Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Το δυναμικό πεδίο της προσωκρατικής φιλοσοφίας

Σε αντίθεση με άλλα άρθρα αυτής της σειράς, το παρών δεν είναι ένα «εγχειρίδιο» αφιερωμένο σε έναν μόνο φιλόσοφο αλλά στο σύνολο των στοχαστών που συλλογικά διαμόρφωσαν τις απαρχές της φιλοσοφικής παράδοσης στην αρχαία Ελλάδα. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν ολιγογράφοι, και η επιβίωση του έργου ή της σκέψης τους είναι αποσπασματική και συχνά δεν διαμεσολαβείται αυτολεξεί αλλά μόνο μέσω της μαρτυρίας του Αριστοτέλη, του Θεόφραστου και άλλων πολύ οψιμότερων συγγραφέων. Αυτά τα σπαράγματα είναι εξαιρετικά πολύτιμα όχι μόνο λόγω της ουσιαστικής τους ποιότητας αλλά και για ό, τι αποκαλύπτουν σχετικά με την πρωιμότερη ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας και επιστήμης. Η γοητεία του υλικού, ανεξάρτητα από την πυκνότητά του και την αποσπασματική του παράδοση ή ακριβώς εξαιτίας αυτών των στοιχείων, αιχμαλωτίζει κάθε αναγνώστη.[1] Δύο φιλόσοφοι του εικοστού αιώνα που άσκησαν μεγάλη επίδραση, ο Heidegger και ο Popper, «επέστρεψαν» στους Προσωκρατικούς για να στηρίξουν τις δικές τους ριζικά διαφορετικές μεθοδολογίες και ανησυχίες.[2] Πολλοί από αυτούς τους στοχαστές θέτουν τόσο μεγάλες προκλήσεις, ώστε η μικρή ποσότητα του σωζόμενου έργου τους δεν συνιστά εμπόδιο για να πραγματευτούμε καθέναν από αυτούς ξεχωριστά σε έκταση ενός βιβλίου. Ακόμη και έτσι, έχουμε κάθε λόγο, αν παραβλέψουμε τις αποσπασματικές πηγές και τη συνήθη πρακτική, να παρουσιάσουμε τόσο αυτούς όσο και άλλους πρώιμους φιλοσόφους σε έναν συλλογικό τόμο.

Καταρχάς, ασχολούμαστε με μια εποχή που σημαδεύεται από στοχαστές με άκρως ανανεωτικό και πειραματικό προσανατολισμό. Οι νεότεροι από αυτούς δεν αγνοούσαν τους προγενέστερούς τους, και κατά τον έκτο και πέμπτο αιώνα π.Χ. (το χρονικό διάστημα που μας ενδιαφέρει εδώ) αναπτύχθηκαν συγκεκριμένα ρεύματα τα οποία είναι διακριτά με γλωσσικά (διαλεκτικά) ή γεωγραφικά κριτήρια: οι πρώιμοι Ίωνες κοσμολόγοι, οι Πυθαγόρειοι, οι Ελεάτες, οι Ατομικοί φιλόσοφοι και οι Σοφιστές. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια εποχή σχολών με την κυριολεκτική σημασία που είχε, ας πούμε, η Ακαδημία του Πλάτωνα ή το Λύκειο του Αριστοτέλη, με θεσμοθετημένο σχολάρχη, πρόγραμμα μαθημάτων και αδιάσπαστη διαδοχή. Ο Μέλισσος μπορεί να αποκαλείται Ελεάτης ή μαθητής του Παρμενίδη, με κριτήριο τη διδασκαλία που πρέσβευε, αλλά ως ναύαρχος της Σάμου μπορεί να μην είχε καμιά προσωπική επαφή με τον Παρμενίδη, του οποίου η γενέτειρα και ο πιθανός τόπος διαμονής ήταν η Ελέα της Κάτω Ιταλίας. Ο Ζήνωνας ο Ελεάτης, ο οποίος πρέπει να γνώριζε τον συμπατριώτη του, τον Παρμενίδη, μπορεί να τον ακολούθησε πιο πιστά από ό, τι ο Μέλισσος, τα επιχειρήματα όμως του Ζήνωνα άσκησαν άμεση επίδραση -πράγμα που δεν συνέβη με τον Παρμενίδη- στην πρώιμη ιστορία των αρχαιοελληνικών μαθηματικών. Ο Ξενοφάνης, ο Ηράκλειτος, ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής διακηρύσσουν τη μοναδικότητα των ιδεών τους και με άμεσο ή έμμεσο τρόπο ασκούν κριτική σε άλλους στοχαστές όπως και σε ανθρώπους της καθημερινής ζωής. Για να ερμηνεύσουμε το έργο κάθε προσωκρατικού φιλοσόφου, είναι απαραίτητη η αναφορά σε όλη την εν λόγω περίοδο.

Κατά δεύτερο λόγο, ακόμη και αν λάβουμε υπόψη τα πολυάριθμα κενά στη γνώση μας, μπορούμε να παρατηρήσουμε σημαντικές διαφορές στη μεθοδολογία και τα ενδιαφέροντα των Προσωκρατικών. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση του Πυθαγόρα, που ήταν ο μοναδικός από τους φιλοσόφους το όνομα του οποίου, χρόνια μετά τον θάνατό του, κατέληξε να εκπροσωπεί ένα συγκεκριμένο ρεύμα. Ο Πυθαγόρας δίδαξε όχι μόνο έναν τρόπο ζωής που περιλάμβανε καθαρτήριες πρακτικές αλλά και την εξαιρετική τους σημασία για τη μεταθανάτια τύχη της ανθρώπινης ψυχής. Οι συμβολές του στη φιλοσοφία και την επιστήμη, όπως τις αντιλαμβανόμαστε σήμερα, είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτες, ιδιαίτερα σε σύγκριση με μορφές όπως ο Ζήνωνας, ο Δημόκριτος ή ο Αναξαγόρας. Ωστόσο, θα διαπράτταμε βαρύτατο σφάλμα, αν απομονώναμε τον Πυθαγόρα από το κύριο ρεύμα της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Κριτική των συμβατικών θρησκευτικών τελετουργιών, όπως οι αιματηρές θυσίες, και η υπόσχεση ότι η αληθινή κατανόηση του κόσμου θα μεταμορφώσει τη ζωή του ανθρώπου, διατυπώνονται με έμφαση και από τον Ηράκλειτο και από τον Εμπεδοκλή. Ορισμένοι Προσωκρατικοί δείχνουν ελάχιστο ή καθόλου μαρτυρημένο ενδιαφέρον για την περί ψυχής θεωρία, την επιστημολογία, την ηθική και τη θεολογία· άλλοι ενσωματώνουν στο έργο τους συμβολές σε αυτά τα φιλοσοφικά πεδία τα οποία έμελλε αργότερα να οριοθετηθούν αυστηρά.

Η ρευστότητα και η ποικιλία της προσωκρατικής φιλοσοφίας αποτελούν κομβικά σημεία του χαρακτήρα και της σημασίας της. Για αυτόν τον λόγο επίσης, το θέμα προσφέρεται ιδιαίτερα για πραγμάτευση σε έναν συλλογικό τόμο, όχι μόνο λόγω της ευκαιρίας που παρουσιάζεται για μια συνεργασία ανάμεσα σε ειδικούς, αλλά επειδή συνιστά και έναν τρόπο να επιχειρηθούν μερικές από τις πολλές ερμηνευτικές προσεγγίσεις στο ύφος και το περιεχόμενο της προ- σωκρατικής φιλοσοφίας. Στις αρχές του εικοστού αιώνα μαίνονταν οι αντιπαραθέσεις γύρω από τον επιστημονικό ή μη χαρακτήρα της προσωκρατικής φιλοσοφίας, τις θεολογικές της διαστάσεις, τις προκαταλήψεις της που βασίζονταν στον κοινό νου ή είχαν μη ενορατικό χαρακτήρα, κ.τ.λ.[3] Αυτές οι διχογνωμίες δεν θα εκλείψουν ποτέ. Το υλικό είναι πολύ σύνθετο για κάτι τέτοιο, και σε αυτόν τον τομέα, περισσότερο από ό,τι συμβαίνει συνήθως, κάθε ερμηνευτής είναι υποχρεωμένος να υιοθετήσει μια δική του οπτική γωνία προκειμένου να πει ό, τι αξίζει να ειπωθεί. Με αυτό δεν ακυρώνουμε τις απόπειρες που έγιναν να περιγράφει το κοινό στοιχείο που συνδέει τους βασικούς στοχαστές, όπως «η διερεύνηση της φύσης». Περισσότερα για το θέμα αυτό θα πούμε στη συνέχεια. Προς το παρόν, είναι απαραίτητο να αναγνωρίσουμε ότι, με πιθανή εξαίρεση τον Πυθαγόρα, καμιά από τις μορφές τις οποίες πραγματεύεται ο παρών τόμος δεν αυτοχαρακτηριζόταν ρητά ως «φιλόσοφος» ή αποκαλούσε το έργο του «φιλοσοφία».[4] Το θέμα δεν είναι ότι εμείς πρέπει να αποφεύγουμε να τους αποκαλούμε φιλοσόφους, αλλά ότι θα πρέπει να προσέχουμε να μην τους αποδίδουμε αναχρονιστικές συλλήψεις του πεδίου της φιλοσοφίας και του χωρισμού της σε τομείς όπως η λογική, η μεταφυσική και η ηθική. Ακόμη και ο Πλάτωνας, ο οποίος ήταν ο πρώτος αρχαίος Έλληνας στοχαστής που διατύπωσε ρητό θεωρητικό προβληματισμό πάνω στη φύση της φιλοσοφίας, δεν σχετίζεται με μια οριοθέτηση αυτού του τύπου.

Παρ’ όλα αυτά, οι Προσωκρατικοί είχαν πρωτοπόρες συμβολές όχι μόνο στην κατανόηση του κόσμου γενικά αλλά και σε φιλοσοφικά θέματα που αργότερα μελετήθηκαν πιο εξειδικευμένα. Για να διευκολυνθεί η έκθεση του θέματος και για να γίνει πιο προσιτή η ευρύτερη σύλληψη αυτού που περιλάμβανε η προσωκρατική φιλοσοφία, το βιβλίο χωρίζεται σε κεφάλαια που πραγματεύονται μεμονωμένους στοχαστές και σε κεφάλαια με θεματικές ενότητες. Στην περίπτωση των Σοφιστών (κεφάλαια 14-15), οι θεματικές ενότητες και οι μεμονωμένοι στοχαστές σε μεγάλο βαθμό συμπίπτουν, επειδή, όσο τουλάχιστον επιτρέπουν να γνωρίζουμε οι πηγές μας, η πιο διακεκριμένη συμβολή των Σοφιστών στην προσωκρατική φιλοσοφία ήταν η διδασκαλία της ρητορικής και της γλωσσολογίας, του σχετικισμού και της πολιτικής θεωρίας. Από την άλλη πλευρά τα κεφάλαια 10-13 αφιερώνονται σε θέματα που είναι κάπως ετερογενή σε σχέση με τους στοχαστές που συζητούνται εκεί - κεφάλαια σχετικά με την εξορθολογισμένη θεολογία, τις απαρχές της επιστημολογίας, την ψυχή, την αίσθηση και τη σκέψη, την ευθύνη και την αιτιότητα. Πρωταγωνιστές αυτού του τελευταίου θεματικού κεφαλαίου, συνταγμένου από τον Mario Vegetti, είναι οι Ιπποκρατικοί ιατροί. Ο Vegetti υποστηρίζει ότι αυτοί υπήρξαν πρωτοπόροι στη συστηματική σκέψη γύρω από την αιτιότητα και όχι εκείνοι τους οποίους συμβατικά αποκαλούμε Προσωκρατικούς. Το κεφάλαιό του, επίσης, περιλαμβάνει τους ιστορικούς Ηρόδοτο και Θουκυδίδη. Το ίδιο το υλικό, χωρίς να παραβιάζει τα καθιερωμένα όρια της προσωκρατικής φιλοσοφίας, συνιστά μια σημαντική ένδειξη της ρευστότητάς τους. Αν ο διαθέσιμος χώρος δεν ήταν περιορισμένες, ο παρών τόμος θα είχε περιλάβει πολύ περισσότερα από το πλούσιο πεδίο της Ιπποκρατικής ιατρικής.[5]

Ένα τελευταίο θεματικό κεφάλαιο, ή μάλλον ένα επίμετρο σε ολόκληρο το βιβλίο, προσφέρεται από τον Glenn Most στην περιεκτική μελέτη του για «την ποιητική της προσωκρατικής φιλοσοφίας». Τρεις Προσωκρατικοί, ο Ξενοφάνης, ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής, επέλεξαν τον στίχο και όχι το καινοφανές μέσο του πεζού λόγου ως όχημα για να εκφράσουν τη σκέψη τους· ο Ηράκλειτος, μολονότι δεν συνέθεσε σε κάποια από τις τυπικές μορφές του αρχαιοελληνικού στίχου, υιοθέτησε ένα ρυθμικό και επιγραμματικό ύφος που είναι απολύτως προσωπικό. Εδώ συναντούμε ακόμη μια ένδειξη του ρευστού χαρακτήρα της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας στα χρόνια της διαμόρφωσής της· γιατί από το δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα και εξής, ο επιστημονικός πεζός λόγος θα καταστεί το καθιερωμένο μέσο γραφής της φιλοσοφίας, και η ποιητική «αλήθεια» θα αντιμετωπιστεί ως διαφορετικό είδος από τις αποδεικτικές φιλοδοξίες της φιλοσοφίας. Ωστόσο, η «ποιητική» είναι ένα οργανικό συστατικό του θέματός μας για ουσιαστικότερους λόγους από τη λογοτεχνική μορφή που επιλέγουν οι φιλόσοφοι ποιητές. Η παραδοσιακή αρχαιοελληνική σοφία ουσιαστικά ταυτιζόταν με την επική ποίηση του Ομήρου και του Ησιόδου. Ως κύριο πρόγραμμα στη βασική εκπαίδευση, αυτά τα σπουδαία κείμενα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλα, επηρέασαν και προσέφεραν ερεθίσματα τόσο στο ύφος όσο και στο περιεχόμενο της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Για να αποκτήσει ρίζες η ανανεωτική σκέψη, ο Όμηρος και ο Ησίοδος έπρεπε να εκθρονιστούν ή τουλάχιστον να μετακινηθούν από την κυρίαρχη θέση τους, και για αυτό συναντούμε ρητή κριτική τους στον Ξενοφάνη και τον Ηράκλειτο. Με πολλαπλούς, ωστόσο, τρόπους, όπως δείχνει ιδιαίτερα πειστικά ο Most, τα ομηρικά και ησιόδεια πρότυπα σκέψης και έκφρασης είναι ακόμη ανιχνεύσιμα στην προσωκρατική φιλοσοφία, για να μην αναφερθούμε σε προφανή σημεία σύγκλισης, όπως η «θεϊκή» έμπνευση την οποία επικαλούνται ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής ή οι ρητές ερμηνείες της ποίησης στις οποίες προβαίνουν ο Δημόκριτος, ο Γοργίας και ο Πρωταγόρας.

Τα θεματικά κεφάλαια του παρόντος τόμου για την προσωκρατική φιλοσοφία αποκλίνουν από πολλές καθιερωμένες πραγματεύσεις του σχετικού αντικειμένου.[6] Το ίδιο, σε κάποιο βαθμό, συμβαίνει και με την πραγμάτευση των επιμέρους φιλοσόφων. Η Μιλησιακή τριάδα, ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένης, είναι κύριο θέμα του τρίτου μόνο κεφαλαίου. Δεν προσφέρονται κεφάλαια αφιερωμένα αποκλειστικά στον Ξενοφάνη ή τον Διογένη τον Απολλωνιάτη, ενώ ο Εμπεδοκλής και ο Αναξαγόρας συνεξετάζονται στο όγδοο κεφάλαιο υπό το πρίσμα των απαντήσεων που έδωσαν στον Παρμενίδη. Στον Ζήνωνα αφιερώνεται ένα ολόκληρο κεφάλαιο, αλλά ο Παρμενίδης και ο Μέλισσος παρουσιάζονται από κοινού. Εάν αυτή η διαδικασία φαίνεται μεροληπτική ή ιδιόρρυθμη, τα θεματικά κεφάλαια και το ευρετήριο θα προσφέρουν στον αναγνώστη πολλές πρόσθετες προοπτικές για όλους τους κύριους στοχαστές. Έτσι ο Ξενοφάνης καταλαμβάνει πολλές σελίδες στα κεφάλαια 3, 10, 11 και 16. Ο Εμπεδοκλής, ένας κατεξοχήν πολύπλευρος στοχαστής, κατέχει περίοπτη θέση στα θεματικά κεφάλαια και επίσης στο κεφάλαιο 4, το σχετικό με την πυθαγόρεια παράδοση. Ένα μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της διαδικασίας, όπως πιστεύουμε τουλάχιστον, είναι ότι επιτυγχάνει να συνδυάσει τη διαχρονία, δηλαδή την πραγμάτευση των επιμέρους φιλοσόφων, με την ανάλυση νευραλγικών θεμάτων και μεθοδολογιών στις οποίες αυτοί συνέβαλαν συλλογικά.

Για τις σχετικές με το θέμα μαρτυρίες εξαρτόμαστε σχεδόν αποκλειστικά από την ερμηνευτική παράδοση που έχει ως αφετηρία της τον Αριστοτέλη και τον Θεόφραστο. Όπως και να χειριστούμε αυτήν την παράδοση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συνεπάγεται κάποιους αναχρονισμούς αλλά και παρερμηνείες.[7] Επιπλέον, η εν λόγω παράδοση έχει συμβάλλει στην προώθηση της άποψης ότι οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι γενικά, αν και όχι αποκλειστικά, ήταν κατά κύριο λόγο κοσμολόγοι, τα κεντρικά ερωτήματα των οποίων αφορούσαν την προέλευση και τις υλικές απαρχές του κόσμου.[8] Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν όντως κοσμολόγοι, αν εξαιρέσουμε τους Σοφιστές. Είναι όμως υποχρεωτικό οι Σοφιστές να αποσπασθούν από τις τάξεις των προσωκρατικών φιλοσόφων επειδή δεν καταπιάστηκαν, σε μεγάλο βαθμό, με την κοσμολογία;[9] Ασχέτως κατά πόσο είναι πρόσφορη μια καταφατική απάντηση σε αυτό το ερώτημα, η ταύτιση της προσωκρατικής φιλοσοφίας κυρίως με την κοσμολογία είχε ένα ατυχές αποτέλεσμα: συνέβαλε ώστε οι συνεισφορές της στην επιστημολογία, την ηθική και άλλους τομείς να μοιάζουν επικουρικές και παραπληρωματικές. Αυτή η παρανόηση δεν είναι πια τόσο εδραιωμένη, αλλά δεν έχει και απολύτως εκλείψει. Συνεπώς, ένας από τους στόχους του παρόντος τόμου είναι να δείξει πόσο αυτοί οι πρώιμοι στοχαστές συνέβαλαν όχι μόνο στην κοσμολογία αλλά και σε άλλους τομείς που θα αποτελέσουν μέρος του βασικού θεματολογίου της φιλοσοφίας.

Προσπάθεια ορισμού της προσωκρατικής φιλοσοφίας

Οι πρώιμοι Έλληνες φιλόσοφοι συνήθως αποκαλούνται «Προσωκρατικοί». Η λέξη πολιτογραφήθηκε για πρώτη φορά στην αγγλική γλώσσα από τη στιγμή που ο Γερμανός φιλόλογος Hermann Diels, εκατό χρόνια πριν, τη χρησιμοποίησε ως τίτλο της σπουδαίας συλλογής του των μαρτυριών για την πρώιμη αρχαιοελληνική φιλοσοφία: Die Fragmente der Vorsokratiker[10] έκτοτε η λέξη καθιερώθηκε ως όρος. Αυτοί που τον συναντούν για πρώτη φορά προφανώς υποθέτουν ότι αναφέρεται απλώς στους στοχαστές που έζησαν και έδρασαν πριν από τον Σωκράτη, και αυτό αληθεύει εν πολλοίς για τους φιλοσόφους που περιλαμβάνονται στον πρώτο τόμο του Diels, οι οποίοι καλύπτουν την περίοδο από τον μυθικό Ορφέα έως τη «σχολή των Πυθαγορείων». Αλλά όπως χρησιμοποιείται από τον ίδιο τον Diels, ο όρος «προσωκρατικός» δεν αποτελεί μόνο χρονολογικό δείκτη. Όπως εξήγησε ο νεότερος συνεργάτης του, ο Walter Kranz, ο δεύτερος τόμος της συλλογής τους περιλαμβάνει «πολλούς συγχρόνους του Σωκράτη, και μάλιστα κάποιους που έζησαν μετά τον θάνατό του. Ακόμη και έτσι το βιβλίο διαθέτει ενότητα», επειδή σε αυτό «έχει τον λόγο μια φιλοσοφία που δεν πέρασε μέσα από την πνευματική σχολή του Σωκράτη (και του Πλάτωνα) -όχι μόνο η προσωκρατική αλλά και η μη σωκρατική πρώιμη φιλοσοφία».[11]

Αυτό το σχόλιο δεν είναι τόσο απαλλαγμένο από προκαταλήψεις όσο φαίνεται. Το ιδιαίτερα αποκαλυπτικό στην περίπτωση είναι ότι ο Kranz βάζει το όνομα του Πλάτωνα σε παρένθεση. Στην ουσία, βέβαια, τα γραπτά του Πλάτωνα είναι η κύρια πηγή μας για να ορίσουμε την άγραφη φιλοσοφία του Σωκράτη και για να τη διαχωρίσουμε από εκείνη των συγχρόνων του, συμπεριλαμβανομένων ειδικά των σοφιστών. Τα περισσότερα από αυτά που μπορούμε να μάθουμε για τους σοφιστές, εκτός από το σωζόμενο έργο του Γοργία, προέρχονται από τον Πλάτωνα, και τίποτε δεν είχε μεγαλύτερη σημασία για τον Πλάτωνα από το να προστατεύσει τον Σωκράτη από την ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι στην ουσία ήταν και αυτός σοφιστής. Ο Πλάτωνας, επομένως, κάθε άλλο παρά είναι απροκατάληπτος μάρτυρας του ιδιαίτερου χαρακτήρα της σωκρατικής φιλοσοφίας. Σίγουρα είναι ό,τι καλύτερο διαθέτουμε, και αναμφισβήτητα ο Σωκράτης, στη διαλεκτική του μεθοδολογία, την έρευνά του για τον ορισμό ηθικών εννοιών, τον εταστικό βίο του, και σε πάρα πολλά άλλα ήταν αμιγώς αυθεντική μορφή. Ωστόσο, οι Diels και Kranz έγραφαν σε μια εποχή κατά την οποία οι φιλόλογοι υπέθεταν ότι ήξεραν πολύ περισσότερα για τον ιστορικό Σωκράτη από ό, τι πολλοί ειδικοί πιστεύουν με ασφάλεια ότι γνωρίζουν σήμερα.

Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο Σωκράτης ως ιστορικό πρόσωπο έμοιαζε πολύ περισσότερο με τον συνονόματο του στην Απολογία και τον Κρίτωνα του Πλάτωνα απ’ ό, τι με το πρόσωπο του «Σωκράτη» ως ερευνητή της φύσης και σοφιστή, ο οποίος παρωδείται στη δηκτική κωμωδία του Αριστοφάνη Νεφέλες. Δεν διατείνομαι ότι η λέξη «προσωκρατικός» είναι ένας όρος που πρέπει να εγκαταλειφθεί εξ ολοκλήρου· ακόμη και εάν κάτι τέτοιο ήταν ευκταίο, δεν θα ήταν πρακτικό. Με δεδομένες τις διαθέσιμες πηγές και την εντυπωσιακή επιβίωση του Σωκράτη, θα ήταν ανεύθυνο να τον αντιμετωπίσουμε απλώς ως έναν ανάμεσα σε πολλούς άλλους στοχαστές του πέμπτου αιώνα π.Χ. Θα πρέπει να μελετηθεί σε συνάρτηση με τον Πλάτωνα. Παρ’ όλα αυτά, η εν λόγο) προϋπόθεση δεν μας δίνει το δικαίωμα να θεωρήσουμε ακόμη και τον Σωκράτη του Πλάτωνα ως μια μορφή τόσο μεταιχμιακή, ώστε να δημιουργείται ασυνέχεια μεταξύ αυτών που επηρέασε και εκείνων που δεν δέχθηκαν την επιρροή του.

Παρουσιάζοντας τους πρώιμους Έλληνες φιλοσόφους ως προσωκρατικούς από εννοιολογική και μεθοδολογική άποψη, έχουμε την τάση να αγνοούμε ή να περιθωριοποιούμε τα ενδιαφέροντά τους σε πεδία όπως αυτά στα οποία έχω ήδη αναφερθεί, τα οποία συμπεριλαμβάνουν την ηθική, την περί ψυχής θεωρία, τη θεολογία και την επιστημολογία. Επειδή ο Πλάτωνας δεν αναφέρει ποτέ τον Δημόκριτο, μπορεί εύκολα να μας διαφύγει ότι ο Δημόκριτος υπήρξε σύγχρονος του Σωκράτη.[12] Ωστόσο παρατηρούνται εντυπωσιακές συγγένειες μεταξύ της ηθικής φιλοσοφίας του Δημοκρίτου και των ιδεών που απηχεί ο Σωκράτης του Πλάτωνα.[13] Συγγραφείς της ύστερης αρχαιότητας, οι οποίοι αποδίδουν στον Σωκράτη την εκ του μηδενός επινόηση της φιλοσοφικής ηθικής, αναζητούσαν μετά μανίας να εντοπίσουν «πρώτους ευρετές». Όχι μόνο δεν υπονομεύουμε τη σημασία του Σωκράτη αλλά την υπογραμμίζουμε, όταν αναγνωρίζουμε τις ηθικές διαστάσεις του Ξενοφάνη ή του Ηράκλειτου, ή δείχνουμε τα κοινά ενδιαφέροντά του με τους Σοφιστές, και βέβαια τις αποκλίσεις τους. Ο χαρακτηρισμός, επίσης, «προσωκρατικοί» παραπλανά, επειδή είναι γενικόλογος. Παρότι είναι αόριστος, υποβάλλει την εντύπωση ότι όλοι οι πρώιμοι φιλόσοφοι είναι εύκολα αναγνωρίσιμοι ως ομάδα, κάτι που συμβαίνει κυρίως λόγω των μη σωκρατικών τους γνωρισμάτων. Με αυτόν τον τρόπο, ο όρος συγκαλύπτει τη ρευστότητα και την ποικιλία την οποία έχω ήδη επισημάνει με έμφαση. Η λέξη «προσωκρατικός», επίσης, τείνει να συσκοτίσει τη διαλεκτική σχέση του Πλάτωνα με τους άλλους προδρόμους του, ειδικά τους Πυθαγορείους, τους Ελεάτες και τον Ηράκλειτο: μια σχέση που αποκτά αυξανόμενη σημασία στους ύστερους διαλόγους του Πλάτωνα, στους οποίους αντικαθίσταται ο Σωκράτης από τους Ελεάτες, από τους Αθηναίους «ξένους» και από τον Τίμαιο.

Ούτε στην αρχαιότητα ούτε αργότερα επικρατούσε ομοφωνία σχετικά με το πεδίο, τα όρια και τις υποδιαιρέσεις της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Ο Αριστοτέλης και ο Θεόφραστος, όπως εξηγεί ο Jaap Mansfeld στο επόμενο κεφάλαιο, ενδιαφέρονταν κυρίως να ταξινομήσουν τις γνώμες των προδρόμων τους σε θέματα όπως ο αριθμός και η ταυτότητα των πρωτογενών στοιχείων του κόσμου, η ψυχή και η αισθητηριακή αντίληψη. Όλα αυτά υπάγονται στην περιπατητική σύλληψη της «φύσης»· έτσι, ονόμασαν τους υποστηρικτές αυτών των απόψεων «ερευνητές της φύσης» (φυσικούς ή φυσιολόγους).[14] Μερικές φορές ο Αριστοτέλης σχολιάζει τη σχετική τους χρονολόγηση, αλλά το εάν το πράττει, ή ποιον περιλαμβάνει σε ένα δεδομένο πλαίσιο, εξαρτάται από τη σχέση τους με το θέμα που τον απασχολεί. Στην πραγματεία του για τα «αίτια», υποδεικνύει μια σαφή τομή μεταξύ του Πλάτωνα και εκείνων που προηγήθηκαν από αυτόν, συμπεριλαμβανομένων του Παρμενίδη xui των Πυθαγορείων, και εδώ (αλλά μόνο εδώ) τονίζει με παροιμιώδη τρόπο την εστίαση του Σωκράτη στην ηθική με εξαίρεση κάθε έρευνας γύρω από τη «φύση ως σύνολο».[15] Στην πραγμάτευσή του των αρχών (Φυσικά 1), ο Αριστοτέλης συζητά τους πρώτους Ίωνες κοσμολόγους, τον Ηράκλειτο, τον Εμπεδοκλή, τον Αναξαγόρα, τον Παρμενίδη και τον Μέλισσο και κάνει μια σύντομη νύξη στον Πλάτωνα. Στο πρώτο βιβλίο του έργου του Περί ψυχής, η συζήτηση για τους προδρόμους του είναι συγχρονική, ανεξάρτητη από κάθε απόπειρα να οριστούν συγκεκριμένες περίοδοι σκέψης, και πραγματεύεται τον Πλάτωνα παράλληλα με νεότερους φιλοσόφους (όπως κάνει ο Θεόφραστος στο έργο του Περί αισθήσεων). Ο Αριστοτέλης πουθενά δεν αποκαλεί σοφιστή τον Πρωταγόρα, και αφού έχει επιχειρηματολογήσει κατά του δόγματος του Πρωταγόρα πάντων χρημάτων μέτρων άνθρωπος (Μετά τά Φυσικά 4. 5), παρομοιάζει τον λογικό αφορισμό του με διατυπώσεις του Αναξαγόρα, του Δημόκριτου και άλλων.

Ο Αριστοτέλης διαθέτει μια λανθάνουσα σύλληψη της προσωκρατικής φιλοσοφίας, αλλά αυτή είναι περισσότερο προπλατωνική παρά προσωκρατική.[16]

Μεταγενέστεροι συγγραφείς φιλοσοφικών διαδοχών και βίων, γράφοντας κατά την ελληνιστική εποχή, έτειναν να χαράξουν μια γραμμή ύστερα από τον Σωκράτη προκειμένου να παρουσιάσουν ό, τι ακολούθησε ύστερα από αυτόν ως μια σειρά σωκρατικών σχολών που ειδικεύονταν στην ηθική.[17] Ωστόσο, ο ίδιος ο Σωκράτης μπορούσε επίσης να παρουσιαστεί ως ο τελευταίος κρίκος σε μια αλυσίδα που ξεκίνησε με τον Αναξίμανδρο.[18] Για μας αυτές οι ταξινομήσεις εμφανίζουν κυρίως αρχαιοδιφικό ενδιαφέρον, αλλά βοηθούν να καταστεί φανε­ρό ότι τα όρια αυτής της ιστορίας, παρότι χρειάζεται να χαραχθούν, είναι ανα­πόφευκτα ασαφή και εν μέρει υποκειμενικά.

Το ζήτημα δεν είναι απλώς μεθοδολογικό. Επηρεάζει επίσης αυτό που θα θεωρήσουμε ως αρχή της πρώιμης αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας, και τον τρόπο με τον οποίο θα ερμηνεύσουμε τη μεταγενέστερή της ιστορία. Χρησιμοποιώ τον όρο «ιστορία» και όχι «εξέλιξη», επειδή η έννοια της εξέλιξης, η οποία καθορίζει την εγελιανής προέλευσης πραγμάτευση της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας από τον Zeller, διαδραμάτισε επίσης κυρίαρχο ρόλο.[19] Οι βιολογικές συνυποδηλώσεις του όρου τείνουν να προεξοφλήσουν την ανωτερότητα αυτού που ακολουθεί σε σχέση με ό, τι προηγείται, και παρότι εντοπίζονται αναμφίβολα εξελίξεις υπό την έννοια ότι η ατομική θεωρία του Δημόκριτου αποτελεί απάντηση και (κατά τη σύγχρονη αντίληψη) ολοφάνερη πρόοδο σε σχέση με όλες τις προηγούμενες θεωρίες που αφορούσαν τα θεμέλια της φυσικής πραγματικότητας, ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης, για παράδειγμα, αξίζουν εξονυχιστική εξέταση και απαιτούν από τη σκέψη μας μια αποκλειστική μελέτη πάνω στο έργο τους αυτό καθαυτό, ανεξάρτητα από το πώς θα τους συσχετίσουμε με τη μεταγενέστερη φιλοσοφία.

Όσον αφορά τον αρχηγέτη, ο παρών τόμος ακολουθεί τη σύμβαση που καθιέρωσε ο Αριστοτέλης σύμφωνα με την οποία πρωτοπόρος είναι ο Θαλής ο Μιλήσιος, και καμιά άλλη προσωπικότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να διεκδικήσει επάξια αυτή τη θέση. Ωστόσο ο Αριστοτέλης, προς τιμήν του, παρατηρεί ότι «κανείς μπορεί να υποπτευθεί» πως ο επικός ποιητής Ησίοδος έχει σκιαγραφήσει τη δική του εκδοχή «του ποιητικού αιτίου» (Μετά τά Φυσικά 1. 4 984b23). Σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα, ο Αριστοτέλης είναι αρκετά πρόθυμος να εντοπίσει φιλοσοφικές σκέψεις σε μορφές προγενέστερες του Θαλή. Και πρώτος Ίωνας φιλόσοφος υπήρξε ο Θαλής ή ο Αναξίμανδρος; Ο Διογένης ο Λαέρτιος, γράφοντας γύρω στο 200 μ.Χ., κατατάσσει τον Θαλή ανάμεσα στους επτά σοφούς, αλλά τον θεωρεί και δάσκαλο του Αναξίμανδρου, στον οποίο αποδίδει τη δημιουργία της Ιωνικής φιλοσοφίας (1. 13).

Έπειτα, υπάρχει η ενδιαφέρουσα αλλά σκοτεινή μορφή του Φερεκύδη, του πρώτου, σύμφωνα με μερικές πολύ ύστερες μαρτυρίες, που εισηγήθηκε τη διδασκαλία περί αθανασίας της ψυχής.[20] Εύλογα ανακύπτουν υποψίες, όταν διαβάζει κανείς ότι ο Φερεκύδης υπήρξε δάσκαλος του Πυθαγόρα (Λ. Λ. αυτόθι), και επίσης όταν ο φιλόσοφος αυτός στοιχίζεται αναχρονιστικά από τον Διογένη με τους «σοφούς» πριν από την εμφάνιση της φιλοσοφίας. Το ερώτημα εάν θα συμπεριλάβουμε τον Ησίοδο και τον Φερεκύδη στην ιστορία της προσωκρατικής φιλοσοφίας απαντάται συνήθως είτε αρνητικά είτε με την συγκαταρίθμησή τους στους «προδρόμους».[21] Μια δικαιολόγηση αυτής της αντιμετώπισης θα υπογραμμίσει τη διαφορά ανάμεσα στις μυθολογικέ? κοσμογονίες του Ησιόδου και του Φερεκύδη και την αναφορά των πρώιμων Ιώνων κοσμολογιών στην παρατηρήσιμη κανονικότητα των φαινομένων η οποία δεν εξαρτάται από την αυθαίρετη βούληση των θεών. Αυτό είναι απόλυτα κατανοητό, αλλά δύσκολα ευσταθεί ως καθοριστικό χαρακτηριστικό της προσωκρατικής φιλοσοφίας στο σύνολό της. Ούτε ο Παρμενίδης ούτε ο Εμπεδοκλής (ούτε ο Πλάτωνας, στην προκείμενη περίπτωση) αποκηρύσσει κάθε χρήση μυθολογίας, και η θεολογία συνιστά ένα σημαντικό στοιχείο στη σκέψη του Ξενοφάνη και του Ηρακλείτου.

Εάν ο Θαλής, ο Πυθαγόρας ή ο Ξενοφάνης υπήρξαν απομονωμένες προσωπικότητες, οι οποίες δεν προκάλεσαν ούτε στη δική τους ούτε στην επόμενη γενιά σημαντικές και ρητές αντιδράσεις, δεν θα υπήρχε αποχρών λόγος να θεωρήσουμε ότι ανήκουν στις απαρχές της φιλοσοφίας ως μια ομάδα ξεχωριστή από τη συνεχή παράδοση της «σοφίας» που ήδη εκπροσωπούσαν οι ομότεχνοι του Ησίοδου και του Φερεκύδη. Η ειδική διάκριση της πρώτης ομάδας από τη δεύτερη έγκειται σε δύο πολύ σημαντικά στοιχεία. Πρώτον, ο Θαλής, είτε υπήρξε «δάσκαλος» του Αναξίμανδρου είτε όχι, κατά γενική ομολογία επηρέασε τις πιο φιλόδοξες κοσμολογίες των Μιλησίων συμπατριωτών του, του Αναξίμανδρου και του Αναξιμένη. Άφησε ένα είδος πνευματικής κληρονομιάς την οποία μπορούσε να χρησιμοποιήσει κανείς ως πηγή, να την βελτιώσει και να την αποτιμήσει κριτικά. Δεύτερον, γύρω στο 500 π.Χ. ο Ηράκλειτος διαφοροποιεί έντονα τη δική του σκέψη από την «πολυμάθεια» τόσο του Ησιόδου όσο και τριών άλλων στο­χαστών - του Πυθαγόρα, του Ξενοφάνη και του Εκαταίου (DK22B40).

Αυτή η τετράδα ονομάτων αποδεικνύεται εξαιρετικά αποκαλυπτική. Ο Ηράκλειτος συνδέει τον αξιοσέβαστο ποιητή Ησίοδο με τρεις περίπου σύγχρονούς τους ανταγωνιστές στη «σοφία». Στον Πυθαγόρα και τον Ξενοφάνη προσθέτει τον Μιλήσιο γεωγράφο και χρονικογράφο Εκαταίο. Αυτή είναι η καλύτερη απόδειξη για την οπτική γωνία από την οποία έβλεπε την αρχαιοελληνική φιλοσοφία ένας πρωτεργάτης της όσο αυτή βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της διαμόρ­φωσής της. Ο Ηράκλειτος επιδιώκει να αποστασιοποιηθεί τόσο από αρχαίες αυθεντίες (Ησίοδος) όσο και από μια ομάδα σχεδόν συγχρόνων του στοχαστών. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι επέλεξε αυτή την τετράδα μάλλον σκόπιμα. Τρεις από αυτούς αποτελούν νέες, υπό εξέλιξη αυθεντίες, αντιπροσωπευτικές ενός εγχειρήματος στο οποίο εμπλέκεται και ο ίδιος, το οποίο όμως θα φέρει εις πέρας πολύ πιο αποτελεσματικά. Οφείλουμε, ωστόσο, να σημειώσουμε ότι ο Ηράκλειτος βρίσκεται τόσο κοντά στις αρχές της παράδοσης στη διαμόρφωση της οποίας θα συμβάλλει, ώστε μέσα στην ίδια πρόταση στην οποία καταφέρεται εναντίον του Ησιόδου στηλιτεύει τον Ξενοφάνη, τον Πυθαγόρα και τον Εκαταίο.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ σοφίας και πρακτικής δεξιότητας επιχωρίαζε από καιρό στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Ποιητές και αθλητές ανταγωνίζονταν μεταξύ τους αλλά και ήταν αναμενόμενο να συμβαίνει αυτό. Το καινούριο στοιχείο στον Ηράκλειτο (και το βλέπουμε και στον Ξενοφάνη) είναι το αντικείμενο του ανταγωνισμού. Ο Ξενοφάνης, σύμφωνα με την πειστικότερη ερμηνεία μιας αμφίσημης πρότασης, παρουσιάζεται ως στοχαστής που μιλά «για τα πάντα» (DK21Β34),[22] και ο Ηράκλειτος, στην αρχή ακριβώς του βιβλίου του, υποστηρίζει ότι τα πάντα συμφωνούν με την εκδοχή (λόγον) που αυτός δίνει (DK22B1). Στα ίδια συμφραζόμενα ο Ηράκλειτος παρουσιάζεται ως στοχαστής που «διακρίνει κάθε πράγμα ανάλογα με τη φύση του» (φύσιν). Η «έρευνα της φύσης» είναι μια εύστοχη περιγραφή της προσωκρατικής φιλοσοφίας· ήταν μια έκφραση του Αριστοτέλη, όπως είδαμε, και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μερικοί προσωκρατικοί φιλόσοφοι, είτε χρησιμοποιούσαν τον όρο είτε όχι, υπήρξαν πρωτοπόροι σε τέτοιες συνυποδηλώσεις της φύσης ως αντικειμενικής πραγματικότητας, δηλαδή της ποιότητας των πραγμάτων, της βασικής δομής τους, της πραγματικότητας ως διακριτής από τα φαινόμενα ή τη σύμβαση. Ωστόσο, όταν κάνει κανείς λόγο για όλα αυτά κατά κάποιον τρόπο προτρέχει. Πιο αυθεντική για να συλλάβουμε τι θεωρούσαν ο ίδιος ο Ξενοφάνης και ο Ηράκλειτος ότι έκαναν μπορεί να είναι η διατύπωση: «επιχειρούσαν μια εξήγηση των πάντων».

Επιχειρώντας μία εξήγηση των πάντων

Πρέπει να αποδώσουμε στην έκφραση τη σημασία ενός τεχνικού σχεδόν όρου. Στόχος δεν είναι να μιλήσουμε για τα πάντα ή να εξηγήσουμε κυριολεκτικά τα πάντα, αλλά μάλλον να δώσουμε μια καθολική περιγραφή, να δείξουμε με τι μοιάζει το «παν» ή το σύμπαν, να συλλάβουμε τα πάντα -τον κόσμο στο σύνο­λό του - ως αντικείμενο έρευνας.[23] Τώρα μπορούμε να αντιληφθούμε για ποιον λόγο ο Ηράκλειτος επέλεξε αυτά τα συγκεκριμένα μέλη της τετράδας που απέρριπτε: ο Ξενοφάνης προφανώς επαγγελλόταν μια πραγμάτευση των πάντων ο Εκαταίος ο Μιλήσιος είχε σχεδιάσει έναν χάρτη της γης και είχε επίσης συγγράψει ένα έργο που ανίχνευε τη μυθική γενεαλογία μερικών οικογενειών η Θεογονία του Ησιόδου είναι καθολική στις προθέσεις της, καθώς επιχειρεί να υπαγάγει τα κύρια γνωρίσματα του ορατού κόσμου και επίσης πολυάριθμες «αφηρημένες» έννοιες όπως ο έρωτας, η έριδα, η φιλία και η απάτη, σε ένα σχήμα θεϊκών γεννητόρων και απογόνων τους. Όσον αφορά τον Πυθαγόρα, ακόμη και εάν δεν εισηγήθηκε την επιστήμη των μαθηματικών και τη μουσική δομή του κόσμου, που σχετίστηκαν με το όνομά του, μπορούμε να υποθέσουμε ότι αντιμετωπιζόταν ευρύτατα ως ο συγγραφέας που πρότεινε μια αρκετά γενική εκδοχή για τα πράγματα, και ειδικότερα, για το ποια είναι η κατάσταση των ανθρώπινων όντων, με κριτήριο την ψυχή τους.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Ηράκλειτος δεν θέτει τον Θαλή, τον Αναξίμανδρο ή τον Αναξιμένη στο στόχαστρό του. Εάν στόχος του ήταν απλώς να επιτεθεί σε όλους τους άλλους μελετητές της φύσης, αυτοί οι Μιλήσιοι κοσμολόγοι θα μπορούσαν να συγκαταλέγονται στους πρώτους υποψήφιους. Αυτό που τους προφύλαξε από την κριτική που θα τους ασκούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, είναι η βασική εστίαση των απόψεων τους στην υποκείμενη ενότητα του κόσμου, την προϋπόθεση που ο ίδιος ο Ηράκλειτος διακηρύσσει ότι είναι η ουσία της σοφίας: «τα πάντα είναι ένα» (DK22B50). Ο Ησίοδος και η νεότερη τριάδα, αντίθετα, θεωρείται ότι έχουν συσκοτίσει αυτή την αξονική αλήθεια μολύνοντας τις καθολικές τους αξιώσεις με πολλαπλά δεδομένα («πολυμάθεια»).[24]

Εκλαμβάνοντας την προσωκρατική φιλοσοφία ως πρόγραμμα εξήγησης και συστηματοποίησης όλων των πραγμάτων, αποκτούμε μια διατύπωση που εμπεριέχει τους κύριους στοχαστές που συζητούνται στον παρόντα τόμο, και που ανταποκρίνεται στη ρευστότητα και την ποικιλία τους χωρίς να καταλήγει σε ασάφεια. Ο όρος «φύση» (φύσις), παρά τη γενικότητά του, μας προδιαθέτει να δούμε κάτι πιο περιορισμένο, τον φυσικό κόσμο και ειδικότερα τις απαρχές του (επειδή φύσις κατά κύριο λόγο σημαίνει «προέλευση» ή «ανάπτυξη»), ως το μοναδικό τους σημείο εστίασης. Αυτό λειτουργεί αρκετά ικανοποιητικά στην περίπτωση των Μιλήσιων κοσμολογιών, οι διαθέσιμες αποσπασματικές μαρτυρίες των οποίων σε μεγάλο βαθμό διηθούνται από την αριστοτελική παράδοση. Είναι λιγότερο αποτελεσματικό, αν θέλουμε να σκιαγραφήσουμε τους προσωκρατικούς φιλοσόφους των οποίων τα ίδια τα λεγάμενα είμαστε σε θέση να διαβάσουμε, ειδικά εάν μας προδιαθέτει να τους αντιμετωπίσουμε ως αποκλειστικούς παρατηρητές και θεωρητικούς της φύσης, οι οποίοι δεν περιλαμβάνουν τον νου και το ανθρώπινο υποκείμενο στο πεδίο των ερευνών τους.[25] Ωστόσο, στη Μίλητο και στην αρχή ακριβώς της περιόδου που εξετάζουμε, συναντούμε τον Αναξίμανδρο να ερευνά την προέλευση των έμβιων όντων και την «εξέλιξη» του ανθρώπινου είδους.[26] Στην επόμενη γενιά, ο Αναξιμένης χρησιμοποίησε την ανθρώπινη ψυχή ως μικρόκοσμο, για να δείξει τον τρόπο με τον οποίο ο «θείος» αήρ περιβάλλει τον κόσμο.[27] Ακόμη και στη Μίλητο, λοιπόν, η «κοσμολογία» αντιμετωπιζόταν υπό την ευρεία έννοιά της. Όταν ανατρέχουμε σε συγγραφείς των οποίων το έργο παραδίδεται πληρέστερα, η καθολική τους προοπτική και το ενδιαφέρον τους για την ανθρώπινη εμπειρία προβάλλουν με κάθε επιθυμητή σαφήνεια. Ο παρών τόμος συγκεντρώνει μαρτυρίες για πολυάριθμα οικεία παραδείγματα, άλλα όμως, λιγότερο γνωστά, διαδραματίζουν εδώ έναν σημαντικό ρόλο.

Ο Αναξαγόρας μελέτησε το ηθικό περιεχόμενο των ομηρικών κειμένων, και η κοσμολογία του χρησιμοποιήθηκε ως βάση για να δοθεί μια αλληγορική ερμηνεία της Ιλιάδας,[28] Ο Δημόκριτος, με το πολύτομο έργο του, από το οποίο δια­θέτουμε δυστυχώς ελάχιστο μέρος του, και με το ευρύτατο φάσμα των ενδια­φερόντων του, αποτελεί πρόδρομο του Αριστοτέλη. Στα ενδιαφέροντά του συγκαταλέγονταν η ηθική, τα μαθηματικά, η μουσική, η ανθρωπο­λογία και η λογοτεχνική θεωρία -ειδικότερα αναφορικά με τον Όμηρο. Τόσο ο Γοργίας όσο και ο Ιππίας, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ήταν προετοιμασμένοι να μιλήσουν για οποιοδήποτε θέμα, και ο Πλάτωνας μνημονεύει την αξίωση του Ιππία να διδάξει αστρονομία, μαθηματικά και φιλολογία -οι συμβολές του Πρόδικου και του Πρωταγόρα στον τελευταίο τομέα υπήρξαν γενναίες.[29] Ως σημείο οριοθέτησης του πεδίου της προσωκρατικής φιλοσοφίας, «η εξήγηση των πάντων» μπορεί να στεγάσει μέσα στην παράδοση και τους αποκαλούμε- νους Σοφιστές. Αναμφίβολα ο Γοργίας και ο Πρωταγόρας δεν είχαν τίποτε να πουν για την αισθητή φύση, αλλά αυτό μπορεί να εξηγηθεί από τη σκεπτικιστική ή σχετικιστική στάση τους απέναντι στην αλήθεια. Ήταν χωρίς αμφιβολία προετοιμασμένοι να μιλήσουν για «τα πάντα» που έκριναν ότι ήταν σχετικά με την ανθρώπινη ωφέλεια και κατανόηση, όπως προκύπτει και από τη διάσημη ρήση του Πρωταγόρα: πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν μικρή η μεταβολή που επήλθε στα ενδιαφέροντα και τις μεθόδους των παλαιότερων από τους Προσωκρατικούς σε σχέση με εκείνα των νεότερων. Ούτε σημαίνει ότι αμφισβητούμε την καινοτομία των Σοφιστών στον ρόλο τους ως αμειβόμενων εκπαιδευτικών. Στα τέλη του πέμπτου αιώνα, η «σοφία» (σοφία), ο κοινός παρονομαστής των λέξεων φιλοσοφία και σοφιστής, έχει προσλάβει μια συνυποδήλωση περισσότερο «επαγγελματική» από αυτήν που έφερε κατά την εποχή του Θαλή - μια συνυποδήλωση αναγνωρισμένης εξειδίκευσης στην κατανόηση και διδασκαλία των γενικών συνθηκών του κόσμου και της ανθρώπινης εμπειρίας. Αυτή η πολιτισμική εξέλιξη δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την εξαιρετικά τολμηρή υπόθεση - έκδηλη ήδη από τους Μιλήσιους και εξής- ότι οι απόπειρες να εξηγήσει κανείς τα πάντα, χωρίς να βασίζεται στην αλήθεια και την παράδοση, είναι ανθρωπίνως δυνατές και επιθυμητές. Ακόμη και ο Αριστοφάνης υποστηρίζει αυτή την ερμηνεία του πεδίου της προσωκρατικής φιλοσοφίας - διότι, ενώ μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τον διακωμωδούμενο Σωκράτη του ως συνδυασμό «φυσικού» φιλοσόφου και σοφιστή, ο δραματικός χαρακτήρας στην ίδια την κωμωδία αποτελεί μια ενότητα.

Ανακεφαλαιώνω. Από το 550-500 π.Χ. περίπου στην Ιωνία -στη Μίλητο (την πόλη του Θαλή, του Αναξίμανδρου και του Αναξιμένη), στη Σάμο (τη γενέτειρα του Πυθαγόρα), στην Κολοφώνα (τη γενέθλια πόλη του Ξενοφάνη) και στην Έφεσο (την πατρίδα του Ηράκλειτου)- προετοιμάζεται αυτό που έμελλε να εξελιχτεί σε μια εντελώς καινούρια πνευματική παράδοση. Οι εν λόγω φυσιογνωμίες συνιστούν άκρως εξατομικευμένες περιπτώσεις. Ο Πυθαγόρας μεταναστεύει στον Κρότωνα της Κάτω Ιταλίας και εκεί ιδρύει μια θρησκευτική κοινότητα - ο Ξενοφάνης περιλαμβάνει και τις πόλεις της Κάτω Ιταλίας στα ταξίδια του, και συνθέτει τα έργα του σε διάφορα μέτρα- ο Αναξίμανδρος γράφει ένα βιβλίο στο καινοφανές εκφραστικό μέσο του πεζού λόγου- και ο Ηράκλειτος εκφράζεται με άκρως σκοτεινές και επιγραμματικές αποφάνσεις. Δεν υπάρχει καμιά ομοιομορφία, μέχρι στιγμής, σχετικά με το τι σημαίνει κανείς να φιλοσοφεί, καμιά σύλληψη της φιλοσοφίας ως αυτόνομου αντικειμένου. Ωστόσο, ο νεότερος από αυτούς τους στοχαστές, ο Ηράκλειτος, είναι ήδη πεπεισμένος ότι έχει μια εξήγηση για «τα πάντα» που είναι η μόνη σωστή και απείρως ανώτερη από αυτήν που προσφέρουν οι άλλοι.

Πολύ νωρίτερα, ο Ησίοδος είχε παρουσιάσει τη Θεογονία του σε έναν ποιητικό διαγωνισμό, και είχε τη δυνατότητα και ο ίδιος να την αποκαλέσει «εξήγηση», ή τουλάχιστον «αφήγηση», για «τα πάντα». Τι είναι αυτό που, πέρα από την απόστασή του από την παραδοσιακή μυθολογία και τον επικό διδακτισμό, διακρίνει τον Ηράκλειτο ριζικά από τον Ησίοδο; Ανάμεσα σε πολλά άλλα που θα μπορούσε κανείς να προσαγάγει, πέντε σημεία είναι πρωταρχικής σημασίας. Πρώτον, ο Ηράκλειτος μνημονεύει ρητά το είδος της περιγραφής που σκοπεύει να υιοθετήσει: πρόκειται για περιγραφή που «εξηγεί» και «διαχωρίζει» το κάθε τι. Εκμεταλλευόμενος τις ποικίλες σημασίες της λέξης λόγος (ο θεωρητικός λόγος, η εξήγηση, ο υπολογισμός, το μέτρο), υπόσχεται, όσο το επιτρέπουν οι τρέχουσες δυνατότητες της γλώσσας του, ότι θα δώσει μια «λογική» και συστηματική περιγραφή των πάντων. Δεύτερον, οι αποφάνσεις του, παρά τη σκοτεινότητά τους, προδίδουν τη μέριμνά του να καταστήσει την περιγραφή του συμβατή με τις γνωστικές μας δυνατότητες, τόσο από εμπειρική όσο και από εννοιολογική άποψη. Μας προσφέρει τη δυνατότητα να διαπλεχθούμε μαζί του. Τρίτον, διατυπώνει αυτή την περιγραφή με τρόπο που να «αφυπνίζει» τους ανθρώπους από τις ατομικές τους πλάνες σχετικά με το πώς συμβαίνουν τα πάντα. Υπηρετεί έναν αναμορφωτικό, και θα μπορούσε κανείς να πει σχεδόν «σωτηριολογικό» στόχο. Τέταρτον, σκοπός του είναι όχι μόνο να φανερώσει αλήθειες αλλά επίσης να τις διατυπώσει με τέτοιο τρόπο ώστε οι ακροατές του να αναγκαστούν να σκεφτούν και να ερευνήσουν από μόνοι τους. Είναι ένας δάσκαλος που επιθυμεί να ερεθίσει τη σκέψη του ακροατηρίου του. Πέμπτον, όπως έπραξε ήδη ο Ξενοφάνης, ο Ηράκλειτος αποστασιοποιείται από τις πρωτοβάθμιες εθνοκεντρικές συμφάσεις και την παραδοσιακή σοφία, παράλληλα όμως υιοθετεί μια κριτική απόσταση από τον Ξενοφάνη και οποιονδήποτε άλλον.

Ο Ηράκλειτος επιδιώκει να προσφέρει μια περιγραφή των πάντων η οποία να είναι (1) εξηγητική και συστηματική, (2) συνεπής και επιχειρηματολογημένη, (3) αναμορφωτική, (4) εκπαιδευτικά ερεθιστική και (5) κριτική και αντισυμβατική- σε μια τέτοια διατύπωση μπορούμε να συμπεριλάβουμε το γενικό πρόγραμμα της προσωκρατικής φιλοσοφίας χωρίς αναχρονισμούς και με σεβασμό στην έμφαση, τη μέθοδο και το ειδικό περιεχόμενό της. Όπως κάθε γενίκευση, και η συγκεκριμένη εμφανίζει τόση ευρύτητα, (ώστε να περιλάβει όλα τα επιμέρους ζητήματα· για παράδειγμα, ο παρών τόμος ασχολείται ακροθιγώς με τις μετεωρολογικές εικασίες ορισμένων Προσωκρατικών. Ωστόσο, η γενίκευση προσφέρεται για εκείνους τους στοχαστές των οποίων τα λεγόμενα είναι επαρκώς μαρτυρημένα, ιδιαίτερα για τον Ξενοφάνη, τον Ηράκλειτο, τον Παρμενίδη και τον Εμπεδοκλή - ανταποκρίνεται σε ό, τι γνωρίζουμε από τον Δημόκριτο και σε σημαντικό βαθμό, ανταποκρίνεται επίσης στους Σοφιστές. Δεν προτείνω τίποτε πρωτότυπο με το πρώτο, το δεύτερο και το πέμπτο γνώρισμα, αλλά το τρίτο και το τέταρτο απαιτούν κάποια περαιτέρω διευκρίνιση.

Ο Karl Popper έγραψε για την «απλή και ευθύγραμμη ορθολογική σκέψη» των Προσωκρατικών.[30] Ο ενθουσιασμός του για αυτούς τους στοχαστές είναι παραπλανητικός, αλλά στην ουσία αυτοί γίνονται ακόμη πιο ενδιαφέροντες, όταν αναγνωρίσουμε ότι η λογική τους δεν ήταν ούτε απλή ούτε ευθύγραμμη. Ένας διακεκριμένος Γάλλος μελετητής έχει πρόσφατα προτείνει την άποψη ότι η συνολική ελληνορωμαϊκή παράδοση της φιλοσοφίας θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι έχει, πρώτα και κύρια, πρακτικούς και «πνευματικούς» στόχους, υποστηρίζοντας τη φιλοσοφία ως τρόπο ζωής.[31] Αυτός ο χαρακτηρισμός θα φανεί σε πολλούς εύστοχος μόνον όσον αφορά μερικούς φιλόσοφους της ύστερης αρχαιότητας, αλλά διαθέτει το σπουδαίο πλεονέκτημα να μην απαιτεί από εμάς να αποδώσουμε σύγχρονες έννοιες περί πλήρους ανιδιοτέλειας της φιλοσοφίας ή περί «καθαρής» έρευνας στην κλασική αρχαιότητα. Είναι αξιοσημείωτος, για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίον ο Ευριπίδης, ένας τραγικός που είχε βαθιά αναστροφή με τις πνευματικές ζυμώσεις της εποχής του, βάζει τον Χορό ενός χαμένου έργου του να σχολιάζει τις αρετές της «έρευνας»:[32]

ὄλβιος ὅστις ταῆς ἱστορίας ἔσχε μάθησιν, μήτε πολιτῶν ἐπί πημοσύνην μήτ' εἰς ἀδίκους πράξεις ὁρμῶν, ἀλλ' ἀθανάτου καθορῶν φύσεως κόσμον ἀγήρων, πῇ τε συνέστη καί ὅπῃ καί ὅπως...

[«Ευλογημένος είναι όποιος διδάχθηκε/ πώς να ασκεί την έρευνα, /δίχως να βλάπτει τους συμπολίτες του/ και δίχως να επιδίδεται σε άδικες πράξεις/ αλλά συλλαμβάνοντας την τάξη της αθάνατης/ και αγέραστης φύσης,/ από τι αυτή συνίσταται,/ με ποιον τρόπο και με ποια μορφή»].

Στους παραπάνω στίχους ακούμε την προσωκρατική φιλοσοφία να εγκωμιάζεται με όρους της εποχής του Ευριπίδη οι οποίοι συλλαμβάνουν την ολιστική της φιλοδοξία στους τομείς της επιστήμης, της θεωρητικής γνώσης, της ηθικής και της αξιοσέβαστης θεολογίας.

Οι προσωκρατικοί αυτοί στοχαστές ολοφάνερα θεωρούν ότι το ψεύδος είναι επώδυνα καταστροφικό για όσους σφάλλουν- εδώ οφείλονται και οι οξείς τόνοι με τους οποίους επιπλήττουν το απληροφόρητο κοινό τους ο Ξενοφάνης, ο Ηράκλειτος, ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής. Όχι μόνο ο Πυθαγόρας αλλά και αυτοί οι στοχαστές υπηρετούν αντικειμενικούς σκοπούς τους οποίους μπορούμε να ονομάσουμε αναμορφωτικούς, και σε μεγάλο βαθμό η αντιπάθεια του Πλάτωνα για τον Πρωταγόρα προέρχεται από την πεποίθησή του ότι οι ισχυρισμοί του τελευταίου, πως είναι δηλαδή ικανός να διδάξει την καλή διαχείριση τόσο των ατομικών όσο και των πολιτικών υποθέσεων, δεν μπορούν να αντέξουν στον αυστηρό σωκρατικό έλεγχο. Ο Πλάτωνας δεν επινόησε την ιδέα ότι όσοι επιθυμούν να παρακολουθήσουν μια αληθινή εξήγηση των πάντων θα έχει στη ζωή τους ευεργετικά αποτελέσματα· κληρονόμησε αυτή την ιδέα από τους φιλοσοφικούς του προδρόμους.

Το γνώρισμα της ερεθιστικής από εκπαιδευτική άποψη περιγραφής σχετίζεται άμεσα με τα παραπάνω. Αυτό το ειδοποιό χαρακτηριστικό του Σωκράτη μπορεί να ανιχνευθεί ακόμη πρωιμότερα. Μολονότι ο Πλάτωνας μας προτρέπει με πειστικό τρόπο να προβούμε σε ριζική διάκριση μεταξύ της σωκρατικής διαλεκτικής και της ρητορικής των Σοφιστών, ο Σωκράτης του Πλάτωνα, όπως και ο ίδιος ο Πλάτωνας, είναι επίσης ένας δεξιοτέχνης της ρητορικής, όπως οφείλει να είναι κάθε αποτελεσματικός δάσκαλος. Η αλήθεια, για να αναγνω­ριστεί, χρειάζεται πειστική διατύπωση, αλλά εάν οι άνθρωποι πρέπει επίσης να ενθαρρυνθούν, ώστε να ανακαλύψουν αλήθειες για τον εαυτό τους, χρειάζονται ακριβώς την πρόκληση εκείνη στην οποία αφιέρωσαν τις προσπάθειές τους ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης, όπως και ο Πρωταγόρας και ο Σωκράτης.

Αυτές οι διαπιστώσεις επιβεβαιώνουν τις λαθεμένες κατευθύνσεις προς τις οποίες ενδέχεται να μας παρασύρει ο χαρακτηρισμός “προσωκρατικός”. Ο Σωκράτης του Πλάτωνα ανταποκρίνεται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό στον χαρακτηρισμό που έχω δώσει στην αρχαιοελληνική φιλοσοφία, και ο ίδιος ο Πλάτωνας ανταποκρίνεται ακόμη περισσότερο.[33] Στους πρώιμους διαλόγους του ο Πλάτωνας εστίασε το ενδιαφέρον του πρωτίστως στα ηθικά ζητήματα και στη μεθοδολογία την οποία εξέλαβε ως ξεχωριστή σωκρατική κληρονομιά, αλλά καθώς η σκέψη του εξελισσόταν, επικεντρώθηκε προοδευτικά στον Ηράκλειτο, τον Πρωταγόρα, τους Πυθαγόρειους και τους Ελεάτες σκιαγραφώντας την προσωπική του κοσμολογία μόνο στον Τίμαιο, έναν από τους τελευταίους διαλόγους του. Όπως ο Αριστοτέλης, θα έπρεπε και εμείς μερικές φορές να χαράσσουμε μια διαχωριστική γραμμή πριν από τον Σωκράτη ή πριν από τον Πλάτωνα, αλλά για κάποιους λόγους κρίνεται αναγκαίο να προεκτείνουμε την πρωιμότερη φάση της φιλοσοφίας, ώστε να συμπεριλάβει και τον ίδιο τον Πλάτωνα.

Συμπέρασμα

Υπό αυτές τις διαφοροποιήσεις η δική μου εκδοχή για τα κύρια γνωρίσματα της προσωκρατικής φιλοσοφίας εναρμονίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις τρέχουσες απόψεις, είτε αυτές προσδίδουν έμφαση στην αναμόρφωση της θεολογίας, στην ικανότητα για αφηρημένη γενίκευση, γιο ολιστικές ερμηνείες, αλλά και για μη ενορατικές υποθέσεις βασισμένες σε επιχειρήματα, είτε αφιερώνονται στην κριτική έρευνα. Ορισμένοι στοχαστές κλίνουν περισσότερο προς την επιστήμη και σε ευρήματα που σε μεγάλο βαθμό εξαρτώνται από την παρατήρηση. Άλλοι αμφισβητούν τα φαινόμενα και προοικονομούν απόψεις, οι οποίες πολύ αργότερα θα τροφοδοτήσουν τον στοχασμό των Σκεπτικών. Χάρη στον Παρμενίδη και τους συμπατριώτες του Ελεάτες μπορούμε να παρατηρήσουμε τη λογική και τη μεταφυσική εν τω γίγνεσθαι. Συναντούμε κοσμολογικά πρότυπα που κόβουν την ανάσα με την τόλμη τους, σπερματικές ιδέες ενός εξελισσόμενου κα; αυτορυθμιζόμενου σύμπαντος, συστηματικού στη δομή του και τα βασικά του συστατικά. Γίνονται διακρίσεις μεταξύ φύσης και σύμβασης, που θέτουν τη βάση για έρευνα στις απαρχές της γλώσσας, των κοινωνικών πρακτικών και της δικαιοσύνης. Η αλήθεια αντικειμενικοποιείται από κάποιους και σχετικοποιείται από κάποιους άλλους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που συζητείται στον παρόντα τόμο γίνεται απτή μια αίσθηση διανοητικού ενθουσιασμού και πρόκλησης. Οι θεωρίες διαδέχονται η μια την άλλη και συναγωνίζονται μεταξύ τους. Οι περιγραφές «των πάντων» βασίζονται ελάχιστα σε μετρήσεις ή στους αυστηρούς ελέγχους και επαληθεύσεις που εφαρμόζουν οι φυσικοί επιστήμονες. Εντούτοις, όσο η περίοδος προχωρεί και φτάνει στην ακμή της με τη δημοκρίτεια Ατομική φιλοσοφία, διαμορφώνεται μια επιστημονική θεωρία, που εκπλήσσει με τον προδρομικό της χαρακτήρα - η θεωρία ότι η βασική δομή τη: φύσης δεν είναι τίποτε περισσότερο από ύλη σε κίνηση.

Για ποιον λόγο όλα αυτά συνέβησαν όποτε και όπου συνέβησαν είναι ένα ερώτημα που συναρπάζει, αλλά και είναι αδύνατο να απαντηθεί με απόλυτη ακρίβεια. Μπορεί κανείς να επικαλεστεί πολυάριθμους παράγοντες, μεταξύ των οποίων οι πλέον εύγλωττοι (που δεν παρατίθενται κατά σειρά προτεραιότητας) είναι: η πολιτική ελευθερία και η δυνατότητα για διάλογο, το διακρατικό εμπόριο και η επικοινωνία με τους αρχαιότερους πολιτισμούς της Αιγύπτου και της Ασίας, η εξάπλωση της αγραμματοσύνης, η κωδικοποίηση των νόμων, η απαρέσκεια απέναντι στους ανθρωπομορφικούς μύθους, η επιβράβευση της καινοτομίας και της αυτοπεποίθησης, ένα γενικό ενδιαφέρον για τη λεκτική επιδεξιότητα, μια ικανότητα χάρη στην οποία μπορεί κανείς να αντέξει στον συναγωνισμό, μια συνειδητή ανάγκη για ανώτερη μόρφωση, ανησυχίες σχετικά με τον χαρακτήρα της ανθρώπινης ταυτότητας και της θέσης του ανθρώπου τόσο μέσα στον κόσμο όσο και στο επέκεινα.[34] Όλα αυτά σχετίζονται με τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το πολιτισμικό πλαίσιο και το περιεχόμενο της προσωκρατικής φιλοσοφίας- αλλά σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να επιτρέψουμε στον θαυμασμό μας να διολισθήσει σε συζήτηση σχετικά με την ιδιοσυστασία του αρχαιοελληνικού πνεύματος. Το παρών άρθρο δεν επιχειρεί να προβεί σε συγκρίσεις της πρώιμης αρχαιοελληνικής πνευματικής ζωής με την αντίστοιχη των γειτονικών πολιτισμών- αυτό όμως οφείλεται εξολοκλήρου στην έλλειψη χώρου και στην ανάγκη να τεθούν ευσύνοπτα όρια σε κάθε ιστορία.

Οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες αναγνώριζαν τη μικρή ηλικία του πολιτισμού τους σε σχέση με τους κατά πολύ παλαιότερους πολιτισμούς της Αιγύπτου και της Ασίας και την οφειλή των πρώιμων ελληνικοί μαθηματικών και της αστρονομίας στην Αίγυπτο και τη Βαβυλώνα.[35] Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Θαλής και οι Ίωνες συμπατριώτες του γνώριζαν τις περιγραφές της προέλευσης του κόσμου οι οποίες προέρχονταν από την Εγγύς Ανατολή και είχαν επηρεαστεί από αυτές. Για τους σκοπούς του παρόντος τόμου, τα σημαντικά ερωτήματα δεν εί­ναι ποιος διατύπωσε πρώτος κάτι ή από πού δανείστηκε κάποιος στοχαστής αυτή ή εκείνη την ιδέα, αλλά τι προσέφεραν ο Ηράκλειτος και οι υπόλοιποι φιλόσοφοι με τις δικές τους σκέψεις (όπως και αν προέκυψαν αυτές) και σε ποια συμφραζόμενα τοποθετούσαν οι ίδιοι τον εαυτό τους και το κοινό τους. Υπό το πρίσμα μιας γενικής θεώρησης, οι Έλληνες δεν ήταν ο μοναδικός αρχαίος λαός που άρχισε να φιλοσοφεί.[36] Η σημασία της αρχαιοελληνικής αφετηρίας είναι διπλή - αφενός εξαιτίας της θέσης της στην αρχή της ευρωπαϊκής φιλοσοφικής παράδοσης και αφετέρου εξαιτίας του είδους της φιλοσοφίας που εγκαινίασε.

Οι άνθρωποι συχνά χρησιμοποιούν τη λέξη «παράδοση» κάπως χαλαρά, για να δηλώσουν ένα μακροχρόνιο σύστημα πρακτικών του οποίου οι ιστορικές φάσεις συνδέονται διαδοχικά και όχι συσσωρευτικά και ταυτόχρονα. Από τις πρώτες ελληνικές αρχές της, η παράδοση στη δυτική φιλοσοφία ανήκε στο δεύτερο είδος, θέτοντας νέα ερωτήματα και προτείνοντας υποθέσεις και ανασκευές διαρκώς ανατροφοδοτούμενες, επιστρέφοντας σε προηγούμενες θεωρίες και μεθοδολογίες και αναθεωρώντας τες. Εάν στη φιλοσοφία υπάρχει πρόοδος, αυτή σε μεγάλο βαθμό σημειώνεται χάρη σε αυτού του τύπου τις διαλεκτικές αναμετρήσεις με την παράδοση, είτε οι εκάστοτε συμμετέχοντες αναγνωρίζουν αυτή τη σχέση είτε όχι. Αποτελεί αναπόσπαστο γνώρισμα της φιλοσοφίας που εκπληρώνει επάξια τον ρόλο της να αντιμετωπίζει τους παλαιότερους εκπροσώπους της ως συνομιλητές με τους οποίους μπορούμε να εμπλακούμε σε γόνιμη συζήτηση, ειδικά όταν παραδεχόμαστε τις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες που τους απομακρύνουν από εμάς και έτσι συμβάλλουν στο να σχηματισθεί η προσωπική οπτική γωνία τους. Εάν συζητήσεις αυτού του τύπου αγνοούν την ιστορία και το πλαίσιο, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε απλή πολεμική, με τεχνητό και μυωπικό χαρακτήρα, ένα ελάττωμα που ελπίζω να έχει εξολοκλήρου αποφευχθεί στον παρόντα τόμο. Η ένταξη, αντίθετα, της προσωκρατικής φιλοσοφίας στα συμφραζόμενά της, όπως επιχειρείται από τους συνεργάτες του παρόντος τόμου, δεν ανήκε στην ελληνορωμαϊκή πρακτική, αλλά η συμπερίληψη φιλοσόφων του παρελθόντος σε σημερινές έρευνες έχει μια ιστορία που αποτελεί ουσιαστικό τμήμα της αρχαιοελληνικής παράδοσης. Ο Αριστοτέλης το διατυπώνει εύστοχα, όταν γράφει: «Η διερεύνηση της αλήθειας είναι από μια άποψη επίπονη, από άλλη πάλι εύκολη. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι κανένας δεν είναι σε θέση να προσεγγίσει με επάρκεια την αλήθεια, και κανένας δεν αποτυγχάνει ολότελα σ’ αυτό, αλλά όταν κάποιος εκφέρει κάποια γνώμη για τη φύση των πραγμάτων, και όλοι δεν συνεισφέρουν παρά λίγο ή καθόλου στη συγκρότησή της, από τη συνάθροιση ωστόσο όλων των συμβολών προκύπτει ένα σεβαστό μέρος της».[37]

Η προσωκρατική φιλοσοφία υπήρξε και αφετηρία της αρχαίας παράδοσης αλλά και αναπόσπαστο μέρος των μεταγενέστερων φάσεών της. Δεν μπορεί κανείς να συλλάβει την ύστερη σκέψη του Πλάτωνα με μια ή δύο προτάσεις, χωρίς να προϋποθέσει ότι μια συνεπής περιγραφή του κόσμου πρέπει να συμφωνεί τόσο με τον ελεατικό μονισμό και τη σταθερότητα όσο και με τις ηρακλείτειες αντιθέσεις και την αέναη ροή. Ο Αριστοτέλης συζητά συστηματικά τους προσωκρατικούς φιλοσόφους στην κριτική του ανασκόπηση των δεδομένων που ένας ερευνητής πρέπει να λάβει υπόψη του. Όταν ιδρύονται οι μετααριστοτελικές σχολές, η δημοκρίτεια Ατομική θεωρία αναβιώνει χάρη στον Επίκουρο, ενώ ο Ζήνωνας ο Κιτιεύς και ο Κλεάνθης, οι παλαιότεροι αρχηγέτες της Στοάς, έχουν σταθερά προσηλωμένο το βλέμμα τους προς τον Ηράκλειτο όσον αφορά τη διατύπωση της φυσικής θεωρίας τους και της θεολογίας τους. Ταυτόχρονα, όταν ο σκεπτικισμός αναγνωρίζεται, επίσης, ως φιλοσοφική θέση, αρχικά με τον Πύρρωνα και έπειτα με τους εκπροσώπους της μεταπλατωνικής Ακαδημίας, γίνεται αναδρομή στον Ξενοφάνη, τον Πρωταγόρα και τον Δημόκριτο. Ο Πυθαγορισμός έχει ένα μέλλον που θα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη δυναμική στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, και την αριθμολογία του την είχαν ήδη ενστερνιστεί οι πρώιμοι πλατωνικοί φιλόσοφοι.

Αν εξαιρέσουμε παρόμοιες προφανείς ενδείξεις για την επιβίωση των προσωκρατικών φιλοσόφων, μερικές από τις πλέον αντιπροσωπευτικές διδασκαλίες τους προσλαμβάνουν αξιωματικό χαρακτήρα σε όλους τους μεταγενέστερους στοχαστές που δεν είναι σκεπτικιστές. Σε αυτές τις διδασκαλίες περιλαμβάνονται η παρμενίδεια αρχή ότι η πραγματικότητα ως έχει δεν μπορεί να αναχθεί στα καθημερινά φαινόμενα ή απλώς να ταυτιστεί μαζί τους· η εμπεδόκλεια επιλογή της γης, του αέρα, της φωτιάς και του νερού ως πρωταρχικών στοιχείων· και προπαντός, η παραδοχή ότι ο κόσμος στο σύνολό του είναι μια νοηματοδοτημένη δομή που διέπεται από βαθύτερες αρχές προσπελάσιμες από την ανθρώπινη νόηση. Στο τέλος της περιόδου που εξετάζουμε, μορφές όπως ο Δημόκριτος, ο Αναξαγόρας και ο Διογένης ο Απολλωνιάτης προετοιμάζουν το έδαφος για το μείζον κοσμολογικό ερώτημα που επρόκειτο με το πλήρωμα του χρόνου να συνασπίσει Πλατωνικούς, Αριστοτελικούς και Στωικούς εναντίον των ατομικών Επικούρειων -το ερώτημα εάν ο κόσμος κυβερνάται από έναν νου που έχει θέσει στόχους ή από απλές μηχανιστικές δυνάμεις. Στους τομείς της περί ψυχής θεωρίας καθώς και της επιστημολογίας οι θεωρίες των προσωκρατικών φιλοσόφων εξακολουθούν να επηρεάζουν τον ύστερο αρχαιοελληνικό στοχασμό, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στις αντιπαραθέσεις σχετικά με τη σύνθεση της ψυχής ή την αξιοπιστία της αισθητηριακής αντίληψης.

Ακόμη και έξω από το πλαίσιο της φιλοσοφικής παράδοσης οι Προσωκρατικοί έχουν αιχμαλωτίσει τη φαντασία νεότερων συγγραφέων: ο Matthew Arnold τιτλοφόρησε ένα από τα πιο φιλόδοξα ποιήματά του «Empedocles on Etna»· ο Τ. S. Eliot έθεσε ως προμετωπίδα στα Τέσσερα Κουαρτέτα δύο παραθέματα από τον Ηράκλειτο - ο Tom Stoppard, στο έργο του Jumpers, ανακαλεί στη μνήμη το βέλος του Ζήνωνα, το οποίο δυστυχώς σκοτώνει έναν λαγό, και έτσι παραπέμπει σε ακόμη ένα παράδοξο του Ζήνωνα· ο Karl Marx συνέταξε τη διδακτορική διατριβή του με θέμα τις διαφορές μεταξύ Επικούρειας και Δημοκρίτειας φιλοσοφίας· και ο Oswald Spengler, συγγραφέας του έργου Η παρακμή της Δύσης, συνέταξε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα τον Ηράκλειτο. Δεν πρόκειται παρά για ελάχιστες ενδείξεις της εξαιρετικής επιρροής που άσκησε η προσωκρατική φιλοσοφία στην πολιτισμική μας ευαισθησία.
---------------------------------
[1] Βλ. Mourelatos 3: «Κανένα άλλο πεδίο δεν παρέχει τόσο σαγηνευτική πρόκληση για τη Φιλοσοφική φαντασία, αν και αυτό γίνεται μέσα στα περιοριστικά πλαίσια του αποδεικτικού και ερμηνευτικού ελέγχου».

[2] Βλ. Heidegger· Popper [122|· Cambiano [861.

[3] Βλ. ειδικά Burnet. Μια σύγκριση των εισαγωγικών σελίδων των ακόλουθων βιβλίων θα μας βοηθήσει να σχηματίσουμε σαφή εικόνα για τις διαφορετικές προσεγγίσεις που επιχείρησαν οι ερμηνευτές: Guthrie [15], Hussey [13], Barnes [14]· πβ. Lloyd 100-104.

[4] Κατά την ύστερη αρχαιότητα, ο Πυθαγόρας θεωρήθηκε ότι υπήρξε ο πρώτος που χρησιμοποίησε τη λέξη «φιλοσοφία» και αυτοαποκαλούνταν «φιλόσοφος» (Δ. Λ. 1.12). Ακόμη και αν αυτό είναι ακριβές, δεν θα ήταν σωστό να εκλάβουμε τους όρους με κάποιο άλλο από το κυριολεκτικό τους νόημα: φιλοσοφία= «αγάπη για τη σοφία», φιλόσοφος= «λάτρης της σοφίας», χωρίς κάποιες τεχνικές ή επαγγελματικές συνυποδηλώσεις. Για περισσότερες παρατηρήσεις σχετικά με τη ρευστότητα της φιλοσοφίας αυτή την εποχή, βλ. Lloyd 102-103.

[5] Τον τεχνητό χαρακτήρα του αποκλεισμού της Ιπποκρατικής ιατρικής από την ιστορία της προσωκρατικής φιλοσοφίας έχει εύγλωττα υποστηρίξει σε πολυάριθμα έργα του ο Geoffrey Lloyd: βλ. Lloyd.

[6] Για παράδειγμα βλ. Zeller [18]· Burnet [6]· Guthrie (151 [ 16]· KRS |4], και ιδιαίτερα Hussey [ 13]. Μια σημαντική εξαίρεση είναι ο Barnes [ 14], η ογκώδης μονογραφία του οποίου περιλαμβάνει κεφάλαια για την περί ψυχής θεωρία, την επιστημολογία, την ηθική και πολλά άλλα.

[7] Βλ. Algra, σ. 99, και Graham σ. 267.

[8] Αυτή η άποψη είναι ιδιαίτερα κυρίαρχη στον Burnet [6J και τονίζεται με έμφαση επίσης στους KRS 4]. Αυτό εξηγεί για ποιόν λόγο και τα δυο βιβλία αποκλείουν τους Σοφιστές.

[9] Για μια έξοχη δικαιολόγηση της θεώρησης των Σοφιστών ως αναπόσπαστου μέρους της προσωκρατικής φιλοσοφίας βλ. Kerferd [433J 2-14. ο οποίος καταδεικνύει διαφωτιστικά την ιστορία των σύγχρονων παρερμηνειών.

[10] Diels flj. Για τη συζήτηση αναφορικά με το ιδρυτικό έργο του Diels για την προσωκρα- τική φιλοσοφία βλ. Mansfeld στον παρόντα τόμο σ. 64, με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες στους Mansfeld και Runia.

[11] Diels [1] τόμος 1, viii. Παρόλο που ο Diels φαίνεται να είναι ο πρώτος που γράφει ένα βιβλίο με τον τίτλο «Προσωκρατικοί», η σημασία που εκφράζει ο όρος διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στη σπουδαία ιστορία της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας του Zeller, η οποία άσκησε έντονη επίδραση στον Diels, και έκτοτε σε κάθε άλλον μελετητή. Το πρώτο μέρος του έργου του Zeller (=Zeller [18]) ολοκληρώνεται με τους Σοφιστές, και το δεύτερο μέρος αρχίζει με τον Σωκράτη. Ο Zeller με τη σειρά του επηρεάστηκε έντονα από τον Hegel [22], αλλά η «πρώτη περίοδος, δεύτερη ενότητα» του Hegel περιλαμβάνει τους Σοφιστές, τον Σωκράτη και τους σωκρατικούς φιλοσόφους εκτός από τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα.

[12] Ο Burnet 1 σημ. 1 ήδη διατυπώνει αυτό το παράπονο.

[13] Βλ. Kahn [416],

[14] Βλ. Most σ. 471.

[15] Μετά τά Φυσικά 1. 6 987a29-b7. Βλ. Επίσης Μετά τα. Φυσικά 13. 4 1078b 17-31, όπου ο Αριστοτέλης ταυτίζει την ιδιαίτερη συμβολή του Σωκράτη όχι με την ηθική αλλά με την επαγωγική επιχειρηματολογία και τον καθολικό ορισμό. Είναι αμφίβολο κατά πόσο ο Αριστοτέλης έχει δικαίωμα να συναγάγει κάτι τέτοιο με βάση μια εικασία στηριγμένη σε έργα του Πλάτωνα πέραν των πρώιμων διαλόγων.

[16] Η αντίθεση προπλατωνικός/ προσωκρατικός διατρέχει όλον τον δέκατο ένατο αιώνα της γερμανικής έρευνας- βλ. το άρθρο του Most.

[17] Βλ. Δ. Λ. 1. 18-19.

[18] Δ. Λ. 1. 14. Η εισαγωγή του Διογένη του Λαέρτιου είναι η καλύτερη μαρτυρία που δια­θέτουμε για αρχαίες ταξινομήσεις φιλοσόφων, για υποδιαιρέσεις της φιλοσοφίας, και για τον τρόπο με τον οποίο η παράδοση στο σύνολό της μπορούσε να μελετηθεί κατά την ύστερη αυτοκρατορική εποχή.

[19] Σχετικά με τον Zeller, βλ. σημ. 11.

[20] Βλ. Η. Schibli, Pherekydes of Syros, Οξφόρδη 1990.

[21] Οι περισσότερες βασικές ιστορίες της προσωκρατικής φιλοσοφίας περιέχουν κάποια συζήτηση για «προδρόμους», η διεξοδικότερη από τις οποίες απαντά στους KRS 14], Ο Barnes [14] είναι πιο λακωνικός καθώς κάνει μόλις μια αναφορά στον Ησίοδο και δεν βρί­σκει στον Φερεκύδη «κανένα φιλοσοφικό ενδιαφέρον». Στον παρόντα τόμο η έλλειψη χώρου είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο περιορίσαμε τη συζήτηση σχετικά με το ποιους αποκαλούμε, ελλείψει προσφορότερου όρου, προδρόμους. Βλ. οιστόσο, Algra σσ. 91, Broadie σσ. 301, Lesher σσ. 329 και ιδιαίτερα Most σσ. 483.

[22] Σε γενικές γραμμές η ερμηνεία της διατύπωσης τον Ξενοφάνη είναι η ακόλουθη: «Κανένας άνθρωπος δεν θα αποκτήσει ποτέ τη γνώση για όλα αυτά που λέω». Η διατύπωση, ωστόσο, επιτρέπει επίσης την εξής ερμηνεία: «δεν θα γνωρίσει ποτέ όλα αυτά που λέω για όλα τα πράγματα» (βλ. Guthrie [15] 395 σημ 3), ερμηνεία που δίνει πιο εύστοχο νόημα στα συμφραζόμενα. Ακολουθώ τον Lesher που αντιλαμβάνεται την αρχαιοελληνική διατύπωση με αυτόν τον τρόπο.

[23] Για τη χρήση του όρου «τα πάντα» από τον Ξενοφάνη βλ. Broadie και Lesher σσ. 309, 336. Ας σημειωθεί ότι η θεά του Παρμενίδη δηλώνει στον νεαρό αποδέκτη των λόγων της ότι πρόκειται να μάθει «τα πάντα» (DK 28 Β1.28). και αυτή η έκφραση είναι πανταχού παρούσα στον Εμπεδοκλή, τον Αναξαγόρα και τον Φιλόλαο.

[24] Είμαι ευγνώμων στον David Sedley για την εν λόγο) άποψη, αλλά και γιατί μου επέστησε την προσοχή στην απουσία του Ομήρου από τον ηρακλείτειο κατάλογο. Όντως, ο Ηράκλειτος αλλού επικρίνει τον Όμηρο, αλλά πιθανώς δεν τον θεωρεί (όπως αργότερα οι αλληγορικοί ερμηνευτές του) πολυμαθή δάσκαλο που έδωσε μια καθολική περιγραφή του κόσμου.

[25] Για ενστάσεις σε αυτή την προσέγγιση του υλικού βλ. Long [3051 127-32 και πβ. Cherniss [87].

[26] Βλ. Kahn [162] 109-13, KRS [4] 141-42 και Guthrie [15] [101-104].

[27] Βλ. στον παρόντα τόμο Algra σ. 110 και L.aks σ. 366.

[28] Δ. Λ. 2. 11. Βλ. Most, σ. 480.

[29] Πλάτωνα Γοργίας 449b-c, 'Ιππίας έλάσσων 363e-369a, 'Ιππίας μείζωv2%5b και Πρω­ταγόρας 3\8e- πβ. Lloyd [111] 91-95.

[30] Popper [122] 130.

[31] Pierre Hadot. Βλ. το έργο του Philosophy as a Way of Life, Οξφόρδη-Cambridge 1995, καθώς και το βιβλίο του Qu’est-ce que la philosophie antique?, Παρίσι 1995.

[32] Ευριπίδης απ. 910Ν2. Το απόσπασμα που ανήκει σε άγνωστο έργο, παρατίθεται από τον Burnet 16] 10.

[33] Χαρακτηρίζοντας την πρώιμη αρχαιοελληνική φιλοσοφία όπως τη χαρακτήρισα με αυτόν τον τρόπο, δεν θεωρώ ότι εκφράζω τις απόψεις των συνεργατών μου στον παρόντα τόμο. Συμφώνησαν με την πρότασή μου να αποφύγουμε τον όρο «προσωκρατικός», αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι προσυπογράφουν τις επιφυλάξεις που έχω εκφράσει για τον όρο.

[34] Η προσωπική μου συμβολή σε αυτόν τον κατάλογο έγκειται στο τελευταίο σημείο που αφορά την ανησυχία. Η πιο συνεπής και προσεκτική πραγμάτευση των κοινωνικών παραγό­ντων που συνέβαλαν στην προώθηση της προσωκρατικής φιλοσοφίας και τον προσωπικό της πολιτισμικό χαρακτήρα είναι το έργο του Lloyd· βλ. ειδικότερα Lloyd [110], [111], [154] 121 —40.

[35] Βλ. Ηρόδοτο 2.109 και Αριστοτέλη Μετά τά Φυσικά 1. 1 981b23.

[36] Το ζήτημα από ποιον λαό προήλθε η φιλοσοφία ήταν ήδη αμφιλεγόμενο μεταξύ των αρχαίων Ελλήνων. Ορισμένοι την απέδιδαν or ξένους λαούς ενώ άλλοι επέμεναν στις αρχαιοελληνικές καταβολές της. Βλ. Δ. Λ. 1. 1-11.

[37] Μετά τά Φυσικά 2. 1 993a30-4.

ΑΒΡΑΑΜ, Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΜΑΓΟΣ, ΠΟΥ ΑΝΑΜΕΙΓΝΥΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΑΝΘΡΩΠΟ

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο «ΘΕΟΣ» ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ;

Αναρωτιέστε ακόμα ποιός μπορεί να ήταν αυτός ο "θεός" που έλεγε στον Αβραάμ κάθε φορά μόνο αυτά που ήθελε ν’ ακούσει; Μα ποιος άλλος απ’ την φωνή των καυτών του πόθων!

Ο Αβραάμ είναι ο μάγος - προφήτης, που απ’ τα βάθη της εβραϊκής ιστορίας, έχει καταφέρει να αναμειγνύεται στην ζωή μας, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο.

Μπορεί να μη φαίνεται, ή να έχουμε συνηθίσει, όμως ένα είναι απολύτως σίγουρο, τον άνθρωπο αυτόν τον κουβαλάμε στις ιστορικές μας πλάτες, περισσότερο και προσεκτικότερα απ’ οποιονδήποτε άλλον! Γι’ αυτό, με κουράγιο και υπομονή ας αναζητήσουμε όσα στοιχεία μπορούμε, για την διεκδικητικότερη αυτή μορφή της ανθρώπινης ιστορίας.

Ο Αβραάμ πληγώνοντας και θεραπεύοντας πλούσιους βασιλιάδες της περιοχής, έγινε «πλούσιος σφόδρα», τα θεϊκά όμως ελέη και τα ατέλειωτα αγαθά του, ήταν αναγκασμένος να τα σέρνει στις ερημιές, μέσα σε σκηνές και αθλιότοπους.

Ο Αβραάμ χρειαζόταν επειγόντως πατρίδα, άνεση χώρου και βοσκοτόπια.

Ο ξένος όμως αυτός τόπος, ήταν γεμάτος απ’ αυτούς τους τρισκατάρατους Σοδομο-Χαναναίους!

Αυτοί οι θεομίσητοι Χαναναίοι, αν και δεν είχαν για δικό τους κανένα τέτοιο παντοδύναμο "θεό", και ήταν αμαρτωλοί, γλεντζέδες και άσπλαχνοι, από γενιές τώρα είχαν δυστυχώς τα καλύτερα μέρη δικά τους. Όταν ο Αβραάμ κατέβηκε στην Χαναάν διαπίστωσε ότι: «οι Χαναναίοι κατώκουν τότε (ήδη) την γη ταύτην» Γέν.ΙΒ΄6

Για τους Χαναναίους, ο Αβραάμ δεν ήταν παρά ένας «περάτης». Δηλαδή ένας περαστικός ή «εβραίος», όπως τον αποκαλούσαν.

Ήταν δηλαδή ένας προσωρινός κάτοικος, ένας φιλοξενούμενος διαβατάρης από την γη τους. Ο Αβραάμ όμως, που ήθελε οπωσδήποτε τη γη και το βιός τους, ανέθεσε το καυτό του αυτό πρόβλημα στον προσωπικό του θεό, που μετά χαράς, σαν ο από μηχανής θεός (τζίνι της ανατολής), με ευνοϊκούς όρους και εντυπωσιακούς τρόπους, έλυσε και το προσωπικό αυτό προβλήματα του προφήτη του!

Ο Αβραάμ ήταν αδύνατον να δεχθεί, ότι αυτός ο μέγας μάγος απ’ την Χαλδαία, κάτοχος τόσων δυνάμεων και γόνος σπουδαίων προγόνων, τριγυρνάει στις καυτές ερημιές μεσ’ το λιοπύρι με τις ανεμόδαρτες και καψαλισμένες από τον ήλιο σκηνές του, χωρίς νερά και βοσκοτόπια για τα ζώα του ενώ... οι "κακοί" αυτοί και ανόητοι Χαναναίοι, έχουν τα καλύτερα βοσκοτόπια δικά τους, τις δροσερές πηγές και τις καλύτερες γωνίες της Χαναάν με παραδεισένιους αγρούς, κήπους, σπίτια, και πολιτείες!

Λοιπόν, σου μιλάει... ο οικογενειακός σου "θεός" ή δεν σου μιλάει!

Ο θεαματικός αυτός μάγος λοιπόν, σκηνοθέτησε και με θεατρική μαεστρία εκτέλεσε για τους απογόνους του μια εκστασιακή τελετή, με την οποία έδωσε κυριολεκτικά μαγική λύση στην μεγάλη αυτή ιδιοκτησιακή εκκρεμότητα της περιοχής. Σε ένα μοναδικό θεατρικό απόγευμα, με μια λαλίστατη σκηνική εξεικόνιση, διανθισμένη με φοβική έκσταση και άφθονα μαγικά δρώμενα, ανάγκασε όχι μόνο τα θεϊκά συμβόλαια να πέσουν κατ΄ ευθείαν από τον ουρανό, αλλά και να αφήσει πίσω του μια απαράμιλλη συνταγή πραγμάτωσης των μεγαλοϊδεατισμών του!

Διαβάζουμε αργά με δέος:

«Μετά δε τα πράγματα ταύτα εγενήθη ρήμα Κυρίου προς τον Αβραάμ... Εγώ είμαι ο Κύριος ο εξάγων σε εκ της Ουρ των Χαλδαίων δια να σοι δώσω την γη ταύτην εις κληρονομίαν. (Αυτά του είπε ο θεός). Ο δε Αβραάμ είπε (προσέξτε την ερώτηση!) Κύριε πόθεν γνωρίζω ότι θέλω κληρονομήσει αυτήν; (Β.Β. Κύριε, πως θα ξέρω ότι θα είναι δική μου;) Και είπεν ο Κύριος, (ότι ακολουθεί είναι η απάντηση!) Λάβε δάμαλι τριών ετών, και αίγα τριών ετών, και κριό τριών ετών, και τρυγόνα και περιστέρα. Και έλαβε πάντα ταύτα, και διέσχισε αυτά εις το μέσον και έθεσε έκαστο τμήμα απέναντι του ομοίου.(!) Κατέβησαν δε όρνεα επί τα πτώματα τα διχοτομημένα (Ο΄) και συνεκάθισεν αυτοίς ο Αβραάμ. Περί δε την δύσην του ηλίου έκστασις επέπεσεν επί τον Αβραάμ και φόβος σκοτεινός μέγας επέπιπτε έπ’ αυτόν... Όταν δε ο ήλιος έδυσεν (ο Αβραάμ με) λαμπάδες πυρός διήλθον ανά μέσον των διχοτομημάτων (πτωμάτων) Την ημέρα δε (νύχτα!) εκείνη, διαθήκη έκαμε ο Κύριος προς τον Αβραάμ λέγων, Εις το σπέρμα σου έδωσα την γην ταύτην. Από του ποταμού της Αιγύπτου (Νείλου) έως του ποταμού του μεγάλου του ποταμού Ευφράτου, τους Κεναίους, τους Κενεζαίους, τους Κεδμωναίους, τους Χαιτταίους, τους Φερεζαίους, τους Ραφαΐν, τους Αμορραίους, τους Χαναναίους, τους Ευαίους, τους Γεργεσαίους και τους Ιεβουσαίους.» Ο΄ Γέν.ΙΕ΄ 7- 20

Ο προφήτης Αβραάμ, διχοτόμησε προφητικά τα έθνη-ζώα και κατόπιν "συνεκάθισε"ανάμεσα στα φυσικούς διαμελιστές τους δηλαδή τα "όρνια"! «κατέβησαν δε όρνεα επί τα διχοτομημένα σώματα... και συνεκάθισεν αυτοίς Αβραάμ» Ο΄ Γέν.ΙΕ΄11

Σκεφτείτε για λίγο τον άνθρωπο αυτόν παρακαθήμενο με τα σαρκοβόρα όρνια πλάι στα διαμελισμένα πτώματα! Ο άνθρωπος αυτός κάθε άλλο παρά αστειεύεται. Κυριευμένος από εκστατική μανία, καθισμένος ανάμεσα στα αρπακτικά... φαίνεται αυτός να είναι ο αρπακτικότερος όλων! Ήρθε στην Χαναάν κυνηγημένος από παντού, και σκοπεύει "ευλογώντας" να εκδιώξει κυριολεκτικά διαμελίζοντας παντοιοτρόπως τους πάντες!
Η μαγική αυτή τελετή, που πιο μαύρη και ζοφερή δεν θα μπορούσε να την κάνει κανένας, απαντά σε συγκεκριμένη ερώτηση: πως θα κληρονομήσω εγώ και οι απόγονοί μου αυτή τη γη;! Τι λέει όμως τελικά η τελετουργική αλλά και παραστατικότατη αυτή απάντηση;
Η αρχαιο-μαγική αυτή ιεροτελεστία, που δυστυχώς μέχρι σήμερα κανείς ούτε ασχολήθηκε ούτε νοιάστηκε να ερμήνευσε, είναι κατά βάσην εξαιρετικά απλή! Ο Αβραάμ με την συγκεκριμένη τελετουργική παραστατική μαγεία του, αναθεματίζει (ειμαρμενοποιεί αρνητικά, καταροποιεί) φυλές, λαούς και έθνη, αφαιρώντας τους εικονικά ότι πολυτιμότερο έχουν, την "γη" και την κληρονομιά τους. Ο μεγάλος πρωτοπατριάρχης, άφησε στους απόγονους του, μια μοναδική συνταγή κατάκτησης της επιθυμητής γης.
Τα διχοτομημένα απ’ αυτόν ζώα, που ολοφάνερα προσφέρονται βορά στα σαρκοβόρα όρνεα, ανάμεσα στα οποία συνεκάθισε, είναι οι λαοί και τα έθνη, ενάντια στα οποία στρέφει το μαγικό αυτό ανάθεμα. Οι διαμελιστικές δυνάμεις ενάντιων τους, θα ενισχύονται από τους φυσικούς τους εχθρούς, (δηλαδή τα "όρνια") με τους οποίους σιωπηρά πρέπει να συνεργούν. Οι καυτές δάδες με τις οποίες περνά τελετουργικά ανά-μεσα στα διχοτομημένα υπολείμματα τους, είναι οι συνεχείς "καυτηριασμοί" που θα αποκλείουν κάθε δυνατότητα επανένωσης των εθνικών υπολειμμάτων και θα μονιμοποιούν τον συμβολικά εδώ δοσμένο διαμελισμό τους!

Απ’ τα βάθη της ιστορίας, η θεατρικο-μαγική αυτή συνταγή της καταστροφής των λαών μας κοιτά σαρκαστικά! Το διαιρεί και βασίλευε γεννήθηκε πολύ νωρίτερα απ’ ότι νομίζαμε. Η «γη» λοιπόν ήταν το λιγότερο, η εξουσία πάνω στα έθνη ήταν το βασικό ζητούμενο.

Διαμέλιζε, δώσε βορά στους φυσικούς εχθρούς και κάψε κάθε δυνατότητα επανένωσης των υπολειμμάτων τους! Αυτή φαίνεται πως είναι η διαχρονική συνταγή του Αβραάμ, για την συντριβή των εθνών, για την κατάληψη της αλλότριας (συμβολικής και ενίοτε πραγματικής) γης.

"Κανείς" εκκλησιαστικός δεν τόλμησε να σχολιάσει το παραμικρό για την κατάμαυρη αυτή μαγική εικόνα, με τον παρακαθήμενο στο γεύμα των ορνέων Αβραάμ! 
Ο Θεοδώρητος κάτι προσπάθησε φευγαλέα να ψελλίσει, για το συμβολικό αυτό απόγεμα λέγοντας: «τα δε τετράποδα διαμέλισε, επειδή την (επερχόμενη) εν Αιγύπτω κακουχία (των απογόνων του) εσήμαινε» Θεοδώρητος (ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΝΕΣΙΝ ΞΣΤ΄) ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΟΚΤΑΤΕΥΧΟ 63.14
Μα αν ήταν έτσι, η ερμηνεία αυτή, όχι μόνο δεν άπαντα στην πολύ συγκεκριμένη ερώτηση του Αβραάμ, αλλά στην εξεικονιστική αυτή παράσταση ο ίδιος ο Αβραάμ θα φαινόταν ως ο άμεσος διαμελιστής του λαού του! Οι δε δάδες με τις οποίες διέρχεται ο ίδιος ανά μέσων των υπολειμμάτων, δεν μπορούν να αποκτήσουν κανένα νόημα!
Ο Αβραάμ είχε λοιπόν έναν μοναδικό τρόπο να χαρίζει στον εαυτό του προνομία. Σε μια έκρηξη προφητικής μελαγχολίας, αυτός ο απόλυτος ακτήμον, αυτοανακηρύσσεται διαχρονικός ιδιοκτήτης της περιούσιας όλων των εθνών της περιοχής!!! Αυτός ο μεγαλοευφυής κατασχέτης, σε ένα μοναδικό μαγικό απόγεμα, σε μια έξαρση προφητικής υστερίας, κατεβάζοντας τον θεό στο επίπεδο των αναγκών του, ανακηρύσσει ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο μελλοντική του ιδιοκτησία! Το μέλλον ολόκληρης της γης, με θεϊκές διαδικασίες μεταβιβάζεται στον προφήτη μαγο-καταροποιό Αβραάμ!!! 
Κανένας λαός δεν εγνώριζε το παραμικρό. Κανείς δεν πληροφορήθηκε την από τον Αβραάμ τον μάγο ειμαρμενοποίηση του λαού του! Όμως απ’ το συγκεκριμένο "θεατρικό" απόγευμα και μετά, κυριολεκτικά ως δια μαγείας, οι ρόλοι άλλαξαν!
Η υπόσχεση είναι κατηγορηματική και σαφής: «τω σπέρματί σου δώσω την γην ταύτην» Γέν.ΙΒ΄7 «τω σπέρματί σου έως αιώνος» Γέν.ΙΓ΄15. Η "γη" όλων των προαναφερθέντων λαών, είναι πια με θεϊκά συμβόλαια "γραμμένη" στον Αβραάμ και στο "σπέρμα" του!
Φαίνεται παράξενο, αλλά όλα δείχνουν ότι ο Αβραάμ την συγκεκριμένη αυτή μοναδική για την ιστορία της ανθρωπότητας νύχτα, έγραψε κυριολεκτικά όλη την ανθρωπότητα... στο σπέρμα του...!!!
Στα μάτια του Αβραάμ, οι πέριξ λαοί είναι πλέον παρείσακτοι και προσωρινά φιλοξενούμενοι στην δική του πια θεόδοτη γη!!!
Οποίος, νομίζει ότι στην ενδιαφέρουσα πράγματι αυτή ερμηνεία υπερβάλουμε, και χάριν εντυπώσεων παραποιούμε την λαλίστατη αυτή εικόνα, τότε διαβάστε προσεκτικά την με κάθε λεπτομέρεια προσχεδιασμένη συντριβή των εθνών, που λίγο αργότερα ο κύριος αποδέκτης της μαγικής αυτής τελετής (το εβραϊκό ιερατείο) αναλαμβάνει δραστικά να πραγματοποιήσει:
«Ούτω λέγει Κύριος, Λάβε το ποτήριον τούτο του (Ο΄ άκρατου) οίνου εκ της χειρός μου (τι είδους "οίνος" είναι αυτός... αποφασίστε εσείς) και πότισον εξ αυτού πάντα τα έθνη, προς τα οποία εγώ σε αποστέλλω και θέλουσι πίει και ταραχθεί και παραφρονήσει... και έλαβον το ποτήριον εκ χειρός Κυρίου και επότισα πάντα τα έθνη... και τους βασιλείς και τους μεγιστάνας δια να καταστήσω αυτούς ερήμωσιν, θάμβος, συριγμόν και κατάραν... τον Φαραώ και τους δούλους αυτού και άπαντα τον λαόν αυτού (Ο΄) και πάντας τους βασιλείς των αλλοφύλων, (Φιλισταίων), Ασκάλωνα, Γάζα, Ακκαρών, Αζώτου, Εδώμ, Μωάβ, Αμών, Τύρου, και πάντας τους βασιλείς της Σιδώνος και τους βασιλείς των νήσων των πέραν της Θαλάσσης (Αιγαίου) Δαιδάν και Θαιμάν και πάντας του βασιλείς της Αραβίας και των λαών των κατοικούντων εν τη ερήμω και τους βασιλείς της Ζιμβρί, Ελάμ και πάντες τους βασιλείς των Μήδων και πάντες τους βασιλείς του βορρά τους μακράν και τους εγγύς ένα μετά του άλλου και πάντα τα βασίλεια της οικουμένης τα επί προσώπου της γης... πίετε και μεθύσατε και εμέσατε και πέσετε και μη σηκωθείτε.» Μασ. Ιερεμίας ΚΕ΄15-27 (Ο΄ Ιερεμίας ΛΒ΄13-) 
Αυτό που μόλις διαβάσατε, δεν είναι ένα προφητικό παραλήρημα άνευ σημασίας. Είναι ο επόμενος προωθημένος ιερατικός σχεδιασμός, για την εκπλήρωση της αβραμικής κατασχετήριας δέσμευσης: «τω σπέρματί σου δώσω την γην ταύτην». 
Ένα είναι σίγουρο. Κανένας αξιοπρεπής "θεός" σε οποιαδήποτε μεριά της γης και σε καμμιά γωνιά της ιστορίας δεν χαρίζει ξένη γη. Η Βίβλος είναι ολοφάνερα γεμάτη από συνταγές κατασχετικής μαγείας, και φορτωμένη από συνεπέστατες ιερατικές ενέργειες, στην ιδια ακριβώς κατεύθυνση των παρανοϊκών διεκδικήσεων της αβραμικής τους κληρονομιάς!

Αν νομίζετε ότι τα εδάφια αυτά, είναι μια εξαίρεση στα βιβλικά κείμενα, κάνετε τεράστιο λάθος. Υπάρχει ατελείωτη ποικιλία από τέτοιες και χειρότερες συνταγές καταμαγγάνευσης των λαών της γης, και είναι διάσπαρτες σχεδόν σε όλα τα βιβλία και τις παράξενες ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης. Το αβραμικό κατασχετήριο όραμα που δεσπόζει εντυπωσιακά στα πρώτα κιόλας κεφαλαία της, διατρέχει σαν κατακόκκινο ματωμένο νήμα, ολόκληρη την προφητική αλυσίδα από και προς τον Αβραάμ!
Η Παλαιά Διαθήκη από την άποψη αυτή, δεν είναι παρά ο τσελεμεντές του εξανδραποδισμού και της παρανοϊκότερης καταστροφής των λαών, που εμείς με την εγκληματική αγαθότητα μας, για ελάχιστα, ανεξακρίβωτης αξίας ανταλλάγματα... πρόθημα αγιοποιήσαμε!!!
Αν λοιπόν δεχθούμε ότι όλα αυτά αληθεύουν απολύτως, τότε κάτι πολύ σοβαρό έγινε ακριβώς εκείνη την νύχτα, όταν ο Αβραάμ ρώτησε τον εγκεφαλικό θεό του: πόθεν γνωρίζω ότι θέλω κληρονομήσει την γη;
Ο άνθρωπος αυτός, που διωγμένος από παντού έφτασε στο πυκνοκατοικημένο αυτό σταυροδρόμι δύσης και ανατολής, (ανάμεσα σε έντεκα τουλάχιστο διακριτές σ’ αυτόν εθνότητες), δεν είχε την δύναμη να αποσπάσει με τους συνήθεις τρόπους, ούτε ένα μικρό τμήμα γης. Ο ίδιος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το κατασκηνωμένος στην Χαναάν: «πλησίον των δρυών Μαμβρή» Γέν.ΙΒ΄18. Μεσ’ την προφητική του όμως μελαγχολική μεγαλομανία, έκανε κάτι τρομακτικό... έθεσε τις βάσεις για αιώνιο διεκδικητικό και δόλιο κατασχετικό πόλεμο.
Με τους καλά θεολογιμένους πόθους του, κατάφερε να δεσμεύσει τις εξελίξεις! Αυτός ο ειμαρμενοποιός μάγος, κληροδοτεί στους συνεχιστές του, μαζί με τις ασυνήθιστες δυνατότητές του και την εντολή κατάσχεσης της γης των εθνών! Στο "σπέρμα" του θα ακουμπήσει την απαράγραπτη υποχρέωση για αιώνια επιβουλή κατά των οργανωμένων εθνών!
Μετά απ’ αυτόν τον μαγικό διαμελισμό των εθνών, το ανθρώπινο μέλλον δεν θα είναι ποτέ πια το ίδιο! Από την άποψη αυτή, ο άνθρωπος αυτός, είναι όχι μόνο η απαρχή των προφητών, αλλά και ο χειρότερος εμπρηστής του μέλλοντος... ο καταστροφικότερος προφήτης όλων των εποχών!

Ο Αβραάμ σε μια στιγμή προφητικής έκρηξης, δέσμευσε και προκαθόρισε το βασικότερο ανθρώπινο περιουσιακό στοιχείο... το μέλλον!
Αν όλα αυτά δεν τελούσαν υπό την προστατευτική καλύπτρα της πανίσχυρης θρησκείας, με μια μάτια και ο τελευταίος σκεπτόμενος άνθρωπος, θα τοποθετούσε τη συμπεριφορά του Αβραάμ, στα πλέον ενδιαφέροντα άκρα της στερητικής παθολογίας. Με τον θεό παραμάσκαλα όμως, ο Αβραάμ μπορεί να λέει μεγαλοστομίες στο όριο του θεολογικού μεγαλείου και της παράνοιας, χωρίς κανείς να ενδιαφέρετε για την πιθανότητα της στεγνής θεοκαπηλίας!
Η εποχή λοιπόν της ιστορικής αθωότητας, έληξε εκείνη την μαγική νύχτα. Η εποχή της φυσικής αντιπαλότητας μεταξύ των εθνών ξεπεράσθηκε. Στην ιστορία της ανατολικής μεσόγειου, εμφανίσθηκαν δυναμικά οι διαχρονικοί καταροποιοί και οι αναίτιοι κατ’ επάγγελμα διαμελιστές εθνών! Η σοβαρή ανάμιξή τους στην διεθνή και πλανητική ιστορία, ήταν απλά θέμα χρόνου!
Πράγματι στο διάβα του χρόνου μετά από κατάλληλες αβραμικές "ευλογίες", οι ανυποψίαστοι λαοί επρόκειτο να καταλήξουν νεροκουβαλητές και ξυλοκόποι (Ιησ. Ναυή Θ΄21), τσοπάνηδες, κηπουροί και ανεγκέφαλοι δούλοι των ταλαντούχων αυτών μάγων. Ησαΐας ΞΑ΄5
Φαίνεται λοιπόν ότι στην τέως Χαναάν (Παλαιστίνη), γεννήθηκε ο χειρότερος εφιάλτης της ιστορίας! Η ανίκητη ιδέα της διαχρονικής ευλογητικής κατάρας! Ο ίδιος ο δόλος αυτοπροσώπως, που σαν ψυχοβόρος θεός απ’ την Χαλδαία, κατέφθασε για να κατασπαράξει τους ανυποψίαστους λαούς της γης!
Ο αρχιπατριάρχης του δόλου Αβραάμ, αποφάσισε, δέσμευσε και υποχρέωσε το ιερατείο των απογόνων του, να κατάσχει την "γη" των λαών και να θρέφεται παρασιτικά, παγιδεύοντας, διαμελίζοντας και καταναλώνοντας, τους κόπους των άλλων εθνών!
Τα έθνη είναι μακρόβιες διαχρονικές οντότητες, όταν υπονομεύεται το μέλλον των εθνών, υπονομεύεται το μέλλον της ανθρωπότητας! Ο Αβραάμ λοιπόν το μοιραίο αυτό απόγευμα, με την ευφυΐα ενός μαινόμενου ακτήμονα μάγου, είχε το μεγάλο ιστορικό όραμα, τόλμησε να διασπαθίσει ολόκληρο το ανθρώπινο μέλλον!!!
Η ειμαρμενοποιός μαγεία

Κάτι που στην παραπάνω προφητική εικόνα δεν πρέπει να μείνει ασχολίαστο, είναι η ομολογημένη έκσταση (Γέν.ΙΕ΄12) κάτω απ’ την οποία συμβαίνουν τα αβραμικά δρώμενα. Η έκσταση και ο μέγας σκοτεινός φόβος που έπεφτε πάνω του, απ’ τον Β. Βέλλα μεταφράζεται: «ο Αβραάμ έπεσε σε βαθύ ύπνο, (!) και τον έπιασε έντονο και φοβερό άγχος»

Τέτοιες θεατρικές προφητικές εκστάσεις ήταν και παραμένουν πολύ συνηθισμένες στους κύκλους των μάγων.

Ο Αβραάμ όπως κάθε τυπικός προφήτης, φαίνεται πως συνήθιζε και ο ίδιος την χρήση ενορατικών φυτών! Τα εκστασιογώνα αυτά φυτά, όφειλε να τα γνωρίζει κάθε συνετός μάγος, αφού ουσιαστικά ήταν τα καθημερινά όπλα του προφητισμού και της μαγείας του.

Ειδικά για τον Αβραάμ, βρίσκουμε γραμμένη την χαρακτηριστικότερη περιγραφή που παραπέμπει σε εκστασιακή θεοκατάληψης. Ο προφήτης με την αλλοιωμένη απ’ τα εκστατικά-προφητικά βότανα συμπεριφορά του, έπειθε και τον τελευταίο απ’ τους θεατές του, ότι μετά την προφητική του έξαρση, ο θεός εγκατέλειπε το σώμα του, στο οποίο είχε προσωρινά κατέβει! Αυτό ακριβώς βρίσκουμε πολύ καθαρά γραμμένο για τον άνθρωπο της βοτανο-μαγείας Αβραάμ: «Αφού δε ετελείωσε λαλών (ο θεός) προς αυτόν, ανέβη ο θεός (!) από του Αβραάμ» Γέν.ΙΖ΄22

Αργότερα, επί Μωυσέως, όταν οι συνομιλίες με τον φυλετικό αυτό θεό έγιναν καθημερινές, οι λόγοι αυτής της θεατρικής έκστασης εξέλειπαν! Ο θεός ερχόταν και έφευγε καθημερινά στην σκηνή του Μαρτυρίου χωρίς να ανεβαίνει ή να κατεβαίνει πια πάνω στους προφήτες του, αλλοιώνοντας καθημερινά την συμπεριφορά τους!

Βέβαια η ανατριχιαστική αυτή εικόνα του προφητικού εθνο-διαμελισμού, (για να επιστρέψουμε στον Αβραάμ) μπορεί να διέφυγε με κάθε ευκολία από την δική μας παθητικότητα. Μπορεί και χιλιάδες ακόμα ιερο-νυσταγμένοι θεολόγοι, διαβάζοντας την Βίβλο, με τα χοντρά παραμορφωτικά γυαλιά της υπόδουλης πίστης τους, να προσπέρασαν κατανυκτικά τον ορνιο-συνάχτη Αβραάμ... είχα όμως την βεβαιότητα, πως η εξαιρετικά αποκαλυπτική αυτή εικόνα, δεν θα άφηνε αδιάφορους τους σοφούς Ραβίνους.

Με ζωηρή την ελπίδα της δικαίωσης στην παραπάνω ερμηνεία, έριξα μια μάτια στους «εβραϊκούς μύθους»... και φυσικά δικαιώθηκα αμέσως! Διαβάζουμε την απόλυτη σχεδόν παραδοχή της ερμηνείας μας: «Άλλοι υποστηρίζουν ότι τα τεμαχισμένα από τον Αβραάμ πτώματα ήταν προάγγελοι αυτοκρατοριών...(άρα εθνών!) Αν ο Αβραάμ δεν είχε (από τότε) τεμαχίσει τα ζώα (ζώα=έθνη!) με το σπαθί του, (εννοεί το "σπαθί" της μαγείας του) αυτές οι αυτοκρατορίες θα ‘χαν γίνει πανίσχυρες, έτσι όμως εξασθένισαν»! Gen. Rab. 437. Mid. Agada Gen. 33 PRE, κεφ. 28. «Εβραϊκοί Μύθοι» σελ. 142,(ε)

Συγχαρητήρια λοιπόν, πράγματι εμείς ήμασταν και παραμένουμε... τα ζώα του προφητικού διαμελισμού!

Αν λοιπόν όλα αυτά αληθεύουν, γεννιέται το εξαιρετικά σημαντικό ερώτημα: Είμαστε ιστορικά αντιμέτωποι μόνο με την φυσική μας ειμαρμένη;
Είχαμε δηλαδή μέχρι σήμερα αντιπάλους μας, μόνο τις φυσικές μας ανεπάρκειες; Την άγνοια, τις στενοκεφαλιές μας, την τεμπελιά μας αν θέλετε, και τις δεισιδαιμονίες μας...; Ή κάποιοι συστηματικά και με κάθε μέσον, διαμέλιζαν και καταροποιούσαν τις επιδόσεις μας, και υπονόμευαν τις εξελίξεις και την ιστορία των λαών μας;

Οι φυσικές δυνάμεις των εθνών, καταναλώνονται στην δύνη και τις τριβές της φυσικής τους ειμαρμένης, ή κάποιοι μεθοδικά συνωμοτούν εις βάρος τους; Αντιμετωπίζουμε μόνο τους φυσικούς μας εχθρούς, ή κάποιοι επαγγελματίες εθνο-σπαράκτες, χωρίς φανερό κίνητρο και εχθρότητα, με την επαγγελματική ψυχρότητα των αόρατων ψιθυριστών εξουσίας, κρυμμένοι πέρα απ’ το ορατό φάσμα των υποψιασμών μας, μεθοδικά σχεδιάζουν διλήμματα, δημιουργούν ανίερες συμμαχίες, αναμοχλεύουν εχθρότητες, αναθερμαίνουν διαιρετικές τάσεις, και κατακαίουν αόρατοι κάθε δυνατότητα επανένωσης, ενισχύοντας ακατάπαυστα τους φυσικούς μας διαμελιστές; Είμαστε αντιμέτωποι μόνο με την φυσική μας ειμαρμένη ή η αβραμικη μαγεία εδώ και αιώνες ανενόχλητη ειμαρμενοποιεί σε βάρος μας;

Επιτέλους, μήπως υπάρχουν κατ’ επάγγελμα διαμελιστές λαών και πολιτισμών;
Είναι το ίδιο βασικό ερώτημα δοσμένο με διαφορετικούς τρόπους. Θεωρώ λοιπόν αυτήν την ερώτηση, σημαντικότερη από οποιαδήποτε άλλη.

Στην πολυδάκρυτο μάχη της νοημοσύνης, νικήσαμε πολλούς εχθρούς! Αυτός όμως ο αόρατος δόλος, φαίνεται πραγματικά ανίκητος! Η τελική έκβαση εξαρτάται απολύτως, απ’ την απάντηση που θα δώσουν άμεσα οι άνθρωποι στη συγκεκριμένη αυτή ερώτηση: Ζούμε ή όχι σε καθεστώς ευλογο-καταροποιού μαγείας; Μήπως δεσμώτες και ελευθερωτές είναι τα ίδια πρόσωπα;

Οι λαοί όπως και οι άνθρωποι, έχουν αμέτρητους κατανοητούς λόγους να μαθαίνουν απ’ τα λάθη τους, αν όμως πίσω απ’ τις αποτυχίες τους υπάρχει κάποια αόρατη μεθοδική παγιδοποιός δύναμη, τα προβλήματα χιλιαπλασιάζονται και η κατάσταση αυτή, μπορεί να τρελάνει και τους πλέον φιλότιμους ανθρώπους, και να καταστήσει ακατανόητα ακόμα και τα πιο απλά δεδομένα της ιστορίας!

Τι συμβαίνει λοιπόν, και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μας, έχουμε καταφέρει μόνο άθλους αποτυχίας; Μήπως η ιερότητα, το πλέον κατανοητό εγερτήριο των λαών μας πρόδωσε; Μήπως προδώσαμε εμείς την ιερότητα, παραδίδοντάς την σε ιεροφανείς και αναξίους; Δυστυχώς, ακόμα και οι ερωτήσεις αυτές, ακούγονται απόκοσμες και ξένες, σαν να έρχονται από έναν άλλον αξιοπρεπέστερο και φιλευσεβέστερο κόσμο!

Παραδόξως, σχεδόν σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία, γύρω απ’ το μέγιστο λαϊκό αγαθό την ιερότητα, αντί να βλέπουμε άσβεστη την εξαγνιστική πυρά των ερωτήσεων... βλέπουμε μονίμως γύρω της τον πολιορκητικό χορό των ιερατείων.

Ολόκληρο το μέλλον της ανθρωπότητας, έχει γίνει στόχος κατάσχεσης και συνολικά το ανθρώπινο μέλλον, έχει εμπλακεί στα κατασχετικά σχέδια μιας αιώνιας αβρααμικής συνομωσίας! Πρόκειται πράγματι για την σημαντικότερη και αινιγματικότερη ιστορικά, κήρυξη μυστικού διαχρονικού παγκόσμιου πολέμου!

ΑΒΡΑΑΜ: Ο ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩN

Οι θεϊκές υποσχέσεις, ήταν πλέον επίμονες και μεγαλεπήβολες, και επιτέλους από κάπου έπρεπε οπωσδήποτε ν’ αρχίσει και η πραγματοποίησή τους. Ο "θεός" του, γίνεται ολοένα και πιο συγκε­κριμένος στην παραχώρηση εδαφών, αλλά και συνεχώς πιο γενναιόδωρος: «έκαμε διαθήκη ο Κύριος προς τον Αβραάμ λέγων. Εις το σπέρμα σου (στους απογόνους σου) έδωσα την γην ταύτην, από του ποταμού της Αιγύπτου (Νείλο!) έως του ποταμού του μεγάλου, του ποταμού Ευφράτου»! Gen.15.18.

Φαντασθείτε την έκταση!

Ο "θεός" έφτασε να υποσχεθεί στον προφήτη του, ακριβώς όλη τη γνωστή στον Αβραάμ περιοχή των περιπλανήσεών του. Διότι, κατάγεται απ’ την Ουρ του Ευφράτη στην Ανατολή. Μετανάστευσε Βόρια στην Χαρράν, της Βόρειας Μεσοποταμίας και εμπορεύτηκε τις χάρες της Σάρρας, Νότια στα Γέραρα και δυτικότερα στην Αίγυπτο! Ε λοιπόν, όλη αυτή την απέραντη περιοχή της δράσης του, εκτάσεως χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων,[1] διεκδικεί ο θεός του Αβραάμ για το "σπέρμα" του προφήτη του... Τι καλός θεός πράγματι!

Οφείλουμε να παραδεχθούμε, ότι ο Άνθρωπος αυτός, μόνο τυχαίος δεν είναι! Οι διαστάσεις των διεκδικήσεών του είναι αυτοκρατορικές. Υπερβαίνουν κατά πολύ μάλιστα εκείνες των ισχυρότερων βασιλέων της περιοχής του. Και βέβαια ο θεός του, δεν του χαρίζει μόνο γη, αλλά προσδιορίζει πολύ συγκεκριμένα και τους λαούς που πρόκειται να χάσουν την γη τους! Είναι σαφέστατος, καταγράφοντας μάλιστα με λογιστική ακρίβεια, τις 10 εθνότητες που τότε κατοικούσαν την παραπάνω έκταση, σαν τα μελλοντικά θύματα των ατελείωτων απαλλοτριώσεών του: «στους απόγονους σου θα δώσω την γη που τώρα κατοικείται απ’ τους Κεναίους και τους Κενεζαίους και τους Κεδμωναίους και τους Χετταίους και τους Φερεζαίους και τους Ραφαΐν και τους Αμορ­ραίους και τους Χαναναίους και τους (Ο΄: Ευαίους) Γεργεσαίους και τους Ιεβουσαίους». Γέν.15.20.

Με λογιστική επιμέλεια απαριθμεί ο προφήτης τους λαούς-στόχους δείχνοντας μας μεταξύ των άλλων του προσόντων και την άριστη γνώση της περιοχής. Δέκα (10) και κατά την μετάφραση των Ο΄ έντεκα (11) είναι οι λαοί που εν αγνοία τους, θα χάσουν προσεχώς την γη τους, γιατί έτσι το θέλησε ένας άγνωστος θεός ενός περαστικού προφήτη!

Οι Χαναναίοι (Σόδομα-Γόμορρα) είναι μέσα στους θεόδοτους στόχους. Τίποτε λοιπόν δεν μπορεί να αναχαιτίσει τον προφήτη, απ’ το να ψάχνει για οποιαδήποτε ευκαιρία να εκπληρώσει τη θεϊκή αυτή συναλλαγή κατάσχεσης, που συνεχώς γίνεται και πιο συγκεκριμένη: «σε σένα και στους απογόνους σου θα δώσω την χώρα που τώρα κατοικείς σαν ξένος, όλη τη χώρα της Χαναάν για αιώνια ιδιοκτησία (Ο΄ εις κατάσχεσιν) και (έτσι) θα είμαι ο θεός τους». Γέν.17.8 // Γέν.15.7. // Γέν.18.18. // Γέν.22.18. // Γέν.24.7.

Σε πιάνει πράγματι δέος μπροστά στις αξιώσεις ενός τέτοιου πληθωρικού καιροσκόπου Χαλδαίου. Ο άνθρωπος αυτός... που είναι ανεξήγητα, αθεράπευτα, ίσως και παθολογικά μεγα­λο­μανής, διεκδικεί ιδιοκτησία, έτσι απλά, σ’ όλη τη γη που έτυχε να δει, να περάσει, να φιλοξενηθεί, ή... να ακούσει για την ύπαρξη της!

Οι παραπάνω βιβλικές κατασχετικές δηλώσεις, είναι το σημαντικότερο έγγραφο αναίτιας και αναίσχυντης εχθρότητας και ουσιαστικά το μεγαλειωδέστερο μνημείο κήρυξης αιώνιου κατασχετικού πόλεμου, κατά του μέλλοντος ολόκληρης της ανθρωπότητας. Τίποτε παρόμοιο δεν μπορεί να βρεθεί, στα κείμενα ολόκληρης της ανθρώπινης γραπτής κληρονομιάς!

Μπροστά σ’ αυτήν την ορκισμένη, αιώνια υπονόμευση της ειρήνης, οι υπόλοιπες βιβλικές καταστροφές που προηγήθηκαν, φαίνονται κυριολεκτικά από φανταστικές έως ασήμαντες. Οι γραμμένες όμως αυτές αιώνιες κατασχετικές διεκδικήσεις, γέννησαν, εξέθρεψαν και ανόρθωσαν, έναν διαχρονικό ον, με στόχο την παντοειδή κατασχετική επίθεση σ’ ολόκληρο το μέλλον της ανθρωπότητας!

Ίσως ακούγεται υπερβολικό, αλλά απ’ την στιγμή που τα συμβόλαια των κατασχέσεων αυτών, επεκτείνουν την ισχύ τους στις μέλλουσες γενεές και απειλούν σαφέστατα την ιδιοκτησία των κατοίκων ολόκληρης της γης... τότε ολόκληρο το μέλλον της ανθρωπότητας, έχει γίνει στόχος κατάσχεσης και συνολικά το ανθρώπινο μέλλον, έχει εμπλακεί στα κατασχετικά σχέδια μιας αιώνιας αβρααμικής συνομωσίας! Πρόκειται πράγματι για την σημαντικότερη και αινιγματικότερη ιστορικά, κήρυξη μυστικού διαχρονικού παγκόσμιου πολέμου!

Τι δίνει όμως στον Αβραάμ αυτή την απίστευτη αίσθηση κατασχετικής δύναμης; Μόνο μέρος της πολυσήμαντης αυτής ερώτησης μπορούμε να απαντήσουμε. Ο Αβραάμ γνωρίζει! Γνωρίζει κάτι, που εμείς ακόμα με καθυστερήσει χιλιάδων χρόνων απ’ την εποχή του, ούτε που υποπτευόμαστε! Ο Αβραάμ γνωρίζει, ότι με τα μυστικά του όπλα και τις σιωπηρές παγίδες του δόλου του, είναι αήττητος και δικαιολογημένα πιστεύει ότι κληροδοτώντας τέτοια απόκρυφη σοφία και αόρατα όπλα στους απογόνους του, θα είναι ικανός, μέσα απ’ αυτούς, να κατακτήσει (να ευλογήσει) ολόκληρο τον μέλλοντα Κόσμο!

Βέβαια, πρέπει εδώ να σημειώσουμε προσγειωμένα, ότι η τεράστια αυτή έκταση απ’ τον Ευφράτη έως το Νείλο, ουδέποτε κατακτήθηκε απ’ το σπέρμα, (φυσικούς απογόνους), του υπερ-φιλόδοξου προφήτη και η ιστορία βγάζει σχετικά ψεύτικη την υπόσχεση του Αβρααμικού θεού. Τελικώς όμως, δ’ άλλης οδού και τρόπου, ο Αβραάμ και η θεότητα του, άπλωσαν την ιδεολογική τους επιρροή και σκέπασαν όντως αυτήν και πολύ μεγαλύτερη ακόμα έκταση απ’ την προαναφερθείσα.
----------------------------------
[1] Τον Νείλο χωρίζουν σε ευθεία γραμμή απ’ τον Ευφράτη 1600 χμ! Αν κάνετε έναν κύκλο με αυτή την διάμετρο, θα δείτε ότι μόνο στην συγκεκριμένη περιοχή ιδιοκτησίας του Αβραάμ περιλαμβάνονται 2.000.000 τετρ. Χιλιόμετρα! Αργότερα αυτή η κληρονομιά αυξήθηκε έτι περισσότερο περιλαμβάνοντας όλα τα έθνη της γης! 
ΔΕΣ

Περί αξιοπρέπειας

Η αξιοπρέπεια είναι κάτι πολύ σπάνιο. Ένα γραφείο ή μία αξιοσέβαστη θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Είναι σαν να φοράς γραβάτα. Η γραβάτα, το κοστούμι, το πόστο, δίνουν αξιοπρέπεια. Ένας τίτλος ή μια θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Ξεγύμνωσε όμως τους ανθρώπους απ’ όλα αυτά και θα δεις ότι πολύ λίγοι θα έχουν εκείνη την ποιότητα της αξιοπρέπειας που δίνει η ελευθερία τού να μην είσαι τίποτα.

Οι άνθρωποι λαχταρούν να είναι κάτι, και με το να είναι κάτι παίρνουν μια θέση στην κοινωνία που θεωρείται σεβαστή. Οι άνθρωποι κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες -έξυπνοι, πλούσιοι, επιστήμονες, άγιοι- κι όποιος δεν μπορεί να καταταγεί σε μια κατηγορία αναγνωρισμένη από την κοινωνία, θεωρείται πρόσωπο περιθωριακό.

Η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν κάτι δεδομένο, δεν μπορεί να καλλιεργηθεί και αν κανείς είναι συνειδητά αξιοπρεπής σημαίνει ότι όλη την ώρα νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του, που σημαίνει ότι είναι ασήμαντος, μικροπρεπής. Το να είσαι τίποτα σημαίνει ότι είσαι ελεύθερος από την ιδέα του να είσαι κάτι. Αληθινή αξιοπρέπεια υπάρχει όταν δεν ανήκεις ή βρίσκεσαι σε κάποια ξεχωριστή θέση. Αυτό δεν μπορεί κανείς να στο αφαιρέσει, θα υπάρχει πάντα.

Το ν’ αφήνεις τη ζωή να κυλάει ελεύθερα χωρίς να μένει πίσω της κανένα κατακάθι, σημαίνει ύπαρξη πραγματικής επίγνωσης.

Ο ανθρώπινος νους είναι σαν το κόσκινο που άλλα κρατάει κι άλλα αφήνει να περνάνε. Εκείνα που κρατάει έχουν το μέγεθος των επιθυμιών του και οι επιθυμίες, όσο κι αν είναι βαθιές, δυνατές ή ευγενικές, είναι μικρές κι ασήμαντες γιατί η επιθυμία είναι κατασκεύασμα του νου.

Χρειάζεται ολοκληρωτική επίγνωση να μη συγκρατείς τη ζωή, αλλά να την αφήνεις να κυλάει ελεύθερα, χωρίς να κάνεις καμιά επιλογή. Πάντοτε διαλέγουμε και κρατάμε· διαλέγουμε εκείνα που έχουν σημασία και τα κρατάμε για πάντα. Αυτό είναι που ονομάζουμε εμπειρία και τον πολλαπλασιασμό των εμπειριών τον ονομάζουμε πλούτο της ζωής.

Ο πλούτος της ζωής είναι η απελευθέρωση από την αποθήκευση εμπειριών. Η εμπειρία που παραμένει, που κρατιέται, εμποδίζει εκείνη την κατάσταση όπου το γνωστό δεν υπάρχει. Το γνωστό δεν είναι ο θησαυρός, αλλά ο νους προσκολλιέται σ’ αυτό κι έτσι καταστρέφει ή ρυπαίνει το άγνωστο.

Η ζωή είναι μια περίεργη ιστορία. Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα.

Είμαστε – οι περισσότεροι τουλάχιστον – πλάσματα της διάθεσης ή μιας ποικιλίας από διαθέσεις. Λίγοι από μας ξεφεύγουν απ’ αυτό.

Για μερικούς έχει σχέση με τη σωματική τους κατάσταση, για άλλους με τη διανοητική και μας αρέσει αυτή η «μια πάνω μια κάτω» κατάσταση, νομίζουμε ότι αυτή η αλλαγή διάθεσης είναι μέρος της ύπαρξης ή πάλι απλώς αφήνει κανείς να παρασύρεται μια από τη μία διάθεση και μια από την άλλη.

Υπάρχουν όμως μερικοί που δεν είναι πιασμένοι σ’ αυτό το «πάνω κάτω», που είναι ελεύθεροι από το να παλεύουν να γίνουν κάτι, έτσι που εσωτερικά υπάρχει μια σταθερότητα που δεν είναι αποτέλεσμα θέλησης, μια σταθερότητα που δεν έχει καλλιεργηθεί, που δεν είναι σταθερότητα από συγκεντρωμένο ενδιαφέρον σε κάτι, ούτε είναι αποτέλεσμα κάποιας δραστηριότητας σαν τις παραπάνω. Εμφανίζεται όταν η θέληση παύει να δρα.

Τα χρήματα πραγματικά καταστρέφουν τους ανθρώπους. Οι πλούσιοι έχουν μια ιδιαίτερη αλαζονεία. Με πολύ λίγες εξαιρέσεις, σε κάθε χώρα, οι πλούσιοι έχουν γύρω τους εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν οποιονδήποτε, ακόμα και τους θεούς, και μπορούν πράγματι ν’ αγοράσουν τους δικούς τους θεούς. Αυτή η ατμόσφαιρα όμως δεν υπάρχει μόνο στον πλούτο, αλλά και στις ικανότητες, τα ταλέντα, που μπορεί να έχει κανείς. Οι ικανότητες δίνουν στον άνθρωπο μια παράξενη αίσθηση ελευθερίας. Τον κάνουν να νιώθει επίσης ότι είναι ανώτερος από τους άλλους, ότι είναι διαφορετικός. Όλα αυτά του δίνουν μια αίσθηση υπεροχής: κάθεται ικανοποιημένος και κοιτάζει τους άλλους να πασχίζουν και να ντροπιάζονται• δεν έχει συναίσθηση της δικής του άγνοιας και σε τι σκοτάδι βρίσκεται ο νους του.

Τα λεφτά και οι ικανότητες προσφέρουν μια πολύ καλή φυγή απ’ αυτό το σκοτάδι. Αλλά και η φυγή είναι ένα είδος αντίστασης που γεννάει τα δικά της προβλήματα. Η ζωή είναι μια περίεργη ιστορία.

Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα.

Ο πνευματικός άνθρωπος

Πνευματικός άνθρωπος είναι ο φιλοσοφικά συγκροτημένος και καλλιεργημένος σε βάθος.

Ο άνθρωπος του πνεύματος θεωρείται ο αντίποδας του ανθρώπου της πράξης. Αυτό όμως δεν είναι αναγκαστικά απόλυτο. Ωστόσο είναι πραγματικότητα ότι ο θεωρητικός άνθρωπος των ιδεών και των φιλοσοφικών προβληματισμών διαφέρει ριζικά από τον πρακτικό άνθρωπο των συνεχών υποθέσεων και της βιομέριμνας.

Ο πνευματικός άνθρωπος δεν είναι εξωστρεφής και κοινωνικός (με πολλές διαπροσωπικές σχέσεις), αλλά αποξενωμένος κι απόμακρος, έχει μεγαλύτερη φήμη κα εκτίμηση, παρά όταν τον γνωρίσει κανείς από κοντά. Τότε ’’χάνει κάπως τα νερά’’ του και τα θέλγητρά του – εκτός βέβαια από κάποιες χτυπητές εξαιρέσεις που αφορούν συνήθως πολιτικά πρόσωπα.

Ο πνευματικός άνθρωπος έχει λεπτά κι ευγενικά αισθήματα, οξυδέρκεια και ψυχολογική ικανότητα, προσέχει τη λεπτομέρεια, ερευνά το βάθος και τις αιτίες των γεγονότων και διορθώνει με τη μελέτη και την κριτική του σκέψη την κοσμοθεωρία του.

Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον πνευματικό άνθρωπο και στον πνευματώδη. Αλλά ας παρακολουθήσουμε μερικές ιδέες σχετικές με το πνεύμα, την πνευματική καλλιέργεια, το πνευματικό έργο, τους διανοούμενους και τους πνευματώδεις.

Τα διαπιστευτήρια του πνευματικού ανθρώπου είναι η μετριοπάθεια και η διαλλακτικότητα, δηλαδή η ανοχή της διαφορετικότητας του άλλου (έστω κι αν αντιπαθεί τις ιδέες και τις πράξεις του). Πειθαρχεί στο στωϊκό: “ΑΝΕΧΟΥ ΚΑΙ ΑΠΕΧΟΥ”. Γιατί ξέρει πως ζει σε κοινωνία όπου ‘’Το λάθος των πολλών θεσμοθετεί Δίκαιον’’ (Error communis facit jus) κατά τον Ρωμαϊκό Κώδικα!…

Οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι ερευνούν τους χώρους του πνεύματος, ενώ στην πραγματικότητα περιπλανιούνται μονάχα μέσα σ’ αυτούς. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι ευγενικός, αλλά όχι εθιμοτυπικός. Συγχρωτίζεται με όλα τα κοινωνικά στρώματα, αλλά διατηρεί τον ατομικό ζωτικό του χώρο. Η γνώση και η εμπειρία αυξάνουν την ευφυΐα (I.Q) του ατόμου και αυτό έχει θετικές επιπτώσεις στον χαρακτήρα. Αλλά η συντήρηση και η ενίσχυση αυτού του φωτός γίνεται από την παιδεία με πρωτεργάτη το δάσκαλο.

Ο απαίδευτος είναι ο άνθρωπος που δεν ολοκλήρωσε τις προδιαγραφές του είδους του. Στο φως της ψυχαναλυτικής κριτικής, ο απαίδευτος παρουσιάζει παιδικές αντιδράσεις ακόμα και στην ηλικία της ωριμότητας. Και ιδιαίτερα οι αντιδράσεις του προσδιορίζονται από το εξωτερικό περιβάλλον. Δεν μπορεί να σκεφτεί και να μιλήσει σωστά` αλλά δεν μπορεί και να σιωπήσει με σύνεση. Μόνο μικρά νομίσματα έχει στην τσέπη του ο φτωχός` μόνο μικρές ιδέες έχει στο κεφάλι του ο απαίδευτος. Ωστόσο, υπάρχουν και πολλοί που είναι χειρότεροι απ’ τους απαίδευτους: αυτοί που χρειάστηκαν πολλές σπουδές για να μείνουν αμόρφωτοι…

Ο πεπαιδευμένος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος με την ώριμη λογική, αφού το λογικό αναπτύσσεται στο άτομο σύμφωνα με το ποσοστό των γνώσεών του. Παράλληλα όμως με την ωρίμανση της λογικής, η παιδεία πρέπει ν’ αποβλέπει και στην ωρίμανση του συναισθήματος. Γιατί δεν υπάρχει χειρότερο φαινόμενο από τον πολυμαθή που έχει συναισθήματα μικρού παιδιού. Η συναισθηματική ενηλικίωση δεν συμβαδίζει – δυστυχώς – με τη διανοητική ενηλικίωση. Κι αυτό είναι μια πηγή δυστυχίας στη ζωή. Η πολυμάθεια εξάλλου δεν προσφέρει τίποτε αν δεν έχει για εσωτερικό στόχο την ανάπτυξη της κρίσης και για εξωτερικό στόχο την ανθρωπιστική συμπαράσταση. Τελικά, όπως σωστά έχει ειπωθεί, μόρφωση είναι εκείνο που μένει, όταν ξεχάσει κανείς εκείνα που ξέρει.

Ο πνευματικός άνθρωπος (ο στοχαστής, ο επιστήμονας, ο φιλόσοφος, ο συγγραφέας, ο άνθρωπος των γραμμάτων και της τέχνης) βλέπει ως πράξη και αποστολή του τον ’’θεωρητικό βίο’’. Αναλίσκει τη ζωή του στην υπηρεσία της διάνοιας και του συναισθήματος. Όταν οι άλλοι άνθρωποι συναλλάσσονται πρακτικά μέσα στην αγορά ή διασκεδάζουν σε κέντρα και συγκεντρώσεις, όταν ακόμα αναπαύονται ή κοιμούνται, αυτός μέσα στη μοναξιά του γραφείου ή του εργαστηρίου του, δοσμένος στις σκέψεις του, στις εμπνεύσεις του, στα οράματά του και στη δημιουργική του φαντασία, πλάθει και διαμορφώνει το έργο του για να το προσφέρει στους συνανθρώπους του. Προσφορά τεράστια – σε ορισμένες περιπτώσεις – που οφείλεται στην εργατικότητα και τη θυσία μιας ολόκληρης ζωής. Δεν είναι εύκολος ο στοχασμός και ο λόγος` δεν είναι εύκολη η τέχνη και η δημιουργία` δεν είναι εύκολη η επιστήμη και η εφευρετικότητα. Ίσως είναι κάτι πιο δύσκολο απ’ την πολιτική πράξη. Και ίσως αυτού να οφείλεται η μεγάλη αριθμητική υπεροχή των ανθρώπων της πράξης και της πολιτικής (μαζί με τους πολιτικολογούντες) σε σύγκριση με τους γνήσιους πνευματικούς ανθρώπους (μαζί με τους φιλό-σοφους και φιλό-τεχνους).

Ο πνευματικός άνθρωπος έχει καλή παιδεία, αλλά γνωρίζει κιόλας ότι ‘’ η πολυμάθεια δεν σε κάνει και μυαλωμένο’’ (“ΠΟΛΥΜΑΘΙΗ ΝΟΟΝ ΕΧΕΙΝ ΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΙ” Ηράκλειτος, απ.40 ) και ότι ’’πουθενά δεν θεωρήθηκε ως μέγιστο κακό το να μη γνωρίζεις τα πάντα όσο η παντογνωσία και η πολυμάθεια που συνοδεύεται με κακή ανατροφή και κακό ήθος’’ (Πλάτων, Νόμοι Ζ΄ 819 a). Γιατί γνωρίζει ακόμα πως ‘’το ήθος είναι για τον άνθρωπο η μοίρα που τον προστατεύει’’ (“ΗΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΩ ΔΑΙΜΩΝ” Ηράκλειτος, απ. 119).

Είσαι ένα παζάρι από μόνος σου και ένα σωρό φωνές φωνάζουν μέσα σου

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΣ. Ο διχασμός έχει γίνει φυσική κατάσταση του ανθρώπου, τουλάχιστον για την ώρα.

Μπορεί να μη συνέβαινε το ίδιο στον πρωτόγονο κόσμο, αιώνες καταβολών όμως, πολιτισμού και πνευματικής καλλιέργειας έχουν κάνει κάθε άνθρωπο να είναι ένα ολόκληρο πλήθος – διχασμένος, χωρισμένος, αντιφατικός.

Το ένα του κομμάτι πηγαίνει από ‘δω, το άλλο πηγαίνει από ‘κει, στον διαμετρικά αντίθετο δρόμο και είναι σχεδόν ανέφικτο να κρατήσει κανείς τον εαυτό του συγκροτημένο.

Και μόνο το γεγονός ότι ο άνθρωπος εξακολουθεί να υπάρχει, είναι ένα θαύμα. Θα μπορούσε να είχε εξαφανιστεί εδώ και πολύ καιρό.

Επειδή όμως αυτός ο διχασμός είναι αντίθετος με τη φύση του, κάπου κρυμμένη στο βάθος εξακολουθεί να επιβιώνει η ενότητα. Επειδή η ψυχή του ανθρώπου είναι μία, όλες οι καταβολές και οι επιρροές καταστρέφουν κυρίως την περιφέρειά του. Το κέντρο όμως παραμένει ανέγγιχτο.

Γι’ αυτό ο άνθρωπος καταφέρνει να εξακολουθεί να ζει. Η ζωή του όμως έχει γίνει κόλαση. Όλη η προσπάθειά του είναι το πώς να εξαλείψει αυτόν το διχασμό, αυτή τη διχασμένη προσωπικότητα, τον χωρισμένο άνθρωπο, πώς να γίνεις ολοκληρωμένος, κεντραρισμένος, αποκρυσταλλωμένος.

Έτσι όπως είσαι, δεν μπορείς να πεις ότι υπάρχεις. Δεν έχεις ύπαρξη. Είσαι ένα παζάρι από μόνος σου και ένα σωρό φωνές φωνάζουν μέσα σου.

Αν θέλεις να πεις ‘ναι’, αμέσως εμφανίζεται το ‘όχι’. Δεν μπορείς ούτε να ξεστομίσεις τη λέξη ‘ναι’, ολοκληρωτικά.

Παρατήρησέ το, λες ‘ναι’ και από το βάθος ανασύρεται μαζί και το ‘όχι’. Ούτε μπορείς να πεις την απλή λέξη ‘όχι’, χωρίς να νιώθεις αντιφατικά την ίδια στιγμή. Μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν είναι εφικτή η ευτυχία. Η δυστυχία είναι το φυσικό επακόλουθο της διχασμένης προσωπικότητας.

Δυστυχία, γιατί βρίσκεσαι συνεχώς σε διαμάχη με τον εαυτό σου. Δεν είναι ότι πολεμάς με τον κόσμο, μα κάθε στιγμή πολεμάς με τον ίδιο σου τον εαυτό.

Πως μπορεί μ’ αυτόν τον τρόπο να υπάρξει ειρήνη;
Πως μπορεί μ’ αυτόν τον τρόπο να υπάρξει σιωπή;
Πως μπορείς να ησυχάσεις έστω και για μία μόνη στιγμή;

Δεν έχεις ησυχία ούτε στιγμή. Ακόμα κι όταν κοιμάσαι, ονειρεύεσαι χίλια δυο πράγματα. Ακόμα κι όταν κοιμάσαι, σκαρώνεις ένα σωρό πράγματα – μια διαρκής διαμάχη. Έχεις γίνει πεδίο μάχης.

Να πούμε μια για πάντα τα πράγματα με το όνομά τους

Η κοινή διαπίστωση ότι η ζωή μοιάζει με θεατρική παράσταση επιβεβαιώνεται κυρίως από το ότι οι άνθρωποι αλλιώς μιλούν και διαφορετικά ενεργούν: πρόκειται για μια κωμωδία στην οποία όλοι σήμερα είναι ηθοποιοί, γιατί όλοι μιλούν την ίδια γλώσσα, ενώ κανείς σχεδόν δεν είναι θεατής, αφού όλη αυτή η φλυαρία ξεγελά πια μόνο τα παιδιά και τους ανόητους.

Είναι μια παράσταση εντελώς ερασιτεχνική, αφόρητα παράλογη και βαρετή. Κι ωστόσο, θα άξιζε να προσπαθήσουμε σε τούτο τον αιώνα να κάνουμε τη ζωή μας μια αληθινή και όχι προσποιητή πράξη και να λύσουμε για πρώτη φορά στην ιστορία την περίφημη αντίθεση ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις.

Αλλά, όπως μας διδάσκει η πείρα, αυτά δε διορθώνονται και, καθώς δεν μπορούμε να αξιώσουμε από τους ανθρώπους να εξαντληθούν επιχειρώντας το αδύνατο, μας απομένει ένα μέσο μοναδικό και συγχρόνως πολύ απλό, αν και αναξιοποίητο μέχρι σήμερα: να χρησιμοποιήσουμε αλλιώς τις λέξεις και να πούμε μια για πάντα τα πράγματα με το όνομά τους.

Το «Πάρθιον βέλος»

Ο όρος «Πάρθιον βέλος» πηγάζει από την στρατηγική των Παρθίων ιππέων στην μάχη και την ιδιαίτερη τεχνική τους στην τοξοβολία. Η Παρθία, χώρα της κεντρικής Ασίας (νοτιοανατολικά της Κασπίας θάλασσας και προς το οροπέδιο του Ιράν), διαδοχικά υποταγμένη στους Ασσύριους, στους Μήδες και στους Πέρσες, ιστορικά συμμάχησε με τους δύο τελευταίους, όταν στράφηκαν εναντίον των Ελλήνων το 480π.Χ. (ναυμαχία της Σαλαμίνας).

Όταν ο Μεγάλος Αλέξανδρος κατέλυσε την αυτοκρατορία των Περσών, απαντώντας στους επεκτατικούς τους πολέμους ενάντια στην Ελλάδα, η Παρθία περιήλθε στην κατοχή των Μακεδόνων.

Λέγεται ότι οι Πάρθιοι ακολουθούσαν συχνά μια ιδιόρρυθμη πολεμική τακτική: κατά τις συγκρούσεις τους οπισθοχωρούσαν, δίνοντας την εντύπωση στους αντιπάλους τους ότι εγκαταλείπουν τη μάχη, ενώ στην πραγματικότητα γύριζαν το σώμα τους εκατόν ογδόντα μοίρες πάνω στ’ άλογά τους και τοξοβολούσαν με εξαιρετική ακρίβεια προς τα πίσω, αντίθετα με τη φορά της κίνησης του αλόγου.

Ο Έλληνας στρατηλάτης, γοητευμένος απ’ την τεχνική τους, θέλησε να τους εντάξει στο στράτευμά του.

Έκτοτε, έμεινε στην ιστορία η έκφραση το «Πάρθιο βέλος», να δηλώνει το ξαφνικό και απροσδόκητο χτύπημα, που πολλές φορές είναι και ύπουλο, είτε προέρχεται από εχθρούς, είτε από άσπονδους φίλους.

Υπάρχει χρόνος; Ο Carlo Rovelli και η κβαντική απάντηση

Ο χρόνος αντιμετωπίζεται συχνά ως ένα είδος θεμελιώδους ουσίας. Αλλά όσο περισσότεροι επιστήμονες διερευνούν το χρόνο, τόσο περισσότερο η ιδέα του να είναι ουσιαστική ιδιότητα του σύμπαντος αποδεικνύεται ψευδής. Στο τελευταίο του βιβλίο ο Carlo Rovelli εξηγεί πώς δημιουργούμε μια αίσθηση του ρέοντας χρόνου σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει φυσικά.

«Αυτή η διάκριση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος δεν υπάρχει στη βασική γραμματική του κόσμου. Προκύπτει μόνο επειδή έχουμε ένα θολό όραμα της πραγματικότητας. ”

Το τέλος του απόλυτου χρόνου

Οι περισσότεροι από εμάς εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο χρόνος υπάρχει κάπου στο σύμπαν μας, ρέει ομοιόμορφα από το παρελθόν στο μέλλον. Ενώ δεν μπορούμε να τον δούμε, να τον μυρίσουμε, να τον αγγίξουμε ή να το δοκιμάσουμε, γνωρίζουμε ότι ο χρόνος είναι εκεί και περνάει. Η κίνηση των ρολογιών μας το λέει.

Αυτή η φυσική άποψη του χρόνου υπάρχει στον Ισαάκ Νεύτωνα, ο οποίος υποστήριξε ότι ο χρόνος ουσιαστικά υπάρχει. Ο απόλυτος «αληθινός χρόνος» του υπήρχε εξίσου παντού, προχωρώντας προς τη μία κατεύθυνση ως ανεξάρτητη ουσία. Θα συνέχιζε να περνά αδιάκοπα στο υπόβαθρο ακόμα κι αν σταματούσατε να το σκέφτεστε.

Όμως, ενώ είναι χρήσιμο, δεν υπάρχουν ισχυρά επιστημονικά στοιχεία που να δείχνουν ότι αυτή η φυσική άποψη του χρόνου είναι στην πραγματικότητα αληθινή. Μετά από αιώνες συζητήσεων, θεωριών και πειραμάτων, οι φυσικοί εξακολουθούν να μην μπορούν να συμφωνήσουν για το τι είναι ο χρόνος πραγματικά ή αν υπάρχει ακόμη και έξω από το ανθρώπινο μυαλό.
Εντροπία και το βέλος του χρόνου

Στην πραγματικότητα, οι επιστήμονες ανακάλυψαν μόνο έναν φυσικό νόμο που υποδηλώνει ότι ο χρόνος μπορεί να έχει κατεύθυνση – ότι το «παρελθόν» μπορεί να είναι ξεχωριστό και ξεχωριστό από το «μέλλον».

Σχετίζεται με τη δεύτερη αρχή της θερμοδυναμικής, η οποία αναφέρει ότι η θερμότητα μπορεί να ρέει μόνο από το ζεστό προς το κρύο. Αυτός ο νόμος χρησιμοποιείται για να δείξει κάτι που οι επιστήμονες θέλουν να ονομάσουν εντροπία – το μέτρο της αταξίας ή της διαταραχής μέσα σε ένα δεδομένο σύστημα.

Η θερμότητα που “συμπυκνώνεται” σε ένα φλιτζάνι καφέ είναι σε «τάξη», αλλά γίνεται «αταξία» όταν κινείται έξω από αυτό. Η συνέπεια γι’ αυτό είναι ότι η φύση τείνει προς μια μη αναστρέψιμη διαδικασία αποδιοργάνωσης, η εντροπία – ή διαταραχή ή αταξία – μεγαλώνει πάντα με το χρόνο.

Αλλά η εντροπία είναι από μόνη της προβληματική. Θα υπάρχουν πάντα πιο “άταχτες” καταστάσεις στη φύση από αυτές με τάξη, και αυτό που ορίζουμε ως «τάξη» και «διαταραχή» εξαρτάται από την προοπτική μας. Είμαστε αυτοί που δίνουν νόημα σε αυτό που βλέπουμε, έτσι το μέτρο της εντροπίας μας εξαρτάται από τις μεταβλητές στις οποίες επιλέγουμε να επικεντρωθούμε. Αυτός ο φυσικός νόμος που αποδεικνύει την ύπαρξη κατεύθυνσης στον χρόνο που μεταβάλλεται δεν είναι ελεύθερος από τη δική μας ανθρώπινη προοπτική.

Η κβαντική πρόκληση στο χρόνο

Αυτό το προοπτικό φαινόμενο του χρόνου είναι σύμφωνο με αυτό που έχουν παρατηρήσει οι επιστήμονες σε κβαντικό επίπεδο. Όταν μελετάτε τη συμπεριφορά ή τις μικρότερες φυσικές ποσότητες που υπάρχουν στο σύμπαν, όπως κάνει ο φυσικός Carlo Rovelli, σύντομα θα βρείτε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για το χρόνο.

«Δεν έχουμε ακόμη μια πειστική και συμφωνημένη θεωρία της βαρύτητας, αλλά στις δοκιμαστικές θεωρίες που έχουμε, ο ίδιος ο χρόνος υφίσταται μάλλον κβαντικές διακυμάνσεις. Έτσι, η συνήθης έννοια του χρόνου δεν ισχύει. Ο απλούστερος τρόπος αντιμετώπισης αυτού είναι να ξεχάσετε ουσιαστικά την έννοια του χρόνου και να γράψετε τις βασικές εξισώσεις του σύμπαντος χωρίς χρόνο. “

Αντ ‘αυτού, η κβαντική φυσική υποδηλώνει ότι η αίσθηση ενός διατεταγμένου, ρέοντος χρόνου μπορεί σαφώς να είναι το αποτέλεσμα της ατομικής μας ανθρώπινης προοπτικής.

«Εντελώς αξιοθαύμαστα, εντελώς εκπληκτικά, αλλά στην πραγματικότητα αρκετά σοκαριστικό, η εξαιρετικά εμφανής διάκριση μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος είναι πραγματικά στατιστική – οφείλεται στην πραγματικότητα μόνο στη θολή αλληλεπίδραση μας με την πραγματικότητα.

Δεν είναι δυνατόν για εμάς να καταγράψουμε όλες τις κβαντικές διακυμάνσεις που συμβαίνουν σε μια στιγμή, έτσι ώστε η αλληλεπίδρασή μας με τον κόσμο γίνεται μερική. Βλέπουμε μια θολή εκδοχή του. Παίρνουμε πράγματα που αναδύονται σε μικροκλίμακα και τα σκεφτόμαστε με όρους των εννοιών που έχουν νόημα για μας. Έτσι σε έναν κόσμο χωρίς χρόνο, φαίνεται να τον δημιουργούμε – και αυτή η διαδικασία είναι πολύ προσωπική.

The Order of Time, του Κάρλο Ροβέλι. Όπως γράφει «Δεν υπάρχει παρελθόν ή μέλλον»

«Μια μεγάλη πτυχή – η βασική πτυχή – του τρόπου με τον οποίο έχουμε αυτήν την αίσθηση του ρέοντας χρόνου, σχετίζεται στην πραγματικότητα με τα συναισθήματά μας. Δεν έχουμε συναισθηματικά ουδέτερη σχέση με το χρόνο. Ο χρόνος περνάει και μας παίρνει τα πράγματα. Μας δίνει ζωή και μας αφαιρεί χρόνο. Υπάρχει λοιπόν ένα μεγάλο συναίσθημα του χρόνου. “

Αυτό όμως αποτελεί τεράστιο πρόβλημα για τη φυσική. Αν το όλο εγχείρημα της επιστήμης είναι να εξηγήσουμε τον κόσμο με τον πιο αντικειμενικό τρόπο, πώς μπορούμε να ανταποκριθούμε σε αυτήν την ιδέα του χρόνου ως μια συναισθηματική κατασκευή;

Στην επιστήμη προσπαθούμε να ξεκαθαρίσουμε από τα συναισθήματα μας – αλλά αν το κάνουμε αυτό, δεν καταλαβαίνουμε τι ώρα είναι. Η κατανόηση του χρόνου, σε μεγάλο βαθμό, γίνεται κατανοώντας τον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε – του τρόπου λειτουργίας του εγκεφάλου και της συνείδησής μας – και γι ‘αυτό το πρόβλημα του χρόνου είναι τόσο συναρπαστικό. “

Για τον Κάρλο Ροβέλι

Ο Ιταλός θεωρητικός φυσικός ζει τώρα στην Μασσαλία, όπου από το 2010 κι έπειτα είναι επικεφαλής της ομάδας κβαντικής βαρύτητας βρόγχων στο Centre de physique théorique. Πριν από αυτό εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ, στις ΗΠΑ, επί μία δεκαετία.

Κάποια στιγμή αποδείχθηκε πως αυτό ήταν το στοιχείο που ξύπνησε το ενδιαφέρον του για την φυσική εν γένει, και συγκεκριμένα για το ζήτημα του χρόνου. “Ήταν μια εξαιρετικά δυνατή εμπειρία που με άγγιξε και διανοητικά” θυμάται. “Μεταξύ των παράξενων φαινομένων ήταν η αίσθηση πως ο χρόνος έχει σταματήσει. Στο μυαλό μου συνέβαιναν πράγματα αλλά το ρολόι δεν προχωρούσε, η ροή του χρόνου δεν κυλούσε πια. Ήταν μια απόλυτη ανατροπή της δομής της πραγματικότητας.” Αναφέρει παραισθήσεις με παραμορφωμένα αντικείμενα, έντονα και εκτυφλωτικά χρώματα, αλλά επίσης θυμάται να αναρωτιέται τι συμβαίνει καθ’ όλη την διάρκεια της εμπειρίας του.

“Και σκέφθηκα: ‘Λοιπόν, πρόκειται για μια ουσία που αλλάζει τα πράγματα στο μυαλό μου. Πως όμως γνωρίζω ότι η συνήθης αντίληψη μου είναι η ορθή, και αυτή είναι λανθασμένη; Αν αυτοί οι δύο τρόποι αντίληψης του κόσμους είναι τόσο διαφορετικοί, τι σημαίνει ότι κάποιος από τους δύο είναι ο σωστός;” Άρχισε να φαντάζεται τον κόσμο, όχι όπως τον έβλεπε καθημερινά, αλλά ως τον ανεξέλεγκτο και κυματοειδή χωροχρόνο που περιέγραφε ο Einstein. Η πραγματικότητα, όπως λέει και ο τίτλος ενός από τα βιβλία του, δεν είναι αυτό που φαίνεται.

Η εργασία του Rovelli ως φυσικού, σε αδρές γραμμές, ασχολείται με το μεγάλο κενό που άφησε αφ’ ενός ο Αϊνστάιν, και αφ’ ετέρου η ανάπτυξη της κβαντικής θεωρίας. Αν η θεωρία της γενικής σχετικότητα περιγράφει έναν κόσμο καμπύλου χωροχρόνου όπου όλα είναι συνεχή, η κβαντική θεωρία περιγράφει έναν κόσμο όπου διακριτές ποσότητες ενέργειας αλληλεπιδρούν. Όπως λέει κι ο ίδιος ο Rovelli, “η κβαντομηχανική δεν μπορεί να ασχοληθεί με την καμπυλότητα του χωροχρόνου, και η γενική σχετικότητα δεν μπορεί να εξηγήσει τα κβάντα”.

Αμφότερες οι θεωρίες είναι επιτυχημένες. Η εμφανής ασυμβατότητα τους όμως αποτελεί ένα άλυτο πρόβλημα και ένας από τους σκοπούς των θεωρητικών φυσικών είναι να αποπειραθούν να κατασκευάσουν ένα θεωρητικό πλαίσιο εντός του οποίου να ισχύουν και οι δύο. Το πεδίο της θεωρίας του βρόγχου του Rovelli, ή αλλιώς κβαντική βαρύτητα βρόγχων, προσφέρει μια πιθανή απάντηση στο πρόβλημα, όπου ο ίδιος ο χωρροχρόνος γίνεται αντιληπτός ως κοκκιώδης, μια λεπτή δομή που αποτελείται από βρόγχους.

Η θεωρία των χορδών προσφέρει ένα άλλο μονοπάτι προς την επίλυση του προβλήματος. Όταν ερωτάται τι πιστεύει για την πιθανότητα να είναι λάθος η δουλειά του στην κβαντική βαρύτητα βρόγχων, εξηγεί ευγενικά πως το να κάνει κάποιος λάθος δεν είναι το ζήτημα, αλλά το να συμμετέχει στην συζήτηση. Κι εξάλλου “Αν ρωτήσεις ποιος διαθέτει την μακρύτερη και πιο εντυπωσιακή λίστα αποτελεσμάτων, αναμφισβήτητα είναι ο Αϊνστάιν. Αν όμως ρωτήσεις ποιος είναι ο επιστήμονας με τα περισσότερα λάθη, και πάλι είναι ο Αϊνστάιν.”

Κι ο χρόνος τι δουλειά έχει εδω; Όπως κατέδειξε κι ο Αϊνστάιν πριν πολλά χρόνια, ο χρόνος είναι σχετικός. Για παράδειγμα ο χρόνος κυλάει βραδύτερα για ένα αντικείμενο που κινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα από κάποιο άλλο.

Στον σχετικό αυτό κόσμο, ένα απόλυτο “τώρα” είναι κάπως άνευ νοήματος. Ο χρόνος λοιπόν δεν είναι μια ξεχωριστή ποιότητα που κυλαέι γύρω μας αδιατάρακτα. Ο χρόνος, όπως λέει ο Rovelli “μέρος μιας πολύπλοκης γεωμετρίας που είναι συνυφασμένη με την γεωμετρία του χώρου”.

Για τον Rovelli, υπάρχουν κι άλλα θέματα: σύμφωνα με την θεωρία του, ο χρόνος αυτός καθεαυτός εξαφανίζεται στο πιο θεμελιώδες επίπεδο. Οι θεωρίες του μας ζητούν να αποδεχθούμε την έννοια πως ο χρόνος δεν είναι παρά μια λειτουργία της δικής μας “θολής” ανθρώπινης αντίληψης. Βλέπουμε τον κόσμο μέσα από ένα θαμπό γυαλί, παρακολουθούμε το θέατρο σκιών στην σπηλιά του Πλάτωνα. Σύμφωνα με τον Rovelli, η αδιαμφισβήτητη εμπειρία του χρόνου συνδέεται άρρηκτα με τον τρόπο που συμπεριφέρεται η θερμότητα. Στο βιβλίο του The Order of Time, αναρωτιέται γιατί είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε μόνο το παρελθόν και όχι το μέλλον. Το κλειδί, όπως αφήνει να εννοηθεί, είναι η μονοκατευθυντήρια ροή θερμότητας από τα ζεστά αντικείμενα προς εκείνα που είναι πιο κρύα. Ένα παγάκι που πέφτει σε μία ζεστή κούπα καφέ θα ψύξει τον καφέ. Η διαδικασία όμως δεν είναι αναστρέψιμη: πρόκειται για μονόδρομο, όπως αποδεικνύεται από τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής.

Ο χρόνος, όπως τον βιώνουμε, είναι επίσης μονόδρομος. Το εξηγεί μάλιστα σε σχέση με την έννοια της εντροπίας -του μέτρου της αταξίας των πραγμάτων. Η εντροπία στο παρελθόν ήταν χαμηλότερη. Η εντροπία στο μέλλον είναι υψηλότερη, υπάρχει μεγαλύτερη αταξία, καθώς υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες. Η τράπουλα του μέλλοντος είναι ανακατεμένη και γι’ αυτό αβέβαιη, σε αντίθεση με την τακτοποιημένη και πιο προβλέψιμη τράπουλα του παρελθόντος. Όμως η εντροπία, η θερμότητα, το παρελθόν και το μέλλον είναι ποιότητες που δεν ανήκουν στην θεμελιώδη γραμματική του κόσμου, αλλά στην δική μας επιφανειακή παρατήρηση του. “Αν παρατηρήσω την κατάσταση των πραγμάτων μικροσκοπικά,” γράφει ο Rovelli, “τότε οι διαφορές μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος εξαφανίζονται…στην στοιχειώδη γραμματική των πραγμάτων δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ αίτιου και αιτιατού.”

Ο Rovelli θεωρεί πως δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ μιας άποψης του σύμπαντος όπου η ανθρώπινη ζωή είναι μικρή και άνευ σημασίας, και τις καθημερινές χαρές και οδύνες μας. Ή μεταξύ της “ψυχρής επιστήμης” και τον εσώτερο, πνευματικό βίο μας. “Είμαστε μέρος της φύσης, κι έτσι η χαρά και η λύπη είναι πτυχές της ίδιας της φύσης, η φύση είναι πολύ πιο πλούσια από ένα μάτσο άτομα και μόρια.”

Σε ένα σημείο του Επτά σύντομα μαθήματα Φυσικής συγκρίνει την φυσική με την ποίηση: και τα δύο προσπαθούν να περιγράψουν το αόρατο. Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς πως η φυσική, όταν εγκαταλείπει την μητρική της γλώσσα των μαθηματικών εξισώσεων, βασίζεται κυρίως σε μεταφορές και αναλογίες.

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος-διαλεκτική του Όλου

Γκέοργκ Χέγκελ: 1770-1831

Το αληθές είναι το Όλο

§1

Είναι κοινός τόπος πως η φιλοσοφία δεν μπορεί να ευδοκιμήσει παρά σε έναν ανοικτό κόσμο. Όσο πιο ανοικτός αποβαίνει ένας τέτοιος κόσμος, τόσο πιο επιτακτικά τείνει να ανταποκρίνεται προς την αλήθεια ως το Όλο. Πώς κατανοείται τούτη η αλήθεια; Μια ιστορικά δικαιωμένη απάντηση μας δίνει σχετικά ο Χέγκελ:

«Το αληθές είναι το Όλο. Αλλά το Όλο είναι μόνο η ουσία που φτάνει στην τελείωσή της μέσα από την ανάπτυξή της. Για το Απόλυτο πρέπει να πούμε ότι ουσιαστικά είναι αποτέλεσμα, ότι στο τέλος μόνο ό,τι είναι στ’ αλήθεια και πως σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται η φύση του, να είναι δηλ. ενεργώς πραγματικό, υποκείμενο ή ένα αυτογίγνεσθαι»

Σε αντίθεση με πολλούς προγενεστέρους του φιλοσόφους, ο Χέγκελ δεν ορίζει την αλήθεια σε τυπική αντίθεση προς το λάθος, προς το ψευδές, αλλά αληθές και ψευδές τα προσδιορίζει σε σχέση με τη διαλεκτική κίνηση ανάμεσα στο όλο και το μέρος Κατά τη διαλεκτική τούτη, το Όλο είναι η μορφή, που δεν παραμένει μια απλώς μορφική, ήτοι τυπική αντίθεση προς κάθε άλλη επιμέρους μορφή, αλλά συνάπτεται εσωτερικά-εννοιολογικά ή ενδολογικά μαζί τους, υπό το νόημα ότι όλες οι επιμέρους μορφές αποτελούν τον πλούτο των ανεπτυγμένων της μορφών· έναν πλούτο, που είναι το συγκεκριμένο εκάστοτε περιεχόμενο της καθολικής μορφής της αλήθειας ως Όλου.

§2

Στον Πρόλογο της Φαινομενολογίας του πνεύματος ο φιλόσοφος παρουσιάζει μια κυριολεκτικά επαναστατική σύλληψη της φιλοσοφίας ως της πιο καθολικής οδοιπορίας του πνεύματος, ως μιας επιτευχθείσας διεργασίας του, κατά την οποία αποκτά νόημα όχι μόνο η παρούσα κατάσταση του πνεύματος αλλά και κάθε προηγούμενο στάδιο ή στιγμή του. Γράφει συγκεκριμένα ο Χέγκελ:

«Το ξεκίνημα του νέου πνεύματος είναι το προϊόν μιας εκτεταμένης ανατροπής πολλών μορφών πολιτισμού, το έπαθλο μιας πορείας πολλαπλά περίπλοκης όσο και μιας πολύμοχθης προσπάθειας. Αυτό το ξεκίνημα είναι το όλο, που από τη διαδοχή του και την εξάπλωσή του επανήλθε στον εαυτό του, είναι η προσκτηθείσα απλή έννοια του όλου. Η πραγματικότητα δε αυτού του απλού όλου βρίσκεται σε εκείνη τη διαδικασία, δια της οποίας εκείνες οι διαμορφώσεις που έγιναν βαθμίδες, αναπτύσσονται εκ νέου και προσδίδουν στον εαυτό τους μια νέα μορφή αλλά μέσα στο νέο τους στοιχείο, με το νέο νόημα που προσέλαβαν».

Το εν λόγω Όλο διαφοροποιείται από το αφηρημένο, φορμαλιστικό Καθολικό, που έχει κάνει αφαίρεση από τις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξής του, τις έχει διαγράψει και δεν τις έχει εσωτερικεύσει. Η αλήθεια είναι το Όλο, που δεν ταυτίζεται με την αφηρημένη καθολικότητα ούτε είναι ένας εμπειρικός σωρός από στοιχεία, στοιβαγμένα εξωτερικά και τυχαία. Απεναντίας είναι ένα συγκεκριμένο Όλο, που συγκροτείται εννοιολογικά, στη βάση της έννοιας ως τέτοιας, που δεν αφήνει τίποτα εκτός εαυτής και εκπτύσσεται κατανοητικά ή ως κατανοητική σκέψη κατά τις επιταγές του Διαλεκτικού Λόγου. Αυτός εδώ ο Λόγος αποτελεί τον πυρήνα της ιδέας και της πράξης της φιλοσοφίας: εισχωρεί στην πολλαπλότητα των διαφορών, των χωρισμών, των διακρίσεων, των εκάστοτε επιμέρους και τα συλλαμβάνει στην εσωτερική τους ενότητα, δηλ. ως ένα ενιαίο Όλο εν-νοημάτων, ως εννοιολογική ταυτότητα υποκειμένου και αντικειμένου. Σε αντίθεση προς αυτή τη φιλοσοφία του Συγκεκριμένου, τη φιλοσοφία του διαλεκτικού και θεωρητικού Λόγου (Vernunftsphilosophie), η φιλοσοφία των αφηρημένων, κενών συγκεκριμένου, δηλ. πνευματικά καθορισμένου περιεχομένου, και παγιωμένων, απόλυτων ως προς τη μορφή διακρίσεων, ικανοποιείται με τον ως άνω εμπειρικό σωρό και συνιστά τη φιλοσοφία της χωριστικής διάνοιας (Verstandesphilosophie).

§3

Κατ’ αυτή τη φιλοσοφία της διάνοιας, που χωρίζει χωρίς να ενώνει, χωρίς να συμφιλιώνει το λογικά πρώτο και το χρονικά ύστερο, η διαφορά ανάμεσα στο όλο και το επιμέρους προσδιορίζεται απλώς εξωτερικά, ήτοι με βάση μόνο την εξωτερική τους μορφή και τη συμπαράθεση τούτης της μορφής. Απεναντίας, το στοιχείο του διαλεκτικού Λόγου, της φιλοσοφικής Έννοιας ή Ιδέας φτάνει στο σημείο να αναιρέσει ή να αρνηθεί τον εαυτό του ως αφηρημένο καθολικό, ως κενό άπειρο, χωριστό από το πεπερασμένου, προκειμένου να μεταβεί στο μερικό και πεπερασμένο και στη συνέχεια να αναιρέσει και πάλι αυτή την άρνηση [: διαλεκτική άρνησης της άρνησης] για να αποκαταστήσει τη συγκεκριμένη ενότητα απείρου και πεπερασμένου, καθολικού και μερικού [: θέση ‒ αντίθεση ‒ κατάφαση, και όχι σύνθεση, όπως έχει επικρατήσει λαθεμένα να λέγεται από πολλούς. Προς την ακριβέστερη κατανόηση μιας τέτοιας διεργασίας και εννοιολογικής σύλληψης του Όλου, ο Χέγκελ αναφέρει το ακόλουθο παράδειγμα:

«Κάποιος που θέλει να φάει φρούτα, αρνείται να φάει κεράσια, αχλάδια ή σταφύλια, επειδή ετούτα είναι κεράσια, αχλάδια ή σταφύλια και όχι φρούτα».

Η λέξη φρούτα είναι η αληθινή έννοια, το εννοιολογικό Όλο, γιατί ως εννοιολογική μορφή είναι εντός του εαυτού της συγκεκριμένη: ανα-λύεται και επιμερίζεται σε συγκεκριμένα περιεχόμενα, δηλ. σε καθορισμένα φρούτα. Το αληθές είναι η ολότητα της έννοιας φρούτα, ήτοι: η έννοια «φρούτα» ως όλο και το άνοιγμα της φιλοσοφίας, ως τέτοιου όλου, δηλ. ως της μιας φιλοσοφίας με τις πολλές επιμέρους αναπτύξεις της, προς τον κόσμο είναι τα επιμέρους φρούτα που διακρίνονται μεταξύ τους και ορίζονται. Σε ένα άλλο σημείο αναφέρει πάλι ο Χέγκελ πως, αν πω «όλα τα ζώα», δεν σημαίνει ότι δικαιούμαι να υποστηρίζω πως «μπορούν να ισοδυναμούν με μια ζωολογία». Το να έχουμε αποκτήσει Γνώση του Όλου υποδηλώνει ότι έχουμε αποκτήσει Γνώση των διάφορων και διαφορετικών του ροπών, πτυχών, βαθμίδων και της καταφατικής τους ενότητας. Έτσι φτάνουμε στην απόλυτη Γνώση, ως τον κόσμο της φιλοσοφικής συνείδησης.

§4

Σε καμιά περίπτωση η ως άνω Γνώση δεν πρέπει να παρερμηνεύεται ως ίδια με την εκάστοτε γνώση των διαφορετικών στοιχείων, που εξετάζονται χωριστά και αποκομμένα ή απομονωμένα μεταξύ τους και συγκροτούν ένα αθροιστικό όλο ή σύνολο της εμπειρικής τους ενικότητας και κανένα αληθές Όλο, δηλ. εννοιολογικό-συγκεκριμένο και εν-Νοηματικό. Η απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen) είναι η φιλοσοφική Γνώση ‒που ανα-συλ-λέγεται ως ολοκλήρωση της εποποιίας της συνείδησης, την εκδίπλωση της οποίας συνιστά ή παρουσιάζει η Φαινομενολογία του πνεύματος‒ και δεν έχει διόλου σχέση με οποιαδήποτε τυπική πολυμάθεια, με οποιαδήποτε διδασκόμενη λόγια Γνώση, δηλ. με ένα άθροισμα εξωτερικά συσσωρευμένων γνώσεων πληροφοριακής ή άλλης υφής. Π.χ. μπορεί κανείς να γνωρίζει όλες τις πρωτεύουσες, τα λιμάνια, τις σημαίες κ.λπ. των κρατών του κόσμου, αλλά με αυτές τις γνώσεις δεν σημαίνει ότι γνωρίζει τη γεωγραφία. Η απόλυτη Γνώση, ως φιλοσοφική αλήθεια του Όλου, δεν είναι απόλυτη ή καθολική γνώση με την κοινή έννοια του όρου ως γνώση όλων των πραγμάτων, δηλ. ως ποσοτική γνώση, αλλά η Γνώση που έχει απελευθερωθεί ‒καταπώς μας λέει και η ετυμολογική παραγωγή του Απόλυτου [=του λελυμένου από τα δεσμά/τις δεσμεύσεις/τους περιορισμούς του]‒ από τις περιοριστικές μορφές της καθημερινής, αφιλοσόφητης γνώσης. Η απόλυτη Γνώση ως η αληθινή ολότητα, ως η φιλοσοφική Αλήθεια δεν μπορεί να ανθήσει στις σκονισμένες αίθουσες μορφωτικών ή πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, όπου συνήθως κυριαρχούν διορισμένες ασημαντότητες αφιλοσόφητων διδασκόντων, πλην ορισμένων φωτεινών εξαιρέσεων. Αντιθέτως ενυπάρχει ως αυτογίγνεσθαι και αναπτύσσεται ως η συνείδηση, η επίγνωση, ως μεταστοχασμός της εν Έργω Πραγματικότητας του ανθρώπου.

Πλάτων, Συμπόσιον: το εγκώμιο του Αλκιβιάδη για τον Σωκράτη

ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ

Στο Συμπόσιον ο Πλάτων προφανώς θέλει, παρά τις επιφυλάξεις της Διοτίμας, να παρουσιάσει τον Σωκράτη ως άνθρωπο που, στις καλύτερες στιγμές του, έφτασε μόνος του στη «θέαση», και γι’ αυτό ακριβώς δίνει με ολόκληρη τη συμπεριφορά του την εντύπωση στους συνανθρώπους του ότι, αν και περιφέρεται μέσα στον κόσμο τους, δεν ανήκει εκεί. Η στενή αντιστοιχία της πορείας που περιγράφει η Διοτίμα προς την «ένωση» με την υπέρτατη πραγματικότητα και της σταδιοδρομίας που αποδίδει αλλού ο Πλάτων στον ήρωά του θα αρκούσε για να συμπεράνουμε τουλάχιστον ότι ο Σωκράτης διαγράφει σταθερά την πορεία αυτή. Εύλογα, θα ήταν άτοπο να εμφανιστεί να κομπάζει για το υπέρτατο αυτό επίτευγμα. Γι’ αυτό εισάγεται εδώ ο Αλκιβιάδης, το κατεξοχήν ζωντανό παράδειγμα του «φιλόδοξου βίου». Από την πασίγνωστη αφήγησή του για την εντύπωση που του έκανε ο Σωκράτης στα χρόνια της στενή τους συναναστροφής και από την επίδραση που εξακολουθούν να ασκούν στη συνείδηση και τη φαντασία του οι αναμνήσεις του εκείνες, συμπεραίνουμε αυτό που θα ήταν αδύνατο να ειπωθεί αλλιώς, ότι δηλαδή ο Σωκράτης «είδε», και η θέασή του αυτή σημάδεψε ολόκληρη τη σχέση του με τον κόσμο. Ίσως, υπάρχει και μια παραπέρα σκέψη στο νου του Πλάτωνα. Ο Σωκράτης θα μπορούσαμε να πούμε, είναι άνθρωπος που απαρνήθηκε τον κόσμο για να βρει την προσωπική του αιώνια «ζωή». Αντίθετα, ο Αλκιβιάδης, προικισμένος από τη φύση με όλα τα χαρίσματα που χρειάζονται για τη «φιλοσοφία», ευάλωτος όμως στις επιθυμίες της σάρκας της επίδειξης και της φιλοδοξίας, είναι άνθρωπος που ίσως θα «έβλεπε», αν το ήθελε, αλλά πραγματοποίησε τη «μεγάλη άρνηση»: αρνήθηκε την πραγματικότητα για χάρη της σκιάς. Διάλεξε τον κόσμο – και έχει όλα όσα ο κόσμος μπορεί να προσφέρει. Οι δύο τύποι μας παρουσιάζονται ο ένας δίπλα στον άλλον, και ακούμε τον εραστή των εγκοσμίων, στο αποκορύφωμα του θριάμβου του, να ομολογεί ότι διάλεξε τον κατώτερο ρόλο. Περιττεύει να επιμείνουμε εδώ στο εγκώμιο του Αλκιβιάδη για τον Σωκράτη (215a-22b), σημαντικό για την κατανόηση των χαρακτήρων τους, αλλά όχι της σωκρατικής ή της πλατωνικής φιλοσοφίας. Μας δείχνει τον Σωκράτη να ακολουθεί έμπρακτα την οδό του προσκυνήματος που περιέγραψε η Διοτίμα. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί, για να αποφευχθούν μερικές περίεργες παρανοήσεις, ότι η πασίγνωστη αφήγηση του Αλκιβιάδη για το πώς θέλησε να βάλει σε «πειρασμό» τον Σωκράτη (216d-219d) αφορά την εποχή στην οποία ο Αλκιβιάδης, που πολέμησε ως ιππέας στην Ποτίδαια το 431-430, ήταν ακόμα σχεδόν παιδί (217). Το συμβάν πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ του 440 και του 435, δηλαδή λίγο μετά τα τριάντα του Σωκράτη. Άρα αξίζει να σημειωθεί ότι από τότε ήταν τόσο φημισμένος για τη σοφία του, ώστε ο Αλκιβιάδης δεν θεωρούσε κανένα αντίτιμο υπερβολικό προκειμένου να «ακούσει όλο όσα ήξερε». Επίσης, νομίζω, πρέπει να αναγνωρίσουμε, συμφωνώντας με τον Burnet, ότι η εμφαντική περιγραφή της εικοσιτετράωρης «έκστασης» του Σωκράτη στην Ποτίδαια (220c-d) προβάλει την «έκσταση» αυτή ως τον εξαιρετικότερη εμπειρία της ζωής του, εμπειρία που σημάδεψε ανεξίτηλα το μέλλον του. Κατά τα άλλα, η αξιοσημείωτη ικανότητα του Σωκράτη να προσαρμόζεται φαινομενικά στον τόνο και στα ήθη του εγκόσμιου βίου, φροντίζοντας ωστόσο παράλληλα να δείχνει άμοχθα ότι αγγίζει συνεχώς τον άλλο, «αόρατο» κόσμο ταυτόχρονα τόσο κοντινό και τόσο απόμακρο, αποτελεί ένα από χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα των μεγάλων «οραματιστών» 

Το τέλος του συμποσίου

Σχετικά με τη σκηνή του γλεντιού, με την οποία τελειώνει το «συμπόσιο», χρειάζεται μόνο να παρατηρήσω το εξής: μαθαίνουμε (223d) ότι, τα χαράματα, οι μόνοι από την συντροφιά που μπορούσαν ακόμα να συζητούν ήταν ο Σωκράτης, ο Αριστοφάνης και ο Αγάθων. Ο Αριστόδημος άφησε τον Σωκράτη να προσπαθεί να πείσει τους δύο δραματουργούς ότι όποιος έχει την τέχνην να γράψει τραγωδίες μπορεί επίσης να γράψει κωμωδίες.

Πολύ επινοητικότητα έχει σπαταληθεί για την ερμηνεία αυτός της παρατήρησης. Το πραγματικό νόημα είναι εξόφθαλμο. Ο Σωκράτης, όπως ξέρουμε, απέρριπτε την κοινή άποψη ότι οι ποιητές είναι σοφοί και τα δημιουργήματα τους προϊόντα συνειδητής «τέχνης». Πίστευε ότι χρειάζεται «ιδιοφυία» και «έμπνευση», αφού αδυνατούν να εξηγήσουν οι ίδιοι ακόμα και τις πιο πετυχημένες τους δημιουργίες. Εδώ λοιπόν θέλει να πει ότι η ανικανότητα του Αγάθωνα να γράψει κωμωδίες και του Αριστοφάνη να γράψει τραγωδίες αποδεικνύει ότι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είναι σοφοί που εργάζονται βάσει της συνείδησης κατοχής μιας «τέχνης»· αποτελούν και οι δύο όργανα ενός «πνεύματος» που τους καταλαμβάνει, όχι κύριους και χειριστές ενός εργαλείου. Στην πραγματικότητα, το χωρίο αυτό πρέπει να αναφέρεται ως παράδειγμα όσων λέει ο Σωκράτης στην Απολογία για τις μάταιες προσπάθειες να «διαψεύσει το χρησμό» βρίσκοντας ένα σοφόν ανάμεσα στους ποιητές. Και εδώ αποτυγχάνει: οι δύο ακροατές του, μισοκοιμισμένοι μετά την ολονύχτια διασκέδαση, «δεν τον παρακολουθούν απόλυτα» (ον σφόδρα επομένους νυστάζειν, 223d 6).

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (2.13.1-2.13.8)

[2.13.1] Δαρεῖος δὲ τὴν μὲν νύκτα ξὺν ὀλίγοις τοῖς ἀμφ᾽ αὐτὸν ἔφυγε, τῇ δὲ ἡμέρᾳ ἀναλαμβάνων ἀεὶ τῶν τε Περσῶν τοὺς διασωθέντας ἐκ τῆς μάχης καὶ τῶν ξένων τῶν μισθοφόρων, ἐς τετρακισχιλίους ἔχων τοὺς πάντας, ὡς ἐπὶ Θάψακόν τε πόλιν καὶ τὸν Εὐφράτην ποταμὸν σπουδῇ ἤλαυνεν, ὡς τάχιστα μέσον αὑτοῦ τε καὶ Ἀλεξάνδρου τὸν Εὐφράτην ποιῆσαι. [2.13.2] Ἀμύντας δὲ ὁ Ἀντιόχου καὶ Θυμώνδας ὁ Μέντορος καὶ Ἀριστομήδης ὁ Φεραῖος καὶ Βιάνωρ ὁ Ἀκαρνάν, ξυμπάντες οὗτοι αὐτόμολοι, μετὰ τῶν ἀμφ᾽ αὐτοὺς στρατιωτῶν ὡς ὀκτακισχιλίων εὐθὺς ὡς τεταγμένοι ἦσαν κατὰ τὰ ὄρη φεύγοντες ἀφίκοντο ἐς Τρίπολιν τῆς Φοινίκης· [2.13.3] καὶ ἐνταῦθα καταλαβόντες τὰς ναῦς νενεωλκημένας ἐφ᾽ ὧν πρόσθεν ἐκ Λέσβου διακεκομισμένοι ἦσαν, τούτων ὅσαι μὲν ἱκαναί σφισιν ἐς τὴν κομιδὴν ἐδόκουν, ταύτας καθελκύσαντες, τὰς δὲ ἄλλας αὐτοῦ ἐν τοῖς νεωρίοις κατακαύσαντες, ὡς μὴ παρασχεῖν ταχεῖαν σφῶν τὴν δίωξιν, ἐπὶ Κύπρου ἔφευγον καὶ ἐκεῖθεν εἰς Αἴγυπτον, ἵναπερ ὀλίγον ὕστερον πολυπραγμονῶν τι Ἀμύντας ἀποθνήσκει ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων.
[2.13.4] Φαρνάβαζος δὲ καὶ Αὐτοφραδάτης τέως μὲν περὶ τὴν Χίον διέτριβον· καταστήσαντες δὲ φρουρὰν τῆς Χίου τὰς μέν τινας τῶν νεῶν ἐς Κῶν καὶ Ἁλικαρνασσὸν ἔστειλαν, αὐτοὶ δὲ ἑκατὸν ναυσὶ ταῖς ἄριστα πλεούσαις ἀναγ‹αγ›όμενοι ἐς Σίφνον κατέσχον. καὶ παρ᾽ αὐτοὺς ἀφικνεῖται Ἆγις ὁ Λακεδαιμονίων βασιλεὺς ἐπὶ μιᾶς τριήρους, χρήματά τε αἰτήσων ἐς τὸν πόλεμον καὶ δύναμιν ναυτικήν τε καὶ πεζικὴν ὅσην πλείστην ἀξιώσων συμπέμψαι οἱ ἐς τὴν Πελοπόννησον. [2.13.5] καὶ ἐν τούτῳ ἀγγελία αὐτοῖς ἔρχεται τῆς μάχης τῆς πρὸς Ἰσσῷ γενομένης. ἐκπλαγέντες δὲ πρὸς τὰ ἐξαγγελθέντα Φαρνάβαζος μὲν σὺν δώδεκα τριήρεσι καὶ τῶν μισθοφόρων ξένων ξὺν χιλίοις καὶ πεντακοσίοις ἐπὶ Χίου ἐστάλη, δείσας μή τι πρὸς τὴν ἀγγελίαν τῆς ἥττης οἱ Χῖοι νεωτερίσωσιν. [2.13.6] Ἆγις δὲ παρ᾽ Αὐτοφραδάτου τάλαντα ἀργυρίου λαβὼν τριάκοντα καὶ τριήρεις δέκα, ταύτας μὲν Ἱππίαν ἄξοντα ἀποστέλλει παρὰ τὸν ἀδελφὸν τὸν αὑτοῦ Ἀγησίλαον ἐπὶ Ταίναρον· καὶ παραγγέλλειν ἐκέλευσεν Ἀγησιλάῳ, διδόντα τοῖς ναύταις ἐντελῆ τὸν μισθὸν πλεῖν τὴν ταχίστην ἐπὶ Κρήτης, ὡς τὰ ἐκεῖ καταστησόμενον. αὐτὸς δὲ τότε μὲν αὐτοῦ ἐν ταῖς νήσοις ὑπέμενεν, ὕστερον δὲ εἰς Ἁλικαρνασσὸν παρ᾽ Αὐτοφραδάτην ἀφίκετο.
[2.13.7] Ἀλέξανδρος δὲ σατράπην μὲν Συρίᾳ τῇ κοιλῇ Μένωνα τὸν Κερδίμμα ἐπέταξε δοὺς αὐτῷ εἰς φυλακὴν τῆς χώρας τοὺς τῶν ξυμμάχων ἱππέας, αὐτὸς δὲ ἐπὶ Φοινίκης ᾔει. καὶ ἀπαντᾷ αὐτῷ κατὰ τὴν ὁδὸν Στράτων ὁ Γηροστράτου παῖς τοῦ Ἀραδίων τε καὶ τῶν Ἀράδῳ προσοίκων βασιλέως· ὁ δὲ Γηρόστρατος αὐτὸς μετ᾽ Αὐτοφραδάτου ἔπλει ἐπὶ τῶν νεῶν, καὶ οἱ ἄλλοι οἵ τε τῶν Φοινίκων καὶ οἱ τῶν Κυπρίων βασιλεῖς καὶ αὐτοὶ Αὐτοφραδάτῃ ξυνέπλεον. [2.13.8] Στράτων δὲ Ἀλεξάνδρῳ ἐντυχὼν στεφανοῖ χρυσῷ στεφάνῳ αὐτὸν καὶ τήν τε Ἄραδον αὐτῷ τὴν νῆσον καὶ τὴν Μάραθον τὴν καταντικρὺ τῆς Ἀράδου ἐν τῇ ἠπείρῳ ᾠκισμένην, πόλιν μεγάλην καὶ εὐδαίμονα, καὶ Σιγῶνα καὶ Μαριάμμην πόλιν καὶ τἆλλα ὅσα τῆς σφῶν ἐπικρατείας ἐνδίδωσιν.

***
[2.13.1] Ο Δαρείος με λίγους άνδρες του διέφυγε μέσα στη νύχτα και μόλις ξημέρωσε, αφού πήρε μαζί του όσους Πέρσες και ξένους μισθοφόρους διασώθηκαν από τη μάχη, όλους-όλους περίπου τέσσερις χιλιάδες, κατευθύνθηκε με βιασύνη προς την πόλη Θάψακο και τον ποταμό Ευφράτη, για να καταστήσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, τον Ευφράτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτόν και τον Αλέξανδρο. [2.13.2] Ο Αμύντας εξάλλου, ο γιος του Αντιόχου, ο Θυμώνδας, ο γιος του Μέντορα, ο Αριστομήδης ο Φεραίος και ο Βιάνωρ ο Ακαρνάνας, που είχαν όλοι αυτομολήσει, με τους οκτώ περίπου χιλιάδες άνδρες τους κατέφυγαν αμέσως, συνταγμένοι όπως ήταν, στα βουνά και έφθασαν στην Τρίπολη της Φοινίκης. [2.13.3] Εκεί βρήκαν τραβηγμένα έξω στη στεριά τα πλοία που τους είχαν προηγουμένως μεταφέρει από τη Λέσβο· από αυτά έριξαν στη θάλασσα όσα νόμισαν ότι τους ήταν αρκετά για να διαφύγουν και, αφού έκαψαν τα υπόλοιπα εκεί στον ναύσταθμο, για να μην μπορούν οι Μακεδόνες να τους καταδιώξουν γρήγορα, κατέφυγαν στην Κύπρο και από εκεί στην Αίγυπτο, όπου λίγο αργότερα οι ντόπιοι σκότωσαν τον Αμύντα, επειδή ανακατευόταν στα εσωτερικά τους ζητήματα.
[2.13.4] Στο μεταξύ ο Φαρνάβαζος και ο Αυτοφραδάτης παρέμεναν στη Χίο, όπου, αφού τοποθέτησαν φρουρά, έστειλαν μερικά από τα πλοία τους στην Κω και την Αλικαρνασσό, ενώ οι ίδιοι με τα εκατό πιο ταχύπλοα πλοία τους ανοίχτηκαν στη θάλασσα και κατέπλευσαν στη Σίφνο. Ο Άγις, ο βασιλιάς των Λακεδαιμονίων, έπλευσε με μια τριήρη προς αυτούς να τους ζητήσει χρήματα για τον πόλεμο και συγχρόνως να αξιώσει να του στείλουν στην Πελοπόννησο τη μεγαλύτερη δυνατή ναυτική και πεζική δύναμη. [2.13.5] Στο μεταξύ έφθασε η είδηση για τη μάχη που είχε γίνει στην Ισσό. Επειδή ανησύχησαν πολύ με την είδηση, ο Φαρνάβαζος κατευθύνθηκε προς τη Χίο με δώδεκα πολεμικά πλοία και χίλιους πεντακόσιους ξένους μισθοφόρους, γιατί φοβήθηκε μήπως οι Χιώτες επαναστατήσουν, μόλις πληροφορηθούν την ήττα της Ισσού. [2.13.6] Αφού ο Άγις πήρε τριάντα αργυρά τάλαντα και δέκα πολεμικά πλοία από τον Αυτοφραδάτη, έστειλε τον Ιππία να τα φέρει στον αδελφό του τον Αγησίλαο στο Ταίναρο· τον διέταξε επίσης να παραγγείλει στον Αγησίλαο να πληρώσει στο ακέραιο τον μισθό των ναυτών και να πλεύσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στην Κρήτη, για να αποκαταστήσει εκεί τα πράγματα. Ο ίδιος παρέμεινε για την ώρα στα νησιά και έπειτα έπλευσε στην Αλικαρνασσό προς τον Αυτοφραδάτη.
[2.13.7] Ο Αλέξανδρος διόρισε τον Μένωνα, τον γιο του Κερδίμμα, σατράπη της Κοίλης Συρίας, αφού του έδωσε τους ιππείς των συμμάχων για τη φρούρηση της περιοχής· ο ίδιος βάδισε προς τη Φοινίκη. Στον δρόμο τον συνάντησε ο Στράτων, ο γιος του Γηρόστρατου, του βασιλιά των Αραδίων, καθώς και όσων κατοικούσαν κοντά στην Άραδο· ο Γηρόστρατος ο ίδιος, καθώς και οι άλλοι βασιλείς των Φοινίκων και των Κυπρίων έπλεαν με τον στόλο τους μαζί με τον Αυτοφραδάτη. [2.13.8] Μόλις ο Στράτων συνάντησε τον Αλέξανδρο, τον στεφάνωσε με χρυσό στεφάνι και του παρέδωσε τη νήσο Άραδο και τη Μάραθο, που βρισκόταν απέναντι στην Άραδο, στη στεριά, και ήταν μεγάλη και πλούσια πόλη· του παρέδωσε επίσης τη Σιγώνα και την πόλη Μαριάμμη, καθώς και όλα τα άλλα μέρη που εξουσίαζε.