Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

Η Προφητεία του Αισχύλου

«ἦ μήν ἔτι Ζεύς, καίπερ αὐθάδη φρονῶν,
ἔσται ταπεινός, oἷov ἐξαρτύεται
γάμον γαμεῖν, ὅς αὐτόν ἐκ τυραννίδος
θρόνων τ’ ἄϊστον έκβαλεῖ· πατρός δ’ ἀρά
Κρόνου τότ’ ἤδη παντελῶς κρανθήσεται,
ἥν ἐκπίτνων ἠρᾶτο δηναιῶν θρόνων»[1]

[Ὡστόσο, παρ’ ὅλη τήν ἀλαζονεία τοῦ μυαλοῦ του, ὁ Δίας, κάποτε θά ταπεινωθεῖ, ἐξαιτίας τοῦ γάμου πού ἑτοιμάζεται νά κάνει, ὁ ὁποῖος ἀπό τόν θρόνο του, ἄφαντο, θά τόν γκρεμίσει. Κι ἔτσι θά ἐπαληθευτεῖ ἡ κατάρα τοῦ πατέρα του Κρόνου, τήν ὁποία ἐκστόμισε, ὅταν ἔπεσε ἀπό τόν πανάρχαιο θρόνο τῶν θεῶν] [2]

Αὐτή ὑπῆρξε ἡ περίφημη «προφητεία» τοῦ Αἰσχύλου, ἡ προβλέπουσα τό Τέλος τοῦ Διός καί ἡ ὁποία λίγο ἔλειψε νά ὁδηγήσει τόν μεγάλο τραγικό στό… κώνειο, θεωρηθεῖσα ὡς παραβίαση τοῦ ἀπορρήτου της διδασκαλίας τῶν Ἐλευσινίων Μυστηρίων. Σήμερα βέβαια ἀντιλαμβανόμαστε τό ὀρφικό περιεχόμενο αὐτῆς της συμβολικῆς «προφητείας», ἀλλά ἐκεῖνο πού συγκλόνισε τό κοινό τοῦ 5ου αἰ. π.κ.ε. ἦταν ἡ διαπίστωση ὅτι ὑπάρχει ἐνδεχόμενο καί ἡ θρησκεία νά μήν ξεφεύγει ἀπό τό ἱστορικό Γίγνεσθαι, τό ὁποῖο ἀκολουθεῖ τή φυσική διαδικασία τῆς γέννησης καί τῆς φθορᾶς. Ὁπωσδήποτε τό γεγονός τῆς προφητείας τοῦ Προμηθέα Δεσμώτη ὑπῆρξε μοναδικό στά πάγκόσμια χρονικά· δέν ἔχει ξανασυμβεῖ νά παρουσιάζεται στό κοινό κατά τή διάρκεια Θρησκευτικῶν ἐκδηλώσεων (ὅπου παρουσιάζονταν οἱ τραγωδίες) διδασκαλία προβλέπουσα τό τέλος τῆς ἐπικρατούσας θρησκείας!

Τό ὅτι τό κοινό φαίνεται νά ἀποδέχτηκε τό αἰσχύλειο ἔργο, ὄχι βέβαια χωρίς ἀντιρρήσεις και πάντως λιγότερες ἀπό τήν Μιλήτου Ἅλωσιν τοϋ Φρύνιχου! καταδεικνύει τό ὑψηλό πνευματικό ἐπίπεδο τοῦ ἀθηναϊκοῦ κοινοῦ του 5ου αἰ. π.κ.ε. ἑνός κοινοῦ πού εἶχε ἤδη ἀκούσει τίς θεολογικές ἀπόψεις τῶν προσωκρατικῶν, οἱ ὁποίες γκρέμιζαν τό πάνθεον τοῦ Ὀλυμπου χάριν τοῦ Ἑνός Θεοῦ, καί τίς εἶχε, φαίνεται, ἐν πολλοῖς ἐνστερνιστεῖ.

Βέβαια, εἶναι ἐπίσης ἀληθές ὅτι κι ἄν οἱ μεγάλοι θεοί τοῦ Ὀλυμπου χάθηκαν κάτω ἀπό τά κτυπήματα τῶν Προσωκρατικῶν καί τῶν Σοφιστῶν, οἱ χθόνιοι Δαίμονες ζοῦν ὡς τά σήμερα ἀθάνατοι στήν ἑλληνική ὕπαιθρο ὡς Στοιχειά, Νεράιδες καί Λάμιες. [3] Πάντως, ἄν ἡ ἀρχαία ἑλληνική θρησκεία ἰχνηλατεῖται σήμερα ζῶσα καί βασιλεύουσα στή σύγχρονη λαογραφία, ἡ θεολογία τῶν Προσωκρατικῶν, τοῦ Πλάτωνα, τοῦ Ἀριστοτέλη καί τῶν Νεοπλατωνικῶν ὑποβαστάζει ὡς ἀκρογωνιαῖος λίθος τίς τρεῖς μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκεῖες καί κατ’ ἐξοχήν τόν Χριστιανισμό.

Ποιά θά ἦταν σήμερα ἤ θεωρία περί Ψυχῆς τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ,τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τοῦ Ἰσλαμισμοῦ, χωρίς τόν Ὀρφισμό τοῦ 5ου αἰ. π.κ.ε.

Ποιά θά ἦταν σήμερα ἡ διδασκαλία Περί Θεοῦ (Πατρός) τοῦ Χριστιανισμοῦ χωρίς τή θεολογία τοῦ Πλάτωνα καί τῶν Προσωκρατικῶν;

Ποιά θά ἦταν ἡ Τριαδική θεολογία τῆς Χριστιανικῆς ’Ἐκκλησίας χωρίς τήν Τριαδολογία τοῦ Πλωτίνου ἤ τήν Ἑναδολογία του Πρόκλου;


Βέβαια δέν θά ἰσχυριστοῦμε ὅτι ὅλη ἡ θεολογία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων Μυστῶν μεταφέρθηκε αὐτούσια στόν Χριστιανισμό ἤ τόν Ἰσλαμισμό. Ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο βοᾶ ἡ Ἱστορία εἶναι ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνική θεολογία τῶν Προσωκρατικῶν, τοῦ Πλάτωνα, τοῦ Ἀριστοτέλη καί τῶν Νεοπλατωνικῶν, κληρονομήθηκε στόν Χριστιανισμό, ἔστω καί μετασχηματισμένη. Χωρίς τή θεολογία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων Μυστῶν ἦταν ἀδύνατον νά εἶχε ὑπάρξει ὁ Χριστιανισμός μέ τή μορφή ποῦ τόν γνωρίζουμε σήμερα. (Γι’ αὐτό, συκοφαντώντας ἀνιστόρητα τους ἀρχαίους Ἕλληνες ὡς «εἰδωλολάτρες», δέν ἀδικοῦμε μόνο τόν Ἠράκλειτο, τόν Παρμενίδη, τόν Ξενοφάνη, τόν Σωκράτη, τόν Πλάτωνα, τόν Ἀριστοτέλη, τόν Πλωτίνο, τόν Πρόκλο κ.λπ., ἀλλά ἀπεμπολοῦμε τό ἴδιο τό φιλοσοφικό Θεμέλιο του Χριστιανισμοῦ καί τῶν ἄλλων μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν.)

Ἡ ἱστορική ἀλήθεια εἶναι ἁπλῆ: ἡ θεολογία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων Μυστῶν εἶναι πιό κοντά στόν Χριστιανισμό καί τόν Ἰουδαϊσμό, παρά στή λαϊκή δεισιδαιμονία τῆς ἐποχῆς της! Αὐτό βέβαια δέν σημαίνει ὅτι ὁ Παρμενίδης, ὁ Ξενοφάνης ἤ ὁ Πλάτων θά μποροῦσαν νά ἦταν Χριστιανοί, ἄν βέβαια ζοῦσαν στήν πρωτοβυζαντινή περίοδο. Τό πιθανότερο εἶναι νά μήν ἦταν· ὅπως δέν ἔγιναν χριστιανοί ὁ Ἰάμβλιχος, ὁ Πλωτῖνος, ὁ Πρόκλος, ὁ Σιμπλίκιος, ὁ Δαμάσκιος. Ἀλλά ἡ Ἱστορία σπάνια δέχεται ἐκβιαστικά διλήμματα τοῦ τύπου: «Χριστιανοί ἤ Πολυθεϊστές». Μπορεῖ κάποιοι νά μήν εἶναι οὔτε τό ἕνα οὔτε τό ἄλλο, ὅπως συνέβαινε μέ τούς Ἕλληνες Μύστες τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας. Αὐτό ὅμως δέν ἀναιρεῖ τόν «προδρομικό» ρόλο πού ἔπαιξε ἡ θεολογία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων Μυστῶν γιά τή θεολογία τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τῶν ἄλλων μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν.

Τά μεγαλύτερα πνεύματα τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας δέν ὑπῆρξαν «δωδεκαθεϊστές»· ἀντίθετα λειτούργησαν στήν ἱστορική ἐξέλιξη τοῦ θρησκευτικοῦ στοχασμοῦ ὡς ἀγγελιαφόροι ἑνός, ἀποφατικῶς, ἀντιλαμβανόμενου Θεοῦ. Ὅ Δαμάσκιος ὑπῆρξε ἕν προκειμένω σαφέστατος : «τό ἐπέκεινα τοῦ Ἑνός πάντῃ ἀπόρρητον». (Περί Ἀρχῶν 1,56,6).

Ἄν οἵ Χριστιανοί ἀπέδωσαν στήν ἔννοια τοῦ Θεοῦ τόν προσδιορισμό «Πατήρ» καί οἱ Ἑβραῖοι τόν προσδιορισμό «Κύριος» (Adonai), οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέχθηκαν ὡς πλέον ἁρμόζον τό προσωνόμιο: «ὁ Ἄγνωστος Θεός», ὁ Ἄρρητος. Ἡ συνεκφορά αὐτή δέν ἀναφέρεται τόσο σ’ ἕναν Θεό πού δρᾶ incognito ἀνάμεσά μας, ὅσο σ’ ἕναν Ὑπερβατικό θεό, «πάντων Ἐπέκεινα», Ξένο πρός ὅλα ἀκόμα καί σ’ αὐτήν τήν ἔννοια τοϋ Εἶναι.

Ἄν πυρήνας τῆς Φιλοσοφίας εἶναι τό πρόβλημα τοϋ Θεοῦ [4] ἡ ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία, θεολογοῦσα, ἔφτασε στό ὕψιστο σημεῖο πού μπορεϊ νά φτάσει ἡ ἀνθρώπινη σκέψη. Ὅταν ὁ ἀνθρώπινος Λόγος νοεῖ τό «ὅλως ἀνόμοιον», αὐτό πού εἶναι ἀ-δια-νόητο. τότε ξεπερνᾶ τόν ἑαυτό του, αὐθυπερβαινεται. Αὐτη τήν αὐθυπέρβαση, τήν κατέκτησε πρῶτο καί μόνο τό ἀρχαῖο ἑλληνικό πνεῦμα, ὅπως ἀποτυπώθηκε στούς ἀρχαιους Ἕλληνες Μύστες, τούς τραγικούς ἀγγελιαφόρους τοϋ Μή-Ὄντος.

Ἡ πορεία αὐτή βέβαια, ὅπως εἴδαμε, δέν ἦταν οὔτε ἀνθόσπαρτη οὔτε γραμμική. «Ἐν ἀρχῇ», τό Ἕτερον ἐμφανίστηκε ὡς Διονύσιος Ζαγρεύς (Ὀρφικοί), κατόπιν ὡς ἀνύπαρκτο Μηδέν (Παρμενίδης), ὥσπου ν’ ἀρχίσει νά ἀποκαλύπτεται ὡς «Ζωντανό Κενό», στούς Ἀτομικούς Φιλοσόφους καί στόν Πλάτωνα. Στή μαθηματική σκέψη τῶν θεολογούντων φιλοσόφων τό «Ἕτερον» ταυτίστηκε μέ τό «Χωρίς πέρας» (ἄρρητοι ἀριθμοί) καί θεωρήθηκε ὡς ἡ μήτρα τοῦ Κακοῦ. Χρειάστηκε ἡ μεγαλοφυΐα τοϋ Ἀναξαγόρα γιά νά ἀποκατασταθεῖ τό Χαοτικό «Ἄπειρον» στή συνείδηση τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ὡς «χαρακτηριστικό» τοῦ Θεοῦ.

Ὕστερα ἐμφανίστηκε ὁ μέγας Μύστης Σωκράτης. Σ’ αὐτόν ὁ μυστικισμός ἔγινε Πίστη στόν Ἄγνωστο Θεό, πού ἐμφανίζεται στούς ἀνθρώπους ὡς μία ἀνεξήγητη, μυστική ἀποῦσα παρουσία:

«Σφίγγει τό χέρι στίς ἄφεγγες νύχτες.
Τί εἶναι ὁ Θεός, κανείς μας
στούς αἰῶνες δέν θά μάθει·
Ὅμως ζητᾶ παντοτεινά
νά συνδεθεῖ πιστά μαζί μας
».[5]

Στόν Σωκράτη τό τέλος τοῦ λόγου εἶναι ἡ Ἀπορία.

Ὅμως τό τέλος τῆς ἀπορίας εἶναι ἡ Πίστη.

Ὡς τέλος τοῦ λόγου, ἡ ἀπορία δέν σημαίνει καταστροφή, ἀλλά συνείδηση τῶν ὁρίων τοῦ λόγου. Ὡς τέλος τῆς ἀπορίας, ἡ πίστη δέν σημαίνει ἀφανισμό, ἀλλά συνείδηση τῶν ὁρίων τῆς ἀπορίας. Στόν Σωκράτη, ὅπως καί στόν Πλάτωνα, ὁ ἀνθρώπινος λόγος διαισθάνεται τήν προτεραιότητα ἑνός ἄλλου ὑπερβατικοῦ Λόγου-Ὑπερλόγου, ὁ ὁποῖος «εἶναι» τό Μή-Εἶναι,τό «ὅλως Ἕτερον», τό παντελῶς Ἀνόμοιον. Ὁ Πλάτων εἰδικά, συνέλαβε ὅτι ἡ Πραγματικότητα δέν μπορεῖ νά συλληφθεϊ παρά μόνο σέ σχέση μέ αὐτό, τό «Ἕτερον».

Τό μεγαλεῖο τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων φιλοσόφων, ἀπό τόν Πυθαγόρα μέχρι τόν Δαμάσκιο, εἶναι ὅτι αὐτό τό φρικῶδες καί ἀπροσδιόριστο «Ἕτερον» τό ἀποδέχθηκαν καί τό ὀνόμασαν «Θεό». Οἱ μεταγενέστεροι θεολογοῦντες, αὐτήν τήν κατάκτηση τήν καταχώρησαν ὡς «Ἀποφατική θεολογία» ἤ ὡς «Μυστικισμό». Ὅ ἑλληνισμός, ὡστόσο, ἀποδέχθηκε τόν «Ἄγνωστο Θεό» τῶν μυστῶν καί τόν κατέστησε κέντρο τῆς κοινωνικῆς του ζωῆς ἐγκαθιστώντας τον μέ τή μορφή τοῦ Διονύσου – πού ἐνσαρκώνει στό ἑλληνικό πάνθεον τήν ἔννοια τοῦ «Ἑτέρου»[6] – στό κατ’ ἐξοχήν κέντρο τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, στό θέατρο [7] ὡς μέγιστο μάθημα Ἀνοχῆς πρός τόν Ξένο, τόν Ἀλλότριο.

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες Μύστες, ὡς φιλόσοφοι, ἐννόησαν τό ἀδιανόητο τοῦ «Ἑτέρου» κι αὐτό ὑπῆρξε ἡ ὕψιστη κατάκτηση τῆς φιλοσοφικῆς σκέψης. Ὡς θεολόγοι, ὅμως, διαισθάνθηκαν ὅτι αὐτο τό «Ὅλως Ἀνόμοιον Ἕτερον» εἶναι ὁ ἀπρόσιτος Θεός, ἡ τελική πηγή παντός Ἀγαθοῦ. Ἡ διαίσθηση αὐτή ὑπῆρξε ἐσωτερική ἀποκάλυψη,δήλ. πίστη. Ἡ ἐμπειρία αὐτή κατέστησε τούς ἀρχαίους Ἕλληνες φιλοσόφους, Μύστες. Ἡ θεολογική ἀντιληψη ὅτι ὁ Θεός εἶναι τό «Ὅλως Ἀνόμοιον Ἕτερον» ὑπῆρξε, μέ τό πού διατυπώθηκε, ἡ αὐθυπέρβαση κάθε θεολογίας.

Ἡ θεολογία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων Μυστῶν δέν εἶχε ὡς σκοπό τήν κατάκτηση τῆς ἔννοιας τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου· τελικός προορισμός της ὑπῆρξε πάντα ἡ καταξίωση τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον του Θεοῦ, ἡ αὐθυπέρβαση. Εἴτε καταφατική θεολογία (Ὀρφικοί, Πυθαγόρας) εἴτε Ἀποφατική (Πλάτων, Πλωτῖνος, Πρόκλος) εἴτε θεολογία τοῦ Αὐτοδημιουργούμενου Θεοῦ (Ἠράκλειτος), ἡ συνολική ἀπάντηση τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων στό Ἐρώτημα περί Θεοῦ ὑπῆρξε καταλυτική γιά τήν παγκόσμια θεολογική σκέψη καί ἰδιαίτερα τήν χριστιανική: οἱ ἀναζητοῦντες τόν Θεό εἶναι ἀργοναῦτες πού γνωρίζουν ὅτι τό χρυσόμαλλο δέρας δέν εἶναι δυνατόν νά κλαπεῖ, γιατί αὐτό ΠΡΟΣΦΕΡΕΤΑΙ, δωρεάν, σέ ὅσους συνειδητοποιοῦν ὅτι δέν ἀξίζουν τέτοια μεγάλη προσφορά.

Ὁ Θεός προσφέρεται στόν ἄνθρωπο, ἀκριβῶς ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος δέν ἀξίζει τήν προσφορά. Ἡ ὑποδοχή αὐτῆς της προσφορᾶς (πού ὁ ἄνθρωπος δέν ἀξίζει) ὀνομάζεται στήν θρησκευτική γλώσσα: Πίστη. Πιστεύων ὁ ἄνθρωπος, δηλαδή ἀποδεχόμενος τήν θεία προσφορά πού δέν ἀξίζει, μιμεῖται τόν Θεό, ἐφ’ ὅσον χαρίζει σ’ Αὐτόν τόν ἑαυτό του, ὅπως προηγουμένως ὁ Θεός δώρισε τή Χάρη του στόν ἀνάξιο ἄνθρωπο. Τή «διαδικασία» αὐτή ὁ Πλάτων τήν ἀποκαλοῦσε ὡς γνωστόν, «ὁμοίωσιν Θεῷ». Ἐν ἀντιθέσει πρός τήν ἑβραϊκή ἀγωνία τῆς αὐτοδικαίωσης ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ «διά τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων», ὁ πιστός τα τῆς Ἑλλάδος γνωρίζει ὅτι «πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἔστιν καταβαῖνον ἀπό τοῦ πατρός τῶν φώτων» [Ἰακ. 1,17]

«Ζεῦ, μεγάλαι δ’ ἀρεταί
Θνατοῖς ἕπονται
ἐκ Σέθε
ν» Πίνδαρ. Ἰσθμιονικ. Γ, 4-5.

[Ζεῦ, οἱ μεγάλες ἀρετές ἔρχονται στούς θνητούς ἀπό Σένα].

Ἡ πνευματική αὐτή ταπείνωση εἶναι ἡ Ὡραία Πύλη διά μέσου τής ὁποίας εἰσέρχεται στόν χῶρο τοῦ προσωρινοῦ, τό Αἰώνιο. Ἡ εἴσοδος αὐτή ὅμως γίνεται μέ τραγικό τρόπο, γιατί λαμβάνει χώρα κάθε φορά πού ὁ ἄνθρωπος ἀκούει τούς «μαντατοφόρους ἀπό τήν Τροία» νά τοῦ λένε:

«Πῶς τόσος πόνος τόση ζωή πῆγαν στήν ἄβυσσο
γιά ἕνα πουκάμισο ἀδειανό, γιά μιάν Ἑλένη
!»[10]

Σέ μιά τέτοια ἀπέραντη μοναξιά ὁ Ἕλλην Μύστης φέρνει στό νοῦ του τόν Αἰσχύλο· μπορεῖ ὁ Προμηθέας Δεσμώτης* νά στενάζει λέγοντας ὅτι: «οὐδέν ἐστι τέρμα μοι προκείμενον μόχθων, πρίν ἄν Ζεύς ἐκπέσῃ τυραννίδος» Αἰσχύλος, 755-756.

(Τέλος τῶν πόνων μου πουθενά δέν βλέπω, πρίν ἀπ’ τό θρόνο του πέσει ὁ Δίας), ὡστόσο ἡ προφητεία τοῦ τραγικοῦ Αἰσχύλου ὁλοκληρώνεται μέ «μεσσιανικό», θά λέγαμε, τρόπο:

«τοιοῦδε μόχθου τέρμα
μή τι προσδόκα,
πρίν ἄν θεῶν τις διάδοχος
τῶν σῶν πόνων φανῇ,
θελήσῃ τ’ εἰς ἀναύγητον μολεῖν
Ἅϊδην κνεφαῖά τ’ ἀμφί Ταρτάρου βάθη
» Αἰσχύλος, Προμηθεύς Δεσμώτης, 1026-1029.

[Τέλος τοῦ μαρτυρίου σου μήν περιμένεις, προτοῦ κάποιος ἀπό τους θεούς φανεῖ τά πάθη σου νά ἀναλάβει καί ἑκούσια νά κατεβεῖ στά ἀνήλια βάθη τοῦ Τάρταρου καί τοῦ Ἅδη].

Ὅσο, ὅμως, κι ἄν αὐτή ἡ προφητεία τοῦ Αἰσχύλου ἀποδόθηκε λανθασμένα στόν Χριστό, ἡ ἀρχαία ἑλληνική θεολογία σέ ὅλες τίς ἐκδοχές της (προσωκρατική, πλατωνική, ἀριστοτελική, στωϊκή, νεοπλατωνική) ποτέ δέν κατέληξε νά γίνει Δόγμα, μονολιθικό καί ἀπαγορευτικό γιά τήν ὕπαρξη τῶν ἄλλων θρησκειῶν, γιατί, σέ τελική ἀνάλυση, ἦταν πάντα ἡ Ἐλευθερία ἐκείνη πού ἀποτελοῦσε τό ἔσχατο κριτήριο τῆς ἑλληνικῆς ἀντίληψης γιά τή ζωή, τόν ἄνθρωπο, τόν κόσμο καί τόν θάνατο. Σέ κάθε περίπτωση, ἰσχύει πάντα ἡ Προσευχή τῆς Ἑκάβης στόν Δία, ὅπως τήν ἀναφέρει στίς Τρωάδες ὁ Εὐριπίδης:

«Ὅστις ποτ’ εἶ Σύ, δυστόπαστος εἰδέναι,
Ζεύς, εἴτ’ ἀνάγκη φύσεος εἴτε νοῦς βροτῶν,
προσηυξάμην σε· πάντα γάρ δι’ ἀψόφου
βαίνων κελεύθαι κατά δίκην τά θνήτ’ ἄγεις
» Εὐριπίδης, Τρωάδες, 885-888.

[Ὦ Δία, ποιά εἶναι ἡ Οὐσία Σου, δύσκολο
νά τό ξέρει κανείς: νόμος φυσικός ἤ ἀνθρώπινη
ἐπινόηση (εἶσαι;). Ἐσένα (ὅμως) παρακαλῶ στήν προσευχή μου,
γιατί πάντα μέσ’ ἀπό τους δρόμους τῆς Σιγῆς, κανονίζεις
δίκαια τά ἀνθρώπινα πράγματα].
----------------------
[1] Αἰσχύλος, Προμηθεύς Δεσμώτης, 907-912.
[2] Η μετάφραση είναι του Γ. Θέμελη.
[3] Μ. P. Nilsson, Ἑλληνική Λαϊκή Θρησκεία, μέτ. I. Κακριδη, ἐκδ. Ἑστίας, Ἀθήνα 2000, σελ.14.
[4] Σ. Δ. Κυριαζόπουλος, Προλεγόμενα εἰς τήν ἐρώτησιν περί Θεοῦ, ἐκδ. Γρηγόρη, Ἀθήνα 2000. σέλ. 220.
[5] C. F. Meyer, In Harmesnachten (W. W. – W. Linden I. Teil 1929, σελ. 36).
[6] J. – P. Vemant, To Βλέμμα τού Θανάτου. Μορφές τῆς Ἑτερότητας στήν Ἀρχαία Ἑλλάδα, μετ. Γ. Παππάς, ἐκδ. Αλεξάνδρεια, Ἀθήνα 1992, σελ. 33.
[7] Τοῦ ἰδίου, Le Dionysos masque des Bacchantes d’ Euripides, L ’ Homme, 93, Ίαν.- Μάρ. 1985, XXV (1), σ. 31-58.
[10] Γ. Σεφέρης, Ἑλένη, Ἀνθολογία Νεοελλ. Γραμματείας, Ρ. – Η. καί Σ. Ἀποστολίδη, Ἡ Ποίηση,τ. 3ος, Τα Νέα Ελληνικά, Αθήνα 1983, σελ. 1323.
-----------------------------
* Στην τραγωδία «Προμηθεύς Δεσμώτης» ο Αισχύλος πραγματεύεται την ηρωική αντίσταση του αλυσοδεμένου στον Καύκασο Προμηθέα να υποκύψει στο θέλημα του Δία. Θεωρείται από άλλους το μεσαίο ή από τους περισσότερους κριτικούς το πρώτο μέρος τριλογίας που αποτελείται από τα έργα «Προμηθεύς λυόμενος» και «Προμηθεύς πυρφόρος». Στην εισαγωγή του έργου ήδη αποκαλύπτεται η «αμαρτία» του Προμηθέα, που δεν είναι άλλη από την προσβολή της κοσμικής τάξης, αφού αθάνατος ο ίδιος παίρνει το μέρος των θνητών.

Ο πυρήνας του έργου του Προμηθεύς Δεσμώτης, είναι το θέμα ενός ασταμάτητου αγώνα κατά της δύναμης της εξουσίας, που στην προκειμένη περίπτωση συμβολίζεται με τον Δία. Το θέμα της τραγωδίας είναι η τιμωρία του Τιτάνα Προμηθέα από τον βασιλέα των θεών στην άκρη του κόσμου, στην αρχή της βασιλείας του Δία και οι βασικοί «ήρωες» είναι θεοί, ένας μύθος απλούς δηλαδή για την αριστοτέλεια κριτική και μάλιστα δίχως λύσιν, η οποία έρχεται πιθανώς στον Προμηθέα Λυόμενο.

Ο Προμηθέας υφίσταται βουβός ένα ταπεινωτικό μαρτύριο. Η σιγή συνδέεται με την τιμωρία του και αποτελεί έκφραση μιας ανυποχώρητης υπερηφάνειας του. Όταν μένει μόνος στην ερημιά του σκυθικού βράχου υψώνει κραυγή και επικαλείται τη μαρτυρία των στοιχείων της φύσης. Αυτή η διαμαρτυρία, καθώς ηχεί, προκαλεί έντεχνα το δραματικό αποτέλεσμα, χάριν της δραματουργικής τέχνης του ποιητή, ακριβώς επειδή διακόπτει τη μακρά σιωπή του Τιτάνα. Ο Προμηθέας υφίσταται σιωπηλός το αναπότρεπτο μαρτύριο που έχει επιλέξει συνειδητά υποκείμενος στην Ανάγκη. Τα δύο πρόσωπα που μιλούν από την αρχή του έργου, παρουσιάζουν εμφανείς διαφορές. Η σκαιότητα του Κράτους απηχεί το απρόσωπο της μορφής του, ενώ ο Ήφαιστος συμβάλλει εκών άκων με την τέχνη του στο μαρτύριο ενός συγγενικού θεού, αν αναλογιστούμε την τιτανική φύση του, υποκείμενος επίσης στην Ανάγκη που συνιστά η βούληση του Δία.

Ο Προμηθέας, από τον πρώτο μονόλογο, εμφανίζεται συνειδητός (αναλαμβάνει την Ευθύνη) ως προς την απόφαση να υπομείνει το μαρτύριο που επισύρει ο άθλος του. Η τραγικότητά του αναδύεται τόσο από την σημασία της προσφοράς του στον άνθρωπο, όσο και από την εγγραφή του ιστορικού ανθρώπινου και παρόντος δραματικού χρόνου στην ανακύκληση ενός μεγαλύτερου χρόνου, καθώς ο Τιτάνας γνωρίζει το μέλλον. Ο Προμηθέας βιώνει τον μικρόκοσμο μιας προσωπικής περιπέτειας και ταυτόχρονα οραματίζεται τον μακρόκοσμο μέσα στον οποίο αποκτά ιδιαίτερο νόημα η προσωπική βιωματική εμπειρία.

Το «νιώθω μόνος» δεν είναι το ίδιο με το «είμαι μόνος»

Το «νιώθω μόνος» δεν είναι το ίδιο με το «είμαι μόνος»

Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πιθανό να νιώθουμε μόνοι όταν είμαστε μόνοι, είναι σαφές ότι η μοναξιά και το να είναι κάποιος κυριολεκτικά μόνος δεν ταυτίζονται. Μπορεί να είναι κανείς μόνος και να μη νιώθει μόνος, ή μπορεί να είναι μαζί με δικούς του ανθρώπους και όμως να νιώθει μόνος, ή να νιώθει μόνος μέσα στο πλήθος – και αυτό το τελευταίο μπορεί να είναι πολύ επώδυνο!

Μόνωση ονομάζουμε την κατάσταση κατά την οποία είναι κανείς κυριολεκτικά μόνος, χωρίς απαραίτητα να νιώθει μοναξιά.

Μοναχικότητα ονομάζουμε την κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος επιλέγει να είναι μόνος, με τη θέλησή του, αν και μερικές φορές η μοναχικότητα συνοδεύεται από μοναξιά.

Μοναχικότητα: Η ευεργετική μοναξιά

Είναι η εκούσια (συνήθως) μόνωση του ανθρώπου, δηλαδή η μοναχικότητα, την οποία έχει ανάγκη για να «ξεκουραστεί» από τις σχέσεις, να την αξιοποιήσει δημιουργικά, να αποκτήσει την αίσθηση της προσωπικής ταυτότητας και να βελτιώσει την προσωπικότητά του.

Δεν είναι πάντα εκούσια, αλλά μπορεί να είναι επιβεβλημένη και, ενώ στην αρχή προκαλεί δυσφορία, αργότερα αποδεικνύεται πολύ εποικοδομητική εμπειρία για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, για παράδειγμα όπως έχει γίνει κατά καιρούς με ανθρώπους που βίωσαν φυλακίσεις και εξορίες.

Επίσης, δεν συμβαίνει πάντα σε κατάσταση κυριολεκτικής μόνωσης. Για παράδειγμα, μπορεί να διαβάζετε σε μια κατάμεστη βιβλιοθήκη και όμως να νιώθει ο καθένας σας σαν να είναι μόνος και να δημιουργεί, ή να περπατάτε μέσα στον κόσμο χωρίς κάποιον άλλο μαζί σας και να απολαμβάνετε τον
περίπατό σας σαν να είστε ολομόναχοι.

Οι καλύτερες στιγμές ή περίοδοι ευεργετικής μοναξιάς είναι αυτές στις οποίες νιώθουμε ότι είμαστε ένα με τον κόσμο που μας περιβάλλει –μια ιδέα, ένα έργο τέχνης, τη φύση, το σύμπαν ολόκληρο– και σε απόλυτη αρμονία με τον εαυτό μας.

Μη λειτουργικοί τρόποι αντιμετώπισης της μοναξιάς

Είναι συχνό φαινόμενο οι άνθρωποι να χρησιμοποιούν μη λειτουργικούς, αναποτελεσματικούς τρόπους για να περιορίσουν τη μοναξιά τους. Δείτε παρακάτω μερικούς από αυτούς ενδεικτικά:

 -Αποφεύγει κανείς τις σχέσεις: Κλείνεται στον εαυτό του, στο σπίτι
του, απομονώνεται από τους συγγενείς, τους στενούς φίλους, τις
παρέες, τις δραστηριότητες. Ένας φοιτητής που νιώθει πολλή μοναξιά
και αρχικά έμενε μόνος του, μπορεί να επιστρέφει στο σπίτι του όλα
τα Σαββατοκύριακα ή τις διακοπές, περιορίζοντας έτσι τις ευκαιρίες να
κάνει γνωριμίες με νέους της ηλικίας του στην περιοχή που βρίσκεται
το Πανεπιστήμιο, ή ακόμη μπορεί να επιστρέψει στη γονεϊκή εστία,
παραμελώντας ή εγκαταλείποντας τις σπουδές του. Μια φοιτήτρια,
ενώ βρίσκεται σε μια ομάδα, μπορεί να αποφεύγει τη βλεμματική
επαφή και να ασχολείται με το κινητό της ή ένα βιβλίο παριστάνοντας
ότι είναι άνετη, με αποτέλεσμα οι άλλοι να νομίζουν ότι τους
«σνομπάρει» ή ότι είναι «αντικοινωνική» και έτσι να την αφήνουν
μόνη.

-Αποφεύγει κανείς τον εαυτό του: Για να μη μείνει μεγάλο διάστημα
μόνος του, διαμορφώνει κανείς επιφανειακές σχέσεις πολύ γρήγορα
και δεσμεύεται με ανθρώπους που δεν γνωρίζει καλά και με τους
οποίους δεν ταιριάζει.

-Έχει υπερβολική εγρήγορση απέναντι σε πιθανές κοινωνικές
απειλές: Μια τέτοια απειλή είναι η απόρριψη από τους άλλους. Αυτό
τον οδηγεί να προσέχει επιλεκτικά οτιδήποτε επιβεβαιώνει την
προσδοκία του ότι θα τον απορρίψουν. Ακόμη, μπορεί να μη νοιάζεται
πραγματικά για τους άλλους, αφού αυτό που κυρίως τον ενδιαφέρει
είναι οι απειλές που νιώθει ότι δέχεται ο ίδιος.

-Ασχολείται υπερβολικά με δραστηριότητες: Τέτοιες δραστηριότητες
είναι η μελέτη και τα χόμπι, που γίνονται σε βάρος του χρόνου που
αφιερώνει στις κοινωνικές σχέσεις.

-Αρνείται τη μοναξιά: Χωρίς να έχει επίγνωση ότι το κάνει, αρνείται ότι
έχει προβλήματα που τον οδηγούν στη μοναξιά ή ότι νιώθει μοναξιά.

-Καταφεύγει σε αντικοινωνικές ή/και αυτοκαταστροφικές
συμπεριφορές: Τέτοιες συμπεριφορές είναι οι εκρήξεις βίας, οι
βανδαλισμοί, η κατάχρηση ουσιών (κάπνισμα, αλκοόλ, ψυχοδραστικές
ουσίες, ναρκωτικά), η υπερφαγία, ή ο υπέρμετρος καταναλωτισμός.

-Αναζητά συνεχώς ερωτικούς συντρόφους: Με αυτούς προσπαθεί
αντισταθμίσει το αίσθημα του κενού. Το σεξ και οι εναλλαγές
συντρόφων μπορεί να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, πολλές
φορές όμως υπενθυμίζουν στο άτομο ακριβώς ότι οι σχέσεις του είναι
επιφανειακές και ότι δεν έχει αληθινούς συντρόφους.

-Καταφεύγει στην παθητικότητα, την αδράνεια: Για παράδειγμα,
επιδίδεται σε υπερβολική τηλεθέαση ή πολύωρη ενασχόληση με το
διαδίκτυο.

Το τίμημα της σκέψης

Παρά τις πολλές διαφορές τους, όλα τα ανθρώπινα είδη είχαν αρκετά κοινά και μοναδικά χαρακτηριστικά. Το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι οι άνθρωποι έχουν ιδιαίτερα μεγάλο εγκέφαλο σε σύγκριση με τα άλλα ζώα. Θηλαστικά με βάρος 60 κιλά έχουν κατά μέσο όρο εγκέφαλο μεγέθους 200 κυβικών εκατοστών. Οι πρώτοι άντρες και γυναίκες πριν από 2,5 εκατομμύρια χρόνια είχαν εγκέφαλο μεγέθους 600 κυβικών εκατοστών. Ο εγκέφαλος του σύγχρονου σάπιενς είναι από 1.200 έως 1.400 κυβικά εκατοστά. Των νεάντερταλ ήταν ακόμα μεγαλύτερος.

Σε εμάς μπορεί να φαίνεται ότι η προτίμηση που έχει δείξει η εξέλιξη για τους μεγάλους εγκεφάλους δεν θέλει, ας πούμε, και πολύ μυαλό. Μας γοητεύει τόσο η υψηλή μας ευφυΐα, που θεωρούμε ότι στο ζήτημα της εγκεφαλικής ιπποδύναμης, όσο περισσότερη έχει κανείς, τόσο το καλύτερο. Αν όμως ήταν έτσι, τότε και η οικογένεια των αιλουροειδών θα είχε δημιουργήσει γάτες που θα μπορούσαν να κάνουν μαθηματικές πράξεις. Γιατί, άραγε, το γένος Homo είναι το μοναδικό σε όλο το ζωικό βασίλειο που έχει αποκτήσει τόσο ισχυρές μηχανές σκέψης;

Το γεγονός είναι ότι ο σούπερ εγκέφαλος είναι συγχρόνως μια σούπερ επιβάρυνση για το σώμα. Δεν κουβαλιέται εύκολα, ιδίως όταν βρίσκεται μέσα σε ένα τεράστιο κρανίο. Και η συντήρησή του είναι ακόμα πιο δύσκολη. Στον χόμο σάπιενς ο εγκέφαλος αναλογεί στο 2-3% του συνολικού σωματικού βάρους, αλλά καταναλώνει το 25% της ενέργειας του σώματος όταν το σώμα βρίσκεται σε κατάσταση ανάπαυσης. Συγκριτικά, ο εγκέφαλος των άλλων πιθήκων απαιτεί μόνο το 8% της ενέργειας σε κατάσταση ανάπαυσης. Οι αρχαίοι άνθρωποι πλήρωσαν για τον μεγάλο τους εγκέφαλο με δύο τρόπους. Πρώτον, δαπανούσαν περισσότερο χρόνο για αναζήτηση τροφής. Δεύτερον, οι μύες τους ατρόφησαν. Σαν μια κυβέρνηση που μεταφέρει δαπάνες από την άμυνα στην εκπαίδευση, οι άνθρωποι μετέφεραν ενέργεια από τους δικέφαλους στους νευρώνες. Το συμπέρασμα ότι αυτή είναι μια καλή στρατηγική επιβίωσης στη σαβάνα δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Ένας χιμπατζής δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα επιχειρήματα ενός χόμο σάπιενς, αλλά μπορεί να τον κάνει κομμάτια σαν να ήταν πάνινη κούκλα.

Σήμερα, ο μεγάλος μας εγκέφαλος αποδίδει καλά, γιατί μπορούμε να φτιάχνουμε αυτοκίνητα και όπλα που μας επιτρέπουν να κινούμαστε ταχύτερα από τους χιμπατζήδες και να τους πυροβολούμε από απόσταση ασφαλείας αντί να παλεύουμε μαζί τους. Αλλά τα αυτοκίνητα και τα όπλα είναι πρόσφατο φαινόμενο. Για περισσότερα από δύο εκατομμύρια χρόνια, τα νευρωνικά δίκτυα των ανθρώπων μεγάλωναν διαρκώς, αλλά αν εξαιρέσεις μερικά πέτρινα μαχαίρια και κανένα μυτερό ξύλο, οι άνθρωποι δεν είχαν κερδίσει και σπουδαία πράγματα. Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που έκανε την εξέλιξη του τεράστιου εγκεφάλου των ανθρώπων να συνεχιστεί αυτά τα δύο εκατομμύρια χρόνια; Πραγματικά, δεν ξέρουμε.

Ένα άλλο μοναδικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων είναι ότι περπατάμε όρθιοι στα δύο πόδια. Όταν στέκεσαι όρθιος, είναι ευκολότερο να επιτηρείς τη σαβάνα αναζητώντας θηράματα ή εχθρούς, και αν τα χέρια δεν σου είναι απαραίτητα για να κινείσαι, τότε μένουν ελεύθερα για άλλες χρήσεις, όπως να πετάς πέτρες ή να κάνεις νοήματα. Όσο περισσότερα πράγματα μπορούσαν να κάνουν εκείνα τα χέρια, τόσο πιο επιτυχημένοι ήταν οι ιδιοκτήτες τους, και έτσι η εξελικτική πίεση δημιούργησε αυξημένη συγκέντρωση νεύρων και μικρών ευαίσθητων μυών στις παλάμες και τα δάχτυλα. Χάρη σε αυτό, οι άνθρωποι μπορούν να εκτελέσουν εξαιρετικά περίπλοκες εργασίες με τα χέρια τους. Και συγκεκριμένα, μπορούν να φτιάχνουν και να χρησιμοποιούν πολύπλοκα εργαλεία. Τα πρώτα στοιχεία παραγωγής εργαλείων που έχουμε είναι 2,5 εκατομμυρίων ετών και η κατασκευή και η χρήση των εργαλείων είναι το κριτήριο βάσει του οποίου οι αρχαιολόγε αναγνωρίζουν τους αρχαίους ανθρώπους.

Ωστόσο, το να περπατάει κανείς όρθιος έχει και τα μειονεκτήματά του. ο σκελετός των πρωτόγονων προγόνων μας είχε εξελιχθεί επί εκατομμύρια χρόνια έτσι ώστε να μπορεί να στηρίζει ένα πλάσμα που περπατούσε με τα τέσσερα και είχε σχετικά μικρό κεφάλι. Η προσαρμογή στην όρθια στάση ήταν μεγάλη πρόκληση, ιδίως όταν η κατασκευή έπρεπε να στηρίζει ένα πολύ ευμέγεθες κρανίο. Η ανθρωπότητα πλήρωσε για την αφ’ υψηλού όρασή της και τα εργατικά της χέρια με δισκοπάθειες και αυχενικά.

Οι γυναίκες πλήρωσαν παραπάνω. Το βάδισμα σε όρθια στάση απαιτούσε στενότερους γοφούς, περιορίζοντας έτσι τη δίοδο του τοκετού - την ίδια στιγμή που το κεφάλι των μωρών γινόταν όλο και μεγαλύτερο. Ο θάνατος στη γέννα έγινε σοβαρός κίνδυνος για τις γυναίκες. Όσες γεννούσαν πιο νωρίς, όταν ο εγκέφαλος και το κεφάλι του μωρού ήταν ακόμα σχετικά μικρά και εύκαμπτα, τα πήγαιναν καλύτερα και επιβίωναν, κι έτσι έκαναν περισσότερα παιδιά. Κατά συνέπεια, η φυσική επιλογή ευνόησε τις πρώιμες γέννες. Και πράγματι, σε σύγκριση με άλλα ζώα, οι άνθρωποι γεννιούνται πρόωρα, όταν πολλά από τα ζωτικά τους συστήματα δεν είναι ακόμα επαρκώς ανεπτυγμένα. Ένα πουλάρι μπορεί να τρέξει λίγο μετά τη γέννα* ένα γατάκι αφήνει τη μητέρα του για να ψάξει μόνο του για τροφή όταν είναι μερικών εβδομάδων. Τα ανθρώπινα μωρά είναι ανήμπορα και μένουν για πολλά χρόνια εξαρτημένα από τους μεγαλύτερούς τους για τροφή, προστασία και μάθηση.

Το γεγονός αυτό έχει συμβάλει σημαντικά τόσο στις εξαιρετικές κοινωνικές ικανότητες των ανθρώπων όσο και στα μοναδικά τους κοινωνικά προβλήματα. Μια μητέρα μόνη δεν μπορούσε να εξασφαλίσει αρκετή τροφή για την ίδια και τα παιδιά της, όταν έπρεπε διαρκώς να τα φροντίζει. Η ανατροφή των παιδιών απαιτούσε συνεχή βοήθεια από άλλα μέλη της οικογένειας και από τους γείτονες. Για να μεγαλώσει ένας άνθρωπος, χρειάζεται ολόκληρη φυλή. Έτσι, η εξέλιξη ευνόησε όσους μπορούσαν να διαμορφώνουν ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς. Επιπλέον, εφόσον οι άνθρωποι γεννιούνται ανεπαρκώς ανεπτυγμένοι, μπορούν να εκπαιδευτούν και να μάθουν να κοινωνικοποιούνται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από οποιοδήποτε άλλο ζώο. Τα περισσότερα θηλαστικά βγαίνουν από τη μήτρα σαν τα κεραμικά από τον κλίβανο - οποιαδήποτε προσπάθεια να τα αναπλάσεις θα τα γρατζουνίσει ή θα τα σπάσει. Οι άνθρωποι βγαίνουν από τη μήτρα σαν λιωμένο γυαλί από καμίνι. Μπορείς να τους συστρέφεις, να τους τεντώσεις και να τους πλάσεις σε εκπληκτικό βαθμό. Αυτός είναι ο λόγος που σήμερα μπορούμε να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας να γίνουν όπως θέλουμε.

Αριστοτέλης: Γιατί οι άνθρωποι προτιμούν τις σωματικές ηδονές;

«Επειδή δεν πρέπει μόνο να λέμε την αλήθεια αλλά και το αίτιο του ψεύδους (Ἐπεὶ δ᾽ οὐ μόνον δεῖ τἀληθὲς εἰπεῖν ἀλλὰ καὶ τὸ αἴτιον τοῦ ψεύδους).»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154a22-23

Ποια είναι η αλήθεια για την ηδονή και ποιο το ψεύδος; Η πραγμάτευση του Αριστοτέλη για την ηδονή ακολουθεί τη μέθοδό του. Ως φυσικός φιλόσοφος και βιολόγος δεν μπορεί να παραβλέψει ότι τα ζώα, οι άνθρωποι, ακόμη και τα μικρά παιδιά επιδιώκουν την ηδονή. Το γεγονός αυτό τον εμποδίζει να καταδικάσει την ηδονή εν γένει. Εδώ έγκειται το λάθος. Οι ηδονές καταδικάζονται συλλήβδην χωρίς να είναι όλες κακές. Για παράδειγμα, ακόμη και ο φρόνιμος άνθρωπος (αυτός που λειτουργεί με γνώμονα τη φρόνηση) έχει μερίδιο στην ηδονή, την ηδονή του νου. Οι περισσότεροι όμως όταν μιλούν για ηδονή εννοούν μόνο τη σωματική, με αποτέλεσμα να μονοπωλεί το όνομα:

«αλλά οι σωματικές ηδονές έχουν κληρονομήσει το όνομα (ἀλλ᾽ εἰλήφασι τὴν τοῦ ὀνόματος κληρονομίαν αἱ σωματικαὶ ἡδοναὶ) γιατί οι άνθρωποι ορμούν σ’ αυτές πολύ συχνά και όλοι συμμετέχουν σ’ αυτές· επειδή λοιπόν είναι οι μόνες γνώριμες, γι’ αυτό νομίζουν ότι είναι και οι μοναδικές.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1153b33-1154a1

Η πρώτη αιτία της μαζικής προτίμησης των σωματικών ηδονών έχει ήδη λεχθεί. Πρόκειται για το γνωριμότερο είδος που ο καθένας μπορεί να απολαύσει χωρίς κόπο. Ωστόσο, αυτό δεν είναι αρκετό για τον Αριστοτέλη, που δεν παύει να αναζητεί τις αιτίες ακόμη και της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Επομένως, θα αναλύσει τους λόγους για τους οποίους οι περισσότεροι επιλέγουν τις σωματικές ηδονές. Όπως ομολογεί, «όταν κάτι που δεν είναι αληθές φαίνεται εύλογο, θα πρέπει να πιστέψουμε περισσότερο στο αληθές». Η παρουσίασή του λοιπόν θα αποτελέσει μια μεθοδική και συστηματική καταγραφή των επιχειρημάτων υπέρ των σωματικών ηδονών. Ένα προς ένα θα μελετηθούν όλα, αρχής γενομένης της σχέσης της ηδονής με τη λύπη.

«Επομένως πρέπει να πούμε για ποιον λόγο οι σωματικές ηδονές φαίνονται προτιμότερες από τις άλλες. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η ηδονή αποδιώχνει τη λύπη· εξαιτίας της υπερβολικής λύπης, οι άνθρωποι επιδιώκουν την υπερβολική ηδονή και γενικά τη σωματική ως θεραπευτική. Αυτές οι θεραπευτικές ιδιότητες της ηδονής γίνονται έντονες, γι’ αυτό και τις επιδιώκουν, καθώς φαίνονται αντίθετες από τις άλλες.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154a25-30

Ξεκινά από την αρχή, από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η ηδονή απαλλάσσει από τη λύπη. Έχει ήδη ειπωθεί βέβαια ότι οι σωματικές αποτελούν τον γνωριμότερο τύπο ηδονής και πιο εύκολα προσβάσιμο από όλους, τόσο από τα ζώα όσο και από τους φαύλους ανθρώπους που λόγω συνήθειας τις ακολουθούν χωρίς κριτήριο. Αλλά η ευκολία ποτέ δεν αποτέλεσε επιχείρημα. Η απάντηση του Αριστοτέλη είναι διττή. Από τη μια, οι θεραπείες συμπληρώνουν μια έλλειψη είναι καλύτερο κάποιος να μην χρειάζεται θεραπεία παρά να στρέφεται προς τα εκεί για να αναπληρώσει το κενό. Θα προσθέσει και ένα τρίτο επιχείρημα: Οι ηδονές αυτές αναζητούνται στη διαδικασία ολοκλήρωσης και είναι μόνο κατά σύμπτωση καλές (κατὰ συμβεβηκὸς οὖν σπουδαῖαι). Θα επιστρέψει όμως στο προηγούμενο ζήτημα γρήγορα για να συμπληρώσει τη σκέψη του:

«Επιπλέον, οι άνθρωποι τις κυνηγούν εξαιτίας της σφοδρότητάς τους, και επειδή δεν έχουν τη δυνατότητα να χαρούν άλλες ηδονές (ὑπὸ τῶν ἄλλαις μὴ δυναμένων χαίρειν). Αυτοί, αλήθεια, συνηθίζουν τον εαυτό τους να έχει κάποια δίψα γι’ αυτές. Όταν λοιπόν είναι αβλαβείς, δεν είναι μεμπτό, αλλά το να είναι βλαβερές είναι κακό. Επειδή δεν έχουν άλλα πράγματα με τα οποία να χαρούν και σε πολλούς αυτά προκαλούν λύπη από τη φύση τους.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154b2-7

Ο Αριστοτέλης προσθέτει και άλλους τύπους ανθρώπου που επιλέγουν τις σωματικές ηδονές. Οι νέοι, τους οποίους παραλληλίζει με τους μεθυσμένους, ακολουθούν τις ηδονές. Εξάλλου, η νεότητα από μόνη της είναι κάτι ευχάριστο (καὶ ἡδὺ ἡ νεότης). Παρομοίως οι εκ φύσεως μελαγχολικοί χρειάζονται πάντοτε μία θεραπευτική αγωγή (οἱ δὲ μελαγχολικοὶ τὴν φύσιν δέονται ἀεὶ ἰατρείας), και λόγω της διέγερσης το σώμα τους επιδιώκει σφοδρές επιθυμίες. Ως εκ τούτου, για να απαλλαγούν από τη λύπη επιλέγουν την ηδονή και μάλιστα όχι την αντίθετη της λύπης αλλά οποιαδήποτε άλλη τυχαία ηδονή. Οι ηδονές όμως δεν λειτουργούν όλες ως αντίδοτο στον πόνο. Οι θεραπευτικές δεν προσφέρουν μόνιμα ηδονή, καθώς είναι τυχαίες.

Έχει γίνει φανερό ότι η ηδονή δεν μπορεί να είναι ούτε βλαβερή ούτε συμπτωματική για τον Αριστοτέλη. Στην ουσία προσπαθεί να αποκαταστήσει την έννοια της ηδονής, αποδεσμεύοντάς την από το σωματικό της περίβλημα. Οι σωματικές ηδονές είναι αναγκαίες αν δεν ξεπερνούν το μέτρο, αν δεν είναι βλαβερές. Ωστόσο, δεν είναι αυτές που προσφέρουν τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση στον άνθρωπο, τουλάχιστον όχι σε όποιον έχει γευτεί άλλου είδους ηδονές. Όποιος όμως μένει σ’ αυτές, καθώς είναι οι μόνες γνώριμες για τον ίδιο, δεν μπορεί να αγγίξει την ευδαιμονία. Γι’ αυτό ούτε τα παιδιά ούτε τα ζώα ονομάζονται ευδαίμονα.

Η πραγμάτευση των σωματικών ηδονών είναι συνυφασμένη με την Αριστοτελική θεωρία της ψυχής. Η ψυχή αποτελείται από μέρη. Το κατώτερο μέρος της, το θρεπτικό, το μοναδικό κοινό σε όλα τα έμβια όντα (φυτά, ζώα, ανθρώπους) είναι αυτό που περιλαμβάνει τις λειτουργίες του σώματος που σχετίζονται με τις σωματικές ηδονές (τροφή, αναπαραγωγή). Μπορεί το σώμα στον Αριστοτέλη να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή (έμψυχο=έμβιο) αλλά ο άνθρωπος διακρίνεται από τα υπόλοιπα ζώα χάρη σε ανώτερες λειτουργίες. Αυτές είναι που θα οδηγήσουν στην ευδαιμονία. Και η ευδαιμονία ως κατάσταση περιλαμβάνει την ηδονή. Ακόμη και τη σωματική. Αυτό είναι όμως το κατώτερο είδος της.

Ο Αριστοτέλης συμπληρώνει τη θεωρία της ηδονής και με τη Μεταφυσική και Φυσική του φιλοσοφία. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι απλή, το έμψυχο σώμα έχει λειτουργίες. Πολλές λειτουργίες. Η φύση του δεν είναι απλή. Αν ήταν μία (π.χ. μόνο η θρεπτική) θα ευχαριστιόταν μόνο με αυτά τα πράγματα. Αλλά ο άνθρωπος έχει αισθήσεις και φυσικά το ανώτερο μέρος της ψυχής είναι η νοητική. Ως φθαρτό ον ο άνθρωπος δεν έχει απλή φύση, ώστε να χαίρεται με τα ίδια πράγματα. Όπως ο Αριστοτελικός θεός, το πρώτο κινούν ακίνητο, η νοήσεως νόησις που είναι μακάριος:

«Δεν προσφέρει πάντοτε το ίδιο πράγμα ηδονή (οὐκ ἀεὶ δ᾽ οὐθὲν ἡδὺ τὸ αὐτὸ) λόγω του ότι δεν είναι απλή η φύση μας, αλλά ενυπάρχει και κάτι άλλο, σύμφωνα με το οποίο είμαστε φθαρτοί, ώστε αν κάτι πράττει κάτι άλλο, αυτό για μια άλλη φύση να είναι αντίθετο, όταν όμως εξισορροπούν, η πράξη δεν φαίνεται να προσφέρει ούτε ηδονή ούτε λύπη. Επειδή αν κάποιου η φύση ήταν απλή, η ίδια πράξη θα ήταν πάντα ευχάριστη. Για τον λόγο αυτό ο θεός χαίρεται πάντοτε με μία και απλή ηδονή (διὸ ὁ θεὸς ἀεὶ μίαν καὶ ἁπλῆν χαίρει ἡδονήν). Διότι η ενέργεια δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό της κίνησης αλλά και της ακινησίας, και η ηδονή βρίσκεται περισσότερο στην ηρεμία παρά στην κίνηση.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154b21-28

Οι άνθρωποι μπορούν λόγω της φύσης τους να απολαύσουν την ηδονή με πολλούς τρόπους. Με το κατώτερο ή με το ανώτερο μέρος της ψυχής, ξεκινώντας με την ηδονή που απορρέει από τις λειτουργίες της θρεπτικής ψυχής (η οποία είναι κοινή σε όλα τα έμβια) έως τη νοητική λειτουργία του παθητικού ή ενεργητικού νου (η οποία είναι κοινή στον άνθρωπο και τον Αριστοτελικό θεό).

Αλλά ο Αριστοτέλης δεν έχει ολοκληρώσει την πραγμάτευση της ηδονής. Θα επανέλθει στο δέκατο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων για να συνοψίσει τη θεωρία της ηδονής: Υπάρχουν καλές και κακές ηδονές, όπως οικείες και μη. Οι ηδονές των ζώων δεν είναι τελικά οι ίδιες με των ανθρώπων, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο τον οποίο παραθέτει, «Οι όνοι θα προτιμούσαν τα άχυρα από το χρυσάφι» («ἑτέρα γὰρ ἵππου ἡδονὴ καὶ κυνὸς καὶ ἀνθρώπου, καθάπερ Ἡράκλειτός ϕησιν, ὄνους σύρματ’ ἂν ἑλέσθαι μᾶλλον ἢ χρυσόν· ἥδιον γὰρ χρυσοῦ τροπὴ ὄνοις» Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1176a7-8, DK 22 B9 ), καθώς η τροφή για τα ζώα είναι μεγάλη ηδονή. Ανάλογα και τα παιδιά θεωρούν σπουδαιότερα αυτά που αρέσουν στα ίδια. Με ποιο κριτήριο όμως;

Οι σωματικές ηδονές στον Αριστοτέλη βρίσκουν τη θέση τους. Δεν καταδικάζονται ούτε εξαίρονται. Όπως και όλες οι επιθυμίες είναι αποτέλεσμα μάθησης και ήθους, συνήθειας. Επομένως, αν κάποιος μπορεί να γευτεί όλα τα είδη της ηδονής, χωρίς να είναι καταδικασμένος στη γνωριμία μόνο των σωματικών ηδονών, μπορεί να επιλέξει την πιο ευχάριστη. Χωρίς περιορισμούς.

Σοπενχάουερ: Δουλειά, μαρτύριο, θλίψη και αθλιότητα• αυτός είναι σ’ όλη τη ζωή ο κλήρος όλων σχεδόν των ανθρώπων

Μπορούμε να πούμε πώς, αν η ζωή μας δεν έχει για άμεσο σκοπό της την οδύνη, δεν έχει κανένα λόγο να υπάρχει. Γιατί είναι παράλογο να παραδεχτούμε πώς ό ατέλειωτος πόνος πού γεννιέται από την σύμφυτη με τη ζωή δυστυχία και πού γεμίζει τον κόσμο, είναι καθαρά τυχαίο γεγονός και όχι σκοπός αυτός καθ’ αυτός. Ειν’ αλήθεια πώς κάθε Ιδιαίτερη δυστυχία φαίνεται σαν εξαίρεση· αλλά, γενικός κανόνας, είναι η δυστυχία.

Όπως κυλάει το ποτάμι χωρίς στροβιλίσματα όσο δεν συναντάει εμπόδια, έτσι και στην ανθρώπινη φύση, όπως και στη ζωική φύση, η ζωή κυλάει ασυνείδητα και απρόσεκτα σαν δεν αντιτίθεται τίποτα στη βούληση. Κι’ αν ξυπνάει η προσοχή, είναι γιατί κάποιο εμπόδιο βρήκε μπροστά της η βούληση και δημιουργήθηκε κάποιος κλονισμός. Κάθε τι πού ορθώνεται απέναντι στη βούλησή μας, κάθε τι που την διασχίζει ή της αντιστέκεται, δηλαδή κάθε τι το δυσάρεστο και το οδυνηρό, το συναισθανόμαστε αμέσως, και πολύ καθαρά. Δεν παρατηρούμε την γενική υγεία του σώματός μας, άλλα μονάχα το ελαφρό σημείο όπου μας πληγώνει το παπούτσι μας: δεν εκτιμούμε το ανθηρό σύνολο των υποθέσεων μας, και σκεπτόμαστε μόνο ένα ασήμαντο μικροπράγματα που μας θλίβει. — η ευεξία λοιπόν και η ευτυχία είναι εντελώς αρνητικά, και μόνο ο πόνος είναι θετικός.

Δεν ξέρω τίποτα πιο παράλογο από τα περισσότερα μεταφυσικά συστήματα πού εξηγούν το κακό σαν κάτι το αρνητικό· ενώ αντίθετα, μόνο αυτό είναι θετικό, αφού αυτό γίνεται αισθητό... Κάθε αγαθό, κάθε ευτυχία, κάθε Ικανοποίηση είναι αρνητικά, γιατί δεν κάνουν άλλο παρά να καταργούν μιαν επιθυμία και να τελειώνουν μια θλίψη.

Προσθέστε σ’ αυτά, πώς γενικά βρίσκομε τις χαρές μικρότερες απ’ ότι τις περιμέναμε, ενώ οι οδύνες ξεπερνούν κατά πολύ την προσμονή μας.

Αν θέλετε να διαφωτιστείτε στη στιγμή σ’ αυτό το σημείο, και να δείτε αν ξεπερνάει η ευχαρίστηση τη θλίψη, η αν συμψηφίζονται μοναχά, συγκρίνετε την εντύπωση τού ζώου πού καταβροχθίζει ένα άλλο, με την εντύπωση εκείνου πού καταβροχθίζεται.

Σε κάθε δυστυχία, σε κάθε πόνο, η πιο αποτελεσματική παρηγοριά είναι να στρέφουμε τα μάτια μας προς εκείνους πού είναι ακόμα πιο δυστυχισμένοι από μάς : αυτό το φάρμακο είναι προσιτό στον καθένα. Τί προκύπτει όμως για το σύνολο;

Σαν τα πρόβατα πού παίζουνε στο λιβάδι, ενώ, με το βλέμμα του, ο χασάπης κάνει την εκλογή του μέσα στο κοπάδι, έτσι και μείς δεν ξέρουμε, στις ευτυχισμένες μέρες μας, τί καταστροφή μάς ετοιμάζει η μοίρα μας αυτήν ακριβώς την ώρα, — αρρώστια, διωγμό, καταστροφή, ακρωτηριασμό, τύφλωση, τρέλα κλπ.

Κάθε τί πού γυρεύουμε ν’ αρπάξουμε, μάς αντιστέκεται· το κάθε τί έχει την εχθρική του βούληση πού πρέπει να νικήσουμε. Στη ζωή των λαών, η ιστορία δεν μάς δείχνει άλλο από πολέμους και επαναστάσεις· τα ειρηνικά χρόνια δεν μοιάζουν με τίποτε’ άλλο παρά με μικρές παύσεις, με διαλείμματα που γίνονται τυχαία κάπου - κάπου. Και όμοια, η ζωή του ανθρώπου είναι μια διαρκής μάχη, όχι μονάχα εναντίον των αφηρημένων δεινών, της δυστυχίας και της πείνας, αλλά και εναντίον των άλλων ανθρώπων. Παντού βρίσκεις έναν αντίπαλο : η ζωή είναι ένας ασταμάτητος πόλεμος, και πεθαίνουμε με τα όπλα στο χέρι.

Στο μαρτύριο της ζωής προστίθεται ακόμα η ταχύτητα τού χρόνου πού μάς πιέζει, που δεν μας αφήνει να πάρουμε ανάσες και στέκει πίσω απ’ τον καθένα μας σαν δεσμώτης κάτεργου με το μαστίγιο. Λυπάται μόνο όσους έχει παραδώσει στην ανία.

Κι’ όμως, όπως θα έπρεπε να έσκαγε το σώμα μας, αν βρισκόταν κάτω από την ατμοσφαιρική πίεση, έτσι κι’ αν αφαιρούσαν το βάρος της δυστυχίας, της θλίψης, των αντιξοοτήτων και των μάταιων προσπαθειών από τη ζωή τού ανθρώπου, η υπερβολή της αλαζονείας του θα ήταν τόσο άμετρη, πού θα τον έσπαζε σε κομμάτια, η τουλάχιστον θα τον έσπρωχνε στην πιο άτακτη παραφροσύνη, ως τη μανιακή τρέλα.

Πάντα, χρειάζεται στον καθένα μια ορισμένη ποσότητα φροντίδων, πόνων, ή δυστυχίας, όπως χρειάζεται η σαβούρα στο πλοίο για να του δίνει ευστάθεια και να προχωρεί ίσια.

Δουλειά, μαρτύριο, θλίψη και αθλιότητα• αυτός είναι σ’ όλη τη ζωή ο κλήρος όλων σχεδόν των ανθρώπων.

Αλλά αν όλες οι επιθυμίες εκπληρώνονταν μόλις σχηματίζονταν, με τι θα γέμιζε η ανθρώπινη ζωή; και σε τι θα χρησιμοποιούσαμε τον καιρό μας; Αν βάζαμε αυτή τη ράτσα σε μια γη της επαγγελίας, όπου όλα ν’ αναπτύσσονται μόνα τους, όπου να πετούσαν οι κορυδαλλοί ψημένοι κοντά στα στόματα, κι’ όπου ο καθένας να έβρισκε αμέσως την αγαπημένη του και να την κατακτούσε χωρίς δυσκολία,

Τότε θα βλέπαμε τούς ανθρώπους να πεθαίνουν από ανία, η να απαγχονίζονται, κι’ άλλους να τσακώνονται, να στραγγαλίζουν ο ένας τον άλλο και να προκαλούν στον εαυτό τους περισσότερα βάσανα απ’ όσα τούς επιβάλλει σήμερα η φύση.

Έτσι, σε μια τέτοια ράτσα, δεν είναι δυνατόν να ταιριάζει κανένα άλλο θέατρο, καμιά άλλη ζωή...

Στην πρώτη νεότητα, στεκόμαστε μπροστά στη μοίρα που θ' ανοίξει μπροστά μας, όπως στέκουν τα παιδιά μπροστά σε μιαν αυλαία θεάτρου, με τη χαρούμενη κι’ ανυπόμονη προσμονή για τα πράγματα πού θα συμβούν πάνω στη σκηνή: είναι μια ευτυχία πού δεν μπορούμε να ξέρουμε τίποτα γι’ αυτήν εκ των προτέρων. Στα μάτια εκείνου που ξέρει τι θα συμβεί πραγματικά, τα παιδιά είναι αθώοι ένοχοι, καταδικασμένοι όχι στο θάνατο, αλλά στη ζωή, και πού ωστόσο δεν ξέρουν ακόμα το περιεχόμενο της καταδικαστικής τους απόφασης.— Αυτό όμως δεν σημαίνει πώς ο καθένας δεν παύει να επιθυμεί για τον εαυτό του να γεράσει, δηλαδή μια κατάσταση πού θα μπορούσαμε να την εκφράσουμε ως έξης: «Σήμερα είναι άσχημα, και κάθε μέρα θα ναι πιο άσχημα — ώσπου να φτάσει το χειρότερο».

— Ο κόσμος, τόπος τιμωρίας.

Αν φανταστούμε, όσο είναι δυνατόν να το κάνουμε αυτό κατά προσέγγιση, το ποσό της αθλιότητας, τού πόνου, και της κάθε λογής οδύνης, πού φωτίζει ο ήλιος στην πορεία του, θα συμφωνήσουμε πώς θα ήταν πολύ καλλίτερα να μην είχε το αστέρι αυτό περισσότερη δύναμη για να δημιουργήσει το φαινόμενο της ζωής, απ’ όση έχει στο φεγγάρι, και πώς θα ήταν προτιμότερο να ήτανε και η επιφάνεια της γης, όπως και της σελήνης, στην κατάσταση τού παγωμένου κρύσταλλου.

Μπορούμε ακόμα να θεωρήσουμε τη ζωή μας σαν ένα επεισόδιο πού διαταράζει ανώφελα την ευδαιμονία και τη γαλήνη του χάους. Όπως κι’ αν έχει το πράγμα, ακόμα κι’ εκείνος πού είναι σχεδόν υποφερτή η ζωή του, όσο προχωρεί η ηλικία του αποκτά όλο και σαφέστερα τη συνείδηση πώς στο κάθε τί υπάρχει ένα desappointment; nay, a cheat, με άλλα λόγια, πως έχει το χαρακτήρα ενός μεγάλου εμπαιγμού, για να μην πούμε μιας απάτης...

Όποιος έχει επιζήσει σε δύο-τρεις γενεές, βρίσκεται στην ίδια πνευματική διάθεση με τον θεατή πού είναι καθισμένος σε ένα παράπηγμα σαλτιμπάγκων στο πανηγύρι, όταν βλέπει τις ίδιες φάρσες να επαναλαμβάνονται αδιάκοπα δύο-τρεις φορές: επειδή τα πράγματα ήταν υπολογισμένα μόνο για μια παράσταση, δεν κάνουν πια καμιά εντύπωση σαν χαθούν η ψευδαίσθηση και ο νεωτερισμός.

Θάνε να χάσουμε το νου μας, αν παρατηρήσουμε πόσο σπάταλα μέτρα λαμβάνονται, αυτούς τούς απλανείς αστέρες πού λάμπουν αναρίθμητα στο άπειρο διάστημα, και δεν έχουν άλλο· να κάνουν παρά να φωτίζουν τούς κόσμους, θέατρα βόγγων και αθλιότητας, κόσμους πού, στην πιο ευτυχή περίπτωση, δεν φέρνουν παρά την ανία· -— αν κρίνουμε τουλάχιστον από το δείγμα πού μάς είναι γνωστό.

Κανένας δεν είναι πραγματικά αξιοζήλευτος, και πόσοι είναι οι αξιολύπητοι!

Η ζωή είναι μια αποστολή πού πρέπει να την εκπληρώσουμε με μόχθο και απ’ αυτή την έννοια, η λέξη defunctus είναι ωραία έκφραση.

Φαντασθείτε για μια στιγμή αν η πράξη της γέννησης δεν ήταν ούτε ανάγκη ούτε ηδονή, αλλά μια υπόθεση καθαρής σκέψης : θα μπορούσε τότε να εξακολουθεί να υφίσταται το ανθρώπινο είδος; Δεν νομίζετε πώς θα λυπόταν μάλλον ο καθένας την επερχόμενη γενεά, και θα φρόντιζε να την γλυτώσει από το βάρος της ζωής, η τουλάχιστον πώς θα δίσταζε να της το επιβάλει ψύχραιμα;

Μα ο κόσμος είναι κόλαση και οι άνθρωποι χωρίζονται σε βασανισμένες ψυχές και σε βασανιστές διαβόλους.

Σίγουρα θα χρειαστεί να ξανακούσω να λένε πώς η φιλοσοφία μου είναι χωρίς παρηγοριά· — κι’ αυτό, μόνο και μόνο γιατί λέω την αλήθεια, ενώ οι άνθρωποι θέλουν ν’ ακούν να λένε: ο Κύριος ο Θεός έκανε καλά δοτή έκανε. Πηγαίνετε στην εκκλησία και αφήστε ήσυχους τούς φιλοσόφους. Η τουλάχιστον μην απαιτείτε να προσαρμόζουν τις θεωρίες τους στην κατήχησή σας: αυτά τα κάνουν οι αλήτες, οι φιλοσοφίσκοι: σ’ αυτούς μπορείτε να παραγγείλετε ότι λογής θεωρίες θέλετε. Το να ταράζεις την υποχρεωτική αισιοδοξία των καθηγητών της φιλοσοφίας, είναι τόσο εύκολο, όσο και ευχάριστο.

Σοπενχάουερ, Οι οδύνες του κόσμου

ΑΙΩΝΙΑ ΣΠΑΡΤΗ: "Κούροι του Διός" Οι Διόσκουροι Θεοί Προστάτες των Σπαρτιατών

Διόσκουροι, (ιων.) Διόσκοροι, Διοσκουρίται, Dioscuri.

Δίδυμοι δωρικοί Θεοί των Ελλήνων αλλά και των Ρωμαίων (στους Έλληνες Κάστωρ και Πολυδεύκης και στους Ρωμαίους Castor και Pollux) αντίστοιχοι, κατά τον Τάκιτο (Germania 43), των τευτονικών Θεών Αλκίς (Αλκιδών;). Εγεννήθησαν μέσα από ένα αυγό στο όρος Ταΰγετο ως Λακεδαιμόνιοι παίδες, υιός του Διός και της Λήδας (“Κούροι Διός”) ο αθάνατος Πολυδεύκης καί υιός της Λήδας και του βασιλέως Τυνδάρεω (“Τυνδαρίδαι”) ο θνητός Κάστωρ.
 
Μία μυθολογική αφήγηση που διασώζει ο Πίνδαρος στον 10ο “Νεμεονίκη” του διηγείται ότι όταν ο Κάστωρ σκοτώθηκε από τον Αρκάδα Ίδα, ο Πολυδεύκης ζήτησε από τον πατέρα του Δία να τον αναστήσει δηλώνοντας πρόθυμος να αποποιηθεί ακόμη και αυτή την Αθανασία, ο δε Ζεύς κανόνισε έκτοτε να ανεβαίνουν εκ περιτροπής στον Όλυμπο, ημέρα παρά ημέρα, ως αιώνια (ηλιακά) σύμβολα της κυκλικής ροής της θείας ουσίας μέσα σε αθάνατες και θνητές μορφές για την εξασφάλιση του Αενάου.

Εκτός από ηλιακοί Θεοί της αφοσιώσεως (ηθική πλευρά) αλλά και της κυκλικότητος των πραγμάτων (φυσική πλευρά), οι “λευκόπωλοι” (ιππείς λευκών αλόγων) Θεοί Διόσκουροι είναι επίσης και δωρητές στους ανθρώπους των ιππευτικών και πυγμαχικών τεχνικών αλλά και των πολεμικών χορών και ασμάτων. Στην ηθική τους πλευρά είναι επίσης Θεοί του μαχητικού θάρρους, του αγωνιστικού έθους (ως “Αφετήριοι”, δηλαδή αρχίζοντες τον αγώνα), της φιλότητος, της πολιτκής βουλήσεως (υπό την επίκληση “Αμβούλιοι”, με ιδιαίτερο βωμό τους στην Σπάρτη), της εκπαιδευτικής αγωγής των νεαρών ανδρών και της φιλοξενίας, καθώς επίσης, στην φυσική πλευρά τους, και έφοροι κάποιων μετεωρολογικών φαινομένων και προστάτες των ναυτικών από τις τρικυμίες όπως και οι Κάβειροι, με τους οποίους εσχετίσθησαν μετά τον 3ο αιώνα π.α.χ.χ., στη δε Δήλο, κατά τους ελλληνιστικούς χρόνους εταυτίσθησαν προς αυτούς με ιδιαίτερο ιερέα (Διοσκούρων Καβείρων) παρά την σαφή χθόνια φύση των δευτέρων. Οι ναυτικοί προσεύχονταν σε αυτούς ως “Θεούς Σωτήρες” για κατάπαυση των τρικυμιών και μετά τους τιμούσαν, ως Ολυμπίους, σε ευχαριστήρια θυσία με προσφορά λευκού προβάτου.

Από την κλασική αρχαιότητα και εντεύθεν οι “Σωτήρες Θεοί” Διόσκουροι επεκτείνουν την σφαίρα τους ως ηλιακές συνειδήσεις και στο πεδίο της θεραπευτικής (λ.χ. ως ακόλουθοι του Ασκληπιού στην Επίδαυρο), ενώ ως “Θεοί Μεγάλοι” ελατρεύθησαν στον Κλείτορα Αρακαδίας και τις Κεφαλές Αττικής. Σύμβολό τους ένα ζεύγος “πίλων” (ημισφαιρικών κρανών, των δύο ημίσεων του αυγού της Λήδας) με ένα αστέρι στην κορυφή ενός εκάστου (Τα τελευταία μόνο από το τέλος του 4ου αιώνος π.α.χ.χ. κι εντεύθεν. Ο Σχολιστής Λυκόφρονος, διασώζει αόριστα στο σημείο 88 τη μυθολογική αφήγηση ότι ο Ζεύς ενώθηκε με τη Λήδα υπό μορφή άστρου).

Το άλλο σύμβολό τους, τα λεγόμενα “Δόκανα” (δύο κάθετα ξύλα που συνδέονται με άλλα δύο χιαστί, σύμβολο της ακλονήτου συντροφικότητος) αποτελούσε την πολεμική σημαία των Σπαρτιατών. Προς τιμήν τους εωρτάζονταν τα «Διοσκούρια» σε σειρά αχαϊκές και δωρικές πόλεις με γυμνικούς αγώνες και θυσίες. Στη Σπάρτη και την Κυρήνη εωρτάζονταν με παιδιές και συμπόσια. «Διοσκούρια» εώρταζαν από το 496 π.α.χ.χ. και οι Ρωμαίοι, που καθιέρωσαν για αυτά την 8η Απριλίου του κάθε έτους, σε ανάμνηση του θριάμβου τους κατά των Λατίνων στη μάχη της Ρηγίλλης, κατά την οποία η παράδοση ήθελε να έχουν επιφανεί οι Διόσκουροι πάνω σε λευκά άλογα ως συμπολεμιστές των Ρωμαίων.

Το 414 κτίσθηκε στο Φόρουμ της Ρώμης περικαλής Ναός τους που φιλοξενούσε και συνεδριάσεις της Συγκλήτου, ενώ άλλο μεγάλο λατρευτικό κέντρο υπήρξε το Τusculum, καθώς και η Όστια, το επίνειο της Ρώμης. Στο Άργος, όπου ο Κάστωρ εθεωρείτο αρχηγέτης των γενών της Λέρνης και ένας από τους Δώδεκα Ολυμπίους Θεούς, οι Έλληνες εώρταζαν επίσης προς τιμήν των Διοσκούρων τα λεγόμενα «Μιξαρχαγέτια» με θυσίες και πλούσια δείπνα. Στην Αθήνα λατρεύονταν με το όνομα Άνακες ή Άνακτες Παίδες.

Η λατρεία των Διοσκούρων τέθηκε εκτός νόμου το 359 από τον χριστιανό αυτοκράτορα Κωστάντιο που διέταξε την καταστροφή όλων των Ιερών τους και την θανάτωση όλων των ιερέων τους.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (7.21.1-7.21.7)

[7.21.1] Ἐν ᾧ δὲ αὐτῷ ἐναυπηγοῦντο μὲν αἱ τριήρεις, ὁ λιμὴν δὲ πρὸς Βαβυλῶνι ὠρύσσετο, ἐκπλεῖ ἐκ Βαβυλῶνος κατὰ τὸν Εὐφράτην ὡς ἐπὶ τὸν Πολλακόπαν καλούμενον ποταμόν. ἀπέχει δὲ οὗτος τῆς Βαβυλῶνος σταδίους ὅσον ὀκτακοσίους, καὶ ἔστι διῶρυξ αὕτη [ὁ Πολλακόπας] ἐκ τοῦ Εὐφράτου, οὐχὶ δὲ ἐκ πηγῶν τις ἀνίσχων ποταμός. [7.21.2] ὁ γὰρ Εὐφράτης ποταμὸς ῥέων ἐκ τῶν Ἀρμενίων ὀρῶν χειμῶνος μὲν ὥρᾳ προχωρεῖ κατὰ τὰς ὄχθας, οἷα δὴ οὐ πολλοῦ ὄντος αὐτῷ τοῦ ὕδατος· ἦρος δὲ ὑποφαίνοντος καὶ πολὺ δὴ μάλιστα ὑπὸ τροπάς, ἅστινας τοῦ θέρους ὁ ἥλιος ἐπιστρέφει, μέγας τε ἐπέρχεται καὶ ὑπερβάλλει ὑπὲρ τὰς ὄχθας ἐς τὴν γῆν τὴν Ἀσσυρίαν· [7.21.3] τηνικαῦτα γὰρ αἱ χιόνες αἱ ἐπὶ τοῖς ὄρεσι τοῖς Ἀρμενίοις κατατηκόμεναι αὔξουσιν αὐτῷ τὸ ὕδωρ ἐπὶ μέγα. ὅτι δὲ ἐπιπολῆς ἐστιν αὐτῷ καὶ ὑψηλὸς ὁ ῥοῦς, ὑπερβάλλει ἐς τὴν χώραν, εἰ μή τις ἀναστομώσας αὐτὸν κατὰ τὸν Πολλακόπαν ἐς τὰ ἕλη τε ἐκτρέψειε καὶ τὰς λίμνας, αἳ δὴ ἀρχόμεναι ἀπὸ ταύτης τῆς διώρυχος ‹διήκουσιν› ἔστε ἐπὶ τὴν ξυνεχῆ τῇ Ἀράβων γῇ, καὶ ἔνθεν μὲν ἐς τέναγος ἐπὶ πολύ, ἐκ δὲ τοῦ ἐς θάλασσαν κατὰ πολλά τε καὶ ἀφανῆ στόματα ἐκδίδωσι. [7.21.4] τετηκυίας δὲ τῆς χιόνος ἀμφὶ Πλειάδων μάλιστα δύσιν ὀλίγος τε ὁ Εὐφράτης ῥέει καὶ οὐδὲν μεῖον τὸ πολὺ αὐτοῦ κατὰ τὸν Πολλακόπαν ἐκδιδοῖ ἐς τὰς λίμνας. εἰ δή τις μὴ ἀποφράξει‹ε› τὸν Πολλακόπαν αὖθις, ὡς κατὰ τὰς ὄχθας ἐκτραπὲν φέρεσθαι τὸ ὕδωρ κατὰ πόρου, ἐκένωσεν ἂν τὸν Εὐφράτην ἐς αὑτόν, ὡς μηδ᾽ ἐπάρδεσθαι ἀπ᾽ αὐτοῦ τὴν Ἀσσυρίαν γῆν. [7.21.5] ἀλλὰ ἀπεφράσσοντο γὰρ αἱ ἐς τὸν Πολλακόπαν τοῦ Εὐφράτου ἐκβολαὶ πρὸς τοῦ σατράπου τῆς Βαβυλωνίας πολλῷ πόνῳ, καίπερ οὐ χαλεπῶς ἀναστομούμεναι, ὅτι ἰλυώδης τε ἡ ταύτῃ γῆ καὶ πηλὸς ἡ πολλὴ αὐτῆς, οἵα δεχομένη τὸ ὕδωρ τοῦ ποταμοῦ μὴ εὐμαρῆ τὴν ἀποστροφὴν αὐτοῦ παρέχειν· ἀλλὰ καὶ ἐς τρίτον μῆνα Ἀσσυρίων ἄνδρες ὑπὲρ τοὺς μυρίους ἐν τῷδε τῷ πόνῳ ξυνείχοντο.
[7.21.6] Ταῦτα ἀπαγγελθέντα ἐπήγαγεν Ἀλέξανδρον ὠφελῆσαί τι τὴν χώραν τὴν Ἀσσυρίαν. ἔνθεν μὲν δὴ ἐς τὸν Πολλακόπαν ἐτρέπετο τοῦ Εὐφράτου ὁ ῥοῦς, ταύτῃ δὲ ἔγνω βεβαίως ἀποκλεῖσαι τὴν ἐκβολήν· προελθόντι δὲ ὅσον σταδίους τριάκοντα ὑπόπετρος ἡ γῆ ἐφαίνετο, οἵα διακοπεῖσα, εἰ ξυναφὴς ἐγένετο τῇ πάλαι διώρυχι τῇ κατὰ τὸν Πολλακόπαν, οὔτ᾽ ἂν διαχεῖσθαι παρέχειν τὸ ὕδωρ ὑπὸ στερρότητος τῆς γῆς, τήν τε ἀποστροφὴν αὐτοῦ τῇ τεταγμένῃ ὥρᾳ μὴ χαλεπῶς γίγνεσθαι. [7.21.7] τούτων ἕνεκα ἐπί τε τὸν Πολλακόπαν ἔπλευσε καὶ κατ᾽ αὐτὸν καταπλεῖ ἐς τὰς λίμνας ὡς ἐπὶ τὴν Ἀράβων γῆν. ἔνθα χῶρόν τινα ἐν καλῷ ἰδὼν πόλιν ἐξῳκοδόμησέ τε καὶ ἐτείχισε, καὶ ἐν ταύτῃ κατῴκισε τῶν Ἑλλήνων τινὰς τῶν μισθοφόρων, ὅσοι τε ἑκόντες καὶ ὅσοι ὑπὸ γήρως ἢ κατὰ πήρωσιν ἀπόλεμοι ἦσαν.

***
[7.21.1] Ενώ ναυπηγούσαν τις τριήρεις, όπως είχε διατάξει, και εκτελούσαν εκσκαφές για το λιμάνι κοντά στη Βαβυλώνα, ο Αλέξανδρος έπλευσε από τη Βαβυλώνα προς τα κάτω τον Ευφράτη κατευθυνόμενος προς τον λεγόμενο Πολλακόπα ποταμό. Αυτός απέχει οχτακόσιους περίπου σταδίους από τη Βαβυλώνα και είναι μία διώρυγα που αρχίζει από τον Ευφράτη, όχι ένας ποταμός με δικές του πηγές. [7.21.2] Ο Ευφράτης πηγάζοντας από τα βουνά της Αρμενίας κυλάει ομαλά ανάμεσα στις όχθες του τον χειμώνα, επειδή τότε δεν έχει πολλά νερά· μόλις όμως αρχίσει η άνοιξη και κυρίως κατά τον χρόνο των θερινών τροπών του ηλίου κατεβαίνει φουσκωμένος, ξεχειλίζει και κατακλύζει την Ασσυριακή γη. [7.21.3] Γιατί την εποχή αυτή λιώνουν τα χιόνια επάνω στα βουνά της Αρμενίας και αυξάνουν κατά πολύ τα νερά του Ευφράτη. Και επειδή φουσκώνει και ξεπερνά την επιφάνεια του εδάφους, πλημμυρίζει την περιοχή, εκτός αν του ανοίξουν διέξοδο μέσω του Πολλακόπα και τον στρέψουν προς τα έλη και τις λίμνες, οι οποίες αρχίζουν από αυτή τη διώρυγα και φθάνουν μέχρι τη γειτονική περιοχή με την Αραβία και από εκεί χύνονται ως επί το πλείστον σε έλη και μετά εκβάλλουν στη θάλασσα με πολλά και αθέατα στόμια. [7.21.4] Αφού λιώσουν τα χιόνια, κυρίως γύρω στη δύση των Πλειάδων, τα νερά του Ευφράτη λιγοστεύουν, ωστόσο στο μεγαλύτερο μέρος τους χύνονται κατά τον ίδιο τρόπο στις λίμνες μέσω του Πολλακόπα. Αν πράγματι δεν έφραζαν ξανά τον Πολλακόπα, ώστε να στραφεί το νερό και να ρέει στην κοίτη του ποταμού ανάμεσα στις όχθες, θα άδειαζε όλος ο Ευφράτης στον Πολλακόπα και έτσι δεν θα αρδευόταν καθόλου από αυτόν η γη των Ασσυρίων. [7.21.5] Γι᾽ αυτό με διαταγή του σατράπη της Βαβυλωνίας έφραζαν με πολύ κόπο τις διεξόδους του Ευφράτη στον Πολλακόπα, παρόλο που χωρίς δυσκολία σχηματίζονταν ανοίγματα, επειδή στο μέρος εκείνο η γη είναι σχεδόν ιλύς, ως επί το πλείστον πηλός, και δέχεται το νερό του ποταμού, με τρόπο ώστε να γίνεται δύσκολη η μεταστροφή του· έτσι, επί τρεις μήνες περισσότεροι από δέκα χιλιάδες Ασσύριοι ήταν απασχολημένοι με αυτή την επίπονη εργασία.
[7.21.6] Αυτά όταν τα ανέφεραν στον Αλέξανδρο, τον παρακίνησαν να προσφέρει κάποια ωφέλεια στη χώρα των Ασσυρίων. Στο σημείο λοιπόν, όπου γινόταν η τροπή του ρεύματος του Ευφράτη προς τον Πολλακόπα, αποφάσισε να φράξει εκεί στέρεα την έξοδο του νερού. Αφού προχώρησε τριάντα περίπου σταδίους, η γη άρχισε να φαίνεται κάπως πετρώδης, τέτοια που αν κοβόταν πέρα-πέρα και συνδεόταν με την παλαιά διώρυγα του Πολλακόπα, ούτε το νερό θα άφηνε να διασκορπίζεται εξαιτίας της στερεότητας του εδάφους ούτε η μεταστροφή του νερού θα γινόταν χωρίς δυσκολία κατά την ορισμένη εποχή. [7.21.7] Για τον σκοπό αυτό ο Αλέξανδρος έπλευσε προς τον Πολλακόπα και ακολουθώντας το ρεύμα του έφθασε πλέοντας στις λίμνες προς την κατεύθυνση της Αραβίας. Όταν είδε εκεί μια κατάλληλη τοποθεσία, έχτισε πόλη και την οχύρωσε με τείχη και εγκατέστησε σε αυτή μερικούς Έλληνες μισθοφόρους, όσους το θέλησαν καθώς και όσους ήταν ακατάλληλοι για πόλεμο λόγω ηλικίας ή αναπηρίας.

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Τραχίνιαι (180-224)

ΑΓΓΕΛΟΣ
180 δέσποινα Δῃάνειρα, πρῶτος ἀγγέλων
ὄκνου σε λύσω· τὸν γὰρ Ἀλκμήνης τόκον
καὶ ζῶντ᾽ ἐπίστω καὶ κρατοῦντα κἀκ μάχης
ἄγοντ᾽ ἀπαρχὰς θεοῖσι τοῖς ἐγχωρίοις.
ΔΗ. τίν᾽ εἶπας, ὦ γεραιέ, τόνδε μοι λόγον;
185 ΑΓ. τάχ᾽ ἐς δόμους σοὺς τὸν πολύζηλον πόσιν
ἥξειν, φανέντα σὺν κράτει νικηφόρῳ.
ΔΗ. καὶ τοῦ τόδ᾽ ἀστῶν ἢ ξένων μαθὼν λέγεις;
ΑΓ. ἐν βουθερεῖ λειμῶνι πρὸς πολλοὺς θροεῖ
Λίχας ὁ κῆρυξ, ταῦτα· τοῦ δ᾽ ἐγὼ κλύων
190 ἀπῇξ᾽, ὅπως τοι πρῶτος ἀγγείλας τάδε
πρὸς σοῦ τι κερδάναιμι καὶ κτῴμην χάριν.
ΔΗ. αὐτὸς δὲ πῶς ἄπεστιν, εἴπερ εὐτυχεῖ;
ΑΓ. οὐκ εὐμαρείᾳ χρώμενος πολλῇ, γύναι.
κύκλῳ γὰρ αὐτὸν Μηλιεὺς ἅπας λεὼς
195 κρίνει παραστάς, οὐδ᾽ ἔχει βῆναι πρόσω.
τὸ γὰρ ποθοῦν ἕκαστος ἐκμαθεῖν θέλων
οὐκ ἂν μεθεῖτο, πρὶν καθ᾽ ἡδονὴν κλύειν.
οὕτως ἐκεῖνος οὐχ ἑκών, ἑκοῦσι δὲ
ξύνεστιν· ὄψῃ δ᾽ αὐτὸν αὐτίκ᾽ ἐμφανῆ.
200 ΔΗ. ὦ Ζεῦ, τὸν Οἴτης ἄτομον ὃς λειμῶν᾽ ἔχεις,
ἔδωκας ἡμῖν ἀλλὰ σὺν χρόνῳ χαράν.
φωνήσατ᾽, ὦ γυναῖκες, αἵ τ᾽ εἴσω στέγης
αἵ τ᾽ ἐκτὸς αὐλῆς, ὡς ἄελπτον ὄμμ᾽ ἐμοὶ
φήμης ἀνασχὸν τῆσδε νῦν καρπούμεθα.

205 ΧΟ. ἀνολολυξάτω δόμος
ἐφεστίοις ἀλαλαγαῖς
ὁ μελλόνυμφος· ἐν δὲ κοινὸς ἀρσένων
ἴτω κλαγγὰ τὸν εὐφαρέτραν
Ἀπόλλωνα προστάταν,
210 ὁμοῦ δὲ παιᾶνα παι-
ᾶν᾽ ἀνάγετ᾽, ὦ παρθένοι,
βοᾶτε τὰν ὁμόσπορον
Ἄρτεμιν Ὀρτυγίαν, ἐλαφαβόλον,
ἀμφίπυρον,
215 γείτονάς τε Νύμφας.

ἀείρομ᾽ οὐδ᾽ ἀπώσομαι
τὸν αὐλόν, ὦ τύραννε τᾶς ἐμᾶς φρενός.
ἰδού μ᾽ ἀναταράσσει,
εὐοῖ μ᾽ ὁ κισσὸς ἄρτι βακχίαν
220 ἐπιστρέφων ἅμιλλαν.

ἰὼ ἰώ, Παιάν·
ἴδε ἴδ᾽, ὦ φίλα γύναι,
τάδ᾽ ἀντίπρῳρα δή σοι
βλέπειν πάρεστ᾽ ἐναργῆ.

***
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
180 Δηιάνειρα κερά μου, θα ᾽μαι ο πρώτος
που θα σε βγάλω απ᾽ όλες σου τις έγνοιες
με τα νέα που σου φέρνω· γιατί μάθε
πως ζει και βασιλεύει της Αλκμήνης
ο γιος· και, νικητής, φέρνει απ᾽ τη μάχη
διαλεχτές προσφορές στους θεούς της χώρας.
ΔΗΙ. Τί λες; τί θες να πεις, καλέ μου γέρο;
ΑΓΓ. Πως σε λίγο μπρος στα μάτια σου θα ᾽χεις
τον πολυπόθητο άντρα, που μες σ᾽ όλη
της νίκης του τη δόξα θενα φτάσει.
ΔΗΙ. Και από ποιό, ντόπιο ή ξένο, έχεις ακούσει
αυτά που λες; ΑΓΓ. Σε προφαντό λιβάδι
μπρος σε πολλούς ο κήρυκας ο Λίχας
τη διαλαλεί την είδηση· κι εγώ άμα
τ᾽ άκουσα τρέχω αμέσως να σου φέρω
190 πρώτος τα νέα αυτά, για να κερδίσω
κάτι από σένα και σε υποχρεώσω.
ΔΗΙ. Κι ο ίδιος πώς δεν είναι δω, αφού τέτοια
φέρνει ευτυχία; ΑΓΓ. Δεν ήταν και πολύ
στο χέρι του, κερά μου· στριμωγμένος
γύρω του της Μηλιάς ο λαός όλος
ρωτά και τον ξαναρωτά κι έτσι ούτε
βήμα να πάει εμπρός δεν είναι τρόπος·
γιατί καθένας, θέλοντας ν᾽ ακούσει
ό,τι ποθεί, δεν τον αφήνει, πριν
το παν ακούσει μ᾽ ευχαρίστησή του·
κι έτσι χασομερά δίχως να θέλει
κοντά σε κείνους που άλλο και δε θέλουν·
μα όπου και να ᾽ναι θα τον δεις μπροστά σου.
200 ΔΗΙ. Ω Δία, πὄχεις τ᾽ άγια τα λιβάδια
της Οίτης, άργησες, μα νά που τέλος
μας έδωσες χαρά. Εμπρός, γυναίκες,
κι όσες μες στα παλάτια κι όσες έξω,
πάρετε το τραγούδι, γιατί τώρα
χαιρόμαστε το φως μ᾽ αυτά τα νέα
που έτσι ανέλπιστ᾽ ανάτειλαν για μένα.

ΧΟΡ. Αλαλαγμούς χαρμόσυνους
ας ξεσηκώσ᾽ η μελλόνυμφη
μες στην εστία των παλατιών.
Με μια φωνή των αγοριών
ο ύμνος ας υψωθεί
210 στο Φοίβο το χρυσότοξο προστάτη.
Και πάρετε και σεις μαζί,
παρθένες, τον παιάνα, τον παιάνα,
και την ομόσπορή του ψάλλετε
την Ορτυγία την Άρτεμη
τη λαφοκυνηγήτρα
Θεά, τη διπλοδαδοφόρα,
και τις γειτονικές τις Βουνοκόρες.
Νιώθω να υψώνομαι απ᾽ τη γη
και δε θα σ᾽ αποστρέψω, αυλέ,
ω που αφεντεύεις την ψυχή μου.
Ιδού που αναταράζει με ο κισσός,
ευάν ευοί, και με γυρνά
220 σε βακχική παραφορά.
Ιώ, ιώ, παιάν! γιά ιδέ
γιά ιδέ, κερά μας ακριβή,
τη βλέπεις φανερά τη συνοδειά
πὄβαλε πλώρη κατά σένα.

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (2.591-2.652)

Οἳ δὲ Πύλον τ᾽ ἐνέμοντο καὶ Ἀρήνην ἐρατεινὴν
καὶ Θρύον, Ἀλφειοῖο πόρον, καὶ ἐΰκτιτον Αἰπύ,
καὶ Κυπαρισσήεντα καὶ Ἀμφιγένειαν ἔναιον,
καὶ Πτελεὸν καὶ Ἕλος καὶ Δώριον, ἔνθα τε Μοῦσαι
595 ἀντόμεναι Θάμυριν τὸν Θρήϊκα παῦσαν ἀοιδῆς,
Οἰχαλίηθεν ἰόντα παρ᾽ Εὐρύτου Οἰχαλιῆος·
στεῦτο γὰρ εὐχόμενος νικησέμεν, εἴ περ ἂν αὐταὶ
Μοῦσαι ἀείδοιεν, κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο·
αἱ δὲ χολωσάμεναι πηρὸν θέσαν, αὐτὰρ ἀοιδὴν
600 θεσπεσίην ἀφέλοντο καὶ ἐκλέλαθον κιθαριστύν·
τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·
τῷ δ᾽ ἐνενήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο.
Οἳ δ᾽ ἔχον Ἀρκαδίην ὑπὸ Κυλλήνης ὄρος αἰπὺ
Αἰπύτιον παρὰ τύμβον, ἵν᾽ ἀνέρες ἀγχιμαχηταί,
605 οἳ Φενεόν τε νέμοντο καὶ Ὀρχομενὸν πολύμηλον
Ῥίπην τε Στρατίην τε καὶ ἠνεμόεσσαν Ἐνίσπην,
καὶ Τεγέην εἶχον καὶ Μαντινέην ἐρατεινήν,
Στύμφηλόν τ᾽ εἶχον καὶ Παρρασίην ἐνέμοντο,
τῶν ἦρχ᾽ Ἀγκαίοιο πάϊς, κρείων Ἀγαπήνωρ,
610 ἑξήκοντα νεῶν· πολέες δ᾽ ἐν νηῒ ἑκάστῃ
Ἀρκάδες ἄνδρες ἔβαινον, ἐπιστάμενοι πολεμίζειν.
αὐτὸς γάρ σφιν δῶκεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων
νῆας ἐϋσσέλμους περάαν ἐπὶ οἴνοπα πόντον
Ἀτρεΐδης, ἐπεὶ οὔ σφι θαλάσσια ἔργα μεμήλει.
615 Οἳ δ᾽ ἄρα Βουπράσιόν τε καὶ Ἤλιδα δῖαν ἔναιον,
ὅσσον ἐφ᾽ Ὑρμίνη καὶ Μύρσινος ἐσχατόωσα
πέτρη τ᾽ Ὠλενίη καὶ Ἀλήσιον ἐντὸς ἐέργει,
τῶν αὖ τέσσαρες ἀρχοὶ ἔσαν, δέκα δ᾽ ἀνδρὶ ἑκάστῳ
νῆες ἕποντο θοαί, πολέες δ᾽ ἔμβαινον Ἐπειοί.
620 τῶν μὲν ἄρ᾽ Ἀμφίμαχος καὶ Θάλπιος ἡγησάσθην
υἷες ὁ μὲν Κτεάτου, ὁ δ᾽ ἄρ᾽ Εὐρύτου, Ἀκτορίωνε·
τῶν δ᾽ Ἀμαρυγκεΐδης ἦρχε κρατερὸς Διώρης·
τῶν δὲ τετάρτων ἦρχε Πολύξεινος θεοειδής,
υἱὸς Ἀγασθένεος Αὐγηϊάδαο ἄνακτος.
625 Οἳ δ᾽ ἐκ Δουλιχίοιο Ἐχινάων θ᾽ ἱεράων
νήσων, αἳ ναίουσι πέρην ἁλὸς Ἤλιδος ἄντα,
τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευε Μέγης ἀτάλαντος Ἄρηϊ
Φυλεΐδης, ὃν τίκτε Διῒ φίλος ἱππότα Φυλεύς,
ὅς ποτε Δουλίχιόνδ᾽ ἀπενάσσατο πατρὶ χολωθείς·
630 τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς ἦγε Κεφαλλῆνας μεγαθύμους,
οἵ ῥ᾽ Ἰθάκην εἶχον καὶ Νήριτον εἰνοσίφυλλον,
καὶ Κροκύλει᾽ ἐνέμοντο καὶ Αἰγίλιπα τρηχεῖαν,
οἵ τε Ζάκυνθον ἔχον ἠδ᾽ οἳ Σάμον ἀμφινέμοντο,
635 οἵ τ᾽ ἤπειρον ἔχον ἠδ᾽ ἀντιπέραι᾽ ἐνέμοντο·
τῶν μὲν Ὀδυσσεὺς ἦρχε Διὶ μῆτιν ἀτάλαντος·
τῷ δ᾽ ἅμα νῆες ἕποντο δυώδεκα μιλτοπάρῃοι.
Αἰτωλῶν δ᾽ ἡγεῖτο Θόας Ἀνδραίμονος υἱός,
οἳ Πλευρῶν᾽ ἐνέμοντο καὶ Ὤλενον ἠδὲ Πυλήνην
640Χαλκίδα τ᾽ ἀγχίαλον Καλυδῶνά τε πετρήεσσαν·
οὐ γὰρ ἔτ᾽ Οἰνῆος μεγαλήτορος υἱέες ἦσαν,
οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἔτ᾽ αὐτὸς ἔην, θάνε δὲ ξανθὸς Μελέαγρος·
τῷ δ᾽ ἐπὶ πάντ᾽ ἐτέταλτο ἀνασσέμεν Αἰτωλοῖσι·
τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
645 Κρητῶν δ᾽ Ἰδομενεὺς δουρικλυτὸς ἡγεμόνευεν,
οἳ Κνωσόν τ᾽ εἶχον Γόρτυνά τε τειχιόεσσαν,
Λύκτον Μίλητόν τε καὶ ἀργινόεντα Λύκαστον
Φαιστόν τε Ῥύτιόν τε, πόλεις εὖ ναιετοώσας,
ἄλλοι θ᾽ οἳ Κρήτην ἑκατόμπολιν ἀμφενέμοντο.
650 τῶν μὲν ἄρ᾽ Ἰδομενεὺς δουρικλυτὸς ἡγεμόνευε
Μηριόνης τ᾽ ἀτάλαντος Ἐνυαλίῳ ἀνδρειφόντῃ·
τοῖσι δ᾽ ἅμ᾽ ὀγδώκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.

***
Η Πύλος άνδρες έστειλε και η πάντερπνη Αρήνη
το Θρύον, πόρος του Αλφειού, το Αιπύ λαμπρό, τα μέρη
και του Κυπαρισσήεντος και της Αμφιγενείας,
του Έλους και της Πτελεού, το Δώριον, όπου οι Μούσες
595 ήβραν τον Θράκα Θάμυριν και αλάλητον τον κάμαν,
ως γύριζε απ᾽ τον Εύρυτον τον άρχον Οιχαλίας·
πως θα ενικούσ᾽ επαίρονταν αυτός και αν τραγουδούσαν
οι Μούσες κόρες του Διός κι εκείνες χολωμένες
τον τύφλωσαν· και της ωδής το χάρισμα το θείον
600 και ακόμη το κιθάρισμα τον κάμαν ν᾽ αστοχήσει
και τούτους ο Γερήνιος ο Νέστωρ διοικούσε,
κι ήσαν καράβια βαθουλά κατόπι του ενενήντα.
Η Αρκαδία κάτωθεν απ᾽ τ᾽ όρος της Κυλλήνης
που ο τάφος είν᾽ ο Αιπύτιος και τρέφει λογχοφόρους
605 ο Ορχομενός πολύαρνος, η ανεμισμένη Ενίσπη,
η Ρίπη και ο Φενεός εστείλαν κι η Στρατία
η Μαντινέα πάντερπνη, η Στύμφαλος κι ακόμη
η Παρρασία, κι έστειλεν η χώρα της Τεγέας·
καράβια εξήντα είχε μ᾽ αυτούς ο γόνος του Αγκαίου
610 ο Αγαπήνωρ αρχηγός, και στο καθένα πλήθος
Αρκάδες ήσαν πρακτικοί στην τέχνην του πολέμου.
Αλλ᾽ επειδή δεν γνώριζαν τα έργα της θαλάσσης,
τους είχε δώσει ο κραταιός Ατρείδης Αγαμέμνων
τα πλοία τα καλόστρωτα να σχίζουν τα πελάγη.
615 Και από την θείαν Ήλιδα κι απ΄ το Βουπράσιον ήλθαν
από τους τόπους όπου κλειούν η Μύρσινος, στην άκρην,
η Υρμίνη, το Αλείσιον κι η Ωλενία πέτρα·
τέσσαρες ήσαν αρχηγοί κι είχε ο καθένας δέκα
καράβια και τα γέμιζαν των Επειών τα πλήθη.
620 Ένας ο Θάλπιος υιός του Ακτορίδη Ευρύτου,
δεύτερος ο Αμφίμαχος, ο γόνος του Κτεάτου·
ο Αμαρυγκείδης ο καλός Διώρης ήταν τρίτος,
τέταρτος, ο Πολύξενος λαμπρό του Αγασθένους
του βασιλέως γέννημα και έγγονος του Αυγείου.
625 Και τα νησιά τα ιερά της Ήλιδος αντίκρυ
Εχίνες και Δουλίχιον, σαράντα εστείλαν πλοία
κι ο Μέγης ήταν αρχηγός ισόπαλος του Άρη,
και τον εγέννησε ο Φυλεύς, αγαπητός του Δία,
που έναν καιρόν, ως έπεσε στην έχθραν του πατρός του,
630 εις το Δουλίχιον πέρασεν εκεί να κατοικήσει.
Κατόπ᾽ οι μεγαλόψυχοι ερχόνταν Κεφαλλήνες,
η Ιθάκη, τα σεισόφυλλα προπόδια του Νηρίτου,
τους στείλαν, τα Κροκύλεια, η Αιγίλιψ η τραχεία,
τους έστειλεν η Ζάκυνθος, η Σάμος και τα μέρη
635 της στερεάς τ᾽ αντίπερα· και είχαν αρχηγό τους
τον Οδυσσέα πόμοιαζε στην γνώση με τον Δία,
και είχαν πλοία δώδεκα με κόκκινες τες πλώρες.
Των Αιτωλών ήτο αρχηγός ο Ανδραιμονίδης Θόας·
τους έστειλ᾽ η ακρόγιαλη Χαλκίς και η Πυλήνη,
640 η Ώλενος και ο Πλευρών, και η Καλυδών πετρώδης·
και ως είχε λείψ᾽ η γενεά του ανδρειωμένου Οινέως
με τον ξανθόν Μελέαγρον, γι᾽ αυτό καθ᾽ εξουσία
εδόθηκε του Θόαντος στων Αιτωλών τα πλήθη·
κι είχε σαράντα ολόμαυρα κατόπι του καράβια.
645 Και των Κρητών ήτο αρχηγός ο Ιδομενεύς ο ανδρείος,
όσους απόστειλε η Κνωσός και η πυργωμένη Γόρτυς
και ο λευκόγειος Λύκαστος και η Μίλητος και η Λύκτος,
το Ρύτιον και η Φαιστός χώρες λαμπρές και άλλοι
οπού την εκατόμπολιν εκατοικούσαν Κρήτην·
650 όλων αυτών ήτο αρχηγός ο Ιδομενεύς ο ανδρείος,
και ο Μηριόνης όμοιος του ανθρωποφόνου Άρη·
κι είχαν ογδόντα ολόμαυρα κατόπι τους καράβια.

Οι λέξεις που φέρνουν χαρά και διώχνουν το άγχος

Σύμφωνα με τον Νευρογλωσσικό Προγραμματισμό [NLP] οι λέξεις επηρεάζουν τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά.

Ποιες φράσεις είναι σημαντικές στη ζωή μας;

«Σήμερα ήταν μια καλή μέρα»: Αρκεί να το πεις έστω μια φορά για να δεις τη ζωή σου πιο αισιόδοξα.

«Καταλαβαίνω»: Πιο σημαντικό από το να έχεις πάντα δίκιο, είναι το να έχεις πάντα επίγνωση.

«Σ’ αγαπώ»: Όλοι θέλουν κατά βάθος να το πουν και όλοι θέλουν να το ακούσουν.

«Σε εμπιστεύομαι»: Όλοι χρειαζόμαστε συμμάχους σε αυτή τη ζωή.

«Μπορώ και καλύτερα»: Μόλις το πεις, έχεις κάνει τη μισή διαδρομή για να το κάνεις και πραγματικότητα.

«Έκανα το καλύτερο που μπορούσα»: Αν όντως είναι αλήθεια, θα νιώσεις πολύ περήφανος για τον εαυτό σου και όσα κατάφερες.

«Συγχαρητήρια»: Αν το πεις χωρίς ίχνος ζήλιας, θα σε εκτιμήσεις ακόμα περισσότερο.

«Συγγνώμη»: Είναι πολύ λυτρωτικό όταν το λες και το εννοείς.

«Πήρα μια απόφαση»: Η ευθύνη που εμπεριέχει αυτή η φράση, μετατρέπει οποιαδήποτε δραστηριότητα από αγγαρεία σε συνειδητή επιλογή.

«Δεν έχω τελειώσει»: Μόνο εσύ αποφασίζεις πότε ένα κεφάλαιο έχει κλείσει στη ζωή σου.

«Αρκετά!»: Χρειάζεται να ξέρεις που να βάζεις ο ίδιος τα όριά σου.

«Δεν είναι πολύ όμορφο;»: Όσο περισσότερο παρατηρείς την ομορφιά του κόσμου που σε περιβάλλει, τόσο πιο ευτυχισμένος νιώθεις.

«Είσαι καταπληκτικός»: Άσε τον εαυτό σου να νιώσει θαυμασμό για κάποιον άλλο και θα νιώσεις πολύ πιο δυνατός.

«Πιστεύω σε αυτό»: Είτε πρόκειται για το θεό, είτε για μια απλή ιδέα, πρέπει να δείξεις πίστη σε κάτι στη ζωή σου.

«Δεν ξέρω πως να το κάνω»: Καλύτερα να παραδεχτείς την άγνοιά σου για κάτι και να μάθεις, παρά να προσποιηθείς ότι γνωρίζεις.

«Σε ευχαριστώ που βοήθησες να γίνει πραγματικότητα αυτό»: Γιατί κανείς δεν μπορεί να τα κάνει όλα μόνος του σε αυτή τη ζωή και χρειάζεται να δείχνει ευγνωμοσύνη σε αυτούς που τον βοηθούν.

Πώς, όμως, μπορούμε να διαχειριστούμε καλύτερα το άγχος; Τι πρέπει να αποφύγουμε;

Αποφύγετε:

– να κριτικάρετε και να κατηγορείτε τον εαυτό σας για ό,τι συμβαίνει,

– να έχετε τύψεις γιατί δεν ανταποκριθήκατε σ’ αυτό που περίμεναν οι άλλοι,

– να έχετε αυξημένες προσδοκίες για τον εαυτό σας και τους άλλους

– και να ‘εκφράζεστε’ αρνητικά

Για την αποφυγή του άγχους θα πρέπει κανείς να αλλάξει τρόπο σκέψης, να κάνει αυτοδιάλογο, να νιώθει ευτυχής με όσα έχει καταφέρει, να παίρνει βαθιές αναπνοές και να βάλει δραστηριότητα και κίνηση στη ζωή του.

«Αποφύγετε να χρησιμοποιείτε αρνητικά μόρια, όπως ‘μην’ ή ‘δεν’, και λέξεις με αρνητική χροιά, όπως το ‘πρέπει’. Οι σκέψεις σας συνδέονται άμεσα και επηρεάζουν τα συναισθήματά σας και τη συμπεριφορά σας. Μιλήστε στον εαυτό σας είτε εξωτερικά, δηλαδή φωναχτά, είτε εσωτερικά, δηλαδή από μέσα σας, προσπαθώντας να τον χαλαρώσετε και να τον αποπροσανατολίσετε από αρνητικές σκέψεις.

Βρείτε αφορμές να γελάσετε ή παρακολουθήστε κάποιο πρόγραμμα στην τηλεόραση που σας κάνει να γελάτε. Αυτομάτως πηγαίνει το μήνυμα στον εγκέφαλο ότι είστε καλά. Θυμηθείτε να παίρνετε βαθιές αναπνοές, εκπνέοντας προς τα έξω κι έχοντας στο μυαλό σας μια όμορφη σκέψη ή εικόνα. Και, φυσικά, γυμναστείτε ή βάλτε κάποια δραστηριότητα και κίνηση στη ζωή σας.

Οκτάβιο Πας: Το σαρκικό αγκάλιασμα είναι η κορύφωση του κορμιού και η απώλειά του

Η ερωτική συνάντηση αρχίζει με τη θέα του κορμιού που ποθούμε.

Ντυμένο ή γυμνό, το κορμί είναι μια παρουσία, μια μορφή, η οποία, προς στιγμή, είναι όλες οι μορφές του κόσμου.

Μόλις αγκαλιάσουμε τη μορφή αυτή, παύουμε να την αντιλαμβανόμαστε ως παρουσία και τη συλλαμβάνουμε ως συγκεκριμένη ύλη, απτή, που χωράει στην αγκαλιά μας και η οποία, παρόλα αυτά, είναι απεριόριστη.

Χανόμαστε ως πρόσωπα και βρισκόμαστε ως αισθήσεις.

Όσο η αίσθηση γίνεται πιο έντονη, το κορμί που αγκαλιάζουμε γίνεται πιο αχανές. Αίσθηση του απείρου.

Το κορμί μας χάνεται μέσα στο άλλο κορμί.

Το σαρκικό αγκάλιασμα είναι η κορύφωση του κορμιού και η απώλειά του.

Οκτάβιο Πας, Διπλή φλόγα • Έρωτας και ερωτισμός 

Fernando Pessoa: Το Καπνοπωλείο

Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα ’μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να ’μαι τίποτα.
Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου.

Παράθυρα της κάμαράς μου,
Μιας κάμαρας, στα εκατομμύρια του κόσμου, που κανείς δεν γνωρίζει ποιά είναι,
(Κι αν την ήξεραν, τι θα ήξεραν;),
που βλέπει στο μυστήριο ενός δρόμου γεμάτου περαστικούς.
Σ’ ένα δρόμο απροσπέλαστο για όλες μου τις σκέψεις.
Πραγματικό, απίθανα πραγματικό, βέβαια, αβέβαια βέβαιο.
Με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα,
Με τον θάνατο που υγραίνει τους τοίχους και ασπρίζει τα μαλλιά των ανθρώπων.
Με το Πεπρωμένο που σέρνει την άμαξα των πάντων, μέσα από το δρόμο του τίποτα.

Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη
απ’το να πω ένα αντίο, αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου να γίνονται
μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νεύρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν.

Σήμερα είμαι συγχυσμένος, σαν κάποιος που αναρωτήθηκε, ανακάλυψε και ξέχασε.
Σήμερα είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη μου,
στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου
και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματός μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο.

Απέτυχα σε όλα.
Μη έχοντας κανέναν σκοπό, ίσως πράγματι όλα να ήταν ένα τίποτα.
Γνωρίζοντας τι έχω,
γλίστρησα από το παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού,
κι ύστερα ξεχύθηκα στον κάμπο με προσδοκίες μεγάλες,
αλλά δεν βρήκα παρά δέντρα και χόρτα,
κι όταν υπήρχαν άνθρωποι δεν ήταν παρά ίδιοι μ’ όλους τους άλλους.
Απομακρύνομαι μ’ ένα βήμα απ’ το παράθυρο και κάθομαι στην καρέκλα. Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα;

Πώς να ξέρω ποιός θα γίνω, εγώ που δεν γνωρίζω ποιός είμαι;
Να γίνω αυτός που πιστεύω πως είμαι; Αλλά πιστεύω τόσα πράγματα!
Κι υπάρχουν τόσοι που νομίζουν πως είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα – δεν γίνεται!
Ιδιοφυής; Αυτή τη στιγμή,
Εκατό χιλιάδες εγκέφαλοι ονειρεύονται πως είναι ιδιοφυείς, όπως κι εγώ,
Κι η ιστορία δεν θα καταγράψει, ποιός ξέρει?, ούτε έναν,
και τίποτα παρά κοπριά δεν θα απομείνει από τις μελλοντικές τους επιτυχίες.

Όχι, δεν πιστεύω σ’ εμένα.
Σε κάθε τρελοκομείο, υπάρχουν διαταραγμένοι τρελοί με τόσες πολλές βεβαιότητες!
Εγώ, που δεν έχω καμία βεβαιότητα, είμαι περισσότερο ή λιγότερο εχέφρων;
Όχι, ούτε καν σ’ εμένα.
Σε πόσες σοφίτες και μη-σοφίτες στον κόσμο,
δεν υπάρχουν αιθεροβάμονες της ευφυίας;
Πόσες εμπνεύσεις υψηλές και ευγενείς και διαυγείς –
- ναι, αληθινά υψηλές, ευγενείς και διαυγείς –
Και, ποιός ξέρει, ίσως εφικτές,
δεν θα αντικρίσουν ποτέ το φως του αληθινού ήλιου, μήτε θα ακουστούν από ανθρώπινα αυτιά;

Ο κόσμος είναι γι’ αυτούς που γεννήθηκαν να τον κατακτήσουν,
κι όχι γι’ αυτούς που ονειρεύονται πως το μπορούν – ακόμη κι αν έχουν δίκιο.
Ονειρεύτηκα περισσότερο απ’ όσο κατόρθωσε ο Ναπολέων,
Άνοιξα την καρδιά μου στην ανθρωπότητα περισσότερο απ’ τον Χριστό.
Συνέγραψα κρυφά φιλοσοφίες που κανένας Καντ δεν κατάφερε να γράψει.
Αλλά είμαι, κι ίσως να είμαι και για πάντα, αυτός που βρίσκεται στη σοφίτα,
ακόμα κι αν δεν ζω σε μιά.
Θα είμαι πάντα εκείνος που δεν γεννήθηκε γι’ αυτό.
Θα είμαι πάντα εκείνος που είχε προσόντα.
Θα είμαι πάντα εκείνος που περίμενε ν’ ανοίξει μια πόρτα σ’ έναν τοίχο δίχως πόρτες.
Και τραγούδησε το τραγούδι του απείρου σ’ ένα κοτέτσι.
Κι άκουσε τη φωνή του Θεού σ’ ένα κλεισμένο πηγάδι.

Να πιστέψω σ’ εμένα? Όχι, κι ούτε σε τίποτε άλλο.
Ας έλθει η Φύση να χύσει πάνω από το ζεστό μου κεφάλι,
τον ήλιο της, τη βροχή της, τον άνεμο που μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
Και τα υπόλοιπα που ίσως έρθουν, αν έρθουν, αν πρέπει να έρθουν, ή αν δεν πρέπει,
ας τα κάνει σκλάβους των αστεριών.
Κατακτούμε τον κόσμο, πριν ακόμα σηκωθούμε απ’ το κρεββάτι,
Αλλά ξυπνάμε και είναι αδιαφανής,
Σηκωνόμαστε και είναι ξένος,
Βγαίνουμε από το σπίτι και είναι ολόκληρη η Γη,
κι ακόμα το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας και το Άπειρο.

(Φάε σοκολάτες, μικρή
Φάε σοκολάτες! Πίστεψέ με, πέρα απ’ τις σοκολάτες, δεν υπάρχει άλλη μεταφυσική στον κόσμο.
Πίστεψέ με, όλες οι θρησκείες μαζί δεν σε διδάσκουν περισσότερα από ένα ζαχαροπλαστείο.
Φάε, βρώμικη μικρή, φάε!
Μακάρι να μπορούσα να φάω κι εγώ σοκολάτες με τόση ειλικρίνεια όση κι εσύ!
Αλλά σκέφτομαι, ξετυλίγοντας το ασημένιο περιτύλιγμα καμωμένο από κασσίτερο,
Το πετάω στο έδαφος, όπως έκανα και με τη ζωή μου.)

Τουλάχιστον μένει από τη νοσταλγία αυτού που ποτέ δεν θα είμαι,
Η βιαστική καλλιγραφία αυτών των στίχων,
Ένα μπαλκόνι που αγναντεύει το Αδύνατο.
Τουλάχιστον μού μένει για μένα μια περιφρόνηση δίχως δάκρυα,
Ευγενής τουλάχιστον στην μεγαλειώδη χειρονομία μου,
πετάω τα άπλυτα που είμαι εγώ στο πλυντήριο, και στην πορεία των πραγμάτων,
μένω στο σπίτι χωρίς πουκάμισο.

(Εσύ που εφησυχάζεις, που δεν υπάρχεις και γι’ αυτό εφησυχάζεις,
Είτε Ελληνίδα θέα, που τη μορφή σου συνέλαβαν σαν ζωντανό άγαλμα,
Ή αλλιώς Ρωμαίε πατρίκιε, αδύνατα ευγενή και επιβλαβή,
Ή πριγκίπισσα που σε τραγουδούν οι τροβαδούροι, η πιο πολύχρωμη και γοητευτική,
Ή μαρκησία του 18ου, ψηλομύτα και απόμακρη,
Ή διάσημη κοκότα των χρόνων των γονιών μας,
Ή σύγχρονη – ειλικρινά δεν ξέρω τι –
Όλο αυτό, ό,τι κι αν είναι, δώσε την έμπνευσή σου!

Η καρδιά μου είναι ένας αναποδογυρισμένος κάδος.
Όπως αυτοί που καλούν πνεύματα, καλούν πνεύματα – καλώ
εμένα και δεν βρίσκω τίποτα.
Πηγαίνω στο παράθυρο και παρατηρώ τον δρόμο με απόλυτη ακρίβεια.
Βλέπω τα μαγαζιά, τους διαβάτες, τις άμαξες που περνούν,
Βλέπω τα ενδεδυμένα έμβια όντα να διασταυρώνονται
Βλέπω τα σκυλιά που υπάρχουν εξίσου
Και όλο αυτό με βαραίνει σαν μια καταδίκη στην εξορία,
Και όλο αυτό είναι ξένο, όπως και όλα.)

Έζησα, σπούδασα, αγάπησα κι ακόμα πίστεψα,
Και σήμερα, δεν υπάρχει ζητιάνος που να μην τον ζηλεύω, απλά και μόνο γιατί δεν είναι εγώ.
Στον καθέναν διακρίνω τα κουρέλια του, τις πληγές του, το ψέμα,
Και σκέφτομαι : ίσως ποτέ δεν έζησες, ούτε σπούδασες, ούτε αγάπησες, ούτε πίστεψες.
(Γιατί είναι δυνατό να πλάσεις όλων αυτών την πραγματικότητα, δίχως να κάνεις τίποτα εξ’ αυτών)
Ίσως έχεις μόλις και μετά βίας υπάρξει, σαν μια σαύρα που τής έκοψαν την ουρά,
κι η ουρά της, αυτονομείται από τη σαύρα, σαλεύοντας με φρενίτιδα.

Αυτό που έκανα στον εαυτό μου, δεν το ήξερα.
Κι ό,τι μπορούσα να τον κάνω, δεν το έκανα.
Το ντόμινο που φόρεσα ήταν ολότελα λάθος,
Με πέρασαν από μακρυά για κάποιον άλλον, δεν το αρνήθηκα και χάθηκα.
Σαν θέλησα να βγάλω τη μάσκα,
είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου.
Κι όταν την έβγαλα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
Είχα ήδη γεράσει.
Ήμουν μεθυσμένος, και δεν ήξερα πια πώς να φορέσω το κοστούμι το οποίο ποτέ μου δεν είχα βγάλει.
Πέταξα μακρυά τη μάσκα και κοιμήθηκα στο βεστιάριο.
Σαν ένα σκυλί που το ανέχεται η διεύθυνση
Γιατί είναι άκακο.
Και θα γράψω αυτήν εδώ την ιστορία για ν’ αποδείξω πως είμαι υπέροχος.

Μουσική των άχρηστων στίχων μου,
Μόνο να μπορούσα να σε δω σαν κάτι που είχα φτιάξει,
αντι να συνεχίσω ν’ αντικρίζω το Καπνοπωλείο στην άλλη μεριά του δρόμου,
Η συνείδηση της ύπαρξής μου που κουρνιάζει στα πόδια μου,
Σαν ένας τάπητας καμωμένος από μεθύστακες,
Ή ένα χαλάκι που έκλεψαν τσιγγάνοι και δεν αξίζει τίποτα.

Αλλά ο Ιδιοκτήτης του Καπνοπωλείου ήρθε στην πόρτα και στέκεται εκεί.
Τον κοιτάζω με την δυσφορία ενός μισογυρισμένου κεφαλιού,
Συνδυασμένη με τη δυσφορία μιας μισο-κένης ψυχής.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω.
Θ’ αφήσει το σημειωματάριό του, θ’ αφήσω τους στίχους μου.
Η επιγραφή του στο τέλος θα πεθάνει, όπως και τα ποιήματά μου.
Και στο τέλος θα πεθάνει κι ο δρόμος όπου βρισκόταν αυτή η επιγραφή,
Όπως κι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα ποιήματα.
Κι ύστερα θα πεθάνει κι ο στροβιλιζόμενος αυτός πλανήτης στον οποίον συνέβησαν όλα αυτά.
Σε άλλους δορυφόρους άλλων συστημάτων , κάτι σαν άνθρωποι,
Θα συνεχίσουν να φτιάχνουν κάτι-σαν-ποιήματα, και να ζούν κάτω από κάτι-σαν-επιγραφές.
Πάντα το ένα πράγμα αντίκρυ στο άλλο,
Πάντα το ένα πράγμα εξίσου άχρηστο με το άλλο,
Πάντα το αδύνατο τόσο ηλίθιο όσο η πραγματικότητα,
Πάντα το μυστήριο του βάθους, τόσο αληθινό όσο η σκιά του μυστηρίου στην επιφάνεια.
Πάντα αυτό ή πάντα το άλλο, ή ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

Αλλά κάποιος μπήκε στο Καπνοπωλείο (για ν’ αγοράσει καπνό;)
Κι η υπαρκτή πραγματικότητα ξαφνικά με κατακεραυνώνει.
Μισοσηκώνομαι στα πόδια μου – μ’ ενέργεια, βέβαιος για τον εαυτό μου, ανθρώπινος –
Και θα προσπαθήσω να γράψω αυτούς τους στίχους για να ισχυριστώ το αντίθετο.
Ανάβω ένα τσιγάρο, καθώς σκέφτομαι να τούς γράψω.
Και σ’ αυτό το τσιγάρο γεύομαι την απελευθέρωσή μου από κάθε σκέψη.
Ακολουθώ τον καπνό σαν να ήταν το δικό μου ίχνος.
Και απολαμβάνω για μια ευαίσθητη και επαρκή στιγμή,
Την απελευθέρωσή μου από κάθε εικασία
Και την επίγνωση ότι οι μεταφυσικές είναι η παρενέργεια του να μην αισθάνομαι καλά.

Έπειτα, αφήνομαι πίσω στην καρέκλα
Και συνεχίζω να καπνίζω.
Όσο μού το επιτρέπει το πεπρωμένο θα συνεχίζω να καπνίζω.
(Αν παντρευόμουν την κόρης της πλύστρας μου,
θα μπορούσα να είμαι εφικτά ευτυχισμένος.)
Δεδομένου αυτού, σηκώνομαι και πηγαίνω προς το παράθυρο.
Ο άντρας βγήκε απ’ το καπνοπωλείο (βάζει τα ρέστα στην τσέπη του?)
Α, τον γνωρίζω: είναι ο Εστέβες, δίχως μεταφυσικές.
(Ο Καπνοπώλης ήρθε στην πόρτα.)
Ορμώμενος θαρρείς από κάποιο θείο ένστικτο, ο Εστέβες γύρισε και με είδε.
Με χαιρέτησε, και φώναξα κι εγώ από μακρυά "Γειά σου, Εστέβες!" και το σύμπαν
ανασυγκροτήθηκε μέσα μου, χωρίς ιδανικά ή ελπίδα, και ο Καπνοπώλης χαμογέλασε.

Έρμαν Έσσε: Μαθήματα καθημερινής Σοφίας

O Γερμανός συγγραφέας του "Λύκου της στέπας" παραδίδει μαθήματα ζωής...

«Η ζωή κάθε ανθρώπου είναι ένας δρόμος προς τον εαυτό του, το πρόπλασμα ενός δρόμου, το προσχέδιο ενός μονοπατιού. Κανένας άνθρωπος δεν έφτασε να είναι εντελώς ο εαυτός του, ωστόσο, οι πάντες φιλοδοξούν να το κατορθώσουν, άλλοι στα τυφλά, άλλοι µε περισσότερο φως, ο καθένας όπως μπορεί»

Ξεχνάει κανείς να κρίνει και να επικρίνει τους άλλους όταν είναι γεμάτος αμφιβολίες για τον εαυτό του: «Το να κάνεις το δικαστή σε ξένες ζωές είναι η τέλεια δικαιολογία για να μην αναλύεις την δική σου. Αν παρατηρήσουμε τα άτομα που γυρνάνε εδώ κι εκεί βγάζοντας ετυμηγορία για το τί κάνουν καλά και τι κακά οι άλλοι, θα βρούμε σε αυτά ένα μεγάλο έλλειμμα αυτοκριτικής. Δεν έχουν συνείδηση των πράξεων και των λόγων τους γιατί εστιάζουν την προσοχή τους στις ζωές τρίτων. Και συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο επειδή φοβούνται να ακτινογραφήσουν τον εαυτό τους και να απογοητευτούν».

Όταν μισούμε κάποιον, μισούμε στην εικόνα του κάτι που υπάρχει μέσα μας: «Όταν νομίζουμε ότι πλήττουμε με κάποιον, είναι γιατί κατέχει κάτι που μας αγγίζει βαθιά και μας προκαλεί δυσφορία. Αυτός ο κάποιος γίνεται καθρέφτης για κάτι που υπάρχει μέσα μας και δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. Αλλιώς δεν θα μας ενοχλούσε τόσο. Έτσι, ο μεν τσιγκούνης υπομένει την τσιγκουνιά των άλλων με περισσότερη ένταση από οποιονδήποτε, ο δε αδιάκριτος τσαντίζεται υπερβολικά όταν υφίσταται την αδιακρισία. Το πρόσωπο που μισούμε είναι καθρέφτης μας και, συνεπώς ένας πνευματικός δάσκαλος που δεν πρέπει να υποτιμάμε».

Όταν φοβόμαστε κάποιον είναι γιατί του έχουμε παραχωρήσει εξουσία πάνω μας. «Συχνά οι άλλοι ούτε που έχουν γνώμη για μας. Εμείς οι ίδιοι τυφλωνόμαστε από τη μανία να μάθουμε τί θα σκεφτούν...»

Το τρυφερό είναι πιο δυνατό από το σκληρό, το νερό πιο δυνατό από τον βράχο, η αγάπη πιο δυνατή από τη βία. «Η δύναμη της αγάπης, σαν το νερό, έγκειται στην προσαρμοστικότητά της στο μέσο όπου ζει. Αν αυτό μεταφερθεί στην καθημερινή ζωή, ο ικανός να αγαπήσει -όχι μόνο έναν άλλο άνθρωπο αλλά και ένα σχέδιο- σμιλεύεται στις δυσκολίες ώστε να αποκομίσει το καλύτερο σε κάθε κατάσταση».

Κάποιοι που θεωρούνται τέλειοι είναι τέλειοι επειδή απλώς έχουν λιγότερες απαιτήσεις από τον εαυτό τους: «Μια απλή αλλά πολύ αποτελεσματική άσκηση: σημείωνε έναν στόχο βελτίωσης για κάθε εβδομάδα, και σε ένα χρόνο η ποιότητα ζωής σου θα έχει αναβαθμιστεί με τρόπο που ούτε τον φαντάζεσαι τώρα».

Το πουλί σπάει το τσόφλι. Το αυγό είναι ο κόσμος. Αυτός που θέλει να γεννηθεί οφείλει να σπάσει έναν κόσμο: «Το παιδί πρέπει να εγκαταλείψει την παιδική ηλικία του, την αθωότητα του ώστε με αυτόν τον τρόπο να μεταμορφωθεί σε ενήλικα. Αυτά τα τελετουργικά μετάβασης συνεπάγονται πάντα το να αποβάλει κανείς το πρότερο εγώ του ώστε να επιτρέψει στο καινούργιο εγώ να γεννηθεί».

Κάποιες φορές οι εχθροί είναι πιο χρήσιμοι από τους φίλους, αφού χωρίς αέρα δεν γυρνάν οι ανεμόμυλοι: «Ο εχθρός μας αναγκάζει να δράσουμε και να βγούμε από την άνεση που μας είχε κάνει μαλθακούς. Μας αναγκάζει να βγάλουμε τον καλύτερο, καθώς και τον χειρότερο εαυτό μας. Αν μπορούμε να δούμε τις αντιδράσεις μας από απόσταση και με λίγο χιούμορ, σε κάθε σύγκρουση κρύβεται κι ένα μεγάλο μάθημα σχετικά με το ποιόν μας και τις αδυναμίες μας».

Το σχολείο δεν διδάσκει δεξιότητες κι ικανότητες που είναι απαραίτητες για τη ζωή: «Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο 'Εσσε στο μυθιστόρημά του "Κάτω από τον τροχό": "Ο δάσκαλος του σχολείου προτιμάει να έχει μερικά στουρνάρια στην τάξη του παρά έναν μόνο ιδιοφυή μαθητή. Και κατά βάθος έχει δίκιο γιατί καθήκον του δεν είναι να μορφώνει εξαιρετικά μυαλά αλλά καλούς φιλολόγους, μαθηματικούς, και χρήσιμους ανθρώπους».

Ξανά και ξανά γατζώνεται κανείς στα πράγματα που έχει αγαπήσει και νομίζει ότι πρόκειται για πίστη ενώ είναι απλώς τεμπελιά: «Τα παιδιά τα τρομάζει το σκοτάδι γιατί νομίζουν ότι ανάμεσα στις σκιές κρύβεται κάποιο τέρας, κάτι άγνωστο που μπορεί να τους επιτεθεί. Κατά τον ίδιο τρόπο, τους ενήλικες τους τρομάζει το άγνωστο γιατί συνεπάγεται αλλαγή, ρίσκο, αβεβαιότητα. Μας προκαλεί φόβο το καινούργιο γιατί αν αποτύχουμε ξέρουμε ότι θα ακούσουμε τη φράση: "Εγώ σου το είχα πει"».

Χωρίς προσωπικότητα δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει αγάπη αληθινά βαθιά: «Πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να δείχνουν κάτι που δεν είναι, είτε γιατί νομίζουν πως αυτό θέλουν οι άλλοι είτε γιατί δεν τους αρέσει το πώς είναι. Είναι εξαρτημένοι από τη γνώμη των άλλων και χρειάζονται απελπισμένα την επιδοκιμασία τους. Όμως, η αληθινή αγάπη δε γεννιέται από τη στέρηση, με το να περιμένουμε να καλύψει ο άλλος τα εσωτερικά μας κενά ή να μας πει τι πρέπει να κάνουμε. Αγαπάμε κάτι αληθινά μόνο αποδεχόμενοι αυτό που είναι».

Το ταξίδι του χαμένου εαυτού

Σε ένα από τα αφοριστικά του αποφθέγματα, ο Νίτσε είχε πει: «Να χάνεις τον εαυτό σου. Όταν κανείς έχει βρει τον εαυτό του, πρέπει να ξέρει από καιρό σε καιρό να τον χάνει - κι έπειτα να τον ξαναβρίσκει, εφόσον βέβαια είναι στοχαστής. Γιατί γι' αυτόν αποτελεί μειονέκτημα να είναι διαρκώς δεμένος με ένα πρόσωπο».

Το οχυρό του εαυτού είναι απρόσιτο και απομακρυσμένο σε μία μυστική και ζοφερή γωνιά. Αποτελεί μεγάλο ψυχικό επίτευγμα η προσπάθεια ανακάλυψης των κρυφά κωδικοποιημένων διόδων του και αυτή...είναι, μονάχα, η αρχή. Η ζωή είναι ένας διαρκής αγών αναζήτησης, εύρεσης, απομάκρυνσης, αποκάλυψης, επαναπροσδιορισμού, γνώσης, ελέγχου και συνείδησης. Όλα προς χάριν της δόξας του ενός... του εαυτού.

Όλα με σκοπό το αρχαίο και ψυχικά επενδυμένο ρητό: "Κατά τον δαίμονα εαυτού". Στην ελληνική αρχαιότητα, ο "Δαίμων" ήταν ο προστάτης που κατένειμε την μοίρα. "Δαίμων εαυτού" αποκαλούταν η θεότητα, η οποία ζούσε στην ψυχή των ανθρώπων από την γέννηση μέχρι και τον θάνατο και μεριμνούσε για την προσωπική εξέλιξη και ευημερία του ανθρώπου. Η φράση "Πράττω κατά τον δαίμονα εαυτού" αναφέρεται στην επιλογή από το άτομο σκέψεων και πράξεων που η συνείδησή του θεωρεί σωστές και του τις υπαγορεύει, ακόμα και εάν έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές επιταγές. Την φράση αυτή επικρότησαν και υιοθέτησαν οι Στωικοί φιλόσοφοι.

Συνείδηση, λοιπόν...μία λέξη φαινομενικά απλή, αλλά με τόσα αποκρυφιστικά νοηματοδοτήματα και συσχετιζόμενη με τόσες άλλες συγγενικής φύσεως λέξεις... υποσυνείδητο, ασυνείδητο... Το ταξίδι, μόλις, ξεκίνησε.

Μακρύ το ταξίδι… γεμάτο άγριες φουρτούνες και τρομακτικές χίμαιρες. Χάνεσαι, ξαναβρίσκεις το δρόμο ή δεν τον βρίσκεις ή νομίζεις πως δεν έχεις χαθεί ποτέ. Ναι… υπάρχει και η τελευταία περίπτωση και είναι η πιο αηδιαστική. Αντικρύζεις εσένα και σε σιχαίνεσαι. Έπειτα, διακρίνεις τον σωσία σου και τον βροντοφωνάζεις. Όταν, όμως, πλησιάζει…τρομάζεις. Παραδομένος στις πλάνες σου, απορείς τί είναι αληθινό και τί οφθαλμαπάτη. Καμιά φορά, όμως, βυθίζεσαι στη μέθη…εκεί είναι όλα πιο όμορφα. Μετά ξυπνάς, αλλά οι περιηγήσεις συνεχίζουν και τα ερωτηματικά είναι πολλά.

Ανακάλυψες ποτέ αντιφατικά στοιχεία στη σκέψη και στη συμπεριφορά σου, τόσο δυνάμεων και αρετών, όσο και αδυναμιών και καταστροφικών διασυρμών; Άραγε...θύμωσες με τον εαυτό σου και αισθάνθηκες τόσο ευάλωτος και άλλο τόσο ένοχος; Καμιά φορά, εγώ απορώ με την μορφή και τις διαστάσεις της σκέψης μου. Φοβάμαι μήπως η υπερτροφοδότηση και η συνεπαγόμενη υπερλειτουργία της μου κάνουν κακό.

Και όλα αυτά τα ερωτηματικά... τόσο έντεχνα και μαεστρικά αναδύουν μυστηριακές ψυχόρμητες διαδιακασίες που διστάζω να αποδεχτώ και να βιώσω. Μπορεί να δρα η φοβία...αυτή της απομάκρυνσης από αυτό που αποκαλούμε "πραγματικότητα". Μα, και η πραγματικότητα τί είναι τελικά; Όλοι ζούμε σε αυτήν, όλοι την μνημονεύουμε, αλλά... έχουμε καταλάβει ακριβώς τί είναι; Μήπως, αυτή είναι η αιτία της ενοχής μου για τα πάντα... για τα καλά μου, για τα κακά μου, για τους άλλους ανθρώπους, για την ίδια την μυστηριώδη φύση; Άραγε, αυτή η λεγόμενη πραγματικότητα και οι νόμοι της με κάνουν να αισθάνομαι πως πράττω εσφαλμένα, ενώ εγώ μπορεί να έχω άλλη γνώμη; Η φύση τί άποψη να έχει για αυτό;

Είναι φορές... που νιώθω να επιλέγω, κάθε πρωί, μια μάσκα και άλλες φορές, συνήθως βράδυ...που νιώθω τα ουρλιαχτά της συνείδησής μου να ξεπερνούν τους στενούς τοίχους της ψυχής μου. Μα, τί είναι η συνείδηση; Όχι, δεν μπορεί και δεν θέλω να είναι το ίδιο με την πραγματικότητα. Δεν θυμάμαι, όμως, εάν επιτρέπω να τα ακούσει κανείς όλα αυτά. Δεν γνωρίζω ποιό είναι το σωστό. Αποδιοργανωμένες σκέψεις, αντιφατικές πράξεις, υπέρμετρη δειλία, μανιώδης φοβία...ακυβερνησία και λύπη...πολλή λύπη.

Η λύπη λένε πως είναι ο σωματοφύλακας του θυμού. Ε ναι, λοιπόν, έχω μέσα μου πολύ θυμό και απέραντη λύπη… για εμένα, για εσάς, για αυτόν τον κόσμο. Νιώθω πως δεν μου ανήκει ο εαυτός μου. Ξέρω... πως από εμένα και τον καθένα ξεχωριστά ξεκινούν το παραμύθι, το όνειρο, η ίδια η ζωή...η πραγματική ζωή... η ευτυχισμένη ζωή… το ιδεώδες. Δεν είναι πως ονειροπολώ. Δεν είναι πως οι άλλοι… οι πολλοί… γνωρίζουν την πραγματική ζωή και την αληθινή ευτυχία. Δεν ξέρουν και δεν καταλαβαίνουν τίποτα.

Γι' αυτό έχουμε φτάσει εδώ…δεσμώτες των φυλακών που οι ίδιοι φτιάξαμε. Αλλοτριωμένοι στο σάπιο βασίλειό μας. Του το κρατάω αυτού του κόσμου. Τον μισώ και ξέρω το γιατί… Σε αυτόν τον κόσμο, όλα αγοράζονται. Πάντα, όμως, θα υπάρχουν κάποιοι που δεν θα πουλήσουν τη ψυχή τους στον βωμό της δουλικής δειλίας, παρά τις συγκρούσεις που θα κληθούν να έρθουν αντιμέτωποι.

Ο Freud εισήγαγε στην ιστορία της ψυχανάλυσης τις θεμελιώδεις συγκρούσεις μεταξύ του πολιτισμού και του ατόμου, μιλώντας για τον πολιτισμό ως πηγή δυστυχίας. Αναγνώρισε ως πρωταρχικό πρόβλημα την αντιφατικότητα ανάμεσα στην επιθυμία του ατόμου για ελευθερία και τις επιταγές του πολιτισμού και της κοινωνίας για κομφορμισμό και καταπάτηση των ενστίκτων. Ας απαντήσουμε, εν μέρει, στο παραπάνω ερώτημα για το τί είναι η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα ή η κοινωνία ή ο πολιτισμός φέρονται να λειτουργούν ως κατασταλτικοί μηχανισμοί της ψυχικής ισορροπίας του ατόμου, καθώς φαίνεται να καταπιέζουν τις πρωταρχικές και ασυνείδητες ενορμήσεις του.

Μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα, τα ένστικτα ζωής, αλλά και η φύσει επιθετικότητα/ένστικτα θανάτου απωθούνται σε μεγάλο βαθμό. Το άτομο αισθάνεται περιορισμένο ψυχικά και πρακτικά, αδυνατώντας να διαχειριστεί την εσωτερική του πίεση και την αντιφατικότητα της ίδιας του της φύσης. Άλλωστε... ποιός νομίζει πως η φύση του ανθρώπου είναι μόνο ενάρετη; Η φύση του ανθρώπου είναι και ζωώδης και καταστροφική και πολύ σκοτεινή.

Ας ανοίξουμε τα μάτια και ας δούμε καθαρά ποιά είναι η φύση μας. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στα αιματηρά γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας. Θα πω, όμως, πως όσο εμμονικά κατασταλτική και να είναι η κοινωνική πραγματικότητα, κάποια στιγμή θα πραγματοποιηθούν η έκρηξη της εσωτερικής πίεσης και η βίαιη εξωτερίκευση και προβολή των καταστροφικών ορμών. Αρνούμαι, πια, να πειστώ στην σημαντικότητα των επίκτητων ψευδαισθητικών αναγκών και της παραληρηματικής ελεύθερης βούλησης. Είναι προκαθορισμένο και ασφυκτικά περικυκλωμένο το πλαίσιο των επιλογών. Το ξέρεις... το βιώνεις καθημερινώς, αλλά αρνείσαι να το δεις... διστάζεις να το παραδεχτείς...αρνείσαι, αρνείσαι συνεχώς. Το υποσυνείδητο, όμως, είναι δυνατό.

Τα προβολικά παιχνίδια του μίσους και η διαστροφή των κατασκευασμένων αισθήσεων σε έχουν κατακτήσει ολοκληρωτικά, όμως...ποτέ δεν είναι αργά. Ο ψυχικός και συμπεριφορικός μας παροξυσμός ενισχύεται από την ψυχαναγκαστική λογική και την νομιμοποιημένη ανηθικότητα που κατακλύζουν την εποχή μας, αλλά για να είμαι ακριβής...δομούν την εποχή μας... αποτελούν την εποχή μας. Οι ενορμήσεις, όμως, είναι καταρχήν ατομικές και, εν συνεχεία, κοινωνικές. Σκέψου το. Μη σταματήσεις ποτέ να εξερευνείς την φύση σου: την φαντασία, την καταστροφικότητα, την ζωική δυναμικότητα, την συνείδηση, το ασυνείδητο, την προσωπικότητα, την ατομική θέληση και μοναδικότητα.

Το βρώμικο κρησφύγετο θα έχει, πάντοτε, ευκολότερη πρόσβαση. Βλέπεις... επουλώνει ψευδαισθησιακά τις πληγές και έπειτα σε κατακυριεύει ολοκληρωτικά. Όλα... φαντασιακά. Τί θα γινόταν, όμως, εάν το κρυστάλλινο παλάτι του πραγματικού εαυτού έπαυε να είναι αιώνια απαραβίαστο; Αχ ξεχασιάρα συνείδηση...βρες τα κλειδιά...βρίσκονται, πάντα, τόσο κοντά.

Ο Ντοστογιέφσκι, ο αριστουργηματικός αυτός συγγραφέας και περίτεχνος καταδύτης στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και τον μυστηριώδη λυρικό μας βυθό, είχε πει: «Πείτε μου: ένας άνθρωπος που έχει νιώσει βαθιά τον εαυτό του, μπορεί να τον σέβεται;». Μεγάλο το ερώτημα... βίαιη η δράση του και... τρομακτική η κινητήρια δύναμή του. Η εκβατήρια κατεύθυνσή του, όμως, ανήκει σε σένα και μόνο σε σένα...μην την αφήνεις σε κανέναν άλλον... βγάλε τις μάσκες και αφέσου στην γύμνια της φύσης. Αυτή...δεν θα σε προδώσει ποτέ. Μην το κάνεις ούτε κι εσύ.

Θα αρχίσεις
να ζεις

ή

απλά θα υπάρχεις;

Γάμος: Από τον ενθουσιασμό… στην επανάσταση και την ολοκλήρωση!

Κάθε γάμος περνά από διαφορετικά στάδια όσο τα χρόνια περνούν. Από τον ενθουσιασμό των πρώτων ημερών και ύστερα, ο γάμος σας συνεχώς θα αλλάζει και θα εξελίσσεται. Αν κατανοήσετε τα διαφορετικά στάδια του γάμου, θα μπορέσετε να αναλύσετε και το στάδιο στο οποίο βρίσκεστε αυτό τον καιρό. Ρίξτε λοιπόν μια ματιά και διαβάστε τις μικρές συμβουλές για το πώς να κινηθείτε μέσα σε κάθε στάδιο.

Στάδιο 1ο: Ενθουσιασμός

Βρίσκεστε στην αρχή του γάμου. Ίσως να επιστρέψατε μόλις από το μήνα του μέλιτος. Ξεκινάτε την κοινή σας ζωή και το πάθος μεταξύ σας βρίσκεται στα ύψη. Πρόκειται για ένα άκρως διασκεδαστικό στάδιο, αφού εδώ δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου συγκρούσεις και κυριαρχεί ο ενθουσιασμός. Αυτό το στάδιο μάλιστα αποτελεί την τέλεια στιγμή για να θέσετε γερά θεμέλια που θα κρατήσουν γερή και υγιή τη σχέση σας και στα επόμενα στάδια.

Κίνδυνοι: Αν απορροφηθείτε υπερβολικά από το πάθος και τη διασκέδαση, το επόμενο στάδιο μπορεί να σας έρθει λίγο απότομα.

Συμβουλές: Θέστε γερά θεμέλια για την κοινή σας ζωή. Συζητήστε διεξοδικά τα οικονομικά, το πρακτικό κομμάτι του σπιτιού, όπως τις δουλειές και κάντε μακροπρόθεσμα σχέδια, για να επιτύχετε κοινούς στόχους.

Στάδιο 2ο: Πραγματικότητα

Εδώ προσγειωνόσαστε στην πραγματικότητα. Καθώς φτιάχνετε τη δική σας ρουτίνα, αρχίζετε να μαθαίνετε περισσότερα για τα δυνατά σημεία και τις αδυναμίες ο ένας του άλλου. Για να είμαστε ειλικρινείς, πρόκειται για το στάδιο που μαθαίνετε όλους τους τρόπους με τους οποίους ο ένας μπορεί να εκνευρίσει τον άλλο. Ποτέ δεν αδειάζει το πλυντήριο των πιάτων ή είναι ακραία αναβλητικός. Σε αυτό το στάδιο, θα αποκαλυφθούν κρυμμένα κομμάτια της πραγματικότητας.

Αυτή η πραγματικότητα μπορεί να είναι απογοητευτική μετά τον ενθουσιασμό του πρώτου σταδίου, αλλά αποτελεί επίσης μια καλή ευκαιρία, για να μάθετε περισσότερα ο ένας για τον άλλο και για να χτίσετε μια υγιή επικοινωνία.

Κίνδυνοι: Το να εστιάσετε μόνο σε ο,τι σας ενοχλεί, αντί να δείτε τα θετικά χαρακτηριστικά του/της συντρόφου σας.

Συμβουλές: Τελειοποιήστε την τέχνη της καλής επικοινωνίας. Εξασκήστε την ενσυναίσθηση και την καλή πρόθεση και εκφράστε τα συναισθήματα και τις ανάγκες σας χωρίς κατηγορηματικό και επικριτικό τρόπο.

Στάδιο 3ο: Επανάσταση

Η επανάσταση είναι ένα ζόρικο στάδιο. Εδώ είναι που τα ενδιαφέροντά σας αρχίζουν να συγκρούονται με εκείνα του/της συντρόφου σας και ο γάμος σας βιώνεται σαν εμπόδιο στους στόχους σας. Ίσως ο ένας να θέλει να ταξιδέψει, αλλά ο άλλος να θέλει να κάνει παιδιά. Ίσως να θέλετε και οι δύο να χτίσετε την καριέρα σας, αλλά να ενοχλείστε που το άλλο άτομο έχει εστιάσει στη δική του και δεν σας στηρίζει. Το στάδιο της επανάστασης μπορεί γρήγορα να επιφέρει μια μεγάλη, κρίσιμη σύγκρουση.

Κίνδυνοι: Προσπαθήστε να μη ξεφεύγετε και αρχίσετε αδίκως να κατηγορείτε το/τη σύντροφό σας για το ότι σας εμποδίζει να αποκτήσετε αυτό που θέλετε.

Συμβουλές: Εξασκήστε την ανοικτή, τρυφερή επικοινωνία. Μιλήστε ο ένας στον άλλο για τις ελπίδες και τα όνειρά σας και βρείτε έναν τρόπο να στηρίξετε ο ένας τον άλλο, χωρίς να στέκεστε εμπόδιο. Εδώ εμπλέκεται και ο συμβιβασμός και κυρίως η πλήρη επίγνωση του τι θέλετε ακριβώς να πετύχετε.

Στάδιο 4ο: Εξωτερικές δεσμεύσεις

Αυτό το στάδιο εμφανίζεται περίπου τον καιρό που όλες οι αλλαγές συμβαίνουν. Προαγωγές, παιδιά, αλλαγή σπιτιού κλπ. Οι υποχρεώσεις αλλάζουν και μάλλον αυξάνονται. Είστε και οι δύο πολύ απασχολημένοι και ξαφνικά ο γάμος σας αρχίζει να φαίνεται σαν μια εμπορική συμφωνία. Το περισσότερο μέρος της επικοινωνίας σας καταλαμβάνει η πρακτική ζωή, όπως το τι συμβαίνει με τα παιδιά, πότε είναι το επόμενο ραντεβού στο γιατρό και τι θα φάτε αύριο.

Κίνδυνοι: Αν δεν προσέξετε, ο γάμος σας μπορεί να μπει σε δεύτερη ή τρίτη μοίρα και να ξεχάσετε τις ωραίες στιγμές σας μαζί.

Συμβουλές: Βρείτε χρόνο για τους δυο σας, ό,τι κι αν συμβαίνει μέσα στη μέρα. Δώστε ένα εβδομαδιαίο ραντεβού κάπου έξω για ένα ρομαντικό δείπνο ή απλά για μια ταινία στον κινηματογράφο. Θυμηθείτε τους λόγους που παντρευτήκατε εξαρχής.

Στάδιο 5ο: Επανένωση

Τα παιδιά έχουν πια μεγαλώσει, οι καριέρες σας είναι πια σταθεροποιημένες και τα οικονομικά σας φαίνονται να βρίσκονται σε σταθερά επίπεδα. Πρόκειται για την ήρεμη περίοδο ενός γάμου, όπου η ζωή περνά άνετα με λιγότερο στρες και δεσμεύσεις απ’ ότι πριν. Μπορεί όμως και να αποτελέσει έναν τόπο απογοήτευσης. Αν κάποιος από τους δύο νιώθει ότι έχει βαρεθεί με πολλά κομμάτια της ζωής του, έρχεται στο προσκήνιο η διάψευση των προσδοκιών.

Κίνδυνοι: Η καθημερινότητά σας μπορεί να αρχίζει να γίνεται βαρετή και αυτό να σας απομακρύνει από το/τη σύντροφό σας μακροπρόθεσμα.

Συμβουλές: Βάλτε λίγο χρώμα στον γάμο σας, κάνοντας μαζί κάποιες διασκεδαστικές δραστηριότητες. Παρακολουθήστε ένα μάθημα χορού ή κάντε μια εκδρομή. Μιλήστε ανοιχτά για τις ανάγκες του γάμου σας στο δεδομένο σημείο που βρίσκεστε.

Στάδιο 6ο: Έκρηξη

Οι εκρήξεις μπορούν να συμβούν σε κάθε στάδιο του γάμου σας, αλλά είναι πιο πιθανές, όταν εισέρχεστε στη μέση ηλικία. Η απώλεια μιας δουλειάς, ο φόβος για την υγεία σας, ο θάνατος ενός γονέα ή τα οικονομικά προβλήματα μπορούν να τραντάξουν τα θεμέλια του γάμου σας. Ένα τέτοιο ξέσπασμα μπορεί να σας αφήσει μουδιασμένους και/ή στρεσαρισμένους. Ο γάμος σας μπορεί να γίνει πηγή παρηγοριάς ή περαιτέρω δυσανασχέτησης.

Κίνδυνοι: Είναι εύκολη υπόθεση το να ξεσπάσετε στο/στη σύντροφό σας, όταν τα πράγματα δυσκολεύουν στους άλλους τομείς της ζωής σας. Η συνειδητοποίηση ότι μεγαλώνουμε δεν είναι και πολύ ομαλή πολλές φορές.

Συμβουλές: Να είστε εκεί ο ένας για τον άλλο. Βρείτε χρόνο να συμπαρασταθείτε, να δείξετε τη στήριξη σας αμοιβαία. Αντιμετωπίστε τις δυσκολίες μαζί, γίνετε ομάδα.

Στάδιο 7ο: Ολοκλήρωση

Μόλις καταφέρετε να προσπεράσετε επιτυχώς τα πάνω και τα κάτω μιας μακράς έγγαμης ζωής, έχετε φτάσει στο στάδιο της ολοκλήρωσης. Αυτό είναι συχνά ένα από τα πιο ευτυχισμένα στάδια σε έναν γάμο. Ξέρετε ο ένας τον άλλο πολύ καλά και έχετε εγκαθιδρύσει μια ζωή που και οι δύο βρίσκετε ικανοποιητική. Παλέψατε μαζί σε πολλές μάχες και είστε ακόμα σύμμαχοι.

Κίνδυνοι: Είναι εύκολο να εφησυχάσετε σε αυτό το στάδιο και να ξεχάσετε ότι χρειάζεται να εκτιμάτε το/τη σύντροφό σας κάθε μέρα που περνά.

Συμβουλές: Ξαναβρείτε τη χαρά του πρώτου σταδίου, περνώντας μαζί περισσότερο ποιοτικό χρόνο και ξεκινώντας για νέες περιπέτειες. Επαναλάβετε κάθε μέρα στο άλλο σας μισό πόσο πολύ το εκτιμάτε και πόσα πολλά σημαίνει για εσάς.

Το κάθε στάδιο συνοδεύεται από τις προκλήσεις του. Αν μείνετε όμως αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλο και εκμεταλλευτείτε το κάθε στάδιο, για να ενδυναμώσετε τα θεμέλιά σας, θα ζήσετε μαζί ένα τρυφερό και ευτυχισμένο μέλλον.