδεοληψιών, ιδεολογικών κατασκευών ή καθεστωτικών αντιλήψεων. Ετούτη η πράξη, ως αυτόνομη συμβολή σκέψης, δεν αποτυπώνει μόνο τη δυνατότητα του ανθρώπινου υποκειμένου να εκφράζεται, να εξωτερικεύεται, αλλά περισυλλέγει και αυτό που λέγεται, αυτό που μιλιέται. Η περισυλλογή του ομιλούμενου ή, πράγμα το ίδιο, του μιλημένου συνιστά ποιητικό επίτευγμα. Ποιητικό σημαίνει ελεύθερο, απρόσβλητο από την αερολογία της μαζικής κουλτούρας θεώρημα ζωής και κατ’ επέκταση την πιο αυθεντική πηγή ριζοσπαστικής πολιτικής. Να γιατί η ομιλητική πράξη, ως ποιητικό θεώρημα ζωής, νοηματοδοτεί το Είναι του ανθρώπινου κόσμου και η έλλειψη, η απουσία της ή η στρέβλωσή της, κατά τη Χάνα Άρεντ, οδηγεί αυτό τούτο τον κόσμο στην ολοσχερή καταστροφή και στον ολοκληρωτισμό. Πότε μια ομιλητική πράξη θεωρείται στρεβλή, εξουσιαστική και ολοκληρωτική; Όταν τίθεται από τους εκάστοτε υπηρέτες της πολιτικής κυριαρχίας –με κοινοβουλευτικές μεταμφιέσεις ή με ωμά δικτατορικούς τρόπους– στην υπηρεσία της δικής τους εξουσίας.

§2 Η γλωσσική εγκαθίδρυση ενός αχαλίνωτου πολιτικού ωφελιμισμού στην κοινωνία οδηγεί στη θέσμιση της πιο τυραννικής πρακτικής. Όλα τότε είναι δυνατά: ο γλωσσικός κώδικας φτωχαίνει επικίνδυνα και κάθε πολιτική «αγόρευση» αποδεικνύεται μια άκρως νηπιακή εκφορά λόγου. Επειδή δε αυτή είναι νηπιακού επιπέδου, επιχειρεί να καθυποτάξει, να εκβιάσει, να τρομοκρατήσει, να χειραγωγήσει· κάτι που σήμερα συμβαίνει κατά κόρον στο ελληνικό πολιτικό τοπίο, αλλά και ιστορικά το βλέπουμε να έχει ανθήσει σε ανελεύθερα καθεστώτα. Η γλώσσα γράφει ιστορία: οι «αφηγήσεις» που συμβαίνουν σε κάθε περίπτωση μεταποιούνται στο μιλημένο της γλωσσικής πράξης. Όταν η τελευταία δεν είναι ποιητική, με το νόημα που μνημονεύθηκε πιο πάνω, τότε η καθίδρυση του μιλημένου γεννά απευθείας την πιο αυθαίρετη πολιτική πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό της τελευταίας τούτης είναι η κατίσχυση της ανελέητης βίας, με τους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς της εκπρόσωπους παράλληλα να δημαγωγούν ανενδοίαστα υπέρ της «δημοκρατικής», ακόμη και «σοσιαλιστικής» κοινωνίας. Αξίζει στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι το ελκυστικό όνομα του ναζισμού ήταν εθνικο-σοσιαλισμός. Αυτός ο τελευταίος διακρινόταν για αντικαπιταλιστικό ρητορισμό με αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα. Οι χιτλερικές «αφηγήσεις» τότε κινητοποίησαν τις ευρείες γερμανικές μάζες· και έχοντας εξαπατήσει τη συνείδηση των τελευταίων έγραψαν τη γνωστή ιστορία του 20ου αιώνα. Αντίστοιχες «αφηγήσεις» σήμερα, στην αναλογία της εγχώριας πολιτικής φιλαρχίας και του πιο απεχθούς εξουσιαστικού ηδονισμού, νομιμοποιούν την αξίωση για απόλυτη, πλανητική ισχύ, αδιαφορώντας για τον βίαιο αφανισμό ενός ιστορικού λαού.

Η πολιτική αλλοτρίωση της γλώσσας

§1 Πώς ορίζεται η πολιτική αλλοτρίωση της γλώσσας; Ορίζεται ως αποξένωση, την οποία υφίσταται η γλώσσα, ως λέγειν και σκέψη, στο πεδίο της πολιτικής και με πρωτεργάτες τους πολιτικούς. Πρόκειται για αποξένωση από την ίδια της την ουσία και ως εκ τούτου για αλλοτρίωσή της, ήτοι για έκπτωσή της σε μια συνθηματική, προπαγανδιστική μηχανή εκμαυλισμού της λαϊκής συνείδησης· μια λεκτική μηχανή ή εργαλείο που είναι εντελώς ξένο, απολύτως αλλότριο προς το γλωσσικό Είναι του ανθρώπου, αλλά άκρως οικείο στην χαμηλή ποιότητα του πολιτικού προσωπικού και στην αντίστοιχη γλωσσική του πενία. Τούτο υποδηλώνει πως ο εκμαυλισμός, δηλ. η διαφθορά, της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης του λαού δεν είναι πρωτίστως ενδογενές στοιχείο της ατομικής ή κοινωνικής ύπαρξης και συμπεριφοράς του τελευταίου, αλλά φυσική απόρροια μιας απάνθρωπης, αμοραλιστικής πολιτικής πρακτικής που λερώνει τόσο πολύ και τόσο βαθιά τη γλώσσα, ώστε ο λελογισμένος άνθρωπος –ως ατομική ή συλλογική συμπεριφορά– να απεχθάνεται όλο το προπαγανδιστικό θέατρο της πολιτικής φαυλοκρατίας, αλλά συγχρόνως να καταβάλλεται και από μια αίσθηση ανημποριάς ή παραίτησης: να αντιτάξει στον βιασμό της γλώσσας από τους πολιτικούς ένα υπέρτερο διανοηματικά, δυναμικό, εμπνευσιακό σύνθεμα Λόγου με ανάλογη πολιτική διορατικότητα.

§2 Γιατί η πολιτική αλλοτρίωση της γλώσσας, κοινώς η βάναυση κακοποίησή της από τους πολιτικούς, συνεπιφέρει και καταβαράθρωση του γενικού πολιτικού τοπίου; Επειδή η γλώσσα –αυτός ο οίκος του Είναι μας με τον πλούτο της πολυσημίας του– είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας τού τι και τού πώς σκέπτεται το εκάστοτε πολιτικό προσωπικό, άρα και τού πώς σε κάθε περίπτωση ενεργεί· επί πλέον αυτή και μόνο αυτή είναι σε θέση να βυθομετρά την ικανότητα και καταλληλότητα αυτού του προσωπικού. Όπως τονίζει με έμφαση ο Χοσέ Ορτέγα υ Γκασσέτ, ο άνθρωπος γεννιέται και ξαναγεννιέται μέσα από τον και στον μυστικό αγώνα της γλώσσας του για τη διάνοιξη της οδού που βγάζει στο φως. Ένας ευτελής επαγγελματίας της πολιτικής ποιον μυστικό αγώνα της γλώσσας μπορεί να γνωρίσει ή να διεξάγει και ποια αντίστοιχη ώθηση να πετύχει; Τίποτε απ’ αυτά. Το μόνο που «δύναται», λόγω ακριβώς της γνωσιο-οντο-λογικής του ευτέλειας, είναι να αλλοιώνει τη σημασία των λέξεων, να διαστρεβλώνει νοήματα και να παρουσιάζει, εντελώς ανεστραμμένα και συναφώς διεστραμμένα, την κόλαση για παράδεισο. Το χιτλερικό, ας πούμε, παράδειγμα σε επίπεδο αλλοτρίωσης της γλώσσας και δηλητηριώδους προπαγάνδας δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο μιας ιστορικής περιόδου και ενός κράτους, αλλά η υπόρρητη αρχή, εντός και δυνάμει της οποίας κινείται, μέσα στην ιστορία, κάθε κυβερνητική ή διακυβερνητική καθίδρυση της συνειδητής πολιτικής σύγχυσης και απάτης, ανεξάρτητα από το πολιτικό της προσωπείο (δημοκρατία, κοινοβουλευτισμός κ.λπ.). Ένα πολιτικό καθεστώς, που παράγει και αναπαράγει την αλλοτρίωση της γλώσσας ως σύγχρονο ιδεολογικό εξοπλισμό, έχει για ομιλούσα πηγή του την ως άνω αρχή. Γι’ αυτό, παραφράζοντας γνωστό αρχαίο απόφθεγμα, «φοβού τους καθεστωτικούς και δώρα φέροντας».

Πολιτική: Λέξη και νόημα

§1: Η πολιτική, στη θεωρητική της σύλληψη και στην πρακτική της εφαρμογή, έχει για ενεργό δύναμη τη γλώσσα. Γιατί; Επειδή η τελευταία είναι το στοχαστικό πεδίο του ανθρώπου, όπου, από άποψη αρχής, δοκιμάζεται η αποτελεσματικότητα του εκτυλισσόμενου καθημερινά λόγου και αυτο-πραγματώνεται το πολιτικώς υπάρχειν ως πνεύμα. Εάν με το εν λόγω πολιτικώς υπάρχειν κατανοούμε καθετί και καθέναν που συνδέεται με την πολιτική, τότε η γλώσσα της πολιτικής θα πρέπει να κατονομάζει τη Λογική σχέση ανάμεσα στην πολιτική διοίκηση, ήτοι στην κυβέρνηση, και στους διοικούμενους, δηλαδή τους πολίτες. Εάν δεν την κατονομάζει, σημαίνει πως οι θεσμικοί παράγοντες της πολιτικής, ολόκληρο το πολιτικό προσωπικό και οι κοινωνικο-πολιτικές δυνάμεις που το παράγουν ή αναπαράγουν απηχούν «απαίδευτους ανθρώπους, [που] αρέσκονται σε επικριτικούς λογικισμούς και σε αντεγκλήσεις, γιατί είναι εύκολο να καταφεύγουν σε αντεγκλήσεις, αλλά δύσκολο να γνωρίζουν το καλό και την εσωτερική του αναγκαιότητα» (Hegel, W 7, 414). Και τούτη η εγελιανή απόφανση ισχύει πλήρως, εάν λάβουμε υπόψη ότι οι άνθρωποι σκέπτονται με τον τρόπο που μιλάνε. Οι πολιτικοί, ως εκ τούτου, που δεν σκέπτονται, δεν μιλάνε παρά απλώς παραμιλάνε: ψεύδονται, καταφεύγουν σε ποικίλες ιδεολογικές μάσκες με την κατασκευή αντίστοιχων λέξεων ως όρων: φιλελευθερισμός, νεοφιλελευθερισμός, σοσιαλισμός, κομμουνισμός, αναρχισμός, εθνικισμός κ.λπ..

§2. Η φλυαρία τους και η αοριστολογία τους δεν δηλώνουν μόνο ανυπαρξία νοημάτων, αλλά και αντι-αισθητικότητα, επιθετικότητα, βαρβαρότητα. Το γλωσσικό σήμα, μας λέει ο Χέγκελ, είναι η διανοηματική έκφραση του ανθρώπου, καθώς «η λέξη δίνει στις σκέψεις την πιο άξια και αληθινή τους ύπαρξη. Μπορεί κάποιος να χάνεται μέσα σε ένα χείμαρρο λέξεων, χωρίς να συλλαμβάνει το πράγμα. Γι’ αυτό όμως δεν φταίει η λέξη, αλλά η αόριστη και επιπόλαια σκέψη (W10, σσ. 279-280). Οι πολιτικές θεωρίες, με τις διάφορες κατονομασίες τους, από μόνες τους δεν είναι ένοχες. Οι στοχαστές, που όρισαν τις αρχές τους, όπως ο John Locke, ο Adam Smith, ο Marx κ.α., τις διατύπωσαν ανταποκρινόμενοι στο πνεύμα της εποχής τους και στις ανάγκες ανάπτυξης της δικής τους σκέψης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αποτύπωσαν οριστικά, στον αιώνα τον άπαντα, μια «αλήθεια»-θέσφατο· μια «αλήθεια», που από την ευρεία μάζα προσλαμβάνεται, λιγότερο ή περισσότερο πειστικά, σαν θεία εντολή, σαν να προέρχεται από κάποιον θεό, ειδικά όταν πρόκειται για τις λεγόμενες «αντικαπιταλιστικές» θεωρίες. Η πολιτική προβληματική του λόγου, κατά τη διατύπωση των εν λόγω πολιτικών θεωριών και κατά την εκάστοτε τρέχουσα πρακτική μεθερμήνευσής τους, εμφανίζεται συνήθως αφηρημένη, γενική και διαχειριστική· με αποτέλεσμα να δομούνται μορφές εξουσίας, που στηρίζονται σε παντελώς ανίκανους ανθρώπους. Οι τελευταίοι τούτοι μετρούν τις αληθινές αξίες του Πολιτικού με κριτήριο τα αξιώματα· γι’ αυτό, ως πολιτικοί διαχειριστές, πιστεύουν πως είναι οι πιο νόμιμοι ιδιοκτήτες της εξουσίας και έτσι, κατά την άσκησή της, αποβαίνουν ειδεχθείς δικτάτορες, μεταφορικά ή και κυριολεκτικά.

§3: Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, η γλώσσα ποτέ δεν είναι απλά και μόνο το πεδίο ή το μέσο έκφρασης ή και τα δύο μαζί. Το να ομιλούμε τη γλώσσα δεν ταυτίζεται με το να τη χρησιμοποιούμε. Στην καθημερινή μας ομιλία χρησιμοποιούμε τη γλώσσα. Τη χρησιμοποιούμε για να εκφραζόμαστε μάλλον παρά για να σκεφτόμαστε. Η ποίηση και η σκέψη όμως δεν χρησιμοποιούν τη γλώσσα για να εκφράζονται. Αυτές είναι, από τη φύση τους, η πρωταρχική, ουσιώδης και η έσχατη ομιλία, την οποία πραγματοποιεί η γλώσσα μέσω του ανθρώπου. Η γλώσσα, επομένως, είναι η ποιητική, στοχαστική ομιλία που γίνεται δια του ανθρώπου και παράγει νόημα. Με αυτό το πνεύμα, το πώς ομιλεί ο άνθρωπος, δείχνει πόσο μεστή νοήματος ή α-νόητη είναι η ύπαρξή του. Όταν αυτός βαδίζει το φωτεινό μονοπάτι της ποίησης και της σκέψης, δεν χρησιμοποιεί απλώς όρους, λέξεις ή εκφράσεις, αλλά κυριολεκτικά λέγει τους λόγους, δηλαδή τα νοήματα που του χορηγούν οι πράξεις και τα οποία, με τη σειρά τους, του επιτρέπουν να δια-λέγεται αυθεντικά με τον εαυτό του και με τους άλλους. Ο ίδιος είναι αυτή τούτη η γλώσσα που ομιλεί και καθιστά φανερή, αποκαλύπτει την αλήθεια του Είναι του· μια αλήθεια που συγκαλύπτει συστηματικά και εσκεμμένα η καχεκτική γλώσσα των μαζανθρώπων της πολιτικής με την απολιθωμένη τους λογομαχία και λογοκοπία.

§4: Οι λέξεις, στο πεδίο της πολιτικής, έχουν χάσει το αληθινό τους περιεχόμενο και έχουν γίνει πλέον «οι κάδοι και τα βαρέλια» (Χάιντεγκερ), από όπου αντλείται η ψευδής ιδεολογία αποστεωμένων κομματικών σχηματισμών. Με αφετηρία τούτο το ψεύδος, καθημερινή πρακτική γίνεται η εννοιολογική αλλοίωση των λέξεων. Αυτή-εδώ αποτελεί την υπέρτατη αρχή της πολιτικής. Μια τέτοια αλλοίωση καθιστά εύκολη τότε την απατηλή συγκάλυψη της πραγματικής κατάστασης σε οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, πνευματικό-επιστημονικό επίπεδο. Όσο λοιπόν η πολιτική διαχρονικά, με τη συνδρομή των στυφών της «διανοουμένων», τρέφεται από τα λεκτικά –εύηχα ή άηχα– προϊόντα των ως άνω κάδων, δημιουργεί κάποια ιδεολογικά ταμπού, που κάποιοι τρέμουν να τα υπερβούν ή να τα συντρίψουν. Αποτέλεσμα τούτου είναι να τα εκμεταλλεύεται ο επιτήδειος κόσμος των κομματικών, συνδικαλιστικών, δημοσιογραφικών και άλλων παρόμοιων στεγανών με τρόπο, που να φυλακίζει τα αισθήματα των πολιτών και να εξαπατά αδιάντροπα την πλειονότητα του λαού για δικούς του ιδιοτελείς σκοπούς. Η λεκτική μεταμφίεση έτσι έχει επιτύχει το έργο της: καθιδρύει και εγκαθιστά στη ζωή της κοινωνίας μια πολιτική απόλυτης διαφθοράς, η οποία μετατρέπει τη ζωή του πληθυσμού σε «απέραντη κοιλάδα των δακρύων» και εξανδραποδίζει μια για πάντα τις ευρείες μάζες. Τι φοβούνται εν τέλει οι μίσθαρνοι της ωφελιμιστικής πολιτικής και δη εκείνης της άκρως αλλοτριωτικής-οπορτουνιστικής πολιτικής της καθεστωτικής «αριστεράς»; Φοβούνται, γιατί δεν το ελέγχουν: το συγκεκριμένο και ουσιώδες περιεχόμενο της λέξης ως Λόγου και λόγων, δηλαδή την ελευθερία σκέψης. Όπου και όταν κατισχύει ελευθερία σκέψης, οποιαδήποτε «κοιλάδα των δακρύων» για τους άριστους είναι αδύνατη και εχθρική. Αντίθετα μετατρέπεται, δικαίως και αναγκαίως, σε «κοιλάδα των δακρύων» για τους διάφορους νεοβάρβαρους της πολιτικής εξαπάτησης.

Αριστοτέλης: ποιες είναι οι φυσικές αιτίες που φθείρουν ή διατηρούν τη μοναρχία

Τώρα απομένει να ερευνήσουμε ποιες είναι οι φυσικές αιτίες που φθείρουν ή διατηρούν τη μοναρχία. Ό,τι λοιπόν συμβαίνει στα πολιτεύματα, για τα οποία μιλήσαμε, ανάλογα πράγματα συμβαίνουν και στις βασιλείες και τις τυραννίδες. Η βασιλεία κλίνει προς την αριστοκρατία και η τυραννίδα περιέχει στοιχεία του χειρότερου τύπου και της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας.

Γι’ αυτό και βλάπτει ιδιαίτερα τους αρχόμενους, αφού δημιουργείται από δυο κακά πολιτεύματα και περιλαμβάνει τόσο τις παρεκβάσεις όσο και τα ελαττωματικά στοιχεία των δυο κακών τούτων πολιτευμάτων.

Τα δυο τούτα πολιτεύματα είναι αντίθετα από τη στιγμή της δημιουργίας τους. Γιατί η βασιλεία δημιουργήθηκε για να βοηθά ο λαός τους επιφανείς πολίτες, και βασιλιάς αναδεικνύεται ένας από τους επιφανείς, από εξέχουσα οικογένεια, με βάση την υπεροχή της αρετής του ή τις ενάρετες πράξεις του ή την εξέχουσα καταγωγή του. Αντίθετα ο τύραννος προέρχεται από τον λαό και το πλήθος κι έχει σκοπό να προστατέψει τον λαό από τους προνομιούχους, για να μην τον αδικούν. Και τούτο αποδεικνύεται από τα γεγονότα. Μπορούμε να ισχυριστούμε πως οι περισσότεροι τύραννοι προήλθαν από τους δημαγωγούς, αφού κέρδισαν την εμπιστοσύνη του λαού, κατηγορώντας τους προνομιούχους. Έτσι ορισμένες τυραννίδες επικράτησαν όταν οι πόλεις έγιναν πιο πολυάνθρωπες, ενώ άλλες νωρίτερα, επειδή οι βασιλείς παρέβησαν τους παραδοσιακούς νόμους και επιδίωξαν μεγαλύτερη απολυταρχία.

Αλλες δημιουργήθηκαν από άτομα που πήραν αξιώματα με εκλογή (αφού τα χρόνια τα παλιά τα δημοκρατικά πολιτεύματα έκαναν μακρόχρονες τις θητείες των θρησκευτικών και πολιτικών αρχόντων). Άλλες πάλι γεννήθηκαν μέσα από τα ολιγαρχικά πολιτεύματα, αφού τα τελευταία αναδείκνυαν ένα μόνο ανώτατο άρχοντα. Με όλες τούτες τις συνθήκες εύκολα γινόταν κάποιος τύραννος, φτάνει να το ήθελε, αφού η βασιλεία και τα αξιώματα του έδιναν τη δυνατότητα.

Έτσι από βασιλιάς ο Φείδων έγινε τύραννος στο Αργός και άλλοι αλλού. Στην Ιωνία ο Φάλαρης, που κατείχε υψηλά αξιώματα. Στους Λεοντίνους της Σικελίας ο Παναίτιος, στην Κόρινθο ο Κύψελος, στην Αθήνα ο Πεισίστρατος και στις Συρακούσες ο Διονύσιος, κι άλλοι από δημαγωγοί έγιναν βασιλείς. Είπαμε λοιπόν ότι η βασιλεία κλίνει προς την αριστοκρατία, γιατί η βασιλική εξουσία βασίζεται στην αξία καθενός ή στην ευγενική καταγωγή ή στις υπηρεσίες που προσφέρει ή σε όλα μαζί και στη δύναμη. Γιατί το αξίωμα τούτο το πήραν όσοι πρόσφεραν υπηρεσίες στην πόλη ή στο έθνος, ενώ άλλοι, όπως για παράδειγμα ο Κόδρος, επειδή ελευθέρωσαν τον λαό με πόλεμο, ή όπως ο Κύρος, άλλοι πάλι, επειδή ίδρυσαν πόλεις ή κατέκτησαν εδάφη, όπως οι βασιλείς των Σπαρτιατών, των Μακεδόνων και των Μολοσσών.

Ο βασιλιάς έχει χρέος να φροντίζει να μην βλάπτονται όσοι έχουν περιουσίες και να μην προσβάλλεται ο λαός. Όπως έχουμε ξαναπεί, η τυραννία δεν έχει κανένα καλό σκοπό για το σύνολο, αλλά επιδιώκει μόνο το δικό της συμφέρον. Ο τύραννος επιδιώκει τις απολαύσεις, ενώ ο βασιλιάς να κάνει καλό. Γι’ αυτό χαρακτηριστικό πλεονέκτημα του τυράννου είναι τα χρήματα, ενώ του βασιλιά οι τιμές. Αλλά και τη φρουρά του βασιλιά την αποτελούν πολίτες, ενώ του τυράννου μισθοφόροι.

Είναι φανερό ότι η τυραννίδα περιέχει όλα τα κακά της δημοκρατίας και της ολιγαρχίας. Από την ολιγαρχία έχει την επιδίωξη του πλούτου (γιατί έτσι μόνο εξασφαλίζει τη διατήρηση και την τρυφηλότητα) και την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον λαό (γι’ αυτό του παίρνει τα όπλα, φέρεται άσχημα στο πλήθος, βασανίζει τους πολίτες, εξαναγκάζοντάς τους να φεύγουν για άλλους τόπους). Τούτα είναι ελαττώματα τόσο της τυραννίδας όσο και της ολιγαρχίας. Κι από την ακραία όμως δημοκρατία η τυραννίδα έχει πάρει τη δίωξη των επιφανών και την κρυφή και φανερή εξόντωσή τους και την εξόριση τους, αφού τους θεωρεί αντιπάλους και εμπόδιο στην εξουσία. Γιατί σ’ αυτούς οφείλονται συνήθως οι προσπάθειες ανατροπής, αφού υπάρχουν άλλοι που θέλουν να ανεβούν στην εξουσία κι άλλοι που δεν ανέχονται να είναι δούλοι. Σε τούτο οφείλεται και η παραίνεση του Περιάνδρου στον Θρασύβουλο να κόψει τις κορφές από τα ψηλότερα στάχυα, με την έννοια ότι πρέπει να αποκεφαλίζονται όσοι θέλουν να είναι ανώτεροι από τους άλλους.

Είπαμε λοιπόν ότι πρέπει να πιστέψουμε πως ίδιες αιτίες μεταβολής του πολιτεύματος υπάρχουν τόσο στις πολιτείες, όσο και στις μοναρχίες. Ενάντια στη μοναρχία επιτίθενται οι πολίτες εξαιτίας της αδικίας, του φόβου και της προσβολής (και περισσότερο εξαιτίας της αδικίας που συνιστά προσβολή), και κάποτε και της δήμευσης της περιουσίας. Γι’ αυτό λοιπόν γίνονται οι επαναστάσεις ενάντια στις τυραννίδες και τις βασιλείες’ γιατί όλοι θέλουν να αποκτήσουν τα πλούτη και τις τιμές που έχει ο μονάρχης. Αλλοτε οι επιθέσεις στοχεύουν στη ζωή κι άλλοτε στην εξουσία τους. Οι επιθέσεις που στοχεύουν στη ζωή οφείλονται στην αλαζονεία τους· κι επειδή η αλαζονεία έχει πολλές μορφές, όλες οι μορφές προκαλούν οργή.

Έτσι οι περισσότεροι απ’ όσους οργίζονται, επιτίθενται με σκοπό την εκδίκηση και όχι την κατάληψη της εξουσίας. Η συνωμοσία εναντίον των γιων του Πεισιστράτου έγινε γιατί πρόσβαλαν την αδερφή του Αρμοδίου και τον έκαναν να θυμώσει (η συνωμοσία έγινε και εξαιτίας της προσβολής της αδελφής του Αρμοδίου, αλλά κι από τον Αριστογείτονα εξαιτίας της προσβολής εναντίον του Αρμοδίου). Παρόμοια συνωμοσία έγινε και εναντίον του τυράννου της Αμβρακίας Περιάνδρου, επειδή ρώτησε τον ερωμένο του, που έπινε μαζί του, αν είχε μείνει έγκυος.

Ο Παυσανίας επιτέθηκε στον Φίλιππο επειδή ο Φίλιππος δεν τιμώρησε τους φίλους του Αττάλου που τον είχαν προσβάλει. Και ο Δέρδας επιτέθηκε στον Αμύντα τον μικρό, επειδή καυχήθηκε ότι τον είχε ερωμένο, όταν ήταν νέος. Και ο ευνούχος που επιτέθηκε στον Ευαγόρα τον Κύπριο, το έκανε επειδή ένας γιος του Ευαγόρα απήγαγε τη γυναίκα του. Σκότωσε τον Ευαγόρα, γιατί θεώρησε ότι είχε προσβληθεί. Πολλές επιθέσεις σε μονάρχες έγιναν επειδή ασέλγησαν σε βάρος υπηκόων τους, όπως για παράδειγμα ο Κραταιός επιτέθηκε στον βασιλιά Αρχέλαο. Ο Κραταιός δυσανασχετούσε πάντα για τη σχέση του με τον Αρχέλαο, οπότε ένα ασήμαντο γεγονός αποτέλεσε πρόσχημα για την επίθεση. Ο Αρχέλαος δηλαδή, αν και υποσχέθηκε να του δώσει γυναίκα μια κόρη του, παραβίασε την υπόσχεση και πάντρεψε τη μεγαλύτερη με τον βασιλιά της Ελίμειας, κάτω από την πίεση του πολέμου εναντίον του Σίρρα και του Αρραβαίου. Έδωσε τη μικρότερη στον γιο του Αμύντα, πιστεύοντας πως με τον τρόπο τούτο θα έλυνε τις διαφορές με τον αδελφό του από την Κλεοπάτρα. Αλλά η εχθρότητα του Κραταιού οφειλόταν στο ότι τον ενοχλούσε η σωματική σχέση με τον Αρχέλαο. Για τον ίδιο λόγο, μαζί με τον Κραταίο, επιτέθηκε στον Αρχέλαο και ο Ελλανοκράτης ο Λαρισαίος. Ο Αρχέλαος χαιρόταν το σώμα του δίνοντας την υπόσχεση ότι θα τον επαναπάτριζε” αθέτησε όμως την υπόχεσή του με συνέπεια ο Ελλανοκράτης να πιστεύει ότι η σχέση δεν οφειλόταν στο ότι τον είχε ερωτευτεί ο βασιλιάς, αλλά στο ότι ήθελε να τον προσβάλει. Τον Κότυ τον σκότωσαν ο ΙΙύθων και ο Ηρακλείδης από την Αίνη της Θράκης, για να πάρουν εκδίκηση για τον πατέρα τους· και ο Αδάμας προσπάθησε να εξεγερθεί ενάντια στον Κότυ, επειδή εκείνος τον είχε ευνουχίσει όταν ήταν μικρός και πίστευε πως τον είχε προσβάλει.

Πολλοί άλλοι πάλι ταλαιπωρήθηκαν σωματικά και οργίστηκαν, κι άλλοι σκότωσαν, άλλοι προσπάθησαν να σκοτώσουν άρχοντες και βασιλικές οικογένειες, με τον ισχυρισμό ότι είχαν εξευτελιστεί. Στη Μυτιλήνη ο Μεγακλής και οι οπαδοί του επιτέθηκαν στους Πενθιλίδες, που τριγύριζαν στην πόλη και χτυπούσαν τους πολίτες. Αργότερα ο Σμέρδης σκότωσε τον Πένθιλο, γιατί η γυναίκα του τον ξυλοκόπησε και τον πέταξε έξω σέρνοντάς τον. Ο Δεκάμινχος τάχθηκε επικεφαλής της επίθεσης εναντίον τού Αρχελάου, ενθαρρύνοντας πρώτος τους επιτιθέμενους’ θύμωσε επειδή τον παρέδωσε στον ποιητή Ευριπίδη να τον μαστιγώσει. Ο Ευριπίδης είχε οργιστεί, επειδή τον είχε κοροϊδέψει που μύριζε το στόμα του. Κι άλλοι πολλοί σκοτώθηκαν ή έγιναν στόχος συνωμοσιών για παρόμοιες αιτίες. Τέτοιες πράξεις οφείλονταν στον φόβο. Γιατί ο φόβος είναι ένας από τους λόγους που προκαλούν επιθέσεις στα πλαίσια των μοναρχιών και των άλλων πολιτευμάτων. Ο Αρταπάνης σκότωσε τον Ξέρξη γιατί φοβήθηκε τις κατηγορίες του Δαρείου, αφού είχε απαγχονίσει άτομα χωρίς εντολή του Ξέρξη, νομίζοντας ότι θα τον συγχο^ρούσε, γιατί θα είχε ξεχάσει την εντολή που είχε δώσει στο συμπόσιο.

Άλλες επαναστάσεις προκάλεσε η περιφρόνηση, όπως έγινε με τον Σαρδανάπαλο που τον σκότωσε κάποιος όταν τον είδε να ξαίνει μαλλιά μαζί με τις γυναίκες (αν είναι αλήθεια όσα λένε οι μυθοποιοί” αν όμως δεν συνέβη σ’ αυτόν, θα συνέβη σε κάποιον άλλο). Ο Δίων επιτέθηκε στον Διονύσιο τον νεότερο επειδή τον περιφρονούσε, γιατί οι πολίτες περιφρονούσαν τον ίδιο, που ήταν συνέχεια μεθυσμένος. Κάποτε στον τύραννο επιτίθενται και οι οπαδοί του, επειδή τον περιφρονούν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ Ε'

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΦΙΛΙΠΠΟΣ

ΙΣΟΚΡ 5.79–88

Καίριες συμβουλές προς τον Φίλιππο

Προκειμένου να ενθαρρύνει τον Φίλιππο να πραγματοποιήσει την πανελλήνια εκστρατεία εναντίον των Περσών, ο Ισοκράτης επέμεινε ότι δεν ήταν απλώς εφικτό για τον Μακεδόνα βασιλιά να ενώσει τους Έλληνες σε κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών, αλλά του ήταν και εύκολο. Αναφέρθηκε για τον λόγο αυτό σε παραδείγματα ανδρών, όπως ο Αλκιβιάδης, ο Κόνωνας, ο Διονύσιος και ο Κύρος, οι οποίοι ξεκινώντας για διάφορους λόγους από δυσχερή θέση, πέτυχαν τελικά πράγματα που πριν έμοιαζαν ακατόρθωτα. Από την άλλη, ο Φίλιππος διέθετε δύναμη και κύρος και έτσι ήταν ευκολότερο να πραγματοποιήσει το μεγαλεπήβολο σχέδιο της ένωσης των Ελλήνων, αποδεικνύοντας ότι ήταν απλοί συκοφάντες όσοι υποστήριζαν ότι απλώς επιθυμούσε την υποδούλωση των ελληνικών πόλεων.


[79] Ἴσως οὖν ὑπολαμβάνεις μικροψυχίαν εἶναι τὸ τῶν
βλασφημούντων καὶ φλυαρούντων καὶ τῶν πειθομένων
τούτοις φροντίζειν, ἄλλως θ’ ὅταν καὶ μηδὲν σαυτῷ συνειδῇς
ἐξαμαρτάνων. χρὴ δὲ μὴ καταφρονεῖν τοῦ πλήθους, μηδὲ
παρὰ μικρὸν ἡγεῖσθαι τὸ παρὰ πᾶσιν εὐδοκιμεῖν, ἀλλὰ
τότε νομίζειν καλὴν ἔχειν καὶ μεγάλην τὴν δόξαν καὶ πρέ-
πουσαν σοὶ καὶ τοῖς προγόνοις καὶ τοῖς ὑφ’ ὑμῶν πεπραγ-
μένοις, [80] ὅταν οὕτω διαθῇς τοὺς Ἕλληνας, ὥσπερ ὁρᾷς
Λακεδαιμονίους τε πρὸς τοὺς ἑαυτῶν βασιλέας ἔχοντας
τούς θ’ ἑταίρους τοὺς σοὺς πρὸς σὲ διακειμένους. ἔστι δ’
οὐ χαλεπὸν τυχεῖν τούτων, ἢν ἐθελήσῃς κοινὸς ἅπασι
γενέσθαι, καὶ παύσῃ ταῖς μὲν τῶν πόλεων οἰκείως ἔχων,
πρὸς δὲ τὰς ἀλλοτρίως διακείμενος, ἔτι δ’ ἢν τὰ τοιαῦτα
προαιρῇ πράττειν, ἐξ ὧν τοῖς μὲν Ἕλλησιν ἔσει πιστός, τοῖς
δὲ βαρβάροις φοβερός.

[81] Καὶ μὴ θαυμάσῃς, ἅ περ ἐπέστειλα καὶ πρὸς Διονύ-
σιον τὴν τυραννίδα κτησάμενον, εἰ μήτε στρατηγὸς ὢν
μήτε ῥήτωρ μήτ’ ἄλλως δυνάστης θρασύτερόν σοι διείλεγμαι
τῶν ἄλλων. ἐγὼ γὰρ πρὸς μὲν τὸ πολιτεύεσθαι πάντων
ἀφυέστατος ἐγενόμην τῶν πολιτῶν (οὔτε γὰρ φωνὴν ἔσχον
ἱκανὴν οὔτε τόλμαν δυναμένην ὄχλῳ χρῆσθαι καὶ μολύνεσθαι
καὶ λοιδορεῖσθαι τοῖς ἐπὶ τοῦ βήματος καλινδουμένοις),
[82] τοῦ δὲ φρονεῖν εὖ καὶ πεπαιδεῦσθαι καλῶς, εἰ καί τις
ἀγροικότερον εἶναι φήσει τὸ ῥηθέν, ἀμφισβητῶ, καὶ θείην ἂν
ἐμαυτὸν οὐκ ἐν τοῖς ἀπολελειμμένοις ἀλλ’ ἐν τοῖς προέχουσι
τῶν ἄλλων. διό περ ἐπιχειρῶ συμβουλεύειν τὸν τρόπον
τοῦτον, ὃν ἐγὼ πέφυκα καὶ δύναμαι, καὶ τῇ πόλει καὶ τοῖς
Ἕλλησι καὶ τῶν ἀνδρῶν τοῖς ἐνδοξοτάτοις.

[83] Περὶ μὲν οὖν τῶν ἐμῶν καὶ ὧν σοι πρακτέον
ἐστὶ πρὸς τοὺς Ἕλληνας, σχεδὸν ἀκήκοας· περὶ δὲ τῆς
στρατείας τῆς εἰς τὴν Ἀσίαν ταῖς μὲν πόλεσιν, ἃς ἔφην
χρῆναί σε διαλλάττειν, τότε συμβουλεύσομεν ὡς χρὴ πολε-
μεῖν πρὸς τοὺς βαρβάρους, ὅταν ἴδωμεν αὐτὰς ὁμονοούσας,
πρὸς σὲ δὲ νῦν ποιήσομαι τοὺς λόγους, οὐ τὴν αὐτὴν ἔχων
διάνοιαν καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν ἡλικίαν, ὅτ’ ἔγραφον περὶ τὴν
αὐτὴν ὑπόθεσιν ταύτην. [84] τότε μὲν γὰρ παρεκελευόμην
τοῖς ἀκουσομένοις καταγελᾶν μου καὶ καταφρονεῖν, ἢν μὴ
καὶ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς δόξης τῆς ἐμαυτοῦ καὶ τοῦ
χρόνου τοῦ περὶ τὸν λόγον διατριφθέντος ἀξίως φαίνωμαι
διεξιών· νῦν δὲ φοβοῦμαι μὴ πάντων τῶν προειρημένων
πολὺ καταδεέστερον τύχω διαλεχθείς. καὶ γὰρ πρὸς τοῖς
ἄλλοις ὁ λόγος ὁ πανηγυρικός, ὁ τοὺς ἄλλους τοὺς περὶ τὴν
φιλοσοφίαν διατρίβοντας εὐπορωτέρους ποιήσας, ἐμοὶ
πολλὴν ἀπορίαν παρέσχηκεν· οὔτε γὰρ ταὐτὰ βούλομαι
λέγειν τοῖς ἐν ἐκείνῳ γεγραμμένοις, οὔτ’ ἔτι καινὰ δύναμαι
ζητεῖν. [85] οὐ μὴν ἀποστατέον ἐστίν, ἀλλὰ λεκτέον
περὶ ὧν ὑπεθέμην, ὅ τι ἂν ὑποπέσῃ καὶ συμφέρῃ πρὸς
τὸ πεῖσαί σε ταῦτα πράττειν. καὶ γὰρ ἢν ἐλλίπω τι καὶ μὴ
δυνηθῶ τὸν αὐτὸν τρόπον γράψαι τοῖς πρότερον ἐκδεδο-
μένοις, ἀλλ’ οὖν ὑπογράψειν γ’ οἶμαι χαριέντως τοῖς ἐξερ-
γάζεσθαι καὶ διαπονεῖν δυναμένοις.

[86] Τὴν μὲν οὖν ἀρχὴν τοῦ λόγου τοῦ σύμπαντος οἶμαι
πεποιῆσθαι ταύτην, ἥν περ προσήκει τοὺς ἐπὶ τὴν Ἀσίαν
πείθοντας στρατεύειν. δεῖ γὰρ μηδὲν πρότερον πράττειν,
πρὶν ἂν λάβῃ τις τοὺς Ἕλληνας δυοῖν θἄτερον, ἢ συναγω-
νιζομένους ἢ πολλὴν εὔνοιαν ἔχοντας τοῖς πραττομένοις.
ὧν Ἀγησίλαος ὁ δόξας εἶναι Λακεδαιμονίων φρονιμώ-
τατος ὠλιγώρησεν, οὐ διὰ κακίαν, ἀλλὰ διὰ φιλοτιμίαν.
[87] ἔσχε γὰρ διττὰς ἐπιθυμίας, καλὰς μὲν ἀμφοτέρας, οὐ
συμφωνούσας δ’ ἀλλήλαις οὐδ’ ἅμα πράττεσθαι δυναμένας.
προῃρεῖτο γὰρ βασιλεῖ τε πολεμεῖν, καὶ τοὺς ἑταίρους εἰς
τὰς πόλεις τὰς αὑτῶν καταγαγεῖν καὶ κυρίους ποιῆσαι τῶν
πραγμάτων. συνέβαινεν οὖν ἐκ μὲν τῆς πραγματείας τῆς
ὑπὲρ τῶν ἑταίρων ἐν κακοῖς καὶ κινδύνοις εἶναι τοὺς
Ἕλληνας, διὰ δὲ τὴν ταραχὴν τὴν ἐνθάδε γιγνομένην μὴ
σχολὴν ἄγειν μηδὲ δύνασθαι πολεμεῖν τοῖς βαρβάροις.
[88] ὥστ’ ἐκ τῶν ἀγνοηθέντων κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον
ῥᾴδιον καταμαθεῖν ὅτι δεῖ τοὺς ὀρθῶς βουλευομένους μὴ
πρότερον ἐκφέρειν πρὸς βασιλέα πόλεμον, πρὶν ἂν διαλλά-
ξῃ τις τοὺς Ἕλληνας καὶ παύσῃ τῆς μανίας τῆς νῦν αὐτοῖς
ἐνεστώσης· ἅ περ καὶ σοὶ συμβεβουλευκότες τυγχάνομεν.

***
Επίσης ίσως νομίζεις ως ένδειξιν αδυναμίας (ταπεινωτικόν) να αποδίδη κανείς σημασίαν εις τους λόγους των συκοφαντών, των φλυαρούντων και των ανοήτων που τους πιστεύουν, και μάλιστα όταν έχης την συνείδησιν ότι δεν διέπραξες κανέν σφάλμα. Πρέπει δε να μη περιφρονής το πλήθος ούτε να θεωρής ως μικράν ωφέλειαν την γενικήν εκτίμησιν, αλλά να είσαι βέβαιος ότι τότε έχεις καλήν και μεγάλην φήμην και αξίαν σου και των προγόνων σου και των κατορθωμάτων σου, όταν διαθέσης τους Έλληνας απέναντί σου κατά τον ίδιον τρόπον, κατά τον οποίον βλέπεις να διάκεινται οι Λακεδαιμόνιοι προς τους βασιλείς των και οι φίλοι σου προς σε. Είναι δε εύκολον να επιτύχης ταύτα, αν θελήσης να φανής ο ίδιος προς όλους και παύσης προς άλλας μεν πόλεις να διάκεισαι φιλικώς, προς άλλας δε εχθρικώς, και τέλος αν προτιμάς τας επιχειρήσεις εκείνας, αι οποίαι δύνανται να εμπνεύσουν συγχρόνως εις μεν τους Έλληνας εμπιστοσύνην εις δε τους βαρβάρους φόβον.

Και μη παραξενευθής, όπως έγραψα και εις τον Διονύσιον, ότε κατέλαβε την τυραννίαν, διότι χωρίς να είμαι στρατηγός ούτε πολιτικός ρήτωρ, ούτε άνθρωπος ισχυρός υπό τινά έποψιν έχω ομιλήσει προς σε κατά τρόπον τολμηρότερον από άλλους. Εγώ βεβαίως διά μεν το πολιτικόν στάδιον υπήρξα εκ φύσεως ο πλέον ακατάλληλος εκ των συμπολιτών μου, διότι δεν είχον ούτε αρκετήν φωνήν ούτε αρκετήν τόλμην διά να δύναμαι να ομιλήσω ενώπιον συγκεντρώσεως λαού με ελευθερίαν και να συναναστρέφωμαι και αλληλοϋβρίζωμαι με αυτούς που ανέρχονται εις το βήμα· όσον αφορά όμως την ορθοφροσύνην μου και την καλήν μόρφωσίν μου, καίτοι θα ηδύνατο τις να θεωρήση την έκφρασιν ταύτην ως αλαζονικήν, έχω αντίθετον γνώμην και ήθελον τοποθετήσει τον εαυτόν μου όχι εις τας τελευταίας σειράς, αλλ' εις την σειράν των ανθρώπων που ίστανται υπεράνω των άλλων. Διά τούτο προσπαθώ να δίδω συμβουλάς κατά τον τρόπον κατά τον οποίον εγώ δύναμαι και είμαι εκ φύσεως κατάλληλος και εις την πόλιν και εις τους Έλληνας και εις τους ενδοξοτάτους εκ των ανδρών.

Έχεις λοιπόν σχεδόν ακούσει τας σκέψεις μου δι' όσα ενδιαφέρουν εμέ και διά την στάσιν την οποίαν πρέπει να τηρήσης απέναντι των Ελλήνων. Όσον αφορά δε την εκστρατείαν εναντίον της Ασίας, τότε θα συμβουλεύσω τας πόλεις που είπα ότι πρέπει συ να συμφιλιώσης, ότι πρέπει να πολεμήσουν κατά των βαρβάρων, όταν αντιληφθώ ότι αυταί ομονοούν. Τώρα απευθύνω τον λόγον μου προς σε, ευρισκόμενος ουχί εις την ιδίαν πνευματικήν κατάστασιν, εις την οποίαν ευρισκόμην κατά την εποχήν εκείνην της ζωής μου, ότε έγραφον προς σε διά την ιδίαν υπόθεσιν. Τότε δηλαδή συνεβούλευον τους μέλλοντας να ακούσουν τον λόγον μου να με περιγελούν και να με περιφρονούν, εάν δεν φαίνωμαι ότι πραγματεύομαι το θέμα του λόγου κατά τρόπον ουχί άξιον και προς τας περιστάσεις και προς την υπόληψίν μου και προς τον χρόνον που κατηνάλωσα διά την συγγραφήν του λόγου μου, τώρα δε φοβούμαι μήπως φανώ πολύ κατώτερος όλων όσα είπον άλλοτε. Διότι εκτός των άλλων ο Πανηγυρικός λόγος, μολονότι παρέχει άφθονα τα μέσα εις εκείνους που θέλουν γενικά να μορφωθούν, εμέ με έφερεν εις μεγάλην αμηχανίαν· διότι ούτε τα ίδια θέλω να λέγω με εκείνα τα οποία έγραψα εις αυτόν, ούτε δύναμαι πλέον να ζητώ νέας σκέψεις. Εν τούτοις δεν οφείλω να εγκαταλείψω τον σκοπόν μου, αλλά πρέπει να είπω δι' όσα έταξα ως σκοπόν του λόγου μου πάσαν σκέψιν που θα έλθη εις τον νουν μου και θα είναι ικανή να σε πείση να εκτελέσης όσα σε συμβουλεύω. Και πράγματι, αν υστερήσω κατά τι και δεν δυνηθώ να γράψω κατά τον ίδιον τρόπον που και άλλοτε έγραψα και εδημοσίευσα, πάντως νομίζω ότι θα διαγράψω με μεγάλην δεξιοτεχνίαν το θέμα μου δι' εκείνους που έχουν την δύναμιν να φέρουν εις πέρας κάτι κοπιάζοντες μέχρι τέλους.

Η μεν λοιπόν βάσις του λόγου μου τούτου νομίζω ότι είναι αυτή, την οποίαν πρέπει να θέσουν εκείνοι που προσπαθούν να σε πείσουν διά την εκστρατείαν κατά της Ασίας. Διότι δεν πρέπει τίποτε να επιχειρήσης προτού βεβαιωθής, ότι οι Έλληνες θα σε βοηθήσουν ή τουλάχιστον θα ιδούν με ευμένειαν την εκστρατείαν ταύτην. Τούτο ο Αγησίλαος, που εθεωρείτο ο σωφρονέστερος των Λακεδαιμονίων, παρημέλησε να κάμη, όχι βεβαίως από έλλειψιν ικανότητος, αλλ' από φιλοδοξίαν. Διότι είχε δύο επιθυμίας, αι οποίαι ήσαν μεν καλαί και αι δύο, αλλά δεν συμφωνούσαν μεταξύ των και δεν ηδύναντο να εκτελεσθούν συγχρόνως. Διότι είχεν ως σκοπόν του να πολεμή συγχρόνως κατά του βασιλέως και να επαναφέρη τους φίλους του εις τας πατρίδας των διά να τους παραδώση την πολιτικήν εξουσίαν. Συνέβαινε λοιπόν από μεν την ασχολίαν αυτήν διά τους φίλους του να υφίστανται οι Έλληνες μεγάλας συμφοράς και κινδύνους, εξ αιτίας δε της ακαταστασίας που επεκράτει εδώ εις την Ελλάδα να μη έχη εκείνη ησυχίαν και να μη δύναται να διεξαγάγη τον πόλεμον κατά των βαρβάρων. Εκ των γεγονότων τούτων, τα οποία τότε ηγνοήθησαν, είναι εύκολον να κατανοήση κανείς, ότι όποιος σκέπτεται ορθώς δεν πρέπει να αναλάβη τον πόλεμον κατά του βασιλέως, αν προηγουμένως δεν συμφιλιώση τους Έλληνας και δεν θέση τέρμα εις τον μανιώδη ανταγωνισμόν που τώρα τους βασανίζει· αυτάς ακριβώς τας συμβουλάς δίδομεν και εις σε.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 10. Οδύσσεια

10.7. Ερμής - Δίας - Αθηνά


Το έπος της Οδύσσειας όμως δεν τερματίζεται εδώ, όπως το θέλησαν κάποιοι αλεξανδρινοί γραμματικοί αλλά και νεότεροι ομηρολόγοι. Ο ποιητής αποκρούει την εύκολη αυτή λύση, που ακούγεται λίγο πολύ ρομαντική, επιφυλάσσοντας ένα τέλος διφορούμενο και προβληματικό. Ήδη ο Οδυσσέας έχει ανακοινώσει στην Πηνελόπη τον χρησμό του Τειρεσία, που του επιβάλλει σύντομα μια δεύτερη αποδημία. Τώρα αποφασίζει ο ποιητής να δραματοποιήσει τα παρεπόμενα και τις συνέπειες της μνηστηροφονίας. Σ᾽ αυτό το πρόγραμμα ανταποκρίνονται τα δρώμενα της τελευταίας ραψωδίας του έπους, που μοιράζονται στον κάτω και στον πάνω κόσμο.

Προτάσσεται ο κάτω κόσμος, που ονομάστηκε «Μικρή Νέκυια», για να διακρίνεται από τη «Μεγάλη Νέκυια» της ενδέκατης ραψωδίας. Η κάθοδος στον Άδη πραγματοποιείται με τη συνδρομή του Ερμή, ο οποίος, ως ψυχοπομπός, οδηγεί τις ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων στον ασφοδελό λειμώνα, όπου κατοικούν και κυκλοφορούν τα είδωλα των νεκρών. Καθ᾽ οδόν οι ψυχές των μνηστήρων τρίζουν σαν νυχτερίδες που πετούν στο βάθος μιας μεγάλης σπηλιάς.

Στον κάτω κόσμο συναντούν οι ψυχές τους σκιές ιλιαδικών ηρώων: του Αχιλλέα, του Πατρόκλου, του Αντίλοχου, του Αίαντα, αλλά και του οδυσσειακού Αγαμέμνονα. Με τον οποίο ο Αχιλλέας ανοίγει όψιμο διάλογο, υπογραμμίζοντας το άδοξο τέλος του άλλοτε ένδοξου Αγαμέμνονα. Εκείνος ανταποκρίνεται, διηγούμενος διεξοδικά το μεταθανάτιο κλέος του μεγάλου ιλιαδικού ήρωα: τον αγώνα των Αχαιών γύρω από το νεκρό σώμα του και τη μεταφορά του στα πλοία· τον πάνδημο θρήνο, στον οποίο πήραν μέρος η Θέτις, με τις θυγατέρες του Νηρέα, και οι Μούσες· την πυρά και την περισυλλογή των λευκών οστών, που έσμιξαν με τα οστά του Πατρόκλου στον ίδιο χρυσό αμφορέα· τα επιτάφια άθλα και έπαθλα· τον επιφανή τύμβο πάνω στον κάβο, αντίκρυ στον Ελλήσποντο, για να τον βλέπουν όσοι παραπλέουν.

Η διήγηση μετά διπλασιάζεται, καθώς ο Αγαμέμνων ρωτά την ψυχή του Αμφιμέδοντα γιατί και πώς οι μνηστήρες βρέθηκαν στον κάτω κόσμο. Κι εκείνος εξιστορεί τα διαδοχικά κεφάλαια της περιπέτειάς τους, πριν και μετά την άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Ακούγοντας ο Αγαμέμνων, μακαρίζει τον Οδυσσέα, συγκρίνοντας την πιστή Πηνελόπη με την άπιστη Κλυταιμνήστρα. Εδώ κλείνει η «Μικρή Νέκυια», και η αφήγηση μεταφέρεται τώρα στον πάνω κόσμο, μοιρασμένη πάλι στα δύο.

Το πρώτο μέρος της αφιερώνεται στην έξοδο του Οδυσσέα προς τους αγρούς, όπου βρίσκει τον πατέρα του να σκαλίζει μόνος ένα δεντράκι, βρώμικος, με κακοραμμένο χιτώνα και γιδίσιο σκούφο στο κεφάλι. Ο επόμενος αναγνωρισμός διαβαθμίζεται: προηγείται πλαστή διήγηση του γιου, ακολουθεί ο θρήνος του πατέρα, τέλος φανερώνονται τα αναγνωριστικά σήματα· η ουλή στο πόδι, τα κληροδοτημένα δέντρα κι αμπέλια. Πατέρας και γιος εναγκαλίζονται και προχωρούν στο παραπλήσιο υποστατικό, όπου δούλοι πιστοί ετοιμάζουν δείπνο, μια σικελιώτισσα γυναίκα λούζει τον Λαέρτη, η Αθηνά τον εξωραΐζει.

Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος της αφήγησης, σε έντονη αντίστιξη, απειλείται εμφύλιος πόλεμος. Δικοί και γονείς των σκοτωμένων μνηστήρων, συναθροισμένοι στην αγορά, διαβουλεύονται την εκδίκησή τους. Ο μάντης Αλιθέρσης δεν κατορθώνει να τους κατευνάσει, μιλώντας για δίκαιη τιμωρία. Επιβάλλει ο Ευπείθης, πατέρας του Αντίνοου, τη δική του εκδικητική λύση, μ᾽ ένα προκλητικό και όχι εντελώς ασύστατο επιχείρημα, που ο ποιητής το αφήνει ασχολίαστο (ω 426-429).

Η σύγκρουση πάει να αρχίσει. Αλλά σ᾽ αυτό το κρίσιμο σημείο, παρεμβαίνει η Αθηνά ρυθμιστικά, εκμαιεύοντας τη συμφιλιωτική πρόταση του Δία. Λέει (ω 473-476):

Πατέρα μας Κρονίδη, ο πρώτος όλων των θεών, δώσε μου
τώρα απόκριση σε μιαν ερώτηση: στο βάθος τι να κρύβει πάλι ο νους σου;
θ᾽ ανοίξεις πόλεμο φριχτό, άγρια σφαγή ανάμεσό τους; ή μήπως
σκέφτεσαι να επιβάλεις μεταξύ τους συμφιλίωση;


Ο Δίας όμως της επιστρέφει την ερώτηση: αφού το θέλησε η ίδια, γυρίζοντας ο Οδυσσέας πίσω, να πάρει εκδίκηση από τους μνηστήρες, δικό της είναι τώρα και το πρόβλημα· ας κάνει ό,τι θέλει. Εκείνος πάντως προτείνει λήθη των παθών, αποκατάσταση της τάξης και ένορκη ειρήνη. Η Αθηνά με ανακούφιση αφήνει τον Όλυμπο, και φτάνοντας ορμητική στην αγορά αντιμετωπίζει την εμφύλια σύρραξη. Στο μεταξύ, ο Οδυσσέας εξάπτει το αγωνιστικό μένος του Τηλεμάχου, η θεά αφήνει τον Λαέρτη να ακοντίσει τον Ευπείθη, χτυπούν σπαθιά, σμίγουν δόρατα. Αλλά η Αθηνά τώρα βγάζει φωνή μεγάλη (ω 531-532):

Τον άγριο πόλεμό σας, Ιθακήσιοι, πάψτε, καιρός με δίχως αίματα,
φίλοι να χωριστείτε.


Οι αντίπαλοι, πράσινοι από τρόμο, παραιτούνται. Ο Οδυσσέας μόνον κινείται ακάθεκτος. Όμως, στην ώρα του, του Δία ο κεραυνός πέφτει στα πόδια της θεάς, οπότε εκείνη αποτρέπει τον προστατευόμενό της ήρωα μ᾽ αυτά τα λόγια (ω 542-544):

Γιε του Λαέρτη, του Διός βλαστέ, πανούργε Οδυσσέα,
κράτα τη μάνητά σου πια του φοβερού πολέμου, μήπως
του Κρόνου ο γιος, ο Δίας βροντόφωνος, εξοργιστεί μαζί σου.


Ο Οδυσσέας, αναγνωρίζοντας τη φωνή της θεάς, υπακούει στην προσταγή της. Οπότε η Αθηνά βάζει τους δυο στρατούς να ορκιστούν τη συμφιλίωσή τους για το παρόν και για το μέλλον, κυκλοφορώντας με τη μορφή του Μέντορα. Εδώ πέφτει η αυλαία του έπους.

Συγκρίνοντας πέρας και αρχή της Οδύσσειας, εύκολα αναγνωρίζεται η συμμετρική τους ανταπόκριση σε όλα τα βασικά σημεία τους. Στην αφετηρία του έπους ζητούμενο ήταν το πέρασμα από την αδράνεια στη δράση, από την καθήλωση στην κίνηση, από τον ασυντέλεστο στον συντελεσμένο νόστο. Πλαίσιο για το ξεκίνημα ορίστηκε εκεί η θεών αγορά, όπου συνάπτεται ο κρίσιμος διάλογος Δία και Αθηνάς. Στον οποίο η θεά, με τη διπλή της πρόταση, αναλαμβάνει ρόλο προγραμματικό και ρυθμιστικό. Ο Δίας συγκατανεύει και ο ποιητής εμπιστεύεται την εκκίνηση και την εξέλιξη του έπους του στην κόρη του Διός, η οποία καθ᾽ οδόν επιλέγει ως συνεργάτη της τον Οδυσσέα. Έτσι τα ασύνδετα συνδέονται, τα ασύμπτωτα συμπίπτουν: ο γιος με τον πατέρα, ο νόστος με τη μνηστηροφονία, η διήγηση με τη δράση, η αλήθεια με το ψέμα, η ειλικρίνεια με τον δόλο.

Για να περατωθεί το έπος επαναλαμβάνεται η σκηνοθεσία της αρχής του: διάλογος Δία και Αθηνάς· παραχώρηση από τον Δία (και ανάθεση από τον ποιητή) στη θεά να αναλάβει τον τελικό της ρόλο· εκείνη που άνοιξε το ποίημα, εκείνη τώρα και να το σφραγίσει. Οριστικά τώρα τα ασύνδετα συνδέονται και τα ασύμπτωτα συμπίπτουν: η διασάλευση με τη σταθερότητα· η έχθρα με τη συμφιλίωση· ο εμφύλιος με την ένορκη ειρήνη· ο κεραυνός με την τελική ηρεμία του πλήθους, όπου η θεά κυκλοφορεί μεταμορφωμένη.

Στην Ιλιάδα κυρίαρχος ρυθμιστής του έπους είναι ο Δίας. Στην Οδύσσεια ο Δίας υποχωρεί προς όφελος της κόρης του, της Αθηνάς. Παραιτείται κατά κάποιον τρόπο από τον ποιητικό του ρόλο για δική της χάρη. Αυτή η απόφαση του ποιητή καθιστά την Οδύσσεια οικειότερο έπος από την Ιλιάδα, στον βαθμό που η θεά συχνά πυκνά κατεβαίνει από τον Όλυμπο και ανακατεύεται με τους ανθρώπους, παίρνοντας μάλιστα και τη μορφή τους. Από την άποψη αυτή η Οδύσσεια, λιγότερο ηρωική από την Ιλιάδα, μοιάζει ανθρωπινότερη: συμμερίζεται περισσότερο τα πάθη των ανθρώπων και φαίνεται να προτείνει μια διαχείρισή τους λίγο πολύ πολιτική, που την εκπροσωπούν μέσα στο έπος συνεργατικά η Αθηνά και ο Οδυσσέας. Σ᾽ αυτούς ο νους (λέξη που προβάλλεται και στο προοίμιο του έπους: νόον ἔγνω), η εφευρετική δηλαδή και πολύτροπη σκέψη, έχει το πάνω χέρι.

Σοπενχάουερ: οι 3 δυνάμεις κι αυτά τα 3 είδη απολαύσεων

Στους κυρίους αυτούς, όσο είναι νέοι, την λύση δίνουν η μυϊκή δύναμη και η γενετήσια ορμή. Αργότερα, όμως, δεν απομένουν παρά οι πνευματικές δυνάμεις· εάν τούτες δεν υπάρχουν η δεν έχουν καλλιεργηθεί η δεν έχει συσσωρευτεί το απαιτούμενο για την δραστηριότητά τους υλικό, τότε ό θρήνος είναι μέγας.

Όντας η μοναδική ανεξάντλητη δύναμη, η βούληση υποβάλλεται τώρα σ’ ερεθισμό μέσω της διέγερσης των παθών, μέσω λ.χ. ριψοκίνδυνων τυχερών παιχνιδιών, του αναξιοπρεπούς αυτού αμαρτήματος. Γενικά δε, το κάθε άεργο άτομο θα επιλέξει ένα παιχνίδι για ν’ απασχολείται ανάλογα με τις δυνάμεις που δεσπόζουν μέσα του: λ.χ. μπόουλινγκ ή σκάκι, κυνηγεσία ή ζωγραφική, ιπποδρομίες ή μουσική, χαρτοπαιξία ή ποίηση, εραλδική ή φιλοσοφία κ.ο.κ.

Μπορούμε, μάλιστα, να διερευνήσουμε το θέμα κατά τρόπο μεθοδικό, ανατρέχοντας στις ρίζες όλων των εκδηλώσεων της ανθρώπινης δυνάμεως, δηλ. στις τρεις βασικές δυνάμεις της ανθρώπινης φυσιολογίας τούτες, επομένως, πρέπει να τις εξετάσουμε ως προς το χωρίς σκοπό παιχνίδι τους, κατά το όποιο εμφανίζονται ως οι πηγές τριών ειδών ενδεχομένων απολαύσεων, από τα όποια αυτά ειδή ό κάθε άνθρωπος, ανάλογα με το ποιά δύναμη κυριαρχεί μέσα του, θα επιλέξει εκείνο πού του ταιριάζει.

Κατ’ αρχάς, λοιπόν, έχουμε τις απολαύσεις της αναπαραγωγικής δυνάμεως, εκείνες δηλ. της βρώσεως, πόσεως, πέψεως, αναπαύσεως και του ύπνου. Τούτες, μάλιστα, ολόκληρα έθνη φέρονται να τις έχουν κάνει εθνικές απολαύσεις και να δοξάζονται γι’ αυτές.

Κατόπιν, έχουμε τις απολαύσεις της διεγερσιμότητας, εκείνες δηλ. της πεζοπορίας, του άλματος, της πάλης, του χορού, της ξιφασκίας, της ιππασίας και των αθλητικών παιχνιδιών κάθε είδους, καθώς επίσης και της κυνηγεσίας, της μάχης και του πολέμου.

Τέλος, έχουμε και τις απολαύσεις της αισθαντικότητας, εκείνες δηλ. της θέασης, της νόησης, του συναισθήματος, της ποίησης, της γλυπτικής, της μουσικής, της μάθησης, της μελέτης, του διαλογισμού, της εφεύρεσης, τού φιλοσοφείν κ.ο.κ.

Σχετικά με την αξία, την ένταση, την διάρκεια καθενός απ’ αυτά τα είδη των απολαύσεων, μπορούν να γίνουν ποικίλες επισημάνσεις, τις όποιες αφήνω στην κρίση του αναγνώστη. Σ’ όλους, όμως, είναι ευνόητο πώς ή απόλαυσή μας (ή όποια εξαρτάται πάντοτε από την χρήση των δικών μας δυνάμεων) και, συνεπώς, και ή ευτυχία μας (ή όποια συνίσταται στην συχνή ύπαρξη της απόλαυσης) θα είναι τόσο μεγαλύτερες όσο ευγενέστερου είδους είναι ή δύναμη πού τις παράγει. ’Επίσης, κανείς δεν θ’ αμφισβητήσει τα πρωτεία πού κατέχει απ’ αυτήν την άποψη η αισθαντικότητα – η ουσιαστική υπεροχή της οποίας συνιστά το διακριτικό γνώρισμα του ανθρώπου έναντι των άλλων ειδών του ζωικού βασιλείου- σε σχέση με τις δύο άλλες βασικές φυσιολογικές δυνάμεις, οι όποιες απαντούν στον ίδιο ή σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό και στα άλλα ζώα. Στην σφαίρα της αισθαντικότητας ανήκουν οι γνωστικές μας δυνάμεις, ώστε ή υπεροχή αυτής να μας καθιστά δεκτικούς για τις απολαύσεως της γνώσης, τις καλούμενες δηλ. πνευματικές απολαύσεις, οι όποιες, μάλιστα, είναι τόσο πιο έντονες όσο μεγαλύτερη είναι ή υπεροχή της αισθαντικότητας.>

Ό κοινός, ό συνηθισμένος άνθρωπος αναπτύσσει ζωηρό ενδιαφέρον για κάτι μόνον όταν τούτο διεγείρει την βούλησή του, όταν δηλ. παρουσιάζει προσωπικό ενδιαφέρον γι’ αυτόν. Τώρα βέβαια, κάθε διαρκής διέγερση της βούλησης έχει έναν μικτό τουλάχιστον χαρακτήρα, είναι δηλ. συνδεδεμένη με πόνο. Ένα μέσο για την εκούσια διέγερσή της, και συγκεκριμένα μέσα) ενδιαφερόντων τόσο μικρών ώστε να προκαλούν στιγμιαίους μόνο κι ελαφρούς, όχι επίμονους και βαρείς πόνους, ενδιαφερόντων, άρα, που μπορούν να θεωρηθούν απλό γαργάλημα της βούλησης, είναι ή χαρτοπαιξία, η διαρκής αυτή απασχόληση της «καλής κοινωνίας» όλων των χωρών.

Ό άνθρωπος, αντίθετα, στον όποιον υπερτερούν οι πνευματικές δυνάμεις έχει την ικανότητα, μάλιστα την ανάγκη ν’ αναπτύσσει το πλέον ζωηρό ενδιαφέρον διά της οδού της αμιγούς γνώσης, εκείνης δηλ. χωρίς την παραμικρή πρόσμειξη της βούλησης. Χάρη δε σ’ αυτό το ενδιαφέρον, μεταβαίνει κατόπιν σε μία επικράτεια στην όποια ό πόνος δεν έχει πρόσβαση, στους αιθέρες, ούτως ειπείν, των ευκόλως διαβιούντων θεών, θεώνρεία ζωόντων [Ίλ., Ζ, 138].

Συνεπώς, ενώ ή ζωή των υπολοίπων ρέει και παρέρχεται μέσα σε πνευματική ατονία -καθώς ή διάνοια και ή καρδιά τους είναι ολοκληρωτικά εστραμμένες στα ευτελή ενδιαφέροντα της προσωπικής ευμάρειας κι έτσι σε δυστυχίες κάθε είδους, ώστε οι άνθρωποι αυτοί, μόλις ή ενασχόληση με τούτα μειωθεί και οι ’ίδιοι παραπεμφθούν πίσω στον εαυτό τους, να πλήττονται από αφόρητη ανία, αφού μόνο τα φλογερά πάθη καταφέρνουν να επιφέρουν μία κάποια κίνηση στην αδρανή μάζα-, ό άνθρωπος, αντίθετα, ό προικισμένος με δεσπόζουσες πνευματικές δυνάμεις χαίρει υπάρξεως πλούσιας σε σκέψεις, διαρκώς ζωογονούμενης και σπουδαίας, ασχολείται με αντικείμενα αξιόλογα κι ενδιαφέροντα, μόλις του επιτραπεί ν’ αφιερωθεί σ’ αυτά, και φέρει εντός του τις πηγές των ευγενέστερων απολαύσεων. Παρακίνηση έξωθεν του προσφέρουν τα δημιουργήματα της φύσης και ή όψη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, κατόπιν οι τόσο διαφορετικές επιδόσεις των υπερπροικισμένων ανθρώπων όλων των εποχών και όλων των λαών, τις όποιες αυτές επιδόσεις, στην πραγματικότητα, μόνον αυτός μπορεί ν’ απολαύσει ουσιαστικά, καθώς μόνον αυτός μπορεί να τις κατανοήσει και να τις νιώσει. Για χάρη δική του, άρα, έζησαν οι υπερπροικισμένοι εκείνοι, σ’ αυτόν ουσιαστικά απευθύνθηκαν, ενώ οι λοιποί, ως εκ συμπτώσεως και μόνον ακροατές, ημικατανοούν τα όσα σκόρπια τύχει να γνωρίσουν.

’Εντούτοις, ό άνθρωπος αυτός έχει μία ανάγκη επιπλέον σε σχέση με τους άλλους, την ανάγκη να μαθαίνει, να βλέπει, να μελετά, να διαλογίζεται, να εξασκείται, άρα και την ανάγκη για ελεύθερη σχόλη· όμως, ακριβώς επειδή -όπως ορθά επισημαίνει ό Βολταίρος- «δεν υπάρχουν πραγματικές απολαύσεις παρά μόνο με πραγματικές ανάγκες» , η ανάγκη αυτή είναι ή προϋπόθεση για να έχει πρόσβαση στις απολαύσεως εκείνες -όπως το κάλλος στην φύση και στην τέχνη, καθώς και τα πνευματικά έργα κάθε είδους- που δεν είναι ποτέ προσβάσιμες στους λοιπούς, για τους οποίους τέτοιου είδους πράγματα, ακόμη και όταν υπάρχουν γύρω τους σε αφθονία, δεν είναι παρά ότι είναι και οι εταίρες για τον γέρο άνδρα.

Ως συνέπεια τούτου, ένας τόσο ευνοημένος άνθρωπος ζει, παράλληλα με τον προσωπικό του βίο, κι έναν δεύτερο, συγκεκριμένα έναν πνευματικό βίο, τον όποιον αντιμετωπίζει βαθμιαία ως τον ουσιαστικό σκοπό της ύπαρξης, εκλαμβάνοντας τον πρώτο ως απλό μέσο γι’ αυτόν οι λοιποί, αντίθετα, είναι αναγκασμένοι να θεωρούν την άνοστη, κενή και θλιβερή επιβίωση ως σκοπό. Ό πνευματικός βίος είναι εκείνος που πρωτίστως τον απασχολεί και ό όποιος, με την διαρκή αύξηση της κατανόησης και της γνώσης, προσλαμβάνει μία εσωτερική αλληλουχία κι έναν χαρακτήρα όλο και πιο εντατικό, μία όλο και περισσότερο πληρούμενη ολότητα και τελειότητα, όπως ένα έργο τέχνης κατά την δημιουργία του. Σε σχέση με τον βίο αυτόν, ή πρακτική ζωή των λοιπών -ή όποια είναι προσανατολισμένη στην προσωπική ευμάρεια κι επιδέχεται αύξηση μόνον ως προς την διάρκεια, όχι όμως και ως προς το βάθος- δημιουργεί ζωηρή και θλιβερή αντίθεση, ισχύει, όμως, κατ’ ανάγκη ως αυτοσκοπός για τούς ανθρώπους αυτούς, ενώ, για εκείνον, ως απλό μέσο.

Ή πρακτική, πραγματική ζωή μας, όταν δεν την κινούν τα πάθη, είναι άνοστη και πληκτική· όταν δε την κινούν, τότε γίνεται σύντομα οδυνηρή. Να γιατί είναι ευτυχείς όσοι έλαβαν ένα οποιοδήποτε πλεόνασμα νοός, πέραν δηλ. τού απαιτούμενου για την εξυπηρέτηση της βούλησης: διότι μ’ αυτό διάγουν, παράλληλα με τον πραγματικό, κι έναν πνευματικό επιπλέον βίο, ό όποιος τούς απασχολεί και τούς ψυχαγωγεί διαρκώς κατά τρόπο μη οδυνηρό, και όμως έντονο. Σκέτη σχόλη, νοός δηλ. μη απασχολούμενος προς εξυπηρέτηση της βούλησης, δεν επαρκεί γι’ αυτό· απαιτείται κι ένα πλεόνασμα δυνάμεως, καθώς μόνο τούτο καθιστά κάποιον ικανό για μία απασχόληση πού δεν εξυπηρετεί την βούληση, αμιγώς πνευματική· αντίθετα, «σχόλη χωρίς πνευματική ενασχόληση είναι θάνατος και ταφή ζωντανού ανθρώπου» (Σενέκας)

Ανάλογα δε τώρα με το μικρότερο η μεγαλύτερο μέγεθος του πλεονάσματος αυτού, υπάρχουν και αναρίθμητες διαβαθμίσεις του πνευματικού εκείνου βίου πού μπορεί κανείς να διάγει παράλληλα με τον πραγματικό: από την συλλογή και περιγραφή μετάλλων, εντόμων, πτηνών ή νομισμάτων μέχρι τις ύψιστες επιδόσεις στην ποίηση και την φιλοσοφία. Ως παρεπόμενο, ένας τέτοιος πνευματικός βίος αποτελεί προμαχώνα κατά των πολλών εκείνων κινδύνων, συμφορών, απωλειών και σπαταλών έναντι των οποίων είναι κανείς εκτεθειμένος όσο αναζητεί την ευτυχία του στον πραγματικό κόσμο…; Σ’ εμένα λ.χ. ή φιλοσοφία μου δεν έχει ποτέ αποδώσει το παραμικρό, μ’ έχει όμως γλυτώσει από πάρα πολλά.

Ό κοινός άνθρωπος, αντίθετα, εξαρτάται για τις απολαύσεις της ζωής του από πράγματα πού βρίσκονται έκτος του. από την ιδιοκτησία, τούς βαθμούς, από γυναίκα και παιδιά, φίλους, συντροφιά κ.λπ.· σ’ αυτά στηρίζεται ή ευτυχία της ζωής του, ή όποια, για τον λόγο αυτόν, καταρρέει μόλις διαπιστώσει ότι τα έχασε ή ότι εξαπατήθηκε ως προς αυτά. Για να εκφράσουμε την σχέση αυτή, μπορούμε να πούμε πώς το κέντρο βάρους του βρίσκεται εκτός του. Για τον λόγο ακριβώς αυτόν, έχει διαρκώς μεταβαλλόμενες επιθυμίες και ιδιοτροπίες: εάν ή οικονομική του κατάσταση το επιτρέπει, την μία θ’ αγοράζει εξοχικά και άλογα, την άλλη θα διοργανώνει δεξιώσεις, την άλλη θα πραγματοποιεί ταξίδια, συνολικά δε θα ζει σε μεγάλη πολυτέλεια, επειδή ακριβώς αναζητεί ικανοποίηση έξωθεν με κάθε είδους πράγματα, ενεργώντας, έτσι, όπως ό εξασθενημένος πού ελπίζει με δυναμωτικά και φάρμακα ν’ ανακτήσει την υγεία και την ρώμη του, ή πραγματική πηγή των οποίων δεν είναι παρά ή ζωτική ενέργεια εντός του.

Αφορισμοί, για την πρακτική σοφία της ζωής

Μαμά μάθε με τι νιώθω

Δώσε όνομα στο... συναίσθημά σου!

Τα πρώτα χρόνια της ζωής τους τα παιδιά κάνουν τα πρώτα βήματα για να μπορέσουν να επικοινωνήσουν με τον κόσμο. Περνούν από πολλά συναισθηματικά στάδια και μέσα σ' αυτά τα χρόνια παρατηρούμε πολλές αλλαγές στα συναισθήματα και στις κοινωνικές τους δεξιότητες.

Αυτό είναι τόσο συναρπαστικό όσο και τρομακτικό.

Ως γονείς υπάρχουν πράγματα που μπορείτε να κάνετε για να βοηθήσετε να αναπτύξουν τα παιδιά σας καλές κοινωνικές δεξιότητες και να διαχειριστούν τα συναισθήματα τους ώστε να είναι έτοιμα για όλες τις προκλήσεις της ζωής.

Είναι πολύ βασικό να μάθετε τα παιδιά σας να αναγνωρίζουν τα συναισθήματα τους.

Πότε μπορείτε να το κάνετε αυτό;

Μια καλή ώρα για να συζητήσετε με το παιδί σας τα συναισθήματα του είναι η ώρα λίγο πριν τον ύπνο. Είναι μια ώρα χαλάρωσης, χωρίς ένταση τόσο για σας όσο και για τα παιδιά. Μπορείτε να ξαπλώσετε μαζί με το παιδί σας στο πάτωμα και να ξεκινήσετε να κάνετε ερωτήσεις ο ένας στον άλλον σαν παιχνίδι. Το παιχνίδι των ερωτήσεων δημιουργεί ένα μυστήριο στο παιδί.

Ακόμα μπορείτε να ξεκινήσετε μια φανταστική ιστορία που να ταιριάζει με το πρόβλημα που υποθέτετε πως απασχολεί το παιδί σας. Σε καμία περίπτωση όμως μην το ταυτίσετε, τα παιδιά είναι πολύ περισσότερο έξυπνα από όσο φαντάζεστε, και τότε θα χάσετε την ευκαιρία να σας μιλήσει αλλά θα ακυρώσετε και αυτό τον τρόπο για να εκμαιεύετε τα συναισθήματα του παιδιού σας.

Ένας άλλος τρόπος είναι μέσα από τις δραστηριότητες της ημέρας. Μπορείτε να τα ρωτήσετε πως νιώθουν; Τι περιμένουν από την επόμενη μέρα; Η αναγνώριση των συναισθημάτων από τα ίδια τα παιδιά θα τα βοηθήσει να βάλουν τα ίδια ένα όνομα στα συναισθήματα τους.

Οι περισσότεροι άνθρωποι λειτουργούν με το συναίσθημα στην καθημερινότητα τους, είναι πολύ σημαντικό λοιπόν να ξεκινάμε να τα αναγνωρίζουμε από παιδιά. Με αυτόν τον τρόπο διευκολύνουμε την ζωή τους και όλα τα πολύπλοκα γίνονται εύκολα αφού έχουν όνομα.

Αυτό σημαίνει πως ξέρουμε τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε.

Στοχασμοί του Sigmund Freud

Ο Σίγκμουντ Φρόυντ (6 Μαΐου 1856 – 23 Σεπτεμβρίου 1939) ήταν Αυστριακός ιατρός, φυσιολόγος, ψυχίατρος και θεμελιωτής της ψυχαναλυτικής σχολής στον τομέα της ψυχολογίας. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους πλέον βαθυστόχαστους αναλυτές του 20ου αιώνα που μελέτησε και προσδιόρισε έννοιες όπως το ασυνείδητο, την απώθηση και την παιδική σεξουαλικότητα.

Αποφθέγματα:

-Αν ένας άνθρωπος υπήρξε το αδιαμφισβήτητα αγαπημένο παιδί της μητέρας του, διατηρεί σε όλη του τη ζωή το αίσθημα θριάμβου, την πίστη στην επιτυχία, που συχνά οδηγεί πραγματικά στην επιτυχία.

-Η θρησκεία είναι νεύρωση.

-Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν πραγματικά ελευθερία, επειδή η ελευθερία προϋποθέτει ανάληψη ευθύνης, και οι περισσότεροι άνθρωποι τρέμουν την ανάληψη ευθύνης.

-Η ψυχική ανάπτυξη του ατόμου είναι μια σύντομη επανάληψη της πορείας ανάπτυξης του ανθρώπινου είδους.

-Η μεγαλύτερη ερώτηση που δεν έχει απαντηθεί ποτέ και που κι εγώ δεν έχω κατορθώσει να απαντήσω μετά από τριάντα χρόνια έρευνας, είναι: «τι θέλει μια γυναίκα;»

-Τα παιδιά είναι εντελώς εγωκεντρικά. Αισθάνονται τις ανάγκες τους έντονα και αγωνίζονται ανηλεώς για να τις ικανοποιήσουν.

-Η πείρα διδάσκει αργά και αφού πρώτα την πληρώσουμε με τα σφάλματά μας.

-Η αμάθεια γεννάει πάντα την σκληρότητα.

-Σε αποφάσεις δευτερευούσης σημασίας, είναι χρήσιμο να εξετάζουμε τα υπέρ και τα κατά. Σε κρίσιμα ζητήματα όμως, η απόφαση πρέπει να προέρχεται από την καρδιά.

-Το πρώτο προαπαιτούμενο του πολιτισμού είναι η Δικαιοσύνη.

-Η θρησκεία είναι μια ψευδαίσθηση και αντλεί τη δύναμή της από την ευκολία της να προσαρμόζεται στις ενστικτώδεις μελαγχολικές παρορμήσεις μας.

-Κάποια μέρα κοιτάζοντας πίσω, τα χρόνια που αγωνίστηκες θα σου φαίνονται τα πιο ωραία.

-Η σκέψη είναι δράση σε πρόβα.

-Ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να παλεύει να εξαφανίσει τα σύνδρομα του, αλλά να συντονιστεί με αυτά, γιατί είναι αυτά που κατευθύνουν την επαφή του με τον κόσμο.

Όσκαρ Ουάιλντ: Ελλάς

Επηρεασμένο από το ταξίδι του στην Ελλάδα το 1877.

Σαν το ζαφείρι ήταν της θάλασσας το χρώμα
κι έμοιαζε οπάλιο πυρωμένο τ’ ουρανού το δώμα.
Σηκώσαμε πανιά … Και πρίμο φύσαγε τ’ αγέρι,
στις ανατολικές γαλάζιες χώρες να μας φέρει.
Απ’ την ολόρθη πλώρη, βιαστικό το βλέμμα
τη Ζάκυνθο αγναντεύει, το κάθε της ρέμα
και το κάθε λιοστάσι,
της Ιθάκης τ’ ακροθαλάσσι,
του Λύκαιου τα κορφοβούνια χιονισμένα,
της Αρκαδίας τα βουνά μ’ ανθούς σπαρμένα.
Κανείς άλλος ήχος τη σιωπή δεν ταράζει,
παρά το πανί που στο κατάρτι παφλάζει,
το νερό που στα πλάγια του πλοίου φλοισβίζει
και γέλιο κοριτσιών που στην πρύμνη αναβρύζει.
Την ώρα που άρχιζε να φλέγεται η Δύση
κι ήλιος πορφυρός στα νερά είχε καθίσει,
τη γη της Ελλάδας είχα τέλος πατήσει.

* * *

Στο θέατρο του Άργους

Τσουκνίδες και παπαρούνες φθείρουν το λαξευτό σκαλί:
κανένας ποιητής στεφανωμένος με την ελιά της αθανασίας
δεν τραγουδά το ευχάριστο άσμα του, ούτε η γοερή Τραγωδία
τρομάζει τον αέρα, το πράσινο στάρι κυματίζει γλυκά
εκεί που κάποτε ο Χορός κινούνταν με γοργούς ρυθμούς
μακριά στην Ανατολή μια πορφυρή έκταση θάλασσας,
οι χρυσαφένιοι βράχοι που φυλάκισαν τη Δανάη
και το βεβηλωμένο Άργος μπρος στα πόδια μου.
Δεν είναι τώρα η εποχή να θρηνούμε τα περασμένα,
το ναυάγιο ενός έθνους πάνω στην πέτρα του Χρόνου,
ή τις φοβερές καταιγίδες της παμφάγου Μοίρας,
διότι τώρα οι άνθρωποι φωνασκούν μπρος στην πόρτα μας,
ο κόσμος γέμισε πανούκλα,
αμαρτία και έγκλημα,
ακόμα και ο Θεός έχει χάσει το μισό θρόνο του για Χρυσάφι!

Όσκαρ Ουάιλντ Άργος, 1877

Οscar Wilde

Honoré de Balzac: Το "θέλω" μας καίει, το "μπορώ" μας καταστρέφει

Θα σας φανερώσω με λίγα λόγια ένα μεγάλο μυστήριο της ανθρώπινης ζωής.

Τον άνθρωπο τον εξαντλούν δυο πράξεις που εκπληρώνονται αυθόρμητα και στερεύουν τις πηγές της ύπαρξής του.

Δύο ρήματα εκφράζουν όλες τις μορφές που παίρνουν αυτές οι δύο αιτίες του θανάτου: "θέλω" και "μπορώ".

Ανάμεσα στα δυο αυτά όρια της ανθρώπινης δραστηριότητας, υπάρχει μια άλλη διατύπωση απ' την οποία κυριεύονται οι σοφοί, και που της χρωστάω την ευτυχία και τη μακροζωία μου. · αλλά το "ξέρω" αφήνει τον αδύνατο οργανισμό μας σε μιαν αδιάκοπη κατάσταση γαλήνης.

Έτσι, ο πόθος και η επιθυμία μου είναι μέσα μου νεκροί, σκοτωμένοι από τις σκέψεις.

Η κίνηση και η δύναμη ρυθμίζονται από τη φυσική συμμετρία των οργάνων μου.

Με δυο λόγια, έχω τοποθετήσει τη ζωή μου, όχι στην καρδιά που σπάει, όχι στα νεύρα που εξασθενίζουν, αλλά μέσα στο νου που δεν φθείρεται και που επιζεί πάνω απ' όλα.

Καμιά υπερβολή δεν πλήγωσε ούτε το σώμα μου ούτε την ψυχή μου.

Παρ' όλα αυτά, έχω ιδεί όλον τον κόσμο.

Τα πόδια μου έχουν περπατήσει τα πιο ψηλά βουνά της Ασίας και της Αμερικής, έμαθα όλες τις γλώσσες του κόσμου κ' έχω ζήσει κάτω απ' όλα τα καθεστώτα.

Δάνεισα το χρήμα μου σ' έναν Κινέζο παίρνοντας για ενέχειρο τον πατέρα του, κοιμήθηκα κάτω από την τέντα του Άραβα, εμπιστευμένος στο λόγο της τιμής του, υπόγραφα συμβόλαια σε όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, κι άφησα άφοβα το χρυσάφι μου στα χωριά των αγρίων· μ' έναν λόγο, πέτυχα τα πάντα γιατί ήξερα να περιφρονώ τα πάντα.

Η μοναδική μου φιλοδοξία ήταν να ιδώ.

Το να βλέπεις, δεν είναι γνώση;

Ω! η γνώση, νέε μου, δεν είναι μια πνευματική απόλαυση;

Τι μένει από την υλική κατοχή ενός πράγματος; μια ιδέα...

Honoré de Balzac, Το μαγικό δέρμα

Eckhart Tolle: Το παρελθόν δεν μπορεί να επιβιώσει όταν είσαι παρών στο τώρα

Εξακολουθώ να πιστεύω ότι πρέπει να έχουμε ένα σκοπό στο τα­ξίδι της ζωής μας διαφορετικά, απλώς περιπλανιόμαστε άσκοπα, και σκοπός σημαίνει μέλλον, σωστά; Πώς το συμβιβάζουμε αυτό με το να ζούμε στο παρόν;

Όταν κάνεις ένα ταξίδι, είναι βέβαια χρήσιμο να ξέρεις που πας ή τουλάχιστον τη γενική κατεύθυνση προς την οποία κινείσαι, αλλά μην ξεχνάς: το μόνο πράγμα που τελικά είναι αληθινό σε σχέση με το ταξίδι σου είναι το βήμα που κάνεις ετούτη τη στιγμή. Αυτό είναι το μόνο που υπάρχει.

Το παρελθόν δεν μπορεί να επιβιώσει όταν είσαι παρών στο τώρα!

Ανέφερες ότι το να σκεφτόμαστε ή να μιλάμε για το παρελθόν όταν δεν είναι απαραίτητο, είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους αποφεύγουμε το παρόν. Όμως, πέρα από το παρελθόν που θυμόμαστε και με το οποίο ίσως ταυτιζόμα­στε, δεν υπάρχει άλλο ένα επίπεδο παρελθόντος μέσα μας, που είναι πολύ πιο βαθιά εδραιωμένο; Μιλάω για το ασυνεί­δητο παρελθόν που καθορίζει τη ζωή μας, ιδιαίτερα μέσα α­πό τις εμπειρίες της πρώιμης παιδικής ηλικίας, ίσως και από εμπειρίες περασμένων ζωών.

Έπειτα υπάρχει και η πολιτισμική μας εκπαίδευση, που έχει να κάνει με το πού ζούμε, γεωγραφικά, καθώς και με την ιστορική χρονική περίοδο στην οποία ζούμε. Όλα αυτά καθορίζουν το πώς βλέπουμε τον κόσμο, πώς αντιδρούμε, τι σκεφτόμαστε, τι είδους σχέσεις έχουμε, πώς ζούμε γενικά τη ζωή μας. Πώς είναι δυνατόν να τα συνειδητοποιήσουμε όλ' αυτά ή να απαλλαγούμε απ’ αυτά; Πόσος καιρός θα χρειαζόταν για κάτι τέτοιο; Κι ακόμα κι αν το καταφέρναμε, τι θα α­πέμενε τελικά;

Τι απομένει όταν τελειώνει η ψευδαίσθηση;

Δεν είναι ανάγκη να ερευνήσεις το ασυνείδητο παρελθόν μέσα σου, παρά μόνο καθώς εκδηλώνεται ετούτη τη στιγμή σαν σκέψη, σαν συναίσθημα, επιθυμία, αντίδραση ή σαν ένα εξωτερικό γεγο­νός που σου συμβαίνει. Οτιδήποτε χρειάζεται να ξέρεις γύρω από το ασυνείδητο παρελθόν μέσα σου, θα το φέρουν στην επιφάνεια οι προκλήσεις του παρόντος. Αν αρχίσεις να σκαλίζεις το παρελθόν, θα γίνει ένα απύθμενο πηγάδι: υπάρχει πάντα κι άλλο.

Μπορεί να πιστεύεις ότι χρειάζεσαι περισσότερο χρόνο για να καταλάβεις το παρελθόν και να ελευθερωθείς απ' αυτό, με άλλα λό­για, ότι το μέλλον θα σε λυτρώσει τελικά από το παρελθόν. Αυτό εί­ναι πλάνη. Μόνο το παρόν μπορεί να σε ελευθερώσει από το παρελ­θόν. Ο περισσότερος χρόνος δεν μπορεί να σε ελευθερώσει από το χρόνο. Προσέγγισε τη δύναμη του Τώρα. Αυτό είναι το κλειδί.

Τι είναι η δύναμη του Τώρα;

Δεν είναι άλλη από τη δύναμη της παρουσίας σου, είναι η συνειδητότητά σου απαλλαγμένη από σκεπτομορφές.

Ασχολήσου λοιπόν με το παρελθόν στο επίπεδο του παρόντος. Όσο περισσότερη προσοχή δίνεις στο παρελθόν, τόσο περισσότερο το ενεργοποιείς, και τόσο περισσότερο είναι πιθανό να κατασκευά­σεις έναν "εαυτό" απ' αυτό. Μην παρανοήσεις αυτό που σου λέω: η προσοχή είναι ουσιαστικής σημασίας, αλλά όχι για το παρελθόν ως παρελθόν.

Δώσε προσοχή στο παρόν δώσε προσοχή στη συμπεριφορά σου, στις αντιδράσεις, τις διαθέσεις, τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τους φόβους και τις επιθυμίες σου, όπως εκδηλώνονται στο παρόν. Εκεί είναι το παρελθόν σε σένα. Αν μπορείς να είσαι αρκετά παρών ώστε να τα παρατηρείς όλ' αυτά, όχι επικριτικά ή αναλυτικά, αλλά χωρίς κρίσεις, τότε αντιμετωπίζεις με επιτυχία το παρελθόν και το διαλύεις με τη δύναμη της παρουσίας σου. Δεν μπορείς να βρεις τον εαυτό σου με το να μπαίνεις στο παρελθόν. Βρίσκεις τον εαυτό σου με το να έρθεις στο παρόν.

Το να καταλάβω το παρελθόν δε με βοηθάει να καταλάβω γιατί κάνω ορισμένα πράγματα, γιατί αντιδρώ με ορισμένους τρόπους ή γιατί δημιουργώ ασυνείδητα το δικό μου "δράμα", τα πρότυπά μου στις σχέσεις και τα λοιπά;

Καθώς αποκτάς μεγαλύτερη συνείδηση της παρούσας σου προ­σωπικότητας, μπορεί ξαφνικά να αποκτήσεις κάποια ενόραση σχε­τικά με το γιατί η "εκπαίδευσή" σου λειτουργεί με αυτούς τους συγκεκριμένους τρόπους - για παράδειγμα, γιατί οι σχέσεις σου ακο­λουθούν ορισμένα πρότυπα - και μπορεί να θυμηθείς κάποια γεγο­νότα που συνέβησαν στο παρελθόν ή να τα δεις πιο καθαρά. Αυτό ίσως σε βοηθήσει, αλλά δεν είναι ουσιαστικής σημασίας.

Αυτό που είναι ουσιαστικό είναι η συνειδητή σου παρουσία. Αυ­τή διαλύει το παρελθόν. Αυτή είναι ο μεταμορφωτικός παράγοντας. Έτσι, μην επιδιώκεις να καταλάβεις το παρελθόν, αλλά γίνε όσο πιο παρών μπορείς.

Το παρελθόν δεν μπορεί να επιβιώσει όταν είσαι παρών. Μπορεί να επιβιώσει μόνο όταν είσαι απών.

Eckhart Tolle, Η δύναμη του Τώρα

Βασίλισσα Γκουινεβίρ και Ιππότης Λάνσελοτ

Η ερωτική ιστορία του Ιππότη Λάνσελοτ και της Βασίλισσας Γκουινεβίρ, συζύγου του Βασιλιά Αρθούρου, αποτελεί έναν από τους γνωστότερους θρύλους που σχετίζονται με τον βασιλιά Αρθούρο και μια από τις τραγικότερες ιστορίες αγάπης όλων των εποχών.

Ο θρύλος

Ο Λάνσελοτ ήταν ένας από τους καλύτερους ιππότες του βασιλιά Αρθούρου. Ήταν αφοσιωμένος, έξυπνος, ευγενικός και δυνατός.

Η βασίλισσα Γκουινεβίρ ήταν η σύζυγος του Αρθούρου. Εμφανίζεται για πρώτη φορά σε γραπτές ιστορίες το 1325 μ.Χ. στην ουαλική ιστορία Culhwch ac Olwen, ως σύζυγος του Αρθούρου. Σε μετέπειτα μεσαιωνικές ιστορίες, είναι η κόρη του βασιλιά Leodegrance, και παντρεύεται τον Αρθούρο όταν είναι και οι δύο ακόμα πολύ μικροί. Ο Αρθούρος χρειαζόταν έναν αρσενικό κληρονόμο, όμως η Γκουινεβίρ δεν έκανε παιδιά. Αυτό τους έκανε και τους δύο πολύ δυσαρεστημένους.

Ο Λάνσελοτ γνώρισε τη Γκουινεβίρ στο κάστρο του βασιλιά κι ένα ειδύλλιο άρχισε να ανθίζει μεταξύ τους. Σύντομα, έγιναν εραστές, πίσω από την πλάτη του Αρθούρου, με τις φήμες να οργιάζουν.

Ωστόσο, γρήγορα οι ανιψιοί του Αρθούρου, Μόρντρεντ και Άγκραβαϊν, αποκαλύπτουν στον Αρθούρο τη σχέση του Λάνσελοτ και της Γκουινεβίρ. Ο Λάνσελοτ δραπετεύει για να σώσει την ζωή του. Η δε Γκουινεβίρ συλλαμβάνεται και καταδικάζεται από τον άντρα της να καεί στην πυρά. Ο Λάνσελοτ καταφέρνει να τη σώσει την τελευταία στιγμή, σκοτώνοντας δύο από τους υπηρέτες.

Στη συνέχεια, ο βασιλιάς Αρθούρος πρέπει να πάει στη Γαλλία για να πολεμήσει τον Λάνσελοτ και αφήνει τον Μόρντρετ υπεύθυνο. Κατά την απουσία του Αρθούρου, ο Μόρντρεντ έκανε τον εαυτό του βασιλιά κι ανάγκασε την Γκουινεβίρ να τον παντρευτεί. Ο Αρθούρος επανέρχεται για να σώσει το βασίλειό του και την Γκουινεβίρ.

Μετά τη μάχη μεταξύ του Αρθούρου και του Μόρντρεντ, η Γκουινεβίρ και ο Λάνσελοτ συναντιούνται για τελευταία φορά και στη συνέχεια η Γκουινεβίρ μπαίνει σε μοναστήρι και μένει εκεί για το υπόλοιπο της ζωής της, ενώ ο Λάνσελοτ γίνεται ερημίτης.

Αυτογνωσία και ψυχής επιμέλεια

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Εγώ, Αθηναίοι, σας εκτιμώ και σας αγαπώ, αλλά θα υπακούσω στον θεό και όχι σε σας· και όσο θα αναπνέω και θα έχω τη δύναμη, δε θα σταματήσω να φιλοσοφώ και να σας παρακινώ και να κάνω υποδείξεις σε οποίον από σας τύχει να συναντήσω, λέγοντας αυτά που συνηθίζω: «Άνθρωπε σπουδαίε, ενώ είσαι Αθηναίος, πολίτης της μεγαλύτερης και της πιο φημισμένης πόλης για τη σοφία και την ισχύ της, δεν ντρέπεσαι από τη μια να πασχίζεις να αποκτήσεις όσο γίνεται περισσότερα χρήματα, φήμη και τιμές, ενώ από την άλλη για τη φρόνηση και την αλήθεια και το πώς η ψυχή σου θα γίνει όσο το δυνατόν καλύτερη ούτε φροντίζεις ούτε μεριμνάς:» 

Γιατί, να το ξέρετε καλά, αυτά διατάζει ο θεός και εγώ νομίζω ότι ποτέ δεν υπήρξε μεγαλύτερο καλό για την πόλη από τη δική μου δραστηριότητα στην υπηρεσία του θεού. Γιατί εγώ δεν κάνω τίποτε άλλο από το να τριγυρίζω και να προσπαθώ να σας πείσω όλους, νέους και γέρους, να μη φροντίζετε πρώτα από όλα και με τόσο ζήλο για το σώμα σας και τα χρήματα, αλλά για το πώς θα κάνετε την ψυχή σας όσο το δυνατόν καλύτερη.Σας λέω ότι «δε δημιουργείται από τα χρήματα η αρετή, αλλά από την αρετή τα χρήματα και όλα τα άλλα αγαθά των ανθρώπων, και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή».

Πλάτων, Απολογία Σωκράτους

Ό,τι δεν είναι αλήθεια δεν θα επιβιώσει

Σχεδόν τα πάντα σε αυτόν τον κόσμο των ψευδαισθήσεων είναι ένα ψέμα. Γι’ αυτό ζητώ από τους μαθητές μου να ακολουθήσουν τρεις κανόνες θέασης της αλήθειας. Ο πρώτος είναι: Μη με πιστεύετε. Δεν χρειάζεται να με πιστεύετε- απλά σκεφτείτε και κάντε τις επιλογές σας. Πιστέψτε ό,τι θέλετε από αυτά που σας λέω και μόνο αν σας ακούγεται λογικό, αν σας κάνει χαρούμενους. Αν σας οδηγεί στην αφύπνισή σας, τότε επιλέξτε να το πιστέψετε. Είμαι υπεύθυνος για όσα λέω, αλλά όχι για αυτό που καταλαβαίνετε. Ζούμε σε εντελώς διαφορετικό όνειρο. Αυτό που λέω, ακόμη και αν είναι αλήθεια για μένα, δεν είναι απαραίτητα και για σας. Ο πρώτος κανόνας, λοιπόν, είναι εύκολος: Μη με πιστεύετε.

Ο δεύτερος κανόνας είναι πιο δύσκολος: Μην πιστεύετε τον εαυτό σας. Μην πιστεύετε τα ψέματα που λέτε στον εαυτό σας – τα ψέματα που δεν επιλέξατε, αλλά σας προγραμμάτισαν να πιστεύετε. Μην πιστεύετε τον εαυτό σας όταν λέτε ότι δεν είστε αρκετά καλοί, δυνατοί ή ευφυείς. Μην πιστεύετε τα όρια και τους περιορισμούς που βάζετε στον εαυτό σας. Μην πιστεύετε ότι δεν αξίζετε την ευτυχία ή την αγάπη. Μην πιστεύετε ότι δεν είστε όμορφοι. Μην πιστεύετε ό,τι σας κάνει να υποφέρετε. Μην πιστεύετε στο δράμα σας. Μην πιστεύετε τον Κριτή ή το Θύμα που έχετε μέσα σας. Μην πιστεύετε την εσωτερική σας φωνή που σας λέει πόσο ανόητοι είστε, που σας λέει να αυτοκτονήσετε. Μην τα πιστεύετε, γιατί δεν είναι αλήθεια. Ανοίξτε τα αυτιά σας, ανοίξτε την καρδιά σας και ακούστε. Όταν ακούτε την καρδιά σας να σας οδηγεί στην ευτυχία, επιλέξτε να την ακολουθήσετε μέχρι το τέλος. Όμως, μην πιστεύετε τον εαυτό σας μόνο και μόνο επειδή σας λέει κάτι, γιατί πάνω από το 80% όσων πιστεύετε είναι ψέματα – απλά δεν είναι αλήθεια. Ο δεύτερος κανόνας, λοιπόν, είναι δύσκολος: Μην πιστεύετε τον εαυτό σας.

Ο τρίτος κανόνας είναι: Μην πιστεύετε κανέναν άλλο. Μην πιστεύετε τους άλλους, γιατί ούτως ή άλλως λένε συνεχώς ψέματα. Όταν δεν έχετε πια συναισθηματικές πληγές, όταν δεν έχετε την ανάγκη να πιστέψετε τους άλλους για να γίνετε αποδεκτοί, βλέπετε τα πάντα πιο καθαρά. Βλέπετε αν κάτι είναι μαύρο ή άσπρο, αν είναι αλήθεια ή όχι. Κάτι που είναι αλήθεια τώρα, μπορεί σε λίγο να μην είναι, και το αντίστροφο. Όλα αλλάζουν τόσο γρήγορα, αν, όμως, έχετε επίγνωση αντιλαμβάνεστε την αλλαγή. Μην πιστεύετε τους άλλους, γιατί θα χρησιμοποιήσουν την αφέλειά σας για να σας χειραγωγήσουν. Μην πιστεύετε κανέναν που σας λέει ότι ήρθε από τις Πλειάδες και θέλει να σώσει τον κόσμο. Δεν έχουμε ανάγκη από σωτήρες. Ο κόσμος δεν έχει ανάγκη από εξωγήινους που θα έρθουν από κάπου αλλού για να μας σώσουν. Ο κόσμος είναι ζωντανός- είναι ένα ζωντανό ον και είναι ευφυέστερος από όλους εμάς μαζί. Αν πιστεύουμε ότι ο κόσμος έχει ανάγκη από σωτήρες, αργά ή γρήγορα κάποιος θα έρθει και θα πει: “Ακούστε, έρχεται ένας κομήτης, πρέπει να φύγουμε από τον πλανήτη. Αυτοκτονήστε, και ιδού! Η ψυχή σας θα ανέβει στον κομήτη και θα πάει στον παράδεισο”. Μην πιστεύετε αυτούς τους μύθους. Εσείς δημιουργείτε το δικό σας όνειρο για τον παράδεισο και κανείς δεν μπορεί να το δημιουργήσει για σας. Το μόνο που χρειάζεστε για να φτάσετε στην ευτυχία σας, στο δικό σας δημιούργημα, είναι κοινή λογική. Ο τρίτος κανόνας είναι δύσκολος, γιατί έχουμε την ανάγκη να πιστεύουμε τους άλλους. Μην τους πιστεύετε.

Μην πιστεύετε εμένα, μην πιστεύετε τον εαυτό σας, μην πιστεύετε κανέναν άλλο. Όταν δεν πιστεύετε κανέναν, ό,τι δεν είναι αλήθεια σε αυτόν τον κόσμο των ψευδαισθήσεων θα εξαφανιστεί. Τα πράγματα είναι όπως είναι. Δεν χρειάζεται να δικαιολογήσετε την αλήθεια· δεν χρειάζεται να την εξηγήσετε. Η αλήθεια δεν χρειάζεται τη στήριξη κανενός. Τα ψέματα χρειάζονται τη στήριξή σας. Πρέπει να δημιουργήσετε ένα ψέμα για να στηρίξετε το προηγούμενο και ούτω καθεξής, μέχρι που δημιουργείτε ένα οικοδόμημα από ψέματα και, όταν αποκαλύπτεται τελικά η αλήθεια, όλα καταρρέουν. Όμως, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν χρειάζεται να νιώσετε τύψεις επειδή λέτε ψέματα.

Τα περισσότερα ψέματα εξανεμίζονται όταν σταματήσουμε να τα πιστεύουμε. Ό,τι δεν είναι αλήθεια δεν θα επιβιώσει μιας σκεπτικιστικής διάθεσης, αλλά η αλήθεια πάντα επιβιώνει. Η αλήθεια ισχύει πάντα, είτε την πιστεύετε είτε όχι. Το σώμα σας είναι φτιαγμένο από άτομα. Δεν χρειάζεται να το πιστέψετε. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, είναι αλήθεια. Μόνο η αλήθεια θα μείνει, και αυτό ισχύει και για τις απόψεις που έχετε για τον εαυτό σας.

Είπαμε ότι όταν ήμασταν παιδιά, δεν είχαμε την ευκαιρία να επιλέξουμε τι θα πιστέψουμε και τι όχι. Τώρα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τώρα που μεγαλώσαμε, έχουμε τη δύναμη να επιλέξουμε. Μπορούμε να πιστέψουμε ή να μην πιστέψουμε. Ακόμη κι αν κάτι δεν είναι αλήθεια, μπορεί να επιλέξουμε να το πιστέψουμε απλά και μόνο επειδή το θέλουμε.

Μπορείτε να επιλέξετε πώς να ζήσετε τη ζωή σας. Κι αν είστε ειλικρινείς με τον εαυτό σας, θα ξέρετε ότι είστε πάντα ελεύθεροι να κάνετε νέες επιλογές.

ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ: ψυχική γαλήνη

Γιατί την ψυχική γαλήνη τη φέρνει στους ανθρώπους η συγκρατημένη διασκέδαση και η σύμμετρη ζωή.

Η στέρηση και η υπεραφθονία τείνουν να μετατρέπονται στο αντίθετό τους και να προκαλούν στην ψυχή μεγάλες κινήσεις· και οι ψυχές που κινούνται σε μεγάλη έκταση δεν είναι ούτε ευσταθείς ούτε γαλήνιες.

Πρέπει λοιπόν να έχει κανείς το νου του σε πράγματα που ανταποκρίνονται στις δυνάμεις του και να είναι ευχαριστημένος με αυτά που έχει. Να μη δίνει μεγάλη σημασία στα όσα ζηλεύουν ή θαυμάζουν οι πολλοί και να μην τα σκέφτεται συνεχώς. Να κοιτάζει πώς ζουν οι ταλαίπωροι και να συναισθάνεται πόσο υποφέρουν. Με αυτό τον τρόπο, τα πράγματα που είναι κοντά του και τα έχει στη διάθεσή του μπορεί κάλλιστα να του φανούν μεγάλα και αξιοζήλευτα· η ψυχή του δεν θα υποφέρει πια επιθυμώντας περισσότερα.

Γιατί όποιος θαυμάζει τους ανθρώπους που έχουν πλούτη και μακαρίζονται από τους άλλους, όποιος εντρυφεί συνεχώς στις αναμνήσεις του, αναγκάζεται να σκαρφίζεται πάντοτε κάτι καινούριο και να σπρώχνεται από την επιθυμία του σε πράξεις ανεπανόρθωτες και παράνομες. Γι᾽ αυτό ακριβώς δεν πρέπει κανείς να ψάχνει για πράγματα που είναι μακριά του, παρά να ικανοποιείται με τα όσα είναι κοντά του, συγκρίνοντας τη ζωή του με τη ζωή εκείνων που βρίσκονται σε χειρότερη θέση. Έχοντας στο νου του πόσα υποφέρουν εκείνοι, πρέπει να μακαρίζει τον εαυτό του για το πόσο καλύτερα ζει ο ίδιος. Γιατί αν το βάλεις αυτό καλά στο νου σου, θα ζεις πιο γαλήνια και θα αποτρέψεις όχι λίγα κακά στη ζωή σου -το φθόνο, τη ζήλια και την κακεντρέχεια.

Αρχαίο Κείμενο:

ἀνθρώποισι γὰρ εὐθυμίη γίνεται μετριότητι τέρψιος καὶ βίου συμμετρίῃ· τὰ δ᾽ ἐλλείποντα καὶ ὑπερβάλλοντα μεταπίπτειν τε φιλεῖ καὶ μεγάλας κινήσιας ἐμποιεῖν τῇ ψυχῇ. αἱ δ᾽ ἐκ μεγάλων διαστημάτων κινούμεναι τῶν ψυχέων οὔτε εὐσταθέες εἰσὶν οὔτε εὔθυμοι. ἐπὶ τοῖς δυνατοῖς οὖν δεῖ ἔχειν τὴν γνώμην καὶ τοῖς παρεοῦσιν ἀρκέεσθαι τῶν μὲν ζηλουμένων καὶ θαυμαζομένων ὀλίγην μνήμην ἔχοντα καὶ τῇ διανοίᾳ μὴ προσεδρεύοντα, τῶν δὲ ταλαιπωρεόντων τοὺς βίους θεωρέειν, ἐννοούμενον ἃ πάσχουσι κάρτα, ὅκως ἂν τὰ παρεόντα σοι καὶ ὑπάρχοντα μεγάλα καὶ ζηλωτὰ φαίνηται, καὶ μηκέτι πλειόνων ἐπιθυμέοντι συμβαίνῃ κακοπαθεῖν τῇ ψυχῇ. ὁ γὰρ θαυμάζων τοὺς ἔχοντας καὶ μακαριζομένους ὑπὸ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ τῇ μνήμῃ πᾶσαν ὥραν προσεδρεύων ἀεὶ ἐπικαινουργεῖν ἀναγκάζεται καὶ ἐπιβάλλεσθαι δι᾽ ἐπιθυμίην τοῦ τι πρήσσειν ἀνήκεστον ὧν νόμοι κωλύουσιν. διόπερ τὰ μὲν μὴ δίζεσθαι χρεών, ἐπὶ δὲ τοῖς εὐθυμέεσθαι χρεών, παραβάλλοντα τὸν ἑωυτοῦ βίον πρὸς τὸν τῶν φαυλότερον πρησσόντων καὶ μακαρίζειν ἑωυτὸν ἐνθυμεύμενον ἃ πάσχουσιν, ὁκόσῳ αὐτέων βέλτιον πρήσσει τε καὶ διάγει. ταύτης γὰρ ἐχόμενος τῆς γνώμης εὐθυμότερόν τε διάξεις καὶ οὐκ ὀλίγας κῆρας ἐν τῷ βίῳ διώσεαι, φθόνον καὶ ζῆλον καὶ δυσμενίην.

Το μυαλό μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικό εργαλείο αυταπάτης

Το μυαλό μας έχει την ανάγκη να μειώνει την πληροφορία και γι’ αυτό τον λόγο είναι πιθανότερο να προσπαθήσουμε να στριμώξουμε ένα φαινόμενο σε κάποια γνωστή κατηγορία (ακρωτηριάζοντας το άγνωστο) παρά να καταργήσουμε την κατηγοριοποίηση και να το κάνουμε πιο χειροπιαστό. Χάρη στην ικανότητά μας να ανιχνεύουμε ανύπαρκτα μοτίβα αλλά και πραγματικά, το τυχαίο θα φαίνεται λιγότερο τυχαίο και πιο βέβαιο – ο υπερδραστήριος εγκέφαλός μας είναι πιθανότερο να επιβάλει τη λανθασμένη, απλοϊκή αφήγηση παρά καμία απολύτως αφήγηση.

Το μυαλό μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικό εργαλείο αυταπάτης – δεν σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίζει πολυπλοκότητες και μη γραμμικές αβεβαιότητες. Σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση, περισσότερη πληροφορία σημαίνει και περισσότερες αυταπάτες: η ικανότητά μας να εντοπίζουμε ανύπαρκτα μοτίβα αναπτύσσεται ολοένα και περισσότερο ως παρενέργεια της νεωτερικότητας και της εποχής της πληροφορίας: υπάρχει μια ασυμβατότητα μεταξύ του μπερδεμένου τυχαίου του πλούσιου σε πληροφορία σύγχρονου κόσμου μας, με όλες τις περίπλοκες αλληλεπιδράσεις του, και των ερμηνειών που δίνουμε εμείς στα γεγονότα, που προέρχονται από ένα απλούστερο προγονικό περιβάλλον. Η δομή του μυαλού μας βρίσκεται σε συνεχώς αυξανόμενη ασυμφωνία με τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Από την εποχή του Διαφωτισμού, στη μεγάλη διαμάχη μεταξύ ορθολογισμού (πώς θα θέλαμε να είναι τα πράγματα ώστε να βγάζουν νόημα) και εμπειρισμού (πώς είναι τα πράγματα), κατηγορούμε τον κόσμο, επειδή δεν χωρά στα κρεβάτια των «ορθολογικών» μοντέλων, προσπαθούμε να αλλάξουμε τους ανθρώπους ώστε να ταιριάξουν στην τεχνολογία, παραποιούμε την ηθική μας ώστε να ταιριάξει με την ανάγκη μας για εργασία, ζητάμε από την οικονομική ζωή να χωρέσει στις θεωρίες των οικονομολόγων και από την ανθρώπινη ζωή να στριμωχτεί σε μια αφήγηση.

Είμαστε στιβαροί όταν τα λάθη στην αναπαράσταση του αγνώστου και στην κατανόηση των τυχαίων γεγονότων δεν οδηγούν σε δυσμενή αποτελέσματα – διαφορετικά είμαστε ευάλωτοι.

Όπως καταλαβαίνει ο αναγνώστης από τους αφορισμούς μου, σέβομαι τις μεθόδους στιβαρότητας της μητέρας φύσης (το πέρασμα δισεκατομμυρίων χρόνων επιτρέπει στα περισσότερα από τα αδύναμα να καταστραφούν)· η κλασική σκέψη είναι πιο στιβαρή (στον σεβασμό της απέναντι στο άγνωστο, στην επιστημική ταπεινότητα) απ’ ό,τι ο σύγχρονος, μετα-διαφωτιστικός, αφελής, ψευτο-επιστημονικός αυτισμός. Έτσι, οι κλασικές μου αξίες με κάνουν να υποστηρίζω το τρίπτυχο ευρυμάθεια, φινέτσα και θάρρος, έναντι της ψευτιάς, των σπασίκλων και του φιλισταϊσμού της σύγχρονης εποχής.

Η τέχνη είναι στιβαρή· η επιστήμη όχι πάντα (για να το θέσω λεπτά). Κάποιες Προκρούστειες κλίνες δίνουν νόημα στη ζωή: η τέχνη και η πιο ισχυρή από όλες, ο ποιητικός αφορισμός.

Η Ιλιάδα διδάσκει ότι στον Πόλεμο δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι

Την καταδίκη του πολέμου, ο Όμηρος την καθιστά ξεκάθαρη επανειλημμένως και μάλιστα μεγαλοπρεπώς όσο πουθενά αλλού, στην πασίγνωστη σκηνή προς το τέλος της Ιλιάδας, όπου ο βασιλιάς Πρίαμος πηγαίνει μέσα στη νύχτα στο ελληνικό στρατόπεδο, και παρουσιάζεται ως ικέτης ενώπιον του Αχιλλέα. Σε διαφορετικούς χρόνους μέσα στο έπος, οι δύο άνδρες έχουν ικετέψει τους Ολύμπιους θεούς, χωρίς όμως οι παρακλήσεις τους να εισακουστούν. Τώρα, αποστολή του Πριάμου είναι να ικετέψει για το σώμα του αγαπημένου του γιου, του Έκτορα, τον οποίο ο Αχιλλέας σκότωσε για να εκδικηθεί τον θάνατο του δικού του συντρόφου, του Πάτροκλου. Στα γόνατα του Αχιλλέα, ο Πρίαμος ικετεύει:

«Έλα, σεβάσου τους αθάνατους, συμπόνεσε και μένα,
τον κύρη σου Αχιλλέα, θυμάμενος· πιο αξίζω εγώ συμπόνια·
τι εβάστηξα, ό,τι δεν εβάστηξε κανείς θνητός στον κόσμο,
του αντρός που τον γιο μου εσκότωσε το χέρι να φιλήσω!
Είπε, και τον καημό του εφούντωσε για τον δικό του κύρη,
κι έσπρωξε ανάλαφρα τον γέροντα, το χέρι πιάνοντάς του.
Μαζί τους έπνιξαν οι θύμησες, τον έναν του αντρειωμένου
του Εχτόρου, κι έκλαιγεν ως σούρνονταν μπρος στου Αχιλλέα τα πόδια·
θρηνούσε κι ο Αχιλλέας, τον κύρη του θυμάμενος, και πότε
τον Πάτροκλο, κι ως πέρα οι θρήνοι τους γιομίζαν το καλύβι

(Ραψ. Ω, 503-512).

Η δύναμη αυτής της σκηνής δεν απορρέει μόνο από αφηγηματική ευφυΐα, αλλά και από την προσήλωση της Ιλιάδας στην ίδια της την ιστορία.

Η παράδοση του έπους καταγόταν από την ηπειρωτική Ελλάδα, κατά πάσα πιθανότητα μάλιστα από την περιοχή της Θεσσαλίας, αλλά ύστερα από την κατάρρευση των πολιτισμών της Εποχής του Χαλκού, μεταφέρθηκε, μαζί με τους ποιητές που μετανάστευσαν ανατολικά, στο νησί της Λέσβου και την βορειοδυτική ακτή της Ανατολίας (Τουρκίας σήμερα), η οποία συμπεριλαμβάνει την περιοχή γύρω από την Τροία: Αυτό γνωρίζουμε από γλωσσολογικές έρευνες, από την αρχαιολογία, κι από αρχαίες αναφορές.

Έτσι, μπορεί μεν στην πρώιμη μορφή της η Ιλιάδα να παρουσιαζόταν κατά πάσα πιθανότητα ενώπιον ως επί το πλείστον ελληνικών ακροατηρίων, στη συνέχεια όμως, την εποχή του Ομήρου, το ακροατήριο προερχόταν και από την Ανατολία, ενώ επιπλέον ενδέχεται να αντιμετώπιζε με συμπάθεια και τους Τρώες. Οι ποιητές προσαρμόστηκαν στις νέες συνθήκες, με αποτέλεσμα ένα από τα πλέον εντυπωσιακά χαρακτηριστικά της Ιλιάδας να είναι η σταθερή συμπάθεια που εκδηλώνει προς τους Τρώες, οι οποίοι απεικονίζονται ως αδελφά θύματα του πολέμου, κι όχι μονάχα ως εχθροί.

Τι θα είχε συμβεί αλήθεια, αν οι Έλληνες ποιητές που παρουσίαζαν την Ιλιάδα στην Ανατολία, είχαν παραλείψει να την προσαρμόσουν στις ευαισθησίες των διαρκώς μεταβαλλόμενων ακροατηρίων τους; Τι θα είχε γίνει, αν είχαν κωφεύσει στην πορεία της στρατιωτικής ιστορίας των χρόνων εκείνων, και τις συνεπαγόμενες μετατοπίσεις πληθυσμών που αντιμετώπισαν; Ποια θα ήταν η εξέλιξη αν ο Όμηρος έβαζε τον Αχιλλέα να στείλει πίσω τον Πρίαμο άπραγο; Ή να τον κακομεταχειριστεί, να τον ταπεινώσει ή να τον σκοτώσει; Θα ήταν σήμερα η ιστορία διαφορετική, ή όχι;

Πιθανώς όχι. Αλλά σίγουρα, ο κόσμος θα είχε χάσει κάτι. Κι αυτό το κάτι, δεν είναι μονάχα μια μνημειώδης σκηνή στους κόλπους ενός μεγαλειώδους και μακροσκελούς αφηγήματος, αλλά μια πρωτογενής διαπίστωση για την ανθρωπότητα – η οποία έγινε τελικώς αισθητή χάρη στον ακλόνητο ρεαλισμό της μακράς παράδοσης αυτού του έπους.

Ο Λογγίνος, λόγιος του 1ου μ.Χ. αιώνα, έγραψε ότι «καταγράφοντας τους τραυματισμούς των θεών, τους καυγάδες, την εκδίκησή τους, τα δάκρυα, τις φυλακίσεις και όλα τα πολύμορφα πάθη τους, ο Όμηρος, έκανε μέσα στην Ιλιάδα ό,τι μπορούσε καλύτερο για να κάνει τους ανθρώπους θεούς και τους θεούς ανθρώπους». Η σκηνή ανάμεσα στον Αχιλλέα και τον Πρίαμο, επιδεικνύει με ακρίβεια αυτή την αναστροφή, και αποκρυσταλλώνει όλα όσα οι ποιητές της Ιλιάδας είχαν μάθει κατά την διάρκεια του ταξιδιού του έπους τους. Ότι δηλαδή οι θεοί που λατρεύουμε μπορεί και να μην απαντούν στις παρακλήσεις μας, και ότι η ανθρωπότητα πρέπει μερικές φορές να αίρεται στο ύψος των περιστάσεων και να τους αντικαθιστά. Ότι η δόξα είναι αξεδιάλυτα δεμένη με την άφατη απώλεια. Ότι ο νικητής μοιράζεται την ανθρώπινη φύση ακόμη και με τους πιο ευάλωτους από τους κατακτημένους. Και τέλος, ότι καθαρή και ανόθευτη νίκη στον πόλεμο, δεν υπάρχει.

Η Ιλιάδα διδάσκει ότι στον Πόλεμο δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι.