Κυριακή 22 Μαΐου 2022

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΣΤΟΥΣ ΕΛΕΑΤΕΣ


Τό Ὄν, νο­ού­με­νο σάν ἀν­τι­κει­με­νι­κή καί ὑ­περ­βα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί σάν ἀ­πό­λυ­το ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς το­ῦ ἐμ­πει­ρι­κά δε­δο­μέ­νου φυ­σι­κο­ῦ κό­σμου, εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α πού γεν­νή­θη­κε μα­ζί μέ τούς Ἐ­λε­ά­τες φι­λο­σό­φους. Γύ­ρω ἀ­πό αὐτή τήν ἔν­νοι­α, τή δυ­να­τό­τη­τά της καί τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τά της, τή θε­με­λί­ω­σή της καί τήν ἀ­πο­σα­φή­νι­σή της, πλέχ­τη­κε ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Ἐ­λε­α­τι­κή φι­λο­σο­φί­α, ἀ­πο­κρυ­σταλ­λώ­θη­κε ὁ προ­βλη­μα­τι­σμός της στό σύ­νο­λό του καί ἀ­πο­τέ­λε­σε τόν πυ­ρή­να τῆς κα­το­πι­νῆς ­Ὀν­το­λο­γί­ας σάν Με­τα­φυ­σι­κῆς.

Μι­λοῦ­με γι­ά Ὄν νο­ού­με­νο ἀ­πό τους Ἐ­λε­ά­τες σάν ἀν­τι­κει­με­νι­κή καί ὑ­περ­βα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί σάν ἀ­πό­λυ­το ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς τοῦ ἐμ­πει­ρι­κά δε­δο­μέ­νου φυ­σι­κοῦ κό­σμου, ἐ­πει­δή τό Ὄν, νο­ού­με­νο γε­νι­κά σάν ἀν­τι­κει­με­νι­κή, ὄ­χι ὅ­μως καί ὑ­περ­βα­τι­κή, πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί σάν σχε­τι­κό, ὄ­χι ὁ­μως καί ἀ­πό­λυ­το, ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς τοῦ ἐμ­πει­ρι­κά δε­δο­μέ­νου φυ­σι­κο­ϋ κό­σμου, προ­ῦπῆρ­χε τῆς Ἐλεατικῆς ὀν­το­λο­γί­ας, ὄ­χι μό­νο στή Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, ἀλ­λά καί στή Θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση. Ἐπίσης μι­λοῦ­με σχε­τι­κά γι­ά ­Ὀν­το­λο­γί­α με­τα­φυ­σι­κή, πού ἄρ­χι­ζει μέ τούς Ἐ­λε­ά­τες, ἐ­πει­δή ­Ὀν­το­λο­γί­α φυ­σι­κή, ἐν­δο­κο­σμι­κή, εἶ­ναι στήν οὐ­σί­α της ὁ­λό­κλη­ρη ἡ προ­η­γού­με­νη Φυ­σι­κή φι­λοσοφία και ὁλόκληρη ἡ προηγούμενη θεογονική ποίηση. Αὐτό ἰσχύει βέβαια για μᾶς σήμερα, με το ὑπεριστορικό κριτήριο, μολονότι στην περίοδο πρίν ἀπό τους Ἐλεάτες οὔτε το γνωστικό ἀντικείμενο εἶχε ὀνομαστεῖ Ὄν οὔτε ἡ ἀ­να­φε­ρό­με­νη σ’ αὐτό με­λέ­τη ­Ὀν­το­λο­γί­α.

Τό Ὄν ὡς εἰ­δι­κός φι­λο­σο­φι­κός ὅρος, μέ κα­θο­ρι­σμέ­νο ση­μα­σι­ο­λο­γι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο, εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κό δη­μι­ούρ­γη­μα τῶν Ἐ­λε­α­τῶν. Οἱ Ἐ­λε­ά­τες σχη­μά­τι­σαν αὐτό τόν ὅρο οὐ­σι­α­στι­κο­ποι­ών­τας τό οὐ­δέ­τε­ρό της με­το­χῆς τοῦ ρή­μα­τος εἰ­μί, τόν εἰ­ση­γή­θη­καν στή Φι­λο­σο­φί­α, καί ἀ­πό τό­τε ἔ­χει ἐ­πι­κρα­τή­σει σέ παγ­κό­σμι­α κλί­μα­κα. Ὡστόσο τό Ὄν, πο­λύ πρίν πλα­στεῖ ὡς εἰ­δι­κός φι­λο­σο­φι­κός ὅρος, εἶ­χε ἀ­να­ζη­τη­θεῖ ὡς γνω­σι­α­κό ἀν­τι­κεί­με­νο μέ­σα στόν ἐμ­πει­ρι­κά δε­δο­μέ­νο φυ­σι­κό κό­σμο ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τή Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α ἄλ­λα καί ἀ­πό τή θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση. Δη­λα­δή τό­σο ἡ Θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση ὁ­σο καί ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α στή θε­ώ­ρη­ση τοῦ ἀν­τι­κει­με­νι­κοῦ κό­σμου ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν ὡς Ὄν­τα, γε­νε­σι­ουρ­γά αἴ­τι­α καί κέν­τρα ἀ­να­φο­ρᾶς τῶν φαι­νο­μέ­νων, τούς πρώ­τους θε­ούς, πού ἦ­ταν προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νες φυ­σι­κές δυ­νά­μεις, καί τά πρῶ­τα φυ­σι­κά σώ­μα­τα, πού ἦ­ταν νο­η­τά, ὁ­πως καί οἱ θε­οί, σάν ἀ­θά­να­τα καί ἄ­φθαρ­τα. Καί εἶ­ναι δι­α­φω­τι­στι­κό, γι­ά τήν ὀν­τι­κή θέ­ση τῶν άρ­χῶν τοῦ κό­σμου στή θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση, τό γε­γο­νός ὁ­τι οἱ πρῶ­τοι θε­οί, πού πο­τέ δέν ταυ­τί­ζον­ται μέ τούς με­γά­λους θε­ούς τῆς ἐ­πί­ση­μης λα­τρεί­ας, εἶναι κά­θε ἄλ­λο πα­ρά ὑ­περ­βα­τι­κά, ὑ­περ­φυ­σι­κά ἡ με­τά-φυ­σι­κά Ὄν­τα- εἶναι σύμβα-­τι­κά, ἐν­δο­κο­σμι­κά. φυ­σι­κά ὄν­τα, δέν ρυθ­μί­ζουν ἡ κα­τευ­θύ­νουν ἀ­πέ­ξω ἡ ἀ­πό πά­νω, σάν ἁρ­μό­δι­οι φο­ρεῖς κά­ποι­ας ἐ­ξου­σί­ας, τά φυ­σι­κά σώ­μα­τα καί τά φυ­σι­κά φαι­νό­με­να, ἀλ­λά εἶ­ναι αὐτοί οἱ ἴ­δι­οι τά φυ­σι­κά σώ­μα­τα καί τά φυ­σι­κά φαι­νό­με­να· τά φυ­σι­κά σώ­μα­τα καί φαι­νό­με­να εἶ­ναι τά σώ­μα­τα καί ἡ ἐ­πι­φά­νει­α τῶν ἴ­δι­ων τῶν θε­ῶν στόν κό­σμο· οἱ κο­σμο­γο­νι­κοί θε­οί εἶναι προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νες φυ­σι­κές δυ­νά­μεις. Ἔτ­σι στή θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση τά ἴ­δι­α τά φυ­σι­κά σώ­μα­τα, αὐ­τού­σι­α, ἡ Γῆ ἡ παμ­μή­τει­ρα, ὁ Ὠκεανός, θε­ῶν γέ­νε­σις, ὁ Ἥ­λι­ος, ἡ Σε­λή­νη, εἶναι θε­οί προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νοι. Καί ἔτ­σι στή συ­νέ­χει­α τῆς Θε­ο­γο­νι­κῆς ποί­η­σης, στή Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, τά ἀ­πο­μυ­θω­μέ­να φυ­σι­κά σώ­μα­τα ὡς ἀρ­χές τοῦ κό­σμου νο­ο­ῦν­ται, ὅ­πως ὡς τό­τε μό­νο οἱ θε­οί, ἄ­ει­ζω­α, ἀ­γέ­ρα­στα, ἀ­θά­να­τα, ἀ­νώ­λε­θρα, δη­λα­δή πραγ­μα­τι­κά ὄν­τα.

Τό Ὄν ὡς γνω­σι­α­κό ἀν­τι­κεί­με­νο εἶ­ναι ὁ κοι­νός στό­χος σέ κά­θε κο­σμο­λο­γι­κή σκέ­ψη, φι­λο­σο­φι­κή καί μή, ὡς τούς Ἐ­λε­ά­τες. Δε­δο­μέ­νη εἶναι ἡ κοι­νή ἐμ­πει­ρί­α ἀ­πέ­ναν­τι στή φύ­ση, πού, κα­τά τήν ἔκ­φρα­ση τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του, κρύ­πτε­σθαι φι­λε­ῖ. Δε­δο­μέ­νη ἡ κοι­νή ἐμ­πει­ρί­α ἀ­πέ­ναν­τι στήν πο­λυ­μορ­φί­α καί στήν πο­λυ­μέ­ρει­α τοῦ ἀν­τι­κει­με­νι­κοῦ κό­σμου, ἀ­πέ­ναν­τι στή γέ­νε­ση καί στή φθο­ρά, στή με­τα­βλη­τό­τη­τα καί στήν ἀν­τι­θε­τι­κό­τη­τά του· ἐ­πί­σης δε­δο­μέ­νη εἶναι ἡ ἀ­νε­πάρ­κει­α τῶν αἰ­σθή­σε­ων καί τῆς κοι­νῆς ἐμ­πει­ρί­ας νά συλ­λά­βουν τή ση­μα­σί­α αὐ­τῆς της πρω­τε­ϊ­κῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς τοῦ ἀν­τι­κει­μένου, ὅ­πως δε­δο­μέ­νη εἶναι καί ἡ τά­ση το­ῦ ἀν­θρώ­που σώ­ζειν τά φαι­νό­με­να, δη­λα­δή νά τά ἐ­ξη­γή­σει καί νά τά αἰ­τι­ο­λο­γή­σει μέ τήν ἀ­να­γω­γή τους σέ κάποι­α ἀρ­χή. Στό­χος κοι­νός λοι­πόν εἶ­ναι ἡ ἐ­ξα­κρί­βω­ση τῆς ταυ­τό­τη­τας το­ῦ κό­σμου μέ­σα ἀ­πό τήν ἑ­τε­ρό­τη­τα τῶν φαι­νο­μέ­νων του, ἡ ἐ­πι­σή­μαν­ση τῆς στα­θε­ρῆς οὐ­σί­ας του μέ­σα ἀ­πό τήν πα­ρο­δι­κό­τη­τα τῶν μορ­φω­μά­των του, ἡ κα­τα­νό­η­ση τῆς ὁ­λό­τη­τάς του μέ­σα ἀ­πό τήν πο­λυ­μέ­ρει­ά του, ἡ σύλ­λη­ψη τῆς ἑ­νό­τη­τας καί τῆς ἁρ­μο­νί­ας τοῦ μέ­σα ἀ­πό τίς ἀν­τι­θέ­σεις καί τίς ἀν­τι­νο­μί­ες του. Τό ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς ἐ­ρευ­νᾶς πα­ρα­μέ­νει τό ἴ­δι­ο, καί γι­ά τούς θε­ολό­γους καί γι­ά τούς φυ­σι­ο­λό­γους καί γι­ά τούς ὀν­το­λό­γους· ἡ ἀ­νά­γνω­ση τοῦ ἀν­τικει­με­νι­κο­ῦ, ἡ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρά­φη­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ, εἶ­ναι κοι­νή ἐ­πι­δί­ω­ξη ὁ­λων τῶν με­γά­λων δα­σκά­λων τοῦ πρώ­ι­μου ἑλ­λη­νι­σμο­ῦ, ἀ­πό τόν Ἡ­σί­ο­δο, τόν ἐ­πι­ση­μό­τε­ρο ἐκ­πρό­σω­πο τῆς Θε­ο­γο­νι­κῆς ποί­η­σης, ὡς τόν Παρ­με­νί­δη, τόν ἀρ­χη­γό της Ἐ­λε­α­τι­κῆς ὀν­το­λο­γί­ας. Ἡ με­λέ­τη τοῦ ἀν­τι­κεί­με­νου γί­νε­ται χω­ρίς δι­α­κο­πές· μό­νο ἡ προ­σπέ­λα­σή του πα­ραλ­λάσ­σει κά­θε φο­ρᾶ· τά κρι­τή­ρι­α με­τα­βάλ­λον­ται, ἡ μέ­θο­δος καί τά μέ­σα τρο­πο­ποι­οῦν­ται καί ἀ­πό αὐτό κά­θε φο­ρᾶ προ­κύ­πτει δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­νά­γνω­ση το­ῦ ἀν­τι­κεί­με­νου- ἔτ­σι ἐ­σω­τερι­κές δι­ερ­γα­σί­ες ὁ­δη­γο­ῦν τή με­λέ­τη σέ ἐ­ξε­λι­κτι­κές φά­σεις, πού κά­πο­τε ἀ­πο­λή­γουν στή με­τά­βα­ση σέ κά­ποι­ο νέ­ο γέ­νος με­λέ­της. Ἔτ­σι μέ­σα ἀ­πό τό χῶ­ρο τῆς Θε­ο­γο­νι­κῆς ποί­η­σης ξε­προ­βάλ­λει στίς ἀρ­χές το­ῦ 6ου αἰ. π.Χ. ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α καί ἀ­πό τό χῶ­ρο τῆς Φυ­σι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας πε­ρί­που ἕ­ναν αἰ­ώ­να ἀρ­γό­τε­ρα ἡ Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α.

Ἡ Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α φυ­τρώ­νει στό ἔ­δα­φος τῆς Φυ­σι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας, ὁ­πως ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α φυ­τρώ­νει στό ἔ­δα­φος τῆς Θε­ο­γο­νι­κῆς ποί­η­σης. Τό κά­θε νέ­ο πνευ­μα­τι­κό μόρ­φω­μα γεν­νι­έ­ται ἀ­πό τό πα­λαι­ό­τε­ρό του, ὁ­ταν τό ἑ­νι­αῖ­ο γνω­σι­α­κό ἀν­τι­κεί­με­νο ἀρ­χί­ζει νά ἐ­ξε­τά­ζε­ται ἀ­πό δι­α­φο­ρε­τι­κή σκο­πι­ά, ὅ­ταν ὁ ἀ­να­φε­ρό­με­νος σ' αὐτό γε­νι­κός προ­βλη­μα­τι­σμός ἀ­να­το­πο­θετεῖΐ­ται σέ ἄλ­λο πε­δί­ο: ἀ­πό τό πε­δί­ο το­ῦ θρη­σκευ­τι­κο­ῦ τῆς Θε­ο­γο­νι­κῆς ποί­η­σης στό πε­δί­ο το­ῦ φυ­σι­κο­ῦ τῆς Φυ­σι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας καί ἀ­πό τό πε­δί­ο τοῦ φυ­σι­κο­ῦ τῆς Φυ­σι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας στό πε­δί­ο τοῦ με­τα­φυ­σι­κο­ῦ τῆς Ἐ­λε­α­τι­κῆς ὀν­το­λο­γί­ας. Ἐδῶ θά ση­μει­ώ­σο­με ὁ­τι αὐτή ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πό τό ἕ­να πε­δί­ο στό ἄλ­λο συν­τε­λε­ῖ­ται μέ­σα ἀ­πό κά­ποι­α “αὐ­θαι­ρε­σί­α”: ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α πε­ρι­ο­ρί­ζει τό πε­δί­ο τοῦ θρη­σκευ­τι­κο­ῦ καί ἡ Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α πε­ρι­ο­ρί­ζει τό πε­δί­ο τοῦ φυ­σι­κο­ῦ. Καί τό στέ­νε­μα τῆς πε­ρι­ο­χῆς τοῦ πα­λαι­ότε­ρου εἶ­ναι μι­ά ἑρ­μη­νεί­α πού ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται ἀ­πό τό νε­ό­τε­ρο. Ἔτ­σι, κα­τά τή Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α βέ­βαι­α ἡ Θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση δέν πε­ρι­έ­χει φυ­σι­ο­γνω­σί­α καί κα­τά τήν Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α βέ­βαι­α ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α δέν πε­ρι­έ­χει Ὀν­το­γνω­σί­α. Ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α ἀρ­νεῖϊ­ται μέ πε­ρι­φρό­νη­ση τά πλά­σμα­τα τῶν προ­τέρων καί ἡ Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α ἀρ­νεῖ­ται μέ πε­ρι­φρό­νη­ση τάς βρο­τῶν δό­ξας, ὁ­πως ἡ ἴδι­α ἀ­πο­κα­λεῖ τά φυ­σι­κά φαι­νό­με­να, πού γι’ αὐτήν δέν εἶ­ναι ἀ­κό­μα οὔ­τε ὄψις ἀδήλων, ὅ­πως θά ἀ­να­γνω­ρι­στοῦν ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πό τόν Ἀναξαγόρα. Ὡ­στό­σο κά­θε νέ­ο κί­νη­μα ὀ­φεί­λει ὄ­χι καί λί­γα στό πα­λαι­ό­τε­ρό του, σάν ἀ­πό­το­κό του ἀ­πό τίς δυ­να­τό­τη­τες πού ἐ­κεῖ­νο δη­μι­ούρ­γη­σε καί ἀ­πό τίς δι­ερ­γα­σί­ες πού ἐ­κεῖϊ­νο πέ­τυ­χε. Γι­ά νά ἀ­πο­σα­φη­νι­στεῖ αὐ­τή ἡ ἱ­στο­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θά βο­η­θοῦ­σε ὁ­πωσ­δή­πο­τε μι­ά σύν­το­μη ἐ­πι­σκό­πη­ση τῆς δι­α­δρο­μῆς τοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ ὡς τούς Ἐ­λε­ά­τες.

Ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α γεν­νή­θη­κε στήν Ἰ­ω­νί­α. Ὡς τή στιγ­μή πού οἱ Ἴ­ωνες ἔ­κα­ναν συ­νεί­δη­σή τους τό πρό­βλη­μα τοῦ κό­σμου, στόν ἑλ­λη­νι­κό, ὁ­πως καί στόν ἐ­ξω­ελ­λη­νι­κό, χῶ­ρο, ἡ κο­σμο­γνω­σί­α ἦ­ταν δι­α­τυ­πω­μέ­νη σέ ὁ­ρι­σμέ­νους μύ­θους, πού, προ­βάλ­λον­τας μι­ά γε­νε­α­λο­γί­α ἀ­πό θε­ϊ­κά ὄν­τα, ἐ­πι­χει­ροῦ­σαν νά ἐ­ξη­γή­σουν βα­σι­κά ὄ­χι τό­σο τήν οὐ­σί­α καί τή δο­μή τοῦ κό­σμου, ὁ­πως τά ἐν­νο­οῦ­με ἐ­μεῖς σή­με­ρα, ὅ­σο τήν κα­τα­γω­γή του καί τήν ἱ­ε­ραρ­χί­α τῶν ποι­κί­λων μορ­φῶν του. Σ’ αὐ­τούς τούς μύ­θους, πρῶ­τα ὄν­τα, πρίν ἀ­πό τήν κο­σμο­γέ­νε­ση, οἱ θε­ο­λό­γοι ἔ­βα­ζαν ὁ­ρι­σμέ­να φυ­σι­κά σώ­μα­τα ἤ φαι­νό­με­να, δυ­νά­μεις ἤ κα­τα­στά­σεις, πού τίς πρό­βαλ­λαν ἀν­θρω­πο­μορ­φι­κά καί τίς πί­στευ­αν γι­ά ἀρ­χαι­ό­τε­ρες καί ἀ­πό τους με­γά­λους θε­ούς τῆς λα­τρεί­ας. Ἀ­πό αὐ­τά τά ὄν­τα καί τήν προ­τε­ραι­ό­τη­τά τους στή γέ­νε­ση τοῦ κό­σμου μπο­ροῦ­με νά μι­λοῦ­με γι­ά μύ­θο τοῦ Ὠ­κε­α­νο­ῦ, μύ­θο τῆς Νύχ­τας, μύ­θο τοῦ Χά­ους, μύ­θο τοῦ Ἀ­έ­ρα, μύ­θο τοῦ Ἔ­ρω­τα κλπ. Τέ­τοι­ους μύ­θους πῆ­ραν οἱ ποι­η­τές καί ἀ­νέ­πτυ­ξαν στίς Θε­ο­γο­νί­ες τους, δη­λα­δή στίς μυ­θι­κές κο­σμο­γο­νί­ες.

Κο­σμο­γο­νί­α τοῦ Ὠ­κε­α­νο­ῦ δι­α­φαί­νε­ται στόν Ὅ­μη­ρο, μέ τόν Ὠ­κε­α­νό στήν προ­βο­λή του σάν γεν­νή­το­ρα θε­ῶν. Κο­σμο­γο­νί­α τῆς Νύχ­τας ἐ­πί­σης στόν Ὅ­μη­ρο καί στούς ­Ὀρ­φι­κούς, πού προ­βάλ­λουν τή Νύχ­τα σάν ἀ­φέν­τρα τῶν θε­ῶν καί τῶν ἀν­θρώ­πων. Κο­σμο­γο­νί­α τοῦ Χά­ους, ἡ μό­νη πού ἔφ­τα­σε ἀ­κέ­ραι­η ὡς τίς μέ­ρες μας, εἶ­ναι ἡ Θε­ο­γο­νί­α τοῦ Ἡσίοδου. Σύμ­φω­να μέ αὐ­τήν πρῶ­τα ἔ­γι­νε τό Χά­ος, ἡ Γῆ καί ὁ Ἔ­ρω­τας.Ὕ­στε­ρα ἡ Γῆ γέν­νη­σε τόν Οὐ­ρα­νό, τά Ὅ­ρη καί τόν Πόν­το. Κο­σμο­γο­νί­α τοῦ Ἀ­έ­ρα ξέ­ρο­με ἀ­πό τόν Ἐ­πι­με­νί­δη καί κο­σμο­γο­νί­α τοῦ Ἔ­ρω­τα ἀ­πό τόν Παρ­με­νί­δη καί τόν Πλά­τω­να, πού ὀ­νο­μά­ζουν τόν Ἔ­ρω­τα πρώ­τι­στον θε­ό.

Κοι­νά γνω­ρί­σμα­τα στούς ποι­κί­λους τύ­πους τοῦ κο­σμο­γο­νι­κο­ῦ μύ­θου εἶ­ναι: ἡ ἰ­δέ­α ὄ­τι ἀρ­χι­κά οὐ­ρα­νός καί γῆ ἀ­πο­τε­λο­ῦ­σαν ἕ­νι­αῖ­ο σῶ­μα, πού χω­ρί­στη­κε ἤ μέ τήν πρω­το­βου­λί­α κά­ποι­ου δη­μι­ουρ­γι­κοῦ θε­ο­ῦ ἤ μέ τήν ἐ­πενέρ­γει­α κά­ποι­ας ἀ­πρό­σω­πης αἰ­τί­ας· ἐ­πί­σης ἡ ἰ­δέ­α τῆς δι­α­δο­χῆς στήν ἐ­ξουσί­α τοῦ κό­σμου, ὥ­σπου νά ἑ­δραιωθεῖϊ ὁ­ρι­στι­κό κα­θε­στώς, μέ κυ­βερ­νή­τη τόν με­γα­λύ­τε­ρο θε­ό τῆς ἐ­πί­ση­μης λα­τρεί­ας. Ἐκτός ἀ­πό τήν τε­κνο­γο­νί­α, σέ με­ρι­κούς μύ­θους οἱ δι­ερ­γα­σί­ες γι­ά τή δι­α­μόρ­φω­ση τῶν με­ρῶν τοῦ κό­σμου ἐκ­φρά­ζον­ται καί μέ ἄλ­λες βι­ο­λο­γι­κές πα­ρα­στά­σεις, ὁ­πως τό αὐ­γό καί τό δέν­τρο, ἀ­κό­μα καί μέ ἔρ­γα τέ­χνης, ὁ­πως ὁ πέ­πλος.

Οἱ μορ­φές τοῦ θε­ο­γο­νι­κο­ῦ μύ­θου, πρίν γί­νουν σύμ­βο­λα, σάρ­κω­ναν ἐμ­πει­ρί­ες τοῦ προ­ε­πι­στη­μο­νι­κο­ῦ ἄν­θρω­που. Γι­ά τήν ἀ­φε­τη­ρί­α τῆς κο­σμο­γο­νί­ας βα­σι­κές πα­ρα­στά­σεις ἦ­ταν ἡ πλημ­μύ­ρα καί ἡ θά­λασ­σα, ἡ νύχ­τα καί τό ξη­μέ­ρω­μα. Τό σκο­τά­δι καί ὁ κα­τα­κλυ­σμός τῶν πάν­των ἀ­πό τά νε­ρά πρό­σφε­ραν ἁ­πτή εἰ­κό­να ἀ­πό τό χά­ος σάν προ­εμ­πει­ρι­κή κα­τά­στα­ση τοῦ κό­σμου, καί ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πό τή νύχ­τα στή μέ­ρα, μέ τήν ἀ­νά­δυ­ση τῶν μορ­φῶν μέ­σα στό φῶς, ἰ­δέ­α ἀ­πό τήν ἔ­ναρ­ξη τῆς γέ­νε­σης τοῦ κό­σμου. Ἥ γεν­νη­τι­κή δύ­να­μη τοῦ νε­ρο­ῦ καί τῆς γῆς, σάν δι­α­πί­στω­ση, ἐ­νί­σχυ­σε τίς πα­ρα­στά­σεις αὐ­τές, θε­με­λί­ω­σε τή ζω­ο­μορ­φι­κή καί τήν ἀν­θρω­πο­μορ­φι­κή ἐ­πί­νοι­α κα­τά τήν πα­ρα­γω­γή καί τήν ἱ­ε­ράρ­χη­ση τῶν μορ­φῶν καί τῶν δυ­νά­με­ων τοῦ κό­σμου καί ὁ­δή­γη­σε στήν ἔν­νοι­α τῆς γε­νε­α­λο­γί­ας, πο­λύ πρί­ν οι “θε­ο­γέν­νη­τοι” βα­σι­λι­ά­δες, μέ προ­στα­τευ­ό­με­νους ποι­η­τές, τήν κά­νουν ὄρ­γα­νο πο­λι­τι­κῆς προ­πα­γάν­δας καί ἀρ­χή τῆς ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­ας.

Ἥ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, στήν προ­σπά­θει­ά της νά ἑρ­μη­νεύ­σει τή φύ­ση στό σύ­νο­λο καί στά μέ­ρη της, ξε­κι­νᾶ ἀ­πό τίς δο­μές τοῦ θε­ο­γο­νι­κο­ῦ μύ­θου. Οἱ δο­μές αὐ­τές προσ­δι­ο­ρί­ζουν σέ με­γά­λο βαθ­μό τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή σκέ­ψη καί, ὅ­πως θά δι­α­πι­στώ­σου­με, τά μυ­θι­κά πρό­τυ­πα τοῦ κό­σμου, συ­νει­δη­τά ἀ­πο­μυθω­μέ­να ἀλ­λά καί ἀ­συ­νεί­δη­τα, λει­τουρ­γο­ῦν μέ­σα στίς θε­ω­ρί­ες τῶν ἀρ­χαί­ων φυ­σι­ολόγων, ἰ­δι­αί­τε­ρά της πρώ­της πε­ρι­ό­δου. Συγ­κε­κρι­μέ­να ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α πα­ρα­λα­βαί­νει ἀ­πό τή Θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση ἕ­τοι­μο τό ἀ­κό­λου­θο θε­μα­τι­κό σχῆ­μα:

ἀρ­χι­κή κα­τά­στα­ση > σπέρ­μα > χω­ρι­σμός τῶν με­ρῶν τοῦ κό­σμου > δι­α­μόρ­φω­ση τῶν οὐ­ρά­νι­ων σω­μά­των καί τῶν με­τε­ω­ρο­λο­γι­κῶν φαι­νο­μέ­νων > γέ­νε­ση τῆς ζω­ῆς.

Μέ τούς πρώ­τους θε­ω­ρη­τι­κούς της Φυ­σι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας οἱ θε­ϊ­κές μορ­φές τοῦ κο­σμο­γο­νι­κο­ῦ μύ­θου με­τα­μορ­φώ­νον­ται σέ ἔν­νοι­ες καί μα­ζί μέ τίς θε­ω­ρί­ες κα­ταρ­τί­ζε­ται καί ἡ γλώσ­σα τῆς Φυ­σι­κῆς, πού δα­νεί­ζε­ται τά πρῶ­τα ἐκ­φρα­στι­κά της μέ­σα ἀ­πό τή θε­ο­λο­γί­α καί τήν πο­λι­τι­κή. Ἔτ­σι ἡ ἀ­φθαρ­σί­α τοῦ θε­ο­ῦ γί­νε­ται ἀ­φθαρ­σί­α τῆς “ὑ­λο­ζω­ι­κῆς” φυ­σι­κῆς οὐ­σί­ας καί ἡ ἔν­νοι­α τοῦ κό­σμου, πού ση­μαί­νει τήν τά­ξη καί τή νο­μο­τέ­λει­α, με­τα­φέ­ρε­ται ἀ­πό τήν πο­λι­τεί­α, γι­ά νά δη­λώ­σει τή φύ­ση σάν ὀρ­γα­νω­μέ­νο σύ­νο­λο.

Ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, στήν ἀρ­χι­κή φά­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς δι­α­δρο­μῆς της ὡς Ἰωνική φυ­σι­κή, γέν­νη­μα καί θρέμ­μα τοῦ μι­κρα­σι­α­τι­κο­ῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ στή ρω­μα­λέ­α κοι­νω­νί­α τοῦ 6ου αἰ. π.Χ., ἐκ­φρά­ζει τήν πρώ­τη προ­σπά­θει­α νά ἑρ­μηνευ­τεῖ ἡ φύ­ση με­τα­μυ­θι­κά. Ἀφετηρία τῆς Ἰωνικῆς φυ­σι­κῆς εἶ­ναι ἡ ἀ­φε­τη­ρί­α τῆς Φι­λο­σο­φί­ας γε­νι­κά, ἔτ­σι πού μπο­ρο­ῦμε νά πο­ῦ­με ὁ­τι ἡ Ἰωνική φυ­σι­κή εἶ­ναι τό πρό­σω­πο τῆς Φι­λο­σο­φί­ας στήν ἀρ­χι­κή φά­ση τῆς ἐ­ξέ­λι­ξής της.

Ὅ­ταν γεν­νι­έ­ται ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, ἡ ἑλ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α ἀ­να­πτύσ­σε­ται σέ ὁ­λους τους το­μεῖς. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό τους σκο­τει­νούς με­τα­μυ­κη­να­ϊ­κούς χρό­νους, ὁ ἑλ­λη­νι­σμός ἔ­χει ἀ­να­συν­τα­χθεῖϊ σέ με­γά­λους ἐ­θνι­κούς καί κρα­τι­κούς σχη­μα­τι­σμούς καί ἐ­ξορ­μᾶ, γι­ά νά δώ­σει τήν κλα­σι­κή μορ­φή τῆς ἀρ­χαί­ας ζω­ῆς του. Οἱ Ἕλ­λη­νες ἔ­χουν ἀ­πλω­θεῖ στή Με­σό­γει­ο, ἔ­χουν ἐ­πι­βλη­θεῖ μέ τή ναυ­τι­λί­α καί τό ἐμ­πό­ρι­ο, ἔ­χουν βελ­τι­ώ­σει τή δι­α­βί­ω­σή τους, τήν κοι­νω­νι­κή καί πο­λι­τι­κή ὀρ­γά­νω­σή τους. Ἀνάμεσα στούς ἐ­λά­χι­στους πλού­σι­ους, τούς κυ­ρί­ους τῆς γής, καί τούς πολ­λούς φτω­χούς, τούς ἄ­κλη­ρους ἐρ­γά­τες τῆς στε­ρι­ᾶς καί τῆς θά­λασ­σας, ἡ ἀ­πό­στα­ση ὁ­λο­έ­να μει­ώ­νε­ται, κα­θώς πα­ρεμ­βάλ­λε­ται καί δι­ογ­κώ­νε­ται μι­ά με­σαί­α τά­ξη ἀ­πό τε­χνί­τες, ἐμ­πό­ρους καί ναυ­τι­κούς, πού ἀ­νε­βαί­νουν οἰ­κο­νο­μι­κά καί ρυθ­μί­ζουν ἡ καί προ­κα­λο­ῦν τίς κοι­νω­νι­κές καί πο­λι­τι­κές δι­ερ­γα­σί­ες. Μέ ἐ­πα­να­στά­σεις καί ἄλ­λες μα­κρο­χρό­νι­ες δι­α­δι­κα­σί­ες σέ πολ­λές πό­λεις κα­ταρ­γεῖ­ται ἡ μο­ναρ­χί­α καί ἡ ἀ­ρι­στο­κρα­τί­α καί ἐ­πι­βάλ­λον­ται εὐ­ρύ­τε­ρη συμ­με­το­χή στήν εὐ­θύ­νη γι­ά τά κοι­νά καί ἄ­σκη­ση τῆς ἐ­ξου­σί­ας μέ βά­ση δί­και­ο γρα­πτό.

Ὁ ἑλ­λη­νι­κός ἰ­δε­ό­κο­σμος, τήν ὥ­ρα πού γεν­νι­έ­ται ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, κα­θρεφ­τί­ζε­ται στήν ποί­η­ση, κυ­ρί­ως τή Λυ­ρι­κή, πού προ­βάλ­λον­τας τίς πρω­το­βου­λί­ες, τά ἔρ­γα καί τά βι­ώ­μα­τα, τίς προ­σω­πι­κές ἐμ­πει­ρί­ες τοῦ ἄ­το­μου, τοῦ ἐ­ξε­λισ­σό­με­νου σέ πο­λί­τη, βαθ­μι­αί­α ἀ­πο­δε­σμεύ­ε­ται ἀ­πό τήν τυ­ραν­νί­α τοῦ θε­ο­κρα­τι­κο­ϋ μύ­θου καί τοῦ φό­βου γε­νι­κά, ἐγ­και­νι­ά­ζει τά ἐ­ρω­τή­μα­τα γι­ά τή φύ­ση καί τό πνε­ῦμα, τή γνώ­ση καί τήν πρά­ξη, τήν κοι­νω­νί­α καί τό νό­μο, ἀ­να­πτύσ­σει μέ τή σύγ­κρι­ση τόν κρι­τι­κό λό­γο καί γί­νε­ται πρό­δρο­μος τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης.

Τό ἄ­νοιγ­μα τῶν Ἑλ­λή­νων στόν κό­σμο, ὁ πλου­τι­σμός τους ὄ­χι μό­νο σέ οἰ­κο­νο­μι­κές ἀ­ξί­ες ἀλ­λά καί σέ γε­ω­γρα­φι­κές, με­τε­ω­ρο­λο­γι­κές καί κλι­μα­το­λο­γι­κές ἐμ­πει­ρί­ες, οἱ γνώ­σεις ἀ­πό ἀρ­χαι­ό­τε­ρους λα­ούς τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ἐ­πι­δό­σεις στήν ἀ­στρο­νο­μί­α καί τή με­τε­ω­ρο­λο­γί­α γι­ά τίς ἀ­νάγ­κες τίς σχε­τι­κές μέ τίς καλ­λι­έρ­γει­ες καί τά τα­ξί­δι­α, ἡ κα­τά­κτη­ση τοῦ κρι­τι­κοῦ λό­γου, τοῦ ἐκ­κο­λα­πτό­με­νου ἀ­πό τή δυ­να­τό­τη­τα γι­ά συγ­κρί­σεις ἀ­νά­με­σα σέ ποι­κί­λες δο­ξα­σί­ες καί ἡ­θη, ὁ­λα αὐ­τά μέ­σα στά πλαί­σι­α τῆς πο­λι­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, τῆς εὐ­η­με­ρί­ας καί τῆς νε­α­νι­κῆς ὁρ­μης, ὑ­πο­βα­στά­ζουν τή φυ­σι­ο­κρα­τι­κή ἐ­πα­νά­στα­ση τῆς Ἰωνικῆς φυ­σι­κῆς, πού, ἀ­πο­μυ­θώ­νον­τας τή φύ­ση στό σύ­νο­λο καί στά μέ­ρη της, πε­ρι­ο­ρί­ζει καί ἀ­πο­κρού­ει στα­θε­ρά τόν δαι­μο­νο­κρατι­κό καί τόν ἐν­στι­κτώ­δη φό­βο τῶν μα­ζῶν καί γί­νε­ται ὄρ­γα­νο ἐ­λευ­θε­ρί­ας καί ἡ­θι­κης προ­α­γω­γῆς τοῦ ἀ­τό­μου.

Πρώ­τη ἔκ­φρα­ση τῆς Ἰωνικῆς φυ­σι­κῆς εἶ­ναι ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Νε­ρο­ῦ. Ὁ Θα­λής ὁ Μι­λή­σι­ος (πε­ρί­που 625 - 546), μέ ἐ­πι­δό­σεις σέ ἀ­στρο­νο­μι­κά, γε­ω­γρα­φι­κά, μα­θη­μα­τι­κά καί μη­χα­νι­κά προ­βλή­μα­τα, ἀ­φοῦ τα­ξί­δε­ψε καί οἰ­κειώθη­κε γνώ­σεις τῆς Ἀνατολῆς, ἀρ­χήν τῶν πάν­των ὕδωρ ὑπε­στή­σα­το, μαρ­τυ­ρί­α 1. Ἔτσι ἔ­πε­σε τό προ­σω­πεῖ­ο ἀ­πό πλῆ­θος ἑλ­λη­νι­κές καί ξέ­νες ὑ­δα­τογο­νι­κές πα­ρα­στά­σεις, καί στή θέ­ση τοῦ θε­ο­γο­νι­κο­ῦ Ὠ­κε­α­νο­ῦ, τοῦ Πόν­του, τοῦ Νη­ρέ­α, τοῦ Πρω­τέ­α καί τοῦ Τρί­τω­να ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε τό νε­ρό, ἀ­πρό­σω­πο σάν φυ­σι­κό σῶ­μα καί σάν τμῆ­μα τοῦ κό­σμου. Ἡ ἰ­δι­ό­τη­τά του νά φέρ­νει μέ­σα τοῦ ζω­ή καί γε­νι­κά νά εὐ­νο­εῖ τήν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς ζω­ῆς, ὅ­πως δι­α­πι­στώ­θη­κε προ­ε­πι­στη­μο­νι­κά καί ἐκ­φρά­στη­κε παγ­κό­σμι­α στούς μύ­θους καί τίς λα­τρεῖ­ες, ἀ­πό τό βε­δι­κό νε­ρό σάν πη­γή γι­ά κά­θε ὕ­παρ­ξη ὡς τό εὐ­αγ­γε­λι­κό ὕδωρ τό ζῶν καί τό “ἀ­θά­να­το νε­ρό” τοῦ πα­ρα­μυ­θι­ο­ῦ, προσ­δι­ό­ρι­σε τήν ὕ­λο­ζω­ι­στι­κή ἔν­νοι­α τοῦ νε­ρο­ῦ σάν ἔμ­βι­ου ἡ ἔμ­ψυ­χου. Πο­λυ­μορ­φί­α πραγ­μα­τω­μέ­νη ἀ­πό ἀρ­χι­κή μο­νο­μορ­φί­α μᾶς εἶ­ναι βέ­βαι­α γνω­στή, προ­ϋπο­τυ­πω­μέ­νη μυ­θι­κά στήν πρω­τε­ϊ­κό­τη­τα τοῦ θα­λάσ­σι­ου δαί­μο­να, ὡ­στό­σο δέν ξέ­ρο­με πῶς ὁ Θα­λής ἐν­νο­ο­ῦσε τήν πα­ρα­γω­γή τῶν μορ­φῶν τοῦ κό­σμου ἀ­πό τό νε­ρό σάν μο­να­δι­κό δο­μή­σι­μο ὑ­λι­κό. Ὑπαινιγμό στήν προ­τε­ραι­ό­τη­τα τοῦ σώ­μα­τος, πού, κα­τά τήν κο­σμο­γέ­νε­ση τοῦ Θα­λῆ, ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­πό τό ἀρ­χι­κό ὑ­γρό, ἀ­φή­νει ἡ μαρ­τυ­ρί­α 14, ὅ­τι κα­τά τόν Θα­λῆ “ἡ γῆ ἀ­κουμπᾶ πά­νω στό νε­ρό καί μέ­νει στήν ἐ­πι­φά­νει­α πλω­τή σάν ξύ­λο ἡ κά­τι τέ­τοι­ο”. Ἡ προ­ϊ­στο­ρί­α τῆς δι­δα­σκα­λί­ας αὐτῆς φαί­νε­ται στήν ἡ­σι­ό­δει­α Γῆ, πού πρώ­τη ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­πό τό Χά­ος, σέ μύ­θους γι­ά νη­σι­ά πλω­τά, ὁ­πως ἡ Αἰ­ο­λί­α, ἡ Δῆ­λος, ἡ Ρό­δος, ἡ Θή­ρα, στό μύ­θο τῆς ἀ­να­δυ­ό­με­νης Ἀφροδίτης, ἀ­κό­μα καί στόν βι­βλι­κό θε­ό, τῷ στε­ρε­ώ­σαν­τι τήν γῆν ἐ­πί τῶν ὑ­δά­των.

Συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρος νο­ῦς, συμ­πο­λί­της καί σύγ­χρο­νος τοῦ Θα­λῆ, λί­γο νε­ό­τε­ρος στήν ἡ­λι­κί­α, μα­θη­τής καί φί­λος του, ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος (πε­ρί­που 610-546), μέ­α­φε­τη­ρι­α­κά δε­δο­μέ­να τίς θε­ο­γο­νι­κές, σχε­δόν ταυ­τό­ση­μες στήν προε­πι­στη­μο­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη, πα­ρα­στά­σεις βα­σι­κά τοῦ Χά­ους καί βο­η­θη­τι­κά τοῦ Οὐ­ρα­νο­ῦ, τῆς Νύχ­τας, τοῦ Ἀέρα καί τοῦ Ὠ­κε­α­νο­ῦ, σχε­τι­κά ἐ­πί­σης τοῦ νε­ρο­ϋ ἀ­πό τή δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Θα­λῆ, πέ­τυ­χε νά κα­τα­νο­ή­σει τήν προ­κο­σμι­κή κα­τά­στα­ση τοῦ δο­μή­σι­μου ὑ­λι­κο­ῦ τοῦ κό­σμου καί νά συλ­λά­βει τήν ἔν­νοι­α τῆς ἄ­μορ­φης, τῆς ἀ­δι­α­μόρ­φω­της μά­ζας σάν ἀρ­χῆς τοῦ σύμ­παν­τος. Αὐ­τή τήν ἔν­νοι­α ὁ Ἀναξίμανδρος ἴ­σως τήν ὀ­νό­μα­σε ὁ ἴ­δι­ος μέ τόν ὅρο ἄ­πει­ρον, πού τόν εἰ­ση­γή­θη­κε στή φι­λο­σο­φί­α, οὐ­σι­α­στι­κο­ποι­ών­τας τό οὐ­δέ­τε­ρο τοῦ ἐ­πι­θέ­του ἄ­πει­ρος. Γι­ά τή γέ­νε­ση τοῦ κό­σμου ὁ Ἀναξίμανδρος, μάρτ. 10, δί­δα­σκε ὅ­τι αὐτή ἄρ­χι­σε ἀ­πό τήν ἀ­δι­α­μόρ­φω­τη μά­ζα τοῦ ἄ­πει­ρου, ὁ­ταν ξε­χώ­ρι­σε μέ ἔκ­κρι­ση τό γό­νι­μον, δη­λα­δή τό σπέρ­μα τοῦ θερ­μο­ῦ καί τοῦ ψυ­χρο­ῦ, πού κα­τά τήν ἐ­πο­χή πρίν ἀ­πό τόν Δη­μο­κρι­το τά ἐν­νο­οῦ­σαν γε­νι­κά ὡς οὐ­σί­ες, ὄ­χι ὡς ποι­ό­τη­τες. Ἔτ­σι, μέ πυ­ρή­να τό ψυ­χρό, πού ἀ­πο­τέ­λε­σε τή μά­ζα τῆς Γής, δι­α­μορ­φώ­θη­κε, ὡς τῷ δέν­δρῳ φλοι­όν, σφαί­ρα ἀ­πό τή μά­ζα τοῦ θερ­μο­ῦ, πού ἔ­σκα­σε καί τά κομ­μά­τι­α τῆς πε­ρι­κλεί­στη­καν μέ­σα σέ μι­κρό­τε­ρες σφαῖ­ρες καί ἀ­πο­τέ­λε­σαν τά οὐ­ρά­νι­α σώ­μα­τα.

Συμ­πο­λί­της καί ἴσως μα­θη­τής τοῦ Ἀναξίμανδρου, ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης (πε­ρί­που 585 - 525) φαί­νε­ται ὁ­τι ξε­κί­νη­σε ἀ­πό τήν ἐ­πι­θυ­μί­α του νά κά­νει ἀ­με­σό­τε­ρα νο­η­τό τό ἄ­πει­ρον τοῦ Ἀναξίμανδρου. Ἔτ­σι, μέ βά­ση τήν ἐμ­πει­ρί­α τῆς γή­ι­νης ἀ­τμό­σφαι­ρας καί τίς κρα­τοῦ­σες ἀ­ε­ρο­γο­νι­κές πα­ρα­στά­σεις τοῦ μύ­θου, ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης ὑ­πέ­θε­σε ὁ­τι τό σύμ­παν ἀ­παρ­τί­ζε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κά ἀ­πό τή μά­ζα τοῦ ἀ­έ­ρα καί δτί ἀ­πό τήν πύ­κνω­ση καί τήν ἀ­ραί­ω­ση του προ­έρ­χον­ται δλές οἱ οὐ­σί­ες, ὅλά τά φυ­σι­κά σώ­μα­τα καί φαι­νό­με­να. Ἡ χα­ο­τι­κή φύ­ση τοῦ ἄ­ε­ρα καί ἡ κι­νη­τι­κό­τη­τά του, πού προ­ϊ­δε­ά­ζει γι­ά τήν ἐ­νέρ­γει­α καί τήν αἰ­τί­α τῆς γέ­νε­σης καί κά­θε με­τα­βο­λῆς, ἴ­σως εἶ­ναι τά γνω­ρί­σμα­τα πού ὑ­πέ­βα­λαν στόν Ἀ­να­ξι­μέ­νη τήν ἰ­δέ­α τῆς ἐ­κλο­γῆς αὔ­τοῦ τοῦ σώ­μα­τος σάν ἀρ­χῆς τοῦ κό­σμου. Ὁπωσδήποτε, σύμ­φω­να μέ πά­γι­α ὑ­λο­ζω­ι­στι­κή ἀν­τί­λη­ψη, ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης ἐν­νο­ο­ῦσε τόν ἀέε­ρα σάν ὕλη καί ἐ­νέρ­γει­α μα­ζί, σάν ἕ­να σῶ­μα πάν­τα ζων­τα­νό ἡ κα­λύ­τε­ρα, μέ αὐ­θεν­τι­κούς ὑ­λο­ζω­ι­στι­κούς ὅ­ρους, ἀ­θά­να­τον, ὅ­πως πρω­τύ­τε­ρα τό ἄ­πει­ρο ὁ Ἀναξίμανδρος, καί ἀ­εί­ζω­ον, ὁ­πως ἀρ­γό­τε­ρα τό πῦρ ὁ Ἡράκλειτος. Ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης, σύμ­φω­να μέ τίς μαρ­τυ­ρί­ες 5-7, ἐ­ξη­γο­ῦσε τή δο­μή τοῦ σύμ­παν­τος ἀ­πό τους βαθ­μούς πυ­κνό­τη­τας τοῦ ἀ­έ­ρα. Ἔτ­σι, κα­τά τόν Ἀ­να­ξι­μέ­νη, ὁ ἀ­έ­ρας, ὅ­ταν ἀ­ραι­ώ­νε­ται, γί­νε­ται φω­τι­ά, ὅ­ταν πυ­κνώ­νε­ται, γί­νε­ται ἄ­νε­μος, ὕ­στε­ρα νέ­φος, νε­ρό, χῶ­μα καί ἀ­πό αὐ­τά ὅ­λα τά ἄλ­λα. Κα­τά τή γέ­νε­ση τοῦ κό­σμου, σύμ­φω­να μέ αὐτή τή θε­ω­ρί­α, μέ τή συμ­πύ­κνω­ση τοῦ ἀέ­ρα δι­α­μορ­φώ­θη­κε πρῶ­τα ἡ Γῆ καί ὕ­στε­ρα, ἀ­πό τή μά­ζα της, μέ ἐ­ξα­τμί­σεις, ἀ­ραί­ω­σεις καί ἀ­να­φλέ­ξεις, τά οὐ­ρά­νι­α σώ­μα­τα. Παίρ­νον­τας αὐτή τή θέ­ση, ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης ἀ­πο­σα­φή­νι­σε τό γε­ω­κεν­τρι­κό κρι­τή­ρι­ο της ὡς τό­τε κο­σμο­λο­γί­ας, χω­ρίς νά πα­ρεκ­κλί­νει οὔ­τε ἀ­πό τή θέ­ση τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου, πού θε­ω­ροῦ­σε τά οὐ­ρά­νι­α σώ­μα­τα ἀ­πο­σπά­σμα­τα τῆς ἀρ­χέ­γο­νης μά­ζας μέ πυ­ρή­να τή Γῆ, ὕ­στε­ρα ἀ­πό ἔ­κρη­ξη, οὔ­τε ἀ­πό τίς κρα­τοῦ­σες θε­ο­γο­νι­κές ἀν­τί- λή­ψεις, πού πα­ρί­στα­ναν σάν ἀ­πο­γό­νους της παμ­μή­τει­ρας Γῆς τόν Οὐ­ρα­νό, τόν Ἥ­λι­ο, τή Σε­λή­νη καί τούς ἄλ­λους θε­ο­ποι­η­μέ­νους ἀ­στε­ρι­σμούς. Ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης μά­λι­στα, μέ αὐτή τή θέ­ση του, ἐ­πη­ρέ­α­σε ἄ­με­σα καί τόν λί­γο νε­ό­τε­ρό του Ξε­νο­φά­νη, πού δί­δα­σκε ὁ­τι τά οὐ­ρά­νι­α σώ­μα­τα εἶ­ναι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ἐ­φήμε­ρα προ­ϊ­όν­τα ἀ­πό τίς ἀ­να­θυ­μι­ά­σεις τῆς Γής. Ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Ἀέ­ρα φαί­νε­ται ἁ­πλο­ϊ­κή, ὄ­χι μό­νο μέ τά ση­με­ρι­νά κρι­τή­ρι­α ἀλ­λά καί μέ τά κρι­τή­ρι­α τῆς ἐ­πο­χῆς της. Ὡστόσο ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης πέ­τυ­χε νά κά­νει ὁ­ρι­σμέ­να βή­μα­τα, πού ἀ­πο­δείχ­τη­καν κα­θο­ρι­στι­κά γι­ά τήν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς Ἰωνικῆς φυ­σι­κῆς: δι­δά­σκον­τας ὁ­τι ὁ ἄ­ε­ρας εἶ­ναι ὄ­χι μό­νο πρίν ἀ­πό τή γέ­νε­ση τοῦ κό­σμου ἀλ­λά καί τώ­ρα καί πάν­τα ἡ μο­να­δι­κή οὐ­σία του, προ­ω­θο­ῦ­σε τό πρό­βλη­μα ἀ­πό τήν Κο­σμο­γο­νί­α στήν Κο­σμο­λο­γί­α, δη­λα­δή ἀ­πό τήν πε­ρι­γρα­φι­κή ἐ­ξή­γη­ση τῆς κα­τα­γω­γῆς τοῦ κό­σμου στή λο­γι­κή θε­ώ­ρη­ση τῆς δο­μῆς του κα­θαυ­τήν. Καί θε­ω­ρών­τας τό θερ­μό καί τό ψυ­χρό, τό ὑ­γρό καί τό ξη­ρό κα­τα­στά­σεις τοῦ ἄ­ε­ρα, ἔφ­τα­νε νά κα­τα­νο­ή­σει τίς ποι­ό­τη­τες, καί μά­λι­στα νά τίς ἐ­ξη­γή­σει ἀ­πό τίς πο­σό­τη­τες. Ἔτ­σι ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης ὁ­δή­γη­σε τόν Μο­νι­σμό ὡς τήν ἄ­κρα συ­νέ­πει­ά του καί προ­ε­τοί­μα­σε τήν κο­ρυ­φαί­α ἔκ­φρα­σή του στόν Ἡ­ρά­κλει­το.

Ἡ ἐ­πι­βο­λή τοῦ ὑ­λο­ζω­ι­σμο­ῦ της Μι­λή­του στούς συγ­χρό­νους του καί στούς με­τα­γε­νε­στέ­ρους φαί­νε­ται ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τή συ­νέ­χει­α τῆς Ἰωνικῆς Φυ­σι­κῆς ἀλ­λά καί ἀ­πό τήν ἐ­πί­δρα­σή του σέ ἄλ­λα ρεύ­μα­τα, ὄχι μό­νο ἐ­πι­στη­μο­νι­κά ἀλ­λά καί μυ­στι­κι­στι­κά. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ἀν­τί­θε­τα ἀ­πό τόν Ἡ­σί­ο­δο καί τούς ἄλ­λους θε­ο­γο­νι­κούς ποι­η­τές, πού εἶ­χαν πεῖ γι­ά τούς πρώ­τους θε­ούς ὅ­τι ἐ­γέ­νον­το, ὁ Φε­ρε­κύ­δης (ἀ­κμή πε­ρί­που 550), μέ τήν ὑ­λο­ζω­ι­στι­κή ἀ­φθαρ­σί­α τῆς ὕ­λης, θά μπο­ρέ­σει νά πεῖ ὅτι ἦ­σαν ἀ­εί. Καί, ἀν­τί­θε­τα ἀ­πό τήν ὡς τό­τε θε­ο­λο­γι­κή καί λα­τρευ­τι­κή πα­ρά­δο­ση, ὁ Ξε­νο­φά­νης (πε­ρί­που 570 - 470) θά ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὁ­τι ὁ θε­ός εἶ­ναι μο­να­δι­κός, χω­ρίς μορ­φή ἀν­θρώ­που καί ἐ­νερ­γεῖ ὄ­χι μέ ὄρ­γα­να ἄλ­λα μέ τό σύ­νο­λο τῆς οὐ­σίας του· ὁ­που ὁ μο­νο­θε­ϊ­σμός ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀ­ποκλει­στι­κά ἀ­πό τόν ὑ­λο­ζω­ι­στι­κό μο­νι­σμό, ὁ ἀν­τι­αν­θρω­πο­μορφι­σμός ἀ­πό τήν ἀ­πο­προ­σω­πο­ποί­η­ση τῶν φυ­σι­κῶν δυ­νά­με­ων καί ἡ ὁ­λο­κρα­τί­α ἀ­πό τήν ὁ­μοι­ο­γέ­νει­α τῆς μά­ζας καί τήν ὁ­λό­τη­τα τοῦ κό­σμου. Προσ­δι­ο­ρι­σμέ­νος ἀ­πό τήν ὑ­λο­ζω­ι­στι­κή τά­ση γι­ά ἀ­πο­μύ­θω­ση ὁ Ξε­νο­φά­νης, πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νος, ἄ­ρα μέ εὐ­ρύ γνω­σι­α­κό φά­σμα, ἀ­να­πτύσ­σει τήν κρι­τι­κή του στά πλά­σμα­τα τῶν προ­τέ­ρων 1, 22. Ἡ ἀ­πο­μύ­θω­ση τῆς φύ­σης φαί­νε­ται ἀ­πό θέ­σεις ὁ­πως: “Καί τήν Ἴ­ρι­δα πού λέ­νε, σύν­νε­φο εἶ­ναι κι αὐτό”, 28. Στή Φυ­σι­κή τοῦ Ξε­νο­φά­νη ὁ γε­ω­κεν­τρι­σμός τῆς Μι­λή­του φτά­νει ὡς τή γε­ω­κρα­τί­α: “Ἀπ’ τή γῆ ἄρ­χι­ζουν ὁ­λα καί τε­λει­ώ­νου­νε στή γή”, 23. Ἡ γε­ω­γο­νι­κή κο­σμο­λο­γί­α ἐ­νι­σχύ­ε­ται στόν Ξε­νο­φά­νη μέ πα­λαι­ον­το­λο­γι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις, ἐν τῷ βά­θει τοῦ λί­θου, μέ ἀ­πο­λι­θώ­μα­τα ἀ­πό θα­λάσ­σι­ους ὀρ­γα­νι­σμούς. Μέ συ­νέ­πει­α πρός τό γε­ω­γο­νι­κό του κρι­τή­ρι­ο ὁ Ξε­νο­φά­νης ἐ­ξη­γεῖ τά οὐ­ράνια σώ­μα­τα καί τά με­τε­ω­ρο­λο­γι­κά φαι­νό­με­να σάν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ἐ­φή­με­ρα μορ­φώ­μα­τα ἀ­πό τίς ἀ­να­θυ­μι­ά­σεις τῆς γῆς καί τήν κα­τα­γω­γή τοῦ ἀν­θρώ­που σέ συ­νάρ­τη­ση μέ τόν ἀν­θρω­πο­γο­νι­κό μύ­θο, πού προ­ϋπο­θέ­τει τήν ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς κε­ρα­μι­κῆς.

Πά­νω στήν τρί­τη γε­νι­ά τοῦ ὑ­λο­ζω­ι­σμο­ῦ τῆς Μι­λή­του ἡ ἰ­ω­νι­κή φυ­σι­ο­κρατι­κή “ἐ­πα­να­στα­ση” βρέ­θη­κε ἀν­τι­μέ­τω­πη μέ­τη δω­ρι­κή μυ­στι­κι­στι­κή “ἀν­τε­πανά­στα­ση”. Στοι­χεῖ­α θε­ο­κρα­τι­κά, ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κά καί που­ρι­τα­νι­κά, συ­σπει­ρω­μέ­να κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πό τόν κα­τω­ι­τα­λι­κό ἑλ­λη­νι­σμό, ἐκ­φρά­στη­καν ὡς ­Ὀρ­φι­κοί καί Πυ­θα­γό­ρει­οι. Αὐτοί ἀ­πο­πει­ρά­θη­καν νά δι­α­γρά­ψουν ἡ, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, νά μει­ώ­σουν τή ση­μα­σί­α τῆς κο­σμο­γνω­σί­ας πού πρό­σφε­ρε ἡ Ἰωνική φυ­σι­κή, καί με­θό­δε­ψαν τό ἐγ­χεί­ρη­μά τους, ὑ­πο­τάσ­σον­τας τόν φυ­σι­κό κό­σμο σέ μι­ά ὑ­περ­βα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί προ­βάλ­λον­τας πά­νω στήν ἔν­νοι­α τοῦ φυ­σι­κο­ῦ σώ­μα­τος δαι­μο­νο­κρα­τι­κές δο­ξα­σί­ες σχε­τι­κές μέ τήν ψυ­χή. Μέ αὐ­τούς ἡ ἑ­νό­τη­τα τοῦ κό­σμου δι­α­σπά­στη­κε σέ ἀν­τι­θε­τι­κά ζεύ­γη, ἡ ὑ­λο­ζω­ι­στι­κή οὐ­σί­α χω­ρί­στη­κε σέ σῶ­μα καί ψυ­χή καί ἡ σχέ­ση τοῦ εἰ­δι­κο­ῦ μέ τό γε­νι­κό πα­ρου­σι­ά­στη­κε σάν σχέ­ση τοῦ φαι­νο­με­νι­κοῦ μέ τό πραγ­μα­τι­κό. Ἡ Ἰωνική φυ­σι­κή πέ­τυ­χε ἄ­με­σα προ­σβά­σεις στό στρα­τό­πε­δο τοῦ ἀν­τι­πάλου, ἀ­φοῦ οἱ Πυ­θα­γό­ρει­οι ἀν­τι­κει­με­νι­κά ἀ­δυ­να­τοῦ­σαν νά ξε­φύ­γουν ἀ­πό τους ὑ­λο­ζω­ι­στι­κούς προσ­δι­ο­ρι­σμούς. Στή με­λέ­τη τοῦ φυ­σι­κο­ῦ κό­σμου οἱ Πυ­θα­γό­ρει­οι προ­σε­χαν τούς ἀ­ριθ­μούς πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τά σώ­μα­τα, δη­λα­δή τίς σχέ­σεις πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τίς οὐ­σί­ες. Ἔτ­σι αὐτοί ἔ­δω­σαν στήν Ἰωνική κο­σμο­λο­γί­α τή δι­κή τους ἔκ­φρα­ση, τή μα­θη­μα­τι­κή καί μα­ζί τή μυ­στι­κι­στι­κή. Ὡ­στό­σο, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δή ἡ “ἀν­τε­πα­νά­στα­ση” ἔ­μα­θε τή γλώσ­σα τῆς “ἐ­πα­να­στα­σης”, ἡ Ἰωνική φυ­σι­κή δι­έ­τρε­ξε τόν ἔ­σχα­το κίν­δυ­νο. Τό­τε στήν Ἰωνία, στό κο­σμο­πο­λί­τι­κο πε­ρι­βάλ­λον τῆς Ἐ­φέ­σου, ἀ­πό τή γε­νι­ά τῶν οἰ­κι­στῶν της, πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἕ­να ἀ­πό τά με­γα­λο­φυ­έ­στε­ρα πνεύ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἱ­στο­ρί­ας, ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος (πε­ρί­που 540 - 480).

Μέ τή θε­ω­ρί­α τῆς Φω­τι­ᾶς, ἐ­νι­σχυ­μέ­νη ἀ­πό τήν πι­ό ἀ­μεί­λι­κτη ἀμ­φι­σβήτη­ση κά­θε μυ­θο­κρα­τι­κής ἀ­ξί­ας, ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ἔ­φε­ρε τόν ὑ­λο­ζω­ι­σμό στήν κρι­τι­κό­τε­ρη ἔκ­φρα­σή του· ἔτ­σι ἔ­σω­σε τήν Ἰωνική φυ­σι­κή καί τήν κα­τέ­στη­σε βι­ώ­σι­μη, ἀ­κό­μα καί ὅταν, ἀρ­γό­τε­ρα, τά με­τα­φυ­σι­κά κι­νή­μα­τα γι­γαν­τώ­θη­καν καί ἁ­πλώ­θη­καν στήν Ἑλ­λά­δα μέ τούς Ἐ­λε­ά­τες, τούς Σω­κρα­τι­κούς καί τούς Πλα­τω­νι­κούς. Προ­ε­κτεί­νον­τας τά δι­δάγ­μα­τα τοῦ ὑ­λο­ζω­ι­σμοῦ τῆς Μι­λή­του, τῆς ἀ­ριθ­μο­λο­γί­ας τῶν ἀρ­χαι­ό­τε­ρων Πυ­θα­γο­ρεί­ων καί τοῦ δι­α­φω­τι­σμοῦ τοῦ Ξε­νο­φά­νη, ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος προ­σφέ­ρει δυ­να­μι­κή πα­ρά­στα­ση τοῦ σύμ­παν­τος, πεί­θον­τας μέ τήν ἀ­πο­δει­κτι­κή τοῦ πα­ρα­δείγ­μα­τος, γι­ά τήν ἑ­νι­αί­α καί μο­να­δι­κή πύ­ρι­νη οὐ­σία του, πού φα­νε­ρώ­νε­ται σέ πλῆ­θος μορ­φώ­μα­τα. Ἔτ­σι, “τόν κό­σμο τοῦ­το, τόν ἴ­δι­ο γι­ά ὁ­λους γε­νι­κά, οὔ­τε θε­ός οὔτ’ ἄν­θρω­πος τόν ἔ­κα­νε, μά ἦ­ταν πάν­τα καί εἶ­ναι καί θά ’­ναι πῦρ ἄ­ει­ζω­ο, πού ἄ­να­βει μέ μέ­τρο καί σβή­νει μέ μέ­τρο”, 51. Ἤ φω­τι­ά με­τα­τρέ­πε­ται πρῶ­τα σέ θά­λασ­σα, καί τῆς θά­λασ­σας τό μι­σό σέ γῆ καί τ’ ἄλ­λο μι­σό σέ ρεύ­μα­τα· ὁ­λα αὐ­τά μέ τή σει­ρά ξα­να­γί­νον­ται φω­τι­ά. Κά­θε με­τα­στοι­χεί­ω­ση γί­νε­ται εἰς τόν αὐ­τόν λό­γον, 53, πού ση­μαί­νει ὁ­τι τό στα­θε­ρό πο­σό τῆς μά­ζας καί ἡ αὐ­τορ­ρυθ­μι­ζόμε­νη ἰ­σορ­ρο­πί­α μέ­σα στή φύ­ση, ἴ­σως δι­α­πι­στω­μέ­να πρῶ­τα ἀ­πό τόν Ἀναξίμανδρο καί ἐκ­φρα­σμέ­να στή γλώσ­σα τῆς ἡ­θι­κης, βρί­σκουν στόν Ἡ­ρά­κλει­το τή μα­θη­μα­τι­κή δι­α­τύ­πω­σή τους. Τά πάν­τα με­τα­βάλ­λον­ται ἀ­δι­ά­κο­πα: “Ψυ­χρά θερ­μαί­νον­ται, θερ­μά ψύ­χον­ται, ὑ­γρά ξε­ραί­νον­ται, ξε­ρά νο­τί­ζουν”. “Γι­ά τίς ψυ­χές θά­να­τος εἶ­ναι νε­ρό νά γί­νουν, γι­ά τό νε­ρό θά­να­τος γῆ νά γί­νει, κι ἀ­πό τή γῆ νε­ρό γί­νε­ται κι ἄ­π’ τό νε­ρό ψυ­χή”, 66. “Τά πάν­τα ἀν­ταλ­λάσ­σον­ται μέ τή φω­τι­ά καί ἡ φω­τι­ά μέ τά πάν­τα”, 54. Ἡ φω­τι­ά, ἡ μό­νη ἀ­λη­θι­νή οὐ­σί­α εἶ­ναι ξέ­χω­ρη ἀ­πό τά πάν­τα, τά πο­λύ­μορ­φα φα­νε­ρώ­μα­τά της, 83. Τά ἀν­τίθε­τα δέν εἶ­ναι αὐ­θυ­πό­στα­τες οὐ­σί­ες ἀλ­λά δι­α­φο­ρε­τι­κά φα­νε­ρώ­μα­τα τῆς φω­τι­ᾶς. Τό Ὄν συμ­φω­νεῖ καί δι­α­φω­νεῖ μό­νο μέ τόν ἑ­αυ­τό του. Τό σύμ­παν εἶ­ναι δο­μη­μέ­νο μέ συ­ναρ­μο­γή ἀ­πό ἀν­τίρ­ρο­πες δυ­νά­μεις. Αὐτή εἶ­ναι ἡ πα­λίν­το­νος ἡ πα­λίν­τρο­πος ἁρ­μο­νί­η, 27. Μέ τέ­τοι­α ἔν­νοι­α τοῦ σύμ­παν­τος ἄ­νοι­γε πι­ά ὁ δρό­μος γι­ά νά με­λε­τη­θοῦν ἡ ταυ­τό­τη­τα καί ἡ ἑ­τε­ρό­τη­τα, ὁ χῶ­ρος καί ὁ χρό­νος, ἡ κί­νη­ση καί ἡ σχέ­ση, τό συ­νε­χές καί ἡ δι­αι­ρε­τό­τη­τα τῆς ὕ­λης σάν εἰ­δι­κά προ­βλή­μα­τα τῆς Φυ­σι­κῆς.

Πρώ­τη φω­νή τῆς ἀ­να­νε­ω­μέ­νης Ἰ­ω­νι­κῆς φυ­σι­κῆς στό χῶ­ρο τοῦ κα­τω­ι­ταλι­κο­ϋ ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ἀ­μέ­σως με­τά τόν Ἡράκλειτο, εἶ­ναι ὁ Ἀλ­κμαί­ων ὁ Κρο­το­νι­ά­της (ἀ­κμή πε­ρί­που 500), σύγ­χρο­νος καί συν­το­πί­της μέ τούς ἀρ­χαι­ό­τε­ρους Πυ­θα­γο­ρεί­ους, ἄ­σχε­τος ὅμως μέ αὐ­τούς. Μέ βά­ση τήν πυ­θα­γο­ρι­κή θε­ω­ρί­α τῶν ἀν­τι­θέ­των καί τήν ἡ­ρα­κλει­τι­κή της ἀν­τι­θε­τι­κῆς ἁρ­μο­νί­ας, ὁ Ἀλ­κμαί­ων, γνή­σι­ος φυ­σι­ο­λό­γος, καί μέ τήν ἀρ­χαί­α καί μέ τή ση­με­ρι­νή ση­μα­σί­α τοῦ ὅρου, κα­τα­κτᾶ γι­ά λο­γα­ρι­α­σμό τῆς Φυ­σι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας τήν ἔν­νοι­α τῆς δι­πο­λι­κό­τη­τας καί κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι οἱ δυ­ό πό­λοι τοῦ ὄν­τος συμ­πί­πτουν σέ κά­θε ση­μεῖ­ο τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ἀ­φοῦ ἔ­χει δι­α­βά­σει στόν Ἡ­ρά­κλει­το 34 ὁ­τι εἶ­ναι “κοι­νό ἀρ­χή καί πέ­ρας στόν κύ­κλο”. Τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τοῦ σύμ­παν­τος ὁ Ἀλ­κμαί­ων τήν ἀ­πέ­δι­δε στήν ἀ­ει­κι­νη­σί­α του, ἔν­νοι­α πού βέ­βαι­α γεν­νι­έ­ται ἀ­πό τήν ἡ­ρα­κλει­τι­κη ἔν­νοι­α τῆς κο­σμι­κῆς φω­τι­ᾶς μέ τίς ἀ­τε­λεί­ω­τες με­τα­μορ­φώ­σεις της. Αὐτή ἦ­ταν ἡ γε­νι­κή κα­τά­στα­ση τῆς Φι­λο­σο­φί­ας, ὁ­ταν οἱ Ἐ­λε­ά­τες ἔ­κα­ναν τήν ἐμ­φά­νι­σή τους στό προ­σκή­νι­ό της. Τή στιγ­μή πού πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ Ἐλεατική θε­ω­ρί­α, ἡ ἑλ­λη­νι­κή φι­λο­σο­φί­α ἔ­χει συμ­πλη­ρώ­σει ἤ­δη ἕ­ναν αἰ­ώ­να ζω­ῆς.

Ἡ Ἐ­λε­α­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α βα­σί­ζε­ται γε­νι­κά στίς κα­τα­κτή­σεις τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κο­σμο­γνω­σί­ας, τό­σο στήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ὁ­σο καί στή μυ­στι­κι­στι­κή ἔκ­φρα­σή της. Πέ­ρα ὅ­μως ἀ­πό αὐτό τό γε­νι­κό κλί­μα, οἱ ἄ­με­σοι καί πραγ­μα­τι­κοί πρό­δρο­μοι τῶν Ἐ­λε­α­τῶν εἶ­ναι οἱ Πυ­θα­γό­ρει­οι, ὁ Ξε­νο­φά­νης καί ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος. Αὐτοί συν­τε­λοῦν στή γέ­νε­ση τοῦ ἐ­λε­α­τι­κοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ, ἄλ­λος πε­ρισ­σό­τε­ρο θε­τι­κά καί ἄλ­λος πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀρ­νη­τι­κά. Οἱ Πυ­θα­γό­ρει­οι μέ τή μα­θη­μα­τι­κή σκέ­ψη τους ἀ­πό τή μι­ά καί μέ τή δαι­μο­νο­κρα­τί­α τους ἀ­πό τήν ἄλ­λη· ὁ Ξε­νο­φά­νης μέ τόν ὑ­λο­ζω­ι­στι­κό καί ἀ­πρό­σω­πο θε­ό του· ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος μέ τό δυ­να­μι­κό σύμ­παν καί τό κο­σμι­κό πῦρ, τό πάν­των κε­χω­ρι­σμένον. Ἀρχηγός τῆς Ἐλεατικῆς φι­λο­σο­φί­ας εἶ­ναι ὁ Παρ­με­νί­δης (πε­ρί­που 515-440), ὄ­χι ὁ Ξε­νο­φά­νης, ὅ­πως πί­στευ­αν πολ­λοί, ἡ­δη ἀ­πό τήν ἀρ­χαιότη­τα. Ὁ Ξε­νο­φά­νης εἶ­ναι βα­σι­κά ὑ­λο­ζω­ι­στής ἀ­κό­μα καί ὡς θε­ο­λό­γος. Πρό­δρο­μος τῶν Ἐ­λε­α­τῶν εἶ­ναι βέ­βαι­α ὁ Ξε­νο­φά­νης, ὁ­πως ση­μει­ώ­σα­με ἡ­δη, ὄ­χι ὅ­μως μέ κά­ποι­ον τρό­πο πού νά τόν δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ ἀ­πό τους ἄλ­λους προ­δρό­μους, ἀ­πό τους Πυ­θα­γο­ρεί­ους καί τόν Ἠ­ρά­κλει­το. Ὁ Παρ­με­νί­δης ἦ­ταν γέν­νη­μα καί θρέμ­μα τῆς κα­τω­ι­τα­λι­κῆς Ἐ­λέ­ας, ὁ­που ἔ­δρα­σε καί πο­λι­τι­κά, κυ­ρί­ως ὡς νο­μο­θέ­της. Ἀ­πό τήν πα­τρί­δα τοῦ Παρ­με­νί­δη πῆ­ρε τό ὄνο­μά της ἡ Ἐ­λε­α­τι­κή φι­λο­σο­φί­α.

Ὁ Παρ­με­νί­δης στη­ρί­ζε­ται στήν ἐ­πα­να­στα­τι­κή θε­ο­λο­γί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη καί στή μα­θη­μα­τι­κή σκέ­ψη τῶν Πυ­θα­γο­ρεί­ων ἀλ­λά ἡ θε­ω­ρί­α του ἐκ­δη­λώ­νε­ται κυ­ρί­ως ὡς ἀν­τί­δρα­ση στό γε­μά­το κι­νη­τι­κό­τη­τα σύ­στη­μα τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του. Ὁ Ἡράκλειτος εἶ­χε ἀ­να­γνω­ρί­σει τό Ὄν στό ἀ­εί­ζω­ον πῦρ, πού με­τα­μορ­φώ­νε­ται ὁ­λο­έ­να καί παίρ­νει, αὐτό μό­νο του, ὅ­λες τίς μορ­φές πού φα­νε­ρώ­νον­ται μέ­σα στή φύ­ση. Ὁ Παρ­με­νί­δης ἀ­πο­δέ­χε­ται τή μο­να­δι­κό­τη­τα, τήν ἑ­νό­τη­τα καί τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τοῦ ἠ­ρα­κλει­τι­κο­ῦ Ὄν­τος, ἀ­δυ­να­τεῖ ὅ­μως νά κα­τα­νο­ή­σει τήν κι­νη­τι­κό­τη­τα καί τή με­τα­βλη­τό­τη­τά του. Ἔτ­σι ὁ Παρ­με­νί­δης ὁ­ρί­ζει τό Ὄν ὡς ἀ­γέ­νη­τον, ἀ­νώ­λε­θρον, οὖλον, μου­νο­γε­νές, ἀ­τρε­μές, ὁ­μοῦϋ πᾶν, ἕν, συ­νε­χές, τε­τε­λε­σμέ­νον, ὁ­μοῖϊ­ον, ἔμ­πλε­ον, ἀ­κί­νη­τον, ἄ­ναρ­χον, ἀ­παυ­τόν, ταυ­τόν, ἔμ­πε­δον, ἴ­σον, ἰ­σο­πα­λές. Μέ μι­ά ἀρ­χέ­γο­νη συλ­λο­γι­στι­κή ὁ Παρ­με­νί­δης ἀ­πο­κλεί­ει τήν ἀρ­χή καί τό τέ­λος, τή γέ­νε­ση καί τό θά­να­το, τήν αὔ­ξη­ση καί τή φθο­ρά, τήν κί­νη­ση καί τή με­τα­βο­λή, τή δι­αι­ρε­τό­τη­τα καί τήν ἀ­συ­νέ­χει­α τοῦ ὄν­τος. Ἀ­πό αὐ­τή τή θέ­ση ὁ Παρ­με­νί­δης ἐ­ξη­γεῖ τόν φυ­σι­κό κό­σμο σάν φαι­νο­με­νι­κό, καί στή συ­νέ­χει­α ἐκ­θέ­τει τή δι­κή του φυ­σι­κή θε­ω­ρί­α, πού βά­ζει σάν κο­σμο­λο­γι­κές ἀρ­χές τό φῶς καί τή νύχ­τα.

Τό Ὄν τοῦ Παρ­με­νί­δη, στή σύλ­λη­ψή του γε­νι­κά σάν ἔν­νοι­α ὑ­περ­βα­τι­κῆς ἀρ­χῆς, ἔ­χει ρί­ζες στή γε­νι­κό­τε­ρη μυ­στι­κι­στι­κή, θε­ο­κρα­τι­κή καί δαι­μο­νοκρα­τι­κή, μο­ναρ­χι­κή καί ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κή, ὅ­πως καί στή μο­νι­στι­κή πα­ρά­δο­ση· ἀ­κό­μα στόν ἀν­τι­μυ­θι­κό καί ἀν­τι­λα­τρει­α­κό θε­ό τοῦ Ξε­νο­φά­νη καί στό σο­φόν τοῦ Ἠ­ρά­κλει­του, πού εἶ­ναι ὑ­πε­ρεμ­πει­ρι­κά, ὄ­χι ὁ­μως ἀ­κό­μα καί ὑ­περ­βα­τι­κά, πάν­των κε­χω­ρι­σμέ­νον. Στά εἰ­δι­κά γνω­ρί­σμα­τά του τό Ὄν τοῦ Παρ­με­νί­δη κα­τά­γε­ται, ὡς πε­ρι­γρα­φό­με­νο μέ ἔν­νοι­ες χώ­ρου, χρό­νου, ὄγ­κου, δο­μῆς, ἀ­πό τήν Ἰωνική φυ­σι­κή· ὡς τέ­λει­ο σφαι­ρι­κό σχῆ­μα, ὁ­μοι­ό­μορ­φο, ὅμοι­ον, ἴ­σον, ἰ­σο­πα­λές, τε­τε­λε­σμέ­νον, συ­νε­χές, ἔμ­πλε­ον, ἀ­πό τους Πυ­θα­γο­ρεί­ους· ὡς ἐν, μου­νο­γε­νές καί ἀ­νώ­λε­θρον, ἀ­πό τους ὑ­λο­ζω­ι­στές, μέ τήν ἀ­νώλε­θρον, ἑ­νι­αί­α ὕ­λο­ζω­ι­στι­κη οὐ­σί­α· ὡς ἄ­ναρ­χον, ἀ­παυ­τόν, ἀ­γέ­νη­τον, ἀ­νώ­λε­θρον, οὖ­λον καί ταὐ­τόν, ἀ­πό τόν ἡ­ρα­κλει­τι­κο κό­σμο καί τό ἀλ­λοι­ού­με­νο πῦρ· ὡς ἐν, οὖλον, ἀ­κί­νη­τον καί ἔμ­πε­δον, ἀ­πό τόν ξε­νο­φα­νι­κό θε­ό, τόν ἕ­να καί μέ­γι­στον, πού ἐ­νερ­γεῖ οὖ­λος καί πού αἰ­εί ἐν ταυ­τῷ μί­μνει κι­νεύ­με­νος οὐ­δέν. Στήν κα­θα­ρή φυ­σι­κή θε­ω­ρί­α τοῦ ὁ Παρ­με­νί­δης, βά­ζον­τας ἀρ­χές τοῦ κό­σμου τό φῶς καί τή νύχ­τα, συν­δέ­ε­ται τό­σο μέ τήν πυ­ρο­κρα­τι­κή κο­σμο­λο­γί­α τοῦ Ἡράκλειτου (φά­ος - φω­τι­ά) ὁ­σο καί μέ τίς φω­το­γο­νι­κές καί σκοτο­γο­νι­κές πα­ρα­στά­σεις τῶν ­Ὀρ­φι­κῶν (φά­ος - Φά­νης, κο­σμο­γο­νι­κός θε­ός, καί νύξ - Νύξ, κο­σμο­γο­νι­κή θε­ά).

Οἱ μα­θη­τές τοῦ Παρ­με­νί­δη, ὁ Ζή­νων ὁ Ἐ­λε­ά­της (πε­ρί­που 490 - 430) καί ὁ Μέ­λισ­σος ὁ Σά­μι­ος (ἀ­κμή πε­ρί­που 440), ὑ­πε­ρα­σπί­στη­καν τή θε­ω­ρί­α τοῦ δα­σκά­λου τους στήν ἐ­πι­μέ­ρους προ­βλη­μα­τι­κή της, ἀ­να­πτύσ­σον­τας κυ­ρί­ως τήν ἀρ­χέ­γο­νη συλ­λο­γι­στι­κή του, πού ἐ­πι­χει­ροῦ­σε νά κα­τα­δεί­ξει λο­γι­κά ἀ­δύ­να­τη τήν ἀρ­χή καί τό τέ­λος, τή γέ­νε­ση καί τό θά­να­το, τήν αὔ­ξη­ση καί τή φθο­ρά, τήν κί­νη­ση καί τή με­τα­βο­λή, τή δι­αι­ρε­τό­τη­τα καί τήν ἀ­συ­νέ­χει­α τοῦ Ὄντος. Ὁ Ζή­νων ἐ­πι­νό­η­σε γι’ αὐ­τό τό σκο­πό τήν ἔμ­με­ση ἀ­πό­δει­ξη, φα­νε­ρώ­νον­τας τά πα­ρά­δο­ξα σάν ἐ­πα­κό­λου­θά της ἐν­δε­χό­με­νης ἀ­πο­δο­χῆς τοῦ ὅ­τι τό Ὄν δέν εἶ­ναι ἕ­να, δέν εἶ­ναι ἀ­κί­νη­το κτλ. Αὐτή ὁ­μως ἡ ἐ­πέ­ξερ­γασί­α τοῦ παρ­με­νι­δι­κο­ῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ ἐ­πέ­φε­ρε καί κά­ποι­α τρο­πο­ποί­η­ση τῆς ἔν­νοι­ας τοῦ Ὄντος, ὅ­πως αὐτή εἶ­χε δι­α­τυ­πω­θεῖ ἀ­πό τόν ἀρ­χη­γό της Ἐ­λε­α­τι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας. Ἔτσι ὁ Ζή­νων μέ τήν ἐ­π’ ἄ­πει­ρον το­μήν πα­ρα­με­ρί­ζει τό οὐ­δέ δι­αι­ρε­τόν καί ὁ Μέ­λισ­σος, προ­σθέ­τον­τας στό Ὄν τά γνω­ρί­σμα­τα τοῦ ἄ­πει­ρου καί τοῦ ἀ­σώ­μα­του, ἐγ­κα­τα­λεί­πει τό τε­τε­λε­σμέ­νον ἑ­νός ἀ­παρ­τι­σμέ­νου καί συμ­με­τρι­κο­ϋ ὄγκου. Μέ τά πρό­σθε­τα γνω­ρί­σμα­τά του τό Ἐλεατικό Ὄν κα­ταν­τᾶ ἀ­κό­μα πι­ό ὑ­περ­βα­τι­κό.

Ἡ Ἐλεατική θε­ω­ρί­α προ­κά­λε­σε πολ­λα­πλές ἀν­τι­δρά­σεις σέ δι­α­φο­ρε­τι­κά πε­δί­α ἔ­ρευ­νας, πού ἀ­πό τό­τε ἀ­κρι­βῶς αὐ­το­νο­μή­θη­καν καί ἐ­ξε­λί­χθη­καν σέ εἰ­δι­κούς κλά­δους τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης: στό γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κό καί τό λο­γι­κό, στό ὀν­το­λο­γι­κό καί τό με­τα­φυ­σι­κό, στό φυ­σι­κό καί τό μα­θη­μα­τι­κό. Ση­μει­ώ­σα­με ἡ­δη ὅτι μέ τόν Ἡράκλειτο ἄ­νοι­γε ὁ δρό­μος γι­ά νά με­λε­τη­θοῦν ἡ ταυ­τό­τη­τα καί ἡ ἑ­τε­ρό­τη­τα, ὁ χῶ­ρος καί ὁ χρό­νος, ἡ κί­νη­ση καί ἡ σχέ­ση, τό συ­νε­χές καί ἡ δι­αι­ρε­τό­τη­τα τῆς ὕ­λης. Ἡ Ἐλεατική θέ­ση, πέ­ρα ἀ­πό τήν ἀ­πο­δο­χή ἡ τήν ἄρ­νη­ση, πού θά μπο­ροῦ­σε νά προ­κα­λέ­σει μέ τόν ὑ­περ­βα­τι­σμό της, ἔ­φε­ρε στήν ἐ­πι­φά­νει­α ὅ­λα αὐ­τά τά εἰ­δι­κά προ­βλή­μα­τα, ὄ­ξυ­νε τή φύ­ση τους στό ἔ­πα­κρο καί ἔ­κα­νε ἐ­πι­τα­κτι­κή τή­να­ναγ­κη γι­ά ἀν­ταπό­κρι­ση σ’ αὐ­τά, ἄν ἡ ἑλ­λη­νι­κή σκέ­ψη, φυ­σι­ο­κρα­τι­κή ἡ ὑ­περ­βα­τι­κή, δέν ἡ­θε­λε νά ὑ­πο­χω­ρή­σει στό μύ­θο. Ὁ δι­ά­λο­γος πού ἀ­κο­λού­θη­σε, κο­ρύ­φω­σε τή σύγ­κρου­ση τοῦ δω­ρι­κοῦ μέ τό ἰ­ω­νι­κό πνε­ῦμα, καί ἡ γι­γαν­το­μα­χί­α πε­ρί τῆς οὐ­σί­ας δέν ἦ­ταν πα­ρά μι­ά φά­ση τοῦ ἐμ­φύ­λι­ου σπα­ραγ­μοῦ, πού πῆ­ρε τό Ὄνο­μα τοῦ Πε­λο­πον­νη­σι­α­κο­ῦ πο­λέ­μου.

Στό πε­δί­ο τῆς γνω­σι­ο­λο­γί­ας καί τῆς λο­γι­κῆς πρῶ­τος ἀ­πό τήν πλευ­ρά τῆς Σο­φι­στι­κῆς ἐγ­και­νι­ά­ζει τόν ἀν­τί­λο­γο στήν Ἐ­λε­α­τι­κή θε­ω­ρί­α ὁ Γορ­γί­ας (483 - 376). Αὐτός στό ἔρ­γο τοῦ Μέ­λισ­σου Περί φύ­σε­ως ἡ πε­ρί τοῦ ὅντος ἀ­παν­ταᾶ μέ τό ἔρ­γο του Πε­ρί τοῦ μή ὄντος ἤ πε­ρί φύσεωις, πού βέ­βαι­α ἀ­πευ­θύνε­ται ἄ­με­σα στόν Μέ­λισ­σο, ἀλ­λά ἔμ­με­σα ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τήν Ἐ­λε­α­τι­κή φι­λο­σο­φί­α στό σύ­νο­λό της. Ὁ Γορ­γί­ας το­πο­θε­τεῖ κα­θε­μι­ά ἀ­πό τίς θέ­σεις τῆς Ἐλεατικῆς φι­λο­σο­φί­ας πά­νω στό τρι­α­δι­κό δυ­νη­τι­κό σχῆ­μα θέ­ση - ἄρ­ση - σύν­θε­ση καί, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τήν ἴδι­α συλ­λο­γι­στι­κή πού οἱ Ἐ­λε­ά­τες εἰση­γή­θη­καν, ἀν­τι­στρέ­φει τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τά τους καί κα­τα­λή­γει στό γε­νι­κό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι τό Ὄν οὔ­τε ὑ­πάρ­χει οὔ­τε νο­εῖ­ται οὔ­τε ἀ­να­κοι­νώ­νε­ται, γι­α­τί αὐτό πού ἀ­να­κοι­νώ­νο­με εἶ­ναι λό­γι­α, δέν εἶ­ναι τό ὄν.

Στό πε­δί­ο τῆς Φυ­σι­κῆς, πρίν ἀ­πό τή φυ­σι­ο­κρα­τι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῆς Ἐλεατικῆς ὀν­το­λο­γί­ας ἀ­πό τους Ἀτομικούς, ἐκ­δη­λώ­θη­καν τά­σεις συγ­κε­ρα­σμο­ῦ τοῦ δω­ρι­κο­ῦ καί τοῦ ἰ­ω­νι­κο­ῦ πνεύ­μα­τος καί τά­σεις ἐμ­μο­νῆς στήν ὑ­λο­ζω­ιστι­κή ὀρ­θο­δο­ξί­α. Ἡ ἀ­κραί­α θέ­ση τοῦ Παρ­με­νί­δη, ὅτι ὁ φυ­σι­κός κό­σμος εἶ­ναι μό­νο βρο­τῶν δό­ξαι, δη­λα­δή οὔ­τε κάν, ἐ­πι­τέ­λους, ὄψις ἀ­δή­λων, μο­λο­νό­τι αἰ­τι­ο­λο­γη­μέ­νη ἀ­πό τήν ἀ­νε­πάρ­κει­α τῶν αἰ­σθή­σε­ων καί τό ἀ­νε­ξή­γη­το τοῦ με­τα­βο­λι­σμοῦ τῆς ἐμ­πει­ρι­κά καί λο­γι­κά δε­δο­μέ­νης οὐ­σί­ας, δέν εἶ­χε ἀ­πο­δο­χή σέ κα­μι­ά ἀ­πό τίς τά­σεις πού ἐκ­δη­λώ­θη­καν ὡς ἀν­τι­δρά­σεις, θε­τι­κές ἡ ἀρ­νη­τι­κές, στήν Ἐλεατική φι­λο­σο­φί­α, ἀ­κό­μα οὔτε στήν πι­ό ἀ­κραί­α πνευμα­το­κρα­τι­κή, τήν πλα­τω­νι­κή. Αὐτό ἀ­κρι­βῶς ἔ­κα­νε ἐ­πι­τα­κτι­κό­τε­ρη τήν ἀ­νάγ­κη νά ἐ­ξη­γη­θεῖ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κά ὁ κό­σμος τοῦ γί­γνε­σθαι, ἀ­κρι­βέ­στε­ρα τό ἴδι­ο τό γί­γνε­σθαι, τά φυ­σι­κά μορ­φώ­μα­τα καί ἡ γε­νε­σι­ουρ­γός αἰ­τί­α τους, ἡ σύν­θε­ση καί ἡ δι­ά­λυ­ση, ἡ αὔ­ξη­ση καί ἡ φθο­ρά, ἡ κί­νη­ση καί κά­θε με­τα­βο­λή.

Ἀ­πό τόν δω­ρι­κό κό­σμο ὁ Ἐμ­πε­δο­κλής ὁ Ἀ­κρα­γαν­τί­νος (492 - 432), κο­σμο­λό­γος μέ ἔκ­φρα­ση φυ­σι­κή καί μυ­στι­κή, ἐ­πι­χει­ρεῖ πρῶ­τος ἕ­να συγ­κε­ρα­σμό, προ­ε­κτεί­νον­τας τόν κο­σμο­λο­γι­κό πλου­ρα­λι­σμό τοῦ Παρ­με­νί­δη καί στό ὀν­το­λο­γι­κό πε­δί­ο. Αὐτό τό ἐγ­χεί­ρη­μα, πού κρα­τι­έ­ται γε­ρά ἀ­πό τήν ἑ­δραι­ω­μέ­νη πλου­ρα­λι­στι­κή συ­νεί­δη­ση τῆς δη­μο­κρα­τι­κῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Ἐμ­πε­δο­κλῆ, ἔ­χει κα­τα­λυ­τι­κές συ­νέ­πει­ες καί γι­ά τά δυ­ό ἀν­τί­πα­λα στρα­τό­πε­δα καί ἐ­πι­φέ­ρει ἀ­με­τά­κλη­τα καί γε­νι­κά καί γι­ά τά δυ­ό, καί στό πε­δί­ο τῆς Φυ­σι­κῆς καί στό πε­δί­ο τῆς ­Ὀν­το­λο­γί­ας, τήν ὁ­ρι­στι­κή ἔκ­πτω­ση τοῦ μο­νι­σμοῦ, πού εἶ­χε τό πρό­τυ­πό του στό ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κό πα­ρελ­θόν. Γι­ά τόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ τό σύμ­παν συν­τί­θε­ται καί ἀ­πο­συν­τί­θε­ται ἀ­πό τέσ­σε­ρις, αἰ­ώ­νι­ες καί ἀ­με­τά­βλητες, οὐ­σί­ες, πού τίς κα­τευ­θύ­νουν δυ­ό ἀ­κα­τά­λυ­τες δυ­νά­μεις: οἱ οὐ­σί­ες εἶ­ναι τό Νε­ρό, ὁ Ἀέρας, ἡ Γῆ, ἡ Φω­τι­ά· οἱ δυ­νά­μεις εἶ­ναι ἡ Ἀγάπη καί τό Μί­σος, ἡ ἕλ­ξη καί ἡ ἀ­πώ­θη­ση, θά λέ­γα­με σή­με­ρα. Εὐ­δι­ά­κρι­τα ἐ­δῶ τό Νε­ρό τοῦ Θα­λῆ, ὁ Ἀέρας τοῦ Ἀ­να­ξι­μέ­νη, ἡ Γῆ τοῦ Ξε­νο­φά­νη, ἡ Φω­τι­ά τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του. Ἡ Ἀγάπη καί τό Μί­σος βγαί­νουν ἀ­πό τό συμ­φε­ρό­με­νον δι­α­φε­ρό­με­νον ἡ τόν πό­λε­μο καί τήν εἰ­ρή­νη τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του. Τό σύμ­παν τοῦ Ἐμπεδοκλῆ εἶ­ναι ἀ­κί­νη­το στό σύ­νο­λό του, κα­τά τό ἐ­λε­α­τι­κό πρό­τυ­πο, καί κι­νού­με­νο στά μέ­ρη του, κα­τά τό ἡ­ρα­κλει­τι­κό πρό­τυ­πο. Ἡ θέ­ση τοῦ Ἐμπεδοκλῆ ἀ­κί­νη­τοι κα­τά κύ­κλον, 17, 14, εἶ­χε ἔ­ρει­σμα στό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του, 34, ξυ­νόν ἀρ­χή καί πέ­ρας ἐ­πί κύ­κλου, ἀ­ξί­ω­μα πού εἶ­χε γί­νει δε­κτό, χω­ρίς ἐ­πι­φύ­λα­ξη, καί ἀ­πό τόν Ἀλ­κμαί­ω­να, 2 καί ἀ­πό τόν Παρ­με­νί­δη, 5. Θε­σπί­ζον­τας ὁ Ἐμ­πε­δο­κλής οὐ­σί­ες καί δυ­νά­μεις, χώ­ρι­σε τό φυ­σι­κό στοι­χεῖ­ο ἀ­πό τήν κί­νη­ση καί ἔτ­σι πα­ρερ­μή­νευ­σε τήν ὑ­λο­ζω­ι­στι­κή οὐ­σί­α, πού ἦ­ταν ἀ­εί­ζω­ον, ὕ­λη καί ἐ­νέρ­γει­α μα­ζί. Μέ προ­η­γού­με­να τά ἀν­τι­θε­τι­κά ζεύ­γη τῶν Πυ­θα­γο­ρεί­ων ἀ­πό τή μι­ά, τό εἶ­ναι καί φαί­νε­σθ­αι τῶν Ἐ­λε­α­τῶν ἀ­πό τήν ἄλ­λη, ὁ Ἐμπεδοκλής, προσ­δι­ο­ρι­σμέ­νος ἀ­πό τή δαι­μο­νο­κρα­τί­α, εἰ­δι­κά τοῦ ὀρ­φι­κοπυ­θα­γο­ρι­κοῦ κύ­κλου, ἐ­πι­νο­εῖ τήν ἐ­πέμ­βα­ση τῆς ἐ­νέρ­γει­ας πά­νω στήν ὕλη μέ πρό­τυ­πο τό σῶ­μα τό κα­τε­χό­με­νο καί κα­τευ­θυ­νό­με­νο ἀ­πό τό δαί­μο­να. Αὐτό ἄ­νοι­ξε τό δρό­μο σέ κά­θε ἰ­δε­ο­κρα­τι­κή θε­ω­ρί­α ὡς τίς μέ­ρες μας. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό τήν πρώ­τη “αὐ­θαι­ρε­σί­α” εἰς βά­ρος τῆ­ς ­Ἰ­ω­νι­κῆς φυ­σι­κῆς, ἀ­πό τόν Παρ­με­νί­δη, ἡ δεύ­τε­ρη ἀ­πό τόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ: ὁ Παρ­με­νί­δης, πα­ρερ­μη­νεύ­ον­τας τήν ἡ­ρα­κλει­τι­κη δι­ά­κρι­ση μέ­ρους καί ὅ­λου, δι­έ­σπα­σε τήν ἑ­νι­αί­α ὕ­λο­ζω­ι­στι­κη οὐ­σί­α σέ Ὄν καί φαι­νό­με­να· ὁ Ἐμπεδοκλής, προ­σπα­θών­τας νά γε­φυ­ρώ­σει τό χά­σμα ἀ­νά­με­σα στό Ὄν καί στά φαι­νό­με­να, δι­έ­σπα­σε γι­ά δεύ­τε­ρη φο­ρά τήν ὑ­λο­ζω­ι­στι­κή οὐ­σί­α σέ ὕ­λη καί ἐ­νέρ­γει­α. Ἀλλά τό νε­κρό φυ­σι­κό στοι­χεῖ­ο ἦ­ταν κα­θα­ρή ἐ­πι­νό­η­ση, ἔ­στω καί δι­και­ο­λογ­ημ­έ­νη ἀ­πό τήν ἀ­δυ­να­μί­α νά ἐ­ξη­γη­θεῖ ὁ με­τα­βο­λι­σμός τῆς οὐ­σί­ας· κι αὐτό γι­α­τί κα­νείς, ἀ­πό­λυ­τα κα­νείς, ὄχι μό­νο ὑ­λο­ζω­ι­στής ἀλ­λά καί ποι­η­τής θε­ο­γο­νί­ας, δέν εἶ­χε πο­τέ φαν­τα­στεῖ φυ­σι­κό σῶ­μα στε­ρη­μέ­νο ἀ­πό ἐ­νέρ­γει­α ἡ ἐ­νέρ­γει­α ἔ­ξω ἀ­πό φυ­σι­κό σῶ­μα, ἀ­φοῦ καί οἱ θε­οί ἦ­ταν σω­μα­τι­κοί!

Ἀ­πό τόν ἰ­ω­νι­κό κό­σμο ὁ Ἀ­να­ξα­γό­ρας ὁ Κλα­ζο­μέ­νι­ος (πε­ρί­που 500-428), προ­σπα­θών­τας νά ἐ­πι­τύ­χει τό συγ­κε­ρα­σμό τῆς Φυ­σι­κῆς μέ τήν ­Ὀν­το­λο­γί­α, σκέφ­τη­κε ὄ­χι πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κά ἀ­πό τόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ. Ἔχοντας προ­η­γού­με­να τήν ἔν­νοι­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη γι­ά τό θε­ό, πού νό­ου φρε­νί πάν­τα κρα­δαί­νει, 21, τήν γνώ­μην τοῦ Ἡράκλειτου, 85, ὁτέ­η ἐ­κυ­βέρ­νη­σε πάν­τα δι­ά πάν­των καί τήν ἱ­ε­ρήν φρῆ­να τοῦ Ἐμπεδοκλῆ, 134, 4, ὁ Ἀναξαγόρας ὑ­πέ­θε­σε ὡς αἴ­τι­ο γι­ά τήν κί­νη­ση τό Νο­ῦ, οὐ­σί­α ἐν­τε­λῶς ξε­χω­ρι­στή ἀ­πό τά συ­στα­τι­κά της ὕλης, πού εἶ­ναι ὁ­μοῦ πάν­τα. Ἔτ­σι ὅ­μως ὁ Ἀναξαγόρας ἔ­δω­σε συ­νέ­χει­α στή δι­ά­σπα­ση τῆς οὐ­σί­ας σέ ὕλη καί ἐ­νέρ­γει­α

Ἐπιστροφή στόν ὀρ­θό­δο­ξο ὑ­λο­ζω­ι­σμό δι­δά­σκει ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Ἀ­πολ­λωνι­ά­της, ἀ­να­τρέ­χον­τας στόν Ἀ­να­ξι­μέ­νη καί ἀ­να­νε­ώ­νον­τας τή θε­ω­ρί­α τοῦ Ἀέρα: Καί μοί δο­κεῖ τό τήν νό­η­σιν ἔ­χον εἶ­ναι ὁ ἀ­ήρ κα­λού­με­νος ὑ­πό τῶν ἀν­θρώ­πων, καί ὑ­πό τοῦ­τον πάν­τα καί κυβερ­νᾶ­σθαι καί πάν­των κρα­τεῖν αὐτό γάρ μοί τοῦ­το θε­ός δο­κεῖ εἶ­ναι καί ἐ­πί πᾶν ἀ­φῖ­χθαι καί πάν­τα δι­α­τι­θέναι καί ἐν παν­τί ἐ­νεῖ­ναι, 5. Ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Ἀέρα, ὅ­πως εἶ­ναι δι­α­τυ­πω­μέ­νη ἀ­πό τόν Δι­ο­γέ­νη, ἄν καί ἔ­χει ἐ­νι­σχύ­σει τήν ἀ­να­ξι­με­νι­κή ἔν­νοι­α μέ γνω­ρί­σμα­τα ξε­νο­φα­νι­κά, ἡ­ρα­κλει­τι­κα, ἐ­λε­α­τι­κά καί ἀ­να­ξα­γο­ρι­κά, προ­δί­δει ὁ­πισθο­δρό­μη­ση στίς πι­ό ἁ­πλο­ϊ­κές συλ­λή­ψεις, πού κά­τω ἀ­πό τή νέ­α προ­βλη­μα­τι­κή φαί­νον­ται σχε­δόν μυ­θι­κές καί φα­νε­ρώ­νουν τό μά­ται­ό της ἐμ­μο­νῆς στόν ὑ­λο­ζω­ι­σμό. Ὅ­μως ἡ θέ­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη πε­ρι­έ­χει τοῦ­το τό θε­με­λι­α­κά αὐ­θεν­τι­κό γι­ά τήν ἱ­στο­ρι­κή δι­καί­ω­ση τοῦ ὑ­λο­ζω­ι­σμο­ῦ: ἀρ­νεῖϊ­ται σάν αὐ­θαι­ρε­σί­α τή δι­ά­σπα­ση τῆς ὑ­λο­ζω­ι­στι­κῆς οὐ­σί­ας σέ ὕλη καί ἐ­νέρ­γει­α.

Στό πε­δί­ο τῆς Φυ­σι­κῆς οἱ Ἀτομικοί ἀ­νέ­λα­βαν τόν πραγ­μα­τι­κό ἀν­τί­λο­γο μέ τήν Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α, ὅ­πως στό πε­δί­ο τῆς γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­ας καί τῆς λο­γι­κῆς τόν εἶ­χαν ἀ­να­λά­βει οἱ Σο­φι­στές. Οἱ Ἀτομικοί εἶ­δαν ἔγ­και­ρα ὁ­τι ἀ­πό τή δι­α­μά­χη τῆς Ἐλεατικῆς ὀν­το­λο­γί­ας μέ τήν Ἰωνική φυ­σι­κή εἶ­χαν βγεῖ στήν ἐ­πι­φά­νει­α γνή­σι­α καί κεν­τρι­κά προ­βλή­μα­τα οὐ­σί­ας, πού δέν μπο­ροῦ­σε νά τά ἐ­πι­λύ­σει πι­ά ἡ ρο­μαν­τι­κή ἐμ­μο­νή στόν ὑ­λο­ζω­ι­σμό. Ἔτ­σι οἱ Ἀτομικοί μα­θή­τε­ψαν στούς Ἐ­λε­ά­τες καί ἔ­μα­θαν νά τούς ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν μέ ὅ­πλα ἐ­λε­α­τι­κά. Ὁ Λεύ­κιπ­πος (ἀ­κμή πε­ρί­που 430) καί ὁ Δη­μο­κρι­τος (πε­ρί­που 460-370), δά­σκα­λος καί μα­θη­τής, φί­λοι καί συ­νερ­γά­τες, δέχ­τη­καν τό ἐ­λε­α­τι­κό δόγ­μα ὅ­τι τό Ὄν εἶ­ναι ἀ­γέν­νη­το καί ἄ­φθαρ­το, θέ­ση πού, ἐ­πι­τέ­λους, εἶ­χε τήν κα­τα­γω­γή της στό ἡ­ρα­κλει­τι­κο ἦν ἀ­εί καί ἔ­στιν καί ἔ­σται, 51· δέν δέχ­τη­καν ὅ­μως ὅ­τι τό Ὄν εἶ­ναι καί ἀ­κί­νη­το καί ἀ­δι­αί­ρε­το. Οἱ Ἐ­λε­ά­τες εἶ­χαν ἀρ­νη­θεῖ τή δυ­να­τό­τη­τα νά κι­νεῖ­ται καί νά δι­αι­ρεῖ­ται τό Ὄν, ἐ­πει­δή γι­’­αὐ­τούς ἐ­κτός ἀ­πό τό Ὄν δέν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τ’ ἄλ­λο. Οἱ Ἀ­το­μι­κοί πα­ρα­τή­ρη­σαν ὁ­τι μέ αὐτό τόν τρό­πο οἱ Ἐ­λε­ά­τες εἶ­χαν ἀρ­νη­θεῖ καί τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ κε­νο­ῦ, πού τό ταύ­τι­ζαν μέ τό μή ὄν. Ἀλλά τό κε­νόν, τό μή ὄν, ἀ­πέ­ναν­τι στό πλῆ­ρες, στό ὄν, μπο­ρε­ῖ νά τό λέ­με μή ὄν, εἶ­ναι ὅμως τό­σο πραγ­μα­τι­κό ὅσο καί τό ὄν. Μέ ἄλ­λα λό­γι­α ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ κε­νοῦ χώ­ρου ἔ­πρε­πε νά θε­ω­ρεῖ­ται τό­σο βέ­βαι­η δσό καί ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ ὄντος. Αὐτό ἦ­ταν τό πρῶ­το βῆ­μα γι­ά φυ­σι­ο­κρα­τι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῆς Ἐ­λε­α­τι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Στή συ­νέ­χει­α οἱ Ἀτομικοί ἀν­τι­με­τώ­πι­σαν τή θέ­ση τοῦ Ζή­νω­να γι­ά τήν ἐ­π’ ἄ­πει­ρον το­μήν καί ἔφ­τα­σαν στήν ἔν­νοι­α τοῦ Ἀτόμου, δη­λα­δή τοῦ ἄ­τμη­του μο­ρί­ου ὕ­λης. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό αὐ­τά οἱ Ἀτομικοί δέν δυ­σκο­λεύ­τη­καν νά ἀ­πο­δώ­σουν στό ἄ­το­μο τά γνω­ρί­σμα­τα πού ὁ Παρ­με­νί­δης εἶ­χε δώ­σει στό ὄν: ἀ­γέν­νη­το, ἀ­κα­τά­λυ­το, ἀ­με­τά­βλη­το, ἁ­πλό καί μέ ὁ­ρι­σμέ­να ὅρι­α. Αὐτό ὁ­μως σή­μαι­νε ὅτι τό ἄ­το­μο εἶ­χε μό­νο ὄγκο, ὄχι ἄλ­λη ἰ­δι­ό­τη­τα. Ἔτ­σι, μέ βά­ση τήν Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α, οἱ Ἀτομικοί ἔφ­τα­σαν στήν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­ποί­ου ὕλης καί ἐ­ξή­γη­σαν τίς ποι­ό­τη­τες ἀ­πό τούς τρό­πους συμ­πλο­κῆς τῶν ἀ­τό­μων κα­τά τή σύν­θε­ση τῶν σω­μά­των. Ἡ θε­τι­κι­στι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῆς ἐ­λε­α­τι­κῆς ὀν­το­λο­γί­ας εἶ­χε συμ­πλη­ρω­θεῖ.

Ἡ Ἐλεατική φι­λο­σο­φί­α εἶ­χε ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ ἀ­πό ἱ­στο­ρι­κή ἄ­πο­ψη ἔγ­και­ρα στήν ἀ­νάγ­κη νά ἐ­ξη­γη­θε­ῖ τό γί­γνε­σθαι, σέ ἀ­να­φο­ρά πρός τό εἶ­ναι. Μέ τήν προ­σπά­θει­ά της νά κα­τα­νο­ή­σει αὐτή τή σχέ­ση, ἔ­φε­ρε στήν ἐ­πι­φά­νει­α καί ἐγ­και­νί­α­σε ἡ ἴ­δι­α πλῆ­θος γνή­σι­α προ­βλή­μα­τα τῆς Φυ­σι­κῆς. Θέ­λον­τας ὅμως νά δώ­σει κά­ποι­α ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κή ἀ­πάν­τη­ση στό ἐμ­πει­ρι­κά ἀ­πρό­σι­το θέ­μα τοῦ με­τα­βο­λι­σμοῦ τῆς οὐ­σί­ας, χώ­ρι­σε τόν ἑ­νι­αῖ­ο κό­σμο σέ πραγ­μα­τι­κό καί φαι­νο­με­νι­κό. Ἔτ­σι εὐ­θύ­νε­ται ἱ­στο­ρι­κά γι­ά τή δι­ά­σπα­ση τῆς ὑ­λο­ζω­ι­στι­κης οὐ­σί­ας σέ ὕ­λη καί ἐ­νέρ­γει­α καί, στήν προ­έ­κτα­ση, γι­ά τή γέ­νε­ση τῆς πνευ­μα­το­κρα­τί­ας καί τοῦ ὑ­λι­σμο­ῦ. Μέ τή θε­τι­κι­στι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῆς Ἐ­λε­α­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας ἀ­πό τούς Ἀτομικούς, τό χά­σμα ἀ­νά­με­σα στήν πνευ­μα­το­κρα­τί­α καί τόν ὑ­λι­σμό ἡ ἀ­νά­με­σα στόν ὑ­περ­βα­τι­σμό καί τή φυ­σι­ο­κρα­τί­α ἔ­γι­νε ὁ­ρι­στι­κά ἀ­γε­φύ­ρω­το καί ξε­πέ­ρα­σε τά ὅρι­α τῆς Προ­σω­κρα­τι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας. Ὁ “ἐ­θνι­κός δι­χα­σμός” μπῆ­κε σέ νέ­α φά­ση στήν Ἀττική φι­λο­σο­φί­α, ὅταν οἱ Ἐ­λε­ά­τες πο­λι­το­γρα­φή­θη­καν στό κρά­τος τῶν ἰ­δε­ῶν καί ὁ ἀρ­χη­γός τους ἔ­γι­νε γι­ά τόν Πλά­τω­να ὁ πα­τήρ ἠ­μῶν Παρ­με­νί­δης καί ὁ Παρ­με­νί­δης ὁ μέ­γας.

Η ομοφυλοφιλία στο Βυζάντιο

ΜΕΡΟΣ Α'

Στο μνημειώδες έργο του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» ο Φαίδων Κουκουλές μάς παρουσιάζει αναλυτικότατα όλες τις όψεις της καθημερινής ζωής των Βυζαντινών. Είναι τόσο σχολαστικός στο θέμα αυτό, ώστε θεώρησε καθήκον του να μας διαφωτίσει και για την ερωτική τους ζωή με πάσα λεπτομέρεια, ακόμα κι όταν αυτή η ερωτική ζωή παρεξέκλινε σε συνήθειες που την εποχή που εκδόθηκε το έργο του κανείς δεν ήθελε να αναφέρει. Γράφει στον πρόλογο του συγκεκριμένου κεφαλαίου:

«Εις την δημοσίευσιν της παρούσης μελέτης με ώθησεν ουχί βεβαίως η πρόθεσις να σκανδαλίσω τους αναγνώστας μου αναπτύσσων θέματα τας ταπεινοτέρας ορμάς υποδαυλίζοντα, αλλ’ η επιθυμία μου να γνωσθή μία ακόμη, ελάχιστα γνωστή, πλευρά του βίου των Βυζαντινών προγόνων μας εις τα ήθη και τον πολιτισμόν αυτών αναφερομένη».

Καλού κακού, για να μην ξεσηκώσει και τη μήνη της Εκκλησίας που έχει οικειοποιηθεί την Βυζαντινή Ιστορία ως δικό της αποκλειστικό κτήμα και πεδίο γνώσης, προσθέτει:

«Επιθυμώ να τονίσω ότι, όσα κατωτέρω θα είπω, αποτελούσιν εκτροπάς διεστραμμένων ατόμων σφόδρα ψεγομένας, επ’ ουδενί δε λόγω ανταποκρίνονται προς τας συνηθείας της μεγίστης πλειονότητος του εγκρατούς Βυζαντινού λαού».

Περί του εγκρατούς Βυζαντινού λαού δεν μας πείθει ο Φαίδων Κουκουλές, διότι σε άλλα κεφάλαια του έργου του αναλυτικότατα μάς περιγράφει πώς απολάμβαναν παντοιοτρόπως το σεξ οι Βυζαντινοί μας πρόγονοι και απλώς το καταδίκαζαν δημόσια, ως σεμνότυφη κοινωνία που ήταν.

Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, «Τα ου φωνητά των Βυζαντινών», ο συγγραφέας καταπιάνεται με τις ομοφυλοφιλικές δραστηριότητές τους που, ως φαίνεται, δεν ήταν καθόλου αμελητέες.

Gay δεν τους λέει βέβαια ούτε ομοφυλόφιλους. Επίσης δεν κάνει τη διάκριση μεταξύ ομοφυλόφιλων και παιδεραστών, καθώς τέτοια διάκριση δεν υπήρχε στην αρχαιότητα, το μεσαίωνα και μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ούτε και στη δική μας σύγχρονη κοινωνία.

Οι ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις χαρακτηρίζονται ως πάθος:

«Οι Βυζαντινοί δεν ήσαν απηλλαγμένοι του πάθους της παιδεραστίας και της ανδρομανίας», μας λέει.

Οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούν τη δική τους ορολογία. Οι ομοφυλόφιλοι είναι κατ’ αυτούς «οι νοσούντες την θήλειαν νόσον».

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς απέτρεπε τους συγχρόνους του από την «αρρενομιξίαν» και την «άκαρπον σποράν» λέγοντας ότι συχνά οι άνδρες «έπασχον τα γυναικών».

Ο Μακάριος ο Αιγύπτιος καταριέται «την των Σοδόμων ασθένειαν ή Σοδομικήν αμαρτίαν».

Ο Χρυσόστομος μιλά περί «μαλακών νέων» και αναφέρει ότι κάποιοι σκόρπιζαν την περιουσία τους «παισί πεπορνευμένοις» ή ότι ανάγκαζαν τους νεαρούς υπηρέτες τους «υπηρετείν διακονίαις ατόποις και έρωτι μιαρώ», προσθέτοντας ότι αυτό ήταν πια καθημερινή συνήθεια, όπως καθημερινή συνήθεια ήταν και η παιδεραστία. Λέει μάλιστα απογοητευμένος ότι καταντά περιττό το γένος των γυναικών «αφού πάντα τα εκείνων πράττουσιν οι άνδρες».

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρεται σε ένα «ασελγές μειράκιον ώσπερ αι πόρναι αισχρά λυγιζόμενον και καμπτόμενον» και μιλά για «θηλυδρίας άρρενας, οίτινες ούτε άνδρες ήσαν ούτε γυναίκες».

Παρόμοιες αναφορές κάνουν και ο Μ. Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Νύσσης, ο Αμασείας Αστέριος, ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης και ο ασκητής Νείλος.

Οι Διαταγές των Αγίων Αποστόλων συνιστούν: «Ου παιδοφθορήσεις, παρά φύσιν γαρ το κακόν».

Ο Ιουστινιανός αναφέρει στις Νεαρές του ότι μερικοί από τους συγχρόνους του χωρίς φόβο τολμούσαν «άρρενες άρρεσι την ασχημοσύνην εργαζόμενοι».

Τον 13ο αιώνα ο πατριάρχης Αθανάσιος ζητά από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Παλαιολόγο να μη μένουν ατιμώρητοι οι αρρενομανούντες.

Ο δε Ιωσήφ Βρυέννιος στα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας πιστεύει ότι οι συμφορές πλήττουν το κράτος, επειδή οι άνθρωποι είναι «αρρενομανίας εγκείμενοι».

Ομοίως ο Γεωργιλάς θεωρεί ότι την υποδούλωση στους Τούρκους την προκάλεσαν μεταξύ άλλων και οι «ανδρομανιές». Και ο Μανόλης Σκλάβος συνιστά στους συγχρόνους του να αφήσουν την αρσενοκοιτία.

Τον 15ο αιώνα ο Κύπριος χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρει ότι την αρσενοκοιτία τη συνήθιζαν πολύ οι κάτοικοι της Αμμοχώστου.

Οι ευνούχοι και οι νεαροί δούλοι στο Βυζάντιο ήθελαν δεν ήθελαν πλάγιαζαν με τα αφεντικά τους. Ο Αλεξανδρείας Κύριλλος λέει ότι: «τα των γυναικών έπασχον μετ’ ανδρών ως γυναίκες μαλακώς ευναζόμενοι».

Ο Ιωάννης ο Νηστευτής απαιτούσε να ρωτούν τον εξομολογούμενο «περί συνουσίας ευνούχου», πράγμα που σημαίνει ότι αυτό συνηθιζόταν ευρέως.

Επί Ιουστινιανού ο ύπαρχος Ιωάννης Καππαδόκης «ετρύφα μειρακίοις ψιλοίς και μήπω λείω του σώματος αρρενοφανέσι». Εκτός από τον Ιωάννη Καππαδόκη και πολλοί άλλοι άρχοντες και αρχιερείς βρέθηκαν να είναι «αρρενοφθόροι» στα χρόνια του Ιουστινιανού.

Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μικρός «εφίλει έρωτι Χρυσάφιον κουβικουλάριον ως πάνυ ευπρεπή όντα». Το ίδιο και ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ που είχε αδυναμία στους όμορφους. Επί Λέοντος του Α΄ η συνήθεια αυτή επικρατούσε «ου μόνο παρά τοις τυχούσι, αλλά και μέχρι των αρχικωτάτων τούτων και περιβλέπτων ανδρών», όπως μας βεβαιώνει ο Νεόφυτος ο Έγκλειστος.

Γράφει ο Φαίδων Κουκουλές:

Παιδάρια βινούμενα ή και νέους ηδύνατό τις να συναντήσει είτε εις των πλουσίων τα συμπόσια, ένθα μνημονεύονται «αβρών κλάσεις παίδων κινουμένων ανάνδρως» ή «καθ’ εκάστην ημέραν κυμβαλίζοντες πεπορνευμένοι» ή εις διάφορα εργαστήρια και καπηλεία, είτε εις πορνεία είτε και εις τα θέατρα, όπου ορχησταί ήσκουν και αθεμίτους έρωτας. Τα άθλια ταύτα υποκείμενα, ίνα τους εραστάς προσελκύσωσι, διάφορα μετεχειρίζοντο μέσα ή δηλαδή κύπτοντες έκαμνον απρεπείς κινήσεις, απογυμνούντα τα της φύσεως απόρρητα ή απρεπώς τα χείρας εκίνουν ή την κεφαλήν εδώ και εκεί έκλινον, ακρατώς και αναιδώς γελώντα. Προς τούτοις εκοσμούντο καθ’ υπερβολήν. Ο Αλεξανδρεύς Κλήμης ομιλεί περί καλλωπισμού των προϊσταμένων παιδαρίων, τα οποία προς τούτο οι ανδραποδοκάπηλοι εβίαζον... ετόνισε δε και ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης ότι επί της εποχής του οι ανδρόγυνοι εθήρευον τους άνδρας διά του καλλωπισμού.

Μέρος του καλλωπισμού τους ήταν να μαζεύουν τα μαλλιά τους ψηλά σε κότσο, να αλείφονται με μύρα και να φοράνε χρυσά περιδέραια.

Το πάθος της αρσενοκοιτίας, συνεχίζει ο Φαίδων Κουκουλές, εχαρακτηρίζετο από τους Βυζαντινούς ως η των Σοδόμων ασθένεια ή Σοδομιτισμός, οι δ’ εις τούτο δουλεύοντες Σοδομίται ή Σοδομηνοί. Απέναντι της τοιαύτης εκτροπής ο Χριστιανισμός έλαβε στάσιν διδάσκων ότι η παρά φύσιν εργασία εξοργίζει τον Θεόν, όστις, πλην άλλων δεινών, και σεισμούς πέμπει και άλλα σημεία και τέρατα ποιεί.

Η Πολιτεία έλαβε μέτρα εναντίον τους. Ο αυτοκράτωρ Κώνστας όρισε την ποινή του θανάτου για τους «αρσενοκοίτες» (αν και ο ίδιος αργότερα έγινε παθιασμένος «αρσενοκοίτης»). Ο Ιουστινιανός το ίδιο. Ο Λέων ο Α΄ τούς φυλάκιζε, τους εξόριζε ή τους έριχνε στη θάλασσα. Επί Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου «οι ασελγείς, ο τε ποιών και ο υπομένων ξίφει τιμωρήσθωσαν. Ει δε ο υπομένων ήττων των δώδεκα ετών ευρεθή, συγχωρείσθω ως της ηλικίας δηλούσης μη ειδέναι αυτόν (δηλαδή δεν καταλάβαινε) το τι υπομένει». Όποιος ήταν μικρότερος από δώδεκα χρονών, πρώτα τον έδερναν και μετά τον έκλειναν σε μοναστήρι.

Αργότερα οι ποινές μετριάστηκαν. Όσους «ανδρομανείς» έπιαναν, τους έδερναν, τους κούρευαν και τους εξόριζαν.

Σύμφωνα με τις Ασίζες της Κύπρου «οι Σοδομίται εντέχουνται να αποθάνουν κακόν θάνατον, άσχημον».

Ο Φαίδων Κουκουλές αναφέρει «και την καυλοκόπησιν του αθεμιτουργούντος και είτα την διαπόμπευσιν αυτού».

Η Εκκλησία είχε τις δικές της ποινές.

Γράφει ο Φαίδων Κουκουλές:

Κατά τον Μ. Βασίλειο «ο την ασχημοσύνην εις τους άρρενας διαπράξας, μετανοήσας και εξομολογηθείς, επί δέκα και πέντε έτη έπρεπε να κωλύεται των αγιασμάτων, νηστεύων και προσκλαίων». Ο δε Γρηγόριος ο Νύσσης «επί δέκα και οκτώ έτη εκώλυε της μεταλήψεως τον αρσενοκοιτούντα». Την ποινή κατέβασε ο Θεόδωρος Στουδίτης στα δύο έτη, «αφού ελεγχθή ότι πράγματι μετενόησεν, εν τω μεταξύ ξηροφαγών και κάμνων ημερησίως διακοσίας μετανοίας».

Τέλος «ο δια νηπιότητα ή πτωχείαν ή βίαν ή καθ’ όλου βινηθείς δεν επιτρεπόταν να γίνει διάκονος ή ιερέας, αν δε κάποιος γενόμενος κληρικός, εξηκολούθει να βινήται, τότε, κατά τον Ιωάννην τον Νηστευτήν, απηγορεύετο να ιερουργή. Σύμφωνα με τον ίδιο, «ηδύνατο να ιερωθεί παιδίον ουχί φθαρέν, αλλά ει εις τους μηρούς την ροήν εδέξατο».

Η βυζαντινή κοινωνία ήταν αυστηρή περί τα σεξουαλικά ήθη, αυτό είναι γνωστό. Παρ’ όλα αυτά οι Βυζαντινοί, ως κανονικοί άνθρωποι με ορμές, απολάμβαναν την ερωτική ευχαρίστηση με τον τρόπο που ήθελαν, με τη διαφορά ότι μετά οι περισσότεροι ένιωθαν ένοχοι και αμαρτωλοί.

Αν κάτι καλό έχει η εποχή μας, είναι ότι προσπαθεί να απεμπλέξει την ερωτική ευχαρίστηση από την ενοχή και την αίσθηση της αμαρτίας.

Χρειάστηκαν πάντως αρκετοί αιώνες για να μεταμορφωθούν οι αρσενοκοίτες, οι ανδρομανείς, οι νοσούντες την θήλειαν νόσον, οι αρρενομίκτες, οι πάσχοντες τα των γυναικών, οι θηλυδρίες άνδρες, οι άρρενες άρρεσι την ασχημοσύνην εργαζόμενοι, οι αρρενοφθόροι, οι ανδραποδοκάπηλοι, οι Σοδομίτες, οι την ασχημοσύνην εις τους άρρενας διαπράξαντες, οι αρρενομανούντες σε ομοφυλόφιλους και μετά σε gay που μπορούν να παντρεύονται μεταξύ τους και να κάνουν και οικογένεια.

Η παιδεραστία ωστόσο παραμένει ταμπού, εφόσον έχει να κάνει με παιδιά που υποχρεώνονται με τη βία ή την πειθώ να κάνουν κάτι που δεν θέλουν, δεν τους αρέσει και τους προκαλεί ψυχικό τραύμα.

Και στο θέμα αυτό η εποχή μας διακρίνεται από τις περασμένες εποχές και έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο, εφόσον στο παρελθόν τα παιδιά αντιμετωπίζονταν με ωμότητα και κυνισμό, όχι μόνο όταν επρόκειτο για σεξ, αλλά σε όλους τους τομείς της ζωής.

Αν ήταν εδώ ο Χριστός θα τους αποστόμωνε με την φράση «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω». Αλλά οι κληρικοί, που θα έπρεπε να ντρέπονται για την κτηνώδη βυζαντινή κληρονομιά τους των εκτελέσεων, των συχνά θανατηφόρων από αιμορραγία καυλοτομιών, της εξορίας, των διαπομπεύσεων των ομοφυλόφιλων με τους νόμους κακούργων (συχνά διαβόητων ομοφυλόφιλων) ευσεβών αυτοκρατόρων και με τις ευλογίες αισχρών εκκλησιαστικών πατέρων

ΜΕΡΟΣ Β'

Η ομοφυλοφιλία στο Βυζάντιο: έγκλημα και τιμωρία

Πολλά έχουν γραφτεί το τελευταίο διάστημα για τη βιολογική, ψυχολογική, νομική και κοινωνική διάσταση του ζητήματος που ανέκυψε από την πρόσφατη υπερψήφιση του νόμου για την αναγνώριση ταυτότητας φύλου.

Οι περισσότεροι επικριτές του νόμου, όσοι δεν είναι υποκριτές και καιροσκόποι, είναι αναμφίβολα αδαείς και ως εκ τούτου αρνητές μιας διαχρονικής πραγματικότητας, γνωστής στις κοινωνίες όλων των ιστορικών περιόδων.

Εστιάζουν στην ηθική διάσταση του θέματος με συνεχείς αναφορές στην Εκκλησία και επικλήσεις στα προστάγματά της για τη συγκεκριμένη «παρεκτροπή» στη σεξουαλική συμπεριφορά των πιστών της.

Ποια ήταν λοιπόν η αρχέτυπη θέση της Εκκλησίας και της θεοκρατικής πολιτικής εξουσίας του Βυζαντίου απέναντι στο «αδίκημα» της ομοφυλοφιλίας;

Τόσο στο Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας όσο και στα νομοθετικά κείμενα του βυζαντινού κράτους, η συγκεκριμένη «παρεκτροπή», σε κάθε μορφή της εκδήλωσής της, εμφανίζεται μόνο με την έννοια της ομοφυλοφιλίας και αποδίδεται με όρους όπως ανδροκοιτία, αρσενοκοιτία, αρρενοφθορία, παιδεραστία ή, με περιφραστικό τρόπο, τόσο για άνδρες όσο και για ομοφυλόφιλες γυναίκες.

Προοίμιο των αυστηρών σχετικών Κανόνων της χριστιανικής Εκκλησίας αποτελούν ανάλογοι Κανόνες της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι εμπεριέχουν μάλιστα διατάξεις θανάτωσης σε περίπτωση ομοφυλοφιλικής πράξης ανδρών: «Ος αν κοιμηθή μετά άρσενος κοίτην γυναικός, βδέλυγμα εποίησεν˙ αμφότεροι θανατούσθωσαν».

Την οργή του από την έντονη και ελεύθερη εκδήλωση των ομοφυλοφυλικών σχέσεων ανδρών και γυναικών στις μέρες του (ρωμαϊκή εποχή), εκφράζει ο Απόστολος Παύλος στην Α' προς Ρωμαίους Επιστολή του, με τη χαρακτηριστική φράση: «αι τε γαρ θήλειαι αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν, ομοίως δε και οι άρσενες αφέντες την φυσικήν χρήσιν της θηλείας εξεκαύθησαν εν τη ορέξει αυτών εις αλλήλους, άρσενες εν άρσεσι την ασχημοσύνην κατεργαζόμενοι».

Οι ποινές που προβλέπονταν στους Κανόνες της Εκκλησίας ποίκιλλαν και αυξομειώνονταν κατά περίπτωση, ανάλογα με τη βαρύτητα του σχετικού «εγκλήματος».

Πολυετής αφορισμός από την Εκκλησία (10, 15, 18 έτη), εκατοντάδες καθημερινές γονυκλισίες και ξηροφαγία ήσαν οι συνήθεις ποινές που επέβαλλε η Εκκλησία.

Για την Εκκλησία και ο λεσβιακός έρωτας συνιστούσε μεγάλο ερωτικό έγκλημα. Στις παντρεμένες ομοφυλόφιλες επιβαλλόταν η ποινή που προβλεπόταν για τις μοιχαλίδες, ενώ στις ανύπαντρες, τις χήρες και τις μοναχές εκείνη των εκδιδόμενων γυναικών.

Στα νομοθετικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου η Πολιτεία, σε αγαστή συνεργασία (συναλληλία) με την Εκκλησία, κατέταξε την ομοφυλοφιλία στην ομάδα των βαριών εγκλημάτων, για τα οποία προβλεπόταν η θανατική ποινή.

Εκτός της θανάτωσης με ξίφος, σκληρή και επώδυνη για τους ομοφυλόφιλους ήταν η ποινή της «καυλοτομής», της αποκοπής δηλαδή του ανδρικού μορίου για λόγους πρόληψης και αποτροπής τυχόν υποτροπής του «δράστη».

Στην επιβολή της καυλοτομής, η οποία συχνά λόγω αιμορραγίας προκαλούσε τον θάνατο, αναφέρονται ιστορικοί της βυζαντινής περιόδου, όπως ο Μαλάλας και ο Ζωναράς: «ευθέως προσέταξεν ο βασιλεύς [Ιουστινιανός] τους αρρενοφθόρους καυλοτομείσθαι» και «κατά των ανδρομανών πολύς έπνευσε και πλείστους διά ταύτην την αιτίαν εκόλασε, την αιδώ τούτων εκτέμνων».

Στη βαρύτητα του «εγκλήματος» της ομοφυλοφιλίας επικεντρώνονται στους πύρινους Λόγους τους οι Πατέρες της Εκκλησίας, κυρίως οι Ιωάννης Χρυσόστομος και Μέγας Βασίλειος, με τον πρώτο να παροτρύνει τους νέους που έχουν αυτή τη ροπή ν’αυτοκτονούν παρά να ατιμάζονται με αυτό τον τρόπο.

Ο ίδιος, φανατικός εκφραστής του ιδεώδους της παρθενίας, απαντά στους επικριτές του ότι «η ομοφυλοφιλία ευθύνεται για την υπογεννητικότητα στην εποχή του και όχι η παρθενία».

Οι Ιεράρχες θεωρούσαν τις ομοφυλοφυλικές σχέσεις, που εκδηλώνονταν στην εποχή τους (4ος αι.), σύμπτωμα της χαλαρής ηθικής της ρωμαϊκής κοινωνίας που ακόμη επικρατούσε στις μέρες τους, και ήλπιζαν ότι με τις βαριές ποινές που προβλέπονταν από την Εκκλησία και την Πολιτεία τα φαινόμενα αυτά, με την πάροδο του χρόνου, θα εξέλιπαν.

Αυτό βέβαια δεν συνέβη, όπως αποδεικνύεται από τις συνεχείς αναφορές σε σχετικά περιστατικά και την επιβολή σκληρών ποινών έως το τέλος του Βυζαντίου.

Παρ’ όλο που οι Λόγοι των Πατέρων της Ορθοδοξίας είχαν απήχηση στο ποίμνιό τους (το συγκινούσαν και συνάμα το τρόμαζαν), δεν κατάφεραν εν τέλει να καταπνίξουν τα ανθρώπινα πάθη και να αδρανοποιήσουν τα φυσικά ένστικτα.

Σε όλο το φάσμα της βυζαντινής κοινωνίας (ανάμεσα στους πολιτικούς, τους κληρικούς, τους μοναχούς και τους απλούς πολίτες) εκδηλώνονταν και συνάπτονταν ομοφυλοφιλικές σχέσεις.

Αυτό καταδεικνύει ότι, ακόμη και στη θεοκρατική βυζαντινή κοινωνία, παρά τον εξαναγκασμό και την ακραία βία που της ασκούσαν οι δύο κυρίαρχοι φορείς εξουσίας, Πολιτεία και Εκκλησία, υπήρξαν κατηγορίες ανθρώπων που δεν υιοθετούσαν καθολικά τον ηθικό τους κώδικα˙ ενίοτε δε ακολουθούσαν τις προσωπικές ερωτικές επιλογές τους, ρισκάροντας ακόμη και την ίδια τη ζωή τους.

Εν κατακλείδι, τίθεται το απλό ερώτημα: έγκλημα ήταν η εκδήλωση και σύναψη ομοφυλοφιλικών σχέσεων ή η αντιμετώπισή τους από την Εκκλησία και την Πολιτεία με τον τρόπο που περιέγραψα πιο πάνω; Προς τι λοιπόν οι οιμωγές και οι υστερικές κραυγές στο όνομα μάλιστα των επιταγών και παραδόσεων της Εκκλησίας;

ΜΕΡΟΣ Γ'

Μια διεστραμμένη παρεκτροπή. Μια θεομίσητη πράξη. Το όνειδος της ανθρωπότητας. Μια λαίλαπα. Μια μυσαρή πράξη. Αποσπάσματα από το ευαγγέλιο της αγάπης της Εκκλησίας. Ω, παίδες ευλογείτε!

Ποιος ξεχνάει την απύθμενου βάθους και ακράτου χριστιανικότητος ρήση του εν Χριστώ πατρός ημών Χριστοδούλου τον Νοέμβριο του 2004. «Σκεφτείτε πού έχουμε φτάσει, σε ποιο κατάντηµα έχει φτάσει η ανθρωπότητα, η οποία την αμαρτία, – που είναι διακεκηρυγµένη, βοώσα και κράζουσα, θέλει να την καλύψει, να µη λέμε, να µη μιλάμε, γιατί ενοχλούνται αυτοί που έχουν το κουσούρι. Γιατί θέλουν όλοι οι άλλοι να το παραδεχθούν ως μια φυσιολογική κατάσταση». [in.gr, 31/10/2004]

Πριν αλέκτωρ λαλήσει τού ήρθαν κατακέφαλα τα σκάνδαλα της Αγίας Εκκλησίας. Μητροπολίτες και αρχιμανδρίτες με καλλιτεχνικά ψευδώνυμα τύπου Μπέμπα Μπλάνς, Κάλας, Σούλα, Λέλα, Ρίτα και παρόμοια χαριτόβρυτα (γνωστά στους κοντινούς της Εκκλησίας από χρόνια [Το Καλάμι] γίνονταν επί σειράν εβδομάδων τηλεοπτικές ρόμπες. Ταυτόχρονα, εκατοντάδες άλλες παπαδιές και μοναχές του ανωτέρου και κατωτέρου κλήρου βίωναν ανενόχλητες το «κουσούρι» τους στην ασφάλεια της ανωνυμίας τους.

Τα τηλεοπτικά παράθυρα είχαν πάρει φωτιά, ο αρχιεπίσκοπος (ο οποίος inter alia μας έχει δηλώσει ότι «δεν ασχολείται με τα γήινα» [Έθνος, 14/11/2005]) προανήγγειλε κάθαρση και ξαφνικά, όλα σταμάτησαν, η Εκκλησία αυτοκαθάρθηκε στη Κολυμβήθρα του Σιλωάμ και όλα μέλι γάλα.

Entre nous, εχέσθημεν για τα εσωτερικά της Εκκλησίας και θα την είχαμε γραμμένη στα παλαιότερα των υποδημάτων μας, αν το σχιζοφρενικό ιερατείο της δεν φρόντιζε να μας τσιγκλίζει κάθε λίγο και λιγάκι. Σαν τον αισωπικό μύθο όπου καθένας έχει δύο τσουβάλια, μπροστά του αυτό με τα ελαττώματα των άλλων και πίσω του εκείνο με τα δικά του και βλέπει μόνο το μπροστινό, έτσι και η Αγία του Χριστού Εκκλησία, ξεχνώντας τα δικά της βγαίνει να πολεμήσει τους τρισκατάρατους ομοφυλόφιλους, πηγή κάθε κακού στην ελληνική κοινωνία. Αλλά ποιους ομοφυλόφιλους; Τους άλλους φυσικά! Τους δικούς της ούτε κατά διάνοια. Σαρξ εκ σαρκός της είναι, αυτούς θα πολεμήσει; Να μην τρελαθούμε κιόλας!

Έτσι η Αγία Ιερά Σύνοδος με την Μπέμπα Μπλάνς, την Κάλας, τη Σούλα, τη Λέλα, τη Ρίτα και τις λοιπές θεές, από δω το γύρισε, από κει το έφερε, μας είπε (2/6/2005) [Περιοδικό Εκκλησία, 7/2005] ότι η ομοφυλοφιλική συμπεριφορά ενός κληρικού είναι παντελώς άσχετη με την άσκηση του δημοσίου λειτουργήματός του. Και ότι οι κληρικοί δεν είναι δημόσια πρόσωπα, επομένως είναι πολύ κακό να βγαίνουν τα άπλυτά τους στη φόρα.

Εκατοντάδες «παπαδιές» βιώνουν ανενόχλητες το «κουσούρι» τους, ενώ η Αγία του Χριστού Εκκλησία πολεμά τους τρισκατάρατους ομοφυλόφιλους. Αλλά ποιους ομοφυλόφιλους; Τους άλλους φυσικά! Τους δικούς της ούτε κατά διάνοια. Σαρξ εκ σαρκός της είναι. Μην τρελαθούμε κιόλας!

Δεν μας απασχολεί αν οι κληρικοί είναι ή δεν είναι δημόσια πρόσωπα («είναι» αποφάνθηκε ο πρώτος πρόεδρος της Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων κ. Δαφέρμος) [Έθνος της Κυριακής, 24-25/12/2005, σ. 37]. Δεν μας απασχολεί αν οι «δραστηριότητες» ενός παπά επηρεάζουν την άσκηση του λειτουργήματός του την επομένη (ενδεχομένως να μην την επηρεάζει). Δεν μας απασχολεί ούτε το κατά πόσο εμπαίζουν την κοινωνία οι παπάδες που κάνουν ακριβώς αυτά που μετά βδελυγμίας καταδικάζουν (την ομοφυλοφιλία επί του προκειμένου). Αυτά είναι προβλήματα της Εκκλησίας και των πιστών της. Ας τα βρουν μόνοι τους (που απ΄ ότι φαίνεται μια χαρά τα έχουν βρει – δεν υπάρχει χειρότερος τυφλός απ’ αυτόν που δεν θέλει να δει).

Εκείνο όμως που μας διαολίζει, είναι ότι η Μπέμπα Μπλάνς, η Κάλας, η Σούλα, η Λέλα, η Ρίτα, η Βίκυ, η Μπούλα κλπ εκφέρουν ανερυθρίαστα δημοσίως γνώμη για το αν επιτρέπεται ή όχι να αναγνωριστεί νομικά η συμβίωση ατόμων του ίδιου φύλου και επηρεάζουν τη θρησκόληπτη μερίδα της κοινωνίας που πιστεύει ότι έτσι πολεμάει τον ηθικόν ξεπεσμόν του έθνους. Λόγω της αρρωστημένης σχέσης Κράτους-Εκκλησίας, οι παραπάνω γεροντοκοπέλες έχουν τη δύναμη να αρνούνται δικαιώματα στους ομοφυλόφιλους φορολογούμενους πολίτες, την ίδια στιγμή που οι ίδιες πίσω από κλειστές πόρτες παίρνονται με τεκνά του μπερντέ.

Και έχουν σοβαρούς λόγους να αρνούνται δικαιώματα σε αμαρτωλούς, γιατί ένα χρόνο μετά τις αποκαλύψεις και τα σκάνδαλα είναι σίγουρες ότι «η ομοφυλοφιλία είναι μια διεστραμμένη παρεκτροπή από του φυσικού. Είναι μία θεομίσητη μιαρή πράξη εντελώς έξω από την ακτινοβολία του χριστιανισμού. Είναι το όνειδος της ανθρωπότητας και ο μεγάλος κίνδυνος της ανθρώπινης κοινωνίας με ανυπολόγιστες επιπτώσεις. Επιφέρει συσκότιση των φύλων και εμπνέει ιδεολογίες που προωθούν την αμφισβήτηση της οικογένειας, η οποία κατά τη φύση αποτελείται από δύο ετερόφυλους γονείς, τον άνδρα και τη γυναίκα. Παρίσταται ανάγκη όπως μπροστά σε αυτή τη λαίλαπα της ομοφυλοφιλίας, πολιτεία, εκκλησία και κοινωνία γενικώς, προ της διάλυσης της οικογένειας και της πολλαπλής διάβρωσης της κοινωνίας μας, να φροντίσουν ώστε να παταχθεί η μυσαρή αυτή πράξη της ομοφυλοφιλίας με τα απαραίτητα δραστικά μέτρα πριν να είναι πολύ αργά». Τα παραπάνω υπογράφει ο κ. Ε. Κολλάς, γενικός γραμματέας του Ιερού Συνδέσμου Κληρικών Ελλάδας στο Βήμα της Κυριακής στις 10/7/2005 [To Βήμα, 10/7/2005] .

Η Μπέμπα Μπλάνς, η Κάλας, η Σούλα, η Λέλα, η Ρίτα, η Βίκυ, η Μπούλα δίνουν πάτημα στον Υπουργό Δικαιοσύνης ώστε να αρνείται κατηγορηματικά να νομοθετήσει υπέρ της συμβιώσεως ατόμων ίδιου φύλου επικαλούμενος διάφορες αρλούμπες [To Βήμα, 31/12/2005], γιατί τρέμει την αντίδραση των θρησκόληπτων ψηφοφόρων του!

Πρόσφατα μάλιστα (5/1/2006) ο μητροπολίτης Καλαβρύτων Αμβρόσιος ζήτησε από την Ιερά Σύνοδο να βγάλει διάγγελμα που θα καταδικάζει την ομοφυλοφιλία! [in.gr, 4/1/2006] Αυτό και αν είναι! Είχε να γίνει από το 390 μ.Χ. με τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο. Καλά πάμε, σε λίγο έρχονται οι απαγχονισμοί, ε, κύριε υπουργέ;

Πώς το είχε πει ο πρώτος (και τελευταίος) Χριστιανός επί της γης; Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί;

ΔΕΣ: ΑΓΙΑ ΖΕΥΓΑΡΙΑ ΟΜΟΦΥΛΩΝ - Κάποτε η Εκκλησία ευλογούσε την συμβίωση ομοφυλόφιλων

Σχέσεις δίχως τέλος

Έχουν πάψει από καιρό να είναι ερωτικές. Συχνά είναι αδύνατον να θεωρηθούν έστω συντροφικές. Γιατί όμως τόσοι άνθρωπο δεν χωρίζουν; Οι ατέρμονες σχέσεις ουσιαστικά εκφράζουν την ανάγκη μας για το μαζί. Παρ' όλο που συνήθως λέμε «δυνατός είναι αυτός που συμβιώνει», δηλαδή αυτός που καταφέρνει να ζει το μαζί, πολλές φορές δυνατός είναι εκείνος που καταφέρνει να λύσει μια σχέση. Όμως πώς επιλέγουμε τον σύντροφό μας;

Πότε μια σχέση δυσλειτουργεί και ποιο είναι τότε το κόστος για τα μέλη της; Τι σημαίνει «είμαστε καλά μαζί» και πόσο μύθος είναι το σεξ μέσα στη μακροχρόνια σχέση; 

Η σχέση του ζευγαριού είναι ένα καζάνι που βράζει και που τα τελευταία χρόνια εκρήγνυται όλο και πιο συχνά, όλο και πιο νωρίς. Παράλληλα, έρευνες αποδεικνύουν ότι το οικογενειακό πλαίσιο προσφέρει ασφάλεια και ψυχοκοινωνικά στηρίγματα απέναντι στη μοναξιά και στην κοινωνική απομόνωση, ότι ενίοτε προσφέρει ακόμη και καλή υγεία. Έτσι το ερώτημα είναι με ποια κριτήρια επιλέγουμε συγκεκριμένες σχέσεις και συντρόφους.

Το άτυπο συμβόλαιο

Υπάρχουν συνειδητές αλλά κυρίως ασυνείδητες σκέψεις και αντιλήψεις για τον άνθρωπο που επιλέξαμε. Σε κάθε σχέση υπάρχει ένα άτυπο συμβόλαιο που συνυπογράφουμε με τον σύντροφό μας. Στο συνειδητό κομμάτι του καταγράφονται επιλογές όπως: Θέλω έναν σύντροφο για να πορεύομαι μαζί του στη ζωή. Επιλέγω τον συγκεκριμένο γιατί είναι ειλικρινής, έχει χιούμορ, είναι αισιόδοξος. Στην πράξη όμως λειτουργούν ασυνείδητα μέρη του συμβολαίου και αυτά αφορούν ό,τι κουβαλάει ο καθένας μαζί του μέσα στη σχέση. Δηλαδή τα βιώματα και οι καταβολές του.

Μια μορφή ατέρμονης σχέσης που συναντώ συχνά είναι εκείνη στην οποία ο άντρας έχει επιλέξει μια γυναίκα πολύ νωρίς, στα 19 του. Και ενώ τα μέλη του ζευγαριού έχουν φτάσει σε ηλικία 50 ετών και ζουν σε μια σχέση διόλου λειτουργική, παραμένουν σε αυτή και αποκλείουν το ενδεχόμενο του χωρισμού. Ειδικότερα, ο άντρας της σχέσης είναι εγκλωβισμένος επειδή ως παιδί βίωσε την εγκατάλειψη από τον πατέρα, ταυτίστηκε με τα συναισθήματα της μητέρας και είπε "εγώ δεν θα εγκαταλείψω ποτέ την οικογένειά μου. Η γυναίκα, από την άλλη μεριά, που επίσης επέλεξε να μπει στη συγκεκριμένη σχέση, έχασε τον πατέρα της νωρίς και γρήγορα έψαξε για ένα υποκατάστατό του. Αυτό είναι λοιπόν το ασυνείδητο κομμάτι του συμβολαίου που ενώνει τους δύο συγκεκριμένους ανθρώπους.

Η σχέση τους είναι βέβαια δυσλειτουργική για τους ίδιους ασυνείδητους λόγους που οδήγησαν στη δημιουργία της. Σε καθημερινή βάση η γυναίκα εκφράζει το άγχος της απώλειας που έχει βιώσει, με ανασφάλειες του τύπου "άργησες, πού ήσουν, κοίταξες άλλη γυναίκα, δεν με βοηθάς στο σπίτι". Ο άντρας, από την πλευρά του, βλέποντας τη γυναίκα του να υποφέρει, αναβιώνει τα συναισθήματα της εγκαταλελειμμένης μητέρας του και νιώθει ένοχος ή θυμώνει ή κάνει και τα δύο μαζί. Σε μια τέτοια σχέση η ενοχή δημιουργεί θυμό και ο θυμός ενοχή· τα μέλη του ζευγαριού δεν καταλαβαίνουν γιατί τσακώνονται. Από την άλλη, πολλά ζευγάρια με άλλου τύπου βιώματα επιβιώνουν με συγκρούσεις, με καθημερινούς τσακωμούς – με τέτοιον τρόπο σχετίζονται. 'Αρα το θέμα δεν είναι το αν διαρκεί μια σχέση ή όχι, αλλά το κόστος που απαιτείται γι' αυτή η διάρκεια.

Σχέσεις χωρίς σεξ

Συμβόλαιο σχέσης δεν υπάρχει χωρίς ερωτική επιθυμία. Η σεξουαλική δυσλειτουργία μέσα στη σχέση είναι μια διαδεδομένη πραγματικότητα.

Είναι εντυπωσιακό πόσο πολλά ζευγάρια διατηρούνται ενωμένα χωρίς ερωτική σχέση. Είναι καιρός να το πούμε ξεκάθαρα: η πλειονότητα των ζευγαριών δεν έχει σεξουαλικές επαφές στο πλαίσιο της σχέσης. Το σώμα δεν λέει ψέματα· αν δεν αισθάνεσαι καλά, δεν λειτουργείς στο σεξ. Έτσι, όσοι δεν μπορούν να χωρίσουν, μένουν μαζί χωρίς σεξ. Επιπλέον, πολλά ζευγάρια εκτονώνονται με εξωσυζυγικές σχέσεις αλλά δεν χωρίζουν, γιατί μέσω της δέσμευσης διατηρούν πράγματα που τα θεωρούν πολύ σημαντικά. 'Αλλωστε αυτό που λέμε οικογένεια, το να είμαστε μαζί -από τα τραπέζια μέχρι τις διακοπές- έχει μεγάλη σημασία. Ειδικά για εμάς τους Έλληνες. Γι' αυτό πολλά ζευγάρια συνεχίζουν την κοινή πορεία ασχέτως κόστος. Όχι ότι δεν υπάρχουν και ζευγάρια με ισχυρό σεξουαλικό δεσμό. Όπως και άλλα με ισχυρή συντροφικότητα, η οποία καλύπτει τις όποιες ανάγκες και ελλείψεις. 'Απειρα τα μοτίβα των σχέσεων.

Ξέρουμε τι θέλουμε;

Η συντροφικότητα, το μοίρασμα, η συμπαράσταση, η τρυφερότητα είναι σημαντικοί παράγοντες για να είμαστε καλά με κάποιον. Όμως ξέρουμε να αναγνωρίζουμε πότε είμαστε καλά με κάποιον;
Ξέρουμε τι δεν θέλουμε σε μία σχέση, αλλά δεν ξέρουμε τι θέλουμε. Γι' αυτό είναι τόσο δύσκολες οι σχέσεις μας: δεν συνεννοούμαστε επειδή δεν επικοινωνούμε. Για την ακρίβεια, τα ζευγάρια κυρίως λύνουν πρακτικά προβλήματα καθημερινότητας. 'Οσο για την ουσιαστική διαπραγμάτευση μεταξύ των μελών τους, αυτή γίνεται με προβληματισμούς του τύπου: Πόσο σημαντικός είμαι άραγε για σένα;». Ωστόσο, σήμερα είναι δύσκολο να αισθανθείς σημαντικός για τον άλλον. Τις περισσότερες ώρες της μέρας ο καθένας μας βρίσκεται με άλλους ανθρώπους, ο καθένας κάνει πράγματα που αφορούν τον εαυτό του. Και όταν φύγουν τα παιδιά από το προσκήνιο, τα οποία λειτουργούν για πολλούς ως βασικό συγκολλητικό στοιχείο της σχέσης, το ζευγάρι μένει μόνο και κυριαρχείται από τον φόβο και την ανασφάλεια. Ο δε φόβος να αποχωρήσεις από μία σχέση είναι αυτός που τελικά πυροδοτεί τις συγκρούσεις.

Η σχέση ως τραμπάλα

Το μόνο σίγουρο είναι ότι τέλεια σχέση δεν υπάρχει. Στις μέρες μας, ωστόσο, δεν είναι αδικαιολόγητη μια κάποια αισιοδοξία. Το αισιόδοξο είναι ότι σήμερα συνειδητοποιούμε ευκολότερα τις προσωπικές μας ευθύνες στη σχέση μας. Αντιλαμβανόμαστε, δηλαδή, ότι δεν φταίει πάντα ο άλλος. Όταν μάλιστα βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από τα μάτια του άλλου, συνειδητοποιούμε ότι η σχέση είναι μια διαδικασία αλληλοκαθορισμού, ότι σε αυτή ο ένας καθορίζει τη συμπεριφορά του άλλου σαν να βρισκόμαστε πάνω σε τραμπάλα. Επίσης, σημαντικό είναι και το γεγονός ότι σήμερα οι άνθρωποι είναι πιο αυτόνομοι μέσα στη σχέση – διόλου τυχαία, λέμε πια "ο σύντροφός μου" και όχι "ο σύζυγός μου". Σήμερα οι σύντροφοι καθορίζουν λοιπόν την απόσταση που επιθυμούν να έχουν μεταξύ τους, τις μεταξύ τους δοσοληψίες, τους κοινούς στόχους και τον βαθμό ελευθερίας κινήσεων. Αισιοδοξία προκαλεί και κάτι ακόμη: οι άντρες λένε πλέον "θέλω επαφή, συναίσθημα, αγκαλιές". Παλεύουν εξίσου για τη σχέση τους και τολμούν να πουν "εγώ είμαι το πρόβλημα". Εν κατακλείδι, σε μεγάλο βαθμό ξέρουμε πια ότι η σχέση του ζευγαριού είναι η πιο δύσκολη διότι δεν υπάρχει τρίτος να τη ρυθμίζει. Εκτός ίσως από τα παιδιά. Ωστόσο βλέπω συχνά παιδιά χωρισμένων γονιών με λιγότερα προβλήματα σε σύγκριση με παιδιά που οι γονείς τους μένουν μαζί. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ' όψιν...

Αναζητώντας ζωή σε άλλους κόσμους

Ήδη από τον 17ο αιώνα, ο σύγχρονος του Γαλιλαίου φιλόσοφος Τζιορντάνο Μπρούνο υποστήριξε ότι στο Σύμπαν υπάρχουν άπειροι πλανήτες σαν τη Γη και υπαινίχθηκε ακόμη και την ύπαρξη ζωής σε αυτούς. Περιττό να πούμε ότι το λαμπρό αυτό πνεύμα έχασε τη ζωή του με τρόπο δραματικό, στην πυρά, για τις κοσμολογικές του αντιλήψεις. Σήμερα έχουμε επιβεβαιώσει την ύπαρξη 4.000 και πλέον πλανητών πέρα από το ηλιακό σύστημα, τους οποίους ονομάζουμε εξωπλανήτες. Από αυτούς οι μισοί μοιάζουν, ως προς το μέγεθος και τη σύστασή τους, με τη Γη μας. Για την ακρίβεια, μέχρι την 1η Μαΐου 2021, σύμφωνα με τη NASA, γνωρίζαμε 4.758 επιβεβαιωμένους εξωπλανήτες.

Kepler-452bKepler-452 b: Ένας «ξάδελφος της Γης» με 5-πλάσια μάζα ΄και διπλάσια βαρύτητα, που περιστρέφεται γύρω από ένα αστέρι σαν τον ήλιο μας στην κατοικήσιμη ζώνη, όπου θα μπορούσε να υπάρχει υγρό νερό. Η ανακάλυψή του ανακοινώθηκε στις 23 Ιουλίου 2015 ενώ απέχει 1.400 έτη φωτός από το ηλιακό μας σύστημα. Ένα διαστημόπλοιο που θα επιχειρούσε να τον προσεγγίσει θα χρειαζόταν, αν η ταχύτητά του ήταν όσο του Νέοι Ορίζοντες, του ταχύτερου διαστημόπλοιου που εκτοξεύθηκε ποτέ από τη Γη, περίπου 25,8 εκατομμύρια χρόνια.

Προϋποθέσεις κατοικησιμότητας

Τους εξωπλανήτες, όντας πολύ μακρινά και αμυδρά σώματα, πώς μπορούμε να τους εντοπίσουμε και να τους μελετήσουμε ώστε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για την κατοικησιμότητά τους; Προτού αναφερθούμε στους τρόπους αναζήτησης εξωπλανητών, είναι χρήσιμο να ορίσουμε τι εννοούμε με τον όρο «κατοικησιμότητα» ενός πλανήτη. Ένας αρχικός και πολύ απλοϊκός ορισμός είναι η ικανότητα ενός πλανήτη να αναπτύξει και να διατηρήσει στην επιφάνειά του οποιαδήποτε μορφή ζωής. Σύμφωνα με την επιστήμη της βιολογίας και με βάση τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά των γήινων έμβιων όντων, η ζωή για να αναπτυχθεί χρειάζεται τρία βασικά στοιχεία,

α. Νερό σε υγρή μορφή.

β. Χημικά στοιχεία από τα οποία θα δημιουργηθούν οι ενώσεις που συνθέτουν τους βιολογικούς οργανισμούς

γ. Ενέργεια η οποία στην πλειονότητά της προέρχεται από το μητρικό άστρο του πλανήτη.

Θερμοκρασία και πίεση

Γύρω από κάθε άστρο της κύριας ακολουθίας υπάρχει μια περιοχή όπου, ένας βραχώδης πλανήτης θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να διατηρήσει στην επιφάνειά του νερό σε υγρή μορφή. Μία βασική προϋπόθεση είναι η ακτινοβολία με τη μορφή θερμότητας που δέχεται ο πλανήτης από το μητρικό του άστρο να είναι τέτοια ώστε η επιφανειακή θερμοκρασία του πλανήτη να επιτρέπει στο νερό να μην παγώνει ούτε να εξατμίζεται, αλλά να παραμένει σε υγρή μορφή. Βέβαια για να συμβεί αυτό δεν αρκεί μόνο η θερμοκρασία να είναι κατάλληλη, αλλά και η ατμοσφαιρική πίεση να είναι επίσης ανάλογη. Η περιοχή αυτή ονομάζεται κατοικήσιμη ζώνη.

Η απόσταση της ζώνης αυτής από το άστρο ποικίλει ανάλογα με τον φασματικό του τύπο. Η έννοια αυτή της κατοικήσιμης ζώνης διευρύνεται αν αναζητήσει κανείς άλλες πηγές ενέργειας, εκτός του μητρικού άστρου, η οποία θα μπορούσε να συμβάλει στην ύπαρξη νερού σε υγρή μορφή σε κάποιον βραχώδη κόσμο. Τέτοια παραδείγματα συναντούμε στο ηλιακό σύστημα. Οι δορυφόροι του Δία Ευρώπη, Καλλιστώ και Γανυμήδης και ο δορυφόρος του Κρόνου Εγκέλαδος είναι δείγματα της περίπτωσης αυτής. Μολονότι βρίσκονται πέρα από την τυπική κατοικήσιμη ζώνη του Ηλίου, εντός της οποίας βρίσκεται μόνο η Γη, διαθέτουν τεράστιες ποσότητες υγρού νερού κάτω από την παγωμένη τους επιφάνεια. Αν και η επιφανειακή θερμοκρασία των σωμάτων αυτών είναι περίπου -150 βαθμοί Κελσίου, το νερό παραμένει σε υγρή μορφή χάρη στην εσωτερική θερμότητα (η οποία προκαλείται από τις τριβές των πετρωμάτων τους λόγω των ισχυρών παλιρροϊκών δυνάμεων που τους ασκεί το βαρυτικό πεδίο των πλανητών).

Μέθοδοι αναζήτησης εξωπλανητών

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα αναζητούν οι επιστήμονες πλανήτες γύρω από άλλους αστέρες του Γαλαξία οι οποίοι θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν ζωή, αξιοποιώντας πλήθος τεχνολογιών. Ειδικότερα, για την αναζήτηση εξωπλανητών αξιοποιούνται πέντε μέθοδοι έρευνας:

α. Η μέθοδος της διάβασης (transit),

β. της ακτινικής ταχύτητας (radial velocity),

γ. του βαρυτικού μικροφακού (gravitational microlensing),

δ. της απευθείας φωτογράφησης και ε. του συγχρονισμού των pulsars.

Από τις παραπάνω μεθόδους οι δύο πρώτες είναι οι πιο σημαντικές. Με την πρώτη μπορούμε να υπολογίσουμε τη διάμετρο του πλανήτη, την περίοδο περιφοράς του γύρω από τον αστέρα και κατ’ επέκταση, χρησιμοποιώντας τον τρίτο νόμο του Κέπλερ, την απόστασή του από αυτόν. Επίσης αναλύοντας φασματοσκοπικά το φως του αστέρα που διέρχεται μέσα από την ατμόσφαιρα του πλανήτη, εφόσον διαθέτει, μπορούμε να πάρουμε πληροφορίες για την πυκνότητα και τη σύστασή της. Η δεύτερη μέθοδος μας δίνει τη μάζα του πλανήτη και αφού γνωρίζουμε συνδυαστικά τη διάμετρο του πλανήτη αποκτούμε εικόνα για την πυκνότητά του και τη σύσταση του. Έτσι συμπεραίνουμε αν πρόκειται για αέριο ή βραχώδες σώμα. Τα δεδομένα για τους εξωπλανήτες συλλέγονται από μεγάλα επίγεια τηλεσκόπια ή εξειδικευμένα για τον σκοπό αυτόν διαστημικά τηλεσκόπια, με πιο σημαντικά από αυτά το CoRoT (Convection, Rotation and planetary Transits) της ESA και της CNES, το Kepler και TESS (Transiting Exoplanet Survey Satellite) της NASA.

Ασύλληπτες αποστάσεις

Πόσο μακριά έχουμε καταφέρει να κοιτάξουμε με τα τηλεσκόπιά μας; Η διάμετρος του Γαλαξία υπολογίζεται σε 100.000 έτη φωτός, ενώ η θέση μας απέχει περίπου 26.000 ε.φ. από το κέντρο του. Στην προσπάθειά μας να ανακαλύψουμε νέους εξωπλανήτες έχουμε καταφέρει να κοιτάξουμε σε μία ακτίνα περίπου 3.000 ε.φ. εντός της οποίας βρίσκονται οι πιο γνωστοί από αυτούς. Ωστόσο ο πιο μακρινός γνωστός εξωπλανήτης βρίσκεται σε απόσταση 13.000 ε.φ. προς το κέντρο του Γαλαξία και ονομάζεται OGLE-2014-BLG-0124L.

Ποιες είναι όμως οι πιθανότητες να υπάρχει ζωή και σε άλλους κόσμους εκτός από τη Γη; Αξίζει να επισημανθεί ότι η επιστημονική έρευνα δεν αφορά μόνο την αναζήτηση ζωής σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξής της, αλλά και τη ζωή που να έχει αναπτύξει νοήμονα πολιτισμό ικανό να επικοινωνήσει με άλλους. Είμαστε λοιπόν μόνοι και, αν όχι, πού είναι οι υπόλοιποι; (Το ερώτημα αυτό είναι γνωστό ως παράδοξο του Fermi.)

Αναπάντητα ερωτήματα

Σήμερα γνωρίζουμε με βεβαιότητα τη θέση μας στον Γαλαξία, ως τον μοναδικό πλανήτη που φιλοξενεί ζωή, ενώ με βάση τα επιστημονικά δεδομένα μπορούμε να υπολογίσουμε τις πιθανότητες να υπάρχει και σε άλλους κόσμους. Επίσης γνωρίζουμε ότι το Σύμπαν είναι γενικά ένα εχθρικό περιβάλλον, ενώ σε κάποιες απόμερες γωνιές του μπορεί να υπάρχουν οάσεις, όπου μπορεί να εμφανιστεί και να εξελιχθεί η ζωή. Ωστόσο οι περιοχές αυτές είναι σίγουρα πολύ μακριά μας και με τα σημερινά δεδομένα είναι πρακτικά αδύνατο να καταφέρουμε να ταξιδέψουμε ως εκεί. Έτσι, με βάση τα μέχρι σήμερα τεχνολογικά μας επιτεύγματα, το μόνο φιλόξενο για εμάς «σπίτι», είναι ο πλανήτης Γη. Αυτός ο τόσο όμορφος αλλά και τόσο εύθραυστος κόσμος είναι το μοναδικό μας σπίτι και το μοναδικό μας διαστημόπλοιο που μας ταξιδεύει στο αχανές Διάστημα. Έχουμε λοιπόν ύψιστο χρέος να τον προστατέψουμε για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε και για να συνεχίσουμε να ψάχνουμε.

O Εσωτερικός μας δαίμονας

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής ενός ανθρώπου διέπεται από ασυνείδητους ενδοψυχικούς μηχανισμούς, οι οποίοι καθορίζουν την ποιότητα ζωής του. Κάποιοι από αυτούς έχουν ολέθριες επιδράσεις στην καθημερινότητα του, τον παραλύουν και τον ακινητοποιούν.

Ένας από αυτούς του μηχανισμούς ψυχικής παράλυσης είναι η Ενοχή, η οποία μαζί με το φόβο αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο απέναντι σε μία παραγωγική ζωή.

Τι είναι όμως η ενοχή;

Στην καθημερινότητα χρησιμοποιούμε τον όρο ενοχή αναφερόμενοι ως επί το πλείστον σε ένα αίσθημα δυσφορίας, το οποίο έπεται μιας σκέψης ή πράξης που έχουμε κάνει και την οποία δεν εγκρίνουμε ως καλή. Ωστόσο, σαν ψυχολογικός μηχανισμός, η ενοχή έχει μία πιο διευρυμένη έννοια και καλύπτει όλο το φάσμα της ύπαρξης ενός ατόμου. Είναι ένας εσωτερικός δαίμονας, μία αρχή, μία εξουσία, η οποία μας ωθεί σε καταναγκαστικές πράξεις. Στον παρανομαστή της ενοχής βρίσκεται η έννοια του «πρεπισμού».

Η ενοχή λοιπόν είναι το δυσάρεστο συναίσθημα που εμφανίζεται όταν κάποιος δεν υπακούει στα εσωτερικευμένα «ΠΡΕΠΕΙ».

Είναι συναίσθημα άγχους και δυσφορίας, δείγμα σκοταδισμού της ανθρώπινης ύπαρξης. Εμφανίζεται ως εσωτερική φωνή όταν αρχίζουμε να πράττουμε αυθόρμητα λέγοντας «Έκανες μεγάλο διάλειμμα, ΠΡΕΠΕΙ να γυρίσεις στη δουλειά», «Δεν ΠΡΕΠΕΙ να ξενυχτάς», « ΠΡΕΠΕΙ να αποταμιεύεις για το μέλλον» και φυσικά ο κατάλογος δεν έχει τέλος.

Ασχέτως αν μερικά από τα «πρέπει» είναι δυνατό να έχουν μακροπρόθεσμη ή βραχυπρόθεσμη χρησιμότητα, σε κάθε περίπτωση αποτελούν ένδειξη νεύρωσης και ψυχαναγκασμού. Είναι η υποταγή σε μία παράλογη εσωτερική εξουσία. Το παράδοξο είναι ότι όσο αυτή η υποταγή μεγαλώνει, τόσο τα αισθήματα ενοχής ισχυροποιούνται.

Πρόκειται για κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή ενός ανθρώπου, οι οποίοι βέβαια δεν έχουν θεσπιστεί από τον ίδιο, όσο και αν αυτός πιστεύει το αντίθετο.

Είναι προϊόντα ενδοβολής κανόνων, προτύπων συμπεριφοράς και μοντέλων εξουσίας που από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξης μας έχουμε εσωτερικεύσει.

Δύο από τις ισχυρότερες μορφές ασυνείδητης ψυχικής εξουσίας είναι η οικογένεια και η κοινωνία.

Από τη βρεφική ακόμα ηλικία το άτομο μαθαίνει να υπακούει σε νόμους και κανόνες, οι οποίοι έχουν την μορφή των «πρέπει» και περιορίζουν την ελεύθερη ανάπτυξη του.

Τα πρώτα λοιπόν «πρέπει» έρχονται από τους γονείς μας, οι οποίοι μας προβάλλουν ένα μοντέλο συμπεριφοράς και ρυθμιστικών κανόνων ζωής τα οποία στη μετέπειτα ηλικία μας τα εσωτερικεύουμε ασυνείδητα και ενεργούμε βάση αυτών. Μάλιστα, όταν παρεκκλίνουμε από αυτά τα πρότυπα συμπεριφοράς επέρχεται ένα αίσθημα ενοχής και δυσφορίας το οποίο δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε.

Ένα πολύ απλό παράδειγμα θα αναδείξει πως αυτή η εσωτερικευμένη εξουσία των γονιών μας ρυθμίζει ασυνείδητα τη μετέπειτα ζωή μας. Ένας από τους πρώτους κανόνες που μαθαίνει πολύ μικρό παιδί είναι ότι ΠΡΕΠΕΙ να κοιμάται νωρίς και να ξυπνάει νωρίς. Αυτός ο κανόνας έχει εσωτερικευθεί και εμφανίζεται με τη μορφή ενοχής όταν ο ενήλικας κοιμηθεί ή ξυπνήσει αργότερα από την ώρα που «πρέπει», παρόλο που δεν έχει καμία εξωτερική υποχρέωση. Είναι η ίδια φωνή που σου λέει «σταμάτα να διασκεδάζεις και πήγαινε να εργαστείς ή να μελετήσεις». Είναι η ενοχή που αισθάνεσαι αν πιεις ή φας λίγο παραπάνω ή αν αγοράσεις κάτι ακριβό επειδή και μόνο σου άρεσε.

Στο ίδιο επίπεδο εσωτερικεύουμε και τις επιταγές της κοινωνίας. «Πρέπει» να παντρευτείς μέχρι μια συγκεκριμένη ηλικία, «πρέπει» να είσαι ευγενικός, εργατικός, καλοσυνάτος, αλτρουιστής και ούτω καθεξής. Όπως ανέφερα και πριν, όσο πιστά και αν ακολουθούμε αυτές τις αρχές, το αίσθημα της ενοχής θα παραμένει και θα μας βασανίζει. Θα παραμείνει διότι είναι ένδειξη ψυχικής δυσλειτουργίας, νεύρωσης και εσωτερικού θανάτου. Μέσω αυτής της υποταγής στα πρέπει και της συνακόλουθης ενοχής το άτομο χάνει τον εαυτό του, μπλοκάρει την ανάπτυξη της προσωπικότητας του και ζει μία ζωή που δεν του ανήκει.

Μία άλλη ιδιότητα της ενοχής είναι το γεγονός ότι μας στερεί την απόλαυση της τωρινής στιγμής. Μας καθηλώνει στο παρελθόν προκαλώντας συναισθηματική δυσφορία και αδράνεια. Είναι ένα συναίσθημα που δεν επιφέρει καμία αλλαγή και δε διορθώνει καμία κατάσταση. Αντιθέτως, οδηγεί το άτομο σε ένα ψυχικό αδιέξοδο και σε μια ζωή μιζέριας, θλίψης και ανησυχίας τα οποία με τη σειρά τους τρέφουν τα αισθήματα ενοχής. Ασυνείδητα δηλαδή ενδυναμώνουμε τα συναισθήματα ενοχής, εισερχόμενοι σε ένα φαύλο κύκλο περιφρόνησης απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.

Προσωπικά πιστεύω ότι η ενοχή, παρότι δεν είναι ούτε ενστικτώδης ανάγκη ούτε εξυπηρετεί κάποια βιολογική σκοπιμότητα σε αντίθεση με το φόβο και το άγχος που μας προετοιμάζουν να αντιδράσουμε σε ένα απειλητικό ερέθισμα, είναι ο ισχυρότερος ψυχολογικός μηχανισμός που διέπει την ανθρώπινη ύπαρξη. Διότι, η ενοχή είναι το μόνο αίσθημα το οποίο ξεπερνά το μεγαλύτερο φόβο του ανθρώπου: το φόβο θανάτου. Πράγματι, ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων επέλεξαν την αυτοκτονία ως την ύστατη λύτρωση από το αίσθημα ενοχής.

Το να απαλλαχθεί κανείς από τα συναισθήματα ενοχής και τα «πρέπει» απαιτεί συναισθηματική και ψυχολογική ωρίμανση.

Βυθισμένοι με θρησκευτική ευλάβεια στον προγραμματισμό και την κατάτμηση της ύπαρξης μας δε μένει χρόνος να σκεφτούμε, να νιώσουμε και να αισθανθούμε.

Έτσι, εκτελούμε το «καθήκον» μας όπως μας πρόσταξαν οι «εξωτερικές εξουσίες», αποφεύγοντας να κοιτάξουμε μέσα μας και να συγκρουστούμε με αυτές.

Η διαδικασία φυσικά δεν είναι ευχάριστη διότι ξυπνάει τον «εσωτερικό μας δαίμονα» που τόσο μεθοδικά έχουμε ναρκώσει. Είναι όντως οδυνηρό να ανακαλύπτει κανείς ότι έχει ζήσει μια ζωή όπως οι άλλοι θέλανε, μία ζωή που δεν του ανήκει, που δεν τον εκφράζει.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η κατανόηση των ασυνείδητων κινήτρων της συμπεριφοράς μας είναι η κινητήριος δύναμη της αλλαγής και ψυχολογικής ωρίμανσης, ούριος άνεμος στο ταξίδι αναζήτησης της χαμένης αυθεντικότητας μας.

Συμβουλές προς γονείς με παιδιά που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού

Αν είστε γονέας ενός παιδιού με αυτισμό, πιθανότατα γνωρίζετε τις εντυπωσιακές δυνάμεις του που αναμειγνύονται με τα επαναλαμβανόμενα εμπόδια. Μπορούν να κάνουν κάποια πράγματα με ευκολία, αλλά αντιμετωπίζουν προκλήσεις σε άλλους τομείς. Το παιδί σας μπορεί να έχει τη δυνατότητα να ζήσει ανεξάρτητα ως ενήλικας και να εργαστεί στον τομέα που έχει επιλέξει. Ορισμένες στρατηγικές γονικής φροντίδας μπορούν να τα βοηθήσουν να επιτύχουν αυτούς τους στόχους.

Οι προκλήσεις στην ανατροφή ενός παιδιού με αυτισμό

Το αυτιστικό παιδί σας μπορεί να είναι ο ειδικός της οικογένειας στους υπολογιστές. Μπορεί να είναι αυτό που ρωτάτε όταν δεν μπορείτε να θυμηθείτε ποια μέρα ήρθε ο γείτονάς σας για επίσκεψη ή τι ώρα ξεκίνησε η χαλαζόπτωση. Όταν πρόκειται για το εστιασμένο ενδιαφέρον τους, μπορεί να φαίνεται ότι έχουν περισσότερες πληροφορίες στο κεφάλι τους από όσες υπάρχουν σε ολόκληρο το διαδίκτυο.

Μπορεί επίσης να αντιδρούν σε απροσδόκητες αλλαγές ρουτίνας ή σε κανόνες με τους οποίους δεν συμφωνούν. Οι βαθμοί τους στο σχολείο μπορεί να έχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των μαθημάτων που τους αρέσουν και αυτών που απεχθάνονται. Μπορεί να περάσετε πολλές ώρες προσπαθώντας να αποσπάσετε την προσοχή τους από ένα θέμα που τα ενοχλεί. Όσο έξυπνο και ταλαντούχο κι αν είναι το παιδί, πιθανότατα χρειάζεται στήριξη σε ορισμένους τομείς. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν:

– κοινωνικοποίηση

– επικοινωνία

– συναισθηματική ρύθμιση

– διαχείριση του άγχους

– προσαρμογή στην αλλαγή

– αισθητηριακή ρύθμιση

Τούτου λεχθέντος, υπάρχουν τρόποι με τους οποίους μπορείτε να βοηθήσετε.

6 συμβουλές προς γονείς με παιδιά που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού

Ο αυτισμός είναι ένα φάσμα, που σημαίνει ότι επηρεάζει τον καθένα με διαφορετικό τρόπο. Κάθε παιδί έχει τα δικά του δυνατά σημεία και τους δικούς του τομείς ανάπτυξης. Υπάρχουν διάφορες στρατηγικές ανατροφής που μπορείτε να δοκιμάσετε, ανάλογα με τις ανάγκες στήριξης του παιδιού σας.

1. Χτίζουμε μια σχέση εμπιστοσύνης

Όταν ένας εκπαιδευτικός ή ένας θεραπευτής εργάζεται με ένα παιδί, το πρώτο βήμα είναι η οικοδόμηση σχέσης. Η αύξηση της εμπιστοσύνης περιλαμβάνει την εξεύρεση τρόπων να καταλάβετε τις εμπειρίες του μέσω

– ενεργητικής ακρόασης: Η ενεργητική ακρόαση περιλαμβάνει το να δίνετε στο παιδί σας την αμέριστη προσοχή σας και να παρατηρείτε όσα περισσότερα μπορείτε για το τι προσπαθεί να επικοινωνήσει. Μπορείτε να αποκτήσετε χρήσιμες γνώσεις ακούγοντας τις συμπεριφορές καθώς και τις λέξεις.

– δραστηριοτήτων υπό την καθοδήγηση του παιδιού: Η συμμετοχή σε δραστηριότητες που επιλέγει το παιδί σας στέλνει το μήνυμα ότι τα ενδιαφέροντά του έχουν σημασία και είναι μια ισχυρή στρατηγική οικοδόμησης σχέσεων.

Η εμπιστοσύνη σημαίνει ότι το παιδί σας θα είναι πιο πρόθυμο να επικοινωνήσει μαζί σας, γεγονός που διευκολύνει την υποστήριξή του.

2. Αύξηση της κοινωνικής επίγνωσης

Η θεωρία του νου (ΘτΝ) είναι η δεξιότητα που επιτρέπει στους ανθρώπους να κατανοούν τις διαφορετικές προοπτικές των άλλων. Οι διαφορές σε αυτή είναι συχνές στον αυτισμό.

Εάν το παιδί σας παρουσιάζει διαφορές, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να μάθει τι σκέφτονται ή αισθάνονται οι άλλοι άνθρωποι. Ωστόσο, αν δεν αποκτά παθητικά αυτή τη γνώση με τον ίδιο ρυθμό όπως τα παιδιά τυπικής ανάπτυξης, μπορεί να χρειαστεί εξηγήσεις για τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων.

Η αφιέρωση χρόνου για συζήτηση σχετικά με τις κοινωνικές συναντήσεις μπορεί να αυξήσει τις δεξιότητες αυτές. Ρωτώντας το παιδί σας πώς ένιωσε ή τι σκέφτηκε για τις αλληλεπιδράσεις με τους συνομηλίκους του μπορεί να δημιουργήσετε διδακτικές στιγμές όπου θα εξηγήσετε συμπεριφορές που μπορεί να έχουν παρεξηγηθεί.

3. Εξετάζουμε την επικοινωνία

Είναι ειρωνικό το γεγονός ότι παιδιά με προηγμένο λεξιλόγιο θα επωφελούνταν από την υποστήριξη στο κομμάτι της επικοινωνίας. Ωστόσο, υπάρχουν μερικοί τομείς στους οποίους το παιδί σας μπορεί να επωφεληθεί από την καθοδήγηση, όπως

– πραγματιστική γλώσσα. Πρόκειται για την κοινωνική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της εναλλαγής κατά την ομιλία και της κατάλληλης ακρόασης όσο μιλά ο άλλος.

– εκφραστική γλώσσα. Η εξερχόμενη επικοινωνία, τόσο η γραπτή όσο και η προφορική, είναι η εκφραστική γλώσσα. Η μη λεκτική επικοινωνία, όπως οι χειρονομίες, είναι μέρος της εκφραστικής γλώσσας.

– προσλαμβάνουσα γλώσσα. Η εισερχόμενη επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της ανάγνωσης και της ακρόασης, αποτελεί μέρος αυτής. Μπορεί να είναι χρήσιμο να ελέγχετε την κατανόηση ζητώντας από το παιδί σας να επαναλάβει τα πράγματα που του έχετε πει.

Η αποτελεσματική επικοινωνία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το παιδί σας αλληλεπιδρά με τον υπόλοιπο κόσμο, οπότε είναι μια δεξιότητα που αξίζει να αφιερώσετε χρόνο για να τη βελτιώσετε.

4. Διδάσκουμε στρατηγικές ηρεμίας

Η συναισθηματική δυσλειτουργία δεν είναι μόνο αιτία των διασπαστικών ξεσπασμάτων. Έρευνες, συμπεριλαμβανομένης μιας μελέτης του 2020, τη συνδέουν επίσης με το άγχος στα αυτιστικά άτομα.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τα συναισθηματικά ξεσπάσματα δεν είναι μια μορφή χειραγώγησης. Αντίθετα, το παιδί σας αισθάνεται συγκλονισμένο και έχει χάσει προσωρινά την ικανότητά του να ρυθμίζει τα συναισθήματα.

Η παρατήρηση και ο εντοπισμός των εκλυτικών παραγόντων ή των προειδοποιητικών σημείων σας επιτρέπει να παρέμβετε πριν το παιδί σας αναστατωθεί υπερβολικά. Όταν βλέπετε σημάδια επικείμενου ξεσπάσματος, η ανακατεύθυνση με μια δραστηριότητα ηρεμίας μπορεί να βοηθήσει:

«Φαίνεται ότι απογοητεύεσαι. Μήπως πρέπει να ζητήσεις ένα διάλειμμα;», «Βλέπω ότι σφίγγεις τις γροθιές σου. Θέλεις να δοκιμάσεις μια άσκηση αναπνοής;». Οι επιλογές μπορούν επίσης να βοηθήσουν το παιδί σας να νιώσει ότι έχει περισσότερο τον έλεγχο, όπως π.χ: «Φαίνεται ότι χρειάζεσαι ένα διάλειμμα. Θέλεις να πας μια βόλτα ή να φας κάτι;».

5. Προώθηση της ευελιξίας

Ίσως έχετε ανακαλύψει ότι η προτροπή του παιδιού σας πριν από μια αλλαγή δραστηριότητας κάνει τη μετάβαση ευκολότερη. Αυτό συμβαίνει επειδή μια απρόβλεπτη αλλαγή μπορεί να προκαλέσει άγχος στα αυτιστικά άτομα.

Συνήθως είναι εύκολο να διαχειριστείτε τις μεταβάσεις στο σπίτι, επειδή είναι ένα ελεγχόμενο περιβάλλον. Μπορείτε να προτρέψετε το παιδί σας με μια προειδοποίηση 5 ή 10 λεπτών και να το επαναλάβετε κάποιες φορές κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος. Ωστόσο, ο εξωτερικός κόσμος δεν είναι τόσο διαλλακτικός.

Μια λύση είναι να εξασθενήσετε σταδιακά τις προτροπές μετάβασης. Δοκιμάστε μια μικρότερη προειδοποίηση με λιγότερες επαναλήψεις για να δείτε πώς μπορεί να το χειριστεί το παιδί σας.

Μια άλλη λύση είναι να δημιουργήσετε μια θετική συσχέτιση με μια απροσδόκητη αλλαγή. Προσφέρετε κάτι ως αντάλλαγμα για μια μετάβαση χωρίς προτροπή, όπως επιπλέον χρόνο στο τάμπλετ αργότερα για να κλείσετε τώρα την τηλεόραση.

6. Δικτυωνόμαστε με άλλους γονείς

Μερικές φορές, οι καλύτερες συμβουλές προέρχονται από εκείνους που έχουν βρεθεί στη θέση σας. Η δικτύωση με άλλους γονείς στην αντίστοιχη κοινότητα μπορεί να σας συνδέσει με στήριξη και κατανόηση που μπορεί να διευκολύνει το ρόλο σας. Ο παιδίατρος του παιδιού σας μπορεί να έχει στοιχεία επικοινωνίας για ομάδες υποστήριξης γονέων στην περιοχή σας ή μπορείτε να δοκιμάσετε να ψάξετε στο διαδίκτυο.

Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς: Τι είναι ψυχή

Τι είναι ψυχή; Αυτό το ερώτημα απασχόλησε τη σκέψη των αρχαίων στοχαστών ήδη από τα πρώτα βήματα της φιλοσοφίας. Από τον Θαλή έως τον Αριστοτέλη, οι φιλόσοφοι προσπάθησαν να ορίσουν την ψυχή σύμφωνα με τη θεωρία τους: Η ψυχή είναι σφαιροειδή σχήματα (Δημόκριτος), σκόνες («ξύσματα», Πυθαγόρειοι), ο νοῦς (Αναξαγόρας), ο ἀήρ (Διογένης, Αναξιμένης), το πῦρ ή η ἀναθυμίασις (Ηράκλειτος), το ὕδωρ (Ίππων), το αἷμα (Κριτίας), η ἁρμονία (Πλάτων, Φαίδων 85e-86d). Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που θα αφιερώσει ένα ολόκληρο έργο, το Περί ψυχής όπου στο Α΄ βιβλίο θα ξεκινήσει από τις θεωρίες των προγενεστέρων, ώστε «να κρατήσουμε όσα έχουν ειπωθεί σωστά και να προφυλαχτούμε από τις λανθασμένες απόψεις».

Ο Αριστοτέλης τις γνωρίζει όλες (και μάλιστα τα έργα του αποτελούν πηγή για τις θεωρίες των Προσωκρατικών) και τελικά θα τις αποδομήσει. Καμία δεν αντιστέκεται στην κριτική του. «Όλοι ορίζουν την ψυχή με τρία πράγματα, όπως είπαμε: με την κίνηση, την αίσθηση και το ασώματο» (405b11-12) παρατηρεί ο Αριστοτέλης. Μπορεί να οριστεί όμως με αυτά η ψυχή, δείχνει να αναρωτιέται. Πράγματι, το έμψυχο ον σε αντίθεση με το άψυχο έχει ιδία κίνηση, όπως και αίσθηση. Επιπλέον, ως φυσική συνέπεια της θεωρίας τους οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι ορίζουν την ψυχή με κάποιο στοιχείο, γεγονός που σύμφωνα με τον Αριστοτέλη καταλήγει σε άτοπο:

«Κάποιοι ισχυρίζονται ότι αυτή [η ψυχή] είναι αναμεμειγμένη με το σύμπαν, από όπου ίσως και ο Θαλής να συμπέρανε ότι τα πάντα είναι γεμάτα θεούς. Αυτό όμως έχει κάποιες δυσκολίες· καθώς για ποια αιτία όταν η ψυχή βρίσκεται στον αέρα και στη φωτιά (τῷ πυρὶ) δεν δημιουργεί ένα ζωντανό ον, αλλά στα μεικτά όντα [ενν. τους έμβιους οργανισμούς] δημιουργεί, ενώ φαίνεται να είναι ανώτερη από αυτά; Θα μπορούσε να ερευνήσει κάποιος και για ποια αιτία η ψυχή που βρίσκεται στον αέρα είναι ανώτερη και πιο αθάνατη από αυτή που βρίσκεται στα ζώα. Και στις δύο περιπτώσεις καταλήγουμε σε άτοπο και παράλογο: γιατί το να λες ζωντανό ον τη φωτιά ή τον αέρα είναι από τα πιο παράλογα πράγματα και το να μην τα λες ζωντανά (ζῷα) ενώ έχουν ψυχή είναι άτοπο.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 411a7-16

Είναι φανερό ότι, αν και συζητά όλες τις θεωρίες, ο Αριστοτέλης απομακρύνεται από την πρώιμη σκέψη των Φυσικών φιλοσόφων, όπως και από εκείνη του δασκάλου του, Πλάτωνα. Η μεγαλύτερή του ένσταση σε όλες τις θεωρίες είναι η αοριστία τους. Περιλαμβάνει ο ορισμός της ψυχής όλα τα έμψυχα όντα; Οι προγενέστεροι φιλόσοφοι δεν δείχνουν να το πρόσεξαν αυτό.

«Αλλά όλοι και όσοι λένε ότι η ψυχή αποτελείται από στοιχεία επειδή γνωρίζει και αισθάνεται τα όντα, και ότι είναι αυτό που κινεί περισσότερο (κινητικώτατον) δεν μιλούν για κάθε ψυχή (οὐ περὶ πάσης λέγουσι ψυχῆς). Γιατί ούτε κινούνται όλα τα όντα που έχουν αίσθηση. Και φαίνεται ότι υπάρχουν κάποια ζωντανά όντα που δεν κινούνται στον χώρο. Και όμως φαίνεται σαν να είναι αυτή η μοναδική κίνηση με την οποία η ψυχή κινεί το ζωντανό ον (τὸ ζῷον). Το ίδιο και όσοι δημιουργούν από τα στοιχεία τον νου και την ικανότητα για αίσθηση. Διότι φαίνεται ότι και τα φυτά ζουν χωρίς να έχουν την ικανότητα της κίνησης ούτε της αίσθησης, ενώ πολλά από τα ζώα δεν έχουν ούτε την ικανότητα να σκέφτονται (διάνοιαν οὐκ ἔχειν). Ακόμη κι αν κάποιος τα δεχόταν αυτά και θεωρούσε τον νου ως μέρος της ψυχής και το ίδιο την ικανότητα της αίσθησης, δεν θα μιλούσε γενικά για κάθε ψυχή ούτε για καμιά ψυχή συνολικά. Φαίνεται όμως ότι και η αρχή που υπάρχει στα φυτά είναι κάποιο είδος ψυχής. Αυτή η αρχή είναι η μοναδική κοινή ανάμεσα στα ζώα και στα φυτά. Χωρίζεται από την αισθητική αρχή, κανένα ον δεν έχει όμως αίσθηση χωρίς αυτή.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 410b16-30

Με αυτή την παρατήρηση κλείνει το Α΄ βιβλίο του Περὶ ψυχῆς όπου ο φιλόσοφος έχει παρουσιάσει κατ’ αρχάς όλες τις απόψεις των προγενέστερων φιλοσόφων. Τα λάθη τους έχουν ήδη επισημανθεί από τον συγγραφέα: Η ψυχή ούτε αποτελείται από τα στοιχεία ούτε όμως και να οριστεί με την κίνηση και την αίσθηση. Ο επιστήμονας Αριστοτέλης θα συνδέσει την ψυχή με το σώμα. Το έμψυχο ον αποτελείται από σώμα και ψυχή, από ύλη και μορφή (εἶδος). Αυτά τα δύο ακατάλυτα ενωμένα αποτελούν την ουσία του. Η πρώτη απόπειρα ορισμού της ψυχής ακολουθεί:

«Επειδή είναι σώμα και τέτοιου είδους αυτό που έχει ζωή, δεν θα μπορούσε η ψυχή να είναι το σώμα. Γιατί το σώμα δεν μπορεί να είναι αυτά που αποδίδονται σε ένα υποκείμενο, αλλά είναι μάλιστα το υποκείμενο και η ύλη. Είναι αναγκαίο άρα η ψυχή να είναι ουσία, ως μορφή σώματος φυσικού που έχει τη δυνατότητα της ζωής.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 412a16-20

Ο Αριστοτέλης όμως δεν έχει ολοκληρώσει τον ορισμό. Η έννοια της ἐντελέχειας κάνει την εμφάνισή της. Ο όρος είναι απαραίτητος προκειμένου να δηλώσει τη μετάβαση από τη κατάσταση της δυνατότητας σε αυτήν της ενέργειας. Μάλιστα, η κατοχή της ενέργειας αλλά η μη χρήση της (τῷ ἔχειν καὶ μὴ ἐνεργεῖν), θα ονομαστεί από τον ίδιο πρώτη ἐντελέχεια. Ο τελευταίος όρος που προστίθεται προκειμένου να ολοκληρωθεί ο ορισμός είναι το ὀργανικόν. Το φυσικό σώμα των έμβιων όντων που βρίσκεται στην κατάσταση της πρώτης εντελέχειας πρέπει να έχει όργανα. Τι όργανα όμως και για ποιον σκοπό; Έπειτα από μία μικρή παρένθεση που επεξηγεί τη σημασία των οργάνων, ο συγγραφέας του Περὶ ψυχῆς είναι έτοιμος να την ορίσει:

«Όργανα είναι και τα μέρη των φυτών αλλά εντελώς απλά, όπως το φύλλο που καλύπτει το περικάρπιο, και το περικάρπιο τον καρπό. Οι ρίζες από την άλλη είναι το ανάλογο του στόματος. Και τα δύο χρησιμοποιούνται για την τροφή. Αν λοιπόν πρέπει να πούμε κάτι κοινό για κάθε ψυχή, θα ήταν ότι η ψυχή είναι η πρώτη εντελέχεια ενός σώματος φυσικού οργανικού.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 412b1-5

Ο Αριστοτέλης θα υπερασπιστεί τον ορισμό του, καθώς κατά τον ίδιο πληροί τις προϋποθέσεις: Περιέχει και παρουσιάζει την αιτία, δεν είναι γενικός, αναφέρεται στο ατομικό είδος της κατώτερης ψυχής. Αντιθέτως, οι έως τώρα ορισμοί ήταν σαν συμπεράσματα, επιπλέον δεν περιλάμβαναν όλα τα είδη ψυχής ούτε όριζαν σε ποιο φυσικό σώμα (φυτού, ζώου, ανθρώπου) ανήκει το κάθε είδος ψυχής. Αλλά, για τον Αριστοτέλη, ψυχή και ζωή ταυτίζονται. Τα είδη της ψυχής αντιστοιχούν στα είδη της ζωής Το είδος της ψυχής εξαρτάται από το είδος του έμβιου όντος. Το κριτήριο του έμψυχου όντος είναι ότι έχει ζωή. Όχι η κίνηση ή η αίσθηση. Πολλά από τα έμψυχα (έμβια όντα) ούτε αισθάνονται ούτε κινούνται στον χώρο, αλλά ζουν:

«Λέμε λοιπόν λαμβάνοντας ως αρχή για την έρευνά μας ότι το έμψυχο διακρίνεται από το άψυχο λόγω της ζωής. Η ζωή λέγεται με πολλούς τρόπους κι αν ένας από αυτούς υπάρχει μόνο, τότε λέμε ότι το ον ζει, όπως ο νους, η αίσθηση, η κίνηση και στάση στον τόπο, ακόμη η κίνηση κατά την τροφή και ο μαρασμός και η αύξηση, γιατί φαίνεται ότι και τα φυτά ζουν.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 413a20-26

Η ζωή και η ψυχή για τον Αριστοτέλη περιλαμβάνουν τις ίδιες λειτουργίες και ορίζονται με τον ίδιο τρόπο. Ανακεφαλαιώνοντας τη θεωρία του, ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνει όσα είπε για τη ζωή. Αυτή τη φορά όμως η ψυχή αντικαθιστά τον όρο ζωή. Αυτό δεν είναι περίεργο, καθώς για τον επιστήμονα Αριστοτέλη, οι όροι είναι συνώνυμοι.

«Προς το παρόν, ας πούμε μόνο αυτά: ότι η ψυχή είναι η αρχή αυτών [των όντων] που αναφέραμε και ορίζεται με αυτά, με το θρεπτικό, το αισθητικό, το διανοητικό και την κίνηση.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 413b11-13

Το έμψυχο και το έμβιο ον στον Αριστοτέλη ταυτίζονται. Δεν είναι ο άνθρωπος το μοναδικό ον με ψυχή ούτε τα ζώα, αλλά όλα όσα ζουν, συμπεριλαμβανομένων και των απλούστερων οργανισμών, όπως τα φυτά. Γιατί η ψυχή να είναι κάτι διαφορετικό από τη ζωή; Η αρχή αυτή διατρέχει όλη την αριστοτελική σκέψη, γεγονός που είναι εμφανές στα βιολογικά έργα, ένα εκ των οποίων είναι και το Περὶ ψυχῆς. Ψυχή δεν είναι μόνο η νόηση, γιατί αν οριστεί έτσι θα αποκλειστούν από τον ορισμό όσα έμψυχα όντα δεν έχουν το νοητικό μέρος της ψυχής. Ο Αριστοτέλης θα επιλέξει επομένως να ορίσει την ψυχή με την κατώτατη λειτουργία της, η οποία είναι κοινή σε όλα όσα ζουν. Το γεγονός αυτό δεν έχει γίνει αντιληπτό από αρκετούς μελετητές του (W. S. Hett, R. D. Hicks, W. D. Ross, L. J. Ackrill) οι οποίοι θεωρούν ότι ο φιλόσοφος δίνει έναν γενικό ορισμό της ψυχής σαν εκείνους που θεωρεί γελοίους:

«Είναι λοιπόν φανερό ότι μπορεί να υπάρξει ένας ορισμός της ψυχής όπως και του σχήματος. Γιατί ούτε εκεί υπάρχει ένα σχήμα εκτός από το τρίγωνο και όσα ακολουθούν, ούτε εδώ υπάρχει άλλη ψυχή εκτός από αυτές που είπαμε. Θα μπορούσε όμως να υπάρξει ένας κοινός ορισμός (λόγος κοινός) που θα εφαρμόζει σε όλα αλλά δεν θα ανήκει σε κανένα σχήμα. Το ίδιο συμβαίνει και για τις ψυχές που είπαμε. Γιατί είναι γελοίο να ζητάει κανείς τον κοινό ορισμό και σ’ αυτές τις περιπτώσεις και σε άλλες, ο οποίος ιδιαίτερος ορισμός (ἴδιος λόγος) δεν θα ανήκει σε κανένα ον, ούτε θα ανήκει στο οικείο και ατομικό είδος και να αφήνει στην άκρη έναν τέτοιο (ορισμό). Παραπλήσια με όσα συμβαίνουν στα σχήματα είναι και αυτά με την ψυχή· γιατί πάντοτε και στα σχήματα και στα έμψυχα στη διαδοχική τους σειρά υπάρχει το προηγούμενο δυνάμει στο επόμενο, όπως στο τετράγωνο το τρίγωνο και στο αισθητικό μέρος το θρεπτικό.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 414b20-32

Οι γελοίοι ορισμοί όμως, όπως ξεκαθαρίζει ο Αριστοτέλης, είναι οι γενικοί, που δεν αντιστοιχούν σε κανένα είδος. Αντιθέτως, ο ίδιος, όντας προσεκτικότατος στους ορισμούς του, ορίζει την ψυχή (και τη ζωή) με το κατώτατο είδος της, το θρεπτικό. Μόνο αν οριστεί έτσι η ψυχή θα περιλαμβάνει όλα όσα ζουν, από τον απλούστερο οργανισμό -που έχει μόνο μία λειτουργία (τη θρεπτική)- έως τον άνθρωπο -που έχει όλες τις λειτουργίες (θρεπτικό, αίσθηση, κίνηση, νόηση). Διότι, η ψυχή ορίζεται με το κοινό της μέρος σε όλα όσα ζουν, που δεν είναι άλλο από το θρεπτικό.

«Αν πρέπει να πούμε κάτι κοινό για κάθε ψυχή, θα ήταν ότι είναι η πρώτη εντελέχεια (η ενεργοποίηση της δυνατότητας) ενός φυσικού σώματος (φυτού, ζώου, ανθρώπου) που έχει όργανα (για να τρέφεται).»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 412b4-5

Η ψυχή λοιπόν ορίζεται με την ικανότητα που έχει οποιοδήποτε έμψυχο ον να τρέφεται. Τι γίνεται όμως με τον νου; Περιλαμβάνεται στον ορισμό της ψυχής; Μπορεί να επιβιώσει μετά τον θάνατο; Ο Αριστοτέλης θα ακολουθήσει τη συνέπεια της θεωρίας του: Ο νους μπορεί να είναι παθητικός (ο ατομικός νους που περιλαμβάνει τη μνήμη, τη φαντασία κτλ.) και ποιητικός. Ο δεύτερος είναι χωριστός, έρχεται θύραθεν. Δεν θα εξεταστεί στο Περὶ ψυχῆς, καθώς δεν ανήκει στο υποκείμενο:

«Όταν χωριστεί ο νους, είναι το μόνο που είναι, και αυτό είναι αθάνατο και αΐδιο. Δεν θυμόμαστε τότε, γιατί αυτό [που μένει] είναι απαθές, ενώ ο παθητικός νους είναι φθαρτός και χωρίς αυτόν [το ον] δεν νοεί τίποτε.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 430a22-25

Η επιβίωση της ατομικής ψυχής μετά τον θάνατο δεν ανήκει στην αριστοτελική θεωρία. Ο θάνατος είναι το χειρότερο από όλα γιατί είναι το τέλος της ζωής.

«Ο θάνατος είναι πολύ φοβερό πράγμα· γιατί είναι το τέλος (πέρας), και στον πεθαμένο δεν φαίνεται τίποτε ούτε καλό ούτε κακό.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1115a26-27