Δευτέρα 11 Απριλίου 2022

Αποδοχή στην Διαφορετικότητα

Γενική Αγωγή, Ειδική Αγωγή και Διαφορετικότητα. Αποδοχή στην διαφορετικότητα. Έννοιες που ενώ στην πραγματικότητα είναι τόσο κοντά, πολλές φορές στο μυαλό μας είναι τόσο μακριά. Πρόκειται για μεγάλο κεφάλαιο, συνεχώς αναπτυσσόμενο με ολοένα περισσότερες εξελίξεις και καινοτομίες και ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια, επιμονή και υπομονή από όλες τις πλευρές.

Παιδιά επίσης, με παραβατική συμπεριφορά, που δεν ανήκουν κάτω από την ομπρέλα της ειδικής αγωγής αυτής καθεαυτής, θεωρούνται όμως «διαφορετικά».

Πώς τα αντιμετωπίζουμε; Τι ευθύνες έχουμε; Ποιος φταίει; Τι κάνουμε;

Εμείς κι εσείς. Εμείς κι αυτοί. Δάσκαλοι γενικής αγωγής. Δάσκαλοι ειδικής αγωγής. Δάσκαλοι γενικότερα. Γονείς. Παιδιά γενικής αγωγής. Παιδιά ειδικής αγωγής. Ποιους βαραίνει η μεγαλύτερη ευθύνη και τελικά τι κάνουμε;

Αναρωτιέμαι λοιπόν, γιατί να υπάρχουν όλοι αυτοί οι διαχωρισμοί. Υπάρχουν τόσα χρόνια. Ποιον εξυπηρετούν στην πραγματικότητα;

Γιατί να μην υπάρχει μόνο το «Εμείς»; Μια ομάδα καθώς στο τέλος - τέλος, ολονών μας ο στόχος είναι η προσωπική και η ευρύτερη ευτυχία του περίγυρού μας.

Γιατί η ευτυχία η δική μας να έρχεται σε αντίθεση από την ευτυχία των άλλων; Γιατί να μην είναι κοινός στόχος όλων μας;

Αποδεχόμενοι τη δική μας διαφορετικότητα

Κι έρχομαι λοιπόν, στην διαφορετικότητα. Όλοι μας είμαστε διαφορετικοί, όχι μόνο σε εξωτερικά χαρακτηριστικά αλλά και σε εσωτερικά. Πολλές φορές στην προσπάθεια μας να γίνουμε αποδεκτοί από τον κοινωνικό μας περίγυρο, το ξεχνάμε αυτό.

Όταν όμως πρώτα εμείς αποδεχτούμε τη δική μας διαφορετικότητα, την αγκαλιάσουμε και την αγαπήσουμε, αγαπήσουμε τον εαυτό μας, γι’ αυτό ακριβώς που είναι, τότε θα σταματήσομε και να προσπαθούμε τόσο πολύ. Και τότε σιγά σιγά κάτι μαγικό θα αρχίσει να συμβαίνει.

Θα έχουμε αποδεχτεί πλήρως το δικό μας εαυτό, τη δική μας διαφορετικότητα και κατ’ επέκταση θα αρχίσουμε να αποδεχόμαστε και την διαφορετικότητα των άλλων. Και σταδιακά θα μπορέσουμε να το διδάξουμε αυτό και στην επόμενη γενιά.

«Σκέψου να μην είσαι ο εαυτός σου για να σε αποδεχτούν οι άλλοι και τελικά να μη σε αποδέχονται ούτε έτσι. Χάνεις και εσένα και εκείνους.» Σμυρνάκης (2021, p.211)

Γιατί δεν είμαστε εμείς κι εσείς, αλλά όλοι μαζί, μια ομάδα, με έναν κοινό στόχο, την ευτυχία. Ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον καθένα μας.

Ένα παιδί με παραβατική, λόγου χάρη, συμπεριφορά, όπως κακές λέξεις, χτυπήματα κλπ, ουσιαστικά αυτό που κάνει είναι κραυγή για βοήθεια. Αυτό που μας λέει με τον δικό του τρόπο είναι: Αγαπήστε με... Ασχοληθείτε μαζί μου... Δώστε μου προσοχή... Αποδεχτείτε με για αυτό που είμαι... Δείξτε μου ότι κι εγώ αξίζω... Βοηθήστε με...

Αν εμείς ως ενήλικες δεν έχουμε αποδεχτεί πρώτα τον εαυτό μας, πώς θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε αυτή την συμπεριφορά; Πώς θα μπορέσουμε να την αποδεχτούμε και παράλληλα να βοηθήσουμε αυτό το παιδί και κατ’ επέκταση να δείξουμε και να ανοίξουμε τον δρόμο στη νέα γενιά να ενεργήσει αντίστοιχα;

Αν η δική μας στάση είναι: «Ε αφού φέρεται άσχημα, δεν τον/την αποδέχομαι και τον/την αφήνω στην μοίρα του».

Πώς θα σπάσουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο;

Mια ανεπιθύμητη συμπεριφορά πυροδοτείται ακόμη περισσότερο από τη δική μας άρνηση να την κατανοήσουμε, να την αποδεχτούμε και στο τέλος να την βοηθήσουμε.

Αν εμείς δεν μπορούμε να κατανοήσουμε και να αποδεχτούμε ότι για παράδειγμα ένα παιδί με αυτισμό, δυσκολεύεται στην κοινωνικοποίηση, καθώς το ίδιο ενώ θέλει να κάνει φίλους, δεν ξέρει πώς να το καταφέρει, πώς θα το βοηθήσουμε και θα δείξουμε και στο ίδιο, αλλά και στους συνομηλίκους του τον δρόμο;

Όλα ξεκινούν από την αποδοχή. Πρώτα του εαυτού μας κι έπειτα των άλλων.

Τρόποι υπάρχουν όπως και λύσεις, αρκεί να υπάρχει θέληση.

Όταν βλέπεις παιδιά 6-7 χρόνων, λόγου χάρη να αποδέχονται πλήρως τους συμμαθητές τους, που βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα της ειδικής αγωγής...

Όταν βλέπεις ότι δεν τους ενοχλούν τα ξεσπάσματα τους, οι πιο έντονες αντιδράσεις τους, οι απρόβλεπτες ή μη αναμενόμενες συμπεριφορές τους...

Όταν βλέπεις ότι υπάρχει κατανόηση από παιδιά 6-7 χρόνων και παράλληλα βλέπεις ότι όχι μόνο προσπαθούν να ηρεμήσουν τους συμμαθητές τους, αλλά το καταφέρνουν κιόλας...

Όταν βλέπεις ότι σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κοροϊδία προς αυτά τα παιδιά και τότε μπαίνουν μπροστά παιδιά ηλικίας 6-7 χρόνων, τα οποία έχουν επιρροή στους συνομηλίκους τους λόγω των ηγετικών τους ικανοτήτων και προστατεύουν αυτά τα παιδιά... Κι όχι απλά τα προστατεύουν, αλλά τα βοηθούν παράλληλα να γίνουν αποδεκτά και από τους υπόλοιπους, πάντα υπό την επίβλεψη ενός αρμόδιου ενήλικα, τότε βλέπεις ότι υπάρχει ελπίδα.

Τότε βλέπεις ότι ανοίγεται ο δρόμος για έναν κόσμο πιο όμορφο και με περισσότερη φροντίδα και ενσυναίσθηση από αυτόν που γνωρίσαμε.

Αν λοιπόν, ένα παιδί, 6-7 χρόνων μπορεί να δείξει τέτοια ποιότητα ενσυναίσθησης, αποδοχής, κατανόησης και αγάπης, φαντάσου τι μπορείς να καταφέρεις εσύ, αρκεί να το θελήσεις.

Ο δρόμος της ευτυχίας σου

Πριν πεθάνω, παιδί μου,

Θα ‘θελα να ‘μαι σίγουρος ότι σου έμαθα…

Να χαίρεσαι τον έρωτα,

να έχεις εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου,

ν’ αντιμετωπίζεις τους φόβους σου,

να ενθουσιάζεσαι με τη ζωή,

να ζητάς βοήθεια όταν τη χρειάζεσαι,

να επιτρέπεις να σε παρηγορούν όταν πονάς,

να παίρνεις τις δικές σου αποφάσεις,

να υπερασπίζεσαι τις επιλογές σου,

να είσαι φίλη του εαυτού σου,

να μη φοβάσαι μήπως γελοιοποιηθείς,

να ξέρεις πως αξίζεις να σε αγαπάνε,

να μιλάς στους άλλους τρυφερά,

να μιλάς ή να σωπαίνεις ανάλογα με το τι κρίνεις για σένα σωστό,

να αποκτάς φήμη για τα επιτεύγματα σου,

να αγαπάς και να φροντίζεις το κοριτσάκι που έχεις μέσα σου,

να μην εξαρτάσαι από την επιδοκιμασία των άλλων,

να μην επωμίζεσαι τις ευθύνες όλων,

να συνειδητοποιείς τα συναισθήματα σου και να πράττεις ανάλογα,

να μην κυνηγάς το χειροκρότημα αλλά τη δική σου ικανοποίηση απ’ αυτό που κάνεις,

να δίνεις γιατί θέλεις, ποτέ γιατί νομίζεις πως είναι υποχρέωση σου,

να απαιτείς να σε πληρώνουν όπως πρέπει για τη δουλειά σου,

να δέχεσαι τους περιορισμούς και την αδυναμία σου χωρίς θυμό,

να μην επιβάλλεις τα κριτήρια σου ούτε να επιτρέπεις να σου επιβάλλουν οι άλλοι τα δικά τους,

να λες ναι μονάχα όταν το θέλεις και να λες όχι χωρίς ενοχές,

να ζεις το σήμερα και να μην έχεις μεγάλες προσδοκίες,

να ρισκάρεις περισσότερο,

να δέχεσαι την αλλαγή και ν’ αναθεωρείς τις πεποιθήσεις σου,

να προσπαθείς να γιατρέψεις τις παλιές και τις πρόσφατες πληγές σου,

να φέρεσαι και ν’ απαιτείς να σου φέρονται με σεβασμό,

να γεμίζεις πρώτα το δικό σου το ποτήρι, και αμέσως μετά το ποτήρι των άλλων,

να σχεδιάζεις το μέλλον αλλά να ζεις και το παρόν,

να εμπιστεύεσαι τη διαίσθηση σου,

να χαίρεσαι τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα,

να καλλιεργείς σχέσεις υγιείς όπου ο ένας στηρίζει τον άλλον,

να κάνεις την κατανόηση και τη συγγνώμη προτεραιότητές σου,

να δέχεσαι τον εαυτό σου όπως είναι,

να μην κοιτάς πίσω σου να για να δεις ποιος σε ακολουθεί,

να μεγαλώνεις μαθαίνοντας από τις διαφωνίες και τις αποτυχίες σου,

να επιτρέπεις στον εαυτό σου να λύνεται στα γέλια μες στο δρόμο χωρίς ιδιαίτερο λόγο,

να μη θεοποιείς κανέναν, και κυρίως ακόμη λιγότερο… εμένα.

Έρως ο Γλυκόπικρος

Όταν σ' επιθυμώ ένα μέρος μου χάνεται: η ανάγκη μου για σένα με φθείρει, με κατατρώει.

Έτσι σκέφτεται ο ερωτευμένος στο όριο του έρωτα.

Η παρουσία της έλλειψης ξυπνάει μέσα του μια νοσταλγία για πληρότητα.

Η σκέψη του στρέφεται προς ερωτήματα προσωπικής ταυτότητας: πρέπει να συνέλθει και να κάνει δικό του ξανά αυτό που λείπει, προκειμένου να γίνει ένας πλήρης άνθρωπος.

Ο locus classicus αυτής της αντίληψης της επιθυμίας είναι ο λόγος του Αριστοφάνη στο Συμπόσιο του Πλάτωνα.

Εδώ ο Αριστοφάνης εξηγεί τη φύση του ανθρώπινου έρωτα με μια μυθική ανθρωπολογία.

Στην αρχή τα ανθρώπινα όντα ήταν στρογγυλοί οργανισμοί, που ο καθένας τους αποτελούνταν από δύο ανθρώπους ενωμένους σε μια τέλεια σφαίρα.

Τα σφαιρικά πλάσματα κυλούσαν προς όποια κατεύθυνση ήθελαν και ήταν απείρως ευτυχισμένα.

Όμως μέθυσαν από φιλοδοξία και αποφάσισαν ν' ανέβουν στον Όλυμπο.

Έτσι ο Δίας τα έσκισε στα δύο.

Το αποτέλεσμα είναι να πρέπει τώρα ο καθένας μας να ζει αναζητώντας το ένα και μόνο άλλο πρόσωπο με το οποίο μπορεί να ξαναγίνει ολόκληρος.

"Ο καθένας μας λοιπόν...", λέει ο Αριστοφάνης, "είναι σκισμένος στα δύο, σαν τις γλώσσες, τα ψάρια• κι ο καθένας μας αναζητά το άλλο του μισό" (191d).

Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος

Στη ζωή όλοι ανακαλύπτουν – αργά ή γρήγορα – ότι η απόλυτη ευτυχία είναι ανέφικτη, αλλά λίγοι θα εμβαθύνουν στον αντίθετο συλλογισμό: ότι ανέφικτη είναι και η απόλυτη δυστυχία.

Οι περιστάσεις της ζωής που αποκλείουν την πραγματοποίηση και των δυο αυτών οριακών καταστάσεων, απορρέουν από την ανθρώπινη φύση, φύση εχθρική προς την έννοια του απείρου.

Τις αποκλείει η σταθερή άγνοια του μέλλοντος που άλλοτε ονομάζεται ελπίδα και άλλοτε αβεβαιότητα για το αύριο.

Τις αποκλείει η βεβαιότητα του θανάτου που βάζει τέλος σε κάθε χαρά αλλά και σε κάθε θλίψη.

Τις αποκλείουν οι αναπόφευκτες υλικές φροντίδες που όπως δηλητηριάζουν τη διαρκή ευτυχία, με τον ίδιο τρόπο μας αποσπούν αδιάκοπα από τη σκέψη της δυστυχίας που μας απειλεί, καθιστώντας την αποσπασματική και γι’ αυτό υποφερτή.

Οι στερήσεις, το κρύο, η δίψα, τα χτυπήματα ήταν ακριβώς αυτά που δεν μας άφησαν να βουλιάξουμε στο κενό της απέραντης απελπισίας, στη διάρκεια του ταξιδιού και μετά.

Όχι ακριβώς η επιθυμία μας να ζήσουμε ούτε η συνειδητή εγκαρτέρηση: γιατί οι άνθρωποι που είναι ικανοί γι’ αυτό είναι λίγοι και εξαιρετικοί, κι εμείς δεν ήμασταν παρά κοινοί άνθρωποι.

Φερνάντο Πεσσόα: Είσαι ελεύθερος όταν μπορείς να απομακρυνθείς από τους ανθρώπους

Είσαι ελεύθερος όταν μπορείς να απομακρυνθείς από τους ανθρώπους, χωρίς να σε υποχρεώνουν να τους αναζητείς η ανάγκη του χρήματος ή το ένστικτο του κοπαδιού ή η αγάπη, η δόξα, η περιέργεια, πράγματα που δεν βρίσκουν τροφή στη σιωπή και στη μοναξιά.

Αν σου είναι αδύνατο να ζήσεις μόνος, έχεις γεννηθεί σκλάβος. Μπορεί να έχεις όλες τις μεγαλοσύνες του πνεύματος κι όλες της ψυχής: είσαι ένας σκλάβος ευγενής, ένας δούλος έξυπνος, μα δεν είσαι ελεύθερος. Και δεν είσαι εσύ ο υπεύθυνος γι’ αυτήν την τραγωδία, διότι η τραγωδία του να έχεις γεννηθεί έτσι δεν αφορά εσένα μα το ίδιο το Πεπρωμένο απέναντι στον εαυτό του.

Αλίμονο σε σένα όμως αν είναι το φορτίο της ζωής, η ίδια η ζωή που σε σκλαβώνει. Αλίμονο σε σένα, που έχεις γεννηθεί ελεύθερος, αυτάρκης και ικανός να αποχωριστείς τους ανθρώπους, αν η φτώχεια σου σου επιβάλλει να ζεις μαζί τους. Αυτή μάλιστα, αυτή είναι η δική σου τραγωδία που κουβαλάς παντού μαζί σου.

Να γεννηθείς ελεύθερος — αυτή είναι η ύψιστη ανθρώπινη μεγαλοσύνη, αυτή που κάνει τον ταπεινό ερημίτη ανώτερο των βασιλέων, ανώτερο κι απ’ τους θεούς, που επαρκούν στον εαυτό τους ασκώντας την εξουσία τους κι όχι από περιφρόνηση απέναντι της.

Ο θάνατος είναι μια απελευθέρωση γιατί πεθαίνω σημαίνει παύω να έχω ανάγκη τους άλλους. Ο άμοιρος ο σκλάβος απελευθερώνεται αναγκαστικά από τις απολαύσεις του, από τις στεναχώριες του, από τη συνέχεια μιας ζωής που αδιάκοπα ποθούσε. Απελευθερώνεται κι ο βασιλιάς από τις κτήσεις που δεν ήθελε να απαρνηθεί. Αυτές που σκόρπιζαν τον έρωτα στο πέρασμά τους, απαλλάσσονται από τους θριάμβους που λάτρευαν. Και όσοι νίκησαν, απαλλάσσονται από τις νίκες για τις οποίες ανάλωσαν τη ζωή τους.

Γι’ αυτό και ο θάνατος εξευγενίζει και ντύνει με άγνωστα στολίδια αυτό το έρημο παράλογο κορμί. Είναι πλέον απελεύθερος κι ας μην το θέλει. Δεν είναι πια σκλάβος, κι ας κλαίει την απώλεια της σκλαβιάς του. Όπως ο βασιλιάς που η μεγαλύτερη δόξα του είναι ο βασιλικός του τίτλος, που σαν άνθρωπος μπορεί να είναι γελοίος, αλλά σαν βασιλιάς παραμένει ανώτερος όλων, έτσι κι ο νεκρός μπορεί να γίνεται τρομακτικός μα είναι ανώτερος διότι απελευθερώθηκε από το θάνατο.

Κλείνω, κουρασμένος, τα παντζούρια στα παράθυρά μου, αφήνω τον κόσμο απέξω, και αποκτώ για μια στιγμή την ελευθερία μου. Αύριο, θα είμαι σκλάβος πάλι· ωστόσο τώρα, μόνος, χωρίς την ανάγκη κανενός, με τον μοναδικό φόβο κάποιας φωνής ή παρουσίας που μπορεί να με διακόψει, κατακτώ τη μικρή μου ελευθερία, τις δικές μου στιγμές μεγαλοπρέπειας.

Χωμένος βαθιά στην πολυθρόνα μου, ξεχνώ τη ζωή που με πιέζει.
Δεν με πληγώνει πια, εκτός που μ’ έχει πολύ πληγώσει.

Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας

Ζήτα αυτό που θέλεις και να είσαι προετοιμασμένος να το πάρεις

Όσες σκέψεις και να κάνουμε, θετικές ή αρνητικές, πάντα στο τέλος έρχεται μια ευχή. Αν είναι αρνητικές οι σκέψεις, ευχόμαστε να τελειώσουν τα όσα μας βασανίζουν. Αντίθετα, όταν οι σκέψεις μας φέρνουν ένα γεμάτο καλάθι από χαρούμενα συναισθήματα, παρακαλάμε αυτό να μην τελειώσει ποτέ.

Η αρχαία κινέζικη σοφία μας προειδοποιεί να προσέχουμε τι ευχόμαστε. Γιατί να είναι αυτή η συμβουλή σχεδόν αποτρεπτική; Στην πραγματικότητα, κανείς δεν εννοεί με αυτό να πάψουμε να ευχόμαστε. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πώς πρέπει να γνωρίζουμε τί ευχόμαστε.

Ευχήσου καλύτερα.

Το να συγκρατούμε την ψυχή μας είναι κάτι που ούτε εύκολο είναι και ούτε καλό. Δεν μπορούμε να διατάζουμε συναισθήματα να μπουν σε «σειρά προτεραιότητας». Πηγαίο συναίσθημα είναι και η κάθε ευχή. Η συμβουλή της Maya Angelou στοχεύει στο να μας βοηθήσει να «ευχόμαστε καλύτερα». Πριν ευχηθούμε κάτι, οφείλουμε να γνωρίζουμε τι θέλουμε να ζητήσουμε στην ευχή αυτή. Αυτό, δεν είναι κάτι εύκολο.

Σκεφτείτε πόση ώρα σας αναλώνει να βρείτε θέση να κάτσετε σε μια άδεια καφετέρια και αντίστοιχα, πόση ώρα κάνετε να βρείτε θέση όταν είναι γεμάτη η καφετέρια. Στη δεύτερη περίπτωση κάνετε πιο γρήγορα, γιατί πολύ απλά, οι θέσεις είναι λίγες και η απόφαση, ευκολότερη. Στην πρώτη περίπτωση, οι πιθανές αποφάσεις για το πού θα κάτσουμε είναι όσα και τα κενά τραπέζια. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τις ευχές. Είναι τόσα αυτά που επιθυμούμε που πρέπει να κάνουμε πέντε-πέντε και δέκα-δέκα τις ευχές μας, μαζί.

Συγκέντρωσε τη δύναμη της θέλησης στην ευχή σου.

Όσο το τζίνι του Αλαντίν λοιπόν, μένει στο λυχνάρι του, αυτό που ζητάμε επίμονα, οφείλουμε να το έχουμε περάσει από εξετάσεις αυτογνωσίας και ενδοσκόπησης. Τί χρειαζόμαστε; Τι θέλουμε πραγματικά; Το να γνωρίζουμε τί θέλουμε είναι πολύ σημαντικό, όχι μόνο γιατί ακονίζουμε την αυτογνωσία μας αλλά επειδή έτσι, συγκεντρώνουμε τη δύναμη της θέλησής μας σε αυτόν το σκοπό. Εκεί που ο στόχος ήταν κινούμενος, ξαφνικά εστιάζουμε και στοχεύουμε σε σταθερό σημείο. Τα αιτήματα με παραλήπτη τον ουρανό, είναι καλό να τα αντιμετωπίζουμε όπως την προετοιμασία του σπιτιού μας όταν έχουμε προσκαλέσει φίλους. Χαιρόμαστε να προετοιμάζουμε το χώρο μας όταν ξέρουμε ότι θα φιλοξενήσουμε ιδιαίτερα προσφιλή πρόσωπα σε μας. Τους προετοιμάζουμε την ατμόσφαιρα που θεωρούμε ό,τι τους αξίζει. Πριν ευχηθούμε κάτι, πρέπει να είμαστε σε ανάλογη ετοιμότητα με αυτήν που έχουμε όταν αναμένουμε να χτυπήσει το κουδούνι από τα αγαπημένα μας πρόσωπα.

Προσγειώνουμε ομαλά όσα έρθουν.

Όλα αυτά, δεν είναι τίποτε άλλο από το να προσπαθούμε να κάνουμε το ευκταίο, εφικτό. Προσκαλούμε αυτό που ζητάμε. Δημιουργούμε όλες εκείνες τις συνθήκες που θα «προσγειώσουν ομαλά» τα όσα καλέσαμε να έρθουν από ψηλά.

Είμαι έτοιμος να ευχηθώ κάτι, σημαίνει έχω σκεφτεί και έχω νιώσει από πριν αυτό που θέλω. Όταν ζητήσω κάτι, οφείλω να δείξω σε αυτό που θέλω, σα να ήταν προσφιλές πρόσωπο σε μένα, το πόσο το θέλω. Κάνω τα πάντα προκειμένου να του επιφυλάξω την καλύτερη δυνατή φιλοξενία. Δεν πρέπει να ξεχνάω, πως πριν ρίξω το κέρμα, πρέπει πρώτα να έχει νερό το σιντριβάνι που θα δεχτεί το κέρμα μου. Είμαστε έτοιμοι; Ας ευχηθούμε.

“Ζήτα αυτό που θέλεις και να είσαι προετοιμασμένος να το πάρεις”

Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται

Μελετώντας τον άνθρωπο στην τωρινή του κατάσταση ύπνου, απουσίας, ενότητας, μηχανικότητας και έλλειψης ελέγχου, βρίσκουμε και διάφορες άλλες κακές λειτουργίες που είναι το αποτέλεσμα της κατάστασής του· ιδιαίτερα το γεγονός ότι λέει συνέχεια ψέματα στον εαυτό του και στους άλλους. Την ψυχολογία του συνηθισμένου ανθρώπου θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και μελέτη του ψέματος, διότι ο άνθρωπος λέει ψέματα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο· και στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να πει την αλήθεια. Δεν είναι τόσο απλό να λέμε την αλήθεια· πρέπει να μάθουμε πως να το κάνουμε και καμιά φορά χρειάζεται πάρα πολύς καιρός.

Ψέμα είναι να σκεφτόμαστε ή να μιλάμε για πράγματα που δεν γνωρίζουμε· αυτή είναι η αρχή του ψέματος. Δεν σημαίνει το ψέμα που λέγεται σκόπιμα – να λέμε παραμύθια, όπως για παράδειγμα, ότι υπάρχει μια αρκούδα στο άλλο δωμάτιο. Μπορούμε να πάμε στο άλλο δωμάτιο και να δούμε πως δεν υπάρχει αρκούδα. Αλλά αν συγκεντρώσουμε όλες τις θεωρίες που διατυπώνουν οι άνθρωποι για οποιοδήποτε θέμα, χωρίς να γνωρίζουν τίποτε σχετικά, θα δούμε που αρχίζει το ψέμα. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τον εαυτό του, δεν γνωρίζει τίποτε και όμως έχει θεωρίες για τα πάντα. Οι περισσότερες από τις θεωρίες είναι ψέμα.

Η γνώση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται, διότι κάθε επιθυμία αντιπροσωπεύει διαφορετική θέληση. Αυτό που ονομάζουμε θέλησή μας με τη συνηθισμένη έννοια δεν είναι παρά η συνισταμένη επιθυμιών. Η συνισταμένη πολλές φορές φτάνει σε μια συγκεκριμένη γραμμή δράσης και άλλες φορές δεν μπορεί να φτάσει σε καμία γραμμή, διότι μια επιθυμία ακολουθεί μία κατεύθυνση και κάποια άλλη, άλλη κατεύθυνση και δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τι να κάνουμε. Αυτή είναι η συνηθισμένη μας κατάσταση. Βέβαια ο μελλοντικός μας στόχος θα πρέπει να είναι να αποτελέσουμε ενότητα αντί να είμαστε πολλοί, διότι για να κάνουμε οτιδήποτε σωστά, για να γνωρίζουμε οτιδήποτε σωστά, για να φτάσουμε οπουδήποτε, πρέπει να γίνουμε ένας. Είναι ένας απώτατος σκοπός και δεν μπορούμε να αρχίσουμε να τον προσεγγίζουμε πριν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, διότι, στην κατάσταση που είμαστε τώρα, η άγνοιά μας για τον εαυτό μας είναι τέτοια, που όταν την δούμε αρχίζει να μας πιάνει πανικός μήπως δεν βρούμε το δρόμο μας πουθενά.

Το ανθρώπινο ον είναι μια πολύ περίπλοκη μηχανή και πρέπει να μελετηθεί σαν μηχανή. Αντιλαμβανόμαστε ότι για να ελέγξουμε οποιοδήποτε είδος μηχανής, όπως ένα αυτοκίνητο ή μια μηχανή τρένου, θα πρέπει πρώτα να μάθουμε. Δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις μηχανές αυτές ενστικτωδώς, αλλά για κάποιο λόγο νομίζουμε ότι το συνηθισμένο ένστικτο είναι αρκετό για να ελέγχει την ανθρώπινη μηχανή, αν και είναι πολύ πιο περίπλοκη. Αυτή είναι μία από τις πρώτες εσφαλμένες υποθέσεις: δεν αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να μάθουμε, ότι ο έλεγχος είναι ζήτημα γνώσης και επιδεξιότητας.

Richard Dawkins: Το “αλτρουιστικό γονίδιο” ή απλά “γιατί βοηθάμε τους άλλους”

Τι είναι το εγωιστικό γονίδιο;

Δεν είναι απλώς ένα ξεχωριστό φυσικό κομμάτι DNA. Όπως στην αρχέγονη σούπα, είναι όλα τα αντίγραφα ενός συγκεκριμένου κομματιού DNA που υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Αν επιτρέπαμε στον εαυτό μας να μιλά για τα γονίδια σαν να είχαν συνειδητούς σκοπούς (να είμαστε όμως σίγουροι πως αν θέλαμε θα μεταφράζαμε αυτή τη ρευστή γλώσσα σε περισσότερο αξιόπιστους όρους), θα ρωτούσαμε: Τι «θέλει» να κάνει ένα συγκεκριμένο εγωιστικό γονίδιο;

Η απάντηση είναι ότι προσπαθεί να εξαπλωθεί μέσα στη γονιδιακή δεξαμενή. Κι αυτό το κάνει με το να υποβοηθεί τον προγραμματισμό των σωμάτων, μέσα στα οποία βρίσκεται, για να διατηρούνται στη ζωή και να αναπαράγονται. Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι όταν λέμε «το γονίδιο» εννοούμε όλα τα όμοιά του που υπάρχουν συγχρόνως σε πολλά άτομα. Η κεντρική ιδέα αυτού του κεφαλαίου είναι ότι ένα γονίδιο μπορεί να βοηθήσει τα αντίγραφα του εαυτού του που βρίσκονται σε άλλα σώματα. Αυτό, αν πραγματικά συμβαίνει, μοιάζει με «ατομικό» αλτρουισμό, ο οποίος όμως οφείλεται στον εγωισμό του γονιδίου.

Ας θεωρήσουμε το γονίδιο που κάνει έναν άνθρωπο αλφικό [Αλφικός ή αλβίνος ονομάζεται το άτομο με τη γενετική ανωμαλία του αλφισμού (λευκοπάθεια), η οποία εκδηλώνεται με λευκότητα του δέρματος των τριχών και ερυθρότητα των οφθαλμών]. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μόνο ένα γονίδιο που προκαλεί τον αλφισμό, όμως εγώ θα μιλώ μόνο για ένα από αυτά. Αυτό το γονίδιο είναι υπολειπόμενο, δηλαδή πρέπει να υπάρχει σε διπλή δόση για να κάνει ένα άτομο αλφικό. Αυτό συμβαίνει σε έναν στους 20.000 ανθρώπους. 'Ενας στους 70 έχει αυτό το γονίδιο σε απλή δόση, δεν είναι όμως αλφικός. Επειδή το αλφικό γονίδιο, όπως κάθε γονίδιο, υπάρχει σε πολλά άτομα, θεωρητικά θα υποβοηθεί την επιβίωσή του στη γονιδιακή δεξαμενή αν προγραμματίζει τα σώματα στα οποία βρίσκεται να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά στα άλλα αλφικά σώματα, επειδή και αυτά περιέχουν το ίδιο γονίδιο. Το αλφικό γονίδιο θα ήταν πολύ «ευχαριστημένο» αν πέθαιναν μερικά σώματα που το περιέχουν, με την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτό θα βοηθούσε να επιβιώσουν άλλα σώματα που περιέχουν το ίδιο γονίδιο. Αν το αλφικό γονίδιο μπορούσε θυσιάζοντας ένα από τα σώματα στα οποία βρίσκεται να σώσει τη ζωή 10 άλλων αλφικών σωμάτων, τότε και ο θάνατος αυτού του αλτρουιστή αντισταθμίζεται με το παραπάνω από την αύξηση του αριθμού των αλφικών γονιδίων στη γονιδιακή δεξαμενή.

Μπορούμε λοιπόν να περιμένουμε τα αλφικά γονίδια να δείχνουν ιδιαίτερα καλή συμπεριφορά το ένα στο άλλο ; Στην πραγματικότητα η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Για να εξηγήσουμε αυτή την απάντηση, πρέπει να σταματήσουμε προσωρινά να μιλάμε για συνειδητά γονίδια, γιατί στο τωρινό πλαίσιο συζήτησης αυτό θα μας οδηγούσε σίγουρα σε πλάνες. Πρέπει να μιλήσουμε με όρους περισσότερο αξιόπιστους, αν και περίπλοκους. Στην πραγματικότητα, τα αλφικά γονίδια δεν «θέλουν» να επιβιώσουν ή να βοηθήσουν άλλα αλφικά γονίδια. Αν όμως κάποιο αλφικό γονίδιο τύχαινε να προκαλέσει την αλτρουιστική συμπεριφορά των σωμάτων στα οποία βρίσκεται απέναντι σε άλλα αλφικά άτομα, τότε αυτόματα, θέλοντας και μη, το αποτέλεσμα θα ήταν να εξαπλωθεί στη γονιδιακή δεξαμενή. Όμως αυτό θα συμβεί αν το γονίδιο έχει δύο αποτελέσματα ανεξάρτητα μεταξύ τους. Όχι μόνο να τους προσδίδει τη γνωστή λευκότητα αλλά και να τα παρακινεί να φέρονται αλτρουιστικά στα άτομα με έντονη ωχρότητα. Ένα τέτοιο γονίδιο «διπλού αποτελέσματος», αν υπήρχε, θα ήταν πολύ επιτυχημένο μέσα στον πληθυσμό. Όπως τόνισα στο τρίτο κεφάλαιο, στην πραγματικότητα τα γονίδια έχουν πολλαπλά αποτελέσματα. Θεωρητικά, είναι δυνατό ένα γονίδιο να δίνει στα άτομα που το περιέχουν μια ορατή ετικέτα, ας πούμε «ωχρή επιδερμίδα», «πράσινη γενειάδα» ή κάποιο άλλο ευδιάκριτο χαρακτηριστικό, αλλά και να τα παρακινεί να φέρονται ιδιαίτερα καλά στα άλλα άτομα που δείχνουν την ίδια ευδιάκριτη ετικέτα. Είναι δυνατό, αν και όχι ιδιαίτερα πιθανό.

Εξίσου πιθανό είναι η πράσινη γενειάδα να συσχετίζεται με την ανάπτυξη γαμψών νυχιών ή με κάποιο άλλο χαρακτηριστικό, και η συμπάθεια για τις πράσινες γενειάδες να συμβαδίζει με μια ανικανότητα στην αναγνώριση κάποιου αρώματος. Είναι μάλλον απίθανο ένα και το αυτό γονίδιο να δίνει ταυτόχρονα τη σωστή ετικέτα και το σωστό είδος αλτρουισμού. Εντούτοις, αποτελεί θεωρητική δυνατότητα και θα μπορούσε να ονομαστεί «Αλτρουιστικό Αποτέλεσμα της Πράσινης Γενειάδας».

Μια κάποια ετικέτα, λόγου χάρη, η πράσινη γενειάδα, είναι απλώς ένας τρόπος με τον οποίο ένα γονίδιο μπορεί να «αναγνωρίσει» σε άλλα άτομα την ύπαρξη αντιγράφων του. Μήπως όμως υπάρχουν και άλλοι τρόποι; 'Ενας ιδιαίτερα άμεσος τρόπος είναι ο εξής: Ο κάτοχος ενός αλτρουιστικού γονιδίου μπορεί να αναγνωριστεί απλούστατα από το γεγονός ότι κάνει πράξεις αλτρουισμού. Ένα γονίδιο θα ευημερούσε στη γονιδιακή δεξαμενή αν «έλεγε» στη «γλώσσα» του τα εξής: «Σώμα, αν ο Α πνίγεται ενώ προσπαθεί να σώσει κάποιον άλλον που πνίγεται, πέσε στο νερό και σώσε τον Α». Αυτή η συμπεριφορά του γονιδίου είναι σωστή επειδή η πιθανότητα να περιέχει ο Α το ίδιο αλτρουιστικό γονίδιο που σώζει ζωές είναι μεγαλύτερη από τον μέσο όρο. Το γεγονός ότι ο Α προσπαθεί να σώσει κάποιον άλλο είναι μια ετικέτα όπως η πράσινη γενειάδα. Είναι λιγότερο αυθαίρετη, εξακολουθεί όμως να μην είναι πειστική.

Άραγε υπάρχουν πειστικότεροι τρόποι με τους οποίους τα γονίδια θα μπορούσαν να «αναγνωρίσουν» τα αντίγραφά τους σε άλλα άτομα;

Η απάντηση είναι καταφατική. Είναι εύκολο να δείξουμε ότι οι στενοί συγγενείς (γονείς και παιδιά) έχουν περισσότερες πιθανότητες από το μέσον όρο να έχουν κοινά γονίδια. Από πολύ καιρό έχει γίνει σαφές ότι αυτή είναι η αιτία του συχνά παρατηρούμενου αλτρουισμού των γονέων για τα παιδιά τους. Ο R.A. Fisher, o J.B.S. Haldane, και ειδικότερα ο W.D. Hamilton, κατάλαβαν ότι το ίδιο γίνεται και με άλλους στενούς συγγενείς – αδελφούς και αδελφές, ανιψιούς και ανιψιές, και πρωτοξάδελφα. Αν κάποιο άτομο θυσιαστεί για να σώσει 10 στενούς συγγενείς, χάνεται βέβαια ένα αντίγραφο του κοινού αλτρουιστικού γονιδίου, σώζεται όμως μεγαλύτερος αριθμός αντιγράφων αυτού του γονιδίου.

Η έκφραση «μεγαλύτερος αριθμός» είναι κάπως ασαφής, όπως και η έκφραση «στενοί συγγενείς». Ο Hamilton έδειξε ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο. Οι δύο μελέτες που δημοσίευσε το 1964 συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες συνεισφορές στην κοινωνική ηθολογία και αδυνατώ να καταλάβω γιατί οι ηθολόγοι δεν τους έδωσαν την απαιτούμενη προσοχή (το όνομα του Hamilton δεν αναγράφεται ούτε στα ευρετήρια των δύο μεγάλων εγχειριδίων ηθολογίας που εκδόθηκαν το 1970. Ευτυχώς, υπάρχουν πρόσφατες ενδείξεις αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος για τις ιδέες του). Οι εργασίες του Hamilton είναι μάλλον μαθηματικές αλλά είναι εύκολο να συλλάβουμε διαισθητικά τις βασικές αρχές της θεωρίας του χωρίς μαθηματικά, μολονότι η υπεραπλούστευση ζημιώνει. Αυτό που θέλουμε να υπολογίσουμε είναι η πιθανότητα δύο άτομα, ας πούμε δύο αδελφές, να έχουν κοινό ένα συγκεκριμένο γονίδιο. Για ευκολία, θα εξετάσουμε την περίπτωση γονιδίων που σπανίζουν σε όλη τη γονιδιακή δεξαμενή.

Οι περισσότεροι άνθρωποι, είτε έχουν κάποια συγγένεια μεταξύ τους είτε όχι, έχουν το γονίδιο «για να μην είναι αλφικοί». Ο λόγος για τον οποίο αυτό το γονίδιο είναι τόσο διαδεδομένο είναι ότι στη φύση οι αλφικοί έχουν μικρότερες πιθανότητες να επιβιώσουν απ’ ό, τι οι μη αλφικοί. Για παράδειγμα, ο Ηλιος θαμπώνει τους αλφικούς και μειώνει την ικανότητά τους να δουν ένα αρπακτικό που πλησιάζει. Εδώ δεν θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε γιατί στη γονιδιακή δεξαμενή αφθονούν τα προφανώς «καλά» γονίδια, όπως το γονίδιο του μη αλφισμού.

Σκοπός μας είναι να εξηγήσουμε την επιτυχία των γονιδίων ειδικά λόγω του αλτρουισμού τους. Μπορούμε συνεπώς να δεχτούμε ότι τέτοια γονίδια, τουλάχιστον στα πρώτα στάδια της εξελικτικής διαδικασίας, ήταν σπάνια. Τώρα, το σημαντικό σημείο είναι ότι ένα γονίδιο, ακόμη κι αν είναι σπάνιο στο σύνολο του πληθυσμού, είναι κοινό μέσα σε μια οικογένεια. Εγώ, όπως κι εσείς, έχουμε μερικά γονίδια που είναι σπάνια στον συνολικό πληθυσμό. Οι πιθανότητες όμως να έχουμε και οι δύο τα ίδια σπάνια γονίδια είναι πραγματικά πολύ μικρές. Εντούτοις, οι πιθανότητες να έχει η αδελφή μου κάποιο συγκεκριμένο σπάνιο γονίδιο που το έχω και εγώ είναι μεγάλες, όπως υπάρχει εξίσου μεγάλη πιθανότητα να έχει η αδελφή σας ένα σπάνιο γονίδιο κοινό με το δικό σας. Σ’ αυτή την περίπτωση η πιθανότητα είναι 50% κι αυτό εξηγείται εύκολα.

Ας υποθέσουμε ότι έχετε ένα μόνο αντίγραφο του γονιδίου Γ. Αυτό το γονίδιο το κληρονομήσατε από τον πατέρα ή τη μητέρα σας (για ευκολία, μπορούμε να αγνοήσουμε διάφορα σπάνια ενδεχόμενα όπως, λόγου χάρη, το Γ να είναι κάποια νέα μετάλλαξη ή να το είχαν και οι δύο γονείς σας ή ένας από τους γονείς σας να το είχε σε δύο αντίγραφα). Ας υποθέσουμε ότι το κληρονομήσατε από τον πατέρα σας. Συνεπώς, κάθε σωματικό κύτταρο του πατέρα σας περιείχε ένα αντίγραφο του Γ. Θυμηθείτε τώρα ότι όταν ο άντρας παράγει ένα σπερματοζωάριο, του δίνει τα μισά από τα γονίδιά του [Που υπάρχουν σε κάθε σωματικό κύτταρό του]. Υπάρχει λοιπόν μια πιθανότητα 50% το σπερματοζωάριο που «δημιούργησε» την αδελφή σας να είχε το γονίδιο Γ. Αν πάλι κληρονομήσατε το Γ από τη μητέρα σας, με την ίδια συλλογιστική βρίσκουμε ότι το Γ πρέπει να υπήρχε στα μισά ωάριά της. Για μια φορά ακόμη, οι πιθανότητες να έχει να έχει η αδελφή σας το Γ είναι 50%. Αυτό σημαίνει ότι αν είχατε 100 αδελφούς και αδελφές, περίπου οι 50 θα είχαν κάποιο σπάνιο γονίδιο που ίσως έχετε κι εσείς. Σημαίνει επίσης ότι αν έχετε 100 σπάνια γονίδια, περίπου τα 50 θα υπάρχουν στο σώμα καθενός από τους αδελφούς και τις αδελφές σας.

Μπορείτε να κάνετε ανάλογους υπολογισμούς για όποιο βαθμό συγγένειας θέλετε. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση γονιού-παιδιού. Αν έχετε ένα αντίγραφο του γονιδίου Δ, η πιθανότητα ένα από τα παιδιά σας να έχει όμοιο αντίγραφο είναι 50%, γιατί τα μισά από τα γενετικά κύτταρά σας περιέχουν ένα Δ και κάθε παιδί σας έγινε από ένα γεννητικό κύτταρό σας. Αν έχετε ένα αντίγραφο του γονιδίου Ε, η πιθανότητα να είχε και ο πατέρας σας ένα Ε είναι πάλι 50% γιατί τα μισά γονίδιά σας τα κληρονομήσατε από τον πατέρα σας και τα υπόλοιπα από τη μητέρα σας. Για λόγους ευκολίας χρησιμοποιούμε ένα δείκτη συγγένειας (Δ.Σ.). Εκφράζει την πιθανότητα που έχει ένα γονίδιο να είναι κοινό σε δύο συγγενείς. Ο δείκτης συγγένειας δύο αδελφών είναι ½ γιατί τα μισά γονίδια του ενός αδελφού μπορεί να υπάρχουν και στον άλλο. Ο αριθμός αυτός είναι μέσος όρος : επειδή στη μειωτική διαίρεση τα χρωματοσώματα χωρίζονται στην τύχη, είναι δυνατό συγκεκριμένα ζευγάρια αδελφών να έχουν κοινά περισσότερα ή λιγότερα γονίδια. Όμως ο Δ.Σ. μεταξύ πατέρα και παιδιού είναι πάντα ½ .

Η εκτέλεση τέτοιων υπολογισμών από την αρχή κάθε φορά που θα χρειαστεί είναι μάλλον κουραστική. Βρέθηκε λοιπόν ένας προσεγγιστικός, άμεσος κανόνας για να υπολογίζουμε το δείκτη συγγένειας μεταξύ δύο ατόμων Α και Β. Ίσως τον βρείτε χρήσιμο αν χρειαστεί να συντάξετε τη διαθήκη σας ή να εξηγήσετε εμφανείς ομοιότητες ανάμεσα στα μέλη της οικογένειάς σας. Ο κανόνας ισχύει για όλες τις απλές περιπτώσεις, αλλά, όπως θα δούμε, δεν εφαρμόζεται στην αιμομιξία και σε ορισμένα έντομα. Αναζητούμε πρώτα όλους τους κοινούς προγόνους των Α και Β. Λόγου χάρη, οι κοινοί πρόγονοι δύο πρωτοξαδέλφων είναι ο κοινός παππούς και η κοινή γιαγιά τους. Όταν βρείτε έναν κοινό πρόγονο, είναι φυσικό όλοι ο πρόγονοί του να είναι και αυτοί κοινοί πρόγονοι των Α και Β. Εντούτοις, θα τους αγνοήσουμε όλους, εκτός από τους πιο κοντινούς. Μ’ αυτή την έννοια, τα πρωτοξάδελφα έχουν μόνο δύο κοινούς προγόνους. Αν ο Β είναι κατευθείαν απόγονος του Α, λόγου χάρη δισέγγονός του, τότε ο Α είναι ο κοινός πρόγονος που αναζητούμε.

'Εχοντας εντοπίσει τους κοινούς προγόνους (ή τον κοινό πρόγονο) των Α και Β, υπολογίζουμε τη γενεαλογική απόστασή τους ως εξής : Αρχίζοντας από τον Α ανεβαίνουμε στο οικογενειακό δέντρο ώσπου να βρούμε έναν κοινό πρόγονο, κατόπιν κατεβαίνουμε πάλι ως τον Β. Ο ολικός αριθμός των βημάτων κατά την άνοδο και τη κάθοδο στο δέντρο είναι η γενεαλογική απόσταση. Για παράδειγμα, αν ο Α είναι θείος του Β η γενεαλογική απόσταση είναι των Α και Β είναι 3. Ο κοινός πρόγονος είναι ο πατέρας του Α (ας πούμε), δηλαδή ο παππούς του Β. Αρχίζοντας από τον Α, για να βρούμε τον κοινό πρόγονο πρέπει να ανεβούμε μια γενεά. Κατόπιν, για να φτάσουμε στον Β πρέπει να κατεβούμε δύο γενεές. Συνεπώς η γενεαλογική απόσταση είναι 1+2=3. Αφού βρούμε τη γενεαλογική απόσταση των Α και Β διαμέσου ενός συγκεκριμένου κοινού προγόνου, υπολογίζουμε το ποσοστό συνεισφοράς του κοινού προγόνου στο δείκτη συγγένειάς τους. Αυτό το κάνουμε πολλαπλασιάζοντας το ½ με τον εαυτό του για κάθε βήμα της γενεαλογικής απόστασης. Αν αυτή η απόσταση είναι 3 θα έχουμε ½ x ½ x ½ , δηλαδή ( ½ ) στη τρίτη δύναμη. Αν η απόσταση γενεών διαμέσου ενός συγκεκριμένου προγόνου περιλαμβάνει ν βήματα, το ποσοστό συγγένειας που οφείλεται σ’ αυτόν τον πρόγονο είναι ( ½ ) στη νιοστή δύναμη.

Αυτό όμως είναι μόνο ένα μέρος της συγγένειας των Α και Β. Αν έχουν περισσότερους από έναν κοινούς προγόνους, πρέπει να προσθέσουμε τον αντίστοιχο για κάθε πρόγονο αριθμό. Συνήθως η γενεαλογική απόσταση δύο ατόμων είναι η ίδια για όλους τους κοινούς προγόνους τους. Επομένως, αν βρούμε το δείκτη συγγένειας των Α και Β που οφείλεται στον έναν πρόγονο, το μόνο που μένει να κάνουμε είναι να τον πολλαπλασιάσουμε με τον αριθμό των προγόνων. Για παράδειγμα, τα πρωτοξάδελφα έχουν δύο κοινούς προγόνους και η απόσταση γενεών διαμέσου καθενός προγόνου είναι 4. Συνεπώς ο δείκτης συγγένειάς τους θα είναι: 2 x ( ½ ) στη τετάρτη δύναμη = 1/8. Αν ο Α είναι δισέγγονος του Β, η απόσταση γενεών είναι 3 και ο αριθμός των κοινών «προγόνων» είναι ένας (ο Β), τότε ο δείκτης συγγένειας είναι: 1 x ( ½ ) στη τρίτη δύναμη = 1/8. Από γενετική άποψη ένας πρωτοξάδελφός σας ισοδυναμεί με έναν δισέγγονό σας.

Παρομοίως, έχετε τόσες πιθανότητες να «μοιάζετε» με το θείο σας [δείκτης συγγένειας 2 x ( ½ ) στη τρίτη δύναμη = ¼ ] όσες και με τον παππού σας [Δ.Σ. 1 x ( ½ ) στο τετράγωνο = ¼ ]. Για σχέσεις τόσο μακρινές όσο ανάμεσα σε τριτοξάδελφα [2 x ( ½ ) στην ογδόη δύναμη = 1/128], πλησιάζουμε την ακραία περίπτωση ένα συγκεκριμένο γονίδιο του Α να έχει τόση πιθανότητα να βρίσκεται και στον Β όση και σε ένα τυχαίο άτομο του πληθυσμού.

Για ένα αλτρουιστικό γονίδιο, το τριτοξάδελφο δεν απέχει πολύ από οποιοδήποτε φίλο μας. Λίγο πλεονεκτεί ο δευτεροξάδελφος (Δ.Σ. = 1/32) και περισσότερο ο πρωτοξάδελφος (Δ.Σ. = 1/8). Ειδική περίπτωση είναι οι αδελφοί και οι αδελφές, και οι γονείς με τα παιδιά τους (Δ.Σ. = ½ ) και μοναδική περίπτωση οι αυθεντικοί δίδυμοι (Δ.Σ. = 1). Θείοι και θείες, ανιψιοί και ανιψιές, παππούδες και εγγόνια, και ετεροθαλείς αδελφοί και αδελφές έχουν ενδιάμεσες σχέσεις με δείκτη συγγένειας ¼ .

Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε ακριβέστερα για τον αλτρουισμό μεταξύ συγγενών. Ένα γονίδιο που προκαλεί την αυτοθυσία ενός ατόμου για να σώσει 5 ξαδέλφια του, δεν γίνεται πολυαριθμότερο στον πληθυσμό, πράγμα που συμβαίνει αν σώσει 5 αδέλφια του ή 10 πρωτοξάδελφα. Η ελάχιστη απαίτηση για να είναι επιτυχημένο ένα αυτοθυσιαζόμενο αλτρουιστικό γονίδιο είναι να σώσει περισσότερα από δύο αμφιθαλή αδέλφια [Αδέλφια από τον ίδιο πατέρα και την ίδια μητέρα] ή (παιδιά ή γονείς), ή περισσότερα από 4 ετεροθαλή αδέλφια (ή θείους, θείες, ανιψιούς, ανιψιές, παππούδες, εγγόνια), ή περισσότερα από 8 πρωτοξάδελφα κλπ. Κατά μέσο όρο, ένα τέτοιο γονίδιο τείνει να συνεχίζει να ζει στα σώματα των ατόμων που έσωσε ο αλτρουιστής, εφόσον είναι αρκετά ώστε να αντισταθμιστεί η απώλεια από το θάνατό του. Αν κάποιος ήταν σίγουρος ότι ένα συγκεκριμένο άτομο είναι αυθεντικός δίδυμος αδελφός του, θα έπρεπε να νοιάζεται γι’ αυτόν όσο ακριβώς και για τον εαυτό του. Κάθε γονίδιο για τον αλτρουισμό μεταξύ διδύμων υπάρχει και στους δύο, οπότε αν ο ένας θυσιαστεί για να σώσει τον άλλο, το γονίδιο συνεχίζει να ζει.

Οι θηλυκοί αρμαδίλλοι [Μικρά θηλαστικά ζώα που ζουν στη Ν. Αμερική, το σώμα τους καλύπτεται με φολίδες και οστέϊνες πλάκες. Ανήκουν στην οικογένεια των δασυποδιδών] δίνουν αυθεντικά τετράδυμα σε κάθε γέννα τους. Απ’ όσο ξέρω, δεν έχει αναφερθεί κανένα περιστατικό ηρωικής αυτοθυσίας μεταξύ νεαρών αρμαδίλλων ενώ έχει τονιστεί ότι πρέπει να αναμένεται ισχυρός αλτρουισμός και θα άξιζε να πάει κανείς στη Λατινική Αμερική για να το διαπιστώσει.

Τώρα μπορούμε να δούμε ότι η γονική φροντίδα είναι ειδική περίπτωση αλτρουισμού μεταξύ συγγενών. Από γενετική άποψη, κάθε ενήλικο άτομο πρέπει να δείχνει τόσο ενδιαφέρον και φροντίδα για το ορφανό αδελφάκι του όσο και για το δικό του παιδί. Ο δείκτης συγγένειάς του με τα δύο παιδιά είναι ο ίδιος: ½. Με όρους γονιδιακής επιλογής, ένα γονίδιο για αλτρουιστική συμπεριφορά της μεγαλύτερης αδελφής προς τα αδέλφια της έχει την ίδια πιθανότητα να εξαπλωθεί στον πληθυσμό με ένα γονίδιο για αλτρουισμό των γονέων προς τα παιδιά τους. Αυτό όμως, για διάφορους λόγους που θα δούμε αργότερα, είναι υπεραπλούστευση της πραγματικότητας.

Στη φύση η φροντίδα ανάμεσα σε αδελφούς και αδελφές υστερεί πολύ της φροντίδας των γονιών προς τα παιδιά τους. Αυτό που θέλω να τονίσω εδώ είναι ότι από γενετική άποψη η σχέση γονιού-παιδιού δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερο σε σύγκριση με τη σχέση αδελφού- αδελφής. Το ότι οι γονείς κληρονομούν τα γονίδια στα παιδιά τους εδώ είναι αδύνατο μια αδελφή να δώσει γονίδια στην αδελφή της, δεν έχει σημασία, γιατί και οι δύο αδελφές παίρνουν από τους ίδιους γονείς όμοια αντίγραφα των ίδιων γονιδίων.

Μερικοί χρησιμοποιούν τον όρο επιλογή συγγενών για να ξεχωρίσουν αυτό το είδος της φυσικής επιλογής από την επιλογή ομάδων (την κατ’ επιλογή επιβίωση ομάδων) και την επιλογή ατόμων (την κατ’ επιλογή επιβίωση ατόμων). Η επιλογή συγγενών εξηγεί τον αλτρουισμό μέσα στην οικογένεια . 'Οσο στενότερη είναι η συγγένεια τόσο ισχυρότερη η επιλογή. Μολονότι δεν υπάρχει κανένα λάθος στον όρο «επιλογή συγγενών», δυστυχώς πρέπει να τον εγκαταλείψουμε γιατί τελευταία έχει γίνει τόσο μεγάλη κατάχρηση του όρου ώστε είναι πιθανό να προκαλέσει σύγχυση στους βιολόγους των επόμενων χρόνων.

Ο E. Wilson στο κατά τα άλλα θαυμάσιο βιβλίο του Κοινωνιοβιολογία : Η νέα σύνθεση, ορίζει την επιλογή συγγενών ως ειδική περίπτωση της επιλογής ομάδων. Δίνει ένα διάγραμμα που δείχνει καθαρά ότι τη θεωρεί ενδιάμεση περίπτωση μεταξύ της «επιλογής ατόμων» και της «επιλογής ομάδων» με τη συμβατική έννοια – την έννοια που χρησιμοποίησα στο πρώτο κεφάλαιο. Σήμερα, επιλογή ομάδων – ακόμη και με τον ορισμό του Wilson – σημαίνει επιλεκτική επιβίωση ομάδων ατόμων. Βέβαια, κατά κάποια έννοια η οικογένεια είναι ειδικός τύπος ομάδας. Όμως η βασική σκέψη του Hamilton είναι ότι η διάκριση ανάμεσα στην οικογένεια και τη μη οικογένεια δεν είναι αυστηρή αλλά ζήτημα μαθηματικής πιθανότητας. Στη θεωρία του Hamilton δεν αναφέρεται πουθενά ότι τα ζώα πρέπει να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά σε όλα «τα μέλη της οικογένειας» και εγωιστικά σε όλους τους άλλους. Δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην οικογένεια και τη μη οικογένεια. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφανθούμε, λόγου χάρη, αν τα δευτεροξάδελφα εντάσσονται στην οικογένεια ή όχι: απλώς περιμένουμε ότι τα δευτεροξάδελφα τείνουν να δεχτούν 1/16 αλτρουισμού απ’ όσο δέχονται και τα παιδιά ή τα αμφιθαλή αδέλφια. Είναι σίγουρο πως η επιλογή συγγενών δεν είναι ειδική περίπτωση επιλογής ομάδων αλλά ειδική συνέπεια επιλογής γονιδίων.

Όμως στον ορισμό της επιλογής συγγενών που δίνει ο Wilson υπάρχει ένα σοβαρότερο μειονέκτημα. Αποκλείονται εσκεμμένα τα παιδιά : δεν υπολογίζονται ως συγγενείς! Φυσικά, ο Wilson ξέρει πολύ καλά ότι τα παιδιά έχουν συγγένεια με τους γονείς τους. Για να εξηγήσει όμως την αλτρουιστική φροντίδα των γονέων για τα παιδιά τους, προτιμά να μην επικαλεστεί την επιλογή συγγενών. 'Εχει βέβαια το δικαίωμα να δίνει στις λέξεις την έννοια που του αρέσει, αλλά ο ορισμός του δημιουργεί συγχύσεις και ελπίζω ότι θα τον αλλάξει στις μελλοντικές εκδόσεις του πραγματικά σημαντικού βιβλίου του. Από γενετική άποψη, η φροντίδα των γονιών και ο αλτρουισμός αδελφού/αδελφής εξελίσσονται ακριβώς για τον ίδιο λόγο: και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει μεγάλη πιθανότητα το αλτρουιστικό γονίδιο να βρίσκεται και στο σώμα του ευεργετούμενου.

Ζητώ την επιείκεια του μέσου αναγνώστη γι’ αυτή την οξεία κριτική και επιστρέφω γρήγορα στο κύριο θέμα. Ως τώρα έχω υπεραπλουστεύσει τα πράγματα αλλά ήρθε η ώρα να εισαγάγω μερικές τροποποιήσεις. Μίλησα από την άποψη θεμελιωδών στοιχείων, για γονίδια που θυσιάζονται για να σώσουν συγκεκριμένο αριθμό συγγενών με γνωστό δείκτη συγγένειας. Στην πραγματική ζωή είναι προφανές ότι τα ζώα δεν μετρούν πόσους συγγενείς σώζουν ούτε κάνουν νοερά τους υπολογισμούς του Hamilton, ακόμη κι αν είχαν κάποιο τρόπο να ξέρουν ποιοι είναι αδέλφια και ποιοι ξαδέλφια τους. Στην πραγματική ζωή η σίγουρη αυτοθυσία ή η σίγουρη «διάσωση» ζώων πρέπει να αντικατασταθεί από στατιστικούς κινδύνους θανάτου ή διάσωσης. Ακόμη κι ένας τριτοξάδελφός σας αξίζει να σωθεί εφόσον ο κίνδυνος που διατρέχετε για να τον σώσετε είναι πολύ μικρός. Εξάλλου, και εσείς και ο συγγενής σας που σκέφτεστε να σώσετε, σίγουρα θα πεθάνετε κάποια μέρα. Κάθε άτομο έχει μια «προσδοκία ζωής» που οποιοσδήποτε ασφαλιστής θα μπορούσε να την υπολογίσει με κάποια πιθανότητα σφάλματος. Το να σώσει κανείς τη ζωή ενός συγγενή που σε λίγο θα πεθάνει από γεράματα, έχει μικρότερη επίπτωση για το μέλλον στη γονιδιακή δεξαμενή από το να σώσει τη ζωή ενός νεαρού επίσης στενού συγγενή που έχει μπροστά του ολόκληρη ζωή.

Πρέπει να τροποποιήσουμε τους απλούς συμμετρικούς υπολογισμούς του δείκτη συγγένειας και να λογαριάσουμε τις περίπλοκες εκτιμήσεις των ασφαλιστών. Από γενετική άποψη, οι παππούδες και τα εγγόνια έχουν τους ίδιους λόγους να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά μεταξύ τους γιατί έχουν κοινό το ¼ των γονιδίων τους. Όμως επειδή το εγγόνι έχει μεγαλύτερη προσδοκία ζωής, τα γονίδια για τον αλτρουισμό παππού προς εγγονό έχουν μεγαλύτερο επιλεκτικό πλεονέκτημα από τα αντίστοιχα γονίδια εγγονιού προς παππού. Είναι δυνατόν το καθαρό κέρδος από τη βοήθεια που παρέχεται σε κάποιο νεαρό μακρινό συγγενή να είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο όφελος όταν βοηθιέται ένας ηλικιωμένος στενός συγγενής. (Φυσικά, δεν είναι υποχρεωτικό οι παππούδες να έχουν μικρότερη προσδοκία ζωής από τα εγγόνια τους. Σε είδη με μεγάλο δείκτη νηπιακής θνησιμότητας μπορεί να συμβεί το αντίθετο).

Επεκτείνοντας την αναφορά στα ασφαλιστικά μπορούμε να θεωρήσουμε ότι τα άτομα είναι ασφαλιστές που κάνουν ασφάλειες ζωής. Ένα άτομο μπορεί να επενδύσει ή να διακινδυνεύσει ένα μέρος της περιουσίας του πάνω στη ζωή ενός άλλου. Λογαριάζει τη συγγένεια που έχει μαζί του και το μέγεθος των κινδύνων που διατρέχει το συγγενικό άτομο, συγκρίνοντας την προσδοκία ζωής του ασφαλιζόμενου με τη δική του. Ακριβέστερα, αντί για «προσδοκία ζωής» θα ήταν καλύτερα να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «προσδοκία αναπαραγωγής» ή, ακόμα καλύτερα, «γενετική ικανότητα να ωφελήσει τα γονίδιά του στο αναμενόμενο μέλλον». Τότε, για να εξελιχθεί η αλτρουιστική συμπεριφορά πρέπει ο καθαρός κίνδυνος του αλτρουιστή να είναι μικρότερος από το καθαρό όφελος του αποδέκτη πολλαπλασιαζόμενο επί τον δείκτη συγγένειας. Οι κίνδυνοι και τα οφέλη πρέπει να υπολογιστούν μ’ αυτή την περίπλοκη μέθοδο που χρησιμοποιούν οι ασφαλιστές.

Αλήθεια, τι σύνθετους υπολογισμούς είναι υποχρεωμένη να κάνει η καημένη μηχανή επιβίωσης, και ειδικότερα όταν βιάζεται! Ο μεγάλος μαθηματικός βιολόγος J.B.S. Haldane (με μια εργασία του το 1955 πρόλαβε τον Hamilton, δεχόμενος ότι ένα γονίδιο που διασώζει στενούς συγγενείς από πνιγμό εξαπλώνεται στη γονιδιακή δεξαμενή), παρατήρησε ότι: «… Στις δύο περιπτώσεις που έσωσα κάποιους από ενδεχόμενο πνιγμό (με ελάχιστο δικό μου κίνδυνο) δεν είχα το χρόνο να κάνω τέτοιους υπολογισμούς». Ευτυχώς όμως, κι αυτό το ήξερε καλά ο Haldane, δεν χρειάζεται να παραδεχτούμε ότι οι μηχανές επιβίωσης κάνουν συνειδητά τέτοιους υπολογισμούς. Όπως χρησιμοποιούμε τον λογαριθμικό κανόνα χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι ουσιαστικά χειριζόμαστε λογαρίθμους, έτσι το ζώο μπορεί να είναι από πριν προγραμματισμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να συμπεριφέρεται σαν να είχε κάνει έναν πολύπλοκο υπολογισμό.

Αυτό μπορούμε εύκολα να το καταλάβουμε με το ακόλουθο παράδειγμα. Κάποιος ρίχνει ψηλά στον αέρα μια μπάλα. Αν την πιάσει λίγο αργότερα πριν πέσει στο έδαφος, είναι σαν να είχε επιλύσει ένα σύστημα διαφορικών εξισώσεων οι οποίες περιγράφουν την τροχιά της μπάλας. Μπορεί να μην ξέρει ή να μη τον ενδιαφέρει τι είναι μια διαφορική εξίσωση, αυτό όμως δεν επηρεάζει την επιδεξιότητά του να παίζει με την μπάλα. Σε κάποιο υποσυνείδητο επίπεδο συμβαίνει κάτι που λειτουργικά ισοδυναμεί με μαθηματικούς υπολογισμούς. Παρομοίως, όταν κάποιος παίρνει μια δύσκολη απόφαση αφού προηγουμένως σταθμίσει τα «υπέρ και τα κατά» και όλες τις πιθανές συνέπειες, στην πραγματικότητα κάνει κάτι που λειτουργικά ισοδυναμεί με τους πολύπλοκους υπολογισμούς των ασφαλιστών, τους οποίους μόνον ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής θα μπορούσε να εκτελέσει.

Αν θέλαμε να προγραμματίσουμε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή για να μας δώσει με προσομοίωση ένα μοντέλο της μηχανής επιβίωσης που αποφασίζει αν θα συμπεριφερθεί αλτρουιστικά ή όχι, σε γενικές γραμμές θα ακολουθούσαμε την εξής διαδικασία : θα φτιάχναμε έναν κατάλογο όλων των εναλλακτικών κινήσεων που θα ήταν δυνατό να κάνει το ζώο. Κατόπιν θα προγραμματίζαμε τον πολύπλοκο υπολογισμό των ασφαλιστών για κάθε εναλλακτική συμπεριφορά. Όλα τα οφέλη θα πάρουν θετικό πρόσημο και όλοι οι κίνδυνοι αρνητικό. Πριν όμως προστεθούν οι αριθμοί που παριστάνουν τα οφέλη και τους κινδύνους, θα διορθωθούν πολλαπλασιαζόμενοι με τον κατάλληλο δείκτη συγγένειας. Χάριν απλότητας μπορούμε να αγνοήσουμε άλλους παράγοντες, λόγου χάρη όσους σχετίζονται με την ηλικία ή την κατάσταση υγείας. Επειδή ο δείκτης συγγένειας ενός ατόμου με τον εαυτό του είναι 1 (προφανώς έχει 100% των γονιδίων του), στον υπολογισμό οι κίνδυνοι και τα οφέλη ως προς τον εαυτό του δεν θα τροποποιηθούν αλλά θα ληφθούν με τις κανονικές τιμές τους. Το ολικό άθροισμα για κάθε εναλλακτικό τρόπο συμπεριφοράς θα παρουσιάζεται ως εξής:

Καθαρό όφελος τρόπου συμπεριφοράς = Προσωπικό όφελος – προσωπικός κίνδυνος + ½ του οφέλους του αδελφού – ½ του κινδύνου του αδελφού + ½ του οφέλους του άλλου αδελφού + 1/8 του οφέλους του πρωτοξάδελφου – 1/8 του κινδύνου του πρωτοξάδελφου + ½ του οφέλους του παιδιού – ½ του κινδύνου του παιδιού + κλπ.

Το αποτέλεσμα της άθροισης θα είναι ένας αριθμός που ονομάζεται τελικό καθαρό όφελος του συγκεκριμένου τρόπου συμπεριφοράς. Κατόπιν το μοντέλο του ζώου υπολογίζει το αντίστοιχο άθροισμα για όλους τους εναλλακτικούς τρόπους συμπεριφοράς του καταλόγου μας. Τελικά επιλέγει και ακολουθεί τον τρόπο συμπεριφοράς με το μεγαλύτερο καθαρό όφελος. Ακόμη κι αν όλα τα αθροίσματα βγουν αρνητικά, θα επιλέξει τη συμπεριφορά που αντιστοιχεί στο υψηλότερο άθροισμα, δηλαδή τη λιγότερο «κακή». Θυμηθείτε ότι κάθε θετική δράση συνεπάγεται κατανάλωση ενέργειας και χρόνου, που και τα δύο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν για κάτι άλλο. Αν η συμπεριφορά με το μεγαλύτερο συνολικό καθαρό όφελος που θα προκύψει είναι «μην κάνεις τίποτε», το μοντέλο του ζώου δεν θα κάνει τίποτε.

Σ’ αυτό το σημείο θα δώσω ένα υπεραπλουστευμένο παράδειγμα, που αυτή τη φορά δεν είναι προσομοίωση ηλεκτρονικού υπολογιστή αλλά έχει τη μορφή υποκειμένου μονολόγου. Ας πούμε ότι είμαι ένα ζώο και βρίσκω 8 μανιτάρια. Αφού υπολογίσω τη θρεπτική αξία τους και αφαιρέσω κάτι εξαιτίας της μικρής πιθανότητας να είναι δηλητηριώδη, βγάζω το συμπέρασμα ότι κάθε μανιτάρι αξίζει +6 μονάδες (οι μονάδες είναι αυθαίρετες, όπως και τα κέρδη που αναφέραμε στο προηγούμενο κεφάλαιο). Τα μανιτάρια είναι τόσο μεγάλα ώστε δεν θα μπορούσα να φάω περισσότερα από τρία. Θα έπρεπε να ανακοινώσω την ανακάλυψή μου και να φωνάξω κι άλλους ότι «υπάρχει τροφή»; Ποιος θα ερχόταν; Ας πούμε ότι ήρθαν ένας αδελφός μου (Δ.Σ. ως προς εμένα ½ ), ένας ξάδελφός μου (Δ.Σ. 1/8) και ο Χ (ο δείκτης συγγένειάς του ως προς εμένα είναι τόσο μικρός ώστε πρακτικά μπορεί να θεωρηθεί ίσος με το μηδέν). Αν αποκρύψω την ανακάλυψή μου και φάω τα 3 μανιτάρια, το ολικό καθαρό όφελός μου την περίπτωση που θα έχω θα είναι 3×6=18. Για να βρω το ολικό καθαρό όφελός μου την περίπτωση που θα κάνω την «πρόσκληση για τροφή» χρειάζεται κάποιος υπολογισμός. Τα 8 μανιτάρια θα μοιραστούν στα 4. Τρώγοντας το μερίδιό μου, δηλαδή δύο μανιτάρια, θα έχω όφελος 2×6=12 μονάδες. Όμως επειδή έχω κοινά γονίδια με τον αδελφό μου και τον ξάδελφό μου, αν φάνε κι αυτοί από δύο μανιτάρια θα έχω συνολικό όφελος (1×12)+( ½ x12)+(1/8×12)+(0x12)=19 ½ . Η αντίστοιχη τιμή για την εγωιστική συμπεριφορά ήταν 18. Η διαφορά είναι πολύ μικρή αλλά το συμπέρασμα σαφές. Πρέπει να τους φωνάξω. Σ’ αυτή τη περίπτωση ο αλτρουισμός μου θα εξυπηρετούσε τα εγωιστικά μου γονίδια.

Στο παραπάνω παράδειγμα έκανα την απλουστευμένη παραδοχή ότι το μεμονωμένο ζώο ψάχνει να βρει αυτό που εξυπηρετεί καλύτερα τα γονίδιά του. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι η γονιδιακή δεξαμενή γεμίζει με γονίδια, τα οποία επηρεάζουν τα σώματα κατά τέτοιον τρόπο ώστε να συμπεριφέρονται σαν να έκαναν τους υπολογισμούς που περιγράψαμε. Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, ο υπολογισμός συνιστά μια προκαταρκτική πρώτη προσέγγιση όσων θεωρητικά έπρεπε να συμβαίνουν. Παραλείπει πολλά στοιχεία, λόγου χάρη τις ηλικίες των ατόμων για τα οποία μιλάμε. Επίσης, αν προηγουμένως είχα γευματίσει και μου έφτανε ένα μανιτάρι, το καθαρό όφελος από τη γνωστοποίηση της ανακάλυψής μου θα ήταν μεγαλύτερο απ’ όσο αν πεινούσα. Είναι ατέλειωτες οι συνεχείς βελτιώσεις αυτού του υπολογισμού ο οποίος θα ολοκληρωνόταν σ’ έναν ιδανικό κόσμο. Όμως η αληθινή ζωή δεν βιώνεται σε ιδανικό κόσμο. Δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι ένα αληθινό ζώο θα υπολογίσει και την τελευταία λεπτομέρεια για να καταλήξει στην άριστη απόφαση. Πρέπει λοιπόν να ανακαλύψουμε με την παρατήρηση και το πείραμα από πρώτο χέρι πως καταφέρνουν τα ζώα και κάνουν σωστές αναλύσεις κόστους και κερδών.

Για να βεβαιωθούμε πως δεν ξεστρατίσαμε πολύ χρησιμοποιώντας υποκειμενικά παραδείγματα, ας επιστρέψουμε για λίγο στη γλώσσα των γονιδίων. Τα ζωντανά σώματα είναι μηχανές επιβίωσης προγραμματισμένες από γονίδια που έχουν επιβιώσει. Τα γονίδια που επιβίωσαν ζούσαν σε συνθήκες που έτειναν κατά μέσον όρο να χαρακτηρίζουν το περιβάλλον των ειδών στο παρελθόν. Κατά συνέπεια οι «εκτιμήσεις» κόστους και κερδών βασίζονται στην «εμπειρία» παρελθόντος, όπως ακριβώς και οι αποφάσεις που παίρνει ο άνθρωπος. Όμως, σ’ αυτή την περίπτωση, η εμπειρία έχει την ειδική έννοια της γονιδιακής εμπειρίας ή, ακριβέστερα, των συνθηκών του παρελθόντος με τις οποίες ζούσαν τα γονίδια. (Επειδή τα γονίδια προικίζουν επιπροσθέτως τις μηχανές επιβίωσης με ικανότητα του «μανθάνειν» θα μπορούσαμε να πούμε ότι γίνονται κάποιες εκτιμήσεις κόστους-κερδών με βάση και την εμπειρία του ατόμου). Εφόσον οι συνθήκες δεν αλλάζουν δραστικά, οι εκτιμήσεις θα είναι ακριβείς και οι μηχανές επιβίωσης θα τείνουν να παίρνουν κατά μέσον όρο σωστές αποφάσεις. Αν όμως οι συνθήκες μεταβληθούν δραστικά, οι μηχανές επιβίωσης θα τείνουν να παίρνουν λαθεμένες αποφάσεις και τα γονίδια θα πληρώσουν τα λάθη. Το ίδιο συμβαίνει και στον άνθρωπο: όσες αποφάσεις του βασίζονται σε μη πρόσφατες πληροφορίες τείνουν να είναι λαθεμένες.

Αλλά και οι εκτιμήσεις του δείκτη συγγένειας υπόκεινται σε σφάλματα και αβεβαιότητες. Στους υπεραπλουστευμένους υπολογισμούς που κάναμε ως τώρα, μιλούσαμε σαν να ήξεραν οι μηχανές επιβίωσης ποιοι είναι οι συγγενείς τους και να γνώριζαν το βαθμό συγγένειάς τους. Στην αληθινή ζωή μια τέτοια ακριβής γνώση είναι δυνατή μόνο περιστασιακά, όμως και πάλι ο δείκτης συγγένειας υπολογίζεται ως αριθμητικός μέσος όρος. Λόγου χάρη, υποθέστε ότι ο Α και ο Β έχουν ίσες πιθανότητες να είναι ετεροθαλείς ή αμφιθαλείς αδελφοί. Οι αντίστοιχοι δείκτες συγγένειας είναι ¼ και ½ , επειδή όμως δεν ξέρουμε ακριβώς αν είναι ετεροθαλείς ή αμφιθαλείς, ο αριθμός που πρέπει να πάρουμε είναι ο μέσος όρος, δηλαδή 3/8. Αν είναι σίγουρο ότι έχουν την ίδια μητέρα αλλά η πιθανότητα να έχουν τον ίδιο πατέρα είναι 1 προς 10, τότε είναι κατά 90% σίγουρο πως είναι ετεροθαλείς αδελφοί και κατά 10% αμφιθαλείς οπότε ο πραγματικός δείκτης συγγένειας θα είναι (1/10 x ½ )+(9/10 x ¼ )= 0,275.

Όμως για ποιον είναι σίγουρο όταν λέμε «είναι κατά 90% σίγουρο» ; Εννοούμε ότι ο φυσιοδίφης ύστερα από μακρόχρονες επιτόπιες μελέτες είναι σίγουρος 90%, ή ότι τα ζώα είναι σίγουρα 90%; Με λίγη τύχη τα δύο συμπεράσματα μπορεί να είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα. Για να το διαπιστώσουμε πρέπει πρώτα να εξετάσουμε με ποιο τρόπο θα ήταν δυνατό τα ζώα να διακρίνουν τους στενούς συγγενείς τους.

Εμείς οι άνθρωποι ξέρουμε ποιοι είναι οι συγγενείς μας επειδή μας το είπαν, επειδή δίνουμε ονόματα στις συγγένειες, επειδή κάνουμε επίσημους γάμους, επειδή θυμόμαστε και επειδή υπάρχουν τα σχετικά έγγραφα. Πολλοί ανθρωποκοινωνιολόγοι ασχολούνται με «συγγένειες» στις κοινωνίες που μελετούν. Δεν εννοούν πραγματικές γενετικές συγγένειες αλλά υποκειμενικές και πολιτιστικές. Τα ήθη των ανθρώπων και οι τελετουργίες των διαφόρων φυλών συχνά δίνουν μεγάλη έμφαση στη συγγένεια. Η λατρεία των προγόνων είναι ευρύτατα διαδεδομένη, οι οικογενειακές υποχρεώσεις και η αφοσίωση στην οικογένεια κυριαρχούν στη ζωή μας. Οι βεντέτες και οι ενδοφατριακοί πόλεμοι ερμηνεύονται εύκολα με τη γενετική θεωρία του Hamilton. Το «ταμπού» της αιμομιξίας μαρτυρεί το μεγάλο σεβασμό που τρέφουν οι άνθρωποι προς τη συγγένεια, μολονότι το γενετικό πλεονέκτημα από το ταμπού της αιμομιξίας δεν έχει καμιά σχέση με τον αλτρουισμό. Πιθανώς σχετίζεται με τα επιβλαβή αποτελέσματα των υπολειπόμενων γονιδίων τα οποία εμφανίζονται κατά την ενδογαμία. (Για κάποιο λόγο, σε πολλούς ανθρωπολόγους δεν αρέσει αυτή η εξήγηση). Πως θα μπορούσαν τα άγρια ζώα να «ξέρουν» ποιοι είναι οι συγγενείς τους; Με άλλα λόγια, ποιους κανόνες συμπεριφοράς ακολουθούν οι οποίοι φανερώνουν έμμεσα ότι ξέρουν την ύπαρξη συγγένειας;

Ο κανόνας «να είσαι ευγενικός με τους συγγενείς» παρακάμπτει το πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο θα αναγνωρίζονταν στην πράξη οι συγγενείς. Τα ζώα πρέπει να έχουν πάρει από τα γονίδιά τους έναν απλό κανόνα δράσης τα τελικά αποτελέσματα της οποίας δεν είναι συνειδητά προκαθορισμένα, έναν κανόνα όμως που λειτουργεί τουλάχιστον σε ομαλές συνθήκες. 'Ολοι οι άνθρωποι ζούμε με κανόνες. Η δύναμή τους είναι τόσο μεγάλη ώστε αν είμαστε στενόμυαλοι ακολουθούμε έναν κανόνα ακόμη κι όταν βλέπουμε καθαρά ότι ούτε εμάς ωφελεί ούτε κανέναν άλλον. Λόγου χάρη, μερικοί φανατικοί Εβραίοι και Μουσουλμάνοι θα προτιμούσαν να λιμοκτονήσουν παρά να παραβούν τον κανόνα που απαγορεύει το χοιρινό κρέας. Όμως ποιους απλούς πρακτικούς κανόνες πρέπει να ακολουθήσουν τα ζώα, οι οποίοι σε κανονικές συνθήκες θα ωφελούσαν έμμεσα τους στενούς συγγενείς τους;

Αν τα ζώα είχαν την τάση να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά σε όλα τα άτομα με τα οποία έχουν φυσική ομοιότητα, θα έκαναν έμμεσα κάποιο καλό στους συγγενείς τους. Τα περισσότερα εξαρτώνται από τις λεπτομέρειες σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Εν γένει, ένας τέτοιος κανόνας μόνο στατιστικά θα μπορούσε να οδηγήσει σε «σωστές» αποφάσεις. Αν άλλαζαν οι συνθήκες, αν, λόγου χάρη ένα είδος άρχιζε να ζει σε πολύ μεγαλύτερες ομάδες, αυτός ο κανόνας θα οδηγούσε σε λαθεμένες αποφάσεις. Εννοείται ότι η φυλετική προκατάληψη θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως άκριτη γενίκευση μιας τάσης επιλογής συγγενών, να συνταυτίζουμε τον εαυτό μας με άτομα με τα οποία έχουμε φυσική ομοιότητα, και να φερόμαστε άσχημα σε όσα δεν μας μοιάζουν.

Σ’ ένα είδος που τα μέλη του δεν απομακρύνονται πολύ ή απομακρύνονται σε μικρές ομάδες, υπάρχουν πολλές πιθανότητες το τυχαίο άτομο που θα συναντήσετε να είναι στενός συγγενής σας. Σ’ αυτή την περίπτωση ο κανόνας «να είσαι ευγενικός σε κάθε μέλος του είδους σου που θα συναντήσεις» θα είχε θετικό αποτέλεσμα στην επιβίωση, με την έννοια ότι ένα γονίδιο που προδιαθέτει τους υπηκόους του να υπακούουν σ’ αυτόν τον κανόνα θα γινόταν πολυαριθμότερο στη γονιδιακή δεξαμενή. Ίσως αυτό εξηγεί την αλτρουιστική συμπεριφορά που αναφέρεται ότι παρουσιάζεται τόσο συχνά σε αγέλες πιθήκων και φαλαινών. Οι φάλαινες και τα δελφίνια πεθαίνουν από ασφυξία αν δεν αναπνεύσουν αέρα. Τα μωρά των φαλαινών ή πληγωμένα άτομα που δεν μπορούν να κολυμπήσουν ως την επιφάνεια βοηθούνται και σώζονται από συντρόφους της αγέλης. Δεν ξέρουμε αν οι φάλαινες έχουν κάποιο τρόπο να ξεχωρίζουν τους στενούς συγγενείς τους, αλλά αυτό ίσως δεν έχει σημασία. Η πιθανότητα δύο τυχαία άτομα της αγέλης να έχουν κάποια συγγένεια μεταξύ τους είναι τόσο μεγάλη ώστε ο αλτρουισμός να αξίζει τον κόπο.

Παρεμπιπτόντως, αναφέρουμε ότι υπάρχει τουλάχιστον μία αυθεντική ιστορία ενός κολυμβητή που κινδύνευε να πνιγεί και τον έσωσε ένα άγριο δελφίνι. Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί παρανόηση του κανόνα «να σώζεις μέλη της αγέλης». Ο ορισμός ενός μέλους της αγέλης που κινδυνεύει ίσως να είχε κάπως έτσι: «ένα μακρύ πράγμα που σφαδάζει και χτυπιέται στην επιφάνεια του νερού».

'Εχει αναφερθεί ότι ενήλικοι αρσενικοί βαβουίνοι υπερασπίζονται με κίνδυνο της ζωής τους την αγέλη εναντίον αρπακτικών, όπως οι λεοπαρδάλεις. Είναι πολύ πιθανό κάθε ενήλικος αρσενικός βαβουίνος να έχει κατά μέσο όρο πολλά κοινά γονίδια με τα άλλα μέλη της αγέλης. Ένα γονίδιο που στην πραγματικότητα «λέει»: «Σώμα, αν είσαι ενήλικο αρσενικό υπερασπίσου την αγέλη από τις λεοπαρδάλεις», θα γινόταν πολυαριθμότερο στη γονιδιακή δεξαμενή. Πριν όμως αφήσουμε αυτό το συχνά αναφερόμενο παράδειγμα, είναι δίκαιο να προσθέσουμε ότι τουλάχιστον μια μεγάλη αυθεντία έχει αναφέρει πολύ διαφορετικά γεγονότα. Σύμφωνα μ’ αυτήν, μόλις εμφανιστεί μια λεοπάρδαλη, οι πρώτοι που εξαφανίζονται από τον ορίζοντα είναι τα ενήλικα αρσενικά.

Τα κλωσσόπουλα μεγαλώνουν σε οικογενειακές ομάδες και ακολουθούν παντού τη μητέρα τους. Βγάζουν δύο είδη φωνών. Εκτός από τα διαπεραστικά τσιρίγματα που ήδη ανέφερα, όταν τρώνε βγάζουν σύντομα μελωδικά τιτιβίσματα. Τα τσιρίγματα με τα οποία επιζητείται η συνδρομή της μητέρας αγνοούνται από τα άλλα κλωσσόπουλα. Τα τιτιβίσματα όμως προσελκύουν και τα άλλα στο μέρος της τροφής: σύμφωνα με το προηγούμενο υποθετικό παράδειγμά μας, τα τιτιβίσματα είναι «κάλεσμα για τροφή». Όπως και εκεί, ο προφανής αλτρουισμός που δείχνουν τα κλωσσόπουλα μπορεί εύκολα να εξηγηθεί ως «επιλογή συγγενών». Επειδή στη φύση όλα τα κλωσσόπουλα μιας κλώσσας είναι κανονικά αδέλφια, το γονίδιο που προκαλεί τα τιτιβίσματα για τροφή θα απλωνόταν, υπό τον όρο ότι το κόστος του κλωσσόπουλου που τιτιβίζει είναι μικρότερο από το μισό του οφέλους που έχουν τα άλλα κλωσσόπουλα. Επειδή το όφελος μοιράζεται σε όλα τα μέλη της ομάδας, που κατά κανόνα είναι περισσότερα από δύο, δεν είναι δύσκολο να δούμε ότι η συγκεκριμένη απαίτηση ικανοποιείται. Φυσικά, ο κανόνας δεν ισχύει σε οικιακές αγροτικές περιπτώσεις, όπου βάζουν την κλώσσα να επωάσει όχι μόνο δικά της αυγά αλλά και πάπιας ή γαλοπούλας. Δεν περιμένουμε βέβαια να το ξέρουν η κλώσσα ή τα κλωσσόπουλα. Η συμπεριφορά τους έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τις συνθήκες που ισχύουν στη φύση, όπου κανονικά δεν υπάρχουν παρείσακτοι στις φωλιές.

Εντούτοις, στη φύση συμβαίνουν περιστασιακά σφάλματα αυτού του τύπου. Στα είδη που ζουν σε κοπάδια ή σε αγέλες, ένα μικρό ορφανό μπορεί να υιοθετηθεί από ένα παράξενο θηλυκό, πιθανότατα από κάποια μητέρα που έχασε το παιδί της. 'Οσοι ασχολούνται με τους πιθήκους χρησιμοποιούν συχνά τη λέξη «θεία» για το θηλυκό που υιοθετεί κάποιο ορφανό. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι είναι πραγματική θεία ή ότι έχει κάποια άλλη συγγένεια. Αν αυτοί οι ερευνητές ήξεραν για τα γονίδια όσα έπρεπε να ξέρουν, δεν θα χρησιμοποιούσαν τόσο άκριτα τη λέξη «θεία». 'Οσο συγκινητική κι αν φαίνεται η υιοθεσία, στις περισσότερες περιπτώσεις πρέπει να θεωρείται εκτροπή από έναν θεμελιακό κανόνα, κι αυτό γιατί το γενναιόδωρο θηλυκό όταν φροντίζει το ορφανό δεν ευνοεί τα δικά του γονίδια. Χάνει χρόνο και ενέργεια που θα μπορούσε να τα επενδύσει στη ζωή των συγγενών της, και ειδικότερα των μελλοντικών παιδιών της. Ίσως πρόκειται για ένα σφάλμα που συμβαίνει τόσο σπάνια ώστε δεν μπορεί να αλλάξει τους κανόνες κάνοντας το μητρικό ένστικτο περισσότερο επιλεκτικό. Όμως, κατά κανόνα, τέτοιες υιοθεσίες δεν συμβαίνουν και τα ορφανά αφήνονται να πεθάνουν. Υπάρχει ένα τόσο ακραίο παράδειγμα σφάλματος ώστε θα ήταν προτιμότερο να μην το θεωρούμε καθόλου σφάλμα αλλά μαρτυρία εναντίον της θεωρίας του εγωιστικού γονιδίου. Έχουν δει μητέρες πιθηκίνες που είχαν χάσει το μωρό τους να κλέβουν το μωρό κάποιας άλλης και να το φροντίζουν σαν δικό τους. Αυτό το θεωρώ διπλό σφάλμα γιατί η θετή μητέρα όχι μόνο χάνει το χρόνο της αλλά απαλλάσσει ένα ανταγωνιστικό θηλυκό από το βάρος της ανατροφής του παιδιού της, επιτρέποντάς της να αποκτήσει γρήγορα άλλο παιδί. Νομίζω πως πρόκειται για κρίσιμο παράδειγμα που απαιτεί ενδελεχή έρευνα. Πρέπει να μάθουμε πόσο συχνά συμβαίνει κάτι τέτοιο, ποιος είναι ο μέσος δείκτης συγγένειας της θετής μητέρας και του παιδιού, και ποια είναι η στάση της αληθινής μητέρας του παιδιού – σε τελευταία ανάλυση το να υιοθετηθεί το παιδί της είναι προς όφελός της. Μήπως αυτές οι μητέρες προσπαθούν εσκεμμένα να εξαπατήσουν αφελή νεαρά θηλυκά για να υιοθετήσουν τα παιδιά τους; ('Εχει διατυπωθεί η γνώμη ότι οι θετές μητέρες και οι απαγωγείς βρεφών ίσως ωφελούνται, με την έννοια ότι αποκτούν πολύτιμη πείρα στην τέχνη της παιδοκομίας).

Παραδείγματα για τη σκόπιμη άμβλυνση του μητρικού ενστίκτου μας δίνουν οι κούκοι και άλλα πουλιά «παρασιτικά της επώασης», που αφήνουν τα αυγά τους στη φωλιά κάποιου άλλου. Οι κούκοι εκμεταλλεύονται τον κανόνα «να φέρεσαι φιλικά σε κάθε μικρό που βρίσκεται στη φωλιά που έχτισες», ο οποίος είναι εγγενής στους γονιούς-πουλιά. Με εξαίρεση τους κούκους, ο κανόνας έχει πάντα το επιθυμητό αποτέλεσμα να περιορίζει τον αλτρουισμό στους άμεσους συγγενείς, επειδή κατά κανόνα οι φωλιές των πουλιών είναι τόσο απομονωμένες μεταξύ τους ώστε σχεδόν σίγουρα περιέχουν τα μικρά των γονιών. Οι ενήλικοι γλάροι δεν αναγνωρίζουν τα αυγά τους και κάθονται άνετα πάνω στα αυγά άλλων γλάρων ή και σε ψεύτικα αυγά τοποθετημένα από κάποιο φυσιοδίφη. Στη φύση, η αναγνώριση των αυγών δεν είναι πρόβλημα για τους γλάρους επειδή τα αυγά τους δεν μπορεί να κυλήσουν τόσο πολύ ώστε να πλησιάσουν σε κάποια άλλη φωλιά. Εντούτοις, οι γλάροι αναγνωρίζουν τα μικρά τους γιατί τα μικρά, αντίθετα με τα αυγά, μπορεί να απομακρυνθούν και να φτάσουν σε μια γειτονική φωλιά με συχνά μοιραία αποτελέσματα, όπως είδαμε στο πρώτο κεφάλαιο.

Από την άλλη μεριά, οι ουρίες [Εύσωμα στεγανόποδα που ζουν στις ψυχρές χώρες του βόρειου ημισφαίριου. Βαδίζουν δύσκολα στο έδαφος, είναι καλοί κολυμβητές και φωλιάζουν κατά αποικίες στα χείλη απόκρημνων βράχων, κατά μήκος των ακτών] αναγνωρίζουν τα αυγά τους από τα πιτσιλωτά σχέδια που έχουν, και όταν πρόκειται να τα επωάσουν, πετούν τα ξένα. Αυτό κατά πάσα πιθανότητα συμβαίνει γιατί αυτά τα πουλιά κάνουν τις φωλιές τους σε ομαλούς βράχους και υπάρχει κίνδυνος να κυλήσουν και να μπερδευτούν με άλλα. Θα μπορούσε λοιπόν να ρωτήσει κανείς: γιατί μπαίνουν στο κόπο να ξεχωρίζουν τα ξένα και να κάθονται μόνο στα δικά τους; Προφανώς θα ήταν δυνατό κάθε θηλυκό να επωάζει οποιοδήποτε αυγό, οπότε δεν θα υπήρχε θέμα αν είναι δικό της ή ξένο. Κι αυτό ακριβώς υποστηρίζουν οι οπαδοί της επιλογής ομάδων. Αλλά ας εξετάσουμε τι θα συνέβαινε αν εξελισσόταν ένας τέτοιος κύκλος ομαδικής επώασης. Ο μέσος αριθμός παιδιών για τις ουρίες είναι ένα. Αυτό σημαίνει ότι για να δουλέψει αποτελεσματικά ο κύκλος της αμοιβαίας επώασης, κάθε ενήλικο θηλυκό πρέπει να επωάσει κατά μέσο όρο ένα αυγό. Ας υποθέσουμε πως κάποια έκανε την κατεργαριά και δεν καθόταν σε ένα αυγό. Αντί να χάνει χρόνο στην επώαση ξόδευε τον καιρό της να γεννά περισσότερα αυγά και για μεγάλη της χαρά άλλα περισσότερο αλτρουιστικά θηλυκά τα φρόντιζαν για λογαριασμό της. Αυτά τα θηλυκά θα συνέχιζαν να υπακούουν πιστά στον κανόνα: «Αν δεις κάποιο παρατημένο αυγό κοντά στη φωλιά σου, να το μαζέψεις και να το επωάσεις». Σ’ αυτή την περίπτωση το γονίδιο για την κατεργαριά θα απλωνόταν στον πληθυσμό, οπότε θα έσπαγε ο όμορφος κύκλος της φιλικής επώασης.

Θα μπορούσε όμως κάποιος να διερωτηθεί τι θα γινόταν αν τα έντιμα θηλυκά ανταπέδιδαν και δεν υπέκυπταν στον εκβιασμό επωάζοντας ένα και μόνο αυγό ; Αυτό θα ανέτρεπε τα σχέδια των «κατεργάρικων» γιατί θα έβλεπαν τα αυγά τους παρατημένα στους βράχους να μην τα επωάζει κανείς. Μήπως αυτό θα τα επανέφερε σε τάξη; Δυστυχώς όχι. Εφόσον δεχτήκαμε ότι τα θηλυκά δεν ξεχωρίζουν το ένα αυγό από το άλλο, αν τα έντιμα πουλιά εφάρμοζαν την παραπάνω τακτική, πιθανώς και τα δικά τους αυγά να είχαν την ίδια τύχη με αυτά των κατεργάρικων. Όμως τα κατεργάρικα θα εξακολουθούσαν να πλεονεκτούν. Θα γεννούσαν περισσότερα αυγά και θα επιβίωναν περισσότερα μικρά τους. Τα έντιμα θηλυκά για να εξουδετερώσουν τα κατεργάρικα δεν έχουν άλλο τρόπο από το να ξεχωρίζουν με σιγουριά τα αυγά τους. Με άλλα λόγια, να πάψουν να είναι αλτρουιστικά και να ενδιαφέρονται μόνο για το δικό τους συμφέρον.

Για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα του Maynard Smith, η αλτρουιστική στρατηγική της υιοθεσίας δεν είναι εξελικτικά σταθερή. Είναι ασταθής, με την έννοια ότι μπορεί να βελτιωθεί με την εγωιστική αντιστρατηγική το θηλυκό να γεννά περισσότερα αυγά απ’ όσα πρέπει και να μην τα επωάζει. Αλλά και αυτή η εγωιστική αντιστρατηγική είναι με τη σειρά της ασταθής, γιατί η αλτρουιστική στρατηγική στην οποία στηρίζεται είναι ασταθής, συνεπώς θα εξαφανιστεί και αυτή. Η μόνη εξελικτικά σταθερή στρατηγική για την ουρία είναι να αναγνωρίζει το αυγό της και να επωάζει αποκλειστικά το δικό της. Κι αυτό ακριβώς συμβαίνει.

Τα είδη των ωδικών πτηνών που εκμεταλλεύονται οι κούκοι αντέδρασαν : δεν έμαθαν να αναγνωρίζουν τα αυγά τους και να ευνοούν όσα αυγά έχουν ειδικά στίγματα. Αυτή η στρατηγική είναι αποτελεσματική γιατί τα θηλυκά δεν διατρέχουν τον κίνδυνο να τα εκμεταλλευτούν άλλα άτομα του είδους τους. Αλλά και οι κούκοι αντεπιτέθηκαν με τη σειρά τους, κάνοντας αυγά που μοιάζουν όλο και περισσότερο ως προς το μέγεθος, το χρώμα και τα στίγματα με εκείνα των ξενιστών τους. Αυτό αποτελεί παράδειγμα μιας απάτης που συχνά αποδίδει. Το αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου εξελικτικού ανταγωνισμού ήταν η αξιοσημείωτη τελειότητα μίμησης που παρατηρείται στα αυγά του κούκου. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ένας αριθμός αυγών και νεοσσών του κούκου «ανακαλύπτεται». 'Οσα όμως δεν ανακαλύπτονται, επιζούν και γεννούν την επόμενη γενεά. Μ’ αυτόν τον τρόπο στο γονιδιακό απόθεμα του κούκου εξαπλώνονται τα γονίδια για αποτελεσματικότερη εξαπάτηση. Με τον ίδιο τρόπο, και τα πουλιά-ξενιστές, που έχουν αρκετή παρατηρητικότητα ώστε να διακρίνουν την παραμικρή ατέλεια στην απομίμηση των αυγών τους, είναι αυτά που συνεισφέρουν τα περισσότερα στο δικό τους γονιδιακό απόθεμα. 'Ετσι, τα παρατηρητικά και δύσπιστα μάτια περνούν στην επόμενη γενεά τους. Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η φυσική επιλογή οξύνει την αντίληψη λεπτών διαφορών: σ’ αυτή την περίπτωση, των διαφορών εναντίον ειδών που τα μέλη τους κάνουν τα πάντα για να τις εξαφανίσουν.

Ας επιστρέψουμε τώρα στην σύγκριση της «εκτίμησης» που κάνει ένα ζώο για τη συγγένειά του με άλλα μέλη της ομάδας του και της αντίστοιχης εκτίμησης που κάνει ένας έμπειρος ερευνητής φυσιοδίφης. Ο Brian Bertram ξόδεψε πολλά χρόνια μελετώντας στο εθνικό πάρκο του Serengeti [Εκταση 13.000 τ.χλμ. στο βόρειο τμήμα της Τανζανίας και νοτιοανατολικά της Λίμνης Βικτώριας] τη βιολογία των λιονταριών. Στηριζόμενος στις γνώσεις του για τις αναπαραγωγικές συνήθειές τους, εκτίμησε τον μέσο δείκτη συγγένειας ανάμεσα στα άτομα μιας τυπικής αγέλης. Τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε για να κάνει τις εκτιμήσεις του είναι τα εξής: Μια τυπική αγέλη λιονταριών περιλαμβάνει περίπου 7 ενήλικα θηλυκά, που είναι και τα μονιμότερα μέλη της, και 2 αδέσποτα αρσενικά. Περίπου τα μισά ενήλικα θηλυκά γεννούν σχεδόν ταυτόχρονα και μεγαλώνουν από κοινού τα μικρά τους, έτσι ώστε είναι δύσκολο να ξέρει κανείς τη μητέρα κάθε μικρού. Ο τυπικός αριθμός νεογνών σε κάθε γέννα είναι 3. Η πατρότητα των μικρών μοιράζεται εξίσου στα ενήλικα αρσενικά της αγέλης. Τα νεαρά θηλυκά παραμένουν στην αγέλη και αντικαθιστούν τα γέρικα θηλυκά που πεθαίνουν ή που φεύγουν. Τα νεαρά αρσενικά εγκαταλείπουν την ομάδα όταν φτάσουν στην εφηβεία. Όταν είναι μεγάλα περιπλανώνται από ομάδα σε ομάδα κατά μικρές συγγενικές «συμμορίες» ή σε ζεύγη, και είναι απίθανο να επιστρέψουν στην αρχική οικογένεια.

Με τις παραπάνω και άλλες παραδοχές είναι δυνατό να βρεθεί μια μέση τιμή του δείκτη συγγένειας δύο ατόμων μιας τυπικής αγέλης λιονταριών. Ο Bertram για ένα τυχαίο ζευγάρι αρσενικών βρίσκει τη τιμή 0,22 και για ένα ζευγάρι θηλυκών 0,15. Είναι σαν να λέμε ότι τα αρσενικά ενός κοπαδιού κατά μέσο όρο είναι κάτι λιγότερο από ετεροθαλή αδέλφια, και τα θηλυκά κάτι περισσότερο από πρωτοξάδελφα. Φυσικά, είναι δυνατό κάποιο συγκεκριμένο ζευγάρι ατόμων να είναι πραγματικά αδέλφια αλλά ο Bertram δεν μπορούσε να το ξέρει, και είναι σίγουρο πως και τα λιοντάρια δεν το ξέρουν. Από την άλλη μεριά, και οι μέσες τιμές συγγένειάς τους που βρήκε είναι κατά κάποιο τρόπο «γνωστές» και στα λιοντάρια. Αν αυτοί οι αριθμοί είναι αντιπροσωπευτικοί για μια μέση αγέλη, τότε κάθε γονίδιο που θα προδιέθετε τα αρσενικά να συμπεριφέρονται στα άλλα αρσενικά στα άλλα αρσενικά σαν να ήταν σχεδόν ετεροθαλή αδέλφια, θα είχε θετική αξία για την επιβίωση. Κάθε γονίδιο που θα προχωρούσε περισσότερο και θα έκανε τα αρσενικά να συμπεριφέρονται με φιλικότερο τρόπο απ’ ό, τι στα κανονικά αδέλφια, κατά μέσο όρο θα τιμωρούνταν όπως ακριβώς κι αν δεν φερόταν αρκετά φιλικά (αν, λόγου χάρη, συμπεριφερόταν στα άλλα αρσενικά σαν να ήταν δευτεροξάδελφα). Αν τα γεγονότα στη ζωή των λιονταριών έχουν όπως λέει ο Bertram, και αν είχαν έτσι για πολλές γενεές, τότε μπορούμε να περιμένουμε ότι η φυσική επιλογή θα είχε ευνοήσει ένα βαθμό αλτρουισμού σύμφωνα με τη μέση τιμή του δείκτη συγγένειας μιας τυπικής αγέλης. Αυτό ακριβώς εννοούσα όταν έλεγα ότι οι εκτιμήσεις για τις συγγένειες που κάνουν ένα ζώο και ένας καλός ερευνητής φυσιοδίφης πρέπει τελικά να είναι οι ίδιες.

'Ετσι φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι στην εξέλιξη του αλτρουισμού η «πραγματική» συγγένεια μπορεί να είναι λιγότερο σημαντική από μια καλή εκτίμηση που κάνει ένα ζώο για τη συγγένεια. Αυτό αποτελεί πιθανώς το κλειδί για να καταλάβουμε γιατί στη φύση η φροντίδα των γονιών για τα παιδιά τους είναι πολύ περισσότερο διαδεδομένη και πολύ εντονότερη από τον αλτρουισμό αδελφού/αδελφής, και γιατί τα ζώα δίνουν πολύ μεγαλύτερη αξία στους εαυτούς τους απ’ όση στα αδέλφια τους. Εν συντομία, θέλω να τονίσω ότι εκτός από το δείκτη συγγένειας πρέπει να εξετάζουμε και κάτι που θα το λέγαμε δείκτη «βεβαιότητας». Μολονότι από γενετική άποψη η σχέση γονιού/παιδιού δεν είναι στενότερη από τη σχέση αδελφού/αδελφής, η «βεβαιότητά» της είναι μεγαλύτερη. Κανονικά, είστε πολύ πιο σίγουροι ποια είναι παιδιά σας παρά ποια είναι αδέλφια σας. Και ακόμη πιο σίγουροι ότι είστε ο εαυτός σας!

Μιλήσαμε για κατεργάρικα θαλασσοπούλια και στα επόμενα κεφάλαια θα πούμε περισσότερα για ψεύτες, κατεργάρηδες και εκμεταλλευτές. Σ’ έναν κόσμο όπου πάντα βρίσκονται άτομα έτοιμα να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες που προσφέρει ο μεταξύ συγγενών αλτρουισμός και να τον χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους, μια μηχανή επιβίωσης πρέπει να εξετάζει ποιον μπορεί να εμπιστεύεται, για ποιον μπορεί να είναι σίγουρη. Αν ο Β είναι πραγματικά ένα μικρότερο αδελφάκι μου, τότε πρέπει να νοιάζομαι γι’ αυτό το μισό απ’ όσο για τον εαυτό μου και ακριβώς όσο για το παιδί μου. Όμως μπορώ να είμαι τόσο σίγουρος γι’ αυτό όσο για το παιδί μου; Πως μπορώ να ξέρω ότι είναι αδελφάκι μου;

Αν ο Δ είναι αυθεντικός δίδυμος αδελφός μου, θα έπρεπε να νοιάζομαι γι’ αυτόν διπλάσια απ’ όσο για το παιδί μου, δηλαδή να θεωρώ τη ζωή του το ίδιο πολύτιμη με τη δική μου. Όμως μπορώ να είμαι σίγουρος γι’ αυτόν; Είναι βέβαιο πως μου μοιάζει αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι έχουμε κοινά μόνο όσα γονίδια αφορούν τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Όχι, δεν θα θυσιάσω τη ζωή μου για χάρη του γιατί αν υπάρχει μόνο κάποια πιθανότητα να έχει το 100% των γονιδίων μου, εγώ είμαι απόλυτα σίγουρος πως έχω 100% των γονιδίων μου, οπότε αξίζω περισσότερο από αυτόν. Είμαι το μόνο άτομο για το οποίο είναι σίγουρο το καθένα από τα εγωιστικά μου γονίδια. Μολονότι θεωρητικά ένα γονίδιο για ατομικό αλτρουισμό θα μπορούσε να εκτοπιστεί από κάποιο ανταγωνιστικό γονίδιο «για αλτρουιστική διάσωση» τουλάχιστον ενός αυθεντικού διδύμου, δύο παιδιών ή αδελφών ή τουλάχιστον 4 εγγονιών κλπ., το γονίδιο του ατομικού εγωισμού έχει το τεράστιο πλεονέκτημα ότι είναι βέβαιο για την ταυτότητα του ατόμου. Το ανταγωνιστικό γονίδιο για τον αλτρουισμό προς τους συγγενείς διατρέχει τον κίνδυνο να κάνει λάθη ως προς την ταυτότητα των ατόμων είτε πραγματικά τυχαία είτε γιατί τα προκάλεσαν σκόπιμα κατεργάρηδες και παράσιτα. Συνεπώς, στη φύση πρέπει να περιμένουμε τον ατομικό εγωισμό σε βαθμό μεγαλύτερο από αυτόν που θα προβλέπαμε αν υπολογίζαμε μόνο τη γενετική συγγένεια.

Σε πολλά είδη του ζωικού βασιλείου η μητέρα είναι περισσότερο σίγουρη από τον πατέρα ότι τα παιδιά είναι δικά της. Η μητέρα γεννά ορατά, χειροπιαστά αυγά ή κουβαλά μέσα της το παιδί. 'Εχει μεγάλη πιθανότητα να ξέρει τους φορείς των γονιδίων της. Ο ατυχής πατέρας μπορεί να απατηθεί πολύ εύκολα. Πρέπει λοιπόν να περιμένουμε οι πατέρες να καταβάλλουν μικρότερη προσπάθεια από τις μητέρες για τη φροντίδα των παιδιών. Στο ένατο κεφάλαιο, που ασχολείται με τον ανταγωνισμό των φύλων, θα δούμε ότι συντρέχουν και άλλοι λόγοι που οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα. Για τον ίδιο λόγο οι «εκ μητρός» γιαγιάδες είναι πιο σίγουρες για τα εγγόνια τους συγκριτικά με τις «εκ πατρός» γιαγιάδες και πρέπει να περιμένουμε να δείχνουν μεγαλύτερο αλτρουισμό. Κι αυτό γιατί οι εκ μητρός γιαγιάδες είναι σίγουρες ότι τα παιδιά των θυγατέρων τους είναι δικά τους, ενώ για τις εκ πατρός γιαγιάδες υπάρχει το ενδεχόμενο να απατήθηκε ο γιος τους.

Οι εκ μητρός παππούδες έχουν τόση σιγουριά για τα εγγόνια τους όση και οι εκ πατρός γιαγιάδες, επειδή και οι δύο υπολογίζουν μια γενεά βεβαιότητας και μια αβεβαιότητας. Παρομοίως, οι θείοι από τη μεριά της μητέρας θα έπρεπε να ενδιαφέρονται περισσότερο για τους ανιψιούς και τις ανιψιές τους συγκριτικά με τους θείους από τη μεριά του πατέρα, και γενικά να δείχνουν τον ίδιο αλτρουισμό με τις θείες. Πραγματικά, σε μια κοινωνία με υψηλό δείκτη συζυγικής απιστίας, οι εκ μητρός θείοι έπρεπε να είναι περισσότερο αλτρουιστές από τους «πατέρες», επειδή έχουν περισσότερα ερείσματα για τη συγγένειά τους με το παιδί [Η παρατήρηση προστέθηκε το 1978. Παρέβλεψα το γεγονός ότι ο R.D. Alexander είχε αναφερθεί στο θέμα το 1974]. Ξέρουν ότι η μητέρα του παιδιού είναι τουλάχιστον ετεροθαλής αδελφή τους. Ο «νόμιμος» πατέρας δεν ξέρει τίποτε. Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν στοιχεία που να στηρίζουν αυτές τις προβλέψεις, τις δίνω όμως με την ελπίδα ότι άλλοι θα ψάξουν ή θα αρχίσουν να ψάχνουν να τα βρουν.

Ειδικότερα, οι ανθρωποκοινωνιολόγοι ίσως μας έλεγαν ενδιαφέροντα πράγματα. Το γεγονός ότι ο αλτρουισμός των γονέων είναι συνηθέστερος από τον αδελφικό αλτρουισμό εξηγείται λογικά με βάση το «πρόβλημα της ταυτότητας». Εντούτοις, με αυτό δεν εξηγείται η θεμελιώδης ασυμμετρία που υπάρχει στη σχέση ανάμεσα στον πατέρα και το παιδί. Οι γονείς φροντίζουν περισσότερο τα παιδιά τους απ’ όσο τα παιδιά τους γονείς τους, μολονότι η γενετική σχέση είναι συμμετρική και η βεβαιότητα συγγένειας ίδια και προς τις δύο κατευθύνσεις. 'Ενας λόγος αυτής της ασυμμετρίας είναι ότι οι γονείς, από πρακτική άποψη, βρίσκονται σε καλύτερη θέση να βοηθήσουν τα παιδιά τους, γιατί είναι μεγαλύτεροι και πιο έμπειροι στα προβλήματα της ζωής. Ακόμη κι αν ήθελε ένα μωρό να θρέψει τους γονείς του, δεν έχει τα κατάλληλα εφόδια να το κάνει.

Στη σχέση πατέρα/παιδιού υπάρχει μια ακόμη ασυμμετρία που δεν απαντάται στη σχέση αδελφού/αδελφής. Τα παιδιά έχουν πάντα μικρότερη ηλικία από τους γονείς τους. Αυτό σημαίνει ότι συχνά, όχι πάντα βέβαια, περιμένουν να ζήσουν περισσότερο. Όπως τόνισα παραπάνω, η προσδοκία ζωής είναι σημαντικός παράγοντας ο οποίος, και στον καλύτερο από τους δυνατούς κόσμους υπεισέρχεται στον «υπολογισμό» που κάνει ένα ζώο όταν «αποφασίζει» αν θα συμπεριφερθεί αλτρουιστικά ή εγωιστικά. Σ’ ένα είδος στο οποίο τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη μέση διάρκεια ζωής από τους γονείς, κάθε γονίδιο για αλτρουιστική συμπεριφορά του παιδιού προς τον πατέρα θα λειτουργούσε μειονεκτικά. Θα ήταν μια αφύσικη αλτρουιστική αυτοθυσία προς όφελος ατόμων που βρίσκονται πλησιέστερα στο θάνατο από γηρατειά απ’ όσο ο αλτρουιστής. Από την άλλη μεριά, ένα γονίδιο για αλτρουιστική συμπεριφορά του πατέρα προς το παιδί θα λειτουργούσε πλεονεκτικά στο πλαίσιο των προσδοκιών ζωής.

Μερικοί εκφράζουν τη γνώμη ότι η επιλογή συγγενών είναι πολύ καλή ως θεωρία αλλά στην πράξη λίγα μόνο παραδείγματα δείχνουν ότι λειτουργεί. Όμως αυτή η κριτική γίνεται μόνο απ’ όσους δεν κατανοούν την πραγματική σημασία της επιλογής συγγενών. Η αλήθεια είναι ότι όλα τα παραδείγματα προστασίας του παιδιού και γονικής φροντίδας, και όλα τα σχετικά σωματικά όργανα, π.χ. γαλακτογόνοι αδένες, μάρσιποι των καγκουρώ κ.ά., είναι παραδείγματα λειτουργίας στη φύση της αρχής της επιλογής συγγενών. Βέβαια, οι επικριτές είναι εξοικειωμένοι με την απανταχού παρατηρούμενη γονική φροντίδα αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι, όπως και ο αλτρουισμός αδελφού/αδελφής, είναι και αυτή παράδειγμα επιλογής συγγενών. Όταν λένε ότι θέλουν παραδείγματα, εννοούν ότι θέλουν παραδείγματα διαφορετικά από τη γονική φροντίδα, και είναι αλήθεια πως αυτά είναι λιγότερο συνηθισμένα. 'Εχω υποδείξει μερικές αιτίες αυτής της κατάστασης. Όμως θα ξεστράτιζα αν ανέφερα παραδείγματα αλτρουισμού μεταξύ αδελφού/αδελφής – πραγματικά υπάρχουν λίγα. Εντούτοις, δεν θα το κάνω γιατί θα ενίσχυα τη λαθεμένη ιδέα (προσφιλή στον Wilson, όπως είδαμε) ότι η επιλογή συγγενών εφαρμόζεται ειδικά σε σχέσεις διαφορετικές από αυτή του πατέρα/παιδιού.

Οι λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτό το σφάλμα είναι κυρίως ιστορικοί. Το εξελικτικό πλεονέκτημα της γονικής φροντίδας είναι τόσο προφανές ώστε δεν χρειαζόταν να περιμένουμε τον Hamilton να το επισημάνει. Είχε κατανοηθεί ήδη από την εποχή του Δαρβίνου. Όταν ο Hamilton αποδείκνυε τη γενετική σημασία τους, ήταν φυσικό να δίνει βαρύτητα ακριβώς στις άλλες σχέσεις. Ειδικότερα, πήρε παραδείγματα από τη ζωή κοινωνικών εντόμων, όπως τα μυρμήγκια και οι μέλισσες, στα οποία, καθώς θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο, η σχέση αδελφής/αδελφής είναι ιδιαίτερα σημαντική. Άκουσα μάλιστα μερικούς να λένε ότι η θεωρία του Hamilton εφαρμόζεται μόνο στα κοινωνικά έντομα!

Αν κάποιος αρνείται να παραδεχτεί ότι η γονική φροντίδα είναι ενεργό παράδειγμα επιλογής συγγενών, είναι ενεργό παράδειγμα επιλογής συγγενών, είναι υποχρεωμένος να διατυπώσει μια γενική θεωρία φυσικής επιλογής η οποία να προβλέπει τον αλτρουισμό των γονιών στα παιδιά τους αλλά να μη προβλέπει αλτρουιστική συμπεριφορά μεταξύ πλάγιων συγγενών. Πιστεύω ότι θα αποτύχει.

Richard Dawkins, ΤΟ ΕΓΩΙΣΤΙΚΟ ΓΟΝΙΔΙΟ

Κβαντική Συνείδηση

«Η συνείδηση πρέπει να κατέχει μια θεμελιακή σχέση σε οποιαδήποτε αξιόπιστη κοσμοθεώρηση, ακριβώς όπως η ύλη, η ενέργεια, ο χώρος και οι αριθμοί» Thomas Nagel

«Εάν οι απόψεις μου είναι αποτέλεσμα χημικών διεργασιών που πραγματοποιούνται στον εγκέφαλό μου, τότε καθορίζονται από τους νόμους της χημείας και όχι της λογικής» J. B. Haldane

«Η νόηση είναι μία πραγματικότητα του εγκεφάλου αλλά μόνο εφόσον ο εγκέφαλος νοείται ως η κβαντική πραγματικότητα που βρίσκεται πίσω από τα πνευματικά γεγονότα της συνείδησης» Michael Lockwood

«Όλα όσα έχεις δει, το κάθε λουλούδι, το κάθε πουλί, ο κάθε βράχος, θα χαθούν και θα γίνουν σκόνη, όμως το ότι τα είδες δεν θα χαθεί»

Παλιό καμπαλιστικό απόφθεγμα.

Η Κβαντική Συνείδηση, ως απάντηση στην κρίση του πολιτισμού

Τα τελευταία χρόνια κερδίζουν έδαφος οι θεωρήσεις που θέλουν τον ανθρώπινο εγκέφαλο να λειτουργεί με έναν πιο ολοκληρωμένο και αποκεντρωμένο τρόπο χειρισμού δεδομένων και ανάκτησης πληροφοριών, όπως θα έκανε ένας κβαντικός υπολογιστής. Έχουμε άραγε έναν «κβαντικό υπολογιστή» για εγκέφαλο και τι θα σήμαινε αυτό; Μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο στάδιο εξέλιξης της ανθρώπινης συνείδησης; Κάποιοι υποστηρίζουν ότι μία νέα συνείδηση αγωνίζεται τώρα για να γεννηθεί.

Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε κυρίως με τις ιδέες του δρ. Erwin Laszlo, ενός από τους κορυφαίους επιστήμονες και στοχαστές του καιρού μας, σύμφωνα με τον οποίο ο εγκέφαλός μας δεν είναι ένα κλασσικό βιοχημικό σύστημα, αλλά ένα μακροσκοπικό κβαντικό σύστημα, και άρα μπορεί να συλλάβει και να επεξεργαστεί πληροφορίες πέρα από τις αισθητηριακές προσλαμβάνουσες και την απτή, αιτιοκρατική λογική. Ο δρ. Laszlo υποστηρίζει ότι ο κβαντικός μας εγκέφαλος συνδέεται άμεσα, μη τοπικά, με ένα ευρύτερο φυσικό πεδίο πληροφοριών και ότι η συνειδητοποίηση και η αξιοποίηση της κβαντικής μας συνείδησης μπορεί να είναι ένα επόμενο στάδιο στην εξέλιξή μας, μία εξέλιξη που θα είναι η σωτηρία μας ως είδος και που θα μας βγάλει από την σημερινή επώδυνη κρίση.

Κβαντική νευρολογία

Καθώς η κλασική νευρολογία έχει έρθει σε ένα αδιέξοδο αντιμέτωπη με την πολυπλοκότητα του εγκεφάλου, νέες θεωρίες προτείνουν ότι είναι απαραίτητο να αλλάξει η εστίαση της μελέτη μας από το επίπεδο των νευρώνων και των συνάψεών τους στο πιο θεμελιώδες επίπεδο της μοριακής τους λειτουργίας, εκεί όπου εφαρμόζονται οι νόμοι της κβαντικής μηχανικής.

Η υπόθεση της κβαντικής συνείδησης, που έχει προταθεί από επιστήμονες όπως ο Roger Penrose και ερευνάται σήμερα από την ομάδα του Δημήτρη Νανόπουλου, υποστηρίζει ότι τα κβαντικά φαινόμενα έχουν ορισμένες αξιοπρόσεκτες λειτουργικές ιδιότητες, όπως η απροσδιοριστία, η μη-τοπικότητα, ο κβαντικός συσχετισμός και η υπέρθεση καταστάσεων, οι οποίες μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο στην εξήγηση της δημιουργίας της ανθρώπινης συνείδησης.

Η αρχή της απροσδιοριστίας και το στοιχείο της τυχαιότητας της κβαντικής θεωρίας έχουν εισαχθεί στην συζήτηση για την συνείδηση ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα για την εξήγηση της ελεύθερης βούλησης, που είναι προβληματική σε έναν καθαρά αιτιοκρατικό κόσμο. Ανάλογο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η υπέρθεση καταστάσεων όπου ένα άτομο μπορεί να βρίσκεται σε μία συνδυασμένη κατάσταση, δηλαδή να μην είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο αλλά κάτι ενδιάμεσο, μέχρι την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησής του.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, μία τέτοια υπέρθεση μπορεί να εμφανίζεται και να διατηρείται για σύντομο χρονικό διάστημα, επιτρέποντας να εμφανιστούν προσυνειδητές διαδικασίες στον εγκέφαλο. Ενώ η στιγμιαία ενεργοποίηση διαφορετικών μερών του εγκεφάλου για να δώσουν την συνολική εικόνα ενός ερεθίσματος μπορεί να εξηγηθεί μέσω του κβαντικού συσχετισμού όπου δύο άτομα μπορεί να είναι συσχετισμένα, έτσι ώστε μια αλλαγή στην κατάσταση του ενός να προκαλεί μία αντίστοιχη μεταβολή στην κατάσταση του άλλου.

Οι εργασίες των Penrose και Hameroff είναι αρκετά πιο συγκεκριμένες, εντοπίζοντας στους μικροσωληνίσκους, που βρίσκονται μέσα στους νευρώνες, την δυνατότητα δημιουργίας κβαντικών κυμάτων, τα οποία και μεταφέρουν τις πληροφορίες. Υποστηρίζουν λοιπόν ότι η συνείδηση είναι αποτέλεσμα κβαντικών γεγονότων στους μικροσωληνίσκους πρωτοπλάσματος μέσα στους εγκεφαλικούς νευρώνες. Και ο καθηγητής Νανόπουλος, στην ίδια γραμμή, σημειώνει χαρακτηριστικά «οι μικροσωληνίσκοι είναι ιδανικά κβαντικά συστήματα και κανείς δεν θα πίστευε ότι πέρασαν δισεκατομμύρια χρόνια εξέλιξης για να δημιουργηθούν στους νευρώνες χωρίς να χρειάζεται η κβαντική τους λειτουργία».

Σύνδεση με τον Κόσμο

Βασισμένος και σε αυτές τις πρόσφατες επιστημονικές έρευνες, ο Erwin Laszlo διερωτάται περαιτέρω για τις νέες δυνατότητες και τις τεράστιες πρακτικές συνέπειες που προκύπτουν από μία ενδεχόμενη κβαντική λειτουργία της ανθρώπινης νόησης. Τί θα σήμαινε πραγματικά το να έχουμε έναν «κβαντικό υπολογιστή» για εγκέφαλο; Θα περιοριζόμασταν ακόμη μόνο στις πληροφορίες που μεταβιβάζονται από τις σωματικές μας αισθήσεις ή θα ήμασταν πλέον σε θέση να δεχθούμε μία βαθύτερη, μη-τοπική σύνδεση ανάμεσα σε εμάς και τον κόσμο;

Σύμφωνα με τον δρ. Laszlo: «Μερικά από τα πράγματα που εμφανίζονται στην συνείδησή μας μεταφέρουν πληροφορίες για τον κόσμο παρόλο που αυτές δεν βασίζονται σε αισθητηριακά δεδομένα. Ευτυχώς, αυτό μπορεί να μην αποτελεί πλέον έναν γρίφο. Με τις κβαντικές λειτουργίες του, ο εγκέφαλός μας μπορεί να λάβει πληροφορίες όχι μόνο από τις αισθήσεις μας αλλά άμεσα από τον ευρύτερο κόσμο με τον οποίο είμαστε μη τοπικά συνδεδεμένοι. Οι οξυδερκείς άνθρωποι καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας, είτε σαμάνοι, είτε πνευματικοί άνθρωποι, είτε επιστήμονες και ποιητές, έχουν χρησιμοποιήσει εκτενώς αυτή την ικανότητα που είναι έμφυτη σε όλους μας».

Με αυτό το σκεπτικό, δεν έχουμε διαθέσιμο μόνο έναν τρόπο αντίληψης του κόσμου αλλά δύο. Έχουμε αυτό που αποκαλείται κλασσικός «αντιληπτικό-γνωστικό-συμβολικός» τρόπος, που βασίζεται στις πληροφορίες που μεταβιβάζονται από τις σωματικές μας αισθήσεις, και επίσης διαθέτουμε τον “άμεσο-διαισθητικό-μη τοπικό” τρόπο, από την κβαντική δεκτικότητα των μικροδομών του εγκεφάλου μας. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος, δηλαδή, εκμεταλλευόμενος τις κβαντικές του ιδιότητες, μπορεί να θεωρηθεί σαν ένας ευρυζωνικός δέκτης που λαμβάνει πληροφορίες εξίσου από τις αισθήσεις μας και από τον ευρύτερο κόσμο, με τις τελευταίες να είναι εξ’ ορισμού υπεραισθησιακές.

Έτσι, ο χώρος αποθήκευσης όλων των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες στον άνθρωπο δεν είναι απαραίτητα μέσα στον εγκέφαλό μας. Οι νευρώνες του εγκεφάλου μας δεν είναι μόνο συνδεδεμένοι μεταξύ τους, αλλά είναι επίσης συνδεδεμένοι και με τον κόσμο πέρα από τον εγκέφαλό μας, αντλώντας κι από εκεί πληροφορίες.

Άλλωστε η ιδέα αυτή δεν είναι κάτι καινούριο αλλά γνωστή από την αρχαιότητα και επανέρχεται πάντα κατά περιόδους, είτε ονομάζεται πλατωνικός χώρος των Ιδεών, είτε συλλογικό ασυνείδητο και πεδίο των αρχετύπων. Ο Ervin Laszlo μιλάει για ένα απέραντο πεδίο πληροφοριών, ένα κοσμικό, εκτεταμένο, «φυσικό διαδίκτυο» και το αποκαλεί «Ακασικό πεδίο» σε αναγνώριση της επιτυχούς διορατικότητας των ινδικών πηγών που αναφέρουν τον όρο Akasha, ως το θεμελιώδες στοιχείο που συνέχει όλο τον κόσμο.

Το επόμενο εξελικτικό βήμα

Όμως, αν διαθέτουμε όντως μια κβαντική συνείδηση, γιατί δεν έχουμε όλοι πρόσβαση στις δυνατότητες που αυτή μας προσφέρει; Στον σημερινό κόσμο, κατά γενική ομολογία, οι άνθρωποι αποτυγχάνουν να χρησιμοποιήσουν μία διευρυμένη σύνδεση με έναν κόσμο βαθύτερο, πιο διαισθητικό και πιο πλούσιο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Και υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε;

Σύμφωνα με τον δρ. Laszlo η απάντηση είναι απλή: επειδή στην ζωή μας μαθαίνουμε να καταστέλλουμε τα συναισθήματα, τις ιδέες και τις διαισθήσεις που έρχονται αυθόρμητα σε εμάς. Δεν τους επιτρέπουμε να φτάσουν στην συνείδησή μας. Μαθαίνουμε να είμαστε επικεντρωμένοι σε άλλα πράγματα. Αντίθετα, τα παιδιά δεν τις καταστέλλουν προτού τους διδαχθεί ότι είναι απλώς φαντασίες, και γι’ αυτό συχνά πέφτουν πάνω σε ιστορίες και ιδέες που είναι αληθινά σημαντικές.

Καλλιτέχνες, πνευματικοί δάσκαλοι και καινοτόμοι άνθρωποι παραμένουν ανοιχτοί σε αυτές τις «αυθόρμητες ανησυχίες» σ’ όλη τους την ζωή, γι’ αυτό και διαθέτουν μια βαθιά πηγή ιδεών και δημιουργικότητας, γι’ αυτό και πετυχαίνουν να εμπλουτίζουν την πολιτισμική μας ζωή με καινούρια ομορφιά και νοήματα.

Αυτό που πετυχαίνουμε ενεργοποιώντας τις κβαντικές λειτουργίες της συνείδησής μας μπορεί να γίνει πιο κατανοητό σε σχέση με τις λειτουργίες των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου μας. Είναι σαν να έχουμε δύο εγκεφάλους. Έχουμε έναν αυθόρμητο, ερυζωνικό δέκτη, που παίρνει μια ποικιλία σημάτων αλλά δεν μπορεί να τα ταξινομήσει και να τα εκφράσει σε συνηθισμένη, ορθολογική γλώσσα, αυτό είναι το πιο καλλιτεχνικό, δεξιό μας ημισφαίριο. Και έχουμε έναν πολύ εστιασμένο, γραμμικά λογικό, βασισμένο στην γλώσσα και στην λογική, δέκτη περιορισμένης ζώνης, το αριστερό μας ημισφαίριο.

Αν είχαμε μόνο το δεξιό ή αν το αφήναμε να εξουσιάσει πλήρως την συνείδησή μας, θα ζούσαμε σε ένα μαγικό-θρησκευτικό κόσμο, έναν κόσμο ζωντανό και πλήρη νοήματος, αλλά θα χάναμε το λογικό μας κομμάτι. Με τον εγκέφαλό μας εξουσιασμένο από το αριστερό ημισφαίριο ζούμε στον καθημερινό κόσμο των υλικών πραγμάτων και δυνάμεων, επικοινωνούμε με ακρίβεια, αλλά χάνουμε την βαθύτερη σύνδεσή μας με το νόημα του κόσμου, και οι συμπεριφορές και τα μονόπλευρα ενδιαφέροντά μας διαμορφώνουν την στρέβλωση και τον περιορισμό της ύπαρξής μας.

Από την σκοπιά την κβαντικής συνείδησης, μπορούμε να βρεθούμε σε μία καλύτερη κατάσταση από αυτές τις δύο ακραίες περιπτώσεις. Μπορούμε να είμαστε ενεργοί στην καθημερινή ζωή και ταυτόχρονα συνδεδεμένοι με τον πιο διαισθητικό και εμπνευσμένο κόσμο. Καταρχήν, ο τρόπος για να ενισχυθεί «η σύνδεσή μας με τον κόσμο» είναι να καλλιεργηθούν οι διαφορετικές καταστάσεις συνείδησης, ο διαλογισμός, η προσευχή, ή απλά η χαλάρωση, που επιτρέπουν στο μυαλό μας να ‘‘αδειάσει’’ από τα άχρηστα και τις αυθόρμητες σκέψεις και ιδέες μας να ρεύσουν ελεύθερα μέσα μας.

Αυτό θα επιτρέψει στο δεξιό μας ημισφαίριο να γίνει πιο δυνατό, και σύντομα θα αντιληφθούμε ότι ο χρόνος που επενδύουμε σε αυτή την κατάσταση αλλάζει τον τρόπο που αισθανόμαστε και ενεργούμε, το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο.

Στην πραγματικότητα, λέει ο δρ. Laszlo, η υπόθεση της κβαντικής συνείδησης μπορεί να μας παρέχει μία εξήγηση και μία νέα, μεγαλύτερη κατοχύρωση στην ζωή μας των πνευματικών και θρησκευτικών εμπειριών. Η πνευματική/θρησκευτική εμπειρία είναι βασικά ίδια σε όλες τις εποχές, μια εμπειρία ενότητας και αισθήματος του ανήκειν, μια αίσθηση ενότητας με κάτι βαθύτερο και μεγαλύτερο από τον εαυτό μας, την οποία μετέφεραν όλοι οι πνευματικοί δάσκαλοι, και η οποία με την νέα ορολογία δεν είναι παρά ένα «κβαντικό άλμα» της συνείδησής μας προς το «Ακασικό πεδίο».

Ταυτόχρονα, όλοι οι ιθαγενείς πολιτισμοί γνωρίζουν και εξασκούν εδώ και χιλιετίες αυτή την εμπειρία μέσω χορού, τυμπανοκρουσίας, ρυθμικής αναπνοής ή προσευχής σε επιβλητικούς τόπους.

Η σημερινή επιστήμη έχει δείξει ότι όσοι προσεύχονται και διαλογίζονται ενεργοποιούν το δεξιό τους ημισφαίριο και, οι πιο επιτυχημένοι από αυτούς, τείνουν να συγχρονίσουν τα δύο ημισφαίριά τους. Όμως, από την άλλη, οι καταστάσεις της βαθιάς προσευχής και του διαλογισμού δεν είναι λειτουργικές στο καθημερινό πλαίσιο, καθώς απαιτούν πολύ αυτοσυγκέντρωση και απομόνωση από τον κόσμο γύρω μας.

Επομένως, το ζητούμενο είναι ο εγκέφαλός μας να μπορέσει να λειτουργήσει με έναν πιο ισορροπημένο τρόπο: οι εγκεφαλικές λειτουργίες που κρύβονται κάτω από την συνειδητή μας εγρήγορση να μπορέσουν να συμπεριληφθούν σε εκείνες του κλασικού αντιληπτικού τρόπου. Όπως δείχνουν οι εργασίες του δρ. Laszlo και άλλων, το να λειτουργήσουμε κατ’ αυτό τον τρόπο είναι κάτι δυνατό και ήδη έχει επιτευχθεί από μερικούς.

Έτσι, μία αληθινά εξελιγμένη συνείδηση θα διέθετε την αντίληψη της βαθιάς προσευχής και του διαλογισμού, αλλά θα λειτουργούσε επίσης στο καθημερινό πλαίσιο. Θα έδειχνε ότι τα δύο ημισφαίρια είναι ισχυρά συντονισμένα μεταξύ τους, ώστε οι πληροφορίες που υποβάλλονται σε επεξεργασία από τον κβαντικό τρόπο πρόσληψης του πιο πνευματικού δεξιού ημισφαιρίου να επικοινωνούν εύκολα με την αισθητήρια πρόσληψη πληροφοριών του αριστερού ημισφαιρίου.

Μια τέτοια εξελιγμένη συνείδηση θα ήταν ευρύτερη και βαθύτερη από την καθημερινή συνείδηση των ανθρώπων και λειτουργικότερη από την συνείδηση όσων προσεύχονται βαθιά και διαλογίζονται. Στο παρελθόν, αυτό το είδος συνείδησης περιοριζόταν στους εξαιρετικά ευαίσθητους και δημιουργικούς. Στο μέλλον θα μπορούσε να διαδοθεί σε ένα ευρύτερο τμήμα του πληθυσμού και η ανθρωπότητα θα μπορούσε πραγματικά να αναπτύξει την συνείδησή της.

Μια επαναστατικά σωτήρια λύση

Αληθεύουν οι υποθέσεις και τα συμπεράσματα του Ervin Laszlo; Αναπτύσσεται άραγε η συνείδησή μας μέσω μίας στιγμιαίας, μη τοπικής ανταλλαγής πληροφοριών με έναν αόρατο ιστό όπου όλα είναι συζευγμένα σε κβαντικό επίπεδο; Και μπορεί αυτό να μας παράσχει μια καινούρια εξήγηση και ορολογία για εκείνο που οι σαμάνοι ονομάζουν θεϊκή μέθη, οι μύστες μυστικιστική εμπειρία, οι θρησκευτικοί ηγέτες Φώτιση;

Είναι άραγε η βαθύτερη κατανόηση που προσφέρουν οι εναλλακτικές καταστάσεις συνείδησης μια λύση και μπορούμε να μάθουμε να τις συνδυάζουμε με την καθημερινή μας συμπεριφορά; Αναμφίβολα, πάντως, πρόκειται για μια θεώρηση που συμβαδίζει με αρκετές επιστημονικές γνώσεις και προωθημένους τομείς έρευνας και που υπόσχεται μια μεγάλη επανάσταση ως προς τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο και σχετιζόμαστε μαζί του.

Οι συνέπειες της θεωρίας της κβαντικής συνείδησης επηρεάζουν όχι μόνο με την θέαση και την εμπειρία που μπορεί να έχει ο καθένας μας για τον κόσμο αλλά επίσης και με την συμπεριφορά και την ευημερία μας μέσα σε αυτόν. Η κβαντική συνείδηση είναι μια συνείδηση άμεση, που αισθάνεται συνδεδεμένη με τον κόσμο, μέρος της ολότητας και όχι αποχωρισμένη από αυτήν. Είναι μια συνείδηση που εμπνέει την συμπάθεια των ανθρώπων και της φύσης και που μας οδηγεί στο ν’ αντιληφθούμε ότι, όντας ένα με τους άλλους και με την φύση, ό,τι κάνουμε σε αυτά το κάνουμε και σε εμάς τους ίδιους.

Μπορεί να μας ενθαρρύνει να ενωθούμε μεταξύ μας και να αντιμετωπίσουμε τα κοινά μας προβλήματα, να μας καταστήσει άτομα με μεγαλύτερη κατανόηση και πιο συνεργάσιμους ως πολίτες. Και έτσι, τελικά, η κβαντική συνείδηση μπορεί να είναι όχι μόνο το επόμενο βήμα στην εξέλιξή μας αλλά και η συλλογική μας σωτηρία.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

8.3.1. Η γλυπτική στην υπηρεσία των ηγεμόνων: Η «σαρκοφάγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου»

Οι ηγεμόνες της Ελληνιστικής εποχής επιδίωκαν να προβάλλουν τη δύναμη και τον πλούτο τους, αλλά και τις μεταξύ τους σχέσεις και τις πολιτικές τους επιδιώξεις, με τη βοήθεια της τέχνης. Έργα που σχετίζονται με Μακεδόνες βασιλείς είναι το ψηφιδωτό του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η τοιχογραφία του κυνηγιού στον τάφο Β' της Μεγάλης Τούμπας της Βεργίνας, που εξετάσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Ένα αντίστοιχο παράδειγμα στη γλυπτική είναι η «σαρκοφάγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου» από τη βασιλική νεκρόπολη της Σιδώνας, σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, που οφείλει το όνομά της στις ανάγλυφες παραστάσεις της, όπου εμφανίζεται ο Μέγας Αλέξανδρος


Η σαρκοφάγος αυτή κατασκευάστηκε πιθανότατα κατά παραγγελία του τελευταίου βασιλιά της Σιδώνας, του Αβδαλωνύμου, τον οποίο είχε ανεβάσει στον θρόνο ο Μέγας Αλέξανδρος όταν κατέλαβε τη Φοινίκη μετά τη μάχη της Ισσού το 332 π.Χ. Δεν γνωρίζουμε ως πότε έζησε ο Αβδαλώνυμος, μπορούμε όμως να τοποθετήσουμε τον θάνατό του λίγο πριν από το 310 π.Χ. Επομένως η σαρκοφάγος πρέπει να κατασκευάστηκε στην προτελευταία δεκαετία του 4ου αιώνα π.Χ. (320-310 π.Χ.). Στις τέσσερις πλευρές και στα αετώματα υπάρχουν περίτεχνες ανάγλυφες παραστάσεις με σκηνές κυνηγιού και μαχών ανάμεσα σε Έλληνες και Ανατολίτες. 


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι ζωφόροι των δύο μακρών πλευρών: Στη μία πλευρά βλέπουμε μια μάχη στην οποία γυμνοί Έλληνες πολεμιστές αντιμετωπίζουν Πέρσες· στην αριστερή άκρη εικονίζεται έφιππος ο Αλέξανδρος. Έχει υποστηριχθεί ότι είναι η μάχη της Ισσού. Η ζωφόρος της άλλης πλευράς δείχνει ένα βασιλικό κυνήγι, όπου συμμετέχουν Έλληνες και Ανατολίτες και το κύριο θήραμα είναι ένα μεγάλο λιοντάρι. Ο Αλέξανδρος εμφανίζεται και πάλι έφιππος, εδώ όμως τον συνοδεύει και ένας επίσης έφιππος Ανατολίτης, που πρέπει να είναι ο Αβδαλώνυμος. Οι δύο συνθέσεις είναι αρκετά τολμηρές, με μορφές που επικαλύπτονται εν μέρει (ιδίως στη σκηνή της μάχης) ή φαίνονται από πίσω. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η διατήρηση των χρωμάτων, που ήταν ακόμη πιο ζωντανά όταν ανακαλύφθηκε η σαρκοφάγος στο τέλος του 19ου αιώνα.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΑΡΙΣΤ ΑθΠολ 13.1–13.5

Η πολιτική κατάσταση στην Αθήνα μετά την αναχώρηση του Σόλωνα για την Αίγυπτο

Στο πρώτο μέρος αυτής της πραγματείας ο Αριστοτέλης ανατέμνει την πολιτειακή ιστορία της Αθήνας. Αφού αναφέρθηκε διεξοδικά στη νομοθεσία του Δράκοντα, εξέθεσε τον τρόπο με τον οποίον ο Σόλωνας προσπάθησε να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές αναταραχές της εποχής του – αν και τελικά καμιά από τις κοινωνικές ομάδες δεν έμεινε ευχαριστημένη. Και συνεχίζει:

[13.1] Τὴν μὲν οὖν ἀποδημίαν ἐποιήσατο διὰ ταύτας τὰς
αἰτίας. Σόλωνος δ’ ἀποδημήσαντος, ἔτι τῆς πόλεως τετα-
ραγμένης, ἐπὶ μὲν ἔτη τέτταρα διῆγον ἐν ἡσυχίᾳ· τῷ δὲ πέμ-
πτῳ μετὰ τὴν Σόλωνος ἀρχὴν οὐ κατέστησαν ἄρχοντα
διὰ τὴν στάσιν, καὶ πάλιν ἔτει πέμπτῳ διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν
ἀναρχίαν ἐποίησαν. [13.2] μετὰ δὲ ταῦτα διὰ τῶν αὐτῶν χρόνων
Δαμασίας αἱρεθεὶς ἄρχων ἔτη δύο καὶ δύο μῆνας ἦρξεν,
ἕως ἐξηλάθη βίᾳ τῆς ἀρχῆς. εἶτ’ ἔδοξεν αὐτοῖς διὰ τὸ
στασιάζειν ἄρχοντας ἑλέσθαι δέκα, πέντε μὲν εὐπατρι-
δῶν, τρεῖς δὲ ἀγροίκων, δύο δὲ δημιουργῶν, καὶ οὗτοι
τὸν μετὰ Δαμασίαν ἦρξαν ἐνιαυτόν. ᾧ καὶ δῆλον ὅτι
μεγίστην εἶχεν δύναμιν ὁ ἄρχων· φαίνονται γὰρ αἰεὶ στα-
σιάζοντες περὶ ταύτης τῆς ἀρχῆς. [13.3] ὅλως δὲ διετέλουν νο-
σοῦντες τὰ πρὸς ἑαυτούς, οἱ μὲν ἀρχὴν καὶ πρόφασιν ἔχον-
τες τὴν τῶν χρεῶν ἀποκοπήν (συνεβεβήκει γὰρ αὐτοῖς
γεγονέναι πένησιν), οἱ δὲ τῇ πολιτείᾳ δυσχεραίνοντες διὰ τὸ
μεγάλην γεγονέναι μεταβολήν, ἔνιοι δὲ διὰ τὴν πρὸς ἀλλή-
λους φιλονικίαν. [13.4] ἦσαν δ’ αἱ στάσεις τρεῖς· μία μὲν τῶν
παραλίων, ὧν προειστήκει Μεγακλῆς ὁ Ἀλκμέωνος, οἵπερ
ἐδόκουν μάλιστα διώκειν τὴν μέσην πολιτείαν· ἄλλη δὲ
τῶν πεδιακῶν, οἳ τὴν ὀλιγαρχίαν ἐζήτουν, ἡγεῖτο δ’ αὐτῶν
Λυκοῦργος· τρίτη δ’ ἡ τῶν διακρίων, ἐφ’ ᾗ τεταγμένος ἦν
Πεισίστρατος, δημοτικώτατος εἶναι δοκῶν. [13.5] προσεκεκό-
σμηντο δὲ τούτοις οἵ τε ἀφῃρημένοι τὰ χρέα διὰ τὴν
ἀπορίαν καὶ οἱ τῷ γένει μὴ καθαροὶ διὰ τὸν φόβον·
σημεῖον δ’, ὅτι μετὰ τὴν τῶν τυράννων κατάλυσιν ἐποίησαν
διαψηφισμόν, ὡς πολλῶν κοινωνούντων τῆς πολιτείας οὐ
προσῆκον. εἶχον δ’ ἕκαστοι τὰς ἐπωνυμίας ἀπὸ τῶν τόπων
ἐν οἷς ἐγεώργουν.

***
[13.1] Γι' αυτούς τους λόγους, λοιπόν, ο Σόλων έφυγε. Και όταν αποδήμησε η πολιτεία βρισκόταν ακόμα σε ταραχή, αλλά για τέσσερα χρόνια έμεινε ήσυχη. Τον πέμπτο χρόνο από τότε που ήταν άρχοντας ο Σόλων, δεν μπόρεσαν να εκλέξουν άρχοντα εξαιτίας της εμφύλιας ταραχής και πέντε χρόνια αργότερα δεν μπόρεσαν να εκλέξουν άρχοντα για την ίδια αιτία. [13.2] Μετά από αυτό, στους χρόνους εκείνους, ο Δαμασίας αναδείχθηκε άρχοντας και έμεινε στην εξουσία δυο χρόνια και δυο μήνες έως ότου τον καθαίρεσαν με την βία. Μετά, και επειδή ήταν πάντα σε εμφύλια ταραχή, αποφάσισαν να εκλέξουν δέκα άρχοντες, πέντε από τους ευπατρίδες τρεις από τους αγρότες και δύο από τους βιοτέχνες. Κυβέρνησαν αμέσως μετά τον Δαμασία, έναν χρόνο. Τούτο φανερώνει ότι ο άρχοντας είχε την μεγαλύτερη εξουσία, και γι' αυτό το αξίωμα φαίνεται ότι είχαν πάντα διαμάχη. [13.3] Δεν έπαυαν οι παρατάξεις, να υποβλέπουν η μια την άλλην. Μερικοί εξαιτίας της καταργήσεως των χρεών ―γιατί είχαν φτωχύνει― άλλοι δυσανασχετούσαν με το καθεστώς επειδή είχαν γίνει πολύ μεγάλες μεταβολές και άλλοι από προσωπικά πάθη. [13.4] Υπήρχαν τρία κόμματα. Το ένα των παραλίων που είχε αρχηγό τον Μεγακλή του Αλκμέωνα και ακολουθούσε μετριοπαθή πολιτική. Το άλλο των πεδινών που επιδίωκε ολιγαρχικό καθεστώς με αρχηγό τον Λυκούργο. Το τρίτο των Διακρίων που είχε αρχηγό τον Πεισίστρατο, ο οποίος φαινόταν ο πιο αφοσιωμένος στην δημοκρατία. [13.5] Προσχωρούσαν στο κόμμα αυτό τόσο εκείνοι που είχαν γίνει φτωχοί εξαιτίας της καταργήσεως των χρεών όσο και εκείνοι που είχαν καταγωγή αμφισβητήσιμη από φόβο. Απόδειξη γι' αυτό είναι ότι μετά την κατάλυση της τυραννίας έγινε απογραφή επειδή υπήρχαν πολλοί που ήσαν παράνομα πολίτες. Κάθε κόμμα ονομάστηκε σύμφωνα με την περιοχή όπου οι οπαδοί του είχαν τα κτήματά τους.