«Όταν χορεύεις, ο σκοπός σου δεν είναι να εξασφαλίσεις μία καλή θέση στο χώρο, αλλά να απολαύσεις περισσότερο όσο αυτός διαρκεί»
Πόσες φορές άραγε αναρωτηθήκαμε για τη ζωή που ζούμε αν μπορεί να μας προσφέρει τη δύναμη που απαιτείται για να τη ζήσουμε μέχρι το τέλος της; Και αν ναι από που θα την αντλήσουμε; Και πόσες φορές νοιώσαμε να τρέχουμε σε ένα ανελέητο κυνηγητό όπως η γάτα τρέχει πίσω από την ουρά της προσπαθώντας να την πιάσει; Πότε δώσαμε χρόνο για να σηκώσουμε τα μάτια μας να δούμε πέρα από τον ορίζοντα της καθημερινότητας και να αφήσουμε το βλέμμα μας να περιπλανηθεί στο μέλλον χωρίς φόβο και αμφιβολία; Σπάνια…
Το μυστικό της χαράς και της απόλαυσης της ζωής δεν κρύβεται κάπου εκεί έξω αλλά κάπου εδώ μέσα και πιστεύω πως σίγουρα το κατέχουν τα παιδιά. Αναρωτηθήκατε ποτέ άραγε γιατί είναι πάντα χαρούμενα;
Γιατί απλά ζουν στο τώρα.
Δεν υπάρχει παρελθόν και μέλλον να σκεφτούν. Ζουν για το σήμερα. Χαίρονται με απλά πράγματα και συγχωρούν αμέσως. Το μυαλό τους δεν έχει χαρακτηριστεί από τοξικά συναισθηματικά απόβλητα και η καρδιά τους δεν έχει πυρποληθεί από τον πόνο της ανεκπλήρωτης προσδοκίας.
Μία μέρα … μία μόνο μέρα αν τη ζούσαμε μέσα από τα μάτια των μικρών παιδιών… όλα θα θεραπεύονταν με μιας μέσα μας και έξω μας.
Γιατί όλη μας η σύνθεση θα εξέπεμπε ανεπιτήδευτη χαρά και ακατανίκητη ενέργεια.
Τα παιδιά έχουν καθαρή καρδιά, αμόλυντη, ξέρουν ν’ αγαπούν αληθινά. Αν μπορούσαμε λοιπόν να ζήσουμε μέσα από τα μάτια τους τη μικρή μας ζωή, θα βλέπαμε πόσο μεγάλη σημασία έχουν τα μικρά πράγματα.
Κάποτε μία μητέρα μου είπε πως όταν πήγε με το το παιδί της στο πάρκο έτρεξε ο μικρός της γιος μόλις είδε ένα πολύχρωμο λουλούδι λέγοντάς της: «Μαμά κοίτα… τι ωραίο… κοίτα πόσο ωραία χρώματα έχει αυτό το λουλούδι» και πραγματικά γεμάτο ενθουσιασμό γι' αυτό το τόσο απλό, καθημερινό και φυσικό για μας τους ενήλικες θέαμα την έκανε να σκεφτεί πόσο θαύμα κρύβεται μέσα στο ασύλληπτο χρωματικό καλειδοσκόπιο ενός μίσχου.
Είναι ασύλληπτο να το συλλάβει ο ανθρώπινος νους αλλά εύκολο να το συλλάβει μία ανθρώπινη καρδιά με παιδική απλότητα.
Τότε το συναίσθημα του θαυμαστού θεάματος που κατακλύζει την διψασμένη μας ύπαρξη ακινητοποιεί τις αισθήσεις και το νου και σε καθηλώνει στο τώρα. Και τότε καταλαβαίνουμε –έστω και στιγμιαία- πως η ζωή είναι γεμάτη θαύματα που προσπερνάμε με τόση ευκολία…
Μία πλάση γεμάτη θαυμαστά δημιουργήματα με ωραιότερο κόσμημα μία παιδική ψυχή που ξέρει να ενθουσιάζεται… να ζει συνεχώς.
Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021
Ξαναβρείτε τον δρόμο προς το παλάτι σας
Η μεγάλη κλοπή της ταυτότητάς σας ξεκίνησε λίγο μετά την άφιξή σας στη Γη. Οι γονείς, οι δάσκαλοι, τα αδέλφια σας, οι ιερείς και άλλες φιγούρες εξουσίας σας είπαν πως είστε απρεπείς, ασήμαντοι, άσχημοι, ανόητοι, ανάξιοι και αμαρτωλοί, πως ο κόσμος είναι μια επικίνδυνη ζούγκλα και ο κίνδυνος ελλοχεύει σε κάθε γωνιά. Με τον καιρό αρχίσατε να πιστεύετε αυτά τα απαίσια ψέματα, μέχρι που έφτασε η ημέρα που ξεχάσατε την εσωτερική σας ομορφιά, δύναμη, αθωότητα και ασφάλεια. Στο τέλος, υιοθετήσατε μια ταυτότητα αντιφατική ως προς την θεϊκή σας φύση και ζείτε έκτοτε, σαν να είστε κάποιος άλλος.
Υπάρχει μια ιστορία, όπου κάποιοι απαγάγουν μια πριγκιποπούλα, η οποία τελικά μεγαλώνει ανάμεσα στους ψαράδες. Μεγάλωσε μέσα στα ψάρια και έμαθε να ζει στις κακουχίες. Μετά από πολλά χρόνια, ένας από τούς υπηρέτες του βασιλιά βρήκε την πριγκίπισσα και την έφερε πίσω στο παλάτι. Οι γονείς της την καλωσόρισαν με χαρά και την οδήγησαν στο βασιλικό της δωμάτιο, που είχε ένα μαλακό κρεβάτι, μεταξένια σεντόνια, πολύχρωμα λουλούδια, αρώματα. Το πρώτο της βράδυ η πριγκίπισσα στριφογύριζε συνεχώς στο κρεβάτι της. «Πάρτε με από εδώ» φώναζε. «Θέλω να πάω στο σπίτι μου». Αυτό που δεν είχε καταλάβει η πριγκίπισσα είναι πως βρισκόταν ήδη στο σπίτι της. Η βασιλική ζωή ήταν δική της από τη γέννησή της. Όμως εκείνη είχε τόσο συνηθίσει να ζει μέσα στις δυσκολίες, που πίστευε πραγματικά πως αυτή ήταν η θέση της στη ζωή. Το φυσιολογικό δεν ταυτίζεται και με το φυσικό. Όπως η πριγκίπισσα, όλοι μας έχουμε συνηθίσει να ζούμε σε ψυχικές συνθήκες πολύ χειρότερες από αυτές που μας αξίζουν.
Για να ξαναβρείτε τον δρόμο προς το παλάτι, θα πρέπει να θυμηθείτε την αληθινή σας καταγωγή. Δεν είστε το άνομά σας, η ηλικία σας, το βάρος σας, η διεύθυνσή σας, η θρησκεία σας, οι προσωπικές σας σχέσεις, η θέση εργασίας σας, το περιεχόμενο του τραπεζικού σας λογαριασμού, η ιατρική διάγνωση για την υγεία σας ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό με το οποίο σας προσδιορίζει ο κόσμος. Μπορεί οι κοινωνικές συμβάσεις να σας αρχειοθετούν βάσει κατακερματισμένων απόψεων, αλλά εσείς είστε πάντοτε ακέραιοι και ολόκληροι, όπως δημιουργηθήκατε από την αρχή.
Υπάρχει μια ιστορία, όπου κάποιοι απαγάγουν μια πριγκιποπούλα, η οποία τελικά μεγαλώνει ανάμεσα στους ψαράδες. Μεγάλωσε μέσα στα ψάρια και έμαθε να ζει στις κακουχίες. Μετά από πολλά χρόνια, ένας από τούς υπηρέτες του βασιλιά βρήκε την πριγκίπισσα και την έφερε πίσω στο παλάτι. Οι γονείς της την καλωσόρισαν με χαρά και την οδήγησαν στο βασιλικό της δωμάτιο, που είχε ένα μαλακό κρεβάτι, μεταξένια σεντόνια, πολύχρωμα λουλούδια, αρώματα. Το πρώτο της βράδυ η πριγκίπισσα στριφογύριζε συνεχώς στο κρεβάτι της. «Πάρτε με από εδώ» φώναζε. «Θέλω να πάω στο σπίτι μου». Αυτό που δεν είχε καταλάβει η πριγκίπισσα είναι πως βρισκόταν ήδη στο σπίτι της. Η βασιλική ζωή ήταν δική της από τη γέννησή της. Όμως εκείνη είχε τόσο συνηθίσει να ζει μέσα στις δυσκολίες, που πίστευε πραγματικά πως αυτή ήταν η θέση της στη ζωή. Το φυσιολογικό δεν ταυτίζεται και με το φυσικό. Όπως η πριγκίπισσα, όλοι μας έχουμε συνηθίσει να ζούμε σε ψυχικές συνθήκες πολύ χειρότερες από αυτές που μας αξίζουν.
Για να ξαναβρείτε τον δρόμο προς το παλάτι, θα πρέπει να θυμηθείτε την αληθινή σας καταγωγή. Δεν είστε το άνομά σας, η ηλικία σας, το βάρος σας, η διεύθυνσή σας, η θρησκεία σας, οι προσωπικές σας σχέσεις, η θέση εργασίας σας, το περιεχόμενο του τραπεζικού σας λογαριασμού, η ιατρική διάγνωση για την υγεία σας ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό με το οποίο σας προσδιορίζει ο κόσμος. Μπορεί οι κοινωνικές συμβάσεις να σας αρχειοθετούν βάσει κατακερματισμένων απόψεων, αλλά εσείς είστε πάντοτε ακέραιοι και ολόκληροι, όπως δημιουργηθήκατε από την αρχή.
Χωρίς την αίσθηση της έντονης αγάπης, δεν μπορείς να έχεις την αντίληψη του συνόλου της ζωής
Χωρίς να βγούμε από το δωμάτιο, ελπίζουμε ότι θα εξερευνήσουμε το ποτάμι σε όλο το μήκος και το πλάτος του και ότι θα αντιληφθούμε τον πλούτο των πράσινων λιβαδιών στις όχθες του. Ζούμε σ’ ένα μικρό δωμάτιο και ζωγραφίζουμε πάνω σ’ ένα μικρό τελάρο, νομίζοντας ότι έχουμε αρπάξει τη ζωή από τα μαλλιά ή ότι έχουμε κατανοήσει τη σημασία του θανάτου, αλλά αυτό δεν ισχύει. Για να συμβεί αυτό, πρέπει να βγούμε έξω. Και είναι εξαιρετικά δύσκολο να βγεις έξω, ν’ αφήσεις το δωμάτιο με το στενό παράθυρο και να δεις τα πάντα όπως είναι, χωρίς να κρίνεις, χωρίς να καταδικάζεις, χωρίς να λες «αυτό μ’ αρέσει, εκείνο δεν μ’ αρέσει», επειδή οι περισσότεροι από εμάς νομίζουμε ότι μέσα από το μερικό θα κατανοήσουμε το σύνολο. Νομίζουμε ότι από τη μια ακτίνα της ρόδας του ποδηλάτου θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε όλη τη ρόδα του, αλλά μια ακτίνα δεν κάνει όλη τη ρόδα, έτσι δεν είναι; Χρειάζονται όλες οι ακτίνες, το κέντρο της ρόδας και το στεφάνι της, πρέπει να δούμε ολόκληρη τη ρόδα για να μπορέσουμε να την κατανοήσουμε. Με τον ίδιο τρόπο, πρέπει να αντιληφθούμε όλη τη διαδικασία του να ζεις, αν ενδιαφερόμαστε πραγματικά να κατανοήσουμε τη ζωή.
Η εκπαίδευση θα έπρεπε να σε βοηθάει να κατανοήσεις τη ζωή στο σύνολό της, και όχι απλώς να σε προετοιμάζει να βρεις δουλειά και να ακολουθήσεις το συνηθισμένο δρόμο του γάμου, των παιδιών, της ασφάλειας και των προσευχών στο Θεό. Αλλά για να υπάρξει μια σωστή εκπαίδευση, χρειάζονται νοημοσύνη και βαθιά εν-όραση. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό και ο ίδιος ο δάσκαλος να έχει εκπαιδευτεί σωστά, ώστε να κατανοεί τη διαδικασία της ζωής και όχι απλώς να διδάσκει σύμφωνα με παλιές ή καινούριες φόρμουλες.
Η ζωή είναι ένα εκπληκτικό μυστήριο – όχι το μυστήριο των βιβλίων, όχι το μυστήριο για το οποίο μιλάνε οι άνθρωποι, αλλά ένα μυστήριο που πρέπει ν’ ανακαλύψει κανείς μόνος του. Γι’ αυτό πρέπει να κατανοήσει κανείς πρώτα εκείνο που είναι μικρό, λίγο, ασήμαντο, και μετά να προχωρήσει πέρα απ’ αυτό.
Αν δεν αρχίσετε να κατανοείτε τη ζωή όσο είστε νέοι, θα μεγαλώσετε και θα είστε εσωτερικά άσχημοι, χωρίς κανένα ενδιαφέρον, θα είστε άδειοι μέσα σας, παρόλο που μπορεί να έχετε χρήματα, να οδηγείτε ακριβά αυτοκίνητα και να παίρνετε διάφορες πόζες. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να αφήνεις το “δωματιάκι” σου και να αντιλαμβάνεσαι την απεραντοσύνη του ουρανού. Αλλά δεν μπορείς να το κάνεις αυτό αν δεν έχεις μέσα σου αγάπη – όχι ερωτική αγάπη ή ιερή αγάπη, αλλά απλώς αγάπη, που σημαίνει ν’ αγαπάς τα πουλιά, τα δέντρα, τα λουλούδια, τους φίλους σου, τους γονείς σου και, πέρα από τους γονείς σου, όλη την ανθρωπότητα.
Δεν θα ήταν τραγικό να μην ανακαλύψετε από μόνοι σας τι είναι αγάπη; Αν εσείς, που είστε παιδιά, δεν γνωρίσετε την αγάπη τώρα, δεν θα την γνωρίσετε ποτέ. Διότι, καθώς θα μεγαλώνετε, αυτό που ονομάζεται αγάπη θα καταντήσει να σημαίνει κάτι πολύ άσχημο: ιδιοκτησία, ένα είδος εμπορεύματος που αγοράζεται και πουλιέται. Αλλά αν αρχίσετε από τώρα να έχετε αγάπη στις καρδιές σας, αν αγαπάτε το δέντρο που φυτέψατε, το αδέσποτο ζώο που χαϊδέψατε, τότε, καθώς θα μεγαλώνετε, δεν θα παραμείνετε στο “δωματιάκι” σας με το στενό παράθυρο, αλλά θα το αφήσετε και θα αγαπάτε ολόκληρη τη ζωή κι όχι κάποια κομμάτια της.
Η αγάπη είναι είναι γεγονός που συμβαίνει, δεν είναι μελοδραματισμοί, κάτι που σε κάνει να κλαις, δεν είναι συναίσθημα. Στην αγάπη δεν υπάρχει καθόλου συναισθηματισμός. Και είναι πολύ σημαντικό να γνωρίσετε την αγάπη όσο είστε νέοι. Οι γονείς σας και οι δάσκαλοί σας ίσως δεν γνωρίζουν την αγάπη και γι’ αυτό δημιούργησαν ένα φριχτό κόσμο, μια κοινωνία που βρίσκεται συνεχώς σε σύγκρουση, τόσο μέσα στους κόλπους της όσο και με άλλες κοινωνίες. Οι θρησκείες τους, οι φιλοσοφίες τους, οι ιδεολογίες τους είναι όλες ψέματα, όταν σ’ αυτές αγάπη υπάρχει μόνο στα λόγια.
Η εκπαίδευση θα έπρεπε να σε βοηθάει να κατανοήσεις τη ζωή στο σύνολό της, και όχι απλώς να σε προετοιμάζει να βρεις δουλειά και να ακολουθήσεις το συνηθισμένο δρόμο του γάμου, των παιδιών, της ασφάλειας και των προσευχών στο Θεό. Αλλά για να υπάρξει μια σωστή εκπαίδευση, χρειάζονται νοημοσύνη και βαθιά εν-όραση. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό και ο ίδιος ο δάσκαλος να έχει εκπαιδευτεί σωστά, ώστε να κατανοεί τη διαδικασία της ζωής και όχι απλώς να διδάσκει σύμφωνα με παλιές ή καινούριες φόρμουλες.
Η ζωή είναι ένα εκπληκτικό μυστήριο – όχι το μυστήριο των βιβλίων, όχι το μυστήριο για το οποίο μιλάνε οι άνθρωποι, αλλά ένα μυστήριο που πρέπει ν’ ανακαλύψει κανείς μόνος του. Γι’ αυτό πρέπει να κατανοήσει κανείς πρώτα εκείνο που είναι μικρό, λίγο, ασήμαντο, και μετά να προχωρήσει πέρα απ’ αυτό.
Αν δεν αρχίσετε να κατανοείτε τη ζωή όσο είστε νέοι, θα μεγαλώσετε και θα είστε εσωτερικά άσχημοι, χωρίς κανένα ενδιαφέρον, θα είστε άδειοι μέσα σας, παρόλο που μπορεί να έχετε χρήματα, να οδηγείτε ακριβά αυτοκίνητα και να παίρνετε διάφορες πόζες. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να αφήνεις το “δωματιάκι” σου και να αντιλαμβάνεσαι την απεραντοσύνη του ουρανού. Αλλά δεν μπορείς να το κάνεις αυτό αν δεν έχεις μέσα σου αγάπη – όχι ερωτική αγάπη ή ιερή αγάπη, αλλά απλώς αγάπη, που σημαίνει ν’ αγαπάς τα πουλιά, τα δέντρα, τα λουλούδια, τους φίλους σου, τους γονείς σου και, πέρα από τους γονείς σου, όλη την ανθρωπότητα.
Δεν θα ήταν τραγικό να μην ανακαλύψετε από μόνοι σας τι είναι αγάπη; Αν εσείς, που είστε παιδιά, δεν γνωρίσετε την αγάπη τώρα, δεν θα την γνωρίσετε ποτέ. Διότι, καθώς θα μεγαλώνετε, αυτό που ονομάζεται αγάπη θα καταντήσει να σημαίνει κάτι πολύ άσχημο: ιδιοκτησία, ένα είδος εμπορεύματος που αγοράζεται και πουλιέται. Αλλά αν αρχίσετε από τώρα να έχετε αγάπη στις καρδιές σας, αν αγαπάτε το δέντρο που φυτέψατε, το αδέσποτο ζώο που χαϊδέψατε, τότε, καθώς θα μεγαλώνετε, δεν θα παραμείνετε στο “δωματιάκι” σας με το στενό παράθυρο, αλλά θα το αφήσετε και θα αγαπάτε ολόκληρη τη ζωή κι όχι κάποια κομμάτια της.
Η αγάπη είναι είναι γεγονός που συμβαίνει, δεν είναι μελοδραματισμοί, κάτι που σε κάνει να κλαις, δεν είναι συναίσθημα. Στην αγάπη δεν υπάρχει καθόλου συναισθηματισμός. Και είναι πολύ σημαντικό να γνωρίσετε την αγάπη όσο είστε νέοι. Οι γονείς σας και οι δάσκαλοί σας ίσως δεν γνωρίζουν την αγάπη και γι’ αυτό δημιούργησαν ένα φριχτό κόσμο, μια κοινωνία που βρίσκεται συνεχώς σε σύγκρουση, τόσο μέσα στους κόλπους της όσο και με άλλες κοινωνίες. Οι θρησκείες τους, οι φιλοσοφίες τους, οι ιδεολογίες τους είναι όλες ψέματα, όταν σ’ αυτές αγάπη υπάρχει μόνο στα λόγια.
Αντιλαμβάνονται μόνο ένα κομμάτι της ζωής κοιτάζουν έξω από ένα στενό παράθυρο, απ’ όπου η θέα μπορεί να είναι ευχάριστη, αλλά αυτό δεν είναι η ζωή σε όλη της την έκταση. Χωρίς την αίσθηση της έντονης αγάπης, δεν μπορείς να έχεις την αντίληψη του συνόλου της ζωής, οπότε θα είσαι πάντα δυστυχισμένος και στο τέλος της ζωής σου δεν θα έχεις τίποτε άλλο πέρα από στάχτες κι ένα σωρό κούφια λόγια.
SENECA: Όσα σε έναν γίνονται, σ’ όλους μπορούν να γίνουν
Αν κάποιος επιτρέψει σ’ αυτή τη σκέψη να εισχωρήσει στην καρδιά του και, όταν βλέπει τις δυστυχίες των άλλων, που κάθε μέρα υπάρχουν εν αφθονία, αναλογίζεται ότι άνετα θα μπορούσαν να έλθουν και στον ίδιο, θα εξοπλιστεί εναντίον τους πολύ πριν αυτές τον επισκεφθούν. Είναι πολύ αργά να εφοδιάζεται κανείς για να υπομείνει τους κινδύνους όταν αυτοί είναι ήδη παρόντες. Μπορεί βέβαια να πεις: «Δεν νόμιζα ότι αυτό θα συμβεί» και «Πίστευες ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο;» Όμως γιατί όχι; Ποια είναι τα πλούτη εκείνα που δεν τα ακολουθούν κατά πόδας η φτώχεια, η πείνα και η αθλιότητα; Ποιοι αξιωματούχοι στον ποδόγυρο της εσθήτας τους, ποιοι οιωνοσκόποι στη ράβδο τους ή ποιοι πατρίκιοι στους ιμάντες των παπουτσιών τους δεν μεταφέρουν ακαθαρσίες και άθλια σκουπίδια – χιλιάδες στίγματα και σκέτη ντροπή; Ποιο βασίλειο υπάρχει για το οποίο να μην καιροφυλακτεί η καταστροφή και η ερήμωση, ο τύραννος και ο δήμιος;
Και όλα αυτά δεν χωρίζονται μεταξύ τους με τεράστια διαλείμματα χρόνου, αλλά, ανάμεσα στο θρόνο και στη γονυκλισία του βασιλιά μπροστά στα γόνατα κάποιου άλλου, κάποτε μεσολαβεί μία μόνο ώρα. Πρέπει επομένως να έχεις υπόψη σου ότι κάθε μοίρα στη ζωή είναι μεταβλητή και ό, τι συμβαίνει σε κάποιον μπορεί κάλλιστα να συμβεί και σ’ εμένα. Είσαι πλούσιος` είσαι όμως πλουσιότερος από τον Πομπήιο;
Και όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν είχε ούτε ψωμί και νερό όταν ο Γάιος, ένας γέρος συγγενής και καινούριος οικοδεσπότης του, του άνοιξε το σπίτι του Καίσαρα, για να έχει έτσι την ευκαιρία να του κλείσει το δικό του! Όσο κι αν ήταν ιδιοκτήτης πολυάριθμων ποταμών, που πήγαζαν από τα δικά του κτήματα και είχαν την εκβολή τους στις δικές του περιοχές, ήταν υποχρεωμένος να ζητιανεύει για μερικές σταγόνες νερό. Πέθανε από πείνα και δίψα στο ανάκτορο του συγγενούς του και, ενώ λιμοκτονούσε, ο κληρονόμος του φρόντιζε να ταφεί δημοσία δαπάνη! Έχεις αποκτήσει ύψιστα αξιώματα` απέκτησες όμως κάποιο τόσο μεγάλο, τόσο απρόσμενο και με τέτοια ευρύτητα όσο εκείνο του Σηιανού;
Και όμως, τη μέρα εκείνη που η Σύγκλητος τον συνόδευε, ο λαός τον καταξέσχιζε` από τον άνθρωπο που είχε συγκεντρώσει επάνω του ό, τι θεοί και άνθρωποι θα μπορούσαν να δώσουν τίποτα δεν έμεινε για να το σύρει στο ποτάμι ο δήμιος! Έστω ότι είσαι βασιλιάς: δεν θα σε παραπέμψω στον Κροίσο, που έζησε για να δει τη θανατική του πυρά να ανάβει και να σβήνει, που εξαναγκάστηκε να ζήσει για να δει το θάνατο του βασιλείου του, και όχι μόνο του εαυτού του, ούτε και στον Ιουγούρθα, που ο ρωμαϊκός λαός τον είδε, μέσα στον ίδιο χρόνο, αιχμάλωτο μπροστά του, ενώ πριν τον έτρεμε. Εμείς οι ίδιοι υπήρξαμε μάρτυρες της εικόνας ενός Πτολεμαίου, βασιλιά της Αφρικής, και ενός Μιθριδάτη, βασιλιά της Αρμενίας, που περιήλθαν υπό τον έλεγχο της φρουράς του Γαΐου` ο ένας στάλθηκε εξορία, ό άλλος ικέτευε να σταλεί πίσω και να του έχουν τώρα περισσότερη εμπιστοσύνη!
Αν λάβεις υπόψη σου αυτή τη φοβερή μεταβλητότητα της τύχης, που τη μια σε ανεβάζει και την άλλη σε κατεβάζει, δεν έχεις παρά να υποχωρήσεις στη δύναμη της κακοτυχίας – την οποία ο καθένας θα μπορούσε να συντρίψει, αν είχε πρώτα τη δυνατότητα να την αντιμετωπίσει καταπρόσωπο -, εκτός μόνο αν αποδεχθείς το γεγονός πως οτιδήποτε συμβαίνει είναι πιθανόν να συμβεί και σ’ εσένα.
ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της πνευματικής γαλήνης
Και όλα αυτά δεν χωρίζονται μεταξύ τους με τεράστια διαλείμματα χρόνου, αλλά, ανάμεσα στο θρόνο και στη γονυκλισία του βασιλιά μπροστά στα γόνατα κάποιου άλλου, κάποτε μεσολαβεί μία μόνο ώρα. Πρέπει επομένως να έχεις υπόψη σου ότι κάθε μοίρα στη ζωή είναι μεταβλητή και ό, τι συμβαίνει σε κάποιον μπορεί κάλλιστα να συμβεί και σ’ εμένα. Είσαι πλούσιος` είσαι όμως πλουσιότερος από τον Πομπήιο;
Και όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν είχε ούτε ψωμί και νερό όταν ο Γάιος, ένας γέρος συγγενής και καινούριος οικοδεσπότης του, του άνοιξε το σπίτι του Καίσαρα, για να έχει έτσι την ευκαιρία να του κλείσει το δικό του! Όσο κι αν ήταν ιδιοκτήτης πολυάριθμων ποταμών, που πήγαζαν από τα δικά του κτήματα και είχαν την εκβολή τους στις δικές του περιοχές, ήταν υποχρεωμένος να ζητιανεύει για μερικές σταγόνες νερό. Πέθανε από πείνα και δίψα στο ανάκτορο του συγγενούς του και, ενώ λιμοκτονούσε, ο κληρονόμος του φρόντιζε να ταφεί δημοσία δαπάνη! Έχεις αποκτήσει ύψιστα αξιώματα` απέκτησες όμως κάποιο τόσο μεγάλο, τόσο απρόσμενο και με τέτοια ευρύτητα όσο εκείνο του Σηιανού;
Και όμως, τη μέρα εκείνη που η Σύγκλητος τον συνόδευε, ο λαός τον καταξέσχιζε` από τον άνθρωπο που είχε συγκεντρώσει επάνω του ό, τι θεοί και άνθρωποι θα μπορούσαν να δώσουν τίποτα δεν έμεινε για να το σύρει στο ποτάμι ο δήμιος! Έστω ότι είσαι βασιλιάς: δεν θα σε παραπέμψω στον Κροίσο, που έζησε για να δει τη θανατική του πυρά να ανάβει και να σβήνει, που εξαναγκάστηκε να ζήσει για να δει το θάνατο του βασιλείου του, και όχι μόνο του εαυτού του, ούτε και στον Ιουγούρθα, που ο ρωμαϊκός λαός τον είδε, μέσα στον ίδιο χρόνο, αιχμάλωτο μπροστά του, ενώ πριν τον έτρεμε. Εμείς οι ίδιοι υπήρξαμε μάρτυρες της εικόνας ενός Πτολεμαίου, βασιλιά της Αφρικής, και ενός Μιθριδάτη, βασιλιά της Αρμενίας, που περιήλθαν υπό τον έλεγχο της φρουράς του Γαΐου` ο ένας στάλθηκε εξορία, ό άλλος ικέτευε να σταλεί πίσω και να του έχουν τώρα περισσότερη εμπιστοσύνη!
Αν λάβεις υπόψη σου αυτή τη φοβερή μεταβλητότητα της τύχης, που τη μια σε ανεβάζει και την άλλη σε κατεβάζει, δεν έχεις παρά να υποχωρήσεις στη δύναμη της κακοτυχίας – την οποία ο καθένας θα μπορούσε να συντρίψει, αν είχε πρώτα τη δυνατότητα να την αντιμετωπίσει καταπρόσωπο -, εκτός μόνο αν αποδεχθείς το γεγονός πως οτιδήποτε συμβαίνει είναι πιθανόν να συμβεί και σ’ εσένα.
ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της πνευματικής γαλήνης
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: Η Αρετή και η Κακία
Η Αρετή και η Κακία, στο «Περί Ισίδος και Οσίριδος»
Συνάθροιζε χρυσάφι, συμμάζευε άργυρο, οικοδόμησε χώρους περιπάτων, γέμιζε την οικία σου με δούλους, και την πόλη με οφειλέτες σου. Αν δεν κατανικήσεις τα πάθη τής ψυχής και αν δεν παύσεις την απληστία σου και αν δεν απαλλάξεις τον εαυτό σου από φόβους και φροντίδες, τότε προσφέρεις οίνο σε κάποιον που έχει πυρετό, και μέλι σε κάποιον που πάσχει στην χολή, κ’ ετοιμάζεις φαγητά κ’ εδέσματα σε κάποιους που πάσχουν στην κοιλιά και που έχουν δυσεντερία και που δεν τα συγκρατούν ούτε δυναμώνουν, αλλά περισσότερο φθείρονται από αυτά.
Συνάθροιζε χρυσάφι, συμμάζευε άργυρο, οικοδόμησε χώρους περιπάτων, γέμιζε την οικία σου με δούλους, και την πόλη με οφειλέτες σου. Αν δεν κατανικήσεις τα πάθη τής ψυχής και αν δεν παύσεις την απληστία σου και αν δεν απαλλάξεις τον εαυτό σου από φόβους και φροντίδες, τότε προσφέρεις οίνο σε κάποιον που έχει πυρετό, και μέλι σε κάποιον που πάσχει στην χολή, κ’ ετοιμάζεις φαγητά κ’ εδέσματα σε κάποιους που πάσχουν στην κοιλιά και που έχουν δυσεντερία και που δεν τα συγκρατούν ούτε δυναμώνουν, αλλά περισσότερο φθείρονται από αυτά.
Δεν βλέπεις όσους νοσούν, πώς δυσαρεστούνται και αποπτύουν και αρνούνται τα καθαρότερα και πολυτελέστερα φαγητά, όταν τους τα προσφέρουν ακόμη και με την βία, ενώ μετά, όταν η κράση τους μεταβληθεί κ’ επανέλθει η σωστή αναπνοή και το γλυκό αίμα και η οικεία θερμότητα, ξανασηκώνονται και χαίρονται και τούς αρέσει να τρώνε λιτό άρτο και τυρί και κάρδαμο; Τέτοιου είδους διάθεση κατασκευάζει στην ψυχή η λογική.
Μετά το πέρας των σπουδών του ταξίδεψε στην Ασία, στην Αίγυπτο και στην Ιταλία, μελετώντας τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τον πολιτισμό και την θρησκεία διαφόρων λαών. Κατά την διαμονή του στην Ρώμη ήρθε σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες εκείνης τής εποχής – πιθανόν και με τους ίδιους τους αυτοκράτορες Τραϊανό και Αδριανό – δημιούργησε αξιόλογες φιλίες και απέκτησε το αξίωμα τού Ρωμαίου Πολίτη.
Παρά τον έντονο κοσμοπολιτισμό τής εποχής του, ο οποίος επηρέαζε γρήγορα, εύκολα και βαθύτατα τους ανθρώπους τής κοινωνικής τάξης του, ο Πλούταρχος προτιμούσε πάντοτε την διαμονή στην πατρική γη, στην οποία επέστρεφε με ιδιαίτερη χαρά και παρέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα, μέχρι τον θάνατό του, ο οποίος συνέβη γύρω στο 120 μ.Χ. Στην αγαπημένη του Χαιρώνεια νυμφεύτηκε και την Τιμοξένα, η οποία τού χάρισε πέντε παιδιά.
Θα είσαι αυτάρκης, αν μάθεις τι είναι το ωραίο και αγαθό. Θα ζεις πλούσια μέσα στην πενία σου και θα βασιλέψεις και δεν θ’ αγαπήσεις τον αμέριμνο και ιδιωτικό βίο λιγότερο από εκείνον τού στρατηγού και τού ηγεμόνα. Φιλοσοφώντας δεν θα ζήσεις με αηδία, αλλά θα μάθεις παντού και με τα πάντα να ζεις ευχάριστα. Θα σε ευφράνει ο πλούτος σου, πού πολλούς θα ευεργετεί, και η πενία σου, αφού δεν θα μεριμνάς για πολλά, και η δόξα σου, όταν θα σε τιμούν, και η ασημότητά σου, όταν δεν θα σε φθονούν.
------------------
Πλούταρχος – Βιογραφικά στοιχεία
Ο «θείος» και «ιερός» Πλούταρχος υπήρξε διακεκριμένος θεολόγος, καταξιωμένος βιογράφος και σημαντικός ακαδημαϊκός φιλόσοφος των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Γεννήθηκε στην Χαιρώνεια τής Βοιωτίας, γύρω στο 46 μ.Χ., μέσα σε αριστοκρατική και καλλιεργημένη οικογένεια. Σπούδασε στην Αθήνα, κοντά στον φιλόσοφο Αμμώνιο, που ήταν αιγυπτιακής καταγωγής κ’ εκείνη την εποχή διηύθυνε την πλατωνική Ακαδημία.
------------------
Πλούταρχος – Βιογραφικά στοιχεία
Ο «θείος» και «ιερός» Πλούταρχος υπήρξε διακεκριμένος θεολόγος, καταξιωμένος βιογράφος και σημαντικός ακαδημαϊκός φιλόσοφος των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Γεννήθηκε στην Χαιρώνεια τής Βοιωτίας, γύρω στο 46 μ.Χ., μέσα σε αριστοκρατική και καλλιεργημένη οικογένεια. Σπούδασε στην Αθήνα, κοντά στον φιλόσοφο Αμμώνιο, που ήταν αιγυπτιακής καταγωγής κ’ εκείνη την εποχή διηύθυνε την πλατωνική Ακαδημία.
Μετά το πέρας των σπουδών του ταξίδεψε στην Ασία, στην Αίγυπτο και στην Ιταλία, μελετώντας τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τον πολιτισμό και την θρησκεία διαφόρων λαών. Κατά την διαμονή του στην Ρώμη ήρθε σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες εκείνης τής εποχής – πιθανόν και με τους ίδιους τους αυτοκράτορες Τραϊανό και Αδριανό – δημιούργησε αξιόλογες φιλίες και απέκτησε το αξίωμα τού Ρωμαίου Πολίτη.
Παρά τον έντονο κοσμοπολιτισμό τής εποχής του, ο οποίος επηρέαζε γρήγορα, εύκολα και βαθύτατα τους ανθρώπους τής κοινωνικής τάξης του, ο Πλούταρχος προτιμούσε πάντοτε την διαμονή στην πατρική γη, στην οποία επέστρεφε με ιδιαίτερη χαρά και παρέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα, μέχρι τον θάνατό του, ο οποίος συνέβη γύρω στο 120 μ.Χ. Στην αγαπημένη του Χαιρώνεια νυμφεύτηκε και την Τιμοξένα, η οποία τού χάρισε πέντε παιδιά.
ΣΤΩΪΚΟΙ ΚΑΙ ΣΤΩΪΚΙΣΜΟΣ: ΑΡΘΡΑ - Ο Ζήνων εν Αθήναις και τα Πρώτα Βήματα της “Στοάς”
Όταν ο Ζήνων έφθασε από την Κύπρο στην Ελλάδα, κατά το 300 π.Χ., η Αθήνα ήταν ακόμα μιά λαμπρή πνευματική πρωτεύουσα, παρ’ όλο που είχε χάσει, εν τώ μεταξύ, την πολιτική ηγεμονία των Ελλήνων. Ο Αλέξανδρος ο Μακεδών πέθανε το 323, οι επίγονοί του διεκδίκησαν το απέραντο κράτος του κι ο 3ος αιώνας, κατά τον οποίον ανθίζει η πρώτη φάση της Στωϊκής Φιλοσοφίας, ουσιαστικά σημαδεύει μια περίοδο έντονης πολιτικής αστάθειας στην λεκάνη της Μεσογείου, μία περίοδο που οι ιστορικοί ονομάζουν ελληνιστική. Η Αθήνα έχει χάσει πλήρως την παλαιά της ναυτική κυριαρχία, ξένες φρουρές τοποθετούνται πιά στον Πειραιά, στο Σούνιο, στη Σαλαμίνα, ενώ της αφαιρούν επιπλέον το δικαίωμα να κόβει δικά της νομίσματα. Τα περίφημα Μακρά Τείχη, άχρηστα πια, γκρεμίζονται σιγά σιγά σε άμορφα ερείπια.
Και στην περιοχή της Ιστορίας των ιδεών, επικρατεί περίπου το ίδιο, δηλαδή μια αρκετά μεγάλη ακαταστασία. Οι φιλόσοφοι φιλονεικούν για την σωκρατική κληρονομιά που ωστόσο, λίγο πολύ, όλοι την προδίδουν. Ο Σωκράτης είχε χρησιμοποιήσει την ειρωνεία ως ένα από τα καλύτερα όπλα στη διαμάχη του με τους Σοφιστές, που ισχυρίζονταν ότι τα ήξεραν όλα. Από αυτήν την συγκεκριμένη ειρωνεία, η Κυνικοί δεν κράτησαν παρά μόνο την σαρκαστική πρόθεση και την σαρκαστική δεξιοτεχνία. Ο Σωκράτης είχε αντιτάξει στις εγκυκλοπαιδικές κενοδοξίες των Σοφιστών, μια μετρημένη αμφιβολία. Από αυτήν την συγκεκριμένη αμφιβολία, οι Μεγαρικοί συμπέραναν ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να μιλήσει για ένα πράγμα χωρίς να καθορίσει τι δεν είναι αυτό το πράγμα κι ότι με φρόνηση μπορούμε να αποφανθούμε μόνο για το ότι το Α είναι Α. Ο Σωκράτης, στην εξωτερική επιστήμη των Σοφιστών είχε αντιτάξει το "γνώθι σαυτόν". Από αυτή την συγκεκριμένη παραίνεση για εσωτερική μελέτη, οι Κυρηναϊκοί φαντάστηκαν ότι ο άνθρωπος πρέπει να ασχολείται αποκλειστικά, με το να γνωρίσει τι του αρέσει, με το να αναζητάει εν τέλει την ηδονή. Με δυο λόγια, ενώ όλη η σκέψη του Σωκράτους στράφηκε στην προσπάθεια να πετύχει την αυτονομία, την εσωτερική αυτοκυριαρχία, την εγκράτεια, όλες αντιθέτως οι θεωρίες των “ελασσόνων σωκρατικών” εστράφησαν στο να δώσουν στον άνθρωπο τον τρόπο του να αρκείται στον εαυτό του, σε σημείο που να πετύχει την αυτάρκεια. Από την άλλη πλευρά, οι ιδέες του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους διαιωνίστηκαν, πιστά οπωσδήποτε, από τους σχολάρχες της Ακαδημίας και του Λυκείου.
Με δυό λόγια, μέσα σε μια εξαιρετικά ταραγμένη πολιτική ατμόσφαιρα, οι ανήσυχες συνειδήσεις των ανθρώπων παρακολουθούσαν τις διαμάχες και τις αντεγκλίσεις φιλοσόφων που δεν καταφέρνουν να τους δώσουν αυτό που πραγματικά ζητούσαν, δηλαδή έναν σαφή ορισμό του Αγαθού και του αντιθέτου του. Χωρίς να θέλουμε να κάνουμε Φιλοσοφία της Ιστορίας, μπορούμε ωστόσο να πούμε εδώ ότι, από μιαν άποψη, ο σκεπτικισμός του Πύρρωνος καθρέπτιζε καθαρά αυτήν την κατάσταση. Ο Πύρρων, ο οποίος είχε ακολουθήσει τον Αλέξανδρο εώς τις Ινδίες και συνεπώς είχε γνωρίσει, σίγουρα, τους Ινδούς γυμνοσοφιστές, δίδασκε ότι πρέπει να απορρίπτουμε κάθε γνώμη και κάθε πίστη, για να καταφέρουμε να φθάσουμε στην ευδαίμονα αδιαφορία, στην αταραξία, στην σιωπηλή σοφία. Κι είναι μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα που δυό αντιμαχόμενες Σχολές -ο Επικουρισμός από τη μία και ο Στωϊκισμός από την άλλη- προθυμοποιήθησαν να διδάξουν στον άνθρωπο τα κριτήρια της βεβαιότητας, που μπορούν να του δώσουν κανόνες ζωής και δράσης, τόσο ικανούς που να τον συμφιλιώσουν με την Φύση και την ζωή. Γι αυτό οι Επικούριοι και οι Στωϊκοί, οι οποίοι ωστόσο, είναι τόσο συχνά αντίθετοι ο ένας στον άλλο, έχουν μια κοινή αρχή: το “ομοφώνως τη φύσει ζην”.
Αυτές οι δύο φυσιολατρίες ωστόσο, ακολουθούν εντελώς διαφορετικό τρόπο η καθεμία τους: ο Επίκουρος θέλει ο άνθρωπος να ζει σύμφωνα με την Φύση, υποτάσσοντας τον εαυτό του στην Αίσθηση, που θεωρείται κριτήριο του Αληθινού και του Αγαθού, και έτσι ο Επικουρισμός εξελίσσεται πολύ σύντομα σε αισθησιοκρατισμό και ηδονισμό. Ο Ζήνων από την άλλη, θέλει να ζει σύμφωνα με την Φύση, με το να αποδέχεται την Φορά των συγκεκριμένων εκείνων γεγονότων που εκφράζουν την θέληση των Θεών, και έτσι ο Στωϊκισμός εξελίσσεται σε υλισμό κι ηθικό ορθολογισμό. Πίσω πάντως από τις βαθύτερες διαφορές τους, οι ομοιότητες ανάμεσα στον Επικουρισμό και τον Στωϊκισμό, βρίσκονται και στην συμφωνία της υποδιαίρεσης της Φιλοσοφίας σε λογική, φυσική κι ηθική. Αλλά εδώ εξαντλούνται οι συγκρίσεις ανάμεσά τους, γιατί οι φιλόσοφοι του Κήπου και της Στοάς, ορίζονταν πολύ συχνά με το να αντιπαραβάλλονται ο ένας στον άλλο.
Παρά το ότι όλοι οι Στωϊκοί μάλιστα συμφωνούσαν στο να διακρίνουν την Φιλοσοφία σε λογική, φυσική κι ηθική, η ομοφωνία τους αυτή έπαυε μόλις επρόκειτο να καθορισθεί το με ποιά σειρά θα πρέπει να γίνεται η μελέτη της. Κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο, ο Ζήνων και ο Χρύσιππος υιοθετούσαν την σειρά: λογική, φυσική, ηθική, ενώ ο Διογένης ξεκινούσε από την ηθική και ο Παναίτιος και ο Ποσειδώνιος από την φυσική. Αλλά οπωσδήποτε, τα διάφορα αυτά μέρη της φιλοσοφίας, οι "τύποι" όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Απολλόδωρος, αυτές οι "μορφές" κατά τον Χρύσιππο, ή τα "είδη" όπως τάλεγαν άλλοι, είναι στενά ενωμένα, δεν έχουν καμμίαν αξία ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και πρέπει να διδάσκονται μαζί. Αυτά μας δίνουν να καταλάβουμε οι περίφημες εικόνες που αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος:
"Παραβάλλουν την Φιλοσοφία μ' ένα έμβιο όν. Τα οστά και τα νεύρα είναι η λογική, η σάρκα είναι η ηθική και η ψυχή είναι η φυσική. Ή την παραβάλλουν με ένα αυγό, του οποίου το φλούδι είναι η λογική το ασπράδι η ηθική κι αυτό που βρίσκεται ολότελα στην μέση είναι η φυσική. Την παραβάλλουν, ακόμα, και με ένα εύφορο χωράφι. Ο φράκτης γύρω του είναι η λογική, οι καρποί του είναι η ηθική, η γη ή τα δένδρα η φυσική. Κι ακόμα, την παραβάλλουν με μια πόλη περιτριγυρισμένη με μεγάλα κι υψηλά τείχη κι οργανωμένη λογικά και με φρόνηση"
Αν κρατήσουμε στο νού μας το γεγονός ότι η στωϊκή φυσιολατρία επιβάλλει μία βαθύτατη γνώση της Φύσεως, γνώση ικανή να θεμελιώσει την αληθινή σοφία, θα καταλάβουμε τότε ότι η Φυσική αποτελεί άλλοτε την αφετηρία και το θεμέλιο της Φιλοσοφίας κι άλλοτε το τέρμα και την άνθησή της, αφού σοφός είναι εκείνος που, λογικά, ζει σύμφωνα με την Φύση. Γι' αυτό και, για άλλους μεν το βασικό θρεπτικό συστατικό του αυγού είναι η Φυσική, ενώ, για άλλους δε, το συστατικό αυτό είναι η Ηθική. Αλλά όπως και νάχει το πράγμα, "δεν υπάρχει παρά μια μόνον τέχνη, μια ύψιστη τέχνη, η Αρετή". Και η Φιλοσοφία είναι η γνώση που, χάρις σ' αυτήν, αποκτούν ενότητα οι ιδέες και οι πράξεις μας, όσο ζούμε σύμφωνα με την Φύση, δηλαδή, σύμφωνα με την θέληση των Θεών και σύμφωνα με το Λογικό.
Και στην περιοχή της Ιστορίας των ιδεών, επικρατεί περίπου το ίδιο, δηλαδή μια αρκετά μεγάλη ακαταστασία. Οι φιλόσοφοι φιλονεικούν για την σωκρατική κληρονομιά που ωστόσο, λίγο πολύ, όλοι την προδίδουν. Ο Σωκράτης είχε χρησιμοποιήσει την ειρωνεία ως ένα από τα καλύτερα όπλα στη διαμάχη του με τους Σοφιστές, που ισχυρίζονταν ότι τα ήξεραν όλα. Από αυτήν την συγκεκριμένη ειρωνεία, η Κυνικοί δεν κράτησαν παρά μόνο την σαρκαστική πρόθεση και την σαρκαστική δεξιοτεχνία. Ο Σωκράτης είχε αντιτάξει στις εγκυκλοπαιδικές κενοδοξίες των Σοφιστών, μια μετρημένη αμφιβολία. Από αυτήν την συγκεκριμένη αμφιβολία, οι Μεγαρικοί συμπέραναν ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να μιλήσει για ένα πράγμα χωρίς να καθορίσει τι δεν είναι αυτό το πράγμα κι ότι με φρόνηση μπορούμε να αποφανθούμε μόνο για το ότι το Α είναι Α. Ο Σωκράτης, στην εξωτερική επιστήμη των Σοφιστών είχε αντιτάξει το "γνώθι σαυτόν". Από αυτή την συγκεκριμένη παραίνεση για εσωτερική μελέτη, οι Κυρηναϊκοί φαντάστηκαν ότι ο άνθρωπος πρέπει να ασχολείται αποκλειστικά, με το να γνωρίσει τι του αρέσει, με το να αναζητάει εν τέλει την ηδονή. Με δυο λόγια, ενώ όλη η σκέψη του Σωκράτους στράφηκε στην προσπάθεια να πετύχει την αυτονομία, την εσωτερική αυτοκυριαρχία, την εγκράτεια, όλες αντιθέτως οι θεωρίες των “ελασσόνων σωκρατικών” εστράφησαν στο να δώσουν στον άνθρωπο τον τρόπο του να αρκείται στον εαυτό του, σε σημείο που να πετύχει την αυτάρκεια. Από την άλλη πλευρά, οι ιδέες του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους διαιωνίστηκαν, πιστά οπωσδήποτε, από τους σχολάρχες της Ακαδημίας και του Λυκείου.
Με δυό λόγια, μέσα σε μια εξαιρετικά ταραγμένη πολιτική ατμόσφαιρα, οι ανήσυχες συνειδήσεις των ανθρώπων παρακολουθούσαν τις διαμάχες και τις αντεγκλίσεις φιλοσόφων που δεν καταφέρνουν να τους δώσουν αυτό που πραγματικά ζητούσαν, δηλαδή έναν σαφή ορισμό του Αγαθού και του αντιθέτου του. Χωρίς να θέλουμε να κάνουμε Φιλοσοφία της Ιστορίας, μπορούμε ωστόσο να πούμε εδώ ότι, από μιαν άποψη, ο σκεπτικισμός του Πύρρωνος καθρέπτιζε καθαρά αυτήν την κατάσταση. Ο Πύρρων, ο οποίος είχε ακολουθήσει τον Αλέξανδρο εώς τις Ινδίες και συνεπώς είχε γνωρίσει, σίγουρα, τους Ινδούς γυμνοσοφιστές, δίδασκε ότι πρέπει να απορρίπτουμε κάθε γνώμη και κάθε πίστη, για να καταφέρουμε να φθάσουμε στην ευδαίμονα αδιαφορία, στην αταραξία, στην σιωπηλή σοφία. Κι είναι μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα που δυό αντιμαχόμενες Σχολές -ο Επικουρισμός από τη μία και ο Στωϊκισμός από την άλλη- προθυμοποιήθησαν να διδάξουν στον άνθρωπο τα κριτήρια της βεβαιότητας, που μπορούν να του δώσουν κανόνες ζωής και δράσης, τόσο ικανούς που να τον συμφιλιώσουν με την Φύση και την ζωή. Γι αυτό οι Επικούριοι και οι Στωϊκοί, οι οποίοι ωστόσο, είναι τόσο συχνά αντίθετοι ο ένας στον άλλο, έχουν μια κοινή αρχή: το “ομοφώνως τη φύσει ζην”.
Αυτές οι δύο φυσιολατρίες ωστόσο, ακολουθούν εντελώς διαφορετικό τρόπο η καθεμία τους: ο Επίκουρος θέλει ο άνθρωπος να ζει σύμφωνα με την Φύση, υποτάσσοντας τον εαυτό του στην Αίσθηση, που θεωρείται κριτήριο του Αληθινού και του Αγαθού, και έτσι ο Επικουρισμός εξελίσσεται πολύ σύντομα σε αισθησιοκρατισμό και ηδονισμό. Ο Ζήνων από την άλλη, θέλει να ζει σύμφωνα με την Φύση, με το να αποδέχεται την Φορά των συγκεκριμένων εκείνων γεγονότων που εκφράζουν την θέληση των Θεών, και έτσι ο Στωϊκισμός εξελίσσεται σε υλισμό κι ηθικό ορθολογισμό. Πίσω πάντως από τις βαθύτερες διαφορές τους, οι ομοιότητες ανάμεσα στον Επικουρισμό και τον Στωϊκισμό, βρίσκονται και στην συμφωνία της υποδιαίρεσης της Φιλοσοφίας σε λογική, φυσική κι ηθική. Αλλά εδώ εξαντλούνται οι συγκρίσεις ανάμεσά τους, γιατί οι φιλόσοφοι του Κήπου και της Στοάς, ορίζονταν πολύ συχνά με το να αντιπαραβάλλονται ο ένας στον άλλο.
Παρά το ότι όλοι οι Στωϊκοί μάλιστα συμφωνούσαν στο να διακρίνουν την Φιλοσοφία σε λογική, φυσική κι ηθική, η ομοφωνία τους αυτή έπαυε μόλις επρόκειτο να καθορισθεί το με ποιά σειρά θα πρέπει να γίνεται η μελέτη της. Κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο, ο Ζήνων και ο Χρύσιππος υιοθετούσαν την σειρά: λογική, φυσική, ηθική, ενώ ο Διογένης ξεκινούσε από την ηθική και ο Παναίτιος και ο Ποσειδώνιος από την φυσική. Αλλά οπωσδήποτε, τα διάφορα αυτά μέρη της φιλοσοφίας, οι "τύποι" όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Απολλόδωρος, αυτές οι "μορφές" κατά τον Χρύσιππο, ή τα "είδη" όπως τάλεγαν άλλοι, είναι στενά ενωμένα, δεν έχουν καμμίαν αξία ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και πρέπει να διδάσκονται μαζί. Αυτά μας δίνουν να καταλάβουμε οι περίφημες εικόνες που αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος:
"Παραβάλλουν την Φιλοσοφία μ' ένα έμβιο όν. Τα οστά και τα νεύρα είναι η λογική, η σάρκα είναι η ηθική και η ψυχή είναι η φυσική. Ή την παραβάλλουν με ένα αυγό, του οποίου το φλούδι είναι η λογική το ασπράδι η ηθική κι αυτό που βρίσκεται ολότελα στην μέση είναι η φυσική. Την παραβάλλουν, ακόμα, και με ένα εύφορο χωράφι. Ο φράκτης γύρω του είναι η λογική, οι καρποί του είναι η ηθική, η γη ή τα δένδρα η φυσική. Κι ακόμα, την παραβάλλουν με μια πόλη περιτριγυρισμένη με μεγάλα κι υψηλά τείχη κι οργανωμένη λογικά και με φρόνηση"
Αν κρατήσουμε στο νού μας το γεγονός ότι η στωϊκή φυσιολατρία επιβάλλει μία βαθύτατη γνώση της Φύσεως, γνώση ικανή να θεμελιώσει την αληθινή σοφία, θα καταλάβουμε τότε ότι η Φυσική αποτελεί άλλοτε την αφετηρία και το θεμέλιο της Φιλοσοφίας κι άλλοτε το τέρμα και την άνθησή της, αφού σοφός είναι εκείνος που, λογικά, ζει σύμφωνα με την Φύση. Γι' αυτό και, για άλλους μεν το βασικό θρεπτικό συστατικό του αυγού είναι η Φυσική, ενώ, για άλλους δε, το συστατικό αυτό είναι η Ηθική. Αλλά όπως και νάχει το πράγμα, "δεν υπάρχει παρά μια μόνον τέχνη, μια ύψιστη τέχνη, η Αρετή". Και η Φιλοσοφία είναι η γνώση που, χάρις σ' αυτήν, αποκτούν ενότητα οι ιδέες και οι πράξεις μας, όσο ζούμε σύμφωνα με την Φύση, δηλαδή, σύμφωνα με την θέληση των Θεών και σύμφωνα με το Λογικό.
Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: Ι. ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
4.7. Η γλώσσα της φιλοσοφίαςΑρκεί όμως η αρχή της ταυτότητας για να κάνει κανείς φιλοσοφία; Πόσο μακριά μπορεί να πάει κανείς μόνο με αυτή την αρχή; Ας παρακολουθήσουμε τον βασικό συλλογισμό του Παρμενίδη.
Ένας πια μόνο λόγος για οδό απομένει: ότι είναι. Και υπάρχουν σημάδια σ᾽ αυτή την οδό πάμπολλα, ότι το ον είναι αγέννητο και άφθαρτο, όλο και μοναδικό, ακλόνητο και πλήρες. Ούτε ποτέ ήταν ούτε θα είναι, γιατί είναι τώρα όλο μαζί, ένα, συνεχές. Γιατί ποια γέννησή του θα αναζητούσες; Από τα πού και προς πού να αυξήθηκε; Ούτε θα σ᾽ αφήσω από το μη ον να πεις ή να σκεφτείς· γιατί δεν είναι δυνατό να πεις ή να σκεφτείς ότι δεν είναι. Ποια ανάγκη θα το έκανε αργότερα ή νωρίτερα να αυξηθεί, ενώ θα είχε αρχίσει από το τίποτε; Επομένως, πρέπει είτε να είναι εντελώς είτε να μην είναι καθόλου.
Παρμενίδης, απόσπ. 8.1-11
Ο Παρμενίδης έχει ήδη δείξει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι για κάτι που δεν υπάρχει, για το μη ον, δεν μπορεί κανείς να πει τίποτε. Και δεύτερον, ότι για κάτι υπαρκτό, για το ον, μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα μόνο ότι είναι.
Από την πιστοποίηση του όντος ο Παρμενίδης εξάγει τις βασικές του ιδιότητες: το ον είναι αγέννητο και ανώλεθρο, μοναδικό, ακίνητο, πλήρες, συνεχές. Στο χωρίο που παραθέσαμε αποδεικνύεται γιατί το ον δεν μπορεί να έχει γεννηθεί. Με παρόμοιο συλλογισμό ο Παρμενίδης θα αποδείξει ότι το ον δεν έχει θάνατο (είναι ανώλεθρο), δεν έχει κίνηση και μεταβολή (είναι αμετάβλητο), δεν έχει μέρη (είναι πλήρες και συνεχές), δεν αποτελεί μέρος μιας δυάδας (είναι μοναδικό). Πώς γίνονται αυτές οι αποδείξεις;
Όταν λέμε για κάποιο πράγμα ότι έχει γεννηθεί, εννοούμε ότι αυτό το πράγμα προηγουμένως δεν υπήρχε. Γέννηση είναι η μετάβαση από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Αυτές οι δύο καταστάσεις είναι όμως μεταξύ τους ασυμβίβαστες. Κατά τον Παρμενίδη, κάτι υπάρχει ή δεν υπάρχει. Δεν μπορεί ταυτοχρόνως να υπάρχει και να μην υπάρχει. Για την ανυπαρξία έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να πω τίποτε. Μπορώ να μιλήσω μόνο για την ύπαρξη. Άρα, αν κάτι υπάρχει, δεν μπορεί να έχει γεννηθεί. Το ον είναι αγέννητο.
Η βασική σκέψη του Παρμενίδη είναι ότι, αν δεχτούμε την οποιαδήποτε μεταβολή (είτε αυτή είναι γέννηση είτε φθορά είτε κίνηση είτε διαίρεση), πέφτουμε κατ᾽ ανάγκην σε αντίφαση. Αναγκαζόμαστε να ισχυριστούμε ότι την ίδια χρονική στιγμή κάτι υπάρχει και δεν υπάρχει, κάτι είναι Α και όχι Α. Σκεφτείτε μια μεταβολή στο χρώμα ενός αντικειμένου. Όταν λέμε ότι κάτι από άσπρο έγινε μαύρο, δεχόμαστε ότι σε μια δεδομένη χρονική στιγμή το ίδιο πράγμα ήταν και άσπρο και μαύρο. Αυτό όμως είναι αντιφατικό. Ή σκεφτείτε την κίνηση ενός αντικειμένου σε μια ευθεία γραμμή. Για να πούμε ότι το αντικείμενο αυτό κινείται, πρέπει να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται ταυτοχρόνως στο σημείο Α της γραμμής και στο αμέσως επόμενο σημείο Β. Αυτό όμως είναι αδύνατο. Τα παράδοξα που προκύπτουν από την εφαρμογή της αρχής της ταυτότητας στην κίνηση θα τα αναπτύξει με ιδιαίτερη επιδεξιότητα ο Ζήνων, ο μαθητής του Παρμενίδη, και θα αποτελέσουν περίφημους φιλοσοφικούς γρίφους σε όλη την αρχαιότητα.
Ο κόσμος του Παρμενίδη είναι ένα σύνολο αιώνιων, ακίνητων και αδιαίρετων οντοτήτων. Καθώς μάλιστα ο Παρμενίδης μιλά για το «ον» αδιακρίτως, και το ίδιο το σύμπαν θα πρέπει να θεωρηθεί μια κλειστή, αιώνια και αμετάβλητη ολότητα. Αμετάβλητες οντότητες μέσα σε ένα αμετάβλητο σύμπαν. Πόσο διατεθειμένοι είμαστε να αποδεχτούμε έναν τόσο παράδοξο κόσμο; Έναν κόσμο ξένο προς τον δικό μας, έναν κόσμο από όπου «η γέννηση έχει σβηστεί, ενώ για τη φθορά κανείς ποτέ δεν άκουσε»; Θαυμάζει κανείς τη συλλογιστική δεινότητα του Παρμενίδη, αντιλαμβάνεται (ή υποψιάζεται) ότι κάτι πολύ σημαντικό έχει πει, διστάζει ωστόσο να τον ακολουθήσει στα συμπεράσματά του.
Αυτή ήταν και η στάση των μεταγενέστερων φιλοσόφων. Από τον Εμπεδοκλή και τον Δημόκριτο ως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, όλοι θα προσπαθήσουν να απαντήσουν στην πρόκληση του Παρμενίδη. Η φιλοσοφία μετά τον Παρμενίδη διαθέτει επιτέλους τη δική της γλώσσα: χρησιμοποιεί έννοιες και συλλογισμούς, απεχθάνεται τις λογικές αντιφάσεις, τείνει προς τον αποδεικτικό λόγο. Δεν θέλει όμως και να αποστρέψει το βλέμμα της από την έκδηλη πραγματικότητα της μεταβολής.
Ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε σίγουρα δεν είναι ο αμετάβλητος κόσμος του Παρμενίδη. Η σκέψη μας όμως έχει παρμενίδεια χαρακτηριστικά. Όταν μιλώ για την έννοια της ισότητας ή για το γεωμετρικό τρίγωνο δεν μπορώ παρά να ακολουθήσω τον Παρμενίδη: το γεωμετρικό τρίγωνο δεν έχει γεννηθεί ποτέ, δεν μεταβάλλεται και δεν θα πεθάνει. Το φυσικό όμως περιβάλλον, οι ψυχικές μου διεργασίες και τα ηθικά μου προβλήματα ούτε αγέννητα είναι ούτε αμετάβλητα.
Ένας συμβιβασμός ήταν τελικά αναγκαίος.
Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Φιλοκτήτης (54-95)
ΝΕ. τί δῆτ᾽ ἄνωγας; ΟΔ. τὴν Φιλοκτήτου σε δεῖ
πρέπει να κάμεις τρόπο με τα λόγια
που θα του λες, πώς να τον ξεγελάσεις.
Σα σε ρωτήσει ποιός και πόθεν ήρθες,
να πεις πως είσαι του Αχιλλέα ο γιος
—αυτό δεν είν᾽ ανάγκη να το κρύψεις—
και πως παράτησες τους Αχαιούς
στην Τροία για να γυρίσεις στην πατρίδα,
γιατί τους πήρες σε μεγάλην έχτρα·
που, αφού σε ξεσηκώσαν με δεήσεις
60 από τα σπίτια σου να πας, γιατ᾽ ήσουν
η μόνη ελπίδα εσύ, το Ίλιο να πάρουν,
σαν πήγες, δεν τ᾽ αξίωσαν να σου δώσουν
τ᾽ άρματα του πατέρα σου Αχιλλέα,
που μ᾽ όλο το δικαίωμα τών ζητούσες,
μα πήγαν να τα δώσουν του Οδυσσέα.
Κι αράδιαζε όσα θες κακά για μένα
και τα πιο τρισχειρότερα· δεν έχω
να πάθω τίποτ᾽ απ᾽ αυτά· μ᾽ αν έτσι
όπως σου λέω δεν κάμεις, συλλογίσου
ποιά συφορά θα ρίξεις στους Αργείους·
γιατί αν τα τόξα αυτά δε βάλομε
στο χέρι, αδύνατο θα σού ειν᾽ εσένα
την πόλη του Πριάμου να κυριεύσεις.
70 Μ᾽ άκου να δεις πως όχι εγώ, μα μόνο
εσύ μπορείς με κάθ᾽ εμπιστοσύνη
και σιγουριά να τονε πλησιάσεις:
Εσύ στον πόλεμο ήρθες δίχως να ᾽σαι
δεμένος μ᾽ όρκους σε κανένα, κι ούτε
αναγκασμένος, μα ούτε κι απαρχής
έλαβες μέρος με τον άλλο στόλο·
εγώ όμως απ᾽ αυτά δε θα μπορούσα
τίποτα ν᾽ αρνηστώ κι αν, όσο θα ᾽χε
τα τόξα του, με δει να βγαίνω εμπρός του,
χάθηκα και μαζί και σένα χάνω·
μα αυτό ακριβώς να σοφιστούμε πρέπει,
πώς τ᾽ ανίκητα τόξα να του κλέψεις.
Ξέρω καλά, παιδί μου, πως δεν είσαι
πλασμένος απ᾽ τη φύση να μιλάς
τέτοια γλώσσα και τέτοιες πανουργίες
80 να επιχειρίζεσαι· μα τόλμησέ το
για μια φορά και συ, που έχει τί γλύκα
να κάνει χτήμα του κανείς τη νίκη!
δίκαιοι ξανά θενά ᾽μαστε κατόπι·
τώρα για λίγες ώρες της ημέρας
δώσ᾽ μου θυσία τη συνείδησή σου
κι όλος ο επίλοιπος καιρός δικός σου,
τον πιο ευσεβή του κόσμου να σε λένε.
ΝΕΟ. Εγώ, τα λόγια που μου προξενούνε
κακό ν᾽ ακούω, Λαερτιάδη, φρίκη
μου δίνουν και να κάνω· γιατί τέτοιο
μ᾽ έκαμ᾽ η φύση, τίποτε με απάτη
και με ψευτιές να μην μπορώ να κάμω,
ούτε ο ίδιος, ούτε, καθώς λεν, και κείνος
που μ᾽ εγέννα. Μ᾽ αν θες, έτοιμος είμαι
90 με βία να σου τον πάρω αυτόν τον άντρα,
μα όχι με δόλο· γιατί μ᾽ ένα πόδι,
πώς θα τα βγάλει πέρα με μας τόσους;
Μα μια που συνεργάτη σου με στείλαν
διστάζω μη με πουν προδότη· αν και
προτιμώ, βασιλιά, τον ίσιο δρόμο
κι ας έπεφτα έξω, παρά να κερδίσω
μα όχι με τρόπο τίμιο τη νίκη.
55 ψυχὴν ὅπως λόγοισιν ἐκκλέψεις λέγων.
ὅταν σ᾽ ἐρωτᾷ τίς τε καὶ πόθεν πάρει,
λέγειν, Ἀχιλλέως παῖς· τόδ᾽ οὐχὶ κλεπτέον·
πλεῖς δ᾽ ὡς πρὸς οἶκον, ἐκλιπὼν τὸ ναυτικὸν
στράτευμ᾽ Ἀχαιῶν, ἔχθος ἐχθήρας μέγα,
60 οἵ σ᾽ ἐν λιταῖς στείλαντες ἐξ οἴκων μολεῖν,
μόνην ἔχοντες τήνδ᾽ ἅλωσιν Ἰλίου,
οὐκ ἠξίωσαν τῶν Ἀχιλλείων ὅπλων
ἐλθόντι δοῦναι κυρίως αἰτουμένῳ,
ἀλλ᾽ αὔτ᾽ Ὀδυσσεῖ παρέδοσαν· λέγων ὅσ᾽ ἂν
65 θέλῃς καθ᾽ ἡμῶν ἔσχατ᾽ ἐσχάτων κακά.
τούτων γὰρ οὐδὲν ἀλγυνεῖ μ᾽· εἰ δ᾽ ἐργάσῃ
μὴ ταῦτα, λύπην πᾶσιν Ἀργείοις βαλεῖς.
εἰ γὰρ τὰ τοῦδε τόξα μὴ ληφθήσεται,
οὐκ ἔστι πέρσαι σοι τὸ Δαρδάνου πέδον.
70 ὡς δ᾽ ἔστ᾽ ἐμοὶ μὲν οὐχί, σοὶ δ᾽ ὁμιλία
πρὸς τόνδε πιστὴ καὶ βέβαιος, ἔκμαθε.
σὺ μὲν πέπλευκας οὔτ᾽ ἔνορκος οὐδενὶ
οὔτ᾽ ἐξ ἀνάγκης οὔτε τοῦ πρώτου στόλου,
ἐμοὶ δὲ τούτων οὐδέν ἐστ᾽ ἀρνήσιμον.
75 ὥστ᾽ εἴ με τόξων ἐγκρατὴς αἰσθήσεται,
ὄλωλα καὶ σὲ προσδιαφθερῶ ξυνών.
ἀλλ᾽ αὐτὸ τοῦτο δεῖ σοφισθῆναι, κλοπεὺς
ὅπως γενήσῃ τῶν ἀνικήτων ὅπλων.
ἔξοιδα, παῖ, φύσει σε μὴ πεφυκότα
80 τοιαῦτα φωνεῖν μηδὲ τεχνᾶσθαι κακά·
ἀλλ᾽ ἡδὺ γάρ τοι κτῆμα τῆς νίκης λαβεῖν,
τόλμα· δίκαιοι δ᾽ αὖθις ἐκφανούμεθα.
νῦν δ᾽ εἰς ἀναιδὲς ἡμέρας μέρος βραχὺ
δός μοι σεαυτόν, κᾆτα τὸν λοιπὸν χρόνον
85 κέκλησο πάντων εὐσεβέστατος βροτῶν.
ΝΕ. ἐγὼ μὲν οὓς ἂν τῶν λόγων ἀλγῶ κλύων,
Λαερτίου παῖ, τούσδε καὶ πράσσειν στυγῶ·
ἔφυν γὰρ οὐδὲν ἐκ τέχνης πράσσειν κακῆς,
οὔτ᾽ αὐτὸς οὔθ᾽, ὥς φασιν, οὑκφύσας ἐμέ.
90 ἀλλ᾽ εἴμ᾽ ἑτοῖμος πρὸς βίαν τὸν ἄνδρ᾽ ἄγειν
καὶ μὴ δόλοισιν· οὐ γὰρ ἐξ ἑνὸς ποδὸς
ἡμᾶς τοσούσδε πρὸς βίαν χειρώσεται.
πεμφθείς γε μέντοι σοὶ ξυνεργάτης ὀκνῶ
προδότης καλεῖσθαι· βούλομαι δ᾽, ἄναξ, καλῶς
95 δρῶν ἐξαμαρτεῖν μᾶλλον ἢ νικᾶν κακῶς.
ὅταν σ᾽ ἐρωτᾷ τίς τε καὶ πόθεν πάρει,
λέγειν, Ἀχιλλέως παῖς· τόδ᾽ οὐχὶ κλεπτέον·
πλεῖς δ᾽ ὡς πρὸς οἶκον, ἐκλιπὼν τὸ ναυτικὸν
στράτευμ᾽ Ἀχαιῶν, ἔχθος ἐχθήρας μέγα,
60 οἵ σ᾽ ἐν λιταῖς στείλαντες ἐξ οἴκων μολεῖν,
μόνην ἔχοντες τήνδ᾽ ἅλωσιν Ἰλίου,
οὐκ ἠξίωσαν τῶν Ἀχιλλείων ὅπλων
ἐλθόντι δοῦναι κυρίως αἰτουμένῳ,
ἀλλ᾽ αὔτ᾽ Ὀδυσσεῖ παρέδοσαν· λέγων ὅσ᾽ ἂν
65 θέλῃς καθ᾽ ἡμῶν ἔσχατ᾽ ἐσχάτων κακά.
τούτων γὰρ οὐδὲν ἀλγυνεῖ μ᾽· εἰ δ᾽ ἐργάσῃ
μὴ ταῦτα, λύπην πᾶσιν Ἀργείοις βαλεῖς.
εἰ γὰρ τὰ τοῦδε τόξα μὴ ληφθήσεται,
οὐκ ἔστι πέρσαι σοι τὸ Δαρδάνου πέδον.
70 ὡς δ᾽ ἔστ᾽ ἐμοὶ μὲν οὐχί, σοὶ δ᾽ ὁμιλία
πρὸς τόνδε πιστὴ καὶ βέβαιος, ἔκμαθε.
σὺ μὲν πέπλευκας οὔτ᾽ ἔνορκος οὐδενὶ
οὔτ᾽ ἐξ ἀνάγκης οὔτε τοῦ πρώτου στόλου,
ἐμοὶ δὲ τούτων οὐδέν ἐστ᾽ ἀρνήσιμον.
75 ὥστ᾽ εἴ με τόξων ἐγκρατὴς αἰσθήσεται,
ὄλωλα καὶ σὲ προσδιαφθερῶ ξυνών.
ἀλλ᾽ αὐτὸ τοῦτο δεῖ σοφισθῆναι, κλοπεὺς
ὅπως γενήσῃ τῶν ἀνικήτων ὅπλων.
ἔξοιδα, παῖ, φύσει σε μὴ πεφυκότα
80 τοιαῦτα φωνεῖν μηδὲ τεχνᾶσθαι κακά·
ἀλλ᾽ ἡδὺ γάρ τοι κτῆμα τῆς νίκης λαβεῖν,
τόλμα· δίκαιοι δ᾽ αὖθις ἐκφανούμεθα.
νῦν δ᾽ εἰς ἀναιδὲς ἡμέρας μέρος βραχὺ
δός μοι σεαυτόν, κᾆτα τὸν λοιπὸν χρόνον
85 κέκλησο πάντων εὐσεβέστατος βροτῶν.
ΝΕ. ἐγὼ μὲν οὓς ἂν τῶν λόγων ἀλγῶ κλύων,
Λαερτίου παῖ, τούσδε καὶ πράσσειν στυγῶ·
ἔφυν γὰρ οὐδὲν ἐκ τέχνης πράσσειν κακῆς,
οὔτ᾽ αὐτὸς οὔθ᾽, ὥς φασιν, οὑκφύσας ἐμέ.
90 ἀλλ᾽ εἴμ᾽ ἑτοῖμος πρὸς βίαν τὸν ἄνδρ᾽ ἄγειν
καὶ μὴ δόλοισιν· οὐ γὰρ ἐξ ἑνὸς ποδὸς
ἡμᾶς τοσούσδε πρὸς βίαν χειρώσεται.
πεμφθείς γε μέντοι σοὶ ξυνεργάτης ὀκνῶ
προδότης καλεῖσθαι· βούλομαι δ᾽, ἄναξ, καλῶς
95 δρῶν ἐξαμαρτεῖν μᾶλλον ἢ νικᾶν κακῶς.
***
ΝΕΟ. Τί προστάζεις λοιπόν; ΟΔΥ. Το Φιλοχτήτη,πρέπει να κάμεις τρόπο με τα λόγια
που θα του λες, πώς να τον ξεγελάσεις.
Σα σε ρωτήσει ποιός και πόθεν ήρθες,
να πεις πως είσαι του Αχιλλέα ο γιος
—αυτό δεν είν᾽ ανάγκη να το κρύψεις—
και πως παράτησες τους Αχαιούς
στην Τροία για να γυρίσεις στην πατρίδα,
γιατί τους πήρες σε μεγάλην έχτρα·
που, αφού σε ξεσηκώσαν με δεήσεις
60 από τα σπίτια σου να πας, γιατ᾽ ήσουν
η μόνη ελπίδα εσύ, το Ίλιο να πάρουν,
σαν πήγες, δεν τ᾽ αξίωσαν να σου δώσουν
τ᾽ άρματα του πατέρα σου Αχιλλέα,
που μ᾽ όλο το δικαίωμα τών ζητούσες,
μα πήγαν να τα δώσουν του Οδυσσέα.
Κι αράδιαζε όσα θες κακά για μένα
και τα πιο τρισχειρότερα· δεν έχω
να πάθω τίποτ᾽ απ᾽ αυτά· μ᾽ αν έτσι
όπως σου λέω δεν κάμεις, συλλογίσου
ποιά συφορά θα ρίξεις στους Αργείους·
γιατί αν τα τόξα αυτά δε βάλομε
στο χέρι, αδύνατο θα σού ειν᾽ εσένα
την πόλη του Πριάμου να κυριεύσεις.
70 Μ᾽ άκου να δεις πως όχι εγώ, μα μόνο
εσύ μπορείς με κάθ᾽ εμπιστοσύνη
και σιγουριά να τονε πλησιάσεις:
Εσύ στον πόλεμο ήρθες δίχως να ᾽σαι
δεμένος μ᾽ όρκους σε κανένα, κι ούτε
αναγκασμένος, μα ούτε κι απαρχής
έλαβες μέρος με τον άλλο στόλο·
εγώ όμως απ᾽ αυτά δε θα μπορούσα
τίποτα ν᾽ αρνηστώ κι αν, όσο θα ᾽χε
τα τόξα του, με δει να βγαίνω εμπρός του,
χάθηκα και μαζί και σένα χάνω·
μα αυτό ακριβώς να σοφιστούμε πρέπει,
πώς τ᾽ ανίκητα τόξα να του κλέψεις.
Ξέρω καλά, παιδί μου, πως δεν είσαι
πλασμένος απ᾽ τη φύση να μιλάς
τέτοια γλώσσα και τέτοιες πανουργίες
80 να επιχειρίζεσαι· μα τόλμησέ το
για μια φορά και συ, που έχει τί γλύκα
να κάνει χτήμα του κανείς τη νίκη!
δίκαιοι ξανά θενά ᾽μαστε κατόπι·
τώρα για λίγες ώρες της ημέρας
δώσ᾽ μου θυσία τη συνείδησή σου
κι όλος ο επίλοιπος καιρός δικός σου,
τον πιο ευσεβή του κόσμου να σε λένε.
ΝΕΟ. Εγώ, τα λόγια που μου προξενούνε
κακό ν᾽ ακούω, Λαερτιάδη, φρίκη
μου δίνουν και να κάνω· γιατί τέτοιο
μ᾽ έκαμ᾽ η φύση, τίποτε με απάτη
και με ψευτιές να μην μπορώ να κάμω,
ούτε ο ίδιος, ούτε, καθώς λεν, και κείνος
που μ᾽ εγέννα. Μ᾽ αν θες, έτοιμος είμαι
90 με βία να σου τον πάρω αυτόν τον άντρα,
μα όχι με δόλο· γιατί μ᾽ ένα πόδι,
πώς θα τα βγάλει πέρα με μας τόσους;
Μα μια που συνεργάτη σου με στείλαν
διστάζω μη με πουν προδότη· αν και
προτιμώ, βασιλιά, τον ίσιο δρόμο
κι ας έπεφτα έξω, παρά να κερδίσω
μα όχι με τρόπο τίμιο τη νίκη.
ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (5.607-5.688)
Ὣς ἄρ᾽ ἔφη, Τρῶες δὲ μάλα σχεδὸν ἤλυθον αὐτῶν.
Ο Έκτωρ τον Αγχίαλον και τον Μενέσθην άνδρες
ανδρειωμένους φόνευσεν εις έν᾽ αμάξι αντάμα·
610 ο μέγας τούς λυπήθηκεν ο Τελαμώνιος Αίας,
ποοχώρησε κι εστήθη αυτού κι εκτύπησε μ᾽ ακόντι
τον Σελαγίδην Άμφιον, που στην Παισόν κατοίκα
και κτήματ᾽ είχε και πολλά χωράφια, πλην η μοίρα
στον Πρίαμον τον έφερε βοηθόν και στα παιδιά του.
615 Στην ζώνην τον εκτύπησεν ο Τελαμώνιος Αίας
και στην γαστέρα εμπήχθηκε το απέραντον ακόντι·
με βρόντον πέφτει· τρέχει ευθύς τα όπλα να του πάρει
ο μέγας Αίας· κι έχυναν τα φονικά των βέλη
σ᾽ αυτόν οι Τρώες πάμπολλα κι επήρε η ασπίδα πλήθος.
620 Και αντιπατώντας έβγαλεν απ᾽ τον νεκρόν τ᾽ ακόντι·
αλλ᾽ όμως δεν τον άφηναν τ᾽ ακόντια να τον γδύσει
απ᾽ τα λαμπρά του άρματα· φοβήθη τότ᾽ ο Αίας
μη πάθει κύκλωσιν σφοδρήν των αγερώχων Τρώων,
που με κοντάρι επάνω του πολλοί και ανδρειωμένοι,
625 αν κι είχε μέγα θαυμαστό παράστημα και ωραίο,
τον έσπρωξαν· τινάχθηκεν αυτός κι εσύρθη οπίσω.
Έτσι ενεργούσαν στον σφοδρόν αγώνα του πολέμου.
Κι έσπρωξ᾽ η μοίρα ανίκητη τον μέγαν Ηρακλείδην
Τληπόλεμον ενάντια στον θείον Σαρπηδόνα·
630 και άμ᾽ αντικρύ προχώρησαν ο ένας προς τον άλλον,
ο έγγονος με τον υιόν του βροντοφόρου Δία,
προσφώνησε ο Τληπόλεμος τον Σαρπηδόνα πρώτος:
«Τι σ᾽ αναγκάζει, Σαρπηδών, ω των Λυκίων άρχε,
ως άνθρωπος απόλεμος να κρύβεσ᾽ εδώ πέρα;
635 Ψεύδοντ᾽ αν λέγουν που ᾽σαι υιός του αιγιδοφόρου Δία
κι είσαι πολύ κατώτερος εκείνων των ηρώων
οπού στες πρώτες γενεές έχει γεννήσει ο Δίας,
ως ήταν ο πατέρας μου, ως λέγουν, ο Ηρακλέας
λεοντόψυχος, ατρόμητος, που ότ᾽ ήλθε εδώ να λάβει
640τους ίππους του Λαομέδοντος, μ᾽ έξι καράβια μόνα
και μ᾽ ολιγότερον στρατόν, την πόλιν της Ιλίου
επόρθησε και από λαόν ορφάνωσε τους δρόμους·
και συ ψυχήν έχεις δειλήν και φθείροντ᾽ οι λαοί σου.
Ουδέ θαρρώ πως στήριγμα θενά ᾽σαι συ των Τρώων,
645 αν και ανδρειωμένος βοηθός απ᾽ την Λυκίαν ήλθες·
αλλά θα ιδείς που η λόγχη μου στον Άδη θα σε στείλει».
Και ο Σαρπηδών απάντησε: «Τληπόλεμε, ότι εκείνος
την Ίλιον τότ᾽ ερήμωσε, προήλθε απ᾽ την μωρίαν
του σεβαστού Λαομέδοντος, που αυτόν οπού τον είχε
650 ευεργετήσει εξύβρισε, κι έλειψε να του δώσει
τους ίππους, που χάριν αυτών μακρόθεν είχεν έλθει·
και σένα λέγ᾽ ότι απ᾽ εμέ φόνον και μαύρην μοίραν
εδώ θα λάβεις και απ᾽ αυτήν την λόγχην μου θα πέσεις,
το καύχημα να πάρω εγώ και ο Άδης την ψυχήν σου».
655 Κι εσήκωσε ο Τληπόλεμος το φράξινο κοντάρι·
σύγχρον᾽ από τα χέρια τους τ᾽ ακόντια πεταχθήκαν
το ζνίχι ο Σαρπηδών κτυπά και πέρα η πικρή λόγχη
εβγήκε και τα μάτια του μαύρο σκεπάζει σκότος.
Αλλά τ᾽ αριστερό μερί του Σαρπηδόνος είχε
660 ήδη τρυπήσ᾽ η μακριά του Τληπολέμου λόγχη
και μανιωμένη ξάκρισε ξυστά το κόκαλό του·
ακόμη από τον θάνατον τον φύλαγε ο πατέρας.
Και οι σύντροφοι απ᾽ τον πόλεμον τον θείον Σαρπηδόνα
έπαιρναν· τον εβάρυνεν, ως το ᾽σερνε, το μέγα
665 κοντάρι ότι βιαζόμενοι και στενοχωρημένοι
κανείς δεν ᾽σκέφθη, όπως αυτός ελεύθερα πατήσει,
να του αφαιρέσει απ᾽ το μερί το φράξινο κοντάρι.
Ομοίως τον Τληπόλεμον επαίρναν οι γενναίοι
οι Αχαιοί και ως είδε αυτούς ο θείος Οδυσσέας,
670 πάθος μεγάλο αισθάνθηκεν η ανδράγαθη καρδιά του,
κι εβάλθηκε στου λογισμού τα βάθη να μετρήσει·
θα κυνηγήσει τον υιόν του βαρυκτύπου Δία
ή αυτού θα δώσει θάνατον στο πλήθος των Λυκίων;
Αλλ᾽ απ΄ την λόγχην του υψηλού στο φρόνημα Οδυσσέως
675 να πέσει ο γόνος του Διός δεν ήθελεν η μοίρα·
κι η Αθηνά τον έκλινε στο πλήθος των Λυκίων.
Τον Κοίρανον και Αλάστορα, τον Άλιον και Χρομίον
τον Νοήμονα, τον Άλκανδρον, τον Πρύτανιν φονεύει·
και άλλους θα έκοφτε πολλούς ο θείος Οδυσσέας,
680 μακρόθε αν δεν τον έβλεπεν ο λοφοσείστης Έκτωρ.
Κι εβγήκε με λαμπρ᾽ άρματα ζωσμένος στους προμάχους,
φόβος πολύς των Δαναών· άμα τον είδ᾽ εχάρη
ο Σαρπηδών ο διογενής και θλιβερά του είπε:
«Πριαμίδη, μη στων Δαναών τα χέρια ᾽δω μ᾽ αφήσεις
685 αλλά βοήθειαν δώσε μου· καν στην δικήν σας πόλιν
ας ξεψυχήσω, αφού σ᾽ εμέ δεν ήταν διορισμένο
να γύρω στην αγαπητήν πατρίδα να χαρύνω
την ποθητήν μου σύντροφον και το γλυκό μου βρέφος».
ἔνθ᾽ Ἕκτωρ δύο φῶτε κατέκτανεν εἰδότε χάρμης,
εἰν ἑνὶ δίφρῳ ἐόντε, Μενέσθην Ἀγχίαλόν τε.
610 τὼ δὲ πεσόντ᾽ ἐλέησε μέγας Τελαμώνιος Αἴας·
στῆ δὲ μάλ᾽ ἐγγὺς ἰών, καὶ ἀκόντισε δουρὶ φαεινῷ,
καὶ βάλεν Ἄμφιον, Σελάγου υἱόν, ὅς ῥ᾽ ἐνὶ Παισῷ
ναῖε πολυκτήμων πολυλήϊος· ἀλλά ἑ μοῖρα
ἦγ᾽ ἐπικουρήσοντα μετὰ Πρίαμόν τε καὶ υἷας.
615 τόν ῥα κατὰ ζωστῆρα βάλεν Τελαμώνιος Αἴας,
νειαίρῃ δ᾽ ἐν γαστρὶ πάγη δολιχόσκιον ἔγχος,
δούπησεν δὲ πεσών· ὁ δ᾽ ἐπέδραμε φαίδιμος Αἴας
τεύχεα συλήσων· Τρῶες δ᾽ ἐπὶ δούρατ᾽ ἔχευαν
ὀξέα παμφανόωντα· σάκος δ᾽ ἀνεδέξατο πολλά.
620 αὐτὰρ ὁ λὰξ προσβὰς ἐκ νεκροῦ χάλκεον ἔγχος
ἐσπάσατ᾽· οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἔτ᾽ ἄλλα δυνήσατο τεύχεα καλὰ
ὤμοιιν ἀφελέσθαι· ἐπείγετο γὰρ βελέεσσι.
δεῖσε δ᾽ ὅ γ᾽ ἀμφίβασιν κρατερὴν Τρώων ἀγερώχων,
οἳ πολλοί τε καὶ ἐσθλοὶ ἐφέστασαν ἔγχε᾽ ἔχοντες,
625 οἵ ἑ μέγαν περ ἐόντα καὶ ἴφθιμον καὶ ἀγαυὸν
ὦσαν ἀπὸ σφείων· ὁ δὲ χασσάμενος πελεμίχθη.
Ὣς οἱ μὲν πονέοντο κατὰ κρατερὴν ὑσμίνην·
Τληπόλεμον δ᾽ Ἡρακλεΐδην, ἠΰν τε μέγαν τε,
ὦρσεν ἐπ᾽ ἀντιθέῳ Σαρπηδόνι μοῖρα κραταιή.
630 οἱ δ᾽ ὅτε δὴ σχεδὸν ἦσαν ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν ἰόντες,
υἱός θ᾽ υἱωνός τε Διὸς νεφεληγερέταο,
τὸν καὶ Τληπόλεμος πρότερος πρὸς μῦθον ἔειπε·
«Σαρπῆδον, Λυκίων βουληφόρε, τίς τοι ἀνάγκη
πτώσσειν ἐνθάδ᾽ ἐόντι μάχης ἀδαήμονι φωτί;
635 ψευδόμενοι δέ σέ φασι Διὸς γόνον αἰγιόχοιο
εἶναι, ἐπεὶ πολλὸν κείνων ἐπιδεύεαι ἀνδρῶν
οἳ Διὸς ἐξεγένοντο ἐπὶ προτέρων ἀνθρώπων·
ἀλλ᾽ οἷόν τινά φασι βίην Ἡρακληείην
εἶναι, ἐμὸν πατέρα θρασυμέμνονα θυμολέοντα·
640 ὅς ποτε δεῦρ᾽ ἐλθὼν ἕνεχ᾽ ἵππων Λαομέδοντος
ἓξ οἴῃς σὺν νηυσὶ καὶ ἀνδράσι παυροτέροισιν
Ἰλίου ἐξαλάπαξε πόλιν, χήρωσε δ᾽ ἀγυιάς·
σοὶ δὲ κακὸς μὲν θυμός, ἀποφθινύθουσι δὲ λαοί.
οὐδέ τί σε Τρώεσσιν ὀΐομαι ἄλκαρ ἔσεσθαι
645 ἐλθόντ᾽ ἐκ Λυκίης, οὐδ᾽ εἰ μάλα καρτερός ἐσσι,
ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ἐμοὶ δμηθέντα πύλας Ἀΐδαο περήσειν.»
Τὸν δ᾽ αὖ Σαρπηδὼν Λυκίων ἀγὸς ἀντίον ηὔδα·
«Τληπόλεμ᾽, ἤτοι κεῖνος ἀπώλεσεν Ἴλιον ἱρὴν
ἀνέρος ἀφραδίῃσιν ἀγαυοῦ Λαομέδοντος,
650 ὅς ῥά μιν εὖ ἕρξαντα κακῷ ἠνίπαπε μύθῳ,
οὐδ᾽ ἀπέδωχ᾽ ἵππους, ὧν εἵνεκα τηλόθεν ἦλθε.
σοὶ δ᾽ ἐγὼ ἐνθάδε φημὶ φόνον καὶ κῆρα μέλαιναν
ἐξ ἐμέθεν τεύξεσθαι, ἐμῷ δ᾽ ὑπὸ δουρὶ δαμέντα
εὖχος ἐμοὶ δώσειν, ψυχὴν δ᾽ Ἄϊδι κλυτοπώλῳ.»
655 Ὣς φάτο Σαρπηδών, ὁ δ᾽ ἀνέσχετο μείλινον ἔγχος
Τληπόλεμος· καὶ τῶν μὲν ἁμαρτῇ δούρατα μακρὰ
ἐκ χειρῶν ἤϊξαν· ὁ μὲν βάλεν αὐχένα μέσσον
Σαρπηδών, αἰχμὴ δὲ διαμπερὲς ἦλθ᾽ ἀλεγεινή·
τὸν δὲ κατ᾽ ὀφθαλμῶν ἐρεβεννὴ νὺξ ἐκάλυψε.
660 Τληπόλεμος δ᾽ ἄρα μηρὸν ἀριστερὸν ἔγχεϊ μακρῷ
βεβλήκειν, αἰχμὴ δὲ διέσσυτο μαιμώωσα,
ὀστέῳ ἐγχριμφθεῖσα, πατὴρ δ᾽ ἔτι λοιγὸν ἄμυνεν.
Οἱ μὲν ἄρ᾽ ἀντίθεον Σαρπηδόνα δῖοι ἑταῖροι
ἐξέφερον πολέμοιο· βάρυνε δέ μιν δόρυ μακρὸν
665 ἑλκόμενον· τὸ μὲν οὔ τις ἐπεφράσατ᾽ οὐδ᾽ ἐνόησε,
μηροῦ ἐξερύσαι δόρυ μείλινον, ὄφρ᾽ ἐπιβαίη,
σπευδόντων· τοῖον γὰρ ἔχον πόνον ἀμφιέποντες.
Τληπόλεμον δ᾽ ἑτέρωθεν ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοὶ
ἐξέφερον πολέμοιο· νόησε δὲ δῖος Ὀδυσσεὺς
670 τλήμονα θυμὸν ἔχων, μαίμησε δέ οἱ φίλον ἦτορ·
μερμήριξε δ᾽ ἔπειτα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμὸν
ἢ προτέρω Διὸς υἱὸν ἐριγδούποιο διώκοι,
ἦ ὅ γε τῶν πλεόνων Λυκίων ἀπὸ θυμὸν ἕλοιτο.
οὐδ᾽ ἄρ᾽ Ὀδυσσῆϊ μεγαλήτορι μόρσιμον ἦεν
675 ἴφθιμον Διὸς υἱὸν ἀποκτάμεν ὀξέϊ χαλκῷ·
τῶ ῥα κατὰ πληθὺν Λυκίων τράπε θυμὸν Ἀθήνη.
ἔνθ᾽ ὅ γε Κοίρανον εἷλεν Ἀλάστορά τε Χρομίον τε
Ἄλκανδρόν θ᾽ Ἅλιόν τε Νοήμονά τε Πρύτανίν τε.
καί νύ κ᾽ ἔτι πλέονας Λυκίων κτάνε δῖος Ὀδυσσεύς,
680 εἰ μὴ ἄρ᾽ ὀξὺ νόησε μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ·
βῆ δὲ διὰ προμάχων κεκορυθμένος αἴθοπι χαλκῷ,
δεῖμα φέρων Δαναοῖσι· χάρη δ᾽ ἄρα οἱ προσιόντι
Σαρπηδὼν Διὸς υἱός, ἔπος δ᾽ ὀλοφυδνὸν ἔειπε·
«Πριαμίδη, μὴ δή με ἕλωρ Δαναοῖσιν ἐάσῃς
685 κεῖσθαι, ἀλλ᾽ ἐπάμυνον· ἔπειτά με καὶ λίποι αἰὼν
ἐν πόλει ὑμετέρῃ, ἐπεὶ οὐκ ἄρ᾽ ἔμελλον ἔγωγε
νοστήσας οἶκόνδε φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
εὐφρανέειν ἄλοχόν τε φίλην καὶ νήπιον υἱόν.»
εἰν ἑνὶ δίφρῳ ἐόντε, Μενέσθην Ἀγχίαλόν τε.
610 τὼ δὲ πεσόντ᾽ ἐλέησε μέγας Τελαμώνιος Αἴας·
στῆ δὲ μάλ᾽ ἐγγὺς ἰών, καὶ ἀκόντισε δουρὶ φαεινῷ,
καὶ βάλεν Ἄμφιον, Σελάγου υἱόν, ὅς ῥ᾽ ἐνὶ Παισῷ
ναῖε πολυκτήμων πολυλήϊος· ἀλλά ἑ μοῖρα
ἦγ᾽ ἐπικουρήσοντα μετὰ Πρίαμόν τε καὶ υἷας.
615 τόν ῥα κατὰ ζωστῆρα βάλεν Τελαμώνιος Αἴας,
νειαίρῃ δ᾽ ἐν γαστρὶ πάγη δολιχόσκιον ἔγχος,
δούπησεν δὲ πεσών· ὁ δ᾽ ἐπέδραμε φαίδιμος Αἴας
τεύχεα συλήσων· Τρῶες δ᾽ ἐπὶ δούρατ᾽ ἔχευαν
ὀξέα παμφανόωντα· σάκος δ᾽ ἀνεδέξατο πολλά.
620 αὐτὰρ ὁ λὰξ προσβὰς ἐκ νεκροῦ χάλκεον ἔγχος
ἐσπάσατ᾽· οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἔτ᾽ ἄλλα δυνήσατο τεύχεα καλὰ
ὤμοιιν ἀφελέσθαι· ἐπείγετο γὰρ βελέεσσι.
δεῖσε δ᾽ ὅ γ᾽ ἀμφίβασιν κρατερὴν Τρώων ἀγερώχων,
οἳ πολλοί τε καὶ ἐσθλοὶ ἐφέστασαν ἔγχε᾽ ἔχοντες,
625 οἵ ἑ μέγαν περ ἐόντα καὶ ἴφθιμον καὶ ἀγαυὸν
ὦσαν ἀπὸ σφείων· ὁ δὲ χασσάμενος πελεμίχθη.
Ὣς οἱ μὲν πονέοντο κατὰ κρατερὴν ὑσμίνην·
Τληπόλεμον δ᾽ Ἡρακλεΐδην, ἠΰν τε μέγαν τε,
ὦρσεν ἐπ᾽ ἀντιθέῳ Σαρπηδόνι μοῖρα κραταιή.
630 οἱ δ᾽ ὅτε δὴ σχεδὸν ἦσαν ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν ἰόντες,
υἱός θ᾽ υἱωνός τε Διὸς νεφεληγερέταο,
τὸν καὶ Τληπόλεμος πρότερος πρὸς μῦθον ἔειπε·
«Σαρπῆδον, Λυκίων βουληφόρε, τίς τοι ἀνάγκη
πτώσσειν ἐνθάδ᾽ ἐόντι μάχης ἀδαήμονι φωτί;
635 ψευδόμενοι δέ σέ φασι Διὸς γόνον αἰγιόχοιο
εἶναι, ἐπεὶ πολλὸν κείνων ἐπιδεύεαι ἀνδρῶν
οἳ Διὸς ἐξεγένοντο ἐπὶ προτέρων ἀνθρώπων·
ἀλλ᾽ οἷόν τινά φασι βίην Ἡρακληείην
εἶναι, ἐμὸν πατέρα θρασυμέμνονα θυμολέοντα·
640 ὅς ποτε δεῦρ᾽ ἐλθὼν ἕνεχ᾽ ἵππων Λαομέδοντος
ἓξ οἴῃς σὺν νηυσὶ καὶ ἀνδράσι παυροτέροισιν
Ἰλίου ἐξαλάπαξε πόλιν, χήρωσε δ᾽ ἀγυιάς·
σοὶ δὲ κακὸς μὲν θυμός, ἀποφθινύθουσι δὲ λαοί.
οὐδέ τί σε Τρώεσσιν ὀΐομαι ἄλκαρ ἔσεσθαι
645 ἐλθόντ᾽ ἐκ Λυκίης, οὐδ᾽ εἰ μάλα καρτερός ἐσσι,
ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ἐμοὶ δμηθέντα πύλας Ἀΐδαο περήσειν.»
Τὸν δ᾽ αὖ Σαρπηδὼν Λυκίων ἀγὸς ἀντίον ηὔδα·
«Τληπόλεμ᾽, ἤτοι κεῖνος ἀπώλεσεν Ἴλιον ἱρὴν
ἀνέρος ἀφραδίῃσιν ἀγαυοῦ Λαομέδοντος,
650 ὅς ῥά μιν εὖ ἕρξαντα κακῷ ἠνίπαπε μύθῳ,
οὐδ᾽ ἀπέδωχ᾽ ἵππους, ὧν εἵνεκα τηλόθεν ἦλθε.
σοὶ δ᾽ ἐγὼ ἐνθάδε φημὶ φόνον καὶ κῆρα μέλαιναν
ἐξ ἐμέθεν τεύξεσθαι, ἐμῷ δ᾽ ὑπὸ δουρὶ δαμέντα
εὖχος ἐμοὶ δώσειν, ψυχὴν δ᾽ Ἄϊδι κλυτοπώλῳ.»
655 Ὣς φάτο Σαρπηδών, ὁ δ᾽ ἀνέσχετο μείλινον ἔγχος
Τληπόλεμος· καὶ τῶν μὲν ἁμαρτῇ δούρατα μακρὰ
ἐκ χειρῶν ἤϊξαν· ὁ μὲν βάλεν αὐχένα μέσσον
Σαρπηδών, αἰχμὴ δὲ διαμπερὲς ἦλθ᾽ ἀλεγεινή·
τὸν δὲ κατ᾽ ὀφθαλμῶν ἐρεβεννὴ νὺξ ἐκάλυψε.
660 Τληπόλεμος δ᾽ ἄρα μηρὸν ἀριστερὸν ἔγχεϊ μακρῷ
βεβλήκειν, αἰχμὴ δὲ διέσσυτο μαιμώωσα,
ὀστέῳ ἐγχριμφθεῖσα, πατὴρ δ᾽ ἔτι λοιγὸν ἄμυνεν.
Οἱ μὲν ἄρ᾽ ἀντίθεον Σαρπηδόνα δῖοι ἑταῖροι
ἐξέφερον πολέμοιο· βάρυνε δέ μιν δόρυ μακρὸν
665 ἑλκόμενον· τὸ μὲν οὔ τις ἐπεφράσατ᾽ οὐδ᾽ ἐνόησε,
μηροῦ ἐξερύσαι δόρυ μείλινον, ὄφρ᾽ ἐπιβαίη,
σπευδόντων· τοῖον γὰρ ἔχον πόνον ἀμφιέποντες.
Τληπόλεμον δ᾽ ἑτέρωθεν ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοὶ
ἐξέφερον πολέμοιο· νόησε δὲ δῖος Ὀδυσσεὺς
670 τλήμονα θυμὸν ἔχων, μαίμησε δέ οἱ φίλον ἦτορ·
μερμήριξε δ᾽ ἔπειτα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμὸν
ἢ προτέρω Διὸς υἱὸν ἐριγδούποιο διώκοι,
ἦ ὅ γε τῶν πλεόνων Λυκίων ἀπὸ θυμὸν ἕλοιτο.
οὐδ᾽ ἄρ᾽ Ὀδυσσῆϊ μεγαλήτορι μόρσιμον ἦεν
675 ἴφθιμον Διὸς υἱὸν ἀποκτάμεν ὀξέϊ χαλκῷ·
τῶ ῥα κατὰ πληθὺν Λυκίων τράπε θυμὸν Ἀθήνη.
ἔνθ᾽ ὅ γε Κοίρανον εἷλεν Ἀλάστορά τε Χρομίον τε
Ἄλκανδρόν θ᾽ Ἅλιόν τε Νοήμονά τε Πρύτανίν τε.
καί νύ κ᾽ ἔτι πλέονας Λυκίων κτάνε δῖος Ὀδυσσεύς,
680 εἰ μὴ ἄρ᾽ ὀξὺ νόησε μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ·
βῆ δὲ διὰ προμάχων κεκορυθμένος αἴθοπι χαλκῷ,
δεῖμα φέρων Δαναοῖσι· χάρη δ᾽ ἄρα οἱ προσιόντι
Σαρπηδὼν Διὸς υἱός, ἔπος δ᾽ ὀλοφυδνὸν ἔειπε·
«Πριαμίδη, μὴ δή με ἕλωρ Δαναοῖσιν ἐάσῃς
685 κεῖσθαι, ἀλλ᾽ ἐπάμυνον· ἔπειτά με καὶ λίποι αἰὼν
ἐν πόλει ὑμετέρῃ, ἐπεὶ οὐκ ἄρ᾽ ἔμελλον ἔγωγε
νοστήσας οἶκόνδε φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
εὐφρανέειν ἄλοχόν τε φίλην καὶ νήπιον υἱόν.»
***
Αυτά ᾽πε και πολύ σιμά τούς έσμιξαν οι Τρώες.Ο Έκτωρ τον Αγχίαλον και τον Μενέσθην άνδρες
ανδρειωμένους φόνευσεν εις έν᾽ αμάξι αντάμα·
610 ο μέγας τούς λυπήθηκεν ο Τελαμώνιος Αίας,
ποοχώρησε κι εστήθη αυτού κι εκτύπησε μ᾽ ακόντι
τον Σελαγίδην Άμφιον, που στην Παισόν κατοίκα
και κτήματ᾽ είχε και πολλά χωράφια, πλην η μοίρα
στον Πρίαμον τον έφερε βοηθόν και στα παιδιά του.
615 Στην ζώνην τον εκτύπησεν ο Τελαμώνιος Αίας
και στην γαστέρα εμπήχθηκε το απέραντον ακόντι·
με βρόντον πέφτει· τρέχει ευθύς τα όπλα να του πάρει
ο μέγας Αίας· κι έχυναν τα φονικά των βέλη
σ᾽ αυτόν οι Τρώες πάμπολλα κι επήρε η ασπίδα πλήθος.
620 Και αντιπατώντας έβγαλεν απ᾽ τον νεκρόν τ᾽ ακόντι·
αλλ᾽ όμως δεν τον άφηναν τ᾽ ακόντια να τον γδύσει
απ᾽ τα λαμπρά του άρματα· φοβήθη τότ᾽ ο Αίας
μη πάθει κύκλωσιν σφοδρήν των αγερώχων Τρώων,
που με κοντάρι επάνω του πολλοί και ανδρειωμένοι,
625 αν κι είχε μέγα θαυμαστό παράστημα και ωραίο,
τον έσπρωξαν· τινάχθηκεν αυτός κι εσύρθη οπίσω.
Έτσι ενεργούσαν στον σφοδρόν αγώνα του πολέμου.
Κι έσπρωξ᾽ η μοίρα ανίκητη τον μέγαν Ηρακλείδην
Τληπόλεμον ενάντια στον θείον Σαρπηδόνα·
630 και άμ᾽ αντικρύ προχώρησαν ο ένας προς τον άλλον,
ο έγγονος με τον υιόν του βροντοφόρου Δία,
προσφώνησε ο Τληπόλεμος τον Σαρπηδόνα πρώτος:
«Τι σ᾽ αναγκάζει, Σαρπηδών, ω των Λυκίων άρχε,
ως άνθρωπος απόλεμος να κρύβεσ᾽ εδώ πέρα;
635 Ψεύδοντ᾽ αν λέγουν που ᾽σαι υιός του αιγιδοφόρου Δία
κι είσαι πολύ κατώτερος εκείνων των ηρώων
οπού στες πρώτες γενεές έχει γεννήσει ο Δίας,
ως ήταν ο πατέρας μου, ως λέγουν, ο Ηρακλέας
λεοντόψυχος, ατρόμητος, που ότ᾽ ήλθε εδώ να λάβει
640τους ίππους του Λαομέδοντος, μ᾽ έξι καράβια μόνα
και μ᾽ ολιγότερον στρατόν, την πόλιν της Ιλίου
επόρθησε και από λαόν ορφάνωσε τους δρόμους·
και συ ψυχήν έχεις δειλήν και φθείροντ᾽ οι λαοί σου.
Ουδέ θαρρώ πως στήριγμα θενά ᾽σαι συ των Τρώων,
645 αν και ανδρειωμένος βοηθός απ᾽ την Λυκίαν ήλθες·
αλλά θα ιδείς που η λόγχη μου στον Άδη θα σε στείλει».
Και ο Σαρπηδών απάντησε: «Τληπόλεμε, ότι εκείνος
την Ίλιον τότ᾽ ερήμωσε, προήλθε απ᾽ την μωρίαν
του σεβαστού Λαομέδοντος, που αυτόν οπού τον είχε
650 ευεργετήσει εξύβρισε, κι έλειψε να του δώσει
τους ίππους, που χάριν αυτών μακρόθεν είχεν έλθει·
και σένα λέγ᾽ ότι απ᾽ εμέ φόνον και μαύρην μοίραν
εδώ θα λάβεις και απ᾽ αυτήν την λόγχην μου θα πέσεις,
το καύχημα να πάρω εγώ και ο Άδης την ψυχήν σου».
655 Κι εσήκωσε ο Τληπόλεμος το φράξινο κοντάρι·
σύγχρον᾽ από τα χέρια τους τ᾽ ακόντια πεταχθήκαν
το ζνίχι ο Σαρπηδών κτυπά και πέρα η πικρή λόγχη
εβγήκε και τα μάτια του μαύρο σκεπάζει σκότος.
Αλλά τ᾽ αριστερό μερί του Σαρπηδόνος είχε
660 ήδη τρυπήσ᾽ η μακριά του Τληπολέμου λόγχη
και μανιωμένη ξάκρισε ξυστά το κόκαλό του·
ακόμη από τον θάνατον τον φύλαγε ο πατέρας.
Και οι σύντροφοι απ᾽ τον πόλεμον τον θείον Σαρπηδόνα
έπαιρναν· τον εβάρυνεν, ως το ᾽σερνε, το μέγα
665 κοντάρι ότι βιαζόμενοι και στενοχωρημένοι
κανείς δεν ᾽σκέφθη, όπως αυτός ελεύθερα πατήσει,
να του αφαιρέσει απ᾽ το μερί το φράξινο κοντάρι.
Ομοίως τον Τληπόλεμον επαίρναν οι γενναίοι
οι Αχαιοί και ως είδε αυτούς ο θείος Οδυσσέας,
670 πάθος μεγάλο αισθάνθηκεν η ανδράγαθη καρδιά του,
κι εβάλθηκε στου λογισμού τα βάθη να μετρήσει·
θα κυνηγήσει τον υιόν του βαρυκτύπου Δία
ή αυτού θα δώσει θάνατον στο πλήθος των Λυκίων;
Αλλ᾽ απ΄ την λόγχην του υψηλού στο φρόνημα Οδυσσέως
675 να πέσει ο γόνος του Διός δεν ήθελεν η μοίρα·
κι η Αθηνά τον έκλινε στο πλήθος των Λυκίων.
Τον Κοίρανον και Αλάστορα, τον Άλιον και Χρομίον
τον Νοήμονα, τον Άλκανδρον, τον Πρύτανιν φονεύει·
και άλλους θα έκοφτε πολλούς ο θείος Οδυσσέας,
680 μακρόθε αν δεν τον έβλεπεν ο λοφοσείστης Έκτωρ.
Κι εβγήκε με λαμπρ᾽ άρματα ζωσμένος στους προμάχους,
φόβος πολύς των Δαναών· άμα τον είδ᾽ εχάρη
ο Σαρπηδών ο διογενής και θλιβερά του είπε:
«Πριαμίδη, μη στων Δαναών τα χέρια ᾽δω μ᾽ αφήσεις
685 αλλά βοήθειαν δώσε μου· καν στην δικήν σας πόλιν
ας ξεψυχήσω, αφού σ᾽ εμέ δεν ήταν διορισμένο
να γύρω στην αγαπητήν πατρίδα να χαρύνω
την ποθητήν μου σύντροφον και το γλυκό μου βρέφος».
Στο χαρακτήρα… Εκεί να την ψάχνεις την ομορφιά
Είναι μεγάλο πράγμα να σε αγαπούν για αυτό που είσαι στην πραγματικότητα και όχι για αυτό που φαίνεσαι. Είναι ωραίο να σε αναγνωρίζει κάποιος για την ποιότητα του χαρακτήρα σου και τις λεπτές γραμμές που σε διατρέχουν.
Είναι μεγάλη υπόθεση να εισχωρεί κάποιος μέσα στα ύδατα της ψυχής σου και να σε εκτιμάει για την ιστορία που έχεις γραμμένη στην καρδιά σου. Είναι όμορφο γενικά να σε σέβεται κάποιος για τα όσα τρέφεις μέσα σου, να ξεπερνά τις επιφάνειές σου, αναζητώντας τους πραγματικούς θησαυρούς που κρύβεις.
Δεν λέω, καλή και η εξωτερική εμφάνιση, καλό και το στυλ που προβάλει κάποιος, αλλά τι να το κάνεις αν δεν ξέρεις το τι επιφυλάσσει το μέσα του; Τι να το κάνεις αν δεν μπορείς να διαβάσεις τις αλήθειες και τις απόψεις που κρύβει; Τι να το κάνεις αν δεν μπορείς να διακρίνεις το ποιόν του σαν άνθρωπο για να είσαι σε θέση να διαμορφώσεις μια σφαιρική εικόνα γι’ αυτόν, παραμένοντας μόνο στα όσα θέλει να σου δείχνει;
Πολλές φορές οι άνθρωποι, προκειμένου να μην αποκαλυφθούν οι αδυναμίες τους, προτιμούν να κρύβονται πίσω από ψεύτικες μάσκες. Προτιμούν να υποδύονται κάτι άλλο από αυτό που είναι στην ουσία. Ο φόβος της απόρριψης τους οδηγεί σ’ αυτό το σημείο και για να μην χάσουν τους γύρω τους προσπαθούν όσο το δυνατόν να μην ανοίγονται. Έτσι εστιάζουν κι επικεντρώνονται περισσότερο στην εξωτερική τους εμφάνιση, στην προβολή του εαυτού τους, η οποία όμως είναι απαλλαγμένη από όσα δεν θέλουν να δείξουν και να φανερώσουν και όλα αυτά για να γίνουν αρεστοί και αποδεκτοί από τους άλλους.
Προβάλουν προσωπικότητες και χαρακτήρες που άμα τις σκάψει κάποιος πιο βαθιά θα δει πως δεν υπάρχουν και ότι απλά αποτελούν επινοήσεις του μυαλού και της φαντασίας τους. Όλοι όμως οι άνθρωποι κρύβουμε μια μοναδική ιστορία στην ψυχή μας, μια ιστορία που για άλλους μπορεί να ακούγεται όμορφη και για άλλους όχι. Όλοι μας έχουμε κάτι το διαφορετικό, κάτι το οποίο δεν το έχει κανένας άλλος, και αυτό είναι που μας καθιστά ξεχωριστούς και μοναδικούς. Αυτό είναι που πρέπει να μας χαρακτηρίζει και να μας εκφράζει.
Γι’ αυτό θα πρέπει να δείχνουμε στους άλλους αυτό που στην πραγματικότητα είμαστε. Δεν χρειάζεται να κρυβόμαστε πίσω από τίποτα, γιατί η αλήθεια πάντα θα μας βρίσκει στο τέλος.
Πρέπει να αγαπάμε τον εαυτό μας και να μην ντρεπόμαστε για αυτόν. Δεν υπάρχουν μέτρα σύγκρισης ανάμεσα στους ανθρώπους κι όσο γρήγορα το κατανοήσουμε αυτό, τόσο πιο γρήγορα θα εκτιμήσουμε αυτό που είμαστε.
Όλοι μας έχουμε συγκριθεί ενίοτε με κάποιον φίλο μας, με κάποιον γνωστό μας. Όλοι μας έχουμε ζυγίσει τις δικές μας καταστάσεις με των άλλων και τα έχουμε αντιπαραβάλει μεταξύ τους. Ωστόσο στην πορεία σίγουρα όλοι έχουμε καταλήξει στην ματαιότητα όλων αυτών των συγκρίσεων και έχουμε συνειδητοποιήσει ότι δεν είμαστε σαν εκείνους, ότι δεν έχουμε την ίδια πορεία και τα ίδια στάνταρ στη ζωή μας για να μπορούμε να συγκριθούμε.
Και όλα αυτά γιατί; Γιατί ο καθένας από εμάς έχει έναν δικό του χαρακτήρα, ο οποίος και καθορίζει το πως θα είναι η ζωή του. Σύμφωνα με τον χαρακτήρα πορεύονται οι άνθρωποι, καθώς αυτός είναι η πραγματική απεικόνιση της ψυχής τους.
Έτσι οι ανθρώπινες σχέσεις απαιτούν χαρακτήρα, απαιτούν ψυχή και όλες τις αλήθειες που έχουν χαραγμένες πάνω. Δεν θέλουν ψεύτικα πρόσωπα και χαμόγελα. Δεν θέλουν επιφανειακές θάλασσες που αν πέσει κάποιος μέσα σ’ αυτές θα πνιγεί από το ψέμα και την υποκρισία. Δεν θέλουν στολισμένες μορφές με πολύχρωμα φωτάκια που όταν σβήσουν θα ξεπροβάλει μια κενή γύμνια.
Οι ανθρώπινες σχέσεις θέλουν καθαρά και φωτεινά πρόσωπα, θέλουν ειλικρίνεια που λάμπει. Αναζητούν το σεβασμό και την εκτίμηση στον χαρακτήρα του άλλου. Θέλουν να είσαι ο εαυτός σου και μόνο αυτόν να αντιπροσωπεύεις, δίχως μεταμφιέσεις. Θέλουν να μπορούν να διαβάζουν την ιστορία σου και να σε αξιολογούν σύμφωνα με αυτήν. Θέλουν να αγαπούν την ξαστεριά σου και να διώχνουν τα σύννεφα που σε καλύπτουν.
Έτσι σε ένα κόσμο μασκαρεμένων, ο χαρακτήρας φίλε μου, αυτός μετράει μόνο.
Εκεί ψάξε την ομορφιά.
Είναι μεγάλη υπόθεση να εισχωρεί κάποιος μέσα στα ύδατα της ψυχής σου και να σε εκτιμάει για την ιστορία που έχεις γραμμένη στην καρδιά σου. Είναι όμορφο γενικά να σε σέβεται κάποιος για τα όσα τρέφεις μέσα σου, να ξεπερνά τις επιφάνειές σου, αναζητώντας τους πραγματικούς θησαυρούς που κρύβεις.
Δεν λέω, καλή και η εξωτερική εμφάνιση, καλό και το στυλ που προβάλει κάποιος, αλλά τι να το κάνεις αν δεν ξέρεις το τι επιφυλάσσει το μέσα του; Τι να το κάνεις αν δεν μπορείς να διαβάσεις τις αλήθειες και τις απόψεις που κρύβει; Τι να το κάνεις αν δεν μπορείς να διακρίνεις το ποιόν του σαν άνθρωπο για να είσαι σε θέση να διαμορφώσεις μια σφαιρική εικόνα γι’ αυτόν, παραμένοντας μόνο στα όσα θέλει να σου δείχνει;
Πολλές φορές οι άνθρωποι, προκειμένου να μην αποκαλυφθούν οι αδυναμίες τους, προτιμούν να κρύβονται πίσω από ψεύτικες μάσκες. Προτιμούν να υποδύονται κάτι άλλο από αυτό που είναι στην ουσία. Ο φόβος της απόρριψης τους οδηγεί σ’ αυτό το σημείο και για να μην χάσουν τους γύρω τους προσπαθούν όσο το δυνατόν να μην ανοίγονται. Έτσι εστιάζουν κι επικεντρώνονται περισσότερο στην εξωτερική τους εμφάνιση, στην προβολή του εαυτού τους, η οποία όμως είναι απαλλαγμένη από όσα δεν θέλουν να δείξουν και να φανερώσουν και όλα αυτά για να γίνουν αρεστοί και αποδεκτοί από τους άλλους.
Προβάλουν προσωπικότητες και χαρακτήρες που άμα τις σκάψει κάποιος πιο βαθιά θα δει πως δεν υπάρχουν και ότι απλά αποτελούν επινοήσεις του μυαλού και της φαντασίας τους. Όλοι όμως οι άνθρωποι κρύβουμε μια μοναδική ιστορία στην ψυχή μας, μια ιστορία που για άλλους μπορεί να ακούγεται όμορφη και για άλλους όχι. Όλοι μας έχουμε κάτι το διαφορετικό, κάτι το οποίο δεν το έχει κανένας άλλος, και αυτό είναι που μας καθιστά ξεχωριστούς και μοναδικούς. Αυτό είναι που πρέπει να μας χαρακτηρίζει και να μας εκφράζει.
Γι’ αυτό θα πρέπει να δείχνουμε στους άλλους αυτό που στην πραγματικότητα είμαστε. Δεν χρειάζεται να κρυβόμαστε πίσω από τίποτα, γιατί η αλήθεια πάντα θα μας βρίσκει στο τέλος.
Πρέπει να αγαπάμε τον εαυτό μας και να μην ντρεπόμαστε για αυτόν. Δεν υπάρχουν μέτρα σύγκρισης ανάμεσα στους ανθρώπους κι όσο γρήγορα το κατανοήσουμε αυτό, τόσο πιο γρήγορα θα εκτιμήσουμε αυτό που είμαστε.
Όλοι μας έχουμε συγκριθεί ενίοτε με κάποιον φίλο μας, με κάποιον γνωστό μας. Όλοι μας έχουμε ζυγίσει τις δικές μας καταστάσεις με των άλλων και τα έχουμε αντιπαραβάλει μεταξύ τους. Ωστόσο στην πορεία σίγουρα όλοι έχουμε καταλήξει στην ματαιότητα όλων αυτών των συγκρίσεων και έχουμε συνειδητοποιήσει ότι δεν είμαστε σαν εκείνους, ότι δεν έχουμε την ίδια πορεία και τα ίδια στάνταρ στη ζωή μας για να μπορούμε να συγκριθούμε.
Και όλα αυτά γιατί; Γιατί ο καθένας από εμάς έχει έναν δικό του χαρακτήρα, ο οποίος και καθορίζει το πως θα είναι η ζωή του. Σύμφωνα με τον χαρακτήρα πορεύονται οι άνθρωποι, καθώς αυτός είναι η πραγματική απεικόνιση της ψυχής τους.
Έτσι οι ανθρώπινες σχέσεις απαιτούν χαρακτήρα, απαιτούν ψυχή και όλες τις αλήθειες που έχουν χαραγμένες πάνω. Δεν θέλουν ψεύτικα πρόσωπα και χαμόγελα. Δεν θέλουν επιφανειακές θάλασσες που αν πέσει κάποιος μέσα σ’ αυτές θα πνιγεί από το ψέμα και την υποκρισία. Δεν θέλουν στολισμένες μορφές με πολύχρωμα φωτάκια που όταν σβήσουν θα ξεπροβάλει μια κενή γύμνια.
Οι ανθρώπινες σχέσεις θέλουν καθαρά και φωτεινά πρόσωπα, θέλουν ειλικρίνεια που λάμπει. Αναζητούν το σεβασμό και την εκτίμηση στον χαρακτήρα του άλλου. Θέλουν να είσαι ο εαυτός σου και μόνο αυτόν να αντιπροσωπεύεις, δίχως μεταμφιέσεις. Θέλουν να μπορούν να διαβάζουν την ιστορία σου και να σε αξιολογούν σύμφωνα με αυτήν. Θέλουν να αγαπούν την ξαστεριά σου και να διώχνουν τα σύννεφα που σε καλύπτουν.
Έτσι σε ένα κόσμο μασκαρεμένων, ο χαρακτήρας φίλε μου, αυτός μετράει μόνο.
Εκεί ψάξε την ομορφιά.
Η προκατάληψη της επιβεβαίωσης
Τα συναισθήματα επηρεάζουν συνεχώς τις διαδικασίες σκέψης και τις αποφάσεις μας, κάτω από το επίπεδο της επίγνωσής μας. Και το πιο κοινό συναίσθημα είναι η επιθυμία για ευχαρίστηση και η αποφυγή του πόνου.
Οι σκέψεις μας σχεδόν αναπόφευκτα περιστρέφονται γύρω από αυτή την επιθυμία: απλά αποφεύγουμε ιδέες που μας είναι δυσάρεστες ή οδυνηρές. Φανταζόμαστε ότι ψάχνουμε την αλήθεια, ή ότι είμαστε ρεαλιστές, ενώ στην πραγματικότητα εμμένουμε σε ιδέες που μας ανακουφίζουν από την ένταση και καταπραΰνουν το εγώ μας, μας κάνουν να νιώθουμε ανώτεροι.
Αυτή η αρχή της απόλαυσης στη σκέψη είναι η πηγή όλων των διανοητικών μας προκαταλήψεων. Αν πιστεύετε ότι για κάποιο λόγο έχετε ανοσία σε κάποια από τις ακόλουθες προκαταλήψεις, είναι απλώς ένα έμπρακτο παράδειγμα της αρχής της απόλαυσης.
Αντί γι’ αυτό, είναι καλύτερα να ψάξετε και να δείτε πώς λειτουργούν συνεχώς μέσα σας αυτές οι προκαταλήψεις, καθώς και να μάθετε πώς να αναγνωρίζετε τον ανάλογο παραλογισμό στους άλλους.
Η προκατάληψη της επιβεβαίωσης
Κοιτάζω τα στοιχεία και καταλήγω στις αποφάσεις μου μέσα από λίγο ως πολύ ορθολογικές διαδικασίες. Για να κρατήσουμε μια ιδέα και να πείσουμε τον εαυτό μας ότι καταλήξαμε σ’ αυτή λογικά, αναζητούμε στοιχεία για να υποστηρίξουμε την άποψή μας. Τι το πιο αντικειμενικό ή επιστημονικό;
Αλλά λόγω της αρχής της απόλαυσης και της ασυνείδητης επιρροής της, καταφέρνουμε να βρούμε τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτό που θέλουμε να πιστέψουμε.
Αυτό είναι γνωστό ως προκατάληψη της επιβεβαίωσης. Είναι κάτι που το βλέπουμε να συμβαίνει όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ειδικά σχέδια υψηλού ρίσκου.
Ένα σχέδιο συλλαμβάνεται με στόχο να οδηγήσει σε ένα θετικό, επιθυμητό αποτέλεσμα. Αν οι άνθρωποι στάθμιζαν εξίσου τις πιθανές αρνητικές και θετικές συνέπειες, ενδεχομένως να δίσταζαν να αναλάβουν δράση. Χωρίς να το συνειδητοποιούν, στρέφονται αναπόφευκτα προς πληροφορίες που επιβεβαιώνουν το επιθυμητό θετικό αποτέλεσμα, το ευχάριστο σενάριο.
Tο βλέπουμε επίσης να συμβαίνει όταν οι άνθρωποι υποτίθεται ότι ζητούν συμβουλές. Αυτό είναι το μαρτύριο των περισσότερων συμβούλων. Εντέλει, από τους εμπειρογνώμονες οι άνθρωποι θέλουν να ακούσουν την επιβεβαίωση των δικών τους ιδεών και επιλογών.
Θα ερμηνεύσουν αυτά που λέτε υπό το πρίσμα των όσων θέλουν να ακούσουν, κι αν οι συμβουλές σας έρχονται σε αντίθεση με τις επιθυμίες τους, θα βρουν κάποιον τρόπο να απορρίψουν τη γνώμη σας, τη λεγόμενη εμπειρογνωμοσύνη σας. Όσο πιο ισχυρό είναι το άτομο, τόσο περισσότερο υπόκειται σε αυτή τη μορφή προκατάληψης της επιβεβαίωσης.
Όταν εξετάζετε την προκατάληψη της επιβεβαίωσης στον κόσμο, ρίξτε μια ματιά στις θεωρίες που φαίνονται κάπως υπερβολικά καλές για να είναι αληθινές.
Προωθούνται ένα σωρό στατιστικές και μελέτες για να τις αποδείξουν, και δεν είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν όταν είστε πεπεισμένοι για την ορθότητα του επιχειρήματός σας.
Στο διαδίκτυο είναι εύκολο να βρείτε μελέτες που υποστηρίζουν και τις δύο πλευρές ενός επιχειρήματος. Σε γενικές γραμμές, ποτέ μην αποδέχεστε την εγκυρότητα των ιδεών κάποιων απλώς και μόνο επειδή παραθέτουν «αποδεικτικά στοιχεία». Αντίθετα, εξετάστε οι ίδιοι τα στοιχεία στο ψυχρό φως της μέρας, με όσο περισσότερο σκεπτικισμό μπορείτε να επιστρατεύσετε.
Η πρώτη σας αντίδραση θα πρέπει πάντα να είναι η εύρεση των αποδεικτικών στοιχείων που ανατρέπουν τις πιο αγαπημένες πεποιθήσεις σας, όπως και αυτές των άλλων. Αυτή είναι η αληθινή επιστήμη.
Οι σκέψεις μας σχεδόν αναπόφευκτα περιστρέφονται γύρω από αυτή την επιθυμία: απλά αποφεύγουμε ιδέες που μας είναι δυσάρεστες ή οδυνηρές. Φανταζόμαστε ότι ψάχνουμε την αλήθεια, ή ότι είμαστε ρεαλιστές, ενώ στην πραγματικότητα εμμένουμε σε ιδέες που μας ανακουφίζουν από την ένταση και καταπραΰνουν το εγώ μας, μας κάνουν να νιώθουμε ανώτεροι.
Αυτή η αρχή της απόλαυσης στη σκέψη είναι η πηγή όλων των διανοητικών μας προκαταλήψεων. Αν πιστεύετε ότι για κάποιο λόγο έχετε ανοσία σε κάποια από τις ακόλουθες προκαταλήψεις, είναι απλώς ένα έμπρακτο παράδειγμα της αρχής της απόλαυσης.
Αντί γι’ αυτό, είναι καλύτερα να ψάξετε και να δείτε πώς λειτουργούν συνεχώς μέσα σας αυτές οι προκαταλήψεις, καθώς και να μάθετε πώς να αναγνωρίζετε τον ανάλογο παραλογισμό στους άλλους.
Η προκατάληψη της επιβεβαίωσης
Κοιτάζω τα στοιχεία και καταλήγω στις αποφάσεις μου μέσα από λίγο ως πολύ ορθολογικές διαδικασίες. Για να κρατήσουμε μια ιδέα και να πείσουμε τον εαυτό μας ότι καταλήξαμε σ’ αυτή λογικά, αναζητούμε στοιχεία για να υποστηρίξουμε την άποψή μας. Τι το πιο αντικειμενικό ή επιστημονικό;
Αλλά λόγω της αρχής της απόλαυσης και της ασυνείδητης επιρροής της, καταφέρνουμε να βρούμε τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτό που θέλουμε να πιστέψουμε.
Αυτό είναι γνωστό ως προκατάληψη της επιβεβαίωσης. Είναι κάτι που το βλέπουμε να συμβαίνει όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ειδικά σχέδια υψηλού ρίσκου.
Ένα σχέδιο συλλαμβάνεται με στόχο να οδηγήσει σε ένα θετικό, επιθυμητό αποτέλεσμα. Αν οι άνθρωποι στάθμιζαν εξίσου τις πιθανές αρνητικές και θετικές συνέπειες, ενδεχομένως να δίσταζαν να αναλάβουν δράση. Χωρίς να το συνειδητοποιούν, στρέφονται αναπόφευκτα προς πληροφορίες που επιβεβαιώνουν το επιθυμητό θετικό αποτέλεσμα, το ευχάριστο σενάριο.
Tο βλέπουμε επίσης να συμβαίνει όταν οι άνθρωποι υποτίθεται ότι ζητούν συμβουλές. Αυτό είναι το μαρτύριο των περισσότερων συμβούλων. Εντέλει, από τους εμπειρογνώμονες οι άνθρωποι θέλουν να ακούσουν την επιβεβαίωση των δικών τους ιδεών και επιλογών.
Θα ερμηνεύσουν αυτά που λέτε υπό το πρίσμα των όσων θέλουν να ακούσουν, κι αν οι συμβουλές σας έρχονται σε αντίθεση με τις επιθυμίες τους, θα βρουν κάποιον τρόπο να απορρίψουν τη γνώμη σας, τη λεγόμενη εμπειρογνωμοσύνη σας. Όσο πιο ισχυρό είναι το άτομο, τόσο περισσότερο υπόκειται σε αυτή τη μορφή προκατάληψης της επιβεβαίωσης.
Όταν εξετάζετε την προκατάληψη της επιβεβαίωσης στον κόσμο, ρίξτε μια ματιά στις θεωρίες που φαίνονται κάπως υπερβολικά καλές για να είναι αληθινές.
Προωθούνται ένα σωρό στατιστικές και μελέτες για να τις αποδείξουν, και δεν είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν όταν είστε πεπεισμένοι για την ορθότητα του επιχειρήματός σας.
Στο διαδίκτυο είναι εύκολο να βρείτε μελέτες που υποστηρίζουν και τις δύο πλευρές ενός επιχειρήματος. Σε γενικές γραμμές, ποτέ μην αποδέχεστε την εγκυρότητα των ιδεών κάποιων απλώς και μόνο επειδή παραθέτουν «αποδεικτικά στοιχεία». Αντίθετα, εξετάστε οι ίδιοι τα στοιχεία στο ψυχρό φως της μέρας, με όσο περισσότερο σκεπτικισμό μπορείτε να επιστρατεύσετε.
Η πρώτη σας αντίδραση θα πρέπει πάντα να είναι η εύρεση των αποδεικτικών στοιχείων που ανατρέπουν τις πιο αγαπημένες πεποιθήσεις σας, όπως και αυτές των άλλων. Αυτή είναι η αληθινή επιστήμη.
Νίτσε: Το παιδί με τον καθρέφτη
Ο Ζαρατούστρα γύρισε πάλι πίσω στο βουνό και στη μοναξιά της σπηλιάς του και αποτραβήχτηκε από τους ανθρώπους: περιμένοντας, σα σπορέας, που έχει ρίξει το σπόρο του.
Μα η ψυχή του γιόμισε από ανυπομονησία και επιθυμία γι' αυτούς που αγαπούσε: γιατί είχε να τους δώσει. Πολλά ακόμη.
Αυτό ακριβώς είναι το πιο δύσκολο: να κλείσεις το ανοιχτό χέρι σου από αγάπη και σαν δωρητής να σώσεις τη ντροπαλοσύνη σου.
Έτσι περάσανε μήνες και χρόνια για τον ερημίτη, μα η σοφία του μεγάλωσε κ' η αφθονία της του έφερνε πόνο.
Μα ένα πρωί ξύπνησε πριν από την αυγή κιόλας, συλλογίστηκε για ώρα και ώρα, στο γιατάκι του, και στο τέλος μίλησε στην καρδιά του:
«Γιατί τρόμαξα, άραγε, τόσο, στ' όνειρό μου, και ξύπνησα; Δεν ήρθε κοντά μου ένα παιδί που κρατούσε έναν καθρέφτη;
Ω Ζαρατούστρα – μου είπε το παιδί – κοιτάξου στον καθρέπτη!
Μα όταν κοίταξα στον καθρέπτη, φώναξα, ξαφνικά, κ' η καρδιά μου ταράχτηκε: γιατί δεν είδα μέσα μου το πρόσωπό μου, παρά το μορφασμό και το σαρκαστικό γέλιο ενός διαβόλου.
Αληθινά, καταλαβαίνω πολύ καλά το σημάδι και το προμήνυμα του ονείρου: Η διδασκαλία μου βρίσκεται σε κίνδυνο, η είρα θέλει να την πούνε στάρι.
Οι εχθροί μου έγιναν δυνατοί και παραμόρφωσαν τη διδασκαλία μου, έτσι που κ' οι πιο αγαπημένοι μου θα πρέπει να ντρέπονται για τα δώρα που τους έδωσα.
Έχασα τους φίλους μου, ήρθε η στιγμή ν' αναζητήσω τους Χαμένους μου!»
Με τα λόγια αυτά πετάχτηκε πάνω ο Ζαρατούστρα, μα όχι σαν άνθρωπος που αγωνιά και γυρεύει αέρα, παρά πιότερο σαν οραματιστής και σαν τραγουδιστής, που τον κέντρισε ο οίστρος. Ξαφνιασμένοι τον κοίταζαν ο αετός του κι ο όφις του, γιατί της χαραυγής όμοια, πάνω στη θωριά του είχε απλωθεί μια ερχόμενη ευτυχία.
Τι μου συνέβηκε, αλήθεια, ζώα μου; – είπε ο Ζαρατούστρα. Δεν άλλαξα; Δεν μου 'ρθε η ευδαιμονία σαν ανεμική;
Τρελή 'ναι η ευτυχία μου και τρέλες θα πει: είναι πολύ νέα ακόμα – γι' αυτό έχε υπομονή μαζί της!
Η ευτυχία μου με πλήγωσε: ας μου γίνουν γιατροί όσοι υποφέρουν!
Πρέπει να ξανακατεβώ στους φίλους μου, και στους εχθρούς μου επίσης! Ο Ζαρατούστρα πρέπει να μιλήσει πάλι και να χαρίσει και να κάμει το πιο αγαπημένο στους αγαπημένους.
Η ανυπόμονη αγάπη μου κυλά σε ποτάμια, παντού σ' ανατολή και δύση. Από σιωπηλό βουνό και από καταιγίδες του πόνου κελαρύζει η ψυχή μου κατά τις κοιλάδες.
Πάρα πολύν καιρό λαχτάρησα τον ευατό μου και κοίταζα μακρυά. Πάρα πολύ καιρό ανήκα στη μοναξιά: έτσι ξέμαθα τη σιωπή.
Ένα στόμα έγινα ολόκληρος, και κελάρυσμα έγινα ενός ρυακιού που πέφτει από ψηλά βράχια: χαμηλά, στις κοιλάδες, θέλω να ξαμολύσω τον λόγο μου.
Κι ας ξαμολυθεί το ποτάμι της αγάπης μου σ' αδιέξοδα! Πως είναι δυνατό να μη βρεί ένα ποτάμι, κάποτε, τον δρόμο του προς τη θάλασσα!
Κι ας ξαμολυθεί το ποτάμι της αγάπης μου σ' αδιέξοδα! Πως είναι δυνατό να μη βρεί ένα ποτάμι, κάποτε, τον δρόμο του προς τη θάλασσα!
Μέσα μου είναι μια λίμνη, μια μοναχική, αυτάρκης λίμνη, μα το ποτάμι της αγάπης μου κυλάει μαζί της προς τα κάτω – κατά τη θάλασσα!
Καινούργιους δρόμους θα πάρω, καινούργιοι λόγοι μου έρχονται, κουράστηκα, σαν όλους τους δημιουργούς, από τις παλιές γλώσσες. Το πνεύμα μου δε θέλει να περπατήσει πιά πάνω σε πατημένες σιόλες.
Kάθε λόγος πάει για μένα πολύ αργά: – στ' άρματα σου πηδώ, θύελλα! Και σένα ακόμα να μαστιγώσω, με την κακία μου!
Σαν κραυγή και σαν αλαλαγμός θέλω πλατειές θάλασσες να περάσω, ίσαμε να βρω τα μακάρια νησιά, όπου μένουν οι φίλοι μου:
Κι ανάμεσά τους οι εχθροί μου! Πόσο αγαπώ τώρα κάθε έναν που μπορώ να του μιλήσω μόνο! Ακόμη κ' οι εχθροί μου ανήκουνε στην ευδαιμονία μου.
Κι όταν θέλω ν' ανεβώ στο πιο άγριο άλογο μου, το σπαθί μου με βοηθά πάντα κατά τον καλύτερο τρόπο: αυτό "ναι όλο τον καιρό ο έτοιμος υπηρέτης του παιδιού μου"
Το σπαθί, που σφεντονίζω εναντίον των εχθρών μου! Πόσο ευγνωμονώ τους εχθρούς μου, που μπορώ να τους το σφεντονίσω, επιτέλους!
Πάρα πολύ μεγάλη ήταν η μετέωρη ανησυχία του σύννεφού μου: θέλω να ρίξει χαλάζι, ανάμεσα στα γέλια των κεραυνών του.
Τότε, το στήθος μου θα φουσκώσει με δύναμη, με δύναμη θα φυσήξει τη θύελλά του επάνω από τα βουνά: έτσι θ' αλαφρώσει.
Αληθινά, θύελλας μοιάζοντας έρχεται η ευτυχία μου κ" η ελευθερία μου! Μα οι εχθροί μου θα πιστέψουν, ότι το Κακό λυσσομανά πάνω από τα κεφάλια τους.
Ναι, και εσείς ακόμη θα τρομάξετε, φίλοι μου, με την άγρια σοφία μου, κ' ίσως φύγετε μακρυά της μαζί με τους εχθρούς μου.
Αχ, να 'ξερα να σας τραβήξω με τη φλογέρα του βοσκού. Αχ, να μάθαινε η λιόντισσα σοφία μου να μουγκρίζει τρυφερά. Πόσα δε μάθαμε ως τα τώρα μαζί!
Η άγρια σοφία μου γκαστρώθηκε πάνω στα ερημικά βουνά, πάνω σε τραχειές πέτρες γέννησε το μικρότερο από τα παιδιά της παιδί.
Τώρα τρέχει τρελά μέσα από την σκληρήν ερημιά να αναζητά, κι αναζητά τρυφερό χορτάρι – η άγρια γριά σοφία μου!
Πάνω στο μαλακό χορτάρι της καρδιάς σας, φίλοι μου! – πάνω στην αγάπη σας λαχταρά να βάλει να πλαγιάσει το πιο αγαπημένο παιδί της!
Έτσι μίλησεν ο Ζαρατούστρα.
Μα η ψυχή του γιόμισε από ανυπομονησία και επιθυμία γι' αυτούς που αγαπούσε: γιατί είχε να τους δώσει. Πολλά ακόμη.
Αυτό ακριβώς είναι το πιο δύσκολο: να κλείσεις το ανοιχτό χέρι σου από αγάπη και σαν δωρητής να σώσεις τη ντροπαλοσύνη σου.
Έτσι περάσανε μήνες και χρόνια για τον ερημίτη, μα η σοφία του μεγάλωσε κ' η αφθονία της του έφερνε πόνο.
Μα ένα πρωί ξύπνησε πριν από την αυγή κιόλας, συλλογίστηκε για ώρα και ώρα, στο γιατάκι του, και στο τέλος μίλησε στην καρδιά του:
«Γιατί τρόμαξα, άραγε, τόσο, στ' όνειρό μου, και ξύπνησα; Δεν ήρθε κοντά μου ένα παιδί που κρατούσε έναν καθρέφτη;
Ω Ζαρατούστρα – μου είπε το παιδί – κοιτάξου στον καθρέπτη!
Μα όταν κοίταξα στον καθρέπτη, φώναξα, ξαφνικά, κ' η καρδιά μου ταράχτηκε: γιατί δεν είδα μέσα μου το πρόσωπό μου, παρά το μορφασμό και το σαρκαστικό γέλιο ενός διαβόλου.
Αληθινά, καταλαβαίνω πολύ καλά το σημάδι και το προμήνυμα του ονείρου: Η διδασκαλία μου βρίσκεται σε κίνδυνο, η είρα θέλει να την πούνε στάρι.
Οι εχθροί μου έγιναν δυνατοί και παραμόρφωσαν τη διδασκαλία μου, έτσι που κ' οι πιο αγαπημένοι μου θα πρέπει να ντρέπονται για τα δώρα που τους έδωσα.
Έχασα τους φίλους μου, ήρθε η στιγμή ν' αναζητήσω τους Χαμένους μου!»
Με τα λόγια αυτά πετάχτηκε πάνω ο Ζαρατούστρα, μα όχι σαν άνθρωπος που αγωνιά και γυρεύει αέρα, παρά πιότερο σαν οραματιστής και σαν τραγουδιστής, που τον κέντρισε ο οίστρος. Ξαφνιασμένοι τον κοίταζαν ο αετός του κι ο όφις του, γιατί της χαραυγής όμοια, πάνω στη θωριά του είχε απλωθεί μια ερχόμενη ευτυχία.
Τι μου συνέβηκε, αλήθεια, ζώα μου; – είπε ο Ζαρατούστρα. Δεν άλλαξα; Δεν μου 'ρθε η ευδαιμονία σαν ανεμική;
Τρελή 'ναι η ευτυχία μου και τρέλες θα πει: είναι πολύ νέα ακόμα – γι' αυτό έχε υπομονή μαζί της!
Η ευτυχία μου με πλήγωσε: ας μου γίνουν γιατροί όσοι υποφέρουν!
Πρέπει να ξανακατεβώ στους φίλους μου, και στους εχθρούς μου επίσης! Ο Ζαρατούστρα πρέπει να μιλήσει πάλι και να χαρίσει και να κάμει το πιο αγαπημένο στους αγαπημένους.
Η ανυπόμονη αγάπη μου κυλά σε ποτάμια, παντού σ' ανατολή και δύση. Από σιωπηλό βουνό και από καταιγίδες του πόνου κελαρύζει η ψυχή μου κατά τις κοιλάδες.
Πάρα πολύν καιρό λαχτάρησα τον ευατό μου και κοίταζα μακρυά. Πάρα πολύ καιρό ανήκα στη μοναξιά: έτσι ξέμαθα τη σιωπή.
Ένα στόμα έγινα ολόκληρος, και κελάρυσμα έγινα ενός ρυακιού που πέφτει από ψηλά βράχια: χαμηλά, στις κοιλάδες, θέλω να ξαμολύσω τον λόγο μου.
Κι ας ξαμολυθεί το ποτάμι της αγάπης μου σ' αδιέξοδα! Πως είναι δυνατό να μη βρεί ένα ποτάμι, κάποτε, τον δρόμο του προς τη θάλασσα!
Κι ας ξαμολυθεί το ποτάμι της αγάπης μου σ' αδιέξοδα! Πως είναι δυνατό να μη βρεί ένα ποτάμι, κάποτε, τον δρόμο του προς τη θάλασσα!
Μέσα μου είναι μια λίμνη, μια μοναχική, αυτάρκης λίμνη, μα το ποτάμι της αγάπης μου κυλάει μαζί της προς τα κάτω – κατά τη θάλασσα!
Καινούργιους δρόμους θα πάρω, καινούργιοι λόγοι μου έρχονται, κουράστηκα, σαν όλους τους δημιουργούς, από τις παλιές γλώσσες. Το πνεύμα μου δε θέλει να περπατήσει πιά πάνω σε πατημένες σιόλες.
Kάθε λόγος πάει για μένα πολύ αργά: – στ' άρματα σου πηδώ, θύελλα! Και σένα ακόμα να μαστιγώσω, με την κακία μου!
Σαν κραυγή και σαν αλαλαγμός θέλω πλατειές θάλασσες να περάσω, ίσαμε να βρω τα μακάρια νησιά, όπου μένουν οι φίλοι μου:
Κι ανάμεσά τους οι εχθροί μου! Πόσο αγαπώ τώρα κάθε έναν που μπορώ να του μιλήσω μόνο! Ακόμη κ' οι εχθροί μου ανήκουνε στην ευδαιμονία μου.
Κι όταν θέλω ν' ανεβώ στο πιο άγριο άλογο μου, το σπαθί μου με βοηθά πάντα κατά τον καλύτερο τρόπο: αυτό "ναι όλο τον καιρό ο έτοιμος υπηρέτης του παιδιού μου"
Το σπαθί, που σφεντονίζω εναντίον των εχθρών μου! Πόσο ευγνωμονώ τους εχθρούς μου, που μπορώ να τους το σφεντονίσω, επιτέλους!
Πάρα πολύ μεγάλη ήταν η μετέωρη ανησυχία του σύννεφού μου: θέλω να ρίξει χαλάζι, ανάμεσα στα γέλια των κεραυνών του.
Αληθινά, θύελλας μοιάζοντας έρχεται η ευτυχία μου κ" η ελευθερία μου! Μα οι εχθροί μου θα πιστέψουν, ότι το Κακό λυσσομανά πάνω από τα κεφάλια τους.
Ναι, και εσείς ακόμη θα τρομάξετε, φίλοι μου, με την άγρια σοφία μου, κ' ίσως φύγετε μακρυά της μαζί με τους εχθρούς μου.
Αχ, να 'ξερα να σας τραβήξω με τη φλογέρα του βοσκού. Αχ, να μάθαινε η λιόντισσα σοφία μου να μουγκρίζει τρυφερά. Πόσα δε μάθαμε ως τα τώρα μαζί!
Η άγρια σοφία μου γκαστρώθηκε πάνω στα ερημικά βουνά, πάνω σε τραχειές πέτρες γέννησε το μικρότερο από τα παιδιά της παιδί.
Τώρα τρέχει τρελά μέσα από την σκληρήν ερημιά να αναζητά, κι αναζητά τρυφερό χορτάρι – η άγρια γριά σοφία μου!
Πάνω στο μαλακό χορτάρι της καρδιάς σας, φίλοι μου! – πάνω στην αγάπη σας λαχταρά να βάλει να πλαγιάσει το πιο αγαπημένο παιδί της!
Έτσι μίλησεν ο Ζαρατούστρα.
Το να μην ελέγχουμε τα πάντα μπορεί να μας βοηθήσει να απολαύσουμε τη ζωή
Η ανάγκη να έχουμε τον έλεγχο στη ζωή μας είναι έμφυτη. Είναι κάτι που όλοι θέλουμε εγγενώς και αισθανόμαστε καλύτερα όταν γνωρίζουμε ακριβώς τι συμβαίνει σε όλους τους διαφορετικούς τομείς της ζωής μας.
Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε, ωστόσο, ότι δεν μπορούμε ποτέ να ελέγχουμε τα πάντα. Το να προσπαθούμε να το κάνουμε αυτό οδηγεί σε πολλά διαφορετικά δυσάρεστα συναισθήματα, όταν τα πράγματα δεν πάνε ακριβώς όπως προσπαθούμε και θέλουμε.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αυξήσετε την ευτυχία σας στη ζωή, αλλά ένας από τους πιο απλούς και απτούς είναι να αφήσετε ένα μέρος του ελέγχου. Γιατί αξίζει να το κάνουμε αυτό και πώς μπορούμε να ξεκινήσουμε;
Γιατί νιώθουμε την ανάγκη να ελέγχουμε
Η επιθυμία να είμαστε σε θέση να ελέγχουμε το περιβάλλον και τις περιστάσεις είναι ριζωμένη μέσα μας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι όσο περισσότερα γνωρίζουμε για τον κόσμο μας, τόσο πιο ασφαλείς αισθανόμαστε. Από την άλλη πλευρά, όσο λιγότερα γνωρίζουμε, τόσο πιο φοβισμένοι νιώθουμε. Η ανάγκη για έλεγχο έχει τις άμεσες ρίζες της στο φόβο – συγκεκριμένα, στο φόβο για το τι μπορεί να συμβεί έξω από τον έλεγχό μας.
Πώς οι προσπάθειες ελέγχου επηρεάζουν αρνητικά τη ζωή μας
Μπορεί να είναι φυσικό να θέλουμε να ελέγχουμε τα πάντα, αλλά αυτό δεν το καθιστά υγιές. Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους η προσπάθεια να ελέγξουμε τα πάντα μπορεί να μας γυρίσει μπούμερανγκ. Ας ρίξουμε μια ματιά σε μερικούς από τους κυριότερους.
Αυξημένο στρες και άγχος
Οι άνθρωποι που προσπαθούν να ελέγχουν τα πάντα μπορεί να βιώνουν περισσότερο στρες και άγχος από εκείνους που δεν το κάνουν. Η απλή πράξη του να αισθάνεται κάποιος ότι δεν έχει τον έλεγχο, όταν νιώθει ότι είναι απαραίτητο να τον έχει, μπορεί να κάνει την αρτηριακή πίεση να αυξηθεί.
Λιγότερη ικανοποίηση
Το να νιώθουμε την ανάγκη να έχουμε τον έλεγχο και να μην τον έχουμε τελικά μπορεί να μας κάνει να νιώθουμε δυσαρέσκεια. Η ίδια η πράξη του αισθήματος της ανάγκης για έλεγχο οδηγεί σε μια λιγότερο ευχάριστη κατάσταση για τους ανθρώπους για τους οποίους αυτό αποτελεί προτεραιότητα σε σχέση με εκείνους για τους οποίους δεν αποτελεί.
Περισσότερη κριτική
Επειδή δεν υπάρχει τρόπος να ελέγξουμε τα πάντα στη ζωή, το να νοιαζόμαστε υπερβολικά για το πώς εξελίσσονται τα πράγματα εκτός του ελέγχου μας μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη κριτική για ό,τι συμβαίνει. Εξάλλου, όταν δεν ελέγχετε τα αποτελέσματα που θέλετε, είναι λογικό να μην σας αρέσουν. Με τη σειρά του, το να είμαστε πιο επικριτικοί μπορεί να μας κάνει πιο νευρωτικούς, δημιουργώντας έναν ατέλειωτο, φαύλο κύκλο στον οποίο γινόμαστε προοδευτικά πιο δυστυχισμένοι με τη ζωή μας. Και η κριτική προς τους άλλους μπορεί επίσης να είναι επιζήμια για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν κατάθλιψη και άγχος, οδηγώντας τους να επικρίνουν τον εαυτό τους περισσότερο.
Τι μπορούμε να κερδίσουμε αφήνοντας ένα μέρος του ελέγχου
Τώρα που ξέρουμε πόσο άσχημα μπορεί να επηρεάσει τη ζωή μας η ακραία ανάγκη για έλεγχο, μπορούμε να σκεφτούμε πόσα άλλα θα κερδίσουμε αν τον εγκαταλείψουμε. Ακολουθούν μερικά από τα οφέλη της παραίτησης από την ανάγκη να έχετε τον έλεγχο των πάντων.
– Καλύτερη προετοιμασία για το απρόβλεπτο: Όταν είστε λιγότερο προσηλωμένοι σε μια συγκεκριμένη έκβαση μιας κατάστασης, θα είστε σε καλύτερη θέση να χειριστείτε όποια κι αν είναι η έκβαση.
– Βαθύτερη σύνδεση με τον εαυτό και τους άλλους: Στο βαθμό που η προσπάθεια να ελέγχετε τα πάντα σας κάνει πιο επικριτικούς απέναντι στον εαυτό σας και τους άλλους ανθρώπους, η εγκατάλειψη αυτού του ελέγχου σας επιτρέπει να συνδεθείτε με τους άλλους σε βαθύτερα επίπεδα. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν συνδέετε την αγάπη και την αποδοχή σας για τον εαυτό σας και τους άλλους με συγκεκριμένα αποτελέσματα. Αφήνοντας απλώς τους ανθρώπους να είναι όπως είναι και επιτρέποντας στον εαυτό σας να μην είναι προσκολλημένος στο πώς θα εξελιχθεί κάθε κατάσταση, είστε σε θέση να αγαπάτε πιο ελεύθερα. Αυτό ισχύει τόσο για την αγάπη προς τους άλλους όσο και προς τον εαυτό σας.
Πώς να αφήσουμε ένα μέρος του ελέγχου
Ας υποθέσουμε ότι έχετε αποφασίσει ότι προτιμάτε να είστε ήρεμοι και καλά συνδεδεμένοι με τους άλλους, παρά αγχωμένοι και επικριτικοί. Σε αυτή την περίπτωση, πιθανότατα ενδιαφέρεστε να μάθετε πώς ακριβώς μπορείτε να εγκαταλείψετε την ανάγκη για έλεγχο. Οι παρακάτω συμβουλές θα σας βοηθήσουν να ξεκινήσετε αυτό το χαλαρωτικό μονοπάτι, αλλά υπάρχουν και πολλοί άλλοι τρόποι για να το πετύχετε.
Ξεχωρίζουμε τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να ελέγξουμε
Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να εγκαταλείψετε τον έλεγχο μέχρι να ξέρετε πού είναι απαραίτητος στη ζωή σας. Κάντε έναν απολογισμό των όσων σας απασχολούν. Σκεφτείτε τους τομείς της ζωής που είναι υπό τον έλεγχό σας και εκείνους που δεν είναι.
Μόλις διαπιστώσετε ποιοι εμπίπτουν σε κάθε κατηγορία, δεσμευτείτε να αντιμετωπίζετε τις καταστάσεις στις οποίες δεν έχετε ή δεν θα έχετε τον έλεγχο διαφορετικά από ό,τι μέχρι τώρα. Αυτό περιλαμβάνει την αποσύνδεση του εαυτού σας από τα αποτελέσματα και τη διαφορετική αντιμετώπιση των άλλων ανθρώπων όταν δεν συμπεριφέρονται ακριβώς όπως θέλετε. Μπορεί να είναι χρήσιμο να σκεφτείτε τις καταστάσεις που δεν μπορείτε να ελέγξετε για να νιώσετε λιγότερο άγχος για τα διάφορα πιθανά αποτελέσματα.
Εξασκούμαστε στην ενσυνειδητότητα
Η ενσυνειδητότητα έχει να κάνει με το να είμαστε παρόντες. Το να βρίσκεστε στη στιγμή και να εκτιμάτε κάθε τι καλό όπως συμβαίνει μπορεί να σας βοηθήσει να εγκαταλείψετε τον έλεγχο ομαλότερα. Σας επιτρέπει να ρυθμίζετε τα συναισθήματά σας, κάτι που είναι ιδιαίτερα χρήσιμο αν παλεύετε με το αίσθημα της ανάγκης για έλεγχο. Μειώνει επίσης το άγχος, το οποίο αυξάνεται με την ανάγκη για έλεγχο.
Αποκτάμε υποστήριξη από αγαπημένα πρόσωπα
Τέλος, δεν χρειάζεται να περάσετε αυτή τη διαδικασία μόνοι σας! Οι πιθανότητες είναι ότι έχετε τουλάχιστον ένα αγαπημένο πρόσωπο που επίσης προσπαθεί να ελέγχει τα πάντα στη ζωή. Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί τους και να τους ενημερώσετε ότι είστε σε μια αποστολή να εγκαταλείψετε ένα μέρος του ελέγχου. Ζητήστε τους να σας ακολουθήσουν και, στη συνέχεια, συναντηθείτε ή μιλήστε μαζί τους τακτικά για το πώς εξελίσσεται η διαδικασία.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αυξήσετε την ευτυχία σας στη ζωή, αλλά ένας από τους πιο απλούς και απτούς είναι να αφήσετε ένα μέρος του ελέγχου. Γιατί αξίζει να το κάνουμε αυτό και πώς μπορούμε να ξεκινήσουμε;
Γιατί νιώθουμε την ανάγκη να ελέγχουμε
Η επιθυμία να είμαστε σε θέση να ελέγχουμε το περιβάλλον και τις περιστάσεις είναι ριζωμένη μέσα μας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι όσο περισσότερα γνωρίζουμε για τον κόσμο μας, τόσο πιο ασφαλείς αισθανόμαστε. Από την άλλη πλευρά, όσο λιγότερα γνωρίζουμε, τόσο πιο φοβισμένοι νιώθουμε. Η ανάγκη για έλεγχο έχει τις άμεσες ρίζες της στο φόβο – συγκεκριμένα, στο φόβο για το τι μπορεί να συμβεί έξω από τον έλεγχό μας.
Πώς οι προσπάθειες ελέγχου επηρεάζουν αρνητικά τη ζωή μας
Μπορεί να είναι φυσικό να θέλουμε να ελέγχουμε τα πάντα, αλλά αυτό δεν το καθιστά υγιές. Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους η προσπάθεια να ελέγξουμε τα πάντα μπορεί να μας γυρίσει μπούμερανγκ. Ας ρίξουμε μια ματιά σε μερικούς από τους κυριότερους.
Αυξημένο στρες και άγχος
Οι άνθρωποι που προσπαθούν να ελέγχουν τα πάντα μπορεί να βιώνουν περισσότερο στρες και άγχος από εκείνους που δεν το κάνουν. Η απλή πράξη του να αισθάνεται κάποιος ότι δεν έχει τον έλεγχο, όταν νιώθει ότι είναι απαραίτητο να τον έχει, μπορεί να κάνει την αρτηριακή πίεση να αυξηθεί.
Λιγότερη ικανοποίηση
Το να νιώθουμε την ανάγκη να έχουμε τον έλεγχο και να μην τον έχουμε τελικά μπορεί να μας κάνει να νιώθουμε δυσαρέσκεια. Η ίδια η πράξη του αισθήματος της ανάγκης για έλεγχο οδηγεί σε μια λιγότερο ευχάριστη κατάσταση για τους ανθρώπους για τους οποίους αυτό αποτελεί προτεραιότητα σε σχέση με εκείνους για τους οποίους δεν αποτελεί.
Περισσότερη κριτική
Επειδή δεν υπάρχει τρόπος να ελέγξουμε τα πάντα στη ζωή, το να νοιαζόμαστε υπερβολικά για το πώς εξελίσσονται τα πράγματα εκτός του ελέγχου μας μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη κριτική για ό,τι συμβαίνει. Εξάλλου, όταν δεν ελέγχετε τα αποτελέσματα που θέλετε, είναι λογικό να μην σας αρέσουν. Με τη σειρά του, το να είμαστε πιο επικριτικοί μπορεί να μας κάνει πιο νευρωτικούς, δημιουργώντας έναν ατέλειωτο, φαύλο κύκλο στον οποίο γινόμαστε προοδευτικά πιο δυστυχισμένοι με τη ζωή μας. Και η κριτική προς τους άλλους μπορεί επίσης να είναι επιζήμια για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν κατάθλιψη και άγχος, οδηγώντας τους να επικρίνουν τον εαυτό τους περισσότερο.
Τι μπορούμε να κερδίσουμε αφήνοντας ένα μέρος του ελέγχου
Τώρα που ξέρουμε πόσο άσχημα μπορεί να επηρεάσει τη ζωή μας η ακραία ανάγκη για έλεγχο, μπορούμε να σκεφτούμε πόσα άλλα θα κερδίσουμε αν τον εγκαταλείψουμε. Ακολουθούν μερικά από τα οφέλη της παραίτησης από την ανάγκη να έχετε τον έλεγχο των πάντων.
– Καλύτερη προετοιμασία για το απρόβλεπτο: Όταν είστε λιγότερο προσηλωμένοι σε μια συγκεκριμένη έκβαση μιας κατάστασης, θα είστε σε καλύτερη θέση να χειριστείτε όποια κι αν είναι η έκβαση.
– Βαθύτερη σύνδεση με τον εαυτό και τους άλλους: Στο βαθμό που η προσπάθεια να ελέγχετε τα πάντα σας κάνει πιο επικριτικούς απέναντι στον εαυτό σας και τους άλλους ανθρώπους, η εγκατάλειψη αυτού του ελέγχου σας επιτρέπει να συνδεθείτε με τους άλλους σε βαθύτερα επίπεδα. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν συνδέετε την αγάπη και την αποδοχή σας για τον εαυτό σας και τους άλλους με συγκεκριμένα αποτελέσματα. Αφήνοντας απλώς τους ανθρώπους να είναι όπως είναι και επιτρέποντας στον εαυτό σας να μην είναι προσκολλημένος στο πώς θα εξελιχθεί κάθε κατάσταση, είστε σε θέση να αγαπάτε πιο ελεύθερα. Αυτό ισχύει τόσο για την αγάπη προς τους άλλους όσο και προς τον εαυτό σας.
Πώς να αφήσουμε ένα μέρος του ελέγχου
Ας υποθέσουμε ότι έχετε αποφασίσει ότι προτιμάτε να είστε ήρεμοι και καλά συνδεδεμένοι με τους άλλους, παρά αγχωμένοι και επικριτικοί. Σε αυτή την περίπτωση, πιθανότατα ενδιαφέρεστε να μάθετε πώς ακριβώς μπορείτε να εγκαταλείψετε την ανάγκη για έλεγχο. Οι παρακάτω συμβουλές θα σας βοηθήσουν να ξεκινήσετε αυτό το χαλαρωτικό μονοπάτι, αλλά υπάρχουν και πολλοί άλλοι τρόποι για να το πετύχετε.
Ξεχωρίζουμε τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να ελέγξουμε
Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να εγκαταλείψετε τον έλεγχο μέχρι να ξέρετε πού είναι απαραίτητος στη ζωή σας. Κάντε έναν απολογισμό των όσων σας απασχολούν. Σκεφτείτε τους τομείς της ζωής που είναι υπό τον έλεγχό σας και εκείνους που δεν είναι.
Μόλις διαπιστώσετε ποιοι εμπίπτουν σε κάθε κατηγορία, δεσμευτείτε να αντιμετωπίζετε τις καταστάσεις στις οποίες δεν έχετε ή δεν θα έχετε τον έλεγχο διαφορετικά από ό,τι μέχρι τώρα. Αυτό περιλαμβάνει την αποσύνδεση του εαυτού σας από τα αποτελέσματα και τη διαφορετική αντιμετώπιση των άλλων ανθρώπων όταν δεν συμπεριφέρονται ακριβώς όπως θέλετε. Μπορεί να είναι χρήσιμο να σκεφτείτε τις καταστάσεις που δεν μπορείτε να ελέγξετε για να νιώσετε λιγότερο άγχος για τα διάφορα πιθανά αποτελέσματα.
Εξασκούμαστε στην ενσυνειδητότητα
Η ενσυνειδητότητα έχει να κάνει με το να είμαστε παρόντες. Το να βρίσκεστε στη στιγμή και να εκτιμάτε κάθε τι καλό όπως συμβαίνει μπορεί να σας βοηθήσει να εγκαταλείψετε τον έλεγχο ομαλότερα. Σας επιτρέπει να ρυθμίζετε τα συναισθήματά σας, κάτι που είναι ιδιαίτερα χρήσιμο αν παλεύετε με το αίσθημα της ανάγκης για έλεγχο. Μειώνει επίσης το άγχος, το οποίο αυξάνεται με την ανάγκη για έλεγχο.
Αποκτάμε υποστήριξη από αγαπημένα πρόσωπα
Τέλος, δεν χρειάζεται να περάσετε αυτή τη διαδικασία μόνοι σας! Οι πιθανότητες είναι ότι έχετε τουλάχιστον ένα αγαπημένο πρόσωπο που επίσης προσπαθεί να ελέγχει τα πάντα στη ζωή. Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί τους και να τους ενημερώσετε ότι είστε σε μια αποστολή να εγκαταλείψετε ένα μέρος του ελέγχου. Ζητήστε τους να σας ακολουθήσουν και, στη συνέχεια, συναντηθείτε ή μιλήστε μαζί τους τακτικά για το πώς εξελίσσεται η διαδικασία.
Όνειρα: Αποκτώντας πρόσβαση στα κρυμμένα μηνύματα της ψυχής
«Όλα όσα χρειάζεσαι βρίσκονται ήδη μέσα σου» -Bill Bowerman
Μια από τις καθοριστικές στιγμές στην περιπέτεια της προσωπικής αφύπνισης είναι η συνειδητοποίηση ότι όλοι δουλεύουμε για το ίδιο πράγμα: για την προσωπική μας εξέλιξη. Οι συνθήκες και τα πρόσωπα διαφέρουν αλλά είμαστε όλοι στο ταξίδι αναζητώντας αυτό που θα αποκαλύψει τον πραγματικό μας σκοπό και θα μας δώσει την δύναμη που χρειαζόμαστε για τον εκπληρώσουμε.
Αλλά όπως μας υπενθυμίζει και το παραπάνω απόφθεγμα, έχουμε ήδη όλα όσα χρειαζόμαστε. Όλα βρίσκονται ήδη μέσα μας. Αυτό σημαίνει ότι το καθήκον μας δεν είναι να βρούμε κάτι που έχουμε χάσει αλλά να κατανοήσουμε κάτι που υπάρχει μέσα μας.
Με άλλα λόγια, η εφαρμογή των μέγιστων δυνατοτήτων μας γίνεται εφικτή όταν μάθουμε να επικοινωνούμε με την ψυχή.
Τα όνειρα είναι ένα από τα βαθύτερα πηγάδια της αυτό-ανακάλυψης. Κοιμόμαστε το ένα τρίτο της ζωής μας, πιθανώς τριάντα χρόνια ή περισσότερο. Αυτός είναι πολύ χρόνος. Σκεφτείτε μόνο πόσα θα μπορούσατε να μάθετε σε 30 χρόνια. Στην πραγματικότητα, τόσο μεγάλη σημασία έχουν τα όνειρα στην ψυχολογική ανάπτυξη του ατόμου, που ο Καρλ Γιούνγκ ο θαυμαστός ψυχολόγος του 20ου αιώνα, ανέπτυξε μια ολόκληρη πρακτική ερμηνείας των ονείρων των ασθενών ως ένα εξατομικευμένο μονοπάτι προς την αυτό-ανακάλυψη.
«Το όνειρο είναι μια μικρή κρυμμένη πόρτα στις πιο εσωτερικές και μυστικές εσοχές της ψυχής, που οδηγεί σε εκείνη την κοσμική νύχτα όπου βρισκόταν η ψυχή πολύ πριν υπάρξει ο εγωισμός και εκεί που θα παραμείνει η ψυχή ανεξάρτητα από το πόσο επεκταθεί η συνείδηση» -Καρλ Γιούνγκ
Στους τόμους εργασίας του έγραψε για την δύναμη του αποσυμβολισμού των ονείρων προκειμένου να ξεκαθαρίσει καλύτερα και να φωτίσει το σωστό μονοπάτι προς την διάκριση κάποιου. Σύμφωνα με τον Γιούνγκ, τα όνειρα εξυπηρετούν ως εικόνες των αρχέτυπων γεγονότων που διαδραματίζονται μέσα στο υποσυνείδητο μυαλό κάποιου καθώς αντιμετωπίζει τα εμπόδια προς την προσωπική αλλαγή.
«Τα όνειρα είναι αντικειμενικά και αυθόρμητα προϊόντα της ασυνείδητης ψυχής που δεν βρίσκονται στον έλεγχο της θέλησης. Είναι αγνή φύση. Μας δείχνουν την ωμή, φυσική αλήθεια και επομένως μας παρουσιάζουν μια συμπεριφορά που συμφωνεί με την βασική ανθρώπινη μας φύση όταν η συνείδηση μας έχει απομακρυνθεί πολύ από τα θεμέλια της και βρίσκεται σε αδιέξοδο.» -Καρλ Γιούνγκ
Το εκπληκτικό είναι ότι πολλά από τα σύμβολα στα όνειρα είναι καθολικά. Δηλαδή, οι ίδιες εικόνες εμφανίζονται σε πολλούς ανθρώπους συχνά με το ίδιο νόημα. Όλοι είμαστε κομμάτι της δομής μιας συλλογικής συνείδησης, κάποιου είδους πεδίου με μνήμες όπου συμβαίνει η ενστικτώδης ανάπτυξη τους. Γι' αυτό τα σύμβολα και το νόημα τους μπορούν να ερμηνευτούν το ίδιο για πολλούς ανθρώπους.
«Ένα σύμβολο είναι ο καλύτερος δυνατός σχηματισμός ενός σχετικά άγνωστου ψυχικού περιεχομένου». -Καρλ Γιούνγκ
Αλλά όλοι είναι μοναδικοί και μεγάλο μέρος του περιεχομένου των ονείρων σας μπορεί να ερμηνευτεί μόνο από εσάς, ίσως με λίγη καθοδήγηση. Η πρακτική της ερμηνείας των ονείρων είναι αρχαία και συχνά την αναλάμβανε ο Σαμάνος της φυλής ή ο θεραπευτής. Πρόκειται για έναν τρόπο επικοινωνίας με το τεράστιο περιεχόμενο του υποσυνείδητου μυαλού.
Αυτός ο τύπος επικοινωνίας θεωρούνταν θεϊκή παρέμβαση και σε μερικούς πολιτισμούς, μόνο εκείνοι με υπερφυσικές δυνάμεις μπορούσαν να ερμηνεύσουν τα κρυμμένα μυστήρια που αποκάλυπταν τα όνειρα.
Το να παρατηρείτε τα όνειρα σας και να αποκρυπτογραφείτε τα μηνύματα που βρίσκονται στις εικόνες, στα σύμβολα, στους χαρακτήρες και στα τοπία μπορεί να είναι μια μαγευτική εμπειρία. Και σήμερα ο καθένας μπορεί να την κάνει… και να αποκομίσει πολλά οφέλη.
Η ονειρική εργασία μπορεί να σας βοηθήσει να αποκτήσετε ιδέες για το πώς να θεραπεύσετε μια ασθένεια, να διορθώσετε μια δύσκολη σχέση, να ξεκινήσετε ένα δημιουργικό έργο ή να πάρετε μια μεγάλη απόφαση ζωής.
Τα όνειρα σας μπορούν να σας προϊδεάσουν για το μέλλον- βοηθώντας σας να καθοδηγηθείτε. Κάποιοι μάλιστα ονειρεύτηκαν ότι επισκέφθηκαν άλλους κόσμους, ακόμα και το παρελθόν ή μια παράλληλη ζωή.
Όλοι βρισκόμαστε εδώ για να διακριθούμε και να πραγματοποιήσουμε τις ικανότητες μας. Αυτό κάνουν τα ανθρώπινα όντα και καθώς η συνειδητοποίηση του ταξιδιού επεκτείνεται, θα βρείτε περισσότερη καθοδήγηση και διορατικότητα. Τα όνειρα είναι μια θαυμάσια αποθήκη πληροφοριών για τον εαυτό σας.
Μια από τις καθοριστικές στιγμές στην περιπέτεια της προσωπικής αφύπνισης είναι η συνειδητοποίηση ότι όλοι δουλεύουμε για το ίδιο πράγμα: για την προσωπική μας εξέλιξη. Οι συνθήκες και τα πρόσωπα διαφέρουν αλλά είμαστε όλοι στο ταξίδι αναζητώντας αυτό που θα αποκαλύψει τον πραγματικό μας σκοπό και θα μας δώσει την δύναμη που χρειαζόμαστε για τον εκπληρώσουμε.
Αλλά όπως μας υπενθυμίζει και το παραπάνω απόφθεγμα, έχουμε ήδη όλα όσα χρειαζόμαστε. Όλα βρίσκονται ήδη μέσα μας. Αυτό σημαίνει ότι το καθήκον μας δεν είναι να βρούμε κάτι που έχουμε χάσει αλλά να κατανοήσουμε κάτι που υπάρχει μέσα μας.
Με άλλα λόγια, η εφαρμογή των μέγιστων δυνατοτήτων μας γίνεται εφικτή όταν μάθουμε να επικοινωνούμε με την ψυχή.
Τα όνειρα είναι ένα από τα βαθύτερα πηγάδια της αυτό-ανακάλυψης. Κοιμόμαστε το ένα τρίτο της ζωής μας, πιθανώς τριάντα χρόνια ή περισσότερο. Αυτός είναι πολύ χρόνος. Σκεφτείτε μόνο πόσα θα μπορούσατε να μάθετε σε 30 χρόνια. Στην πραγματικότητα, τόσο μεγάλη σημασία έχουν τα όνειρα στην ψυχολογική ανάπτυξη του ατόμου, που ο Καρλ Γιούνγκ ο θαυμαστός ψυχολόγος του 20ου αιώνα, ανέπτυξε μια ολόκληρη πρακτική ερμηνείας των ονείρων των ασθενών ως ένα εξατομικευμένο μονοπάτι προς την αυτό-ανακάλυψη.
«Το όνειρο είναι μια μικρή κρυμμένη πόρτα στις πιο εσωτερικές και μυστικές εσοχές της ψυχής, που οδηγεί σε εκείνη την κοσμική νύχτα όπου βρισκόταν η ψυχή πολύ πριν υπάρξει ο εγωισμός και εκεί που θα παραμείνει η ψυχή ανεξάρτητα από το πόσο επεκταθεί η συνείδηση» -Καρλ Γιούνγκ
Στους τόμους εργασίας του έγραψε για την δύναμη του αποσυμβολισμού των ονείρων προκειμένου να ξεκαθαρίσει καλύτερα και να φωτίσει το σωστό μονοπάτι προς την διάκριση κάποιου. Σύμφωνα με τον Γιούνγκ, τα όνειρα εξυπηρετούν ως εικόνες των αρχέτυπων γεγονότων που διαδραματίζονται μέσα στο υποσυνείδητο μυαλό κάποιου καθώς αντιμετωπίζει τα εμπόδια προς την προσωπική αλλαγή.
«Τα όνειρα είναι αντικειμενικά και αυθόρμητα προϊόντα της ασυνείδητης ψυχής που δεν βρίσκονται στον έλεγχο της θέλησης. Είναι αγνή φύση. Μας δείχνουν την ωμή, φυσική αλήθεια και επομένως μας παρουσιάζουν μια συμπεριφορά που συμφωνεί με την βασική ανθρώπινη μας φύση όταν η συνείδηση μας έχει απομακρυνθεί πολύ από τα θεμέλια της και βρίσκεται σε αδιέξοδο.» -Καρλ Γιούνγκ
Το εκπληκτικό είναι ότι πολλά από τα σύμβολα στα όνειρα είναι καθολικά. Δηλαδή, οι ίδιες εικόνες εμφανίζονται σε πολλούς ανθρώπους συχνά με το ίδιο νόημα. Όλοι είμαστε κομμάτι της δομής μιας συλλογικής συνείδησης, κάποιου είδους πεδίου με μνήμες όπου συμβαίνει η ενστικτώδης ανάπτυξη τους. Γι' αυτό τα σύμβολα και το νόημα τους μπορούν να ερμηνευτούν το ίδιο για πολλούς ανθρώπους.
«Ένα σύμβολο είναι ο καλύτερος δυνατός σχηματισμός ενός σχετικά άγνωστου ψυχικού περιεχομένου». -Καρλ Γιούνγκ
Αλλά όλοι είναι μοναδικοί και μεγάλο μέρος του περιεχομένου των ονείρων σας μπορεί να ερμηνευτεί μόνο από εσάς, ίσως με λίγη καθοδήγηση. Η πρακτική της ερμηνείας των ονείρων είναι αρχαία και συχνά την αναλάμβανε ο Σαμάνος της φυλής ή ο θεραπευτής. Πρόκειται για έναν τρόπο επικοινωνίας με το τεράστιο περιεχόμενο του υποσυνείδητου μυαλού.
Αυτός ο τύπος επικοινωνίας θεωρούνταν θεϊκή παρέμβαση και σε μερικούς πολιτισμούς, μόνο εκείνοι με υπερφυσικές δυνάμεις μπορούσαν να ερμηνεύσουν τα κρυμμένα μυστήρια που αποκάλυπταν τα όνειρα.
Το να παρατηρείτε τα όνειρα σας και να αποκρυπτογραφείτε τα μηνύματα που βρίσκονται στις εικόνες, στα σύμβολα, στους χαρακτήρες και στα τοπία μπορεί να είναι μια μαγευτική εμπειρία. Και σήμερα ο καθένας μπορεί να την κάνει… και να αποκομίσει πολλά οφέλη.
Η ονειρική εργασία μπορεί να σας βοηθήσει να αποκτήσετε ιδέες για το πώς να θεραπεύσετε μια ασθένεια, να διορθώσετε μια δύσκολη σχέση, να ξεκινήσετε ένα δημιουργικό έργο ή να πάρετε μια μεγάλη απόφαση ζωής.
Τα όνειρα σας μπορούν να σας προϊδεάσουν για το μέλλον- βοηθώντας σας να καθοδηγηθείτε. Κάποιοι μάλιστα ονειρεύτηκαν ότι επισκέφθηκαν άλλους κόσμους, ακόμα και το παρελθόν ή μια παράλληλη ζωή.
Όλοι βρισκόμαστε εδώ για να διακριθούμε και να πραγματοποιήσουμε τις ικανότητες μας. Αυτό κάνουν τα ανθρώπινα όντα και καθώς η συνειδητοποίηση του ταξιδιού επεκτείνεται, θα βρείτε περισσότερη καθοδήγηση και διορατικότητα. Τα όνειρα είναι μια θαυμάσια αποθήκη πληροφοριών για τον εαυτό σας.
H φυγή μπορεί να γίνει μια ευκαιρία
Όσο περνούν τα χρόνια και ανεβαίνουν οι ηλικίες, πόσο αλλάζουν οι ερωτήσεις, πόσα σενάρια δημιουργούνται και πόσες φράσεις έφτασαν να ξεκινούν με το «φαντάζεσαι να...». Μία από αυτές τις ερωτήσεις λοιπόν που άκουσα πρόσφατα, ήταν «φαντάζεσαι να μπορούσες να εξαφανιστείς; να φύγεις;» Και ύστερα λίγα δευτερόλεπτα σιγής, σκεπτικά βλέμματα κι επιστροφή στην πραγματικότητα.
Κι άλλα βράδια και παρόμοιες συζητήσεις για σχέδια, για άλλες ζωές, για φυγή. Αν ρωτούσε λοιπόν κάποιος πριν δέκα χρόνια, θα του έλεγαν πως η φυγή είναι για τους δειλούς. Θα φαινόταν ηττοπαθές να διαλέξει κάποιος να εξαφανιστεί απ’ τα προβλήματά του, αφού όπου κι αν πήγαινε θα τον ακολουθούσαν. Ίσως είχαν αντιληφθεί την έννοια της φυγής διαφορετικά, μονόπλευρα θα έλεγα σήμερα.
Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως δεν έχει πάντα σχέση με την οπισθοχώρηση. Ίσα-ίσα είναι μια κίνηση που συνδέεται με θάρρος, αφού μας δείχνει την έξοδο. Αναφέρομαι στο θάρρος γιατί πολλές φορές, μόνο και μόνο η ιδέα της ξαφνικής ελευθερίας, μας φοβίζει. Μας αφήνει μετέωρους και αναποφάσιστους αν θα γυρίσουμε το κλειδί, για να ανοίξει η πόρτα.
Αν το σκεφτείτε, ο κάθε ένας από εμάς βιώνει μια ορισμένη πραγματικότητα. Μια σύνθεση από εποχές, επιλογές και ανθρώπους που είτε τα διάλεξε είτε με κάποια άφησε να αποφασιστεί να πορεύεται μαζί τους. Συνήθεια, ανεκτές σχέσεις, βολικό σπίτι, «στηρίγματα» που στην ουσία τους δεν βοηθούν, απλώς εγκλωβίζουν. Κι ο κάθε ένας πάλι, στις στιγμές κούρασης, εκεί που φαίνονται όλες οι αλήθειες, βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα ή μια πόρτα καλύτερα. Την ανοίγει ή μένει εκεί;
Θέλει θάρρος λοιπόν να την ανοίξει και να προχωρήσει. Η ιδέα ότι ξεκινάει πάλι είναι μεν ελκυστική, ταυτόχρονα όμως και τρομακτική. Αυτή η επιλογή μπορεί να του κοστίσει, σκέφτεται. Ανθρώπους, μια καθημερινότητα, ένα διαμέρισμα, μια ζωή ολόκληρη. Ο άνθρωπος όμως που βιώνει όλη αυτή την ανάγκη και κάθε βράδυ ονειρεύεται μια άλλη ζωή και το διαμέρισμα δεν το βλέπει σπίτι, ήδη έχει φύγει.
Σίγουρα όταν κλείνει η πόρτα πίσω μας, η συνέχεια είναι άγνωστη. Όμως ανάμεσα στην ασφάλεια της ρουτίνας, στην ανοχή μιας στάσιμης ζωής με την ελπίδα ότι κάποτε κάτι θα αλλάξει, σε μια μέτρια δουλειά και σε όσους τον «στηρίζουν» για να μένει στα ίδια, ίσως το άγνωστο αποδειχτεί πιο ασφαλές. Όταν λοιπόν η απόφαση να φύγει είναι συνειδητή, χωρίς εξάρσεις και σκηνοθετικές αποχωρήσεις, δεν μπορούμε να μιλάμε για οπισθοχώρηση. Αντίθετα βλέπουμε έναν άνθρωπο που θέλει να προχωρήσει, που έχει πολλούς λόγους για να το κάνει και δεν έχει πλέον κανένα λόγο να μείνει.
Σήμερα λοιπόν θα έλεγα πως η φυγή είναι μια ευκαιρία. Όταν κάποιος μεγαλώνει σε μια καθημερινότητα που τον τραυματίζει ψυχικά και σωματικά, οφείλει να βοηθήσει τον εαυτό του και να φύγει. Μια πόρτα είναι αν το σκεφτούμε απλά. Πόσο χειρότερα θα είναι, όταν αυτές που ανοίξαμε μέχρι σήμερα, μας οδήγησαν πίσω και όχι μπροστά;
Κι άλλα βράδια και παρόμοιες συζητήσεις για σχέδια, για άλλες ζωές, για φυγή. Αν ρωτούσε λοιπόν κάποιος πριν δέκα χρόνια, θα του έλεγαν πως η φυγή είναι για τους δειλούς. Θα φαινόταν ηττοπαθές να διαλέξει κάποιος να εξαφανιστεί απ’ τα προβλήματά του, αφού όπου κι αν πήγαινε θα τον ακολουθούσαν. Ίσως είχαν αντιληφθεί την έννοια της φυγής διαφορετικά, μονόπλευρα θα έλεγα σήμερα.
Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως δεν έχει πάντα σχέση με την οπισθοχώρηση. Ίσα-ίσα είναι μια κίνηση που συνδέεται με θάρρος, αφού μας δείχνει την έξοδο. Αναφέρομαι στο θάρρος γιατί πολλές φορές, μόνο και μόνο η ιδέα της ξαφνικής ελευθερίας, μας φοβίζει. Μας αφήνει μετέωρους και αναποφάσιστους αν θα γυρίσουμε το κλειδί, για να ανοίξει η πόρτα.
Αν το σκεφτείτε, ο κάθε ένας από εμάς βιώνει μια ορισμένη πραγματικότητα. Μια σύνθεση από εποχές, επιλογές και ανθρώπους που είτε τα διάλεξε είτε με κάποια άφησε να αποφασιστεί να πορεύεται μαζί τους. Συνήθεια, ανεκτές σχέσεις, βολικό σπίτι, «στηρίγματα» που στην ουσία τους δεν βοηθούν, απλώς εγκλωβίζουν. Κι ο κάθε ένας πάλι, στις στιγμές κούρασης, εκεί που φαίνονται όλες οι αλήθειες, βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα ή μια πόρτα καλύτερα. Την ανοίγει ή μένει εκεί;
Θέλει θάρρος λοιπόν να την ανοίξει και να προχωρήσει. Η ιδέα ότι ξεκινάει πάλι είναι μεν ελκυστική, ταυτόχρονα όμως και τρομακτική. Αυτή η επιλογή μπορεί να του κοστίσει, σκέφτεται. Ανθρώπους, μια καθημερινότητα, ένα διαμέρισμα, μια ζωή ολόκληρη. Ο άνθρωπος όμως που βιώνει όλη αυτή την ανάγκη και κάθε βράδυ ονειρεύεται μια άλλη ζωή και το διαμέρισμα δεν το βλέπει σπίτι, ήδη έχει φύγει.
Σίγουρα όταν κλείνει η πόρτα πίσω μας, η συνέχεια είναι άγνωστη. Όμως ανάμεσα στην ασφάλεια της ρουτίνας, στην ανοχή μιας στάσιμης ζωής με την ελπίδα ότι κάποτε κάτι θα αλλάξει, σε μια μέτρια δουλειά και σε όσους τον «στηρίζουν» για να μένει στα ίδια, ίσως το άγνωστο αποδειχτεί πιο ασφαλές. Όταν λοιπόν η απόφαση να φύγει είναι συνειδητή, χωρίς εξάρσεις και σκηνοθετικές αποχωρήσεις, δεν μπορούμε να μιλάμε για οπισθοχώρηση. Αντίθετα βλέπουμε έναν άνθρωπο που θέλει να προχωρήσει, που έχει πολλούς λόγους για να το κάνει και δεν έχει πλέον κανένα λόγο να μείνει.
Σήμερα λοιπόν θα έλεγα πως η φυγή είναι μια ευκαιρία. Όταν κάποιος μεγαλώνει σε μια καθημερινότητα που τον τραυματίζει ψυχικά και σωματικά, οφείλει να βοηθήσει τον εαυτό του και να φύγει. Μια πόρτα είναι αν το σκεφτούμε απλά. Πόσο χειρότερα θα είναι, όταν αυτές που ανοίξαμε μέχρι σήμερα, μας οδήγησαν πίσω και όχι μπροστά;
ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ: Ο σύγχρονος κόσμος πεθαίνει
Χάνεται ο σημερινός άνθρωπος. Ο κόσμος, η εποχή μας, ο πολιτισμός μας. Καταποντιζόμαστε όπως η αρχαία εκείνη Ατλαντίδα που γράφει στον Τίμαιο ο Πλάτων.
Αυτά δε σας τα λέω εγώ, ο Δ. Λιαντίνης. Αυτά τα είπανε και τα γράψανε όλοι οι επιφανείς αιματολόγοι του πνεύματος από τον περασμένο κιόλας αιώνα. Ο Φριδερίκος Νίτσε, ο Ντοστογιέβσκι, ο Σπέγγλερ, ο Έλιοτ, ο Κάφκα, ο Φρόυντ, ο Τζόυς, ο δικός μας Καβάφης.
Σας κοιτώ και βλέπω να μην πιστεύετε αυτό που πιστεύουν. Ότι ήρθε η παρακμή και έρχεται και η πτώση του πολιτισμού μας. Σαν την παρακμή και την πτώση της Ρώμης που συμπαράσυρε μαζί της ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Αλλά το να μην πιστεύετε, αυτό ακριβώς είναι η απόδειξη ότι η γοερή αυτή πρόταση είναι αληθινή. Οι κακές προφητείες της Κασσάνδρας βγαίνουν αληθινές, γιατί κανείς δεν τις πίστευε.
Η αιτία, που ο σύγχρονος κόσμος πεθαίνει είναι ότι έλειψε από τη ζωή μας η αίσθηση του τραγικού. Ξεχάσαμε τον ηρωικό μας αντίλογο με τις Ευμενίδες, που είπε ο Σεφέρης. Μας πήρε ο ύπνος, μας πήραν για πεθαμένους κι έφυγαν βρίζοντας τους θεούς που μας προστατεύουν.
Τι σημαίνει τραγικό, τι σημαίνει αίσθηση του τραγικού, λέει ο Δημήτρης Λιαντίνης;
Την αλήθεια αυτή τη διατύπωσε μαθηματικά ο Δημόκριτος:
Φυσικώς και αδιδάκτως ο άνθρωπος φεύγει μεν την αλγηδόνα, διώκει δε την ηδονήν.
Και εδώ είναι το δύσκολο. Ο άνθρωπος, προπαντός σήμερα, με το ευδαιμονιστικό ιδεώδες που τον κατακλύζει ζητά μόνο τη χαρά και αποστρέφει το πρόσωπό του στη λύπη. Με άλλα λόγια έγινε μισός και μισερός. Έγινε μονοσήμαντος, ανισόποδος και ανισοσκελής και ανισόρροπος. Έγινε μ’ ένα λόγο αφύσικος.
Μεταχειρίζεται μόνο το Είναι της φύσης και παροπλίζει το Μηδέν. Αποτέλεσμα ο πολιτισμός του, ο τρόπος της ζωής του δηλαδή, είναι της παρακμής και της αποσύνθεσης. Είναι η λευχαιμία του σύγχρονου πολιτισμού που επισήμαναν εκείνοι οι επιφανείς αιματολόγοι που ανέφερα στην αρχή.
Η ευθύνη μας για τις μέλλουσες γενεές είναι ανυπολόγιστη. Γιατί με την παιδεία που δίνουμε στα παιδιά μας τους κρύβουμε συστηματικά την κακή όψη της φύσης και της ζωής. Το αίσθημα του τραγικού το κρύψαμε στη σπηλιά όπως φυλάκισε ο Σίσυφος το θάνατο. Και αλίμονο στο Σίσυφο, όταν ψηλά από τον Όλυμπο θα αντιληφθούν οι θεοί την πονηριά του.
Αυτά δε σας τα λέω εγώ, ο Δ. Λιαντίνης. Αυτά τα είπανε και τα γράψανε όλοι οι επιφανείς αιματολόγοι του πνεύματος από τον περασμένο κιόλας αιώνα. Ο Φριδερίκος Νίτσε, ο Ντοστογιέβσκι, ο Σπέγγλερ, ο Έλιοτ, ο Κάφκα, ο Φρόυντ, ο Τζόυς, ο δικός μας Καβάφης.
Σας κοιτώ και βλέπω να μην πιστεύετε αυτό που πιστεύουν. Ότι ήρθε η παρακμή και έρχεται και η πτώση του πολιτισμού μας. Σαν την παρακμή και την πτώση της Ρώμης που συμπαράσυρε μαζί της ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Αλλά το να μην πιστεύετε, αυτό ακριβώς είναι η απόδειξη ότι η γοερή αυτή πρόταση είναι αληθινή. Οι κακές προφητείες της Κασσάνδρας βγαίνουν αληθινές, γιατί κανείς δεν τις πίστευε.
Η αιτία, που ο σύγχρονος κόσμος πεθαίνει είναι ότι έλειψε από τη ζωή μας η αίσθηση του τραγικού. Ξεχάσαμε τον ηρωικό μας αντίλογο με τις Ευμενίδες, που είπε ο Σεφέρης. Μας πήρε ο ύπνος, μας πήραν για πεθαμένους κι έφυγαν βρίζοντας τους θεούς που μας προστατεύουν.
Τι σημαίνει τραγικό, τι σημαίνει αίσθηση του τραγικού, λέει ο Δημήτρης Λιαντίνης;
Την αλήθεια αυτή τη διατύπωσε μαθηματικά ο Δημόκριτος:
Φυσικώς και αδιδάκτως ο άνθρωπος φεύγει μεν την αλγηδόνα, διώκει δε την ηδονήν.
Και εδώ είναι το δύσκολο. Ο άνθρωπος, προπαντός σήμερα, με το ευδαιμονιστικό ιδεώδες που τον κατακλύζει ζητά μόνο τη χαρά και αποστρέφει το πρόσωπό του στη λύπη. Με άλλα λόγια έγινε μισός και μισερός. Έγινε μονοσήμαντος, ανισόποδος και ανισοσκελής και ανισόρροπος. Έγινε μ’ ένα λόγο αφύσικος.
Μεταχειρίζεται μόνο το Είναι της φύσης και παροπλίζει το Μηδέν. Αποτέλεσμα ο πολιτισμός του, ο τρόπος της ζωής του δηλαδή, είναι της παρακμής και της αποσύνθεσης. Είναι η λευχαιμία του σύγχρονου πολιτισμού που επισήμαναν εκείνοι οι επιφανείς αιματολόγοι που ανέφερα στην αρχή.
Η ευθύνη μας για τις μέλλουσες γενεές είναι ανυπολόγιστη. Γιατί με την παιδεία που δίνουμε στα παιδιά μας τους κρύβουμε συστηματικά την κακή όψη της φύσης και της ζωής. Το αίσθημα του τραγικού το κρύψαμε στη σπηλιά όπως φυλάκισε ο Σίσυφος το θάνατο. Και αλίμονο στο Σίσυφο, όταν ψηλά από τον Όλυμπο θα αντιληφθούν οι θεοί την πονηριά του.
Εκάτη – Η θεά που κρατάει μακριά το κακό
Η Εκάτη είναι θεότητα της αρχαιοελληνικής θρησκείας και μυθολογίας, η οποία απεικονίζεται συνήθως να κρατά δύο πυρσούς ή κλειδί και σε μεταγενέστερες περιόδους με τρεις μορφές (τρίσωμη).
Σύμφωνα με τη μυθολογία
Συσχετιζόταν ποικιλοτρόπως με τα σταυροδρόμια, τις εισόδους, το φως, τη μαγεία, τη γνώση των φαρμακευτικών και δηλητηριωδών βοτάνων, τα φαντάσματα και τη νεκρομαντεία.
Εμφανίζεται στον Ομηρικό Ύμνο προς τη Δήμητρα και στη Θεογονία του Ησίοδου, όπου παρουσιάζεται ως μεγαλοπρεπής θεά.
Η περιοχή καταγωγής της λατρείας της είναι άγνωστη, ωστόσο εικάζεται πως ήταν δημοφιλής στη Θράκη. Αποτέλεσε μια από τις πολλές θεότητες που λατρεύονταν από τα αθηναϊκά σπιτικά ως προστάτιδα, η οποία εξασφάλιζε ευημερία και καθημερινές ευλογίες στην οικογένεια.
Θεογονία
Ο ποιητής της Θεογονίας, ο Ησίοδος, αναγνωρίζει στο πρόσωπό της την πανίσχυρη Κυρία των τριών βασιλείων: γης, ουρανού και θάλασσας. Λέει, ακόμη, πως η θεά ασκούσε την κυριαρχία της από την εποχή των Τιτάνων πριν πάρει την εξουσία ο Ζευς και η τάξη του.
Ο νέος κυβερνήτης του κόσμου την τίμησε, αφήνοντάς την στο αρχικό μεγαλείο της, και περισσότερο απ’ όλους δίνοντας της υπέροχα δώρα, μερίδιο απο την γή, τη θάλασσα και τον έναστρο ουρανό. Τιμές οι οποίες δεν ήταν υπό την βασιλεία του Δία αλλά ανήκαν στην Εκάτη εξ’ αρχής. Ο Δίας, αναφέρει ο Ησίοδος, δεν της συμπεριφέρθηκε με βία, ούτε της αφαίρεσε αυτά που της είχαν δώσει οι Τιτάνες.
Αυτό που φαίνεται στη Θεογονία είναι ότι η Εκάτη δεν λαμβάνει την γή, τον ουρανό και τη θάλασσα αλλά ένα μερίδιο τιμών, το οποίο τονίζεται εμφατικά και κατ’ επανάληψη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα άποσπασμα της Θεογονίας (στίχοι 440-43) στο οποίο η Εκάτη μπορεί αν το θελήσει να χαρίσει μεγαλύτερη ψαριά στου αλιείς ή να τους την μικρύνει, δρώντας κατά ένα τρόπο σε συνδυασμό με τον Ποσειδώνα. Κατά δεύτερον υπογραμμίζεται η χρονική συνέχεια των τιμών που απολαμβάνει η Εκάτη, καθώς διατηρεί αυτά που αρχικώς κατείχε αλλά και ακόμη περισσότερα καθώς ο Δίας την τιμά.
Κουροτρόφος
Η Εκάτη βοηθά τους πολεμιστές στον πόλεμο και τους βασιλείς στην απονομή της δικαιοσύνης. Φέρνει τιμές στους αθλητικούς αγώνες, παραστέκει τους κυνηγούς και τους ψαράδες και μαζί με τον Ερμή, προστατεύει τα κοπάδια. Τέλος, αποκαλείται κουροτρόφος
Αρπαγή της Περσεφόνης
Σημαντική είναι η παρουσία της στον περίφημο μύθο της αρπαγής της Περσεφόνης». Όπως και η Δήμητρα, ακούει τη φωνή της απαχθείσας κόρης. Τη συναντά κρατώντας φως στο χέρι της και ρωτάει τον απαγωγέα με λόγια που ανήκουν στη Δήμητρα, σύμφωνα με μια ορφική απόδοση ομηρικού ύμνου. Ο ποιητής μας λέει πως και οι δύο πηγαίνουν να βρουν τον Ήλιο, τον αυτόπτη μάρτυρα.
Υφίστανται δύο αποδόσεις του μυθολογήματος. Στη μία πρωταγωνιστεί η Δήμητρα και στην άλλη η Εκάτη, που πηγαίνει μάλιστα και στον Κάτω Κόσμο για να αναζητήσει την Περσεφόνη. Αφού συναντηθούν η μητέρα με την κόρη, η Εκάτη εμφανίζεται για άλλη μια φορά στον ύμνο, για να παραλάβει την Κόρη και να μείνει για πάντα μαζί της. Η Εκάτη και η Περσεφόνη είναι το ίδιο αχώριστες, όπως η Περσεφόνη και η Δήμητρα. Σύμφωνα με τον ύμνο, η Γαία, η Μητέρα Γη, δεν έχει καμία σχέση με τη Δήμητρα, καθώς θεωρείται συνένοχη του απαγωγέα.
Άρτεμις-Εκάτη
Ο Αισχύλος τη συνδέει με τη Σελήνη και την παρουσιάζει ως Άρτεμι-Εκάτη, ενώ ο Ευριπίδης τη θεωρεί κόρη της Λητούς, και πρώτος στη Μήδεια την παρουσιάζει ως θεά προστάτιδα των μαγισσών. Η Εκάτη λοιπόν συνδέεται και συνταυτίζεται με τη Δήμητρα, την Περσεφόνη, τον Ερμή και τον Κάτω Κόσμο, τη Γη, τον Πάνα, την Κυβέλη και τους Κορύβαντες, τις Χάριτες στη μορφή που έχει ως προστάτης των καλλιεργειών και της γης. Ως Άρτεμις Ευπλοία αποκτά θαλάσσιο χαρακτήρα και συνδέεται με το ναυτικό επάγγελμα.
Η σχέση της Εκάτης με την Άρτεμι γίνεται φανερή από ένα μύθο του Εφέσου. Επειδή η γυναίκα του Εφέσου υποδέχθηκε άσχημα τη θεά και της αρνήθηκε τη φιλοξενία, η Άρτεμις τη μεταμόρφωσε για λίγο σε σκύλο. Όταν όμως πήρε πάλι την ανθρώπινη μορφή της, η γυναίκα του Εφέσου ένιωθε τόσο ντροπιασμένη, ώστε κρεμάστηκε. Η θεά την επανέφερε στη ζωή και εκείνη πήρε το όνομα της Εκάτης. Άγαλμα της Εκάτης είχε στηθεί κοντά στο ναό της Εφεσίας Αρτέμιδος.
Μέδουσα
Στους ύστερους χρόνους δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη χθόνια υπόστασή της και στις μαγικές της ιδιότητες. Τότε εμφανίστηκε με τρομακτική μορφή όπως η Μέδουσα και οι Ερινύες. Με την εκδοχή αυτή συνδέονται οι οικιακοί καθαρμοί, τα οξυθύμια, με τα οποία διώχνονταν από το σπίτι τα κακά πνεύματα. Αφιερωμένος στην Εκάτη ήταν ο χώρος που βρισκόταν μπροστά από την πύλη του ναού, της πόλης ή του οίκου. Λατρευόταν για τις μαγικές της κυρίως ιδιότητες, για τη δύναμη που είχε να κρατάει μακριά από την καθημερινή ζωή το κακό.
Σύμφωνα με τη μυθολογία
Συσχετιζόταν ποικιλοτρόπως με τα σταυροδρόμια, τις εισόδους, το φως, τη μαγεία, τη γνώση των φαρμακευτικών και δηλητηριωδών βοτάνων, τα φαντάσματα και τη νεκρομαντεία.
Εμφανίζεται στον Ομηρικό Ύμνο προς τη Δήμητρα και στη Θεογονία του Ησίοδου, όπου παρουσιάζεται ως μεγαλοπρεπής θεά.
Η περιοχή καταγωγής της λατρείας της είναι άγνωστη, ωστόσο εικάζεται πως ήταν δημοφιλής στη Θράκη. Αποτέλεσε μια από τις πολλές θεότητες που λατρεύονταν από τα αθηναϊκά σπιτικά ως προστάτιδα, η οποία εξασφάλιζε ευημερία και καθημερινές ευλογίες στην οικογένεια.
Θεογονία
Ο ποιητής της Θεογονίας, ο Ησίοδος, αναγνωρίζει στο πρόσωπό της την πανίσχυρη Κυρία των τριών βασιλείων: γης, ουρανού και θάλασσας. Λέει, ακόμη, πως η θεά ασκούσε την κυριαρχία της από την εποχή των Τιτάνων πριν πάρει την εξουσία ο Ζευς και η τάξη του.
Ο νέος κυβερνήτης του κόσμου την τίμησε, αφήνοντάς την στο αρχικό μεγαλείο της, και περισσότερο απ’ όλους δίνοντας της υπέροχα δώρα, μερίδιο απο την γή, τη θάλασσα και τον έναστρο ουρανό. Τιμές οι οποίες δεν ήταν υπό την βασιλεία του Δία αλλά ανήκαν στην Εκάτη εξ’ αρχής. Ο Δίας, αναφέρει ο Ησίοδος, δεν της συμπεριφέρθηκε με βία, ούτε της αφαίρεσε αυτά που της είχαν δώσει οι Τιτάνες.
Αυτό που φαίνεται στη Θεογονία είναι ότι η Εκάτη δεν λαμβάνει την γή, τον ουρανό και τη θάλασσα αλλά ένα μερίδιο τιμών, το οποίο τονίζεται εμφατικά και κατ’ επανάληψη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα άποσπασμα της Θεογονίας (στίχοι 440-43) στο οποίο η Εκάτη μπορεί αν το θελήσει να χαρίσει μεγαλύτερη ψαριά στου αλιείς ή να τους την μικρύνει, δρώντας κατά ένα τρόπο σε συνδυασμό με τον Ποσειδώνα. Κατά δεύτερον υπογραμμίζεται η χρονική συνέχεια των τιμών που απολαμβάνει η Εκάτη, καθώς διατηρεί αυτά που αρχικώς κατείχε αλλά και ακόμη περισσότερα καθώς ο Δίας την τιμά.
Κουροτρόφος
Η Εκάτη βοηθά τους πολεμιστές στον πόλεμο και τους βασιλείς στην απονομή της δικαιοσύνης. Φέρνει τιμές στους αθλητικούς αγώνες, παραστέκει τους κυνηγούς και τους ψαράδες και μαζί με τον Ερμή, προστατεύει τα κοπάδια. Τέλος, αποκαλείται κουροτρόφος
Αρπαγή της Περσεφόνης
Σημαντική είναι η παρουσία της στον περίφημο μύθο της αρπαγής της Περσεφόνης». Όπως και η Δήμητρα, ακούει τη φωνή της απαχθείσας κόρης. Τη συναντά κρατώντας φως στο χέρι της και ρωτάει τον απαγωγέα με λόγια που ανήκουν στη Δήμητρα, σύμφωνα με μια ορφική απόδοση ομηρικού ύμνου. Ο ποιητής μας λέει πως και οι δύο πηγαίνουν να βρουν τον Ήλιο, τον αυτόπτη μάρτυρα.
Υφίστανται δύο αποδόσεις του μυθολογήματος. Στη μία πρωταγωνιστεί η Δήμητρα και στην άλλη η Εκάτη, που πηγαίνει μάλιστα και στον Κάτω Κόσμο για να αναζητήσει την Περσεφόνη. Αφού συναντηθούν η μητέρα με την κόρη, η Εκάτη εμφανίζεται για άλλη μια φορά στον ύμνο, για να παραλάβει την Κόρη και να μείνει για πάντα μαζί της. Η Εκάτη και η Περσεφόνη είναι το ίδιο αχώριστες, όπως η Περσεφόνη και η Δήμητρα. Σύμφωνα με τον ύμνο, η Γαία, η Μητέρα Γη, δεν έχει καμία σχέση με τη Δήμητρα, καθώς θεωρείται συνένοχη του απαγωγέα.
Άρτεμις-Εκάτη
Ο Αισχύλος τη συνδέει με τη Σελήνη και την παρουσιάζει ως Άρτεμι-Εκάτη, ενώ ο Ευριπίδης τη θεωρεί κόρη της Λητούς, και πρώτος στη Μήδεια την παρουσιάζει ως θεά προστάτιδα των μαγισσών. Η Εκάτη λοιπόν συνδέεται και συνταυτίζεται με τη Δήμητρα, την Περσεφόνη, τον Ερμή και τον Κάτω Κόσμο, τη Γη, τον Πάνα, την Κυβέλη και τους Κορύβαντες, τις Χάριτες στη μορφή που έχει ως προστάτης των καλλιεργειών και της γης. Ως Άρτεμις Ευπλοία αποκτά θαλάσσιο χαρακτήρα και συνδέεται με το ναυτικό επάγγελμα.
Η σχέση της Εκάτης με την Άρτεμι γίνεται φανερή από ένα μύθο του Εφέσου. Επειδή η γυναίκα του Εφέσου υποδέχθηκε άσχημα τη θεά και της αρνήθηκε τη φιλοξενία, η Άρτεμις τη μεταμόρφωσε για λίγο σε σκύλο. Όταν όμως πήρε πάλι την ανθρώπινη μορφή της, η γυναίκα του Εφέσου ένιωθε τόσο ντροπιασμένη, ώστε κρεμάστηκε. Η θεά την επανέφερε στη ζωή και εκείνη πήρε το όνομα της Εκάτης. Άγαλμα της Εκάτης είχε στηθεί κοντά στο ναό της Εφεσίας Αρτέμιδος.
Μέδουσα
Στους ύστερους χρόνους δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη χθόνια υπόστασή της και στις μαγικές της ιδιότητες. Τότε εμφανίστηκε με τρομακτική μορφή όπως η Μέδουσα και οι Ερινύες. Με την εκδοχή αυτή συνδέονται οι οικιακοί καθαρμοί, τα οξυθύμια, με τα οποία διώχνονταν από το σπίτι τα κακά πνεύματα. Αφιερωμένος στην Εκάτη ήταν ο χώρος που βρισκόταν μπροστά από την πύλη του ναού, της πόλης ή του οίκου. Λατρευόταν για τις μαγικές της κυρίως ιδιότητες, για τη δύναμη που είχε να κρατάει μακριά από την καθημερινή ζωή το κακό.
Η Ιλιάδα διδάσκει ότι στον Πόλεμο δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι
Την καταδίκη του πολέμου, ο Όμηρος την καθιστά ξεκάθαρη επανειλημμένως και μάλιστα μεγαλοπρεπώς όσο πουθενά αλλού, στην πασίγνωστη σκηνή προς το τέλος της Ιλιάδας, όπου ο βασιλιάς Πρίαμος πηγαίνει μέσα στη νύχτα στο ελληνικό στρατόπεδο, και παρουσιάζεται ως ικέτης ενώπιον του Αχιλλέα. Σε διαφορετικούς χρόνους μέσα στο έπος, οι δύο άνδρες έχουν ικετέψει τους Ολύμπιους θεούς, χωρίς όμως οι παρακλήσεις τους να εισακουστούν. Τώρα, αποστολή του Πριάμου είναι να ικετέψει για το σώμα του αγαπημένου του γιου, του Έκτορα, τον οποίο ο Αχιλλέας σκότωσε για να εκδικηθεί τον θάνατο του δικού του συντρόφου, του Πάτροκλου. Στα γόνατα του Αχιλλέα, ο Πρίαμος ικετεύει:
«Έλα, σεβάσου τους αθάνατους, συμπόνεσε και μένα,
τον κύρη σου Αχιλλέα, θυμάμενος· πιο αξίζω εγώ συμπόνια·
τι εβάστηξα, ό,τι δεν εβάστηξε κανείς θνητός στον κόσμο,
του αντρός που τον γιο μου εσκότωσε το χέρι να φιλήσω!
Είπε, και τον καημό του εφούντωσε για τον δικό του κύρη,
κι έσπρωξε ανάλαφρα τον γέροντα, το χέρι πιάνοντάς του.
Μαζί τους έπνιξαν οι θύμησες, τον έναν του αντρειωμένου
του Εχτόρου, κι έκλαιγεν ως σούρνονταν μπρος στου Αχιλλέα τα πόδια·
θρηνούσε κι ο Αχιλλέας, τον κύρη του θυμάμενος, και πότε
τον Πάτροκλο, κι ως πέρα οι θρήνοι τους γιομίζαν το καλύβι.»
(Ραψ. Ω, 503-512)
Η δύναμη αυτής της σκηνής δεν απορρέει μόνο από αφηγηματική ευφυΐα, αλλά και από την προσήλωση της Ιλιάδας στην ίδια της την ιστορία.
Η παράδοση του έπους καταγόταν από την ηπειρωτική Ελλάδα, κατά πάσα πιθανότητα μάλιστα από την περιοχή της Θεσσαλίας, αλλά ύστερα από την κατάρρευση των πολιτισμών της Εποχής του Χαλκού, μεταφέρθηκε, μαζί με τους ποιητές που μετανάστευσαν ανατολικά, στο νησί της Λέσβου και την βορειοδυτική ακτή της Ανατολίας (Τουρκίας σήμερα), η οποία συμπεριλαμβάνει την περιοχή γύρω από την Τροία: Αυτό γνωρίζουμε από γλωσσολογικές έρευνες, από την αρχαιολογία, κι από αρχαίες αναφορές.
Έτσι, μπορεί μεν στην πρώιμη μορφή της η Ιλιάδα να παρουσιαζόταν κατά πάσα πιθανότητα ενώπιον ως επί το πλείστον Ελληνικών ακροατηρίων, στη συνέχεια όμως, την εποχή του Ομήρου, το ακροατήριο προερχόταν και από την Ανατολία, ενώ επιπλέον ενδέχεται να αντιμετώπιζε με συμπάθεια και τους Τρώες. Οι ποιητές προσαρμόστηκαν στις νέες συνθήκες, με αποτέλεσμα ένα από τα πλέον εντυπωσιακά χαρακτηριστικά της Ιλιάδας να είναι η σταθερή συμπάθεια που εκδηλώνει προς τους Τρώες, οι οποίοι απεικονίζονται ως αδελφά θύματα του πολέμου, κι όχι μονάχα ως εχθροί.
Τι θα είχε συμβεί αλήθεια, αν οι Έλληνες ποιητές που παρουσίαζαν την Ιλιάδα στην Ανατολία, είχαν παραλείψει να την προσαρμόσουν στις ευαισθησίες των διαρκώς μεταβαλλόμενων ακροατηρίων τους; Τι θα είχε γίνει, αν είχαν κωφεύσει στην πορεία της στρατιωτικής ιστορίας των χρόνων εκείνων, και τις συνεπαγόμενες μετατοπίσεις πληθυσμών που αντιμετώπισαν; Ποια θα ήταν η εξέλιξη αν ο Όμηρος έβαζε τον Αχιλλέα να στείλει πίσω τον Πρίαμο άπραγο; Ή να τον κακομεταχειριστεί, να τον ταπεινώσει ή να τον σκοτώσει; Θα ήταν σήμερα η ιστορία διαφορετική, ή όχι;
Πιθανώς όχι. Αλλά σίγουρα, ο κόσμος θα είχε χάσει κάτι. Κι αυτό το κάτι, δεν είναι μονάχα μια μνημειώδης σκηνή στους κόλπους ενός μεγαλειώδους και μακροσκελούς αφηγήματος, αλλά μια πρωτογενής διαπίστωση για την ανθρωπότητα – η οποία έγινε τελικώς αισθητή χάρη στον ακλόνητο ρεαλισμό της μακράς παράδοσης αυτού του έπους.
Ο Λογγίνος, λόγιος του 1ου μ.Χ. αιώνα, έγραψε ότι «καταγράφοντας τους τραυματισμούς των θεών, τους καυγάδες, την εκδίκησή τους, τα δάκρυα, τις φυλακίσεις και όλα τα πολύμορφα πάθη τους, ο Όμηρος, έκανε μέσα στην Ιλιάδα ό,τι μπορούσε καλύτερο για να κάνει τους ανθρώπους θεούς και τους θεούς ανθρώπους». Η σκηνή ανάμεσα στον Αχιλλέα και τον Πρίαμο, επιδεικνύει με ακρίβεια αυτή την αναστροφή, και αποκρυσταλλώνει όλα όσα οι ποιητές της Ιλιάδας είχαν μάθει κατά την διάρκεια του ταξιδιού του έπους τους. Ότι δηλαδή οι θεοί που λατρεύουμε μπορεί και να μην απαντούν στις παρακλήσεις μας, και ότι η ανθρωπότητα πρέπει μερικές φορές να αίρεται στο ύψος των περιστάσεων και να τους αντικαθιστά. Ότι η δόξα είναι αξεδιάλυτα δεμένη με την άφατη απώλεια. Ότι ο νικητής μοιράζεται την ανθρώπινη φύση ακόμη και με τους πιο ευάλωτους από τους κατακτημένους. Και τέλος, ότι καθαρή και ανόθευτη νίκη στον πόλεμο, δεν υπάρχει.
Η Ιλιάδα διδάσκει ότι στον Πόλεμο δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι.
«Έλα, σεβάσου τους αθάνατους, συμπόνεσε και μένα,
τον κύρη σου Αχιλλέα, θυμάμενος· πιο αξίζω εγώ συμπόνια·
τι εβάστηξα, ό,τι δεν εβάστηξε κανείς θνητός στον κόσμο,
του αντρός που τον γιο μου εσκότωσε το χέρι να φιλήσω!
Είπε, και τον καημό του εφούντωσε για τον δικό του κύρη,
κι έσπρωξε ανάλαφρα τον γέροντα, το χέρι πιάνοντάς του.
Μαζί τους έπνιξαν οι θύμησες, τον έναν του αντρειωμένου
του Εχτόρου, κι έκλαιγεν ως σούρνονταν μπρος στου Αχιλλέα τα πόδια·
θρηνούσε κι ο Αχιλλέας, τον κύρη του θυμάμενος, και πότε
τον Πάτροκλο, κι ως πέρα οι θρήνοι τους γιομίζαν το καλύβι.»
(Ραψ. Ω, 503-512)
Η δύναμη αυτής της σκηνής δεν απορρέει μόνο από αφηγηματική ευφυΐα, αλλά και από την προσήλωση της Ιλιάδας στην ίδια της την ιστορία.
Η παράδοση του έπους καταγόταν από την ηπειρωτική Ελλάδα, κατά πάσα πιθανότητα μάλιστα από την περιοχή της Θεσσαλίας, αλλά ύστερα από την κατάρρευση των πολιτισμών της Εποχής του Χαλκού, μεταφέρθηκε, μαζί με τους ποιητές που μετανάστευσαν ανατολικά, στο νησί της Λέσβου και την βορειοδυτική ακτή της Ανατολίας (Τουρκίας σήμερα), η οποία συμπεριλαμβάνει την περιοχή γύρω από την Τροία: Αυτό γνωρίζουμε από γλωσσολογικές έρευνες, από την αρχαιολογία, κι από αρχαίες αναφορές.
Έτσι, μπορεί μεν στην πρώιμη μορφή της η Ιλιάδα να παρουσιαζόταν κατά πάσα πιθανότητα ενώπιον ως επί το πλείστον Ελληνικών ακροατηρίων, στη συνέχεια όμως, την εποχή του Ομήρου, το ακροατήριο προερχόταν και από την Ανατολία, ενώ επιπλέον ενδέχεται να αντιμετώπιζε με συμπάθεια και τους Τρώες. Οι ποιητές προσαρμόστηκαν στις νέες συνθήκες, με αποτέλεσμα ένα από τα πλέον εντυπωσιακά χαρακτηριστικά της Ιλιάδας να είναι η σταθερή συμπάθεια που εκδηλώνει προς τους Τρώες, οι οποίοι απεικονίζονται ως αδελφά θύματα του πολέμου, κι όχι μονάχα ως εχθροί.
Τι θα είχε συμβεί αλήθεια, αν οι Έλληνες ποιητές που παρουσίαζαν την Ιλιάδα στην Ανατολία, είχαν παραλείψει να την προσαρμόσουν στις ευαισθησίες των διαρκώς μεταβαλλόμενων ακροατηρίων τους; Τι θα είχε γίνει, αν είχαν κωφεύσει στην πορεία της στρατιωτικής ιστορίας των χρόνων εκείνων, και τις συνεπαγόμενες μετατοπίσεις πληθυσμών που αντιμετώπισαν; Ποια θα ήταν η εξέλιξη αν ο Όμηρος έβαζε τον Αχιλλέα να στείλει πίσω τον Πρίαμο άπραγο; Ή να τον κακομεταχειριστεί, να τον ταπεινώσει ή να τον σκοτώσει; Θα ήταν σήμερα η ιστορία διαφορετική, ή όχι;
Πιθανώς όχι. Αλλά σίγουρα, ο κόσμος θα είχε χάσει κάτι. Κι αυτό το κάτι, δεν είναι μονάχα μια μνημειώδης σκηνή στους κόλπους ενός μεγαλειώδους και μακροσκελούς αφηγήματος, αλλά μια πρωτογενής διαπίστωση για την ανθρωπότητα – η οποία έγινε τελικώς αισθητή χάρη στον ακλόνητο ρεαλισμό της μακράς παράδοσης αυτού του έπους.
Ο Λογγίνος, λόγιος του 1ου μ.Χ. αιώνα, έγραψε ότι «καταγράφοντας τους τραυματισμούς των θεών, τους καυγάδες, την εκδίκησή τους, τα δάκρυα, τις φυλακίσεις και όλα τα πολύμορφα πάθη τους, ο Όμηρος, έκανε μέσα στην Ιλιάδα ό,τι μπορούσε καλύτερο για να κάνει τους ανθρώπους θεούς και τους θεούς ανθρώπους». Η σκηνή ανάμεσα στον Αχιλλέα και τον Πρίαμο, επιδεικνύει με ακρίβεια αυτή την αναστροφή, και αποκρυσταλλώνει όλα όσα οι ποιητές της Ιλιάδας είχαν μάθει κατά την διάρκεια του ταξιδιού του έπους τους. Ότι δηλαδή οι θεοί που λατρεύουμε μπορεί και να μην απαντούν στις παρακλήσεις μας, και ότι η ανθρωπότητα πρέπει μερικές φορές να αίρεται στο ύψος των περιστάσεων και να τους αντικαθιστά. Ότι η δόξα είναι αξεδιάλυτα δεμένη με την άφατη απώλεια. Ότι ο νικητής μοιράζεται την ανθρώπινη φύση ακόμη και με τους πιο ευάλωτους από τους κατακτημένους. Και τέλος, ότι καθαρή και ανόθευτη νίκη στον πόλεμο, δεν υπάρχει.
Η Ιλιάδα διδάσκει ότι στον Πόλεμο δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι.
ΣΤΩΪΚΟΙ ΚΑΙ ΣΤΩΪΚΙΣΜΟΣ: ΑΡΘΡΑ - Η ΔΗΘΕΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
Το σπουδαιότερο ζήτημα που έχουμε να εξετάσουμε αναφορικά με την Ελληνική Φιλοσοφία, είναι να μάθουμε, ποια ήταν η φύση και η έκταση της ασκηθείσης επίδρασης στο ελληνικό πνεύμα απ’ αυτό που κάποιοι ονομάζουν Ανατολική Σοφία. Είναι μία ιδέα διαδεδομένη ακόμα και σήμερα, ότι δηλαδή οι Έλληνες πήραν την Φιλοσοφία τους κατά κάποιο μέτρο από την Αίγυπτο και την Βαβυλώνα και πρέπει κατά συνέπεια, να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε όσο είναι δυνατόν καθαρά την πραγματική σημασία αυτής της βεβαίωσης. Και για ν’ αρχίσουμε, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι κανένας συγγραφέας της εποχής κατά την οποία άνθισε η Ελληνική Φιλοσοφία δεν λέει ότι αυτή ήρθε από την Ανατολή. Ο Ηρόδοτος δεν θα παρέλειπε να αναφέρει αυτό το γεγονός αν είχε ακούσει να μιλούν γι’ αυτό, γιατί θα εύρισκε βεβαίωση της δικής του πίστης στην αιγυπτιακή προέλευση της Θρησκείας και εν γένει του ελληνικού πολιτισμού. (1) Ο Πλάτων που, για άλλους λόγους, έτρεφε ένα πολύ μεγάλο σεβασμό για τους Αιγυπτίους, δίνει καθαρά να καταλάβουμε πως αυτοί ήταν ένας πρακτικός λαός μάλλον παρά φιλόσοφος, ότι το θυμοειδές είναι χαρακτηριστικά των Θρακών και των Σκύθων και ότι το φιλομαθές εκείνο των Ελλήνων, και λέει ότι βρίσκουμε το φιλοχρήματον στην Φοινίκη και την Αίγυπτο. Στους “Νόμους” όπου οι Αιγύπτιοι επαινούνται τόσο ζωηρά για τον συντηρητισμό τους στην τέχνη, (747 β, 6) λέει ότι οι σπουδές των Μαθηματικών δεν έχουν αξία παρά αν απομακρύνουμε όλη την ανελευθερία και όλη την φιλοχρηματία από τις ψυχές των φοιτητών. Διαφορετικά, δημιουργούμε πανουργία αντί για σοφία, όπως μπορούμε να το δούμε απ’ το παράδειγμα των Φοινίκων, των Αιγυπτίων και πολλών άλλων λαών.
Ο Αριστοτέλης λέει ότι τα Μαθηματικά γεννήθηκαν στην Αίγυπτο (παρά το ότι η Ροδιακή Παράδοση ισχυρίζεται ότι τα εδίδαξε στους Αιγύπτιους ο Έλλην Ακτίς) αν και τούτο θα χρησίμευε περισσότερο στον συλλογισμό του ν’ αναφέρει μια αιγυπτιακή φιλοσοφία. Δεν ήξερε λοιπόν τίποτε. Μόνον σε μία πολύ μεταγενέστερη χρονολογία, όταν οι Αιγύπτιοι ιερείς και οι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας προσπαθούν, για τους δικούς τους λόγους, ν’ ανακαλύψουν στο δικό τους παρελθόν τις πηγές της Ελληνικής Φιλοσοφίας, βρίσκουμε δηλώσεις ακριβείς για ν’ αποδείξουν τάχα το ότι ήρθε αυτή στην Ελλάδα απ’ την Φοινίκη ή την Αίγυπτο. Ωστόσο εδώ πρέπει να σημειώσουμε δύο πράγματα. Πρώτα, η λέξη “Φιλοσοφία” έχει έλθει, εκείνη την εποχή, για να εγκλείσει μία θεολογία ενός τύπου λίγο ή πολύ μυστικού, και εφαρμοζόταν μάλιστα σε ποικίλες μορφές ασκητισμού. Δεύτερον, ό,τι ονομάζουν οι Αιγύπτιοι και Εβραίοι «αιγυπτιακή φιλοσοφία» δεν ήταν παρά το ελληνιστικό αποτέλεσμα της μετάπλασης αρχαίων αιγυπτιακών μύθων σε αλληγορίες. Είμαστε ακόμα σε μέτρο να κρίνουμε την ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης που έκανε ο Φίλων και μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι Αιγύπτιοι αλληγοριστές ήταν ακόμα πιο αυθαίρετοι, γιατί δουλεύαν σε υλικό πολύ περισσότερο ευνοϊκό. Τίποτα δεν μπορεί να είναι τόσο χοντροκομμένο όσο ο αλεξανδρινός μύθος της Ίσιδας και του Όσιρι. Ωστόσο ερμηνεύεται πρώτα σύμφωνα με τις ιδέες της μεταγενέστερης Ελληνικής Φιλοσοφίας και ύστερα δηλώνεται σαν η υποτιθέμενη αρχική πηγή αυτής της «αιγυπτιακής» «φιλοσοφίας».
Μπορούμε να πούμε πως αυτή η μέθοδος ερμηνείας έφτασε το κορυφαίο σημείο στο νεο-πυθαγόρειο Νουμήνιο, από τον οποίο πέρασε στους χριστιανούς απολογητές. Είναι ο Νουμήνιος αυτός που ρωτά τι είναι ο Πλάτων “αν όχι ένας αττικίζων Μωϋσής”. Φαίνεται πιθανό, πράγματι ότι λέγοντας αυτό σκεφτόταν, ορισμένες ομοιότητες ανάμεσα στους “Νόμους” του Πλάτωνα και στον «Λεβιτικό Κώδικα», ομοιότητες οφειλόμενες απλώς στο γεγονός ότι ορισμένες νόμιμες πρωτογονικές ιδέες είναι εκπεφρασμένες και στο μεν όπως και στον δε κατά έναν ανάλογο της αντίστοιχης εθνικής παράδοσης τρόπο αλλά σ’ όλες τις περιπτώσεις ο Κλήμης και ο Ευσέβιος δίνουν σ’ αυτή την παρατήρηση μία αυθαίρετη προέκταση. Στην Αναγέννηση, αυτή η παράλογη σύγχυση ξαναγεννήθηκε μ’ όλη την υπόλοιπη αρχαία γραμματεία και ορισμένες ιδέες που προήλθαν από το Proeparatio Evangelica, συνέχισαν για πολύ καιρό να προσδίνουν ένα επίχρισμα υποτιθέμενης αλήθειας στις κρατούσες απόψεις πάνω σ’ αυτό το σημείο. Ο ίδιος ο Cudworth μιλάει μ’ ευαρέσκεια για την Αρχαία.. «Μοσχική» ή.. «Μωσαϊκή» «Φιλοσοφία», που διδάσκονταν από τον Θαλή και απ’ τον Πυθαγόρα. (2) Είναι σπουδαίο ν’ αντιληφθούμε αυτή την προκατάληψη, ακριβώς την τόσο βαθειά ριζωμένη, ενάντια στην πρωτοτυπία των Ελλήνων. Δεν έχει την πηγή της στις νεότερες έρευνες για τις πίστεις των αρχαίων εθνών, γιατί αυτές οι έρευνες δεν έφεραν απολύτως τίποτε στο φως, που ν’ αποδεικνύει την ύπαρξη μιάς φοινικικής ή αιγυπτιακής «Φιλοσοφίας». Είναι απλούστατα ένα κατάλοιπο του υπερβολικού πάθους των Αλεξανδρινών για την θεολογική αλληγορία.
Φυσικά, κανένας δεν θα στηριζόταν σήμερα στον Κλήμη ή τον Ευσέβιο για να υποστηρίξει ότι η Ελληνική Φιλοσοφία είχε τάχα.. Ανατολική προέλευση. Το επιχείρημα που οι νεότεροι προτιμούν να επικαλούνται πάνω σ’ αυτή την άποψη, είναι η αναλογία των τεχνών και της θρησκείας. Βλέπουμε ολοένα και περισσότερο, λένε, ότι οι Έλληνες πήραν από την Ανατολή την τέχνη τους και πολλές από τις θρησκευτικές τους ιδέες και προφασίζονται ότι από εκεί προέρχεται επίσης, κατά πάσα πιθανότητα και η Φιλοσοφία τους. Ο συλλογισμός αυτός είναι ίσως ειδικός, αλλά δεν είναι καθόλου αποδεικτικός. Γιατί δεν λαμβάνει υπ’ όψη τον διαφορετικό ουσιαστικό τρόπο με τον οποίο αυτά τα πράγματα μεταδίδονται από έθνος σε έθνος. Ο υλικός πολιτισμός και οι τέχνες μπορούν να περάσουν εύκολα από ένα έθνος στο άλλο χωρίς τα έθνη αυτά να έχουν μία κοινή γλώσσα και ωρισμένες ιδέες, θρησκευτικές, απλές, μπορούν να μεταδοθούν καλύτερα με το τυπικό παρά μέσω οποιουδήποτε άλλου δρόμου. Αντίθετα, η Φιλοσοφία δεν μπορούσε να εκφρασθεί διαφορετικά παρά μέσα από μιαν εξαιρετικά καλλιεργημένη στις αφαιρέσεις γλώσσα, και να μεταδοθεί από μορφωμένους ανθρώπους, είτε με το μέσο των βιβλίων, είτε με την προφορική διδασκαλία. Συνεπώς, δεν γνωρίζουμε κανέναν Έλληνα, στην εποχή με την οποία ασχολούμαστε, που να γνώριζε αρκετά κάποια ανατολική γλώσσα για να διαβάσει ένα αιγυπτιακό βιβλίο ή ακόμα ν’ ακούσει τον λόγο ενός Αιγύπτιου ιερέα, και μόνον σε μία χρονολογία πολύ μεταγενέστερη, ακούμε να μιλούν για δασκάλους ανατολίτες που γράφουν και μιλούν τα Ελληνικά. Οι Έλληνες ταξιδιώτες στην Αίγυπτο συνέλεξαν εκεί χωρίς καμμία αμφιβολία μερικές λέξεις αιγυπτιακές και είναι βέβαιο ότι οι ιερείς μπορούσαν να κατανοηθούν από τους Έλληνες με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ήταν ικανοί να επιπλήξουν την Εκάτη για την οικογενειακή της περηφάνεια και ο Πλάτων αφηγείται μια ιστορία του ίδιου είδους στην αρχή στον Τίμαιο. Αλλά αναγκάσθηκαν να χρησιμοποιήσουν διερμηνείς και είναι αδύνατο να συλλάβουμε πώς οι υψηλές φιλοσοφικές ιδέες θα μεταδίδονταν μέσω απλώς διερμηνέων δίχως υψηλή μόρφωση. (3)
Αλλά, αλήθεια, δεν αξίζει τον κόπο ν’ αναρωτηθούμε αν η μετάδοση φιλοσοφικών ιδεών ήταν δυνατή ή όχι, εφόσον δεν έχει καθορισθεί ότι ο ένας ή ο άλλος απ’ αυτούς τους λαούς, είχε ν’ ανακοινώσει μία Φιλοσοφία. Τίποτα το παρόμοιο δεν ανακαλύφθηκε έως εδώ και όπως ξέρουμε, οι Ινδοί ήσαν ο μόνος λαός, πλάϊ στους Έλληνες, που είχαν ποτέ κάτι στοιχειωδώς άξιο αυτού του ονόματος. Πασιφανώς, κανένας δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι η Ελληνική Φιλοσοφία ήλθε από την Ινδία και πραγματικά όλα μας κάνουν να πιστέψουμε ότι είναι αντιθέτως η «Ινδική Φιλοσοφία» εκείνη που ήλθε από την Ελλάδα. Η σαφής χρονολόγηση της σανσκριτικής λογοτεχνίας είναι βεβαίως πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Αλλά από όσο μπορούμε να κρίνουμε, τα μεγάλα ινδικά συστήματα είναι πολύ μεταγενέστερα από την Ελληνική Φιλοσοφία και δη τις επιμέρους σχολές της με τις οποίες μοιάζουν περισσότερο αυτά τα συστήματα. Φυσικά, ο μυστικισμός των Ουπανισάδων και του Βουδισμού βγήκαν από την Ινδία και έχουν βαθιά επηρεάσει την Φιλοσοφία, αλλά δεν ήσαν ωστόσο «φιλοσοφίες» με την ακριβή έννοια που έχει η Ελληνική αυτή λέξη.
---------------
Σημειώσεις.
1. Όλα όσα λέει, είναι ότι η λατρεία του Διονύσου και η θεωρία της μετανάστευσης ήρθαν από την Αίγυπτο. Γνωρίζουμε σήμαρα ότι οι βεβαιώσεις αυτές είναι ανακριβείς τόσο η μία όσο και η άλλη. Αλλά ακόμα και στην αντίθετη περίπτωση, αυτό δεν θα μπορούσε να υπονοεί καμμία άμεση συνέπεια για την Φιλοσοφία.
2. Ο Στράβων (XVI σ. 757) μας πληροφορεί ότι ήταν ο Ποσειδώνιος αυτός που εισήγαγε τον Μόσχο της Σιδώνος στην Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας. Σε αυτόν, ο Ποσειδώνιος αποδίδει απλώς την ατομική θεωρία, αλλά η ταύτιση του Μόσχου με τον.. Μωϋσή είναι ένα πιο πρόσφατο τέχνασμα. Ο Φίλων της Βύβλου, δημοσίευσε την δήθεν μετάφραση μιας παλιάς φοινικικής ιστορίας, του «Σανσουνιάθων», που χρησιμοποιήθηκε από τον Πορφύριο και, αργότερα από τον Ευσέβιο. Πώς έγινε αυτό γνωστό στην συνέχεια, το βλέπουμε από τον λόγο του ξένου στο Le Vicaire de Wakefield, κεφ. XIV.
3. Η “ιθαγενής” του Comperz («Έλληνες Φιλόσοφοι»), που συζητεί την σοφία του λαού της με τον Έλληνα άρχοντά της, δεν μας πείθει. Δίδασκε χωρίς αμφιβολία στις υπηρέτριές της τις ιεροτελεστίες των ξένων θεαινών, αλλά δεν είναι πιθανόν να μιλούσε για Θεολογία με τον άνδρα της και ακόμα λιγώτερο για Φιλοσοφία ή Επιστήμη. Η χρήση της βαβυλωνιακής ως τάχα διεθνούς γλώσσας, μαρτυρεί ότι οι Αιγύπτιοι γνώριζαν κάτι για την βαβυλωνιακή αστρονομία αλλά δεν εξηγεί καθόλου το πώς οι Έλληνες μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τους Αιγυπτίους. Είναι φανερό ότι οι Έλληνες δεν γνώριζαν τίποτα γι’ αυτή την υποτιθέμενη διεθνή γλώσσα, γιατί αν την γνώριζαν τότε θα είχαν γράψει και μιλήσει για αυτήν, όπως και για τόσα άλλα, με το γνωστό τους ενδιαφέρον.
Ο Αριστοτέλης λέει ότι τα Μαθηματικά γεννήθηκαν στην Αίγυπτο (παρά το ότι η Ροδιακή Παράδοση ισχυρίζεται ότι τα εδίδαξε στους Αιγύπτιους ο Έλλην Ακτίς) αν και τούτο θα χρησίμευε περισσότερο στον συλλογισμό του ν’ αναφέρει μια αιγυπτιακή φιλοσοφία. Δεν ήξερε λοιπόν τίποτε. Μόνον σε μία πολύ μεταγενέστερη χρονολογία, όταν οι Αιγύπτιοι ιερείς και οι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας προσπαθούν, για τους δικούς τους λόγους, ν’ ανακαλύψουν στο δικό τους παρελθόν τις πηγές της Ελληνικής Φιλοσοφίας, βρίσκουμε δηλώσεις ακριβείς για ν’ αποδείξουν τάχα το ότι ήρθε αυτή στην Ελλάδα απ’ την Φοινίκη ή την Αίγυπτο. Ωστόσο εδώ πρέπει να σημειώσουμε δύο πράγματα. Πρώτα, η λέξη “Φιλοσοφία” έχει έλθει, εκείνη την εποχή, για να εγκλείσει μία θεολογία ενός τύπου λίγο ή πολύ μυστικού, και εφαρμοζόταν μάλιστα σε ποικίλες μορφές ασκητισμού. Δεύτερον, ό,τι ονομάζουν οι Αιγύπτιοι και Εβραίοι «αιγυπτιακή φιλοσοφία» δεν ήταν παρά το ελληνιστικό αποτέλεσμα της μετάπλασης αρχαίων αιγυπτιακών μύθων σε αλληγορίες. Είμαστε ακόμα σε μέτρο να κρίνουμε την ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης που έκανε ο Φίλων και μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι Αιγύπτιοι αλληγοριστές ήταν ακόμα πιο αυθαίρετοι, γιατί δουλεύαν σε υλικό πολύ περισσότερο ευνοϊκό. Τίποτα δεν μπορεί να είναι τόσο χοντροκομμένο όσο ο αλεξανδρινός μύθος της Ίσιδας και του Όσιρι. Ωστόσο ερμηνεύεται πρώτα σύμφωνα με τις ιδέες της μεταγενέστερης Ελληνικής Φιλοσοφίας και ύστερα δηλώνεται σαν η υποτιθέμενη αρχική πηγή αυτής της «αιγυπτιακής» «φιλοσοφίας».
Μπορούμε να πούμε πως αυτή η μέθοδος ερμηνείας έφτασε το κορυφαίο σημείο στο νεο-πυθαγόρειο Νουμήνιο, από τον οποίο πέρασε στους χριστιανούς απολογητές. Είναι ο Νουμήνιος αυτός που ρωτά τι είναι ο Πλάτων “αν όχι ένας αττικίζων Μωϋσής”. Φαίνεται πιθανό, πράγματι ότι λέγοντας αυτό σκεφτόταν, ορισμένες ομοιότητες ανάμεσα στους “Νόμους” του Πλάτωνα και στον «Λεβιτικό Κώδικα», ομοιότητες οφειλόμενες απλώς στο γεγονός ότι ορισμένες νόμιμες πρωτογονικές ιδέες είναι εκπεφρασμένες και στο μεν όπως και στον δε κατά έναν ανάλογο της αντίστοιχης εθνικής παράδοσης τρόπο αλλά σ’ όλες τις περιπτώσεις ο Κλήμης και ο Ευσέβιος δίνουν σ’ αυτή την παρατήρηση μία αυθαίρετη προέκταση. Στην Αναγέννηση, αυτή η παράλογη σύγχυση ξαναγεννήθηκε μ’ όλη την υπόλοιπη αρχαία γραμματεία και ορισμένες ιδέες που προήλθαν από το Proeparatio Evangelica, συνέχισαν για πολύ καιρό να προσδίνουν ένα επίχρισμα υποτιθέμενης αλήθειας στις κρατούσες απόψεις πάνω σ’ αυτό το σημείο. Ο ίδιος ο Cudworth μιλάει μ’ ευαρέσκεια για την Αρχαία.. «Μοσχική» ή.. «Μωσαϊκή» «Φιλοσοφία», που διδάσκονταν από τον Θαλή και απ’ τον Πυθαγόρα. (2) Είναι σπουδαίο ν’ αντιληφθούμε αυτή την προκατάληψη, ακριβώς την τόσο βαθειά ριζωμένη, ενάντια στην πρωτοτυπία των Ελλήνων. Δεν έχει την πηγή της στις νεότερες έρευνες για τις πίστεις των αρχαίων εθνών, γιατί αυτές οι έρευνες δεν έφεραν απολύτως τίποτε στο φως, που ν’ αποδεικνύει την ύπαρξη μιάς φοινικικής ή αιγυπτιακής «Φιλοσοφίας». Είναι απλούστατα ένα κατάλοιπο του υπερβολικού πάθους των Αλεξανδρινών για την θεολογική αλληγορία.
Φυσικά, κανένας δεν θα στηριζόταν σήμερα στον Κλήμη ή τον Ευσέβιο για να υποστηρίξει ότι η Ελληνική Φιλοσοφία είχε τάχα.. Ανατολική προέλευση. Το επιχείρημα που οι νεότεροι προτιμούν να επικαλούνται πάνω σ’ αυτή την άποψη, είναι η αναλογία των τεχνών και της θρησκείας. Βλέπουμε ολοένα και περισσότερο, λένε, ότι οι Έλληνες πήραν από την Ανατολή την τέχνη τους και πολλές από τις θρησκευτικές τους ιδέες και προφασίζονται ότι από εκεί προέρχεται επίσης, κατά πάσα πιθανότητα και η Φιλοσοφία τους. Ο συλλογισμός αυτός είναι ίσως ειδικός, αλλά δεν είναι καθόλου αποδεικτικός. Γιατί δεν λαμβάνει υπ’ όψη τον διαφορετικό ουσιαστικό τρόπο με τον οποίο αυτά τα πράγματα μεταδίδονται από έθνος σε έθνος. Ο υλικός πολιτισμός και οι τέχνες μπορούν να περάσουν εύκολα από ένα έθνος στο άλλο χωρίς τα έθνη αυτά να έχουν μία κοινή γλώσσα και ωρισμένες ιδέες, θρησκευτικές, απλές, μπορούν να μεταδοθούν καλύτερα με το τυπικό παρά μέσω οποιουδήποτε άλλου δρόμου. Αντίθετα, η Φιλοσοφία δεν μπορούσε να εκφρασθεί διαφορετικά παρά μέσα από μιαν εξαιρετικά καλλιεργημένη στις αφαιρέσεις γλώσσα, και να μεταδοθεί από μορφωμένους ανθρώπους, είτε με το μέσο των βιβλίων, είτε με την προφορική διδασκαλία. Συνεπώς, δεν γνωρίζουμε κανέναν Έλληνα, στην εποχή με την οποία ασχολούμαστε, που να γνώριζε αρκετά κάποια ανατολική γλώσσα για να διαβάσει ένα αιγυπτιακό βιβλίο ή ακόμα ν’ ακούσει τον λόγο ενός Αιγύπτιου ιερέα, και μόνον σε μία χρονολογία πολύ μεταγενέστερη, ακούμε να μιλούν για δασκάλους ανατολίτες που γράφουν και μιλούν τα Ελληνικά. Οι Έλληνες ταξιδιώτες στην Αίγυπτο συνέλεξαν εκεί χωρίς καμμία αμφιβολία μερικές λέξεις αιγυπτιακές και είναι βέβαιο ότι οι ιερείς μπορούσαν να κατανοηθούν από τους Έλληνες με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ήταν ικανοί να επιπλήξουν την Εκάτη για την οικογενειακή της περηφάνεια και ο Πλάτων αφηγείται μια ιστορία του ίδιου είδους στην αρχή στον Τίμαιο. Αλλά αναγκάσθηκαν να χρησιμοποιήσουν διερμηνείς και είναι αδύνατο να συλλάβουμε πώς οι υψηλές φιλοσοφικές ιδέες θα μεταδίδονταν μέσω απλώς διερμηνέων δίχως υψηλή μόρφωση. (3)
Αλλά, αλήθεια, δεν αξίζει τον κόπο ν’ αναρωτηθούμε αν η μετάδοση φιλοσοφικών ιδεών ήταν δυνατή ή όχι, εφόσον δεν έχει καθορισθεί ότι ο ένας ή ο άλλος απ’ αυτούς τους λαούς, είχε ν’ ανακοινώσει μία Φιλοσοφία. Τίποτα το παρόμοιο δεν ανακαλύφθηκε έως εδώ και όπως ξέρουμε, οι Ινδοί ήσαν ο μόνος λαός, πλάϊ στους Έλληνες, που είχαν ποτέ κάτι στοιχειωδώς άξιο αυτού του ονόματος. Πασιφανώς, κανένας δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι η Ελληνική Φιλοσοφία ήλθε από την Ινδία και πραγματικά όλα μας κάνουν να πιστέψουμε ότι είναι αντιθέτως η «Ινδική Φιλοσοφία» εκείνη που ήλθε από την Ελλάδα. Η σαφής χρονολόγηση της σανσκριτικής λογοτεχνίας είναι βεβαίως πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Αλλά από όσο μπορούμε να κρίνουμε, τα μεγάλα ινδικά συστήματα είναι πολύ μεταγενέστερα από την Ελληνική Φιλοσοφία και δη τις επιμέρους σχολές της με τις οποίες μοιάζουν περισσότερο αυτά τα συστήματα. Φυσικά, ο μυστικισμός των Ουπανισάδων και του Βουδισμού βγήκαν από την Ινδία και έχουν βαθιά επηρεάσει την Φιλοσοφία, αλλά δεν ήσαν ωστόσο «φιλοσοφίες» με την ακριβή έννοια που έχει η Ελληνική αυτή λέξη.
---------------
Σημειώσεις.
1. Όλα όσα λέει, είναι ότι η λατρεία του Διονύσου και η θεωρία της μετανάστευσης ήρθαν από την Αίγυπτο. Γνωρίζουμε σήμαρα ότι οι βεβαιώσεις αυτές είναι ανακριβείς τόσο η μία όσο και η άλλη. Αλλά ακόμα και στην αντίθετη περίπτωση, αυτό δεν θα μπορούσε να υπονοεί καμμία άμεση συνέπεια για την Φιλοσοφία.
2. Ο Στράβων (XVI σ. 757) μας πληροφορεί ότι ήταν ο Ποσειδώνιος αυτός που εισήγαγε τον Μόσχο της Σιδώνος στην Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας. Σε αυτόν, ο Ποσειδώνιος αποδίδει απλώς την ατομική θεωρία, αλλά η ταύτιση του Μόσχου με τον.. Μωϋσή είναι ένα πιο πρόσφατο τέχνασμα. Ο Φίλων της Βύβλου, δημοσίευσε την δήθεν μετάφραση μιας παλιάς φοινικικής ιστορίας, του «Σανσουνιάθων», που χρησιμοποιήθηκε από τον Πορφύριο και, αργότερα από τον Ευσέβιο. Πώς έγινε αυτό γνωστό στην συνέχεια, το βλέπουμε από τον λόγο του ξένου στο Le Vicaire de Wakefield, κεφ. XIV.
3. Η “ιθαγενής” του Comperz («Έλληνες Φιλόσοφοι»), που συζητεί την σοφία του λαού της με τον Έλληνα άρχοντά της, δεν μας πείθει. Δίδασκε χωρίς αμφιβολία στις υπηρέτριές της τις ιεροτελεστίες των ξένων θεαινών, αλλά δεν είναι πιθανόν να μιλούσε για Θεολογία με τον άνδρα της και ακόμα λιγώτερο για Φιλοσοφία ή Επιστήμη. Η χρήση της βαβυλωνιακής ως τάχα διεθνούς γλώσσας, μαρτυρεί ότι οι Αιγύπτιοι γνώριζαν κάτι για την βαβυλωνιακή αστρονομία αλλά δεν εξηγεί καθόλου το πώς οι Έλληνες μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τους Αιγυπτίους. Είναι φανερό ότι οι Έλληνες δεν γνώριζαν τίποτα γι’ αυτή την υποτιθέμενη διεθνή γλώσσα, γιατί αν την γνώριζαν τότε θα είχαν γράψει και μιλήσει για αυτήν, όπως και για τόσα άλλα, με το γνωστό τους ενδιαφέρον.
Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: Ι. ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
4.6. Τι καταλογίζει ο Παρμενίδης στον Ηράκλειτο;
Είδαμε ότι ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης ξεκίνησαν από την ίδια αφετηρία, ακολούθησαν όμως διαφορετικές διαδρομές. Η πραγματικότητα για τον Ηράκλειτο είναι ενιαία, ενώ για τον Παρμενίδη δεν είναι. Ο Ηράκλειτος αποδέχεται τη διαρκή ροή των φαινομένων, ενώ ο Παρμενίδης την απορρίπτει. Ο Ηράκλειτος αποκαλύπτει την κρυφή αρμονία του κόσμου, την ενότητα των αντιθέτων, ενώ ο Παρμενίδης αρνείται κάθε αντίθεση και αποδέχεται μόνο τη σταθερότητα του Όντος.
Οι διαφορές αυτές είναι πραγματικές, είναι όμως αμφίβολο αν αρκούν για να τους τοποθετήσουν σε αντίθετα φιλοσοφικά στρατόπεδα.
Ας υποθέσουμε προς στιγμήν ότι ο Παρμενίδης είχε μελετήσει το έργο του Ηράκλειτου - πράγμα διόλου απίθανο, αφού κατά πάσαν πιθανότητα ήταν λίγο νεότερος. Ποια θα ήταν η αντίδρασή του; Πού θα εντόπιζε την κριτική του;
Σίγουρα θα επιδοκίμαζε τη σαρκαστική στάση του Ηράκλειτου απέναντι στο πλήθος. Θα συμμεριζόταν τις επικρίσεις του για τις προκαταλήψεις και τις αφελείς αντιλήψεις των ανθρώπων. Θα αναγνώριζε τη διεισδυτικότητα της ματιάς του, που του είχε δώσει τη δυνατότητα να προχωρήσει πολύ βαθύτερα από οποιονδήποτε άλλο στην ουσία των πραγμάτων. Θα θεωρούσε σημαντική τη στροφή του ενδιαφέροντος του φιλοσόφου προς τη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο.
Από την άλλη μεριά, θα θεωρούσε χαμένο χρόνο την επίμονη προσπάθεια του Ηράκλειτου να βρει το κρυμμένο νόημα των αντιφατικών φαινομένων της καθημερινής ζωής. Τα δεδομένα που αντλούμε από τις αισθήσεις και τα βιώματά μας δεν έχουν καμία σχέση με την αλήθεια. Ο Ηράκλειτος πίστεψε ότι θα βρει διέξοδο μέσα στον κυκεώνα των ανθρώπινων αντιλήψεων, αλλά τελικά εγκλωβίστηκε μέσα του. Τυφλώθηκε κι αυτός, όπως και το υπόλοιπο πλήθος,
αυτοί που πίστεψαν ότι το είναι και το δεν είναι είναι το ίδιο και όχι το ίδιο, και ότι σε όλα αντίθετος υπάρχει δρόμος.
Παρμενίδης, απόσπ. 6
Οι δύο αυτοί στίχοι του Παρμενίδη μάλλον αποτελούν καλυμμένη κριτική στον Ηράκλειτο. Κατά τον Παρμενίδη, είναι απαράδεκτο (είναι θεμελιώδες φιλοσοφικό λάθος) να ισχυρίζεται κανείς ότι κάτι υπάρχει και δεν υπάρχει ταυτοχρόνως, ότι κάτι είναι και την ίδια στιγμή δεν είναι, ότι τα αντίθετα ταυτίζονται. Είναι γεγονός ότι στην καθημερινή μας ζωή βρισκόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με συγκεχυμένες καταστάσεις και αντιφατικά δεδομένα. Το λάθος των ανθρώπων είναι ότι αποδέχονται αυτή τη σύγχυση και την αντιφατικότητα. Το ίδιο λάθος κάνει και ο Ηράκλειτος, όταν διακηρύσσει με έμφαση: «Σύνολα όλα και όχι όλα· συναρθρώνεται και διαχωρίζεται, συντονίζεται και αποσυντονίζεται· από τα πάντα προέρχεται το ένα, και από το ένα τα πάντα» (απόσπ. 10). Οι καταστάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν - τα πάντα δεν μπορεί να είναι ένα, ο άνθρωπος δεν είναι σπίτι. Στο εσωτερικό της φιλοσοφίας, στην οδό του Όντος και της Αλήθειας, δεν υπάρχει χώρος για οποιαδήποτε αντίφαση. Η ορθή λειτουργία της σκέψης ξεκινά από την αρχή ότι το Α κατ᾽ ανάγκην είναι Α - το Α δεν μπορεί να είναι ταυτοχρόνως και Α και Β.
Η αρχή αυτή θα ονομαστεί αργότερα στη Λογική «αρχή της ταυτότητας» ή «αρχή της μη αντίφασης». Ο Παρμενίδης είναι ο πρώτος που συνέλαβε αυτή την αρχή, και την ανέδειξε σε κριτήριο της έλλογης σκέψης. Είναι η αρχή πάνω στην οποία θεμελιώθηκαν τα μαθηματικά και οι επιστήμες. Σκεφτείτε τι είδους μαθηματικά θα έκανε κάποιος που θα δεχόταν ότι 2 + 2 κάνουν 4 αλλά και 5, και τι είδους αστρονομία κάποιος που θα έλεγε ότι η Γη κινείται και ταυτοχρόνως είναι ακίνητη. Γιατί λοιπόν να ανεχόμαστε να παραβιάζεται η αρχή της ταυτότητας στη φιλοσοφία; Ο Παρμενίδης θα έλεγε ότι, εφόσον η σκέψη του Ηράκλειτου είναι συνυφασμένη με την αντιφατικότητα, βρίσκεται πολύ μακριά από την οδό της Αλήθειας.
Είδαμε ότι ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης ξεκίνησαν από την ίδια αφετηρία, ακολούθησαν όμως διαφορετικές διαδρομές. Η πραγματικότητα για τον Ηράκλειτο είναι ενιαία, ενώ για τον Παρμενίδη δεν είναι. Ο Ηράκλειτος αποδέχεται τη διαρκή ροή των φαινομένων, ενώ ο Παρμενίδης την απορρίπτει. Ο Ηράκλειτος αποκαλύπτει την κρυφή αρμονία του κόσμου, την ενότητα των αντιθέτων, ενώ ο Παρμενίδης αρνείται κάθε αντίθεση και αποδέχεται μόνο τη σταθερότητα του Όντος.
Οι διαφορές αυτές είναι πραγματικές, είναι όμως αμφίβολο αν αρκούν για να τους τοποθετήσουν σε αντίθετα φιλοσοφικά στρατόπεδα.
Ας υποθέσουμε προς στιγμήν ότι ο Παρμενίδης είχε μελετήσει το έργο του Ηράκλειτου - πράγμα διόλου απίθανο, αφού κατά πάσαν πιθανότητα ήταν λίγο νεότερος. Ποια θα ήταν η αντίδρασή του; Πού θα εντόπιζε την κριτική του;
Σίγουρα θα επιδοκίμαζε τη σαρκαστική στάση του Ηράκλειτου απέναντι στο πλήθος. Θα συμμεριζόταν τις επικρίσεις του για τις προκαταλήψεις και τις αφελείς αντιλήψεις των ανθρώπων. Θα αναγνώριζε τη διεισδυτικότητα της ματιάς του, που του είχε δώσει τη δυνατότητα να προχωρήσει πολύ βαθύτερα από οποιονδήποτε άλλο στην ουσία των πραγμάτων. Θα θεωρούσε σημαντική τη στροφή του ενδιαφέροντος του φιλοσόφου προς τη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο.
Από την άλλη μεριά, θα θεωρούσε χαμένο χρόνο την επίμονη προσπάθεια του Ηράκλειτου να βρει το κρυμμένο νόημα των αντιφατικών φαινομένων της καθημερινής ζωής. Τα δεδομένα που αντλούμε από τις αισθήσεις και τα βιώματά μας δεν έχουν καμία σχέση με την αλήθεια. Ο Ηράκλειτος πίστεψε ότι θα βρει διέξοδο μέσα στον κυκεώνα των ανθρώπινων αντιλήψεων, αλλά τελικά εγκλωβίστηκε μέσα του. Τυφλώθηκε κι αυτός, όπως και το υπόλοιπο πλήθος,
αυτοί που πίστεψαν ότι το είναι και το δεν είναι είναι το ίδιο και όχι το ίδιο, και ότι σε όλα αντίθετος υπάρχει δρόμος.
Παρμενίδης, απόσπ. 6
Οι δύο αυτοί στίχοι του Παρμενίδη μάλλον αποτελούν καλυμμένη κριτική στον Ηράκλειτο. Κατά τον Παρμενίδη, είναι απαράδεκτο (είναι θεμελιώδες φιλοσοφικό λάθος) να ισχυρίζεται κανείς ότι κάτι υπάρχει και δεν υπάρχει ταυτοχρόνως, ότι κάτι είναι και την ίδια στιγμή δεν είναι, ότι τα αντίθετα ταυτίζονται. Είναι γεγονός ότι στην καθημερινή μας ζωή βρισκόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με συγκεχυμένες καταστάσεις και αντιφατικά δεδομένα. Το λάθος των ανθρώπων είναι ότι αποδέχονται αυτή τη σύγχυση και την αντιφατικότητα. Το ίδιο λάθος κάνει και ο Ηράκλειτος, όταν διακηρύσσει με έμφαση: «Σύνολα όλα και όχι όλα· συναρθρώνεται και διαχωρίζεται, συντονίζεται και αποσυντονίζεται· από τα πάντα προέρχεται το ένα, και από το ένα τα πάντα» (απόσπ. 10). Οι καταστάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν - τα πάντα δεν μπορεί να είναι ένα, ο άνθρωπος δεν είναι σπίτι. Στο εσωτερικό της φιλοσοφίας, στην οδό του Όντος και της Αλήθειας, δεν υπάρχει χώρος για οποιαδήποτε αντίφαση. Η ορθή λειτουργία της σκέψης ξεκινά από την αρχή ότι το Α κατ᾽ ανάγκην είναι Α - το Α δεν μπορεί να είναι ταυτοχρόνως και Α και Β.
Η αρχή αυτή θα ονομαστεί αργότερα στη Λογική «αρχή της ταυτότητας» ή «αρχή της μη αντίφασης». Ο Παρμενίδης είναι ο πρώτος που συνέλαβε αυτή την αρχή, και την ανέδειξε σε κριτήριο της έλλογης σκέψης. Είναι η αρχή πάνω στην οποία θεμελιώθηκαν τα μαθηματικά και οι επιστήμες. Σκεφτείτε τι είδους μαθηματικά θα έκανε κάποιος που θα δεχόταν ότι 2 + 2 κάνουν 4 αλλά και 5, και τι είδους αστρονομία κάποιος που θα έλεγε ότι η Γη κινείται και ταυτοχρόνως είναι ακίνητη. Γιατί λοιπόν να ανεχόμαστε να παραβιάζεται η αρχή της ταυτότητας στη φιλοσοφία; Ο Παρμενίδης θα έλεγε ότι, εφόσον η σκέψη του Ηράκλειτου είναι συνυφασμένη με την αντιφατικότητα, βρίσκεται πολύ μακριά από την οδό της Αλήθειας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)














