Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Πατριαρχικές business

Μετά την άλωση της Κων/πολης, ο Μωάμεθ Β΄ προέβη στη ρύθμιση των σχέσεων του με το πλήθος των χριστιανών υπηκόων του. Προτεραιότητα του ήταν η ανεύρεση του κατάλληλου ανθρώπου για τον πατριαρχικό θρόνο. Στην προ άλωσης Πόλη, κυρίαρχο ζήτημα μεταξύ των χριστιανών κατοίκων της είχε αναδειχτεί η αποδοχή ή μη της βοήθειας από τη Δύση, η οποία όμως συνοδευόταν και από τον όρο της ένωσης των εκκλησιών και της ταυτόχρονης αποδοχής των πρωτείων του Πάπα. Ο λαός είχε χωριστεί σε «ενωτικούς» και «ανθενωτικούς», γεγονός που λειτούργησε καταλυτικά στην πτώση της Βασιλεύουσας. Ο Μωάμεθ Β΄ αποκωδικοποιώντας έξυπνα τις σχέσεις στον χριστιανικό κόσμο στράφηκε στην αναζήτηση του για πατριάρχη των χριστιανών της αυτοκρατορίας του, προς τους «ανθενωτικούς», οι οποίοι είχαν αποδείξει έμπρακτα ότι προτιμούσαν την Οσμανλίδικη κατάκτηση από την υποταγή στη Ρώμη… Ηγετική φυσιογνωμία των «ανθενωτικών» είχε αναδειχτεί ο Γεώργιος Σχολάριος, τον οποίο ο Μωάμεθ Β΄ βρήκε αιχμάλωτο ενός οσμανλή άρχοντα σε μια κωμόπολη κοντά στην Αδριανούπολη. Στον μεγαλοπρεπή ναό των αγίων Αποστόλων, μιας και η Αγία Σοφία είχε γίνει τζαμί, στις αρχές του 1454 χειροτονήθηκε  «Πατριάρχης των Ρωμαίων»  με το όνομα  Γεννάδιος Β΄. Αμέσως μετά ο Μωάμεθ Β΄ εξέδωσε «βεράτιο», ο Φραντζής το ονομάζει «πρόσταγμα», με το οποίο ορίστηκαν τα δικαιώματα και τα προνόμια του πατριάρχη. Την ίδια πρακτική, της απόδοσης προνομίων, ακολουθούσαν οι Οσμανλήδες προς τους προκαθήμενους και των λοιπών μη ορθοδόξων χριστιανικών εκκλησιών, όπως των Χαλδαίων ή των Κοπτών. Η πρακτική αυτή είχε και πολιτικό περιεχόμενο, αφού έτσι καθησυχάζονταν οι θρησκόληπτες μάζες και απομακρυνόταν το ενδεχόμενο μιας σταυροφορίας των Ευρωπαίων, με σκοπό την απελευθέρωση των χριστιανών της αυτοκρατορίας. Η τακτική αυτή ουσιαστικά επιβαλλόταν και από το Κοράνι, που περιέβαλε με σεβασμό το χριστιανικό θρήσκευμα και απαγόρευε τους αναγκαστικούς εξισλαμισμούς. Στον κόσμο του Ισλάμ οι άνθρωποι χωρίζονται στους «πιστούς» (μουσουλμάνοι, «μούσλιμ» σημαίνει αφοσιωμένος) και στους «άπιστους», τους «γκιαούρηδες». Όταν οι «γκιαούρηδες» δέχονται να γίνουν «ραγιάδες», δηλαδή υποτακτικοί των μωαμεθανών, το Κοράνι τους προστατεύει. Έτσι και ο Μωάμεθ Β΄ ακολούθησε πολιτική συνδιαλλαγής με τους κατακτημένους χριστιανούς. Επιλέγοντας παράλληλα για τον πατριαρχικό θρόνο έναν «ανθενωτικό», έπαιρνε, εμμέσως αλλά σαφώς, και θέση στο εκκλησιαστικό ζήτημα, τασσόμενος κατά της ένωσης των εκκλησιών. Μια πανέξυπνη εφαρμογή του «διαίρει και βασίλευε»…
 
Τι περιελάμβαναν όμως αυτά τα προνόμια; Αν και το αρχικό κείμενο του Μωάμεθ Β΄ έχει χαθεί, μπορούμε να βγάλουμε σημαντικά συμπεράσματα σχετικά με τα προνόμια αυτά, μελετώντας «βεράτια» των μετέπειτα χρόνων, που δίνονταν σε κάθε νέο προκαθήμενο της εκκλησίας. Ο  Γ. Φραντζής  αναφέρει γενικά πως  «έδωκε (ο Μωάμεθ Β΄) δε και προστάγματα εγγράφως τω πατριάρχη ίνα μηδείς αυτόν ενοχλήση ή αντιτείνη, αλλά είναι αυτόν αναίτητον και αφορολόγητον και αδιάσειστον τε από παντός εναντίου, και τέλους και δόσεως ελεύθερος έσηται αυτός και οι μετ’ αυτόν πατριάρχαι εις τον αιώνα, ομοίως και πάντες οι υποταγμένοι αυτώ αρχιερείς». Μεταξύ πολλών άλλων ο πατριάρχης είχε την ανώτατη διοίκηση των εκκλησιών και των μοναστηριών, ήταν ο ανώτατος ποινικός δικαστής του κλήρου, είχε το δικαίωμα να φορολογεί τον κλήρο και το λαό, ενώ οριζόταν ότι η εκκλησία μπορούσε να διατηρεί κτήματα και κτήρια. Οι Οσμανλήδες αποκαλούσαν τον πατριάρχη  «μιλιέτ- μπασή», που ουσιαστικά σήμαινε εθνάρχης. Καθίστατο έτσι εκτός από ανώτατος εκκλησιαστικός άρχοντας και αρχηγός ολόκληρου του «μιλιέτ» των χριστιανών ορθοδόξων της αυτοκρατορίας, είτε επρόκειτο για Αλβανούς, είτε για Σλάβους, είτε για Έλληνες ορθόδοξους. Καθιερωνόταν με αυτόν τον τρόπο ένα modus vivendi μεταξύ των δυο κυρίαρχων στην Ανατολή θεοκρατικών συστημάτων, του Ισλάμ, όπως αυτό εκφραζόταν από τις δομές και τις αντιλήψεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας και του χριστιανισμού, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί την περίοδο του βυζαντίου με την παντοδυναμία της ορθόδοξης εκκλησίας, που ουσιαστικά είχε εξελιχθεί σε ένα «κράτος εν κράτει» εντός της βυζαντινής αυτοκρατορίας…  Ο πατριάρχης ήταν ουσιαστικά αμετακίνητος, εκτός αν βρισκόταν ένοχος για καταπίεση των χριστιανών, αν παρέβαινε τον θρησκευτικό νόμο και αν απιστούσε προς τον ηγεμόνα. Η ερμηνεία όμως, αυτών των τριών εξαιρέσεων, από τις πρώτες δεκαετίες της κατάκτησης, υπήρξε ελαστική και χρησιμοποιήθηκαν τέτοιου είδους κατηγορίες τόσο από τους κατακτητές, όσο και από τους ίδιους τους χριστιανούς, όταν καθιερώθηκε η αγοραπωλησία των εκκλησιαστικών θέσεων…Κατά κάποιο τρόπο τα προνόμια χρησιμοποιήθηκαν αρχικά ως μέσο επιβολής της οθωμανικής κυριαρχίας, ενώ αργότερα, όσο πλησιάζουμε στην έκρηξη της επανάστασης του 1821, το πατριαρχείο λειτούργησε ουσιαστικά ως ανάχωμα στην διάδοση του εθνικισμού και του ορθολογισμού στα Βαλκάνια, ιδέες που έρχονταν σε σύγκρουση με την θεόθεν επιβεβλημένη θεοκρατία, τόσο του Ισλάμ όσο και της ορθοδοξίας. Ο Κ. Κούμας αναφέρει πως τα κυριότερα καθήκοντα του πατριάρχη ήταν «να επαγρυπνή εις τους χριστιανούς να διατηρήσωσι απαρασάλευτον την θρησκείαν των, και μετά τούτο, ακλόνητον υπακοήν εις την εξουσίαν». Έκτοτε το πατριαρχείο συνέδεσε αξεδιάλυτα τα συμφέροντα του με αυτά της Υψηλής Πύλης, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αποκηρύξει την επανάσταση του 1821…
 
Ο πατριαρχικός θώκος, από νωρίς, κατέστη αντικείμενο δημοπρασίας, αφού η εκκλησία επέλεξε ο πατριάρχης να προέρχεται όχι από την Σύνοδο και τους λαϊκούς, αλλά να διορίζεται από τον Σουλτάνο αυτός που θα προσέφερε τα περισσότερα χρήματα για την θέση. Από το 1488 μέχρι και το 1789 τη θέση καταλαμβάνουν 109 πατριάρχες, με μέσο όρο παραμονής στο αξίωμα τα 2,7 έτη… Η σιμωνία, η αγοραπωλησία δηλαδή των ιερατικών αξιωμάτων, είχε καταστεί ο κανόνας. Ο Κ. Μαρξ τονίζει πως: «ο πατριάρχης πληρώνει στο Ντιβάνι έναν μεγάλο φόρο προκειμένου να εγκατασταθεί στο αξίωμα του, όμως και αυτός με τη σειρά του πουλά τις αρχιεπισκοπές και τις επισκοπές στους κληρικούς του θρησκεύματος του». Με τον Μαρξ συμφωνούν και οι πηγές. Ο Alvise Contarini βενετσιάνος αξιωματούχος στην Πόλη από το 1636 ως το 1641 παρατηρεί:  «Ο Πατριάρχης Κων/πόλεως εκμεταλλεύεται την έσχατη αμάθεια των Ελλήνων και αποθησαυρίζει χρυσάφι ώστε να δωροδοκή και τους Τούρκους και τη διεφθαρμένη εκκλησία και να εξασφαλίζει την υποστήριξη τους». Δυο Άγγλοι ταξιδιώτες στα τέλη του 17ου αιώνα επιβεβαιώνουν την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το οικουμενικό πατριαρχείο. Ο λόγος στον  Jacob  Spon: «Κατά την ανάδειξη του νέου πατριάρχη καλούνται οι αρχιεπίσκοποι για τη συγκέντρωση του αναγκαίου ποσού. Όσοι δυστροπήσουν εκδιώκονται. Οι αρχιεπίσκοποι κατανέμουν την δαπάνη αναλογικά στους επισκόπους και οι επίσκοποι στους παπάδες των ενοριών. Έτσι τα πάντα γίνονται δια της σιμωνίας». Ο έτερος Άγγλος περιηγητής George Wheler  συμφωνεί: «Για την εξαγορά του αξιώματος καταβάλλουν τεράστια ποσά. Και για να τα εισπράξουν καταπιέζουν τους φτωχούς χριστιανούς». Η σιμωνία ξεκίνησε ένα φαινόμενο «ντόμινο», όπου οι οικονομικές απαιτήσεις της ανώτερης ιεραρχίας μεταβιβάζονταν στο τέλος στις πλάτες του απλού ραγιά πολλαπλασιασμένες. Υπό αυτό το πρίσμα η εκκλησιαστική ιεραρχία κατέστη, σε πολλές περιπτώσεις, εξίσου μισητή με τον κατακτητή. Η «Ελληνική Νομαρχία» περιγράφει δηκτικότατα την κατάσταση που επικρατούσε στις αρχές του 19ου αιώνα στην εκκλησιαστική ιεραρχία. Ο συγγραφέας του, ανώνυμος που προέρχεται μάλλον από τον κύκλο του Ρήγα, σημειώνει, με αγανάκτηση πολλές φορές, την λειτουργία και το ποιόν των πατριαρχών και της λοιπής ιερατικής ιεραρχίας.  «Η πρώτη έγνοια του πατριάρχου, λοιπόν, είναι να αποκτήση την φιλίαν των φίλων της Συνόδου, όπου, ως επί το πλείστον, είναι αι γυναίκες των πρώτων αρχόντων, ήτοι πλουσίων αμαθών του Φαναρίου. Και αυτό το κάμνει δια δυο αίτια :πρώτον μεν, δια να ημπορεί να κλέπτη με περισσότερο θάρρος, δεύτερον δε να κλέπτει δια περισσότερον καιρόν». Όσον αφορά στους αρχιεπισκόπους ο συγγραφέας γίνεται αποκαλυπτικότερος, σημειώνοντας: «Τρώγοσι και πίνοσι ως χοίροι. Κοιμώνται δεκατέσσερας ώρας την νύκτα και δυο ώρες μετά το μεσημέρι. Λειτουργούσι δυο φοράς τον χρόνον, και όταν δεν τρώγωσι, δεν πίνωσι, δεν κοιμώνται, τότε κατεργάζονται τα πλέον αναίσχυντα και ουτιδανά έργα, όπου τινάς ημπορεί να στοχασθή». Για τους Άρτης, Γρεβενών και Ιωαννίνων κρατάει ο συγγραφέας τα…καλύτερα: «είναι δε και οι τρεις ασελγείς, άσωτοι εις το άκρον, μοιχοί, πόρνοι και αρσενοκοίται φανεροί»… Σειρά έχουν οι επίσκοποι οι οποίοι  «πέμπουσι τόσους ληστάς, δια να ειπώ έτζι, εις τα χωρία της επισκοπής των, και τους δίδοσι τον τίτλον ή του πρωτοσυγκέλου ή του αρχιμανδρίτου…Αυτοί λοιπόν περιφέρονται εις όλα τα χωρία της επισκοπής και με άκραν ασπλαγχνίαν εκδύουσι τους πολλά αθώους χωριάτας…». Και ολοκληρώνει με ένα κρεσέντο αντικληρικαλισμού που θα ζήλευαν και οι πλέον ριζοσπάστες επαναστάτες της εποχής του: «Εκατόν χιλιάδες, και ίσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι ζώσιν αργοί και τρέφονται από τους ιδρώτας των ταλαιπώρων και πτωχών Ελλήνων… Ιδού, ω Έλληνες, αγαπητοί μου αδελφοί, η σημερινή αθλία και φοβερά κατάστασις του ελληνικού ιερατείου, και η πρώτη αιτία όπου αργοπορεί την ελευθερία της Ελλάδος». Ο Julius Millingen σημειώνει επιβεβαιώνοντας τον ανώνυμο συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας»: «η σκανδαλώδης σε ανηθικότητα διαγωγή του κλήρου τον είχε αποξενώσει από το ποίμνιο, ενώ οι ανελεύθερες ιδέες του, η εχθρότητα που έδειξε αρχικά εναντίον του επαναστατικού κινήματος, προκάλεσαν την καταφρόνηση του καλύτερα πληροφορημένου τμήματος του έθνους».
 
Το πατριαρχείο ποτέ δεν κατανόησε και δεν ανέχτηκε τα πνευματικά επιτεύγματα του δυτικού κόσμου. Παρέμεινε πάντοτε κλεισμένο στα στενά πλαίσια μιας ξεπερασμένης θεοκρατικής αντίληψης των πραγμάτων, που το αποξένωνε ακόμη περισσότερο από το λαό. Οι Έλληνες αστοί του εξωτερικού, επηρεασμένοι από τον δυτικό διαφωτισμό, ασπάστηκαν από νωρίς τις νεωτερικές εθνικιστικές ιδέες, οι οποίες έρχονταν σε σύγκρουση με τον οικουμενισμό του πατριαρχείου. Από τα τέλη του 17ου αιώνα ξεκινάει μια σημαντική προσπάθεια να μεταφυτευτούν στα Βαλκάνια οι ιδέες περί φιλελευθερισμού, δημοκρατίας και επιστημονικού ορθολογισμού. Φορείς αυτών των προσπαθειών οι πλούσιοι έμποροι του εξωτερικού που χρηματοδοτούν την ίδρυση σχολείων, φανερών και σε καμία περίπτωση… «κρυφών», σε πολλές πόλεις της αυτοκρατορίας, όπως στα Γιάννενα, στο Πήλιο, στη Σμύρνη, στην Κών/πολη, στην Τραπεζούντα και αλλού. Σε αυτά τα σχολεία πρωτοδιδάχτηκαν τα μαθηματικά, η φυσική, η βιολογία και ένα πλήθος νέων φιλοσοφικών ιδεών της δυτικής διανόησης, που αποτέλεσαν τους στυλοβάτες των τότε αναδυόμενων εθνών. Μεγάλοι δάσκαλοι του έθνους όπως ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, ο Ιώσηπος Μοισιόδακας, ο Άνθιμος Γαζής και πλήθος άλλων, προσπάθησαν να διαφωτίσουν τον λαό και να τον προετοιμάσουν για την μετάβαση. Εμπόδιο στις προσπάθειες αυτών των ανθρώπων αποτέλεσε το πατριαρχείο, το οποίο προσπαθώντας να διατηρήσει τα κεκτημένα προνόμια του, εμπόδιζε την διάδοση των νέων ιδεών στην Ανατολή. Κλονισμός της θεοκρατίας του Ισλάμ σήμαινε αυτόματα και κλονισμό της χριστιανικής θεοκρατίας… Η εξουσία του πατριαρχείου παρέμενε ακλόνητη όσο οι θρησκόληπτες μάζες των χριστιανών δέχονταν μοιρολατρικά την καταπίεση του κατακτητή, ως θεία τιμωρία, όσο δέχονταν παθητικά τις καταπιέσεις τόσο των Οθωμανών όσο και των ντόπιων συνεργατών τους,  των κοτζαμπάσηδων. Οι νέες ιδέες μιλούσαν για δράση, για εθνικό ξεσηκωμό, για το δίκαιο των εθνών, για δημοκρατία και απέρριπταν την θεοκρατία για χάρη του επιστημονικού ορθολογισμού. Ο Γάλλος περιηγητής J.L.S. Bartholdy αναφέρει δηκτικά: «Αυτοί οι καλόγεροι καλλιεργούν κάθε δεισιδαιμονία, επιτρέπουν κάθε δολιότητα, καταδιώκουν τους φωτισμένους ανθρώπους». Παράλληλα το πατριαρχείο εκδίδει λίβελους κατά των φορέων των νέων ιδεών, ενώ πολλούς από αυτούς τους αφορίζει. Στην περίφημη «Πατρική διδασκαλία» που εκδόθηκε το 1798 γίνεται μια προσπάθεια να αναιρεθούν οι γαλλικές δημοκρατικές ιδέες, ενώ οι Οθωμανοί παρουσιάζονται ως θεόθεν σταλμένη τιμωρία για τις αμαρτίες των χριστιανών: «(ο Κύριος ημών) ήγειρεν εκ του μηδενός την ισχυράν αυτήν βασιλείαν των Οθωμανών, αντί της των Ρωμαίων ημών βασιλείας, η οποία είχεν αρχίσει, τρόπον τινά, να χωλαίνει εις τα της ορθοδόξου πίστεως φρονήματα, και ύψωσε την βασιλείαν αυτήν των Οθωμανών περισσότερο από κάθε άλλην, δια να αποδείξη αναμφιβόλως, ότι θείω εγένετο βουλήματι…». Ενώ παρακάτω ο συγγραφέας προειδοποιεί τους αναγνώστες για την «απάτην και πλάνην του διαβόλου, όπου,…εις τον τρέχοντα αιώνα… εμεθοδεύθη… μιαν άλλην πονηρίαν και απάτην ξεχωριστήν, δηλαδή το νυν θρυλλούμενον σύστημα της ελευθερίας…». Ο Κοραής περιγράφει τον σκοταδισμό του πατριαρχείου: «Πατριάρχαι προέτρεπον τους χριστιανούς να μη ενασχολούνται εις την ελληνικήν παιδείαν και εις την των Ευρωπαίων μωροσοφίαν, ως ενάντιαν της χριστιανικής εκκλησίας, αλλά μόνο εις την γραμματικήν, στηριζομένην εις την εξήγησιν των εκκλησιαστικών πατέρων. Οι Πλάτωνες και Αριστοτέλαι, οι Νεύτωνες και Καρτέσιοι, τα τρίγωνα και οι λογάριθμοι, φέρουν αδιαφορίαν εις τα θεία…». Και για το μέγεθος της πνευματικής καταπίεσης γλαφυρός είναι και ο ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας»: «Οι διδάσκαλοι δεν επρόφεραν το όνομα της ελευθερίας, από τον φόβο μήπως και τους ακούσωσι οι προεστοί ή οι αρχιερείς και τους κηρύξωσι αθέους». Πράγματι δεν υπήρξε εκπρόσωπος του νεοελληνικού διαφωτισμού που να μην σπιλώθηκε από το πατριαρχείο ως άθεος. Ο Γεώργιος Σουγδουρής, επί παραδείγματι, αφορίστηκε επειδή δίδασκε φυσική και φιλοσοφία στα Γιάννενα, ο Αθανάσιος Ψαλλίδας κατηγορήθηκε για αθεΐα, ο Μεθόδιος Ανθρακίτης αφορίστηκε από τον πατριάρχη Ιερεμία Γ΄, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος καταγγέλθηκε «επί αθεϊστικώ ορθολογισμώ», ό,τι και αν σημαίνει το τελευταίο… Ο κατάλογος είναι ατελείωτος…
 
Το πατριαρχείο αντιλήφθηκε από νωρίς ότι η προνομιακή του θέση, εντός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κινδύνευε, όσο οι δυτικοί νεωτερισμοί διαδίδονταν στα υπόδουλα χριστιανικά έθνη των Οθωμανών. Επιπρόσθετα, η ανατολική εκκλησία χαρακτηριζόταν και από μια  έντονη απέχθεια προς κάθε τι «δυτικό». Οι ρίζες αυτού του αντιδυτικισμού πρέπει να αναζητηθούν στο Σχίσμα του 1054 και στην κατάκτηση της Βασιλεύουσας το 1204 από τους δυτικούς, γεγονότα που επέδρασαν καταλυτικά στην άποψη που σχημάτιζε η ανατολική εκκλησία σχετικά με τα πνευματικά επιτεύγματα των καθολικών και των προτεσταντών. Γι’ αυτό το λόγο και όλοι οι φορείς των δυτικότροπων αντιλήψεων έμπαιναν στο στόχαστρο του πατριαρχείου. Ο καλπάζων ρομαντικός εθνικισμός ερχόταν σε χτυπητή αντίθεση με τον οικουμενισμό του πατριαρχείου, που εύρισκε άρτια εφαρμογή στο οθωμανικό αυτοκρατορικό μοντέλο των «μιλιέτ». Έτσι, κλεισμένο στον εαυτό του και μακριά από τις εθνικές και κοινωνικές αλλαγές που λάμβαναν χώρα στα Βαλκάνια, το πατριαρχείο κατέστη ουσιαστικά όργανο της οθωμανικής κυριαρχίας και φορέας των πλέον σκοταδιστικών και αντιδραστικών αυτοκρατορικών ιδεωδών. Η ίδρυση των νέων εθνών- κρατών στα Βαλκάνια, τον 19ο και τον 20ο αιώνα, καθώς και η ανακήρυξη του «αυτοκέφαλου» των εθνικών εκκλησιών, θα αποκόψει ακόμη περισσότερο τις εξουσίες και τα προνόμια του αποσβολωμένου, από τις εξελίξεις, οικουμενικού πατριαρχείου.

Παράρτημα

Το Νεοελληνικό Κράτος μετά την Επανάσταση του 1821 και γύρω στο 1880 υπέστη μια οξύμωρη και ανιστόρητη πολιτισμική και ιστορική ζεύξη, της Πολιτείας που είναι έρμαιο και όμηρος της Ορθοδόξου χριστιανικής θεοκρατίας. Από τότε η θεοκρατία αυτή επιβιώνει και ευνοεί την εγκαθίδρυση πολιτικών καθεστώτων απόλυτης και αμετακίνητης πολιτισμικής στασιμότητας και διαιωνίζει την διανοητική καθυστέρηση των Ρωμιών.

Η αναζήτηση των παραμέτρων, που θα επιδρούσαν στην σύνθεση μιας σύγχρονης ελληνικής εθνικής υπόστασης και φυσιογνωμίας, άρχισε να εκδηλώνεται μετά τα μέσα του 18ου αιώνα και πήρε τη μορφή ευθείας σύγκρουσης με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Τα γνωστότερα αλλά όχι και τα μόνα κείμενα πολεμικής από την πλευρά του ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ είναι η Αδελφική Διδασκαλία του Αδαμάντιου Κοραή, οι Κρίστωνος Στοχασμοί, ο Ρωσσοαγγλογάλλος και η περίφημη Ελληνική Νομαρχία του Ανωνύμου του Έλληνος. Ο ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΚΟΡΑΗΣ επιμελήθηκε στο Παρίσι την επανέκδοση των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων με τα θρυλικά Προλεγόμενα του

Ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Διαφωτισμός καθιέρωσαν την εθνική ονομασία “ΕΛΛΗΝ” αντί του “ΡΩΜΙΟΥ”.

Με τον τερματισμό του ενόπλου αγώνα το 1828, οι ντόπιοι κοτζαμπάσηδες μαζί με τους βυζαντινοαναθρεμμένους Φαναριώτες της ορθοδόξου χριστιανικής θεοκρατίας έκαναν τα πάντα, για να επικρατήσουν στην κρισιμότερη μάχη επί ελληνικού εδάφους κατά του Διαφωτισμού, δηλαδή κατά μιας σύγχρονης ευνομούμενης κοινωνίας που θα έβαζε φραγμό στην επαναφορά της νεοβυζαντινού τύπου θεοκρατίας.

Ιδού ένα χρονικό των κυριότερων φάσεων της μετατροπής της νεοελληνικής πολιτικής σε εξάρτημα της Ορθοδοξίας.

1832: Το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως Απαγορεύει την ανάγνωση των έργων του Αδαμαντίου Κοραή.

1833: Ρυθμίζεται νομοθετικά το αυτοκέφαλο της Ορθοδόξου χριστιανικής θεοκρατίας στο κρατίδιο και πεθαίνει ο Αδαμάντιος Κοραής.

1834: Επανέρχονται οι γονυκλισίες και οι νηστείες.

1838: Θεσμοθετείται η εθνική εορτή της 21ης Μαρτίου 1821 να γίνεται την 25η Μαρτίου, δηλαδή την ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Με την παραχάραξη αυτής της αλήθειας δεν υποβαθμίστηκε μόνο σκόπιμα η Επανάσταση κατά των Τούρκων, αλλά υποχρεώθηκαν οι Ρωμιοί να προσκυνούν τους εχθρούς της.

1839: Αποκαλύπτεται η συνωμοσία της περιβόητης “Φιλορθοδόξου Εταιρείας” τα μέλη της οποίας μισθοδοτούντο από την Ρωσία και εξυπηρετούσαν τους στόχους αυτής στη Θεσσαλονίκη, Ήπειρο και Μακεδονία και την μετατροπή της Ελλάδος σε κράτος δορυφόρο της.

Παρά την αποκάλυψη του ρόλου της “Φιλορθοδόξου Εταιρείας” αυτή συνεχίζει τη δράση της , και το παρακράτος αυτό αποκτά την δική του δυναμική με είσοδο των μελών της σε πολλά καίρια σημεία του κρατικού μηχανισμού. Τον ίδιο χρόνο αρχίζουν οι πρώτες διώξεις από το ορθόδοξο χριστιανικό παρακράτος κατά των δασκάλων του Διαφωτισμού.

1845: Επινοείται το σχιζοφρενές ιδεολόγημα του “Ελληνοχριστιανισμού” από τον Επτανήσιο λόγιο Σπυρίδωνα Ζαμπέλλιο,

1850: Αναγνωρίζεται επίσημα η ρύθμιση του εκκλησιαστικού ζητήματος με ειδικό νόμο, που αναγορεύει την Σύνοδο της Ορθοδόξου χριστιανικής θεοκρατίας “θεματοφύλακα” της πνευματικής και εθνικής ενότητας.

1853: Πεθαίνει στις φυλακές του Σύρου αφορισμένος και κατατρεγμένος ο δάσκαλος του Γένους Θεόφιλος Καίρης.

1856: Αφορίζεται ο Ανδρέας Λασκαράτος ο συγγραφέας των “Μυστηρίων της Κεφαλλονιάς”.

1859: Καταδικάζεται ο ποιητής Παναγιώτης Συνοδινός για προσβολή της Ορθοδόξου χριστιανικής θεοκρατίας.

1874: Εισάγεται στη Βουλή νομοσχέδιο, βάσει του οποίου οι ιερείς γίνονταν και δημοδιδάσκαλοι.


Στα τέλη της δεκαετίας του 1870 το παρακράτος της Ορθοδόξου χριστιανικής θεοκρατίας, στην μακρόχρονη αναμέτρησή του με τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, βγήκε νικητής. Το παρακράτος αυτό φέρει την ολική ευθύνη για την εξάλειψη του “Ελληνισμού των Δύο ηπείρων και των Πέντε θαλασσών” με την υιοθέτηση της πολιτικής για την αναβίωση του Βυζαντίου (Μεγάλη Ιδέα), της οποίας κατάληξη ήταν η τεράστια συρρίκνωση του Ελληνισμού, κάτι που δεν είχε πετύχει κανένας κατακτητής!

Το παρακράτος αυτό της χριστιανικής θεοκρατίας μαζί με την Πολιτεία εισέδυσε στις θεμελιώδεις υπηρεσιακές και επιχειρηματικές λειτουργίες του κρατιδίου της “ρωμιοσύνης” και κατόρθωσε την οπισθοδρόμηση σε μια νεοβυζαντινού τύπου θεοκρατία με ορισμένα επιφανειακά χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου κράτους.

Η πολιτική του κρατιδίου της Ρωμιοσύνης με τις διαπλοκές της, η Διανόηση, η Δικαιοσύνη, μεγάλα κομμάτια της Οικονομίας κλπ. έχουν την σφραγίδα της συμμέτοχής του παρακράτους της Ορθοδόξου χριστιανικής θεοκρατίας και της παρέμβασης αυτής κρυφά ή φανερά.

Προωθεί στην πολιτειακή εξουσία εύκολα χειραγωγήσιμους πολιτικούς, ημετέρους σε θέσεις κλειδιά, για να στραγγαλίζουν κάθε δημιουργική δύναμη ήδη εν τη αναδύσει της και για να ΠΡΟΛΑΒΟΥΝ ΕΝΤΕΧΝΑ παντειδή προσκόμματα στην μόρφωση των ρωμιών με γνήσια Ελληνική Παιδεία.

Η αρετή είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα

Αποτέλεσμα εικόνας για skyΣε τι χρησιμεύουν αυτές oι ύψιστες κορυφές της φιλοσοφίας, όπου κανένα ανθρώπινο ον δεν μπορεί να φτάσει, και οι κανόνες που ξεπερνούν τη συνήθειά μας και τις δυνάμεις μας; Βλέπω συχνά να μας προτείνουν παραδείγματα ζωής τα οποία ούτε εκείνοι που τα προτείνουν ούτε οι ακροατές τους έχουν ποτέ καμιά ελπίδα να ακολουθήσουν, και προπαντός τη διάθεση. Από το ίδιο χαρτί, στο οποίο μόλις έγραψε την απόφαση καταδίκης εναντίον ενός μοιχού, ο δικαστής κόβει ένα κομμάτι για να γράψει ραβασάκι στη γυναίκα του συναδέλφου του. Η γυναίκα με την οποία μόλις πριν λίγη ώρα βρεθήκατε παράνομα, μετά από λίγο και μπροστά σας μάλιστα, θα βάλει τις φωνές εναντίον μιας φίλης της που έκανε το ίδιο σφάλμα, κι ακόμη πιο άγριε. Και κάποιος άλλος καταδικάζει ανθρώπους σε θάνατο για εγκλήματα που ο ίδιος ούτε καν θεωρεί λάθη.

Έτσι κάνουν οι άνθρωποι. Αφήνουμε τους νόμους και τις εντολές να ακολουθούν το δρόμο τους, εμείς παίρνουμε έναν άλλο- όχι μόνο από χαλάρωση των ηθών, αλλά συχνά και λόγω αντίθετης γνώμης και κρίσης. Παρακολουθήστε την ανάγνωση ενός φιλοσοφικού λόγου: η εφευρετικότητα, η ευγλωττία, η ακρίβεια εντυπωσιάζουν αμέσως το πνεύμα σας και σας συγκινούν- δεν υπάρχει όμως τίποτα που να προκαλεί ή να κεντρίζει τη συνείδησή σας- αλήθεια, σ’ αυτήν δεν απευθύνονται; Ο Αρίστων έλεγε όμως ότι κανένα πλύσιμο και κανένα μάθημα δεν ωφελεί αν δεν καθαρίζει και δεν απομακρύνει τη βρομιά.

Σε όλες τις σχολές της αρχαίας φιλοσοφίας θα βρεις ότι το ίδιο άτομο επεξεργάζεται και δημοσιεύει κανόνες εγκράτειας και συγχρόνως γραπτά έρωτα και ακολασίας. Και ο Ξενοφώντας, στον κύκλο του Κλινία, έγραψε εναντίον της ηδονής εκείνης που εκθείαζε ο Αρίστιππος. Δεν υπάρχει κάποια θαυμαστή μεταλλαγή που τους ταρακουνάει. Όμως στην περίπτωση του Σόλωνα, παρουσιάζεται άλλοτε ως ο εαυτός του κι άλλοτε ως νομοθέτης: άλλοτε μιλάει για το λαό, άλλοτε για το άτομό του- και υιοθετεί για τον εαυτό του τους ελεύθερους και φυσικούς κανόνες, αισθανόμενος τη σιγουριά μιας σταθερής και σιδερένιας υγείας.

Ο Αντισθένης επιτρέπει στο σοφό να αγαπά και να κάνει με τον τρόπο του αυτό που θεωρεί σωστό, χωρίς να δίνει σημασία στους νόμους, δεδομένου ότι είναι πιο συνετός από αυτούς και έχει μεγαλύτερη γνώση της αρετής. Ο μαθητής του ο Διογένης έλεγε να αντιπαραθέτουμε στις ταραχές τη λογική, στη μοίρα το θάρρος, στους νόμους τη φύση.

Για τα ευαίσθητα στομάχια χρειάζονται δίαιτες αυστηρές και μελετημένες. Τα γερά στομάχια ακολουθούν απλά τις οδηγίες της φυσικής τους όρεξης. Έτσι κάνουν οι γιατροί μας που τρώνε το πεπόνι και πίνουν το φρέσκο κρασί ενώ επιβάλλουν στους ασθενείς τους το σιρόπι και το νεροζούμι.

Δεν ξέρω για τα βιβλία τους, έλεγε η εταίρα Λαΐς, για τις γνώσεις τους, για τη φιλοσοφία τους, αλλά αυτοί οι άνθρωποι χτυπάνε εξίσου συχνά την πόρτα μου με οποιονδήποτε άλλον. Από τότε που η ελευθερία των ηθών μάς παρασύρει συνεχώς πέρα από αυτό που είναι νόμιμο και επιτρεπτό, έχουμε συχνά περιορίσει τους κανόνες και τους νόμους της ζωής μας πέρα από κάθε λογική.

Όλος ο κόσμος θεωρεί ότι αυτά τα σφάλματα βρίσκονται μέσα στα όρια του επιτρεπτού.

Θα ήταν ευχής έργον να υπήρχε μεγαλύτερη αντιστοιχία ανάμεσα στην εντολή και την υπακοή και μοιάζει άδικος ο στόχος που δεν μπορούμε να φτάσουμε. Η ανθρώπινη σοφία δεν κατόρθωσε ποτέ να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που η ίδια καθόρισε για τον εαυτό της και, αν το είχε καταφέρει, θα όριζε άλλα πιο πέρα, τα οποία πάντα θα επιθυμούσε και θα διεκδικούσε, τόσο εχθρική προς τη σταθερότητα είναι η φύση μας. Ο άνθρωπος ορίζει ότι πρέπει ο ίδιος αναγκαστικά να βρίσκεται στην αμαρτία. Δεν είναι αρκετά επιδέξιος για να κόψει το καθήκον του στα μέτρα μιας διαφορετικής φύσης από τη δική του. Σε ποιόν λοιπόν επιβάλλει κάτι που από κανένα δεν περιμένει να το πράξει; Βρίσκει άδικο να μην κάνει ο άλλος αυτό που του είναι αδύνατο; Οι ίδιοι νόμοι που μας καταδικάζουν στην αδυναμία, είναι οι ίδιοι που μας κατηγορούν γιατί δεν μπορούμε.

Στη χειρότερη περίπτωση, αυτή η κακοφορμισμένη ελευθερία, να παρουσιάζεται δηλαδή κανείς με δυο όψεις, οι πράξεις με έναν τρόπο, τα λόγια με έναν άλλο, ας επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τα πράγματα- όμως δεν μπορεί να επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τον εαυτό τους, όπως κάνω εγώ: πρέπει να ακολουθώ με την πέννα το βηματισμό των ποδιών μου. Η κοινωνική ζωή πρέπει να σχετίζεται με τις ζωές των άλλων. Η αρετή του Κάτωνα ξεπερνούσε σε σθένος το μέτρο της εποχής του- και για έναν άνθρωπο που ανακατευόταν με τη διακυβέρνηση άλλων, αφιερωμένο στην υπηρεσία της κοινωνίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι νόμοι του ήταν, αν όχι άδικοι, τουλάχιστον μάταιοι και εκτός εποχής. Η ίδια η συμπεριφορά μου, που αν και μόλις που αποκλίνει κατά ένα δαχτυλάκι από τις συνήθεις συμπεριφορές, με κάνει εντούτοις κάπως απρόσιτο και ελάχιστα κοινωνικό για την εποχή μου. Δεν ξέρω αν είναι χωρίς λόγο που αισθάνομαι αηδιασμένος από τον κόσμο που συναναστρέφομαι, αλλά ξέρω καλά ότι θα ήταν αδικαιολόγητο να παραπονιέμαι γιατί ο κόσμος είναι περισσότερο αηδιασμένος από μένα απ’ ό,τι είμαι εγώ από εκείνον.

Η αρετή που αρμόζει στις υποθέσεις των ανθρώπων είναι μια αρετή με πολλές πτυχές, εσωτερικές και εξωτερικές γωνίες, για να μπορέσει να προσαρμοστεί και να ταιριάξει με την ανθρώπινη αδυναμία, είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα.

Κυρίως να λες «όχι» σε πράγματα που δεν σου αρέσουν, δεν σε εκφράζουν ή τα θεωρείς περιττά

Κανείς δεν μπορεί να κάνει πάντα ό,τι θέλει. Όμως πρέπει να μάθουμε να μην κάνουμε ποτέ ό,τι δεν θέλουμε.

Το «όχι» σε μία επιλογή που μας φαίνεται ανεπιθύμητη είναι σωτήριο, μας απελευθερώνει και ανοίγει τον δρόμο στη χαρά. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι απλώς χαρούμενοι, χωρίς να κάνουν ιδιαίτερη προσπάθεια. Είναι εκείνοι που σκέφτονται τις δικές τους ανάγκες, χωρίς ενοχές, χωρίς να άγονται και να φέρονται από τις επιθυμίες και τις ανάγκες των άλλων. Μπορεί τίποτα να μην πηγαίνει καλά, μπορεί να βιώνουν αναποδιές, όμως δεν χάνουν το χαμόγελο και το κουράγιο τους.

Οι Στωικοί μας λένε: εστίασε στο τώρα. Αν μπορείς να αλλάξεις κάτι άλλαξέ το˙ αν δεν μπορείς άντεξέ το.

Υπάρχουν πράγματα τα οποία μπορείς να ελέγξεις και υπάρχουν άλλα των οποίων η έκβαση δεν είναι στο χέρι σου. Δεν υπάρχει λοιπόν λόγος ανησυχίας. Αν δεν μπορείς να το αλλάξεις, δε χρειάζεται να ανησυχείς: αφού δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό μάθε να ζεις μαζί του.

Κυρίως να λες «όχι» σε πράγματα που δεν σου αρέσουν, δεν σε εκφράζουν ή τα θεωρείς περιττά. Οι χαρούμενοι άνθρωποι ξέρουν ότι, λέγοντας ευγενικά «όχι» σε κάποιον, λένε «ναι» στην προσωπική τους ζωή. Δεν μπορείς να αρέσεις σε όλους, δε μπορείς να βρίσκεσαι παντού την ίδια στιγμή, δεν μπορείς να ικανοποιείς όλες σου τις επιθυμίες ταυτοχρόνως.

Όταν λέμε «ναι» σε κάτι λέμε «όχι» σε κάτι άλλο.

Νίτσε: Πιστεύουμε ότι έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι πάντα

H ευτυχία είναι εύθραυστη και φευγαλέα, επειδή μπορεί να τη ζήσει κανείς μόνο σε ορισμένες στιγμές. Αν μπορούσαμε να την απολαμβάνουμε αδιάκοπα, θα έχανε όλη την αξία της, αφού μπορούμε να την αντιληφθούμε μονάχα ως αντίθεση.

Έπειτα από μια εβδομάδα με συννεφιά, η ηλιόλουστη μέρα μας φαίνεται σαν θαύμα της Δημιουργίας. Κατά τον ίδιο τρόπο, αισθανόμαστε τη χαρά πιο λαμπερή όταν βγαίνουμε από το πηγάδι της θλίψης. Τα δύο συναισθήματα αλληλοσυμπληρώνονται και χρειάζονται το ένα το άλλο, γιατί ούτε η μελαγχολία είναι αιώνια ούτε θα μπορούσαμε να υποφέρουμε εκατό χρόνια ευτυχία.

Ένας από τους παράγοντες του στρες της σύγχρονης κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό: το να πιστεύουμε ότι έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι πάντα και παντού. H άρνηση της θλίψης προκαλεί τη διάδοση της κατανάλωσης αντικαταθλιπτικών και των θεραπειών, όπως και τη σπατάλη σε πράγματα. που δε χρειαζόμαστε. Μοιάζει σα να πρέπει να νιώθουμε ντροπή αν δεν έχουμε ένα μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό μας.

Αντίθετα προς αυτή την ψευδή και παιδαριώδη οπτική γωνία, ο Νίτσε μας υπενθυμίζει πως η ευτυχία δίνεται μόνο σε αναλαμπές, κι όταν εμείς προσπαθούμε να τη διαιωνίσουμε καταστρέφουμε ακόμα και τις στιγμές αυτές, που μας βοηθούν να προχωράμε στο μακρύ και βασανιστικό δρόμο της ζωής.

ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΨΕΥΤΕΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για Τα παράδοξα των καιρών μαςΌλοι ποντάρουμε στην αλήθεια. Η εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας βασίζεται στην υπόθεση ότι τηρούμε τον λόγο μας – ότι η αλήθεια υπερισχύει τελικά του ψέματος. Και τις περισσότερες φορές όντως η αλήθεια νικάει. Διαφορετικά, οι προσωπικές σχέσεις θα ήταν εξαιρετικά βραχύβιες, το εμπόριο θα σταματούσε και η εμπιστοσύνη μεταξύ των γονιών και των παιδιών θα εξανεμιζόταν. Όλοι εξαρτόμαστε από την ειλικρίνεια, επειδή όταν δεν υπάρχει αλήθεια, υποφέρουμε και υποφέρει και η κοινωνία.

Περιμένουμε από τους κρατικούς και εμπορικούς θεσμούς να είναι ειλικρινείς. Έχουμε ανάγκη και περιμένουμε ότι οι φίλοι και οι συγγενείς μας θα είναι ειλικρινείς. Η αλήθεια είναι ζωτικής σημασίας για όλες τις σχέσεις, είτε είναι προσωπικές, επαγγελματικές ή πολιτικές.

ΔΥΟ ΒΑΣΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΜΗ ΛΕΚΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΑΒΕΤΕ ΥΠΟΨΗ ΣΤΗΝ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ

Όταν έχουμε να κάνουμε με σωματικές ενδείξεις που μας προειδοποιούν για ενδεχόμενη παραπλάνηση, πρέπει να αναζητάμε μη λεκτικές συμπεριφορές που συνεπάγεται συγχρονισμό και έμφαση.

Συγχρονισμός

Ο συγχρονισμός είναι σημαντικός στον εντοπισμό του ψεύδους και της παραπλάνησης. Αναζητήστε συγχρονισμό ανάμεσα σε όσα λέει κάποιος λεκτικά και μη λεκτικά, ανάμεσα στις περιστάσεις και στα λεγόμενά του, ανάμεσα στα συμβάντα και στα συναισθήματα και ακόμη ανάμεσα σε τόπο και χρόνο.

Ένας ανακρινόμενος που απαντάει καταφατικά σε μια ερώτηση, πρέπει να επιδεικνύει ταυτόχρονα ανάλογη κίνηση του κεφαλιού που στηρίζει τα λεγόμενά του δεν πρέπει να είναι καθυστερημένη. Έλλειψη συγχρονισμού ή ασυγχρονία έχουμε όταν ένα άτομο λέει «Δεν το έκανα», ενώ γνέφει καταφατικά. Το ίδιο και όταν ρωτάτε κάποιον «θα έλεγες ποτέ ψέματα για κάτι τέτοιο» και απαντάει «Όχι», ενώ το κεφάλι του γνέφει ελαφρά. Όσοι υποπίπτουν σε αυτό το σφάλμα, συχνά αντιστρέφουν την κίνηση του κεφαλιού τους σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τη ζημιά που έγινε. Η ασύγχρονη συμπεριφορά δείχνει προσποιητή και αξιολύπητη. Συχνά μια ψευδής δήλωση όπως «Δεν το έκανα», ακολουθείται από μια εμφανώς καθυστερημένη και λιγότερο εμφατική αρνητική κίνηση του κεφαλιού. Αυτές οι συμπεριφορές δεν είναι συγχρονισμένες και επομένως είναι πιθανότερο να εξισωθούν με την εξαπάτηση, επειδή φαίνεται ότι προκαλούνται από δυσφορία.

Τέλος, πρέπει να υπάρχει συγχρονισμός μεταξύ των γεγονότων, του χρόνου και του τόπου. Κάποιος που καθυστερεί να αναφέρει ένα σημαντικό συμβάν, όπως τον πνιγμό ενός φίλου, συζύγου ή παιδιού, ή που ταξιδεύει σε περιοχή που βρίσκεται υπό διαφορετική αρμοδιότητα για να αναφέρει το συμβάν, πρέπει δικαίως να θεωρείται ύποπτος. Επιπλέον, η αναφορά και περιγραφή γεγονότων που θα ήταν αδύνατον να παρατηρηθούν από το σημείο όπου βρισκόταν το άτομο είναι ασύγχρονη και επομένως ύποπτη. Όσοι λένε ψέματα, δε λαμβάνουν υπόψη τον συγχρονισμό και τελικά οι μη λεκτικές συμπεριφορές και οι ιστορίες τους θα τους προδώσουν. Η επίτευξη συγχρονισμού είναι μια μορφή άνεσης και όπως έχουμε δει, παίζει τεράστιο ρόλο στις αστυνομικές ανακρίσεις και στην αναφορά εγκλημάτων. Αλλά, επίσης, θέτει τα θεμέλια για επιτυχημένες, ουσιαστικές συζητήσεις διαφόρων ζητημάτων στα οποία η ανίχνευση του ψεύδους είναι σημαντική.

Έμφαση

Όταν μιλάμε, χρησιμοποιούμε ενστικτωδώς διάφορα μέρη του σώματός μας -όπως τα φρύδια, το κεφάλι, τα χέρια, τους βραχίονες, τον κορμό, τα πόδια και τα πέλματα- για να δώσουμε έμφαση σε κάτι που πιστεύουμε ακράδαντα μας προκαλεί έντονη συναισθηματική φόρτιση. Η παρατήρηση της έμφασης είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί συναντάται παγκοσμίως όταν οι άνθρωποι είναι ειλικρινείς. Η έμφαση είναι η συμβολή του μεταιχμιακού εγκεφάλου στην επικοινωνία, ένας αποτελεσματικός τρόπος να δείξουμε στους άλλους πώς αισθανόμαστε. Αντίθετα, όταν ο μεταιχμιακός εγκέφαλος δε στηρίζει αυτά που λέμε, δίνουμε λιγότερη έμφαση ή σχεδόν καθόλου. Συνήθως, βάσει της δικής μου εμπειρίας αλλά και άλλων, οι ψεύτες δε δίνουν έμφαση στα λεγόμενά τους (Lieberman , 1998, 37). Χρησιμοποιούν το λογικό μέρος του εγκεφάλου για να αποφασίσουν τι να πουν και πώς να εξαπατήσουν, αλλά σπάνια σκέφτονται πώς να παρουσιάσουν το ψέμα. Οι περισσότεροι, όταν αναγκάζονται να πουν ψέματα δεν αντιλαμβάνονται πόση έμφαση δίνουμε ή πόσο τονίζουν με τα λεγόμενά μας στις καθημερινές μας συζητήσεις. Έτσι όταν προσπαθούν να δώσουν μια ψεύτική απάντηση, ο τρόπος που της δίνουν έμφαση δείχνει αφύσικος ή καθυστερημένος σπάνια δίνουν έμφαση εκεί που πρέπει ή το κάνουν μόνο σε σχετικά ασήμαντα ζητήματα.

Δίνουμε έμφαση τόσο λεκτικά όσο και μη λεκτικά. Λεκτικά το επιτυγχάνουμε μέσω της έντασης και του τόνου της φωνής ή μέσω της επανάληψης. Όμως το κάνουμε και μη λεκτικά και αυτές οι συμπεριφορές ενδέχεται να είναι πιο ακριβείς και χρήσιμες από τα λόγια, όταν προσπαθούμε να εντοπίσουμε την αλήθεια ή το ψέμα σε μια συζήτηση ή ανάκριση. Όσοι συνηθίζουν να χρησιμοποιούν τα χέρια τους ενώ μιλούν, συνοδεύουν τα σχόλιά τους με χειρονομίες και πολλές φορές φτάνουν σε σημείο να χτυπήσουν το χέρι στο γραφείο για να δώσουν έμφαση. Άλλοι τονίζουν κάτι δείχνοντας ή αγγίζοντας κάτι με τα ακροδάχτυλά τους. Οι συμπεριφορές των χεριών συμπληρώνουν τις ειλικρινείς δηλώσεις και σκέψεις και το γνήσια συναισθήματα (Knapp & Hall, 2002, 277-284). Το σήκωμα των φρυδιών και το άνοιγμα των ματιών είναι επίσης τρόποι να δώσουμε έμφαση σε κάτι (Morris 1985, 61- Knapp & Hall, 2002, 68).

Μία άλλη εκδήλωση έμφασης παρατηρείται όταν κάποιος γέρνει μπροστά τον κορμό, δείχνοντας ενδιαφέρον. Όταν λέμε κάτι σημαντικό ή συναισθηματικά φορτισμένο, χρησιμοποιούμε συμπεριφορές που αψηφούν τη βαρύτητα, όπως το σήκωμα στις μύτες των ποδιών. Όταν καθόμαστε, δίνουμε έμφαση την ώρα που τονίζουμε τα σημαντικότερα σημεία σηκώνοντας το γόνατο (σύντομα και επανειλημμένα) και μπορούμε να δείξουμε επιπλέον έμφαση χτυπώντας το, καθώς σηκώνεται, με την παλάμη μας, κάτι που φανερώνει συναισθηματική ευφορία. Οι συμπεριφορές που αψηφούν τη βαρύτητα είναι σημάδι έμφασης και γνήσιων συναισθημάτων που σπάνια εμφανίζουν οι ψεύτες.

Αντίθετα, εκείνοι που επιδεικνύουν έλλειψη έμφασης και αφοσίωσης στα λεγόμενά τους, μιλούν πίσω από τα χέρια τους (καλύπτοντας το στόμα ) ή περιορίζουν τις εκφράσεις του προσώπου τους. Όταν κανείς δεν πιστεύει αυτά που λέει, ελέγχει τις εκφράσεις του προσώπου του, αποτραβιέται ή περιορίζει τις κινήσεις του (Knapp & Hall, 2002, 320 Lieberman, 1998, 37). Συχνά οι ψεύτες κάνουν ότι σκέφτονται αγγίζοντας το πιγούνι τους ή τρίβοντας τα μάγουλά τους, λες και προσπαθούν να σκεφτούν ακόμη τι να πουν αυτό έρχεται σε έντονη αντίθεση με τους ειλικρινείς που δίνουν έμφαση σε αυτό που λένε. Οι ψεύτες αφιερώνουν χρόνο για να κρίνουν τι πρέπει να πουν και πώς εκλαμβάνεται, κάτι που δεν ταιριάζει με τις ειλικρινείς συμπεριφορές.

ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΜΗ ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΑΒΕΤΕ ΥΠΟΨΗ ΣΤΗΝ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ

Ακολουθούν συγκεκριμένες ενδείξεις που πρέπει να αναζητάτε, όταν βασίζεστε στην έμφαση για να ανιχνεύσετε πιθανές απόπειρες παραπλάνησης.

Απουσία έμφασης στις συμπεριφορές των χεριών

Όπως έχουν δείξει ο Αλντερ Φρε και άλλοι, η απουσία έμφασης και κίνησης των χεριών είναι υποδηλωτική παραπλάνησης. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθεί κάτι τέτοιο, ιδιαίτερα σε δημόσιο ή κοινωνικό περιβάλλον. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθήστε να παρατηρήσετε πότε συμβαίνει και σε τι πλαίσιο, ιδιαίτερα αν παρουσιάζεται όταν θίγεται ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Οποιαδήποτε ξαφνική μεταβολή στην κίνηση αντανακλά εγκεφαλική δραστηριότητα. Όταν τα χέρια από ζωηρά που ήταν ακινητοποιούνται, πρέπει να υπάρχει λόγος, είτε αυτό είναι θλίψη είτε ενδεχομένως) παραπλάνηση.

Από τις ανακρίσεις που έχω διεξαγάγει, έχω παρατηρήσει ότι οι ψεύτες χρησιμοποιούν ελάχιστα την πυραμίδα των χεριών. Επίσης, βλέπω αν οι αρθρώσεις των δαχτύλων έχουν ασπρίσει, όπως όταν κάποιος σφίγγει δυνατά και παρατεταμένα τα μπράτσα της καρέκλας, σαν να ήταν “εκτοξευόμενο κάθισμα”. Δυστυχώς, για το εν λόγω άτομο είναι αδύνατον να εκτοξευτεί και να γλιτώσει την ανάκριση. Πολλοί ερευνητές εγκλημάτων έχουν διαπιστώσει ότι όταν το κεφάλι, ο λαιμός, τα χέρια και τα πόδια είναι ακίνητα και τα χέρια σφίγγουν τα μπράτσα της καρέκλας, είναι εξαιρετικά πιθανό, όχι όμως βέβαιο, ότι το άτομο ετοιμάζεται να πει ψέματα (Schafer & Navarro, 2003 66) (βλ. εικόνα 88).

Το ενδιαφέρον είναι ότι όταν κάποιος λέει ψέματα, απο φεύγει να αγγίξει όχι μόνο άλλα άτομα, αλλά και αντικείμενα όπως το βήμα του ομιλητή ή ένα τραπέζι. Δεν έχω δει ούτε έχω ακούσει κανένα περιστατικό όπου το άτομο που έλεγε ψέματα να φώναξε αποφασιστικά «Δεν το έκανα», χτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι. Αυτό που έχω δει είναι δηλώσεις που στερούνταν δυναμικότητας και έμφασης, συνοδευόμενες από εξίσου ήπιες χειρονομίες. Όσοι λένε ψέματα δεν πιστεύουν και δε δείχνουν πεποίθηση σε όσα λένε. Παρότι ο σκεπτόμενος εγκέφαλός τους (νεοφλοιός) θα αποφασίσει τι θα πει, ώστε να παραπλανήσουν τους άλλους, ο συναισθηματικός εγκέφαλος (το μεταιχμιακό σύστημα – το ειλικρινές μέρος του) απλώς δε δείχνει πεποίθηση σε αυτή τους την πλεκτάνη και επομένως δε δίνει έμφαση στις δηλώσεις τους χρησιμοποιώντας μη λεκτικές συμπεριφορές (όπως χειρονομίες). Τα συναισθήματα του μεταιχμιακού εγκεφάλου είναι δύσκολο να παρακάμφθούν. Προσπαθήστε να χαμογελάσετε κανονικά σε κάποιον που αντιπαθείτε. Είναι εξαιρετικά δύσκολο. Όπως και με το ψεύτικο χαμόγελο, οι ψευδείς δηλώσεις συνοδεύονται από μη πειστικές ή παθητικές μη λεκτικές συμπεριφορές.

Στάση ικεσίας

Όταν κάποιος τεντώνει τους βραχίονες μπροστά από το σώμα του, με τις παλάμες προς τα πάνω, η στάση αυτή είναι γνωστή ως στάση ικεσίας. Όσοι εκλιπαρούν τον Θεό για έλεος στρέφουν τις παλάμες τους στον ουρανό. Ομοίως, οι αιχμάλωτοι στρατιώτες στρέφουν τις παλάμες προς τα πάνω, όταν πλησιάζουν τους εχθρούς τους. Η ίδια συμπεριφορά παρατηρείται όταν κάποιος που λέει κάτι, θέλει να σας κάνει να τον πιστέψετε. Στη διάρκεια μιας συζήτησης, κοιτάξτε το άτομο που μιλάει. Παρατηρήστε αν, όταν δηλώνει κάτι, έχει τις παλάμες στραμμένες προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Κατά τη διάρκεια μιας απλής συ ζήτησης όπου κανένας δεν ενστερνίζεται φανατικά μια συγκεκριμένη άποψη, περιμένω να δω τις παλάμες των συνομιλητών να στρέφονται τόσο προς τα κάτω όσο και προς τα πάνω.

Ωστόσο, όταν κάποιος δηλώνει κάτι με αποφασιστικότητα, όπως, «Πρέπει να με πιστέψετε, δεν τη σκότωσα εγώ», οι παλάμες πρέπει να είναι στραμμένες προς τα κάτω (βλ. εικόνα 90) Αν η δήλωση γίνει με τις παλάμες προς τα πάνω και το άτομο ικετεύει να το πιστέψετε, θα θεωρούσα τη δήλωση εξαιρετικά ύποπτη. Αν και δεν είναι απόλυτο, προσωπικά θα αμφισβητούσα οποιαδήποτε δήλωση γίνεται με τις παλάμες στραμμένες προς τα πάνω. Η θέση αυτή δεν είναι πολύ πειστική και υποδηλώνει ότι το άτομο ζητάει να το πιστέψετε. Οι ειλικρινείς δεν έχουν ανάγκη από ικεσίες για να γίνουν πιστευτοί απλώς κάνουν μια δήλωση και αυτό αρκεί.

Χωροκτητικές ενδείξεις και εξαπάτηση

Όταν είμαστε άνετοι και αισθανόμαστε αυτοπεποίθηση, απλωνόμαστε. Όταν δε νιώθουμε τόση σιγουριά, συνήθως καταλαμβάνουμε λιγότερο χώρο. Σε ακραίες περιπτώσεις, άτομα που υποφέρουν μπορεί να μαζέψουν τα χέρια και τα πόδια κοντά στο κορμί τους, υιοθετώντας μια σχεδόν εμβρυακή στάση. Οι άβολες συζητήσεις και ερωτήσεις μπορεί να προκαλέσουν ποικίλες στάσεις απομάκρυνσης χέρια που τυλίγονται σαν πρέτσελ και/ή αστράγαλοι πλεγμένοι μεταξύ τους, μερικές φορές σε βαθμό σχεδόν επίπονο ακόμη και για τον παρατηρητή. Αναζητήστε ιδιαίτερα δραματικές αλλαγές στη θέση του σώματος που μπορεί να υποδηλώνουν εξαπάτηση, ιδιαίτερα όταν συμβαίνουν ταυτόχρονα με μια συγκεκριμένη αλλαγή θέματος.

Όταν είμαστε σίγουροι γι’ αυτό που λέμε ή πιστεύουμε, τείνουμε να ισιώνουμε το κορμί, να τραβάμε πίσω τους ώμους και να τεντώνουμε την πλάτη, υιοθετώντας μια ευθυτενή στάση που αποπνέει ασφάλεια. Όταν κάποιος προσπαθεί να σας παραπλανήσει ή λέει ευθέως ψέματα, υποσυνείδητα σκύβει ή βουλιάζει στην καρέκλα του, λες και προσπαθεί να ξεφύγει από αυτό που λέγεται – ακόμη κι όταν το λέει ο ίδιος. Όσοι είναι ανασφαλείς ή δεν έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, στις σκέψεις ή στις πεποιθήσεις τους, υπάρχει πιθανότητα να το αποπνέουν αυτό με τη στάση του σώματός τους – συνήθως σκύβοντας ελαφρά, αλλά μερικές φορές δραματικά, χαμηλώνοντας το κεφάλι και σηκώνοντας τους ώμους στα αυτιά. Αναζητήστε αυτό το «σύνδρομο της χελώνας» σε ανθρώπους που αισθάνονται άβολα και προσπαθούν να κρυφτούν σε κοινή θέα. Αποτελεί σίγουρα ένδειξη ανασφάλειας και δυσφορίας.

Ανύψωση των ώμων

Παρότι όλοι σηκώνουμε τους ώμους όταν δεν είμαστε βέβαιοι για κάτι, οι ψεύτες χρησιμοποιούν μια τροποποιημένη εκδοχή της κίνησης, όταν δεν είναι σίγουροι για τον εαυτό τους. Το ανασήκωμα του ψεύτη είναι αφύσικο, γιατί είναι σύντομο και τροποποιημένο, γιατί δεν είναι απόλυτα προσηλωμένοι στο συναίσθημα που εκφράζουν. Αν σηκωθεί μόνον ο ένας ώμος ή αν οι ώμοι πλησιάσουν στα αυτιά και το κεφάλι είναι σαν να εξαφανίζεται αυτό αποτελεί σημάδι δυσφορίας που μερικές φορές το παρατηρούμε σε κάποιον ο οποίος ετοιμάζεται να απαντήσει παραπλανητικά σε μια ερώτηση.

Αμφισβητείται το Καθιερωμένο Πρότυπο και φέρνει ίσως μία 5η δύναμη

Νέα ανακάλυψη στον επιταχυντή LHCb (Large Hadron Collider Beauty) αμφισβητεί το Καθιερωμένο Πρότυπο και φέρνει αλλαγές στη Φυσική, ίσως και μία 5η δύναμη. Τα νέα αποτελέσματα ενδέχεται να υποδηλώνουν υπαινιγμούς για παραβίαση του Κανονικού Μοντέλου της σωματιδιακής φυσικής.

Η μέτρηση που έγινε συγκρίνει δύο τύπους αποσύνθεσης των κουάρκ b (beauty ή bottom).

Το πρότυπο μοντέλο της φυσικής των σωματιδίων προβλέπει ότι τα κουάρκ b, όπως αυτά της μελέτης στο LHCb, θα πρέπει να αποσυντεθούν είτε σε μιόνια είτε σε ηλεκτρόνια σε ίση ποσότητα. Αυτό είναι γνωστό ως καθολικότητα της γεύσης του λεπτονίου.

Αλλά το νέο αποτέλεσμα δείχνει ότι αυτό μπορεί να μην συμβαίνει, να υπερισχύει ο ένας τύπος λεπτονίων.

Ο εκπρόσωπος του LHCb καθηγητής Chris Parkes δήλωσε:

“Εάν επιβεβαιωθεί μια παραβίαση της καθολικότητας της γεύσης του λεπτονίου, θα απαιτηθεί μια νέα φυσική διαδικασία, όπως η ύπαρξη νέων θεμελιωδών σωματιδίων ή αλληλεπιδράσεων πχ μια 5η δύναμη.

Βρίσκονται σε εξέλιξη δε περισσότερες μελέτες σχετικά με τις διαδικασίες αυτές χρησιμοποιώντας τα υπάρχοντα δεδομένα του LHCb. Θα χαρούμε να δούμε αν ενισχύουν τις ενδιαφέρουσες υποδείξεις στα τρέχοντα αποτελέσματα.

Η απόκλιση που παρουσιάζεται σήμερα είναι σύμφωνη με ένα μοτίβο ανωμαλιών που μετράται σε παρόμοιες διαδικασίες από το LHCb και άλλα πειράματα παγκοσμίως την τελευταία δεκαετία.

Τα νέα αποτελέσματα καθορίζουν την αναλογία μεταξύ των πιθανοτήτων αποσύνθεσης με μεγαλύτερη ακρίβεια από τις προηγούμενες μετρήσεις. Τα αποτελέσματα χρησιμοποιούν μέχρι στιγμής όλα τα δεδομένα που συλλέγει ο ανιχνευτής LHCb.”

Αυτό το αποτέλεσμα έχει ακρίβεια 3,1σ (σίγμα), δηλαδή υπάρχει μια πιθανότητα στις 1000 να πρόκειται για τυχαίο στατιστικό εύρημα. Η στατιστική επιβεβαιώνει το εύρημα στα 5σ (μία στο εκατομμύριο να πρόκειται για κάτι συμπτωματικό) . Αν αυτό το αποτέλεσμα επιβεβαιωθεί τότε στη φύση υπάρχει μια επιπλέον δύναμη (εκτός από τις ήδη γνωστές (βαρυτική, ηλεκτρομαγνητική, ισχυρή πυρηνική, ασθενής πυρηνική). Μια δύναμη που συγκρατεί τα στοιχειώδη σωματίδια (κουάρκ) τα οποία συνθέτουν τα μεσόνια και τα εμποδίζει να διασπαστούν σε μιόνια.

Αυτή η δελεαστική υπόδειξη για μία νέα και ανεξήγητη φυσική καταδεικνύει τη σημασία του επιταχυντή LHC στην εξερεύνηση της φύσης στο πιο θεμελιώδες επίπεδο.

Τώρα εναπόκειται στη συνεργασία του LHCb να επαληθεύσει περαιτέρω τα αποτελέσματά τους, συγκεντρώνοντας και αναλύοντας περισσότερα δεδομένα, για να δούμε αν παραμένουν στοιχεία για κάποια νέα φαινόμενα.

Το πείραμα LHCb αναμένεται να ξεκινήσει τη συλλογή νέων δεδομένων τον επόμενο χρόνο μετά από μια αναβάθμιση στον ανιχνευτή.

Εισήλθε ή δεν εισήλθε;

Με αφορμή την επερχόμενη 25η Μαρτίου σκέφτηκα να γράψω κάποιο κείμενο για την έναρξη της επανάστασης της 23ης Μαρτίου στην Καλαμάτα, την οποία μετέφεραν όμως αυθαίρετα 2 μέρες αργότερα για να συμπέσει με μια προϋπάρχουσα θρησκευτική γιορτή. Πάνω που γιόρταζε ο Π.Π. Γερμανός τον «Ευαγγελισμό της Θεοτόκου», εμπνεύστηκε και κήρυξε την επανάσταση…

Μόνο που ο ίδιος γράφει στα απομνημονεύματά του ότι δεν κήρυξε καμιά επανάσταση, δεν ήταν καν στην Αγία Λαύρα εκείνη την ημέρα… Μια χαρά περνούσε με τους Οθωμανούς, σιγά μην έβαζε τον εαυτό του σε μπελάδες ο μητροπολίτης…
 
Βέβαια, ο εκκλησιαστικός μηχανισμός έπρεπε να κατασκευάσει το παραμύθι με τη συμμετοχή της εκκλησίας στην επανάσταση, παρά τους αφορισμούς σε βάρος των επαναστατημένων, παρά τις δηλώσεις υποταγής στο σουλτάνο! Έφεραν λοιπόν την έναρξη της επανάστασης στις 25 Μαρτίου κι ας λένε οι Καλαματιανοί ό,τι θέλουν…
 
Παρ’ όλα αυτά, σήμερα θα ασχοληθούμε με το μέγα γεγονός του «Ευαγγελισμού της Θεοτόκου» .
Διάβασα κάπου ότι το 1987 ο τότε Πάπας Ιωάννης-Παύλος Β΄ με εγκύκλιο του, υπό τον τίτλο RedemptorisMater, όριζε ότι ο…παρθενικός υμένας της μητέρας του Χριστού είχε παραμείνει άθικτος! Γαργαλιστικό το θέμα και το έψαξα…
 
Όλοι γνωρίζουμε ότι κάθε Πάπας μόλις ανεβαίνει στο θρόνο του, υφίσταται μια θαυματουργή πνευματική αναβάθμιση. Πώς γίνεται ακριβώς, θα σας γελάσω… Με θεία επιφοίτηση, με ταχύρυθμο ουράνιο φροντιστήριο ή με θεογονιδιακή μετάλλαξη; Πάντως το αποτέλεσμα είναι ένα: Από κει και πέρα το μυαλό του κάθε Ποντίφικα τρέχει με χίλια! Και, φυσικά, δεν κάνει ποτέ του λάθος! Το δήλωσε ο Πάπας λοιπόν, άρα δεν χωρά καμιά αμφιβολία. ο παρθενικός υμένας της Μαριάμ έμεινε αλώβητος! Ήταν η μόνη γυναίκα στην ιστορία του ανθρώπινου γένους, για την οποία υπάρχει επίσημο και αναμφισβήτητο πιστοποιητικό ότι έμεινε πάναγνη παρόλο που τεκνοποίησε! Δηλαδή ακόμα κι αν δεχτούμε την άμωμη σύλληψη, ούτε η γέννα κατάφερε να διασπάσει τον παρθενικό υμένα της. Τώρα, πώς κατάφερε να βγει ο Χριστός, αυτό είναι μια βλάσφημη απορία. 

Είχαν δίκιο λοιπόν οι άγιοι Πατέρες που κατακεραύνωναν κατόπιν κάθε απλή γυναικούλα, ακόμα και τη μάνα τους την ίδια, ως ακάθαρτη και αμαρτωλή, επειδή δεν κατάφερε κι αυτή να γεννήσει διατηρώντας τον παρθενικό της υμένα άθικτο. Γιατί όμως στην εποχή μας εξακολουθούμε να μιλάμε για τον παρθενικό υμένα μιας Εβραιοπούλας που έζησε, αν έζησε πραγματικά, δυο χιλιάδες χρόνια πριν; Κάποτε στην Αλεξάνδρεια του 3ου αιώνα π.Χ. μαζεύτηκαν καμιά εβδομηνταριά Εβραίοι με λειψές γνώσεις Ελληνικής και βάλθηκαν να μεταφράσουν την Εβραϊκή μυθολογία και θεολογία στα Ελληνικά. Ήταν το μεράκι του Πτολεμαίου Β΄ που ήθελε λέει στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας να υπάρχουν όλα τα βιβλία του κόσμου. Έφτασαν λοιπόν και στο κεφάλαιο του Ησαΐα (7-14) όπου υπάρχει η προφητεία ότι μια «νεαρή γυναίκα» θα συλλάβει αγόρι και αυτό το αγόρι θα… θα… κ.λπ. Η εβραϊκή λέξη «αλμά» που σημαίνει απλώς «νεαρή γυναίκα» αποδόθηκε στη μετάφραση με την ελληνική λέξη “παρθένος”. Εκείνη την εποχή οι λέξεις δεν απείχαν και πολύ σημασιολογικά. Πράγματι στην αρχαία Ελλάδα παρθένος λεγόταν η νεαρή ανύπαντρη γυναίκα ανεξάρτητα από την κατάσταση του… παρθενικού της υμένα.

Παρθενογένεση σήμαινε απλά ότι η μητέρα δεν ήταν παντρεμένη. Αργότερα η παρθένος πήρε, σχεδόν αποκλειστικά, την έννοια της γυναίκας που δεν είχε σαρκική επαφή με άντρα.

Ήρθαν κατόπιν τα Ευαγγέλια. Τα Ευαγγέλια που φτιάχτηκαν να υπηρετήσουν τους στόχους μιας «νέας θρησκείας», ακολουθώντας, υποτίθεται, τα έργα και τις ημέρες κάποιου θαυματοποιού της εποχής.

Απώτερος στόχος όμως, τα όσα ιστορούν να δεθούν με την Εβραϊκή γενεαλογία και θεολογία, έτσι που η Παλαιά Διαθήκη να γίνει αναπόσπαστο τμήμα του νέου δόγματος και ο Εβραϊσμός να μπεί απ' το παράθυρο στη συνείδηση των λαών. Υπηρετώντας παράλληλα τις δεσποτικές εξουσίες. Φυσική συνέπεια ήταν οι άπειρες αντιφάσεις, ανακολουθίες, άτεχνες συρραφές, διορθώσεις εκ των υστέρων κ.λπ. Έτσι ο κατασκευαστής του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου θεώρησε απαραίτητο να κολλήσει τη γέννηση του θαυματοποιού με την προφητεία του Ησαΐα. «Αλμά» έλεγε ο Ησαΐας, «παρθένος» μετάφρασαν οι εβδομήντα, παρθένα έβαλε κι αυτός.

Όταν ο ιουδαιοχριστιανισμός έγινε εξουσία και ξεκίνησε τον λυσσαλέο του αγώνα κατά του Πολιτισμού, ιδιαίτερα του Ελληνικού, μαζί με την καταστροφή αμαρτωλών βιβλίων, έργων τέχνης, μνημείων κ.λπ, φρόντισε να χτυπήσει και την ουσία της Ελληνικής κοσμοθέασης που ήταν η χαρά της ζωής. Έτσι άρχισε η συστηματική εκστρατεία ενάντια στη διασκέδαση, το γέλιο και τον έρωτα. Ο Ι. Χρυσόστομος έγραψε ολόκληρη διατριβή για να πείσει ότι ο Χριστός δεν γέλασε ποτέ!

Κύριος στόχος όμως έγινε ο Έρωτας που από μέγιστος Θεός-Σύμβολο της δημιουργίας και βασικός συντελεστής για μια ισορροπημένη προσωπικότητα, κατηγορήθηκε ως πηγή πάσης αμαρτίας. Και η γυναίκα κατ' επέκταση ως… σκεύος αμαρτωλής ηδονής!

Έτσι οι πρώτοι «Πατέρες της Εκκλησίας», οι… μεγάλες αυτές «διαταραγμένες προσωπικότητες» κομπλεξικών και μισανθρώπων, που σήμερα τιμούνται ως… προστάτες της Ελληνικής Παιδείας, δημιούργησαν μια άρρωστη λατρεία της παρθενίας. Με πρόσχημα πάντα την αναφορά του Ματθαίου θεοποίησαν την παρθένα όχι με την έννοια της ανύπαντρης κοπέλας αλλά με την έννοια του άθικτου παρθενικού υμένα!
 
Με ακραίες επιθέσεις κατά του έρωτα, παράνομου ή νόμιμου, και κατάρες κατά των γυναικών, οι οποίες, όλες χωρίς καμιά εξαίρεση, ήταν αμαρτωλές, όργανα του Σατανά! Τις συνέκριναν φυσικά με τη μία, τη μοναδική, τη γυναίκα που κατάφερε να γεννήσει χωρίς σεξουαλική επαφή! Για να φτάσουμε στη διεστραμμένη και παρανοϊκή άποψη, που έγινε κανόνας από τους Άγιους Πατέρες, ότι η κάθε γυναίκα που ακολουθούσε τη φύση της ήταν υπόλογη διότι δεν κατάφερε να διατηρήσει δια θαύματος την παρθενιά της! 

Ποτέ η γυναίκα σε όλη την ιστορία της δεν έπεσε τόσο χαμηλά. Περιφρονημένη, καθυβριζόμενη, διασυρόμενη από τους Ιεράρχες, χωρίς καμιά οντότητα, χωρίς κανένα δικαίωμα, ακόμα και χωρίς ψυχή! Ναι, χωρίς ψυχή! 

Η μισογυνική υστερία έφτασε και ως αυτό το σημείο. Με επίσημες αποφάσεις οι πρώτες Σύνοδοι απεφάνθησαν ότι η γυναίκα δεν έχει ψυχή! Μόνο τον 6ο αιώνα καινούργια απόφαση, της επέστρεψε την… ψυχή, διατηρώντας όμως όλους τους χαρακτηρισμούς περί ρυπαρού και αμαρτωλού όντος. Και η αρρωστημένη λατρεία της παρθενίας αγκάλιασε φυσικά και τους ίδιους τους Άγιους Πατέρες που αποστρέφονταν μετά βδελυγμίας κάθε σκέψη επαφής με το ρυπαρό φύλο, προτρέποντας και τους πιστούς να κάνουν το ίδιο. Η παράνοια αυτή ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην άνθηση της ομοφυλοφιλίας στους ιερατικούς κύκλους με την επισημοποίηση των «αδελφικών» ζευγών και τη σύνταξη ακόμα και ειδικής «γαμήλιας» τελετής! Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Αυγουστίνος κ.α. ήταν από τους φανατικούς κήρυκες της αντιερωτικής καμπάνιας, ενώ ένας άλλος πατέρας, ο Ωριγένης, αποφάσισε να αυτοευνουχιστεί για να σιγουρευτεί ότι δεν θα υποκύψει στον πειρασμό!

Αλλά η ζωή φυσικά δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στους κανόνες κάποιων διεστραμμένων εγκεφάλων. Το πρωταρχικό στοιχείο της, ο Έρωτας, επανήλθε στη φυσιολογική του θέση όταν σάπισε το θεοκρατικό Βυζάντιο και η Αναγέννηση ξαναβρήκε τις ζωοδότρες πνοές του Ελληνικού πολιτισμού.

Τα Ευαγγέλια μπήκαν κάτω από τον έλεγχο της έρευνας. Εντοπίστηκαν οι αντιφάσεις, οι αφέλειες και τα ψεύδη τους. Αμφισβητήθηκαν όχι μόνο τα θαύματα και η «διά του κρίνου σύλληψη» αλλά και η ίδια η ύπαρξη του Γιεσούα σαν ιστορικού προσώπου. Άλλοι πάλι μελετώντας τα, «απέδειξαν» ότι η μητέρα του Γιεσούα, Μαρία, είχε και άλλα παιδιά, ενώ κάποιοι έδωσαν τη χαριστική βολή στο μισογυνισμό του Χριστιανισμού, ανακαλύπτοντας ότι ο Γιεσούα είχε σχέσεις με γυναίκες και μάλιστα είχε παντρευτεί, στον εν Κανά γάμο, την Σαλώμη Β' (ευαγγέλιο του Θωμά) 'η και (μαθήτρια-ερωμένη;) την Μαγδαληνή!

Επιστημονική έρευνα και παραφιλολογία τράβηξαν το δρόμο τους, η πρώτη γκρεμίζοντας τους χοντροκομένους μύθους και η δεύτερη δημιουργώντας καινούργιους με «'Αγια Δισκοπότηρα» και απογόνους του Γιεσούα!

Ο Χριστιανισμός όμως, ως Δούρειος Ίππος του Εβραϊσμού, μετά από αιώνων διωγμούς, απειλές και γενοκτονίες, είχε καταφέρει να ριζώσει για τα καλά στο πίσω μέρος των εγκεφάλων εκατομμυρίων πιστών. Είχε γίνει πια «παράδοση» και καμιά λογική δεν τον κουνούσε.

Μια παράδοση που είναι πανίσχυρη και σήμερα. Σε τέτοιο βαθμό ώστε ο «νέος μας» αρχιεπίσκοπος σε λόγο του στη Μητρόπολη, ενώπιον σύμπασας της πολιτικής ηγεσίας, να πετά την πιο χοντρή ανθελληνική κοτσάνα και κανείς να μην τολμά να τον βάλει στη θέση του. Να λέει, ότι ο πολιτισμός άρχισε στην Ελλάδα με την… έλευση του χριστιανισμού και αυτόν τον πολιτισμό πρέπει να αναδεικνύουν διανοούμενοι και καλλιτέχνες, και να τον ακούν όλοι σαν μαθητούδια με ευλάβεια.

Παρ” όλα αυτά η πανίσχυρη πάντα Εκκλησία αναγκάζεται κατά καιρούς να επαναδιατυπώνει τα παράλογα δόγματά της, αδιαφορώντας για τη σύγκρουσή τους με την κοινή λογική. Είτε επιβεβαιώνοντας τη θαυματουργή δύναμη της εικόνας του «'Αξιον Εστί», είτε πιστοποιώντας τη… θεϊκή παρέμβαση στο άναμμα του…  Αγίου Φωτός, είτε υπερασπιζόμενη με το Αλάθητο του Πάπα την παρθενία της Μαριάμ!

Επανερχόμαστε λοιπόν στο μέγα θέμα περί παρθενίας! Το οποίο, για την περίπτωση που εξετάζουμε, συνοψίζεται στο ερώτημα: Εισήλθε ή δεν εισήλθε φυσιολογικά ο «άγγελος με το κρίνο» στην Μαριάμ;

Γιατί αν εισήλθε, τότε η παρθενία πάει περίπατο. Εκτός αν, μετά την «εισαγωγή», επενέβη θεϊκό χέρι και την αποκατέστησε με μια θαυματουργή παρθενορραφή! Ας δούμε λοιπόν τι λένε τα «ιερά ευαγγέλια» ότι συνέβη εκείνο το πρωινό που η Μαριάμ δέχτηκε μια βίζιτα: «…απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ... προς παρθένον μεμνηστευμένη ανδρί, τώ όνομα Ιωσήφ, (δηλαδή ο Θεός καταπατώντας την 8η εντολή του διέπραξε με την Μαριάμ μοιχεία!) εξ οίκου Δαυίδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ, και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν (δες το παράρτημα για το ''εισήλθε'') είπε, «χαίρε κεχαριτωμένη»… η δε ιδούσα διεταράχθη επί τω λόγω αυτού, και διελογίζετο, ποταπός είη ο ασπασμός ούτος, και είπεν ο άγγελος αυτή «Μή φοβού Μαριάμ…και ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν…» (Λουκάς κεφ. Α, στίχ. 26-35)
 
Το παραπάνω εδάφιο είναι πραγματικό περιβόλι από το οποίο ο προσεχτικός κηπουρός μπορεί να δρέψει ζουμερούς και σκανδαλιστικούς καρπούς. Αλλά και να γελάσει με τις κωμικές προσπάθειες των σημερινών μεταφραστών να καλύψουν τα αυτονόητα.

Κεντρική επί της ουσίας είναι η φράση «εισελθών ο άγγελος προς αυτήν». Εισέρχομαι σημαίνει μπαίνω μέσα. Θα “λεγε κανείς ότι ο άγγελος μπήκε μέσα στο σπίτι της Μαριάμ. Όμως το αντικείμενο περιέργως είναι η ίδια η Μαριάμ, όπως φαίνεται ξεκάθαρα από το «προς αυτήν»… Ας δούμε λοιπόν από άλλα βιβλικά κείμενα τί ακριβώς σημαίνει αυτή η έκφραση: είπε δε Σάρα προς Αβραάμ «Ιδού συνέκλεισε με Κύριος του μη τίκτειν, είσελθε ούν προς την παιδίσκην μου, ίνα τεκνοποιήσωμεν εξ αυτής…». O δε Αβραάμ, άλλο που δεν ήθελε, δέχτηκε την… ανήθικη πρόταση της γυναίκας του και: «…εισήλθε προς 'Αγαρ, και συνέλαβε, και είδεν ότι εν γαστρί έχει…». (Γένεσις ιστ' 2) Σόι όμως πάει το βασίλειο γιατί το ίδιο έκανε και η Ραχήλ με τη δούλη της Βαλλάν:  «και έδωκεν αυτώ Βαλλάν, την παιδίσκην αυτής αυτώ γυναίκα, και εισήλθε προς αυτήν Ιακώβ» (Γένεσις λ,4)Αλλά και ο Δαυίδ όταν του γυάλισε κάποια γυναίκα που λουζόταν, έστειλε αγγέλους να του τη φέρουν και στη συνέχεια: «…έλαβε αυτήν και εισήλθε προς αυτήν, και εκοιμήθη μετ’αυτής, και εν γαστρί έλαβεν η γυνή…» (Σαμουήλ Β' ια 2-21)

Πανομοιότυπη λοιπόν η έκφραση σε όλες τις περιπτώσεις με την ίδια πάντοτε έννοια. «Εισέρχομαι» προς μία γυναίκα σημαίνει πέρα από κάθε αμφιβολία «Συνευρίσκομαι» με αυτήν.

Θέλετε τώρα να γελάσετε; Ακούστε πώς μεταφράζει το εδάφιο στο κατά Λουκάν ο σοφώτατος κύριος Π. Ν. Τρεμπέλας υποτιμώντας τη νοημοσύνη μας: «και αφού εμβήκεν ο άγγελος εις το δωμάτιον της, της είπε…». Ανασκολόπιση του κειμένου με την Μαριάμ να γίνεται δωμάτιο!
 
Ας πάμε όμως παρακάτω, στην επόμενη φράση που επιβεβαιώνει πανηγυρικά το είδος της «εισαγωγής». «…και διελογίζετο αύτη, ποταπός είη ο ασπασμός ούτος»…Δεν χρειάζονται καν γνώσεις των αρχαίων Ελληνικών. Η παλιά καθαρεύουσα του Γυμνάσιου είναι αρκετή για να καταλάβουμε ότι η Μαριάμ ταράχτηκε από το αισχρό, χυδαίο φίλημα που δέχτηκε από τον «άγγελο». Τι άλλο μπορεί να σημαίνει ο «ποταπός ασπασμός»; Θαυμάστε τώρα τον κ. Π. Ν. Τρεμπέλα και την… κεραμίδα που μας πετάει κατακέφαλα για να σφραγίσει το μικρό παράθυρο αλήθειας του ευαγγέλιου. «… και εσκέπτετο μέσα της, ποίαν σημασίαν και ποίον σκοπόν να είχε ο χαιρετισμός ούτος.» Το αισχρό φίλημα, που όλοι ξέρουμε ότι για να είναι αισχρό συνοδεύεται και από «ξεδιάντροπες» πράξεις, έγινε απλός και αθώος χαιρετισμός!  Κατόπιν τούτου ο κ. Τρεμπέλας πήγε ήσυχος για ύπνο βαθύ, ύπνο του… δικαίου ανδρός που εξετέλεσε το χρέος του απέναντι σ' αυτούς που ευνούχισαν πολιτιστικά το λαό μας και τον αποκοίμησαν με ψέματα και παραμύθια. Ο δε Πάπας βγήκε το 1987 να μας επιβεβαιώσει με το… αλάθητο του ότι είμαστε ηλίθιοι
Εγώ να προσθέσω μόνο ότι, όποια ιστορία αυτής της θρησκείας κι αν πιάσεις, είναι επινοημένη και συναρμολογημένη… Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν βγήκε μέσα από τις παραδόσεις κάποιου λαού, αλλά κατασκευάστηκε με κομμάτια από άλλες θρησκείες για να ικανοποιεί -σκέφτηκαν- τους πάντες και να αξιοποιείται εύκολα από την εξουσία!
Η εξαθλίωση του ανθρώπου με την «ασθένεια της βούλησης» στον Χριστιανισμό: «Γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου...».

Η χριστιανική ηθική βασίζεται στα εφευρήματα της ένοχης συνείδησης και της ενοχής, που τελικά αναστέλλουν την ελεύθερη βούληση και επομένως την ίδια την ελεύθερη εξέλιξη τής ζωής. Η έλλειψη βούλησης εξαγιάζεται στον Χριστιανισμό κατά τον Ευαγγελισμό, όταν άβουλη η Μαριάμ ακούει και δέχεται μοιρολατρικά αυτά, που της ανακοινώνει ο Γαβριήλ, ψελλίζοντας: «Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκάς, 1: 38).

ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ 

Ασφαλώς και ήταν παρθένος η Μαρία.
Ασφαλώς και ο Ιωσήφ ήταν «προστάτης» της, με την αθώα έννοια της λέξης.
Ασφαλώς και ο επισκέπτης της Μαρίας, δεν ήταν παρά «άγγελος κυρίου».
Ασφαλώς και η επίσκεψη αναλώθηκε με χαριτολογίες και όχι με τίποτε άλλο.
Ασφαλώς και αυτό που έδωσε ο επισκέπτης στην Μαρία, δεν ήταν παρά ένα κρίνο.

Η απορία είναι η εξής: Δύο χιλιάδες χρόνια πέρασαν, κι ακόμα δεν χόρτασε να τρώει κουτόχορτο η ανθρωπότητα.

Για την «ιστορία», ας συμπληρώσουμε, πως πουθενά στα Ευαγγέλια δεν γίνεται λόγος περί… κρίνου. Ο Ιωάννης και ο Μάρκος δεν κάνουν καν λόγο για… Ευαγγελισμό. Ο Ματθαίος απλά αναφέρει ότι η Μαρία, γκαστρώθηκε από το… Άγιο Πνεύμα και ο άγγελος εμφανίζεται στο όνειρο του Ιωσήφ για να τον καθησυχάσει (ήταν έτοιμος να την… «σουτάρει») και να του αναγγείλει τα… χαρμόσυνα νέα. Αντιθέτως, η περιγραφή της συνάντησης του άγγελου Γαβριήλ με την Παναγία, από τον Λουκά, μας οδηγεί σε άλλες, πιο… «πονηρές» σκέψεις…

Η εικόνα με τον κρίνο, είναι καθαρά επινόηση κάποιων ζωγράφων, των οποίων η «καλλιτεχνική άδεια»(;), ήταν και είναι απόλυτα βολική για όσους θέλουν μια πιο… εύπεπτη εξήγηση για το γκάστρωμα της «παρθένου» Εβραιοπούλας Μαριάμ…

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ο ισχυρισμός ότι η μητέρα του Ιησού, η Παναγία, δέχτηκε την διείσδυση κάποιου άντρα προκειμένου να συλλάβει τον Υιό της, είναι ένα μεγάλο πλήγμα για έναν πιστό. Όταν τόσους αιώνες μαθαίνουμε πως η Παρθένος Μαρία δεν αγγίχτηκε από κανέναν άντρα, ούτε καν από τον Θεό, αποτελεί προσβολή, σίγουρα.

Ναι, σαφώς είναι βλασφημία να ειπωθεί κάτι τέτοιο, αλλά μόνο για εκείνον που είναι πιστός χωρίς να ξέρει για ποιο λόγο είναι πιστός και σε τι πιστεύει (όταν δεν διαβάζει τα ιερά και θεόπνευστα βιβλία και μένει μόνο στην προφορική διδασκαλία). Αν ο «πιστός» είχε, λοιπόν, την υπομονή και το θάρρος να διαβάσει ολόκληρη την Βίβλο –και όχι από κάποια μετάφραση– θα μπορούσε να έχει καλύτερη άποψη για όλα αυτά που είναι γραμμένα εκεί μέσα, σε αντίθεση με όλα εκείνα που μάθαινε τόσα χρόνια από το σχολείο, την οικογένεια, την Εκκλησία, την κοινωνία κλπ.

Δεν μένει, τώρα, παρά να στηρίξουμε τον ισχυρισμό μας.

Πρώτα, λοιπόν, θα δούμε πως περιγράφεται η σεξουαλική πράξη στην Αγία Γραφή (με κείμενα που προέρχονται από το επίσημο site της Εκκλησίας) και, μάλιστα, με την συνοδεία εγκεκριμένης, από την ίδια την Εκκλησία, μετάφραση στην δημοτική, από τις εκδόσεις Ελληνική Βιβλική Εταιρία του 1997:

Στους πρωτόπλαστους:

Αδάμ δὲ ἔγνω Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε τὸν Κάϊν
Ο Αδάμ συνευρέθηκε με την Εύα, την γυναίκα του, κι εκείνη έμεινε έγκυος και γέννησε τον Κάιν (Γένεσις Δ΄ 1)

Καὶ ἔγνω Κάϊν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε τὸν ᾿Ενώχ.
Ο Κάιν συνευρέθηκε με την γυναίκα του, κι εκείνη έμεινε έγκυος και γέννησε τον Ενώχ (Γένεσις Δ΄ 17)

Εγνω δὲ ᾿Αδὰμ Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκεν υἱόν
Ο Αδάμ συνευρέθηκε πάλι με την γυναίκα του, κι εκείνη γέννησε γιο (Γένεσις Δ΄ 25)

Όταν στην γη ζούσαν γίγαντες:

οἱ δὲ γίγαντες ἦσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις· καὶ μετ᾿ ἐκεῖνο, ὡς ἂν εἰσεπορεύοντο οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐγεννῶσαν ἑαυτοῖς·
Εκείνο τον καιρό και αργότερα, ζούσαν στην γη οι γίγαντες, απόγονοι των γιων του Θεού από την ένωσή τους με τις κόρες των ανθρώπων (Γένεσις Στ΄ 4)

Ανάμεσα στους ανθρώπους:

καὶ εἰσῆλθε πρὸς ῎Αγαρ, καὶ συνέλαβε.
Ο Άβραμ, λοιπόν, συνευρέθηκε με την Άγαρ κι εκείνη έμεινε έγκυος (Γένεσις ΙΣτ΄ 4)

Στις αιμομικτικές στιγμές:

εἶπε δὲ ἡ πρεσβυτέρα πρὸς τὴν νεωτέραν· ὁ πατὴρ ἡμῶν πρεσβύτερος, καὶ οὐδείς ἐστιν ἐπὶ τῆς γῆς, ὃς εἰσελεύσεται πρὸς ἡμᾶς, ὡς καθήκει πάσῃ τῇ γῇ· 32 δεῦρο καὶ ποτίσωμεν τὸν πατέρα ἡμῶν οἶνον καὶ κοιμηθῶμεν μετ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐξαναστήσωμεν ἐκ τοῦ πατρὸς ἡμῶν σπέρμα.
Μια μέρα, η μεγαλύτερη κόρη είπε στην μικρότερη: «Ο πατέρας μας γέρασε και δεν υπάρχει στην περιοχή άντρας να συνευρεθεί μαζί μας, όπως γίνεται σε όλο τον κόσμο. Έλα να μεθύσουμε τον πατέρα μας με κρασί και να πλαγιάσουμε μαζί του για να αφήσουμε απογόνους από αυτόν». (Οι επίμαχες περιγραφές «εισέρχομαι προς κάποιον» βρίσκονται σε συνεχή έκταση στο Γένεσις ΙΘ΄ 30-38)

ἡ δὲ παρθένος ἦν καλὴ τῇ ὄψει σφόδρα· παρθένος ἦν, ἀνὴρ οὐκ ἔγνω αὐτήν.
Η κόρη (η Ρεβέκκα) ήταν πολύ όμορφη στην εμφάνιση και παρθένα.
Κανένας άντρα δεν την είχε αγγίξει. (Γένεσις ΚΔ΄ 16)

εἶπε δὲ ᾿Ιακὼβ τῷ Λάβαν· δός μοι τὴν γυναῖκά μου, πεπλήρωνται γὰρ αἱ ἡμέραι, ὅπως εἰσέλθω πρὸς αὐτήν.
Μετά είπε στον Λάβαν (ο Ιακώβ): «Ο χρόνος της δουλείας μου συμπληρώθηκε. Δώσε μου την γυναίκα μου να μείνω μαζί της» (Γένεσις ΚΘ΄ 21) Διαβάζοντας ολόκληρο το κείμενο (Γένεσις ΚΘ΄ 16-32), όπως θα διαπιστώσουμε και στο απόσπασμα που παραθέτουμε στην συνέχεια (Γένεσις ΚΘ΄ 30), το «εισέλθω προς αυτήν» στην ουσία θα έπρεπε να μεταφραστεί ως «για να πλαγιάσω μαζί της» διότι αυτή ήταν η συμφωνία μεταξύ Ιακώβ και Λάβαν.

καὶ λαβὼν Λείαν τὴν θυγατέρα αὐτοῦ εἰσήγαγε πρὸς ᾿Ιακὼβ καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν ᾿Ιακώβ
Πήρε την κόρη του (ο Λάβαν) την Λεία και την έφερε στον Ιακώβ, κι εκείνος πλάγιασε μαζί της (Γένεσις ΚΘ΄ 23)

καὶ εἰσῆλθε πρὸς Ραχήλ
Ο Ιακώβ πλάγιασε και με την Ραχήλ (Γένεσις ΚΘ΄ 30) 

καὶ ἔδωκεν αὐτῷ Βαλλὰν τὴν παιδίσκην αὐτῆς αὐτῷ γυναῖκα· καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν ᾿Ιακώβ καὶ συνέλαβε Βαλλὰ ἡ παιδίσκη Ραχὴλ καὶ ἔτεκε τῷ ᾿Ιακὼβ υἱόν.
Του έδωσε, λοιπόν, την δούλη της Βαλλά για γυναίκα και ο Ιακώβ κοιμήθηκε μαζί της. Η Βαλλά έμεινε έγκυος και του γέννησε γιο (Γένεσις Λ΄ 4-5)

Εἶδε δὲ Λεία ὅτι ἔστη τοῦ τίκτειν, καὶ ἔλαβε Ζελφὰν τὴν παιδίσκην αὐτῆς καὶ ἔδωκεν αὐτὴν τῷ ᾿Ιακὼβ γυναῖκα καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν καὶ συνέλαβε Ζελφὰ ἡ παιδίσκη Λείας καὶ ἔτεκε τῷ ᾿Ιακὼβ υἱόν.
Η Λεία, βλέποντας ότι έπαψε να γεννάει, πήρε την δούλη της Ζελφά και την έδωσε στον Ιακώβ για γυναίκα (ο οποίος εισήλθε προς αυτήν κι εκείνη) η Ζελφά γέννησε στον Ιακώβ γιο (Γένεσις Λ΄ 9-10)

πρὸς ἐμὲ εἰσελεύσῃ σήμερον· μεμίσθωμαι γάρ σε ἀντὶ τῶν μανδραγορῶν τοῦ υἱοῦ μου. καὶ ἐκοιμήθη μετ᾿ αὐτῆς τὴν νύκτα ἐκείνην.
«Σε μένα θα έρθεις (να εισέλθεις, λέει η Λεία στον Ιακώβ), γιατί σε πλήρωσα με αντίτιμο τα μήλα του μανδραγόρα του γιού μου». Ο Ιακώβ κοιμήθηκε μ’ αυτήν εκείνη την νύχτα. (Γένεσις Λ΄ 16)

Θεωρώ ότι ως εδώ, όλα αυτά τα παραδείγματα, είναι αρκετά.

Το «σεξ», η «ερωτική πράξη», η «συνουσία», η «διείσδυση», το «πλαγιάζω με κάποια ή κάποιον», το «κοιμάμαι με κάποια ή κάποιον», το «κοκό», το «πήδημα», ή όπως αλλιώς κι αν το ονομάζει ο καθένας μας, βρίσκεται παντού και με τον ίδιο πάντα τρόπο γραμμένο στην Παλαιά Διαθήκη: με τα ρήματα «γνωρίζω» και «εισέρχομαι προς κάποιον ή κάποιον».

Και σημαίνει πάντα το ίδιο: την ερωτική πράξη.

Για ποιο λόγο να διαφέρει η περιγραφή στην Καινή Διαθήκη;

καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν (την Μαριάμ) εἶπε· Χαῖρε,
κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. (Κατά Λουκάν Α΄ 28-31)

Στην συνέχεια η Μαριάμ ρωτά τον άγγελο «Πώς θα μου συμβεί αυτό, αφού εγώ δεν έχω συζυγικές σχέσεις με κανέναν άντρα (Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;)».
 
Αναρωτήθηκε η Μαριάμ, διότι αν και ήταν αθώο κορίτσι, είχε αντιληφθεί ότι τα παιδιά γεννιούνται μετά από κάτι που λέγετε «ερωτική πράξη» και γίνεται με μία γυναίκα και έναν άντρα. Που να φανταστεί ότι την ίδια ερωτική πράξη θα την έκανε με έναν «άγγελο» και απεσταλμένο του Θεού!

Ωστόσο, η ουσία δεν βρίσκεται στο τι φαντάστηκε ούτε στο τι ήξερε, περί ερωτικών πράξεων, η Μαριάμ, ούτε στο αν συνέναισε ή στο αν ξεγελάστηκε.

Η ουσία έγκειται στο ότι ο άγγελος «εισήλθε προ αυτήν», δηλαδή, διείσδυσε μέσα της και, μάλιστα, ύστερα από κάποιον χαιρετισμό που της φάνηκε ποταπός και την τάραξε…

Και, άρα, πολύ απλά:

η Παναγία συνεβρέθηκε με κάποιον που ο Λουκάς κατονομάζει ως τον «άγγελο Γαβριήλ».
 
Κάπως έτσι με προγενέστερη επίσκεψη γεννήθηκαν και τα πρώτα αδέλφια του Ιησού:

...και ο Κύριος επισκέφθηκε την Άννα και συνέλαβε, και γέννησε τρεις γιους και δυο θυγατέρες. 
(Σαμουήλ Α' 2:21)


Ο 80χρονος Ιωσήφ, δεν μπορούσε να έχει νόμιμη γυναίκα του μια 14χρονη έγκυο παιδούλα!

Ο Επιφάνιος δεν απαντά καθόλου στο επίμαχο ερώτημα:

Πως μπορούσε o 80χρονος Ιωσήφ, να έχει νόμιμη γυναίκα του την Μαρία μια εκτός γάμου έγκυο παιδούλα;

7. 8 Ἤκουσα γὰρ παρά τινος ὥς τινες τολμῶσι περὶ ταύτης λέγειν
ὅτι μετὰ τὸ γεγεννηκέναι τὸν σωτῆρα συνήφθη ἀνδρί. καὶ οὐ θαυ-
μάζω. ἀεὶ γὰρ ἡ ἄγνοια τῶν μὴ τὰ ἀκριβῆ ἐγνωκότων τῶν θείων
γραφῶν μηδὲ ἱστορίαις προσεγγισάντων, ἀφ' ἑτέρων εἰς ἕτερα τρέπει
καὶ περισπᾷ τὸν ἀπ' ἰδίου νοὸς βουλόμενόν τι περὶ τῆς ἀληθείας
ἰχνηλατεῖν. πρῶτον γὰρ ὅτε ἡ παρθένος παρεδίδοτο τῷ Ἰωσήφ,
κλήρων εἰς τοῦτο ἀναγκασάντων αὐτὴν ἥκειν, οὐ παρεδόθη αὐτῷ

εἰς συνάφειαν, εἰ δεῖ τὰ ἀληθῆ λέγειν, ἐπειδὴ χῆρος ἦν. ἀλλὰ διὰ τὸν
νόμον μὲν ἀνὴρ κέκληται τῆς αὐτῆς, κατὰ δὲ τὴν ἀκολουθίαν ἐκ τῆς
τῶν Ἰουδαίων παραδόσεως δείκνυται ὡς οὐχ ἕνεκεν τοῦ ζευχθῆναι
αὐτῷ παρεδίδοτο αὐτῷ ἡ παρθένος, ἀλλ' ὅπως διαφυλαχθείη εἰς
μαρτύριον τῶν ἐσομένων ὅτι οὐ νόθος ἡ τῆς ἐνσάρκου παρουσίας οἰ-
κονομία ἐπεδήμησεν, ἀλλὰ μεμαρτυρημένη ἐν ἀληθείᾳ, ἐκτὸς μὲν
σπέρματος ἀνδρός, ἐν πνεύματι ἁγίῳ οἰκονομηθεῖσα ἐν ἀληθείᾳ.
πῶς γὰρ ἠδύνατο ὁ τοσοῦτος γέρων παρθένον ἕξειν γυναῖκα, ὢν ἀπὸ
πρώτης γυναικὸς χῆρος τοσαῦτα ἔτη;

οὗτος μὲν γὰρ ὁ Ἰωσὴφ ἀδελφὸς γίνεται τοῦ Κλωπᾶ,
ἦν δὲ υἱὸς τοῦ Ἰακώβ, ἐπίκλην δὲ Πάνθηρ καλουμένου·
ἀμφότεροι οὗτοι ἀπὸ τοῦ Πάνθηρος ἐπίκλην γεννῶνται.
ἔσχε δὲ οὗτος ὁ Ἰωσὴφ τὴν μὲν πρώτην αὐτοῦ γυναῖκα ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα,
καὶ κυΐσκει αὐτῷ αὕτη παῖδας τὸν ἀριθμὸν ἕξ, τέσσαρας μὲν ἄρρενας,
θηλείας δὲ δύο, καθάπερ τὸ εὐαγγέλιον τὸ κατὰ Μάρκον καὶ κατὰ
Ἰωάννην ἐσαφήνισαν.

ἔσχε μὲν οὖν πρωτότοκον τὸν Ἰάκωβον τὸν
ἐπικληθέντα Ὠβλίαν, ἑρμηνευόμενον τεῖχος, καὶ δίκαιον ἐπικληθέντα,
Ναζιραῖον δὲ ὄντα, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἅγιος. καὶ πρῶτος οὗτος εἴληφε
τὴν καθέδραν τῆς ἐπισκοπῆς, ᾧ πεπίστευκε κύριος τὸν θρόνον αὐτοῦ
ἐπὶ τῆς γῆς πρώτῳ· ὃς καὶ ἐκαλεῖτο ὁ ἀδελφὸς τοῦ κυρίου, καθάπερ
καὶ ὁ ἀπόστολος συνᾴδει τούτοις, ὧδέ που λέγων «ἕτερον δὲ τῶν ἀπο-
στόλων οὐκ εἶδον, εἰ μὴ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ κυρίου» καὶ τὰ
ἑξῆς. ἀδελφὸς δὲ τοῦ κυρίου οὗτος καλεῖται διὰ τὸ ὁμότροφον, οὐχὶ
κατὰ φύσιν, ἀλλὰ κατὰ χάριν.

Μαρία μὲν γὰρ ὁρμασθεῖσα τῷ Ἰωσὴφ
ἐδόκει γυνὴ εἶναι τοῦ ἀνδρός, μὴ ἔχουσα πρὸς αὐτὸν σωμάτων συνά-
φειαν. ἐκ ταύτης δὲ τῆς ὑποθέσεως ἡ γειτνίασις ἀγχιστείας τῶν υἱῶν
Ἰωσὴφ πρὸς τὸν σωτῆρα ἐν ἀδελφῶν τάξει κέκληται, μᾶλλον δὲ καὶ
ἐλογίσθη· ὡς γὰρ καὶ αὐτὸς ὁ Ἰωσὴφ μὴ σχὼν κοινωνίαν πρὸς τὴν
γέννησιν τὴν κατὰ σάρκα τοῦ σωτῆρος ἐν τάξει πατρὸς λογίζεται κατ'
οἰκομονίαν, καθὼς λέγει Λουκᾶς ὁ εὐαγγελιστὴς περὶ αὐτοῦ τοῦ σω-
τῆρος ὅτι «ὢν υἱός, ὡς ἐνομίζετο, Ἰωσήφ», ὡς καὶ αὐτὴ ἡ Μαριὰμ
ἔφη πρὸς αὐτὸν ἐν τῷ κατὰ Λουκᾶν εὐαγγελίῳ «ἰδού, ἐγὼ καὶ ὁ
πατήρ σου ἐζητοῦμέν σε ὀδυνώμενοι». τίς οὖν ἂν εἴποι τὸν Ἰωσὴφ
πατέρα τοῦ κυρίου, ὃς οὐδὲν πρὸς αὐτὸν εἶχεν αἴτιον, μάλιστα τῆς
ἐνσάρκου παρουσίας ἐκτὸς σπέρματος ἀνδρὸς ὑπαρχούσης; ἀλλὰ διὰ
τῆς οἰκονομίας τοῦτον εἴληφε τὸν κλῆρον τὰ πράγματα.

8. 8 Τίκτει μὲν τοῦτον τὸν Ἰάκωβον ἐγγύς που περὶ ἔτη γεγονὼς
τεσσαράκοντα, πλείω ἐλάσσω. μετ' αὐτὸν δὲ γίνεται παῖς Ἰωσῆ
καλούμενος. εἶτα μετ' αὐτὸν Συμεών, ἔπειτα Ἰούδας, καὶ δύο θυγατέρες.
μετὰ ἔτη πολλὰ λαμβάνει τὴν Μαρίαν χῆρος, κατάγων ἡλικίαν περί
που ὀγδοήκοντα ἐτῶν καὶ πρόσω ὁ ἀνήρ. καὶ μετὰ ταῦτα λαμβάνει τὴν
Μαρίαν, ὡς καὶ ἐν τῷ εὐαγγελίῳ λέγει· «μνηστευθείσης» γάρ φησι «τῆς
Μαρίας», καὶ οὐκ εἶπε γαμηθείσης. καὶ πάλιν ἄλλοτε «οὐκ ᾔδει αὐτήν»·
θαυμάσαι δὲ ἔστιν ἐπὶ πᾶσιν οἷς † αἱ προφάσεις θηρῶνται αἱ πονηραί,
καὶ ὧν οὐκ ἔστι χρεία ἐρευνᾶν τὰς αἰτίας καὶ ζητεῖν τὰ μὴ ζητούμενα,

Epiphanius Scr. Eccl., Panarion (= Adversus haereses) (2021: 002)
“Epiphanius, Bände 1–3: Ancoratus und Panarion”, Ed. Holl, K.
Leipzig: Hinrichs, 1:1915; 2:1922; 3:1933; Die griechischen christlichen Schriftsteller 25, 31, 37.
Volume 3, page 458, line 6

Πλάτων: η επιθυμία του αγαθού

Κάθε άνθρωπος επιθυμεί να είναι ευτυχής. Όταν πρόκειται να γνωρίσουμε την αλήθεια, κανένας δεν είναι τόσο εύστροφος, ώστε να φοβάται το σφάλμα σαν ένα κακό. Λίγο σχεδόν είμαστε «λυπημένοι» (Πολιτεία, V, 476 D) από τη φιλαυτία μας, όταν ο φιλόσοφος απαιτεί μόνος να περιορίζει μιαν αλήθεια για την οποίαν στο βάθος δεν έχουμε τι να κάνουμε. «Αλλά όταν πρόκειται για πράγματα αγαθά, κανείς δεν περιορίζεται να κατέχει μόνον φαινόμενα· αντίθετα, τα πραγματικά αγαθά όλος ο κόσμος αναζητά, χωρίς να αποδώσει καμιά αξία, μέσα σ’ αυτή την περιοχή, στο φαινόμενο» (Πολιτεία, VI, 505, D).

Είναι σαφές για όλους ότι η ευτυχία συνίσταται στο να κατέχουμε πολλά καλά (Ευθύδημος, 278, Ε) πράγματα: πλούτο, τιμή, εξουσία (αγαθά εξωτερικά)· υγεία, ομορφιά, δύναμη, επιδεξιοσύνη (αγαθά του σώματος)· θάρρος, χαρακτήρα, ευφυΐα (αγαθά της ψυχής) (Ευθύδημος, 279 A-B· Νόμοι, I, 631 B-C· V, 727α – 729α). Ας προσθέσουμε, ότι δεν πρόκειται να τα καθέξουμε. Τα πράγματα δεν είναι ωφέλιμα παρά για κείνον που τα χρησιμοποιεί και, ακριβέστερα για κείνον που τα χρησιμοποιεί όπως πρέπει. Έτσι, όλα αυτά «τα αγαθά» δεν είναι, ακριβώς, ούτε καλά ούτε κακά· αυτά δεν γίνονται τέτοια παρά με τη χρήση, καλή ή κακή, που κάνουμε σ’ αυτά. Έτσι, κάθε φρόνιμη χρήση κατακτά μια γνώση. Ας πούμε, λοιπόν, στο τέλος του λογαριασμού, ότι δεν είναι καλό παρά η επιστήμη, δεν είναι κακό παρά η άγνοια (Ευθύδημος, 280 Β – 281 E). Η επιστήμη της ευτυχίας θα έπρεπε να μας διδάξει ταυτόχρονα και να αποκτούμε τ’ αγαθά και να τα χρησιμοποιούμε.

Που να βρούμε αυτή την επιστήμη; - Όλα τα επαγγέλματα, όλες οι μέθοδοι που γνωρίζουν, ν’ αποκτούν ή να παράγουν αγαθά, αγνοούν πώς να τα χρησιμοποιούν. Κυνηγοί και ψαράδες είναι υποχρεωμένοι να παραδώσουν τη λεία τους στο μάγειρο που μόνος γνωρίζει ν’ αντλήσει μέρος απ’ αυτή. Οι στρατηγοί είναι ικανοί να κατακτήσουν μια πόλη, αλλά μόνον ο πολιτικός γνωρίζει να εκμεταλλευτεί τις νίκες τους (Ευθύδημος, 288 D – 290 D). Για κάθε αντικείμενο, είναι μια μέθοδος παραγωγής (ή απόκτησης) και μια μέθοδος χρήσης και, κάθε φορά η μια υποτάσσεται στην άλλη· έτσι, ο ιππέας διδάσκει στο σιδηρουργό ή στο σαμαροποιό, τι πρέπει να είναι ένα καλό φίμωτρο, ή ένα καλό χαλινάρι, ο υφαντουργός καθοδηγεί την εργασία του κατασκευαστεί στις σαΐτες (Πολιτεία, Χ, 601· Κρατύλος, 390 Β). Τέχνες, επιστήμες, μέθοδοι ιεραρχούνται ανάλογα μ’ αυτό που η μια παράγει και που χρησιμοποιεί η άλλη, έως ότου να καταλήξουν σε κάποια υψίστη επιστήμη που θα δεσπόσει στο σύνολο των μεθόδων.

Ποια είναι αυτή η «βασιλική επιστήμη»; (Ευθύδημος, 291 β 5· C 8· Πολιτικός, 305 D2). Είναι βέβαιον ότι αυτή η επιστήμη, η πιο υψηλή, θα εφαρμοσθεί, όχι σ’ οποιοδήποτε αντικείμενο, όχι σ’ ένα οποιοδήποτε «αγαθό», αλλά στο ύψιστο αντικείμενο (αν υπάρχει). Γιατί όπως οι επιστήμες, τα πράγματα επίσης ιεραρχούνται τα μεν σε σχέση με τα δε. Όλα τα πράγματα δεν μας είναι πολύτιμα στον ίδιο βαθμό· υπάρχουν αυτά που τα επιθυμούμε σαν φάρμακα ή ακόμη σαν μέσα για άλλα αγαθά. Μπορούμε να διακρίνουμε επίσης τα αγαθά που αγαπούμε δι’ εαυτά και για τα πλεονεκτήματα που απ’ αυτά απορρέουν. Αλλά παρατηρώντας τα από κοντά, καταλαβαίνουμε ότι κάθε αγαθό τείνει περ’ από τον ίδιο τον εαυτό του, ότι καλεί μια επαύριον που για την προπαρασκευή της μπορεί να χρησιμεύσει, αλλά που δεν μπορεί ποτέ να την αντικαταστήσει στη θέση της. Όλα αυτά τα αγαθά – «φαντάσματα» «απατούν» (Λύσις, 219 C) την επιθυμία μας· αναζητημένα «με την προοπτική» άλλων αγαθών, καλούν ένα τελευταίο αγαθό, αγαπητό δι’ εαυτό και σταθερό «τέρμα» (Λύσις, 219 C 6-7· βλέπε Ευθύδημος, 291 B 7-8) για τις περιπλανήσεις μας. Είναι σαφές ότι μόνον αυτό το υπέρτατον αγαθό θα μπορούσε να προσφέρει στη «βασιλική επιστήμη» ένα αντικείμενο αντάξιό της (Πολιτεία, II, 357 B· Γοργίας, 467 E· Λύσις, 218 D).

Δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε για ευτυχία χωρίς να λογαριαστούμε με το χρόνο μέσα στον οποίο αυτή κατασκευάζεται. Μέσα στο χρόνο βάζουμε στη σειρά, τα μεν ύστερ’ από τα δε, τα εφήμερα αγαθά και εργαζόμεθα για την έλευση του τελικού αγαθού. Κι όσο λίγο και αν γνωρίζουμε ακόμη γι’ αυτό το ικανοποιητικό αγαθό, ευχόμαστε να είναι πάντα κοντά μας (Συμπόσιον, 206 A). Η επιθυμία της ευτυχίας θέλει την αιωνιότητα του αντικειμένου και την αθανασία του υποκειμένου. Ιδού ποιος, μια φορά επί πλέον, θέτει εκτός αγώνος τα ασταθή αγαθά, αγαθά εξωτερικά και αγαθά του σώματος. Φθαρτά, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν παρά μια ευτυχία περαστική σε θνητά όντα. Όταν μάλιστα θα είμαστε αθάνατοι, το βάθος της επιθυμίας μας δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί με αυτά (Ευθύδημος, 289 B· Νόμοι, II, 661, B). Η ψυχή, αυτή, είναι αθάνατη. Καμιά αμφιβολία, ότι οι άλλοτε προορισμένες ψυχές να θεωρούν τον «υπερουράνιον χώρον», όπου ορθώνονται οι νοητές Ιδέες, δεν βρήκαν μια τέλεια ευτυχία σ’ αυτό «το ευτυχισμένο όραμα» (Φαίδρος, 247 C, 250 B 7). Αλλ’ έπειτα, αυτές έπεσαν μέσα σε θνητά σώματα, και δύσκολα θα πείσουμε το γεωμέτρη να αντλήσει μια επαρκή τέρψη στη σπουδή της Ιδέας του Κύκλου αν, αγνοώντας τον διαβήτη και το γνώμονα (εργαλεία ανακριβή, ως τόσο, και φθαρτά), δεν εγνώριζε ούτε να κατασκευάζει το σπίτι του, ούτε, σαν έλθει το βράδυ, να βρει το δρόμο για να επιστρέψει σ’ αυτό (Φίληβος, 62 A-C). Οι ανάγκες του ενσαρκωμένου όρου μας υποχρεώνουν να επιδιώξουμε χωρίς διακοπή τα «καλά πράγματα», φευγαλέα και φορείς ενός μόνον μέρους της ασταθούς ευτυχίας, μιας ευτυχίας στο μέτρο του θνητού όρου μας. Αν είναι πιθανόν ότι η αθάνατη ψυχή οδηγείται αυθόρμητα προς τις αιώνιες Ιδέες, δεν είναι λιγότερο αληθινό, ότι η ενσαρκωμένη ψυχή δεν δοκιμάζει καμιά επιθυμία γι’ αυτό και ότι το «επέκεινα» (Φίληβος, 79 D I· Φαίδρος, 250 Α 6) με τις μακαριστές Πραγματικότητες της εμπνέει δυσπιστία και της φαίνεται μια μεγάλη απάτη (Φαίδων, 69 Ε).

ΛΟΓΓΟΣ: Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην (1.24.1-1.27.4)

[1.24.1] Τῆς δὲ μεσημβρίας ἐπελθούσης ἐγίνετο ἤδη τῶν ὀφθαλμῶν ἅλωσις αὐτοῖς· ἡ μὲν γὰρ γυμνὸν ὁρῶσα τὸν Δάφνιν ἐπ᾽ ἄθρουν καὶ ἐνέπιπτε τὸ κάλλος, καὶ ἐτήκετο μηδὲν αὐτοῦ μέρος μέμψασθαι δυναμένη· ὁ δὲ ἰδὼν ἐν νεβρίδι καὶ στεφάνῳ πίτυος ὀρέγουσαν τὸν γαυλὸν μίαν ᾤετο τῶν ἐκ τοῦ ἄντρου Νυμφῶν ὁρᾶν. [1.24.2] Ὁ μὲν οὖν τὴν πίτυν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ἁρπάζων αὐτὸς ἐστεφανοῦτο, πρότερον φιλήσας τὸν στέφανον· ἡ δὲ τὴν ἐσθῆτα αὐτοῦ λουομένου καὶ γυμνωθέντος ἐνεδύετο, πρότερον καὶ αὐτὴ φιλήσασα. [1.24.3] Ἤδη ποτὲ καὶ μήλοις ἀλλήλους ἔβαλον καὶ τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων ἐκόσμησαν διακρίνοντες τὰς κόμας· καὶ ἡ μὲν εἴκασεν αὐτοῦ τὴν κόμην, ὅτι μέλαινα, μύρτοις, ὁ δὲ μήλῳ τὸ πρόσωπον αὐτῆς, ὅτι λευκὸν καὶ ἐνερευθὲς ἦν. [1.24.4] Ἐδίδασκεν αὐτὴν καὶ συρίττειν· καὶ ἀρξαμένης ἐμπνεῖν ἁρπάζων τὴν σύριγγα τοῖς χείλεσιν αὐτὸς τοὺς καλάμους ἐπέτρεχε· καὶ ἐδόκει μὲν διδάσκειν ἁμαρτάνουσαν, εὐπρεπῶς δὲ διὰ τῆς σύριγγος Χλόην κατεφίλει.
[1.25.1] Συρίττοντος δὲ αὐτοῦ τὸ μεσημβρινὸν καὶ τῶν ποιμνίων σκιαζομένων ἔλαθεν ἡ Χλόη κατανυστάξασα. Φωράσας τοῦτο ὁ Δάφνις καὶ καταθέμενος τὴν σύριγγα πᾶσαν αὐτὴν ἔβλεπεν ἀπλήστως, οἷα μηδὲν αἰδούμενος, καὶ ἅμα κρύφα ἠρέμα ὑπεφθέγγετο· [1.25.2] «οἷοι καθεύδουσιν ὀφθαλμοί, οἷον δὲ ἀποπνεῖ τὸ στόμα· οὐδὲ τὰ μῆλα τοιοῦτον, οὐδὲ αἱ λόχμαι. Ἀλλὰ φιλῆσαι δέδοικα· δάκνει τὸ φίλημα τὴν καρδίαν, καὶ ὥσπερ τὸ νέον μέλι μαίνεσθαι ποιεῖ· ὀκνῶ δὲ μὴ καὶ φιλήσας αὐτὴν ἀφυπνίσω. [1.25.3] Ὢ λάλων τεττίγων, οὐκ ἐάσουσιν αὐτὴν καθεύδειν μέγα ἠχοῦντες. Ἀλλὰ καὶ οἱ τράγοι τοῖς κέρασι παίουσι μαχόμενοι. Ὢ λύκων ἀλωπέκων δειλοτέρων, οἳ τούτους οὐχ ἥρπασαν.»
[1.26.1] Ἐν τοιούτοις ὄντος αὐτοῦ λόγοις τέττιξ φεύγων χελιδόνα θηρᾶσαι θέλουσαν κατέπεσεν εἰς τὸν κόλπον τῆς Χλόης· καὶ ἡ χελιδὼν ἑπομένη τὸν μὲν οὐκ ἠδυνήθη λαβεῖν, ταῖς δὲ πτέρυξιν ἐγγὺς διὰ τὴν δίωξιν γενομένη τῶν παρειῶν αὐτῆς ἥψατο. [1.26.2] Ἡ δὲ οὐκ εἰδυῖα τὸ πραχθὲν μέγα βοήσασα τῶν ὕπνων ἐξέθορεν. Ἰδοῦσα δὲ καὶ τὴν χελιδόνα ἔτι πλησίον πετομένην καὶ τὸν Δάφνιν ἐπὶ τῷ δέει γελῶντα τοῦ φόβου μὲν ἐπαύσατο, τοὺς δὲ ὀφθαλμοὺς ἀπέματτεν ἔτι καθεύδειν θέλοντας. [1.26.3] Καὶ ὁ τέττιξ ἐκ τῶν κόλπων ἐπήχησεν ὅμοιον ἱκέτῃ χάριν ὁμολογοῦντι τῆς σωτηρίας. Πάλιν οὖν ἡ Χλόη μέγα ἐβόησεν, ὁ δὲ Δάφνις ἐγέλασε· καὶ προφάσεως λαβόμενος καθῆκεν αὐτῆς εἰς τὰ στέρνα τὰς χεῖρας καὶ ἐξάγει τὸν βέλτιστον τέττιγα, μηδὲ ἐν τῇ δεξιᾷ σιωπῶντα. Ἡ δὲ ἥδετο ἰδοῦσα καὶ ἐφίλησε λαβοῦσα καὶ αὖθις ἐνέβαλε τῷ κόλπῳ λαλοῦντα.
[1.27.1] Ἔτερψεν αὐτούς ποτε φάττα βουκολικὸν ἐκ τῆς ὕλης φθεγξαμένη. Καὶ τῆς Χλόης ξητούσης μαθεῖν ὅ τι λέγει, διδάσκει αὐτὴν ὁ Δάφνις μυθολογῶν τὰ θρυλούμενα. [1.27.2] «Ἦν παρθένος, παρθένε, οὕτω καλὴ καὶ ἔνεμε βοῦς πολλὰς οὕτως ἐν ὕλῃ· ἦν δὲ ἄρα καὶ ᾠδικὴ καὶ ἐτέρποντο αἱ βόες αὐτῆς τῇ μουσικῇ, καὶ ἔνεμεν οὔτε καλαύροπος πληγῇ οὔτε κέντρου προσβολῇ, ἀλλὰ καθίσασα ὑπὸ πίτυν καὶ στεφανωσαμένη πίτυϊ ᾖδε Πᾶνα καὶ τὴν Πίτυν, καὶ αἱ βόες τῇ φωνῇ παρέμενον. [1.27.3] Παῖς οὐ μακρὰν νέμων βοῦς, καὶ αὐτὸς καλὸς καὶ ᾠδικὸς ὡς ἡ παρθένος, φιλονεικήσας πρὸς τὴν μελῳδίαν, μείζονα ὡς ἀνήρ, ἡδεῖαν ὡς παῖς φωνὴν ἀντεπεδείξατο, καὶ τῶν βοῶν ὀκτὼ τὰς ἀρίστας ἐς τὴν ἰδίαν ἀγέλην θέλξας ἀπεβουκόλησεν. [1.27.4] Ἄχθεται ἡ παρθένος τῇ βλάβῃ τῆς ἀγέλης, τῇ ἥττῃ τῆς ᾠδῆς, καὶ εὔχεται τοῖς θεοῖς ὄρνις γενέσθαι πρὶν οἴκαδε ἀφικέσθαι. Πείθονται οἱ θεοὶ καὶ ποιοῦσι τήνδε τὴν ὄρνιν, ὄρειον ὡς ἡ παρθένος, μουσικὴν ὡς ἐκείνη. Καὶ ἔτι νῦν ᾄδουσα μηνύει τὴν συμφοράν, ὅτι βοῦς ζητεῖ πεπλανημένας.»

***
[1.24.1] Προς το μεσημέρι ήτανε πια που σκλαβωνόταν, μαγεμένη, η ματιά τους: η ξέσκεπη ομορφιά του Δάφνη, όπως τον ατένιζε γυμνό, έκανε τη Χλόη να λιώνει μην μπορώντας να του βρει ψεγάδι· κι εκείνος, θωρώντας τη στολισμένη με την ελαφροπροβιά και το στεφάνι να του προσφέρει την καρδάρα, νόμιζε πως έβλεπε μιαν από τις Νύμφες της σπηλιάς. [1.24.2] Της άρπαζε το στεφάνι απ᾽ το κεφάλι, το φιλούσε και το φόραγε ο ίδιος. Την ώρα πάλι που αυτός λουζόταν γυμνός, η Χλόη φόραγε το ρούχο του αφού πρώτα το φιλούσε κι εκείνη. [1.24.3] Άλλοτε έριχναν μήλα ο ένας στον άλλον, και στόλιζε ο καθένας το κεφάλι του άλλου χτενίζοντας τα μαλλιά του. Η Χλόη παρομοίαζε τα μαλλιά του, μαύρα καθώς ήταν, με μύρτα, κι ο Δάφνης το πρόσωπό της —που ήταν άσπρο και ροδαλό— με μήλο. [1.24.4] Της μάθαινε και φλογέρα, μα ευθύς ως άρχιζε εκείνη να φυσάει, της την άρπαζε κι έσερνε τα δικά του χείλια στο στόμιο — τάχα πως της εξηγούσε το λάθος της, στ᾽ αλήθεια όμως βρίσκοντας πρόσχημα για να τη γεμίζει φιλιά μέσ᾽ απ᾽ τη φλογέρα.
[1.25.1] Ένα μεσημέρι, την ώρα που ο Δάφνης έπαιζε φλογέρα και τα κοπάδια κάθονταν στον ίσκιο, η Χλόη δίχως να το νιώσει αποκοιμήθηκε. Όταν το πρόσεξε ο Δάφνης, απίθωσε τη φλογέρα και βάλθηκε να την ατενίζει ολάκερη, αχόρταγα, δίχως πια να ντρέπεται. Συνάμα αργοψιθύριζε κρυφά: [1.25.2] «Πώς σφάλιξαν τα μάτια της! Τί γλυκιά που είν᾽ η ανάσα της! Μήτε τα μήλα, μήτε οι μυρωμένοι θάμνοι δεν τη φτάνουν. Κι όμως σκιάζομαι να τη φιλήσω — το φιλί της δαγκώνει την καρδιά και φέρνει τρέλα, σαν το καινούριο μέλι. Έπειτα, αν τη φιλήσω μπορεί να ξυπνήσει. [1.25.3] Φλύαρα που ᾽ναι τα τζιτζίκια! Κάνουν τόσο θόρυβο που δεν θα την αφήσουν να κοιμηθεί. Το ίδιο κι οι τράγοι, που παλεύουν και χτυπάν τα κέρατά τους. Ανάθεμα στους λύκους που δεν τους αρπάζουν! Είναι πιο φοβητσιάρηδες κι από αλεπούδες».
[1.26.1] Όσο τα ᾽λεγε αυτά, ένα τζιτζίκι κυνηγημένο από χελιδόνι έπεσε στον κόρφο της Χλόης. Το χελιδόνι που πετούσε ξοπίσω του δεν μπόρεσε να το πιάσει, αλλά κυνηγώντας το πέρασε κοντά της και της άγγιξε τα μάγουλα με τις φτερούγες του. [1.26.2] Εκείνη, μη ξέροντας τί είχε συμβεί, τινάχτηκε από τον ύπνο βάζοντας δυνατή φωνή. Σαν είδε ωστόσο το χελιδόνι να πετάει ακόμα εκεί σιμά, και τον Δάφνη να γελάει με το φόβο της, συνήρθε από την τρομάρα κι έτριψε τα μάτια της για να διώξει τη νύστα. [1.26.3] Τότε ακούστηκε απ᾽ τον κόρφο της το τζιτζίκι, σαν ικέτης που ευχαριστεί για τη σωτηρία του. Πάλι ξεφώνισε δυνατά η Χλόη, και ξανά γέλασε ο Δάφνης και βρήκε πρόφαση να βάλει τα χέρια του στο στήθος της για να βγάλει το καλό το τζιτζίκι, που μήτε στην παλάμη του δε σώπασε. Η Χλόη χάρηκε όταν το είδε, το πήρε και το φίλησε· κατόπι το ᾽βαλε ξανά στον κόρφο της, ενώ εκείνο ακόμα λαλούσε.
[1.27.1] Μια φορά τους διασκέδασε ένα φασοπερίστερο που κελαηδούσε από το δάσος ένα τραγούδι γελαδάρικο. Η Χλόη γύρεψε να μάθει τί έλεγε, κι ο Δάφνης τής διηγήθηκε το θρύλο με το δικό του τρόπο: [1.27.2] «Μια φορά κι ένα καιρό, κοπέλα μου, ήταν μια κόρη όμορφη σαν και του λόγου σου που έβοσκε πολλές αγελάδες, κι εκείνη στο δάσος. Είχε καθώς φαίνεται κι ωραία φωνή, κι οι αγελάδες χαίρονταν να την ακούνε και τις έβοσκε δίχως να μεταχειρίζεται μήτε γκλίτσα μήτε κεντρί. Καθισμένη κάτω από μια κουκουναριά και στεφανωμένη μ᾽ ένα κλαρί της τραγουδούσε για τον Πάνα και την Κουκουναριά, κι οι αγελάδες έμεναν κοντά στη φωνή της. [1.27.3] Ένα αγόρι που έβοσκε αγελάδες λίγο παρακάτω, όμορφο και γλυκόλαλο όσο και το κορίτσι, αποφάσισε να μετρηθεί μαζί της στο τραγούδι. Αποδείχτηκε λοιπόν ότι η φωνή του, μόλο που ήταν απαλή σαν παιδιού, ήταν πιο δυνατή από του κοριτσιού μιας και αυτός ήταν άντρας· έτσι πλάνεψε και πήρε στο δικό του κοπάδι τις οχτώ καλύτερες αγελάδες της. [1.27.4] Το κορίτσι τόσο πολύ συγχύστηκε με τη ζημιά στο κοπάδι της, αλλά και που νικήθηκε στο τραγούδι, ώστε παρακάλεσε τους θεούς να γίνει πουλί πριν ξαναγυρίσει σπίτι της. Οι θεοί την εισάκουσαν και τη μεταμόρφωσαν σε τούτο το πουλί, που ζει στο βουνό σαν το κορίτσι κι έχει εξίσου ωραία φωνή. Και τώρα ακόμα το τραγούδι του μιλάει για τη συμφορά της, γιατί αποζητάει τις αγελάδες που της πλάνεψαν».