Το άγχος και η αύξηση της ψυχικής και σωματικής πίεσης επηρεάζουν ολόκληρο το σώμα μας.
Σχετικά νωρίς παρατηρούμε σημάδια νευρικότητας και υπερέντασης, ή ακόμη και προβλήματα συγκέντρωσης ενώ μακροπρόθεσμα βλέπουμε τα αποθέματα ενέργειας να εξαντλούνται όλο και πιο γρήγορα.
Παρόλα αυτά, ακολουθώντας μια ισορροπημένη διατροφή, πλούσια σε αμινοξέα, τα οποία είναι και υπεύθυνα για την σύνθεση πρωτεϊνών, και με την απαραίτητη ξεκούραση, μπορούμε πολύ γρήγορα να αναπληρώσουμε τα αποθέματά μας.
Όταν μιλάμε για σωματική και ψυχική υγεία, σπάνια αναφερόμαστε στα αμινοξέα, παρόλο που αυτές οι οργανικές ενώσεις είναι από τα βασικά δομικά στοιχεία του σώματός μας. Τα αμινοξέα, που συνθέτουν τις πρωτεΐνες, αποτελούν τα πιο πολυπληθή συστατικά των ανθρώπινων μυών και άλλων ιστών μετά το νερό. Υπάρχουν μάλιστα και αμινοξέα που το σώμα μας μπορεί να δημιουργήσει μόνο υπό ορισμένες συνθήκες.
Ένα τέτοιο αμινοξύ είναι η L-αργινίνη, η κύρια λειτουργία της οποίας είναι η αύξηση της παραγωγής νιτρικού οξειδίου. Καθώς το νιτρικό οξείδιο έχει αγγειοδιασταλτική δράση, μεταξύ άλλων, η L-αργινίνη βελτιώνει την κυκλοφορία του αίματος, την παροχή οξυγόνου, θρεπτικών ουσιών, υγρών και ορμονών στα κύτταρα και συμβάλει στην επιτάχυνση της επούλωσης πληγών σε περίπτωση τραυματισμών.
Ένα άλλο τέτοιο θρεπτικό συστατικό είναι η ακετυλο-L-καρνιτίνη, ένα παράγωγο αμινοξέος που βοηθά τα κύτταρα να μεταβολιστούν. Έχει θετική επίδραση στη λειτουργία του εγκεφάλου, διεγείρει τη μνήμη, βοηθά στην ενεργό σκέψη και μειώνει το αίσθημα κόπωσης. Έχει επίσης ενεργό ρόλο στη διαδικασία διάσπασης του λίπους και διατίθεται και ως συμπλήρωμα διατροφής.
Παρόλο που η L-αργινίνη και η ακετυλο-L-καρνιτίνη παράγονται από τον οργανισμό μας, πρέπει να γνωρίζουμε ότι το σωματικό ή ψυχικό στρες και η έντονη προπόνηση μπορούν να μειώσουν την παραγωγή τους και συνεπώς να οδηγήσουν σε ανεπάρκεια αυτών. Σε αυτήν την περίπτωση, πρέπει να υπάρχει μια εξωτερική πηγή που θα καλύπτει αυτό το κενό.
Η ακετυλο-L-καρνιτίνη βρίσκεται κυρίως στα κόκκινα κρέατα, και η φυσική πηγή της L-αργινίνης είναι τα καρύδια, τα ηλιοτρόπια, το καστανό ρύζι και η βρώμη ενώ και τα δύο αμινοξέα βρίσκονται και σε ορισμένα ποιοτικά ενεργειακά ποτά.
Η πρόσληψη από εξωτερικές πηγές είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους ενεργούς αθλητές και συνιστάται κατά την διάρκεια έντονων προπονήσεων και αγώνων. Επίσης, πολλές φορές τα συμπληρώματα αυτά μπορούν να βοηθήσουν στην εργασία, μετά από μια εξαντλητική ημέρα στο γραφείο, είτε σε κάποια απλή ενασχόληση μέσα στην ημέρα, με σχετικά χαμηλής έντασης σωματική δραστηριότητα ή σε κάποια άλλη που να απαιτεί σταθερή, ισχυρή συγκέντρωση, όπως είναι για παράδειγμα τα βιντεοπαιχνίδια στον υπολογιστή.
Κυριακή 29 Αυγούστου 2021
Επιστήμονες προτείνουν το ψέκασμα των φυτών με το άρωμα της πασχαλίτσας
Μία ομάδα ερευνητών στις ΗΠΑ προτείνει μία φιλική στο περιβάλλον μέθοδο προστασίας των φυτών από παράσιτα.
Πιο συγκεκριμένα ερευνητές του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια υποστηρίζουν ότι κατάφεραν να απομονώσουν συγκεκριμένες χημικές ουσίες από σκαθάρια και πιο συγκεκριμένα από σκαθάρια της οικογένειας Coccinellidae τα είδη των οποίων είναι γνωστά στην Ελλάδα με τις ονομασίες λαμπρίτσα και πασχαλίτσα.
Σύμφωνα με τους ερευνητές αυτές οι χημικές ουσίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ενός σπρέι με το οποίο θα ψεκάζουμε τα φυτά και ειδικά εκείνα των καλλιεργειών. Το σπρέι αυτό θα μεταφέρει στα φυτά την οσμή των σκαθαριών ή άλλων εντόμων που αποτελούν αντιπάλους των παράσιτων έτσι ώστε αυτά να διαισθανθούν ότι κινδυνεύουν και να μην πλησιάσουν τα φυτά.
Αν η μέθοδος αυτή αποδειχθεί αποτελεσματική θα αποτελέσει μια εξαιρετική και πάνω από όλα φιλική στο περιβάλλον λύση. Εκτός των άλλων τα φυτοφάρμακα όχι μόνο βλάπτουν το περιβάλλον και είναι επικίνδυνα και για την ανθρώπινη υγεία αλλά έχει διαπιστωθεί ότι πολλά παράσιτα και μάλιστα τα πιο επικίνδυνα και βλαβερά για τις καλλιέργειες έχουν πλέον καταφέρει να αναπτύξουν ανθεκτικότητα στα περισσότερα φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούν οι αγρότες. Ήδη οι ερευνητές συνεργάζονται με μια εταιρεία για την ανάπτυξη ενός τέτοιου σπρέι για να δοκιμάσουν τις δυνατότητες του στην πράξη.
Πιο συγκεκριμένα ερευνητές του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια υποστηρίζουν ότι κατάφεραν να απομονώσουν συγκεκριμένες χημικές ουσίες από σκαθάρια και πιο συγκεκριμένα από σκαθάρια της οικογένειας Coccinellidae τα είδη των οποίων είναι γνωστά στην Ελλάδα με τις ονομασίες λαμπρίτσα και πασχαλίτσα.
Σύμφωνα με τους ερευνητές αυτές οι χημικές ουσίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ενός σπρέι με το οποίο θα ψεκάζουμε τα φυτά και ειδικά εκείνα των καλλιεργειών. Το σπρέι αυτό θα μεταφέρει στα φυτά την οσμή των σκαθαριών ή άλλων εντόμων που αποτελούν αντιπάλους των παράσιτων έτσι ώστε αυτά να διαισθανθούν ότι κινδυνεύουν και να μην πλησιάσουν τα φυτά.
Αν η μέθοδος αυτή αποδειχθεί αποτελεσματική θα αποτελέσει μια εξαιρετική και πάνω από όλα φιλική στο περιβάλλον λύση. Εκτός των άλλων τα φυτοφάρμακα όχι μόνο βλάπτουν το περιβάλλον και είναι επικίνδυνα και για την ανθρώπινη υγεία αλλά έχει διαπιστωθεί ότι πολλά παράσιτα και μάλιστα τα πιο επικίνδυνα και βλαβερά για τις καλλιέργειες έχουν πλέον καταφέρει να αναπτύξουν ανθεκτικότητα στα περισσότερα φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούν οι αγρότες. Ήδη οι ερευνητές συνεργάζονται με μια εταιρεία για την ανάπτυξη ενός τέτοιου σπρέι για να δοκιμάσουν τις δυνατότητες του στην πράξη.
Γίγαντες κι Ανθρωποι Ανώτεροι απ’ τους Θεούς
Δεν ξέρει ο ένας Θεός τι κάνει ο άλλος; Άνθρωποι ανώτεροι από θεούς και γίγαντες; Θεοί που ζευγαρώνουν με ανθρώπους και γεννούν παιδιά ανώτερα από τους θεούς; Δεν διαθέτουν παντοδυναμία, ζητούν βοήθεια ο ένας από τον άλλον; Δεν ήταν καλοί, αγαθοί;
Αν δεχτούμε αυτά που λέει η Ελληνική Μυθολογία, (και δεν υπάρχει λόγος να μην τα δεχτούμε, ειδικά όταν συμπίπτουν σε όλες τι μυθολογίες, κουλτούρες και παραδόσεις των λαών) ήταν δολοπλόκοι, ύπουλοι, συμφεροντολόγοι και πανούργοι; Οι Γίγαντες κατά γενική ομολογία, ήταν οι γεννήτορες των θεών, άρα οι θεοί σκότωσαν τους γονείς τους; Η Αρχαία Ελληνική Μυθολογία-Ιστορία, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Ιστορίες για γίγαντες, θεούς και ανώτερους ανθρώπους.
Η Γιγαντομαχία, μάχη των θεών με τους Γίγαντες, είναι αρχαίος Ελληνικός μύθος που περιγράφει την πάλη του Δία και των ολυμπίων θεών με τους Γίγαντες. Την περιγράφει ο Απολλόδωρος στο έργο του «περί θεών», ο Όμηρος στην «Οδύσσεια», ο Υγίνος στο «Poetica Astronomica», ο Παυσανίας και ο Νόννος ο Πανοπολίτης.
Εκείνα τα χρόνια συνυπήρχαν με τους θεούς, και τους ανθρώπους και οι γίγαντες !!! Όταν ο Δίας νίκησε τον Κρόνο και τους Τιτάνες, και τους καταπόντισε στα Τάρταρα, η Γαία μίσησε τον Δία και τους άλλους θεούς του ουρανού, και όλα τα παιδιά τους. Ξεσήκωσε τους Γίγαντες, και αυτοί με αρχηγό τον Ευρυμέδωντα εκτόξευαν προς τον ουρανό τεράστιες κοτρώνες και φλεγόμενα βελανίδια. Η Γαία ξεκίνησε για να αναζητήσει το βοτάνι της αιωνιότητας για να κάνει τα παιδιά της αθάνατα.
Ο Δίας τότε φώναξε την Ηώ, τον Ήλιο και την Σελήνη και τους απαγόρευσε να βγουν και να φωτίσουν. Μέσα στο σκοτάδι πήγε αυτός και βρήκε πρώτος το βοτάνι της αιωνιότητας. Ο χρησμός του μαντείου όμως είπε, ότι «μόνο η βοήθεια ενός θνητού θα έφερνε την νίκη, αφού οι Γίγαντες είναι άτρωτοι για τους θεούς». Ο Δίας, έστειλε την κόρη του Αθηνά και ζήτησε την βοήθεια των δύο υιών του, που γέννησε με θνητές, του Ηρακλή και τον Διόνυσο…
«Είμαι ο γίγαντας ο Ερυσίχθωνας ο γιος του Τρίοπα, είμαι ο βασιλιάς, είμαι ο πιο δυνατός, είμαι ο πιο ξακουστός, είμαι ο πιο πλούσιος. Αλλά το παλάτι μου είναι μικρό, δεν αρμόζει στη δύναμη τη δόξα και τα πλούτη μου. Πρέπει το παλάτι μου να μεγαλώσω, να δείχνω τη δύναμη μου να δείχνω τη δόξα μου να δείχνω τα πλούτη μου. Διαταγή μου είναι ή να κόψετε και να φέρετε την καλύτερη ξυλεία, να κόψετε ης μεγάλες βελανιδιές τις Δρυς τους δένδρους που η ξυλεία τους αντάξια του ονόματος μου και της δύναμης μου είναι»
Οι υπήκοοι του προσπαθούν να τον μεταπείσουν.
«Βασιλιά είναι ύβρις, είναι υπερβολή αυτό που μας διατάζεις να κάνουμε. Έχουμε υποσχεθεί στη θεά Δήμητρα για όλα όσα μας προσφέρει. Για όλα όσα μας έμαθε, πώς να καλλιεργούμε τα χωράφια μας και πως να φροντίζουμε τη γη, για να μας φέρνει πάντοτε τα δώρα της, ότι θα προσέχουμε κι θα φροντίζουμε αυτό το Ιερό Δάσος εδώ στο ΔΩΤΙΟ Πεδίο. Σ’ αυτά κατοικούν οι Νύμφες και οι Αμαδρυάδες και όλα τα άλλα πανέμορφα Ζωντανά της φύσης μας. Τούτο το πεδίο αναζωογονεί και ξεκουράζει την κουρασμένη από την καλλιέργεια γη μας».
Αλλά ο γίγαντας Ερυσίχθωνας κανέναν δεν άκουσε ούτε φοβάται την οργή της θεάς. Μαζί με άλλους γίγαντες έκοψε τα Ιερά Δένδρα. Κλαίνε τα πουλιά, τα ζώα, οι Νύμφες και οι Αμαδρυάδες. Ήταν εκεί η θεά Δήμητρα και με τη μορφή της Νικήππης τον παρακάλεσε να σταματήσει αλλά αυτός δεν άκουγε τίποτα.
Έκοψε ο γίγαντας ο Ερυσίχθωνας, όλα τα δένδρα. Καταστροφή !!!
Σε λίγο εμφανίζεται η Νικήππη, περίλυπη για τη καταστροφή.
«Ήμουν εκεί. Αυτό που έγινε είναι καταστροφή! Ο Ερυσίχθωνας μαζί με άλλους γίγαντες έκοψε τα ιερά δέντρα για να κατασκευάσει περισσότερα και καλύτερα ανάκλιντρα για τα Βασιλικά Γιγάντια συμπόσια που οργανώνει. Η θεά του είπε ότι παραλογίζεται και από την πράξη του όλο το Δώτιο πεδίο θα ερημωθεί. Θα έχει ανάκλιντρα αλλά δεν θα έχει τρόφιμα και ποτά για τα συμπόσιά του».
«Εγώ, είμαι Γίγαντας και εγγονός του Ποσειδώνα της απάντησε, δεν φοβάμαι τίποτα. Φύγετε από το δρόμο μου»
Η θεά κάλεσε από την Σκυθία την Πείνα και καθώς αυτός κοιμάται τον κυριεύει. Τον Γίγαντα τον κυρίευσε ακατάσχετη βουλιμία. Πεινούσε χωρίς σταματημό. Όλα τα πούλησε, για να χορτάσει και δεν χόρταινε με τίποτα. Ο πατέρας του ο Τριόπας παρακάλεσε τον Ποσειδώνα να τον σώσει αλλά ο θεός δεν τον άκουσε. Όταν τίποτα δεν του απόμεινε αποφάσισε να πουλήσει την κόρη του Μήστρα.
Αυτή καθώς ήταν ερωμένη του Ποσειδώνα ζήτησε τη βοήθειά του και ο θεός της έδωσε το χάρισμα να μεταμορφώνεται σε ζώο όποτε ήθελε.
Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Ερυσίχθωνας πουλώντας την κόρη του σαν «ζώο» που ξαναγύριζε σ’ αυτόν προσπαθούσε να χορτάσει. Ούτε αυτό όμως τον έσωσε. Ήταν τέτοια η πείνα του που τελικά από την βουλιμία του έφαγε τις σάρκες. Έτσι τελείωσαν οι Γίγαντες.
Αλλά έπρεπε να κοιμηθεί ο γίγαντας, για να τον κυριεύσει μια θεά;
Που μάλιστα κάλεσε και βοήθεια; Τι στο καλό θεά ήταν;
Ας δούμε πως άρχισε η μάχη θεών και γιγάντων
Οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το σώμα της Γης όταν έσταξε πάνω του αίμα από την πληγή του Ουρανού μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο. Με τον ίδιο τρόπο γεννήθηκαν και οι Ερινύες και οι Μέλιες Νύμφες. Οι Γίγαντες ήταν όντα τρομακτικά και υπερφυσικά. Είχαν μορφή ανθρώπου μα ήταν τρομεροί στην όψη, πελώριοι στο ανάστημα και ακαταμάχητοι στη δύναμη.
Το σώμα τους ήταν φολιδωτό και κατέληγε σε ουρά σαύρας. Είχαν πυκνά μαλλιά και μακριά γένια. Στα τριχωτά χέρια τους κρατούσαν μακριά και λαμπερά ακόντια. Μολονότι είχαν θεϊκή καταγωγή ήταν θνητοί ή τουλάχιστον για να σκοτωθούν έπρεπε να χτυπηθούν ταυτόχρονα από ένα θεό και ένα θνητό.
Άλλες παραδόσεις έλεγαν ότι κάποιοι από τους Γίγαντες ήταν αθάνατοι όσο πατούσαν στο έδαφος όπου είχαν γεννηθεί. Επικρατέστερο μέρος για τη γέννησή τους είναι η Παλλήνη της Χαλκιδικής, μια περιοχή εξαιρετικά άγρια. Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό.
Κατοικούσαν στις δυτικές ακτές του Ωκεανού όπου συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους. Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους. Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.
Η Γη ήταν οργισμένη από την τύχη που είχαν οι Τιτάνες μετά το τέλος της Τιτανομαχίας. Μολονότι είχε βοηθήσει τον εγγονό της με κάθε τρόπο για να επικρατήσει, δεν άντεχε να βλέπει τους γιους και τις κόρες της φυλακισμένους στα Τάρταρα. Έτσι, όταν είδε την τεράστια δύναμη που είχαν οι Γίγαντες, τους ξεσήκωσε σε πόλεμο εναντίον των Ολυμπίων. Ο Δίας και τα αδέρφια του έπρεπε να περάσουν άλλη μια δοκιμασία. Ξέσπασε μια τρομερή μάχη που έμεινε γνωστή με το όνομα Γιγαντομαχία.
Η επίθεση των Γιγάντων μάλιστα έγινε χωρίς καμιά προειδοποίηση. Ξαφνικά οι θεοί του Ολύμπου δέχτηκαν βροχή από βράχους, αναμμένους δαυλούς και ολόκληρα φλεγόμενα δέντρα. Οι Γίγαντες ξερίζωναν τα βουνά και τα τοποθετούσαν το ένα πάνω στο άλλο για να σκαρφαλώσουν στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, εκεί όπου ήταν χτισμένα τα θεϊκά παλάτια.
Η Γη και ο Ουρανός αναστατώθηκαν
Έγινε σωστή κοσμοχαλασιά: στεριές βούλιαζαν και ποτάμια άλλαζαν πορείες. Οι οροσειρές τραντάζονταν συθέμελα και σαν φύλλα δέντρων έτρεμαν ο Όλυμπος, η Όσσα, το Πήλιο, η Πίνδος, το Παγγαίο και ο Αθως.
Οι θεοί του Ολύμπου ζώστηκαν τα άρματα και ετοιμάστηκαν για πόλεμο. Αρχηγός στο θεϊκό στρατόπεδο ήταν ο Δίας, οπλισμένος όχι μόνο με την αστραπή και τον κεραυνό, όπως στην Τιτανομαχία, αλλά και με την αιγίδα, το δέρμα κατσίκας που είχε πάνω το κεφάλι της Γοργόνας. Η τρομερή μορφή της έσπερνε τον πανικό ή απολίθωνε όποιον την αντίκριζε.
Πλάι του πιστή σύμμαχος η κόρη του η Αθηνά, η θεά των μαχών, που μόλις είχε γεννηθεί πάνοπλη από το τεράστιο κεφάλι του. Φορώντας την πανοπλία της και με το γοργώνειο στο στήθος πολέμησε καλύτερα και από άντρας. Γι’ αυτό ο Δίας, ονομάστηκε γιγαντοφόνης και γιγαντολέτωρ και η Αθηνά προσονομάστηκε γιγαντολέτειρα, δηλαδή αυτοί που σκότωσαν τους Γίγαντες. Παραστάτες του Δία ήταν η Νίκη και η φοβερή μάνα της η Στύγα.
Πρωτοπαλίκαρά του ήταν ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας και ο Ήφαιστος ,που σε κάποια στιγμή που είδε κουρασμένο τον Ήλιο τον πήρε πάνω στο δικό του άρμα. Μα και οι θεές πρόσφεραν με κάθε τρόπο τη βοήθειά τους, η Ήρα, η Αφροδίτη, η Αρτεμη, η Εκάτη και οι Μοίρες. Μόνο η Δήμητρα δε συμμετείχε στον αγώνα αυτόν γιατί είχε ιδιαίτερη συγγένεια με τη Γη, προστάτευε τους καρπούς που φύτρωναν στο ιερό της χώμα.
Καθένας θεός και καθεμιά θεά σκότωσαν έναν ή περισσότερους από τους Γίγαντες που οι πιο γνωστοί ήταν ο Πορφυρίωνας, ο Αλκυονέας, ο Εγκέλαδος, ο Εφιάλτης, ο Εύρυτος, ο Κλυτίας, ο Πολυβώτης, ο Πάλλας, ο Ιππόλυτος, ο Γρατίωνας, ο Άγριος και ο Θέωνας.
Ο πόλεμος κρατούσε πολύ καιρό μα με κανέναν τρόπο οι Ολύμπιοι δεν μπορούσαν να νικήσουν. Τότε η Αθηνά έμαθε τον πανάρχαιο χρησμό που έλεγε πως οι Γίγαντες θα χαθούν μόνο αν κάποιοι θνητοί πολεμήσουν στο πλάι των αθανάτων. Μόλις το άκουσε ο Δίας έστειλε την Αθηνά να φωνάξει δυο θνητούς γιους του, τον Ηρακλή τον οποίο είχε αποκτήσει με την Αλκμήνη και τον Διόνυσο που τον γέννησε με τη Σεμέλη.
Η Γη αμέσως άρχισε να ψάχνει ένα μαγικό βοτάνι που θα έκανε ατρόμητους τους Γίγαντες από τα βέλη των θνητών. Ο Δίας για να την καθυστερήσει απαγόρευσε στον Ήλιο, τη Σελήνη και την Ηως να ανατείλουν. Έτσι, επικράτησε για πολλές μέρες σκοτάδι μέχρι που ο Δίας βρήκε πρώτος το μαγικό βοτάνι και το κατέστρεψε. Έτσι η πορεία προς τη νίκη ξεκίνησε. Σε λίγο κατέφθασε ο Ηρακλής που υπήρξε ο πολυτιμότερος σύμμαχος της Αθηνάς σ’ αυτόν τον αγώνα και με τα βέλη του σκότωσε πάρα πολλούς Γίγαντες.
Μάλιστα, επειδή ήταν γιος του Δία, μπορούσε όταν κουραζόταν από την πολύωρη μάχη, ν’ ανεβαίνει στο άρμα του θεϊκού πατέρα του. Ο Διόνυσος ήρθε με τη συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες, καβάλα πάνω σε γαϊδούρια που με τους κρότους και τα γκαρίσματά τους πολλές φορές τρόμαζαν τους Γίγαντες. Ένα άλλο όπλο του Διόνυσου ήταν και ο θύρσος, το σύμβολό του, ένα μακρύ ραβδί στολισμένο με κισσό. Οι δυο γιοι του Δία για τη γενναιότητα και το θάρρος που έδειξαν στη Γιγαντομαχία ανταμείφθηκαν και έγιναν αθάνατοι.
Οι αρχαίοι μυθογράφοι ασχολήθηκαν με τη Γιγαντομαχία και μέσα από τα έργα τους μας περιγράφουν πολλές σημαντικές σκηνές της.
Ο Ηρακλής χτύπησε πρώτα με το τόξο του τον Αλκυονέα. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος από τους Γίγαντες και σύμφωνα με μια παράδοση, ο αρχηγός τους. Ο Αλκυονέας έπεσε κάτω με τρομερό κρότο. Αλλά τη στιγμή που ο ήρωας πανηγύριζε για την επιτυχία του, τον είδε να σηκώνεται πάλι υψώνοντας απειλητικά το τεράστιο κορμί του.
Ήταν μάλιστα έτοιμος να εκτοξεύσει στον Ηρακλή έναν τεράστιο βράχο που βρισκόταν δίπλα του. Ευτυχώς η Αθηνά κατάφερε να τον εμποδίσει. Μετά εξήγησε στον Ηρακλή που ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του, ότι ο Αλκυονέας ήταν αθάνατος όσο πατούσε στο χώμα που τον γέννησε. Τότε ο ήρωας φορτώθηκε στις στιβαρές πλάτες του το Γίγαντα, τον μετέφερε έξω από το πεδίο της Φλέγρας όπου είχε γεννηθεί και τον εξόντωσε τελειωτικά με τα βέλη του.
Οι κόρες του, οι Αλκυονίδες, απελπισμένες από το θάνατο του πατέρα τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα και μεταμορφώθηκαν σε πουλιά (τις αλκυόνες).
Ο Πορφυρίωνας που φιλοδοξούσε να εξουσιάσει τη Δήλο και τους Δελφούς και η Γη του είχε υποσχεθεί να τον ζευγαρώσει με την Ήβη, την κόρη της Ήρας, παρακολουθούσε την εξόντωση του αδερφού του και όρμησε να εκδικηθεί τον Ηρακλή.
Σίγουρα ο τρομερός Γίγαντας θα καταπλάκωνε μ’ ένα βουνό τον ήρωα. Ευτυχώς όμως ο Δίας μηχανεύτηκε ένα κόλπο την τελευταία στιγμή. Διέταξε την Αφροδίτη να κυριέψει το Γίγαντα με ερωτικό πάθος για την Ήρα που βρισκόταν εκεί κοντά.
Η Αφροδίτη έστειλε το γιο της τον Έρωτα εναντίον του Πορφυρίωνα και ξαφνικά αυτός αδιαφορώντας για τον Ηρακλή άρχισε να κυνηγάει την Ήρα για να σμίξει μαζί της. Τη στιγμή ακριβώς που είχε συλλάβει τη θεϊκή βασίλισσα και είχε σκίσει τα μεγαλόπρεπα πέπλα της, ο Ηρακλής βρήκε την ευκαιρία να τον εξοντώσει με το βέλος του.
Ανάλογο ρόλο έπαιξε και η ίδια η Αφροδίτη στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας. Σε μια δύσκολη στιγμή που δεκαπέντε Γίγαντες είχαν περικυκλώσει απειλητικά τον Ηρακλή, αυτή μετέφερε με τη θεϊκή δύναμή της τον ήρωα σ’ ένα σπήλαιο. Κατόπιν, έδειξε το καταπληκτικό της σώμα στους Γίγαντες. Αυτοί μονομιάς κυριεύτηκαν από ερωτικό πάθος και άρχισαν να τρέχουν πίσω από τη θεά. Η Αφροδίτη τους οδήγησε έτσι στη σπηλιά όπου είχε κρύψει τον Ηρακλή.
Επειδή οι Γίγαντες δε χωρούσαν να περάσουν όλοι μαζί την είσοδο της σπηλιάς, έμπαιναν μέσα ένας ένας. Ο Ηρακλής με μεγάλη ευκολία κατάφερε να τους εξοντώσει και τους δεκαπέντε. Η Αθηνά, πολεμική θεά, δεν κατέφυγε σε τέτοια γυναικεία κόλπα. χρησιμοποιώντας το δόρυ και το ακόντιό της πολέμησε αντρίκεια. Στην αρχή πάλευε πολλές ώρες με τον Πάλλαντα. Ο Γίγαντας ήταν τρομερά δυνατός, όμως η Αθηνά χρησιμοποιώντας πολεμικά κόλπα και έξυπνη στρατηγική κατάφερε να τον εξοντώσει. Στη συνέχεια τον έγδαρε και από το δέρμα του κατασκεύασε τη δική της αιγίδα, που την έκανε ατρόμητη.
Ο Εγκέλαδος, όταν είδε το φριχτό τέλος του Πάλλαντα, το έβαλε στα πόδια. Η Αθηνά όμως τον αντιλήφθηκε και τον καταδίωξε. Επειδή δυσκολευόταν να τον φτάσει, άρπαξε τη Σικελία και την πέταξε κατά πάνω του. Το νησί βρήκε το στόχο του και καταπλάκωσε το Γίγαντα. Έτσι εξηγούνταν από τους αρχαίους οι εκρήξεις της Αίτνας, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα τινάγματα του Εγκέλαδου που ψυχομαχούσε.
Μια παρόμοια περιπέτεια με τον Εγκέλαδο είχε και ο Πολυβώτης. Αυτόν ανέλαβε να τον αντιμετωπίσει ο Ποσειδώνας. Η μάχη μέσα στη θάλασσα ήταν τρομερή. Τεράστια κύματα σηκώθηκαν και κόντευαν να φτάσουν τα παλάτια του Ουρανού, ψηλά στον Αιθέρα. Ο Ποσειδώνας όμως είχε το προνόμιο ότι βρισκόταν στο δικό του χώρο, μέσα στο υγρό του βασίλειο. Με το όπλο που του είχαν χαρίσει οι Κύκλωπες, την τρομερή τρίαινα, κατάφερε να τρυπήσει πολλές φορές το κορμί του Γίγαντα.
Το αίμα του κυλούσε ασταμάτητα και κοκκίνισε ολόκληρη τη θάλασσα· μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα τράπηκε σε φυγή. Ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας όμως άρπαξε ένα κομμάτι από την Κω, το πέταξε με μεγάλη δύναμη στον Πολυβώτη και τον πλάκωσε. Το κομμάτι της Κω που καταπλάκωσε το Γίγαντα είναι το γνωστό νησάκι Νίσυρος.Στη Γιγαντομαχία έλαβε μέρος και ο Απόλλωνας, ο γιος του Δία από τη Λητώ. Πιο γνωστή είναι η μάχη που έδωσε με το Γίγαντα Εφιάλτη.
Τα μαγικά του βέλη έπεφταν σαν βροχή πάνω στο τρομερό τέρας. Στην αρχή ο Εφιάλτης έμοιαζε να μην καταλαβαίνει τίποτα. Ο Ηρακλής όμως που είχε μάθει από την Αθηνά όλα τα μυστικά για την εξόντωση των εχθρών, έτρεξε για να βοηθήσει. Ο Εφιάλτης ήταν ένας από τους Γίγαντες για τους οποίους υπήρχε χρησμός ότι θα εξοντωνόταν μόνο αν τους χτυπούσε παράλληλα ένας θνητός και ένας αθάνατος.
Έτσι όταν ο Απόλλωνας τόξευσε το αριστερό μάτι του Γίγαντα, ο Ηρακλής σημάδεψε το δεξί. Τότε ο Εφιάλτης, τυφλωμένος και με το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι πάνω στα γένια του και το τεράστιο σώμα του, ξεψύχησε. Η Γη για να εκδικηθεί τον Ηρακλή άρχισε από τότε να στέλνει τη μορφή του Εφιάλτη στα όνειρα των θνητών.
Ο Διόνυσος μαζί με τους Σάτυρους έτρεψαν σε φυγή τον Εύρυτο. Ο γιος του Δία τον καταδίωξε και μ’ ένα χτύπημα του θύρσου του κατάφερε να σκοτώσει το Γίγαντα. Αλλά η λύσσα του ήταν τόσο μεγάλη ώστε παρακάλεσε τον πατέρα του να τον μεταμορφώσει σε λιοντάρι.
Ο Δίας άκουσε το γιο του και έτσι σε λίγο ο Διόνυσος με μορφή λιονταριού κατασπάραξε το νεκρό Εύρυτο. Ο Πελώρεος που είδε το τέλος του αδερφού του βάλθηκε να εκδικηθεί το φονιά. Άρπαξε λοιπόν με μεγάλη ορμή το όρος Πήλιο και το εκτόξευσε ενάντια στον Διόνυσο, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες. Ευτυχώς που ο Άρης παρακολουθούσε τη σκηνή και έπιασε το βουνό στον αέρα. Έτσι γλίτωσε τον Διόνυσο και την παρέα του από βέβαιο θάνατο.
Ο Ποσειδώνας στη συνέχεια κυνήγησε τον Πελώρεο και όταν τον είδε να πηδά μέσα στα νερά του Σπερχειού ποταμού για να γλιτώσει, τον χτύπησε με την τρίαινά του και τον σκότωσε.
Τον Ευρυμέδοντα, που σύμφωνα με μια παράδοση ήταν αυτός ο αρχηγός των Γιγάντων, τον σκότωσε ο ίδιος ο Δίας. Και να πώς έγινε η τρομερή πάλη μεταξύ τους:
Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να σκοτώσει ο ίδιος τον Δία έτσι ώστε σε περίπτωση νίκης των Γιγάντων, να γίνει αυτός ο κυρίαρχος του κόσμου. Έψαχνε λοιπόν μέσα στην αναταραχή τον αρχηγό των Ολυμπίων. Σε κάποια στιγμή διέκρινε τον αστραποβόλο κεραυνό και όρμησε με λύσσα εναντίον του. Η Γη προσπάθησε με κάθε τρόπο να βοηθήσει το γιο της. Έτσι έκανε να φυτρώσουν από το σώμα του χιλιάδες δηλητηριώδη φίδια.
Ο Ευρυμέδοντας άρχισε μ’ όλη του τη δύναμη να χτυπά τον Δία, που όμως προστατευόταν από τη θεϊκή αιγίδα του. Σε κάποια στιγμή ο Δίας κατάφερε να βάλει το πρόσωπο της Γοργόνας μπροστά στα μάτια του Γίγαντα. Τότε αυτός κυριεύτηκε από τρόμο. Ο Δίας έριξε πάνω του τον κεραυνό και σε λίγο το κορμί του τυλίχτηκε στις φλόγες. Κόρη του Ευρυμέδοντα ήταν η Περίβοια, που ζευγαρώθηκε με τον Ποσειδώνα και έφερε στον κόσμο τον Ναυσίθοο, πατέρα του Αλκίνοου, του βασιλιά των Φαιάκων.
Ο Ήφαιστος στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας χρησιμοποιούσε ως όπλα του τα διάφορα υλικά που είχε μέσα στο θεϊκό εργαστήρι του. Επάνω στη φωτιά έλιωνε διάφορα μέταλλα, όπως ατσάλι, σίδερο, χαλκό και πυρακτωμένα τα εκτόξευε στους Γίγαντες. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατάφερε να εξοντώσει έναν πολύ επικίνδυνο Γίγαντα, τον Μίμαντα.
Τη στιγμή που αυτός χτυπιόταν με τον Δία και την Αθηνά και τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση, ο Ήφαιστος του έριξε βλήματα πυρακτωμένου σιδήρου. Τότε ο Γίγαντας ένιωσε το κορμί του να ζεματάει, άρχισε να ουρλιάζει, έπεσε κάτω και κυλιόταν απελπισμένα στο έδαφος.
Ο Δίας τότε βρήκε την ευκαιρία και τον πλάκωσε μ’ ένα βουνό. Από τότε είναι θαμμένος κάτω από το όρος Μίμαντας που βρίσκεται στις Ερυθρές απέναντι από τη Χίο. Ο φτερωτός Ερμής και σ’ αυτόν τον πόλεμο χρησιμοποίησε την πονηριά του. Κατέβηκε στον Αδη και ζήτησε από το θείο του, τον μελαψό Πλούτωνα, την κυνέα, που τον έκανε αόρατο. Πέταξε αμέσως πάλι στη χώρα της συμπλοκής και φορώντας το μαγικό κράνος πλησίασε τον Ιππόλυτο.
Ο Γίγαντας άρχισε ξαφνικά να βλέπει τεράστιους βράχους να σηκώνονται μόνοι τους από τη γη και να πέφτουν επάνω του. Σε λίγο άρχισε να νιώθει τσιμπήματα, κλοτσιές, γροθιές σ’ όλο του το κορμί μα δεν έβλεπε κανέναν να βρίσκεται κοντά του. Τότε νόμισε πως τρελάθηκε από την οχλαγοή και τους κρότους και τράπηκε μόνος του σε φυγή. Ο Ερμής τον κυνήγησε και κατάφερε με μεγάλη ευκολία να τον αποτελειώσει.
Αλλά και οι υπόλοιπες θεές που πήραν μέρος στη Γιγαντομαχία κατάφεραν να δώσουν ένα χέρι βοήθειας στους βασικούς πρωταγωνιστές. Έτσι, η Εκάτη κατάφερε ρίχνοντας αμέτρητους αναμμένους δαυλούς να εξοντώσει τον Κλυτία. Αυτός δεν προλάβαινε να αποφύγει τον έναν και αμέσως έφτανε ο άλλος δαυλός. Σε κάποια στιγμή που άφησε ελεύθερα τα χέρια του για να ξεκουραστούν, η Εκάτη του πέταξε μια βροχή αναμμένους δαυλούς.
Ο Γίγαντας τυλίχτηκε στις φλόγες χωρίς να προλάβει ν’ αντιδράσει
Έτσι βρήκε φριχτό θάνατο. Επίσης, η Αρτεμη, η θεά του κυνηγιού, ρίχνοντας τα θεϊκά βέλη της σκότωσε τον Γρατίωνα. Τέλος, οι Μοίρες, οι κόρες του Δία, στάθηκαν στο πλευρό του εξοπλισμένες με τα χάλκινα ρόπαλά τους. Αυτές σκότωσαν τον Αγριο και τον Θέοντα. Ο φοβερός Αδαμάστορας βλέποντας τον έναν πίσω από τον άλλο τους αδερφούς του να εξουδετερώνονται από τους Ολύμπιους, σε μια τελευταία προσπάθεια διαφυγής από τη μοίρα άρπαξε ολόκληρη την οροσειρά της Ροδόπης και την έριξε καταπάνω τους.
Ο Ήλιος που περνούσε εκείνη την ώρα με το άρμα του, την τελευταία στιγμή κατάφερε ν’ αλλάξει την πορεία των βουνών και έσωσε τους θεούς. Τότε αυτοί είδαν πως δεν ήταν εύκολο να τα βγάλουν πέρα με τον αδάμαστο Αδαμάστορα, παρά μόνον εάν ένωναν όλοι μαζί τις δυνάμεις τους. Όρμησαν λοιπόν επάνω του ο Δίας, ο Αρης, ο Ερμής, ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος και μαζί ο Ηρακλής και ο Διόνυσος και μετά από πολλές ώρες πάλης κατάφεραν να τον εξοντώσουν.
Όλους τους υπόλοιπους Γίγαντες τους ξέκανε με τον κεραυνό του ο Δίας και με τα βέλη του ο Ηρακλής. Όταν πια τους εξόντωσαν όλους, οι θεοί κάθισαν να ξαποστάσουν χαρούμενοι για τη νίκη τους. Αμέσως μετά άρχισαν να τακτοποιούν τα θεϊκά τους παλάτια που σχεδόν είχαν καταστραφεί ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά. (σ.σ. Καλά κάνω επομένως και δεν έχω σε καμία υπόληψη θεούς θεές και τους υποτελείς τους)
Μετά από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι συνέχιζαν να βρίσκουν μέσα στη γη κόκαλα από σκοτωμένους Γίγαντες.
Έδειχναν βράχους που είχαν εκσφενδονίσει αυτοί ή οι θεοί, όπως ένα βράχο στη Λυκαονία, που έλεγαν πως τον είχε ρίξει ο Δίας, νησιά σαν τη Νίσυρο, τη Λήμνο και την Πορφυριώνη στην Προποντίδα, βουνά σαν τον Μίμαντα και ηφαίστεια σαν το Βεζούβιο και την Αίτνα που κρατούσαν στα σπλάχνα τους τους Γίγαντες. Λένε πως επίτηδες η Γη με στοργή είχε θάψει τους γιους της βαθιά κάτω από τα βουνά ή πως είχε μεταμορφώσει τους ίδιους σε βουνά.
Ο βασιλιάς Αίαντας του Τρωικού πολέμου ήταν ένας γίγαντας όπως αναφέρει ο Παυσανίας στα Αττικά. Γράφει ότι βλέποντας τον σκελετό του, η επιγονατίδα του ήταν περίπου όσο ο δίσκος που ρίχνουν τα παιδιά στο πένταθλο. Η Ελληνική μυθολογία είδαμε πως περιγράφει με λεπτομέρειες, για τις συμμαχίες στους πολέμους των γιγάντων και την σταδιακή αντικατάστασή τους από άλλους θεούς.
Η γιγαντομαχία λέγεται ότι έληξε κοντά στην σημερινή Μεγαλόπολη όπου ο Δίας κατακεραύνωσε με κεραυνούς τους γίγαντες. Σήμερα εκεί υπάρχουν τα ορυχεία λιγνίτη της Δ.Ε.Η. και κάποιοι υποστηρίζουν ότι συχνά βρίσκονται μέσα στον λιγνίτη και τεράστια κόκκαλα!
Στην Ύδρα, στο σπήλαιο του Αγ. Κυπριανού, αναφέρεται ύπαρξη γιγάντιου ανθρώπινου σκελετού. Παρόμοια οστά λέγεται ότι είναι θαμμένα και στον περίβολο του ναού του Αγίου Νικολάου στις Σπέτσες. Στον Φενεό της Πελοποννήσου επίσης οι ντόπιοι βεβαιώνουν την ανακάλυψη τάφων με γιγάντιους σκελετούς. Οι τάφοι καταστράφηκαν και οι σκελετοί εξαφανίστηκαν, αλλά ακόμη και σήμερα υπάρχουν κάτοικοι που ξέρουν την ακριβή τοποθεσία άλλων τάφων γιγάντων, οι οποίοι δεν έχουν γίνει γνωστοί ακόμη στις αρχές, οπότε και «διασώζονται».
Αν δεχτούμε αυτά που λέει η Ελληνική Μυθολογία, (και δεν υπάρχει λόγος να μην τα δεχτούμε, ειδικά όταν συμπίπτουν σε όλες τι μυθολογίες, κουλτούρες και παραδόσεις των λαών) ήταν δολοπλόκοι, ύπουλοι, συμφεροντολόγοι και πανούργοι; Οι Γίγαντες κατά γενική ομολογία, ήταν οι γεννήτορες των θεών, άρα οι θεοί σκότωσαν τους γονείς τους; Η Αρχαία Ελληνική Μυθολογία-Ιστορία, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Ιστορίες για γίγαντες, θεούς και ανώτερους ανθρώπους.
Η Γιγαντομαχία, μάχη των θεών με τους Γίγαντες, είναι αρχαίος Ελληνικός μύθος που περιγράφει την πάλη του Δία και των ολυμπίων θεών με τους Γίγαντες. Την περιγράφει ο Απολλόδωρος στο έργο του «περί θεών», ο Όμηρος στην «Οδύσσεια», ο Υγίνος στο «Poetica Astronomica», ο Παυσανίας και ο Νόννος ο Πανοπολίτης.
Εκείνα τα χρόνια συνυπήρχαν με τους θεούς, και τους ανθρώπους και οι γίγαντες !!! Όταν ο Δίας νίκησε τον Κρόνο και τους Τιτάνες, και τους καταπόντισε στα Τάρταρα, η Γαία μίσησε τον Δία και τους άλλους θεούς του ουρανού, και όλα τα παιδιά τους. Ξεσήκωσε τους Γίγαντες, και αυτοί με αρχηγό τον Ευρυμέδωντα εκτόξευαν προς τον ουρανό τεράστιες κοτρώνες και φλεγόμενα βελανίδια. Η Γαία ξεκίνησε για να αναζητήσει το βοτάνι της αιωνιότητας για να κάνει τα παιδιά της αθάνατα.
Ο Δίας τότε φώναξε την Ηώ, τον Ήλιο και την Σελήνη και τους απαγόρευσε να βγουν και να φωτίσουν. Μέσα στο σκοτάδι πήγε αυτός και βρήκε πρώτος το βοτάνι της αιωνιότητας. Ο χρησμός του μαντείου όμως είπε, ότι «μόνο η βοήθεια ενός θνητού θα έφερνε την νίκη, αφού οι Γίγαντες είναι άτρωτοι για τους θεούς». Ο Δίας, έστειλε την κόρη του Αθηνά και ζήτησε την βοήθεια των δύο υιών του, που γέννησε με θνητές, του Ηρακλή και τον Διόνυσο…
«Είμαι ο γίγαντας ο Ερυσίχθωνας ο γιος του Τρίοπα, είμαι ο βασιλιάς, είμαι ο πιο δυνατός, είμαι ο πιο ξακουστός, είμαι ο πιο πλούσιος. Αλλά το παλάτι μου είναι μικρό, δεν αρμόζει στη δύναμη τη δόξα και τα πλούτη μου. Πρέπει το παλάτι μου να μεγαλώσω, να δείχνω τη δύναμη μου να δείχνω τη δόξα μου να δείχνω τα πλούτη μου. Διαταγή μου είναι ή να κόψετε και να φέρετε την καλύτερη ξυλεία, να κόψετε ης μεγάλες βελανιδιές τις Δρυς τους δένδρους που η ξυλεία τους αντάξια του ονόματος μου και της δύναμης μου είναι»
Οι υπήκοοι του προσπαθούν να τον μεταπείσουν.
«Βασιλιά είναι ύβρις, είναι υπερβολή αυτό που μας διατάζεις να κάνουμε. Έχουμε υποσχεθεί στη θεά Δήμητρα για όλα όσα μας προσφέρει. Για όλα όσα μας έμαθε, πώς να καλλιεργούμε τα χωράφια μας και πως να φροντίζουμε τη γη, για να μας φέρνει πάντοτε τα δώρα της, ότι θα προσέχουμε κι θα φροντίζουμε αυτό το Ιερό Δάσος εδώ στο ΔΩΤΙΟ Πεδίο. Σ’ αυτά κατοικούν οι Νύμφες και οι Αμαδρυάδες και όλα τα άλλα πανέμορφα Ζωντανά της φύσης μας. Τούτο το πεδίο αναζωογονεί και ξεκουράζει την κουρασμένη από την καλλιέργεια γη μας».
Αλλά ο γίγαντας Ερυσίχθωνας κανέναν δεν άκουσε ούτε φοβάται την οργή της θεάς. Μαζί με άλλους γίγαντες έκοψε τα Ιερά Δένδρα. Κλαίνε τα πουλιά, τα ζώα, οι Νύμφες και οι Αμαδρυάδες. Ήταν εκεί η θεά Δήμητρα και με τη μορφή της Νικήππης τον παρακάλεσε να σταματήσει αλλά αυτός δεν άκουγε τίποτα.
Έκοψε ο γίγαντας ο Ερυσίχθωνας, όλα τα δένδρα. Καταστροφή !!!
Σε λίγο εμφανίζεται η Νικήππη, περίλυπη για τη καταστροφή.
«Ήμουν εκεί. Αυτό που έγινε είναι καταστροφή! Ο Ερυσίχθωνας μαζί με άλλους γίγαντες έκοψε τα ιερά δέντρα για να κατασκευάσει περισσότερα και καλύτερα ανάκλιντρα για τα Βασιλικά Γιγάντια συμπόσια που οργανώνει. Η θεά του είπε ότι παραλογίζεται και από την πράξη του όλο το Δώτιο πεδίο θα ερημωθεί. Θα έχει ανάκλιντρα αλλά δεν θα έχει τρόφιμα και ποτά για τα συμπόσιά του».
«Εγώ, είμαι Γίγαντας και εγγονός του Ποσειδώνα της απάντησε, δεν φοβάμαι τίποτα. Φύγετε από το δρόμο μου»
Η θεά κάλεσε από την Σκυθία την Πείνα και καθώς αυτός κοιμάται τον κυριεύει. Τον Γίγαντα τον κυρίευσε ακατάσχετη βουλιμία. Πεινούσε χωρίς σταματημό. Όλα τα πούλησε, για να χορτάσει και δεν χόρταινε με τίποτα. Ο πατέρας του ο Τριόπας παρακάλεσε τον Ποσειδώνα να τον σώσει αλλά ο θεός δεν τον άκουσε. Όταν τίποτα δεν του απόμεινε αποφάσισε να πουλήσει την κόρη του Μήστρα.
Αυτή καθώς ήταν ερωμένη του Ποσειδώνα ζήτησε τη βοήθειά του και ο θεός της έδωσε το χάρισμα να μεταμορφώνεται σε ζώο όποτε ήθελε.
Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Ερυσίχθωνας πουλώντας την κόρη του σαν «ζώο» που ξαναγύριζε σ’ αυτόν προσπαθούσε να χορτάσει. Ούτε αυτό όμως τον έσωσε. Ήταν τέτοια η πείνα του που τελικά από την βουλιμία του έφαγε τις σάρκες. Έτσι τελείωσαν οι Γίγαντες.
Αλλά έπρεπε να κοιμηθεί ο γίγαντας, για να τον κυριεύσει μια θεά;
Που μάλιστα κάλεσε και βοήθεια; Τι στο καλό θεά ήταν;
Ας δούμε πως άρχισε η μάχη θεών και γιγάντων
Οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το σώμα της Γης όταν έσταξε πάνω του αίμα από την πληγή του Ουρανού μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο. Με τον ίδιο τρόπο γεννήθηκαν και οι Ερινύες και οι Μέλιες Νύμφες. Οι Γίγαντες ήταν όντα τρομακτικά και υπερφυσικά. Είχαν μορφή ανθρώπου μα ήταν τρομεροί στην όψη, πελώριοι στο ανάστημα και ακαταμάχητοι στη δύναμη.
Το σώμα τους ήταν φολιδωτό και κατέληγε σε ουρά σαύρας. Είχαν πυκνά μαλλιά και μακριά γένια. Στα τριχωτά χέρια τους κρατούσαν μακριά και λαμπερά ακόντια. Μολονότι είχαν θεϊκή καταγωγή ήταν θνητοί ή τουλάχιστον για να σκοτωθούν έπρεπε να χτυπηθούν ταυτόχρονα από ένα θεό και ένα θνητό.
Άλλες παραδόσεις έλεγαν ότι κάποιοι από τους Γίγαντες ήταν αθάνατοι όσο πατούσαν στο έδαφος όπου είχαν γεννηθεί. Επικρατέστερο μέρος για τη γέννησή τους είναι η Παλλήνη της Χαλκιδικής, μια περιοχή εξαιρετικά άγρια. Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό.
Κατοικούσαν στις δυτικές ακτές του Ωκεανού όπου συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους. Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους. Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.
Η Γη ήταν οργισμένη από την τύχη που είχαν οι Τιτάνες μετά το τέλος της Τιτανομαχίας. Μολονότι είχε βοηθήσει τον εγγονό της με κάθε τρόπο για να επικρατήσει, δεν άντεχε να βλέπει τους γιους και τις κόρες της φυλακισμένους στα Τάρταρα. Έτσι, όταν είδε την τεράστια δύναμη που είχαν οι Γίγαντες, τους ξεσήκωσε σε πόλεμο εναντίον των Ολυμπίων. Ο Δίας και τα αδέρφια του έπρεπε να περάσουν άλλη μια δοκιμασία. Ξέσπασε μια τρομερή μάχη που έμεινε γνωστή με το όνομα Γιγαντομαχία.
Η επίθεση των Γιγάντων μάλιστα έγινε χωρίς καμιά προειδοποίηση. Ξαφνικά οι θεοί του Ολύμπου δέχτηκαν βροχή από βράχους, αναμμένους δαυλούς και ολόκληρα φλεγόμενα δέντρα. Οι Γίγαντες ξερίζωναν τα βουνά και τα τοποθετούσαν το ένα πάνω στο άλλο για να σκαρφαλώσουν στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, εκεί όπου ήταν χτισμένα τα θεϊκά παλάτια.
Η Γη και ο Ουρανός αναστατώθηκαν
Έγινε σωστή κοσμοχαλασιά: στεριές βούλιαζαν και ποτάμια άλλαζαν πορείες. Οι οροσειρές τραντάζονταν συθέμελα και σαν φύλλα δέντρων έτρεμαν ο Όλυμπος, η Όσσα, το Πήλιο, η Πίνδος, το Παγγαίο και ο Αθως.
Οι θεοί του Ολύμπου ζώστηκαν τα άρματα και ετοιμάστηκαν για πόλεμο. Αρχηγός στο θεϊκό στρατόπεδο ήταν ο Δίας, οπλισμένος όχι μόνο με την αστραπή και τον κεραυνό, όπως στην Τιτανομαχία, αλλά και με την αιγίδα, το δέρμα κατσίκας που είχε πάνω το κεφάλι της Γοργόνας. Η τρομερή μορφή της έσπερνε τον πανικό ή απολίθωνε όποιον την αντίκριζε.
Πλάι του πιστή σύμμαχος η κόρη του η Αθηνά, η θεά των μαχών, που μόλις είχε γεννηθεί πάνοπλη από το τεράστιο κεφάλι του. Φορώντας την πανοπλία της και με το γοργώνειο στο στήθος πολέμησε καλύτερα και από άντρας. Γι’ αυτό ο Δίας, ονομάστηκε γιγαντοφόνης και γιγαντολέτωρ και η Αθηνά προσονομάστηκε γιγαντολέτειρα, δηλαδή αυτοί που σκότωσαν τους Γίγαντες. Παραστάτες του Δία ήταν η Νίκη και η φοβερή μάνα της η Στύγα.
Πρωτοπαλίκαρά του ήταν ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας και ο Ήφαιστος ,που σε κάποια στιγμή που είδε κουρασμένο τον Ήλιο τον πήρε πάνω στο δικό του άρμα. Μα και οι θεές πρόσφεραν με κάθε τρόπο τη βοήθειά τους, η Ήρα, η Αφροδίτη, η Αρτεμη, η Εκάτη και οι Μοίρες. Μόνο η Δήμητρα δε συμμετείχε στον αγώνα αυτόν γιατί είχε ιδιαίτερη συγγένεια με τη Γη, προστάτευε τους καρπούς που φύτρωναν στο ιερό της χώμα.
Καθένας θεός και καθεμιά θεά σκότωσαν έναν ή περισσότερους από τους Γίγαντες που οι πιο γνωστοί ήταν ο Πορφυρίωνας, ο Αλκυονέας, ο Εγκέλαδος, ο Εφιάλτης, ο Εύρυτος, ο Κλυτίας, ο Πολυβώτης, ο Πάλλας, ο Ιππόλυτος, ο Γρατίωνας, ο Άγριος και ο Θέωνας.
Ο πόλεμος κρατούσε πολύ καιρό μα με κανέναν τρόπο οι Ολύμπιοι δεν μπορούσαν να νικήσουν. Τότε η Αθηνά έμαθε τον πανάρχαιο χρησμό που έλεγε πως οι Γίγαντες θα χαθούν μόνο αν κάποιοι θνητοί πολεμήσουν στο πλάι των αθανάτων. Μόλις το άκουσε ο Δίας έστειλε την Αθηνά να φωνάξει δυο θνητούς γιους του, τον Ηρακλή τον οποίο είχε αποκτήσει με την Αλκμήνη και τον Διόνυσο που τον γέννησε με τη Σεμέλη.
Η Γη αμέσως άρχισε να ψάχνει ένα μαγικό βοτάνι που θα έκανε ατρόμητους τους Γίγαντες από τα βέλη των θνητών. Ο Δίας για να την καθυστερήσει απαγόρευσε στον Ήλιο, τη Σελήνη και την Ηως να ανατείλουν. Έτσι, επικράτησε για πολλές μέρες σκοτάδι μέχρι που ο Δίας βρήκε πρώτος το μαγικό βοτάνι και το κατέστρεψε. Έτσι η πορεία προς τη νίκη ξεκίνησε. Σε λίγο κατέφθασε ο Ηρακλής που υπήρξε ο πολυτιμότερος σύμμαχος της Αθηνάς σ’ αυτόν τον αγώνα και με τα βέλη του σκότωσε πάρα πολλούς Γίγαντες.
Μάλιστα, επειδή ήταν γιος του Δία, μπορούσε όταν κουραζόταν από την πολύωρη μάχη, ν’ ανεβαίνει στο άρμα του θεϊκού πατέρα του. Ο Διόνυσος ήρθε με τη συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες, καβάλα πάνω σε γαϊδούρια που με τους κρότους και τα γκαρίσματά τους πολλές φορές τρόμαζαν τους Γίγαντες. Ένα άλλο όπλο του Διόνυσου ήταν και ο θύρσος, το σύμβολό του, ένα μακρύ ραβδί στολισμένο με κισσό. Οι δυο γιοι του Δία για τη γενναιότητα και το θάρρος που έδειξαν στη Γιγαντομαχία ανταμείφθηκαν και έγιναν αθάνατοι.
Οι αρχαίοι μυθογράφοι ασχολήθηκαν με τη Γιγαντομαχία και μέσα από τα έργα τους μας περιγράφουν πολλές σημαντικές σκηνές της.
Ο Ηρακλής χτύπησε πρώτα με το τόξο του τον Αλκυονέα. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος από τους Γίγαντες και σύμφωνα με μια παράδοση, ο αρχηγός τους. Ο Αλκυονέας έπεσε κάτω με τρομερό κρότο. Αλλά τη στιγμή που ο ήρωας πανηγύριζε για την επιτυχία του, τον είδε να σηκώνεται πάλι υψώνοντας απειλητικά το τεράστιο κορμί του.
Ήταν μάλιστα έτοιμος να εκτοξεύσει στον Ηρακλή έναν τεράστιο βράχο που βρισκόταν δίπλα του. Ευτυχώς η Αθηνά κατάφερε να τον εμποδίσει. Μετά εξήγησε στον Ηρακλή που ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του, ότι ο Αλκυονέας ήταν αθάνατος όσο πατούσε στο χώμα που τον γέννησε. Τότε ο ήρωας φορτώθηκε στις στιβαρές πλάτες του το Γίγαντα, τον μετέφερε έξω από το πεδίο της Φλέγρας όπου είχε γεννηθεί και τον εξόντωσε τελειωτικά με τα βέλη του.
Οι κόρες του, οι Αλκυονίδες, απελπισμένες από το θάνατο του πατέρα τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα και μεταμορφώθηκαν σε πουλιά (τις αλκυόνες).
Ο Πορφυρίωνας που φιλοδοξούσε να εξουσιάσει τη Δήλο και τους Δελφούς και η Γη του είχε υποσχεθεί να τον ζευγαρώσει με την Ήβη, την κόρη της Ήρας, παρακολουθούσε την εξόντωση του αδερφού του και όρμησε να εκδικηθεί τον Ηρακλή.
Σίγουρα ο τρομερός Γίγαντας θα καταπλάκωνε μ’ ένα βουνό τον ήρωα. Ευτυχώς όμως ο Δίας μηχανεύτηκε ένα κόλπο την τελευταία στιγμή. Διέταξε την Αφροδίτη να κυριέψει το Γίγαντα με ερωτικό πάθος για την Ήρα που βρισκόταν εκεί κοντά.
Η Αφροδίτη έστειλε το γιο της τον Έρωτα εναντίον του Πορφυρίωνα και ξαφνικά αυτός αδιαφορώντας για τον Ηρακλή άρχισε να κυνηγάει την Ήρα για να σμίξει μαζί της. Τη στιγμή ακριβώς που είχε συλλάβει τη θεϊκή βασίλισσα και είχε σκίσει τα μεγαλόπρεπα πέπλα της, ο Ηρακλής βρήκε την ευκαιρία να τον εξοντώσει με το βέλος του.
Ανάλογο ρόλο έπαιξε και η ίδια η Αφροδίτη στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας. Σε μια δύσκολη στιγμή που δεκαπέντε Γίγαντες είχαν περικυκλώσει απειλητικά τον Ηρακλή, αυτή μετέφερε με τη θεϊκή δύναμή της τον ήρωα σ’ ένα σπήλαιο. Κατόπιν, έδειξε το καταπληκτικό της σώμα στους Γίγαντες. Αυτοί μονομιάς κυριεύτηκαν από ερωτικό πάθος και άρχισαν να τρέχουν πίσω από τη θεά. Η Αφροδίτη τους οδήγησε έτσι στη σπηλιά όπου είχε κρύψει τον Ηρακλή.
Επειδή οι Γίγαντες δε χωρούσαν να περάσουν όλοι μαζί την είσοδο της σπηλιάς, έμπαιναν μέσα ένας ένας. Ο Ηρακλής με μεγάλη ευκολία κατάφερε να τους εξοντώσει και τους δεκαπέντε. Η Αθηνά, πολεμική θεά, δεν κατέφυγε σε τέτοια γυναικεία κόλπα. χρησιμοποιώντας το δόρυ και το ακόντιό της πολέμησε αντρίκεια. Στην αρχή πάλευε πολλές ώρες με τον Πάλλαντα. Ο Γίγαντας ήταν τρομερά δυνατός, όμως η Αθηνά χρησιμοποιώντας πολεμικά κόλπα και έξυπνη στρατηγική κατάφερε να τον εξοντώσει. Στη συνέχεια τον έγδαρε και από το δέρμα του κατασκεύασε τη δική της αιγίδα, που την έκανε ατρόμητη.
Ο Εγκέλαδος, όταν είδε το φριχτό τέλος του Πάλλαντα, το έβαλε στα πόδια. Η Αθηνά όμως τον αντιλήφθηκε και τον καταδίωξε. Επειδή δυσκολευόταν να τον φτάσει, άρπαξε τη Σικελία και την πέταξε κατά πάνω του. Το νησί βρήκε το στόχο του και καταπλάκωσε το Γίγαντα. Έτσι εξηγούνταν από τους αρχαίους οι εκρήξεις της Αίτνας, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα τινάγματα του Εγκέλαδου που ψυχομαχούσε.
Μια παρόμοια περιπέτεια με τον Εγκέλαδο είχε και ο Πολυβώτης. Αυτόν ανέλαβε να τον αντιμετωπίσει ο Ποσειδώνας. Η μάχη μέσα στη θάλασσα ήταν τρομερή. Τεράστια κύματα σηκώθηκαν και κόντευαν να φτάσουν τα παλάτια του Ουρανού, ψηλά στον Αιθέρα. Ο Ποσειδώνας όμως είχε το προνόμιο ότι βρισκόταν στο δικό του χώρο, μέσα στο υγρό του βασίλειο. Με το όπλο που του είχαν χαρίσει οι Κύκλωπες, την τρομερή τρίαινα, κατάφερε να τρυπήσει πολλές φορές το κορμί του Γίγαντα.
Το αίμα του κυλούσε ασταμάτητα και κοκκίνισε ολόκληρη τη θάλασσα· μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα τράπηκε σε φυγή. Ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας όμως άρπαξε ένα κομμάτι από την Κω, το πέταξε με μεγάλη δύναμη στον Πολυβώτη και τον πλάκωσε. Το κομμάτι της Κω που καταπλάκωσε το Γίγαντα είναι το γνωστό νησάκι Νίσυρος.Στη Γιγαντομαχία έλαβε μέρος και ο Απόλλωνας, ο γιος του Δία από τη Λητώ. Πιο γνωστή είναι η μάχη που έδωσε με το Γίγαντα Εφιάλτη.
Τα μαγικά του βέλη έπεφταν σαν βροχή πάνω στο τρομερό τέρας. Στην αρχή ο Εφιάλτης έμοιαζε να μην καταλαβαίνει τίποτα. Ο Ηρακλής όμως που είχε μάθει από την Αθηνά όλα τα μυστικά για την εξόντωση των εχθρών, έτρεξε για να βοηθήσει. Ο Εφιάλτης ήταν ένας από τους Γίγαντες για τους οποίους υπήρχε χρησμός ότι θα εξοντωνόταν μόνο αν τους χτυπούσε παράλληλα ένας θνητός και ένας αθάνατος.
Έτσι όταν ο Απόλλωνας τόξευσε το αριστερό μάτι του Γίγαντα, ο Ηρακλής σημάδεψε το δεξί. Τότε ο Εφιάλτης, τυφλωμένος και με το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι πάνω στα γένια του και το τεράστιο σώμα του, ξεψύχησε. Η Γη για να εκδικηθεί τον Ηρακλή άρχισε από τότε να στέλνει τη μορφή του Εφιάλτη στα όνειρα των θνητών.
Ο Διόνυσος μαζί με τους Σάτυρους έτρεψαν σε φυγή τον Εύρυτο. Ο γιος του Δία τον καταδίωξε και μ’ ένα χτύπημα του θύρσου του κατάφερε να σκοτώσει το Γίγαντα. Αλλά η λύσσα του ήταν τόσο μεγάλη ώστε παρακάλεσε τον πατέρα του να τον μεταμορφώσει σε λιοντάρι.
Ο Δίας άκουσε το γιο του και έτσι σε λίγο ο Διόνυσος με μορφή λιονταριού κατασπάραξε το νεκρό Εύρυτο. Ο Πελώρεος που είδε το τέλος του αδερφού του βάλθηκε να εκδικηθεί το φονιά. Άρπαξε λοιπόν με μεγάλη ορμή το όρος Πήλιο και το εκτόξευσε ενάντια στον Διόνυσο, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες. Ευτυχώς που ο Άρης παρακολουθούσε τη σκηνή και έπιασε το βουνό στον αέρα. Έτσι γλίτωσε τον Διόνυσο και την παρέα του από βέβαιο θάνατο.
Ο Ποσειδώνας στη συνέχεια κυνήγησε τον Πελώρεο και όταν τον είδε να πηδά μέσα στα νερά του Σπερχειού ποταμού για να γλιτώσει, τον χτύπησε με την τρίαινά του και τον σκότωσε.
Τον Ευρυμέδοντα, που σύμφωνα με μια παράδοση ήταν αυτός ο αρχηγός των Γιγάντων, τον σκότωσε ο ίδιος ο Δίας. Και να πώς έγινε η τρομερή πάλη μεταξύ τους:
Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να σκοτώσει ο ίδιος τον Δία έτσι ώστε σε περίπτωση νίκης των Γιγάντων, να γίνει αυτός ο κυρίαρχος του κόσμου. Έψαχνε λοιπόν μέσα στην αναταραχή τον αρχηγό των Ολυμπίων. Σε κάποια στιγμή διέκρινε τον αστραποβόλο κεραυνό και όρμησε με λύσσα εναντίον του. Η Γη προσπάθησε με κάθε τρόπο να βοηθήσει το γιο της. Έτσι έκανε να φυτρώσουν από το σώμα του χιλιάδες δηλητηριώδη φίδια.
Ο Ευρυμέδοντας άρχισε μ’ όλη του τη δύναμη να χτυπά τον Δία, που όμως προστατευόταν από τη θεϊκή αιγίδα του. Σε κάποια στιγμή ο Δίας κατάφερε να βάλει το πρόσωπο της Γοργόνας μπροστά στα μάτια του Γίγαντα. Τότε αυτός κυριεύτηκε από τρόμο. Ο Δίας έριξε πάνω του τον κεραυνό και σε λίγο το κορμί του τυλίχτηκε στις φλόγες. Κόρη του Ευρυμέδοντα ήταν η Περίβοια, που ζευγαρώθηκε με τον Ποσειδώνα και έφερε στον κόσμο τον Ναυσίθοο, πατέρα του Αλκίνοου, του βασιλιά των Φαιάκων.
Ο Ήφαιστος στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας χρησιμοποιούσε ως όπλα του τα διάφορα υλικά που είχε μέσα στο θεϊκό εργαστήρι του. Επάνω στη φωτιά έλιωνε διάφορα μέταλλα, όπως ατσάλι, σίδερο, χαλκό και πυρακτωμένα τα εκτόξευε στους Γίγαντες. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατάφερε να εξοντώσει έναν πολύ επικίνδυνο Γίγαντα, τον Μίμαντα.
Τη στιγμή που αυτός χτυπιόταν με τον Δία και την Αθηνά και τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση, ο Ήφαιστος του έριξε βλήματα πυρακτωμένου σιδήρου. Τότε ο Γίγαντας ένιωσε το κορμί του να ζεματάει, άρχισε να ουρλιάζει, έπεσε κάτω και κυλιόταν απελπισμένα στο έδαφος.
Ο Δίας τότε βρήκε την ευκαιρία και τον πλάκωσε μ’ ένα βουνό. Από τότε είναι θαμμένος κάτω από το όρος Μίμαντας που βρίσκεται στις Ερυθρές απέναντι από τη Χίο. Ο φτερωτός Ερμής και σ’ αυτόν τον πόλεμο χρησιμοποίησε την πονηριά του. Κατέβηκε στον Αδη και ζήτησε από το θείο του, τον μελαψό Πλούτωνα, την κυνέα, που τον έκανε αόρατο. Πέταξε αμέσως πάλι στη χώρα της συμπλοκής και φορώντας το μαγικό κράνος πλησίασε τον Ιππόλυτο.
Ο Γίγαντας άρχισε ξαφνικά να βλέπει τεράστιους βράχους να σηκώνονται μόνοι τους από τη γη και να πέφτουν επάνω του. Σε λίγο άρχισε να νιώθει τσιμπήματα, κλοτσιές, γροθιές σ’ όλο του το κορμί μα δεν έβλεπε κανέναν να βρίσκεται κοντά του. Τότε νόμισε πως τρελάθηκε από την οχλαγοή και τους κρότους και τράπηκε μόνος του σε φυγή. Ο Ερμής τον κυνήγησε και κατάφερε με μεγάλη ευκολία να τον αποτελειώσει.
Αλλά και οι υπόλοιπες θεές που πήραν μέρος στη Γιγαντομαχία κατάφεραν να δώσουν ένα χέρι βοήθειας στους βασικούς πρωταγωνιστές. Έτσι, η Εκάτη κατάφερε ρίχνοντας αμέτρητους αναμμένους δαυλούς να εξοντώσει τον Κλυτία. Αυτός δεν προλάβαινε να αποφύγει τον έναν και αμέσως έφτανε ο άλλος δαυλός. Σε κάποια στιγμή που άφησε ελεύθερα τα χέρια του για να ξεκουραστούν, η Εκάτη του πέταξε μια βροχή αναμμένους δαυλούς.
Ο Γίγαντας τυλίχτηκε στις φλόγες χωρίς να προλάβει ν’ αντιδράσει
Έτσι βρήκε φριχτό θάνατο. Επίσης, η Αρτεμη, η θεά του κυνηγιού, ρίχνοντας τα θεϊκά βέλη της σκότωσε τον Γρατίωνα. Τέλος, οι Μοίρες, οι κόρες του Δία, στάθηκαν στο πλευρό του εξοπλισμένες με τα χάλκινα ρόπαλά τους. Αυτές σκότωσαν τον Αγριο και τον Θέοντα. Ο φοβερός Αδαμάστορας βλέποντας τον έναν πίσω από τον άλλο τους αδερφούς του να εξουδετερώνονται από τους Ολύμπιους, σε μια τελευταία προσπάθεια διαφυγής από τη μοίρα άρπαξε ολόκληρη την οροσειρά της Ροδόπης και την έριξε καταπάνω τους.
Ο Ήλιος που περνούσε εκείνη την ώρα με το άρμα του, την τελευταία στιγμή κατάφερε ν’ αλλάξει την πορεία των βουνών και έσωσε τους θεούς. Τότε αυτοί είδαν πως δεν ήταν εύκολο να τα βγάλουν πέρα με τον αδάμαστο Αδαμάστορα, παρά μόνον εάν ένωναν όλοι μαζί τις δυνάμεις τους. Όρμησαν λοιπόν επάνω του ο Δίας, ο Αρης, ο Ερμής, ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος και μαζί ο Ηρακλής και ο Διόνυσος και μετά από πολλές ώρες πάλης κατάφεραν να τον εξοντώσουν.
Όλους τους υπόλοιπους Γίγαντες τους ξέκανε με τον κεραυνό του ο Δίας και με τα βέλη του ο Ηρακλής. Όταν πια τους εξόντωσαν όλους, οι θεοί κάθισαν να ξαποστάσουν χαρούμενοι για τη νίκη τους. Αμέσως μετά άρχισαν να τακτοποιούν τα θεϊκά τους παλάτια που σχεδόν είχαν καταστραφεί ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά. (σ.σ. Καλά κάνω επομένως και δεν έχω σε καμία υπόληψη θεούς θεές και τους υποτελείς τους)
Μετά από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι συνέχιζαν να βρίσκουν μέσα στη γη κόκαλα από σκοτωμένους Γίγαντες.
Έδειχναν βράχους που είχαν εκσφενδονίσει αυτοί ή οι θεοί, όπως ένα βράχο στη Λυκαονία, που έλεγαν πως τον είχε ρίξει ο Δίας, νησιά σαν τη Νίσυρο, τη Λήμνο και την Πορφυριώνη στην Προποντίδα, βουνά σαν τον Μίμαντα και ηφαίστεια σαν το Βεζούβιο και την Αίτνα που κρατούσαν στα σπλάχνα τους τους Γίγαντες. Λένε πως επίτηδες η Γη με στοργή είχε θάψει τους γιους της βαθιά κάτω από τα βουνά ή πως είχε μεταμορφώσει τους ίδιους σε βουνά.
Ο βασιλιάς Αίαντας του Τρωικού πολέμου ήταν ένας γίγαντας όπως αναφέρει ο Παυσανίας στα Αττικά. Γράφει ότι βλέποντας τον σκελετό του, η επιγονατίδα του ήταν περίπου όσο ο δίσκος που ρίχνουν τα παιδιά στο πένταθλο. Η Ελληνική μυθολογία είδαμε πως περιγράφει με λεπτομέρειες, για τις συμμαχίες στους πολέμους των γιγάντων και την σταδιακή αντικατάστασή τους από άλλους θεούς.
Η γιγαντομαχία λέγεται ότι έληξε κοντά στην σημερινή Μεγαλόπολη όπου ο Δίας κατακεραύνωσε με κεραυνούς τους γίγαντες. Σήμερα εκεί υπάρχουν τα ορυχεία λιγνίτη της Δ.Ε.Η. και κάποιοι υποστηρίζουν ότι συχνά βρίσκονται μέσα στον λιγνίτη και τεράστια κόκκαλα!
Στην Ύδρα, στο σπήλαιο του Αγ. Κυπριανού, αναφέρεται ύπαρξη γιγάντιου ανθρώπινου σκελετού. Παρόμοια οστά λέγεται ότι είναι θαμμένα και στον περίβολο του ναού του Αγίου Νικολάου στις Σπέτσες. Στον Φενεό της Πελοποννήσου επίσης οι ντόπιοι βεβαιώνουν την ανακάλυψη τάφων με γιγάντιους σκελετούς. Οι τάφοι καταστράφηκαν και οι σκελετοί εξαφανίστηκαν, αλλά ακόμη και σήμερα υπάρχουν κάτοικοι που ξέρουν την ακριβή τοποθεσία άλλων τάφων γιγάντων, οι οποίοι δεν έχουν γίνει γνωστοί ακόμη στις αρχές, οπότε και «διασώζονται».
H υπόσταση της θνητής φύσης μας
Ο Χαιρωνεύς Πλούταρχος στο έργο του “Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς, 392.A.10 – 392.E.6” σχετικά με την υπόσταση της θνητής φύσις μας αναφέρει το εξής:
“Εμείς δεν έχουμε κανένα μερίδιο στο όντως Είναι, αλλά κάθε θνητή φύση βρίσκεται μεταξύ της γενέσεως και της φθοράς και παρέχει μόνο ένα φάσμα και μία αμυδρή και αβέβαιη εικόνα του εαυτού της.
Άν τώρα προσηλώσεις την διάνοιά σου επιθυμώντας να τη συλλάβεις: όπως το δυνατό δράξιμο του ύδατος κάνει να χαθεί το περιεχόμενο διαρρέοντας με την πίεση και τη συγκέντρωση του ύδατος στο ίδιο σημείο, έτσι και η λογική αποτυγχάνει, όταν την άκρα σαφήνεια για κάθε πράγμα από εκείνα που μπορούν να αλλοιωθούν και να μεταβληθούν, επειδή άλλοτε εξετάζει το γιγνόμενο και άλλοτε το φθορά του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κατανοήσει τίποτα από τα σταθερά και όντως Όντα.
“Αδύνατον να μπείς δυο φορές στο ίδιο ποτάμι” κατά τον Ηράκλειτο, ούτε να αγγίξεις θνητή ουσία δύο φορές στην ίδια κατάσταση, αλλά εξαιτίας της οξύτητας και της ταχύτητας της μεταβολής “σκορπά και πάλι μαζεύεται” ή καλύτερα ούτε πάλι ούτε ύστερα, αλλά ταυτόχρονα και συγκεντρώνεται και διαλύεται και “έρχεται και φεύγει”.
Για αυτό τον λόγο και δεν οδηγεί στο Είναι το γιγνόμενο από αυτή ακριβώς επειδή η γένεσι ποτέ δεν σταματά ούτε στέκεται, αλλά μεταβάλλοντας το αδιάκοπα, από τότε που είναι ακόμα σπέρμα, δημιουργεί το έμβρυο, έπειτα το βρέφος, μετά τομ παίδα, κατόπιν στη σειρά το μειράκιο, τον νεανίσκο έπειτα, τον άνδρα, τον ώριμο άνθρωπο, τον γέροντα, καταστρέφοντας τις πρώτες γενέσεις και ηλικίες με τις επόμενες.
Κι εμείς με τρόπο γελοίο φοβόμαστε ένα και μόνο θάνατο, τη στιγμή που έχουμε πεθάνει και πεθαίνουμε τόσους θανάτους! Γιατί δεν ισχύει μόνο, όπως έλεγε ο Ηράκλειτος, ότι “ο θάνατος του πυρός είναι γένεσι αέρος και ο θάνατος του αέρος είναι γέννεσι του ύδατος” αλλά ακόμα σαφέστερα στη δική μας περίπτωση ο άνθρωπος που βρίσκεται στην ακμή του καταστρέφει όταν γεννιέται ο γέροντας, καταστρέφεται ο νέος μεταπίπτοντας στον ακμάζοντα, ο παίς σε νέον, το νήπιο στον παίδα.
Ο χθεσινός άνθρωπος έχει πεθάνει μεταπίπτοντας στον σημερινό, ενώ ο σημερινός έχει πεθάνει μεταπίπτοντας στον αυριανό. Κανείς δεν μένει ο ίδιος και κανείς δεν είναι ένας, αλλά γιγνόμεθα πολλοί, καθώς η ύλη περιστρέφεται και γλιστρά γύρω από ένα φάντασμα και ένα κοινό εκμαγείο.
Γιατί πως παραμένουμε οι ίδιοι, ενώ χαιρόμαστε τωρα με άλλα πράγματα, πρωτύτερα με άλλα, ενώ αγαπάμε και μισούμε, θαυμάζουμε και ψέγουμε κάθε φορά αντίθετα πράγματα, ενώ διαθέτουμε διαφορετικά λόγια και διαφορετικά συναισθήματα, χωρίς να διατηρούμε το ίδιο είδος, την ίδια μορφή, ούτε κάν την ίδια διάνοια;
Γιατί ούτε είναι λογικό να νιώθει κανείς διαφορετικά συναισθήματα άνευ μεταβολής, ούτε και κανείς αν μεταβληθεί μένει ο ίδιος. Αν, τώρα, κανείς δεν είναι πάντα ο ίδιος, τότε ούτε και υπάρχει, αλλά μεταβάλλει την ίδια του την φύση καθώς γίνεται άλλος από άλλον. Και η αίσθηση, επειδή αγνοεί το ΟΝ, αποφαίνεται λανθασμένα ότι αυτό που φαίνεται υπάρχει στα αλήθεια.
Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς
“Εμείς δεν έχουμε κανένα μερίδιο στο όντως Είναι, αλλά κάθε θνητή φύση βρίσκεται μεταξύ της γενέσεως και της φθοράς και παρέχει μόνο ένα φάσμα και μία αμυδρή και αβέβαιη εικόνα του εαυτού της.
Άν τώρα προσηλώσεις την διάνοιά σου επιθυμώντας να τη συλλάβεις: όπως το δυνατό δράξιμο του ύδατος κάνει να χαθεί το περιεχόμενο διαρρέοντας με την πίεση και τη συγκέντρωση του ύδατος στο ίδιο σημείο, έτσι και η λογική αποτυγχάνει, όταν την άκρα σαφήνεια για κάθε πράγμα από εκείνα που μπορούν να αλλοιωθούν και να μεταβληθούν, επειδή άλλοτε εξετάζει το γιγνόμενο και άλλοτε το φθορά του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κατανοήσει τίποτα από τα σταθερά και όντως Όντα.
“Αδύνατον να μπείς δυο φορές στο ίδιο ποτάμι” κατά τον Ηράκλειτο, ούτε να αγγίξεις θνητή ουσία δύο φορές στην ίδια κατάσταση, αλλά εξαιτίας της οξύτητας και της ταχύτητας της μεταβολής “σκορπά και πάλι μαζεύεται” ή καλύτερα ούτε πάλι ούτε ύστερα, αλλά ταυτόχρονα και συγκεντρώνεται και διαλύεται και “έρχεται και φεύγει”.
Για αυτό τον λόγο και δεν οδηγεί στο Είναι το γιγνόμενο από αυτή ακριβώς επειδή η γένεσι ποτέ δεν σταματά ούτε στέκεται, αλλά μεταβάλλοντας το αδιάκοπα, από τότε που είναι ακόμα σπέρμα, δημιουργεί το έμβρυο, έπειτα το βρέφος, μετά τομ παίδα, κατόπιν στη σειρά το μειράκιο, τον νεανίσκο έπειτα, τον άνδρα, τον ώριμο άνθρωπο, τον γέροντα, καταστρέφοντας τις πρώτες γενέσεις και ηλικίες με τις επόμενες.
Κι εμείς με τρόπο γελοίο φοβόμαστε ένα και μόνο θάνατο, τη στιγμή που έχουμε πεθάνει και πεθαίνουμε τόσους θανάτους! Γιατί δεν ισχύει μόνο, όπως έλεγε ο Ηράκλειτος, ότι “ο θάνατος του πυρός είναι γένεσι αέρος και ο θάνατος του αέρος είναι γέννεσι του ύδατος” αλλά ακόμα σαφέστερα στη δική μας περίπτωση ο άνθρωπος που βρίσκεται στην ακμή του καταστρέφει όταν γεννιέται ο γέροντας, καταστρέφεται ο νέος μεταπίπτοντας στον ακμάζοντα, ο παίς σε νέον, το νήπιο στον παίδα.
Ο χθεσινός άνθρωπος έχει πεθάνει μεταπίπτοντας στον σημερινό, ενώ ο σημερινός έχει πεθάνει μεταπίπτοντας στον αυριανό. Κανείς δεν μένει ο ίδιος και κανείς δεν είναι ένας, αλλά γιγνόμεθα πολλοί, καθώς η ύλη περιστρέφεται και γλιστρά γύρω από ένα φάντασμα και ένα κοινό εκμαγείο.
Γιατί πως παραμένουμε οι ίδιοι, ενώ χαιρόμαστε τωρα με άλλα πράγματα, πρωτύτερα με άλλα, ενώ αγαπάμε και μισούμε, θαυμάζουμε και ψέγουμε κάθε φορά αντίθετα πράγματα, ενώ διαθέτουμε διαφορετικά λόγια και διαφορετικά συναισθήματα, χωρίς να διατηρούμε το ίδιο είδος, την ίδια μορφή, ούτε κάν την ίδια διάνοια;
Γιατί ούτε είναι λογικό να νιώθει κανείς διαφορετικά συναισθήματα άνευ μεταβολής, ούτε και κανείς αν μεταβληθεί μένει ο ίδιος. Αν, τώρα, κανείς δεν είναι πάντα ο ίδιος, τότε ούτε και υπάρχει, αλλά μεταβάλλει την ίδια του την φύση καθώς γίνεται άλλος από άλλον. Και η αίσθηση, επειδή αγνοεί το ΟΝ, αποφαίνεται λανθασμένα ότι αυτό που φαίνεται υπάρχει στα αλήθεια.
Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς
Ξεχνούν τις χάρες που τους έγιναν
Στα μέσα του 9ου αιώνα μ.Χ., ένας νεαρός άντρας ονόματι Μιχαήλ ο 3ος ανέβηκε στο θρόνο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η μητέρα του, η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα, είχε εξοριστεί σε ένα μοναστήρι και ο εραστής της, ο Θεόκτιστος, είχε δολοφονηθεί. Τη συνωμοσία για τον εκθρονισμό της Θεοδώρας την κατεύθυνε ο έξυπνος και φιλόδοξος θείος του Μιχαήλ, ο Βάρδας. Ο Μιχαήλ ήταν ένας νεαρός και άπειρος ηγεμόνας, περιστοιχισμένος από συνωμότες, δολοφόνους και άσωτους. Στην επικίνδυνη αυτή εποχή χρειαζόταν κάποιον σύμβουλο που να μπορούσε να τον εμπιστευτεί και οι σκέψεις του στράφηκαν προς τον Βασίλειο, τον καλύτερο φίλο του. Ο Βασίλειος δεν διέθετε εμπειρία σε θέματα διακυβέρνησης και πολιτικής – στην πραγματικότητα ήταν ο επικεφαλής των βασιλικών στάβλων – αλλά είχε αποδείξει την αγάπη του και την ευγνωμοσύνη του επανειλημμένα.
Είχαν συναντηθεί μερικά χρόνια πριν, όταν ο Μιχαήλ είχε επισκεφτεί τους στάβλους και κάποιο άγριο άλογο είχε ξεφύγει. Ο Βασίλειος, νεαρός Μακεδόνας σταβλίτης που καταγόταν από αγροτική οικογένεια, έσωσε τη ζωή του Μιχαήλ. Η δύναμη και το κουράγιο του σταβλίτη εντυπωσίασαν τον Μιχαήλ, ο οποίος αμέσως έβγαλε τον Βασίλειο από την αφάνεια και τον προήγαγε από τη θέση του εκπαιδευτή αλόγων σε επικεφαλής των στάβλων. Γέμισε το φίλο του δώρα και τιμές και έγιναν αχώριστοι. Επίσης έστειλε τον Βασίλειο στο καλύτερο σχολείο του Βυζαντίου και ο άξεστος χωρικός έγινε ένας καλλιεργημένος και εκλεπτυσμένος αυλικός.
Τώρα ο Μιχαήλ ήταν αυτοκράτορας και χρειαζόταν κάποιον που να του είναι πιστός. Σε ποιον Θα μπορούσε να εμπιστευτεί τη θέση του αρχιθαλαμηπόλου και του αρχισυμβούλου αν όχι στο νεαρό άντρα που ο έσωσε τη ζωή του;
Ο Βασίλειος μπορούσε να εκπαιδευτεί για τη θέση και ο Μιχαήλ τον αγαπούσε όπως έναν αδελφό. Προτίμησε να αγνοήσει τη συμβουλή αυτών που πρότειναν τον Βάρδα σαν πιο έμπειρο και διάλεξε το φίλο του.
Ο Βασίλειος έμαθε γρήγορα και σύντομα έδινε συμβουλές στον αυτοκράτορα επάνω σε όλα τα θέματα του κράτους. Το μόνο πρόβλημα ήταν τα χρήματα – ο Βασίλειος ποτέ δεν είχε αρκετό. Η έκθεσή του στη μεγαλοπρέπεια της ζωής της Βυζαντινής αυλής τον έκανε άπληστο για τα οφέλη της εξουσίας και της δύναμης. Ο Μιχαήλ διπλασίασε και τριπλασίασε το μισθό του, του απένειμε τίτλο ευγενείας και τον πάντρεψε με τη δική του ερωμένη, την Ευδοξία Ινγκερίνα.
Είχαν συναντηθεί μερικά χρόνια πριν, όταν ο Μιχαήλ είχε επισκεφτεί τους στάβλους και κάποιο άγριο άλογο είχε ξεφύγει. Ο Βασίλειος, νεαρός Μακεδόνας σταβλίτης που καταγόταν από αγροτική οικογένεια, έσωσε τη ζωή του Μιχαήλ. Η δύναμη και το κουράγιο του σταβλίτη εντυπωσίασαν τον Μιχαήλ, ο οποίος αμέσως έβγαλε τον Βασίλειο από την αφάνεια και τον προήγαγε από τη θέση του εκπαιδευτή αλόγων σε επικεφαλής των στάβλων. Γέμισε το φίλο του δώρα και τιμές και έγιναν αχώριστοι. Επίσης έστειλε τον Βασίλειο στο καλύτερο σχολείο του Βυζαντίου και ο άξεστος χωρικός έγινε ένας καλλιεργημένος και εκλεπτυσμένος αυλικός.
Τώρα ο Μιχαήλ ήταν αυτοκράτορας και χρειαζόταν κάποιον που να του είναι πιστός. Σε ποιον Θα μπορούσε να εμπιστευτεί τη θέση του αρχιθαλαμηπόλου και του αρχισυμβούλου αν όχι στο νεαρό άντρα που ο έσωσε τη ζωή του;
Ο Βασίλειος μπορούσε να εκπαιδευτεί για τη θέση και ο Μιχαήλ τον αγαπούσε όπως έναν αδελφό. Προτίμησε να αγνοήσει τη συμβουλή αυτών που πρότειναν τον Βάρδα σαν πιο έμπειρο και διάλεξε το φίλο του.
Ο Βασίλειος έμαθε γρήγορα και σύντομα έδινε συμβουλές στον αυτοκράτορα επάνω σε όλα τα θέματα του κράτους. Το μόνο πρόβλημα ήταν τα χρήματα – ο Βασίλειος ποτέ δεν είχε αρκετό. Η έκθεσή του στη μεγαλοπρέπεια της ζωής της Βυζαντινής αυλής τον έκανε άπληστο για τα οφέλη της εξουσίας και της δύναμης. Ο Μιχαήλ διπλασίασε και τριπλασίασε το μισθό του, του απένειμε τίτλο ευγενείας και τον πάντρεψε με τη δική του ερωμένη, την Ευδοξία Ινγκερίνα.
Ο Μιχαήλ πίστευε άτι έπρεπε να κάνει το παν για να κρατά ικανοποιημένο έναν τόσο πιστά φίλο και σύμβουλο. Αλλά επρόκειτο να προκύψουν και άλλα προβλήματα. Ο Βάρδας τώρα ήταν επικεφαλής του στρατού και ο Βασίλειος έπεισε τον Μιχαήλ άτι ο Θείος του ήταν υπερβολικά και αθεράπευτα φιλόδοξος. Έχοντας την ψευδαίσθηση ότι μπορούσε να ελέγξει τον ανιψιό του, ο Βάρδας είχε συνωμοτήσει για να τον βάλει στο θρόνο και θα μπορούσε να συνωμοτήσει ξανά, με τη διαφορά πως αυτή τη φορά θα το έκανε για να απαλλαγεί από τον Μιχαήλ και να ανεβεί στο θρόνο ο ίδιος.
Ο Βασίλειος έχυνε το δηλητήριό του στα αυτιά του Μιχαήλ μέχρι που ο αυτοκράτορας συμφώνησε να τον δολοφονήσουν. Στη διάρκεια κάποιων ιπποδρομιών, ο Βασίλειος πλησίασε τον Βάρδα μέσα στο πλήθος και τον μαχαίρωσε. Αμέσως μετά, ο Βασίλειος ζήτησε να αντικαταστήσει τον Βάρδα στη θέση του αρχηγού του στρατού από την οποία θα μπορούσε να ελέγχει το βασίλειο και να καταστέλλει τις εξεγέρσεις. Και το κατάφερε.
Τώρα η δύναμη και τα πλούτη του Βασιλείου όλο και αυξάνονταν και μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Μιχαήλ βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική κατάσταση εξαιτίας της ασύστολης σπατάλης του, του ζήτησε να του επιστρέψει κάποια από τα χρήματα που είχε δανειστεί όλα τα προηγούμενα χρόνια. Προς μεγάλη έκπληξη του Μιχαήλ, ο Βασίλειος αρνήθηκε με τόσο αυθάδικο και ξεδιάντροπο ύφος που έκανε τον αυτοκράτορα να συνειδητοποιήσει στιγμιαία τη δυσάρεστη κατάσταση στην οποία βρισκόταν.
Τώρα η δύναμη και τα πλούτη του Βασιλείου όλο και αυξάνονταν και μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Μιχαήλ βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική κατάσταση εξαιτίας της ασύστολης σπατάλης του, του ζήτησε να του επιστρέψει κάποια από τα χρήματα που είχε δανειστεί όλα τα προηγούμενα χρόνια. Προς μεγάλη έκπληξη του Μιχαήλ, ο Βασίλειος αρνήθηκε με τόσο αυθάδικο και ξεδιάντροπο ύφος που έκανε τον αυτοκράτορα να συνειδητοποιήσει στιγμιαία τη δυσάρεστη κατάσταση στην οποία βρισκόταν.
Ο πρώην σταβλίτης είχε περισσότερα χρήματα, περισσότερους συμμάχους στο στρατό και στη σύγκλητο και τελικά περισσότερη δύναμη και από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Μερικές εβδομάδες αργότερα, μετά από μια νύχτα ποτού και κραιπάλης, ο Μιχαήλ ξύπνησε και βρέθηκε περικυκλωμένος από στρατιώτες. Ο Βασίλειος παρακολουθούσε καθώς οι στρατιώτες μαχαίρωναν τον αυτοκράτορα μέχρι που εξέπνευσε. Κατόπιν, αφού αυτοαναγορεύτηκε αυτοκράτορας, διέσχισε τους δρόμους του Βυζαντίου έφιππος, επιδεικνύοντας το κεφάλι του πρώην ευεργέτη και καλύτερου φίλου του που το είχε καρφωμένο στην άκρη ενός δόρατος.
Hegel: Διαλεκτική Διαμεσολάβησης και Αμεσότητας
Η έννοια της Διαμεσολάβησης
1. Η διαμεσολάβηση συνυφαίνεται με το όλο της εγελιανής φιλοσοφίας, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που η εν λόγω φιλοσοφία να μην είναι τίποτε άλλο παρά φιλοσοφία της ολικής, της απόλυτης διαμεσολάβησης. Εκεί όπου είναι παρούσα η διαμεσολάβηση είναι παρούσα και η αμεσότητα:
«Η αντίθεση ανάμεσα σε μια αυθύπαρκτη αμεσότητα του περιεχομένου ή της Γνώσης και σε μια απεναντίας εξίσου αυθύπαρκτη διαμεσολάβηση, η οποία είναι δήθεν ασυμβίβαστη με την αμεσότητα, πρέπει κατ’ αρχήν να τεθεί κατά μέρος, επειδή είναι μια απλή προϋπόθεση και μια αυθαίρετη διαβεβαίωση».
Ο εγελιανός λόγος, κατά ταύτα, διαμεσολαβεί την ίδια τη διαμεσολάβηση με το άμεσο, καθώς συνδυάζει το διαφοροποιητικό έργο της νόησης με την αμεσότητα της εποπτείας και της ενόρασης. Είναι ολική, απόλυτη, επομένως, καθώς είναι ευθέως ανάλογη με μια διεργασία συμφιλίωσης των πιο διαφορετικών όρων: του ίδιου του εαυτού της, της διαμεσολάβησης, και του Άλλου της, της αμεσότητας. Η αλήθεια της είναι η ίδια η διεργασία του διαλεκτικού Λόγου, που την κάνει να έρχεται στο Είναι και να εκτυλίσσεται ενοποιητικά, συμφιλιωτικά: ο Χέγκελ απορρίπτει, από τη μια πλευρά, τη μονομερή κατάφαση της διαμεσολάβησης ως μιας καθαρής ενέργειας, που δεν θα επέστρεφε αφ’ εαυτής σε ένα Είναι, σε μια αποδεδειγμένη αμεσότητα, καθώς μια διαμεσολάβηση μόνο με τον εαυτό είναι μια διαμεσολάβηση που δεν είναι, άρα είναι κάτι το κατ’ αίσθηση και όχι κατά Λόγο άμεσο. Από την άλλη πλευρά απορρίπτει την μονομερή κατάφαση του άμεσου, που ενορατικά αυτοπροσδιορίζεται, επιστρέφει στην ταυτότητά του, χωρίς τη διαφοροποιητική εργασία της διάνοιας.
2. Ο Χέγκελ ξαναπαίρνει από τον Καντ τη δυαδικότητα της διάνοιας (Verstand) και του Λόγου (vernunft), αλλά αντιστρέφει το νόημά τους. Στον Καντ, η διάνοια και η αισθητότητα αποτελούν τη μοναδική ικανότητα γνώσης, ενώ ο Λόγος, στη βούλησή του για μεταφυσική Γνώση, καταλήγει στην ψευδαίσθηση· στον Χέγκελ, απεναντίας, η διάνοια, που μπορεί να διακρίνεται για μονομερείς απόψεις, καθώς βασίζεται σε άκαμπτες και οριστικές κατηγορίες, υπερβαίνεται από τον Λόγο, που μόνο αυτός συλλαμβάνει την ολότητα μέσα από την παρακολούθηση της εσωτερικής ανάπτυξης των διαφορετικών πτυχών:
«Υπό την έννοια του Διαλεκτικού Λόγου ο Χέγκελ καταλαβαίνει την ικανότητα και τη δυνατότητα της σκέψης να συλλαμβάνει υπό τη μορφή εννοιολογικής ενότητας έναν δεσμό, μια συνάφεια διαφορετικών στοιχείων, πτυχών, στιγμών, εννοιών διαμεσολαβημένων μεταξύ τους αλλά και με το Όλο στη βάση του ποιοτικού τους προσδιορισμού».
Δυνάμει αυτής της εργασίας του Λόγου δεν υπάρχει άμεσο, που να μην είναι διαμεσολαβημένο. Το άμεσο στον απόλυτο χαρακτήρα του είναι το «καθαρό Είναι, ‒χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό». Καθαρό Είναι σημαίνει πως το Είναι δεν έχει κανέναν άλλο προσδιορισμό, που να το διαφοροποιεί εντός και εκτός εαυτού, πέραν της αμεσότητάς του. Στη συνάφεια τούτη, Είναι και καθαρό Είναι, υποδηλώνουν την έννοια, την αφηρημένη, κενή από κάθε περιεχόμενο αυτο-έννοια, της οποίας όλοι οι προσδιορισμοί έχουν την χαρακτήρα της αμεσότητας. Σε τούτο το αρχικό στάδιο, στο ξεκίνημα, η έννοια είναι καθεαυτήν, που μέσα από την αυτο-διαμεσολάβησή της, από την αυτο-διαφοροποιούμενη ανάπτυξη της, γίνεται διεαυτήν, κάτι όπως συμβαίνει με την αυτο-διαφοροποιούμενη ανάπτυξη του ανθρώπου:
«Το παιδί είναι ήδη έλλογο, αλλά ο Λόγος σ’ αυτό είναι ακόμη καθεαυτόν, ενώ στον άνθρωπο/άνδρα είναι τεθειμένος ο Λόγος».
3. Στην περίπτωση του ανθρώπου, κατά το ως άνω απόσπασμα, αυτός δείχνει να έχει δυο φύσεις, όπως μας λέει ο Χέγκελ σε άλλο κείμενό του: η μια είναι η υλική, η βιολογική, και η άλλη η πνευματική. Έτσι καθίσταται δυνατό, στη σφαίρα της διαμεσολάβησης να ανήκει και η αναφορά σε ένα Άλλο Είναι:
«η διαμεσολάβηση συνίσταται στο να αφήνουμε έναν πρώτο όρο να περνάει σε έναν δεύτερο».
Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για μια ανάπτυξη ως διεργασία αυτο-διαμεσολάβησης, η οποία προχωρεί, όλο και πιο συγκεκριμένα, στην αυτοσυμφιλύωση. Έτσι στο επίπεδο της κατά Λόγο ανάπτυξης της έννοιας η εφαρμογή αυτής της Λογικής πορείας έχει ως εξής: στη σφαίρα της διδασκαλίας του Είναι, το Είναι μπορεί να υφίσταται μόνο ως γίγνεσθαι, το οποίο είναι το τεθειμένο-Είναι αυτού που κάνει το Είναι, δηλ. την έννοια καθεαυτήν, να είναι συγκεκριμένο /η και αληθινό/ή. Οι διάφορες φάσεις αυτού του γίγνεσθαι είναι εξωτερικές και μάλιστα εξωτερικές οι μεν προς τις δε· π.χ. ποσότητα, ποιότητα, μέγεθος κ.λπ. Στη σφαίρα της ουσίας είναι η ανασκόπηση (Reflexion) που κάνει τις διάφορες φάσεις της να εμφανίζονται η μια μέσα στην άλλη. Στη σφαίρα της έννοιας, αλληλοτίθενται μέχρι την αυτο-δημιουργία της συνεκτικής τους ολότητας. Εδώ η Ιδέα έχει φτάσει στην πλήρη διαμεσολάβηση με τον εαυτό της και έχει γίνει διαμεσολαβημένη αμεσότητα, τουτέστι ολοκληρώνεται με το να έχει άμεση παρουσία στον εαυτό της. Παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως άμεσο, εμφανίζεται να είναι δημιουργός του Είναι της φύσης. Τούτο το Είναι διαμεσολαβείται με τον ίδιο του τον εαυτό μέσα στο πνεύμα και πέραν οποιασδήποτε εξωτερικής αμοιβαιότητας, μη συμφιλίωσης. Τούτο το πνεύμα είναι εκείνο που διαμεσολαβείται πλήρως με τον εαυτό του μέσα στην απόλυτη Γνώση. Αυτή την πορεία αυτοπραγμάτωσης του πνεύματος ο Χέγκελ μας την παρουσιάζει στη Φαινομενολογία του πνεύματος.
4. Ο φιλόσοφος ασκεί κριτική σε εκείνη τη διαμεσολάβηση που αφηρημένα παγιώνεται στον εαυτό της, έξω από την περιοχή του άμεσου. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για την κριτική του Χέγκελ στην άπειρη πρόοδο, στο κίβδηλο άπειρο της διάνοιας, η οποία θέλει πάντοτε να προχωρεί πέρα από τον εαυτό της και τους περιορισμένους καθορισμούς της. Η διαμεσολάβηση, κατά ταύτα, προσδιορίζεται πάντοτε σε σχέση με το άμεσο και πιο συγκεκριμένα ο μεν πρώτος όρος ενσαρκώνει την κίνηση, ενώ ο δεύτερος την ακινησία: ο πρώτος αναζωογονεί και δίνει ορμή και ζωή στον δεύτερο, για να τον συλλέξει στο Είναι και συγχρόνως ο πρώτος όρος να επιβεβαιώνει τον εαυτό του εδώ μέσα. Από την άλλη πλευρά ασκεί κριτική σε εκείνη την άμεση γνώση, Jacobi κ.λπ., που στοχεύει σε μια ταυτολογική διαφορά, κατά την οποία το περιεχόμενο αυτοδιαμεσολαβείται ερήμην της μορφής του. Το περιεχόμενο έτσι δεν μπορεί να παρουσιάζεται στο πνεύμα υπό μια ακατέργαστη, ανεπεξέργαστη παρουσία, καθώς το ίδιο είναι δραστηριότητα του εαυτού, απόλυτη δραστηριότητα. Τούτο σημαίνει ότι κάθε περιεχόμενο είναι εκείνο του πνεύματος, το οποίο (πνεύμα) συνιστά διαμεσολάβηση με τον εαυτό [του], είναι δηλαδή απόλυτη διαμεσολάβηση. Όταν λοιπόν το πνεύμα, με την ολοκλήρωση της Φαινομενο-Λογικής του πορείας, καταλήγει να γίνεται άμεση Γνώση ή να επιστρέφει σε τούτη ως απόλυτη Γνώση δεν σημαίνει ότι έχει αποποιηθεί τη διαμεσολάβησή του από τον πνευματικό πολιτισμό και έχει επιστρέψει στη φυσική του αθωότητα, αλλά πως επιστρέφει στην αρχή ενός πολιτισμού, πως εγκαινιάζει έναν πνευματικό πολιτισμό, που μπορεί να αποκατασταθεί μέσα από την κατανόηση και καθίδρυση όλου εκείνου του πλούτου της φύσης, που έχει διασώσει το πνεύμα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια νέα αρχή, που μπορεί να λαμβάνεται ως διαμεσολαβημένη αμεσότητα σε σχέση με την αναδειχθείσα συνάφεια, αλλά δεν παύει συνάμα να είναι και διαμεσολαβητική, ήτοι η απόλυτη υποκειμενικότητα, που αυτοδιαφοροποιείται εσωτερικά για να αποβεί στο τέλος αυτο-αναφορά.
1. Η διαμεσολάβηση συνυφαίνεται με το όλο της εγελιανής φιλοσοφίας, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που η εν λόγω φιλοσοφία να μην είναι τίποτε άλλο παρά φιλοσοφία της ολικής, της απόλυτης διαμεσολάβησης. Εκεί όπου είναι παρούσα η διαμεσολάβηση είναι παρούσα και η αμεσότητα:
«Η αντίθεση ανάμεσα σε μια αυθύπαρκτη αμεσότητα του περιεχομένου ή της Γνώσης και σε μια απεναντίας εξίσου αυθύπαρκτη διαμεσολάβηση, η οποία είναι δήθεν ασυμβίβαστη με την αμεσότητα, πρέπει κατ’ αρχήν να τεθεί κατά μέρος, επειδή είναι μια απλή προϋπόθεση και μια αυθαίρετη διαβεβαίωση».
Ο εγελιανός λόγος, κατά ταύτα, διαμεσολαβεί την ίδια τη διαμεσολάβηση με το άμεσο, καθώς συνδυάζει το διαφοροποιητικό έργο της νόησης με την αμεσότητα της εποπτείας και της ενόρασης. Είναι ολική, απόλυτη, επομένως, καθώς είναι ευθέως ανάλογη με μια διεργασία συμφιλίωσης των πιο διαφορετικών όρων: του ίδιου του εαυτού της, της διαμεσολάβησης, και του Άλλου της, της αμεσότητας. Η αλήθεια της είναι η ίδια η διεργασία του διαλεκτικού Λόγου, που την κάνει να έρχεται στο Είναι και να εκτυλίσσεται ενοποιητικά, συμφιλιωτικά: ο Χέγκελ απορρίπτει, από τη μια πλευρά, τη μονομερή κατάφαση της διαμεσολάβησης ως μιας καθαρής ενέργειας, που δεν θα επέστρεφε αφ’ εαυτής σε ένα Είναι, σε μια αποδεδειγμένη αμεσότητα, καθώς μια διαμεσολάβηση μόνο με τον εαυτό είναι μια διαμεσολάβηση που δεν είναι, άρα είναι κάτι το κατ’ αίσθηση και όχι κατά Λόγο άμεσο. Από την άλλη πλευρά απορρίπτει την μονομερή κατάφαση του άμεσου, που ενορατικά αυτοπροσδιορίζεται, επιστρέφει στην ταυτότητά του, χωρίς τη διαφοροποιητική εργασία της διάνοιας.
2. Ο Χέγκελ ξαναπαίρνει από τον Καντ τη δυαδικότητα της διάνοιας (Verstand) και του Λόγου (vernunft), αλλά αντιστρέφει το νόημά τους. Στον Καντ, η διάνοια και η αισθητότητα αποτελούν τη μοναδική ικανότητα γνώσης, ενώ ο Λόγος, στη βούλησή του για μεταφυσική Γνώση, καταλήγει στην ψευδαίσθηση· στον Χέγκελ, απεναντίας, η διάνοια, που μπορεί να διακρίνεται για μονομερείς απόψεις, καθώς βασίζεται σε άκαμπτες και οριστικές κατηγορίες, υπερβαίνεται από τον Λόγο, που μόνο αυτός συλλαμβάνει την ολότητα μέσα από την παρακολούθηση της εσωτερικής ανάπτυξης των διαφορετικών πτυχών:
«Υπό την έννοια του Διαλεκτικού Λόγου ο Χέγκελ καταλαβαίνει την ικανότητα και τη δυνατότητα της σκέψης να συλλαμβάνει υπό τη μορφή εννοιολογικής ενότητας έναν δεσμό, μια συνάφεια διαφορετικών στοιχείων, πτυχών, στιγμών, εννοιών διαμεσολαβημένων μεταξύ τους αλλά και με το Όλο στη βάση του ποιοτικού τους προσδιορισμού».
Δυνάμει αυτής της εργασίας του Λόγου δεν υπάρχει άμεσο, που να μην είναι διαμεσολαβημένο. Το άμεσο στον απόλυτο χαρακτήρα του είναι το «καθαρό Είναι, ‒χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό». Καθαρό Είναι σημαίνει πως το Είναι δεν έχει κανέναν άλλο προσδιορισμό, που να το διαφοροποιεί εντός και εκτός εαυτού, πέραν της αμεσότητάς του. Στη συνάφεια τούτη, Είναι και καθαρό Είναι, υποδηλώνουν την έννοια, την αφηρημένη, κενή από κάθε περιεχόμενο αυτο-έννοια, της οποίας όλοι οι προσδιορισμοί έχουν την χαρακτήρα της αμεσότητας. Σε τούτο το αρχικό στάδιο, στο ξεκίνημα, η έννοια είναι καθεαυτήν, που μέσα από την αυτο-διαμεσολάβησή της, από την αυτο-διαφοροποιούμενη ανάπτυξη της, γίνεται διεαυτήν, κάτι όπως συμβαίνει με την αυτο-διαφοροποιούμενη ανάπτυξη του ανθρώπου:
«Το παιδί είναι ήδη έλλογο, αλλά ο Λόγος σ’ αυτό είναι ακόμη καθεαυτόν, ενώ στον άνθρωπο/άνδρα είναι τεθειμένος ο Λόγος».
3. Στην περίπτωση του ανθρώπου, κατά το ως άνω απόσπασμα, αυτός δείχνει να έχει δυο φύσεις, όπως μας λέει ο Χέγκελ σε άλλο κείμενό του: η μια είναι η υλική, η βιολογική, και η άλλη η πνευματική. Έτσι καθίσταται δυνατό, στη σφαίρα της διαμεσολάβησης να ανήκει και η αναφορά σε ένα Άλλο Είναι:
«η διαμεσολάβηση συνίσταται στο να αφήνουμε έναν πρώτο όρο να περνάει σε έναν δεύτερο».
Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για μια ανάπτυξη ως διεργασία αυτο-διαμεσολάβησης, η οποία προχωρεί, όλο και πιο συγκεκριμένα, στην αυτοσυμφιλύωση. Έτσι στο επίπεδο της κατά Λόγο ανάπτυξης της έννοιας η εφαρμογή αυτής της Λογικής πορείας έχει ως εξής: στη σφαίρα της διδασκαλίας του Είναι, το Είναι μπορεί να υφίσταται μόνο ως γίγνεσθαι, το οποίο είναι το τεθειμένο-Είναι αυτού που κάνει το Είναι, δηλ. την έννοια καθεαυτήν, να είναι συγκεκριμένο /η και αληθινό/ή. Οι διάφορες φάσεις αυτού του γίγνεσθαι είναι εξωτερικές και μάλιστα εξωτερικές οι μεν προς τις δε· π.χ. ποσότητα, ποιότητα, μέγεθος κ.λπ. Στη σφαίρα της ουσίας είναι η ανασκόπηση (Reflexion) που κάνει τις διάφορες φάσεις της να εμφανίζονται η μια μέσα στην άλλη. Στη σφαίρα της έννοιας, αλληλοτίθενται μέχρι την αυτο-δημιουργία της συνεκτικής τους ολότητας. Εδώ η Ιδέα έχει φτάσει στην πλήρη διαμεσολάβηση με τον εαυτό της και έχει γίνει διαμεσολαβημένη αμεσότητα, τουτέστι ολοκληρώνεται με το να έχει άμεση παρουσία στον εαυτό της. Παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως άμεσο, εμφανίζεται να είναι δημιουργός του Είναι της φύσης. Τούτο το Είναι διαμεσολαβείται με τον ίδιο του τον εαυτό μέσα στο πνεύμα και πέραν οποιασδήποτε εξωτερικής αμοιβαιότητας, μη συμφιλίωσης. Τούτο το πνεύμα είναι εκείνο που διαμεσολαβείται πλήρως με τον εαυτό του μέσα στην απόλυτη Γνώση. Αυτή την πορεία αυτοπραγμάτωσης του πνεύματος ο Χέγκελ μας την παρουσιάζει στη Φαινομενολογία του πνεύματος.
4. Ο φιλόσοφος ασκεί κριτική σε εκείνη τη διαμεσολάβηση που αφηρημένα παγιώνεται στον εαυτό της, έξω από την περιοχή του άμεσου. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για την κριτική του Χέγκελ στην άπειρη πρόοδο, στο κίβδηλο άπειρο της διάνοιας, η οποία θέλει πάντοτε να προχωρεί πέρα από τον εαυτό της και τους περιορισμένους καθορισμούς της. Η διαμεσολάβηση, κατά ταύτα, προσδιορίζεται πάντοτε σε σχέση με το άμεσο και πιο συγκεκριμένα ο μεν πρώτος όρος ενσαρκώνει την κίνηση, ενώ ο δεύτερος την ακινησία: ο πρώτος αναζωογονεί και δίνει ορμή και ζωή στον δεύτερο, για να τον συλλέξει στο Είναι και συγχρόνως ο πρώτος όρος να επιβεβαιώνει τον εαυτό του εδώ μέσα. Από την άλλη πλευρά ασκεί κριτική σε εκείνη την άμεση γνώση, Jacobi κ.λπ., που στοχεύει σε μια ταυτολογική διαφορά, κατά την οποία το περιεχόμενο αυτοδιαμεσολαβείται ερήμην της μορφής του. Το περιεχόμενο έτσι δεν μπορεί να παρουσιάζεται στο πνεύμα υπό μια ακατέργαστη, ανεπεξέργαστη παρουσία, καθώς το ίδιο είναι δραστηριότητα του εαυτού, απόλυτη δραστηριότητα. Τούτο σημαίνει ότι κάθε περιεχόμενο είναι εκείνο του πνεύματος, το οποίο (πνεύμα) συνιστά διαμεσολάβηση με τον εαυτό [του], είναι δηλαδή απόλυτη διαμεσολάβηση. Όταν λοιπόν το πνεύμα, με την ολοκλήρωση της Φαινομενο-Λογικής του πορείας, καταλήγει να γίνεται άμεση Γνώση ή να επιστρέφει σε τούτη ως απόλυτη Γνώση δεν σημαίνει ότι έχει αποποιηθεί τη διαμεσολάβησή του από τον πνευματικό πολιτισμό και έχει επιστρέψει στη φυσική του αθωότητα, αλλά πως επιστρέφει στην αρχή ενός πολιτισμού, πως εγκαινιάζει έναν πνευματικό πολιτισμό, που μπορεί να αποκατασταθεί μέσα από την κατανόηση και καθίδρυση όλου εκείνου του πλούτου της φύσης, που έχει διασώσει το πνεύμα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια νέα αρχή, που μπορεί να λαμβάνεται ως διαμεσολαβημένη αμεσότητα σε σχέση με την αναδειχθείσα συνάφεια, αλλά δεν παύει συνάμα να είναι και διαμεσολαβητική, ήτοι η απόλυτη υποκειμενικότητα, που αυτοδιαφοροποιείται εσωτερικά για να αποβεί στο τέλος αυτο-αναφορά.
Η Ελληνική σύλληψη του θανάτου (1)
Στην καρδιά των ποιημάτων, και ιδίως της Ιλιάδας, υπάρχει η εμπειρία αυτού του αναπόφευκτου δεδομένου που είναι ο θάνατος. Και το δεδομένο αυτό το βρίσκουμε εκεί χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς ψευδαισθήσεις, χωρίς ωραιοποίηση. Λέει ο Αχιλλέας στη ραψωδία Ι (πρόκειται για τους στίχους 400-409): τίποτα δεν είναι ψυχής αντάξιον. Και προσθέτει: μπορούμε να αποκτήσουμε, να αγοράσουμε, η ζωή όμως του ανθρώπου δεν γυρίζει πίσω έτσι και ξεφύγει από την άκρη των δοντιών του.
Γνωρίζετε επίσης στην Οδύσσεια την περίφημη συνάντηση μεταξύ Οδυσσέα και Αχιλλέα (Οδ. λ, 467-541) στον κάτω κόσμο, όπου ο Οδυσσέας αναφέρεται στη δόξα του Αχιλλέα, που όπως όλοι οι νεκροί, είναι κι αυτός στον Άδη μια σκιά χωρίς νόον, χωρίς πνεύμα, ούτε αισθήσεις. Γιατί μόνο ο θεϊκός Τειρεσίας, μετά από χαριστική παρέμβαση της Περσεφόνης, κρατά στον Άδη τα λογικά του, τις πνευματικές του ικανότητες. Όλες οι άλλες ψυχές είναι σκιές που πετούν (Οδ. κ, 491-495), που δεν γνωρίζουν τίποτα, που δεν θυμούνται τίποτα, που πρέπει να πιουν αίμα για να είναι σε θέση να αρθρώσουν «αληθινό λόγο». Και ο Αχιλλέας αποκρίνεται στον Οδυσσέα: «Μην προσπαθείς να μου γλυκάνεις το θάνατο, θα προτιμούσα να ήμουν ζωντανός, εργάτης μεροκαματιάρης ενός φτωχού αγρότη, παρά να βασιλεύω ανάμεσα στους νεκρούς». Ιδού η αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στα έπη: υπάρχει σίγουρα η επιβίωση, η επιβίωση όμως αυτή είναι ακόμα πιο άθλια και από τον επίγειο βίο. Ακόμη πιο άθλια· αυτή είναι όλη κι όλη η υπόσχεση …
Μπορούμε λοιπόν να θέσουμε το ερώτημα: από πού προέρχεται η ιδέα αυτή που συναντάμε στον Όμηρο; Προφανώς δεν προέρχεται από τους Αιγυπτίους, που είχαν ένα ολόκληρο κύκλο μετεμψυχώσεων και τα σχετικά, ούτε από τους Βαβυλωνίους, ούτε από τους Μυκηναίους. Είναι περίεργο κι όμως αληθινό: οι Έλληνες ανακάλυψαν το γεγονός ότι υπάρχει ένας τελειωτικός θάνατος, οριστικός θάνατος –τέλος θανάτοιο, επαναλαμβάμεται συνέχεια στην Ιλιάδα-, ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο να πούμε πάνω σ’ αυτό, δεν είναι δυνατό να του δώσουμε άλλη σημασία, να τον μετουσιώσουμε και να τον ωραιοποιήσουμε.
Γνωρίζετε επίσης στην Οδύσσεια την περίφημη συνάντηση μεταξύ Οδυσσέα και Αχιλλέα (Οδ. λ, 467-541) στον κάτω κόσμο, όπου ο Οδυσσέας αναφέρεται στη δόξα του Αχιλλέα, που όπως όλοι οι νεκροί, είναι κι αυτός στον Άδη μια σκιά χωρίς νόον, χωρίς πνεύμα, ούτε αισθήσεις. Γιατί μόνο ο θεϊκός Τειρεσίας, μετά από χαριστική παρέμβαση της Περσεφόνης, κρατά στον Άδη τα λογικά του, τις πνευματικές του ικανότητες. Όλες οι άλλες ψυχές είναι σκιές που πετούν (Οδ. κ, 491-495), που δεν γνωρίζουν τίποτα, που δεν θυμούνται τίποτα, που πρέπει να πιουν αίμα για να είναι σε θέση να αρθρώσουν «αληθινό λόγο». Και ο Αχιλλέας αποκρίνεται στον Οδυσσέα: «Μην προσπαθείς να μου γλυκάνεις το θάνατο, θα προτιμούσα να ήμουν ζωντανός, εργάτης μεροκαματιάρης ενός φτωχού αγρότη, παρά να βασιλεύω ανάμεσα στους νεκρούς». Ιδού η αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στα έπη: υπάρχει σίγουρα η επιβίωση, η επιβίωση όμως αυτή είναι ακόμα πιο άθλια και από τον επίγειο βίο. Ακόμη πιο άθλια· αυτή είναι όλη κι όλη η υπόσχεση …
Μπορούμε λοιπόν να θέσουμε το ερώτημα: από πού προέρχεται η ιδέα αυτή που συναντάμε στον Όμηρο; Προφανώς δεν προέρχεται από τους Αιγυπτίους, που είχαν ένα ολόκληρο κύκλο μετεμψυχώσεων και τα σχετικά, ούτε από τους Βαβυλωνίους, ούτε από τους Μυκηναίους. Είναι περίεργο κι όμως αληθινό: οι Έλληνες ανακάλυψαν το γεγονός ότι υπάρχει ένας τελειωτικός θάνατος, οριστικός θάνατος –τέλος θανάτοιο, επαναλαμβάμεται συνέχεια στην Ιλιάδα-, ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο να πούμε πάνω σ’ αυτό, δεν είναι δυνατό να του δώσουμε άλλη σημασία, να τον μετουσιώσουμε και να τον ωραιοποιήσουμε.
ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (5.2.5-5.3.6)
[5.2.5] Ἀλέξανδρον δὲ πόθος ἔλαβεν ἰδεῖν τὸν χῶρον, ὅπου τινὰ ὑπομνήματα τοῦ Διονύσου οἱ Νυσαῖοι ἐκόμπαζον. ἐλθεῖν τε ἐς τὸ ὄρος τὸν Μηρὸν ξὺν τοῖς ἑταίροις τοῖς ἱππεῦσι καὶ τῷ πεζικῷ ἀγήματι καὶ ἰδεῖν κισσοῦ τε ἀνάπλεων καὶ δάφνης τὸ ὄρος καὶ ἄλση παντοῖα· καὶ ἰδεῖν σύσκιον, καὶ θήρας ἐν αὐτῷ εἶναι θηρίων παντοδαπῶν. [5.2.6] καὶ τοὺς Μακεδόνας ἡδέως τὸν κισσὸν ἰδόντας, οἷα δὴ διὰ μακροῦ ὀφθέντα (οὐ γὰρ εἶναι ἐν τῇ Ἰνδῶν χώρᾳ κισσόν, οὐδὲ ἵναπερ αὐτοῖς ἄμπελοι ἦσαν) στεφάνους σπουδῇ ἀπ᾽ αὐτοῦ ποιεῖσθαι, ὡς καὶ στεφανώσασθαι εἶχον, ἐφυμνοῦντας τὸν Διόνυσόν τε καὶ τὰς ἐπωνυμίας τοῦ θεοῦ ἀνακαλοῦντας. θῦσαι τε αὐτοῦ Ἀλέξανδρον τῷ Διονύσῳ καὶ εὐωχηθῆναι ὁμοῦ τοῖς ἑταίροις. [5.2.7] οἱ δὲ καὶ τάδε ἀνέγραψαν, εἰ δή τῳ πιστὰ καὶ ταῦτα, πολλοὺς τῶν ἀμφ᾽ αὐτὸν τῶν οὐκ ἠμελημένων Μακεδόνων τῷ τε κισσῷ στεφανωσαμένους καὶ ὑπὸ τῇ κατακλήσει τοῦ θεοῦ κατασχεθῆναί τε πρὸς τοῦ Διονύσου καὶ ἀνευάσαι τὸν θεὸν καὶ βακχεῦσαι.
[5.3.1] Τους μύθους αυτούς ας τους παίρνει κανείς όπως θέλει και ας μην πιστεύει ή ας πιστεύει. Γιατί, εγώ τουλάχιστον δεν συμφωνώ με τον Ερατοσθένη τον Κυρηναίο, ο οποίος λέει ότι οι Μακεδόνες, για να ευχαριστήσουν τον Αλέξανδρο, μεγαλοποίησαν υπερβολικά όλα όσα σχετίζονται με θεούς. [5.3.2] Λέει π.χ. ο Ερατοσθένης ότι, όταν είδαν οι Μακεδόνες ένα σπήλαιο στις Παραπαμισάδες και άκουσαν κάποιον τοπικό μύθο ή και τον επινόησαν οι ίδιοι, διέδωσαν ότι αυτό ήταν τάχα το σπήλαιο όπου είχε μείνει δεμένος ο Προμηθέας και ότι εκεί ερχόταν κάθε τόσο ο αετός, για να πάρει τροφή από τα σπλάχνα του Προμηθέα, καθώς και ότι εκεί φθάνοντας ο Ηρακλής σκότωσε τον αετό και απήλλαξε τον Προμηθέα από τα δεσμά του. [5.3.3] Οι Μακεδόνες μετέφεραν με την αφήγησή τους και το όρος Καύκασο από τον Πόντο στα ανατολικά μέρη της γης, στην περιοχή των Παραπαμισαδών, προς την Ινδία. Και ενώ το όρος αυτό ήταν στην πραγματικότητα ο Παραπάμισος, οι Μακεδόνες για τη δόξα του Αλεξάνδρου το ονόμασαν Καύκασο θέλοντας να δείξουν ότι πέρασε τάχα ο Αλέξανδρος και τον Καύκασο. [5.3.4] Και όταν είδαν στην ίδια την ινδική γη αγελάδες που έφεραν στο σώμα τους ρόπαλο χαραγμένο με σίδερο, συμπέραναν από το σημάδι αυτό ότι ο Ηρακλής είχε φθάσει στην Ινδία.
Ο Ερατοσθένης εκφράζει όμοια δυσπιστία και για την περιπλάνηση του Διονύσου. Οι μυθικές αυτές αφηγήσεις βρίσκονται για μένα κάπου ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα.
[5.3.5] Όταν έφθασε ο Αλέξανδρος στον Ινδό ποταμό, βρήκε γέφυρα πάνω σε αυτόν κατασκευασμένη από τον Ηφαιστίωνα και πλοία πολλά, κάπως όμως μικρά, και τριακοντόρους δύο. Κατέφθασαν επίσης δώρα από τον Ταξίλη τον Ινδό, διακόσια περίπου αργυρά τάλαντα και για θυσία τρεις χιλιάδες βόδια και πάνω από δέκα χιλιάδες πρόβατα, καθώς και τριάντα ελέφαντες. [5.3.6] Ακόμη έφθασαν στον Αλέξανδρο εφτακόσιοι Ινδοί ιππείς σταλμένοι από τον Ταξίλη ως συμπολεμιστές. Και την πόλη Τάξιλα, τη μεγαλύτερη μεταξύ Ινδού ποταμού και Υδάσπη, του παρέδωσε ο Ταξίλης. Εκεί ο Αλέξανδρος πρόσφερε θυσία σε όσους θεούς συνήθιζε και τέλεσε κοντά στον ποταμό ιππικό και γυμνικό αγώνα. Οι θυσίες ήταν ευνοϊκές για τη διάβαση του ποταμού.
[5.3.1] Καὶ ταῦτα ὅπως τις ἐθέλει ὑπολαβὼν ἀπιστείτω ἢ πιστευέτω. οὐ γὰρ ἔγωγε Ἐρατοσθένει τῷ Κυρηναίῳ πάντῃ ξυμφέρομαι, ὃς λέγει πάντα ὅσα ἐς τὸ θεῖον ἀναφέρεται ἐκ Μακεδόνων πρὸς χάριν τὴν Ἀλεξάνδρου ἐς τὸ ὑπέρογκον ἐπιφημισθῆναι. [5.3.2] καὶ γὰρ καὶ σπήλαιον λέγει ἰδόντας ἐν Παραπαμισάδαις τοὺς Μακεδόνας καί τινα μῦθον ἐπιχώριον ἀκούσαντας ἢ καὶ αὐτοὺς ξυνθέντας φημίσαι, ὅτι τοῦτο ἄρα ἦν τοῦ Προμηθέως τὸ ἄντρον ἵνα ἐδέδετο, καὶ ὁ ἀετὸς ὅτι ἐκεῖσε ἐφοίτα δαισόμενος τῶν σπλάγχνων τοῦ Προμηθέως, καὶ ὁ Ἡρακλῆς ὅτι ἐκεῖσε ἀφικόμενος τόν τε ἀετὸν ἀπέκτεινε καὶ τὸν Προμηθέα τῶν δεσμῶν ἀπέλυσε. [5.3.3] τὸν δὲ Καύκασον τὸ ὄρος ἐκ τοῦ Πόντου ἐς τὰ πρὸς ἕω μέρη τῆς γῆς καὶ τὴν Παραπαμισαδῶν χώραν ὡς ἐπὶ Ἰνδοὺς μετάγειν τῷ λόγῳ τοὺς Μακεδόνας, Παραπάμισον ὄντα τὸ ὄρος αὐτοὺς καλοῦντας Καύκασον τῆς Ἀλεξάνδρου ἕνεκα δόξης, ὡς ὑπὲρ τὸν Καύκασον ἄρα ἐλθόντα Ἀλέξανδρον. [5.3.4] ἔν τε αὐτῇ τῇ Ἰνδῶν γῇ βοῦς ἰδόντας ἐγκεκαυμένας ῥόπαλον τεκμηριοῦσθαι ἐπὶ τῷδε, ὅτι Ἡρακλῆς ἐς Ἰνδοὺς ἀφίκετο. ὅμοια δὲ καὶ ὑπὲρ Διονύσου τῆς πλάνης ἀπιστεῖ Ἐρατοσθένης· ἐμοὶ δ᾽ ἐν μέσῳ κείσθων οἱ ὑπὲρ τούτων λόγοι.
[5.3.5] Ἀλέξανδρος δὲ ὡς ἀφίκετο ἐπὶ τὸν Ἰνδὸν ποταμόν, καταλαμβάνει γέφυράν τε ἐπ᾽ αὐτῷ πεποιημένην πρὸς Ἡφαιστίωνος καὶ πλοῖα πολλὰ μὲν σμικρότερα, δύο δὲ τριακοντόρους, καὶ παρὰ Ταξίλου τοῦ Ἰνδοῦ δῶρα ἥκοντα ἀργυρίου μὲν τάλαντα ἐς διακόσια, ἱερεῖα δὲ βοῦς μὲν τρισχιλίας, πρόβατα δὲ ὑπὲρ μύρια, ἐλέφαντας δὲ ἐς τριάκοντα· [5.3.6] καὶ ἱππεῖς δὲ ἑπτακόσιοι αὐτῷ Ἰνδῶν ἐς ξυμμαχίαν παρὰ Ταξίλου ἧκον· καὶ τὴν πόλιν Τάξιλα, τὴν μεγίστην μεταξὺ Ἰνδοῦ τε ποταμοῦ καὶ Ὑδάσπου, ὅτι αὐτῷ Ταξίλης ἐνδίδωσιν. ἐνταῦθα θύει Ἀλέξανδρος τοῖς θεοῖς ὅσοις αὐτῷ νόμος καὶ ἀγῶνα ποιεῖ γυμνικὸν καὶ ἱππικὸν ἐπὶ τῷ ποταμῷ· καὶ γίγνεται αὐτῷ ἐπὶ τῇ διαβάσει τὰ ἱερά.
[5.3.5] Ἀλέξανδρος δὲ ὡς ἀφίκετο ἐπὶ τὸν Ἰνδὸν ποταμόν, καταλαμβάνει γέφυράν τε ἐπ᾽ αὐτῷ πεποιημένην πρὸς Ἡφαιστίωνος καὶ πλοῖα πολλὰ μὲν σμικρότερα, δύο δὲ τριακοντόρους, καὶ παρὰ Ταξίλου τοῦ Ἰνδοῦ δῶρα ἥκοντα ἀργυρίου μὲν τάλαντα ἐς διακόσια, ἱερεῖα δὲ βοῦς μὲν τρισχιλίας, πρόβατα δὲ ὑπὲρ μύρια, ἐλέφαντας δὲ ἐς τριάκοντα· [5.3.6] καὶ ἱππεῖς δὲ ἑπτακόσιοι αὐτῷ Ἰνδῶν ἐς ξυμμαχίαν παρὰ Ταξίλου ἧκον· καὶ τὴν πόλιν Τάξιλα, τὴν μεγίστην μεταξὺ Ἰνδοῦ τε ποταμοῦ καὶ Ὑδάσπου, ὅτι αὐτῷ Ταξίλης ἐνδίδωσιν. ἐνταῦθα θύει Ἀλέξανδρος τοῖς θεοῖς ὅσοις αὐτῷ νόμος καὶ ἀγῶνα ποιεῖ γυμνικὸν καὶ ἱππικὸν ἐπὶ τῷ ποταμῷ· καὶ γίγνεται αὐτῷ ἐπὶ τῇ διαβάσει τὰ ἱερά.
***
[5.2.5] Κατέλαβε έτσι τον Αλέξανδρο μεγάλη επιθυμία να δει τον χώρο, όπου έδειχναν οι Νυσαίοι με περηφάνεια μερικά αναμνηστικά του Διονύσου. Και πήγε στο βουνό Μηρό μαζί με το ιππικό των εταίρων και το άγημα των πεζών και είδε το βουνό γεμάτο κισσό και δάφνη και κάθε λογής δάση. Είδε επίσης ότι ήταν κατάσκιο και γεμάτο από άγρια ζώα διαφόρων ειδών, τα οποία ήταν κατάλληλα για κυνήγι. [5.2.6] Οι Μακεδόνες είδαν τότε με χαρά τον κισσό, που τον έβλεπαν ύστερα από μακρό πράγματι χρόνο (γιατί δεν υπάρχει κισσός στη χώρα των Ινδών ούτε και εκεί ακόμη όπου είχαν τα αμπέλια τους). Έσπευσαν να φτιάξουν στεφάνια από τον κισσό, ώστε στεφανωμένοι μπόρεσαν και να ψάλουν ύμνους στον Διόνυσο και να αναφωνήσουν τις διάφορες επωνυμίες του θεού. Ο Αλέξανδρος θυσίασε εδώ στον Διόνυσο και διασκέδασε σε συμπόσιο μαζί με τους εταίρους. [5.2.7] Μερικοί συγγραφείς αναφέρουν ακόμη τα εξής, αν βέβαια κάποιος μπορεί να τους πιστέψει: πολλοί επιφανείς Μακεδόνες της ακολουθίας του, αφού στεφανώθηκαν με κισσό και επικαλέσθηκαν τον θεό, κατελήφθησαν από διονυσιακή έκσταση και επευφήμησαν με κραυγές τον θεό και εόρτασαν κατά βακχικό τρόπο.[5.3.1] Τους μύθους αυτούς ας τους παίρνει κανείς όπως θέλει και ας μην πιστεύει ή ας πιστεύει. Γιατί, εγώ τουλάχιστον δεν συμφωνώ με τον Ερατοσθένη τον Κυρηναίο, ο οποίος λέει ότι οι Μακεδόνες, για να ευχαριστήσουν τον Αλέξανδρο, μεγαλοποίησαν υπερβολικά όλα όσα σχετίζονται με θεούς. [5.3.2] Λέει π.χ. ο Ερατοσθένης ότι, όταν είδαν οι Μακεδόνες ένα σπήλαιο στις Παραπαμισάδες και άκουσαν κάποιον τοπικό μύθο ή και τον επινόησαν οι ίδιοι, διέδωσαν ότι αυτό ήταν τάχα το σπήλαιο όπου είχε μείνει δεμένος ο Προμηθέας και ότι εκεί ερχόταν κάθε τόσο ο αετός, για να πάρει τροφή από τα σπλάχνα του Προμηθέα, καθώς και ότι εκεί φθάνοντας ο Ηρακλής σκότωσε τον αετό και απήλλαξε τον Προμηθέα από τα δεσμά του. [5.3.3] Οι Μακεδόνες μετέφεραν με την αφήγησή τους και το όρος Καύκασο από τον Πόντο στα ανατολικά μέρη της γης, στην περιοχή των Παραπαμισαδών, προς την Ινδία. Και ενώ το όρος αυτό ήταν στην πραγματικότητα ο Παραπάμισος, οι Μακεδόνες για τη δόξα του Αλεξάνδρου το ονόμασαν Καύκασο θέλοντας να δείξουν ότι πέρασε τάχα ο Αλέξανδρος και τον Καύκασο. [5.3.4] Και όταν είδαν στην ίδια την ινδική γη αγελάδες που έφεραν στο σώμα τους ρόπαλο χαραγμένο με σίδερο, συμπέραναν από το σημάδι αυτό ότι ο Ηρακλής είχε φθάσει στην Ινδία.
Ο Ερατοσθένης εκφράζει όμοια δυσπιστία και για την περιπλάνηση του Διονύσου. Οι μυθικές αυτές αφηγήσεις βρίσκονται για μένα κάπου ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα.
[5.3.5] Όταν έφθασε ο Αλέξανδρος στον Ινδό ποταμό, βρήκε γέφυρα πάνω σε αυτόν κατασκευασμένη από τον Ηφαιστίωνα και πλοία πολλά, κάπως όμως μικρά, και τριακοντόρους δύο. Κατέφθασαν επίσης δώρα από τον Ταξίλη τον Ινδό, διακόσια περίπου αργυρά τάλαντα και για θυσία τρεις χιλιάδες βόδια και πάνω από δέκα χιλιάδες πρόβατα, καθώς και τριάντα ελέφαντες. [5.3.6] Ακόμη έφθασαν στον Αλέξανδρο εφτακόσιοι Ινδοί ιππείς σταλμένοι από τον Ταξίλη ως συμπολεμιστές. Και την πόλη Τάξιλα, τη μεγαλύτερη μεταξύ Ινδού ποταμού και Υδάσπη, του παρέδωσε ο Ταξίλης. Εκεί ο Αλέξανδρος πρόσφερε θυσία σε όσους θεούς συνήθιζε και τέλεσε κοντά στον ποταμό ιππικό και γυμνικό αγώνα. Οι θυσίες ήταν ευνοϊκές για τη διάβαση του ποταμού.
Σάββατο 28 Αυγούστου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (1211-1248)
ΧΟ. ὅστις τοῦ πλέονος μέρους [στρ.]
κι άλλο, κι άλλο, και δεν του φτάνει
η μετρημένη του ζωή,
αυτόν εγώ, μα την αλήθεια,
τον έχω για πολύ μωρό.
1215 Γιατί οι πολλές ημέρες που μακραίνουν
φέρνουν τις λύπες πιο κοντά·
χαρές δεν πρόκειται να δεις
όπου η ζωή τραβάει σε μάκρος,
πέρα απ᾽ το θεμιτό της μέτρο.
1220 Λυτρωτικός, μ᾽ όλους ισότιμος,
όταν σημάνει η ώρα του Άδη,
προβάλλει ο θάνατος,
και γράφει τέλος σε γάμους,
μουσικές, χορούς.
Το να μην έχεις γεννηθεί,
1225 αυτό είναι το καλύτερο·
το δεύτερο καλό, αν έχεις
γεννηθεί, να πας το γρηγορότερο
εκεί απ᾽ όπου βγήκες.
Γιατί, μόλις περάσει η πρώτη νιότη,
1230 με την ανέμελή της αφροσύνη,
ποιός, πες μου, ποιός μόχθος απέξω μένει;
ποιός κάματος δεν μπαίνει στη ζωή μας;
Φθόνος και στάσεις, μαλώματα και μάχες,
1235 φόνοι, και τελευταίο εκείνο το επονείδιστο,
τα γηρατειά· άνευρα, άφιλα, ασυντρόφευτα,
όπου του κόσμου τα χειρότερα
κακά συγκατοικούν.
Μοίρα κι αυτού του δύστυχου
τα γηρατειά, όχι δική μου μόνο.
1240 Πώς βορινό ακρωτήρι, ανεμικές
και κύματα από παντού το δέρνουν,
έτσι κι αυτόν, αδιάκοπες
οι φοβερές του συμφορές,
τον συγκλονίζουν κυματόπληκτες
και κατακόρυφες.
1245 Άλλες από τη δύση, άλλες
απ᾽ την ανατολή, άλλες από τον νότο,
κι άλλες απ᾽ τα Ριπαία όρη κατεβαίνουν
του βορρά.
χρῄζει τοῦ μετρίου παρεὶς
ζώειν, σκαιοσύναν φυλάσ-
σων ἐν ἐμοὶ κατάδηλος ἔσται.
1215 ἐπεὶ πολλὰ μὲν αἱ μακραὶ
ἁμέραι κατέθεντο δὴ
λύπας ἐγγυτέρω, τὰ τέρ-
ποντα δ᾽ οὐκ ἂν ἴδοις ὅπου,
ὅταν τις ἐς πλέον πέσῃ
1220 τοῦ δέοντος· ὁ δ᾽ ἐπίκουρος ἰσοτέλεστος,
Ἄϊδος ὅτε μοῖρ᾽ ἀνυμέναιος
ἄλυρος ἄχορος ἀναπέφηνε,
θάνατος ἐς τελευτάν.
μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νι- [αντ.]
1225 κᾷ λόγον· τὸ δ᾽, ἐπεὶ φανῇ,
βῆναι κεῖσ᾽ ὁπόθεν περ ἥ-
κει πολὺ δεύτερον ὡς τάχιστα.
ὡς εὖτ᾽ ἂν τὸ νέον παρῇ
1230 κούφας ἀφροσύνας φέρον,
τίς πλάγχθη πολὺ μόχθος ἔ-
ξω; τίς οὐ καμάτων ἔνι;
φθόνος, στάσεις, ἔρις, μάχαι
1235 καὶ φόνοι· τό τε κατάμεμπτον ἐπιλέλογχε
πύματον ἀκρατὲς ἀπροσόμιλον
γῆρας ἄφιλον, ἵνα πρόπαντα
κακὰ κακῶν ξυνοικεῖ.
ἐν ᾧ τλάμων ὅδ᾽, οὐκ ἐγὼ μόνος· [επωδ.]
1240 πάντοθεν βόρειος ὥς τις ἀκτὰ
κυματοπλὴξ χειμερία κλονεῖται,
ὣς καὶ τόνδε κατ᾽ ἄκρας
δειναὶ κυματοαγεῖς
ἆται κλονέουσιν ἀεὶ ξυνοῦσαι,
1245 αἱ μὲν ἀπ᾽ ἀελίου δυσμᾶν,
αἱ δ᾽ ἀνατέλλοντος,
αἱ δ᾽ ἀνὰ μέσσαν ἀκτῖν᾽,
αἱ δ᾽ ἐννυχιᾶν ἀπὸ Ῥιπᾶν.
ζώειν, σκαιοσύναν φυλάσ-
σων ἐν ἐμοὶ κατάδηλος ἔσται.
1215 ἐπεὶ πολλὰ μὲν αἱ μακραὶ
ἁμέραι κατέθεντο δὴ
λύπας ἐγγυτέρω, τὰ τέρ-
ποντα δ᾽ οὐκ ἂν ἴδοις ὅπου,
ὅταν τις ἐς πλέον πέσῃ
1220 τοῦ δέοντος· ὁ δ᾽ ἐπίκουρος ἰσοτέλεστος,
Ἄϊδος ὅτε μοῖρ᾽ ἀνυμέναιος
ἄλυρος ἄχορος ἀναπέφηνε,
θάνατος ἐς τελευτάν.
μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νι- [αντ.]
1225 κᾷ λόγον· τὸ δ᾽, ἐπεὶ φανῇ,
βῆναι κεῖσ᾽ ὁπόθεν περ ἥ-
κει πολὺ δεύτερον ὡς τάχιστα.
ὡς εὖτ᾽ ἂν τὸ νέον παρῇ
1230 κούφας ἀφροσύνας φέρον,
τίς πλάγχθη πολὺ μόχθος ἔ-
ξω; τίς οὐ καμάτων ἔνι;
φθόνος, στάσεις, ἔρις, μάχαι
1235 καὶ φόνοι· τό τε κατάμεμπτον ἐπιλέλογχε
πύματον ἀκρατὲς ἀπροσόμιλον
γῆρας ἄφιλον, ἵνα πρόπαντα
κακὰ κακῶν ξυνοικεῖ.
ἐν ᾧ τλάμων ὅδ᾽, οὐκ ἐγὼ μόνος· [επωδ.]
1240 πάντοθεν βόρειος ὥς τις ἀκτὰ
κυματοπλὴξ χειμερία κλονεῖται,
ὣς καὶ τόνδε κατ᾽ ἄκρας
δειναὶ κυματοαγεῖς
ἆται κλονέουσιν ἀεὶ ξυνοῦσαι,
1245 αἱ μὲν ἀπ᾽ ἀελίου δυσμᾶν,
αἱ δ᾽ ἀνατέλλοντος,
αἱ δ᾽ ἀνὰ μέσσαν ἀκτῖν᾽,
αἱ δ᾽ ἐννυχιᾶν ἀπὸ Ῥιπᾶν.
***
Όποιος ορέγεται να ζήσεικι άλλο, κι άλλο, και δεν του φτάνει
η μετρημένη του ζωή,
αυτόν εγώ, μα την αλήθεια,
τον έχω για πολύ μωρό.
1215 Γιατί οι πολλές ημέρες που μακραίνουν
φέρνουν τις λύπες πιο κοντά·
χαρές δεν πρόκειται να δεις
όπου η ζωή τραβάει σε μάκρος,
πέρα απ᾽ το θεμιτό της μέτρο.
1220 Λυτρωτικός, μ᾽ όλους ισότιμος,
όταν σημάνει η ώρα του Άδη,
προβάλλει ο θάνατος,
και γράφει τέλος σε γάμους,
μουσικές, χορούς.
Το να μην έχεις γεννηθεί,
1225 αυτό είναι το καλύτερο·
το δεύτερο καλό, αν έχεις
γεννηθεί, να πας το γρηγορότερο
εκεί απ᾽ όπου βγήκες.
Γιατί, μόλις περάσει η πρώτη νιότη,
1230 με την ανέμελή της αφροσύνη,
ποιός, πες μου, ποιός μόχθος απέξω μένει;
ποιός κάματος δεν μπαίνει στη ζωή μας;
Φθόνος και στάσεις, μαλώματα και μάχες,
1235 φόνοι, και τελευταίο εκείνο το επονείδιστο,
τα γηρατειά· άνευρα, άφιλα, ασυντρόφευτα,
όπου του κόσμου τα χειρότερα
κακά συγκατοικούν.
Μοίρα κι αυτού του δύστυχου
τα γηρατειά, όχι δική μου μόνο.
1240 Πώς βορινό ακρωτήρι, ανεμικές
και κύματα από παντού το δέρνουν,
έτσι κι αυτόν, αδιάκοπες
οι φοβερές του συμφορές,
τον συγκλονίζουν κυματόπληκτες
και κατακόρυφες.
1245 Άλλες από τη δύση, άλλες
απ᾽ την ανατολή, άλλες από τον νότο,
κι άλλες απ᾽ τα Ριπαία όρη κατεβαίνουν
του βορρά.
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 9. Ιλιάδα
9.7. Οπλοποιία - Μήνιδος ἀπόρρησις
Η δέκατη όγδοη ραψωδία συνδέει το ξόδι του νεκρού Πατρόκλου με την είσοδο του Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης, η οποία θα εξελιχθεί σε πρωτεύουσα αριστεία του ήρωα και του έπους, για να καταλήξει στον εκδικητικό φόνο και στον φριχτό διασυρμό του Έκτορα. Το μήνυμα του Αντίλοχου για τον θάνατο του αγαπημένου εταίρου προκαλεί παράφορο θρήνο στον Αχιλλέα, που τον συμμερίζεται, ανεβαίνοντας από τον βυθό της θάλασσας, η Θέτις με σαράντα εννέα Νηρηίδες. Για να αναπληρωθούν τα συλημένα από τον Έκτορα όπλα του γιου της, η Θέτις αναλαμβάνει, μεταβαίνοντας στον Όλυμπο, να ζητήσει από τον Ήφαιστο μια δεύτερη ηφαιστότευκτη πανοπλία, την οποία ο τεχνίτης θεός την κατασκευάζει και τη διακοσμεί μέσα στη νύχτα (η διεξοδική περιγραφή της ασπίδας καλύπτει το τελευταίο μέρος της δέκατης όγδοης ραψωδίας: Σ 468-617).
Στο μεταξύ, ο Αχιλλέας, εξοπλισμένος από την Αθηνά (κροσσωτή ασπίδα προστατεύει ώμους και στήθος, χρυσή νεφέλη το κεφάλι, στην κορφή λάμπει θεήλατη φλόγα), στέκει στην τάφρο, όπου (σμίγοντας τη βροντερή κραυγή του με τη φοβερή φωνή της θεάς) απωθεί τους Τρώες. Έτσι οι Αχαιοί σώζουν το σώμα του Πατρόκλου, το αποθέτουν σε νεκρώσιμο κλινάρι, και το μοιρολογούν, με εξάρχοντα τον Αχιλλέα. Μεσολαβεί, καθώς πέφτει η νύχτα, αγορά των Τρώων, όπου, παρά τη σύσταση του Πολυδάμαντα, ο Έκτορας επιβάλλει την απόφασή του να δειπνήσει και να διανυκτερεύσει ο στρατός έξω από την τειχισμένη πόλη, έτοιμος το άλλο πρωί για νέα έφοδο στα πλοία των Αχαιών. Την ίδια ώρα στο στρατόπεδο των Μυρμιδόνων, με εντολή του Αχιλλέα, τελείται: επικήδειος λουτρός, μύρωμα και παννύχιος γόος για τον νεκρό Πάτροκλο.
Ο Δίας εποπτεύει αλλά δεν εμπλέκεται στα δρώμενα αυτής της ραψωδίας. Η Θέτις ωστόσο ανταποκρίνεται στο φονικό μένος του γιου της για τον Έκτορα, προλέγοντας στο δίστιχο 95-96 τον δικό του αφανισμό. Στο αρχαίο κείμενο ορίζεται ο Αχιλλέας ὠκύμορος· λέξη σημαδιακή που ακούστηκε από το στόμα της Θέτιδας ήδη στην πρώτη ραψωδία (417), όταν της ανατίθεται από τον γιο της εκείνη η αποστολή στον Όλυμπο, με την οποία εκμαιεύεται η προγραμματική βουλή του Δία για αποχή του Αχιλλέα από το πεδίο της μάχης, ωσότου οι Αργείοι φτάσουν στο όριο της συντριβής τους. Εκεί η Θέτις, με δάκρυα στα μάτια, ομολογεί ότι ο γιος της είναι ὠκύμορος. Η μοίρα αυτή σκιάζει τον Αχιλλέα σ᾽ όλη την έκταση του έπους. Εδώ ωστόσο συνάπτεται επιπλέον το επικείμενο τέλος του ήρωα με το τέλος του Έκτορα, συνειρμός που εφεξής επανέρχεται και δραματοποιείται. Έτσι δένονται μεταξύ τους οι τρεις φονικοί κρίκοι: Πάτροκλος-Έκτωρ-Αχιλλέας. Μολονότι ο τρίτος φόνος (μείζονος σημασίας για τα συμφραζόμενα του τρωικού πολέμου) επισυμβαίνει πέραν της Ιλιάδας, εδώ ριζώνει.
Η επόμενη, δέκατη ένατη, ραψωδία, που εγκαινιάζει την τέταρτη και τελευταία μάχιμη μέρα του έπους, φέρει την αλεξανδρινή επιγραφή «Μήνιδος ἀπόρρησις» που πάει να πει: απόρριψη, κατάργηση της οργής του Αχιλλέα, τραγικό παρεπόμενο της οποίας υπήρξε και ο θάνατος του Πατρόκλου. Η όψιμη συμφιλίωση του ήρωα με τον Αγαμέμνονα τελείται τώρα μπροστά σε όλους τους Αχαιούς και εξελίσσεται σε αμοιβαίο διάλογο, που τον ανοίγει αποφασιστικά ο Αχιλλέας, ομολογώντας το μερίδιο του δικού του λάθους. Ενώ ο Αγαμέμνων, αναγνωρίζοντας την προσωπική του τύφλωση, την αποδίδει στην Άτη, θυγατέρα του Δία, που ο ύπατος θεός αναγκάστηκε κάποτε να την εξορίσει από τον Όλυμπο.
Στο μεταξύ, μεταφέρονται και αποδίδονται διακριτικά στον Αχιλλέα τα υπεσχημένα δώρα του Αγαμέμνονα, μεταξύ των οποίων ανέπαφη και η Βρισηίδα. Η οποία, για πρώτη και τελευταία φορά, μιλά μέσα στο έπος, θρηνώντας τον Πάτροκλο και ομολογώντας την ιδιαίτερη συμπάθεια που της έδειχνε εκείνος όσο ζούσε. Την επίμονη πρόταση του Οδυσσέα για δείπνο, πριν από την αναμενόμενη σφοδρή μάχη, ο Αχιλλέας την απορρίπτει για τον εαυτό του, επιμένοντας στο πένθος και στον θρήνο του για τον αφανισμένο εταίρο. Τότε ο Δίας παρεμβαίνει, ελεεί τον σπαραγμένο γιο της Θέτιδας, και παρωθεί την Αθηνά να του σταλάξει νέκταρ και αμβροσία στο στήθος, για να τα βγάλει πέρα στον μόχθο της επικείμενης μάχης.
Αμέσως μετά ο Αχιλλέας φορεί τη νέα ηφαιστότευκτη πανοπλία με τα εξαρτήματά της, ο Αμφιμέδων και ο Άλκιμος ζεύουν τον Ξάνθο και τον Βαλίο, εκείνος επιβαίνει στο άρμα λαμπρός σαν άλλος Υπερίων, και απευθύνεται στα αθάνατα άλογα, επικαλούμενος για τον εαυτό του τύχη καλύτερη από εκείνη που επεφύλαξαν αυτά στον Πάτροκλο. Οπότε ο Ξάνθος, με φωνή δοσμένη προσώρας από την Ήρα, ανταποκρίνεται αμφίσημα: διαβεβαιώνει τον κύριό του για την παρούσα σωτηρία του, αποδίδει τον θάνατο του αγαπημένου εταίρου στον Απόλλωνα, συνάμα όμως προλέγει στον Αχιλλέα τη μέλλουσα μοίρα του δικού του θανάτου από θεό κι από θνητό (υπονοούνται ο Απόλλων και ο Πάρις). Ο Αχιλλέας βρίσκει περιττή την προειδοποίηση του Ξάνθου· ξέρει και ο ίδιος πως δεν πρόκειται να ξαναδεί, γυρίζοντας στη Φθία, μάνα και πατέρα, όμως αυτό δεν αλλάζει τώρα σε τίποτε το εκδικητικό μένος του. Εφάρματος δίνει το σύνθημα να κινήσουν τα άλογα.
Η δέκατη όγδοη ραψωδία συνδέει το ξόδι του νεκρού Πατρόκλου με την είσοδο του Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης, η οποία θα εξελιχθεί σε πρωτεύουσα αριστεία του ήρωα και του έπους, για να καταλήξει στον εκδικητικό φόνο και στον φριχτό διασυρμό του Έκτορα. Το μήνυμα του Αντίλοχου για τον θάνατο του αγαπημένου εταίρου προκαλεί παράφορο θρήνο στον Αχιλλέα, που τον συμμερίζεται, ανεβαίνοντας από τον βυθό της θάλασσας, η Θέτις με σαράντα εννέα Νηρηίδες. Για να αναπληρωθούν τα συλημένα από τον Έκτορα όπλα του γιου της, η Θέτις αναλαμβάνει, μεταβαίνοντας στον Όλυμπο, να ζητήσει από τον Ήφαιστο μια δεύτερη ηφαιστότευκτη πανοπλία, την οποία ο τεχνίτης θεός την κατασκευάζει και τη διακοσμεί μέσα στη νύχτα (η διεξοδική περιγραφή της ασπίδας καλύπτει το τελευταίο μέρος της δέκατης όγδοης ραψωδίας: Σ 468-617).
Στο μεταξύ, ο Αχιλλέας, εξοπλισμένος από την Αθηνά (κροσσωτή ασπίδα προστατεύει ώμους και στήθος, χρυσή νεφέλη το κεφάλι, στην κορφή λάμπει θεήλατη φλόγα), στέκει στην τάφρο, όπου (σμίγοντας τη βροντερή κραυγή του με τη φοβερή φωνή της θεάς) απωθεί τους Τρώες. Έτσι οι Αχαιοί σώζουν το σώμα του Πατρόκλου, το αποθέτουν σε νεκρώσιμο κλινάρι, και το μοιρολογούν, με εξάρχοντα τον Αχιλλέα. Μεσολαβεί, καθώς πέφτει η νύχτα, αγορά των Τρώων, όπου, παρά τη σύσταση του Πολυδάμαντα, ο Έκτορας επιβάλλει την απόφασή του να δειπνήσει και να διανυκτερεύσει ο στρατός έξω από την τειχισμένη πόλη, έτοιμος το άλλο πρωί για νέα έφοδο στα πλοία των Αχαιών. Την ίδια ώρα στο στρατόπεδο των Μυρμιδόνων, με εντολή του Αχιλλέα, τελείται: επικήδειος λουτρός, μύρωμα και παννύχιος γόος για τον νεκρό Πάτροκλο.
Ο Δίας εποπτεύει αλλά δεν εμπλέκεται στα δρώμενα αυτής της ραψωδίας. Η Θέτις ωστόσο ανταποκρίνεται στο φονικό μένος του γιου της για τον Έκτορα, προλέγοντας στο δίστιχο 95-96 τον δικό του αφανισμό. Στο αρχαίο κείμενο ορίζεται ο Αχιλλέας ὠκύμορος· λέξη σημαδιακή που ακούστηκε από το στόμα της Θέτιδας ήδη στην πρώτη ραψωδία (417), όταν της ανατίθεται από τον γιο της εκείνη η αποστολή στον Όλυμπο, με την οποία εκμαιεύεται η προγραμματική βουλή του Δία για αποχή του Αχιλλέα από το πεδίο της μάχης, ωσότου οι Αργείοι φτάσουν στο όριο της συντριβής τους. Εκεί η Θέτις, με δάκρυα στα μάτια, ομολογεί ότι ο γιος της είναι ὠκύμορος. Η μοίρα αυτή σκιάζει τον Αχιλλέα σ᾽ όλη την έκταση του έπους. Εδώ ωστόσο συνάπτεται επιπλέον το επικείμενο τέλος του ήρωα με το τέλος του Έκτορα, συνειρμός που εφεξής επανέρχεται και δραματοποιείται. Έτσι δένονται μεταξύ τους οι τρεις φονικοί κρίκοι: Πάτροκλος-Έκτωρ-Αχιλλέας. Μολονότι ο τρίτος φόνος (μείζονος σημασίας για τα συμφραζόμενα του τρωικού πολέμου) επισυμβαίνει πέραν της Ιλιάδας, εδώ ριζώνει.
Η επόμενη, δέκατη ένατη, ραψωδία, που εγκαινιάζει την τέταρτη και τελευταία μάχιμη μέρα του έπους, φέρει την αλεξανδρινή επιγραφή «Μήνιδος ἀπόρρησις» που πάει να πει: απόρριψη, κατάργηση της οργής του Αχιλλέα, τραγικό παρεπόμενο της οποίας υπήρξε και ο θάνατος του Πατρόκλου. Η όψιμη συμφιλίωση του ήρωα με τον Αγαμέμνονα τελείται τώρα μπροστά σε όλους τους Αχαιούς και εξελίσσεται σε αμοιβαίο διάλογο, που τον ανοίγει αποφασιστικά ο Αχιλλέας, ομολογώντας το μερίδιο του δικού του λάθους. Ενώ ο Αγαμέμνων, αναγνωρίζοντας την προσωπική του τύφλωση, την αποδίδει στην Άτη, θυγατέρα του Δία, που ο ύπατος θεός αναγκάστηκε κάποτε να την εξορίσει από τον Όλυμπο.
Στο μεταξύ, μεταφέρονται και αποδίδονται διακριτικά στον Αχιλλέα τα υπεσχημένα δώρα του Αγαμέμνονα, μεταξύ των οποίων ανέπαφη και η Βρισηίδα. Η οποία, για πρώτη και τελευταία φορά, μιλά μέσα στο έπος, θρηνώντας τον Πάτροκλο και ομολογώντας την ιδιαίτερη συμπάθεια που της έδειχνε εκείνος όσο ζούσε. Την επίμονη πρόταση του Οδυσσέα για δείπνο, πριν από την αναμενόμενη σφοδρή μάχη, ο Αχιλλέας την απορρίπτει για τον εαυτό του, επιμένοντας στο πένθος και στον θρήνο του για τον αφανισμένο εταίρο. Τότε ο Δίας παρεμβαίνει, ελεεί τον σπαραγμένο γιο της Θέτιδας, και παρωθεί την Αθηνά να του σταλάξει νέκταρ και αμβροσία στο στήθος, για να τα βγάλει πέρα στον μόχθο της επικείμενης μάχης.
Αμέσως μετά ο Αχιλλέας φορεί τη νέα ηφαιστότευκτη πανοπλία με τα εξαρτήματά της, ο Αμφιμέδων και ο Άλκιμος ζεύουν τον Ξάνθο και τον Βαλίο, εκείνος επιβαίνει στο άρμα λαμπρός σαν άλλος Υπερίων, και απευθύνεται στα αθάνατα άλογα, επικαλούμενος για τον εαυτό του τύχη καλύτερη από εκείνη που επεφύλαξαν αυτά στον Πάτροκλο. Οπότε ο Ξάνθος, με φωνή δοσμένη προσώρας από την Ήρα, ανταποκρίνεται αμφίσημα: διαβεβαιώνει τον κύριό του για την παρούσα σωτηρία του, αποδίδει τον θάνατο του αγαπημένου εταίρου στον Απόλλωνα, συνάμα όμως προλέγει στον Αχιλλέα τη μέλλουσα μοίρα του δικού του θανάτου από θεό κι από θνητό (υπονοούνται ο Απόλλων και ο Πάρις). Ο Αχιλλέας βρίσκει περιττή την προειδοποίηση του Ξάνθου· ξέρει και ο ίδιος πως δεν πρόκειται να ξαναδεί, γυρίζοντας στη Φθία, μάνα και πατέρα, όμως αυτό δεν αλλάζει τώρα σε τίποτε το εκδικητικό μένος του. Εφάρματος δίνει το σύνθημα να κινήσουν τα άλογα.
Όλη η ζωή είναι επιλογές
Όλη η ζωή είναι επιλογές, μόνο στη μοναχικότητα δεν υπάρχει επιλογή. Επιλογή, οποιουδήποτε είδους, σημαίνει σύγκρουση. Στην επιλογή υπάρχουν αναπόφευκτα αντιθέσεις. Αυτές οι αντιθέσεις, εσωτερικές και εξωτερικές, γεννάνε σύγχυση και δυστυχία. Για να ξεφύγει κανείς από αυτή τη δυστυχία, κάνει να μοιάζουν οι θεοί, τα πιστεύω, ο εθνικισμός και η αφοσίωση σε διάφορα μοντέλα δραστηριότητας, σαν πραγματικές ανάγκες.
Ξεφεύγοντας με αυτές τις κάνεις να αποκτήσουν πολύ μεγάλη σημασία, αλλά η φυγή είναι ο δρόμος της ψευδαίσθησης και τότε εμφανίζονται ο φόβος κι η ανησυχία. Ο δρόμος της επιλογής είναι ο δρόμος της θλίψης όπου ο πόνος δεν έχει τέλος. Η επιλογή, η εκλογή, θα υπάρχει πάντα όσο υπάρχει εκείνος που επιλέγει -που είναι η συσσωρευμένη μνήμη πόνου και ευχαρίστησης- και κάθε εμπειρία επιλογής, το μόνο που κάνει είναι να δυναμώνει τη μνήμη, που η αντίδρασή της γίνεται σκέψη και συναίσθημα.
Η μνήμη έχει μόνο μερική σημασία, καθώς είναι φτιαγμένη για να αντιδρά μηχανικά κι αυτή η αντίδραση είναι η επιλογή.
Δεν υπάρχει ελευθερία στην επιλογή. Διαλέγεις σύμφωνα με τον τρόπο που έχεις ανατραφεί, σύμφωνα με την κοινωνική, οικονομική και θρησκευτική διαμόρφωσή σου. Η επιλογή δυναμώνει, χωρίς εξαίρεση, αυτή τη διαμόρφωση. Δεν υπάρχει φυγή από αυτή τη διαμόρφωση που μόνο γεννάει όλο και περισσότερα βάσανα.
Η επιλογή γεννάει πάντα δυστυχία. Παρακολούθησέ την και θα δεις να καραδοκεί, να απαιτεί, να επιμένει, να εκλιπαρεί και πριν το καταλάβεις, θα βρίσκεσαι πιασμένος στο δίχτυ των αναπόφευκτων υποχρεώσεων, ευθυνών και απογνώσεων που φέρνει.
Παρακολούθησέ την και θα έχεις επίγνωση αυτού που πραγματικά συμβαίνει. Έχε επίγνωση αυτού που συμβαίνει, δε μπορείς να αλλάξεις αυτό που συμβαίνει, μπορείς να το κουκουλώσεις, να το βάλλεις στα πόδια, αλλά δε μπορείς να το αλλάξεις. Είναι εκεί. Αν το αφήσεις ήσυχο χωρίς να παρεμβαίνεις με τις απόψεις σου και τις ελπίδες σου, τους φόβους σου και τις απελπισίες σου, με τις υστερόβουλες και πανούργες κρίσεις σου, θα ανθίσει και θα φανερώσει όλη τη δαιδαλώδη μορφή του, όλες τις λεπτές κινήσεις του -και υπάρχουν πολλές- τη φαινομενική σημασία και ηθική του, τα κρυμμένα του κίνητρα και τις κρυμμένες φαντασιώσεις του.
Αν αφήσεις εκείνο που πραγματικά συμβαίνει ήσυχο, θα σου δείξει όλα αυτά και περισσότερα. Αλλά πρέπει να έχεις μια χωρίς επιλογές επίγνωσή του, περπατώντας ήσυχα. Τότε θα δεις ότι η επιλογή, έχοντας ανθίσει, πεθαίνει και μένει η ελευθερία, όχι ότι είσαι ελεύθερος, αλλά υπάρχει ελευθερία.
Εσύ είσαι εκείνος που κάνει τις επιλογές, εσύ είσαι εκείνος που σταμάτησε να τις κάνει. Δεν υπάρχει τίποτα να επιλέξεις. Μέσα από αυτήν την χωρίς επιλογές κατάσταση ανθίζει η μοναχικότητα. Ο θάνατος της επιλογής δεν είναι ποτέ το τέλος της. Πάντοτε ανθίζει και πάντοτε είναι καινούρια. Το να πεθαίνεις για το γνωστό σημαίνει να είσαι μόνος. Κάθε επιλογή βρίσκεται στο πεδίο του γνωστού. Η δράση σε αυτό το πεδίο φέρνει πάντα θλίψη.
Τέλος της θλίψης υπάρχει στη μοναχ(δ)ικότητα.
Ξεφεύγοντας με αυτές τις κάνεις να αποκτήσουν πολύ μεγάλη σημασία, αλλά η φυγή είναι ο δρόμος της ψευδαίσθησης και τότε εμφανίζονται ο φόβος κι η ανησυχία. Ο δρόμος της επιλογής είναι ο δρόμος της θλίψης όπου ο πόνος δεν έχει τέλος. Η επιλογή, η εκλογή, θα υπάρχει πάντα όσο υπάρχει εκείνος που επιλέγει -που είναι η συσσωρευμένη μνήμη πόνου και ευχαρίστησης- και κάθε εμπειρία επιλογής, το μόνο που κάνει είναι να δυναμώνει τη μνήμη, που η αντίδρασή της γίνεται σκέψη και συναίσθημα.
Η μνήμη έχει μόνο μερική σημασία, καθώς είναι φτιαγμένη για να αντιδρά μηχανικά κι αυτή η αντίδραση είναι η επιλογή.
Δεν υπάρχει ελευθερία στην επιλογή. Διαλέγεις σύμφωνα με τον τρόπο που έχεις ανατραφεί, σύμφωνα με την κοινωνική, οικονομική και θρησκευτική διαμόρφωσή σου. Η επιλογή δυναμώνει, χωρίς εξαίρεση, αυτή τη διαμόρφωση. Δεν υπάρχει φυγή από αυτή τη διαμόρφωση που μόνο γεννάει όλο και περισσότερα βάσανα.
Η επιλογή γεννάει πάντα δυστυχία. Παρακολούθησέ την και θα δεις να καραδοκεί, να απαιτεί, να επιμένει, να εκλιπαρεί και πριν το καταλάβεις, θα βρίσκεσαι πιασμένος στο δίχτυ των αναπόφευκτων υποχρεώσεων, ευθυνών και απογνώσεων που φέρνει.
Παρακολούθησέ την και θα έχεις επίγνωση αυτού που πραγματικά συμβαίνει. Έχε επίγνωση αυτού που συμβαίνει, δε μπορείς να αλλάξεις αυτό που συμβαίνει, μπορείς να το κουκουλώσεις, να το βάλλεις στα πόδια, αλλά δε μπορείς να το αλλάξεις. Είναι εκεί. Αν το αφήσεις ήσυχο χωρίς να παρεμβαίνεις με τις απόψεις σου και τις ελπίδες σου, τους φόβους σου και τις απελπισίες σου, με τις υστερόβουλες και πανούργες κρίσεις σου, θα ανθίσει και θα φανερώσει όλη τη δαιδαλώδη μορφή του, όλες τις λεπτές κινήσεις του -και υπάρχουν πολλές- τη φαινομενική σημασία και ηθική του, τα κρυμμένα του κίνητρα και τις κρυμμένες φαντασιώσεις του.
Αν αφήσεις εκείνο που πραγματικά συμβαίνει ήσυχο, θα σου δείξει όλα αυτά και περισσότερα. Αλλά πρέπει να έχεις μια χωρίς επιλογές επίγνωσή του, περπατώντας ήσυχα. Τότε θα δεις ότι η επιλογή, έχοντας ανθίσει, πεθαίνει και μένει η ελευθερία, όχι ότι είσαι ελεύθερος, αλλά υπάρχει ελευθερία.
Εσύ είσαι εκείνος που κάνει τις επιλογές, εσύ είσαι εκείνος που σταμάτησε να τις κάνει. Δεν υπάρχει τίποτα να επιλέξεις. Μέσα από αυτήν την χωρίς επιλογές κατάσταση ανθίζει η μοναχικότητα. Ο θάνατος της επιλογής δεν είναι ποτέ το τέλος της. Πάντοτε ανθίζει και πάντοτε είναι καινούρια. Το να πεθαίνεις για το γνωστό σημαίνει να είσαι μόνος. Κάθε επιλογή βρίσκεται στο πεδίο του γνωστού. Η δράση σε αυτό το πεδίο φέρνει πάντα θλίψη.
Τέλος της θλίψης υπάρχει στη μοναχ(δ)ικότητα.
Καχυποψία: Πόσο παρανοϊκοί είμαστε;
Η καχυποψία είναι ένα χρήσιμο χαρακτηριστικό, που μας βοηθά να μην πέφτουμε θύματα εκμετάλλευσης και να μην είμαστε καλοπροαίρετοι και ανοιχτοί με όλους τους ανθρώπους γύρω μας.
Τι γίνεται όμως όταν η καχυποψία αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό και δεν μας επιτρέπει να αναπτύξουμε σχέσεις, γιατί κάθε φορά περιμένουμε τη στιγμή που ο άλλος θα μας κοροϊδέψει ή θα μας εκμεταλλευτεί;
Πόσο κακοπροαίρετους μπορούμε να θεωρήσουμε τους άλλους και πόσο δυσκολευόμαστε να αξιολογήσουμε αντικειμενικά τις καταστάσεις που βιώνουμε;
Υψηλά επίπεδα δυσπιστίας και καχυποψίας εμφανίζουν τα άτομα με παρανοϊκή διαταραχή προσωπικότητας, τα οποία σχεδόν πάντα θεωρούν ότι τα κίνητρα των άλλων ανθρώπων είναι ύποπτα ή κακόβουλα.
Πρόκειται για άτομα που διαρκώς θεωρούν ότι οι άλλοι άνθρωποι θα τα εκμεταλλευτούν, θα τα βλάψουν ή θα τα υποτιμήσουν, ακόμη και αν δεν έχουν καμία τέτοιου είδους ένδειξη.
Τα έντονα και ακραία χαρακτηριστικά της καχυποψίας μπορεί να μην μας αφορούν, αλλά μέσα από αυτά μπορούμε να δούμε λίγο πιο ξεκάθαρα τις καταστάσεις που προκαλεί η καχυποψία και ας αναλογιστούμε τις επιπτώσεις που προκαλεί. Σε μεγάλο ή μικρό βαθμό, η καχυποψία μας οδηγεί σε παρανοϊκά στοιχεία, καθώς μπαίνουμε στη διαδικασία να κάνουμε υποθέσεις και να προσπαθούμε να προβλέψουμε τι κακό μπορεί να μας κάνουν οι άλλοι.
Εύκολα μπορούμε να μετατρέψουμε ουδέτερες ή θετικές καταστάσεις σε αρνητικές, προκαλώντας αρνητικά συναισθήματα σε εμάς και στους γύρω μας. Και οι επιπτώσεις της καχυποψίας, τουλάχιστον εδώ, δεν μας ενδιαφέρουν για αυτά που προκαλούμε στους γύρω μας, αλλά σε εμάς τους ίδιους.
Για αρχή, ας δούμε πόσο καχύποπτοι είμαστε με τους ανθρώπους γύρω μας...
Πόσο συχνά πιστεύουμε ότι φίλοι, γνωστοί ή άγνωστοι μας αντιμετωπίζουν εχθρικά ή κάνουν πράγματα πίσω από την πλάτη μας ή μας κοροϊδεύουν;
Πόσο συχνά προσπαθούμε να βρούμε την αλήθεια, πιστεύοντας ότι μας εξαπατούν ή μας εκμεταλλεύονται;
Πόσο δύσκολο μας είναι να εμπιστευτούμε ανθρώπους γύρω μας, να τους γνωρίσουμε και να δούμε τα θετικά τους στοιχεία;
Όταν όλα αυτά είναι για εμάς ένα καθημερινό βίωμα και μας οδηγεί συχνά σε αμφισβήτηση των άλλων και σε συγκρούσεις με το περιβάλλον, θα πρέπει να εξετάσουμε τι ρόλο παίζει σε αυτό η καχυποψία που μας χαρακτηρίζει και μας καθοδηγεί;
Η καχυποψία μας οδηγεί σε μια διαρκή αρνητική κατάσταση, αφού προσανατολιζόμαστε συνεχώς σε οτιδήποτε αρνητικό που μας φαίνεται ύποπτο, έτσι ώστε να προλάβουμε διάφορα αρνητικά που μπορεί να μας συμβούν.
Σε οποιαδήποτε αμφιλεγόμενη κατάσταση, σε οποιοδήποτε δίλημμα εστιάζουμε στην αρνητική οπτική των πραγμάτων, προσπαθώντας να δώσουμε μια εξήγηση, μια ερμηνεία.
Το κακό που κάνει η καχυποψία σε εμάς τους ίδιους είναι το γεγονός ότι βιώνουμε διαρκώς μια κατάσταση αστάθειας και αμφιβολίας, μια έντονη απειλή.
Νιώθουμε ότι έχουμε ανάγκη να προστατεύσουμε τον εαυτό μας και βρισκόμαστε συνεχώς σε κατάσταση επαγρύπνησης.
Δεν μπορούμε να ηρεμήσουμε, δεν μπορούμε να αφεθούμε μέσα σε σχέσεις, δεν μπορούμε να γνωρίσουμε ανθρώπους και να επιτρέψουμε σε άλλους ανθρώπους να μας γνωρίσουν.
Ας αφιερώσουμε λίγο χρόνο να σκεφτούμε γιατί δεν εμπιστευόμαστε τους ανθρώπους γύρω μας και κυρίως τους ανθρώπους που θεωρούμε σημαντικούς στη ζωή μας.
Πώς βιώσαμε την προδοσία ή την έλλειψη εμπιστοσύνης στην παιδική και εφηβική ηλικία;
Τι παραδείγματα και διδαχές πήραμε από την οικογένειά μας;
Πόσο εύκολα οι γονείς μας εμπιστεύονταν άλλους ανθρώπους;
Μήπως μεγαλώσαμε ότι δεν θα πρέπει να εμπιστευόμαστε κανέναν πέρα από την οικογένειά μας;
Μήπως μας πέρασαν με πολλαπλούς τρόπους το μήνυμα ότι όλοι θέλουν το κακό μας εκτός από τους γονείς μας;
Ποιες είναι οι αρνητικές εμπειρίες που καλλιέργησαν την καχυποψία μας;
Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι που έχουμε καλλιεργήσει τόσο την καχυποψία ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μας, ας δούμε τι κάνουμε τώρα...
Τι μπορούμε, λοιπόν, να κάνουμε για να είμαστε λιγότερο καχύποπτοι;
Προσπαθούμε να γνωρίσουμε περισσότερο τους άλλους ανθρώπους, αντιμετωπίζοντάς τους πιο καλοπροαίρετα, δίνοντας έμφαση στα θετικά τους στοιχεία.
Εστιάζουμε περισσότερο στα πραγματικά στοιχεία και στις καταστάσεις που παρατηρούμε, παρά στα σενάρια και στις υποθέσεις που κάνουμε.
Προσπαθούμε να μειώσουμε την αίσθηση του ελέγχου που θέλουμε να έχουμε για όλα και για όλους. Δεν θα προστατεύσουμε τη σχέση μας μέσα από τον συνεχή έλεγχο του άλλου και δεν μπορούμε να καθοδηγήσουμε τη συμπεριφορά των άλλων.
Δεν θέλουν όλοι το κακό μας και δεν σκέφτονται όλοι πώς να μας εκμεταλλευτούν ή να μας εξαπατήσουν.
Δεν μας βοηθάει σε κάτι η υπερανάλυση των καταστάσεων που βιώνουμε και των σχέσεων που δομούμε.
Δεν μπορούμε να ζούμε διαρκώς περιμένοντας τη στιγμή που θα ανακαλύψουμε ότι ο άλλος δεν αξίζει την εμπιστοσύνη μας.
Δεν γίνεται να θυμώνουμε με υποθετικά σενάρια και δεν μπορούμε να ζούμε αναζητώντας όλους τους εναλλακτικούς τρόπους που μπορεί ο άλλος να μας πληγώσουμε. Θα καταστρέψουμε τη σχέση πριν προλάβει ο άλλος να κάνει οτιδήποτε και μπορεί να επιβεβαιώνουμε στον εαυτό μας ότι μας προδίδουν, αγνοούμε όμως ποιος το προκάλεσε όλο αυτό...
Δεν μας προσφέρει κάτι η προσπάθεια αναζήτησης όλων των αρνητικών στοιχείων των άλλων. Δεν είναι όλοι γύρω μας κακοπροαίρετοι και δεν θέλουν το κακό μας. Ας στηριχτούμε λίγο περισσότερο στη λογική...
Καλό είναι να θέλουμε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας, αλλά ας προσπαθήσουμε να μην φτάσουμε στο σημείο του να στερήσουμε από τον εαυτό μας σχέσεις και ανθρώπους.
Μακριά από όλους και από όλα δεν κινδυνεύουμε να μας βλάψουν ή να μας κοροϊδέψουν, όμως, θα χάσουμε την ευκαιρία να έρθουμε πιο κοντά με κάποιους ανθρώπους... να μπορέσουμε να τους γνωρίσουμε και να δομήσουμε κοντινές -ειλικρινείς- πραγματικές σχέσεις.
Τι γίνεται όμως όταν η καχυποψία αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό και δεν μας επιτρέπει να αναπτύξουμε σχέσεις, γιατί κάθε φορά περιμένουμε τη στιγμή που ο άλλος θα μας κοροϊδέψει ή θα μας εκμεταλλευτεί;
Πόσο κακοπροαίρετους μπορούμε να θεωρήσουμε τους άλλους και πόσο δυσκολευόμαστε να αξιολογήσουμε αντικειμενικά τις καταστάσεις που βιώνουμε;
Υψηλά επίπεδα δυσπιστίας και καχυποψίας εμφανίζουν τα άτομα με παρανοϊκή διαταραχή προσωπικότητας, τα οποία σχεδόν πάντα θεωρούν ότι τα κίνητρα των άλλων ανθρώπων είναι ύποπτα ή κακόβουλα.
Πρόκειται για άτομα που διαρκώς θεωρούν ότι οι άλλοι άνθρωποι θα τα εκμεταλλευτούν, θα τα βλάψουν ή θα τα υποτιμήσουν, ακόμη και αν δεν έχουν καμία τέτοιου είδους ένδειξη.
Τα έντονα και ακραία χαρακτηριστικά της καχυποψίας μπορεί να μην μας αφορούν, αλλά μέσα από αυτά μπορούμε να δούμε λίγο πιο ξεκάθαρα τις καταστάσεις που προκαλεί η καχυποψία και ας αναλογιστούμε τις επιπτώσεις που προκαλεί. Σε μεγάλο ή μικρό βαθμό, η καχυποψία μας οδηγεί σε παρανοϊκά στοιχεία, καθώς μπαίνουμε στη διαδικασία να κάνουμε υποθέσεις και να προσπαθούμε να προβλέψουμε τι κακό μπορεί να μας κάνουν οι άλλοι.
Εύκολα μπορούμε να μετατρέψουμε ουδέτερες ή θετικές καταστάσεις σε αρνητικές, προκαλώντας αρνητικά συναισθήματα σε εμάς και στους γύρω μας. Και οι επιπτώσεις της καχυποψίας, τουλάχιστον εδώ, δεν μας ενδιαφέρουν για αυτά που προκαλούμε στους γύρω μας, αλλά σε εμάς τους ίδιους.
Για αρχή, ας δούμε πόσο καχύποπτοι είμαστε με τους ανθρώπους γύρω μας...
Πόσο συχνά πιστεύουμε ότι φίλοι, γνωστοί ή άγνωστοι μας αντιμετωπίζουν εχθρικά ή κάνουν πράγματα πίσω από την πλάτη μας ή μας κοροϊδεύουν;
Πόσο συχνά προσπαθούμε να βρούμε την αλήθεια, πιστεύοντας ότι μας εξαπατούν ή μας εκμεταλλεύονται;
Πόσο δύσκολο μας είναι να εμπιστευτούμε ανθρώπους γύρω μας, να τους γνωρίσουμε και να δούμε τα θετικά τους στοιχεία;
Όταν όλα αυτά είναι για εμάς ένα καθημερινό βίωμα και μας οδηγεί συχνά σε αμφισβήτηση των άλλων και σε συγκρούσεις με το περιβάλλον, θα πρέπει να εξετάσουμε τι ρόλο παίζει σε αυτό η καχυποψία που μας χαρακτηρίζει και μας καθοδηγεί;
Η καχυποψία μας οδηγεί σε μια διαρκή αρνητική κατάσταση, αφού προσανατολιζόμαστε συνεχώς σε οτιδήποτε αρνητικό που μας φαίνεται ύποπτο, έτσι ώστε να προλάβουμε διάφορα αρνητικά που μπορεί να μας συμβούν.
Σε οποιαδήποτε αμφιλεγόμενη κατάσταση, σε οποιοδήποτε δίλημμα εστιάζουμε στην αρνητική οπτική των πραγμάτων, προσπαθώντας να δώσουμε μια εξήγηση, μια ερμηνεία.
Το κακό που κάνει η καχυποψία σε εμάς τους ίδιους είναι το γεγονός ότι βιώνουμε διαρκώς μια κατάσταση αστάθειας και αμφιβολίας, μια έντονη απειλή.
Νιώθουμε ότι έχουμε ανάγκη να προστατεύσουμε τον εαυτό μας και βρισκόμαστε συνεχώς σε κατάσταση επαγρύπνησης.
Δεν μπορούμε να ηρεμήσουμε, δεν μπορούμε να αφεθούμε μέσα σε σχέσεις, δεν μπορούμε να γνωρίσουμε ανθρώπους και να επιτρέψουμε σε άλλους ανθρώπους να μας γνωρίσουν.
Ας αφιερώσουμε λίγο χρόνο να σκεφτούμε γιατί δεν εμπιστευόμαστε τους ανθρώπους γύρω μας και κυρίως τους ανθρώπους που θεωρούμε σημαντικούς στη ζωή μας.
Πώς βιώσαμε την προδοσία ή την έλλειψη εμπιστοσύνης στην παιδική και εφηβική ηλικία;
Τι παραδείγματα και διδαχές πήραμε από την οικογένειά μας;
Πόσο εύκολα οι γονείς μας εμπιστεύονταν άλλους ανθρώπους;
Μήπως μεγαλώσαμε ότι δεν θα πρέπει να εμπιστευόμαστε κανέναν πέρα από την οικογένειά μας;
Μήπως μας πέρασαν με πολλαπλούς τρόπους το μήνυμα ότι όλοι θέλουν το κακό μας εκτός από τους γονείς μας;
Ποιες είναι οι αρνητικές εμπειρίες που καλλιέργησαν την καχυποψία μας;
Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι που έχουμε καλλιεργήσει τόσο την καχυποψία ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μας, ας δούμε τι κάνουμε τώρα...
Τι μπορούμε, λοιπόν, να κάνουμε για να είμαστε λιγότερο καχύποπτοι;
Προσπαθούμε να γνωρίσουμε περισσότερο τους άλλους ανθρώπους, αντιμετωπίζοντάς τους πιο καλοπροαίρετα, δίνοντας έμφαση στα θετικά τους στοιχεία.
Εστιάζουμε περισσότερο στα πραγματικά στοιχεία και στις καταστάσεις που παρατηρούμε, παρά στα σενάρια και στις υποθέσεις που κάνουμε.
Προσπαθούμε να μειώσουμε την αίσθηση του ελέγχου που θέλουμε να έχουμε για όλα και για όλους. Δεν θα προστατεύσουμε τη σχέση μας μέσα από τον συνεχή έλεγχο του άλλου και δεν μπορούμε να καθοδηγήσουμε τη συμπεριφορά των άλλων.
Δεν θέλουν όλοι το κακό μας και δεν σκέφτονται όλοι πώς να μας εκμεταλλευτούν ή να μας εξαπατήσουν.
Δεν μας βοηθάει σε κάτι η υπερανάλυση των καταστάσεων που βιώνουμε και των σχέσεων που δομούμε.
Δεν μπορούμε να ζούμε διαρκώς περιμένοντας τη στιγμή που θα ανακαλύψουμε ότι ο άλλος δεν αξίζει την εμπιστοσύνη μας.
Δεν γίνεται να θυμώνουμε με υποθετικά σενάρια και δεν μπορούμε να ζούμε αναζητώντας όλους τους εναλλακτικούς τρόπους που μπορεί ο άλλος να μας πληγώσουμε. Θα καταστρέψουμε τη σχέση πριν προλάβει ο άλλος να κάνει οτιδήποτε και μπορεί να επιβεβαιώνουμε στον εαυτό μας ότι μας προδίδουν, αγνοούμε όμως ποιος το προκάλεσε όλο αυτό...
Δεν μας προσφέρει κάτι η προσπάθεια αναζήτησης όλων των αρνητικών στοιχείων των άλλων. Δεν είναι όλοι γύρω μας κακοπροαίρετοι και δεν θέλουν το κακό μας. Ας στηριχτούμε λίγο περισσότερο στη λογική...
Καλό είναι να θέλουμε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας, αλλά ας προσπαθήσουμε να μην φτάσουμε στο σημείο του να στερήσουμε από τον εαυτό μας σχέσεις και ανθρώπους.
Μακριά από όλους και από όλα δεν κινδυνεύουμε να μας βλάψουν ή να μας κοροϊδέψουν, όμως, θα χάσουμε την ευκαιρία να έρθουμε πιο κοντά με κάποιους ανθρώπους... να μπορέσουμε να τους γνωρίσουμε και να δομήσουμε κοντινές -ειλικρινείς- πραγματικές σχέσεις.
Το ταξίδι του χαμένου εαυτού
Σε ένα από τα αφοριστικά του αποφθέγματα, ο Νίτσε είχε πει: «Να χάνεις τον εαυτό σου. Όταν κανείς έχει βρει τον εαυτό του, πρέπει να ξέρει από καιρό σε καιρό να τον χάνει - κι έπειτα να τον ξαναβρίσκει, εφόσον βέβαια είναι στοχαστής. Γιατί γι' αυτόν αποτελεί μειονέκτημα να είναι διαρκώς δεμένος με ένα πρόσωπο».
Το οχυρό του εαυτού είναι απρόσιτο και απομακρυσμένο σε μία μυστική και ζοφερή γωνιά. Αποτελεί μεγάλο ψυχικό επίτευγμα η προσπάθεια ανακάλυψης των κρυφά κωδικοποιημένων διόδων του και αυτή είναι, μονάχα, η αρχή. Η ζωή είναι ένας διαρκής αγών αναζήτησης, εύρεσης, απομάκρυνσης, αποκάλυψης, επαναπροσδιορισμού, γνώσης, ελέγχου και συνείδησης. Όλα προς χάριν της δόξας του ενός του εαυτού.
Όλα με σκοπό το αρχαίο και ψυχικά επενδυμένο ρητό: "Κατά τον δαίμονα εαυτού". Στην ελληνική αρχαιότητα, ο "Δαίμων" ήταν ο προστάτης που κατένειμε την μοίρα. "Δαίμων εαυτού" αποκαλούταν η θεότητα, η οποία ζούσε στην ψυχή των ανθρώπων από την γέννηση μέχρι και τον θάνατο και μεριμνούσε για την προσωπική εξέλιξη και ευημερία του ανθρώπου. Η φράση "Πράττω κατά τον δαίμονα εαυτού" αναφέρεται στην επιλογή από το άτομο σκέψεων και πράξεων που η συνείδησή του θεωρεί σωστές και του τις υπαγορεύει, ακόμα και εάν έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές επιταγές. Την φράση αυτή επικρότησαν και υιοθέτησαν οι Στωικοί φιλόσοφοι.
Συνείδηση, λοιπόν...μία λέξη φαινομενικά απλή, αλλά με τόσα αποκρυφιστικά νοηματοδοτήματα και συσχετιζόμενη με τόσες άλλες συγγενικής φύσεως λέξεις...υποσυνείδητο, ασυνείδητο...Το ταξίδι, μόλις, ξεκίνησε.
Μακρύ το ταξίδι γεμάτο άγριες φουρτούνες και τρομακτικές χίμαιρες. Χάνεσαι, ξαναβρίσκεις το δρόμο ή δεν τον βρίσκεις ή νομίζεις πως δεν έχεις χαθεί ποτέ. Ναι…υπάρχει και η τελευταία περίπτωση και είναι η πιο αηδιαστική. Αντικρύζεις εσένα και σε σιχαίνεσαι. Έπειτα, διακρίνεις τον σωσία σου και τον βροντοφωνάζεις. Όταν, όμως, πλησιάζει…τρομάζεις. Παραδομένος στις πλάνες σου, απορείς τί είναι αληθινό και τί οφθαλμαπάτη. Καμιά φορά, όμως, βυθίζεσαι στη μέθη…εκεί είναι όλα πιο όμορφα. Μετά ξυπνάς, αλλά οι περιηγήσεις συνεχίζουν και τα ερωτηματικά είναι πολλά.
Ανακάλυψες ποτέ αντιφατικά στοιχεία στη σκέψη και στη συμπεριφορά σου, τόσο δυνάμεων και αρετών, όσο και αδυναμιών και καταστροφικών διασυρμών; Άραγε...θύμωσες με τον εαυτό σου και αισθάνθηκες τόσο ευάλωτος και άλλο τόσο ένοχος; Καμιά φορά, εγώ απορώ με την μορφή και τις διαστάσεις της σκέψης μου. Φοβάμαι μήπως η υπερτροφοδότηση και η συνεπαγόμενη υπερλειτουργία της μου κάνουν κακό.
Και όλα αυτά τα ερωτηματικά...τόσο έντεχνα και μαεστρικά αναδύουν μυστηριακές ψυχόρμητες διαδιακασίες που διστάζω να αποδεχτώ και να βιώσω. Μπορεί να δρα η φοβία...αυτή της απομάκρυνσης από αυτό που αποκαλούμε "πραγματικότητα". Μα, και η πραγματικότητα τί είναι τελικά; Όλοι ζούμε σε αυτήν, όλοι την μνημονεύουμε, αλλά...έχουμε καταλάβει ακριβώς τί είναι; Μήπως, αυτή είναι η αιτία της ενοχής μου για τα πάντα...για τα καλά μου, για τα κακά μου, για τους άλλους ανθρώπους, για την ίδια την μυστηριώδη φύση; Άραγε, αυτή η λεγόμενη πραγματικότητα και οι νόμοι της με κάνουν να αισθάνομαι πως πράττω εσφαλμένα, ενώ εγώ μπορεί να έχω άλλη γνώμη; Η φύση τί άποψη να έχει για αυτό;
Είναι φορές που νιώθω να επιλέγω, κάθε πρωί, μια μάσκα και άλλες φορές, συνήθως βράδυ...που νιώθω τα ουρλιαχτά της συνείδησής μου να ξεπερνούν τους στενούς τοίχους της ψυχής μου. Μα, τί είναι η συνείδηση; Όχι, δεν μπορεί και δεν θέλω να είναι το ίδιο με την πραγματικότητα. Δεν θυμάμαι, όμως, εάν επιτρέπω να τα ακούσει κανείς όλα αυτά. Δεν γνωρίζω ποιό είναι το σωστό. Αποδιοργανωμένες σκέψεις, αντιφατικές πράξεις, υπέρμετρη δειλία, μανιώδης φοβία...ακυβερνησία και λύπη...πολλή λύπη.
Η λύπη λένε πως είναι ο σωματοφύλακας του θυμού. Ε ναι, λοιπόν, έχω μέσα μου πολύ θυμό και απέραντη λύπη…για εμένα, για εσάς, για αυτόν τον κόσμο. Νιώθω πως δεν μου ανήκει ο εαυτός μου. Ξέρω...πως από εμένα και τον καθένα ξεχωριστά ξεκινούν το παραμύθι, το όνειρο, η ίδια η ζωή...η πραγματική ζωή...η ευτυχισμένη ζωή…το ιδεώδες. Δεν είναι πως ονειροπολώ. Δεν είναι πως οι άλλοι…οι πολλοί…γνωρίζουν την πραγματική ζωή και την αληθινή ευτυχία. Δεν ξέρουν και δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
Γι' αυτό έχουμε φτάσει εδώ…δεσμώτες των φυλακών που οι ίδιοι φτιάξαμε. Αλλοτριωμένοι στο σάπιο βασίλειό μας. Του το κρατάω αυτού του κόσμου. Τον μισώ και ξέρω το γιατί… Σε αυτόν τον κόσμο, όλα αγοράζονται. Πάντα, όμως, θα υπάρχουν κάποιοι που δεν θα πουλήσουν τη ψυχή τους στον βωμό της δουλικής δειλίας, παρά τις συγκρούσεις που θα κληθούν να έρθουν αντιμέτωποι.
Ο Freud εισήγαγε στην ιστορία της ψυχανάλυσης τις θεμελιώδεις συγκρούσεις μεταξύ του πολιτισμού και του ατόμου, μιλώντας για τον πολιτισμό ως πηγή δυστυχίας. Αναγνώρισε ως πρωταρχικό πρόβλημα την αντιφατικότητα ανάμεσα στην επιθυμία του ατόμου για ελευθερία και τις επιταγές του πολιτισμού και της κοινωνίας για κομφορμισμό και καταπάτηση των ενστίκτων. Ας απαντήσουμε, εν μέρει, στο παραπάνω ερώτημα για το τί είναι η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα ή η κοινωνία ή ο πολιτισμός φέρονται να λειτουργούν ως κατασταλτικοί μηχανισμοί της ψυχικής ισορροπίας του ατόμου, καθώς φαίνεται να καταπιέζουν τις πρωταρχικές και ασυνείδητες ενορμήσεις του.
Μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα, τα ένστικτα ζωής, αλλά και η φύσει επιθετικότητα/ένστικτα θανάτου απωθούνται σε μεγάλο βαθμό. Το άτομο αισθάνεται περιορισμένο ψυχικά και πρακτικά, αδυνατώντας να διαχειριστεί την εσωτερική του πίεση και την αντιφατικότητα της ίδιας του της φύσης. Άλλωστε... ποιός νομίζει πως η φύση του ανθρώπου είναι μόνο ενάρετη; Η φύση του ανθρώπου είναι και ζωώδης και καταστροφική και πολύ σκοτεινή.
Ας ανοίξουμε τα μάτια και ας δούμε καθαρά ποιά είναι η φύση μας. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στα αιματηρά γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας. Θα πω, όμως, πως όσο εμμονικά κατασταλτική και να είναι η κοινωνική πραγματικότητα, κάποια στιγμή θα πραγματοποιηθούν η έκρηξη της εσωτερικής πίεσης και η βίαιη εξωτερίκευση και προβολή των καταστροφικών ορμών. Αρνούμαι, πια, να πειστώ στην σημαντικότητα των επίκτητων ψευδαισθητικών αναγκών και της παραληρηματικής ελεύθερης βούλησης. Είναι προκαθορισμένο και ασφυκτικά περικυκλωμένο το πλαίσιο των επιλογών. Το ξέρεις...το βιώνεις καθημερινώς, αλλά αρνείσαι να το δεις...διστάζεις να το παραδεχτείς...αρνείσαι, αρνείσαι συνεχώς. Το υποσυνείδητο, όμως, είναι δυνατό.
Τα προβολικά παιχνίδια του μίσους και η διαστροφή των κατασκευασμένων αισθήσεων σε έχουν κατακτήσει ολοκληρωτικά, όμως...ποτέ δεν είναι αργά. Ο ψυχικός και συμπεριφορικός μας παροξυσμός ενισχύεται από την ψυχαναγκαστική λογική και την νομιμοποιημένη ανηθικότητα που κατακλύζουν την εποχή μας, αλλά για να είμαι ακριβής...δομούν την εποχή μας...αποτελούν την εποχή μας. Οι ενορμήσεις, όμως, είναι καταρχήν ατομικές και, εν συνεχεία, κοινωνικές. Σκέψου το. Μη σταματήσεις ποτέ να εξερευνείς την φύση σου: την φαντασία, την καταστροφικότητα, την ζωική δυναμικότητα, την συνείδηση, το ασυνείδητο, την προσωπικότητα, την ατομική θέληση και μοναδικότητα.
Το βρώμικο κρησφύγετο θα έχει, πάντοτε, ευκολότερη πρόσβαση. Βλέπεις...επουλώνει ψευδαισθησιακά τις πληγές και έπειτα σε κατακυριεύει ολοκληρωτικά. Όλα...φαντασιακά. Τί θα γινόταν, όμως, εάν το κρυστάλλινο παλάτι του πραγματικού εαυτού έπαυε να είναι αιώνια απαραβίαστο; Αχ ξεχασιάρα συνείδηση...βρες τα κλειδιά...βρίσκονται, πάντα, τόσο κοντά.
Ο Ντοστογιέφσκι, ο αριστουργηματικός αυτός συγγραφέας και περίτεχνος καταδύτης στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και τον μυστηριώδη λυρικό μας βυθό, είχε πει: «Πείτε μου: ένας άνθρωπος που έχει νιώσει βαθιά τον εαυτό του, μπορεί να τον σέβεται;». Μεγάλο το ερώτημα...βίαιη η δράση του και...τρομακτική η κινητήρια δύναμή του. Η εκβατήρια κατεύθυνσή του, όμως, ανήκει σε σένα και μόνο σε σένα...μην την αφήνεις σε κανέναν άλλον...βγάλε τις μάσκες και αφέσου στην γύμνια της φύσης. Αυτή...δεν θα σε προδώσει ποτέ. Μην το κάνεις ούτε κι εσύ.
Θα αρχίσεις
να ζεις
ή
απλά θα υπάρχεις;
Το οχυρό του εαυτού είναι απρόσιτο και απομακρυσμένο σε μία μυστική και ζοφερή γωνιά. Αποτελεί μεγάλο ψυχικό επίτευγμα η προσπάθεια ανακάλυψης των κρυφά κωδικοποιημένων διόδων του και αυτή είναι, μονάχα, η αρχή. Η ζωή είναι ένας διαρκής αγών αναζήτησης, εύρεσης, απομάκρυνσης, αποκάλυψης, επαναπροσδιορισμού, γνώσης, ελέγχου και συνείδησης. Όλα προς χάριν της δόξας του ενός του εαυτού.
Όλα με σκοπό το αρχαίο και ψυχικά επενδυμένο ρητό: "Κατά τον δαίμονα εαυτού". Στην ελληνική αρχαιότητα, ο "Δαίμων" ήταν ο προστάτης που κατένειμε την μοίρα. "Δαίμων εαυτού" αποκαλούταν η θεότητα, η οποία ζούσε στην ψυχή των ανθρώπων από την γέννηση μέχρι και τον θάνατο και μεριμνούσε για την προσωπική εξέλιξη και ευημερία του ανθρώπου. Η φράση "Πράττω κατά τον δαίμονα εαυτού" αναφέρεται στην επιλογή από το άτομο σκέψεων και πράξεων που η συνείδησή του θεωρεί σωστές και του τις υπαγορεύει, ακόμα και εάν έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές επιταγές. Την φράση αυτή επικρότησαν και υιοθέτησαν οι Στωικοί φιλόσοφοι.
Συνείδηση, λοιπόν...μία λέξη φαινομενικά απλή, αλλά με τόσα αποκρυφιστικά νοηματοδοτήματα και συσχετιζόμενη με τόσες άλλες συγγενικής φύσεως λέξεις...υποσυνείδητο, ασυνείδητο...Το ταξίδι, μόλις, ξεκίνησε.
Μακρύ το ταξίδι γεμάτο άγριες φουρτούνες και τρομακτικές χίμαιρες. Χάνεσαι, ξαναβρίσκεις το δρόμο ή δεν τον βρίσκεις ή νομίζεις πως δεν έχεις χαθεί ποτέ. Ναι…υπάρχει και η τελευταία περίπτωση και είναι η πιο αηδιαστική. Αντικρύζεις εσένα και σε σιχαίνεσαι. Έπειτα, διακρίνεις τον σωσία σου και τον βροντοφωνάζεις. Όταν, όμως, πλησιάζει…τρομάζεις. Παραδομένος στις πλάνες σου, απορείς τί είναι αληθινό και τί οφθαλμαπάτη. Καμιά φορά, όμως, βυθίζεσαι στη μέθη…εκεί είναι όλα πιο όμορφα. Μετά ξυπνάς, αλλά οι περιηγήσεις συνεχίζουν και τα ερωτηματικά είναι πολλά.
Ανακάλυψες ποτέ αντιφατικά στοιχεία στη σκέψη και στη συμπεριφορά σου, τόσο δυνάμεων και αρετών, όσο και αδυναμιών και καταστροφικών διασυρμών; Άραγε...θύμωσες με τον εαυτό σου και αισθάνθηκες τόσο ευάλωτος και άλλο τόσο ένοχος; Καμιά φορά, εγώ απορώ με την μορφή και τις διαστάσεις της σκέψης μου. Φοβάμαι μήπως η υπερτροφοδότηση και η συνεπαγόμενη υπερλειτουργία της μου κάνουν κακό.
Και όλα αυτά τα ερωτηματικά...τόσο έντεχνα και μαεστρικά αναδύουν μυστηριακές ψυχόρμητες διαδιακασίες που διστάζω να αποδεχτώ και να βιώσω. Μπορεί να δρα η φοβία...αυτή της απομάκρυνσης από αυτό που αποκαλούμε "πραγματικότητα". Μα, και η πραγματικότητα τί είναι τελικά; Όλοι ζούμε σε αυτήν, όλοι την μνημονεύουμε, αλλά...έχουμε καταλάβει ακριβώς τί είναι; Μήπως, αυτή είναι η αιτία της ενοχής μου για τα πάντα...για τα καλά μου, για τα κακά μου, για τους άλλους ανθρώπους, για την ίδια την μυστηριώδη φύση; Άραγε, αυτή η λεγόμενη πραγματικότητα και οι νόμοι της με κάνουν να αισθάνομαι πως πράττω εσφαλμένα, ενώ εγώ μπορεί να έχω άλλη γνώμη; Η φύση τί άποψη να έχει για αυτό;
Είναι φορές που νιώθω να επιλέγω, κάθε πρωί, μια μάσκα και άλλες φορές, συνήθως βράδυ...που νιώθω τα ουρλιαχτά της συνείδησής μου να ξεπερνούν τους στενούς τοίχους της ψυχής μου. Μα, τί είναι η συνείδηση; Όχι, δεν μπορεί και δεν θέλω να είναι το ίδιο με την πραγματικότητα. Δεν θυμάμαι, όμως, εάν επιτρέπω να τα ακούσει κανείς όλα αυτά. Δεν γνωρίζω ποιό είναι το σωστό. Αποδιοργανωμένες σκέψεις, αντιφατικές πράξεις, υπέρμετρη δειλία, μανιώδης φοβία...ακυβερνησία και λύπη...πολλή λύπη.
Η λύπη λένε πως είναι ο σωματοφύλακας του θυμού. Ε ναι, λοιπόν, έχω μέσα μου πολύ θυμό και απέραντη λύπη…για εμένα, για εσάς, για αυτόν τον κόσμο. Νιώθω πως δεν μου ανήκει ο εαυτός μου. Ξέρω...πως από εμένα και τον καθένα ξεχωριστά ξεκινούν το παραμύθι, το όνειρο, η ίδια η ζωή...η πραγματική ζωή...η ευτυχισμένη ζωή…το ιδεώδες. Δεν είναι πως ονειροπολώ. Δεν είναι πως οι άλλοι…οι πολλοί…γνωρίζουν την πραγματική ζωή και την αληθινή ευτυχία. Δεν ξέρουν και δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
Γι' αυτό έχουμε φτάσει εδώ…δεσμώτες των φυλακών που οι ίδιοι φτιάξαμε. Αλλοτριωμένοι στο σάπιο βασίλειό μας. Του το κρατάω αυτού του κόσμου. Τον μισώ και ξέρω το γιατί… Σε αυτόν τον κόσμο, όλα αγοράζονται. Πάντα, όμως, θα υπάρχουν κάποιοι που δεν θα πουλήσουν τη ψυχή τους στον βωμό της δουλικής δειλίας, παρά τις συγκρούσεις που θα κληθούν να έρθουν αντιμέτωποι.
Ο Freud εισήγαγε στην ιστορία της ψυχανάλυσης τις θεμελιώδεις συγκρούσεις μεταξύ του πολιτισμού και του ατόμου, μιλώντας για τον πολιτισμό ως πηγή δυστυχίας. Αναγνώρισε ως πρωταρχικό πρόβλημα την αντιφατικότητα ανάμεσα στην επιθυμία του ατόμου για ελευθερία και τις επιταγές του πολιτισμού και της κοινωνίας για κομφορμισμό και καταπάτηση των ενστίκτων. Ας απαντήσουμε, εν μέρει, στο παραπάνω ερώτημα για το τί είναι η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα ή η κοινωνία ή ο πολιτισμός φέρονται να λειτουργούν ως κατασταλτικοί μηχανισμοί της ψυχικής ισορροπίας του ατόμου, καθώς φαίνεται να καταπιέζουν τις πρωταρχικές και ασυνείδητες ενορμήσεις του.
Μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα, τα ένστικτα ζωής, αλλά και η φύσει επιθετικότητα/ένστικτα θανάτου απωθούνται σε μεγάλο βαθμό. Το άτομο αισθάνεται περιορισμένο ψυχικά και πρακτικά, αδυνατώντας να διαχειριστεί την εσωτερική του πίεση και την αντιφατικότητα της ίδιας του της φύσης. Άλλωστε... ποιός νομίζει πως η φύση του ανθρώπου είναι μόνο ενάρετη; Η φύση του ανθρώπου είναι και ζωώδης και καταστροφική και πολύ σκοτεινή.
Ας ανοίξουμε τα μάτια και ας δούμε καθαρά ποιά είναι η φύση μας. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στα αιματηρά γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας. Θα πω, όμως, πως όσο εμμονικά κατασταλτική και να είναι η κοινωνική πραγματικότητα, κάποια στιγμή θα πραγματοποιηθούν η έκρηξη της εσωτερικής πίεσης και η βίαιη εξωτερίκευση και προβολή των καταστροφικών ορμών. Αρνούμαι, πια, να πειστώ στην σημαντικότητα των επίκτητων ψευδαισθητικών αναγκών και της παραληρηματικής ελεύθερης βούλησης. Είναι προκαθορισμένο και ασφυκτικά περικυκλωμένο το πλαίσιο των επιλογών. Το ξέρεις...το βιώνεις καθημερινώς, αλλά αρνείσαι να το δεις...διστάζεις να το παραδεχτείς...αρνείσαι, αρνείσαι συνεχώς. Το υποσυνείδητο, όμως, είναι δυνατό.
Τα προβολικά παιχνίδια του μίσους και η διαστροφή των κατασκευασμένων αισθήσεων σε έχουν κατακτήσει ολοκληρωτικά, όμως...ποτέ δεν είναι αργά. Ο ψυχικός και συμπεριφορικός μας παροξυσμός ενισχύεται από την ψυχαναγκαστική λογική και την νομιμοποιημένη ανηθικότητα που κατακλύζουν την εποχή μας, αλλά για να είμαι ακριβής...δομούν την εποχή μας...αποτελούν την εποχή μας. Οι ενορμήσεις, όμως, είναι καταρχήν ατομικές και, εν συνεχεία, κοινωνικές. Σκέψου το. Μη σταματήσεις ποτέ να εξερευνείς την φύση σου: την φαντασία, την καταστροφικότητα, την ζωική δυναμικότητα, την συνείδηση, το ασυνείδητο, την προσωπικότητα, την ατομική θέληση και μοναδικότητα.
Το βρώμικο κρησφύγετο θα έχει, πάντοτε, ευκολότερη πρόσβαση. Βλέπεις...επουλώνει ψευδαισθησιακά τις πληγές και έπειτα σε κατακυριεύει ολοκληρωτικά. Όλα...φαντασιακά. Τί θα γινόταν, όμως, εάν το κρυστάλλινο παλάτι του πραγματικού εαυτού έπαυε να είναι αιώνια απαραβίαστο; Αχ ξεχασιάρα συνείδηση...βρες τα κλειδιά...βρίσκονται, πάντα, τόσο κοντά.
Ο Ντοστογιέφσκι, ο αριστουργηματικός αυτός συγγραφέας και περίτεχνος καταδύτης στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και τον μυστηριώδη λυρικό μας βυθό, είχε πει: «Πείτε μου: ένας άνθρωπος που έχει νιώσει βαθιά τον εαυτό του, μπορεί να τον σέβεται;». Μεγάλο το ερώτημα...βίαιη η δράση του και...τρομακτική η κινητήρια δύναμή του. Η εκβατήρια κατεύθυνσή του, όμως, ανήκει σε σένα και μόνο σε σένα...μην την αφήνεις σε κανέναν άλλον...βγάλε τις μάσκες και αφέσου στην γύμνια της φύσης. Αυτή...δεν θα σε προδώσει ποτέ. Μην το κάνεις ούτε κι εσύ.
Θα αρχίσεις
να ζεις
ή
απλά θα υπάρχεις;
Δεν αλλάζεις τον κόσμο απλά κοιτώντας τον. Αλλάζεις τον κόσμο με τον τρόπο που ζεις
Πολλά είπες.
Πολλά είπα και εγώ.
Πολλά είπαμε πως θα κάναμε.
Πολλά θέλαμε να αλλάξουμε.
Και τι καταφέραμε;
Κοιτάξαμε τους εαυτούς μας σε χίλιους καθρέφτες.
Ξοδευτήκαμε ατενίζοντας τους..
Πόσοι από εμάς ξεφύγαμε από την παροδικότητα της εικόνας μας;
Πόσοι από εμάς κρύψαμε τα λάθη μας κάτω από το δέρμα μας, να ξεγελάσουμε και εμάς τους ίδιους;
Πόσοι από εμάς είδαμε σε βάθος τον εαυτό μας;
Κοιτάξαμε ξάστερα την ψυχή μας;
Δίχως τρόμο για το τι θα αντικρίσουμε..
Κάποια στιγμή κουράστηκα να λέω ΘΑ. Κοίταξα με τόλμη την αντανάκλαση μου..
Και είπα ΚΑΝΩ. Όχι ΘΑ κάνω. Και έτσι έπραξα.
Έπλασα τα όνειρα μου με ιδρώτα και αίμα και τα άφησα στις πύλες του αύριο. Και κάθε φορά που τα παιδιά της φαντασίας μου έπαιρναν ζωή, κάτι μέσα μου άλλαζε.
Σώπαινα με δέος μπροστά στην μακαριότητα της στιγμής.
Αντιλαμβανόμουν πως τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Κι όμως όλα παραμένουν ζωντανά. Κάπου εκεί σε κάποιες κρυμμένες διαστάσεις που ίσως κάποτε τα συναντήσουμε ξανά.
Κι όταν είδα την δύναμη της δράσης, ενάντια στην αδράνεια. Τα θαύματα που η θέληση και η πράξη πραγματώνει..
Τότε κατάλαβα πως και τον κόσμο πρέπει εγώ να τον αλλάξω.
Ξεκινώντας από μέσα μου.
Ότι δεν μου αρέσει.
Ότι πόνο προκαλεί.
Ότι θλίψη χαρίζει.
Σ´ εμένα, σ´ εσένα..
Εγώ. Εσύ. Ο κάθε ένας…
Όλοι μπορούμε!
Βήμα βήμα, μέρα με την μέρα. Οδεύοντας όλο και πιο κοντά στο φως.
Έτσι μονάχα θα αλλάξουμε..
Ζήσε με αγάπη. Μην κανείς τίποτα για το οποίο θα ντραπείς. Να είσαι περήφανος για όλα όσα σκέφτεσαι, πράττεις και λες.
Να ενεργείς το ίδιο όταν είσαι μόνος και όταν σε περιβάλλει κόσμος.. να είσαι καθαρός και ακέραιος!
Η ευτυχία, η αλήθεια και η αγάπη δεν είναι κάτι που πρέπει να αναζητάς έξω από εσένα. Αλλά μονάχα μέσα σου. Κι όταν ανακαλύψεις την πηγή τους. Το ποσό απλά μπορούν να λάμψουν, τότε θα μπορέσεις να φωτίσεις και τους άλλους γύρω σου, με το παράδειγμα σου..
Μια νύχτα, θυμάμαι, ξάπλωσα στην άμμο, ακούγοντας τα κύματα της θάλασσας και κοίταξα τον ουρανό.. τόσα χιλιάδες άστρα… Τι απεραντοσύνη!
Εκείνη τη στιγμή συλλογίστηκα…
Ποσό μικρό μέρος στο σύμπαν αυτό καταλαμβάνει ο κάθε ένας από εμάς.. Πόσο ταπεινοί θα πρέπει να είμαστε! Συνάμα πόσο υπεύθυνοι για το στίγμα που θα αφήσουμε.. και τι διαφορά μπορούμε να κάνουμε!
Έπειτα οι λέξεις αυτές μου ήρθαν στον νου…
Δεν αλλάζεις τον κόσμο απλά κοιτώντας τον. Αλλάζεις τον κόσμο με τον τρόπο που ζεις.
Πολλά είπα και εγώ.
Πολλά είπαμε πως θα κάναμε.
Πολλά θέλαμε να αλλάξουμε.
Και τι καταφέραμε;
Κοιτάξαμε τους εαυτούς μας σε χίλιους καθρέφτες.
Ξοδευτήκαμε ατενίζοντας τους..
Πόσοι από εμάς ξεφύγαμε από την παροδικότητα της εικόνας μας;
Πόσοι από εμάς κρύψαμε τα λάθη μας κάτω από το δέρμα μας, να ξεγελάσουμε και εμάς τους ίδιους;
Πόσοι από εμάς είδαμε σε βάθος τον εαυτό μας;
Κοιτάξαμε ξάστερα την ψυχή μας;
Δίχως τρόμο για το τι θα αντικρίσουμε..
Κάποια στιγμή κουράστηκα να λέω ΘΑ. Κοίταξα με τόλμη την αντανάκλαση μου..
Και είπα ΚΑΝΩ. Όχι ΘΑ κάνω. Και έτσι έπραξα.
Έπλασα τα όνειρα μου με ιδρώτα και αίμα και τα άφησα στις πύλες του αύριο. Και κάθε φορά που τα παιδιά της φαντασίας μου έπαιρναν ζωή, κάτι μέσα μου άλλαζε.
Σώπαινα με δέος μπροστά στην μακαριότητα της στιγμής.
Αντιλαμβανόμουν πως τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Κι όμως όλα παραμένουν ζωντανά. Κάπου εκεί σε κάποιες κρυμμένες διαστάσεις που ίσως κάποτε τα συναντήσουμε ξανά.
Κι όταν είδα την δύναμη της δράσης, ενάντια στην αδράνεια. Τα θαύματα που η θέληση και η πράξη πραγματώνει..
Τότε κατάλαβα πως και τον κόσμο πρέπει εγώ να τον αλλάξω.
Ξεκινώντας από μέσα μου.
Ότι δεν μου αρέσει.
Ότι πόνο προκαλεί.
Ότι θλίψη χαρίζει.
Σ´ εμένα, σ´ εσένα..
Εγώ. Εσύ. Ο κάθε ένας…
Όλοι μπορούμε!
Βήμα βήμα, μέρα με την μέρα. Οδεύοντας όλο και πιο κοντά στο φως.
Έτσι μονάχα θα αλλάξουμε..
Ζήσε με αγάπη. Μην κανείς τίποτα για το οποίο θα ντραπείς. Να είσαι περήφανος για όλα όσα σκέφτεσαι, πράττεις και λες.
Να ενεργείς το ίδιο όταν είσαι μόνος και όταν σε περιβάλλει κόσμος.. να είσαι καθαρός και ακέραιος!
Η ευτυχία, η αλήθεια και η αγάπη δεν είναι κάτι που πρέπει να αναζητάς έξω από εσένα. Αλλά μονάχα μέσα σου. Κι όταν ανακαλύψεις την πηγή τους. Το ποσό απλά μπορούν να λάμψουν, τότε θα μπορέσεις να φωτίσεις και τους άλλους γύρω σου, με το παράδειγμα σου..
Μια νύχτα, θυμάμαι, ξάπλωσα στην άμμο, ακούγοντας τα κύματα της θάλασσας και κοίταξα τον ουρανό.. τόσα χιλιάδες άστρα… Τι απεραντοσύνη!
Εκείνη τη στιγμή συλλογίστηκα…
Ποσό μικρό μέρος στο σύμπαν αυτό καταλαμβάνει ο κάθε ένας από εμάς.. Πόσο ταπεινοί θα πρέπει να είμαστε! Συνάμα πόσο υπεύθυνοι για το στίγμα που θα αφήσουμε.. και τι διαφορά μπορούμε να κάνουμε!
Έπειτα οι λέξεις αυτές μου ήρθαν στον νου…
Δεν αλλάζεις τον κόσμο απλά κοιτώντας τον. Αλλάζεις τον κόσμο με τον τρόπο που ζεις.
ARTHUR SCHOPENHAUER: Το μέτρο της δυνατής ευτυχίας του καθενός είναι καθορισμένο εκ των προτέρων
Επάνω στη σκηνή κάποιος παίζει τον πρίγκιπα, ένας άλλος τον συμβουλάτορα, ένας τρίτος τον υπηρέτη ή τον στρατιώτη ή τον στρατηγό κ.λπ. Αλλά αυτές οι διαφορές υπάρχουν μόνο εξωτερικά, από μέσα, σαν πυρήνας μιας τέτοιας εμφάνισης, βρίσκεται σε όλους το ίδιο: ένας φτωχός θεατρίνος με τα βάσανά του και τις ανάγκες του. Στη ζωή είναι επίσης έτσι· οι διαφορές της κοινωνικής θέσης και του πλούτου δίνουν σε καθέναν τον ρόλο που θα παίξει, αλλά αυτός δεν αντιστοιχεί διόλου σε μια εσωτερική διαφορά της ευτυχίας και του ευάρεστου συναισθήματος, παρά και εδώ μέσα σε καθέναν βρίσκεται ο ίδιος φτωχός φουκαρατζίκος με τα βάσανά του και τις ανάγκες του, οι οποίες βέβαια στη σύνθεσή τους μπορεί να είναι διαφορετικές στον καθέναν, αλλά στη μορφή τους, στη βασική τους ουσία, είναι σε όλους αρκετά ίδιες, αν και με διαφορές στον βαθμό, οι οποίες όμως δεν εξαρτώνται καθόλου από την κοινωνική θέση και τα πλούτη, δηλαδή από τον ρόλο. Γιατί όλα όσα για τον άνθρωπο υπάρχουν και συμβαίνουν στο παρόν, υπάρχουν και συμβαίνουν άμεσα πάντα μόνο στη συνείδησή του.
Έτσι, η υφή της ίδιας της συνείδησης είναι προφανώς το καταρχήν ουσιαστικό, και στις περισσότερες περιπτώσεις η υφή αυτή μετράει πιο πολύ απ’ ό,τι οι μορφές που παριστάνονται εκεί. Όλες οι λαμπρότητες και οι απολαύσεις αντικατοπτρισμένες στην αμβλυμένη συνείδηση ενός ανόητου, είναι πολύ φτωχές απέναντι στη συνείδηση του Θερβάντες, όταν σε μιαν άβολη φυλακή έγραφε τον Δον Κιχώτη του. – Το αντικειμενικό μισό του παρόντος και της πραγματικότητας βρίσκεται στα χέρια της μοίρας και επομένως μπορεί να είναι μεταβλητό’ το υποκειμενικό είμαστε εμείς οι ίδιοι, γι’ αυτό στην ουσία του είναι αμετάβλητο. Έτσι η ζωή κάθε ανθρώπου, παρ’ όλες τις έξωθεν εναλλαγές, διατηρεί συνέχεια τον ίδιο χαρακτήρα και μπορεί να παρομοιαστεί με μια σειρά παραλλαγές επάνω σε ένα μουσικό θέμα. Έξω από την ατομικότητά του δεν μπορεί να βγει κανένας. Και όπως το ζώο σε όποιο περιβάλλον κι αν το βάλεις μένει πάντα μέσα στον στενό κύκλο που αμετάκλητα έχει χαράξει η φύση για το είδος του – κάτι που εξηγεί, για παράδειγμα, το ότι οι προσπάθειές μας να χαροποιήσουμε ένα αγαπημένο ζώο, εξαιτίας εκείνων των ορίων της συνείδησής του, παραμένουν πάντοτε περιορισμένες σε στενά πλαίσια – , έτσι συμβαίνει και με τον άνθρωπο: μέσα από την ατομικότητά του, το μέτρο της δυνατής ευτυχίας του είναι καθορισμένο εκ των προτέρων. Ιδιαίτερα τα όρια των πνευματικών του δυνάμεων έχουν μια για πάντα καθορίσει την ικανότητά του για υψηλού επιπέδου απόλαυση.
Εάν είναι στενά, όλες οι προσπάθειες απ’ έξω, όλα όσα κι αν κάνουν οι άνθρωποι και η μοίρα γι’ αυτόν, δεν θα μπορέσουν να τον οδηγήσουν πιο πέρα από το μέτρο μιας συνηθισμένης μισο-ζωώδους ανθρώπινης ευτυχίας και ευαρέσκειας: απόλαυση των αισθήσεων, σπιτική ατμόσφαιρα και χαρές της οικογενειακής ζωής, κατώτερη συντροφικότητα και ανούσιες ασχολίες για να περνάει την ώρα του. Ακόμα και η μόρφωση, αν και μπορεί να προσφέρει κάτι για τη διεύρυνση εκείνων των ορίων, πολλά δεν μπορεί. Γιατί οι πιο μεγάλες και πολυποίκιλες και διαρκέστερες απολαύσεις είναι οι πνευματικές, όσο κι αν ξεγελιόμαστε σχετικά στη νεότητά μας. Αυτές όμως εξαρτώνται από την έμφυτη δύναμη του πνεύματος. Έτσι λοιπόν γίνεται φανερό το πόσο πολύ η ευτυχία μας εξαρτάται από το τι είμαστε, από την ατομικότητά μας, ενώ συνήθως σημασία δίνεται μόνο σε όσα σχετίζονται με τη μοίρα μας, στο τι έχουμε και στο πώς φαντάζουμε στους άλλους. Η μοίρα μας όμως μπορεί να καλυτερέψει, και επιπλέον, όταν υπάρχει εσωτερικός πλούτος, δεν ζητάει κανένας πολλά από αυτή. Αντίθετα, ένας ανόητος θα μείνει ανόητος, ένας αναίσθητος χοντράνθρωπος αναίσθητος χοντράνθρωπος μέχρι το τέλος του, κι ας ήταν να ‘ναι στον παράδεισο και περιτριγυρισμένος από ωραίες κόρες.
ARTHUR SCHOPENHAUER, Το ασήμαντο αιώνια επαινούν
Έτσι, η υφή της ίδιας της συνείδησης είναι προφανώς το καταρχήν ουσιαστικό, και στις περισσότερες περιπτώσεις η υφή αυτή μετράει πιο πολύ απ’ ό,τι οι μορφές που παριστάνονται εκεί. Όλες οι λαμπρότητες και οι απολαύσεις αντικατοπτρισμένες στην αμβλυμένη συνείδηση ενός ανόητου, είναι πολύ φτωχές απέναντι στη συνείδηση του Θερβάντες, όταν σε μιαν άβολη φυλακή έγραφε τον Δον Κιχώτη του. – Το αντικειμενικό μισό του παρόντος και της πραγματικότητας βρίσκεται στα χέρια της μοίρας και επομένως μπορεί να είναι μεταβλητό’ το υποκειμενικό είμαστε εμείς οι ίδιοι, γι’ αυτό στην ουσία του είναι αμετάβλητο. Έτσι η ζωή κάθε ανθρώπου, παρ’ όλες τις έξωθεν εναλλαγές, διατηρεί συνέχεια τον ίδιο χαρακτήρα και μπορεί να παρομοιαστεί με μια σειρά παραλλαγές επάνω σε ένα μουσικό θέμα. Έξω από την ατομικότητά του δεν μπορεί να βγει κανένας. Και όπως το ζώο σε όποιο περιβάλλον κι αν το βάλεις μένει πάντα μέσα στον στενό κύκλο που αμετάκλητα έχει χαράξει η φύση για το είδος του – κάτι που εξηγεί, για παράδειγμα, το ότι οι προσπάθειές μας να χαροποιήσουμε ένα αγαπημένο ζώο, εξαιτίας εκείνων των ορίων της συνείδησής του, παραμένουν πάντοτε περιορισμένες σε στενά πλαίσια – , έτσι συμβαίνει και με τον άνθρωπο: μέσα από την ατομικότητά του, το μέτρο της δυνατής ευτυχίας του είναι καθορισμένο εκ των προτέρων. Ιδιαίτερα τα όρια των πνευματικών του δυνάμεων έχουν μια για πάντα καθορίσει την ικανότητά του για υψηλού επιπέδου απόλαυση.
Εάν είναι στενά, όλες οι προσπάθειες απ’ έξω, όλα όσα κι αν κάνουν οι άνθρωποι και η μοίρα γι’ αυτόν, δεν θα μπορέσουν να τον οδηγήσουν πιο πέρα από το μέτρο μιας συνηθισμένης μισο-ζωώδους ανθρώπινης ευτυχίας και ευαρέσκειας: απόλαυση των αισθήσεων, σπιτική ατμόσφαιρα και χαρές της οικογενειακής ζωής, κατώτερη συντροφικότητα και ανούσιες ασχολίες για να περνάει την ώρα του. Ακόμα και η μόρφωση, αν και μπορεί να προσφέρει κάτι για τη διεύρυνση εκείνων των ορίων, πολλά δεν μπορεί. Γιατί οι πιο μεγάλες και πολυποίκιλες και διαρκέστερες απολαύσεις είναι οι πνευματικές, όσο κι αν ξεγελιόμαστε σχετικά στη νεότητά μας. Αυτές όμως εξαρτώνται από την έμφυτη δύναμη του πνεύματος. Έτσι λοιπόν γίνεται φανερό το πόσο πολύ η ευτυχία μας εξαρτάται από το τι είμαστε, από την ατομικότητά μας, ενώ συνήθως σημασία δίνεται μόνο σε όσα σχετίζονται με τη μοίρα μας, στο τι έχουμε και στο πώς φαντάζουμε στους άλλους. Η μοίρα μας όμως μπορεί να καλυτερέψει, και επιπλέον, όταν υπάρχει εσωτερικός πλούτος, δεν ζητάει κανένας πολλά από αυτή. Αντίθετα, ένας ανόητος θα μείνει ανόητος, ένας αναίσθητος χοντράνθρωπος αναίσθητος χοντράνθρωπος μέχρι το τέλος του, κι ας ήταν να ‘ναι στον παράδεισο και περιτριγυρισμένος από ωραίες κόρες.
ARTHUR SCHOPENHAUER, Το ασήμαντο αιώνια επαινούν
Ο μύθος του Σίσυφου
Οι θεοί είχαν καταδικάσει τον Σίσυφο να κυλάει αδιάκοπα ένα βράχο ως την κορυφή ενός βουνού απ’ όπου η πέτρα, με το βάρος της, ξανάπεφτε. Είχαν σκεφτεί, κάπως δικαιολογημένα, πως δεν υπάρχει πιο φοβερή τιμωρία απ’ τη χωρίς όφελος κι ελπίδα εργασία.
Εάν πιστέψουμε τον Όμηρο, ο Σίσυφος ήταν ο πιο ήσυχος κι συνετότερος των θνητών. Μια άλλη, όμως, παράδοση τον παρουσιάζει σα ληστή. Οι γνώμες διαφέρουν πάνω στα αίτια που τον ανάγκασαν να γίνει ο χωρίς κέρδος εργάτης του Άδη. Κατ’ αρχάς του καταλογίζουν κάποια αστοχασιά με τους θεούς. Αποκάλυψε τα μυστικά τους. Η Αίγινα, κόρη του Ασωπού, αρπάχτηκε από τον Δία. Ο πατέρας ταράχτηκε από την απαγωγή και απευθύνθηκε στον Σίσυφο. Αυτός, που ήξερε για την αρπαγή, υποσχέθηκε στον Ασωπό να τον βοηθήσει, με τον όρο πως θα έδινε νερό στον Ακροκόρινθο. Για τους ουράνιους κεραυνούς, θα δεχθεί την ευλογία του νερού. Τιμωρήθηκε στον Άδη. Ο Όμηρος μας διηγείται επίσης ότι ο Σίσυφος αλυσόδεσε το Θάνατο. Ο Πλούτων δεν μπόρεσε να ανεχτεί το θέαμα της έρημης και σιωπηρής αυτοκρατορίας του. Έσπευσε να στείλει το θεό του πολέμου που ελευθέρωσε το Θάνατο από τα χέρια του νικητή του. Λένε ακόμα πως όταν ήταν ετοιμοθάνατος θέλησε να δοκιμάσει ανόητα την αγάπη της γυναίκας του. Τη διέταξε ν’ αφήσει άταφο το πτώμα του στη μέση της δημόσιας πλατείας. Ο Σίσυφος ξαναβρέθηκε στον Άδη. Κι εκεί, θυμωμένος εξ αιτίας μιας υπακοής τόσο αντίθετης στην ανθρώπινη αγάπη, πήρε άδεια από τον Πλούτωνα να επιστρέψει στη γη για να τιμωρήσει τη γυναίκα του. Μα όταν ξανάδε την όψη αυτού του κόσμου … , δεν ήθελε να γυρίσει στην καταχθόνια σκιά. … Χρειαζόταν η επέμβαση των θεών. Ο Ερμής τον ξανάφερε με τη βία στον Άδη όπου ο βράχος του ήταν έτοιμος.
Έχουμε ήδη καταλάβει πως ο Σίσυφος είναι ο παράλογος ήρωας. Τα πάθη του τον συνιστούν περισσότερο απ’ το μαρτύριό του. Η περιφρόνησή του για τους θεούς, το μίσος του για τον θάνατο και το πάθος του για ζωή του στοίχισαν αυτό το ανείπωτο μαρτύριο, να δίνει όλο του το είναι χωρίς ανταμοιβή. Είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για τα γήινα πάθη. Δεν μας αφηγούνται τίποτα για τον Σίσυφο στον Άδη. Οι μύθοι φτιάχνονται για να τους ζωογονεί η φαντασία. Σ’ αυτόν βλέπουμε μόνο όλη την προσπάθεια ενός τεντωμένου κορμιού ν’ ανασηκώσει την πελώρια πέτρα, να τη γυρίσει και να την κάνει ν’ αναρριχηθεί σε μια πλαγιά που έχει ανεβοκατέβει εκατό φορές …
Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, είναι γιατί ο ήρωάς του έχει συνείδηση. Πράγματι, που θα βρισκόταν ο πόνος του, εάν σε κάθε βήμα τον ενθάρρυνε η ελπίδα της επιτυχίας; Ο σύγχρονος εργάτης όλες τις μέρες της ζωής του κάνει την ίδια δουλειά κι αυτή η μοίρα δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά δεν είναι τραγικός παρά στις σπάνιες στιγμές που αποκτά συνείδηση. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής του: είναι εκείνη που σκέφτεται όσο διαρκεί η κατάβασή του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. Δεν υπάρχει μοίρα που να μην νικιέται με την περιφρόνηση.
Εάν πιστέψουμε τον Όμηρο, ο Σίσυφος ήταν ο πιο ήσυχος κι συνετότερος των θνητών. Μια άλλη, όμως, παράδοση τον παρουσιάζει σα ληστή. Οι γνώμες διαφέρουν πάνω στα αίτια που τον ανάγκασαν να γίνει ο χωρίς κέρδος εργάτης του Άδη. Κατ’ αρχάς του καταλογίζουν κάποια αστοχασιά με τους θεούς. Αποκάλυψε τα μυστικά τους. Η Αίγινα, κόρη του Ασωπού, αρπάχτηκε από τον Δία. Ο πατέρας ταράχτηκε από την απαγωγή και απευθύνθηκε στον Σίσυφο. Αυτός, που ήξερε για την αρπαγή, υποσχέθηκε στον Ασωπό να τον βοηθήσει, με τον όρο πως θα έδινε νερό στον Ακροκόρινθο. Για τους ουράνιους κεραυνούς, θα δεχθεί την ευλογία του νερού. Τιμωρήθηκε στον Άδη. Ο Όμηρος μας διηγείται επίσης ότι ο Σίσυφος αλυσόδεσε το Θάνατο. Ο Πλούτων δεν μπόρεσε να ανεχτεί το θέαμα της έρημης και σιωπηρής αυτοκρατορίας του. Έσπευσε να στείλει το θεό του πολέμου που ελευθέρωσε το Θάνατο από τα χέρια του νικητή του. Λένε ακόμα πως όταν ήταν ετοιμοθάνατος θέλησε να δοκιμάσει ανόητα την αγάπη της γυναίκας του. Τη διέταξε ν’ αφήσει άταφο το πτώμα του στη μέση της δημόσιας πλατείας. Ο Σίσυφος ξαναβρέθηκε στον Άδη. Κι εκεί, θυμωμένος εξ αιτίας μιας υπακοής τόσο αντίθετης στην ανθρώπινη αγάπη, πήρε άδεια από τον Πλούτωνα να επιστρέψει στη γη για να τιμωρήσει τη γυναίκα του. Μα όταν ξανάδε την όψη αυτού του κόσμου … , δεν ήθελε να γυρίσει στην καταχθόνια σκιά. … Χρειαζόταν η επέμβαση των θεών. Ο Ερμής τον ξανάφερε με τη βία στον Άδη όπου ο βράχος του ήταν έτοιμος.
Έχουμε ήδη καταλάβει πως ο Σίσυφος είναι ο παράλογος ήρωας. Τα πάθη του τον συνιστούν περισσότερο απ’ το μαρτύριό του. Η περιφρόνησή του για τους θεούς, το μίσος του για τον θάνατο και το πάθος του για ζωή του στοίχισαν αυτό το ανείπωτο μαρτύριο, να δίνει όλο του το είναι χωρίς ανταμοιβή. Είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για τα γήινα πάθη. Δεν μας αφηγούνται τίποτα για τον Σίσυφο στον Άδη. Οι μύθοι φτιάχνονται για να τους ζωογονεί η φαντασία. Σ’ αυτόν βλέπουμε μόνο όλη την προσπάθεια ενός τεντωμένου κορμιού ν’ ανασηκώσει την πελώρια πέτρα, να τη γυρίσει και να την κάνει ν’ αναρριχηθεί σε μια πλαγιά που έχει ανεβοκατέβει εκατό φορές …
Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, είναι γιατί ο ήρωάς του έχει συνείδηση. Πράγματι, που θα βρισκόταν ο πόνος του, εάν σε κάθε βήμα τον ενθάρρυνε η ελπίδα της επιτυχίας; Ο σύγχρονος εργάτης όλες τις μέρες της ζωής του κάνει την ίδια δουλειά κι αυτή η μοίρα δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά δεν είναι τραγικός παρά στις σπάνιες στιγμές που αποκτά συνείδηση. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής του: είναι εκείνη που σκέφτεται όσο διαρκεί η κατάβασή του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. Δεν υπάρχει μοίρα που να μην νικιέται με την περιφρόνηση.
ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (5.1.1-5.2.4)
ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ
[5.1.1] Ἐν δὲ τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἥντινα μεταξὺ τοῦ τε Κωφῆνος καὶ τοῦ Ἰνδοῦ ποταμοῦ ἐπῆλθεν Ἀλέξανδρος, καὶ Νῦσαν πόλιν ᾠκίσθαι λέγουσι· τὸ δὲ κτίσμα εἶναι Διονύσου· Διόνυσον δὲ κτίσαι τὴν Νῦσαν ἐπεί τε Ἰνδοὺς ἐχειρώσατο, ὅστις δὴ οὗτος ὁ Διόνυσος καὶ ὁπότε ἢ ὅθεν ἐπ᾽ Ἰνδοὺς ἐστράτευσεν· [5.1.2] οὐ γὰρ ἔχω συμβαλεῖν εἰ ὁ Θηβαῖος Διόνυσος [ὃς] ἐκ Θηβῶν ἢ ἐκ Τμώλου τοῦ Λυδίου ὁρμηθεὶς ἐπὶ Ἰνδοὺς ἧκε στρατιὰν ἄγων, τοσαῦτα μὲν ἔθνη μάχιμα καὶ ἄγνωστα τοῖς τότε Ἕλλησιν ἐπελθών, οὐδὲν δὲ αὐτῶν ἄλλο ὅτι μὴ τὸ Ἰνδῶν βίᾳ χειρωσάμενος· πλήν γε δὴ ὅτι οὐκ ἀκριβῆ ἐξεταστὴν χρὴ εἶναι τῶν ὑπὲρ τοῦ θείου ἐκ παλαιοῦ μεμυθευμένων. τὰ γάρ τοι κατὰ τὸ εἰκὸς ξυντιθέντι οὐ πιστά, ἐπειδὰν τὸ θεῖόν τις προσθῇ τῷ λόγῳ, οὐ πάντῃ ἄπιστα φαίνεται.
[5.1.3] Ὡς δὲ ἐπέβη τῇ Νύσῃ Ἀλέξανδρος, ἐκπέμπουσι παρ᾽ αὐτὸν οἱ Νυσαῖοι τὸν κρατιστεύοντα σφῶν, ὄνομα δὲ ἦν αὐτῷ Ἄκουφις, καὶ ξὺν αὐτῷ πρέσβεις τῶν δοκιμωτάτων τριάκοντα, δεησομένους Ἀλεξάνδρου ἀφεῖναι τῷ θεῷ τὴν πόλιν. [5.1.4] παρελθεῖν τε δὴ ἐς τὴν σκηνὴν τὴν Ἀλεξάνδρου τοὺς πρέσβεις καὶ καταλαβεῖν καθήμενον κεκονιμένον ἔτι ἐκ τῆς ὁδοῦ ξὺν τοῖς ὅπλοις τοῖς τε ἄλλοις καὶ τὸ κράνος [αὐτῷ] περικείμενον καὶ τὸ δόρυ ἔχοντα· θαμβῆσαί τε ἰδόντας τὴν ὄψιν καὶ πεσόντας ἐς γῆν ἐπὶ πολὺ σιγὴν ἔχειν. ὡς δὲ ἐξανέστησέ τε αὐτοὺς Ἀλέξανδρος καὶ θαρρεῖν ἐκέλευσε, τότε δὴ τὸν Ἄκουφιν ἀρξάμενον λέγειν ὧδε.
[5.1.5] Ὦ βασιλεῦ, δέονταί σου Νυσαῖοι ἐᾶσαι σφᾶς ἐλευθέρους τε καὶ αὐτονόμους αἰδοῖ τοῦ Διονύσου. Διόνυσος γὰρ ἐπειδὴ χειρωσάμενος τὸ Ἰνδῶν ἔθνος ἐπὶ θάλασσαν ὀπίσω κατῄει τὴν Ἑλληνικήν, ἐκ τῶν ἀπομάχων στρατιωτῶν, οἳ δὴ αὐτῷ καὶ βάκχοι ἦσαν, κτίζει τὴν πόλιν τήνδε μνημόσυνον τῆς αὑτοῦ πλάνης τε καὶ νίκης τοῖς ἔπειτα ἐσόμενον, καθάπερ οὖν καὶ σὺ αὐτὸς Ἀλεξάνδρειάν τε ἔκτισας τὴν πρὸς Καυκάσῳ ὄρει καὶ ἄλλην Ἀλεξάνδρειαν ἐν τῇ Αἰγυπτίων γῇ, καὶ ἄλλας πολλὰς τὰς μὲν ἔκτικας ἤδη, τὰς δὲ καὶ κτίσεις ἀνὰ χρόνον, οἷα δὴ πλείονα Διονύσου ἔργα ἀποδειξάμενος. [5.1.6] Νῦσάν τε οὖν ἐκάλεσε τὴν πόλιν Διόνυσος ἐπὶ τῆς τροφοῦ τῆς Νύσης καὶ τὴν χώραν Νυσαίαν· τὸ δὲ ὄρος ὅ τι περ πλησίον ἐστὶ τῆς πόλεως καὶ τοῦτο Μηρὸν ἐπωνόμασε Διόνυσος, ὅτι δὴ κατὰ τὸν μῦθον ἐν μηρῷ τῷ τοῦ Διὸς ηὐξήθη. καὶ ἐκ τούτου ἐλευθέραν τε οἰκοῦμεν τὴν Νῦσαν καὶ αὐτοὶ αὐτόνομοι καὶ ἐν κόσμῳ πολιτεύοντες· τῆς δὲ ἐκ Διονύσου οἰκίσεως καὶ τόδε σοι γενέσθω τεκμήριον· κιττὸς γὰρ οὐκ ἄλλῃ τῆς Ἰνδῶν γῆς φυόμενος παρ᾽ ἡμῖν φύεται.
[5.2.1] Καὶ ταῦτα πάντα Ἀλεξάνδρῳ πρὸς θυμοῦ ἐγίγνετο ἀκούειν καὶ ἤθελε πιστὰ εἶναι τὰ ὑπὲρ τοῦ Διονύσου τῆς πλάνης μυθευόμενα· καὶ κτίσμα εἶναι Διονύσου τὴν Νῦσαν ἤθελεν, ὡς ἤδη τε ἥκειν αὐτὸς ἔνθα ἦλθε Διόνυσος καὶ ἐπέκεινα ‹ἂν› ἐλθεῖν Διονύσου· οὐδ᾽ ἂν Μακεδόνας τὸ πρόσω ἀπαξιῶσαι συμπονεῖν οἱ ἔτι κατὰ ζῆλον τῶν Διονύσου ἔργων. [5.2.2] καὶ δίδωσιν ἐλευθέρους τε εἶναι τοὺς οἰκήτορας τῆς Νύσης καὶ αὐτονόμους. ὡς δὲ καὶ τοὺς νόμους ἐπύθετο αὐτῶν καὶ ὅτι πρὸς τῶν ἀρίστων τὸ πολίτευμα ἔχεται, ταῦτά τε ἐπῄνεσε καὶ ἠξίωσε τῶν τε ἱππέων οἱ ξυμπέμψαι ἐς τριακοσίους καὶ τῶν προεστώτων τοῦ πολιτεύματος, ἦσαν δὲ καὶ αὐτοὶ τριακόσιοι, ἑκατὸν τοὺς ἀρίστους ἐπιλεξαμένους· Ἄκουφιν δὲ εἶναι τὸν ἐπιλεγόμενον, ὅντινα καὶ ὕπαρχον τῆς χώρας τῆς Νυσαίας κατέστησεν αὐτός. [5.2.3] τὸν δὲ Ἄκουφιν ταῦτα ἀκούσαντα ἐπιμειδιᾶσαι λέγεται τῷ λόγῳ· καὶ Ἀλέξανδρον ἐρέσθαι ἐφ᾽ ὅτῳ ἐγέλασεν· ὑποκρίνασθαι δ᾽ Ἄκουφιν· καὶ πῶς ἄν, ὦ βασιλεῦ, μία πόλις ἑκατὸν ἀνδρῶν ἀγαθῶν ἐρημωθεῖσα ἔτι καλῶς πολιτεύοιτο; ἀλλὰ σύ, εἴ σοι μέλει Νυσαίων, τοὺς ἱππέας μὲν ἄγεσθαι τοὺς τριακοσίους καὶ εἰ βούλει ἔτι τούτων πλείονας, ἀντὶ δὲ τῶν ἑκατόν, οὕστινας τοὺς ἀρίστους ἐπιλέξαι σὺ κελεύεις, διπλασίους τῶν ἄλλων τῶν κακῶν ἄγεσθαι, ἵ‹να› σοι καὶ αὖθις ἀφικομένῳ δεῦρο ἐν τῷ αὐτῷ τούτῳ κόσμῳ φανείη ἡ πόλις. [5.2.4] ταῦτα λέγοντα, λέγειν γὰρ δόξαι φρόνιμα, πεῖσαι Ἀλέξανδρον. καὶ τοὺς μὲν ἱππέας ξυμπέμπειν οἱ ἐκέλευσε, τοὺς δὲ ἑκατὸν τοὺς ἐπιλέκτους μηκέτι αἰτῆσαι, ἀλλὰ μηδὲ ἀντ᾽ αὐτῶν ἄλλους· τὸν δὲ παῖδα ἄρα τοῦ Ἀκούφιος καὶ τῆς θυγατρὸς τὸν παῖδα ξυμπέμψαι αὐτῷ Ἄκουφιν.
[5.1.3] Όταν ο Αλέξανδρος πλησίασε στη Νύσα, οι Νυσαίοι απέστειλαν προς αυτόν τον επιφανέστερο άνδρα τους, που ονομαζόταν Άκουφης, και τριάντα πρέσβεις μαζί με αυτόν από τους διαπρεπέστερους συμπολίτες τους, για να παρακαλέσουν τον Αλέξανδρο να αφήσει την πόλη τους για χάρη του θεού. [5.1.4] Οι πρέσβεις μπήκαν στη σκηνή του Αλεξάνδρου και τον βρήκαν να κάθεται σκονισμένος ακόμη από τον δρόμο, να φορεί μαζί με όλα τα άλλα όπλα και το κράνος και να κρατεί το δόρυ του. Ξαφνιασμένοι από το θέαμα, έπεσαν στη γη και έμειναν για πολλή ώρα σιωπηλοί. Όταν τους σήκωσε ο Αλέξανδρος και τους συνέστησε να έχουν θάρρος, τότε ακριβώς άρχισε ο Άκουφης να λέει τα εξής:
[5.1.5] «Βασιλιά μου, οι Νυσαίοι σε παρακαλούν να δείξεις σεβασμό προς τον Διόνυσο και να τους αφήσεις ελεύθερους και ανεξάρτητους. Γιατί ο Διόνυσος, αφού υπέταξε το ινδικό έθνος και επέστρεψε πίσω στην Ελληνική θάλασσα, ίδρυσε αυτήν εδώ την πόλη από τους απόμαχους στρατιώτες του που συγχρόνως ήταν και βάκχοι του, για να θυμίζει στους μεταγενέστερους τις περιπλανήσεις και αυτή τη νίκη του, όπως ακριβώς και συ ίδρυσες Αλεξάνδρεια κοντά στο όρος Καύκασο και άλλη Αλεξάνδρεια στη γη των Αιγυπτίων, καθώς και πολλές άλλες που έχεις ήδη χτίσει και άλλες που θα χτίσεις με την πάροδο του χρόνου παρέχοντας έτσι απόδειξη περισσοτέρων κατορθωμάτων από τον Διόνυσο.
[5.1.6] Ο Διόνυσος, λοιπόν, ονόμασε την πόλη μας Νύσα από το όνομα της τροφού του Νύσας και την περιοχή μας Νυσαία, ενώ το βουνό που είναι κοντά στην πόλη μας το επονόμασε Μηρό, επειδή, σύμφωνα βέβαια με τον μύθο, μεγάλωσε μέσα στον μηρό του Δία. Από τότε κατοικούμε τη Νύσα ελεύθερη και είμαστε οι ίδιοι ανεξάρτητοι και διοικούμε με ευπρέπεια την πόλη μας. Και απόδειξη για σένα της ίδρυσής της από τον Διόνυσο ας είναι και το εξής, ότι ο κισσός, αν και δεν φυτρώνει σε καμιά άλλη περιοχή της ινδικής γης, φυτρώνει όμως στη δική μας».
[5.2.1] Ο Αλέξανδρος άκουε όλα αυτά με ευχαρίστηση και ήθελε να είναι πιστευτοί οι μύθοι οι σχετικοί με την περιπλάνηση του Διονύσου. Ήθελε επίσης να είναι η Νύσα κτίσμα του Διονύσου, επειδή ο ίδιος είχε ήδη φθάσει εκεί όπου έφθασε ο Διόνυσος και μπορούσε να προχωρήσει ακόμη πιο πέρα και από τον Διόνυσο. Νόμιζε ότι ούτε και οι Μακεδόνες θα αρνούνταν να υποστούν μαζί του και στο μέλλον άλλες ταλαιπωρίες ανταγωνιζόμενοι τα κατορθώματα του Διονύσου. [5.2.2] Και επέτρεψε στους κατοίκους της Νύσας να είναι ελεύθεροι και αυτόνομοι. Όταν ενημερώθηκε σχετικά με τους νόμους τους και έμαθε ότι το πολίτευμά τους ήταν αριστοκρατικό, επαίνεσε όλα αυτά και αξίωσε να του στείλουν αμέσως τριακόσιους περίπου ιππείς και από τους άρχοντες της κυβέρνησής τους, που ήταν και αυτοί τριακόσιοι, τους εκατό καλύτερους με επιλογή. Όρισε τον Άκουφη για να τους επιλέξει και τον διόρισε ύπαρχο για την περιοχή της Νύσας. [5.2.3] Λένε ότι χαμογέλασε ο Άκουφης, όταν άκουσε τους λόγους του Αλεξάνδρου, και ότι τον ρώτησε ο Αλέξανδρος, γιατί γέλασε. Και ο Άκουφης απάντησε «πώς είναι δυνατό, βασιλιά μου, να διοικείται καλά μια πόλη που στερήθηκε εκατό αξίων ανδρών της; Αλλά εσύ, αν ενδιαφέρεσαι για τους Νυσαίους, πάρε τους τριακόσιους ιππείς και ακόμη πιο πολλούς από αυτούς, αν θέλεις. Αντί όμως για τους εκατό άριστους πολίτες που με διατάζεις να επιλέξω, πάρε μαζί σου διπλάσιους από τους άλλους, τους κακούς. Έτσι, όταν θα ξανάρθεις εδώ, η πόλη μας θα σου φανεί πάλι ότι είναι στην ίδια καλή κατάσταση». [5.2.4] Επειδή αυτά που είπε φάνηκαν συνετά, πείσθηκε ο Αλέξανδρος και τον διέταξε να του στείλει τους ιππείς, ενώ δεν του ζήτησε πλέον τους εκατό επίλεκτους πολίτες, αλλά ούτε και άλλους στη θέση τους. Διέταξε όμως τον Άκουφη να του στείλει ακόμη τον γιο του και τον γιο της κόρης του.
[5.1.1] Ἐν δὲ τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἥντινα μεταξὺ τοῦ τε Κωφῆνος καὶ τοῦ Ἰνδοῦ ποταμοῦ ἐπῆλθεν Ἀλέξανδρος, καὶ Νῦσαν πόλιν ᾠκίσθαι λέγουσι· τὸ δὲ κτίσμα εἶναι Διονύσου· Διόνυσον δὲ κτίσαι τὴν Νῦσαν ἐπεί τε Ἰνδοὺς ἐχειρώσατο, ὅστις δὴ οὗτος ὁ Διόνυσος καὶ ὁπότε ἢ ὅθεν ἐπ᾽ Ἰνδοὺς ἐστράτευσεν· [5.1.2] οὐ γὰρ ἔχω συμβαλεῖν εἰ ὁ Θηβαῖος Διόνυσος [ὃς] ἐκ Θηβῶν ἢ ἐκ Τμώλου τοῦ Λυδίου ὁρμηθεὶς ἐπὶ Ἰνδοὺς ἧκε στρατιὰν ἄγων, τοσαῦτα μὲν ἔθνη μάχιμα καὶ ἄγνωστα τοῖς τότε Ἕλλησιν ἐπελθών, οὐδὲν δὲ αὐτῶν ἄλλο ὅτι μὴ τὸ Ἰνδῶν βίᾳ χειρωσάμενος· πλήν γε δὴ ὅτι οὐκ ἀκριβῆ ἐξεταστὴν χρὴ εἶναι τῶν ὑπὲρ τοῦ θείου ἐκ παλαιοῦ μεμυθευμένων. τὰ γάρ τοι κατὰ τὸ εἰκὸς ξυντιθέντι οὐ πιστά, ἐπειδὰν τὸ θεῖόν τις προσθῇ τῷ λόγῳ, οὐ πάντῃ ἄπιστα φαίνεται.
[5.1.3] Ὡς δὲ ἐπέβη τῇ Νύσῃ Ἀλέξανδρος, ἐκπέμπουσι παρ᾽ αὐτὸν οἱ Νυσαῖοι τὸν κρατιστεύοντα σφῶν, ὄνομα δὲ ἦν αὐτῷ Ἄκουφις, καὶ ξὺν αὐτῷ πρέσβεις τῶν δοκιμωτάτων τριάκοντα, δεησομένους Ἀλεξάνδρου ἀφεῖναι τῷ θεῷ τὴν πόλιν. [5.1.4] παρελθεῖν τε δὴ ἐς τὴν σκηνὴν τὴν Ἀλεξάνδρου τοὺς πρέσβεις καὶ καταλαβεῖν καθήμενον κεκονιμένον ἔτι ἐκ τῆς ὁδοῦ ξὺν τοῖς ὅπλοις τοῖς τε ἄλλοις καὶ τὸ κράνος [αὐτῷ] περικείμενον καὶ τὸ δόρυ ἔχοντα· θαμβῆσαί τε ἰδόντας τὴν ὄψιν καὶ πεσόντας ἐς γῆν ἐπὶ πολὺ σιγὴν ἔχειν. ὡς δὲ ἐξανέστησέ τε αὐτοὺς Ἀλέξανδρος καὶ θαρρεῖν ἐκέλευσε, τότε δὴ τὸν Ἄκουφιν ἀρξάμενον λέγειν ὧδε.
[5.1.5] Ὦ βασιλεῦ, δέονταί σου Νυσαῖοι ἐᾶσαι σφᾶς ἐλευθέρους τε καὶ αὐτονόμους αἰδοῖ τοῦ Διονύσου. Διόνυσος γὰρ ἐπειδὴ χειρωσάμενος τὸ Ἰνδῶν ἔθνος ἐπὶ θάλασσαν ὀπίσω κατῄει τὴν Ἑλληνικήν, ἐκ τῶν ἀπομάχων στρατιωτῶν, οἳ δὴ αὐτῷ καὶ βάκχοι ἦσαν, κτίζει τὴν πόλιν τήνδε μνημόσυνον τῆς αὑτοῦ πλάνης τε καὶ νίκης τοῖς ἔπειτα ἐσόμενον, καθάπερ οὖν καὶ σὺ αὐτὸς Ἀλεξάνδρειάν τε ἔκτισας τὴν πρὸς Καυκάσῳ ὄρει καὶ ἄλλην Ἀλεξάνδρειαν ἐν τῇ Αἰγυπτίων γῇ, καὶ ἄλλας πολλὰς τὰς μὲν ἔκτικας ἤδη, τὰς δὲ καὶ κτίσεις ἀνὰ χρόνον, οἷα δὴ πλείονα Διονύσου ἔργα ἀποδειξάμενος. [5.1.6] Νῦσάν τε οὖν ἐκάλεσε τὴν πόλιν Διόνυσος ἐπὶ τῆς τροφοῦ τῆς Νύσης καὶ τὴν χώραν Νυσαίαν· τὸ δὲ ὄρος ὅ τι περ πλησίον ἐστὶ τῆς πόλεως καὶ τοῦτο Μηρὸν ἐπωνόμασε Διόνυσος, ὅτι δὴ κατὰ τὸν μῦθον ἐν μηρῷ τῷ τοῦ Διὸς ηὐξήθη. καὶ ἐκ τούτου ἐλευθέραν τε οἰκοῦμεν τὴν Νῦσαν καὶ αὐτοὶ αὐτόνομοι καὶ ἐν κόσμῳ πολιτεύοντες· τῆς δὲ ἐκ Διονύσου οἰκίσεως καὶ τόδε σοι γενέσθω τεκμήριον· κιττὸς γὰρ οὐκ ἄλλῃ τῆς Ἰνδῶν γῆς φυόμενος παρ᾽ ἡμῖν φύεται.
[5.2.1] Καὶ ταῦτα πάντα Ἀλεξάνδρῳ πρὸς θυμοῦ ἐγίγνετο ἀκούειν καὶ ἤθελε πιστὰ εἶναι τὰ ὑπὲρ τοῦ Διονύσου τῆς πλάνης μυθευόμενα· καὶ κτίσμα εἶναι Διονύσου τὴν Νῦσαν ἤθελεν, ὡς ἤδη τε ἥκειν αὐτὸς ἔνθα ἦλθε Διόνυσος καὶ ἐπέκεινα ‹ἂν› ἐλθεῖν Διονύσου· οὐδ᾽ ἂν Μακεδόνας τὸ πρόσω ἀπαξιῶσαι συμπονεῖν οἱ ἔτι κατὰ ζῆλον τῶν Διονύσου ἔργων. [5.2.2] καὶ δίδωσιν ἐλευθέρους τε εἶναι τοὺς οἰκήτορας τῆς Νύσης καὶ αὐτονόμους. ὡς δὲ καὶ τοὺς νόμους ἐπύθετο αὐτῶν καὶ ὅτι πρὸς τῶν ἀρίστων τὸ πολίτευμα ἔχεται, ταῦτά τε ἐπῄνεσε καὶ ἠξίωσε τῶν τε ἱππέων οἱ ξυμπέμψαι ἐς τριακοσίους καὶ τῶν προεστώτων τοῦ πολιτεύματος, ἦσαν δὲ καὶ αὐτοὶ τριακόσιοι, ἑκατὸν τοὺς ἀρίστους ἐπιλεξαμένους· Ἄκουφιν δὲ εἶναι τὸν ἐπιλεγόμενον, ὅντινα καὶ ὕπαρχον τῆς χώρας τῆς Νυσαίας κατέστησεν αὐτός. [5.2.3] τὸν δὲ Ἄκουφιν ταῦτα ἀκούσαντα ἐπιμειδιᾶσαι λέγεται τῷ λόγῳ· καὶ Ἀλέξανδρον ἐρέσθαι ἐφ᾽ ὅτῳ ἐγέλασεν· ὑποκρίνασθαι δ᾽ Ἄκουφιν· καὶ πῶς ἄν, ὦ βασιλεῦ, μία πόλις ἑκατὸν ἀνδρῶν ἀγαθῶν ἐρημωθεῖσα ἔτι καλῶς πολιτεύοιτο; ἀλλὰ σύ, εἴ σοι μέλει Νυσαίων, τοὺς ἱππέας μὲν ἄγεσθαι τοὺς τριακοσίους καὶ εἰ βούλει ἔτι τούτων πλείονας, ἀντὶ δὲ τῶν ἑκατόν, οὕστινας τοὺς ἀρίστους ἐπιλέξαι σὺ κελεύεις, διπλασίους τῶν ἄλλων τῶν κακῶν ἄγεσθαι, ἵ‹να› σοι καὶ αὖθις ἀφικομένῳ δεῦρο ἐν τῷ αὐτῷ τούτῳ κόσμῳ φανείη ἡ πόλις. [5.2.4] ταῦτα λέγοντα, λέγειν γὰρ δόξαι φρόνιμα, πεῖσαι Ἀλέξανδρον. καὶ τοὺς μὲν ἱππέας ξυμπέμπειν οἱ ἐκέλευσε, τοὺς δὲ ἑκατὸν τοὺς ἐπιλέκτους μηκέτι αἰτῆσαι, ἀλλὰ μηδὲ ἀντ᾽ αὐτῶν ἄλλους· τὸν δὲ παῖδα ἄρα τοῦ Ἀκούφιος καὶ τῆς θυγατρὸς τὸν παῖδα ξυμπέμψαι αὐτῷ Ἄκουφιν.
***
[5.1.1] Στη χώρα αυτή που υπέταξε ο Αλέξανδρος και βρισκόταν ανάμεσα στον Κωφήνα και τον Ινδό ποταμό είχε ιδρυθεί, όπως λένε, και η πόλη Νύσα, κτίσμα του Διονύσου· την έχτισε, όταν υπέταξε τους Ινδούς, όποιος βέβαια και αν ήταν αυτός ο Διόνυσος και όποτε ή από όποιο μέρος και αν εξεστράτευσε κατά των Ινδών. [5.1.2] Γιατί δεν μπορώ να καταλήξω αν αυτός είναι ο Θηβαίος Διόνυσος, ο οποίος ξεκινώντας από τη Θήβα ή από τον Τμώλο της Λυδίας έφθασε εδώ οδηγώντας τον στρατό του εναντίον των Ινδών, υπέταξε τόσο σημαντικά πολεμικά έθνη, άγνωστα στους τότε Έλληνες, αλλά δεν κατέκτησε στρατιωτικά κανένα άλλο από αυτά εκτός από τους Ινδούς. Δεν πρέπει όμως να είναι κανείς βέβαια αυστηρός κριτής σε αυτά που αναφέρουν οι αρχαίοι μύθοι για τους θεούς. Γιατί όσα δεν είναι πιστευτά, αν τα κρίνεις σύμφωνα μόνο με την ευλογοφάνειά τους, δεν φαίνονται τελείως απίστευτα αν προσθέσεις στη λογική και το θείο στοιχείο.[5.1.3] Όταν ο Αλέξανδρος πλησίασε στη Νύσα, οι Νυσαίοι απέστειλαν προς αυτόν τον επιφανέστερο άνδρα τους, που ονομαζόταν Άκουφης, και τριάντα πρέσβεις μαζί με αυτόν από τους διαπρεπέστερους συμπολίτες τους, για να παρακαλέσουν τον Αλέξανδρο να αφήσει την πόλη τους για χάρη του θεού. [5.1.4] Οι πρέσβεις μπήκαν στη σκηνή του Αλεξάνδρου και τον βρήκαν να κάθεται σκονισμένος ακόμη από τον δρόμο, να φορεί μαζί με όλα τα άλλα όπλα και το κράνος και να κρατεί το δόρυ του. Ξαφνιασμένοι από το θέαμα, έπεσαν στη γη και έμειναν για πολλή ώρα σιωπηλοί. Όταν τους σήκωσε ο Αλέξανδρος και τους συνέστησε να έχουν θάρρος, τότε ακριβώς άρχισε ο Άκουφης να λέει τα εξής:
[5.1.5] «Βασιλιά μου, οι Νυσαίοι σε παρακαλούν να δείξεις σεβασμό προς τον Διόνυσο και να τους αφήσεις ελεύθερους και ανεξάρτητους. Γιατί ο Διόνυσος, αφού υπέταξε το ινδικό έθνος και επέστρεψε πίσω στην Ελληνική θάλασσα, ίδρυσε αυτήν εδώ την πόλη από τους απόμαχους στρατιώτες του που συγχρόνως ήταν και βάκχοι του, για να θυμίζει στους μεταγενέστερους τις περιπλανήσεις και αυτή τη νίκη του, όπως ακριβώς και συ ίδρυσες Αλεξάνδρεια κοντά στο όρος Καύκασο και άλλη Αλεξάνδρεια στη γη των Αιγυπτίων, καθώς και πολλές άλλες που έχεις ήδη χτίσει και άλλες που θα χτίσεις με την πάροδο του χρόνου παρέχοντας έτσι απόδειξη περισσοτέρων κατορθωμάτων από τον Διόνυσο.
[5.1.6] Ο Διόνυσος, λοιπόν, ονόμασε την πόλη μας Νύσα από το όνομα της τροφού του Νύσας και την περιοχή μας Νυσαία, ενώ το βουνό που είναι κοντά στην πόλη μας το επονόμασε Μηρό, επειδή, σύμφωνα βέβαια με τον μύθο, μεγάλωσε μέσα στον μηρό του Δία. Από τότε κατοικούμε τη Νύσα ελεύθερη και είμαστε οι ίδιοι ανεξάρτητοι και διοικούμε με ευπρέπεια την πόλη μας. Και απόδειξη για σένα της ίδρυσής της από τον Διόνυσο ας είναι και το εξής, ότι ο κισσός, αν και δεν φυτρώνει σε καμιά άλλη περιοχή της ινδικής γης, φυτρώνει όμως στη δική μας».
[5.2.1] Ο Αλέξανδρος άκουε όλα αυτά με ευχαρίστηση και ήθελε να είναι πιστευτοί οι μύθοι οι σχετικοί με την περιπλάνηση του Διονύσου. Ήθελε επίσης να είναι η Νύσα κτίσμα του Διονύσου, επειδή ο ίδιος είχε ήδη φθάσει εκεί όπου έφθασε ο Διόνυσος και μπορούσε να προχωρήσει ακόμη πιο πέρα και από τον Διόνυσο. Νόμιζε ότι ούτε και οι Μακεδόνες θα αρνούνταν να υποστούν μαζί του και στο μέλλον άλλες ταλαιπωρίες ανταγωνιζόμενοι τα κατορθώματα του Διονύσου. [5.2.2] Και επέτρεψε στους κατοίκους της Νύσας να είναι ελεύθεροι και αυτόνομοι. Όταν ενημερώθηκε σχετικά με τους νόμους τους και έμαθε ότι το πολίτευμά τους ήταν αριστοκρατικό, επαίνεσε όλα αυτά και αξίωσε να του στείλουν αμέσως τριακόσιους περίπου ιππείς και από τους άρχοντες της κυβέρνησής τους, που ήταν και αυτοί τριακόσιοι, τους εκατό καλύτερους με επιλογή. Όρισε τον Άκουφη για να τους επιλέξει και τον διόρισε ύπαρχο για την περιοχή της Νύσας. [5.2.3] Λένε ότι χαμογέλασε ο Άκουφης, όταν άκουσε τους λόγους του Αλεξάνδρου, και ότι τον ρώτησε ο Αλέξανδρος, γιατί γέλασε. Και ο Άκουφης απάντησε «πώς είναι δυνατό, βασιλιά μου, να διοικείται καλά μια πόλη που στερήθηκε εκατό αξίων ανδρών της; Αλλά εσύ, αν ενδιαφέρεσαι για τους Νυσαίους, πάρε τους τριακόσιους ιππείς και ακόμη πιο πολλούς από αυτούς, αν θέλεις. Αντί όμως για τους εκατό άριστους πολίτες που με διατάζεις να επιλέξω, πάρε μαζί σου διπλάσιους από τους άλλους, τους κακούς. Έτσι, όταν θα ξανάρθεις εδώ, η πόλη μας θα σου φανεί πάλι ότι είναι στην ίδια καλή κατάσταση». [5.2.4] Επειδή αυτά που είπε φάνηκαν συνετά, πείσθηκε ο Αλέξανδρος και τον διέταξε να του στείλει τους ιππείς, ενώ δεν του ζήτησε πλέον τους εκατό επίλεκτους πολίτες, αλλά ούτε και άλλους στη θέση τους. Διέταξε όμως τον Άκουφη να του στείλει ακόμη τον γιο του και τον γιο της κόρης του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)











