Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Η σταύρωση τού Ιησού - Ένα προβληματικό, αλλά και συνάμα... βολικό σενάριο

«Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» - Ένας πανικόβλητος θεός, ή με το στανιό «σωτήρας»


Μετά το τέλος της τελετής του Μυστικού Δείπνου, ο Ιησούς δεν αναπαύεται για το υπόλοιπο της νύχτας, όπως θα ήταν φυσιολογικό, στο ανώγειο όπου δείπνησε, αλλά βγαίνει μαζί με τους μαθητές του, που μετά απ’ το δείπνο νυστάζουν αφόρητα και πηγαίνει στο προσυμφωνημένο σημείο της σύλληψής του, δηλαδή στο διπλανό αλσύλλιο ή «όρος» (λόφο) των ελαίων όπως θέλει ο Λουκάς (Οι υπόλοιποι ευαγγελιστές στέλνουν τον Ιησού στο χωριό Γεσθημανή).

Εκεί όμως, ενώ οι μαθητές του, μετά το πλούσιο γεύμα δεν μπορούν να ξαγρυπνήσουν μαζί του, ο Ιησούς βρίσκεται μόνος και αντιμέτωπος με τα περιορισμένα ψυχικά του αποθέματα! Αδημονεί κυριολεκτικά μέχρι θανάτου και η αφήγηση σημειώνει τον απίστευτο βαθμό της μικροψυχίας του: «Και ήρξατο εκθαμβείσθαι (να θολώνει, να συνταράσσεται) και να αδημονεί και λέγει εις αυτούς (τους μαθητές του) περίλυπος είναι η ψυχή μου έως θανάτου…. Μονολογεί λέγοντας στους μισοκοιμισμένους πλέον μαθητές του κάτι που αφορά κυρίως τον ίδιο: «Το μεν πνεύμα πρόθυμον η δε σαρξ ασθενής… Και αφού απομακρύνθηκε λίγο, έπεσε με το πρόσωπο στη γη (εικόνα απαράδεκτη για «θεό», με το πρόσωπο κολλημένο στο έδαφος άρχισε να παρακαλάει προσευχόμενος) Πάτερ μου, ει δυνατόν εστίν παρελθέτω (ας απομακρυνθεί) απ’ εμού το ποτήριον τούτο» ( Ματθαίος 26: 39 και Μάρκος 14: 32-41). Ο Μάρκος γράφει: «Έπιπτε επί της γης και προσηύχετο… Και έλεγε: Αββά (Αββάς: ο γέρων ο πατήρ) ο πατήρ, πάντα δυνατά σοι, παρένεγκε (απομάκρυνε) το ποτήριον τούτο απ’ εμού» (Μάρκος 14: 36).

Απ’ την ίδια την διατύπωση καταλαβαίνουμε ότι ο «Χρισμένος» εννοούσε απολύτως όσα έλεγε! Και ο τελευταίος παρατηρητής θα καταλάβαινε ότι ο πρωταγωνιστής αυτής της υπόθεσης έχει πλέον πρόβλημα! Οι δύο ευαγγελιστές (Ματθαίος και Μάρκος) με σαφήνεια περιγράφουν, ότι αυτή η αντίδραση του Ιησού, δεν ήταν μια φευγαλέα στιγμή ανησυχίας ή ένα επιφανειακό αίτημα πανικού, αλλά μια παράκληση που επαναλήφθηκε επίμονα και συστηματικά τρεις φορές: «Πάλιν εκ δευτέρου προσευχήθη λέγων. Πάτερ μου εάν είναι δυνατόν, να παρέλθει τούτο το ποτήριον (δοκιμασία) απ’ εμού, χωρίς να πιω αυτό… και προσευχήθη και τρίτη φορά ειπών τον αυτόν λόγον (τρίτη δηλαδή φορά με την ίδια παράκληση)» (Ματθαίος 26: 44. και Μάρκος 14: 41).

Όταν ένα τέτοιο αίτημα απορριφθεί τρεις φορές, δεν έχει νόημα να ξαναδοκιμάσεις. Μάλιστα, φυσιολογικά, η πρώτη και μοναδική φορά, θα έπρεπε να ήταν υπεραρκετή, αν αυτός που απορρίπτει το αίτημά σου είναι πράγματι ο ίδιος Θεός. Με τις τρεις όμως επαναλαμβανόμενες φορές και τα προσκυνήματα έως εδάφους, καταλαβαίνουμε πως ο Χριστός, είναι κυριολεκτικά πανικόβλητος και δεν προσεύχεται στον Θεό, (δηλαδή στον εαυτό του) αλλά συνομιλεί με κάποιον ή κάποιους, ζητώντας φορτικά και επιμόνως να τροποποιηθεί το προκαθορισμένο δραματικό και επικίνδυνο τέλος της ιστορίας του.

Ο Ιωάννης (που υποτίθεται πως ήταν παρών) συμπληρώνει την εικόνα τού εντελώς πανικόβλητου Ιησού, βάζοντας όπως θα δείτε σε μια φαινομενικά ανεξήγητα αντεστραμμένη σειρά τις ψυχικές μεταπτώσεις του Ιησού: «Φανερώθηκε τότε σ’ αυτόν άγγελος Κυρίου ενισχύων αυτόν και (εδώ προσέξτε την αντιστροφή των εξελίξεων… μετά απ’ την «ενίσχυση» αυτή του αγγέλου, ο Ιησούς) γενόμενος εν αγωνία εκτενέστερον προσηύχετο. Εγένετο δε ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην» (Λουκάς 22: 43-44).

Παράξενο… Πραγματικά ανεξήγητο! Ο Ιησούς κατέρρευσε εντελώς μετά την «ενίσχυση» που δέχθηκε από τον «ουρανόσταλτο άγγελο»! Ποια εξήγηση χωράει άραγε σ’ αυτό;

Ερώτηση: Γιατί κλαίει και οδύρεται ο Ιησούς μπροστά στην υποτιθέμενη θυσία του;

Ποιος άνθρωπος θα μάτωνε στο κλάμα και θα ζητούσε τρεις φορές απ’ τον οποιονδήποτε θεό, να αποφύγει την σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας, τη στιγμή μάλιστα που γνώριζε πως λίγες ώρες μετά θα αναστηθεί;

Ποιος άνθρωπος με στοιχειώδη αισθήματα, δεν θα αντάλλαζε ευχαρίστως λίγες ώρες δικής του νεκροφάνειας, με την πανανθρώπινη σωτηρία, αλλά βαλαντώνει στο κλάμα, για να μην περάσει αυτός λίγες ώρες ταλαιπωρίας πριν ανανήψει;

Ένας καταϊδρωμένος γιος θεού, ακόμα και για τα αλληγορικά ακροβατικά της θεολογίας, είναι μια ανεξήγητη εικόνα πανικόβλητου σωτήρα! Μα επιτέλους, τι ακριβώς ζητούσε ο Ιησούς παρακαλώντας τρεις φορές να μην πιει εκείνο το ποτήρι, Μα φυσικά να μην σταυρωθεί! Κανένα άλλο «ποτήρι» δεν υπήρχε μπροστά του! Ένας θεός όμως, δεν μπορεί να έχει τέτοια συμπεριφορά ακραίας αγωνίας, μπροστά στην εκτέλεση του πανανθρώπινου σωτηριακού σκοπού του...
Δηλαδή, αυτός ο «θεός»… παραλίγο να μη μας «σώσει»!...

Κατά πως όλα δείχνουν, αυτός που τελικά μας έσωσε, πρέπει να ήταν ο ανώνυμος εκείνος άγγελος που την τελευταία στιγμή τον πίεσε (ενίσχυσε) να το κάνει. Τι να υποθέσουμε κι εμείς οι απλοϊκοί, που μας εκνευρίζει αφάνταστα η σκέψη ότι μετά από εκατομμύρια χρόνια μοναξιάς, τον πλανήτη μας επισκέφθηκε επιτέλους με σωτηριακή διάθεση ένας αληθινός θεός και την τελευταία στιγμή, όχι μόνο το ξανασκέφτηκε αλλά σχεδόν του επέβαλαν να πιει το ποτήρι της σωτηρίας μας;

Οι θεολόγοι μας λένε, πως εκεί εμφανίσθηκε η ανθρώπινη πλευρά του! Μα δεν διαφωνούμε καθόλου, ακριβώς αυτή είναι που μας φαίνεται εντελώς απαράδεκτη! Τι σόι θεάνθρωπος είναι αυτός, που διστάζει και οδυρόμενος παρακαλάει να μη πιει το πικρό θυσιαστικό ποτήρι της σωτηρίας μιας ολόκληρης ανθρωπότητας, με τίμημα όχι τον δικό του απόλυτο αφανισμό, αλλά μια εξαιρετικά σύντομη ταλαιπωρία;

Στην διάρκεια της καταγεγραμμένης ανθρώπινης ιστορίας, γνωρίσαμε αμέτρητους απλούς, εύθραυστους, θνητούς ήρωες, που συντρίφτηκαν καρτερικά στην εκτέλεση του καθήκοντός τους, για πολύ μικρότερα ιδανικά, χωρίς ούτε για μια στιγμή να καταδεχθούν να επιδείξουν κανέναν φόβο ή να παρακαλέσουν να παρέλθει το οποιοδήποτε ποτήρι της θυσίας τους! Γιατί αυτός ο δήθεν θεόσταλτος ήρωας δίστασε τόσο;

Κατά την θεολογία, ο θάνατος του Ιησού ήταν προϋπόθεση σωτηρίας. Κατ’ αυτήν ο Ιησούς δεν ήταν ένας απλός Εβραίος μαραγκός, αλλά ένας θεάνθρωπος. Δηλαδή: «Ένας τέλειος θεός και ταυτόχρονα ένας τέλειος άνθρωπος». Φαίνεται όμως, πως ο συνδυασμός των δύο αυτών τελειοτήτων, δημιουργεί συναισθηματική αστάθεια και ενώ ο φορτωμένος τελειότητες ήρωάς μας, ήρθε αποφασισμένος να μας σώσει, τελευταία στιγμή, το ξανασκεφτόταν ιδροκοπώντας μέχρις «αίματος» (Κάποιοι έσπευσαν να βεβαιώσουν και την ύπαρξη του ματωμένου ιδρώτα! Μα συγκρατηθείτε λίγο! Η ίδια η αφήγηση γράφει: «ίδρως ωσεί [σαν] θρόμβοι αίματος». Είναι λοιπόν σχήμα λόγου χάριν έμφασης και όχι πραγματικό αίμα στον ιδρώτα).

Θεολογικά, με τον προσωρινό «θάνατό» του, ο Ιησούς θα έσωζε ολόκληρη την ανθρωπότητα… Κι όμως φαίνεται πως ο Ιησούς δεν αντέχει ούτε ένα τέτοιο τρισένδοξο θυσιαστικό «ποτήρι». Μα τότε…ποιο «ποτήρι» επιτέλους θα του φαινόταν ευκολότερο να πιει; Δηλαδή, αιώνες τώρα, λατρεύουμε για θεό μας, κάποιον που μέχρι τελευταία στιγμή, παρακαλούσε απεγνωσμένα… να μη μας σώσει;!

Τελικά, ποιόν και γιατί παρακαλάει: «Ει δυνατόν εστίν παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο»; (Ματθαίος 26: 39). Ποιός θεός, αν όχι ο ίδιος θα αποφάσιζε αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν ή όχι; Και γιατί θεός ων δεν γνώριζε τι ήταν δυνατόν και τι όχι; Μήπως η ευλύγιστη θεολογική φαντασία, δύο χιλιετίες μετά, βρήκε το βαθύτερο νόημα της τριπλής αυτής παράκλησης του Θεού…προς τον εαυτό του;

Το ερώτημα είναι τόσο τραγελαφικό και ταυτόχρονα τόσο καυτό, που ήταν μάλλον αναμενόμενο, η διαχρονική θεολογία (πατρολογία) να φλυαρεί συστηματικά επ’ αυτού!. Πολλοί προσπάθησαν να ψελλίσουν κάποια αγαθόστριφτη ερμηνεία, για την ανεξήγητα έντονη αυτή αντίρρηση του Ιησού, να πιει το «ποτήρι» της σταύρωσής του, χωρίς όμως να καταφέρουν να βρουν μια ικανοποιητική απάντηση. Προσπαθώντας να απαντήσει σε παρόμοιες ερωτήσεις του Κέλσου, ο Ωριγένης γράφει ότι: «Το της κολάσεως ποτήριον (το ποτήρι του βασανισμού ήταν) η εγκατάλειψη (απ’ τον Θεό) του Ιουδαϊκού έθνους» (Κατά Κέλσου 25: 30).

Αξιοθρήνητα θεολογικά αερολογήματα, που δεν στηρίζονται πουθενά και όμως τα επανέλαβαν πολλοί θεολόγοι! (Ο Επιφάνιος γράφει: «Επειδή έμελλε διά του Ισραήλ να παραδοθεί, λυπούμενος το σπέρμα του Αβραάμ είπε αυτόν τον λόγο». [Haer 3.209.3-8-5] ). Δηλαδή, ο Ιησούς δεν ήθελε να προχωρήσει στην σταύρωση και την ανάστασή του, που θα έσωζε όλους τους ανθρώπους, για να μην απορριφθεί το σπέρμα του Αβραάμ και χαθεί το έθνος του Ισραήλ!

Όμως, γνωρίζουμε ότι με την δημιουργία του Χριστιανισμού, κάθε άλλο παρά εγκατάλειψη του ιουδαϊκού έθνους υπήρξε. Απεναντίας, οι πρώτοι που έγιναν μαζικά χριστιανοί, ήταν το σπέρμα του Αβραάμ, αφού οι ενημερωμένοι Ιουδαίοι κατάλαβαν την μοναδική ευκαιρία που είχαν πλέον, να προσεγγίσουν μέσα απ’ τον Χριστιανισμό, τα ισχυρά κέντρα αποφάσεων και ιστορικών εξελίξεων ώστε να κάνουν επιτέλους το όνειρο του Αβραάμ πραγματικότητα. Μάλιστα στηριζόμενος απολύτως στην Παλαιά Διαθήκη, ο Χριστιανισμός έδωσε στο έθνος αυτό, απίστευτες ευκαιρίες διεθνοποίησης της εβραϊκής ιστορίας και θεολογίας, κάνοντας παγκοσμίως γνωστό, ένα ασήμαντο μέχρι τότε θρησκευτικά και πολιτικά έθνος.

Η εξήγηση λοιπόν πρέπει υποχρεωτικά να είναι άλλη.

Ο επιστρατευμένος (χρισμένος) ήρωάς μας, λίγο πριν απ’ την δυσκολότερη καμπή της ιστορίας του, μας έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο! Απλώς δεν άντεχε να σταυρωθεί ούτε εικονικά! Οι αντιδράσεις του εκείνο το βράδυ, μας παρέδωσαν την σαφέστερη διαβεβαίωση, ότι ο συγκεκριμένος σωτήρας, δεν έχει καμία σχέση με σωτηριακά ιδανικά, ούτε είχε καμία σχέση με τους ουρανούς, γιατί ολοφάνερα δεν βιαζόταν καθόλου να επιστρέψει σ’ αυτούς.

Αναρίθμητοι απλοί άνθρωποι, αν διαβεβαιωθούν ότι με την αυτοθυσία τους θα επιτελέσουν παγκόσμιο σωτηρικό έργο…και μόνο για το έπαθλο της εξαιρετικής τους υστεροφημίας, θα “έπιναν” ευχαρίστως, ένα τέτοιο ένδοξο “ποτήρι″! Μάλιστα ολόκληρες στρατιές ηρώων, πηγαίνουν να πολεμήσουν μέχρι θανάτου, για πολύ μικρότερα ανταλλάγματα! Όμως, ήταν πια ολοφάνερο. Αυτός ο σωτήρας…τελευταία στιγμή κάτι είχε πάθει...

Ποιοι συνέλαβαν και δίκασαν τον Ιησού;

Τα κλαψουρίσματα του «σωτήρα», θα ακολουθήσει η σύλληψή του από τους Ρωμαίους, μετά από την -γεμάτη ερωτηματικά- «προδοσία» του Ιούδα. Ως εκ του θαύματος, ο Ιησούς φαίνεται πλέον πιο...θαρραλέος και αποφασισμένος: «Θα πιώ το ποτήρι που μου έδωσε ο Πατέρας» (Ιωάννης 18: 11).

Σύμφωνα λοιπόν με τον Ιωάννη, τον Ιησού συνέλαβαν όπως ήταν φυσικό οι ρωμαϊκές αρχές και φυσικά ουδέποτε τον παρέδωσαν στους Ιουδαίους για να δικαστεί. Όμως, αντίθετα από τον Ιωάννη, οι τρεις πρώτοι ευαγγελιστές, δεν αναφέρουν καθόλου τους Ρωμαίους στρατιώτες. Και οι τρεις ομόφωνα αναφέρουν, ότι τον Ιησού πήγαν να συλλάβουν: «Ο Ιούδας μαζί με ένα πλήθος ανθρώπων, οπλισμένων με μαχαίρια και ρόπαλα, σταλμένοι απ’ τους αρχιερείς και πρεσβύτερους του συνεδρίου» (Ματθαίος 26: 47, Μάρκος 14: 43, Λουκάς 22: 47). «Αυτοί δε (δηλαδή ο όχλος) που τον έπιασαν τον παρέδωσαν στον αρχιερέα Καϊάφα όπου και συνήχθησαν οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι» (Ματθαίος 26:57).

Το φυσικότερο βέβαια είναι, την σύλληψη μέσα στη νύχτα, να έκαναν οι μόνες αρμόδιες αρχές του τόπου, δηλαδή οι Ρωμαίοι, οι όποιοι όμως ουδέποτε θα παρέδιδαν τον κρατούμενό τους στους Ιουδαίους για να δικαστεί πρώτα απ’ αυτούς. Προφανώς ο Ιησούς συνελήφθη και κρατήθηκε για το υπόλοιπο της νύχτας στο φρουραρχείο, ώστε το πρωί να δικαστεί απ’ τον Ρωμαίο έπαρχο Πιλάτο!

Τα περί δίκης λοιπόν και ακροάσεων από τον αρχιερέα Άννα, Καϊάφα και Ηρώδη μέσα στην μαύρη νύχτα, είναι εντελώς φανταστικά και δεν θα μας απασχολήσουν, διότι ολοφάνερα είναι κατοπινά εφευρήματα, που μοναδικό σκοπό είχαν να περιπλέξουν την αρχική απλότητα του σεναρίου και να αυξήσουν την δραματικότητα των παθών του Ιησού!

Ένα είναι σίγουρο, οι ρωμαϊκές αρχές ουδέποτε θα συναποφάσιζαν για τα συμφέροντα της Ρώμης, με τα εντελώς αναρμόδια θεοκρατικά δικαστήρια των υπόδουλων Εβραίων. Μια τέτοια ανάμειξη λοιπόν εξουσιών, είναι εξόφθαλμα αδιανόητη. Απ’ την στιγμή που οι Ρωμαίοι είχαν λόγους κινητοποίησης και ανάμειξης, σημαίνει ότι οι κατηγορίες για τις οποίες συνελήφθη ο Ιησούς, δεν ήταν θεολογικές, αλλά κατηγορίες πιθανής υπονόμευσης της ρωμαϊκής εξουσίας και έναν τέτοιο κατηγορούμενο, οι Ρωμαίοι δεν θα τον παρέδιδαν ποτέ σε κανέναν άλλον να δικαστεί, παρά μόνο στον ίδιο τον Ρωμαίο έπαρχο, δηλαδή τον Πιλάτο!

Πράγματι: «Πρωίας γενομένης…παρέδωσαν τον Ιησού στον ηγεμόνα Πιλάτο» (Ματθαίος 27: 1-2). Είναι φυσικά ανώφελο να προσπαθήσουμε από τους διαλόγους της ανάκρισης να βγάλουμε συγκεκριμένο συμπέρασμα για την πραγματική μορφή της κατηγορίας και την διεξαγωγή της δίκης. Σωστά ο Μάρκος παρατηρεί αόριστα πως «οι αρχιερείς τον κατηγορούσαν για πολλά» (Μάρκος.13: 3).

Από την ερώτηση όμως του Πιλάτου προς τον Ιησού, «είσαι εσύ ο βασιλεύς των Ιουδαίων;» (Ματθαίος 27: 21), μπορούμε να υποθέσουμε ότι η βασική κατηγόρια εναντίον του, ήταν πράγματι σχετική με ενδεχόμενη στάση κατά της ρωμαϊκής φρουράς στην Ιερουσαλήμ. Όμως ο έπαρχος Πιλάτος, έμπειρος διοικητής, γρήγορα κατάλαβε ότι μπροστά του δεν είχε έναν άνθρωπο που ετοίμαζε ένοπλη στάση! Τίποτε από όσα μπορούσε να ελέγξει, δεν συνηγορούσε σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Ο Πιλάτος δεν άργησε να διακρίνει «ότι από φθόνο τον είχαν παραδώσει» (Μάρκος 13: 10). Μπροστά του είχε έναν κατασκευασμένο ένοχο, από ένα φθονερό ιερατείο, που τον ήθελε οπωσδήποτε νεκρό, για λόγους που ο Πιλάτος αδυνατούσε να υποθέσει. Προσπάθησε λοιπόν να αφήσει ελεύθερο τον συκοφαντημένο θεραπευτή, αλλά συνάντησε σφοδρότατη αντίδραση ακόμα κι από τον κατευθυνόμενο όχλο έξω από το πραιτώριο: «Οι δε ιερείς ξεσήκωναν τα πλήθη…φωνάζοντας σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον» Μάρκος 15: 11-14).

Το ιερατείο, οι μοναδικοί κατήγοροι του Ιησού, επιτέθησαν με σοβαρά σενάρια αντιρωμαϊκής συνωμοσίας: «Τον πιάσαμε να ξεσηκώνει τον λαό μας, να τον εμποδίζει να πληρώνει φόρους στον Καίσαρα και να ισχυρίζεται πως είναι ο βασιλιάς Μεσσίας» (Λουκάς 23: 2).

Οι κατηγορίες αν και αναληθείς, ήταν σοβαρές, αφού υπονοούσαν στάση κατά της Ρώμης. Πουθενά όμως δεν υπήρχαν αποδείξεις ικανές, να πείσουν τον Πιλάτο, πως ο αμίλητος άνθρωπος που είχε μπροστά του ήταν ένοχος, στασιασμού κατά της Ρώμης. Ούτε καν οι δραματικές καταγγελίες του καταδότη Ιούδα, δεν είχαν στο παραμικρό επαληθευθεί. Στον λόφο της σύλληψης, ο Ιησούς ήταν άοπλος και σχεδόν μόνος, δεν αντιστάθηκε καθόλου και δεν έδωσε ούτε μια στιγμή την εικόνα κάποιου που ετοίμαζε ένοπλη στάση κατά της πόλης! Υπέθεσε λοιπόν σωστά, ότι ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά του, ήταν θύμα του φαρισαϊκού θεοκρατικού φθόνου!

Παραδόξως ακόμα και ο ίδιος ο Ιησούς, με την σιωπή του, διευκόλυνε την γρήγορη καταδίκη του, αφού δεν έδινε καμία υπερασπιστική απάντηση στις ερωτήσεις του Πιλάτου: «Ουδέν απεκρίνετο… και ουκ απεκρίθη προς αυτώ ουδέν» (Ματθαίος 27: 12-14), γι' αυτό και «ο Πιλάτος απόρησε πολύ γι' αυτό» (Ματθαίος 27: 14).

Ο Πιλάτος, όταν διέκρινε ότι δεν συντρέχουν λόγοι ανησυχίας για την ρωμαϊκή τάξη και ασφάλεια, δοκίμασε κατ’ επανάληψη να ξεφορτωθεί την ευθύνη μιας άδικης καταδίκης. Αν εξαιρέσουμε την περίπτωση του Βαραββά, που είναι φανερά επινοημένη, (Ο Βαραββάς κατηγορείται: «δια στάσιν [δηλαδή επανάσταση] και φόνον βεβλημένος εις φυλακήν» [Λουκάς 23: 25]. Ουδέποτε ο Πιλάτος θα απελευθέρωνε, έναν τέτοιον αποδεδειγμένο επαναστάτη, διακινδυνεύοντας την πολιτική του φήμη) σύμφωνα με το κείμενο, ο Πιλάτος θέλοντας να ξεφορτωθεί την ευθύνη, ζήτησε απ’ τους κατήγορούς του ιερείς, να θανατώσουν οι ίδιοι τον Ιησού (Ιωάννης 19: 6). Αυτοί όμως αρνήθηκαν μια τέτοια εξέλιξη, επιμένοντας στην σταύρωση και όχι στον λιθοβολισμό.

Παρ’ όλα αυτά, ο Πιλάτος που είχε φήμη πεισματώδους ανθρώπου, δεν έλεγε να εγκρίνει το επαναλαμβανόμενο δόλιο αίτημα της σταύρωσης... Το ιερατείο όμως, πέρασε στην τελική αντεπίθεση, αυτή του ωμού εκβιασμού. Έβαλαν λοιπόν τον κατευθυνόμενο απ’ αυτούς όχλο να κραυγάζει: «Όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλέα (όπως κατηγόρησαν τον Ιησού ότι έκανε) είναι εχθρός του Καίσαρα. Εάν τον ελευθερώσεις δεν θα είσαι πια φίλος του Καίσαρος» (Ιωάννης 19: 12). Αυτός ο εκβιασμός, ήταν εντελώς ξεκάθαρος. Αν τολμούσε να τον αθωώσει, η είδηση θα έφθανε απ’ αυτούς στον ίδιο τον Καίσαρα, με τον ξεκάθαρο υπαινιγμό, ότι δεν υπερασπίστηκε τα συμφέροντα της Ρώμης, από έναν επίδοξο κινηματία, που ήδη έφερε θρασύτητα και δημοσίως τον τίτλο του βασιλιά των Ιουδαίων.

Ο Πιλάτος καταλάβαινε πολύ καλά τον σοβαρό εκβιασμό το όνομα του Πιλάτου την περίοδο εκείνη, σχετιζόταν ήδη επικίνδυνα με τον ισχυρότερο στρατιωτικό της Ρώμης, κάποιον Αΐλιο Σηιανό (Aelius Sejanus) που όμως βρέθηκε ένοχος συνωμοσίας εναντίον του αυτοκράτορα, εξορίστηκε και στην συνέχεια θανατώθηκε μαζί με πολλούς άλλους συνωμότες (535) από τον αυτοκράτορα Τιβέριο.

Η πολιτική φήμη του Πιλάτου λοιπόν, κρεμόταν ήδη από μια κλωστή και οι Φαρισαίοι φαίνεται πως το γνώριζαν αυτό καλύτερα από τον καθένα. Ο Πιλάτος δεν θα άντεχε την παραμικρή αντιρωμαϊκή αναφορά στο όνομα του. Έτσι, «ακούσας λοιπόν ο Πιλάτος τούτον τον λόγον, έφερε έξω τον Ιησού και εκάθησε… ήτο δε Παρασκευή του Πάσχα και ώρα περίπου έκτη και λέγει προς τους Ιουδαίους. Ιδού ο βασιλεύς σας. Οι δε εκραύγαζον λέγοντες…άρον άρον σταύρωσον αυτόν, τότε λοιπόν παρέδωκε αυτόν διά να σταυρωθεί» (Ιωάννης 19: 13-16).

Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο που ο Πιλάτος παρέδωσε αμέσως τον Ιησού στην εκτέλεση της ποινής, πράγμα που δείχνει ότι από την μεριά των Φαρισαίων, υπήρξε ιδιαίτερη απαίτηση, άμεσης εκτέλεσης του Ιησού προ της τελετής, με το προφανές πρόσχημα, ότι μόνο έτσι θα αποφευχθούν τα ενδεχομένως προσχεδιασμένα επεισόδια απ’ τους οπαδούς του κινηματία Ιησού, που σκοπό τους είχαν να αιματοκυλήσουν την επικείμενη τελετή. Αυτήν την απαίτηση των ιερέων, φαίνεται να βοήθησε αποτελεσματικά ο υποκινούμενος όχλος, με την ασταμάτητα επαναλαμβανόμενη ιαχή: «άρον, άρον (κουβαλήστε τον γρήγορα, τώρα) σταύρωσον αυτόν!».

Τα βασανιστήρια του Ιησού

 Ο Ιησούς παραδόθηκε για σταύρωση με έκδηλη την προσωπική συμπάθεια του Πιλάτου στο πρόσωπό του. Κάτω λοιπόν απ’ αυτές τις συνθήκες καταδίκης, η ρωμαϊκή φρουρά, που από κοντά παρακολουθούσε τις εξελίξεις, είναι εντελώς απίθανο να κακοποίησε με οποιονδήποτε τρόπο, τον αδίκως καταδικασμένο σε θάνατο Ιησού.

Παρ’ όλα αυτά, η αφήγηση θέλοντας να δραματοποιήσει τα πάθη του Ιησού, διαπρέπει ξανά σε ολοφάνερες σκόπιμες παραποιήσεις, βάζοντας τους αμέτοχους σ’ αυτή την υπόθεση Ρωμαίους στρατιώτες, να περιπαίζουν, να μαστιγώνουν και να πλέκουν και τον εντελώς φανταστικό εκείνον ακάνθινο στέφανο.

Μάλιστα η εντελώς μυθιστορηματική προέλευση των δήθεν βασανισμών του Ιησού απ’ τους Ρωμαίους, γίνεται φανερή απ’ το γεγονός, ότι ο Ιησούς βασανίζεται από αυτούς, πριν από την καταδίκη του. Ο Ιησούς φοράει ήδη τον ακάνθινο στέφανο, πολύ πριν ακόμα κριθεί ένοχος και καταδικαστεί: «Εξήλθε (ο Πιλάτος) προς τους Ιουδαίους λέγοντας. Εγώ ουδεμία αιτία (ενοχής) ευρίσκω. Έφερε δε έξω τον Ιησού φορώντας τον ακάνθινον στέφανο…» (Ιωάννης19: 1-5).

Πώς είναι δυνατόν οι Ρωμαίοι στρατιώτες να κακοποίησαν τον Ιησού, και να του φόρεσαν οποιονδήποτε ακάνθινο στέφανο, ενώ ο αρχηγός τους ο Πιλάτος τον θεωρούσε εντελώς αθώο, πάσχιζε αγωνιωδώς να τον αθωώσει και είχε καταλήξει μετά από φανερό εκβιασμό στην άδικη αυτή καταδικαστική απόφαση;

Το πιθανότερο λοιπόν είναι, ότι τα περί βασανισμών του Ιησού δεν αληθεύουν. Όχι μόνο γιατί τα αγκάθια δεν θα ήταν τόσο εύκολο να βρεθούν, δίπλα στο πεντακάθαρο από αγκάθια πραιτόριο, (όπως δικαιολογημένα γράφουν άλλοι ερευνητές) αλλά κυρίως, γιατί οι Ρωμαίοι στρατιώτες, δεν ήταν όχλος, αλλά στρατιώτες που εκτελούσαν μόνο εντολές. Όταν ο αρχηγός της φρουράς, ο Πιλάτος, έκρινε κατά επανάληψη αθώο τον Ιησού, τότε ολόκληρη η φρουρά γνώριζε ήδη, ότι ο Ιησούς ήταν θύμα φαρισαϊκής σκευωρίας. Συνεπώς όχι μόνο καμιά εντολή βασανισμών δεν θα μπορούσε να υπάρχει, αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο προσωπικό κίνητρο ήταν δυνατόν να έχουν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, για να κακοποιήσουν κάποιον, που ποτέ δεν στράφηκε εναντίον τους και ο ίδιος ο αρχηγός τους, τον έκρινε απολύτως αθώο. Απεναντίας, είχαν κάθε λόγο να φερθούν με συμπάθεια, στον εμφανώς αδίκως καταδικασθέντα Ιησού.

Σε κάθε περίπτωση, το μαστίγωμα δεν θα μπορούσε να είναι εξοντωτικό, καθώς η έκθεση του κατάδικου σε κοινή θέα, προς μακροχρόνιο παραδειγματισμό, σωφρονισμό και εκφοβισμό ήταν η βασική αιτία επιλογής της σταύρωσης. Η σταυρική τιμωρία δεν έχει στόχο την άμεση τιμωρία του καταδικασμένου (δηλαδή τον απλό θάνατο του εγκληματία) αλλά τον μακροχρόνιο βασανισμό του, προς παραδειγματισμό και εκφοβισμό των υπολοίπων.

«Ώρα έκτη έως ενάτη»

Οι περισσότεροι πιστοί, νομίζουν επίσης ότι η σταύρωση του Ιησού κράτησε ατελείωτες ώρες ίσως και μέρες! Αγνοούν ότι η συγκεκριμένη σταύρωση είναι η συντομότερη όλων των εποχών, με τον Ιησού να σημειώνει το σκανδαλώδες ρεκόρ σύντομης παραμονής στον σταυρό!

Αν τα εκατομμύρια των πιστών δεν ζούσαν σε καθεστώς απόλυτης κατήχησης, θα καταλάβαιναν αμέσως, ότι αυτή η προκλητική (το πολύ δίωρη) παραμονή του Ιησού στον σταυρό, από μόνη της στοιχειοθετεί την πλέον αντικειμενική αφορμή σφοδρής αμφισβήτησης κάθε αυθεντικότητας της συγκεκριμένης «ανάστασης». Μάλιστα οι υποψίες εκτινάσσονται κυριολεκτικά στα ύψη, αν στην όλη εικόνα προσθέσουμε την απολύτως ύποπτη χρήση αναισθητικού (ναρκωτικού-καρωτικού) «όξους», που κατά την σαφή ομολογία της αφήγησης, (Ιωάννης 19: 30) προηγείται ακριβώς πριν από τον ολοφάνερα εικονικό θάνατο του Ιησού.

Κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη λοιπόν (που ήταν και ο μόνος «αυτόπτης» μάρτυρας) απ’ την εξαγγελία της σταυρικής απόφασης του Πιλάτου (στο Πραιτόριο), μέχρι τον θάνατο του Ιησού στο σταυρό, μεσολαβούν μόνο τρεις ώρες. Απ’ το τρίωρο αυτό πρέπει να αφαιρέσετε τον χρόνο της όποιας κακοποίησής του, τον χρόνο που φορτωμένος τον σταυρό περπάτησε μέχρι τον Γολγοθά, καθώς και τις προετοιμασίες της σταύρωσης. Μετά απ’ αυτά... μένει σε σας να αποφασίσετε πόσος είναι ο υπολειπόμενος χρόνος παραμονής του Ιησού επί του σταυρού.

Για τον χρόνο που ελήφθη η απόφαση της εκτέλεσής του διαβάζουμε: «Ήταν δε Παρασκευή του Πάσχα και η ώρα περίπου έκτη. Λέγει δε ο Πιλάτος στους Ιουδαίους: Να ο βασιλιάς σας. Τότε εκείνοι άρχισαν να φωνάζουν: Άρον άρον σταύρωσον αυτόν… Τότε ο Πιλάτος παρέδωσε τον Ιησού να σταυρωθεί» (Ιωάννης 19: 14-16).

Για το χρόνο θανάτου πάνω στον σταυρό, διαβάζουμε ότι: «Περί δε την ενάτην ώραν ανεβόησεν ο Ιησούς λέγων: Ηλί, ηλί λαμά σαβαχθανί (Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;). Τινές δε των εκεί εστηκότων (παρισταμένων) έλεγον, τον Ηλία φωνάζει και ευθέως τις (κάποιος) εξ αυτών, λαβών τον σπόγγον και γεμίσας αυτόν (όξος) περιθέσας (τον σπόγγον) εις κάλαμον επότιζεν αυτόν. Ο δε Ιησούς… (δηλαδή αμέσως μετά το πότισμα του σπόγγου και περί την ενάτην ώραν,) άφηκε το πνεύμα» (Ματθαίος 27: 45-50).

Ο Μάρκος (15: 33-37) επαναλαμβάνει αυτολεξεί τα ίδια ακριβώς. Ο δε Λουκάς (23: 44-46) επιβεβαιώνει την ενάτη ώρα ως την στιγμή του θανάτου του Ιησού.

Κατά την ομόφωνη λοιπόν γνώμη των τριών πρώτων ευαγγελιστών, (ο Ιωάννης δεν αναφέρει καθόλου ώρα «θανάτου») ο Ιησούς παρέδωσε το πνεύμα στον «Πατέρα» του «περί ώρας ενάτης» (Ματθαίος 27: 45, Μάρκος 15: 34, Λουκάς 23: 44). Όμως, πριν από τρεις μόνο ώρες, δηλαδή «περί ώρας έκτης» (Ιωάννης 19: 14-16), ο Ιησούς βρισκόταν ακόμα στο πραιτώριο του Πιλάτου και μέχρι την σταύρωση του (πάντα κατά την αφήγηση), μεσολάβησαν ακόμα τα εξής χρονοβόρα γεγονότα: Οι Ιουδαίοι επέβαλαν με την οχλαγωγία τους την καταδικαστική απόφαση. Ο Πιλάτος τον παράδωσε στην φρουρά. Οι φρουροί (κατά την αφήγηση) τον περιέπαιξαν φορώντας του χλαμύδα και τον προσκυνούσαν περιπαικτικά. Στην συνέχεια τον έντυσαν ξανά με τα δικά του ρούχα, του φόρτωσαν τον σταυρό και τον οδήγησαν εκτός πόλεως στον δρόμο προς τον Γολγοθά.

Σταύρωση… με οδική βοήθεια

Το ότι ο Ιησούς δεν ήταν τόσο εξαντλημένος ή ετοιμοθάνατος από βαρύτατες κακώσεις που του προκάλεσε το μαστίγωμα (φραγγέλωμα), γίνεται φανερό απ’ το γεγονός ότι μπορεί και σηκώνει μόνος του το βάρος του σταυρού (18 έως 30 κιλά) στο μεγαλύτερο μέρος των περίπου 500 έως 600 μέτρων που διανύει. Βέβαια, καθ’ οδόν συμβαίνει κάτι αναπάντεχο: Ο Ιησούς (ο τέλειος άνθρωπος) και όχι οι δυο αμαρτωλοί συνοδοιπόροι του (που λογικά, επίσης μαστιγώθηκαν), σταμάτησε κουρασμένος και τον σταυρό ανέλαβε κάποιος Σίμων Κυρηναίος.

Τι παράξενη εξέλιξη! Ο άνθρωπος που ήρθε να σώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα, πρώτα τρεις φορές αρνείται μετά δακρύων την αποστολή του (στον κήπο της Γεσθημανής) και τώρα καταδέχεται ένας άλλος να του κουβαλήσει το φορτίο...

Και σαν μην φτάνει μόνο αυτό, ενώ ο Σίμων o Κυρηναίος κουβαλάει τον σταυρό του, ο Ιησούς όχι μόνο δεν χρειάζεται κάποια περίθαλψη, αλλά στήνει «πηγαδάκι» με γυναίκες: «Εκεί ο Ιησούς κοντοστάθηκε ξανά και μίλησε με κάποιες γυναίκες, λέγοντας πως έπρεπε να κλαίνε για τα δικά τους παιδιά και όχι για τον ίδιο» (Λουκάς 23: 28).

Το πρώτο πράγμα που συμβαίνει στον Γολγοθά, στον τόπο της σταύρωσης, είναι ότι οι Ρωμαίοι επιχειρούν να δώσουν στον Ιησού να πιει, ένα χαλαρωτικό οίνο πριν τον σταυρώσουν: «Και φέρουσιν αυτόν επί τον Γολγοθάν και έδιδον εις αυτόν να πιει οίνον μεμιγμένον με σμύρνα ("εσμυρνισμένον οίνον") αλλ’ εκείνος δεν έλαβε και (μετά απ’ αυτό) εσταύρωσαν αυτόν» (Μάρκος 15: 23).

Καρφώθηκε ή δέθηκε επί ξύλου ο Ιησούς;

Σύμφωνα με τον Σουηδό ακαδημαϊκό, ευαγγελιστή ιερέα και μελετητή της Καινής Διαθήκης, Γκούναρ Σάμιουελσον, οι Γραφές δεν λένε πως ο Ιησούς σταυρώθηκε. Στην πραγματικότητα, υποστηρίζει, το αρχικό κείμενο στα ελληνικά αποκαλύπτει μόνο πως ο Ιησούς κουβάλησε «κάποιο μηχάνημα βασανιστηρίων ή εκτελεστικό όργανο» σε έναν λόφο πάνω στο οποίο «κρεμάστηκε» και πέθανε.

Ο Σάμιουελσον, βασίζει τον ισχυρισμό του στην μελέτη αρχαίων κειμένων 900 ετών στις αρχικές γλώσσες τους -εβραϊκά, λατινικά και ελληνικά, την γλώσσα της Καινής Διαθήκης. Για 3 χρόνια μελετούσε 12 ώρες την ημέρα, λέει, και ανακάλυψε πως η κρίσιμη λέξη που συνήθως μεταφράζεται σαν "σταυρώνω" δεν σημαίνει απαραίτητα αυτό.

«Παραδόθηκε για να σταυρωθεί» λέει ο Σάμιουελσον για τον Ιησού, χρησιμοποιώντας τα ελληνικά της Βίβλου σαν επιχείρημα. Την εποχή που οι απόστολοι Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς και Ιωάννης έγραφαν τα ευαγγέλιά τους, αυτή η λέξη είχε την έννοια «κρεμάω», υποστηρίζει ο θεολόγος. «Αυτή η λέξη χρησιμοποιείται υπό μια ευρύτερη έννοια από τη "σταύρωση"... Αναφέρεται στον απαγχονισμό, στο δέσιμο των κλημάτων σε έναν αμπελώνα και σε διάφορους άλλους τρόπους κρεμάσματος...».

Η λέξη «σταυρός» είναι αρχαιότατη, την αναφέρει (σταυροίσιν) ακόμα και ο Όμηρος στην Ιλιάδα (24.453).

Ο Ηρόδοτος δείχνει ότι πρόκειται για παλούκι: «Την δε κεφαλήν (του νεκρού) ανασταυρούσι» (Herodotus 4.103.6). Δηλαδή παλούκωναν τα κεφάλια των ηττώμενων στρατιωτών.

Οι Εγκυκλοπαίδειες αναφέρουν:

«Σταυρός: όρθιος πάσσαλος παλούκι» (Ελευθερουδάκης)

«Η λέξη σταυρός με αρχική σημασία "μακρύ ξύλο, στημένο όρθιο, παλούκι, πάσσαλος"» (ΠΑΠΥΡΟΣ-LAROUS-BRITANNIΚA).

«Σταυροί λέγονται τα ορθά και απωξυμμένα (μυτερά) ξύλα» (Μέγα ετυμολογικό 125.30).

Η λέξη αυτή όμως, όπως σωστά επισημαίνει ο Σάμιουελσον, επιβεβαιώνοντας τις σχετικές υποψίες μας, παραπέμπει περισσότερο σε δέσιμο του θύματος (πάνω σε έναν όρθιο πάσαλο) παρά στο κάρφωμα του πάνω σ΄ αυτόν. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που τρεις ευαγγελιστές δεν κάνουν λόγο καθόλου για ανάλογα σημάδια και πληγές στα χεριά του Ιησού. Το πιθανότερο λοιπόν είναι ότι ο Ιησούς της βιβλικής αφήγησης, δέθηκε σε έναν πάσσαλο ή κρεμάστηκε όπως οι παρακείμενοι κακούργοι, (Λουκάς 23: 39 και Πράξεις 5: 30) με αντιστήριγμα στα πόδια ή ανάμεσα στα σκέλη.

Τί έγραφε η πινακίδα στο σταυρό;
Στα χριστιανικά ευαγγέλια αναφέρονται οι εξής εκδοχές για την πινακίδα στο σταυρό του Ιησού:
 
  • «Kαι πάνω από το κεφάλι του τοποθέτησαν γραπτή την αιτία της καταδίκης του: «AYTOΣ EINAI O IHΣOYΣ, O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Ματθ. 27,37) 
  • «H αιτία επίσης της καταδίκης του ήταν διατυπωμένη σε επιγραφή, τοποθετημένη από πάνω του: «O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Μάρκ. 15,26) 
  • «Yπήρχε μάλιστα και μια επιγραφή από πάνω του, γραμμένη με γράμματα ελληνικά, ρωμαϊκά και εβραϊκά: «AYTOΣ EINAI O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Λουκ. 23,38) 
  • «Έγραψε και μια επιγραφή ο Πιλάτος και την τοποθέτησε πάνω στο σταυρό. H επιγραφή έλεγε: «O IHΣOYΣ O NAZΩPAIOΣ, O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Ιωάν. 19,19)
 
Οι τρεις πρώτες εκδοχές για το περιεχόμενο της πινακίδας περίπου συμφωνούν. Στην τέταρτη (Ιωάννης) αναφέρεται όμως ότι στην πινακίδα συμπεριλαμβανόταν και η καταγωγή του Ιησού από τη Ναζαρέτ.
 
Καταρχάς μια τεχνική παρατήρηση: Αν πράγματι η πινακίδα περιείχε το μήνυμα που αναφέρεται στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο σε τρεις γλώσσες (ελληνικά, ρωμαϊκά, εβραϊκά), η πινακίδα θα πρέπει να ήταν τεράστια, αφού διαβαζόταν από μια απόσταση 5-10 μέτρων. Αλλά αυτό δεν είναι σημαντικό!
Πολύ σμαντικότερο είναι ότι, όπως έχει ξαναγραφεί, μια πόλη της Παλαιστίνης και συγκεκριμένα της Γαλιλαίας με το όνομα Ναζαρέτ δεν υπήρξε ποτέ πριν και κατά τη διάρκεια της ζωής του Ιησού και παρουσιάζεται για πρώτη φορά μέσα από τα Ευαγγέλια. Η πόλη αυτή φαίνεται να «ιδρύθηκε» από τους χριστιανούς θεολόγους και αναφέρεται στις ιστορικές πηγές περί τον 3ο μ.Χ. αιώνα.
 
Στα ιστορικά έργα του Ιώσηπου Φλάβιου, ο οποίος ήταν αρχιστράτηγος των γαλιλαιϊκών στρατευμάτων στην εξέγερση κατά της Ρώμης και ο οποίος, είχε συλληφθεί και κρατηθεί αιχμάλωτος από το έτος 67 μ.Χ., δεν αναφέρεται πουθενά αυτή η πόλη, αν και τα στρατεύματά του στρατοπέδευαν στην περιοχή της μετέπειτα Ναζαρέτ. Κατά τις συγκρούσεις για την κατάληψη της γειτονικής πόλης Sepphoris, η οποία απείχε μερικά χιλιόμετρα από τον οικισμό που ονομάστηκε αργότερα Ναζαρέτ, έπρεπε να αποτελεί αυτή η Ναζαρέτ από στρατηγικής σκοπιάς σημείο οπισθοχώρησης ή στρατοπέδευσης των στρατευμάτων του.
 
Μία πόλη Garis, 5 χλμ. νοτιοανατολικά της Sepphoris, που δεν υπάρχει πια και αναφέρεται πράγματι από τον Ιώσηπο (Βιβλίο 3, Κεφάλαιο 6,3) ως τοποθεσία του στρατοπέδου του, βρίσκεται ακριβώς στη θέση που υπάρχει η μεταγενέστερα αναφερόμενη Ναζαρέτ. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι σίγουρα μέχρι το 70 μ.Χ. δεν φαίνεται να υπήρχε κατ” όνομα μια πόλη Ναζαρέτ.
 
Αλλά και στους προηγούμενους αιώνες, στην π.Χ. εποχή, πουθενά δεν υπάρχει αναφορά στην πόλη αυτή. Στην Π.Δ., η οποία αποτελεί την πολιτική και θρησκευτική ιστορία του ιουδαϊκού λαού, γίνεται αναφορά σε χιλιάδες πόλεις, χωριά και οικισμούς, πολλά ονόματα που έπαψαν να αναφέρονται κατά τη μεταγενέστερη εποχή. Όμως, σε κανένα σημείο της Π.Δ. δεν αναφέρεται κάποιος οικισμός που θα μπορούσε να ταυτιστεί κατ” όνομα ή λόγω ιστορικών γεγονότων με την πόλη που ονομάστηκε Ναζαρέτ. Άρα τυχόν εικασίες ότι μπορεί να υπήρχε παλαιότερα το όνομα Ναζαρέτ, να περιέπεσε για δεκαετίες ή και αιώνες στη λήθη και να επανήλθε αργότερα, δεν ευσταθούν.
 
Το Ταλμούδ, μια συλλογή ιουδαϊκών νόμων που γράφτηκε μετά τα χριστιανικά ευαγγέλια (3ος αι.), αναφέρει πολλούς μικρούς και μεγάλους γαλιλαιϊκούς οικισμούς, αλλά ούτε μία φορά τη Ναζαρέτ. Γενικότερα, ουδείς ιστορικός ή άλλος συγγραφέας, πριν ή λίγο μετά τον Ιησού, έχει αναφέρει ποτέ το όνομα αυτής της πόλης. Η μόνη «πηγή» που «ιδρύει» και περιγράφει τη Ναζαρέτ, είναι η χριστιανική παράδοση, στην οποία αναφέρεται ακόμα ότι εκεί υπήρχε και συναγωγή, άρα θα έπρεπε να είναι ένας μεγαλύτερος οικισμός και όχι μια μικρή ομάδα κατοικιών ή ένας σταθμός αγροτικής παραγωγής.
 
Παραμένει λοιπόν ανεξήγητο, πώς είναι δυνατόν να υπήρχε στο σταυρό του Ιησού επιγραφή σε τρεις γλώσσες που αναφερόταν σε μια πόλη, η οποία δεν υπήρχε καν εκείνη την εποχή ή πριν από αυτήν. Και πώς αναφέρεται αυτή η πόλη στα Eυαγγέλια που λέγεται ότι γράφτηκαν μέσα στον 1ο αιώνα, αλλά δεν αναφέρεται στο Ταλμούδ που γράφτηκε δύο αιώνες αργότερα;
 
Κατά μία «αιρετική» εκδοχή ο χαρακτηρισμός Ναζωραίος (ή αλλιώς Ναζηραίς ή Ναζηραίος) σήμαινε στα εβραϊκά ο κεχρισμένος. Επειδή όμως οι θεόπνευστοι πατέρες του χριστιανισμού δεν κατανοούσαν αυτή τη λέξη, νόμισαν ότι ήταν προσδιορισμός με τοπική-εθνική σημασία και «κατασκεύασαν» μια πόλη Ναζαρέτ. Τότε όμως, πώς αναφέρονται στα ευαγγέλια ο Ιησούς, αλλά και ο πατέρας του Ιωσήφ ως Ναζωραίοι;
 
Μυστήρια πράγματα χριστιανικών παραποιήσεων!

Από τι πέθανε ο Ιησούς;

Ο Ιησούς των κειμένων, ήταν ένας τριαντατριάχρονος άνδρας, δηλαδή στην ακμή της δύναμής του. Μάλιστα κατά την θεολογία, ήταν ένας τέλειος άνδρας, χωρίς την φθοροποιό αμαρτία του Αδάμ. Άρα ήταν ασφαλώς και ανθεκτικότερος από κάθε άλλον άνθρωπο επί γης. Από ποια αιτία λοιπόν πέθανε, σε λιγότερο από δύο ώρες, ένας τέτοιας ασυνήθιστης αντοχής τριαντατριάχρονος άνδρας, απλά δεμένος στον σταυρό;

Ούτε πείνα, ούτε δίψα, ούτε οποιαδήποτε αναπνευστική δυσκολία, σκοτώνουν έναν νέο άνθρωπο, στον ελάχιστο αυτό χρόνο των δύο ωρών. Το περίφημο πνευμονικό οίδημα (υγρό στους πνεύμονες) λόγω παρατεταμένης δυσκολίας στην αναπνοή του σταυρωμένου, που αναγκάσθηκαν να ανακαλύψουν σαν αιτία θανάτου, οι προβληματισμένοι πιστοί, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από σχετικά πειράματα, αλλά ακόμα κι αν το δεχθούμε ως αιτία θανάτου, δεν έχει καμία πιθανότητα να εμφανιστεί στον ελάχιστο αυτό χρόνο της δίωρης ταλαιπωρίας του Ιησού πάνω στον σταυρό.

Ακόμα κι αυτοί, που δεν μπορούν να δεχθούν ότι στην περίπτωση του Ιησού δεν χρησιμοποιήθηκαν καρφιά στα χέρια και στα πόδια, θα πρέπει να μάθουν, ότι ακόμα και αν δεχθούμε τα τραύματα αυτά στα πόδια και τα χέρια, το σκηνικό στην περίπτωση του Ιησού δεν αλλάζει διόλου. Παρόμοια τραύματα, δεν είναι θανατηφόρα, δεν δημιουργούν ακατάσχετη αιμορραγία και φυσικά σε δύο μόνο ώρες, δεν μολύνονται σε θανατηφόρο βαθμό.

Ο γνωστός καθηγητής θεολογίας Μπαλάνος έγραψε: «Η αιμορραγία των άκρων εκ της προσηλώσεως (από το κάρφωμα) έπαυε ταχέως και δεν ήτο θανατηφόρος. Τον θάνατο επέφεραν η (πολυήμερη) παρά φύση στάση του σώματος, εκ της οποίας προήρχετο μεγάλη αταξία στην κυκλοφορία του αίματος…» ("Η μεγάλη εβδομάς και το Πάσχα", σελ. 25-26).

Το παρακάτω απόσπασμα εφημερίδος, μας δίνει την αντικειμενική αίσθηση του πράγματος, από μια πραγματική εμπειρία σταύρωσης: «Ένα εκπληκτικό κατόρθωμα επέτυχαν δύο νεαροί Γάλλοι, εγκατεστημένοι στο Μόντρεαλ. Ο Πάτρικ Μπενισού και η γυναίκα του Μαρίτα, ιδρυτές σχολής γιόγκα, έμειναν σταυρωμένοι, ενώπιον εκατοντάδων θεατών, θέλοντας να αποδείξουν ότι η πλήρης αυτοκυριαρχία μπορεί να κατανικήσει τον πόνο… Ο Πάτρικ κάρφωσε μόνος του τα πόδια και το ένα του χέρι! Τέλος κάποιος ανέλαβε να χτυπήσει και το τελευταίο καρφί στο δεξί του χέρι! Στην θέση αυτή (του σταυρωμένου) έμειναν ακίνητοι και σχεδόν μειδιώντες η Μαρίτα 22 ώρες ο δε Πάτρικ (32 ετών) 30 ώρες» («ΒΗΜΑ» 21 Σεπτεμβρίου 1967 – Μόντρεαλ 21. Από το Βιβλίο του Ιάσονα Ευαγγέλου "Το θρησκευτικό φαινόμενο" σελ. 75.).

Η παραπάνω περίπτωση, δίνει την σωστή χρονική διάσταση στο ζήτημα, δείχνοντας περίτρανα ότι η σταύρωση ήταν ειδικά επιλεγμένη για να σκοτώνει τα θύματά της αργά και βασανιστικά. Όμως η ίδια η αφήγηση της Καινής Διαθήκης, επιμένει να μας δείχνει ξεκάθαρα, ότι ο χρόνος παραμονής του Ιησού στον σταυρό, ήταν εξωφρενικά μικρός.

Ναι, στην διασημότερη θανατηφόρο σταύρωση της ανθρωπότητας, απουσιάζει εντελώς, ο αναγκαίος χρόνος για μια σταδιακή σωματική εξάντληση μέχρι θανάτου. Αντιθέτως ο Ιησούς μέχρι την τελευταία στιγμή, παρέμεινε ακμαίος και διέθετε στεντόρεια φωνή, που μόνο προθανάτια κατατονία δεν δηλώνει: «Ανεβόησεν ο Ιησούς φωνή μεγάλη λέγων Ηλί, ηλί…» (Ματθαίος 27: 46). Μάλιστα, όπως είπαμε, με πλήρη διαύγεια πνεύματος, συνομιλούσε μέχρι την τελευταία στιγμή, τόσο με τους εκατέρωθέν του σταυρωμένους ληστές, υποσχόμενος παραδείσους, όσο και με τους συγγενείς του, τακτοποιώντας οικογενειακές του υποθέσεις.

Από τι πέθανε λοιπόν ο Ιησούς πάνω στον σταυρό; Στο δίωρο αυτό της σταύρωσής του, ο Ιησούς δεν παρουσίασε απολύτως κανένα σύμπτωμα προθανάτιας εξάντλησης. Όμως, όπως ξεκάθαρα ομολογείται…μόλις ο Ιησούς φώναξε τον «Ηλία» ή οποιοδήποτε άλλο σύνθημα στα χαλδαιϊκά και κάποιος εκ των ημετέρων, έτρεξε, του έβαλε με το καλάμι τον σπόγγο στο στόμα…ο Ιησούς πάραυτα παρέδωσε το πνεύμα.

Ο λογχισμός του Ιησού

«Εις των στρατιωτών εκέντησε (ένυξε) με λόγχην την πλευράν αυτού, και ευθύς εξήλθεν αίμα και ύδωρ» (Ιωάννης 19: 34).

Τελικά μήπως ο Ιησούς πέθανε από λογχισμό (νύξη) επί του σταυρού;

Η ιδέα μπορεί να είναι εντελώς δελεαστική, αλλά δεν θα έπρεπε καθόλου να αποτελεί μέρος της απάντησης, μια και ο οποιοσδήποτε λογχισμός, αποτελεί μεταθανάτιο τραυματισμό. Ο Ιησούς πρώτα εκπνέει, και άγνωστο ποσό μετά λογχίζεται στην πλευρά. Είναι αυτονόητο πως κάθε συνετή ιατροδικαστική έρευνα, δεν θα μπορούσε να συμπεριλάβει τον λογχισμό σε ένα πτώμα ως αφορμή θανάτου. Μάλιστα αν οι ίδιοι πιστοί δεχθούν ότι το «τετέλεσται» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και τον πραγματικό θάνατο του Ιησού…τότε μόνοι τους ανοίγουν επίσημα τον ασκό των υποθέσεων της κωματώδους κατάστασης του Ιησού από το καρωτικό όξος που ήπιε πριν αναφωνήσει «τετέλεσται». Συνεπώς κάθε απόπειρα να συνδεθεί ο θάνατος του Ιησού με τον λογχισμό αυτόν, παραβιάζει την ιδία την αφήγηση μια και ο λογχισμός αυτός έρχεται πολύ μετά το «τετέλεσται» του Ιησού.

Τι θα πούμε όμως για τον λογχισμό αυτόν, αν η υπόθεση της κωματώδους κατάστασης του Ιησού μετά το καρωτικό όξος αληθεύει; Δεν θα μπορούσε να ήταν αυτό ένα χτύπημα οριστικά θανατηφόρο; Απαριθμήστε τα προβλήματα και τις ενστάσεις που προκύπτουν από μια τέτοια παραδοχή:

Πρέπει να σημειώσουμε ότι το χτύπημα της λόγχης, δεν το αναφέρει παρά μόνο ο Ιωάννης. Οι υπόλοιποι ευαγγελιστές, ενώ αναφέρουν τον (Εβραιο-ρωμαίο!) εκατόνταρχο Λογγίνο (στα Ευαγγέλια δεν αναφέρεται με το όνομά του, αλλά με το αξίωμά του [κεντυρίων*, ή εκατόνταρχος]), δεν αναφέρουν τίποτε για τον λογχισμό του νεκρού Ιησού. Είναι δυνατόν οι ίδιοι του οι μαθητές-βιογράφοι του που με πάθος θέλουν να αναδείξουν κάθε λεπτομέρεια του μαρτυρίου του, να μην αναφέρουν την τόσο ενδιαφέρουσα αυτή κακοποίηση του δασκάλου τους; Άρα η υπόθεση του εμβόλιμου μεταθανάτιου τραυματισμού, δεν φαίνεται και τόσο μετέωρη. Ο Ιησούς ουδέποτε τραυματίστηκε σοβαρά στον σταυρό από σφοδρό διαπεραστικό λογχισμό.
*Κεντώ σημαίνει ότι τρυπώ ελαφριά το δέρμα (τατουάζ = κέντημα δέρματος)

Ο βαθιά ναρκωμένος Ιησούς με το μείγμα των προσεκτικά διαλεγμένων καρωτικών που ήπιε, μπορούσε να δεχθεί, κάψιμο, κόψιμο, έως και τρύπημα κρανίου, χωρίς να δείξει την παραμικρή αντίδραση για τις επόμενες τρεις έως και τέσσερις ώρες. Έτσι στην περίπτωσή του ένα δυνατό «κέντημα» στα πλευρά, δεν θα προκαλούσε κανενός είδους αντίδρασης. Για έναν απλό στρατιώτη, αυτή η παντελής έλλειψη αντίδρασης, ενός από ώρα ακίνητου εσταυρωμένου, ήταν και η καλύτερη απόδειξη ότι ο εσταυρωμένος αυτός είχε πράγματι αποβιώσει.

Ένας τραυματισμός στα πλευρά ενός νεκρού ανθρώπου και μάλιστα αδικο-σταυρωμένου, θα ήταν μάλλον αναίτιος. Αν παρ’ όλα αυτά, κάποιος στρατιώτης ήθελε να απαλλαγεί από υποψίες επιβίωσης του θύματος, δεν θα λόγχιζε ήπια (δεν θα κέντιζε) στα πλευρά, αλλά θα έδινε την χαριστική βολή, σε καίριο σημείο δηλαδή κατ’ ευθείαν στην καρδιά.

Το πιθανότερο είναι λοιπόν, ότι οι συντάκτες του συγκεκριμένου ευαγγελίου που φέρει το όνομα Ιωάννης, απλά δανείζονται στοιχεία από την εικόνα αυθεντικού σταυρικού θανάτου (μετά από πολυήμερη αναπνευστική ταλαιπωρία) και γι’ αυτό τοποθετούν το νερό (πνευμονικό υγρό) και αίμα στα πλευρά του Ιησού, ώστε να κάνουν και την απίστευτα σύντομη (δίωρη) σταύρωση του Ιησού, να φαίνεται όσο γίνεται πιο αληθινή.

Μάλιστα αν θυμηθούμε ότι οι νεκροί δεν αιμορραγούν, αφού η σταματημένη καρδιά τους δεν κυκλοφορεί το αίμα, μπορούμε να υποθέσουμε, ότι αν ο Ιησούς είχε την ατυχία, να δεχθεί ένα οποιουδήποτε βάθους τραυματισμό στα πλευρά του, αυτό θα ήταν απολύτως καταστροφικό για την επιδιωκόμενη ανάστασή του, διότι ο υπνωτισμένος και όχι νεκρός Ιησούς, θα παρουσίαζε ακατάσχετη αιμορραγία και αυτό θα μαρτυρούσε στον ίδιο τον φρουρό, καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη απόδειξη, ότι ο Ιησούς φαινόταν, αλλά δεν ήταν καθόλου νεκρός. Η επόμενη κίνηση των φρουρών, την συγκεκριμένη μέρα, θα ήταν ο άμεσος και θανατηφόρος ανασκολοπισμός του Ιησού, πράγμα που ποτέ δεν συνέβη. Στα πλευρά του Ιησού λοιπόν δεν υπήρξε ούτε τραύμα, ούτε ακατάσχετη αιμορραγία.

Στην κατεύθυνση της υστερότερης επινόησης του περιστατικού, συνηγορεί έντονα και το γεγονός, ότι μόνο στο ίδιο αυτό ευαγγέλιο του Ιωάννη, βρίσκουμε και την επιβεβαίωση αυτού του τραυματισμού στο περιστατικό του άπιστου Θωμά. Ο αναστημένος πλέον Θεός, επιδεικνύει ανεξήγητη ανοχή στον μαθητή του Θωμά (που μετά από δύο ολόκληρα χρόνια θαυμάτων κοντά στον Ιησού, εξακολουθεί να μην πιστεύει), λέγοντάς του: «Φέρε το χέρι σου και βάλτο στο πλευρό μου» (Ιωάννης 20: 27).

Την επίδειξη της τραυματισμένης πλευράς του Ιησού, αγνοεί ακόμα και η σχετική αναφορά του Λούκα, όπου ο αναστημένος Ιησούς, περιέργως προσπαθεί να πείσει τους μαθητές του ότι είναι ο δάσκαλός τους λέγοντας: «Δείτε τα χέρια και τα πόδια μου για να πεισθείτε ότι εγώ είμαι» (Λουκάς 24: 39). Και πάλι όμως δεν αναφέρεται καθόλου, στο σημαντικότερο (και κατά πολλούς θανατηφόρο) τραύμα του στα πλευρά!

Η σύμπτωση δεν είναι τυχαία. Μόνο ο «Ιωάννης» που επινόησε τον λογχισμό, πρόσθεσε στο ευαγγέλιό του και την επίδειξη του τραύματός του στον Θωμά, αφού για το σημαντικότερο αυτόν τραυματισμό του Ιησού, δεν αναφέρει το παραμικρό, κανένας απ’ τους τρεις υπόλοιπους ευαγγελιστές!

Στον Λουκά μάλιστα διαβάζουμε: «Έστεκαν δε πάντες οι γνωστοί αυτού μακρόθεν» (Λουκάς 23: 49). Είναι λοιπόν δυνατόν, ο ήρωας της ανάστασης, να κακοποιήθηκε μπροστά σε τόσους συγγενείς και φίλους, με εμπηγμό ξίφους σε ένα απ’ τα πλευρά του και την αξία αυτής της λεπτομέρειας, ακόμα και σαν εξαιρετικό ενισχυτικό της αυθεντικής ανάστασής του, να την παραβλέπουν τρεις από τους τέσσερις βιογράφους του;

Τι ήταν το «καρωτικό όξος», με το οποίο έβρεξαν τα χείλη του Ιησού;

Στην περιοχή της Ιουδαίας ήταν πασίγνωστο ένα φυτό, το λεγόμενο «Papaver somniferum» ή αλλιώς το γνωστό μας όπιο. Κεντρική ουσία του φυτού είναι η μορφίνη, η οποία χρησιμοποιείτο από τους ιατρούς θεραπευτές πριν από τις επεμβάσεις στους ασθενείς τους από την προ Χριστού εποχή. Οι ιδιότητες του φυτού σαν παυσίπονο και ναρκωτικό ήταν γνωστές.

Πρέπει να σημειώσουμε λοιπόν, ότι στα κείμενα ξεκάθαρα ορίζεται, ότι το όξος (οίνος) ανακατεμένο με σμύρνα ή χολή, το οποίο αρνήθηκε ο Ιησούς να λάβει, εδόθη στον Ιησού απ’ τους Ρωμαίους, μόλις αυτός έφτασε στον τόπο της εκτέλεσης και ακριβώς λίγο πριν από την σταύρωσή του.

Επρόκειτο για ένα ποτό προσωρινού κατευνασμού των αντιδράσεων των θυμάτων της σταύρωσης. Το συμπέρασμα αυτό το δέχονται οι πλέον αρμόδιοι ερμηνευτές της Καινής Διαθήκης, όπως ο Ι. Καραβιδόπουλος (έδρα Καινής Διαθήκης Α.Π.Θ.) ο οποίος γράφει: «Ο εσμυρνισμένος οίνος που προσφέρεται στον Ιησού, επέχει θέση αναισθητικού, το οποίο προσφερόταν συνήθως για να διευκολύνεται η εκτέλεση της σταύρωσης και να μην ανθίσταται ο εσταυρωμένος» («Το κατά Μάρκον ευαγγέλιο» σελ. 490. Εκδ. Πουρνάρα).

Η εγκεκριμένη (απ’ την ιερά σύνοδο) μετάφραση Β. Βέλλα το ξεκαθαρίζει αυτό καλύτερα απ’ οποιονδήποτε άλλον γράφοντας: «Tον έφεραν στον Γολγοθά, που στα ελληνικά σημαίνει "τόπος κρανίου", (και εκεί) του έδωσαν να πιεί κρασί ανακατεμένο με αναισθητικό, ο Ιησούς όμως δεν το δέχθηκε. Τότε (δηλαδή μετά απ’ αυτό) τον σταύρωσαν…» ( Β.Β. Μάρκος 15: 23).

Ήταν λοιπόν προφανώς καθιερωμένο απ’ τους Ρωμαίους, την ώρα της σταύρωσης, να δίνουν στους κατάδικους μαζί με κρασί, κάποιο ελαφρό αναισθητικό, ώστε να διευκολύνονται κυρίως οι ίδιοι οι σταυρωτές στα δύσκολα καθήκοντά τους, κάτι όμως που έκανε και για τα θύματά τους υποφερτή την τελική διαδικασία της σταύρωσής τους!

Επίσης ήταν γνωστό ότι σε συνδυασμό με άλλη ουσία, προφανώς με μανδραγόρα, έχει σαν αποτέλεσμα την άμεση λιποθυμία και την πτώση των παλμών της καρδιάς για ένα μικρό χρονικό διάστημα, σε ελάχιστο επίπεδο χωρίς να την εξασθενεί, αλλά τουναντίον να την ενισχύει. Εκτός από όλα αυτά μειώνεται η αναπνοή στο ελάχιστο και το σώμα χαλαρώνει πλήρως. Καταλαβαίνετε λοιπόν, γιατί μετά το «τετέλεσθαι» τον κεντάει ο Λογγίνος; Το τέλειο πιστοποιητικό θανάτου ενός ζωντανού ανθρώπου, ο οποίος είναι απλά και μόνο τραυματισμένος ναρκωμένος και αναίσθητος.

Ποιοι έδωσαν το όξος στον Ιησού;

Την πρώτη φορά, που του έδωσαν το όξος οι Ρωμαίοι, ο Ιησούς το αρνήθηκε. Την δεύτερη φορά φορά όμως που του προσφέρεται και πάλι το όξος, δεν έχει αντιστάσεις ή αντιρρήσεις. Γιατί όμως;

Ο Ιησούς (κατά την αφήγηση) βρίσκεται ήδη σταυρωμένος ελάχιστα λεπτά πριν από τον «θάνατό» του. Παρ’ όλα αυτά, συνομιλεί με πλήρη διαύγεια με τον Ιωάννη και την μητέρα του, που βρίσκονται «παρά τω σταυρώ», δηλαδή ακριβώς δίπλα του, στη βάση του σταυρού. Ο Ιησούς απευθυνόμενος σ’ αυτούς με πλήρεις τις αισθήσεις του, αναθέτει στον μαθητή του Ιωάννη την προστασία της Μητέρας του Μαρίας. Ακριβώς όμως στην προέκταση της ίδιας αυτής συζήτησης, ο Ιησούς λέει «διψώ», απευθυνόμενος φυσικά σ’ αυτούς που βρίσκονται «παρά τω σταυρώ».

Ο Ιωάννης και οι τρεις Μαρίες, τοποθετούν (αγκυλώνουν) το κατάλληλο σφουγγάρι πάνω σε ένα ματσάκι από φρύγανα ρίγανης χωμένο μπροστά στο κούφιο καλάμι (Ιωάννης 19: 29) ή απλά κατ’ ευθείαν σε κατάλληλα σχισμένο καλάμι (Μάρκος 15: 35) που κάποιος φρόντισε να έχει μαζί του, δίνοντας στον Ιησού, που μόλις προηγουμένως συνομιλούσε μαζί τους, μια γουλιά απ’ το δικό τους αυτή τη φορά “όξος”.

Στην σκέψη ότι οι δικοί του άνθρωποι και όχι οι Ρωμαίοι στρατιώτες, είναι αυτοί που έδωσαν την δεύτερη αυτή φορά, το τελικό «όξος» στον Ιησού, μας οδηγούν τα ίδια τα κείμενα. Εντούτοις, όλες οι θεολογικές ερμηνείες, σπεύδουν, συχνά παραποιώντας αδίστακτα τα κείμενα, να βοηθήσουν την αντίθετη άποψη. Παράδειγμα η εγκεκριμένη απ’ την ιερά σύνοδο μετάφραση της Αγίας Γραφής Β. Βέλλα (Β.Β.) γράφει παντελώς αυθαίρετα: «Λέγει (ο Ιησούς) διψώ… (τότε) οι στρατιώτες (η λέξη στρατιώτες δεν υπάρχει στο κείμενο!) βούτηξαν ένα σφουγγάρι στο ξύδι, το στήριξαν στην άκρη ενός κλαδιού ύσσωπου (ο ύσσωπος είναι θάμνος ρίγανης και δεν μπορεί να έχει κλαδιά!) και το έφεραν στο στόμα του Ιησού» (Β.Β. Ιωάννης 19: 29). Βλέπουμε ότι οι προχειρότητες, οι παραποιήσεις και οι προσθαφαιρέσεις λέξεων, συνεχίζονται αμείωτες μέχρι σήμερα, αλλοιώνοντας με περισσή αυθάδεια τα κείμενα ώστε αυτά να βοηθούν τις αυθαίρετες θεολογικές ερμηνείες.

Όμως οι Ρωμαίοι στρατιώτες δεν είχαν κανέναν λόγο να περιπαίξουν τον Ιησού επί του σταυρού, δίνοντας του ξύδι, όπως κατά παρέκκλιση όλων των άλλων ευαγγελιστών θέλει ο (γιατρός) Λουκάς, (23: 37). Μάλιστα, αν ο Λουκάς ήταν πράγματι γιατρός, τότε είναι αυτός που είχε κάθε λόγο να διαστρέψει αυτήν ακριβώς την λεπτομέρεια, καταλαβαίνοντας περισσότερο απ’ όλους τους άλλους, τον πραγματικό ρόλο του τελικού «όξους». Διότι, ακόμα κι αν θελήσουμε να δεχθούμε ότι οι Ρωμαίοι περιπαίζοντας τον Ιησού του έδωσαν αυτοί το όξος, παραμένει ακατανόητο το γιατί τελικά ο Ιησούς το ήπιε.

Όμως είναι ηλίου φαεινότερο, ότι το αίτημα του Ιησού, διψώ, ήταν αδύνατον να απευθύνεται προς τους Ρωμαίους σταυρωτές του. Ο εσταυρωμένος, δεν μπορούσε έτσι απλά να παραγγέλνει τις ανάγκες του στους παρευρισκόμενους στρατιώτες και να περιμένει ότι αυτοί θα του τις εκπληρώσουν! Ο κρανίου τόπος, δεν ήταν…αναψυκτήριο, αλλά τόπος μαρτυρικού θανάτου. Ο καταδικασμένος σε σταυρικό θάνατο, έπρεπε να πεθάνει ακριβώς από κακουχίες, πείνα και κυρίως δίψα. Το τελευταίο πράγμα λοιπόν που θα περίμενε ένας σταυρωμένος, είναι να ζητήσει και να του δώσουν νερό οι σταυρωτές του.

Φυσικά τέτοιο δικαίωμα προσφοράς τροφής, νερού ή οποιασδήποτε άλλης διευκόλυνσης, αυτονόητα δεν το είχαν ούτε και οι δικοί του άνθρωποι. Κλεφτά όμως, δωροδοκώντας ή και αποσπώντας σύντομα την προσοχή των φρουρών, δύο τρεις δικαιωματικά παραστεκόμενοι συγγενείς, έχοντας έτοιμο το κατάλληλο καλαμένιο εργαλείο, μπορούσαν να του προσφέρουν στα γρήγορα, μια γουλιά νερού ή...«όξους»...

Αυτό ακριβώς έκανε προφανώς η ομάδα του Ιωάννη με τις τρεις Μαρίες, ή και κάποιος απ’ τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους ημέτερους. Την κατάλληλη στιγμή όταν «ο Ιησούς είδε πως όλα είχαν φτάσει στο (προ)καθορισμένο τέλος τους είπε: Διψώ…». Τότε με τον προαναφερόμενο τρόπο, αντί να του προσφέρουν μια γουλιά ανακουφιστικό νερό… αυτοί του προσφέρουν την αναγκαία για την καρωτική (Κάρωση: βαθύς ύπνος, νάρκωση) νεκροφάνειά του, κατάλληλη ποσότητα «όξους».

Ακόμα κι αν γινόταν αντιληπτοί απ’ τους φρουρούς, η όλη κίνηση ήταν τόσο σύντομη, που ο Ιησούς θα προλάβαινε οπωσδήποτε να πιει την απαραίτητη μια γουλιά απ’ το σημαντικό για την περίπτωσή του περιεχόμενο του σπόγγου. Το εξαιρετικά περίεργο είναι, ότι ενώ ο Ιησούς λέει διψώ, δεν αρνείται να πιει το «ξύδι» που του προσφέρουν (όποιοι κι αν του το πρόσφεραν) που απολύτως καμία ανακούφιση δεν μπορούσε να του προσφέρει στην υποτιθέμενη βασανιστική του δίψα!

Ότι το οποιοδήποτε ξύδι, δεν είναι ό,τι καλύτερο για την δίψα, μας το βεβαιώνει στην ίδια την Βίβλο ο ψαλμωδός Δαυίδ, που παραπονιέται (ποιητικά) ότι: «Προς ονειδισμόν και ταλαιπωρίαν…(οι εχθροί) μου έδωσαν χολή να φάω και στην δίψαν μου με πότησαν όξος» (Ψαλμοί 68: 21).

Ότι κάποιος «ημέτερος» έσπευσε να ποτίσει το καρωτικόν όξος στον Ιησού, μετά από δική του συνθηματική κραυγή, το ομολογεί σχεδόν με κάθε σαφήνεια ο Ματθαίος γράφοντας: «Περί δε την ενάτην ώρα αν ανεβόησεν ο Ιησούς λεγών: Ηλί, ηλί, λαμά σαβαχθανί. (Κατά τον Ματθαίο ο Ιησούς δεν είπε διψώ, αλλά φώναξε αυτή την συνθηματική χαλδαιϊκή φράση). Τινές δε των εκεί ισταμένων έλεγον τον (προφήτη) Ηλία φώναζει».

Η σκέψη όμως αυτή, σαφώς δεν θα μπορούσε να γίνει από Ρωμαίους που αγνοούσαν παντελώς τον Ηλία… «Και ευθύς τις εξ αυτών (Εξ εκείνων δηλαδή που έστεκαν εκεί και έλεγαν τον Ηλία φωνάζει… Άρα σαφώς κάποιος Ιουδαίος και όχι Ρωμαίος) λαβών τον σπόγγον και γεμίσας αυτόν όξος, περιθέσας εις κάλαμον (εδώ παραλείπεται το φρύγανο ρίγανης) επότιζεν αυτόν. (Όχι πότισε άπαξ, αλλά επότιζε αυτόν, που σημαίνει κατ’ επανάληψη!). Ο δε Ιησούς… (αμέσως μετά το δάγκωμα του σπόγγου και την κατάποση της αναγκαίας ποσότητας όξους) άφηκε το πνεύμα… Ήσαν δε εκεί γυναίκες πολλαί…μεταξύ των οποίων ήτο Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η μήτηρ του…» (Ματθαίος 27: 45-56).

Ο Μάρκος, ο ίδιος ευαγγελιστής που αναφέρει τον «εσμυρνισμένο οίνο» (Μάρκος 15: 23) των Ρωμαίων, τον οποίον αρνήθηκε στην αρχή της σταύρωσής του ο Ιησούς, ορίζει πως ο εσταυρωμένος δάσκαλός του, είχε πράγματι και μια δεύτερη επαφή με το κατάλληλο αυτή τη φορά «όξος», που του πρόσφερε όχι Ρωμαίος αυτή τη φορά, αλλά «τις (ένας) εκ των παρεστώτων… (που) δραμών (δηλαδή ημέτερος, εκ των παρισταμένων που έτρεξε) γεμίσας τον σπόγγον όξους, περιθείς καλάμω (τοποθέτησε τον σπόγγο σε καλάμι και) επότιζεν αυτόν» (Μάρκος 15: 36).

Αβίαστα λοιπόν οδηγούμεθα στην σκέψη, ότι ο Ιησούς «παρέδωσε το πνεύμα», επειδή την σωστή στιγμή, «δάγκωσε» άπαξ ή κατ’ επανάληψη τον προσφερόμενο σπόγγο και κατάφερε να πιει την σωστή ποσότητα του κατάλληλου «όξους» απ’ τα χέρια των δικών του ανθρώπων.

Γιατί αποκαθηλώθηκε ο Ιησούς μετά τον θάνατό του;

Η σταύρωση δεν αποσκοπούσε στην απλή θανάτωση του καταδίκου, αλλά στην όσο το δυνατόν μακροχρόνια έκθεσή του σε κοινή θέα, προς παραδειγματισμό, σωφρονισμό και εκφοβισμό. Ας ακούσουμε ποια πράγματα επιβεβαιώνει συνολικά για την σταύρωση ένας ειδικός του θέματος: Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, η ταφή μετά τον σταυρικό θάνατο του θύματος ήταν σπάνια και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν επιτρέπονταν, με σκοπό να παραταθεί ο εξευτελισμός του θύματος. Έτσι το νεκρό θύμα, στις περισσότερες περιπτώσεις ριχνόταν στον σκουπιδότοπο της πόλης ή αφηνόταν επάνω στο σταυρό για να γίνει τροφή στα όρνια και τα άγρια θηρία. Για αποτρεπτικούς λόγους, συχνά η σταύρωση γινόταν στον τόπο του εγκλήματος. Η καλύτερη σύνοψη της φιλοσοφίας της σταυρικής τιμωρίας, έγινε ίσως από τον Κουϊντιλιανό (35-95 μ.Χ.) που έγραψε ότι: «Όποτε σταυρώνουμε τους ενόχους, επιλέγονται οι πιο πολυσύχναστοι δρόμοι, όπου ο περισσότερος κόσμος μπορεί να παρακολουθήσει και να φοβηθεί από το θέαμα. Γιατί η τιμωρία δεν έχει στόχο την ανταπόδοση του κακού (δηλαδή τον απλό θάνατο του εγκληματία) αλλά τον παραδειγματικό εκφοβισμό» (Qyintilian 35-95 μ.Χ. Decl 274 & Joe Ε. Zias Science and Archaeology Group the Hebrew University).

Ανάλογη είναι και η θέση του δρ. θεολογίας Δ. Μπαλάνου που έγραψε: «Τα πτώματα των θανόντων επί του σταυρού, αφήνοντο επ’ αυτού και εγένοντο βορά ορνέων και θηρίων. Υπήρχε μάλιστα και σχετική παροιμία: "Τρέφειν τους κόρακας επί του σταυρού"» («Η μεγάλη εβδομάς και το Πάσχα» σελ. 25-26).

Κανείς λοιπόν και ποτέ δεν έσπευδε να αποκαθηλώσει τους νεκρούς εσταυρωμένους, αφού κυρίως η παραμονή των νεκρών σωμάτων πάνω στον σταυρό, ήταν η βασική επιδίωξη αυτής της εκτέλεσης. Η πολυήμερη έκθεση των νεκρών σωμάτων στον σταυρό, ήταν ο ιδιαίτερος τρόπος εκφοβισμού των υποταγμένων λαών, από την ολιγάριθμη φρουρά των Ρωμαίων, σε κάθε τόπο που είχαν καθυποτάξει! Αν λοιπόν η πολυήμερη έκθεση των νεκρών σωμάτων επί του σταυρού ήταν καθιερωμένη πρακτική και επιβεβλημένη απαίτηση των Ρωμαίων τότε…με ποια σωτήρια αφορμή θα μπορούσε να αποκαθηλωθεί πάραυτα ο Ιησούς;

Περίεργες συμπτώσεις

Αμέσως μετά τον επί του σταυρού «θάνατο» του Ιησού, είναι οι δήθεν εχθροί του Ιησού, οι αξιωματούχοι Φαρισαίοι, που εμφανίζονται στον ίδιο τον Πιλάτο και με αφορμή την τήρηση ενός μοναδικού ετήσιου εθίμου, που ίσχυε μόνο την συγκεκριμένη αυτή ημέρα, ζητούν την άμεση αποκαθήλωση των εσταυρωμένων!

Διαβάζουμε: «Ήταν Παρασκευή του Πάσχα και οι Ιουδαίοι (ιερείς) δεν ήθελαν να μείνουν τα σώματα των εσταυρωμένων πάνω στον σταυρό την (επόμενη) ημέρα του Σαββάτου (δηλαδή την ημέρα του Πάσχα) γιατί ήταν μεγάλη γιορτή η ημέρα εκείνη (η μεγαλύτερη του Ιουδαϊσμού). Γι’ αυτό παρακάλεσαν (οι Ιουδαίοι ιερείς) τον Πιλάτο να διατάξει να σπάσουν τα σκέλη τους και να τους πάρουν από εκεί. Έτσι οι στρατιώτες ήρθαν και έσπασαν τα σκέλη του πρώτου, έπειτα του άλλου (των δύο παρακείμενων ληστών) που είχαν σταυρωθεί μαζί με τον Ιησού. Όταν όμως ήρθαν στον Ιησού, δεν του έσπασαν τα σκέλη, διότι τον βρήκαν ήδη νεκρό» (Β. Β. Ιωάννης 19: 31-33).

Διαπιστώνεται λοιπόν ότι οι δύο παρακείμενοι ληστές ζουν για αυτό και τους (θανατώνουν με ανασκολοπισμό) ή όπως λέει το κείμενο τους έσπασαν τα μέλη.

Ο Ιησούς όμως, για ποιον λόγο και από τι είναι νεκρός; Ποιά μπορούσε να είναι η δική του αιτία θανάτου; Υπάρχει επιτέλους κάποιος σοβαρός ιατροδικαστής, να μας δώσει μια ικανοποιητική απάντηση, για την πραγματική αιτία του υπερ-διάσημου αυτού θανάτου;

Βεβαία δεν αγνοούμε την μοναδική απάντηση που αποπειράθηκαν στη συγκεκριμένη ερώτηση, και που θέλει τον Ιησού να εκπνέει επί του σταυρού: «Από τις κακουχίες του μαστιγώματος». Όμως η μοναδική αυτή απάντηση στο καυτό αυτό ερώτημα, δικαιολογημένα θεωρείται ανεπαρκής, υπερβολική και εντελώς ατυχής, μια και δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται ούτε στις στοιχειώδεις αντικειμενικές συνθήκες ενός σταυρικού θανάτου κι αυτό εξηγείται παραπάνω.

Πως όμως ήταν σίγουροι, ότι έστω χάριν της τελετής, θα τους δοθεί η σωτήρια αυτή άδεια αποκαθήλωσης του Ιησού; Τα του συγκεκριμένου εθίμου, μας διευκρινίζει ο Φίλων ο Ιουδαίος (25 π.Χ.- 40 μ.Χ.) γράφοντας λίγα μόνο χρόνια πριν από τις περιπέτειες του Ιησού: «Οι ορθά πολιτευόμενοι (Ρωμαίοι) άρχοντες…έθος είχαν κανέναν να μην τιμωρούν μέχρις οι επιφανείς τελετές και πανηγύρεις να διεξαχθούν με σεβασμό…είδα μάλιστα κάποιους (λόγω εορτής) να αξιώνουν την ταφή των σταυρωμένων συγγενών τους και να τους αποδίδονται…και για να φυλαχτεί το ιεροπρεπές της εορτής, διέταζαν ακόμα και ο μη αποθανών επί του σταυρού, ζωντανός να ανασκολοπίζεται… ώστε να αποκρύπτονται στη γη και να μη δύει ο ήλιος επί των εσταυρωμένων» (Φίλων ο Ιουδαίος: «Εις Φλάκκον» 81.4 & «Περί διαταγμάτων» 3.152.3).

Το σκηνικό λοιπόν της σταύρωσης του Ιησού, δεν ήταν ένα τυχαίο περιστατικό, που απλώς προέκυψε, αλλά ένα προσχεδιασμένο μοντέλο επιβίωσης, άψογα τοποθετημένο πάνω στον ετήσιο νομικό καμβά των Ρωμαίων. Υπήρχε λοιπόν και λειτουργούσε ήδη από πολλών ετών, διευθέτηση της ρωμαϊκής εξουσίας, που προέβλεπε την παραμονή της μεγάλης τελετής, δηλαδή το απόγευμα της Παρασκευής του Πάσχα, οι νεκροί εσταυρωμένοι, να αποκαθηλώνονται και όσοι δεν είχαν πεθάνει να θανατώνονται με ανασκολοπισμό, ώστε να μη δύσει ο ήλιος πάνω τους, διότι με την δύση του ηλίου, άρχιζε η επόμενη μέρα, δηλαδή το Σάββατο της μεγάλης ιουδαϊκής εορτής του Πάσχα.

Για φανταστείτε… Έχουμε λοιπόν μπροστά μας την εξής σειρά εκπληκτικών συμπτώσεων! Ο Ιησούς, οδηγείται στον σταυρό την μοναδική ημέρα του έτους, που (λόγω εορτής) ίσχυαν τα εντελώς ιδιαίτερα αυτά μέτρα των Ρωμαίων για τους εσταυρωμένους. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ελάχιστα πριν από την οδυνηρή θανάτωσή του απ’ τους στρατιώτες του και ενώ βρισκόταν μόνο δύο ώρες στον σταυρό, αυτός γλιτώνει τον φρικτό δι’ ανασκολοπισμού θάνατο…πίνοντας στον σωστό χρόνο το κατάλληλο «όξος». Ελάχιστο δηλαδή χρόνο πριν ενεργοποιηθεί, το μοναδικό αυτό ετήσιο έθιμο αποκαθήλωσης νεκρών ή βίαιης θανάτωσης των επιζώντων στον σταυρό…στο στόμα του Ιησού…βρέθηκε το μοναδικό γνωστό μέσο νάρκωσης της αρχαιότητας: Ο υπνοφόρος σπόγγος με το καρωτικό «όξος»...

Εξαιρετικές απανωτές συμπτώσεις που…κανένας θεός δεν θα τις χρειαζόταν! Το σίγουρο είναι πως αν εκείνη ακριβώς την απογευματινή ώρα, ο Ιησούς δεν προλάβαινε να παραδώσει μόνος του το πνεύμα…σε λίγο θα του το παρέδιδαν με φρικτό ανασκολοπισμό οι Ρωμαίοι οπλίτες, όπως έκαναν άλλωστε στους δύο εκατέρωθεν σταυρωμένους ληστές, ανασκολοπίζοντάς τους μέχρι θανάτου!
Αν όλες μαζί αυτές οι συμπτώσεις, συνθέτουν ένα θεϊκό σενάριο, τότε…ένα καλοστημένο ανθρώπινο σενάριο, τι παραπάνω θα έπρεπε να έχει; Μια...«ανάσταση» ίσως;...

Πολλοί μεσσίες, πολλοί χριστοί

Αποτέλεσμα εικόνας για christenverfolgung im römischen reich

Η πορεία του μεσσιανισμού τον 1ο αιώνα

(Η δημοσίευση αυτή ανήκει στην σειρά δημοσιεύσεων σχετικά με την ιστορικότητα του Ιησού).
 
Εδώ θα δούμε την εξέλιξη του μεσσιανισμού στους Εβραίους τον 1ο αιώνα και αρχή του 2ου αιώνα κ.ε., επίσης θα θίξουμε τα κυριότερα γεγονότα της εποχής του 1ου αιώνα στην Παλαιστίνη και πως αυτά επηρεάζουν την έρευνά μας για να βρούμε την ιστορικότητα του Ιησού των Ευαγγελίων, λίγο πριν προχωρήσουμε στις πηγές του 2ου αιώνα.
 
Μετά την εποχή των ελληνιστικών βασιλείων και την επιτυχή επανάσταση των Μακκαβαίων, το Ισραήλ δεν έπαψε να είναι σε αναταραχή γιατί οι Μακκαβαίοι ως μη ανήκοντες σε βασιλική γενιά δεν ήταν αρεστοί στους Φαρισαίους. Με εξαίρεση την περίοδο της βασιλείας της Σαλώμης, η χώρα ήταν σε συνεχή αναβρασμό, διχόνοιες και επαναστάσεις, μέχρι την έλευση των Ρωμαίων, που οι διαμάχες τους διευκόλυναν να βάλουν πόδι στην Παλαιστίνη. Εκεί λοιπόν που αχνόφεγγε ένα είδος ελευθερίας για τους Εβραίους, ξαναέπεσαν από τις έριδες στην υποτέλεια. Από αυτή την περίοδο έχουμε και το κτίσιμο της μεσσιανικής ιδέας, που ξεκίνησε από την ελληνιστική εποχή, με την προφητεία για την αναμονή του μεσσία που υποτίθεται ότι έχει η Γραφή τους, που θα έρθει σαν απεσταλμένος του Γιαχβέ για να τους ελευθερώσει και να γίνει βασιλιάς.

Όχι μόνο το Ισραήλ γέμισε με προφητείες για την έλευσή του, αλλά και με αρκετούς επίδοξους μεσσίες προς επίρρωση των προφητειών αυτών, που έπειθαν τον κόσμο να τους ακολουθήσει για να επαναστατήσουν στους Ρωμαίους. Η κατάσταση στις πόλεις ήταν σχεδόν πάντα έκρυθμη γιατί ο λαός εύκολα παρασυρόταν από τον κάθε έναν που δήλωνε προφήτης, ενώ έξω από τις πόλεις κυριαρχούσαν φίλαρχοι και ληστές, που ενίοτε εισέβαλλαν και στις πόλεις ή έκαναν ανταρτοπόλεμο, πολλοί από αυτούς εμφορούμενοι από την προφητεία αυτή. Στο Παράρτημα στο τέλος του κειμένου μπορείτε να βρείτε τα σχετικά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης που υποτίθεται ότι είναι οι σχετικές προφητείες.

Όσο περνούσε ο καιρός και οι προφητείες δεν επιβεβαιώνονταν, τόσο και νέοι μεσσίες εμφανιζόντουσαν στην προσπάθεια να εκπληρωθεί η προφητεία αυτή. Τί πίστευαν ότι ήταν ο μεσσίας; Μα ένα προφήτης και βασιλιάς μαζί, απεσταλμένος του Ιεχωβά για να τους σώσει. Αφού η θρησκευτική τους ελευθερία ήταν σύμφυτη με την εθνική, άρα και με την καταστροφή των ειδώλων και των ειδωλολατρών, όπως όλη τους η παράδοση τονίζει. Δεν θα ήταν μόνο θρησκευτικός ηγέτης, αλλά και αυτός που θα τους λύτρωνε από την σκλαβιά, αυτός που θα σταματούσε την διαρροή του εκλεκτού λαού στα νέα ελληνορωμαϊκά ήθη που κατέκλυζαν την Ιουδαία, αυτός που θα έδιωχνε του ειδωλολάτρες και θα τους ελευθέρωνε, κάνοντας το Ισραήλ μεγάλο και κυρίαρχο “των εθνών”. Θα ήταν λοιπόν ένας πραγματικός ηγέτης, ένας νέος βασιλιάς ισάξιος ή και μεγαλύτερος του μυθικού Δαβίδ, για τον λόγο αυτό θα ήταν υποτίθεται από την γενιά του.

Επίσης, έχει ενδιαφέρον ότι πάρα πολλές στάσεις και μεσσίες έδρασαν στο Όρος των Ελαιών, που για την Ιερουσαλήμ, είναι όπως περίπου ο Υμηττός για την Αθήνα, (αν και η υψομετρική διαφορά είναι μικρή 200 μέτρα, το όρος είναι στα 800 και τα Ιεροσόλυμα στα 600 μέτρα ύψος). Το όρος αυτό έχει στρατηγική σχέση με την πόλη των Ιεροσολύμων και εκεί αν θυμάστε στο Ιώσηπο, είχε γίνει ήδη αναταραχή και μια μικρή στάση, όταν έγινε η προσπάθεια να φτιαχτεί από τον Πιλάτο ένα υδραγωγείο, μάλιστα αμέσως πριν από αυτό το συμβάν στο ένα του έργο, και μετά από αυτό το συμβάν στο άλλο, αναφέρεται κάτι περί Ιησού που αφήνεται στην κρίση σας αν μπορεί τελικά να έχει και σχέση.

Τα κείμενα του Χριστιανισμού μάς αναφέρουν έναν τέτοιον μεσσία που τονίζουν ότι μόνο αυτός ήταν ο Χριστός, και το όνομά του Ιησούς. Μάλιστα μας αναφέρονται ιστορίες για την παρουσία και δράση του, για την διδασκαλία, τους μαθητές, τα θαύματά του, την σταύρωση και το τέλος του, που δεν ήταν ακριβώς τέλος, αφού μόλις αναστήθηκε μετά από λίγο εξαφανίστηκε, δηλαδή αναλήφθηκε όπως λένε, αλλά και μια υποσχόμενη συνέχεια σε επόμενη “season”, άγνωστο πότε για να υπάρχει η σχετική αγωνία. Είναι περιττό να επαναληφθεί ότι εκτός από τα χριστιανικά κείμενα, δεν αναφέρεται σε κανέναν σύγχρονο ιστορικό κάτι για αυτόν· αν υπήρχε έχει εξαφανιστεί, και ελλείψει τέτοιων κειμένων στην ουσία εδώ, ερευνούμε ποια ήταν η γενικότερη κατάσταση στην περιοχή. Ψάχνοντας λοιπόν στα ιστορικά κείμενα, υπάρχουν ένας σωρός καταγεγραμμένοι υποψήφιοι μεσσίες και θα διαπιστώσουμε ότι αρκετοί από αυτούς ίσως μας θυμίζουν από κάτι αντίστοιχο στα Ευαγγέλια. Ακολουθεί η σύντομη ιστορική ανασκόπηση που αν δεν σας ενδιαφέρει, παρ' όλο που είναι σημαντική γιατί μας βάζει στο κλίμα, μπορείτε να προσπεράσετε και να πάτε κατευθείαν στους μεσσίες.

ΔΕΣΠώς ο Ιησούς έγινε «θεός»

Σύντομη ιστορική αναδρομή

Οι ωφελημένοι από την δράση των Μακκαβαίων και την αντίσταση στους Μακεδόνες-Επίγονους ήταν οι Ασμοναίοι βασιλείς που η δυναστεία τους, αφού κράτησε από το 142 π.κ.ε έως το 63 π.κ.ε. καταλύθηκε από τις εσωτερικές τους διαμάχες με την φιλική συνδρομή της Ρώμης και την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τον Πομπήιο. Από τότε υπήρχε ήδη μια τυπική πλέον αυτονομία της Ιουδαίας, κηδεμονευμένης όμως από τον Ρωμαίο έπαρχο της Συρίας.

To 40 π.κ.ε. αναλαμβάνει σαν βασιλιάς ο Ηρώδης ο Μέγας με τις ευλογίες της ρωμαϊκής Συγκλήτου.

Το 4 π.κ.ε. επέρχεται ο θάνατος του Βασιλιά Ηρώδη (αυτού που υποτίθεται θανάτωσε τα βρέφη στα Ευαγγέλια). Το βασίλειό του αναλαμβάνει ο εθνάρχης Αρχέλαος και μετά από μερικές ίντριγκες, το 6 κ.ε. η Ιουδαία μοιράζεται από τον Καίσαρα στους δύο τετράρχες, τον Ηρώδη Αντίπα και Ηρώδη Φιλίππου έως το 39 κ.ε.

Tο 6 κ.ε. γίνεται η η απογραφή του Κυρίνιου, για να καταγράψουν οι Ρωμαίοι, τι αφήνει ο Ηρώδης, για να γίνει η σωστή μοιρασιά στους τετράρχες (αυτή ήταν απογραφή περιουσίας και όχι προσώπων, που υποτίθεται ανάγκασε τον Ιωσήφ και την Μαρία, αλλά κανένα άλλο μέλος από πιθανή προγενέστερη οικογένεια του Ιωσήφ, να βρεθούν στην Βηθλεέμ, δηλαδή εκεί που δεν είχαν καμία περιουσία) και από τότε οι Ρωμαίοι έχουν τον πλήρη έλεγχο της Ιουδαίας με κυβερνήτη τον Κωπώνιο.

Μέχρι εδώ ελπίζω να έχετε καταλάβει ότι τα γεγονότα που αναφέρουν ο Λουκάς και ο Ματθαίος περί την Γέννηση του Ιησού, ως τελείως άσχετες με την πραγματικότητα όπως έχω δείξει και εδώ.

Ο τέταρτος Ρωμαίος διοικητής της Ιουδαίας (15-26 κ.ε.) ήταν ο Βαλέριος Γράτος και το 26 αναλαμβάνει ο Τιβέριος Πόντιος Πιλάτος, που φαίνεται να δημιούργησε πολλά προβλήματα με τους υπόδουλους πλέον Εβραίους μέχρι και το 36 κ.ε.

Το 38 επί Γάϊου Καλιγούλα και σε συνδυασμό με κάποιες ταραχές με Εβραίους στην Αλεξάνδρεια, η ρωμαϊκή διοίκηση γίνεται σκληρότερη, και το μοναδικό προνόμιο που είχαν οι Εβραίοι να μην προσκυνούν τον αυτοκράτορα, αμφισβητήθηκε, οξύνοντας ακόμα περισσότερο τα πνεύματα. Μετά τον θάνατο όμως του Καλιγούλα, ο Ηρώδης Αγρίππας φίλος του νέου αυτοκράτορα (Κλαύδιου), αναλαμβάνει όλο το παλιό βασίλειο του Ηρώδη του Μεγάλου, από το 37 έως το 44 κ.ε. και σχεδόν αμέσως μετά αναλαμβάνει ο Ηρώδης Αγρίππας ο 2ος, σε μια τελείως φιλορωμαϊκή πορεία (για αυτό και στις Πράξεις τού δίνουν υποτίθεται ένα θεόσταλτο κακό τέλος), ενώ ο Ρωμαίος διοικητής που ανέλαβε τότε ως επίτροπος πλέον (Procurator) ήταν ο Κούσπιος Φάδος.

Το 46 ανέλαβε ως επίτροπος ο Τιβέριος Ιούλιος Αλέξανδρος και το 48 ο Ουεντίδιος Κουμανός. Οι ταραχές εντείνονται, ενώ το 50 υπάρχει έντονος αναβρασμός σε συνδυασμό με μια διαμάχη Σαμαρειτών και Ιουδαίων. Το 52 αναλαμβάνει ο Μάρκος Αντώνιος Φήλιξ. Η κατάσταση είναι εκρηκτική ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται εκτεταμένη τρομοκρατία με την δράση των σικάριων· μεταμφιεσμένοι μαχαιροβγάλτες κρυμμένοι μέσα στο πλήθος, σκότωναν με άνεση Ρωμαίους δυνάστες ή Εβραίους αποστάτες και εξαφανιζόντουσαν πάλι στο πλήθος με ασφάλεια.

Μετά από αρκετούς επιτρόπους το 64 κ.ε., με το που αναλαμβάνει ο Γέσσιος Φλώρος, ξεσπάει γενική επανάσταση (Πρώτος Ιουδαϊκός Πόλεμος), που λήγει από τον Τίτο το 70 με την κατάληψη της Ιερουσαλήμ και την καταστροφή του Ναού, αλλά οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν μέχρι το 73 με την κατάληψη του οχυρού της Μασάντα (ΝοτιοΔυτικά της Νεκράς Θάλασσας). Λίγο πριν, το 68 έγινε και η κατάληψη του οχυρού–καταυλισμού των Εσσαίων στα ΒΔ της Νεκράς Θάλασσας.

Όλες οι θρησκευτικές σέκτες έχασαν την συνοχή τους με εξαίρεση τους Φαρισαίους που φαίνεται να είχαν την μικρότερη εμπλοκή στην επανάσταση και ίσως για αυτό και να κατηγορήθηκαν μετά ως υποκριτές από τους αντιπάλους τους “χριστιανούς”. Φαίνεται όμως ότι τότε αρχίζουν να διαμορφώνονται νέες σέκτες. Από τότε η Ιουδαία γίνεται επαρχία και ο υπεύθυνος ονομάζεται legatos. Φυσικά οι ταραχές δεν σταμάτησαν, αλλά μετά από μικρή ανάπαυλα επεκτάθηκαν με μια σειρά ταραχών που λέγονται και Δεύτερος Ιουδαϊκός Πόλεμος (115-117) στην Β. Αφρική και την Κύπρο, από Εβραίους της διασποράς ή φυγάδες του πρώτου πολέμου. Να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή οι Εβραίοι που βρισκόντουσαν ήδη διεσπαρμένοι σε ανθηρά κέντρα της αυτοκρατορίας ήταν ήδη πάρα πολλοί.

Ο Τρίτος Ιουδαϊκός Πόλεμος (132-135), ήταν η συνέχεια και το τέλος εκείνης της μεσσιανικής ελπίδας των Ιουδαίων. Εδώ φαίνεται να συμμετείχαν όλοι, ακόμα και οι Σαμαρείτες. Οι “χριστιανοί” δεν αναφέρονται πουθενά, αν και έχουν εμφανιστεί ήδη από το 112 κ.ε. σαν ονομασία. Από την χριστιανική γραμματεία θα μάθουμε μόνο, ότι υπήρχαν πολλοί ψευδοπροφήτες και υπάρχουν κάποιες αναφορές τους, ότι στην τελευταία εξέγερση (132-5) δεν συμμετείχαν και το χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα στις απολογίες τους.

Γνωστοί επίδοξοι προφήτες - μεσσίες – δάσκαλοι, στην “εποχή” του Ιησού.

Εδώ έχουμε μια λίστα με ανθρώπους που ήταν δάσκαλοι-μάγοι, είχαν θαυμαστή δράση ή θεωρήθηκαν μεσσίες από τους Εβραίους και όχι μόνο (ο Τυανεύς δεν έχει σχέση με τον εβραϊκό μεσσιανισμό, αλλά η δράση του έχει πολλά κοινά σημεία, την ίδια περίοδο και που δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητα).
  • Γιέισου χα–Νοτζρί (135 π.κ.ε) (από το Ταλμούδ που γράφτηκε τον 2ο αιώνα).
  • Ο Δάσκαλος της Δικαιοσύνης (τέλος του 2ου αιώνα π.κ.ε.)
  • Ο Σίμων της Περαίας (4 π.κ.ε.).
  • Ο ήρωας της στήλης του Γαβριήλ
  • Ο Αθρόγκης (3 κ.ε.).
  • Μπεν Στάδα (Ρωμαϊκή εποχή) (από το Ταλμούδ) εμπλέκεται συχνά και από τον Κέλσο σαν το ίδιο άτομο με τον Γιέισου χα–Νοτζρί.
  • Ο Μεσσίας του όρους Γαριζίν. (34-35)
  • Ιούδας ο Γαλιλαίος (6 κ.ε.) και οι γιοι του.
  • Ιωάννης ο Βαπτιστής. (33 κ.ε.).
  • ο θαυματοποιός ή και Ιησούς του Ιώσηπου (26-36 κ.ε.).
  • Μαναήμ και Ελεάζαρος γιος του Ιαείρου (64 κ.ε.).
  • o Χρήστος ή Χρηστός που οργάνωσε ταραχές των Εβραίων στην Ρώμη (41-54 κ.ε.).
  • ο Θευδάς (44 κ.ε.).
  • Ο Ελεάζαρος γιος του Δειναίου (59 κ.ε.).
  • Βενιαμίν ο Αιγύπτιος (60 κ.ε.).
  • Ιησούς υιός Ανανία (+70 κ.ε.).
  • Απολλώνιος ο Τυανέας, (τέλος 1ου αιώνα).
  • Μπαρ Κεχομπά. (135 κ.ε.).
Πιθανόν, να μου έχουν ξεφύγει κάποιοι, γιατί οι επαναστάσεις ήταν πάρα πολλές και δεν είναι σίγουρο ότι τους ξέρουμε όλους. Επικεντρώθηκα σε αυτούς που υπάρχουν κάποια στοιχεία και όπως είπαμε η επανάσταση ήταν δεδομένη τόσο για εθνικούς όσο και θρησκευτικούς λόγους και ο οποιοσδήποτε επαναστάτης διεκδικούσε αυτόματα, τόσο τον θρόνο όσο και το χρίσμα του Ιεχωβά δηλαδή την ιδιότητα του κεχρισμένου–χριστού-ναζωραίου-μεσσία. Ακολουθεί η παρουσίασή τους. Με κόκκινο χρώμα είναι στοιχεία που θυμίζουν κάτι από την δράση του Ιησού των Ευαγγελίων.

Ο Δάσκαλος της Δικαιοσύνης (αρχή του 1ου αιώνα π.κ.ε)
Είναι ο δάσκαλος και ιδρυτής μιας σέκτας των Εσσαίων που η σέκτα αυτή εμφανίστηκε στο τέλος του 2ου αιώνα π.κ.ε. μέχρι το δεύτερο μισό του 1ου αιώνα κ.ε. σε απομονωμένο καταφύγιο στις σπηλιές του Κουμράν και με κάποιο παράρτημα στην Δαμασκό. Τα κείμενα τους γραμμένα στα Αραμαϊκά, βγήκαν σχετικά τελευταία (για τα πιο σημαντικά θέματα τουλάχιστον). Ο δάσκαλος αυτός σταυρώθηκε από τους εθνικούς παραμονές μιας μεγάλης γιορτής, αλλά με την προδοσία Εβραίου και πέθανε. Το σημαντικό είναι ότι αναμενόταν με αγωνία από τους οπαδούς του να αναστηθεί και να έρθει ως Μεσσίας για να βοηθήσει την απελευθέρωση από τους Ρωμαίους. Το εντυπωσιακό είναι ότι όλη η θεολογία του, έχει σκανδαλωδώς πολλά κοινά με τον Χριστιανισμό, ειδικά σε καινοφανή κηρύγματα που υποτίθεται πρωτακούονταν από τον Ιησού των Ευαγγελίων. Για το θέμα αυτό έχουμε ασχοληθεί αναλυτικότερα σε ξεχωριστή δημοσίευση “Η προέλευση του Χριστιανισμού”.

Ο Σίμων της Περαίας

 Ήταν δούλος του Βασιλιά Ηρώδη, που μετά τον θάνατό του, έβαλε το στέμμα και ξεκίνησε επανάσταση· έγινε μεγάλη μάχη με τις δυνάμεις του Γράτου και κατά την σφαγή που ακολούθησε, ο Σίμων αποκεφαλίστηκε. Οι οπαδοί του συνέχισαν τις καταστροφές μέχρι οι Ρωμαίοι να καταστείλουν τελείως την στάση αυτή. Αρχ. 17.273.

Ο ήρωας της στήλης του Γαβριήλ

Ο ήρωας της στήλης του Γαβριήλ, αναφέρεται σε ένα μεσσία που παρουσιάζεται στην στήλη το όραμα του Γαβριήλ που ανακαλύφθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και χρονολογείται τον 1ο αι. π.κ.ε. με αρχές του επόμενου. Υπάρχουν κάποιοι που τον ταυτίζουν με τον Σίμωνα της Περαίας και άλλοι όχι. Το εντυπωσιακό σε αυτήν είναι η προτροπή στον ήρωα από τον αρχάγγελο να αναστηθεί σε τρεις μέρες.

Ο Αθρόγκης

 Ήταν ένας χωρικός που μετά τον θάνατο του Ηρώδη διεκδίκησε το στέμμα μαζί με τους τέσσερεις ρωμαλέους αδερφούς του και αρκετούς που τον ακολούθησαν, δημιουργώντας έναν μεγάλο ανταρτοπόλεμο και ληστείες στις αποστολές των Ρωμαίων. Αφού σκοτώθηκαν όλοι οι αδελφοί του παραδόθηκε αργότερα στον Αρχέλαο (4 π.κ.ε. - 6 κ.ε.) (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, 17.278.

Ο Γιέισου χα–Νοτζρί

Δηλαδή Ιησούς, και αυτός Ναζαρηνός έζησε το τέλος του 2ου π.κ.ε. αιώνα αναφέρεται στα Μπαράιτας (ερμηνευτικά σχόλια, στο Ταλμούδ) και στα Τοσέφτα (πρόσθεμα, στο Ταλμούδ). Ο πατέρας του ονομαζόταν Πανδέιρα. Κατά την δίωξη των φαρισαίων από τον Γιαννάι (Αλέξανδρος Ιανός, τον είδαμε στα χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας στα οποία ο Ιανός θεωρήθηκε ο προδότης) διέφυγε στην Αίγυπτο. Ο κόσμος πίστευε πως ο Γιέισου ήταν μάγος και τον θεώρησε ως κάποιον που οδήγησε τους Εβραίους σε λάθος δρόμο. Σαν αποτέλεσμα αυτών των κατηγοριών που διατυπώθηκαν εναντίον του (οι λεπτομέρειες των οποίων δεν είναι γνωστές, αλλά που πιθανώς να εμπλέκουν και μεγάλη προδοσία) ο Γιέισου λιθοβολήθηκε και το σώμα του κρεμάστηκε την παραμονή του Πάσχα. Πριν απ’ όλα αυτά διαπομπεύτηκε γύρω-γύρω για σαράντα μέρες. Ο Γιέισου είχε πέντε μαθητές: Τον Ματτάι (Ματθαίο), τον Νακάι, τον Νέιτζερ, τον Μπουνί και τον Τοδάχ (Θαδδαίο) (Sanhedrin 43a σελ. 85 και Sotah 47a). Ξανατονίζω ότι έζησε έναν αιώνα πριν τον Ιησού των Ευαγγελίων.

Ο Μπεν Στάδα

Που αναφερόταν και ως Μπεν Σοτήρα (Σωτήρας) αναφέρεται επίσης στα Μπαράιτας και στα Τοσέφτα και στην Γκεμαρά. Έζησε στην ρωμαϊκή εποχή και μερικοί πίστευαν ότι είχε φέρει μαγικές επικλήσεις από την Αίγυπτο μέσα σε μια εγκοπή της σάρκας του, και άλλοι νόμισαν ότι ήταν τρελός. Αυτός ήταν απατεώνας γόης και συνελήφθη διά της μεθόδου του συγκεκαλυμμένου μάρτυρα. Λιθοβολήθηκε στην περιοχή της Λοδ (Shabbath Γεμαρά104b υποσημείωση 19).

Σύζευξη των δύο παραπάνω μάγων.

Φαίνεται ότι ο Μπεν Στάδα εμπλεκόταν κατ`επανάληψη σαν έννοια με τον Γιέισου που είδαμε μόλις πριν, αν και έζησαν σε άλλη εποχή, ίσως επειδή και οι δύο ήταν μάγοι, είχαν σχέση με την Αίγυπτο και εκτελέστηκαν για τις πράξεις τους. Επίσης φαίνεται ότι το όνομα “Στάδα” ως το αραμαϊκό «στατ δα», που σημαίνει «αυτή πήρε λάθος δρόμο», νομίστηκε ότι αναφερόταν στην μάνα του Γιέισου και ότι αυτή ήταν μοιχαλίς. Συνεπώς, ο κόσμος άρχισε να σκέπτεται ότι ο Μπεν δηλαδή τελικά ο Γιεσού ήταν νόθος γιος του Πανδέιρα (πατέρας του Γιέισου που έζησε πριν ένα αιώνα, αλλά και συχνό όνομα Ρωμαίων στρατιωτών της εποχής του μπεν Στάδα) (Βιβλίο Sanhedrin Γεμαρά67a υποσημείωση 12).

Να σημειωθεί ότι, επίσης, υπήρχε μια άλλη γνωστή ιστορία: Η Τοσέφτα αναφέρει μια φημισμένη περίπτωση μιας γυναίκας με όνομα Μιργιάμ μπατ Μπιλγκάχ που είχε ερωτευτεί έναν Ρωμαίο στρατιώτη. Η ιδέα ότι ο Γιέισου είχε γεννηθεί από κάποια Εβραία γυναίκα που είχε μια ερωτική περιπέτεια με Ρωμαίο στρατιώτη, είχε πιθανώς ως αποτέλεσμα να μπερδέψουν τη μητέρα του Γιέισου με αυτή εδώ την Μιργιάμ. Είναι πράγματι γνωστό από την Γκεμαρά ότι μερικοί που έμπλεξαν τον Γιέισου με τον Μπεν Στάδα, πίστευαν ότι η μάνα του Γιέισου ήταν η «Μιργιάμ η κομμώτρια γυναικών». Όλο αυτό το μπέρδεμα αναφέρεται και αναλύεται από τον Hayyim ben Yehoshua στο “Απορρίπτοντας ιεραποστόλους - Τι λέει το Ταλμούδ για τον Ιησού” και εμφανίζεται και στον Κέλσο, ακριβώς σαν περιπλεγμένη ιστορία που την ταυτίζει στο όνομα του Ιησού των Ευαγγελίων, που αντικατοπτρίζει το πόσο μπερδεμένη ήταν η εικόνα για τους διάφορους μεσσίες, για την προ της διασποράς εποχή.

Η πηγή για τους δύο παραπάνω είναι το Ταλμούδ που γράφτηκε από τον 2ο έως τον 6ο αιώνα κ.ε., για το οποία υπάρχει μεγάλη ιστορία που αξίζει να διαβάσετε στην μεταφρασμένη ανάλυση του Hayyim ben Yehoshua στο “Απορρίπτοντας ιεραποστόλους - Τι λέει το Ταλμούδ για τον Ιησού ”, γιατί είχε απαγορευτεί τον Μεσαίωνα και έτσι βγήκαν λογοκριμένες εκδόσεις του και γενικά επικρατεί ένα κουβάρι στο τι είναι παλιό και αυθεντικό. Μπορείτε επίσης να δείτε σχετικά την σελίδα της Wikipedia.

Ο Γιεχούδα της Γαλιλαίας (Ιούδας ο Γαλιλαίος ή Γαυλανίτης, 6 κ.ε.)

Ο Ιούδας της Γαλιλαίας κήρυξε στην Γαλιλαία και συγκέντρωσε πολλούς οπαδούς με την βοήθεια του Σαδδώκου του Φαρισαίου, αρνήθηκε την συμμετοχή στην γνωστή απογραφή των Ρωμαίων και έκανε επανάσταση προτού συλληφθεί και σταυρωθεί από τους Ρωμαίους (να σημειωθεί ότι η απογραφή του Κυρίνιου που αναφέρεται στον Λουκά 2: 2, και που έγινε το 6 κ.ε., αφορούσε το ξανατονίζω περιουσίες και όχι πρόσωπα) (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία 18.2 , Ιουδαϊκός Πόλεμος2.118. Να σημειωθεί επίσης ότι είχε δύο γιούς τον Ιάκωβο και τον Σίμωνα επίσης επαναστάτες. Ο Ιούδας είναι και ο δημιουργός της σχολής των Ζηλωτών  (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία. 18,Ι,6). Η ιστορία της ιερατικής αποστολής του Ιησού στη Γαλιλαία μοιάζει πάρα πολύ με την ζωή του Γιεχούδα της Γαλιλαίας. Αυτή η ιστορία και η πίστη ότι ο Ιησούς έζησε στην ανύπαρκτη “Ναζαρέτ” της Γαλιλαίας ενισχύουν η μία την άλλη, άσχετα αν δεν υπάρχει πόλη Ναζαρέτ αλλά το Ναζηραίος-Ναζωραίος =χρησμένος =χριστός, κάποιος αμόρφωτος και άσχετος με την περιοχή, αλλά συντάκτης ή αντιγραφέας των κειμένων, το πήρε σαν καταγωγή από συγκεκριμένο τόπο και δημιούργησε από το τίποτα, ολόκληρη πόλη.

Οι δύο γιοί του Ιούδα, Ιάκωβος και Σίμων σταυρώθηκαν αργότερα, για αντίστοιχη επαναστατική δράση επί Τιβέριου Ιούλιου Αλέξανδρου (Ρωμαίου διοικητή) το 46 κ.ε. (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία20.102).

Ο Μεναχέμ ή Μαναήμ (Menahem ben Yehuda)

Αναφέρεται επίσης σαν γιος του Ιούδα αλλά ίσως να ήταν εγγονός του. Άλλος ένας επίδοξος μεσσίας που συμμετείχε, ίσως να ήταν και υποκινητής στην επανάσταση του 64-70 ενώ ο Ελεάζαρος γιος του Ιαείρου ξάδερφος του Μαναήμ, φαίνεται να ήταν ο τελευταίος απόγονος του Ιούδα που σκοτώθηκε το 73 κ.ε. στην πολιορκία της Μασάντα. Ήταν και οι δύο βασικοί υποκινητές και διεκδικητές της βασιλείας, στην επανάσταση του 64’.

Να σημειωθεί ότι ο Μεναήμ που αναφέρεται και στις Πράξεις: Ἦσαν δέ τινες ἐν Ἀντιοχείᾳ κατὰ τὴν οὖσαν ἐκκλησίαν προφῆται καὶ διδάσκαλοι, ὅ τε Βαρνάβας καὶ Συμεὼν ὁ ἐπικαλούμενος Νίγερ, καὶ Λούκιος ὁ Κυρηναῖος, Μαναήν τε Ἡρῴδου τοῦ τετράρχου σύντροφος καὶ Σαῦλος (13:1) ως φίλος του Ηρώδη μαζί με τον Σαύλο τον Βαρνάβα και άλλους να αναφέρονται ως προφήτες και δάσκαλοι. Σημειώστε ότι η αποστολική διαδοχή περιλαμβάνει πριν τους επισκόπους τους προφήτες και τους δασκάλους, που σημαίνει ότι με αυτή τη δήλωση που διασώζουν οι Πράξεις, ο επαναστάτης Μαναήμ εθεωρείτο παράγοντας για τους μετέπειτα χριστιανούς. Ο Μαναήμ λοιπόν μεγάλος επαναστάτης, σκοτώθηκε από τους οπαδούς του Ελεάζαρου για τον τυραννικό του χαρακτήρα. ι.π. 2.442. (Στον Ιώσηπο αναφέρεται ως Μανάημος) ή απλά στην προσπάθεια διεκδίκησης του μελλοντικού στέμματος.

O Ιησούς της Αρχαιολογίας ή και ο θαυματοποιός του Όρους των Ελαιών του σλαβονικού κειμένου του Ιώσηπου στην εποχή του Πιλάτου (26-36 κ.ε.). Δεν ξέρω αν πρέπει να τα μετράμε σαν δύο ξεχωριστά πρόσωπα ή ένα.

Όπως ήδη είδαμε στην προηγούμενη δημοσίευση (στην Αρχαιολογία και στον Ιουδαϊκό Πόλεμο), ο Ιώσηπος έχει μία αναφορά περί Ιησού που θεωρείται πλαστογραφημένη, στην Ιουδαϊκή Αρχαιολογία και άλλη μια επίσης πλαστογραφημένη στο σλαβονικό αντίτυπο του Ιουδαϊκού Πολέμου, που μιλάει για έναν “θαυματοποιό” στο Όρος των Ελαιών, που έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τον ευαγγελικό Ιησού, και επίσης για τον ίδιο τον Ιησού. Και τα δύο αυτά φαίνεται να είχαν κάτι άλλο στις αντίστοιχες θέσεις περί κάποιου θαυματοποιού που θα πρέπει να είχε ίσως αρκετά κοινά με τον Ιησού των Ευαγγελίων και πιθανότατα συμμετοχής σε αντίστοιχη στάση των Εβραίων, εξ’ αιτίας του οποίου δημιουργήθησαν δεινά. Θα δούμε τις δυνατότητες για αυτό στην τελευταία ανάρτηση περί της ιστορικότητας, ο “Ιησούς ως επαναστάτης”.

O Ιωάννης ο Βαπτιστής (26-36 κ.ε.)

Για τον Ιωάννη αναφέρονται αρκετά, τόσο στα Ευαγγέλια, στον Ιώσηπο καθώς και στον παραχαραγμένο σλαβονικό Ιώσηπο. Δεν ξέρουμε αν είχε επαναστατική δράση, αν και είχε έντονα θρησκευτική αν διαβάσει κανείς όλα τα σχετικά. Το ότι και αυτός θεωρήθηκε αδικημένος από κάποιους Εβραίους και ότι ήταν και αυτός υποψήφιος για Χριστός φαίνεται από τους μαθητές του, που συνέχισαν να τον πιστεύουν ως μεσσία και χριστό και ήταν μια από τις πρώτες καλούμενες “χριστιανικές” αιρέσεις, οι μανδαίοι ή και ημεροβαπτιστές. Μάλιστα την προσπάθεια να τους ενσωματώσουν οι μετέπειτα χριστιανοί, δείχνει και το γνωστό εδάφιο του Λουκά, που παρά τα της θαυματουργής του βάπτισης και όλα αυτά τα ωραία που είπε ο Ιωάννης αναγνωρίζοντας υποτίθεται τον Ιησού ως Χριστό, έρχονται αρκετά μετά οι μαθητές του Ιωάννη και ρωτούν τον Ιησού “είσαι εσύ αυτός που περιμένουμε ή άλλος”; και ακολουθεί το καλόπιασμα στο τέλος: “19 καὶ προσκαλεσάμενος δύο τινὰς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ὁ Ἰωάννης ἔπεμψε πρὸς τὸν Ἰησοῦν λέγων· Σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν; ...24 Ἀπελθόντων δὲ τῶν μαθητῶν Ἰωάννου ἤρξατο λέγειν πρὸς τοὺς ὄχλους περὶ Ἰωάννου....28 λέγω γὰρ ὑμῖν, μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν προφήτης Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ οὐδείς ἐστιν· ” (Κατά Λουκάν, 7: 19-28.

Ο μεσσίας του όρους Γαζερείν. (34-35 κ.ε.)

Ένας άνθρωπος που με μια ωραία ιστορία, συσπείρωσε τον λαό της Σαμάρειας. Τους έπεισε λοιπόν ότι αν τον ακολουθήσουν, θα τους έδειχνε που ήταν θαμμένα τα ιερά σκεύη που έθαψε εκεί ο Μωυσής. Να σημειωθεί ότι στο όρος Γαζερείν ή Γαζιρίν, ήταν παλαιότερα ο ανταγωνιστικός ναός των Σαμαρειτών (Απόγονοι του Βόρειου Βασιλείου του Ισραήλ), ανταγωνιστικός ως προς τον μοναδικό ναό του Σολομώντος των Ιουδαίων (Νότιο Βασίλειο του Ιούδα), και ο χώρος αυτός εθεωρείτο, παρά την καταστροφή του ναού, ιερός. Ήταν και εκεί που έγινε υποτίθεται η θυσία του Ισαάκ από τον Αβραάμ. Οι οπαδοί του λοιπόν μαζεύτηκαν οπλισμένοι, και πολύς κόσμος πείσθηκε και τους ακολούθησε στο ιερό βουνό. Το όλο εγχείρημα το πρόλαβε ο Πιλάτος και το έπνιξε στο αίμα, αλλά λόγω της βιαιότητας που έδειξαν οι Ρωμαίοι, φαίνεται να ήταν και η αιτία της αντικατάστασής του Πιλάτου και η τελευταία πράξη του στην Ιουδαία. (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία18.85-89).

Ο Χρήστος ή Χρηστός

Που οργάνωσε ταραχές των Εβραίων στην Ρώμη την εποχή του Κλαύδιου (41-54 κ.ε.)
Αναφέρεται από τον Σουητώνιο:(ο Κλαύδιος)... «Judaeos impulsore Chresto assidue tumultuantis Roma expulit», δηλαδή «(ο Κλαύδιος)...εξέβαλε τους Ιουδαίους από τη Ρώμη, διότι υποκινούμενοι από (κάποιον) “Χρηστο” έκαναν ταραχές».

Είναι μια από τις δήθεν αποδείξεις περί της ιστορικότητας του Ιησού που χρησιμοποιούν οι απολογητές, χωρίς κανένα έρεισμα, επειδή σήμερα η λέξη Χρηστός έχει γίνει σχεδόν όνομα, ενώ τότε ήταν τίτλος για μεν τους Ρωμαίους ως “χρήσιμος” δηλαδή δούλος και αντίστοιχο παρατσούκλι σαν όνομα, για δε τους Εβραίους ως “χρισμένος” αλλά όχι με “η” αλλά με “ι” δηλαδή χριστός, δηλαδή μεσσίας, σαν όλους τους άλλους που είδαμε. Άλλωστε εδώ ο Σουητώνιος αναφέρεται ξεκάθαρα σε δράση στην Ρώμη, σε Ιουδαίους που έκαναν ταραχές, όχι χριστιανούς, αλλά και σε κάτι μάλιστα που συμφωνεί και με τις Πράξεις: “ 2 καὶ εὑρών τινα Ἰουδαῖον ὀνόματι Ἀκύλαν, Ποντικὸν τῷ γένει, προσφάτως ἐληλυθότα ἀπὸ τῆς Ἰταλίας, καὶ Πρίσκιλλαν γυναῖκα αὐτοῦ, διὰ τὸ διατεταχέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πάντας τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ τῆς Ρώμης, προσῆλθεν αὐτοῖς, ” (Πράξεις18:2).

Αλλά για να τελειώνει αυτή η ιστορία, η λέξη Χριστός όπως την ξέρουμε σήμερα, παίρνει αυτή την έννοια στο τέλος του 2ου έως τον 4ο αιώνα και με τα γνωστά Ευαγγέλια. Όλοι οι Ιουδαίοι περίμεναν μανιωδώς έναν Χριστό και εμφανίστηκαν πολλοί και όλοι αυτοί είχαν οπαδούς. Το ότι κάποιος Εβραίος το θρήσκευμα, πίστευε σε κάποιο Χριστό τον 1ο αιώνα δεν λέει τίποτα το μη εβραϊκό στην πραγματικότητα. Αντίθετα εδώ φαίνεται να είναι άλλος ένας μεσσίας επαναστάτης με δράση όμως στην Ρώμη.

Θευδάς (44 κ.ε.)

Έπεισε μεγάλο μέρος του λαού να τον ακολουθήσει στον Ιορδάνη, ότι ήταν ο Χριστός και ότι με μια εντολή του το ποτάμι θα χώριζε και θα περνούσαν με ασφάλεια σε μια νέα Έξοδο. Οι Ρωμαίοι ιππείς (procurator Κούσπιος Φάδος) τους απέκοψαν, συνέλαβαν πολλούς και αποκεφάλισαν τον Θευδά. (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, 20.97 και πραξ 5:36). Η πεποίθηση ότι ο Αγρίππας σκότωσε μερικούς μαθητές του Ιησού κατά το έτος 44 Κ. Ε. φαίνεται να βασίζεται την μοίρα των μαθητών του Θευδά. (Ο Απόστολος Ιωάννης προφανώς βασίζεται σε έναν ιστορικό μαθητή τού ψευδό-μεσσία Θευδά ο οποίος σταυρώθηκε από τους Ρωμαίους το +44 Κ. Ε. και του οποίου οι μαθητές όλοι φονεύθηκαν). Μάλιστα οι Πράξεις λένε ότι ο Ιούδας ο Γαλιλαίος που όπως είδαμε σκοτώθηκε το 6 κ.ε. εξεγέρθηκε μετά τον Θευδά του 44 κ.ε. Για να καταλάβετε τι εικόνα είχαν την εποχή που τις γράψανε, για το παρελθόν προ των στάσεων και της καταστροφής και τι αξία έχουν οι ιστορικές πληροφορίες που αναφέρουν.

Ο Ελεάζαρος γιος του Δειναίου

Ήταν κλασική περίπτωση ζηλωτή επαναστάτη που ξεκίνησε με δολοφονίες αλλοφύλων (κατοίκους της Φιλαδέλφειας) καταδιώχθηκε, διέφυγε στα βουνά και από εκεί έκανε λεηλασίες στους Σαμαρείτες. Τον συνέλαβε ο Μάρκος Αντώνιος Φήλιξ που τον έστειλε σιδηροδέσμιο στην Ρώμη να δικαστεί.

Ο Βενιαμίν ο Αιγύπτιος ή ο Αιγύπτιος (+60 κ.ε.)

Μερικοί των ταυτίζουν με τον Μπεν Στάδα γιατί και αυτός είχε επανέλθει από την Αίγυπτο. Ισχυριζόμενος ότι ήταν προφήτης, κάλεσε τους Ιουδαίους να τον ακολουθήσουν στο όρος των Ελαιών, όπου όπως δήλωνε με μια διαταγή του θα γκρέμιζε τα τείχη της Ιερουσαλήμ και θα μπουν στην πόλη. Σκοτώθηκαν 400 και συνελήφθησαν 200, αλλά ο Αιγύπτιος εξαφανίστηκε (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία20.167 Πραξ 21:38. Πιθανώς να ήταν και σύγχρονος του Μπεν Στάδα. Μερικοί νεότεροι συγγραφείς έφτασαν στο σημείο να προτείνουν ότι ήταν το ίδιο πρόσωπο. Θα μπορούσε ίσως από την δράση του και την μη ξαναεμφάνιση του να θεωρήθηκε σαν πρότυπο στα Ευαγγέλια, αν και στις Πράξεις υπάρχει ένα εδάφιο (21:38) που θέλει να μας το αποκλείσει.

O Ιησούς υιός Ανανία (+63-70 κ.ε.)

Ένας άξεστος χωριάτης που “προφήτευε” φωνάζοντας συνέχεια “αίαὶ Ἱεροσολύμοις” και που τριγυρνούσε την πόλη, φωνάζοντας για επτά χρόνια μέχρι και την πτώση της Ιερουσαλήμ όπου και σκοτώθηκε. Συνελήφθη με το που άρχισε την δράση του, εδάρη ανηλεώς τόσο από τους Εβραίους όσο και τον διοικητή Αλβίνο και αφού δεν του βρήκαν κάτι μεμπτό, αφέθηκε ελεύθερος να συνεχίζει τις κραυγές και την προφητεία του (Ιουδαϊκός Πόλεμος6.300-9)

Υπάρχουν επίσης αρκετές αναφορές στον Ιώσηπο για πολλούς άλλους αγύρτες και προφήτες που ξεγελούσαν τα πλήθη (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, 20.160), για ένταση της δράσης των ζηλωτών, που προϊόντος του χρόνου αναμείχθηκαν με τους ληστές, αλλά και πολλές επαναστάσεις και πράξεις οργής, σε κλιμάκωση σταδιακά από τον θάνατο του Ηρώδη του Μεγάλου μέχρι και το 66 κ.ε., κάτι που τελικά δεν σταμάτησε από ότι ξέρουμε μέχρι και την διασπορά του 136 κ.ε.. Οι Ιουδαίοι αν και κατάφεραν με τον Ηρώδη να αποκτήσουν πολλά προνόμια και ιδιαιτερότητες, όπως να μην έχουν στις πόλεις τους αγάλματα και τρόπαια (εικόνες) του αυτοκράτορα, έχοντας ένα μόνιμο είδος αλαζονείας, αφού νομίζονταν ο αγαπημένος λαός του θεού τους, άρχισαν με την πύκνωση της δράσης των ζηλωτών, των προφητειών και του μεσσιανικού κηρύγματος, να δημιουργούν όλο και περισσότερα προβλήματα στην ρωμαϊκή διοίκηση, με αποτέλεσμα την διάλυση τελικά του κράτους των Εβραίων, αλλά στο τέλος και την διασπορά τους στην ρωμαϊκή οικουμένη.

Απολλώνιος ο Τυανεύς, (3 - 97 κ.ε.)

Μια ιστορική προσωπικότητα αλλά με σχεδόν μυθική ζωή, ενός νεοπυθαγόρειου δασκάλου που φέρετε να έκανε και αυτός θαύματα παρόμοια με του Ιησού, σε βαθμό πολλοί να τους μπερδεύουν τους πρώτους αιώνες. Για την ζωή του διαβάστε εδώ  Για τα θεωρούμενα θαύματά του διαβάστε το εκτενές βιβλίο του Φλάβιου Φιλόστρατου Βίος Απολλώνιου Τυαννέως εδώ.  (αρχές του 3ου αιώνα) που είναι και αυτός που έγραψε την βιογραφία του στηριγμένος σε δύο προγενέστερες βιογραφίες, χαμένες πλέον (του Μοιραγένη και του αυτοκρατορικού γραμματέα Μάξιμου) και στο σημειωματάριο του Δάμιδος που ήταν μαθητής του Απολλώνιου. (*) Πολλοί θεωρούν ότι τα περί θαυμάτων μπήκαν αργότερα για να αποδείξουν οι εθνικοί ότι είχαν και αυτοί θαυμαστούς δασκάλους. Υπάρχουν επίσης επιστολές του ίδιου Απολλώνιου αν και δεν θεωρούνται όλες αυθεντικές. Τον Απολλώνιο μνημονεύει και ο Ιουστίνος στο έργο του AΠOΚΡIΣEIΣ ΠΡOΣ ΤOΥΣ OΡΘO∆OΞOΥΣ ΠEΡI ΤIΝΩΝ AΝAΓΚAIΩΝ ΖHΤHΜAΤΩΝ, αν και υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για την αυθεντικότητά του και ότι είναι μεταγενέστερη, δεν παύει όμως να είναι ένα χριστιανικό κείμενο που μας λέει κάτι για την φήμη του Απολλώνιου, την εποχή ακόμα που αυτή γράφτηκε.

Τελευταίος μεσσίας για την εποχή και “γιος του άστρου” ο Μπαρ Κεχομπά (135 κ.ε.). Είναι αυτός ο τελευταίος που έπεισε τους Εβραίους ότι είναι ο Χριστός και τους οδήγησε στην έσχατη επανάσταση. Ο ίδιος σκοτώθηκε σε αυτή και αυτή ήταν και η τελευταία πράξη των Εβραίων για να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Οι Ρωμαίοι καταλαβαίνοντας ότι αυτή η ιστορία δεν είχε τέλος, τους διέσπειραν σε όλη την αυτοκρατορία και άφησαν κενή την Παλαιστίνη από Εβραίους.
Να επαναλάβω πάλι, ότι στον Ιώσηπο εμφανίζονται γύρω στα 20 διαφορετικά άτομα με το όνομα Ιησούς. Εδώ ήδη έχουμε δει τρεις, δύο μεσσίες και χριστοί και ένας γόης-προφήτης, αν και ο αυτός που είναι και ναζαρηνός, δεν προέρχεται από τον Ιώσηπο αλλά από το Ταλμούδ.

Συμπεράσματα

Φαίνεται ότι μετά την ήττα του 70 κάποια σέκτα από αυτούς τους “χριστιανούς” που είναι πολύ πιθανόν να προήλθε από τους Εσσαίους, διαχώρισε τη θέση της και έβγαλε προς τα έξω το κρυφό μέχρι τότε μήνυμά της και τότε ήταν που άρχισε και ο επηρεασμός και οι διαφορετικές εκδοχές. Θυμηθείτε ότι το καλοκαίρι του 64 επί Νέρωνα, καίγεται η Ρώμη, ίσως και νωρίτερα τον Μάρτιο και η επανάσταση στην Ιουδαία υπάρχουν υποψίες να έχουν άμεση σχέση. Θυμηθείτε επίσης ότι τόσο οι Εβραίοι όσο και οι “χριστιανοί” (όρος χριστιανοί φυσικά δεν υπήρχε τότε, η εμπλοκή τους ομολογήθηκε αργότερα από τους ίδιους), φαίνεται να ενεπλάκησαν στην δημιουργία της ή έστω τιμωρήθηκαν για αυτή και υπήρξαν γενικά αρκετές διώξεις Εβραίων στην Ρώμη που προφανώς είχε σχέση και με την κατάσταση στην Ιουδαία. Είδαμε ότι στάση στην Ρώμη έγινε και επί Κλαύδιου. Μέχρι το 135 κ.ε. οι διάφοροι “χριστιανοί” ήταν μία λίγο διακριτή αίρεση του Ιουδαϊσμού και οι ίδιοι αισθανόντουσαν και ήσαν βασικά Εβραίοι και για αυτό ελάχιστα γράφτηκαν στην ιστοριογραφία όπως το 112 κ.ε. έχουμε την πρώτη αναφορά για μια τέτοια ομάδα από αυτούς στις επιστολές του Πλίνιου που θα δούμε στην επόμενη δημοσίευση.

Σήμερα που έχουμε καλύτερη εικόνα για το πως στήθηκε η ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης, ξέρουμε ότι ο Ιεχωβάς ήταν ένα πολιτικό και εθνικό δημιούργημα, αλλά τί συμπέρασμα βγήκε τελικά για τους ίδιους τους Εβραίους, τότε που δεν ήξεραν, μετά από όλα αυτά που τον θεωρούσαν μοναδικό και αληθινό αλλά τελικά δεν τους βοήθησε; Σήμερα, ορθολογικά θα έλεγε κάποιος, ότι θα αναρωτιόντουσαν ίσως για την αλήθεια της θρησκείας τους και θα πήγαιναν σε άλλες ή θα έρεπαν προς την αθεΐα. Αυτό όμως δεν γίνεται εύκολα σε ανθρώπους που έχουν πάντα την ανάγκη προστάτη και έχουν μάθει από τα γεννοφάσκια τους να πιστεύουν σε θεούς και προφήτες. Ένα κλασικό αντίστοιχο παράδειγμα είναι οι δεκάδες προβλέψεις των ιεχωβάδων για την 2α Παρουσία από το 1914 και μετά, που αν και ήταν όλες αποτυχημένες, αν και οι ιεχωβάδες ήταν απόλυτα σίγουροι για την ορθότητά τους, παρά την αστοχία τους, δεν φαίνεται να τους επηρεάζει αρνητικά και την μεταθέτουν συνέχεια στο μέλλον σαν να μην τρέχει τίποτα. Αυτό είναι αποτέλεσμα ενός ενδιαφέροντος φαινόμενου που στην Ψυχολογία λέγεται “γνωστική ασυμφωνία”, που ερμηνεύει σε μεγάλο βαθμό το παράλογο της ανθρώπινης σκέψης. Σύμφωνα με αυτήν αν τα στοιχεία έρχονται σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις μας που είναι τόσο έντονες μέσα μας και αδυνατούμε να τις αποβάλουμε, τότε δημιουργούμε νέες πεποιθήσεις, δηλαδή τις διαμορφώνουμε ώστε να γίνουν με κάποιο τρόπο συμβατές με τα νέα στοιχεία, αλλά να μην αναιρεθούν στην ουσία τους. Διαβάστε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση για το πως αυτό δουλεύει σε όλες τις αποτυχημένες προφητείες και συνεχίζει ακόμα.

Ακολουθώντας λοιπόν την λογική της γνωστικής ασυμφωνίας ας δούμε πως αντέδρασαν οι Ιουδαίοι. Στις συναγωγές τους σε όλο τον κόσμο άρχισαν να αναρωτιούνται τι φταίει και ο Ιεχωβάς δεν τους έστειλε τελικά τον μεσσία και φυσικά οι μόνες κάστες που φαίνεται να είχαν επιζήσει ήταν οι ορθόδοξοι Εβραίοι, δηλαδή οι Φαρισαίοι, και κάποιες από τις σέκτες “χριστιανών” που μόλις άρχισαν να διαδίδουν το μήνυμά τους, σαν αντιπολίτευση στην κρατούσα άποψη και από την στιγμή που δεν συμμετείχαν στην τελική επανάσταση πήραν τα πάνω τους. Οι απαντήσεις που συμφωνούν με την γνωστική ασυμφωνία, ήταν δύο ειδών. Οι μεν προφανώς είπαν ότι δεν έστειλε ο Γιαχβέ τον μεσσία του λόγω των αμαρτιών τους και τους δίνει μια άλλη ευκαιρία να μετανοήσουν μέσα από την νέα καταστροφή που υπέστησαν ελπίζοντας στο μέλλον. Οι δε ότι ήρθε μεν (ο κάθε ένας τον δικό του χαμένο προφήτη) αλλά οι περισσότεροι δεν τον άκουσαν, δεν τον ακολούθησαν και για αυτό καταστράφηκαν.

Από το 135 κ.ε. και μετά που ο Εβραϊσμός έπαθε πανωλεθρία και διαλύθηκε στην Ιουδαία, στις διασπαρμένες πλέον συναγωγές της αυτοκρατορίας, άρχισε το οριστικό σχίσμα και η σταδιακή ομογενοποίηση των “χριστιανών” ή το σωστότερο η επικράτηση μιας από όλες εκείνες τις σέκτες έναντι των άλλων. Εκεί το μετέπειτα γνωστό σήμερα σαν χριστιανικό μήνυμα εμπλουτισμένο από τους γνωστικούς, ξεχωρίζει από τους άλλους που τους αναφέρει σαν αιρετικούς, διαχωρίζεται από την ιουδαϊκή παράδοση, ανοίγει τελείως και βγαίνει προς τα έξω, εκεί και η σωτηρία από τον Γιαχβέ θα γίνει ξεκάθαρα “μετά θάνατον” και για όλους, αφού με τα στοιχεία του γνωστικισμού και του νεοπλατωνισμού που εισδύουν, θα ελκύσει και εθνικούς. Εκεί φαίνεται να επενδύεται και με την αντίστοιχη ιστορική δράση με τα κατορθώματα, ποίου όμως μεσσία από όλους; Δεν έχει σημασία, μπορεί κανενός, μπορεί και όλων, μπορεί και κάποιου για τον οποίο δεν έχουμε κανένα πραγματικό στοιχείο μέχρι στιγμής, για αυτό και αρκετοί από αυτούς τους μεσσίες κάτι μας θυμίζουν και τα ιστορικά συμβάντα που αναφέρονται στην Καινή είναι λανθασμένα και μπερδεμένα. Αυτό φαίνεται και από την μεγάλη ποικιλομορφία της νέας σέκτας αμέσως με την εμφάνισή της. Άλλοι θεωρούν τον Βαπτιστή χριστό, άλλοι μιλάνε για έναν χριστό που δεν αναφέρουν το όνομά του, άλλοι μιλάνε για πνευματικό χριστό, άλλοι θεωρούν τον χριστό ως μεσσία όχι όμως θεό, άλλοι λιγότεροι στην αρχή, τον δέχονται σαν θεό, άλλοι είναι κολλημένοι στα πάτρια των Ιουδαίων και λέγονται ιουδαιοχριστιανοί ή περιτετμημένοι και άλλοι όχι. Ταυτόχρονα με την δημιουργία λοιπόν έχουμε πολλές αιρέσεις γιατί όλοι αυτοί δημιουργήθηκαν από διαφορετικά ρεύματα και διαφορετικούς μεσσίες· ένα από όλα αυτά, τελικά θα επικρατήσει και θα οικειοποιηθεί όλο αυτό το ρεύμα.

Είναι φυσικό ότι η πολεμική της νέας σέκτας λόγω του μικρού της τότε μεγέθους, να επικεντρωθεί ιδιαίτερα στους άλλους ανταγωνιστές τους που είχαν την πρωτοκαθεδρία, τους φαρισαίους. Έτσι το νέο μήνυμα είναι ότι ήρθε ο μεσσίας αλλά οι φαρισαίοι δεν τον κατάλαβαν και τον αγνόησαν ή ακόμα χειρότερα τον σκότωσαν και όλο το μήνυμα να στρέφεται ειδικά στην υποκρισία τους γιατί ήταν κολλημένοι με την “τυπικαδούρα” του Σαββάτου και άλλα σχετικά. Από την μεριά των φαρισαίων προφανώς θα υπήρχε αντίλογος, ότι έχουν θεοποιήσει διαφόρους ψευτομεσσίες και ότι απλά ο Γιαχβέ τους δοκιμάζει ή κάτι άλλο σχετικό. Τότε πρέπει να διαμορφώνεται σταδιακά και ο χριστιανικός μύθος σαν μια “ειρηνική” και παγκόσμια θρησκεία, όπως περίπου θα τον δούμε να εμφανίζεται 50-70 χρόνια αργότερα, στα γνωστά μας Ευαγγέλια, που φαίνεται να εμφανίζονται στο τέλος του 2ου αι. και φυσικά έντονα εξωστρεφής που κάνει απροκάλυπτο προσηλυτισμό δημιουργώντας έναν νέο μεσσιανισμό, αυτόν που αναφέρονται στα Ευαγγέλια ότι ο Ιησούς θα ξανάρθει σύντομα, για τον λόγο αυτό και πολλοί πεθαίνουν με χαρά προσβάλλοντας αρχαίους ναούς και αγάλματα θεωρώντας ότι ήγγικεν η ώρα. Η πρώτη ολοκληρωμένη μορφή των Ευαγγελίων (άρα και του χριστιανισμού) που έχουμε, είναι στις αρχές του 4ου αι. και αυτά αποδεδειγμένα στην εξέλιξή τους έχουν υποστεί νοθεία. Ακόμα και τώρα όμως υπάρχουν ενδιαφέροντα ίχνη μέσα στα Ευαγγέλια που θα δούμε σε επόμενη δημοσίευση, που δείχνουν κάποια εξαφανισμένη επαναστατική δράση.

Ένα, επίσης, συμπέρασμα από όλα αυτά είναι ότι όλοι, ή έστω οι περισσότεροι από αυτούς τους αναφερόμενους μεσσίες, πίστευαν ο κάθε ένας πραγματικά, ότι ήταν ο Χριστός και ότι θα τον σώσει ο Ιεχωβάς στην μάχη. Αυτό δεν είναι αστείο αν σκεφθείτε ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους κακόμοιρους, το υποστήριξαν με την ζωή τους που την έδωσαν σε αυτή την απέλπιδα πίστη. Το ότι λοιπόν κάποιος λέει κάπου, όπως στα γνωστά μας Ευαγγέλια, ότι “αυτός μόνο είναι ο Μεσσίας”, και “όλοι οι άλλοι που εμφανίστηκαν ή θα βγουν το μέλλον είναι ψευδοπροφήτες”, δεν λέει τίποτα διαφορετικό από τους υπόλοιπους του σωρού. Τίποτα νέο για την εποχή και την κατάσταση που επικρατούσε.

Το σημαντικότερο όμως συμπέρασμα, είναι ότι η ορολογία “χριστιανοί” τον πρώτο αιώνα και ίσως ακόμα και αρχές του 2ου αιώνα δεν ξέρουμε ακριβώς σε τι αναφέρεται, δηλαδή σε ποιόν πραγματικά χριστό ή μεσσία από όλους. Είναι κατανοητό ότι η κατοπινή και η σύγχρονη Εκκλησία θέλει να οικειοποιηθεί την οποιαδήποτε “χριστιανική” δράση της εποχής σαν αυθεντική δική της και στο όνομα του Ιησού των Ευαγγελίων, αλλά η ιστορία μας δείχνει κάτι άλλο.

Στην συνέχεια θα δούμε τις υπόλοιπες πηγές του 2ου αιώνα και τέλος το σενάριο του επαναστάτη Ιησού.
(Επιστροφή στην ιστορικότητα του Ιησού).
---------------------
Παράρτημα

Πως ξεκίνησε ο μεσσιανισμός
Παρακάτω επισυνάπτω τα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης που ήταν αυτά που βεβαίωσαν έναν ολόκληρο λαό, ότι ήταν προφητείες για την έλευση ενός μεσσία, με αποτέλεσμα να διαλυθεί. Δυστυχώς αυτές δούλεψαν όχι μόνον για τους Εβραίους αλλά και για τις άλλες δύο μονοθεϊστικές θρησκείες που δημιουργήθηκαν από αυτή. Τα χωρία αυτά είναι στην βάση των στοιχείων αυτής της σελίδας.

26 καὶ ἐπιστήσω τοὺς κριτάς σου ὡς τὸ πρότερον καὶ τοὺς συμβούλους σου ὡς τὸ ἀπ᾿ ἀρχῆς· καὶ μετὰ ταῦτα κληθήσῃ πόλις δικαιοσύνης, μητρόπολις πιστὴ Σιών”. Ησ. 1:26.

2 Ὃτι ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις ἐμφανὲς τὸ ὄρος Κυρίου καὶ ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ ἐπ᾿ ἄκρων τῶν ὀρέων καὶ ὑψωθήσεται ὑπεράνω τῶν βουνῶν·... 4 καὶ κρινεῖ ἀναμέσον τῶν ἐθνῶν καὶ ἐλέγξει λαὸν πολύν, καὶ συγκόψουσι τὰς μαχαίρας αὐτῶν εἰς ἄροτρα καὶ τὰς ζιβύνας αὐτῶν εἰς δρέπανα, καὶ οὐ λήψεται ἔθνος ἐπ᾿ ἔθνος μάχαιραν, καὶ οὐ μὴ μάθωσιν ἔτι πολεμεῖν” (Ησαΐας, 2: 1-4).

11 οἱ γὰρ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ὑψηλοί, ὁ δὲ ἄνθρωπος ταπεινός· καὶ ταπεινωθήσεται τὸ ὕψος τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὑψωθήσεται Κύριος μόνος ἐν τῇ ἡμέρα ἐκείνῃ12 ἡμέρα γὰρ Κυρίου σαβαὼθ ἐπὶ πάντα ὑβριστὴν καὶ ὑπερήφανον καὶ ἐπὶ πάντα ὑψηλὸν καὶ μετέωρον, καὶ ταπεινωθήσονται, 13 καὶ ἐπὶ πᾶσαν κέδρον τοῦ Λιβάνου τῶν ὑψηλῶν καὶ μετεώρων καὶ ἐπὶ πᾶν δένδρον βαλάνου Βασὰν 14 καὶ ἐπὶ πᾶν ὑψηλὸν ὄρος καὶ ἐπὶ πάντα βουνὸν ὑψηλὸν 15 καὶ ἐπὶ πάντα πύργον ὑψηλὸν καὶ ἐπὶ πᾶν τεῖχος ὑψηλὸν

16 καὶ ἐπὶ πᾶν πλοῖον θαλάσσης καὶ ἐπὶ πᾶσαν θέαν πλοίων κάλλους. 17 καὶ ταπεινωθήσεται πᾶς ἄνθρωπος, καὶ πεσεῖται ὕψος ἀνθρώπων, καὶ ὑψωθήσεται Κύριος μόνος ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ” (Ησαΐας, 2: 11-17).

1 ΚΑΙ ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης ἀναβήσεται....16 καὶ ἔσται δίοδος τῷ καταλειφθέντι μου λαῷ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ ἔσται τῷ Ἰσραὴλ ὡς ἡ ἡμέρα ὅτε ἐξῆλθεν ἐκ γῆς Αἰγύπτου” (Ησαΐας, κεφ. 11).

1ΚΑΙ εἶπε Δαυίδ... 8 καὶ ἐγένετό μοι λόγος Κυρίου λέγων· αἷμα εἰς πλῆθος ἐξέχεας καὶ πολέμους μεγάλους ἐποίησας· οὐκ οἰκοδομήσεις οἶκον τῷ ὀνόματί μου, ὅτι αἵματα πολλὰ ἐξέχεας ἐπὶ τὴν γῆν ἐναντίον μου. 9 ἰδοὺ υἱὸς τίκτεταί σοι, οὗτος ἔσται ἀνὴρ ἀναπαύσεως, καὶ ἀναπαύσω αὐτὸν ἀπὸ πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ κυκλόθεν, ὅτι Σαλωμὼν ὄνομα αὐτῷ, καὶ εἰρήνην καὶ ἡσυχίαν δώσω ἐπὶ Ἰσραὴλ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ. 10 οὗτος οἰκοδομήσει οἶκον τῷ ὀνόματί μου, καὶ οὗτος ἔσται μοι εἰς υἱὸν κἀγὼ αὐτῷ εἰς πατέρα, καὶ ἀνορθώσω θρόνον βασιλείας αὐτοῦ ἐν Ἰσραὴλ ἕως αἰῶνος” (Α' Παραλειπομένων, 22: 8-10).

18 καὶ ἀναστήσω τὸν θρόνον τῆς βασιλείας σου, ὡς διεθέμην Δαυὶδ τῷ πατρί σου λέγων· οὐκ ἐξαρθήσεταί σοι ἡγούμενος ἀνὴρ ἐν Ἰσραήλ” (Β' Παραλειπομένων 7: 18).

8 κατέπιεν ὁ θάνατος ἰσχύσας, καὶ πάλιν ἀφεῖλε Κύριος ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ παντὸς προσώπου· τὸ ὄνειδος τοῦ λαοῦ ἀφεῖλεν ἀπὸ πάσης τῆς γῆς” (Ησαΐας, 25: 8).

19 ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις, καὶ εὐφρανθήσονται οἱ ἐν τῇ γῇ· ἡ γὰρ δρόσος ἡ παρὰ σοῦ ἴαμα αὐτοῖς ἐστιν, ἡ δὲ γῆ τῶν ἀσεβῶν πεσεῖται” (Ησαΐας, 26: 19).

11 καὶ λελυτρωμένοις; ὑπὸ γὰρ Κυρίου ἀποστραφήσονται καὶ ἥξουσιν εἰς Σιὼν μετ᾿ εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάματος αἰωνίου· ἐπὶ κεφαλῆς γὰρ αὐτῶν ἀγαλλίασις καὶ αἴνεσις; καὶ εὐφροσύνη καταλήψεται αὐτούς, ἀπέδρα ὀδύνη καὶ λύπη καὶ στεναγμός (Ησαΐας, 51: 11).

7 ὡς ὥρα ἐπὶ τῶν ὀρέων, ὡς πόδες εὐαγγελιζομένου ἀκοὴν εἰρήνης, ὡς εὐαγγελιζόμενος ἀγαθά, ὅτι ἀκουστὴν ποιήσω τὴν σωτηρίαν σου λέγων Σιών·” (Ησαΐας, 52: 7).

13 Ἰδοὺ συνήσει ὁ παῖς μου καὶ ὑψωθήσεται καὶ δοξασθήσεται καὶ μετεωρισθήσεται σφόδρα14 ὃν τρόπον ἐκστήσονται ἐπὶ σὲ πολλοὶ ~ οὕτως ἀδοξήσει ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων τὸ εἶδός σου καὶ ἡ δόξα σου ἀπὸ υἱῶν ἀνθρώπων ~ 15 οὕτω θαυμάσονται ἔθνη πολλὰ ἐπ᾿ αὐτῷ, καὶ συνέξουσι βασιλεῖς τὸ στόμα αὐτῶν· ὅτι οἷς οὐκ ἀνηγγέλη περὶ αὐτοῦ, ὄψονται, καὶ οἳ οὐκ ἀκηκόασι, συνήσουσι.

ΝΓ'
1 ΚΥΡΙΕ, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη; 2 ἀνηγγείλαμεν ὡς παιδίον ἐναντίον αὐτοῦ, ὡς ρίζα ἐν γῇ διψώσῃ. οὐκ ἔστιν εἶδος αὐτῷ οὐδὲ δόξα· καὶ εἴδομεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδὲ κάλλος· 3 ἀλλὰ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἄτιμον καὶ ἐκλεῖπον παρὰ πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων· ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὢν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν, ὅτι ἀπέστραπται τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, ἠτιμάσθη καὶ οὐκ ἐλογίσθη. 4 οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει. 5 αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν· παιδεία εἰρήνης ἡμῶν ἐπ᾿ αὐτόν. τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν” (Ησαΐας, 52: 13-53: 5).

23 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐὰν ἐπιλάβωνται δέκα ἄνδρες ἐκ πασῶν τῶν γλωσσῶν τῶν ἐθνῶν καὶ ἐπιλάβωνται τοῦ κρασπέδου ἀνδρὸς Ἰουδαίου λέγοντες· πορευσόμεθα μετὰ σοῦ, διότι ἀκηκόαμεν ὅτι ὁ Θεὸς μεθ᾿ ὑμῶν ἐστι” (Ζαχαρίας, 8: 23).

55 καὶ ἡ ἀδελφή σου Σόδομα καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς ἀποκατασταθήσονται καθὼς ἦσαν ἀπ᾿ ἀρχῆς, καὶ Σαμάρεια καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς ἀποκατασταθήσονται καθὼς ἦσαν ἀπ᾿ ἀρχῆς, καὶ σὺ καὶ αἱ θυγατέρες σου ἀποκατασταθήσεσθε καθὼς ἀπ᾿ ἀρχῆς ἦτε” (Ιεζεκιήλ, 23: 55).

9 καὶ ἐξελεύσονται οἱ κατοικοῦντες τὰς πόλεις Ἰσραὴλ καὶ καύσουσιν ἐν τοῖς ὅπλοις, πέλταις καὶ κοντοῖς καὶ τόξοις καὶ τοξεύμασι καὶ ράβδοις χειρῶν καὶ λόγχαις· καὶ καύσουσιν ἐν αὐτοῖς πῦρ ἑπτὰ ἔτη. 10 καὶ οὐ μὴ λάβωσι ξύλα ἐκ τοῦ πεδίου οὐδὲ μὴ κόψωσιν ἐκ τῶν δρυμῶν, ἀλλ' ἢ τὰ ὅπλα κατακαύσουσι πυρί· καὶ προνομεύσουσι τοὺς προνομεύσαντας αὐτοὺς καὶ σκυλεύσουσι τοὺς σκυλεύσαντας αὐτούς, λέγει Κύριος11 καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ δώσω τῷ Γὼγ τόπον ὀνομαστόν, μνημεῖον ἐν Ἰσραήλ, τὸ πολυάνδριον τῶν ἐπελθόντων πρὸς τῇ θαλάσσῃ, καὶ περιοικοδομήσουσι τὸ περιστόμιον τῆς φάραγγος12 καὶ κατορύξουσιν ἐκεῖ τὸν Γὼγ καὶ πᾶν τὸ πλῆθος αὐτοῦ, καὶ κληθήσεται Τὸ γαὶ τὸ πολυάνδριον τοῦ Γώγ. 13 καὶ κατορύξουσιν αὐτοὺς οἶκος Ἰσραήλ, ἵνα καθαρισθῇ ἡ γῆ, ἐν ἑπταμήνῳ· καὶ κατορύξουσιν αὐτοὺς πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς, καὶ ἔσται αὐτοῖς ὀνομαστὸν ᾗ ἡμέρᾳ ἐδοξάσθη, λέγει Κύριος” (Ιεζεκιήλ, 39: 9-13).

33 συνεψήθη χαρμοσύνη καὶ εὐφροσύνη ἐκ τῆς Μωαβίτιδος καὶ οἶνος ἦν ἐπὶ ληνοῖς σου· πρωΐ οὐκ ἐπάτησαν οὐδὲ δείλης, οὐκ ἐποίησαν αἰδάδ” (Ιερεμίας, 31: 33).
(εδώ υποτίθεται με Ερμηνεία φυσικά, ότι μιλάει για την σοφία και αποκάλυψη της Πεντατεύχου που θα δοθεί σε όλο το Ισραήλ, πως βγαίνει αυτό δεν γνωρίζω)

4 κατατρύφησον τοῦ Κυρίου, καὶ δώσει σοι τὰ αἰτήματα τῆς καρδίας σου” (Ψαλμοί, 37 (36): 4)

13 ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ καταλήψεται ὁ ἀμητὸς τὸν τρυγητόν, καὶ περκάσει ἡ σταφυλὴ ἐν τῷ σπόρῳ, καὶ ἀποσταλάξει τὰ ὄρη γλυκασμόν, καὶ πάντες οἱ βουνοὶ σύμφυτοι ἔσονται”· (Αμώς 9: 13).

Επίκουρος: Το τετραπλό κριτήριο της αλήθειας

Σύμφωνα με τον Επίκουρο, τα φαινόμενα αποτελούν προέκταση της ύπαρξης, μια άμεση υλική απορροή της υποκείμενης πραγματικότητας του κόσμου. Αυτό δεν σημαίνει πως όλη η πραγματικότητα, όλη η ύπαρξη, είτε φαίνεται άμεσα είτε όχι, είναι δυνάμει αποκαλύψιμη με την κατάλληλη χρήση των αισθήσεων αφ’ ενός και του νου αφετέρου. Αισθήσεις και νους συνεργάζονται για να επιτύχουν μια θεμελιώδη συμφωνία μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου: οι αισθήσεις δέχονται τα μηνύματα του κόσμου των φαινομένων, ενώ ο νους συλλαμβάνει τα μηνύματα αυτά και τους δίνει μορφή και νόημα.

Το συμπέρασμα, λοιπόν, για τον Επίκουρο, είναι ότι η κρίση στην οποία προβαίνει ο κοινός νους περί των φυσικών φαινομένων, όπως αυτά εμφανίζονται στο αισθανόμενο/συναισθανόμενο/σκεπτόμενο υποκείμενο, πρέπει να επαρκεί, αν όχι για την πραγματική ανακάλυψη της αλήθειας, τουλάχιστον για μια προσέγγιση της φύσης, της δομής και της λειτουργίας της πραγματικότητας∙ υπό τον όρο, βέβαια, ότι η μαρτυρία των αισθήσεων, αν δεν επιβεβαιώνει την άποψη που έχουμε περί του κόσμου, με κανένα τρόπο να μην αντιφάσκει προς αυτήν.

Η κρίση στην οποία προβαίνει ο κοινός νους για τον κόσμο των φαινομένων σκιαγραφείται με κάποιες λεπτομέρειες στον Κανόνα, που εμπεριέχει τα τέσσερα κριτήρια της αλήθειας: «Στον κανόνα, λοιπόν, ο Επίκουρος βεβαιώνει ότι οι αισθήσεις, οι προλήψεις, και τα συναισθήματα/συγκινήσεις μας (πάθη) είναι τα κριτήρια της αλήθειας∙ οι Επικούρειοι δέχονται επίσης ως κριτήριο της αλήθειας και την προσήλωση του νου σε παραστάσεις (φανταστικαί επιβολαί της διανοίας)».

Η τετραπλή συνταγή ή τετραπλό κριτήριο της αλήθειας αποτελείται, λοιπόν, από τις αισθήσεις, τα πάθη (συναισθήματα, συγκινήσεις), τις προλήψεις (έννοιες των πραγμάτων ήδη αποθηκευμένες στο νου) και τις διορατικές συλλήψεις του νου (φανταστικαί επιβολαί της διανοίας).

Η αίσθησις

Η αίσθησις αναφέρεται στην άμεση αισθητηριακή αντίληψη, σε ένα είδος φυσικής συμφωνίας ανάμεσα στα όργανα των αισθήσεων και στο αντικείμενο ή σώμα και τις ιδιότητές του (οι οποίες ονομάζονται συμπτώματα και συμβεβηκότα). Ο όρος αίσθησις, ωστόσο, αναφέρεται και στην εντύπωση, στο προϊόν της αλληλεπίδρασης μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου της αισθητηριακής σύλληψης. 

Κάθε αίσθησις στερείται λόγου και δεν είναι επιδεκτική μνήμης∙ δεν ενεργοποιείται από μόνη της, αλλά και όταν ενεργοποιείται από κάτι άλλο δεν μπορεί να του προσθέσει ή να του αφαιρέσει κάτι. Κι ούτε υπάρχει κάτι που να μπορεί να ανασκευάσει τις αισθήσεις: Ούτε το λογικό μπορεί να ανασκευάσει τις αισθήσεις, αφού το λογικό εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τις αισθήσεις. Ούτε, πάλι, μπορεί μια αίσθησις να ελέγξει μιαν άλλη, εφ’ όσον σε όλες δίνουμε την ίδια προσοχή. Το γεγονός ότι βλέπουμε και ακούμε είναι εξίσου πραγματικό με το ότι νιώθουμε πόνο. Ως εκ τούτου, πρέπει με βάση τα φανερά να οδηγούμαστε σε συμπεράσματα για τα μη φανερά. Διότι όλες οι ιδέες μας προέρχονται από τις αισθήσεις – ποτέ μέσω σύμπτωσης, ποτέ κατ’ αναλογία ή σύμφωνα με κάποια ομοιότητα ή μέσω συσχετίσεων, όπου κατά τι συμβάλλει και το λογικό. Όσο για τα οράματα των τρελών και τα όνειρα που βλέπουμε, έχουν αληθινή υπόσταση, δεδομένου ότι προκαλούν κίνηση [στο νου]∙ και κάτι που δεν υπάρχει δεν προκαλεί τίποτα. (Διογένης Λαέρτιος, 10.31-32)

Πάθη

Τα πάθη ή συναισθήματα ή συγκινήσεις αποτελούν, σύμφωνα με τον Επίκουρο, το δεύτερο σημαντικό κριτήριο αλήθειας ή γνωσιολογικό κριτήριο. Τόσο οι αισθήσεις όσο και τα πάθη ανήκουν στην ίδια τάξη του πραγματικού. Επιπλέον, και τα δύο μας παρέχουν μια εξίσου κρίσιμη μαρτυρία της ομοιογενούς υλικής δομής του φυσικού κόσμου που περιβάλλει τον άνθρωπο (και από μια γενική έννοια, το σύνολο του έμψυχου κόσμου) και περικλείει τις δραστηριότητες του. Τα δύο αυτά κριτήρια αλήθειας συνιστούν από κοινού ότι μπορεί να θεωρηθεί ως η υποδομή της γνωσιολογίας του Επίκουρου.

Αισθήσεις και πάθη είναι εξίσου πραγματικά και εξίσου έντονα. Ό,τι ισχύει για την αντιληπτικότητα στην περίπτωση των αισθήσεων, το ίδιο ισχύει για την σωματική –ακόμη και ψυχολογική- εμπειρία του πόνου και της ηδονής στην περίπτωση των παθών. Επιπλέον, αισθήσεις και πάθη παρέχουν μια μη αναγώγιμη μαρτυρία της πραγματικότητας του κόσμου των φαινομένων, αλλά και εγγυώνται την ικανότητα του ανθρώπου να τα γνωρίζει. Η ύπαρξη, ως φαινόμενη πραγματικότητα, και η άμεση αδιαμεσολάβητη εμπειρία αυτής της πραγματικότητας μέσω της αισθητηριακής αντίληψης/εντύπωσης και του συναισθήματος – το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος «εσωτερικής αίσθησης»- συμπίπτουν.

[Οι Επικούρειοι] λένε ότι δύο πάθη υπάρχουν, η ηδονή και ο πόνος (αλγηδών), που προκαλούνται σε κάθε έμβιο ον∙ ότι το ένα είναι οικείον (συγγενικό προς την φύση του) ενώ το άλλο αλλότριον (ξένο/εχθρικό)∙ και ότι με βάση αυτά αποφασίζουμε τι θα επιλέξουμε και τι θα αποφύγουμε.

Όσο για τις έρευνες, υπάρχουν δύο λογιών, η έρευνα που αφορά στα πράγματα, και η έρευνα που ασχολείται με σκέτα λόγια. (Διογ. Λαέρτ., 10.30)

Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε και να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι τα δύο είδη παθών –ηδονή και πόνος- «προκαλούνται σε κάθε έμβιο ον» και συνοδεύουν κάθε έκφανση της ζωής στον κόσμο. Τα πάθη, με άλλα λόγια, όπως και οι αισθήσεις, αποτελούν θεμελιώδη φυσιο/ψυχο/λογικά δεδομένα, που πιστοποιούν και εγγυώνται την ύπαρξη και δομή του υλικού κόσμου όπως αυτός εμφανίζεται στον άνθρωπο και όπως ο άνθρωπος τον βιώνει. Και επιπλέον, ορίζουν τη θέση του ανθρώπου σ’ αυτόν τον κόσμο. Αισθήσεις και πάθη μαζί μας παρέχουν μια θεμελιώδη και μη διαψεύσιμη μαρτυρία περί της πραγματικότητας.

Οι αισθήσεις και τα πάθη ή, ακριβέστερα, η ολοφάνερη μαρτυρία που μας παρέχουν η αισθητηριακή αντίληψη, η εντύπωση και η συγκίνηση, είναι η μοναδική πηγή βεβαιότητας (Διογ. Λαέρτ., 10.63).

Πρόληψις

Η πρόληψις, ένας όρος ασυνήθιστος και προβληματικός –που συχνότατα αποδίδεται ως «έννοια», «γενική έννοια», «έννοια που παράγεται από την αισθητηριακή αντίληψη», προφανώς αναφέρεται στη διαδικασία σχηματισμού εννοιών, μια διαδικασία η οποία εντείνεται από την ακόμη πιο δύσκολη και δυσνόητη λειτουργία που αποκαλείται φανταστικαί επιβολαί της διανοίας (=«διορατική σύλληψη του νου»). Ατυχώς, στα σωζόμενα κείμενα του ιδίου του Επίκουρου, πολύ λίγα υπάρχουν που θα μας επέτρεπαν να συλλάβουμε με βεβαιότητα το ακριβές νόημα της προλήψεως. Η αναφορά του Διογένη Λαέρτιου σχετικά με το νόημα της προλήψεως έχει ως εξής:

Με την πρόληψιν εννοούν [οι Επικούρειοι] κάτι σαν νοητική σύλληψη κάποιου πράγματος ως υπαρκτού, ή ορθή γνώμη, ή έννοια ή γενική ιδέα επαναποθηκευμένη στο νου∙ δηλαδή την μνήμη ενός εξωτερικού πράγματος που μας έχει παρουσιαστεί επανειλημμένα. Τέτοιας λογής είναι π.χ. ο άνθρωπος: μόλις ειπωθεί η λέξη «άνθρωπος», αμέσως, σύμφωνα με την πρόληψιν που έχουμε του ανθρώπου, παρουσιάζεται στη νόηση η μορφή του, σύμφωνη με τα προηγούμενα δεδομένα των αισθήσεων. Έτσι, το αντικείμενο που αρχικά έχει δηλωθεί με μια λέξη, είναι ξεκάθαρο (εναργές). Οι προλήψεις, επομένως, είναι πράγματα αυταπόδεικτα. 

Για την γνώμη χρησιμοποιούν τη λέξη υπόληψις που, όπως ισχυρίζονται, είτε είναι αληθής είτε ψευδής: Αν πιστοποιείται από τις αυταπόδεικτες μαρτυρίες ή δεν αναιρείται, τότε αληθεύει. Ενώ αν δεν πιστοποιείται ή αν υπάρχει αρνητική μαρτυρία, τότε είναι ψευδής. Γι’ αυτό και εισήγαγαν την έκφραση «το προσμένον» [=αυτό που προσμένει επαλήθευση]∙ όπως, λόγου χάρη περιμένει κανείς να πλησιάσει πρώτα κοντά σ’ ένα πύργο και να εξακριβώσει πως φαίνεται εκ τους σύνεγγυς. (10. 33-34)

Το πρώτο και πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της προλήψεως, σύμφωνα με την παραπάνω αναφορά, είναι η σχέση της με την μνήμη.  Μέσω των προλήψεων, λοιπόν, το υποκείμενο της αντίληψης και του συναισθήματος εισέρχεται στη σφαίρα της συνέχειας, του δομημένου χρόνου∙ ικανό να ανακαλεί τη μνήμη, να αναγνωρίζει και να ταυτοποιεί, αρχίζει να συγκροτεί, ή μάλλον να ανακαλύπτει ένα δομημένο, διαρκή και ανθεκτικό κόσμο αισθήσεων και παθών.

Μέσω της προλήψεως, ο αντιληπτός κόσμος γίνεται, σε βάθος χρόνου, συνεχής και αναγνωρίσιμος. Εικόνες δημιουργούνται, εναποθηκεύνται και απομνημονεύονται για περαιτέρω χρήση.

Επιπλέον, οι προλήψεις είναι εναργείς: έχουν την ίδια άμεση, αδιαμφισβήτητη, ξεκάθαρη προφάνεια που χαρακτηρίζει τις αισθήσεις και τα πάθη. Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα και, συνεπώς, η αλήθεια αυτών των σταθερών συνεκτικών εικόνων διαθέτει την ίδια άμεση και αδιαμφισβήτητη φυσικότητα και εγκυρότητα που έχουν οι αρχικές αισθητηριακές εμπειρίες και τα συναισθήματα που παρήγαγαν τις εικόνες αυτές. Έτσι, η νέα τυπολογία που επιτυγχάνεται μέσω των προλήψεων μπορεί να υποκαταστήσει τη μαρτυρία των αισθήσεων και των συναισθημάτων με την ίδια αδιαφιλονίκητη αυθεντικότητα και σαφήνεια. 

Μαθαίνουμε να συνδέουμε λέξεις με πράγματα που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις μας∙ κι έτσι, όταν προφέρεται η λέξη, έχουμε μια «πρόληψη» αυτού στο οποίο η λέξη αναφέρεται. Υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος να λησμονήσουμε ότι αυτή είναι η χρήση των λέξεων και να επιχειρήσουμε να τους δώσουμε μια ανεξάρτητη ζωή. Έτσι, ο Επίκουρος τονίζει ότι θα πρέπει να έχουμε στο νου μας τα πράγματα τα οποία έχουμε εκχωρήσει στις λέξεις μας ώστε να αποφεύγουμε τη χρήση κενών λέξεων. Πρέπει να χρησιμοποιούμε τις λέξει με τρόπο που ανταποκρίνεται στις προλήψεις μας, διότι αν αφήσουμε τις λέξεις αδέσποτες θα γίνουν άστοχες και ανεξέλεγκτες. (Furkey, Greek Atomists, σ. 205)

Τρίτο και τελευταίο χαρακτηριστικό της προλήψεως –και ίσως το πιο σημαντικό από όλα- είναι ότι οι προλήψεις αποκτώνται μέσα από μια διαλεκτική σχέση με τον κόσμο των φαινομένων και με τις αισθητηριακές εντυπώσεις και τα συναισθήματα που αυτός προκαλεί στο αντιλαμβανόμενο/αισθανόμενο υποκείμενο. Με άλλα λόγια, η διαδικασία σχηματισμού της προλήψεως αρχίζει να μοιάζει με τη διαδικασία της «εικασίας και ανασκευής», που ανοίγει το δρόμο στην αφαίρεση και τη θεωρία.

Φανταστικαί επιβολαί της διανοίας

Σύμφωνα με την αναφορά του Διογένη Λαέρτιου, οι Επικούρειοι –αλλά όχι ο ίδιος ο Επίκουρος- πρόσθεσαν ένα τέταρτο γνωσιολογικό κριτήριο, την φανταστικήν επιβολήν της διανοίας. Ο δύσκολος αυτός όρος απαντά σε κάποια από τα σωζόμενα συγγράμματα (Κύρια Δόξα 24) του Επίκουρου, αν και παραλλαγμένος. Εν τούτοις, πουθενά δεν αποσαφηνίζεται το ακριβές νόημά του.

Η έκφραση αποτελείται από τρεις όρους: φανταστική (από το φαντασία/φάντασμα = εικόνα, είδωλο, παράσταση, εντύπωση), επιβολή (προσήλωση, ρίψη) και διάνοια. Αναφέρεται επομένως στις εικόνες/παραστάσεις εκείνες που συλλαμβάνονται από το νου, ανεξάρτητα, εκ πρώτης όψεως, από οποιαδήποτε ορατά πράγματα. Υπό αυτή την έννοια, είναι παρόμοιες με τις ήδη συγκροτημένες προλήψεις. Θεωρούμενες ως «διορατικές συλλήψεις του νου», οι παραστάσεις αυτές που άμεσα συνέλαβε ο νους μέσω της διόρασης, εμφανίζονται να έχουν αποδεικτική αξία ισοδύναμη με των αισθήσεων.

Αυτές οι διορατικές συλλήψεις του νου μοιάζουν και, με μια έννοια, αντιστοιχούν στις πραγματικές, υπαρκτές –διότι ενεργούν ως αίτια, και προκαλούν κίνηση- παραστάσεις που παράγονται στο νου κάποιου που ονειρεύεται ή κάποιου διανοητικά διαταραγμένου – παραστάσεις εξίσου αληθείς με τις άλλες συνηθισμένες μαρτυρίες που μας παρέχουν οι αισθήσεις. Ο Επίκουρος είναι σαφής επ’ αυτού: «Ακόμη και των τρελών οι παραστάσεις, όπως αυτές που βλέπουμε στον ύπνο μας είναι αληθείς, διότι προκαλούν κίνηση –δηλαδή κίνηση στο νου- ενώ το μη ον δεν προκαλεί τίποτα. (Διογ. Λαέρτ., 10.32) 

Φαίνεται ωστόσο, ότι η διαφορά ανάμεσα στις προλήψεις (τις σταθερές έννοιες) και στις φανταστικές επιβολές της διανοίας, έγκειται στο γεγονός ότι οι τελευταίες μπορούν να σπάσουν τα δεσμά και να αποκτήσουν μια δική τους ανεξάρτητη ύπαρξη, χωρίς αναφορά στις αισθήσεις, τα πάθη ή τις προλήψεις που μπορεί να έχουν προκαλέσει το σχηματισμό τους.

Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι οι φανταστικαί επιβολαί της διανοίας είναι κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, προϊόντα της διανοίας. Ανήκουν σ’ ένα είδος της ανεξάρτητης δραστηριότητας που χαρακτηρίζεται από δικό της τρόπο λειτουργίας. Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα ο ρόλος της γλώσσας γίνεται αμφίβολος και παραγνωρίζεται μια σειρά γνωσιολογικών προβλημάτων.

Για να συνοψίσουμε, λοιπόν: ο τετραπλός τύπος ή τα κριτήρια της αληθείας –οι αισθήσεις, τα πάθη, οι προλήψεις και οι φανταστικαί επιβολαί της διανοίας- ορίζουν το κατάλληλο γνωσιοθεωρητικό πεδίο για το επικούρειο οντολογικό όραμα. Αυτά τα κριτήρια είναι τόσο αξεδιάλυτα δεμένα με την επικούρεια άποψη περί της πραγματικότητας ως φαινομένου, ώστε συχνά είναι αδύνατο να πούμε που τελειώνει η υλιστική/ατομική θεωρία της φύσης και που αρχίζει η θετικιστική θεωρία της γνώσης.

Με έναν ιδιόμορφο και λιτό τρόπο ο Επίκουρος επιστρέφει στους Προσωκρατικούς, και πιστός στο πνεύμα τους επανερμηνεύει το δυαδισμό ύλης-πνεύματος. Αποδίδει υλικές ποιότητες στο νου, αν όχι πνευματικές ποιότητες στην ύλη – αφού αυτή η διχοτόμηση έχει ήδη αποκλειστεί από την υλιστική οντολογία. Και μάλιστα τολμά να προτείνει αυτή την ανορθόδοξη, έως και εικονακλαστική –αν όχι τελείως αιρετική- επιστροφή στην αδιαφανή πραγματικότητα της φύσεως των Προσωκρατικών μέσα από μια συνειδητή, καθ’ όλα συνειδητή θα λέγαμε, αναδιατύπωση της ατομικής θεωρίας του Δημόκριτου.

Ο κεντρικό πυρήνας, το κύριο μέλημα του Επίκουρου είναι, όπως έχει ειπωθεί, το άτομο στην ιστορικότητα του: το φυσικό ανθρώπινο άτομο στο φυσικό του περιβάλλον. Συνεπώς το πρωταρχικό μέλημα του φιλοσόφου είναι βαθιά σωκρατικό. Ο λόγος του, ωστόσο, ο τρόπος σκέψης του, το ίδιο του το όραμα του φυσικού κόσμου, μας επαναφέρουν σε έναν προσωκρατικό κόσμο. Η συνένωση, η συγχώνευση αυτών των δύο όψεων, ή μάλλον κοσμοαντιλήψεων, αποτελεί τη σημαντικότερη και πιο πρωτότυπη συμβολή του Επίκουρου στο χώρο της αρχαίας φιλοσοφίας.

ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ: Διθύραμβοι (3.1-3.66)

ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ IΙI

ΗΙΘΕΟΙ Ή ΘΗΣΕΥΣ

‹ΚΗΙΟΙΣ ΕΙΣ ΔΗΛΟΝ›

Κυανόπρῳρα μὲν ναῦς μενέκτυ[πον [στρ. α]
Θησέα δὶς ἑπτ[ά] τ᾽ ἀγλαοὺς ἄγουσα
κούρους Ἰαόνω[ν
Κρητικὸν τάμνε πέλαγος·
5 τηλαυγέϊ γὰρ [ἐν] φάρεϊ
βορήϊαι πίτνο[ν] αὖραι
κλυτᾶς ἕκατι π[ε]λεμαίγιδος Ἀθάν[ας·
κνίσεν τε Μίνωϊ κέαρ
ἱμεράμπυκος θεᾶς
10 Κύπριδος [ἁ]γνὰ δῶρα·
χεῖρα δ᾽ οὐ[κέτι] παρθενικᾶς
ἄτερθ᾽ ἐράτυεν, θίγεν
δὲ λευκᾶν παρηΐδων·
βόασέ τ᾽ Ἐρίβοια χαλκο-
15 θώρα[κα Π]ανδίονος
ἔκγ[ο]νον· ἴδεν δὲ Θησεύς,
μέλαν δ᾽ ὑπ᾽ ὀφρύων
δίνα[σ]εν ὄμμα, καρδίαν τέ οἱ
σχέτλιον ἄμυξεν ἄλγος,
20 εἶρέν τε· «Διὸς υἱὲ φερτάτου,
ὅσιον οὐκέτι τεᾶν
ἔσω κυβερνᾷς φρενῶν
θυμ[όν]· ἴσχε μεγάλαυχον ἥρως βίαν.

ὅ τι μ[ὲ]ν ἐκ θεῶν μοῖρα παγκρατὴς [αντ. α]
25 ἄμμι κατένευσε καὶ Δίκας ῥέπει τά-
λαντον, πεπρωμέν[α]ν
αἶσαν [ἐ]κπλήσομεν, ὅτ[α]ν
ἔλθῃ· [σ]ὺ δὲ βαρεῖαν κάτε-
χε μῆτιν. εἰ καί σε κεδνὰ
30 τέκεν λέχει Διὸς ὑπὸ κρόταφον Ἴδας
μιγεῖσα Φοίνικος ἐρα-
τώνυμος κόρα βροτῶν
φέρτατον, ἀλλὰ κἀμὲ
Πιτθ[έ]ος θυγάτηρ ἀφνεοῦ
35 πλαθεῖσα ποντίῳ τέκεν
Ποσειδᾶνι, χρύσεόν
τέ οἱ δόσαν ἰόπλοκοι κά-
λυμμα† Νηρηΐδες.
τῶ σε, πολέμαρχε Κνωσίων,
40 κέλομαι πολύστονον
ἐρύκεν ὕβριν· οὐ γὰρ ἂν θέλοι-
μ᾽ ἀμβρότοι᾽ ἐραννὸν Ἀο[ῦς
ἰδεῖν φάος, ἐπεί τιν᾽ ἠϊθέ[ων
σὺ δαμάσειας ἀέκον-
45 τα· πρόσθε χειρῶν βίαν
δε[ί]ξομεν· τὰ δ᾽ ἐπιόντα δα[ίμω]ν κρινεῖ.»

τόσ᾽ εἶπεν ἀρέταιχμος ἥρως· [επωδ. α]
τ]άφον δὲ ναυβάται
φ]ωτὸς ὑπεράφανον
50 θ]άρσος· Ἁλίου τε γαμβρῷ χόλωσεν ἦτορ,
ὕφαινέ τε ποταινίαν
μῆτιν, εἶπέν τε· «μεγαλοσθενὲς
Ζεῦ πάτερ, ἄκουσον· εἴ πέρ με νύμ[φα
Φοίνισσα λευκώλενος σοὶ τέκεν,
55 νῦν πρόπεμπ᾽ ἀπ᾽ οὐρανοῦ θοὰν
πυριέθειραν ἀστραπὰν
σᾶμ᾽ ἀρίγνωτον· εἰ
δὲ καὶ σὲ Τροιζηνία σεισίχθονι
φύτευσεν Αἴθρα Ποσει-
60 δᾶνι τόνδε χρύσεον
χειρὸς ἀγλαὸν
ἔνεγκε κόσμον ἐκ βαθείας ἁλός,
δικὼν θράσει σῶμα πατρὸς ἐς δόμους.
εἴσεαι δ᾽ αἴκ᾽ ἐμᾶς κλύῃ
65 Κρόνιος εὐχᾶς
ἀναξιβρέντας ὁ πάντω[ν με]δ[έω]ν.»

***
ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΝΕΕΣ Ή Ο ΘΗΣΕΑΣ

Έσκιζε ένα γαλαζόπλωρο καράβι [στρ. α]
τα νερά του κρητικού πελάγου· μέσα,
ήρωας άσκιαχτος σε αγώνες, ο Θησέας,
και μαζί του αγόρια εφτά και εφτά κοπέλες·
όλοι απ᾽ τη φυλή των Ιώνων·
στο πανί, που λαμποκόπαε πέρα, εφύσα
ο βοριάς, για να χαρεί και η Αθηνά,
η θεά που του πολέμου ορίζει ασπίδα.
Μα του Μίνωα την καρδιά μια αψιά κεντιά
κέντησε, σταλτή απ᾽ την Κύπρη,
10 τη θεά με το μαγνάδι των ερώτων·
δε συγκράτησε το χέρι του, σε μια
τ᾽ άπλωσε από τις κοπέλες
και της άγγιξε τα ολόασπρα μάγουλά της·
τότες έμπηξε η Ερίβοια μια φωνή,
του Πανδίονα για ν᾽ ακούσει ο εγγονός
ο χαλκοθωρακισμένος· μόλις το ᾽δε
ο Θησέας, κάτω απ᾽ τα φρύδια σκοτεινές
άγριες παίξανε οι ματιές του· από τον πόνο
σπάραξε η καρδιά του και είπε:
20 «Γιε του υπέρτατου του Δία, στα στήθια μέσα
την καρδιά σου ευλαβικά δεν κυβερνάς·
την αγέρωχη συγκράτησε, ήρωα, βία.

Κείνο που ᾽ναι απ᾽ τους θεούς, αυτό που η Μοίρα, [αντ. α]
παντοδύναμη, έχει γράψει, και της Δίκης
όπου γέρνει η ζυγαριά, σα φτάσει η ώρα,
θα το κάμουμε ώς την άκρη, εσύ όμως πάλι
τη βαριά βουλή συγκράτα.
Αν του Φοίνικα η τρισάξια, η παινεμένη
30 θυγατέρα σ᾽ έχει κάμει εσένα, αφού
σε ψηλή πλαγιά της Ίδης είχε σμίξει
με το Δία, κι αν είσαι ασύγκριτος θνητός,
μα κι εμένα είναι γονιός μου
του πελάγου ο Ποσειδώνας, κι έχω μάνα
του Πιτθέα του πλούσιου κόρη, που χρυσό
οι μενεξεδομαλλούσες
θυγατέρες του Νηρέα τής δώσαν πέπλο.
Της Κνωσού πολέμαρχε, άκου με λοιπόν·
τόσο αυθαίρετος μην είσαι· αυτό μπορεί
40 συμφορές πολλές να φέρει· κάλιο το ᾽χω
της αθάνατης Αυγής πια να μη δω
το γλυκό το φως ποτέ, παρά ν᾽ αφήσω
ένα νέο απ᾽ τους δικούς μου
να προσβάλεις άθελά του· πριν, θα δείξω
των χεριών μου εγώ τη δύναμη· ο θεός
πια θα κρίνει τί θα γίνει παραπέρα.»

Είπε ο Θησέας, ο δεινός [επωδ. α]
κονταρομάχος, κι οι ναύτες ξαφνιάστηκαν
για το περήφανο που έδειχνε θάρρος.
50 Χόλιασε του Ήλιου ο γαμπρός, και μια σκέψη βαθιά και πρωτάκουστη
έβαλε αμέσως στο νου:
«Μεγαλοδύναμε Δία και πατέρα μας,
δέηση σου κάνω θερμή·
αν μ᾽ έχεις γιο σου στ᾽ αλήθεια απ᾽ του Φοίνικα
την κρουσταλλόκορφη κόρη,
στείλε ολοφάνερο αμέσως σημάδι
φλογομαλλούσα αστραπή· κι αν εσύ αληθινά,
που η Τροιζηνιώτισσα σ᾽ έκαμε η Αίθρα, Θησέα,
τον Ποσειδώνα έχεις κύρη σου
τον κοσμοσείστη, μπρος, ρίξου στη θάλασσα,
μες στο παλάτι του,
60 και το χρυσό δαχτυλίδι μου αυτό, που στολίζει το χέρι μου,
φέρ᾽ το απ᾽ τα βάθη ξανά.
Κι έτσι θα δεις
αν ο τρανός γιος του Κρόνου μ᾽ ακούει, σαν του κάνω μια δέηση,
που όλα τα ορίζει, κι αυτός κυβερνά τη βροντή.»