Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

Τά νέα ἐρωτήματα τῶν Προσωκρατικῶν φιλοσόφων

Τό ἕως τώρα ἐρευνούμενο ζήτημα τῆς διαμόρφωσης τῆς εὐρωπαϊκῆς μας ταυτότητας διά τῆς ἐπίδρασης τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας θά γίνει ἀντικείμενο περαιτέρω πραγμάτευσης, ὅταν θά ἀναφερθοῦν οἱ νέοι λογοτεχνικοί τύποι τῆς τραγωδίας καί τῆς κωμωδίας. Πρωτύτερα ὅμως πρέπει νά ἐξεταστεῖ ἕνα ἄλλο θέμα. Περίπου ἑκατό χρόνια πρίν ἀπό τή γένεση τῆς ἀττικῆς τραγωδίας ἡ ἑλληνική φιλοσοφία ἔδωσε τό παρόν μέ ἕνα διανοητικό τρόπο τοῦ σκέπτεσθαι, πού ὀνομάζουμε «προσωκρατικό», διότι προηγεῖται τόσο χρονικά, ὅσο καί θεματικά της ριζικῆς στροφῆς, τήν ὁποία ἐπέφερε ἡ ἐπικέντρωση τοῦ Σωκράτη στά ἠθικά ἐρωτήματα.

Ἀφοῦ ὅλοι οἱ σύγχρονοι ἑρμηνευτές διακρίνουν σ’ αὐτή τήν πρώτη, περιλαμβάνουσα περίπου 200 χρόνια, φάση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας τή γέννηση τοῦ ὀρθολογικοῦ πνεύματος καί τῆς ἐπιστημονικότητας κι ἀφοῦ ἡ εὐρωπαϊκή κουλτούρα κυριάρχησε παγκοσμίως ὡς ἐπιστημονική - τεχνική καί ὀρθολογική δύναμη, προφανῶς τό ἐρώτημα, ἄν τούτη ἡ ἐποχή εἶναι σημαντική γιά τό ἀρχικό μας ἐρώτημα, ἔχει ἤδη ἀπαντηθεῖ. Παραμένει πάντως φλέγον καί ἀνοιχτό τό ζήτημα, τί ἀπό τήν πληθώρα τῶν ἀπόψεων, πεποιθήσεων, διανοητικῶν πειραμάτων καί ἐπιστημονικῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνου τοῦ καιροῦ μποροῦμε νά θεωρήσουμε ὡς «δική» μας κληρονομιά, καθώς καί ἀπό ποιές μή ὀρθολογικές ἤ πρό-λογικές ρίζες πήγασε ὁ νοητικός τύπος τῆς ἐπιστήμης.

Διότι ὁ διανοητικός κόσμος τῶν προσωκρατικῶν εἶναι - κατά γενική παραδοχή - ἕνας ἐντελῶς ξένος κόσμος γιά ἐμᾶς. Ὅταν π.χ. ὁ Ἀναξαγόρας διδάσκει ὅτι σέ κάθε ὑλικό μόριο περιέχονται ἀπειροελάχιστα τμήματα κάθε ἄλλου εἴδους ὕλης («ὁμοιομερῆ-ἀνομοιομερῆ») ἤ ὁ Ἡράκέιτος λέγει ὅτι ὅλα σε τελευταύα ἀνάλυση εἶναι φωτιά καί ὁδηγοῦνται ἀπό τόν κεραυνό, καταρχάς φαίνονται αὐτά πολύ παράδοξα. Ὁ Ἀναξίμανδρος ἐξηγοῦσε ὅτι πιό κοντά στή Γῆ ἤσαν οἱ ἀπλανεῖς, ὕστερα ἀκολουθοῦσε τό φεγγάρι, μετά ὁ ἥλιος, μία ἐντελῶς ἄτοπη ἀντίληψη, πού κανένας ἄλλος Ἕλληνας δέν πρέσβευε. Δέν χρειάζεται πάντως καί πολύ σκέψη γιά νά ἐννοήσουμε ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ὕλης τοῦ Ἀναξαγόρα περιλαμβάνει ἐξ ὁρισμοῦ μία σημαντική ἐπιστημονική ἐποπτεία: ὅτι ἡ ὕλη δέν ταυτίζεται μέ τήν ἐμφάνισή της, ὅτι ἡ ἀνάλυση μπορεῖ νά δείξει πώς ἕνα ὑλικό στήν πραγματικότητα συναπαρτίζεται ἀπό πράγματα, καταρχάς μή διαγνωστά. Ἤ ἡ ἀντίληψη τοῦ Ἡράκλειτου περί μεταστοιχείωσης ἑνός φαινομενικά ἑτερογενοῦς σέ κάτι ἑνιαῖο καί θεμελιῶδες: σίγουρα δέν ἔχει τήν παγκόσμια ἰσχύ, πού διεκδίκησε γιά τόν ἑαυτό της, ἀποδεικνύεται ὅμως ὡς ἕνας χρήσιμος νοητικός τύπος γιά διάφορα φαινόμενα τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Ὅταν ὁ Ἡράκλειτος θεώρησε τό πῦρ ὡς βασικό ὑλικό καί ἐνεργητική - κατευθυντήρια δύναμη τοῦ κόσμου, θά μποροῦσε κανείς σχεδόν νά ἰσχυριστεῖ ὅτι προκατέλαβε ἐνορατικά αὐτό, πού ἡ Φυσική πολύ καιρό ἔψαχνε, τήν ταυτότητα ὕλης καί ἐνέργειας, καί ἐκεῖνο, πού πολλοί ἀκόμη ἀναζητοῦν, τήν ἐγγενῆ πνευματικότητα τῆς ὕλης. Ἐπίσης ἡ παράδοξη κατάταξη τῶν σφαιρῶν τοῦ οὐρανοῦ ἀπό τόν Ἀναξίμανδρο σηματοδοτεῖ γιά ἐμᾶς τήν ἀπαρχή τῆς προσπάθειας νά κατατάσσουμε χωρικά τά ὑπεράνω ταῆς Γής πράγματα ἔναντι ἀλλήλων καί νά μετρᾶμε ἀριθμητικά τίς ἀποστάσεις τους - χωρίς αὐτή τήν ἀπόπειρα δέν θά σχηματιζόταν ποτέ μία ἐπιστημονική εἰκόνα τοῦ κόσμου. Ἄλλωστε, τό πρόβλημα τοῦ προσδιορισμοῦ θέσεων καί ἀποστάσεων τῶν ἀντικειμένων στό Σύμπαν ἀπασχολεῖ ἀκόμη καί σήμερα τήν Ἀστρονομία καί ἀναμένεται ὅτι θά τήν ἀπασχολεῖ καί στό μέλλον.

Δέν πρόκειται βέβαια ἐδῶ γιά μεμονωμένες γνώσεις ἤ ἀπόψεις, πού θά μποροῦσαν νά ἔχουν ἐπιστημονικό νόημα εἴτε ἄμεσα εἴτε μετά ἀπό ἀναλογική μεθερμήνευση. Ἄν ἦταν ἔτσι, θά παραπέμπαμε στή διδασκαλία τῶν τεσσάρων ριζωμάτων τοῦ Ἐμπεδοκλῆ, πού ἄσκησε μία ἐξαιρετικά μακρά ἐπίδραση στήν ἱστορία τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν: ἀκόμη καί στήν ἐποχή τοῦ Κάντ, τοῦ Γκαῖτε καί τοῦ Σίλλερ πίστευαν ὅτι ἡ γῆ, τό νερό, ὁ ἀέρας καί ἡ φωτιά ἦσαν τά τέσσερα βασικά ὑλικά ἤ ριζώματα («στοιχεῖα»), ἀπό τά ὁποῖα ἔχει προέλθει ἡ φύση. Μόλις τό 1783 ἔδειξε ὁ Antoine Lavoisier ὅτι τό νερό δέν εἶναι στοιχεῖο, διότι διασπᾶται σέ ὑδρογόνο καί ὀξυγόνο. Ὅμως αὐτό, πού ἔμεινε καί θά μείνει γιά πάντα, εἶναι ἡ ἀντίληψη τοῦ Ἐμπεδοκλῆ ὅτι ἡ πραγματικότητα ἀποτελεῖται ἀπό πληθώρα στοιχείων, πού δέν μποροῦν νά διασπασθοῦν σέ βασικότερα, πού συνδυάζονται μεταξύ τους διατηρώντας τήν ποικιλία τους καί παραμένοντας ἀναλλοίωτα κατά τήν ἰδιομορφία τους.

Μεμονωμένες ἐπόψεις καί ἡ σημερινή τους ἀξιολόγηση παρουσιάζουν περιορισμένο ἐνδιαφέρον, ἀφοῦ ὡς γνωστόν τό ἑκάστοτε ἐπίπεδο ταῆς ἐπιστήμης εἶναι ἡ ἐπίκαιρη κατάσταση τῶν πιό πρόσφατων λαθῶν της. Τό ζήτημα εἶναι κυρίως, ὅπως προανέφερα στήν Εἰσαγωγή, ἡ καταγωγή ἑνός ἀπό τά ἡγεμονικά χαρακτηριστικά τῆς εὐρωπαϊκῆς κουλτούρας: τῆς ὀρθολογικότητας καί τῆς ἀφιέρωσης στήν ἐπιστήμη. Ὅπως ἡ Εὐρώπη δέν θά γινόταν ἡ κοιτίδα τοῦ προγραμματικοῦ ἀτομικισμοῦ, χωρίς τήν πολλαπλῶς θρυμματισμένη ἐμπειρία τοῦ πρώιμου ἑλληνικοῦ λυρισμοῦ, ἔτσι καί ἡ ἐπιστημονική κουλτούρα τῆς μοντέρνας ἐποχῆς δέν θά ὑπῆρχε χωρίς τούς προσωκρατικούς. Μόνο πού ἐδῶ ὁ συσχετισμός εἶναι ἀκόμη πιό πρόδηλος. Οἱ δημιουργοί της σύγχρονης Φυσικῆς ἐπιστήμης ἀπό τόν Κοπέρνικο μέχρι τόν (Τζιορντάνο) Bruno, τόν Γαλιλαῖο καί τόν Νεύτωνα στηρίχτηκαν στόν Πυθαγόρα καί τήν ἀρχαία Φυσική ἐπιστήμη, ὄχι μέ κενές δηλώσεις καί ἐπικλήσεις θαυμασμοῦ, ἀλλά διότι πράγματι πίστευαν ὅτι μέ τίς ἐργασίες τους προωθοῦν καί συνεχίζουν τίς ἔρευνες τῶν ἀρχαίων.

Συνηθίζουμε νά θεωροῦμε τίς νοητικές διαδικασίες τῶν προσωκρατικῶν, ὄχι ὡς Φυσική ἐπιστήμη, ἀλλά ὡς φυσικές ὑποθέσεις, ἐκτίμησεις καί ὑπολήψεις. Τούς βλέπουμε ὡς φιλόσοφους, πού μόχθησαν γιά μία πρόσφορη ἔννοια τῆς φύσης, ἀλλά κόλλησαν ἤδη ἀπό τήν ἀρχή.

Γιά νά ἀποφύγουμε παρεξηγήσεις, πρέπει νά τονίσουμε ἀπό τήν ἀρχή ὅτι ἡ διάκριση μεταξύ φιλοσοφίας καί ἐπιστήμης δέν εἶναι κατάλληλη γιά μία τόσο πρώιμη περίοδο. Οἱ ἐπιστῆμες ἦσαν ἀκόμη καί γιά τόν Ἀριστοτέλη τόν 4ο αἰώνα π.Χ. μέρη τῆς «φιλοσοφίας». Ἔτσι λοιπόν, προτάσσει στά «Μετά τά Φυσικά» τή θεολογία, τήν ἐπιστήμη τῆς θεϊκῆς ὑπόστασης, ὡς πρώτη φιλοσοφία, κατατάσσει τή Φυσική ρητά ὡς «δεύτερη φιλοσοφία» καί μετά τή Φυσική τά Μαθηματικά, προφανῶς ὡς τρίτη φιλοσοφία (ἔστω καί ἄν δέν ἐξαγγέλλει κατά λέξη τούτη τή διαίρεση).[1] Ἡ ἀπαξίωση τῆς ἐξήγησης τοῦ φυσικοῦ κόσμου καί ἡ πρόταξη τῆς μεταφυσικῆς ἔλαβε χώρα διά τῆς ἀποδοχῆς τῆς φιλοσοφίας τῶν ἰδεῶν τοῦ Πλάτωνος. Σ’ αὐτόν ἡ γνώση τῶν ἰδεῶν εἶναι «ἐπιστήμη» μέ τήν πλήρη ἔννοια τοῦ ὄρου, ἐνῶ οἱ μαθηματικοί κλάδοι ἐκτιμῶνται ὡς ἁπλές «τέχναι», ἡ δέ ἐξήγηση τῆς φύσης μόνο ὡς πιθανή ὑπόθεση.[2]

Γιά τό θέμα μας μία ἄλλη διαφοροποίηση εἶναι σημαντικότερη: ἐκείνη τῆς ἐπιστήμης ἀπό τή σοφία. Τό νά ἀχοῦμε τή φωνή τῶν σοφῶν εἶναι σύνηθες σέ ὅλες τίς κουλτοῦρες, τόσο στίς ἀνεπτυγμένες πού ἔχουν χρήση γραφῆς καί ὑψηλή κρατική ὀργάνωση, ὅσο καί στίς πρωτόγονες. Καί οἱ Ἕλληνες εἶχαν ἑπτά σοφούς (ὅπου ἤ συνόψιση σ’ ἕνα φανταστικό συμβούλιο ἑπτά ἀνδρῶν ἔγινε σύμφωνα μέ τό πρότυπο ταῆς Μεσοποταμίας). Σ’ αὐτούς ἀνῆκαν πολύ διαφορετικές μορφές, ὁ τύραννος Πιττακός ὁ Μυτιληναῖος καί ὁ νομοθέτης Σόλων ὁ Ἀθηναῖος, ἀλλά μόνο ἕνας ἐξ αὐτῶν ἐντάσσεται στήν ἱστορία τῆς προσωκρατικῆς κοσμοθεωρίας, ὁ Θαλῆς ὁ Μιλήσιος. Ὅμως οἱ ἀπόψεις του γιά τό «ὕδωρ» ὡς ρίζωμα τοῦ κόσμου δέν ἐμφανίζονται στό πλαίσιο τῆς προφορικῆς καί γραπτῆς παράδοσης γιά τούς ἑπτά σοφούς, δηλαδή ἡ παράδοση χωρίζεται μεταξύ τῆς ἀρχαϊκῆς, πολιτικῆς καί ἠθικῆς θυμοσοφίας τῶν ἑπτά σοφῶν καί τῶν παραδοχῶν, πού ἐμεῖς οἱ μεταγενέστεροι θεωροῦμε ὡς ἀπαρχή τῆς ἐπιστημονικῆς ἐξήγησης τοῦ κόσμου.[3]

Γιά τή σοφία τῶν ἀνεπτυγμένων πολιτισμῶν τῆς ἀρχαίας Ἀνατολῆς καί τῆς Αἰγύπτου οἱ Ἕλληνες εἶχαν τόν μέγιστο σεβασμό. Διενεργοῦσαν ἐκπαιδευτικά ταξίδια στήν Ἀνατολή, ἐντελῶς συνειδητοποιημένα, ἀπό τά ὁποῖα μάθαιναν πολλά. Μάλιστα ὁ Ἡρόδοτος ἐξηγοῦσε κατηγορηματικά ὅτι οἱ «βάρβαροι» -προφανῶς ἐδῶ ὁ τίτλος αὐτός δέν ἔχει τίποτε τό ὑποτιμητικό - διακρίνονταν ἀπό τους Ἕλληνες, διότι ἦσαν ἐξυπνότεροι καί ἀπαλλαγμένοι ἀπό ἀνόητες ἁπλοϊκότητες.[4] Θαύμαζαν τήν παλαιότητα τῶν πολιτισμικῶν παραδόσεων τῆς Ἀνατολῆς, σέ σύγκριση μέ τίς ὁποῖες οἱ Ἕλληνες ἐμφανίζονταν «ἀεί παῖδες».[5] Πάντως δέν ἔθεταν τό ἐρώτημα, πού θέτει ἡ σύγχρονη Ἱστορία τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἐπιστήμης: ὑπῆρχε πράγματι τότε ἡ διάκριση «ἐπιστήμης» καί «φιλοσοφίας» ὑπό ἑλληνική ἔννοια;

Ἐν μέρει τό παραπάνω εἶναι θέμα ὁρισμοῦ. Ὑπῆρχε πολλή μαθηματική λεπτομερής γνώση στήν Αἴγυπτο καί στήν Ἀνατολή, ἐπίσης καί στούς πολιτισμούς τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς, πού οἱ Ἕλληνες γνώριζαν μόνο ἀπό ἀσαφεῖς διαδόσεις. Αὐτό, πού ὀνομάζουμε σήμερα «πυθαγόρειο θεώρημα», ἦταν πολύ γνωστό στήν Ἀνατολή καί ἐφαρμοζόταν ὑπό πρακτική ἔποψη σέ συγκεκριμένα παραδείγματα ἀριθμῶν. Ὅμως ποῦ ὀφείλεται ἀπό πλευρᾶς Ἱστορίας τῆς ἐπιστήμης ἡ γενική μαθηματική θεωρητική ἀπόδειξη ὅτι ἡ πρόταση α2+β2=γ2 ἰσχύει γιά κάθε ὀρθογώνιο τρίγωνο, διότι προκύπτει ἀπό τούς ὁρισμούς τῆς γραμμῆς, τοῦ τριγώνου καί τῆς ὀρθῆς γωνίας; Μόνο ὅταν ὁ σχετικός κανόνας διατυπωθεῖ, δέν ἔχουμε πλέον ἁπλά ἐξειδικευμένες γνώσεις πρακτικῆς γεωμετρίας, ἀλλά ἀντικειμενική μαθηματική ἐπιστήμη. Τό σύστημα «καθαρῆς» γεωμετρίας ὡς ἐξαγωγῆς ἀπό ἀξιώματα εἶναι σύμφωνα μέ τίς μελέτες τῶν ἱστορικῶν της ἐπιστήμης[6] ἑλληνικό καί ὄχι ἀνατολικό.

Τά ἴδια ἰσχύουν καί γι’ αὐτό, πού ἀποκαλοῦμε μέ μία ἑλληνική λέξη «φιλοσοφία». Ὁμιλοῦμε γιά τήν ἰνδική καί τήν κινεζική φιλοσοφία καί ἀκοῦμε ὅτι οἱ Ἕλληνες χρωστοῦσαν πολλές σημαντικές ἀντιλήψεις τους στόν ζωροαστρισμό, τούς Βαβυλώνιους καί τούς Αἰγυπτίους. Κανείς δέν μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ ὅτι ὁ Βουδισμός ἤ ὁ Ζαϊνισμός (γιανισμός), ὁ κινεζικός ταοϊσμός ἤ ἡ ἀρχαία ἰρανική δυαδιστική διδασκαλία (Ὀρμούσδ καί Ἀριμάν) διέθεταν καί ἐξέπεμπαν βαθύτατη σοφία. Ὅμως σέ ὅλες αὐτές τίς παραδόσεις ἐλλείπει ἡ ἔννοια τῆς φιλοσοφίας ὡς μεθοδικῆς, ἐπαγωγικῆς, ἀντικειμενικῆς καί καθαρά ὀρθολογικῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας. Ἀκόμη κι ἄν θελήσουμε νά ἐπεκτείνουμε τήν ἑλληνο-εὐρωπαϊκή φιλοσοφική ἔννοια στήν Ἰνδία καί τήν Κίνα, πρέπει νά παραδεχτοῦμε ὅτι ἐκεῖ ἔλειπε ἀκόμη ἡ καθαρή γνωστική ὀριοθέτηση τῆς ἐπιστήμης ὡς μίας ἀντικειμενικῆς, ὀρθολογικῆς γνώσης μορίων τῆς πραγματικότητας καί τῶν ἀρχῶν της, πέραν ἀπό τήν ἀναγωγή στίς ἔσχατες αἰτίες τῶν πραγμάτων, πού εἶναι ἀποστολή τῆς φιλοσοφίας.

Χωρίς λοιπόν νά θέλουμε νά ὑποτιμήσουμε τίς ἐξωευρωπαϊκές κουλτοῦρες, ἐπιτρέπεται νά ποῦμε ὅτι ναί μέν ἡ σοφία ἀναπτύχθηκε σέ πολλούς τόπους καί σέ πολλές μορφές στήν ἀνθρώπινη Ἱστορία, Ἐπιστήμη καί Φιλοσοφία, ἀλλά μόνο στούς 'Ἕλληνες σ’ αὐτή τή διπολικότητα καί μέ γνωστική-μεθοδική ὀριοθέτηση ἐπιστήμης καί φιλοσοφίας.

Ἡ ὀριοθέτηση δέν ἦλθε ἀπό μόνη της. Ὅπως ὑπαινιχθήκαμε, εἶναι προσφορά τοῦ Πλάτωνος καί τῆς πλατωνικῆς Ἀκαδημίας, στήν ὁποία ἀνῆκε καί ὁ Ἀριστοτέλης τά 20 πρῶτα χρόνια της δημιουργίας του.[7] Ὁ Πλάτων ὅμως συνέχιζε συνειδητά τίς ἀφετηριακές σκέψεις διαφόρων προσωκρατικῶν διανοητῶν. Ἡ σύγχρονη ἐπιστημονική καί φιλοσοφική ἔννοια, πού στίς θεμελιώδεις ἀρχές της εἶναι πλατωνική-ἀριστοτελική (ἄν καί ἐμπλουτισμένη μέ τό πρόγραμμα τῆς στοχευμένης ἀνάκρισης τῆς φύσης διά τοῦ πειράματος καί τῆς κατά τό δυνατόν ἐξειδίκευσης τῶν παρατηρήσεων), προέκυψε ἀπό τή σπουδαία πλατωνική σύνθεση τῶν προγενέστερων νοητικῶν προσπαθειῶν. Ἑπομένως, στούς προσωκρατικούς δέν μποροῦμε νά τήν ἀναμένουμε. Ἐδῶ ἔχουμε μᾶλλον «μάχη ἐπιστήμης καί σοφίας», ὅπως λέγει σ’ ἕνα γνωστό του σχῆμα ὁ Νίτσε, στό ὁποῖο ἀποπειρᾶται μία ἀποτίμηση τῶν βασικῶν σημείων τῆς ἐν λόγω ἐποχῆς.[8] Σέ πολλούς ἀπ’ αὐτούς τους διανοητές, ἀναρωτιόμαστε πῶς πρέπει νά τούς θεωροῦμε: ὡς φιλοσόφους, ὡς ἐπιστήμονες (ἴσως πρῶτο-ἐπιστήμονες) ἤ ὡς σοφούς. Ὁ Ἡράκλειτος ἀπό τήν Ἔφεσο ἦταν μία τέτοια περίπτωση, ὁ Ἐμπεδοκλῆς μία ἄλλη. Τό πιό διάσημο βιβλίο στήν κριτική τῶν πηγῶν τοῦ πυθαγορισμοῦ ἔχει τίτλο «Σοφία καί Ἐπιστήμη». Ὁ συντάκτης τοῦ προσπάθησε νά σκιαγραφήσει τή μετάβαση τῆς προφιλοσοφικῆς, ἀρχαϊκῆς «σοφίας» τοῦ Πυθαγόρα τοῦ 6ου αἰώνα στήν πυθαγόρεια «ἐπιστήμη» τοῦ Φιλολάου, περί τό πέρας τοῦ 5ου αἰώνα.[9] Ἐδῶ βρισκόμαστε ἀντιμέτωποι μέ μία ἐποχή μετάβασης καί μετασχηματισμοῦ τῆς ἐπιστημονικῆς ὀρθολογικότητας τῆς Εὐρώπης.

Μ’ αὐτή τήν ἀποτίμηση ὡς περίοδο μετάβασης καί ἄρα προετοιμασίας γιά κάτι ὑψηλότερο καί τελειότερο δέν θά συμφωνοῦσαν πάντως μερικοί σημαντικοί φιλόσοφοί της νεωτερικότητας. Ό Karl Popper ἐπαινοῦσε τήν ὀρθολογική καθαρότητα καί νοητική ἀπουσία προκαταλήψεων τῶν προσωκρατικῶν μέ τούς πιό ὑψηλούς τόνους, τούς προτιμοῦσε ἀπό τόν Πλάτωνα, τόν ὁποῖο μισοῦσε ὡς ὑποτιθέμενο πρόδρομο τοῦ σύγχρονου ὁλοκληρωτισμοῦ καί ἀναγνώριζε στούς προσωκρατικούς πολλά βασικά στοιχεῖα τῆς δικῆς του ἐπιστημονικῆς ἀντίληψης.[10] Ό Martin Heidegger εἶδε τήν ἀπαρχή τῆς λησμονιᾶς τοῦ Εἶναι, πού διέγνωσε στή μεταφυσική της Δύσης, στήν ἐπικέντρωση τοῦ Πλάτωνος στό «εἶδος» ἤ τήν «ἰδέα» καί τή συναφῆ μεθερμήνευση τῆς ἔννοιας τῆς ἀλήθειας. Αὐτό, πού χάθηκε στόν Πλάτωνα, ἦταν κατά τήν ἄποψή του ἡ «ἀλήθεια» ὡς μή κρυπτότητα καί μή λήθη τοῦ Εἶναι. Οἱ προσωκρατικοί ἦσαν σέ θέση νά ἀκούσουν τόν ψίθυρό του Εἶναι μέ πιό ἀρχέγονο, ἀληθινό καί ἀδιαστρέβλωτο τρόπο ἀπό τήν ἀρχόμενη διά τοῦ Πλάτωνος ἐποχή τῆς μεταφυσικῆς.[11] Ἀξίζει νά ἀναφερθεῖ ἐπίσης καί ὁ Karl Jaspers, ὁ ὁποῖος δέν στόχευσε μέν τήν ὑπέρβαση τῆς πλατωνικῆς ἀρχῆς, ἀλλά μέ τή θέση του περί κοσμοϊστορικῆς «ἀξονικῆς» σημασίας τῶν Ἑλλήνων διανοητῶν του 600-500 π.Χ., ἀπέδωσε σ’ αὐτούς ἕναν νέο προσανατολισμό τῆς σκέψης ὡς μία νέα λογική ἐποχή.[12] Πρίν ἀπό αὐτούς τους τρεῖς μεγάλους φιλοσόφους του 20ου αἰώνα, ἤδη τόν 19ο αἰώνα, ὁ Φρίντριχ Νίτσε στό ἀνωτέρω παρατεθέν σύγγραμμά του «Ἐπιστήμη καί Σοφία σέ Ἀνταγωνισμό» ἐξέφρασε πολύ μεγάλη ἐκτίμηση γιά τήν πρώιμη φάση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας.

«Τόσα πολλά ἐξαρτῶνται ἀπό τήν ἀνάπτυξη τῆς ἑλληνικῆς .κουλτούρας, ὥστε ὅλος ὁ δυτικός μας κόσμος ἔχει λάβει ἀπό ἐκεῖ τήν κινητήρια δύναμή του. Μία ἰδιοτροπία τῆς μοίρας θέλησε νά δείξει ὁ νεότερος παρηκμασμένος Ἑλληνισμός μεγάλη ἱστορική δύναμη. Ἐξ αὐτοῦ του λόγου ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα κρίνεται πάντοτε ἐσφαλμένα. Ὀφείλουμε νά ξέρουμε τή νεότερη Ἑλλάδα, ὥστε νά μποροῦμε νά τήν ἀντιδιαστείλουμε ἀπό τήν ἀρχαία. Πολλές δυνατότητες τῆς ἐπιστήμης ποτέ δέν ἀποκαλύφθηκαν, γιατί δέν τις ἀπεκάλυψαν οἱ Ἕλληνες. Ἄλλοι πάλι ἀνακάλυψαν τούς 'Ἕλληνες καί μετά πάλι τούς συγκάλυψαν».[13]

Σ’ αὐτές τίς ἀποτιμήσεις τῶν πρώτων δύο αἰώνων τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας θά ἐπιστρέφουμε στό τέλος τοῦ κεφαλαίου. Στό προτελευταῖο κεφάλαιο οἱ Πλάτων καί Ἀριστοτέλης θά ἀξιολογηθοῦν ὡς οἱ κύριοι ἱδρυτές τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας, πράγμα πού δέν πρέπει νά θεωρηθεῖ ὡς προγραμματική ἀντίθεση πρός τούς Popper, Heidegger καί Νίτσε. Μέ τήν ἔποψη τοῦ Heidegger περί ἀρχόμενης λησμονιᾶς τοῦ Εἶναι ἡ ἐδῶ ἐκπροσωπούμενη ἄποψη ἐναρμονίζεται τουλάχιστον ὡς πρός τό σημεῖο, ὅτι μέ τόν Πλάτωνα ἡ φιλοσοφία πῆρε ἕνα νέο νοητικό δρόμο, ὁ ὁποῖος παρέμεινε καθοριστικός μέχρι τό τέλος τῆς μεταφυσικῆς κάπου μεταξύ Χέγκελ καί Schelling ἀπό τή μία πλευρά, ἤ Νίτσε καί Heidegger ἀπό τήν ἄλλη. Ἄν τό Εἶναι προβαίνει χωρίς διαστρέβλωση ἐνώπιόν μας, ὅταν τό ἀντιλαμβανόμαστε ἤ τό «ἀφουγκραζόμαστε» μαζί μέ τόν Παρμενίδη καί τόν Ἡράκλειτο, τοῦτο θά παραμείνει πάντοτε ἀμφισβητούμενο. Ἀναμφισβήτητο ὅμως παραμένει ὅτι ἡ ἑλληνική ἐπιστήμη καί φιλοσοφία εἶχαν διπλή ἀπαρχή. Μία μέ τήν ἰωνική φυσική φιλοσοφία τοῦ Θαλῆ, τοῦ Ἀναξίμανδρου καί τοῦ Ἀναξιμένη, καί μία μέ τήν ἀνακάλυψη τῆς αὐτονομίας τοῦ ἄϋλου καί «νοητοῦ» Εἶναι μέ τόν Πλάτωνα. Λόγω του ὅτι ἡ δεύτερη ἀπαρχή τῆς ἀττικῆς ἐννοιοκρατίας ἦταν μέχρι τότε ἀνήκουστη γιά τή δυτική ἱστορία τοῦ πνεύματος - καί τοῦτο παρά τή συναρπαστική εὐστροφία τῶν προσωκρατικῶν ἀντιλήψεων -, θά ἦταν πιό ἐνδεδειγμένη ἡ ὀνομασία τῶν πρώιμων διανοητῶν ὡς «προπλατωνικῶν» καί ὄχι «προσωκρατικῶν». ὅπως ἔχει ἐπικρατήσει. Ὅμως δέν μπορεῖ κανείς ν’ ἀλλάξει εὔκολα ἕναν καθιερωμένο ὄρο, γι’ αὐτό θά τόν χρησιμοποιήσουμε καί στή συνέχεια.

Ἡ πρώιμη ἑλληνική φιλοσοφία, ὅπως καί ὁ πρώιμος λυρισμός τοῦ Πινδάρου καί τοῦ Βακχυλίδη, εἶναι ἕνα ἁπλό πεδίο ἐρειπίων, δέν διατηρήθηκε τίποτε πλῆρες ἤ ὁλοκληρωμένο. Ἡ ἀρχική ἀποστολή λοιπόν ἦταν νά ἐξαχθοῦν τά κείμενα καί οἱ ἀναφορές ἔργων τῶν προσωκρατικῶν ἀπό τή μεταγενέστερη λογοτεχνία, νά ἐκδοθοῦν καί νά ἀντιμετωπισθοῦν κριτικά ὡς «ἀποσπάσματα» ἤ «μαρτυρίες». Τοῦτο κατέστη δυνατόν πρίν ἀπό περίπου 100 χρόνια ἀπό τόν Hermann Diels στό κόσμοϊστορικό του ἔργο «Τά Ἀποσπάσματα τῶν Προσωκρατικῶν» (Βερολίνο 1903), πού καταρχάς θεωροῦνταν ἀπό τόν συντάκτη του ὡς βοήθημα γιά τίς παραδόσεις, ἔθεσε ὅμως συνάμα σέ νέες βάσεις τή μελέτη μίας ὁλόκληρης ἐποχῆς τῆς Ἱστορίας τῆς φιλοσοφίας. Τό 1951 κυκλοφόρησε ἡ 6η ἔκδοση, θεωρημένη καί ἐπαυξημένη ἀπό τόν Walther Kranz. Ἀπό τότε ἐπανεκδίδεται σταθερά ὡς «Diels-Kranz». Σκέφτηκαν πρίν ἀπό κάποια ἔτη νά προχωρήσουν σέ νέα ἐπεξεργασία τοῦ συνολικοῦ ὑλικοῦ - διότι ἀπό τήν ἀρχή ὁ Diels θέλησε νά παραθέσει πλήρως μόνο τά κατά λέξη χωρία καί κυρίως «ἀποσπάσματα» καί ὄχι τίς δοξογραφικές ἀναφορές -, τελικά ὅμως δέν κατέστη δυνατόν οὔτε γιά ἕνα ἄτομο οὔτε γιά μία ὁμάδα νά ἐπαναλάβει τόν ἄθλο τοῦ Diels ἤ νά πετύχει κάτι συγκρίσιμο στή σημερινή μας ἐποχή.

Σ’ αὐτή τή συλλογή περιλαμβάνονται οἱ μαρτυρίες καί τά σπαράγματα περισσότερων ἀπό 90 διανοητῶν. Δέν θά ἦταν σκόπιμο νά τούς κατονομάσουμε ὅλους. Ἀκόμη καί ἡ ἀπαρίθμηση τῶν 16 ὀνομάτων, πού βρῆκαν θέση στό γνωστό ἑρμηνευτικό ἔργο ἀναφορᾶς τῶν Kirk - Raven - Schofield,[14] δέν θά προσέφερε πολλά. Ἀντίθετα, θά γίνει προσπάθεια συνόψισης τούτης τῆς ποικιλίας σύμφωνα μέ διακεκριμένους ἄξονες σκέψης. Ἐξ αὐτῶν διακρίνονται πέντε (ἐνῶ βέβαια κάθε συνόψιση διατρέχει τόν κίνδυνο νά ὑποτιμήσει τήν αὐτονομία τῶν μεμονωμένων διανοητῶν).

1) Καταρχάς εἶναι ἡ λεγόμενη «Σχολή τῆς Μιλήτου». Ὁ Θαλῆς ὁ Μιλήσιος θέτει τό 600 π.Χ. τό ἐρώτημα, ποιά εἶναι ἡ βασική ὕλη τοῦ κόσμου, ἀπό τήν ὁποία ὅλα προῆλθαν Τό ἐρώτημα φαίνεται νά στοχεύει σέ μία ἔσχατη καί ἑνιαία ἀπάντηση, πού θά μποροῦσε νά ἐξηγήσει τήν ἀπέραντη ποικιλία.[15] Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θαλῆ ἦταν ὡς γνωστόν ὅτι ὅλα προῆλθαν ἀπό τό νερό καί σέ τελευταία ἀνάλυση εἶναι νερό. Στήν ἴδια πόλη, τή Μίλητο, ὁ Ἀναξίμανδρος συνέχισε τοῦτο τό εἶδος κοσμοθεωρίας, ὅπου πρῶτος αὐτός κατονόμασε κάτι ἀφηρημένο καί ἄϋλο ὡς θεμελιώδη ἤ ἀρχέγονη ὕλη, δηλαδή τό «ἄπειρον», τό μή ἔχον ὅρια, πού δέν φαίνεται νά καθορίζεται περισσότερο ὡς προς τήν ὑλική του ἰδιομορφία. Ὁ τρίτος Μιλήσιος, ὁ Ἀναξιμένης, θεωροῦσε ὅτι ὅλα δημιουργοῦνται ἀπό τόν ἀέρα διά τοῦ μηχανισμοῦ τῆς πύκνωσης ἤ ἀραίωσης (μάνωσης). Τούτη ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἔσχατου «στοιχείου» ἤ ριζώματος παρέμεινε σταθερή στό πλαίσιο τῆς μεταβληθείσας φιλοσοφικῆς κατάστασης τοῦ 5ου καί 4ου αἰώνα - ἄν καί μέ ἑκάστοτε διαφορετική μετακίνηση τοῦ κέντρου βάρους - καί στή σκέψη τοῦ Ἐμπεδοκλῆ, τοῦ Δημοκρίτου, τοῦ Ἀναξαγόρα, τοῦ Πλάτωνος καί τοῦ Ἀριστοτέλη.

2) Ὁ Πυθαγόρας ὑποστηρίζει ἕνα νέο εἶδος κοσμοθεωρίας. Καί αὐτός καταγόταν ἀπό τήν Ἰωνία, ἀπό τή Σάμο, ἀπ’ ὅπου τό 530 π.Χ. διέφυγε ἀπό τόν τύραννο Πολυκράτη πρός τήν Κάτω Ἰταλία, γι’ αὐτό καί θεωρεῖται ὅτι ἀνήκει στόν «ἰταλικό κλάδο» τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας. Πρέσβευε τή θεωρία τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καί τῆς μετεμψύχωσης, θεωροῦνταν θαυματοποιός καί ἦταν γιά τούς ὀπαδούς του, πού ἀποτελοῦσαν ἕνα εἶδος τάγματος μέ καθῆκον ἐχεμύθειας, πνευματικός ταγός μέ ἀνάστημα μεγαλύτερο ἀπό τό ἀνθρώπινο. Ὑπ’ αὐτό τό πρίσμα δέν φαίνεται νά ἔχει σχέση μέ τήν ἀπαρχή τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ὀρθολογισμοῦ. Συγχρόνως ὅμως ὁ Πυθαγόρας ἐκπροσωποῦσε τήν ἀνάλυση τοῦ κόσμου σέ ἀριθμούς, ἄρα σέ τελευταία ἀνάλυση, τή στρουκτουραλιστική σκέψη τῶν δομικῶν λίθων καί τῆς ποσόστωσης (piecemeal engineering). Διά «τῆς δόμησης ἀντί τῆς ὕλης», ἄν θέλουμε νά τήν ὀνομάσουμε ἔτσι, ὁ Πυθαγόρας δέν ὑπολείπεται σέ ὀρθολογικότητα ἔναντι τῶν Μιλησίων, τουναντίον: ἡ μοντέρνα φυσική ἐπιστήμη τοῦ Κοπέρνικου, τοῦ Γαλιλαίου καί τοῦ Κέπλερ μπόρεσε νά ἀφήσει πίσω της ὅλη τήν προηγούμενη γνώση ἀκριβῶς μέ τήν ἀνάδειξη μαθηματικά καθορισμένων δομῶν στή φύση. Στόν Πυθαγόρα καί τούς πυθαγόρειους τοῦτο ἀποτελοῦσε ἁπλά ἔνα πρόγραμμα, πού ἀπεῖχε πολύ ἀπό πειστικά ἀποτελέσματα. Ἡ χρήση τῶν ἀριθμῶν γιά τήν ἐξήγηση τοῦ κόσμου φαντάζει ὡς ἐντελῶς ἀντιεπιστημονική. Ἔτσι λέγει ὁ Ἀριστοτέλης ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἄριθμος 10 ἴσχυε ὡς τέλειος στούς πυθαγόρειους περιλαμβάνων ὅλη τή φύση τῶν ἀριθμῶν, εἶχαν ὁρίσει καί τά οὐράνια σώματα σέ 10. Ἀφοῦ ὅμως μόνο ἐννέα τέτοια οὐράνια σώματα ἦσαν ὁρατά, ἐφεῦραν καί ἕνα δέκατο, πού ἦταν ἡ ἀόρατη «Ἀντίχθων».[16] Ὅσο καί ἄν φαίνεται περίεργη σέ μᾶς τούς σημερινούς ἡ θεμελίωση μέ βάση τήν τελειότητα τοῦ ἀριθμοῦ 10, πάντως ἡ συμπερασματική ἐξαγωγή τῆς ὕπαρξης ἑνός (ἀκόμη) μή γνωστοῦ κοσμικοῦ ἀντικειμένου ἀπό θεωρητικούς λόγους, ἐξεταζόμενη μεθοδικά, μπορεΐ νά ἀξιολογηθεῖ ὡς παράδειγμα ἐπιστημονικῆς διατύπωσης ὑποθέσεων. Παραμένει τό γεγονός ὅτι ἡ πυθαγόρεια ὁμολογία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων ἐξάγεται ἀπό τούς ἀριθμούς, εἶχε τεράστια πνευματική - ἱστορική ἐπιρροή καί διαμόρφωσε μόνιμα καί καθοριστικά τήν πορεία τῆς δυτικῆς ἐπιστήμης.

3) Ὁ Ἡράκλειτος, ἐπίσης Ἴωνας ὅπως καί οἱ προηγούμενοι, καταγόταν ἀπό τήν Ἔφεσο. Ὅταν ἀκοῦμε ὅτι κατά τόν Ἠράκλειτο ὅλα προέρχονται ἀπό τό πῦρ, τείνουμε νά τόν κατατάξουμε μαζί μέ τούς Μιλήσιους. Ὅμως μέ τή φιλοσοφία του περί παγκόσμιου νόμου, πού ὀνομάζεται «Λόγος», πού εἶναι πρόδηλος, ἀλλά μολοντοῦτο λανθάνει τήν προσοχή τῶν περισσοτέρων (κρύπτεσθαι φιλεῖ), μέ τίς σκέψεις του περί ἀδιάκοπης ροῆς καί μεταβολῆς ὅλων τῶν πραγμάτων, ἀλλά καί περί τῆς παράδοξης ταυτότητας τῶν ἀντιθέσεων, μέ τήν ἀναζήτησή του «περί τοῦ ἑαυτοῦ» καί περί τῶν «ὁρίων τῆς ψυχῆς» ἐκπροσωπεῖ μία ξεχωριστή ἄποψη, μάλιστα τήν πιό πρωτότυπη ἀνάμεσα στούς Ἴωνες.

4) Πάντα ὡς ἀντίβαρο τοῦ Ἡράκλειτου θεωροῦνταν ὁ Παρμενίδης ἀπό τήν Ἑλέα ταῆς Κάτω Ἰταλίας, πού ὄχι ἁπλά δέν ἔβλεπε τά πάντα νά κινοῦνται, ἀλλά ἀντίθετα ἀρνιόταν κατηγορηματικά τη δυνατότητα τῆς κίνησης. Ὁ Ἀριστοτέλης ἀποκάλεσε δικαίως τούτη τή θέση ὡς μή φυσική, μή ἀνταποκρινόμενη πρός τή φύση.[17] Πράγματι φαίνεται ὡς ἄρνηση, ὄχι μόνο τοῦ Ἡρακλείτου, ἀλλά καί ὅλων τῶν προειρημένων. Ὁ Παρμενίδης παρέλαβε τήν ἐποπτεία του, ὄχι ἀπό τήν παρατήρηση τῆς φύσης, ἄλλα ἀπό μία στάθμιση, πού σύμφωνα μέ σύγχρονη ὁρολογία θά χαρακτηριζόταν ὀντολογική καί ταυτόχρονα λογική. Προσπάθησε νά ὁρίσει ποιά εἶναι ἡ ἁπλή ἔννοια τοῦ «εἶναι» καί τοΰ ὑφιστάμενου, τοῦ «ἐόν» καί τοῦ ὄντος, μέ τί εἶναι αὐτή συμβατή καί μέ τί ὄχι. Ἄν μόνο τό ὑφιστάμενο ὑπάρχει, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό αὐτό, ἀλλιῶς θά ἦταν μή ὑφιστάμενο, ἀφοῦ ὁτιδήποτε δέν ἀνήκει στό «εἶναι», ἐντάσσεται στό μηδέν. Ἑπομένως δέν μπορεΐ νά ὑπάρξει οὔτε γίγνεσθαι, ἀφοῦ τοῦτο δέν θά εἶναι τό ὑφιστάμενο, ἀλλά μία πολλαπλότητα ἀπό πολλά διαδοχικά ὑφιστάμενα, τά ὁποῖα ὅμως εἶναι διαφορετικά ἀπό τό ὑφιστάμενο. Ἔτσι ὁ Παρμενίδης ἀρνεῖται τήν πολλότητα, τό γίγνεσθαι, συνεπῶς καί τήν κίνηση. Τή συνέπεια, στήν ὁποία τόν ὁδήγησε ἡ καθαρή σκέψη, τήν θέτει ὑπεράνω τῆς πρόδηλης ἐμπειρίας ὅτι τά πολλά ὑπάρχουν καί κινοῦνται. Ἡ τολμηρή ἄρνηση τῆς πραγματικότητας χάριν τῆς συνέπειας τῆς σκέψης ἐκ μέρους τοῦ Παρμενίδη προκάλεσε μεγάλη ἐντύπωση. Ὅλοι οἱ προσωκρατικοί σχεδιασμοί, πού τόν ἀκολουθοῦν χρονικά, μποροῦν νά ἐννοηθοῦν μόνο ὡς ἀντίδραση στή δική του ριζική ἄρνηση τῆς μεταβλητότητας τοῦ «εἶναι». Τό εἶδος τῆς σκέψης καί ἐπιχειρηματολογίας του συνεχίστηκε ἀπό τόν μαθητή του Ζήνωνα, ὁ ὁποῖος πρός ὑπεράσπιση τῆς πρότασης τοΰ δασκάλου του, ὅτι μόνο τό ἕνα καί μοναδικό ὑφιστάμενο ὑπάρχει καί ἐκτός τούτου τίποτε, προσπάθησε νά ἀποδείξει διαλεκτικά - θεωρεῖται στήν ἀρχαιότητα ὁ ἐφευρέτης τῆς διαλεκτικῆς - ὅτι ἡ παραδοχή τῆς ὕπαρξης τῆς πολλότητας καί τῆς κίνησης εἶναι ἐγγενῶς ἀντιφατική. Ἕνας ἄλλος Ἐλεάτης διανοητής ἦταν ὁ Μέλισσος ἀπό τή Σάμο, ὁ ὁποῖος ἀπό τήν προϋπόθεση ὅτι τό «εἶναι» τοῦ Παρμενίδη δέν μπορεῖ νά βλαφτεῖ ἤ νά ἐπηρεαστεῖ κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι εἶναι χωρικά καί χρονικά ἀπεριόριστο.

5) Ὡς μία πέμπτη ἀφετηρία πρέπει νά κατονομαστεῖ ἡ πολλαπλῶς ἀνειλημμένη ἀπόπειρα νά διατηρηθεῖ μέν τό ἀμετάβλητο τοῦ ἀληθῶς ὑφιστάμενου, ἀλλά νά ἐπιτραπεῖ συνάμα ἡ πολλότητα καί ἡ κίνηση. Παραλλαγές τούτης τῆς ἀπόπειρας εἶναι οἱ ὑλικές θεωρίες τοῦ Ἐμπεδοκλῆ, τοῦ Ἀναξαγόρα καί τοῦ Δημοκρίτου. Ὁ Ἐμπεδοκλῆς παραδέχεται τέσσερα εἴδη ὕλης ὡς ἀμετάβλητα στοιχεῖα ἤ ριζώματα: τή γῆ, τό νερό, τόν ἀέρα καί τή φωτιά. Διά τῆς ἀνάμιξής τους σέ διαφορετικές ἀναλογίες ἀνακύπτουν ὅλα τά πράγματα. Κινητήριες δυνάμεις τῆς μίξης καί τοῦ χωρισμοῦ εἶναι ἡ φιλία καί τό «νεῖκος», πού εἶναι αἰώνιες καί ἀναλλοίωτες, ὅπως καί τά ἴδιά τά ριζώματα. Ἡ πολλότητα καί ἡ κίνηση γίνονται ἐκ τῶν προτέρων ἀποδεκτές ὡς ἀμετάβλητες, ὁπότε δέν χρειάζεται νά ἀποκλειστοῦν ἐν ὀνόματι τῆς ταυτότητας τοῦ «εἶναι», πού δέν ἐπιτρέπει τίποτε ἐκτός ἀπό τόν δικό του καθορισμό ὅτι κάτι ὑπάρχει («ἔστιν»). Τά ἴδια ἰσχύουν καί γιά τόν Ἀναξαγόρα. Ὅλες οἱ ὕλες προϋπάρχουν καί εἶναι ἴσες μεταξύ τους. Ἡ δύναμη, πού προωθεῖ τή μίξη καί τόν χωρισμό τους, εἶναι πάντως ἑνιαία καί ὀνομάζεται ἀπό αὐτόν «νοῦς», λογική. Ὁ Δημόκριτος σέ ἀντίθεση μέ τόν Ἐμπεδοκλῆ καί τόν Ἀναξαγόρα δέν χρειάζεται κάποια δύναμη γιά νά ἐξηγήσει τήν κίνηση. Τούτη ἐντάσσεται ἀπό πρίν στήν ὑφή καί τή σύσταση τῶν ἀτόμων, πού βρίσκονται σέ διαρκῆ πτώση καί συμπαντική κατακρήμνιση. Κάθε ἄτομο εἶναι ἄτμητο - τούτη εἶναι ἡ σημασία τῆς λέξης («α» στερητικό + τέμνω), ἀκατάλυτα, αἰώνια καί ταυτόσημα μέ τόν ἑαυτό τους. Ἐξίσου πραγματικό ὅπως καί τό ἄτομο, πού πληροῖ ἕναν χῶρο καί γι’ αὐτό ὀνομάζεται «πλῆρες» εἶναι καί τό «κενόν», στό ὁποῖο αὐτό ἀέναα κατακρημνίζεται. Τό «κενόν» εἶναι συγχρόνως μή ὑφιστάμενο (δέν εἶναι ἄτομο), ἀλλά καί πραγματικό, δηλαδή ὁ Δημοκριτος περιλαμβάνει στήν κοσμοθεωρία του τό «μή εἶναι», τοῦ ὁποίου ἀκόμη καί τή σκέψη ἀπαγόρευε ὁ Παρμενίδης («οὐ γάρ μήποτε τοῦτο δαμῇ εἶναι τά μή ἐόντα, ἀλλά σύ τῆσδ’ ἀφ’ ὁδοῦ διζήσιος εἶργε νόημα»). Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἐπιζεῖ ἡ ὀντολογική πρόκληση τοῦ Παρμενίδη, πού ἐπέτασσε νά σκεφτόμαστε τό ἀδύνατο καί ἀπαγόρευε νά σκεφτόμαστε τό δυνατό, στά τρία πιό σημαντικά φυσικό-φιλοσοφικά συστήματα τοῦ 5ου αἰώνα.

Ἀρκετά εἰπώθηκαν γιά τίς πέντε βασικότερες νοητικές ἀφετηρίες τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας μέχρι τό τέλος τοῦ 5ου αἰώνα. Μετά ἀπ’ ὅσα ἀναφέρθηκαν γιά τήν ἀδυναμία διάκρισης μεταξύ φιλοσοφίας καί ἐπιστήμης κατά τήν ἐν λόγω ἐποχή, ἀξίζει νά σημειωθεῖ ἀκόμη ἡ αὔξηση τῆς γνώσης στήν ἀστρονομία (μέ πρακτικές συνέπειες γιά τόν ὑπολογισμό τοῦ ἡμερολογίου), ἡ ἀνακάλυψη τῆς ἀσυμμετρίας τῆς διαγωνίου τοῦ τετραγώνου σέ σχέση μέ τήν πλευρά, πού προκάλεσε κλονισμό στήν κοσμοθεωρία τῶν μαθηματικῶν, ἰδιαίτερα τῶν πυθαγορείων, οἱ ὁποῖοι πίστευαν σε μία παγκόσμια τάξη βασισμένη σέ ἀναλογίες ἀκέραιων ἀριθμῶν, ἐπίσης καί ἡ συγκρότηση ὑψηλῆς ἰατρικῆς τέχνης μέ συνειδητοποιημένη μέθοδο καί φυσικο-φιλοσοφικές θεωρίες, ὅπως μποροῦμε νά διαπιστώσουμε στά συγγράμματα τοῦ Ἱπποκράτη. Ἐδῶ θά ἀρκεστοῦμε σέ ἁπλή ἀναφορά, μία πιό ἐκτενής ἀφήγηση τῶν ἐπιτευγμάτων τῆς ἐποχῆς θά ὑπερέβαινε κατά πολύ τό προδιαγεγραμμένο πλαίσιο τῆς ἐρευνᾶς μας.

Ὅτι μέ τούς προσωκρατικούς ἀνέτειλε κάτι νέο στόν κόσμο, δεν ἀμφισβητεῖται.Τούτη ἡ γενική διαπίστωση χρειάζεται ἐξειδίκευση πρός δύο κατευθύνσεις. (1) Ἀφοῦ τίποτε ἀπόλυτα καινούριο δέν ὑπάρχει στό πεδίο τῆς Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας, ἐρωτᾶται ποιές παραστάσεις μποροῦν νά θεωρηθοῦν «πρόδρομοι» ἤ «διεγερτικά ἐρεθίσματα» ἤ ὅροι καί προϋποθέσεις γιά τό «νέο» στοιχεῖο, πού προσέφεραν οἱ προσωκρατικοί. (2) Ἐπίσης πρέπει νά ἀναρωτηθοῦμε σέ τί συνίσταται τό καινούριο τῆς ἐδῶ ἀναδυόμενης ἑρμηνείας τοῦ κόσμου.

(1) (α) Ἐνῶ προηγουμένως μποροῦσε νά ὑποστηριχθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι ἡ «καθαρή, ἀπαλλαγμένη ἀπό προσμίξεις φιλοσοφία ἐμφανίστηκε ξαφνικά καί χωρίς ὁρατή ἀφορμή».[18] ἡ ἀκριβέστερη ἔρευνα τῶν θρησκευτικῶν καί κοσμολογικῶν μύθων τοῦ 20ού αἰώνα ἀπέδειξε ὅτι οἱ προσωκρατικοί εἶχαν παραλάβει πολλά ἀπό τούς ἀρχαίους πολιτισμούς τῆς ἀνατολῆς. Ὁτι δέν τό ἀναγνώριζαν αὐτό στά κείμενά τους, δέν μπορεῖ νά τούς τό καταμαρτυρήσει κανείς, διότι ἡ τέχνη τῆς παραπομπῆς δέν ἀνῆκε στίς συνήθειες τῶν πρώιμων κουλτούρων (οὔτε στή δύση, οὔτε στήν ἀνατολή, ὅπου τούτη ἡ συνήθεια φαίνεται ὅτι δέν ἔχει φθάσει ἀκόμη καί σήμερα). Ἄλλωστε ἡ ἔννοια τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας προϋποθέτει μία ἀνεπτυγμένη κουλτούρα γραφῆς, γιά τήν ὁποία δέν μποροῦσε τότε νά γίνει λόγος. Βῆμα πρός βῆμα ἀναδείχθηκαν κατά τή μελέτη τῶν ἀνατολικῶν κειμένων ἐντυπωσιακές ὁμοιότητες μέ τίς παραστάσεις καί τίς σκέψεις Ἑλλήνων διανοητῶν, ὅπου τό ζήτημα τῆς προτεραιότητας λύνεται τίς περισσότερες φορές χωρίς προβλήματα ὑπέρ της ἀνατολικῆς αὐθεντικότητας. Ἔτσι ἡ καθ’ ἠμᾶς περίεργη παράσταση τοῦ Θαλῆ ὅτι ἡ Γῆ κολυμπάει στό νερό ἀποδείχθηκε δάνειο ἀπό ἀρχαίους βαβυλωνιακούς καί αἰγυπτιακούς μύθους.[19] Ἡ προαναφερόμενη, μόνο ἀπό τόν Ἀναξίμανδρο ἐκπροσωπούμενη ἄποψη περί, ἱεράρχησης τῶν οὐράνιων σφαιρῶν - ὅτι δηλαδή πάνω ἀπό τόν ἥλιο ὑπάρχουν οἱ ἀπλανεῖς ἀστέρες, πιό πάνω τό φεγγάρι καί ὑπεράνω ὅλων ὁ ἥλιος - εἶναι εἰλημμένη ἀποδεδειγμένα ἀπό τήν ἰρανική θρησκεία. Κείμενα τῆς δυναστείας Παχλαβῆ, πού παραπέμπουν σέ ἀρχαιότερη πρό Ζαρατούστρα ἰρανική παράδοση, ὁμιλοῦν γιά τήν ἄνοδο τῆς ψυχῆς μετά τόν θάνατο στά «ἄναρχα καί αἰώνια φῶτα», ἕναν παραδεισένιο τόπο εὐδαιμονίας, ὅπου διαμένει ὁ ὑπέρτατος θεός Ἄχουρα Μάσδα, ἱστάμενο ὕστερα ἀπό τίς ἀνωτέρω κλίμακες ἤ σταθμούς τῶν οὐράνιων σωμάτων.[20] Τοῦτα τά δύο παραδείγματα ἀρκοῦν ἐδῶ. Ὁ συνολικός ἀριθμός τέτοιων ὁμοιοτήτων εἶναι πολύ δηλωτικός. Ἀποδεικνύει ὅτι οἱ πρῶτοι φιλόσοφοί ταῆς Ἑλλάδας δέν αἰωροῦνταν σέ κενό χῶρο, ἀλλά ἵσταντο στό ἔδαφος τῆς συνέχειας τῶν ἀρχαίων κοσμογονιῶν.[21]

(β) Δεύτερον πρέπει νά ἀναφερθεῖ ἡ παλαιότερη ἑλληνική ποίηση, τῆς ὁποίας ἡ μυθική σκέψη ἀντικαθίσταται ἀπό τούς προσωκρατικούς, πού ἔχει ὅμως ἤδη μία ἰσχυρή τάση πρός ἕνα εἶδος προφιλοσοφικοϋ λογισμοῦ, συγγενοῦς μέ τήν κύρια φιλοσοφία. Δέν εἶναι καί αὐτή ἀπαλλαγμένη ἀπό ἀνατολικές ἐπιδράσεις. Ἔτσι π.χ. ὁ μύθος τῆς διαδοχῆς στή «Θεογονία» τοῦ Ἡσίοδου - ἡ γνωστή σέ ὅλους τους μεταγενέστερους Ἕλληνες ἀφήγηση τῆς διαδοχῆς τῶν γενεῶν τῶν θεῶν καί τῆς περιέλευσης τῆς κυριαρχίας τοῦ Οὐρανοῦ στόν γιό του Κρόνο καί ἀπό τόν Κρόνο στόν δικό του γιό Δία - βασίζεται σέ δύο θρησκευτικά ποιήματα τῶν Χετταίων, ἐκ τῶν ὁποίων τό ἕνα τιτλοφορεῖται «(Μύθος) τοῦ Βασιλείου τῶν Ούρανῶν» καί τό ἄλλο «Ἆσμα τοῦ Ullikummi». Πρίν ἀπ’ αὐτά ὑπάρχουν παλαιότερα συγγράμματα τῆς Οὔρ, ποῦ χρονολογοῦνται ἀπό τους εἰδικούς περί τό μέσον της 2ης χιλιετίας π.Χ.[22] Ἤ ὅταν στήν Ἰλιάδα τό ζεῦγος τοῦ Ὠκεανοῦ καί τῆς Τηθύος, δύο ὑδάτινες θεότητες, θεωροῦνται ὡς ἀφετηρία τῶν θεῶν καί τῶν πραγμάτων («θεῶν γένεσις», Ἰλιάδα 14.201 καί «γένεσις παντεσσι» 14.246), τοῦτο ἀνάγεται ἀναμφίβολα στήν ἀπαρχή τοῦ βαβυλωνιακοῦ κοσμογονικοῦ ποιήματος «Enuma elish», ὅπου ὁ κόσμος προέρχεται ἀπό τήν ἕνωση Apsu καί Tiamat, θαλασσινοῦ καί γλυκοῦ νεροῦ ἀντίστοι- χα.[23] Ἐξάλλου καί ὁ Ἀριστοτέλης διστάζει, ποῦ νά τοποθετήσει τήν ἀπαρχή τῆς φιλοσοφίας (ὡς ἀναζήτηση ἐσχάτων αἰτίων καί ἀρχῶν). Τή μία ὀνομάζει τόν Θαλῆ ὡς τόν ἱδρυτή αὐτῆς της φιλοσοφίας («ἀρχηγός»),[24] ἀπό τήν ἄλλη ἀναφέρει τόν Ὠκεανό καί τήν Τηθύα (χωρίς νά γνωρίζει τήν ἀνατολική καταγωγή τοῦ σχετικοῦ ὁμηρικοῦ χωρίου) καί ἀξιολογεῖ δεόντως τούς «πρώτους θεολογήσαντας», ἐκείνους πού ἀφηγήθηκαν πρῶτοι ἱστορίες θεῶν,[25] ἰδιαίτερα τόν Ἡσίοδο, τόν ὁποῖο παραλληλίζει μέ τόν Παρμενίδη, στό βαθμό πού ἀμφότεροι, καί ὁ ποιητής καί ὁ φιλόσοφος, ἀποδίδουν στόν Ἔρωτα καθοριστικό ρόλο ὡς «ἀρχή» τῶν πραγμάτων (ὑπό τήν ἔννοια τῆς πρώτης κινητήριας αἰτίας).[26] Χαρακτηριστικό εἶναι ὅτι ἡ ἀβεβαιότητα τοῦ φιλοσόφου Ἀριστοτέλη ἐπαναλήφθηκε 2000 χρόνια ἀργότερα στόν φιλόλογο ἐκεῖνο, πού μᾶς κατέστησε προσιτά τά κείμενα τῶν πρώιμων διανοητῶν σέ συνοπτική καί ἀξιόπιστη μορφή. Ἡ συλλογή ἀποσπασμάτων τοῦ Diels ξεκινᾶ τήν πρώτη φορά μέ τόν Θαλῆ, μετά τήν 6η ἔκδοση ὅμως προτάσσονται περισσότερες ἀπό 60 σελίδες, πού σχολιάζουν καί τεκμηριώνουν σέ τρία μέρη τήν κοσμολογική ποίηση τῆς πρώιμης ἐποχῆς, τήν ἀστρολογική ποίηση τοῦ 6ου αἰώνα καί τήν πρώιμη κοσμολογική πεζογραφία τῶν γνωμικῶν. Σ’ αὐτή τήν ἑλληνική «προϊστορία» τῆς φιλοσοφικῆς σκέψης μποροῦν νά εὑρεθοῦν σημεῖα, πού ἐγγίζουν στενά τούς νοητικούς τύπους τῶν προσωκρατικῶν, ὅπως τό περίεργο ἔργο τοῦ Φερεκύδη ἀπό τή Σύρο, τόν ὁποῖο ὁ Ἀριστοτέλης κατέτασσε ὡς ἕνα συγγραφέα ἀνάμεσα στόν μύθο καί τήν ἐπιστήμη.[27] Αὐτό, πού πλέον δέν μπορεῖ νά ὑποστηριχτεῖ, εἶναι ἡ ἄποψη τοῦ 19ου καί πρώιμου 20ου αἰώνα ὅτι «τά πάντα ἀναπτύχθηκαν ἐντελῶς φυσικά ἀπό τίς προϋποθέσεις τοῦ ἑλληνικοῦ λαϊκοῦ βίου».[28]

(2) Ποῦ ὑφίσταται τώρα τό «νέο» στοιχεῖο τῆς προσωκρατικῆς σκέψης; Ἁπλά, στήν ἐγκατάλειψη τῶν μυθικῶν νοητικῶν τύπων. Τό προαιώνιο ἐρώτημα, πού θέτει ἡ «γένεσις πάντων» καί ἡ καταγωγή τῶν πραγμάτων, παύει νά εἶναι ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Θαλῆ ὑπόθεση τοῦ «θεολογεῖν», ὅπως τό ὀνόμαζε ὁ Ἀριστοτέλης, ἡ ἀφήγηση μίας Ἱστορίας, τῆς ὁποίας τό ὑποκείμενο εἶναι οἱ θεοί - ἤ ὅπως στή «Γένεση» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁ ἕνας Θεός -, πού προηγουμένως κατασκεύασαν ἤ ρύθμισαν κάτι, ὥστε νά ἰσχύει καί σήμερα. Ἐφεξῆς τό ὑποκείμενο εἶναι ἡ ἴδια ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων, στόν Θαλῆ τό ὕδωρ, στόν Ἀναξιμένη ὁ ἀέρας, στόν Ἠράκλειτο τό πῦρ, ἡ δέ ἐπίδρασή της δέν γίνεται ἀντιληπτή τόσο ὡς χρονική Ἱστορία, ὅσο ὡς ἐκδήλωση μίας ἀμετάβλητης οὐσίας. Μία πρόταση τοῦ Ἡρακλείτου συνοψίζει τά παραπάνω: «Κόσμον τόν- δε, τόν αὐτόν ἁπάντων, οὔτε τίς θεῶν, οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ’ ἦν ἀεί καί ἔστιν καί ἔσταί – πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καί ἀποσβεννύμενον μέτρα».[29]

Ὡς ἀντίθετος πόλος πρός τήν πρωτο-ἐπιστημονική σκέψη τῶν Μιλησίων μπορεῖ νά μᾶς χρησιμεύσει ὁ Ἡσίοδος. Ἡ «Θεογονία» του ἐξηγεῖ τήν παροῦσα παγκόσμια κατάσταση ὡς δημιουργία ἀπό θεϊκές ὀντότητες. Οἱ θεοί γεννοῦν ἄλλους θεούς ἀρχίζοντας ἀπό τό «Χάος», οἱ γενεές ἔρχονται καί παρέρχονται, ὑπάρχουν μάχες μεταξύ του Οὐρανοῦ καϊ τοῦ γιοῦ του Κρόνου, μεταξύ Κρόνου καί Δία, ἐντέλει δέ στή Γῆ ἐγκαθίσταται ἡ δίκαιη παγκόσμια τάξη τοῦ Δία, πού δέν ἀπειλεῖται πλέον ἀπό νέες γενεές θεῶν (παρότι ὁ Ζεύς παραμένει μία δημιουργική καί γεννητική δύναμη καί μάλιστα ἡ μοναδική). Ὁ Ἡσίοδος δέν εἶναι ἀφιλοσόφητος. Ἡ προσφορά του εἶναι ἡ συστηματοποίηση τῶν θεϊκῶν δυνάμεων, πού διοικοῦν τόν κόσμο, ἡ σκιαγράφηση τῆς δημιουργίας τῆς τάξης ἀπό τό ἀρχέγονο χάος - τούτη τήν (ἐπίκαιρη) λέξη τοῦ τή χρωστᾶμε ἀκόμη καί σήμερα. Τά ἀνωτέρω δέν εἶναι λίγα. Παρά ταῦτα: χωρίς τήν παραίτηση τοῦ Θαλῆ καί τῶν διαδόχων του ἀπό τους θεϊκούς γάμους καί τούς θεϊκούς ἀγῶνες, τίς προσωποποιήσεις, τίς ἀλληγορίες καί τούς λοιπούς μυθικούς νοητικούς τύπους δέν θά φθάναμε ποτέ στή γένεση τῆς ἐπιστήμης.

Εἶναι λοιπόν ἀποφασιστικό νά μήν ὑπάρχουν πλέον οἱ θεοί ὡς πρωταγωνιστές. Τοῦτο τό ὀφείλουμε στήν ὀρθολογικότητα τῶν Ἰώνων (καί τῶν μαθητῶν τους). Ὁ Karl Popper διατύπωσε τήν ὑπόθεση ὅτι ἡ θεωρία τοῦ Ἀναξίμανδρου περί θέσεως τῆς Γῆς στο κέντρο τοῦ κόσμου γεννήθηκε ἀπό τήν κριτική τῆς ἀντίληψης τοῦ δασκάλου του Θαλῆ, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Γῆ πλέει σέ νερό. Ἐνόψει τοῦ γεγονότος ὅτι κάθε γενεά ἀπό τόν Θαλῆ μέχρι τόν Πλάτωνα διατύπωνε μία νέα φιλοσοφία, ὁ Popper ἐνθαρρύνθηκε νά ὑποστηρίξει ὅτι τό πνεῦμα τῆς κριτικῆς ἐνδημοῦσε στούς Ἕλληνες, ἀφοῦ ὁ Θαλῆς ἀπό τήν ἀρχή προκάλεσε τήν κριτική τοποθέτηση τῶν μαθητῶν του ἀναφορικά μέ τίς ἀπόψεις του. Τάχα, μέσα ἀπό αὐτή τή θεμελιωμένη ἀπό τούς Μιλήσιους «νέα παράδοση ἐλευθερίας» ἐφαρμόστηκε γιά πρώτη φορά ἀπό τους προσωκρατικούς ἡ «ἀληθής θεωρία γιά τή γνώση», δηλαδή ἡ θεωρία τοῦ Popper ὅτι ἡ γνώση προχωρεῖ «μέ ἐπαληθεύσεις καί διαψεύσεις» (ἀντίθετα μέ τή διδασκαλία τοῦ Bacon περί τῆς ἐπαγωγῆς ὡς ἀπαρχῆς τῶν παρατηρήσεων);[30] Δυστυχῶς καί οἱ δύο ὑπόθεσεις τοῦ Popper, καθώς καί τό συμπέρασμά του γιά τή γνωσιολογική θεωρία τῶν προσωκρατικῶν, δέν στηρίζονται στά κείμενα. Πολύ πιθανότερο εἶναι ὅτι ἕκαστος διανοητής θεωροῦσε τή δική του ὀπτική τῶν πραγμάτων ὡς ὁριστικά ὀρθή, ἀντί σύμφωνα μέ τόν «κριτικό ὀρθολογισμό» τοῦ Popper νά τήν ἀξιολογεῖ ἁπλῶς ὡς ὑποθετική καί νά προσκαλεῖ εὐγενικά τους ἄλλους νά τή βελτιώσουν μέ τήν κριτική τους.

Ἡ «ἐπιστημονικότητα» τῆς πνευματικῆς ἐργασίας τῆς ἐν λόγω ἐποχῆς ὑπερεκτιμᾶται τόσο ὡς πρός τήν ποιότητα - δέν λάμβανε χώρα ἐπιχειρηματολογία, ἀλλά διατύπωση ἰσχυρισμῶν καί ἀφορισμῶν μέ πολλή αὐτοπεποίθηση - καί ὡς πρός τήν ποσότητα. Ἡ καταγωγή καί ὁ χαρακτήρας τῶν νέων ἰδεῶν δέν ἦσαν πάντοτε ὀρθολογικά. Ὅτι ὁ Ἡράκλειτος δέν αἰτιολογεῖ, ἀλλά ἐξαγγέλλει τά πορίσματά του, γίνεται ἀντιληπτό μετά ἀπό μικρή ἐνασχόληση μέ τά σχετικά ἀποσπάσματα καί δέν ὑπάρχει βάσιμος λόγος νά δεχθοῦμε ὅτι ἡ ἐντύπωση αὐτή θά ἄλλαζε, ἄν εἴχαμε περισσότερα συγγράμματά του. Ἡ πληροφορία γιά τόν Ἀναξίμανδρο ὅτι ἐξέθετε τίς ἀπόψεις του «συνοψίζοντας τίς κατά τά βασικά σημεῖα» θεωρεῖται δικαίως ὡς στιλιστική κρίση σχετικά μέ μία μή ἐπιχειρηματολογική, ἀρχαϊκή παρουσίαση.[31] Σχετικά μέ τούς φιλοσοφικούς λόγους τῆς προτάξεως τοῦ «ἀπείρου» ὡς ἀφετηρίας οἱ ἑρμηνευτές ἔκαμαν πολλές σκέψεις, ἴσως περισσότερες ἀπ’ ὅσες ὁ ἴδιος ὁ Ἀναξίμανδρος. Διότι αὐτός κατά πάσα πιθανότητα βάφτισε τή νέα του ἔννοια κατόπιν μετατροπῆς μίας θεολογικῆς παράστασης. Ὅπως παρέλαβε τήν ἐλάχιστα «ὀρθολογική» ἀκολουθία τῶν κοσμικῶν σφαιρῶν Γῆ - ἀπλανεῖς ἀστέρες – φεγγάρι - ἥλιος ἀπό τήν ἰρανική διδασκαλία τῆς ἀνάληψης τῆς ψυχῆς,[32] κατά τόν ἴδιο τρόπο ἐνέταξε τή μυθική, ὑπερκείμενη ὅλων περιοχή φωτός τοῦ ὑπέρτατου θεοῦ στήν κοσμοθεωρία του ὑπό τό ὄνομα «ἄπειρον». Ἄν αὐτή ἡ ὑπόθεση εἶναι ὀρθή[33] - καί πάμπολλα στοιχεῖα λέγουν ὅτι εἶναι -, ἀπομένει τό ἐρώτημα, πῶς μπόρεσε νά παραλειφθεῖ κατά τή μετατροπή τοῦ ἰρανικοῦ κοσμοειδώλου σέ ἰωνική φυσική φιλοσοφία ὁ κυρίαρχος φωτεινός χαρακτήρας τῆς ἀρχῆς. Εἶναι ἄραγε ἕνα ἄπειρο, γενόμενο ἀντιληπτό μᾶλλον ὡς σκοτεινό, «πιό ὀρθολογικό» ἀπό τά ἰρανικά «ἄσβεστα φῶτα»; Γιά τή μή ὀρθολογική χρήση τοῦ τέλειου ἀριθμοῦ «δέκα» στήν πυθαγόρεια κοσμολογία τά εἴπαμε ἀνωτέρω. Ἄν ὁ σημερινός ἀναγνώστης πληροφορηθεῖ ὅτι στή στυγνά ὀρθολογική θεωρία τῶν «ἀτομιστῶν» κυρτά καί κοῖλα ἄτομα ἀγκιστρώνονται τό ἕνα στό ἄλλο καί/σχηματίζουν μία περιβάλλουσα τόν κόσμο μεμβράνη,[34] ματαίως θά ψάξει μία ὀρθολογική αἰτιολόγηση αὐτῆς ταῆς παράστασης. Παρόμοιες αὐθαίρετες ἤ ἀναιτιολόγητες παραδοχές ἀπαντῶνται σέ ὅλους τους προσωκρατικούς.

Ἕνα ἄλλο εἶδος ὑπερεκτίμησης ὑπέστησαν οἱ προσωκρατικοί ἀπό τον Martin Heidegger. Ἡ προσπάθειά του νά ἱδρύσει «μία σκέψη, ἡ ὁποία δέν εἶναι πλέον φιλοσοφία, διότι σκέφτεται πιό ἀρχετυπικά σέ σχέση μέ τή μεταφυσική, στήν ὁποία ἔχει καταντήσει ἡ φιλοσοφία»,[35] μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς ἡ σημαντικότερη φιλοσοφική ἀφετηρία τοϋ 20ου αἰώνα. Ὅμως ἡ πεποίθησή του ὅτι οἱ προσωκρατικοί, πού πράγματι δέν καλλιεργοῦσαν ἀκόμη τή φιλοσοφία ὑπό τήν ἔννοια τῆς μεταφυσικῆς, ἵσταντο ὡς προπλατωνικοί στοχαστές πιό κοντά στή δική του μεταπλατωνική καί μετα-μεταφυσική σκέψη ἀπό τή «φιλοσοφία» μᾶλλον ἀνατρέπεται ἤδη ἀπό τή δική του ἑρμηνεία τῶν κειμένων, π.χ. στόν «Λόγο τοῦ Ἀναξίμανδρου.[36] Ἀπαιτεῖται πολλή βίαιη στρέβλωση κατά τήν ἑρμηνεία τῶν ἑλληνικῶν ἐννοιῶν, ὥστε νά ἐγκαθιδρυθεῖ ἡ ἀποδιδόμενη σ’ αὐτές ἐσωτερική, νοηματική συνάφεια.

Πάντως, τούς προσωκρατικούς δέν παρεξήγησαν μόνο οἱ σύγχρονοι διανοητές. Καί στόν Ἀριστοτέλη μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ ἡ μομφή ὅτι τούς καθυπέταξε στά δικά του γνωστικά ἐνδιαφέροντα, ἀφοῦ τούς ἑρμηνεύει μονομερῶς ὡς φιλοσόφους της «φύσης», ἀλλά καί ὡς φυσικούς φιλοσόφους πάλι μονομερῶς ὡς θεωρητικούς της «ὕλης», ὅτι δηλαδή τό κύριο μέλημά τους ἦταν ἡ εὕρεση τῆς ἑνιαίας πρωταρχικῆς οὐσίας. Ὑπό τό πρίσμα αὐτῆς τῆς κατανόησης, ὅπως ἐπανειλημμένα ἔχει τονιστεῖ, δέν μποροῦν νά γίνουν ἀντιληπτές οὔτε ἡ θεωρία τοῦ Ἡρακλείτου γιά τόν Λόγο, οὔτε ἡ ἑνότητα τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἐμπεδοκλῆ (στόν ὁποῖο ἀποδίδονται δύο ἔργα: ἕνα φυσικό-φιλοσοφικό καί ἕνα θρησκευτικό-ἠθικο). οὔτε ἡ προγραμματική πρόθεση τοῦ Παρμενίδη νά ἀρνηθεῖ τήν πολλότητα καί τήν κίνηση.[37]

Ὅποια κι ἄν ἦταν ἡ ἀκριβής φύση τῆς ἀπαρχῆς, στήν ὁποία ὁδήγησαν οἱ προσωκρατικοί, τό ἀποτέλεσμα μετά ἀπό πολλά σφάλματα καί περιπλανήσεις, μετά ἀπό ὄχι ἀπόλυτα ὀρθολογική προσθήκη ξένων ἐπιρροῶν καί πολλές αὐθαίρετες δικές τους θέσεις ἦταν ὅτι τελικά ἐπικράτησε ἡ ὀρθολογική ἐπιχειρηματολογία. Τούτη ἡ μορφή ὀρθολογισμοῦ κατέστη δυνατή, διότι ἡ ἑλληνική κουλτούρα, ὅπως εἰπώθηκε στό 2ο κεφάλαιο, δέν γνώριζε γενικῶς δεσμευτικά ἱερά κείμενα (Οἱ «ἱερές ἱστορίες» ἤ «ἱεροί λόγοι», πού ὑπῆρχαν, ἦσαν θρησκευτικά ποιήματα, ἱερά μόνο γιά μία συγκεκριμένη κοινότητα - οἰκογενειακή λατρεία ἐφέστιων θεῶν). Ἡ θρησκευτική ἀποκάλυψη ἀποκλειόταν ἔτσι ὡς πηγή ἀλήθειας γιά τήν ἵδρυση καί τή λειτουργία τοῦ κόσμου. Ἡ νέα ἀξίωση τῆς φιλοσοφίας περί ἀλήθειας βασίστηκε ἐντέλει στήν πειστική ἐπιχειρηματολογία, ἔστω καί ἄν κανένας διανοητής τῆς ἐποχῆς δέν φάνηκε νά καταλαβαίνει, πόσα ἀναπόδεικτα καί αὐθαίρετα σημεῖα ἔσερνε μαζί τό ἑκάστοτε σύστημά του. Τοῦτο εἶχε βέβαια τή σημασία ὅτι καμία κοσμική αὐθεντία δέν μπόρεσε νά ἐπικρατήσει γιά πολύ καιρό. Οἱ πυθαγόρειοι, γιά τούς ὁποίους ἡ ἐπίκληση τῶν δηλώσεων τοῦ δασκάλου σήμαινε πολλά (ἔλεγαν «αὐτός ἔφα»), ἦσαν μεμονωμένη περίπτωση. Ἐκτός ἀπό τήν δική τους κλειστή κοινωνία μποροῦσε ὁ καθένας νά ἀποτολμήσει τήν ὑποκατάσταση τῶν μέχρι τότε αὐθεντιῶν μέ τίς δικές του σκέψεις. Προσωκρατικός ὀρθολογισμός σημαίνει πλουραλισμός πέρα ἀπό κάθε αὐθεντία. Οἱ μεταγενέστεροι Ἕλληνες εἶχαν ἐπίγνωση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος,[38] ἀλλά τό ἔβλεπαν μᾶλλον ἀρνητικά —σέ ἀντίθεση μ’ ἐμᾶς τούς σημερινούς, ποῦ θεωροῦμε τόν ἐλεύθερο ἀνταγωνισμό τῶν ἰδεῶν καί τήν ἀπόκρουση κάθε αὐθεντίας ὡς ἰδιαίτερο προτέρημα τῆς ἑλληνικῆς κουλτούρας. ’Ἔτσι ὅ ἱστορικός της τότε οἰκουμένης Διόδωρος ἀξιολογοῦσε θετικά τήν ἀξιοπιστία καί ἀσφάλεια[39] τῆς ἀμετάβλητης παράδοσης ἀπό γενεά σέ γενεά τῶν βαβυλωνιακῶν ἀντιλήψεων στούς Χαλδαίους σέ ἀντίθεση μέ τίς βραχύβιες καί ἐπίμονα νεωτεριστικές ποικιλίες γνωμῶν στούς Ἕλληνες.

Ἡ ἐγκατάλειψη τῶν παραδοσιακῶν θεῶν ὡς πρωταγωνιστῶν τῆς γένεσης καί διακυβέρνησης τοΰ κόσμου συχνά ἑρμηνεύθηκε ὡς ἀθεϊσμός. Ἔτσι ὁ Ἀναξαγόρας κατηγορήθηκε στήν Ἀθήνα - μάλιστα, στή δημοκρατική Ἀθήνα - γιά ἀθεϊσμό, διότι θεωροῦσε τόν ὁρατό θεό Ἥλιο ὡς πυρακτωμένο σβῶλο μετάλλων («Ἀναξαγόρας ἔλεγεν τόν ἥλιον λίθον εἶναι»).

Θά ἦταν ὅμως ἐσφαλμένο νά θεωρήσουμε γενικά τή φυσική φιλοσοφία τῶν πρώιμων διανοητῶν ὡς ἐκκαθάριση τοῦ κόσμου ἀπό θεοός. Πάντως ὡς ριζικά ἀπαλλαγμένο ἀπό θεούς καί μηχανιστικό κοσμοείδωλο μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἡ ἀτομική διδασκαλία τοῦ Λεύκιππου καί τοῦ Δημόκριτου. Συναφῶς ἀποπειράθηκε νά καταδείξει ὁ Ἐπίκουρος, μεταγενέστερος κληρονόμος τῆς ἀτομικῆς διδασκαλίας κατά τόν 4ο καί 3ο αἰώνα, ὅτι στά μεσοδιαστήματα, τούς ἐνδιάμεσους χώρους μεταξύ τῶν κόσμων, ζοῦν εὐδαίμονες θεοί, τῶν ὅποιων ἡ εὐδαιμονία συνίσταται ἀκριβῶς στό ὅτι δέν ἔχουν καμία σχέση μέ αὐτούς τούς κόσμους. Εἶναι λοιπόν στερούμενοι λειτουργίας καί ἀπόκληροι οἱ θεοί τοῦ Ἐπίκουρου, ἀλλά πάντως ἡ ὕπαρξή τους δέν ἀποκρούεται.

Τά προσωκρατικά σχέδια τοῦ κόσμου, πού προηγήθηκαν τῆς ἀτομικῆς διδασκαλίας - ὁ Δημοκριτος εἶναι ὁ τελευταῖος σημαντικός προσωκρατικός καί ἔζησε πρός τό τέλος τοῦ 4ου αἰώνα -, κρατοῦσαν πάντα ἐλεύθερο χῶρο γιά τό θεϊκό στοιχεῖο. Ἡ φράση «Τά πάντα πληροῦνται θεῶν»[40] ἀποδίδεται στόν Θαλῆ, τόν «ἱδρυτή τούτου τοΰ εἴδους τῆς φιλοσοφίας», πού θεωρεῖται καί ὁ πρῶτος ἀστρονόμος, εἶχε καί μεγάλες γνώσεις μαθηματικῶν, ἀλλά καί ἔδιδε στούς συμπολίτες του πολιτικές συμβουλές, σίγουρα ὄχι ἀθεϊστικές. Ἡ φωνή «πλησιάστε, κοπιάστε, ὑπαρχουν καί ἐδῶ θεοί» λέγεται ὅτι ὑποδεχόταν τούς ἐπισκέπτες τοῦ Ἡρακλείτου, πού δίσταζαν νά διαβοΰν τό κατώφλι τοϋ σπιτιοῦ του. Πράγματι, στό πλαίσιο τῆς κοσμοθεωρίας του, ὅπου τό πῦρ ὡς βασική ὕλη δέν χωρίζεται ἀπό τά ὑπόλοιπα καί ὅπού ὁ Λόγος ἐμφανίζεται ὡς παγκόσμια, θεϊκή λογική, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει τίποτε ἐγκαταλελειμμένο ἀπό τή θεότητα. Συνολικά μπορεῖ κανείς νά πεῖ ὅτι γιά κάθε προσωκρατικό «θεϊκή» θεωροῦνταν ἡ δική του θεμελιώδης ὕλη.[41] Διότι δέν τήν ἐννοοῦσαν ὡς ἁπλή ὕλη. Τούτη ἡ ἐντύπωση δημιουργήθηκε γιά πρώτη φορά στήν ἀνακεφαλαίωση τοῦ Ἀριστοτέλη στό 1ο βιβλίο τοῦ «Μετά τά Φυσικά», ὅπου ἐρωτᾶ ποιά «ἀρχή» καί ποιά «αἰτία», ἐννοώντας ποιό εἶδος αἰτίας εἰσήχθη κάθε φορά ἀπό τούς ἑκάστοτε διανοητές. Στή διδασκαλία του περί Αἰτίων, οἱ ἀρχές τῶν προσωκρατικῶν ἐμφανίζονται ὡς τύποι-«ὕλης». Ἀντίθετα, γιά τούς διανοητές τοῦ πρώιμου καιροῦ ἦσαν ἐνεργητικές, δυναμικές καί κατευθυντήριες δυνάμεις, δηλαδή - κατά ἀριστοτελική ὀρολογία - περισσότερο ἐνεργητικά παρά ὑλικά αἴτια (παρότι ἦσαν καί τέτοια), συνεπῶς θεϊκά.[42] Εἶναι δυνατόν νά ἀντιληφθοῦμε αὐτόνομα τήν ἐνεργητική δύναμη καί τῶν λοιπῶν ὑλῶν, χωρίς κατ’ ἀνάγκη νά τίς συλλαμβάνουμε ὅλες ὡς ἄϋλες, νοητικές καί διανοητικές. Τοῦτο ἰσχύει γιά τή «φιλία» τοῦ Ἐμπεδοκλῆ ὡς ἀρχή συνένωσης τῶν στοιχείων σέ μία παγκόσμια τάξη καί σέ ζωντανούς ὀργανισμούς, ἰσχύει ὅμως ἐπίσης - ὅσο κι ἄν ξαφνιάζει αὐτό - καί γιά τόν «νοῦ» ἤ τή «λογική» του Ἀναξαγόρα, πού κατά τήν ἄποψή του θέτει τήν ὕλη σέ κίνηση. Ὁ Ἀναξαγόρας διαχωρίζει τόν «νοῦ» ἀπό ὅλα τά ἄλλα, μόνο ὁ «νοῦς» μπορεῖ νά ὑπάρξει ἐλεύθερος καί γιά τόν ἑαυτό του (ἐνῶ ὅλα τά ἄλλα εἶναι ἀναμεμιγμένα) καί εἶναι τό θεῖο αἴτιο τῆς παγκόσμιας τάξης. Δέν εἶναι ὅμως ἀπαλλαγμένος ὕλης, ἁπλά εἶναι ἡ πιό ἐκλεπχυσμένη, ἐξευγενισμένη καί καθαρή ὕλη.[43]

Ἐν κατακλείδι τά ἴδια ἰσχύουν καί γιά τόν Λόγο. πού θά ἐξεταστεῖ ἐκτενέστερα ὡς ἐπίλογος τούτου τοῦ κεφαλαίου. Ἡ λέξη «λόγος» δέν μεταφράζεται. Ὁ Hermann Diels ἐξίσωνε συνήθως τόν «λόγο» μέ τό νόημα, θά μποροῦσε ὅμως κανείς ἐξίσου εὔστοχα ἤ καί εὐστοχότερα νά τόν μεταφράσει ὀρθό λόγο, παγκόσμια λογική ἤ ἀρχή. Ἐκεῖ πού ἀπαντᾶται γιά πρώτη φορά ἡ λέξη, στό ἀπόσπασμα πού μαρτυρεῖται ὡς ἀπαρχή τοῦ βιβλίου (DK 22 Β1), ἔχει καταρχήν τήν προκείμενη σημασία τοῦ γραπτοῦ λόγου, τῆς γραφῆς σέ βιβλίο. Ἀφοῦ ὅμως «τά πάντα ἐκτυλίσσονται σύμφωνα μ’ αὐτόν τόν λόγο», ἐννοεῖται καί ἡ προαναφερόμενη σημασία τοῦ παγκόσμιου Λόγου (ἀλλιῶς θά ἔπρεπε νά ὑποθέσουμε ὅτι ὁ Ἡράκλειτος θεωρεῖ τό βιβλίο του ἕνα εἶδος προγραμματικοῦ «ὁδηγοῦ χρήσης» γιά τό παγκόσμιο γίγνεσθαι - τέτοια ὅμως ἀλαζονεία καί οἴηση ἐπιφύλαξαν γιά τόν ἑαυτό τούς μόνο οἱ ἰδεολόγοι τοῦ 20ου αἰώνα). Σέ ἄλλο σημεῖο διακρίνει ὁ Ἡράκλειτος μεταξύ της παρουσίασής του καί τοῦ Λόγου: «Οὐκ ἐμοῦ ἀλλά τοῦ λόγου ἀκούσαντας ὁμολογεῖν σοφόν ἔστιν ἕν πάντα εἶναι» (Β 50). Τούτη ἡ σοφία ἀναφέρεται στήν ἴδια τή διοίκηση τοῦ κόσμου: «Ἕν τό σοφόν, ἐπίστασθαι γνώμην ὀτέη ἐκυβέρνησε τά πάντα διά πάντων» (Β 41). Ἡ διακυβέρνηση τοῦ κόσμου ἀνατίθεται σύμφωνα μέ τή θρησκευτική παράδοση στόν Δία -ἕνα ὄνομα πού δέν φαίνεται προσῆκον στόν Ἡράκλειτο, ἀλλά δέν θέλει καί νά τό ἀπορρίψει. «Ἕν τό σοφόν μόνον λέγεσθαι οὐκ ἐθέλει καί ἐθέλει Ζηνός ὄνομα» (Β 32). Τούτη ἡ θεότητα, ὁ Ζεύς, δέν δημιούργησε τόν κόσμο, διότι αὐτός εἶναι ἄναρχος, αἰώνιο ζωντανό πῦρ (Β 30, μνημονεύσαμε τό παράθεμα ἀνωτέρω). Πάντως ὁ κεραυνός, τό σύμβολο τῆς ἀπεριόριστης ἐξουσίας τοῦ Δία κατά τή μυθολογική θρησκεία, ἐπανέρχεται στή φιλοσοφική θρησκεία τοῦ Ἡράκλειτου: «Τά δέ πάντα οἰακίζει κεραυνός» (Β 64). Τό πῦρ. πού συνιστᾶ τόν κόσμο καί συγχρόνως τόν διευθύνει (ὡς κεραυνός), εἶναι «φρόνιμον» (Β 64), ἡ λογική του εἶναι δίχως ἄλλο ἡ «γνώμη», ἡ ὁποία κυβερνᾶ τά πάντα, καί ὁ «λόγος», πού ὁδηγεῖ στήν κατανόηση ὅτι ὅλα εἶναι ἑνιαῖα. Σκέψη βέβαια («φρονεῖν») διαθέτουν καί οἱ ἄνθρωποι, τοῦτο εἶναι κοινό σ’αὐτούς («ξυνόν» Β 113), ὅλοι ἔχουν μερίδιο στήν αὐτογνωσία καί τό ἔλλογο νόημα (Β 116). Μ’ αὐτά δέν θέλει νά πεῖ ὁ Ἠράκλειτος ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι πράγματι ἔλλογοι - ἤ «μέθεξις» στήν κοινή σκέψη εἶναι μᾶλλον ἡ ἀποστολή, πού ἀνατίθεται στόν ἄνθρωπο, λίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἀντάξιοί της. Οἱ ἄνθρωποι δέν κατανοοῦν τόν Λόγο. Τοῦτος ὡς ἀντικειμενικός καί θεϊκός λόγος εἶναι κοινός σέ ὅλους («ξυνός»), ὅμως ἡ πλειονότητα ζεῖ σάν νά ἔχει μία δική της ἰδιωτική ἐποπτεία («φρόνησιν» Β 2). Τέτοια ζωή εἶναι σάν μία ὕπαρξη καθ’ ὕπνους, ὅπου ὁ καθένας, ἀντί νά γνωρίζει τόν κοινό κόσμο, ὀνειρεύεται ἕναν δικό του («τοῖς ἐγρηγόρ- σιν ἕνα καί κοινόν κόσμον εἶναι, τῶν δέ κοιμωμένων ἕκαστον εἰς ἴδιον ἀποστρέφεσθαι» Β 89). Τό θέμα εἶναι νά ἀφυπνιστοῦμε σ’ ἕναν κόσμο Λόγου καί σοφίας. Τοῦτο εἶναι δυνατό, ὅταν ἡ ψυχή ψάχνει τόν ἑαυτό της, ὅπως τό ἔκανε ὁ Ἡράκλειτος («ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν» Β 101), καί ὅταν ἀκολουθεῖ τόν «λόγο» της, πού εἶναι «βαθύς» καί χωρίς «πείρατα» (Β 45), πού εἶναι «ἑαυτόν αὔξων» (Β 115), πράγμα πού σημαίνει ὅτι ὁδηγεῖ περαιτέρω σέ ἕναν περιβάλλοντα Λόγο, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο γίνονται τά πάντα, στή γνώση ἑνός θεϊκοῦ παγκόσμιου νόμου, ἀπό τόν ὁποῖο ἐξάγονται ὅλοι οἱ ἀντίστοιχοι ἀνθρώπινοι (Β 114), σέ ἕναν σοφό κατευθυντήριο νοῦ, πού μποροῦμε νά τόν ὀνομάσουμε καί «Δία», ὅσο ἀταίριαστη κι ἄν φαίνεται αὔτη ἤ ὀνομασία.

Ἐντύπωση προκαλεῖ πόσο ἐγγύς ἴσταται αὐτή ἡ εἰκόνα τοῦ κόσμου, τῆς ψυχῆς καί τῆς λογικῆς στό εἶδος τῆς σκέψης, πού μᾶς ἀντικρίζει ἀπό τους διαλόγους τοῦ Πλάτωνα 100 χρόνια ἀργότερα. Αὐτό, πού χωρίζει τούς δύο διανοητές, εἶναι ἡ ἀνακάλυψη ἀπό τόν Πλάτωνά του μή ὑλικοῦ «εἶναι», πού δέν μπορεῖ νά συλληφθεῖ ἀπό τίς αἰσθήσεις, ἀλλά μόνο μέ τή διάνοια καί γι’ αὐτό τό ὀνομάζει καθαρά ἰδεατό («νοητόν»). Μετά τήν ἀνακάλυψη αὐτή δέν μπορεΐ πλέον οὔτε ἡ ψυχή, οὔτε ἡ παγκόσμια λογική νά συνδεθεῖ μέ κάτι αἰσθητά ἀντιληπτό, ὅπως τό πῦρ. Ἄν ὅμως ἀντί τοῦ Λόγου θέσουμε τόν νοητό κόσμο τῶν ἰδεῶν, εὐθύς ὁτιδήποτε ἀναφέρθηκε γιά τόν Ἡράκλειτο ἰσχύει καί γιά τόν Πλάτωνα: ἡ δυνατότητα καί ἡ ἀποστολή τῆς ψυχῆς νά γνωρίσει τόν ἑαυτό της καί τή μέθεξή της στόν παγκόσμιο θεϊκό νοῦ, ὥστε νά ἀφυπνιστεῖ στήν κοινή τοῖς πᾶσι πραγματικότητα τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν καί νά ὑπερβεῖ μία οἰονεί «κοιμώμενη» ὕπαρξη, ὅπου βολοδέρνει ἡ ἀνίκανη γιά θεωρητική σκέψη πλειοψηφία.

Καί σ’ ἕναν ἄλλο τομέα παραπέμπει ὁ Ἡράκλειτος. Μέσω τῆς φιλοσοφίας τῆς Στοᾶς, πού συνέχισε τή σκέψη του σέ πολλά σημεῖα, ὁ ἡρακλείτειος παγκόσμιος Λόγος ἀναδείχθηκε σέ ἱστορικό καί πνευματικό πρόγονο ἐκείνου τοῦ «λόγου», πού σύμφωνα μέ τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο ὑπῆρξε ἡ ἀρχή τῶν πάντων. «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος» ἀναγράφεται ὡς γνωστόν στό προοίμιο. Τούτη ἡ μυστηριώδης θεϊκή λέξη «λόγος» σέ τελευταία ἀνάλυση εἶναι ἡ θεϊκή ἔλλογη ἀρχή, πού σύμφωνα μέ τόν ἀρχαῖο Ἐφέσιο διευθύνει τόν κόσμο καί ταυτίζεται μέ τό πῦρ, εἶναι ὁ παγκόσμιος νοῦς, τόν ὁποῖο οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δέν καταφέρνουν νά ἀναγνωρίσουν, ὁ καθένας μας ὅμως ἔχει πρόσβαση σ’ αὐτόν, διότι ὁ Λόγος ἀνήκει στή ψυχή ἤ μᾶλλον ἡ ἀνθρώπινη ψυχή ἐντάσσεται στόν Λόγο.
---------------------------------
[1] Ἀριστοτέλης, Μετά τά Φυσικά Ε1, 1026 al5-32, Γ2, 1004 a2-9, Γ3, 1005 bl-2, Zll, 1037 al4-15

[2] Πλάτων, Πολιτεία 533C-E, Τίμαιος 29 B-D καί ἐφεξῆς.

[3] Η. Diels-W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker (συντομογραφία DK), 11η ἔκδ. 1964, τόμ. I, 61-66 «Οἱ Ἑπτά Σοφοί» καί εἰδικότερα DK 10 A3 d «Ρητά τοῦ Θαλῆ». Ἄλλο σημεῖο DK 11 (τόμ. I, 67-81 «Θαλῆς ὁ Μιλήσιος».

[4]Ἡρόδοτος 1.60.3. Τό κείμενο τοῦ Ἡροδότου μετατράπηκε ἀπό τους περισσότερους ἐκδότες, ὥστε νά ἐξαχθεῖ ἡ ἐντελῶς ἀντίθετη δήλωση. Βλ. καί κατωτέρω σ. 269, ὑπ. 19.

[5] Πλάτων, Τίμαιος 22Β.

[6] Ἄς ἀναφερθεῖ π.χ. ὁ Van der Waerden, Science Awakening, 2η ἔκδ.. τόμ. I, Νέα Ὑόρκη 1961.

[7] Ἡ πιό πάνω παρατεθεῖσα (ὑποσημείωση 1) διάκριση μεταξύ πρώτης καί δεύτερης φιλοσοφίας σημαίνει συγχρόνως ὀριοθέτηση καί σύνδεση. Οἱ θεωρίες του γιά τή φύση («φύσις») εἶναι γι’ αὐτόν φιλοσοφία μέν. ἀλλά δεύτερη, διακρινόμενη ἀπό τήν πρώτη, τή μεταφυσική.

[8] Wissenschaft und Weisheit im Kampfe, στό: Nietzsche, F.: Werke in drei Banden, ἔκδ. K. Schlechta, Μόναχο 1958. τόμ. III. 333-348. Βλ. ἐπίσης Φ. Νίτσε, Die Philosophie im tragischen Zeitalter der Griechen, δπ.π.. 349-413 (=F. Nietzsche, Samtliche Werke. κριτική ἀκαδημαϊκή ἔκδοση ἀπό τους G. Colli καί Μ. Montinari, τόμ. I. Βερολίνο 1967. 801-872).

[9] W. Burkert, Weisheit und Wissenschaft. Studien zu Pythagoras, Philolaos und Platon. Νυρεμβέργη 1962 (= Lore and Science. Χάρβαρντ 1972).

[10] Κ. Popper, Back to the Presocratics, 1959, ἄρθρο στό Studies in Presocratic Philosophy, ἔκδ. D. J. Furley - R.E. Allen, τόμ. I, Λονδίνο 1970. 130-153.

[11] Ἀπό τίς πάμπολλες ἀναφορές τοῦ Heidegger στόν Πλάτωνα καί στούς προσωκρατικούς ἄς ἀναφερθοῦν ἐδῶ: Platons Lehre von der Wahrheit. Mit einem Brief tiber den «Humanismus», Βέρνη 1947, Der Spruch des Anaximander, στό: Holzwege, Φραγκφούρτη, 3η ἔκδ. 1957, 296-343.

[12] K. Jaspers, Vom Ursprung und Ziel der Geschichte, Ζυρίχη 1949.

[13] Φ. Νίτσε, ὅπ. η., (ὑποσημείωση 8). τόμ. III, 335.

[14] G.S. Kirk-J.E. Raven-M. Schofield, The Presocratic Philosophers. A Critical History with a Selection of Texts, 2η ἔκδ.. Καίμπριτζ 1983 (γερμανική μετάφραση τοΰ Κ. Hillser, Die vorsokratischen Philosophen. Einfiihrung, Texte und Kommentare, Στουτγκάρδη 1994).

[15] Σχετικά μέ τήν προβληματική της ἐπαναδιατόπωσης τοῦ ἀρχικοῦ ἐρωτήματος τοϋ Θαλῆ σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψη τοῦ Ἀριστοτέλη, βλ. σσ. 149-152.

[16] Ἀριστοτέλης, Μετά τά Φυσικά Α5, 986 a 6-12.

[17] Ἀριστοτέλης, Φυσική Α2, 184 b 25 ἔπ.

[18] Η. Frankel. Dichtung und Philosophie des friihen Griechentums, Νέα Ὑόρκη 1951, Μόναχο, 3η ἔκδ. 1969, 292.

[19] U. Holscher. Anaximander und der Anfang der Philosophie (1953), ἄρθρο στό U. Holscher, Anfiingliches Fragen. Studien zur friihen griechischen Philosophie, Γκέτινγκεν 1968, 9-89, στό εἰδικότερο κεφάλαιο «Ἐξάρτηση τοῦ Θαλῆ ἀπό Αἰγυπτιακές Παραστάσεις», 43-46.

[20] Καταρχάς παρατηρήθηκε ἀπό τόν R. Eisler, Weltenmantel und Himmelszelt, τόμ. I, Μόναχο 1910, 90 πάρ. 3. Μέ τόν Eisler συντάχθηκε ὁ W. Burkert, Iranisches bei Anaximandros (1963) στό: Burkert, W: Kleine Schriften II: Orientalia, ἔκδ. Gemelli Marciano, Γκέτινγκεν 2003, 192-222, πέρ! τοϋ Eisler 192.

[21] Μία συνοπτική καταγραφή καί ἑρμηνεία τῶν μέχρι τό 1971 γνωστῶν σχέσεων μᾶς παρέχει ὁ Μ. L. West, Early Greek Philosophy and the Orient, (ἐκ τῶν ὅποιων πολλές ἀνακάλυψε ὅ Ῥδιος). Βλ. καί W. Burkert, Die Griechen und der Orient. Von Homer bis zu den Magiern, Μόναχο 2003, κέφ. Ill: «Ἀνατολικό-Δυτική Λογοτεχνία Σοφίας καί Κοσμογονία. Περί τῆς Προϊστορίας τῆς Φιλοσοφίας», 55-78.

[22] Η. G. Guterbock, Kumarbi. Mythen vom churritischen Kronos, Ζυρίχη 1946. Τοϋ ἴδιου, The Song of Ullikummi, New Haven 1952. G. Steiner, Der Sukzes- sionsmythos in Hesiods «Theogonie» und ihren orientalischen Parallelen, διατρ. Ἄμβοϋργο 1958. Τοϋ ἴδιου. Griechische und orientalische Mythen. στό: Antike und Abendland 6. 1957. 171 ἔπ.

[23] Enuma elish 1.4 στήν ἔκδ. J. B. Pritchard, Ancient Near Eastern Texts Relating to the Old Testament, 3η ἐκδ. Princeton 1969, 60-72.

[24] Ἀριστοτέλης. Μετά τά Φυσικά A3. 983 b 20.

[25] Ὅπ.7γ„ 983 b 29.

[26] Ὅπ.π.. A 4, 984, b 23 ἔπ.

[27] Ὅπ.π., ἀρ. 4, 1091 b9. Περί τοῦ Φερεκύδη βλ. DK 7 (τόμ. I. 43-51) και West (ὅπως στήν παραπάνω ὑποσημείωση 21) 1-75.

[28] Ε. Zeller, Die Philosophic der Griechen in Hirer geschichtlichen Entimcklung. τόμ. I 1, Λειψία, 5η ἔκδ. 1921, 39.

[29] Ἡράκλειτος. DK 22 Β 30.

[30] Popper, ὅπ.π. (βλ. ἀνωτέρω ὑποσημείωση 10), 149-152, παράθεμα 152 (πλάγια γραφή ἀπό τόν Popper).

[31] Στόν Διογένη Λαέρτιο 2.2 ἀναφέρεται ἡ «κεφαλαιώδης ἔκθεσις» τοῦ Ἀναξίμανδρου. Συναφῶς Burkert, ὅπ.π. (βλ. ὑποσ. 20). 221 πάρ. 103.

[32] Βλ. παραπάνω ὑποσημείωση 20.

[33] Ἕλκει τήν καταγωγή ἀπό τόν W. Burkert, ὅπ.π. (ὑποσ. 20). 204-211.

[34] Δοξογοαφΐκη ἀναφορά τοῦ Ἀετίου II 7.2.

[35] Μ. Heidegger, LJber den «Humanismus», βλ. ἀνωτέρω ὑποσημείωση 11.

[36] Ἐπίσης βλ. ὑποσημείωση 11.

[37] Ἀπό τήν ἐκτεταμένη βιβλιογραφία σ’ αὐτό τό ἐρώτημα ἄς ἀναφερθεῖ μόνο τό τελευταῖο ἔργο: D. W. Graham, Explaining the Cosmos. The Ionian Tradition of Scientific Philosophy, Princeton 2006. Πάντως ἡ ριζική θέση τοῦ Graham ὅτι δέν ὑφίστατο στούς προσωκρατικούς ἕνας «ὑλικός μονισμός», δηλαδή μία ἀναγωγή ὅλων τῶν πραγμάτων σέ μία θεμελιώδη ὕλη, διατηρούμενη σέ ὅλες τίς μεταμορφώσεις (ἐκτός ἀπό τό τέλος τῆς ἐποχῆς, στόν Διογένη τόν Ἀπολλώνιο), δέν εἶναι ὑποστηρίξιμη, βλ. Ἀναξιμένης DK 13 A 5-7, Β2.

[38] Τό γεγονός αὐτό τό διεῖδε ὀρθά μαζί μέ ἄλλους καί ὁ Popper. Ἁπλά εἶναι ἀποκρουστέα ἡ ἀπό πλευρᾶς Ἱστορίας τῶν ἰδεῶν ἑρμηνεία του σχετικά μέ τή νοοτροπία τους ὡς πρόδρομης τοῦ δικοϋ τοῦ «κριτικοῦ ὀρθολογισμοῦ», βλ προηγούμενα.

[39] Διόδωρος, Ἱστορική Βιβλιοθήκη 2.29.4-6.

[40] Ἀριστοτέλης, Περί Ψυχῆς Α5, 411 a 8. Βλ. ἀνωτέρω ὑποσημείωση 24.

[41] W. Jaeger, Die Theologie der friihen griechischen Denker, Στουτγκάρδη 1953.

[42] Ὑπ’ αὐτό τό πρίσμα δέν εἶναι λάθος νά ἀντιληφθοῦμε τήν προσωκρατική διανόηση ὡς ὀρθολογική φυσική θρησκεία, μία θρησκεία χωρίς τελετουργίες καί λατρεία.

[43] Ἀναξαγόρας DK 50 Β 12.

Η Κατάρα του Γιαχβέ & το Τέλος των Ελλήνων

Η Συρρίκνωση του Ελληνισμού από το Βδέλυγμα του Γιαχβέ

«Όλβιος όστις της ιστορίας έσχεν μάθησιν»

'Ελεγε ο μεγάλος ιστορικός της αρχαιότητος Θουκυδίδης και το ερώτημα που γεννάται είναι γιατί έδινε τόση μεγάλη σημασία στην μάθηση και γνώση της ιστορίας για τον άνθρωπο. Η απάντηση είναι διότι η ιστορική γνώση είναι η εμπειρία του λαού στον οποίο αναφέρεται και περιλαμβάνει όχι μόνον τα μεγαλουργήματα των προγενεστέρων γενεών αλλά και τα λάθη ώστε οι νεώτερες γενεές να επαναλάβουν τις εποποιίες και τα μεγαλουργήματα των προγόνων τους τα οποία θα τους οδηγήσουν σε πρόοδο και ευημερία αλλά και να αποφεύγουν τα λάθη τους.

Συνεπώς η αληθινή ιστορική γνώση είναι μια υπέρτατη γνώση για τις μέλλουσες γενιές ενός λαού γιατί, επαναλαμβάνω και μάλιστα με έμφαση, περιλαμβάνει όλη την πείρα των προγόνων του και αυτή η πείρα ενισχύσει το φρόνημα του λαού όχι μόνον για να επαναλάβουμε τις εποποιίες των προγόνων μας, αλλά και για να μας προστατεύσει ώστε να μην επαναλάβουμε τα ίδια σφάλματα, διότι η έκφραση «η ιστορία επαναλαμβάνετε» είναι μια πραγματικότητα την οποία κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Πέραν αυτού λαός που αγνοεί την ιστορία του είναι ουσιαστικά αποκομμένος από τις ρίζες του γιατί οι ρίζες του κάθε λαού είναι οι πρόγονοί του και λαός αποκομμένος από τις ρίζες του δεν έχει ηθικές αρχές και δεν έχει μέλλον.

Ειδικότερα για μας τους Έλληνες τώρα σε μια εποχή που κλονίζονται ιδανικά, αντιλήψεις και αξίες εμπρός στον ολετήρα της παγκοσμιοποίησης και ομογενοποίησες είναι θέμα εθνικό αλλά ταυτόχρονα και συμφέρον να μάθουμε επιτέλους την πραγματική μας ιστορία, γιατί εμείς οι Έλληνες, λαός φύσει ερευνητικός, φιλομαθής και συνάμα διεκδικητικός όταν θίγονται τα εθνικά και πάτρια συμφέροντά του. Ο Έλληνας μεγαλούργησε κατά την αρχαία εποχή και διέδωσε τα ιδανικά του και τις αξίες του στα πέρατα της οικουμένης.

Ο Έλληνας με στρατιωτική αρετή αλλά και με ανοικτούς πνευματικούς ορίζοντες χάραξε δική του πορεία με βήματα σταθερά και γοργά και συνέβαλε στην εξελικτική πορεία της ανθρωπότητας. Ο Έλληνας της αρχαιότητος στιβαρός και άξιος πολεμιστής αλλά ταυτόχρονα φιλόσοφος δίδαξε τους λαούς της υφηλίου με τον ανυπέρβλητο πολιτισμό του τι σημαίνει ελευθερία, δικαιοσύνη, ανδρεία, φιλοπατρία, επιστημονική πρόοδος, φιλοσοφικός στοχασμός και τόσες άλλες αξίες που θεμελίωσαν την ιδεολογική ταυτότητα του απανταχού της γης πολιτισμένου σήμερα κόσμου. Ας μην ξεχνάμε ο Τσόρτσιλ κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έλεγε «Από σήμερα δεν θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες!»

Γνωρίζουμε(;) εμείς οι απόγονοί τους ποίοι και γιατί κατέστρεψαν αυτόν τον υπέροχο πολιτισμό ώστε σήμερα από τα 82 έργα του Αισχύλου έχουμε μόνο τα 7, από τα 92 έργα του Ευριπίδη μόνο τα 18, από τα 123 του Σοφοκλή μόνο τα 7 ενώ τα υπόλοιπα χάθηκαν δια παντός ως επίσης Έλληνες φιλόσοφοι, ποιητές, τραγωδοί, επιστήμονες έχουν μείνει στην ιστορία μόνο από τα ονόματα τους και μικρά αποσπάσματα από τα γραπτά τους που εμπεριέχονται σε άλλα κείμενα, ενώ δεκάδες άλλοι συγγραφείς έχουν χαθεί ακόμα και τα ονόματά τους για πάντα μαζί με τα έργα τους; Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι το ερευνητικό πνεύμα των Ελλήνων προγόνων μας καθώς και η φιλομάθεια τους ήταν αυτή που είχε δημιουργήσει τεράστιο όγκο συγγραφικού έργου που βρισκόταν τόσο σε δημόσιες όσο και σε ιδιωτικές βιβλιοθήκες ώστε να έχουμε την αναφορά ότι στην βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας υπήρχαν 700.000 συγγράμματα τα οποία καταστράφηκαν για πάντα. Ποίοι και γιατί τα κατέστρεψαν;

Γνωρίζουμε την αλήθεια, όπως αυτή διασώθηκε μέσα από κείμενα και ιστορικές πηγές, ποίοι ήταν οι υπεύθυνοι για τα φρικτά εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε βάρος του Ελληνισμού και τα οποία οδήγησαν ακόμα και σε απώλεια Ελληνικών πληθυσμών ώστε ο Ελληνισμός να γνωρίσει μεγάλη συρρίκνωση; Βλέπουμε και θαυμάζουμε στους αρχαιολογικούς χώρους ερείπια περικαλλών ναών, βλέπουμε στα μουσεία αγάλματα ακρωτηριασμένα ή θραύσματα αυτών και κάποια ελάχιστα πλήρη αγάλματα που στην θέα τους πραγματικά αγάλλεται η ψυχή μας από το κάλος και την τελειότητά τους αλλά ποίοι και γιατί τα κατάντησαν έτσι;

Μαθαίνουμε για τις πολεμικές τους αρετές των Ελλήνων στους πολέμους κατά των Περσών, μαθαίνουμε για τα κατορθώματα των προγόνων μας οι οποίοι υπό την ηγεσία του Αλεξάνδρου δημιούργησαν μια αυτοκρατορία και στις χώρες που κατέκτησαν ίδρυσαν περί τις 280 ελληνικές πόλεις οι οποίες ανθούσαν στο εμπόριο, στις τέχνες και στις επιστήμες και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πολιτιστική επέκταση των Ελλήνων και πέραν της Μικράς Ασίας στην Συρία, στην Παλαιστίνη, στην Μεσοποταμία και στην Αίγυπτο. Σήμερα από αυτές τις πόλεις ελάχιστες σώζονται (π.χ. η Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο) με ελάχιστους Έλληνες, όμως γνωρίζουμε πως και γιατί χάθηκε αυτός ο ελληνισμός;

Μαθαίνουμε για την κατάκτηση ολόκληρου του Ελληνικού κόσμου από τους Ρωμαίους, μαθαίνουμε ότι «κατακτήσαμε» πολιτιστικά τον Ρωμαίο κατακτητή και ότι η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έγινε Ελληνική Αυτοκρατορία με την επωνυμία Βυζαντινή Αυτοκρατορία και αγνοούμε ότι α) η ονομασία «Βυζαντινή αυτοκρατορία» δόθηκε τον 17ον αιώνα δηλαδή τρεις αιώνες μετά την οριστική της κατάρρευση, από τους τότε Ευρωπαίους ιστορικούς· λόγω του ακραίου θεοκρατικού και καταπιεστικού της χαρακτήρα της προς τους λαούς που είχε υπό την κατοχή της. και β) ότι όλοι οι Αυτοκράτορες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ἠ «Βυζαντινής αυτοκρατορίας» υπέγραφαν ως Ρωμαίοι Αυτοκράτορες παρά το γεγονός ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν μετά από κάποια περίοδο ήταν η ελληνική επομένως ουδέποτε υπήρξε ελληνική διοίκηση αυτής της αυτοκρατορίας.

Ας δούμε όμως τα γεγονότα και ας κρίνουμε. Ας μάθουμε επιτέλους την αλήθεια, όσο σκληρή και αν είναι και ας έχουμε το θάρρος και την ευθυκρισία ως αρωγούς στην αναζήτηση της ταυτότητός μας ως Έλληνες και ως Άνθρωποι. Έτσι θα εξετάσουμε τα γεγονότα κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής κατοχής.

ΤΗΝ ΡΩΜΑΪΚΗ ΚΑΤΟΧΗ την διακρίνουμε σε δυο περιόδους, την πρώτη μέχρι τον Κωνσταντίνο τον Α’ (324 μ.κ.ε.) την δεύτερη από τον Κωνσταντίνο τον Α’ μέχρι την άλωση της Πόλης (1453 μ.κ.ε.) και αυτό διότι από την άνοδο στον θρόνο του Κωνσταντίνου η συμπεριφορά των Ρωμαίων αυτοκρατόρων έναντι των Ελλήνων αντιστράφηκε.

Πρώτη περίοδος ρωμαϊκής κατοχής

Κατά την πρώτη περίοδο (μέχρι το 324 μ.κ.ε.) ο Ελληνισμός υφίσταται αρχικά μια καθοδική πορεία αλλά γρήγορα κατορθώνει να αναλάμψει και να κατακτήσει πολιτιστικά τους κατακτητές του και αυτό έγινε γιατί οι Ρωμαίοι ήταν φιλοπρόοδοι και όχι μόνον υιοθέτησαν πρόθυμα τα επιτεύγματα των Ελλήνων αλλά και τα προήγαγαν. Κατά την περίοδο αυτήν οι Ρωμαίοι, υιοθέτησαν τις τέχνες και τις επιστήμες που εισήγαγαν από τους κατακτημένους τους Έλληνες, μελετούσαν και εναρμονίστηκαν με τον ελληνικό φιλοσοφικό στοχασμό ακόμα και την ελληνική γλώσσα υιοθέτησαν την οποία είχαν ως γλώσσα της επιστήμης, της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας με αποτέλεσμα να ομιλείται σε όλη την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία παρά το γεγονός ότι η επίσημη γλώσσα της διοίκησης ήταν η λατινική γλώσσα και μάλιστα πολλοί Ρωμαίοι έγραφαν στην Ελληνική γλώσσα όπως ο Αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος και, αργότερα, ο Μ. Ιουλιανός.

Στην Μ. Ασία, την Παλαιστίνη και στην Μεσοποταμία, υπήρχαν περί τις 280 Ελληνικές πόλεις με μικτούς πληθυσμούς όπου οι κάτοικοι, Έλληνες και μη, μιλούσαν ελληνικά και ακολουθούσαν την Ελληνική παράδοση παρά το γεγονός ότι η διοίκηση ήταν ρωμαϊκή. Αυτήν την ελληνίζουσα αυτοκρατορία παρέλαβε ο Μ. Κωνσταντίνος όταν κατέλαβε τον αυτοκρατορικό θρόνο.

Δευτέρα περίοδος ρωμαϊκής κατοχής

Η δεύτερη περίοδος αρχίζει με ενθρόνιση στον αυτοκρατορικό θρόνο του λεγόμενου “Μέγα” και “άγιου” και ισαπόστολου Κωνσταντίνου. Μια από τις πρώτες πράξεις του Κωνσταντίνου του Α’ (324-337) ήταν η μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους στην Ελληνική πόλη Βυζάντιο, την οποία μετονόμασε σε Νέα Ρώμη και την στόλισε με έργα τέχνης που απόσπασε βιαίως από ελληνικούς ναούς. Θα περίμενε κανείς η μεταφορά της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας μέσα στην καρδιά του ελληνισμού να συντελέσει στον πλήρη εξελληνισμό της αυτοκρατορίας, όμως στην πράξη συνέβη το αντίθετο διότι αρχίζει η συστηματική καταστροφή των ναών των Ελλήνων όπου στην θέση τους κτίζονται εκκλησίες ενώ οι ιερείς θανατώνονται με βασανιστήρια.

Κατά την περίοδο αυτήν αποκεφαλίζεται ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Σώπατρος ο οποίος ούτω υπήρξε ο πρωτομάρτυρας του ελληνισμού. Μετά θάνατον ο Κωνσταντίνος και παρά το εγκληματικό του παρελθόν (μεταξύ των άλλων θανάτωσε την σύζυγό του Φαύστα μέσα καζάνι με βραστό νερό), ανακηρύσσεται από το ιερατείο “Μέγας” και “Άγιος” και ισαπόστολος.

Ο Κωνστάντιος (337-361), που διαδέχθηκε τον Κωνσταντίνο τον Α’, υπήρξε ακόμα σκληρότερος. Μία από τις πρώτες ενέργειες του Κωνστάντιου είναι να θέση εκτός νόμου το «ελληνίζειν» δηλαδή την ενασχόληση με τις επιστήμες, τις τέχνες και την φιλοσοφία. Ο Κωνστάντιος θα μείνει στην ιστορία ως εκείνος που (κατά τον Λιβάνιο) «ιερά και νεώ τους μεν έκλεισε, τους δε κατέσκαψε τους δε βεβήλους αποφήνας πόρνοις ενοικείν έδωκεν» (31) δηλαδή τα μεν ιερά των Ελλήνων κατέσκαψε τους δε ναούς τους έδωσε σε πόρνες να ενοικούν.

Από το 354 αρχίζουν οι πρώτες πυρπολήσεις βιβλιοθηκών σε πολλές πόλεις της αυτοκρατορίας και περίπου αυτό θα διαρκέσει επί 1000 περίπου χρόνια. Κατά την περίοδο αυτήν θα καούν στην πυρά ανυπολόγιστος αριθμός ελληνικών βιβλίων φιλοσοφίας, λογοτεχνίας, ιστορίας, γεωγραφίας, ποιητικές συλλογές και κυρίως επιστημονικά βιβλία μαθηματικών κλπ τα οποία για τον εξαιρετικά χαμηλού πνευματικού επιπέδου όχλο αποτελούσαν (ιδιαίτερα τα μαθηματικά) κείμενα μαγείας και προϊόντα της ελληνικής «μωρίας».

Η καταστροφή της ελληνικής γραμματείς είναι ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της επιστήμης και της πνευματικής και τεχνολογικής προόδου της ανθρωπότητος. Το αποτέλεσμα αυτών των πράξεων φαίνεται σήμερα αφού από την αρχαιοελληνική γραμματεία διεσώθει, όπως υπολογίζεται, λιγότερο από τον 1% αυτής. Αυτή η τακτική της πυρπολήσεως βιβλιοθηκών με έργα που αναφέρονται στην ελληνική παράδοση και φιλοσοφία συνεχίζεται ακόμα και σήμερα με την πυρπόληση βιβλιοπωλείων που πωλούν κατά κύριο λόγο βιβλία της ελληνικής γραμματείας και βιβλία που αφορούν τον ελληνικό πολιτισμό από τους λεγόμενους «αντιεξουσιαστές» οι οποίοι ουδέποτε έκαψαν βιβλιοπωλεία με χριστιανικές και εβραϊκές εκδόσεις.

Οι ίδιοι «αντιεξουσιαστές» βεβήλωσαν το άγαλμα του υμνητή της ελευθερίας Ρήγα Φεραίου ενώ το άγαλμα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’ που βρίσκεται δίπλα το άφησαν ανέγγιχτο. Τότε (τον χριστιανικό μεσαίων) το ιερατείο της ορθοδοξίας και ο όχλος (παρακινούμενος από το ιερατείο) χαρακτήριζαν τους Έλληνες «ειδωλολάτρες, μιαρούς κλπ» και ο όχλος (υποκινούμενος από το ιερατείο) επιτίθετο κατά των ιερών των Ελλήνων και τα κατέστρεφε τώρα οι λεγόμενοι «αντιεξουσιαστές» χαρακτηρίζουν τους Έλληνες «φασίστες και ρατσιστές» και επιτίθενται κατά βιβλιοπωλείων με εκδόσεις Ελλήνων. Ποίοι είναι αυτοί που υποκινούν τώρα τους «αντιεξουσιαστές»;

Τότε (τον χριστιανικό μεσαίων) η πολιτική ηγεσία του κράτους (αυτοκράτορες) παρακινούμενοι από το ιερατείο συνέτασσαν νόμους με τους οποίους διέτασσαν την εξόντωση του Ελληνισμού τώρα η πολιτική ηγεσία αφήνει ανέγγιχτους τους «αντιεξουσιαστές»! Μήπως η πολιτική ηγεσία γνωρίζει ποίοι κρύβονται και καθοδηγούν τους «αντιεξουσιαστές και δεν θέλει να τους θίξει»;

Τα μεγάλα ερωτήματα!

Ο Μέγας Ιουλιανός (361-363), που διαδέχεται τον Κωνστάντιο, παρά το γεγονός ότι είχε βαπτισθεί με την βία χριστιανός, διατάξει όπως παύσει κάθε είδος διωγμός κατά των εθνικών. Θεσμοθετεί απόλυτη ανεξιθρησκία και επιδιορθώνει όσους από τους ελληνικούς ναούς δεν είχαν ολοκληρωτικά καταστραφεί από τους χριστιανούς. Θέλοντας κάθε άνθρωπος να έχει την δυνατότητα να ακολουθεί ελεύθερα το θρησκευτικό του μονοπάτι επιδιώκει ακόμα και την αναστήλωση του ναού του Σολομώντα. Ο Ιουλιανός το 363 δολοφονείται πισώπλατα, κατά τον χρονικογράφο Μαλάλα, από τον Μερκούριο ο οποίος αμέσως ανακηρύσσεται από το ιερατείο «άγιος» ενώ ο Ιουλιανός «παραβάτης».

Κατά την περίοδο αυτήν και ιδίως από τους επόμενους αυτοκράτορες Θεοδόσιο τον Α’, Αρκάδιο και Ιουστινιανό έλαβαν χώρα οι μεγάλες διώξεις των Ελλήνων. Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μια διευκρίνιση: την περίοδο αυτήν όταν έλεγαν «Έλληνες» εννοούσαν τους μετέχοντας της ελληνικής παιδείας και συνεπώς του ελεύθερου φιλοσοφικού στοχασμού, Έλληνες διότι οι Έλληνες που ασπάσθηκαν τον χριστιανισμό απεκδύθηκαν τον χαρακτηρισμό τους ως έλληνες, παρά το γεγονός ότι ομιλούσαν ελληνικά και πολλοί είχαν ελληνική καταγωγή αλλά χαρακτήριζαν τους εαυτούς τους απλώς ως χριστιανούς και Ρωμαίους (ή Ρωμιούς) και αυτό συνεχίσθηκε μέχρι την άλωση της Πόλης όπου π.χ. ο Γεώργιος Σχολάριος, ο μετέπειτα οικουμενικός πατριάρχης Γεννάδιος, διακηρύσσει ότι «αν και ομιλώ ελληνικά δεν είμαι Έλλην… αν με ρωτήσει κάποιος τι είμαι θα του απαντήσω ότι είμαι χριστιανός» και ο ίδιος προτρέπει «τους γουν δυσσεβείς και αλάστορας (δηλ. καταραμένους) Ελληνιστάς … πυρί και σιδήρω και ύδατι και παντίς τρόποις εξαγάρετε της παρούσης ζωής…» επίσης προτρέπει «ράβδιζε, είργε (δηλ. φυλάκιζε), είτα γλώσσαν αφαιρεί, είτα χείρα απότεμνε, κι αν και ούτως μένη κακός, θαλάσσης πέμπε βυθώ» (30).

Ο Θεοδόσιος ο Α’ (379-395) με διάταγμα που εξέδωσε στις 27 Φεβρουαρίου του 380 στην Θεσσαλονίκη ορίζει επίσημη και μοναδική θρησκεία του κράτους τον χριστιανισμό και κηρύσσει εκτός νόμου κάθε άλλη λατρεία. Όποιος δεν είναι χριστιανός χαρακτηρίζεται «ως σιχαμερός, αιρετικός, μωρός και τυφλός και απειλείται με επουράνια και επί γης τιμωρία» (βλέπε Κώδιξ Θεοδοσίου). Το 390 ο πατριάρχης Αλεξάνδρειας Θεόφιλος εξαπολύει μέγα διωγμό κατά των Ελλήνων και των Εθνικών της περιοχής. Καταστρέφει σχεδόν όλους τους μη χριστιανικούς ναούς της Αλεξάνδρειας Επακολουθεί νέα εξέγερση των Εθνικών η οποία καταπνίγεται στο αίμα και το Σεράπειο και η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας καίγονται.

Το 392 ο Θεοδόσιος ο Α’ με νέο έδικτο απαγορεύει την θρησκεία του Δωδεκαθέου και κάθε μη χριστιανική τελετή και επακολουθούν νέες σφαγές Ελλήνων εθνικών. Το 394 ο Θεοδόσιος απαγορεύει τους Ολυμπιακούς αγώνες (39επ) ως «ελληνικό μίασμα», νομοθετεί την καταστροφή των ελληνικών ναών και καταστρέφονται οι ναοί της Ολυμπίας ενώ ορίζει την ιουδαϊκή θρησκεία ως ανεκτή από τους χριστιανούς και απαγορεύει κάθε καταστροφή Ιουδαϊκών συναγωγών. Μετά από όλα αυτά ο Θεοδόσιος χαρακτηρίζεται στην ελληνική ιστορία ως «Μέγας» και «Άγιος».

Ο Αρκάδιος (395-408) με δύο έδικτα του διατάζει ανηλεή διωγμό κατά Ελλήνων και Εθνικών. Όμως ο κίνδυνος των χριστιανών Γότθων αρχίζει να ανησυχεί τον Αρκάδιο. Ο σύμβουλος του Αρκάδιου Ρουφίνος, συμβουλεύει τον αρχηγό των Γότθων Αλάριχο να στραφεί εναντίον της Γης των Ελλήνων διότι αμύθητα πλούτη του λέγει ότι κρύβονται μέσα στους ελληνικούς ναούς και στους οίκους των Ελλήνων.

Οι Γότθοι του Αλάριχου (42) επί τρία χρόνια (396-399) συνεπικουρούμενοι από πλήθος μοναχών αρχίζουν την ισοπέδωση των Ελληνικών πόλεων και την σφαγή των Ελλήνων. Το Δίων, η Μεσσηνία, το Άργος, η Νεμέα, η Λυκόσουρα, η Σπάρτη, τα Μέγαρα, η Κόρινθος και άλλες ελληνικές πόλεις καταστρέφονται ολοκληρωτικά. Τα ιερά του Διός στην Νεμέα, τα ιερά της Ολυμπιάς, τα αρκαδικά ιερά της Λυκόσουρας και πλήθος άλλων ελληνικών λατρευτικών κέντρων καταστρέφονται ολοκληρωτικά ενώ οι ιερείς τους σφάζονται ή καίγονται ζωντανοί όπως ο Ιλάριος ενώ οι αυτοκρατορικές φρουρές παρακολουθούν απαθέστατα.

Ο Αλάριχος για το «θεάρεστο» έργο της ισοπέδωσης της Ελλάδος διορίζεται από τον Αρκάδιο διοικητής της Ιλλυρίας. Το 396 με έδικτο ορίζεται ότι η ενασχόληση με τις εθνικές λατρείες αποτελεί πράξη ύστατης προδοσίας και το 397 με νέο έδικτο διατάζει το περίφημο «Ες έδαφος φέρειν» για όλους τους εναπομείναντες ναούς Ελλήνων Εθνικών. Οι αδιάκοπες διώξεις των Ελλήνων με διατάγματα των διαφόρων χριστιανών αυτοκρατόρων αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες όπως και οι υπόλοιποι εθνικοί επέμεναν με πείσμα στις πατρώες τους αντιλήψεις εκτελώντας ακόμα και κρυφά και με κίνδυνο της ζωής τους τις ιεροπραξίες τους.

Το 408 αυτοκράτωρ αναγορεύεται ο Θεοδόσιος ο Β’ (408-450) ο οποίος συνεχίζει τους διωγμούς των Ελλήνων. Η περίοδος αυτή σημαδεύεται από τρία σημαντικά γεγονότα για τον ελληνισμό που πρέπει να αναφερθούν α) το 415 έγινε ο μαρτυρικός θάνατος της Μαθηματικού και φιλοσόφου Υπατίας από σωματοφύλακες του πατριαρχείου και καλόγηρους την οποία έγδαραν ζωντανή με κοχύλια και κατόπιν της έσπασαν τα κόκαλα και την τεμάχισαν ο δε θεωρούμενος από πολλούς συγγραφείς ως ηθικός αυτουργός Πατριάρχης Κύριλλος (σ 262) ανακηρύχθηκε από την εκκλησία «Άγιος» β) 429 όπου ροπαλοφόροι μοναχοί και αυτοκρατορικοί στρατιώτες γκρεμίζουν το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Θεάς Αθηνάς στον Παρθενώνα και λαφυραγωγούν το ιερό και παράλληλα διώκονται οι Έλληνες εθνικοί της Αθήνας και γ) ο Θεοδόσιος ο Β’ διατάζει το κάψιμο όλων των μη χριστιανικών βιβλίων και ειδικότερα του νεοπλατωνικού φιλοσόφου Πορφύριου που υπήρξε μαθητής του Πλωτίνου.

Επί αυτοκρατόρων Μαρκιανού και Λέοντος του Α’ (450-474) συνεχίζεται το καταστροφικό έργο για ότι είχε απομείνει από την Ελληνική γραμματεία. Φιλόσοφοι και επιστήμονες με την κατηγορία ότι ελληνίζουν εκτελούνται όπως π.χ. ο Ζώσιμος, ο Ισίδωρος και ο Σεβεριανός ενώ στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου εκτελούν βασανίζουν και διαπομπεύουν πολλούς κρυφούς εθνικούς ιερείς. Επί αυτοκράτορος Ζήνωνος (474-491), εκδηλώνεται εξέγερση των Ελλήνων κατά του χριστιανικού κατεστημένου με ηγέτες τον Λεόντιο, τον Ίλλο και τον αθηναίο φιλόσοφό Παμπρέπιο, όμως παρά τον γενναίο αγώνα των η εξέγερση καταστέλλεται μέσα σε 4 χρόνια και οι επαναστάτες θανατώνονται κατά χιλιάδες

Ακολουθεί η Ιουστινιάνειος Δυναστεία ιδίως κατά την περίοδο του Ιουστινιανού ή Γιουτπράδα (527-565) κατά την οποία συνεχίζονται δια πυρός και βασανιστηρίων και με μεγαλύτερη ένταση οι διωγμοί των Ελλήνων με αιτιολογικό την «των ανοσιών και μυσαρών Ελλήνων κατεχόμενοι πλάνη».). Επί Ιουστινιανού συντάσσεται ο περίφημος «Ιουστινιάνειος κώδικας» μνημείο ανθελληνικού παροξυσμού και καταργεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες και μέσα στα αντίποινα είναι η αφαίρεση κτημάτων των Ελλήνων τα οποία δίδονται στην εκκλησία.

Το 529 ο Ιουστινιανός κλείνει την φιλοσοφική σχολή των Αθηνών και δημεύει την περιουσία της. Στην Κωνσταντινούπολη φυλακίζονται, βασανίζονται και εκτελούνται γραμματικοί, ρήτορες, νομικοί και λόγιοι με την κατηγορία ότι είναι «Έλληνες» διότι το Έλληνας σημαίνει πλέον τον μισερό ειδωλολάτρη και αποτελεί ύβρη για έναν άνθρωπο να ονομάζεται έλληνας. Τέλος το 562 νέος διωγμός των Ελλήνων και λοιπών εθνικών σε Αθήνα, Παλμήρα και Κωνσταντινούπολη και ο χρονικογράφος Ι. Μαλάλας στο έργο του «Χρονογραφία» γράφει χαρακτηριστικά ότι Έλληνες πιάστηκαν και διαπομπεύθηκαν μέσα στην Κωνσταντινούπολη ταυτόχρονα με το κάψιμο ελληνικών βιβλίων και εικόνων των Θεών.

Επί αυτοκράτορος Τιβέριου (578-582), δεν υπάρχουν πλέον εθνικοί Έλληνες οι οποίοι να δηλώνουν δημοσίως το Έλληνες και το Εθνικοί αλλά οι εναπομείναντες πιστοί στις πατρώες παραδόσεις κινούνται κρυφά. Έτσι την περίοδο αυτήν εκατοντάδες κρυπτοεθνικοί εκτελούνται, παλουκώνονται, αποκεφαλίζονται και σταυρώνονται όταν αποκαλυφθούν τα θρησκευτικά τους πιστεύω όπως π.χ. ο ύπαρχος Ανατολής Ανατόλιος. Οι Έλληνες εθνικοί πλέον έχουν εξοντωθεί και επιζούν όσοι βαπτίστηκαν χριστιανοί και όσοι είχαν τα οικονομικά μέσα μεταναστεύουν προς τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης.

Επί αυτοκράτορος Μαυρίκιου (582-602), συνεχίζονται οι διωγμοί κατά οποιουσδήποτε κριθεί ύποπτος για εθνική λατρεία και με συνοπτικές διαδικασίες τον οδηγούν στην πυρά ή τον σταυρώνουν αφού προηγουμένως τον βασανίσουν.

Ακολουθεί η Ηράκλειος δυναστεία (610-717) κατά την οποία συνεχίζονται οι διωγμοί. Ο Ηράκλειος υπήρξε μεγάλος στρατηγός. Το βάρος των προσπαθειών του επικεντρώθηκε στην απόκρουση των Αβάρων, των Σλάβων και κυρίως των Περσών. Το 627 μετά νικηφόρα εξαετή εκστρατεία κατά των Περσών κατάφερε να κλείσει ειρήνη με τους Πέρσες οι οποίοι επέστρεψαν στους Βυζαντινούς την Συρἰα, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο και τον Τίμιο Σταυρό. Οι μακροχρόνιοι πόλεμοι με τους Πέρσες εξασθένησαν τόσο την αυτοκρατορία όσο και τους Πέρσες και αυτό διευκόλυνε τους Άραβες ώστε να καταλάβουν εύκολα την Παλαιστίνη, την Συρία και την Αίγυπτο.

Επίσης οι διώξεις από το ορθόδοξο Βυζάντιο των αιρετικών κυρίως Νεστοριανών και Μονοφυσιτών που ζούσαν στις περιοχές αυτές τους ώθησαν να συνεργαστούν με τους Πέρσες και ιδίως αργότερα με τους Άραβες, οι οποίοι έδειχναν θρησκευτική ανοχή, πράγμα που είχε καταστρεπτικές συνέπειες για την Βυζαντινή αυτοκρατορία. Αυτό ακριβώς εκμεταλλεύτηκαν οι Άραβες και εύκολα απέσπασαν από τους Βυζαντινούς μόνον με 27.000 άνδρες αρχικά μεν την Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, αργότερα δε και άλλες περιοχές όπου οι περισσότεροι κάτοικοι έγιναν μωαμεθανοί. Στα μετέπειτα χρόνια οι Άραβες επεκτείνουν τις κατακτήσεις τους και φθάνουν να πολιορκήσουν ακόμα και την Κωνσταντινούπολη. Προς την πλευρά της Βαλκανικής χερσονήσου το 679 οι Βούλγαροι καταλαμβάνουν την Βάρνα, καθυποτάσσουν τις γύρω φυλές Σλάβων και εγκαθίστανται οριστικά στην κάτω Μοισία.

Γενικότερα οι διώξεις των Ελλήνων και οι θρησκευτικές διενέξεις μέσα στους κόλπους της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν η αιτία να καταστραφεί ο ακμάζων Ελληνισμός με τους θεσμούς του στις πόλεις κυρίως της Συρίας και της Αιγύπτου και να κυριαρχήσουν οι ιθαγενείς λαοί των περιοχών αυτών που ζούσαν στην ύπαιθρο, οι οποίοι αντιτάχτηκαν στο Βυζαντινό κράτος και τελικά προσχωρήσαν στους Άραβες με τους οποίους είχαν και φυλετική συγγένεια. Έτσι οι Έλληνες των περισσοτέρων από τις προαναφερθείσες 280 ελληνικές πόλεις χάθηκαν και όσοι επέζησαν και άφησαν απογόνους σήμερα λέγονται Ιταλοί, Σύριοι, Παλαιστίνιοι, Πέρσες, Ιορδανοί, Ιρακινοί, Άραβες, Αιγύπτιοι Τούρκοι κλπ αλλά δεν γνωρίζουν πλέον ότι είναι Έλληνες.

Μέχρι και την 11η εκατονταετηρίδα το Βυζαντινό κράτος ήταν ακόμη το πλουσιότερο κράτος της γης, και μπορούσε να συγκροτήσει αξιόλογη δύναμη στρατού και ναυτικού για να προστατεύσει τα σύνορα, όμως, περί το τέλος της Μακεδονικής Δυναστείας, έχασε την «Μεγάλη Ελλάδα» (δηλαδή την κάτω Ιταλία και την Σικελία).

Στην Βαλκανική έχασε τις βόρειες περιοχές. Κοντά στον Δούναβη εγκαθίστανται σλαβικές φυλές και Βούλγαροι, οι Έλληνες περιορίζονται στα παράλια. Επίσης σλαβικές φυλές προωθούνται νοτιότερα κατά καιρούς σε περιοχές γύρω από την Θεσσαλονίκη, στην Θεσσαλία, στην Ήπειρο και κατά τα μέσα της 8ης εκατονταετηρίδας οι φυλές αυτές καταλαμβάνουν σημαντικές περιοχές της Πελοποννήσου.

Έτσι ενώ στις βόρειες περιοχές οι Έλληνες περιορίσθηκαν στις παραλιακές περιοχές νοτιότερα, από την Μακεδονία μέχρι του Ταινάρου αναγκάσθηκαν να παραχώρηση στις σλαβικές φυλές αρκετές περιοχές της υπαίθρου. Αλλά εδώ ο ελληνικός πληθυσμός ήταν πολυπληθέστερος και επικρατέστερος και κατόρθωσε στο διάστημα από την 8η έως την 14η εκατονταετηρίδα να αφομοιώσει ή να τις εκδιώξει τις σλαβικές αυτές φυλές. Έκτος από τους Σλάβους και Βουλγάρους είχαν εγκατασταθεί κατά την 10η και 11η εκατονταετηρίδα στις ευρωπαϊκές περιοχές της αυτοκρατορίας Βλάχοι, Αλβανοί, Αρμένιοι, Σύριοι, Τούρκοι, Μαδραΐτες, ακόμη και Ιουδαίοι.

Άλλο κακό αυτής της περιόδου ήταν οι λεηλασίες των παραλίων και των νησιών από τους μωαμεθανούς πειρατές. Το 896 πειρατές κατάσφαξαν όλους τους κατοίκους της Δημητριάδος. Παρόμοιες καταστροφές δοκίμασαν τα νησιά Αίγινα, Πάρος, Νάξος, Λέσβος. Το έτος 904 πειρατές κατέλαβαν την Θεσσαλονίκη, έσφαξαν πολλούς κατοίκους, λεηλάτησαν την πόλη και πήραν μαζί τους στην αιχμαλωσία 22.000 νέους.

Κατά την 7η εκατονταετηρίδα η Αίγυπτος και η Συρία καταλαμβάνονται από τους Άραβες. Όλες οι μεγάλες πόλεις, που έκτισε εκεί ο Μέγας Αλέξανδρος και οι διάδοχοι του χάνονται οριστικώς, εξ αιτίας κυρίως των θρησκευτικών διενέξεων όπου οι Ορθόδοξοι στράφηκαν κατά των Νεστοριανών, των Μονοφυσιτών και των Παυλιανιτών. Μαζί με τις πόλεις χάνεται και ο εκεί Ελληνισμός, που ήταν σε μεγάλη ακμή. Η ελληνική γλώσσα υποχωρεί μπροστά στην αραβική. Οι Έλληνες αυτοί είναι σήμερα Άραβες, Σύριοι, Πέρσες, Ιορδανοί, κλπ και από αυτούς είναι ζήτημα αν υπάρχουν σήμερα κάποιοι που θυμούνται ότι ήσαν κάποτε Έλληνες.

Στην Μικρά Ασία ο ελληνικός πληθυσμός ήταν πυκνότερος αλλά ο Ελληνισμός αυτός αφανίσθηκε, γιατί στερήθηκε τις παραδόσεις, τις αναμνήσεις και τα αισθήματα φιλοπατρίας του Ελληνισμού και πέραν αυτού, λόγω των διώξεων από τον κλήρο όσων τολμούσαν να αυτοπροσδιοριστούν ως Έλληνες, αφού δεν τολμούσαν να πουν ότι είναι Έλληνες και έτσι έχασαν την ελληνική τους συνείδηση. Ποίοι φταίνε γι' αυτό;

Κατά τις επόμενες εκατονταετίες η αυτοκρατορία συνεχώς εξασθενεί και αδυνατεί να συγκρατήσει τα στίφη των βαρβάρων που εισβάλουν από κάθε κατεύθυνση. Η Ιταλία κατακτήθηκε από τους Φράγκους και αργότερα Σαρακηνοί εισβάλουν και κατακτούν την Σικελία με αποτέλεσμα μέρος από τους εκεί Έλληνες της Μεγάλη Ελλάδος να χαθούν. Στην βαλκανική χερσόνησο εισβάλουν Γότθοι, Άβαροι, Σλάβοι και Βούλγαροι οι οποίοι επί αιώνες έσφαζαν, αφάνιζαν και φεύγοντας έσερναν μαζί τους στην αιχμαλωσία ελληνικούς πληθυσμούς με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος του ελληνισμού της βόρειας Βαλκανικής να σφαγή ή να αφομοιωθεί με τους εισβολείς.

Μια από τις συνέπειες αυτών των εισβολών και της καταστροφής των Ελληνικών πληθυσμών της Βαλκανικής χερσονήσου είναι το λεγόμενο σήμερα μακεδονικό πρόβλημα. Στην Μικρά Ασία, στην Συρία, στην Μεσοποταμία, στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο εισβάλουν Πέρσες, Άραβες και αργότερα Τούρκοι που εγκαθίστανται εκεί και όλες οι ελληνικές πόλεις και οι εκεί Έλληνες σφάζονται ή αφομοιώνονται με την βία από τους εισβολείς με αποτέλεσμα να χαθούν οριστικά όλοι οι εκεί ελληνικοί πληθυσμοί.

Τέλος οι σταυροφορίες και ιδιαίτερα η 4η σταυροφορία υπήρξε καταστρεπτική για την Βυζαντινή αυτοκρατορία η οποίας, δεν είναι υπερβολή να πούμε, ότι τότε ουσιαστικά καταλύθηκε. Μετά την 4η σταυροφορία και την απελευθέρωση της Κων/πόλεως από τους Λατίνους η αυτοκρατορία είχε τόσο πολύ εξασθενήσει ώστε το 1453 έγινε η τυπική της κατάλυση.

Μια σημαντική διαφορά μεταξύ του ανθρώπου και των Θεών (όπως τους εννοούν οι Έλληνες) εκτός από την τεραστία διαφορά στο νοητικό, το γνωστικό κλπ επίπεδο, είναι η αθανασία. Οι άνθρωποι είναι θνητοί ενώ οι Θεοί αθάνατοι. Οι ΘΕΟΙ, σύμφωνα με την ελληνική θρησκεία, βοηθούν τους ανθρώπους να αποκτήσουν την γνώση, να προοδεύσουν πνευματικά ώστε να αποκτήσουν κι αυτοί την αθανασία (δηλαδή να γίνουν κι αυτοί Θεοί) και αυτό γινότανε μέσω των μυστηριακών σκηνωμάτων (Ελευσίνιων Μυστηρίων κλπ).

Αντίθετα ο Θεός των βιβλικών θρησκειών (δηλαδή ο Γιαχβέ), θέλει τον άνθρωπο χωρίς γνώση (δηλαδή σε κατάσταση αποκτηνώσεως). Όταν όμως ο άνθρωπος έφαγε από το «ξύλο» της γνώσεως ο Γιαχβέ είπε ότι με την απόκτηση της γνώσεως [ο άνθρωπος] έγινε σαν αυτόν και [φοβάται] ότι αν ακολούθως [ο άνθρωπος] φάγει και από το «ξύλο» της ζωής δηλαδή της αθανασίας θα αποκτήσει και την αθανασία! Γι' αυτό τον εξεδίωξε από τον «παράδεισο» και τον «καταδίκασε» να εργάζεται, θεωρών ότι η εργασία είναι καταδίκη κι όχι ευλογία! Ας μας προβληματίσει αυτή η διαφορά!

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Εμείς οι Έλληνες από το 330 μ.κ.ε. μέχρι το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας γνωρίσαμε αφανισμό τόσο του 99% της πολιτιστικής μας κληρονομίας όσο και της ύπαρξής μας ώστε σήμερα να αποτελούμε χωρίς υπερβολή περίπου το 20% του Ελληνισμού και σήμερα με την καθοδηγούμενη λαθρομετανάστευση κινδυνεύουμε με ολοκληρωτική εξαφάνηση. Αυτό το φοβερό ολοκαύτωμα των Ελλήνων προγόνων μας η πλειοψηφία του λαού το αγνοεί γιατί εσκεμμένα οι κρατούντες (που είναι διάδοχοι αυτών που μας κατάσφαξαν) το κρύβουν.

Ο όρος «εβραιοχριστιανοί» οφείλεται στο ότι: α) το σημαντικότερο μέρος της «βίβλου» δηλαδή του ιερού βιβλίου των χριστιανών· το αποτελούν τα ιερά βιβλία των Εβραίων και τα υπόλοιπα (καινή διαθήκη) είναι εξαρτημένα από τα ιερά βιβλία των Εβραίων γιατί παραπέμπουν σ’ αυτά και συνεπώς ο χριστιανισμός δεν μπορεί να υπάρξει ως θρησκεία χωρίς τα ιερά βιβλία των Εβραίων δηλαδή είναι θρησκεία μέσα από την θρησκεία των Εβραίων, β) ο κύριος πρωταγωνιστής του έργου του χριστιανισμού· ο Ιησούς ή Γιαχβέ ή Ιεχωβάς ήταν Εβραίος και θεωρείται από τους χριστιανούς ως ο αναμενόμενος μεσσίας των Εβραίων και γ) ο Γιαχβέ Ιησούς έλεγε ότι δεν ήλθε να καταργήσει την εβραϊκή θρησκεία αλλά για να την συμπληρώσει. Επομένως ο χριστιανισμός είναι η «συμπληρωμένη» εβραϊκή θρησκεία. Τώρα τι δουλειά έχει ο ΕΛΛΗΝΑΣ με τα Εβραϊκά δρώμενα (σωστά ή λάθος μας είναι αδιάφορο) μόνο το σάπιο μυαλό ενός χριστιανού μπορεί να εξηγήσει, άλλωστε είναι γνωστό ότι η ΛΟΓΙΚΗ είναι απούσα στις θεολογικές υποθέσεις!!!

Το θρησκευτικό συναίσθημα είναι έμφυτο στον άνθρωπο. Όταν αυτό το συναίσθημα γίνεται καταλύτης για την πνευματική αλλά και κοινωνική εξέλιξη του άνθρωπου, τότε μπορούμε με βεβαιότητα να ισχυριστούμε, ότι η συγκεκριμένη θρησκεία που γεμίζει αυτό το έμφυτο συναίσθημα αποτελεί θρησκεία που συντελεί στην πρόοδο της ανθρωπότητας. Όταν όμως μια θρησκεία από την μια δημιουργεί ουσιαστικά ανελεύθερα και καταπιεσμένα πνευματικά και όχι μόνο άτομα και από την άλλη αποτελεί το όχημα για ομάδες ανθρώπων να επιβουλεύονται και να εκμεταλλεύονται με το χείριστο τρόπο τον λαό, πατώντας πάνω ακριβώς σε αυτό το θρησκευτικό συναίσθημα, τότε η συγκεκριμένη θρησκεία είναι υπεύθυνη για την δημιουργηθείσα πνευματική αναπηρία της ανθρωπότητας. Και όχι ακριβώς υπεύθυνη αλλά συνυπεύθυνη γιατί ο κάθε άνθρωπος οφείλει, σαν μια πνευματική, σωματική και ολοκληρωμένη οντότητα που είναι, να προσπαθεί συνέχεια για την δική βελτίωση. Οπότε η αποδοχή εκούσιας ή συνειδητής, μιας καταστάσεως που τον εμποδίζει να πράξει τα ανώτερο, βαρύνει σε πολύ μεγάλο βαθμό και τον ίδιο.

Και αυτό είναι το κύριο νόημα του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ. Η Συμμετοχή, η Δράση, η ανάληψη ευθυνών. Με άλλα λόγια, ο απώτερος στόχος του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ είναι το ακριβώς αντίθετο του εβραιοχριστιανισμού· δηλ. να αποτελεί μια στοχαστική, ανεξάρτητη και πάνω απ’ όλα ουσιαστική και για τον ίδιο αλλά και για τον συνάνθρωπο, Ζωή.

Τέλος νομίζω ότι τώρα έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για μας τους Έλληνες να επανέλθουμε στην γνήσια Ελληνική μας παράδοση, αυτήν που ανέπτυξε τις επιστήμες και που δημιούργησε Παρθενώνες και έργα τέχνης και πολιτισμού για τα οποία όλη η ανθρωπότητα υποκλίνεται και να απεκδυθούμε κάθε δοξασία που υποδουλώνει το πνεύμα και το κάνει υποχείριο δογμάτων αντιθέτων με τον ελεύθερο φιλοσοφικό στοχασμό.

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΓΙΑΧΒΕ η ΙΑΧΩΒΑ

Η ΓΝΩΣΗ

Η γνώση των Νόμων της λειτουργούσης Φύσεως δίδει στον κάτοχό της πτέρυγας αετού και δύναμη λέοντος, ώστε να έχει την δυνατότητα να υποτάξει στην θέλησή του τις μορφές του απείρου. Σε αντίθεση με την αξία της γνώσεως υπάρχει η αρνητική διδαχή· από την λεγόμενη «παλαιά διαθήκη» η οποία ατυχώς μέσω των «βιβλικών» λεγομένων θρησκειών διασώθηκε μέχρι σήμερα και διδάσκει ότι η γνώση του «καλού» και του «κακού» αποτελεί τον απαγορευμένο για τον άνθρωπο καρπό και συνεπώς είναι θεϊκή κατάρα την οποία πρέπει να αποφύγει ο άνθρωπος γιατί διαφορετικά θα προκαλέσει την οργή του «ενός εξωκοσμικού θεού ή Ιαχωβά ή Γιαχβέ» και ότι δεν θα έχει θέση στον «παράδεισο» δηλαδή σε χώρο όπου ο άνθρωπος θα παραμένει αδρανής σαν φυτό και σε κατάσταση άγνοιας δηλαδή αποκτήνωσης κι ότι αυτή η κατάσταση (της αδράνειας και άγνοιας) αποτελεί τέτοια ευτυχία που ορισμένοι θυσιάζουν την ζωή τους γι’ αυτήν και κατά τον μεσαίωνα κατέστρεψαν έναν λαό, τους Έλληνες και όλα τα πολιτισμικά τους στοιχεία!. Η γνώση δεν είναι κατάρα αλλά είναι δύναμη και μάλιστα η μεγαλύτερη μέσα στο Σύμπαν και συνεπώς ευλογία την οποία ο πνευματικός κόσμος μεταβιβάζει στην ανθρωπότητα ώστε μέσω αυτής να προοδεύει και εξελίσσεται πνευματικά.

Η ΕΡΓΑΣΙΑ

Η εργασία για τον ελεύθερο άνθρωπο είναι ύψιστη αρετή και ο οποίος όχι μόνον δοξάζει την εργασία και τους εργάτες αλλά και καταδικάζει τους άεργους και κατ’ επέκταση καταδικάζει τον παρασιτισμό και την μάστιγα της ανθρωπότητας που έχει ως εφεύρημα αφενός μεν το οικονομολογικό θεώρημα της «ήσσονος προσπάθειας» (δηλαδή κέρδος με ελάχιστη προσπάθεια, ανεξάρτητα από τον σκοπό και προορισμό αυτής της προσπάθειας) και αφετέρου την αρνητική διδαχή από την «παλαιά διαθήκη» και διδάσκει ότι η εργασία είναι θεϊκή κατάρα στην οποίαν καταδικάστηκε και πρέπει να υποκύψει ο άνθρωπος γιατί οι «πρωτόπλαστοι» παραβίασαν την εντολή του «ενός εξωκοσμικού θεού του Γιαχβέ»

Η εργασία δεν είναι κατάρα αλλά ευλογία την οποία ο πνευματικός κόσμος κληροδότησε στην ανθρωπότητα γιατί μέσω αυτής προοδεύει και εξελίσσεται πνευματικά και πολιτιστικά. Η αποφυγή της εργασίας, ακόμα και αν βασίζεται σε «ιερά βιβλία», προκαλεί στασιμότητα που αποτελεί έμπνευση του σκότους, το οποίο δεν θέλει την πρόοδο και εξέλιξη της ανθρωπότητας, αφού η εργασία είναι μοχλός προόδου και εξελίξεως της ανθρωπότητας και, πέραν του χρησίμου αποτελέσματος, μας αποκαλύπτει τα μυστικά της Φύσεως, τόσο της οργανικής όσο και της πνευματικής.

Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ

Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ του ανθρώπου και των Θεών· όπως τους εννοούν οι Έλληνες, είναι η αθανασία. Οι άνθρωποι είναι θνητοί ενώ οι Θεοί αθάνατοι. Οι Θεοί, σύμφωνα με την ελληνική θρησκεία, βοηθούν τους ανθρώπους να αποκτήσουν την γνώση, να προοδεύσουν και να αποκτήσουν την αθανασία (δηλαδή να γίνουν κι αυτοί Θεοί) και αυτό γινόταν μέσω των μυστηριακών σκηνωμάτων. Αντίθετα ο Γιαχβέ, θέλει τον άνθρωπο χωρίς γνώση δηλαδή σε κατάσταση αποκτήνωσης και φοβάται μήπως αποκτήσει κι ο άνθρωπος την αθανασία και γίνει σαν αυτόν! Ας μας προβληματίσει αυτή η διαφορά! Απορώ, τι τέλος πάντων είναι ο Γιαχβέ; Είναι ο δημιουργός του κόσμου ή ο άρχων του σκότους!

ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: ΟΙ ΕΒΡΑΙΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΟΜΟΛΟΓΟΥΝ Ο ΜΙΣΟΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

Οι περί ειδωλολατρών αντιλήψεις των Ιουδαίων και η σχέση τους με αυτούς! Εδώ οι Εβραιοχριστιανοί ομολογούν το μίσος τους προς τους Έλληνες Εθνικούς και την Ελληνική Θρησκεία! Εδώ επιβεβαιώνεται αυτό που γράφουμε ότι η διαμάχη Ελλήνων Ιουδαίων κρατάει από την Αρχαιότητα! Οι αγράμματοι πρόγονοι του Ναζωραίου είχαν μεγάλο κόμπλεξ με τους προγόνους μας!

Στο παρόν άρθρο οι Εβραιοχριστιανοί που το παίζουν Έλληνες πατριώτες αποθεώνουν τους Εβραίους και υβρίζουν τους Έλληνες!

ΜΕΡΟΣ Α'

ΟΙ ΠΕΡΙ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΩΝ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΑΥΤΟΥΣ

Η Γη του Ισραήλ αν και ήταν μικρή σε έκταση, περίπου σαν την Πελοπόννησο, έτυχε να είναι στο σταυροδρόμι μεγάλων πολιτισμών, γιατί όλοι οι μεγάλοι εμπορικοί και στρατιωτικοί δρόμοι περνούσαν από εκεί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να θέλουν να την κατακτήσουν όλοι οι ισχυροί λαοί της περιοχής, με επακόλουθο ο λαός του Ισραήλ να ζει το μεγαλύτερο διάστημα της ιστορίας του κάτω από ξένο δυνάστη παρά να είναι ελεύθερος. Έτσι οι Ιουδαίοι από πολύ νωρίς, ήταν αναγκασμένοι να συμβιώνουν με ειδωλολάτρες δηλαδή με άτομα που πίστευαν σε πολλούς θεούς. Υπήρχε λοιπόν πάντα ο κίνδυνος να αφομοιωθούν από αυτούς και να χάσουν την μονοθεϊστική τους πίστη. Γιατί όπως γνωρίζουμε, οι Ιουδαίοι ήταν ο μοναδικός λαός της αρχαιότητας που πίστευε σε ένα Θεό. Μάλιστα μετά τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου και των Ρωμαίων επικράτησε ο συγχρωτισμός όχι μόνο φυλών και λαών, αλλά και συγχρωτισμός των θεών των φυλών και λαών αυτών, με αποτέλεσμα να προκύψει ο λεγόμενος θρησκευτικός συγκρητισμός. Άρα ο κίνδυνος, ο θρησκευτικός συγκρητισμός να επηρεάσει και τη θρησκεία τους ήταν ορατός και μεγάλος. 

Ένα άλλο πρόβλημα που είχαν οι Ιουδαίοι ήταν, ο κατώτερος πολιτισμός που διέθεταν, αφού δεν ασχολήθηκαν με τίποτα άλλο στην μακραίωνη ιστορία τους, εκτός από τη Θρησκεία. Γιατί όπως γνωρίζουμε από την Ιστορία, η πνευματική και καλλιτεχνική ανωτερότητα ενός λαού, είτε είναι κατακτητής είτε υπόδουλος, αφομοιώνει τα κατώτερα στοιχεία ενός λαού που συγκατοικεί. Ως εκ τούτου λοιπόν, θα ανέμενε κάποιος, πλήρη αφομοίωση του Ιουδαϊκού λαού, ο οποίος όπως είπαμε είχε κατώτερο πολιτισμό από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Όμως, παραδόξως δεν συνέβη κάτι τέτοιο, διότι ο μονοθεϊσμός των Ιουδαίων, η αυστηρή προσήλωση στις Ιουδαϊκές παραδόσεις, η ευσέβειά τους, μα πάνω από όλα η πίστη τους πως είναι ο «περιούσιος (εκλεκτός) λαός» του Θεού, τους συγκρατούσε και απομάκρυνε κάθε επικίνδυνη επίδραση ξένων στοιχείων, τα οποία θεωρούνταν μισητά. 

Για τους Ιουδαίους η ειδωλολατρία θεωρούνταν θανάσιμο αμάρτημα, η δε στάση τους απέναντι των ειδωλολατρών ήταν αρνητική και περιφρονητική. Άλλωστε υπήρχε και εντολή που έλεγε «να αγαπάς τον πλησίον σου και να μισείς τον εχθρό σου» εννοώντας τον ειδωλολάτρη. Ως φαίνεται η Βαβυλώνια αιχμαλωσία είχε αφήσει βαθιά τα σημάδια της, αφού θεωρήθηκε από τους Ιουδαίους ως τιμωρία από τον Θεό, επειδή τον είχαν λησμονήσει και αντ' αυτού είχαν λατρέψει τους ψεύτικους θεούς των Χαναναίων, Βαάλ και Αστάρτη. Τους ειδωλολάτρες τους αποκαλούσαν στα εβραϊκά «γκογίμ». Η λέξη είναι πληθυντικός της λέξης «γκόι», που σημαίνει έθνος. Την Ρωμαϊκή εποχή σήμαινε πως ο συγκεκριμένος ανήκε σε οποιοδήποτε λαό, εκτός του εβραϊκού, δηλαδή στα υπόλοιπα έθνη, εξ' ου και εθνικός = ειδωλολάτρης. 

Η αίσθησή τους πως δεν ήταν κατώτεροι από τους ειδωλολάτρες, προέρχονταν και από το γεγονός, πως παρατηρώντας αυτούς διαπίστωναν, την μεταξύ αυτών έκλυση των ηθών, τον ακόλαστο βίο, την απιστία και την διαφθορά. Πολλοί Ραβίνοι του Ιουδαϊσμού δίδασκαν, πως οι ειδωλολάτρες θα τιμωρηθούν αυστηρά στη μέλλουσα ζωή, εφόσον αμείβονται στη παρούσα ζωή, ενώ οι Ιουδαίοι τιμωρούνται στον παρόντα κόσμο για τις τυχόν ελάχιστες αμαρτίες που έχουν διαπράξει για να αμειφθούν στην μέλλουσα ζωή. Πιο μετριοπαθείς όμως Ραβίνοι δέχονταν μέλλουσα μακαριότητα και για τους ειδωλολάτρες. Το μίσος των Ιουδαίων απέναντι στους ειδωλολάτρες έχει τις απαρχές του στη Βαβυλώνια αιχμαλωσία, κατά την οποία ανέλαβαν αγώνα να διασώσουν την φυλή τους. Αυτό είχε καλλιεργηθεί κατά καιρούς και εδραίωσε το αποκλειστικό πνεύμα του Ιουδαϊσμού. 

Στον Ιουδαίο απαγορεύονταν να έχει συναλλαγές με ειδωλολάτρη, να εισέρχεται στο σπίτι του ή να συντρώγει μαζί του, γιατί μολύνονταν θρησκευτικά και έπρεπε κατόπιν αυτού να υποστεί τις νόμιμες καθάρσεις που υπαγόρευε ο Μωσαϊκός νόμος. Η Καινή Διαθήκη είναι σαφέστατη και ξεκάθαρη πάνω σ' αυτό. Όταν οδηγούν οι Ιουδαίοι τον Χριστό στον Πιλάτο για να τον δικάσει, δεν μπαίνουν στο Διοικητήριο, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ο Πιλάτος να βγει έξω από αυτό για να τους συναντήσει: «Από τον Καϊάφα έφεραν τον Ιησού στο κυβερνείο. Ήταν τότε πρωί. Αυτοί οι ίδιοι δεν μπήκαν στο κυβερνείο για να μην μολυνθούν, αλλά να είναι σε θέση να φάγουν το Πάσχα. Βγήκε τότε ο Πιλάτος προς αυτούς και είπε ...» Ιωάννης 18:28. « ...ουκ εισήλθον εις το πραιτώριον, ίνα μη μιανθώσι»

Κάτι ανάλογο μας διηγούνται οι Πράξεις των Αποστόλων όταν ο Πέτρος επισκέπτεται για να βαπτίσει τον Ρωμαίο εκατόνταρχο Κορνήλιο: «Μόλις έφθασε ο Πέτρος, τον προϋπάντησε ο Κορνήλιος και έπεσε στα πόδια και τον προσκύνησε. Αλλά ο Πέτρος τον σήκωσε και είπε "Σήκω, και εγώ ο ίδιος άνθρωπος είμαι". Συνομιλών μαζί του μπήκε στο σπίτι και βρήκε πολλούς να έχουν μαζευτεί και τους είπε "Ξέρετε πως δεν επιτρέπεται σε Ιουδαίο να συναναστρέφεται ή να πλησιάζει αλλόφυλο, αλλά σ' εμένα ο Θεός έδειξε καθαρά να μη θεωρώ κανένα άνθρωπο μολυσμένο ή ακάθαρτο"» Πράξεις των Αποστόλων 10:28.

Και πιο κάτω περιγράφεται η αντίδραση των Ιουδαιοχριστιανών, μόλις έμαθαν πως ένας Ιουδαίος (ο Πέτρος), τόλμησε και μπήκε σε σπίτι ειδωλολάτρη (του Κορνήλιου):«Οι απόστολοι και οι αδελφοί που ήσαν στην Ιουδαία, άκουσαν ότι και οι εθνικοί δέχθηκαν τον λόγον του Θεού. Και όταν ανέβηκε ο Πέτρος εις τα Ιεροσόλυμα είχαν ενδοιασμούς γι' αυτόν οι πιστοί οι προερχόμενοι από Ιουδαίους και του έλεγαν, "Μπήκες στο σπίτι εθνικών και έφαγες μαζί τους"» Πράξεις των Αποστόλων 11:1 - 3.

Η αποστροφή που ένοιωθαν οι Ιουδαίοι προς τους εθνικούς (ειδωλολάτρες), φαίνεται και από το εξής γεγονός. Όταν επέστρεφαν από κάποια ειδωλολατρική χώρα και εισέρχονταν στην «άγια γη» της Παλαιστίνης, έπρεπε να τινάξουν την σκόνη από τα παπούτσια τους. Οι ειδωλολατρικές εορτές που αποτελούσαν το αποκορύφωμα της διαφθοράς των εθνικών, αφού τις περισσότερες φορές συνοδεύονταν από οργιαστικές τελετές, ήταν αιτία απαγόρευσης οιοσδήποτε είδους συναλλαγών με αυτούς, τρεις ημέρες πριν και μετά από αυτές, καθώς επίσης και κυκλοφορίας των Ιουδαίων στην πόλη. Απαγορεύονταν η ενοικίαση σπιτιών και οικοπέδων στους εθνικούς, την δε κατοχή της χώρας τους από αυτούς, έφεραν βαριά οι Ιουδαίοι, θεωρώντας την κατοχή αυτή, ως βεβήλωση της ιερής γης και μόλυνση, που δυστυχώς όμως δεν μπορούσαν να πετύχουν κάθαρση, αφού οι ειδωλολάτρες συνέχιζαν να πατούν το χώμα της πατρίδος τους.

Οι εθνικοί ήταν ευπρόσδεκτοι στους Ιουδαίους μόνο όταν γίνονταν προσήλυτοι, ασπάζονταν δηλαδή την Ιουδαϊκή θρησκεία. Αυτή η στάση των Ιουδαίων απέναντι των ειδωλολατρών, όπως ήταν φυσικό, γίνονταν αντιληπτή από αυτούς, οι οποίοι την αντιμετώπιζαν με ειρωνεία και περιφρόνηση. Ιδιαίτερα αυτό γίνεται εμφανές στους διάφορους συγγραφείς.

Ο Αγαθαρχίδης ο Κνίδιος, συγγραφέας του 2ου αιώνα π.Χ. σχολιάζει την ακατανόητη γι' αυτόν συνήθεια των Ιουδαίων, να τηρούν την αργία του Σαββάτου απέχοντας από οτιδήποτε: «Την ημέρα αυτή δεν παίρνουν όπλα ούτε κάνουν οποιαδήποτε αγροτική εργασία ούτε μετέχουν σε οποιαδήποτε άλλη δημόσια εκδήλωση, αλλά προσεύχονται με απλωμένα τα χέρια στους ναούς μέχρι το βράδυ. Κι επειδή τούτοι οι άνθρωποι, αντί να υπερασπίζονται την πόλη τους, τηρούν το τρελό τους έθιμο, ο Πτολεμαίος ο γιος του Λάγου, μπήκε ανενόχλητος με το στρατό του και η χώρα παραδόθηκε σε έναν σκληρό δεσπότη, και έτσι φάνηκε φάνηκε πόσο ανόητο είναι το έθιμο που όριζε ο νόμος αυτός» Ιώσηπος «Κατ' Απίωνος» Λόγος Α΄209 - 211.

Ο Απίωνας από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου 1ος αιώνα μ.Χ., τους συκοφαντεί λέγοντας, πως στο Ναό των Ιεροσολύμων λάτρευαν το κεφάλι ενός γαϊδάρου: «Μέσα στο ναό αυτό, ο Απίων έχει το θράσος να υποστηρίζει ότι οι Ιουδαίοι διατηρούν το κεφάλι ενός γαϊδάρου, ότι λατρεύουν αυτό το ζώο και υποκλίνονται μπροστά του με μεγάλο σεβασμό» Ιώσηπος «Κατ' Απίωνος» Λόγος Β΄79 - 80. Και πιο κάτω ο Απίωνας συνεχίζοντας την συκοφαντία του, μιλάει για ένα έθιμο των Ιουδαίων που δήθεν ανακαλύφθηκε όταν κατέλαβε τον Ναό, ο Αντίοχος Δ΄ ο Επιφανής και βρήκε μέσα του ένα Έλληνα να κάθεται σ' ένα τραπέζι με πλήθος φαγητών: « ... Τούτο το έθιμο επαναλαμβανόταν μια φορά το χρόνο. Σύμφωνα μ' αυτό απήγαγαν ένα Έλληνα ξένο, τον έθρεφαν επί ένα χρόνο και μετά τον πήγαιναν στο δάσος, όπου τον έσφαζαν θυσίαζαν το σώμα του με τις παραδοσιακές τους τελετές, έτρωγαν την σάρκα του και, ενώ θυσίαζαν τον Έλληνα, έδιναν όρκο μίσους προς τους Έλληνες. Ό, τι απέμενε από το θύμα το πετούσαν σε ένα λάκκο» Ιώσηπος «Κατ' Απίωνος» Λόγος Β΄94 - 95.

Ο Μανέθων, Αιγύπτιος ιστορικός 3ος αιώνα π.Χ., τους κατηγορεί πως προέρχονται από Αιγύπτιους λεπρούς: «Στη συνέχεια όμως υπό την επιρροή των προκαταλήψεων και των όσων λέγονται σήμερα για τους Ιουδαίους, παρεμβάλλει (σ.σ. εννοείται ο Μανέθων) απίθανες ιστορίες, θέλοντας να μας παρουσιάσει σαν ένα λαό που προήλθε από την επιμειξία με τους Αιγύπτιους λεπρούς και άλλους που είχαν διάφορες αρρώστιες, οι οποίοι, όπως υποστηρίζει, εκδιώχτηκαν από την Αίγυπτο» Ιώσηπος «Κατ' Απίωνος» Λόγος Α΄228 - 230.

Ο Ρωμαίος ιστορικός Τάκιτος 1ος αιώνα μ.Χ., κατηγορεί τους Ιουδαίους πως «τρέφουν μίσος εναντίον όλων των ανθρώπων» και συνεχίζει γράφοντας: «Ότι είναι άγιο για μας, γι' αυτούς δεν είναι. Κι ότι μας είναι αποκρουστικό, επιτρέπεται σ' αυτούς. Οι συνήθειες των Εβραίων είναι παράλογες και βρωμερές». Και στις «Ιστορίες» του γράφει: «Έφτασαν στο σημείο να δέχονται από τους χειρότερους των ανθρώπων, τους άπιστους στην αρχαία τους θρησκεία, προσφορές και δώρα. Μ' αυτό τον τρόπο αυξάνεται ο πλούτος των Εβραίων. Στις αναμεταξύ τους σχέσεις εκδηλώνουν την μεγαλύτερη εντιμότητα και αλληλεγγύη, ενώ αντίθετα εκδηλώνουν τη μεγαλύτερη εχθρότητα προς οποιονδήποτε άλλο. Τρώνε χωριστά απ' τους άλλους και δεν κοιμούνται με αλλόπιστους ... Εισήγαγαν την περιτομή για να ξεχωρίζουν από τους άλλους ανθρώπους. Κι όσοι προσχωρούν σ' αυτούς πρέπει να περιτμηθούν. Από τα πρώτα πράγματα που διδάσκονται οι προσηλυτιζόμενοι είναι η περιφρόνηση προς τους θεούς, κι η αποκήρυξη της πατρίδας» Δεν ήταν άλλωστε και λίγες οι φορές, λόγω ακριβώς της στάσης τους αυτής, να γίνουν οι Ιουδαίοι το «κόκκινο πανί», πάνω στο οποίο ξεσπούσαν οι υπόλοιποι, με αποτέλεσμα να γίνονται ταραχές και διώξεις εναντίον τους.

ΜΕΡΟΣ Β'

Το Μίσος Εναντίον Των Ελλήνων

Το μίσος εναντίον κάθε Ελληνικού ιδεώδους. Μισούν την Ελλάδα και τους Έλληνες και με κάθε δυνατό τρόπο το επιβεβαιώνουν καθημερινά αιώνες τώρα, με την ανοχή αν όχι συγκατάθεση των Ελλήνων. Οι Έλληνες αφέθηκαν ή αναγκάστηκαν, να ακολουθήσουν την Εβραϊκή ιστορία χάνοντας την δική τους ταυτότητα, και ακολουθώντας δουλικά ένα υπάνθρωπο και υπανάπτυκτο θεολογικό καθεστώς. Γιατί άραγε μέχρι σήμερα εξακολουθούν να δηλώνουν “χριστιανοί”, ενώ η ύψιστη ταυτότητα είναι Έλληνας; Σκέτο, χωρίς θρησκευτικό προσανατολισμό, νέο ή παλαιό. Γιατί και αυτοί που επιδιώκουν πισωγυρίσματα σε αρχαίους θεούς, είναι “άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς” μια από τα ίδια. Ο Έλληνας είναι ή Έλληνας ή όλα τα υπόλοιπα είναι δεκανίκια για να στηρίξουν πολιτικές κουτσό-καταστάσεις.

Δεν είναι καν ερώτημα το πώς και γιατί διεισδύει η Εβραϊκή ιστορία, σε μια Ελλάδα που τα εννέα δέκατα των κατοίκων της, αγνοούν την δική τους ιστορία, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών της Μέσης Εκπαίδευσης αντιπαθούν, το μάθημα της Ελληνικής Ιστορίας. Το έχουν σκόπιμα κάνει αντιπαθές στα παιδιά για να μην τους αρέσει. Ενώ τα παραμύθια των Εβραίων είναι σκόπιμα επίσης ωραιοποιημένα για να ακούγονται ευχάριστα στα αυτιά των μικρών μαθητών. Αυτό φυσικά δεν είναι ευθύνη των μαθητών, όσο είναι μαθητές. Μεγαλώνοντας και γινόμενοι πολίτες είναι ευθύνη αποκλειστικά δική τους το να αποτινάξουν την Εβραϊκή αλυσίδα ή να εξακολουθούν να την φέρουν σαν “κόσμημα” στο πόδι τους, αγνοώντας πως είναι αλυσίδα.

Όποιος νομίζει ότι η συμμορία της προπαγάνδας, Ρεμπούση, Δραγώνα και Σία είναι καινούργιο προϊόν είναι βαθιά νυχτωμένος. Όταν το 1971 ο Phillip Sherrard κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Δοκίμια για τον Νέο Ελληνισμό» στο οποίο δογματικά υποστηρίζει ότι οι (νέο)Έλληνες δεν είναι Έλληνες και η Ελλάδα δεν είναι Ελλάδα, ο εκδοτικός οίκος “Σύνορο” έσπευσε να το μεταφράσει και να το εκδώσει με την δικαιολογία ότι προσπαθούν να καταπολεμήσουν την προγονοπληξία. Λες και υπήρξε ουδέποτε σε αυτόν τον τόπο προγονοπληξία. Κατευθυνόμενοι (από τις γνωστές Μ.Ε.Σ.) και υποτελείς εκδότες, επιστήμονες και θεολόγοι απορρίπτουν την Εθνική μας υπόσταση και υιοθετούν την Χριστιανική ιδεοληψία. Γιατί άραγε μισούν την Ελλάδα και τους Έλληνες;

Η θρησκεία χρησιμοποιήθηκε ως ιδεαλιστική φιλοσοφία για να κρατήσει τις λαϊκές μάζες μακριά από την αμφισβήτηση της άρχουσας τάξης. Ο Παύλος μέσω του Χριστιανισμού το εξυπηρέτησε τα συμφέροντα του Ιερατείου και της άρχουσας τάξης των Φαρισαίων, με την εγκαθίδρυση του Χριστιανισμού. Οι Εβραίοι βαθύτατα επηρεασμένοι από τον Ελληνισμό μετά την εξάπλωσή του στην Μεσόγειο και την Ανατολή κατά την Ελληνιστική περίοδο (323-23 π.χ.) θα εισαγάγουν μια νέα θρησκεία. Ο Χριστιανισμός είναι το τέχνασμα της Άρχουσας τάξης, η αντεπανάσταση εναντίων του κινδύνου που προκύπτει από την μη χειραγώγηση – ύπνωση, της μάζας.
Ο Χριστιανισμός απορρίπτει τον προβληματισμό, την σκέψη, τον στοχασμό, την έρευνα, και εξυψώνει την Πίστη, τον υπνωτισμό, για να αποκλείσει τους κινδύνους που εγκυμονεί για την ανθρωπότητα, με σκοπό να την οδηγήσει στον σκοταδισμό του μεσαίωνα. Ενώ τα παραδοσιακά φιλοσοφικά συστήματα αναζητούν και διδάσκουν μια γνώση θεμελιωμένη στη λογική σκέψη, αντίθετα ο Χριστιανισμός όπως και ο Ιουδαϊσμός που τον γέννησε, απαιτούν μία τυφλή πίστη, χωρίς αποδείξεις και λογικές βάσεις. Ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, αλλά πολιτική ιδεολογία κατοχύρωσης συμφερόντων.
ΑΛΛΑΓΗ ΕΡΓΟΔΟΤΗ: Μια και δεν πρόκειται να καταργήσουμε τους δούλους, θα καταργήσουμε τ’ αφεντικά. Όλοι θα γίνουμε ίσοι: όλοι δούλοι του Θεού. Την καινοτομία εισαγάγει ο Παύλος. «Γιατί εκείνος που υπηρετείται είναι ο Κύριος Χριστός». (Κολοσ. γ’, 22-24). Εργοδότης τώρα είναι ο θεός. Οι αφέντες δεν ευθύνονται πια για τίποτα, άλλωστε είναι και αυτοί δούλοι του θεού. Αντίθετα δέχονται και κείνοι την ισότητα που επιβάλλεται από ψηλά, κι όλοι είμαστε αδελφοί. Γι’ αυτό «όσοι έχουν χριστιανούς γι’ αφεντικά θα γίνουν ακόμη εργατικότεροι, γιατί θα δουλεύουν για αδελφούς,
(…) να δουλεύετε με καλή διάθεση σαν να πρόκειται για τον Κύριο κι όχι για ανθρώπους (…) Γνωρίζοντας ότι από τον Κύριο θα πάρετε την ανταπόδοση (…) Γιατί δουλεύετε για τον Κύριο Χριστό (…) είτε δούλος (είσαι), είτε ελεύθερος».112
Να πως αποκτήσαμε αυτό το μεγάλο πλεονέκτημα: «Έλευθερωθέντες δε από την αμαρτία, γίνατε δούλοι εις την δικαιοσύνη… έτσι τώρα να προσφέρετε τα μέλη σας, δούλα… γιατί τώρα ελευθερωθέντες από τις αμαρτίες υποδουλωθήκατε στο Θεό…» (Ρωμ., στ’, 18-22).
Όχι, ο Παύλος δεν αστειεύεται. Εμείς μόνο να πάψουμε ν’ απορούμε για το πως έπιασε στο δόκανο ο χριστιανισμός τον κόσμο και ειδικά τους Έλληνες. Για το πως επιβλήθηκε. Για το ποιες ήταν οι σχέσεις του Παύλου με τον Σενέκα. Για το πως ένας Εβραίος βρίζει μέσα στη Ρώμη την επίσημη κρατική θρησκεία – την ειδωλολατρία – και τον συνοδεύει ένα σύνταγμα πεζών και ιππέων για να τον σώσει. Εμείς να πάψουμε ν’ αναρωτιόμαστε πώς ένας κόσμος με τόσο ψηλό πνευματικό επίπεδο αποδέχτηκε το χριστιανισμό. Ο κόσμος αυτός κινδύνευε.

Το να ‘σαι δούλος ανθρώπων είχε γίνει λίγο επικίνδυνο για τ’ αφεντικά. Αλλά δούλος του Θεού! κι όλοι οι δούλοι αδέρφια. Ενάντια σε ποιόν θα πολεμήσεις; Αλλά και ποιό αφεντικό δε θα αγαλλίαζε από παρόμοια ισότητα; Καιρός να καταλάβουμε πόσο ανεπανάληπτο πολιτικό εύρημα στάθηκε ο χριστιανισμός – μονοθεϊσμός, με βάση το φόβο, για τις μελλοντικές κοινωνίες.

Το μίσος εναντίων των Ελλήνων: Ο πόλεμος εναντίων των ελεύθερων στο Πνεύμα και τον Νου Ελλήνων άρχισε πολύ νωρίς, πριν ακόμα και από τους Ρωμαίους και το Βυζάντιο, περίπου τον 3ο αιώνα π.κ.ε. από τους Εβραίους κάτω από τον κίνδυνο της αφομοίωσης και της αλλοτρίωσης του εβραϊκού στοιχείου στις εξελληνισμένες εβραϊκές παροικίες της Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας, Παλαιστίνης κλπ, αποτέλεσμα της εκπολιτιστικής επιχειρηματικότητας του Μέγα Αλέξανδρου, της μετανάστευσης των Ελλήνων και τη δημιουργία νέων ακμάζοντων Ελληνικών κέντρων στην Αίγυπτο και την Ασία.

Ο Εβραϊκός κλήρος είναι μία κληρονομική αριστοκρατία που στραγγίζει το λαό με κάθε είδους, υπό την εντολή του θεού, θρησκευτικά μεταμφιεσμένες, φορολογίες. Το Ιερατείο είναι ο φυσικός κληρονόμος του Μωυσή, άρα η αμφισβήτησή του σημαίνει και αμφισβήτηση του ίδιου του Θεού. Η προσπάθεια του να κουμαντάρεις τον εξαθλιωμένο λαό και να τον έχεις σκλαβωμένο μέσω του φόβου είναι πρωταρχικής σημασίας και η θρησκεία τους εξασφαλίζει τα προς το ζην.

Η Ελληνική όμως φιλοσοφία και σκέψη όπου οι θεοί δεν ανακατεύονται με τα κοινά, αδυνατούν να σώσουν το κόσμο και επεμβαίνουν μόνο όταν ζημιωθούν, απειλεί να σπάσει την πειθαρχία των Εβραίων πιστών οι οποίοι παύουν να είναι συνεπείς προς τις θεϊκές εντολές και τις οικονομικές υποχρεώσεις τους απέναντι στον Ναό.
Οι Εβραίοι, απομονωμένοι και προσκολλημένοι στους άτεγκτους θρησκευτικούς τους νόμους που δεν αμφισβητούνται και μένουν αναλλοίωτοι για αιώνες, θα μεταβιβάσουν στης επόμενες γενεές τον θρησκευτικό φανατισμό σαν ιερή παρακαταθήκη ιερού χαρακτήρα. Για τον Εβραϊκό λαό της διασποράς η θρησκεία είναι ο μόνος συνδετικός κρίκος και το πιστοποιητικό της ομοιογένειας της φυλής και της Εβραϊκής εθνότητας. Ο Έλληνας λοιπόν κατά συνέπεια γίνεται ο επίσημος εχθρός των Εβραίων.
Η Εβραϊκή κουλτούρα και η μετάφραση της Βίβλου: Ο Εβραϊκός λαός είναι εντελώς αμόρφωτος, με χαμηλό πολιτιστικό και πνευματικό επίπεδο και μηδενική προσφορά στον ανθρώπινο πολιτισμό. Η αποκλειστική του και μόνο κουλτούρα είναι θρησκευτική και το μόνο που έχει να επιδείξει ο πολιτισμός τους είναι 22 θρησκευτικά βιβλία, 5 του Μωυσή, 13 των προφητών και 4 ψαλμών και παροιμιών, όλα γραμμένα από ιερείς, γεμάτα από απειλές, ηλιθιότητες και κατάρες.

Ο Ιώσηπος μάλιστα περηφανεύεται ότι στα βιβλία αυτά, σε αντίθεση με τα χιλιάδες Ελληνικά φιλοσοφικά συγγράμματα, δεν υπάρχει καμία αντίφαση αφού το δικαίωμα της γραφής δεν επιτρέπεται στον καθένα αλλά είναι καθήκον των προφητών και μόνο.

Τον 3ο αιώνα π.κ.ε. αποφασίζεται η μετάφραση της Παλαιάς διαθήκης στην Ελληνική γλώσσα η οποία και ανατίθεται σε 72 (όχι 70) ελληνόφωνους Εβραίους και θα ολοκληρωθεί τον 1ο αιώνα π.κ.ε. Σωρεία άλλων συγγραμμάτων θα κυκλοφορήσει στην Ελληνική, άλλα γραμμένα από Εβραίους και άλλα από τυχόν ειδωλολάτρες που στην πραγματικότητα είναι επίσης Εβραίοι. Η Βίβλος μεταφρασμένη στα Ελληνικά θα γίνει όργανο θρησκευτικής προπαγάνδας, θα υιοθετηθεί αμέσως από όλες τις Εβραϊκές κοινότητες της διασποράς και ο Εβραίος θα έχει για πρώτη φορά να επιδείξει και αυτός την αποκλειστική του φιλοσοφία απέναντι στους Έλληνες.

Με αυτόν τον τρόπο ο Ιουδαϊσμός θα διαδοθεί στον Ελληνόφωνο κόσμο και θα γίνει ελκυστικός χάρη στο αίσθημα ασφάλειας που δημιουργεί σαν κάστα. Όσοι Εβραίοι λοιπόν απορροφώνται από τον Ελληνικό πολιτισμό, άλλοι τόσοι «ειδωλολάτρες» προσχωρούν στον Ιουδαϊσμό με σκοπό όχι μόνο την υποστήριξη και την απολαβή των προνομίων της πανίσχυρης αυτής οικονομικά τάξης αλλά και με σκοπό να επωφεληθούν από τον Μεσσία που θα έρθει να σώσει τους Εβραίους.

Οι Ζηλωτές: Οι πρώτοι μου θα απειλήσουν τις Αρχές και την οικονομική τάξη της Παλαιστίνης ήταν οι Ζηλωτές, μια από τις 4 Ιουδαϊκές αιρέσεις (Φαρισαίοι, Σαδδουκαίοι και Εσσαίοι οι υπόλοιπες τρεις), οι αντάρτες μαχητές των πόλεων εκείνης της εποχής που αντιπροσώπευαν τον εξαθλιωμένο λαό. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτελούσαν το μαχητικό τμήμα των Εσσαίων. Το 4 μ.κ.ε. δύο χιλιάδες από αυτούς σταυρώθηκαν, προφανώς με την έγκριση του Ιερατείου που ανέθεσε στους Ρωμαίους την εκκαθαριστική επιχείρηση εναντίων τους. Η λαϊκή εξέγερση όμως συνεχίστηκε, ακόμα και μετά τον θάνατο του Ιησού, με αποτέλεσμα την επανάσταση του 67 μ.κ.ε και την ισοπέδωση της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους.

Για την ανταρσία αυτή εναντίων του Ιερατείου θα θεωρηθεί υπεύθυνη η Ελληνική κουλτούρα και η καταστρεπτική επιρροή της φιλοσοφικής σκέψης στις μάζες. Το Ιερατείο κατά την επανάσταση του 67 μ.κ.ε. αποφασισμένο να μην αφήσει να επικρατήσουν οι Ζηλωτές θα ζητήσει την συμπαράσταση των Ρωμαϊκών λεγεωνών οι οποίες και θα ισοπεδώσουν την Ιερουσαλήμ. Οι κυνηγημένοι Εβραίοι θα προσκολληθούν στους Χριστιανικούς πυρήνες στα μέρη που υπήρχαν Εβραίοι της διασποράς. Εφόσον οι “επαναστάτες” νεωτεριστές (Ζηλωτές) ήταν ποτισμένοι με το Ελληνικό πνεύμα και η Ιερουσαλήμ, η πόλη-μάνα του Ιουδαϊσμού ισοπεδώθηκε, το μίσος των Εβραίων, εναντίων των Ελλήνων θα φουντώσει.

Οι Εσσαίοι: Ο Εσσαισμός είναι μία θεολογικό-κοινωνική ιδεολογία βαθύτατα επηρεασμένη από τον Επικουρισμό όπου η ηθική των Ορφικών γεννά κάτω από ορισμένες συνθήκες θεμελιακές ηθικές αξίες. Η οργάνωση των Εσσαίων έχει ως σκοπό την αποκατάσταση της ηθικής και θρησκευτικής τάξης στο Ισραήλ. Παρότι οι θεολόγοι αρνούνται τα πάντα για αυτήν την οργάνωση αντλούμε πολλές πληροφορίες για το κοινόβιο των Εσσαίων από του παπύρους του Qumran που βρέθηκαν το 1947 σε μια σπηλιά από ένα Βεδουίνο (Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας). Ζούνε απομονωμένοι στην έρημο και έχουν πλήρη οικονομική ανεξαρτησία.

Η ύπαρξή τους παρέμενε μυστική για πολύ καιρό και οι όρκοι τους είναι τόσο δεσμευτικοί ώστε οι “τελετές” τους περιορίζονται μόνο στους μυημένους του κοινοβίου. Από τους παπύρους φαίνεται ότι είχαν προβλήματα ιεραρχικής οργάνωσης επειδή τα μέλη τους ήταν αμόρφωτα καθώς δεχόντουσαν κάθε καταπιεσμένο και αγανακτισμένο από το Ιερατείο.

Η πειθαρχία και η υποταγή στον κανονισμό του κοινοβίου είναι πρωταρχικής σημασίας, οι κανόνες είναι αυστηρότατοι και η ζωή τους διαφέρει ριζικά από την θρησκευτική και κοινωνική ζωή των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων. Βασικό στοιχείο η κοινοκτημοσύνη (προφανώς βασισμένη στον Πλάτωνα όπου επεκτείνεται και στις γυναίκες καθώς ο γάμος θεωρείται δουλεία) όπου τα αγαθά είναι κοινά και κανείς δεν έχει τίποτα δικό του.

Οι βασικές τους αρχές, κατάργηση της ιδιοκτησίας, ισότητα, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, αποτελούν πραγματική επανάσταση για την Εβραϊκή νοοτροπία. Αναπτύσσονται σε μια κοινωνικοπολιτική στερεά οργάνωση με αρχές, κανονισμούς και επίσημο πρόγραμμα και αρχίζουν την προπαγάνδα της ισότητας όλων με τον Πρόδρομο Ιωάννη και μετέπειτα με τον Ιησού.

Ο Ιησούς και η απόπειρα απόκρυψη της ταξικής του καταγωγής: Η θεοκρατία, η θρησκοληψία και ο υστερικός Μεσσιανισμός κυριαρχούν στο λαό. Το Ιερατείο λοιπόν θα προσπαθήσει να το εκμεταλλευτεί με την κατασκευή μίας νέας θρησκείας. Η Εσσαική ιδεολογία του Ιησού πρέπει να διαστρεβλωθεί. Ο Εβραϊκός Κλήρος και οι Άρχοντες θα συνωμοτήσουν και θα οργανώσουν την απάτη του Θεού της αγάπης. Ο Ιησούς στην πραγματικότητα είναι ο πρώτος επίσημος εκπρόσωπος τις οργάνωσης των Εσσαίων. Στα λόγια και στα έργα του πάλευε για μία λαϊκή επανάσταση.

Για να στεριώσει όμως το παραμύθι του Χριστιανισμού και να παρουσιαστεί ως ο απεσταλμένος του Θεού πρέπει πρώτα να αποκοπεί από το παρελθόν του και να αποκρυφτεί η πραγματική του ταυτότητα. Σκοπός είναι η παραμόρφωση του “αληθινού του προσώπου” και η απόκρυψη της ταξικής του προέλευσης.

Παρότι ο Φίλων και ο Ιώσηπος περιλαμβάνουν τους Εσσαίους στις Εβραϊκές αιρέσεις δεν αναφέρονται πουθενά στα Ευαγγέλια. Ο ίδιος ο Ιωάννης ήτανε Εσσαίος ενώ οι μαθητές του Ιησού κατά συντριπτική πλειοψηφία ήταν Ζηλωτές, οι αληθινοί Ισραηλίτες, οι φτωχοί του Ισραήλ. Τα Εσσαικά στοιχεία στην ζωή και στη διδασκαλία του Ιησού είναι άπειρα, όπως για παράδειγμα το ότι απαγορεύεται ο όρκος, ο μυστικός δείπνος που είναι Τρίτη για να γιορταστεί το Πάσχα που πέφτει Τετάρτη, η βάπτιση και πλήθος άλλων στοιχείων είναι καθαρά Εσσαικές τελετουργίες.

Ο Ιησούς καταδικάστηκε από τις επίσημες Αρχές ως αναρχικός απεσταλμένος των Εσσαίων. Το ότι παρουσιάστηκε σαν Μεσσίας ήτανε η αφορμή και όχι η αιτία για να σταυρωθεί. Ο Ιησούς ποτέ δεν συνδέθηκε με θρησκευτικό πρόσωπο στην αντίληψη του Εβραϊκού λαού. Οι όμοιοί του δεν μπόρεσαν ποτέ να τον δουν σαν ηγέτη. Ένας φτωχός, αμόρφωτος σαν και αυτούς δεν θα μπορούσε ποτέ να ηγηθεί. Κανένας δεν τον πίστεψε σαν Μεσσία όσο ζούσε.
Άλλωστε σαν τον Ιησού και με το ίδιο όνομα υπήρξαν πολλά άτομα εκείνα τα χρόνια. Ο γιος του μαραγκού, ένας από τους δεκάδες φτωχούς στο πνεύμα; Μετατράπηκε σε Μεσσίας πολύ αργότερα από τους Εβραίους με σκοπό τον σκοταδισμό και την ανάπτυξη του Χριστιανισμού. Τα Ευαγγέλια που παρουσιάζουν πλήθος αντιφάσεων μεταξύ τους λόγο των αμέτρητων παρεμβάσεων που έχουν υποστεί, παραποιήθηκαν για να παρουσιαστεί ότι οι άνθρωποι της εποχής τον βλέπανε σαν Μεσσία.
Η μητέρα του Μαρία κατά τους 4 πρώτους αιώνες, βεβαιωμένη ιστορικά μητέρα του Ιησού, θα εξαφανιστεί από το επίσημο προσκήνιο για να αμφισβητηθεί η ταξική καταγωγή του. Πρέπει να αποσυνδεθεί από την ταπεινή καταγωγή του αλλά και από το Εσσαικό κίνημα. Στα αρχαιότερα χριστιανικά κείμενα δεν υπάρχει αναφορά στην Μαρία. Η πρόθεση εκτόπισης, υποβιβασμού της γυναίκας είναι σαφέστατη.

Σε αντίθεση με την Ελληνική θρησκεία που η ιέρεια (Δήμητρα, Κυβέλη, Ίσιδα) αποτελεί πρωταρχικό ρόλο της οργάνωσης της ζωής, οι Εβραίοι προσπαθούν να προλάβουν την εισβολή της ειδωλολάτρισσας γυναίκας στον Χριστιανικό μύθο που δημιουργούν.
Η γυναίκα και ο ερωτισμός γίνεται ο αντίπαλος του Χριστιανισμού και εισάγεται ο μύθος του κρίνου και του αρχάγγελου. Στην Βίβλο αναφέρεται πως ο Ιησούς έχει 12 αδέλφια γεννημένα από την Μαρία, αλλά την αποκαλούν παρθένα; (!!!)
Η Μαρία θα τιμάται, αναγκαστικά, αφού μια γυναικεία μορφή φέρνει πιστούς στην εκκλησία, αλλά η Αγία Τριάδα θα λατρεύεται. Καθιερώνεται ο Υιός ο Μονογενής (κλέψε κλέψε, από τον Ησίοδο και την Εκάτη που ήταν γεννημένη από μητέρα μόνο !!!) Το «μέγιστο» αυτό ζήτημα της Μαρίας θα κρατήσει απασχολημένα τα πατριαρχεία για 16 αιώνες με οικουμενικές συνόδους ενώ ο υπόλοιπος κόσμος βουλιάζει στον σκοταδισμό. Η γυναίκα θα παίξει στις γραφές το ρόλο της κατηγορουμένης, σαν την Εύα.

Τα διδάγματά του Παύλου έρχονται σε πλήρη αντίθεση με αυτά του Ιησού: Δεν υπάρχει αναφορά στα Βιβλικά κείμενα για ανάσταση νεκρών. Η Δευτέρα Παρουσία αποτελεί φανερά την μετάθεση των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων και επιθυμιών για την χαλιναγώγηση του λαού.

Ο Ιησούς προσπαθεί να διαφωτίσει ανθρώπους με κατώτατο έως ανύπαρκτο πνευματικό επίπεδο, θα διαλέξει του μαθητές τους από τα κατώτερα αμόρφωτα στρώματα. Αυτός είναι και ο λόγος που χρησιμοποιεί παραβολές για να γίνει κατανοητός.

Ο Παύλος θα το διαστρεβλώσει και θα ισχυριστεί ότι η αγραμματοσύνη τους θα τους εξασφαλίσει την σωτηρία και την εύνοια του θεού και ότι ο κόσμος θα πρέπει να παραμείνει όπως έχει μιας και είναι φτιαγμένος με σοφία. Ο δούλος θεωρείται ελεύθερος από τον Ιησού, ενώ για τον Παύλο ελεύθερος είναι ο δούλος του Χριστού.

Το κύρος του Παύλου θα κλονιστεί αργότερα λόγο της αγραμματοσύνης των μαθητών του και η Εκκλησία θα επικαλεστεί την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος που θα τους μεταστοιχειώσει σε πάνσοφους σοφιστές. Ο θάνατος του Ιησού τελικά δεν είχε κανένα αποτέλεσμα καθώς ο Εβραϊσμός συνέχισε να εξαπλώνεται σε πόλεις και χωριά.

Ο Παύλος: Ο Παύλος παρουσιάζεται ως χαφιές των Φαρισαίων όπου χρησιμοποιήθηκε για να στρεβλώσει τα διδάγματα του επαναστάτη Ιησού (!! ανύπαρκτος επαναστάτης) και να καθιερώσει την νέα θρησκεία. Εμφανίζεται στο προσκήνιο μετά τον θάνατο του Ιησού, είναι αστός Φαρισαίος με υπηκοότητα Ρωμαίου πολίτη. Όπως αναφέρεται στις “Πράξεις” θα ξεκινήσει για την Δαμασκό με σκοπό να συλλάβει όσους οπαδούς του Ιησού μπορέσει.
Στο δρόμο όμως γίνεται το μεγάλο “θαύμα”, προσκολλάται στο Χριστιανισμό και μεταβάλλεται σε ένθερμο υποστηρικτή του. Οι Άρχοντες όμως, αντίθετα με τον Ιησού, τον αφήνουν να δρα ελεύθερα χωρίς να διώκεται. Ποτέ δεν κυνηγήθηκε από την επίσημη Εβραϊκή ηγεσία, το Ιερατείο. Η δράση του δεν ανακόπτεται από κανέναν, διδάσκει ελεύθερα και οργανώνει κοινόβια ακόμα και μέσα στη Ρώμη που απαγορεύεται κάθε μορφή οργάνωσης.
Ξεκινάει να διακηρύσσει τον Χριστιανισμό μέσα στις συναγωγές όπου κάποιοι Εβραίοι θα τον ακολουθήσουν και θα γίνουν οι πρώτοι χριστιανοί. Οι φανατικοί και δογματικοί όμως Ιουδαίοι, Ζηλωτές, Σαδδουκαίοι, Σαμαρείτες εκτός από τους Φαρισαίους δεν επιδέχονται νεωτερισμούς στον Ιαχβισμό τους. Οι Εσσαίοι θεωρούν ότι παραποιεί και διαστρεβλώνει την διδασκαλία-φιλοσοφία του Ιησού και άρα την ιδεολογία του Εσσαικού κινήματος.
Όταν τελικά συλλαμβάνεται στην Παλαιστίνη επεμβαίνουν οι Ρωμαϊκές αρχές και τον διασώσουν από τα μαινόμενα πλήθη και τους Ζηλωτές που προσπαθούν να τον λιντσάρουν. Θα κρατηθεί 2 χρόνια στην Καισαρεία όπου και απαγορεύεται η είσοδος Εβραίων ενώ η δίκη του αναβάλλεται συνεχώς. Για να φυγαδευτεί στην Ρώμη χωρίς να προκαλέσουν το Ιουδαϊκό κόσμο, θα επινοηθεί το σχέδιο της εκδίκασής του ως Ρωμαίου πολίτη από τον Καίσαρα. Φτάνοντας όμως στην Ρώμη δεν φυλακίστηκε ποτέ σαν υπόδικος και δύο χρόνια αργότερα τα ίχνη του χάνονται παντελώς μετά από την πυρκαγιά της Ρώμης το 64 μ.κ.ε. Ποιος έκαψε την Ρώμη; Ο Νέρωνας ή ο Παύλος;
Πως επιβλήθηκε ο Χριστιανισμός στις μάζες; Το οξύμωρο είναι ότι η Χριστιανική θρησκεία ενώ γεννήθηκε στην αγκαλιά του Ιουδαϊσμού από το Ιερατείο και τους Άρχοντες, τους Φαρισαίους για να χαλιναγωγήσει τις μάζες, διώχτηκε από τον ίδιο τον Ιουδαϊκό λαό και έγινε αποδεκτή αντίθετα από τα περισσότερα μέλη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Αρχικά απευθύνεται στους εξελληνισμένους Εβραίους οι οποίοι και θα αποτελέσουν τον πυρήνα των πρώτων Χριστιανικών κοινοτήτων. Όπως περιγράφει ο Τάκιτος έφτασαν να δέχονται από τους χειρότερους των ανθρώπων στην θρησκεία τους με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο πλούτος τους και η αλληλεγγύη μεταξύ τους αλλά και η εχθρότητα προς οποιονδήποτε άλλο.

Η απώθηση που προκαλούν στον Ελληνορωμαϊκό κόσμο θα αποτελέσει την πρώτη μορφή αντισημιτισμού που τελικά θα οδηγήσει στην επανάσταση του 167 π.κ.ε. με αρχηγούς τους Μακκαβαίους και την δημιουργία ανεξάρτητου ιουδαϊκού κράτους. Το Μεσσιανικό μήνυμα σε συνδυασμό με τον εξαθλιωμένο από την αποτυχημένη πολιτική της Ρώμης λαό θα κατακλύσει τον κόσμο και θα προετοιμάσει το έδαφος για μια νέα θρησκεία. Οι μάζες απεγνωσμένα ψάχνουν τον Μεσσία που θα τους απαλλάξει από την ευθύνη του εαυτού τους, θα καταπολεμήσει την αδικία και θα αποκαταστήσει την ισότητα. ΔΕΣΜΑΚΚΑΒΑΙΟΙ, ΜΟΥΤΖΑΧΕΝΤΙΝ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ ΓΙΑ ΚΛΑΜΜΑΤΑ

Αρχικά οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να επιβάλλουν την αυτοκρατορική θρησκεία σε όλα τα μέλη της Αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένου και τους Εβραίους. Το 49 μ.κ.ε. ο Κλαύδιος θα κυνηγήσει από την Ρώμη Εβραίους και Χριστιανούς. Πλήθος άλλων διωγμών θα ακολουθήσει, Οι Ρωμαίοι και η κυριαρχία τους, που κατά τον 3ο αιώνα έχει εξαθλιώσει τους καταχτημένους που κολυμπούν στην αμάθεια και στην δεισιδαιμονία θα βοηθήσει στην εξάπλωση της νέας θρησκείας. Ο Χριστιανισμός βρίσκει τελικά πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί.

Ο αγώνας εναντίων του Ελληνισμού θα χαρακτηριστεί ως αγώνας ενάντια στην διαφθορά των ειδωλολατρών. Το 356 μ.κ.ε. ο Κωνστάντιος θα υπογράψει νόμο με τον οποίο διατάσσει το κλείσιμο των ειδωλολατρικών ναών σε όλες της πόλεις. Για τους παραβάτες προβλέπεται μέχρι και η ποινή του θανάτου. Το 381 μ.κ.ε. ένας άλλος νόμος στερεί τα πολιτικά δικαιώματα από τους Χριστιανούς που επέστρεφαν στον “ειδωλολατρισμό”.

Η ολοκληρωτική απαγόρευση του ειδωλολατρισμού έρχεται με ένα νέο νόμο το 392 μ.κ.ε. που προβλέπει πρόστιμα και δημεύσεις περιουσιών για τους παραβάτες. Ο Χριστιανισμός είναι πλέον πολιτική εξουσία και εκδίδει νόμους. Οι εξαθλιωμένες μάζες κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια μπορεί να προσχώρησαν γιατί είδαν μια ελπίδα σωτηρίας από την μιζέρια τους. Μετά όμως από τους τόσους αιώνες δεν άλλαξε τίποτα και μάλλον τα πράγματα είναι και χειρότερα. Μόνο η θανατική ποινή μπορεί πλέον να τους κρατήσει στον Χριστιανισμό.
Γεγονότα σαν και αυτά αποδεικνύουν ότι ο ειδωλολατρικός κόσμος δεν προσχώρησε στον Χριστιανισμό κατά χιλιάδες με την θέλησή του, όπως πολλοί υποστηρίζουν, αλλά επιβλήθηκε σαν θρησκεία.
Το Βυζάντιο και ο ύπουλος ρόλος του: Το Βυζάντιο στην αρχή θα πολεμήσει τον Ελληνισμό με επεμβάσεις όπως το κλείσιμο της Ακαδημίας τον 6ο μ,χ αιώνα από τον Ιουστινιανό. Η ζωή στην Αθήνα νεκρώνει. Εκείνη την εποχή η Ευρώπη κολυμπούσε στην βαρβαρότητα και ο πρωτογονισμός του Παύλου έβρισκε πρόσφορο έδαφος.

Η πρόσβαση στον Χριστιανισμό ήταν λοιπόν για αυτούς τους λαούς ένα πολιτισμικό βήμα. Η εθνική λοιπόν υπόσταση αρκετών Ευρωπαϊκών λαών θα ταυτιστεί με την θρησκευτική καθώς οι χώρες χωρίς ιστορικό παρελθόν αφομοίωσαν τον Χριστιανισμό. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τον Έλληνα που ποτέ δεν υπήρξε Χριστιανός. Η ανωτερότητα της Ελληνικής παιδείας θα γίνει η πηγή του Βυζαντινού πολιτισμού.

Το Βυζάντιο ένιωθε αποστροφή για τους Έλληνες και οτιδήποτε Ελληνικό. Ανάμεσα όμως στο Βυζάντιο και στον Ελληνισμό υπάρχει μία γενεαλογική σχέση, μία βαθύτατη ομοιογένεια ουσίας καθώς ο Ελληνισμός και ο Ρωμαϊκός πολιτισμός αναμιγνύονται στο Βυζαντινό έδαφος. Ένα Ρωμαϊκό κράτος με Ελληνική κουλτούρα.

Ο Άγιος Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Ιουλιανός ο Μέγας και άλλοι σπούδασαν ακόμα και στον 4ο αιώνα μ.κ.ε. στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο το οποίο ανακαινίστηκε από τον Μάρκο Αυρήλιο μετά την καταστροφή του από τον Σύλλα το 86 π.κ.ε. Παρότι όμως η Βυζαντινή Εκκλησία οικειοποιείται τις βάσεις των ιδεών της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας θα διαπράξει έναν αμείλικτο διωγμό εναντίων των “ειδωλολατρικών” Ελλήνων και θα καταστρέψει μνημεία, βιβλιοθήκες και ολόκληρα κέντρα του Ελληνισμού.

Το ίδιο έκαναν πρωτύτερα και οι Ρωμαίοι των οποίων καμία σχεδόν πλευρά της πολιτιστικής τους ζωής δεν είχε μείνει ανέγγιχτη από την Ελληνική επίδραση. Οι μεγάλοι της σοφοί και ποιητές ήταν λογοκλόποι των Ελλήνων. Ήταν φυσικό λοιπόν η Ρώμη να αμφισβητήσει την εξάρτησή της από έναν ανώτερο αλλά ξένο πολιτισμό.

Ο μορφωμένος κόσμος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με τον καιρό θα διαβρώσει τον Χριστιανισμό και θα δημιουργήσει αυτό που θα γίνει αργότερα το Βυζάντιο και ο πολιτισμός του. Ο Βυζαντινός κόσμος φοβούμενος την παρακμή θα οικειοποιηθεί τον Ελληνισμό και θα διεκδικήσει την κληρονομιά του, Το βασικό χαρακτηριστικό της πνευματικής ζωής του Βυζαντίου είναι η ανανέωση του ενδιαφέροντος για την Ελληνική αρχαιότητα. Αφού κατάκλεψαν, σκότωσαν, ισοπέδωσαν κάθε τι Ελληνικό, τώρα οι Εβραίοι, το ιδιοποιούνται και το χρησιμοποιούν γιατί τρέμουν τον αφανισμό.

Οι αρχές του αρχαίου κόσμου δεν είναι πια ασυμβίβαστες με τον Χριστιανισμό αλλά απαραίτητο συμπλήρωμα της διδασκαλίας του. Η έννοια που δίνεται στην λέξη Έλληνας αποκαθίσταται και από ειδωλολάτρης και παγανιστής συνδέεται και πάλι με τον αρχαίο πολιτισμό και την παιδεία. Η Ελληνικότητά και η Ορθοδοξία αποτελούν ανεκτίμητα αγαθά για τους Βυζαντινούς.

Ο Εξελληνισμός της Ανατολής συνεχίζεται με τον Θεοδόσιο Β' και ιδρύεται το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Το Βυζάντιο όμως είναι εδαφικά Ελλάδα και δεν παύει να ενδιαφέρει τους Λατίνους. Η απέχθεια του Παπικού Λατινικού κόσμου για κάθε τι Ελληνικό θα στραφεί προς το Βυζάντιο το οποίο και το λιγουρεύεται μετά την σύντομη κατοχή της Πόλης από τους Ενετούς το 1204. Μην ξεχνάμε ότι η Αναγέννηση συμπίπτει με την πτώση της Πόλης το 1453 και την φυγή των ευκατάστατων και δημιουργημένων στην Ιταλία.

Κερδισμένος για ακόμα μία φορά θα βγει ο Εβραιοκρατούμενος χριστιανισμός του Πάπα.

Η Ανοησία της “Δημοκρατίας” Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης θεωρούνται οι πρωτομάστορες της τεχνικής του ελέγχου που ασκεί η Πολιτεία πάνω στις μάζες μέσα από την πολιτική θρησκεία, Ο Πλάτωνας μέσα από την ιδεαλιστική φιλοσοφία του θέλησε να διατηρήσει την παντοδυναμία της αριστοκρατικής άρχουσας τάξης και έθεσε τα θεμέλια για τα πρώτα απολυταρχικά αντιδημοκρατικά καθεστώτα. Πράγματι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης ήταν εχθροί της Δημοκρατίας, ζητούσαν όμως τον αποκλεισμό από την Πολιτεία των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων, την εποχή που η Αθήνα βγήκε χρεοκοπημένη από τον Πελοποννησιακό πόλεμο, αυτών που ήταν “έτοιμοι να πουλήσουν την Πόλη για μία δραχμή” και ήταν έρμαιο των δημαγωγών.

Η άρχουσα τάξη τίναξε στον αέρα τον Ελληνικό πολιτισμό αναστέλλοντας την πορεία των νέων ιδεών ανοίγοντας άθελά της την πόρτα στην πανούκλα του Χριστιανισμού.

Ένας από του μεγαλύτερους προσωκρατικούς φιλόσοφους, ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος, βλέποντας ότι η Δημοκρατία καταλήγει στην αναρχία, αηδιασμένος παραιτήθηκε από την εξέχουσα θέση που του έδινε η αριστοκρατική του καταγωγή μέσα στην Πόλη και αποτραβήχτηκε στο ιερό της Αρτέμιδος στην Έφεσο.

Οι Σοφιστές όχι μόνο ήταν οπαδοί της Αριστοκρατίας, του πλούτου, του νόμου του ισχυρότερου, όχι μόνο έδιναν μαθήματα ρητορικής και πολιτικής έναντι αμοιβής, αλλά ο Πρωταγόρας μάλιστα ήταν ξακουστός για τα υψηλά του δίδακτρα.

Η Παιδεία, εάν εξαιρέσουμε μερικούς δημαγωγούς, δεν προσφέρθηκε ποτέ δωρεάν, όπως είναι και το σωστό. Δεν είναι τυχαίο ότι τα συγγράμματα του Αντιφώντα εξαφανίστηκαν, ενώ είχαμε την τύχη να βρούμε ακέραια τα σημαντικότερα έργα του Πλάτωνα καθώς στις αντιδημοκρατικές, θεωρίες του θα δομηθούν τα σημερινά ολιγαρχικά καθεστώτα. Η φιλοσοφία του Πυθαγόρα, Ηράκλειτου και άλλων μεγάλων, βάρυναν την εξέλιξη της επιστήμης, πως οι άνθρωποι δεν γεννήθηκαν ίσοι, αλλά κάποιοι είναι κατώτεροι και ανεπίδεκτοι κάθε παιδείας και μάθησης.

Αντίθετα με τις θέσεις του Πυθαγόρα που ονειρευόταν μια ιεραρχημένη σε κάστες κοινωνία, ο Επίκουρος μάζευε οπαδούς όχι μόνο από τους μορφωμένους αλλά και από τους τελείως αγράμματους. Οι πολίτες εμφανίζονται διψασμένοι για γνώση και από την άλλη η άρχουσα τάξη αγωνίζεται για την περιφρούρηση των κατακτημένων της. Δεν είναι αστείο ότι οι κομουνιστικές ιδέες στηρίχθηκαν πάνω στην φιλοσοφία του Πλάτωνα; Ότι ο ναζισμός στηρίχτηκε στην θεωρία του Υπεράνθρωπου του Νίτσε;
Πάντα οι κατώτεροι για να αναδειχθούν, διαστρεβλώνουν κατά το δοκούν ανώτερες θεωρίες. Οι λαοί χαρακτηρίζονται και από τους θεούς τους. Οι Έλληνες κατασκεύασαν έναν άνθρωπο, τον Προμηθέα, τον τραγικό ήρωα που περπατά ενάντια στη μοίρα του γνωρίζοντας ότι θα καταστραφεί, που νίκησε τον θεό για να καλυτερέψει τη ζωή των θνητών.
Οι Εβραίοι κατασκεύασαν τον Μωυσή που σε συνεργασία με τον Ιαχβέ έφτιαξε τους νόμους αλυσίδες για να καταδυναστεύει τους ανθρώπους.

ΟΙ Έλληνες κατά τον Ιώσηπο δεν γνώριζαν τη λέξη νόμος, γιατί δεν αναφέρεται πουθενά στον Όμηρο!!!

Ο Έλληνας ευθυτενής και περήφανος αντικρίζει τους θεούς του σε αντίθεση με την κυρτωμένη ράχη του Εβραίου μπροστά στο φόβο και στις προκαταλήψεις, βουτηγμένος στην άγνοια και το σκοτάδι, την ενοχή της ζωής και την απειλή της Δευτέρας Παρουσίας και της αμείλικτης Κρίσης.

Οι θεοί προδίδουν την ποιότητα αυτών που τους δημιούργησαν.
«Καὶ λέγει Κύριος πρὸς τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ : Πᾶς ἄνθρωπος ὅστις ἐναντιωθῆ εἰς τὰς προσταγᾶς σου καὶ δὲν ὑπακούση εἰς τοὺς λόγους σου κατὰ πάντα ὅσα προστάξης αὐτὸν ἂς θανατώνηται* (Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ἃ΄18)».«Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς, ἐκ΄τούτου θέλετε γνωρίσει ὅτι ὁ θεὸς ὁ ζῶν εἶναι ἐν τῷ μέσω ὑμῶν καὶ ὅτι κατὰ κράτος θέλει ἐξολοθρεύσει…»
Ο ρωμαίος Ammianus Marcellinus ήταν ο ιστορικός του Κωνστάντιου του Β΄ κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ ὁποίου ἄρχισαν οἱ πιὸ ἀποτρόπαιοι διωγμοὶ ἐναντίων τῶν Ἑλλήνων. Στὴν σημερινὴ πόλη τοῦ Δυτικοῦ Ἰσραὴλ τὴν Beth Sian , γνωστὴ στοὺς Ἕλληνες ὅλους ἐκείνων τῶν αἱματοβαμμένων χρόνων ὡς Σκυθόπολης, τὸν 4ο αἵ. μ.κ.ε. γύρω στὸ 341 λειτούργησε τὸ πρῶτο στρατόπεδο συγκέντρωσης, γιὰ δύο δεκαετίες (20 ἔτη), δηλαδὴ κὰθ΄ὅλην τὴν διάρκεια τῆς κατοχῆς τοῦ Βυζαντινοῦ θρόνου ἀπὸ τὸν δευτερότοκο γιὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τὸν Κωνστάντιο τὸν δεύτερο.

Αυτό το ἀποτρόπαιο ἔγκλημα κατὰ τῆς Ἑλλάδας καὶ σὲ συνέπεια κατὰ τῆς ἀνθρωπότητας, διασώζει ὁ Ρωμαῖος ἱστορικὸς, στὸ 19ο βιβλίο τοῦ ἔργου τοῦ (*RERUM GESTARUM LIBRI XXXI*) 31 τόμων.

Τὸ σφαγεῖον τῆς Σκυθόπολης ὑπῆρξε ἐπινόηση – ἑνὸς νοσηροῦ ἐγκεφάλου ,τοῦ Ἐπισκόπου Ἀλεξάνδρειας Γεωργίου. Σκοπὸς τοῦ Γεωργίου ἦταν ἡ καθολικὴ ἐξόντωση τῶν Ἑλλήνων ἡ γενοκτονία αὐτῶν,καθὼς ἐκεῖνοι ἐστέκοντο ὡς ἀρνητὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος Β΄ δέχθηκε καὶ ἔστειλε στὴν Ἀνατολὴ τὸν ἀρχιγραμματέα τῆς Αὐλῆς τοῦ τὸν Παῦλο , περιβόητο γιὰ τὴν σκληρότητά του, ἀποκαλούμενο καὶ *Τάρταρο* . Αὐτὸς ὁ Παῦλος καὶ ὁ Γεώργιος σὲ συνεργασία ὀργάνωσαν τὸ στρατόπεδο συγκέντρωσης τῆς Σκυθόπολης.

Γράφει ὁ Ammianus Marcellinus:
«Τὸ ἀνθρωπόμορφο αὐτὸ κτῆνος, ὁ Παῦλος, διέθετε τόση ἐξουσία καὶ δύναμη ὥστε μὲ ἕνα νεῦμα τοῦ μόνο ἐξηρτάτο ἡ ζωὴ ὅλων ὅσων περπατοῦσαν στὴν γῆ» ( 19 : 12, 13 ) 
Ἀναφέρει ὁ Ἐμμανουὴλ Ροΐδης, ἀνακαλώντας τὰ ἱστορικά του Ammianus Marcellinus:
«Εἰς τὴν Σκυθόπολιν ὅπου εἶχε στηθὴ τὸ χριστιανικὸ κρεουργίον… Ἐκεῖ συνεδρίαζαν εὐσεβεῖς δικασταὶ (χριστιανοὶ εὐσεβεῖς) ἀμιλλώμενοι τὶς πλοίονας εἰδωλολάτρας (Ἕλληνες Ἐθνικοὺς) νὰ ὀπτήση ἐπὶ σχάρας, νὰ βράση ἐντὸς ζέοντος ἐλαίου, ἢ νὰ κατακόψη μεληδόν».
Ἡ Σκυθόπολης καὶ τὰ ἀπάνθρωπα γεγονότα ποὺ διαδραματίστηκαν ἐκεῖ ἐπὶ 20 συνεχῆ ἔτη ἀποκαλύπτουν γιατί τὰ μετέπειτα Ρωμαϊκὰ (Βυζαντινὰ) αὐτοκρατορικὰ διατάγματα ποὺ θεσμοθετοῦσαν τὴν «ἐπὶ Ἑλληνισμοῦ θανατικὴ καταδίκη» ἐφαρμόσθηκαν χωρὶς καμία ἀντίδραση ἢ ἐξέγερση, ὅπως χωρὶς καμία ἀντίσταση ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ἐπῆλθε ὁ ἀφανισμὸς 80 καὶ πλέον πόλεων τῆς κυρίως Ἑλλάδας ἀπὸ τὸν Χριστιανὸ Ἀλάριχο, μετὰ Βυζαντινῆς αὐτοκρατορικῆς διαταγῆς 40 χρόνια ἀργότερα.
«Ὅσο γιὰ τοὺς ἐχθρούς μου, αὐτοὺς ποὺ δὲν μὲ θέλησαν γιὰ βασιλιὰ τοὺς φέρτε τους ἐδῶ καὶ κατασφάξτε τοὺς μπροστά μου». (Κατὰ Λουκᾶν ΙΘ΄, 27).
«ἐξεγερῶ τὰ τέκνα σου Σιῶν ἐπὶ τὰ τέκνα τῶν Ἑλλήνων» (Ζαχαρίας Θ΄13 – 15).
Αμμιανός Μαρκελλίνος: Έγραψε το βιβλίο Res gestae που εξιστορεί τα γεγονότα των ετών 96-378μ.α.χ.χ. σε τριάντα ένα βιβλία, από τα οποία σώθηκαν τα βιβλία 14-31, τα οποία περιγράφουν τα γεγονότα των ετών από το 353 μ.α.χ.χ. μέχρι το 378 μ.α.χ.χ.

Ο χριστιανισμός έπαιξε το ρόλο του εκτελεστικού αποσπάσματος που κονιορτοποίησε τον ελληνικό πολιτισμό και τον ανθρώπινο στοχασμό. Στην αρχή του χριστιανισμού, σταματά η Ιστορία και αρχίζει ο εκβαρβαρισμός της ανθρωπότητας. Ολοταχώς όπισθεν, μέσα από την παροιμιώδη ανηθικότητα του Παύλου.

Αυτό το μακάβριο, εξοντωτικό σχέδιο δεν έγινε από έναν άνθρωπο. Πρόκειται για τη σύλληψη ενός Συστήματος που επιδιώκει να σπάσει το φράγμα της εκλεκτικότητας του πολιτισμού που κρατά τους Εβραίους απομονωμένους σαν λεπρούς η «ακάθαρτους». Όχι βέβαια για να αφομοιωθούν οι Εβραίοι στους κόλπους του πολιτισμού. «Μη γένοιτο», πού ‘λεγε και ο Παύλος. αλλά για να ενταχθεί η ανθρωπότητα στην εβραϊκή ιδεολογία.

Όχι! ο Παύλος δεν ήταν θρησκευόμενος από πίστη, αλλά από ιδεολογία. Μια ιδεολογία κατοχύρωσης συμφερόντων μασκαρεμένη σε θρησκεία! Και η ιδεολογία αυτή κινδύνευε από τη Γνώση που απλωνόταν στη Γη. Αυτός θα φτιάσει έναν θεό που θα καταποντίσει τη γνώση. Και θ’ αποκαταστήσει την ταπεινωμένη εβραϊκή του υπόσταση, αυτή την περιφρονημένη από τους πολιτισμένους, αλλά και τους ομόφυλούς του επαναστάτες, υποχρεώνοντας όλους να προσκυνήσουν τον ένα, τον μοναδικό θεό του Ισραήλ.
«Όσο μεγαλύτερο φτιάχνω το θεό, τόσο μεγαλύτερος και σπουδαιότερος είμαι ‘γω ο ίδιος», Γκαίμπελς.
«Όποιος δίδει τόσο μεγάλη σημασία στην πίστη καθαυτή, διατάζει ν’ αποκεφαλίσουν τους άλλους όταν αμφιβάλλουν γι’ αυτήν». Χόχουτ
Μελέτησε το βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου «Αντιγνώση» Τα δεκανίκια του καπιταλισμού: Η «Αντιγνώση, τα Δεκανίκια του Καπιταλισμού» θέτει ένα πρόβλημα που ποτέ ως τώρα δεν έχει ερευνηθεί αντικειμενικά και καίρια. Πως καταποντίστηκε ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός; Γιατί; Ποιους εξυπηρετούσε ο αφανισμός του; Και γιατί θεωρήθηκε απαραίτητο να ξεριζωθεί η Ελληνική παιδεία προκειμένου να επιβιώσει ο χριστιανισμός; Οι πολιτισμοί που καταστράφηκαν ολοκληρωτικά και αφανίστηκαν από το πρόσωπο της γης δέχτηκαν επιδρομές από ορδές βαρβάρων. Όπως ο Μυκηναϊκός από τους Δωριείς και ο Χαναανικός από τους Εβραίους. Αλλά ο χριστιανισμός εμφανίζεται σα θρησκεία. Και το ίδιο ισχυρίζεται ως σήμερα. Πως έδρασε όμως σα βαρβαρική επιδρομή; Και γιατί λειτούργησε σαν καταλύτης κάθε ελληνικού στοιχείου, μετερχόμενος μέσα που μόνο ο ναζισμός μεταχειρίστηκε; Ο χριστιανισμός ισχυρίστηκε, και ισχυρίζεται ακόμη, πως μοναδικό του κίνητρο ήταν η Σωτηρία. Σύμφωνοι. Αλλά τίνος; Μα της συσσώρευσης του Πλούτου και της Εξουσίας.
Αν θέλεις να πιείς δροσερό, καθάριο νερό από την πηγή δηλ. (Ελληνικά φιλοσοφικά κείμενα), δεν πίνεις από εμφιαλωμένο, πλαστικό μπουκάλι (Βίβλος).
Ion Maggos: Οι σύγχρονοι δούλοι είναι στις πλατείες και το παίζουν επαναστάτες με το καλαμάκι του φραπέ, αγανακτισμένοι εν μέσω ποπ-κόρν και κόκα-κόλας … Τάχα ξαφνιασμένοι για το ότι τους έκλεψαν, τους κορόιδεψαν, τους τα πήραν … Οι ίδιοι καμία ευθύνη!!! Η ιστορία των δούλων – χριστιανών-κρετίνων… επαναλαμβάνεται και όπως πάντα στο τέλος απλά θα αλλάξουν μαντρί και τσοπάνη …όπως γίνεται μετά από κάθε «επανάσταση της μάζας».

Λουκάς Γαβριηλίδης: Ξαναζούμε τις ημέρες του 136 π.κ.ε. με την ατέλειωτη στρατιά των δούλων, ακτημόνων, προλετάριων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ίδιες σκηνές, ίδια σχεδόν αφεντικά, ίδιοι κλυδωνισμοί και με μια Ελλάδα πάλι ταπεινωμένη και ξεπουλημένη. Ο Σύρος Εύνους τραντάζει συθέμελα την Σικελία, Η Δήλος ματώνει, η Ρώμη χάνει τον ύπνο της από τον ξεσηκωμό της πανστρατιάς των δούλων. Στα άγια χώματα της Ιωνίας ο Αριστόνικος ξεπαστρεύει με τους επαναστάτες του τρείς Ρωμαίους στρατηγούς με τον στρατό τους. Ο Αριστόνικος ο Βασιλιάς της Δικαιοσύνης γίνεται το σύμβολο των εξαθλιωμένων δούλων. Το 1260 πολέμησε ο Αριστόνικος τον Όφι της Ρώμης και του τσάκισε την ράχη.

Τότε ξεπρόβαλε και ο Τιβέριος Γράκχος και ζήτησε ξεπούλημα της περιουσίας των πλουσίων για να ζήσουν οι φτωχοί. Ήταν η εποχή που οι πλούσιοι βασιλιάδες εύρισκαν καταφύγιο και προστασία στην δύναμη της Ρώμης.

Ο Νικομήδης της Βιθυνίας, ο Αλέξανδρος ΙΙ της Αιγύπτου, ο Πτολεμαίος Απίων της Κυρήνης, ο Άτταλος ΙΙΙ και πολλοί άλλοι παρακαλούσαν να μπούνε στην Ε.Ε. για να σώσουν τα πλούτη τους.

Μόνο η οικονομική ολιγαρχία της φτωχής Ελλάδας είχε 300-400 δις σε καταθέσεις στους ναούς τράπεζες των Πεφωτισμένων στις Άλπεις.

Ο Αριστόνικος ήταν ο άνθρωπος που ξεστόμισε το θείο μήνυμα της επανάστασης και έκανε κάθε ζωντανή καρδιά να κτυπήσει δυνατά. Υπήρχε όμως και ο Τιβέριος Γράκχος στην Ρώμη που ξεσήκωνε τον λαό κατά της ολιγαρχίας του πλούτου και της διαφθοράς.

Αυτή όμως η οικονομική ολιγαρχία λίγο αργότερα ελέγχοντας όπως πάντα το θησαυροφυλάκιο κατάφερε σύντομα να δολοφονήσει τον Τιβέριο και με την βοήθεια των Ηρώδηδων στην Ιωνία να νικήσει και να σταυρώσει τον Αριστόνικο, τον βασιλιά της Δικαιοσύνης ανάμεσα σε δύο «ληστές» επαναστάτες!

ΔΕΣ

Οι καταραμένοι «Απικορσείμ»

Συζητήσεις για την θρησκεία και η άρνηση της αλήθειας

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Ευτυχία: Τα πράγματα είναι όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι

Η Ψυχολογία της Ευτυχίας: Τα πράγματα είναι όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι! Ζούμε σε μια εποχή με την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να έχουμε ολες τις απαντήσεις για όλα τα προβλήματα μονομιάς! Είτε αυτά αφορούν στον χώρο των προσωπικών μας σχέσεων, στην οικονομία, στην ψυχολογία, στην επιστήμη.

Σε έναν κόσμο που δεν μας έχει συνηθήσει σε στερήσεις και ελλείψεις. Ζητάμε από την καθημερινότητά μας άμεσα αποτελέσματα και γρήγορη ικανοποίηση.

Θέλουμε απαντήσεις πιο γρήγορα, χωρίς να εξετάζουμε εάν είμαστε έτοιμοι να τις πάρουμε...! Όταν πεινάμε, παραγγέλνουμε delivery και ό,τι φαγητό θέλουμε έρχετε στο χώρο μας. Μέσα από το διαδίκτυο, δεν χρειάζεται ούτε καν να πάμε στο βιβλιοπωλείο για να παραγγείλουμε το βιβλίο που μας αρέσει ! Δεν χρειάζεται να μετακινηθούμε για βρούμε σπίτι όταν θέλουμε να αγοράσουμε: μπαίνουμε στο internet και εκεί είναι όλα τα σπίτια στη διάθεσή μας προς πώληση.

Από την άλλη, συνεχώς έχουμε την αίσθηση ότι τα πράγματα στην προσωπική, και την κοινωνική μας ζωή δεν είναι όπως έπρεπε να είναι για να είμαστε ευτυχισμένοι. Πάντα σκεφτόμαστε ότι θα μπορούσε να είναι η σχέση μας με τον σύντροφο μας καλύτερη, το πορτοφόλι μας πιο γεμάτο, τα παιδιά μας καλύτεροι μαθητές, ο μπαμπάς μας να μας είχε φερθεί καλύτερα όταν είμασταν μικροί, ο αδερφός μας να νοιαζόταν περισσότερο για μας, οι φίλοι μας να ήταν πιο στοργικοί απέναντί μας, κ.ο.κ.

Μοιάζει να μην ξέρουμε να ζούμε με τα πράγματα έτσι όπως είναι, να ζούμε σε μια κατάσταση έτσι όπως αυτή είναι. Νιώθουμε πως πρέπει να την αλλάξουμε, να την βελτιώσουμε, έχουμε την αίσθηση ότι τα πράγματα δεν θα είναι εντάξει εάν τα αφήσουμε στην ησυχία τους. Νομίζουμε ότι υπάρχει κάποιο «λάθος» σ' αυτό που δεν συμβαίνει αρκετά σύντομα, ή που δεν λειτουργεί με τον τρόπο που πιστεύουμε εμείς ότι θα έπρεπε να λειτουργούσε. Θεωρούμε δηλαδή την υπόθεσή μας αυτή ως σωστή, και σ' αυτήν μας την κρίση βασίζουμε την ευτυχία μας! Στην πραγματικότητα, μ' αυτόν τον τρόπο, υφαίνουμε την προσωπική μας δυστυχία... Είναι δυνατόν όμως η ανυπομονησία και η συνεχής επικριτική διάθεση να μας δώσει κάτι καλό;

Ένα κλειδί για την ευτυχία είναι η υπομονή. Κι αυτή κατακτάται με την πεποίθηση –που στην πορεία γίνεται γνώση- ότι όλα θα πάνε καλά, με την πίστη ότι υπάρχει ένα σχέδιο, που πολύ συχνά δεν συμβαδίζει με το σχέδιο που έχουμε σφηνωμένο στο κεφάλι μας ως το «σωστό σχέδιο». Δυστυχώς, αυτό εύκολα το ξεχνάμε, κι έτσι πολλοί από μας προσπαθούμε εναγωνίως να ελέγξουμε καταστάσεις για να λειτουργήσουν έτσι όπως «θα έπρεπε» να λειτουργήσουν, στον «τέλειο» χρόνο, με τον «ιδανικό» τρόπο!...

Ο νους θα επιδιώκει πάντα να αλλάζει τα πράγματα, εμείς απ' την άλλη χρειάζεται συνεχώς να επιεβαιώνουμε τον εαυτό μας ότι τα πράγματα εξελίσσονται έτσι ακριβώς όπως πρέπει να εξελιχθούν. Ο νους θέλει να πιστεύει ότι η αλλαγή των συνθηκών θα μας δώσει γαλήνη και ηρεμία. Ο νους θα επιμείνει ότι πρέπει να κάνουμε κάτι για να βελτιώσουμε τα πράγματα.

Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν πρόκειται να μας δοθεί οποιαδήποτε εμπειρία ζωής παρά μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι γι' αυτήν, όταν θα βρούμε μέσα μας την εμπιστοσύνη, και θα αποκτήσουμε την αντίληψη ότι τα πράγματα κυλάνε έτσι όπως θα έπρεπε να κυλήσουν, στο δικό τους χρόνο, με τον δικό τους τρόπο. Τότε μόνο μπορούμε να χαλαρώσουμε και να απολαύσουμε τη ζωή μας. Στην πραγματικότητα, όλοι μας είμαστε ικανοί να χαλαρώσουμε με τις συνθήκες αυτές που υπάρχουν τώρα στη ζωή μας, γνωρίζοντας ότι η βαθιά υπομονή και αυτο-αποδοχή θα μας δώσει την γαλήνη και την ψυχο-σωματική ίαση που ζητάμε.

Ο άνθρωπος, τελικά, γεννιέται ή γίνεται κακός;

Ένας άνθρωπος, τελικά, γεννιέται ή γίνεται κακός; Έχουν ακουστεί άπειρες απόψεις, έχει χυθεί τόσο μελάνι ώστε να απαντηθεί με μία βεβαιότητα ή με ένα τουλάχιστον βασικό συμπέρασμα για ένα θεμελιώδες ερώτημα: Ένας άνθρωπος γεννιέται ή γίνεται αυτό που είναι;


Ένας άνθρωπος είναι τελικά από τη γέννησή του καλός ή κακός ή γίνεται;

Ωστόσο, καλά και κακά στοιχεία ενυπάρχουν σε κάθε άνθρωπο, ένας σκληρός άνθρωπος μπορεί να εμφανίσει κάποια σημάδια ευαισθησίας, όπως και ένας άνθρωπος με ιδιαίτερα ευαίσθητο χαρακτήρα, μπορεί να επιδείξει κιόλας μεγάλη σκληρότητα. Αλλά μπορούμε να ορίσουμε το καλό και το κακό ως ένα διαρκές μοτίβο συμπεριφοράς που έχει υπερισχύσει σε έναν άνθρωπο και είναι μόνιμο.

Ο πρώτος που ασχολήθηκε με αυτό το θέμα δεν ήταν άλλος από το Σωκράτη. Ο Σωκράτης ως ο πρώτος ανθρωποκεντρικός φιλόσοφος που ασχολήθηκε με το μείζον αυτό ζήτημα, θεωρούσε ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι από τη φύση του κακός (σε αυτόν ανήκει η γνωστή φράση, ουδείς εκών κακός). Σύμφωνα με αυτόν, ένας άνθρωπος ο οποίος προβαίνει σε μία αξιόποινη πράξη, δεν έχει γνώση ότι αυτή του η πράξη είναι αντίθετη με την ηθική ή με αυτό που από την κοινωνία έχει οριστεί ως καλό (πχ κάποιος κλέβει, επειδή δεν έχει διδαχθεί ότι η πράξη του αυτή είναι αξιόποινη και ηθικά κατακριτέα). Άρα είναι η έλλειψη γνώσης (αγνωσία), εκείνη που κάνει έναν άνθρωπο καλό ή κακό. Φυσικά, αυτό δε σημαίνει ότι αν διδαχθεί πως η κλοπή είναι ηθικά αξιόποινη πράξη δε θα τη διαπράξει ξανά (χιλιάδες διδάχτηκαν το ου φονεύσεις και, όμως, φόνευσαν)…

Όμως, θα διαφωνήσει κάποιος προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι πολλοί άνθρωποι διδάχθηκαν ότι η κλοπή είναι μία αξιόποινη πράξη όπως και ο φόνος και στο τέλος να ήταν αυτοί οι ίδιοι που σκότωσαν και έκλεψαν. Άρα, ήταν θέμα γνώσης η υπεροχή του καλού ή του κακού, ή ένας άνθρωπος γεννιέται με έναν στοιχειώδη χαρακτήρα, ο οποίος πλάθεται με τα βιώματα – ειδικά αυτά που συμβαίνουν στην παιδική ηλικία;

Πολλοί υποστηρίζουν ότι η κύρια αιτία που σε έναν άνθρωπο μπορεί να υπερτερεί ο κακός , εγωιστής ή σκληρός χαρακτήρας να οφείλεται κατά κύριο λόγο στους γονείς και το κατά πόσο ένα παιδί αγαπήθηκε ή ανατράφηκε σωστά. Αυτό είναι ένα από τα λογικότερα επιχειρήματα, διότι ο άνθρωπος σε ένα μεγάλο βαθμό στα πρώτα χρόνια της ζωής του ‘’ρουφάει’’ σα σφουγγάρι τις συμπεριφορές – καλές ή κακές – που έχουν υιοθετήσει οι γονείς του. Στην πορεία, αν το ίδιο άτομο έρθει αντιμέτωπο με την αδιαλλαξία ή τη σκληρότητα και την αδικία, και το ίδιο να υιοθετήσει αυτό τον τρόπο ζωής. Από την άλλη όμως υπήρξαν άνθρωποι που μεγάλωσαν σε ιδρύματα ή κακοποιήθηκαν από γονείς και να υπερίσχυσε μέσα τους ο καλός τους χαρακτήρας και τα θετικά τους γνωρίσματα.

Πολλοί διαφωνούν με την πεποίθηση ότι ένας άνθρωπος γεννιέται και έχει μεγαλύτερη ροπή στο καλό ή το κακό, διότι θεωρούν ότι ένα βρέφος δε μπορεί μέσα του να έχει κακία, μίσος, επιθυμία να βλάψει ή να προβεί σε κάποια αξιόποινη πράξη. Πολλοί αιτιολογούν την αντικοινωνική συμπεριφορά ως απόρροια εξωγενών από το άτομο γεγονότων (ένα παιδί μεγαλώνει σε περιβάλλον κακοποίησης και όταν μεγαλώσει κακοποιεί και το ίδιο τη γυναίκα του, ένας άνθρωπος κλέβει επειδή βρέθηκε σε μία τραγική οικονομική κατάσταση).

Ένας άνθρωπος, με τον ερχομό του στη ζωή, έχει και από εκείνη τη στιγμή έναν δικό του τρόπο αντίληψης ο οποίος με τα χρόνια, τα βιώματα και την ανατροφή πλουτίζει και αποκτά υπόσταση.

Είναι επίσης γνωστό ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου πλάθεται μέχρι την ηλικία των πέντε ετών. Άρα ένας άνθρωπος μπορεί να έχει ήδη μία ροπή η οποία λόγω βιωμάτων να βγαίνει στην επιφάνεια. Δύο άνθρωποι μπορεί να μεγάλωσαν σε ένα ίδρυμα, ο ένας μεγαλώνοντας να ασχολήθηκε με τον εθελοντισμό επειδή συμπόνεσε άλλα παιδιά και να μη θέλει κάποιος άλλος να βιώσει την εγκατάλειψη, ενώ ο άλλος μπορεί να μίσησε τους υπόλοιπους επειδή εκείνοι μεγάλωσαν καλά και εκείνος στερήθηκε την αγάπη.

Με τον ίδιο τρόπο δύο άνθρωποι που νόσησαν, ο πρώτος να αγάπησε περισσότερο τους ανθρώπους γύρω του, ενώ ο δεύτερος να μισεί τους άλλους επειδή ήρθε σε εκείνον η ασθένεια. Άρα μπορεί να υπάρξει ως συμπέρασμα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να έχει μέσα μία ροπή προς το καλό ή το κακό η οποία να βγαίνει στην επιφάνεια και να οξύνεται λόγω των βιωμάτων και των καταστάσεων.

Η ανθρώπινη ψυχή είναι τόσο δύσκολη, πολυεπίπεδη, δυσανάγνωστη, έχει τέτοια μοναδικότητα και βάθος που δε σταματάει να εκπλήσσει. Και, σίγουρα, δε γίνεται να υπάρχει ένα και μόνο συμπέρασμα το οποίο να είναι απόλυτο, ειδικά σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα. Η ροπή του ανθρώπου είτε περισσότερο στο καλό, είτε περισσότερο στο κακό είναι ένας συγκερασμός τόσο κοινωνικών, οικογενειακών καταστάσεων, όσο και έμφυτης ροπής από τη γέννηση του ατόμου κιόλας.

Απαιτεί πολύ χρόνο η ανάπτυξη

«ΑN ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΣΑΝ ΚΑΤΙ ΑΦΥΣΙΚΟ, κάτι που δεν θα έπρεπε να μας συμβαίνει, τότε δεν είναι καθόλου παράξενο να ψάχνουμε να βρούμε κάποιον ο οποίος ευθύνεται για τη δυστυχία μας. Ο θύτης μπορεί να είναι το κράτος, το εκπαιδευτικό σύστημα, οι καταπιεστικοί γονείς, μια δυσλειτουργική οικογένεια, το άλλο φύλο ή ο άστοργος σύντροφός μας. Ο κίνδυνος όμως που προκύπτει από τη συνεχιζόμενη απόδοση της ευθύνης και τη διατήρηση της θέσης του θύματος είναι η διαιώνιση της δυστυχίας μας -μέσα από τα επίμονα συναισθήματα θυμού, απογοήτευσης και αποστροφής».

«ΠΟΛΥ ΣΥΧΝΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΡΟΚΑΛΟΥΜΕ οι ίδιοι τη δυστυχία μας, με το να αρνούμεθα να εγκαταλείψουμε το παρελθόν. Αν προσδιορίσουμε την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας με τα δεδομένα που είχε το παρουσιαστικό μας παλιότερα ή με τα δεδομένα αυτών που μπορούσαμε παλιά να κάνουμε και που δεν μπορούμε πια να κάνουμε τώρα, μπορούμε να στοιχηματίσουμε με βεβαιότητα ότι με αυτές τις αντιλήψεις δεν πρόκειται να γινόμαστε πιο ευτυχισμένοι καθώς θα μεγαλώνουμε».

«Η ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΝΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ μπορεί να γίνει από τα πιο ισχυρά και αποτελεσματικά όπλα που έχουμε για να μας βοηθήσουν να ανταποκριθούμε στα προβλήματα της καθημερινής ζωής. Πρέπει να συνειδητοποιήσει κανείς ότι κάθε φαινόμενο, κάθε συμβάν, έχει διαφορετικές όψεις. Συμβαίνει συχνά όταν ανακύπτουν προβλήματα να περιορίζεται σημαντικά η θέασή μας. Όλη μας η προσοχή επικεντρώνεται στη στενοχώρια μας για το πρόβλημα και ίσως έχουμε την αίσθηση ότι είμαστε οι μόνοι που αντιμετωπίζουμε τέτοιες δυσκολίες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ένα είδος αυτοαπορρόφησης, που κάνει το πρόβλημα να φαίνεται πολύ μεγάλο».

«ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΝΑ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΙΣ ΥΠΟΜΟΝΗ και ανεκτικότητα απέναντι στους εχθρούς σου, τότε όλα τα άλλα έρχονται πολύ πιο εύκολα -η συμπόνια σου απέναντι σε όλους τους άλλους αρχίζει να ρέει με φυσικότητα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ενδυνάμωση από εκείνη της υπομονής, ακριβώς όπως δεν υπάρχει χειρότερο βάσανο από το μίσος. Γι’ αυτό τον λόγο θα πρέπει να εντείνει κανείς τις προσπάθειές του όσο μπορεί, ώστε να μην τρέφει μίσος απέναντι στον εχθρό του, αλλά μάλλον να χρησιμοποιήσει την κάθε δυσκολία ως μια ευκαιρία για να αναπτύξει την άσκησή του στην υπομονή και την ανεκτικότητα. Στην πραγματικότητα, ο εχθρός είναι μια αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της υπομονής».

«ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗΣ, ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΠΡΙΝ ή μετά από άσχημες εμπειρίες δυστυχίας, μπορούμε να στοχαζόμαστε πάνω στη δυστυχία, προσπαθώντας να κατανοήσουμε το νόημά της. Και ο χρόνος και η προσπάθεια που καταβάλλουμε αναζητώντας το νόημα της δυστυχίας θα μας ανταμείψουν πλουσιοπάροχα όταν αρχίσει να μας χτυπάει το κακό».

«ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΣΕ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ακριβώς μέσα στο πνεύμα μας. Για να περιορίσουμε τη δυστυχία του πόνου, χρειάζεται να κάνουμε μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στον πόνο του πόνου και στον πόνο που δημιουργούμε με τις σκέψεις μας γύρω από τον πόνο. Φόβος, θυμός, ενοχή, μοναξιά και η αίσθηση ότι είμαστε αβοήθητοι, όλα αυτά είναι νοητικές και συγκινησιακές αντιδράσεις που μπορούν να εντατικοποιήσουν τον πόνο». 

«ΑΠΑΙΤΕΙ ΠΟΛΥ ΧΡΟΝΟ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ της κατάλληλης συμπεριφοράς και των συνηθειών εκείνων του νου που συμβάλλουν στην επίλυση των προβλημάτων μας. Απαιτεί επίσης πολύ χρόνο για να εγκαθιδρυθούν οι νέες εκείνες συνήθειες που θα προσφέρουν την ευτυχία. Δεν υπάρχει τρόπος να παραγνωρίσουμε αυτά τα απαραίτητα συστατικά, όπως η αποφασιστικότητα, η προσπάθεια και ο χρόνος. Αυτά είναι τα πραγματικά μυστικά για την κατάκτηση της ευτυχίας».